1946.06.24
8,682 rows · 67,404 words · 264 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28η
Δευτέρα 24 Ἰουνίου 1946
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Σγουρόγλου, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Σ. ΣΓΟΥΡΟΓΛΟΥ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγραφήματα κλπ.
§4Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Νομοῦ Ρεθύμνης, ζητοῦν τὴν κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59 Σ. Π. Οἱ Σύνδεσμοι χειροκινήτων ὑφαντουργείων Ἀθηνῶν– Πειραιῶς–Νικαίας καὶ Μεγάρων, διαμαρτύρονται διὰ διακοπὴν ὑφαντοποιήσεως βαμβακερῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Ἡ Ἕνωσις ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Μαγνησίας, διαμαρτύρεται διὰ τραυματισμὸν ἐθνικόφρονος καὶ ἀπαγωγὴν δύο ἑτέρων ὑπὸ συμμορίας ἐαμοκομμουνιστῶν, ζητεῖ δὲ τὴν πλήρη ἐξόντωσιν τῶν συμμοριῶν καὶ ἐνίσχυσιν σταθμῶν Χωροφυλακῆς. Ἐπιτροπαὶ διαφόρων πόλεων Νομοῦ Θεσπρωτίας καὶ οἱ ἐν Ἡγουμενίτσῃ ἔμποροι–ἐπαγγελματίαι–ἐργάται, διαμαρτύρονται κατὰ Κυβερνήσεως Τιράνων ὑποθαλπούσης ἐγκληματίας Θεσπρωτίας Μουσουλμάνους καὶ ζητοῦν τὴν ἔκδοσιν τούτων. Ὁ λαὸς Ρεθύμνης διαμαρτύρεται κατὰ προσπαθείας τινῶν, ὅπως ἀποχωρισθῇ ἀνατολικὸν τμῆμα ἐπαρχίας Μυλοποτάμου. Ἡ Ἕνωσις ὁπλιτῶν φυματικῶν Χωρ)κῆς Καλαμῶν ζητεῖ τὴν μὴ κατάργησιν νόμου 1902)44. Ὁ Σύνδεσμος Τραπεζιτικῶν ὑπαλλήλων Λαμίας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 163. Ὁ Πρόεδρος Ὁμοσπονδίας Βιοτεχνῶν Σερρῶν, ζητεῖ ὅπως ἐξαγορασθῇ ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ εἰς 17 λαχανοκηπουρούς. Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς συνελεύσεως ἁλωνιστῶν διαμαρτύρονται διὰ μελετώμενον ὑποβιβασμὸν ἁλωνιστικῶν δικαιωμάτων. Ἐπιτροπὴ ἀγορασάντων ἀκίνητα Μεσσηνίας, Κορινθίας, Ἀμαλιάδος καὶ Αἰγίου περιόδου κατοχῆς, ζητεῖ τὴν ἄμεσον κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 114 Σ. Π. Ὁ ἐθνικόφρων λαὸς Βερροίας διαμαρτύρεται διὰ τὸν φόνον τοῦ δημ)λου καὶ τοὺ ψάλτου εἰς χωρίον Νεόκαστρον ὑπὸ ὁμάδος ἐαμοκομμουνιστῶν καὶ ζητεῖ τὴν ταχείαν λῆψιν μέτρων ἀσφαλείας. Ὁ λαὸς Διδυμοτείχου διαμαρτύρεται δι’ ἐπίθεσιν 15μελοῦς συμμορίας κομμουνιστῶν κατὰ τοῦ σταθμοῦ Χωρ)κῆς καὶ ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἐνίσχυσιν Χωρ)κῆς. Οἱ σηροτρόφοι Σουφλίου καὶ περιφερείας, διαμαρτύρονται διὰ τὴν καθυστέρησιν λύσεως αἰτημάτων των καὶ ζητοῦν καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας καὶ τὴν διάλυσιν τῶν ἀνόμων τράστ. Ὁ Σύνδεσμος ἀμπελοκτημόνων Πύργου ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν τοῦ Κράτους πρὸς παροχὴν διευκολύνσεως δι’ ἀνάπτυξιν καὶ προστασίαν τῶν ἀμπέλων. Οἱ κάτοικοι καὶ τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Πάργας διαμαρτύρονται διὰ μεταδοθεῖσαν πληροφορίαν ραδιοσταθμοῦ Τιράνων περὶ ἐπαναπατρισμοῦ ἐκδιωχθέντων Ἀλβανῶν Τσαμουριᾶς. Ἀγρόται Κοινότητος Ράχης καὶ Φωσταίνης Ἀχαΐας ζητοῦν, ὅπως τὸ Κράτος δημιουργήσῃ ὅλας τὰς προϋποθέσεις διὰ μίαν γεωργικὴν συνεταιριστικὴν σταυροφορίαν. Ὁ Σύλλογος ἀναπήρων φυματικῶν ὁπλιτῶν Χωρ)κῆς Νομοῦ Φθιώτιδος ζητεῖ τὴν μὴ κατάργησιν τοῦ νόμου 1902. Τὸ Παράρτημα Α.Κ.Ε. Τριφυλλίου καὶ Λευκίμμης τάσσεται ἀλληλέγγυον ἀποφάσεως σηροτρόφων Σουφλίου. Ἡ Ἕνωσις Συνεταιρισμῶν Λεβαδείας διαμαρτύρεται διὰ περιορισμὸν ἀντιπροσώπων εἰς Συμβούλιον Ἀγροτραπέζης. Ὁ λαὸς πόλεως καὶ ἐπαρχίας Φιλιατῶν διαμαρτύρεται διὰ ψευδολογήματα Ἀλβανῶν Τσάμηδων καὶ ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἔκδοσιν αὐτῶν καθ’ ὅσον οὗτοι τυγχάνωσιν ἐγκληματίαι πολέμου. Ὁ Σύλλογος Φυματικῶν ὁπλιτῶν εἰρηνικῆς περιόδου, Νομοῦ Χανίων διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην κατάργησιν νόμου 1902)44. Σταφιδοπαραγωγοὶ Ἁγίου Κωνσταντίνου Αἰγίου διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην ἑνιαίαν διαχείρισιν σταφίδος. Ὁ ἐπισιτιστικὸς κόσμος Ἑλλάδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν δολοφονίαν συναδέλφων των Χατζάρα καὶ Καλεύρα ἐπισιτιστῶν Ἰωαννίνων, ζητεῖ τὴν σύλληψιν καὶ τιμωρίαν ἐνόχων. Ἡ Διοικοῦσα Ἐπιτροπὴ σωματείου ἰχθυεμπόρων καὶ ἰχθυοπωλῶν Πύργου, ζητεῖ τὴν μὴ ἀπαγόρευσιν ἁλιείας διὰ μηχανοτρατῶν. Οἱ Πρόεδροι διαφόρων Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν περιφερείας Ζαχάρως διαβιβάζουν εὐχαριστίας διὰ γενομένας συζητήσεις εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὲρ τῆς Συν)τικῆς Ἀγροτικῆς ὀργανώσεως. Ἀνάπηροι καὶ ἰδιῶται χαρτοπῶλαι Ἰωαννίνων ζητοῦν τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ κέρδους εἰς 20%. Ὁ Στυλιανὸς Ἀναγνωστάκης κάτοικος Βρυσῶν Ἀποκορώνου Κρήτης ζητεῖ τὴν δημοσίευσιν νόμου δι’ οὗ νὰ ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς μὴ ὑποβαλόντας δικαιολογητικὰ ὁπλαρχηγοὺς 1912–22, ὅπως ὑποβάλωσι ταῦτα καὶ τύχωσιν ἀναλόγου συντάξεως. Τὸ Σωματεῖον Καφεποτοπωλῶν, Οἰνομαγείρων καὶ Παντοπωλῶν Ξάνθης, ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τῆς νομοθεσίας περὶ φορολογίας οἰνοπνεύματος. Οἱ ἐθνικόφρονες Πύργου ἀναφέρουν, ὅτι ἀπεργία ἀπέτυχε καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνέχισιν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἔργου τῆς Πατρίδος. Ὁ κ. Ν. Μπαλτατζῆς–Μαυροκορδᾶτος (Ὑφυπουργὸς Τύπου καὶ πληροφοριῶν) καταθέτει σχέδια νόμων 1) «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 10 Μαΐου 1946 «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Ὑφυπουργείου Τύπου καὶ Πληροφοριῶν καὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 30 Ἀπριλίου 1946 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ραδιοφωνίας Νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἀθανασίου καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ ἀκυρώσεως δικαιοπραξιῶν λαβουσῶν χώραν μεταξὺ 21)5)41 μέχρι τέλους Αὐγούστου 1944 ἐν Θεσπρωτίᾳ μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ Μουσουλμάνων τὸ θρήσκευμα Ἑλλήνων ὑπηκόων». Ἡ ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τῆς περὶ Τεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου τῆς Ἑλλάδος κειμένης Νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8–5–1946 Ν.Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Μπακόλλας, Χ. Θηβαῖος καὶ Ε. Γονῆς καταθέτουν πρότασιν νόμου «περὶ ἀποκαταστάσεως ἀγωνιστῶν Μητροπολιτῶν». Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ. κ. βουλευτῶν. Ι. Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων: Αʹ. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 100)17)6)46 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν Τρικκάλων κ.κ. Γ. Σίδερη, Β. Λάππα καὶ Α. Ἀντωνίου, διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς Ἐθνικῆς ὁδοῦ Καρδίτσης –Κέδρου–Δομοκοῦ: 1) Ἡ ἐθνικὴ ὁδὸς Καρδίτσης–Κέδρου–Δομοκοῦ συναντῶσα τὴν ὁδὸν Ἀθηνῶν–Λαρίσης εἰς τὴν περιοχὴν Δομοκοῦ ἔχει μῆκος 47 χλμ. ἐξ ὧν 22 κατεσκευασμένα καὶ 25 χλμ. ἀκατασκεύαστα ἀπαιτοῦντα δαπάνην τοὐλάχιστον 3,5 δισεκατομμυρίων. Ἡ ὁδὸς αὕτη συνδέει ὁδικῶς κατὰ τὴν συντομωτέραν διαδρομὴν οὐ μόνον τὴν Καρδίτσαν μετὰ τῆς Λαμίας καὶ Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ Τρίκκαλα, Γρεβενά, Νεάπολιν, Καστορίαν καὶ Ἀλβανικὰ σύνορα, ἀποτελοῦσα τμῆμα ἀρτηριακῆς ὁδοῦ τοῦ Κράτους. 2) Ὑπὸ τὰς σημερινὰς ἄκρως δυσχερεῖς συνθήκας τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν λόγῳ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθη ἡμῖν κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν ἓν ἀσήμαντον ποσοστὸν ἐκ τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν ἀνακατασκευὴν τῶν εἰς μεγάλον ἀριθμὸν καταστραφεισῶν γεφυρῶν, συνεπείᾳ τοῦ πολέμου, ἐπὶ τοῦ ἐν ἐκμεταλλεύσει ὁδικοῦ δικτύου τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῶν τελείως φθαρέντων ὁδοστρωμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασισθῇ ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ. Εὐθὺς ὡς βελτιωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ ὡς καταστῇ δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ πρόγραμμα κατασκευῆς νέων ἐθνικῶν ὁδῶν θὰ ἐπιχειρηθῇ καὶ ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ Καρδίτσης–Δομοκοῦ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦτο ὡς ἀποτελοῦσα τμῆμα ἀρτηριακῆς ὁδοῦ τοῦ Κράτους. Βʹ. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 166)19)6)46 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Καλλιγκάτση: Διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ χειμάρρου Ξηροπόταμος τῆς κοινότητος Φουσταίνης, τῆς ἐπαρχίας Ἀλμωπίας, διετάχθη ὁ νομομηχανικὸς Πέλλης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 26514)20–6–46 διαταγῆς νὰ ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον σχετικὴν μελέτην. Γʹ. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 111)20–6–46 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Σίδερη, Β. Λάππα καὶ Α. Ἀντωνίου: Αἱ διαμαρτυρίαι τῶν κατοίκων Ἀγναντεροῦ εἶναι βεβαίως δεδικαιολογημέναι, διότι πράγματι ἡ ἐκτροπὴ τοῦ Θεσσαλικοῦ Παμίσου (Πληούρη) διέρχεται διὰ μὴ κατακλυζομένων κτημάτων των, καταλαμβάνονται καλλιεργήσιμοι ἀγροὶ ἐκτάσεως 600 περίπου στρεμμάτων καὶ οὕτω μειοῦται λίαν αἰσθητῶς ὁ γεωργικὸς κλῆρος τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τούτου. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὴ οἱαδήποτε τροποποίησις τῆς ὑπὸ τῆς μελέτης BOOT καὶ τοῦ σχεδίου Νόμπιλε προβλεπομένης ἀπαραιτήτου ἐκτροπῆς τοῦ Πληούρη, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν κατοίκων τοῦ Ἀγναντεροῦ. Εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου τούτου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραχωρηθῇ ἴση ἔκτασις ἐκ τῶν βοσκῶν τῶν χωρίων Παλαιοχῶρι, Φανάρι–Μαγοῦλα, Καλογκρανά, Μερίχοβον καὶ Παρακράσταινα, τῶν ὁποίων νῦν ὅλα τὰ κτήματα πλημμυρίζουν καὶ διὰ τῆς ἐκτροπῆς θὰ προστατευθοῦν ὁριστικῶς. Κατὰ πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας οἱ κάτοικοι τῶν ἀνωτέρω χωρίων εἶναι σύμφωνοι ὡς καὶ ἡ ἁρμοδία Γεωργικὴ Ὑπηρεσία, δι’ ὃ καὶ παρεκλήθη τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, ἵνα προβῇ εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας διὰ τὴν παραχώρησιν εἰς τοὺς κατοίκους Ἀγναντεροῦ 600 στρεμμάτων ἐκ τῶν βοσκῶν τῶν ὡς ἄνω χωρίων. Διαθέσιμος ἔκτασις θὰ ὑπάρξῃ ἐπίσης ἐκ τοῦ ἕλους Καρδιτσομαγούλας, ὅπερ θ’ ἀποστραγγισθῇ ἐκ τῶν πρώτων διὰ τῆς ἐκτροπῆς τοῦ Πληούρη. II. Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας: Εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Καλαμαρᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 119 ἐγγράφου σας, σχετικῶς μὲ τὴν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Κ. Καλαμαρᾶ, περὶ τῆς τύχης τοῦ ὑποβληθέντος εἰς Γενικὸν Λογιστήριον σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως τῆς θέσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Π.Ι.Κ.Π.Α.» περὶ διηγήσεως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν συντάξεως κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν, ὅτι τὸ σχέδιον νόμου ὑπογραφὲν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ διεβιβάσθη εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, χωρὶς μέχρι σήμερον νὰ ἔχωμεν ἀπάντησιν, ἵνα ὑποστῇ τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένην ἐπεξεργασίαν. Δυστυχῶς, ὅμως, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν, καίτοι ἀναγνωρίζομεν τὸ δίκαιον αἴτημα τῶν ὑπαλλήλων ἐπιφυλασσόμενοι, ὅπως ἐν καιρῷ ἐξετάσωμεν καὶ πάλιν τὸ ζήτημα καὶ τὸ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τὸ ἀκόλουθον τηλεγράφημα. Καμπέρα 7 Ἰουνίου 1946 Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἀθήνας–Ἑλλὰς Ἀγαπητὲ Κύριε, Ἔχω ἐξουσιοδοτηθῆ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Αὐστραλιανῆς Γερουσίας, νὰ σᾶς γνωστοποιήσω τὴν λῆψιν τοῦ ἀπὸ 17ης Μαΐου 1949 τηλεγραφήματός σας, ἀπευθυνθέντος πρὸς τὴν Γερουσίαν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἔλαβεν ὑπὸ σημείωσιν τὰς ἐκδηλωθείσας ὑπὸ τῆς Βουλῆς σας ἀπόψεις καὶ μὲ διέταξε νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι θέλουν ἐξετασθῆ μετὰ προσοχῆς.
Ἰδικός σας πιστῶς
Λ. ΓΙΟΥΡΙΓΚ
Γραμματεὺς
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχεια τῆς μόνης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ προκηρύξεως Δημοψηφίσματος πρὸς ἐπάνοδον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Βʹ». Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§6Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπίστευον, ὅτι ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος θὰ εὑρίσκετο κάποιος τρόπος συμβιβασμοῦ καὶ προσεγγίσεως τῶν διεστώτων. Ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τόσον μεγάλης σημασίας, θὰ εἴχομεν ὅλοι τὴν ζωηρὰν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἡ Συνέλευσις ἢ σημερινὴ καταλήξῃ εἰ δυνατόν, εἰς μίαν ὁμόφωνον γνώμην. Ἡ πίστις μας αὐτὴ ἔγινεν κραταιοτέρα μετὰ τὰς παραχωρήσεις, ἢ μᾶλλον μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ τῶν ὁποίων νομίζει κανεὶς βασίμως, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον μεγάλη ἀπόστασις. Ποίαν, κύριοι βουλευταί, κολοσσιαίαν σημασίαν θὰ εἶχε μία ὁμόφωνος ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἠμπορεῖτε ὅλοι νὰ τὸ ἐννοήσετε. Ἐν πρώτοις ἡ ὁμόφωνος αὐτὴ ἀπόφασις θὰ εἶχε μεγάλην ἐπίδρασιν καὶ ἐπὶ τοῦ λαοῦ. Διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἀπ’ ἐδῶ ἐκπορεύεται κάθε τάσις χαλαρώσεως ἢ ἐξάψεως τῶν παθῶν. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζῃ ὁμοφώνως ἐπὶ μεγάλων ζητημάτων, τότε εἰς τὸν λαὸν γεννᾶται ἓν αἴσθημα ἀπολύτου ἱκανοποιήσεως. Ὅταν ἡ Βουλὴ διΐσταται, καὶ διΐσταται τόσον ὀξέως, ἀσφαλῶς ἓν αἴσθημα ἐξάψεως τῶν παθῶν γεννᾶται μεταξὺ τοῦ λαοῦ, εἰς μίαν περίοδον ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ κυριαρχῇ ἓν πνεῦμα συμπνοίας. Ἐὰν βεβαίως ἐπιτυγχάνεται μία συνεννόησις, τὸ ἔργον ἡμῶν ἀσφαλῶς θὰ ἦτο ὀλιγώτερον ἐργῶδες. Θὰ ὡμιλούσαμεν βεβαίως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος. Ὅταν ἐπ’ αὐτοῦ ὡμίλησαν τόσοι ρήτορες ἀντιπολιτευόμενοι, ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος καὶ παρουσίασαν τὰ ἐπιχειρήματά των, κατέστη πλέον ἀναγκαία καὶ ἡ ἐμφάνισις τῶν ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων, ἐκ μέρους ἡμῶν καὶ τῆς παρατάξεως εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκομεν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δυστυχῶς, ἡ συμφωνία δὲν ἐπῆλθε. Δὲν ἀπελπίζομαι. Φρονῶ, ὅτι εἰς τὸ τέλος θὰ εὑρεθῇ κάποιος τρόπος συμπλησιάσεως, προσεγγίσεως τῶν γνωμῶν. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ἀντικειμενικοί. Καὶ πρὸ παντὸς θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ψύχραιμοι, συζητοῦντες καὶ ἀποφασίζοντες ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος τοιαύτης σημασίας. Λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἐν νῷ τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος μας, ἡ ὁποία ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην στιγμὴν ἔχει ἀνάγκην τῆς συμπνοίας καὶ τῆς ὁμονοίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς βοηθείας ὅλων τῶν ἄλλων τέκνων της. Ὅταν ἀναλογίζεται κανείς, κύριοι βουλευταί, πόσοι κίνδυνοι μεγάλοι, σοβαροί, ἄμεσοι καὶ ἐπικείμενοι ἀπειλοῦν τὴν Πατρίδα μας, σᾶς βεβαιῶ δοκιμάζει ἕνα αἴσθημα βαθυτάτης λύπης, διατὶ ἐπὶ τέλους δὲν δίδομεν ὅλοι τὰ χέρια νὰ πάρωμεν μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν κεφαλαιωδῶν αὐτῶν ζητημάτων. Καὶ ἀφοῦ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσωμεν πλέον, θὰ ἤθελον νὰ δηλώσω ἐκ τῶν προτέρων πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀνασκοποῦντες κατ’ ἀνάγκην τὸ παρελθὸν καὶ τὰ πολιτικὰ γεγονότα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ προσώπων καὶ περὶ πολιτικῶν καταστάσεων, διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, ὑποθέτω πὼς πρέπει μὲ κοινοβουλευτικὴν ἁβρότητα, νὰ ἐλέγχωμεν ὁ εἷς τὴν γνώμην τοῦ ἄλλου, διότι τὸ βῆμα αὐτό, ἔχει τοῦτο τὸ καλόν, τὸ καλὸν τῆς ἀπολύτου ἐλευθέρας ἐκφράσεως γνώμης. Ἡμεῖς ἠκούσαμεν τοὺς ρήτορας τῆς ἀντιπολιτεύσεως — καὶ δὲν φαντάζομαι νὰ ὑπάρχῃ κανένα παράπονον—μετὰ πολλῆς προσοχῆς. Δὲν διεκόψαμεν κανένα ἀπολύτως. Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν καὶ ἡμεῖς νὰ μᾶς ἀκούσετε μετὰ τῆς αὐτῆς προσοχῆς χωρὶς διακοπάς. Ὁμιλοῦντες, λέγω, καὶ ἀνασκοποῦντες τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ἀσφαλῶς θὰ ὁμιλήσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, περὶ προσώπων καὶ καταστάσεων, αἱ ὁποῖαι εἰς πολλοὺς ἐξ ἡμῶν δὲν εἶναι συμπαθεῖς, ἀλλ’ ἀλλοίμονον, ἐὰν εἰς στιγμὰς τόσον κρισίμους διὰ τὴν Πατρίδα μας, δὲν ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει καὶ δὲν ἀνεγνωρίζαμεν τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀντικειμενικάς, τὰς ὁποίας προσέφερον εἰς τὴν χώραν πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ἐὰν παρασυρώμεθα ἀπὸ κάποιο αἴσθημα πάθους ἢ κακίας, διότι συνέπεσεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ἀνδρῶν, ἢ τῶν πολιτικῶν καταστάσεων τὰς ὁποίας ἐξεπροσώπουν, νὰ ὑποστῶμεν διώξεις, νὰ ὑποστῶμεν περιπετείας κλπ., θὰ ἦτο κατώτερον ἡμῶν, ἐὰν ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν προκειμένου νὰ κρίνωμεν τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκον εἰς τὴν Πατρίδα. Κατὰ τοῦτο εἰς τὰς συζητήσεις αὐτὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀναφέρῃ κανεὶς τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, διότι γίνεται Δημοψήφισμα. Ἐν τῇ ἀνασκοπήσει τῶν γεγονότων θ’ ἀναφέρωμεν τὸ ὄνομα τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τὸ ὄνομα Ἰωάννης Μεταξᾶς. Εἶναι ἀνάγκη αὐτὰ νὰ λεχθῶσιν διὰ νὰ κρίνωμεν ἑνὸς ἑκάστου τὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα ὡς ψύχραιμοι ἄνθρωποι, ὡς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι συνήλθομεν ἐνταῦθα διὰ νὰ εὕρωμεν κάποιον τρόπον νὰ βγάλωμεν τὴν Πατρίδα μας ἀπὸ τὸ τρομερὸν ἀδιέξοδον εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει εἰσέλθει. Ὁμιλοῦντες λοιπὸν περὶ τοῦ σχεδίου Δημοψηφίσματος, οἱ ἀξιότιμοι ἡγέται τῆς ἀβασιλεύτου δημοκρατικῆς παρατάξεως—διότι καὶ ἡ ἰδική μας παράταξις εἶναι δημοκρατική, ἀλλὰ βασιλευομένη—ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐχωρίσθησαν εἰς δύο. Ὑπῆρξαν ἡγέται, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κάπως περισσότερον ἐπιεικεῖς πρὸς τὰς ἀπόψεις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος. Ἐκεῖνος, ὅμως, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε, θὰ μοῦ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, μὲ ὅλον τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀδυσώπητος καὶ ἄκαμπτος, εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος εὗρεν, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος ἔχει ὡρισμένα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του. Διότι εὑρίσκει π.χ., ὅτι τὸ Δημοψήφισμα αὐτὸ θὰ εἶναι ἄνευ περιεχομένου, ἐὰν δὲν τηρηθοῦν ὡρισμέναι προϋποθέσεις. Καὶ ἀσφαλῶς οἱ προϋποθέσεις τὰς ὁποίας ἀνέφερεν, ἀποτελοῦν παραλείψεις καὶ πράξεις τῆς ἰδικῆς του προκατόχου Κυβερνήσεως. Φέρ’ εἰπεῖν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων σᾶς εἶπεν, ὅτι μὲ αὐτοὺς τοὺς καταλόγους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀδιάβλητον Δημοψήφισμα, καὶ δὲν ἀγνοεῖ κανείς, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν καταλόγων ἦτο ἔργον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀντὶ νὰ ἐλεγχθῇ διὰ τοῦτο, ἐλέγχει προκαταβολικῶς, διότι, ὅπως ἐνθυμῆσθε, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, εὗρε τοὺς καταλόγους ἐν ἀναθεωρήσει καὶ συνέχισε τὴν ἀναθεώρησιν. Ὅταν δὲ λέγωμεν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἐννοεῖ πᾶς τις, καὶ ὁ πρωτοετὴς φοιτητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ οἱοσδήποτε πολίτης, τὴν ἐγγραφὴν τῶν νέων δημοτῶν, τὴν διαγραφὴν τῶν ἀποβιωσάντων καὶ τῶν μεταδημοτευσάντων. Ἑπομένως οἱ κατάλογοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεθεωρήθησαν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου δὲν ὑπέστησαν αὐτὸν τὸν ἔλεγχον, δηλαδὴ παρέμειναν καὶ ὅσοι ἀπεβίωσαν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν κατάλογον. Εἶναι λοιπὸν ἕνα πταῖσμα, εἶναι μία παράλειψις, ὀφειλομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας προήδρευσεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Δευτέρα αἰτίασις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, ὄχι πλέον παράλειψιν, ἀλλὰ πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων καὶ πρᾶξιν μάλιστα βαρυτάτης μορφῆς εἶναι ὅτι: «Ἐὰν δὲν ἀποκατασταθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια, πῶς εἶναι δυνατόν, νὰ ἔχωμεν Δημοψήφισμα;» Θὰ μοῦ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι περισσότερον διατεταραγμένη ἤδη, παρὰ πρὸ ἑνὸς ἔτους, αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πάλιν τοῦ Κέντρου, ἡ ὁποία ἐξέδοτο αὐτὸν τὸν ἐπαίσχυντον νόμον περὶ ἀποσυμφορήσεως, αὐτὴν τὴν συμφορὰν διὰ τὴν Ἑλλάδα τῆς ἀποσυμφορήσεως, ὅπως ὀρθῶς ἐκλήθη, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν, ὅπως εἶπον καὶ εἰς μίαν ἄλλην μου ὁμιλίαν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἑλληνικὴ χεὶρ νὰ θέσῃ ὑπογραφὴν κάτωθεν αὐτῆς.
§7Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Διατὶ δὲν τὸν κατηργήσατε τὸν νόμον;
§8Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ν’ ἀπευθυνθῆτε σχετικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι πρὸς ἐμέ. Λοιπόν, ὡς ἐπιχείρημα διὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ τοῦ ἐγκληματικοῦ κατὰ τῆς ἡσυχίας τοῦ λαοῦ, νόμου, ὁ ὁποῖος πλέον ὡδήγησεν ἔξω τῶν φυλακῶν ὅλα αὐτὰ τὰ βδελύγματα, ὅλα αὐτὰ τὰ καρκινώματα, ὅλα αὐτὰ τὰ ἀποφώλια τέρατα, τὰ ὁποῖα λέγονται κομμουνισταί, διὰ νὰ συγκροτήσουν ἤδη συμμορίας καὶ νὰ τρομοκρατοῦν σήμερον τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ παραπονουμένου διὰ τὴν ἀσφάλειαν Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ἔφερεν ὡς δικαιολογίαν, δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ ἴδιος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἢ κάποιος φίλος του, ὅτι ὑπέστησαν πίεσιν. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι οὐδεμία πίεσις, ὁθενδήποτε προερχομένη, θὰ ἐπέτρεπεν εἰς Ἕλληνα πολίτην νὰ ἐκδώσῃ αὐτὸ τὸ ἀνοσιούργημα, οὐδεμία ἀπολύτως πίεσις. Διότι, πότε θὰ ἔχω ἕτοιμον τὸν Κυβερνήτην νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐξουσίαν, τὸν ἁγνὸν Κυβερνήτην, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος; Καὶ ὅταν βλέπῃ ὁ Κυβερνήτης τῆς Χώρας, ὅτι διὰ μιᾶς πράξεώς του οὐδόλως ἐξυπηρετεῖται τὸ συμφέρον αὐτῆς, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς οἱανδήποτε πίεσιν, ἀλλὰ νὰ παραιτηθῇ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος ἔχει τόσην μακρὰν πεῖραν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ περισσοτέραν εὐθιξίαν, ὁπότε θὰ ἔλεγε μετὰ παρρησίας: Κύριοι, ἐγὼ φεύγω ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν ὑπογράφω αὐτὸ τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον προώρισται νὰ διαταράξῃ πρόρριζα τὴν ἡσυχίαν τῆς χώρας καὶ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς σπαραγμόν. Καὶ ὅμως ὑπέγραψε καὶ ἔγινε νόμος τοῦ Κράτους, καὶ σήμερον οἱ ἀξιότιμοι φίλοι τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων λέγουν: Διατί δὲν τὸν καταργεῖτε; Παρακαλῶ αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν νὰ τὴν ἀπευθύνουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι πρὸς ἐμέ, μηδεμίαν σχέσιν ἔχοντα, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν οὐδεμίαν δυσκολίαν, ὄχι μόνον νὰ τὸν καταργήσωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ χειροκροτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν μὲ ὅλην μας τὴν ψυχήν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος τοιοῦτον νομοθέτημα καταργητικὸν τοῦ αἰσχροῦ αὐτοῦ νόμου. Ἄλλο ἐπιχείρημα ἀναβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος ἐκ μέρους τοῦ ἐγκρίτου Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ κατευνασθοῦν κάπως τὰ πάθη. Πόσον λυποῦμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων δὲν κατενόησεν ἀκόμη ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ κατανοήσῃ τὴν νοοτροπίαν τῶν κομμουνιστῶν. Ἐὰν ὁ κ. Σοφούλης ἐπερίμενε νὰ κατευνασθῇ τὸ πάθος τοῦ Ζαχαριάδη, θὰ ἔπρεπε νὰ ζήσῃ ἄλλον ἕνα ἀκόμη αἰῶνα καὶ νὰ μὴ αἰσθανθῇ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδῃ εἰς τὸ τέλος, ὅτι τὸ πάθος τοῦ Ζαχαριάδη καὶ τῶν διαφόρων Ζαχαριάδηδων ἱκανοποιήθη. Διότι αὐτῶν τὸ πάθος ἀποβλέπει εἰς ἕνα τελικὸν σκοπόν: εἰς τὸ πῶς θὰ καταλάβουν τὴν ἐξουσίαν καὶ πῶς θὰ περάσουν ἀπὸ τὸ πριόνι ἢ ἀπὸ τὴν μάχαιραν ὅλον τὸν ἐθνικόφρονα πληθυσμὸν τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν καὶ νὰ ὑποδουλώσουν θέλουν εἰς τὸν Σλαυϊσμόν, καιροφυλακτοῦντα ἐπὶ χίλια ἔτη διὰ νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ Αἰγαῖον. Ἑπομένως ματαίως περιμένει ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων νὰ κατευνασθῇ τὸ πάθος τῶν κομμουνιστῶν. Καὶ ἡ σπουδαιοτέρα ἀντίρρησις, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ὡς πρὸς τὸ σχέδιον τοῦ Δημοψηφίσματος, εἶναι, ὅτι κακῶς ἐτέθη τὸ ἐρώτημα, καί, ὅτι ἀπὸ ζήτημα πολιτειακόν, μετετράπη εἰς ζήτημα προσωπικόν. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως. Διότι, ὅπως κατελήξαμεν εἰς ἀπόφασιν, σχετικῶς, ἡ σημερινὴ Βουλὴ εἶναι μία Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ ἑπομένως, ὡς τοιαύτη, δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιληφθῇ θεμελιωδῶν διατάξεων οἷα εἶναι ἀδιαφιλονικήτως ἡ διάταξις περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, διότι διὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐπεφύλαξε τὸ δικαίωμα εἰς ἑαυτόν, ἤτοι νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ὁ ἴδιος καὶ δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἑπομένως θὰ εἴχομεν μίαν ἀπόλυτον ἐκτροπὴν ἐκ τῆς Συνταγματικῆς νομιμότητος, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπετόλμα νὰ θέσῃ τὸ ἐρώτημα καθ’ ὃν τρόπον ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ οἱ ἄλλοι δημοκρατικοὶ ἡγέται. Διότι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἦσαν σύμφωνοι, «Βασιλεία ἢ Δημοκρατία». Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ αὐτοῦ, διότι κρίσιν περὶ τοῦ πολιτεύματος δὲν ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ ἁπλῶς ν’ ἀποφανθῇ ὁ λαὸς ἐπὶ ἑνὸς οὐσιαστικοῦ ζητήματος, ἤτοι τῆς διακοπῆς ἢ μὴ τῆς ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ νομικῶς ἀκατανόητον νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἀρκετάς, λέγουν οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς γνώμης αὐτῆς, εἴχομεν παρεκτροπὰς ἐκ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐφ’ ὅσον εἴχομεν παρεκτροπὰς, ἂς συνεχίσωμεν ταύτας. Ἐννοοῦν δὲ παρεκτροπήν, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν συνεκλήθη συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ συγκεκριμένως παρὰ τὸ ἄρθρον 108, τὸ ὁποῖον θέτει ὡρισμένους περιορισμούς. Διὰ νὰ ἔχωμεν νόμιμον Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, μετὰ ταῦτα δηλαδή, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφασισθῇ ἀπὸ μίαν προγενεστέραν Βουλὴν ἡ σύγκλησις τῆς Ἀναθεωρητικῆς ταύτης Βουλῆς, νὰ ἀποφασισθῇ διὰ μιᾶς ἐξαιρετικῆς πλειοψηφίας τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, νὰ ἀποφασισθῇ διὰ πράξεως, ἡ ὁποία νὰ περιλάβῃ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, ἡ ὁποία νὰ συζητηθῇ εἰς δύο συνεδριάσεις ἀπεχούσας ἀπ’ ἀλλήλων κατὰ δύο μῆνας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἔχομεν τὴν παρεκτροπὴν αὐτὴν καὶ τοιουτοτρόπως ἐδημιουργήθη ἓν κοινοβουλευτικόν, ἓν πολιτικὸν ἔθιμον, εἰς τρόπον ὥστε πολλὰς φορὰς ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ χωρὶς νὰ ἔχῃ συγκληθῆ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἡ Βουλὴ φέρ’ εἰπεῖν τοῦ 1911 κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον συνεκλήθη. Ἑπομένως ὑπάρχει τὸ προηγούμενον, ὅπερ οἱ Ἄγγλοι πολιτικοὶ ἄνδρες, σέβονται ἀπολύτως. Ἀλλὰ καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτον προηγούμενον, δημιουργοῦν αὐτὸ οἱ Ἄγγλοι πρὸς εὐκολίαν των. Ἡ Κυβέρνησις ὅθεν θὰ διέπραττε σφάλμα καὶ θὰ ἐξέφευγε τελείως τοῦ ὁρίου τῆς νομιμότητος, ἐὰν τοιοῦτόν τι ζήτημα κρίσεως πολιτεύματος «Βασιλεία ἢ Δημοκρατία» ἐτίθετο, ὅπως ἠξίωσαν οἱ ἀξιότιμοι ἡγέται τῆς ἀβασιλεύτου δημοκρατικῆς παρατάξεως καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς, ἴσως, δὲν εἴχομεν τόσον σοβαρὰς ἀντιρρήσεις. Κηρύγματα δὲ τῶν τοιούτων γνωμῶν ἀνεζήτησαν ματαίως οἱ δημοκρατικοὶ ἡγέται εἰς ἐπιστολὰς καὶ ραδιοφωνικὰς ὁμιλίας τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι φορεὺς Συντακτικῆς ἐξουσίας, φορεὺς Συντακτικῆς ἐξουσίας εἶναι μόνον ὁ λαός. Ἑπομένως ὁ Βασιλεύς, ἐὰν εἰς τὰς ραδιοφωνικάς του ὁμιλίας, ἔκαμε λόγον περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἢ ἐὰν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὰς δύο ἐκείνας διαβοήτους ἐπιστολὰς ὡμίλησε περὶ κρίσεως τοῦ Πολιτεύματος, αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν, μὰ ἀπολύτως καμμίαν νομικὴν σημασίαν, δεδομένου, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μόνον ὁ λαὸς εἶναι φορεὺς Συντακτικῆς ἐξουσίας καὶ οὐδέποτε ὁ Βασιλεύς. Τὸ μόνον ποὺ ὑπῆρχεν ἀλλὰ καὶ ὑπάρχει καὶ εἰς τὰς ραδιοφωνικὰς ὁμιλίας τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ εἰς τὰς δύο ἐπιστολάς, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν Πρωθυπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς ὑπέδειξαν ἕνα τοιοῦτον τύπον ἐγγράφων. Ἑπομένως, πέραν τῆς εὐθύνης τῶν Πρωθυπουργῶν, δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, κύριοι βουλευταί, τοῦ ἰσχυροτάτου αὐτοῦ νομικοῦ λόγου, τοῦ ἀκάμπτου, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς σήμερον νὰ θέσῃ ὑπὸ κρίσιν τὸ πολίτευμά της; Τί εἶναι ἡ Ἑλλάς, ἐν σχέσει πρὸς τὸν διεξαχθέντα πόλεμον; Ἰταλία εἶναι ἢ Βουλγαρία; Εἴθισται, κύριοι βουλευταί, τὰ Κράτη τὰ ἡττώμενα ἐν πολέμῳ νὰ θέτουν ὑπὲ κρίσιν τὸ πολίτευμά των. Αὐτό, τρόπον τινὰ θεωρεῖται ἕνα φυσιολογικὸν ξέσπασμα τοῦ ἡττηθέντος λαοῦ· καὶ ἔχομεν παραδείγματα ἐν τῇ ἱστορίᾳ πολλά. Ἡ Γαλλία φέρ’ εἰπεῖν, ὅταν ἡττήθη κατὰ τὸ 1870, ἔθεσε κρίσιν πολιτεύματος καὶ ἀπεδέχθη τὴν Δημοκρατίαν Ἡ Γερμανία, ὅταν ἡττήθη εἰς τὸ 1918 ἔθεσε κρίσιν πολιτεύματος καὶ ἀπεδέχθη τὴν Δημοκρατίαν. Ἡ Ἰταλία σήμερον ἐπίσης, ἡττηθεῖσα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ μόνην, ἔθεσε κρίσιν πολιτεύματος καὶ ἔγινε σήμερον Δημοκρατικόν Κράτος. Εἶναι τρόπον τινὰ ἕνα φυσιολογικόν, ἐπαναλαμβάνω, ξέσπασμα τοῦ λαοῦ. Θὰ ἠδυνάμην νὰ προσθέσω μὲ ὅλην τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι πρὸς τὴν μνήμην τοῦ Μεγάλου αὐτοῦ Ἡγεμόνος, ὅταν ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος παρῃτήθη ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ἤτοι μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν, καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα βασιλόφρονες ἕως τὸ κόκκαλον καὶ εἴχομεν λατρείαν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως μας Κωνσταντίνου, τοῦ δαφνοστεφοῦς αὐτοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ὡδήγησεν εἰς τόσην δόξαν τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν καὶ ἐδιπλασίασεν, ὀλιγώτερον ἐπονέσαμεν τότε, διότι προηγεῖτο ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφή. Ἑπομένως, οἱ λαοὶ θέλουν, ὅταν πάθουν ἕνα ἀτύχημα, νὰ βροῦν ἕνα ἐξιλαστήριον θῦμα. Καὶ αὐτὸ τὸ θῦμα εἶναι κατὰ κανόνα τὸ πολίτευμα. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι. Ἡ Ἑλλάς, ἐπιτρέπεται σήμερον νὰ θέσῃ ὑπὸ κρίσιν τὸ πολίτευμά της; Ἡ νικήτρια Ἑλλάς; (Χειροκροτήματα). Νὰ θέσῃ ὑπὸ κρίσιν ἕνα πολίτευμα, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου, ὅταν ὑπὸ τὸ πολίτευμα αὐτό, τόσην δόξαν, τόσην λάμψιν, καὶ τόσην αἴγλην συνεκέντρωσεν ἡ Πατρίς μας; Τοῦτο θὰ ἦτο κάτι τι τὸ ἀκατανόητον. Δι’ αὐτό, κ. βουλευταί, δι’ ἐμέ, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀκάμπτου νομικῆς διατάξεως, ἢ ὀρθότερον, τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία, δὲν ἐπιτρέπει νὰ θέσῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν παροῦσαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἐρώτημα ἀφορῶν τὸ πολίτευμα, ὁ ἰσχυρότερος λόγος, εἶναι αὐτὸς καὶ ὄχι τὸ Σύνταγμα. Ἡμεῖς, εἴμεθα νικηταί. Καὶ ἐνικήσαμεν μὲ αὐτὸ τὸ πολίτευμα. Καὶ ἐνικήσαμεν μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Βασιλέα μας Γεώργιον, ὅστις ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ἐδικαιοῦτο μετὰ τὸν πόλεμον νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Πατρίδα του μὲ τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ του καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν συμμάχων του. Θὰ θέσωμεν λοιπόν, ὑπὸ κρίσιν, κ. βουλευταί, τὸν Βασιλέα μας, ὅταν οὗτος τοιαύτην δόξαν ἔδωσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα; (Χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῆς δεξιᾶς). Κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελον καὶ θὰ ἐπεθύμουν πάρα πολὺ νὰ εὑρίσκετο κάποιος τρόπος νὰ συμφωνήσωμεν, διότι θὰ εἶναι πάρα πολὺ δυσάρεστον, ἐπαναλαμβάνω διὰ πολλοστὴν φοράν, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, χωρὶς νὰ λάβωμεν μίαν ὁμόφωνον, εἰ δυνατόν, ἀπόφασιν. Καὶ τόσον βαθέως ἐλυπήθην, ὅταν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ζητῶν τὴν ἀπόσυρσιν τοῦ ψηφίσματος ἢ καὶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ Δημοψηφίσματος σᾶς ἔλεγε τί; «Ἄν ἡ Κυβέρνησις, ἀσκοῦσα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐν τῇ Βουλῇ, καθ’ ὃ διευθύνουσα τὴν πλειοψηφίαν, θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ ὡς ἔχει τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, ἡμεῖς θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀπόσχωμεν τῆς Βουλῆς». Φαντασθεῖτε, κ. βουλευταί, πόσον αὐτὸ εἶναι καταπληκτικὸν καὶ νὰ λέγηται ἁπλῶς. Ἐνῷ εἴδομεν καὶ ἐπάθαμεν διὰ νὰ ἀποτελέσωμεν αὐτὴν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ ἔρχηται ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, μὲ ὅλην αὐτοῦ τὴν πεῖραν, νὰ λέγῃ καὶ νὰ ἀπειλῇ ἀποχήν! Αὐτὸ σημαίνει, κ. βουλευταί, μίαν ἔναρξιν ἡμιεπαναστατικῆς καταστάσεως. Καὶ βεβαίως, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως ἔχει σήμερον, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ, ὅτι συχνὰ ἔπραττεν εἰς τὸ παρελθόν, δηλαδή, ἐπαναστάσεις ἢ μᾶλλον στάσεις, ἀλλὰ λέγων ταῦτα ἐνθαρρύνει προφανῶς τὰ ἀναρχοκομμουνιστικὰ στοιχεῖα, εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε, λόγῳ τῆς δυναμικότητος αὐτῶν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιχειρήσουν γενικωτέραν διαταραχὴν τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγκλημα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἀπειλοῦντος ἀποχήν. Ἡ ἐνθάρρυνσις τοῦ κομμουνισμοῦ μετὰ τοῦ ὁποίου τοσάκις ἀπεδείχθη, ὅτι ἔχει τρυφερὰς σχέσεις. Βεβαίως εἶναι γνωστόν, τί περιμένει αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν, ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει παρέχεται ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως, διὰ τῆς τοιαύτης στάσεώς της, μία γενναία ἐνθάρρυνσις πρὸς τὰς κομμουνιστικὰς τάξεις. Δι’ αὐτὸ δὲν ἀνέμενα ἀπὸ τὴν σύνεσιν καὶ τὴν ὀρθοφροσύνην τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων μίαν τοιαύτην γνώμην, ἡ ὁποία συνωδεύθη μάλιστα καὶ μὲ τὴν ἀφελῆ αὐτὴν ἀπειλὴν τῆς ἀποχῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος ὡς ἔχει. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εὑρῆκεν, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα, ὁπωσδήποτε καὶ ἐν γένει, θὰ εἶναι κενὸν περιεχομένου. Ἀλλὰ λυποῦμαι, ὅτι καὶ διὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐξήνεγκεν τὴν αὐτὴν ἀνήκουστον γνώμην. Ἔχω ἐδῶ τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐγερθῇ καμμία ἀμφιβολία. «Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου—λέγει ὁ κ. Σοφούλης—εἶχον τὸ ἐξωτερικὸν ἰδιαίτερον γνώρισμα νὰ μὴ ἔχουν βάσιν καὶ πολιτικὸν περιεχόμενον». Ἀπορῶ πῶς ἐλέχθησαν ταῦτα ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου δὲν εἶχον βάσιν; Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου δὲν εἶχον περιεχόμενον; Τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν κ. Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων; Θὰ ἔπρεπε νὰ μείνωμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἰδικήν σας, ἡ ὁποία νὰ ἐκδίδῃ νόμους περὶ ἀποσυμφορήσεως καὶ ν’ ἀναστατώνῃ τὴν Δικαιοσύνην; Ἢ νὰ ἀντιπροσωπεύηται ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἀπὸ Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνοντες εἰς τὸ Λονδῖνον ἠρθρογράφουν καὶ ὡμίλουν περὶ τρομοκρατίας, ἡ ὁποία δῆθεν ἀσκεῖται ἐκ μέρους τῆς δεξιᾶς ἐναντίον τῶν ἀριστερῶν; Τὰ ἄρθρα δ’ ἐκεῖνα τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο τῶν Τεσσάρων, τὰ παρελάμβανε τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ρωσίας κ. Βισίνσκυ καὶ τὰ ἐπέσειε, τρόπον τινά, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀναρχεῖται. Ἀφίνω δὲ τὴν ἄλλην ἐγκληματικὴν παράλειψιν τοῦ ἀντιπροσώπου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ὅταν συνεζητοῦντο εἰς τὴν διάσκεψιν τὰ Ἑλληνικὰ ζητήματα, ἐλιποτάκτησε καὶ ἦλθεν ἐδῶ, ἀφίσας τὴν Ἑλλάδα, κ. συνάδελφοι, ἔκθετον. Μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, οἱ ὑπουργοὶ τῆς ὁποίας νὰ ὀργιάζουν εἰς κυβερνητικὰς πράξεις καὶ κάθε ἡμέρα ποὺ παρήρχετο προσετίθεντο νέαι συμφοραὶ εἰς τὴν Χώραν; Ἐλησμονήσαμεν, φρονεῖ ὁ κ. Σοφούλης, τὰς ἐφημερίδας τοῦ κέντρου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, αἵτινες καθ’ ἑκάστην διελάλουν μὲ τραγικότητα ἀνωτέραν τῶν κομμουνιστικῶν ἐφημερίδων τὰς οἰκτρὰς δῆθεν συνθήκας ὑφ’ ἃς ὁ λαὸς ἐκαλεῖτο νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς κάλπας; Ἐλησμονήσαμεν, φρονεῖτε, τὰς ἀπὸ ραδιοφώνου ὁμιλίας τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Κέντρου, οἵτινες ὠργίαζον κυριολεκτικῶς καὶ ἐτροφοδότουν διὰ τῶν ὁμιλιῶν τὰ σχόλια τοῦ ἀριστεροῦ τύπου εἰς τὸ Ἐξωτερικόν; Αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν θέλετε νὰ ἔχωμεν ἀκόμη; Λησμονοῦμεν τοὺς τορπιλλισμοὺς τοῦ κ. Σοφούλη ἐναντίον τῶν ἐκλογῶν μέχρις ὅτου ἔφθασε τὸ παταγῶδες μήνυμα «Μπέβιν»; Διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς 31ης Μαρτίου, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, συνεκροτήθη μία Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, κατόπιν ἐλευθέρας ἐκδηλώσεως τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη κατὰ τρόπον τελείως ἄψογον— διότι ἔχομεν ἐδῶ τὰ ντοκουμέντα τῶν παρατηρητῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους, καθὼς καὶ εἰς τὰ Κράτη, ἅτινα ἐξεπροσώπουν, ὀφείλομεν, ὡς λαός, ἀπέραντον εὐγνωμοσύνην, καὶ οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον περὶ Ἑλλάδος καὶ ἐκλογῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τιμὴν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου ἀπέδειξε τρανότατα, ὅτι ὄχι μόνον ὑπῆρξεν πρῶτος εἰς τὸν πόλεμον καὶ νικητής, ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ πρῶτος εἰς τὸ ἔργον τῆς εἰρήνης. Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔχω ἐνεργήσει τόσας ἐκλογάς, ὅτι οὐδέποτε παρετηρήθη τόση σεμνότης ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τόση γαλήνη καὶ τόση ἡσυχία ἐν τῇ ἐκδηλώσει τοῦ φρονήματος αὐτοῦ. Καὶ περὶ αὐτῶν τῶν ἐκλογῶν, κ. βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὡμίλησεν, ὅτι δὲν ἔχουν βάσιν, ὅτι δὲν ἔχουν περιεχόμενον.
§9Χ. ΛΑΔΑΣ. Πολιτειακὸν περιεχόμενον.
§10Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Αἱ ἐκλογαὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχον πολιτειακὸν περιεχόμενον, ὄχι περιεχόμενον.
§11Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἔχει γίνει διόρθωσις ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Πιθανὸν νὰ ἔχητε δίκαιον, ἀλλ’ ἐγὼ ἀναγινώσκω τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§12Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι φανερόν. Ἀφοῦ ἔκαμεν ἄλλωστε τὰς ἐκλογὰς ὁ ἴδιος.
§13Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τώρα τὸ πῶς ἔκαμε τὰς ἐκλογάς, ὅλοι ἔχομεν μίαν ἰδέαν. Ἔκαμε τὰς ἐκλογὰς ὁ κ. Σοφούλης μὲ ψυχολογίαν καὶ ὕφος ἀνθρώπου πίνοντος δηλητήριον, αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Αἱ ἐκλογαὶ αὐταὶ ἔγιναν μὲ τὸν πανηγυρικώτερον καὶ ὡραιότερον τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει ἕνα πολιτισμένον λαόν. Ἀφίνω δέ, ὅτι προχωρῶν, ὁ κ. Σοφούλης, ἑρμηνεύων τὴν ἐτυμηγορίαν τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, λέγει, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ αὐτὴ νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, διότι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἦτο ἄνευ Ἀρχηγοῦ καὶ διότι ἡ ἔννοια, ἡ ἑρμηνεία τῆς ἐτυμηγορίας εἶναι μᾶλλον ἀντικομμουνιστική, ὑπὸ τὴν ἀντίστροφον μορφὴν τοῦ μοναρχισμοῦ, τρόπον τινά, ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐπῆρε τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτὴν τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν Βασιλικὴν αἴγλην, ἀπὸ τὴν Βασιλικὴν ἀνταύγειαν. Μὰ αὐτό, ἀκριβῶς, λέγομεν καὶ ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, εἰς τὰς προγραμματικάς του δηλώσεις, ὡς κυριώτερον καὶ βαρύτερον ζήτημα ἔθετε τὸ Δημοψήφισμα. Αἱ προγραμματικαί του δηλώσεις ἐνεκρίθησαν καὶ εἰς ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα. Ὑπῆρξε τόσον συνεπὴς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ οὐδεὶς ψόγος εἰς αὐτήν. Ἔχει ὑποστηριχθῆ, κ. βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ζήτημα πολιτειακόν, διότι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἐκηρύχθη ἔκπτωτος τοῦ θρόνου. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ μοῦ συγχωρηθῇ νὰ παρακολουθήσω τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν ἱστορικὴν ἀνασκόπησιν τῶν πολιτικῶν γεγονότων καὶ κατέληξεν εἰς συμπεράσματα ἀτυχῶς λίαν αὐθαίρετα. Φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἔλλειψις ἁβρότητος, ἐκ μέρους μου, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Παπανδρέου ἀπουσιάζει — ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν· ἄλλως τε ὑπάρχουν καὶ τόσα ἔγκριτα μέλη τοῦ κόμματός του ἐδῶ, τὰ ὁποῖα ἐὰν ἴδωσιν, ὅτι ἐγὼ ὑπερβαίνω τὰ ἐσκαμμένα θὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ μὲ διακόψουν. Ὁ κ. Παπανδρέου, λοιπόν, λέγει τὰ ἑξῆς κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων: «τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1935, δὲν ἦτο γνήσιον... ... (ἀναγινώσκει)...». Δὲν ἠξεύρω ποῖον βαθμὸν γνησιότητος, κ. βουλευταί, εἶχε τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1935. Πάντως, ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι εἶχε βαθμὸν κατὰ πολὺ ἀνώτερον τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὸ 1924 καὶ τοῦ ὁποίου φοβοῦμαι, ὅτι εἷς ἐκ τῶν συντακτῶν του ἦτο ἴσως ὁ κ. Παπανδρέου. Ἑπομένως, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ γνησίου Δημοψηφίσματος, ὅταν δυστυχῶς προηγήθησαν καὶ ἄλλα Δηψηφίσματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν καθόλου ἄψογα. Προχωρῶν, ὁ κ. Παπανδρέου, λέγει τὰ ἑξῆς:
§14Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἦτο Ὑπουργὸς ὁ κ. Παπανδρέου, ὅταν προεκηρύχθη καὶ διεξήχθη τὸ Δημοψήφισμα εἰς τὸ 1924;
§15Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὄχι.
§16Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τότε διατὶ λέγετε, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸ Δημοψήφισμα; Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἄρω τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ προκαλέσητε. Οὐδεμίαν ἀνάμιξιν εἶχεν ὁ κ. Παπανδρέου εἰς τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1924. Σᾶς διέκοψα ἐπειδὴ ἐζητήσατε νὰ διωρθώνηται ἑκάστη ἀνακρίβεια.
§17Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ὁ κ. Παπανδρέου νὰ ἦτο ἐκ τῶν συντακτῶν τοῦ Δημοψηφίσματος τοῦ 1924, ἐπειδὴ ἦτο τὰ μάλα συνδεδεμένος μὲ τὴν κατάστασιν ἐκείνην. Προχωρῶν ὁ κ. Παπανδρέου λέγει: «εἶχεν ὅμως ὁ Βασιλεύς, εἶχε τὴν μεγάλην τύχην ἐπανελθὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ εὕρῃ.... (ἀναγινώσκει).... καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ μακαρίτου Ἐλευθ. Βενιζέλου». Ἀλλ’ ὑπάρχει κατόπιν, δυστυχῶς, καὶ τὸ πραξικόπημα τῆς 4ης Αὐγούστου. Τώρα, κ. συνάδελφοι, θὰ εἰσέλθωμεν κατ’ ἀνάγκην πλέον εἰς τὴν ἔρευναν τῆς 4ης Αὐγούστου. Τὸ γεγονός, ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαθον ὀλίγα ἀπὸ τὴν 4ην Αὐγούστου, παρ’ ὅλους τοὺς δεσμοὺς καὶ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς εἶχον προσφέρει εἰς τὸν ἀείμνηστον Μεταξᾶν, ἡ μεγάλη μου ἐκείνη δοκιμασία, ὑποθέτω, μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνω, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶ, διὰ τὰς τοιαύτας ἢ τοιαύτας κρίσεις μου. Διότι, ἀλλοίμονον, ἐὰν ὅσα ἐπάθαμεν ἀπὸ τὸ 1917 μέχρι τὸ 1920 εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ ἱστορία θ’ ἀποκαλέσῃ θλιβερά, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνα τὴν χώραν ὁ ἀποθανών, Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἀλλοίμονον, λέγω, ἐὰν ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ τί ἐπάθαμεν—καὶ ἡμεῖς τότε εἴμεθα τέσσαρες ἀδελφοὶ καὶ οἱ τέσσαρες ἀδελφοὶ εἴμεθα εἰς τὰς φυλακὰς καθ’ ὅλην τὴν τριετῆ ἐκείνην διάρκειαν—ἀλλοίμονον, ἐπαναλέγω, ἐὰν τό γεγονὸς αὐτό, τῶν πολλῶν δοκιμασιῶν μας, μᾶς ἠμπόδιζε νὰ ἴδωμεν τὰς καλὰς ἐνδεχομένως πράξεις, ἃς προσέφερεν εἰς τὴν χώραν, ἡ πολιτεία ἐκείνη τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἐὰν ἐπράτταμεν τοῦτο, δηλαδή, σκεπτόμενοι τὰ πάθη μας καὶ ὁμιλοῦντες ἀνειλικρινῶς κατ’ ὡρισμένων πράξεων ἐξυπηρετησασῶν τὴν ἔννοιαν τῆς Πατρίδος, τότε θὰ εἴμεθα ἄνθρωποι κατώτεροι ἡμῶν αὐτῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κρίνοντες καὶ τὴν 4ην Αὐγούστου καὶ τὴν πολιτείαν αὐτῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τόσα ἀδικαιολογήτως ἐπάθαμεν, αὐτὸ θὰ ἦτο κατώτερον πάλιν ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἐλέγομεν τί καλὸν προσέφερεν εἰς τὸν τύπον ἡ κατάστασις αὐτή. Ὀφείλω, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰ ἑξῆς: Ἐνθυμῆσθε, ἀσφαλῶς, χρονολογικῶς τὰ τότε γεγονότα. Ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς κατόπιν Δημοψηφίσματος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἦλθε μὲ τὰς καλλιτέρας τῶν διαθέσεων. Ἐν πρώτοις, εὗρε μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔφερε τὸν Βασιλέα καὶ τὴν ὁποίαν Κυβέρνησιν, ἀπεμάκρυνε κατ’ ἀξίωσιν τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως. Εὗρεν ἐπίσης μίαν Βουλήν, ἔστω μονόπλευρον, ἡ ὁποία ὅμως εἶχεν καταργήσει τὸ πολίτευμα τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Καὶ ὅμως τὴν Βουλὴν αὐτὴν τὴν διέλυσεν ὁ Βασιλεὺς προσδιορίσας ἐκλογὰς μὲ τί παρακαλῶ σύστημα; Μὲ τὸ ἀναλογικόν, καὶ ὄχι μὲ τὸ ἰσχῦον τότε πλειοψηφικὸν σύστημα. Ὁ Βασιλεὺς ἐπέμεινεν ἀκάμπτως καὶ ἐφηρμόσθη τὸ ἀναλογικόν, διότι ἦτο ἀξίωσις τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἐνθυμοῦμαι ἐπίσης ἀκόμη, ὅτι ἐζήτησεν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ φύγουν οἱ Νομάρχαι καὶ τοὺς Νομάρχας ἀντικατέστησαν οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν μὲ τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Βασιλέως. Ἠξιώθη νὰ φύγουν οἱ Διοικηταὶ Ἀστυνομιῶν καὶ Χωροφυλακῆς, καὶ ἐκεῖνοι ἀντικατεστάθησαν ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν. Καὶ ἔγιναν αἱ ἐκλογαί, ἐκλογαὶ πενταπάρθενες, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ. Πλὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἐμοίρασεν εἰς τὴν μέσην. 142 ἡ μία παράταξις, 143 ἡ ἄλλη. Ἤλθομεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλεγῇ Πρόεδρος, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔπρεπε νὰ συγκεντρώσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν πλέον ἑνός. Καὶ εἴμεθα πλέον ἀπὸ τριακόσιοι βουλευταί. Ἡ πρώτη ψηφοφορία δὲν ἔδωσε Πρόεδρον. Τότε ἐπανελήφθη ἡ ψηφοφορία καὶ διὰ τῆς ψήφου τῶν κομμουνιστῶν βουλευτῶν ἀνεδείχθη Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκείνης ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. (Χειροκροτήματα). Ἐξελέγη λέγω ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων Πρόεδρος, καὶ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας πλέον τὴν ἐρρύθμιζον οἱ κομμουνισταί, οἱ ὁποῖοι ἔδιδον τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν Φιλελευθέραν παράταξιν. Τότε ὁ Βασιλεὺς μὲ τὰς ἀρίστας Αὑτοῦ διαθέσεις διὰ τὴν χώραν, ἐκάλεσε τὰ κόμματα νὰ δώσουν μίαν Κυβέρνησιν. Τὰ ἐκάλεσεν ἅπαξ, τὰ ἐκάλεσε δίς, καὶ τὰ κόμματα ἠρνοῦντο νὰ δώσουν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ συμφωνία των προσέκρουεν εἰς τὰ κομματικά των παζαρεύματα. Ἐνθυμοῦμαι τότε, ὅτι ἐκ μέρους τῶν Φιλελευθέρων ἐτέθη ὁ ὅρος νὰ ἐπανέλθουν οἱ ἀπότακτοι τοῦ 1935. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασιν, καὶ δικαίως, διότι ἐπανεστάτησαν οἱ ἴδιοι ἀξιωματικοὶ τὸ 1933 καὶ δὲν ἐτιμωρήθησαν παρὰ μόνον 25, ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες καὶ ἐξῆλθον ἐκ τοῦ στρατοῦ μας. Ἡ ἀτιμωρησία εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπανάληψιν τοῦ κινήματος τὸ 1935. Πῶς ἦτο δυνατὸν μετὰ πάροδον ἑνὸς ἔτους ἀκριβῶς, νὰ τοὺς ἐπαναφέρουν τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς; Διὰ νὰ κάμουν καὶ τρίτην ἐπανάστασιν; Καὶ δικαίως ἠρνήθη τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Πλὴν ὅμως, ἡ τρίτη αὐτὴ ἐπανάστασις, ἔλαβε χώραν μετὰ 8 ἔτη, ἤτοι τὸ 44, ἐν τῇ Μέσῃ Ἀνατολῇ, μὲ φρικτὰς τὰς συνεπείας διὰ τὴν σκλαβωμένην Πατρίδα μας. Μὴ λησμονῆτε τί πικροὺς λόγους εἶπον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐξ αἰτίας τῆς στάσεως ἐκείνης, οἱ δύο Μεγάλοι καὶ ἀνυπέρβλητοι φίλοι τῆς Ἑλλάδος, ὁ Τσῶρτσιλ καὶ ὁ Ροῦσβελτ. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ ἀργότερον. Ποία ἦτο, κ. βουλευταί, διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα μου, ἡ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κατάστασις τῆς χώρας, τὴν ἄνοιξιν καὶ τὸ θέρος τοῦ 1936; Μία πλήρης πολιτικὴ κοινωνικὴ ἀναρχία, ἀρρυθμία πλήρης εἰς τὴν Βουλήν, ρυθμισταὶ δὲ τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου κομμουνισταί.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ δὲν τὴν διέλυσεν;
§19Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν τὴν διέλυσε, διότι ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς Βουλῆς ἐκείνης τοῦ 1936, μὲ πρωτοβουλίαν τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως, ἦτο νὰ ἐπιβάλῃ ὡς σύστημα ἐκλογικὸν πάλιν τὸ περίφημον ἀναλογικὸν σύστημα καὶ τὸ ἐπέτυχεν αὐτὸ ἡ πλειοψηφία διὰ τῆς προσθήκης τῶν κομμουνιστικῶν ψήφων. (Χειροκροτήματα). Ἑπομένως ἐὰν κατεφεύγομεν, ὡς λέγουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, εἰς ἐκλογάς, θὰ εἴχαμεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ἢ καὶ χειρότερα, αὐξανομένων τῶν ἐν τῇ νέᾳ Βουλῇ ἑδρῶν τῶν κομμουνιστῶν. Ἑπομένως θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ καταπονήσωμεν τὸν λαόν, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων. Ἡ κοινωνικὴ δὲ ἀναρχία ἐλυμαίνετο πραγματικῶς τὴν χώραν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οἱ κομμουνισταὶ βουλευταὶ περιήρχοντο τὴν ὕπαιθρον καὶ ἐκήρυσσον τὸ κοινωνικὸν τῶν εὐαγγέλιον τελείως ἐλεύθεροι. Ὅταν δὲ ἠρωτήσαμεν ἡμεῖς κάποτε τὴν Κυβέρνησιν πὼς ἐπιτρέπει τοῦτο, μᾶς ἐπετέθησαν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης οἱ φιλελεύθεροι, λέγοντες, ὅτι εἶναι καὶ αὐτοὶ βουλευταὶ καὶ εἶναι ἐλεύθεροι καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς κινήσεως. Ἐνθυμοῦμαι τὴν 9ην Μαΐου τὶ ἔγινεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην· μία ἀπεργία μὲ πολιτικοὺς σκοπούς, μία κομμουνιστικὴ τελείως ὑπόθεσις, ἡ ὁποία κατέλυσεν ὁλότελα τὴν κυριαρχίαν τῆς χώρας. Πρὸ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, πρὸ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἀδυναμίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἀναρχίας, πρὸ τῆς ἐπικρατησάσης, λέγω, πρὸς στιγμὴν κοινωνικῆς ἀναρχίας, τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάμῃ ὁ Βασιλεὺς κύριοι;
§20Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νὰ προκηρύξῃ ἐκλογὰς μετὰ ἑξάμηνον καὶ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὄχι νὰ καταρρακώσῃ τὸ Σύνταγμα.
§21Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἀφήσατε σεῖς ἀκριβῶς νὰ γίνουν ἐκλογαί, διότι ἐψηφίσατε τὴν ἀναλογικήν, ἡ ὁποία θὰ ἔδιδε τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἄλλωστε δὲν θὰ εἴχατε δυσκολίαν νὰ εἴπητε πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι διέλυσε δὶς τὴν Βουλήν. Τὸ ἐκάματε αὐτὸ καὶ ἄλλην ἐποχήν.
§22Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νὰ ἔκαμνεν ἐκλογὰς μὲ πλειοψηφικὸν σύστημα, μὲ τὸ ἴδιον δικαίωμα μὲ τὸ ὁποῖον κατέλυσε τὸ Σύνταγμα.
§23Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν μᾶς ἔπαιρνεν ὁ χρόνος, οἱ κόκκινοι θὰ μᾶς ἔβαλλον κάτω. Ὁ Βασιλεύς, λέγω, τότε τί ἠθέλατε νὰ κάμῃ, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὴν χώραν διὰ λόγους Συνταγματικῆς εὐθιξίας ἢ κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας, νὰ πνιγῇ εἰς τὴν ἐρυθρὰν δικτατορίαν; Ἔπρεπε νὰ δώσῃ μίαν τολμηρὰν λύσιν ἐπιβαλλομένην ἀδυσωπήτως ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἔδωσε μὲ πατριωτισμὸν καὶ τόλμην, ἡ ὁποία τιμᾷ τὸν Βασιλέα καὶ τὸν καθιστᾷ ἄξιον τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἔθνους. Μετέβαλε τὸ πολίτευμα καλῶς ἢ κάλλιστα πράξας. (Χειροκροτήματα).
§24Δ. ΜΑΡΣΕΛΟΣ. Ὅταν συνεφώνησαν τὰ πολιτικὰ κόμματα, τότε ἔκαμε τὴν δικτατορίαν ὁ Βασιλεύς.
§25Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ εὕρητε οἱανδήποτε ἄλλην δικαιολογίαν, ὄχι ὅμως αὐτήν.
§26Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐξυπηρετεῖται ἀπολύτως τὸ ζήτημά μας, ὅταν κοινοβουλευτικοὶ ἡμεῖς παθόντες ὑποστηρίζομεν τὴν γένεσιν τῆς 4ης Αὐγούστου; (Χειροκροτήματα).
§27Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἕκαστος ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει τὰς γνώμας του. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος, πρέπει κύριοι, νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, εἰργάσθη διὰ τὴν χώραν. Ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ἦτο τὰ μάλιστα ἐνδεδειγμένον πρόσωπον λόγῳ τῶν πολλαπλῶν αὐτοῦ προσόντων, στρατιωτικῶν προσόντων καὶ πολιτικῶν, ἦτο ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας στιγμὰς καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς.
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι κύριε.
§29Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μάλιστα κύριε, καὶ μὴ πρὸς κακοφανισμὸν οὐδενός. Ἀνεδιωργάνωσε τὰς ἐν ἀποσυνθέσει ἐνόπλους δυνάμεις, ὠχύρωσε τὴν χώραν, ἐξώπλισεν αὐτὴν ἄνευ δανειακῆς ἐπικουρίας οὐδεμιᾶς καὶ ἡτοίμασε τὸν λαὸν διὰ τὴν 28ην Ὀκτωβρίου 1940. (Χειροκροτήματα).
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ λαὸς ἔκαμε τὴν 28ην Ὀκτωβρίου 1940. Ἀδικεῖτε τὸν λαόν.
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀφήσατε αὐτὰς τὰς θεωρίας περὶ ἀπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς δημιουργοῦ τοῦ παντός. Οἱ λαοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην ἡγετῶν διὰ νὰ μεγαλουργήσουν. Ὁ Μαραθὼν ἔχει τὸν Μιλτιάδην του, ἡ ἐν Σαλαμῖνι ναυμαχία τὸν Θεμιστοκλῆν της, αἱ Θερμοπύλαι τὸν Λεωνίδα τους. Τὸ Ἀλβανικὸν ἔπος ἔχει τὸν Βασιλέα Γεώργιον καὶ τὸν Ἰωάννην Μεταξᾶν. Ἀρνούμενοι τοῦτο, ἀρνούμεθα τὴν μεγαλυτέραν ἀλήθειαν. Ὑπεύθυνοι τῆς 4ης Αὐγούστου εἶναι κατὰ ἕν σημαντικὸν ποσοστὸν καὶ οἱ πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ κάμουν Κυβέρνησιν. Καὶ θεωρῶ τοῦτο εὐτύχημα ἐκ τῶν ὑστέρων.
§32Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Προπαγανδίζετε τὴν ἐπάνοδον τῆς 4ης Αὐγούστου μὲ ὅσα λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος.
§33Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν προπαγανδίζω, ἐκθέτω ἁπλῶς ἱστορικὰ γεγονότα ἀναμφισβήτητα. Προχωρῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ πῶς ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἐκηρύχθη ἔκπτωτος. Ὁ κ. Παπανδρέου λέγει: «Ἐνῷ τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα εἶχε λήξει, διὰ τοῦ πραξικοπήματος τῆς 4ης Αὐγούστου, ὑπέστη νέαν ὑποτροπήν». Ὁποία πλάνη, κύριοι βουλευταί, καὶ πῶς λέγονται τοιαῦτα πράγματα ἐν τῇ Βουλῇ τὸν Μάϊον τοῦ 1946. Εἶναι περίεργον, εἶναι καταπληκτικόν. Τὸ ἀνθρώπινον μῖσος καὶ πάθος εἶναι οἱ μεγαλύτεροι ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας, διότι περὶ τοιαύτης ἀκριβῶς πρόκειται ἐνταῦθα.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐρωτῶ, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἐνεργοῦμεν ἐδῶ ἀπόψε Δημοψήφισμα ἢ συζητοῦμεν περὶ τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ ὁ λαός; Ποίαν θέσιν ἔχουν ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε κύριε καὶ μᾶς προκαλεῖτε διὰ τὴν ἐπάρατον καὶ θεοστυγῆ 4ην Αὐγούστου; (Χειροκροτήματα).
§35Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας. Ὅταν ὁμιλοῦμεν διὰ καταστάσεις πολιτικάς, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν καὶ νὰ μᾶς δυσηρέστησαν ἢ καὶ νὰ μᾶς ἐδίωξαν, ὅπως συνέβη μὲ ἐμέ, ἔχομεν ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν ὁμιλοῦντες δι’ ὑμῶν, κ. βουλευταί, πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, Τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα κ. Παπανδρέου, λέγετε ὅτι ὑπέστη ὑποτροπὴν καὶ ἑπομένως, ὁ Βασιλεὺς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος τοῦ θρόνου. Ἀνεξαρτήτως τῆς σφαλερότητος τοιαύτης γνώμης, ἐρωτῶ, κ. συνάδελφοι, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ τῆς πράξεως ταύτης—τῆς μεγαλειώδους κατ’ ἐμὲ—ὁ Βασιλεὺς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος τοῦ θρόνου, συνεπείᾳ ὑποτροπῆς, ἡ 28η Ὀκτωβρίου δὲν ἦτο ἱκανὴ νὰ ἐξυγιάνῃ τὴν ὑποτροπὴν αὐτὴν καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Βασιλέα—οὐδέποτε ἐκπεσόντα—εἰς τὴν μηδέποτε κλονισθεῖσαν θέσιν του σύμφωνα μὲ τὴν συνείδησιν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ; (χειροκροτήματα). Καὶ ὅταν, κύριοι βουλευταί, λέγει ὁ κ. Παπανδρέου, «ἀναχωρῶν ὁ Βασιλεὺς ἐξ Ἑλλάδος μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Πατρίδος μας, εἶχεν ἀντιμέτωπον ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον», πλανᾶται καὶ πλανᾶται οἰκτρῶς ὁ κ. Παπανδρέου, τοιαῦτα λέγων. Πόσον μεγάλη πλάνη εἶναι νὰ νομίζῃ, ὁ κ. Παπανδρέου καὶ οἱ σὺν αὐτῷ, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος ἦτο ἀντιμέτωπος τοῦ Βασιλέως; Ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐὰν ἦτο ἀντιμέτωπος τοῦ Βασιλέως κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, δὲν ἐξεπροσώπει τίποτε ἀπολύτως. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης ἦτο εἰς τὴν ὑπάτην αὐτῆς ἀκμήν. Ὁ Βασιλεὺς ἐθεωρεῖτο καὶ ἦτο πράγματι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡδήγησε τὴν Ἑλλάδα εἰς τοιαύτην δόξαν. (Χειροκροτήματα).
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀδικεῖτε πάλιν τὸν λαόν.
§37Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Περὶ τῆς κενῆς αὐτῆς θεωρίας ὡμίλησα ἀνωτέρω. Ἄν ὑπάρχουν παράγοντες τοῦ Ἀλβανικοῦ ἔπους, κύριοι βουλευταί, αὐτοὶ εἶναι τρεῖς: Πρῶτος εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, λέγω, ὡς φυλετικοῦ συνόλου. Δεύτερος εἶναι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος (χειροκροτήματα) καὶ τρίτος παράγων, οὐσιώδης, εἶναι ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς (χειροκροτήματα).
§38Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αἶσχος.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἶσχος. Δὲν ἔχετε θέσιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§40Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Βεβαίως, ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἡμᾶς. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μοὶ ἔδωσε θέσιν καὶ θέσιν διακεκριμένην, ὅπως, ἴσως δὲν ἀγνοεῖτε. Ὑμεῖς ὀφείλετε τὴν θέσιν σας ἐνταῦθα εἰς τὴν σύγχυσιν, ἣν ἐπέφερε τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, ἄνευ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς θὰ εὑρίσκετο ἐνταῦθα ἐξ ὑμῶν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι. Ἀποχωροῦν πολλοὶ βουλευταὶ ἐκ τῆς αἰθούσης).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λόγῳ τοῦ θορύβου διακόπτω τὴν συνεδρίασιν διὰ πέντε λεπτά.
(Ὥρα 7.45′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.00′ μ.μ.)
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§43Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὴν διακοπήν, ἡ ὁποία ἐγένετο διότι ὡρισμένη φράσις μου, καὶ συγκεκριμένως τὸ ὄνομα Ἰωάννης Μεταξᾶς, ἐστενοχώρησε τὴν Δημοκρατικὴν παράταξιν καὶ ἰδίως τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, συνεχίζω διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας μου, ἐτόνισα, ὅτι θὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου καὶ θὰ ὁμιλήσω περὶ προσώπων καὶ πολιτικῶν καταστάσεων διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἴμεθα, δυστυχῶς, ὅλοι σύμφωνοι καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μας ἐλάττωμα νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν τὰ πρόσωπα, ἅτινα πολυτίμους ὑπηρεσίας προσήνεγκον εἰς τὴν Πατρίδα καὶ νὰ θέτωμεν τὰ πάθη μας καὶ τὰ μίση μας ὑπεράνω τῆς ἐννοίας τῆς Πατρίδος. Ὁ τρόπος αὐτὸς μὲ τὸν ὁποῖον οἱ κύριοι συνάδελφοι συμπεριεφέρθησαν εἶναι καθαρὰ κατάργησις τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ περιφρονοῦν τὰς γνώμας μου. Δύνανται νὰ μὴ τὰς δέχωνται, τίποτε ἄλλο. Ἐγὼ δὲν ἐκπροσωπῶ τὰς γνώμας τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἔχω εἰδικήν μου κομματικὴν ὑπόστασιν, προερχόμεθα οἱ φίλοι μου καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸν λαὸν ἀπ’ εὐθείας καὶ ἐπεκρατήσαμεν παρὰ τὸ λαϊκὸν ρεῦμα, τὸ ἀφάνταστον λαϊκὸν ρεῦμα. Ἑπομένως δὲν δύναται κανεὶς νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ ἐκφέρωμεν τὰς γνώμας μας, ὅπως τὰς ἀντιλαμβανόμεθα. Δὲν ἀπορρέομεν ἀπὸ χρίσματα συμπολιτεύσεως ἢ ἀντιπολιτεύσεως. Κατήλθομεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα μὲ ἰδικόν μας σῆμα καὶ ἑπομένως εἴμεθα ἐλεύθεροι, ὅπως εἶναι καὶ πᾶς βουλευτής, νὰ ἐκφέρωμεν τὰς γνώμας μας ἀνεμποδίστως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐχειρίσθησαν τὸ ζήτημά των οἱ ἀποχωρήσαντες συνάδελφοι, ἐνῷ φαινομενικῶς ἐξανίστανται κατὰ τῆς δικτατορίας, εἶναι τρόπος τελείως δικτατορικός. Οὐδείς, κύριοι βουλευταί, ὑπέστη περισσότερα ἀπὸ τὴν δικτατορίαν τῶν ὅσων ὑπέστην ὅλως ἀδικαιολογήτως ἐγώ. Ἐξορία, καὶ μετὰ ταύτην, φυλακή. Ἐξερράγη ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Ἰταλίας, τηλεγραφῶ ὅτι τίθεμαι εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, πλὴν ἐξακολουθῶ νὰ παραμένω εἰς τὴν ἐξορίαν, Ἀποθνήσκει, δυστυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς, καὶ ἐγὼ παραμένω ἐν τῇ ἐξορίᾳ. Κηρύσσεται ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Γερμανίας, ὁπότε ἐγὼ μετάγομαι ἐκ τῆς ἐξορίας καὶ φυλακίζομαι καὶ ἐξακολουθῶ νὰ μένω ἐν τῇ φυλακῇ μέχρι τῆς εἰσόδου τῶν Γερμανικῶν στρατευμάτων. Ἀλλοίμονόν μου ὅμως, ἐὰν μὲ ἐφρίαζε τὸ πάθος μου τὸ τόσον δεδικαιολογημένον, διότι εἶναι γνωστόν, ὁποίας ὑπηρεσίας εἶχον προσφέρει εἰς τὸ παρελθὸν εἰς τὸ κόμμα τοῦ ἀειμνήστου Ι. Μεταξᾶ. Καὶ ὅταν ὁ μέγας αὐτὸς στρατιωτικὸς καὶ πολιτικὸς μετὰ τὴν ἀποτυχίαν του ὡς βουλευτοῦ Κεφαλληνίας ἐγκατέλειψε τὴν πολιτικήν, ἐγὼ τότε κατήρτισα ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν πρώην Ὑπουργῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου καὶ διετήρησα τὸ κόμμα ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τετραετίαν, εἰς τὸ τέλος τῆς ὁποίας, μεταπεισθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς, ἐπανῆλθε πάλιν εἰς τὴν πολιτικήν, ἀφοῦ ἐξελέγη, φροντίδι μου, βουλευτὴς Κεφαλληνίας, καθ’ ὃν χρόνον—ἔτος 1932—ἀπουσίαζεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν οὗτος. Βλέπετε λοιπόν, ἢ μᾶλλον γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὸν Ἰωάννην Μεταξᾶν εἶχον δώσει ἕνα κομμάτι τῆς πολιτικῆς μου ζωῆς, καὶ παρ’ ὅλα ταῦτα ἐξωρίσθην ὑπ’ αὐτοῦ. Ἡ ἐξορία μου ἐκείνη ἦτο πολὺ πικρὰ διότι προήρχετο ἐξ αὐτοῦ καὶ διότι ἦτο τελείως ἀδικαιολόγητος. Ἀλλοίμονον, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν τὸ πάθος μου αὐτὸ μοῦ ἐσκότιζε τὴν διάνοιαν, ὥστε νὰ μὴ βλέπω καὶ νὰ μὴ ἐκτιμῶ προσηκόντως τὸ μέγα ἔργον τοῦ Ι. Μεταξᾶ. Εἶναι ὅμως καὶ ἐξ ἄλλου λόγου ἀδύνατον νὰ μὴ ὁμιλῶμεν διὰ τὴν πολιτειακὴν μεταβολὴν τῆς 4ης Αὐγούστου, ὅταν αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος περὶ Δημοψηφίσματος. Μήπως κατηγορεῖται ὁ Βασιλεύς, κ. βουλευταί, διὰ τίποτε ἄλλα; Μήπως κατηγορεῖται διότι ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Ἰταλίας; Ἢ διότι ἔταξε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ πλευρὸν τῶν νικητῶν; Ὁ Βασιλεὺς κατηγορεῖται δι’ αὐτὸ καὶ μόνον—ὅπερ καθ’ ἡμᾶς εἶναι εἰς τὸ ἐνεργητικόν του—διότι ἔκαμε τὴν δικτατορίαν. Καὶ τὸ λέγει ὁ κ. Παπανδρέου, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζει τὰς ἀβασίμους σκέψεις του, πῶς εἶναι δυνατόν, ὑποστηρίζων ἐντελῶς τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ δικτατορίας καὶ νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι καὶ βλέπω; Πῶς νὰ μὴν ἀναφέρωμεν τὴν 4ην Αὐγούστου, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα, μὲ συλλογισμὸν μαθηματικῆς συναρτήσεως, τὴν περίλαμπρον διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ἡμέραν, 28ην Ὀκτωβρίου; Ἡμέραν καθ’ ἣν ὁ ὄντως μέγας Βασιλεὺς ἡμῶν, ἐμπῆκε ὁλόσωμος πλέον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Εἶναι μικρὸ πρᾶγμα ἐκεῖνο τὸ «ὄχι» τὸ ὁποῖον εἶπε διὰ τοῦ στόματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ του; Καὶ πιστεύω, κ. βουλευταί, ὅτι δὲν ἔχουσι, βεβαίως, τόσην σημασίαν οὔτε αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ ἀπόψεως ἀξίας εἶναι ἀσύλληπτοι, οὔτε αἱ μεγάλαι μας θυσίαι, οὔτε τίποτε ἄλλο, ὅσον ἔχει κολοσσιαίαν ἀξίαν καὶ σημασίαν ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸν πόλεμον. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ ἀξονικὸς χείμαρρος εἶχε παρασύρει τὰ πάντα. Οὐδὲ ἓν Κράτος τῆς Εὐρώπης ἵστατο ὄρθιον. Καὶ αὐτὴ ἡ Γαλλία, ἡ μεγάλη μας φίλη χώρα καὶ ὁ μέγας αὐτὸς στρατιωτικὸς κολοσσός, εἶχε διαλυθῆ εἰς ὀλίγας ἑβδομάδας. Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ Ἀγγλία ἐκαίετο ὡς πυροτέχνημα ἀπὸ τοὺς συνεχεῖς γερμανικοὺς ἀεροπορικοὺς βομβαρδισμούς. Τὰ πάντα εἶχαν ὑποκύψει εἰς τὸ πῦρ καὶ τὸν σίδηρον τοῦ Γερμανικοῦ ὄγκου. Ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὴν τόσον κρίσιμον, ἡ Ἑλλὰς ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Βασιλέα Γεώργιον, τί ἔκαμεν; Εἶπε τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο «ὄχι» καὶ δὲν ἐπέτρεψεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καὶ λαὸς εἰς τὸν αὐθάδη ἐπιδρομέα νὰ πατήσῃ τὰ ἱερά μας ἐδάφη. Διατὶ ἄλλο κατηγορεῖται ὁ Βασιλεύς; Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τοὺς κυρίους συναδέλφους. Δι’ αὐτὸν τὸν δῆθεν λόγον κατηγορεῖται, ἐνῷ ὁ λόγος αὐτὸς ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερον εὔσημον τῆς Βασιλικῆς δράσεως; Καὶ διατὶ τοὺς πειράζει, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ἡ λέξις δικτατορία; Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπεκράτει τὸ ἀνόσιον αὐτό, τὸ μὴ ἔχον οὐδὲν ἀπολύτως περίβλημα ἰδεολογικόν, κίνημα τοῦ 1933, τὸ ὁποῖον ἐγένετο τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν, τὴν ἑπομένην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξεφράσθη ἐναντίον τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὸ ἔταξεν δικαιότατα εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, δὲν θὰ ἦτο δικτατορία; (Χειροκροτήματα). Διατὶ ἐξάπτονται διὰ τὴν δικτατορίαν τόσον, ὅλαι αἱ παραφυάδες τοῦ τέως κόμματος τῶν Φιλελευθέρων; Καὶ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ ἀποχώρησις—ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν—ἡ μετὰ θορύβου καὶ παροτρύνσεων τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ κόμματος τοῦ κ. Παπανδρέου, τοῦ φίλου μου κ. Μανουηλίδου, διατὶ τὸν ἠνώχλησεν ἡ λέξις δικτατορία, ὅταν αὐτὸς ἦτο Ὑπουργὸς τῆς δικτατορίας Παγκάλου; (Χειροκροτήματα). Μὰ μήπως ἔπαυσε ποτὲ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἔχῃ τοιαύτας τάσεις; μήπως ἐὰν ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία νὰ κάμῃ δικτατορίαν ὁ κ. Σοφούλης, θὰ εἶχε δισταγμόν τινα; Τί ἄλλο ἦτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου ἀπὸ στυγνὴν δικτατορίαν στρεφομένην κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ὅλοι τὴν δικτατορίαν τὴν ἀποστρέφονται, ὅταν τὴν κάμνουν οἱ ἄλλοι, ἀλλ’ ὅταν τὴν κάμνουν αὐτοὶ τὴν δικτατορίαν τὴν θέλουν καὶ τὴν παραθέλουν. (Χειροκροτήματα). Ὁ κ. Σοφούλης, τορπιλλίζων διαρκῶς τὰς ἐκλογάς, ἐξεδήλου τὴν ἐπιθυμίαν του νὰ κυβερνᾷ δικτατορικῶς, ἐνῷ ὁ Μεταξᾶς ἦτο ὀνόματι μόνον δικτατορία. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, τί ἔκαμεν αὐτὴ ἡ δικτατορία; Μήπως ἡ δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ ἔταξε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν πλευρὰν τῶν δικτατοριῶν τοῦ Χίτλερ καὶ τοῦ Μουσσολίνι; Ἡ δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Βασιλέα, ἔταξε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν πλευρὰν τῆς Ἀγγλίας, ἀγωνιζομένης διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῶν δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν. Καὶ διατὶ ἐνοχλεῖ ἐπὶ τέλους τόσον ἡ λέξις δικτατορία; Μήπως ἡ Ἀγγλία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐδιδάχθημεν ὅλοι μας τὰς πολιτικάς μας ἐλευθερίας, δὲν ἐπέρασε καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὸ στάδιον αὐτό; Λησμονοῦμεν τὴν δικτατορίαν τοῦ Κρόμβελ, ἐν ἔτει 1649, ἡ ὁποία εἰς τόσην ἀκμὴν ὡδήγησε τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἡ ὁποία εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔθεσε τὰ θεμέλια τοῦ παγκοσμίου Βρεταννικοῦ σημερινοῦ Κράτους; Μήπως ἡ ἀρχαία Ρώμη ἀκόμη, δὲν εἶχε θεσπίσει τὸν θεσμὸν τῆς δικτατορίας; Ὅταν οἱ ἁρμοί, κ. βουλευταί, ἑνὸς πλοίου χαλαρωθοῦν, τὸ πλοῖον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ διαλυθῇ. Πρέπει οἱ ἁρμοὶ νὰ ἐφαρμοσθοῦν καλῶς, πρέπει νὰ σφιχθοῦν. Καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ ἐδῶ, ἐχρειάζετο ἕνας ἄνθρωπος δυνατός, διὰ νὰ συγκρατήσῃ τὸν λαὸν καὶ τὸν συνεκράτησε τὸν λαὸν αὐτόν, κύριοι, ὁ τόσον ἐπιτυχῶς ἐκλεγεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως μας, Ἰωάννης Μεταξᾶς. (Χειροκροτήματα). Ἡ Γαλλία, διατὶ νομίζετε, κ. βουλευταί, ὅτι ἡττήθη; Ἁπλούστατα, διότι διῳκήθη κακῶς. Ἐνθυμεῖσθε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Μπλούμ, πῶς παρέλυσε τὴν συνοχὴν ἑνὸς ἰσχυροτάτου κράτους, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει στρατιωτικὴν δύναμιν ἀπαράμιλλον, ἑνὸς κράτους, ὅπως εἶναι τὸ Γαλλικόν, τοῦ ὁποίου ὁ εὐγενὴς λαὸς αἰσθάνεται τόσην ἀγάπην, τόσην λατρείαν καὶ τόσην ἀφοσίωσιν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν ἰδέαν τῆς Πατρίδος. Τὸ κράτος αὐτὸ τὸ παρέλαβεν εἰς τὰς χεῖρας του ὁ σοσιαλιστὴς Μπλούμ, τὸ ἀποσυνέθεσε καὶ ἰδοὺ ἡ Γαλλία, ἐντὸς ὀλίγων ἑβδομάδων ἀπὸ τῆς κηρύξεως τοῦ ἐναντίον της πολέμου, διαλύεται ὡς ἱστὸς ἀράχνης πρὸς κατάπληξιν ὅλου τοῦ κόσμου, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ μικρὰ Ἑλλάς, καλῶς τότε, ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μεταξᾶ διοικουμένη, κατώρθωσε ν’ ἀποκρούσῃ μίαν αὐτοκρατορίαν 45.000.000 ψυχῶν. Καὶ συνεχίζων ὁ κ. Παπανδρέου λέγει τὰ ἑξῆς περίεργα: «Ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἀνεχώρει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Εἶναι ἀναληθὲς αὐτὸ καὶ πλάνη μεγάλη, διότι ὁ Βασιλεὺς ἔφευγεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα συναποκομίζων μαζί του ὅλην τὴν αἴγλην καὶ ὅλην τὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἑπομένως ὁ Βασιλεὺς φεύγων, δὲν ἦτο ἀντιμέτωπος οὐδενός, ἦτο Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος εἶχε στηρίξει τὸν θρόνον του πλέον εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Καὶ διατί, κύριοι, αἰσθανόμεθα τόσην ἀγανάκτησιν μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννης Μεταξᾶς; Ὅταν ὁ Μεταξᾶς ἀπέθανεν ἐγὼ εὑρισκόμην ἀκόμη εἰς τὴν ἐξορίαν, ἀλλ’ ἡ κηδεία του, ὡς λέγουσιν οἱ σεβόμενοι τὴν ἀλήθειαν, ἦτο μία ἐθνικὴ κηδεία, μία πάνδημος κηδεία, πρωτοφανὴς διὰ τὰ Ἑλληνικὰ χρονικὰ καὶ δικαίως. Δὲν ὑπῆρξεν Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐδάκρυσεν, ἡ δὲ Μ. Βρεταννία, ἴσως διὰ δευτέραν φορὰν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ μακροῦ βίου της, ἐκήρυξε πένθος τριῶν ἡμερῶν διὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ καὶ ἀνήρτησε μεσιστίους σημαίας εἰς ὅλην τὴν Βρεταννικὴν Αὐτοκρατορίαν. Λοιπὸν διατὶ δὲν θὰ εἴπωμεν αὐτὰς τὰς ἀληθείας; Μήπως πρόκειται ἐπὶ τέλους νὰ κερδίσῃ τίποτε, ἀφοῦ δὲν ζῇ ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς; Ἀλλά, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς στιγμὰς τόσον κρισίμους διὰ τὴν χώραν μας, ν’ ἀρνούμεθα τὰς μεγάλας αὐτὰς ἀληθείας; Χαίρω, κύριοι βουλευταί, ἰδιαζόντως, διότι ἐνίσχυον ἐπὶ τόσα ἔτη τὸν Ἰ. Μεταξᾶν καὶ συνετέλεσα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πολιτικὴν διὰ νὰ προσφέρῃ τὰς κολοσσιαίας αὐτὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν Πατρίδα μας.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ δικτατορία εἶναι καλή, νὰ τὴν ξανακάμωμεν.
§45Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Καιρὸς παντὶ πράγματι, λέγει προγονικόν τι γνωμικόν. Δυστυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, παρατηρῶ, ὅτι οὔτε εἰς τὴν παράταξίν μας δὲν ἔχει γίνει σαφῶς ἀντιληπτὸν τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν καὶ ὑπὸ κρίσιν, ἤτοι τὸ Δημοψήφισμα, ἐπαναλαμβάνω. Διατὶ γίνεται τὸ Δημοψήφισμα; Διὰ τὴν 4ην Αὐγούστου. Δι’ αὐτὸ κατηγορεῖται ὁ Βασιλεύς, δὲν κατηγορεῖται διὰ τίποτε ἄλλο. Καὶ ἀπορῶ, κύριοι, πῶς ἡ Ἰταλία δὲν μᾶς προέβαλε μίαν ἔνστασιν ἀκυρότητος τῆς νίκης μας, διότι τὸν πόλεμον ἐναντίον της τὸν ἐκήρυξεν ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν κ. Παπανδρέου καὶ τοὺς δημοκρατικοὺς ἡγέτας, ἦτο ἔκπτωτος τοῦ θρόνου του. (Χειροκροτήματα). Μὰ εἶναι νὰ λέγωνται αὐτά, κύριοι βουλευταί; Τὸ ὀλιγώτερον αὐτὰ εἶναι νομικῶς παράδοξα, πολιτικῶς δὲ τελείως ἀσύλληπτα. Εὑρισκόμεθα, δυστυχῶς κύριοι, εἰς στιγμὰς τόσον κρισίμους, βλέπομεν ἕνα τεράστιον κολοσσόν, τὸν σλαυϊκὸν ὑπεράνω ἡμῶν καὶ ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν Ἑλλάδα ἐν συμπράξει μὲ τὰ τέρατα, τοὺς Ἕλληνας κομμουνιστάς, τοὺς προδότας αὐτοὺς καὶ πουλημένους καὶ ἡμεῖς ἐδῶ θὰ ἐρεθιζώμεθα μὲ τὰ ὀνόματα «δικτατορία καὶ Ἰωάννης Μεταξᾶς». Ὁποία νάρκη καὶ τύφλωσις! Ἀλλοίμονον, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγωμεν τὰς γνώμας μας μετὰ πάσης παρρησίας. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ κ. Παπανδρέου, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, εἶπε τὸ ἑξῆς: ὅτι δὲν θὰ θέσωμεν ὑπεράνω τῆς Πατρίδος τὸ Σύνταγμα, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐγένετο διὰ τὴν Πατρίδα καὶ ἑπομένως, δυνάμεθα καὶ τοῦτο νὰ καταργήσωμεν ἀρκεῖ νὰ ὑπηρετήσωμεν οὕτω τὴν Πατρίδα ἀποσπάσας μάλιστα πολλὰ χειροκροτήματα. Σύμφωνοι, αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκαμε καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς· ἔθεσε τὴν Πατρίδα του ὑπεράνω τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Βασιλέα ν’ ἀφίσῃ νὰ διαλυθῇ ἡ Πατρὶς διὰ λόγους Συνταγματικῆς εὐθιξίας. Σᾶς ἐρωτῶ: Τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ ὁ Βασιλεὺς τότε; Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ καταλύσῃ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον κατέστη ἀνίκανον νὰ ὑπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ σώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ τοῦ παρασκευάσῃ αὐτὸ τὸ τρισένδοξον ὄνομα, διὰ τῆς νίκης, ἡ ὁποία κατηνέχθη ἐκ μέρους τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων ἐπάνω ἐκεῖ εἰς τὴν Ἀλβανίαν; Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὶ ἔγραφον ὅλαι αἱ ἐφημερίδες τοῦ παγκοσμίου τύπου, ὅταν ἐλάμβανον χώραν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τῆς Ἀλβανίας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι αἱ στῆλαι ὅλων τῶν ἐφημερίδων, ὅλου τοῦ κόσμου ἦσαν κατάμεστοι μὲ ἐκδηλώσεις ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐκδηλώσεων, δὲν ἠμποροῦσες νὰ διακρίνῃς, ποία ἦτο χαρακτηριστικωτέρα. Αἱ νίκαι τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εἶχον κάμει ὅλον τὸν κόσμον νὰ παραληρῇ ἀπὸ ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἀφήσαμεν ὅμως, κύριοι, ἔχοντες αὐτὰς τὰς θλιβερὰς σκέψεις, περὶ Βασιλέως καὶ Μεταξᾶ, ἀφήσαμεν, λέγω, καὶ ὀλίγον, κατ’ ὀλίγον, ὑπετιμήθη κατὰ πολὺ ἡ ἀξία τῆς συμβολῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον, νὰ λησμονηθῇ μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὸ Ἀλβανικὸν ἔπος καὶ ὅλαι αἱ προσπάθειαί μας ἦσαν νὰ κηρύξωμεν νοερῶς ἔκπτωτον τὸν Βασιλέα Γεώργιον, καὶ νὰ ἐπιτρέπωμεν νὰ ὑβρίζεται ἐν Μ. Ἀνατολῇ ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς, δύο οὐσιώδεις παράγοντες τοῦ Ἀλβανικοῦ ἔπους, καὶ συνεχίζων, ἔλεγεν, ὁ κ. Παπανδρέου, τὰ ἑξῆς: «Ὁ Βασιλεὺς κατέστη ἔκπτωτος τοῦ θρόνου..... (ἀναγινώσκει)......». Καταλαβαίνετε, κύριοι βουλευταί, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Βασιλεὺς ἔφευγεν ἀπ’ ἐδῶ ὑπὸ βροχὴν βομβῶν καὶ τορπιλλῶν καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν Κρήτην καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ συλληφθῇ ἀπὸ τοὺς ἀλεξιπτωτιστάς, καθ’ ἣν στιγμήν, ἔφυγεν καὶ ἀπὸ τὸν Κρήτην, ὑπ’ αὐτὴν τὴν τρομερὰν κατάστασιν, καὶ μετέβη εἰς Ἀλεξάνδρειαν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στόλου του, ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον τοῦ χρόνου, ἡ ὁποία παρουσιάζει τὸν Βασιλέα μας μέγα Ἕλληνα, κατὰ τὸν κ. Παπανδρέου ὁ Βασιλεὺς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος. Καὶ ἐπειδὴ ὡμίλησαν περὶ τοῦ στόλου, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξάρω τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ἐθνικὸς στόλος, κατώρθωσε νὰ φθάσῃ ὡς μονὰς ἀκεραία εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν. Τοῦτο, βεβαίως, ὀφείλεται εἰς τὸν Βασιλέα, διατάξαντα τὴν ἀναχώρησιν τοῦ στόλου μας ἐξ Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στόλου, ἤτοι εἰς τὸν ναύαρχον Σακελλαρίου, ὁ ὁποῖος παρακάθεται εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο καὶ μᾶς τιμᾷ διὰ τῆς παρουσίας του (χειροκροτήματα) καὶ εἰς τὸν ἕτερον ναύαρχον κ. Καββαδίαν τὸν ἐκπροσωποῦντα σήμερον τὴν Ἑλλάδα μετὰ τοῦ ἀρχιστρατήγου τῆς Νίκης κ. Παπάγου εἰς τὸ Λονδῖνον κατὰ τὰς ἑορτὰς καὶ τὸν πανηγυρισμὸν τῆς Νίκης τῶν συμμάχων. Ὁ στόλος αὐτὸς συγκεκροτημένος ὡς μονάς, ἐπαναλαμβάνω, ἀκεραία, ἔφθασεν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, διὰ νὰ συνεχίσῃ τὸν ἀγῶνα του παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν συμμάχων μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Βασιλέα Γεώργιον, ὁ ὁποῖος, κατὰ τοὺς κ. δημοκρατικούς, ἐκηρύχθη ἔκπτωτος τοῦ θρόνου! Μὰ τί ἁπλᾶ πράγματα! Καὶ ὅμως, κατώρθωσαν οἱ μεταβάντες εἰς Μέσην Ἀνατολὴν μὲ τὸ νὰ λέγουν κατὰ τοῦ Βασιλέως τὰ ὅσα εἶπον, κατώρθωσαν μὲ τὸ νὰ λέγουν κατὰ τοῦ Μεταξᾶ τὰ ὅσα εἶπον, χωρὶς ν’ ἀντιλαμβάνωνται, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Μεταξᾶ ἦτο ἀρρήκτως συνδεδεμένον μὲ τὰ πολεμικὰ γεγονότα τῆς Ἀλβανίας, κατώρθωσαν, λέγω, νὰ μειώσουν τὴν σημασίαν τῆς νίκης τῆς Ἑλλάδος! Αὐτὸ εἶναι τὸ παράπονόν μου, κύριοι συνάδελφοι, καὶ αὐτὸ τὸ παράπονον ἤθελα νὰ ἐκφράσω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ δι’ αὐτῆς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Κατεβάλομεν κάθε προσπάθειαν τὸν ἕνα ἐκ τῶν συντελεστῶν τῆς Νίκης νὰ τὸν κηρύξωμεν ἔκπτωτον καὶ ν’ ἀναφέρωμεν μάλιστα εἰς τοὺς συμμάχους, ὅτι ἐκηρύχθη ἔκπτωτος εἰς τρόπον, ὥστε πλέον, ἡ φωνή του νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάλογον τὴν ἀπήχησιν, πλησίον τῶν συμμάχων μας. Ὑπενομεύθη σπουδαίως τὸ ἔργον τοῦ Βασιλέως μας, μόνου ἐθνικοῦ ἐργάτου εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀπὸ τοὺς κυρίους πολιτευομένους, οὓς δὲν ἀπησχόλει τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ ὑπογραφὴ πρωτοκόλλου ἐναντίον τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ πρωτοκόλλου αὐτοῦ διὰ τοῦ ὁποίου δῆθεν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ Βασιλεὺς εἰς τοὺς συμμάχους μας. Πότε παρακαλῶ; Τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1942, ὅτε ὁ πόλεμος ἀκόμη ἦτο ἐν τοῖς σπαργάνοις. Καὶ τὴν κακὴν αὐτῶν πρᾶξιν ὡμολόγησαν ἐντὸς τῆς παρούσης Βουλῆς κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων. Καὶ δὲν εὑρέθη εἷς ἄνθρωπος ἐν τῇ Βουλῇ νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν εἰς τὰς φλυαρίας αὐτάς. Ὁμολογία δηλαδὴ πράξεως, ἡ ὁποία ἅπτεται, ἴσως, καὶ αὐτοῦ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ὅτι δηλαδὴ ὁ Βασιλεὺς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος. Καὶ τὸ ἔκπτωτον τοῦ Βασιλέως ἐκοινοποιήθη εἰς τοὺς Συμμάχους. Καὶ ἔπειτα ἀναμένομεν ἱκανοποίησιν τῶν Ἐθνικῶν μας δικαίων, ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐξωρύξαμεν τοὺς ὀφθαλμούς μας διὰ τῶν ἰδίων μας χειρῶν. Εἰς ποίαν εὑρισκόμεθα, κύριοι, τραγικὴν πλάνην. Καὶ προχωροῦντες οἱ δημοκρατικοί, ἢ ἀκριβέστερον, ὁ κ. Παπανδρέου λέγει: Ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ Βασιλεύς, διότι ἐστηρίζετο εἰς τὴν ὑλικὴν βίαν, ἡ ὁποία ἔλειψε μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς χώρας ὑπὸ τῆς Γερμανίας. Τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν ἔπρεπε νὰ μεταχειρίζωνται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον. Ὁ Βασιλεὺς ἔφυγε, διότι ἔπεσεν ἡ Πατρίς μας. Καὶ ἔπεσεν ἡ Πατρίς μας, ὅταν ἐπολέμησε, καθ’ ὃν τρόπον ἐπολέμησε κατὰ δύο Αὐτοκρατοριῶν, ὁ ὁποῖος τρόπος, προὐκάλεσεν, ἐπαναλαμβάνω, παραλήρημα εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Βεβαίως, ὅταν ἐπετέθη καὶ ἡ Γερμανία ἔπεσεν ἡ Πατρίς μας, ἀλλὰ καμμία νίκη ἐν τῇ ἱστορίᾳ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ τόσον μεγάλη, ὅσον ἡ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας πτῶσις τῆς Πατρίδος μας. Καὶ προχωρῶν ὁ κ. Παπανδρέου κατὰ τὴν αὐτὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων λέγει: Καὶ εὑρέθη, τὸ Δημοψήφισμα ὡς ἰδέα Ἐθνική. Ἀκούσατε, κύριοι, τὸ Δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον σημαίνει ἐκλογήν, τὸ ὁποῖον σημαίνει ἐσωτερικὸν ἀγῶνα καὶ διαίρεσιν τοῦ λαοῦ, εὑρέθη ὡς Ἐθνικὴ ἰδέα. Πότε δέ; Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς πόλεμον καὶ ὁ πόλεμος εἰς τὸ ζενίθ, ἤτοι τὸν Μάρτιον τοῦ 1942. Ἀλλοίμονον, ἐὰν αἱ Ἐθνικαὶ ἰδέαι ὅλαι ἔχουν τὴν ἀξίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Παπανδρέου δίδει εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἐτέθη τὸ Δημοψήφισμα, λέγει ὁ κ. Παπανδρέου, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἐπέρασαν χρόνια δύο καὶ μόνον τὸν Ἰούλιον τοῦ 1943 ὁ Βασιλεύς, διὰ τῆς ραδιοφωνικῆς του ὁμιλίας, ἔθεσε πλέον καὶ αὐτὸς τὸ ζήτημα. Καὶ ἐπῆλθεν ἡ Ἐθνικὴ ἕνωσις Φαντάζεσθε, κύριοι βουλευταί, τί σημαίνει αὐτό; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ καὶ διερωτῶμαι: Ἐπῆλθεν ἡ ἕνωσις! Δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ ἕνωσις, κ. Παπανδρέου, τὴν 28 Ὀκτωβρίου, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὡς εἷς ἄνθρωπος ἐξώρμησε καὶ ἔγραψε τὰς ὡραιοτέρας σελίδας τῆς ἱστορίας του; Καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἐθνικὴ ἕνωσις τὸ 43, ὁπότε ὁ λαός μας εὑρίσκετο εἰς τὴν μεγαλυτέραν του παραζάλην λόγῳ τῆς κατοχῆς καὶ τῶν μετὰ τὴν κατοχὴν συνεργαζομένων κομμουνιστῶν; Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐπερίμενα ἀπὸ τὴν δῆθεν Δημοκρατικὴν Παράταξιν, ὅτι θὰ ἐδοκίμαζε καὶ κάποιο μικρὸν αἴσθημα μετανοίας, ὅταν ἐξ αἰτίας αὐτῆς καὶ μιᾶς σημαντικῆς μερίδος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δυστυχῶς, ἀνεκινήθη τὸ πολιτειακόν, τὸ ὁποῖον, τόσον τρομακτικὰς ζημίας καὶ συμφορὰς ἐπέφερεν εἰς τὴν πατρίδα μας. Γενικώτερον θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀνακίνησις τοῦ πολιτειακοῦ εἶναι ἐκείνη ἥτις προὐκάλεσε τὴν καταρράκωσιν τοῦ τόπου. Ἐπερίμενα, λέγω, ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν συναισθανομένην τρόπον τινὰ τὰς εὐθύνας της, τὰς μεγάλας εὐθύνας της, διὰ τὴν ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τοῦ πολιτειακοῦ, νὰ παρουσιασθῇ σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σεμνοτέρα καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Δημοψηφίσματος, νὰ ἐκφράσῃ τὴν μετάνοιάν της. Καὶ κἄποιοι ἄλλοι πολιτευόμενοι σοβαροί, καὶ μὲ ἀξιοπρέπειαν, ἡ ὁποία τοὺς τιμᾷ, δὲν ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσιν ἐμπράκτως τὴν μετάνοιάν των; Διατί τάχα αὐτὴν τὴν πλάνην των δὲν τὴν ἀνομολογοῦν οἱ δῆθεν Δημοκρατικοί, ὅταν ἡ Πατρίς μας ἔφθασεν εἰς τὸ κρίσιμον αὐτὸ σημεῖον; Αὐτὸ εἶναι τὸ παράπονον. Καὶ γίνονται τόσαι παραχωρήσεις ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν; Ὁρίστε, εἰσέλθετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀκόμη καὶ εἰς τὴν παραχώρησιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ ἕνα πνεῦμα διαλλακτικῆς πολιτικῆς καὶ ἐγγυήσεων, διὰ τὸ Δημοψήφισμα, τὴν ἀπέρριψαν. Καὶ στενοχωροῦνται, ἑπομένως, ὅταν λέγωμεν τὰς ἀληθείας αὐτάς. Τὴν γλῶσσαν τὴν ἔχομεν διὰ νὰ ἐκθέτωμεν τὰς γνώμας μας, ἀδιαφοροῦντες ἐὰν ἡ στενοχωρία τῶν Δημοκρατικῶν εἶναι μεγάλη. Λυπούμεθα δι’ αὐτό, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζουν, ὅτι ἡ στενοχωρία των δὲν θὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ κάμωμεν τὸ καθῆκον μας, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Βεβαίως, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι διὰ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος δὲν ἔχομεν καὶ τὴν συγκατάθεσιν τῶν συμμάχων μας, οὐδεὶς θὰ ὑπεστήριζεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ Δημοψήφισμα ἀμέσως. Οἱ σύμμαχοι παρέχουν ὑπὸ τύπον συμβουλῶν τὰς γνώμας των σχετικῶς. Μετὰ ταῦτα, τὸν Νοέμβριον ὑπεδείχθη ἐκ μέρους τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος τοῦ Μακαριωτάτου Ἀντιβασιλέως, καθ’ ὁμολογίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Μπέβιν, ὅτι ἔπρεπε τὸ Δημοψήφισμα νὰ γίνῃ μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὸ 1948. Οἱ σύμμαχοι ἐνέκριναν, διότι ἐνόμιζον, ὅτι τοῦτο ἦτο ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ἐγένοντο ἐπὶ τέλους αἱ ἐκλογαί. Καὶ ἁγία καὶ εὐλογημένη νὰ εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἀποφάσεως τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν, τῇ προωθήσει τῶν Μεγάλων μας Συμμάχων Ἀγγλίας, Ἀμερικῆς καὶ Γαλλίας, πρὸς τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν, σχετικῶς, βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην. Καὶ διότι χάρις εἰς τὴν ἐπιμονὴν αὐτῶν ἔχομεν τὸ Ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου νὰ λέγωμεν καὶ νὰ ἐκμυστηρευώμεθα ὅλον τὸν πόνον μας καὶ ὅλους μας τοὺς πόθους, καὶ ν’ ἀποφασίζωμεν τὰ ἄριστα καὶ τὰ βέλτιστα διὰ τὴν ταλαίπωρον πατρίδα μας. Ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις προῆλθεν ἐξ αὐτῶν, ἐπρότεινεν εἰς τοὺς συμμάχους μας, ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι νὰ διενεργήσῃ τὸ Δημοψήφισμα τὸ ταχύτερον. Καὶ ἡ Μεγάλη Βρεττανία εἶπε: Βεβαίως νὰ κάμετε τὸ Δημοψήφισμα εἰς τὸν χρόνον τὸν καθ’ ὑμᾶς προσφορώτερον. Καὶ ἐξακολουθοῦν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν ἀσχημονοῦντες καὶ λέγοντες, ὅτι δῆθεν δὲν ὑπάρχει ἡ συγκατάθεσις τῶν Συμμάχων, ἐνῷ εἶναι σαφῶς ἀποδεδειγμένον, εἶναι ὡμολογημένον, ὅτι οἱ σύμμαχοι ἔδωσαν τὴν συγκατάθεσίν των, διὰ νὰ γίνῃ τὸ Δημοψήφισμα. Ἀπορῶ, λοιπόν, πῶς λέγονται τόσαι ἀνακρίβειαι, ἐκ μέρους τόσον σοβαρῶν ἀνθρώπων. Καὶ μοῦ κάμνει εὐάρεστον ἐντύπωσιν ἡ τόσον μεγάλη ὑπομονὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις, ὑπεράνω ὅλων τῶν ζητημάτων ἔθεσε τὸ Δημοψήφισμα. Καὶ ἀπὸ τὴν Δημοσίαν Ἀσφάλειαν καὶ ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας ἀνασυγκρότησιν, ἔθεσε τὸ ζήτημα τοῦ Βασιλέως. Διότι πιστεύει ὅτι διὰ τοῦ Βασιλέως θὰ διευκολυνθῶσιν ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα. Καὶ ὅπως ἄλλοτε, εἶπεν, ὁ κ. Κουλουμβάκης: ἔρχομαι, ἔρχεσαι, ἔρχεται, αὐτὸ εἶναι τὸ σύνθημα μὲ τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπεδέχετο ὁ κόσμος αὐτὸς κατὰ τὰς ἐκλογικάς μας περιοδείας. Καὶ τί σημαίνει αὐτό; ἁπλούστατα, ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ὁ ἀδικηθεὶς ἱστορικὸς καὶ μαρτυρικὸς Βασιλεὺς εἰς τὸν θρόνον του. (Χειροκροτήματα). Μὲ πόσην, κύριοι, συγκίνησιν ἤκουσα τὸν στρατηγὸν κ. Ζέρβαν, ὅταν ὡμίλει περὶ τῶν κομμουνιστῶν! Ὅταν οὗτοι διαπραγματεύωνται συμφιλίωσιν, λέγει ὁ στρατηγὸς Ζέρβας, μὲ τὴν εὐφυΐαν του καὶ τὴν μεγάλην Ἐθνικήν του δρᾶσιν, ὅταν ἔρχωνται νὰ σοῦ προτείνουν συμφιλίωσιν, μὲ τὸ ἕνα χέρι, σοῦ δίνουν τὸν φάκελλον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν οἱ ὅροι καὶ μὲ τὸ ἄλλο χέρι κρατοῦν τὸ ἐγχειρίδιον, διὰ νὰ σοῦ τὸ μπήξουν εἰς τὴν κοιλίαν. Μὲ συνεκίνησεν ὄντως ἡ περικοπὴ αὐτή, μεταξὺ τόσων ἄλλων, τοῦ ἐντίμου στρατηγοῦ Ζέρβα, σχετικῶς μὲ τὰ ἀνθρωπόμορφα αὐτὰ τέρατα, τὰ ὁποῖα λέγονται κομμουνισταί. Καὶ μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη. Οἱ κομμουνισταὶ μὲ κάθε θυσίαν θέλουν νὰ μὴ ἐπανέλθῃ ὁ Βασιλεὺς εἰς τὸν θρόνον. Γνωρίζουν καλῶς ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι τὸ ἀκλόνητον στήριγμα τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος. Οἱ Δημοκράται, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐθνικόφρονες καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν δρᾶσιν ἐξαίρετον καὶ πατριωτικήν, θὰ θελήσουν νὰ δώσουν τὸ αὐτὸ ψηφοδέλτιον μὲ τὸν πολὺν Ζαχαριάδην; Αὐτὸ μοῦ κάμνει κατάπληξιν! Καὶ μόνον διὰ τὴν σύμπτωσιν αὐτὴν θὰ ἔπρεπε τὴν φορὰν αὐτὴν νὰ εἶναι ὅλοι οἱ Ἐθνικόφρονες Βασιλόφρονες, ὅταν τὸ Ἔθνος τόσα ὑπέστη ἀπὸ τὸν κομμουνισμόν. Νὰ μὴ κάνουν κοινὴν ὑπόθεσιν μὲ τοὺς σφαγιαστὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοὺς προδότας τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Μήπως πιστεύουν ἄρά γε, ὅτι ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ Δημοκρατικὴ παράταξις, αὐτοί, θὰ ἔχουν τὸν λόγον; Πόσον πλανῶνται!!! Πλανῶνται οἰκτρῶς!!! Τὸ εἶπα καὶ ἄλλοτε: Ὁ κ. Σοφούλης θὰ σφαγῇ πρῶτος καὶ μετὰ ταῦτα θὰ σφαγῶ ἐγώ. Τὸ πιστεύω, κ, βουλευταί, ἀκράδαντα. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν καὶ κάτι ἄλλο, τὸ ἑξῆς: Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου μίαν δήλωσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἔχουσαν οὕτω: «Ἀλλὰ θὰ ἐφαρμοσθοῦν τὰ ἐξαγγελλόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα καὶ διὰ τὰ δύο ἄκρα;» Δηλαδὴ ὁ κ. Σοφούλης, ἐνῷ εἶναι κέντρον, ἐνδιαφέρεται καὶ διὰ τὸ ἄλλο ἄκρον, ἤτοι τοὺς συμμάχους του κομμουνιστάς. «Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω, λέγει ἐν συνεχείᾳ ὁ κ. Σοφούλης, τὴν καλὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως». Κύριοι βουλευταί, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν περικοπὴν αὐτὴν τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰς ἀντιρρήσεις του, διὰ τὸ Δημοψήφισμα, καὶ μὲ τὴν ἀχαρακτήριστον πρᾶξιν τῆς ἀναχωρήσεώς του ἐκ τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἀνησυχήσωμεν διότι εἰσερχόμεθα εἰς νέαν περίοδον ἀνωμαλιῶν μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὸ Κ.Κ.Ε., σύμμαχον αὐτοῦ κόμμα. Διότι ὁ κ. Σοφούλης θέτει μίαν ἀρχήν, «ὅτι τοὺς φίλους του, τοὺς συμμάχους του, τοὺς συνεργάτας του πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν κοινὸν σκοπὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἀδικήσῃ», ἄρα θὰ δίδῃ δίκαιον εἰς τοὺς συμμάχους του κομμουνιστὰς ὑπονομευτὰς τῆς Πατρίδος. Καὶ πράγματι ἐχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν ὡς Κυβέρνησις καὶ Κέντρου, χωρὶς οὔτε κἂν νὰ ἐνοχλήσῃ τὴν παράταξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔσφαξε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἐπρόδωσε τὴν ἰδέαν τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν ἰδίαν της Πατρίδα. Τοὺς ὑπεστήριξεν, ἐκθύμως μάλιστα. Ὅρα καὶ νόμον περὶ ἀποσυμφορήσεως, ἀνάκλησιν ὅλων τῶν ἀπολυθέντων δικαστῶν, κομμουνιστῶν καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ καϋμένος, πάντοτε, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως εἰς τὰς στιγμὰς τοῦ κινδύνου καὶ τῆς ἀγωνίας του ἐνθυμεῖται τὸν Βασιλέα. Εἰς τὰ 1863, ὅπως διαβάζομεν ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ὅταν ἐπεκράτει μία κατάστασις ἀναρχίας, ἔλεγεν ὁ κόσμος: «Βασιληᾶ ἔστω καὶ ἀπὸ ξύλο». Καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Δημοκρατικῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευον εἰς τὴν ἀβασίλευτον Δημοκρατίαν, λέγουν σήμερον «ὄχι ἕνα μόνον Βασιλέα, ἀλλὰ δύο». Καὶ δὲν ἔχουν ἄδικον. Εἴδατε ποῦ μᾶς ὡδήγησε καὶ ποῦ μᾶς κατήντησε ἡ Δημοκρατία τοῦ 1924: Θέλετε ἐπὶ παραδείγματι νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω τὰ κινήματα ποὺ ἔζησα ἐπὶ τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας; Πρῶτον τοῦ Παγκάλου τὸ 1925, ἤτοι μετὰ ἓν ἔτος. Ἄλλο κίνημα εἴχαμε τὸ 1932, ἄλλο τὸ 1933, ἄλλο κίνημα τὸ 1935. Δὲν ἐσταμάτησε δηλαδὴ ἡ ἰδέα τῆς ἐπαναστατικῆς κινήσεως καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς περιφήμου ἐκείνης Δημοκρατίας, ἣν νοσταλγοῦν ὡς ἀπολεσθέντα παράδεισον. Καὶ ὁ εὐφυὴς αὐτὸς στρατιωτικός, ἀλλὰ καὶ δεξιοτέχνης πολιτικός, ὁ μακαρίτης ἀκόμη Κονδύλης, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ πρωτεργάτης διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Δημοκρατίας τοῦ 1924 εἶπεν: «Τοιαύτη Δημοκρατία, αἰρέτω». Καὶ ἐπρωτοστάτησεν διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως. Εἶναι πρὸς τιμήν του. Ἐπανῆλθεν ὁ Βασιλεὺς καὶ προητοίμασε τὸν στρατὸν καὶ τὸν λαὸν διὰ τὸν θρίαμβον τοῦ Ἀλβανικοῦ Ἔπους. Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ γενναίου στρατηγοῦ Κονδύλη. Θὰ ἤθελα, κύριοι βουλευταί, νὰ διηγηθῶ, ἢ μᾶλλον νὰ τολμήσω νὰ δώσω μίαν σύστασιν εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ κάποιος θὰ εἶναι ἐκ τῶν φίλων του διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀκριβῶς ἔχει πολὺ παρεξηγηθῆ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, διὰ τὴν συμπάθειαν τὴν ὁποίαν δεικνύει πάντοτε πρὸς τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα. Καὶ πῶς ἔχει ἐκδηλωθῆ αὐτὴ ἡ συμπάθεια; Σᾶς ἀνέφερα, ὅτι τὸ 1936 ὁ κ. Σοφούλης ἀνεκηρύχθη Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ψήφου τῶν Κομμουνιστῶν βουλευτῶν. Μετὰ ταῦτα ἐπηκολούθησε τὸ περίφημον ἐκεῖνο σύμφωνον Σοφούλη– Σκλάβαινα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο παραχωρήσεις εἰς τοὺς κομμουνιστὰς εἰς βάρος τῆς Πατρίδος. Κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τοῦ ταραχώδους μας βίου, καθ’ ἣν ἀγγέλλονται ἀθρόα φρικιαστικὰ ἐγκλήματα καθ’ ἑκάστην, δὲν παρετήρησα τὰς ἐφημερίδας τοῦ Κέντρου νὰ ἀγανακτήσουν διὰ τὰ τόσον τραγικὰ αὐτὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν εἶδα τὰς ἐφημερίδας των νὰ ἐκβάλουν μίαν φωνὴν ἀγανακτήσεως, ὅτι σφάζεται συστηματικῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὰ τέρατα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγονται κομμουνισταί. Μετὰ ταῦτα ἐρχόμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ διαβοήτου «Κέντρου». Ἀλλὰ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις αὐτή; Ὅ,τι ἀκριβῶς συνέφερεν εἰς τὴν ἀριστερὰν παράταξιν ἢ κυριωλεκτικώτερον ὅ,τι συμφέρει τοὺς κομμουνιστάς. Ὑπῆρχον στελέχη ἀριστερὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰ ὁποῖα ἦσαν δυναμικὰ καὶ ἐπεκράτουν πάντοτε καὶ ἐλαμβάνοντο ἀποφάσεις πάντοτε ὑπὲρ τῶν ἀριστερῶν. Οὐδέποτε δὲ ὑπὲρ τῶν ἐθνικιστῶν. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον, ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς πλευρᾶς, ἐπιχείρημα, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εὑρίσκεται εἰς σχέσεις τρυφερωτάτας πρὸς τὸν κομμουνισμόν, εἶναι ἡ ἔντιμος καὶ πατριωτικὴ πρᾶξις τοῦ κ. Σοφοκλῆ Βενιζέλου. Ὁ ἤδη Ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων ἀπεχώρησεν ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ἀπεχώρησεν, ὡς ὁ ἴδιος εἶπε, διὰ λόγους ἐθνικῆς ἀνάγκης. Αὐτὸ λέγω εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα. Διατὶ ὁ Σοφοκλῆς Βενιζέλος νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ Κόμμα, τοῦ ὁποίου ἱδρυτὴς καὶ ἐμπνευστὴς ὑπῆρξεν ὁ πατήρ του; Δὲν ἠμποροῦσε ν’ ἀνεχθῇ τὴν κατάστασιν αὐτήν, καὶ ἔσπευσεν, ἀμέσως, ν’ ἀποσχισθῇ καὶ νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀποσχίζεται — διὰ νὰ τὸ ἐπαναλάβω — διὰ λόγους ἐθνικῆς ἀνάγκης. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα. Τὰ πράγματα ὁμιλοῦν εὐγλωττότερον ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἐκδήλωσιν. Καὶ ὅπως εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, θὰ ἦτο εὐχάριστον νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν συμφωνίαν. Κατελήξαμεν εἰς συμφωνίαν εἰς τὸ ψήφισμα περὶ λήψεως ἐκτάκτων μέτρων ἀσφαλείας καὶ εἴδατε τὴν ἀπήχησιν εὐθὺς ἀμέσως. Τὴν ἑπομένην ἐγένετο ἀπεργία, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ κομμουνισταὶ διὰ πολιτικοὺς σκοποὺς καὶ ἡ ἀπεργία ἔσπασεν ἀμέσως. Καὶ ἔσπασεν διότι ὑπῆρξεν ὁμοφωνία εἰς τὴν λῆψιν ἐκτάκτων μέτρων ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἀγορὰν ἔχει ἐπίδρασιν. Ἡ ζάχαρις ἔφθασεν ὀκτὼ χιλιάδες ἀπὸ τὰς 14 ποὺ ἐτιμᾶτο. Ὅλα αὐτὰ κύριοι, εἶχον ἕνα μεγάλον ἀντίκτυπον εἰς τὸν λαόν. Καὶ διὰ τοῦτο συνέστησα ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα προσεκτικοὶ καὶ ψύχραιμοι, συζητοῦντες, ἀποφασίζοντες εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐπὶ μεγάλων θεμάτων. Μοῦ ἔκαμε δ’ ἐντύπωσιν καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλου νομοσχεδίου μοῦ ἔγινε μία διακοπὴ ἀπὸ κάποιον βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἀρέσκεται νὰ ἔχῃ τὸν τίτλον τοῦ θορυβοποιοῦ. Ἡ διακοπὴ αὐτὴ ἦτο ἄσχετος πρὸς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ συνεζήτουν. «Κύριε Τουρκοβασίλη— μοῦ λέγει — ἐγκρίνετε τὴν δρᾶσιν μιᾶς συμμορίας ὑπὸ ἕνα Μαγγανᾶν;» καὶ ἀπήντησα ἀμέσως «Ἀπολύτως ὄχι». Καὶ διατὶ εἶπα τὸ ἀπολύτως ὄχι; Διότι ἤθελα τὸ Κράτος νὰ κάνῃ, ὅτι ἔκανεν ὁ ἐθνικιστὴς Μαγγανᾶς. Ἀλλὰ τὸ Κράτος ἐκεῖνο τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου δὲν εἶχεν οὐδεμίαν διάθεσιν νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἐθνικόφρονας πολίτας σφαζομένους ἀπὸ τοὺς κομμουνιστάς. Τουναντίον ἐπροστάτευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτησαν καὶ ἐγκληματοῦν μέχρι σήμερον κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Καὶ ἐπρόσθεσα, ὅτι ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχω μίαν κομμουνιστικὴν ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία ὑπονομεύει τὴν Πατρίδα μας καὶ τὴν ὑπονομεύει προφανῶς πᾶσα τοιαύτη, προτιμῶ μίαν ἄλλην ὀργάνωσιν ἐθνικιστικὴν ἔστω καὶ ὑπὸ τὸν Μαγγανᾶ. Βεβαίως, τὸ εἶπα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τότε, ὅτι ἔγινεν ἕνας θόρυβος. Μερικοὶ ἠσθάνθησαν κάποιαν δυσφορίαν, διότι ἠνοχλήσαμεν τοὺς κομμουνιστὰς ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐπολέμησεν ὁ Μαγγανᾶς, ἐκδικούμενος τὴν κατακρεούργησιν τόσων συγγενῶν του. Καὶ ἡ διακοπὴ ἐκείνη κατέληξεν εἰς τὸ νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡς μὴ ὤφειλε. Καὶ μοῦ ἔκανεν ἐντύπωσιν, κύριοι βουλευταί, καὶ τὸ λέγω μὲ πικρὸν παράπονον, ὅτι ὅταν κατῆλθον τοῦ βήματος ἕνας Ὑπουργὸς καὶ εἷς συνάδελφος διπλωμάτης, ἠσθάνθησαν μεγάλην ἔξαψιν, διότι ὡμίλησα ὑπὲρ τοῦ Μαγγανᾶ. Εἶναι ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ ὁ κ. Πολίτης. Εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὡς ὄψιμοι ἐρασταὶ τῶν Ἐαμικῶν ἐλευθεριῶν, ἔχω νὰ ἀπαντήσω τὰ ἑξῆς: Ὅτι ἐὰν ἐπάθαιναν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπάθομεν ἡμεῖς, ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Ψαρρός, ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Θεοφανόπουλος, ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Παπαδημητρίου, ὁ Δημητράτος καὶ τόσοι ἄλλοι συνάδελφοι, ἂν ἔβλεπον τὸ ἕνα πόδι τοῦ ἀδελφοῦ των νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ ἕνα μέρος, τὸ ἄλλο νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ ἄλλο μέρος καὶ τὸ κεφάλι του εἰς μεγάλην ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ σώματος, θὰ ἔβλεπον ἐὰν εἶχον αὐτὴν τὴν εὐαισθησίαν, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασαν προχθές. Ἐὰν ἔβλεπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος τὸν ἀδελφόν του κατακρεουργημένον ἢ ὁ κ. βουλευτὴς τὸν ἀδελφόν του σφαζόμενον, θὰ ἔβλεπα ἐὰν εἶχεν αὐτὴν τὴν εὐθιξίαν, ἀλλὰ τὰ εἶχει ρυθμίσει πολὺ καλὰ μὲ τοὺς κομμουνιστάς. Καὶ ἐταράχθησαν οἱ κύριοι, διότι ἐγὼ ὡμίλησα, ὅτι προτιμῶ μίαν ἐθνικιστικὴν ὀργάνωσιν ἔστω καὶ ὑπὸ τὸν Μαγγανᾶν, ἀπὸ μίαν συμμορίαν κακοποιῶν κατὰ τὸν οὗτον τρόπον ἐγκληματησάντων κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§46Δ. ΚΟΥΤΣΙΚΑΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι προτοῦ ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἐγκληματικότητος τῆς συμμορίας τοῦ Μαγγανᾶ, νὰ ἐξετάσῃ διὰ ποῖον λόγον ἐπῆρε τὰ ὅπλα ὁ Μαγγανᾶς καὶ διὰ ποῖον λόγον ἔγιναν τόσαι συμπλοκαὶ μὲ τὰς λῃστρικὰς συμμορίας τοῦ Ε.Α.Μ.
§47Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὐτό, κύριε συνάδελφε, θὰ τὸ χαρακτηρίσουν, προσηκόντως, μόνον οἱ βουλευταὶ Μεσσηνίας ἀνεξαρτήτως κόμματος. Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, τοὺς δημοκρατικοὺς βουλευτάς: ἔσωσεν ὁ Μαγγανᾶς ἢ δὲν ἔσωσε τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν;
§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§49Δ. ΚΟΥΤΣΙΚΑΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω, ὅτι ὄχι μόνον ἔσωσε τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν καὶ τὴν Μεσσηνίαν ὁλόκληρον, ἀλλὰ ἔσωσεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, διότι ἂν ἡ κομμουνιστικὴ ἐπανάστασις, ἡ ὁποία τὴν 19 Ἰανουαρίου ἐξέσπασεν εἰς τοὺς δρόμους τῶν Καλαμῶν ἐπεκράτει, εἶναι ἀμφίβολον ἂν θὰ ὑπῆρχεν Ἑλλάς.
§50Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Λοιπόν, ἤθελα νὰ γνωρίζουν οἱ δυσφορήσαντες, κύριοι, τὰ γεγονότα αὐτά, καὶ ἂν τὰ ἤξευραν ἔστω καὶ ἐν ἐλαχίστῃ περιλήψει, δὲν θὰ ἠσθάνοντο τὴν δυσφορίαν ἣν ἐδοκίμασαν καὶ ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοῦ ὀνόματος Μαγγανᾶ. Θὰ ἤθελον, κύριοι νὰ εἶμαι ἀπολύτως σαφὴς πρὸς τὴν Βουλήν.
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον ἀποσυμφορήσεως καὶ διὰ τὸν Μαγγανᾶν.
§52Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν θὰ ὑποπέσωμεν ἡμεῖς εἰς τὸ βαρὺ παράπτωμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπεσεν, ἀτυχῶς διὰ τὴν χώραν, ἡ μακαρία τῇ λήξει Κυβέρνησις τοῦ διαβοήτου Κέντρου. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας δικαστάς, καίτοι ἡ ἠθικὴ σῆψις τοῦ κομμιτισμοῦ δὲν ἔχει ἀφήσει τελείως ἀπρόσβλητον καὶ τὸ Σῶμα τῶν δικαστῶν. Θὰ ἤθελα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἶμαι σαφὴς πρὸς τὴν Βουλήν, ἐν σχέσει μὲ ὡρισμένα ζητήματα, τὰ ὁποῖα βαθέως συγκινοῦσι τὴν ἁγνῶς ἐθνικόφρονα Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην καὶ μὲ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον μὲ διακρίνει νὰ ἐκθέσω ἐνταῦθα τὴν γνώμην μου καὶ νὰ σᾶς κάμω τὴν πλέον ἐπίσημον δήλωσιν, ὅτι φρονῶ καὶ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ κομμουνισμὸς εἶναι ὁ θανάσιμος ἐχθρὸς τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἑπομένως, οἱοσδήποτε καταπολεμᾷ τὸν κομμουνισμόν, εἴτε αὐτὸς εἶναι ἄτομον, εἴτε εἶναι ἐθνικιστικὴ ὀργάνωσις, εἴτε αὐτὸς λέγεται Ἀντὼν Τσαούς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐλευθερωτὴς τῆς Δράμας καὶ Καβάλας ἀπὸ τὰ τέρατα αὐτὰ τοὺς κομμουνιστάς, εἴτε αὐτὸς λέγεται Κ. Παπαδόπουλος, εἴτε αὐτὸς λέγεται ἕνας ἄλλος Παπαδόπουλος, διότι ὑπάρχουν τρεῖς Παπαδόπουλοι, σπουδαιοτάτας προσενεγκόντες ὑπηρεσίας, εἴτε Σούρλας, εἴτε αὐτὸς λέγεται Παπᾶ–Ἀγᾶς, εἴτε αὐτὸς λέγεται Γούμενος Βελιμαχίτης, εἴτε αὐτὸς λέγεται Μαγγανᾶς, εἴτε λέγεται Σατανᾶς, εἴτε τάγματα ἀσφαλείας, σώσαντα τὴν Πατρίδα ἀπὸ κομμουνιστικὴν ἐπικράτησιν, εἴτε λέγονται χίτες, εἴτε εἶναι χωροφυλακή, ἡ ὁποία ἔδειξεν αὐτὴν τὴν ἡρωϊκὴν καὶ ἀπαράμιλλον στάσιν καὶ ἐπολέμησεν τὸν κομμουνισμὸν (χειροκροτήματα) δι’ ἐμέ, τὰ πρόσωπα αὐτὰ καὶ αἱ μνημονευθεῖσαι ὀργανώσεις δικαιοῦνται νὰ γνωρίζουν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι μὲ ἔχουν εἰς τὸ πλευρόν των καὶ εἶμαι παραστάτης των. (Χειροκροτήματα).
§53Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως, εἴμεθα πολλοί, οἱ περισσότεροι Ἕλληνες, τὸ ὅλον τὰ 95%.
§54Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ τελειώσω. Πρέπει νὰ τελειώσω, διότι πιστεύω, ὅτι στενοχωρῶ ὅλας τὰς πλευρὰς καὶ δεξιὰ—δεικνύει τὴν Κυβέρνησιν—καὶ ἀριστερὰ καὶ κάτω καὶ ἄνω—δεικνύει τὴν Προεδρικὴν ἕδραν. Βάλλομαι παντοχόθεν δυστυχῶς καὶ πρέπει νὰ τελειώσω μὲ τὴν ἑξῆς κατακλεῖδα: ὅτι ἂν συμβῇ, δὲν θὰ συμβῇ ποτέ, νὰ εἶσθε βέβαιοι περὶ αὐτοῦ, ἀπώλεια τοῦ Δημοψηφίσματος, διὰ τὴν Βασιλικὴν ἰδεολογίαν, νὰ μὴ περιμένουν οἱ κύριοι ἀποσχόντες δημοκρατικοί, ὅτι θὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὰ κόμματά των. Ἡ ἀπώλεια τοῦ Δημοψηφίσματος, δὲν θὰ εἶναι κοινὴ καὶ συνήθως πολιτειακὴ πρᾶξις. Θὰ εἶναι σεισμὸς καὶ σεισμὸς μέγας καὶ τότε θὰ καταλάβουν οἱ δημοκρατικοὶ ἡγέται, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ σφάλμα των, ὁποῖον τὸ μέγα σφάλμα των. Ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά, κύριοι, πολὺ ἀργά. (Χειροκροτήματα).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιμπιδάρος ἔχει τὸν λόγον. (Ἀνερχομένου τοῦ κ. Τσιμπιδάρου εἰς τὸ βῆμα οἱ κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Τουρκοβασίλη ἀποχωρήσαντες βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπανέρχονται εἰς τὴν αἴθουσαν).
§56Π. ΤΣΙΜΠΙΔΑΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνων τὸν λόγον, παρέχω τὴν ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ προσπαθήσω δι’ ὅλων μου τῶν δυνάμεων νὰ κρατήσω τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ κρισιμότης τῶν περιστάσεων καὶ ἡ σοβαρότης τοῦ συζητουμένου θέματος. Θὰ προσπαθήσω νὰ δημιουργήσω τὴν ἀτμόσφαιραν τῆς γαλήνης, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων μέσα εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα. (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, καὶ κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν διεξοδικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, μέσα εἰς τὰς ὁποίας τὸ ζήτημα τοῦ Δημοψηφίσματος κατελάμβανε καίριον τομέα καὶ σήμερον, ὅτε τὸ ἴδιον ζήτημα ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπίας, ὡς αὐτοτελὲς πολιτικὸν θέμα, τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἀνέπτυξεν ὑπευθύνως διὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ του τὰς γνώμας καὶ τὰς ἀντιλήψεις αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι βουλευταί, τόσον ἐξαιρετικῆς, τόσον ζωτικῆς σημασίας διὰ τὸν τόπον μας, σημασίας αὐτόχρημα ἐθνικῆς, ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται εἰς πάντα, οἱονδήποτε ἐκπρόσωπον τοῦ λαοῦ, νὰ προσφέρῃ τὴν μικράν του συμβολήν, ὁσονδήποτε ἰσχνὴ καὶ ἂν εἶναι αὕτη, διότι ἀπὸ τὴν διασταύρωσιν τῶν γνωμῶν αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ προέλθῃ ἔργον ὠφέλιμον. Ἀλλὰ πρὶν ἢ τοποθετηθῶμεν ἀπέναντι τοῦ ἐπιμάχου πολιτειακοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συγκεντρώνει ὁλοκληρωτικὴν τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς δημοσίας Ἑλληνικῆς γνώμης, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προβῶμεν εἰς ὡρισμένας τινὰς διακηρύξεις, νὰ κάμωμεν ὡρισμένας τινὰς διαπιστώσεις, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουν νὰ τακτοποιήσουν τὴν θέσιν μας, ἀπέναντι τῆς καταστάσεως γενικῶς καὶ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως εἰδικώτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαθέσεις καὶ τὰς ἀντιλήψεις ἡμῶν. Ἐὰν οἱ καλοὶ λογαριασμοὶ κάμνουν τοὺς καλοὺς φίλους, ἀσφαλῶς εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων, διότι ἐκκαθαρίζουν τὸ ἔδαφος τῆς πολιτικῆς διαμάχης, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον μὲ καλόπιστον διάθεσιν πρέπει νὰ διεξάγωνται οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς κύριοι βουλευταὶ—καὶ ἀπευθύνομαι τὴν στιγμὴν αὐτὴν πρὸς τὴν πτέρυγα τὴν Κυβερνητικὴν—ὅτι τίποτε δὲν θὰ μᾶς χαροποιήσῃ περισσότερον ἀπὸ τοῦ νὰ ἴδωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπιτυγχάνουσαν καὶ θριαμβεύουσαν εἰς τὸ βαρὺ καὶ δύσκολον ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως, τῆς ἀνορθώσεως καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου, τὸ ὁποῖον τῆς ἐνεπιστεύθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ εἰς τὸ ὁποῖον πρωταρχικὴν ἀσφαλῶς κατέχει θέσιν καὶ τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν. Διότι πιστεύομεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι πᾶσα ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐπιτυχία τοῦ κοινωνικοῦ, τοῦ ἀστικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς, προσαρμοζόμενον πρὸς τὰς συγχρόνους ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τὰς μεταπολεμικὰς παγκοσμίους ροπάς, πιστεύομεν ἀδιστάκτως καὶ μετὰ φανατισμοῦ. Διότι πᾶσα ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι βουλευταί, ἀποτελεῖ ἐπιτυχίαν τῶν ἐλευθέρων Δημοκρατικῶν θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν καὶ πρέπει νὰ ἀποτελοῦν τὸ Παλλάδιον ὅλων τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων καὶ ὅλων τῶν πολιτικῶν, τῶν ἀξίων τοῦ ὀνόματος τούτου. Διότι, πᾶσα ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἐπιτυχία τῆς Ἑλλάδος, τῆς φτωχῆς καὶ τῆς δύσμοιρης Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἔχει δικαίωμα νὰ ζήσῃ καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν νά ζήσῃ καὶ νὰ ἴδῃ καλλιτέρας ἡμέρας. Καὶ τέλος, ὅπερ καὶ τὸ σπουδαιότερον, διότι πιστεύομεν, ὅτι πᾶσα ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ ἕνας ἠθικὸς ἀφοπλισμὸς ὅλων ἐκείνων τῶν σκοτεινῶν, τῶν καταχθονίων καὶ ἐγκληματικῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἐνεδρεύουν εἰς κάθε βῆμα τῆς Ἑλλάδος καὶ αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουν νὰ ἐπιτείνουν τὴν ἐξαθλίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ παρατείνουν τὸν ἐκνευρισμὸν καὶ τὴν ἀναταραχὴν εἰς τὸ ἐσωτερικόν, διὰ νὰ μὴ κατορθώσῃ τέλος πάντων κάποτε αὐτὸς ὁ τόπος νὰ ἴδῃ Θεοῦ πρόσωπον. Καὶ ἡ τοποθέτησις ἡμῶν αὐτή, κύριοι βουλευταί, οὔτε ἀνεξήγητος εἶναι, οὔτε ἀδικαιολόγητος. Εἶναι ἀποτέλεσμα ὡρισμένων αἰτίων, εἶναι ἐξαγόμενον ὡρισμένων ἠθικῶν ἐπιταγῶν. Διότι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπέρασεν ὡς δύναμις γονιμοποιός, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἡ ἔκφανσις, ἡ συμπύκνωσις, ἡ συνισταμένη καὶ ἡ κινητήριος δύναμις ὅλης τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν ζωτικότητος, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἀνασκαφὰς μέσα εἰς τὰ βάθη τῆς Ἐθνικῆς ψυχῆς καὶ ἀνεζήτησε καὶ ἀνεκάλυψε καὶ ἐκίνησεν εἰς γόνιμον δρᾶσιν ὅλας τὰς κεκρυμμένας φυλετικάς μας ἱκανότητας, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἀφῆκεν ὄπισθέν του πολιτικὴν σχολὴν μὲ ἀρχὰς καὶ ἰδέας, μὲ παραδόσεις, μὲ πολιτικὰ σύμβολα, ἀφῆκε διαθήκας καὶ ὑποθήκας, εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς πιστεύομεν καὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐμπνεόμεθα πάντοτε. (Χειροκροτήματα). Ἐάν, κύριοι βουλευταί, ψάξετε τὸν κομματικόν μας γυλιόν, μὲ τὸν ὁποῖον ἠρχίσαμεν τὴν πολιτικήν μας ἐξόρμησιν, δὲν θὰ βρῆτε μέσα οὔτε τὸ ἐλάχιστον ἴχνος σκωρίας ἢ τοξίνης ἀπὸ τὴν ψυχολογίαν καὶ τὴν διανοητικότητα τοῦ χωρισμοῦ τοῦ παρελθόντος. Ἐκηρύξαμεν εἰς ἄγνοιαν τὸ παρελθόν. Ἐκηρύξαμεν ἐναντίον τοῦ παρελθόντος πόλεμον ἀμείλικτον. Διότι ἐὰν τὸ παρελθόν, κύριοι βουλευταί, ἀποτελῇ πηγὴν διδαγμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως ν’ ἀποτελῇ ἐμπόδιον διὰ τὰς ὁμαλὰς πολιτικὰς ἐξελίξεις, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, δὲν ἀποτελεῖ τὴν πραγματικότητα. Διότι τὴν πραγματικότητα τὴν ἀποτελοῦν τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, τὰ ὁποῖα θέτουν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὰ ἐρωτήματά των, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως ἐπ’ αὐτῶν. Ὅτι δὲ ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦτο παρετηρήσαμεν καὶ τὸ χρέος μας, καὶ τὴν κατάστασιν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην μαρτύρων. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων διεγράφη εἰς τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα, ὡς πολιτικὸν νεφέλωμα, ἔδωκε διὰ τῆς πολιτείας τοῦ Ἀρχηγοῦ του, ἁδρὰ δείγματα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀντιλαμβάνεται τὸ καθῆκον του, περὶ τῆς ἀνωτέρας συναισθήσεως τοῦ καθήκοντός του, περὶ τοῦ πῶς δεῖ πολιτεύεσθαι, περὶ τοῦ πῶς δεῖ ἀντιπολιτεύεσθαι, καὶ περὶ τοῦ πῶς δεῖ ὑπηρετεῖν τὸν τόπον. Ἡ συγκέντρωσις τοῦ Παναθηναϊκοῦ, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἕνα πολιτικὸν γεγονὸς καὶ ἡ δημιουργία τῆς Ἐθνικῆς Πολιτικῆς Ἑνώσεως εἶναι ἐπίσης ἓν γεγονός, οὐχὶ ἄμοιρον πολιτικῶν συνεπειῶν. Καί ἂν τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν πρωτοβουλίαν καὶ εἰς τὴν ἔμπνευσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, γενομένην δεκτὴν ὑπὸ τῶν ἑτέρων ἀξιοτίμων πολιτικῶν ἀρχηγῶν, δὲν ἀπέδωκαν ὅλην των τὴν ἀνθοφορίαν τὴν πολιτικὴν καὶ ὅλην των τὴν καρποφορίαν τὴν ὁποίαν ἀνεμένομεν, τοῦτο δὲν εὐθύνει τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπῆρξαν τὰ γεγονότα ταῦτα ἄμοιρα πολιτικῶν συνεπειῶν, διότι ἐδημιούργησαν τὴν ἀτμόσφαιραν τῆς ἀμοιβαίας κατανοήσεως, ἐδημιούργησαν τὴν ψυχικὴν ἐπαφὴν μεταξὺ δύο ἀντιπάλων πολιτικῶν κόσμων, τοὺς ὁποίους ἐχώρισε βαθύτατα τὸ παρελθόν. Ἔπεσεν ὁ σπόρος ἐπὶ τήν γῆν τὴν καλὴν καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ κάποτε ν’ ἀποδώσῃ καρποὺς εὐχύμους. Τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων θεωρεῖ ἀδόκιμον καὶ ἀποκρουστέαν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑπὸ τὴν γνώριμον μορφήν, ἐπιβίωσιν κακῶν ἐποχῶν καὶ ἐφαρμογὴν ἐσφαλμένων ἀντιλήψεων. Μὲ τὴν πίστιν αὐτὴν τὴν ἀπαρασάλευτον, δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ποτὲ εἰς ἑαυτὸ νὰ παρεκκλίνῃ ἀπὸ τὴν γραμμὴν τῆς πλεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐχάραξε καὶ εἰς τὸ τέρμα τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ καλῶς νοουμένου Ἐθνικοῦ συμφέροντος. Ἔχει κηρύξει εἰς διωγμὸν κάθε στενόκαρδον σκέψιν καὶ κάθε μικρόψυχον διάθεσιν. Καὶ τώρα, κύριοι βουλευταί, ἀφοῦ ἐξεκαθαρίσαμεν τὴν θέσιν μας ἀπέναντι τῆς καταστάσεως, ὅπως τὴν ἀτενίζομεν ἡμεῖς καὶ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἐπίμαχον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Τὸ ζήτημα τοῦ Δημοψηφίσματος, κύριοι βουλευταί, ἔχει τρεῖς ἀπόψεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ τὸ παρατηρήσωμεν. Ἔχει, πρῶτον, τὴν ἄποψιν τὴν συνδεομένην μὲ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς διαθέσεις τῶν Συμμάχων ἀπέναντι τοῦ ζητήματος. Ἔχει, δεύτερον, τὴν ἄποψιν τὴν συνδεομένην μὲ τὸν τρόπον τῆς διατυπώσεως τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ ἔχει, τρίτον, τὴν ἄποψιν ἐκείνην, ἡ ὁποία συνδέεται ἀπαραιτήτως μὲ τούς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχουν διὰ νὰ διεξαχθῇ ἕνα ἀνόθευτον, γνήσιον καὶ ἐλεύθερον Δημοψήφισμα, δηλαδή, τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία συνδέεται ἀπαραιτήτως μὲ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀφ’ ἑνός, καὶ μὲ τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους ἀφ’ ἑτέρου. Προκειμένου, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ τὰς τρεῖς πλευράς, τὰς ὁποίας παρουσιάζει, θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἀκολουθήσω τὴν γνώριμον μέθοδον τῆς ἀναδρομῆς εἰς τὸ παρελθόν, δηλαδή, τὴν μέθοδον τῆς κλασσικῆς πολιτικῆς ἐρεύνης καὶ κριτικῆς. Θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ τὰ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ συλλέξω τὰ κείμενα, ὅλας τὰς προκηρύξεις καὶ διακηρύξεις, τὰ διάφορα ἔγγραφα, νὰ τὰ περάσω ἀπὸ τὴν χοάνην μιᾶς κριτικῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἐρεύνης νὰ ἐξαγάγω τὰ συμπεράσματά μου. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως, κ. βουλευταί, νὰ μὴ ἀκολουθήσω τὴν μέθοδον αὐτήν. Θὰ ἠδυνάμην, βέβαια, νὰ ἐπιχειρήσω ἕνα ταξίδιον εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπου τὸ πρῶτον ἀνεφάνη τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, ὡς ζήτημα ἡμερησίας διατάξεως, ὡς ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐθέσαμεν ἐπὶ τάπητος. Θὰ ἠδυνάμην νὰ μεταβῶ εἰς τὸν Λίβανον, εἰς Καζέρταν, νὰ συνοδεύσω τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἀπελευθερώσεως εἰς Ἀθήνας, διὰ νὰ παρακολουθήσω τὰς τελετὰς τῆς ἀπελευθερώσεως μὲ τοὺς σφιγμένους γρόνθους καὶ μὲ τοὺς ἀφροὺς τοῦ φανατισμοῦ καὶ μὲ τὰ κενὰ φέρετρα, περιφερόμενα διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸν Δεκέμβριον ποὺ ἐκουβαλήσαμεν τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων τὸν Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ, διὰ νὰ παρακολουθήσῃ καὶ διορθώσῃ τὰ χάλια μας. Θὰ ἠδυνάμην ἐν συνεχείᾳ νὰ ἐπιχειρήσω μίαν κούρσαν ἕως τὴν περίφημον Βάρκιζαν. Θὰ ἠδυνάμην τέλος νὰ παρακολουθήσω καὶ νὰ εἰσέλθω κι’ ἐγὼ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Μακαριωτάτου τὴν 21ην Νοεμβρίου 1945, ὁπότε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς παραμονῆς του εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ 20 ἡμέρας μᾶς ἔδωσε μίαν λαμπρὰν ἐλπίδα διὰ τὸ μέλλον, διεδέχθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ βαθύτατα σεβαστοῦ μου κ. Σοφούλη, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει, κύριοι βουλευταί, δημοσίᾳ ἡ ἀναγνώρισις καὶ ἡ τιμή, ὅτι διὰ μέσου συμπληγάδων, διὰ μέσου σκοπέλων καὶ ὑφάλων καὶ ἐμποδίων πολλῶν, ὡδήγησεν τὴν χώραν εἰς τὰς ἐκλογάς. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἠδυνάμην, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐπιχειρήσω ὅλο αὐτὸ τὸ ταξίδιον, ὅλον αὐτὸν τὸν ἱστορικὸν ἀνάπλουν τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ νὰ ἐπισκεφθῶ μόνον τὴν Αἴγυπτον, διότι ἐκεῖ ἐνεφανίσθη τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακὸν ἐν ὥρᾳ πολέμου καὶ ἐν ὄψει τοῦ ἐχθροῦ καὶ εἰς μίαν χώραν, ὅπου εἴμεθα φιλοξενούμενοι. Δὲν διστάζω νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἀνακίνησιν τοῦ πολιτειακοῦ, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἔγκλημα κατὰ τοῦ τόπου. Τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, κύριοι βουλευταί, ὑφίστατο ἐν ἐκκρεμότητι ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ὑφίστατο ἐν ἐκκρεμότητι ὄχι λόγῳ καὶ ἕνεκα κατόπιν τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐνήργησεν εἰς τὰ 1935 ὁ μακαρίτης στρατηγὸς Κονδύλης καὶ τοῦ ὁποίου Δημοψηφίσματος τὰς οἱασδήποτε ἐλαττωματικότητας ἐκάλυψεν ὑστερογενῶς ἡ τοποθέτησις καὶ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ ἱδρυτοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ μου Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ἀναγνωρίσαντος τὸν Βασιλέα Γεώργιον, ἀλλὰ λόγῳ τῆς 4ης Αὐγούστου. Παρὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ γεγονός, ὅτι ὑφίστατο ἐκκρεμὲς ἓν ζήτημα, δὲν πιστεύω, κύριοι βουλευταί, ὅτι μᾶς ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀνακινήσωμεν ἐν ὥρᾳ πολέμου καὶ ἐν ὄψει τοῦ ἐχθροῦ. (Χειροκροτήματα). Ὅταν, κύριοι βουλευταί, ἀνέτειλε ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940, ὅταν ἤχησαν αἱ σειρῆνες, ὅταν ἐσημάνθη τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου, ὁλόκληρος ἡ στρατευομένη Ἑλλάς, εὑρέθη ὑπὸ τὰ ὅπλα. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν στρατευομένην Ἑλλάδα, ἀνῆκον εἰς ὅλας τὰς πολιτειακὰς παρατάξεις καὶ εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς παρατάξεις. Ἦσαν βενιζελικοὶ καὶ ἀντιβενιζελικοί, ἦσαν δημοκρατικοὶ καὶ βασιλόφρονες, ἦσαν καὶ ὀπαδοὶ τῆς 4ης Αὐγούστου. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην ὥραν δὲν ἐσκέφθη οὔτε τὰ πολιτικά του φρονήματα, οὔτε τὰς πολιτειακάς του πεποιθήσεις, οὔτε ἠρώτησε τὸν διπλανόν του ποίας πολιτειακὰς πεποιθήσεις εἶχε καὶ ποῖα πολιτικὰ φρονήματα. Ἀρκοῦσε σ’ ὅλους, τοὺς λαμπροὺς αὐτοὺς Ἕλληνας, τὸ γεγονός, ὅτι ἕνας ἀδυσώπητος ἐχθρὸς ἀπειλοῦσε τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἐδαφικήν μας ἀκεραιότητα, τὴν πολιτικήν μας ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ὑπόστασίν μας ὡς Ἔθνους καὶ ἐβάδισαν ὅλοι πρὸς τὰ ἐκεῖ. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐνεδεικνύετο ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων καὶ μεταγενεστέρως. Ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἔμεινεν ἐδῶ μετὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν ἐπιδρομέων, ἦτο μία ἁπλῆ γεωγραφικὴ ἔννοια, μὲ ἑπτὰ ἑκατομ. ἀνθρώπων πεινώντων, γυμνητευόντων καὶ ἀπηλπισμένων, εἰς τὰ στήθη τῶν ὁποίων ἐπατοῦσαν τρεῖς κατακτηταί. Ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἐπῆγε εἰς τὴν Αἴγυπτον ἀντιπροσώπευε τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν νομικήν της μορφὴν καὶ ὑπὸ τὴν διεθνῆ της παράστασιν. (Χειροκροτήματα). Ἐπῆγεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, κύριοι βουλευταί, διότι ὤφειλε νὰ ὑπάγῃ, διὰ νὰ συνεχίσῃ τὸν ἀγῶνα, διὰ νὰ ὀργανώσῃ ἕνα στρατὸν ἐκ τῶν ἐνόντων, διὰ νὰ προσθέσῃ νέους τίτλους εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν ἤρχετο ἡ κατάλληλος στιγμή, θὰ εἴχομεν, κύριοι βουλευταί, ὅλον τὸν καιρὸν καὶ τὴν εὐκολίαν τοῦ ποινικοῦ νόμου νὰ κανονίσωμεν τὰς ἐκκρεμότητάς μας καὶ νὰ βγάλωμεν τὰ μάτια μας, ὅπως ἄλλωστε συμβαίνῃ, συνήθως, εἰς τὸν περίεργον καὶ προνομιοῦχον αὐτὸν τόπον. (Χειροκροτήματα). Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, αὐτὴν τὴν μεγάλην στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκρίνετο ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος, κἄποια κατάρα ἐνεδρεύουσα, ἠθέλησε νὰ πλήξῃ τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῶν ὄπισθεν μὲ τὸ στιλέτο της. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν κατοχὴν ἐδημιουργήθη ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐθνικῆς ἀντιστάσεως. Ὁ κομμουνισμὸς μὲ τὴν ὀργάνωσιν τὴν ὁποίαν παρουσιάζει, ἀνέλαβε τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀγῶνος τούτου, ἐλλείψει ἄλλης ἡγεσίας. Ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως ἐτάχθησαν λαμπροὶ Ἕλληνες ἀνήκοντες εἰς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις καὶ εἰς τὰ δύο φύλλα. Ἀλλ’ ἰδιαιτέρως συνεκινήθη καὶ ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀγῶνος ὅλον τὸν ἐνθουσιασμόν της ἡ ἑλληνικὴ νεότης. Ποῦ νὰ φαντασθοῦν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι ὑπὸ τὴν Ἐθνικὴν σημαίαν διεξήγετο ἕνας ἀγὼν κομματικοῦ περιεχομένου; Ὁ ἑλληνικὸς κομμουνισμός, ἀφοῦ κατήντησε νὰ μονοπωλήσῃ τὴν ἀντίστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφοῦ ἐπεχείρησε νὰ ἐμποδίσῃ κάθε γνώμην ἀντίθετον, ἀφοῦ ἠθέλησε νὰ ἐμποδίσῃ οἱονδήποτε Ἕλληνα, καὶ τὸν γενναῖον στρατηγὸν Ζέρβαν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του καὶ νὰ ἀσκήσῃ τό δικαίωμά του ἐκεῖ, εἰς τὴν Ἤπειρον, ἀφοῦ ἐπετσόκοψεν ἕνα ἥρωα σεμνόν, τὸν συνταγματάρχην Ψαρρὸν εἰς τὴν Ρούμελην, ἐσκέφθη «Καλὰ ὅλα αὐτά, εἴμεθα κύριοι τῆς καταστάσεως ἐδῶ· ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ ὅταν θὰ τελειώσῃ ὁ πόλεμος ἐκεῖ εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπου ὑπάρχει ἕνας ἄλλος στρατός, ὁ ὁποῖος δὲν σκέπτεται ὅπως σκεπτώμεθα ἡμεῖς. Ὁ στρατὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ ἕνα κίνδυνον. Καὶ τὸν κίνδυνον τοῦτον πρέπει νὰ τὸν ἐκμηδενίσωμεν, διότι θὰ μᾶς χαλάσῃ ὅλα τὰ σχέδια». Καὶ ἐξεστράτευσε, κύριοι βουλευταί, καὶ ἤρχισαν τὰ κινήματα τῆς Αἰγύπτου, τὰ ὁποῖα ἀπεσυνέθεσαν τὸν Ἐθνικὸν στρατὸν καὶ ἐξήντλησαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἠνάγκασαν τὸν Ροῦζβελτ καὶ τὸν Τσῶρτσιλ νὰ δηλώσουν, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, ὁ εἷς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξέπεσε τῆς συμμαχίας, καὶ ὁ ἕτερος ἐκ τῶν μεγάλων αὐτῶν ἀνδρῶν, ὅτι τὸ φῶς τῆς Ἑλλάδος ἀρχίζει νὰ σβήνῃ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ὑπῆρξε κακὴ μοῖρα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, ὑπῆρξεν ὅμως καὶ κάποιος ἄλλος Θεός, ὁ ὁποῖος πάντοτε σημειώνει τὴν ὕπαρξίν του εἰς τὰς δυσκόλους στιγμὰς διὰ νὰ σώζῃ αὐτὸν τὸν ὡραῖον τόπον. Ἡ μοῖρα τῆς Ἑλλάδος ἠθέλησε νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Αἴγυπτον ἕνας ἄνθρωπος ἐπωμισμένος βαρύτατον ὄνομα, ὁ ὁποῖος εἶχε πλήρη τὴν συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν του, καὶ ἀπέναντι τοῦ τόπου του, καὶ ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ὀνόματος, τὸ ὁποῖον φέρει. Ἦτο ὁ Σοφοκλῆς Βενιζέλος. (Χειροκροτήματα). Ὁ Σοφοκλῆς Βενιζέλος, ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην νὰ σώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν στόλον, τὸν ὁποῖον ἀπειλοῦσεν ἀτιμωτικὸς θάνατος καταβυθίσεως εἰς τὰ νερὰ τῆς Αἰγύπτου καὶ τὸν ἔσωσε. (Χειροκροτήματα). Ἀλλά, ὑπάρχει καὶ κάποια ἄλλη μοῖρα. Εὑρίσκετο τὴν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν Αἴγυπτον ἕνας ἄλλος πολιτικὸς ἀνήρ, ὁ ἀτυχὴς καὶ εὐτυχὴς κ. Παπανδρέου, ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ–Σοσιαλιστικοῦ κόμματος. Ἀτυχής, διότι εἶναι ἀτυχία, κ. βουλευταί, δι’ ἕνα πολιτικὸν ἄνδρα, εἰς τὴν πρώτην του ὑπεύθυνον ἐξόρμησιν νὰ ἀντιμετωπίζῃ τοιαύτην τὴν θύελλαν. Εὐτυχής, διότι, κατώρθωσεν ὁ κ. Παπανδρέου, νὰ ἀποκαλύψῃ ὅλα τὰ σκότια σχέδια τοῦ κομμουνισμοῦ, καὶ ἐνώπιον τῶν συμμάχων καὶ ἐνώπιον τῆς ἑλληνικῆς δημοσίας γνώμης, ἡ ὁποία ἄλλως τε, εἶχε πληροφορηθῆ ἐπαρκῶς ἐπ’ αὐτοῦ. Εὐτυχὴς ἐπίσης διότι συγχρόνως, κατώρθωσεν ἀπὸ τὴν ἀποσύνθεσιν ἐκείνην καὶ ἀπὸ τὴν διάλυσιν ἐκείνην καὶ ἀπὸ τὸ μηδέν, νὰ ὀργανώσῃ ἕνα στρατόν. Τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ τούτου, τὴν ἐνεπιστεύθη εἰς ἕνα στρατιώτην, τοῦ ὁποίου, ὁλόκληρος ἡ στρατιωτικὴ σταδιοδρομία καὶ ἡ πολεμικὴ δρᾶσις ἀποτελεῖ ἕνα τίτλον τιμῆς καὶ ὁ ὁποῖος κατώρθωσε μὲ τὸ ἱερὸν πάθος τὸ ὁποῖον τὸν διακρίνει, ὅπως ὡμολόγησεν ὁ φίλος μου κ. Παπανδρέου, νὰ ὀργανώσῃ ἐκ τῶν ἐνόντων τὸν στρατόν, ὥστε νὰ δυνηθῇ ὁ στρατὸς αὐτὸς νὰ ὑψώσῃ τὴν στήλην ἐκείνην τοῦ ἡρωϊσμοῦ τὴν φωτεινήν, εἰς τὸ Ρίμινι. Ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, εὑρίσκεται σήμερον, ὡς διοικητὴς τοῦ Γʹ Σώματος Στρατοῦ, εἰς τὴν Μακεδονίαν. Εἶναι ὁ Στρατηγὸς Κωνσταντῖνος Βεντήρης. Καὶ τώρα, κύριοι βουλευταί, ἀφοῦ ἐκάμαμεν αὐτὸν τὸν ἀνάπλουν τῶν γεγονότων τοῦ παρελθόντος, ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημά μας. Ὅταν, κ. βουλευταί, μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαρτίου, ἐπληροφορήθημεν, ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα βαδίζῃ εὐθέως καὶ ραγδαίως πρὸς τὰς ἐκλογάς, πολλοὶ ἔθεσαν εἰς τὸν ἑαυτόν τους ἕνα ἐρώτημα καὶ εἰς τὸν διπλανόν τους ἐπίσης τὸ αὐτὸ ἐρώτημα. Ἠρώτησαν: Μὰ πῶς εἶναι τοῦτο δυνατόν; Μὰ δὲν ἔχει ληφθῆ μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία μετέχει, μάλιστα, ἔχει τὴν ὑφὴν διεθνοῦς πράξεως, δὲν ἔχει ὁρισθῆ, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα θὰ διεξαχθῇ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1948; Πῶς ἡ Κυβέρνησις συντέμνει αὐτὰς τὰς προθεσμίας; Ἐκανόνισε τὴν θέσιν της; Ἐξεκαθάρισε τὸ ἔδαφος, συνεννοήθη μὲ τοὺς συμμάχους; Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτό; Ἢ μήπως συμβαίνει τὸ τερατῶδες καὶ τὸ ἀφάνταστον, ὅτι δηλαδή, ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῆς ἐκλογικῆς ἐπιτυχίας της, ἱππεύσασα τὸν περίφημον Πήγασον τῆς περιφήμου αὐτοτελείας καί, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰς ἀντιλήψεις τῶν συμμάχων, βαδίζει ἀκάθεκτος πρὸς τὸ Δημοψήφισμα, δηλαδή, πρὸς τὴν ἄβυσσον, χρησιμοποιοῦσα τὸ περίφημον δόγμα τῆς περιφήμου αὐτοτελείας; Πρέπει νὰ σᾶς πληροφορήσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, οὐδέποτε ἔθεσεν, οὔτε εἰς τὸν ἑαυτόν του, οὔτε εἰς ἄλλον τινὰ τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Καὶ δὲν τὸ ἔθεσα τὸ ἐρώτημα τοῦτο, κ. βουλευταί, ὄχι διότι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα οὐδεμίαν δέσμευσιν εἶχεν ἀναλάβει, ἀφοῦ οὐδέποτε ἐδέχθη τοιαύτην μακρὰν ἀναβολὴν τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀλλὰ διότι ἡ κοινὴ λογικὴ ἀπέκλειε τὴν ἁπλῆν ἀκόμη ἐκδοχὴν ἢ ὑπόνοιαν, ὅτι ἦτό ποτε δυνατὸν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα χρησιμοποιοῦν τὸ περίφημον δόγμα τῆς περιφήμου αὐτοτελείας, νὰ ὁδεύσῃ πρὸς τὸ Δημοψήφισμα, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸ ἔδαφος ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν συμμάχων, ἀλλά, διότι ἡ περίφημος αὐτοτέλεια κατὰ τὴν γνώμην μου—καὶ κατὰ τὴν γνώμην ὅλων—εἶναι εὕρημα τῆς θεωρίας καὶ δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως σχέσιν μὲ τὴν πραγματικότητα. Τὰς σχέσεις τῶν κρατῶν χαρακτηρίζει ἡ ἀλληλεξάρτησις. Οὐδὲν κράτος εἶναι αὐτοτελές. Οὔτε ἡ Μεγάλη Βρεταννικὴ Αὐτοκρατορία, οὔτε ὁ Ἀμερικανικὸς κολοσσός, οὔτε ἡ ἀπειρομεγέθης Ρωσία, ἔχουν αὐτοτέλειαν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν θεωρητικήν. Ὅπως εἰς μίαν κοινωνίαν κατὰ θεωρίαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐλεύθεροι, ἀλλὰ δὲν ἀπολαμβάνουν ἀπολύτου ἐλευθερίας, διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἑνός, κατ’ ἀνάγκην περιορίζεται—καὶ πρέπει νὰ περιορίζεται—διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ τὰ κράτη ὑφίστανται μοιραίως ἕνα περιορισμὸν τῆς αὐτοτελείας των, διότι τοῦτο εἶναι μέσα εἰς τὴν φύσιν τῆς ὅλης κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὑπὸ τὴν γενικωτέραν της ἔννοιαν. Προκειμένου δέ, περὶ τῆς Ἑλλάδος τὰ πράγματα ἦσαν καὶ εἶναι ἀπολύτως σαφῆ. Εὐτυχῶς, κύριοι βουλευταί, ὅτι παρὰ τὸ πλευρόν μας ὑπάρχουν ὄχι ἐχθροί, ἀλλὰ παραστάται εἰλικρινεῖς καὶ φίλοι πολύτιμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν διάθεσιν νὰ θίξουν, οὔτε τὴν πολιτικήν μας ἀνεξαρτησίαν, οὔτε τὴν ἐθνικήν μας φιλοτιμίαν καὶ εὐαισθησίαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Εἶναι φίλοι μας, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπολεμήσαμεν, διεξηγάγομεν μαζί τους ὅλους τοὺς πολέμους, συνεταυτίσαμεν τὰς τύχας μας καὶ μὲ τοὺς ὁποίους, κατ’ ἀνάγκην, θὰ διεξαγάγωμεν καὶ τοὺς ἀγῶνας τῆς εἰρήνης καὶ τῶν ὁποίων τὴν γνώμην ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα. Καὶ δι’ ἕνα ἄλλον ἀκόμη λόγον, δὲν ἔθεσα εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Διότι, κ. βουλευταί, δὲν ἔχει κανείς, οὔτε παράταξις οὔτε κόμμα, τὸ δικαίωμα νὰ οἰκειοποιῆται τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν στοιχειώδη πολιτικὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του ἢ διὰ τὸ κόμμα, νὰ τὰ ἀρνῆται δέ, εἰς τὴν ἄλλην παράταξιν ἢ εἰς τὸ οἱονδήποτε ἄλλο κόμμα. Δὲν ἐπέτρεψα ποτὲ εἰς τὸν ἑαυτόν μου νὰ ἀρνηθῶ τὰ προσόντα ταῦτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα τὴν στηρίζουν. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ διαθέσεις τῶν συμμάχων, κ. βουλευταί; Γνωρίζω, ὅτι διπλωματία εἶναι ἡ τέχνη τοῦ κρύπτειν τὴν ἀλήθειαν, ἢ τοῦ περικαλύπτειν τὴν ἀλήθειαν καὶ τοῦ ἐκφράζειν αὐτὴν μὲ τὸν ἰδικόν της τρόπον. Ἀλλὰ γνωρίζω ἀκόμη ὅτι διπλωματία εἶναι καὶ τὸ μέσον τοῦ λέγειν τὴν ἀλήθειαν χωρὶς νὰ τὴν λέγῃ τις. Ἐὰν οἱ σύμμαχοι εἶχον οἱανδήποτε ἐπιφύλαξιν ἢ ἀντίρρησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι θὰ εὕρισκον τρόπον νὰ διαφωτίσουν τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν ἀντιλήψεών των αὐτῶν. Μέχρι τῆς στιγμῆς ὅμως, οὐδεμίαν νύξιν ἢ ἔνδειξιν ἔχομεν ἐν προκειμένῳ. Οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις μᾶς προσεκόμισε τοιαῦτα στοιχεῖα, οὔτε αἱ δημοσιογραφικαὶ πηγαὶ μᾶς ἔδωσαν τοιαύτην τινὰ διαβεβαίωσιν. Ἑπομένως, πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς ταχείας ἐνεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος, οἱ σύμμαχοι δὲν ἔχουν ἀπολύτως καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀπολύτως ἐλευθέρα. Ἄλλο βέβαια εἶναι τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν αὐτοβούλως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ πληροφορήσῃ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι, ἄλλως τε τὸ ἐζήτησαν, νὰ παράσχῃ δηλαδὴ ὅσας τυχὸν ἔχει σχετικὰς πληροφορίας πρὸς καθησύχασίν των, οἱ δὲ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἀσφαλῶς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐδικαιοῦντο νὰ εἶναι—καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶναι— πλήρως πληροφορημένοι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Πάντως, ἡ διαφώτισις αὕτη ἐζητήθη ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀπορῶ διότι δὲν ἐθεωρήθη σκόπιμον νὰ δοθῇ. Καὶ τώρα, κ. βουλευταί, ἀφοῦ ἐξεκαθαρίσαμεν τὸ ἔδαφος, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, τῶν διαθέσεων τῶν συμμάχων, ἐρχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, δηλαδὴ εἰς τὸν τρόπον τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος τοῦ Δημοψηφίσματος. Ὅταν, κ. Βουλευταί,—πρέπει δὲ νὰ σᾶς κάμω αὐτὴν τὴν ἐξομολόγησιν—ὅταν ἤκουσα τὸν λόγον τοῦ Μακαριωτάτου, τοποθετοῦντος, ὅπως ἐτοποθέτησε, τὸ ζήτημα τοῦ Δημοψηφίσματος, ἐδοκίμασα ἔκπληξιν. Ὅταν, ἐν συνεχείᾳ, ἤκουσα τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐδοκίμασα τὴν ἰδίαν ἔκπληξιν, περισσότερον ἔντονον. Καὶ ἤδη, ὅτε εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον διετύπωσε καὶ ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὁποῖον ψήφισμα ἀποκρυσταλλώνει τὴν τελικὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς βεβαιῶ, κ. βουλευταί, ὅτι δὲν ἔχω κανένα λόγον ν’ ἀναθεωρήσω τὴν πρώτην μου καὶ τὴν δευτέραν ἔκπληξιν. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν ἢ τὸ κείμενον, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, λέγει: (Ἀναγινώσκει). «Ὑπείκουσα εἰς τὴν διὰ τῶν ἐκλογῶν ἐκφρασθεῖσαν δήλωσιν τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ Κυβέρνησις». Δὲν θὰ ἀρνηθῶ, κύριοι βουλευταί, διότι δὲν ἐννοῶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀρνηθῶ δύο πράγματα, δύο συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου. Πρῶτον, ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ἐψήφισαν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, καὶ τὰ συνεργαζόμενα μετ’ αὐτοῦ κόμματα, ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ταχείας διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ δεύτερον, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ τὰ συνεργαζόμενα μετ’ αὐτοῦ κόμματα, ἐψήφισαν ὑπὲρ τῶν πολιτειακῶν ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις, δηλαδὴ ὑπὲρ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο εἶνε ἀληθές, δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ λαὸς ἔδωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐντολὴν νὰ καθιερώσῃ τὴν δικονομίαν ποὺ καθιερώνει, διατυπώνουσα ὅπως διατυπώνει τὸ Δημοψήφισμα. Καὶ τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημοψηφίσματος διατυποῦται κατὰ τρόπον ποὺ τὸ παρουσιάζει ὡς Δημοψήφισμα ἀνάπηρον. Τὸ ἐρώτημα δέον ἀπαραιτήτως νὰ διατυπωθῇ ὡς ἐρώτημα μεταξὺ Βασιλείας καὶ Δημοκρατίας. Μόνον ἔτσι ἀκολουθοῦμεν τὸν ὀρθὸν δρόμον ποὺ ἐπιβάλλει καὶ ἡ ἱστορικὴ ἐπίτασις καὶ ἡ πολιτικὴ σκοπιμότης. Καὶ τώρα, κ. βουλευταί, ἐρχόμεθα εἰς τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐκκαθαρίσῃ τὸ ἔδαφος ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ὅρων καὶ τῶν προϋποθέσεων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχουν προκειμένου νὰ διακανονισθῇ ἓν ζήτημα τοιαύτης πελωρίας σημασίας διὰ τὸν τόπον. Δὲν θ’ ἀσχοληθῶμεν, κύριοι βουλευταί, μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, διότι θέλομεν νὰ πιστεύωμεν καὶ πιστεύομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, διὰ νὰ παρουσιάσῃ ἐκλογικοὺς καταλόγους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐκφράζουν τὴν γνησίαν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔχει, εὐτυχῶς, πρὸς τοῦτο καὶ τὴν ἀναγκαίαν, τὴν ἀπαραίτητον προθεσμίαν, ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ τὴν συντέλεσιν τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ σταθῶμεν μὲ κἄποιαν ἀνησυχίαν καὶ ἐπεφύλαξιν προκειμένου, κύριοι βουλευταί, περὶ τοῦ ἄλλου ὅρου, ὁ ὁποῖος ἀπαραιτήτως δέον νὰ συνυπάρχῃ, δηλαδὴ προκειμένου περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως θὰ πράξῃ πᾶν τὸ δυνατόν, καὶ τὸ ἀδύνατον ἀκόμη, προκειμένου νὰ φανῇ ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς ἐννόμου τάξεως ἔχει τὴν φιλοδοξίαν νὰ προσφέρῃ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἔχει καὶ τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπωμισθῆ, διότι ἀπὸ τὴν ἐπιτυχίαν ἢ τὴν ἀποτυχίαν τῆς προσπαθείας του ταύτης, ἐξαρτᾶται καὶ τὸ πολιτικόν του μέλλον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Θεοτόκης νὰ μὴ ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναγραφῆ εἰς τὰς δέλτους τῆς νεοελληνικῆς πολιτικῆς ἱστορίας πρὸ ἡμίσεως αἰῶνος ἀπὸ τὸν διάδοχον τοῦ Χαριλάου Τρικούπη, Γεώργιον Θεοτόκην. Εἴμεθα ἀπολύτως, βέβαιοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς ἐννόμου τάξεως θὰ πράξῃ τὸ πᾶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαπιστώσωμεν, ὅτι ἡ κατάστασις, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας ἀσφαλείας, εἶναι τόσον ἀνησυχητική, ὥστε ν’ ἀποβλέπωμεν μετὰ δέους πρὸς αὐτὴν καὶ πρὸς τὴν ἐξέλιξίν της. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς ἐννόμου τάξεως ἐζήτησε πρὸ ἡμερῶν καὶ ὡπλίσθη μὲ ἓν νομοθέτημα ἐξαιρετικῆς δικαιοδοσίας, τὸ ὁποῖον τοῦ δίδει ὅλα τὰ ὅπλα καὶ ὅλα τὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ κατορθώσῃ, θὰ προσπαθήσῃ καὶ πρέπει νὰ προσπαθήσῃ νὰ κατορθώσῃ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν εἰς τὴν χώραν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς κρισιμώτατον σημεῖον. Διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον συμβαίνει δὲν εἶναι κατάστασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀφήσῃ ἥσυχον οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ὅλους ἡμᾶς. Διότι, κ. βουλευταί, εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς ἐπιθετικῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἑλληνικοῦ κομμουνισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν τάξιν ν’ ἀποκατασταθῇ καὶ ὁ ὁποῖος δὲν θέλει, δὲν ἐννοεῖ νὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Δὲν παραγνωρίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὑπάρχουν καὶ μερικὰ ἄλλα ἀνήσυχα σημεῖα ἐξ ἄλλων πλευρῶν. Δὲν παραγνωρίζω ποίαν ἐπίδρασιν ἔσχε τὸ νομοθέτημα τῆς ἀποσυμφορήσεως εἰς τὴν ψυχολογίαν τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ πιστοποιήσωμεν, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι τελείως ἀπαράδεκτος καὶ ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἀντιμετωπίσωμεν διὰ τρόπων καὶ μεθόδων ἀποτελεσματικῶν. Ἐὰν δὲ τὸ χρέος μας τοῦτο ὑφίσταται ἀκέραιον καὶ μέγα, προκειμένου περὶ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ὑφίσταται ἱερὸν καὶ ἐπιτακτὸν ἀπέναντι τῆς Μακεδονίας, ἡ ὁποία ἀπειλεῖται ἀπὸ πολλοὺς ἐχθροὺς καὶ ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, ἀποτελεῖ τὴν καρδίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐκεῖ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως πρέπει νὰ συγκεντρώσῃ ὁλόκληρον αὑτοῦ τὴν προσοχήν, ἐὰν θέλῃ νὰ φανῇ ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει. Κύριοι βουλευταί, μέσα εἰς τὴν κλιμάκωσιν τῆς πολιτικῆς ἱεραρχίας, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, οὔτε τὸ ἀνάστημα ν’ ἀπευθύνῃ παραινέσεις πρὸς Δημόνικον. Εἶναι ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ καὶ δικαιούμενοι νὰ πράξωσι τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνωμεν θερμὴν ἔκκλησιν καὶ ἱκεσίαν θερμὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ καλή σας μοῖρα σᾶς ἔδωσε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔλθητε εἰς μίαν μεγάλην στιγμὴν καὶ νὰ διαδραματίσητε ἕνα σπουδαιότατον ἱστορικὸν ρόλον εἰς τὸν τόπον μας. Δύνασθε νὰ καταστῆτε ἱστορικὴ φυσιογνωμία. Προσέξατε ὅμως, σεβαστέ μου κύριε Πρόεδρε, μήπως κακῶς ἐξυπηρετεῖτε τὴν ἰδέαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐνδιαφέρεσθε, διὰ τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἀρνηθῇ, ὅτι δικαιοῦσθε νὰ ἐνδιαφέρεσθε. Πρὸ δέκα ἡμερῶν εἰς τὸ συνέδριον τοῦ Ἀγγλικοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος, ὁ κ. Μπέβιν ὁμιλῶν πρὸς τοὺς φίλους του, εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπὲρ τῆς Ρωσίας, εἶναι οἱ χειρότεροι ἐχθροὶ τῆς Ἀγγλορωσικῆς συμμαχίας. Προσέξατε, κύριε Πρόεδρε, μήπως καὶ ὑμεῖς κακῶς ἐξυπηρετεῖτε τὴν ὑπόθεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐνδιαφέρεσθε καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐνδιαφερόμεθα ὅλοι μας εἰλικρινῶς καὶ τιμίως, ὅπως δοθῇ ὁριστικὸν τέρμα εἰς τὴν πολιτειακὴν ἐκκρεμότητα. Γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, ποῦ ὀφείλεται ἡ πλειοψηφία, τὴν ὁποίαν ἔχετε, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀναμφισβήτητος. Γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ Δεκέμβριος ὑπῆρξεν ὁ μεγαλύτερος κομματάρχης σας. Μὴ ὑπερφρονεῖτε, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν πλειοψηφίαν αὐτήν. Τίποτε δὲν ὑπάρχει περισσότερον ἐπικίνδυνον καὶ περισσότερον ἀσταθὲς ἀπὸ τὰς μεγάλας πλειοψηφίας. Αἱ πλειοψηφίαι ἔχουν ὡρισμένους γενεσιουργοὺς λόγους, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλουν τὴν ὕπαρξίν των. Εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς μίαν μερίδα καὶ πληθωρικὴ ἐμπιστοσύνη πρὸς μίαν ἄλλην. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτὴ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδειχθῇ ἀδικαιολόγητος. Αἱ μεγάλαι πλειοψηφίαι, κύριε Πρόεδρε, εἶναι πολιτικαὶ ἐλεφαντιάσεις, ἡ δὲ τύχη τῶν μεγάλων πλειοψηφιῶν ὑπῆρξε δραματική. Ἔχομεν τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἰς τὰ 1920, τῆς ὁποίας γνωρίζομεν τὴν τύχην. Ἔχομεν τὴν πλειοψηφίαν τοῦ ἀειμνήστου καὶ ἀλησμονήτου Ἀρχηγοῦ μου τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου εἰς τὰ 1928, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 250 βουλευτῶν, ἔφερε 225 καὶ ἐκυβέρνησεν ἐπὶ τετραετίαν, καὶ ἐκυβέρνησεν ὅπως ἤξευρε νὰ κυβερνᾷ ὁ μέγας ἐκεῖνος πολιτικὸς ἀνήρ. Ἀφῆκε φωτεινὰ σημεῖα τῆς διαβάσεώς του. Ὠργάνωσε τὴν γεωργικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὑγειονομικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἵδρυσε τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, ἵδρυσε τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἐξεκαθάρισε τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος διεθνῶς καὶ πρὸ παντὸς ἀπέναντι τῆς Γιουγκοσλαυΐας καὶ τῆς Ἰταλίας καὶ πρὸ παντὸς κατώρθωσε τὸ μέγα ἔργον τὸ ἀκατόρθωτον καὶ ἀφάνταστον: Κατώρθωσε νὰ θεμελιώσῃ τὴν Ἑλληνοτουρκικὴν φιλίαν, νὰ κλείσῃ τὸ βιβλίον τῶν πιστοχρεώσεων πέντε αἰώνων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ νὰ δημιουργήσῃ μίαν νέαν πολιτικὴν βάσιν, ἡ ὁποία προοιωνίζει λαμπροὺς καρποὺς διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ὅμως μετὰ 4ετίαν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὁ μέγας ἐκεῖνος πολιτικὸς ἀνήρ, ἐκάμπτετο ἀπὸ τὴν φθορὰν καὶ τὴν ἀνάλωσιν, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἔχει ἡ ἄσκησις τῆς ἐξουσίας. Εἰς τὰ 1932, ὁπότε καὶ ἐγὼ διὰ πρώτην φορὰν ἐξελέγην βουλευτὴς Ἀθηνῶν, δὲν κατώρθωσε νὰ φέρῃ οὔτε τοὺς ἡμίσεις βουλευτάς. Προσέξατε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πιστεύομεν ἡμεῖς, ὅτι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα εἶναι ἡ πενικιλλίνη, ἡ ὁποία θὰ λύσῃ ὅλα μας τὰ ζητήματα. Δίπλα ἀπὸ τὴν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, χρειάζεται ἡ δημιουργικὴ πνοή, χρειάζεται ἀντιμετώπισις ὅλων τῶν ζητημάτων καὶ θεραπεία ὅλων τῶν πληγῶν, αἱ ὁποῖαι κατατρύχουν αὐτὸν τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἂν δὲν πιστεύωμεν, ὅτι ἡ λύσις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος εἶναι ἡ πενικιλλίνη, πιστεύομεν ὅμως ἐξ ἀντιθέτου, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ταχύτερον, διότι εἶναι ἡ ἀτομικὴ βόμβα, ἡ ὁποία θὰ ἀνατινάσσῃ εἰς τὸν ἀέρα κάθε φιλότιμον προσπάθειαν ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ὅ,τι ὑπέστη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ μίαν 3ετίαν, κατὰ τὸ μέγιστον μέρος εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς πολιτειακῆς ἐκκρεμότητος, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς ὑφίσταται ἀπὸ τὴν 21 Φεβρουαρίου 1915. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὑφίσταται ἐκκρεμοῦν πολιτειακὸν ζήτημα. Τί δὲ ἀποδεικνύει ὁ χειρισμὸς τοῦ ζητήματος τούτου κ.κ. βουλευταί, μέχρι σήμερον; Τί ἄλλο, παρὰ ὅτι ἠκολουθήσαμεν ἐσφαλμένην διαδικασίαν; Ἔχομεν, κ. κ. βουλευταί, Δημοψήφισμα εἰς τὰ 1920, Δημοψήφισμα εἰς τὰ 1924, ἄλλο Δημοψήφισμα, τὸ ἰδιότυπον δημοψήφισμα τοῦ στρατηγοῦ Θεοδώρου Παγκάλου εἰς τὰ 1926, ἔχομεν Δημοψήφισμα εἰς τὰ 1935. Καὶ τώρα καλούμεθα εἰς νέον Δημοψήφισμα. Ὅλη αὐτὴ ἡ κατάστασις, κ. κ. βουλευταί, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τί σημαίνει; Τί ἄλλο σημαίνει, παρ’ ὅτι ἠκολουθήσαμεν ἐσφαλμένην θεραπευτικὴν μέθοδον, καὶ ὅτι προκειμένου νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν ἀκριβῶς τὴν ἀντίθετον μέθοδον. Δηλαδὴ νὰ καθήσωμεν ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ ἰδοῦμε, νὰ μείνωμεν ἐκ τῶν προτέρων σύμφωνοι, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λύσωμεν ἀποτελεσματικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ χολέρα, ἡ πανοῦκλα, ὁ ἑλώδης πυρετός, ὁ ἐξανθηματικὸς τῦφος, ὁ δάγγειος, ἡ φυματίωσις καὶ ὅλαι αἱ πληγαὶ τοῦ Φαραὼ συσσωρευμέναι εἰς μίαν λέξιν. Χάρις εἰς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, κ. κ. βουλευταί, εἴδομεν νὰ σβήνῃ τὸ ὡραῖον ὅραμα τῆς Ἑλλάδος τῶν 5 θαλασσῶν καὶ τῶν 2 ἠπείρων. Χάρις εἰς αὐτὸ μέσα εἰς τὰς φλόγας τῆς Σμύρνης εἴδαμεν ν’ ἀποτεφροῦνται ὅλα τὰ Ἐθνικά μας ὄνειρα. Ὅλα αὐτὰ τὰ διδάγματα τοῦ παρελθόντος πρέπει μὲ καλοπροαίρετον διάθεσιν ὅλοι μας νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα. Πρέπει, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰδικώτερον νὰ προσέξητε, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ εἶναι ἡ γνησία, ἡ ἀνόθευτος καὶ ἐλευθέρα ἐκδήλωσις τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅταν δὲ εἶναι τοιαύτη, βεβαιωθῆτε, ὄχι μόνον τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ ἀντιπολίτευσις, διαπνεομένη ἀπὸ ἀληθέστατα ἐλατήρια, θέλει καὶ αὐτὴ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιος, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅλοι θὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ θεωρήσωμεν τὸ ζήτημα λελυμένον, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ κρίσις καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρέπει δὲ ἰδιαιτέρως νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὸ καθεστὼς τὸ πολιτειακόν, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ νὰ μὴ ἔχῃ πρὸ παντὸς ἀνάγκην Ἡρακλέων. Αὐτοὶ οἱ περίφημοι Ἡρακλεῖς πότε τῆς Δημοκρατίας καὶ πότε τῆς Βασιλείας, γνωρίζομεν ποῦ ὡδήγησαν καὶ τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα) Εἶναι ἀπαράδεκτον εἰς τὸ μέλλον τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην Ἡρακλέων καὶ νὰ ὑφίσταται ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος τὴν ταπείνωσιν αὐτῶν, νὰ ἀνέχηται τοὺς Ἡρακλεῖς, εἴτε τῆς Βασιλείας, εἴτε τῆς Δημοκρατίας. Διότι, κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχει θλιβερώτερον φαινόμενον, ἀπὸ τὸ φαινόμενον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου μιᾶς χώρας, ὁ ὁποῖος δέχεται ἀδιαμαρτυρήτως τὴν καταπάτησιν τῶν ἱερωτάτων δικαιωμάτων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων της κτηθέντων μέσα εἰς ἀγῶνας ἱεροὺς καὶ μέσα εἰς τὸν εὐρὺν στίβον τῶν εὐγενῶν πολιτικῶν διεκδικήσεων, ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ὡς Ἡρακλεῖς τοῦ στέμματος τὴν μίαν φορὰν καὶ τῆς Δημοκρατίας τὴν ἄλλην. Τοὺς Ἡρακλεῖς αὐτούς, ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν συνθηκῶν μὲ τὰς ὁποίας θὰ διεξαχθῇ τὸ Δημοψήφισμα, νὰ τοὺς θέσωμεν κατὰ μέρος καὶ εἰς πλήρη ἐξαφάνισιν. Δὲν πρόκειται, κύριοι βουλευταί, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, ν’ ἀρνηθῇ τὴν δημοκρατικήν του πίστιν. Πιστεύω εἰς τὴν Δημοκρατίαν, διότι φρονῶ, ὅτι αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν ἔκφρασιν καὶ τὴν τελείωσιν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία ὅμως θ’ ἀποτελῇ καὶ θὰ εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς ἀληθοῦς Δημοκρατίας, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὁ σεβασμὸς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ὁ σεβασμὸς τῆς γνώμης παντὸς ἀντιφρονοῦντος, ὁ σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ συγχρόνως ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐν προκειμένῳ ἐκφράζω καὶ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἀξιοτίμων φίλων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θὰ σεβασθῶμεν ἀπολύτως τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκδηλουμένην κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θ’ ἀπετέλει τὴν ἀνόθευτον ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης ταύτης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν συνείδησιν ἥσυχον, ὅτι ἐπετέλεσα τὸ καθῆκον μου καὶ ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ μου, ὡς ἐκπροσώπου ἑνὸς συνόλου ἐκλογέων καὶ ἀπέναντι τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω καὶ ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον πιστεύω καὶ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὔχομαι θριαμβευτικὴν εὐτυχίαν καὶ ἀπέναντι τοῦ τόπου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, κύριοι βουλευταί, καὶ πρὸ τούτου ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὴν καλωσύνην τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὴν συγκατάβασιν μὲ τὴν ὁποίαν μὲ ἤκουσε πρώτην φορὰν ἀνερχόμενον ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἀλλὰ πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, θὰ μοῦ ἐπιστρέψῃ ἡ Βουλή, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ εἰδικώτερον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάμω μίαν ἱστορικὴν ὑπογράμμισιν. Ὅλοι οἱ βιολόγοι καὶ οἱ ἱστορικοί, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ τὸ ἑλληνικὸν μεγαλεῖον καὶ μὲ τὴν ἑλληνικὴν πτῶσιν, ἐνῷ δὲν κατώρθωσαν νὰ προσδιορίσουν ἐπακριβῶς τὰ αἴτια τοῦ ἑλληνικοῦ μεγαλείου, τὸ πῶς δηλαδὴ συνέβη, ὥστε εἰς μίαν ὡρισμένην περιοχὴν χώρου καὶ εἰς μίαν ὡρισμένην περιοχὴν χρόνου, αὐτὴ ἡ δύναμις ποὺ λέγεται Ἑλληνισμὸς νὰ ἀποδώσῃ τὸ τέλειον εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀνθρωπίνης περιοχῆς, κατώρθωσε δηλ. νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀποπνευμάτωσιν τῆς ὕλης καὶ τὴν ὑλοποίησιν τοῦ πνεύματος, ἐνῷ, λέγω, δὲν κατώρθωσαν νὰ προσδιορίσουν τὰ αἴτια τοῦ καταπληκτικοῦ καὶ μοναδικοῦ τούτου φαινομένου, εὑρέθησαν ὅλοι σύμφωνοι ἐπὶ τῶν αἰτίων τῆς ἑλληνικῆς πτώσεως. Ἀναζητοῦντες τὰ αἴτια ταῦτα, κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ αἴτιον τῆς πτώσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὀφείλεται εἰς τὸν διχασμὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰδικώτερον εἰς τὸ τραγικόν, εἰς τὸ δραματικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα Πελοποννησιακὸς πόλεμος. Ἐὰν ὁ Πελοποννησιακὸς πόλεμος δὲν ἐλάμβανε χώραν, ἡ Ἑλλὰς κατέχουσα ὅλας τὰς ἀκτὰς τῆς Μεσογείου, ἀντιμετωπίζουσα λαοὺς ρευστῆς συνειδήσεως θὰ ἦτο ἀσφαλῶς εἰς θέσιν νὰ κυριαρχήσῃ παγκοσμίως καὶ θὰ ἦτο δυνατόν, κύριοι βουλευταὶ νὰ γίνῃ κυρία τῆς Μεσογείου καὶ νὰ δημιουργήσῃ ἐθνικὸν κορμόν, τὸν ὁποῖον δὲν κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ. Ἡνωμένη ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσε νὰ τοποθετήσῃ μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς παγκοσμιότητος τὰ τρία γεγονότα τῶν πολέμων πρὸς τοὺς Μήδους, δηλαδὴ τὰς Πλαταιάς, τὸν Μαραθῶνα καὶ τὴν Σαλαμῖνα. Λόγῳ τοῦ Πελοποννησιακοῦ Πολέμου δὲν κατώρθωνε νὰ συλλάβῃ τὴν ἔννοιαν τῆς Ἐθνικῆς ἐξορμήσεως ὁ Ἑλληνισμός, νὰ ἐπωφεληθῇ δηλαδὴ τῆς νέας εὐκαιρίας ποὺ τοῦ ἐδημιούργει ἡ ἐμφάνισις τοῦ υἱοῦ τοῦ Φιλίππου καὶ τῆς Ὀλυμπιάδος—τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Ὅλα αὐτά, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀποτελέσματα τοῦ Ἐθνικοῦ μας διχασμοῦ. Μὲ ἡνωμένον τὸν Ἑλληνισμὸν κατωρθώσαμεν νὰ δημιουργήσωμεν τὸ 1821 καὶ μετὰ πέντε ἔτη ἐνσκήπτει ἡ κατάρα τοῦ ἐμφυλίου διχασμοῦ καὶ θέτει εἰς κίνδυνον τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον. Ἡνωμένος ὁ Ἑλληνισμὸς ξεκινᾷ ἀπὸ τὴν Μελούναν καὶ φθάνει εἰς τὰ ἀκρότατα ὅρια τῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων. Καὶ ἡ πτῶσις ἔρχεται ὡς συνέπεια τῆς διαιρέσεως. Ἡνωμένοι κατωρθώσαμεν νὰ δημιουργήσωμεν τὸ ἔπος τῆς Πίνδου. Χωρισμένοι ὕστερον κατωρθώσαμεν νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ ὅπου ἐφθάσαμεν σήμερον, δηλαδὴ νὰ κρημνίσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ τάρταρα. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐξορκίσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν εὐθὺν καὶ τὸν εἰλικρινῆ δρόμον, εἰς τὸ τέρμα τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν καλῶς ἐννοουμένων ἐθνικῶν συμφερόντων, προσθέτων συγχρόνως ταύτην τὴν ἱστορικὴν ὑπογράμμισιν. Ὁ Θουκυδίδης μᾶς παρέδωσε κατὰ τρόπον ἀνάγλυφον τὴν ἀνατριχιαστικὴν προφητείαν περὶ τοῦ τί ἐπερίμενε τὸν Ἑλληνισμὸν μὲ τὸν ἐμφύλιον σπαραγμὸν τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου. Ὅταν ἐπιστοποιήθη, ὅτι αἱ συνεννοήσεις Ἀθηναίων καὶ Λακεδαιμονίων ἦτο ἀδύνατον νὰ προλάβουν πλέον τὸν μοιραῖον πόλεμον, ἕνας ἀπὸ τοὺς Λακεδαιμονίους ἀπεσταλμένους, ποὺ εἶχεν ἔλθει εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ νὰ διεξαγάγουν τὰς διαπραγματεύσεις, τὴν στιγμὴν ποὺ ἄφηνε τὴν γῆν τῆς Ἀττικῆς, ἀνεφώνησεν: «Ἥδε ἡ ἡμέρα τοῖς Ἕλλησι μεγάλων κακῶν ἄρξει». Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἔχετε εἰς τὰς χεῖρας σας τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος. Ἡμεῖς ἐν πάσῃ περιπτώσει εὐχόμεθα εἰλικρινῶς καὶ βαθύτατα νὰ ἐπιτύχετε, εὐχόμεθα οἱ φόβοι μας νὰ ἀποδειχθοῦν ἀδικαιολόγητοι. Εὐχόμεθα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας, ὁ ἱστορικὸς τοῦ μέλλοντος νὰ εἴπῃ τὸ ἀντίθετον ἐκείνου ποὺ εἶπεν ὁ ἀπεσταλμένος τῶν Λακεδαιμονίων. Εὐχόμεθα νὰ εἴπῃ: «Ἥδε ἡ ἡμέρα τοῖς Ἕλλησι μεγάλων καλῶν ἦρξεν». (Χειροκροτήματα).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν ἐπὶ μίαν ὥραν τὴν συνεδρίασιν;
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ μετὰ μίαν ὥραν.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.15 μ. μ.)
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Σοφοκλῆς Βενιζέλος ἔχει τὸν λόγον.
§61Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἔκαμε συγκεκριμένας προτάσεις πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μία συμφωνία ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου ζητήματος τοῦ πολιτειακοῦ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ὁμολογήσω καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν προθέσεων καὶ τὸ βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις. Καί ὄντως ἐνόμισα κατ’ ἀρχήν, ὅτι αἱ προτάσεις αὐταὶ θ’ ἀπετέλουν μίαν βάσιν συνεννοήσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Χώρας. Δυστυχῶς, ἀπὸ τὴν σημερινὴν συνάντησιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διεπιστώθη, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιθυμητὴ συμφωνία δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Ὁ λόγος, ὁ κύριος εἶναι, ὅτι τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημοψηφίσματος, δὲν θέλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ μεταβάλῃ, ἀλλὰ θέλει νὰ παραμείνῃ ὡς τοῦτο ἔχει τεθῆ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον τίθεται τὸ ἐρώτημα δὲν ἀποτελεῖ λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ. Ἐξ ἀρχῆς ἐδηλώσαμεν, ὅτι καθῆκον ὅλων μας εἶναι νὰ συμβάλωμεν, ὥστε ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ ἐκκαθαρισθῇ αὐτὴ ἡ πολιτειακὴ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ἀπὸ τριακονταετίας ταλαιπωρεῖ τὴν χώραν. Ὡς τίθεται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν μὲν τὸ Δημοψήφισμα πρόκειται ν’ ἀποβῇ ὑπὲρ τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως, ἡ λύσις θὰ εἶναι ὁμαλή. Ἐὰν ὅμως ἀποβῇ κατὰ τύχην ἐναντίον τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως, φοβοῦμαι, ὅτι τότε ἀρχίζει νέος πολιτειακὸς ἀγών. Ἡ Κυβέρνησις διαθέτουσα τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ ἔχει βεβαίως ὅλην τὴν δύναμιν νὰ ψηφίσῃ ὡς ἔχει τὸ ψήφισμα. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος καὶ κατὰ τὴν ὑστάτην αὐτὴν στιγμὴν νὰ κάμω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τὴν παρακαλέσω νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν της, θέτουσα σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὸ ἐρώτημα ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον μας πρὸς τὴν χώραν καὶ αὐτὸ ἀσφαλῶς θὰ συντείνῃ εἰς τὴν γαλήνευσιν, τὴν ὁποίαν ὅλοι προσδοκῶμεν. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ μόνος τρόπος νὰ βγῇ ἡ χώρα ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται, εἶναι νὰ τεθῇ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὸ ἐρώτημα καὶ νὰ δηλώσωμεν ὅλοι, ὅτι θὰ ὑποταχθῶμεν ἀνεπιφυλάκτως εἰς τὴν κυρίαρχον θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§63Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ διάδοσις τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρόκειτο νὰ διατυπώσῃ συμβιβαστικὰς προτάσεις, δὲν μᾶς ἐνέπλησεν, οὔτε ἐλπίδος, οὔτε χαρᾶς. Διότι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τὰ ἄλλα πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα τὸν κοσμοῦν, στερεῖται τῆς πολιτικῆς ἐκείνης εὐκαμψίας, ἡ ὁποία ἰδίως κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις, εἶναι ἀπαραίτητος, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς θετικὰ καὶ γόνιμα ἀποτελέσματα. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν συμβιβαστικῶν προτάσεως μᾶς ἀπεκαρδίωσε καὶ ἡ σήμερον γενομένη πρὸ ὀλίγου, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἀγγελία, ὅτι ἡ προσπάθεια συνεννοήσεως ἐναυάγησε, μᾶς δημιουργεῖ μαῦρα προαισθήματα. Διότι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο τὰ προαισθήματα περὶ τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ τὸ μέγα, τὸ μέγιστον ζήτημα, τὸ πολιτειακόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύπωσεν τὰς συμβιβαστικὰς, ἐπικληθείσας προτάσεις ἐπὶ τριῶν σημείων: Τοῦ ἐρωτήματος τῶν ἐγγυήσεων τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ τοῦ χρόνου τοῦ Δημοψηφίσματος. Ὁμολογοῦμεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ κατανοήσωμεν, διατὶ ἀφοῦ διὰ τῶν συμβιβαστικῶν του προτάσεων δηλοῖ, ὅτι ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως, θὰ σημαίνῃ, ὅπως εἶπε κακῶς καὶ θὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτοῦ, πολιτειακὴν κρίσιν, διατὶ δὲν διατυπώνει σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὸ ἐρώτημα: Βασιλεία ἢ Δημοκρατία; Ἡ ἀπόπειρα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξεύρῃ λύσιν συμβιβαστικὴν διὰ δηλώσεως ἑρμηνευτικῆς μορφῆς, εἶναι τοὐλάχιστον, ἀτυχής. Διότι ἐφ’ ὅσον πρὸ ἡμῶν κεῖται τὸ σχέδιον ψηφίσματος καὶ πρόκειται εἰς ὀλίγας γραμμὰς νὰ διατυπώσωμεν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸ ἐρώτημα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀποροῦμε διατί, ἀντὶ τοῦ ἁπλοῦ αὐτοῦ ἐρωτήματος, προσέφυγεν εἰς περιφραστικὰς δηλώσεις, εἰς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις καὶ διὰ σειρᾶς συλλογισμῶν καὶ τροποποιήσεων καὶ πραΰνσεων εἰς τὴν σκληρὰν θέσιν τοῦ ἐρωτήματος, προσεπάθησεν νὰ καταλήξῃ καὶ κατέληξεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς θὰ ἦτο φυσικὸν νὰ διατυπώσῃ. Εἶναι, ἀληθῶς, ἐντελῶς, πρωτότυπον αὐτό, ἐν ᾧ ἓν νῷ, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ ἔκφρασιν ἄλλην συμπαθεστάτου μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει, ὅτι ἡ ἀπόρριψις τοῦ ἐρωτήματος τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν πολιτειακὴν κρίσιν, διατὶ τότε δὲν τολμᾷ νὰ θέσῃ εὐθέως τὸ ζήτημα: Ἕνα ἀπὸ τὰ δύο: Ἢ δὲν θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ μετ’ αὐτοῦ συμπολίτευσις νὰ θεωρήσῃ ὡς ὑφιστάμενον πολιτειακὸν ζήτημα ἢ θεωρεῖ ὅτι ὑφίσταται πολιτειακὸν ζήτημα. Ἐὰν μὲν θεωρῇ, ὅτι δὲν ὑφίσταται πολιτειακὸν ζήτημα, τότε δὲν ἔχουν καμμίαν ἔννοιαν αἱ διάφοροι τροποποιήσεις ἢ μᾶλλον ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει. Ἐὰν πάλιν νομίζῃ, ὅτι ὑφίσταται καθεστωτικὸν ζήτημα, τότε δὲν ἐννοῶ, διατὶ δὲν τίθεται εὐθέως τὸ ἐρώτημα. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὑφίσταται καθεστωτικὸν ζήτημα, δι’ οὓς λόγους πολλοὶ ἐξέθεσαν καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν καὶ κατὰ τὰς ἄλλας συνεδριάσεις. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν ὑφίσταται καθεστωτικὸν ζήτημα, διατί, ἀφοῦ μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ χωρίσωμεν βαθύτερον καὶ νὰ λύσωμεν ὁριστικώτερον ἢ μᾶλλον ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα, δὲν τὸ πράττομεν εἰς τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν, ἡ ὁποία μᾶς παρουσιάζεται; Διατὶ νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἐκκρεμὲς τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα; Καὶ διατί, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ τονίζω, νὰ κάμωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, ὅλας αὐτὰς τὰς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Θὰ εἶναι ἀληθὲς εὐτύχημα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα, κύριοι βουλευταί, ἐὰν τὸ ἐρώτημα τεθῇ σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι τότε, ἐὰν μετὰ τοῦ ἐρωτήματος τούτου συσχετισθοῦν καὶ αἱ ἄλλαι ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐπανέλθωμεν, θὰ πρέπει ὅλοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως, ὅτι πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος θὰ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ καταδείξῃ ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὴν δήλωσιν αὐτὴν πρέπει νὰ κάμουν ὅλα τὰ ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικὰ Κόμματα, δήλωσιν τιμίαν, εἰλικρινῆ, εὐθεῖαν καὶ ἀπερίφραστον, ὅτι θὰ ἀποδεχθῶσιν ἀνεπιφυλάκτως τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱαδήποτε εἶναι, εἴτε ὑπὲρ τῆς Βασιλευομένης, εἴτε ὑπὲρ τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, μετὰ δειλίας τινός, ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἔτεινε χεῖρα συμπράξεως καὶ συνεργασίας, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους τὴν ἀπέσυρε. Καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, διὰ λόγους κειμένους ὄχι εἰς τὰς προσωπικάς του πεποιθήσεις, ἀλλὰ εἰς τὴν γνώμην τῆς συμπολιτεύσεως ἢ μερίδος τινὸς τῆς συμπολιτεύσεως. Ἀλλὰ διατί; Διατί, ἂν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως διατυμπανίζει ἡ συμπολίτευσις, ὅτι δηλαδὴ ἡ μεγίστη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀναγαγοῦσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συμπολίτευσιν, ἐὰν ἡ πλειοψηφία αὐτὴ εἶναι σαφῶς ἐκδεδηλωμένη ὑπὲρ τοῦ Βασιλικοῦ θεσμοῦ, διατί τότε ἡ συμπολίτευσις διστάζει νὰ θέσῃ σαφῶς τὸ ἐρώτημα ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Καὶ διατί παρεξηγεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅταν ἔχῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὑπόνοιαν πλήρως δικαιολογουμένην, ὅτι μετὰ τὴν λύσιν τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Β, ἤδη ἐνδέχεται κατὰ τοὺς μέν, νὰ εἶναι καταφατικόν, ἀλλ’ ἐνδέχεται κατὰ τοὺς δὲ νὰ εἶναι ἀπόρριψις ἐρωτήματος τῆς ἐπανόδου. Ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἀφήσῃ ἐκκρεμὲς τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα; Ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος. Δύο Βασιλεῖς, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, ἀνεχώρησαν ἐξ Ἑλλάδος. Μερὶς μόνον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θεωρεῖ, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα τοῦτο. Ὅλοι μας ὁμιλοῦμεν περὶ γαγγραίνης καὶ ριζικῆς θεραπείας τῆς γαγγραίνης. Ἀλλά, πῶς θὰ θεραπευθῇ αὐτὴ ἡ γάγγραινα, ὅταν δὲν συμφωνήσωμεν ὅτι πρέπει ριζικῶς νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό, ἀφοῦ ριζικὴ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ θεραπεία; Δὲν ἐννοοῦμεν, λοιπόν, διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος ὡς ἀρχικῶς διετυπώθη καὶ διατὶ ἀφοῦ, διὰ τῶν συμβιβαστικῶν του προτάσεων ἀπεδέχθη, ὅτι ἀντίθετος ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ σημαίνει πολιτειακὴν κρίσιν, δὲν χωρεῖ θαρραλέως πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος; Ἀλλ’ εἶπεν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς «πολιτειακὴν κρίσιν». Ἐὰν διὰ τῆς φράσεως «πολιτειακὴν κρίσιν» ἐννοῇ, ὅτι θὰ κριθῇ ἐκ νέου τὸ ζήτημα τοῦ πολιτεύματος, μᾶς εὑρίσκει ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτους. Ἐὰν διὰ τῆς φράσεως «πολιτειακὴ κρίσιν» ἐννοῇ, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀπορρίψεως τοῦ ἐρωτήματος εἶναι καθιδρυμένη ἡ Δημοκρατία, μᾶς εὑρίσκει συμφώνους. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ἔχωμεν πάλιν νέας ἀμφισβητήσεις πέριξ τῆς φράσεως ταύτης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος; Κύριοι βουλευταί, σύσσωμος ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐκπροσωπεῖ καὶ αὐτὴ μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἔδωκε τὴν ἐντολὴν τῆς ἀμέσου, τῆς ταχείας ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, ἐκπροσωπεῖ καὶ αὐτὴ μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι μικρότερον, βέβαια, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ συμπολίτευσις, ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν ψήφων τῶν Ἑλλήνων ἐκλογέων. Ἄς συνομολογήσωμεν λοιπόν, πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς ἀλλήλους συμφωνίαν, ὅτι τὸ ἐρώτημα πρέπει νὰ εἶναι, Βασιλεία ἢ Δημοκρατία, εἴτε Βασιλευομένη Δημοκρατία καὶ ἀβασίλευτος Δημοκρατία, εἴτε Βασιλευομένη Δημοκρατία καὶ Βασιλεὺς Γεώργιος καὶ ἀβασίλευτος Δημοκρατία, ἀλλὰ νὰ εἶναι σαφὲς καὶ τελειωτικόν, διότι, ἂν δὲν εἶναι τελειωτικὸν καὶ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς φράσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ πολιτειακῆς κρίσεως, ἔ, τότε, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχομεν θεραπεύσει τὴν γάγγραιναν, ἀλλὰ τὴν ἔχομεν ἀνοίξει ἀκόμη πλατύτερον καὶ ἀκόμη πλέον ἐπικινδύνως εἰς τὸν Κρατικὸν ὀργανισμόν. Τὸ δεύτερον σημεῖον τῶν συμβιβαστικῶν προτάσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ προσφορὰ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ πρότασις ἔγινε, διὰ νὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις εἰς θέσιν νὰ βεβαιώνῃ, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ὅτι αἱ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εἰλικρινεῖς καὶ τίμιαι, καὶ ἡ ὑπόσχεσίς της, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ διενεργηθῇ τὸ Δημοψήφισμα, ἀποτελοῦν ζήτημα τιμῆς δι’ αὐτήν. Κύριοι βουλευταί, ἡ προσφορὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὁσονδήποτε καὶ ἂν φαίνεται, ὅτι εἶναι γενναιόδωρος, δὲν φέρει, πράγματι, τὸν χαρακτῆρα τοῦτον. Πρῶτον, διότι ἡ συμμετοχὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν σημαίνει ἀνάληψιν εὐθυνῶν ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δι’ ὁλόκληρον τὸ Κυβερνητικὸν πρόγραμμα. Ἄν ἐπρόκειτο ἡ ἀντιπολίτευσις ὁμοῦ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναλάβῃ εὐθύνας, νομίζω, ὅτι ἀντιπολίτευσις δὲν θὰ ἀπέστεργε νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ τούτου ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἐξέτασις τῶν μεγάλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὴν χώραν, συμφωνία ἐπὶ τῶν κατευθύνσεων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ δοθοῦν, συμφωνία ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν καὶ ὡς ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ὄχι ἁπλῆ συμμετοχὴ μελῶν τινῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἀνασχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας, καὶ μὲ συμμετοχὴν Ἀρχηγῶν ἢ ἐκπροσώπων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὕτως ὥστε, καὶ διὰ τὰς ἐθνικὰς διεκδικήσεις, καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, καὶ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἐπανορθώσεων, καὶ διὰ τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος, ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν, καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Δημοψηφίσματος, ἑνιαία νὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις, Κυβέρνησις Ἐθνικῆς ἑνότητος. Μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν της θὰ διελύετο καὶ θὰ ἐπανήρχοντο τὰ κόμματα, εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκοντο πρότερον, διὰ νὰ φθάσῃ τὸ ἐν τῇ ἀρχῇ εὑρισκόμενον κόμμα, ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀρχῇ, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τούτου. Ἀντὶ τούτου, προσέφερεν ἑδώλια τινὰ ὑπουργικά, καὶ τὰ ἑδώλια, τὰ ὁποῖα προσέφερεν, ἀπετέλεσαν πρὸς στιγμὴν ἀσθενέστατον ἀντικατοπτρισμὸν ὑποκειμενικῆς σκέψεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ γνώμης τῆς πλειοψηφίας, διότι κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν ἡ προσφορὰ τῶν ἑδωλίων ἐναυάγησεν αὔτανδρος. Δὲν ἔχομεν, συνεπῶς, πλέον προσφορὰν καὶ παραμένομεν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο τῶν ἐγγυήσεων εἰς μόνην τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν θέλομεν βεβαίως νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ λύσωμεν ζήτημα κολοσσιαίας σημασίας, ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ὁριστικοῦ πολιτειακοῦ καθορισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριζώμεθα, παρὰ πᾶσαν βεβαίωσιν, ἐπὶ τῶν ἀγαθῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἀρκοῦν αἱ ἀγαθαὶ προθέσεις τῶν Κυβερνήσεων, ὅταν αἱ Κυβερνήσεις ἀκολουθοῦν ἰδίαν πολιτικήν, ὅταν αἱ Κυβερνήσεις εἶναι κομματικαὶ πρωταγωνίστριαι τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ κληθῇ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν δυνάμεθα, λοιπόν, νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων πρωταρχικὴν θέσιν κατέχει ἡ ἀποκατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ ἔργον τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ ἔχῃ πλήρη συναίσθησιν τῆς δηλώσεώς της ταύτης. Ἀτυχῶς, ἄλλα ὁ ἄνθρωπος κελεύει καὶ ἄλλα ἡ τύχη καθορίζει. Ὅλοι εὐχόμεθα νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς διαθέσεως ταύτης τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῆς πραγματικότητος, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἀπόστασις δὲν εἶναι τόσον ἐγγύς, ὅσον φαντάζεται ἡ Κυβέρνησις, ἐμμένουσα εἰς τὴν χρονολογίαν τῆς 1ης Σεπτεμβρίου, ὡς ἐὰν τὴν 1ην Σεπτεμβρίου ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ νέα δημιουργία τοῦ κόσμου. Συναισθάνεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης δύναται νὰ καταστήσῃ ἐπιβεβλημένην μικρὰν τινα μετάθεσιν χρονολογίας τῆς 1ης Σεπτεμβρίου. Ἀλλ’ εἴτε πρὸς τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, εἴτε πρὸς τὴν 15ην Δεκεμβρίου βαδίσωμεν, γεγονὸς ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἡ ἐκκρεμοῦσα ἐπερώτησις πλείστων βουλευτῶν, περὶ τῆς διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως, ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας τῶν Στρατοδικείων καὶ τῶν πενταμελῶν Ἐφετείων ἀνὰ τὴν Ἐπικράτειαν δὲν προοιωνίζονται ταχὺ τὸ τέρμα τῶν προσπαθειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλεγεν: ἐπιμένω εἰς τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ἀλλ’ ἐὰν εἰς ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα πρὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου πεισθῶ, ὅτι δὲν ἀποκατεστάθη ἡ δημοσία τάξις, ἀναλαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταθέσω τὸ χρονικὸν σημεῖον τῆς 1ης Σεπτεμβρίου εἰς ἀπώτερον σημεῖον· θὰ ἠδυνάμεθα ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πραγματικῶς θέλει νὰ ἐνεργήσῃ τὸ Δημοψήφισμα, ὅταν ἡ τάξις ἔχῃ πλήρως ἀποκατασταθῆ. Ἢ ἐάν, ἀντιστρόφως, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ἐγγυήσεις, ὅτι προκηρύττουσα τὸ Δημοψήφισμα διὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν ἐὰν πεισθῇ ἡ ἰδία, ὅτι λόγοι δημοσίας τάξεως ἐπιβάλλουν τὴν ἀναβολήν του καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ἀναβάλῃ, πάλιν ἠδύνατο νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐπιμένουσα ὅμως, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἐνεργήσῃ τὸ Δημοψήφισμα τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, μὲ τὴν παραχώρησιν μόνον, ὅτι θὰ μετατεθῇ τὸ χρονικὸν τοῦτο σημεῖον μόνον ἐὰν τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης τὸ ἐπιβάλῃ, ἡ Κυβέρνησις ὑπερβαίνει πολὺ τὰ θετικὰ ὅρια πάσης προβλέψεως καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸ πεδίον τῶν προφητειῶν, διότι προφητεία εἶναι ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἡ δημοσία τάξις θὰ ἀποκατασταθῇ μετὰ 15 ἡμέρας ἢ μετὰ δύο μῆνας. Δὲν μᾶς ἱκανοποιοῦν, λοιπόν, συμβιβαστικαὶ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε σχετικῶς πρὸς τὸ χρονικὸν σημεῖον. Δὲν δυνάμεθα ἄλλωστε ν’ ἀντιληφθῶμεν, ποῖοι εἶναι οἱ ἰδιαίτεροι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὡρίσθη ἡ 1η Σεπτεμβρίου, ἐκτὸς ἐὰν ἰδιαίτεροι λόγοι εἶναι, ὅτι ἐπειδὴ ἅπαξ ὡρίσθη ἡ 1η Σεπτεμβρίου, δὲν δύναται πλέον νὰ μετατεθῇ ἡ χρονολογία αὐτή. Καὶ ἐπαναλαμβάνομεν, ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εἴπομεν προκειμένου περὶ τοῦ ἐρωτήματος, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, διατὶ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου οἱ ὅροι θὰ εἶναι εὐνοϊκώτεροι, διὰ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ δὲν θὰ εἶναι εὐνοϊκώτεροι τὴν 1ην Ὀκτωβρίου. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δέχεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τὸ Δημοψήφισμα τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, διότι ἐνδέχεται νὰ τὸ ἐπιβάλῃ τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης, τότε κατὰ μείζονα λόγον ἔπρεπε νὰ δεχθῇ, ὅτι ἀντὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναμείνῃ τὴν ψήφισιν ἑνὸς ψηφίσματος, τοῦ ὁποίου ἡ περαιτέρω ἐφαρμογή, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω, ὅτι τουλάχιστον τὸ χρονικὸν σημεῖον ποὺ θέτει εἶναι ἀμφίβολον. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ εὑρίσκεται ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς χώρας καὶ νὰ ἀσχολῆται μὲ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενα συζητήσεως εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε ἀπὸ πολλοῦ χρονικοῦ διαστήματος ἡ ὑπόθεσις, ἢ μᾶλλον ἡ βεβαιότης, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὰς Ἐθνικὰς διεκδικήσεις νὰ μεταβληθῇ καὶ εἰς βεβαιότητα, ὅτι καὶ ἡ διαχείρισις τῶν Ἐθνικῶν ὑποθέσεων γίνεται καθ’ ὁμοφωνίαν τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Θὰ ἤθελον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν Εὐρώπην, εἰς τὰς Πρωτευούσας, εἰς τὰς ὁποίας παίζεται ἡ τύχη τῶν Ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων καὶ θὰ ἤθελον νὰ παραστέκεται εἷς ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν πολιτικῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν ἑαυτοὺς εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ θὰ ἤθελον ἀφ’ οὗ ἀντιμετωπίζομεν τὰ γενικώτερα ἐθνικὰ ζητήματα, νὰ ἠσχολούμεθα καὶ περὶ ἄλλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην λύσεως, ἀλλ’ ὄχι ἴσης σημασίας. Ἐννοῶ, τὰ θέματα τῆς ἐσωτερικῆς ἀνασυγκροτήσεως. Ἡ σημερινὴ σύσκεψις τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν διήρκεσεν ἐπὶ δίωρον περίπου. Ἀτυχῶς, δὲν κατέληξεν εἰς ἀποτελέσματα. Συμμεριζόμεθα πλήρως τὸν πόνον, μὲ τὸν ὁποῖον ρήτορες τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ καὶ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, τὸν ὁποῖον ἐξεδήλωσαν περὶ τῆς ἀνάγκης ὁμοφωνίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διὰ τὸν τρόπον καὶ τὸν τύπον ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ διενεργηθῇ τὸ Δημοψήφισμα. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία προσφεύγει εἰς Δημοψήφισμα, δὲν εἶναι μόνον ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία προσέφυγεν εἰς Δημοψήφισμα, δὲν ἔχει δὲ καμμίαν σημασίαν, ὅτι ἡ Ἰταλία ὡς χώρα ἡττημένη προσέφυγεν εἰς τὸ Δημοψήφισμα. Ἡ Ἰταλία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος διεξήγαγεν τὸν πόλεμον, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶχεν οὐδένα λόγον ν’ ἀποδοκιμάσῃ Δυναστείαν, ἡ ὁποία ἵδρυσε τὸ Ἰταλικὸν Κράτος καὶ ἡ ὁποία ἔπαιξεν ἱστορικοὺς λόγους εἰς τὴν Ἰταλικὴν χώραν ἐπὶ ὁλόκληρον χιλιετηρίδα. Ἐν τούτοις, τὸ διεθνὲς κλῖμα, αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ ἔξω κόσμου, ἐπέβαλον εἰς τοὺς Ἰταλοὺς νὰ θέσουν σαφῶς τὸ ἐρώτημα: Βασιλεία ἢ Δημοκρατία. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἡττημένης Ἰταλίας, ἔχομεν τὴν μεγάλην φίλην καὶ σύμμαχον τὴν Γαλλίαν. Ἐξένισε τινὰς ἡ πρότασις τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων περὶ διπλοῦ Δημοψηφίσματος. Ἀλλὰ τί ἄλλο γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν παρὰ ἐπανάληψις Δημοψηφισμάτων καὶ ἐκλογῶν; Καὶ ποίαν ἀξίαν θὰ ἔχουν, κύριοι βουλευταί, ἓν καὶ δύο Δημοψηφίσματα, ὅταν πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ ἐκκαθαρίσωμεν πλήρως τὸ πλῆρες ἀκανθῶν καὶ τριβόλων πεδίον ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖται αἱμάσσουσα ἡ Ἑλλὰς καὶ ὅταν εἶναι δυνατὸν νὰ τακτοποιηθῇ. Διατὶ ὁ φόβος αὐτὸς ἀπέναντι τῶν Δημοψηφισμάτων; Καὶ διατὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ παραδείγματα τῶν μεγάλων μας συμμάχων, οἱ ὁποῖοι ἐπεδίωξαν ριζικὴν τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων των; Ἀλλ’ εἶπε τις ἐκ τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι ἡ Γαλλία δὲν ἔχει πολιτειακὸν ζήτημα. Ἡ Γαλλία ἔχει μεγαλείτερον πολιτειακὸν ζήτημα, διότι πρόκειται νὰ κριθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ὁ ὁποῖος ὡς ἀνασταλτικὸς θεσμὸς ἔπαιξεν σπουδαῖον ρόλον εἰς τὴν Γʹ Γαλλικὴν Δημοκρατίαν, διότι πρόκειται νὰ καθορισθῇ ἡ ἔκτασις τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ λυθοῦν καὶ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξ ἴσου σπουδαῖα, ὡς εἶναι δι’ ἡμᾶς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Καὶ δὲν ὠρρώδησαν οὐδὲ ὀρρωδοῦν τὰ κόμματα τῆς Γαλλίας, τὰ κόμματα τῆς Ἰταλίας, ἀλλ’ ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἄνευ οἱασδήποτε ἐξαιρέσεως ἐξετάζουν τὰ ζητήματα, καὶ θέτουν ἐπανειλημμένως καὶ σαφῶς τὰ θέματα τῶν Δημοψηφισμάτων. Διατὶ καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ συμφωνήσωμεν ἀφοῦ, ὅπως φαίνεται ἐκ τῶν συμβιβαστικῶν προτάσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, συμφωνοῦμεν; Φαντάζομαι, δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω διαφορετικά, ὅτι ἡ πραγματικὴ σκέψις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀντίθετος γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλη, παρ’ ὅτι ἡ ἀντίθετος γνώμη δὲν θὰ σημαίνῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ ἀναγνώρισιν τῆς Δημοκρατίας. Ἀφοῦ, λοιπόν, κατὰ βάσιν συμφωνοῦμεν, διατὶ δὲν διατυποῦται εὐθέως τὸ ἐρώτημα; Κύριοι βουλευταί, δὲν πρέπει νὰ παραμείνῃ ρητορικὸν σχῆμα ἡ ἔκκλησις, περὶ ὁμοφωνίας τῶν κομμάτων. Εἶναι πιθανόν, αἱ πληροφορίαι τὸ φέρουν ὡς βέβαιον, νὰ συναντᾷ δυσχερείας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ αἱ στιγμαί, ὡς ἐκεῖναι ποὺ διατρέχομεν, δὲν εἶναι στιγμαί, εἰς τὰς ὁποίας ψῆφοι ἀδιαλλάκτων πρέπει νὰ ἐπηρεάζουν τοὺς πολιτικοὺς Ἀρχηγούς. Εἰς τοιαύτας στιγμάς, οἱ πολιτικοὶ Ἀρχηγοὶ πρέπει νὰ αἴρωνται ὑπὲρ τὰ κόμματά των καὶ πρέπει ὡς ἀληθεῖς ἡγέται νὰ ρυμουλκοῦν τὰς πλειοψηφίας καὶ τὰς μειοψηφίας. Ἄν τοῦτο δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πράττουν οἱ πολιτικοὶ ἡγέται, πρέπει νὰ παραχωροῦν τὴν θέσιν των εἰς ἄλλους ἱκανοὺς νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν. Καὶ δι’ αὐτό, ἐγώ, δὲν θὰ κάμω ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλὰ θὰ τοῦ εἴπω: Τολμήσατε, κύριε Πρωθυπουργέ, τολμήσατε νὰ ἐξετάσητε τὰ πράγματα εἰς ὅλην των τὴν ἔκτασιν καὶ εἰς ὅλον τὸ βάθος των. Δὲν εἶναι ζήτημα πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας ἡ πολιτειακὴ διένεξις. Εἶναι ζήτημα μέλλοντος τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, εἶναι ἀπὸ τὰ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν χωρεῖ ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ συμπολιτεύσει, εἶναι ζητήματα καίρια, εἶναι ζητήματα θεμελιώδη.
§64Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔκκλησις εἶναι αὐτό.
§65Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Συστάσεις κάμνω. Τολμήσατε, διότι εἶναι προτιμότερον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναδειχθῆτε ἡγέτης διὰ τὴν λύσιν ἑνὸς μεγάλου Ἐθνικοῦ ζητήματος, παρὰ νὰ παραμείνητε Ἀρχηγὸς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία σᾶς ρυμουλκεῖ, πότε πρὸς τὰ ἐδῶ καὶ πότε πρὸς τὰ ἐκεῖ. (Χειροκροτήματα).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Μανουηλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§67Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εἶχεν ἀνακοινώσει τρία θέματα πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, μὲ τὴν πρόθεσιν, ὅπως ἐπέλθῃ συμφωνία ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ψηφίσματος περὶ τοῦ καθεστωτικοῦ. Μὲ ἐξαιρετικὴν ἀνακούφισιν ἡμεῖς ἠκούσαμεν τὰς ἀνακοινώσεις ἐκείνας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὅπως καὶ εἰς προσφάτους μας δηλώσεις ἔχομεν ἀναφέρει, ἐπιμένομεν ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως εἰς τὸ μέγα θέμα τοῦ καθεστωτικοῦ Δημοψηφίσματος κατορθωθῇ, εἰ δυνατόν, νὰ ἐπιτευχθῇ ὁμόφωνος γνώμη ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Πιστεύομεν ἡμεῖς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ σαφῶς, διαυγῶς καὶ καθαρὰ τὸ ἐρώτημα, χωρὶς παρερμηνείας, διὰ νὰ δυνηθῶμεν, μὲ τὴν αὐτὴν ἀπόλυτον ὁμοφωνίαν, νὰ ἀναγνωρίσωμεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Δημοψηφίσματος. Μὲ τοιαύτας χρηστὰς ἐλπίδας μετέβημεν εἰς τὴν σημερινὴν σύσκεψιν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ παρευρεθῶ, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ ἀπόντος Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς, μὲ πρωτοπόρον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεδείχθη μία καλὴ διάθεσις, μία ἀρίστη πρόθεσις, ὅπως ἐξευρεθῇ τρόπος συνεννοήσεως. Αἰσθάνομαι, μάλιστα, κάποιαν ἔκπληξιν, διότι, ὅταν ἀπεχωρίσθημεν ἀπὸ τὴν πρωινὴν σύσκεψιν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἶχον ἀποκομίσει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν ἦτο μακρὰν ἡ ἐπίτευξις μιᾶς ὁριστικῆς συμφωνίας. Εἰς τὰς ἐλπίδας αὐτὰς μᾶς ὤθησεν ἡ ἐν συμπεράσματι πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἀνέλαβε νὰ ἐπιφέρῃ ὡρισμένας τροπολογίας εἰς τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν εὑρισκόμενον ψήφισμα καὶ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν διὰ Β.Δ. προσεχῆ διαρρύθμισιν τῶν λεπτομερειακῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων προέκυπτον αἱ γνωσταὶ διαφωνίαι μας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη νὰ συγκαλέσῃ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἰς τὰς 5½ μ.μ. τῆς σήμερον διὰ νὰ εἰσηγηθῇ τὴν πρότασιν περὶ τροπολογίας τοῦ ψηφίσματος, καὶ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ὑπὸ πάντων ποθουμένη συμφωνία θὰ ἐπετυγχάνετο. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὴν ἔκπληξίν μου, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου μᾶς ἀνεκοίνωσεν, ὅτι δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ κατὰ τὴν συνέλευσιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἡ προταθεῖσα διευθέτησις τοῦ ζητήματος. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ, κ. βουλευταί, ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν τριῶν προτάσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ διατηρῶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ κατορθωθῇ νὰ ἐπιτευχθῇ κάποια συνεννόησις, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν μὲ περισσότερον θάρρος τὴν Κοινὴν Γνώμην, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴμεθα συνεπέστεροι πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ, διὰ νὰ ἠμποροῦμεν νὰ συνεννοούμεθα, καὶ διὰ νὰ δεικνύωμεν προθυμίαν πρὸς ὠφέλιμον συνεργασίαν, ὅταν, μάλιστα, πρόκειται περὶ τοιούτων βασικῶν καὶ ἐξαιρετικῶν ζητημάτων. Ἂς ἐπιτραπῇ εἰς ἐμὲ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ εἶναι ζοφώδεις, ὅτι οἱ καιροὶ εἶναι κρίσιμοι καί, ἑπομένως, εἶναι ἀνάγκη ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἐξαρθῇ ὑπεράνω διαφωνιῶν, εἶναι ἀνάγκη εἰς ζητήματα τόσον θεμελιώδη καὶ τόσον βασικά, ὡς εἶναι τὸ καθεστωτικόν, ὅπως τείνωμεν ὅλοι τὰς χεῖρας καὶ κατορθώσωμεν νὰ ἐξεύρωμεν ἔδαφος συνεννοήσεως. Κάμνω ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ συνεχίσῃ τὰς προσπαθείας του ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῶν σημερινῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμε διὰ τὰς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, διότι ἡμεῖς, τοὐλάχιστον, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὸν βοηθήσωμεν εἰς τὸ ἔργον αὐτό. (Χειροκροτήματα).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§69Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Αἰσιόδοξοι, κύριοι βουλευταί, ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς ἐκ φύσεως, ὅπως εἴμεθα καὶ ὅπως ὑπήρξαμεν εἰς ὁλόκληρον τὴν ζωήν μας, θέλομεν νὰ πιστεύσητε, ὅτι καὶ τώρα εἴμεθα καὶ θὰ μείνωμεν τοιοῦτοι. Ἡ ἀπαισιοδοξία δέ, καθ’ ἡμᾶς, εἶναι σπουδαῖος παράγων, ἰδίᾳ δὲ κατὰ τὰς κρισίμους αὐτὰς στιγμάς, τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ Πατρίς μας. Ὁμολογοῦμεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐάν, ὅπως προεῖπα, ἀπὸ φύσεως καὶ χαρακτῆρος ὑπήρξαμεν καὶ ἐμείναμεν καὶ θὰ μείνωμεν αἰσιόδοξοι, ὕστερα ἀπὸ τὴν πρὸς τὰ πρόσω πορείαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν ἤδη καὶ ἕνα ἐπὶ πλέον ἀκόμα λόγον διὰ νὰ αἰσιοδοξῶμεν σταθερῶς. Καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ποῖα εἶναι, κύριοι βουλευταί, τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ηὔξησαν καὶ ὤξυναν τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ συμπολιτεύσεως ἢ μᾶλλον, διὰ νὰ εἴμεθα κυριολεκτικώτεροι, μεταξὺ Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ἠκούσαμεν ἐν τῇ ὁλότητί της τὴν γνώμην τῆς συμπολιτεύσεως, ποῖα ἦσαν, λέγομεν, τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ηὔξησαν καὶ ὤξυναν τὴν ἀντίθεσιν, ἐπαναλαμβάνομεν, μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως; Καὶ εἶναι δικαιολογημένη ἡ ὀξύτης αὐτή; Αὐτὸ θὰ προσπαθήσωμεν, ὅσον μᾶς εἶναι δυνατόν, νὰ ἀναλύσωμεν. Καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ πρῶτον τοιοῦτον. Ὁ χρόνος, ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ τὸ Δημοψήφισμα τοῦτο εἶναι μία πρώτη, ἴσως καὶ ἡ μοναδικὴ ἀφορμὴ ὀξύτητος καὶ διχασμοῦ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἡμεῖς, κύριοι βουλευταί, ἔχομεν ἐκπεφρασμένην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐξεφράσαμεν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, κατὰ τρόπον κατηγορηματικόν, ἡμεῖς λέγομεν ὄντος κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς ταχίστης διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος, εἴδομεν, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τὴν Κυβέρνησιν ἀρκούντως διαλλακτικήν. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ τὸ τονίσωμεν, μᾶς ἐπροξένησε χαρὰν μεγάλην. Καὶ δὲν τὴν εἴδομεν ἁπλῶς διαλλακτικὴν λόγοις, ἀλλὰ καὶ ἔργοις. Εἶπε σαφῶς ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς, ὅτι ἐὰν λόγοι ἐθνικῆς φύσεως καὶ σημασίας ἐπιβάλουν τὴν ἀναβολὴν τοῦ Δημοψηφίσματος ἐπί τινα χρόνον, ὅτι δὲν θὰ εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν θὰ στέρξῃ καὶ δὲν θὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναβολήν. Καὶ ἔτι περαιτέρω καθώρισεν ἡ Κυβέρνησις τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατ’ ἐμέ, οἱ λόγοι αὐτοὶ μοῦ φαίνονται ἰσχυροὶ καὶ νομίζομεν, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε ὑπ’ ὄψει τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτι δηλαδή, ἐὰν λόγοι τοιαύτης φύσεως ὑπάρξουν, θὰ ὀφείλῃ ἡ Κυβέρνησις, πρωτοβούλως ἐνεργοῦσα, νὰ εἰσηγηθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναβολὴν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ κατ’ ἄλλην χρονολογίαν ἀπὸ ἐκείνην τὴν καθορισθεῖσαν σταθερῶς. Διαφωνῶ ὅμως ριζικῶς καὶ τονίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ποσῶς σύμφωνος μὲ τὴν διατυπουμένην φορτικῶς καὶ ἐξακολουθητικῶς γνώμην ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ἀμετάθετον ἢ τὸ μεταθετὸν τῆς ἡμερομηνίας, ὀφείλει καὶ πρέπει νὰ συσχετισθῇ καὶ μὲ ἐκείνας τὰς περὶ ἀσφαλείας αἰτιάσεις. Καὶ εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ἐξηγήσω καὶ ἀναλύσω κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον τό, κατὰ τὴν κρίσιν μας, ἕωλον τῶν ἰσχυρισμῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶμαι εὐτυχὴς διότι μοῦ δίδεται ἡ εὐκαιρία, ὅπως διὰ τῆς ἐκ νέου ἀναλύσεως καὶ ἐπανεξετάσεως τοῦ ζητήματος, ὡς τοῦτο θέτει ἡ Ἀντιπολίτευσις, μοῦ δίδεται, λέγω, ἡ εὐκαιρία νὰ τονίσω ἔτι πλέον τὴν πεποίθησιν καὶ γνώμην μου, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους καὶ διὰ τὸ τοιοῦτον τοῦ λαοῦ, ἀπαράδεκτον, λέγω, κυρίως διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ συσχετίζωμεν τὸ ζήτημα τοῦ μεταθετοῦ ἢ μὴ τῆς ἡμερομηνίας διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος μὲ τοὺς λόγους τάξεως καὶ τοὺς λόγους ἀσφαλείας. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν τώρα, διατὶ εἶναι κατὰ τὴν πεποίθησίν μας λαϊκῶς ἀσύμφορον νὰ συσχετίσωμεν τὸ θέμα τῆς ἀσφαλείας μὲ τὸ τοιοῦτον τῆς ἐνεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος τὴν τακτικὴν ἡμερομηνίαν; Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ταπεινὴν ἀντίληψιν, κύριοι βουλευταί, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι κανεὶς σοφός, διὰ νὰ ἐννοήσῃ τοῦτο. Ὁ κοινότατος νοῦς, καθ’ ἡμᾶς, θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ ἀντιληφθῇ, διότι εἶναι τόσον ἁπλαῖ αἱ δικαιολογίαι, ὅταν, κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐπισήμου πλευρᾶς τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν ἀκουσθῇ καὶ βεβαιωθῇ, ὅτι ἡμεῖς συνδέομεν τὸ μεταθετὸν τῆς ταχθείσης ἡμερομηνίας διὰ τὸ Δημοψήφισμα μὲ ἐκεῖνο τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς τάξεως, νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει, ἐπαναλαμβάνομεν, νὰ εἶναι κανεὶς σοφός, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀρκετὸν ἁπλῶς νὰ ἔχῃ τὸν κοινὸν νοῦν, διὰ νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ σημαίνῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ ὡς μία παρόρμησις, ὡς ἕνα ἰσχυρὸν ἔναυσμα, ἰσχυρότατον μάλιστα, ὅπως ὠθήσῃ εἰς τὴν πανστρατιά, κατὰ τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου ἐξόρμησιν τοῦ Ἑλληνοσλαυϊκοῦ κομμουνισμοῦ. Ὅταν δηλαδὴ ἀντιληφθῇ ὁ κομμουνισμός, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Συνέλευσις προσπαθεῖ καὶ δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξάρτησιν τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος ἀπὸ τὸ βάθρον τῆς ὑπάρξεως τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς ἀναρχίας, τὴν ὁποίαν οὗτος κατεργάζεται. Τότε ὡς ἀναγκαῖον συνεπακόλουθον αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως τῆς Συνελεύσεως, θὰ εἶναι ἀσφαλῶς τοῦτο. Ἡ ἐξόρμησις δηλονότι δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων, δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ δι’ ὅλων τῶν μεθόδων, ἐξόρμησις κατὰ πολὺ σφοδροτέρα αὐτῆς τῆς σήμερον ἐμφανιζομένης, ἡ πανστρατιὰ τρόπον τινὰ ἐξόρμησις τοῦ ἀναρχοκομμουνισμοῦ, ἀφοῦ εἶναι σαφῶς εἰς αὐτὸν γνωστόν, ὅτι οὕτω ἐπιτυγχάνει τῶν σατανικῶν σκοπῶν του καὶ οὕτω καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς θὰ ὑποχρεώσῃ τελικῶς νὰ δεχθῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι πλέον δυνατὴ ἡ διενέργεια τοῦ Δημοψηφίσματος ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὐτέστιν τῆς ὑπάρξεως τῆς τρομοκρατίας καὶ τῆς ἐλλείψεως ἀσφαλείας. Συνεπῶς, κύριοι βουλευταί, θεωρῶ ἀπαραίτητον καὶ ἀναγκαίαν τὴν ἐπὶ τὰ πρόσω πρόοδον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω αὐτήν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μεταθετὸν ἢ μὴ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Δημοψηφίσματος, νὰ τὸ ἀποφασίσῃ μόνον, ὅταν τοῦτο ἐπιστῇ ἀνάγκη νὰ τὸ συνδέσῃ μὲ τὰ Ἐθνικὰ ἡμῶν ζητήματα, ὅπως φερ’ εἰπεῖν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ζήτημα τῆς συνδιασκέψεως τῆς εἰρήνης, ἢ καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἤθελον τυχὸν προκύψει ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν διεθνῶν πραγμάτων, ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι νομίζομεν τοῦ παρόντος ν’ ἀπαριθμήσωμεν καὶ ἀναφέρωμεν, ἀλλὰ διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἴμεθα, καὶ ἡμεῖς τοὐλάχιστον εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, ὅταν τὰ ἀντιμετωπίσῃ, καὶ ὅταν τὰ θεωρήσῃ ὡς τοιαῦτα σοβαρᾶς μορφῆς, τότε θὰ ἐμφανισθῇ καὶ πάλιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος ἡμῶν καὶ θὰ ζητήσῃ μόνη της τὴν ἀναβολὴν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ τὸν προσδιορισμὸν αὐτοῦ εἰς ἄλλην τακτὴν ἡμερομηνίαν. Πιστεύομεν πάλιν ἐξ ἄλλου, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὕρισκεν, ὅτι ἡ διενέργεια τοῦ Δημοψηφίσματος τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, δὲν εἶναι πρᾶξις τοιαύτη εὑρισκομένη ἐν ἀπολύτῳ ἁρμονίᾳ μὲ τὴν θέλησιν τῶν Συμμάχων μας, πιστεύομεν, λέγω, εἴμεθα μᾶλλον βέβαιοι, ὅτι θὰ εἶχε τὴν παρρησίαν νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος ἡμῶν καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι αὐτοπροαιρέτως προτείνει τὴν ἀναβολὴν τοῦ δημοψηφίσματος. Καὶ τοῦτο λέγομεν διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τοὺς κατὰ ἀσθενῆ τρόπον προβληθέντας ἐπὶ τοῦ θέματος ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ δεύτερον κύριον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον προβάλλει ἡ Ἀντιπολίτευσις, πρέπει, κατὰ τὴν ἐμὴν ταπεινὴν γνώμην, νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἑξῆς αὐτοῦ ἁπλῆν ὄψιν: Ὅταν δηλαδὴ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀσφαλείας καὶ τάξεως θὰ ὀφείλωμεν νὰ θεωρήσωμεν τὰς ἐννοίας ταύτας ὡς ἀπολύτως σχετιζομένας μὲ τὴν πλήρη διαπίστωσιν ἀπὸ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέβαλε πᾶσαν αὐτῆς προσπάθειαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ ἐπιτύχῃ, ὅπως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος ἀποκτήσῃ τὴν δυνατότητα τὸ σύνολον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις του ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπιδιώξεις ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ κυρίως ὅπως δώσῃ τὸ μέσον εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἰδίᾳ τὸν ἀντιφρονοῦντα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ μέσον καὶ τὴν εὔλογον ἐκείνην δικαιολογίαν, τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ ἦτο ἀπαραίτητον καὶ τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐπιθυμεῖ καὶ ποθεῖ νὰ ἔχῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὸ ὁποῖον, λέγομεν, θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ θεωρήσῃ καὶ παραδεχθῇ, ὡς τελικῶς καὶ ὁριστικῶς ἐκκαθαρισθεῖσαν τὴν καθεστωτικὴν ἐκκρεμότητα. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου καὶ πρὸς διασφάλισιν τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν, ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἔκαμε μίαν πρότασιν, διὰ τὴν ὁποίαν, ἂν καλῶς ἠννόησα, ἤκουσα, χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ καθορίσω ἀπὸ ποίαν πλευρὰν τοῦτο προῆλθε καὶ ποῖος ὁ ὁμιλήσας, ἤκουσα, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε μὲν τὴν πρότασιν αὐτὴν περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν προκειμένου νὰ ἐξασφαλισθοῦν ὅροι ἀδιαβλήτου διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀλλ’ ὅτι ἐν συνεχείᾳ ἀπέσυρε ταύτην. Ὁμολογῶ, ὅτι ἕως αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποῦ ὁ ὁμιλήσας ἢ οἱ ὁμιλήσαντες τὴν γνώμην των ταύτην ἐβάσισαν.
§70Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἀφοῦ δὲν ἐπέρχεται συμφωνία εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος, εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα συμμετοχῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§71Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐὰν καλῶς ἡρμήνευσα τοὺς λόγους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σήμερον καὶ καλῶς ἀντελήφθην τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν ἐλέχθη τοιοῦτον τι τοὐλάχιστον κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλη τις ἄλλοθεν πληροφορία. Γεγονὸς εἶναι τοῦτο, ὅτι: Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, συνεχίσθη ἡ προσπάθεια πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην καὶ μέχρι τέλους δὲν ἀντελήφθημεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπαναχωροῦντα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐν λόγῳ θέμα.
§72Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ φυσικὴ σειρὰ θὰ ἦτο ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνου πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν συνεννοήσεών του. Ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως αὐτῆς θὰ ἐβασίζαμεν καὶ ἡμεῖς τὰς σκέψεις μας.
§73Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἔχετε δίκαιον ἐπ’ αὐτοῦ καὶ συμφωνῶ μαζί σας, ἀλλὰ μιὰ ποὺ ἤρχισεν ἡ δευτερολογία τῶν Ἀρχηγῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων καὶ ἠναγκάσθην καὶ ἐγὼ νὰ δευτερολογήσω, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς λόγους ὑμῶν, ὅπως καὶ εἰς αὐτοὺς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μανουηλίδου καὶ τοῦ φίλου καὶ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ἔρχεται, ὡς εἶναι φυσικὸν πάλιν τὸ ζήτημα τῆς ὑπαναχωρήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, δὲν νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν λόγους οἱουσδήποτε νά ψέγωμεν αὐτόν, ἐφ’ ὅσον, ὡς πιστεύομεν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤλλαξε ποσῶς γνώμην ἐπὶ τοῦ τόσον σοβαροῦ αὐτοῦ ζητήματος.
§74Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἁρμόδιος νὰ κάμῃ δήλωσιν ἐὰν ὑφίσταται ἡ πρότασις, εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§75Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑφίσταται.
§76Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Μᾶς δίδει κατόπιν τῆς δηλώσεως αὐτῆς μίαν εὐκαιρίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπωμεν ὀλίγα λόγια ἐπ’ αὐτοῦ. Μένει συνεπῶς, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀδιάβλητον αὐτοῦ καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ τοῦτο ἀδιάβλητον πρέπει, κατὰ τὴν γνώμην μας, νὰ εἶναι συνδεδεμένον μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἐὰν ὡς Ἀντιπολίτευσις μετείχομεν τῆς Κυβερνήσεως, ὁπότε οὕτω καὶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παρακολουθήσωμεν τὰς ἀγαθὰς καὶ εἰλικρινεῖς προθέσεις ὄχι μόνον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, θέλω δὲ νὰ πιστεύω εἰς τὴν εἰλικρινῆ πρόθεσιν καὶ τοῦ συνόλου τῆς Συμπολιτεύσεως. Διότι θὰ ἦτο, καθ’ ἡμᾶς, κατώτερον τῆς νοημοσύνης Κυβερνήσεως καὶ Συμπολιτεύσεως ἐὰν ἐνομίζαμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ παράγοντες οὗτοι νὰ ἔχωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ διάφορον ἡμῶν γνώμην. Δὲν παίζει κανένα ρόλον τὸ ὅτι καμμιὰ φορὰ δημιουργοῦνται ἀντιθέσεις. Εἶναι φυσικὸν τοῦτο, διότι δυστυχῶς ἔχομεν μέσα μας ὅλοι τὸ μικρόβιον τῆς ὀξύτητος καὶ τὴν τάσιν τῆς ἀντεγκλήσεως. Τοῦτο μόνον, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, ὡς Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν. Ἐὰν δηλαδὴ ὑπάρχῃ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ νομίζῃ, ὅτι δὲν συμφέρει σήμερον ἡ ταχεῖα διεξαγωγὴ τοῦ Δημοψηφίσματος, τόσον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ὅσον καὶ εἰς τὴν καταβαλλομένην ἱστορικὴν προσπάθειάν μας πρὸς ἀναδημιουργίαν, νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, λέγομεν, νὰ εἴπωμεν ὅτι, ὁ οἱοσδήποτε τοιοῦτος, ποὺ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει, δὲν σκέπτεται, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὀρθῶς καὶ μάλιστα, ἴσως νὰ φανῇ τοῦτο ὑπερβολή, νομίζομεν, ὅτι σκέπτεται κακῶς ἀκόμη καὶ ἐγκληματικῶς. Ἐφ’ ὅσον, συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ, ὅπως μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ σκέπτεται, ὅπως καλέσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν πρὸς συμμετοχὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ σκοπὸν τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀντιμετώπισιν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἀδιαβλήτου τοῦ Δημοψηφίσματος, πιστεύομεν, ὅτι τούτου ἐπιτυγχανομένου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ ἀδιάβλητον τοῦ Δημοψηφίσματος, διότι τότε ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ μία στοιχειώδης τάξις καὶ μία σταθερὰ ἀσφάλεια. Τὰ προβαλλόμενα ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπὸ μέρους ἐνίων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι τόσον φαοδειαὶ αἰτιολογίαι, ὥστε θὰ ἠδύνατο ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς βουλομένους νὰ ἐξεύρῃ εἰς πᾶσαν στιγμὴν μίαν οἱανδήποτε ἀφορμὴν διαβολῆς αὐτοῦ. Θὰ δύναται δηλαδὴ ὁ καθεὶς μίαν ἐξόρμησιν τοῦ ἀναρχοκομμουνισμοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἢ καὶ ὀλίγον πρὸ τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς αἰτίαν διαβολῆς αὐτοῦ, καὶ τότε, κύριοι βουλευταί, ποῖον νομίζετε, ὅτι θὰ εἶναι τὸ ἐπακόλουθον; Κλάψατε, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην καὶ τὴν Βουλήν, κλάψατε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ κλάψατε ἀκόμα ἡμᾶς ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ ἐὰν θέλετε διὰ νὰ εἶναι ὠμότερος, ἀποφασίσατε νὰ λάβητε μόνοι σας τὸ κώνειον, διότι μόνον οὕτω θὰ δυνηθῆτε νὰ εἴπητε, ὅτι ἐξεπληρώσατε τοὐλάχιστον διὰ τοῦ μέσου αὐτοῦ, τὸ ὕστατον πρὸς τὴν Πατρίδα μας χρέος. Τὰ ἐὰν καὶ τὰ ἐφ’ ὅσον πρέπει, καθ’ ἡμᾶς, νὰ λείψουν καὶ πρέπει ὅλοι μαζί, νὰ συνδράμωμεν τὴν Κυβέρνησιν μὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦμεν νὰ προσφέρωμεν ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἐφ’ ὅσον, τὸ τονίζομεν κατὰ κόρον, αἱ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ ἀγαθαὶ καὶ εἰλικρινεῖς. Καὶ τοιαύτην θὰ ἠθέλαμεν ἡμεῖς, πράγματι, τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἵνα οὕτως τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος, τὴν ἀβίαστον δηλονότι ἀπόφασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δεχθῶμεν ἅπαντες ὡς ὁριστικὴν τοιαύτην καὶ ὡς τερματίζουσαν τέλος τὴν πολιτειακήν μας διένεξιν καὶ πάλην. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦτο, ἤτοι τὸν τερματισμὸν τῆς ἀντιθέσεως ἐπὶ τοῦ καθεστωτικοῦ δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ προσθέσωμεν καὶ τοῦτο. Ὅπως διεγνώσαμεν κατὰ τὴν σημερινὴν σύσκεψιν τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Ἀρχηγῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων, ἡγουμένου μάλιστα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων σεβαστοῦ μου κ. Σοφούλη καὶ ὅπως ἐν συνεχείᾳ καὶ οἱ ἄλλοι Ἀρχηγοὶ ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἐδήλωσαν, συνηγάγομεν τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Ἐὰν τουτέστιν αἱ ἀγαθαὶ καὶ εἰλικρινεῖς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν περιορισθοῦν εἰς λόγους μόνον, ὅπως ἡμεῖς εἴμεθα βέβαιοι τόσον αὐτὸς πρῶτος, ὅσον καὶ οἱ λοιποὶ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, θὰ ἀποδεχθοῦν τὸ ἀποτέλεσμα, οἱονδήποτε καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ καὶ θὰ σεβασθοῦν ἀπολύτως τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§77Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπα, στηρίζονται εἰς τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Σοφούλη εἰς τὴν ἀποψινὴν σύσκεψιν τοῦ κόμματος εἰς τὴν λέσχην τῶν Φιλελευθέρων. Ὁ κ. Σοφούλης ἀνεκοίνωσεν, ὅτι δὲν νομίζει, ὅτι ἡ συμμετοχὴ μελῶν τινων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελεῖ ἐγγύησιν διὰ τὴν συμμετοχὴν τοῦ Δημοψηφίσματος. Νομίζει, ὅτι ἐὰν τὸ θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος θεωρηθῇ ὑπερκομματικόν, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀνασχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν Προεδρείαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας, οὕτως ὥστε καὶ τοῦτο τὸ θέμα νὰ κανονισθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος. Ἀλλ’ εἶπεν ἕνα ἄλλο ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἐὰν τὸ Δημοψήφισμα γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ὁμοφώνου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, δηλῶ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ νὰ ζήσῃ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Πολιτεύματος ποὺ θὰ ἀποφασίσῃ ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον βεβαίως, ὅτι τὴν ἰδίαν ὑποχρέωσιν θὰ ἀναλάβουν καὶ τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουν τὴν Βασιλείαν, ἡμεῖς τὸ τονίζομεν, ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, θὰ τὴν ἀναγνωρίσωμεν.
§78Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μᾶς λέγει ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν Φιλελευθέρων ἢ στέργετε νὰ γίνῃ ἀνασχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ὅπως τὸν θέλομεν ἡμεῖς, ἢ...
§79Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι, φίλτατε κ. Κουλουμβάκη, δὲν ἐλέχθη τοιοῦτον τι εἰς τὴν σημερινήν, τοὐλάχιστον, σύσκεψιν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Σοφούλη. Δὲν ὑπάρχει μάλιστα, ἂν καλῶς διέγνωσα, τοιαύτη πρόθεσις. Ὁ ἀξιότιμος κ. Σοφούλης εἶπεν ἁπλῶς, ὅτι ἐὰν συμμετεῖχε ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μίαν Κυβέρνησιν ὅμως ἀνασχηματιζομένην κατὰ ἕνα ἱκανοποιητικὸν τρόπον, ὅτι τὸ Κόμμα του θὰ ἀνεγνώριζεν ἀσμένως τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦτο. Εἴτε δηλαδὴ ἂν τοῦτο ἦτο ὑπὲρ τῆς Ἀβασιλεύτου, ἢ τοῦτο ἀπέβαινεν ὑπὲρ τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Ὁμολογῶ μόνον, ὅτι δὲν ἀπεσαφήνισε ἕνα μόνον σημεῖον. Ἂν μαζὶ μὲ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἠξίωσε νὰ λυθῇ καὶ ρυθμισθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς τακτῆς ἡμερομηνίας, ἢ τῆς μεταθέσεως τῆς ἡμερομηνίας ταύτης εἰς ἄλλην τοιαύτην, ἢ ἐὰν ἐξακολουθητικῶς ἐξήρτει τὸ μεταθετὸν τῆς χρονολογίας διεξαγωγῆς ἀπὸ τὸ θέμα τῆς Ἀσφαλείας καὶ τῆς τάξεως. Αὐτὰ τὰ θέματα, μοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν τὰ ξεκαθάρισε πλήρως, ἂν καλῶς ἀντελήφθην τὰς διατυπωθείσας ἀντιρρήσεις του.
§80Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ὡμίλησε περὶ αὐτοῦ. Εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ γίνῃ γνήσιον τὸ Δημοψήφισμα.
§81Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἄν εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σοφούλη ὑπῆρχε καὶ ἄλλη τις σκέψις. Ἐὰν δηλονότι ἐπεθύμει, ὅπως ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως περὶ συμμετοχῆς εἰς αὐτὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γίνῃ κατὰ πλέον ἐπίσημον καὶ σαφῆ τρόπον, ἵνα τότε μόνον σκεφθῇ ἂν θὰ ἀποδεχθῇ ταύτην. Καὶ ἐὰν τέλος, ἀποδεχόμενος τὴν οὑτωσὶ γενομένην πρότασιν, ὁ κ. Σοφούλης μετάσχῃ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Κόμμα Φιλελευθέρων, ἂν λέγω, ἐξεπληροῦτο μία τοιαύτη τις ἐπιθυμία του καὶ συμμετέχων τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἤθελεν μετὰ τὴν συμμετοχὴν νὰ ἐμφανισθῇ καὶ πάλιν ζήτημα τάξεως καὶ ἀσφαλείας, αὐτό, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἂν κατὰ φρένας εἶχεν ὁ κ. Σοφούλης. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἄν τοιοῦτόν τι εἶχε κατὰ νοῦν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην πὼς τότε πᾶσα ἰδέα συμμετοχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἄνευ τινὸς λόγου, ἐφ’ ὅσον καὶ μετὰ τὴν συμμετοχήν, θὰ διῃωνίζετο ἡ προσπάθεια ἀναβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Μία τοιαύτη σκέψις θὰ ὡδήγει εἰς ἕνα φαῦλον κύκλον κατὰ τὴν ταπεινήν μας γνώμην. Μόνον ἂν μετὰ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως ἠρνεῖτο τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παραμένον αὐτὸ καὶ μόνον αὐτό, ἔξω αὐτῆς, μόνον, λέγομεν, τότε θὰ ἐδικαιολογεῖτο νὰ φέρῃ τὰς ὅσας προβάλλει σήμερα ἀντιρρήσεις. Διότι οὕτω θὰ διηυκολύνετο, ὅπως ἐξακολουθήσῃ νὰ διατηρῇ εἰς τὸ διηνεκὲς τὴν ἄρνησιν καὶ ἀντίθεσίν του, ὅσον ἀφορᾷ τὸ διαβλητὸν τοῦ Δημοψηφίσματος, ἐφ’ ὅσον τὸ διαβλητὸν αὐτοῦ θὰ δύναται νὰ στηρίζῃ ἐξακολουθητικῶς ἐπὶ τῆς δικαιολογίας τῆς ἐλλείψεως τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Ἀλλὰ θὰ εἴπω, κύριοι βουλευταί, κάτι τι, τὸ ὁποῖον πιθανῶς νὰ θεωρηθῇ τολμηρόν. Δὲν θεωρῶ, ὅτι εἶναι ὑπερβολικόν, ἂν παραλληλίσω τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ Ὑπουργοί του, τὸ ἔργον δηλαδή, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ν’ ἀνασυγκροτήσῃ τὴν χώραν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ λύσῃ ὁριστικὰ καὶ τελικὰ τὸ τεράστιον πρόβλημα, τὸ πρόβλημα τὸ πολιτειακόν, δὲν θεωρῶ, λέγω, ὅτι εἶναι ὑπερβολικόν, ἂν τὸ ἔργον αὐτὸ τὸ χαρακτηρίσω ὡς ἕνα γολγοθᾶν, ὡς μίαν ἄνοδον ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ. Κατ’ ἐμέ, πάντως, προέχον καὶ ἀσυγκρίτως σημαντικώτερον καὶ αὐτῆς τῆς ἀνασυγκροτήσεως, εἶναι τῆς λύσεως τοῦ πολιτειακοῦ προβλήματος, διότι οὐδεμία, πιστεύω, ἀνασυγκρότησις δύναται νὰ ἐπιτύχῃ μὲ ὅσας καὶ ἂν καταβάλῃ ἡ Κυβέρνησις προσπαθείας, χωρὶς τὴν ὁριστικὴν καὶ ταχίστην ρύθμισιν τοῦ θεμελιώδους, τοῦ ζωτικοῦ, τοῦ βασικοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Δὲν βαδίζει, τονίζω τοῦτο, κανὲν ὁμαλόν, ὡραῖον καὶ ἀνθόσπαρτον δρόμον ἡ Κυβέρνησις. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι βουλευταί, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη πρὸ τοσοῦτον κρισίμων καὶ τοσοῦτον σκληρῶν περιστάσεων. Οὐδέποτε ἀντιμετώπισε τόσον τεράστια καὶ τόσον πολύπλοκα ζητήματα, ζητήματα καὶ προβλήματα, τὰ ὁποῖα νὰ συνδέωνται ἀπολύτως μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἐπιβίωσιν τῆς χώρας μας. Θὰ κάνω, λοιπόν, καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ τοῦτο, μίαν εἰλικρινῆ παραίνεσιν πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν, ἐφ’ ὅσον νομίζω, ὅτι παρέλκει, νὰ τὴν κάνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἔχω διαγνώσει, νομίζω σαφῶς, ὅταν εἴπω, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν αἰσθάνονται ἅπαντες οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅτι τὸν ἀκάνθινον στέφανον, τὸν στέφανον τοῦ μαρτυρίου, φέρουν ὅλοι οἱ παρακείμενοι κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. Πρόεδρος, θὰ κάνω, λέγω, μίαν παραίνεσιν εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, διότι ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἄλλην καλυτέραν εὐχὴν δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐκφέρῃ κανεὶς ἀπὸ ἐκείνην ποὺ θὰ ἐπιτύγχανε τὴν μετάθεσιν ἑνὸς μέρους τῶν εὐθυνῶν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τῶν μετεχόντων εἰς αὐτὴν εἰς ἄλλας κεφαλάς. Θὰ συμβουλεύσω, λοιπόν, τὴν Συμπολίτευσιν, ὅπως ἀκούσῃ τοῦτο, τὸ ἁπλοῦν καὶ ἀπολύτως εἰλικρινές. Νὰ μὴ ξενίζεται, διότι ἡ Κυβέρνησις διετύπωσε τὴν πρότασιν ἐκείνην, περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Νὰ εἶναι βεβαία, ὅτι τοῦτο δὲν σημαίνει ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων της, ὡς Συμπολιτεύσεως. Δὲν γνωρίζω ἂν τυχὸν καμμιὰ φορὰ εὑρεθῶ εἰς παρομοίαν θέσιν μὲ αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις. Πάντως δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ἂν τυχὸν εὑρεθῶ, τότε θὰ μὲ ἀκούσητε λέγοντα: «Παρελθέτω τὸ ποτήριον τοῦτο ἀπ’ ἐμοῦ» καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ μὲ ἴδητε καλοῦντα ὑμᾶς, ὅπως ἔλθητε καὶ κυβερνήσετε σεῖς τὸν τόπον, ἂν αἰσθάνεσθε ἑαυτοὺς ἱκανωτέρους ἀπὸ ἐμέ, διὰ τοῦτο. Δὲν πρόκειται ὅμως ποσῶς περὶ αὐτοῦ σήμερον, ὅπως τινὲς ἐξ ὑμῶν κύριοι, ἀφῆκαν νὰ ὑποπτευθῇ, ὅτι φοβοῦνται καὶ ὅπως καὶ ὁ κ. Κουλουμβάκης θορυβηθείς, ὑπαινίχθη. Ἐὰν μάλιστα θέλετε, νομίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κάθε ἄλλο ἐπιδιώκει σήμερον, παρὰ αὐτὸ ποὺ φοβεῖσθε. Δὲν δύναται δηλαδὴ νὰ παραχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν θέσιν της εἰς αὐτήν. Τονίζω τοῦτο καὶ τὸ τονίζω κατὰ τὸν ἐπισημότερον τρόπον. Ἐπιζητεῖ ὅλως τὸ ἀντίθετον. Μὴ νομίσητε, ὅτι προφητεύω ἢ ἐπιχειρῶ νὰ μαντεύσω ἂν σᾶς ἔλεγα, ὅτι εἶμαι βέβαιος καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω κάμει ἀσφαλῆ τὴν διάγνωσιν. Ἔχω, λοιπόν, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἕνα στοιχεῖον εἰς τὸ ὁποῖον προσπαθεῖ καὶ θὰ προσπαθήσῃ καὶ μὴ πλανᾶσθε κύριοι, λέγω, στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ προσπαθήσῃ νὰ κρατήσῃ δι’ ἑαυτὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶναι τὸ στοιχεῖον τοῦ νὰ ἀποφύγῃ πάσῃ θυσίᾳ νὰ συμμετάσχῃ ἢ νὰ διαδεχθῇ σήμερον τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶναι τοῦτο τοῖς πᾶσι νοητὸν καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἔστω καὶ εἷς ἀκόμη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ ἀντιληφθῇ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἔκαμνε τὰ ἀδύνατα δυνατά, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν εἴσοδόν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ νὰ διαδεχθῇ ταύτην, διότι θὰ ἦτο ἀσφαλῶς τρέλλα, διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Λαδᾶ, ἐὰν μετεῖχε τῶν σημερινῶν τεραστίων εὐθυνῶν, εὐθυνῶν τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ὁ χαρακτηρισμός, μόνη της ἡ Συμπολίτευσις, ἐνῷ διαβλέπει, ὅτι ὁ ὄγκος τῶν τόσων δυσεπιλύτων προβλημάτων εἶναι ὑπὲρ ἐπαρκὴς νὰ φθείρῃ ὄχι μίαν, ἀλλὰ καὶ περισσοτέρας ἀκόμη καὶ ἰσχυροτέρας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τὴν φθορὰν αὐτὴν αἰσθάνεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι μόνον αὐτὴ θὰ καρπωθῇ. Συνεπῶς μὴ φοβῆσθε καὶ μὴ κόπτεσθε διὰ τὴν μονολιθικὴν ἐμφάνισίν σας τὴν Κυβερνητικήν. Οὐδείς, ἀπολύτως οὐδείς, βεβαιωθῆτε ἀπειλεῖ τὴν συνοχήν σας, τὴν Κυβερνητικήν.
§82Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι, οὔτε ὑπαινίχθη ἁπλῶς καὶ ἑπομένως ἀπηντήσατε εἰς κάτι τὸ ὁποῖον δὲν ἐλέχθη.
§83Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἀκόμη καλλίτερα, ἂν κακῶς ἀντελήφθην τὴν διακοπήν σας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναιρῶ ὅσα εἶπα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ ἐπιμένω ἐξακολουθητικῶς ἐπὶ τῆς παραινέσεως ποὺ ἔκανα πρὸς τὴν συμπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἐχομένη στερρῶς καὶ ζηλοτύπως τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ἀπέκτησε κατόπιν τῆς ἀβιάστου ἐτυμηγορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, βροντοφωνεῖ καὶ διαλαλεῖ τοῦτο: Ὅτι δικαιώματα ἀναφαίρετα ὡσὰν αὐτὰ ποὺ τῆς ἔδωκεν ὁ λαός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ κλείων τὸν λόγον μου ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω καὶ πάλιν, καὶ συγχωρῆστε μου τὴν ἐπιμονήν μου, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἄν κατὰ τύχην ἐγινόμην Τσαλδάρης καὶ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἰδίαν μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως θέσιν, εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν οὗτος εὑρίσκεται σήμερον, ἄλλην εὐχὴν καλυτέραν δὲν θὰ εἶχον νὰ κάμω, ἀπὸ τὴν εὐχὴν τοῦ νὰ εὑρεθῇ ὁ ἱκανώτερος καὶ θαρραλεώτερος ἐμοῦ ὅστις νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τῶν τεραστίων τούτων εὐθυνῶν. Δὲν θὰ ἔλεγον ἁπλῶς εἰς τὸν ἐπιζητοῦντα τὴν διαδοχήν μου «πάταξον μέν, ἄκουσον δέ», ἀλλὰ θὰ προσέθετα «πάταξον κύριε διάδοχέ μου ἢ διάδοχοί μου καὶ ἐλᾶτε νὰ κυβερνήσετε τὴν Ἑλλάδα σεῖς, σεῖς οἱ ὁποῖοι νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἱκανοὶ νὰ φέρητε εἰς πέρας εὐτυχὲς τὸ βαρὺ ἔργον, τὸ δυσκολώτατον τοῦτο ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἡ Κυβέρνησίς μου. Αὐτά, κύριοι, θὰ ἔλεγα καὶ θὰ ἔπραττα ἐγώ, ἂν κατὰ ἕνα μαγικὸν τρόπον ἐγενόμην Τσαλδάρης καὶ ἂν εἶχα ἀπέναντί μου ἱκανωτέρους ἐμοῦ ἀπαιτητάς. Ὑπάρχει ὅμως ἓν ἄλλο θέμα, κύριοι βουλευταί, θέμα τὸ ὁποῖον τείνει νὰ λάβῃ τὴν μορφήν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ διατύπωσις, τόσον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς τοιαύτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ προσομοιασθῇ, λέγω, μὲ ἐκεῖνο τὸ ἀξιωματικὸν ρῆμα τῶν προγόνων μας. Ἔλεγαν, δηλαδή, οἱ πρόγονοί μας ἐπὶ παρομοίων περιπτώσεων «ἐρίζομεν περὶ ὄνου σκιᾶς». Μὴ προσπαθήσετε νὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ σᾶς εἴπω ποῖος ἐν προκειμένῳ ὁ ὄνος, ποία ἡ σκιὰ καὶ ποῖοι οἱ ἐρίζοντες περὶ αὐτῆς. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ θίξω οὐδένα ἐξ ὑμῶν. Ἐρίζομεν ὅμως, πράγματι, «περὶ ὄνου σκιᾶς». Ἡμεῖς, κύριοι, τὸ Ἐθνικὸν κόμμα Ἑλλάδος, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, οὐσιαστικοὶ καὶ σαφεῖς ὅπως εἴμεθα καὶ ἁπλοῖ τὴν ἔκφρασιν τόσον τῶν σκέψεων καὶ ἰδεῶν μας, ὅπως καὶ τῶν πεποιθήσεών μας, εἴπομεν, κύριοι βουλευταί, κατὰ τρόπον ἀναμφισβητήτως σαφῆ, ὅπως θὰ ἐπεθύμει ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ τοσοῦτον εὐχεραίνοντες τὴν Κυβέρνησιν, ἐφ’ ὅσον ἐνομίζαμεν ὅτι θὰ εὐχέραινε ταύτην. Εἴπομεν, λέγομεν, τὴν γνώμην μας. Ἐτοποθετήσαμεν τὸ ζήτημα ἐπάνω εἰς τὴν οὐσίαν καὶ διετυπώσαμεν, εἰς τὴν πρότασιν τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος κατὰ τὸν κατηγορηματικὸν τρόπον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κυρίως καὶ πρωτίστως ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ σήμερον Συμπολίτευσιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν. Εἴπομεν, λοιπόν, εὐθέως καὶ μετὰ παρρησίας, ὅτι πρέπει ὅλοι νὰ συμφωνήσωμεν εἰς τὸ ὅτι εἶναι Ἐθνικὴ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, ἐν πνεύματι ἀμοιβαίας κατανοήσεως, νὰ συμπράξωμεν καὶ νὰ εὕρωμεν τὸν καλύτερον τρόπον ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ λύσωμεν τελειωτικῶς καὶ ὁριστικῶς καὶ χωρὶς πλέον παρερμηνείας καὶ ἀντιρρήσεις τὸ πολιτειακόν. Ἐτονίσαμεν, ὅτι ὀφείλομεν ὁπωσδήποτε καὶ τὸ ταχύτερον, νὰ ἔχωμεν τὸν τρόπον τῆς τακτοποιήσεως τοῦ τόσον οὐσιώδους αὐτοῦ, διὰ τὴν χώραν, ζητήματος. Ἀλλ’ ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν πρέπει ν’ ἀφήνῃ καμμίαν αἰχμὴν κανενὸς εἴδους ἀρνήσεις, τοὐλάχιστον, ὅσον ἀφορᾷ τὰς αἰτιάσεις τῆς ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ τρόπος ὅμως αὐτὸς συγχρόνως πρέπει νὰ εὐχεράνῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ καταδείξῃ ἐκδήλως τὰς ἀγαθάς της προθέσεις. Καὶ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὸ ψήφισμά της: Θὰ κάμω Δημοψήφισμα καὶ θὰ θέσω πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ ἐρώτημα: Τί θέλετε; Θέλετε τὸν Βασιλέα Γεώργιον ἢ ἐπιθυμεῖτε τὸ λευκόν; ἢ ἂς εἴπωμεν, τὸ «τίποτε», διὰ νὰ φανῶμεν εὐχάριστοι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν....
§84Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ «λευκὸν» θὰ εἴπῃ τίποτε.
§85Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Θέλετε εἰς τὸ λευκὸν ψηφοδέλτιον νὰ γράψητε «λαοκρατία» ἢ «δημοκρατία»;
§86Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τίποτε, νὰ γράψῃ ὁ καθένας ὅ,τι θέλει.
§87Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Νὰ ψηφίσῃ ὅ,τι θέλει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀλλὰ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι «Σακκουλές», διὰ νὰ γράψῃ ὅ,τι τοῦ ποῦμε, θὰ γράψῃ ὅ,τι θέλει.
§88Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἀφῆστε, παρακαλῶ πολύ, τὰς ἀντεγκλήσεις, κ. Μαντούβαλε, θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Σίδερην καὶ πεισθῆτε ὅτι θὰ προσπαθήσω νὰ ὑπάρξω καταληπτὸς καὶ ἀκριβολόγος.
§89Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ἐνόμισα ὅτι βοηθῶ.
§90Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Πιστεύω ὄχι. Διότι δημιουργεῖται οὕτω πως μία ἀταξία. Ἔθεσε τέλος, ὅπως ἔθεσεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ περιβόητον αὐτὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον θὰ καταστῇ, ὅπως πιστεύω, ἱστορικὸν διότι ἐπὶ ὥρας μακρὰς ἂν ὄχι καὶ ἐπὶ ἡμέρας πολλάς, θὰ μᾶς ἀπασχολῇ εἰδικῶς τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Τὸ ἔθεσε, λοιπόν, ὅπως τὸ ἔθεσε τὸ ἐρώτημα ἡ Κυβέρνησις καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω χωρὶς δισταγμόν, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὅταν εἴδομεν οὕτω πως διατυπούμενον τὸ ἐρώτημα, διηρωτήθημεν καὶ διερωτώμεθα διατὶ ἆραγε αὐτὴ ἡ ἀσαφὴς διατύπωσις. Καὶ διὰ τοῦτο πρὶν ἔλθομεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἀκόμα ὀλίγον πρὶν ἀνέλθωμεν εἰς τὸ βῆμα, ἐξεφράσαμεν τὴν κατάπληξίν μας διὰ τὴν ἀνεξήγητον αὐτὴν διατύπωσιν καὶ ἐν συνεχείᾳ ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρότασίν μας καὶ εἴπαμεν πρὸς αὐτήν. Σκοπός μας σήμερον, ὅπως πιστεύομεν, εἶναι νὰ μεριμνήσωμεν εἰς τὸ πῶς νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ πολιτειακὴ ἐκκρεμότης. Καὶ μάλιστα, νομίζομεν, ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος, ὁ μοναδικός, δύναμαι νὰ εἴπω, ὁ πρωταρχικὸς καὶ τῆς σημερινῆς μας ἐδῶ παρουσίας. Δι’ αὐτὸ κυριώτατα ἐπεβάλλοντο αἱ ἐκλογαὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἀπελευθερώσεως. Καὶ συνεχίζοντες, εἴπαμεν, κύριοι, μὴ αὐταπατώμεθα καὶ ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἴτε θέλομεν νὰ τὸ δεχθῶμεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν, αὐτὴν τὴν μοναδικὴν ἑρμηνείαν ἔχουν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἢ ἐὰν ἐτάχθη μὲ τὴν πλευρὰν τῆς Συμπολιτεύσεως, ἢ ἐὰν ἐξεδηλώθη ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἕνα καὶ μόνον ἠθέλησε καὶ ἀπῄτησε. Τὸν τάχιστον τερματισμὸν τοῦ πολιτειακοῦ. Εἴπομεν, λέγω, καὶ πρὸς ἀμφοτέρας τὰς πολιτικὰς μερίδας, Συμπολίτευσιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν, τὰ πράγματα ὡς ἡμεῖς τὰ ἠννοήσαμεν καὶ τὰ ὁποῖα ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐν κυριολεξίᾳ δύνανται νὰ διατυπωθοῦν ὡς ἑξῆς: «Ἕλληνες βουλευταί, μᾶς ἐνετέλλετο ὁ λαός, μεταβῆτε ἐκεῖ ποὺ σᾶς στέλλομεν, συνθέσατε τὴν Βουλήν σας καὶ κυττάξετε νὰ λύσετε ἄμεσα, ὁριστικὰ καὶ τελειωτικὰ αὐτὸ τὸ ζήτημα». Αὐτό, τὸ διὰ τὴν κακήν μου μοῖραν, δημιουργηθὲν ἐκ τοῦ μὴ ὑπάρχειν καὶ τὸ ὁποῖον τείνει μὲ τὸν ὀξὺ τόνον ποὺ πῆρε νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἕνα νέον διχασμόν, διχασμὸν μάλιστα ἄνευ προηγουμένου. Κυττάξτε νὰ μοῦ λύσητε τὸ πολιτειακόν, ὅπως συνηθίσαμεν νὰ τὸ λέγωμεν. Τὸ ζήτημα τοῦτο δημιουργηθὲν εἰς στιγμάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν οὔτε τὴν ἐλαχιστοτάτην σύγκρισιν καὶ παραβολήν, συνεχίζει νὰ διατάσσῃ ὁ λαὸς μὲ τὰ ζητήματα ὁμοίας μορφῆς ἄλλων ἐποχῶν. Διότι, τίς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα τῆς αὔριον ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καὶ ἴχνη κἂν δυνατῆς συγκρίσεως καὶ παραβολῆς μὲ τὸ ἄλλο ἐκεῖνο Δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν εἰς τὰ 1924 ἢ τὸ Δημοψήφισμα ποὺ ἐγένετο ἀκόμα καὶ εἰς τὰ 1935, πῶς εἶναι δυνατόν, συνεχίζει ὁ λαὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ Δημοψηφίσματα ἐκεῖνα, δύνανται νὰ ἔχουν σημασίαν καὶ σοβαρότητα τοιαύτην, προσομοιάζουσαν ἔστω καὶ κατ’ ἴχνος μὲ τὸ τῆς τεραστίας σοβαρότητος καὶ σημασίας πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν σήμερον Δημοψήφισμα; Αὐτὰ ἐν ὀλίγοις, σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς μᾶς ἐνετείλατο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος συνεπὲς πρὸς τὴν ἐντολὴν καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν ὀρθὴν αὐτὴν διαίσθησιν καὶ κρίσιν τοῦ λαοῦ ἐχάραξε τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύσσω σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι βουλευταί. Καὶ προσθέτομεν καὶ τὸ Δημοψήφισμα τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο. Δὲν θέλομεν νὰ ἐξετάσωμε πῶς διεξήχθησαν καὶ διὰ ποίους λόγους κακῶς ἢ καλῶς ἐγένοντο. Ἕνα ὅμως ὑποχρεούμεθα νὰ εἴπωμεν. Ὅτι τότε, εἰς τὰ 1924 καὶ 1935 ἀντιμετωπίζαμεν ἕνα θέμα ἀντιθέσεως, ἀλλά, ἄς μᾶς ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ἕνα θέμα ὁμαλῆς ἀντιθέσεως, μιᾶς τρόπον τινὰ ἐνδοοικογενειακῆς τοιαύτης. Διότι καὶ ὅταν ἤλλασσον τὰ καθεστῶτα εἰς τὰς ὡς ἄνω δύο ἐποχὰς καὶ περιπτώσεις, δὲν ὑφίστατο ὁ τρομακτικὸς οὗτος κίνδυνος τῆς σήμερον ὁ τείνων ν’ ἀφανίσῃ τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα). Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἑνὸς Δημοψηφίσματος, ὅπως καὶ εἰς τὴν τοιαύτην τοῦ ἑτέρου, αἱ ὑπάρχουσαι ἀντιθέσεις ἐσήμαιναν ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν συνέχισιν καὶ τὴν διαιώνισιν τῶν ἀπὸ παραδόσεως καὶ ἀπὸ κληρονομίας ἢ καὶ ἀπὸ ἀτταβισμοῦ δύναμαι νὰ εἴπω, ἕξεων καὶ τάσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως τὸ ἔχει μέσα εἰς τὸ αἷμά του νὰ διαιρῆται καὶ διχονοῇ. Αἱ ἔριδες πάντως καὶ αἱ διχόνοιαι τῶν τότε ἐποχῶν, ἦσαν μία διαίρεσις, τρόπον τινά, ἐνδοοικογενειακῆς φύσεως. Καὶ ἐκ τῶν ὀξυτήτων καὶ διχασμῶν ἐκείνων δὲν ἐκινδυνεύαμεν νὰ πάθωμεν ὅ,τι σήμερον. Τὸ πολὺ–πολὺ νὰ ἐχάναμε ὅσα μὲ αἷμα καὶ θυσίας ἀπεκτήσαμε· ἡ Ἑλλὰς ὅμως, ὡς χώρα καὶ ὡς Ἔθνος θὰ ἐσώζετο καὶ ἑπομένως δὲν μᾶς ἔκανε καὶ μεγάλο κόπο νὰ βλέπωμεν τὴν ἐναλλαγὴν ποὺ εἴδαμε, εἴτε τὴν μίαν φορὰν ἀντὶ τοῦ σκούφου τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, τὸ στρατιωτικὸν πηλίκιον τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν ἄλλην ἀντὶ τοῦ στρατιωτικοῦ πηλικίου τοῦ Βασιλέως, τὸν σκοῦφον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Παρὰ τὰ μεγάλα κακὰ ποὺ ἐπέφεραν ἐκεῖναι αἱ κατάρατοι ὀξύτητες καὶ ἐναλλαγαί, ἐν τούτοις ἡ Ἑλλὰς ἔμενε καὶ πάλιν Ἑλλάς. Ἀλλὰ σήμερον δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἁπλῆ ἔστω σύγκρισις τῶν συνθηκῶν ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα πρὸς τὰς συνθήκας τῶν ἐποχῶν ἐκείνων ποὺ ἐζήσαμε μὲ τὶς φαγωσιές μας καὶ τοὺς διχασμούς μας; Τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα περὶ ἐνεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ ἡ τεραστία αὐτοῦ σημασία, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μου νὰ τονίσω καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους μας, τῆς φυλῆς μας, δύναμαι νὰ εἴπω. Ἀπὸ τὴν ἔκβασιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀδιάβλητον διεξαγωγήν του, ἐξαρτᾶται ἡ συνέχισις τῆς ἐπιβιώσεώς μας ὡς Ἔθνους, ὡς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Τὸ Ἔθνος ἡμῶν, κύριοι βουλευταί, τὸ βροντοφωνῶ, πιστεύω ὅτι, αὐτὴν τὴν στιγμήν, διατρέχει τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ τῆς Ἑλληνικῆς προσπαθείας οἱ τεράστιοι αὐτοὶ κίνδυνοι θὰ ἀποφευχθοῦν. Τὸ ἀντίθετον, μάλιστα, διατείνομαι, κύριοι. Νομίζω δηλαδή, ὅτι οἱαδήποτε προσπάθειά μας, ἔχουσα μονομερῆ χαρακτῆρα καὶ μὴ ἐνισχυομένη ὑπὸ τῶν συμμάχων μας, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ εἰς τὴν σωτηρίαν μας. Καὶ ἑπομένως ἄν παρέμεινεν ὡς προσπάθεια ἡμῶν μόνον, οὐδεμίαν σημασίαν μεγαλυτέραν ἐκείνης τοῦ ὁλοκαυτώματος ἑνὸς λαοῦ θὰ εἶχεν. Προσπάθεια καὶ ἀποτέλεσμα ἱστορικῆς βέβαια σημασίας ἐξαιρετικῆς, κατάληξις ὅμως ταύτης θὰ ἦτο ὁ ἀφανισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν ὅμως κατορθώσωμεν καὶ ἐπιτύχωμεν τὴν ἕνωσιν τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, θέτοντες ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ τὸν Ἐθνάρχην του, μὲ τὴν ἀβίαστον ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, τότε εἶμαι βέβαιος, ὅτι παρὰ τὸ δυσχερὲς τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ κληθῇ νὰ δώσῃ τὴν σκληρὰν μάχην, πρὸς ἐπιβίωσίν του, εἶμαι ἀκραδάντως πεπεισμένος, λέγω, ὅτι θὰ ἀποδείξῃ καὶ πάλιν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον, ὅτι εἶναι ἕνας μοναδικὸς εἰς τὸν κόσμον λαός, ἱκανὸς καί ἀποφασισμένος νὰ ἀγωνισθῇ καὶ ἀνταπεξέλθῃ πρὸς ὅλας ἀκόμη καὶ τὰς τραχυτέρας καὶ πάσης μορφῆς καὶ φύσεως κακὰς συνθήκας καὶ νὰ ἀναδειχθῇ, οἷος καὶ ἄλλοτε καὶ πάντοτε ἀνεδείχθη, ὡς ἕνας λαὸς ἄξιος τῶν πεπρωμένων του καὶ συνεπὴς πρὸς τὴν ἱστορίαν του καὶ συνεχιστὴς τοῦ ἐκ τῆς θείας προνοίας ταχθέντος εἰς αὐτὸν προορισμοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμοῦντες ὅπως ἅπαξ διὰ παντὸς τερματισθῇ ἡ φθοροποιὸς αὐτὴ πολιτειακὴ διαμάχη καὶ κρίσις, προετείναμεν ὅσα προετείναμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐποθήσαμεν, ὅπως ἀνεφέραμεν κατὰ τὴν προηγουμένην μας, πρὸς ὑμᾶς ὁμιλίαν, νὰ ἀναλάβωμεν τὸν ρόλον τοῦ εἰλικρινοῦς καὶ ἀνιδιοτελοῦς διαιτητοῦ. Διαιτητοῦ λέγομεν, ἀλλὰ ποίας μορφῆς καὶ ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν; διαιτητοῦ πρὸς ἐξομάλυνσιν τῶν μεταξὺ τῶν δύο ἀντιτιθεμένων διαφορῶν καὶ μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι θὰ πειθαρχήσωμεν καὶ θὰ δεχθῶμεν καὶ σεβασθῶμεν μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τὴν οἱανδήποτε ἀπόφασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴτε ἀποβῇ αὕτη ὑπὲρ τῆς «Βασιλευομένης», πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς, πρὸς τὸ καλὸν τοῦ Ἔθνους εὐχόμεθα καὶ ἐλπίζομεν, εἴτε ἀποβῇ αὕτη ὑπὲρ τῆς «Ἀβασιλεύτου» Δημοκρατίας. Καὶ κατὰ τὴν μίαν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην περίπτωσιν ἐπισήμως ὀμνύομεν, ὅτι δὲν θὰ πράξωμεν τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ καταδείξῃ, ὅτι τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος παραμένει πιστὸν εἰς τὰς ἐπαγγελίας καὶ προγραμματικάς του γραμμάς, μένει ὁ φρουρὸς καὶ ὁ πειθαρχικὸς ἐκτελεστὴς τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, ἐπαναλαμβάνομεν, παρακαλοῦμεν καὶ προτείνομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ μίαν ἔτι φοράν, νὰ λείψουν αἱ ἐμφιλοχωρήσασαι ὑπόνοιαι, κατὰ τὴν γνώμην μου ἔν τινι μέτρῳ δεδικαιολογημέναι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἃς ἐξέφρασε καὶ αἵτινες λέγουν, ὅτι ὅπως ἐτέθη ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἐρώτημα, δὲν συνάδει πρὸς μόνιμον, ὁριστικὴν καὶ παγίαν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἐμὴν γνώμην, καὶ κυρίως ἡ Συμπολίτευσις, νὰ συμβάλῃ δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ διὰ παντὸς τρόπου ὥστε νὰ λείψῃ πᾶσα ἀντιγνωμία καὶ οὐδεμία οἱασδήποτε μορφῆς ἀντίρρησις νὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ δι’ αὐτὸ ἐπροτείναμε τότε, προτείνομεν καὶ σήμερα, νὰ λείψουν τὰ λευκά. Ἀντὶ τοῦ λευκοῦ, ἂς ἀναγραφῇ ἡ θέλησις τῶν βουληφόρων πολιτῶν. Θέλετε Ἕλληνες Δημοκρατίαν; Γράψατε Δημοκρατίαν. Θέλετε Βασιλέα Γεώργιον; Γράψατε Βασιλέα Γεώργιον, μὲ τὴν πρόσθετον δήλωσιν καὶ διευκρίνησιν, ὅτι τὸ Βασιλεὺς Γεώργιος σημαίνει ἀναντιρρήτως Βασιλευομένην Δημοκρατίαν. Εἶναι τόσον λογικὴ ἡ πρότασίς μας, καὶ εἶναι τόσον σαφὴς καὶ καθαρά, ὥστε ὅπως εἶπα καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, εἶμαι αἰσιόδοξος καὶ θέλω νὰ τονίσω, ὅτι ὄχι μόνον ἐλπίζω, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι τελικῶς θὰ ἀρθοῦν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἀντιθέσεις τόσον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς τοιαύτης τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, παρὰ τὴν τετραγωνικῶς λογικὴν αὐτὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐλάβαμεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν θὰ τὴν ἀποδεχθῆτε τελικῶς καὶ οὕτω θὰ παύσωμεν ἐρίζοντες «περὶ ὄνου σκιᾶς». Ἤχθησαν μέχρι τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὡς μὴ ἔδει κατὰ τὴν γνώμην μας, ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξήχθησαν ὡς συμπεράσματα τῶν ὁμιλιῶν, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν σημερινὴν σύσκεψιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐγώ, τοὐλάχιστον, δὲν θὰ ἤθελα νὰ φθάσω εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ κάνω χρῆσιν αὐτῶν. Καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἐλάβαμε τὴν ἀπόφασιν νὰ κοινολογήσωμεν ὅσα ἐν τῇ συσκέψει διημείφθησαν, τοὐναντίον μάλιστα, ὕστερα ἀπὸ τὸν τόνον τῶν ὁμιλιῶν τῆς συσκέψεως αὐτῆς ἀφήνετο νὰ νοηθῇ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῶν διαμειφθέντων, ἐφ’ ὅσον, κατὰ τὴν ἰδικήν μου, τοὐλάχιστον, ἀντίληψιν, δὲν εἶχε τερματισθῆ ἡ συζήτησις καὶ δεδομένου, ὅτι δὲν εἶχεν ὁλοκληρωθῆ ἡ σκέψις καὶ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ὡλοκληροῦτο κατὰ τὸ λέγειν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν συνέλευσιν, ἡ ὁποία θὰ συνεκαλεῖτο τὸ ἀπόγευμα. Καὶ ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἀνέμενα τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξήρχετο τῆς συσκέψεως αὐτῆς τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν σύσκεψιν αὐτὴν τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς καὶ πάλιν εἶχα ὑπ’ ὄψει μου νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τόσον τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, ὅσον καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἐὰν ἐπετρέπετο νὰ φέρωμεν μέχρι τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὰ ὅσα εἰς τὴν σημερινὴν σύσκεψιν ἐλέχθησαν. Καὶ ναὶ μὲν ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὴν σημερινὴν σύσκεψιν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφάνη νὰ ἔχῃ τακτοποιήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα τόσον ἀρτίως, ὥστε νὰ παρέλκῃ ἡ ἐξακολουθητικὴ ταλάνισις τοῦ Σώματος ἡμῶν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ἐν τούτοις, δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἀπέλιπεν ὁριστικῶς ἡ ἐλπὶς αὐτή, κύριοι βουλευταί, καὶ ἀκριβῶς, διὰ τὸν λόγον αὐτόν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω τὴν σύστασιν, ὅπως τὸ πνεῦμα τῶν ὁμιλιῶν καὶ τῶν ἄλλων ρητόρων νὰ μὴ στηριχθῇ ἐπάνω εἰς τὴν προϋπόθεσιν μιᾶς πλήρους διαφωνίας καί, συνεπῶς, ὁριστικῆς πλέον ἀποτυχίας τῶν προσπαθειῶν τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν. Εἶπα καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐλπίζω μόνον, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι θὰ πρυτανεύσῃ τελικῶς τὸ καλὸν ἐκεῖνο πνεῦμα, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ διὰ τὴν Συμπολίτευσιν μὲν ν’ ἀποφύγῃ τὴν δημιουργίαν τῶν ὀξειῶν ἐκείνων ἀντιθέσεων, διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν δέ, νὰ πεισθῇ καὶ ἀντιληφθῇ, ὅτι εἰς καλὰς χεῖρας ἔχει ἐναποθέσει τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Μᾶς ἐδόθη σήμερον μία εὐκαιρία νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον, ὅπως ἀνωτέρω διεπιστώσαμεν, ὑπάρχουν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντιρρήσεις καὶ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς, τοὐλάχιστον, πιστεύομεν, ὅτι ὑπάρχει τρόπος καὶ μάλιστα ἁπλούστατος τοιοῦτος νὰ ἐκλείψουν αὗται, εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ γίνουν αἱ ὡρισμέναι ὑποχωρήσεις, ὥστε νὰ παύσουν ὑφιστάμεναι αἱ ἀντιθέσεις, ἵνα οὕτω ἐπιτευχθῇ τοῦτο τὸ Ἐθνικῶς συμφέρον, ἀποτέλεσμα. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ πιστοποιηθῇ κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον, ὅτι ἡ διενέργεια τοῦ Δημοψηφίσματος ἐγένετο καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας καὶ ὅτι ἡ ἐτυμηγορία τοῦ λαοῦ θὰ εἶναι σεβαστὴ ἀπ’ ὅλα τὰ Κοινοβουλευτικὰ κόμματα. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἓν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός, παρακαλεῖται νὰ κάμῃ καὶ ἓν ἀκόμα σημειωτὸν τοιοῦτον, τὸ σημειωτὸν αὐτὸ βῆμα, πιστεύω, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ τὸ κάνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνισχυόμενος καὶ παρωθούμενος πρὸς τοῦτο ἀπολύτως καὶ ἀπ’ ὅλους τοὺς συνεργάτας του εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Συμπολιτεύσεως. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ σημειωτὸν βῆμα ποὺ ἐκλιπαροῦμεν νὰ κάμῃ; Ἰδοὺ αὐτό. Ἔχομεν σήμερον εἰς τὸ ἕνα ψηφοδέλτιον τὸ «Βασιλεὺς Γεώργιος» νὰ προσθέσωμεν ἐντὸς ἀγκυλῶν τὸ «Βασιλευομένη Δημοκρατία», ἔχομεν τὸ ἄλλο ψηφοδέλτιον λευκὸν νὰ γράψωμεν «Δημοκρατία», ἢ ἂν θέλετε «Ἀβασίλευτος Δημοκρατία». Θὰ λείψουν οὕτω αἱ μολυβδίδες καὶ τὰ μελανοδοχεῖα καὶ οὕτω θὰ παύσωμεν νὰ ἀκούωμεν ἀντιρρήσεις, ὡσὰν αὐτὴν ποὺ προέβαλε σήμερον κἄποιος ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Ἀρχηγῶν ὅστις εἶπεν: «Ποῦ θὰ εὑρεθῇ τὸ μελάνι, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει σελάχι διὰ νὰ τὸ βάλωμεν;». Ἐάν, ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὸ λευκὸν τῶν ψηφοδελτίων, δεχθῇ τὴν ἄποψίν μας καὶ ἐὰν τέλος, ὅπως καὶ διὰ τὸ ψηφοδέλτιον ποὺ θὰ τυπωθῇ τὸ ἐρώτημα «Βασιλεὺς Γεώργιος», δεχθῇ νὰ τυπωθῇ καὶ αὐτὸ μὲ τὸ ἐρώτημα «Δημοκρατία», τότε βεβαιωθῆτε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἔλαβε χώραν τὸ σημειωτὸν ἐκεῖνο βῆμα, τὸ ὁποῖον τόσον ἐπιμόνως παρεκαλέσαμε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάμῃ. Καὶ ἐρωτᾶται: Αὐτὸ ποὺ ζητοῦμε μπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις; Θὰ ἐπεθύμουν πολύ, νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ τὸ πράξῃ, ἐφ’ ὅσον αὐτὸ ἐπιβάλλει ὄχι μόνον τὸ συμφέρον αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐν γένει, ὄχι μόνον τὸ συμφέρον τοῦ μάρτυρος Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἢ ἀκόμη καὶ γενικώτερον τοῦ συνόλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ἐπιβάλλει καὶ ζητεῖ τοῦτο αὐτὸ τὸ ἐπίταγμα τοῦ Ἔθνους, ἡ ἱστορικὴ ἡμῶν ἁπάντων εὐθύνη, ὅπως τὴν παραληφθεῖσαν κληρονομίαν παραδώσωμεν ἄσπιλον καὶ ἀλώβητον εἰς τοὺς ἐπιγιγνομένους. Ἡ φωνὴ τοῦ Ἔθνους, ἡ ἐπιταγὴ τῶν αἰώνων, τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ αἱ ἄπειροι θυσίαι τῆς φυλῆς ἐπιτάσσουν, ὅπως εἰς τοὺς ἀπογόνους ἡμῶν παραδώσωμεν τὴν ἀθάνατον καὶ αἰωνίαν ἡμῶν Πατρίδα, τὴν Ἑλλάδα μας, ἱκανὴν νὰ βιώσῃ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων καὶ νὰ συνεχίσῃ τὴν ἐκ τῆς θείας προνοίας ταχθεῖσαν εἰς αὐτὴν ἀποστολήν. Τὴν ἀποστολὴν τῆς θυσίας καὶ τοῦ μαρτυρίου ὑπὲρ τῆς πανανθρωπίνης ἐλευθερίας. (Χειροκροτήματα).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§92Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ προβῶ εἰς μίαν σύντομον δήλωσιν. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ ὁμάς, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, ἂν καὶ ἀναγνωρίζῃ τὴν ἀγαθὴν διάθεσιν, ἡ ὁποία ὡδήγησε τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς προχθεσινάς του ἀνακοινώσεις, δὲν θεωρεῖ τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὰς ἀνακινώσεις αὐτὰς ἐπαρκεῖς διὰ νὰ μεταβάλῃ στάσιν. Τρία εἶναι τὰ θέματα: Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ θέμα τῆς ἡμερομηνίας. Τὸ θέμα τοῦτο δὲν ἀντιμετωπίζεται κατὰ ἑνιαῖον τρόπον εἰς τὰς προχθεσινὰς δηλώσεις. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπα καὶ εἰς τὴν τελευταίαν μου ἀγόρευσιν, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἡμερομηνίας δὲν εἶναι θέμα αὐτοτελές. Δὲν καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἡμερομηνίας αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν. Καλούμεθα νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα: Πιστεύομεν, ὅτι θὰ ὑπάρχουν τὴν 1ην Σεπτεμβρίου αἱ προϋποθέσεις διὰ τὴν ὁμαλὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος; Κύριοι βουλευταί, τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν δώσωμεν ἀπὸ τοῦδε. Ἐπιφυλασσόμεθα. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἐὰν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης κατορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ δημιουργήσῃ τὰς ἀναγκαίας προϋποθέσεις ἑνὸς ὁμαλοῦ, ἀμαλωτάτου Δημοψηφίσματος. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἐὰν τὸ διαπιστώσωμεν. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ διαπιστώσωμεν βεβαιωθῆτε, ὅτι παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ καταψηφίσωμεν τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, θὰ τὸ διακηρύξωμεν ἐν καιρῷ. Δεύτερον, εἶναι τὸ θέμα τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος. Κύριοι βουλευταί, ἡ διατύπωσις, ὅπως γίνεται διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, εἶναι ἀπαράδεκτος. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, νὰ ὑπάρξουν δύο εἰδῶν πατριωτισμοί. Ὁ ἕνας, ὁ ἰδικός μας, νὰ ζητῆται ἀπὸ σᾶς ὡς πατριωτισμὸς ἀνεπιφύλακτος καὶ ἡμεῖς νὰ μὴν δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ σᾶς πατριωτισμὸν ἐπίσης ἀνεπιφύλακτον. Ἡμεῖς δηλοῦμεν, ὅτι τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ τὴν σεβασθῶμεν καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰς πολιτειακάς μας πεποιθήσεις. Τὸ αὐτό, νομίζομεν, δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ σᾶς. Ἀντὶ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλοῖ, ὅτι ἐὰν τὸ Δημοψήφισμα ὁδηγήσῃ εἰς ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τῆς ἀβασιλεύτου, δηλαδὴ ἀποβῇ ὑπὲρ τοῦ λευκοῦ ψηφοδελτίου, δημιουργεῖται κρίσις καὶ ἑπομένως αἱ συνειδήσεις ὅλων σας θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιφυλαχθοῦν. Κύριοι βουλευταί, καὶ τὸ λέγω μὲ βαθὺν πόνον, ζητεῖτε ἀνεπιφύλακτον πατριωτισμὸν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ δὲν ἀντιπαρέχετε ἐπίσης πατριωτισμὸν ἀνεπιφύλακτον. (Χειροκροτήματα). Τὰ ὅσα περιέλαβον αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν μεταβάλλουν, δυστυχῶς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιζητῶν λύσιν καὶ ἀναγνωρίζων πλήρως τὴν καλὴν διάθεσιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξεκίνησεν, εἶπεν ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψῃ ὁ ψηφοφόρος ἐπὶ τοῦ λευκοῦ ψηφοδελτίου οἱανδήποτε λέξιν καί, ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη οἱαδήποτε λέξις, δὲν θὰ θεωρηθῇ ἄκυρον. Κύριοι βουλευταί, αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῶμεν, διότι θεσπίζει μίαν ἀνισότητα μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ποὺ θὰ κληθοῦν νὰ ψηφίσουν. Ὁ ἕνας Ἕλλην θὰ πέρνῃ ἕνα ψηφοδέλτιον καὶ θὰ τὸ ρίχνῃ. Ὁ ἄλλος Ἕλλην θὰ πρέπει νὰ προβῇ εἰς μίαν πρόσθετον διανοητικὴν καὶ φυσιολογικὴν ἐνέργειαν. Αὐτὸ εἶναι ἠθικῶς καὶ νομικῶς ἀπαράδεκτον καὶ πρωτοφανές. Οἱ τεχνικοὶ ὅροι, οἱ διανοητικοὶ καὶ οἱ ψυχολογικοὶ τοῦ Δημοψηφίσματος πρέπει νὰ εἶναι ἴσοι δι’ ὅλους, οἱ ὁποῖοι θὰ κληθοῦν διὰ νὰ ψηφίσουν.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ψηφοδέλτια θὰ τὰ δίδουν τὰ κόμματα.
§94Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ ἐπίσης προκαλεῖ ἀνισότητα. Διότι τὰ μὲν ψηφοδέλτια ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀναγράφηται τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως Γεωργίου θὰ δοθοῦν ὑπὸ τοῦ Κράτους, τὰ ἄλλα θὰ πρέπει νὰ διανεμηθοῦν ἀπὸ ἡμᾶς, ἐνῷ τὸ Κράτος θὰ διανείμῃ μόνον λευκά. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπίσης θεσπίζεται ἀνισότης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη καὶ ἡ ὁποία, νομίζω, ὅτι ἐὰν θεσπισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν τιμᾷ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι εἶναι βασικὴ προϋπόθεσις τῆς ψυχολογικῆς γνησιότητος ἑνὸς Δημοψηφίσματος ἡ παροχὴ τῶν αὐτῶν τεχνικῶν μέσων εἰς ὅλους τοὺς ἐκλογεῖς. Τὸ τρίτον θέμα, κύριοι βουλευταί, εἶναι τὸ θέμα τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι βουλευταί, θέμα τοιοῦτον κατ’ οὐσίαν δὲν ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διετύπωσεν ἁπλῶς τὴν εὐχήν, ὅπως μετὰ τὴν ἐπιστροφήν του ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, καταστῇ δυνατὴ ἡ συμμετοχὴ ἐκπροσώπων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ παρακολουθήσουν τὰς προετοιμασίας τοῦ Δημοψηφίσματος. Πρόκειται περὶ εὐχῆς διατυπωθείσης ὡς πρὸς τὸ μέλλον. Ἑπομένως, δὲν ἐκλήθημεν καὶ σήμερον τὸ μεσημέρι δὲν συνεζητήθη κἄν τὸ θέμα κατ’ οὐσίαν, παρὰ μόνον δι’ ἐλαχίστων λέξεων. Δὲν ἐκλήθημεν ἡμεῖς οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰς προτάσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μετάσχωμεν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον καλούμεθα καὶ ἡμεῖς συναισθηματικῶς νὰ ἐκδηλωθῶμεν ἔναντι τῆς εὐχῆς, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν προχθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ συναισθηματικῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκδηλωθῶμεν παρὰ μόνον διὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι μὲ ἱκανοποίησιν ἠκούσαμεν τὴν εὐχὴν διατυπουμένην ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπιστροφήν του θὰ πρέπει νὰ ἀκούσωμεν καὶ μίαν πρότασιν συγκεκριμένην, θετικοῦ πολιτικοῦ περιεχομένου. Αὐτά, κύριοι βουλευταί, εἶχα νὰ εἴπω. Καὶ καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα: Ἡ Κοινοβουλευτικὴ ὁμάς, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταψηφίσῃ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, ἀλλ’ ἐν τῷ πνεύματι τῶν δηλώσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβην, δηλαδή, ἐν τῷ πνεύματι τῶν εὐχῶν καὶ ἐλπίδων, τὰς ὁποίας διετύπωσα. (Χειροκροτήματα).
§95Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Αἱ σημεριναὶ ἀπαντήσεις τῶν ἀξιοτίμων Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁμολογῶ, ὅτι ἀποτελοῦν εὐοίωνον σημεῖον διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν γενικῶς, ὄχι πλέον τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι τυχὸν θὰ ἐπακολουθήσουν, ἐὰν ἐπακολουθήσουν συζητήσεις ἀκόμη ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ γενικώτερον εὐοίωνον σημεῖον ἐπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος κατὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου. Ἡ Κυβέρνησις, δι’ ἐμοῦ, εἶναι ὑποχρεωμένη, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν θέλω καὶ πάλιν νὰ ἀναπτύξω, ἐφ’ ὅσον οἱ λόγοι αὐτοὶ ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ ὅλους τοὺς ρήτορας, ἀπὸ ἀπόψεως εἴτε θεωρητικῆς ὑποστάσεως, εἴτε πραγματικῶν γεγονότων, ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξεν ἐν τῷ ψηφίσματι ἀφ’ ἑνός, καὶ τὰς ὁποίας ἡρμήνευσεν σαφῶς, σαφέστατα καὶ οὐσιαστικώτατα καὶ μὲ ὅλην τὴν ἀπόφασιν νὰ τηρήσῃ ὅσα ἡρμήνευσε καὶ κατέθεσε διὰ τῆς ἑρμηνευτικῆς μου δηλώσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐν συνεχείᾳ καὶ ἐν συναφείᾳ πρὸς τὴν ἑρμηνευτικὴν αὐτὴν δήλωσιν, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀκόλουθον τροπολογίαν εἰς τὸ σχετικὸν ψήφισμα: Περὶ τὸ τέλος τῆς φράσεως τοῦ ψηφίσματος, ἡ φρᾶσις ἡ ἀφορῶσα τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ, ὅτι «τὰ ψηφοδέλτια τῆς ἐναντίον βουλήσεως εἶναι λευκὰ» καὶ συνεχίζει «ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπ’ αὐτῶν ἀναγραφῆς» θὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπ’ αὐτῶν ἀναγραφῆς» καὶ θὰ γραφῇ ἡ φράσις: «τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια δὲν θὰ θεωρηθῶσιν ἄκυρα, ἐὰν ἐπ’ αὐτῶν ἀναγράφεται οἱαδήποτε ἄλλη προτίμησις τοῦ ἐκλογέως». Λοιπόν, αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔκαμε ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§96Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, ἂν ἐπιτρέπετε, θὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς, ἐπὶ τῆς προσθήκης μᾶλλον αὐτῆς. Λέγεται, ὅτι θ’ ἀναγραφῇ οἱαδήποτε ἄλλη λέξις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι τῆς ἀβιάστου βουλήσεως τοῦ ἐκλογέως. Αὐτὸ τὸ «θὰ ἀναγραφῇ» θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, θ’ ἀναγραφῇ μὲ μολύβι ἢ καὶ μὲ πένναν;
§97Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὄχι, θὰ δύναται νὰ ἐπιτραπῇ καὶ τυπωμένον ψηφοδέλτιον.
§98Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Συνεπῶς, ἂν τεθῇ ἀπὸ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ἡμᾶς τὸ ζήτημα αὐτό, ὅτι ἀντὶ τοῦ νὰ εἶναι, ὅπως λέγετε, λευκὸν καὶ ἀναγράφεται οἱαδήποτε λέξις, ν’ ἀναγραφῇ, ἢ μᾶλλον νὰ τυπωθῇ ἡ λέξις «Δημοκρατία», θὰ εἴχατε σεῖς ἀντίρρησιν;
§99Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Τὰ ψηφοδέλτια θὰ εἶναι δύο εἰδῶν: Τὸ ἓν θὰ εἶναι «Βασιλεὺς Γεώργιος» καὶ τὸ ἄλλο ψηφοδέλτιον τὸ λευκόν, λέγω, ὅμως, ὅτι καὶ τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια, θὰ καθορισθῇ ἐν τῷ Βασιλικῷ Διατάγματι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ ψηφίσματος, δὲν θὰ εἶναι ἄκυρα, ὅσα φέρουν ἀναγραφὴν κατὰ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα, καὶ ἔντυπον τὴν φράσιν «Δημοκρατία» ἢ ἄλλο πολίτευμα τῆς ἀρεσκείας των.
§100Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Τὴν διασάφησιν αὐτὴν τὴν ἐζήτησα, διὰ νὰ ἀποσαφηνίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν θὰ δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν «Δημοκρατίαν».
§101Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὄχι μόνον δύναται ν’ ἀναγράφεται «Δημοκρατία», ἀλλὰ ὅτι δύναται νὰ ἐκτυπωθοῦν καὶ ψηφοδέλτια μὲ τὴν λέξιν «Δημοκρατία».
§102Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀπαράδεκτα ἐκ μέρους μας, καὶ μάλιστα νὰ γίνωνται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
§103Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ κάμω μίαν πρότασιν, μήπως ἔτσι εὑρεθῇ μία προσέγγισις τῶν διεστώτων; Ν’ ἀναγραφῇ τὸ πρῶτο ψηφοδέλτιον «Ναί, Βασιλεὺς Γεώργιος» καὶ τὸ ἄλλο «Ὄχι, Βασιλεὺς Γεώργιος».
§104ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§105Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δηλοῖ, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὄχι μόνον θὰ καταψηφίσῃ τὸ σχέδιον, ἀλλὰ θὰ σκεφθῶμεν ἂν θὰ μετάσχωμεν καὶ τοῦ Δημοψηφίσματος. (Χειροκροτήματα).
§106Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, προβαίνει εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἐὰν δὲν τεθῇ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ μόνη λύσις, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουν τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους καὶ ἡ ἡσυχία τῆς χώρας, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ καταψηφίσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα.
§107Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως, ἐπιφυλασσόμεθα νὰ διατυπώσωμεν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ τὸ Σοσιαλιστικὸν Δημοκρατικὸν Κόμμα.
§108Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι συμβάλλει εἰς τὴν προσπάθειαν, ἡ ὁποία, καταβάλλεται ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, τῆς ἐπιτεύξεως, δηλαδή, μιᾶς συμφωνίας, ἂν εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν γνώμην μας. Ἡ ἐξέλιξις τῆς συζητήσεως, ἡ πάροδος ἴσως ὀλίγων ὡρῶν, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἡμερῶν, πιθανῶς νὰ εἶναι ὠφέλιμος καὶ πρὸς τὴν μίαν καὶ πρὸς τὴν ἄλλην κατεύθυνσιν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Τσάτσος.
§110Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μετὰ βαθείας ἀπογοητεύσεως, κύριοι βουλευταί, ἠκούσαμεν τοὺς λόγους τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀγγελλόντων ματαίωσιν τῆς ἐλπιζομένης παρ’ ὅλων ἡμῶν συνεννοήσεως, ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Δημοψηφίσματος. Μία βάσκανος μοῖρα παρακολουθεῖ εἰς τὸν τόπον μας τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν παρατάξεων καὶ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν. Συμβαίνει, συνήθως, νὰ μὴ ἐπικρατοῦν διὰ τῶν ἀρετῶν καὶ δυνάμεων τῶν ὑποστηρικτῶν των, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀδυναμιῶν καὶ τῶν σφαλμάτων τῶν ἀντιπάλων των. Δι’ αὐτό, δὲν ὑπάρχει κανεὶς χειρότερος τρόπος ἐπικρατήσεως μιᾶς ἰδέας ἢ μιᾶς πολιτικῆς, παρὰ ἡ παρότρυνσις τοῦ ἀντιπάλου πρὸς διάπραξιν σφαλμάτων καὶ δὲν εἶναι κανένας καλλίτερος τρόπος διὰ τὴν ἐνίσχυσιν ὑπὸ ἑνὸς ἀγωνιστοῦ, μιᾶς πολιτικῆς ἰδέας ἢ μιᾶς πολιτικῆς παρατάξεως, παρὰ ὁ ἀγὼν διὰ τὴν ἀποτροπὴν σφαλμάτων. Ἔχομεν, κύριοι, ὅλοι εἰς τὰς παρατάξεις μας ἀσπόνδους φίλους, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οἱ ἀντίπαλοί μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσουν. Ἔχομεν φίλους, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν τὰς ἰδέας των νὰ τὰς ἐκθέτουν, νὰ τὰς κουρελιάζουν καὶ νὰ ζημιώνουν τοὺς ἀγώνας μὲ τὴν ἀδιαλλαξίαν, μὲ τὸν φανατισμόν, ἀγώνας, τοὺς ὁποίους κατὰ βάθος θέλουν νὰ ἐνισχύσουν. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι ἀσφαλῶς ἡ Κυβέρνησις μετὰ περισσοτέρας ἡσυχίας βλέπει κάποτε μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀνέρχωνται εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀσκήσουν ἕνα ἀμείλικτον ἴσως ἔλεγχον, παρὰ μερικοὺς ἀσπόνδους φίλους, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τοποθετοῦν τὰ ζητήματα καὶ τὰ ἑρμηνεύουν καὶ τὰ συγκολλοῦν μὲ ἄλλα γεγονότα τῆς προϊστορίας μας, νὰ ζημιώνουν περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἀντιπολιτευομένους, τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουν. Καὶ ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ ζημίας μιᾶς παρατάξεως, ἡμεῖς, τοὐλάχιστον, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐξάρωμεν τὸ γεγονός. Δυστυχῶς, ὅμως, πρόκειται περὶ ζημίας, ἡ ὁποία ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσῃ ἀντανακλᾷ ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἱστορίας μας. Τὴν ἀντίθεσιν, ἑπομένως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐδῶ ἐμφανίζομεν ὡς ἀντιπολίτευσις, αἰσθανόμεθα ὡς μίαν οὐσιαστικὴν συνδρομὴν καὶ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίως εἰς ἃς περιπτώσεις διὰ τῆς ἀντιθέσεως καὶ ἐν τῇ ἀντιθέσει εἶναι δυνατὸν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει καλὴ πίστις, νὰ προκύψῃ καὶ κἄποια βαθυτέρα ὁμοφωνία. Ἐτονίσθη, κύριοι, ἀπὸ τοὺς κυρίους Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ὑπάρχουν διαφωνίαι καὶ αἱ διαφωνίαι ὁμολογουμένως εἶναι πολλαί. Ἤδη, θὰ ἤθελον, κύριοι, νὰ ἀρχίσω μίαν καλοπροαίρετον, ἐλπίζω νὰ τὸ πιστεύσητε, προσπάθειαν, τονίζων τὰς ὁμοφωνίας, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀνάγκην μᾶς συνδέουν κατὰ τρόπον ἄρρηκτον, θέλομεν δὲν τὸ θέλομεν. Καὶ ἴσως μέσα εἰς τὸν τονισμὸν καὶ ὑπογραμμισμὸν αὐτῶν τῶν ὁμοφωνιῶν, τῶν κοινῶν σκοπῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς συνδέουν, εὕρωμεν ἴσως καὶ τὴν κοινὴν μέθοδον, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τοὺς κοινοὺς αὐτοὺς σκοπούς. Ἐν πρώτοις, κύριοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι κατ’ ἀρχὴν οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις διὰ τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος. Μεγάλη μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπηγγέλθη, προεκλογικῶς, τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ θὰ ἦτο ἀσυνέπεια ἄν σήμερον δὲν εἴμεθα πιστοὶ εἰς τὴν ἐπαγγελίαν αὐτήν. Βεβαίως, κύριοι, ἡ διεξαγωγὴ τοῦ Δημοψηφίσματος, δὲν εἶναι ἡ πανάκεια, ἡ ὁποία θὰ λύσῃ ὅλα τὰ προβλήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μαστιζόμεθα. Ἐγὼ πιστεύω μάλιστα, ὅτι, ἀντὶ νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα, θὰ συμπαρασύρῃ καὶ ἄλλους παράγοντας εἰς τὴν δίνην τῶν προβλημάτων αὐτῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλη ὑπόθεσις. Πάντως πιστεύω καὶ ἐγώ, ὅτι διὰ ν’ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὸν σάλον ποὺ μᾶς τυραννεῖ ἀπὸ ἐτῶν, πρέπει νὰ προχωρήσωμεν καὶ ταχέως καὶ πρὸς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ἐναγωνίου ζητήματος, τοῦ Δημοψηφίσματος. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, λοιπόν, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ μία εὐρεῖα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὁμοφωνία. Ὁμοφωνία ὑπάρχει ἐπίσης, κύριοι, καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ζητήματος. Ὅτι γενικὰ τὸ οἱονδήποτε πολίτευμα, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ Δημοψηφίσματος, εἴτε εἶναι ἐκεῖνο ποὺ θέλετε σεῖς, εἴτε ἐκεῖνο ποὺ θέλομεν ἡμεῖς, πρέπει νὰ εἶναι σταθερὸν μόνιμον καὶ ἰσχυρόν. Θέλομεν δηλ. τὸ πολίτευμα αὐτὸ νὰ εἶναι ἱκανὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς μεγάλους κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἔχει, διὰ τὸ προσεχὲς μέλλον, πρὸ ὀφθαλμῶν, ἡ ἰδική μας προοπτική. Οὔτε οἱ ἀληθεῖς δημοκράται εἶναι δυνατὸν νὰ θέσουν μίαν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία θὰ διολισθήσῃ πρὸς τὴν ἐρυθρὰν τρομοκρατίαν, διὰ νὰ καταλύσῃ τελικῶς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε οἱ ἀληθεῖς βασιλόφρονες εἶναι δυνατὸν νὰ θέλουν νὰ συνδέσουν τὸν Βασιλέα μὲ οἱανδήποτε δικτατορικὴν τάσιν, ἡ ὁποία μοιραίως θὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἐθνικὸν σάλον. Ὅταν λέγω «βασιλόφρονες», κύριοι βουλευταί, ἐννοῶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θεωροῦν, ὅτι ὁ Βασιλικὸς θεσμὸς εἶναι εἷς θεσμὸς ἐξυπηρετικὸς τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ ὄχι, βέβαια, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν δι’ ἄλλους προσωπικοὺς σκοποὺς νὰ ἐπαναφέρουν τὸν Βασιλέα σήμερον, ἀδιάφορον ἄν ἐντὸς οὐχὶ μακροῦ χρονικοῦ διαστήματος, καταστῇ περιττὸς ὁ θεσμὸς διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Διὰ νὰ εἶναι, ὅμως, κύριοι, σταθερὸν καὶ μόνιμον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος, πρέπει ἀπὸ τὴν ἀρχὴν νὰ ἐξασθενήσωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο τὸ Δημοψήφισμα αὐτὸ νὰ καταστῇ διαβλητὸν εἰς τὸ μέλλον. Εἶναι, βλέπετε, τὸ Δημοψήφισμα, ὅπως ἡ σύζυγος τοῦ Καίσαρος ποὺ δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι τιμία, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ στὰ ὄμματα ὅλων καὶ εἰς τὰ τῶν ἔξω τῆς χώρας ταύτης εὑρισκομένων ἰσχυρῶν καὶ σταθερῶν. Μὴ ἐπηρεάζεσθε, κύριοι βουλευταί, τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀπὸ τὴν σημερινήν σας πλειοψηφίαν. Αἱ πλειοψηφίαι παρέρχονται, αἱ πλειοψηφίαι εἰς τὴν Ἑλλάδα μάλιστα ἀλλάζουν πολὺ γρήγορα καὶ ὁ σκοπὸς εἶναι τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον σεῖς ὡς πλειοψηφία θὰ καθιερώσητε νὰ ἀνθέξῃ καὶ ὅταν σεῖς δὲν θὰ κατέχητε τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἑπομένως, νὰ μὴν θέλετε καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι νὰ ὑπάρχουν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι θὰ καταστήσουν αὐτὸ τὸ Δημοψήφισμα ἰσχυρὸν καὶ σταθερὸν καὶ μόνιμον καί, ἑπομένως, σταθερὸν καὶ μόνιμον τὸ Βασιλικὸν καθεστὼς καὶ ὑποστηρίζετε ἄν, ἑπομένως, διατυπωθοῦν ὅροι, καλοπίστως, νὰ δημιουργηθῇ ἓν οἱονδήποτε, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, σταθερὸν καθεστώς, εἶναι ἀδύνατον αὐτοὺς τοὺς ὅρους νὰ μὴ τοὺς παραδεχθῆτε καὶ σεῖς. Ὁ πρῶτος ὅρος, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ὁ ὅρος τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι πρέπει, κύριοι βουλευταί, νὰ ἔχουν δύο προσόντα, νὰ εἶναι γνήσιοι καί, ἐπὶ πλέον, νὰ ἀποσυμφορηθοῦν ἀπὸ τοὺς περιττούς, δηλαδή, ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ ἀπὸ τοὺς μεταδημοτεύσαντας. Κύριοι βουλευταί, ἐγώ, δὲν παρακολουθῶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐγώ, πιστεύω, ὅτι οἱ κατάλογοι, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ διεξαχθῇ τὸ Δημοψήφισμα, εἶναι γνήσιοι. Δὲν ὑπάρχουν περιπτώσεις, τοὐλάχιστον, εἰς μεγάλας ἀναλογίας, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ψηφίσουν πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν δικαιοῦνται νὰ ψηφίσουν καὶ δὲν ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ ψηφίσουν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουν δικαίωμα ψήφου. Καὶ αὐτὸ σημαίνει, γνήσιος ἐκλογικὸς κατάλογος. Ἐπὶ πλέον ὑπάρχουν εἰς τὸν κατάλογον ὀνόματα μεταδημοτευσάντων ἢ νεκρῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ μηχανισμοῦ, δὲν δύνανται νὰ ψηφίσουν ἢ νὰ διπλοψηφίσουν, τοὐλάχιστον εἰς μίαν σοβαρὰν ἀναλογίαν, διότι ἐξαιρέσεις πάντοτε θὰ ὑπάρχουν. Ἠμπορεῖ νὰ ἐμφανισθῇ ἕνας καλοθελητὴς καὶ ἕνα 20 ἐτῶν νὰ τὸν παρουσιάσῃ ὡς 21 ἐτῶν καὶ νὰ πάρῃ ἐκλογικὸν βιβλιάριον. Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι ἐλάχισται ἐξαιρέσεις. Ἑπομένως ἔχομεν γνησίους ἐκλογικοὺς καταλόγους μὲ μόνον τὸ ἐλάττωμα ὅτι δὲν εἶναι ἀποσυμφορημένοι. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἐντὸς συντόμου διαστήματος εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἀποσυμφόρησις. Δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μὲ τοὺς νόμους τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ ἐκκαθαρίσεως ἐκλογικῶν καταλόγων, θὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους, κατ’ ἐμέ, εἶναι δυνατὸν καὶ αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα τῆς ἀναγραφῆς τῶν περιττῶν ὀνομάτων ν’ ἀποτραπῇ, ὥστε ὅταν θὰ κάμωμεν τὸ Δημοψήφισμα νὰ μὴ ἔχωμεν πάλιν τὸ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα τῆς ἐμφανίσεως μιᾶς ἀποχῆς, ἡ ὁποία εἶναι, καθὼς γνωρίζετε ὅλοι, ἀνύπαρκτος. Τὸ δεύτερον θέμα, κύριοι, τὸ ὁποῖον θὰ συμβάλῃ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν σταθερότητα τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ Δημοψηφίσματος, εἶναι ὁ τύπος τοῦ ψηφοδελτίου καὶ ὅταν εἰσηγούμεθα τοιούτου εἴδους λύσεις, ὅπως αἱ λύσεις ποὺ ζητοῦμεν διὰ τὸν τύπον τοῦ ψηφοδελτίου, θὰ παρεκάλουν τὴν συμπολίτευσιν νὰ ἔχῃ κάθε καλὴν διάθεσιν νὰ τὰς δεχθῇ, διότι τότε καὶ ἡ καλὴ πίστις τῆς συμπολιτεύσεως εἶναι καταφανὴς καὶ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην πλέον νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τοιαύτη καλὴ πίστις ὑπάρχει. Διὰ νὰ εἶναι κύριοι, τὸ ψηφοδέλτιον τεχνικῶς ἄρτιον καὶ νὰ ἐξυπηρετῇ ἐκεῖνο ποὺ θέλομεν, πρέπει νὰ εἶναι ἕν. Ἕν ψηφοδέλτιον, χωρισμένον εἰς τὴν μέσην, εἰς τὴν μίαν πλευρὰν θὰ γράφεται τὸ ἐρώτημα, τὸ θετικόν, ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν τὸ ἄλλο ἐρώτημα, τὸ ἀρνητικὸν καὶ ὁ ἐκλογεὺς θὰ κάμῃ ἓν σημεῖον εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τοῦ ψηφοδελτίου, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει. Θέλει τὸ Α; Θὰ κάμῃ ἕνα σταυρὸν εἰς τὸ Α. Θέλει τὸ Β; Θὰ κάμῃ ἕνα σταυρὸν εἰς τὸ Β. Ποῖα εἶναι τὰ πλεονεκτήματα τοῦ ἑνὸς ψηφοδελτίου; Εἶναι τὰ ἑξῆς: Ὅτι ὁ ἐκλογεὺς εἰσερχόμενος εἰς τὸ ἐκλογικὸν τμῆμα, δὲν ἐλέγχεται ἀπὸ τοὺς παρατηροῦντας, ὅτι ὁ φάκελλος, ὅσον διαφανὴς καὶ ἂν εἶναι, δύσκολα δημιουργεῖ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως ἐλέγχου, προεξοφλητικοῦ ἐλέγχου, τοῦ ψηφοδελτίου καὶ οὕτω ὑπάρχει πλήρης ἰσότης μυστικότητος καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δέ. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. βουλευτὴν ἐκ Κυκλάδων, ὅτι θὰ ἔπρεπε τὰ ψηφοδέλτια νὰ ἔχουν διαφορετικὰ χρώματα καὶ μάλιστα, ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον, τὸ ἓν, ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐρυθρόν. Δὲν γνωρίζω ἂν πρόκειται περὶ ἀστεϊσμοῦ ἢ περὶ σοβαρᾶς προτάσεως. Ἐγὼ θέλω νὰ πιστεύω.....
§111Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἦτο ἀστεϊσμός.
§112Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγώ, θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ἦτο ἀστεϊσμός, ὅτι ἦτο σοβαρὰ πρότασις, διότι ὁ ἀστεϊσμὸς αὐτὸς ἐξερχόμενος ἀπὸ τὸ στόμα βουλευτοῦ, τοιαύτην θέσιν κατέχοντος, εἶναι πολὺ βαρὺς καὶ παρὰ τὴν ἐξαιρετικὴν ἐκτίμησιν ποὺ ἔχω εἰς τὸ ἄτομόν του, τολμῶ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν ἀστεϊσμὸν ἠπίστησε εἰς τὴν λεπτότητα ποὺ τὸν διακρίνει καὶ ἡ ὁποία ἐδῶ πρέπει νὰ πρυτανεύῃ μεταξὺ ὅλων μας. Κύριε Μαρκεζίνη, οἱ ἱστάμενοι εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν βουλευταί, εἶναι ἐξ ἴσου ἀντίπαλοι τοῦ ἐρυθροῦ ψηφοδελτίου μὲ σᾶς καὶ δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν ποτὲ νὰ οἰκειοποιηθῆτε τὴν τιμὴν τοῦ ἀγῶνος κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι κοινὸς ὅλων τῶν Ἑλλήνων. (Χειροκροτήματα).
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δικηγορικὸν αὐτὸ ποὺ εἴπατε ἀλλ’ ὀρθόν.
§114Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ὅταν ἐγὼ εἶπα τὴν λέξιν «Λαοκρατία», δὲν ἤθελα νὰ θίξω κανένα ἐδῶ πέρα. Ἀλλ’ εἰς τὸ Δημοψήφισμα θὰ λάβουν μέρος καὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐψήφισαν εἰς τὰς ἐκλογάς. Νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ αὐτοὶ νὰ γράψουν Λαοκρατία, δι’ αὐτὸ τὸ εἶπα.
§115Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, κ. Μαντούβαλε, ἀργότερα. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἑπομένως, νομίζω, ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς γνησιότητος. Καὶ κάμνω, πράγματι, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ μίαν ἔκκλησιν εἰς τὴν ἀνεγνωρισμένην παρ’ ὅλων ἡμῶν καλὴν θέλησιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ πολλῶν ἐκ τῶν μελῶν τῆς συμπολιτεύσεως, εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τοῦ ψηφοδελτίου, τὸ ὁποῖον εἶναι τεχνικὸν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θίγει οὔτε τὸν χρόνον οὔτε τὸ περιεχόμενον τοῦ Δημοψηφίσματος, νὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὰς μείζονας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω.
§116Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ν’ ἀναγράφεται, κ. Τσάτσε;
§117Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τώρα ὁμιλῶ διὰ τὸ σχῆμα. Διὰ τὸ θέμα θὰ ὁμιλήσω κατωτέρω. Ἡ τρίτη ἀξίωσις, μὲ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶναι ἡ ἀξίωσις τῆς ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Κύριοι βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ἐδῶ δὲν θὰ συμφωνήσω ἀπολύτως μὲ ὅλους ἐξ ὑμῶν. Ἐγώ, κ. βουλευταί, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀξιώσω νὰ σταματήσῃ ἡ τελευταία κομμουνιστικὴ συμμορία τὴν δρᾶσιν της, νὰ σταματήσῃ τὴν τελευταίαν της ἀπόπειραν διαταράξεως τῆς τάξεως, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν ὁ γνήσιος ἑλληνικὸς λαὸς ν’ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμά του.
§118Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό. Εἶναι περίεργον, ὅτι ἀποδίδετε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπε.
§119Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν τὰ ἀποδίδω εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ὁλόκληρον, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένους. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ὑπήρξαμεν πάντοτε ὅλοι ἀπολύτως σαφεῖς, ἐνῷ πρέπει νὰ εἴμεθα σαφεῖς, διὰ ν’ ἀξιώσωμεν σαφήνειαν καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐὰν αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ζητήσω, κ. βουλευταί, διότι δὲν εἶναι οὔτε εἰς τὰ χέρια τοῦ φίλου ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, οὔτε τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὰ χέρια των καὶ τὸ ὁποῖον δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω. Πρῶτον, αἱ ἀριστεραὶ συμμορίαι, αἱ ἐξαρτώμεναι ἀπὸ ἄλλας δυνάμεις, αὐταὶ ἀσφαλῶς δὲν ἠμποροῦν ν’ ἀποτελέσουν κώλυμα διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος παρὰ ἐὰν ὅλοι ἡμεῖς συμφωνήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ, ὅτι ἡ κατάστασις ἐξειλίχθη εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν τὴν ἀναβολήν. Αὐτὸ τότε εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὅταν ὅμως ὑπάρχῃ διατάραξις τῆς τάξεως, ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῶν ὑποστηριζόντων τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ Βασιλέως, δὲν λέγω τῆς συμπολιτεύσεως, δὲν λέγω κανενὸς ἐξ ἡμῶν ποὺ εἴμεθα ἐδῶ, τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἔχω δικαίωμα ν’ ἀξιώσω νὰ ἐπιβληθῇ ἡ τάξις πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν. Διότι αὐτὸ εἶναι δυνατὸν καὶ τεχνικῶς καὶ πραγματικῶς νὰ γίνῃ. Ὅταν πληροφορούμεθα, ὅτι ὡρισμέναι ὁμάδες τῆς λεγομένης δεξιᾶς εἰς τὸν Παγασιτικὸν ὀργανώνουν ναυτικὰς ἐκστρατείας, διὰ νὰ ἐκδικηθοῦν δύο ἢ τρεῖς πολίτας ἀνήκοντας εἰς οἱανδήποτε παράταξιν, ἀπ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀξιώσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐφ’ ὅσον οἱ ἐκστρατεύσαντες δὲν εἶναι κομμουνισταί, ἀλλ’ ἀνήκουν εἰς τὴν παράταξιν, ἡ ὁποία τὴν ἐψήφισε, εἰς αὐτὸν, τοὐλάχιστον, τὸν τομέα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν. Ἔχω, ἐπὶ πλέον, τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαμάσῃ τὸν ζῆλον τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως. Εἶμαι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν προηγουμένην μου ἀγόρευσιν ἐτίμησα τὰ ὄργανα τῆς τάξεως, διότι τὰ ἐγνώρισα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐγνώρισα τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς θυσίας των. Ἀλλ’ ἐγνώρισα ἐπίσης καὶ τὴν ἰδιάζουσαν ψυχολογίαν των καὶ δι’ αὐτὸ ἠξίωσα πάντοτε, ὅταν εἶχον τὴν ὑπεύθυνον θέσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημ. Τάξεως, νὰ μεταβάλουν αὐτὴν τὴν ψυχολογίαν. Πρέπει ὅμως αὐτὸ κατὰ τὴν κρίσιμον ὥραν τοῦ Δημοψηφίσματος, νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον σύντονον καὶ ἔντονον, ὅσον δὲν ἐγένετο ποτὲ μέχρι τοῦδε. Τέλος τονίζω καὶ πάλιν τὴν ἀνάγκην νὰ διαχωρισθῇ σαφῶς εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως καὶ τῶν διοικητικῶν ἐκπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, νὰ διαχωρισθῇ σαφῶς ἡ ἔννοια τοῦ νομιμόφρονος δημοκρατικοῦ πολίτου, ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀναρχικοῦ ἢ τοῦ ἐπαναστάτου. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι εἶναι τις ἀναρχικός, νὰ διώκεται, ἐνῷ εἶναι ἁπλῶς δημοκρατικός. Αὐτὸ εἶναι μοιραῖον νὰ συμβαίνῃ εἰς τὴν ὥραν τῆς ὀξύτητος, καταλαβαίνω, ὅτι εἶναι μοιραῖον νὰ συμβαίνῃ, ἀλλ’ ὁ ἀγών μας πρέπει νὰ κατευθύνεται εἰς τὸν εἰς μεγαλύτερον δυνατὸν βαθμόν, περιορισμὸν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ. Τὰ λέγω αὐτά, ὄχι διὰ νὰ ὑποστηρίξω πρόσωπα, κύριοι, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν σταθερότητα καὶ τὴν γνησιότητα τοῦ Δημοψηφίσματος, δηλαδὴ κάτι ποὺ θέλετε καὶ σεῖς ἀσφαλῶς. Ἄλλως τε, σεῖς τοὐλάχιστον, πιστεύετε, ὅτι ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν. Ἑπομένως ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα, τῆς γνησιότητος, τῆς ἀσφαλείας, ἀκινδύνως θὰ τὰ λάβητε. Πῶς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἣν ἐγὼ ἐνωτέρω ἐξέθεσα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ἀξίωσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως περὶ ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας τάξεως; Εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ διατύπωσις μιᾶς τοιαύτης ἀξιώσεως εἶναι πρόσχημα πρὸς ἀναβολὴν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ οὐχὶ μία εἰλικρινὴς ἀξίωσις πρὸς ἐνίσχυσιν ἀκριβῶς τοῦ κύρους τοῦ Δημοψηφίσματος;
§120Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἐρωτᾶτε πόσοι ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως θὰ ἠμπορέσουν νὰ περιοδεύσουν ἄν δὲν ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις;
§121Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀκριβῶς, κ. Σίδερη, ἕν ἔγκριτον μέλος τῆς συμπολιτεύσεως μοῦ ἔλεγε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι καὶ διὰ τὰ μέλη τῆς συμπολιτεύσεως γεννῶνται δυσχέρειαι περιοδείας εἰς πολλὰς περιφερείας ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὑπάρχουν κομμουνιστικαὶ συμμορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐαμοκρατοῦν ὁλοκλήρους περιοχάς. Αἱ ἐξελίξεις, κύριοι, εἶναι πάντοτε ἀπρόοπτοι. Πάντως ὅμως ἐγὼ θέλω νὰ τονίσω κάτι, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες δὲν ἐτόνισαν. Ἐγώ, κύριοι, δὲν συνδέω τὸ ζήτημα τῆς ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας τάξεως, μὲ τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τοῦ χρόνου τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ ἄν θέλετε, θὰ σᾶς εἴπω καὶ τοῦτο, ὅτι πιστεύω μὲ αἰσιοδοξίαν, ὅτι θὰ εὑρεθῇ κἄποιος ἀπρόοπτος τρόπος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν βλέπω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὁ ὁποῖος θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ταχυτάτην ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως. Ἀλλὰ συνδέω δύα ἄλλα πράγματα, συνδέω τὸ ψήφισμα περὶ ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας τάξεως μὲ τὸ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται ὁ χρόνος τοῦ Δημοψηφίσματος. Δὲν διαφωνῶ πρὸς τὸν χρόνον, πρὸς τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, διαφωνῶ πρὸς τὸ ὅτι θέλετε ἀπὸ τοῦδε νὰ κάμετε ψήφισμα καὶ νὰ γράψετε μέσα 1η Σεπτεμβρίου. Διατί; Διότι ὅταν πρὸ πέντε ἡμερῶν ἐκάματε ἕνα ψήφισμα τοιαύτης βαρύτητος περὶ ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας τάξεως, εἶναι ἐμφανῶς ἀντιφατικὸν νὰ ὁρίζητε σύντομον ἡμερομηνίαν τοῦ Δημοψηφίσματος μετὰ πέντε ἡμέρας.
§122Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἕνα μῆνα πρὸ τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος θ’ ἀρθοῦν τὰ μέτρα αὐτά.
§123Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ γίνῃ ἡ ἄρσις αὐτή. Ἀλλ’ ἐὰν ἕνα μῆνα πρὸ τοῦ Δημοψηφίσματος ἡ κατάστασις εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἄρσιν τῶν μέτρων αὐτῶν, ἐγὼ θ’ ἀγωνισθῶ διὰ τὴν διατήρησιν τῶν μέτρων καὶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ ὄχι διὰ τὴν ἄρσιν τῶν μέτρων καὶ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Διότι, πρῶτον εἶναι τὸ θέμα τῆς ἐμπεδώσεως τῆς τάξεως καὶ δεύτερον τὸ θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἀργήσῃ καὶ 15 ἡμέρας.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὶν προβῆτε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος, ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν κατέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ποία εἶναι ἡ γνώμη σας, εἰς τὸ ν’ ἀναγραφῇ ἁπλῶς, ἡ λέξις Δημοκρατία;
§125Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθω εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐγὼ αἰσθάνομαι, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ψήφισμα περὶ ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας τάξεως ἀποχρωματίζεται ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος περὶ καθορισμοῦ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Δημοψηφίσματος. Θὰ μοῦ εἰπῆτε, ὅλα αὐτὰ τὰ λές, διὰ νὰ ἀναβάλῃς τὸ Δημοψήφισμα. Ὄχι. Κάμετε τὸ Δημοψήφισμα καὶ ἐνωρίτερον ἀπὸ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ἀλλὰ πῶς καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους; Νὰ μὴ ἀναγράψετε τώρα μέσα εἰς τὸ ψήφισμα διάταξιν, ποὺ νὰ ὁρίζῃ τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Τὸ Δημοψήφισμα νὰ γίνῃ ταχέως καὶ νὰ μὴ στερηθῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐξουσίας, αὐτὴ νὰ καθορίσῃ τὸν χρόνον τοῦ Δημοψηφίσματος. Αὐτὴ ἐκπροσωπεῖ τὴν πλειοψηφίαν, ἂς καθορίσῃ αὐτὴ τὸν χρόνον τοῦ Δημοψηφίσματος. Νὰ μὴ στερηθῇ ὅμως καὶ ἡ ἀντίθετος παράταξις τοῦ ἁπλοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἀντιπολίτευσις. Ἑπομένως εἰς τὸ ψήφισμα μέσα ἂς διατυπωθῇ ὅρος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξουσιοδοτῇ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καθορίζῃ τὸν χρόνον τοῦ Δημοψηφίσματος, ὁποτεδήποτε θελήσῃ, ἀλλὰ πάντως εἰς χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ καθορισμὸς τῆς ἡμερομηνίας δὲν θὰ ἐκθέτῃ τὸν καθορισμὸν αὐτὸν εἰς παρεξηγήσεις καὶ δὲν θὰ ἐπάγεται τὸ κακὸν τοῦ ἀποχρωματισμοῦ τοῦ ψηφίσματος τῆς ἐμπεδώσεως τῆς τάξεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος περὶ Δημοψηφίσματος. Ἡ Βουλὴ δὲ νὰ δύναται τότε νὰ ἐλέγξῃ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν. Καὶ διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ πρόκειται νὰ γίνῃ ἁπλῶς διὰ νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος, δέχομαι ἐντὸς τοῦ ψηφίσματος ν’ ἀναγραφῇ, ὅτι ἐντὸς 30 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν τοῦ Δημοψηφίσματος, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν διαρκέσῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἠμπορῇ νὰ καθορισθῇ ὁ χρόνος τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἐάν, δηλαδή, ἡ Κυβέρνησις καλέσῃ τὴν Βουλήν, πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος τὴν 1ην Αὐγούστου, θὰ δικαιοῦται, ὁσονδήποτε καὶ ἂν διαρκέσῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ κάμῃ τὸ Δημοψήφισμα τὴν 1ην Σεπτεμβρίου. Ἔτσι δὲν στερεῖται κἂν τοῦ δικαιώματος ἡ Κυβέρνησις νὰ καθορίσῃ τὸν χρόνον τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ τὴν ἀπαλλάσσομεν ἀπὸ τὸ κακὸν τοῦ νὰ συγχρονίσῃ δύο ἀντιφατικὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ζημειώνουν τὸ ἓν τὸ ἄλλο. Κύριοι, διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς γνησιότητος τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε μίαν γενικωτέραν ἀντιπρότασιν, ἡ ὁποία καθὼς ἐπληροφορήθην, ἢ καθὼς ἀντελήφθην σήμερον, δὲν εἶναι πρότασις, ἀλλ’ εἶναι πρότασις ἀποσυρθεῖσα. Ἐγώ, κύριοι, θέλω νὰ εἶμαι αἰσιόδοξος καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ πρότασις ἔχει τὴν ἔννοιαν ὑποσχέσεως μελλούσης προτάσεως.
§126Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας). Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας σας ἔγινεν ὁ νόμος 453, τὸ περιεχόμενον τοῦ ὁποίου εἶναι ἐπαναφορὰ ἐν ἰσχύϊ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἐπιτροπῶν ἀσφαλείας καὶ τοῦ νόμου περὶ ληστείας. Ὁ νόμος αὐτὸς ἴσχυσε μέχρι τέλους Φεβρουαρίου. Διαρκούσης τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἡ Κυβέρνησις Βούλγαρη ὥρισε τὰς ἐκλογὰς διὰ τὰς 20 Ἰανουαρίου.
§127Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μάλιστα. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ Δημοψήφισμα τώρα μὲ τὸ ψήφισμα περὶ μέτρων τάξεως. Σᾶς ὑπενθυμίζω, πρῶτον, ὅτι ὁ νόμος 453 δὲν περιέχει ἄρσιν ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν προχθές, αἴρει ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις Βούλγαρη θὰ ἔκαμνεν ἐκλογὰς μὲ τοὺς νόμους αὐτούς, δὲν τὸ γνωρίζω, διότι, ἐγώ, ἀπεχώρησα τῆς Κυβερνήσεως τὸν Αὔγουστον, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶχε παραιτηθῆ τὸν Ὀκτώβριον. Ἐγώ, πάντως, νομίζω, ἐὰν θὰ ἔπρεπεν ὁ νόμος αὐτὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἀφορᾷ τὴν ὁπλοφορίαν καὶ ἠμπορεῖτε νὰ τὸν κρατήσητε καὶ τώρα μὲ τὰ δόντια. Διότι, ἀλλοίμενον ἐὰν πᾶμε εἰς τὸ Δημοψήφισμα χωρὶς νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν ὁπλοφορίαν. Ἑπομένως, ἐγὼ θὰ ἔλεγα, νὰ γίνῃ τὸ Δημοψήφισμα μὲ ἰσχύοντα τὸν νόμον 453. Τὸ τρίτον, κύριοι, ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐξετέθη, εἶναι τὸ τοῦ ἐρωτήματος. Τὸ ἐρώτημα αὐτό, κύριοι, ἔχει πολλὰς πτυχάς. Ἀνεπτύχθη μὲ πολλὴν πειστικότητα μία ὁλόκληρος νομικὴ κατασκευή, ἡ ὁποία θεμελιοῖ τὴν Κυβερνητικὴν θέσιν. Ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζεται, νομικῶς δὲν δύναται νὰ θέσῃ τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημοψηφίσματος, ἄλλως ἀπ’ ὅ,τι τὸ ἔθεσε. Κύριοι, ἡ ἔννοια τοῦ Δημοψηφίσματος εἶναι ἄγνωστος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον Δίκαιον, τὸ Δημοψήφισμα εἶναι μία ἐξωσυνταγματικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ θραῦσιν τοῦ Πολιτεύματος. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία διαστολή: ἐφ’ ὅσον μὲν τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημοψηφίσματος εἶναι περὶ ἐπιστροφῆς ἢ ὄχι τοῦ Βασιλέως, εἴμεθα ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Πολιτεύματος, ἐφ’ ὅσον τεθῇ περὶ τοῦ Πολιτεύματος, ἐξερχόμεθα τούτου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰ ὅρια τοῦ Πολιτεύματος ἔχουν ὑπερβαθῆ καὶ τὴν μίαν φορὰν καὶ τὴν ἄλλην. Ἐν πρώτοις, ὁ κ. συνάδελφος μᾶς εἶπε: μὴ ἐπηρεάζεσθε, ὅτι ὑπεστηρίχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἡ γνώμη καθ’ ἣν ἡ παροῦσα συνέλευσις ἡ ἰδική μας εἶναι Συντακτικὴ καὶ ὄχι Ἀναθεωρητική, καὶ ὑπεστηρίχθη, μάλιστα, μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἀφοῦ παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει κατὰ ποίαν διαδικασίαν συγκαλεῖται ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Πολὺ ὀρθῶς, εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν Ἀναθεωρητικὴν μὲ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 108. Εἰς αὐτὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος καὶ προχωρῶ ἀκόμη καὶ λέγω, ὅτι ὁ χαρακτὴρ τῆς Συνελεύσεως θὰ ἐξαρτηθῇ «ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ ἀδεσμεύτου ποὺ ἔχει ἡ Συνέλευσις». Καὶ εἰς αὐτό, βλέπετε, παρακολουθῶ κατὰ λέξιν τὸν κ. συνάδελφον. Ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω μίαν προσθήκην: Τί ἐννοοῦμεν ὅταν λέγωμεν συνέλευσιν καὶ τί ἐννοοῦμεν ὅταν λέγωμεν συνείδησιν. Ἐννοοῦμεν τὸ ἑξῆς: Ἡ θέλησις τοῦ συντακτικοῦ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον ἐκδηλοῦται διὰ τῆς συνελεύσεως αὐτῆς ἀποφασίζει ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον ἔχῃ συντακτικὴν ἐξουσίαν ἢ ἀναθεωρητικήν. Αὐτὸ τὸ ὀρθὸν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύω ὅτι θὰ ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. συνάδελφος. Τότε ὅμως, ἐξεταστέον αὐτὴ ἡ θέλησις, τὴν ὁποίαν τὸ συντακτικὸν ὄργανον, ὁ λαὸς ἔχει. Ποία ἡ συνείδησις αὐτοῦ, ἡ συνείδησις τῆς ὁποίας ἡ Βουλή μας εἶναι ἡ ἔκφρασις. Αὐτὴ ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ τεκμεριοῦται καθ’ ἡμᾶς ἀπὸ τὰ ἑξῆς στοιχεῖα, πρῶτον ἀπὸ τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, δεύτερον ἀπὸ τὸ ψήφισμα ποὺ ἐκάμαμεν περὶ τῆς διαδικασίας τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ψηφισμάτων καὶ τρίτον ἡ θέλησις τοῦ συντακτικοῦ ὀργάνου προκύπτει καὶ ἀπὸ ὅλην τὴν πολιτικήν μας προϊστορίαν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μέσα εἰς αὐτήν, ὑπάρχουν πολλαὶ ἀντιφατικαὶ ἐκδηλώσεις. Ἐγὼ ἐκ πάντων τούτων τελικῶς συνάγω, ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς Συνελεύσεως εἶναι δεσμευμένον, ὁ λαὸς δὲν μᾶς ἐπέτρεψε νὰ θίξωμεν καὶ τὸ θέμα τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἠθέλησε νὰ ἔχωμεν ἀπεριόριστον ἐξουσίαν. Ἔκαμε διαστολὴν καὶ εἶπε τὸ θέμα τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος θὰ τὸ συζητήσητε, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀποφασίσητε σεῖς. Ἀλλ’ ἐρωτητέον, ἀφοῦ ὁ λαὸς ἐπεφύλαξε δι’ ἑαυτὸν τὸ θέμα τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὀργανώσῃ τὸν λαὸν διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν θέλησίν του; Ὑποστηρίζω κατὰ ταῦτα, ὅτι ὁ λαὸς θέλει νὰ ἀναβαπτισθῇ τὸ πολίτευμά του διὰ μιᾶς πανηγυρικῆς ἐκδηλώσεως. Ὑποστηρίζω ἐπίσης, ὅτι ὑπάρχει ζήτημα πολιτειακὸν καὶ ὅτι τοῦτο προκύπτει ἀπὸ τὸ διάταγμα προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, ἀπὸ τὸ διάταγμα ψηφίσεως τῶν ψηφισμάτων καὶ ἀπὸ μίαν σωρείαν ἱστορικῶν γεγονότων εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἰσέρχομαι διότι φοβοῦμαι, ὅτι θὰ δημιουργήσω ἀναταραχὴν καὶ ὄχι φῶς. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἰς ἐμέ, εἶναι ἐκ πάντων τούτων σαφές, ὅτι ὑπάρχει θέλησις τοῦ λαοῦ νὰ λυθῇ τὸ πολιτειακόν. Καὶ ὑπάρχει καὶ ἡ θέλησις νὰ γίνῃ ἡ ἐρώτησις καὶ νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις. Ἀλλ’ ὁ συνάδελφος κ. Μαρκεζίνης μᾶς ἔκαμεν ἕνα πρόσθετον ἐρώτημα. Ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν ἡμεῖς, εἶπεν, νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ πολιτεύματος, πῶς ἔχομεν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐρωτήσωμεν περὶ αὐτοῦ; Ἐκ τῆς ἑρμηνείας τῆς βουλήσεως τήν, ὁποίαν ἔκαμα προηγουμένως, προκύπτει, ὅτι ἐν τῇ θελήσει ν’ ἀποφανθῇ ὁ λαὸς περὶ τοῦ πολιτεύματος, ὑπάρχει καὶ ἡ θέλησίς του νὰ διατυπώσωμεν ἡμεῖς τὸ ἐρώτημα.
§128Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου εἶναι ἀπόρροια ἀποφάσεως μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχομεν τὰ δεδομένα, ὅτι ἐξεπροσώπει τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τότε πῶς συνάγομεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξεδήλωσε τὴν θέλησίν του, διὰ τῶν ἐκλογῶν νὰ θέσωμεν ζήτημα πολιτειακόν; Τὰ γεγονότα λέγουν τὰ ἑξῆς: Ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελε μία καὶ καλὴ νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἡ δημιουργοῦσα τὰς ἀνωμαλίας.
§129Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν θέλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐξετάσω ποῖοι ἐδημιούργησαν τὸ ζήτημα, θέλω ἁπλῶς νὰ διαπιστώσω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι σήμερον ἐδημιουργήθη κοινὴ συνείδησις περὶ τῆς ὑπάρξεως τούτου καὶ δι’ ἣν ἔκτοτε ἠγωνίσθημεν, ἂν θὰ προηγηθῇ τὸ Δημοψήφισμα τῶν ἐκλογῶν ἢ τἀνάπαλιν. Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς οὔτε ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἤθελε δι’ ἑνὸς γεγονότος, μιᾶς ἐκλογῆς, νὰ γίνουν τὸ Δημοψήφισμα καὶ αἱ ἐκλογαί. Ἡ συζήτησις ἦτο μόνον περὶ τοῦ τὶ θὰ προταχθῇ. Κύριοι, μὴ παραπλανώμεθα ἀπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῆς στιγμῆς. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητῶμεν περὶ ἐπανόδου ἢ μὴ ἐπανόδου, ἂν δὲν ὑπῆρχε πολιτειακόν; Διατὶ δὲν θὰ ἐπανήρχετο, ἂν δὲν ὑπῆρχε πολιτειακόν; Ὑπῆρχε μία πολιτειακὴ ἀμφισβήτησις, ἡ ὁποία εἶναι ἀξίωσις τοῦ λαοῦ νὰ λυθῇ.
§130Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Σεῖς τοποθετεῖτε τὸ ὅλον θέμα ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς συνειδήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω μίαν ἄποψιν. Ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τίθεται εἰς συνείδησιν τῆς μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία πιστεύει, ὅτι πολιτειακὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ὑπάρχει θέμα ἐπανόδου ἢ μὴ ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, εἶναι αὐτὴ ἡ μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ σύμφωνος καὶ μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ Βασιλέως ἑκάστοτε, ἡ ὁποία ὅμως μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πιστεύει, ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημοψήφισμα ἀποβῇ κατὰ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, ὑφίσταται θέμα τότε πλέον πολιτειακόν. Καὶ ἡ ἄλλη μερίς, ἡ ὁποία πιστεύει, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημοψήφισμα ἀποβῇ ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως ὑπάρχει ταυτόχρονος λύσις καὶ θέματος ἐπανόδου καὶ θέματος μορφῆς. Ὅπως ἀντιστρόφως, ἐὰν ἀποβῇ κατὰ τῆς ἐπανόδου, ὑφίσταται θέμα πολιτειακόν. Δὲν δύνασθε συνεπῶς κ. συνάδελφε, νομίζω, νὰ τοποθετήσητε τὸ θέμα σας ἐπὶ τῆς ἑνιαίας συνειδήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θὰ κάμετε διαστολὴν καὶ ἂν δεχθῆτε νὰ κάμετε διαστολήν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πτέρυξ αὐτὴ στηρίζει ἐπ’ αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς διαστολῆς, τὴν τοποθέτησιν σύμφωνα μὲ δύο πράγματα. Ἀφ’ ἑνὸς τὰ κείμενα βάσει τῶν ὁποίων αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὑρισκόμεθα ἐδῶ, τουτέστιν τὸ Διάταγμα προκηρύξεως ἐκλογῶν μὲ τόν σαφῆ περιορισμὸν τῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ συνέλευσις αὐτὴ καὶ ἑπομένως τοῦ περιωρισμένου καθ’ ἡμᾶς δικαιώματος καὶ Δημοψηφίσματος πολιτειακῆς ὑφῆς ἀπ’ εὐθείας καὶ τοποθετήσεως, διότι τότε ἐμμέσως ἐπέρχεται ἡ καταστρατήγησις τοῦ Διατάγματος τοῦ μὴ ἐπιτρέποντος εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἔχῃ ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην.....
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀγορεύσεως.
§132Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Ἢ ἔπρεπε, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ ἐπιτρέψητε τὴν διακοπὴν ἢ ἀφοῦ τὴν ἐπετρέψατε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν ὁλοκληρώσω.
§133Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Παρὰ τὴν διακοπὴν τῆς διακοπῆς σας, ἀντελήφθην τὶ θέλετε. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε δι’ αὐτὸ νὰ σᾶς συμπληρώσω. Ἐκεῖνο ποὺ θέλετε εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι δὲν εἶναι ἑνιαία ἡ συνείδησις, ἀλλὰ διχασμένη, ἡ δὲ κρατοῦσα γνώμη εἶναι τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψει σας. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Πέρυσι τέτοιον καιρό, ἔκαμα τὸ λάθος νὰ ὑπογράψω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μίαν δημοπρασίαν περὶ προμηθείας ψηφοδελτίων τοῦ Δημοψηφίσματος. Μοῦ τὴν ἔφεραν ἕνα πρωΐ καὶ χωρὶς νὰ προσέξω, τὴν ὑπέγραψα. Τὰ ψηφοδέλτια αὐτὰ ἐπρόκειτο νὰ ἔχουν ἀναγεγραμμένας τὰς λέξεις «Βασιλευομένη Δημοκρατία» καὶ στέμμα καὶ «Ἀβασίλευτος Δημοκρατία» μὲ τὸν ἀναγεννώμενον φοίνικα.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουν τὰ ψηφοδέλτια αὐτά;
§135Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ὑπάρχουν, διότι ὅταν ἀντελήφθην τὸ γενόμενον, ἐματαίωσα τὴν Δημοπρασίαν. Ἀλλ’ ἀνεκαλύφθη τὸ γεγονὸς ἀπὸ τὴν νῦν ἀντιπολίτευσιν καὶ μοῦ ἐπετέθησαν λαύρως. Τότε, κ. βουλευτά, ἐγεννήθη μία μεγάλη συζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε μέρος ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ ὁλόκληρος ὁ τύπος. Καὶ ἄν, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, θέλῃ νὰ τοῦ δείξω ἁπλῶς ποία εἶναι ἡ κρατοῦσα συνείδησις, δὲν ἔχω παρὰ νὰ συναποκομίσω τόμους τῶν ἐφημερίδων τῆς ἐποχῆς διὰ νὰ ἴδῃ τὴν συνείδησιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τοῦ τύπου. Σεῖς μὲν ὑπεστηρίζατε νὰ τεθῇ «Βασιλευομένη Δημοκρατία» ἡ δὲ ἀντιπολίτευσις ἐφώναζεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ αὐτό, ἀλλ’ ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ «Βασιλεία» ἢ «Δημοκρατία». Διατὶ ἔγινε τότε συζήτησις περὶ μὴ ὑπάρξεως πολιτειακοῦ ζητήματος; Δὲν ἔγινε τὸ περίφημον σύμφωνον τῆς πολιτικῆς ἑνώσεως μεταξὺ τοῦ κ. Σοφ. Βενιζέλου καὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος; Συνεφωνήσατε περὶ λύσεως τοῦ πολιτειακοῦ, ποὺ ὡμιλήσατε περὶ θέματος ἐπιστροφῆς τοῦ Βασιλέως; Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δημοσίας Τάξεως, αὐτὴ ἡ συνείδησις εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύετε, δὲν εἶχεν ἐκδηλωθῆ οὔτε πρὸ τῶν ἐκλογῶν, οὔτε μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἀποτελεῖ ἕνα αἰφνιδιασμόν, ὁ ὁποῖος ἔπεσεν ἐξ ἀπήνης ὄχι μόνον ἐφ’ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐφ’ ὑμῶν. (Χειροκροτήματα). Κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τοῦ ἐρωτᾶν δὲν συμπίπτει μὲ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἀποφασίζειν. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Μαρκεζίνην, ὅτι δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα ἀπόλυτον, ἀλλὰ δεσμευμένην ὡς πρὸς τὸ ἀποφασίζειν περὶ τοῦ πολιτειακοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν ἀπόλυτον δυνατότητα καὶ ὑποχρέωσιν ν’ ἀποφασίζωμεν περὶ τοῦ θετέου ἐρωτήματος. Δὲν εὐσταθεῖ, ἑπομένως, ἡ ἄποψις τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Ὄχι μόνον δικαιούμεθα καὶ εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν λαὸν περὶ τοῦ ποίαν θέλει ἢ δὲν θέλει μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι λόγῳ τῆς ἐντολῆς μας νὰ ὀργανώσωμεν τὴν διαδικασίαν τοῦ Δημοψηφίσματος διὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, τὸ πολιτειακόν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, κύριοι, καὶ ἐφ’ ὅσον καὶ δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν ἔχομεν νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν λαὸν ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ, διατὶ δὲν ἐγένετο τὸ πρᾶγμα; Ἐγὼ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι, οὐχὶ ἄνευ λόγου, ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε, καὶ ἀπεφάσισε, λέγω, αἰφνιδίως, νὰ ἀλλάξῃ τὸ θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος. Σεβόμενος τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως πιστεύω, ὅτι θὰ εἶχον σοβαροὺς λόγους διὰ νὰ κάμουν αὐτὴν τὴν ἀλλαγήν. Εἰς τὴν ἀναζήτησιν αὐτῶν τῶν λόγων, θὰ πρέπει νὰ εἰσέλθω μὲ ὀλίγας λέξεις. Μέχρι σήμερον, κύριοι, οἱ ἀγορεύσαντες ἐστήριξαν τὴν ἐπιχειρηματολογίαν των περὶ τοῦ πὼς πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα ἐπὶ ἱστορικῶν δεδομένων. Εἶπον, ὅτι «αὐτὸ εἶπεν ὁ Βασιλεύς· ἄρα ὑπάρχει πολιτειακόν». «Αὐτὸ εἶπον οἱ Πρωθυπουργοί, ἄρα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πολιτειακόν». Ὅλα αὐτά, κύριοι, εἶναι συζητήσιμα. Ἐγὼ τὸ ζήτημα τὸ θέτω ἐντελῶς διαφορετικά: Τί συμφέρει εἰς τὸν τόπον νὰ γίνῃ; Συμφέρει νὰ λυθῇ ὁλοκληρωτικά, τελειωτικὰ καὶ σταθερὰ τὸ θέμα τὸ πολιτειακὸν ἢ συμφέρει ν’ ἀφήσωμεν θύρας ἀνοικτὰς καὶ ἀμφισβητήσεις διὰ τὸ μέλλον; Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα καὶ θὰ λυθῇ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἱστορίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προοπτικῆς τοῦ μέλλοντος. Θὰ λάβωμεν μίαν θέσιν εἰς τὸ θέμα αὐτό. Συμφέρει εἰς αὐτὴν τὴν κρίσιμον καμπὴν τῆς ἱστορίας νὰ παρακάμψωμεν τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακὸν ἢ συμφέρει νὰ τὸ λύσωμεν ὁριστικά;
§136Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ὅπως ἐπιτάσσει τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ Νόμοι.
§137Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μέσα εἰς τὴν Ἱστορίαν οἱ λαοὶ δὲν ὑπάρχουν διὰ τοὺς νόμους, ἀλλ’ οἱ νόμοι διὰ τοὺς λαούς. Κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἐδοκίμασεν ὁ λαὸς μίαν μακρὰν ἐκτροπὴν ἀπὸ τὸ πολίτευμα. Ἐπὶ 4 ἔτη ἐδοκίμασε μίαν κατοχήν, ἐδοκίμασε τρεῖς ἀποπείρας ἐπαναστάσεως, ἔζησε μὲ μίαν καθολικὴν ὁμολογίαν, ὅτι ὑπάρχει τὸ πολιτειακόν. Καὶ ὕστερα ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀναστατώσεις ἐξυπνήσαμεν ὅλοι μαζὶ ἕνα πρωΐ καὶ ἐπληροφορήθημεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πολιτειακὸν ζήτημα.
§138Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ εἴπομεν ἡμεῖς ἐδῶ, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἀπόψε νὰ λύσωμεν τὸ Πολιτειακὸν ζήτημα, διότι ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἐναντίον τοῦ Πολιτεύματος. Τὸ Δημοψήφισμα εἶναι παραγνώρισις τοῦ Πολιτεύματος καὶ καταπάτησις αὐτοῦ. Εἶναι μεταβολὴ τῆς ἐμμέσου Δημοκρατίας εἰς ἄμεσον. Εἶναι μεταβολὴ τῆς Πολιτείας τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους εἰς ὀχλοκρατίαν.
§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐνῷ ἡ ἐπίσημος θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Βουλευτής.
§140Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι σύμφωνος ἡ Κυβέρνησις. Ἀναγνώσατε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ ψηφίσματος. Ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται, ὅτι δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὸ Πολιτειακόν.
§141Χ. ΛΑΔΑΣ. Φέρετέ το.
§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δέχεσθε ψηφοφορίαν;
§143Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἢ ὑπάρχει πολιτειακὸν ζήτημα ἢ δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πολιτειακὸν ζήτημα, δὲν χρειάζεται τὸ Δημοψήφισμα. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἐν ἀποδημίᾳ καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸν καλέσῃ διὰ ν’ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του καὶ δὲν χρειάζεται τὸ Δημοψήφισμα αὐτό. Διὰ νὰ χρειάζεται τὸ Δημοψήφισμα θὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει ἀναγνώρισις, ὅτι ὑπάρχει τὸ ζήτημα, διότι ἂν δὲν ὑπάρχῃ πολιτειακὸν ζήτημα, τί χρειάζεται τὸ Δημοψήφισμα;
§144Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἠρεμώτερον τόνον, δύναμαι νὰ διαπιστώσω, ὅτι ὅλοι συμφωνοῦμεν ἐφ’ ὅσον ἐγκαταλείψωμεν τὴν προϊστορίαν καὶ τὴν ἱστορικὴν ἀναδρομήν, ὅτι συμφέρει — καὶ εἰς τὴν συμπολίτευσιν περισσότερον ἀπ’ ὅ,τι συμφέρει εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν σήμερον, νὰ θέσῃ καθολικῶς καὶ ὁριστικῶς καὶ ἀμέσως τὸ ζήτημα. Καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ συνδρομὴ τόσων εὐνοϊκῶν ὅρων, ἐγώ, τοὐλάχιστον, δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω, διατὶ αὐτὴ ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἀμέσου διατυπώσεως τοῦ ζητήματος ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ καὶ ἡ προσφυγὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν ἓν σῶμα μὲ τὴν θέλησιν τὴν διατυπουμένην ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ. (Δημιουργεῖται θόρυβος ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀκούεται ὁ κ. Κουλουμβάκης λέγων:
§145Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν). Σεῖς οὐσιαστικῶς θέλετε ἀρχηγὸν τὸν Ζαχαριάδην. (Ὁ θόρυβος ἐπιτείνεται καὶ ἀκούονται φωναὶ ἐξ ὁλοκλήρου τῆς αἰθούσης).
§146Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμε ν’ ἀκοῦμε νὰ μᾶς λὲν κρυπτοκομμουνιστάς.
§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, κ. Γύπαρη.
§148Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. (Ἐν ὀργῇ). Ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν τοὺς κομμουνιστὰς καὶ ἔχομεν σφαῖρες κομμουνιστικὲς στὸ κορμί μας.
§149Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ ποὺ νομίζετε, ἀλλ’ ἂν ἀντιμετωπίσατε σεῖς κινδύνους, ἀντιμετωπίσαμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλὰ δὲν σοῦ εἶπον, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὸ ποὺ μοῦ λές.
§150Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Ἔκανες πόλεμον ὅταν ἐπεκρατήσαμεν.
§151Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπῆγα εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ὅ,τι ἔκανα τὸ ἔκανα στὴν Ἀθήνα.
§152Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. (Φωνάζει μὴ ἀκουόμενος λόγῳ τοῦ θορύβου καὶ τῶν ἀντεγκλήσεων).
§153Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ἐγείρεται καὶ προχωρεῖ πρὸς τὴν ἀριστεράν). Ἐγὼ δὲν σὲ φοβοῦμαι. (Θόρυβος, ἀντεγκλήσεις, κωδωνοκρουσίαι).
§154Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Κάθησε κάτω...... (Θόρυβος, φωναί).
§155Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Προχωρῶν πρὸς τὸν κ. Γύπαρην). Ἀγαπητὲ Παῦλο, πρόσεξε, σὲ ἀγαπῶ, ἀλλὰ δὲν σὲ φοβοῦμαι. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ δέκα λεπτά.
(Ὥρα 12.30′ μεταμεσονύκτιος)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 12.50′ μεταμεσονύκτιος)
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§158Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐγώ, ἰδίως καὶ λόγῳ τῆς ἡλικίας μου ἀκόμη, νὰ πιστεύω, ὅτι ἠθελημένως ἀγόμεθα διὰ τῆς πράξεώς μας τῆς Α ἢ τῆς Β, κατὰ πρόθεσιν πρὸς τὸν κομμουνισμόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ αὐτό. Ἀλλά, πιστεύω ἀδιστάκτως ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν κατὰ τέτοιον τρόπον συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ δὲν ἠξεύρω πότε, ἂν σήμερον ἢ αὔριον τὸ φέρουν αἱ περιστάσεις καὶ ὑπάρξῃ μία ἐπικράτησις καὶ δὴ διὰ Δημοψηφίσματος, ἐνῷ δὲν θὰ παρουσιάζετο τοιαύτη ἐπικράτησις μὲ τέτοια ἀποτελέσματα, ἐὰν ἐλύετο τὸ ζήτημα παρ’ ἡμῶν ἐδῶ ἀμέσως, πῶς εἶναι δυνατόν, λέγω, ἂν ὑπάρξῃ μία ἐπικράτησις ἐναντίον τοῦ ἰσχύοντος πολιτεύματος, διὰ Δημοψηφίσματος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε ὅλοι σας, ὅτι δὲν θὰ εἶναι οἱ ἐπικρατήσαντες ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὅλοι ἀπεχθανόμεθα.
§159Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Θεωρίας μᾶς ἀναπτύσσει.
§160Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν, νὰ εἴπω ἐγὼ αὐτά, ὁ ὁποῖος ὅλας τὰς ἡμέρας συζητῶ μὲ αἰσθήματα ἀδελφικὰ μετὰ τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ γνωρίζει τὴν πρὸς αὐτὸν ἀφοσίωσίν μου, γνωρίζει, ὅτι πρὸ ἡμερῶν τὸν συνέχαιρον μὲ βουρκωμένα μάτια, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω ἐγώ, ὅτι ἔχει πρόθεσιν ὁ κ. Βενιζέλος νὰ φέρῃ τὸν κομμουνισμόν; Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τοιουτοτρόπως συζητοῦντες, ἂν—εἶναι ἡ προσωπική μου γνώμη αὐτὴ—δὲν ἐφαρμόσωμεν τὸ πολίτευμά μας τὸ ἀντιπροσωπευτικόν, ἀλλὰ κατερχόμεθα ἑκάστοτε εἰς τὴν ὀχλοκρατίαν θὰ καταλήξωμεν μίαν ἡμέραν νὰ ἐπικρατήσουν οἱ κομμουνισταί.
§161Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Εἴπατε σεῖς, ὅτι θὰ κάναμεν ἀρχηγὸν τὸν Ζαχαριάδη.
§162Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσε, δὲν ὑφίσταται ζήτημα.
§163Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι οἱ ἐκπροσωποῦντες τὴν πλειοψηφίαν δὲν συνησθάνθησαν τὰς ὑποχρεώσεις των ἀπέναντι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. (Θόρυβος. Ὁ κ. Κοθρῆς ἀποπειρᾶται νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε κάτω, δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι δὲν ἤθελε νὰ θίξῃ κανένα, δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§165Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. συνάδελφος. Εἴπατε διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι θέλει νὰ κάμῃ ἀρχηγὸν τὸν Ζαχαριάδη.
§166Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, ὄχι δὲν εἶπον αὐτό.
§167Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ποῖοι κάναμεν ἀγῶνα κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, κ. Πρόεδρε, ἡμεῖς ἐκάναμεν ἀγῶνα.
§168Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Εἰλικρινῶς δὲν εἶχα πρόθεσιν νὰ προσβάλω κανένα, ἀλλὰ ὅταν ἐπαναλαμβάνετε διαρκῶς κρυπτοκουκουέδες καὶ θὰ κάνωμεν ἀρχηγὸν τὸν Ζαχαριάδην, δὲν ἠμπορῶ πλέον ν’ ἀνεχθῶ, διότι ἔχουν σφαῖρες κομμουνιστῶν περάσει τὸ σῶμα μου καὶ ἔχω χάσει τοὺς καλλίτερους συγγενεῖς μου. (Χειροκροτήματα).
§169Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, καθὼς θὰ ἐνθυμῆσθε, πρὸ τῆς διακοπῆς, εἶχον ἐκφράσει μίαν ἀπορίαν, ἀφοῦ καίτοι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει πολιτειακὸν ζήτημα, καταλήγει νὰ τὸ θέση, διὰ τῶν ἑρμηνευτικῶν δηλώσεών της, διατὶ δὲν τὸ θέτει εἰς τὸ ψηφοδέλτιον, ὥστε ἐπ’ αὐτοῦ ν’ ἀπαντήσῃ ὁ λαὸς καὶ ν’ ἀποκτήσῃ ἡ ἀπάντησις πλῆρες κῦρος, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θ’ ἀποκτήσῃ μὲ τὰς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται καὶ παρέρχονται καὶ πάντως δὲν συσσωματοῦνται μὲ τὴν ἔκφρασιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἐγώ, κύριοι, ἀναχωρῶ ἀπὸ μίαν δογματικὴν πεποίθησιν περὶ τῆς καλῆς πίστεως ὅλων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τούτοις, χωρὶς νὰ θέλω κανέναν νὰ θίξω, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ θεωρήσῃ ἕνας τρίτος κριτής, ὅτι μία τοιαύτη ἐπιμονὴ ἐπὶ τῆς μὴ ἐνσωματώσεως τοῦ κυρίου θέματος ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ, ὅτι μία τοιαύτη ἐπιμονὴ θὰ περιέχῃ κἄποιαν reservatio mentolis ὅπως λέγομεν ἡμεῖς οἱ νομικοί.
§170ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀσφαλῶς συμβαίνει.
§171Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει κἄποια σκέψις εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατατείνει εἰς τὸ ἑξῆς: Θέλει καὶ αὐτὴ τὴν καθολικὴν λύσιν, δὲν στερεῖται καὶ αὐτὴ τῆς ἀγαθῆς αὐτῆς προαιρέσεως, ἀλλὰ τὴν θέλει, προσέξατε κ. συνάδελφοι, μονόπλευρον. Ἂν μὲν ψηφισθῇ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, τότε ἡ λύσις εἶναι ὁλική, διότι λύεται καὶ τὸ πολιτειακόν. Ἂν ὅμως τὰ φέρῃ ἡ τύχη καὶ δὲν ψηφισθῇ ὁ Βασιλεύς, τότε ἡ λύσις εἶναι μερική, δὲν λύεται τὸ πολιτειακόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸ ψήφισμα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ πλάνης, διότι ὅπως οἱ νικηταὶ ὅταν ἐπικρατήσῃ τὸ Βασιλικὸν ψηφοδέλτιον, θὰ ἀποφασίσουν νὰ δώσουν τὴν ἑρμηνείαν τὴν καθολικὴν εἰς τὴν ὑπὲρ αὐτῶν ἀπάντησιν, λύοντες τὸ πολιτειακόν, ἔτσι καὶ οἱ νικηταί, ὅταν θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ Δημοκρατικὸν ψηφοδέλτιον, θὰ δώσουν καὶ αὐτοὶ μίαν καθολικὴν ἑρμηνείαν καὶ λύσιν. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ συμβῇ καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἐλάττωμα τῆς ὑποθέσεως; Ὅτι οἱ ἡττημένοι καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις θὰ σκεφθοῦν ἀντιστρόφως. Παρέχεται μία εὐχέρεια εἰς τοὺς ἡττημένους, ἐὰν οἱ ἡττημένοι εἶναι οἱ Βασιλόφρονες, νὰ εἴπουν, ὅτι δὲν λύεται τὸ πολιτειακόν. Τὸ ἴδιο θὰ εἴπουν καὶ οἱ Δημοκρατικοί. Περιστατικὴ καὶ ἔμμεσος ἦτο ἡ ἐρώτησις, περιστατικὴ καὶ ἔμμεσος θὰ εἶναι ἡ ἀπάντησις. Δὲν θὰ εἶναι ἄμεσος, δὲν θὰ εἶναι καθολική. Αὐτή, νομίζω, εἶναι ἡ σκέψις, ἡ ὁποία ἤγαγε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιφυλάξῃ εἰς ἑαυτὴν κἄποιαν δυνατότητα ἀμύνης, εἰς ἣν περίπτωσιν ἐπεκράτει τὸ Δημοκρατικὸν ψηφοδέλτιον. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἤθελα νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἡ ἔμμεσος ἀπάντησις, ὅπως τὴν προκαλεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι πάντοτε ὀλιγώτερον ἰσχυρὰ ἀπὸ τὴν ἄμεσον. Στερεῖται κἄποιας δυνάμεως καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα τὸ ἔμμεσον εἶναι εἰς βάρος τοῦ νικητοῦ. Προσέξατε, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἰσχύσῃ τὸ Βασιλικὸν ψηφοδέλτιον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνδιαφέρει, ἡ ἄμεσος ἀπάντησις εἶναι συντριπτικὴ διὰ τὴν Δημοκρατικὴν παράταξιν, συντριπτικὴ ἀποστομωτική. Ἐνῷ ἐὰν εἶναι ἔμμεσος ἡ ἀπάντησις, ὑπάρχουν διέξοδοι, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθοῦν, ὅπως ἐὰν ἐπικρατήσῃ τὸ ψηφοδέλτιον τῶν Δημοκρατικῶν θὰ ὑπάρξῃ δι’ ὑμᾶς ἡ περίπτωσις νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἀπεφάνθη ἡ πλειοψηφία ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Πάντοτε, λοιπόν, ἡ ἔμμεσος ἐρώτησις εἶναι εἰς ὄφελος τοῦ ἡττημένου καὶ εἰς βάρος τοῦ νικητοῦ. Καὶ ἐρωτῶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους προχωρεῖ πρὸς τὸ Δημοψήφισμα: Τί φοβεῖσθε, κύριοι, δὲν θέλετε οἱ νικηταὶ νὰ εἶναι εὐνοημένοι; Ἡ ἄμεσος ἀπάντησις εὐνοεῖ τοὺς νικητάς, καὶ ὅσοι δὲν τὴν θέλουν δείχνουν κἄποιον φόβον διὰ τὴν ἀπάντησιν. Καὶ ἐπειδή, κύριοι, πιστεύω ὅτι ἔχετε ἀκράδαντον πεποίθησιν εἰς τὴν νίκην τῆς παρατάξεώς σας, μένω ἐνεὸς πρὸ τῆς διστακτικότητος νὰ χωρήσητε εἰς τὸ ἄμεσον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον σᾶς βοηθεῖ καὶ σᾶς ἐνισχύει καὶ λύει τὸ ζήτημά σας. Ἐγώ, κύριοι, ὁμολογῶ, ὅπως σᾶς εἶπον πρίν, ἀνεζήτησα νὰ εὕρω εἰς τὸ παρελθὸν κἄποιαν πηγὴν αὐτῆς τῆς νέας προβληματικῆς, τὴν ὁποίαν μᾶς θέτουν μὲ τὸ ψηφοδέλτιον αὐτὸ καὶ μὲ τὴν ἐπακολουθήσασαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν καὶ δὲν εὑρίσκω πουθενὰ τίποτε. Οἱ ἔμπειροι πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν Κυβέρνησιν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ψημένοι εἰς τὴν μαγειρικὴν τῆς πολιτικῆς, θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ μὲ τὴν εὐκαιρίαν τὴν μοναδικήν, ἡ ὁποία τοὺς παρουσιάζεται σήμερον, νὰ λύσουν τὸ πολιτειακόν, ὅπως τὸ θέλουν, ν’ ἀποφύγουν νὰ τὸ λύσουν καὶ νὰ κρατήσουν μίαν Reservatio, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τῆς παρατάξεως, τὴν ὁποίαν ἐπολέμησαν; Εἶναι ἀδύνατον νὰ προέρχεται ἀπ’ αὐτούς. Ἐπὶ πλέον, κύριοι, ἔχομεν ἀπέναντί μας μίαν συμπολίτευσιν, εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύομεν ἀκραδάντως, ὅτι εἶναι Δημοκρατική. Ὁ ὑπεύθυνος ὑφυπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔκαμε ἐδῶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μίαν δήλωσιν. Δὲν τὴν ἐνεκρίναμεν αὐτὴν τὴν δήλωσιν δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλ’ ἠκούσαμεν μετ’ ἄκρας ἱκανοποιήσεως τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ παραμείνῃ πιστὴ εἰς τὸ Δημοκρατικὸν πολίτευμα. Εἴχομεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀκόμη μίαν ἐκδήλωσιν ἑνὸς ἐπιλέκτου μέλους τῆς συμπολιτεύσεως, τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ὁ ὁποῖος ἔκαμε πανηγυρικὰς δηλώσεις ὑπὲρ τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ ἀπεδοκίμασε τὸ δικτατορικὸν πολίτευμα τῆς 4ης Αὐγούστου. Ἔχομεν δηλώσεις τοῦ ἰδίου τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς κανείς, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε οἱονδήποτε δογματικὸν λόγον νὰ μὴ θέσῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ ἐρώτημα τοῦ πολιτεύματος, Βασιλεία ἢ Δημοκρατία. Πῶς, λοιπόν, συνέβη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Ἐπιτρέψατέ μου, κύριοι βουλευταί, νὰ ὑποπτευθῶ, ὅτι καὶ σεῖς ἔχετε αὐτὴν τὴν ἀπορίαν. Ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Μέσα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου καὶ κάνοντας ἕνα κύκλο εἰς ὅλον τὸν ὁρίζοντα τὸν πολιτικόν, μόνον ἓν σημεῖον βλέπω ἀπὸ ὅπου ἠμπορεῖ νὰ προέλθῃ αὐτὴ ἡ σκέψις τοῦ νὰ τεθῇ τὸ πολιτειακόν, διότι δὲν συμφέρει, ἢ καὶ δὲν ἐπιτρέπεται. Ἴσως νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ ὅλων τῶν ὑποστηριζόντων τὸ Βασιλικὸν πολίτευμα εἷς ἄνθρωπος, φαινόμενον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὁ ὁποῖος νὰ πιστεύῃ εἰς τὴν ἐλέῳ θεοῦ Βασιλείαν. Ὁ σεβαστός μου Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἶπεν, ὅτι γενικώτερον κρατεῖ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλέῳ θεοῦ Βασιλείας. Ἐγώ, δὲν συμμερίζομαι, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον τοῦ ἔχω, τὴν ἄποψιν αὐτήν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἴμεθα ὅλοι Δημοκρατικοὶ εἴτε ὑπὲρ τῆς Βασιλευομένης, εἴτε ὑπὲρ τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Ἀλλ’ ὑπάρχει εἰς τὸν ἰδικόν μας κόσμον ἕνα φαινόμενον, ἕνα ἀξιόλογον πρόσωπον, ἄξιον πάσης τιμῆς, τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχει τὴν πετριὰ τῆς Μοναρχίας. Αὐτὸ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν μετέχει τῆς ἐνεργοῦ πολιτικῆς ζωῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐπαφὴν μὲ τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα, εἶναι τὸ μόνον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ προτείνῃ, νὰ εἰσαγάγῃ καὶ κατὰ περίεργον τρόπον νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴν τὴν ὀθνείαν σκέψιν. Διότι εἶναι ἀπολύτως ὀθνεία. Εἶναι ἕνα πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἴσως καὶ ὑπηρεσίας προσφέρει, ἔχει πλευράς, τὰς ὁποίας ὅλοι σεβόμεθα, ἀλλά, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν θεωρίαν αὐτὴν διατυπωμένην εἰς συγγράμματά του.
§172Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Καὶ ἡμεῖς τί εὐθυνόμεθα;
§173Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι εὐθύνεσθε, κύριε ὑπουργέ, κἄποιος ἄλλος ἐπέβαλλεν αὐτὴν τὴν σκέψιν, τὴν εἰσήγαγε, τὴν ἐπρότεινε. Θέλετε τὸ ὄνομα· εἶναι ὁ κ. Πιπινέλης.
§174Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Πρέπει νὰ μὴ ὑποτιμᾶτε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν Βουλήν, ἀνεξαρτήτως ἂν ἀνήκουν εἰς τὴν α ἢ β παράταξιν. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι ἡ παράταξίς σας πιστεύει, ὄχι εἰς τὴν Δημοκρατίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν Δημοκρατικῶν ἰδεωδῶν, εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύομεν καὶ ἡμεῖς. Αἱ λέξεις Δημοκρατία καὶ Βασιλεία, δὲν εἶναι λέξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχουν τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ 20ετίας. Ἡ Βασιλεία δὲν εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, εἶναι ἡ ἔννοια τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον πιστεύει εἰς τὴν ἐλέῳ θεοῦ Βασιλείαν, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτὸ σᾶς βεβαιοῦμεν, ὅτι δὲν πιστεύει αὐτά, τὰ ὁποῖα σεῖς ὑπαινίσσεσθε, δὲν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὴν παράταξιν αὐτήν.
§175Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔλθετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει σας ὡρισμένα τηλεγραφήματα, διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἀπέχουν αὐτὰ ποὺ λέτε τῆς ἀκριβείας.
§176Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι πολὺ εὐτυχής, ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἦτο ἐσφαλμένη. Βλέπω μὲ πολὺν ἱκανοποίησιν, ὅτι ὁ κ. Πιπινέλης, ἴσως ἀπὸ τὴν πορείαν τῶν πραγμάτων, δὲν διδάσκει πλέον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γράφει εἰς τὰ συγγράμματά του, καὶ ἑπομένως, αὐτὴ ἡ μομφὴ ἂς θεωρηθῇ, ὅτι δὲν ἐγένετο. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω κἄτι; Τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κόμματα τὰ καθολικὰ ἐπικρατοῦν εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην, ἡ θεωρία περὶ τῆς «ἐλέῳ θεοῦ Μοναρχίας» δὲν εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ πολὺ περίεργον.
§177Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἡμᾶς θὰ ἦτο περίεργον.
§178Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Διὰ σᾶς θὰ ἦτο, ἀλλὰ δι’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἔχω κἄποιαν ἱστορικὴν προοπτικήν, δὲν εἶναι. Διότι, ὅταν ἔχωμεν μίαν ἐποχὴν διαπνεομένην ἀπὸ τὸν ἐξωφρενικὸν μυστικισμὸν τοῦ κομμουνισμοῦ, δὲν θὰ μοῦ ἔκαμε καμμίαν ἐντύπωσιν, εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν μυστικισμὸν τοῦ κομμουνισμοῦ, νὰ ἴδω ἐμφανιζόμενον τὸν μυστικισμὸν τῆς «ἐλέῳ θεοῦ Μοναρχίας». Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ δημιουργήσω ὀξύτητας, ἀλλὰ διὰ νὰ κάμω μίαν ἀπόπειραν νὰ πείσω τὴν πλειοψηφίαν νὰ δώσῃ ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν συνεννόησιν. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ὅλην τὴν σκέψιν μου; Θὰ σᾶς κάμω μίαν ὁμολογίαν καὶ ἂς μὴ ἔχουν παράπονον δι’ αὐτὸ οἱ συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγώ, τουλάχιστον, λυποῦμαι διότι δὲν εἶμαι μέλος τῆς συμπολιτεύσεως, καὶ ἰδιαίτατα, ὅτι δὲν εἶμαι μέλος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ κάμω ἕνα ἐνδοκομματικὸν ἀγῶνα καὶ νὰ ἐπιτύχω κἄποιαν νίκην, κἄποιαν ἔξαρσιν τοῦ κόμματος τούτου. Διότι ἂν εἴμεθα ἀληθινοὶ ἀντιπολιτευόμενοι, πρέπει νὰ θέλωμεν ἡ συμπολίτευσις νὰ ἐπιτύχῃ, διότι ἐκ τῆς ἐπιτυχίας ὅλων ἐξαρτᾶται τὸ κοινὸν ὄφελος. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν καὶ παρ’ ὅλην τὴν ἀμφισβήτησιν τῆς εἰκασίας ποὺ πρὶν διετύπωσα, ἐπιμένω, λέγων, ὅτι αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι καθοδηγοῦν τὴν πλειοψηφίαν θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ παρεισάγωνται αἰφνιδιαστικῶς εἰς τὴν σειρὰν τῶν πράξεών της, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀπόρροια μιᾶς συνεπείας καὶ μιᾶς συνεχείας. Θὰ ἤθελον ἰδιαιτέρως νὰ ἔβλεπον τὴν συμπολίτευσιν, ἱκανὴν ν’ ἀπομακρύνῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἐπηρεασμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔρχονται ἀπὸ ἐδῶ μέσα, ἀπὸ τὴν λαοπρόβλητον πλειοψηφίαν. Θὰ ἦτο μία ὡραιοτάτη νίκη τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ ἐπανηγύριζον. Θὰ ἦτο ἰδική σας νίκη. Εἰς αὐτὴν τὴν προσπάθειαν, ἔχω ἕνα μεγάλον συνεπίκουρον, κύριοι βουλευταί, τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Θὰ σᾶς εἴπω, πῶς. Ὅπως καὶ ἂν θέσετε τὸ ἐρώτημά σας, μὰ ὅπως καὶ ἂν τὸ θέσετε, ἡ ἀπάντησις θὰ εἶναι μία, διότι τὸ πρόβλημα ποὺ τὸν βασανίζει εἶναι ἕν. Θέλετε, δὲν τὸ θέλετε, τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ὑπάρχει. Τὸ παρ’ ὑμῶν ὑποστηριζόμενον ἀποτελεῖ μίαν ἀπροσδόκητον καὶ ἀπροσδιόνυσον ἔμπνευσιν τῆς τελευταίας στιγμῆς.
§179Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1944, εὑρισκόμενος εἰς Κάϊρον, ἔδωσα συνέντευξιν εἰς τοὺς Τάϊμς μὲ αὐτὸ τὸ περιεχόμενον.
§180Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑπήρξατε ὁ συνεπέστερος βασιλόφρων ἐν Ἑλλάδι καὶ φαντάζομαι, ὅτι σεῖς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶσθε ἐν τάξει. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλά, ὅτι ἡ πορεία τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δὲν ἦτο παράλληλος μὲ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν σας.
§181Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐγὼ εἰσήγαγον τὸ ψήφισμα.
§182Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ Κόμμα ἔχει μίαν ἱστορίαν ποὺ δὲν δύναται νὰ ἀλλάξῃ μὲ τοὺς ἀρχηγούς. Ἐγώ, κύριοι, θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ αὐτὴ ἡ ἄποψις, ἡ ἄποψις τοῦ ἀμέσου ἐρωτήματος, διότι ἄν δὲν ἐπικρατήσῃ αὐτὴ ἡ ἄποψις, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ μία ἄποψις, τὴν ὁποίαν τόσον γλαφυρῶς ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἶπεν: Κύριοι, ἡ 31 Μαρτίου ἐδημιούργησεν εἰς τὴν σειρὰν τῶν πραγματικῶν καταστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐμάστιζον τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ 1½ ἔτος, μίαν νέαν ἐξαιρετικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ κρατοῦσα.
§183Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶπε πολὺ καθαρά, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον πραγματικότης, μετὰ τὴν 31ην Μαρτίου, παρὰ ἡ πραγματικότης τῶν ἐκλογῶν. Πᾶσα ἄλλη, ἑπομένως, κατάστασις ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ ἀλλ’ εἶναι ἀπόπειρα δημιουργίας πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ ἡ ἀπόπειρα αὐτὴ ἐσταμάτησεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔγινεν ἡ ἐκλογὴ τῆς 31ης Μαρτίου. Ἑπομένως, ἡ μόνη πραγματικότης ποὺ ἐνδιαφέρει εἶναι τὸ νόμιμον καθεστὼς καὶ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ νομίμου καθεστῶτος δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξέλθῃ.
§184Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἄν πρόκειται περὶ πραγματικῆς καταστάσεως, φορεὺς αὐτῆς τῆς πραγματικῆς καταστάσεως ποῖος εἶναι; Ἀσφαλῶς ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία φέρει ἐπὶ τῶν ὤμων της τὴν ἐπιτυχίαν καὶ τὴν ἐπιβολὴν αὐτῆς τῆς καταστάσεως.
§185Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Εἶναι ὁ λαὸς ποὺ ἔστειλε τοὺς βουλευτὰς μὲ ὡρισμένην ἐντολήν.
§186Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι ὁ λαός, διότι ὁ λαὸς δημιουργεῖ νομικὰς καταστάσεις, ὄχι πραγματικὰς καταστάσεις.... Σεῖς εἶσθε οἱ φορεῖς αὐτῆς τῆς νέας πραγματικῆς καταστάσεως.
§187Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δύναται ἡ πλειοψηφία νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ;
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§189Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ πραγματικῆς καταστάσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν τὴν συνολικὴν λαϊκὴν θέλησιν. Ἄν ὅμως, εἶναι ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς ὀρθός, τότε ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἄν πρόκειται περὶ πραγματικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἠλλοίωσε τὸ ἐρώτημα, καταργήσασα τὰ προηγούμενα, καὶ ἐδημιούργησε μίαν νέαν κατάστασιν, ἕν νέον ἐρώτημα, ἕνα νέον τύπον Δημοψηφίσματος, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα φορεῖς αὐτῆς τῆς πραγματικῆς καταστάσεως, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κανένα λόγον πλέον νὰ συμμετάσχωμεν εἴτε εἰς τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ Δημοψηφίσματος εἴτε εἰς τὴν διεξαγωγήν του. Εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ νυμφῶνος. Δι’ αὐτὸ εἶναι σωφρονέστερον νὰ μὴν ὁμιλῶμεν περὶ πραγματικῆς καταστάσεως, ἀλλὰ περὶ τῆς πρώτης νομικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὰς ἐκλογάς. Ὑπάρχει de facto κατάστασις.
§190Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τότε ποὺ ἐφεῦρε ἡ Νομικὴ Ἐπιστήμη τὸν ὅρον de facto, ὅλαι αἱ παραβάσεις τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τότε ἔγιναν.
§191Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁμιλοῦμεν περὶ νομικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ εἶναι ἡ συνισταμένη τῶν θελήσεων τοῦ λαοῦ καὶ αὐτὴν τὴν συνισταμένην πρέπει νὰ ἐκφράσωμεν διὰ τοῦ ἐρωτήματος: Εἶναι σκόπιμον νὰ δώσωμεν ἕνα τόνον πλήρους ὁμοφωνίας καὶ ἑνώσεως, διότι τότε θὰ ἐπιτύχετε, κύριε συνάδελφε τῆς Συμπολιτεύσεως, ἐκεῖνο ποὺ θέλετε νὰ καθιερώσετε, τὸ πολίτευμα, τὸ σταθερὸν καὶ μόνιμον, διότι—θὰ σᾶς κάμω μίαν ὁμολογίαν—ἂν πρόκειται ποτὲ νὰ γίνῃ μία Δημοκρατία ἀσταθής, θὰ προτιμοῦσα μίαν Βασιλείαν σταθεράν. Ὑπεράνω τοῦ τύπου τοῦ πολιτεύματος, προέχει δι’ ἡμᾶς σήμερον νὰ δημιουργηθῇ ἕνα σταθερὸν καὶ ἰσχυρὸν καθεστώς. (Χειροκροτήματα).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπογεγραμμένη ἀπὸ 20 βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν, ὅτι τὸ θέμα εἶναι προφανῶς ἐξηντλημένον καὶ ζητοῦν νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῶν ἀγορεύσεων εἰς τὸ ἕν τέταρτον τῆς ὥρας.
§193Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, δικαιοῦμαι νὰ ἔχω ἀντιρρήσεις. Ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως νὰ τερματίσῃ τὴν συζήτησιν, διὰ περιορισμοῦ τοῦ λόγου, δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ εὐοδωθῇ. Εἶναι δὲ ἀπαράδεκτος, διὰ τὸν λόγον, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος ἐξόχως ἐνδιαφέροντος καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφισιν ἡ Κυβέρνησις δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπιζητήσῃ μὲ πίεσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν δέχεται τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου εἰς τὸ τέταρτον τῆς ὥρας καὶ ἐμμένει εἰς τὸ ὅτι θὰ εἶναι, περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς ἄν τυχόν, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς τὸ δεχθῇ, ἐπιφυλάσσεται δὲ νὰ λάβῃ τὰς ἀποφάσεις της ἄν, τυχόν, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ κατέληγεν εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα.
§194Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προκειμένου περὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κρίνῃ τὰς τύχας τῆς χώρας, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι πρέπει νὰ κάμω σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τοὺς ὑπογράψαντας τὴν πρότασιν βουλευτὰς νὰ μὴ ἐπιμείνουν. (Χειροκροτήματα).
§195Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἄνισον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι ἤδη ὡμίλησαν τόσοι ἀγορηταί, οἱ ὁποῖοι δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὸ τέταρτον τῆς ὥρας. Δὲν εἶναι, συνεπῶς, ἐπιτετραμμένον ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος νὰ ὑπάρξουν δύο μέτρα.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχει ἕνας Κανονισμός, τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καταλύσωμεν. Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Κανονισμοῦ.
§197Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, καθ’ ὅσον εἶμαι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν. Ἀπὸ οὐδενὸς τὴν σκέψιν ἐκ τῶν 20 ὑπογραψάντων ἐπέρασεν πρὸς στιγμήν, ὅτι θέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὸν λόγον καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλά, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν τὸ θέμα ἔχῃ συζητηθῆ ἐπαρκῶς καὶ εἶναι προφανῶς ἐξηντλημένον, δικαιοῦνται 20 βουλευταί, νὰ ἐπιβάλουν αἴτησιν περιορισμοῦ τῶν ἀγορεύσεως εἰς ¼ καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει. Τὸ νὰ τίθεται τὸ ζήτημα, ὡς ἐτέθη, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκπρόσωπον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι, ἂν λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν ἡ Βουλή, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντιμετωπίζει περίπτωσιν ἀποχῆς, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν. Τὸ θέμα, νομίζω, ὅτι ἐξηντλήθη. Ἀπὸ τοῦ Σαββάτου γίνεται μακρὰ συζήτησις, ὡμίλησαν ὅλοι οἱ ἀξιότιμοι Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατέθεσε μίαν μακροσκελῆ ἔγγραφον δήλωσιν, ἐπηκολούθησε σύσκεψις μετὰ τῶν ἀξιοτίμων Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐδευτερολόγησαν σήμερον οἱ Ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡμίλησαν καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν διάφοροι ρήτορες, νομίζομεν, ὅτι, ἄν συνεχίσωμεν ἄνευ περιορισμοῦ τοῦ λόγου μὲ ἑκατοντάδα περίπου ἐγγεγραμμένων, θὰ παρέλθουν 20 ἡμέραι χωρὶς νὰ τελειώσωμεν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι, ἀπέναντι τοῦ φόβου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ παραπόνου, ὅτι, τάχα ζητεῖ ἡ πλειοψηφία νὰ περιορίσῃ τὸν χρόνον, νομίζω, ὅτι εἶναι εὔλογον τὸ παράπονον τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητεῖ νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ φέρῃ εἰς δύσκολον θέσιν τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ δυσχεράνῃ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν δύο μόνον δύνανται νὰ λάβουν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως.
§199Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἡ ἑξῆς: Λέγει δύο, διότι ὑποθέτει ὁ Κανονισμός, ὅτι ἐντὸς τοῦ Σώματος εὑρίσκονται δύο μόνον Κόμματα, τὸ Κυβερνητικὸν καὶ τὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὅταν τὸ ἓν Κόμμα θέτει τὴν γνώμην του καὶ τὸ ἕτερον Κόμμα θέτει ἐπίσης τὴν ἰδικήν του, οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἐπίσης, νομίζετε, ὅτι τὸ ἕτερον Κόμμα, τὸ μὴ ὁμιλῆσαν, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μὴ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του; Πῶς θὰ ἐξαιρεθῇ τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα νὰ μὴ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως;
§200Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπεραντολογία αὐτή, εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀπαιτηθοῦν πολλαὶ ἡμέραι, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναχωρεῖ ἐξ Ἑλλάδος εἰς μίαν ἀποστολὴν—καὶ ἴσως, εἰς τὴν μεγαλυτέραν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἔχει κάμει ποτὲ Πρωθυπουργὸς τῆς χώρας μας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶπεν ὅτι τὸν περιβάλλει μὲ τὰς εὐχάς της εἰς τὸ ταξίδιόν του. Αἱ εὐχαί, ὅμως, δὲν πρέπει νὰ περιορίζωνται μόνον εἰς λόγους, ἀλλὰ καὶ εἰς ἔργα. Ἐὰν ἐπόκειτο νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ λόγου, καὶ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ κάμωμεν χάριν τοῦ μεγάλου σκοποῦ. Ἄν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπεραντολογία θὰ φθάσωμεν ἕως τὴν Παρασκευὴν καὶ θέλετε νὰ φύγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χωρὶς νὰ ἔχῃ τελειώσῃ τὸ ζήτημα αὐτό;
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ περιορισμοῦ τῶν ἀγορεύσεων εἰς ἓν τέταρτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἰακώβου.
§203Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν κουρασθῆ. Ἔτσι θὰ πᾶμε ὡς τὰς 6 τὸ πρωΐ.
§204Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ὁμιλήσουν καὶ οἱ 100 ἀπὸ δύο φορὰς ὁ καθείς, ὅπως δίδει δικαίωμα ὁ Κανονισμός.
§205Π. ΙΑΚΩΒΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, εὐτυχὴς λογίζομαι διότι μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία ὅπως ἐμφανισθῶ καὶ ἀπαγγείλω τὸν παρόντα λόγον ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως μὲ ἀπόλυτον τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν τῶν βουλευτῶν θὰ ὑστέρει ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του καὶ δώσῃ τὴν πρέπουσαν προσοχήν, προκειμένου νὰ συζητηθῇ τὸ πολιτειακὸν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ φλέγον ζήτημα τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων, τοῦτ’ ἔστι τῆς ἐπεκτάσεώς μας πέραν τῶν σημερινῶν μας ὁρίων καὶ δὴ ἐπὶ ἐδαφῶν ἐξ ἱστορίας ἀείποτε Ἑλληνικῶν. Ἡ περίοδος ἥν διερχόμεθα μᾶς εὑρίσκει μὲ διακεκομμένον τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὴν ἐν Παρισίοις προεργασίαν τῶν τεσσάρων ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργῶν τῶν Συμμάχων δυνάμεων μὲ ἐπὶ θύραις τὴν σύγκλησιν τοῦ Συνεδρίου τῆς Εἰρήνης. Παρὰ πᾶσαν πεποίθησίν μας ἐπὶ τὴν δεξιότητα μὲ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ χειρισθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μέλλων ἀρχηγὸς τῆς εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης ἀντιπροσωπείας τῆς Ἑλλάδος συνειδῶς τῆς ἀποστολῆς μου ὡς ἐκπροσώπου τοῦ Ἔθνους θὰ ἐθεώρουν παράληψιν καθήκοντος ἔναντι καὶ τοῦ ἐντολέως λαοῦ ἄν μὴ ἐλάμβανον τὸν λόγον καὶ δὲν διετύπουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς μας ὑποθέσεως. Κύριοι βουλευταί, πρὶν ἢ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων θέλω προτάξει τὸ θέμα τὸ πολιτειακὸν ἅτε τῆς συζητήσεως ἐντοπιζομένης ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοψηφίσματος «περὶ ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως» εἰς τὴν γενέτειράν του. Κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀληθὲς ὅτι πάντα τὰ πολιτεύματα δοκιμασθέντα διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἔσχον λευκὰς καὶ μελανὰς σελίδας ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν Ἐθνῶν. Εἶναι ὅμως ἐξ ἴσου ἀληθὲς, ὅτι τὰς μάλιστα λευκὰς, ἱστορικὰς γράφον σελίδας πολίτευμα ὑπῆρξεν ἀείποτε τὸ τῆς βασιλευομένης δημοκρατίας. Διότι εἶναι ἐξ ἴσου ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἄν ἐν τῇ ἀρχαιότητι Δημοκρατία καὶ Βασιλεία ἐσήμαινον, καὶ ἐξυπακούοντο εἰς ἀμφότερα τὰ πολιτεύματα αἱ ἔννοιαι τῆς ἰσοπολιτείας τοῦτ’ ἔστι τῆς ἐν ἰσότητι ἐνασκήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ ταύτῃ, βιούντων ἀτόμων, ὡς καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἰσονομίας τοῦτ’ ἔστι τῆς ἰσότητος τῶν πολιτῶν ἔναντι τῶν νόμων, ἡ Βασιλευομένη Δημοκρατία παρὰ τοὺς φαινομενικοὺς αὐτῆς περιορισμοὺς τοὺς ὁποίους ἐμφανίζει διὰ τῆς καθιερώσεως θεσμῶν ὑπὲρ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, ἡ Βασιλευομένη Δημοκρατία διακρίνεται πρὸ παντὸς διὰ τὴν ἐν μεγαλοψυχίᾳ ἐνάσκησιν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τοῦ Βασιλέως ὅστις διὰ θεσμῶν εἴθισται νὰ ἀναγνωρίζῃ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰσηγορίας τοῦτ’ ἔστι, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις καὶ τοῦ τόπου. Εἶναι ἐξ ἄλλου μεγάλη ἱστορικὴ ἀλήθεια κ. βουλευταί, ὅτι τὰ πολιτεύματα διατηροῦνται καὶ ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀνάπτυξιν τῶν λαῶν ἑκάστης πολιτείας, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα εἶναι προσφυὲς πρὸς ἄκρως ἀνεπτυγμένους λαούς. Παράδειγμα ἡ δημοκρατία τῶν Ἀθηνῶν τοῦ Ἀριστείδου, Θεμιστοκλέους κ.λ.π. ἡ ἐντεῦθεν 510 π.χ. ἥτις δημοκρατία δὲν ἐβράδυνε νὰ συγκλονισθῇ ἐκ θεμελίων ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Περικλέους ἐντὸς τοῦ πρώτου αἰῶνος της. Διότι εἶναι μὲν γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην περίοδον ἡ δημοκρατία τῶν Ἀθηνῶν κατήγαγε θριάμβους κατὰ τῶν Περσῶν, ἀλλὰ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν συγχρόνων μεγάλων ἀνδρῶν αὐτῆς οἵτινες ἐκυβέρνων τὰς Ἀθήνας. Τοῦτο ἐπιμαρτυροῦσι τὰ παραδείγματα τοῦ Ἀριστείδου τοῦ Θεμιστοκλέους καὶ τῶν λοιπῶν στρατηγῶν κατὰ τὴν ἐν Μαραθῶνι μάχην καθ’ ἣν ἐνῷ ὁ Ἀριστείδης κατὰ τὴν ἀλφαβητικὴν σειρὰν θὰ ἔδει νὰ στρατηγεύσῃ τὴν πρώτην ἡμέρα τῆς μάχης, καὶ οὗτος καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς καὶ οἱ ἄλλοι στρατηγοὶ ὑπανεχώρησαν εἰς τὸν Μιλτιάδην ὅστις καὶ ἐστρατήγευσε τὴν πρώτην ἡμέραν καὶ ἐνίκησε τοὺς Πέρσας. Διότι ὁ Μιλτιάδης διατελέσας ἡγεμὼν (τύραννος) τοῦ Βυζαντίου καὶ πολεμήσας κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη κατὰ τῶν Περσῶν ἐγνώριζε τὴν πολεμικὴν τέχνην ἐκείνων. Ἀλλ’ ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον δὲν ἐβράδυνε νὰ καταρρακωθῇ ἡ δημοκρατία τῶν Ἀθηνῶν ἐν αὐτῷ τῷ προσώπῳ τοῦ Περικλέους ὅστις διαθέτων ἄφθονον τὸ χρῆμα ὅπερ προσεπορίζετο παρὰ τῶν συμμαχικῶν πόλεων αἵτινες προετίμων τὴν φορολογίαν ἀπὸ τὴν στρατολογίαν, ἐδημιούργησε τὰ θεωρικὰ τοῦτ’ ἔστι τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε ἕκαστος Ἀθηναῖος ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ Θέατρον καὶ νὰ διδάσκεται. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ χρησιμοποιῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὁ λαὸς τὸ χρῆμα κατηνάλισκε τοῦτο διὰ τὴν διατροφὴν του διότι πρὸ πολλοῦ ἐκφυλισθεὶς εἶχε παύσει νὰ ἐργάζεται ὁ λαὸς. Καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ τύχη τῆς δημοκρατίας τῶν Ἀθηνῶν ἥτις κατὰ Θουκιδίδην «ἦν μὲν λόγῳ δημοκρατία ἔργῳ ὅμως τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχή». Μὲ τὴν δημοκρατίαν ὅμως τοῦ 1924 ἤρκεσε μόλις μία δεκαετία διὰ νὰ διαφθαρῇ ὁ λαὸς καὶ συγκλονισθῇ ἡ κρατική μας ὑπόστασις ἐκ βάθρων. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα συνέβαινον μὲ τὴν δημοκρατίαν τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ἀντιθέτως ἡ Σπάρτη ἤκμασεν ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, ἧς οἱ Βασιλεῖς διεκρίνοντο διά τε τὴν λιτότητα τοῦ βίου των, διά τε τὸ πατριωτισμὸν καὶ διὰ τὸν ἀνδρισμόν των. Καὶ εἶναι ἀρκετὸν νὰ μνημονευθῶσιν οἱ Λεωνίδας μὲ τοὺς τριακοσίους του εἰς τὰς Θερμοπύλας καὶ ὁ Ἀγησίλαος ὅστις πρῶτος πρὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου συνέλαβε τὸ σχέδιον καὶ ἐπεχείρησε καὶ πιστεύεται ἀπὸ τὴν ἱστορίαν, ὅτι θὰ κατέλυε τὸ Περσικὸν Κράτος, ἄν μὴ ἐφονεύετο ἐν τῇ Χαιρωνείᾳ μάχῃ. Εἶναι δὲ μοναδικὸν τὸ παράδειγμα, τὸ ὅτι ὁ Παυσανίας ὁ Βασιλεὺς τῆς Σπάρτης καταπλαγεὶς ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ τὴν χλιδὴν τοῦ Ξέρξου ἐσκέφθη νὰ καταπροδώσῃ τὴν Πατρίδα του. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι ὅταν κατέφυγεν οὗτος εἰς τὸν ναὸν διὰ νὰ σωθῇ, πρώτη ἡ μήτηρ του ἐτοποθέτησε τὸν πρῶτον λίθον, διὰ τὴν εἰς θάνατον καταδίκην τοῦ προδότου υἱοῦ της. Διὰ μέσου τῶν τελευταίων αἰώνων π. χ., τὸ ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν παρέλυσε καὶ δὲν ἐξηφανίσθη ὡς Κράτος ἐκ τοῦ χάρτου λόγῳ τῆς κακοποιοῦ δράσεως τῆς Δημοκρατίας τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι ἱστορικῶς γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὸ ὅτι εἷς Βασιλεὺς Μακεδών, Ἕλλην, ὁ Φίλιππος, τεθεὶς ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἀμφικτυονικοῦ Συνεδρίου, προσεπάθησε καὶ ἐπέτυχεν, ἐν πολλοῖς, παρὰ τὰ προσκόμματα τὰ ὁποῖα τῷ παρουσίασε διὰ τῆς ἀντιδράσεώς του καὶ τῶν λόγων του, ὁ τοπικιστής, ὡς θὰ ἐλέγομεν σήμερον, Δημοσθένης, τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς βοηθούμενος ὑπὸ τοῦ ἱστορικῶς ἀδικουμένου Αἰσχίνη, ὅστις ὑπῆρξε μέγας πατριώτης Ἕλλην. Τὸ μέγα ἔργον τοῦ Φιλίππου συνεχίσας ὁ διάδοχος αὐτοῦ Μέγας Ἀλέξανδρος τεθεὶς ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Ἑλλήνων, πλὴν τῶν Σπαρτιατῶν ἰσχυρισθέντων, ὅτι «Πάτριον Λακεδαιμονίοις ἡγεῖσθαι καὶ οὐχὶ ἕπεσθαι» ἐμεγαλούργησεν οὐχὶ ὡς Αὐτοκράτωρ, ἀλλ’ ὡς Βασιλεὺς διαλύσας τὸ μέγα Περσικὸν Κράτος καὶ θεὶς τὴν σφραγῖδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ ἐν Ἀνατολῇ, ἥτις Ἀνατολὴ εἶχεν ἤδη πρὸ πολλοῦ προσλάβει ἑλληνικὴν ὄψιν καὶ ἑλληνικὸν χαρακτῆρα τοῦθ’ ὅπερ ἐπιμαρτυρεῖ γεγονὸς ἀναφερόμενον ὑπὸ τῶν ἱστορικῶν, καθ’ ὃ «ἐν Περσεπόλει τῇ Ἱερᾷ τῶν Περσῶν πόλει παρήλασαν πρὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου τριάκοντα μυριάδες Περσεπαίδων ὁμιλούντων τὴν Ἑλληνικὴν» καὶ ὅτι ἐν τῇ αὐτῇ πόλει ἐπαίζοντο τὰ ἀριστουργήματα τοῦ Σοφοκλέους καὶ τοῦ Εὐριπίδου, πρὸ πάντων δὲ τοῦ Αἰσχύλου, ἅτινα ἐχειροκρότουν οἱ Πέρσαι. Εἶναι δὲ γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ καὶ ἐκπολιτιστικοῦ ἐν Ἀνατολῇ πολέμου τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Ἱδρυθέντων τῶν Βασιλείων τῆς Περγάμου, τῆς Ἀντιοχείας καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας ἤκμασεν ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ μετέδωκε τοιαύτην πνευματικὴν ἀνάπτυξιν ὥστε ν’ ἀναφέρηται ὑπὸ τῆς ἱστορίας, ὅτι ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Ἀλεξανδρείας κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἠρίθμει ἕξ χιλιάδας παπύρους (συγγράμματα) καὶ πλέον. Ἄν ἀναφέρῃ τις δὲ εἰς τὴν πρώτην περίοδον τοὺς θεσμοὺς τῆς Βασιλείας παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ἕλλησιν, εἶναι ἀρκετὸν νὰ μνημονευθῇ ἡ αὐτοθυσία τοῦ Βασιλέως τῶν Ἀθηνῶν Κόδρου, ὅστις εἰς τὸν κατὰ τῶν Μεγαρέων πόλεμον ἐθυσίασαν ἑαυτὸν καὶ αἱ Ἀθῆναι κατετρόπωσαν τοὺς Μεγαρεῖς. Εἶναι γνωστὸν μὲ πόσην ὑπερηφάνειαν ὁ σύγχρονος μέγας Βασιλεὺς ἡμῶν Κωνσταντῖνος, ὁ Ἀρχιστράτηγος τῶν νικηφόρων Βαλκανικῶν πολέμων ἀνεφέρετο εἰς τὸ παράδειγμα τοῦ Κόδρου. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι παρομοίαν, παρεμφερῆ ἀπάντησιν ἔδοτο ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸν δεύτερον πόλεμον ἐν Χατζῆ–Μπεϊλὶκ. Προτρεπόμενος ἐκεῖ ὑπὸ τοῦ ἄρτι ἐπανακάμψαντος ἐκ Πετρουπόλεως Πρωθυπουργοῦ τούτου, ὁ Βασιλεύς, ὅπως ἀποσυρθῇ διότι λόγῳ τῆς χολέρας—θανόντος καὶ τοῦ ἐπιτελοῦς Καλλέργη καὶ ταφέντος αὐτόθι—διέτρεχε κίνδυνον ἡ ζωή του, ἀπήντησεν ὁ Βασιλεύς: «Μὴ σᾶς διαφεύγῃ, κ. Πρόεδρε, ὅτι οὐδεὶς Βασιλεὺς ἔθανεν ἐπὶ τῆς ἑαυτοῦ κλίνης» καὶ συνέχισε τὸν πόλεμον ὁ ἀθάνατος ἐκεῖνος Στρατηλάτης. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ αἱματοκυλίσῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ νὰ μὴ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας του δὲν ἐθυσίασε τὸν θρόνον του κατ’ ἔτος 1917 ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος; Μὴ τοῦτ’ αὐτὸ καὶ διὰ παρεμφερεῖς λόγους, δὲν ἔπραξεν ὁ αὐτὸς Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων κατ’ ἔτος 1922 καὶ δὲν ἀπέθανεν ἐν τῇ ξένῃ; Ἀλλ’ ἄν ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας γέμῃ λαμπρῶν ἱστορικῶν σελίδων ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ τόσον ἐν Ἀθήναις, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐν Σπάρτῃ, οὐχὶ ὀλιγώτερον λαμπρὰς σελίδας ἀνέγραψεν ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ ἐν Ρώμῃ μὲ τοὺς ἀλληλοδιαδόχους Βασιλεῖς τοῦ ἀπὸ τοῦ Ρωμύλου μέχρι τοῦ τελευταίου Ταρκυνίου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ Δημοκρατία ἐν Ρώμῃ διαρκέσασα ἐπὶ τρεῖς αἰῶνας καὶ πλέον ἐπιτελεῖ σοβαρὰ ἔργα, ἀλλὰ καὶ ἡ τύχη ταύτης δὲν εἶναι ἀλλοία ἐκείνης τῆς τῶν Ἀθηνῶν, διότι καὶ ἐνταῦθα ἡ διαφθορὰ συγκλονίζει τὸ σύμπαν καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ διαμόρφωσις ταύτης εἰς δικτατορίαν καὶ εἶτα εἰς Αὐτοκρατορίαν ἐν Ρώμῃ. Εἶναι δ’ ἀρκετὸν ν’ ἀναφερθῇ τις εἰς τοὺς ἀλληλοεξοντωτικοὺς ἀγῶνας τοῦ Μαρίου καὶ τοῦ Σύλλα, διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ τραγικὴ δολοφονία ἐν τῇ Συγκλήτῳ τοῦ Καίσαρος Ἰουλίου ὑπὸ τοῦ δημοκρατικοῦ Βρούτου καὶ τῶν συντρόφων του, διὰ νὰ ἡττηθῇ ἡ Δημοκρατία ἐν Φιλίπποις μὲ τὸν θάνατον τοῦ Βρούττου καὶ μὲ τὴν κατατρόπωσιν τοῦ Ἀντωνίου καὶ τῆς Κλεοπάτρας, τῶν Πτολεμαίων τῆς Αἰγύπτου ὑπὸ τοῦ Ὀκταβιανοῦ ἐν Ἀκτίῳ, ὅστις Ὀκταβιανὸς τῆς τριανδρίας ἀποσυρθέντος καὶ τοῦ Κασσίου, ἀναγορεύεται εἰς αὐτοκράτορα. Διότι, τίποτε δὲν συγκρατεῖ τὸ πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας, ὅταν ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του, ἐκτρέπῃ τὸν λαὸν πρὸς φαυλοκρατίαν. Εἶναι δὲ γνωστόν, πόσον εὐεργετικῶς ἔδρασεν ὁ αὐτοκράτωρ ἐκεῖνος ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, διότι δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφύγῃ, κ. βουλευταί, ὅτι ὁ Βασιλικὸς θεσμὸς πάντοτε δικαιοσύνην ἀπένειμε πρὸς τοὺς ὑπηκόους του, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Δημοκρατίαν, ἥτις πάντοτε ἀπολυταρχικῶς ἀσκηθεῖσα, ἠδίκησε καὶ ἐξεφαύλισε τοὺς λαούς. Καὶ θὰ ἦτο ἀρκετὸν νὰ ἀναφερθῇ τις τότε, τοῦτ’ ἔστιν ἐπὶ Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ αὐτοκράτορος διὰ νὰ μὴ τολμήσῃ ὁ δικαστὴς νὰ τὸν δικάσῃ. Παράδειγμα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος προκειμένου νὰ δικασθῇ, ὑπὸ τοῦ Φιλίστου, ἐπεκαλέσθη τὸ ὄνομα τοῦ Αὐγούστου, διὰ νὰ ὁδηγηθῇ νὰ δικασθῇ εἰς τὴν Ρώμην. Τοῦτ’ αὐτό, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ καὶ διὰ τὴν δρᾶσιν τὴν μεγαλουργὸν τῶν Αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου, οἵτινες διατηροῦντες παρ’ αὐτοῖς Συγκλήτους (Βουλὰς) ἐκ σοφῶν συγχρόνων ἀνδρῶν, ἐξετέλουν τὰ καθήκοντά των ὡς Βασιλεῖς καὶ οὐδέποτε ὡς αὐτοκράτορες. Δὲν θ’ ἀναφερθῶ εἰμὴ εἰς τοὺς κορυφαίους ἐκ τῶν αὐτοκρατόρων, ὧν ἡ μεγαλουργὸς δρᾶσις τιμᾷ τὰς Ἑλληνικὰς δέλτους. Τίνος διαφεύγει τῆς μνήμης, κ. βουλευταί, ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς ἐπετέλεσε τὰ μεγαλύτερα ἔργα καλλιτεχνίας ὡς ἡ Ἁγία Σοφία; Καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ αὐτὸς Αὐτοκράτωρ διὰ τοῦ νομομαθοῦς Τριβωνιανοῦ ἐσυστηματοποίησε τὴν ρωμαϊκὴν νομοθεσίαν; Μηδὲ ὁ αὐτὸς αὐτοκράτωρ δὲν παρουσίασεν ἄριστον πνεῦμα ἐν τῇ ἐπιλογῇ τῶν στρατηγῶν του, οἷοι ὑπῆρξαν οἱ Βελισσάριος καὶ Ναρσῆς; Ἀλλὰ μὴ δὲν θὰ θαυμάσῃ διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὁ Ἑλληνισμὸς τὸ μεγαλεῖον τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορός του τοῦ Μεγάλου Ἡρακλείου, ὅστις ἀπειλούμενος ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀβάρων, εἶναι γνωστόν, ὁπόσην στρατηγικὴν δεινότητα ἐπεδείξατο. Μέγιστος, κύριοι βουλευταί, κίνδυνος ἠπείλει τὴν Βασιλίδα τῶν Πόλεων, τὴν Δεσπόποντον Κωνσταντινούπολιν. Οἱ Πέρσαι βοηθούμενοι ὑπὸ τῶν Ἀβάρων ἐκ Θράκης διέθετον τρία σώματα. Ἓν εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς Μικρασιατικῆς ἀκτῆς (τὴν Νικομήδειαν), τὸ δεύτερον εἰς τὴν πεδιάδα τῶν Ἀδάνων παρὰ τὴν Κιλικίαν καὶ τὸ τρίτον εἰς τὴν Τραπεζοῦντα. Ὁ Ἡράκλειος μὲ τὸ λάβαρον τῆς Παναγίας ἀνὰ χεῖρας, πλεύσας εἰς Κιλικίαν συνέτριψε τὸ σῶμα τῶν Ἀδάνων καὶ μόνον ἐπὶ τῇ ἀγγελίᾳ τὸ σῶμα τῆς Νικομηδείας, ἀπεσύρθη. Εἶτα δέ, ὁ Ἡράκλειος συνέτριψε καὶ τὸ τρίτον σῶμα πλεύσας εἰς Τραπεζοῦντα. Σειρὰ λαμπρῶν αὐτοκρατόρων διαδέχεται τὸν Ἡράκλειον. Οἱ μεταρρυθμισταί, εἰκονομάχοι αὐτοκράτορες οἷοι οἱ Λέοντες, ὁ Ἴσαυρος καὶ ὁ Ἀρμένιος, ἀναχαιτίζουσι τὴν καταφυγὴν τοῦ λαοῦ πρὸς τὰς μονάς, ὅστις τρέπεται πρὸς τὰς μονὰς διὰ νὰ διαφύγῃ τὴν στρατολογίαν. Ὁ Βασίλειος ὁ Βουλγαροκτόνος, εἶναι γνωστὸς διὰ τοὺς κατὰ τῶν Βουλγάρων νικηφόρους πολέμους καὶ ὁ Λέων Σοφὸς διὰ τὴν ἐπιβολήν του, ὡς διαδόχου ἐκείνου. Ἡ ἱστορία τῶν Παλαιολόγων, εἶναι ἐπίσης, γνωστὴ διὰ τὰ μεγαλουργήματά των, ἀλλὰ καὶ ἡ αὐτοθυσία τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου, ἀποτελεῖ τὸν ἐπίλογον τῆς ἱστορίας τῶν πολλῶν Κόδρων Βασιλέων τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Εἰς τὰς προσκλήσεις τοῦ Μωάμεθ, ὁ Μέγας αὐτοκράτωρ, πρὶν ἢ πέσῃ ἡρωϊκῶς μαχόμενος, ἀπήντα διὰ τῆς ἱστορικῆς ἐπιστολῆς του ἐχούσης ἐν ἐπιλόγῳ ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἐμοὶ δοῦναι σοι, τὴν Πόλιν, οὐδ’ ἐμόν, οὐδὲ σὸν ἔργον ἐστίν, ἀλλὰ τῆς θείας Προνοίας» καὶ ἔπεσεν ἡρωϊκῶς μαχόμενος πρὸ τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἄν κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, οἱ Βασιλεῖς διεκρίθησαν διὰ τὸν ὑπέρμετρον πατριωτισμόν των ὡς ὁ Ὄθων, καὶ τὴν σύνεσίν των ὡς ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Αʹ, ἀναμφιλέκτως ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ὁ 12ος ἀνεδείχθη ἐφάμιλλος τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων. Ἔχων οὗτος ὡς πρῶτον σύμβουλόν του, τὴν φωτεινὴν διάνοιον τοῦ ἀειμνήστου Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ἐδιπλασίασε κατὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους 1912–1913 τὴν Ἑλλάδα. Καὶ θὰ παραμείνωσι ἄληστα ἐν τῇ ἱστορίᾳ τὰ ὀνόματα Κωνσταντῖνος καὶ Βενιζέλος. Ἐξ ἴσου λαμπρὰς σελίδας ἔγραψεν ὁ Κωνσταντῖνος ἐν Μ. Ἀσίᾳ, ἔχων ὡς πρώτους συμβούλους του, τοὺς ἀειμνήστους Δ. Γούναρην, Ν. Στράτον καὶ λοιπούς, καίτοι ἀδικηθείσης τότε τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῶν συμμάχων ἅτε μετὰ ὀκταετῆ πόλεμον 1914–1922 ἐπεκταθείσης τῆς χώρας μας ἐπὶ μόνης τῆς Δυτικῆς Θράκης ἐξ 9017 τ.χ.μ. Αἱ αὐταὶ λαμπραὶ ἱστορικαὶ σελίδες, ἐγράφησαν τῷ 1940–1941, ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Βʹ, μὲ πρῶτον σύμβουλόν του, τὸν στρατηγὸν Μεταξᾶν καὶ ἡ ἱστορία μόνον μὲ τὰ ὀνόματα τούτων θ’ ἀπασχοληθῇ. Ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸ σύνολον τοῦ λοιποῦ πολιτικοῦ κόσμου τῶν νεωτέρων χρόνων, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1936 ἄχρι σήμερον, περιῆλθεν ὑπαιτιότητί του, εἰς τὴν ἀφάνειαν. Κύριοι βουλευταί, καὶ ἤδη ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι παρῃτήθην τοῦ λόγου, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα λάβω τοῦτον τὴν σήμερον. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραξα τὴν 14ην Ἰουνίου, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑφυπουργοῦ κ. Φ. Δραγούμη καὶ προέβην εἰς τὴν ἑξῆς δήλωσίν μου: «Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, παραιτηθεὶς τοῦ λόγου, ἐδήλωσα, ὅτι τὸ θέμα τῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων, συνδέεται μὲ τὸν ἥρωα τῆς μάχης τῆς Βαλκανικῆς καὶ τῆς Μεσογείου, δηλαδή, μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, ὁπότε καὶ θὰ ὁμιλήσω ἐπικαίρως, τοῦτ’ ἔστι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ πάντοτε μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπεκτάσεως τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν βόρειον μεθόριον, σημαντικῶς! Διότι, ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, προκύπτει, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ θέμα. Τὸ θέμα εἶναι πάντοτε ἡ σημαντικὴ κατὰ τὴν βόρειον μεθόριον ἐπέκτασίς μας. Εἰς τ’ ἀνωτέρω προσθέτω, ὅτι ἐξ ὅσων ἔχω ὑπ’ ὄψει δηλώσεων ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, αἱ διεκδικήσεις μας, ἰσοῦνται τῷ μηδενί. Διότι ἁπλῶς γίνεται λόγος περὶ ἐπεκτάσεώς μας εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον εἰς βάθος 3.000 τ.χ.μ. καὶ περὶ ἀσημάντου διαρρυθμίσεως τῶν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν συνόρων μας εἰς βάθος 6.500 τ.χ.μ. ἤτοι ἐν συνόλῳ 9.500 τ.χ.μ. τοῦτ’ ἔστιν ἴσης ἐκτάσεως πρὸς τὴν προσαρτηθεῖσαν τῷ 1922 Δυτικὴν Θράκην ἐκ τ.χ.μ. 9.017 ἐν συνόλῳ μεταξὺ Ἕβρου καὶ Νέστου. Κύριοι βουλευταί, ὁ χειρισμὸς τοῦ προβλήματος τῆς ἐπεκτάσεώς μας ὑπὸ τῶν παρεμβληθεισῶν ἀπὸ τῆς 23ης Ἀπριλίου 1941 ἑπτὰ ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων, μέχρι καὶ τῆς ἀναλήψεως τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς παρούσης πρώτης μετεκλογικῆς Κυβερνήσεως, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἐγένετο μετὰ περισσῆς διστακτικότητος. Τὴν δὲ παρομοίαν ἐφεκτικότητα καὶ συστολὴν δὲν τὴν ἀποδίδω εἰς ἀδαημοσύνην τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν, περὶ τὰ ἐξωτερικά, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς συναισθήματα παραισθήσεων, ἰλίγγου καὶ διαταραχῆς ὑφ’ ὧν κατείχοντο πάντοτε οἱ Ἕλληνες ὡς ἐκ τοῦ κινδύνου ν’ ἀπαλειφθῶμεν ἢ μὴ ἐκ τοῦ χάρτου ὡς Κράτος, ἀνεξαρτήτως τῆς ἄνευ ἐναντίας γνώμης βεβαιότητός μας περὶ τῆς αἰσίας ὑπὲρ τῶν συμμάχων ἐκβάσεως τοῦ διακοπέντος πολέμου. Τὴν διστακτικότητα δὲ ταύτην, τῶν ἐν λόγῳ Κυβερνήσεων, τὴν βλέπει τις εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἀείποτε ἐγένετο λόγος δημοσίᾳ, τοὐλάχιστον καὶ εὔχομαι νὰ ὦσιν ἀντίθετα τ’ ἀπόρρητα, ὅτι αἱ διεκδικήσεις μας, περιορίζονται εἰς τὴν προσάρτησιν τῆς Δωδεκανήσου καὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ εἰς ἁπλῆν διαρρύθμισιν τῆς μεθορίου μας πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Βουλγαρίας ἢ ἔστω καὶ εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Κατ’ ἐμὲ καὶ ἀποικίαι ἄν πρόκειται νὰ μᾶς παραχωρηθῶσιν, ἐλάχιστα θὰ ἱκανοποιεῖτο ἡ ψυχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὰς προσδοκίας του. Βεβαίως εὐλογία Θεοῦ ἔσεται νὰ ἐπαναταχθῶσιν εἰς τοὺς κόλπους τῆς μητρὸς Ἑλλάδος αἱ Ἑλληνικαὶ αὗται περιοχαὶ ἢ καὶ ἡ Κύπρος. Τὸ ὑπ’ ἐμοὶ ὅμως πρόβλημα τῆς οὑτωσεί ἐπεκτάσεώς μας, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῆς Φυλῆς μας καὶ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ πρόβλημα τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων. Πρὶν ἢ διατυπώσω τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, θεωρῶ ὡς προϋπόθεσιν καὶ ἐν συντομίᾳ θέλω προβῆ εἰς βραχεῖαν ἀνασκόπησιν τῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ διεθνεῖ σφαίρᾳ καὶ εἰδικώτερον ἐν τῇ ἐρεύνη τῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῆς πολιτικῆς θέλω ἐνδιατρίψει προεισαγωγικῶς ἐπὶ τῶν κρατουσῶν παρὰ τῇ Βρεταννικῇ ἡγεσίᾳ ἀντιλήψεων περὶ Ἑλλάδος. Ὡς γνώμονα, ἔχω τὰς κρατησάσας κατὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον ἀντιλήψεις τοῦ Foreing Office, αἵτινες ἀντικατοπτρίζονται εἰς τὰς περὶ Ἑλλάδος γνώμας τοῦ διεξαγαγόντος ἐκ διαδοχῆς τοῦ Ἄσκουϊθ τὸν πρῶτον Παγκόσμιον Πόλεμον ἀειμνήστου φιλέλληνος Λόϋδ Τζώρτζ, τὰς ὁποίας παραθέτει ὁ ἰθύνας νοῦς, ὁ καὶ διεξαγαγὼν τὸν δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον, τοῦτ’ ἔστιν ἡ μεγίστη τοῦ 20οῦ αἰῶνος στρατιωτικοπολιτικὴ φυσιογνωμία κ. Οὐΐστων Σπένσερ Τσῶρτσιλ, ὅστις ἐν τῷ ἔργῳ αὐτοῦ «Ἡ παγκόσμιος κρίσις—La crise mondiale», τῆς γαλλικῆς ἐκδόσεως τοῦ 1931 ἐν τόμῳ IV, σελ. 387 καὶ ἐφεξῆς παραθέτει τὰ ἑξῆς: «Ἡ γνώμη μου—γράφει ὁ Τσῶρτσιλ—ἐπὶ τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς ὑποθέσεως (τοῦτ’ ἔστιν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου 1919–1922) διέφερεν ὁλοσχερῶς τῆς τοιαύτης τοῦ κ. Λόϋδ Τζώρτζ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ διετήρουν μετ’ αὐτοῦ στενὰς καὶ οἰκείας σχέσεις, ἐδραξάμην πολλάκις τῆς εὐκαιρίας καὶ τῷ ἐζήτησα νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὰ δεδομένα τῆς πολιτικῆς του. Οὗτος μὲ τὴν συνήθη αὐτῷ καλωσύνην καὶ ὑπομονήν, ἔπραξε τοῦτο περίπου διὰ τῶν ἑξῆς: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ὁ λαὸς τοῦ μέλλοντος ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Μεσογείῳ. Γόνιμοι καὶ σφριγῶντες ἐκπροσωποῦσι τὸν πολιτισμὸν ἐναντίον τῆς Τουρκικῆς βαρβαρότητος. Ἡ περιφρόνησις τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύουσιν οἱ στρατηγοί μας ὡς πρὸς τὸ ἀξιόμαχον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἶναι τῇ ἀληθείᾳ χονδροειδὴς—grotesque. Μία μεγάλη Ἑλλὰς θὰ σχηματίσῃ ἀνεκτίμητον πλεονέκτημα ὑπὲρ τῆς Βρεταννικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐκ παραδόσεως λόγῳ ροπῆς, λόγῳ, συμφέροντος, οἱ Ἕλληνες εἶναι φίλοι μας. Εἶναι σήμερον πέντε, ἕξ ἑκατομμύρια. Ἐὰν διατηρήσωσιν τὰ καθωρισθέντα δι’ αὐτοὺς ἐδάφη (τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν) ἐντὸς πεντηκονταετίας θὰ γίνωσι πεντήκοντα ἑκατομμύρια. Καλοὶ ὡς εἶναι ναυτικοί, θὰ γίνωσι μία ναυτικὴ δύναμις. Αἱ πλέον ἐνδιαφέρουσαι νῆσοι τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου τοῖς ἀνήκουσιν. Εἶναι βασικαὶ βάσεις ὑποβρυχίων κείμεναι εἰς τὸ πλευρὸν τῶν μετὰ τῶν Ἰνδιῶν, τῆς Αὐστραλίας, τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς, διὰ τῆς διώρυγος τοῦ Σουὲζ, συγκοινωνιῶν μας. Ἡ εὐγνωμοσύνη, παρὰ τοῖς Ἕλλησιν εἶναι συναίσθημα ἰσχυρόν. Ἐὰν τοῖς ἐπιδείξωμεν σταθερὰν φιλίαν κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐθνικῆς των ἐπεκτάσεως, θὰ γίνωσι μία τῶν πρώτων φρουρῶν τῆς μεγάλης ὁδοῦ, ἥτις ἐξασφαλίζει τὴν ἑνότητα τῆς αὐτοκρατορίας. Θὰ ἔλθῃ, ἴσως, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν «ὁ μῦς θὰ διαβρώσῃ τὰς χορδάς, αἵτινες καθιστῶσι τὸν λέοντα δέσμιον». Αἱ ἀποκαλύψεις αὗται περὶ τῶν ἀντιλήψεων τῆς Μεγάλης Βρεταννίας περὶ Ἑλλάδος, κατὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον, διεπίστωσαν, ὅτι αἱ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀειμνήστου Ἐλευθ. Βενιζέλου, κατὰ μῆνα Φεβρουάριον τοῦ 1915, γενόμεναι προτάσεις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως «Ἄσκουϊθ διὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις Πρεσβευτοῦ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας Ἔλιοτ περὶ σημαντικῆς ἐπεκτάσεώς μας τοῦτ’ ἔστιν, ἐπὶ ζώνης 140.000 χλμ. ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἦσαν ἀληθεῖς καὶ εἰλικρινεῖς. Διότι ἦτο ἡ ἐπίσημος πολιτικὴ τῆς Ἀγγλίας τοῦ νὰ διαλυθῇ ἡ Ὀθωμανικὴ τότε αὐτοκρατορία. Πρὸς τὰς ἀντιλήψεις ταύτας συνετάσσετο καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Μ. Βρεταννίας λόρδος Κόρζων. Δὲν ἀναφέρομαι εἰς τὰς ἀντιθέτους τῶν λοιπῶν ὡς καὶ εἰς τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Βρεταννικοῦ Γεν. Στρατηγείου, διότι τὰς χαρακτηρίζει αὐτὸς οὗτος ὁ ἀείμνηστος Λόϋδ Τζώρζ. Τὸ ὅτι δ’ ἦσαν ὑποσταταὶ τότε αἱ πρὸς τὴν Ἑλλάδα προτάσεις τῆς Μ. Βρεταννίας ἦν γνωστὸν ἱστορικῶς ἔκτοτε ὡς ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1915. Εἶπον τ’ ἀνωτέρω διὰ νὰ τονίσω, ὅτι εἶναι πλάνη καὶ δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἐκδοχὴ καθ’ ἣν ἡ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἄσκησις φιλελληνικῆς πολιτικῆς ὑπὸ τῆς Μ. Βρεταννίας, ἥτις ἀπέβλεπεν εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς Μεγάλης Ἑλλάδος ἡ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου μεγάλου φιλέλληνος Λόϋδ Τζὼρτζ ἐγκαινιασθεῖσα καὶ ἀσκηθεῖσα ἦτο προσωπικὴ καὶ οὐχὶ κυβερνητικὴ πολιτική. Συνέπεια τῆς ἐπισήμου τότε κυβερνητικῆς Βρεταννικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ὑπῆρξεν ἡ κατὰ μῆνα Μάϊον τοῦ 1919 ἀπόβασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ εἰς Μικρὰν Ἀσίαν καὶ ἡ κατὰ μῆνα Ἰούλιον τοῦ 1920 ὑπογραφὴ τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν, δι’ ἧς ὑπερδιπλασιάζετο ἡ Ἑλλάς. Μόνοι ἀσκήσαντες ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος προσωπικὴν πολιτικὴν τῷ 1919 καὶ 1920 ὑπῆρξαν οἱ ἀείμνηστοι μεγάλοι ἐπίσης φιλέλληνες Οὐΐλσων, Πρόεδρος τότε τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ Κλεμανσὼ, Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας, καθ’ ἅ μᾶς ἀποκαλύπτει ἐν τῷ αὐτῷ ὡς ἀνωτέρω ἔργῳ του, ὁ αὐτὸς κ. Τσῶρτσιλ. Εἶναι δὲ διαπιστωμένον ἐκ τῶν ἀποκαλύψεων τῶν ἀειμνήστων Δ. Γούναρη, Ν. Στράτου, Γ. Μπαλτατζῆ καὶ λοιπῶν τοῦθ’ ὅπερ ἐμφαίνεται ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς τῆς δίκης τῶν ἕξ, ὅτι κατ’ οὐδὲν μετεβλήθη ἡ ἐξωτερικὴ ἔναντι τῆς Ἑλλάδος πολιτικὴ τῆς Μ. Βρεταννίας μέχρι καὶ τῆς Μικρασιατικῆς διαταραχῆς μας τὸ θέρος τοῦ 1922. Μόνον βέβαιον εἶναι καὶ τοῦτο, τὸ ἀποκαλύπτει ὁ κ. Τσῶρτσιλ ἐν τῷ αὐτῷ ὡς ἀνωτέρω ἔργῳ του, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν τῆς Μεγ. Βρεταννίας Συμβούλιον, ἔλαβεν ἀπόφασιν τὸ θέρος τοῦ 1922, πρὸ τῆς ὑποχωρήσεώς μας ἐκ Μ. Ἀσίας ὅπως, πραγματοποιουμένης τῆς διαλύσεως τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, μὴ συμπεριληφθῇ ἡ Κωνσταντινούπολις ἐν τοῖς νέοις ὁρίοις τῆς Ἑλλάδος, πιθανῶς διεθνοποιουμένη. Ἐξ ὅσων ἀνωτέρω σᾶς εἶπον, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀπόλυτον, ὅτι ἡ ἀποχώρησις ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας τῷ 1922 ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῆς διπλωματικῆς μάχης, ἥτις ἐδόθη μεταξὺ Μεγάλης Βρεταννίας καὶ Ἑλλάδος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου μεταξὺ Ρωσίας–Γαλλίας καὶ Ἰταλίας. Διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ μὲν Ρωσία διέθεσε τὰ πολεμικά της ἐργοστάσια εἰς τὴν Τουρκίαν τοῦ Μουσταφᾶ Κεμάλ, ἡ Γαλλία τὸν ὁπλισμὸν τῆς ἐν Γαλικίᾳ Στρατιᾶς τοῦ στρατηγοῦ Γουρὼ ἐξ 90.000 ἀνδρῶν καὶ ἡ Ἰταλία ἐνήργει θαλασσίως τὸν ὅλον ἐφοδιασμόν, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ ἰσάριθμος μὲ τὸν Ἑλληνικὸν ἐξ ὑπερδιακοσίων χιλιάδων ἀνδρῶν Τουρκικὸς στρατός, ἦν στελεχωμένος εἰς τὸ ἑξαπλάσιον, διότι τὰ ἐχθρικὰ στελέχη, προήρχοντο ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου Τουρκικοῦ αὐτοκρατορικοῦ στρατοῦ. Εἶπον δὲ τ’ ἀνωτέρω, διὰ νὰ τονίσω, ὅτι αἱ ἐκ παραδόσεως Βρεταννικαὶ περὶ Μεγάλης Ἑλλάδος ἀντιλήψεις, οὐδὲν γεγονὸς παρενεβλήθη διὰ νὰ μεταβληθῶσι. Τουναντίον, ὁ διεξαχθεὶς δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος καὶ ἡ γραφεῖσα ὑπὸ τοῦ βασιλικοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐποποιΐα ἐν Ἀλβανίᾳ, Μακεδονίᾳ καὶ τῷ μετώπῳ τῶν ὀχυρῶν μας ἐθεμελίωσαν καὶ ἐδικαίωσαν τὰς προσδοκίας τῆς φυλῆς μας περὶ ἐπεκτάσεως τῆς χώρας μας ἐπὶ σημαντικῆς ἐκτάσεως. Μὲ μίαν διαφοράν, ἤτοι, ὅτι ἡ ἐπέκτασις τῆς Ἑλλάδος θὰ ἔδει ὅπως λάβῃ χώραν, οὐχὶ πλέον πρὸς ἀνατολάς, ἀλλὰ πρὸς βορρᾶν, τόσον πρὸς Ἀλβανίαν, τόσον πρὸς Σερβίαν, ὅσον καὶ πρὸς Βουλγαρίαν δι’ ἀπείρους λόγους περὶ ὧν, ὡς κατωτέρω. Τῆς πρὸς βορρᾶν ἐπεκτάσεως τῆς Ἑλλάδος, ἀντιλήψεις μου, ὡς καὶ τὰς ἀντιλήψεις μου καθ’ ἃς θὰ ἦν ὑπόχρεως, ὡς ἐκ τοῦ ἐπὶ θύραις τότε κινδύνου ἀπαλείψεώς μας ἐκ τοῦ χάρτου, ὅπως ταχθῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἀσκήσῃ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν συμμάχων, καὶ εἰδικώτερον παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ἐξετέθησαν ὑπ’ ἐμοῦ καὶ προφορικῶς τῷ Βασιλεῖ τῇ 11ῃ Ἰουλίου 1940, καθ’ ἣν ἔτυχον ἀκροάσεως παρὰ τῇ Α. Μ., ὅτε καὶ ηὐτύχησα νὰ ἐπικοινωνήσω πνευματικῶς μὲ τὸν Ἀνώτατον τῆς χώρας Ἄρχοντα, ἐκταθεὶς ἐπικαίρως ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων τῆς πολιτείας πραγμάτων. Κοινωνὸς τῶν ἀντιλήψεών μου ἦν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἐγγράφως προπολεμικῶς ἐξ ἀπείρων, ὡς ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ, ἐκθέσεών μου ἀπορρήτων, ἀλλὰ καὶ μεταπολεμικῶς ὑπέβαλον Αὐτῷ τὸ ἀπὸ 20ῆς Ὀκτωβρίου 1944 ἀπόρρητον ὑπόμνημά μου μετὰ τοῦ καὶ σήμερον κατατιθεμένου πρὸς μελέτην ὑπὸ τῆς Βουλῆς σχεδιαγράμματος, ἐν ᾧ χαράσσεται ἡ ἐπιδιωκτέα νέα μεθόριος τῆς Ἑλλάδος μας πρὸς βορρᾶν, ἤτοι πρὸς τὴν Ἀλβανίαν, Σερβίαν καὶ τὴν Βουλγαρίαν. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη 1918– 1923, ἠστόχησεν ἡ Ἀγγλικὴ πολιτικὴ καὶ ἠτύχησεν ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ πολιτικῇ τῆς πραγματώσεως τῶν Ἐθνικῶν αὑτῆς βλέψεων, πλὴν τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἐναντίωσιν τῆς Ἰταλίας καὶ κυρίως τῆς Γαλλίας, ὁπλισάσης, ὡς εἶπον, τὴν Τουρκίαν διὰ τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν στρατιῶν τῆς Συρίας καὶ ἧς, καθ’ ἃ ἀποκαλύπτει, ἐν ἔργῳ του μήπω κυκλοφορήσαντι, ὁ πρώην ἐν Χάγῃ Ἕλλην Πρεσβευτὴς κ. Ἐμ. Καψαμπέλης παρὼν κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν τῇ 28ῃ Ἰουλίου 1920, ὁ τότε ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως τῶν Παρισίων κ. Μιλερὰν φέρεται εἰπὼν πρὸς τὸν τεχνικόν του στρατιωτικὸν σύμβουλον, καὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ ρηθέντος πρεσβευτοῦ μας, τὰ ἑξῆς ἐπὶ λέξει: «Ἡ συνθήκη τῶν Σεβρῶν τυγχάνει ἐξαφανιστέα καὶ θὰ ἐξαφανισθῇ». Ἠναντιοῦτο δὲ τότε, ὡς εἶπον, καὶ ἡ Ρωσία, ἥτις ἐνίσχυεν, ὡς γνωστόν, δι’ ἀφθονίας ὑλικοῦ πολέμου τὴν τότε τοῦ Μουσταφᾶ Κεμάλ, Τουρκίαν. Τανῦν ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Γαλλία, πληγεῖσαι, δὲν ἔχουσι τὸν κυρίαρχον λόγον, ἀλλὰ καὶ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ διαλύσεως τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Εἶναι προφανές, ὅτι ἡ σύμμαχος τῇ Μ. Βρεταννίᾳ Τουρκία, ἡ προκαλύπτουσα ἐν τῇ Μαύρῃ Θαλάσσῃ καὶ τοῖς Στενοῖς, τὰς κτήσεις τῆς Μ. Βρεταννίας, δύναμις διακόψασα τῷ 1944 τὰς οἰκονομικὰς καὶ διπλωματικάς μας σχέσεις καὶ εἶτα κηρύξασα τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Γερμανίας, σύμμαχος δ’ ἡμῶν ἀπὸ τὸ 1930 μέχρι καὶ τὸ 1948, καθ’ ἃ ἀποκαλύπτει ἐν τῷ ἔργῳ του «Ὁ Πόλεμος τῆς Ἑλλάδος 1940–1941», ὁ ἀρχιστράτηγός μας κ. Ἀλέξανδρος Παπάγος, θὰ κληθῇ καὶ θὰ παρακαθήσῃ εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης ὡς σύμμαχος καὶ ὡς κυρίαρχος ἐπὶ τῆς περιοχῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν Στενῶν, χώρα. Εἶναι παρεπομένως πρόδηλον, ὅτι ἡ εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης παρουσία τῆς Τουρκίας, ὡς νικητρίας δυνάμεως κατοχυροῖ τὴν μὴ ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος τῶν Στενῶν τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ βλάβῃ τῶν τε Βρεταννικῶν καὶ Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Παρέχεται, ὅθεν, κατὰ ταῦτα καὶ ἡ ἀρχή, καθ’ ἣν ἀποκλείεται καὶ ἡ πρὸς Ἀνατολὰς πρὸς τὴν Ἀνατολικὴν Θρᾴκην, ἐπέκτασις τῆς Ἑλλάδος. Συνῳδᾷ τούτοις παρέπεται καὶ ἡ ἀρχὴ καθ’ ἣν ἡ πραγμάτωσις τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν βλέψεων τυγχάνει περιοριστέα καὶ ἐπιδιωκτέα, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, μόνον πρὸς βορρᾶν, τοῦτ’ ἔστιν ἐπὶ ἐδαφῶν μόνον τῶν ἐν τῇ κυρίως Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ, ὁμόρων κρατῶν, ἤτοι τῆς Ἀλβανίας, Σερβίας καὶ Βουλγαρίας. Μόνη δ’ ἔχουσα ὡς πρὸς τὴν πρὸς βορρᾶν ἐπέκτασίν μας τὸν κυρίαρχον λόγον συντρεχούσης, εἰρήσθω ἀνεπιφυλάκτως καὶ τῆς Ἀμερικῆς, εἶναι ἡ Μεγάλη Βρεταννία καίτοι συντρέχουσι λόγοι πολεμικῶν τῆς Ἑλλάδος πεπραγμένων, ὅπως οὐδόλως ἐναντιωθῇ καὶ ἡ Ρωσία εἰς τὰς ἐπιδιώξεις μας. Ρητέον, ὅτι ὡς πρὸς τὴν πρὸς Βορρᾶν ἐπέκτασίν μας, συντρεχουσῶν ἄκρως εὐνοϊκῶν συνθηκῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιδιωχθῇ προώθησις τῆς μεθορίου μας συνδυαζομένης ἀναγκαίως καὶ τῆς τῶν πληθυσμῶν ἀναγκαστικῆς μετακινήσεως μέχρι καὶ τοῦ ροῦ τοῦ Δουνάβεως. Πλήν, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, τὸ Ἑλληνικὸν πρόβλημα εἶναι περιωρισμένον καὶ συνίσταται εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς κτήσεως τοῦ ἀπαραιτήτου διὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν πληθυσμῶν μας ζωτικοῦ, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀσφάλειαν, τοῦ Βασιλείου μας, χώρου. Πρωτεύει ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἀρχῆς τῆς βαλκανικῆς ἰσορροπίας. Ὀφείλω, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ λόγου μου, νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀσφυκτιᾷ ἀπὸ ἀπόψεως χώρου καὶ μόνον εἰς τὸ γεγονὸς τοῦτο ὀφείλεται ἡ κακοδαιμονία τῆς χώρας μας. Μόνον αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία τῆς στροφῆς τοῦ καθ’ ὅλα πατριώτου Ἕλληνος ἀστοῦ, ἀγρότου καὶ ἐργάτου πρὸς τὰ λεγόμενα νέα ρεύματα. Ἡ Ἑλλάς, χώρα κατ’ ἐξοχὴν ὀρεινὴ καὶ βραχώδης, ἀπὸ τῶν μυθικῶν χρόνων ὑπῆρξεν ἀνεπαρκὴς πρὸς διατροφὴν τοῦ οἰκοῦντος αὐτὴν λαοῦ δι’ ὃ ἀπεξεδύοντο οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἰς μεγάλας περιπετείας. Τὸ χρυσόμαλλον δέρας τῶν Ἀργοναυτῶν οὐδὲν ἄλλο ἦτο εἰμὴ ὁ ξανθὸς σῖτος τῶν Οὐκρανικῶν πεδιάδων. Ὁ πελοποννησιακὸς πόλεμος αἰτίαν ἔχει τὸν πλοῦτον τῶν ἀποικιακῶν πόλεων. Δὲν συμφωνῶ δὲ διόλου μὲ τοὺς ἱστορικούς, ὡς πρὸς τ’ ἀδελφοκτόνα αὐτοῦ ἐλατήρια καὶ ὡς πρὸς τὰ ἀσύστατα ἐλαττώματα τῆς φυλῆς μας. Ἐπρόκειτο περὶ ἐπιβολῆς οἰκονομικῆς ἡγεμονίας ἐπὶ τοῦ γνωστοῦ τότε κόσμου καὶ τῆς ἐπικρατήσεως τῶν Ἀθηνῶν ἢ τῆς Σπάρτης, ἀπαραλλάκτως ὡς θὰ ἠδύνατο νὰ συμβῇ σήμερον μεταξὺ τῶν ὁμογλώσσων καὶ ὁμαιμόνων λαῶν Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς. Ἐνδείκνυται ὅθεν, ἡ ἐπέκτασις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὸν σύγχρονον πολυετῆ καὶ μεγίστης αἱμορραγίας πόλεμον τῶν ἀπωλειῶν μας ἀνελθουσῶν τῷ 1940–1941 εἰς ἑξήκοντα τέσσαρας ὅλας χιλιάδας ἀνδρῶν μὲ ὑπεροκτακοσίους ἐφέδρους καὶ μονίμους ἀξιωματικούς μας. Καθ’ ἡμᾶς, κυρίαρχος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπεβάλλετο ἡ πρὸς βορρᾶν ἐπέκτασίς μας εἶναι κυρίως ὁ ἐθνολογικὸς τοιοῦτος διότι κατὰ τὰς διαπιστώσεις καὶ τὰ συγγράμματα Ἑλλήνων καὶ ξένων συγγραφέων τοῦ παρελθόντος καὶ συγχρόνου αἰῶνος, οἱ χριστιανικοὶ πληθυσμοὶ τοῦ συνόλου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας καὶ ἐν γένει τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου μέχρι τοῦ 1878, ὑπῆρξαν ἀμιγῶς ἑλληνικοί. Σημαίνοντες ὑπῆρξαν ὁ λόγιος Ἄγγλος συγγραφεὺς Ο. Μίλλερ, ὅστις διαπιστοῖ τοῦτο ἐν ἔργῳ του, κυκλοφορήσαντι τῷ 1914 ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἡ καταρρέουσα Τουρκία». Ὁ Πατριάρχης Φώτιος διὰ τῶν ἀπομνημονευμάτων του διαπιστοῖ ἐπίσης τοῦτο. Τοῦτ’ αὐτὸ διαπιστοῖ ὁ σύγχρονος καθηγητὴς καὶ σοφός, ἀκαδημαϊκὸς ἐμὸς φίλος κ. Ἀντώνιος Κεραμόπουλος. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς κ. Κωνσταντόπουλος εἰς ἔργον του πρόσφατον τῷ 1944 «περὶ διεκδικήσεων τῆς Ἑλλάδος» διαπιστοῖ τὰ αὐτά. Ὁ ἀντιστράτηγος κ. Στέργιος Γιαλίστρας εἰς ἔργον του, ἐκδοθὲν προσφάτως ἐν ἔτει 1945 ὑπὸ τὸν τίτλον «ὁ ἑλληνισμὸς καὶ οἱ βαλκανικοὶ γείτονές του», ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰς πηγὰς τῶν ξένων συγγραφέων, Παγιαρές, Μπιανκόνη, Βιέλλε, Σινδέ, Στάνφορδ, οἵτινες ἐρείδονται ἐπὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ Χιλμῆ Πασσᾶ τῶν Βιλαετίων Ἠπείρου, Μοναστηρίου Θεσ)νίκης, Κωνσταντινουπόλεως, διαπιστοῖ ἐπίσης ταὐτά. Ἄν τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ἀρχιστρατήγου Ἀλεξ. Παπάγου γέμῃ καὶ ἀποτελῇ πηγὴν σπουδαιοτάτων ἱστορικῶν καὶ διπλωματικῶν ἐγγράφων μεγίστης σπουδαιότητος συναφῶν μὲ τὸν σύγχρονον πόλεμον ἀναμφιλέκτως τὸ ἀρχεῖον τοῦ ἀντιστρατήγου κ. Μ. Δράκου τοῦ ἐκπονήσαντος ὡς Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Στρατοῦ, τὸ σχέδιον τῶν μεγάλων γυμνασίων τοῦ 1937 γέμει μνημείων καὶ πηγῶν. Τὸ ἀρχεῖον μου ἐπίσης γέμει πηγῶν καὶ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς πατριώτου Ἕλληνος. Κατὰ πάντας τούτους τοὺς συγχρόνους συγγραφεῖς ὁ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἑλληνισμὸς ἀνήρχετο εἰς 1.318.500, ὁ δὲ βουλγαρικὸς εἰς 455.000 τοῦτ’ ἔστιν ὑπερεῖχεν ὁ ἑλληνισμὸς κατὰ 863 χιλιάδας καὶ 500. Κατ’ ἐμέ, μόνον μετὰ τὴν δρᾶσιν τῆς πανσλαβιστικῆς ὀργανώσεως διαφωτίσεως, ἤτοι μετὰ τὸ 1878 ἐκλονίσθη καὶ μόνον μετὰ τὸ 1908 ἐτράπη μέρος τοῦ ὑποδούλου ξενοφώνου ἑλληνισμοῦ πρὸς τὸν βουλγαρισμὸν καὶ τὸν ρουμανισμόν. Διότι μέχρι τοῦ 1878 κατά τε τὸν πατριάρχην Φώτιον καὶ κατὰ τὸν Ἄγγλον λόγιον Ο. Μίλλερ, οὐδεὶς ἀρχιερεύς, οὐδεὶς ἱερεύς, οὐδεὶς ἱεροψάλτης, οὐδεὶς νεωκόρος ὑπῆρξε, μέχρι καὶ τοῦ Δουνάβεως μὴ Ἕλλην ἢ χριστιανὸς μὲ μὴ ἑλληνικὴν συνείδησιν. Αὐτὴ ἡ Ρουμανία διῳκεῖτο παρ’ Ἑλλήνων ἡγεμόνων ἐκ Φαναρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Διότι μόνον ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς παρέδωκε καὶ ἐκληροδότησε καταρρέουσα ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴν τοιαύτην. Δικαιολογούμεθα ὅθεν, καὶ λόγῳ συνθέσεως τῶν πληθυσμῶν καὶ λόγῳ πολεμικῶν πεπραγμένων, ἀλλὰ καὶ διὰ δημογραφικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς λόγους, εἰς ἐπέκτασίν μας πρὸς βορρᾶν. Ὅ,τι ὅμως προέχει, ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Ἑλληνικοῦ προβλήματος, εἶναι ἡ διὰ τοῦ ξένου τύπου, τοῦ διπλωματικοῦ μας κόσμου καὶ διὰ πραγματειῶν εἰς ξένας γλώσσας, δημιουργία πνεύματος εὐνοϊκοῦ, τόσον παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ ἐν Μ. Βρεταννίᾳ καὶ Ἀμερικῇ, ὅσον καὶ παρὰ τῇ ἡγεσίᾳ τῆς Ρωσίας. Διότι ἡ πρὸς βορρᾶν ἐπέκτασις τῆς Ἑλλάδος, θέλει ἐπιδιωχθῆ καὶ ἐπιτευχθῆ μόνον βάσει τῆς ἀπὸ τοῦ 1918 ἐγκαινιασθείσης ἀρχῆς τῆς ἀναγκαστικῆς τῶν λαῶν μεταναστεύσεως. Χρόνος πρὸς καλλιέργειαν εὐνοϊκοῦ παρὰ τοῖς συμμάχοις πνεύματος μέχρι καὶ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης ὑπάρχει, λαμβανομένου πάντοτε ὑπ’ ὄψει, τοῦ μὴ μενετοῦ τῶν καιρῶν. Αἱ ἀντιλήψεις ρητέον, ἡ θέλησις, ἡ σύνεσις, ὁ πατριωτισμός, αἱ κατευθύνσεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἐν τῇ ξένῃ πικρῶς δοκιμαζομένου καὶ σκληρῶς ἀγωνιζομένου ὑπὲρ μιᾶς σημαντικῆς δικαιώσεως τῶν στοχασμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους Βασιλέως μας, εἶναι γνωσταί. Συναφῶς ἔχω πάντα λόγον νὰ πρεσβεύω, ὅτι μετὰ θριαμβευτικὸν Δημοψήφισμα πατῶν τὸν πόδα του ὁ Βασιλεὺς ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ ἐδάφους τῆς γενετείρας του καὶ ἀναφερόμενος εἰς τὰ μεταξὺ τούτου καὶ τῆς συμμάχου μας Μ. Βρεταννίας ἐν ἔτει 1940 συμπεφωνημένα, θέλει ἐγείρει φωνὴν δικαιώσεως τῶν στοχασμῶν τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γνωσταὶ αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἅς ἐξαπελύθη κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἡ Ἰταλικὴ ἐπίθεσις, ὡς καὶ ἡ ἧττα τῶν Στρατιῶν τοῦ Μουσολίνι. Συνέπεια τῆς Ἰταλικῆς ἥττης, ὑπῆρξεν ἡ κατὰ Ἰανουάριον 1941 δι’ Οὑγγαρίας κινητοποίησις ἑνὸς ἑκατομμυρίου γερμανικῶν μηχανοκινήτων δυνάμεων ἐν Ρουμανίᾳ μὲ δύο βέλη, ἤτοι τὸ ἓν πρὸς τὴν ρουμανορωσικὴν μεθόριον, τὸ δὲ πρὸς τὴν γέφυραν τοῦ Δουνάβεως Γιουργέβου–Ρουχτσοκίου, ἥν προφανές, ὅτι τοῦτο ἐσκοπεῖτο ὑπὸ τοῦ Γερμανικοῦ Στρατηγείου, τοῦτ’ ἔστιν ἡ ἐξάρθρωσις τῶν Βρεταννικῶν Δυνάμεων ἐκ τῆς Μεσογείου, τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἐν γένει τῆς Μέσης Ἀνατολῆς πρὸς κάλυψιν τῶν ἀξονικῶν πλευρῶν κατὰ τὴν Νοτιοανατολικὴν Εὐρώπην καὶ ἐν γένει τὴν Ἀφρικὴν καὶ τὴν Ἀσίαν, ἵνα ἀπὸ 1ης Μαρτίου 1941 καὶ ἐφεξῆς προβῇ καὶ ἀπεκδυθῇ εἰς τὴν μεγίστην τῶν ὅσων ποτὲ ἐγνώρισεν ἡ ἱστορία κατὰ τῆς Ρωσίας ἐπίθεσιν, ἥτις ἐπραγματοποιήθη μόνον τῇ 22ᾳ Ἰουνίου 1941. Περὶ ὅσων γεγονότων ὁμιλῶ καὶ ἀναφέρομαι, ἔχω πολλαπλᾶς τὰς πηγάς, ἤτοι τόσον τὸν στρατιωτικὸν συντάκτην τοῦ Χρόνου τῶν Παρισίων, στρατηγὸν Μπαρατιέ, ὅσον τὸν Γάλλον στρατιωτικὸν ἀκόλουθον τοῦ Βερολίνου συνταγματάρχην Μπενουὰ Μεσέν, ὅσον τοὺς παρατηρητὰς τῆς Ἐφημερίδος τῆς Γενεύης. Ρητέον, ὅτι τὴν κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπίθεσιν τῆς Ἰταλίας, προσωπικῶς προήγγειλα δι’ ἀπορρήτου ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1940 ἐγγράφου μου πρὸς τὸ Γʹ. Σῶμα Στρατοῦ, ὡς ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ, ὅπερ καταθέτω πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐγκρίνῃ καὶ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Φωναί: Μάλιστα νὰ τυπωθῇ. Εὖγε! Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει. Ἡ Ἑλλάς, ὁ Βασιλεὺς αὐτῆς, ἔλαβε τὴν ἀπόφασίν του ἐξαγγείλας τὸ «μολόντες λάβετε», τὸ ἱστορικὸν Ὄχι. Ὁ Βασιλικὸς Στρατὸς ἔγραψε τότε τὰς ἱστορικὰς σελίδας τῆς Πίνδου καὶ ὁ ἐχθρὸς ἀνατραπείς, ἠστόχησεν εἰς τοὺς ἀντικειμενικούς του σκοπούς, ματαιωθείσης οὕτω καὶ ἀναβληθείσης διὰ μίαν πλήρη διετίαν τῆς Ἀφρικανικῆς ἐκστρατείας. Ἐπηκολούθησεν ὡς γνωστόν, τῇ 6ῃ Ἀπριλίου 1941 καὶ ἡ Γερμανικὴ εἰσβολὴ διὰ νὰ ἀναλωθῇ δίμηνον ὁλόκληρον καὶ νὰ ἐμπλακῶσιν οἱ τοῦ Ἄξονος μὲ τὴν μάχην τῆς Κρήτης, ὅπου ὁ ἡρωϊσμὸς τῶν Κρητῶν ὑπερέβη πᾶσαν προσδοκίαν ἐκτελεσθέντων διὰ λιθοβολισμοῦ, θὰ ἔλεγέ τις, ὑπὸ τοῦ ἀόπλου πληθυσμοῦ τῆς 15.000 γερμανῶν ἀλεξιπτωτιστῶν. Ἡ ἡρωϊκὴ ἑπτάμηνος μάχη τῆς Ἑλλάδος κατέπληξε τὸν κόσμον ὅλον, ὁ δὲ θαυμασμὸς τῆς Μόσχας, τοῦ Λονδίνου καὶ τοῦ Λευκοῦ Πύργου ὡς καὶ τοῦ Βερολίνου ἐξηγγέλετο ἐπὶ μῆνας καὶ ἐπὶ ἔτη ἀπὸ ραδιοφώνου καὶ ἐθαυμάσθησαν τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα ὑπὸ φίλων καὶ ἐχθρῶν. Ἐπὶ πλέον ἐτονίσθη ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατετάσσετο μεταξὺ τῶν πρώτων νικητριῶν δυνάμεων καὶ ὅτι ὅταν ἤθελεν ἐπιστῆ ὁ χρόνος θὰ μετεῖχεν ἡ νικήτρια Ἑλλὰς τῶν καρπῶν τῆς νίκης. Εἶναι γνωστόν, καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ παραλείπω νὰ ἐκταθῶ καὶ νὰ τονίσω ὑπὸ ποίας δραματικὰς συνθήκας, ἄνευ Βαλκανικῶν συμμάχων ἀντιμετώπισεν ὁ Βασιλικὸς στρατὸς δύο αὐτοκρατορίας. Ἥμισυ ἑκατομμύριον Ἑλληνικὸς στρατὸς μὲ ὁπλισμὸν ὀρεινῆς συνθέσεως, εἰδικώτερον 300.000 λόγχαι εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν ἀντιμετώπισαν ὑπερεξακοσίας χιλιάδας, κατὰ ραδιοφωνηθεῖσαν ἀνακοίνωσιν τοῦ Μουσολίνι, ἰταλικοῦ στρατοῦ μὲ σύγχρονον ὁπλισμὸν καὶ ἀσυνήθη ἀεροπορίαν. Κατὰ δὲ τὸ ἔαρ τοῦ 1941 ἀντιμετώπισε τὰς ἐξ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου στρατιὰς τοῦ Χίτλερ μὲ τὸν ὁπλισμόν των τῶν ἁρμάτων μάχης καὶ τῶν χιλιάδων ἀεροσκαφῶν καθέτου ἐφορμήσεως. Ἡ ἡρωϊκὴ μάχη τῶν ὀχυρῶν μας κατέπληξε ἐχθροὺς καὶ φίλους, τῆς ἁλώσεως τούτων ἐπελθούσης διὰ τῆς ἐκ τῶν πλευρῶν καὶ νώτων προσβολῆς των, ὡς ἐκ τῆς ἀμέσου περὶ τὸ τριεθνὲς καταρρεύσεως ἐντὸς ὡρῶν τῆς σερβικῆς παρατάξεως. Ἓν ἑκατομμύριον Σερβικὸς στρατός, ἀρτίως ὡπλισμένος μὲ σύγχρονον ὁπλισμόν, ἰδίᾳ εἰς μηχανοκίνητα καὶ ἀεροπορίαν· κατέρρευσεν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων ὡρῶν τῆς Γερμανικῆς εἰσβολῆς τῆς 6ης Ἀπριλίου 1941 ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν τῶν 300.000 λογχῶν, ὅστις διεξήγαγε νικηφόρον πόλεμον πλέον τῶν ἑπτὰ μηνῶν κατὰ δύο αὐτοκρατοριῶν, δοὺς τὴν μάχην τῆς Βαλκανικῆς καὶ τῆς Μεσογείου ἐν καιρῷ συνῳδᾷ τῇ στρατηγικῇ, τῷ δέοντι καὶ διὰ τὸν χρόνον τὸν δέοντα. Κατ’ ἐμὲ καὶ κατὰ πάντα στρατιωτικὸν κριτήν, τὰ πολεμικὰ πεπραγμένα τῶν 300.000 λογχῶν μας, ὑπῆρξαν ἐφάμιλλα τῶν τριάκοντα ἑκατομμυρίων τῶν Βρεταννοαμερικανορωσικῶν τοιούτων. Διότι, τὸ μὲν προὐκαλύφθη ἡ Μέση Ἀνατολὴ καὶ ἐδόθη ὁ ἀπαραίτητος διετὴς χρόνος ἐνισχύσεως τῶν στρατιῶν τοῦ στρατηγοῦ Οὐέϊβελ καὶ εἶτα τοῦ Ἀλεξάντερ ἐν Ἀφρικῇ καὶ Ἀσίᾳ καὶ ὁ ὀκτάμηνος, ὡς ἔγγιστα, χρόνος ὅπως κινητοποιηθῇ ὁ Ρωσικὸς στρατὸς ἐν Εὐρώπῃ, ὁ ὁποῖος ἄλλως θὰ εἶχε τὴν τύχην τοῦ 1914, ὅτε ἡττήθη μόνον ἐλλείψει χρόνου καὶ ταχυκινήτων μέσων κινητοποιήσεώς του. Ἡ νίκη τοῦ Ρωσικοῦ στρατοῦ, θ’ ἀποφανθῇ ὁ ἱστορικὸς τῆς αὔριον, ὀφείλεται τῷ 1941 εἰς τὸ γεγονός, ὅτι διὰ τῆς μάχης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐμπλοκῆς τῆς Κρήτης ἐπεβραδύνθη καὶ δὲν ἐπραγματοποιήθη κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον ἡ Γερμανικὴ κατὰ τῆς Ρωσίας ἐπίθεσις, ὅτε ὡρισμένως αἱ Γερμανικαὶ στρατιαὶ ἐν μηνὶ Ἰουλίῳ θὰ εὑρίσκοντο ἐν Πετρουπόλει, Μόσχᾳ, Ὀδησσῷ, Στάλιγκραδ καὶ τὴν Ἀζοφικὴν διὰ ν’ ἀπωθήσωσι τὸν καθ’ ὅλα ἀξιόμαχον Ρωσικὸν στρατὸν πέραν τῶν Οὐραλίων, τῆς Κασπίας Θαλάσσης καὶ τοῦ Καυκάσου. Καὶ θὰ μ’ ἐρωτήσητε, κύριοι βουλευταί: Θὰ ἡττῶντο, λοιπόν, οἱ Σύμμαχοι; Σᾶς ἀπαντῶ: Ὄχι. Ποτέ. Ὑπῆρξα σπουδαστὴς ἐν πολέμῳ ἀπὸ ραδιοφώνου τῆς Στρατιωτικῆς καὶ Πολιτικῆς Σχολῆς τοῦ κ. Τσῶρτσιλ καὶ πιστεύω εἰς τὴν ἀπειρωστὴν δύναμιν, ὅτι οἱ Σύμμαχοι θὰ ἐνίκων ὡρισμένως. Ἀλλὰ πότε, κ. βουλευταί; Σᾶς ἀπαντῶ: τῷ 1965. Καὶ ἐρωτᾶται: Ποῖοι καὶ πόσοι εἰς τὰς πέντε Ἠπείρους θὰ ἐπέζων διὰ νὰ χειροκροτήσωσι τοὺς ἐπιδόξους διαδόχους τῶν Ροῦσβελτ, Τροῦμαν, Τσάμπερλαιν, Τσῶρτσιλ, Στάλιν, Μολότωφ καὶ λοιπῶν; Ἡ σημασία τῆς μάχης τῆς Ἑλλάδος, εἶναι αὐτή, κύριοι βουλευταί, ὅτι δηλονότι ἐδόθη αὕτη ὑπὸ τῶν στρατιῶν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ἐν καιρῷ τῷ δέοντι καὶ ὑπῆρξε διαρκείας τοῦ δέοντος χρόνου καὶ ἔσωσεν ἐπικαίρως τὴν συμμαχικὴν ὑπόθεσιν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ λοιπὰ σύμμαχα Βαλκανικὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐδὲν συνέβαλλον ἢ ἔβλαψαν τὴν συμμαχικὴν ὑπόθεσιν. Διότι, ἡ μὲν Σερβία ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1937 συνάψασα τὴν συνθήκην διηνεκοῦς φιλίας—pacte d’ amitié à perpetuité—μὲ τὴν Βουλγαρίαν διενεμήθησαν εἰς τὰ παράβυστα τὴν Βόρειον Ἑλλάδα μας. Ἐπὶ πλέον ἡ Σερβία, δι’ ἐπισήμου διεθνοῦς σημασίας πράξεως προσεχώρησε τῇ 25ῃ Μαρτίου 1941 εἰς τὸν Ἄξονα μὲ ἀντάλλαγμα τὴν περιοχὴν τῆς Θεσσαλονίκης μας, καθ’ ἃ μᾶς ἀπεκάλυψεν ἡ γερμανικὴ διακήρυξις τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν τῆς 6ης Ἀπριλίου 1941, ἀνατραπείσης τῆς Κυβερνήσεως Τσέλκοβιτς–Μάρκοβιτς τῇ 27ῃ Μαρτίου 1941, ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελάρχου Στρατηγοῦ Σίμοβιτς, ἀλλὰ μετὰ κινητοποίησιν τῆς Σερβίας ἐννέα πλήρων ἡμερῶν κατέρρευσεν αὕτη, ἐντὸς τῶν δύο πρώτων ὡρῶν τῆς 6ης Ἀπριλίου, οὐ μόνον κατ’ οὐδὲν συμβαλοῦσα εἰς τὴν μάχην τῆς Βαλκανικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐπενεγκοῦσα παρεπομένην διαταραχὴν κατὰ τὴν μεθόριον παράταξίν μας. Ἡ σύμμαχος Ρουμανία ἀπὸ πολλοῦ τῷ 1940 εἶχε μετατραπῆ εἰς δορυφόρον τοῦ Ἄξονος. Ὁ Βαλκανικὸς ἐχθρός μας, ἡ Βουλγαρία διὰ πράξεως τῆς 1ης Μαρτίου 1941 ἐν Βιέννῃ προσχωρήσασα εἰς τὸν Ἄξονα, ἀπέσπα ἐπ’ ἀνταλλάγματι τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θράκην μας. Ἡ Τουρκία ὑπεχρεοῦτο νὰ πολεμήσῃ συνῳδᾷ τῇ συνθήκῃ συμμαχίας μας τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1938, μόνον ἂν προσεβάλλετο τὸ κοινὸν σύνορόν μας εἰς τὸν Ἕβρον, ὅπερ ὅμως οὐδέποτε προσεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Διότι ὁ Ἄξων ἔχων ἤδη πληροφορίας καὶ ὀφθαλμοφανῆ τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ρωσικῆς κινητοποιήσεως πρὸς τὴν εὐρωπαϊκήν της μεθόριον, μετέβαλε σχέδιον, ἀνέβαλε τὴν ἐκστρατείαν τῆς Μέσης Ἀνατολῆς καὶ ἐπέσπευσε τὴν κατὰ τῆς Ρωσίας ἐπίθεσιν, ἥτις τελευταία ἀντιμετώπισε τὸν γερμανικὸν ὄγκον πανστρατιᾷ κινητοποιουμένη ἰδίᾳ ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἰταλικῆς κατὰ τῆς Ἑλλάδος προσβολῆς. Ρητέον, ὅτι κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ 1941 εἶχεν ὁλοκληρωθῆ ἡ προεδρικὴ ἐν Ἀμερικῇ διαδικασία καὶ ἦσαν ἕτοιμοι ἡ τε Μ. Βρεταννία καὶ ἡ Ἀμερική, ὅπως ἐφοδιάζωσι τὴν Ρωσίαν εἰς πολεμικὸν ὑλικὸν διά τε τῆς ὁδοῦ Ἀρχαγγέλου καὶ τοῦ Περσικοῦ κόλπου τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐπραγματοποιήθη μετὰ μῆνας καὶ κατωχυρώθη τὸ ἀήττητον τῶν Ρωσικῶν στρατιῶν. Ἡ σημαντικότης τῆς συμβολῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον, κύριοι βουλευταί, ἐπέβαλεν ὑποχρεώσεις εἰς τοὺς Συμμάχους καὶ θὰ ἔδει, ὅπως ἔκτοτε μετεῖχεν ἡ Ἑλλὰς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῶν Συμμάχων καὶ εἶτα ἐν συνεχείᾳ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατ’ ἐμέ, θὰ ἔδει νὰ μετάσχῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ τῆς Διασκέψεως τῆς συντάξεως τοῦ Χάρτου τοῦ Ἀτλαντικοῦ, ἵνα ἔχῃ τὸν κυρίαρχον λόγον ἐπὶ τῶν μελλουσῶν τυχῶν της καὶ τῆς εὐλόγου κατὰ τὴν βόρειον μεθόριον σημαντικῆς ἐν τῇ Βαλκανικῇ ἐπεκτάσεώς μας, τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον διὰ τοῦ διακοπέντος πολέμου οἱ Σύμμαχοι ἐπέβαλον ὁλοκληρωτικῶς τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν ἡγεμονίαν ἐπὶ τοῦ κόσμου ὅλου. Ὀρθόν, ὅθεν καὶ δίκαιον θὰ ἦτο ὅπως ἡ Ἑλλὰς μετεῖχε τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ τῶν τεσσάρων ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργῶν, ὥστε νὰ δύναται νὰ κρίνῃ αὕτη τύχας ἄλλων καὶ οὐχὶ νὰ κρίνωνται αἱ τύχαι της παρὰ μὴ δικαιουμένων νὰ ἔχωσι τὸν κυρίαρχον ἐν προκειμένῳ λόγον. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πρεσβεύω καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ μετεκλογικὴ Κυβέρνησις θὰ ὤφειλε νὰ ἐξαγγείλῃ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ μηνύματος — message — τὰς ἐπιδιώξεις μας πρὸς τοὺς Συμμάχους καὶ οὐδέποτε νὰ ὑποβάλῃ, ταπεινωμένη, ὑπομνήματα ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων. Θὰ ἔδει, ὅπως ὦμεν θαρραλέοι εἰς τὰς διεκδικήσεις μας τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον αὐτὸς οὗτος ὁ Ἀτλαντικὸς Χάρτης, ἔχει ἐξαρθρωθῆ εἰς τὰς διατάξεις του, εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν. (Χειροκροτήματα). Κύριοι Βουλευταί, ὅταν ἐξαγγέλληται τῇ ἀξιώσει τῆς Ρωσίας, ἡ μετακίνησις δέκα τεσσάρων ἑκατομμυρίων γερμανοφώνων ἐξ Ἀνατολικῆς Πρωσσίας εἰς τὴν Ἀμερικανοκρατουμένην Γερμανίαν, βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἀναγκαστικῆς τῶν λαῶν μετακινήσεως, ὅταν τῷ 1922 μετεκινήθη ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον Ἑλλήνων ἐκ Μ. Ἀσίας καὶ ἐξωντώθη ἰσάριθμος Ἑλληνισμός, ποῖοι θὰ ἦσαν ἰσχυροὶ λόγοι καὶ διατὶ δὲν εἶναι δίκαιον ὅπως μετακινηθῶσι δύο τρία, ἢ καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια Ἑλληνικὸν μὲν τὸ γένος πλὴν ἐκβουλγαρισθέντων ἢ ἐκσερβισθέντων πληθυσμῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, τῆς Βουλγαρικῆς καὶ τῆς Σερβικῆς Μακεδονίας τοῦ Κουτσοφοπεδίου διὰ νὰ ὁλοκληρωθῶσιν οἱ στοχασμοὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπεκταθῶμεν, ἐπὶ Ἑλληνικῶν ἄλλως ἐξ ἱστορίας περιοχῶν; Διότι διὰ λόγους περὶ ὧν κατωτέρω μόνον πρὸς βορρᾶν τυγχάνει ἐπεκτατέα ἡ Ἑλλάς, μὴ μᾶς διαφεύγει, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλγαρία, ἡ τῶν ὀροφυλάκων — βουργαρίων — κατὰ τὸν σοφὸν Ἀκαδημαϊκὸν μας φίλον κ. Κεραμόπουλον Χώρα τῶν Βυζαντινῶν χρόνων καὶ ἡ Σερβία περὶ τὰς πηγὰς τοῦ Ἀξιοῦ, λιματονέων limitanei ὑπῆρξαν καὶ εἶναι περιοχαὶ Ἑλληνικαί. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ δέον ὅπως στραφῶμεν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Ἀπεύχομαι ὅπως τὰ τυχὸν ἀπόρρητα ὡς πρὸς τὰς διεκδικήσεις μας ὦσιν ὡς τὰ δημοσίως γνωστά. Ἀπεύχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν προελθοῦσα οὐδόλως υἱοθέτησε τυχὸν ἐκπονηθὲν πρόγραμμα περιωρισμένων διεκδικήσεών μας ὑπὸ τῶν ἑπτὰ ἄχρι τοῦδε ὑπηρεσιακῶν ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1941 Κυβερνήσεών μας. Διότι ἄν τοῦτο ἐπεγένετο ἡ πρᾶξις της ἔσεται ἀσύγγνωστος, ἡ δ’ εὐθύνη τῆς Βουλῆς ἀνυπολόγιστος, βαρύτατα κολάσιμος. Υἱοθέτησις παρομοίου προγράμματος θὰ ἰσοδυνάνει πρὸς ἐντελῆ ἀδαημοσύνην τοῦ Ἐξωτερικοῦ μας προβλήματος. Γνωρίζω πολὺν πολιτικὸν καὶ στρατιωτικὸν κόσμον, ὅστις ἀποδίδει τὰς δοξασίας μου εἰς τὸν ὑπέρμετρον πατριωτισμὸν μου ἵνα μὴ εἴπω τὸν σωβινισμόν μου. Δὲν ὀργίζομαι διὰ τὰς ἐπικρίσεις τῶν ἐξ ἴσου πατριωτῶν τούτων Ἑλλήνων φίλων μου. Καὶ εἶναι συγγνωστὴ ἡ πλάνη των. Διότι προέρχεται καὶ ὀφείλεται αὕτη εἰς τὴν ἀδαημοσύνην των περὶ τὸ ἐξωτερικὸν μας ζήτημα. Ἀγνοοῦσιν ἐπὶ πλέον τὸ δημογραφικὸν καὶ τὸ οἰκονομικόν μας πρόβλημα. Τοῖς διαφεύγει ὅτι προπολεμικῶς ἀκόμη οἱ ἀγροτικοί μας πληθυσμοὶ εἶχον πτωχεύσει. Ὁ νόμος 677 τοῦ 1937 «περὶ ρυθμίσεως τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν» μαρτυροῖ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς Οἰκονομικῆς τῶν ἀγροτῶν μας διαταραχῆς». Ἔκτοτε ἦν γνωστὸν, ὅτι ποσοστὸν 75% τῶν ἀγροτικῶν μας πληθυσμῶν ἐτύγχανεν, ἐλλείψει ἐπαρκῶν κλήρων, ἀποσυμφορητέον καὶ τρεπτέον πρὸς ἄλλα ἔργα. Οὕτως ἀπεφάνθησαν, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, αἱ Ἀμερικανικαὶ Ἀποστολαὶ ἐρευνῶν αἱ ὑπὸ τὸν κ. Νιουμάγερ περιερχόμεναι καὶ ἐρευνῶσαι τὰς γεωργικὰς μας περιοχὰς ἀπὸ ἀπόψεως ἀξιοποιήσεως τούτων. Δικαιοῦται δ’ ἄλλως ἐπεκτάσεως ἡ Ἑλλὰς διὰ λόγους ὡς εἶπον, πολεμικῶν πεπραγμένων της. Διότι οὐδὲν Σύμμαχον Κράτος, μέγα ἢ μικρὸν ἐπολέμησεν ὡς ἡ Ἑλλάς. Ὅλα τὰ Σύμμαχα Κράτη κατέρρευσαν ἐντὸς ἡμερῶν ἢ ἑβδομάδων ὡς ἡ Πολωνία, ἡ Νορβηγία, ἡ Ὁλλανδία, τὸ Βέλγιον. Ἡ Δανία ἤνοιξε τὰ σύνορά της εἰς τὸν ἐχθρὸν χωρὶς νὰ πολεμήσῃ. Ἡ Τσεχοσλοβακία, ἡ Οὐγγαρία, ἡ Ρουμανία, ἡ Βουλγαρία, ἡ Ἀλβανία, προσεχώρησαν εἰς τὸν Ἄξονα καὶ μετεβλήθησαν εἰς δορυφόρους. Αὐτὴ αὕτη ἡ Γαλλία, ὡς ἡ μεγίστη, μετὰ τὴν Γερμανίαν στρατιωτικὴ ἐν Εὐρώπῃ δύναμις κατέρρευσεν ἐντὸς μηνὸς καὶ οὐσιαστικῶς τὴν τετάρτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς εἰσβολῆς ἤτοι τῇ 14ῃ Μαΐου 19– 41 ὅτε εἶχε κριθῆ ἡ τύχη της διότι τὰ ὀχυρὰ τοῦ Σεδὰν καὶ τοῦ Λογβὶ εἶχον πέσει καὶ εἶχε σχηματισθῆ αὐτόθι ὁ θύλαξ ὁ ὁποῖος συνεχῶς εὐρυνόμενος ἐπέφερε τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἐξάρθρωσιν τοῦ Γαλλικοῦ μετώπου. Τὸ σημαντικώτερον τῶν γεγονότων εἶναι, ὅτι καθ’ ὅν χρόνον εἰσήρχετο εἰς τὸν πόλεμον ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ τὸν διεξαγάγῃ νικηφόρως ἐπὶ ἓν πλῆρες ἑπτάμηνον οὐδεὶς που ἐν Εὐρώπῃ ἢ εἰς τὰς πέντε Ἠπείρους ὑπῆρχεν ἢ μετεῖχε που τῆς γῆς τοῦ πολέμου Σύμμαχος τῆς Ἀγγλίας, πλὴν τῆς Ἑλλάδος. Μόνη χώρα ἥτις συνορευομένη ἐν Θράκῃ μὲ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἠδύνατο νὰ μετάσχῃ καὶ νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν σύντομον διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου ἦν ἡ Τουρκία, πλὴν μὴ προβληθέντος τοῦ κοινοῦ, κατὰ μῆκος τοῦ Ἔβρου συνόρου Ἑλλάδος–Τουρκίας συνῳδᾷ τῇ συνθήκῃ συμμαχίας τοῦ 1938 δὲν ὑποχρεώθη καὶ δὲν μετέσχε τοῦ πολέμου, προκαλύψασα ἁπλῶς καὶ αὕτη διὰ τῆς οὐδετερότητός της τὴν Μέσην Ἀνατολὴν καὶ τὴν Ἀφρικήν. Προφανῶς αὐτὴ αὕτη ἡ Ἀγγλογαλλοτουρκικὴ συνθήκη συμμαχίας τοῦ 1939 ηὐνόει τὴν παρομοίαν τῆς Τουρκίας στάσιν. Τοῦτο τὸ συμπεραίνω ἐκ τοῦ δημοσιευθέντος ὑπ’ ἀριθ. 2 πρωτοκόλλου καθ’ ὃ ἡ Τουρκία καὶ ἐμπλεκομένων τῶν Ἀγγλογάλλων εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Ρωσίας, αὕτη ἤτοι ἡ Τουρκία δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ μετάσχῃ τῶν ἐχθροπραξιῶν. Καὶ μόνον οὕτως ἐξηγεῖται τὸ ἄκαρπον τοῦ ταξιδίου τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Μ. Βρεταννίας κ. Ἤντεν εἰς Ἄγκυραν τῇ 26ῃ Φεβρουαρίου 1941 ἤτοι τριήμερον πρὸ τῆς εἰσβολῆς τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ ἐκ Ρουμανίας εἰς Βουλγαρίαν. Ἡ Σύμμαχος Τουρκία περιωρίσθη, τότε εἰς ἁπλᾶς ἀπὸ ραδιοφώνου διακηρύξεις πρὸς τὴν Βουλγαρίαν στρεφομένας καὶ κατὰ παντὸς τρίτου καθ’ ἃς προσβαλομένου τοῦ κοινοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ συνόρου θ’ ἀντετάσσετο καὶ θὰ μετεῖχεν ἐνόπλως ἡ Τουρκία τοῦ πολέμου. Συνελόντι εἰπεῖν μόνη ἡ Ἑλλὰς διεξήγαγε τὴν μάχην τῆς Βαλκανικῆς καὶ τῆς Μεσογείου, μὲ ἥρωα τὸν Μέγαν τῶν νεωτέρων χρόνων Βασιλέα μας Γεώργιον τὸν Βʹ, ὅστις μόνος δικαιοῦται, ὅπως θέσῃ ἐνώπιον τῶν Συμμάχων τὸ θέμα τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων ὡς ἐγὼ εἰσηγοῦμαι τοῦτο κατ’ ἔκτασιν καὶ πρόγραμμα. Μόνη ἡ Ἑλλὰς παρέσχε τὸν ἀπαραίτητον τῇ Ρωσίᾳ χρόνον, ὅπως κινητοποιηθῇ ἀνέτως, γεγονὸς ὅπερ ἀντιληφθεῖσα ἡ Γερμανία κατεθορυβήθη, ὡς ἐκ τῆς πυκνώσεως ἐν Εὐρώπῃ τῶν Ρωσικῶν μονάδων παντὸς ὅπλου καὶ ἐπέσπευσε τὴν ἐπίθεσιν πραγματοποιηθεῖσαν τὴν πρωΐαν τῆς 22ας Ἰουνίου 1941, ματαιωθείσης καὶ ἀναβληθείσης διὰ μίαν διετίαν τῆς κατὰ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς ἐκστρατείας τοῦ Ἄξονος μὲ τὰ γνωστὰ πλέον ἀποτελέσματα τῆς κινητοποιήσεως καὶ τῆς Μ. Βρεταννίας καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην, συγχρονισθείσης καὶ τῆς ἀποβάσεως τῶν Ἀμερικανικῶν στρατευμάτων εἰς τὴν Δυτικὴν Ἀφρικήν, ἵνα εἶτα ἐκκαθαρισθείσης ἀπὸ Ἀνατολῶν καὶ Δυσμῶν ὁλοκλήρου τῆς Βορείου Ἀφρικῆς, ἐπακολουθήσῃ ἡ εἰς Σικελίαν καὶ Κεντρικὴν Ἰταλίαν ἀπόβασις καὶ προώθησις τῶν συμμαχικῶν ἀπὸ νότου δυνάμεων ἐν ἔτει 1943, ἵνα τῷ 1944 πραγματοποιηθῇ ἡ εἰς Γαλλίαν ἀπόβασις τῶν Συμμάχων. Κύριοι βουλευταί, ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰς δηλώσεις τοῦ σεβαστοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων κ. Σοφούλη. Ὁμιλῶν οὗτος ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος ἐπὶ τοῦ Δημοψηφίσματος, ἐξεδήλωσε τὴν ἀγωνίαν του καὶ ἠρώτησε: Τί θ’ ἀπογίνῃ ἡ χώρα ἄν ἐπανέλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ Κωνσταντίνου; Εἶναι ἐκ τούτων προφανές, ὅτι συνεχόμεθα εἰσέτι ὑπὸ τοῦ συναισθήματος καὶ τῆς νόσου τῆς διαιρέσεώς μας, ἥτις μᾶς μαστίζει ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν. Εἶναι ἐπὶ πλέον, προφανές, ὅτι αὐτὸ τὸ συναίσθημα συνέχει καὶ σήμερον τὴν Βουλήν. Θὰ ὑπενθυμίσω ὅμως, τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ διαίρεσίς μας ὀφείλεται εἰς τὸν ὑπέρμετρον πατριωτισμὸν τῶν πολιτικῶν τῶν χρόνων ἐκείνων ἀνδρῶν τῆς χώρας. Μία μεγίστη πολιτικὴ φυσιογνωμία, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἐπὶ τῷ τέλει δημιουργίας μιᾶς Μεγάλης Ἑλλάδος, διεξήγαγε τραχεῖς ἀγῶνας κατὰ ἐξ ἴσου μεγίστων πολιτικῶν φυσιογνωμιῶν, οἷοι ὑπῆρξαν οἱ ἀείμνηστοι Δ. Γούναρης, Ν. Στρᾶτος, Γ. Μπαλτατζῆς, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Ν. Θεοτόκης, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῷ αὐτῷ τέλει ἀνταγωνιζόμενοι προέταξαν τὰ στήθη τῶν πρὸς κατοχύρωσιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας κατὰ τὰ ἔτη 1920, 1921 καὶ 1922 ἀσκοῦντες πολιτικὴν παράπλευρον τῆς Μ. Βρεταννίας κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως πραγματοποιηθῇ τὸ ὄνειρον τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου καὶ τοῦ Λόϋδ Τζῶρτζ περὶ Μεγάλης Ἑλλάδος, τῆς Ἑλλάδος τῶν 144.000 τ.χ.μ. τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν ὁδηγηθέντες τέλος λόγῳ τοῦ ὑπερπατριωσμοῦ αὐτῶν μετὰ τοῦ ἐξ ἴσου ὑπερπατριώτου Ἀρχιστρατήγου Χατζηανέστη, εἰς τὸν ἱστορικόν τῶν τάφον, ἵνα ὡς ἐκ τούτου καὶ ὡς ἐκ τῆς Μικρασιατικῆς διαταραχῆς ἐπακολουθήσῃ τὸ αὐτὸ ἔτος 1922 ἐν τῇ ξένῃ ὁ ἐξ ὑπερμέτρου πατριωτισμοῦ θάνατος τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως μας Κωνσταντίνου. Ἡμεῖς, ὅμως, κ. βουλευταί, τί πράττομεν; Ἀνταγωνιζόμεθα πῶς θὰ δώσωμεν ἐξετάσεις καλῶν μαθητῶν τῶν νηπιαγωγείων, τοῦτ’ ἔστι πειθαρχοῦμεν εἰς τὰ κόμματά μας καὶ δὲν προσέχωμεν, τὸ πρόβλημα τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων. Οὐχὶ διότι δὲν φλεγόμεθα ἀπὸ συναισθήματα πατριωτικά, ἀλλὰ διότι ἴσως δὲν ἔχει ἐρευνηθῆ δεόντως τὸ θέμα. Τίς δ’ ἄλλως θὰ ἦν ὁ ἐνδεδειγμένος ὅπως χειρισθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἐπιδιώξεών μας ἢ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος Βʹ ὁ ἥρως τῆς μάχης τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἃ δι’ ἀπειρωστὴν φορὰν ἐδήλωσεν ὁ κ. Τζῶρτσιλ ἔχει συμβληθῆ μετὰ τῆς Μ. Βρεταννίας; Ἔχω ὑπ’ ὄψει τὴν κατὰ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου ἐχθρότητα καὶ τὰ κατ’ αὐτοῦ ἁμαρτήματα τόσον τῆς δεξιᾶς, τοῦ κέντρου, ὅσον καὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐξαιρουμένων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ. Πλήν, σᾶς εἶπον, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μόνον ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ στρατηγὸς Μεταξᾶς, θ’ ἀπασχολήσωσι τὴν ἱστορίαν. Ἡμεῖς ὅλοι περιήλθομεν εἰς τὴν ἀφάνειαν μὲ τὴν ἀξιοθρήνητον νοοτροπίαν μας. Ὁ ὁδηγηθεὶς εἰς τὰ ἔνδοξα πεδία τῶν μαχῶν τῆς Ἀλβανίας, τῆς Μακεδονίας τῶν ὀχυρῶν μας λαὸς τῆς Ἑλλάδος μόνον τὸν ἥρωα Βασιλέα του λατρεύει, δι’ ὃ καὶ ἐνδείκνυται ὅπως κληθῇ οὗτος καὶ δι’ ἐτυμηγορίας του καλέσῃ ὁ λαὸς Τοῦτον ἐκ τῆς Ξένης.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Προεδρεύων κ. Μιχαλακόπουλος). Κύριε Ἰακώβου, σᾶς ὑπομιμνήσκω, ὅτι παρῆλθε πρὸ πολλοῦ τὸ τέταρτον καὶ πρέπει νὰ περατώσητε τὸν λόγον σας.
§207Π. ΙΑΚΩΒΟΥ. Πλάνην ἔχετε, κ. Πρόεδρε, καὶ δὲν πρόκειται νὰ διακόψω τὸν λόγον μου. Διότι τὸ Προεδρεῖον κατ’ ἐπανάληψιν παρεβίασε τὸν Κανονισμὸν κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ χαρακτηρίσω. Πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου θέματος τοῦ ὁποίου τὴν ἔρευναν ἐπιθυμῶ νὰ ὁλοκληρώσω. Ἄλλως τε προκειμένου περὶ ἐθνικοῦ ζητήματος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀφαιρῶ τὸν λόγον.
§209Π. ΙΑΚΩΒΟΥ. Δὲν δύνασθε νὰ μοὶ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον. Ἁπλῶς δικαιοῦσθε νὰ μὲ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν ἢ νὰ διακόψητε τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἔλθῃ ἄλλος Πρόεδρος νὰ σᾶς ἀντικαταστήσῃ, διὰ νὰ συνεχίσω καὶ νὺ ἀποπερατώσω τὸν λόγον μου. Διότι δὲν σᾶς παρέχει ὁ Κανονισμὸς τὰ ὑλικὰ μέσα βίας κατὰ τῶν ὁμιλητῶν βουλευτῶν. (Φωναί, θόρυβος, διαμαρτυρίαι κατὰ τοῦ Προεδρεύοντος).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5 λεπτά.
(Ὥρα 3.00 πρωϊνή)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 3.15′ πρωϊνή) (Ἐπαναλαμβανομένης τῆς συνεδριάσεως ἀνέρχεται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ κ. Θεοφανόπουλος καὶ συνεχίζων τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Ἰακώβου, λέγει τὰ ἑξῆς): Κύριοι βουλευταί, συνῳδᾷ τοῖς πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως προεκτεθεῖσιν ἡ πρὸς βορρᾶν ἐπέκτασις καὶ προώθησις τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος ἐπιδιωχθήσεται πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Ἀλβανίας, τῆς Σερβίας καὶ τῆς Βουλγαρίας, κατ’ ἐμὲ δ’ ὡς ἑξῆς: Ι) Σύνορα Ἑλλάδος–Ἀλβανίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς διαρρυθμίσεως τῶν Ἑλληνοαλβανικῶν συνόρων καὶ τοῖς ἐν γένει ἐπεκτάσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον προσέκρουσε κατὰ τὰ ἔτη τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους τῷ 1912–13 εἰς τὴν ἀδυσώπητον ἐναντίωσιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τότε, Ἰταλίας καὶ Αὐστρίας, ἀπειληθέντος καὶ πολέμου, καθ’ ἅ ἀποκαλύπτει ὁ ἀείμνηστος Ἐλ. Βενιζέλος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13ης Νοεμβρίου 1913 ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων (ὅρα μετάφρασιν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν Περίδου ἐν τόμῳ 4 σελ. 262 ἐφεξῆς). Εἰς παρομοίους λόγους ἐναντιώσεως τῆς Ἰταλίας, ὀφείλεται ἡ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἀπώλεια τῆς Δωδεκανήσου, ἀθετηθείσης τῆς συνθήκης Τιτόνι–Βενιζέλου. Τὴν σήμερον ὅμως ἐξουδετερωθείσης τῆς ἰσχύος τῶν ρηθεισῶν ἐναντιωθεισῶν δυνάμεων ἡ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Ἀλβανίας προώθησις τῆς μεθορίου μας, θὰ ἦν εὐκταῖον ὅπως ἡ σημαντικὴ καὶ διὰ τοὺς ἑξῆς ἀσφαλείας καὶ ἀμύνης τοῦ Βασιλείου μας λόγους ἤτοι: Αʹ) Διότι ὁλόκληρος ἡ περιοχὴ τῆς Ἠπείρου μὲ κέντρον τὰ Ἰωάννινα ἀπέχοντα 60 χιλ. τῆς σημερινῆς γραμμῆς ὁρίων, ὑπόκεινται εὐχερῶς εἰς ἐναερίους καὶ εἰς ταχυκινήτων μέσων ἐπιδρομάς. Κατερχομένης δ’ ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ τῆς μέσης καὶ τῆς κάτω κοιλάδος τοῦ ποταμοῦ Ἀώου παρέχει τὴν εὐχέρειαν ταχείας ὑπ’ αὐτοῦ εἰσβολῆς καὶ τὴν εὐχέρειαν εἰσβολῆς εἰς τὴν Ἤπειρον διὰ τῶν κοιλάδων τοῦ Ἀώου καὶ τοῦ Δράνου παραποτάμου τοῦ πρώτου. Βʹ) Διότι τὸ ἐπίπεδον τῆς Κορυτσᾶς διανοίγει ὁδοὺς ἐπιχειρήσεων ὑπὸ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοῦ ὁρμωμένου ἐξ Ἀλβανίας τόσον πρὸς τὴν Φλώριναν ὅσον καὶ πρὸς τὴν Κοζάνην. Τούτου ὅμως περιεχομένου τῇ Ἑλλάδι ἐξασφαλίζεται ὁ ὅλος κορμὸς τοῦ Βασιλείου μας ἐκ τῆς κατευθύνσεως ταύτης. Γʹ) Διότι περιερχομένης τῇ Ἑλλάδι τῆς ὁδικῆς ἀρτηρίας Ἰωαννίνων Λιασκοβικίου–Κορυτσᾶς ἀποκαθιστώσης ἀσφαλῆ τὴν ἐπικοινωνίαν τῆς Ἠπείρου πρὸς τὴν Φλώριναν καὶ Κοζάνην, ἅτινα κέντρα μᾶς ἀπεμονοῦντο ἄχρι τοῦδε καὶ προσαρτωμένων τῇ Ἑλλάδι τῶν περιοχῶν τοῦ Ἀῴου καὶ τοῦ Δρίνου, δημιουργοῦνται ἄκρως εὐνοϊκαὶ ἀσφαλείας τοῦ Βασιλείου μας συνθῆκαι εἰς τὴν περίπτωσιν ἁρπακτικῆς προσβολῆς μας ἐκ τῆς κατευθύνσεως τῆς Ἀλβανίας. Κατὰ τ’ ἀνωτέρω, ὁλόκληραι αἱ περιοχαὶ τοῦ Ἀῴου καὶ τοῦ Δρίνου, δέον ὅπως συμπεριληφθῶσι ἐντὸς τῶν νέων Ἑλληνικῶν συνόρων. Καθ’ ἡμᾶς, ἡ ἐπέκτασίς μας, δέον ὅπως πραγματοποιηθῇ ἄχρι τῆς ἐν τῷ σχεδιαγράμματι γραμμῆς ὁρίων ἐπὶ τῶν κορυφογραμμῶν τοῦ ὄρους Σκίρδου. (Καταθέτω τὸν χάρτην τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, διὰ νὰ φυλαχθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς). Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὅμως, ἡ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην ἐπέκτασίς μας, θὰ ἔδει ὅπως ἐξουδετερωθῶσιν αἱ ξενικαὶ ἐπιρροαὶ τόσον ἐν Μεγάλῃ Βρεταννίᾳ, ὅσον ἐν αὐτῇ τῇ Ἀμερικῇ κυρίως, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῇ Ἡγεσίᾳ τῆς Ρωσίας. Θὰ ἠδύνατο, ἐπὶ πλέον, διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Συνεδρίου τῆς Εἰρήνης, δημιουργουμένης, δι’ εὐρείας τῶν Κοινῶν τῶν Συμμάχων μας γνωμῶν διαφωτίσεως εὐνοϊκῆς διὰ τοὺς στοχασμοὺς τῆς Ἑλλάδος ἀτμοσφαίρας νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἀπάλειψις τῆς Ἀλβανίας ἀπὸ τοῦ χάρτου ὡς Κράτους ἀνεξαρτήτου, καὶ ἡ προσάρτησις τῇ Ἑλλάδι τοῦ πλείστου μέρους ταύτης. Ὀφείλω, ἐνταῦθα, νὰ διακηρύξω, ὅτι μόνον Ἕλλην διπλωμάτης διακηρύξας διὰ σειρᾶς ἄρθρων του ἐν Ἀμερικῇ καὶ Ἀγγλίᾳ, ὅτι ἡ Ἀλβανία τυγχάνει διαλυτέα, ὑπῆρξεν ὁ διακεκριμένος Ἕλλην πρεσβευτὴς κ. Πιπινέλης. Ἡ οὑτωσεὶ ἐπέκτασίς μας, δέον ὅπως ἐκταθῇ καὶ εἰς βάθος καὶ ἐπὶ ἐκτάσεως 18.000 τ.χ.μ. ὡς ἔγγιστα, μὲ γραμμὴν ὁρίων ἀρχομένην ἐν τῇ Ἀδριατικῇ θαλάσσῃ ἀπὸ τῶν βορείως τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Ἐπιδάμνου (Δυρραχίου) ἐκβολῶν τοῦ ποταμοῦ Ἴσμι καὶ διήκουσαν βορειοανατολικῶς τῆς ἱστορικῆς Κρότας, γενετείρας τοῦ θρυλλικοῦ ἐθνάρχου τῶν Ἀλβανῶν Ἕλληνος Γεωργίου Καστριώτου–Σκεντέρβεη, κατὰ μῆκος τῶν κορυφογραμμῶν τοῦ ὄρους Σκίρδου καὶ λείχουσαν τοὺς ὑψοδείκτας ὡς ἐν τῷ σχεδιαγράμματι. Ἡ ὑπόλοιπος τῆς Ἀλβανίας ἔκτασις ἐξ 9.000 τ.χ.μ. ὁλόκληρον τὴν περιοχὴν Σκουτάρεως καὶ τὸν σημαντικὸν ἐν τῇ Ἀδριτικῇ λιμένα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Μεδούσης, δέον ὅπως ὑποστηριχθῇ, ὅπως περιέλθῃ τῇ Σερβίᾳ ἀξιουμένου ὅμως παρὰ τῆς τελευταίας ὅπως ἀποσυρθῇ καὶ παραιτηθῇ τῆς ἐλευθέρας ζώνης τοῦ λιμένος Θεσσαλονίκης, ἀκυρουμένης τῆς σχετικῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας συνθήκης, ὡς καὶ τῆς τοιαύτης Τσουδεροῦ–Σίμοβιτς τοῦ 1942 σχετικῶς μὲ τὴν κατάργησιν τῶν δασμολογικῶν ὁρίων Ἑλλάδος– Σερβίας μέχρι καὶ τῆς ὡς ἀνωτέρω σημειουμένης γραμμῆς ὁρίων. Διὰ τῆς τοιαύτης ἐπεκτάσεώς μας, θὰ περιήρχετο τῇ Ἑλλάδι, πλὴν τῶν σημαντικῶν τῶν Τιρράνων πετρελαιοπηγῶν καὶ ἡ ὑψίστης σπουδαιότητος πεδιὰς τῆς Μουζακιᾶς νοτίως Δυρραχίου μέχρις Αὐλῶνος, ἐν ᾗ ἐκτελουμένων ὑδραυλικῶν, παραγωγικῶν καὶ ἀρδευτικῶν ἔργων μορφῆς ἔργων Στρυμώνος–Φιλίππων καὶ ἀξιοποιουμένης τῆς ἐκτάσεως ταύτης θὰ ἐλύετο τὸ ὅλον οἰκονομικὸν ἐπισιτιστικὸν πρόβλημα ὁλοκλήρου τῆς ἄλλως ἀγόνου ἄχρι τοῦδε Ἀλβανίας ὡς καὶ τῆς νοτίου Ἠπείρου μας, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν δασικὴν καὶ κτηνοτροφικὴν τῶν περιοχῶν τούτων ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμετάλλευσιν καὶ κάρπωσιν. Συνηγοροῦσι δὲ ὑπὲρ βαθείας ἐν Ἀλβανίᾳ προωθήσεώς μας λόγοι κοινῆς καταγωγῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ Ἀλβανῶν, τόσον ἱστορικοὶ κατὰ τὸν Ἀκαδημαϊκὸν κ. Α. Κεραμόπουλον, ὅσον καὶ γλωσσικοὶ τοιοῦτοι. Διότι τίς ἡγέτης συμμάχου κράτους ἐπαρκῶς διαφωτιζόμενος, θὰ παρέλειπε ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Εἰρήνης, ὅτι ὄντως ἡ Ἀλβανία, ἥτις ἐμπίπτει εἰς τὰ ὅρια τῆς ἀρχαίας Ἰλλυρίας, ἀποτελοῦσα τὴν ἱστορικὴν ἐπαρχίαν τῆς Μακεδονίδος Βασιλίσσης Ὀλυμπιάδος συζύγου τοῦ Φιλίππου Βʹ καὶ μητρὸς τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ὑπῆρξεν ἀμιγῶς Ἑλληνική;.... Ἀλλὰ καὶ τίς εἰδικὸς θὰ ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Ἀλβανικὴ γλῶσσα εἶναι ἁπλῶς κλάδος τῆς ἀρχαίας μας αἰολικῆς γλώσσης, ἀπαραλλάκτως ὡς ὑπῆρξε κλάδος τῆς αἰολικῆς καὶ ἡ Θρακικὴ τῶν Μακεδόνων καὶ Θρακῶν τοῦτ’ ἔστι τῶν ἀρχαίων ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου μέχρι καὶ τοῦ ροῦ τοῦ Δουνάβεως, κατοίκων γλῶσσα;.... Τίς ἐξ ἡμῶν ἢ τῶν ἡγετῶν τῶν συμμάχων Κρατῶν θὰ ἠδύνατο νὰ παρίδῃ, ὅτι τ’ ἀπαράγραπτα ἐπὶ τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου ὁλοκλήρου δίκαιά μας τὰ ὁποῖα ἐπραγμάτωσεν, ἔγραψε καὶ κατωχύρωσε διὰ τὴν αἰωνιότητα αὐτὸς οὗτος ὁ Μ. Ἀλέξανδρος δοὺς τῷ 334 π.χ. τὴν πέραν τοῦ Ἴστρου διὰ 4.000 ἱππέων μάχην κατὰ τῶν Κελτῶν καὶ Γετῶν τοῦτ’ ἔστι τῶν σημερινῶν αὑστρογερμανῶν; Τίς ἐξ ἄλλου θὰ ἠδύνατο νὰ παρίδῃ τὴν ἱστορίαν τοῦ ἐνδόξου Βασιλέως τῆς Ἠπείρου Πύρρου, τῶν ὁρίων τοῦ Βασιλείου του ἐκταθέντων πέραν τῆς σημερινῆς Ἀλβανίας, ὡς καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἀλβανοέλληνος αὐτοκράτορος τοῦ Βυζαντίου Ἀναστασίου Βʹ τοῦ ἐπονομασθέντος ὡς ἐκ τοῦ διχρώμου τῶν ὀφθαλμῶν του εἰς δίκορον;.... Τίς ἀγνοεῖ καὶ τίς ἡγέτης συμμάχου κράτους θὰ ἠμφεσβήτει τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἀρχαῖοι κάτοικοι τῆς Ἀλβανίας ἀπομακρυθέντες ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρίαν ἠσπάσθησαν τὴν μωαμεθανικὴν θρησκείαν, ὅτι οὐδόλως τοῦτο ἀποτελεῖ διακριτικὸν τῆς φυλῆς γνώρισμα; Καὶ μὴ ὡς ἐρρήθη δὲν εἶναι γνωστὸν ἱστορικῶς, ὅτι ὁ Ἕλλην ἐθνάρχης τῶν Ἀλβανῶν Γεώργιος Καστριώτης ὑπῆρξεν Ἕλλην χριστιανὸς μετονομασθεὶς μετὰ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ἀσπασμὸν τῆς μωαμεθανικῆς θρησκείας εἰς Σκεντέρβεην;.... Σχετικῶς θὰ ἠδύναντο νὰ καταρτισθῶσι καὶ τεθῶσι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς μελλούσης νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν Ἑλλάδα μας ἀντιπροσωπείας εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης πλήρεις καὶ ἄρτιαι ἐπιφυλλίδες ἱστορικῶν πηγῶν μαρτυρουσῶν τὴν κοινὴν Ἑλλήνων καὶ Ἀλβανῶν καταγωγὴν τόσον ἱστορικῶς, ἐθνολογικῶς καὶ φυλετικῶς, ὅσον καὶ γλωσσικῶς. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν Ἀλβανίαν. Κύριοι Βουλευταί, αἱ ἀντιλήψεις μου, ὡς πρὸς τὴν πρὸς Σερβίαν ἐπέκτασίν μας ἔχουσιν οὕτω: ΙΙ. Σύνορα Ἑλλάδος–Σερβίας. Τὸ ζήτημα τῆς ἐδαφικῆς πρὸς τὴν Σερβίαν ἐπεκτάσεως τοῦ Βασιλείου μας, τοῦθ’ ὅπερ ἀπὸ ἀπόψεως ἀσφαλείας καὶ εὐθυγραμμίσεως τῆς μεθορίου μας ἀποτελεῖ τὸ σημαντικώτερον διὰ τὴν Ἑλλάδα πρόβλημα, θὰ προσέκρουεν ἐπὶ τῆς ἀδυσωπήτου ἀντιθέσεως τῆς Ρωσίας. Ἐμφανίζεται ὅθεν πολυπλοκώτερον πως τὸ πρόβλημα τῆς ἐπεκτάσεώς μας πρὸς τὴν Σερβίαν, τοῦ τοιούτου προωθήσεως τῆς μεθορίου μας εἰς σημαντικὸν βάθος πρὸς τὴν Ἀλβανίαν. Πλὴν συντρέχουσιν ἄπειροι λόγοι καταγγελίας τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας συμμαχικῶν συνθηκῶν, περὶ ὧν ὡς κατωτέρω. Ἀλλ’ ἐπιβάλλεται, ὅπως ὦμεν ἕτοιμοι, ὥστε εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ ηὐνοεῖτο ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τῆς τύχης καὶ παρεκάμπτοντο ἀβλαβῶς διὰ τοὺς συμμάχους μας καὶ δι’ ἡμᾶς τὰ ὑφιστάμενα ἢ παρεμβληθησόμενα διεθνῆ προσκόμματα, συντρεχουσῶν, εἰρήσθω, εὐνοϊκῶν συνθηκῶν, θὰ ἐπεβάλετο ἡ πάσῃ θυσίᾳ ἐπέκτασις τῆς Ἑλλάδος ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Σερβικῆς Μακεδονίας, ἄχρι καὶ τῶν μέχρι τοῦ 1912 Σερβοτουρκικῶν συνόρων, τοῦτ’ ἔστι μέχρι καὶ βορείως τῶν πηγῶν τοῦ Ἀξιοῦ περιεχομένων, οὕτω τῇ Ἑλλάδι τῶν περιοχῶν Σκοπίων καὶ Ἀστύβου ἐπὶ γραμμῆς ὁρίων συνεχιζομένης ἀπὸ τοῦ ὄρους Σκίρδου τῆς Ἀκβανίας καὶ ἐξικνουμένης, βορείως Κωτσάνων μέχρι Δυτικοῦ Ὀρβήλου, λειχούσης δὲ τοὺς ὑψοδείκτας, ὡς ἐν τῷ σχεδιαγράμματι. Πρωτεύοντες λόγοι ἀμύνης καὶ ἀσφαλείας τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Σερβίας θὰ ἠδύναντο νὰ ὑποστηριχθῶσι βασίμως καὶ νὰ προβληθῶσιν οἱ ἑξῆς: Α. Ἡ Θεσσαλονίκη, τὸ οἰκονομικὸν κέντρον τῆς Βορείου Ἑλλάδος ἀπέχουσα εἰς μόλις 70 χλμ. ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς μεθορίου, ὑπόκειται εἰς ταχυκινήτων καὶ ἐναερίων μέσων ἐπιδρομάς. Β. Αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαί μας Θεσ)νίκης–Φλωρίνης καὶ Θεσ)νίκης–Δοϊράνης–Σερρῶν–Ἀλεξανδρουπόλεως, εὑρισκόμεναι εἰς ἐλαχίστων χιλιομέτρων ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς Ἑλληνοσερβικῆς μεθορίου, ὑπόκεινται εἰς ὅλως αἰφνιδιαστικάς, διὰ παντὸς ταχυκινήτου καὶ ἐναερίου μέσου, προσβολάς. Γ. Αἱ συνοριακαί μας γραμμαὶ Φλωρίνης καὶ Εἰδομένης–Δοϊράνης, οὐδὲν φυσικὸν ὅριον ἀκολουθοῦσιν, ἤτοι οὔτε ποταμοῦ, οὔτε λίμνης, οὐδὲ κορυφογραμμῆς τινος. Εἰς τὸν λόγον τοῦτον ὀφείλεται τὸ μετὰ τὴν ἧτταν τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ τὴν 6ην Ἀπριλίου 1941, ἄνοιγμα καὶ εἴσοδος τῶν Γερμανικῶν μηχανοκινήτων δυνάμεων, αἵτινες παρακάμψασαι τὰ ὀχυρά μας, ἠπείλησαν καὶ ἐπέτυχον τὴν ἐντὸς ὡρῶν, περὶ τὸ τριεθνὲς προώθησίν των καὶ τὴν ἐντὸς τριημέρου ἐκ τῶν νώτων κατάρρευσιν τοῦ ὅλου συγκροτήματος καὶ τῶν δυνάμεων τῶν ὀχυρῶν μας. Ἡ πρὸς τὴν Σερβίαν ὅμως ἐπέκτασις τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἠδύνατο καὶ δέον ὅπως ὑπαστηριχθῇ διὰ πολλαπλοὺς ἱστορικοὺς καὶ διπλωματικοὺς λόγους ἐν συνδυασμῷ πρὸς τοὺς γεωγραφικούς, στρατιωτικούς, οἰκονομικούς, κ.λ.π. λόγους ἤτοι: 1) Διότι ὁλόκληρος ἡ περιοχὴ τοῦ Κοσσυφοπεδίου, ἐμπίπτουσα εἰς τὴν παλαιὰν τοῦ Φιλίππου καὶ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου Ἑλληνικὴν Μακεδονίαν, ἐνεφάνιζε καθ’ ὅλους τοὺς Βυζαντινοὺς καὶ τοὺς προσφάτους ἐπὶ Τουρκοκρατίας χρόνους, ἐπιβλητικὴν τὴν δρᾶσιν τοῦ ἑλληνισμοῦ εἰς τὰ κέντρα καὶ τὰς περιφερείας τόσον τῶν Σκοπίων, τοῦ Καλκάντελεν (Πετρόβου), τῶν Βυλαζώρων, Πριλάπου καὶ Ἀστύβου, ὅσον τῆς Στρωμνίτσης, τῆς Γευγελῆς, τοῦ Κρουσόβου καὶ τοῦ Μοναστηρίου καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν κοιλάδα τοῦ Ἐριγῶνος. Αὐτὴ αὕτη ἡ Ναϊσὸς (Νὺς), ἡ γενέτειρα τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου καὶ τῆς Ἁγίας Ἑλένης, θὰ ἠδύνατο ἱστορικῶς νὰ διεκδικηθῇ παρ’ ἡμῶν, ἂν μὴ ἐνέπιπτεν εἰς τὴν πρὸς τὴν κοιλάδα τοῦ Δουνάβεως ἐδαφικὴν τῶν ρεόντων ὑδάτων γραμμήν. Αὐτὴ ἡ τοπικὴ ἐν τῇ περιοχῇ ταύτῃ Ἑλληνοαλβανοσλαβικὴ τῶν σημερινῶν Μακεδόνων διάλεκτος, μαρτυρεῖ τὴν αἰολικοθρακικὴν ἐτυμολογικὴν πηγήν της. Σχετικῶς, δέον ὅπως συγγραφῶσιν ἐπιφυλλίδες δεδομένων καὶ πηγῶν θεμελιουσῶν τὰ ἀπαράγραπτα ἐπὶ τῆς περιοχῆς τοῦ Κοσσυφοπεδίου δικαιώματά μας. 2) Διότι ἡ Σερβία, ἀνεξαρτήτως ροπῶν της πρὸς τὸν ἐπὶ θύραις τῆς μεθορίου μας πανσλαβιστικὸν ὄγκον καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος, ὅτι τῷ 1913 ἡ συμβολή της εἰς τὸν κατὰ τῆς Βουλγαρίας πόλεμον, ὑπῆρξεν ἀσήμαντος προελάσασα εἰς μόλις 50 χλμ. βάθος περὶ τὸ Πιρὸτ μὲ ἀπωλείας ἐπὶ 200.000 λογχῶν, μόλις 2.000 ἀνδρῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις προήλασε καὶ διήνυσε 300 χλμ. καὶ ἔσχεν ἐπὶ 80.000 λογχῶν περὶ τὰς 11.000 ἀπωλείας, ἡ Σερβία, λέγω, ἀπεδείχθη καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, παρὰ τὸν στρατιωτικόν της ὄγκον, ὅλως ἀναξιόμαχος, ὡς ἐκ τοῦ πολυπαγοῦς τῶν πληθυσμῶν, δι’ ὃ καὶ κατέρρευσεν αὕτη, ἐντὸς τῶν πρώτων πρωϊνῶν ὡρῶν τῆς 6ης Ἀπριλίου 1941, κατ’ οὐδὲν ἐξυπηρετήσασα τὸν συμμαχικὸν ἀγῶνα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἀξιόμαχον τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅστις διεξήγαγεν ἐντατικὸν πόλεμον, ἀντιταχθεῖσα μόνη, ἐνισχύσει ἀπὸ θαλάσσης καὶ ἀέρος μόνον τῆς Μ. Βρεταννίας, ἐναντίον δύο αὐτοκρατοριῶν ἐπὶ μῆνας συναπτοὺς ἑπτὰ τοῦτ’ ἔστιν ἀπὸ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 ἐν Ἀλβανίᾳ, Μακεδονίᾳ καὶ τῷ μετώπῳ τῶν ὀχυρῶν μας καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐν Κρήτῃ μέχρι καὶ τοῦ τέλους Μαΐου 1941. 3) Διότι ἡ Σερβία ἀπὸ τοῦ 1918 μέχρι καὶ τοῦ 1941, οὐδέποτε ὑπῆρξεν εἰς τὰς συμμαχικάς της πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὑποχρεώσεις πιστή, ἐπιβουλευθεῖσα εἰς τὰ παράβυστα τὴν Θεσ)νίκην μας, τόσον διὰ τῆς συνθήκης διηνεκοῦς φιλίας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν τῷ 1937 ἐπὶ Κυβερνήσεως Στογιαντίνοβιτς, ὅσον διὰ τῆς συνθήκης προσχωρήσεώς της πρὸς τὸν Ἄξονα τῇ 25ῃ Μαρτίου 1941, ἐπὶ Κυβερνήσεως Τσβέτκοβιτς–Μάρκοβιτς, πρώην στρατηγοῦ πρεσβευτοῦ ἐν Βερολίνῳ, ὡς ἀπεκάλυψε τοῦτο ἡ Γερμανία διὰ τῆς διακηρύξεώς της τῆς 6ης Ἀπριλίου 1941 πρὸς τὴν Σερβίαν κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἡ δὲ καταβληθεῖσα προσπάθεια, ὅπως παρασταθῇ ὡς σημαντικὴ ἡ δι’ ἀτάκτων σωμάτων δρᾶσις τῆς Σερβίας κατὰ τὰ ἔτη τῆς κατοχῆς, ἠδύνατο ἐν πολλοῖς, ν’ ἀποκαλυφθῇ ὡς μῦθος, ὅστις ἐπλάσθη ἐπὶ μόνῳ τῷ τέλει, ὅπως μειωθῇ ἡ ὀδυνηρά, ὡς ἐκ τῆς ἐντὸς ὡρῶν καταρρεύσεως τοῦ ὅλου Σερβικοῦ μετώπου τῷ 1941 ἐντύπωσις, διαπιστωθέντος, ὅτι ἡ χώρα αὕτη ἐκταθεῖσα ὑπερμέτρως τῷ 1918 καὶ συμπεριλαμβάνουσα πολυωνύμους πληθυσμούς, κατέστη ἀπὸ τῆς γενέσεώς της ὅλως ἀναξιόμαχος καὶ ὑποκειμένη εἰς ἀποσύνθεσιν καὶ μετ’ ἀνασύστασίν της, ἀνὰ τὸ διηνεκές. Ρητέον, ὅτι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπελευθερώσασαν συμπράξει συμμαχικοῦ στρατοῦ τὴν Βουλγαροκρατουμένην τῷ 1918 Σερβίαν, θὰ ἐλάγχανε καὶ αὖθις ὁ κλῆρος νὰ ἀπελευθερώσῃ τὴν σύμμαχον Σερβίαν, ἂν μὴ παρενεβάλλοντο τὰ κινήματα τῆς Αἰγύπτου, ὅπως καὶ κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον ἀπελευθερώσῃ ταύτην, ἵνα ἀποκαθισταμένη καὶ ἐνσωματωμένη ἐν τῇ ὁλότητι τῶν εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια ἀριθμουμένων παραδουναβίων καὶ ὑπερκαρπαθίων πανσλαβιστικῶν ροπῶν, λαῶν, ἐπαναλάβῃ τὴν κατὰ τοῦ βασιλείου μας ὑποβλεπτικὴν αὐτῆς καὶ ζηλόφθονον στάσιν καὶ ἐπιβουλήν. 4) Διότι ἀπὸ οἰκονομικῆς, πλουτολογικῆς καὶ δημογραφικῆς ἀπόψεως, ἀβλαβῶς διὰ τὴν Σερβίαν, δυναμένην νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ Ἀλβανικῶν, Ἰταλικῶν, Αὐστριακῶν, Οὑγγρικῶν καὶ Ρουμανικῶν ἀκόμη, ἅτε ἡττημένης καὶ ταύτης, οὔσης χώρας ἐπίσης γονίμων ἐδαφῶν, θὰ ἐλύοντο ἄπειρα προβλήματά μας, ἀποκαταστάσεως ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ Κοσσυφοπεδίου τῶν ταλανιζομένων ἐν ἀνεπαρκέσι κλήροις προσφύγων μας τῆς Μακεδονίας. Ρητέον, ὅτι πλὴν τῶν μορφῆς Στρυμῶνος Φιλίππων ὑδραυλικῶν καὶ ἀρδευτικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Ἀξιοῦ τῆς περιοχῆς τοῦ Κοσσυφοπεδίου, θὰ συνεδυάζοντο τοιαῦτα καὶ ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Ἐργῶνος ποταμοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, διὰ τῆς ὡς ἐν τῷ σχεδιαγράμματι προωθήσεως τῶν συνόρων μας ἐν Σερβίᾳ, θὰ περιήρχοντο τῇ Ἑλλάδι αἱ λίμναι Μεγάλη Πρέσπα, Μικρὰ Πρέσπα καὶ Ἀχρίς, αἵτινες συνδεόμεναι διὰ διωρύγων καὶ ἀνυψουμένων τῶν σταθμῶν αὐτῶν συμμέτρως, κατὰ τὰς μελέτας καὶ πορίσματα τῶν σταθμῶν ἠλεκτρολογίας τῆς Ρώμης, θὰ ἀπέδιδον τετρακόσια ἑκατομμύρια κυβικῶν μέτρων ἐτησίως, τοῦτ’ ἔστι τὸ δεκαπλάσιον τῆς λίμνης Μαραθῶνος, ἥτις ἀποδίδει τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια κυβικῶν ἐτησίως. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς δὲ τῶν τῆς Ρώμης, ἡ ἠλεκτροπαραγωγὴ τοῦ συγκροτήματος τῶν ρηθεισῶν λιμνῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ κινητοποιήσῃ, πλὴν σημαντικοῦ ἀριθμοῦ ἠλεκτροκινήτων ἐργοστασίων, πλέον τοῦ δεκαπλασίου τοῦ ὑφισταμένου σιδηροδρομικοῦ μας δικτύου. Δῆλον καθίσταται, ἐκ τῶν ὅσων σᾶς ἐξέθηκα, ὅτι ἡ Κεντρικὴ καὶ ἡ Δυτικὴ Μακεδονία, θ’ ἀνεκουφίζοντο καὶ θὰ ἀπηλλάσσοντο ὁριστικῶς τοῦ ἄχρι τοῦδε ἀσφυκτικοῦ δι’ αὐτὰς περιβάλλοντος. Ἐπὶ πλέον, εἰς τὰς ἐπιδιώξεις μας πρὸς τὴν Σερβίαν οὐδόλως δικαιολογούμεθα νὰ εἴμεθα διστακτικοί, διότι εἶναι αὐτόφωρον τὸ γεγονός, ὅτι παρὰ τὰς ταλαιπωρίας τοῦ υἱοῦ Τσῶρτσιλ ἐπὶ ἔτος καὶ πλέον τῷ 1944 εἰς τ’ ἀπρόσιτα ὄρη τῆς Σερβίας, διὰ νὰ συγκρατήσωσι ταύτην παραπλεύρως τῆς Ἀγγλίας, τὴν σήμερον ἡ Μ. Βρεταννία μόνον ἀπογοητεύσεις δοκιμάζει ἐν τῇ πολιτικῇ της. Ρητέον, ἄλλως τε, ὅτι ἡ πρὸς τὴν Σερβίαν ἐπέκτασίς μας δέον ὅπως ἐπιδιωχθῇ ἐν φιλικῷ συμμαχικῷ πνεύματι, συμπράξει καὶ παρεμβάσει τῶν συμμάχων δυνάμεων, Ἀγγλίας, Ἀμερικῆς καὶ αὐτῆς τῆς Ρωσίας ἀναγνωρισάσης τῷ 1941 ἀπὸ ραδιοφώνου δι’ ἀπειροστὴν φορὰν τὴν πολύτιμον συμβολὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν συμμαχικὸν ἀγῶνα. Κύριοι βουλευταί, αἱ ἀντιλήψεις μου, ὡς πρὸς τὴν πρὸς Βουλγαρίαν ἐπέκτασιν τῆς Ἑλλάδος, ἔχουσιν οὕτω: III. Σύνορα Ἑλλάδος–Βουλγαρίας. Τὸ ζήτημα διαρρυθμίσεως τῆς Ἑλληνοβουλγαρικῆς μεθορίου, καθ’ ἅ διεπιστώθη ἐκ τοῦ πραξικοπήματος τῆς καταγγελίας ὑπὸ τῆς Ρωσίας τῆς Βουλγαρικῆς οὐδετερότητος καὶ τῆς ταὐτοχρόνου τῷ 1944 εἰσβολῆς τοῦ ἐρυθροῦ στρατοῦ καὶ ἐκ τῆς συμμετοχῆς τῆς Βουλγαρίας εἰς τὸν κατὰ τῆς Γερμανίας πόλεμον, προσκρούει εἰς τὴν ἀντίθεσιν τῆς Ρωσίας. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει καὶ ὑπὸ τὰς δυσμενεστέρας τῶν συνθηκῶν, θὰ ἐπεβάλλετο αὕτη, ἀνεξαρτήτως τοῦ κινδύνου τῆς πανσλαβιστικῆς της πρὸς τὴν Ρωσίαν ἐνσωματώσεως, πρωτίστως διὰ λόγους δημογραφικοὺς καὶ ζωτικοῦ χώρου, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἀμύνης καὶ ἀσφαλείας τῶν συνόρων μας, καταβαλλομένης παρ’ ἡμῶν πάσης προσπαθείας, ὅπως πεισθῇ πρὸς τοῦτο ἡ Ρωσία. Ἡ δὲ διαρρύθμισις τῶν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν συνόρων μας, θὰ ἐπεβάλλετο, διότι ταῦτα μειονεκτοῦσι. α) Κατὰ τὴν περιοχὴν τοῦ ὄρους Κερκίνη (Μπέλλες), ἡ ὁροθετικὴ γραμμή, ἀκολουθοῦσα τὴν γραμμὴν διαχωρίσεως τῶν ὑδάτων, οὐδόλως εὐνοεῖται ὡς πρὸς τὴν ἄμυνάν της καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν δέουσαν σημαντικὴν διάρκειαν ἐν τῷ δέοντι χρόνῳ. β) Ἡ σιδηροδρομικὴ καὶ ἡ ὁδικὴ γέφυρα τοῦ Σιδηροκάστρου εὑρίσκονται ἐντὸς βολῆς συνήθους πυροβόλου, ἡ δὲ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ καὶ τὸ ἐν γένει ὁδικὸν δίκτυον τῆς περιοχῆς Σιδηροκάστρου, εἶναι ἔκθετον εἰς αἰφνιδιαστικὴν ἀεροπορικὴν προσβολήν, δι’ ὃ καὶ μόνον ἡ προώθησις τῶν συνόρων μας ἐπὶ τοῦ Σκομίου ὄρους θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ εὐνοϊκὰς προϋποθέσεις ἀμύνης μας ἐν τῷ μέλλοντι, διὰ τὴν περίπτωσιν ἐπιθετικῆς καθ’ ἡμῶν στάσεως. γ) Παρόμοια μειονεκτήματα ἐμφανίζει ἡ περιοχὴ Ἀλῆ– Μπουτοὺς Νευροκοπίου, δι’ ὃ καὶ θὰ ἐπεβάλλετο ἡ προώθησις τῶν συνόρων μας μέχρι τῶν βορείων ἀντερεισμάτων τῶν ὀρεινῶν ὄγκων τοῦ δυτικοῦ Ὀρβήλου (Περὶν) μέχρι καὶ πέραν καὶ κατὰ μῆκος τῶν κορυφογραμμῶν τοῦ Σκομίου, βορείως τοῦ ἀνατολικοῦ Ὀρβήλου καὶ τῆς Ροδόπης αὐξανομένου οὕτω τοῦ βάθους τῶν εὐαισθήτων περιοχῶν Σερρῶν–Δράμας εἰς ἄνω τῶν 120 χλμ. δ) Αἱ περιοχαὶ Ξάνθης–Κομοτινῆς καὶ Ἀλεξανδρουπόλεως, Ἄρδα–Ἕβρου παρουσιάζουσιν ἀβαθεστάτην ζώνην, ἡ δὲ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ καὶ τὸ ὅλον ὁδικὸν δίκτυον αὐτόθι, ἐμφανίζεται ἔκθετον εἰς πᾶσαν αἰφνιδιαστικὴν ἐναέριον ἐπιδρομήν, δι’ ὃ καὶ θὰ ἐπεβάλλετο ἡ προώθησις τῆς μεθορίου μας βορείως καὶ ἀνατολικῶς τῆς κοιλάδος τοῦ Ἕβρου, ἡ δὲ γραμμὴ ὁρίων ἐν συνεχείᾳ τῆς ἐπὶ νοτιοσλαβικοῦ ἐδάφους τοιαύτης ἀπὸ τοῦ δυτικοῦ Ὀρβήλου, θὰ ἔδει ὅπως ἐκτείνηται πρὸς τὸν σιδηροδρομικὸν κόμβον Κοτσερινόβου, τὸ Σκόμιον, τὰ στενὰ τοῦ Τραϊανοῦ καὶ εἶτα συγκλίνουσα διὰ τοῦ Αἵμου, νὰ κατευθύνηται πρὸς τὸν ποταμὸν Τούντζαν καὶ πρὸς τὸ σημεῖον συναντήσεως τούτου μὲ τὴν Βουλγαρικὴν μεθοριακὴν γραμμὴν ν’ ἀκολουθήσῃ ταύτην μέχρι τοῦ Ἕβρου, ὅθεν ἄρχεται ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ μεθόριος, τουτ’ ἔστιν ἡ ὅλη Ἑλληνοβουλγαρικὴ γραμμὴ δέον ὅπως διήκῃ καὶ λείχῃ τοὺς ὑψοδείκτας, ὡς ἐν τῷ σχεδιαγράμματι. Ὡς παρατηρεῖ τις, ἐκ τῆς χαράξεως τῆς ρηθείσης γραμμῆς, αὕτη ἐκτείνεται εἰς βάθος 20–25–30 χλμ. ἀνατολικῶς τοῦ Ἕβρου ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ρωμυλίᾳ, εἰς τρόπον ὥστε παρέχει τῇ Ἑλλάδι τὴν εὐχέρειαν, ὅπως ἐγκιβωτίσῃ καὶ τὸν ποταμὸν τοῦτον καὶ δι’ ἔργων ὑδραυλικῶν καὶ ἀρδευτικῶν μορφῆς Στρυμῶνος–Φιλίππων, ἀξιοποιήσῃ καὶ τὴν περιοχὴν ταύτην, ὡς καὶ τὴν τῆς κοιλάδος τοῦ Ἄρδα ἐπὶ τῷ τέλει, ὅπως καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἐπίλυσις τοῦ προβλήματος τοῦ ζωτικοῦ διὰ τοὺς καλλιεργητὰς τῆς Ἑλλάδος χώρου καὶ τοῦ ἐν γένει δημογραφικοῦ τοῦ βασιλείου μας προβλήματος. Ρητέον, ὅτι εἰς περίπτωσιν εὐνοϊκωτέρων συνθηκῶν μόνη γραμμὴ ἀσφαλείας τῶν Ἑλληνοβουλγαρικῶν συνόρων θὰ ἦτο ἡ ἀπὸ τοῦ δυτικοῦ Ὀρβήλου τοῦ Σκομίου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ τοῦ Μουσαλᾶ, τῶν Στενῶν τοῦ Τραϊανοῦ, τοῦ ὑψοδείκτου 1573 κατὰ μῆκος τῶν κορυφογραμμῶν τοῦ Αἵμου, ἡ ἐξικνουμένη μέχρι τῶν λέξεων Ἀετός, Ἀγχίαλος, Πύργος, ἐπὶ τῆς Μαύρης Θαλάσσης. Σημειωτέον ὡσαύτως, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δέον ὅπως, ἡ Ρουμανοβουλγαρικὴ μεθόριος, προωθηθῇ ἐπὶ ἀναλόγου ἐκτάσεως ἐδάφους τῆς ἡττηθείσης Ρουμανίας, ἐν Δοβρουτσᾷ, ἥτις καὶ ἱστορικῶς ἀνήκει τῇ Βουλγαρίᾳ, ἀλλὰ καὶ γονίμως ἀρώσιμος εἶναι, ὥστε νὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ γεωργικὴ ἀποκατάστασις τῶν ἀναγκαστικῶς μετακινηθησομένων πληθυσμῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας. Εἶναι δὲ γνωστοὶ τοῖς πᾶσιν οἱ ἱστορικοὶ λόγοι οἱ συνηγοροῦντες, ὅπως ἐπεκταθῶμεν ἐπὶ μέρους τῆς Ἀν. Ρωμυλίας ἢ καὶ μέχρι τοῦ Αἵμου ὄρους. Εἶναι ἄλλως πασίδηλον, ὅτι ὁλόκληρος ἡ περιοχὴ αὕτη ὑπῆρξεν, ὡς εἶπον, μέχρι καὶ τῶν προσφάτων χρόνων, ἀμιγῶς Ἑλληνική, τῶν πληθυσμῶν της ἐκβουλγαρισθέντων ἀπὸ τῆς προσαρτήσεώς της εἰς τὴν Βουλγαρίαν τῷ 1908 καὶ ἐντεῦθεν. Ἄλλως τε καὶ κατ’ οὐδὲν θὰ ἐβλάπτετο ἡ Βουλγαρία ἀπὸ ἀπόψεως βιωσίμου κλήρου, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐπὶ προπολεμικῆς ἐκτάσεως 105.000 τ. χλμ. δι’ ἐπεκτάσεώς της πρὸς τὴν Ρουμανίαν καθιστᾷ ἀνεπαίσθητον τὴν προώθησιν τῆς Ἑλληνικῆς μεθορίου, ἅτε καὶ τῆς Δοβρουτσᾶς οὔσης καθ’ ὅλα ἀξιοποιήσιμου καὶ τοῦ γονίμως καλλιεργησίμου τοῦ ἐδάφους της, αὐξανομένου μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Δοβρουτσᾶς εἰς πλέον τῶν 75%. Κύριοι βουλευταί, ἀναλυτικώτερον ἐξεταζομένου τοῦ προβλήματος τοῦ ζωτικοῦ χώρου τῆς Ἑλλάδος, δέον ὅπως ἐξετασθῇ ἐν συνδυασμῷ καὶ ἀλληλεξαρτήσει πρὸς τὸν τοιοῦτον τῶν γειτονικῶν καὶ τῶν ἐν γένει ἐν Ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ Βαλκανικῶν Κρατῶν, τοῦτ’ ἔστι τῆς Σερβίας, Βουλγαρίας καὶ Ρουμανίας λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς ὅλης ἐκτάσεως τῶν κρατῶν τούτων, τοῦ γονίμου καὶ ἀρωσίμου τοῦ ἐδάφους, ὡς καὶ τῶν βασικῶν ἐν ἑκάστῃ χώρᾳ κλήρων. 1) Ἡ μὲν Ρουμανία ἔχουσα ὁλικὴν ἔκτασιν 294.000 τ. χλμ., πληθυσμὸν 18 ἑκατομμυρίων καὶ τυγχάνουσα γονίμως ἀρώσιμος 83%, ἔχει βασικὸν κλῆρον ὑπερβαίνοντα τὰ 200 δισ. κατὰ οἰκογένειαν, ἀπαλλοτριωθέντων αὐτόθι ἁπάντων τῶν μεγάλων κτημάτων. 2) Ἡ Βουλγαρία ἔχουσα ἔκτασιν ὁλικὴν 105.000 τ. χλμ. προπολεμικῶς, τὰ νῦν δὲ 135.000 τ. χλμ. πληθυσμὸν ἓξ ἑκατομμυρίων καὶ τυγχάνουσα γονίμως ἀρώσιμος 75%, ἔχει βασικὸν κλῆρον ἄνω τῶν 80–100 δ. σ. κατὰ οἰκογένειαν. 3) Ἡ Σερβία ἔχουσα ὁλικὴν ἔκτασιν 248.000 τ. χλμ. πληθυσμὸν 16 ἑκατομμυρίων καὶ τυγχάνουσα γονίμως ἀρώσιμος, ἤτοι 50–60%, ἔχει βασικὸν κλῆρον ἄνω τῶν 120 δ. σ. κατὰ οἰκογένειαν. Μὴ μᾶς διαφεύγει, ὅτι ἡ Σερβία προπολεμικῶς ἐξῆγεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἄνω τῶν 4 ἑκατομμυρίων τόννων εἰς δημητριακά, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις μέχρι μὲν τοῦ 1934 χρόνου ἀποπερατώσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων εἰσῆγε περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ μόνον μετὰ ταῦτα ηὐξήθη ἡ παραγωγή μας εἰς 900.000 τόννων, πλὴν εἰσήγομεν καὶ μετέπειτα περὶ τὰς 400.000 τόννων. 4) Μόνον ἡ Ἑλλάς, ὡς ἔχουσα ὁλικὴν ἔκτασιν 130.000 τ. χλμ., πληθυσμὸν 8 ἑκατομμυρίων, τυγχάνουσα δὲ γονίμως ἀρώσιμος μόνον κατὰ 20%, ἔχει βασικὸν κλῆρον 5– 8–12–20% καὶ ἐνιαχοῦ 28–32%, ἤτοι ὅλως μὴ βιώσιμον, ὅθεν ἡ μέχρι τοῦ 1941 κακοδαιμονία τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν καὶ ἡ ὡς ἐκ τούτου κομμουνιστικὴ ἐπ’ ἐσχάτων διαταραχὴ τόσον ἐν τῇ ὑπαίθρῳ, ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἐργατοαγροτικοὺς συνοικισμοὺς τῆς πρωτευούσης τῆς Ἑλλάδος. Ἐκ τῶν ὅσων σᾶς ἐξέθηκα καὶ ὡς ἐκ τοῦ σχεδιαγράμματος ἐμφαίνεται, οἱαδήποτε αὐξομείωσις τῶν ἐκτάσεων Ρουμανίας, Βουλγαρίας καὶ Σερβίας ἀποβαίνει ἀσήμαντος καὶ ἀβλαβὴς ἀπὸ ἀπόψεως ζωτικοῦ χώρου διὰ τὰ κράτη ταῦτα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον αἱ μὲν δύο τελευταῖαι δύνανται νὰ ἐπεκταθῶσιν ἀναλώμασι τῶν γειτόνων ἡττημένων κρατῶν, ἡ δὲ πρώτη καὶ ἡττημένη εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἀραιοκατωκημένη εἶναι, ὥστε πᾶς αὐτῆς ἀκρωτηριασμὸς ν’ ἀποβαίνῃ ἀσήμαντος καὶ ἀνεπαίσθητος. Μόνη ὅθεν, δικαιουμένη ἐπεκτάσεως, εἶναι ἡ Ἑλλάς, καθ’ ὅρια καὶ ἔκτασιν, ὡς ἐν τῷ σχεδιαγράμματι, (πόνημα ὡς ἐρρήθη τοῦ Διευθυντοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας κ. Κοφινιώτου), ἡ ὅλη δὲ προωθημένη ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ μεθόριός μας, ἀρχομένη ἐν τῇ Ἀδριατικῇ ἀπὸ τῶν ἐκβολῶν τοῦ ποταμοῦ Ἴσμι 30 χιλ. βορείως τοῦ Δυρραχίου, δέον ὅπως διήκῃ καὶ λείχῃ κατὰ μῆκος τῶν κορυφογραμμῶν τοῦ ὄρους Σκάδρου, τοὺς ὑψοδείκτας 1176, 1706, 1614, 1847, 2084, ὅπου συναντᾷ τὴν Ἀλβανοσερβικὴν μεθόριον λείχουσαν ἐν συνεχείᾳ τοὺς ὑψοδείκτας 2243, 2101, ὁλόκληρον τὴν κοιλάδα τοῦ Ἀξιοῦ, συμπεριλαμβανομένων τῶν πηγῶν του, ἤτοι διαδοχικῶς διὰ τῶν ὑψοδεικτ. 2385, 3662, 2408, 587, 1946, 2212, 1694, 1721, διὰ τοῦ αὐχένος Ἀξιοῦ Μοράβα περὶ τὸ Οὐζάρεβατς καὶ ὑψοδ. 945, 1282, 1652, 969, 1567, 1829, ὅπου συναντᾷ τὴν Σερβοβουλγαρικὴν μεθόριον, ἣν καὶ ἀκολουθεῖ ἐπὶ εὐθυγράμμου μήκους πεντήκοντα πέντε περίπου χιλιομετρ. ὑψοδ. 1252, 1680, 2252, 1335, κλπ. ἐντεῦθεν στρέφεται πρὸς ἀνατολὰς ὑψοδ. 1234, τέμνει τὸν Στρυμῶνα νοτίως τοῦ Κοτσερινόβου, ὑψοδ. 2262, 2710, ἀρχαὶ Νέστου 2925, 1397, ἀρχὰς Ἔβρου, ὅπου τὰ χωρία Μπέχτσεβο, Καλογιαννόβιτς μέχρι 15 χλμ. περίπου νοτίως Ράχνε καὶ διὰ τῶν ὑψωμάτων 625 καὶ 824, συναντᾷ τὸν ποταμὸν Τούντζαν ἐπὶ τῆς Βουλγαροτουρκικῆς μεθορίου περὶ τὰ τριάκοντα χλμ. βορείως τῆς Ἀδριανουπόλεως καὶ ἀκολουθεῖ τὴν Τουρκοβουλγαρικὴν μεθόριον πρὸς νοτιοδυτικὴν κατεύθυνσιν μέχρις Ἔβρου. Σχετικῶς καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον σχεδιάγραμμά μου, περὶ τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, ἥν ὀνειρεύομαι καὶ στοχάζομαι τὰ ὅρια ὡς ἀνωτέρω, ἵνα φυλαχθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὁποῖον ἐξεπονήθη τῷ 1944, ἐπὶ κατοχῆς ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας Ὑπουργείου Γεωργίας κ. Κοφινιώτου. Διὰ τῆς ὡς ἀνωτέρω διαρρυθμίσεως τῆς Βορείου μεθορίου μας προσκυροῦνται τῇ Ἑλλάδι ἐκ μὲν τῆς Σερβίας 25.000 τ. χλμ., τῆς Βουλγαρίας 30.000 τ. χλμ. σημαντικῶς γόνιμα καὶ ἀρώσιμα, ἐκ τῆς Ἀλβανίας 18.000 τ. χλμ., ἧς τὸ ὀρεινὸν τοῦ ἐδάφους ἐξουδετεροῦται διὰ τῆς ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων, διὰ τῆς ἀξιοποιήσεως δι’ ἀρδευτικῶν τοιούτων, ἐν τῇ πεδιάδι τῆς Μουζακιᾶς περιερχομένης εἰς ἡμᾶς συνολικῆς ἐκ νέων χωρῶν ἐκτάσεως τοῦ Βασιλείου μας ἐξ 73.000 τ. χλμ. ἔγγιστα, ἐξ ὧν 40.000 τ. χλμ. λογιστέα ὡς γονίμως ἀρώσιμα. Κύριοι βουλευταί, ἡ Ἑλλάς, ὡς εἴπομεν, διεξαγαγοῦσα θρυλικὸν ἐν Ἀλβανίᾳ πόλεμον, ἀντιστᾶσα ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ ἐπὶ μῆνας συναπτοὺς ἑπτά, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Σερβίαν καταρρεύσασαν κατὰ τὰς πρώτας ὥρας τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς εἰσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὴν Βουλγαρίαν ἐξυπηρετήσασαν πολυτίμως τὸν ἐχθρόν, ἐν συνεχείᾳ δὲ διεξαγαγοῦσα ἡ Ἑλλὰς σκληρὸν διὰ τῶν κατὰ ξηράν, ἀέρα καὶ θάλασσαν δυνάμεών της ἀγῶνα κατὰ τοῦ ἐχθροῦ μέχρι καὶ τοῦ πέρατος τῶν ἐχθροπραξιῶν, ἐθεμελίωσε καὶ καθηγίασε διὰ τοῦ αἵματος τῶν τέκνων της τὰ δικαιώματα ἐπεκτάσεώς της πρὸς βορρᾶν, δι’ ὃ καὶ πάντες οἱ Ἕλληνες πεποίθαμεν, ὅτι αὕτη ἀγωνισθεῖσα σκληρῶς θέλει δικαιωθῆ καθ’ ὅλους τοὺς δραματισμός της καὶ θὰ στεφθῇ ὑπὸ ἐπιτυχίας ἡ προσπάθειά της. Δέον πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅπως τονισθῇ τοῖς φίλοις συμμάχοις, ὅτι πλὴν τοῦ ὅτι καθίσταται τοῦ λοιποῦ ἀφόρητος ἡ ζωὴ τῶν πληθυσμῶν μας, ὡς ἐκ τῆς στενότητος καὶ τοῦ ἀγόνου τοῦ ἐδάφους μας, παρηγκωνίσθη τῷ 1918 ἡ Ἑλλὰς καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ἐπανορθωθῶσι τὰ σφάλματα τῶν προστατριῶν Δυνάμεων. Διότι διπλασιασθεῖσα ἡ Ἑλλὰς μετὰ τοὺς δύο νικηφόρους Βαλκανικοὺς πολέμους τοῦ 1912–1913 καὶ γενομένη ἐξ 64.000 χλμ. εἰς 120.000 τ. χλμ. ἐν ὅλῳ τοιούτων, δὲν ηὐνοήθη κατὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον ὑπὸ τῆς τύχης καὶ τῶν συμμάχων, περιορισθεῖσα καὶ ἐκταθεῖσα μετὰ περιπετείας καὶ πολέμους μιᾶς πλήρους ὀκταετίας ἐπὶ μόνης τῆς Δυτικῆς Θράκης, τοῦτ’ ἔστιν ἐπὶ μόνης τῆς μεταξὺ Ἕβρου καὶ Νέστου Θρακικῆς λωρίδος ἐκτάσεως συνολικῆς ἐξ 9017 τ. χλμ. ὁλοκληρωθέντος οὕτως ἐμβαδοῦ τοῦ ὅλου Βασιλείου μας ἐπὶ ἠπειρωτικοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἐδάφους ἐξαιρουμένων τῶν νήσων μας ἐκ τ. χλμ. μόλις ἑκατὸν ὀκτὼ χιλιάδων, τοῦ καθ’ ὅλα ἀρωσίμου αὐτῆς ἐδάφους ἀνερχομένου εἰς 20%, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἡττηθεῖσαν καὶ πολεμίαν τῶν συμμάχων Βουλγαρίας, ἥτις οὐδὲ κατὰ σπιθαμὴν ἐθίγη καὶ διετήρησεν ἔκτασιν ἐξ ἑκατὸν πέντε ηὐξηθεῖσα διὰ τῆς Δοβρουτσᾶς εἰς 135.000 τ. χλμ. καθ’ ὅλα γονίμων καὶ καρποφόρων γεωργικῶς, τοῦ ἀρωσίμου αὐτῆς ἐδάφους ἐξικνουμένου εἰς 75% ὡς ἔγγιστα, τοῦ δὲ βασικοῦ κατ’ οἰκογένειαν κλήρου ἐν Βουλγαρίᾳ κυμαινομένου ἀπὸ 30 καὶ ἄνω δ. σ. ὡς πολλάκις ἐτονίσθη παρ’ ἐμοῦ. Ὅλως ἐκ περισσοῦ, πλὴν πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῶν ἐν τῷ παρόντι σκοπουμένων, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας, ὅπως τονίσω τῇ Βουλῇ καὶ ἀναφερθῶ καὶ εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἀπὸ ἀνατολῶν, τοῦτ’ ἔστιν ἀπὸ τῆς κατευθύνσεως τῆς Τουρκίας, ἥτις δέον ὅπως μὴ διαλανθάνῃ τῆς μνήμης μας ᾐτήσατο πρὸ ὀκταετίας τὴν ἀπόσπασιν τῶν νήσων Σάμου, Χίου, Μυτιλήνης τὰ ὅριά μας τυγχάνουσι σταθερὰ καὶ ἀσφαλῆ. Διότι ταύτην ἐνεῖχον τὴν ἔννοιαν αἱ πρὸ τριετίας μετὰ τὴν εἰς Ἄδανα μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας κ. Ἰσμὲτ Ἰνονοῦ συνάντησίν των, δηλώσεις ἐν Λευκωσίᾳ τῆς Κύπρου τοῦ κ. Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ, τονίσαντος ὅτι «ἡ ἀκεραιότης τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐγγυημένη». Ὡς πρὸς τὴν πραγμάτωσιν ὅθεν τῶν ἐθνικῶν μας ἐπιδιώξεων χαρασσομένου, διὰ τῶν ὅσων ἐξέθησα ὑμῖν κύριοι βουλευταί, πολιτικοῦ—στρατιωτικοῦ προγράμματος πραγματοποιησίμου εἴτε ἐν ἀμέσῳ, εἴτε ἐν ἐγγύς, εἴτε ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι, ἀλλὰ καὶ ἐν παντὶ χρόνῳ ἀνὰ τὸ διηνεκές, καὶ ἀσκουμένης ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὡς ἀνωτέρω ἀνελύθη, ἐνδείκνυται ὅπως ὁδηγὸς ἡμῶν καὶ τῶν ἐπιγόνων μας ᾖ, ἡ ἀρχὴ τῆς «πρὸς βορρᾶν στροφῆς μας». Διότι, ἂν οἱ Αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου δικαιολογῶνται διὰ τὰς ἀδιακόπους πρὸς ἀνατολὰς ἐκστρατείας των, ὡς προσβαλλομένων ὑπὸ φυλῶν ὁρμωμένων ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀσίας, ἀναμφιλέκτως οἱ πρόγονοί μας δὲν δικαιολογοῦνται διὰ τὴν ἐπίμονον μόνον πρὸς ἀνατολὰς στροφήν των, ὡς καὶ ἡμεῖς οἱ νεώτεροι Ἕλληνες κατ’ οὐδὲν δικαιολογούμεθα ἀκολουθοῦντες τὴν πεπατημένην τῶν προγόνων μας. Καθ’ ὅσον, ἂν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἐστρέφοντο διαρκῶς πρὸς ἀνατολάς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῆς παντοδυναμίας καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἀπολύτου κυριαρχίας των ἐπὶ τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου, πλὴν καὶ εἰς τὴν ἀδυναμίαν των τοῦ νὰ υἱοθετήσωσι προβλεπτικῶς τὴν ἀρχήν, καθ’ ἣν στρεφόμενοι οὗτοι πρὸς βορρᾶν, θὰ ἐπεκράτουν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τὴν σήμερον ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη θὰ ἤκουεν εἰς τὸ ὄνομα Ἑλλὰς καὶ θὰ ἐλαλεῖτο μόνον ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ ὅμως ἐν τῷ μέλλοντι ἡ Ἑλλὰς καὶ διὰ νὰ ἴδωσιν οἱ ἐπίγονοί μας τὴν Ἑλλάδα τῶν πεντήκοντα ἑκατομμυρίων, οἵαν τὴν ὀνειρεύεται ὁ κ. Λόϋδ Τζώρτζ, εἶναι, κατὰ τὰ προεκτεθέντα παρ’ ἐμοῦ, πρόδηλον, ὅτι ὀφείλει ἡ Φυλή μας, ὡς πρὸς τὰς ἐπιδιώξεις της, νὰ βαδίσῃ βάσει τῆς ἀρχῆς: «Ἐν παντὶ στροφὴ πρὸς Βορρᾶν». Κύριοι βουλευταί, ἐπέμεινα εἰς τ’ ἀνωτέρω, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰς διεθνεῖς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἀντιμετωπίζεται τὸ ἐν παντὶ χρόνῳ ἐπίμαχον ζήτημα τῶν Στενῶν καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἔχω ὑπ’ ὄψει τὴν συνθήκην τοῦ Μοντρέ, ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 πρωτόκολλον τῆς Ἀγγλογαλλοτουρκικῆς συνθήκης τοῦ Μαΐου τοῦ 1939, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμπλεκομένων τῶν Ἀγγλογάλλων εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Ρωσίας, ἡ Τουρκία ἀπηλλάσσετο τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πολεμήσῃ κατὰ τῆς Ρωσίας. Ἔχω ὡσαύτως ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπὸ τῆς Ρωσίας καταγγελίαν τῆς Ρωσοτουρκικῆς συνθήκης δίμηνον πρὸ τῆς λήξεως αὐτῆς τῷ 1945 καὶ τὴν συναφῆ αὐθημερὸν ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων δήλωσιν τοῦ Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Λόουν, δι’ ἧς ἐξηγγέλλετο, ὅτι αἱ μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ρωσίας διαφοραὶ ἐμπίπτουσιν εἰς διεθνεῖς συνθήκας καὶ ὅτι ἑπομένως κακῶς ἡ Ρωσία ἔσπευσε νὰ ἐντοπίσῃ τὴν διένεξιν μεταξὺ ταύτης καὶ τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς ἀπὸ τοῦ 1930 Ἑλληνοτουρκικὰς συνθήκας καὶ εἰδικώτερον τὴν ἀπὸ 27ης Ἀπριλίου 1938 Ἑλληνοτουρκικὴν ἀμυντικὴν συνθήκην δι’ ἧς προκειμένου «περὶ τοῦ κοινοῦ συνόρου Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας», ἐν Θράκῃ ἀνέκυπτεν ὑποχρέωσις ἐμπολέμου ρήξεως τῶν δύο χωρῶν κατὰ παντός, κατ’ ἐμέ, τρίτου, προκειμένου νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ἀπαραβίαστον τούτου (ὅρα σχετικῶς: «Ὁ πόλεμος τοῦ 1940–41» τοῦ τετιμημένου Ἀρχιστρατήγου Ἀλεξ. Παπάγου. Οὕτως ἐξηγεῖται τὸ γεγονός, ὅτι παρέμεινεν ὑπὸ Ἑλληνικὴν διοίκησιν τὸ τρίγωνον τῆς Ἑλληνικῆς Θράκης καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ὅπερ οὐδόλως παρεβιάσθη ὑπὸ τῶν Γερμανοβουλγάρων. Οὕτω δὲ ἐξηγεῖται καὶ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ Γερμανία ὤθησε τὴν Ἰταλίαν εἰς τὴν κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπίθεσιν διότι ἡ παρουσία τοῦ Χίτλερ ἐν Φλωρεντίᾳ τῇ 28ῃ Ὀκτωβρίου 1940 ὅπου συνηντήθη μετὰ τοῦ Μουσολίνι μόνον ταύτην τὴν ἔννοιαν ἐνεῖχε ἤτοι, ὅτι ἐπένευσεν ἡ Γερμανία διὰ νὰ εἰσβάλῃ ἡ Ἰταλία κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Παρομοίαν ἔννοιαν εἶχε καὶ ἡ ἀχαρακτήριστος δήλωσις τοῦ Χίτλερ ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1940 διὰ τοῦ ὁποίου ἐτόνισεν, «ὅτι ὁ Γερμανικὸς στρατὸς θὰ ἐκδιώξῃ ἐξ Εὐρώπης πάντα Βρεταννὸν στρατιώτην», Διότι λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ὅτι τότε οὐδαμοῦ τῆς Εὐρώπης ὑπῆρχε Βρεταννικὸς στρατὸς πλὴν τῆς Ἑλλάδος, ἡ Γερμανία διὰ τῆς ἀνὰ τὸ διεθνὲς διακηρύξεως ταύτης ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γερμανικοῦ Στρατοῦ οὐσιαστικῶς καὶ τυπικῶς τῇ 10ῃ Δεκεμβρίου 1940 ἐκήρυξε τὸν κατὰ τῆς Ἑλλάδος πόλεμον, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ κινητοποίησις καὶ ἡ ἐπίθεσις τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπιχειρηθεῖσα ὑπὸ τῶν δύο Αὐτοκρατοριῶν τοῦ Ἄξονος, ἀντικειμενικὸν σκοπὸν εἶχον τὴν διὰ τῆς Μεσογείου προώθησίν των πρὸς τὴν Ἀφρικήν, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ μὴ προκληθῇ αἰτία πολέμου — casus belli — ὡς πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ἡ ἐπὶ ἑπτάμηνον ὅμως ἀντίστασις τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ ἐδάφους τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τῶν ἐν Κρήτῃ ἐπιχειρήσεων ληξασῶν μόνον περὶ τὸ τέλος Μαΐου 1941, ἐματαίωσε καὶ ἀνέβαλε τὴν δυνατότητα διεξαγωγῆς τῶν Γερμανοϊταλικῶν κατὰ τῆς Ἀφρικῆς ἐπιχειρήσεων ἐπὶ διετίαν ὁλόκληρον, τοῦτ’ ἔστι μέχρι τοῦ 1943, ὁπότε καὶ ἐδόθη ὁ χρόνος πρὸς τὴν σύμμαχόν μας Μεγάλην Βρεταννίαν, ὅπως παρασκευάσῃ οὐ μόνον τὴν δέουσαν ἄμυναν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἀντεπίθεσιν καὶ τὰς κατὰ τῆς Ἰταλίας ἀποβάσεις τῶν Ἀγγλοαμερικανικῶν στρατευμάτων τὸ θέρος τοῦ 1943 ἵνα ἐπακολουθήσῃ τὸν μῆνα Αὔγουστον τοῦ 1944 καὶ ἡ κατὰ τῆς Γαλλίας εἰσβολὴ καὶ μετὰ μῆνας τῷ 1945 ἡ ὁλοκληρωτικὴ συντριβὴ τῶν Δυνάμεων τοῦ Ἄξονος. Ὡς δέ, δι’ ἀπειρωστὴν φορὰν ἐτόνισα, ἡ Γερμανία ἐπέσπευσε τὴν κατὰ τῆς Ρωσίας ἐπίθεσιν, ὡς ἐκ τοῦ ὅτι διεπίστωσε τὴν σπουδὴν τῶν Ρώσων, ὅπως πυκνώσωσι τὰς ἐπὶ Εὐρωπαϊκοῦ ἐδάφους μονάδας των διὰ συντόνου κινητοποιήσεως ἡλικιῶν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀσίας, Μογγολίας καὶ Σιβηρίας. Κύριοι βουλευταί, ἄν ἡ συμβολὴ τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον ὑπῆρξεν ἄκρως σημαντική, παρὰ πᾶσαν λόγῳ ἀδαημοσύνης ἀντίθετον κακόβουλον δοξασίαν, ἀναμφιλέκτως κατὰ τὸν δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον ἡ συμβολὴ τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε μεγίστη καὶ ἐφάμιλλος τῶν συμβουλῶν τῶν μεγίστων δυνάμεων διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι αὕτη παρεσχέθη ἐν καιρῷ τῷ δέοντι καὶ ἦν διαρκείας τοῦ δέοντος χρόνου ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν πρόσθετον λόγον, ὅτι ἅπασαι αἱ λοιπαὶ σύμμαχοι χῶραι μηδὲ τῆς Γαλλίας, ὡς μεγάλης στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἐξαιρουμένης, ἐλαχίστας, ἄν μὴ μηδαμηνὰς ὑπηρεσίας, προσέφερον. Καὶ ἂς μὴ μᾶς διαφεύγῃ, ὅτι ἡ Πολωνία τῶν τριάκοντα τριῶν ἑκατομμυρίων κατοίκων, τῶν 392.000 τ. χλμ. καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου στρατοῦ κατέρρευσεν ἐντὸς δεκαεπτὰ μόνον ἡμερῶν. Ἡ Νορβηγία ὁμοίως, ἡ Ὁλλανδία, τὸ Βέλγιον ἐντὸς τεσσάρων μόνον ἡμερῶν. Ἡ Γαλλία τῶν τεσσαράκοντα τεσσάρων ἑκατομμυρίων κατοίκων τῶν πεντακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων τ. χλμ. καὶ τῶν δυόμισυ ἑκατομμυρίων στρατοῦ καὶ τῶν σημαντικῶν ἀποικιῶν, ἡ δευτέρα στρατιωτιωτικὴ δύναμις ἐν Εὐρώπῃ μετὰ τὴν Γερμανίαν κατέρρευσεν ἐντὸς τριάκοντα μόνον ἡμερῶν καὶ οὐσιαστικῶς ἐντὸς τεσσάρων ἡμερῶν διότι τὸ ρῆγμα εἰς τὰ ὀχυρὰ Σεδὰν καὶ Λογβὺ ἐπῆλθε τὴν 4ην ἡμέραν ἀπὸ τῆς Γερμανικῆς ἐπιθέσεως. Ἡ σύμμαχος Σερβία, ἡ ἄσπονδος φίλη καὶ σύμμαχός μας, ἡ ὁποία τῇ 25ῃ Μαρτίου 1941 διὰ συνθήκης διεθνοῦς σημασίας τῆς Κυβερνήσεως Τσέτκοβιτς προσεχώρει εἰς τὸν Ἄξονα μὲ ἀντάλλαγμα τὴν παραχώρησιν αὐτῇ τῆς Θεσ)νίκης μας, ἡ Σερβία λέγω, ἡ σύμμαχος μας τῶν δέκα ἕξ ἑκατομμυρίων κατοίκων, τῶν 248 χιλιάδων τ. χλμ. καὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου μὲ σύγχρονον ὁπλισμὸν στρατοῦ της, κινητοποιηθέντος πανστρατιᾷ τῇ 27ῃ Μαρτίου 1941, ἡμέρᾳ ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως Τσέτκοβιτς καὶ ἀναλήψεως τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τοῦ Στρατηγοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Σίμοβιτς, καὶ τῆς Γερμανικῆς εἰσβολῆς πραγματοποιηθείσης μόνον μετὰ πλῆρες ἐννεαήμερον ἤτοι τῇ 6ῃ Ἀπριλίου 1941 συγχρονισθείσης μετὰ τῆς κατὰ τῆς Ἑλλάδος προσβολῆς, κατέρρευσεν ἐντὸς ὡρῶν. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως τῶν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων κατοίκων, τῶν 130.000 τ. χλμ. καὶ τῶν 300.000 λογχῶν τῆς ζώνης τῶν πρόσω, τῶν ἕνδεκα χιλιάδων ἀπωλειῶν εἰς ὁπλίτας, τῶν ἀπωλειῶν της εἰς μονίμους καὶ ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς ἀνελθουσῶν εἰς τοὺς ὀκτακοσίους τεσσαράκοντα δύο, συνεκράτησεν, εἶπον, δύο αὐτοκρατορίας ἐπὶ μῆνας συναπτοὺς ἑπτά, τῆς συμβολῆς της εἰς τὸν συμμαχικὸν ἀγῶνα κριθείσης ὑπὸ τῶν κριτῶν τοῦ κόσμου ὅλου ὡς ἐξόχως σημαντικῆς. Καὶ ὅμως ἡ ὁλοκλήρωσις τῶν ἐθνικῶν μας στοχασμῶν προσκρούει εἰς τὴν ὀλιγωρίαν τῶν συμμάχων καὶ δὴ εἰς τὴν ἀδυσώπητον ἀντίθεσιν τῆς Ρωσίας, ἥτις δίκαιον εἶναι καὶ δέον ὅπως ἐπικοινωνήσωμεν πρὸς τὴν Ρωσικὴν Ἡγεσίαν καὶ ἐξουδετερωθῇ ἡ ἀδικαιολόγητος ἐναντίωσις καὶ ταύτης. Ἐπιβάλλεται, ἐμμένω εἰς τὰς ἀπόψεις μου, ὅπως πεισθῇ ἡ ὁλότης τῶν συμμάχων μας καὶ εὐνοηθῇ ἡ ἐπέκτασίς μας ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ κατὰ ἑκατὸν χιλιάδας τ. χλμ. καὶ προστεθῶσιν εἰς τὰς 20.000 τ. χλμ. γονίμων ἐδαφῶν μας πρόσθετα 40.000 τ. χλμ. ἤτοι νὰ ὁλοκληρωθῶσιν 60.000 τ.χ.μ. γόνιμα ἐδάφη πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πληθυσμῶν μας. Σήμερον τὸ θλιβερώτερον ὅλων εἶναι, ὅτι ὁ ἐπιφθόνου πολεμικοῦ γοήτρου Βασιλεύς μας κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην περίοδον καθ’ ἣν δίδεται ἡ διπλωματικὴ μάχη τῆς πραγματώσεως τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων, τελεῖ ἐκτὸς μάχης. Κύριοι βουλευταί, ἡ Ἑλλὰς ἐντεταγμένη οὖσα ἐν τοῖς κόλποις τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ἥν καὶ λατρεύει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ἔχει ἐξησφαλισμένον βίον ἀμετρήτων αἰώνων τόσων ὅσων τοὐλάχιστον θὰ ὑπάρχῃ ὡς κράτος, ἡ μεγάλη αὐτὴ συμμαχός μας. Πλὴν τὴν ὕπαρξίν της τὴν ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν αὐτοθυσίαν τῶν τέκνων της καὶ εἰς τὰ πολεμικά της, ἀσυγκρίτου πρὸς πᾶν στράτευμα ὑπεροχῆς, πεπραγμένα Βασιλέως, Ἀρχιστρατήγου, Ἀρχιναυάρχου καὶ τὴν ἀνδρείαν τοῦ συνόλου τῶν ἐνόπλων τῆς χώρας δυνάμεων. Τὴν ὀφείλει εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἱστορικοῦ πρώτου συμβούλου τοῦ Βασιλέως ἀειμνήστου στρατηγοῦ Μεταξᾶ. Πιστὴ ἡ Φυλή μας εἰς τὰς πατροπαραδότους παραδόσεις τοῦ Ἔθνους μας, τὴν θρησκείαν, τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν οἰκογένειαν, ἔγραψεν ὁμηρικὴν ἐποποιΐαν εἰς τὴν Πίνδον, τὴν Κερκίνην καὶ τ’ ἀντερίσματα τοῦ Ὀρβήλου. Μεταξὺ πεντακοσίων χιλιάδων ἑλληνοπαίδων ἀντηλλάγησαν οἱ διάλογοι τοῦ «Ἕκτορος καὶ τῆς Ἀνδρομάχης». (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, ἡ γραμμὴ ὁρίων μας καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς πρότασίς μας εἶναι συγκεκριμένη. Αὕτη δέον ὅπως διήκῃ ἀπὸ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Ἴσμι ποταμοῦ ἐπὶ τῆς Ἀδριατικῆς 30 χλμ. βορείως τῆς ἀρχαίας Ἐπιδάμνου (Δυρραχίου) διὰ τῶν κορυφογραμμῶν τοῦ ὄρους Σκίρδου μὲ συμπεριλαμβανομένας τὰς πηγὰς τοῦ Ἀξιοῦ καὶ ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸν δυτικὸν Ὄρβηλον, ἐκεῖθεν δέον ὅπως τέμνῃ τὸν Στρυμῶνα περὶ τὸν σιδηροδρομικὸν κόμβον Κοτσερινόβου, ἐκεῖθεν δὲ πρὸς τοὺς ὑψοδείκτας καὶ κατὰ μῆκος τῶν κορυφογραμμῶν τοῦ Σκομίου ὄρους πρὸς τὰ στενὰ τοῦ Τραϊανοῦ καὶ τὸν ὑψοδείκτην 1573 ἐπὶ τοῦ ὄρους Αἵμου καὶ κατὰ μῆκος τῶν κορυφογραμμῶν του μέχρι τῆς Μαύρης Θαλάσσης περὶ τὰς λέξεις Ἀετός, Πύργος, Ἀγχίαλος. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν Ἀλβανίαν καὶ τὴν Σερβίαν ἡ γραμμὴ ὁρίων ἡ ἐπ’ ἐμοῦ χαρασσομένη ἀποτελεῖ τὸ ἐλάχιστον καὶ τὸ μέγιστον ὅριον τῶν διεκδικήσεών μας. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Βουλγαρίαν ἐλάχιστον μὲν ὅριον εἶναι τὸ ἐν τῷ σχεδιαγράμματι, μέγιστον δὲ ἐν περιπτώσει συναντιλήψεως Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς καὶ εὐνοϊκῆς στάσεως καὶ τῆς Ρωσίας, ἡ ἀπὸ τοῦ ὑψοδείκτου 1473 ἐν συνεχείᾳ τῶν κορυφογραμμῶν τοῦ Αἵμου μέχρι καὶ τῆς Μαύρης Θαλάσσης, περὶ τὰς λέξεις, ὡς ἐρρήθη, Ἀετός, Πύργος, Ἀγχίαλος. Περαίνων, σᾶς τονίζω, ὅτι ἐν τῇ διαχειρίσει καὶ ἐν τῇ ἀντιμετωπίσει τοῦ ζητήματος τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων, ἡ ἐμπιστοσύνη μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, τό γε νῦν ἔχον, εἶναι ἡ ὀφειλομένη, προκρινομένης πάντως τῆς προτάσεως καὶ εἰσηγήσεώς μου, καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐνοχικὰς τῶν Συμμάχων ὑποχρεώσεις ἐπανορθώσεως τῶν ζημιῶν μας. Πλὴν ὅμως καὶ ἡ εὐθύνη ἡμῶν τῶν βουλευτῶν τῆς παρούσης Ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως, εἶναι ἀνυπολόγιστος, μεγίστη, ἱστορική. (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, ἐπικαλοῦμαι τὴν συναντίληψιν ὑμῶν ὅλων καὶ ἀπευθύνω τὴν ἐθνικὴν εὐχήν: «Θεὸς εἴθε νὰ σώζῃ, φρουρῇ τὸν Βασιλέα». «Ζήτω ὁ Βασιλεύς». «Θεὸς εἴθε νὰ κρατύνῃ, μεγαλύνῃ τὴν Ἑλλάδα», «Ζήτω τὸ Ἔθνος», «Ζήτω ἡ Μεγάλη Ἑλλάς». (Χειροκροτήματα).
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§212Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου τῆς ὁμιλίας δὲν εἶχεν ἀποφασισθῆ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁποίας ὅμως ὀφείλω νὰ συμμορφωθῶ, θὰ εἶχον, ὁμολογῶ, τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, διατὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ὑφίσταται ζήτημα πολιτειακὸν καὶ διατὶ συνεπῶς ὑφίσταται καὶ ἡ ἀνάγκη διεξαγωγῆς πολιτειακοῦ Δημοψηφίσματος. Ἀναγκάζομαι νὰ συνοψίσω καὶ νὰ συμπτύξω τὰ ἐπιχειρήματά μου καὶ νὰ εἴπω κυρίως τοῦτο: Ἐάν, κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχῃ ζήτημα πολιτειακόν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὑφίσταται ζήτημα ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως. Ἐάν, ὅλοι δεχώμεθα, ὅτι ὑφίσταται ζήτημα ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, τὸ δεχόμεθα, διότι κατὰ βάθος ὅλοι, ἄλλοι ρητῶς, ἄλλοι σιωπῶντες, παραδεχόμεθα, ὅτι ὑφίσταται ζήτημα πολιτειακόν. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ πραγματικὴν καὶ νομικὴν δικαιολογίαν ἐπαρκῆ διὰ ν’ ἐξηγήσῃ, διατί, μὴ ὑφισταμένου πολιτειακοῦ ζητήματος, ὑφίσταται ζήτημα ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως. Διότι ὁ Βασιλεύς, ἐὰν δὲν ὑφίστατο πολιτειακὸν ζήτημα, δὲν θὰ εἶχεν ἀπολύτως κανένα λόγον νὰ μὴ ἐπανέλθῃ ἀμέσως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀναγκάζομαι, λοιπόν, νὰ δεχθῶ, ὅτι ὑφίσταται τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Νὰ τὸ δεχθῶ ὑφιστάμενον καὶ λόγῳ τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ λόγῳ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ὑπεγράφησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα διαρκούσης τῆς κατοχῆς καὶ εἰς τὰ ὁποῖα συνέπραξαν πλεῖστοι ὅσοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον συμμετέχουν τῆς Κυβερνήσεως ὡς μέλη τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ὡς μέλη τῆς Διοικήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, χωρὶς ποτὲ ν’ ἀποδοκιμασθοῦν, διότι ὑπέγραψαν τὰ ἐν λόγῳ πρακτικά; Νὰ τὸ δεχθῶ ὑφιστάμενον διότι ὑπῆρξαν αἱ βασιλικαὶ δηλώσεις, διότι ὑπῆρξεν ὁ Λίβανος καὶ διότι ἐπὶ ἕν καὶ ἥμισυ ἔτος δρῶμεν καὶ ὁμιλοῦμεν ὅλοι ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος; Τὸ πολιτειακὸν, καλῶς ἢ κακῶς, ἐτέθη. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ἔθεσαν, καλῶς ἢ κακῶς, τὸ ἔθεσαν. Ἡ ἐπ’ αὐτοῦ κρίσις θὰ μᾶς φέρῃ πολὺ μακράν. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ὑφίσταται πολιτειακὸν καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ εὕρωμεν μίαν λύσιν, διότι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι ἕνα θέμα τόσον κρίσιμον αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία δημιουργεῖται διὰ τὴν Πατρίδα μας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὥστε δημιουργεῖται δι’ ὅλους ἡμᾶς μία ὑποχρέωσις νὰ μὴ ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης, ἂν ἡ βάσις τῆς συμφωνίας αὐτῆς δὲν ἐξευρεθῇ καὶ δὲν εἶναι πράγματι ἱκανοποιητικὴ διὰ τὰς ἀπόψεις ὅλων ἡμῶν. Εἰς ποῖα σημεῖα ὑφίσταται διαφωνία μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως; Εἰς δύο κυρίως σημεῖα. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν δέον νὰ διεξαχθῇ καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον δέον νὰ τεθῇ εἰς τὸν λαόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀρνεῖται τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπάρξουν αἱ ἀπαραίτητοι ἀντικειμενικαὶ προϋποθέσεις πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ἀγνοεῖ τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀλλ’ ἁπλῶς πιστεύει, ὅτι κατὰ τὴν προτεινομένην ἡμέραν διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, θὰ ὑπάρξουν αἱ προϋποθέσεις αὐταί. Κύριοι, ἐὰν πράγματι, καὶ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα, ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀδιαφορεῖ διὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν προϋποθέσεων, τῶν ἀπαραιτήτων ἀντικειμενικῶν προϋποθέσεων, πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δεχθῇ μίαν λύσιν, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ, ἐλπίζω καὶ τὰς ἀπόψεις τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τὰς ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ λύσις αὐτὴ θὰ ἦτο νὰ καθορισθῇ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ ψηφίσματι, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὡς ἡμέρα διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος ὁρίζεται μὲν ἡ 1η Σεπτεμβρίου, διαπιστουμένης ὅμως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τυχὸν τῆς ἀνάγκης ἀναβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, δύναται διὰ Β. Διατάγματος προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ὁρισθῇ μεταγενεστέρα χρονολογία διεξαγωγῆς αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως ἀπὸ τὴν Βουλὴν διαπιστοῦται, ὅτι ἐνδείκνυται νὰ διεξαχθῇ τὸ Δημοψήφισμα τὸ ταχύτερον καὶ ὁρίζεται ἡ ἡμέρα τῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ εὐχέρεια, ὅπως ἐν ᾗ περιπτώσει διαπιστώσῃ, ὅτι συντρέχουν λόγοι ἀναβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναβάλῃ τὸ Δημοψήφισμα. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ εἶναι συνεπὴς ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὰς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσε πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ ψηφίσματος, καθ’ ὃν ἡμεῖς προτείνομεν τρόπον, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐξήρτησε διαλυτικῶς τὸν χρόνον τοῦ Δημοψηφίσματος ἔκ τινος γεγονότος μελλοντικοῦ καὶ ἀβεβαίου, ἐκ τῆς ὑπάρξεως διεθνῶν συνθηκῶν. Εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι νῦν αἱ διεθνεῖς συνθῆκαι ἀναμφιβόλως ἐπιτρέπουν τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ δέχομαι ἐπίσης, ὅτι ἐνδέχεται εἰς τὸ μέλλον νὰ προκύψουν διεθνεῖς τοιαῦται συνθῆκαι, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο γίνῃ δεκτόν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ νομικὴ εὐχέρεια τῆς ἀναβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ ἡμεῖς διὰ τῆς προτάσεως καθιστῶμεν δυνατὴν νομικῶς τὴν ἀναβολὴν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ δὴ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐξαρτῶντες τὸν νέον προσδιορισμὸν ἐκ τῆς κρίσεως αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προκαλουμένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ταὐτοχρόνως ἡ λύσις αὐτὴ παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐκτιμήσῃ κατὰ τὴν κατάλληλον στιγμήν, ἐὰν πράγματι συντρέχουν αἱ ἀντικειμενικαὶ ἐκεῖναι προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ ἀπὸ ἐσωτερικῆς ἀπόψεως διὰ νὰ διεξαχθῇ τὸ Δημοψήφισμα. Βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀναλαμβάνει τὴν ἐν προκειμένῳ εὐθύνην ἀκεραίαν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸν κρίσιμον χρόνον, διότι σήμερον κάμνει μίαν πρότασιν καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ διαπιστωθῇ παρουσία τῶν ἀπαραιτήτων πρὸς διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος προϋποθέσεων, ἀλλὰ καὶ ἐναποθέτει τὴν εὐθύνην τοῦ ἀμετακλήτου καθορισμοῦ τοῦ χρόνου τοῦ Δημοψηφίσματος εἰς τὸ μέγα καὶ πολυπληθὲς καὶ φύσει καὶ νόμῳ ἀνεύθυνον αὐτὸ Σῶμα. Νομίζομεν, ὅτι ἡ πρότασις ἡμῶν καθιστᾷ πραγματικὴν καὶ ὑποστατὴν τὴν δήλωσιν τὴν ἑρμηνευτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ φρονοῦμεν, ὅτι ἡ πρότασις ἡμῶν καθιστᾷ δυνατὴν τὴν παραδοχὴν τοῦ ψηφίσματος καὶ ἀπὸ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέτουν ὡρισμένας προϋποθέσεις καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς διὰ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἀπομένει τὸ δεύτερον θέμα, τὸ θέμα τοῦ ἐρωτήματος. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ θέμα τοῦ ἐρωτήματος ὁμολογῶ, ὅτι θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἔχει ἡ Κυβέρνησις λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλει νὰ μᾶς ἀποκαλύψῃ, διότι ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἀπροσδόκητοι ἀπολύτως, τὸ πῶς τίθεται τὸ ἐρώτημα. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ διακατέχομαι ἀπὸ τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἐθνικὴ ἀνάγκη νὰ ἀπολήξωμεν εἰς μίαν συμφωνίαν, κάμνω τὴν ἑξῆς πρότασιν πρὸς τὴν Βουλήν. Νὰ παραμείνῃ τὸ ψήφισμα ὡς εἶχεν πρὸ τῆς κατατεθείσης σήμερον τροπολογίας. Συνεπῶς νὰ ὑπάρξουν δύο μόνον ψηφοδέλτια. Τὸ ψηφοδέλτιον, ἂς εἴπωμεν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς «Βασιλεὺς Γεώργιος» καὶ τὸ λευκὸν ψηφοδέλτιον, ἀλλὰ εἰς τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν νὰ ἀποσαφηνισθῇ τοῦτο. Εἰς τὴν ἀντίθετον περίπτωσιν, ἐὰν δηλαδὴ τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια πλειοψηφίσουν, ἀνήκει εἰς τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ διακηρύξουν ἐπισήμως καὶ δὴ ἀπὸ τοῦδε, ποῖον εἶναι τὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ τοιούτου ἀποτελέσματος, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν βεβαίως, ὅτι ἡ διακήρυξις αὕτη θὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ μέρους καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἐπίσημον, ὁριστικὴν καὶ δεσμευτικὴν ἑρμηνείαν τῶν ψηφοδελτίων, τὰ ὁποῖα θὰ δοθοῦν λευκά. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ προέβαινεν εἰς ἄλλην δήλωσιν ἀπὸ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ προβῇ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως δὲν θὰ ἔθετε τὸν ψηφοφόρον, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου πρὸς τὴν Βασιλικὴν ἄποψιν λύσεως, πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ σκεφθῇ ὅτι: Ἐὰν ἐψήφιζα Βασιλέα, θὰ ἐψήφιζα μίαν συγκεκριμένην λύσιν, ψηφίζοντας μὲ ψηφοδέλτιον λευκόν, ψηφίζω τὸ ἄγνωστον, διότι ἐκ τοῦ λευκοῦ ψηφοδελτίου δημιουργῶ μίαν κρίσιν πολιτειακήν, τῆς ὁποίας εἶναι ἄγνωστον τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν παρερμηνεύω τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ ἀπολήξωμεν εἰς μίαν συμφωνίαν, θὰ εἶναι δυσχερὲς νὰ εὑρεθοῦν σημεῖα συμπτώσεως, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι ταὐτοχρόνως πλησιέστερα καὶ πρὸς τῆς μιᾶς καὶ πρὸς τῆς ἄλλης πλευρᾶς τὰς ἀπόψεις ἀπὸ τὰ προτεινόμενα σήμερον. Φρονῶ δέ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν συμφωνίαν. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν συμφωνίαν, διότι εἶναι δυνατὸν τὸ πολιτειακὸν νὰ λυθῇ βάσει μιᾶς δικονομίας, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ γίνει ἀποδεκτὴ ἀνεπιφυλάκτως ἀπὸ ὅλους. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ζητήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας, νὰ ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις, ὅτι βαίνομεν πρὸς τὴν ὁριστικὴν ἐσωτερικὴν ὁμαλότητα. Καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ καταβάλῃ ὁλόκληρον τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ καταβάλῃ καὶ δὲν θὰ δώσῃ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς σκέψεώς του διὰ νὰ ἐξευρεθῇ μία κοινὴ λύσις, θὰ ἔχῃ παραλείψει τὸ καθῆκον του. Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἐθεώρησα χρέος μου τὰς πρωϊνὰς αὐτὰς ὥρας νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὰς ὀλίγας σκέψεις, τὰς ὁποίας ἠδυνήθην νὰ διατυπώσω διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ἐπιμάχου ζητήματος. Ἠρωτήθην, ἐὰν ὁμιλῶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Λέγω: Ὄχι. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα θὰ τύχῃ τῆς υἱοθετήσεως τοῦ Α Β ἢ Γ Κόμματος. Ἐθεώρησα καθῆκον μου εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, νὰ ἀπομονωθῶ ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν κομματικὴν ἐκδήλωσιν καὶ νὰ διατυπώσω λύσιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν πράγματι νὰ συνενώσῃ ὅλων τὰς ἀπόψεις. Διότι, κύριοι βουλευταί, ὀφείλομεν κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ συνειδητοποιήσωμεν ὅλοι τὸ μέγεθος τῆς ἱστορικῆς μας εὐθύνης. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπεχώρησε εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐρωτήματος. Ἐλέχθη, ὅτι ἀλλοία διατύπωσις τοῦ ἐρωτήματος δύναται νὰ διαταράξῃ τὴν συνταγματικὴν τάξιν. Ἐὰν αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη ἀντίρρησις ἀπὸ Κυβερνητικῆς πλευρᾶς, θ’ ἀντέλεγον. Κύριοι βουλευταί, προτιμήσατε τὴν διατάραξιν τῆς Συνταγματικῆς τάξεως διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ἀπομένον μέχρι τοῦ Δημοψηφίσματος, διὰ νὰ ἔχητε τὴν ὁριστικὴν Συνταγματικὴν τάξιν ἀπὸ τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ ἐφεξῆς! Δὲν βλέπω, δυστυχῶς, τὴν Κυβέρνησιν διατεθειμένην εἰς τὸ θέμα αὐτὸ νὰ ὑποχωρήσῃ. Δὲν εὑρίσκω τὴν ἄποψίν της ὀρθήν. Θεωρῶ διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ πρότασίς μου ἀποτελεῖ τὴν μόνην δυνατήν, κατὰ οἰκονομίαν, λύσιν τὴν ἱκανὴν νὰ συνενώσῃ τὰς ἀντιμαχομένας ἀπόψεις. Καὶ εἶναι καθῆκον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ν’ ἀποδεχθῇ τὴν λύσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προτείνομεν μετὰ τὴν κατηγορηματικὴν ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ μεταβάλῃ τὸ ἐρώτημα, οὕτως ὥστε νὰ διατυπωθῇ τοῦτο εὐθέως.
§213Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Πῶς φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχετε κάνει ἐκλογὰς εἰς τὴν ὕπαιθρον, κ. συνάδελφε!
§214Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἀπευθύνω, ἤδη ὑστάστην ἔκκλησιν πρὸς ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, ἔκκλησιν νὰ μὴ θεωρήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ λελυμένον μὲ τὴν διαπίστωσιν μιᾶς ἀγεφυρώτου ἀντιθέσεως. Εἶναι δίκαιον νὰ θεωρηθῇ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ εὐθύνη διὰ τὴν μὴ ἐπίτευξιν συμφωνίας, βαρύνει τὴν Συμπολίτευσιν; Τὸ πιστεύω τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀδιστάκτως, διότι διόλου δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ ἐπὶ τέλους δὲν δέχεται ἡ Κυβέρνησις τὴν θέσιν τοῦ ἐρωτήματος εὐθέως. Ἀλλὰ θὰ εἶναι βαρεῖα καὶ ἡ εὐθύνη ὅλων ἡμῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν, ἔστω καὶ πρὸ μιᾶς ἀπόψεως τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ ὀρθῶς καὶ οὐχὶ δικαίως, μίαν ὑποχώρησιν καὶ δὲν προέβημεν εἰς αὐτήν. Καὶ διὰ τοῦτο ὑπεστήριξα, ὅτι ἀποτελεῖ καθῆκον δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὑποστήριξις καὶ ἡ παραδοχὴ μιᾶς ἀπόψεως, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ εἰς τὸ πολιτειακόν μας ζήτημα κοινὴν λύσιν, εἰς δὲ τὸν ἀναχωροῦντα Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, θὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπιδιώκει τὴν βοήθειαν διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας, ὅτι ἔχει θεμελιωθῆ ἡ ἐπάνοδος τῆς ὁριστικῆς ὁμαλότητος εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς μίαν κοινὴν ἀπόφασιν ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Καὶ θ’ ἀποτελέσῃ δι’ ἡμᾶς, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τίτλον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ τοιαύτη στάσις, διότι πράγματι θὰ ἔχωμεν προσφέρει μίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε κατὰ πρώτιστον λόγον καὶ ἠδύνατο καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ προσφέρῃ, ἐὰν καὶ αὐτὴ ἀπεδέχετο νὰ κάμῃ μίαν ἀληθῆ, εἰς τὸ θέμα αὐτό, ὑποχώρησιν.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσώτας ἔχει τὸν λόγον.
§216Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Ὄχι μόνον ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἴσως καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις συμφωνεῖ διὰ τὴν ταχεῖαν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ προεκλογικῶς ὄχι μόνον ἡ σημερινὴ Συμπολίτευσις, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπεσχέθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέραν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ πολιτειακοῦ. Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερον νὰ κρίνωμεν, ὄχι ἂν τὸ Δημοψήφισμα πρέπει νὰ διενεργηθῇ ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ Βασιλέως πρὸς ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων του. Ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου ψηφίσματος, δύο εἶναι τὰ κύρια σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε διαφωνία μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ πρῶτον κύριον σημεῖον εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ ἐρωτήματος καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ἡ ἡμερομηνία τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα, τὴν μορφὴν τοῦ ἐρωτήματος, πλεῖστοι τῶν ρητόρων καὶ μεγάλοι μελετηταὶ τοῦ Συντάγματος, ἐξέθεσαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὴν Συνταγματικήν των ἀντίληψιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνταγματικότητα τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τεθέντος ἐρωτήματος. Ἐγώ, δὲν θ’ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ θ’ ἀσχοληθῶ ἀπολύτως μὲ τὴν οὐσίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν χθεσινῶν δηλώσεων, ἃς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, εἶπεν, ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν, διενεργουμένου τοῦ Δημοψηφίσματος, ἤθελον πλειοψηφίσει τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια, τὸ Κράτος θὰ εὑρίσκετο ὑπὸ κρίσιν πολιτειακήν, συνεπῶς, συμφώνως μὲ τὰς ἰδίας δηλώσεις του, θὰ ἐναπόκειται πλέον εἰς τὴν σημερινὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ δώσῃ λύσιν. Καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ σημερινὴ Ἀντιπολίτευσις. Τὸ ζήτημα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει κυρίως, καθ’ ἡμᾶς, τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος, δεδομένου, ὅτι καὶ καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται τοῦτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν πλειοψηφίσουν τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια καὶ ἡ Δημοκρατία θὰ ἐγκατασταθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ ἡ ἡμερομηνία τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ εἰδικώτερον αἱ προϋποθέσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ διενεργηθῇ τοῦτο. Κύριαι προϋποθέσεις καθ’ ἡμᾶς, εἶναι πρῶτον μὲν ἡ ἀνασύνταξις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, δεύτερον δὲ ἡ ἁρμονία μετὰ τῶν φίλων καὶ συμμάχων δυνάμεων καὶ τρίτον ἡ ἀποκατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως. Διὰ τὸ πρῶτον, διὰ τὴν ἀνασύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, δὲν θὰ ἀσχοληθῶμεν. Ἠσχολήθησαν ἄλλοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἰδικῶς ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, φίλος κ. Μανουηλίδης, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνασυντάσσει μόνη της τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἐκάλεσε κἂν τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν πρὸς συνεννόησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁρμονίαν μετὰ τῶν φίλων καὶ συμμάχων δυνάμεων, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων συνομιλιῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἴδιος καὶ οἱ ἄλλοι ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, δὲν ἐπείσθησαν ἂν ὄντως οἱ σύμμαχοι συμφωνοῦν ἀπολύτως εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀμέσου διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος. Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην τοῦ κ. Βενιζέλου, οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔδωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον συμφέρῃ σήμερον εἰς τὸ Ἔθνος ἡ διενέργεια τοῦ Δημοψηφίσματος ἄνευ τῆς ἀπολύτου ἐγκρίσεως τῶν φίλων καὶ συμμάχων δυνάμεων. Πιστεύω δὲ ἀπολύτως καὶ θὰ συμφωνήσουν μετ’ ἐμοῦ καὶ οἱ εἰς τὴν σημερινὴν Συμπολίτευσιν ἀνήκοντες, ὅτι τοιαύτην ἐντολὴν δὲν ἔχουν ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ μάλιστα ὁ ὄγκος τούτου, ὁ ὁποῖος ἐψήφισε καὶ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σημερινὴν Συμπολίτευσιν, ἐρωτώμενος καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ γίνῃ τὸ ταχύτερον τὸ Δημοψήφισμα, ὄντως ἀπήντα ναί. Ὅταν ὅμως καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς, τοῦ ἐτίθετο τὸ ἐρώτημα ἂν θέλῃ νὰ διενεργηθῇ τὸ Δημοψήφισμα καὶ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῶν συμμάχων, θ’ ἀπήντα μὲ μίαν φωνὴν ὄχι. Διενεργοῦσα, ὅθεν, τὸ Δημοψήφισμα ἡ Κυβέρνησις ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῶν συμμάχων ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Τὸ κεφαλαιωδέστερον ὅμως ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως. Φοβοῦμαι, ὅτι ἕνα ἱκανὸν μέρος τῆς Βουλῆς δὲν θὰ γνωρίζῃ ἐπαρκῶς εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ χώρα ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας τάξεως, ὄχι μόνον εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἀνατολικὴν καὶ Δυτικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Ἤπειρον, ὄχι μόνον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλ’ οὔτε κἄν ἀκόμη εἰς τὴν Νότιον Ἑλλάδα. Καθ’ ἡμᾶς καὶ ἰδιαιτέρως, καθ’ ἡμᾶς προσωπικῶς, θὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δεχθῶμεν τὴν ἄμεσον διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος ἂν μᾶς ὑπέσχετο ἡ Κυβέρνησις ἐμπράκτως καὶ ὄχι διὰ λόγων, ὅτι θὰ εἶναι εἰς θέσιν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος, νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν. Νὰ ἀποκαταστήσῃ, δηλαδή, τὴν δημοσίαν τάξιν πρὸς ὅλας τὰς πλευράς. Πρὸς τὴν πλευράν, δηλαδή, τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, καθὼς καὶ πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς ἄκρας δεξιᾶς. Διότι ἀμφότεραι ἔγιναν βάρος εἰς τὴν μεγίστην μᾶζαν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ σήμερα ἐλεύθερα καὶ ἀβίαστα νὰ ἐκτελῇ τὴν ἐργασίαν του, διὰ νὰ κερδίσῃ τὸ ψωμί του. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πιέζεται καὶ τυραννεῖται σήμερα ἀπὸ τὰς δύο αὐτὰς ἄκρας δυναμικὰς ὀργανώσεις καὶ ζητεῖ νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν καὶ ἀπὸ τὰς δύο. Ἡμεῖς πάντως, θέλομεν νὰ πεισθῶμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι οἱ Δημοκρατικοὶ ἡγέται καὶ οἱ Δημοκρατικοὶ πολῖται γενικῶς, θὰ εἶναι ἐλεύθεροι κατὰ τὰς ἡμέρας τὰς πρὸ τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ ἀπὸ σήμερον ἀκόμη νὰ προπαγανδίζουν ἐλεύθερα καὶ χωρὶς ἐνάσκησιν βίας παρ’ οἱουδήποτε, τὴν ἰδέαν τῆς Δημοκρατίας, ὅπως θὰ εἶναι ἐλευθέρα ἡ Συμπολίτευσις νὰ προπαγανδίσῃ τὴν ἰδέαν τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Καὶ θὰ ἐπιθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν χωρὶς βέβαια νὰ θέλω νὰ λάβω ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ Δημοκρατικοὶ ἡγέται εἶναι ἐλεύθεροι σήμερον νὰ περιέλθουν τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος καὶ ν’ ἀναπτύξουν τ’ ἀγαθὰ τῆς Δημοκρατίας εἰς τοὺς Ἕλληνας πολίτας; Πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι ἐλευθέρα σήμερον ἡ ἀνάπτυξις τῶν Δημοκρατικῶν ἰδεῶν ἐκ μέρους τῶν Δημοκρατικῶν ἡγετῶν. Διότι ἐκτὸς τῶν κομμουνιστικῶν συμμοριῶν, αἱ ὁποῖαι καταπιέζουν τὴν Ἑλλάδα σποραδικῶς μὲν τὴν Νότιον, εἰς εὐρυτάτην δὲ ἔκτασιν τὴν Βόρειον, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἔνοπλοι ὁμάδες τῶν δεξιῶν, αἱ ὁποῖοι δροῦν ὄχι μόνον εἰς τὴν ὕπαιθρον, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων καὶ δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τοὺς Δημοκρατικοὺς οὔτε νὰ ἐκφέρουν τὴν λέξιν Δημοκρατία. Ἀντιθέτως δὲ προσπαθοῦν νὰ παραστήσουν εἰς τὸν λαὸν τοὺς Δημοκρατικοὺς ὡς κομμουνιστὰς καὶ συνυφαίνουν τὴν λέξιν Δημοκρατία μὲ τὴν ἔννοιαν κομμουνισμός. (Χειροκροτήματα).
§217ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν λέγετε αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, θὰ ὑποστῆτε αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε.
§218Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Ἡμεῖς σᾶς δηλοῦμεν κατηγορηματικῶς ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ σᾶς βοηθήσωμεν, ἀκόμη περιβαλλόμενοι καὶ πάλιν μὲ τὸ χακί, διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις ἀπὸ ἀπόψεως κομμουνιστικῶν συμμοριῶν. Ἀλλὰ σᾶς δηλοῦμεν ταὐτοχρόνως, ὅτι ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν ὡς Κυβέρνησις ν’ ἀποκαταστήσητε τὴν τάξιν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν δεξιῶν συμμοριῶν καὶ νὰ τὰς διαλύσητε βιαίως. Διότι καὶ αὐταὶ προβαίνουν εἰς βιοπραγίας παρεμφερεῖς μὲ τὰς τοιαύτας τῶν ἀριστερῶν. Μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ ἐνεργήσωμεν Δημοψήφισμα ἐλεύθερον, Δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον θὰ τύχῃ τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἐγκρίσεως ὅλων. Θὰ ἐπεθύμουν ἀκόμη νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν τελευταῖον ρήτορα τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυκλάδων συνάδελφον κ. Μαρκεζίνην, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος δώσῃ τὴν νίκην εἰς τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια, τότε νὰ ἀναμένωμεν τὸ χάος τῆς λαοκρατίας.
§219Ε. ΔΕΔΟΥΣΗΣ. Τὴν λαοκρατίαν τὴν ἐφέρατε σεῖς. Τὰ νερὰ τοῦ Αἰγαίου δὲν ἔφεραν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν στρατιώτας διαπνεομένους ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοθυσίας, ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς προσηλώσεως εἰς τὸ στρατιωτικὸν καθῆκον, ἀλλὰ πρωτόκολλα ὑπομνήματα καὶ μηνύματα πρὸς τοὺς κινηματίας.
§220Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε κ. συνάδελφε; Ἐξηγηθῆτε. Πρῶτα–πρῶτα θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς. Τηρήσατε τὴν ψυχραιμίαν σας.
§221Ε. ΔΕΔΟΥΣΗΣ. Σεῖς διελύσατε τὸν Στρατὸν τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. (Φωναὶ ἐκ τοῦ Κέντρου καὶ τῆς Ἀριστερᾶς: Ντροπὴ σας, στὸν Κατσώτα τὰ λέτε αὐτά).
§222Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὰ λέτε αὐτὰ εἰς τὸν ἡγέτην τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἐλ–Ἀλαμέϊν;
§223Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν βουλευταί τινες, οἵτινες δὲν γνωρίζουν κατὰ τίνα τρόπον ὀφείλουν νὰ φέρωνται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, οἱ βουλευταὶ αὐτοὶ παρέχουσιν ἡμῖν τὸ δικαίωμα νὰ φερώμεθα πρὸς αὐτούς, ὡς κατέχοντας τὴν τελευταίαν θέσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἐγὼ μὲν ἀπηυθύνθην πρὸς ἡμᾶς διὰ λέξεων εὐσχήμων, σεῖς δὲ διὰ λέξεων ἀσχήμων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπονται εἰς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Καὶ ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε, ὅτι αἱ ἀνάρμοστοι φράσεις καὶ ἀκόμη αἱ ὕβρεις ἀντιστρέφονται. Θὰ ἐπεθύμουν πάρα πολύ, ἐφ’ ὅσον τίθεται ζήτημα προσωπικόν, νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν ἡ Βουλή, ἵνα ὅλοι λογοδοτήσωμεν, διὰ νὰ καταδειχθῇ τί ἐπετελέσαμεν ὅλοι. Πρῶτον, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δικτατορίας τῆς 4ης Αὐγούστου! Τί ἐπετελέσαμεν ὅλοι κατὰ τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Ἰταλίας καὶ Γερμανίας. Καὶ τί ἐπετελέσαμεν ὅλοι διαρκούσης τῆς κατοχῆς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ λογοδοτήσωμεν ὅλοι, ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρισκώμεθα, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἱστάμεθα καὶ οἱονδήποτε ἀξίωμα καὶ ἂν κατέχωμεν σήμερον, ἵνα τεθῇ τέρμα εἰς μίαν ἀσχημίαν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλήν, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ἢ νὰ ὁρισθοῦν ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ὅλοι ἐκ τοῦ φανεροῦ νὰ εἴπωμεν καθαρὰ τί ἐπράξαμεν καὶ καταδειχθῇ οὕτω ποῖοι ἔπραξαν τὸ καθῆκον των καὶ ποῖοι παρέλειψαν νὰ τὸ πράξουν κατὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς χαρακτηριστικὰς περιόδους τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. (Χειροκροτήματα). Εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἀγαπητὲ κύριε συνάδελφε,—σᾶς ὁμιλῶ μὲ πλήρη ἠρεμίαν—διῳκήσαμεν μέγαν ἀριθμὸν μονάδων. Διῳκήσαμεν 18 τάγματα πεζικοῦ καὶ ἱκανὸν ἀριθμὸν μοιρῶν πυροβολικοῦ καὶ τμημάτων ἱππικοῦ μηχανικοῦ. Εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν δέ, διῳκήσαμεν τὴν 1ην Ἑλληνικὴν Ταξιαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἐντὸς 72 ἡμερῶν, ἀφ’ ὅτου ἀνελάβομεν τὴν διοίκησίν της, ἐξεπαιδεύσαμεν, τὴν μετετρέψαμεν εἰς μηχανοκίνητον καὶ τὴν ὡδηγήσαμεν εἰς τὴν μάχην τοῦ Ἐλ–Ἀλαμέϊν καὶ συνεχίσαμεν τὴν νικηφόρον προέλασιν εἰς βάθος 1500 χιλιομέτρων καταδιώκοντες τὸν ἐχθρόν. (Χειροκροτήματα).
§224ΦΩΝΑΙ. Μπράβο, μπράβο. Ἄξιος, ἄξιος.
§225Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Διὰ τὰς πράξεις μας αὐτάς, δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἀπὸ οὐδένα. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως. Ὁ φίλος ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος, ἀνέφερε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐὰν τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια πλειοψηφήσουν, τότε πρέπει ν’ ἀναμένωμεν τὸ χάος τῆς λαοκρατίας. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀπαντήσωμεν ὄχι μόνον διὰ τὸν κ. συνάδελφον, ἀλλὰ δι’ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν καὶ ἀκόμη καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν τὸν εὑρισκόμενον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ὅταν τὴν 1ην Σεπτεμβρίου πλειοψηφήσουν τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια, ὄχι μόνον δὲν πρέπει ν’ ἀναμένωμεν τὸ χάος τῆς Λαοκρατίας, ἀλλ’ ἀντιθέτως, ν’ ἀναμένωμεν τὸ Κράτος τὸ νόμιμον, τὸ σταθερόν, τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν εὐημερίαν. Ἡμεῖς δὲν πιστεύομεν εἰς πρόσωπα, ἡμεῖς πιστεύομεν εἰς τὴν ὁλότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πιστεύομεν εἰς τὰς μελλούσας γενεάς. Πιστεύομεν εἰς τοὺς νέους καὶ τὰς νέας τῆς Ἑλλάδος. Πιστεύομεν σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς δικτατορίας τῆς 4ης Αὐγούστου. Πιστεύομεν εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γερμανίας. Πιστεύομεν εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν, διαρκούσης τῆς κατοχῆς. Πιστεύομεν εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι συνέτριψαν τὸ Δεκεμβριανὸν κίνημα. Πιστεύομεν εἰς αὐτοὺς ποὺ καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ συντρίψουν πάντα ποὺ θὰ θελήσῃ νὰ καταλάβῃ βιαίως τὴν ἀρχήν. Πιστεύομεν εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκτελέσουν μαθηματικῶς τὰς διαταγὰς τῆς νέας νομίμου Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ φοβοῦνται οὐδεμίαν ἐσωτερικὴν διαταραχήν. Τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον τίθεται, δὲν εἶναι ὅθεν τὸ ζήτημα τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, ἀλλ’ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐπιθυμῶ νὰ τελειώσω, κάμνοντας μερικὰς ἐρωτήσεις, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς ἐμέ, προσωπικῶς. Πιστεύει ὄντως ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπάρχει δημοσία τάξις τοιαύτη, ὥστε νὰ προβῇ εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς ἡμερομηνίας διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος τὴν 1ην Σεπτεμβρίου; Πιστεύει, ὅτι οἱ δημοκρατικοὶ πολῖται, οἱ πολῖται, δηλαδή, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν ἀβασίλευτον Δημοκρατίαν, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ προπαγανδίσουν τὰς ἀρχάς των; Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι καὶ οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν κινδυνεύουν ἀπὸ τὰς συμμορίας τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν. Σᾶς ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν. Ἐλᾶτε νὰ συντρίψωμεν τὰς συμμορίας τῶν κομμουνιστῶν. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως πρέπει νὰ κτυπήσωμεν καὶ νὰ διαλύσωμεν τὰς συμμορίας καὶ τὰς ἐνόπλους ὀργανώσεις τῆς δεξιᾶς καὶ ἡ ἐξουσία νὰ ἐνασκῆται μόνον παρὰ τῶν κρατικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους, διότι τυγχάνει γνωστόν, βεβαίως, ὅτι αἱ ὀργανώσεις τῶν δεξιῶν μιμοῦνται τὰ συστήματα καὶ τὰς μεθόδους τοῦ Ε.Α.Μ. Ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πᾶς ὁ ὁποῖος (Θόρυβος ἐκ μέρους τῆς συμπολιτεύσεως) δὲν ἦτο ὠργανωμένος εἰς τὸ Ε.Α.Μ. ἐθεωρεῖτο ὡς προδότης, ἐκακοποιεῖτο καὶ πολλάκις ἐφονεύετο, οὕτω καὶ σήμερον πᾶς δημοκρατικὸς πολίτης, ὁ ὁποῖος δὲν δέχεται νὰ ὀργανωθῇ εἰς τὰς ποικίλας ὀργανώσεις τῆς δεξιᾶς, ὑφίσταται πιέσεις, διώξεις καὶ ξυλοδαρμοὺς ἐκ μέρους τούτων καὶ θεωρεῖται ὡς κομμουνιστὴς ἢ κρυπτοκομμουνιστής. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν, δεδομένου, ὅτι τὸ κύριον ζήτημα ποὺ προέχει δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος διὰ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀλλ’ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς πλήρους τάξεως ἵνα ἔχουν τὴν ἐλευθερίαν οἱ πολῖται νὰ προπαγανδίζουν τὴν πολιτικὴν τῆς ἀρεσκείας των, θὰ ἤθελον, λέγω, νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὸν σχηματισμὸν διμελῶν ἢ τριμελῶν ἐπιτροπῶν ἐκ βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ περιοδεύσουν τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ διαπιστώσουν τὴν ἀλήθειαν τῶν ὅσων λέγω, ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τῆς κινήσεως τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν ἀβασίλευτον Δημοκρατίαν καὶ τὴν ἀδυναμίαν των ἵνα προπαγανδίσουν καὶ ἀναπτύξουν εἰς τὸν λαὸν τὰς πολιτικάς των ἰδέας.
§226ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ σεῖς δὲν τὰ πιστεύετε αὐτὰ ποὺ λέγετε.
§227Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Δὲν ἐκπροσωπῶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦς ἐκπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Δὲν εἶναι μόνον, ὡς εἶπον, αἱ συμμορίαι αἱ κομμουνιστικαί, ἀλλὰ καὶ αἱ ὀργανώσεις τῆς δεξιᾶς, αἱ ὁποῖαι δροῦν εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία καὶ καταπιέζουν τοὺς πολίτας. (Θόρυβος). Σᾶς εἶπον διὰ τοὺς κομμουνιστάς, ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ φορέσωμεν καὶ χακὶ διὰ νὰ καταδιώξωμεν τὰς ἐνόπλους συμμορίας των. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ ὅπλα καὶ ἀπὸ τὰς ὀργανώσεις τῆς δεξιᾶς. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον ἐπ’ αὐτοῦ, καίτοι εἶμαι ἕτοιμος καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ πείσω τὴν Βουλὴν ἀνακοινώνων ἐπιστολὰς ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα καὶ μάλιστα τοιαύτας ἀπὸ τὰ χωρία Ματαράγκα, Λυσιμαχία, Παναιτώλιον κλπ. καὶ ἄλλας ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Ξηρομέρου, δι’ ὧν θὰ ἐπείθετο ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπὶ τῆς δημιουργηθείσης σοβαρᾶς καταστάσεως.
§228Χ. ΚΟΨΙΔΑΣ. Πότε νομίζετε, ὅτι θὰ ἐμπεδωθῇ ἡ ἀσφάλεια;
§229Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν. Εἶναι ζήτημα νόμων, εἶναι ζήτημα διαπιστώσεως τῆς πραγματικῆς καταστάσεως καὶ τῶν μέσων δι’ ὧν θ’ ἀντιμετωπισθῇ αὕτη καὶ εἶναι ζήτημα ἡγεσίας. Νομίζω, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι εἶναι πλήρεις καὶ παρέχουν ὅλα τὰ ἀπαραίτητα μέσα εἰς τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους διὰ νὰ ἐπιβάλουν τὴν τάξιν. Δεύτερον ἀπαιτεῖται πλήρης διαπίστωσις τῆς πραγματικῆς καταστάσεως καὶ ἐξεύρεσις καὶ καθορισμὸς τῶν μέσων, δι’ ὧν θ’ ἀντιμετωπισθῇ αὕτη. Πιστεύομεν, ὅτι μὲ τὴν σημερινὴν δύναμιν τῶν ὀργάνων τῆς ἀσφαλείας, ἐνισχυομένης, ἐν ἀνάγκῃ, κατὰ τόπους μεταβατικῶς, ὑπὸ δυνάμεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τιθεμένης εἰς τὰς διαταγὰς ἐμπνευσμένης ἡγεσίας, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἡ τάξις. Τὸ ζήτημα ἄλλως τε τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως, ὅπως καὶ τῆς ἡγεσίας ἐν γένει, εἶναι ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον λέγεται, γράφεται καὶ διδάσκεται, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν εἶναι καθαρῶς προσωπικόν. Ὅπως καὶ εἰς τὸν πόλεμον ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς τῆς μάχης γράφεται, λέγεται καὶ διδάσκεται, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις ἡ ἀρτία εἶναι ζήτημα προσωπικὸν τοῦ ἡγήτορος καὶ εἴδατε, ὅσοι ἀπὸ σᾶς ὑπηρετήσατε στρατιῶται, ὅτι μεραρχίαι ὑπὸ τὴν Α διοίκησιν ἀπέτυχον καὶ ὑπὸ τὴν Β διοίκησιν ἐπέτυχον. Τὸ ἴδιον συμβαίνει μὲ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως. Θὰ τερματίσω τὸν λόγον μου, συνιστῶν καὶ παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν ἵνα αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλε χθὲς καὶ κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λάβουν σάρκα καὶ ὀστᾶ. Ἰδιαιτέρως τὸ μέρος ἐκεῖνο—ἐὰν πραγματικῶς ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔχῃ κατὰ νοῦν— τὸ ἀφορῶν τὴν εἴσοδον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων, διὰ τῆς συγκροτήσεως Κυβερνήσεως Οἰκουμενικῆς πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ὅλης καταστάσεως καὶ ἰδιαιτέρως τῆς καταστάσεως εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Ἡ κατάστασις ἐν Μακεδονίᾳ ἐγκυμονεῖ κινδύνους καὶ κινδύνους σοβαρωτάτους, ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ἀδιαβλήτου διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ὅλης ἀσφαλείας τῆς χώρας. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἐνδεδειγμένος, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ πρέπει ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, νὰ προσανατολίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐκθέσῃ εἰς αὐτὴν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ δημοσία τάξις εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα καὶ τὴν Θεσσαλίαν. Ἐὰν ἄλλοι λόγοι δὲν ἀπηγόρευον εἰς ἐμὲ — ἀνεύθυνον ὄντα — ν’ ἀναφέρω συγκεκριμένα στοιχεῖα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τότε δὲν θὰ διηρωτῶντο οἱ κύριοι συνάδελφοι διατὶ συνιστῶ τὸν σχηματισμὸν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§230Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τελειώσωμεν.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι τόσοι βουλευταὶ ἀκόμη. Ἄλλως τε, ὁ ἀείμνηστος πατήρ σας, ἔκαμε κἄποτε μίαν συνεδρίασιν ἀπὸ τῆς 5 μ.μ. ἕως τὴν 5 μ.μ. τῆς ἑπομένης. Ὁ κ. Γ. Κασιμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§232Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τὸ θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος, ποὺ συζητεῖ ἡ Βουλὴ ἀπόψε, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πελώρια ἐθνικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, εἶναι πολλά, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία ὡς τὸ σπουδαιότερον. Τοῦτο ἐτονίσθη κατὰ κόρον ἀπὸ τοὺς ρήτορας τῆς Συμπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι μάλιστα, μᾶς εἶπαν, ὅτι εἶναι καὶ τὸ μοναδικὸν σημερινὸν πρόβλημα τοῦ Ἔθνους, ἀπὸ τὴν λύσιν τοῦ ὁποίου θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ εὐτυχία καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ καὶ θὰ ὁδηγηθοῦν εἰς τὴν λύσιν καὶ ὅλα τ’ ἄλλα ζητήματά μας.
§233ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κακῶς.
§234Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἴτε εἶναι τὸ μοναδικόν, ὅπως πιστεύει ἡ Συμπολίτευσις, εἴτε εἶναι τὸ κυριώτερον, εἴτε εἶναι μόνον ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, ὅπως πιστεύομεν ἡμεῖς, νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀντιμετωπισθῇ εἰς τὴν οὐσίαν του. Καὶ εἰς τὴν οὐσίαν πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀντιμετωπίσθη κυρίως, προχθές, ἀπὸ ἕνα ρήτορα τῆς Συμπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου ἐδημιουργήθη μία πραγματικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία δίδει εἰς τὴν ἐκ ταύτης προελθοῦσαν νομικὴν μορφήν, δηλαδή, τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, τὸ δικαίωμα νὰ χαράξῃ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον αὐτὴ θέλει, ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν καὶ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἐξετάζω καὶ ἐγὼ τὴν οὐσίαν, συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν αὐτήν, ὅπως συμφωνῶ καὶ μὲ τὴν ἄποψιν, πού ὑπεστηρίχθη ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἄνευ Δημοψηφίσματος νὰ λυθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Εἶναι, ἀναμφισβητήτως, Συντακτικὴ ἡ συνέλευσις καὶ τόσον ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πραγματικῆς καταστάσεως, ἔχει ἡ Συνέλευσις τὸ δικαίωμα νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ. Καὶ εἶναι προτιμότερον νὰ τὸ κάμῃ, ἂν πρόκειται νὰ ὀργανώσῃ καὶ νὰ διεξαγάγῃ Δημοψήφισμα μονόπλευρον ποὺ νὰ μὴ δίδῃ εἰς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα προϋποθέσεις ὁριστικῆς λύσεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικὸν καὶ ἄν, ὅπως νομίζω, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία ἔχουν τὸ δικαίωμα, δὲν ἔχουν ὅμως τὴν τόλμην νὰ προχωρήσουν εἰς τὴν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ διὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχουν τὴν πολιτικὴν τόλμην νὰ τὸ πράξουν, διότι— καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ὑπεισέρχεται τὸ πελώριον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ παίξῃ, καὶ δὲν πρέπει ἐπὶ τούτου νὰ πλανώμεθα, τὸν ρόλον του εἰς τὴν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ θέματος—δὲν ἔχουν ὑπὲρ αὐτῶν τὰς διεθνεῖς προϋποθέσεις διὰ νὰ λύσουν τὸ θέμα αὐτὸ μονομερῶς. Διότι περὶ τούτου πρόκειται. Ἐὰν ὑπῆρχεν ὁμοφωνία τῆς Συνελεύσεως ὁλοκλήρου διὰ τὴν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ, τότε θὰ ὑπῆρχον αἱ διεθνεῖς προϋποθέσεις τῆς λύσεως διὰ τῆς συνελεύσεως. Διότι δὲν ὑπάρχει ἡ ὁμοφωνία αὐτή, δι’ αὐτὸ δὲν ἔχει τὴν πολιτικὴν τόλμην ἡ Συμπολίτευσις νὰ τὸ λύσῃ ἀπ’ εὐθείας. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς βλέπομεν, ὅτι εἰς ὅλα τὰ σημερινὰ κράτη, ὅπου ἐγεννήθησαν ζητήματα συγκροτήσεως τῆς πολιτείας—καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα κράτη τῆς πρώην κατεχομένης Εὐρώπης— δὲν ἔχουν πουθενὰ Κυβέρνησιν μονομερῆ. Μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν μονόπλευρον Κυβέρνησιν, θέλουσαν μόνη καὶ ἀπὸ τῆς ἰδικῆς της μόνον σκοπιᾶς νὰ λύσῃ τόσον πελώρια θέματα ἀναφερόμενα εἰς τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους ὅλου. Αὐτὸ εἶναι τὸ βασικὸν μειονέκτημα, τὸ ὁποῖον βαρύνει τὴν Συμπολίτευσιν.
§235Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Εἰς τὴν Γαλλίαν.........
§236Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν τὰ δύο ἐκ τῶν τριῶν μεγάλων κομμάτων, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ἠμποροῦν ἀξιόλογα νὰ σχηματίσουν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔκαμεν ἐδῶ ἡ πλειοψηφία, ἀλλ’ ἐκεῖ τὰ δύο κόμματα δὲν συνεκρότησαν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἶχαν τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν σύνεσιν νὰ ἑνωθοῦν καὶ τὰ τρία. Καὶ πάλιν εἰς τὰς προσφάτους γαλλικὰς ἐκλογὰς μετὰ τὴν λεγομένην νίκην τῆς δεξιᾶς, ἡ ὁποία εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν ἦτο καθόλου νίκη τῆς δεξιᾶς, ἀλλὰ νίκη τῆς μετριοπαθοῦς ἀριστερᾶς, καὶ πάλιν τὰ τρία κόμματα συγκροτοῦν Κυβέρνησιν. Διότι εἶναι διεθνὴς ἀνάγκη ἡ συγκρότησις Κυβερνήσεων ἐθνικῆς ἑνώσεως. Διότι μόνον μὲ Κυβερνήσεις ἐθνικῆς ἑνώσεως εἶναι δυνατὸν νὰ λυθοῦν τὰ προβλήματα.
§237ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν Σερβίαν;
§238Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Εἰς τὴν Σερβίαν, ὅπου τὰ πολιτικὰ προβλήματα δὲν κρίνονται μὲ τὰ ἰδικά μας κριτήρια, δηλαδή, σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ δυτικοῦ δημοκρατικοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ὑπάρχει ἕνα πλάσμα συνασπισμοῦ. Εἶναι, κύριοι περιττόν, εἶναι ἀνωφελὲς νὰ κρυπτώμεθα πίσω ἀπὸ ἀνύπαρκτα τεκμήρια, νὰ ἀρνούμεθα, ὅτι τὰ σύγχρονα προβλήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθοῦν μονοπλεύρως καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν—σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνω—νὰ λύσητε μονοπλεύρως οὔτε σεῖς τὸ πολιτειακὸν πρόβλημα. Τοῦτο ἄλλωστε ἐγένετο ἀντιληπτὸν καὶ ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ὅταν τοῦτο εἶχε τὴν 4μελῆ διοίκησίν του καὶ ὅταν εἶχεν ἀκόμη τὴν ἐξουσίαν. Διότι εἰς τὸν χάρτην, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἕνα θεμελιῶδες στοιχεῖον τῆς νεωτέρας πολιτικῆς μας ζωῆς, εἰς τὸ σύμφωνον, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν, καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τὴν ἄλλην, μὲ Ἀρχηγὸν αὐτοῦ ὑπογράψαντα τότε τὸν κ. Σοφ. Βενιζέλον, εἰς τὸ σύμφωνον αὐτὸ τῆς 4 Ἰανουαρίου 1946 ἀναγνωρίζεται σαφῶς ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως ἑνώσεως διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἀναγράφεται ἀκόμη εἰς τὸ πρακτικὸν ἐκεῖνο σαφῶς, ρητῶς, χωρὶς καμμίαν ἐπιφύλαξιν, ὅτι τὰ συνεργαζόμενα κόμματα «διατηροῦντα ἑκάτερον τὰς πολιτικάς του ἀντιλήψεις ἀποδέχονται καὶ αὖθις ὅπως τὸ καθεστωτικὸν λυθῇ μετεκλογικῶς διὰ Δημοψηφίσματος, ἀποκλειομένης πάσης πραξικοπηματικῆς λύσεώς του». Δὲν εἶναι, λοιπόν, ἀνάγκη ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ 1944, ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι δὲν μετεῖχε τῆς Διοικήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἔχομεν ἕνα στοιχεῖον τῆς νεωτέρας πολιτικῆς μας ζωῆς, —διότι εἶναι στοιχεῖον τῆς νεωτέρας πολιτικῆς μας ζωῆς τὸ πρακτικὸν τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1946—εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται, μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου σημερινοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μετέχοντος πλέον τότε τῆς Διοικήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι ὑπάρχει καθεστωτικὸν ζήτημα. Ὥστε τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα δὲν θὰ προκύψῃ τὸ βράδυ τῶν ἐκλογῶν, ὅπως ἰσχυρίσθη μὲ τὴν πρόσθετον δήλωσίν του ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα ὑπάρχει. Καὶ ἀφοῦ ὑπάρχει, διατὶ νὰ μὴ προχωρήσωμεν εἰς τὸ Δημοψήφισμα, διὰ νὰ θέσωμεν τὰς προϋποθέσεις τῆς λύσεώς του; Σᾶς τὸ εἶπα καὶ πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ εἶμαι εὐτυχής, διότι τὴν ἰδίαν σκέψιν διετύπωσε προχθὲς καὶ ὁ ἐκ Κυκλάδων βουλευτὴς κ. Μαρκεζίνης, ὅτι τὰ καθεστῶτα δὲν στερεώνονται μὲ τὰ Δημοψηφίσματα καὶ τὰ πλέον ἀδιάβλητα, οὔτε μὲ τὰς παροδικὰς πλειοψηφίας καὶ τὰς φευγαλέας ψυχώσεις, στερεώνονται μὲ τὴν δικαίαν τους δρᾶσιν καὶ μὲ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κάμνουν τὰ ἴδια. Ἔτσι θὰ ἠμποροῦσε νὰ στερεωθῇ καὶ ἐστερεώθη ἐπὶ ἕνα διάστημα μὲ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου καὶ τὸ καθεστὼς τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας μετὰ τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1935, τὸ Δημοψήφισμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλοι, φεῦ!, γνωρίζομεν πῶς ἔγινε! Ἔτσι καὶ μόνον ἔτσι θὰ ἠμπορέσῃ νὰ στερεωθῇ καὶ τὸ καθεστώς, τὸ οἱονδήποτε καθεστὼς ποὺ θὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰς κάλπας, ἐὰν ἀπὸ τὰ ἔργα του κριθῇ, ὅτι εἶναι ὠφέλιμον διὰ τὸν τόπον. Ἀλλὰ τὸ Δημοψήφισμα χρειάζεται διὰ νὰ ὑπάρξῃ, ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς καλῆς διαθέσεως ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ τοῦ λαοῦ ὅλου ἀπέναντι τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἐπιλεγῆ ἀπὸ τὸν λαόν. Αὐτὴ ὅμως ἡ καλὴ διάθεσις, αὐτὸ τὸ κλῖμα τῆς ἀνοχῆς, διὰ νὰ ὑπάρξῃ πρέπει νὰ δημιουργηθῇ μέσα εἰς τὰς ὑφισταμένας διεθνεῖς προϋποθέσεις, δηλαδὴ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μέσα εἰς μίαν καθολικὴν προσυμφωνίαν, ἡ ὁποία θὰ καθορίζῃ καὶ τὸ πῶς θὰ γίνῃ τὸ Δημοψήφισμα καὶ τὸ τὶ θὰ γίνῃ μετὰ τὸ Δημοψήφισμα. Αὐτὴν τὴν συμφωνίαν ὅμως δὲν τὴν βλέπομεν καὶ τοῦτο εἶναι τὸ θλιβερὸν σημεῖον τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Καὶ δὲν βλέπομεν νὰ θέλῃ νὰ τὴν ἐπιτύχῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὸ εἶναι τὸ θλιβερὸν σημεῖον, τὸ ὁποῖον μᾶς δείχνει, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ εἰς ὡρισμένα σχήματα, τῶν ὁποίων δὲν βλέπω πραγματικὰ τὴν οὐσιαστικὴν ὠφελιμότητα καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἐμφάνισιν, κλίνω καὶ ἐγὼ νὰ ἀποδώσω εἰς τοὺς ὀλίγους θεωρητικοὺς τῆς Μοναρχίας περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἤδη ἀπόψε λόγος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Διότι δὲν βλέπω ἄλλην ἐξήγησιν πέραν τῆς θεωρητικῆς κατασκευῆς. Δὲν ἀποτελεῖ κἂν δικαιολογίαν ἡ σκέψις, ὅτι διὰ τῆς διατυπώσεως ποὺ προτείνει ἡ Κυβέρνησις δίδεται ἔγκρισις διὰ τὰς οἱασδήποτε πράξεις τοῦ Βασιλέως. Ἂν ἐγκριθῇ ἡ Βασιλεία εἶναι αὐτονόητος καὶ αὐτὴ ἡ ἔγκρισις. Δὲν βλέπομεν λοιπὸν τὴν καθολικὴν συμφωνίαν οὔτε ὡς πρὸς τὸ Δημοψήφισμα, οὔτε ὡς πρὸς τὸ κείμενον τοῦ ἐρωτήματος, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὡς πρὸς τὸ τὶ θὰ συμβῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ ἀποτελέσματος. Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δηλώσωμεν καὶ πάλιν, ὅτι ἐὰν τὸ Δημοψήφισμα γίνῃ ὑπὸ συνθήκας ἀμεροληψίας, ὅπως θέλομεν καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλετε καὶ σεῖς νὰ γίνῃ, θὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ πολίτευμα, δηλαδὴ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν τὴν καλὴν διάθεσιν, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, διὰ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν λαόν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπικρατήσῃ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον σεῖς ἀναμένετε νὰ ἐπικρατήσῃ, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ Δημοκρατία, ἔχομεν τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν τὴν δήλωσιν τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅτι θὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ πολίτευμα αὐτό; Δὲν τὴν ἔχομεν δυστυχῶς. Ἔχομεν τοὐναντίον μίαν ἄλλην δήλωσιν, ὅτι ἐὰν ἐπικρατήσουν τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια, τότε θὰ ἐμφανισθῇ πολιτειακὴ κρίσις. Τότε δὲν ἔχομεν ἐκ μέρους σας τὴν προϋπόθεσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδομεν ἡμεῖς καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος. Καὶ ἂς μὴ πλανώμεθα, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε ὄχι, εἶναι ὑπερτέρα τῶν δυνάμεων τῆς Συμπολιτεύσεως ἡ ἀνάγκη διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἓν Δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι πράγματι δημιουργικόν, ἀπαιτεῖται συμφωνία καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευράς. Καὶ δὲν ἔχομεν ἐκ μέρους σας τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ Δημοψηφίσματος, δὲν ἔχομεν τὰς προϋποθέσεις τῆς συμφωνίας αὐτῆς. Διὰ τοῦτο πρὶν προχωρήσωμεν εἰς τὰς προϋποθέσεις τοῦ Δημοψηφίσματος, χρειάζεται ξεκαθαρισμένη συμφωνία εἰς δύο σημεῖα. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ ἐρώτημα ποὺ θὰ τεθῇ εἰς τὸν λαόν. Νομίζω μέν, ὅτι τὸ θέμα ἔχει ἐξαντληθῆ, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κανεὶς συμβιβασμὸς ἐκ μέρους μας. Ἡ τελευταία ὑποχώρησίς μας εἶναι τὸ ἐρώτημα: Βασιλεὺς Γεώργιος ἢ Δημοκρατία; Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον θὰ θελήσῃ ὁ οἱοσδήποτε ψηφοφόρος, ὅπως θέλει νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, διὰ τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια. Διότι ἐὰν ἀφήναμεν τὸν οἱονδήποτε ψηφοφόρον νὰ ἐκλέξῃ τὸ καθ’ ἑκάστην λεπτομέρειαν πολίτευμα, διατὶ δὲν θὰ ἐδιχάζετο καὶ τὸ ἐρώτημα τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας εἰς Ἀπολυταρχίαν ἢ Δικτατορίαν καὶ Βασιλευομένην Δημοκρατίαν; Εἶσθε, κύριοι τῆς Συμπολιτεύσεως, βέβαιοι, ὅτι ὅλοι οἱ ψηφοφόροι σας καὶ οἱ ψηφοφόροι τοῦ Βασιλέως, θὰ εἶναι ψηφοφόροι, ἐὰν ἔχουν νὰ ἐκλέξουν μεταξὺ Βασιλευομένης Δικτατορίας καὶ Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ὅτι θὰ εἶναι ὅλοι ὑπὲρ τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας; Ἐγὼ ἔχω πολλὰς ἀμφιβολίας, ἐὰν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Βασιλέως πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πάθει ἀπὸ τὴν κομμουνιστικὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ τὰ κομμουνιστικὰ ἐγκλήματα, πολλοὶ φαντάζονται καὶ ἐπιθυμοῦν τὸν Βασιλέα, ὡς τὸν ἄγγελον μὲ τὴν πυρίνην ρομφαίαν, ποὺ θὰ σφάξῃ ὅλους τοὺς κομμουνιστὰς καὶ θὰ ἐπιβάλῃ μίαν ἀντικομμουνιστικὴν Δικτατορίαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐδῶ, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἴμεθα κεκλημένοι διὰ νὰ ἀκολουθῶμεν τὰς ψυχώσεις καὶ τὰ λάθη τῶν πολλῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ ὁδηγῶμεν τοὺς πολλοὺς εἰς ὡρισμένα σχήματα νομικὰ καὶ εἰς ὡρισμένας νομίμους καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι, πιστεύομεν, ὅτι εἶναι αἱ ἁρμόζουσαι διὰ τὴν Χώραν. Καὶ πιστεύομεν καὶ ὅσοι πιστεύουν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι εἶναι ἡ Βασιλευομένη Δημοκρατία τὸ ἁρμόζον πολίτευμα καὶ ὅσοι πιστεύομεν εἰς τὴν Ἀβασίλευτον Δημοκρατίαν, ὅτι εἶναι ἡ προοδευτικὴ ποιοτικὴ καὶ κανονικὴ Δημοκρατία καὶ ὄχι ἡ Δημοκρατία τοῦ Ζαχαριάδη, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπισείει ἑκάστοτε ὁ σεβαστὸς φίλος μου κ. Κουλουμβάκης καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ συνταυτίσῃ τὴν Δημοκρατίαν τὴν ἰδικήν μας ὁ ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος. Διότι ἐὰν θέλετε νὰ μποῦμε μὲ δύο λέξεις εἰς αὐτὸ τὸ θέμα τῆς λεγομένης συνοδοιπορίας καὶ τῆς λεγομένης συνταυτίσεως, σᾶς λέγω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χρειάζεται σήμερον διὰ νὰ κτυπηθῇ ἡ ἀναρχία τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως τ’ ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς, οἱ πιστεύοντες εἰς τὸ ἰδανικὸν τῆς δυτικῆς Δημοκρατίας, ὅπως διαφαίνεται σήμερον ὡς προοδευτικὴ καὶ τολμηρὰ σύνθεσις τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρειάζεται σήμερον εἶναι ἡ ἰσχυρὰ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Καὶ αὐτὴν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ἔχετε μὲ τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ περιορίσητε τὰς προνομίας τοῦ στέμματος, διότι σήμερον εἶναι εἰς τὸν ἀδυσώπητον ροῦν τῶν πραγμάτων ὁ περιορισμὸς τῶν προνομίων καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ἐνῷ μὲ ἄρχοντα αἱρετόν, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε καὶ τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης τὰς ἐξουσίας καὶ οἱανδήποτε ἄλλην δυνατότητα καὶ οἱονδήποτε ψήφισμα περὶ ἐκτάκτων μέτρων πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Νομίζω, ὅτι ἐὰν ἐπανέλθῃ ὁ Βασιλεὺς καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἀκόμη ἡ συνέλευσις αὐτὴ καὶ κληθῶμεν διὰ νὰ συγκροτήσωμεν τὸ πολίτευμα, θὰ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι διὰ τὸν περιορισμὸν τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν τοὐναντίον ἐπικρατήσῃ ἡ Ἀβασίλευτος Δημοκρατία, θὰ εἴμεθα, ἐλπίζω, ὅλοι σύμφωνοι διὰ κάποιαν σοβαρὰν ἐνίσχυσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διὰ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς συγχρόνους ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὰς Δημοκρατίας σταθερὰς καὶ ἀπαρασαλεύτους δυναμικὰς θεμελιώσεις, τῆς προστασίας τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἐλευθερίας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὰς Δημοκρατίας τὴν ἀναγνώρισιν μιᾶς θεμελιώδους ἀρχῆς, τῆς ἀρχῆς ὅτι, ἡ Δημοκρατία εἶναι πολίτευμα αὔταρκες, συνθέτον τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν μὲ τὴν κοινωνικὴν δυναστείαν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀνέχεται ἐν τῷ πλαισίῳ του τὴν ὕπαρξιν οὐδεμιᾶς ἰδεολογίας, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς συνθέσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς του ἔστω καὶ διὰ νομίμων μέσων. Μόνον ἔτσι ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ ἡ Δημοκρατία. Ἀλλὰ τοιαύτη Δημοκρατία μόνον ὡς Ἀβασίλευτος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου σήμερον. Σήμερον πρόκειται περὶ τῶν προϋποθέσεων τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι χωρὶς μίαν συμφωνίαν ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος καὶ ἐπὶ τῶν προϋποθέσεων, φοβοῦμαι, ὅτι ἀνοίγομεν ἕνα κεφάλαιον ἀνωμαλίας, τοῦ ὁποίου εἶναι ἄδηλος ἡ ἔκβασις. Διότι ἠμπορεῖ νὰ εἶσθε, σήμερον, κύριοι τῆς δεξιᾶς, εἰς τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωσεν ὁ λαός, ἀλλ’ αἱ πλειοψηφίαι παρέρχονται, ἡ Ἑλλὰς μένει καὶ αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ τὴν ὁπλίσωμεν μὲ ἕνα πολίτευμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι ὅπως ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ, τὸν ὁποῖον σύμφωνοι καὶ εἰς αὐτὸ μὲ τὴν ὅλην σας πολιτείαν, ἠθελήσατε νὰ μεταβάλλεται ἀπὸ κάθε Κυβέρνησιν ποὺ ἔρχεται, διότι ὕστερα ἀπὸ τὸ ἰδικόν σας παράδειγμα, κάθε μία Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸν ἰδικόν της. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι εἶχα καὶ πάλιν τὴν τύχην νὰ πέσω εἰς τὴν κλεψύδραν τοῦ ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας. Νομίζω, ὅμως, ὅτι τὸ θέμα τοῦ πολιτεύματος δὲν πρέπει νὰ τὸ θεωρῇ τόσον ἁπλοῦν ἡ πλειοψηφία. Οὔτε νὰ τὸ ἐντοπίζῃ εἰς τὸν τόπον τῆς διαμονῆς τοῦ Βασιλέως καὶ εἰς ἕνα λευκὸν ψηφοδέλτιον «δηλωτικὸν τῆς ἐναντίας βουλήσεως», ὅπως λέγει τὸ σχέδιόν της. Ἡμεῖς δὲν ὑποστηρίζομεν ἕνα οἱονδήποτε ἀκαθόριστον πολίτευμα τοῦ λευκοῦ ψηφοδελτίου. Πιστεύομεν εἰς τὴν Δημοκρατίαν. Καὶ πιστεύομεν εἰς τὴν νίκην τῆς Δημοκρατίας. Τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν προϋποθέσεων τοῦ Δημοψηφίσματος δὲν χρειάζεται περαιτέρω ἀνάπτυξιν, οὔτε ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ θέματος τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, οὔτε ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ὑπάρξεως ἢ μᾶλλον τῆς ἀνυπαρξίας τάξεως εἰς τὴν χώραν, διότι προηγήθησαν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἄλλοι ρήτορες, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν, ὅτι ἀπέχομεν πολὺ ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν τῶν προϋποθέσεων ποὺ ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν τόσον ταχεῖαν καὶ τόσον εὔκολον διενέργειαν ἑνὸς πράγματι ἀδιαβλήτου Δημοψηφίσματος. Καὶ ἐπὶ τῶν δύο θεμάτων σαφὴς εἶναι ἡ ἔλλειψις καθολικῆς συμφωνίας, σαφὴς ἡ ἀντίθεσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ σαφὴς ἡ ἀδυναμία τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐμφανίσῃ, ὅτι ἔχει μὲ τὴν ἄποψίν της ὄχι τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διότι αὐτὴν τὴν ἔχει, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, ἀλλὰ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἔθνους, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει καὶ ἡ ὁποία, ἐν τούτοις, εἶναι ἀπαραίτητος. Θὰ εἴπω ὅμως, δύο λέξεις δι’ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐτόνισα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, θὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα σφαδάζομεν ἀκόμη εἴτε θετικῶς εἴτε ἀρνητικῶς, ἀπὸ τὰς συνεπείας ἑνὸς αἱματηροῦ καὶ ἀθλίου κινήματος. Αὐτὰς τὰς συνεπείας πρέπει νὰ τὰς ἐκκαθαρίσητε τελειωτικῶς διὰ νὰ φθάσητε εἰς ἀδιάβλητον Δημοψήφισμα. Ἄν τὰς ἀφήσητε νὰ τὰς ἐκκαθαρίσῃ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὸ Δημοψήφισμα, ἐὰν τὰς ἀφήσητε ἐκκρεμεῖς σήμερον, τότε πρέπει νὰ γνωρίζητε ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δημιουργεῖτε ἕνα φοβερὸν παθητικὸν εἰς βάρος τοῦ νέου καθεστῶτος, διότι τὴν ἑπομένην τοῦ Δημοψηφίσματος εἶναι ἀναπόφευκτος ἡ γενικὴ ἀμνήστευσις τῶν συνεπειῶν καὶ τῶν ἐγκλημάτων τοῦ Δεκεμβριανοῦ κινήματος. Ἢ πρέπει, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα ποὺ τῆς μένει μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν συνεπειῶν τοῦ κινήματος, ἢ ἂν δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν καὶ τὸ θάρρος νὰ τὸ κάμῃ, ν’ ἀναβάλῃ τὸ Δημοψήφισμα ἕως ὅτου ὑπάρξουν μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου αἱ ψυχολογικαὶ προϋποθέσεις τῆς ὁριστικῆς ἐκκαθαρίσεως, τὴν ὁποίαν μία ἄλλη, φυσικά, Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸν πατριωτισμὸν ν’ ἀποτολμήσῃ. Τὸ ζήτημα, τέλος, τῆς ἡμερομηνίας, ἀνεξαρτήτως τῆς προϋποθέσεως τῆς ἀνασυντάξεως τῶν καταλόγων καὶ τῆς τάξεως, παρουσιάζει καὶ μίαν ἄλλην πτυχήν. Εἰς τὰς σημερινὰς ἐφημερίδας ἀνεγράφη ἡ εἴδησις, ὅτι συνελήφθη μία κυρία μὲ ἔνταλμα ἀνακριτοῦ, ἐπὶ ἐξυβρίσει τῆς Βασιλείας. Εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ Δημοψηφίσματος ἡ ἐξύβρισις τοῦ Βασιλέως θὰ ἐξακολουθῇ ν’ ἀποτελῇ ἀδίκημα; Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ σκεφθῇ καὶ νομίζω, ἀκόμη, ὅτι πρέπει τὸ σύνολον τῆς ὑποθέσεως τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ τὸ σκεφθῇ καὶ πάλιν, διότι ἐκτὸς τῶν διεθνῶν συναρτήσεων, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας θέλω νὰ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, διὰ τὸν πατριωτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν προσαρμογὴν της πρὸς αὐτὰς ὅταν παραστῇ ἀνάγκη, ὑπάρχουν καὶ συναρτήσεις ἐσωτερικαὶ καὶ αἱ ἐσωτερικαὶ αὐταὶ συναρτήσεις ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου, χρειάζεται διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτεύματος τὸ Δημοψήφισμα νὰ γίνῃ μὲ κοινὴν συμφωνίαν. Εἶναι ἀρκετόν, ὅτι μέχρι σήμερον ἔχομεν μόνοι ἡμεῖς εἰς ὅλην τὴν ἀνακύπτουσαν Εὐρώπην, μονόπλευρον Κυβέρνησιν. Ἄς μὴ γίνῃ καὶ μονόπλευρον Δημοψήφισμα. Διότι αὐτὸ δείχνει ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ κάμῃ μονόπλευρον Δημοψήφισμα! Καὶ τὸ μονόπλευρον Δημοψήφισμα θὰ εἶναι νέα συμφορὰ διὰ τὸν τόπον. Ἔχω ὅμως, ἀκόμη—πρέπει νὰ ἔχω—μίαν ὑστάτην ἐλπίδα, ὅτι θὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὴν τελευταίαν ἔστω στιγμήν, νὰ συνέλθῃ. (Χειροκροτήματα).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§240Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δυστυχῶς ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος κατατυραννοῦσα ἡμᾶς, μᾶς ὁρίζει νὰ ὁμιλήσωμεν τὰς πρωϊνὰς ὥρας ἐπὶ ἑνὸς θέματος, τόσον σοβαροῦ διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ καταναλωθοῦν ἀρκεταὶ ἡμέραι, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ διαφωτισθῇ. Ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀνατρέχω εἰς τὰς σκληρὰς ἡμέρας τῆς κατοχῆς, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ δαμόκλειος σπάθη τοῦ κατακτητοῦ ἐπεκρέματο ἐπὶ τῶν κεφαλῶν μας. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε καὶ σεῖς μὲ πόσην ἀγωνίαν καὶ μὲ πόσην συγκίνησιν ἐπεράσαμε τὰ ἔτη ἐκεῖνα, χωρὶς νὰ σκεπτώμεθα εἰς ποίας πολιτικὰς παρατάξεις εὑρίσκετο ἕκαστος, πόσην ἀλληλεγγύην ἀνεπτύξαμεν, μὲ ἕνα μόνον σκοπόν, πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν κατακτητήν, πῶς θὰ προσφέρωμεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, πῶς θὰ ἐνισχύσωμεν τὸν Συμμαχικὸν ἀγῶνα, διὰ νὰ ἀνατείλῃ τὸ ταχύτερον ἡ ἡμέρα τῆς ἐλευθερίας, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὅλοι μαζὶ τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῆς κατοχῆς κατάστασιν. Ἠλπίζαμεν, ὅτι μετὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐλευθερίας θὰ εὑρεθῶμεν πάλιν ὁμονοοῦντες, δυστυχῶς ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ἐμφανιζόμεθα σήμερον πρὸ ἑνὸς θέματος τῆς Βουλῆς ταύτης κατὰ τὸ ὁποῖον διαφαίνεται πάλιν διὰ τετάρτην φορὰν ἕνας δρόμος, ὁ ὁποῖος ὡδήγησε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὸν διχασμὸν καὶ ἐνῷ ἔχομεν τὸ θέαμα μιᾶς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἤρθη εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, ἡ ὁποία ἐδέχθη, ἐπὶ ζημίᾳ κομματικῇ, νὰ δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀντεπεξέλθῃ ἀπὸ τὸ χάος εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρίσκονται αἱ ἐθνικαί μας ὑποθέσεις. Καὶ ἐνῷ ἐνώπιόν μας ἔχομεν μίαν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν διεξαγωγὴν καὶ τὸν χειρισμὸν ὅλων τῶν σοβαρῶν ὑποθέσεων τῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων, ὅμως ἐν τούτοις ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνητικῆς, οὐδεμία ὑπάρχει κατανόησις ἢ καλὴ θέλησις. Δὲν θὰ ἀνατρέξω, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ παρελθὸν διὰ νὰ ἀναξαίσω πληγὰς παλαιάς. Δὲν εἶναι ὁ σκοπός μου αὐτός. Σκοπός μου εἶναι νὰ καταπραΰνω τὰ πάθη, διότι μόνον διὰ τῆς κατευναστικῆς πολιτικῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ ἐθνικὴ ὑπόθεσις. Θ’ ἀνατρέξω μόνον εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθὸν καὶ δὴ εἰς τὴν περίοδον 1935, διότι τοῦτο μοὶ εἶναι ἀναγκαῖον διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος. Θὰ ἐνθυμῆσθε καλῶς ὅλοι, τὸ νόθον ἐκεῖνο Δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὰς προϋποθέσεις τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ Βασιλέως καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα ἐκεῖνο ἐστερεώθη μόνον διότι μετ’ αὐτὸ ἦλθεν ἡ φυσιογνωμία τοῦ μεγάλου ἀρχηγοῦ μας Ἐλευθερίου Βενιζέλου νὰ δώσῃ μίαν διέξοδον, ὄχι διότι ἐπίστευεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὡς ἐτόνισαν διάφοροι προλαλήσαντες ρήτορες, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσῃ διέξοδον εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διότι ὁ Βενιζέλος εἶχε δώσει τότε μίαν μάχην ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, τὴν ὁποίαν ἀπώλεσεν ὄχι ἐξ ὑπαιτιότητός του, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων συνθηκῶν. Ἐνόμισε, λοιπόν, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ γίνῃ πραγματικὸς ἄρχων ὅλων τῶν Ἑλλήνων καὶ ὄχι μόνον τῆς παρατάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος τὸν ἐπανέφερεν. Ἐπίστευσεν, ὅτι ἂν ἔδιδε μίαν εὐρυτέραν λαϊκὴν βάσιν καὶ ἕνα εὐρύτερον λαϊκὸν ἔρεισμα εἰς τὸν Βασιλέα, θὰ τοῦ παρεῖχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ γίνῃ πραγματικὸς Βασιλεὺς ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Καὶ αὐταὶ πράγματι ἦσαν αἱ ἐλπίδες ὅλων μας τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ὅταν ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς ἐδημοσίευσε τὸ διάγγελμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγε, ὅτι θὰ εἶναι Βασιλεὺς ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλ’ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπογοήτευσις ὅλων μας καὶ ἰδίως ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τῶν ὁποίων ὁ ἀρχηγὸς ἔδωσε τὴν βάσιν διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ λαϊκὸν ἔρεισμα, τοῦ ὁποίου ἐστερεῖτο τότε ὁ Βασιλεύς, ὁποία ἀπογοήτευσις ὅταν, μετ’ ὀλίγους μῆνας, ἐδέχετο τὴν πρότασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ κατέλυε τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ ἐδέσμευε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ μιᾶς δικτατορίας, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἀφορμὴ ὅλων τῶν μεταγενεστέρων κακῶν. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, πιστεύω, ὅτι ὄχι μόνον ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν μας ἐλευθεριῶν, ὄχι μόνον αἱ ταλαιπωρίαι, τὰς ὁποίας ὑπέστημεν ὅλοι οἱ δημοκρατικοὶ πολῖται τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ κομμουνισμοῦ διὰ τὴν καταπολέμησιν τοῦ ὁποίου δῆθεν ἔγινεν ἡ δικτατορία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὀφείλεται εἰς τὸ πολίτευμα αὐτό. Διότι εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ δικτατορία τῆς 4ης Αὐγούστου ἐστέρησε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τῆς καθοδηγήσεως τῆς πολιτικῆς ἡγέτιδος τάξεως, διότι τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ὀργανώσουν τὴν διαφώτισιν τοῦ λαοῦ, οὔτε νὰ ὀργανώσουν βραδύτερον τὸν ἀγῶνα ἀντιστάσεως. Ἐὰν ὅλοι, οἱ ὁποῖοι φωνασκοῦμεν ἐναντίον τῶν σφαλμάτων καὶ τῶν ἀναρχικῶν ἐκδηλώσεων, ἐπετελοῦμεν τὸ καθῆκον μας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ καθωδηγούσαμεν, ὡς ἔπρεπε, τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν θὰ ἀφήναμεν τὴν εὐκαιρίαν οὔτε εἰς τὰ ἀναρχικὰ στοιχεῖα νὰ ἐπιπλεύσουν καὶ νὰ ὀργανώσουν κατὰ τὸν ἰδικόν τους τρόπον τὸν ὅλον ἀγῶνα. Ἀλλὰ ποῖα κοινωνικὰ προβλήματα ἔλυσεν ἡ 4η Αὐγούστου; Πλὴν τῆς δυναμικῆς ἀντιδράσεως κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, πλὴν τῶν συλλήψεων καὶ τῶν ἐκτοπίσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν περιωρίζοντο μόνον εἰς τὰ κομμουνιστικὰ στελέχη, ἀλλ’ ἐστρέφοντο καὶ ἐναντίον τῶν δημοκρατικῶν πολιτῶν, οὐδὲν ζήτημα ἔλυσεν οὐσιαστικῶς, ὥστε νὰ κατορθώσῃ πράγματι νὰ πείσῃ τὸν λαόν, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην βίας διὰ νὰ κυβερνηθῇ, ὅπως δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε οἰκονομολογικῶν προγραμμάτων σοφῶν, ἀλλὰ μίαν ἔντιμον διαχείρισιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Ἔχει ἀνάγκην μιᾶς συνέσεως πολιτικῆς καὶ ἑνὸς ἐνδιαφέροντος πατρικοῦ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ κυβερνοῦν τὸν τόπον μας. Ἄς ἴδωμεν τώρα τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ προτοῦ φθάσωμεν εἰς τοῦτο, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ κάμω μίαν ὑπόμνησιν τοῦ τί ἡγετικὰ στελέχη τῆς σημερινῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως εἶπον εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, προκειμένου νὰ κριθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ὅμοιον ζήτημα, τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως. Τοῦ τί ἐλέχθη ἀπὸ τὰ ἡγετικὰ αὐτὰ στελέχη, εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅταν πρὸ 10ετίας ἐτέθη πάλιν τὸ ζήτημα τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως. Τότε ἡγετικὰ στελέχη τῆς παρατάξεως αὐτῆς, ἐμφανισθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶπον: «Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις................... (ἀναγινώσκει).......».
§241ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
§242Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὁ κ. Στράτος τὰ λέγει αὐτά. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον μέλος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλοῦν ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἶπεν: «.................. (ἀναγινώσκει).......». Αὐτὰ ἐλέγοντο, κύριοι, ἀπὸ μέλη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑποστηρίζουν τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ τί λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας; (ἀναγινώσκει). Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι, ὅλους ὑμᾶς, ὅσοι ἐζήσαμεν τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς: Εἶναι γεγονός, ὅτι ἐντὸς τῶν ὀργανώσεων τῆς ἀριστερᾶς παρατάξεως καὶ τῶν ὀργανώσεων τῶν ἐθνικιστικῶν καὶ ἰδίως ἡ ὀργάνωσις ΕΔΕΣ, ἡ ὀργάνωσις τοῦ Κ...... εἶχον θέσει ὡς ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας. Καὶ πῶς ἔρχεσθε σήμερον καὶ λέγετε, ὅτι μονάχα ἡ 31η Μαρτίου ἐδημιούργησε μίαν κατάστασιν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν κατοχὴν ὑπῆρχεν ἡ ἀξίωσις διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν μὴ ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως; Ἀφ’ ἧς στιγμῆς παρέβη τὸ Σύνταγμα ὁ Βασιλεύς, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶναι ὑπόδικος ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, κύριοι, νὰ συμβάλωμεν ὅλοι ἡμεῖς εἰς τὴν παραδειγματικὴν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ, ἀλλὰ κατὰ τρόπον πραγματικόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξυπηρετῇ τὸ πραγματικὸν συμφέρον τοῦ τόπου. Ὁ τρόπος αὐτὸς ποὺ μεταχειρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ἀποτελεῖ κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ συνεννοουμένη μεθ’ ὅλων τῶν κομμάτων διὰ τὴν κατάλληλον στιγμὴν τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ βοηθήσῃ, ὥστε τὸ πολιτειακὸν ζήτημα νὰ λυθῇ διὰ τῆς συμφωνίας τῶν Κομμάτων. (Χειροκροτήματα).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Καλλίας.
§244Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, κύριοι βουλευταί, ἔχει μίαν μακράν, τριακονταετῆ ἱστορίαν εἰς τὸν τόπον. Ἐλπίζω, ἡ τελευταία φάσις νὰ εἶναι ὁριστική. Καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, πρέπει νὰ καταβληθῇ κοινὴ προσπάθεια ἐκ μέρους ὅλων τῶν πτερύγων αὐτῆς τῆς αἰθούσης. Νομίζω, ὅτι ἡ ὁριστικότης θὰ ἐξαρτηθῇ καὶ ἀπὸ τὴν ἠρεμίαν τῶν συζητήσεων, τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἐπιβάλλουν δύο ἀκόμη περιστατικά: τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῆς τριακονταετίας ἔγιναν μετακινήσεις ἀπὸ τῆς μιᾶς πτέρυγος εἰς τὴν ἄλλην, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ μισαλλοδοξία καὶ ἡ περιφρόνησις τῆς γνώμης τοῦ ἀντιπάλου εἶναι περιτταὶ καὶ ἄτοποι, ἀφοῦ τὰ ἴδια πρόσωπα εἰς τὸ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν ἤλλαξαν πολλὰς φορὰς τὴν παράταξιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ κἄποιος ἄλλος λόγος· τὸ πολιτειακὸν πρόβλημα ἀπέβαλε τὴν προτεραιότητα, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε, διότι ἐμεσολάβησαν βαθύτερα καὶ κρισιμώτερα προβλήματα. Καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο, καθιστᾷ περιττὸν τὸν φανατισμὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ εἰς βαθεῖαν καὶ οὐσιαστικὴν διάσπασιν τῆς ἐθνικόφρονος παρατάξεως. Εἶναι περιτταὶ αἱ ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἐκτοξεύουν τινὲς ἐναντίον τοῦ Βασιλέως, εἶναι περιττὸν καὶ ἄτοπον, ὅπως εἶναι ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, ἄτοποι οἱ ὑπαινιγμοὶ περὶ λαοκρατίας, οἱ ὑπαινιγμοὶ περὶ Δημοκρατίας τοῦ Παρτσαλίδη καὶ τοῦ Ζαχαριάδη. Διότι, ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι σήμερον ἔχομεν εἰς τὸν κόσμον τρεῖς μεγάλας Δημοκρατίας, τὴν Ἀγγλικήν, τὴν Ἀμερικανικὴν καὶ τὴν Γαλλικήν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία εἶναι Βασιλευομένη καὶ αἱ δύο ἀβασίλευτοι· ὅτι ἔχομεν ἐπίσης τὴν Βασιλευομένην Λαοκρατίαν τῆς Ρουμανίας καὶ τὸ ἀβασίλευτον δικτατορικὸν καθεστώς, τοῦ Φράνκο. Βλέπομεν, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀναγκαίαν σχέσιν τὸ κοινωνικὸν καὶ τὸ πολιτικὸν καθεστὼς μὲ τὸ αἱρετὸν ἢ τὸ κληρονομικὸν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Κύριοι βουλευταί, τὸν παρελθόντα Νοέμβριον εἶχα τὴν τύχην νὰ παρευρεθῶ εἰς τὰς ἑορτὰς τοῦ Ἀρκαδίου. Ἐκεῖ ἐπεκοινώνησα μὲ ἡρωϊκοὺς ἀγωνιστὰς τῆς Κρήτης, ἕνας ἐκ τῶν ὁποίων, μὲ τὴν ἁπλότητα τοῦ εὐγενοῦς ἀγωνιστοῦ, μοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς ἐπιγραμματικὰ λόγια διὰ τὸ πολιτειακὸν πρόβλημα. Τὸ πρόβλημα αὐτό, μοῦ εἶπεν, πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον: ὅλοι οἱ Ἕλληνες μίαν ἡμέραν νὰ συγκεντρωθοῦμε, νὰ γράψουμε εἰς ἕνα κομμάτι χαρτὶ ἄλλοι Βασιλευομένη καὶ ἄλλοι Ἀβασίλευτο Δημοκρατία· τὸ βράδυ νὰ μετρήσουμε τὰ ψηφοδέλτια. Καὶ τὸ οὐσιωδέστερο εἶναι αὐτὸ ποὺ θὰ εἴπω τώρα. Καὶ ἀπὸ τῆς ἑπομένης ὅλοι νὰ πᾶμε πρὸς τὸ μέρος τῶν περισσοτέρων. Ἀποδίδω μεγάλην σημασίαν εἰς τὰς σκέψεις τοῦ Κρητὸς πατριώτου καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὸ Δημοψήφισμα, δὲν θὰ στηρίζηται μόνον εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχῃ συγκεντρώσει, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἀριθμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναγνωρίσουν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἀναγνώρισιν ἀκριβῶς αὐτήν, διὰ τὴν δυνατότητα τῆς ἀναγνωρίσεως, εἶναι ἀπαραίτητοι αἱ προϋποθέσεις περὶ τῶν ὁποίων θὰ κάμω ὡρισμένας συντόμους παρατηρήσεις. Αἱ προϋποθέσεις ἀνάγονται πρῶτον, εἰς τὸν τύπον τοῦ ἐρωτήματος, εἰς τὸν ὀρθὸν τύπον τοῦ ἐρωτήματος καὶ δεύτερον, εἰς τὸν χρόνον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τύπον τοῦ Δημοψηφίσματος, προεβλήθη ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡ ἀντίρρησις, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ τεθῇ ὑπὸ κρίσιν τὸ πολίτευμα. Ἐστηρίχθησαν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸ ἄρθρον 2, προσφάτως ψηφισθέντος ψηφίσματος, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸν χαρακτῆρα τῆς παρούσης συνελεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι θεωροῦν ὡς καθαρῶς Ἀναθεωρητικήν. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ψήφισμα περὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, διεξήχθη μακρὰ συζήτησις, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Σώματος τούτου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ λεχθέντα· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ εἶναι ὅτι τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς ἀδεσμεύτου ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ συνάδελφος κ. Μαρκεζίνης δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτυχῶς ἔχει χρησιμοποιηθῆ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Πρῶτον, διότι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ δεσμευμένη ἡ ἐξουσία τῆς συνελεύσεως, ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἓν μόνον θέμα, τὸ πολιτειακόν, ἐξῃρέθη ἐκ τῆς κατὰ τὰ ἄλλα ἀπεριορίστου ἁρμοδιότητός της. Δεύτερον, διότι ἡ ἐξαίρεσις δὲν ἐγένετο διὰ νομικῶν δεσμευτικῶν διατάξεων, ἀλλὰ διὰ τῆς παρακρατήσεως ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ κυριάρχου λαοῦ τῆς λύσεως τοῦ προβλήματος τούτου. Ἐπικαλούμεθα δὲ ὡς προηγούμενον τὴν Γαλλικὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία καὶ ὡρισμένα θέματα ἔχει ἐξῃρημένα τῆς ἁρμοδιότητός της καὶ τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα ἐξηρτημένον ἐκ τῆς λαϊκῆς ἐγκρίσεως διὰ Δημοψηφίσματος καὶ ἐν τούτοις, δὲν ἠμφισβητήθη ὁ χαρακτὴρ τῆς Γαλλικῆς συνελεύσεως ὡς συντακτικῆς. Ἀλλ’ εἴτε χαρακτηρισθῇ ἡ Συνέλευσις ὡς Συντακτική, εἴτε χαρακτηρισθῇ ὡς ἰδιότυπος Ἀναθεωρητικὴ εὐρυτάτης ἁρμοδιότητος, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ συνάδελφος κ. Βαμβέτσος, ἕνα εἶναι τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι μόνον ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις περὶ τῆς ρυθμίσεως τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος ἔχει ἐξαιρεθῆ ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας ἁρμοδιότητα. Ἀφοῦ ὅμως ἡ Συνέλευσις ἔχει εὐρύτατα δικαιώματα ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν θεμελιωδῶν, ἀφοῦ ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ εἰσαγάγῃ, νὰ θεσπίσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ Δημοψηφίσματος, συνεπὲς εἶναι, ὅτι ἔχει καὶ τὴν δυνατότητα νὰ περιβάλῃ διὰ νομίμων τύπων τὸ τεθειμένον ἤδη πολιτικῶς ἐρώτημα πρὸς τὸν λαὸν περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι συνταγματικὸν κώλυμα δὲν ὑπάρχει. Εἶναι ὅμως ἐξεταστέον τὸ ἐρώτημα, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει πολιτειακὸν πρόβλημα διὰ νὰ τεθῇ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ; Διετυπώθη ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι οὔτε ὁ Βασιλεύς, οὔτε τὰ πολιτικὰ κόμματα δι’ ὡρισμένων ἐγγράφων πρωτοκόλλων ἢ διαγγελμάτων ἦτο δυνατὸν νὰ θέσουν ὑπὸ κρίσιν καὶ ἀμφισβήτησιν τὸ πολίτευμα· καὶ πιθανῶς ὁ ἰσχυρισμὸς νὰ εἶναι ὀρθός. Ἀλλ’ εἶναι τάχα μόνον οἱ ραδιοφωνικοὶ λόγοι τοῦ Βασιλέως καὶ τὰ πρωτόκολλα τῶν πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἔθεσαν τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, κύριοι βουλευταί; Ἐτέθη τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἢ ἁπλῶς ἀνεγνωρίσθη καὶ ἐκ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀποδεικνύεται ἡ προηγουμένη θέσις του; Ἀδιστάκτως πιστεύω τὸ δεύτερον. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν πῶς καὶ πότε ἐτέθη τὸ πολιτειακὸν ζήτημα διὰ νὰ ἰδοῦμε ἐὰν ἠμποροῦμε διὰ Δημοψηφίσματος νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν λύσιν του. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἰδική μας γνώμη περὶ τῆς 4ης Αὐγούστου εἶναι γνωστή, εἶναι λίαν δυσμενής. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε γνώμης, τὸ γεγονός, ὅτι ἀφ’ ἧς ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων ἐξῆλθεν τοῦ κύκλου τοῦ ἀνευθύνου καὶ ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν μιᾶς πολιτικῆς πράξεως, ὅπως εἶναι ἡ δικτατορία, ἔθεσε κατ’ ἀνάγκην ὑπὸ κρίσιν τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἡ φύσις τοῦ βασιλικοῦ πολιτεύματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ κρίσις τοῦ προσώπου νὰ δημιουργῇ κατ’ ἀνάγκην καὶ κρίσιν τοῦ θεσμοῦ. Δὲν εἶναι αἱρετὸς ἄρχων ὁ Βασιλεὺς διὰ νὰ ὑποβάλληται προσωπικῶς ὑπὸ κρίσιν. Εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ κρίσις τοῦ προσώπου δὲν συνεπάγεται κρίσιν τοῦ θεσμοῦ, ἐὰν ἡ κρίσις τοῦ προσώπου ὀφείλεται εἰς ἰδιωτικὰς πράξεις τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ κρίσις προῆλθεν ἀπὸ πράξεις ἀναγομένας εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν βασιλικῶν του καθηκόντων καὶ ἂν ἀκόμη ὀρθὴ ἦτο ἡ πρᾶξις του, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἀποδεχόμεθα, θὰ ἔθετεν ὑπὸ κρίσιν καὶ κατὰ συνέπειαν ὑπὸ τὴν λαϊκὴν ψῆφον, ὑπὸ τὴν λαϊκὴν ἐπιδοκιμασίαν, ὑπὸ τὴν λαϊκὴν ἔγκρισιν ἢ κατάκρισιν καὶ τὸν θεσμόν. Παραλλήλως, κύριοι βουλευταί, πρὸς τὸ γεγονὸς τῆς 4ης Αὐγούστου, τὸ ὁποῖον εὐθέως ἐδημιούργησε τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, ἐδημιουργήθη, ἢ μᾶλλον ἐπανήρχισεν, εἰς τὸν τόπον μας, μὲ χρονικὴν καὶ λογικὴν ἀφετηρίαν τὴν 4ην Αὐγούστου μία κίνησις ἰδεῶν, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ἀβασιλεύτου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Διὰ ν’ ἀντιληφθῶμεν ποία ὑπῆρξεν ἡ ἔκτασις τῆς κινήσεως αὐτῆς, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν πρὸ τοῦ Δεκεμβρίου 1944. Ἡ ἀναδρομὴ θὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ ἐξηγήσωμεν καὶ μερικὰς πράξεις πολιτικὰς τῆς σημερινῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τὸ σημερινὸν πρῖσμα ἴσως φαίνονται ἀκατανόητοι. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἔκτασις, τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ ἡ κίνησις ἐκείνη ἡ δημοκρατική. Ἑπομένως, κύριοι βουλευταί, τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἐτέθη καὶ θ’ ἀποτελέσῃ ἀφροσύνην ἄν, ἐνῷ εὑρέθη ὁ τρόπος γνησίας λύσεως μιᾶς ἀνωμάλου καταστάσεως, ἀποφεύγωμεν τὴν λύσιν, ἀφοῦ μάλιστα, ὁπωσδήποτε πρόκειται νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν λαόν. Νομίζω, ὅμως ἐπιπροσθέτως, ὅτι καὶ ἡ σκοπιμότης ἐπιβάλλει, ὁ τύπος τοῦ ἐρωτήματος νὰ εἶναι πλήρης, δηλαδὴ Δημοκρατία ἢ Βασιλεία. Ποία εἶναι ἡ σκοπιμότης αὕτη, κύριοι βουλευταί; Ἡ σκοπιμότης εἶναι ὁ ὁριστικὸς τερματισμὸς τοῦ ζητήματος, διότι ἄλλως θὰ παραμείνῃ ὁ σπόρος ἑνὸς μελλοντικοῦ πολιτειακοῦ προβλήματος. Νομίζω, ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἶναι ἄτοπον τὸ νὰ δύναται ἁπλῶς ὁ ἐκλογεὺς νὰ σημειώνῃ ἐπὶ λευκοῦ ψηφοδελτίου οἱανδήποτε λέξιν ἐπιθυμεῖ καὶ ὄχι τὴν ἀπάντησιν καθ’ ὡρισμένον τύπον εἰς ἓν συγκεκριμένον ἐρώτημα. Ἡ ἐλευθέρα ἀναγραφὴ θὰ μεταβάλῃ τὸν σοβαρὸν χαρακτῆρα τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ θὰ παρέχηται ἀντὶ ἀπαντήσεως εἰς σαφὲς ἐρώτημα, ἡ δυνατότης ἐρωτικῆς πολιτειακῆς ἀλληλογραφίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον, τοῦ Δημοψηφίσματος, κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορισθῇ ἀπὸ τοῦδε, δηλαδή, τόσον χρόνον πρὸ τῆς ἡμέρας τοῦ διενεργείας του. Διότι, δοθείσης τῆς ρευστότητος τῆς σημερινῆς καταστάσεως καὶ ἐφόσον ὑπάρχει ἄγνωστος ὁ παράγων τῆς τάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ προσδιορισθῇ ὁ χρόνος. Εἶναι ὅμως δυνατὸν βραδύτερον νὰ προσδιορισθῇ αὐτὴ ἡ χρονολογία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐσημείωσεν εἰς τὸ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν σχέδιον ψηφίσματος, δηλαδὴ ἡ 1η Σεπτεμβρίου. Ἐπίσης ὁ προσδιορισμός, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, πρέπει νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐξουσιοδοτουμένης πρὸς τοῦτο, διότι αἱ ἐξωτερικαὶ συνθῆκαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθμίζωνται παρὰ μόνον ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰς γνωρίζουν καὶ ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν μόνον τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ἡ Κυβέρνησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς προϋποθέσεις τῆς τάξεως ἐλέχθησαν, κύριοι βουλευταί, πολλά. Ἐλέχθη, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκατασταθῇ προηγουμένως ἡ τάξις, πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἀνωμαλία, τὴν ὁποίαν δημιουργοῦν οἱ ἐχθροὶ τῆς τάξεως, οἱ κομμουνισταί. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, κύριοι βουλευταί, δύναται ν’ ἀντιταχθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μία ὄντως σοβαρὰ ἀντίρρησις, ὅτι δηλαδή, ἐὰν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐμπεδώσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς καταστολῆς τῆς ἀταξίας, τὴν ὁποίαν προκαλοῦν οἱ κομμουνισταί, θὰ εἶχον οἱ τελευταῖοι τὴν δυνατότητα νὰ προκαλοῦν συνεχῶς ἀταξίαν διὰ νὰ διαιωνίζουν τὴν ἐκκρεμότητα. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην πλευράν, τοῦ ζητήματος τῆς τάξεως τῆς δημιουργίας τ. ἔ. τῶν ἀντικειμενικῶν συνθηκῶν τῆς ἐλευθέρας προπαγάνδας ἀμφοτέρων τῶν ἐρωτημάτων, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀντίρρησις, ὅτι ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀνασταλῇ, ὡρισμένον χρόνον πρὸ τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ ἡ ἐφαρμογὴ ὄχι ὅμως ὅλου τοῦ ψηφίσματος περὶ μέτρων τάξεως, ἀλλὰ τεσσάρων ἄρθρων αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος, τὰ ἄρθρα ταῦτα εἶναι τὸ 4 «περὶ συγκεντρώσεων», τὸ 9 «περὶ κατ’ οἶκον ἐρεύνης», τὸ 15 «περὶ προφυλακίσεως ἐπὶ πλημμελημάτων» καὶ τὸ 16 «περὶ τῆς δυνατότητος ἐπεκτάσεως τῶν Στρατοδικείων». Κύριοι βουλευταί, τελειώνω. Ὁ σκοπὸς τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔθεσα ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἀναβολή, οὔτε ἡ ἐκ τῶν προτέρων διαβολὴ τοῦ ἀποτελέσματος. Εἶναι ἡ ἐπιθυμία νὰ τεθῇ ὁριστικὸν τέρμα εἰς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ δυνατότης αὐτή, εἶναι ἀνάγκη οὐχὶ μόνον τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἰσχυρίζωνται οἱ περισσότεροι, ἔστω ὅτι εἶναι γνήσιον, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀδιαβλήτως, γνησία καὶ ἀναμφισβήτητος καὶ ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σφαέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§246Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ὑπάρχει κανὲν θέμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ὀλιγωτέρας ἀναπτύξεως καὶ εἰς κανὲν θέμα δὲν εἶναι κατατοπισμένα, τόσον τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅσον εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, τὸ θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος μὲ ποίαν προϊστορίαν ἔφθασεν μέχρις ἡμῶν καὶ ὑπὸ ποίαν μορφὴν πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν λαόν, ἡ ἀνάγκη ἢ ὄχι τῆς ἀμέσου διενεργείας του, αἱ προϋποθέσεις, ὑφ’ ἃς ὀφείλει νὰ διεξαχθῇ καὶ ὅλαι του αἱ λεπτομέρειαι, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ὅλοι κατέχομεν καὶ ἀκόμη ἔχομεν ἀναπτύξει καὶ εἰς τὸν λαόν. Χρειάζεται ὅμως μία μικρὰ ἱστορικὴ ἀνασκόπησις καὶ αὐτὴν τὴν πρωίαν, χάριν τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας. Κύριοι βουλευταί, κακῶς γίνεται λόγος περὶ καθεστωτικῆς διαιρέσεως τοῦ λαοῦ ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι δὲν πρόκειται καθόλου περὶ καθεστωτικῆς διαιρέσεως, ἀλλὰ περὶ καθαρῶς προσωπικῆς ἀντιθέσεως ἐναντίον τοῦ Βασιλέως ἐκ μέρους κομμάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα εὗρον τὸν Βασιλέα ἀναστέλλοντα καὶ παρεμποδίζοντα τὴν ὄχι ἐθνικοεξυπηρετικὴν δρᾶσιν των. Ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καθεστωτικῆς διαιρέσεως τοῦ λαοῦ μας, ἐμφαίνεται σαφέστατα ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ κυριώτεροι φορεῖς τῆς θεωρουμένης γνησίας δημοκρατικῆς ἰδεολογίας εἰς τὸν τόπον μας ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν, ὑπῆρξαν ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαναστασίου, δύο ἰσχυρόταται πολιτικαὶ μορφαί, αἱ ὁποῖαι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ὑπῆρξαν καὶ οἱ δύο διαπρύσιοι κήρυκες τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Ἄν δὲν ὑπῆρχεν κίνδυνος νὰ καταπονήσω τὴν ταλαιπωρημένην ἀπὸ τὴν ὁλονύκτιον συνεδρίασιν Βουλήν, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀναγνώσω κείμενα τῶν λόγων τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου τοῦ 1910, 1911, 1921, 1929 καὶ βραδύτερον καθὼς καὶ τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαναστασίου κατὰ τὸ 1911, ἐκ τῶν ὁποίων διαπιστώνεται ἀπολύτως ἡ ὀρθότης αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω. Ἐφθάσαμεν ὅμως, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθησαν πλείονες τῆς μιᾶς εὐκαιρίαι καὶ κατὰ τὸ 1910 καὶ τὸ 1915 καὶ κατὰ τὸ 1917 καὶ τὸ 1920 καὶ 1923, διὰ νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν τόπον μας τὸν θεσμὸν τῆς Προεδρικῆς Δημοκρατίας, εὑρέθημεν, λέγω, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ε. Βενιζέλου ἐκ βεβιασμένης πρωτοβουλίας τοῦ ἀειμνήστου Παπαναστασίου, ἀνδρὸς εὐγενοῦς, ἰδεολόγου καὶ κοινωνιολόγου ἀνησύχου, πρωτοβουλίας ἐνισχυμένης καὶ ὑπὸ στρατιωτικῶν ἀνησύχων ζητούντων τὴν ἑπομένην μιᾶς ἐθνικῆς συμφορᾶς ἐξιλαστήρια θύματα καὶ πέραν τῶν πολιτικῶν, διὰ τὴν ἀναπτέρωσιν τοῦ καταπεπτωκότος ἠθικοῦ τοῦ λαοῦ, εὑρέθημεν, λέγω, πρὸ ἀνησύχων στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν πολιτειακὴν μεταβολήν, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι, θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι ὑπὸ τῆς μοίρας εὑρέθησαν κατόπιν εἰς τὴν ἀνάγκην μεταγινώσκοντες νὰ γίνουν ἀμύντορες καὶ ἡρακλεῖς αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ καθεστῶτος ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἔβαλον. Καὶ ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένως θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ πὼς δὲν ὑπῆρξε κανεὶς ἀπὸ τὸ 1922 καὶ ἐντεῦθεν ἐκ τῶν πρωταγωνιστῶν τῆς ἀποτόμου, δώρου καὶ βιαίας μετατροπῆς τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὸ 1923–24 ποὺ νὰ μὴ προσῆλθε βραδύτερον εἰς τὰς τάξεις τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ἐξαιρέσει ἑνὸς πείσμονος στρατιωτικοῦ Καισαροδημοκρατικοῦ περιέργου δικτατορίσκου καὶ ἑνὸς ἄλλου, ἤδη προέδρου πολιτικῶν τινων συλλόγων, καλύπτοντος διὰ τοῦ ὀνόματός του εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀφελῶν, τὴν κομμουνιστικὴν ἐξάρτησιν τῶν συλλόγων αὐτῶν. Καὶ ὁ Γεώργιος Κονδύλης καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Χατζηκυριᾶκος καὶ ἄλλοι πολλοί, ἀνήκουν εἰς τοὺς μεταγνώσαντας, καθὼς καὶ διακεκριμένα διὰ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν σωφροσύνην των σεβαστὰ μέλη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀφοῦ ἐγνωρίσαμεν ἐπὶ 11ετίαν τὴν Προεδρικὴν Δημοκρατίαν, τὴν παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ τῶν πραγματικῶν ἡγετῶν του ἐπιβληθεῖσαν, ἀφοῦ ἐγνωρίσαμεν κατὰ τὸ βραχὺ αὐτῆς διάστημα στάσεις, κοινωνικὰς καὶ πολιτικάς, κινήματα, δικτατορίας στρατιωτικάς, κοινοβουλευτισμὸν Οἰκουμενικῶν Κυβερνήσεων καὶ ὕστερον πάλιν ἑνὸς ἀνδρὸς ἀρχὴν καὶ μετ’ αὐτὸν στρατιωτικοὺς συνδέσμους, στάσεις κατὰ τὸ 1932 καὶ 1935 καὶ ἀνωμαλίας καὶ καταισχύνας, μετὰ μίαν παλινόρθωσιν κατὰ τὸ 1935, εὑρισκόμεθα καὶ πάλιν μετὰ 11 ἔτη πρὸ ἑνὸς Δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον γίνεται διὰ τρίτην φορὰν ἐντὸς 23 ἐτῶν περὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Καὶ εἰς τὸ Δημοψήφισμα αὐτὸ ἐφθάσαμεν ἐξ αἰτίας καὶ μόνον, ὅπως ἐλέχθη, τῆς περιόδου τῆς 4ης Αὐγούστου!... Βεβαίως δὲν εἶναι θέμα τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, αἱ ἀφορμαὶ καὶ αἱ εὐθῦναι τῆς 4ης Αὐγούστου, τὰς ὁποίας εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Ἀπριλίου τοῦ 1936 σαφῶς κατένειμεν ὁ Ἀλέξανδρος Παπαναστασίου εἰς τὰ κόμματα, διότι ἤκουσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι θὰ γίνῃ εἰδικὴ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα αὐτό. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐξ αἰτίας καὶ μόνον αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ἐκτροπῆς, ὡς λέγουν, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἀλλὰ πολιτικὴ ἐκτροπὴ εἶχε γίνει ὑπὸ συγγενεστάτας προϋποθέσεις καὶ ἀναλογίας χειροτέρας τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ κατὰ τὸ 1925 ἐπὶ Παγκάλου, χωρὶς οὐδαμόθεν νὰ ζητηθῇ νὰ δημιουργηθῇ τοιοῦτον ζήτημα, ὅτι δηλαδὴ τότε ἔπρεπε νὰ κάμωμεν Δημοψήφισμα διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ νέου Πολιτεύματος!... Διαρκούσης ὅμως τῆς Κατοχῆς καὶ ἐξ ἀρχῆς αὐτῆς, ὑπεδαυλίσθη ἀπὸ μέρους τῶν κατακτητῶν τὸ ζήτημα τῆς ἐξεγέρσεως κατὰ τοῦ ἐχθροῦ τῶν κατακτητῶν Βασιλέως, ὑπὸ μορφὴν πολιτειακοῦ. Ἐπηκολούθησαν αἱ ἐντεῦθεν ἀναφοραὶ πρὸς τοὺς συμμάχους κατὰ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ 1941– 42, εἰς τὰς ὁποίας ὄχι δυσκόλως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσάψῃ τις βαρεῖς χαρακτηρισμοὺς καὶ συνεπείᾳ αὐτῶν μία σειρὰ κειμένων πολιτικῶν, κομματικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπιστολῶν καὶ δηλώσεων καὶ διαγγελμάτων Βασιλικῶν καὶ γνωστῶν ραδιοφωνικῶν ἐκπομπῶν. Ὅλα αὐτὰ προσεκτικῶς ἐξετάζοντες θὰ ἴδωμεν, ὅτι τὸ ζήτημα ἐμφανίζεται ἐναλλὰξ ὡς ζήτημα περισσότερον προσώπου παρὰ πολιτεύματος. Καὶ τέλος, τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐξέφυγεν ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ καθεστωτικοῦ καὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ ἔγινεν ἀδιαφιλονικήτως πλέον προσωπικὸν ἀπὸ τῆς 31 Μαρτίου 1946, καθ’ ἣν ὁ λαὸς ἀπεφάνθη. Ὁ σεβαστὸς διὰ τὴν ἡλικίαν Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων σαφῶς ὑπεγράμμισε τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν κριτικὴν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸ 9μήνου ἀκόμη, διότι θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀναφέρωμεν τὰς δηλώσεις τῆς 19 Αὐγούστου 1945, τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος χαρακτηριστικώτατα ἀνεγνώριζε καὶ ἐτόνιζεν ἀνεπιφυλάκτως ὅτι «δὲν πρόκειται περὶ καθεστωτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ προσωπικοῦ ζητήματος». Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα πλέον δὲν δύναται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, διότι ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς, ἀλλὰ καὶ τῆς πραγματικῆς ἤδη, ἔχει ὑπὸ τῶν προλαλησάντων ἐξαντληθῆ, ὥστε εἶμαι ὑποχρεωμένος συντέμνων τὸν λόγον καὶ φειδόμενος τῆς κοπώσεώς σας, νὰ τελειώσω τὴν ἀγόρευσίν μου μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι συνεπὴς πρὸς τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ταχείας διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀφοῦ συμμαχικαὶ προϋποθέσεις, ἐκλογικοὶ κατάλογοι, κ.λ.π. ἔχουν, ὡς γνωρίζομεν ἤδη, ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, ἡ δὲ τάξις νὰ μὴ ἀναμένεται νὰ βελτιωθῇ πρὸ τοῦ Δημοψηφίσματος, διότι ἀκριβῶς διὰ νὰ ματαιώσουν καὶ διὰ νὰ ἀναβάλουν οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ Κ.Κ.Ε. τὸ Δημοψήφισμα καὶ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ μαρτυρικοῦ Βασιλέως, δημιουργοῦν τὰς ταραχὰς καὶ τὰ τρομοκρατικὰ κρούσματα. Θὰ ψηφίσω λοιπὸν ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος, ὡς τοῦτο κατετέθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον ὑμῶν καὶ μὲ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐφιστῶν μόνον τὴν προσοχήν σας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον κρίνῃ σκόπιμον, εἰς τὸ νὰ ἐξετασθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Θεμιστοκλῆ Τσάτσου, ἡ ὁποία εἶναι πράγματι ἀξιοπρόσεκτος. (Χειροκροτήματα).
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Παπαγεωργίου ἔχει τὸν λόγον.
§248Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Διστάζω, κύριοι Βουλευταί, ἂν πρέπει ν’ ἀποταθῶ εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἐλευκάνθησαν αἱ τρίχες εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ νὰ τοὺς ἐρωτήσω ἐὰν ἐκλήθημεν ἡμεῖς οἱ νέοι ἐδῶ, νὰ δώσωμεν ἐνώπιον αὐτῶν ἐξετάσεις, ἢ μήπως ἐκλήθημεν ὡς ἐξετασταί. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ δεύτερον συμβαίνει. Καὶ διερωτῶμαι, ἐὰν ἔχωμεν θέσιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἢ ἐὰν πρέπει ἐγκαίρως ν’ ἀποχωρήσωμεν διὰ παραιτήσεως, διαμαρτυρόμενοι οὕτω διὰ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἔχω ὑποχρέωσιν, νομίζω, ἀποτεινόμενος εἰς τὸ Σῶμα νὰ ἐξωτερικεύσω μίαν ἀποκαρδίωσιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι, ἀλλὰ καὶ μίαν πικρίαν, ἡ ὁποία ἐπλημμύρησε τὴν ψυχήν μου ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα παρακολουθῶν τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Ἀποκαρδίωσιν, λέγω, διότι κατηντήσαμεν, ἀκούοντες ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τοὺς λυρισμούς, τοὺς τραγικοὺς μελοδραματισμούς, τὴν δημοκοπίαν, νὰ μὴ βλέπωμεν καμμίαν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, πικρίαν δέ, διότι κατηντήσαμεν στὴν αἴθουσαν αὐτήν, τὸ σύνολον ὑποθέτω ἡμῶν, διάκοσμος τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐρωτῶ ἑαυτὸν καὶ ὑμᾶς ὅλους τοὺς συναδέλφους, διατὶ δὲν ἐκχωροῦμεν τὰ δικιώματα ἡμῶν εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, εἰς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ μᾶς ἐκπροσωποῦν εἰς τὸ νομοθετεῖν; Καὶ ἐρωτῶ ἀκόμη τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μὲ ποῖον δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων δευτερολογοῦν, μᾶς κατατυραννοῦν χωρὶς ἡ φωνὴ ἡμῶν ν’ ἀκούεται, ἀλλὰ ν’ ἀνερχώμεθα ἐπὶ τοῦ βήματος τὰς πρωϊνὰς μόλις ὥρας, διὰ νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην ἐπὶ σοβαρωτάτου ζητήματος; Σέβομαι τὸν κάματον, κύριοι, τῆς Βουλῆς. Δύο μόνον λέξεις θὰ εἴπω, διὰ τὸ ἐπίμαχον ζήτημα. Εἶμαι ὑπέρμαχος καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν μου ἀπαγορεύω τὴν μεταβολὴν τοῦ ψηφίσματος, διότι τὸ πολιτειακὸν δὲν ἐδημιουργήθη, διότι ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐπεκράτησε διὰ νὰ μεταβάλῃ τὸν θεσμόν. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν τὸ ἔχει, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θέτει τὸ ἐρώτημα. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της, ὅτι τὸν θεσμὸν κατέλυσε μία ἄλλη μερίς, ἡ ὁποία κόπτεται ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ, τὸν κατέλυσε διὰ μιᾶς συμφωνίας τῆς Βάρκιζας. Διότι ἐὰν ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ἠττήθη, ἡ μερὶς ἐκείνη τὴν ἔφερε νικήτριαν, συμβληθεῖσα διὰ τῆς συμφωνίας τῆς Βάρκιζας. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὑμεῖς διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ διατηρήσεως τῆς συμφωνίας αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν τὴν συμφωνίαν ἐκείνην, συνομολογεῖτε καὶ ὑμεῖς, ὅτι τίθεται πολιτειακὸν ζήτημα, διότι τὸ ἐπίσημον Κράτος εὑρίσκεται εἰς τὸν αὐτὸν δρόμον τῆς συμφωνίας καὶ ὑπάρχοντος αὐτοῦ τοῦ αἴσχους, δέχεται τὴν θέσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Ποτὲ εἰς τὴν ἰδικήν μου ψυχὴν δὲν θὰ δεχθῶ τὴν μεταβολήν, διότι ζήτημα πολιτειακὸν δὲν ἐτέθη, ὅσον καὶ ἂν ὑμεῖς ἡ Κυβέρνησις καὶ πλειοψηφία τὸ δέχεσθε, ἐφ’ ὅσον διατηρεῖτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διέσυραν τὸν θεσμὸν κατὰ τὸν Δεκέμβριον καὶ τὰ ὁποῖα ἐπεκύρωσεν ἡ μερὶς ἐκείνη, ἡ ὁποία κόπτεται ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§250Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἶναι ἄχαρι, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἔργον ἑνὸς ρήτορος, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται τὰς πρωϊνὰς ὥρας εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ δι’ ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον ἀξίζει πραγματικὰ νὰ διαπραγματευθῇ, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον, δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα, νὰ ἀναπτύξῃ, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπερβολικὰ κουρασθῆ ἀπὸ τὸν φόρτον τῆς ἐργασίας καὶ εἰδικῶς ἀπὸ μίαν συνεδρίασιν, ἡ ὁποία παρατείνεται ἐπὶ δώδεκα σχεδὸν ὥρας. Τὸ γεγονός, ὅτι παρὰ τὰς συνθήκας αὐτὰς λαμβάνω τὸν λόγον, μὲ ὑποχρεώνει νὰ δώσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς μίαν ἐξήγησιν. Δὲν τὸ πράττω αὐτὸ κ. συνάδελφοι, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ παρελκύσω τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ διότι, πιστεύω, ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρω μέχρι τῆς αἰθούσης αὐτῆς τὴν φωνὴν τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἐκπροσωπῶ καὶ τὸ λέγω αὐτό, διότι κατάγομαι ἀπὸ μίαν περιοχὴν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπεκράτησαν, ἴσως, διαφορετικαὶ πολιτικαὶ συνθῆκαι ἀπὸ ὅ,τι ἐπεκράτησαν εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Καὶ δι’ αὐτὸ ἴσως ὅλα τὰ προβλήματα καὶ πρὸ παντὸς τὸ πλέον ἐπίμαχον πρόβλημα, τὸ πολιτειακόν, τὸ ἀντιμετωπίζω ἀπὸ διαφορετικὴν σκοπιάν. Μέχρι πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος, κύριοι συνάδελφοι, μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος νὰ ἀμφισβητῆται τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ὄψει πολιτειακοῦ προβλήματος. Βεβαίως, ἤδη ἀπὸ τοῦ λόγου τοῦ Θρόνου καὶ ἀπὸ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶχεν ἀρχίσει νὰ διαφαίνεται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀμφισβητεῖ τὴν ὕπαρξιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ὅλοι μας δὲν τὸ ἐπήραμε τόσον εἰς τὰ σοβαρά. Τόσον περίεργον καὶ ἀπροσδόκητον θὰ μᾶς ἐφαίνετο νὰ ἐνεφανίζετο ἡ λαοπρόβλητος Κυβέρνησις, ἡ πρώτη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν Κυβέρνησις ἡ βασιζομένη εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἀμφισβητῇ ἓν γεγονός, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς οὐδὲ τὴν παραμικρὰν ἐπιφύλαξιν εἶχε, μέχρι τοῦδε, διατυπώσει. Τὸ ἂν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ σήμερον πολιτειακὸν ζήτημα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ δύο ἀπόψεις. Πρώτη εἶναι ἡ καθαρῶς τυπική, ἡ συνταγματικὴ ἄποψις, ἡ ὁποία ἀπησχόλησε πολλοὺς ἐκ τῶν προηγηθέντων ρητόρων. Ἡ δευτέρα ἄποψις εἶναι ἡ πολιτική, ἡ καθαρῶς πραγματική. Ἡ πρώτη ἄποψις δὲν θὰ μὲ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ μακρόν, ἂν καὶ πιστεύω, ὅτι καθαρῶς συνταγματικὸν εἶναι τὸ μόνον σοβαρὸν ἐξ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοὺς ρήτορας τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό, θ’ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν ἑξῆς σύντομον παρατήρησιν. Ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις διὰ τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν συντακτικοῦ περιεχομένου ψηφισμάτων, ἡ πλειονότης τῶν ρητόρων τῆς Συμπολιτεύσεως ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ παροῦσα Συνέλευσις εἶναι Συνέλευσις Συντακτική. Ἐν τούτοις παρουσιαζόμεθα τώρα πρὸ τοῦ φαινομένου, οἱ πλεῖστοι τῶν ρητόρων τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ἀρνοῦνται εἰς τὴν σημερινὴν Συνέλευσιν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἀποτελεῖ καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ παράδοξα φαινόμενα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν καὶ τὰ ὁποῖα ἐγώ, ὡς νέος ἄνθρωπος, δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω. Διότι δὲν δύναμαι, παρὰ νὰ ἐκπλαγῶ, εὑρισκόμενος π. χ. πρὸ τοῦ περιέργου φαινομένου ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος, ἡ ὁποία κραυγάζει καὶ διαμαρτύρεται διὰ τὸν νόμον περὶ ἀποσυμφορήσεως καὶ ἡ ὁποία, ἐν τούτοις, δὲν ἔχει τὴν τόλμην καὶ τὸ στοιχειῶδες θάρρος νὰ φανῇ συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν καὶ νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον αὐτόν. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν συμφωνίαν τῆς Βάρκιζας καὶ μὲ πολλὰ ἄλλα θέματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγὼ κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν ἐξετάζω τὴν συνταγματικὴν ἄποψιν τοῦ θέματος, ἀλλὰ μόνον τὴν πραγματικὴν ἄποψιν. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ρητόρων, οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν ἐμοῦ, δὲν ἠμφισβήτησε τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς ἀνεκινήθη καὶ ἐτέθη τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Ὁ κ. Μαρκεζίνης μάλιστα, ρητῶς παρεδέχθη, ὅτι ἐδημιουργήθη πραγματικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὴν ὕπαρξιν πολιτειακοῦ ζητήματος ποὺ θὰ ἐτίθετο ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ, ἐφ’ ὅσον δεχόμεθα, ὅτι διὰ πραγματικῆς καταστάσεως ἐδημιουργήθη τὸ πολιτειακὸν ζήτημα καὶ δὲν πρόκειται, βέβαια, ἐγὼ ν’ ἀμφισβητήσω τοῦτο. Διὰ νὰ παύσῃ ὑφιστάμενον, πρέπει νὰ ἔχῃ δημιουργηθῇ ἓν τῷ μεταξὺ μία ἀντίθετος πραγματικὴ κατάστασις. Ἂς ἐξετάσωμεν, λοιπόν, κατὰ πόσον ἐδημιουργήθη μία τοιαύτη κατάστασις. Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἠθέλησε νὰ εὕρῃ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα συνιστοῦν μίαν νέαν ἀντίθετον πραγματικὴν κατάστασιν, εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἀποτελεῖ, τοὐλάχιστον, παραδοξολογίαν, τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου νὰ θέλωμεν νὰ τὰς παρουσιάσωμεν ὡς μίαν πραγματικότητα, ἡ ὁποία δημιουργεῖ, de facto, μίαν πραγματικὴν κατάστασιν. Ὅποιος ὁμιλεῖ περὶ πραγματικῆς καταστάσεως δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ, ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς ἔλαβον μέρος ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κόμματα τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὰ κόμματα αὐτὰ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι διατεθειμένα νὰ παραδεχθοῦν τὴν δημιουργίαν νέας πραγματικότητος, διότι δὲν ἔχουν αἱ ἐκλογαὶ τὴν ἔννοιαν αὐτήν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, θέλω νὰ εἴπω — καὶ εἶναι καλὸν νὰ ἀκούεται ἔκτοτε τοῦτο εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην — ὅτι ὑπάρχει καὶ ἕνας ὁλόκληρος πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας ἔξω τῆς Βουλῆς, ποὺ ὅσον καὶ ἂν θέλητε νὰ τὸν λέγωμεν ἐγκληματικόν, ἐν τούτοις ἀποτελεῖ μίαν πραγματικότητα. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι πόσον συχνὰ μᾶς ἀπασχολεῖ.
§251Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ οἱ ζωοκλέπται ἄλλοτε μᾶς ἀπησχόλησαν.
§252Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, περὶ νέας πραγματικῆς καταστάσεως δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι ὑπάρχει μέγα μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον εἴτε ἐκπροσωπεῖται ἐδῶ, εἴτε ὄχι, δὲν δύναται νὰ δεχθῇ ὡς ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου, ὅτι ἔπαυσε νὰ ὑφίσταται πολιτειακὸν πρόβλημα. Θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ δεχθῇ καὶ δέχεται, ὅτι οἱ ἐκλογαὶ ἐδημιούργησαν τὸ τεκμήριον τῆς νομιμότητος, δὲν δύναται νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅμως παραλλήλως πραγματικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει καὶ τὸν παραμερισμὸν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Νομίζομεν λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ἀπὸ κανένα σοβαρῶς, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ὄψει πολιτειακοῦ προβλήματος. Τὸ πρόβλημα τοῦτο ἄλλωστε, ἀπησχόλησε, ἐδίχασε καὶ ἐβασάνισε τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ 30 ἔτη, χωρὶς ποτὲ νὰ εὕρῃ τελειωτικὴν καὶ ριζικὴν λύσιν. Πιστεύω, ὅτι αἱ προϋποθέσεις διὰ τὴν τελειωτικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ποὺ θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ὁριστικῶς ἀπὸ τὴν γάγγραιναν αὐτήν, ἐδημιουργήθησαν μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸ πρόβλημα ἐτέθη καὶ ἐπειδὴ ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὅλους, ὅτι ὑπάρχει πολιτειακὸν πρόβλημα. Τὸ γεγονός, ὅτι ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας συνεφώνησεν εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ προβλήματος, ἐδημιούργησεν ἰδεώδεις προϋποθέσεις διὰ τὴν ὁριστικήν του λύσιν. Διὰ πρώτην φορὰν ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας ἀπεφάσισε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν πραγματικότητα μὲ ρεαλιστικὸν βλέμμα καὶ συνεφώνησε νὰ δώσῃ λύσιν. Ἡ συζήτησις περιωρίζετο εἰς τὰς προϋποθέσεις ποὺ θὰ ἐξησφάλιζον τὴν γνησίαν ἔκφρασιν τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πιστεύω λοιπόν, ὅτι οὕτω ἐδημιουργήθησαν ἰδεώδεις προϋποθέσεις, διὰ νὰ λυθῇ τὸ πρόβλημα καὶ τὰς ἰδεώδεις αὐτὰς προϋποθέσεις ἔπρεπε νὰ μὴ τὰς ἀφήσωμεν νὰ περάσουν ἀνεκμετάλλευτες. Ἐν τούτοις, ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον πράττει ἡ Κυβέρνησις. Ἐνῷ εὑρέθη πρὸ ὁμοφώνου γνώμης ὅλων τῶν κομμάτων καὶ ἐνῷ καὶ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον κατὰ κύριον λόγον ἐκπροσωπεῖ, εἶχε συμφωνήσει διὰ τοῦ ψηφίσματος ποὺ ὑπέβαλε, ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἐγὼ πιστεύω καὶ ὑποχρεοῦμαι νὰ τονίσω εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ οἱονδήποτε ψήφισμα οὔτε μὲ οἱονδήποτε σόλοικον νομικὸν συλλογισμόν, νὰ ἐξαλείψῃ κανεὶς ἓν πρόβλημα, ποὺ εἰς τὴν οὐσίαν ὑφίσταται. Ἡ στοιχειώδης ἀξιοπρέπεια ὅλων μας, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα σοβαροί, μᾶς ἐπιβάλλει νὰ θέσωμεν τὸ πρόβλημα καθαρὰ καὶ τὸ μόνον ἐρώτημα, ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ εἶναι: Βασιλευομένη Δημοκρατία ἢ Ἀβασίλευτος Δημοκρατία; Ἐγὼ τουλάχιστον, προσωπικῶς, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν, ἐκεῖ ποὺ θὰ ἀναγραφῇ «Βασιλευομένη Δημοκρατία» νὰ προστεθῇ καὶ τὸ «Βασιλεὺς Γεώργιος». Τὸ λέγω αὐτό, διότι ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν θὰ φανῇ ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀμνηστευθῇ ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὑπόδικος ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὴν δικτατορίαν τῆς 4ης Αὐγούστου. Ἄν θέλετε σεῖς νὰ δώσετε εἰς τὴν ψῆφον σας τὸ νόημα, ὅτι δι’ αὐτῆς τοῦ δίδετε καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν διὰ τὴν 4ην Αὐγούστου ἢ καὶ ἀκόμη τὸ νόημα, ὅτι πρέπει νὰ δικαιωθῇ ἡ 4η Αὐγούστου, εἶναι δικαίωμά σας νὰ τὸ κάμητε. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν λόγον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν δι’ αὐτό. Νομίζομεν ὅμως, ὅτι τότε δι’ ἕνα λόγον ἀκόμη περισσότερον, πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ζητοῦντες νὰ ἐξασφαλισθοῦν αἱ προϋποθέσεις διὰ νὰ εἶναι τὸ Δημοψήφισμα γνήσιον καὶ τίμιον, διὰ νὰ μὴ φανῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, καλύπτει καὶ ἐγκρίνει τὴν δικτατορίαν τῆς 4ης Αὐγούστου, ἡ ὁποία ἀπετέλεσεν αἶσχος διὰ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγώ, ἐκπροσωπῶ μίαν περιφέρειαν, ἡ ὁποία, ὅπως ὅλοι σας ξεύρετε, εἶναι φανατικὰ δημοκρατική, καὶ νομίζω ὑποχρέωσίν μου νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὄχι δι’ ἡμᾶς τοὺς Κρῆτας, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγονται περὶ κατορθωμάτων τῆς 4ης Αὐγούστου ἢ περὶ μεγάλων πράξεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ Μεταξᾶς, ἀποτελοῦν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμποροῦμεν οὔτε κἂν νὰ καταλάβωμεν. Δι’ ἡμᾶς ἡ 4η Αὐγούστου καὶ ὁ Βασιλεὺς—τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ὑπεύθυνον δι’ αὐτὴν—εἶναι μία σκοτεινὴ περίοδος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν. Καὶ ἡ Κρήτη δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ξεχάσῃ τὸ τί ὑπέφερε καὶ τὸ τί ὑπέστη ἀπὸ τὴν δικτατορίαν τοῦ Μεταξᾶ. Δὲν θέλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ προχωρήσω—διότι θέλω νὰ σεβασθῶ τὸν Κανονισμὸν—εἰς τὰς λοιπὰς προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας ἔθεσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ οἱ ὁποῖες, πιστεύω, ὅτι ἐπαρκῶς ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοὺς προηγουμένους ρήτορας. Ἕνα μόνον θέλω νὰ εἴπω: Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ θέσῃ τὸ ἐρώτημα καθαρῶς προσωπικόν, περὶ τῆς ἐπανόδου ἢ μὴ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, πρέπει νὰ ἔχῃ σαφῆ τὴν ἐπίγνωσιν, ὅτι πράττουσα οὕτω, δὲν δίδει λύσιν εἰς τὸ πολιτειακὸν πρόβλημα. Πρέπει δὲ σαφῶς ἐπίσης νὰ ἔχῃ τὴν ἐπίγνωσιν, ὅτι τὸ πολιτειακὸν πρόβλημα εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπάρχει καὶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀξιοῖ νὰ δοθῇ μία λύσις εἰς αὐτό. Πραξικόπημα θὰ ἀποτελέσῃ ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἀγνοήσῃ τὴν πραγματικὴν αὐτὴν κατάστασιν, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι μία πραγματικὴ κατάστασις μόνον δι’ ἄλλης πραγματικῆς καταστάσεως—διὰ πραξικοπήματος—ἠμπορεῖ νὰ ἀνατραπῇ. Ἡ δὲ Κυβέρνησις πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἂν θελήσῃ νὰ προχωρήσῃ εἰς τέτοιες πραξικοπηματικὲς λύσεις, θὰ ἔλθῃ νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὰς εὐθύνας. Πιστεύω δέ, ὅτι ὀφείλω νὰ τὴν προειδοποιήσω, ὅτι ἴσως κάποτε ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαός, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει πλέον τὴν νοοτροπίαν τοῦ 1936, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐμεσολάβησαν πολλὰ γεγονότα—καὶ κατοχὴ καὶ πόλεμος καὶ ἀγῶνες—καὶ ἰδίως οἱ νέες ἡλικίες, θὰ ἀντιστοῦν εἰς τὸ πραξικόπημα. Καὶ ἂς μὴ λησμονῇ, ὅτι ἴσως τότε θὰ πνεύσῃ κάποιος ἄλλος ἄνεμος, ὁ ὁποῖος θὰ παρασύρῃ καὶ Βασιλεῖς καὶ Θρόνον καὶ Κυβέρνησιν καὶ Βουλήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§253Σ. ΜΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἡ Ἑλλὰς πολεμοῦσε... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι. Λόγῳ τοῦ θορύβου δὲν ἀκούεται ὁ κ. Μπινόπουλος. Ἀκούεται εἰς μίαν στιγμὴν ὅμως παρ’ αὐτοῦ ἡ λέξις: Ἀναιδέστατοι).
§254Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνακαλέσῃ.
§255Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Νὰ ἀνακαλέσῃ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§256Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μέρους τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων διαμαρτύρομαι, διότι ἕνας βουλευτὴς ἀνέβηκε διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἡ μόνη ὑποδοχὴ τῆς σεμνῆς κατὰ τὰ ἄλλα ἀγορεύσεώς του ἦτο ἡ ἔκφρασις: ἀναιδέστατοι. Ζητοῦμεν νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ ὑβρίσας.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε, κ. Μπινόπουλε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). (Ἐν μέσῳ τοῦ θορύβου ὁ κ. Μπινόπουλος ὁμιλεῖ ἀνακαλῶν, μὴ ἀκουόμενος ὅμως εὐκρινῶς).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπινόπουλος ἀνεκάλεσε.
§259Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἀνεκάλεσε.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαρρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§261Γ. ΣΑΡΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, χωρὶς κανένα πρόλογον, εἰσέρχομαι ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ θέμα, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀπασχολεῖ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἡ Κυβέρνησις, σπεύδουσα νὰ διεξαγάγῃ τὸ Δημοψήφισμα τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ἐπικαλεῖται ὡς δικαιολογίαν τῆς σπουδῆς της, δύο ἐπιχειρήματα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ λαϊκὴ ἐπιταγή, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἡ πολιτειακὴ ὁλοκλήρωσις πρέπει νὰ γίνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον. Τὸ δεύτερον εἶναι ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης καὶ ἡ γαλήνη, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἐπακολουθήσῃ καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν, μετὰ τὸ Δημοψήφισμα. Καὶ τὰ δύο ἐπιχειρήματα, ἐὰν ἀληθεύουν, ἀληθῶς εἶναι βαρυσήμαντα. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας. Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα, τῆς λαϊκῆς ἐπιταγῆς, εἶναι καὶ ἰδικόν μας ἐπιχείρημα, ἀλλὰ πρὸς ἀντίθετον ἀκριβῶς κατεύθυνσιν. Ὅλοι μας ἐνθυμούμεθα, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα εἶχεν ὁρισθῆ διὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1948 διὰ συμφωνίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μετὰ τῶν μεγάλων συμμάχων μας. Ἡ συμφωνία ἐκείνη διελαλήθη καθ’ ἅπαντα τὸν κόσμον μὲ ὅλα τὰ μέσα τῆς δημοσιότητος. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος νὰ παραδέχηται σοβαρῶς, ὅτι δεσμευμένοι ἠθικῶς, ἠδυνάμεθα πλέον μονομερῶς, ἀγνοοῦντες τοὺς μεγάλους συμμάχους μας, νὰ τροποποιήσωμεν τὴν συμφωνίαν ἐκείνην. Ἦλθεν ἡ ἡμέρα τῶν ἐκλογῶν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶχεν οὐδεμίαν οὐδαμόθεν πληροφορίαν, ὅτι ἐγένετο συζήτησις ἢ σκέψις κἂν νὰ τροποποιηθῇ κοινῇ συναινέσει τῶν συμβαλλομένων ἡ συμφωνία ἐκείνη. Ὅταν δὲ προσῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐψήφισεν, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ἕνα θετικὸν γεγονός, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα εἶχεν ὁρισθῆ διὰ τὸ 1948. Γνωρίζω, ὅτι ἕνα μεγάλο πολιτικὸν κόμμα εἶχε τὰς ἐπιφυλάξεις του καὶ ἐκήρυττε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι θὰ συντομεύσῃ τὸ Δημοψήφισμα καὶ θὰ μεταβάλῃ τὴν χρονολογίαν αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι πῶς ἐτέθη αὐτὴ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἂν ἔλαβεν ἀπάντησιν παρ’ αὐτοῦ. Διότι ναὶ μὲν εἶπεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι θὰ τροποποιήσῃ τὴν χρονολογίαν τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀλλὰ δὲν ὥρισεν, ὅτι μονομερῶς καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῶν συμμάχων θὰ τροποποιήσουν τὴν συμφωνίαν, διότι ἤξευρεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διδαγμένος ἀπὸ τὴν πρόσφατον πολιτικήν του ἱστορίαν, δὲν ἦτο διατεθειμένος νὰ παρακολουθήσῃ τοιαύτην νοοτροπίαν. Ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐννοοῦσεν, ὅτι θὰ πείσῃ τοὺς συμμάχους νὰ μεταβάλουν ἀντιλήψεις ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ἔκαμε. Χθὲς ἀγορεύων ἐνώπιον ἡμῶν εἷς ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, διεκήρυττε καὶ δὲν τοῦ ἔγινε διακοπή, ὅτι διὰ τὸ διαλαλούμενον ὅτι οἱ σύμμαχοι ἦρον τὰς ἐπιφυλάξεις των, ἔχομεν μεγάλους ἐνδοιασμούς, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην γίνονται μεγαλύτεροι. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν αὐτὰ τὰ δεδομένα ἕπεται, ὅτι εἰς τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἐδόθη ἀπάντησις, διότι δὲν καθωρίσθησαν αἱ προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἔκαμε τὰς ἐπιφυλάξεις αὐτοῦ. Ἦτο ἀόριστος ὁ ἰσχυρισμός του, ὅτι θὰ προχωρήσῃ πρὸς τὸ Δημοψήφισμα, ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον. Καὶ τότε πῶς θὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐψήφισεν ὑπὸ τὰς περιστάσεις αὐτὰς διὰ τῆς ἰδίας ψήφου διέτασσε νὰ προχωρήσωμεν τὸ συντομώτερον πρὸς τὸ Δημοψήφισμα; Ἐνῷ διὰ τὴν ἀντίθετον ἄποψιν ἔχομεν δεδομένον, ὅτι ἀφοῦ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ὅτι τὸ Δημοψήφισμα θὰ γίνῃ τὸ 1948, ἡ σημασία τῆς ψήφου διὰ τὸ ἐν τῷ μεταξὺ διάστημα, εἶχε τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ φωνὴ τῶν πραγμάτων, δηλαδὴ ἡ ἐντολή του ἦτο νὰ σπεύσωμεν ὄχι πρῶτον διὰ τὰ προσωπικά, ἀλλὰ διὰ τὰ γενικώτερα ζητήματα. Νομίζω, ὅτι ὅσον καὶ ἐὰν ἐρευνήσωμεν τὴν ψυχολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν σημασίαν τῆς ψήφου του τῆς 31 Μαρτίου, αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ἡ σημασία της, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῶν ἐρειπίων τοῦ πολέμου καὶ πρὸς ἐπιδίωξιν τῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων. Τὸ ζήτημα τοῦ Δημοψηφίσματος, διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν ἦτο ἐπεῖγον, οὔτε ἦτο βέβαιον, ὅτι ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ ἡ ἐκ τῆς συμφωνίας καθωρισμένη χρονολογία. Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις ἦτο, ὅτι ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης τὴν ἔκαμε νὰ σπεύσῃ, διότι ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης θὰ ἐπακολουθήσῃ καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν μετὰ τὸ Δημοψήφισμα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωμεν τὶ θὰ γίνῃ μετὰ τὸ Δημοψήφισμα, ἀλλὰ τὸ τὶ θὰ προηγηθῇ τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ τὶ θὰ κρατήσῃ κατὰ τὸν χρόνον τῆς διεξαγωγῆς του. Διότι, βασικὴ προϋπόθεσις εἶναι νὰ ἐπικρατήσῃ τάξις καὶ ὁμαλότης πρὸ τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ κατ’ αὐτό, διότι μόνον τότε τὸ Δημοψήφισμα θὰ ἀποτελῇ γνησίαν ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μόνον τότε θὰ εἶναι Δημοψήφισμα ἀδιάβλητον. Μόνον τότε θὰ ἀποτελῇ τὸ Δημοψήφισμα ἕνα πολιτειακὸν δεδικασμένον κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ χωρῇ οὐδὲν ἔνδικον μέσον καὶ τότε θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀφετηρίαν νέας σταδιοδρομίας διὰ τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν πιστεύει τὴν ἐπαγγελίαν αὐτήν, ἀκριβῶς δὲ δι’ αὐτὸ ὁπλίζεται μὲ μέτρα τάξεως ἀορίστου διαρκείας, μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν. Ἀλλὰ δὲν διαφωνοῦμεν μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν σπουδήν, μὲ τὴν ὁποίαν διεξάγεται τὸ Δημοψήφισμα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον καὶ τὸν τύπον τοῦ ἐρωτήματος, μὲ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται τοῦτο εἰς τὸν λαόν. Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπικαλεῖται βασιλικὰς δηλώσεις εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ἰσχυρισμῶν της. Ἀλλὰ τὰ κείμενα τῶν βασιλικῶν δηλώσεων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν καὶ τὰ γνωρίζομεν ὅλοι, δὲν ὁμιλοῦν περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ περὶ τοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κληθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀποφανθῇ. Ἡ ἑρμηνεία μάλιστα τῶν βασιλικῶν δηλώσεων εἶναι προφανής. Δὲν ἤθελε ποτὲ ὁ Βασιλεὺς νὰ φέρηται ὡς ὑπόδικος ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἤθελεν εἰς περίπτωσιν πολιτειακῆς συζητήσεως, νὰ φέρηται ὑπόδικος ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω, διατὶ ἡ Κυβέρνησις προτιμᾷ ὑπόδικον τὸν Βασιλέα καὶ ὄχι τὸν θεσμόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ ἐρώτημα ὅπως τίθεται, δὲν τίθεται σύμφωνα πρὸς τὰ κείμενα τῶν βασιλικῶν δηλώσεων καὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν. Ἀντιτίθεται δὲ καὶ πρὸς τὴν ἱστορικὴν ψυχολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μέχρι τοῦ 1920 ἡ πολιτειακὴ συζήτησις ἐστρέφετο περὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Μετὰ τὸ 1920 καὶ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν, ἀπὸ τότε ἡ πολιτειακὴ συζήτησις ἐν Ἑλλάδι ἀφορᾷ τὸν θεσμόν, τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Τὸ ἐρώτημα ὅμως οὕτω τιθέμενον, ἀντιτίθεται καὶ πρὸς τὸ αἴσθημα τῆς διεθνοῦς κοινωνίας. Ἡ διεθνὴς κοινωνία ἐνθυμεῖται, ὅτι προχθὲς ἀκόμη ἔληξεν ἕνας παγκόσμιος αἱματηρὸς πόλεμος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὡς ἀφορμὴν τὴν σύγκρουσιν τῶν δημοκρατιῶν καὶ τοῦ φασισμοῦ μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἧτταν τοῦ φασισμοῦ καὶ τὴν ἀνατροπὴν τῶν θρόνων, οἱ ὁποῖοι ἐστηρίζοντο ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀντιθέτως ἐνθυμεῖται ἡ διεθνὴς κοινωνία, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξε πάντοτε ἡ κοιτὶς τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν. Ὅτι ὁ χῶρος αὐτός, εἰς τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, ὑπῆρξε τὸ κέντρον τῆς πρώτης Δημοκρατίας, τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία ὑψώθη ὡς σύμβολον δημοκρατικῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ κόσμου. Ὄτι προχθὲς ἀκόμη ἡ Ἑλλὰς μετεβλήθη εἰς σωρὸν ἐρειπίων, ὡς θυσία ὑπὲρ τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπόν, παρὰ νὰ συνοφρυωθῇ ἡ διεθνὴς κοινωνία, ὅταν μάθῃ, ὅτι δὲν συζητοῦμε περὶ τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ συζητοῦμε περὶ προσώπων καὶ ἀναχρονιστικῶν συμβόλων. Ὄταν μάλιστα μάθῃ, ὅτι εἰς τὰς συζητήσεις αὐτάς, κάθε δημοκράτης χαρακτηρίζεται, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν ἄκραν ἀριστερὰν παράταξιν, κατὰ τῆς ὁποίας ὁ διεθνὴς δημοκρατικὸς κόσμος εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀγωνισθῇ. Νομίζω, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ἀπροσμάχητα καί, ὅτι μία καὶ μόνη λύσις ὑπάρχει, νὰ ἀποσύρῃ τὸ ψήφισμα καὶ νὰ τὸ φέρῃ εἰς εὐθετώτερον χρόνον καὶ κατὰ τρόπον συμφωνοῦντα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα. Κύριοι βουλευταί, ὁ σεβαστὸς Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων προλογίζων προχθὲς εἰς τὴν ἀγόρευσίν του εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ ματαιοπονίαν τὸν ἀγῶνα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπέναντι μιᾶς τόσον ἰσχυρᾶς πλειοψηφίας. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ὁ ἀγὼν πρέπει νὰ εἶναι πεισματωδέστερος, διότι πρέπει νὰ ὑπενθυμίζηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς τόσον μεγάλου ζητήματος ἀναλαμβάνει μεγίστην εὐθύνην. Ὄταν δὲ λέγωμεν εὐθύνην, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον τὴν πολιτικήν, ἀλλὰ κυρίως τὴν ἱστορικὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία εἰς τὰς σημερινὰς κρισίμους ἐθνικὰς στιγμὰς εἶναι τόσον βαρεῖα, ὥστε νὰ θραύσῃ ὑπὸ τὸ βάρος της τὴν σπονδυλικὴν στήλην οἱουδήποτε. (Χειροκροτήματα).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§263ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6ην μ. μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, συνέχισιν ἐπὶ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ προκηρύξεως Δημοψηφίσματος περὶ τῆς ἐπανόδου τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Βʹ». (Ὥρα 6.30′ πρωϊνὴ)