1946.06.25
5,905 rows · 45,118 words · 269 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29η
Τρίτη 25 Ἰουνίου 1946
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Σγουρόγλου, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Σ. ΣΓΟΥΡΟΓΛΟΥ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας, καταθέτει ὑπόμνημα Σωματείου Καπνοπωλῶν Ἀθηνῶν καὶ Προαστίων, αἰτοῦντος ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύϊ τοῦ νόμου 207)45 τοῦ καθορίζοντος κατὰ τρόπον δίκαιον τὰ ποσοστὰ τῆς λιανικῆς πωλήσεως τῶν σιγαρέττων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας, καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἠπείρου, αἰτοῦντος ἀναστολὴν ἀγορανομικοῦ κώδικος τοῦ νόμου 118. Ἐπιτροπὴ Τελωνειακῶν ὑπαλλήλων, ζητεῖ ἐπαναφορὰν εἰς τοὺς προπολεμικοὺς κλαδικοὺς βαθμούς των. Ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συν)σμῶν Ὀλυμπίας (Κρεσταίνων), ζητεῖ τὸν περιορισμὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ρητίνης καὶ τὴν ἐπανίδρυσιν τοῦ Δασονομίου Κρεσταίνων. Ὁ Ἐπαγγελματικὸς καὶ Βιοτεχνικὸς κόσμος Δράμας, ζητεῖ τὴν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ρεύματος καὶ ἀναστολὴν παραχωρήσεως ἠλεκτροπαραγωγικῆς μηχανῆς εἰς τὴν ἑταιρείαν Δράμας. Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Ἡρακλείου, διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην ἵδρυσιν Ἑλληνοαγγλικοῦ Ἐμπορικοῦ Ὀργανισμοῦ. Ἡ Ἕνωσις Ἀναπήρων πολέμου 1912–22 Νομοῦ Χανίων, ζητεῖ τὴν ψήφισιν εἰδικοῦ νόμου παρατείνοντος μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1947 τὴν ἰσχὺν τοῦ Α. Ν. 726)1945. Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Μακκᾶς, καταθέτει ψήφισμα διαμαρτυρίας τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων Μοσχάτου καὶ Νέου Φαλήρου καὶ διαφόρων ἐκπροσώπων τῶν ὡς ἄνω περιφερειῶν, ζητούντων τὴν ἄμεσον λῆψιν ἐξυγιαντικῶν καὶ τεχνικῶν μέτρων τῆς κοίτης τῆς ἐκβολῆς Κηφισσοῦ ποταμοῦ. Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Ἰασωνίδης, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως πυροπαθῶν καὶ ἀστέγων προσφύγων Α. Μακεδονίας καὶ Θράκης, ζητούντων τὴν ἐπέκτασιν τοῦ εὐεργετήματος τῶν βομβοπλήκτων καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν πυροπαθῶν καὶ ἀναστολὴν παλιννοστήσεώς των. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἔξαρχος, καταθέτει τηλεγράφημα αὐτοκινητιστῶν περιφερείας Τρικκάλων, ζητούντων τὴν κατάργησιν ΥΕΚΑ καὶ τὴν ἐφαρμογὴν νόμου 1086. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Τριπόλεως, ζητεῖ τὴν ἐπαναφορὰν τῆς ἰσχύος νόμου 1699 ἔτους 1919. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Δημ, Σαρρῆς, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ταγαροχωρίου, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν κατάργησιν τῆς 27 ἀγορανομικῆς διατάξεως περὶ νηματοποιήσεως τοῦ βάμβακος τῶν βαμβακοπαραγωγῶν καὶ ζητεῖ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας διὰ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐκμετάλλευσίς των ὑπὸ τῶν βιομηχάνων. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Δ. Γόντικας καὶ Στ. Πολυζωγόπουλος, καταθέτουν τηλεγράφημα Συνεταιρισμῶν Γαστούνης καὶ Δήμων Ἤλιδος, δι’ οὗ ζητοῦν ὅπως ἐνισχυθῇ καὶ προστατευθῇ ἡ Συνεταιριστικὴ Ὀργάνωσις περιφερείας των καὶ τὴν ἵδρυσιν Ὑπουργείου Συνεταιρισμῶν. Ἡ Ὁμοσπονδία Συνδέσμων Γεωπόνων Ἑλλάδος, ὑποβάλλει ἀντίγραφον τοῦ ὑπομνήματος περὶ ἀγροτικῆς στεγάσεως. Ὁ Σύλλογος Ὑπαλλήλων Α.Τ.Ε., διὰ ψηφίσματός του, ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 11–5–45 «περὶ θέσεως διατάξεων τινων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τῆς Ἀγρ. Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Ὁ Γυναικεῖος Ἐκπολιτιστικὸς Σύλλογος Τραπεζῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἀναγνώρισιν ἀπολύτου ἰσοτιμίας καὶ ἰσοπολιτείας εἰς τὰς γυναῖκας, καὶ ζητεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι κλπ. Τὸ Σωματεῖον Ἑλλήνων πληγέντων ὑπὸ Βουλγάρων Νομοῦ Δράμας ἡ «Ἀνόρθωσις», ζητεῖ ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν διὰ μίαν δεκαετίαν. Τὸ Σωματεῖον Καπνεργατῶν Καβάλλας «ἡ Ἀναγέννησις», ζητεῖ 1) αὔξησιν ποσοστοῦ καπνῶν ἀπὸ 15–20% κλπ. 2) ὁριστικοποίησιν ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου περὶ χορηγήσεως 5% ἐπὶ τῆς συνολικῆς ἀξίας τῶν καπνῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Δ. Σαρρῆς, καταθέτει τηλεγράφημα Συλλόγου Ἐθνικοφρόνων Δημοδιδασκάλων Βερροίας, διαμαρτυρομένων δι’ ἐκτελέσεις ἐθνικοφρόνων συναδέλφων των ὑπὸ κομμουνιστῶν καὶ ἀναφέροντος, ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι ὑπαίθρου ἐγκαταλείπουν θέσεις των μεταβαίνοντες ὅπου ἕκαστος θεωρεῖ ἑαυτὸν ἀσφαλῆ. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Νικόλαος Δαρβέρης, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσ)νίκης, ζητοῦντος τὸ Κυβερνητικὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Β. Ἑλλάδα. Τὸ Σωματεῖον Καπνεργατῶν Κομοτινῆς, Καβάλλας καὶ Θεσσαλονίκης, διαμαρτύρεται δι’ ἀναγραφὴν εἰς προϋπολογισμὸν δι’ ἔξοδα ἐκποιήσεως κρατικῶν καπνῶν καὶ ζητεῖ ἀναγνώρισιν Σ. Π. 106 καὶ αὔξησιν ποσοστῶν ἀμοιβῆς εἰς καπνεργάτας καὶ τὴν χορήγησιν ἐπιδομάτων ἀνεργίας. Ὁ Σταφιδοκτηματικὸς Σύλλογος Ἀμαλιάδος, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἑνιαίαν διαχείρισιν σταφιδοκάρπου ὑπὸ Ἑνώσεως Συνεταιρισμῶν καὶ ζητεῖ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν Συνεταιρισμῶν. Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις Σωματείου Πατρῶν εὐχαριστεῖ τὸ Βουλευτικὸν Σῶμα καὶ γνωρίζει λῆψιν 2084 εὐχαριστηρίου ἐγγράφου. Ὁ κ. Κ. Τσαλδάρης (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16]16 Ἀπριλίου 1946 Ν. Δ. «περὶ καταργήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς». Ὁ κ. Ν. Μπαλτατζῆς–Μαυροκορδᾶτος (Ὑφυπουργὸς Τύπου καὶ Πληροφοριῶν), καταθέτει σχέδια νόμων 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 6 Μαΐου 1946 «περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὴν Γενικὴν Γραμματείαν Τουρισμοῦ τῆς Διοικήσεως, διαχειρίσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως Ἀχιλλείου Ἀνακτόρου Κερκύρας», 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. 11–5–46 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Γενικῆς Γραμματείας Τουρισμοῦ κειμένων διατάξεων», 3) «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 6 Μαΐου 1946 «περὶ Τουριστικῶν τόπων, ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως αὐτῶν», 4) «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 6 Μαΐου 1946 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Α. Ν. 588]45 «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ὑπηρεσιῶν τουρισμοῦ κλπ.», καὶ 5) «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 6 Μαΐου 1946 «περὶ φορολογίας τῶν ξενοδοχείων καὶ ξενοδοχειακῆς πίστεως». Ὁ κ. Π. Χατζηπᾶνος (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης), καταθέτει σχέδια νόμων 1) «περὶ ἐκπαιδευτικῶν ἀδειῶν δικαστικῶν λειτουργῶν διὰ τὴν ἀλλοδαπήν», 2) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ ἀπὸ 19]23 Ἰουλίου 1941 Ν. Δ. «περὶ κωδικοποιήσεως εἰς ἑνιαῖον κείμενον τῶν διατάξεων τῶν Α.Ν. 834]37, 1933]39, 2182]40 καὶ 2523]40 «περὶ ὀργανισμοῦ τῶν ὑποθηκοφυλακείων τοῦ Κράτους», 3) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ποινικῶν κλητήρων ἐμμίσθων δικ. κλητήρων καὶ ἀκροατηρίου κειμένων διατάξεων», 4) «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1091 Α.Ν. τῆς 12)13 Μαρτίου 1946 «περὶ τρόπου καταβολῆς ὑπερωριῶν εἰς δικαστικοὺς λειτουργοὺς» καὶ 5) «περὶ καταργήσεως τοῦ Α. Ν. ὑπ’ ἀριθ. 912)46 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν συμβολαιογράφων καὶ ὑποθηκοφυλάκων τοῦ Κράτους». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 12)12 Ἀπριλίου 1946 Ν. Δ)τος «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γραφείου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου» καὶ 2) «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Εἰδικῶν Ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ 1946–47». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Κωστόπουλος, Δ. Λαμπριανίδης, Α. Θεολογίτης, Α. Κωστόπουλος, Π. Γαρουφαλιᾶς, Θ. Τσάτσος, Η. Λαγᾶκος, Γ. Σταμάτης, Α. Βγενόπουλος, Ν. Μαλλιάκας, Η. Ἀσπιώτης, Χ. Λαδᾶς, Χ. Ψαρρός, Θ. Κονίτσας, Α. Μπακάλμπασης, Π. Ἰακώβου, Κ. Κορόζος, Ι. Μπουρνιᾶς, Κ. Μητσοτάκης, Δ. Χατζηγάκης, Γ. Βασιλειάδης, Π. Χρυσοχέρης, Δ. Προμπονᾶς, Ε. Ἀβέρωφ, Π. Κάντζιας, Β. Σαγιᾶς, Θ. Δεσύλλας, Σ. Πηλείδης, Γ. Πλατῆς, Κ. Σπυρίδης, Θ. Μανέττας, Λ. Κουτσοπέταλος, Ε. Μαλαμίδας, Α. Ὀρφανίδης, Α. Ἰασωνίδης, Π. Ντεντιδάκης, Κ. Ἀλεξανδρῆς, Σ. Νικυλαΐδης, Π. Ροζάκης, Σ. Σωτηριάδης, Ι. Μογγογιάννης, Γ. Τζώρτζης, Κ. Προκοπίδης, Ι. Τιρρῆς, Σ. Σαββίδης, Μ. Σοφούλης, Α. Βασιλειάδης, Μ. Βολουδάκης, Ε. Κοθρῆς, Γ. Βαρβούτης, Α. Ἀντωνίου, Μ. Σκουλλᾶς, Α. Δημητρακόπουλος, Γ. Σίδερης, Σ. Βενιζέλος, Κ. Παπαδάκης, Ε. Λουλακάκης, Γ. Σαρρῆς, Κ. Ρέντης, Δ. Γόντικας, Θ. Κιζάνης, Φ. Μανουηλίδης, Δ. Μαρσέλλος, Μ. Μαυροκορδᾶτος, Κ. Πολυχρονάκης, Ι. Φουντουλάκης, Π. Γύπαρης καὶ Ι. Δούμπας, καταθέτουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν χορηγιῶν καὶ συντάξεων Βουλευτῶν καὶ Προσωπικοῦ Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Καλαντζᾶκος, Χ. Φουσιάνης, καὶ Α. Τσιρώνης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποκαταστάσεως κατηγοριῶν τινων στελεχῶν τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Φουσιάνης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ θέσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Μαλλιάκας, Α. Βγενόπουλος, Η. Λαγᾶκος, Α. Γιαννόπουλος, Θ. Τσάτσος, Π. Μαζαράκης, Π. Γαρουφαλιᾶς, Α. Κωνσταντινίδης, Ε. Τριάντος, Λ. Ἀντωνόπουλος–Μπέης, Ι. Φωτόπουλος, Χ. Ψαρρός, Μ. Βολουδάκης, Ε. Κοθρῆς καὶ Ν. Ἔξαρχος, καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρου 785 ἐδ 5 Πολ. Δικονομίας». Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. Ι. Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν... Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω συνημμένην ἀπάντησιν καὶ παρακαλῶ ὅπως τεθῇ ὑπ’ ὄψει τοῦ ἐρωτῶντος ἀξιοτίμου κ. Α. Κωστοπούλου. Ἐπὶ τῆς ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς κατατεθείσης ἀπὸ 17–6–46 ἐπερωτήσεως βουλευτοῦ Θεσ)νίκης κ. Α. Κωστοπούλου, ἀφορώσης τὴν μὴ ἐφαρμογὴν εἰσέτι τοῦ Α. Ν. 810)31–12–45 «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν τιμῶν τῶν ἐργολαβιῶν Τεχνικῶν Ἔργων Ὑπ. Στρατιωτικῶν». 1) Ὁ Α.Ν. 810 ἐδημοσιεύθη τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1945 μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχὺν ἀπὸ 1ης Ἰουνίου 1945. 2) Ἐκοινοποιήθη εἰς τὰς Δ)νσεις, Ἔργων Μηχ)κοῦ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 751153)472)18–1–46 Δ.Υ.Σ. Ἐν τῇ διαταγῇ ταύτῃ παρέχονται καὶ ὁδηγίαι ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ λεπτοῦ ζητήματος ἀναπροσαρμογῆς τιμῶν εἰς διάφορα διαμερίσματα τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἐγένοντο ἐργασίαι καὶ ὅπου ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς ἐκυμαίνετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, λόγῳ συχνῶν διακυμάνσεων τοῦ συναλλάγματος, ἐδημιουργήθη ἐκτενὴς ἀλληλογραφία μὲ Δ)νσεις Μηχανικοῦ εἰς Ἐπαρχίας. Ἐπὶ πλέον, ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου δι’ ἐπεξήγησιν νόμου, ἥτις ἐκοινοποιήθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν
803620)Ε7)8–5–46 Δ.Υ.Σ.
Ἡ σύνταξις τῶν δικαιολογητικῶν ἐδυσχεράνθη διὰ τὰς κάτωθι δύο αἰτίας: α) Ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ἐργολαβιῶν ἀνετέθη εἰς τοὺς ἐργολήπτας κατόπιν προχείρων διαγωνισμῶν διενεργηθέντων κατὰ τὰς περὶ συμπληρώσεως τῶν τιμῶν δι’ ἀνοικτοῦ τιμολογίου διατάξεις καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰς ἐργολαβίας βασικαὶ τιμαί, ἰδίᾳ ὑλικῶν. β) Ἐλλείπουσιν αἱ ἐπίσημοι πηγαί, ὡς Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον, Τμῆμα Ἀγορανομίας Ἀστυνομικῶν Δ)νσεων, αἵτινες λόγῳ τῆς μεγάλης ἀσταθείας τῆς ἀγορᾶς κατὰ τὴν χρονικὴν περίοδον ἀπὸ 1–6–45 ἕως 31–12–45, στεροῦνται τιμολογίων ὑλικῶν. Πρὸ καιροῦ ἡ Κεντρικὴ Ὑπηρεσία, ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως μελετήσῃ τὴν δυνατότητα ἁπλοποιήσεως τοῦ τρόπου συντάξεως τῶν δικαιολογητικῶν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, προέβη εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων στοιχείων, ἤτοι καταστάσεων ὑλικῶν καὶ ἡμερομισθίων ἀνὰ 15θήμερον τῶν Δ)νσεων Ἔργων Μηχανικοῦ, συμπληρωθεισῶν ἐξ ἄλλων ἀνεπισήμων πηγῶν, ὡς καὶ ἡμερησίας διακυμάνσεως τοῦ συναλλάγματος (Τράπεζα Ἑλλάδος, ἀνεπίσημα χρηματιστηριακὰ γραφεῖα) κατὰ τὴν χρονικὴν ὡς ἄνω περίοδον. Βάσει τῶν στοιχείων τούτων κατηρτίσθη γενικὸς πίναξ συντελεστῶν, ὅστις ἤδη πρόκειται ἐντὸς τῶν ἡμερῶν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον Στρατιωτικῶν Ἔργων πρὸς ἔγκρισιν. Ἡ συγκέντρωσις στοιχείων καὶ ὁ καταρτισμὸς τοῦ πολυπλόκου τούτου πίνακος ἀπῄτησε χρονικὸν διάστημα πλέον τῶν 45 ἡμερῶν. Πλὴν ὅμως, ἐπειδὴ ἡ διαπίστωσις τοῦ ποσοστοῦ τῆς τυχὸν καταβληθησομένης ἀποζημιώσεως, θ’ ἀποτελέσῃ διὰ μίαν ἑκάστην περίπτωσιν, ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας μελέτης καὶ ἐλέγχου, ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν περιφρουρηθοῦν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὴ ἀδικηθῶσι τὰ ἄτομα, διὰ ταῦτα, ἡ ὑπηρεσία ἡμῶν δὲν δύναται νὰ καθορίσῃ τὸν χρόνον ἀπὸ τοῦδε ἀποζημιώσεως τῶν ἐργοληπτῶν, οὐδὲ καὶ κατὰ πόσον θὰ τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος ἀναθεωρήσεως ἅπαντες οἱ ἐργολῆπται, καθ’ ὅσον τὸ τοιοῦτον θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. II. Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 98)17–6–46 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν Τρικκάλων κ. κ. Κων. Γ. Σίδερη, Β. Λάππα καὶ Ἀκ. Ἀντωνίου, διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Καρδίτσης–Σοφάδων–Σταυρός. 1. Ἡ ὁδὸς Καρδίτσης–Σοφάδων–Σταυρός, ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Τρικκάλων–Καρδίτσης–Φαρσάλων–Βόλου. Ἡ ἀνωτέρω ὁδὸς μεταξὺ Καρδίτσης καὶ Σταυροῦ, ἔχει μῆκος 31 χιλιομ. ἐξ ὧν 9 ἀπὸ Καρδίτσης κατεσκευασμένα, τὰ δὲ ὑπόλοιπα 22 χιλ. ἀκατασκεύαστα ἀπαιτοῦντα δαπάνην 3 δισεκατομμυρίων. Ἡ ὁδὸς Καρδίτσης Σταυροῦ συναντᾷ τὴν ὁδὸν Ἀθηνῶν–Λαρίσης, ἐπιτυγχανομένης διὰ ταύτης καὶ ὁδικῆς συνδέσεως τῆς Καρδίτσης μετὰ τῶν λοιπῶν πόλεων καὶ τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Θεσ]νίκης, ὑφισταμένης σήμερον μόνον κατὰ τὴν περίοδον ξηρασίας καὶ κατὰ ὑποτυπώδη τρόπον διὰ μέσου τῶν ἀγρῶν. Σημειοῦται, ὅτι ἡ ὁδικὴ σύνδεσις τῆς Καρδίτσης μετὰ τῆς Λαμίας–Ἀθηνῶν διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης, μειονεκτεῖ ἀπὸ ἀπόψεως μήκους ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιτευχθησομένην διὰ τῆς κατασκευῆς τῆς ἀνεγνωρισμένης ἐθνικῆς ὁδοῦ Καρδίτσης–Κέδρου–Συνάντησις ὁδῶν Ἀθηνῶν–Λαρίσης εἰς περιοχὴν Δομοκοῦ. 2. Ὑπὸ τὰς σημερινὰς ἄκρως δυσχερεῖς συνθήκας τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, λόγῳ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθη ἡμῖν κατὰ τὴν τρέχουσαν οἰκονομικὴν χρῆσιν ἓν ἀσήμαντον ποσοστὸν ἐκ τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν ἀνακατασκευὴν τῶν εἰς μεγάλον ἀριθμὸν καταστραφεισῶν γεφυρῶν συνεπείᾳ τοῦ πολέμου ἐπὶ τοῦ ἐν ἐκμεταλλεύσει ὁδικοῦ δικτύου τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῶν τελείως φθαρέντων ὁδοστρωμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασισθῇ ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ. Εὐθὺς ὡς βελτιωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ καταστῇ δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ πρόγραμμα κατασκευῆς νέων ἐθνικῶν ὁδῶν, θὰ ἐπιχειρηθῇ ἡ κατασκευὴ καὶ τῆς ὁδοῦ Καρδίτσης–Σοφάδων–Σταυροῦ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὕτη πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ πρόγραμμα ὡς ἀνήκουσα εἰς τὸ πρωτεῦον ὁδικὸν δίκτυον τοῦ Κράτους. Πάντως, ἐκ τῶν γλίσχρων πιστώσεων, ἃς διαθέτομεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, θὰ ἀναληφθῇ μέρος διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐπ’ ἐσχάτων ἐπιτευχθείσης ὁδικῆς ἐπικοινωνίας καθ’ οἱανδήποτε ἐποχὴν τοῦ ἔτους μεταξὺ Καρδίτσης–Τρικάλων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχεια τῆς μόνης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ προκηρύξεως Δημοψηφίσματος πρὸς ἐπάνοδον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Βʹ». Ὑπενθυμίζω εἰς τοὺς κ. κ. ρήτορας, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἰσχῦον τὸ μέτρον περιορισμοῦ τῶν ἀγορεύσεων εἰς ἓν τέταρτον τῆς ὥρας. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λ. Μακκᾶς.
§6Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ σαφὲς εἶναι καὶ σοφόν, ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι. Καὶ οὐδέποτε ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ τοῦ ἀποφθέγματος κατεφάνη καὶ κατεδείχθη, τόσον ἔντονος, ὅσον μὲ τὴν ἀρχικὴν τοὐλάχιστον διατύπωσιν τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχεδίου ψηφίσματος διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἡ διατύπωσις τοῦ ἐν λόγῳ σχεδίου ὑπῆρξε πράγματι τόσον ἀσαφής, σκοτεινὴ καὶ ἀνεξιχνίαστος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ὠθοῦν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ προτιμήσῃ αὐτὰ ποὺ μᾶς προτείνει, ὥστε ὁμολογουμένως δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ ἐξαιρετικῇ σοφίᾳ νὰ ἐπαινέσῃ κανεὶς τὸ νομοθέτημα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπόδειξις δέ, ὅτι ἄνευ λόγου ἕνεκα ἁπλῶς καὶ μόνον τῆς ἀσαφείας αὐτῆς, ἡ Βουλὴ κατετρίβη εἰς ἀδιακόπους καὶ μακροτάτας συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν εἶχον νὰ ρίψουν ὀλίγας ἀκτίνας φωτὸς ἐπὶ τῆς σκοπίμου αὐτῆς σκοτεινότητος, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πέριξ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ἐν τούτοις ζητήματος. Καὶ τὸ μόνον πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον καθ’ ὁδὸν ἐδημιούργησεν ἡ μακρὰ αὐτὴ καὶ ἀτελεύτητος συζήτησις, ὑπῆρξεν, ὅτι σιγὰ σιγὰ ἐκμαιεύονται ὡρισμέναι δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ὑποβοηθούμεναι καὶ ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δημιουργοῦν, ἴσως, τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ φθάσωμεν τελικῶς εἰς μίαν συνεννόησιν, συμφώνως ἄλλως τε πρὸς τὴν πανελλήνιον ἐλπίδα, ὅπως ἀπὸ τὴν Βουλὴν ταύτην ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει προκύψῃ μία ὁμόφωνος ἐκδήλωσις τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν μέγαν αὐτὸν σταθμόν, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ εἰς τὴν μεταπολεμικὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος ἡ προσεχὴς διεξαγωγὴ τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἀντιθέτως ὅμως ἡ ἀνάγνωσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ σχεδίου ψηφίσματος καὶ ἰδίως τὸ ἄκουσμα ὡρισμένων ἀγορεύσεων τῆς πτέρυγος ταύτης, αἱ ὁποῖαι ἐπιχειροῦν τὴν ἑρμηνείαν τῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ τοποθετήσῃ ὅπως ἐτοποθέτησε τὸ ζήτημα, καταδεικνύουν μίαν ἐξαιρετικὴν τάσιν πρὸς ἓν εἶδος — ἂς μοί ἐπιτραπῇ ἡ λέξις — σοφιστείας, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὸ νὰ πεισθῇ ὁ κόσμος ὁ Ἑλληνικός, δι’ ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῇ, ὅτι δηλαδὴ πολιτειακὸν ζήτημα δὲν ὑφίσταται καὶ ὅτι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα φαίνεται ἐντελῶς ἀπροόπτως εἰς τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων δημιουργούμενον. Οἱ σοφισταὶ ὅμως ἦσαν ἄνθρωποι εὐφυεῖς καὶ εὔκαμπτοι. Ἴσως λοιπόν, ἡ εὐφυΐα καὶ ἡ εὐκαμψία τῶν ἀρχαίων σοφιστῶν κληρονομουμένη καὶ παρὰ τῶν σημερινῶν τοὺς δώσῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ φθάσουν εἰς συμπεράσματα συμφωνότερα πρὸς τὴν σημερινὴν πραγματικότητα. Διότι τί μᾶς εἶπεν ἐπὶ παραδείγματι ὡς δικαιολογίαν τῆς κυβερνητικῆς ἀπόψεως ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Κυκλάδων βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἢ προσεπάθησε νὰ κάμῃ μίαν συνταγματολογικὴν ἑρμηνείαν τῆς ἀπόψεως κατὰ τὴν ὁποίαν πολιτειακὸν θέμα δὲν ὑπάρχει; Ἡ ἄποψις αὐτὴ ἐστηρίχθη ἐπὶ μιᾶς καινοφανοῦς θεωρίας. Ἀναγνωρίζει, ὅτι ὑπῆρξαν πραγματικαὶ καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι διαδεχόμεναι ἡ μία τὴν ἄλλην, ἐπιφέρουν τὸ καταπληκτικὸν ἀποτέλεσμα, ἡ νεωτέρα νὰ ἀνασκευάζῃ τελείως καὶ νὰ ἀναιρῇ καὶ νὰ φονεύῃ τὴν προηγουμένην. Καὶ ἐπειδὴ τὸν συμφέρει, ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ μόνη πραγματικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία δέον νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἐφεξῆς, εἶναι ἡ δημιουργηθεῖσα ἐκ τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλά, κύριοι, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ ἐπιδιώξω τὴν παρακολούθησιν τοῦ συλλογισμοῦ αὐτοῦ, μοῦ εἶναι ἐν τούτοις τελείως ἀδύνατον νὰ κατανοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοηθῇ μία ἀλληλουχία πραγματικῶν καταστάσεων, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀλληλουχίαν στενάζει ὁ τόπος ἀπὸ μιᾶς τριακονταετίας; Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοοῦμεν πραγματικὰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι συγχρόνως ἀπετέλεσαν ἐκδηλώσεις παρεκκλίσεως ἀπὸ τὴν νομιμότητα; Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοηθοῦν πραγματικαὶ καταστάσεις οἷα ἡ 4η Αὐγούστου; Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοηθοῦν πραγματικαὶ καταστάσεις κατὰ πολὺ ἀκόμη βαρύτεραι, ὅπως ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς ὁ κομμουνισμός, ἐπιβαλὼν βιαίως, καθ’ ὅλην σχεδὸν τὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος τῆς αἱματηρᾶς τυραννίας του; Ὅλαι αὐταὶ εἶναι πραγματικαὶ καταστάσεις καὶ τὴν ἀλληλουχίαν τῶν καταστάσεων αὐτῶν, ὀφείλει νὰ παρακολουθήσῃ ὁ πολιτικός. Ἐπὶ τῆς ἀλληλουχίας δὲ αὐτῆς τῶν πραγματικῶν καταστάσεων, νὰ στηρίξῃ τὴν πολιτικήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Διότι δι’ αὐτῶν τῶν πραγματικῶν καταστάσεων, ἐδημιουργήθη ἕνα ἀέναον πολιτειακὸν ζήτημα, τὸ δὲ πολιτειακὸν αὐτὸ ζήτημα δημιουργηθὲν διὰ τῆς ἐκτροπῆς ἀπὸ τοῦ Συντάγματος τῷ 1936, δημιουργηθὲν ἔπειτα δι’ ὅλων τῶν βιαίων κλονισμῶν, τοὺς ὁποίους ὑπέστη ἡ Ἑλληνικὴ ζωὴ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ δημιουργήσῃ μίαν σημερινὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία βεβαίως μόνον ἄλλως, παρὰ διὰ τῆς ἁπλῆς ἀναγνωρίσεως μιᾶς ἀκαδημαϊκῆς νομιμότητος, εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ. Ἀλλά, κύριοι, διατὶ μόνον νὰ σταματήσωμεν εἰς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ 1946; Ἐὰν ἦτο ἐδῶ ὁ κ. Μαρκεζίνης, θὰ τὸν ἐρωτοῦσα διατί δεικνύει τόσην ἀγνωμοσύνην, ἀγνοῶν τὰς προηγουμένας πραγματικὰς καταστάσεις. Διότι μόνον ἀγνωμοσύνην ἀποτελεῖ ἡ ἄγνοια ἐκείνη τῶν πραγματικῶν καταστάσεων, χάρις εἰς τὰς ὁποίας ἐδημιουργήθη ἡ πραγματικὴ κατάστασις τοῦ 1946. Ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶχε μητέρα τὴν βασιλικὴν ἰδεολογίαν, ἡ ὁποία ἴσως ἐγιγαντώθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶχε πάππον τὸν κομμουνισμόν, χάρις εἰς τὸ ὁποῖον ἡ βασιλικὴ ἰδέα ἐδημιουργήθη μὲ αὐτὸν τὸν φανατισμόν, τὸν ὁποῖον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη διαπιστώνομεν ἐν Ἑλλάδι. Ἑπομένως, ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν πραγματικῶν αὐτῶν καταστάσεων, θὰ ἔπρεπε καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης νὰ στηριχθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ συνόλου καὶ ἡμεῖς στηριζόμενοι, ὀφείλομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ μέλλον. Ἐὰν δὲ εἰς τοὺς κυρίους τῆς πτέρυγος ταύτης δὲν ἀρκοῦν διὰ ν’ ἀποδείξουν τὴν ὕπαρξιν πολιτειακοῦ ζητήματος αἱ δηλώσεις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, αἱ δηλώσεις τοῦ Βασιλέως, αἱ δηλώσεις αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν τελευταίων ἐτῶν, προέβη εἰς δηλώσεις συγκεντρωθείσας εἰς τεῦχος ἐπίσημον, διανεμηθὲν παρὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος τοῦ ἰδίου, εἰς τεῦχος τὸ ὁποῖον κοσμεῖ καὶ ἡ φωτογραφία ἀκόμη τοῦ Ἀρχηγοῦ του, ἐὰν ὅλαι αὐταὶ αἱ δηλώσεις, ὅλαι αὐταὶ αἱ πολιτικαὶ πράξεις δὲν ἀρκοῦν διὰ νὰ δημιουργήσουν πραγματικὴν κατάστασιν ὑπάρξεως πολιτειακοῦ ζητήματος, σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, τί ἄλλο ἀποδεικνύει παρὰ τὴν ὕπαρξιν πολιτειακοῦ ζητήματος, τὸ ὅτι ἀπὸ μιᾶς ἑβδομάδος ἡ Βουλὴ δὲν συζητεῖ ἄλλο τι παρὰ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα! Τὸν ἀρχαῖον Πρωταγόραν εἶχον ὀνομάσει ἱκανόν, διότι κατώρθωσε τὸ ἧσσον νὰ μεταβάλῃ εἰς κρεῖσσον, τὴν ἥσσονα πρότασιν εἰς κρείσσονα. Γνήσιος ἀπόγονός του ἀνεδείχθη ὁ συμπαθὴς ἐκ Κυκλάδων βουλευτής, ὁ ὁποῖος μίαν ἥσσονα πραγματικὴν κατάστασιν, τὴν δημιουργηθεῖσαν τὸ 1946, ἐζήτησε νὰ προβάλῃ ὡς κρείσσονα, ὡς ἐπικρατεστέραν, λέγει, τῶν πραγματικῶν καταστάσεων, τῶν ὁποίων ἡ τελευταία δὲν ὑπῆρξε παρὰ εἷς καὶ μόνον δεσμὸς εἰς τὴν ὅλην ἅλυσον τῶν πραγματικῶν αὐτῶν καταστάσεων. Ἐλησμόνησεν ὅμως, τοῦτο, ὅπως τὸ ἐλησμόνησε καὶ ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ αὐτὴ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐὰν ἡ θεωρία τῆς νομιμότητος, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ἀποτελῇ τὴν ἥσσονα πραγματικὴν κατάστασιν, ἀλλ’ ἡ ψυχικὴ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναγνωρίζων τὴν ὕπαρξιν πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ ζητῶν τὴν ὁριστικήν, τὴν ἀμετάκλητον ρύθμισιν τοῦ πολιτειακοῦ τούτου ζητήματος, ἀποτελεῖ τὴν κρείσσονα πραγματικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀγνοηθῇ. Καὶ δι’ αὐτό, κύριοι, εὑρισκόμεθα ἐδῶ διὰ νὰ λυτρώσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τὴν ψυχικὴν αὐτὴν ἀγωνίαν εἰς ἣν εὑρίσκεται, μὴ γνωρίζων ποῖον θὰ εἶναι τὸ ὁριστικὸν πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον τοῦ λοιποῦ θὰ κυβερνηθῇ καὶ ζητῶν τὸ ταχύτερον, ὡς κυρίαρχος λαός, ν’ ἀποφασίσῃ. Κύριοι, μὴ ἀσκοῦμεν τὴν πολιτικὴν τῆς στρουθοκαμήλου, μὴ κρύπτομεν τὸ πρόσωπον ὄπισθεν ἀπὸ τὴν χεῖρα μας, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι οὕτω δὲν γινόμεθα ὁρατοί. Ἡ πραγματικότης ὑπάρχει καὶ ἡ πραγματικότης ἐκδικεῖται. Μὴν εἴμεθα φαρισαῖοι διϋλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν ἥσσονα κατάστασιν καὶ καταπίνοντες τὴν κάμηλον, τὴν κρείσσονα κατάστασιν. Ἡ κάμηλος, τὴν ὁποίαν ἀποτελεῖ ἡ ἑλληνικὴ πραγματικότης, εἶναι ζῶον μνησίκακον καὶ ἐκδικητικόν. Ἐκδικεῖται. Ὅποιος ἀγνοεῖ τὴν πραγματικότητα, ὑφίσταται τὴν ἐκδίκησιν τῆς πραγματικότητος. Λυποῦμαι, ἐξ ἄλλου, σφοδρῶς, διότι εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοῦ λόγου μου δὲν εἶναι παρόντα ἐδῶ παρὰ δύο καὶ μόνον μέλη τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ βοηθήσῃ καὶ ἐκείνη τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν ὅλοι διὰ τὴν ἐξεύρεσιν μιᾶς λύσεως εἰς τὸ ἐπίμαχον θέμα. Διότι, κύριοι βουλευταί, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι θλιβερὰ ἡ τοιαύτη τοποθέτησις τοῦ ζητήματος, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν. Τὴν λύσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν ἤδη τόσοι ἄνθρωποι καλῶς θέλοντες, καὶ ἔναντι τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ἑρμηνευτικῶν της δηλώσεων καὶ διὰ τῆς χθεσινῆς προσθήκης, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, ἔκαμεν ὡρισμένα βήματα πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς συνεννοήσεως. Τὰ βήματα αὐτὰ τὰ ἀναγνωρίζομεν ὅλοι. Θὰ ἤθελον καὶ ἐκ παραλλήλου, ὅλως ἰδιαιτέρως, νὰ τονίσω δύο ἄλλας προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, διὰ νὰ προσεγγίσωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν πρώτοις, τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βαμβέτσου ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἔπειτα τὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Θ. Τσάτσου κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίαν. Νομίζω, πράγματι, ὅτι αἱ δύο αὐταὶ προτάσεις συνδυαζόμεναι μὲ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, διαμορφώνουν τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠμπορεῖ νὰ στηριχθῇ ἡ ὁμόφωνος, ἂς τὸ ἐλπίσωμεν καὶ ἂς τὸ εὐχηθῶμεν, ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Διότι ποῖα εἶναι τὰ θέματα καὶ ποῖαι εἶναι, κύριοι, αἱ προταθεῖσαι συμβιβαστικαὶ λύσεις; Ὡς πρὸς μὲν τὸν χρόνον τοῦ Δημοψηφίσματος, ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ κατὰ βάσιν καὶ κατὰ κανόνα ἀμετάθετον τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, πλὴν ἂν ἐθνικαὶ ὑποθέσεις δημιουργοῦν ἀνάγκην βραχείας μεταθέσεως τῆς χρονολογίας αὐτῆς. Τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν δέχεται ἡ συμβιβαστικὴ λύσις, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη χθὲς ὁ κ. Τσάτσος, μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι καὶ τὴν Κυβέρνησιν διευκολύνει, δηλαδὴ τὰς εὐχερείας διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ Β. Δ. ἐγκαίρως ἐκδιδομένου, ἀναβάλῃ αὐτὴ ὑπ’ εὐθύνην της τὴν ἡμερομηνίαν τῆς 1ης Σεπτεμβρίου. Ἡ πρότασις αὐτὴ ἐν συσχετίσει πρὸς τὴν πρόσκλησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις ἐνδεχομένης συμμετοχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ Κυβερνήσει, παρεῖχεν ἐκ παραλλήλου καὶ εἰς τὴν σημερινὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν εὐχέρειαν, εὑρισκομένην ἐνδεχομένως αὔριον εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμμετάσχῃ καὶ τῶν συζητήσεων καὶ τῆς σταθμίσεως, δηλ. τῆς σκοπιμότητος περὶ βραχείας ἐνδεχομένως ἀναβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐθύνης ἐπίσης διὰ τὴν ἀναβολὴν ταύτην. Εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν ἀπολύτως συντάσσομαι. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡ εὐχέρεια τῆς διὰ Β. Δ)τος ὁριστικῆς πλέον τοποθετήσεως τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Δημοψηφίσματος λύει καὶ ἄλλο, νομίζω, ζήτημα, δηλ. τὸ τῆς ἐνδεχομένης ἐκ λόγων ἐσωτερικῆς πλέον Δημοσίας τάξεως, ἀνάγκη, ἐπίσης μικρᾶς ἀναβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Διότι καὶ πάλιν ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ σταθμίσῃ τὸ κατὰ πόσον αἱ συνθῆκαι τῆς Δημοσίας τάξεως ἐν τῇ χώρᾳ θὰ ἐπιτρέψουν τὴν κατὰ τὴν τακτὴν ἡμέραν διενέργειαν τοῦ ἀδιαβλήτου ἐκείνου Δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον πάντες ζητοῦμεν. Πέραν τούτων ὅμως, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐκ λόγων Δημοσίας τάξεως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξ ἐθνικῶν λόγων ἐνδεχομένης ἀναβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, ὀφείλει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ ἐξ ἄλλου τὴν προϋπόθεσιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, μετὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Κ. Τσάτσου, νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν βασίμως τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐὰν γνησίως ἔγινε ἡ ἐκλογὴ τῆς 31 Μαρτίου, βάσει αὐτῶν τῶν καταλόγων, κατὰ μείζονα λόγον γνήσιον θὰ εἶναι καὶ τὸ Δημοψήφισμα, βάσει τῶν ἀνασυνταχθησομένων ἢ ἀναθεωρηθησομένων ἐκλογικῶν καταλόγων, μεθαύριον. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ τελευταῖον θέμα, εἰς τὸ θέμα τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἤδη καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς ἐπετεύχθη μία σπουδαία ὑποχώρησις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον σκέλος τοῦ ἐρωτήματος. Τί ποιητέον ὅμως ὡς πρὸς τὸ πρῶτον σκέλος; Πρέπει ἆρα γε ἐπειδὴ ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς νομιμότητος, νὰ ἐπιμένῃ ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῆς ἀναγραφῆς τῆς λέξεως «Βασιλεὺς Γεώργιος»; Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον σκέλος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη χθές, ὅπως ἀναγραφῇ καὶ ἐν ἀνάγκῃ ἐκτυπωθῇ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ λέξις «Δημοκρατία». Πέραν τούτου ὅμως, θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προχωρήσῃ, ὅπως ἐν τῷ αὐτῷ καὶ ἑνιαίῳ ψηφοδελτίῳ ἀναγράφωνται αἱ δύο λέξεις, ἐκτυπουμένων καὶ διανεμομένων τῶν ψηφοδελτίων, φροντίδι αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους. Διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ βεβαιότης, ὅτι τὰ ψηφοδέλτια ὅλα θὰ φθάσουν μέχρις ὅλων τῶν μακρυνῶν προορισμῶν των, ἐὰν δὲν ὑπάρξουν ἑνιαῖα καὶ ἐάν, φροντίδι καὶ μερίμνῃ τοῦ Κράτους δὲν πρόκειται νὰ διανεμηθοῦν. Ἐὰν λοιπὸν εἰς τὰς γενικὰς αὐτὰς γραμμὰς τῆς συμφωνίας, προστεθῇ μία διπλῆ παράκλησις, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, διαβιβάζω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δηλαδὴ προστεθῇ εἰς τὰς ἄλλας ὑποχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν μία πρόσθετος δήλωσις, ὅτι ὁμαδικῶς θὰ παρακληθοῦν οἱ ξένοι παρατηρηταὶ νὰ ἐγγυηθοῦν τὴν νομιμότητα καὶ τὸ ἀδιάβλητον τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μία ἄλλη δήλωσίς της, ὅτι μία ἐνδεχομένη πλειοψηφία τῶν ψηφοδελτίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγράφουν τὰς λέξεις «Βασιλεὺς Γεώργιος» δὲν θὰ δημιουργήσῃ μόνον πολιτειακὴν κρίσιν, ὅπως ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ προκαλέσῃ καὶ πολιτειακὴν λύσιν, ἀκριβῶς ὅπως θὰ προεκαλεῖτο πολιτειακὴ λύσις, ἐκ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἄλλων ψηφοδελτίων, νομίζω, ὅτι θὰ ἔχῃ ὁλοκληρωθῇ τὸ σχέδιον μιᾶς συμφωνίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω τὰς θερμοτέρας μου εὐχάς. Κύριοι, ἀρκετὰ ἐταλαιπωρήθη αὐτὸς ὁ τόπος. Ἀντὶ νὰ ἀγνοῶμεν τὴν πραγματικότητα, ὅπως οἱ σημερινοὶ ἀπόγονοι τοῦ ἀρχαίου Πρωταγόρα, ἀντὶ νὰ τὴν ἀγνοῶμεν, ἂς στηριχθῶμεν ἐπ’ αὐτῆς. Ἀντὶ νὰ καταπίνωμεν τὴν κάμηλον, τὴν πραγματικότητα, ἂς ἐπιβῶμεν τῆς καμήλου, καὶ ἂς διαβῶμεν τὴν ἔρημον. Ἂς διαβῶμεν τὴν ἄγονον αὐτὴν γῆν τῶν ἀγόνων ἀγώνων τῆς Ἑλλάδος. Ἂς περάσωμεν πέραν ἀπὸ τὴν χώραν αὐτὴν τοῦ μαρασμοῦ καὶ τῆς ξηρασίας, τὴν ὁποίαν τώρα διατρέχομεν καὶ ὅπου ὁ κόσμος διψᾷ, μαραίνεται καὶ θνήσκει. Καὶ ἄς φθάσωμεν μετὰ τὴν ἔρημον εἰς τὴν ὄασιν τὴν ὁποίαν ὅλοι περιμένομεν. (Χειροκροτήματα).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λ. Ἰασωνίδης.
§8Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὰς ἀπόψεις τοῦ κόμματος ἡμῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, ἐξήγγειλεν ὁ Ἀρχηγὸς ἡμῶν σαφῶς καὶ ἀνεπιφράστως. Ἐκ τῶν ἀπόψεων τούτων δὲν θὰ ἀποστῶμεν οὐδὲ κατὰ κεραίαν. Συνεπῶς, ἐὰν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, δὲν πρόκειται νὰ προβῶ εἰς οἱανδήποτε πλατυσμὸν ἐπὶ τῶν ἀπόψεων τῶν σαφῶν, τὰς ὁποίας ἐξήγγειλεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἡμῶν, τοῦ κόμματος ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω ἤδη ἀπὸ τοῦ 1910, ὅτε εἰσέτι ἤμην φοιτητὴς εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει νομικὴν σχολήν. Οἱ περισσότεροι τῶν ρητόρων, οἱ ὁποῖοι παρήλασαν ἐντεῦθεν, ἐφρόντισαν δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων ν’ ἀποδείξουν, ὅτι ὑφίσταται ζήτημα πολιτειακόν, ζήτημα καθεστωτικόν. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ προβῶ εἰς νέαν ἐπιχειρηματολογίαν περὶ τοῦ ὅτι, ὄντως ὑφίσταται ζήτημα καθεστωτικόν. Θὰ ἀναφέρω μόνον εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα ὑπόμνημα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μίαν ἐπιστολὴν του ἐκ Καΐρου πρὸς Ἄγγλους, ἐργατικοὺς κυρίως, βουλευτάς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλεῖ εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦτο 9 φορὰς περὶ ζητήματος καθεστωτικοῦ, περὶ ζητήματος πολιτειακοῦ, περὶ τοῦ Ρεζίμ, πουθενὰ δὲ δὲν ὁμιλεῖ περὶ ζητήματος προσωπικοῦ, δηλαδή, περὶ δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θ’ ἀφεώρα εἰς τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν 7ην Ὀκτωβρίου 1944, ἐκ Καΐρου, ἀφοῦ ἐκοινοποίησε τὸ ὑπόμνημά του τοῦτο πρὸς τὸν ἀνταποκριτὴν τῶν «Τάϊμς» καὶ πρὸς τὸν ἀνταποκριτὴν τοῦ «Ἡνωμένου Τύπου» τῆς Ἀμερικῆς, ἀπέστειλε τὸ ἴδιον ὑπόμνημα καὶ πρὸς πολλοὺς Ἄγγλους βουλευτάς, καὶ τὸ εἶχε συνοδεύσει διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς ἰδικῆς του, χρονολογουμένης, ὡς εἶπον, ἀπὸ τῆς 7ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1944. (Ἀναγινώσκει) «Ἐν Καΐρῳ........» Εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς τοὺς ἐν λόγῳ βουλευτάς, ὅπως εἶπον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλεῖ ἐννέα φορὰς περὶ ζητήματος καθεστωτικοῦ, καὶ πουθενὰ δὲν ὁμιλεῖ περὶ ζητήματος προσωπικοῦ, δηλαδὴ περὶ τῆς ἀνάγκης ἑνὸς Δημοψηφίσματος διὰ τὴν ἐπάνοδον ἢ μὴ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Ἡμεῖς, φρονοῦμεν ἀδιστάκτως, ὅτι διὰ τοῦ σημερινοῦ ἐρωτήματος περὶ ἐπανόδου ἢ μὴ τοῦ Βασιλέως, καὶ οὐχί, ὡς θὰ ἔπρεπε, περὶ Βασιλείας ἢ Δημοκρατίας, τὸ καθεστωτικὸν δρᾶμα τῆς Ἑλλάδος δὲν τερματίζεται, ἀλλά, δυστυχῶς, συνεχίζεται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι: «Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν τώρα τρεῖς πολιτικαὶ ὁμάδες, 1) ἡ Δημοκρατικὴ ὁμάς, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται κυρίως ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, 2) τὸ Ε.Α.Μ. κατὰ τὸ πλεῖστον ἀποτελούμενον ἀπὸ κομμουνιστὰς καὶ 3) ἡ «ὁμὰς τῆς Πολιτικῆς Συνεργασίας κατὰ μέγιστον μέρος στηριζομένη ἐπὶ τοῦ νομιμόφρονος Λαϊκοῦ Κόμματος». Καὶ λέγει, περαιτέρω, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπειδὴ οἱαδήποτε Κυβέρνησις κομματική, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ οἱανδήποτε προκατάληψιν καὶ μεροληψίαν, διὰ τοῦτο, ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τοῦ Λαϊκοῦ καὶ ὡς ἐκπρόσωπος διακοσίων πρώην βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν, συνιστῶμεν ὅπως διὰ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος, πρὸς περιφρούρησιν τῶν πραγματικῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν, σχηματισθῇ μία Κυβέρνησις ὑπηρεσιακή. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δογματολογεῖ, καὶ ὅταν εἷς ἀνὴρ πολιτικὸς καὶ πρὸ παντὸς εἷς ἀρχηγὸς κόμματος καὶ δὴ Πρωθυπουργὸς δογματολογῇ, δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν εὐκόλως ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ μίαν τοιαύτην δογματολογίαν, ἐπὶ ἑνὸς τόσον βασικοῦ ζητήματος. Τὴν ἐν λόγῳ ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν τοῦ Δημοψηφίσματος ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πάντοτε κατὰ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, ὅπερ σᾶς ἀναγινώσκω ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ κειμένου, τὴν θέλει νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ὅλοι οἱ νομάρχαι θὰ εἶναι μέλη τῶν Ἐφετείων. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, θὰ εἶναι ὁ εἷς τῶν Προέδρων τῶν ὡς ἄνω Σωμάτων καὶ Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης θὰ εἶναι ὁ ἕτερος Πρόεδρος.
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἡμερομηνίαν ἔχει;
§10Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. 7 Ὀκτωβρίου 1944, ἐκ Καΐρου. Εἶπον, λοιπόν, ὅτι ὅταν εἷς ἀρχηγὸς κόμματος καὶ ἀνὴρ πολιτικὸς καὶ δὴ Πρωθυπουργός, δογματίζῃ, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀπομακρύνεται τῶν δογματικῶν θεωριῶν, τὰς ὁποίας ἐξαγγέλλει. (Χειροκροτήματα. Θόρυβος ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Τοῦ βήματος τούτου, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι γνώριμος ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νεαραὶ φυσιογνωμίαι νὰ μοῦ ἐμπνέουν οἱονδήποτε κλονισμὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας πρεσβεύω καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων θ’ ἀγωνισθῶ πάντοτε. (Χειροκροτήματα. Φωναί: Μπράβο, μπράβο). «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, συνεχίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, θὰ εἶναι εἷς τῶν Πρεσβευτῶν, κατὰ προτίμησιν δὲ ὁ ἐν Λονδίνῳ τοιοῦτος». Καὶ ἀποστολὴ τῆς ἐν λόγῳ ὑπηρεσιακῆς προδημοψηφισματικῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἡ παρασκευὴ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἡ διασφάλισις τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς τάξεως ἐν τῇ χώρᾳ, ἡ συνεργασία μετὰ τῆς Οὔνρρα καὶ βεβαίως, ἡ διενέργεια τοῦ Δημοψηφίσματος. Κατὰ τὴν περίοδον — τὴν προδημοψηφισματικήν, λέλει, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς — καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγε τότε, μᾶς παρουσιάζει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τότε ἔχοντα ἐν νῷ καὶ προφητεύοντα τὸ προχθεσινὸν «ψήφισμα περὶ ἐκτάκτων μέτρων ἀσφαλείας» — λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέπεται οἱαδήποτε προπαγάνδισις ἀπὸ οἱονδήποτε, εἰ μὴ μόνον ἀπὸ τοὺς ἐπισήμως ὑπὸ τῶν κομμάτων ἀνεγνωρισμένους καὶ δεδηλωμένους ἐκπροσώπους των. Δηλαδή, δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶμεν προδημοψηφισματικῶς ὑπὲρ τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας πρεσβεύομεν, ἀλλὰ κάθε κόμμα θὰ ὑποδείξῃ 1 ἢ 2 ἢ 3 οἱ ὁποῖοι καὶ μόνον θὰ ὁμιλοῦν καὶ μόνον θὰ προπαγανδίζουν, καὶ πέραν τούτων εἰς οὐδένα ἄλλον θὰ ἐπιτραπῇ οἱαδήποτε ἔκφρασις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτειακοῦ. Καὶ νομίζω, κύριοι βουλευταί, τοιαύτη ἄποψις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κυρωθεῖσα, μετὰ δύο ἔτη διὰ τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐκτάκτων μέτρων, βεβαίως, δὲν συνάδει πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς δημοκρατικάς, ὑπέρ ὧν φαίνεται κοπτόμενος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἐν λόγῳ ὑπόμνημα, εἰς τὸ ὁποῖον οὗτος διαρκῶς ὁμιλεῖ ἀφ’ ἑνὸς περὶ τοῦ προβλήματος τοῦ πολιτειακοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου περὶ ἀρχῶν δημοκρατικῶν. Δι’ ὃ καὶ εὑρίσκομαι ἐν ἀπορίᾳ, πότε ἄραγε ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσα, πράγματι, ἐπρέσβευεν, ὅταν δηλαδὴ ὡμίλει ἐκ Καΐρου καὶ ἐκοινοποίει τὸ ὑπόμνημά του τοῦτο εἰς τοὺς ἀνταποκριτὰς τῶν ἐφημερίδων καὶ ἀπέστελλεν αὐτὸ εἰς Ἄγγλους βουλευτάς, καὶ δὴ καὶ ἐργατικούς, ἢ σήμερον ὁπότε παρουσιάζεται μὲ ἓν σχέδιον ψηφίσματος, ὅπου δὲν ὁμιλεῖ περὶ καθεστωτικοῦ, ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως, ἤτοι περὶ ἐρωτήματος καθαρῶς προσωπικοῦ καὶ οὐχὶ πολιτειακοῦ; Ἐννέα, λέγει, φορὰς εἰς τὸ ὑπόμνημά του, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος καθεστωτικοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς βλέπετε, ἐγὼ δὲν προῆλθον εἰς ἐπιχειρηματολογίαν. Ἐγὼ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπρέσβευε καὶ ἐξήγγειλλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς ἐμμένομεν εἰς τὴν μορφὴν τὴν καθεστωτικήν, εἰς τὴν μορφὴν τὴν πολιτειακήν, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος. Κύριοι βουλευταί, μερικοὶ ἐκ τῶν ρητόρων τῆς Συμπολιτεύσεως εἶπον, ὅτι προσωπικὸν ζήτημα τοῦ Βασιλέως, ἔχει καὶ τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, διότι οὗτος ἐξ Εὐρώπης εἶπεν: «ζήτω ὁ Βασιλεύς». Ὁ μέγας ἐκεῖνος Ἀρχηγός, ὡς καὶ πολλοὶ τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξήγησαν, ὑπὸ ὡρισμένας τότε συνθήκας εἶπεν τὸ «ζήτω ὁ Βασιλεύς». Καὶ θὰ ἦτο εὐτυχὴς ὁ Βασιλεὺς ἄν, ἔχων ἤδη τὴν γνώμην τῆς δεξιᾶς, ἐστήριζεν ἑαυτὸν καὶ ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ Ἀρχηγοῦ μας Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε. Θὰ ἦτο εἷς ἐκ τῶν εὐτυχεστέρων Βασιλέων, διὰ τὸ πρόσωπον, τοῦ ὁποίου ποτὲ πλέον δὲν θὰ ἐδημιουργεῖτο ζήτημα δημοψηφισματικόν. Ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξεν αὐτῷ. Καὶ θὰ καταλήξω, ὑπενθυμίζων εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ἄλλο παρόμοιον ἱστορικὸν γεγονός: Ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὴν Εὐρώπην πολλοὶ ἐξόριστοι Ρῶσοι, ἐπὶ τσαρισμοῦ, εἶχε διαδοθῆ καὶ γραφῆ, ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος ἐπρόκειτο καὶ Σύνταγμα νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν χώραν καὶ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον ν’ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν δουλοπαροικίαν. Τότε οἱ ἐν Εὐρώπῃ εὑρισκόμενοι ἐκεῖνοι Ρῶσοι, ἀντίπαλοι τοῦ Τσάρου ἐτηλεγράφησαν εἰς αὐτόν: «Νενίκηκας Γαλιλαῖε!». Ἀλλ’ ὅταν κατόπιν εἶδον, ὅτι οὔτε Σύνταγμα ἐχορηγήθη εἰς τὴν χώραν, οὔτε ὁ κόσμος ἀπηλλάγη ἀπὸ τὴν δουλοπαροικίαν, εἰμὴ διὰ βαρυτάτων οἰκονομικῶν ὅρων, ἀνεκάλεσαν τὸ τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγον τὸ «Νενίκηκας Γαλιλαῖε». Αὐτὸ θὰ ἔκαμνε καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Καὶ διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι λέγω κενά, σᾶς παραπέμπω εἰς τὸ ἔργον τοῦ Πρίγκηπος Κροπότκιν: «Ἡ αὐτοβιογραφία μου», τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ἐκ τοῦ ρωσικοῦ κειμένου καὶ τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ἐν λόγῳ γεγονός. Κύριοι βουλευταί, ἡμεῖς καὶ διότι πρεσβεύομεν, ὅτι ὑπάρχει ζήτημα καθεστωτικόν, ἀλλὰ καὶ διότι εὑρίσκομεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μὴ συνεπῆ πρὸς ἑαυτόν, καθ’ ὅσον ἄλλα ἐπρέσβευεν ἐν Καΐρῳ καὶ ἄλλα σήμερον πρεσβεύει.................
§11Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Βλέπω, ὅτι ἔχετε κάποιο κείμενον ἀνὰ χεῖρας. Ἄν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀκριβῶς λέγω τὸ ἀντίθετον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐνθυμηθῶ τὴν φρασεολογίαν, ἀλλά, νομίζω, ὅτι λέγω ἀκριβῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα καθεστωτικόν. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, δὲν εἶχον γίνει τότε αἱ ἐκλογαί.
§12Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δογματίζει, ὅτι προκειμένου περὶ Δημοψηφίσματος, οἱαδήποτε Κυβέρνησις κομματικὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ σταθῇ ὑπεράνω προσωπικῶν μεροληψιῶν καὶ προκαταλήψεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι, τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν εἶχε στείλει καὶ πρὸς τὸν ἐργατικὸν ἐκ Ρόμφορντ βουλευτὴν κ. Τζὼν Πάρκερ, νῦν, νομίζω, Ὑφυπουργὸν τῆς καυσίμου ὕλης, καὶ τὸ ὑπόμνημα, τὰ παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἐπαφίεται εἰς αὐτὸν ν’ ἀπαντήσῃ καὶ ἑρμηνεύσῃ, ὅσα ἐγὼ ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ κειμένου, πιστεύω, νὰ ἡρμήνευσα καλῶς.
§13Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1936 δὲν ἀφήνει καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα καθεστωτικόν.
§14Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην τοῦ κ, Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1935 ἔλυσεν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τὸ δυναστικόν, δηλῶ ὑπευθύνως, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, —καὶ ἔχετε εἰς τὴν διάθεσίν σας τὴν ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν—ὅτι ἀπὸ στόματος ἐπισήμου, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, ἐξηγγέλθη ἐπισήμως, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1935 εἶναι ἐστερημένον πάσης γνησιότητος καὶ ἀκριβείας. (Θόρυβος).
§15Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Εἰς τὴν πρώτην περίοδον λέγω: «.......... (ἀναγινώσκει)..........». Καὶ παρακάτω, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ εἶναι ἀγγλιστὶ τὸ κείμενον, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ μεταφρασθῇ ἡ ἐπιστολὴ καὶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα λάβουν γνῶσιν οἱ κύριοι βουλευταί.
§16Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν προσθέτω τίποτε τὸ ἐμόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λέγει ὄντως εἰς τὸ ὑπόμνημα, ὅτι πρέπει νὰ λάβουν χώραν δύο Δημοψηφίσματα. Πρῶτον, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐὰν δέχεται ἀνακίνησιν τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος. Βλέπετε, δὲν λέγει: Βασιλεὺς Γεώργιος. Καὶ ἂν ὁ λαὸς εἴπῃ ναί, τότε νὰ γίνῃ δεύτερον Δημοψήφισμα πάλιν ἐπὶ τοῦ καθεστωτικοῦ. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδαμοῦ τοῦ ὑπομνήματος κάμνει μνείαν περὶ προσωπικοῦ ζητήματος τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἐννέα φορὰς ὁμιλεῖ περὶ καθεστωτικοῦ.
§17Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Ἰασωνίδη, ἀλλά, νομίζω, ὅτι ὑποστηρίζω τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ὑποστηρίζω, ὅτι δηλαδὴ ἄν μερικὰ κόμματα ἔθεσαν ζήτημα, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἄν τὰ κόμματα αὐτὰ ἐκπροσωποῦν τίποτε ἢ ὄχι;
§18Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Κύριοι, καὶ ἡ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν κ. Πάρκερ καὶ τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκονται ἤδη εἰς χεῖρας του, εἰς χεῖρας λίαν ἀσφαλεῖς. Σᾶς τὰ παραδίδω, κ. Πρόεδρε. Ἄν θέλετε, κ. Πρόεδρε, ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς κάμω καὶ τὴν μετάφρασιν εἰς τὴν Ἑλληνικήν. Καταλήγων, θέλω νὰ δηλώσω, κ. συνάδελφοι, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἄν εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ Δημοψηφίσματος, ἡμεῖς θ’ ἀγωνισθῶμεν ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς, τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ἔχει τὸν λόγον.
§20Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημ. Τάξεως). Δὲν προτίθεμαι, κύριοι βουλευταί, ν’ ἀντικρούσω τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον τίθεται διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ψηφίσματος περὶ Δημοψηφίσματος. Ἠκούσθησαν διάφοροι ἀπόψεις θεωρητικαί, πρακτικαί. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξεφράσθη, εἶπε τὰς γνώμας της καὶ εἰς ἄλλους ἐναπόκειται νὰ συζητήσουν τὸ θέμα ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικότητος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τρόπον ἐπίμονον, ἡ Ἀντιπολίτευσις συνήνωσε τὴν ἡμερομηνίαν τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος μὲ τὸ πρόβλημα τῆς δημοσίας τάξεως, εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νὰ λεχθοῦν ὡρισμένα πράγματα, ἐπιδιώκοντα μετὰ πάσης, εἰ δυνατόν, εἰλικρινείας, νὰ ἐντοπίσουν τὸ θέμα τῆς δημοσίας τάξεως σχετικῶς μὲ τὸ πρόβλημα τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ ἄλλοτε, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἀπαντῶν ἑκάστοτε εἰς ἐρωτήματα ἀφορῶντα τὴν δημοσίαν τάξιν, εἶχον τὴν τιμήν, κύριοι βουλευταί, διεξοδικῶς νὰ δώσω μίαν εἰκόνα τοῦ προβλήματος, ὅπως κατὰ κυβερνητικὴν ἀντίληψιν ἐμφανίζεται τὴν στιγμὴν αὐτήν. Εἶχα εἴπει τότε, ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς δημοσίας τάξεως ἔχει δύο κεφάλαια καὶ δύο μορφάς. Τὰ κεφάλαια δὲ εἶναι τὸ προκλητικὸν καὶ τὸ κατασταλτικόν. Ἡ δρᾶσις τῶν συμμοριῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ ἐγκληματικὴ δρᾶσις μεμονωμένων ἀτόμων ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην φάσιν, δηλαδή, τὴν δρᾶσιν τῶν συμμοριῶν, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὑποχρέωσις παμμεγίστη τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ φροντίσῃ δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα τῆς ἐμφανίσεως καὶ τῆς δράσεως τῶν συμμοριῶν. Βεβαίως, δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ δρᾶσις αὐτὴ τῶν συμμοριῶν, αἵτινες, κατὰ ρυθμόν, τοὐλάχιστον, στατιστικόν, δὲν ἔχουν καὶ σημαντικῶς αὐξηθῆ ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου καὶ ἐντεῦθεν. Ἡ δρᾶσις τῶν ὑφισταμένων συμμοριῶν, ἔχει γίνει ἐντονωτέρα διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἄμοιροι μιᾶς συστηματικῆς ἀντιδράσεως κατὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου. Εἶναι βέβαιον, λέγω, κύριοι βουλευταί, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν πραγματικὴν διαπίστωσιν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὀφείλει ὁπωσδήποτε ν’ ἀντιμετωπίσῃ. Ὄσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἐγκληματικὴν προαίρεσιν ὡρισμένων ἐγκληματικῶν στοιχείων, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει εὐθύνας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ καταδιώξῃ τὴν μὴ ἐκδηλουμένην ἀκόμη προαίρεσιν. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Οὐδείς, ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, εἶναι δυνατὸν ἐπιστημονικῶς νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δύναται τὸ Κράτος νὰ τιμωρῇ τὴν σκέψιν ἢ νὰ τὴν γνωρίζῃ πρὶν ἢ ἐκδηλωθῇ.
§21Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὴν ἠθικὴν αὐτουργίαν εἴπομεν.
§22Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶναι λίαν ἐκδεδηλωμένη, ἀλλὰ καὶ ἀνησυχητικὴ διὰ τὸ μέλλον ἡ δρᾶσις αὐτή.
§23Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν φυσικῶν αὐτουργῶν, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἠθικῶν αὐτουργῶν καὶ λέγω, ὅτι ὁ φυσικὸς αὐτουργὸς πρὸ τῆς ἐκδηλώσεως τῆς ἐγκληματικῆς του πράξεως, ἐπιστημονικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι γνωστός.
§24Χ. ΛΑΔΑΣ. Μὲ τὸ ψήφισμα ἠμπορεῖ, διότι εἶναι προπαρασκευαστικὴ πρᾶξις.
§25Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Ἑπομένως, κύριοι βουλευταί, ἀριθμός τις ἐγκληματικῶν πράξεων μεμονωμένων, ὑπὸ μεμονωμένων προσώπων, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὄχι μόνον ἐμπόδιον, ἀλλ’ ὁ ἀποφασιστικὸς κριτὴς τῆς ἀναβολῆς λαϊκῆς τινος ἐτυμηγορίας; Διότι τί ἄλλο εἶναι τὸ Δημοψήφισμα, εἰ μὴ προσφυγὴ εἰς τὸν λαόν, εἰ μὴ αἴτησις πρὸς λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν; Ἐὰν ἑπομένως ἡ Βουλὴ δεχθῇ, ὅτι ἐγκληματικαὶ πράξεις, μεμονωμένως γενόμεναι, εἴτε, ἐὰν θέλητε, καὶ συνολικῶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν τὸν ἀποφασιστικὸν παράγοντα, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν ποὺ τρέφω πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αὐτὸ τοὐλάχιστον, ἀποτελεῖ ἄρνησιν τῆς δημοκρατικῆς βάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§26Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν σᾶς κατηγόρησε δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, σᾶς ἀπέδωσεν εὐθύνην, διότι δρώσας συμμορίας κατὰ τρόπον ἔντονον, δὲν κατωρθώσατε ἕως τώρα, νὰ τὰς ἐξουδετερώσητε καὶ μᾶς ἀναφέρατε, ὅτι ἐπὶ 600 συμμοριτῶν—ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἔχει διαμφισβητηθῆ ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας πλευράν, ἀπὸ προσωπικὴν πεῖραν τῶν βουλευτῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος—ἐπὶ 600 συμμοριτῶν μέχρι σήμερον εἰς διάστημα δύο μηνῶν καὶ πλέον κατωρθώσατε μόνον νὰ συλλάβητε, νὰ ἐξοντώσητε καὶ νὰ ἀναγκάσητε πρὸς προσέλευσιν ἑκατὸν (100), δηλαδὴ τὸ ἕκτον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐνεργητικὸν τῆς δράσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἀσφαλείας.
§27Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Ἡ διακοπὴ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου συναδέλφου ἐκ Πρεβέζης καὶ Ἄρτης εἶναι τοὐλάχιστον ἀτυχής. Εἶναι δὲ ἀτυχής, διότι σημαίνει, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἐκ Πρεβέζης καὶ Ἄρτης δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς τιμήσῃ διὰ τῆς προσοχῆς του. Διότι, ἐὰν εἶχε προσέξει τὰ ὅσα εἶπον προηγουμένως, ἀσφαλῶς μὲ τὴν χαρακτηρίζουσαν αὐτὸν ἀντίληψιν, θὰ εἶχεν ἀντιληφθῆ, ὅτι ἡμεῖς εἴπομεν τοῦτο. Ὑπάρχουν γεγονότα ἀναρχικῆς μορφῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις συνδέει τὴν ἐκδήλωσιν τῶν γεγονότων αὐτῶν μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ λέγω ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐὰν τὰ μεμονωμένα, τὰ ἀναρχικὰ αὐτὰ γεγονότα ἀποτελοῦν τὸν ἀποφασιστικὸν παράγοντα τῆς ἀναβολῆς τῆς προσφυγῆς πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ θέμα αὐτό, οὕτως ἐμφανιζόμενον, ἀποτελεῖ ὁμολογίαν, ὅτι πράξεις μεμονωμένης μειοψηφίας, ἐλαχίστης, ἀριθμουμένης εἰς ἑκατοντάδας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέψουν τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν δυνατότητα τοῦ Κράτους νὰ προσφεύγῃ πάντοτε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν. (Χειροκροτήματα).
§28Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔκαμε τοιαύτην παρατήρησιν καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι κατόπιν τῆς διαστολῆς, τὴν ὁποίαν ἐκάματε σεῖς μεταξὺ ἀναρχικῆς δράσεως ἀπὸ τὴν συμμοριακήν, ἡμεῖς ἐκμεταλλευόμεθα τοῦτο καὶ φέρομεν ὡς ἐπιχείρημα τὴν ἀναρχικὴν δρᾶσιν, διὰ νὰ ζητήσωμεν ἀναβολὴν τοῦ Δημοψηφίσματος. Ποτέ. Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἑνιαία ἡ ἐμφάνισις τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ὑπάρχῃ ἀσφάλεια καὶ τάξις. Ὁ ἀριθμὸς τῶν 600 συμμοριτῶν δὲν εἶναι μικρὸς διὰ τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, εἶναι μικρὸς ἐὰν τὸν διαστείλητε, ὅπως κάμνετε σεῖς. Αἱ ὑπάρχουσαι συμμορίαι προσβάλλουν τὸ κῦρος τοῦ Κράτους καὶ ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας, εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ δεχώμεθα τὴν ὕπαρξιν γνησίας, ἐλευθέρας καὶ ἀδιαβλήτου ἐκδηλώσεως τῆς λαϊκῆς θελήσεως.
§29Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ὄχι δὲν δέχεσθε τὸ γνήσιον, ἀλλ’ ὅτι ἀρνεῖσθε τὴν δυνατότητα τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ προσφυγὴ αὐτὴ δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι προσφυγὴ εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν.
§30Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται βεβαίως ἀπὸ τοὺς συμμορίτας καὶ τοὺς ἀναρχικοὺς ἐὰν θὰ διεξαχθῇ Δημοψήφισμα ἢ προσφυγὴ εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ διαλύσῃ τὰς συμμορίας, νὰ τὰς συλλάβῃ καὶ νὰ καταστείλῃ πᾶσαν κίνησιν τῶν ἀναρχικῶν. Δὲν ἐξαρτᾶται συνεπῶς ἀπὸ τοὺς ἀναρχικούς, ἀπὸ τὸ Κράτος ἐξαρτᾶται.
§31Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Ἐγὼ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα τῶν συμμοριῶν, ἀλλὰ μὴ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι αὐτὸ τὸ φαινόμενον ἐμφανιζόμενον ὑπὸ τὴν σημερινὴν μορφήν, ἀποτελεῖ τὸν ἀποφασιστικὸν παράγοντα διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν. Καὶ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δύνασθε νὰ μοῦ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὑπῆρξε μία ἐκ τῶν τοποθετήσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τῆς ὁποίας αὕτη ἐπεδίωκε νὰ μὴ ὁρισθῇ ἡμερομηνία διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἐζήτησαν ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Τσᾶτσος, ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν διὰ νὰ διευκολύνῃ τὰς ἐκδηλώσεις κατὰ τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, κ. βουλευταί, ὅτι ἀκεραία εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως, ἐκδηλώσεις πολιτικῆς ὑφῆς ὁποθενδήποτε προερχόμεναι καὶ νὰ διευκολύνωνται καὶ νὰ προστατεύωνται. Καὶ μάλιστα, ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ρήτορα τῆς στιγμῆς αὐτῆς, τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχήν, ἵνα τὰ ὄργανα τῆς ἀσφαλείας λάβουν σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν νὰ μεροληπτοῦν. Κύριοι βουλευταί, δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι δικαία ἡ αἰτίασις αὐτή. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὰ ὄργανα τὰ ἐπιφορτισμένα μὲ τὴν δημοσίαν τάξιν, μοχθοῦν, προκινδυνεύουν καὶ ἀσκοῦν τὸ λειτούργημά τους, ὑπὸ συνθήκας ἐξαιρετικῶς δυσμενεῖς. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι χαίρουν καὶ συμπαθείας καὶ ἀγάπης καὶ ἐκτιμήσεως ἐκ μέρους τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία καὶ ἀντιλαμβάνεται τόσον τοὺς κινδύνους, ὡς καὶ τοὺς καθημερινοὺς μόχθους αὐτῶν. Δὲν ὑπάρχει ὅμως καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἐξ ἑτέρου, τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι πράγματι δυσχερές· διότι, κ. βουλευταί, ὅπως ἐξήγησα καὶ ἄλλοτε, ἀναρχικὰ στοιχεῖα, ὁτὲ μὲν ἐμφανίζονται ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς δολίας προαιρέσεως, πρὸς ἐκτέλεσιν ἀναρχικῶν πράξεων καὶ ὁτὲ ἐμφανίζονται ὡς νομιμόφρονες πολῖται, ἔχοντες φυσικὰ τὰς ἰδεολογικὰς ἀντιλήψεις των καὶ τὰς ἰδεολογικάς των διαφοράς. Καὶ ἀκριβῶς, ἐδῶ ἔγκειται ἡ δυσκολία τοῦ προβλήματος αὐτοῦ. Ἡ εὔκολος καὶ ἐσκεμμένη ἀλλαγὴ μανδύου, ἐκ μέρους ἀτόμων, ἄλλοτε μὲν ἐμφανιζομένων ὡς ἀναρχικῶν στοιχείων, ἄλλοτε δὲ ὑπὸ ἐπικάλυμμα μιᾶς ὡρισμένης πολιτειακῆς κατευθύνσεως. Καί, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀπαιτουμένη ὕφεσις τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως πρὸς τὸ καθῆκον αὐτῶν, ὥστε, νὰ εἶναι δυνατὸν τὰ ὄργανα αὐτὰ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος νὰ περιορίζουν αὐτὸ τὸ κενόν, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη μεταξὺ στοιχείων ἐμφανιζομένων ὁτὲ μὲν ὡς ἀναρχικῶν καὶ ὁτὲ ἀλλέως δρώντων. Καὶ ἡ πρότασις αὐτή, ἐδήλωσα κατηγορηματικῶς εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι οὐδὲ πόρρωθεν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν οἱονδήποτε ὑπαινιγμὸν κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἤθελε θεωρηθῆ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι δὲν πάλλεται ὑπὸ ἀκραιφνῶν ἐθνικῶν αἰσθημάτων, ὅπως καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον, νομίζω, δι’ ὁλόκληρον τὴν πτέρυγα αὐτήν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος κατ’ ἀντιδιαστολὴν μετὰ τὴν κατηγορίαν αὐτήν, νὰ παρακαλέσω τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ διευκολύνῃ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῆς περιόδου πρὸ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ ἐξηγοῦμαι, κ. βουλευταί, ὅπως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας, ὁ κ. Ρέντης, ἄλλοτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἢ ἑβδομάδων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶχε δηλώσει, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πολιτικὴ τοποθέτησις τῆς ἀκραιφνῶς ἐθνικῶς σκεπτομένης Ἀντιπολιτεύσεως, εὑρίσκεται εἰς μίαν ταὐτότητα μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς ἡ ἐθνικῶς σκεπτομένη Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐθνικῶς σκεπτομένη Συμπολίτευσις, εὑρίσκονται εἰς μεγάλην ἀπόστασιν. Καὶ ἂν συνεπῶς, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως, ἡ ἐθνικῶς σκεπτομένη Ἀντιπολίτευσις ζητεῖ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθέρας ἐκδηλώσεως, ἡ ὁποία ἐλευθέρα ἐκδήλωσις, ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ἄκραν ἀριστεράν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἄκρα ἀριστερὰ πολιτεύεται ἐντὸς τῶν νομίμων πλαισίων. Οὕτω πως, ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν διευκόλυνσιν ἀκριβῶς τῆς ἐλευθέρας αὐτῆς ἐκδηλώσεως, δικαιοῦται νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἐθνικῶς σκεπτομένης Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως εὕρῃ τρόπον εἰς τὰς πολιτικὰς ἐκδηλώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων καλῶς ἢ κακῶς, ὑπάρχει ταὐτότης ἐμφανίσεως, νὰ ἐπέρχηται κάποια διαστολή, κάποιος οὐσιαστικὸς διαχωρισμός, διότι, εἶναι ἐξαιρετικὰ δυσχερές, κ. βουλευταί, καὶ δὲν θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐμφανιζομένη ἑκάστοτε ταὐτότης ἐκδηλώσεων μεταξὺ ἐθνικόφρονος Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἄκρας ἀριστερᾶς. Ἡ Κυβέρνησις βλέπουσα ἐκδηλώσεις πολιτικῆς ὑφῆς, ὅπου συγχέονται ἀναμφισβήτητα στοιχεῖα ἐθνικῶς καὶ δημοκρατικῶς σκεπτόμενα, ταὐτίζονται μὲ στοιχεῖα ἀνήκοντα εἰς τὴν ἄκραν ἀριστεράν, ὁτὲ μὲν πολιτικῶς δρῶντα, ὁτὲ δὲ ἀναρχικῶς κινούμενα, εἶναι πολὺ δύσκολον εἰς τὰ ὄργανα τῆς τάξεως νὰ ἔχωσι τὴν ἐξαιρετικὴν εὐκαμψίαν τῆς ἀντιδιαστολῆς αὐτῆς ἐνῷ πρόκειται ἀναμφισβητήτως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ποὺ ἀνήκουν εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ συμβάλουν εἰς τὸ ἔργον τῆς διευκολύνσεως τοῦ Δημοψηφίσματος, ὅπως τοὐλάχιστον ἡ πτέρυξ τῆς Συμπολιτεύσεως ἔχει τὸ δικαίωμα ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ Ἀντιπολίτευσιν πραγματικῶς ἐθνικῶς σκεπτομένην καὶ ἐθνικῶς πολιτικῶς ἐνεργοῦσαν. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ ζητεῖται ἀπὸ τὴν μίαν πτέρυγα τῆς Βουλῆς ἡ ἀναβολὴ τοῦ Δημοψηφίσματος, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ πρόβλημα τῆς δημοσίας τάξεως, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Καὶ ὁ ἴδιος καὶ οἱ ρήτορες τῆς πτέρυγος αὐτῆς, ἐπανειλημμένως ἀπέδωσαν τὸν κίνδυνον τῆς δημοσίας τάξεως εἰς τὸν νόμον τῆς ἀποσυμφορήσεως καὶ τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐπεσώρευσε πολλὰ δεινὰ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο, διατὶ ἡ πτέρυξ ἡμῶν ἀποτελοῦσα τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δὲν καταργεῖ τὸν νόμον αὐτόν; Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἐὰν κύριοι βουλευταί, ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις οἱασδήποτε Κυβερνήσεως νὰ ἐπιδιορθώνῃ καὶ νὰ ἀνοικοδομῇ ἐκ τῶν ἐρειπίων καταστάσεις λίαν ἀσθενικάς, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα ὁ ἰσχυρισμός, διατὶ τὰ ἐρείπια ποὺ ἐδημιουργήθησαν, ἡμεῖς ἡ Κυβέρνησις δηλαδή, δὲν τὰ ἀνοικοδομοῦμεν ἀμέσως; Διότι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι βεβαίως ὅτι θὰ τὰ οἰκοδομήσωμεν καὶ θὰ τὰ οἰκοδομήσωμεν, ὅπως μᾶς ἔδωσεν ἐπὶ τοῦ θέματος τὴν ἐντολὴν τὴν ρητὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαός (χειροκροτήματα) καί ἀσφαλῶς, κύριοι βουλευταί, ἡ βάσις τῆς ἀνοικοδομήσεως εἶναι ἡ ταχυτέρα ἐπίλυσις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. (Χειροκροτήματα).
§32Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα πλάνη τῆς Συμπολιτεύσεως.
§33Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Ὁ Ἑλληνικὸς ὅμως λαὸς εὑρίσκεται κατὰ μεγίστην πλειοψηφίαν εἰς τὸ πλευρὸν τῆς ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτου ἀντιλήψεως, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸν ταχύτερον δυνατὸν χρόνον πρέπει νὰ λυθῇ τὸ πολιτειακόν.
§34Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἰσχυρίσθησαν τὸ ἑξῆς: Ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν ἐκλογαί, καθ’ ὃν χρόνον καταδιώκονται 100 χιλιάδες πρόσωπα. Ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ διὰ νὰ δοθῇ ἡ δυνατότης εἰς τὸ Κομμουνιστικὸν κόμμα νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ ἀποδείξῃ διὰ τῶν ἐκλογῶν ἐὰν πράγματι ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν. Ἕν ἐκ τῶν στοιχείων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ παρείχετο ἡ δυνατότης νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογάς, ἦτο καὶ ὁ νόμος τῆς ἀποσυμφορήσεως.
§35Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Κύριοι Βουλευταί, ἄς ἐπανέλθωμεν εἰς μίαν ἄλλην καὶ τελευταίαν ἄποψιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς δημοσίας τάξεως ἐν συναρτήσει πρὸς τὸ Δημοψήφισμα. Ὑπεστηρίχθη καὶ μάλιστα μὲ πλουσίαν ἐπιχειρηματολογίαν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως μία τροπολογία διὰ τῆς ὁποίας οὐσιαστικῶς ὁ χρόνος τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, θὰ καθίστατο ἀβέβαιος, διότι θὰ μετεφέρετο τὸ βάρος τῆς κρίσεως ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς στιγμῆς τοῦ Δημοψηφίσματος ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης, εἰς τὴν Κυβερνητικὴν εὐθύνην. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ Συνταγματικὸν θέμα, ἐπιγραμματικῶς θὰ σᾶς εἴπω τὴν προσωπικήν μου γνώμην, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τό, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι ἐπὶ θεμάτων τοσαύτης σπουδαιότητος εἶναι δυνατὸν κατὰ σύστημα παγίας ἐντολῆς, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀπεμπολήσῃ ὡρισμένα δικαιώματά της, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, δὲν εἶναι ἐκχωρητέα. Ἑπομένως, ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καθορίσῃ αὐτὴ τὸν χρόνον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος ἀπὸ τοῦδε, ἐὰν δὲ συμφώνως πρὸς τὰς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχουν ἐθνικὰ ζητήματα ἐπιβάλλοντα διά τινα χρόνον ἀναβολὴν τοῦ Δημοψηφίσματος, πάλιν ἡ Βουλὴ θὰ πρέπει, κατ’ ἐμὲ κριτήν, νὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν αὐτὴν καὶ θὰ φέρῃ καὶ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην διὰ τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης ἀναβολῆς. Ἀλλά, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας τάξεως, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ἡ ἀβεβαιότης τοῦ καθορισμοῦ τῆς χρονολογίας τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος δὲν εἶναι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, συντελεστικὴ τῆς προωθήσεως τοῦ προβλήματος τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης, διότι ὁσάκις μένει ἐκκρεμὲς τὸ πότε θὰ γίνῃ τὸ Δημοψήφισμα, δημιουργοῦνται αἱ προϋποθέσεις, ὥστε ὡρισμένος ὀργανισμὸς ἀναρχικῆς ὑφῆς, νὰ ἐξαπολύσῃ νέα περιστατικά, νέας ἐγκληματικὰς πράξεις, νέας καταστολάς, νέαν συνεπῶς αἱματοχυσίαν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ ὑπευθύνου διὰ τὰ ζητήματα τῆς δημοσίας τάξεως, ἐὰν τὸ θέμα συνεζητεῖτο καὶ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ γνώμη μου θὰ ἦτο ἀπερίφραστος: Ὠφείλει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἐπιληφθεῖσα τοῦ θέματος τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ καθορίσῃ καὶ τακτὴν ἡμέραν διεξαγωγῆς τούτου. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι σᾶς ἀπησχόλησα ὀλίγην ὥραν, ἴσως νὰ ὑπῆρξα καὶ πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὀλίγον ἐνοχλητικός.
§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σᾶς παρακαλοῦμεν κ. Ὑπουργέ. Εἶστε πάντοτε ἐξαιρετικῶς συμπαθὴς εἰς τὴν πτέρυγα αὐτήν.
§37Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ γνωρίζετε ἄλλωστε. Σᾶς ἀκούομεν μετὰ προσοχῆς.
§38Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Σᾶς εὐχαριστῶ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος—νὰ μοί ἐπιτραπῇ καὶ αὐτὴ ἡ σκέψις—δὲν προάγει τὴν ἀλήθειαν καὶ ἑπομένως, ποσῶς δὲν εἶναι συντελεστικὴ πρὸς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἔστειλεν ὅλους ἐδῶ. Ἡ αἴθουσα αὐτὴ προορίζεται διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς ἀληθείας διὰ τῶν συζητήσεων. Ἡ δὲ ἀλήθεια, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ πολιτειακοῦ, ἂς μοί ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐξευρεθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Διότι, κύριοι βουλευταί, πρὸ παντός, δέον νὰ μὴ ὑποτιμῶμεν τὴν νοημοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τὴν θέλησίν του ὁριστικῶς καθωρισμένην. (Χειροκροτήματα).
§39Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Κύριοι Βουλευταί, μόλις πρὸ ὀλίγου διενεμήθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν, παρετήρησα μίαν περικοπὴν ἀφορῶσαν ἐμὲ προσωπικῶς. Ἡ περικοπὴ αὕτη λέγει: «... καὶ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν διὰ τὸν κ. Μανουηλίδην κυρίως, τὸν ὁποῖον συμπαθῶ καὶ ἐκτιμῶ ἐξαιρετικά, ὅταν τὸν βλέπω νὰ στενοχωρῆται ἀκούγοντας τὴν λέξιν δικτατορία, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῆς Δικτατορίας Παγκάλου». Ὁ ἐξ Ἀρκαδίας κ. συνάδελφος, μὲ ἕνα τρόπον λίαν γλυκύπικρον, χθὲς ἐν τῷ οἴστρῳ, τὸν ὁποῖον εἶχε τῆς ἀντιθέσεως πρὸς πρόσωπα καὶ πράγματα καὶ ἐν τῇ ἐξάρσει του διὰ τὴν δικτατορίαν τῆς 4ης Αὐγούστου, ἥτις ἐδημιούργησε ὁμόθυμον τὴν κατακραυγὴν καὶ τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις εὑρέθη εἰς τὴν λυπηρὰν θέσιν καὶ ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐνεθυμήθη καὶ ἐμέ. Θὰ ἠδυνάμην, βεβαίως, νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν τοιαύτην ἀποδοκιμασίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἐγώ, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς δημοσίους ἄνδρας μὲ θάρρος, μὲ εἰλικρίνειαν, νὰ θέτουν καθαρὰς καὶ διαυγεῖς τὰς καταστάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τοὺς ἀφοροῦν. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, μὲ τὸν ὁποῖον μὲ συνδέει ὁμολογουμένως παλαιὰ φιλία, ὡς ἄλλος ἱστοριοδίφης, ἐνεθυμήθη χθὲς τί ἐγένετο πρὸ 25ετίας ἐπὶ τῆς δικτατορίας Παγκάλου. Ἔχει πολὺ δίκαιον καὶ εἶμαι εὐτυχής, διότι μοῦ δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ τοῦ εἴπω δι’ ἓν ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν ἐμελέτα καλύτερον τὰ πράγματα, θὰ ἦτο καὶ αὐτὸς σύμφωνος μαζί μου, ἐπὶ τοῦ ὅτι ἡ δικτατορία τοῦ Παγκάλου δὲν ἀφορᾷ ἐμέ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ δικτατορία ἐκείνη εἶχε διαιρεθῆ εἰς δύο περιόδους, εἰς τὴν πρώτην ἐκ δύο μηνῶν, ἡ ὁποία ὠνομάσθη δικτατορία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μανδύα καὶ εἰς τὴν μετὰ τὸ δίμηνον, ὁπότε ὁ στρατηγὸς Πάγκαλος ἐξέσχισε τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν καὶ πλησίστιος μετέβη πρὸς τὴν δικτατορίαν. Θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι πρῶτος ἐγὼ μεταξὺ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο εἶναι ἀείμνηστοι καὶ ὁ εἷς παρευρίσκεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι πρῶτος ἐγὼ εἶχον παραιτηθῆ, εὐφημοτάτη δὲ μνεία τῆς παραιτήσεώς μου ἐκείνης ἐγένετο τότε καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν τύπον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μέρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἐπήναισε τὸ θάρρος μου, καὶ ὅτι ἐγὼ πρῶτος ἔδωκα τὸ παράδειγμα τῆς εὐθιξίας...
§40Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Διῃρέσατε τὴν δικτατορίαν Παγκάλου εἰς δύο περιόδους. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διορθώσω. Ἡ πρώτη περίοδος ἦτο μόνον ἑνὸς μηνός. Σεῖς μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐλάβατε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν εἶσθε ἀπὸ τοὺς πρώτους ὑπουργούς. Δὲν δύνασθε, συνεπῶς, νὰ λέγητε, ὅτι ἐφύγατε ἀπὸ τὴν δικτατορίαν, ὅταν ὁ Πάγκαλος ἐξέσχισε τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν. Διότι ὁ κοινοβουλευτικὸς μανδύας ἐξεσχίσθη ὅταν διελύθη τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς.
§41Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπειδὴ παρεμείνατε μέχρι τέλους παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ δικτάτορος ἔχετε δίκαιον νὰ μὴ σᾶς ἀρέσῃ ἡ τοιαύτη διάκρισις. Ἡ διάκρισις ἐν τούτοις ὑπάρχει, εἴτε τὸ θέλετε εἴτε δὲν τὸ θέλετε. (Χειροκροτήματα). Ἡ παραίτησίς μου ἐκείνη, τότε, ἔδωκε τὸ μάθημα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μικρόψυχοι, παρέμειναν μέχρι τέλους παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ δικτάτορος. (Χειροκροτήματα). Τὴν παραίτησίν μου ἐκείνην περίμενα σεῖς, ἔστω καὶ ἀργά, νὰ τὴν ἐπαινέσητε, διότι σεῖς ἐμείνατε δοῦλος τοῦ δικτάτορος μέχρι τέλους. Τὴν παραίτησίν μου ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐγένετο ὅταν κανεὶς δὲν ἐσκέπτετο νὰ παραιτηθῇ τότε ἀπὸ τὴν δικτατορίαν τοῦ Παγκάλου, τὴν ἐτίμησε καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ τὴν ἐξῆρε ὁ ἡμερήσιος τύπος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἐὰν σεῖς εἴχατε ἄλλα καθήκοντα τότε καὶ δὲν κατωρθώσατε ν’ ἀναγνώσητε ἢ νὰ πιστοποιήσητε τὴν διάκρισιν αὐτήν, λυποῦμαι πολύ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ λογοδοτήσω διὰ τὸ παρελθόν, ἔστω καὶ διὰ τὸ πρὸ 20ετίας. Ἀλλ’ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ὄχι μόνον διὰ νὰ δώσω ἐξηγήσεις, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ζητήσω τοιαύτας. Νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις ἐπὶ προσφάτων γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ διαλευκανθοῦν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διότι ἀσύδοτος κακολογία καὶ συκοφαντία περιπλανῶνται καθημερινῶς εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν διαφόρων ρητόρων. Ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ὑπάρχουν οἱ νομίζοντες, ὅτι ἔχουν προνόμιον τῆς εὐφυΐας, τὴν δηκτικότητα, τὴν κατασπίλωσιν τῶν πάντων. Αὐτὸ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν θὰ τὸ ἀνεχθῇ. Ἐὰν ὑπάρχουν δοσίλογοι ὀφείλουν νὰ κληθοῦν καὶ νὰ δώσουν λόγον τῶν πράξεών των.
§42Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀσφαλῶς.
§43Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, ἀνεμνήσθη παλαιᾶς φιλίας καὶ ἔρριψε τὸ πάρθιόν του βέλος ἐναντίον μου. Σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ δημιουργήσω ζήτημα προσώπων, ν’ ἀφήσω νὰ παρέλθουν ὡς «ἔπη πτερόεντα», τὰ τόσον ἀσυδότως λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος μὲ τὴν συνήθειαν καὶ εὐθιξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἐλέγχῃ τοὺς πάντας, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν εἰλικρίνειαν καὶ εὐθιξίαν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπόν του. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας εἶναι συνεπὴς ὅταν θαυμάζῃ τὴν δικτατορίαν, εἶναι συνεπὴς ἀκόμη νὰ θαυμάζῃ καὶ τὴν Γερμανικὴν κατοχήν. Λυποῦμαι βαθύτατα διότι μὲ προὐκάλεσε· διότι παλαιὸν φίλον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τοῦ ἀπαντήσω. Ἡ δικτατορία ἡ τελευταία, ἦτο συνυφασμένη μὲ τὴν ἐπαίσχυντον καὶ τυραννικὴν Γερμανικὴν κατοχήν. Καὶ ὁ κ. συνάδελφος κατὰ τὸ διάστημα τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς......
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπῆγε φυλακή. Καὶ ἀνέλαβε τὰς εὐθύνας χιλίων.
§45Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος κατὰ τὸ διάστημα τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς, εἶχε δημοσιογραφήσει, εἶχεν ὑποβάλει ὑπομνήματα πρὸς τὸν τότε τύραννον τῶν Ἀθηνῶν, τὸν πολὺν Ἄλτενμπουργκ. Αἱ ἐφημερίδες βρίθουν τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἠδύνατο νὰ συγκρατήσῃ τὸν θαυμασμόν του πρὸς τὸν Γερμανικὸν πολιτισμὸν καὶ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ πολιτισμοῦ τὸν πολὺν Χίτλερ. Συνεπῶς, εἶναι εὐχῆς ἔργον, ὅτι θὰ λογοδοτήσωμεν. Ἐὰν θέλῃ, ἂς φρονῇ ὅτι εἴμεθα ἰσότιμοι, ἐγὼ παραιτηθεὶς ἀπὸ τὴν δικτατορίαν τοῦ Παγκάλου, αὐτὸς εἰς τὴν δικτατορίαν τῆς 4ης Αὐγούστου, διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ Γερμανικῆς κατοχῆς καὶ μὲ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων καθημερινῶς βρίθει ὁ ἡμερήσιος τύπος. Λυποῦμαι βαθύτατα. (Χειροκροτήματα). Λυποῦμαι βαθύτατα, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κατέλθω εἰς τὸ ἐπίπεδον προσωπικῶν ἀντεγκλήσεων, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμᾷ ἐὰν ἐγὼ ἀπὸ ὁλοκλήρου 2μήνου, ἔχω δώσει ἀφορμὴν οἱανδήποτε εἰς τὴν διαταραχὴν τῆς ὁμαλῆς καὶ εὐπρεποῦς διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων τοῦ Σώματος ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καθημερινῶς ἀναταράσσουν τὸ Σῶμα καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσουν τὸν κατήφορον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκονται, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ διὰ νὰ εἴμεθα εὐπρεπεῖς, διὰ νὰ εἴμεθα κόσμιοι, διὰ νὰ ἐξυπηρετῶμεν τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. (Χειροκροτήματα).
§46Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Παρὰ τὸ πλευρόν σας ὑπῆρχον τότε 30 πρόσφυγες βουλευταὶ καὶ ἦσαν ὑπερήφανοι, διότι ὑπήρξατε μίαν περίοδον Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας.
§47Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ μοῦ ἤρκει ἡ κατακλεὶς τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. συναδέλφου, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅτι ἀνέμιξε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν δὲν εἶναι ἀκόμη ξένος πάσης συμπαθείας μου, θὰ μοῦ ἤρκει, λέγω, ἡ κατακλεὶς τῆς ὁμιλίας του, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ κατέλθῃ διὰ νὰ εἴπῃ αὐτὰ τὰ πράγματα. Δηλαδή, ἀναγνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἕβρου, ἀναγνωρίζει, λέγω, ὅτι κατῆλθεν. Καὶ αὐτὸ λέγω, θὰ ἦτο ἀρκετόν. Ἀλλὰ μοῦ κάμει ἐντύπωσιν τὸ ὅτι μὲ κατηγόρησε δι’ ἔλλειψιν θάρρους καὶ δι’ ἔλλειψιν σθένους. Ὑποθέτω πὼς τὰ ἔχω αὐτὰ εἰς βαθμὸν ἴσως ἐλαττωματικόν, καὶ τὸ θάρρος καὶ τὸ σθένος. Ἑπομένως, ἡ κατηγορία εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τοῦ κ. συναδέλφου, νομίζω, πὼς μένει ἄνευ βάσεως.
§48Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἀντιθέτως, εἶπα, ὅτι ἔχετε ὑπερβολικὸν θάρρος.
§49Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ὁμιλῶν χθὲς διὰ τὴν 4ην Αὐγούστου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κάμω μίαν σύγκρισιν ἀπὸ ἀπόψεως ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ἡ πολιτικὴ αὐτὴ κατάστασις εἰς τὴν χώραν. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ πάντα ἄλλον κοινοβουλευτικὸς καὶ ἔζησα ὑπὸ ἐλευθέρους θεσμοὺς καὶ ἀσφαλῶς ἡ δικτατορία δὲν μοῦ ἦτο εὐχάριστος. Ἀλλ’ εἶχε φθάσει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὸ κατάντημα τοῦ τόπου μας, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἀναρχίας, ὥστε, λέγω, εὐθαρσῶς τὴν γνώμην μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶπα ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ ἡ δικτατορία αὐτὴ καὶ ἦτο εὐτύχημα, ὅτι εἶχε ἄριστα καὶ καλὰ ἀποτελέσματα διὰ τὸν τόπον.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔλλειψις πολιτικῆς ἡγεσίας ἐγέννησε τὴν 4ην Αὐγούστου.
§51Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ ὅταν ὡμίλησα περὶ συμμετοχῆς τοῦ ἀγαπητοῦ μου φίλου εἰς τὴν δικτατορίαν τοῦ Παγκάλου προφανῶς δὲν εἶχα καμμίαν θέλησιν νὰ τὸν θίξω. Ἀλλ’ ὅταν εἶδα, ὅτι ἐπρωτοστάτησεν μετ’ ἄλλων κ. συναδέλφων διὰ νὰ ἀπέλθῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκ τῆς Βουλῆς, εἶπα διατὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις;
§52Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἐκ συμπαθείας διακρίνατε μόνον ἐμένα.
§53Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὄχι, λάθος. Δὲν εἶπα μόνον σᾶς. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον τόσας τάσεις εἶχε πρὸς τὴν δικτατορίαν καὶ ἀνέφερα συγκεκριμένα γεγονότα, ὅτι ἐὰν ἐπετύγχανε τὸ κίνημα τοῦ 1933, τὸ ὁποῖον ἐγένετο τὴν ἑπομένην ἀκριβῶς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐξεφράσθη καὶ ἔταξεν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν λέγω ἐπετύγχανεν ἡ δικτατορία αὐτή, δὲν θὰ ἦτο δικτατορία ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων; Γιατὶ τάχα μᾶς ἐνοχλοῦν οἱ λέξεις ὅταν τοιαῦτα τινὰ πράττομεν; Καὶ προχωρῶν ὡμίλησα καὶ περὶ ἄλλων καταστάσεων καὶ ἐνεθυμήθην τὸν φίλον μου Μανουηλίδην. Ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, κύριοι βουλευταί, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ρίψῃ κατὰ τρόπον ἀλεξιπτωτικὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγὼ διετέλεσα Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ ἑπομένως, συνειργάσθην μετὰ τῶν Γερμανῶν, μοῦ κάνει ἐντύπωσιν, διότι πάλιν ὁ κ. Μανουηλίδης τόσες φορὲς μὲ ἐπεσκέφθη εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος.
§54Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Μίαν καὶ μόνην φοράν. Εἰς τὸν διάδρομον, ὅταν ἀνεβήκαμε νὰ ἰδοῦμε τὰ ἀεροπλάνα, τὰ ὁποῖα κτυποῦσαν τὰς Ἀθήνας.
§55Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Λυποῦμαι, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ κ. συνάδελφος, σχετικῶς μὲ τὰ ἐθνικά μας γεγονότα, εἶχε χάσει τὴν φωνήν του, σήμερον δὲ ἔχει χάσει καὶ τὴν μνήμην του. (Γέλωτες, χειροκροτήματα). Ἀπόδειξις δὲ τῆς ἀπωλείας τῆς μνήμης του εἶναι ἡ διακοπὴ τὴν ὁποίαν ἔσχε ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου, ἐκ Καρδίτσης πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε, ὅτι δὲν ἐφύγατε ἀπὸ τὴν δικτατορίαν ὅταν ὁ Πάγκαλος εἶχε περιβληθῇ τὸν κοινοβουλευτικὸν ζουρλομανδύαν, ἀλλὰ ἔφυγε ἀπὸ τὴν δικτατορίαν ἀκριβῶς ὅταν ἀπέβαλε τὴν δικτατορίαν.
§56Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν ἡμερομηνίαι, κ. συνάδελφοι. Ὁ κύριος ἔμεινε ἕως τὸ τέλος τῆς δικτατορίας.
§57Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐσεῖς τὰ προκαλέσατε αὐτά, δι’ αὐτὸ ὡμιλήσατε περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἐνῷ γνωρίζετε πόσον βαθέως σᾶς ἐκτιμῶ. Ὁ συνάδελφος κ. Σταμούλης, σᾶς εἶπε πότε ἐφύγατε ἀπὸ τὴν δικτατορίαν, ὅταν ἀκριβῶς ἐξέσχισε τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἠγνόουν καὶ ἐνόμιζον, ὅτι πράγματι ἐφύγατε διαμαρτυρόμενος διὰ τὴν δικτατορίαν, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ἔρχεται ὁ κ. συνάδελφος κατὰ τυχαῖαν σύμπτωσιν καὶ σᾶς ὑπενθυμίζει τὸ γεγονός.
§58Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος, εἶναι ἀναξιόπιστος μάρτυς, διότι ἔμεινε μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς εἰς τὴν δικτατορίαν. (Θόρυβος, φωναί: Ν’ ἀνακαλέσῃ).
§59Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μοῦ κάνει ἐντύπωσιν πῶς ὁ κ. Μανουηλίδης, τὸν ὁποῖον γνωρίζω εἴκοσι ἕξ χρόνια, ἀπὸ τὸ εἴκοσι εἴμαστε μαζί, καὶ ὁ ὁποῖος σήμερον σᾶς ἐξήγησε περὶ εὐπρεπείας κοινοβουλευτικῆς, ἐμπίπτει εἰς τόσην ἀντίφασιν μὲ τὸν ἑαυτόν του, ἀποκαλῶν ἕνα συνάδελφον κατ’ ἐπανάληψιν εἰσελθόντα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ἀναξιόπιστος καὶ ἀνάξιος πάσης ἐμπιστοσύνης, ὅσον ἀφορᾶ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεγόμενα. (Θόρυβος). Ἔλεγον, λοιπόν, πρὸ τῆς διακοπῆς, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος μὲ ἐπεσκέφθη πλέον ἢ ἅπαξ καὶ μὲ ἐπεσκέφθη καὶ διὰ ζητήματα προσωπικά του.
§60Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ψεύδεσθε. (Θόρυβος).
§61Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ λέγητε τὴν λέξιν αὐτὴν δι’ ἐμέ· ὁσάκις ὁμιλῶ, δὲν ἀπομακρύνομαι ποτὲ τῆς ἀληθείας.
§62Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Νὰ ἀναφέρετε τὸ προσωπικὸν ζήτημα· μὴ λέγετε ἀόριστα πράγματα.
§63Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Δὲν ἐντρέπεσθε.... (Θόρυβος).
§64Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Σεῖς νὰ ντρέπεσθε δι’ ὅλας σας τὰς πράξεις.
§65Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Εἶναι πρωτοφανὲς τὸ θέμα· συνεργάται τῶν Γερμανῶν νὰ θέλουν νὰ λέγουν τὴν τελευταίαν λέξιν.
§66Γ. ΜΕΛΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε σεῖς νὰ βλάπτετε τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐπέμβητε, πρέπει νὰ παύσῃ νὰ ὁμιλῇ...... (Θόρυβος).
§67Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Καὶ μὲ ἐπεσκέφθη ὁ κ. συνίδελφος καὶ δι’ ἄλλα ζητήματα, π. χ. διὰ μίαν ἐνίσχυσιν τῶν καπνεργατῶν Μακεδονίας καὶ ἔκαμα ὅ,τι ἦτο δυνατόν, διότι αὐτὸ ἦτο ὑποχρέωσίς μου.
§68Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτά, μὲ τὸ νὰ εἰσπράττετε χρήματα καὶ νὰ τὰ δίδετε εἰς τοὺς Γερμανούς; Θὰ εἶσθε Πρωθυπουργὸς καὶ θὰ εἶσθε στὴ φυλακή, ἀλλὰ σᾶς ἔδωσαν τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε, ὅτι ἐβοηθήσατε, ἡμᾶς τὰ θύματα.
§69Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἔκανα ἐθνικὰς καθαρῶς πράξεις. (Χειροκροτήματα).
§70Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος εἶσθε σεῖς Διοικητής, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ ὕμνος πρὸς τὸν Χίτλερ; (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι).
§72Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μακάρι καὶ ὑμεῖς νὰ ἐκάνατε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, ὅσα ἔκανα ἐγὼ καὶ εὔχομαι νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκθέσωμεν ὅλοι τὴν πολιτείαν μας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
§73Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ζήτω ὁ Χίτλερ.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξυμνήσατε τὸν Χίτλερ. (Θόρυβος).
§75Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ ἤμουν εὐτυχής, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γίνῃ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ λογοδοτήσωμεν ὅλοι τί ἐπράξαμεν κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ποίας ἐθνικὰς ὑπηρεσίας προσέφερα, θ’ ἀποδειχθῇ ποίους κινδύνους προσωπικῶς διέτρεξα, καὶ θ’ ἀποδειχθῇ ἐπίσης ποίας θυσίας εἰς αἷμα ὑπέστην ἐγὼ ἐξ αἰτίας τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἔχει λοιπόν, κανεὶς τὸ ἀνάστημα, οὔτε τὸ δικαίωμα, νὰ στηρίζηται εἰς τοὺς τύπους. Εἶμαι ἐκ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπροτίμησαν, ἀντὶ νὰ ζήσουν λάθρα καὶ ὑπὸ τὴν γῆν καὶ τὴν κατάστασίν των ταύτην νὰ τὴν παρουσιάζουν σήμερον ὡς στοιχεῖον ἐθνικῆς δράσεως, ἐγὼ λέγω, ἐπροτίμησα ν’ ἀναμιχθῶ καὶ ν’ ἀγωνισθῶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀδιαφορήσας δι’ ὅλους τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐξετιθέμην. Μὲ κατηγόρησεν ὁ κ. συνάδελφος, ἐπίσης, ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριζα τὴν δικτατορίαν. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ καὶ γνωρίζει, ποῖοι δεσμοὶ μὲ συνδέουν, πολιτικοί, πνευματικοὶ καὶ προσωπικοὶ μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ δικτάτορος. Καὶ ὅμως, ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμή, ἐγὼ δὲν ἐκάμφθην. Ἐγώ, ἀπὸ τὴν κατάστασιν ἐκείνην ἐστάλην εἰς τὴν ἐξορίαν καὶ ἔμεινα εἰς τὴν ἐξορίαν καὶ ἐφυλακίσθην ἀπὸ τὴν δικτατορίαν. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ δὲν μὲ ἠμπόδισαν νὰ ὁμιλῶ ὑπὲρ τῆς δικτατορίας ὡς ἐργασθείσης διὰ τὴν χώραν, ὡς προσενεγκούσης σημαντικάς, κολοσσιαίας ὑπηρεσίας. Θὰ ἤμην ἀνάξιος ἐὰν ὑποτεθῇ πὼς λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου τὰ μίση μου καὶ τὰ πάθη μου, καταφερόμενος καὶ ἐγὼ μετὰ τόσης ὀξύτητος, ὅπως καταφέρεσθε καὶ ὑμεῖς. Δὲν σᾶς εἶδα, κύριοι, ν’ ἀγανακτήσητε, καὶ τὸ λέγω μετὰ πικρίας πολλῆς, δι’ ὅσα ἐγκλήματα διεπράχθησαν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκ μέρους τῶν σφαγέων κομμουνιστῶν καὶ ἠγανακτήσατε καὶ ἐφύγατε ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι ἐλέχθησαν λόγοι ὑπὲρ τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ τοῦ τόσας σπουδαίας ὑπηρεσίας προσενεγκόντος.
§76Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ἐν μέσῳ θορύβου καὶ διαμαρτυριῶν τῆς ἀριστερᾶς). Διὰ τὸν τύραννον τὸν κατάπτυστον Ἰωάννην Μεταξᾶν.
§77Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὁμιλεῖ χειρονομῶν πρὸς τὸν ρήτορα μὴ ἀκουόμενος).
§78Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μὴ ἀπειλεῖς ἐμὲ κατὰ τέτοιον τρόπον. Αἱ πράξεις παντὸς ἀνθρώπου, κύριοι συνάδελφοι, ἀποτελοῦν τὸν καθρέπτην τῆς ψυχῆς του καὶ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν νὰ δώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἕνα κρυστάλλινον καθρέπτην τῆς ἰδικῆς μου ψυχῆς. (Χειροκροτήματα).
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρέπει ν’ ἀναλέσῃ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος.
§81Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὴν μακρὰν καὶ ἐξονυχιστικὴν συζήτησιν, ποὺ ἔγινεν ἐπάνω εἰς τὸ ψήφισμα καὶ τὰς ἐπεξηγηματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ τὸ θέμα ἐξηντλημένον. Ἡ παρέμβασίς μου, συνεπῶς, θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττή, ἄν παρ’ ὅλην τὴν ὀξύτητα, ἡ ὁποία ἦταν φυσικὸν ν’ ἀναπτυχθῇ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων, παρ’ ὅλην τὴν μεγάλην ἀντίθεσιν τῶν ἀπόψεων ποὺ ἀνεπτύχθη, δὲν ἐσχημάτιζα τὴν ἀντίληψιν καὶ δὲν μοῦ ἔμενεν ἡ ἐλπίδα, ὅτι ὑπάρχει ἴσως ἀκόμη καιρὸς νὰ ἐξευρεθῇ ἔδαφος συμπτώσεως τῶν ἑκατέρωθεν διϊσταμένων ἀντιλήψεων. Ἐὰν δὲν εἶχα τὴν ἐλπίδα αὐτήν, θὰ ἀρκοῦσεν ἀπὸ μέρους μου ἡ ἐπανάληψις μιᾶς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχα κάμῃ καὶ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν, τῆς δηλώσεως, δηλαδή, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ καθίστατο δυνατὴ ἡ ὁμοφωνία, θὰ ἐθεωροῦσα τὸν ἑαυτόν μου ὑποχρεωμένον—χωρὶς κανένα ἀπολύτως δισταγμὸν—νὰ ψηφίσω τὸ ψήφισμα, ποὺ κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος πολιτικῶς ἀπὸ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβα ἐκ μέρους ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐζήτησα τὴν ψῆφον, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀκόμη καὶ ἠθικῶς, λόγῳ τῆς εἰδικῆς προσωπικῆς μου θέσεως εἰς τὸ συζητούμενον θέμα. Ἀλλὰ παρὰ τὴν ὀξύτητα, ἐπαναλαμβάνω, τῶν συζητήσεων, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἔδαφος διὰ ν’ ἀναζητηθῇ κάποιος κοινὸς τρόπος πρὸς σύμπτωσιν τῶν ἀντιτιθεμένων ἀπόψεων, καὶ εἰς τὴν ἀναζήτησιν ἀκριβῶς τῆς δυνατότητος αὐτῆς ἀποβλέπει ἡ ὁμιλία μου. Ἡ διαλλακτικὴ στάσις, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ σεβαστός μου καὶ ἀγαπητὸς Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διαλλακτικὴ στάσις, ἡ ὁποία εἶδον ἀπόψε, ὅτι ἀναγνωρίζεται καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἐξ ἴσου συμβιβαστικὴ διάθεσις ἡ ὁποία ἐπεδείχθη ἀπὸ μέρους πολλῶν παραγόντων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δημιουργοῦν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ εἶναι δυνατόν, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, νὰ ἐξευρεθῇ κἄποια βάσις διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ Δημοψήφισμα ἡνωμένοι, τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι, ποὺ περιλαμβάνονται μέσα εἰς τὸν χῶρον αὐτόν. Ἴσως ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ὁ χειρισμὸς τοῦ ὅλου ζητήματος νὰ ἦτο κάπως διστακτικὸς ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνητικῆς. Ἴσως εἰς παρόμοια κεφαλαιώδη ζητήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κρίνεται αὐτὴ αὕτη ἡ τύχη καὶ τὸ μέλλον τοῦ Κράτους μας, νὰ ἐχρειάζετο κάποια περισσοτέρα ἀποφασιστικότης. Ἀλλὰ παρὰ ταῦτα, νομίζω, ὅτι μποροῦμε νὰ φθάσουμε εἰς ἀποτέλεσμα, ἀρκεῖ νὰ γίνουν ἀντιληπταὶ μερικαὶ ἀλήθειαι ἀπὸ ὅλας τὰς κατευθύνσεις. Ἡ μειοψηφία εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀντιληφθῇ, ὅτι οὔτε δύναται, οὔτε εἶναι νοητὸν νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς ἀπόψεις της ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας. Ἀντιστοίχως ὅμως καὶ ἡ πλειοψηφία ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν σαφῆ κατανόησιν, ὅτι τὸ συζητούμενον θέμα δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ θέματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λύονται μὲ μόνην τὴν πλειοψηφίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων. Ἀμφότερες τέλος οἱ πτέρυγες καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία, πρέπει νὰ ἀποκτήσουν σαφῆ τὴν ἐπίγνωσιν, ὅτι ἡ φθορὰ ἀπὸ τὰς συζητήσεις καὶ τὴν ἐξέλιξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος αὐτοῦ δὲν θὰ εἶναι μονομερής, θὰ εἶναι φθορὰ κοινή, ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν εὑρίσκεται μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διενεργήσωμεν ἕνα οἱονδήποτε Δημοψήφισμα—καὶ ἡ χώρα μας ἐγνώρισε ὡς τώρα ἀρκετὰ τοιαῦτα—θὰ ἦτο ἴσως περιττὴ ἡ συνεννόησις. Ἐὰν ὅμως δὲν πρόκειται νὰ ἐπιζητήσωμεν διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος τὴν δημιουργίαν ἁπλῶς τῶν τυπικῶν νομικῶν πλαισίων, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς δώσουν τὴν δυνατότητα νὰ δημιουργήσωμεν μίαν νέαν πραγματικὴν κατάστασιν, τῆς ὁποίας ἡ στερέωσις θὰ ἀμφισβητηθῇ εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν πραγματικὰ ἐπιδιώκωμεν νὰ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα, τότε δὲν ὑπάρχουν λύσεις πολλαί, δὲν ὑπάρχει, παρὰ μία λύσις. Καὶ ἡ λύσις αὐτὴ εἶναι, ὄχι ἁπλῶς νὰ πείσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐκφράσῃ εἰλικρινῶς τὴν γνώμην του, ἀλλὰ ἡ διεξαγωγὴ τοῦ Δημοψηφίσματος, νὰ γίνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν μὲ τὴν κοινὴν ὅλων συναίνεσιν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅλοι νὰ ἀναγνωρίσωμε τὸ ἀποτέλεσμά του. Εἰς αὐτὸ δὲ τείνει καὶ ἡ ἰδική μου προσπάθεια. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὰς ἀντιρρήσεις ποὺ ἀνεπτύχθησαν ἐδῶ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐγγυήσεις διὰ τὸ ἀδιάβλητον αὐτοῦ. Συμφωνῶ ἐπάνω στὰ ζητήματα αὐτά, μὲ τὰς σαφεῖς καὶ κατηγορηματικὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαιτέρως ἐπεξήγησε μὲ τὰς τελευταίας δηλώσεις του ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Πιστεύω, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ προέχει εἶναι ἡ ταχεῖα λύσις τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι μᾶς χωρίζει περισσότερον, τὴν Κυβερνητικὴν πτέρυγαν ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶναι κυρίως τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς τοῦ ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὸ Δημοψήφισμα. Καὶ ἐπάνω εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὰς σκέψεις μου. Ἡ πηγὴ τῶν δυσχερειῶν, τὸ ἀντιλαμβανόμεθα ὅλοι, προέρχεται κατὰ βάσιν, ἀπὸ τὴν σύνθετον φύσιν τοῦ ἐρωτήματος, ποὺ θὰ τεθῇ. Δύο εἶναι, οὐσιαστικῶς, αἱ πλευραὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ὁ λαός: Ἀφ’ ἑνὸς τὸ ζήτημα τὸ Δυναστικόν, τὸ ζήτημα τὸ προσωπικὸν τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, ἀφ’ ἑτέρου τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ὅπως τὸ θέτει ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἡ θέσις τῆς πλειοψηφίας, θέσις τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι προσωπικῶς καὶ ἐγώ, εἶναι σαφής. Δι’ ἡμᾶς, δὲν ὑπάρχει θέμα πολιτειακόν. Δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνον ζήτημα ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως. Καὶ τὸ ζήτημα αὐτό, ἂν ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα βαθύτερον, οὐσιαστικῶς, εἰς τὴν συνείδησίν μας, ἔχει κριθῆ διὰ τῶν ἐκλογῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ προσωπικῶς δὲν νομίζω, ὅτι ἔχουν καμμίαν ἀξίαν, αἱ ἀναδιφήσεις εἰς τὰ κείμενα τοῦ παρελθόντος, αἱ δηλώσεις δηλαδὴ ποὺ ἐγένοντο εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν ἢ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν. Τὰ κείμενα αὐτά, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ δημιουργήσουν εὐθύνας πολιτικάς, διὰ τὰ πολιτικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τὰ ὑπέγραψαν, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει πιστεύω, ὅπως ἐξέθεσαν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἐν οὐδεμιᾷ, λέγω, περιπτώσει, δεσμεύουν τὴν Συνέλευσίν μας. Ἀλλὰ τοῦτο, δὲν σημαίνει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέψωμεν ἢ νὰ ἀγνοήσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσε μὲ τόσην ὠμότητα, μὲ τόσην ἐπιμονήν, ἡ Ἀντιπολίτευσις. Καὶ κατὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑπάρχει ἀσφαλῶς, θέμα διπλοῦν: Θέμα προσωπικόν, ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως καὶ θέμα θεσμοῦ, ζήτημα πολιτεύματος. Αἱ δηλώσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅλων ἀνεξαρτήτως τῶν ἀγορητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰδιαιτέρως δὲ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὑπῆρξαν σαφεῖς, τόσον σαφεῖς, ὥστε ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ ζητήσουν τὴν διαιώνισιν ἀκόμη τῆς καθεστωτικῆς ἀνωμαλίας, διὰ τῆς μεθόδου τῶν διπλῶν Δημοψηφισμάτων. Ἔτσι, ὅπως τίθεται τὸ ζήτημα τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀνεξαρτήτως τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ πλειοψηφία, ἡ κυβερνητικὴ πτέρυξ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγνοήσῃ τὴν ὕπαρξιν διπλοῦ ζητήματος, ζητήματος ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως καὶ ζητήματος καθεστωτικοῦ, τιθεμένου ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην. Ἡμεῖς προσωπικῶς—καὶ ὁμιλῶ διὰ τὸ ἄτομόν μου— διαχωρίζομεν σαφῶς τὴν εὐθύνην τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἤσκησε τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν πρὸ τοῦ πολέμου περίοδον. Δι’ αὐτήν, πολιτικῶς, ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ ἀσκήσαντες τὴν ἐξουσίαν τὴν Κυβερνητικήν. Ἀλλὰ τοῦτο, δὲν ἀρκεῖ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει μία μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μία μερὶς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία θεωρεῖ τὴν ἐκτροπὴν αὐτὴν ἐκ τοῦ πολιτεύματος ὡς αἰτίαν καὶ δημιουργὸν τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος καὶ ἐφ’ ὅσον τίθεται ζήτημα γενικότερον πολιτειακόν, θὰ ἦτο ἐπιβλαβὲς νὰ τὸ ἀγνοήσωμεν, ἐφ’ ὅσον ἐτέθη. Τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα, τῆς ἐπανόδου, δηλαδή, τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ὀφείλουν καὶ τὰ δύο νὰ λυθοῦν. Καὶ διὰ νὰ τὰ λύσῃ ἁρμόδιος εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς παρουσιάζεται εἰς ἡμᾶς, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν Κυβερνητικὴν πλευράν, μία μοναδική, ἠμπορῶ νὰ πῶ, εὐκαιρία διὰ νὰ λύσωμεν ταὐτοχρόνως καὶ τὸ ζήτημα τὸ Δυναστικὸν καὶ τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Διότι, δὲν γνωρίζω, ἄν εἶναι δυνατόν, δι’ ἕνα πολίτευμα ὑπὸ κρίσιν, νὰ παρουσιασθοῦν τόσον εὐνοϊκαὶ συνθῆκαι, ὅσον εἶναι αἱ συνθῆκαι αἱ σημεριναί, διὰ νὰ λυθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ πολιτειακόν του ζήτημα. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν νὰ χαθῇ ἡ εὐκαιρία αὐτή. Ὀφείλομεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῶν εὐνοϊκῶν συνθηκῶν αὐτῶν. Διαφορετικά, θὰ διεπράτταμεν ἔγκλημα ἐναντίον αὐτῆς ταύτης τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπερασπιζόμεθα. Δὲν εἶναι πάντοτε ἡ ἀποφυγὴ τῶν ζητημάτων, ἐκείνη ἡ ὁποία τὰ λύει. Ὁ καλλίτερος τρόπος, εἰς ζητήματα βασικά, εἰς ζητήματα ζωτικά, ὅπως αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζομεν, εἶναι νὰ τ’ ἀντιμετωπίσωμεν κατάματα καὶ νὰ κατεβοῦμε ὅλοι εἰς τὸν λαὸν καὶ νὰ ζητήσωμεν, διαφωτίζοντάς τον, καθένας κατὰ τὰς ἀντιλήψεις του, νὰ τὸ λύσῃ αὐτὸς μὲ τὴν κυρίαρχον θέλησίν του. Ὑποστηρίζω τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ἤδη καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, διότι ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁπωσδήποτε καὶ ἂν διατυπωθῇ τὸ ἐρώτημα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἴτε διατυπωθῇ προσωπικὸν ὡς ἐρώτημα διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως, εἴτε διατυπωθῇ ἀορίστως, διὰ τὴν προτίμησιν τῆς Ἀβασιλεύτου ἢ Βασιλευομένης Δημοκρατίας, τὸ ἀποτέλεσμα, πρακτικῶς, ἐκλογικῶς, ἄν θέλετε ἀπὸ ἀπόψεως ψηφοδελτίων, τὰ ὁποῖα θὰ δοθοῦν ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως, ἢ τῆς Βασιλείας, θὰ εἶναι ἀπολύτως τὸ αὐτό. Πιστεύομεν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὔτε μία ψῆφος, ἡ ὁποία θὰ διαφύγῃ ἀπὸ τὴν διαφορὰν διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος. Καὶ διατὶ νὰ συμβῇ τὸ ἀντίθετον; Ἆρα γε ὁ λαός, ὅταν θὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Δημοψήφισμα, θ’ ἀποφανθῇ θεωρητικῶς μόνον διὰ τὰ θεωρητικὰ πλεονεκτήματα ἢ μειονεκτήματα ἑκατέρων τῶν θεσμῶν αὐτῶν; Ἀλλ’ ὁ λαός, προκειμένου νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον του, θὰ κρίνῃ συγχρόνως πρόσωπα καὶ θεσμούς. Διότι, τὰς ἰδέας τὰς ἐκπροσωποῦν πρόσωπα καὶ οἱ θεσμοὶ προσωποποιοῦνται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀσκοῦν. Καὶ ὁ λαός, ἀποφαινόμενος ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ τεθῇ, θ’ ἀποφανθῇ ταὐτοχρόνως καὶ διὰ τὸν θεσμὸν καὶ δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ τὸν ἀσκήσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα—καὶ ἀναμφισβητήτως ἔτσι ἔχουν—τότε, διατὶ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν λύσιν τῆς γάγγραινας αὐτῆς—ὅπως ὠνομάσθηκε—ἀπὸ τὸν μόνον ἁρμόδιον, τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ἀλλ’ ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο ἀντιρρήσεις, ἀντιρρήσεις νομικῆς φύσεως. Ἀμφισβητοῦν, δηλαδή, πολλοὶ ἄν ἡ Συνέλευσίς μας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατυπώσῃ κατὰ τὸν ἄλφα ἢ βῆτα τρόπον τὸ ἐρώτημα. Ἤκουσα μὲ ἀπόλυτον προσοχὴν καὶ μάλιστα ἐδιάβασα καὶ κατόπιν προσεκτικώτερα τὰς ἀγορεύσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὰς ἀπόψεις αὐτὰς καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου ἐκ Κυκλάδων. Δὲν πρόκειται ν’ ἀρχίσω συζήτησιν πολιτειολογικήν, διότι κατ’ ἐμέ, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι νομικόν, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ζήτημα πολιτικὸν καὶ οὐσιαστικόν. Καὶ τὸ νὰ ζητοῦμεν νὰ κατοχυρωθῶμεν ὀπίσω ἀπὸ νομικοὺς τύπους, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν κατ’ οὐσίαν τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ καλλιτέρα θέσις καὶ πρᾶξις ἀπὸ μέρους μας. (Χειροκροτήματα). Ἄλλωστε, ὅταν λέγωμε, ὅτι περιοριζόμεθα ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, μόνον ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος περιοριζόμεθα; Μήπως αὐτὸ τοῦτο τὸ Δημοψήφισμα εἶναι θεσμὸς προβλεπόμενος ἀπὸ τὸ Σύνταγμα; Ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης, ὑποστηρίζων τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, εἶχεν ἐπὶ πλέον μίαν ἔμπνευσιν: Ἐνθυμήθηκε τὴν πρακτικὴν τῶν Ἄγγλων, τῶν διδασκάλων αὐτῶν τῆς πολικῆς καὶ μᾶς εἶπεν ὀρθότατα, ὅτι: «Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, οἱ Ἄγγλοι ὅταν μὲν ὑπάρχῃ προηγούμενον, τὸ ἀναζητοῦν καὶ τὸ ἐφαρμόζουν, ὅταν δὲ δὲν ὑπάρχῃ προηγούμενον, τότε τὸ δημιουργοῦν». Ἔ, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ἂς δημιουργήσωμεν τὸ προηγούμενον αὐτό, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τριάντα χρόνια. Τὶς ἀντιλήψεις αὐτὲς περὶ τῆς πολιτικῆς κατ’ ἐξοχὴν λύσεως τοῦ ζητήματος, τὶς εἶχα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ τὶς ὑπεστήριξα καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀλλά, ἐὰν μοῦ ἔμενε καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία ἐξέλιπεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ὅταν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέθεσε τὴν δήλωσιν διὰ τῆς ὁποίας ἐπεξηγοῦσε τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν ψήφισμα. Διότι, ὅταν εἰς τὴν δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεξηγοῦσε, τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν ψήφισμα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλοῖ, ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς ἀντιθέτου θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Βασιλέα, θὰ δημιουργήσῃ πολιτειακὴν κρίσιν, τότε ἐρωτῶ: Τὶ τὸ περιοριστικὸν ἀπομένει ἀπὸ τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως; Ὥστε, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ἀμέσως ἐρώτημα πρὸς τὸν λαόν, διὰ νὰ λύσῃ τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα, ἂν καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι τὸ ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ὁδηγήσῃ εἰς πολιτικὴν κρίσιν, δηλαδὴ εἰς ἔμμεσον θέσιν πολιτειακοῦ ζητήματος; Ἀλλ’ ὅταν διὰ τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος ψηφίσματος, δίδεται εἰς τὸ ἐρώτημα ἐκ τῶν ὑστέρων, πρακτικῶς καὶ οὐσιαστικῶς, πολιτειακὴ χροιά, δὲν βλέπω κατὰ τὶ διαφέρει τὸ ἕνα ἐρώτημα τοῦ ἄλλου. Θὰ εἶχεν ἀσφαλῶς κάποιαν σημασίαν ἡ διατύπωσις τοῦ ἐρωτήματος, ὡς ἔχει εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εἴμεθα ἀποφασισμένοι, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν ἀπίθανον ἀπόφασιν τοῦ λαοῦ, ἐναντίον τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν θέσιν καθεστωτικοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἀγωνισθῶμεν διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ καὶ τῆς δυναστείας. Ἐὰν δηλαδὴ ἡ ἔννοια τοῦ ἐρωτήματος ἦτο ἢ μᾶλλον, ἐὰν ἡ Κυβερνητικὴ τακτικὴ ἀπέβλεπεν εἰς τὸ ὅτι, εἰς περίπτωσιν ἀποδοκιμασίας τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, θὰ ἀνελαμβάνομεν, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν τὴν θέσιν γενικωτέρου πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ ν’ ἀγωνισθῶμεν διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ὑπολοίπου δυναστείας, τότε ἀσφαλῶς αἱ ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος θὰ εἶχον τὴν θέσιν των. Ἐὰν αὐτὴ ἦτο ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ δὲν θὰ εἶχα προσωπικῶς καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ διαδηλωθῇ τοῦτο καθαρὰ καὶ νὰ ταχθῶ πρὸς τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ἀλλά, ὅταν γίνεται ἐπίσημος δήλωσις ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἀντίθετος ἐκδήλωσις τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν ἐπάνοδο τοῦ Βασιλέως θὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν πολιτειακῆς κρίσεως, τότε ἂς μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις διὰ νὰ προχωρήσωμεν κάπως περισσότερον. Νομίζω, ὅτι τὸ κώλυμα, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος εἶναι καθαρῶς ὑποκειμενικόν, εἶναι δηλαγὴ κώλυμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον ἡμᾶς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ θέσωμεν ζήτημα καθεστωτικόν, διότι ἡμεῖς ἐξελέγημεν μὲ τὴν σαφῆ ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν θεσμόν. Ἀλλὰ τὸ κώλυμα αὐτό, τὸ ὑποκειμενικόν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ κώλυμα ἀντικειμενικὸν δι’ ὁλόκληρον τὴν Συνέλευσιν. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναζητηθῇ τρόπος συμβιβασμοῦ τῆς θέσεως τῆς Συμπολιτεύσεως μὲ τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νομίζω προσέτι, ὅτι τὸν συμβιβασμὸν αὐτὸν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τὸν ἀνεύρωμεν, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰ κυριώτερα παράπονα, τὰ ὁποῖα προβάλλει ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ ἐκεῖνοι τουλάχιστον, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται περισσότερον διαλλακτικοί, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος. Τὸ πρῶτον παράπονον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι, ὅτι εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διενεργηθῇ τὸ Δημοψήφισμα, σύμφωνα μὲ τὸ ψήφισμα, δὲν ὑπάρχει ἰσότιμος μεταχείρισίς της. Τὸ δεύτερον καὶ βασικώτερον εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ λευκοῦ ψηφοδελτίου ἐπιδιώκεται καὶ ἐπέρχεται σύγχυσις τῆς Δημοκρατίας, πρὸς ἄλλους θεσμοὺς ὀλιγώτερον δημοκρατικοὺς καὶ περισσότερον γνωρίμους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὴν λαοκρατίαν καὶ δὲν ἠξεύρω ποίους ἄλλους. Θὰ ἠμποροῦσε, βέβαια, κανείς, χωρὶς νὰ ἐπιθυμῶ νὰ προκαλέσω κανένα—νὰ ἐρωτήσῃ ἐὰν κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον διαμαρτύρωνται ὡρισμένοι ἐκπρόσωποι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τὴν κατηγορίαν τὴν συστηματικήν, ποὺ ἐκτοξεύεται ἐναντίον τῶν ὀπαδῶν τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ὡς μοναρχικῶν καὶ μοναρχοφασιστῶν. Ἀλλ’ ἀδιακρίτως τούτου, ἡ αἰτία τῆς συγχύσεως, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται πράγματι παρόμοιος κίνδυνος, μεταξὺ τῆς Δημοκρατίας καὶ ἄλλων μορφῶν τῆς Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας, δὲν θὰ εἶναι τὸ λευκὸν ψηφοδέλτιον. Ἡ αἰτία τῆς συγχύσεως πρέπει ν’ ἀναζητηθῇ κἄπου ἀλλοῦ, εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὠνόμασεν ἄλλος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μὲ τὸν τίτλον τῆς «ἐνδόξου συνοδοιπορίας». Εἰς τὸ παρελθόν, δηλαδή, εἰς τὸν Δεκέμβριον, εἰς τὴν συνοδοιπορίαν μὲ τὸν ἐαμοκομμουνισμόν. Ἐκεῖ πρέπει ν’ ἀναζητηθῇ ἡ αἰτία τῆς συγχύσεως τῆς Δημοκρατίας πρὸς ἄλλες μορφὲς πολιτειακές. Παρ’ ὅλα ταῦτα, νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἡ βάσις, ὥστε καὶ ἡ Συμπολίτευσις νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ κατ’ οὐσίαν ἀπὸ τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἐχάραξε, νὰ μὴν ἀναγνωρίσῃ, δηλαδή, ἢ νὰ θέσῃ ἡ ἰδία ἐρώτημα καθεστωτικὸν καὶ συγχρόνως νὰ δώσῃ οὐσιαστικήν, τοὐλάχιστον, ἱκανοποίησιν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ ἡ πρότασίς μου, ἐὰν μοῦ ἐπέτρεπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο ἡ ἑξῆς: Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε, ἡ πρότασίς μου εἶναι, πρῶτον νὰ διατηρηθῇ τὸ ἐρώτημα ὡς ἔχει διατυπωθῆ. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἱκανοποιεῖται ἡ πλειοψηφία βασικῶς μὴ θέτουσα εἰμὴ ἐρώτημα περὶ ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως. Νὰ παραμείνῃ ἡ Κυβερνητικὴ ἑρμηνεία, ὅτι: ἡ ψῆφος ὑπὲρ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως θὰ εἶναι ψῆφος καὶ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ. Δεύτερον, νὰ διατηρηθῇ τὸ λευκὸν ψηφοδέλτιον ὡς δηλωτικὸν τῆς ἀντιθέτου πρὸς τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως, βουλήσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ γίνῃ μία προσθήκη προχωροῦντος τοῦ σεβαστοῦ μου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὀλίγον πέραν τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε φθάσῃ εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Εἰς τὴν προηγουμένην, δηλαδή, συνεδρίασιν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐδέχθη ὅπως ἐπὶ τῶν λευκῶν ψηφοδελτίων ἀναγραφῇ οἱονδήποτε ἄλλο σύνθημα δηλωτικὸν τῆς ἀντιθέτου βουλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἐδέχθη ἀκόμη νὰ τυπωθῇ τοῦτο. Ἐδῶ ὅμως, ἀνακύπτει μία βασικὴ ἀντίρρησις ὡρισμένης, τοὐλάχιστον, μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν, νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν ἱκανοποίησιν καὶ διέξοδον. Λέγει, δηλαδή, ἡ μερὶς αὐτή, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς, θὰ ἐπέλθῃ, πρῶτον διασπορὰ τῶν ψήφων καί, κατὰ δεύτερον λόγον, θὰ γίνῃ ἐνδεχομένως μία κατασυκοφάντησις τῆς Δημοκρατίας, τῆς ἐθνικῆς, τῆς μὴ κομμουνιστικῆς, ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ἡ ἐδῶ παρισταμένη Ἀντιπολίτευσις. Προτείνω, λοιπόν, ἀντὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἰς τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια ἀναγραφὴ οἱουδήποτε συνθήματος, νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀναγραφὴ ἑνὸς μόνον συνθήματος, τῆς Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας.
§82Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε δὲν λέγετε τίποτε ἄλλο παραπάνω, ἀπ’ ὅ,τι λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
§83Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐγὼ λέγω τοῦτο ἐπὶ πλέον, ὅτι ἀντὶ νὰ θεωροῦνται ἔγκυρα τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια συμπληρούμενα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, νὰ θεωρηθοῦν ἄκυρα ὅλα τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια, τὰ συμπληρούμενα δι’ ἄλλων συνθημάτων πλὴν ἑνός, τῆς Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Καὶ τὴν συμπλήρωσιν αὐτὴν θὰ τὴν κάμῃ ἡ παράταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία θέτει τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ ἕνας συγκερασμός, τὸ μὲν ἐρώτημα δηλαδὴ τῆς Κυβερνήσεως παραμένει προσωπικόν, ἀφορᾷ δηλαδὴ μόνον τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Βασιλέως, εἰς δὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν δημοκρατικήν, παρέχεται ἡ δυνατότης τῆς ἑνιαίας ἐκφράσεως τῆς δημοκρατικῆς της θελήσεως, διὰ τῆς ἀναγραφῆς μιᾶς καὶ μόνης μορφῆς πολιτεύματος.
§84Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Διατὶ νὰ μὴ εἶναι τυπωμένον;
§85Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν τὸ δέχεται ἡ Κυβέρνησις.
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἄ! Ἄ!
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος.
§88Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι, ἔχει δικαίωμα καὶ ἡ Συμπολίτευσις νὰ συμβάλῃ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ψηφοδελτίου συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν της. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι ἡ ἄποψις, ἡ πλήρως ἱκανοποιοῦσα τὴν πλευρὰν αὐτήν. Προτείνω μίαν λύσιν συμβιβαστικήν. Ἀπόκειται εἰς σᾶς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν ἀποδεχθῆτε.
§89Γ. ΒΟΡΑΖΑΝΗΣ. Διατὶ ἀνεκαλέσατε ὅσα εἴπατε εἰς τὴν ἀρχήν;
§90Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν ἀνακαλῶ, ἀλλὰ ζητῶ σημεῖον ἐπαφῆς καὶ συνεννοήσεως.
§91Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, διατὶ νὰ μὴ εἶναι τὸ ζήτημα τεθειμένον σαφῶς, ὥστε ἂν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, νὰ τὸ ἀναγνωρίσωμεν, ἄν, ἀντιθέτως, εἶναι ὑπὲρ τῆς Ἀβασιλεύτου, ὑπάρχει λογικώτερον πρᾶγμα ἀπὸ τὸ ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐνισχυθοῦν οἱ ἐθνικοὶ δημοκρατικοί, ὥστε νὰ μὴ συνταχθοῦν μὲ τοὺς ἄκρους ἀριστεροὺς καὶ ν’ ἀποφευχθῇ ὁ κίνδυνος νὰ ἐπιβληθοῦν οἱ ἀναρχικοί;
§92Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὰς ἀντιλήψεις μου τὰς ἐξέθεσα καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Δυστυχῶς δὲν ἔπνευσεν ἀπὸ ἀμφοτέρας τὰς πλευρὰς πνεῦμα ὁμοφωνίας.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ πνεύσῃ.
§94Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐὰν τοῦτο πνεύσῃ καὶ πραγματοποιηθῇ συμφωνία. Ἐγὼ ἁπλῶς ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ ἀναγράφεται ὡς δηλωτικὴ τῆς βουλήσεως τοῦ ψηφοφόρου πρὸς πρόσκλησιν τοῦ Βασιλέως ἡ λέξις «Βασιλεὺς Γεώργιος». Τὰ ψηφοδέλτια τῆς ἐναντίας βουλήσεως εἶναι λευκά. Τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια δὲν θὰ θεωρηθῶσιν ἄκυρα ἐὰν ἐπ’ αὐτῶν ἀναγραφῇ ὡς προτίμησις τοῦ ἐκλογέως ἡ λέξις «Ἀβασίλευτος Δημοκρατία». Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν γραφοῦν οἱαδήποτε ἄλλα συνθήματα, θὰ εἶναι ἄκυρα.
§95Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω εἰλικρινῶς τὶ φοβοῦμαι, κ. συνάδελφε, τὸ εἶπα καὶ χθὲς ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Τσᾶτσος καὶ τοῦ εἶπα: πῶς φαίνεσαι, ὅτι δὲν ἔχεις κάμει ἐκλογὲς εἰς τὴν ἐπαρχία παρὰ μόνον εἰς τὴν Ἀθήνα, φοβοῦμαι, ὅτι ψηφοδέλτια ἄλλα, πλὴν τῶν τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, δὲν θὰ ὑπάρχουν.
§96Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ὑπάρχουν καὶ θὰ φθάσουν παντοῦ τὰ ψηφοδέλτια τῆς Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας, ὅπως ἔφθασαν καὶ κατὰ τὶς ἐκλογὲς τὰ ψηφοδέλτια τοῦ συνδυασμοῦ σας, κ. συνάδελφε.
§97Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Σᾶς λέγω, εἰλικρινῶς, ὅτι εἰς πολλὰ τμήματα δὲν ἔφθασαν.
§98Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουτευταί, καὶ καταλήγων, ἐκφράζω τὴν εὐχὴν ὅπως ἐπέλθῃ συμφωνία διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου. (Χειροκροτήματα).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν διὰ μίαν ὥραν;
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ μίαν ὥραν.
(Ὥρα 9.45′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.00′ μ.μ.)
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§103Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν καλεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ διοικηθῇ. Καὶ δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ κρίνωμεν πῶς ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν τὰ Δημοψηφίσματα, εἶναι ὅμως ὥρα, καὶ πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς τῶν Δημοψηφισμάτων εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς διαιωνίσεως τοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Καὶ εἶναι ἡ πρώτη φορά, κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν προσφέρεται ἡ εὐκαιρία ὅπως τὸ μέλλον Δημοψήφισμα διεξαχθῇ χωρὶς τὰ ἐλαττώματα τοῦ παρελθόντος, ὁπόταν καὶ μόνον θὰ κλείσῃ ἡ πληγή, ἡ ὁποία ἐπὶ 30 ἔτη βασανίζει τὸ Ἔθνος. Ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ μου νὰ μὴ περιπέσω εἰς τὴν ἀνιαρότητα τῆς ἐπαναλήψεως τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων παρ’ ἄλλων ρητόρων, θὰ προσπαθήσω καὶ τὸ θέμα ν’ ἁπλουστεύσω καὶ σύντομος νὰ εἶμαι. Ἁπλουστεύεται, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ θέμα, ἄν χωρισθῇ εἰς δύο, δηλαδή: 1) τίς θέτει τὸ θέμα; καὶ 2) ποῖον τὸ θέμα. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, δηλαδή, τίς θέτει τὸ θέμα, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἰδική μας Ἐθνοσυνέλευσις δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀνακινεῖ, δημιουργεῖ καὶ θέτει τὸ θέμα, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον εἰσάγει ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὸ δημιουργούμενον καὶ ὑφιστάμενον ἤδη θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος. Εἶναι γνωσταὶ αἱ δηλώσεις καὶ τὰ διαγγέλματα τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, εἶναι γνωστὸν τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θὰ τὰ ἐπαναλάβω. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι δι’ ὅλων τῶν ἐγγράφων τούτων ἐτέθη ἔκτοτε, καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου, καὶ πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς παρούσης Ἐθνοσυνελεύσεως τὸ θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος, εἴτε ὑπὸ τὴν μίαν, εἴτε ὑπὸ τὴν ἄλλην μορφήν, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω ἀμέσως κατόπιν. Πρέπει λοιπόν, ν’ ἀποσαφηνισθῇ, ὅτι τὸ θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος εἶχεν ἀνακύψει καὶ εἶχεν ἀποφασισθῆ ὄχι ἀπὸ τὴν παροῦσαν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἀλλ’ ἄλλοθεν. Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς καὶ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, τότε ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς παρούσης Βουλῆς εἶναι ἄσκοπος. Ἠθέλησαν, δηλαδή, ν’ ἀποδείξουν προηγηθέντες ρήτορες, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι Συντακτική, ἄρα δύναται νὰ θέση ἐρώτημα περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ἄλλοι, ὅτι εἶναι Ἀναθεωρητική, καὶ συνεπῶς, δὲν δύναται νὰ προκηρύξῃ Δημοψήφισμα μὲ τοιοῦτον ἐρώτημα. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἴτε εἶναι Ἀναθεωρητικὴ, εἴτε εἶναι Συντακτικὴ, δὲν ἔχει παρὰ νὰ προκηρύξῃ τὸ ἔκτοτε ἀποφασισμένον Δημοψήφισμα, καὶ ὑποχρεοῦται νὰ τὸ προκηρύξῃ μὲ τὸ πράγματι ὑπάρχον ἐρώτημα. Δὲν ἔχει, συνεπῶς, ἡ συνέλευσις παρὰ νὰ ἐρευνήσῃ ποῖον τὸ πραγματικὸν ἐρώτημα καὶ αὐτὸ νὰ εἰσαγάγῃ, καὶ ταὐτοχρόνως, νὰ καθορίσῃ τὴν Δικονομίαν καὶ τὸν καλύτερον τρόπον τῆς διεξαγωγῆς του. Καὶ τώρα, τὸ δεύτερον μέρος, κύριοι βουλευταί, δηλαδὴ ποῖον τὸ περιεχόμενον τοῦ Δημοψηφίσματος, καθεστωτικὸν ἢ προσωπικόν; Προτοῦ προχωρήσωμεν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι τὸ προκείμενον θέμα, δὲν εἶναι ἕνα θέμα ἐπιστημονικὸν μὲ ἁπλοῦν θεωρητικὸν ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ τοιοῦτον πολιτικόν, μὲ ὕψιστον καὶ ζωτικὸν διὰ τὸν τόπον ἐνδιαφέρον. Συνεπῶς καὶ τὰ κριτήρια, διὰ μέσου τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ, δέον νὰ εἶναι κυρίως πολιτικὰ καὶ οὐχὶ στενῶς ἐπιστημονικὰ ἢ νομικά. Ὅσοι ἐπεχείρησαν νὰ λύσουν τὸ ζήτημα διὰ μέσου μόνον τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, νομίζω, ὅτι σφάλλουν διττῶς. Πρῶτον διότι τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον, ὡς ἐκ τῆς ὑφῆς καὶ τοῦ περιεχομένου του εἶναι ἕνα δίκαιον στατικόν. Δηλαδὴ τὸ συνταγματικὸν δὲν ἔχει ὡς ἀντικείμενον ἐρεύνης τὸ ἰδεῶδες πολίτευμα, ἢ τὴν ἰδεώδη πολιτικὴν κατάστασιν, ἀλλὰ στατικῶς ἐρευνᾷ τὴν ὑφισταμένην πολιτικὴν πραγματικότητα, τὴν ὁποίαν ἀναλύει καὶ τὴν μορφοποιεῖ νομικῶς. Θὰ ἐρευνήσωμεν συνεπῶς τὸ θέμα μας διὰ μέσου ὅλων τῶν κύκλων τοῦ Δημοσίου Δικαίου, διὰ μέσου τῆς ἱστορίας, ἀκόμη καὶ διὰ μέσου τῆς φιλοσοφίας, χωρὶς νὰ μᾶς διαφεύγῃ ποτὲ ἡ γραμμὴ τῆς πολιτικῆς πραγματικότητος καὶ τοῦ συμφέροντος εἰς τὴν πολιτείαν, τὸ ὁποῖον εἶναι σκοπὸς καὶ ἀληθὲς ἀντικείμενον τοῦ Δημοσίου Δικαίου. Ἀλλὰ καὶ ἂν χωρὶς προκατάληψιν, ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, θὰ ἐξαγάγωμεν ὀρθὰ συμπεράσματα. Τὴν ἔρευναν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, θὰ τὴν σχετίσω μὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας κ. Σαγιᾶ. Ὁ κ. Σαγιᾶς ἐν τῇ προθέσει του νὰ καταδείξῃ ἀκύρους τὰς δηλώσεις τοῦ Βασιλέως, ὁμιλεῖ κατὰ κόρον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐξεβιάσθη ἐκ διαφόρων αἰτίων διὰ νὰ κάμῃ, ὅσας ἔκαμε δηλώσεις καὶ θέσῃ ὑπὸ κρίσιν τὸ πολίτευμα. Ἡ θέσις αὕτη, τὴν ὁποίαν τοποθετεῖ ὁ κ. Σαγιᾶς ὁδηγεῖ εἰς σφάλμα ἐπιστημονικόν, ἀλλὰ καὶ ἔτι βαρύτερον σφάλμα πολιτικόν. Καθὼς εἶναι γνωστόν, ἡ Πολιτεία συγκροτεῖ τὴν νομικήν της προσωπικότητα διὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἀμέσων καὶ ἐμμέσων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διακρίνει κυρίως τὰ ἔμμεσα ὄργανα ἀπὸ τῶν ἀμέσων εἶναι, ὅτι ἡ βούλησις τῶν τελευταίων εἶναι ὑπερτέρα πάσης ἄλλης βουλήσεως καὶ εἰς οὐδεμίαν ἀνωτέραν βούλησιν ὑποτάσσεται. Ὅταν λέγωμεν ὅμως ὅτι τὸ ἄμεσον ὄργανον τῆς Πολιτείας, ὁ Βασιλεύς, ἐξηναγκάσθη νὰ θέση τὸ πολίτευμα ὑπὸ κρίσιν, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ βούλησις τοῦ Βασιλέως ὑπετάχθη ὑπὸ μίαν ἄλλην ἀνωτέραν τοιαύτην. Εἰς μίαν τοιαύτην ὅμως περίπτωσιν, τὸ ἄμεσον τοῦτο ὄργανον ἀπέβαλλε τὴν κυρίαν αὐτοῦ ἰδιότητα καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ βούλησίς του εὑρέθη ὑποτεταγμένη καὶ ἐξηναγκασμένη ὑπὸ μίαν ἄλλην, ἔπαυσε νὰ εἶναι ἄμεσον ὄργανον τῆς Πολιτείας. Εἰς τοιοῦτον δὲ ἄτοπον, νομίζω, ὅτι δὲν ἤθελε ποτὲ νὰ περιπέσῃ οὔτε ἡ πλειοψηφία, οὔτε ὁ κ. Εἰσηγητής. Τὸ πολιτικὸν δὲ σφάλμα τῆς τοιαύτης τοποθετήσεως ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι, θὰ ἦτο ὀρθότερον καὶ συμφερώτερον εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν διὰ τὴν ὁποίαν φέρεται ἀγωνιζομένη, ἂν ἔλεγεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐξ ἐλευθέρας βουλήσεως, ἐκτιμῶν τὰ περιστατικὰ καὶ τὰς ἐπικρατούσας συνθήκας, ἔθεσε μὲ βασιλικὴν χειρονομίαν τὸ πολίτευμα ὑπὸ κρίσιν διὰ νὰ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὸν τόπον ἐπαναστάσεις καὶ διχασμούς, ἐνεργῶν οὕτω μὲ ἀνώτερον πατριωτισμὸν καὶ μὲ ἀληθῆ δημοκρατισμόν. Καὶ τώρα, κύριοι βουλευταί, ἂς ἐξετάσωμεν μὲ ψυχραιμίαν καὶ ἀντικειμενικότητα περὶ τίνος θὰ κρίνῃ τὸ Δημοψήφισμα, περὶ τοῦ πολιτεύματος ἢ περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως; Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι μεθ’ ὅσα γνωρίζομεν, ὡς γραφέντα καὶ λεχθέντα καὶ ὡς πραγματικότητα, δὲν πρέπει νὰ ἀμφισβητοῦμεν σοβαρῶς τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐρωτήματος. Ὕστερα μάλιστα ἀπὸ τὰς ἐπεξηγηματικὰς ἐγγράφους δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας, καθ’ ἃς τὸ οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας, θὰ ἅπτεται ἀμέσως τοῦ πολιτεύματος, νομίζω λέγω, ὅτι ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτά, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ βυζαντινολογοῦμεν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα. Ἔχει πράγματι ἡ πλειοψηφία τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ Βασιλικὴ ὑπόθεσις ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν θέλησιν τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ; Ναὶ ἢ ὄχι; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον τὴν ἔχει, ἀλλὰ καὶ ὀρθῶς τὴν ἔχει. Εἰς μίαν ὅμως τοιαύτην περίπτωσιν, κύριοι βουλευταί, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συλλάβω εἰς τὴν φαντασίαν μου τὸν παίκτην, ὁ ὁποῖος ἐνῷ ἔχει πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἄλογό του θὰ ἔλθῃ πρῶτο, ἐν τούτοις ἀντὶ νὰ ποντάρῃ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα, ποντάρει ὅσο τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα. Εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν, ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, θὰ πρέπει νὰ συμβαίνῃ ἢ ὁ παίκτης αὐτὸς δὲν ἔχει καμμίαν πεποίθησιν εἰς τὸ ἄλογό του, ἢ εἶναι πολὺ κακὸς παίκτης. Ἀλλ’ οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο ἐπιτρέπεται νὰ συμβαίνῃ μὲ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐπιφορτισμένη μὲ τὴν βαρεῖαν καὶ ἱστορικὴν ὑποχρέωσιν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατατρύχει ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν τὸν τόπον καὶ δύναται νὰ τὸ λύσῃ ὁριστικῶς, δὲν δικαιοῦται νὰ ὑποπέσῃ ποτὲ εἰς μίαν τοιαύτην παράλειψιν. Καὶ ἔτι πλέον θέλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ προβλέψεις περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ Δημοψηφίσματος δὲν εἶναι μονοπώλιον οὐδεμιᾶς πτέρυγος. Ὅλοι προβλέπομεν τὸ ἀποτέλεσμα καί νομίζω, ὅτι πράγματι κανεὶς δὲν προβλέπει οὐσιωδῶς διαφορετικά. Καὶ τονίζω τοῦτο, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ἐξάρω τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος ἔθεσε τὸ ζήτημα. Εἶπεν ὁ κ. Κανελλόπουλος: «Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς παράσχῃ τὰς ἀπαραιτήτους ἐκείνας ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ἀνεπιφυλάκτως τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν καὶ στεγασθῶμεν καὶ ἡμεῖς ὑπὸ τὸ καθορισθησόμενον ὑπὸ τοῦ λαοῦ πολίτευμα». Καὶ ἡ δήλωσις αὕτη, κύριοι, ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν γνώμην μου, μίαν ἔξοχον χειρονομίαν, ἀξίαν πραγματικοῦ Ἀρχηγοῦ, δήλωσιν ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ καταπνιγῇ εἰς τὸν σάλον μιᾶς ἀγόνου ἀντιθέσεως καὶ μιᾶς ἐκ προκαταλήψεως ἀδυναμίας πρὸς συνεννόησιν. Δὲν βλέπω λοιπόν, διατὶ ἡ Συμπολίτευσις θὰ ἤθελε νὰ λύσῃ τὸ κεφαλαιῶδες αὐτὸ ζήτημα εἴτε ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ἐν συμφωνίᾳ πρὸς ταύτην. Τοιοῦτόν τι θὰ ἀπετέλει βαρύτατον καὶ ἀσυγχώρητον πολιτικὸν σφάλμα. Καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὑπῆρχον ἑκατέρωθεν ὑπόνοιαι καὶ ἔπρεπε νὰ ἀρθοῦν, τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος, ἐστάθη εἰς τὸ μέσον τῶν ὑπονοιῶν καὶ τῶν ἀντιθέσεων καὶ ὑπέβαλε διὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τροπολογίαν περιέχουσαν μίαν σαφῆ καὶ τιμίαν πρότασιν συνισταμένην εἰς τοῦτο. Τὸ ἐρώτημα νὰ διατυπωθῇ σαφῶς. Ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν «Βασιλεία–Γεώργιος», ὥστε νὰ λυθῇ ταὐτοχρόνως καὶ τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ προσώπου τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν «Ἀβασίλευτος Δημοκρατία». Μόνον ἔτσι, κύριοι βουλευταί, θὰ τερματισθῇ ὁριστικῶς τὸ περίφημον καταστὰν πολιτειακόν, θὰ ἐπέλθῃ ἡ τόσον ἀπαραίτητος Ἐθνικὴ ἕνωσις, καὶ θὰ παρασχεθῇ εἰς ὅλας τὰς πτέρυγας, καὶ εἰς ὅλας τὰς Ἐθνικὰς ἀποχρώσεις ἡ ἠθικὴ δυνατότης πραγματικῆς συνεργασίας, ὑπὲρ τῶν κοινῶν καὶ τῶν ὑψίστων σκοπῶν. Καὶ προτοῦ κατέλθω τοῦ βήματος, κύριοι, θέλω καὶ τοῦτο νὰ τονίσω. Ὁ τόπος αὐτός, ὁ ὁποῖος καλύπτεται ἀπὸ μεγάλας δόξας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μεγάλας συμφοράς, πολλάκις εἰς τὸ παρελθὸν ἠπειλήθη ἀπὸ μικροὺς καὶ μεγάλους κινδύνους. Κανένας ὅμως ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ παρελθόντος δὲν εἶχε τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν κρισιμότητα τοῦ σημερινοῦ. Ὁ τόπος μας ὑπεχρεώθη νὰ σταθῇ εἰς μίαν πολὺ δύσκολον καὶ ἀνάντη καμπήν, τοῦ ἱστορικοῦ του βίου. Θὰ διέλθῃ ἐπιτυχῶς τὴν καμπὴν αὐτήν, ἄν εὑρεθῇ ἡνωμένος καὶ ἀδιαίρετος καὶ θὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἱστορικήν του ὁλοκλήρωσιν καὶ τὴν ἐπιβαλλομένην δικαίωσιν τῶν θυσιῶν του. Ἐὰν ὅμως, εὑρεθῇ διῃρημένος, θὰ κινδυνεύσῃ νὰ πέσῃ ἀνεπανορθώτως εἰς τὸν κρημνὸν τοῦ ὁριστικοῦ ἀφανισμοῦ καὶ τῆς ἱστορικῆς λήθης. Ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ διλήμματος, κύριοι, δὲν ὑπάρχουν κόμματα καὶ κομματικαὶ τοποθετήσεις. Ὑπάρχει ἡ εὐθύνη ὅλων μας, ἀπὸ τῶν ἀρχηγῶν μέχρι τῶν τελευταίων βουλευτῶν, αὐτοτελὴς καὶ ἀκεραία δι’ ἕκαστον ἰδιαιτέρως. Καὶ ἐνώπιον τῆς εὐθύνης αὐτῆς οὐδεὶς δικαιοῦται ν’ ἀντιπαρέλθῃ μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν. Ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἱστορίας, ἡ εὐθύνη θὰ βαρύνῃ, δι’ ὅλους, ἀλλὰ θὰ βαρύνῃ συντριπτικῶς ἰδίᾳ εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ σταθοῦν ἀδιάλλακτοι καὶ ἀπρόθυμοι διὰ τὴν συνεννόησιν. Ἄς ἀρθῶμεν λοιπὸν ὅλοι εἰς τὸ ὕψος τῶν εὐθυνῶν τὰς ὁποίας μᾶς ἐπιβάλλουν αἱ κρίσιμοι τῷ ὄντι στιγμαί, τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ Πατρίς. (Χειροκροτήματα).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μαλλιάκας ἔχει τὸν λόγον.
§105Ν. ΜΑΛΛΙΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ 30 καὶ πλέον ἔτη τὸ καθεστωτικὸν ἀποτελεῖ τὴν μεγάλην καὶ ἀνοικτὴν πληγήν, τὸ χρόνιον νόσημα εἰς τὸν ἀσθενῆ ὀργανισμὸν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ τραγικὸν δὲ διὰ τὴν μοῖραν τῆς Ἑλλάδος εἶναι, ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποτροπὴν τῆς νόσου εἰς τὰς πλέον κρισίμους καὶ ἱστορικὰς στιγμάς, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος ἀγωνίζεται τὸν ἀγῶνα αὐτῆς ταύτης τῆς ἐπιβιώσεώς του. Παράδειγμα, ὁ ἐμφύλιος σπαραγμὸς τοῦ πρώτου εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδίδετο ἡ μοναδικὴ καὶ ἱστορικὴ εὐκαιρία εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπεκταθῇ ἐδαφικῶς καὶ πλουτοπαραγωγικῶς εἰς βιώσιμον κράτος, καὶ τὴν ὁποίαν εὐκαιρίαν, δυστυχῶς, ἀπωλέσαμεν ἐκ τοῦ λόγου τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐθνοκτόνου αὐτοῦ νοσήματος. Παράδειγμα, ἡ σημερινὴ ἐμφάνισις εἰς στιγμάς, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐρήμωσις καὶ ἡ ἐρείπωσις, εἰς τὰς ὁποίας περιῆλθεν ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὴν 4ετῆ ἐχθρικὴν κατοχήν, καὶ τὴν καταστροφικὴν μανίαν τῶν ἐγκληματιῶν τῆς ἀριστερᾶς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς καὶ μετ’ αὐτήν, εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔχει ἀνάγκην τῆς βοηθείας καὶ τῆς συγκεντρώσεως ὅλων τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων εἰς μίαν ὑπερτάτην προσπάθειαν διὰ τὴν ἀξιοποίησιν τῶν μεγάλων της θυσιῶν, τῶν πρώτων μεταξὺ ὅλων τῶν συμμάχων νικητῶν, ἀποτελεῖ ἀναγκαίαν σήμερον δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἐπιβίωσίν της. Ἀξιοποίησιν, λέγω, ἥτις δέον νὰ ἐκτελεσθῇ ἐντὸς τῶν πλέον περιωρισμένων χρονικῶν περιθωρίων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπέμειναν καὶ ἐν ὄψει τῶν ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζομεν ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τὰς ὁποίας ὅλοι καλῶς γνωρίζομεν. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐπιτακτικὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην τοῦ ταχέως τερματισμοῦ τῆς πολιτειακῆς μας ἐκκρεμότητος. Οὐδένα ἔχομεν δισταγμὸν καὶ οὐδεμίαν διατηροῦμεν ἐπιφύλαξιν ὡς πρὸς τὸν χρονικὸν προσδιορισμὸν καὶ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρξουν αἱ ἀπαραίτητοι προϋποθέσεις καὶ νὰ δοθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αἱ πραγματικαὶ ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐλευθέραν ἐκδήλωσιν τοῦ πολιτειακοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ κατὰ τρόπον καθιστῶντα τοῦτο ἀδιάβλητον καὶ δυνάμενον νὰ ἀναγνωρισθῇ παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἐθνικῶς σκεπτομένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ τεθῇ ὁριστικὸν τέρμα εἰς τὴν πολιτικήν μας αὐτὴν διαμάχην, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους. Τούτων οὕτως τιθεμένων καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐξασφαλίσει τὴν σύμφωνον γνώμην τῶν συμμάχων, ἐρωτῶμεν: Διατὶ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν ἔστω, ἀντὶ τῆς ἀνασυντάξεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, δὲν ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις μέχρι σήμερον νὰ συγκαλέσῃ τὴν διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐνῷ ὀρθῶς, βεβαίως, ἐκάλεσεν ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου τοὺς παρατηρητάς; Διατὶ δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀποκατεστάθη ἡ δημοσία τάξις ἀπὸ τῆς ἀναλήψεως ταύτης τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐπεδεινώθη κατὰ τρόπον καθιστῶντα εὐχερῆ τὴν δρᾶσιν τῶν ἐγκληματικῶν συμμοριῶν τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν μωριῶν τῶν ὀργανώσεων τῆς δεξιᾶς; Καὶ ἐρωτῶμεν: Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς ἐννοεῖ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος ὑπὸ τὴν ἑκατέρωθεν πρόταξιν τῶν ὅπλων; Πῶς, πολιτικῆς αὐτὴ προελεύσεως καὶ συγκροτήσεως, εὑρίσκει ἑαυτὴν κατάλληλον διὰ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος, τοῦ ὁποίου τὸ θέμα εἶναι καθαρῶς ἐθνικόν; Ἀφοῦ ἄριστα γνωρίζει, διότι ἐξετέθησαν πλεῖστοι καὶ ποικίλοι λόγοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, παρ’ ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε ὁμιλησάντων, καὶ ἀπὸ αὐτὸν τοῦτον τὸν Βασιλέα, ὅστις διὰ διαγγέλματός του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ διὰ τῆς ἐπιστολῆς του πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν μεγάλων συμμάχων μας, ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ὑφίσταται ζήτημα θρόνου, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾷ ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ, ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος προσωπικοῦ, ἁπλῆς δηλαδὴ ἐπανόδου του εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἀνεγνώρισε τὴν κρίσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας, ὅτι ὑπάρχει δηλαδὴ ζήτημα καθεστωτικόν, πῶς, λέγω, δὲν θέτει κατὰ τρόπον σαφῆ καὶ κατηγορηματικὸν τὸ ἐρώτημα; Βασιλεία ἢ Δημοκρατία, Βασιλευομένη ἢ Ἀβασίλευτος Δημοκρατία, ἀλλὰ τηρεῖ στάσιν ἀνειλικρινῆ καὶ καθιστᾷ ἑαυτὴν ὕποπτον, τόσον ἔναντι ἡμῶν, ὅσον καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Τίνα λόγον εἶχεν ἡ πρόκλησις τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως ἀπὸ μέρους τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ προκηρύξεως τοῦ Δημοψηφίσματος» βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας κ. Σαγιᾶ, ὅστις προκαλῶν τὴν Δημοκρατικὴν παράταξιν, παραποιῶν τὴν ἱστορίαν τοῦ ψηφίσματος καὶ τὴν πρόσφατον πολιτικὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων ἐτῶν, θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ τὰ ἠθικὰ ἐλατήρια καὶ τὴν ἐθνικὴν δρᾶσιν τῶν ἀρχηγῶν τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως; Ἐρωτᾶται, ἐν ἐπιγνώσει τῆς Κυβερνήσεως ὁ αὐτὸς βουλευτής, κατὰ τὴν προφορικὴν ἀνάπτυξιν τῆς εἰσηγήσεώς του ἐνώπιον ἡμῶν, ἀντὶ νὰ ἐπανορθώσῃ, ἐπιτίθεται καὶ πάλιν κατὰ τῶν ἀρχηγῶν τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν μεταξὺ τῆς ἐθνικῆς δημοκρατικῆς καὶ τῆς ἀντεθνικῆς κομμουνιστικῆς δράσεως; Πιστεύει, μήπως, ὅτι τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα θεωρεῖ περισσότερον ἐχθροὺς τοὺς Βασιλόφρονας, ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Δημοκρατικούς; Νομίζει τέλος, ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐὰν διὰ τῆς ἀδιαλλαξίας της, ὠθήσῃ τὴν Δημοκρατικὴν παράταξιν εἰς ἀποχὴν ἐκ τοῦ Δημοψηφίσματος, ἐξυπηρετεῖ τὴν Πατρίδα, ἐπιτελεῖ τὸ ἐθνικόν της καθῆκον καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν μόνη νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ Δημοψήφισμα ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ Ἐθνικοῦ Δημοκρατικοῦ κόσμου; Τὰ ἐρωτήματα αὐτά, ἁπλᾶ καθ’ ἑαυτά, προβάλλουν αὐθορμήτως εἰς τὴν ψυχὴν παντὸς ὑγειῶς, ἐθνικῶς καὶ ἀντικειμενικῶς σκεπτομένου Ἕλληνος καὶ εὑρισκομένου μακρὰν τῶν πολιτικῶν καὶ πολιτειακῶν μας παθῶν. Εἰς τὰς ἱστορικὰς στιγμάς, τὰς ὁποίας διέρχεται τὸ Ἔθνος, ἡ μοῖρα τῆς Ἑλλάδος ἐπεφύλαξεν εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα τὴν λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μίαν καὶ πλέον τριακονταετίαν ταλαιπωρεῖ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Πατρὶς ἔχει ἀνάγκην σήμερον ἡγεσίας, ἐθνάρχου ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ κομματάρχου, διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὸ πρόβλημα τοῦτο λύσιν ἐθνικὴν καὶ ὄχι κομματικήν. Διότι, ὑπεράνω καὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Θρόνου, ὑπάρχει ἡ Ἑλλάς. (Χειροκροτήματα).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Μελᾶς.
§107Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐξ ἰδιοσυγκρασίας καὶ πεποιθήσεως εἶμαι ἐχθρὸς τῶν πολλῶν λόγων. Ἀλλ’ ἁπλοῦς εἶναι καὶ τῆς ἀληθείας ὁ μῦθος. Ἡ Κυβέρνησις, συνεπὴς πρὸς τὰς προεκλογικάς της ἐπαγγελίας καὶ πρὸς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις, ἐν συνεχείᾳ καὶ συσχετισμῷ πρὸς τὰ μέτρα τάξεως, εἰσήγαγε καὶ τὸ περὶ Δημοψηφίσματος ψήφισμα. Τὸ πολιτειακὸν ἀπετέλεσε, πράγματι, τὸ ἀπόστημα τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, κινδυνεύει ἀναμφισβητήτως νὰ μεταβάλῃ τὸ ἀπόστημα εἰς χρόνιον καὶ ἀθεράπευτον συρίγγιον. Ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται ἐνώπιον ἡμῶν ἐπιλήσμων τῶν διεθνῶν ἐπαγγελιῶν, τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν ἐπαγγελιῶν τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Βασιλέως. Ἐμφανίζεται ἐνώπιον ἡμῶν ὡς ἰσχυρὸς ὀφειλέτης, ἀρνούμενος εἰς τὸν ἀνίσχυρον δανειστὴν καὶ τὸν τύπον καὶ τὸ ποσὸν καὶ τὸν χρόνον τῆς ὀφειλῆς. Εἶναι ὅμως, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπαραίτητον ἐθνικῶς, ὅπως τὸ πολιτειακὸν λυθῇ ἀδιαβλήτως καὶ ὁριστικῶς. Διὰ νὰ λυθῇ τὸ πολιτειακόν, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ λυθῇ κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον καὶ θὰ λυθῇ οὕτω, ὅταν τεθῇ τὸ ἐρώτημα σαφῶς. Ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ θέσῃ ἐρώτημα περὶ καθεστῶτος, ἐκφυλίζει τὸ ἐρώτημα εἰς τοιοῦτον περὶ τόπου διαμονῆς τοῦ Βασιλέως. Πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ τὸ Ἔθνος ἂν ἐπιθυμῇ Βασιλείαν ἢ Δημοκρατίαν καὶ τὸ Ἔθνος γνωρίζει νὰ ἀπαντᾷ σαφῶς. Διὰ νὰ διεξαχθῇ ὅμως ἀδιάβλητον Δημοψήφισμα, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ λάβῃ χώραν ἡ ἐμπέδωσις τῆς τάξεως. Καὶ μεταξὺ τῆς ἐμπεδώσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Δημοψηφίσματος, πρέπει νὰ ἐμφυλοχωρήσῃ τὸ διάστημα τῆς ψυχραίμου λογικῆς, τοῦ ἑνὸς τοὐλάχιστον μηνός. Ἡ Κυβέρνησις σφάλλει, θέτουσα τὸ ἐρώτημα καθὼς τὸ θέτει, ἐπειδή, ἀντὶ νὰ θέσῃ ὑπόδικα τὰ καθεστῶτα, θέτει ὑπόδικον τὸν Βασιλέα καὶ τὸν μεταβάλλει εἰς πολιτευτὴν τῶν μικρῶν συνοικιῶν. Εἰς τὸ παρελθόν, κύριοι βουλευταί, ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν εὐθύνην τοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ συμμετόχου τῶν εὐθυνῶν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους, ἀπευθύνω πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Κυβερνήσεως καὶ δι’ αὐτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν καὶ διακηρύσσω, ὅτι εἶναι σφάλμα νὰ νομισθῇ, ὅπως νομίζεται, ὅτι κατευθυνόμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ, ἐπειδὴ ἐθνικὸς διχασμὸς ὑφίσταται, καὶ ὑφίσταται πλήρης. Καὶ τὸ ἕτερον σκέλος τοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ εὑρίσκεται ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης. Ὁ κίνδυνος, δὲν εἶναι κίνδυνος ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Ὑπευθύνως καταγγέλλω τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὅπως βαδίζει, θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Καὶ ἐθνικὸς διχασμός, πρωτοφανὴς εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ Ἔθνους, θ’ ἀποτελέσῃ τὸν ὁριστικὸν τῆς Πατρίδος ὄλεθρον. Βουλευτής τις τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀπευθυνόμενος ἢ μᾶλλον διακόπτων, τὸν ἔντιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, ζητήσαντα προϋποθέσεις γνησίας ἐτυμηγορίας τοῦ Ἔθνους εἰς τὴν ὕπαιθρον, τὸν διέκοψε καὶ σκώπτων αὐτόν, τοῦ εἶπε: Τί τὴν θέλετε τὴν ὕπαιθρον, ὅταν δὲν ἔχετε ὀπαδούς; Νομίζω, ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπαντῶν: Ἂς μᾶς δώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς προϋποθέσεις τῆς συναντήσεώς μας μετὰ τῆς ὑπαίθρου καὶ ἡμεῖς δίδομεν τὸν λόγον μας, ὅτι θ’ ἀνακαλύψωμεν τοὺς ὀπαδούς μας. (Χειροκροτήματα). Ἡμεῖς, ἐν πάσῃ περιπτώσει, συνεπεῖς πρὸς τὴν ἐντολὴν τῶν ψυχραίμων καὶ ὡρίμων ἐκείνων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔστειλαν ἐδῶ διὰ νὰ θεραπεύσωμεν τὰ δεινὰ τῆς Πατρίδος, ὄχι διὰ τῆς χειρουργικῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς παθολογικῆς τοιαύτης, ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν μας εὐπρεπῶς καὶ ἐθνικῶς, ἔχομεν ἡμεῖς τὴν εὐχέρειαν, ὄχι μόνον νὰ συγκρατήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς φίλους μας, τοὺς φίλους τῶν ἰδεῶν μας, ἀλλ’ εἴμεθα καὶ οἱ μόνοι ἁρμόδιοι νὰ ἐπαναφέρωμεν καὶ τὰ «ἀποδημητικὰ τῆς Δημοκρατίας» ἀπὸ τὰς στέππας εἰς τὰς Ἀθήνας! Καὶ τὴν Δημοκρατίαν, δὲν τὴν θέλομεν ἁπλῆν προθήκην ἀπάτης τῆς μάζης, ἀλλὰ συνεχῆ λειτουργίαν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς μάζης, ἡ ὁποία περίλουστος ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὸ αἷμα τῆς θυσίας, ἀναμένει νὰ ἴδῃ ἐπὶ τέλους τὴν ὥραν της. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν, ὅπως ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ, συναισθανόμενοι καὶ διαβλέποντες καλῶς τοὺς κινδύνους, ἀπὸ κοινοῦ, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, σώσωμεν τὴν Ἑλλάδα. Καὶ θὰ τὴν σώσωμεν, ὅταν θέσωμεν ἐκποδών, κύριοι βουλευταί, τὸ πολιτειακόν· καὶ τὸ πολιτειακὸν θὰ τεθῇ ἐκποδὼν καὶ θ’ ἀποφευχθῇ ὁ ἐθνικὸς τριχασμός, ὅταν ἀπὸ κοινοῦ συνεννοηθῶμεν διὰ τὰς προϋποθέσεις τοῦ ἀδιαβλήτου Δημοψηφίσματος, ὅταν ἀπὸ κοινοῦ συμφωνήσωμεν νὰ θέσωμεν δύο ψηφοδέλτια πρὸς κρίσιν καὶ ὄχι μόνον ἐπώνυμον τὸν Βασιλέα καὶ ἀνώνυμον τὴν Δημοκρατίαν, ὡς ἄν ἡ Δημοκρατία νὰ εἶναι ὑπόθεσις ἀκατανόμαστος! Ὁ λαός, κύριοι βουλευταί, διεξήγαγε τοὺς ἀγῶνας του μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ ἐκαλεῖτο, ν’ ἀποφανθῇ κυριάρχως καὶ ἐλευθέρως, μετὰ τὸ τέρμα τοῦ πολέμου, ὄχι περὶ τῆς ποιότητος τῶν Βασιλέων, ἀλλὰ περὶ τῆς ποιότητος τῶν καθεστώτων! (Χειροκροτήματα).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§109Γ. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὸ ἓξ περίπου ἐτῶν, ὅταν ὅλος ὁ πολιτισμένος κόσμος ἐτέλει ὑπὸ τὸν ζόφον τῆς συμφορᾶς, ὅταν οἱ πλόκαμοι τοῦ ἄξονος ἡπλοῦντο εἰς τὴν μίαν χώραν μετὰ τὴν ἄλλην καὶ τὰς καθυπέτασσον εἰς τὴν νέαν τάξιν πραγμάτων, ἕνας λαὸς μικρός, ἀλλὰ γενναῖος, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἔδωσεν ὅλον τὸ μέτρον τοῦ ἀληθινοῦ ἡρωϊσμοῦ. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἂν ἔχωμεν νὰ ἐπαιρώμεθα διὰ τὰς νίκας τῆς Ἀλβανίας, τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλεται εἰς τὴν προηγηθεῖσαν περίοδον τῆς 4ης Αὐγούστου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρὸς τοὺς μεγάλους μας νεκρούς, πρὸς τὸν θρῦλον ποὺ ἐπετέλεσεν ἡ Ἑλλὰς τότε, ὀφείλεται περισσότερος σεβασμός.
§110ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ σᾶς. (Διαμαρτυρίαι διὰ τὴν διακοπήν, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§111Γ. ΜΕΛΑΣ. Διότι ὁ ἄφθαστος ἡρωϊσμὸς αὐτός, ἐνέπνευσε τὴν πολιτισμένην ἀνθρωπότητα καὶ τῆς ἔδωσεν ἐλπίδας εἰς στιγμὴν γενικῆς ἀποθαρρύνσεως. Δὲν εἶχε δὲ καμμίαν σχέσιν ὁ ἡρωϊσμὸς τῶν Ἑλλήνων μὲ τὴν 4ην Αὐγούστου.
§112Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ. ... (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§113Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἰταλικὰ νὰ τὸ εἰπῆτε. (Γέλωτες ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι).
§114Γ. ΜΕΛΑΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως σχέσιν μὲ τὴν 4ην Αὐγούστου, ὁ πηγαῖος ἡρωϊσμὸς ἑνὸς μεγάλου, ἀληθινά, λαοῦ, ἑνὸς λαοῦ περιουσίου, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ βιολογικὴν ἀνωτερότητα εἶχε καὶ ἠθικὴν ἀκτινοβολίαν τόσην, ὥστε νὰ δικαιοῦται νὰ ἐγγράψῃ μὲ τοὺς ἄθλους του μίαν νέαν περίοδον πολιτισμοῦ ἑλληνικοῦ, νέαν περίοδον δημιουργοῦσαν ἀνεξαλείπτους τίτλους κατοχυρώσεως τῶν ἐθνικῶν μας δικαίων. Τῶν δικαίων ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων προθύμως ἐσφαγιάσθη ὁλόκληρος ἡ σημερινὴ γενεά. Ἄν προσῆλθον ἀθρόοι οἱ Ἕλληνες νὰ κάμουν τὸ καθῆκον των, ἂν ἄνδρας νέους, ὡς μερικοὶ ἀπὸ τοὺς παρακαθημένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος καὶ τόσους ἄλλους τοὺς εἴδομεν ἐξερχομένους ἀπὸ τὴν ἐξορίαν, διὰ νὰ κάμουν τὸ καθῆκον των εἰς τὰ βορειοηπειρωτικὰ βουνά, βέβαια κανεὶς δὲν θὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αὐτοὺς τοὺς ἐνέπνευσεν ἡ 4η Αὐγούστου. Ἄν ἀκόμη αἱ Ἠπειρώτισσαι εἰς τὴν Πίνδον ἀνεβίωσαν τὸν ἡρωϊσμὸν τῶν Σουλιωτισσῶν τοῦ Ζαλόγγου, ποίαν σχέσιν ἔχει τοῦτο μὲ τὴν 4ην Αὐγούστου; Ἀλλ’ ἦλθεν, κύριοι βουλευταί, μετὰ ἓξ ὁλόκληρα ἔτη πόνων, ταλαιπωριῶν, βασάνων, θανάτου καὶ συμφορᾶς, ἡ ὥρα τῆς δικαιώσεως. Δικαιώσεως καὶ ὄχι ἀνταμοιβῆς. Διότι ὁ ἡρωϊσμὸς δὲν πληρώνεται. Οἱ ἥρωες δὲν εἶναι μισθοφόροι. Καὶ ἔρχεται τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς κριτάς του. Τὰ ὄνειρα, αἱ προσδοκίαι ἑνὸς ὁλοκλήρου Ἔθνους καὶ οἱ κόποι αὐτοῦ, ἔχουν ἐπίκεντρον τὴν Διάσκεψιν τῶν Παρισίων, ὅπου σήμερον κρίνεται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος. Δύο καὶ μόνον θέματα ὑπάρχουν σήμερον διὰ πάντα Ἕλληνα, ἄξιον τοῦ ὀνόματός του. Ἡ σθεναρά, ἡ τιμία, διεκδίκησις τῶν ἐθνικῶν μας δικαίων καὶ ἡ σοβαρὰ προσπάθεια διὰ τὴν ἐθνικήν μας ἀνασυγκρότησιν. (Χειροκροτήματα). Κάθε ἄλλο ζήτημα παραμερίζεται ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἐξοβελίζεται, ἐὰν ἔχωμεν καὶ μόνον συνείδησιν τῶν εὐθυνῶν μας. Καὶ ὅμως τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐξελέξεν ἡ κυβερνῶσα πλειοψηφία, διὰ νὰ θέσῃ ζήτημα Δημοψηφίσματος. Ἀπὸ τῆς πρώτης μάλιστα στιγμῆς τῆς δημοσίας ἐμφανίσεώς της, εἶχεν ἐξαγγείλει διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ὅτι εἰς ἓν κυρίως ἀπέβλεπε. Διότι δι’ ὅλα τὰ ἄλλα ἐλέχθη, ἀρκετὰ ἐκτεταμένα ἐδῶ, πόσον πτωχαὶ ἦσαν αἱ προγραμματικαὶ κατευθύνσεις. Ἕν ζήτημα μόνον ἀπετέλει τὸ κέντρον τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀπασχολήσεών της. Ἡ τακτοποίησις τῆς πολιτειακῆς ἀνωμαλίας. Κύριοι βουλευταί, παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ἡ πλειοψηφία, διὰ τῆς σειρᾶς καὶ τῆς προτεραιότητος ποὺ δίδει εἰς τὰ ζητήματα καὶ διὰ τῶν καθημερινῶν της ἐκδηλώσεων εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅτι ἔχομεν τάχα τὸ προνόμιον νὰ ἀποχωρίσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπον κόσμον εἰς ἓν στεγανὸν διαμέρισμα. Ἐὰν τοιαύτη ἦτο, πράγματι, ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἦτο ὄντως ἀξιοζήλευτος. Ἐνθυμίζει ἡ τάσις αὐτὴ τῆς Συμπολιτεύσεως τοὺς ἐξερευνητὰς τῆς στρατοσφαίρας, οἱ ὁποῖοι ἐγκλείονται εἰς τὸ στεγανόν των ἐκεῖνο διαμέρισμα, ἀλλὰ λησμονεῖ τοῦτο: Ὅτι οἱ ἄξιοι αὐτοὶ ἄνδρες ἐφοδιάζονται καὶ μὲ ποσότητα ὀξυγόνου. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλάς, ἐὰν πράγματι ἠμπορῇ ν’ ἀπομονωθῇ ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπον κόσμον; θὰ ἔχῃ μίαν σοβαρὰν ἔλλειψιν: στερεῖται ὀξυγόνου! Ἐξαρτᾶται καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἐπιούσιόν της ἀκόμη ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν. Κάθε ζήτημα χώρας μικρᾶς, ὡς ἡ Ἑλλάς, εἶναι συνάρτησις πολλῶν περιστάσεων καὶ γεγονότων, οὐδὲν ἐκ τῶν ὁποίων ἠμπορεῖ νὰ παραβλεφθῇ ἀζημίως εἰς οὐδεμίαν στιγμὴν τοῦ βίου της, ἀκόμη περισσότερον, ὅταν πρόκειται νὰ διεκδικήσωμεν, ὅπως συμβαίνει σήμερον, τὰ ἱερὰ καὶ ἀπαράγραπτα ἐκεῖνα δίκαια, τὰ ὁποῖα μυριόστομος ἡ φωνὴ τῶν νεκρῶν μᾶς ἐπιτάσσει ὡς ἱερὰν ἐθνικὴν ἐπιταγήν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Τείνομεν νὰ προσδώσωμεν εἰς τὸ κεφαλαιῶδες αὐτὸ ζήτημα μίαν μορφὴν αὐστηρῶς ἐσωτερικοῦ ζητήματος. Καὶ δὲν εἶμαι, βεβαίως, ἐγὼ ἐξ ἐκείνων τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι εὐχαρίστως θ’ ἀπεμπόλουν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπολύτου ἐθνικῆς των ἀξιοπρεπείας καὶ ἀνεξαρτήτου σκέψεως, ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν καὶ ὡρισμέναι στιγμαί, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ σύνεσις εἶναι καλύτεροι ὁδηγοὶ ἀπὸ τὸν συναισθηματισμόν. Καὶ τοιαύτη, κατ’ ἐξοχήν, εἶναι ἡ σημερινὴ στιγμή. Πιστεύομεν ἀκόμη, ὅτι μὲ τὸν κατὰ τρόπον περίεργον καὶ αὐθαίρετον διαχωρισμὸν μεταξὺ τῶν ἰσοτίμων καὶ κυριάρχων κριτῶν τῶν Ἑλληνικῶν καὶ παγκοσμίων ὑποθέσεων ἠμποροῦμεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος. Κριτῶν μας ἰσοτίμων μεταξύ των καὶ κυριάρχων, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν. Νομίζομεν καὶ πιστεύομεν, λέγω, σοβαρῶς, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀτενίσωμεν πρὸς τὴν δικαίωσιν καὶ τὴν ἱκανοποίησιν καὶ τοῦ ἐλαχίστου μόνον ὁρίου ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀκλόνητα δικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν χωρὶς τὴν σύμπραξιν ὅλων τῶν κριτῶν μας. Αὐτό, κύριοι, εἶναι μία πλάνη ἀσύγγνωστος, ἀλλὰ πλάνη, ἡ ὁποία ἀτυχῶς, μᾶς παρακολουθεῖ ἀχώριστα εἰς κάθε σκέψιν καὶ κάθε ἐκδήλωσίν μας. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα ἔπρεπε νὰ συγκινῇ τὴν πλειοψηφίαν ἔτι περισσότερον ἢ οἱονδήποτε ἐξ ἡμῶν, διότι εἰς ἐκείνην ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικά μας δίκαια ἐκ μιᾶς συγκυρίας περιστάσεων, ἡ ὁποία ὁμολογῶ, τὴν ηὐνόησεν ἀπιστεύτως. Ἐννοῶ τὸ ἀπαισίας μνήμης κίνημα τοῦ Δεκεμβρίου, χάρις εἰς τὸ ὁποῖον συνεκέντρωσε μίαν πλειοψηφίαν ἀνέλπιστον. Δὲν μέμφομαι κανένα, διαπιστώνω ἁπλῶς ἓν ἀπολύτως ἀκλόνητον γεγονός. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι δημιουργεῖ μόνον ἐπιπρόσθετον μέτρον εὐθύνης διὰ τὴν Συμπολίτευσιν καὶ τὴν κυβερνῶσαν παράταξιν. Ὡμίλησαν πολλοὶ ρήτορες τῆς Συμπολιτεύσεως περὶ τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς ποὺ ἔλαβεν ἐκ τοῦ λαοῦ, θεωρίας ἀπηρχαιωμένης ἐπιστημονικῶς καὶ πάντως μὴ ἀπορρεούσης ἐκ τοῦ Συντάγματός μας ποὺ καθιερώνει τὴν ἀντίθετον ἀρχήν. Ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς ποὺ τοὺς ἐδόθη δῆθεν κατὰ τὰς ἐκλογάς, νὰ μεριμνήσουν περὶ ἑνὸς ζητήματος, κατὰ προτεραιότητα παντὸς ἄλλου, περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς νομιμότητος, ὡς λέγουν. Καὶ ἡ χρῆσις ἀκόμη αὐτῆς τῆς λέξεως ἀναπολεῖ εἰς τὴν μνήμην μου κάτι πολὺ περίεργον, τοὺς μοναρχικοὺς τῆς Γαλλίας τοὺς légitimistes ἐπονομαζομένους, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως αἰῶνος, κατ’ ἀποκλεισμὸν κάθε ἄλλης σκέψεως, ἐπίστευαν εἰς τὴν κατὰ κληρονομικὸν δικαίωμα ἀπόλυτον μοναρχίαν τῶν Βουρβώνων. Καὶ αὐτό, κύριοι, εἶναι μία καταδικαστέα σκέψις, ἡ ὁποία μᾶς περιάγει ἑνάμισυ αἰῶνα πίσω ἀπὸ τὴν σημερινὴν πραγματικότητα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως). Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Θὰ ἠρώτων τοὺς ἀγαπητοὺς συναδέλφους τῆς πτέρυγος αὐτῆς: Νομίζουν καὶ ἰσχυρίζονται, ἐθνικόφρονας ἀποκαλέσαντας ἑαυτούς, ὅτι δὲν ἔλαβον μαζὶ μὲ τὴν ἐπιτακτικὴν αὐτὴν ἐντολὴν καὶ μίαν ἄλλην ἐντολήν, ἀκόμη πλέον ἐπιτακτικήν, τὴν ἐντολὴν δηλονότι, νὰ μὴ φεισθοῦν προσπαθειῶν καὶ κόπων, διὰ νὰ φέρουν εἰς πέρας ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὰ αἵματα τόσων ἡρώων καὶ αἱ προσδοκίαι τόσων γενεῶν τοῦ Ἔθνους μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ ἀξιώσωμεν; Καὶ νομίζουν, ἀκόμη, ὅτι ἐὰν ἐτίθετο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ ἐρώτημα τὶ πρέπει νὰ ἐκλέξουν μεταξὺ τῶν δύο ἐπιτακτικῶν ἐντολῶν τὴν ἄμεσον ἐπαναφορὰν τοῦ Ἄνακτος ἢ τὴν ἄμεσον καταβολὴν πάσης προσπαθείας διὰ τὴν δικαίωσιν τῶν Ἑλληνικῶν πόθων, ποία θὰ ἦτο ἡ ἀπάντησις: Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχῃ κανεὶς μεγάλην δόσιν κακῆς πίστεως διὰ νὰ μὴ παραδεχθῇ, ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκετο καὶ ἕνας μόνον Ἕλλην, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπεμπόλει τὰς ἐλπίδας του διὰ τὴν εὐόδωσιν τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων ἔναντι ἑνὸς πράγματος οὐδαμῶς τιθεμένου ἐν κινδύνῳ ἐκ τῆς βραχυχρονίου ἀναμονῆς. Διότι, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐχθρῶν, ἐπιβουλευομένων τὰ ὅσα προσδοκᾶτε νὰ ἐπιτύχητε, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ Ἑλλήνων κακῆς πίστεως μὴ θελόντων νὰ λύσουν ριζικῶς τὸ ζήτημα τοῦ πολιτεύματος, θὰ σᾶς ἔδιδα ἀπόλυτον δίκαιον. Ἀλλὰ γνωρίζετε ἀπὸ πολλοῦ πόσον πάγκοινος εἶναι ἡ ἐθνικὴ ἀξίωσις, νὰ θέσωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς τέρμα εἰς τὸ ἐπίμαχον αὐτὸ πολιτειακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τριακονταετίας διαιρεῖ τὴν Ἑλλάδα θανασίμως. Ὑπάρχει καὶ ὑπόσχεσις καὶ ἀπόφασις κοινή, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλθῃ πρὸ τοῦ λαοῦ πρὸς κρίσιν. Τὸ ζήτημα τῆς σπουδῆς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὴν ἐνέργειαν ὑμῶν ἀπολύτως ἐπιλήψιμον ἐθνικῶς, ἐνέργειαν, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπωμισθῆτε ἱστορικὰς εὐθύνας. Ὅταν ὀνομάζετε ἑαυτοὺς ἐθνικόφρονας, ἤτοι «νασιοναλίστας», ὅπως λέγουν εἰς τὴν καθομιλουμένην γλῶσσαν, ἀστοχοῦντες εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ αὐτῆς τῆς ἐπωνυμίας σας, ἐνῷ θὰ ἦτο ἀρκετὸν νὰ ὀνομάζατε ἑαυτοὺς ἐθνικούς, εὑρίσκεσθε σήμερον εἰς μίαν οἰκτρὰν ἀντίφασιν πρὸς ὑμᾶς αὐτούς. Διότι πολιτευθέντες μὲ τὰ γνωστὰ σύμβολα καὶ κομματικὴν προμετωπίδα τὴν «Μεγάλην Ἑλλάδα» εὑρίσκεσθε, ἐπαναλαμβάνω, εἰς μίαν οἰκτρὰν ἀντίφασιν πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς καταστρέφοντες τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιδιώξετε καὶ θὰ ἐπιτύχετε τὴν δικαίωσιν τῶν ἐθνικῶν μας πόθων, ὑπὲρ μιᾶς προσωπικῆς ὑποθέσεως. (Χειροκροτήματα). Θὰ σᾶς συνοδεύῃ πάντοτε ἕνα μέτρον εὐθύνης ἱστορικῆς ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους. Διότι μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ στεγανὸν διαμέρισμα, τὸ ὁποῖον νομίζετε, ὅτι σᾶς καλύπτει, εἶναι δυνατὸν νὰ μετουσιωθῇ εἰς πραγματικότητα. Μετὰ τὰς μεγάλας θυσίας τοῦ πολέμου αὐτοῦ, ἔχει ἐπέλθει μία ἀληθὴς κοσμογονία. Ζῶμεν ἀπὸ τοῦ 1941, ἀπὸ τῆς δηλώσεως τοῦ Ἀτλαντικοῦ κατὰ συνέχειαν μὲ αὔξοντα ρυθμόν, ἐντὸς μιᾶς σαφῶς καθωρισμένης γραμμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν πανταχοῦ τῆς γῆς θὰ πρυτανεύσῃ δημοκρατικὸν πνεῦμα, ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν βεβαίως ἔννοιαν. Τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ἀπορρεῦσαν ἀπὸ τὸ Ἀτλαντικόν, ἐξεδηλώθη κατ’ ἐπανάληψιν ἔκτοτε, τελευταῖον δὲ καθιερώθη εἰς τὴν Γιάλταν καὶ οἱ λαοὶ θὰ ἐκλέξουν ἐλευθέρως τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦν νὰ ζήσουν. Λοιπόν, εὑρίσκεσθε ἐντελῶς ἔξω τῆς διεθνοῦς πραγματικότητος, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν κινδύνου ἐπεμβάσεως ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι προσπαθεῖτε νὰ λέγετε, ὅτι αἱ ἐθνικαὶ διεκδικήσεις τῆς Ἑλλάδος τῆς ἀνήκουν, καθ’ ἣν ὥραν πολιτεύεσθε, ὅπως πολιτεύεσθε. Φοβοῦμαι μήπως ἀντὶ ἱκανοποιήσεως τῶν δικαίων μας, ἀπέλθετε ἀπὸ τὴν Συνδιάσκεψιν ἀποκομίζοντες τὴν πανταχόθεν ἀπομόνωσιν τῆς Ἑλλάδος.
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι σύμφωνοι οἱ σύμμαχοι;
§116Γ. ΜΕΛΑΣ. Κύριε συνάδελφε, οἱ σύμμαχοι μέχρι τῶν ἐκλογῶν ἀνελάμβανον κατὰ τὰ μεταξύ των συμπεφωνημένα τὴν ἄμεσον εὐθύνην τῶν ἐνεργειῶν εἰς τὰς ἀπελευθερουμένας χώρας, δυνάμει τοῦ εἰδικοῦ τμήματος τῆς συμφωνίας τῆς Γιάλτας, τῆς 12 Φεβρουαρίου 1945. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ πέραν, ἀπομένει εἰς τὰς καθ’ ἕκαστα χώρας νὰ κρίνουν σταθμίζουσαι ἐκεῖναι τὰς συνεπείας τῶν πράξεών των. Καὶ ἐκεῖ φοβοῦμαι, ὅτι ἔφθασεν ἡ Ἑλλὰς μὲ τὸν ὁρμητικόν της δρόμον πρὸς τὸν ὀλισθηρὸν αὐτὸν κατήφορον τοῦ Δημοψηφίσματος, παραβλέπουσα κάθε ἄλλο ζήτημα. Φοβοῦμαι καὶ τὸ φοβοῦμαι πάρα πολύ, διότι ἀπὸ τὴν μόνωσιν αὐτὴν βεβαίως δὲν εἶναι αἱ ἀσθενεῖς μας δυνάμεις, ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ἐξέλθωμεν. Διακόπτων πρὸ ὀλίγου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως λέγοντα, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ταχέως τὸ Δημοψήφισμα, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀνοικοδόμησίν μας, τὸν ἐβεβαίωσα, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον συμβαίνει. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀμερικῆς ὁμιλῶν τὴν 16ην Ἀπριλίου πρὸς τοὺς δημοσιογράφους εἶπε τὰ ἑξῆς ἐν σχέσει μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Δημοψήφισμα. (Ἀναγινώσκει): «Τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοψηφίσματος εἶναι τόσο σοβαρόν, ὥστε θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἄνευ ἀνωφελοῦς σπουδῆς καὶ θὰ πρέπει ν’ ἀναμείνῃ τὴν ἐπίτευξιν προόδου τινὸς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας». Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ἤδη ἐκκινήσει διὰ τὸ ἐξωτερικόν, διὰ νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἐκεῖ ὅπου κρίνεται ἡ τύχη της, καὶ ὄχι νὰ παραμένῃ εἰς τὰς Ἀθήνας ἀσχολούμενος περὶ τὸ Δημοψήφισμα καὶ τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια. Εἶχεν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τὴν ἐπιταγὴν τῶν νεκρῶν μας νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ, ἔστω καὶ ἀνεπισήμως καὶ μὴ προσκαλούμενος, ἔστω κατὰ τὴν ὥραν ἀκόμη τῶν προκαταρκτικῶν ζυμώσεων τῶν προδιασκέψεων, διὰ νὰ ἔχῃ προσδώσει ἑλληνικὴν σφραγῖδα εἰς τὰς δοθησομένας λύσεις εἰς τὰ ζητήματά μας. Ἀτυχῶς τοιοῦτόν τι δὲν ἔγινε. Ὁμοιάζομεν πρὸς τὰ ἀτυχῆ ἐκεῖνα ὄντα, ποὺ μία κακὴ μοῖρα ὁδηγεῖ ἀκατάσχετα πρὸς τὸν κρημνόν. Σπεύδομεν τυφλοὶ πρὸς τὸ Δημοψήφισμα καὶ φοβοῦμαι μήπως αἱ συνέπειαι εἶναι ἀνεπανόρθωτοι. (Χειροκροτήματα).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βενιζέλος, Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸν λόγον.
§118Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ ἐξάρω τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας ἀπὸ χθὲς καταβάλλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτής, ὅπως εὑρεθῇ λύσις πρὸς σύμπτωσιν τῶν δύο ἀπόψεων. Πολὺ φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἡ διάστασις εἶναι τόσον βαθεῖα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία, διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀρνοῦνται νὰ δεχθοῦν τὴν ὕπαρξιν πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διερωτώμεθα: Διατὶ ὠθεῖται ὁ τόπος εἰς ἕνα ἄσκοπον Δημοψήφισμα μὲ σοβαρὸν ἀποτέλεσμα τὴν συνέχισιν τοῦ διχασμοῦ, τὴν ἔξαψιν τῶν παθῶν χωρὶς κἂν νὰ ὑπάρχῃ ἐλπίς, ὅτι ἡ πολιτειακὴ διαμάχη πρόκειται νὰ λυθῇ τελεσιδίκως. Βεβαίως, ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα ὑπὲρ αὐτῆς τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος ὡς ἔχει. Ἐφιστῶμεν ὅμως τὴν πρυσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς τεραστίας σημασίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ ἀσυμφωνία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ ἑνὸς τόσον κεφαλαιώδους ζητήματος καὶ μάλιστα εἰς τὴν διεθνῆ ἀτμόσφαιραν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ποιοῦμαι καὶ κατὰ τὴν ὑστάτην ταύτην στιγμὴν ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ ὑποχωρήσῃ ἔτι περαιτέρω καὶ νὰ δώσῃ ἱκανοποίησιν εἰς τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι μέχρι σήμερον, οὐδεὶς Ἕλλην ἐπίστευσεν, ὅταν ἐγένετο συζήτησις, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν συμφωνῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡς ἐδηλώσαμεν καὶ χθές, εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ καταψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα. Παρ’ ὅλα ταῦτα, διατηρῶ ἐλπίδας, ὅτι εἰς τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ μεσολαβήσῃ μέχρι τοῦ Δημοψηφίσματος, ἡ Κυβέρνησις συναισθανομένη τὴν πλάνην της, θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιφέρῃ τροπολογίας εἰς τὸ ψήφισμα τοιαύτας, ὥστε νὰ ἐπιτρέψουν εἰς τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ λάβουν μέρος εἰς τὸν πολιτειακὸν ἀγῶνα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως. (Χειροκροτήματα).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Μανέτας ἔχει τὸν λόγον.
§120Θ. ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὅταν, κύριοι Βουλευταί, ἔχει τις νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν ὑπόθεσιν καὶ μάλιστα ὑπόθεσιν δύσκολον, εἶναι φυσικὸν νὰ προσπαθῇ νὰ χρησιμοποιήσῃ παντὸς εἴδους ἐπιχειρήματα, ἀκόμη καὶ σοφιστικὰ καὶ παραπειστικὰ διὰ νὰ πείσῃ τοὺς ἀκροατάς του περὶ τοῦ δικαίου τῆς ἀπόψεώς του. Δὲν εἶναι ὅμως καθόλου λογικὸν νὰ ἐπικαλῆται ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν ἐναντίον τῆς ἀπόψεώς του καὶ τὰ ὁποῖα νὰ θέλῃ νὰ παρερμηνεύσῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰς ἐξ αὐτῶν δημιουργηθείσας πραγματικότητας. Καὶ ὅταν μὲν τὴν τακτικὴν αὐτὴν ἀκολουθοῦν ἁπλοῖ βουλευταί, τὸ ζήτημα δὲν ἔχει γενικωτέραν σημασίαν. Ὅταν ὅμως τὴν χρησιμοποιῇ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημα ἔχει σοβαρὰς συνεπείας καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει, λόγῳ τῆς ἐντυπώσεως τὴν ὁποίαν προκαλεῖ παρὰ τῷ λαῷ, ἀλλὰ καὶ τῆς διεθνοῦς ἀπηχήσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ συζήτησιν, ἀναγράφει εἰς τὴν πρώτην αὐτῆς παράγραφον, ὅτι κατὰ τὴν ἐπελθοῦσαν κατὰ Ὀκτώβριον 1944 ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος καὶ τὴν ἐπάνοδον τῆς Ἐθνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Πρωτεύουσαν, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς προέκρινε νὰ συνεχίσῃ τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποδημίαν του μεριμνῶν ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα καὶ ἀσκῶν πλήρως τὰς ἁρμοδιότητάς του ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον, κύριοι βουλευταί, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε παραχαράσσων τὴν ἱστορίαν καὶ ἀποκρύπτων τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν μομφήν, ὅτι ἠμέλησε τὰ καθήκοντά του, διότι ἄν τῷ ὄντι ὁ Βασιλεὺς ἠναγκάσθη καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν του πρὸ 5ετίας, ἐνῷ ἠδύνατο ἅμα τῇ ἀπελευθερώσει νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, τὰ προβλεπόμενα ἐκ τοῦ Συντάγματος, παρέμεινε οἰκειοθελῶς εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διέπραξε ἕνα σφάλμα σοβαρόν, τὸ ὁποῖον προστιθέμενον καὶ εἰς τὰ ἄλλα θὰ τοῦ τὸ καταλογίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παρέμεινεν, ὅπως μεριμνᾷ περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων δὲν εἶναι σοβαρά. Μοῦ ὑπενθυμίζει τὰς δικαιολογίας τὰς διδομένας κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα, διὰ τὴν ἐπὶ ἑξάμηνον ἀπουσίαν τοῦ ἀειμνήστου πάππου του, ὅτε περιήρχετο τὰς Εὐρωπαϊκὰς Αὐλάς, διὰ νὰ μεσιτεύσῃ παρὰ τοῖς ὑψηλοῖς συγγενέσι του ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς ποτὲ νὰ πράξῃ τοῦτο. Καὶ ἐὰν ποτὲ ὑποτεθῇ, πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ παρουσία του εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἦτο ἀναγκαία, μετὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ ἐμφυλίου πολέμου ἡ δημιουργηθεῖσα ἐν Ἑλλάδι κατάστασις εἶχε περισσοτέραν ἀνάγκην τῆς παρουσίας τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος εἰς τὸ ἐσωτερικόν, παρὰ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπου δὲν ὑπῆρχε κἂν ἡ πιθανότης συζητήσεως τῶν ἐθνικῶν μας ζητημάτων, ἐφ’ ὅσον ὁ πόλεμος ἐξηκολούθει.
§121Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ἐδόθη ἡ εὐκαιρία εἰς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν νὰ κάμῃ αὐτὸ καὶ νὰ μὴ συζητοῦμεν τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ νὰ ὀνομασθῇ ἄξιος τῆς Πατρίδος.
§122Θ. ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐν τούτοις, ὁ Βασιλεὺς ἐξηκολούθησε νὰ παραμένῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀπὸ 30)12)1944 δηλώσεώς του, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἀφ’ ἑνὸς παρῃτεῖτο καὶ ἀπὸ τὰς οὐσιώδεις ἀσκήσεις τῶν ἁρμοδιοτήτων του ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἀντιβασιλείας, ἀφ’ ἑτέρου ἐξέφρασε τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα προτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δι’ ἐλευθέρας ἐτυμηγορίας ἀπεφαίνετο περὶ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον προτιμᾷ. Εἰς ἡμᾶς τοὺς Δημοκρατικούς, τοὐλάχιστον, κύριοι βουλευταί, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ αὐτὸ τὸ σφάλμα, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν παρέμεινεν οἰκειοθελῶς ἐν τῇ ξένῃ, ἀλλ’ ἠναγκάσθη πρὸς τοῦτο ἀπὸ τὴν ἀξίωσιν ὅλων σχεδὸν τῶν ἡγετικῶν στελεχῶν τοῦ τότε καὶ νῦν πολιτικοῦ κόσμου ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἀντιστάσεως, οἱ ὁποῖοι ἠξίωσαν διὰ τοῦ ἐθνικοῦ συμβολαίου τοῦ Λιβάνου, τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ᾐσθάνθη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ υἱοθετήσῃ πεισθεὶς ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις τῶν συμμαχικῶν Δυνάμεων, νὰ μὴ ἐπανέλθῃ προτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποφανθῇ περὶ τοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον προτιμᾷ νὰ ζήσῃ. Ἀλλὰ δὲν ἀποδίδει μόνον αὐτὴν τὴν μομφὴν εἰς τὸν Βασιλέα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς εἰσηγητικῆς του ἐκθέσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐφόσον διὰ τῆς 4ης παραγράφου τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἀναφέρει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχει πλήρως τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ τὸν Βασιλέα νὰ διακόψῃ τὴν ἀποδημίαν του εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ν’ ἀναλάβῃ αὐτοπροσώπως τὴν ἄσκησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων του ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλ’ ἀποβλέπουσα νὰ συμμορφωθῇ εἰς τὴν ἐκφρασθεῖσαν παρὰ τοῦ Βασιλέως ἐπιθυμίαν, προκρίνει τὴν διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος ἐπάνοδόν του. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτη περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐγένοντο καὶ αὐταὶ ἔνοχοι παραβάσεως καθήκοντος, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον διὰ τῆς 3ης παραγράφου τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ὁμολογεῖται, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ὅλων τῶν μετεχόντων τῆς Κυβερνήσεως κομμάτων, ἡ ἀπουσία τοῦ Βασιλέως, ἦτο μία ἀνωμαλία καὶ ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἀλλὰ συνεχιζομένη, ἐμποδίζει τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς νομιμότητος καὶ ἀποβαίνει ἐθνικῶς ἐπιβλαβής. Συνεπῶς, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἅμα τῇ ἀναλήψει τῆς ἀρχῆς νὰ συγκαλέσῃ ἀμέσως τὴν Βουλὴν καὶ νὰ θέσῃ εἰς αὐτὴν τὸ ψήφισμα περὶ ἀμέσου ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, ἀντὶ ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἑξάμηνον τὴν πιθανότητα τῆς ἐπιστροφῆς διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτά, κύριοι βουλευταί, κατηγορία διὰ τὸν Βασιλέα, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ δίδει ἕνα ἐπὶ πλέον ἐπιχείρημα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νὰ καταψηφίσῃ τὸν Βασιλέα, ἐφόσον ὁμολογεῖ, ὅτι ὑπὸ τὸ καθεστὼς αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ πλειοψηφία καὶ Κυβέρνησις, αἱ ὁποῖαι νὰ δύνανται νὰ ἀπεμπολήσουν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα διὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν ἐπιθυμίαν ἢ τὴν ἰδιοτροπίαν τοῦ Βασιλέως. Ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἂν ἐκ τοῦ Δημοψηφίσματος ἐξήρχετο ἡ Δημοκρατία, ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ ψηφίσματος πρὸς νομιμοποίησιν τοῦ καθεστῶτος, δὲν θὰ εἶχε νὰ προσθέσῃ οὔτε ὅ,τι καὶ εἰς τὴν σημερινὴν ἔκθεσιν διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολήν. Τὸ ψήφισμα, κύριοι βουλευταί, ὁρίζει, ὅτι ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, προκηρύσσει Δημοψήφισμα διὰ ν’ ἀποφανθῇ ὁ λαὸς περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ οὔτε ἐκ τῶν ἐπισήμων στοιχείων, τὰ ὁποῖα ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας ἀξιότιμος κ. Λαδᾶς ἀνέφερεν, οὔτε ἀπὸ τὰς δηλώσεις τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, τόσον ἐν Μ. Ἀνατολῇ, ὅσον καὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν, οὔτε καὶ ἀπὸ τὰς ἀλλεπαλλήλους ἀπὸ ραδιοφώνου ὁμιλίας τοῦ Βασιλέως προκύπτει ἂν τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐτίθετο εἰς τὸν λαὸν δὲν θ’ ἀνέφερε τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἦτο ἡ αἰτία τῆς δημιουργίας παρ’ ἡμῖν καθεστωτικοῦ ζητήματος, λόγῳ τῆς πολιτείας του καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον τῆς Βασιλείας του, εἶναι ὅμως καὶ γεγονός, ὅτι μία μεγάλη μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, λόγῳ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἀτυχῶν πειραματισμῶν τοῦ παρελθόντος, ἐτάχθη ἐναντίον τῆς Βασιλείας, διότι ἐδημιούργησε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ δένδρον τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας δὲν κατώρθωσε νὰ καρποφορήσῃ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἡλίου, ἀλλ’ ἐκφυλίζεται ταχέως καὶ ἐπανέρχεται εἰς τὴν πρωτόγονον καὶ ἀγρίαν μορφὴν τῆς ἀπολύτου μοναρχίας. Δεύτερον, τὸ ψήφισμα ὁρίζει ὡς χρονολογίαν τοῦ Δημοψηφίσματος τὴν 1ην Σεπτεμβρίου. Δὲν θὰ προσπαθήσω καὶ ἐγώ, κύριοι βουλευταί, ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ δίμηνον διάστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, δὲν εἶναι ἐπαρκὲς διὰ ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐλευθέρα ἐκδήλωσις τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ὅλοι οἱ προλαλήσαντες διὰ σωρείας ἐπιχειρημάτων ἀπέδειξαν τοῦτο, ὥστε ἐγὼ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐμμείνω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω εἶναι τοῦτο, ὅτι τὰ ἔκτακτα νομοθετικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐπιβάλουν τὴν τάξιν, εἰ μὴ μόνον εἰς τὰς πόλεις, ὅπου ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀστυνομικὴ δύναμις, ἡ ὁποία ἐν τινι μοίρᾳ εἶναι ἐστερημένη ἀπὸ τὴν ἀμεροληψίαν καὶ τὴν καλὴν θέλησιν τῶν κατωτέρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις, κύριοι βουλευταί, ἀπαιτεῖται ἡ λῆψις ἐκτάκτων στρατιωτικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν ἂν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ καὶ πότε θὰ λάβῃ πρὸς ἐξόντωσιν τῶν συμμοριῶν ἢ τοὐλάχιστον τὴν διάλυσιν αὐτῶν. Ἡμεῖς δὲν συσχετίζομεν τὴν χρονολογίαν τοῦ Δημοψηφίσματος μὲ τὰ ἀστυνομικὰ μέτρα, ὅπως ἄλλοι, καὶ οὔτε ἀναμένομεν ἀπὸ τὴν καλὴν διάθεσιν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἡσυχάσῃ. Ἡμεῖς ἀναμένομεν ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Κράτους νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν ἄκραν ἀριστεράν, θέλοντας καὶ μή, νὰ ἡσυχάσῃ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως μᾶς εἶπεν εἰς τὴν ἀπογευματινήν του ὁμιλίαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συσχετισθοῦν αὐτὰ τὰ δύο πράγματα, διότι οἱ ἀναρχικοὶ τῶν πόλεων ἠμπορεῖ νὰ κάθηνται φρόνημα σήμερον καὶ τὰς παραμονὰς τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ ἐκσπάσουν εἰς ἀναρχικὰς ἐκδηλώσεις. Πῶς θέλετε ἐκ τῶν προτέρων νὰ προβλέψω τὰς διαθέσεις των; Ἀλλ’ εἶναι γεγονός, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωριὰ τὰ ἐπαρχιακά, τὰ ἀποτελοῦντα τὰς διαφόρους ὀργανώσεις, εἶναι γνωστὰ μέλη εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ ταραχοποιὰ στοιχεῖα τῶν ὀργανώσεων ἀμφοτέρων τῶν παρατάξεων. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον καὶ ἐγώ, ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν καὶ τὴν ἀμεροληψίαν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μοῦ κάνει ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν, ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως εἶναι, ὅτι ἠθέλησε νὰ δώσῃ προκαταβολικῶς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ἐκεῖνα ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ὅτι δὲν γνωρίζουν ἄν εἶναι ὡρισμένα πρόσωπα, δημοκρατικοὶ ἢ κομμουνισταί, ἐφόσον ἔχουν καὶ οἱ ἴδιοι τὴν αὐτὴν κατεύθυνσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ καταφύγουν εἰς ὑπερβασίας καὶ κατὰ τῶν Δημοκρατικῶν καὶ ἔκανε ἔκκλησιν πρὸς ἡμᾶς νὰ τὸν βοηθήσωμεν διαστέλλοντες τὰς θέσεις μας ἀπὸ τοὺς ἄκρους ἀριστερούς. Ἀλλ’ ὑπάρχει μεγαλυτέρα ἀπόδειξις, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰς θέσεις μας αὐτὰς τὰς ἔχομεν διαστείλει, ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐδῶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ σᾶς κάμνομεν τὸν ἔλεγχον; Καὶ ἄν θέλετε ἀκόμη μεγαλυτέραν ἀπόδειξιν εἶναι, ὅτι εὑρίσκεσθε σεῖς εἰς τὴν πλειοψηφίαν, καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν μειοψηφίαν διότι ἄν ἠθέλαμε νὰ συνταυτίσωμεν τὴν τύχην μας μὲ τὴν ἄκραν ἀριστεράν, δὲν θὰ εἶσθε ἀσφαλῶς ὡς εἶσθε σήμερον. (Χειροκροτήματα). Πάντως ἡ προσωπική μου γνώμη εἶναι, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κάμητε μίαν ἀναθηματικὴν στήλην, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναγράψητε τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, διότι εἰς αὐτὴν ὀφείλετε τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε, διότι διὰ τὴν ἀνόητον πολιτικήν των ἐνέργειαν καὶ κατὰ τὸ Δεκεμβριανὸν κίνημα καὶ κατὰ τὰς ἐκλογάς καθ’ ἃς ἀπέσχον, σᾶς ἔφερον, ὅπου εἶσθε σήμερον. Τέλος, κύριοι βουλευταί, τὸ ψήφισμα ὁρίζει, ὅτι τὰ ψηφοδέλτια τὰ δηλωτικὰ τῆς θελήσεως τοῦ ψηφοφόρου περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, θὰ ἀναγράφουν τὰς λέξεις «Βασιλεὺς Γεώργιος», τὰ δὲ δηλωτικὰ τῆς ἀντιθέτου θελήσεως μέχρι τινὸς ἐπρόκειτο νὰ εἶναι λευκά, ἀλλὰ χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε τὴν παραχώρησιν νὰ δύναται νὰ γραφῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ λέξις «Δημοκρατία» ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ὑμεῖς, κύριοι βουλευταί, πιστεύετε πραγματικῶς, ὅτι ἐξασφαλίζεται ἡ μυστικότης τῆς ψηφοφορίας, ἰδίως εἰς τὴν ὕπαιθρον, ὅπου οἱ ἁπλοϊκοὶ χωρικοί μας δὲν ἠμποροῦν νὰ διαβάσουν τὶ λέγει τὸ ψηφοδέλτιον, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ γράψουν τὶ θέλουν; Καὶ ἐπὶ πλέον φαντάζεσθε, ὅτι αἱ ἔνοπλοι δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἀριθμοῦν ἄνω τῶν ἑκατὸν χιλιάδων ψηφοφόρων σήμερον καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ ὁδηγηθοῦν συντεταγμέναι νὰ ψηφίσουν, θὰ τολμήσουν νὰ ζητήσουν ψηφοδέλτιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ τοὺς δίδουν οἱ ἀξιωματικοί τους; Κατ’ ἐμέ, κύριοι βουλευταί, ἕνας τρόπος ὑπάρχει ἐξασφαλίσεως τῆς μυστικότητος τῆς ψηφοφορίας: ἕνα ψηφοδέλτιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι εἰς διπλοῦν καὶ εἰς τὴν μίαν πλευρὰν θ’ ἀναγράφητε ἡ λέξις «Βασιλεία» μὲ στέμμα ἢ μὲ ὅτι ἄλλο θέλετε καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἡ λέξις «Δημοκρατία» χωρὶς τίποτε ἢ μὲ ἕνα ἔμβλημα οἱοδήποτε θέλετε. Ὁ ἐκλογεὺς θὰ λαμβάνῃ αὐτὸ τὸ ἑνιαῖον ψηφοδέλτιον, θὰ τὸ σχίζῃ εἰς τὸ μέσον καὶ θὰ παίρνῃ ὅποιο θέλει, θὰ τὸ βάζῃ εἰς ἕνα φάκελλον καὶ τὸ ἄλλο θὰ τὸ καταστρέφῃ. Μόνον ἔτσι ἐξασφαλίζεται ἡ μυστικότης τῆς ψηφοφορίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἂν ἡ Κυβέρνησις πραγματικῶς ἐπιθυμεῖ τὸν τερματισμὸν τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δικαίως ἀποκαλεῖται καρκίνωμα, ὀφείλει ὄχι μόνον νὰ ἐξασφαλίσῃ ὅλας τὰς προϋποθέσεις τῆς τιμίας αὐτοῦ διεξαγωγῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ προσπαθήσῃ ν’ ἀποφύγῃ κάθε παρεξήγησιν τῶν ἐκλογέων ἀναγράφουσα σαφῶς Βασιλεία ἢ Δημοκρατία.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ἔχει τὸν λόγον.
§124Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μὲ ὅσα ἐλέχθησαν δὲν πρόκειται νὰ προστεθοῦν νέα ἐπιχειρήματα. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρόκειται νὰ προστεθοῦν δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἀξίαν. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω παρὰ τοῦτο μόνον καὶ νὰ πληροφορήσω τοὺς ὑποστηρίζοντας τὰς ἀπόψεις τῆς ἀριστερᾶς, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1924 ὅτε ἐγένετο ἡ Δημοκρατία μέχρι τοῦ 1935, ἕντεκα ἐπαναστάσεις καὶ κινήματα ἔγιναν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§126Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ὄντως δυσχερὲς καὶ ἀνιαρὸν τὸ ἔργον τοῦ πεντηκοστοῦ ρήτορος, ὁ ὁποῖος παρελαύνει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ μίαν συζήτησιν ἐπάνω εἰς θέμα τοῦ ὁποίου ὅλαι ἀνεξαιρέτως αἱ πλευραὶ ἔχουν ἐρευνηθῆ ἀπὸ τόσους ἐκλεκτοὺς ρήτορας τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ κυρίως ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἐκπροσωπουμένων κομμάτων. Καὶ εἶναι δυσχερὲς ἀκόμη τὸ ἔργον αὐτὸ διότι ἐν τῇ ἐπαναλήψει ἔχει κανεὶς νὰ ὑπενθυμίσῃ ὡρισμένα πράγματα εἰς τοὺς συναδέλφους τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς, τὰ ὁποῖα τοὺς ἐνοχλοῦν καὶ τοὺς κάνουν νὰ καταλαμβάνωνται ἀπὸ μίαν ἱερὰν ἀγανάκτησιν, ἡ ὁποία καὶ χθὲς ἀκόμη καὶ σήμερον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης συνεδριάσεως τοὺς ὤθησαν εἰς ἐκδηλώσεις καὶ εἰς ἀμετροεπεῖς φράσεις, αἱ ὁποῖαι κάθε ἄλλο ὑπῆρξαν ἢ ἐποικοδομητικαὶ διὰ τὸ κῦρος τοῦ Σώματος τούτου. Ἀνεχόμεθα μόνον εἰς τὸ βῆμα διὰ ν’ ἀναπτύξωμεν μίαν πλευρὰν ἀπὸ τὰς πολλὰς ἐκείνας πλευρὰς τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀκόμα ἀντιμετωπισθῆ κατὰ τρόπον σοβαρόν, κυρίως ἀπὸ τοὺς ἀρχαγγέλους, τῆς μοναρχικῆς ἀδιαλλαξίας. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐμφορεῖσθε ἀπὸ εἰλικρινῆ ἀγάπην πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ μοναρχικοῦ θεσμοῦ, ὀφείλετε, καὶ πρῶτος μεταξὺ ὑμῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διασφαλίσητε καὶ κατοχυρώσητε τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπανήρχετο ὕστερα ἀπὸ ἕνα ἀδιάβλητον, τίμιον καὶ εἰλικρινὲς Δημοψήφισμα. Νομίζω, καὶ γενναιότερον καὶ τιμιότερον θὰ ἦτο ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν διετυποῦτο τὸ ἐρώτημα σαφῶς: «Βασιλεία ἢ Δημοκρατία». Διότι φέρει εἰς δυσχέρειαν μίαν ὁλόκληρον πτέρυγα ἐξελθοῦσαν ἀπὸ μίαν νωποτάτην ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὴν φέρει, λέγω, κατ’ εὐθεῖαν ἀντιμέτωπον πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Διότι, καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται ἐν τῷ ψηφίσματι περὶ Δημοψηφίσματος τὸ ἐρώτημα, ἡμεῖς οἱ Δημοκρατικοὶ θὰ ἔπρεπε ν’ ἀγωνισθῶμεν ὄχι πλέον ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ νὰ ἀγωνισθῶμεν ἁπλῶς ὅπως παρεμποδίσωμεν τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸν θρόνον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Ἀλλά, κύριοι βουλευταὶ καὶ κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς ἐὰν εἴμεθα Δημοκρατικοὶ καὶ ἐὰν πιστεύωμεν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας, δὲν εἴμεθα προσωπικῶς πολέμιοι τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἐπικράτησις τοῦ Δημοκρατικοῦ θεσμοῦ, ἀδιαφοροῦμεν δὲ διὰ τὸν φορέα τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, εἴτε οὗτος ὀνομάζεται Γεώργιος ἢ Παῦλος ἢ ἄλλως πως. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατόν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθη τὸ σχέδιον ψηφίσματος ὑφ’ ὑμῶν, νὰ κατέλθωμεν εἰς ἕνα ἀγῶνα καὶ νὰ ἀγωνισθῶμεν κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πεποίθησιν τὴν ἰδικήν σας, θὰ ἐπανέλθῃ ἀσφαλῶς εἰς τὸν θρόνον του, κατόπιν εὐνοϊκοῦ Δημοψηφίσματος; Ἔχοντες, λοιπόν, ὑπ’ ὄψει τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἐπανέρχεται, πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν οὗτος ἐπανερχόμενος, νὰ συνεργασθῇ μὲ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τοῦτο, ὅταν μία ὁλόκληρος πτέρυξ αὐτοῦ, ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ ἔχῃ ἔλθει εἰς ἀντίθεσιν προσωπικὴν πρὸς αὐτόν; Νομίζω, κύριοι βουλευταὶ καὶ κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ἐξακολουθεῖτε νὰ ἐπιμένετε εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς ἐκθέτετε καὶ τὴν κυβερνητικὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εἰλικρινῶς, τοὐλάχιστον, ὑμεῖς ἀγωνίζεσθε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκτίθεσθε ταὐτοχρόνως καὶ εἰς τὴν συμμαχικὴν κοινὴν γνώμην. Διότι τὸ ζήτημα τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι πλέον, ὡς ἔχει καταντήσει, ζήτημα τελείως ἐσωτερικόν, δηλαδὴ ἰδικόν μας. Δυστυχῶς ἔχει τόσον περιπλακῆ τὸ θέμα τοῦτο, ὥστε νὰ ἔχῃ καταντήσει κατὰ μέγα μέρος καὶ ζήτημα διασυμμαχικόν. Πῶς θέλετε λοιπόν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς παραμονὰς ἑνὸς ταξιδίου, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἐπιχειρήσετε εἰς τὸ ἐξωτερικόν, πρὸς προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν καὶ οἰκονομικῶν δικαίων τῆς Ἑλλάδος νὰ εὑρίσκεσθε εἰς τόσον ὀξεῖαν ἀντίθεσιν μὲ μίαν ὁλόκληρον πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπολύτως διαμφισβητοῦσαν τὴν εἰλικρίνειαν μὲ τὴν ὁποίαν θέτετε τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημοψηφίσματος; Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι πρὶν τελειώσῃ ἡ Συνεδρίασις αὐτὴ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἐν πάσῃ νηφαλιότητι. Ὀφείλομεν νὰ ἀφήσωμεν τὰς προκαταλήψεις. Ὀφείλομεν νὰ ἐκριζώσωμεν τὴν ἀφορμὴν τῆς ἐχθρότητος, ἡ ὁποία τείνει νὰ δηλητηριάσῃ τὰς ψυχάς μας μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ νὰ συμβάλωμεν ὅλοι μαζὶ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῆς λύσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ ἦτο εἰλικρινὴς καὶ τιμία καὶ θὰ ἠδύνατο, τοὐλάχιστον, νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἕνα σύντομον, ἀλλὰ τελείως ἀδιάβλητον Δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχῃ ὅλας ἐκείνας τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διασφαλισθοῦν καὶ εἰς τὴν πλέον ἀπομεμακρυσμένην Ἑλληνικὴν ἐπαρχίαν καὶ εἰς τὸν πλέον ἀπομεμακρυσμένον ἐκ τοῦ κέντρου Ἕλληνα πολίτην διὰ νὰ δυνηθῇ οὗτος ἀφόβως νὰ ἐκδηλώσῃ διὰ τῆς ψήφου του τὴν πολιτειακήν του προτίμησιν. Ἡμεῖς, κύριοι βουλευταί, ἐλπίζομεν, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παράσχῃ ὅλας ἐκείνας τὰς προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸν ὠκεανὸν αὐτὸν τῆς συγχύσεως. Οἱονδήποτε δὲ καὶ ἂν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος, ἐφ’ ὅσον τοῦτο θὰ ἦτο τίμιον, ἡμεῖς, ὡς ἔντιμοι δημοκρατικοὶ ἄνδρες, θὰ συνεμορφούμεθα πρὸς τοῦτο. Ἐὰν εἶναι ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως θὰ ἑνωθῶμεν μεθ’ ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τοῦδε παρ’ ὑμῶν, ὅπως πράξητε τὸ ἴδιον εἰς ἣν περίπτωσιν τὸ Δημοψήφισμα ἀπέβαινεν ὑπὲρ τῶν ἰδικῶν μας πολιτειακῶν πεποιθήσεων. Διότι πρέπει ὅλοι μαζί, συνηνωμένοι, νὰ βαδίσωμεν τὸν δρόμον τῶν πεπρωμένων τῆς φυλῆς. Κύριοι βουλευταί, ἡ ὑστάτη ὥρα ἔφθασεν. Ἠμπορεῖ μέσα ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν, μὲ ὀλίγην καλὴν θέλησιν καὶ μὲ μεγαλυτέραν ἐντιμότητα νὰ ἐξέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναμένει νὰ χειροκροτήσῃ ὁ λαὸς αὔριον. Ἐλπίζω ὅτι ἡ ἰδική σας ἐπιθυμία εἶναι καὶ ἐπιθυμία τῶν ψηφοφόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἀπέστειλαν ἐδῶ μαζὶ μας, ὄχι διὰ νὰ ἐπιτείνωμεν τὸν διχασμόν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξεύρωμεν ἓν ἔδαφος συμβιβασμοῦ καὶ συνεννοήσεως ἐξαντλοῦντες καὶ τὸ τελευταῖον ἐπίμαχον θέμα, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν ἐθνικήν μας παράταξιν. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ πιέσητε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἵνα, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἀνακαλέσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα καὶ τὸ ἀντικαταστήσῃ μὲ ἐκεῖνο τὸ ψήφισμα τῆς εἰλικρινείας καὶ ἐντιμότητος, τὸ ὁποῖον ἀναμένει νὰ χειροκροτήσῃ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐὰν πράγματι ἐλπίζητε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅπως εἶσθε εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔχετε μεταβάλει πλήρως ὑπὲρ ἡμῶν τὴν διοικητικὴν διάρθρωσιν τοῦ Κράτους, διατὶ διστάζετε νὰ θέσητε ἐντίμως καὶ ὠμῶς τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν; Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἐξέλθητε ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν χωρὶς νὰ ἔχητε μεταβάλει ἀπόψεις, θὰ ἔχετε ἐπωμισθῆ σοβαρωτάτας εὐθύνας, διὰ τὰς ὁποίας ἀτυχῶς ὅλοι ἐδῶ εἴμεθα συνυπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται πλέον νὰ πληρώσωμεν μόνον ἡμεῖς τὰς ἰδικάς μας εὐθύνας. Δυστυχῶς κάθε εὐθύνην ἰδικήν μας πρόκειται νὰ τὴν πληρώσῃ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκούσωμεν τὴν κραυγὴν τῆς ἀγωνιώσης Πατρίδος, ἡ ὁποία ἐπιτάσσει σαφῶς πρὸς ὅλους ἡμᾶς τὴν κατανόησιν ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ καὶ τὴν ἄρρηκτον ἕνωσιν πρὸς ἐπιτυχῆ ἀντιμετώπισιν ὅλων τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασίν της. (Χειροκροτήματα).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§128Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὑφίσταται ἀπὸ μακροῦ μία συμφωνία μεταξὺ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, πῶς θὰ λυθῇ τὸ ἐπίμαχον καθεστωτικὸν ζήτημα. Ἡ συμφωνία ἦτο νὰ λυθῇ διὰ Δημοψηφίσματος. Νομίζω, ὅτι πέραν αὐτοῦ τοῦ σημείου ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα ἐπίσης συμφωνία, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα θὰ διεξαχθῇ ὑπὸ ὅρους ἠρεμίας, ἡσυχίας καὶ τάξεως. Θὰ ἐνόμιζε κανείς, ὅτι μὲ βάσιν τὴν ὁμοφωνίαν αὐτήν, τὴν συμφωνίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν ὁριστικὸν τερματισμὸν τοῦ θέματος. Ἀλλὰ προέκυψαν νέαι διαφωνίαι: μία ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος, καὶ ἄλλη ἐπὶ τῶν προϋποθέσεων ἢ ἐπὶ τοῦ χρόνου τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δεσμεύεται ἀπὸ λαϊκὴν ἐντολὴν νὰ ὁρίσῃ τὸ Δημοψήφισμα τὸ ταχύτερον, τρόπον τινά, μὲ παραγνώρισιν τῶν προϋποθέσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ διεξαχθῇ. Ποία εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ λαϊκὴ ἐντολή; Πῶς ἐδόθη αὐτὴ ἡ λαϊκὴ ἐντολή; Διότι κατὰ τὸ πολίτευμα τὸ ἰσχῦον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ δὲν εἶναι δεκτὴ λόγῳ ρητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκπροσωποῦν τὸ Ἔθνος, δὲν ἐκπροσωποῦν τοὺς ἐκλογεῖς. Συνεπῶς, πραγματικὸς δεσμὸς τῆς πλειοψηφίας διὰ ρητῆς ἐντολῆς, ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς τοῦ λαοῦ, πράγματι δὲν ὑπάρχει. Ἠμπορεῖ νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἐφόσον κατὰ τὰ λοιπὰ ἐξυπηρετεῖται τὸ γενικὸν συμφέρον. Ἀλλὰ καὶ πῶς ἐδόθη αὐτὴ ἡ ἐντολή; Ὑποτίθεται, ὅτι εἰς τὰ πολιτικὰ προγράμματα ὅπου ὑπόσχονται τὰ κόμματα πλεῖστα ὅσα θέματα, περιλαμβάνεται καὶ αὐτό; Θὰ προσπαθήσωμεν τὸ ταχύτερον νὰ τερματίσωμεν καὶ τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα. Δὲν ἀποτελεῖ ὅμως τέτοιον δεσμὸν ὥστε νὰ παροραθοῦν αἱ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ φέρῃ πράγματι τὸν ὁριστικὸν τερματισμὸν τοῦ ἐπιμάχου θέματος. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἂν θέλωμεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Πόσοι ἦσαν οἱ ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὴν ἐντολὴν αὐτὴν εἰς τὸ πλειοψηφοῦν κόμμα; Ἐπὶ πόσων ἐκλογέων, ἐν συνόλῳ, ἐγγεγραμμένων εἰς τοὺς καταλόγους; Ἀποτελοῦν πράγματι τὴν πλειοψηφίαν τῶν Ἑλλήνων ἐκλογέων; Οὔτε αὐτό. Φθάνομεν τέλος εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔχει ἡ πλειοψηφία ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἢ δύναται νὰ ἔχῃ μίαν ἐπίδρασιν; Ἡ πλειοψηφία, βεβαίως, δύναται νὰ στηρίξῃ Κυβερνήσεις, δύναται νὰ ψηφίσῃ νόμους, ἀλλὰ δύναται ἆραγε νὰ μεταβάλῃ πραγματικὴν κατάστασιν; Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ προϋπόθεσις τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας, εἶναι ἀρκετὴ ἆραγε ἡ ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας, καὶ μόνη ἡ ἀπόφασις, νὰ μεταβάλῃ πραγματικὴν ὑφισταμένην κατάστασιν; Δύναται, δηλαδή, μὲ βάσιν τὴν πλειοψηφίαν, ἡ Κυβέρνησις νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ὑπάρχουσαν ἀταξίαν εἰς τὴν χώραν; Ἐὰν τὸ δεχώμεθα τοῦτο, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ μεταβάλῃ τὴν νύκτα, ποὺ ὑπάρχει αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἰς ἡμέραν.
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε θὰ γίνῃ αὐτὸ κ. συνάδελφε;
§130Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Εἶναι πραγματικὸν γεγονὸς πότε θὰ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἠρεμίας καὶ τῆς τάξεως. Ἄλλο εἶναι ὅταν ὁρίζω τὴν 1ην Σεπτεμβρίου καὶ ἄλλο εἶναι ὅταν ὑπάρχῃ ἡσυχία καὶ τάξις. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐνωρίτερον ἀκόμη. Ἡ δέσμευσις τῆς ἡμερομηνίας καί ὄχι ἡ δέσμευσις πρὸς τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν. Ἐὰν πρόκειται νὰ θέσωμεν ὑπὸ ψηφοφορίαν, αὐτὸ τὸ θέμα, νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας δὲν ἔχει τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν θὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδώσῃ. Εἴμεθα διάδικοι, εἴμεθα ἀντίδικοι ἐπὶ ἑνὸς ὡρισμένου θέματος. Προκειμένου νὰ συντάξωμεν τὸ συνυποσχετικόν, ἔχομεν ἴσην βαρύτητα καὶ τὰ δύο μέλη, τόσον ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅσον καὶ ἡ Συμπολίτευσις. Θὰ συντάξωμεν τὸ συνυποσχετικὸν διὰ τὸν χρόνον τῆς διεξαγωγῆς καὶ διὰ τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον τίθεται. Δὲν εἶναι ἱκανὴ ἡ πλειοψηφία νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑφίσταται καθεστωτικὸν ζήτημα. Δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀγνοήσῃ τὴν δημοκρατικὴν συνείδησιν μιᾶς μερίδος τῆς Βουλῆς. Εἶναι πραγματικὸν τὸ γεγονὸς ἐφόσον ἡμεῖς, ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἰσχυριζόμεθα, ὅτι εἴμεθα δημοκρατικοὶ καὶ ἀντιτιθέμεθα πρὸς τὴν ἄλλην πτέρυγα, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τῆς Βασιλείας. Καθεστωτικὸν ζήτημα ὑφίσταται. Τί θὰ ἀποδώσῃ ἡ ψῆφος, ἡ ἰδική σας; Ὅτι δὲν ὑφίσταται καθεστωτικὸν ζήτημα; Καταργεῖ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ὑφισταμένην πραγματικὴν κατάστασιν; Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔλθουν εἰς συνεννόησιν τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν συμφωνήσουν, τότε θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἐὰν δὲν συμφωνήσουν, θὰ εἶναι τοῦτο ἀνίσχυρον. Δὲν θὰ λύσωμεν τὸ ἐπίμαχον θέμα καὶ θὰ εἶναι περιττὸν νὰ γίνῃ. Ἢ θὰ συμφωνήσωμεν εἰς τὴν χρονικὴν προϋπόθεσιν καὶ εἰς τὸ ἐρώτημα, ὁπότε διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος θὰ καταργηθῇ ἡ ὑπάρχουσα ἀντίθεσις καὶ διαφορά, ἢ τὸ Δημοψήφισμα εἶναι ἐντελῶς περιττόν.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ μᾶς τὸ λύσῃ ὁ λαός.
§132Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὁ λαὸς διὰ πλειοψηφίας θὰ ἀποφασίσῃ. Ἡ διατύπωσις τοῦ ἐρωτήματος θὰ γίνῃ ἀπὸ κοινοῦ μεταξύ μας. Πρέπει νὰ συμφωνήσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτό. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ὑφίσταται καθεστωτικὸν ζήτημα καὶ ἐπειδὴ εἶσθε ἡ πλειοψηφία καταργεῖτε ὑφιστάμενον πραγματικὸν γεγονός. Ἐὰν ὑμεῖς προχωρήσητε εἰς τὴν ψήφισιν, ἡμεῖς δὲν θὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν. Δὲν καταργεῖ τὸ πραγματικὸν γεγονός, τὸ ὑφιστάμενον, τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία ὑπάρχει.
§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἀπόσχητε σεῖς, ἀλλὰ ὁ λαὸς δὲν θὰ ἀπόσχῃ.
§134Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἀπὸ τὴν ψήφισιν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ἐννοῶ. Δὲν ἠμπορεῖ διὰ τῆς ψήφου σας νὰ καταργῆτε τὸ ὑφιστάμενον πραγματικὸν γεγονός, διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§135Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, δὲν εἶπα ἀκόμη τὴν γνώμην μου, ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι ἔχει ἡ πλειοψηφία αὐτὴν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑφίσταται καθεστωτικὸν ζήτημα. Θέλετε νὰ τὴν βιάσητε νὰ πεισθῇ, ὅτι ὑπάρχει; Πιστεύει, ὅτι δὲν ὑπάρχει.
§136Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τὸ γνωρίζει ἡ πλειοψηφία, ὅτι ὑπάρχει, ἀλλὰ διατυπώνει τὸ ἐρώτημα διὰ νὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει.
§137Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, νὰ ψηφίσῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει;
§138Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τότε σημειώνω, ὅτι δὲν θέλετε νὰ λυθῇ τὸ ἐπίμαχον ζήτημα. Ἂν δὲν ὑφίσταται καθεστωτικὸν ζήτημα, διατὶ νὰ κάμωμεν Δημοψήφισμα τότε;
§139Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας). Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας εἶναι πρᾶξις κοινοβουλευτική, εἶναι πρᾶξις δημοκρατική; Εἶναι πρᾶξις ἀναρχική, εἶναι ἐκδήλωσις ἀναρχική, οὔτε κοινοβουλευτικὴ οὔτε δημοκρατικὴ εἶναι.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακάλμπασης ἔχει τὸν λόγον.
§141Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἷς ἀπὸ τοὺς ἀγορητὰς τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων ἐτελείωσε τὸν λόγον του καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸς αὐτόν: Κύριε Πρόεδρε τολμήσατε. Πράγματι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κρισιμωτέραν στιγμὴν ἀπὸ τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἐγὼ τοὐλάχιστον εἰς τὰ 25 χρόνια τῆς κοινοβουλευτικῆς μου ζωῆς δὲν συνήντησα. Αἱ κρίσιμοι ὅμως στιγμαί, ἀπαιτοῦν καὶ γενναίας ἀποφάσεις. Τὰς γενναίας αὐτὰς ἀποφάσεις ἡ Ἀντιπολίτευσις τάς περιμένει ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Πρέπει νὰ γνωρίσητε κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἔχω καὶ κάποιαν ἄλλην ἰδιότητα, ἡ ὁποία ἐχάθη εἰς τὸ βάθος τῶν ἐτῶν. Εἶμαι πρόσφυξ. Εἶμαι ἀπὸ τὰ θύματα τοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Σᾶς ὡμίλησαν ὅλοι οἱ ρήτορες, ὅτι τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα, βασανίζει τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τριάκοντα περίπου ἐτῶν. Μέσα λοιπὸν εἰς τὰ τριάκοντα αὐτὰ χρόνια, ἔγιναν ἐθνικαὶ συμφοραὶ καὶ τὰ θύματα τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς καταστροφῆς εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκριζωθέντα ἀπὸ αἰωνοβίους Ἑλληνικὰς ἑστίας. Ἡ αὐτὴ περίπου ἀτμόσφαιρα, ἦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τότε, κατὰ τὴν περίοδον 1921, αἱ αὐταὶ ἐκκλήσεις διετυποῦντο ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ αἱ ἀπαντήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλαμβάνοντο, ἦσαν ἀπαντήσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας διεπιστοῦτο, ὅτι δὲν εἴχομεν ἀντίληψιν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διετρέχαμεν. Καὶ ἔρχονται σήμερον οἱ ἡγέται καὶ γενικῶς ἡ παράταξις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ λέγουν, ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: Ὑπάρχει πολιτειακὸν ζήτημα. Ὑπάρχει πολιτειακὸν ζήτημα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε δηλώσεων τοῦ Βασιλέως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε τηλεγραφημάτων καὶ ἐγγράφων. Ἀλλὰ πρὸς τὶ νὰ ἀνατρέχωμεν εἰς τὸ παρελθόν; Πρὸ ὀλίγων μόλις μηνῶν, δηλαδή, κατὰ Ἰανουάριον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ 1946, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, προῆλθεν εἰς μίαν συμφωνίαν μὲ τὴν Διοικοῦσαν Ἐπιτροπὴν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τῆς ὁποίας Ἐπιτροπῆς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, συμμετεῖχε καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν λοιπόν, ἐξετάσωμεν τὸ κείμενον τῆς συμφωνίας αὐτῆς, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὄντως, ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐτέθη σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως ζήτημα πολιτειακόν. Ἑπομένως, τὸ πολιτειακὸν ὑφίσταται, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει πλέον δηλώσεως τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ταύτης τῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
§142Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πότε ἐγένετο αὐτὴ ἡ συμφωνία;
§143Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1946.
§144Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τί συμφωνία ἔγινεν;
§145Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ρίψατε ἕνα βλέμμα εἰς τὸ πρακτικὸν μεταξὺ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
§146Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Διὰ τὴν ἕνωσιν τῶν κομμάτων ὁμιλεῖτε;
§147Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Μάλιστα, διὰ τὴν ἕνωσιν. Λέγω λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ἐφ’ ὅσον οὕτως, τοιοῦτον πρόβλημα ὡς ὑφιστάμενον ἀνεγνωρίσθη ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τερματίσωμεν πραγματικῶς τὸ καρκίνωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ὄντως βασανίζει τὴν Ἑλλάδα. Δυστυχῶς, μὲ τὸ σχετικὸν σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τὸ πρόβλημα δὲν λύεται. Διότι, ἐὰν μὲν ὁ λαὸς ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς βασιλείας, τὸ ζήτημα τῆς βασιλείας καὶ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου λύεται. Ἀλλά, ἄν ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας, τότε εὑρισκόμεθα πρὸ πολιτειακῆς κρίσεως, ἡ ὁποία θὰ συνεχισθῇ ἄνευ τέλους. Θ’ ἀρχίσουν, δηλαδή, καὶ πάλιν αἱ πολιτειακαὶ ἐπιφυλάξεις ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὡς ἄλλωστε συνέβη καὶ ἄλλοτε. Κύριοι, πολλοὶ ἐκ τῶν ρητόρων τῆς Συμπολιτεύσεως ὡμίλησαν περὶ τοῦ φόβου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐμπνέονται ἐν περιπτώσει κατισχύσεως τοῦ δημοκρατικοῦ ψηφοδελτίου καὶ μάλιστα εἷς ἐκ τῶν ρητόρων, ὁ κ. Μαρκεζίνης, εἶπεν, ὅτι ἐάν, ὃ μὴ γένοιτο, ὁ λαὸς ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας, τοῦτο θὰ εἶναι ἡ ἐρυθρὰ δικτατορία, ἡ ὁποία θὰ κατισχύσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔρχεται λοιπόν, ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ σᾶς λέγει: Τασσόμεθα ἀλληλέγγυοι μὲ τὴν πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς Βασιλευομένης δημοκρατίας, ἡμεῖς, ὄχι μόνον θὰ σεβασθῶμεν τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, ἀλλὰ ἀκόμη θὰ εἴμεθα καὶ οἱ πλέον εἰλικρινεῖς παραστάται διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ πολιτεύματος, πρὸς καταπολέμησιν παντὸς κινδύνου, προερχομένου ἐκ μέρους, εἴτε ἀναρχικῶν ἁπλῶς στοιχείων, εἴτε ἐκ μέρους κομμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ θέλουν νὰ δράσουν ἐκτὸς τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Ἡ δήλωσις ὅμως ἡ ἀντίθετος δὲν ἐγένετο καὶ ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως, καίτοι ἐπὶ τοῦ προκειμένου προὐκλήθη κατ’ ἐπανάληψιν. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ οἱ φόβοι διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς Δημοκρατίας διετυπώθησαν κατ’ ἐπανάληψιν ἐκ μέρους τῶν ρητόρων, εἷς δὲ παλαιὸς συνάδελφος, ὁ κ. Δαρβέρης, τελευταίως διακόπτων με.....
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ μόνος ποὺ δὲν εἶναι παλαιός, εἶναι ὁ κ. Δαρβέρης.
§149Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἔλεγεν ὁ κ. Δαρβέρης: Ἡ δημοκρατία ἤρχισε τὸ 1924 καὶ ἀπὸ τὸ 1924 ἕως τὸ 1935 εἴχομεν ἕνδεκα ἐπαναστάσεις. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Δαρβέρης λάθος κάμνει εἰς τοὺς λογαριασμούς του. Ἐγὼ δὲν βλέπω 11 ἐπαναστάσεις, ἐγὼ βλέπω 111 ἐπαναστάσεις ἀπὸ τὴν δημοκρατίαν, ἡ ὁποία ἤρχισεν στὰ 1924, ἀλλὰ αἱ ἐπαναστάσεις τῆς δημοκρατίας ἀπὸ τὸ 1924 ἦσαν ἐπαναστάσεις σχεδὸν ἀναίμακτοι, διότι μὴ ξεχνᾶτε ὅτι, αἱ κοινωνικαὶ μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τῶν δημοκρατικῶν Κυβερνήσεων, ἦσαν μεταρρυθμίσεις μὲ κοινωνικὸν περιεχόμενον, διότι μόνον δι’ αὐτῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κτυπηθῇ κάθε ἀναρχικὴ τάσις, κάθε κομμουνιστικὴ ἐκδήλωσις. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἂν ὄντως εἰς τὰ 1924 δὲν ἐγκαθιδρύετο ἡ δημοκρατία, καὶ εὑρισκώμεθα πρὸ τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἀντιμετωπίσει, ὅπως ἦτο τὸ προσφυγικὸν πρόβλημα, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν σήμερον νὰ εὑρισκώμεθα εἰς μίαν Ἑλλάδα ὡλοκληρωμένην, ἀξιοῦσαν τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἐθνικῶν αὐτῆς δικαίων. Ἡ Ἑλλάς, μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν, ἄνευ τῶν ριζικῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἐπέβαλον αἱ δημοκρατικαὶ Κυβερνήσεις, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιζήσῃ. Κύριε Πρόεδρε, τολμήσατε. Ἡ στιγμὴ αὐτὴ εἶναι πραγματικῶς κρίσιμος. Σώσατε τὴν Ἑλλάδα μὲ τὸ δόγμα: «Ὑπεράνω ὅλων εἶναι ἡ Πατρίς». (Χειροκροτήματα).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θεοφανόπουλος.
§151Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὕστερα ἀπὸ τὰς διευκρινήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἀγορεύσεις τῶν προλαλησάντων κυρίων πληρεξουσίων, ἀντιλαμβάνομαι καλῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει, οὔτε χρόνος, οὔτε χῶρος πρὸς περαιτέρω συζήτησιν. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ δώσητε τὴν ἄδειαν, διὰ νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ γνωρίσω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὰς σκέψεις καὶ τὰς θελήσεις 25.000 Ἀθηναίων ἐπιλέκτων καὶ τοῦ πλείστου μέρους τοῦ νομικοῦ κόσμου τῆς Πρωτευούσης, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔδωκε τὴν τιμὴν νὰ παρευρίσκωμαι ἐν μέσῳ ὑμῶν. Τὸ μεγάλο αὐτὸ καὶ ἐπίλεκτον τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ νομικοῦ κόσμου τῶν Ἀθηνῶν, πιστεύει βαθύτατα, ὅτι ἡ περαιτέρω ἀναβολὴ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, ἐγκυμονεῖ κινδύνους ἀνυπολογίστους διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, διότι δίδει χῶρον καὶ τόπον εἰς τὴν ἀναρχίαν, ἡ ἐπικράτησις τῆς ὁποίας θὰ καταλύσῃ, ὄχι μόνον τὰ δίκαια καὶ τὰς ἐλπίδας, ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἕλληνας καὶ τὴν Ἑλλάδα. Πιστεύομεν βαθύτατα εἰς τὴν διάχυτον αὐτὴν ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡ πραγματοποίησις αὐτῆς, πιστεύεται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναντήσῃ ἐμπόδιον, οὐδὲν παρ’ οὐδενός, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἀπὸ τοὺς μεγάλους μας φίλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ βλέπουν τὴν Ἑλλάδα ἰσχυράν, μεγάλην καὶ εὐημεροῦσαν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω κάτι τι, τὸ ὁποῖον αἰσθανόμεθα ὅλοι ἡμεῖς—ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀνέφερα—καὶ δὲν πιστεύω νὰ σᾶς δυσαρεστήσω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἄν καμμιὰ φορὰ σᾶς δυσαρεστήσω, ἡ πρόθεσίς μου δὲν θὰ εἶναι αὐτή. Θέλω, μάλιστα, τὴν πτέρυγα αὐτὴν ἰδιαιτέρως νὰ τὴν εὐχαριστήσω. Εἶναι εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τόσους ἄλλους φίλους καὶ εἰς τὸν νομικὸν κόσμον τῆς χώρας περίεργον, πῶς εἰς ἕνα τόπον συνταγματικῶς ὠργανωμένον, μὲ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα ἐπὶ κεφαλῆς καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῆς πολιτικῆς του περινοίας ἐτίμησε τὸν τόπον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Πατρίδα του, τὴν ὁποίαν ἐτίμησε καὶ ἐπλημμύρησεν ἀπὸ δόξαν. (Χειροκροτήματα). Ὁ κόσμος αὐτός, ὁ ἐπίλεκτος τῶν Ἀθηνῶν, πιστεύει ἀκραδάντως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτέ, οὔτε τὴν ἀνοικοδόμησιν, οὔτε τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας νὰ ἐπιτύχωμεν, οὔτε τὴν ὁλοκληρωτικὴν δικαίωσιν τῶν ἀγώνων μας καὶ τῶν προσπαθειῶν μας, πολλῷ δὲ μᾶλλον, νὰ ἐπουλώσωμεν τὰς μεγάλας πληγάς μας, ἄνευ τῆς ἑνώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἰδιαιτέρως ἄνευ τῆς συμπνοίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Διὰ τοῦτο πιστεύει, ὅτι ἡ ὁμαλότης καὶ ἡ τάξις θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ πολιτεύματος καὶ διὰ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Χώραν, τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ἡμῶν. Ἐκεῖνοι ἐξ ὀνόματος τῶν ὁποίων σᾶς ὁμιλῶ, διότι ἤκουσα ἐδῶ ἀπὸ τοὺς πολυπείρους κυρίους πληρεξουσίους, ὅτι οἱ βουλευταὶ ὁμιλοῦν διὰ τὸ Ἔθνος καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἔθνους, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τὰς ὀλίγας λέξεις ποὺ θὰ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς, νὰ τὰς ἀπευθύνω διὰ τὸ Ἔθνος, ἀλλ’ ἐξ ὀνόματος τῶν φίλων καὶ ἐκλογέων περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησα. Αὐτοὶ λοιπόν, δὲν προσελκύονται καὶ δὲν παρασύρονται πλέον ἀπὸ τὴν μαγείαν τῶν λέξεων. Ἐγνώρισαν τὴν δημοκρατίαν καὶ ἐταλαιπωρήθησαν φρικτὰ ἀπὸ τὴν λαοκρατίαν καὶ δὲν θέλουν τίποτε πλέον παρὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἐλπίζουν, ὅτι θὰ τὴν εὕρουν ἐν τῇ ὁλοκληρώσει τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐν τῇ ἐπανόδῳ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα). Ἐλέχθη, ὅτι προσφέρετε τὴν δημοκρατίαν ἀπὸ τὸ 1925 ἢ ἀπὸ τὸ 1915. Ἀπὸ τὸ 1915 ἕως τὸ 1945 εἶναι περίπου 30 ἔτη, ἐπιτρέψατέ μας τὴν κόρην σας νὰ τὴν θεωρήσωμεν ὑπερήλικα καὶ νὰ μὴ τὴν δεχθῶμεν. Ἐπίσης, κύριοι, ὁμιλοῦμεν πολλάκις καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τίτλους μεγάλους καὶ εἶναι τοῦτο ἀληθές, διότι οἱ τίτλοι αὐτοὶ ἐκτήθησαν μὲ αἷμα, μὲ κόπους, μὲ ἀγῶνας, μέ θυσίας τῶν τέκνων μας, τῶν ἀδελφῶν μας καὶ τῶν γονέων μας. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο δίκαιος, ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, ἂν δὲν ἀνεγνώριζεν, ὅτι μεταξὺ τῶν οἰκοδόμων τοῦ νεωτέρου Παρθενῶνος, τοῦ Παρθενῶνος τῆς νίκης καὶ τῆς δόξης, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ κάποιος ἄλλος ποὺ νὰ εἰργάσθη καὶ ἐβοήθησεν εἰς τὴν ἀνέγερσιν τοῦ περικαλλοῦς αὐτοῦ νεωτέρου οἰκοδομήματος τῆς νίκης.
§152Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι πῶς πρέπει νὰ γίνῃ τὸ Δημοψήφισμα;
§153Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς ὑμᾶς, κύριε Λαδᾶ, ἐὰν θὰ ἤθελε παραστῆ τοιαύτη ἀνάγκη. Διότι πιστεύσατέ με, σέβομαι ἀπολύτως τὰς ἰδέας σας.
§154Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ ἡμεῖς σεβόμεθα τὰς ἰδικάς σας.
§155Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ὡμιλήσατε περὶ εὐθέτου χρόνου καὶ ἐζητήσατε τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος, εἰς ἀόριστον καὶ ἀκατάλληλον χρόνον. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις δὲν θὰ εἶναι ἀπὸ ἐμέ, θὰ εἶναι ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τοῦ ὁποίου εἶναι διάχυτος ἡ ἐπιθυμία νὰ διεξαχθῇ τὸ ταχύτερον τὸ Δημοψήφισμα. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ γίνῃ οὕτω, τοὺς ἐξέθεσαν οἱ προηγούμενοι ὁμιληταί. Ἐγὼ ὅμως ἔχω ἓν ἐπιχείρημα. Πιστεύω, ὅτι θὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν ἡ ταχεῖα διεξαγωγὴ τοῦ Δημοψηφίσματος, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ πίστιν καὶ γνωρίζετε πολὺ καλὰ καὶ καλύτερα ἀπὸ ἐμέ, ὅτι ἡ πίστις εἶναι μείζων τῆς γνώσεως καὶ μείζων τῆς ἀληθείας. (Χειροκροτήματα). Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νὰ τονισθῇ εἰς μίαν αἴθουσαν, τὴν ὁποίαν κοσμοῦν προσωπικότητες, ἄνθρωποι μαχηταί, ὅπως ὅλοι ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξήλθατε ἀπὸ τὸ πῦρ τὸ δημοκρατικὸν—καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποσιωπήσητε—ὅτι ὑπῆρξεν εἰς τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους ἐπικαλούμεθα καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν ἐποποιΐαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὅτι ὑπῆρξεν εἷς ἄνθρωπος, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ δύο αὐτοκρατορίαι ἐπετίθεντο κατὰ τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος, ὅστις δὲν ἐθαμβώθη ἀπὸ τὴν λάμψιν τῶν τηλεβόλων τῶν δύο σιδηρῶν αὐτοκρατοριῶν καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦτο ὁ Βασιλεύς, ὅστις τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἥρπαξε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἔθεσεν εἰς τὸν θρόνον τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ καὶ τῆς δόξης. (Χειροκροτήματα). Εἶναι ἀδύνατον νὰ παρασιωπηθῇ, ὅτι εἰς ἡμέρας σκληρὰς καὶ κρισίμους, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ μεγάλη σύμμαχος ἡ Ἀγγλία εἶχεν ἀιρήσει τὸ πολεμικόν της ὑλικὸν εἰς τὴν Δουγκέρκην, ἡ δὲ Ρωσία ἐβοήθει τὸν ἄξονα, ἡ Ἀμερικὴ ἦτο οὐδετέρα καὶ ἡ μεγάλη Γαλλία ἔκλαιεν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων της τὴν συμφορὰν της τὴν ἀδόκητον, συμφορὰν δι’ ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι τότε ἡ Ἑλλάς, ἡ μικρὰ Ἑλλὰς ἔλαβε τὸν δρόμον τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ παρασιωπήσωμεν. Καὶ διὰ νὰ ὁμιλῶμεν διὰ μεγάλα ζητήματα πρέπει νὰ ἔχωμεν μεγάλα αἰσθήματα καὶ τὰ ἔχομεν καὶ τὰ ἀναγνωρίζω, διότι μέγα μέρος τῆς πτέρυγος αὐτῆς, τὸ ἐκτιμῶ, τὸ σέβομαι καὶ τὸν διαμαρτυρόμενον ἀκόμη φίλον ἰδιαιτέρως τὸν σέβομαι καὶ τὸν ἐκτιμῶ. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι ὡμιλήσατε περὶ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας. Ἀναγνωρίζω, ὅτι οὔτε ἡ τάξις, οὔτε ἡ ἀσφάλεια εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶναι εἰς τὴν χώραν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν σκέψιν. Βέβαια, λυπούμεθα ὅλοι δι’ αὐτό, ἀλλ’ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ οὔτε ἕνας μὴν καὶ τῇ συνδρομῇ καὶ ὑμῶν, ἡ τάξις θὰ ἀποκατασταθῇ. Εἶμαι, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὀπαδὸς τοῦ γενναίου στρατηγοῦ, τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, εἶμαι λέγω αἰσιόδοξος. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο, ἀπαντῶν ἴσως εἰς τὸν γενναιότατον στρατηγόν, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε προχθές, ὅτι ὅταν θὰ ἐξέλθωμεν ἔξω διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν, ποῖος διατρέχει κίνδυνον ἀπὸ τὰς ὀρδὰς τῶν ἀναρχικῶν....
§156Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ οἱ δύο.
§157Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἡμεῖς εἴμεθα ἐκτεθειμένοι. Ὁ λαὸς ὁ δημοκρατικὸς καὶ ὁ λαὸς τῶν βασιλοφρόνων οὐδέποτε ἦτο τόσον ἡνωμένος καὶ ἀγαπημένος. Ἔχετε τὴν ἀπόδειξιν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἀλλά, κύριοι, πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἔχομεν κοινὸν μέτωπον καὶ κοινὸν ἐχθρόν. Καὶ ὁ ἐχθρὸς αὐτὸς εἶναι οἱ πληρωμένοι ἄνθρωποι τῆς Γʹ Διεθνοῦς.
§158ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σύμφωνοι.
§159Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ εἰς τὸν δρόμον μόνον ἐναντίον μας θὰ ἐπιτεθοῦν οἱ κακοὶ αὐτοὶ Ἕλληνες;
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἀπὸ μᾶς ἔσφαξαν.
§161Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ καὶ ἴσως τοὺς μισεῖτε περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς. Ἀλλὰ σεῖς, ἔστω καὶ ἀκουσίως συμβαδίζετε μαζί των, διότι ἐκεῖ ποὺ πηγαίνετε σεῖς πηγαίνουν κι’ αὐτοί. Κύριοι, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον. Ἠξεύρω ὅτι μὲ κρίνετε μὲ ἐπιείκειαν καί, ὅτι ἀνταποκρίνεσθε εἰς τὴν ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς ὑμᾶς. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: Ἡνωμένοι ἐνικήσαμεν τὸν ἐχθρόν. Ἡνωμένοι πρέπει νὰ νικήσωμεν καὶ τὸν ἄλλον ἐχθρόν, περισσότερον κακόν, περισσότερον κακοῦργον, τοὺς σφαγεῖς καὶ ἐρημωτὰς τῆς ἑλληνικῆς οἰκογενείας καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ σπιτιοῦ. (Χειροκροτήματα). Εἶναι, λοιπόν, ἀνάγκη νὰ ἀκούσωμεν εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος, εἰς τὴν φωνὴν τῆς ἑνώσεως πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἱερωτέρου καὶ καλυτέρου καθήκοντος, νὰ ἀνεγείρωμεν τὴν Πατρίδα, τὴν ὁποίαν ἐπλήγωσαν αἱ χεῖρες τῶν κακούργων. Ἕλληνες πληρεξούσιοι, μὴ λησμονήσητε ποτέ, ὅτι ἔχετε μίαν κληρονομίαν μεγάλην ἐθνικήν, παλαιὰν καὶ νέαν. Μὴ λησμονήσητε, ὅτι εἶσθε θεματοφύλακες ἑνὸς πολιτισμοῦ παλαιοῦ καὶ μεγάλου, τὸν ὁποῖον ἀνενεώσαμεν ὅλοι ἐπάνω ἐκεῖ εἰς τὰ Βορειοηπειρωτικὰ βουνά, εἰς τὰ ὀχυρὰ τῆς Μακεδονίας, εἰς τὴν Λυβικὴν ἔρημον καὶ τὰς Μεσογειακὰς θαλάσσας. Τὸν πλοῦτον αὐτὸν ποτὲ δὲν πρέπει νὰ τὸν διασπαθίσωμεν καὶ τὸν παραδώσωμεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν κακούργων. Νὰ φτιάσωμεν ὅλοι μαζὶ τὸ σπίτι μας, νὰ τὸ θεμελιώσωμεν, νὰ τὸ σκεπάσωμεν καὶ ὅταν τοῦτο γίνῃ, θὰ βγάλωμεν ἀπὸ τὸ ἱερὸν τῆς Πατρίδος τοὺς κακοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τότε ὅλοι μαζί, μὲ τοὺς τίτλους μας, θὰ διεκδικήσωμεν τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος. Τότε θὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς ξένους, ὅτι ἡ Βόρειος Ἤπειρος, ἡ πολυπαθὴς καὶ ὡραία παρθένος, εἶναι χώρα Ἑλληνικὴ καὶ δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Χότζα. Τότε θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς γείτονας, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εὑρίσκουν εἰς αὐτοὺς ὁρμητήριον οἱ ἐχθροὶ τῆς Πατρίδος μας. Καὶ τέλος, θὰ εἴπωμεν εἰς ὅλους ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγίναμεν ὁλοκαύτωμα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνεπολέμησαν μετὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ ἔχω δύο λέξεις ἀκόμη νὰ σᾶς εἴπω, ἔχω δικαίωμα νὰ τὰς εἴπω. Ἐγένετο λόγος εἰς τὴν Βουλήν, περὶ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ Παναθηναϊκοῦ Σταδίου. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι συνέβαλα καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἄλλων κ. Προέδρων τῶν διαφόρων ὀργανώσεων καὶ τοῦ συναδέλφου κ. Καρζῆ, εἰς τὸ νὰ γίνῃ ἡ παναθηναϊκὴ ἐκείνη συγκέντρωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδόθη ἡ μεγάλη εὐκαιρία νὰ ἐκφράσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἕνα αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμα ἴσως νὰ τὸ ἐκφράσῃ. (Χειροκροτήματα). Τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον ἀνέτειλεν ἀπὸ τὴν συγκέντρωσιν ἐκείνην, ἀπὸ τὴν ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὴν ἕνωσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἦτο φῶς, τὸ ὁποῖον διέλυσε, πιστεύομεν, πρὸς στιγμὴν τὸ πολιτικὸν σκότος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια ἐκάλυπτε τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Καὶ ἐνομίσαμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι θὰ ἐφώτιζεν ὅλους ἡμᾶς καὶ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ γνωρίσουν τὴν ἁγνότητα καὶ ὡραιότητα τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς. Ἴσως διεψεύσθημεν. Ὁ στρατηγὸς εἶπε χθές, ὅτι βλέπω τὸ φῶς αὐτὸ νὰ τρεμοσβήνῃ. Σᾶς ἐξορκίζω, κύριοι. Ἐπιτρέψατε εἰς ἕνα κύριον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν τιμημένην τάξιν σας, δὲν εἶναι πυλιτικός, νὰ σᾶς εἴπῃ: Μὴ ἀφήσητε τὸ φῶς τῆς ἑνότητος καὶ τῆς συμπνοίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου νὰ σβήσῃ. Ἀποτελεῖτε περιουσίαν καὶ κεφάλαια τῆς χώρας. Δὲν ἀνήκετε εἰς τὸν ἑαυτόν σας. Δὲν δικαιοῦσθε νὰ διαθέτετε τὸν ἑαυτόν σας ὅπως θέλετε. Ἀνήκετε εἰς τὴν χώραν. Φροντίσατε νὰ περιφρουρήσητε τὸ κεφάλαιον αὐτό. Μὴ τὸ δαπανήσητε, μὴ τὸ διασπαθίσητε. Ἡ χώρα καὶ οἱ Ἕλληνες θὰ σᾶς εἶναι εὐγνώμονες. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§163Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλή, λόγῳ τῆς μακρᾶς συνεχιζομένης συζητήσεως καὶ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας εἶναι καταπεπονημένη, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ ρήτορες, θὰ περιορισθῶ συνεπῶς εἰς ἐλάχιστα καὶ δὴ ἐντὸς τοῦ τεθέντος χρονικοῦ περιορισμοῦ τοῦ τετάρτου τῶν ἀγορεύσεων. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ χώρα μας εὑρίσκεται εἰς μίαν κρισιμωτάτην καμπὴν τῆς ἱστορίας της, ὁ ἐπάρατος διχασμὸς πρόκειται καὶ πάλιν νὰ ἀναταράξῃ τὴν πατρίδα μας σύγκορμα. Φαίνεται, ὅτι εἶναι ἡ μοῖρα τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐγγίζῃ μὲ τόν ἄφθαστον ἡρωϊσμὸν καὶ τὴν αὐτοθυσίαν τῶν τέκνων της τὸ ἀπόγειον τῆς δόξης καὶ προτοῦ ἀξιοποιήσῃ τὰς θυσίας της, νὰ περιπίπτῃ εἰς τὴν ἐσχάτην ἀνυποληψίαν καὶ ἀδυναμίαν. Ὁ μῦθος τοῦ Σισύφου εἶναι ἑλληνικὸς καὶ ἡμεῖς οἱ γνήσιοι ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων ἑλλήνων μὲ ὅλα τὰ προτερήματα ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἐλαττώματά των. Καὶ σήμερον ὁ ἐθνικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται ἐκ νέου διχασμένος καὶ περιεχόμενον τοῦ διχασμοῦ εἶναι τὸ ἴδιον ἐκεῖνο ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὐχὶ ἐπὶ τριακονταετίαν, ὅπως ἐλέχθη ἀπὸ τοὺς προαγορεύσαντας, ἀλλ’ ἐπὶ τριάκοντα καὶ ἑπτὰ ἔτη ἀπασχολεῖ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἀπὸ τὸ 1909 ἐγεννήθησαν τὰ γνωστὰ ζητήματα τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν Βασιλοπαίδων καὶ ἂν δὲν ἐνεφανίζετο ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, δὲν γνωρίζομεν ποίαν κατεύθυνσιν θὰ εἶχε λάβει ἡ ἐπανάστασις τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἡ τελευταία ὑποτροπὴ τοῦ διχασμοῦ ἀνάγεται εἰς τὴν ἀποφράδα ἡμέραν τῆς 4ης Αὐγούστου 1936, διὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠκούσαμεν δυστυχῶς ἐπαίνους καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπαρέλθωμεν τὸ ἄτοπον, χωρὶς ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς νὰ τὸ θίξωμεν. Ἡ ἀναμφισβήτητος ἱστορία ἔχει ἀκριβῶς ὡς ἑξῆς: Πρὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ Ἰανουαρίου 1936 ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἀρχῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κωνστ. Δεμερτζῆ, ἡ ὁποία διενήργησε καὶ τὰς ἐκλογάς, ἡ δὲ προελθοῦσα Βουλὴ ἔδωσεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἀποθανόντος τοῦ Κ. Δεμερτζῆ τὴν 13ην Ἀπριλίου, ἀνέλαβεν ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ ὁποῖος τὴν 30ὴν Ἀπριλίου διὰ μεγίστης καὶ πάλιν πλειοψηφίας ἐπέτυχεν ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς, ἵνα διοικήσῃ τὴν χώραν διὰ 5 μῆνας. Ἀργότερον συνέβη καὶ κάποιο ἄλλο γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παραμείνῃ ἀμνημόνευτον. Περὶ τὰ τέλη τοῦ Ἰουλίου (27) τοῦ 1936 ἐπῆλθε συμφωνία δύο ἀστικῶν κομμάτων διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐξουσίας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς δοθείσης πρὸς τὸν Ι. Μεταξᾶν.
§164Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ποῖα κόμματα εἶναι αὐτὰ ποὺ συνεφώνησαν;
§165Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι γνωστά. Παρ’ ὅλα ταῦτα καὶ ἐν γνώσει τῆς ἐν λόγῳ συμφωνίας, ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις τῆς 4ης Αὐγούστου, διὰ τῆς ὁποίας κατελύθη τὸ ἐλεύθερον πολίτευμά μας καὶ συνεπῶς, ἡ 4η Αὐγούστου ἐγένετο οὐχὶ λόγῳ ἀνυπαρξίας τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἀδυναμίας τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ τοιαύτην, ὅπως διεκήρυξαν οἱ δικτάτορες, διότι ἦτο γνωστόν, ὅτι αἱ συνεννοήσεις τῶν κομμάτων εἶχον τερματισθῆ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶχε μάλιστα ἀνακοινωθῆ ὅπου ἔδει. Ἐπὶ χονδροειδοῦς ψεύδους, συνεπῶς, ἐβασίσθη ἡ 4η Αὐγούστου, ὅπως εἰς ψεύδη ἐστηρίχθη καθ’ ὅλην τὴν πολιτείαν της. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, οἱ τότε δικτάτορες, δὲν εἶχον τὸ θάρρος ν’ ἀναλάβουν τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας σήμερον ἠκούσαμεν ἀπὸ συνυπευθύνους, ὅτι ἀναλαμβάνουν καὶ δηλώνουν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἦτο ἀνεύθυνος! Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον ἀνάγκην τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως ὡς προκαλύμματος καὶ ὅλοι οἱ λόγοι τοῦ τότε δικτάτορος ἦσαν χαρακτηριστικοὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ὁ Μεταξᾶς ἐπανειλημμένως προέβαλε τὸ ὄνομα τοῦ Ἄνακτος καὶ τὸ μετεχειρίζετο παντοιοτρόπως ὡς προμετωπίδα, οὕτω ἄλλοτε μὲν ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο «τῇ ἐγκρίσει τοῦ Βασιλέως» ἄλλοτε «τῇ ἐπινεύσει τοῦ Βασιλέως», ἄλλοτε «μὲ τὴν ἀπόλυτον συγκατάθεσιν τοῦ Βασιλέως» καὶ ἄλλοτε «διὰ βασιλικῆς χειρονομίας....» κλπ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔχουν δίκαιον οἱ σήμερον ὑποστηρίζοντες τὰς ἀντιθέτους ἀπόψεις ἢ ὁ τότε δικτάτωρ. Τὸ ζήτημα, συνεπῶς, τοῦ πολιτεύματος αὐτομάτως ἐγεννήθη τὴν 4ην Αὐγούστου καὶ εἶχε τὴν συνέχειάν του ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κατοχῆς. Ἄλλοι προαγορεύσαντες ὡμίλησαν ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος, βάσει κειμένων, ραδιοφωνικῶν δηλώσεων κλπ., μὲ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ, χωρὶς μάλιστα νὰ ὑπεισέλθω εἰς λεπτομερείας, εἰς τὸ ἐὰν ὑπῆρξαν πραγματικὰ γεγονότα θεμελιώσαντα καταστάσεις, ὅπερ ἠμφισβητήθη ὑπὸ ρητόρων, τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν, ὅτι ὑπῆρξαν τοιαῦτα γεγονότα καὶ μάλιστα πάμπολλα, τόσον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ὅσον καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Αἱ ὑποδείξεις τῶν Κυβερνήσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ αἱ φορτικαὶ συστάσεις τοῦ στρατοῦ πρὸς τὰς ἰδίας Κυβερνήσεις, οἱ συμβιβασμοί, οἱ ὁποῖοι συνήπτοντο τῇ πιέσει τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, πάντα ταῦτα προϋπέθετον καὶ προήρχοντο ἀπὸ πραγματικὰς καταστάσεις καὶ ἀπετέλουν τοιαύτας, ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ ἐμβαθύνωμεν περισσότερον θὰ εἴδωμεν, ὅτι καὶ τὸ συμβόλαιον τοῦ Λιβάνου ἐγένετο κυρίως τῇ πιέσει τῶν ἐνόπλων δυνάμεων τοῦ ἐσωτερικοῦ, αἵτινες ἀπετέλουν καὶ ἀπετέλεσαν πραγματικὴν κατάστασιν, ὡς πάντες ἐπείσθημεν περὶ αὐτοῦ ἅμα τῇ ἀπελευθερώσει. Ἦλθε μία στιγμή, ἂς μὴ τὸ λησμονῶμεν, καθ’ ἣν ἕν ἔνοπλον κόμμα εἶχε καταλάβει ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα πλὴν μικροῦ τμήματος τῆς Πρωτευούσης καὶ αὐτὸς ὁ μικρὸς ἐθνικὸς στρατός, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε τότε, ἐκινδύνευσε νὰ ριφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ ἡμεῖς ὅλοι διεκινδυνεύσαμεν, ἐὰν δὲν ἐπενέβαινον τὴν τελευταίαν στιγμὴν ξέναι δυνάμεις νὰ μᾶς σώσουν. Ἐκλεκτὸς συνάδελφος, βασιλόφρων, ἐξήτασε τὰ ζητήματα ταῦτα ὑπὸ τὸ πρῖσμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιστήμη τοῦ δικαίου ἐξήταζε τὰ ζητήματα ταῦτα μέχρι τοῦδε καὶ μάλιστα στενῶς, ἀλλ’ αἱ συνθῆκαι καὶ τὰ δεδομένα εἶναι τὴν ἐποχήν μας τόσον διάφορα. Ἄλλοτε οὔτε Κυβερνήσεις Κουΐσλιγκ ὑπῆρχον, οὔτε βασιλεῖς, κυβερνήσεις καὶ στρατός, ἐκτὸς τῆς κατειλημμένης ἐπικρατείας τῶν ἀγωνιζόμενοι, οὔτε ὠργανωμέναι στρατιωτικαὶ δυνάμεις ἐν τῇ κατειλημμένῃ χώρᾳ ν’ ἀγωνίζωνται κατὰ τῶν κατακτητῶν, οὔτε στάσεις στρατοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κλπ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἐκ τῶν ὑστέρων διημφισβητήθη ἡ ὕπαρξις τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος καὶ προσπαθοῦν οἱ συμπολιτευόμενοι καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δημιουργήσουν ἕνα ἀντίθετον θεμέλιον νομικόν. Βεβαίως, εἴμεθα δύο κόσμοι διάφοροι, ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ σεῖς οἱ συμπολιτευόμενοι, θυσιάζοντες ταύτην, ὁμιλεῖτε περὶ τῶν τύπων. Ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν περὶ πραγμάτων καὶ σκοπιμότητος καὶ σεῖς περὶ ἐπιστήμης, ἀλλ’ εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὸ ζήτημα, τόσον ἀπὸ τυπικῆς, ὅσον καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως, ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει, πρέπει δὲ νὰ τεθῇ σαφῶς καὶ εὐθέως, ἄλλως ἡ βασιλικὴ παράταξις κτίζει ἐπὶ τῆς ἄμμου ἀνάκτορον ἐκ πεπιεσμένου χάρτου, τὸ ὁποῖον θὰ παρασυρθῇ εἰς τὴν πρώτην πνοὴν ἀντιθέτου ἀνέμου. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐρώτημα, συμπληρῶν τοὺς προαγορεύσαντας ἀντιπολιτευομένους συναδέλφους, πιστεύω, ὅτι ὅπως τοῦτο ἐτέθη προσωπικῶς διὰ τὸν Βασιλέα θὰ εἶναι, κύριοι βουλευταί, εἰς βάρος τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς ἡσυχίας τῆς χώρας, διότι εἶναι ἀναπόφευκτον, ὅτι ἡ πολεμικὴ θὰ διεξαχθῇ ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, εἶναι δέ, μὴ λησμονῶμεν, ἡ τρίτη φορά, καθ’ ἣν ὁ Γεώργιος εὑρίσκεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὲ ἀκουσίαν ἀποδημίαν, κατὰ πᾶσαν δὲ πρόβλεψιν, δὲν θὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία. Θὰ θίξω τώρα ἐπιτροχάδην καὶ μίαν ἄλλην ἄποψιν κατ’ ἐμὲ οὐσιώδη. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιτύχῃ ἐδαφικὰς διεκδικήσεις δικαίας καὶ ἱστορικάς, εὐκαιρίαν ἡ ὁποία δὲν θὰ παρουσιασθῇ ἐκ νέου ἐπὶ δεκαετηρίδας, ὡς ἐπίσης νὰ ζητήσῃ σοβαρὰν οἰκονομικὴν ἀρωγὴν διὰ νὰ ἐπουλώσῃ τὰς ἐκ τοῦ πολέμου πληγὰς καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ἐπεβάλετο ὄχι μόνον τὸ Κράτος ὁλόκληρον νὰ ἡνοῦτο ἀδιασπάστως διὰ νὰ ἐπιτύχῃ αὐτά, ἀλλ’ ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῆς εἰρήνης, θὰ ἔπρεπε σωρεία προσώπων ἐπιλέκτων καὶ ἐξεχόντων ν’ ἀγωνίζωνται ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀντ’ αὐτοῦ ἡμεῖς συζητοῦμεν ἐδῶ πότε θὰ κάμωμεν τὸ Δημοψήφισμα καὶ ἐὰν θὰ τὸ κάμωμεν. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐὰν θελήσωμεν χρονικῶς νὰ μεταφερθῶμεν ἐμπρὸς 25 ἕως 30 ἔτη καὶ νὰ ρίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς σημερινῆς μας καταστάσεως θὰ ἐκφέρωμεν ἀδιστάκτως μίαν κρίσιν ὄχι κολακευτικὴν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι εὑρίσκεται τοὐτέστιν εἰς κατάστασιν ὁμαδικῆς παραφροσύνης «τῶν οἰκιῶν ἡμῶν ἐμπιμπραμένων ἡμεῖς ᾄδωμεν». Ἔχομεν τόσα ζητήματα ζωτικὰ τῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων, τεράστια οἰκονομικὰ προβλήματα ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας, ἀνοικοδομήσεως κλπ. νὰ λύσωμεν, ὥστε διὰ νὰ μιλήσωμεν παραβολικῶς, ἐνῷ ἀνεγείρομεν ἓν νέον οἰκοδόμημα καὶ δὲν ἔχομεν τελειώσει ἀκόμη κανένα ὄροφον οὔτε τῶν ἐθνικῶν δικαίων, οὔτε τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως, οὔτε τῆς ἀσφαλείας κλπ. σπεύδομεν νὰ βάλωμεν τὴν στέγην δηλ. τὸ στέμμα. Πῶς ὅμως θὰ τὸ στηρίξωμεν; Αὐτὴ εἶναι δυστυχῶς ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία δημιουργεῖται εἰς ἐμέ. Ἐπὶ πλέον, κύριοι βουλευταί, παρουσιάζεται τὸ ζήτημα τὸ βασιλικὸν ὡς μία πανάκεια. Ἐγὼ δὲν πιστεύω εἰς αὐτό, ὄχι διότι δὲν θέλω νὰ ἀναγνωρίσω τυχὸν ὑπαρχούσας ἱκανότητας εἰς τὸν Βασιλέα, τὰς ὁποίας ἐγώ, τοὐλάχιστον, ἀγνοῶ, ἀλλὰ διότι αἱ ἁρμοδιότητες ἑνὸς δημοκρατικοῦ Βασιλέως εἶναι περιωρισμέναι καὶ δὲν εἶναι περισσότερες, ἀπὸ ὅσες τοῦ σημερινοῦ Ἀντιβασιλέως, ὁ ὁποῖος εἶναι πανθομολογουμένως πρόσωπον μεγάλων ἱκανοτήτων. Τὶ ἄλλο ἔχει συνεπῶς νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν ὁ Βασιλεὺς ἐπανερχόμενος ἐκτὸς ἂν πρόκειται νὰ ἐπανέλθῃ μὲ τὴν ρομφαίαν ἀνὰ χεῖρας. Καὶ εἰσέρχομαι τώρα δι’ ὀλίγων εἰς τὸ ζήτημα τοῦ μηχανισμοῦ. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ Συνέλευσίς μας ἔχει περιωρισμένα δικαιώματα. Πράγματι εἶναι εὐρέως Ἀναθεωρητικὴ καὶ ὄχι Συντακτική, ὡς ὑποστηρίζουν συνάδελφοί τινες καὶ δὲν ἔχει κατ’ ἀκολουθίαν καμμίαν ἁρμοδιότητα καὶ ἀνάμιξιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, τοῦ ὁποίου τὴν λύσιν ἐπεφύλαξεν ὁ λαός εἰς ἑαυτόν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν εὕρει ἕτοιμον ὀργανικὸν νόμον ἰσχύοντα ἐκ τῶν προτέρων, περὶ διενεργείας Δημοψηφισμάτων, ὅπως ὑπάρχει εἰς πολλὰς ἄλλας χώρας, ὡς προέβλεπε καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν ἰσχύει, δὲν θὰ εἶχε ἀνάγκην νὰ προσέλθῃ ἐδῶ καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ τὴν ἐφοδιάσωμεν μὲ τὸν ἀπαραίτητον μηχανισμόν, θὰ ἀπηυθύνετο δὲ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλυε καὶ τὸ ζήτημα. Συνεπῶς ἡμεῖς ἐδῶ τὸ μόνον ποὺ ἔχομεν νὰ κάμωμεν εἶναι νὰ ἑτοιμάσωμεν τὸν μηχανισμὸν τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸν ὁποῖον νὰ παραδώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀντ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ὁρίσωμεν τὸν χρόνον καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ Δημοψηφίσματος, ὡς πρὸς δὲ τὸν μηχανισμὸν τὸν κρατεῖ δι’ ἑαυτὴν ἐπιφυλασσομένη νὰ τὸν ὁρίσῃ διὰ Διατάγματος. Ὁ μηχανισμὸς εἶναι οὐσιῶδες στοιχεῖον δι’ ἕνα Δημοψήφισμα, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος τῆς ψηφοφορίας, ὁ καθορισμὸς τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, τῶν τοιούτων τῶν κομμάτων κλπ. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς φέρει πρὸς ἔγκρισιν ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐκείνη πρέπει νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην δηλ. τὸν χρόνον καὶ τὸ περιεχόμενον, αὐτὸ εἶναι σχῆμα ὀξύμωρον. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ψηφοδελτίων ἐλέχθησαν ἤδη ἐνώπιόν σας πολλά, θὰ περιορισθῶ νὰ ἀπαντήσω μόνον εἰς ἕνα ὑπαινιγμόν, τὸν ὁποῖον ἐκλεκτὸς βασιλόφρων βουλευτὴς ἔκαμεν, ὅτι, τοὐτέστιν, τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια ἠμποροῦσε νὰ εἶναι καὶ ἐρυθρά! Αὐτὸς ὁ ὑπαινιγμὸς γεννᾷ πολλὰς σκέψεις μὲ ἐμβάλλει δὲ σὺν τοῖς ἄλλοις εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν μεταχειρίζεται μὲ ἴσον τρόπον τὰ δύο μέρη, Βασιλείαν καὶ Δημοκρατίαν, διότι θὰ ἠδύνατο κανείς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἐρωτήσῃ τὸν βουλευτὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ τὸ ἐρώτημα τῆς βασιλευομένης Δημακρατίας δὲν τὸ θέτει χωριστὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως ἐφ’ ὅσον εἶναι βέβαιον ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν τὴν βασιλείαν μὲ Βασιλέα τὸν Παῦλον ἢ τὸν Κωνσταντῖνον ἢ οἱονδήποτε ἄλλον. Ἀλλ’ ὁ κίνδυνος τοῦ λευκοῦ ψηφοδελτίου εἶναι μεγάλος καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἄν, φερ’ εἰπεῖν, τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια παρουσιάσουν πλειοψηφίαν 52% ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 30% νὰ εἶναι Δημοκρατία καὶ τὰ 20% Λαοκρατία τί θὰ γίνῃ τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰς τὴν χώραν, ὅτε οὐδεὶς θὰ ἔχῃ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν; Ἡ Κυβέρνησις ἀναμφισβητήτως σκέπτεται «μετ’ ἐμὲ ὁ κατακλυσμός, ἄς ἀναλάβῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ βγάλῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὸ χάος». Δὲν εὑρίσκω τοῦτο οὔτε λογικὸν οὔτε πατριωτικὸν ἴσως δὲ καὶ ἐπικίνδυνον ἐθνικῶς, ἐὰν εἰς ὡρισμένα τμήματα τῆς Ἑλλάδος παρουσιασθῇ ἀριθμὸς ψηφοδελτίων ἔστω καὶ περιωρισμένος, 20% φερ’ εἰπεῖν, μὲ ἄλλους χαρακτηρισμοὺς καθαρῶς ἀντεθνικούς. Ἐγὼ θὰ ἐπιθύμουν ὄχι μόνον νὰ εἶναι ὑποχρεωτικῶς τυπωμένη ἡ λέξις «Δημοκρατία» ἐπὶ τῶν ἐπισήμων ψηφοδελτίων, ἀλλὰ ὅσα τυχὸν ἐξ αὐτῶν ἔχουν ἐπὶ πλέον καὶ παρατηρήσεις αὐτὰ μὲν νὰ θεωρηθοῦν ἔγκυρα αἱ δὲ παρατηρήσεις ἄκυροι νὰ μὴ ἀναγνωσθοῦν δὲ οὔτε ἀπὸ τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπάς. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς τῆς Κυβερνήσεως πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος. Συνάδελφος ἐκ Θεσσαλονίκης ἀνέγνωσεν ὑπόμνημα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εὑρισκομένου τότε ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς ἀρχηγοῦ ὁμάδος Βασιλοφρόνων, εἰς τὸ ὁποῖον καθώριζε τὴν σύνθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατ’ αὐτὸν θὰ ἔπρεπε νὰ διενεργήσῃ τὸ Δημοψήφισμα. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀπήντησεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι ἐνώπιόν σας, ὅτι τώρα ὑπάρχει Κυβέρνησις ἐκ τῶν ἐκλογῶν καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει πλέον λόγος εἰδικῆς ὑπηρεσιακῆς τοιαύτης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λυποῦμαι πολὺ διαπιστῶν τοῦτο, δικαιολογῶν τὴν ἄλλοτε γνώμην του καὶ ὑπαναχωρῶν, δὲν ἔχει φαίνεται οὔτε κἂν ἀναγνώσει τὸ πρόγραμμα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ λέξει ἀναγράφει τὰ ἑξῆς: «...εἰς τὰς ἀνωτέρω περιπτώσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν προσφυγῆς εἰς τὸν λαόν, αἱ ἐκλογαὶ ἢ τὸ Δημοψήφισμα θὰ διενεργοῦνται ἀπὸ ἐξωκομματικὴν Κυβέρνησιν». Τοῦτο ἐδημοσιεύθη τὴν 15ην Νοεμβρίου 1945 ἐπικειμένων τῶν μετέπειτα ἀναβληθεισῶν ἐκλογῶν. Φαντάζομαι συνεπῶς, ὅτι ὑπάρχει κάποια σχέσις ἀσφαλῶς μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ προγράμματος καὶ τῶν ὅσων περιελάμβανεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἀναφερθὲν ὑπόμνημά του καὶ, ὅτι ὁ τότε κ. Τσαλδάρης διαφωνεῖ μὲ τὸν σημερινόν. Καὶ τέλος, κύριοι βουλευταί, ἐπεθύμουν νὰ μὴ μείνῃ ἀναπάντητον τὸ ἑξῆς: Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐλέχθη ὑπὸ ἀντιφρονοῦντος (τῆς βασιλικῆς παρατάξεως βουλευτοῦ) ὅτι κακῶς ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων θεωρεῖ, ὅτι συνήφθη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἄλλων παραγόντων συμφωνία, ὥστε αἱ ἐκλογαὶ νὰ γίνουν τὸ 1946 καὶ τὸ Δημοψήφισμα τὸ 1948, καθόσον διὰ νὰ ὑπάρχῃ νομικὴ συμφωνία προαπαιτοῦνται (δὲν ἠκούσθη) ἀνεπτύχθησαν δὲ διάφοροι νομικοὶ ὁρισμοὶ ἐξητάσθη δὲ γενικῶς τὸ ζήτημα καθαρῶς νομικῶς. Ἡ λέξις συμφωνία, ὅπως μεταχειρίζεται τὸν ὅρον ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἔχει ποσῶς τὴν ἔννοιαν συνάψεως ἐγγράφου τινὸς ἢ συμβολαιογράφου συμφωνίας, ἀλλ’ ὅτι ἐκλήθη τὴν 21ην Νοεμβρίου, τοῦ ἐτέθησαν δὲ τὰ ζητήματα, ὅπως τοῦ ἐτέθησαν διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωθυπουργίαν καὶ αὐτὸς μὲν ἐτήρησε τὸν λόγον του οἱ ἕτεροι ὅμως παράγοντες δὲν ἐτήρησαν τὸν ἰδικόν των. Δὲν ἐξέφρασε πρὸς τοῦτον παράπονον, ἀλλ’ ἁπλῶς διαπίστωσεν, ὅτι ἐνῷ αὐτὸς ἀνέλαβεν ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους τὴν Κυβέρνησιν αὐτὸς μὲν ἐξεπλήρωσε τοὺς ἰδικούς του οἱ ἄλλοι δὲ δὲν ἐξεπλήρωσαν τοὺς ἰδικούς των. Τὸ αὐτὸ περίπου συνέβη καὶ τὴν 27ην Ἰουλίου 1936, ὅταν ἐδόθησαν ἀπὸ ἐπίσημα χείλη ἐπίσημοι ὑποσχέσεις εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων καὶ μετὰ 7 ἡμέρας, ἤτοι τὴν 4ην Αὐγούστου, αἱ ὑποσχέσεις αὐταὶ διεψεύσθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τρίτου ἐδόθησαν πανηγυρικαὶ ὑποσχέσεις, διὰ σειρᾶς δηλώσεων ἐξ ἐπισήμων χειλέων, ὅτι ὑπάρχει καθεστωτικὸν ζήτημα καὶ, ὅτι θὰ κληθῇ ἐν καιρῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς κυριάρχου θελήσεώς του νὰ τὸ λύσῃ καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα ἀντ’ αὐτοῦ πρὸ ἀρνήσεως καὶ πλήρους δικολλαβικῶν ἐπιχειρημάτων, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν οὔτε ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα ἐκκρεμές. Καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀπορεῖ καὶ ἐξίσταται δι’ ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδῃ περαιτέρω πίστιν εἰς ὑποσχέσεις καὶ εἰς δηλώσεις ὁποθενδήποτε προερχομένας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι παρὰ ἔπεα πτερόεντα, μόνον τὰ scripta manent, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τελευταίως δυστυχῶς διαψεύδονται. Ὅταν τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν δὲν εἶναι ἀνδρὸς σοφοῦ, τὶ θὰ ἦτο τὸ τετράκις ἐξαμαρτεῖν; Αὐτὰ κατώρθωσα ἐντὸς ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας νὰ ἐκθέσω καὶ λυποῦμαι, ὅτι ὀφείλω νὰ κατέλθω τοῦ βήματος ἐνῷ ἔχω πολλὰ ἀκόμη νὰ ἐκθέσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ε. Ἀβέρωφ.
§167Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἕνας ξένος ἐντελῶς ἀκατατόπιστος εἰς τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος, παρακολουθοῦσε τὰς μακρὰς συνεδριάσεις, εἰς τὰς ὁποίας μετέχομεν ἀπὸ 45 περίπου ἡμερῶν, θὰ κατέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ χώρα αὐτὴ δὲν ἔχει καὶ τόσον σοβαρὰ προβλήματα ν’ ἀντιμετωπίσῃ. Θὰ κατέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἐσείσθη ὁ τόπος αὐτὸς καὶ δὲν σείεται, ὅτι δὲν ἔχει 120 χιλ. καμμένα σπίτια καὶ τόσα ἄλλα ζητήματα ἐκτάκτου σημασίας. Καὶ θὰ ἦτο φυσικὸν τὸ συμπέρασμα, διότι κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους δὲν συνεζητήθη ἐδῶ, ὥστε νὰ συμβάλῃ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν ἐπίλυσίν των. Ἀντ’ αὐτῶν, τὸ κύριον θέμα εἶναι τὸ Δημοψήφισμα, ζήτημα δευτερεῦον δι’ ἡμᾶς, ζήτημα πρωτεῦον διὰ σᾶς. Σεῖς πιστεύετε, ὅτι ἐνδεχομένη ἐπάνοδος τοῦ Βασιλέως εἶναι ἡ πανάκεια διὰ τὴν ἐπίλυσιν παντὸς ζητήματος, ἡμεῖς ἀντιθέτως, πιστεύομεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰ ἑλληνικὰ ζητήματα, ἐὰν δὲν τὰ ἐπηρεάσῃ δυσμενῶς. Ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασίαν ποῖος ἐκ τῶν δύο ἔχει δίκαιον, διότι ἐνῷ ἐπρόκειτο ν’ ἀσχοληθῶμεν μὲ αὐτὸ εὑρέθημεν πρὸ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον τίθεται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ τὸ λύσῃ. Τὸ ζήτημα τοῦ αἰφνιδιασμοῦ, τὸ ὁποῖον παρουσίασε καὶ διὰ τὴν Συμπολίτευσιν τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα δὲν εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Νομίζω, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τόσους ρήτορας τὸ θέμα ἔχει ἐξαντληθῆ καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἤθελα νὰ θίξω, οὔτε τοὺς νομικοὺς συλλογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν οὔτε τοὺς ἄλλους ἰσχυρισμούς. Θὰ ἤθελα μόνον νὰ τονίσω, ὅτι διατηροῦμεν, παρ’ ὅλην τὴν καλήν μας θέλησιν, ὡρισμένους φόβους διὰ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Τοὺς διατηροῦμεν ὄχι μόνον διὰ τὰς συνθήκας ἀσφαλείας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, ἀλλὰ δι’ αὐτὰ τὰ συνθήματα, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν νὰ ρίπτωνται καὶ ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ ἐπισήμου Σώματος. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἐπιχειρῆται καὶ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος νὰ γίνῃ ἕνας ταυτισμὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ κομμουνισμοῦ. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ μᾶς λέγητε, ὅτι τὴν νύκτα τῆς 1ης Σεπτεμβρίου, ἂν νικήσῃ ἡ ἰδική μας παράταξις, δὲν ἠξεύρομεν ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν. Τὴν νύκτα τῆς 1ης Σεπτεμβρίου ἡμεῖς θὰ εἴμεθα εἰς τὰς θέσεις μας, εἰς τὰς θέσεις ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας ἐτάχθημεν πάντοτε, εἰς τὸν ἀντικομμουνιστικὸν ἀγῶνα. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πολιτευόμεθα εἰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζομεν σήμερον κινδύνους τοὺς ὁποίους πολλοὶ ἐξ ὑμῶν δὲν ἀντιμετωπίζετε, οἱ ὁποῖοι περιτρέχομεν τὴν ὕπαιθρον εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται κομμουνιστικαὶ συμμορίαι, ἡμεῖς καὶ τὴν νύκτα τῆς 1ης Σεπτεμβρίου θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὰς θέσεις εἰς τὰς ὁποίας μᾶς ἔταξεν ἡ πολιτεία. Ἑπομένως εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον νὰ μᾶς λέγετε, ὅτι ἐξ αἰτίας ἡμῶν θὰ κινδυνεύσῃ τὸ Ἔθνος. Αὐτὰ τὰ συνθήματα, τὰ ὁποῖα ρίπτουν μερικοὶ ἐκ τῶν συμπολιτευομένων θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ ρίπτωνται, διότι ἐπαναλαμβάνω, μοῦ γεννοῦν φόβους, ὅτι τοιαῦτα συνθήματα χρησιμοποιούμενα κατὰ τὸ Δημοψήφισμα δὲν εἶναι ἐξυπηρετικὰ τῆς ἀδιαβλήτου διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ δὲν εἶναι ἐθνικῶς χρήσιμα. Τὸ νὰ συζητήσω τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, ὕστερα ἀπὸ τόσους ρήτορας θεωρῶ μάταιον, διότι ἡ Κυβέρνησις φαίνεται ἀποφασισμένη νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου μὲ τὴν πλειοψηφίαν, χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρηται ποίαν στάσιν θὰ τηρήσωμεν ἡμεῖς. Μάταιον λοιπὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ περιεχομένου. Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ διατυπώσωμεν μίαν εὐχήν. Ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ τὰ ἐρωτήματα καὶ νὰ διεξαγάγῃ τὸ Δημοψήφισμα, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ τὸ καταστήσῃ ἀδιάβλητον καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡμεῖς πρῶτοι θὰ χειροκροτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ σεβασθῶμεν τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μογγογιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§169Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πολλοὶ ἐκ τῶν ἀγορητῶν τῆς Συμπολιτεύσεως ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δὲν ὑφίσταται πολιτειακὸν ζήτημα καί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέτει τοῦτο αὐτοπροαιρέτως. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Πολιτειακὸν ζήτημα ὑφίσταται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπῆλθεν ὁ ἐπικατάρατος διχασμὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἐμάρανε τὰς ἐλπίδας μας καὶ ἠμπόδισε τὴν ἐθνικήν μας ἀποκατάστασιν. Καὶ ὁ διχασμὸς οὗτος ἐπῆλθεν ὅτε τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915 ὁ ἀνώτατος ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος διέλυσε τὴν Βουλήν, μετὰ τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Τότε ἐπῆλθεν ὁ ἐπικατάρατος ἐκεῖνος διχασμὸς καὶ τότε ἐδημιουργήθη τὸ δυναστικὸν καὶ κατόπιν πολιτειακὸν ζήτημα. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος μὲ τὸ ἱερὸν πῦρ τῆς ψυχῆς του καὶ τὴν μεγαλοφυΐαν του κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ τὸ μεγαλούργημα τῶν τριάκοντα αἰώνων τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, τὴν μεγάλην Ἑλλάδα τῶν δύο ἠπείρων καὶ τῶν πέντε θαλασσῶν, παρὰ τὴν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε διαιρεθῆ εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα, τῶν βενιζελικῶν καὶ τῶν βασιλοφρόνων, οἵτινες ἀντέδρασαν εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς πραγματικῶς μεγάλης Ἑλλάδος. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπῆλθον τὰ γεγονότα, προεκλήθησαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 1ης Νοεμβρίου, διὰ τῶν ὁποίων κατέλαβον τὴν ἐξουσίαν τὰ βασιλόφρονα κόμματα, ἐπῆλθε τὸ Δημοψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανῆλθεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρὰ τὴν νόταν τῶν συμμάχων. Καὶ τότε ἡ Ἑλλὰς κατεκρημνίσθη εἰς ἐρείπια καὶ τὰ λάβαρα τῆς Ἑλλάδος τῶν δύο ἠπείρων καὶ τῶν πέντε θαλασσῶν ὑπεστάλησαν καὶ αἷμα ἄφθονον ἔρρευσεν, ἕνα δὲ καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἐρρίφθη εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Ἑλλάδος, θύματα τοῦ μεγαλυτέρου ἐγκλήματος τῆς ἀνθρωπότητος, θύματα τῆς μεγαλυτέρας καταστροφῆς, ποὺ ἐγνώρισε ποτὲ ὁ κόσμος. Δυστυχῶς ὑπῆρξαν οἱ κακοὶ ἐκεῖνοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεκινήθησαν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀφυπνίσθησαν ὅταν αἱ πνοαὶ τοῦ Ταϋγέτου καὶ τοῦ Ὀλύμπου καὶ τοῦ Παρνασσοῦ συνεμίχθησαν μὲ τὴν θυελλώδη πνοὴν τῶν λευκῶν ὀρέων τῆς Κρήτης, διὰ νὰ συναντήσουν τὸν ἄνεμον τῆς Προποντίδος καὶ τὸν ἀέρα τῶν Μικρασιατικῶν βουνῶν καὶ διὰ νὰ ψάλλουν τὸν ὕμνον τῆς ἀναστάσεως τοῦ γένους, τὸν ὕμνον τῶν μεγάλων νεκρῶν τῆς φυλῆς. Δὲν ἐφωτίσθησαν ὅταν οἱ φλόγες τῆς πυρποληθείσης Σμύρνης ἔφθαναν μέχρις ἑβδόμου οὐρανοῦ καὶ αἱ φωναὶ τῶν σφαζομένων παιδιῶν καὶ ἀδελφῶν μας ἔφθανον εἰς τὰ τάρταρα τῆς γῆς. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν, ἐπηκολούθησεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1922, τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1924, ὁπότε ἐτέθη de facto πλέον καθεστωτικὸν ζήτημα. Ἐπηκολούθησεν κατόπιν τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1935, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανῆλθεν ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κύριοι βουλευταί, ἤμουν εἷς τότε ἐκ τῶν 300 βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι κατεχειροκρότησαν τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως. Ἐπιστεύσαμεν ὅλοι, ὅτι αἱ δηλώσεις του, ὅτι αἱ ὑποσχέσεις του ἦσαν ἀπολύτως εἰλικρινεῖς. Ἐχειροκροτήσαμεν ὅλοι τὸ διάγγελμα τότε τοῦ Βασιλέως, διότι ὑπέσχετο ἰσονομίαν, ἰσοπολιτείαν καὶ ἔλεγεν, ὅτι θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ πάππου του. Ἀλλὰ δυστυχῶς μετὰ τρίμηνον ἐπηκολούθησεν ἡ πρώτη ἀντιλαϊκὴ πρᾶξις του, ἡ ἀνάθεσις τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀειμνήστου Δεμερτζῆ, εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ μειοψηφοῦντος τότε κόμματος, εἰς τὸν Ἰωάννην Μεταξᾶν, ἐνῷ κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἔπρεπε ν’ ἀναθέσῃ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ σχετικῶς πλειοψηφοῦντος κόμματος Θ. Σοφούλην. Κατόπιν ἐπηκολούθησεν ἡ δευτέρα ἀντιλαϊκὴ πρᾶξις τοῦ Βασιλέως, ἡ δικτατορία τῆς 4ης Αὐγούστου, ἡ κατάργησις τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ κατάργησις τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἀνθρωπότης ἠγωνίσθη ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους καὶ ἔχυσε ποταμοὺς αἱμάτων. Ναί, ἡ δικτατορία τῆς 4ης Αὐγούστου, ὑπεβίβασε τὸν πολιτισμὸν τῆς χώρας καὶ προσῆψε στῖγμα ἀνεξίτηλον εἰς τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος. Καὶ ὅμως ὑπῆρξαν συνήγοροι τῆς 4ης Αὐγούστου, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἐπεβλήθη ἡ 4η Αὐγούστου, διότι δὲν συνεφώνουν οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί. Ἡ 4η Αὐγούστου ἐπεβλήθη ἀκριβῶς, διότι ὑπῆρχε κίνδυνος συμφιλιώσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἐπικαλοῦμαι πρὸς τούτοις τὴν μαρτυρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Θεοτόκη, ὅστις μετέβη καὶ συνήντησε τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων καὶ συνεφώνησεν ἀπολύτως μετ’ αὐτοῦ πρὸς σχηματισμὸν κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Ἀκριβῶς τότε ἐκηρύχθη ἡ δικτατορία τῆς 4ης Αὐγούστου, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ἐκ τῆς συμφιλιώσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου κινδύνου. Ἐπίσης, λέγουν, ὅτι ἐπεβλήθη ἡ 4η Αὐγούστου διὰ τὸν φόβον τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἔ, κύριοι, εἶναι αἶσχος νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα. Ὑπῆρχον τότε 285 βουλευταὶ τῆς ἀστικῆς παρατάξεως καὶ 15 μόνον κομμουνισταὶ βουλευταί. 1.500.000 ψῆφοι ἀστικαί, 60.000 μόνον ψῆφοι κομμουνιστικαί. Εἴχομεν τὸ Κράτος ὁλόκληρον, εἴχομεν τὸν Βασιλέα Ἀρχηγόν, τὸν στρατόν, τὸν στόλον, τὸ πνεῦμα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἐπεβλήθη ἡ 4η Αὐγούστου διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κομμουνιστικὸν κίνδυνον. Ἀλλά, λέγουν, ὅτι ἡ 4η Αὐγούστου ἐξιλεώθη καὶ ἐξιλεώθη διὰ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου. Τὴν 28ην Ὀκτωβρίου ἐδημιούργησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὰ παιδιά του ἔχυσαν τὸ αἷμα τους καὶ ἔχασαν τὴν ζωήν των, διὰ νὰ δημιουργηθῇ τὸ Ἀλβανικὸν ἔπος. Ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ Μεταξᾶς ἔκαμαν ἁπλῶς τὸ καθῆκον των. Ἄλλωστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμουν διαφορετικά, διότι δὲν ἠμποροῦσαν νὰ κάμουν μίαν προδοτικὴν πρᾶξιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔπραξαν τὸ καθῆκον των. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, ἐδημιουργήθη ζήτημα Δημοψηφίσματος. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ Δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ εἶναι ἀδιάβλητον, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἑνότης μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ διὰ νὰ γίνῃ ἀδιάβλητον τὸ Δημοψήφισμα, τὸ ἐρώτημα πρέπει νὰ εἶναι σαφές: Δημοκρατία ἢ Βασιλεία. Διότι ἡ ἀσάφεια φέρει τὴν σύγχυσιν, φέρει τὴν πλάνην, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει κακὴν πρόθεσιν καὶ δολίαν προαίρεσιν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον. Διὰ νὰ εἶναι ἀδιάβλητον τὸ Δημοψήφισμα, προσέτι οἱ κατάλογοι πρέπει νὰ εἶναι γνήσιοι. Ἐλέχθη, ὅτι γνήσιοι οἱ κατάλογοι θὰ καταστοῦν μόνον διὰ τῆς ἀνασυντάξεως, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι ἀπαιτεῖται χρόνος πολύς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τὸ καθορίζον τὴν ἀνασύνταξιν καὶ ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, προβλέπει τὴν ἀνασύνταξιν τούτων εἰς τὰς περισσοτέρας περιφερείας τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ συνέπειαν, εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθοῦν καὶ αἱ ἄλλαι περιφέρειαι, δι’ ἃς δὲν προβλέπεται ἀνασύνταξις παρὰ μόνον ἀναθεώρησις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἐπίσης διὰ νὰ εἶναι ἀδιάβλητον τὸ Δημοψήφισμα, ἀπαιτεῖται νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ δημοσία τάξις. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἔχει διασαλευθῆ καὶ αἱ ἀναφοραί, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται καθημερινῶς, ἀποδεικνύουν τοῦτο πλήρως. Τέλος πρέπει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ διενεργήσῃ τὸ Δημοψήφισμα, νὰ εἶναι Κυβέρνησις Ἐθνική. Κύριοι βουλευταί, ἕνας εἶναι ὁ σκοπὸς ὅλων μας καὶ ἕνα τὸ πρόγραμμά μας. Σκοπός μας καὶ πρόγραμμά μας εἶναι νὰ ἀνακαινίσωμεν, νὰ ἀναδημιουργήσωμεν, νὰ ἀναπλάσωμεν τὴν Ἑλλάδα μας καὶ νὰ καταλύσωμεν πᾶν ὅ,τι συντείνει εἰς τὴν κακοδαιμονίαν αὐτῆς. Πρέπει νὰ λείψῃ ἡ γάγγραινα, ὅπως τὴν ἀπεκάλεσαν, ἡ πληγὴ αὐτὴ τοῦ καθεστωτικοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ λείψῃ ἡ πληγὴ αὐτὴ τοῦ πολιτειακοῦ, τὸ Δημοψήφισμα πρέπει νὰ εἶναι ἀδιάβλητον, πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως γνήσιον. Ἄλλως χτίζομεν εἰς τὴν ἄμμον. (Χειροκροτήματα).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Κωστόπουλος ἔχει τὸ λόγον.
§171Α. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι φοβερὰν ἀπογοήτευσιν καὶ πικρίαν, διότι ἀναβαίνω διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὸ βῆμα ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς. Ἠλπίζαμεν ἐρχόμενοι εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο θὰ ἦτο καὶ ἱερὸν καὶ βῆμα ἐλεύθερον μετὰ τὰς τὰς τόσας θυσίας. Ἀτυχῶς παρήλασαν ἀπ’ ἐδῶ ὑμνηταὶ τοῦ ἑλληνικοῦ φασισμοῦ. Ἐφ’ ὅσον παρήλασαν ὑμνηταὶ τοῦ ἑλληνικοῦ φασισμοῦ εἰς στιγμὰς κρισίμους τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν πικρίαν μου ἀπὸ ὅλον τὸ βάθος τῆς ψυχῆς μου. Αἰσθάνομαι πικρίαν, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, οἱ 4 Μεγάλοι, ἀντιπρόσωποι 13.000.000 νεκρῶν ποὺ ἔπεσαν διὰ τὰς δημοκρατικὰς ἐλευθερίας, συζητοῦν διὰ νὰ ἐξεύρουν βάσιν εἰρηνεύσεως τοῦ κόσμου, ἡμεῖς ἐφοδιάζομεν τὸν ἀπερχόμενον Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος μὲ ὕμνους τοῦ ἑλληνικοῦ φασισμοῦ. Αὐτό, κύριοι, εἶναι πελώριον πολιτικὸν σφάλμα καὶ μέγα ἐθνικὸν ὀλίσθημα. Ἡ 4η Αὐγούστου, εἴτε τὸ θέλετε, εἴτε δὲν τὸ θέλετε, εἶναι μία μελανὴ σελὶς τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Εἶναι ἐθνικῶς ἀπαράδεκτος. (Χειροκροτήματα).
§172Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. ..... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§173Α. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Καράμπελλα, δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε, διότι ὑπήρξατε διερμηνεὺς τῶν Ἰταλῶν εἰς Σπάρτην.
§174Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ (Χειρονομεῖ, ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§175Α. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ψηφίσματος, ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ, θέλει καὶ ἐπιζητεῖ νὰ δώσῃ ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν εἰς τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος ἀπὸ τὴν νύκτα τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ ἐπέκεινα. Ἰσχυρίσθη ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις—διότι ἐνεστερνίσθη, ὅσα εἶπον, οἱ ὑμνηταὶ τοῦ ἀπολεσθέντος παραδείσου τῆς 4ης Αὐγούστου—ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὸ ἔπος τῆς Ἀλβανίας. Ἡμεῖς ποὺ ἐπολεμήσαμεν εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ οἱ ὁποῖοι συνεχίσαμε τὸν πόλεμον καὶ εἰς τὴν ἀντίστασιν, διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος, ἡμεῖς ἠξεύρομεν, ὅτι τὸ ἔπος αὐτὸ τὸ ἔκαμεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὄχι ὁ Βασιλεύς.
§176ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λαὸς χωρὶς ἡγεσίαν εἶναι ὄχλος.
§177Α. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς δὲν πολεμήσατε, ἐγὼ ἐπολέμησα, σεῖς δὲν γνωρίζετε ἀπὸ πόλεμον.
§178Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ψεῦδος. Οἱ ἥρωες δὲν εἶναι ἐγωϊσταί, εἶναι σεμνοί. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§179Α. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σεμνός, διότι ἐπολέμησα εἰς τὴν ἀντίστασιν καὶ τὴν Ἀλβανίαν Εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπήσω τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θράκην, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κ. Λαμπριανίδην καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας κ. Πορφυρογέννην. (Ἀποδοκιμασίαι τῆς δεξιᾶς. Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ὀφείλω νὰ ἐξάρω τὸ ἔργον καὶ τῶν δύο Ὑπουργῶν, διότι ἀμφότεροι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ μὴ χυθῇ καθόλου αἷμα εἰς τὴν Μακεδονίαν. (Ζωηραὶ ἀποδοκιμασίαι: Αἶσχος! Αἶσχος! Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Σεῖς, οἱ βουλευταὶ τῆς Δράμας, γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ἐγὼ σᾶς ἀνεγνώρισα ὡς ἀντάρτας, μὲ ἀπόφασιν ἰδικήν μου. (Αἱ διαμαρτυρίαι καὶ αἱ ἀποδοκιμασίαι συνεχίζονται). Οἱ ἀντάρται, ποὺ διαμαρτύρονται τῆς Μακεδονίας ὀφείλουν τὴν ἀναγνώρισίν των ὡς ἐθνικὸν σῶμα εἰς τὴν ὑπογραφὴν τὴν ἰδικήν μου. Ὁ Βασιλεύς, συνεπῶς, ἐπιζητεῖ νὰ λάβῃ ἀθωωτικὴν ψῆφον, δι’ ὅ,τι ἔκανε ἀπὸ τὸ 1936 μέχρι σήμερον. Ἠμποροῦσε ὁ Βασιλεὺς καὶ εἶχε τρεῖς εὐκαιρίας ἐὰν ἤθελε νὰ λάβῃ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ ἐξαγάγῃ τὴν χώραν ἀπὸ τὴν ἀνωμαλίαν. Ἡ πρώτη εὐκαιρία ἦτο ὅταν ἐκηρύχθη ὁ παγκόσμιος πόλεμος τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1939. Ὤφειλε νὰ καλέσῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ νὰ κάνῃ Κυβέρνησιν Ἐθνικῆς Σωτηρίας. Δὲν τὸ ἔκανε. Εὐθύνεται. Δευτέρα εὐκαιρία, τὴν 28ην Ὀκτωβρίου 1940. Ὤφειλε νὰ καλέσῃ ὁ Βασιλεὺς ὁλόκληρον τὸν ἐθνικὸν πολιτικὸν κόσμον, ὅστις προσεφέρθη, καὶ νὰ κάνῃ Κυβέρνησιν Ἐθνικῆς Σωτηρίας. Δὲν τὸ ἔκανε. Εὐθύνεται. Τρίτη εὐκαιρία, ὅταν ἀπέθανεν ὁ δικτάτωρ καὶ ἐλυτρώθη ἡ Ἑλλάς. Καὶ τότε ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐκάλεσε τοὺς Ἕλληνας Ἀρχηγούς. Ἐπροτίμησε νὰ συνεχίσῃ τὴν δικτατορίαν ὑπὸ ἄλλο πρόσωπον. Εὐθύνεται. Δυνατὸν ὁ Βασιλεὺς νὰ ἤθελε ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς 4ης Αὐγούστου, ἀλλ’ ὁ σκοτεινὸς ἄνθρωπος, ὁ κακὸς δαίμων τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἰωάννης Διᾶκος, διαρκῶς ἐματαίωνε τὰς προθέσεις τοῦ Βασιλέως καὶ ὑπέκυψεν εἶτα καὶ πάλιν ἡ Ἑλλάς. Καὶ ζητεῖ σήμερον μὲ τὸ Δημοψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοῦ δώσῃ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐν συνεχείᾳ ὁ Βασιλεὺς εὐθύνεται καὶ εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν. Ὁ Βασιλεὺς ἀπερχόμενος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως—τὰ λείψανα τῆς δικτατορίας—ἠγνόησε τὴν καθημαγμένην Ἑλλάδα καὶ δὲν καθοδηγεῖ κἂν τὴν κίνησιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως. (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι συνεχεῖς). Ἠγνόησε τὸν στρατηγὸν Ζέρβαν, ἠγνόησε τὸν στρατηγὸν Ψαρρόν, ἠγνόησε ὅλην τὴν ὁμαδικὴν ἀντίστασιν καὶ ἄφησε τὸ κίνημα ἀντιστάσεως εἰς τὰ χέρια τῶν κομμουνιστῶν. (Θόρυβος).
§180Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται αὐτὰ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
§181ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς τὰ λέγετε αὐτὰ ποὺ εἶσθε καὶ κοσμήτωρ τῆς Βουλῆς;
§182Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Θὰ μᾶς καταγγείλουν καὶ ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ Βασιλέως.
§183Α. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἀπόψεις της. Αἱ ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι σαφῶς δημοκρατικαί. Καὶ ὅπως σεῖς νοσταλγεῖτε καὶ ὑποστηρίζετε τὴν μοναρχικήν σας ἄποψιν καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν δημοκρατικὴν ἄποψιν καὶ σᾶς δηλώνω, ὅτι θὰ πέσωμεν διὰ τὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§185Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. (Θόρυβος καὶ φωναί. Ὁ κ. Καράμπελλας ἀποπειρᾶται νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ μάθετε.... (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι).
§187Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε κ. Πρόεδρε νὰ λέγετε, νὰ μάθωμεν· τὶ νὰ μάθωμεν, μαθηταὶ εἴμεθα; Εἶσθε Πρόεδρος, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ ὑβρίζετε τοὺς βουλευτάς, διότι εἶναι ὕβρις δι’ ἕνα βουλευτήν, ὅταν λέγετε νὰ μάθετε καὶ νὰ κάνετε.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς σᾶς ὕβρισεν, ἀπορῶ πῶς σεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε παλαιὸς πολιτευτής, λέγετε αὐτά.
§189Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἔχομεν Κανονισμὸν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ πρέπει νὰ ἀσκῆτε τὰ δικαιώματά σας.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δώσω τὸν λόγον ἢ νὰ μὴ τὸν δώσω.
§191Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα, παρὰ μόνον ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ Κανονισμοῦ.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§193Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς ἐντελῶς ἀκατάλληλον ὥραν, ἐκλήθην νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιόν σας, διὰ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου ζητήματος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι παρεξηγήθη σοβαρῶς ἡ ἀγόρευσις τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ προβαίνωμεν εἰς ἀντεγκλήσεις μεταξύ μας, ἀλλὰ ἔχομεν καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν, ὅλοι μας, νὰ ἀκούωμεν μετὰ προσοχῆς τοὺς ἀγορεύοντας συναδέλφους μας καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ σχηματίζῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θέλει ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις ἐκείνων. Ἀλλ’ αἱ ἀποδοκιμασίαι εἶναι πρᾶγμα ξένον πρὸς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ἔχω καθῆκον νὰ τονίσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, τὸ ἑξῆς πρὸς ὅλους ὑμᾶς καὶ νὰ καυτηριάσω ὅλους ὑμᾶς ἀνεξαιρέτως, διότι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβώμεθα ἀλλήλους καὶ πρέπει νὰ συνηθίσωμεν νὰ σεβώμεθα τὴν γνώμην τοῦ ἄλλου.
§194Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας). Νὰ μὴν ἀποχωροῦν οἱ ρήτορες. Αἱ ὁμαδικαὶ ἀποχωρήσεις εἶναι ἀντιδημοκρατικαί. Καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι ἀπαραβίαστος καὶ αἱ ἀποχωρήσεις αἱ ὁμαδικαί, τότε μόνον ἐπιτρέπονται, ὅταν τὸ Προεδρεῖον δὲν προστατεύει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§195Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ἀκόμη περισσότερα τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ὁ σεβασμὸς μεταξὺ τῶν συναδέλφων πρέπει νὰ εἶναι πλήρης καὶ ἡ ἐκτίμησις τῶν ἀκουόντων πρὸς τὸν ὁμιλητὴν νὰ εἶναι, τοὐλάχιστον, τυπική, ἂν δὲν εἶναι καὶ κατ’ οὐσίαν τοιαύτη. Καί, ἐλλείψει χρόνου πλέον, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφέρω δι’ ὀλίγων λέξεων τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἀμφισβητουμένου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν καὶ θὰ εἴπω χωρὶς κανένα ἐνδοιασμὸν καὶ χωρὶς καμμίαν δυσκολίαν, ὅτι ἀκαίρως τίθεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν μας ψήφισμα. Καὶ ἤκουσα πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ὁμιλήσαντας λέγοντας, ὅτι ἔχουν ρητὴν τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ καὶ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπακούσουν εἰς τὴν ἐντολὴν ἐκείνην καὶ ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσουν ἀμέσως τὸ ψήφισμα, διὰ τὸ Δημοψήφισμα. Ἀλλ’ ὅπως ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἀντιφρονοῦντες, ἔχετε τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἐντολή, κατὰ τὴν ἐμὴν τουλάχιστον γνώμην, καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς ἡμᾶς εἶναι μία καὶ μόνη, νὰ ἐπιφέρωμεν τὴν ὁμαλότητα εἰς τὸν τόπον πρῶτον καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλας πράξεις πολιτειακάς. Καὶ ὅταν ἡ ὁμαλότης τοῦ τόπου εὑρίσκεται εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Δημοψηφίσματος. Εἶσθε οἱ πλεῖστοι, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας καί γνωρίζετε πολὺ καλὰ τὴν κατάστασιν. Ἐγὼ μάλιστα σᾶς κάμνω καὶ δήλωσιν, ὅτι ἡ ἰδική μου περιφέρεια δὲν ἔχει καμμίαν ἀνωμαλίαν, εὐτυχῶς, καὶ ἑπομένως δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν περιφέρειάν μου, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἀπὸ ὅσα ἀκούω καὶ πληροφοροῦμαι καθ’ ἑκάστην ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἀπὸ τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκονται ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι μὲ τοιαύτην ἀνωμαλίαν, μὲ τοιαύτην κοινωνικὴν ἀταξίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθωμεν εἰς Δημοψήφισμα. Θὰ ἐπιφέρωμεν μεγαλυτέραν ἀνωμαλίαν, θὰ ἐπιφέρωμεν μεγαλυτέραν δυσκολίαν καὶ μεγαλυτέρας δυσχερείας εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν κόσμον, τὸν ὁποῖον ἐνδιαφερόμεθα νὰ ἐξυπηρετήσωμεν. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπίστευα καὶ πιστεύω καὶ θὰ πιστεύω, ὅτι ἀκαίρως τίθεται τὸ ζήτημα τοῦτο. Θὰ ἔλεγον δὲ εἰς τοὺς περισσότερον ἐπιμένοντας ἐκ τῆς δεξιᾶς πλευρᾶς περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, ἐγὼ τὸ κατ’ ἐμὲ τουλάχιστον, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ λυποῦμαι πολὺ ποὺ σᾶς τὸ λέγω καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἐπαληθεύσω, ὅτι διὰ τῆς ἐπανόδου τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, φοβοῦμαι πολύ, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ σᾶς θὰ μετανοήσητε. Ἡμεῖς δὲν θὰ μετανοήσωμεν, διότι δὲν θέλομεν νὰ τὸν φέρωμεν. Προηγήθη τοῦ σημερινοῦ Δημοψηφίσματος καὶ ἕτερον Δημοψήφισμα κατὰ τὸ 1935 καὶ ἐπανῆλθεν ὁ Βασιλεύς, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ τότε ἐνδιεφέρεσθε σεῖς, ἐὰν ὄχι προσωπικῶς οἱ ἴδιοι, οἱ ὁμοϊδεάται σας καὶ ἂν ὄχι ὅλοι, τὰ 90% τοῦ κόμματός σας ἔμειναν δυσηρεστημένοι ἐκ τῆς ἐπανόδου ἐκείνης. Ἐφ’ ὅσον ὅμως, κύριοι, ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ὁ Βασιλεύς, δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ ἡμεῖς. Διατί ὅμως νὰ καταφύγωμεν εἰς Δημοψήφισμα; Ἤκουσα σεβαστὸν συνάδελφον τῆς Συμπολιτεύσεως, τὸν κ. Κουλουμβάκην, συζητοῦντα σοβαρῶς καὶ ἐπιμένοντα νομικῶς καὶ πιστεύσατέ με, ὅτι συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὅτι ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Βασιλέως, χωρὶς Δημοψήφισμα καὶ χωρὶς καμμίαν ἄλλην διαδικασίαν. Ὁ λαὸς σᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴν ὅπως καὶ εἰς ἡμᾶς, νὰ εἰσέλθωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ νὰ ἀσκήσωμεν τὰ καθήκοντά μας... Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἡμεῖς ἢ σεῖς τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Βασιλέως καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν, δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο, χωρὶς νὰ περιπλέξωμεν τὸν λαὸν εἰς μεγαλυτέρας ἀνωμαλίας, εἰς μεγαλυτέρας δυσκολίας καὶ ἴσως–ἴσως εἰς μεγαλυτέρας δυστυχίας. Φρονῶ λοιπὸν ἐφ’ ὅσον εἶναι εἰλημμένη ἡ ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι σύμφωνος πρὸς τοῦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ κατὰ τὴν γνώμην, μὲ τὴν ὁποίαν συμφωνῶ, τοῦ κ. Κουλουμβάκη, νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Βασιλέως χωρὶς Δημοψήφισμα. Ἐὰν ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, καταλήξῃ ἡ Κυβέρνησις ὑμῶν εἰς Δημοψήφισμα, πρέπει τὸ Δημοψήφισμα, νὰ γίνῃ κανονικόν, πρέπει ὀρθῶς πλέον νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ νὰ τάμωμεν τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ νὰ χαράξωμεν τὸν εὐθὺν δρόμον. Ἢ δὲν ὑπάρχει καθεστωτικὸν ζήτημα καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ὁ Βασιλεὺς δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἢ ὑπάρχει καθεστωτικὸν ζήτημα καὶ πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν Λαόν, εἰς τὸν ὁποῖον ὅμως πρέπει νὰ θέσωμεν σαφῶς καὶ ὀρθῶς τὸ ἐρώτημα καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦ ἐρωτήματος, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ τὸν καλέσωμεν ν’ ἀποφανθῇ. Τὸ ἐρώτημα λοιπὸν αὐτὸ πρέπει νὰ τεθῇ σαφῶς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ πρέπει νὰ τεθῇ κατὰ τρόπον εὐθύτατον. Ἡμεῖς ἅπαντες θὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην αὐτὴν καὶ ὄχι ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἐκπροσώπους του ἀναμένει τὸν φωτισμόν του καὶ τὰς ὁδηγίας μας. Πρέπει λοιπὸν νὰ θέσωμεν σαφῶς τὸ ἐρώτημα: τὴν Βασιλείαν, τὴν Δημοκρατίαν, ἢ τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν, ὅπως ἐλέχθη καὶ ὅπως λέγεται ἢ τὴν Ἀβασίλευτον Δημοκρατίαν, ὅπως ὑποστηρίζωμεν ἡμεῖς. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον θὰ συμφωνήσω ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀθηνῶν κ. Κ. Τσᾶτσον, ὁ ὁποῖος ὁμιλήσας πρὸ δύο ἡμερῶν ἐνώπιόν μας εἶπεν κατηγορηματικῶς, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἓν ψηφοδέλτιον πρὸς τὸν λαόν. Τοῦτ’ αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβῃ δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ ἡ Κυβέρνησις τοῦ τόπου μας. Πρέπει μὲ τὸν αὐτὸν βαθμὸν νὰ κρίνῃ καὶ τοὺς πιστεύοντας εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τοὺς πιστεύοντας εἰς τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν. Καὶ νὰ θέσῃ πρὸς τὸν λαόν, ἓν καὶ σαφὲς τὸ ἐρώτημα μὲ ἓν δίπτυχον ψηφοδέλτιον, ἐπὶ τοῦ ἑνὸς τμήματος τοῦ ὁποίου θὰ ἀναγράφεται «Ἀβασίλευτος Δημοκρατία» καὶ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου «Βασιλευομένη Δημοκρατία». Τὸ δίπτυχον αὐτὸ ψηφοδέλτιον θὰ λαμβάνῃ ὁ ἐκλογεὺς ἀπὸ τὴν αὐτὴν πηγὴν καὶ τὸν αὐτὸν τόπον. Θὰ ἀποκόπτῃ τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο, ὅποιο θέλει, θὰ τὸ θέτῃ ἐντὸς τοῦ φακέλλου καὶ θὰ τὸ ρίπτῃ εἰς τὴν ψηφοδόχον.
§196ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὴν λαοκρατίαν τί θὰ γίνῃ;
§197Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅταν ὁμιλοῦμεν, κύριοι, διὰ σοβαρὰ ζητήματα, δὲν πρέπει νὰ μονοπωλοῦμεν τὴν κατάστασιν. Οὕτω θὰ λυθῇ ὁριστικῶς πλέον τὸ ζήτημα τῆς Βασιλευομένης ἢ τῆς Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ὑπακούσωμεν ὅλοι καὶ θὰ ὑποκύψωμεν ὅλοι εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ διὰ τὸν τόπον ζήτημα καθεστωτικὸν καὶ ζήτημα πολιτειακόν. Τοῦτο δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν. Ἄλλως, θὰ συνεχίσωμεν αὐτὸν τὸν ἀγῶνα καὶ θὰ τὸν κάμωμεν, χωρὶς νὰ μᾶς πταίῃ ὁ λαός. Ἀπὸ ἡμᾶς, ὡς ἐκπροσώπους τοῦ λαοῦ, ἐξαρτᾶται ἡ θέσις τῶν ζητημάτων. Ὅταν ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα εἶναι ὑπεκφυγαί, εἶναι ζητήματα ἐλαττωματικά, εἶναι ζητήματα κάπως ὑστερόβουλα, ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, καίτοι δὲν συνηθίζω νὰ μεταχειρίζωμαι τοιαύτας. Θὰ ἤθελα ὅμως ἀπὸ σᾶς τοὺς συμπολιτευομένους τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὁμιλήσουν σαφῶς καὶ νὰ θέσουν σαφῶς τὰ ζητήματα ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν ἀφόρητον αὐτὴν κατάστασιν τῆς Βασιλείας καὶ τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς διαιρέσεως καὶ τῆς διχονοίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἤκουσα ἢ μᾶλλον ἀνέγνωσα σήμερα—δὲν ξέρω ἂν εἶναι ἀληθεῖς, κύριοι βουλευταὶ—δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι «ἡμεῖς θὰ βαδίσωμεν τὸν δρόμον αὐτὸν καὶ ἂν θέλετε ἀκολουθεῖτε σεῖς οἱ ἄλλοι. Ἄν ὅμως δὲν θέλετε σεῖς νὰ μᾶς ἀκολουθήσητε, ὁ λαὸς θὰ μᾶς ἀκολουθήσῃ καὶ θὰ ψηφίσῃ ὁ λαός, ὅπως ἐψήφισε κατὰ τὸ 1935». Ἄν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, σοβαρῶς, τὴν στιγμὴν ταύτην φρονῆτε καὶ πιστεύετε, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1935 ἦτο Δημοψήφισμα πραγματικῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι δικαίωμά σας νὰ πιστεύετε καὶ νὰ φρονῆτε ὅ,τι θέλετε. Ἄν ὅμως, δὲν πιστεύωμεν, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα ἐκεῖνο ἦτο τὸ πραγματικόν, ἦτο ἡ ἀληθὴς σκέψις τοῦ λαοῦ, τότε καλὸν κρίνω καὶ ἐπιμένω νὰ τεθῇ καθαρὰ καὶ εἰλικρινῶς τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, νὰ προσέλθωμεν ὅλοι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, νὰ ἐκφέρῃ ἕκαστος τὴν γνώμην του ἐλευθέρως καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο νὰ τὸ σεβασθῶμεν ὅλοι μας, δηλοῦντες τοῦτο ἐκ τῶν προτέρων. Ἄν λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχῃ ἐλπὶς συνεννοήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα τοῦ Δημοψηφίσματος, τουτέστιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, μέχρι τῆς ἐπανόδου του ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὁπότε πλέον θὰ ἔχῃ νὰ μᾶς προσκομίσῃ, ὡς ἐλπίζω καὶ πιστεύω, ὅλως εὐχαρίστους εἰδήσεις καὶ πληροφορίας ἐξωτερικὰς συμφερούσας διὰ τὸν λαὸν καὶ τότε μὲ μεγαλυτέραν ἐλευθερίαν καὶ μὲ μεγαλύτερον θάρρος θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ θελήσωμεν καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως.
§198Χ. ΛΑΔΑΣ. Μίαν δήλωσιν θέλω νὰ ἀναγνώσω. (Ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τὴν ἑξῆς δήλωσιν: «Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως πείσῃ τὴν Συμπολίτευσιν, ὅτι ἄνευ σαφοῦς ἐρωτήματος πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ἀπὸ μακροῦ ὑφισταμένου πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ ἄνευ δηλώσεως ἀνεπιφυλάκτου ἐκ μέρους τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἀναγνωρίσεως τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ Δημοψηφίσματος, ἡ ἔγκρισις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου, θὰ καταστήσῃ δυσχερεστέραν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἠρεμίας ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δηλοῖ ὅτι ἀποχωρεῖ τῆς συνεδριάσεως ἀρνούμενον νὰ παράσχῃ τὴν ἔγκρισίν του εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν σχέδιον». (Οἱ βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀποχωροῦν τῆς αἰθούσης. Θόρυβος ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως. Φωναί: Αἶσχος. Αἶσχος).
§199Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι θὰ ἀποχωρήσῃ τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ δὲν θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον, ὅπως ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως ψήφισμα, ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν ἥκιστα Κοινοβουλευτικήν, ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς τοὺς παλαιοὺς Κανονισμοὺς τῆς Βουλῆς, εἶχεν ἀναγραφῆ κύρωσις κατὰ τῶν ἀπόντων βουλευτῶν καὶ κατὰ τῶν ἀποχωρούντων ἄνευ εὐλόγου αἰτίας. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ εὔλογος αἰτία ἡ διαφωνία ἐπὶ τοῦ τιθεμένου ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ψηφίσματος. Εὔλογος αἰτία, κατὰ τὴν νομολογίαν ἐπὶ τῶν Κανονισμῶν ὅλων τῶν Ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων τῶν πλείστων Κρατῶν, θεωρεῖται ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἡ ὁποία προστατεύεται καθ’ ὅλους τοὺς Κανονισμούς. Ἡ διαφωνία πρὸς τὸ μέτρον, τὸ νομοθέτημα πρὸς τὸ ψήφισμα, δὲν ἀποτελεῖ εὔλογον αἰτίαν καὶ θὰ μοῦ συγχωρήσουν οἱ συνάδελφοι τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τὴν δήλωσιν αὐτήν, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐκδήλωσις αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι καὶ πρᾶξις ἥκιστα Κοινοβουλευτικὴ εἰς τὰς ἡμέρας, τὰς ὁποίας διανύει ὁ τόπος, εἰς τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ἐλλοχεύουν τόσοι κίνδυνοι, (Θόρυβος. Φωναί. Εἶναι αἶσχος αὐτὸ ποὺ ἔκαμαν)..... ὅπως εἶπεν ἄλλο μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ ὁποῖοι δὲν μετέσχον δῆθεν τῶν ἐκλογῶν... (δὲν ἀκούεται λόγῳ τοῦ θορύβου. Κωδωνοκρουσίαι)... δὲν παρίσταται τμῆμα τοῦ νεογεννήτου, τοῦ κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς γεννηθέντος δῆθεν πολιτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον νὰ ἀσκῇ τὴν πολιτικὴν ὡς συνωμοσίαν, ὡς τὴν ἤσκει κατὰ τὴν περίοδον τῆς Κατοχῆς, (χειροκροτήματα) καὶ δὲν τὴν ἀσκεῖ ὡς νόμιμον λειτούργημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς ὅλα τὰ ἐλεύθερα καὶ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἡ θέλησις τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ. Ἄν πράγματι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν πλήρη συνταγματικὴν ὁμαλότητα καὶ τάξιν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπέρτατος νόμος ρυθμίζων τὴν συμπεριφορὰν τῶν μελῶν ἑνὸς Σώματος Ἀντιπροσωπευτικοῦ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἄλλην ἔννοιαν ὁ Κανονισμός. Ἐὰν τὸ λησμονήσωμεν καὶ δὲν συμβάλωμεν εἰς τὸ νὰ ἀποκαταστήσωμεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς τὴν ἔννοιαν τῆς τάξεως, τότε εἴμεθα ὑποκριταί, εἴμεθα φαρισαῖοι, ὅταν ἰσχυριζώμεθα, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις, λησμονοῦντες, ὅτι ἐκ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν ἐγεννήθη τεκμήριον ἀμάχητον, τεκμήριον νομικόν, τεκμήριον πολιτικόν, τεκμήριον κοινοβουλευτικόν, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον τάξις, ὑπὸ τὸ κράτος δὲ ἀπολύτου τάξεως, τάξεως παραδειγματικῆς, τὴν ὁποίαν ἐξῆρον καὶ ξένοι ἀνταποκριταί, διεξήχθησαν αἱ τελευταῖαι κοινοβουλευτικαὶ ἐκλογαί, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεστηλώθη ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἂν ἡμεῖς, θελήσει τοῦ κυριάρχου λαοῦ, εὑρισκώμεθα εἰς τὴν παράταξιν τὴν κυβερνητικήν, εἰς τὴν τῆς πλειοψηφίας, καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι εἰς τὴν ἀντίθετον παράταξιν, θελήσει πάλιν τοῦ λαοῦ. Διετυπώθη ἐπίσης ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης—καὶ τὸ εἶπεν ἕνας νέος, ὑποθέτω, πολιτευόμενος, διὰ πρώτην φορὰν εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν—ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ παράταξις εἶναι ὑμνητὴς τῆς 4ης Αὐγούστου, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκονται θύματα τῆς δικτατορίας τῆς 4ης Αὐγούστου, ὅπως εἶναι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε τότε ἐξόριστος ἐπὶ διετίαν. Πῶς εἶναι δυνατόν, λοιπόν, ἡ κυβερνητικὴ παράταξις νὰ χαρακτηρίζηται ὡς παράταξις δικτατορικὴ καὶ νὰ ἀποτολμᾶται ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου νὰ ἐξυμνῆται ὁ κόκκινος φασισμός, ὁ Πορφυρογένης; (Χειροκροτήματα).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§201Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι κ. βουλευταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἔχουν ἤδη μετανοήσει—καὶ ἔχω μίαν ἔνδειξιν, διότι βλέπω αὐτοὺς ἀκροωμένους.
§202ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λάθος κάμνετε.
§203Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι οἱ ἀπομείναντες ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχουν τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ διαφωνήσουν πρὸς τὸ γενόμενον. Διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἀποχώρησις ἦτο ἄκαιρος. Διότι δὲν εἶχε τερματισθῆ ἡ συζήτησις, δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ψηφοφορία, κατὰ τὴν ὁποίαν, μάλιστα, κοινοβουλευτικῶς δὲν θὰ εἶχον ἄλλο δικαίωμα παρὰ ἢ νὰ καταψηφίσουν ἢ νὰ ἀρνηθοῦν ψῆφον. Ἡ ἀπότομος ἀποχώρησις, βεβαίως, δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὴ πρᾶξις, διότι τοιαύτην ἀποχώρησιν δὲν ἀναγράφει πουθενὰ ὁ Κανονισμὸς τῆς ἡμετέρας Βουλῆς. Ὁ λόγος μετ’ ἐμὲ δίδεται ἀμέσως εἰς τὴν ἀπομείνασαν ἐν τῇ αἰθούσῃ Ἀντιπολίτευσιν, διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ γνώμη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι τὸ γενόμενον ἦτο παράπτωμα ἁπλῆς, ὡς θέλω νὰ πιστεύω, ἀπροσεξίας. Διότι, κύριοι, καὶ τὸ θέμα, τὸ συζητούμενον, δὲν ἐπιτρέπει τοιαύτην πρᾶξιν. Ἔχομεν μείνει ἤδη σύμφωνοι ἀπολύτως, ὅτι θέματα πολιτειακὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀποτελοῦν θέματα κομματικά. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν.........
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Κουλουμβάκη.
§205Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ὁμιλῶ, αὐστηρότατα ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, συζητουμένου τοῦ θέματος τοῦ πολιτειακοῦ, ἔχει γνώμην ἐλευθέραν. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἶναι πιστὸς—καὶ πρέπει νὰ εἶναι πιστὸς—εἰς τὸ κόμμα του καὶ πειθαρχικὸς εἰς τὸν Ἀρχηγόν του. Ἀλλά, προκειμένου περὶ θεμάτων πολιτειακῶν, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἐλευθέραν γνώμην, ἀνεπηρέαστον γνώμην ἀπὸ πειθαρχίαν κομματικήν. Καί, ἑπομένως, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἁπλῆ ἦτο ἡ ἀπροσεξία τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἀποχωρήσῃ, νὰ καταστήσῃ θέμα πολιτειακόν, θέμα αὐστηρῶς, ἀποκλειστικῶς κομματικόν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν, τὴν ἀντίληψιν, τὴν πολιτικότητα καὶ τὴν φιλοπατρίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἀπομένει εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι μία ἁπλῆ ἀπροσεξία, εἰς τὴν ὁποίαν διαφωνεῖ. Διότι, ἄλλως, ἂν δὲν πράξητε τοῦτο.....
§206Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Παραινέσεις δὲν χρειάζονται.
§207Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι παραινέσεις, εἶναι γνώμη ἀτομική. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθώτερον θὰ ἦτο ἢ νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἢ νὰ συνεχισθῇ, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅλων ἡμῶν, ὅτι οἱ κ. συνάδελφοι θὰ ἐπανέλθουν. Πρέπει νὰ ἐπανέλθουν. Ὅλοι ἐμείναμεν σύμφωνοι, ὅτι ἀπὸ κοινοῦ πρέπει νὰ ὑπηρετήσωμεν ἐδῶ τὴν Πατρίδα μας καὶ ὄχι, διαιρούμενοι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νὰ διασπαράσσωμεν ἡμεῖς τὴν Πατρίδα μας.
§208Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας). Ἤθελα νὰ προσθέσω μίαν λέξιν, κ. Πρόεδρε. Ὅτι ἡ ἀποχώρησις χαρακτηρίζεται δυστυχῶς καὶ ἔξω — καθ’ ὃν τρόπον εἶπα ἐγὼ καὶ παρεξηγεῖται — καί, ἐπὶ τέλους, θὰ εἴπω: εἶναι πρᾶξις ἥκιστα κοινοβουλευτική, ἐξάγεται καὶ ἐκ τοῦ σημερινοῦ τηλεγραφήματος τοῦ διπλωματικοῦ συνεργάτου τοῦ πρακτορείου Ρώϋτερ: «Ἡ νέα δήλωσις τοῦ κ. Τσαλδάρη........ ........(ἀναγινώσκει)..........». Ἡ ἀποχώρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ συναδέλφου κ. Τουρκοβασίλη, ἔχει διαστραφῆ καὶ χαρακτηρίζεται.......
§209Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἕτερον ἑκάτερον.
§210Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας). Ἑπομένως, ἂς λείψουν αἱ μέθοδοι, ὡς ἥκιστα κοινοβουλευτικαί, αἱ ὁποῖαι ὑπενθυμίζουν τὰς ἐαμικὰς μεθόδους.
§211Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Πειραιῶς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχω νὰ προτείνω τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνέγνωσεν ὁ κ. Λαδᾶς ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐκφράζει τὴν λύπην της, διότι ἓν παλαιὸν συγκεκροτημένον κόμμα καταφέρεται τόσον βαναύσως καὶ ἰταμῶς κατὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τοῦ φιλελευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος.
§212ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§213Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραὰμ εἶπεν, ὅτι εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦ «Ρώϋτερ» ἀναγράφεται ἕνας χαρακτηρισμὸς τῆς ἀποχωρήσεως ἡμῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ νὰ ἀνακοινωθῇ, ὅτι ἀπεχωρήσαμεν, διότι ἐξυμνήθη ἡ δικτατορία τῆς 4ης Αὐγούστου.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καράμπελλας ἔχει τὸν λόγον.
§215Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εὐχαριστῶ τὸν κ. ἐκπρόσωπον τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ μειοψηφίας, τὸν κ. Κωστόπουλον, διότι μοῦ δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου. Εἶχον πληροφορίας, ὅτι ἀπὸ ἡμερῶν ἐγένοντο συσκέψεις, μεταξὺ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐλήφθη ἀπόφασις ν’ ἀντιμετωπισθῇ ἡ πολιτικὴ μαχητικότης μου μὲ συκοφαντικὸν σύνθημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐρρίπτετο παρ’ αὐτῶν ἐναντίον μου. Πρὸς αὐτοὺς ἀπαντῶ: Τὴν πολιτικὴν μαχητικότητά μου θὰ ἀντιμετωπίζητε μὲ πολιτικὰ ἐπιχειρήματα, ὅπως σᾶς πολεμῶ κι’ ἐγώ, καὶ οὐχὶ μὲ συκοφαντικὰ συνθήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εὐσταθοῦν ἐναντίον μου καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐτόλμησαν, οὐδ’ αὐτοὶ οἱ κομμουνισταί, τοὺς ὁποίους ἐπολέμησα, πολεμῶ καὶ θὰ πολεμῶ καὶ πέραν τοῦ τάφου, νὰ ρίψουν ἐναντίον μου. Διατὶ ταράττεσθε; Ἡ ἱστορία δὲν γράφεται, οὔτε μὲ τὴν ἰδικήν μου συμπάθειαν, οὔτε μὲ τὴν ἰδικήν σας ἀντιπάθειαν. Ἡ ἱστορία εἶναι πραγματικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν καὶ παραμένει ὡς πραγματικότης. Ἕν πραγματικὸν γεγονὸς ἔλαβε χώραν· ὁ Βασιλεὺς εἶπε τὸ «Ὄχι» διὰ τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ. Εἴτε τὸ θέλετε, εἴτε δὲν τὸ θέλετε, αὐτὸ συνέβη καὶ παραμένει ὡς πραγματικὸν ἱστορικὸν γεγονός. Παραμένει ὡς ἱστορία, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν. Ἐγὼ παιδιόθεν ὑπῆρξα ἀντιβενιζελικός, σήμερον ὅμως ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ Βενιζέλος ὑπῆρξε μέγας πολιτικός. Δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀρνηθῶ, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ τὴν ἱστορίαν τῆς Πατρίδος μου. Ἡ ἱστορία θὰ κρίνῃ τοὺς πολιτικούς, καθὼς καὶ τὸν Ἰωάννην Μεταξᾶν καὶ θὰ δώσῃ εἰς ἕνα ἕκαστον τὴν θέσιν ποὺ τοῦ ἀξίζει. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ μειοψηφίας, ὁ κ. Κωστόπουλος, μὴ δυνάμενος νὰ μοῦ ἀντιτάξῃ πολιτικὸν ἐπιχείρημα, ἐθεώρησε καλὸν νὰ μοῦ ἀπευθύνῃ μίαν ἀνύπαρκτον κατηγορίαν, ὅτι δῆθεν ὑπῆρξα διερμηνεὺς τῶν Ἰταλῶν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου Πατρίδα. Ἐάν, κύριοι βουλευταί, ὁμιλῶ ἀπταίστως τὴν Γαλλικήν, τὴν Ἰταλικὴν καὶ ἐν μέρει τὴν Ἀγγλικήν, δὲν εἶναι εἰς βάρος μου, οὔτε σφάλμα μου. Εἶναι ἀπόκτησις μόχθων καὶ σπουδῶν. Ὅταν οἱ Ἰταλοὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ Γύθειον παρέμεινα ἐκεῖ ἐξυπηρετῶν, ὅσον ἠδυνάμην τοὺς συμπατριώτας μου. Ὅτε ἐχειροτονήθη Μητροπολίτης Γυθείου καὶ Οἰτύλου ὁ Σεβ. Χρυσόστομος Δασκαλάκης, διωρίσθην παρὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις Διεθνοῦς Κομιτάτου τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ μέλος τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ Γυθείου καὶ Οἰτύλου, ἴσως τῇ εἰσηγήσει τοῦ Μητροπολίτου, διότι ἤμουν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ. Ἐθεώρησα ὡς ἱερὰν ὑποχρέωσίν μου, ὡς Ἕλλην νὰ παραμείνω καὶ νὰ ἐργασθῶ ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἔργου τῆς διατροφῆς καὶ διασώσεως τῶν συμπατριωτῶν μου καὶ τῆς παντοιοτρόπως ἐνισχύσεως καὶ ἀνακουφίσεως αὐτῶν ἀπὸ τὰς καταπιέσεις τῶν Ἰταλῶν. Ἐθεώρησα ὡς ἐθνικὴν ὑποχρέωσίν μου, ὅτι μοί ἐπεβάλλετο νὰ σταθῶ εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ Μητροπολίτου καὶ νὰ τὸν βοηθήσω εἰς τὸ δύσκολον ἔργον του, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ ἐκκλησία μᾶς ἔμενε καὶ εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν βοηθήσωμεν καὶ τὴν κρατήσωμεν εἰς τὸ ἐθνικὸν ὕψος της. Καὶ ἐγώ, ὁ πτωχὸς νέος ἐπιστήμων, ὁ βιοπαλαιστής, ὁ ὁποῖος ἠδυνάμην κάλλιστα νὰ ἐκμεταλλευθῶ, ὡς δικηγόρος, νομίμως τὴν γνῶσιν τῆς Ἰταλικῆς καὶ νὰ κερδίσω χρήματα, ὡς ἔπραξαν τόσοι ἄλλοι, χωρὶς νὰ λεχθῇ δι’ αὐτούς, ὅτι ἔπραξαν ἀντεθνικῶς, ἐπροτίμησα νὰ θέσω τὴν γνῶσιν μου εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ καὶ παντὸς Ἕλληνος καταδιωκομένου παρὰ τῶν Ἰταλῶν. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν πόλεμον ποὺ μᾶς ἔκαμον οἱ Ἰταλοὶ ἔχασα τὸν πρεσβύτερον ἀδελφόν μου, ἀξιωματικόν, καὶ τὸν υἱόν του, ἐπίσης ἀξιωματικόν, ἔσφιξα τὸν πόνον μου χάριν τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ὁμοεθνῶν μου. Δὲν ὑπῆρξα διερμηνεὺς τῶν Ἰταλῶν. Διότι οἱ Ἰταλοὶ εἶχον διερμηνεῖς ἰδικούς των, τῆς ἐμπιστοσύνης των, τοὺς ὁποίους ἐπλήρωναν. Ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, ἔκαμα τὸν διερμηνέα τῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦ Προέδρου αὐτῆς, πάντοτε, ὅταν μᾶς ἐκάλουν οἱ Ἰταλοὶ καὶ μᾶς ἀπήγγελον κατηγορίας, διότι μᾶς κατηγόρουν, ὅτι εἴμεθα Ἀγγλόφιλοι, διότι ἤμουν ὑποχρεωμένος, ὡς Ἕλλην νὰ τὸ πράξω. Ἔκαμα τὸν διερμηνέα καὶ τὸν συνήγορον παντὸς Ἕλληνος συλλαμβανομένου, καίτοι οἱ Ἰταλοὶ μὲ παρηκολούθουν, διότι μὲ ὑποπτεύοντο διὰ τὴν δρᾶσιν μου. Καὶ κατώρθωσα, κύριε Κωστόπουλε, νὰ φυγαδεύσω Ἄγγλους στρατιώτας, Εὐέλπιδας καὶ Ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους κατεδίωκον οἱ Ἰταλοί, νὰ διενεργῶ ἐράνους καὶ νὰ τοὺς διανέμω μὲ κίνδυνον νὰ συλληφθῶ. Ὅτε τὸ θέρος τοῦ 1942 ἦλθεν εἰς Γύθειον, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, κ. Δημήτριος Κιουσόπουλος, τὸν διηυκόλυνα, τὸν ἐξυπηρέτησα καὶ τὸν προεφύλαξα ἀπὸ ταπεινώσεις ποὺ ἤθελαν νὰ τοῦ κάμουν οἱ Ἰταλοί, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο νὰ ταπεινώσουν κάθε ἀνώτερον Ἕλληνα κρατικὸν λειτουργόν. Μὲ ἐκάλεσεν ἰδιαιτέρως, μὲ συνεχάρη διὰ τὴν πατριωτικὴν καὶ ἐθνικήν μου δρᾶσιν, μοῦ συνέστησε νὰ συντρέχω καὶ βοηθῶ τὸν Μητροπολίτην καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ σταθῶ παραστάτης τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης ἐν Γυθείῳ, ἡ ὁποία κατεδιώκετο παρὰ τῶν Ἰταλῶν. Ὅτε ἐχειμάσθη τὸ Δικαστικὸν Σῶμα Γυθείου καὶ συνελήφθη παρὰ τῶν Ἰταλῶν ὁ Πρωτοδίκης Γ. Δημητρόπουλος, ἠγωνίσθην νὰ τὸν διευκολύνω, ὅσον ἠδυνάμην, νὰ τοῦ γλυκάνω τὰς στιγμὰς τῆς ἐν Γυθείῳ κρατήσεώς του παρὰ τῶν Ἰταλῶν, νὰ τὸν ἐνθαρρύνω ὡς Ἕλλην εἰς τὴν δοκιμασίαν του. Ἀπὸ τὸ στρατόπεδον συγκεντρώσεως Πατρῶν, ὁ δικαστὴς αὐτὸς μοῦ ἔγραψε, εὐχαριστῶν με διὰ τοὺς ἀγῶνας μου δι’ αὐτὸν καὶ τὴν προσπάθειάν μου. Σᾶς δίδω τὴν ἐπιστολήν του, κύριε Κωστόπουλε, διαβάσατέ την, διὰ νὰ ἴδητε τὶ γράφει ὁ δικαστὴς αὐτός, πρὸς αὐτόν, τὸν ὁποῖον σεῖς ἀπεκαλέσατε διερμηνέα τῶν Ἰταλῶν. (Ἐπιδεικνύει τὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Κωστόπουλον).
§216Α. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκετά, κύριε Καράμπελλα, δὲν τὸ λέγω ἐγώ, ἡ φήμη...
§217Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. Ποία φήμη; Ἡ κομμουνιστική, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐδημιουργήσατε; Ὅταν κατ’ Ὀκτώβριον 1944 οἱ ἐαμοκομμουνισταὶ εἰσῆλθον «νικηταὶ καὶ τροπαιοῦχοι» εἰς τὸ Γύθειον καὶ ἔσπειραν παντοῦ τὴν τρομοκρατίαν των, δὲν μὲ συνέλαβον ὡς «διερμηνέα τῶν Ἰταλῶν». Μὲ προσεκάλουν εἰς τὰς συγκεντρώσεις των, διὰ νὰ μοῦ δώσουν «ἀξίωμα», «πόστο». Δὲν μετέβαινον εἰς αὐτάς. Τότε μετὰ ἕνα μῆνα μὲ συνέλαβον. Δὲν μοῦ ἀπηύθυναν κατηγορίαν ὡς «διερμηνέως τῶν Ἰταλῶν». Μοῦ ὑπέδειξαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω μίαν δήλωσιν, ὅτι ἤμουν δημοκρατικὸς πολίτης καὶ θὰ μὲ ἄφηναν ἐλεύθερον. Ἠρνήθην νὰ ὑπογράψω. Εἶχον τὴν ψυχικὴν δύναμιν νὰ παραμείνω πιστὸς εἰς τὰς ἐθνικάς μου πεποιθήσεις. «Ἐπειδὴ εἶμαι πραγματικὸς Ἕλλην, δημοκρατικὸς πολίτης καὶ σεῖς εἶσθε κομμουνισταί, ὄργανα τῶν Βουλγάρων, δὲν ὑπογράφω καμμίαν δήλωσιν, οὔτε ἔχω σχέσεις μαζί σας. Ἐξουσιάζετε τὸ σῶμα μου, τὴν ψυχήν μου ὅμως ποτέ. Εἶναι ἑλληνικὴ καὶ θὰ παραμείνῃ ἑλληνική». Καὶ ἐπροτίμησα, κύριε Κωστόπουλε, νὰ συρθῶ ἐπὶ πέντε μῆνας ὡς κρατούμενος τῶν ἐαμοβουλγάρων εἰς τὰς φυλακὰς καὶ εἰς τὰ βουνὰ καὶ νὰ πάθω καὶ νὰ ὑποφέρω ἀκόμη ἀπὸ τὰ πόδια μου. Ἠργάσθην διὰ τοὺς ὁμοεθνεῖς μου, κύριοι βουλευταί, ὅσον ἠδυνάμην. Ἔχω εὐαρέσκειαν τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διεθνοῦς Κομιτάτου τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, τὸ ὁποῖον δὲν διώριζε μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν του ἀνθρώπους ποὺ ἦσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀρχῶν κατοχῆς. Διὰ τὴν ἐθνικήν μου αὐτὴν δρᾶσιν, τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐναντίον μου συκοφαντίαν σᾶς τὴν ἔδωσαν οἱ 6050 σταυροὶ προτιμήσεως τῶν συμπατριωτῶν μου, οἵτινες δὲν ἐκλέγουν βουλευτὰς ἀνθρώπους μὴ διακρινομένους δι’ ἐθνικὴν δρᾶσιν. Σήμερον ὅμως μετανοῶ δι’ ἓν μόνον πρᾶγμα, διότι ἠργάσθην μετὰ τοῦ Μητροπολίτου διὰ ν’ ἀπελευθερώνωμεν καὶ κομμουνιστάς, διότι ἠπατώμην καὶ ἐπίστευα, ὅτι ἐργάζομαι δι’ ἕλληνας. Δὲν ἐγνώριζα, ὅτι βοηθοῦσα Βουλγάρους, ὅτι βοηθοῦσα ἐκείνους ποὺ θὰ μετεβάλλοντο εἰς τίγρεις καὶ θὰ κατεσπάρασσαν τὴν φυλήν μας καὶ θὰ ἐγέμιζαν τὰς χαράδρας τῶν βουνῶν μας ἀπὸ τὰ τιμημένα κορμιὰ τῶν ἡρώων τῆς Ἀλβανίας. Ὅπως εἶναι λευκὰ τὰ ροῦχα μου, κύριοι βουλευταί, εἶναι λευκὸν καὶ τὸ μέτωπόν μου. (Χειροκροτήματα).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλειάδης ἔχει τὸν λόγον.
§219Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι ματαιοπονία μετὰ παρέλευσιν τόσων ὡρῶν συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ κάμῃ οὐδεμίαν ὑποχώρησιν εἰς τὰς λογικὰς προτάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω, ὅτι εἶναι ματαιοπονία νὰ συζητοῦμεν. Ἐὰν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, τὸ ἔκαμα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀπαντήσω μὲ δύο λέξεις, εἰς ὅσα εἶπε συμπαθὴς ὁμιλητής, ὁ κ. Θεοφανόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι εὑρίσκει ὅτι ἡ Δημοκρατία εἶναι ὑπερῆλιξ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Θεοφανόπουλος ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν ἐπικρατοῦσαν σύγχρονον νοοτροπίαν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἔρχεσθε εἰς ἀντίθεσιν μὲ διεθνοῦς φήμης διεθνολόγους, ὅπως εἶναι ὁ Λίπμαν καὶ ὁ Χάρδ. Ἡ Δημοκρατία εἶναι τὸ σημεῖον τῆς συναντήσεως τῶν ἀντιρρόπων κοινωνικῶν ρευμάτων, ἡ Δημοκρατία εἶναι τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διὰ κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν μεταρρυθμίσεων, ἀλλὰ μὲ τὸ πνεῦμα πάντοτε τὸ φιλελεύθερον, ἀντιτάσσεται ἀπολύτως πρὸς τὴν δικτατορίαν τοῦ προλεταριάτου. Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογῆται, ὅτι ἐὰν σήμερον ὁ κομμουνισμὸς ἐν Εὐρώπῃ δὲν ἐπεξετάθη, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν νίκην τοῦ Ἐργατικοῦ κόμματος ἐν Ἀγγλίᾳ. Αἱ ἐκλογαί, αἱ διεξαχθεῖσαι ἐν Ἀγγλίᾳ, ποὺ ἔδωσαν τὴν νίκην εἰς τὸ Ἐργατικὸν κόμμα, εἶναι τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον περιώρισε τὸν κομμουνισμὸν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ τὴν ἐξάπλωσίν του ἐν Εὐρώπῃ. Γνωρίζετε δὲ πολὺ καλά, ὅτι εἰς ἀνεξάρτητα κράτη ἐν Εὐρώπῃ, ὅπου διεξήχθησαν ἐκλογαί, ὁ κομμουνισμὸς ἐξῆλθεν ἡττημένος. Οὐδεὶς δὲ ἐξ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀγνοεῖ, ὅτι καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω ἤσκησεν ἕνα ἀγῶνα κυρίως κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ τῆς ἀποχῆς. Ἑπομένως, νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητῆτε εἰς ἡμᾶς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν, διότι ἀκριβῶς θέλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν δικαίωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ ἡ χώρα ἡμῶν ἀντιδραστικὴ κατὰ τὰς ἐποχάς, τὰς ὁποίας διατρέχομεν. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθη σήμερον, ὡς συνήγορος τῆς βασιλικῆς θέσεως, νομίζω, ὅτι ὑπῆρξε κακὸς συνήγορος τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἔχει λάβει, διότι συνεταύτισε τὴν ἰδεολογίαν τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, μὲ τὴν ἰδέαν τῆς Δικτατορίας, ὥστε νὰ καθιστᾷ ὕποπτον τὴν ἐπάνοδον τὴν Βασιλείας διὰ μελλοντικὰς δικτατορικὰς τάσεις. Νομίζω, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν σωρείαν ζητημάτων σοβαρῶν, ὡς τὸ οἰκονομικόν, τὸ στρατιωτικόν, τῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων κ.λ.π., τὰ ἐθεωρούσαμεν ὑπερκομματικά, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε καὶ τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν, τὸ ὁποῖον, εἴτε θέλετε εἴτε δὲν θέλετε, ὑφίσταται de facto, ὤφειλε νὰ τὸ θεωρήσῃ, ὄχι μόνον ὑπερκομματικόν, ἀλλ’ ὑπηρεσιακὸν καὶ νὰ κάμῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὥστε ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην νὰ ἐξέλθωμεν ἡνωμένοι χάριν τῆς Πατρίδος, διότι ἡ ἑνότης αὕτη θὰ ἀποφασίσῃ διὰ τὸ μέλλον τῆς φυλῆς μας καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοχαρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§221Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἂν ἕνας βασικὸς λόγος ἐπιβάλῃ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος, εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν δυνατότητα ἀπὸ τοὺς κομμουνιστὰς νὰ οἰκειοποιοῦνται τὴν Δημοκρατίαν. Τὰ ἐρωτήματα, πολλοὶ ὑπεστήριξαν, ὅτι ἐτέθησαν κακῶς. Θὰ εἶμαι εὐτυχὴς νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὴν πτέρυγα αὐτήν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ νὰ τεθοῦν δύο ἐρωτήματα, καθ’ ὃν χρόνον παραδέχεται, ὅτι ὑπάρχει βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς λαοκρατίας. Ἂν ὑποστηρίζητε τὴν ὑποβολὴν τριῶν ἐρωτημάτων θὰ εἴμεθα σύμφωνοι. Εἴτε θέλομεν, εἴτε δὲν θέλομεν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ Δημοψήφισμα. Ἂς φροντίσωμεν πρὶν καταλήξωμεν εἰς τὸ ψήφισμα νὰ εἴμεθα ἡνωμένοι διότι ἄλλως βαδίζομεν πρὸς τὸ κατρακύλισμα.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§223Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, υἱοθετῶ καὶ ἐνθαρρύνω κάθε προσπάθειαν τείνουσαν εἰς τὴν δημιουργίαν βάσεως συνεννοήσεως μεταξὺ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ὥστε μετὰ τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ τερματισθῇ ὁριστικῶς κάθε μελλοντικὴ ἀμφισβήτησις ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι νομίζω, ὅτι περισσότερον παρὰ ποτέ, ἐπιβάλλεται σήμερον ἡ ἑνότης τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, τόσον διὰ τὴν προσπάθειαν τὴν ἐσωτερικήν, ὅσον καὶ διὰ τὴν προσπάθειαν τὴν ἐξωτερικήν. Καὶ ἀργὰ ἢ γρήγορα, ἀσφαλῶς, ὅλοι θὰ εὑρεθῶμεν ἡνωμένοι. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ βλέπω μελλοντικῶς εἶναι κάτι ἄλλο, διότι ὁ τόπος μας μαστίζεται ἀπὸ μίαν ἄλλην ἀσθένειαν, ἀπὸ μίαν κρίσιν, ποὺ εἶναι κρίσις ἠθική, δηλαδή, ἀπὸ κρίσιν πολιτικῆς ἐντιμότητος. Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ ἠθικὴ πολιτικὴ κρίσις εἶναι ἐκείνη ποὺ δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ βλέπῃ μὲ τὰ μάτια τῆς διαυγείας τὴν πραγματικότητα. Καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ὅτι τίθεται ζήτημα πολιτειακόν, διότι ὑπάρχει ζήτημα πολιτειακόν, διότι ἐγεννήθη ζήτημα πολιτειακόν, ὄχι ὅμως κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ὅπου οἱ ἡγέται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θέλουν νὰ ἐμφανίσουν. Πολιτειακὸν ζήτημα γεννᾶται μετὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἐποποιΐαν καὶ ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς διεθνῶς ἔχει δοξασθῆ. Ἁπλῶς θὰ σᾶς ἀναφέρω κάτι ἢ μᾶλλον θὰ σᾶς διαβάσω, καὶ μετὰ θὰ σᾶς εἴπω ἀπὸ ποῖον εἶναι γραμμένον. «Τὰ μέλη τῆς ὑπ’ ἐμὲ Κυβερνήσεως, συσκεφθέντα, ἀπεφάσισαν ὁμοφώνως, ὅπως ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα τὴν εἰσήγησιν ἵνα εὐδοκήσῃ καὶ δεχθῇ τὴν ἀπονομὴν Αὐτῇ τοῦ Πολεμικοῦ Σταυροῦ, ἤτοι τῆς τιμιωτέρας διακρίσεως καὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς τῆς ἀπονεμομένης εἰς τὰ τέκνα τῆς ὑπὸ τὰ ὅπλα Πατρίδος ἀμοιβῆς, ἥτις ἐξόχως ἁρμόζει εἰς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, τὸν ἔνδοξον ἀρχηγὸν τῶν γενναίως ἀγωνισαμένων ἐνόπλων δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, τὸν ἀόκνως μεριμνήσαντα κατὰ τὰ προηγηθέντα τοῦ πολέμου ἔτη διὰ τὴν ἀνύψωσιν τῆς πολεμικῆς ἰσχύος τῆς χώρας καὶ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου τούτου δόντα τὸ παράδειγμα τῆς σιδηρᾶς θελήσεως, τῆς εὐψυχίας καὶ τῆς καρτερικότητος, συμμερισθέντα δὲ μέχρι τέλους τὰς πολεμικὰς περιπετείας τοῦ Ἔθνους. Ἡ ἀναχώρησίς σας ἐκ τῆς Πρωτευούσης, ὅταν πᾶσα ἐλπὶς περαιτέρω ἐνόπλου ἀντιστάσεως ἐπὶ τοῦ ἠπειρωτικοῦ ἐδάφους ἀπωλέσθη, ἀπετέλεσε, Μεγαλειότατε, πρᾶξιν ἡρωϊσμοῦ καὶ ὑψηλῆς κατανοήσεως τοῦ πρὸς τὴν Πατρίδα καθήκοντος. Πρῶτος ἐδώσατε τὸ παράδειγμα τῆς συνεχίσεως τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ἐπὶ τοῦ τελευταίου τμήματος τῆς ἑλληνικῆς γῆς, ὅπερ παρέμεινεν ἐλεύθερον. Ἡ παρουσία Σας κατόπιν, ἐν μέσῳ τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς Κρήτης, ἐτόνωσε τὸ ἠθικόν των καὶ συνετέλεσεν εἰς τὴν παράτασιν μιᾶς ἀπέλπιδος ἀντιστάσεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας ἐπετελέσθησαν ἀνδραγαθήματα ἐφάμιλλα τῶν ὡραιοτέρων σελίδων τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Ἡ διάσωσίς Σας κατὰ τὰς ὑστάτας στιγμὰς τῆς μάχης ταύτης, μιᾶς ἐκ τῶν ἀγριωτέρων τοῦ παρόντος πολέμου, ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τοιούτων εὐτυχῶν συμπτώσεων, ὥστε δὲν δύναταί τις παρὰ νὰ διΐδῃ εἰς αὐτὰς τὴν προστατευτικὴν χεῖρα τῆς Θείας Προνοίας. Σήμερον τὰ βλέμματα σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τόσον τοῦ ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ δυνάστου στενάζοντος, ὅσον καὶ τοῦ εἰς ξένας χώρας φιλικὰς καὶ συμμάχους ἐλευθέρως διαβιοῦντος εἶναι ἐστραμμένα πρὸς τὸ πρόσωπόν Σας, Μεγαλειότατε, τὸ ὁποῖον περιβάλλει ἡ αἴγλη τῆς δι’ αἱματηρῶν θυσιῶν κερδιθείσης ὑπὸ τοῦ ἔθνους δόξης καὶ τὸ ὁποῖον συμβολίζει τὴν θέλησιν καὶ τὴν πεποίθησιν τῆς μελλούσης ἀποκαταστάσεως τῆς Πατρίδος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπαραγράπτων ἱστορικῶν δικαίων της. Ἡ ἀπονομὴ εἰς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, τοῦ Πολεμικοῦ Σταυροῦ, ἥν εἰσηγούμεθα διὰ τῆς παρούσης αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἀνταποκρίνεται καὶ ἱκανοποιεῖ τὰ πρὸς Ὑμᾶς αἰσθήματα τῶν ἁπανταχοῦ ὑπηκόων Σας. Παρακαλοῦμεν, Μεγαλειότατε, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ δεχθῆτε τὴν ἔκφρασιν τῆς πρὸς τὸ σεπτὸν πρόσωπον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος βαθυτάτης ἀφοσιώσεως, μεθ’ ἧς διατελοῦμεν εὐλαβεῖς Αὐτῆς θεράποντες». Ἐν Λονδίνῳ τῇ 24 Σεπτεμβρίου 1941.
Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
Ε. Ι. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ
Ἡ εἰσήγησις εἶναι προσωπικὴ εἰσήγησις, τοῦ κ. Ἐμμ. Τσουδεροῦ. Ἠμπορεῖτε τώρα, ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν εἰσήγησιν νὰ μοῦ εἴπητε πῶς συνέβη ὁ κ. Τσουδερὸς νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ ἀπὸ πιστὸς ὑπήκοος τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος νὰ γίνῃ ὁ φανατικὸς ἐχθρὸς τῆς Α. Μ.; Ὁ κ. Τσουδερὸς δὲν ἀποτελεῖ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἐμφανίζεται ὡς εἷς ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν κομμάτων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν τῆς δικτατορίας, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας ὁμιλοῦν, θὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἠξεύρῃ καὶ κάτι ἄλλο, καὶ αὐτὸ τὸ λέγω διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἄποψιν, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν τόπον ὑπάρχει κρίσις πολιτικῆς ἐντιμότητος. Ἐγώ, ὅταν ἔλαβον μέρος εἰς μίαν πραγματικὴν κατάστασιν, ἔλαβον μέρος κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἀγγλικῆς Συνδιασκέψεως τῶν ἐργατῶν, ἔπειτα ἀπὸ τὴν κήρυξιν τῆς δικτατορίας, ἐνῷ ὁ κ. Κασιμάτης ὅστις, ὡς ἀνήκων εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀπεχώρησεν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην, εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως Μεταξᾶ, ὅστις ὑπέγραψε τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ὁποῖος κ. Κασιμάτης παρακάθηται σήμερον εἰς τὴν πτέρυγα τῶν δημοκρατικῶν. Αὐτὴν τὴν κρίσιν, τῆς πολιτικῆς ἐντιμότητος, θὰ τὴν πολεμήσωμεν καὶ ἔχομεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ δικαιώσῃ τὰς προσπαθείας μας, διότι τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως τὸν ὑπηρετήσαμεν καὶ ὅλον τὸ ἔργον τῆς κοινωνικῆς μεταρρυθμίσεως ὀφείλεται εἰς τὴν ἰδικήν μας ἐργασίαν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Καραΐσκος ἔχει τὸν λόγον.
§225Χ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Ἔχω ὅμως ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Κωστόπουλος καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ διαφωτίσω τοὺς κ. βουλευτὰς εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ κ. Κωστόπουλος, δῆθεν, ἐνίσχυσε τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω, ὡς μετασχὼν καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐνίσχυσεν αὐτήν, τόσον αὐτὸς ὅσον καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματός των, ἀλλά, τοὐναντίον, προσεπάθησαν νὰ ἐξασθενήσουν μέχρις ἐκμηδενίσεως τὴν ὀργάνωσιν αὐτήν, ἐνισχύοντες μὲ τὸν Πορφυρογέννη τὴν ὀργάνωσιν τοῦ ΕΑΜ, εἰς τρόπον ὥστε τὸ ΕΑΜ εὑρὸν ἐξησθενημένους τοὺς ἐθνικιστὰς ἀντάρτας, νὰ τοὺς κτυπήσῃ καὶ νὰ γίνουν οὕτω ὑπαίτιοι, ὁ κ. Κωστόπουλος μὲ τὸν κ. Λαμπριανίδην καὶ τὸν κ. Πορφυρογέννη—ἴσως κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος—σφαγῆς 3.000 πληθυσμοῦ καὶ ἀνταρτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν ἐπὶ 4 χρόνια κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ ἐπικρατήσεως ἐπὶ ἓν δίμηνον τοῦ ΕΑΜ εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην. Ἀντὶ δὲ νὰ ἐξυψώσουν τὸ ἠθικὸν τῶν ἀνταρτῶν, τοὐναντίον, τὸ κατέρριψαν καὶ ἐξησθένησαν τὰ τμήματα εἰς βαθμόν, ὥστε νὰ γίνουν ὑπαίτιοι μεγάλων καταστροφῶν, ὄχι μόνον εἰς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ εἰς περιουσίας.
§226Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπουσιάζει καὶ ὁ κ. Κωστόπουλος καὶ ὁ κ. Λαμπριανίδης. Ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Λαμπριανίδην καὶ εἰς τὸν κ. Κωστόπουλον, ὅταν ἐπανέλθουν νὰ ἀπαντήσουν εἰς τὸν κ. συνάδελφον.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας ἔχει τὸν λόγον.
§228Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ θέμα ἔχει ἐξετασθῇ ἤδη ἀπὸ τόσων ἀπόψεων καὶ ἐπὶ πλέον εἶναι τόσον ἐξηντλημένη ἀπὸ τὴν κόπωσιν ἡ Βουλή, ὥστε θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ προβῶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν εἰς ἀνάλυσιν τοῦ ψηφίσματος. Θὰ ἤθελα μόνον νὰ τονίσω, δι’ ὀλίγων λέξεων ὡρισμένας πολιτικὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ ἐνδεχομένη ἢ σχεδὸν βεβαία παραδοχὴ τοῦ ψηφίσματος, ὅπως ἔχει ἀπὸ τὴν συνέλευσιν ταύτην. Ἡ τοποθέτησις τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ εἰδικωτέρου πολιτειακοῦ αὐτοῦ ἐπιπέδου, δικαιολογεῖται κατὰ τὴν γνώμην μου τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα δὲν εἶναι, οὔτε ὅπως τὸ ἐνεφάνισαν μερικοὶ τῶν ρητόρων θέμα χρῆζον ἱστορικῆς ἐξετάσεως, οὔτε θέμα νομικόν. Ἡ δημιουργία ἱστορικῆς προελεύσεως, τῆς σημερινῆς πολιτειακῆς ἀνωμαλίας δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως σημασίαν δι’ ἡμᾶς. Δὲν καλούμεθα, οὔτε νὰ κρίνωμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμήν, οὔτε νὰ δικάσωμεν τὸ παρελθόν, καλούμεθα νὰ δημιουργήσωμεν τὰς προϋποθέσεις διὰ τὸ μέλλον. Νομικὴν ἔννοιαν σοβαρὰν ἢ μᾶλλον θέμα νομικῆς συζητήσεως δὲν εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, κ. βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεύρωμεν συνταγματολογικὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης τῶν προτεινομένων λύσεων. Διότι ἡ ὅλη διαδικασία τοῦ Δημοψηφίσματος εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν διατυπωθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ γνώμην, ὅτι ἡ Συνέλευσις αὐτὴ ἔχει νομικῶς τὸ δικαίωμα νὰ λύσῃ μόνη, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἄμεσον ἔκφρασιν τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας, τὸ πολιτειακόν, ἔχει τὸ νομικὸν δικαίωμα, δὲν ἔχει ὅμως, καὶ ἐπικαλούμεθα ἓν ἀπόσπασμα τοῦ ἀειμνήστου Δημητρίου Γούναρη, ὁ ὁποῖος ἀγορεύων εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ παρομοίου θέματος, ἐτόνισεν, ὅτι τὰ δικαιώματα, βεβαίως, μιᾶς Βουλῆς, ἐχούσης συνείδησιν, ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὸ Ἔθνος, εἶναι ἀπεριόριστα νομικῶς, εἶναι ὅμως, κύριοι, πράγματι, πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς περιωρισμένα. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἔχομεν ἁπλούστα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν ὅπως ὑπάρχει, ὅπως ἔχει διαμορφωθῆ σήμερον. Ὁμολογῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι συμμερίζομαι βαθύτατα τὴν ἀνησυχίαν, ἡ ὁποία κρατεῖ μεταξὺ τῶν συμπολιτευομένων τὴν Κυβέρνησιν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες συνείδησιν μιᾶς ὡρισμένης πρὸς αὐτοὺς δοθείσης λαϊκῆς ἐντολῆς θέλουν νὰ τὴν ἐκπληρώσουν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἀλλ’ ἔννοια, κύριοι βουλευταί, τῆς δοθείσης ὄχι μόνον πρὸς τοὺς βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως ἐντολῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔννοια τῆς δοθείσης εἰς τοὺς περισσοτέρους ἐξ ἡμῶν ἐντολῆς, εἶναι μὲν νὰ διεξαγάγωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, συντομώτερον τὸ Δημοψήφισμα, ἀλλὰ νὰ τὸ διεξαγάγωμεν ὑπὸ μίαν βασικὴν προϋπόθεσιν, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις, ὅτι ἡ λύσις, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ δὲν θὰ εἶναι μόνον ταχεῖα, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ ὁριστική. Αὐτή, νομίζω, ἦτο ἡ ἔννοια τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβον καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν Κυβέρνησιν. Τί ζητεῖ ὡς παραχώρησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὴν Συμπολιτευομένην παράταξιν; Δὲν ζητεῖ παρὰ μόνον τοῦτο, νὰ τῆς παραχωρηθῇ ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ ἐθνικὴ εὐκαιρία νὰ ἀναγνωρίσῃ, χωρὶς ζημίαν γενικωτέραν τοῦ Ἔθνους, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῆς νὰ θεμελιώσῃ τὸ οἱονδήποτε πρόκειται νὰ προκύψῃ πολίτευμα, κατόπιν τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας. Φοβοῦμαι, ὅτι ὁ ρόλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχει ἀπὸ μερικοὺς ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως παρεξηγηθῆ. Ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, κ. βουλευταί, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀσκεῖ μόνον τὸ σύνηθες κοινοβουλευτικὸν λειτούργημα τοῦ ἐλέγχου, ἀσκεῖ καὶ ἓν λειτούργημα ὕψιστον, πρόσθετον ἐθνικὸν λειτούργημα, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν. Ὑπάρχουν εἰς πολλὰς περιφερείας τοῦ τόπου αὐτοῦ ἄνθρωποι ἐθνικόφρονες, οἱ ὁποῖοι ὅμως συνδυάζουν τὴν ἐθνικήν των πίστιν πρὸς τὴν πίστιν τῆς Δημοκρατίας. Θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, ἀπέναντι ἐκείνων, διὰ νὰ καταστήσωμεν αὐτοὺς εὐαλώτους εἰς τὴν κομμουνιστικὴν πλεκτάνην, θὰ ἔπρεπε, λέγω, ἀπέναντι αὐτῶν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ τηρήσῃ καὶ ἐξ ἠθικῆς ἐπιταγῆς ἐπιβαλλομένην εἰς αὐτὴν στάσιν, δηλαδή, νὰ μὴ δεχθῇ ψήφισμα πρὸς λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ παρέχῃ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἀντικειμενικῆς κρίσεως. Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνομαι πράγματι, κ. βουλευταί, διατὶ ἐπιμένει ἡ Συμπολίτευσις, εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος τὸ ὑποβληθέν. Δὲν δύναμαι νὰ ἀνεύρω οὐδένα ἀπολύτως, οὔτε ἐθνικόν, οὔτε ἠθικόν, οὔτε καὶ οἱονδήποτε νομικὸν ἢ πολιτικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν νὰ τηρήσῃ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος, μίαν στάσιν ἀδιάλλακτον. Κατὰ τί, κύριοι βουλευταί, θὰ μεταβληθῇ εἰς τὴν οὐσίαν τὸ Δημοψήφισμα, ἐὰν τὸ ἐρώτημα τεθῇ σαφῶς; Κατὰ τίποτε ἀπολύτως, ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι προσχωρεῖ ἡ Συμπολίτευσις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν πιστεύω, εἰς τὴν δοξασίαν, ὅτι ὁ βασιλικὸς θεσμὸς εἶναι εἷς θεσμός, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του ἀκατάλληλος καὶ ἑπομένως, μὴ δυνάμενος νὰ συζητηθῇ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ δι’ αὐτὸ δυσκολεύομαι νὰ καταλάβω διατί, ἐν ὄψει αὐτοῦ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, τοῦ κινδύνου εἴτε νὰ φανῶμεν χωρισμένοι εἰς ἓν τόσον μεγάλο θέμα, ὅπως τὸ θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος, εἴτε τοῦ κινδύνου, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δεχθῇ τὸ ψήφισμα, νὰ ἀφήσωμεν τοὺς σημερινοὺς ὀπαδοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ γίνουν ἕρμαια τῶν κομμουνιστῶν, διατί, κύριοι, ἐνώπιον αὐτῶν τῶν κινδύνων καὶ μὴ ὑπάρχοντος θετικοῦ πραγματικοῦ ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος, ἡ Συμπολίτευσις ἐπιμένει εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος τοῦ ἀφορῶντος τὸ Δημοψήφισμα ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ὑπέβαλεν; Αἱ πολιτικαὶ συνέπειαι, κύριοι βουλευταί, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψουν ἐὰν τὸ Δημοψήφισμα ἐμφανισθῇ ὡς πρᾶξις μονομερής, εἶναι τόσον νοηταί, ὥστε θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴν τὰς ἀναφέρω. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐπιμένουσα ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος ἡ Συμπολίτευσις χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ ὁρισμένας οὐσιώδεις τροποποιήσεις οὐδὲ τὴν ἐντολὴν τὴν λαϊκήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, ἐκπληρεῖ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον παραμένει εἰς τὴν συνείδησιν μιᾶς τόσον μεγάλης πλειοψηφίας ἐπίδικον, νὰ θεωρηθῇ, ὅτι λύεται χωρὶς συμφωνίαν. Διότι παραλλήλως εἶναι κίνδυνος ὡρισμένη κατηγορία ἐθνικοφρόνων ἑλλήνων πολιτῶν, τοὺς ὁποίους καθιστᾷ.... (δὲν ἠκούσθη) εἰς τὸν κομμουνισμὸν καὶ δὲν προσπορίζει εἰς ἑαυτὴν οὐδὲν πολιτικὸν ἢ ἠθικὸν ὄφελος. Μίαν λέξιν, κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, διὰ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως παρεξήγησε βαθύτατα τὴν θέσιν τοῦ προβλήματος, τὸ ἐπίπεδον ἐπὶ τοῦ ὁποίου τοποθετεῖ τὸ πρόβλημα τῆς δημοσίας τάξεως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν σχέσει μὲ τὸ Δημοψήφισμα. Δὲν ἔχομε καθόλου τὴν γνώμην, ὅτι πεντακόσιοι ἢ ἑξακόσιοι ὅσοι εἶναι οἱ ἀναρχικοὶ οἱ περιφερόμενοι εἰς τὰ ὄρη καὶ οἱ τρομοκρατοῦντες ὡρισμένας περιοχάς, πρέπει αὐτοὶ νὰ γίνουν οἱ κριταί, πρέπει αὐτοὶ κατ’ οὐσίαν νὰ μεταβληθοῦν εἰς Βουλὴν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀποφασίζουν πότε θὰ γίνῃ τὸ Δημοψήφισμα καὶ πότε δὲν θὰ γίνῃ. Ἡ οὐσιαστικὴ περὶ τούτου ἀπόφασις ἐναπόκειται κυρίως καὶ πρωτίστως εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς δημοσίας τάξεως τίθεται, ἠμπορεῖ νὰ ὑποδιαιρεθῇ μᾶλλον, καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἰς δύο διάφορα μέρη. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, μᾶς ἐξέθεσε λεπτομερῶς, ὅσας τοῦ ἐπετρέπετο λεπτομερείας τῶν κομμουνιστικῶν κινδύνων καὶ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἡ δρᾶσις τῶν ἀναρχικῶν αὐτῶν συμμοριῶν ἔχει ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡ δρᾶσις ὅμως αὐτὴ τῶν συμμοριῶν, κύριοι βουλευταί, δημιουργεῖ ψυχολογικῶς δικαιολογημένην πλήρως, πράγματι ὅμως ὑφισταμένην ἀντίδρασιν, ἡ ὁποία εἰς πολλὰ σημεῖα τῆς χώρας φθάνει εἰς τοιοῦτον σημεῖον καὶ δημιουργεῖ εἰς τὴν συνείδησιν ὡρισμένων ἐθνικοφρόνων πολιτῶν μίαν ἐπικίνδυνον σύγχυσιν καὶ κάνει αὐτοὺς τοὺς ἐθνικόφρονας πολίτας, τοὺς καλοπίστους, τοὺς καλοπίστους ἐπαναλαμβάνω, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ’ νὰ συγχέουν τοὺς κομμουνιστὰς μὲ τοὺς δημοκρατικούς. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, κύριοι, καὶ μόνον ἔχομεν ἐπιφυλάξεις. Κύριοι βουλευταί, ὅσοι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ἐτελείωσαν μὲ μίαν ἔκκλησιν ὑπὲρ τοῦ Α ἢ Β σχεδίου. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ κατερχόμενος, νὰ ἐπαναλάβω τὸν βασικόν μου φόβον, ὁ ὁποῖος μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ βῆμα, τὸν φόβον, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον προτείνει σήμερον ἡ Κυβέρνησις δὲν λύομεν, κύριοι βουλευταί, τὸ πολιτειακὸν ὁριστικῶς καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσουν κατὰ κἄποιον τρόπον αἱ μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως διαπραγματεύσεις διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν συμφωνίαν. Κύριοι Βουλευταί, ὅλοι μας εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἱεραρχήσουν ὡς τὴν συνείδησίν μας ὡρισμέναι ἀποφάσεις καὶ ὡρισμέναι ἀπόψεις ὑπὸ τὰς ὁποίας τίθεται τὸ πολιτειακόν. Ἀναγνωρίζεται πράγματι, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν λυθῇ τὸ πολιτειακόν, δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν ὁριστικὴν κρατικὴν μονιμότητα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε, κύριοι βουλευταί, ὅτι προϋπόθεσις τῆς ὁμαλότητος αὐτῆς εἶναι ἡ σταθερότης τῆς δημιουργηθησομένης καταστάσεως καὶ ὅτι ἡ σταθερότης αὐτὴ ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἀπὸ ὡρισμένας μετριοπαθεστάτας ἀντικειμενικὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖ ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν ἡ Ἀντιπολίτευσις. (Χειροκροτήματα).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης ἔχει τὸν λόγον.
§230Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι βουλευταί, διότι εὑρίσκομαι ἄκων εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ὄχι τόσον διὰ νὰ χειρισθῶ τὸ ζήτημα τῆς θέσεως τοῦ Δημοψηφίσματος, ὅσον διότι ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως αὐτῆς προεκλήθη ἓν ἀτομικὸν ἐπεισόδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐχὶ ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος δὲν μοῦ ἔδωσεν ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ τὸν λόγον. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς σειρᾶς μου πρὸς ὁμιλίαν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Δημοψηφίσματος, ἐὰν μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, θὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων ἀναπολῶν τὰ τοῦ ἐπεισοδίου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, κ. Τουρκοβασίλης, ὁμιλῶν καὶ εὑρεθεὶς πρὸ ἐγκαταλείψεως ἀπὸ τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, διότι ἐξύμνησεν τὴν δικτατορίαν τοῦ Μεταξᾶ, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην διαμαρτυρόμενος, ὡς ἐνόμισε αὐτός, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν εἶναι λογικόν, δὲν εἶναι σωστὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγένετο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐγκατέλειψαν τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μετέσχον δικτατοριῶν καὶ ὠνόμασε τὸν κ. Μανουηλίδην. Ἐθεώρησεν ὑποχρέωσίν του ὁ κ. Μανουηλίδης νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις διατὶ μετέσχε ἢ διατὶ δὲν μετέσχε τῆς δικτατορίας Α ἢ Β, συγκεκριμένως εἰς τὴν δικτατορίαν Παγκάλου. Κάμνων ὅμως τὴν ἔκθεσίν του αὐτὴν ὁ κ. Μανουηλίδης δὲν ἠρκέσθη νὰ κάνῃ ἀπολογισμὸν τῆς συμμετοχῆς καὶ τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἐκ τῆς δικτατορίας, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ θίξῃ καὶ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέσχον τῆς δικτατορίας ἐκείνης. Εἶχα ὑποχρέωσιν, διότι ἐδήλωσεν, ὅτι ὅταν ἐπείσθη, ὅτι ὁ κ. Πάγκαλος ἀπέβαλε τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν, ἀπεχώρησεν αὐτοῦ, νὰ ὑπομνήσω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ὁ κ. Μανουηλίδης ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν Παγκάλου ἅμα τῇ ἐπαναστάσει. Τὴν 26ην Ἰουνίου ἔγινεν ἡ ἐπανάστασις, τὴν 1ην Ἰουλίου ὡρκίσθη ὡς Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας, Ἀντιλήψεως καὶ Ὑγιεινῆς. Τὴν 27ην Σεπτεμβρίου, ἐνῷ εἶχε δοθῆ κοινοβουλευτικὴ ἐντολὴ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, φερούσης καὶ ἐκείνης τὸν ἀριθμὸν 4, ὡς ἡ ἰδική μας, τὴν 27ην Σεπτεμβρίου ὁ Πάγκαλος ἔκαμε διάγγελμα καὶ διέλυε τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία ἦτο μία Συνέλευσις μονομερὴς καὶ εἶχε παρουσιάσει ἐκπλήξεις καὶ φαινόμενα, μολονότι ἦτο μονομερής, χειρότερα ἀπὸ τὰ σημερινά, διὰ τὰ ὁποῖα, παρεμβαίνων ὁ στρατηγὸς Ζέρβας, εἶπεν: Κύριοι, πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τὰς ἀντεγκλήσεις καὶ τὰς βιαιότητας, διότι δὲν ξέρω ἂν εὑρεθῇ κανεὶς ἄλλος, ὅπως εὑρέθην ἐγὼ κάποτε. Διέλυσε λοιπὸν ὁ Πάγκαλος διὰ τοῦ διαγγέλματος τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς καταστάσεως ἐκείνης, συμπεριλαμβανομένου τοῦ κ. Μανουηλίδη, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἔκαμε πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ διατάγματος διέλυε τὴν Δʹ Ἐθνοσυνέλευσιν. Εἰς τὸ διάταγμα ἐκεῖνο βεβαίως, εἶμαι κι’ ἐγὼ προσυπογεγραμμένος καὶ δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀλλ’ ἦτο προσυπογεγραμμένος καὶ ὁ κ. Μανουηλίδης. Ὁ κ. Μανουηλίδης δὲν ἀπεχώρησε διὰ τὴν αἰτίαν αὐτήν, ἀλλὰ μετὰ 20 ἡμέρας καὶ ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως», τῆς ὁποίας ἔχω τὸν ἀριθμόν, ὁμιλεῖ περὶ τούτου. Τί ἐξηγήθην ἐγώ, τί ἀπήντησα, τί διέκοψα, βεβαιώσας τοῦτο, ὅτι κ. συνάδελφε δὲν νομίζω, ὅτι ἔχετε δίκαιον ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἐφύγατε, διότι εἴδατε, ὅτι ὁ κ. Πάγκαλος ἔβγαλε τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν, διότι ἐὰν τὸ ἐκάματε αὐτό, θὰ τὸ ἐκάμνατε ὅταν εἰσηγήθη ὁ Πάγκαλος τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως; Τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθην, εἶναι ἀληθὲς ἀποδεικνυόμενον δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἔκφρασις τοῦ κ. Μανουηλίδη ἀποτεινομένου πρὸς ἐμὲ καὶ ἀποβαλόντος τὴν ἀξιοπρέπειαν ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχραιμίαν καὶ φωνασκοῦντος πρὸς ἐμέ: Εἶσαι ἀναξιόπιστος; Προκαλῶ τὴν Βουλήν ν’ ἀποφασίσῃ. Δὲν ζητῶ ἀνάκλησιν ἀπὸ τὸν κ. Μανουηλίδην, διότι ὀφείλω νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἡ ἀνάκλησις δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, σημασίαν ἔχει τοῦτο μόνον, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ παρευρίσκωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἡγοῦνται καὶ ν’ ἀντιπροσωπεύουν ἀρχηγοὺς κομμάτων καὶ νὰ χάνουν τὴν ψυχραιμίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν των καὶ νὰ θίγουν κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρόσωπα, χωρὶς νὰ ἔχουν κανὲν δικαίωμα. Δὲν σημαίνει τοῦτο τίποτε ἄλλο, παρὰ ἔλλειψιν ἀγωγῆς καὶ ἀνατροφῆς. Ἐὰν ἔχω νὰ προσθέσω δύο λέξεις, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, αἱ λέξεις αὐταὶ εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέλειψε τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, νὰ σπεύσῃ ἐνωρίτερον νὰ κάμῃ τὸ Δημοψήφισμα καὶ νὰ ἔλθῃ τὸ ταχύτερον ὁ Βασιλεύς. Διότι ἐλέχθη, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι σήμερον συνέρχεται διάσκεψις καὶ ὁ μεγαλύτερος παραστάτης καὶ ἐξυπηρετητὴς καὶ συνήγορος τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων εἶναι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος. Διότι δὲν εἶναι μόνον, ὅτι εἶπεν τὸ πρῶτον Ὄχι· ἀλλὰ εἶπε καὶ τὸ δεύτερον Ὄχι ὅταν ἐγένοντο προτάσεις νὰ φύγῃ ἐνδόξως καὶ ἐντίμως ἀπὸ μίαν περιπλοκὴν πολέμου· εἶναι γνωστὸν τοῦτο, ἐνθυμεῖσθε καὶ τὸ ἄρθρον τῆς «Καθημερινῆς», ὅτι οἱ Ἕλληνες ἠξεύρουν νὰ ζοῦν καὶ ἠξεύρουν νὰ πεθαίνουν. Εἶχε τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, μὴ θέλων ν’ ἀποχωρήσῃ, μιμούμενος κἄποιαν ἱστορικὴν περίοδον τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, εἶπεν, ὅτι θὰ παρακολουθήσω τὴν τύχην τῆς χώρας μου καὶ θὰ δεχθῶ νὰ γίνῃ ὁλοκαύτωμα ἡ Πατρίς μου, ἀλλὰ θὰ παρακολουθήσω τὸν ἀγῶνα τῶν συμμάχων ἐναντίον τοῦ φασισμοῦ καὶ τῶν δικτατοριῶν. Ποῖος εἶναι ὁ μεγαλύτερος καὶ καλύτερος συνήγορος, διὰ νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου τῆς Εἰρήνης; Εἶναι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη νὰ γίνῃ ἡ χώρα του ὁλοκαύτωμα, ἀρκεῖ νὰ πάῃ μὲ τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς καὶ μὲ τοὺς νικητάς. Καὶ αὐτὸς ἔπρεπε νὰ παρευρίσκεται ἐκεῖ. Καὶ λυποῦμαι, διότι ἄλλα γεγονότα δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τὴν Συνέλευσιν, νὰ λάβῃ, ὡς ἔχει δικαίωμα, τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ ἄνευ Δημοψηφίσματος νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Βασιλέα ἐπὶ τοῦ θρόνου του. (Χειροκροτήματα).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Μανουηλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§232Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Δὲν ἐσυνήθισα, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὸν μακρὸν κοινοβουλευτικόν μου βίον, τὸν εἰκοσιπενταετῆ, νὰ θίγωμαι. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία περίπτωσις, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ εἰκοσιπενταετὲς χρονικὸν διάστημα, νὰ ἔχω διαπληκτισθῆ μὲ συναδέλφους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Συνεπῶς, δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα ν’ ἀμφισβητῇ καὶ τὴν καλήν μου ἀγωγὴν καὶ τὴν καλήν μου συμπεριφορὰν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τὰ πρακτικὰ 25 ἐτῶν μαρτυροῦν περὶ τούτου. Ὅταν εἶχε δημιουργηθῆ χθὲς τὸ λυπηρόν, τὸ λυπηρότατον ἐπεισόδιον μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἑνὸς συναδέλφου, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀπὸ ἐτῶν συνδέομαι διὰ φιλίας, δὲν ἠθέλησα κἂν νὰ δώσω συνέχειαν εἰς αὐτό. Ἀνέγνωσα ὅμως εἰς τὰ σημερινὰ πρακτικά, ὅτι ἀνεγράφη τὸ ἐπεισόδιον καὶ συνεπῶς, νομίζω, ὅτι κάμνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμνε πᾶς τις παρευρισκόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁ συνάδελφος κ. Σταμούλης, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος, ἀνεμίχθη εἰς τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ καὶ ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον μὲ προσέβαλε καὶ νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις. Συνεπῶς, ὁ κ. Σταμούλης, ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς πρόκλησιν, ὅπως ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς πρόκλησιν, καὶ οὕτω ἐδημιουργήθησαν τὰ δύο ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, θεωρῶ λυπηρά, διότι ἐγὼ δὲν ἐσυνήθισα νὰ λαμβάνω μέρος εἰς τοιούτου εἴδους ἐπεισόδια. Ὁ κ. Σταμούλης ὅμως, θελήσας νὰ δευτερολογήσῃ, περιέπεσεν εἰς μερικὰς ἀνακριβείας, αἱ ὁποῖαι εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκατασταθοῦν. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν πολιτικὸν κόσμον, ὅτι ἡ θέσις μου εἰς τὴν δικτατορίαν τοῦ κ. Παγκάλου δὲν ἦτο ὁμοία μὲ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. Σταμούλης, τοῦτο δέ, διότι ὑπῆρχον γεγονότα ἀναμφισβήτητα, γεγονότα πολιτικῆς φύσεως, γεγονότα δικαστικῆς φύσεως, γεγονότα τὰ ὁποῖα διαχωρίζουν τὰς εὐθύνας μας εἰς τὴν δικτατορίαν ἐκείνην. Εἶναι ἐπίσης ἀνακριβές, ὅτι ἐπερίμενα ν’ ἀνακηρυχθῇ ἡ δικτατορία, διὰ νὰ παραιτηθῶ. Διότι εἶναι ἐπίσης πασίγνωστον ἀπὸ τὴν ἡμερομηνίαν τῆς παραιτήσεώς μου, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα» τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ στρατηγοῦ Παγκάλου, ἡ ὁποία ἐπίσης ἐδημοσιεύθη, ὅτι ἡ θέσις μου εἰς τὴν δικτατορίαν ἐκείνην ἦτο ὅλος διάφορος ἀπὸ ὅλους τοὺς πολιτευτάς, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ ἐκείνου Συμβουλίου. Συνεπῶς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαστρεβλοῦνται τὰ γεγονότα, ὅταν δὲ γίνεται τοῦτο βεβαίως δημιουργοῦνται ἐπεισόδια λυπηρά, ὡς τὸ δημιουργηθὲν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο ἀναξιόπιστον τὸ λεχθὲν εἰδικῶς διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τῆς διαστρεβλώσεως τῶν γεγονότων, ὄχι μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ θίξουν ἕνα συνάδελφον μὲ τὸν ὁποῖον δὲν μὲ χωρίζει τίποτε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν προβαίνω εἰς ἀνάκλησιν, διότι ὁ κ. συνάδελφος ὑπέπεσεν εἰς σφάλματα καὶ ἐξεστόμισεν ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἐξ ἀνατροφῆς δὲν ἀνταποδίδω, διότι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς περίοδον ἀναταραχῆς, πρέπει νὰ εἴμεθα πλέον ψύχραιμοι καὶ συνεπῶς ἐὰν προεκλήθη ἀπὸ ἄλλους τὸ ἐπεισόδιον, δὲν ἔπρεπε ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀναμιχθῇ καὶ ἠδύνατο μὲ ψυχραιμίαν νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ τὸ ἄτοπον.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τρίαντος ἔχει τὸν λόγον.
§234Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐκφράσω ἕν δίκαιον παράπονον, μίαν δεδικαιολογημένην θλίψιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι, διότι ἐπὶ 45 ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας συνεδριάζομεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀπὸ τριημέρου διὰ πρώτην φορὰν εἰσήλθομεν εἰς τὸ πραγματικόν μας ἔργον, εἰς τὸ ἔργον δηλαδὴ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν (χειροκροτήματα). Ὅταν κατὰ τὰς προεκλογικάς μας περιοδείας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὑπισχνούμεθα διάφορα, τόσον διὰ τὸν ἐπισιτισμόν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς οὐδὲν τούτων ἀπήντα, ἀλλὰ μᾶς ἔλεγε, μιᾷ φωνῇ, θέλομεν τὸν Βασιλέα. Ὄχι μόνον δὲ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ὄχι μόνον εἰς τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα ταύτην τὴν στιγμὴν εὑρίσκονται ἐδῶ, ὅλοι οἱ ὀπαδοί των, οἱ περισσότεροι σχεδὸν τὸ αὐτὸ αἴτημα ἐπρότεινον. Πολλοὶ δὲ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐξαιρετικῶς δὲ ἐγὼ ἤκουσα διὰ τῶν ἰδίων μου ὤτων εἰς τὸν συνδυασμὸν τῆς Ἐθνικῆς Πολιτικῆς Ἑνώσεως Κερκύρας, ὅτι ὑπισχνοῦντο τὴν ἄμεσον ἐπαναφορὰν τοῦ Βασιλέως μας.
§235Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ποῖος ἦτο; Νὰ τὸν κατονομάσητε.
§236Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Ὁ κ. Πιέρρος ποὺ ἀνῆκεν εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα τοῦ κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς προεκλογικάς του περιοδείας ἔλεγεν, ὅτι θὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν Βασιλέα. Ὅταν δὲ ἐγὼ πολὺ πρὶν θελήσω νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ νὰ ἐκθέσω ὑποψηφιότητα εἰς τὸν συνδυασμὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, ἐβολιδοσκοπήθην ἀπὸ τὸν κ. Πιέρρον, διὰ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν Ε.Π.Ε., γνωστὸς ἐγὼ βασιλόφρων, μοῦ εἶπεν, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου νὰ ὑποσχεθῶ, ὅτι θὰ προσπαθήσω διὰ τὴν ἄμεσον διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου.
§237Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Ἐπέτυχεν εἰς τὰς ἐκλογάς;
§238Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Τὰ κόμματα δὲν ἔχουν ὡρισμένα προγράμματα, τὰ ὁποῖα μόλις ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μεταβάλλουν. Τὰ προγράμματα ὑφίστανται προεκλογικῶς καὶ νομίζω, ὅτι καὶ τὰ αὐτὰ προγράμματα ὑποστηρίζονται καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην.
§239Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δέν ἐξεπροσώπει ἐν προκειμένῳ εἰμὴ τὴν προσωπικήν του γνώμην. Χαίρομεν διὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας μᾶς παρέχετε.
§240Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Δύνασθε νὰ κάμετε χρῆσιν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα λέγω καὶ νὰ βεβαιωθῆτε ἂν πραγματικῶς κατῆλθε μὲ τὸ χρῖσμα τοῦ κόμματος τοῦ βασιλόφρονος. Ἀπορῶ, λοιπόν, τώρα πῶς δὲν θέλομεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς εἰς τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ρητὰς ἐντολάς, τὰς ὁποίας παρ’ αὐτοῦ ἐλάβομεν. Ὡς δικαιολογίαν τῆς τοιαύτης παρελκύσεως τοῦ ζητήματος καὶ τῆς τοιαύτης μὴ ἐκτελέσεως ἀμέσως τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία μᾶς ἐδόθη, φέρομεν διαφόρους δικαιολογίας καὶ ὡς πρώτην δικαιολογίαν φέρομεν τὴν ἔλλειψιν δημοσίας ἀσφαλείας.
§241Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὐτὸ ἔλεγε καὶ διὰ τὰς ἐκλογὰς ὁ κ. Σοφούλης, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε ρητὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμῃ τὰς ἐκλογὰς εἰς τὰς 31 Μαρτίου καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐτορπίλλιζε τὰς ἐκλογὰς μέχρις ὅτου ἔλαβε ἕνα καταπελτῶδες μήνυμα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ εἶπε: Ναί. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ εἶπε μὲ ὕφος ἀνθρώπου πίνοντος δηλητήριον.
§242Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31 Μαρτίου ἔχουν δι’ ἡμᾶς τὸ δεδικασμένον ἀναφορικῶς μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, διότι ἐκυβέρνα τότε τὴν Ἑλλάδα τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προβάλλει τὴν δικαιολογίαν ταύτην, ἐν τούτοις ὅμως πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πρέπει νὰ διασταλῇ. Μεταπολεμικῶς ἐδημιουργεῖτο μία ἐγκληματικὴ κατάστασις ἀνέκαθεν. Ὅσοι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐδικηγόρησαν μετὰ τὸν μεγάλον πόλεμον ἢ μετὰ τοὺς πολέμους, τοὺς ὁποίους διεξήγαγεν ἡ Ἑλλάς, θὰ γνωρίζουν, ὅτι πάντοτε εἴχομεν εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια, ὄχι μόνον πληθωρισμὸν ὑποθέσεων ποινικῶν, ἀλλὰ καὶ μίαν ἰδιορρυθμίαν ἐγκλημάτων. Διὰ πρώτην φορὰν μετὰ τὸν πόλεμον παρουσιάζονται ἐγκλήματα νεωτέρων μεθόδων, νεωτέρων ἐγκληματικῶν καταστάσεων. Εὐτυχῶς ἐγκλήματα τοιαῦτα σήμερον δὲν ἔχομεν. Πρὸς τιμὴν ἴσως τῆς Κυβερνήσεως, τοιαῦτα ἐγκλήματα δὲν ἠκούσαμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Σήμερον ἔχομεν ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ μία μαφία κακῶν ἀνθρώπων γεννηθέντων, δυστυχῶς, ἐν Ἑλλάδι καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγκλήματα ἀπὸ πολιτικὰ ἐλατήρια. Τὰ ἀδικήματα αὐτά, ἡ ἐγκληματικότης αὐτή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν τὸ κριτήριον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἐὰν θελήσωμεν, ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἐγκληματικότητα αὐτὴν ὡς κριτήριον διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐγκληματικότητος νὰ καθορίσωμεν τὸν χρόνον τῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ, τότε θὰ περάσουν ἔτη μακρὰ διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις, μέχρις ὅτου φύγῃ ἐντελῶς ἐξ Ἑλλάδος ὁ συρφετὸς αὐτὸς τῶν ἐγκληματιῶν. Συνεπῶς, ζήτημα δημοσίας ἀσφαλείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Ἀλλά, εἶπον, κ. βουλευταί, πολλοί, ὅτι πιθανὸν ἡ ἄμεσος διεξαγωγὴ τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ φέρῃ δυσχερείας εἰς τὰς ἐθνικάς μας διεκδικήσεις. Νομίζομεν, τοὐναντίον, ἀξιότιμοι κ. βουλευταί, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος θὰ ἔχῃ ἀρκετὴν ἐθνικὴν δύναμιν καὶ θὰ εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος καὶ τὴν ἀξίαν νὰ μᾶς ἐκπροσωπήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διὰ νὰ ζητήσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δικαιούμεθα. Διότι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, διὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὴν φράσιν ἑνὸς ἀρχηγοῦ μεγάλου συμμαχικοῦ Κράτους, ἦτο αὐτός, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε κατὰ τὴν 28ην Ὀκτωβρίου τὸ συμβόλαιον μὲ τοὺς μεγάλους συμμάχους καὶ αὐτὸς μόνος εἶναι εἰς θέσιν νὰ διεκδικήσῃ ἀπὸ τοὺς συμμάχους καὶ ἀξιώσῃ ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τοῦ συμβολαίου ἐκείνου. (Χειροκροτήματα). Ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ὑπέγραψε τὴν 28ην Ὀκτωβρίου τὸ συμβόλαιον μὲ τοὺς συμμάχους. Τὸ κατ’ αὐτὸν ἐξετέλεσεν ὅλους τοὺς ὅρους τόσον εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ τὰ Μακεδονικὰ ὀχυρά, ὅσον καὶ εἰς τὴν Ἀντίστασιν — καὶ ὄχι, ὡς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης εἶπεν, ὅτι ἠγνόησε τὴν Ἀντίστασιν. Ἔχομε ρητὴν δήλωσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐνίσχυσε καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν, ἡ ὁποία ἐξεπροσωπεῖτο ἀπὸ τὸν σεβαστόν μου Ἀρχηγὸν στρατηγὸν Ζέρβαν. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον ὁ Βασιλεὺς ἦτο ὁ στρατιώτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνεβλήθη εἰς τὸ συμβόλαιον αὐτὸ καὶ ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσεν ὅλους τοὺς ὅρους του, μόνος αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς συμμάχους τὴν ἐκπλήρωσιν, καὶ ἐκ μέρους αὐτῶν, τῶν ὅρων τοῦ συμβολαίου. (Χειροκροτήματα). Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ, κ. βουλευταί, μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἐρωτήματος, διότι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγός μου, στρατηγὸς Ζέρβας, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τροποποίησιν τοιαύτην, ὥστε ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος νὰ εἶναι σύμφωνος εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα. Διότι ἐπίστευσε, καὶ πιστεύει, ὅπως καὶ τὸ κόμμα ὁλόκληρον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ ταχύτερον, ἵνα πλέον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀφοσιωθῇ εἰς τὰ ἔργα του ἀπερίσπαστος. Δυστυχῶς ἡ πρότασις αὐτοῦ δὲν υἱοθετήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει, ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου τοῦ ἐρωτήματος, νὰ χωρήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, ἵνα ἐπανέλθῃ ὁ Βασιλεύς. Καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ψηφίσματος, τότε νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, νὰ συναντήσῃ τὸν Βασιλέα, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ἕτερον μέγα μέλημα αὐτῆς, τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων. (Χειροκροτήματα).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Μακρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§244Φ. ΜΑΚΡΗΣ. Δὲν πρόκειται, κ. Βουλευταί, νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν νομικὴν μορφὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἀλλὰ πρόκειται νὰ διατυπώσω τὰς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τῶν ἀνθρώπων τοῦ μόχθου καὶ τῆς πάλης, διὰ νὰ σᾶς εἴπω πῶς βλέπουν ἀκριβῶς τὸ πρόβλημα αὐτό, ποὺ ἔχει γίνει τόσα χρόνια ἡ γάγγραινα τῆς δημοσίας ζωῆς τοῦ τόπου. Ἡ ἐργατικὴ τάξις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχομαι, εἶναι γνωστὴ διὰ τὴν προσήλωσίν της εἰς τὸ δημοκρατικὸν ἰδεῶδες, εἶναι γνωστοὶ οἱ ἀγῶνες της σὲ κάθε στιγμὴ ποὺ θὰ νομίσῃ ἢ θὰ πιστεύσῃ πῶς διακινδυνεύουν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ καὶ τὰ κυριαρχικά του δικαιώματα. Εἶναι ἀκόμη, γνωστοὶ οἱ ἀγῶνες τῆς τάξεως αὐτῆς, διὰ τὸ μέγα πρόβλημα τῆς λύσεως τοῦ ἐσωτερικοῦ μας ζητήματος, ὅπως γνωστὰ εἶναι καὶ τὰ διαβήματά της πρὸς τοὺς φίλους μας μεγάλους συμμάχους, πρὸς τοὺς Ἄγγλους, ἀπὸ τὴν βούλησιν τῶν ὁποίων—εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς—ἐξηρτήθη τὸ πρόβλημα τοῦ τόπου. Εἶναι, λοιπόν, ἀναμφισβήτητον, κ. βουλευταί, ὅτι τὸ πολιτειακὸν ἔχει καταστῆ γάγγραινα, ἔχει καταστῆ πληγή, ἡ ὁποία μαστίζει τὸν τόπον μας. Καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητος τόσον ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ μας, ὅσον καὶ ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ἐπουλωθῇ τὸ ταχύτερον ἡ πληγὴ αὐτή. Νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς σημεῖον αὐτό, δὲν ὑπάρχει μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν οὐδεμία διαφωνία. Εἶναι ὅμως ἐξ ἴσου ἀνάγκη, ὅπως τὸ πρόβλημα αὐτὸ λυθῇ ὑπὸ προϋποθέσεις, ὥστε τοὐλάχιστον, ὅλοι ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἐθνικὴν αὐτὴν Συνέλευσιν, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔστειλαν ἐδῶ καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως πιστεύουν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀγωνίζονται διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἀνάγκη, λέγω, ὅπως ὅλοι αὐτοὶ καὶ ἡμεῖς θεωρήσωμεν τὸ πρόβλημα αὐτὸ ὁριστικῶς λελυμένον. Καὶ διὰ νὰ συντελεσθῇ αὐτό, κ. βουλευταί, χρειάζονται δύο βασικαὶ προϋποθέσεις, ἡ συμφωνία ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος καὶ αἱ προϋποθέσεις τῆς τάξεως. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ ἐρώτημα, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ θέτει ὀρθῶς. Διὰ νὰ διαπιστωθῇ τοῦτο κρίνεται ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ μία ἔρευνα γύρω ἀπὸ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐτέθη τὸ θέμα τοῦτο ἐνώπιον τοῦ λαοῦ μας καὶ μάλιστα ὑπὸ συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπε τὴν ψυχὴν ὅλων τῶν Ἑλλήνων νὰ συνέχῃ ὁ παλμὸς πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐθνικῆς μας ἐλευθερίας καὶ ὄχι νὰ καθοδηγοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν εὐθύνην νὰ κατευθύνουν τὸν λαόν, πρὸς τὸν παλμὸν αὐτόν, πρὸς πράξεις, αἱ ὁποῖαι τὸν ἐδίχαζον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὑπὸ τὰς συνθήκας ἐκείνας τῆς κατοχῆς, τὸ θέμα ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ὡς ἑξῆς: ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ πρέποντος πολιτεύματος, οὔτε ὑπὸ τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ 1935, ἀλλ’ ὡς θέμα προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ Βασιλέως διὰ τὴν 4ην Αὐγούστου. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα ἐτέθη οὕτως ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, νομίζω, ὅτι καὶ τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς λύσῃ τὸ δημιουργηθὲν πρόβλημα, ὀρθῶς τίθεται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ συνάδελφοι τῆς Δημοκρατικῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ ἔπρεπε τὸ ἐρώτημα αὐτὸ νὰ τὸ ἀποδεχθοῦν, διότι ἀναμφισβητήτως, ἐφ’ ὅσον παρ’ αὐτῶν θεωρεῖται ὑπεύθυνος διὰ τὴν 4ην Αὐγούστου ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος καὶ ἐφ’ ὅσον πιστεύουν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοῦ καταλογίζει εὐθύνην διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν, ἀναμφισβητήτως τὸ ἐρώτημα τιθέμενον οὕτω προάγει τὴν ὑπόθεσιν τῆς Δημοκρατίας. Ἀπομένει, κύριοι βουλευταί, τὸ τὶ θὰ γραφῇ εἰς τὸ ἕτερον ψηφοδέλτιον. Νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀξιοῖ ὅπως εἰς τὸ ἕτερον ψηφοδέλτιον ἀναγραφῇ ὁ θεσμός, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀγωνίζεται, τῆς Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὑψώνων τὴν φωνὴν τῶν ἀνθρώπων τοῦ μόχθου καὶ τῆς δημιουργικῆς ἐργασίας, τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔδωσαν προχθὲς τὴν εὐκαιρίαν νὰ τοὺς ἀπευθύνωμεν τὸν θαυμασμόν μας διὰ τὴν ἐθνικήν των πρᾶξιν, κάμνω θερμὴν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἔκκλησιν αὐτὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον λύομεν τὸ ζήτημα αὐτὸ κατὰ τρόπον ὁριστικόν, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν ἐπὶ τέλους ἡμεῖς οἱ πραγματικοὶ Ἕλληνες, ἡνωμένοι, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα). Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουν πάντοτε ζητήματα εἰς τὸν τόπον αὐτὸν διὰ νὰ τὸν διχάζουν, εἶναι οἱ γνωστοὶ ἀναρχικοί, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν, διότι αὐτοὶ τότε καὶ μόνον θὰ θεωρήσουν, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα λύεται ὀρθῶς, ὅταν θὰ ἐπιτελέσουν τὸ ἀνόσιον ἔργον των: νὰ παραδώσουν τὴν Ἑλλάδα εἰς τοὺς ἐντολεῖς καὶ πράκτορας τοῦ σλαυϊσμοῦ. Ἀλλ’ ἀκόμη, κύριοι βουλευταί, δὲν δύναμαι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ συλλάβω, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν προχωρεῖ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἐλαχίστης αὐτῆς αἰτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔκδηλος εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δηλαδή, ὑπογραμμίζω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἔλαβε πεῖραν ὅλων τῶν πολιτευμάτων, τόσον τῆς Δημοκρατίας, ὅσον καὶ τῆς Βασιλείας, εἶναι πλέον σταθερῶς ἀποφασισμένη νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν τύχην της ἐκεῖ, ποὺ νομίζει, ὅτι ὑπάρχει ἡ μείζων ἀσφάλεια, ἐκεῖ ποὺ νομίζει ὅτι ὑπάρχει ἡ τάξις, ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ὁμαλότης. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ δεύτερον θέμα, τῶν προϋποθέσεων. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι θέμα εἰλικρινοῦς καὶ ἐντίμου συνεργασίας ὅλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα, εἶναι θέμα ἀποκλειστικῶς καλῆς πίστεώς μας. Διότι ὅταν ἐκάμαμεν ἐκλογάς, ὑπὸ τὰς συνθήκας τὰς ὁποίας τὰς ἐκάμομε, τὴν 31ην Μαρτίου, χωρὶς νὰ ὑψωθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ ἐθνικὰ κόμματα οὐδεμία φωνὴ ἀμφισβητοῦσα τὴν γνησιότητα τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν, κατὰ μείζονα λόγον θὰ κάμωμεν Δημοψήφισμα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρξουν ἀναμφισβήτητα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δίδουν εἰς οὐδένα τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητῇ τὴν γνησιότητα, ἐὰν εἰλικρινῶς καὶ ἐντίμως συνεργασθοῦν ὅλα τὰ κόμματα καὶ διαπνέωνται ἀπὸ τὴν καλὴν αὐτὴν πίστιν. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ὑψώσω μίαν φωνὴν διαμαρτυρίας δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ μόνη ἀντιδραστικὴ χώρα πρὸς τὸ κοινὸν δημοκρατικὸν πνεῦμα, ποὺ διέπει σήμερον τὰ ἔθνη. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὅταν τοιαῦτα πράγματα λέγωνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τότε δὲν θὰ πρέπει νὰ παραξενευώμεθα δι’ ὅσα λέγονται ἀπὸ τὸν κόσμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸν τὶ ἐπιδιώκει. Ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἀνέχεται τὸν Ζαχαριάδην καὶ τοὺς πράκτορας τῶν σλαύων, διὰ νὰ προπαγανδίζουν καθημερινῶς τὴν κατάλυσιν τοῦ Ἔθνους, ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἀνέχεται τὸν Ριζοσπάστην νὰ προπαγανδίζῃ καθημερινῶς καὶ νὰ δηλητηριάζῃ τὴν ἑλληνικὴν ψυχήν, οὔτε πολύ, οὔτε ὀλίγον, κατὰ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, εἶναι χώρα ἀντιδραστική. Ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ ὑψώσω τὴν φωνὴν αὐτὴν τῆς διαμαρτυρίας μου, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπερίμενα νὰ εἶχον ὑψώσει καὶ ἄλλοι, πλέον ἐμοῦ ἁρμόδιοι, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Καί, τερματίζων, ἐπειδὴ πιστεύω, ὅτι τοὐλάχιστον, ἡμεῖς οἱ παρόντες ἐνταῦθα, ὡς καὶ οἱ ἐντολεῖς μας, πιστεύομεν καὶ διαπνεόμεθα ἀπὸ τὴν διάθεσιν, ἀπὸ τὴν σκέψιν νὰ ἐργασθῶμεν διὰ τὸ ἀγαθὸν τῆς Πατρίδος μας καὶ πιστεύοντες καὶ πρεσβεύοντες τὰ ὅσα πιστεύομεν, πιθανὸν νὰ πλανώμεθα, ὅπως καὶ πιθανὸν νὰ πλανᾶσθε, ἤθελα νὰ κάμω καὶ τὴν ὑστάτην στιγμὴν τὴν ἔκκλησιν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ συνεργασθῶμεν, ὥστε ἡ ἱστορία αὐτὴ νὰ γραφῇ πρὸς τὸ ἀγαθὸν τῆς Ἑλλάδος, (Χειροκροτήματα).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Γύπαρης ἔχει τὸν λόγον.
§246Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν μου ἐκ τῆς Αἰγύπτου ἀπεστάλην ἀπὸ τὰς Ἀθήνας τὴν 10ην Δεκεμβρίου εἰς Κρήτην ἀεροπορικῶς μετὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ κ. Μανούσου Βολουδάκη καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς Στυλιανοῦ Μπριλλάκη. Τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν εὑρήκαμεν ἐκεῖ ὀλίγον διέφερεν τῆς ἀλληλοσφαγῆς τῶν Ἀθηνῶν. Ὑπῆρχον ὀργανώσεις ἐνόπλων ὁμάδων Ἐλασιτῶν ἕτοιμες ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐξοντώσουν τοὺς Ἐθνικόφρονας ἀντιπάλους των. Οἱ Ἐλασῖται εἶχον τόσον ἀποθρασυνθῆ, ὥστε ἐπέβαλλον μὲ τὴν ἀπειλὴν τῶν ὅπλων εἰς τὸ Ἡράκλειον εἰς τοὺς Ἐθνικόφρονας καὶ ἐσχηματίσθη Στρατοδικεῖον καὶ ἐδίκασε, κατεδίκασε καὶ ἐξετέλεσε τὸν Μπρουτζαλῆ, ἕνα διακεκριμένον πατριώτην διότι εἶχε τραυματίσει ἕνα ἐπισεσημασμένον κακοποιὸν κομμουνιστὴν τὸν λεγόμενον Ποδιᾶ, ὄχι μόνον εἰς τὸ Ἡράκλειον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ρέθυμνον ὑπῆρχε συνδιοίκησις ἐλασιτῶν καὶ ἐθνικοφρόνων. Διαταχθεὶς παρὰ τῆς Στρατιωτικῆς Διοικήσεως, ὠργάνωσα τὴν ἐθνικὴν ἀνταρτικὴν ταξιαρχίαν τῆς Κρήτης. Μὲ τοὺς ἄνδρας τῆς ταξιαρχίας ἐκείνης ἐφύλαξα τὴν Γερμανικὴν γραμμὴν ἀπὸ τὴν ἐπισκοπὴν Ρεθύμνης μέχρι τῆς Κισσάμου. Ὄταν τοὺς τελευταίους μῆνας οἱ Γερμανοὶ ἤρχισαν νὰ στενοχωροῦνται ἔκαμνον ἐπιδρομὲς πρὸς τὰ χωριὰ τῆς ἐλευθέρας ζώνης μὲ σκοπὸν τὴν λεηλάτησίν των. Ὅλες αὐτὲς τὶς ἐπιδρομὲς οἱ Γερμανοὶ τὶς ἐπλήρωσαν πολὺ ἀκριβὰ χωρὶς νὰ φέρουν ποτὲ εἰς πέρας τὴν ἀποστολήν τους. Εἰς μίαν τοιαύτην ἐπιδρομὴν εἰς Βαφὲ Ἀποκορώνου, τὴν ὁποίαν ἐνήργησαν μὲ ἀρκετὰ τὰνκς καὶ τὴν ὁποίαν ἀντιμετώπισαν οἱ ἀντάρται, κατέληξαν εἰς μίαν κρατερὰν μάχην εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Γερμανοὶ ἡττήθησαν ἐγκαταλείποντες πλέον τῶν ὀγδοήκοντα νεκρῶν. Τέτοιες συμπλοκὲς συνέβαινον συχνά. Δὲν εἶχον ὅμως νὰ ἀντιμετωπίσουν οἱ ἀντάρται μόνον τοὺς Γερμανούς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀντεθνικὰ κινήματα τῶν ἐλασιτῶν. Τὴν 16ην ἕως 17ην Ἰανουαρίου 1945 κατέστειλα ἕνα ἀντεθνικὸν κίνημα εἰς τὸ Ρέθυμνον ὄχι ἀναιμάκτως. Ἡ μάχη αὐτὴ κατεστάλη ἀπὸ ἕνα τμῆμα τῆς ταξιαρχίας μέσα σὲ δύο ἡμέρες. Ἐφονεύθησαν 17 ἐκ τῶν ἐλασιτῶν, ἐκ τῶν ἡμετέρων τρεῖς. Κατεσχέθησαν δὲ ὑπ’ ἐμοῦ 24 πολυβόλα, 4 ὅλμοι, καὶ περὶ τὰ 750 ὅπλα. Ἕτερον ἀναρχικὸν κίνημα κατέστειλεν ἡ Ἐθνικὴ ταξιαρχία τὶς πρῶτες ἡμέρες τοῦ Ἀπριλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους εἰς τὸν Ἀποκόρωνα καὶ αὐτὸ ὄχι ἀναίμακτον. Ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἥσυχον, διότι ἡ ἐπιβολὴ τῆς ταξιαρχίας ἔσωσε τὸν Κρητικὸν λαὸν καὶ ἐπρόλαβε τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀλληλοσφαγῆς τῶν Δεκεμβριανῶν εἰς τὴν Κρήτην. Ὄταν ἔκαμνα συγκέντρωσιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν μονάδων τῆς Ταξιαρχίας, ἐκτὸς τῶν ὑπηρεσιακῶν ζητημάτων, ἀντηλλάσσαμε καὶ τὰς σκέψεις μας διὰ τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν καὶ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι εἰς τὸ, ὅτι μετὰ τὰ ἀντεθνικὰ κινήματα τῆς Μέσης Ἀνατολῆς καὶ τῶν Δεκεμβριανῶν γεγονότων, καὶ τὴν ἀπόπειραν τῶν ἀναρχικῶν νὰ ἐπικτείνουν τὴν ἀνθρωποσφαγὴν καὶ εἰς τὴν Κρήτην, ἐλέγομεν λέγω, διότι τὸ ἐπιστεύομεν, ὅτι ὁλόκληρος ὁ ἐθνικόφρων κόσμος βασιλόφρονες καὶ δημοκρατικοὶ θὰ συσσωρευθῶσι γύρω ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα καὶ ν’ ἀποτελέσουν ἕνα ἀκαταμάχητον στρατόπεδον μὲ ἐστραμμένα τὰ βλέμματα καὶ τὴν προσοχὴν εἰς τὰς διεκδικήσεις καὶ εἰς τὰς ἀποζημιώσεις τῆς Πατρίδος μας. Πόσες χιλιάδες ἀδέλφια μας, δώσανε, γιὰ τὴν Πατρίδα τὴ ζωή τους καὶ ἔμειναν σακάτηδες. Πόσες χιλιάδες μανάδες δώσανε τὰ παιδιά τους γιὰ τὴν Πατρίδα καὶ ἐμεῖς ποὺ εἴμεθα εἰς τὴν ζωὴν νὰ μὴ ἠμποροῦμε νὰ θυσιάσωμε γιὰ τὴν Πατρίδα τὸν ἐγωϊσμόν μας; Καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς διερωτώμεθα, τὶ ἔσπρωξε τὴν Κυβέρνησιν σήμερον ὅπου εἶναι ἐπὶ τάπητος, ὅλα τὰ ἐθνικά μας ζητήματα, διεκδικήσεις κ.λ.π., ν’ ἁρπάξῃ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ νὰ φέρῃ τὸ Δημοψήφισμα ἀπὸ τὰ τρία χρόνια εἰς τοὺς τρεῖς μῆνες; Μήπως ἐπρόκειτο νὰ τὸ χάσωμε; Ἢ μήπως καμμία μάγισσα ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ μᾶς τὸ κλέψουν; Ἢ νὰ τὸν πάρουν οἱ Ἀμερικανοὶ νὰ τοῦ στήσουν τὸν θρόνον του εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας; Ὄχι, ὅλα αὐτὰ δὲν συμβαίνουν. Προάγεται τὸ Δημοψήφισμα ἀκριβῶς διὰ νὰ διχαστῇ καὶ πάλιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τώρα ὅπου ὁ νοῦς, ἡ ψυχὴ εἶχον ἀρχίσει νὰ καθαρίζουν ἀπὸ κάθε ρύπον ἐχθρότητος. Τώρα, ὅπου μία καὶ μόνον σκέψις ἔπρεπε νὰ μᾶς κατέχῃ, ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἑλλὰς ἡ μαρτυρικὴ χώρα, ποὺ ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ ζήσῃ καὶ νὰ εὐτυχήσῃ, κάθε Ἕλλην ποὺ ἐνισχύει τὸν χωρισμὸν καὶ τὴν διαίρεσιν εἶναι ἐθνικὸς ἐγκληματίας ποὺ λησμονεῖ, ὅτι φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Ἕλληνος. Σήμερον ὅπου αἱ ἐθνικαί μας ἀντιπροσωπεῖαι ἔπρεπε νὰ διασταυρώνωνται εἰς τὰς Πρωτευούσας τῶν συμμαχικῶν χωρῶν διὰ νὰ ὑψώνουν τὴν φωνήν των διὰ τὰς ἐθνικάς μας διεκδικήσεις, ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται ὁλοκλήρους ἑβδομάδας διὰ τὸ Δημοψήφισμα καὶ ἐγκαταλείπομεν τὰς ἐθνικάς μας διεκδικήσεις χωρὶς τὸ πραγματικὸν ἐνδιαφέρον, ὡς νὰ εἶναι δευτερεῦον ζήτημα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔδωσε τὸ χέρι της μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸν ἀνδρισμόν, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ μὲ τὴν ἰδίαν εἰλικρίνειαν, ἄλλως εἶναι ματαιοπονία κάθε συνεννόησις συμβιβασμοῦ. (χειροκροτήματα).
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βορρὲς ἔχει τὸν λόγον.
§248Γ. ΒΟΡΡΕΣ. Κύριοι Βουλευταί, δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι διὰ πρώτην φορὰν εἰσήλθομεν εἰς τὴν Βουλήν, τοὐλάχιστον δι’ ἐμέ, προκαλεῖ μίαν ἀποθάρρυνσιν, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀπογοήτευσιν, τὸ φαινόμενον τῶν τελευταίων ἀγορεύσεων καὶ τὸ μαρτύριον τῶν ὁλονυκτίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὀλίγη καλὴ θέλησις. Συζητοῦμεν διὰ τὸ Δημοψήφισμα. Θέλομεν νὰ εὕρωμεν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ λύσις αὐτὴ ἐδόθη τὴν 31ην Μαρτίου ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ καὶ ὡμολογήθη ὕστερα ἀπὸ τὴν πλευρὰν ἐκείνην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐλέχθη ὑπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, ὅτι ὅσοι ἐξελέγημεν, ἐξελέγημεν ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν Βασιλέων. Ἐλέχθη, ὅτι ἐξελέγημεν βουλευταί, διότι ἐλέγομεν, μαζὶ μὲ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ ἔρχεται! ἔρχεται! Ἀφοῦ πράγματι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ὡμολογήθη, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐξελέγη, διότι ἀνήκει εἰς τὴν βασιλικὴν ἰδεολογίαν, τότε διατὶ ἐδημιουργήθη αὐτὸ τὸ ζήτημα; Κατ’ οὐσίαν λοιπόν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεφάνθη. Ἡμεῖς πρόκειται νὰ ἐκπληρώσωμεν ἕνα τύπον ἐδῶ. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ἑνὸς τύπου δὲν ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνεπτύχθησαν Συνταγματικαὶ θεωρίαι, τὰς ὁποίας δὲν τὰς γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλ’ ὁσάκις ὁ λαὸς ὁμιλεῖ, ὅλαι αὐταὶ αἱ θεωρίαι πᾶνε εἰς τὸ περιθώριον. Ἄλλωστε περὶ θεωριῶν πρόκειται, δὲν πρόκειται περὶ φυσικῶν νόμων. Αἱ θεωρίαι ἔχουν καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην ἄποψιν. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὡμίλησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπ’ αὐτοῦ, ἡμεῖς πρόκειται νὰ ἐκπληρώσωμεν ἕνα τύπον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ δημιουργήσῃ τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ τὸν τύπον ἁπλῶς. Τὸ ἐρώτημα αὐτό, ὅπως τίθεται ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι εὑρίσκεται πολὺ κοντὰ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀπ’ ἐναντίας ἡ Ἀντιπολίτευσις, δι’ ὅσων λέγει καὶ πράττει, ἀφήνει νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι δὲν προσπαθεῖ νὰ ἐξεύρῃ τὴν ὁμαλωτέραν λύσιν, ἀλλὰ ἀφήνει νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι θέλει νὰ ἀποφύγῃ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει δώσει ἤδη ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται καὶ τόσα ζητήματα ἀναμένουν τὴν λύσιν των, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος μας, ὥστε νομίζω, ὅτι ἡ στάσις μας, ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, εἶναι ἐπιζημία.
§249Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ἠναγκασμένος, κατόπιν τῆς μακρᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας αὕτη στηρίζεται, τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθησαν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία, διὰ νὰ παρακαλέσουν ἐμμόνως τὴν Βουλήν, νὰ δεχθῇ τὸ ψήφισμα ὡς ἔχει καὶ ὅπως ἐτροποποιήθη χθές, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἦτο ἄδικον ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ περισσότερον ἄδικον ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας τὰς γνώμας καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία ἐσεβάσθησαν πάντοτε καὶ ἠθέλησαν ἐκτενῶς νὰ συζητήσουν μετ’ αὐτῆς καὶ συνεζήτησαν πᾶσαν ἄποψιν, θὰ ἦτο ἄδικον, λέγω, νὰ ἐνομίζετο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ἄνευ σοβαροῦ λόγου, νὰ ζητῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ ψήφισμα ὡς τὸ διετύπωσεν. Ἐὰν δὲ ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, νὰ δώσῃ ἐπεξηγηματικὰς διευκρινήσεις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ἔπραξεν, διότι ἐθεώρησε καθῆκον του νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν πρὸ παντὸς νὰ νομίζῃ, ὅτι θέλει νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα ψήφισμα ἄνευ νομικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἐρείσματος. Δι’ αὐτό, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὀλίγα λεπτὰ διὰ νὰ ἀνασκοπήσω τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία μας. Εἶναι σεβαστὴ ἡ διαφωνία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐγὼ προσωπικῶς τὴν σέβομαι ἀπολύτως καὶ λέγω τοῦτο, ὅτι ἂν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία νὰ κάνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις, θὰ τὸ ἔκαμνε, ἂν δηλαδὴ ἦτο δυνατὸν νὰ προσχωρήσῃ ὡς τὴν ἄποψιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, θὰ τὸ ἔπραττεν εὐχαρίστως καὶ θὰ τὸ ἔπραττεν διὰ δύο λόγους: Πρῶτον διότι δὲν θὰ εἶχε οὐδένα λόγον νὰ φοβηθῇ διὰ νὰ προχωρήσῃ εὐθέως πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐρωτῶσα τὸν λαόν, διότι ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπέδειξε προσφάτως γνησίως καὶ κατὰ τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπολύτως καθωρισμένος, ἀπέδειξε καθαρὰ ποία εἶναι ἡ θέλησίς του. Δὲν θὰ εἶχε, λοιπόν, οὐδένα φόβον, ἀπολύτως οὐδένα φόβον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ προχωρήσῃ καὶ νὰ προχωρήσῃ μᾶλλον εὐθέως, εἰς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ πράξῃ, εἶναι ἀδύνατος λύσις, ἀδύνατος δι’ ἡμᾶς.
§250Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατὶ κ. Πρόεδρε;
§251Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶναι λύσις ἀδύνατος, κ. βουλευταί, διότι καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἕνα ὑπέρτατον καθῆκον ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, ἔχει ἕνα ὑπέρτατον καθῆκον ἀπέναντι τοῦ Κράτους, νὰ σεβασθῇ τὴν νομιμότητα. Νομιμότης εἶναι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὅλοι δεχόμεθα καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σεβασθῶμεν. Νομιμότης εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία μᾶς φέρει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἀπὸ τῆς νομιμότητος αὐτῆς δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἐξέλθῃ. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία εἶναι ὑπόχρεοι νὰ εὑρίσκωνται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Συντάγματος, εἶναι ὑπόχρεοι νὰ εὑρίσκωνται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς νομιμότητος καὶ κατ’ οὐδένα λόγον, δὲν ἐννοεῖ νὰ θυσιάσῃ τὴν νομιμότητα εἰς τὴν σκοπιμότητα.
§252Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέπετε κ. Ὑπουργέ;
§253Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι δὲν ἐπιτρέπω, κάμνω δηλώσεις, δὲν βγάζω λόγο. Ἐλέχθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖον, ἐπίσης, νὰ διευκρινηθῶσιν. Ἐλέχθησαν σοβαρῶς καὶ εἶναι ἄξιον προσοχῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἔχει χαρακτῆρα ἀναθεωρητικὸν μόνον καὶ ὅτι κατὰ ἕνα τρόπον περίεργον εἶναι διακεχωρισμένα τὰ δικαιώματά της εἰς συντακτικὰ κατὰ τὸ ἕνα περιεχόμενον καὶ μόνον, ἐνῷ τὸ ἄλλο περιεχόμενον δὲν ἀνήκει εἰς τὰς χεῖρας της ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ λαοῦ. Ἐλέχθη, δηλαδή, καθαρά, ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτὸ θέτει ἓν καὶ μόνον πρόβλημα πρὸ ἡμῶν. Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχει ἔργον συντακτικὸν μέχρις ἑνὸς ὁρίου, Πέραν τοῦ ὁρίου αὐτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ οὐδὲν πλέον δικαίωμα ἔχει. Ἡμεῖς, κ. βουλευταί, δεχόμεθα καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅτι τοιοῦτος διαχωρισμὸς τῆς συντακτικῆς λειτουργίας εἶναι αὐθαίρετος, εἶναι ἀκατανόητος. Δὲν εἶναι στιγμὴ αὐτὴ διὰ νὰ ἀποδείξω συνταγματικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς, ὅτι ἔχω ἀπόλυτον δίκαιον εἰς τὴν διευκρίνησιν αὐτήν. Ἐμμένω ὅμως εἰς τοῦτο, ὅτι τοιοῦτον αὐθαίρετον νόημα δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ θέση ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις. Ἀρνεῖται ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα αὐτό. Καὶ δέχεται τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ἀπορρέοντα ἀπὸ τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ καὶ ἔχει μίαν καὶ μόνον ὑποχρέωσιν. Ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅτι ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐζήτησε τὴν ψῆφον του, ὑπεσχέθη, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ τὸ λύσῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Διότι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὅλοι ἡμεῖς ἀνεξαιρέτως ἐπήγαμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐπήγαμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας καὶ τοὺς εἴπομεν ἄνευ περιφράσεων: Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως θὰ λυθῇ διὰ Δημοψηφίσματος. Δὲν ἠμποροῦμεν ἑπομένως νὰ ὑπαναχωρήσωμεν πλέον. Αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος μᾶς δεσμεύει. Καὶ ἔχει πολὺ δίκαιον ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ Βουλὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς Συντακτικήν, διότι εἶναι ἀπεριόριστα, κατ’ ἐμέ, τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ πράξῃ ποτὲ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι σεῖς δὲν θὰ τὸ πράξητε ποτέ, διότι σέβεσθε ἁπλῶς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐδώσατε ἀπέναντι τοῦ ἐκλογέως σας καὶ ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι, ὅτι περιμένει αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως. Δὲν θὰ εἰσέλθω κύριοι συνάδελφοι, οὔτε εἰς τὸ ζήτημα τῆς γνησιότητος τοῦ Δημοψηφίσματος, οὔτε εἰς τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου, διότι ἐπ’ αὐτῶν ἐλέχθησαν τόσα πολλά. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν γνησιότητα, μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς ἀσφαλείας καὶ τάξεως κατὰ τρόπον ἐπίσης σοβαρὸν ὑπῆρχε καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅμως αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο καὶ μάλιστα ἐν ἡσυχίᾳ, κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πράγματι ἀξιοθαύμαστος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐμμείνῃ ἀπολύτως, δι’ οὕς λόγους ἀνέφερον πολλοὶ ὁμιληταὶ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἑρμηνευτικὴν αὐτοῦ δήλωσιν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ προσθέσω καὶ κάτι ἀκόμα· πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅλοι, ὅτι τὸν χρόνον αὐτὸν τοῦ Δημοψηφίσματος, δὲν τὸν ὁρίζομεν τώρα διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, τὸν ἔχομεν ὁρίσει ἀπὸ τοῦ λόγου τοῦ θρόνου, δὲν φαντάζεται ποτὲ κανείς, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ μία ἡμερομηνία τακτή, ἡ ἡμερομηνία, ἡ ὁποία ἀνηγγέλθη εἰς ὑμᾶς ὑπὸ τοῦ λόγου τοῦ θρόνου, ἐὰν δὲν εἶχε προηγηθῆ συνεννόησις, ἢ ἂν δὲν εἶχε λυθῆ, κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὁλοκληρωτικῶς τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου, καὶ ἄν δὲν ὑπῆρχε συνεννόησις τῶν συμμάχων. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ καμμία ἀμφιβολία. Ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου, εἶναι λελυμένον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἁπλῶς δὲ ἀναφέρεται ἐδῶ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἡ χρονολογία αὐτή. Καὶ φθάνω εἰς τὸ κύριον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσω ἀκόμα τινά. Τὸ ζήτημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησε, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι αὐτὸ καὶ μόνον. Εἶναι ἆραγε ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἢ ἡ ἐπανόρθωσις τοῦ Βασιλέως; Ἑπομένως τὸ ἐρώτημα πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν μίαν μορφὴν ἢ ὑπὸ τὴν ἄλλην; Αὐτὸς ἦτο ὁ ἀγών, αὐτὴ ἦτο ἡ διαφορά μας. Ἐγὼ προσωπικῶς ἐσεβάσθην καὶ σέβομαι πάντοτε τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος ὁμολογῶ πολλάκις μὲ ἐπηρεάζει. Ἀλλὰ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου, ὅτι εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐκφύγῃ τῆς μόνης δυνατῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία μόνη γραμμή, ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ἐξεταζομένη εἶναι, ὅτι τὸ ἐρώτημα δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἄλλως, καὶ δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἄλλως, διότι πρόκειται ἁπλῶς περὶ ὁλοκληρώσεως τοῦ πολιτεύματος. Ὡμίλησαν περὶ πραγματικῶν καταστάσεων. Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἀπάντησις τοῦ βουλευτοῦ Κυκλάδων, κ. Μαρκεζίνη, ὅτι πραγματικαὶ καταστάσεις πράγματι ὑπῆρξαν. Ἐγὼ προσθέτω, ὅτι ὑπῆρξαν πραγματικαὶ καταστάσεις ἀπὸ τοῦ 1941 καὶ ἐντεῦθεν, ἀλλὰ τοιαῦται πραγματικαὶ καταστάσεις δὲν ἦτο νοητόν, ὅτι φέρουν πολιτικὸν ζήτημα, τόσον ὀξὺ εἰς τὴν χώραν αὐτήν. Σήμερον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ δηλώσεις τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Βασιλέως, δὲν θὰ ὑφίστατο κἂν ζήτημα καθεστῶτος. Ὡς πραγματικὴ κατάστασις ἄλλως τε ἐνδιαφέρει μία καὶ μόνη. Εἶναι αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου. Τὴν 31ην Μαρτίου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνομίζαμεν ὡς χάος, ἔγινε πλέον ὁμαλότης Συνταγματική, διότι δὲν εἶναι νοητόν, κύριοι βουλευταί, νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὅλοι μαζὶ νὰ συζητῶμεν κατὰ τρόπον ἐπίσημον, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἀποκρυσταλλώσει τὴν ἰδέαν, ὅτι ὅλαι αἱ συζητήσεις μας γίνονται εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς τῆς λαϊκῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ἑπομένως εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἴσχυε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ, εἰσῆλθεν ἀπολύτως εἰς τὴν συνταγματικὴν ὁμαλότητα διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου 1946. Τί ἀπομένει μόνον; Ἀπομένει ἡ ὁλοκλήρωσις διὰ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, διότι ὅταν λέγωμεν, ὅτι δεχόμεθα τὸ Σύνταγμα καὶ ὅτι ἐργαζόμεθα, ὅπως ἐργαζόμεθα ἐδῶ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος, αὐτὸ πρέπει νὰ προβλέπωμεν, τί μᾶς λείπει, ποία εἶναι ἡ συμπλήρωσις, ἡ ὁποία μᾶς εἶναι ἀπαραίτητος. Ὅταν ἀναγνώσωμεν ἁπλῶς τὸ Σύνταγμα, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ μόνη συμπλήρωσις, ἡ ὁποία ὑπολείπεται μετὰ τὰς ἐκλογὰς εἶναι ἡ ἐπάνοδος τοῦ Βασιλέως καὶ γεννᾶται ἁπλοῦν τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ἡ ἐπάνοδος τοῦ Βασιλέως ὁλοκληροῦσα τὸ Σύνταγμα δὲν ὁλοκληρώνει συγχρόνως καὶ τὴν διατήρησιν τοῦ νομίμου καθεστῶτος; Ἐγώ, νομίζω, ἀναμφισβητήτως ναί. Ἀναμένομεν λοιπόν, ἡμεῖς τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως καὶ θὰ θεωρήσωμεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως κρατοῦσαν ἀπολύτως τὴν ὁμαλότητα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον τηροῦμεν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἀντίθετος πλευρά, ἐπὶ τῆς ὁποίας τόσο μακρὰ συζήτησις ἐγένετο. Τί θὰ συμβῇ ἆραγε εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαός, ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτοῦ δικαιώματι ἀπαντήσῃ ἀρνητικῶς; Σεβόμεθα ὅλοι ὡς πλειοψηφία, κ. συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν παρατήρησίν σας αὐτὴν τὴν σεβόμεθα ἀπολύτως καὶ μὴ φαντασθῆτε ποτέ, ὅτι ἐπειδὴ εἴμεθα πλειοψηφία θὰ θελήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην μας. Σᾶς παρακολουθοῦμεν, εἰς τὰς συζητήσεις, μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ προσπαθοῦμεν νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιμένετε ἐπὶ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος μὲ βάσιν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφύγωμεν ἀπὸ τὴν μονιμότητα καὶ ἑπομένως, εἶναι φυσικόν, ὅτι ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν λαὸν ἄν θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν πολιτικήν μας, ἢ ἄν θὰ τὴν ἀποδοκιμάσῃ, διότι εἶναι ἀπολύτως φυσικόν, ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐπιδοκιμάσει τὴν πολιτικήν μας, ὁλοκληροῦται τὸ πολίτευμα. Καὶ εἶχα τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀκούσω ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θὰ ἀποδεχθῶσι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος ἀπολύτως. Εἰς ἀπάντησιν ὅμως ἀρνητικὴν τοῦ λαοῦ, ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν ἀποδοκιμασθῆ ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς πλειοψηφία καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν γνώμην ἐπὶ τῆς περαιτέρω διαχειρίσεως τῶν ζητημάτων. Ἡ περαιτέρω διαχείρισις δὲν θὰ ἀνήκῃ πλέον εἰς τὴν σημερινὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ θὰ ἀνήκῃ εἰς ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶσθε οἱ μόνοι ἁρμόδιοι, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔχετε τὸ καθῆκον ἀπέναντι τῆς χώρας διὰ νὰ προβῆτε εἰς τὰ περαιτέρω νόμιμα, διὰ τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος αὐτοῦ. Καὶ θὰ προβῆτε εἰς τὰ περαιτέρω νόμιμα, διὰ τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος αὐτοῦ, μὲ τὸν πατριωτισμόν, ὁ ὁποῖος σᾶς διακρίνει καὶ τολμῶ νὰ σᾶς εἴπω, αὐτὸ τὸ λέγω προσωπικῶς, ὅτι ἐπίσης πατριωτισμὸς ἰδικός μας θὰ εἶναι νὰ σᾶς βοηθήσωμεν εἰς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε, διότι πραγματικῶς ἡ λύσις θὰ εἶναι δυσχερής. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι ἀπόψε εἶναι, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ κανείς, ὁ ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ γνώμην τὴν ἑσπέραν τῆς 1ης Σεπτεμβρίου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἀποδοκιμασθῆ εἰς τὴν πολιτικήν του, ἐκεῖνος δὲν θὰ εἶσθε σεῖς, θὰ ἤμεθα ἡμεῖς καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς πλειοψηφία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, καὶ πιστεύω, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὅλοι θὰ συμφωνήσωμεν, ὅτι μετὰ μακρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἴσως ἔπρεπε νὰ γίνῃ διότι σοβαρὰ ἦτο καὶ ἡ διαφωνία μεταξύ μας, ἐπίσης σοβαρά, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅλοι, ὅτι ἡ 1η Σεπτεμβρίου θὰ σημάνῃ ἢ τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὴν ἀποδοκιμασίαν, ὁπότε μὴ ἐρωτᾶτε ἡμᾶς τὶ θὰ συμβῇ, ἐρωτήσατε καὶ προσπαθήσατε νὰ εὕρητε σεῖς τὴν λύσιν. (Χειροκροτήματα).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μαλινδρέτος ἔχει τὸν λόγον.
§255Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Μαρκεζίνης κατὰ τὸν λόγον του διὰ μιᾶς ἀποστροφῆς ἔθιξε τὸ ζήτημα δικτατορίας, κατόπιν ὅμως ἦλθεν ὁ κ. Τουρκοβασίλης, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα. Κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ Δημοψηφίσματος τοῦ 1935, εἰς τὴν Δράμαν οἱ δημοκρατικοὶ δικηγόροι μὲ ἠρώτησαν διατὶ ἐπιστήμων ἐγώ, ἐπιμένω ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, ἔδωσα πρὸς αὐτοὺς τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς εἶναι Δημοκρατικός, ἀλλὰ ἡ ἔρις ὑφίσταται καὶ πρέπει ὁ ἀνώτατος ἄρχων νὰ εἶναι αἱρετὸς ἢ κληρονομικός. Ἐπὶ 11½ ἔτη τότε εἶχε δοκιμασθῆ ἡ Δημοκρατία μὲ αἱρετὸν ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὑπολείπεται κατ’ ἀνάγκην ἡ Βασιλεία καὶ μόνον. Ἀλλ’ ἀντιτείνεται, ὅτι ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἐπιστρέψῃ, θὰ συμπράξῃ μὲ τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον θὰ τὸν φέρῃ. Ἠκούσθησαν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου ὕμνοι ὑπὲρ τῆς δικτατορίας καὶ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ μία διαμαρτυρία κατὰ τῶν ὕμνων αὐτῶν τῆς δικτατορίας. (Χειροκροτήματα). Ὅταν κατὰ τὸ 1935 ἦλθεν ὁ Βασιλεύς, ἐξεδόθη διάγγελμα τοῦ Βασιλέως....... (Θόρυβος. Φωναί. Τελειώνετε, τελειώνετε). (Ὁ ρήτωρ δὲν ἀκούεται). Θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὸ 1936....... (Δὲν ἀκούεται λόγῳ τοῦ θορύβου). Τὰ ἐγκλήματα τῆς Αἰγύπτου....... (Δὲν ἀκούεται), (Θόρυβος. Φωναί. Τελειώνετε, τελειώνετε). (Ὁ ρήτωρ κατέρχεται τοῦ βήματος).
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ προκηρύξεως Δημοψηφίσματος περὶ ἐπανόδου τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Βʹ», κηρύσσεται περαιωμένη. Ὑπάρχει πρότασις 15 βουλευτῶν, ὅπως ἡ ψηφοφορία γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§257Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας τόσον εὐγλώττως ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν προσεκόμισαν οὐδὲν νέον στοιχεῖον ἱκανὸν νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ ἐρώτημα ἐπὶ τοῦ Δημοψηφίσματος τίθεται ὀρθῶς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο, τὸ κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, προβαίνει εἰς τὴν ἀκόλουθον δήλωσιν: «Τὸ κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων προβαίνει εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ὕπαρξιν πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ δὲν δέχεται νὰ θέσῃ σαφῶς τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημοψηφίσματος «Βασιλεία ἢ Δημοκρατία», κατὰ τρόπον βοηθοῦντα τὴν ἐκδήλωσιν σαφοῦς ἐτυμηγορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τερματίζοντα ὁριστικῶς τὴν ἐκκρεμότητα ταύτην, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τόσους κινδύνους εἰς τὴν ἐθνικήν μας ἑνότητα, κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅπως καταψηφίσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος». Προσθέτω καὶ ἐπαναλαμβάνω, διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ὅτι διατηρῶ πάντοτε τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐν καιρῷ, θέλει τροποποιήσει τὸ ψήφισμα τοῦτο διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ὅλα τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ λάβουν μέρος εἰς τὸν πολιτειακὸν ἀγῶνα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως. (Χειροκροτήματα). Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διότι εἶναι προκεχωρημένη ἡ ὥρα καί, ἐφ’ ὅσον ἡ κυβερνητικὴ παράταξις ἢ μᾶλλον τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσουν τὸ ψήφισμα ἀντιπροσωπεύονται, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διὰ πλέον τῶν 200 βουλευτῶν, προτείνω, ὅπως ἡ ψηφοφορία γίνῃ δι’ ἀνατάσεως. (Χειροκροτήματα).
§258Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, εἶχε δηλώσει τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα, ὅτι ἐπιφυλάσσεται κατὰ τὸν τερματισμὸν τῆς συζητήσεως, νὰ καταθέσῃ δήλωσιν. Ἡ δήλωσις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ὁμόφωνος ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ἐπὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ἐτίθετο ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημοψηφίσματος, ὥστε νὰ τερματισθῇ ὁριστικῶς ἡ πολιτειακὴ ἐκκρεμότης. Δυστυχῶς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, παρὰ τὰς ἀντιθέτους ἴσως διαθέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὁμοφωνίαν ταύτην. Κατόπιν τούτου τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα εἶναι ἠναγκασμένον νὰ καταψηφίσῃ τὴν πρότασιν τοῦ ψηφίσματος. Τρέφει ὅμως τὴν ζωηρὰν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα συναισθανόμενα τὰς μεγάλας εὐθύνας, τὰς ὁποίας συσσωρεύουν διὰ τῆς στάσεώς των ταύτης, θὰ θελήσουν, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, νὰ διευκολύνουν τὴν διενέργειαν ἀπολύτως ἀδιαβλήτου Δημοψηφίσματος, ὥστε τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν σημερινήν του ψῆφον». Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω, ὅτι συμφωνοῦμεν ἀπολύτως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἡ ψηφοφορία. (Χειροκροτήματα).
§259Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος, ἀποβλέπον εἰς τὴν οὐσίαν, τοὐτέστιν, εἰς τὴν ταχεῖαν τερμάτισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, εἰς τὴν ταχεῖαν τερμάτισιν τῆς συζητήσεως ἐπ’ αὐτοῦ, παρὰ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν, κατὰ ἕνα τρόπον ἀπολύτως συμβιβαστικόν, ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ὅπως ἴδῃ τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς ὁμοφώνως ἀποφαινόμενον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, ἀποβλέπον, λέγω, εἰς τὴν οὐσίαν, δηλοῖ, ὅτι συνεπὲς πρὸς τὴν ἱστορίαν του, θὰ ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, διότι νομίζει, ὅτι οὕτω συμβάλλει εἰς τὸν ταχὺν τερματισμὸν τῆς ὑποθέσεως. (Χειροκροτήματα). Ἐπειδὴ ἐγένετο πρότασις ἐκ μέρους 15 βουλευτῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, παρακαλῶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνουν ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἡ ἐπὶ πλέον ταλάνισις τῆς Βουλῆς εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ.
§260Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπικαλοῦμαι ἤδη ὅσα ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διαπιστῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφοῦσα μερὶς ἐμμένουν ἀνενδότως εἰς τὰς ἀπόψεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας εἶχον ἐκκινήσει. Διαπιστῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφοῦσα μερὶς θεωροῦν ἐπαρκῆ τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἀποκλειστικῶς ἀντιμετώπισιν καὶ λύσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος. Ἡ αὐτάρκεια αὐτὴ βασίζεται ἐπὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀριθμητικῆς των δυνάμεως. Εὔχομαι ἡ αὐτάρκεια νὰ μὴ βλάψῃ τὴν Ἑλλάδα. Δηλῶ, ἐξ ὀνόματος τῆς κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ, ὅτι ἅπαντες οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν κοινοβουλευτικὴν ταύτην ὁμάδα εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἔναντι τῆς συνειδήσεώς μας νὰ καταψηφίσωμεν τὸ σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς πρόκειται ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐγκρίνῃ, δὲν προβλέπει λύσιν ὁριστικὴν τῆς πολιτειακῆς ἐκκρεμότητος παρὰ μόνον ἐν περιπτώσει νίκης τῆς μιᾶς ἐκ τῶν δύο πολιτειακῶν μορφῶν, θεσπιζομένης οὕτω μιᾶς παραδόξου ἱστορικῆς ἀνισότητος, καὶ δεύτερον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ γνωρίζωμεν τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ ἀπόψεως τάξεως καὶ ἀσφαλείας, θὰ κρατοῦν τὴν 1ην Σεπτεμβρίου. Εὔχομαι, ὅπως ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ Δημοψηφίσματος, φωτίσῃ τὴν συνείδησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ κινήσει τὰς συνειδήσεις ὑμῶν, κ. βουλευταὶ τῆς πλειοψηφούσης μερίδος, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ εἰς τὰς συνειδήσεις σας τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαρθοῦν ὑπεράνω οἱωνδήποτε νομικῶν σκέψεων καὶ τύπων, ὑπεράνω οἱωνδήποτε κομματικῶν ἀντιλήψεων ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θέματος, ὅπως ἐξαρτηθοῦν καὶ ἀνυψωθοῦν εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς πραγματικῆς ἱστορικῆς εὐθύνης, τὸ εὔχομαι διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν εἰς ὅλους μας καὶ νὰ μετάσχωμεν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ, οἱονδήποτε καὶ ἄν εἶναι τοῦτο. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§261Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἐδήλωσαν ὅτι δέχονται νὰ γίνῃ οὐχὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀλλὰ δι’ ἀνατάσεως, ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, ἡμεῖς, οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν, δηλοῦμεν, ὅτι ἄν καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι σύμφωνος καὶ ἀποδέχεται τὴν πρότασιν ταύτην, ἀποσύρομεν τὰς ὑπογραφάς μας καὶ δεχόμεθα νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ποὺ ἀπασχολεῖ τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Πατρίδα μας, δι’ ἀναστάσεως τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§262Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἐπιθυμοῦσα νὰ ταλαιπωρήσῃ περισσότερον τὴν Βουλήν, ἀποδέχεται εὐχαρίστως τὴν προτεινομένην λύσιν ὑπὸ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν πέντε ἀντιπολιτευομένων κομμάτων, ἐφ’ ὅσον καὶ οὗτοι διαπιστώνουν ἀπολύτως, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ παρίστανται πολὺ πέραν τῶν 250 βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν τὸ ψήφισμα.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον ψηφίσματος, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§264ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Χειροκροτήματα).
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ ψηφίσματος;
§266ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Δεκτόν.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται, συνεπῶς, δεκτὸν εἰς μόνην κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τὸ σχέδιον ψηφίσματος «περὶ προκηρύξεως Δημοψηφίσματος περὶ ἐπανόδου τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Βʹ». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§268ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 7ην μ. μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 6.00′ πρωϊνή)