1946.06.22
2,056 rows · 15,542 words · 73 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27η
Σάββατον 22 Ἰουνίου 1946
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Δρόσος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΔΡΟΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ ἀγροτικὸς κόσμος Κωμοπόλεως Ἐλευθερουπόλεως διαμαρτύρεται δι’ ἀπολύσεις ἐκπροσώπων ἀγροτικοῦ κόσμου ὡς Συμβούλων Ἀγροτραπέζης καὶ ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ μέτρου τούτου. Οἱ ἐθνικόφρονες διδάσκαλοι Βερροίας διαμαρτύρονται διὰ τὸν φόνον συναδέλφου των καὶ ζητοῦν τὴν ἄμεσον λῆψιν μέτρων πρὸς ἐξόντωσιν συμμοριῶν. Ἡ Κεντρικὴ Διοίκησις Ε.Β.Ε.Ν. διαμαρτύρεται διὰ τὴν δολοφονίαν μέλους ὀργανώσεώς των καὶ δι’ ἀπαγωγὴν ὑπὸ Ἐαμοβουλγαρικῆς συμμορίας Βενίτου καὶ δηλώνει ὅτι κηρύσσει τὴν αὐτοάμυναν ἐναντίον Κ.Κ.Ε. Διάφοροι Σύλλογοι ἐκ Διαβολιτσίου διαμαρτύρονται δι’ ἀπαγγελθεῖσαν ψευδῆ κατηγορίαν κατὰ Ἀνθυπολοχαγοῦ Πουλοπούλου Ἰωάννου ὑπὸ ἀναρχοκομμουνιστῶν ζητοῦντες τὴν ἠθικὴν ἀποκατάστασίν του. Διάφορα Σωματεῖα Χίου ζητοῦν τὴν κατάργησιν φόρου Ἀγροφυλακῆς ἐπὶ τῶν εἰσερχομένων καὶ ἐξερχομένων ἐμπορευμάτων. Ὁ Ἐπαγγελματοβιομηχανικὸς κόσμος Νομοῦ Ρεθύμνης διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην ἀπόσπασιν τμήματος ἐπαρχίας Μυλοποτάμου καὶ ζητεῖ τὴν μὴ πραγματοποίησιν ταύτης. Οἱ πυροπαθεῖς κάτοικοι Ἁγίας Εὐθυμίας Φωκίδος, ζητοῦν ὅπως συνεχισθῆ ἡ δωρεὰν χορήγησις τῶν τροφίμων τῆς Οὔνρρα. Παθόντες αὐτοκινητισταὶ περιφερείας Κιλκὶς ζητοῦν τὴν κατάργησιν Υ.Ε.Κ Α. καὶ ἀποκατάστασιν αὐτοκινητιστῶν. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, πυροπαθεῖς καὶ βομβόπληκτοι, διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ νόμου ἀποστεγάσεως καὶ ζητοῦν ὅπως ἐξαιρεθοῦν τούτου, οἱ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ συνταξιοῦχοι, καὶ οἱ ἐν ἐνεργείᾳ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἡρακλείου ζητεῖ τὴν χορήγησιν τῶν δοθεισῶν πιστώσεων διὰ τὴν ἀνέγερσιν συνοικισμῶν καὶ ἀποθηκῶν τελωνείου, τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Ταμείου Ἀνεργίας, τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς σταφίδος εἰς ἐργοστάσια τῆς πόλεως, τὴν χορήγησιν πιστώσεων κλπ. Ἐπαγγελματικαί, Ἐπιστημονικαὶ καὶ Ἐργατικαὶ Ὀργανώσεις Καβάλλας ζητοῦν τὴν ταχεῖαν συγκέντρωσιν καὶ ἐπεξεργασίαν τῶν καπνῶν ἐσοδείας 1944–45 τὴν πληρωμὴν τῆς ἀξίας τῶν διασωθέντων καπνῶν, τὴν ἔναρξιν ἔργων κοινῆς ὠφελείας, τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἐπιτάκτου ἐργοστασίου Καβάλλας, τὴν λειτουργίαν τῶν λαϊκῶν συσσιτίων κλπ. Ἡ Ἕνωσις Τελωνειακῶν Ὑπαλλήλων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ζητεῖ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59 καὶ 330)45 Σ. Π. περικοπεισῶν ὀργανικῶν θέσεων καὶ τὴν ἐνέργειαν προαγωγῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Παπαγεωργίου καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Πανελληνίου Συλλόγου Δασοκτημόνων Παραγωγῶν καὶ Ἐμπόρων ἐγχωρίων δασικῶν προϊόντων αἰτούντων παράτασιν μισθώσεων ἐκμεταλλεύσεως δασῶν καὶ παραπομπὴν τῆς αἰτήσεώς των εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν Ὑπουργείου Γεωργίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Ἰασωνίδης, καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν Προέδρου Συλλόγου Ἐθνικοφρόνων δημοδιδασκάλων, διὰ τὰς συνεχεῖς ἐκτελέσεις ὑπὸ κομμουνιστῶν Ἐθνικοφρόνων Δημοδιδασκάλων. Τὸ προσωπικὸν τῆς Υ.Ε.Κ.Α. Κρήτης, διαμαρτύρεται διὰ φημολογουμένην διάλυσιν ὑπηρεσίας καὶ ζητεῖ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Οἱ διδάσκαλοι περιφερείας Τριφυλλίας ζητοῦν τὴν ἀξιοποίησιν τῶν Ἐθνικῶν θυσιῶν δι’ ἐξασφάλισιν ὑποφερτῶν ὅρων ζωῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ πληγέντων αὐτοκινητιστῶν περιφερείας Φθιώτιδος καὶ Λήμνου ζητοῦν κατάργησιν τῆς ΥΕΚΑ. Οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι Γεωργοταμείων, ζητοῦν ὅπως εἰς τὸν ὑπὸ ψήφισιν νόμον περὶ Ὀργανισμοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας περιληφθῇ διάταξις μονιμοποιήσεως τῶν ὡς ἄνω ὑπαλλήλων. Οἱ κάτοικοι Ἠλιουπόλεως διαμαρτύρονται ἔναντι τῶν ἀναδόχων τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ Ἠλιουπόλεως οἵτινες βάσει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 147]45 Α. Ν. καὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 37478] 6–11–45, 11707]11–2–47 καὶ 13567]8–3 46 σκανδαλωδῶν ἀποφάσεων Ὑπουργείου Μεταφορῶν, εἰσπράττουν καὶ διαθέτουν ἀνεξελέγκτως. Ὁ Σύλλογος Τραπεζικῶν Ὑπαλλήλων Πατρῶν ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν νόμου 163. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Σταθόπουλος καὶ Ν. Σπέντζας καταθέτουσιν ἀναφορὰν τῶν κρατουμένων Ἐθνικοφρόνων ὑποδικοκαταδίκων εἰς φυλακὰς Κοζάνης ἐπὶ παρανόμῳ ὁπλοφορίᾳ. Ὁ Δημήτριος Πετρουλᾶκος, Συνταγματάρχης Πεζικοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ, κάτοικος Γυθείου ζητεῖ τὴν καταβολὴν καθυστερουμένων χρημάτων παρὰ Ὑποκαταστήματος Ἐθνικῆς Τραπέζης Γυθείου προερχομένων ἐκ πωλήσεως βάμβακος. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Κάντζιας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κ. Θωμοπούλου κατοίκου Ἀθηνῶν, διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Νοσοκομείου Μπανιᾶ. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κρατούμενοι δοσίλογοι ζητοῦν κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6]45 Σ. Π. Ἐπιτροπὴ ὑπαλλήλων ΥΕΚΑ καὶ αἱ ἐργατικαὶ ὀργανώσεις Πατρῶν ἐπιδοκιμάζουν μέτρα τάξεως καὶ ἀσφαλείας πρὸς διάσωσιν φιλτάτης Πατρίδος. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Β. Στεφανόπουλος καταθέτει αἴτησιν τῶν πυροπαθῶν κατοίκων Δαμίζης καὶ Κεραμυδιᾶς Ἠλείας ζητούντων 1) ἄμεσον στέγασιν, 2) αὔξησιν καὶ δωρεὰν παροχὴν τῶν ὑπὸ τῆς Οὔνρρα χορηγουμένων τροφίμων, 3) ἀποστολὴν εἰδῶν ἱματισμοῦ κλπ. Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀποκρούουν μετ’ ἀγανακτήσεως προβαλλομένας βουλγαρικὰς ἀξιώσεις ἐπὶ Ἑλληνικῶν ἐδαφῶν ὡς ἀναξίας πάσης ἀνασκευῆς, καταγγέλουν τὴν καιροσκοπικὴν πολιτικὴν τῆς Βουλγαρίας, διαπιστώνουν ὅτι ἐπὶ ἑκατονταετίαν ἐστραγγαλίζοντο τὰ Ἐθνικὰ Δίκαια, καὶ ζητοῦν ρύθμισιν συνόρων μέχρι Γενούσου, Σκάρδου καὶ Αἵμου, ἐπὶ τῇ βάσει ἀναντιρρήτων ἐσωτερικῶν, ἐθνολογικῶν, οἰκονομικῶν καὶ στρατηγικῶν τίτλων. Τὰ σωματεῖα ἀγοραστῶν ἀκινήτων κατοχῆς Κορινθίας καὶ Καλαμῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 114]46 Σ. Π. Ἐπιτροπὴ ἀγορασάντων ἀκίνητα περιόδου κατοχῆς Νομοῦ Μεσσηνίας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 114 Σ. Π. Ἐπιτροπὴ κατοίκων Παραμυθιᾶς, διαμαρτύρεται κατ’ ἀποφάσεως Κυβερνήσεως περὶ ἐπανόδου εἰς Ἑλλάδα Ἀλβανοτσάμηδων. Τὸ Σωματεῖον Καπνεργατῶν ἡ «Ἀναγέννησις» Καβάλλας ζητεῖ, 1) τὴν ἐπίλυσιν τοῦ καπνικοῦ ζητήματος, 2) τὴν δικαίαν ἱκανοποίησιν τῶν καπνοπαραγωγῶν, 3) τὴν καταβολὴν καθυστερουμένων ἐπιδομάτων ἀνεργίας, 4) τὴν τροποποίησιν τῶν κανονισμῶν Ι.Α.Κ. κλπ. Ὁ κ. Σ. Θεοτόκης (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 2507)1940 «περὶ Στρατιωτικῆς ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν ἐν τῇ Χωροφυλακῇ» περὶ προαγωγῶν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ τῶν Πόλεων καὶ περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ἀμοιβῶν εἰς τοὺς φονευομένους, τραυματιζομένους καὶ ἐξαφανιζομένους ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ὑπηρεσίας των στρατιωτικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ὑπαλλήλους τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων».
§5Π. ΤΣΙΜΠΙΔΑΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἔχετε τὸν λόγον.
§7Π. ΤΣΙΜΠΙΔΑΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ Μακεδονικὸς λαὸς ἑώρτασε χθὲς τὴν ἐπέτειον τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς. Καὶ εἶναι ἡ μάχη ἐκείνη, ἕνα ἀπὸ τὰ ἱστορικώτερα γεγονότα, μιὰ ἀπὸ τὰς λαμπροτέρας σελίδας τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας. Ὄχι μόνον διότι ἔλαμψεν ἐκεῖ ἡ Ἑλληνικὴ ἀνδρεία, τὴν λαμπροτέραν της λάμψιν, λάμψιν ὑπερόχου αὐτοθυσίας καὶ ἡρωϊσμοῦ, οὔτε μόνον, διότι καθηγιάσθη ὁ ἱερὸς ἐκεῖνος χῶρος ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὰ ὀστᾶ τῶν τέκνων τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος εἰς τὸν αἰώνιον ρόλον, ἀλλὰ κυρίως, διότι ἐπληροφορήθη ἕνας αὐθάδης ἐπιδρομεὺς καὶ σφετεριστής, ὅτι ἡ Ἑλλάς, εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ἐκτινάξῃ πάντοτε πέραν τῶν συνόρων της κάθε βέβηλον τῆς ἱερᾶς Ἑλληνικῆς γῆς. Κατὰ τὴν μεγάλην ἡμέραν τῆς Ἐθνικῆς αὐτῆς μυσταγωγίας, νομίζομεν, ὅτι ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους, ἔχει τὸ χρέος καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μετάσχῃ τοῦ Ἐθνικοῦ αὐτοῦ μνημοσύνου, πληροφοροῦσα τὸν Μακεδονικὸν λαόν, ὅτι τὸ Κιλκὶς καὶ ἡ Μακεδονία ὁλόκληρος, παραμένουν Ἐθνικὸν Ἱερὸν διὰ τὴν Πανελλήνιον συνείδησιν, πληροφοροῦσα ἀκόμη τοὺς πάντας καὶ ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι τὸ Ἐθνικὸν αὐτὸ Ἡρῷον τόσων μαρτύρων καὶ τόσων ἡρώων καὶ τόσων ὀπτασιαστῶν μὲ ὑπέρτατα σύμβολα τοὺς τάφους τοῦ Παύλου Μελᾶ καὶ τοῦ Βελισσαρίου εἶναι Ἱερὸν ὅσον καὶ τὸ σεπτὸν Ἡρῷον τοῦ Μεσσολογγίου. (Χειροκροτήματα).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέχεια τῆς μόνης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως Ψηφίσματος «περὶ προκηρύξεως Δημοψηφίσματος πρὸς ἐπάνοδον τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Βʹ».
§9Β. ΣΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως ἀνεγράφη ἐσφαλμένως, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημοψηφίσματος ἐτέθη ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ἐνῷ ἐγὼ εἶπον τὸ ἀντίθετον. Ἐπίσης, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐρωτήματος εἶπον, ὅτι συμφωνοῦμεν ριζικῶς, ἐνῷ ἐγὼ εἶπον, ὅτι διαφωνοῦμεν ριζικῶς.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσιν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χ. Λαδᾶς.
§11Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς κρισίμους στιγμάς, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἡ ἐπίρρωσις τῆς Ἐθνικῆς γαλήνης καὶ ὁμονοίας, καλούμεθα μὲ τὸ ὡρολόγιον ἀνὰ χεῖρας νὰ λύσωμεν ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ ὡς θέμα καὶ ὡς δικονομία διῄρεσε καὶ διαιρεῖ ἀκόμη τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς δύο μερίδας καὶ ἀπετέλεσε τὸν σάρακα, ὁ ὁποῖος κατηνάλωσε καὶ καταναλίσκει τὰς ζωτικὰς τοῦ Ἔθνους δυνάμεις καὶ ἐπιτρέπει καὶ ἐπέτρεψεν εἰς πολλοὺς τυχαρπάστους νὰ φθάσουν ἑκάστοτε μέχρι τοῦ προσκηνίου τῆς πολιτικῆς ζωῆς καὶ νὰ καταπατοῦν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐνῷ μᾶς ἐδίδετο σπανία ἱστορικὴ εὐκαιρία νὰ ἑνώσωμεν τὸ χάσμα καὶ νὰ καλέσωμεν ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὸ νὰ παύσῃ ἐπὶ τέλους νὰ βλέπῃ ἕκαστον κόμμα ἐρχόμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν μὲ ἕνα πολίτευμα εἰς τὰ θυλάκιά του, πολίτευμα τὸ ὁποῖον ἦτο πολίτευμα μόνον τοῦ κόμματος ἐκείνου, ἐπαναλαμβάνω, ἐντελῶς ἐξ ἀπροόπτου καὶ μὲ τὸ ὡρολόγιον εἰς τὴν χεῖρα καλούμεθα νὰ διαιωνίσωμεν τὸ χάσμα. Καὶ ἐπεζητήθη ἡ δικαιολογία εἰς τὴν δοθεῖσαν λαϊκὴν ἐντολήν. Οὐδέποτε τὸ ἀξίωμα, ὅτι «ὅλαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους» παρηρμηνεύθη βιαιότερον. Καὶ ἐλησμονήθη, ὅτι ἡ θεωρία αὐτὴ τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς εἶναι μακρὰν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, ὅτι ἔχει ἐξοβελισθῆ πλέον ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πρακτικήν, εἰς δὲ τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα εἶναι καὶ ὡς ρητὴ διάταξις ἐξωβελισμένη, διότι ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς περιφερείας, ἡ ὁποία τὸν ἐκλέγει, ἀλλὰ εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἐνῷ θὰ ἦτο δυνατὸν ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης εἰς ἕνα δωμάτιον νὰ συγκεντρωθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται τῶν πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἔκριναν, ὅτι ἦτο ὑποχρέωσίς των πρὸς τὸν τόπον νὰ ζητήσουν τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν καὶ ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθουν ὅλοι αὐτοὶ εἰς ἓν δωμάτιον καὶ νὰ μὴ ἀπεχωρίζοντο ἂν δὲν ἐξήρχοντο σύμφωνοι ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ θὰ ἐτίθετο εἰς τὸν λαόν, διὰ νὰ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι περὶ ἑνὸς πολιτεύματος, ἐπαναλαμβάνω, εὑρέθη καὶ πάλιν ὁ τρόπος ὄχι μόνον νὰ διαιρεθῶμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ διαιωνίσωμεν ἀκόμη τὸ χάσμα. Παράδειγμα, ἡ ἀναταραχή, ἡ ὁποία, μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου, μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐτάραξεν ὅλων ἡμῶν τὰς ψυχάς. Τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, κρισίμους στιγμὰς διατρέχει ὁ τόπος καὶ ἡ ἀγωνία συνέχει πάντας καὶ ὁ λαὸς διερωτᾶ καὶ διερωτᾶται, ἐὰν ὑπάρχῃ πλέον εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν δικαιοσύνη καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν πλέον, ἀπὸ τὰς θυσίας εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ἑκουσίως, παρασχὼν ἑαυτὸν ὁλοκαύτωμα, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐλευθερίας, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ, ἂν εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν ἔχουν περισσοτέραν ἀξίαν οἱ καταφερτζῆδες, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν, πότε μὲ τοὺς προσκαίρους νικητάς, πότε μὲ τοὺς μετέπειτα νικητάς, νὰ προσβάλλουν τὴν ἀνθρωπίνην ἠθικὴν ἢ οἱ ἠθικοὶ λαοὶ ποὺ γίνονται ἐρείπια εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐλευθερίας. Ἐνῷ, λέγω, θὰ ἔπρεπεν ὅλοι μαζὶ νὰ παρακολουθήσωμεν, ὄχι μόνον μὲ τὰς εὐχάς μας τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπερχόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διὰ νὰ μεταβιβάσῃ, ὄχι μόνον τὴν ἀγωνίαν τοῦ Ἔθνους ἀλλὰ καὶ τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ Ἔθνους, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔχουν ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀνείπωτοι θυσίαι τῆς Ἑλλάδος (χειροκροτήματα), ἡμεῖς συζητοῦμεν περὶ πολιτευμάτων. Ἀλλὰ τὰ πολιτεύματα, κύριοι, δὲν σώζουν, εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις, τὰ Κράτη. Τὰ Κράτη καὶ τὰ Ἔθνη, εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις τὰ σώζουν οἱ ἱκανοὶ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ τὰ χρηστὰ πολιτικὰ ἤθη. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχῃ στερεὸν πολίτευμα, ὅταν τὸ διαχειρίζωνται ἄνδρες πολιτικοὶ ἀνίκανοι, τὸ πολίτευμα οὐτὸ μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας θὰ καταρρεύσῃ. Καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχῃ πολίτευμα ἀσταθές, εἰς χεῖρας ἱκανῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, θὰ δυναμώσῃ καὶ θὰ δυναμωθῇ καὶ θὰ γίνῃ πίστις τοῦ λαοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, τὰ πολιτεύματα νὰ ἀκολουθοῦν τὴν παλίροιαν καὶ τὴν ἀμπώτιδα τῶν λαϊκῶν κυμάτων, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε ἐμφανίζονται παρὰ τὰ κατὰ τὰ ἄλλα ἀγαθὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Τὰ πολιτεύματα πρέπει νὰ εἶναι μόνιμα καὶ θὰ εἶναι μόνιμα ὅταν ὅλοι μας ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ζητηθῇ τοῦ κυριάρχου λαοῦ ἡ γνώμη. Ἀνεμνήσθησαν ὅμως τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, τὴν ἀνύπαρκτον λαϊκὴν ἐντολήν, τὴν μὴ δυναμένην νὰ δεσμεύσῃ οὐδένα, διότι κάθε βουλευτὴς εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους καὶ κρίνει κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψήφου του, ἐπὶ τῇ βάσει ὄχι τῆς γνώμης ἐκείνων ποὺ τὸν ἐξέλεξαν ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς Χώρας, καὶ ἐπεζητήθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λαϊκῆς αὐτῆς ἐντολῆς νὰ δοθῇ ἀκαίρως εἰς τὴν ἀστοχωτέραν ὥραν λύσις εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὸν ἀναταράσσει τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἐτέθη, καὶ ὅπως εἶπον ἤδη πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, μὲ τὸ ὡρολόγιον ἀνὰ χεῖρας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ μὲ τὸ ὡρολόγιον ἀνὰ χεῖρας θὰ τεθῇ καὶ εἰς τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ἄν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν τὰς κυκλοφορούσας φήμας, θὰ ἐπιζητηθῇ ἡ ἐπιψήφισίς του. Καὶ ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ φέρω μακρὰν πάσης ἀντιπολιτευτικῆς διαθέσεως τὰς ἀντιλήψεις ὡρισμένης μερίδος, ὡρισμένης μειοψηφίας ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, νὰ φέρω μὲ ἀνοικτὴν τὴν καρδίαν πρὸς ὑμᾶς τὰς ἀντιλήψεις μας καὶ νὰ σᾶς καλέσω ἐν ὀνόματι τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου νὰ ψηφίσετε κατὰ τὴν συνείδησίν σας. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος ἔχομεν ἀνάγκην προηγουμένως νὰ συνεννοηθῶμεν ἐπὶ ὡρισμένων σημείων. Ἐὰν δὲν ἐκκαθαρίσωμεν τὴν βάσιν τῆς συζητήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐὰν συνεννοηθῶμεν ἐπὶ τῶν βασικῶν σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν μένει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι αἱ ἑκατέρωθεν ἀντιθέσεις, δὲν πρόκειται νὰ ἔχουν συνέχειαν. Ποῖα εἶναι, κύριοι, τὰ δύο βασικὰ σημεῖα, περὶ τὰ ὁποῖα, πρὶν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, πρέπει νὰ μείνωμεν σύμφωνοι; Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ ἀδιαφιλονίκητον, ὅτι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἔχει ὄχι μόνον τὴν ἐσωτερικήν του μορφήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξωτερικήν του ἄποψιν. Περὶ αὐτοῦ καὶ ἡ προχειροτέρα ἀκόμη ἀπόδειξις, δηλ. ἡ ἐμφάνισις τῶν παρατηρητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ παρακολουθήσουν τὸ Δημοψήφισμα, δείχνει τὸ ἐνδιαφέρον καὶ δείχνει καὶ τὴν ἐξωτερικήν του πλευρὰν καὶ ἐὰν διαγράψωμεν ἀκόμη ὄχι μόνον μὲ γομολάστιχαν, ἀλλὰ μὲ ὁτιδήποτε, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν ἔχουν δημιουργηθῆ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ ὡς θέμα καὶ ὡς δικονομίαν, ἔχει καὶ τὴν ἐσωτερικήν του καὶ τὴν ἐξωτερικήν του πλευράν. Τὸ δεύτερον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ μείνωμεν σύμφωνοι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα ὀρθά, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ὅλων ἡμῶν ἡ ἐπιθυμία εἶναι, καὶ πρέπει νὰ εἶναι, ὅτι τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους θὰ ἰσχύσῃ εἰς τὸν τόπον αὐτόν, πρέπει νὰ προκόψῃ ἐκ τῆς ἐκλογῆς τῆς ψήφου τοῦ κυριάρχου λαοῦ κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, ἀνεπηρέαστον, ψύχραιμον καὶ ἀποφασιστικὸν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ νὰ τὸ ἀναγνωρίσωμεν ὅλοι, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, διότι μόνον τότε τὸ πολίτευμα αὐτὸ θὰ εἶναι ἀκλόνητον καὶ ἔναντι τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἔναντι τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν τοῦ τόπου. Ὄταν ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν, κύριοι βουλευταί, μείνωμεν σύμφωνοι, εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ καταλήξωμεν εἰς θετικὸν ἀποτέλεσμα. Μὴ σᾶς παρασύρουν οἱ εὔκολοι ἐνθουσιασμοὶ καὶ τὰ εὔκολα μίση τῶν μαζῶν. Αἱ μᾶζαι, κύριοι βουλευταί, λόγῳ τῆς πληθύος των, ἐξαλείφουν τὴν ἀτομικότητα καὶ καταργοῦν τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχομεν ὑποχρέωσιν μετὰ ψυχραιμίας καὶ περισκέψεως νὰ συζητήσωμεν τὰ πολιτικὰ προβλήματα, διότι ἔχομεν τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἀποτίομεν τὴν εὐθύνην αὐτὴν ἀργὰ ἢ γρήγορα. Ὄταν δὲ ἔχωμεν συνεννοηθῆ ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ παραμικροτέρα ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ὀρθά, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν πλέον ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν τὸ ψήφισμα, ὅπως εἶναι βέβαιον, δὲν ἔχῃ μόνον χροιὰν ἐσωτερικήν, ἀλλὰ καθάπτεται καὶ ἐξωτερικῆς μορφῆς, καὶ ὡς θέμα καὶ ὡς δικονομία, ἡ ἀντίρρησις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἶναι καθωρισμένος ὁ χρόνος τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος ὑπὸ τὰς κρισίμους ὥρας, ποὺ διέρχεται ὄχι μόνον ὁ τόπος μας, ἀλλ’ ὁλόκληρος ὁ κόσμος, εἶναι κάτι ποὺ δὲν δύναται εὐχερῶς νὰ παραμερισθῇ. Διότι, κύριοι, συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ μάλιστα μετὰ πολλῆς προσοχῆς, καὶ πολλοῦ πατριωτισμοῦ προσεπαθήσαμεν ἀκόμη καὶ εἰς τὴν στενὴν αὐτὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μὴ λεχθῇ τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ δώσῃ καὶ τὴν παραμικροτέραν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀφορμή τις, διὰ νὰ θιγῶσι τὰ Ἐθνικά μας δίκαια, ἡ διεκδίκησις τῶν ὁποίων πρέπει νὰ εἶναι παρ’ ὅλων τῶν Ἑλλήνων ἑνιαία καὶ ὁμόφωνος. Ἐὰν δεχθῶμεν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἔχει καὶ ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πλευράν, καὶ ἔτσι εἶναι, καὶ ἐὰν ἐνθυμηθῶμεν ὅτι δυστυχῶς ἢ ἀτυχῶς τὰ Ἐθνικὰ ζητήματα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἀξιοποίησις τῶν πρωτοφανῶν εἰς ἔκτασιν θυσιῶν ἀνήκει εἰς χεῖρας τρίτων, τότε πρέπει νὰ προσέξωμεν, νὰ προσέξωμεν μετὰ περισκέψεως, νὰ προσέξωμεν μετὰ πολλῆς ἀμεροληψίας καὶ περινοίας, αἰρόμενοι ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν μας ἀντιλήψεων, μήπως ὄχι μόνον βλάψωμεν τὰ Ἐθνικὰ δίκαια, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ παραστήσουν τὸ πρᾶγμα ἀπαντῶντες οἱ ρήτορες τῆς συμπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι πρέπει, διατυπώνοντες τὸ θέμα καὶ τὴν δικονομίαν τοῦ ζητήματος, νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν εἰλικρινῆ προσπάθειαν, ὥστε εἴτε οἱ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἐλλοχεύοντες ἐχθροί, εἴτε ἄλλοι, ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκωνται, νὰ μὴ εὕρουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ παράσχουν δυσχερείας, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς Ἐθνικὰς διεκδικήσεις τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, κύριοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἐκταθῶ, διότι εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἡνωμένοι μεταξὺ των ἔχουν τὸ ἐγχειρίδιον ἀνὰ χεῖρας καὶ ἐλλοχεύουν νὰ πλήξουν ἐκ τῶν νώτων πλέον τὴν ἐθνικήν μας ὑπόθεσιν. Ἀρκεῖ νὰ σκεφθῶμεν μόνον, ὅτι οἱαδήποτε πρᾶξις πρέπει νὰ γίνῃ μετὰ τοιαύτης ἀμεροληψίας καὶ μετὰ τοιαύτης προσοχῆς, ὥστε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα, τί λέγω, τὸ καθῆκον, νὰ βοηθήσουν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν Ἐθνικῶν μας δικαίων, νὰ μὴ αἰσθανθοῦν ὁθενδήποτε κακόβουλον παρέμβασιν, διὰ δυσχερείας, εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. Τοῦτο, κύριοι, ἐὰν πρυτανεύσῃ εἰς τὰς σκέψεις μας, θὰ πεισθῆτε ὅτι ὁ ἐκ τῶν προτέρων καθωρισμένος χρόνος τοῦ Δημοψηφίσματος εἶναι γενικῶς ἀπαράδεκτος. Τώρα αὐτὸ εἶνε μόνον, τὸ ὁποῖον καθιστᾶ βασίμους τὰς ἀντιρρήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐζητήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρεχωρήθη εἰς αὐτὴν δικαίωμα ἐκτάκτων μέτρων πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦσα παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὰ ἔκτακτα αὐτὰ μέτρα, μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεστέλλοντο διατάξεις τοῦ Συντάγματος, μόλις τεθεῖσαι μετὰ 10ετίαν εἰς ἐφαρμογήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσω, ὅτι τὰ ἔκτακτα αὐτὰ μέτρα ἐζητοῦντο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ ἀνάγκη τῆς θεσπίσεώς των. Ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη καὶ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν ἐζωγράφιζον ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, ὅλαι αἱ ἐφημερίδες καὶ ὅλαι αἱ ἀναφοραί, αἱ ὁποῖαι καταφθάνουν καὶ ἀναγινώσκονται ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τοῦ βουλευτοῦ τῆς παρατάξεως τῆς ἰδικῆς σας, διαμαρτυρηθέντος, διότι κατερρακώθη εἰς τὸ πρόσωπόν του ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, μέχρι τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω: «Οἱ συμμορῖται, χρησιμοποιλοῦντες φλογοβόλα..... (ἀναγινώσκει).....».
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ εὑρήκατε τὰ ὅπλα;
§13Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὰ εὑρῆκα, κύριε συνάδελφε, καὶ θὰ πεισθῆτε, ὅτι θὰ εὕρητε σεῖς πολὺ περισσότερα. Τὰ εὑρῆκα, διότι εἶναι γραμμένα εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς παρατάξεώς σας καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀμφισβητήσετε καὶ θὰ ἤθελα νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπερώτησις περὶ τῆς δημοσίας τάξεως, διὰ νὰ ἴδω ποῖος βουλευτὴς θὰ ἄφηνε νὰ ἀντιπαρέλθῃ ἡ εὐκαιρία, διὰ νὰ μὴ διεκτραγῳδήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν τραγῳδίαν τῆς ὑπαίθρου καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως. Εἶπε χθές, ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη τὰς ἀπόψεις τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ἐνῷ ἀφοῦ γνωρίζομεν πόθεν προέρχεται αὐτὴ ἡ ἀταξία καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ γνωρίζομεν ὅλοι, ἀφοῦ γνωρίζομεν πόθεν προέρχεται ἡ ἀταξία, θὰ παρατείνωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὴν προθεσμίαν τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ θὰ ἀφήσωμεν ἐκκρεμῆ τὴν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, ἐὰν ἐκεῖνοι πάντοτε ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἄτακτοι; Καὶ θὰ ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ εἴπῃ τὸ στοιχειῶδες αὐτό, μήπως ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς προαιρέσεως αὐτῶν τῶν ἀτάκτων καὶ ἀναρχικῶν πρόκειται νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως; Μήπως πρέπει νὰ ἐξαρτήσωμεν αὐτὴν ἐκ τῶν διαταγῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔδιδον αὐτοί, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἔχουν ἀφήσει ἥσυχον τὴν δημοσίαν τάξιν; Καὶ εἶχον πάντοτε διαμάχην μὲ αὐτήν; Ὄχι βέβαια. Καὶ τότε ἔχει τὴν πλήρη ἀξίαν τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως, τὴν ὁποίαν δὲν ζωγραφίζει αὐτὴ ἡ εἰκών, ἀλλὰ ζωγραφίζουν καὶ τὰ ἀκόλουθα, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσω περαιτέρω, γίνεται ἀναθεώρησις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ καλούμεθα νὰ κάμωμεν καὶ τὸ Δημοψήφισμα. Ἰδοὺ τί γίνεται μετὰ τὰ ψηφισθέντα μέτρα τάξεως: (Ἀναγινώσκει) «Συγκροτοῦνται ἔκτακτα Στρατοδικεῖα ὡς ἑξῆς: Εἰς Θεσσαλονίκην μὲ περιφέρειαν τοὺς Νομοὺς Θεσσαλονίκης καὶ Χαλκιδικῆς, εἰς Γιαννιτσὰ μὲ περιφέρειαν τὸν Νομὸν Πέλλης καὶ Βερροίας. Εἰς Κιλκὶς μὲ περιφέρειαν τὸν Νομὸν Κιλκίς, Σέρρας μὲ περιφέρειαν τὸν Νομὸν Σερρῶν, τῆς Δράμας μὲ περιφέρειαν τοὺς Νομοὺς Δράμας καὶ Καβάλλας, εἰς Ξάνθην μὲ περιφέρειαν τοὺς Νομοὺς Ξάνθης καὶ Ροδόπης. Εἰς Ἀλεξανδρούπολιν μὲ περιφέρειαν τὸν Νομὸν Εὔβρου. Εἰς Λάρισσαν μὲ περιφέρειαν τοὺς Νομοὺς Λαρίσσης, Μαγνησίας, Τρικκάλων καὶ Καρδίτσης. Εἰς Κοζάνην μὲ περιφέρειαν τοὺς Νομοὺς Κοζάνης καὶ Καστοριᾶς. Εἰς Φλώριναν μὲ περιφέρειαν τὸν Νομὸν Φλωρίνης. Εἰς Ἰωάννινα μὲ περιφέρειαν Νομοὺς Ἰωαννίνων, Ἄρτης, Πρεβέζης (πλὴν Λευκάδος) καὶ Θεσπρωτίας». Καὶ περαιτέρω εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν δηλοῖ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἀσφαλείας, ὅ,τι ἄλλως τε προκύπτει ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ψηφίσματος, περὶ ἐκτάκτων μέτρων, ποὺ ἐψηφίσθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι εἰς ἃ μέρη ἱδρύονται τὰ ἔκτακτα Στρατοδικεῖα, ἐκεῖ θὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 9, δηλαδή, ἡ ἀπαγόρευσις τῆς κυκλοφορίας εἰς ὡρισμένην ὥραν, ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα καὶ ὅλα τὰ εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἀναφερόμενα. Καὶ ἐρωτῶ: ὑπὸ αὐτὰς τὰς συνθήκας εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ περαιτέρω τὸ γνήσιον, τὸ ἐλεύθερον, τὸ ἀνεπηρέαστον Δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδεν εἰς τοὺς φίλους καὶ εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος, τὴν εἰκόνα ὅτι πρόκειται νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς ἡ γάγγραινα αὐτὴ ἡ ὁποία διαιρεῖ καὶ δολοφονεῖ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τόσα χρόνια; Ἐπὶ τοῦ σημείου, λοιπόν, αὐτοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ λύσις τοῦ ζητήματος καὶ λύσις ὁριστική, ὅταν ἡ χώρα τελῇ καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ τελῇ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας. Ἀλλά, δὲν εἶναι ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει κ. βουλευταί. Μᾶς χωρίζει καὶ ἡ δικονομία τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἡ Δικονομία, τὸ θέμα, δηλαδή, ὅπως ἐτέθη καὶ ὁ τύπος τοῦ ψηφοδελτίου, ὅπως τίθεται μὲ τὴν ἀνατροπὴν κάθε ἐννοίας λογικῆς, μὲ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ λευκοῦ, ποὺ κατὰ κοινὴν λογικὴν σημαίνει ἀδιαφορίαν ἢ ἄρνησιν καὶ ποὺ τὸ ὀλιγώτερον δημιουργεῖ ἀσάφειαν. Ἀλλὰ μόνον αἱ σαφεῖς καταστάσεις σώζουν κύριοι. Καὶ διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτό, ὁ ὑποβαλὼν τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος, ἔλαβε μίαν βάσιν, μίαν βάσιν ἡ ὁποία εἶναι ἀναξία τῆς πραγματικότητος, ἀλλὰ καὶ ἀναξία τῶν ἀνειλημμένων καὶ ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως, ὑποχρεώσεων καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ πρὸς τοὺς ξένους. Κύριοι, πρὶν φθάσω εἰς τὸ νὰ ἐξετάσω, διατὶ τὸ ἐρώτημα, ὅπως τὸ σχέδιον παρουσιάζεται, ἀποτετελεῖ παρωδίαν Δημοψηφίσματος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξετάσω προηγουμένως τὰς ἀντιρρήσεις, ἢ μᾶλλον τὰς δικαιολογίας, αἱ ὁποῖαι προσήχθησαν, τοὐλάχιστον, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ στηριχθῇ τὸ ἐρώτημα ὅπως διατυποῦται εἰς τὸ ψήφισμα αὐτό. Πολύτιμος φίλος καὶ διακεκριμένος βουλευτὴς καὶ παλαιὸς συνάδελφος, ὁ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος καί, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς προσεπάθησε νὰ στηρίξῃ τὰ ἀστήρικτα, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεστήριξεν, ὅτι θὰ ἦτο καὶ αὐτὸς ἀκόμη διατεθιμένος νὰ ἀλλάξῃ τὸ ἐρώτημα, καὶ μὲ τὸ φλέγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποκτήσει ἀπὸ τὴν μακράν του σπουδὴν στὰ Ἀμερικανικὰ Πανεπιστήμια λέγει: τί νὰ σᾶς κάμω, ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα, λέγει, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει νὰ τεθῇ σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὸ ἐρώτημα. Ἀλλὰ ποῖον Σύνταγμα κύριοι; Τὸ Σύνταγμα τοῦ 11. Ποῖον Σύνταγμα τοῦ 11; Περὶ ποίου Συντάγματος ὁμιλοῦμεν; Διότι πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου. Διότι μερικὰ χρόνια πρότερον εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὄχι αὐτήν, ἀλλὰ τὴν παλαιάν, εἶχε κληθῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Καὶ εἶχεν τότε τὸν πατριωτισμὸν τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν πολιτικῶν κομμάτων νὰ συνέλθουν καὶ νὰ συγκροτήσουν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Διότι καὶ τώρα εἶναι ὑπέρποτε ἄλλοτε κρίσιμοι αἱ στιγμαὶ ποὺ διατρέχει τὸ Ἔθνος. Καὶ τότε ὅμως ἦτο ἐξαιρετικὰ κρίσιμος ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τότε, κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν Βουλὴν αὐτήν, μὲ Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχον ὅλοι, καὶ ἀκόμη μετεῖχε καὶ ἕνας τίμιος ἄνθρωπος καί, ἕνας λευκὸς πολιτικός, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἀρχηγός μας, ἔγινεν ἕνα Σύνταγμα. Καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἦτο τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1927. Καί, ὅταν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἐνεργούσης ὡς Συντακτικῆς, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὁ κ. Σαγιᾶς, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ μιᾶς ἀγορεύσεως τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, μακαρίτου Παπαναστασίου, ὑπέβαλεν πρότασιν ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἄρθρου, δηλαδή, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, ποὺ ἐπραγματεύετο τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, πρότασιν ἀφίνουσαν νὰ ἐννοηθῇ ἐπιφύλαξις, διὰ τὸ Δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἔλαβον τὸν λόγον ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί. Ἐπρότεινε τότε, ἡ Δημοκρατικὴ Παράταξις πρὸς τὴν ἀντίθετον πλευράν: ἐλᾶτε, τὰ πολιτεύματα πρέπει νὰ εἶναι κοινῆς ἀναγνωρίσεως, ἐλᾶτε νὰ κάμωμεν ἕνα Δημοψήφισμα ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ λυθῇ κάθε ἐπιφύλαξις. Οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ φέρῃ τότε τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, ὑπὸ τὴν κρίσιν Δημοψηφίσματος ἐξ ἀπήνης, ὅπως θέλωμεν νὰ πράξωμεν ἡμεῖς σήμερον. Θέλετε νὰ ἦτο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ἀποτέλεσμα προγενεστέρου Δημοψηφίσματος, τοῦ ὁποίου μία πτέρυξ ἀρνεῖται τὴν νομιμότητα καὶ μάλιστα, ἀλλὰ μετὰ τὸ Δημοψήφισμα ἐκεῖνο, ἐπηκολούθησαν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1927, αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1928 μὲ τὴν συντριπτικὴν πλειοψηφίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπίστευεν εἰς τὴν νομιμότητα τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι ἦτο σύμφωνον μὲ τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο τοῦ 1927. Καὶ πῶς κατηργήθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927; Μίαν ἑσπέραν, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην κατήρχετο ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Προέδρου ἕνας λευκὸς πολιτευτής, ὁ Χ. Βοζίκης. Ἦτο Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκείνης, κατῆλθε τοῦ βήματος καὶ ἀνεγνώσθη μία ἐπιστολή του πρὸς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς ποὺ ἔλεγεν: Ἐγὼ ἐξελέγην βουλευτὴς ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἐγὼ ἐξελέγην ὑπὸ μιᾶς ἐλευθέρας Συνελεύσεως, διὰ νὰ κατευθύνω τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἀρνοῦμαι ν’ ἀνακοινώσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μοῦ ἀπεστάλησαν, διὰ ν’ ἀνακοινώσω, καὶ παραιτοῦμαι ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου. Καὶ μετὰ ἀνῆλθεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου ἕνας ἀντιπρόεδρος, ὁ ὁποῖος συνεχῶς καταψηφίζεται ἔκτοτε ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἀκόμη ἐκλογάς, κατεψηφίσθη καὶ ἀνέγνωσε τὰ ἔγγραφα. Καὶ τί ἦσαν τὰ ἔγγραφα; Ὅτι κατηργεῖτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ ἀντικατεστάθη ἀπὸ ἄλλην Κυβέρνησιν.
§14Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Καί τί εἶχε προηγηθῆ τότε, κύριε συνάδελφε; πρέπει νὰ τὰ λέγητε ὅλα καὶ ὄχι τὰ μισά. Εἶχε προηγηθῆ μία ἐπανάστασις, ἡ ὁποία κατέλυσε τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας.
§15Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἄν εἶχε τὴν ὑπομονὴν ὁ ἀγαπητός μου καὶ παλαιὸς συνάδελφος, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἤθελα νὰ ἐξαγάγω. Διότι ἐλέγετο ἀπὸ τὸν κ. Σαγιᾶν χθὲς τὸ βράδυ ἐδῶ, ὅτι πῶς ὁμιλεῖτε περὶ πολιτειακοῦ ζητήματος, ὅταν δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἐπανάστασις; Νὰ ἡ ἐπανάστασις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θεσσαλονίκης βουλευτής. Καὶ τότε ὁ λευκὸς ἐκεῖνος πρεσβύτης, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐξιστόρησε τὰ γνωστὰ συμβάντα, ὅτι δηλαδὴ κατηργήθη, καίτοι ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας, ὑπὸ τριῶν στρατηγῶν. Καὶ ὅταν κατῆλθε τοῦ βήματος, ἀπεχώρησε τῆς Συνελεύσεως καὶ τὸν ἠκολούθησαν οἱ βουλευταὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετεῖχον εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν καὶ κατόπιν ἐπηκολούθησε τὸ ἑξῆς ψήφισμα: (Ἀναγινώσκει) «Ἡ Εʹ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τῶν Ἑλλήνων (Συνεδρίασις Θʹ τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1935). Ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγκρίνουσα ταύτας· Ψηφίζει 1) Τὴν κατάργησιν τοῦ πολιτεύματος τῆς ἀβασιλεύτου δημοκρατίας —2) Τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ἡμέραν 3ην Νοεμβρίου 1935.— 3) Ἐξουσιοδοτεῖ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅπως ἀσκῇ τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν μέχρι τοῦ Δημοψηφίσματος.—4) Ἐπαναφέρει προσωρινῶς ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ὀκτωβρίου 1935.— Ὁ προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς Σ. Μπαλᾶνος». Καὶ ἐρωτῶ λοιπὸν ἐγώ: τώρα ἐπῆλθε, τώρα ἐγεννήθη τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, ὅταν ἕνα Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχον 3–4 ἐκλογαὶ διὰ Νομοθετικὰς Βουλάς, κυρώσει, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐγένοντο ἐκλογαὶ καὶ παρείχετο ἡ πλειοψηφία εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευον εἰς τὴν νομιμότητα τοῦ Συντάγματος, ὅταν τὸ Σύνταγμα αὐτὸ κατηργεῖτο μὲ ἕνα ψήφισμα μιᾶς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐξελέγετο ὑπὸ τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα, Συνελεύσεως, ἡ ὁποία κατήργησε τὸν ἀρχηγὸν τῆς πλειοψηφίας, διὰ νὰ καταργήσῃ δι’ ἑνὸς ψηφίσματος τὸ Σύνταγμα; Καὶ μοῦ λέτε τώρα, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν ὑπάρχει πολιτειακὸν ζήτημα, ὅταν ἐχώρισε τὸ πολιτειακὸν ζήτημα καὶ οἰκογενείας ἀκόμη; Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε: Ἐλευθέριος Βενιζέλος; Ἡ φωνὴ ἐκ τοῦ τάφου, ὁ ὁποῖος εἶπεν τὸ 1936 τὸ «Ζήτω ὁ Βασιλεὺς» μετὰ τὸ Δημοψήφισμα; Ἠξεύρετε τί λέγει, κύριοι τὸ ψήφισμα αὐτὸ τῆς 5ης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἑλλήνων; Ἀκούσατε! (Ἀναγινώσκει). «Ἐλπίζομεν καί, τὸ καθ’ ἡμᾶς, θὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως ἡ βασιλικὴ παλινόρθωσις σημάνῃ τὸ ὁριστικὸν τέλος πάσης πολιτικῆς ἀνωμαλίας καὶ τὴν ἀρχὴν ἑνὸς μακροῦ πολιτικοῦ βίου ὁμαλοῦ καὶ ἀσφαλίζοντος εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας ὅλων τῶν ἀστικῶν τῆς χώρας κομμάτων τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἐπιθυμοῦμεν ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Βʹ. νὰ ἀποβῇ ἀμέσως στοργικὸς πατὴρ καὶ προστάτης ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ἀμερόληπτος καὶ ἀνεπηρέαστος ἐπόπτης καὶ διαιτητὴς τῶν πολιτικῶν κομμάτων». Βλέπετε, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὸ ψήφισμα αὐτὸ τὸ ἐπαναστατικόν, κύριοι βουλευταί, ἤλπιζον καὶ θὰ κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν. Δὲν ἦσαν βέβαιοι, ὅτι Ἐκεῖνος, εἰς τὴν παλινόρθωσιν τοῦ ὁποίου ἐξ ἀπήνης, καταργοῦντες τὸν ἀρχηγόν των, προέβαινον, θὰ ἐγίνετο ὁ στοργικὸς πατὴρ ὅλων τῶν Ἑλλήνων καὶ θὰ ἦτο ὁ διαιτητὴς μεταξὺ τῶν κομμάτων. Καὶ ἡ διαιτησία μεταξὺ τῶν κομμάτων ὕστερα ἀπὸ ὀλίγον καιρὸν μετεφράσθη εἰς σκούπισμα ὅλων τῶν κομμάτων διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς δικτάτωρ. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶπε ζήτω ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ μέγας Ἕλλην, τοῦ ὁποίου ὁ υἱὸς τιμᾷ τὴν Συνέλευσίν μας, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ δικτάτωρ ἠρνήθη ὀλίγα πλέθρα γῆς, γιὰ νὰ ταφῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἐμεγάλυναν οἱ ἀγῶνες του, ὁ πολιτικὸς τοῦ ὁποίου τὴν παρουσίαν νοσταλγεῖ ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος (χειροκροτήματα), ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν ὥραν, εἰς τὰς κρισίμους στιγμάς, δὲν θὰ εὑρίσκετο ἐντὸς αἰθουσῶν, ἀλλὰ θὰ εὑρίσκετο ἐκεῖ ποὺ καλεῖ τῆς Πατρίδος τὸ μέλλον, διαρκῶς κινούμενος, διαπληκτιζόμενος, συζητῶν, ἀγωνιζόμενος καὶ πείθων ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἰσχυρὰν φωνὴν ἐνθυμεῖσθε μόνον εἰς μίαν φράσιν, ἐνῷ τὴν ἀντικατεστήσατε εἰς τὴν διεκδίκησιν τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων μὲ τὴν ἀσθενεστέραν φωνήν, ἡ ὁποία ποτὲ ὑπῆρξεν ὡς διεκδίκησις Ἐθνικῶν δικαίων; Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶπεν «Ζήτω ὁ Βασιλεύς». Ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπεισέλθω ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν διαφόρων κειμένων διὰ νὰ ἀνεύρω τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεως. Θὰ προσθέσω μόνον τοῦτο: ὅτι ἡ στήριξις ἐπιχειρήματος εἰς μίαν φράσιν, ἡ ὁποία ἐλέχθη πρὸ τῆς 4ης Αὐγούστου τοῦ 1936, ὁμοιάζει μὲ τὴν ἑξῆς ὡραίαν εἰκόνα: Ὡσὰν σύζυγός τις ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν τέλεσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀμφότεροι οἱ σύζυγοι ὑπεσχέθησαν ἀμοιβαίαν πίστιν καὶ ἀγάπην, μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἔγραψεν εἰς ἕνα φίλον του καὶ ἐξεθείαζε τὰς ἀρετὰς τῆς συζύγου του. Εἰς αὐτὸν δὲν ἐπιτρέπεται ποτέ, ὅταν ἀποκαλύψῃ παραβίασιν τῆς περὶ τὸν γάμον πίστεως, δὲν ἐπιτρέπεται ποτὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρξεν τοιαύτη, διότι ἐξεθείασεν τὰς ἀρετὰς τῆς συζύγου του. Ὅταν, κύριοι, ὑπάρξῃ ἡ παραβίασις τῆς περὶ τὸν γάμον πίστεως, αἱ πιστοποιήσεις αὐταὶ χάνουν τὴν ἀξίαν των καὶ ἀνακύπτει αὐτομάτως ἡ περίπτωσις τοῦ διαζυγίου.
§16Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ἐὰν ἔζη ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος θὰ ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ ζήτημα τώρα;
§17Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐὰν ἔζη, βέβαια, δὲν θὰ ὑπῆρχε ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι πόσοι ἐξ ὑμῶν θὰ ὑπήρχατε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐὰν ἔζη θὰ τὸν ἔλεγον ὁ «Δράκος τῆς Χαλέπας». Κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχει λοιπόν, καμμία ἀμφιβολία, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριζώμεθα εἰς Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ προσωρινὴν ἰσχὺν καὶ τοῦ ὁποίου ἡ προσωρινὴ ἰσχὺς καθιερώθη διὰ πραξικοπήματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀπὸ Συνέλευσιν, ὁποία εἶχε ἀντίθετον ἐντολήν, ἐὰν ὁμιλῆτε περὶ ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, καὶ ἡ ὁποία καθήρεσεν τὸν Ἀρχηγὸν τῆς πλειοψηφίας, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὸ ψήφισμα αὐτό. Καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐπιστηρίξεως ἐπάνω εἰς τοὺς τύπους, ὅταν καταβοᾷ ἡ οὐσία; Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τοῖχος, δὲν ὑπάρχει πόρτα, δὲν ὑπάρχῃ ἄνθρωπος, δὲν ὑπάρχουν νήπια, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχουν σήμερον γίνει ἄνδρες καὶ τὰ ὁποῖα νὰ μὴ γνωρίζουν ἀπὸ τῆς μητρικῆς των ἀγκάλης ἀκόμη, ὅτι τὴν Ἑλλάδα τὴν ἔχει χωρίσει τὸ πολιτειακὸν ζήτημα εἰς δύο μερίδας ἀπὸ 30ετίας καὶ πλέον, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐννοοῦν ποτέ, ὅτι δὲν πρέπει τὰ πολιτεύματα, νὰ εἶναι πολιτεύματα τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος, ἀλλ’ ἡ Δημοκρατία μας νὰ εἶναι καὶ Δημοκρατία σας καὶ ὁ Βασιλεύς σας νὰ εἶναι καὶ Βασιλεύς μας. Καὶ τώρα, ἂς ἴδωμεν, κύριοι, ἐκ τῶν ἐγγράφων, μήπως ἐκ τῆς προϊστορίας προκείπτει, ὅτι ὑπῆρχεν τίποτε προσωπικὸν μὲ τὸν Γεώργιον. Τί προσωπικὰ ἔχομεν ἡμεῖς μὲ τὸν Γεώργιον; Κανένα. Ἐμᾶς μᾶς χωρίζει τὸ ζήτημα τοῦ θεσμοῦ καὶ ὄχι μόνον ὁ Γεώργιος (τινὲς βουλευταὶ ὁμιλοῦν μὴ ἀκουόμενοι). Δὲν ἀκούω, κύριοι, τὰς διακοπάς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑποθέτω, ὅτι αἱ διακοπαὶ θὰ λέγουν, ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι, ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι τοὺς διαψεύδει δυστυχῶς ὁ ἴδιος ὁ Βασιλεύς. Διότι ὁ ἴδιος ὁ Βασιλεὺς εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ τίθενται αὐτὰ τὰ ζητήματα κατὰ τόπον καὶ χρόνον, διὰ νὰ κρίνεται ἡ ἀξία τῶν πράξεων ἑκάστου, εἰς τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς διασκέψεως τῆς Τεχεράνης καὶ εἰς τὰς παραμονὰς τῆς συνδιασκέψεως τῆς Γιάλτας, ὁ Βασιλεὺς ὁ ἴδιος, ὄχι μόνον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, δυνάμει τῆς συμφωνίας τῆς Γιάλτας, ἀλλὰ καὶ δυνάμει τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὸν τόπον αὐτόν, ἔλεγεν ὁ Βασιλεὺς, ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας καὶ τὰ ὁποῖα, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω. Δὲν εἶναι μόνον τὰ διατάγματα τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἐν Καΐρῳ τὴν 4 Ἰουλίου 1943 ὡμίλει περὶ τῶν θεσμῶν τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀποκτήσῃ ἡ Ἑλλάς, τὸ ὁποῖον διάγγελμα δὲν εἶναι αὐθόρμητον, ἀλλὰ προεκλήθη ἐξ ὑποδείξεως τοῦ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ, ὁ ὁποῖος βέβαια, δὲν ἐνεργοῦσε δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως.
§18Β. ΣΑΓΙΑΣ. Διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐνήργησεν ὁ Ἄγγλος Πρεσβευτής.
§19Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι μόνον τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλε πρὸς τὸν Τσῶρτσιλ καὶ τὸν Ροῦζβελτ, καὶ τὸ ὁποῖον λέγει σαφέστατα: «Τὴν 4ην Ἰουλίου ἐδήλωσα εἰς τὸν λαόν μου, ὅτι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Χώρας, θὰ κληθῇ νὰ δηλώσῃ, δι’ ἐλευθέρων ἐκλογῶν, ὑπὸ ποῖον πολίτευμα θέλει νὰ ζήσῃ». Τὴν 12ην Ἀπριλίου, διὰ νέου διαγγέλματος, ἐδήλωνεν ὁ Βασιλεὺς «ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἐπανακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει κληθῆ ν’ ἀποφασίσῃ δι’ ἐλευθέρας ψηφοφορίας περὶ τοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ κυβερνηθῇ». Καὶ τότε, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὁ πατὴρ τῆς νίκης ὁ Τσῶρτσιλ, τηλεγραφεῖ τὴν 30 Ἀπριλίου 1944 πρὸς τὸν κ. Γεώργιον Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν προεδρίαν τῆς ἐν Καΐρῳ Κυβερνήσεως: «Σύνθημά σας ἂς εἶναι, ἕνωσις πάντων κατὰ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, κάθαρσις τῆς Χώρας ἀπὸ τοὺς ξένους σφαγεῖς· ἐλευθέρα ἐκλογὴ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ ζήσουν». Εἶναι λοιπόν, ζήτημα Γεωργίου ἢ πολιτεύματος; Καὶ ἀπαντᾷ ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπὼν κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν «τὸ πολιτειακὸν ζήτημα διὰ τοὺς Ἕλληνας ἔχει παύσει ὑφιστάμενον, διότι ἐμείναμεν σύμφωνοι ὅτι θὰ λυθῇ μὲ ἐλευθέραν καὶ γνησίαν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, εἰς ἣν ὅλοι θὰ πειθαρχήσωμεν». Καὶ συνέρχεται τὸ Συνέδριον τοῦ Λιβάνου.
§20Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἐξ ὀνόματος τίνος καὶ μὲ ποίαν ἐντολὴν λέγει ταῦτα ὁ κ. Παπανδρέου; Μὲ τὴν ἐντολὴν διορισμοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα;
§21Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ τὸ πληροφορηθῆτε ἀπὸ Ὑπουργοὺς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως.
§22Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔχω ἀνάγκην βοηθοῦ διὰ ν’ ἀπαντήσω; Καὶ ἔρχεται τὸ Συνέδριον τοῦ Λιβάνου καὶ ἐκεῖ θὰ μάθετε δυνάμει τίνος ἐντολῆς τὸ ἔλεγεν· διότι ὅταν ἐτελείωσε τὸ Συνέδριον τοῦ Λιβάνου, ἰδοὺ μία ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως «Φίλε κ. Πρωθυπουργὲ..... ἐπὶ τῇ αἰσίᾳ λήξει τῶν ἐργασιῶν τῆς πολιτικῆς συνδιασκέψεως τοῦ Λιβάνου, ἧς, ἐμπνεόμενος ὑπὸ ἁγνοῦ πατριωτικοῦ αἰσθήματος καὶ γνώμονα ἔχων τὸ Ἐθνικὸν καὶ μόνον συμφέρον τόσον ἐπιτυχῶς, προηδρεύσατε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω ὑμῖν τὰ συγχαρητήρια καὶ τὴν πλήρη εὐαρέσκειάν μου» (22 Μαΐου 1944).
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα τὰ λέγει... (γέλωτες ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§24Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Βασιλέως... (γέλωτες). Ὀρθὴ ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. συναδέλφου, ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα τὰ λέγει αὐτὰ ὁ Βασιλεύς. Καὶ ἦλθε, λοιπόν, τὸ Ἐθνικὸν Συνέδριον τοῦ Λιβάνου καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς τὸ Συνέδριον αὐτὸ τοῦ Λιβάνου διὰ ν’ ἀποφύγω τὰς ἀντιρρήσεις, δὲν ὁμιλῶ, οὔτε ἐπὶ τοῦ πρακτικοῦ τῶν κομμάτων, οὔτε περὶ ἄλλων τινῶν—καὶ εἰς τὸ Συνέδριον αὐτὸ ἐξεπροσωπήθησαν καὶ εἶναι αἱ ὑπογραφαὶ τῶν ἀντιπροσώπων των φωτοτυπωμέναι, ὡρισμένα κόμματα ἀκόμη καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος διὰ τοῦ ὑπαρχηγοῦ τοῦ ΕΔΕΣ Πυρομάγλου, καὶ τῶν κ. κ. Μεταξᾶ καὶ Λοχαγοῦ Μεταξᾶ. Καὶ εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Λιβάνου, διὰ τὴν εὐτυχῆ λῆξιν τοῦ ὁποίου διὰ τῆς ἀνωτέρω ἐπιστολῆς του ἐξέφρασε τὴν εὐαρέσκειάν του ὁ Βασιλεύς, ἀποδεχθεὶς τὰ συμπεράσματά του, μεταξὺ τῶν κεφαλαίων του, εἶναι ἓν κεφάλαιον, τὸ κεφάλαιον 5 καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον 5 λέγεται «θέμα δεύτερον: ἐγεννήθη ἔπειτα τὸ ζήτημα πότε ὁ λαὸς θὰ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ διὰ τὸ πολίτευμα καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι θ’ ἀποφασίσῃ κατὰ τὸν συντομώτερον δυνατὸν χρόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν γνησιώτερον τρόπον ὑπὸ συνθήκας πλήρους ἐλευθερίας. Ἡ λαϊκὴ ἐτυμηγορία ἐπείγει διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι δὲν ἔχομεν, οὔτε λαοπρόβλητον Κυβέρνησιν, οὔτε ὁριστικὸν πολίτευμα». Δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ...
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διαβάσατέ το ὅλο.
§26Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ νὰ ἐξετάσω τὰ πληρεξούσια, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐξεπροσώπησαν τὰ διάφορα κόμματα εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Λιβάνου. Εἶναι ἔργον ἐκείνων τῶν πληρεξουσίων νὰ διαμαρτυρηθοῦν, ἐὰν ψευδῶς ἀναγράφωνται αἱ ὑπογραφαί των ἢ ἂν ἐπλαστογραφήθη τὸ πρακτικόν, ὅτι ἐξεπροσώπουν συντεταγμένα κόμματα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, μόνον αὐτὸ καὶ ἐδῶ ἐπικαλοῦμαι ὅλην τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἐντεῦθεν προῆλθεν ἡ πλάνη—θέλω νὰ πιστεύω ἡ πλάνη—ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψε τὸ ἐρώτημα ὅπως διατυποῦται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον. Εἰς τὸ κεφάλαιον 5 τοῦ Λιβάνου δὲν συζητεῖται μόνον τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, συζητοῦνται δύο ζητήματα. Πρῶτον τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, πότε θὰ λυθῇ καὶ πῶς θὰ λυθῇ καὶ ἐλήφθη ἀπόφασις, ὅτι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα θὰ λυθῇ δι’ ἐλευθέρων ἐκλογῶν καὶ ἀνεπηρεάστων κατὰ τὸν συντομώτερον δυνατὸν χρόνον, «διότι, ὡς ἀνογράφεται, δὲν ὑπάρχει οὔτε ὁριστικὸν πολίτευμα, οὔτε λαοπρόβλητος Κυβέρνησις». Δεύτερον θέμα τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου εἶναι: τὸ Δημοψήφισμα πρόκειται νὰ γίνῃ παρόντος τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ ἀπόντος; Καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τοῦ 5ου κεφαλαίου αὐτοῦ, εἶναι δευτέρα δήλωσις εἰς τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ Βασιλεὺς ὅτι: μέχρις ὅτου ὁ λαὸς ἀποφανθῇ διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος περὶ τῆς ἐπανόδου μου, ἐγὼ θὰ μείνω εἰς τὴν Εὐρώπην ἀπησχολημένος μὲ τὰ Ἐθνικὰ ζητήματα τῆς Ἑλλάδος.
§27Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐπιτρέπω.
§29Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Τὴν ἐπιτρέπει ὁ ρήτωρ. (Κωδωνοκρουσίαι). Διατί ἐπιτρέπετε εἰς ἄλλους; Θέλω νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν. Ἐπιθυμῶ νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος......
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κ. συνάδελφε. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§31Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ διακόπτουν οἱ ἄλλοι, νὰ μὲ διακόπτετε καὶ σεῖς; (Γέλωτες). Ἡμεῖς θὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα τοῦ κοινοβουλευτικῶς συζητεῖν. Καὶ ἡμεῖς οἱ παλαιότεροι, ἔχομεν καθῆκον νὰ δίδωμεν τὸ παράδειγμα εἰς τοὺς νεωτέρους περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει κοινοβουλευτικῶς νὰ συζητῶμεν.
§32Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Θέλω νὰ δώσω εἰς τὸν ρήτορα νὰ διαβάσῃ κάτι. (Ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐγχειρίζει εἰς τὸν ρήτορα ἓν κείμενον).
§33Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἤθελε νὰ μοῦ δώσῃ νὰ διαβάσω τι εἶπον οἱ διάφοροι ρήτορες καὶ οἱ διάφοροι ἀντιπρόσωποι ὡρισμένων κομμάτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην. Ἐγὼ ἀρνοῦμαι νὰ τὰ ἀναγνώσω διότι ἐδῶ ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν διὰ νὰ προκαλέσωμεν μεταξύ μας προσωπικὰς ἀντιθέσεις, ἡμεῖς ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν καὶ νὰ ἔχωμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ καλὸν ἀποτέλεσμα καὶ νὰ λύσωμεν, ἅπαξ διὰ παντός, τὸ ζήτημα αὐτό. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ἐρώτημα καὶ τὴν δευτέραν ἀντίρρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῆς ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐκτροπῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Ἀντιβασιλεία, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ παλαιὸς φίλος, ὁ κ. Σαγιᾶς, αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν πλάνην, διότι ἐκείνη ἡ τροποποίησις ἦτο τροποποίησις, ὄχι τοῦ πρώτου θέματος τοῦ 5ου κεφαλαίου τῆς συμφωνίας τοῦ Λιβάνου (ὄχι διότι ἐκεῖ ὁμιλεῖ περὶ τῆς λύσεως τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος) ἦτο τροποποίησις τοῦ δευτέρου θέματος τοῦ 5ου κεφαλαίου τοῦ Λιβάνου, δηλαδὴ περὶ τοῦ ἄν τὸ Δημοψήφισμα μέλλῃ νὰ ἐνεργηθῇ παρουσίᾳ ἢ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλέως καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διορίσῃ Ἀντιβασιλέα. Ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ὁ Βασιλεύς; Δὲν τὸ ἠξεύρω. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ αὐτὸν μόνον, ἢ ἀπὸ τὰς καλὰς διαθέσεις τῶν ἐδῶ, νὰ ἐπανέλθῃ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι σωφρονέστερος καὶ νουνεχέστερος πολλῶν ὁ Βασιλεύς, ἐσκέφθη, ὅτι αἱ ὑπογραφαὶ τῶν Βασιλέων ὅταν δίδωνται, τοὐλάχιστον, εἰς τοὺς ξένους, δὲν διαγράφονται, ἀλλὰ μένουν ἰσχυραὶ καὶ ὅταν εἶπεν, ὅτι εἶναι τὸ ζήτημα πολιτειακὸν καὶ τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακὸν θὰ λυθῇ ἐν ἀπουσίᾳ του, ὤφειλε νὰ τηρήσῃ τὴν ὑπογραφήν του, τὴν ὁποίαν δὲν τὴν ἔδωσε μόνον πρὸς τοὺς Ἕλληνας. Διότι οἱ ξένοι χαιρετοῦν μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τηροῦν τάς ὑπογραφάς των. Οὕτω, κύριοι, εἶναι ἐπαναλαμβάνω, ἐκτὸς πάσης συζητήσεως, ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων προκύπτει ἡ ὕπαρξις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Καὶ εἶναι ἤδη ἐξεταστέον, μήπως μετὰ τὴν Ἀντιβασιλείαν ἢ κατὰ τὸν προεκλογικὸν ἀγῶνα, ἐτέθη ζήτημα Βασιλείας ἐνώπιον τοῦ λαοῦ; Ἐὰν κύριοι, ἡ παράταξις αὕτη ἐγνώριζεν, ὅτι μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἐκλογάς, θὰ ἐλύομεν τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, θὰ διέπραττεν ἔγκλημα θέλουσα διὰ τῶν ἐκλογῶν νὰ λύσῃ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις ποὺ διενήργησεν, ἐγνώριζεν ὅτι, διὰ συμφωνίας μετὰ τῶν ξένων εἶχε καθορισθῆ, ὅτι καὶ αἱ ἐκλογαὶ θὰ γίνουν διὰ τὴν ἀνάδειξιν Κυβερνήσεως λαοπροβλήτου καὶ Δημοψήφισμα θὰ γίνῃ ὅταν ἠρεμήσῃ ὁ τόπος. Καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν αὐτήν, ὄχι διὰ νὰ λύσῃ διὰ τῶν ἐκλογῶν τὸ ζήτημα αὐτό, κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ αὐτὴν τοὐλάχιστον ἡμεῖς τὴν ἐντολὴν ἔχομεν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῶμεν ἡμεῖς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου προερχόμεθα, προδίδοντες τὴν ἐντολήν, ἡ ὁποία μᾶς ἐδόθη ἀπ’ αὐτόν. Δὲν μᾶς ἔδωσεν ἐντολὴν διὰ νὰ λύσωμεν ἡμεῖς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Τὸν ἠρωτήσαμεν ἁπλῶς ἂν μᾶς θεωρῇ ἀξίους νὰ ἔχωμεν τὸ εἰσιτήριον διὰ νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§34Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐκάμαμεν καὶ ἀγῶνα κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ.
§35Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐκάμαμεν ἀγῶνα, καὶ κατὰ ἀπεργίας τοῦ μεγίστου μέρους τῆς Κυβερνήσεως τότε, ὄχι μόνον κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ, οὔτε ἡ παραμικροτέρα ἀμφιβολία, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ὅταν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1945 τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ του ἐδήλωσεν, ὅτι κηρύσσεται ὑπέρ, τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας, καὶ ἐπηκολούθησεν ἡ διάστασις, τότε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἶχε διατυπώσει τὰ ἑξῆς: Θὰ σᾶς διαβάσω τὴν σχετικὴν ἀνακοίνωσιν: «Ἑλληνικὸν Αἷμα» 27 Φεβρουαρίου, 1945. Δὲν πρέπει τὰ δύο μεγάλα κόμματα ἔστω καὶ ἂν διαφωνοῦν ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ, νὰ προκαλέσουν καὶ νὰ δώσουν ἀφορμὴν εἰς νέον, διχασμὸν τοῦ ἐθνικόφρονος λαοῦ, ἐκλέγοντα καὶ ἐπιβάλλοντα τὸ θέμα τοῦτο, πρὸς ἀνάπτυξιν πολιτικοῦ μεταξὺ τῶν ἀνταγωνισμοῦ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ μέλλοντος πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θέλει ἐμφανισθῆ προϊόν ἐπικρατήσεως ἑνὸς κόμματος εἰς βάρος τοῦ ἑτέρου, διαιωνιζομένης, κατ’ ἀναπόδραστον ψυχολογικὴν ἀνάγκην, τῆς κατ’ αὐτοῦ ἀντιδράσεως τῶν ἡττηθέντων». Νομίζει κανείς, ὅτι ἔχουν γραφῆ ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Δεύτερον, ὅταν ἀνεκοινώθη ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ὅπως ἐνθυμῆσθε, ἤλλαξε τὴν σειρὰν — πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον διαφωνήσει, θεωρῶν, ὅτι θὰ εἴχομεν τελειώσει τώρα — λοιπὸν ὅταν ἤλλαξε τὴν σειρὰν μεταξὺ τοῦ Δημοψηφίσματος, καὶ τῶν ἐκλογῶν καὶ καθώρισε τὰ διάφορα αὐτὰ χρονικὰ στάδια, ἰδοὺ τὶ εἶπε τηλεγράφημα πλέον τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος — νὰ τὸ σβύσωμεν καὶ αὐτό; ἀλλὰ δὲν εἶναι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἀλλὰ πρὸς τὸν Τροῦμαν, Στάλιν, Ἄτλυ καὶ Σμάτς· βλέπετε ὅλα τὰ ἡμισφαίρια εἶναι μέσα. Καὶ λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῇ ἐντόνως διὰ τὴν ἐπιδοθεῖσαν ἀνακοίνωσιν, καταλύουσαν τὴν ἔννοιαν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ παρεμποδίζουσαν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐλευθέραν αὑτοῦ θέλησιν ἐπὶ πολιτεύματος καὶ τρόπου διακυβερνήσεώς του. Ἡ ἀνακοίνωσις παραβιάζουσα τὸν χάρτην τοῦ Ἀτλαντικοῦ, καθιεροῦντα ἀρχὰς Λαϊκῆς κυριαρχίας, πλήττει ὠμῶς τὰς ὑψηλὰς ἐννοίας τῆς Ἐλευθερίας καὶ τοῦ δικαίου ὑπὲρ ὧν ἠγωνίσθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων». (Ἕλλην. Αἷμα 22 Νοεμβρίου 1945). Καὶ ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῆς ἀνακοινώσεως δὲν ἐγένετο μόνον ἀπὸ τὴν Διοικοῦσαν τότε ἐπιτροπὴν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐγένετο ταὐτοχρόνως καὶ ἀπὸ τὸ Λονδῖνον. Καὶ ἔχει παραλειφθῆ ἀπὸ τὴν ἔκθεσίν μου τὸ σχετικὸν ἔγγραφον. Ἐγένετο, λέγω, ταὐτοχρόνως καὶ ἀπὸ τὸ Λονδῖνον δι’ ἀνακοινώσεως τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸ Πρακτορεῖον Ρώϋτερ, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐκφράσῃ τὴν θέλησίν του ἐν σχέσει μὲ τὸ καθεστὼς καὶ τὴν Κυβέρνησίν του». Καὶ διὰ νὰ μὴ μείνῃ καμμιὰ ἀμφιβολία, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος δικαίως κατέλαβε τὸν τίτλον καὶ τὴν ἡγεσίαν τὸν Λαϊκοῦ κόμματος, διότι εἶχε πάντοτε τὴν αὐτὴν γραμμήν, ἀδιάφορον ἐὰν ἦτο γραμμή, ἡ ὁποία δὲν συνεφώνει μὲ τὰς ἰδικάς μας ἀπόψεις, ἔγραψεν ἕνα ἄρθρον εἰς τὸ «Ἑλληνικὸν Αἷμα», τὸ ὁποῖον ἐκυκλοφόρησε καὶ εἰς φυλλάδια, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον λέγει: (Εἶναι τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1945). «Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει μόνος του πῶς θὰ θέσῃ ἐκποδὼν τὸν κίνδυνον, καλούμενος τὸ ταχύτερον ν’ ἀποφανθῇ, πρῶτον ἐπὶ τοῦ πολιτεύματός του, καὶ μετὰ διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους του». Κάμνων τὴν παρένθεσιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔκαμε λάθος, διότι γράφει τὸ ἄρθρον εἰς τὰς 8–9–45, δηλαδὴ προτοῦ ἔλθει ἡ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1945 ἀνακοίνωσις τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἤλλαξε τὴν σειρὰν τοῦ Δημοψηφίσματος. Δι’ αὐτὸ γράφει, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θ’ ἀποφανθῇ πρῶτον περὶ τοῦ πολιτεύματός του καὶ κατόπιν διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους του. Βλέπετε, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἶναι πάντοτε ἀποδεδειγμένον, ἀπὸ ἀπόψεως τύπου δηλαδή, ὅτι ὑπῆρξε γενικῶς ἀποδεκτόν, καὶ ἀπὸ τὰ πολιτικὰ κόμματα, καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔκρινε τὸ Δημοψήφισμα δὲν ἦτο ζήτημα προσωπικὸν τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἦτο ζήτημα μορφῆς πολιτεύματος. Καὶ ἦτο ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἔχωμεν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ κρίνωμεν, ὅτι ὑπῆρχε τέτοιο ζήτημα; Ὅταν ἀπὸ τριάκοντα καὶ πλέον ἐτῶν — καὶ ἡ φράσις «ἀπὸ 30 καὶ πλέον ἐτῶν» εἶναι εἰς τὰ στόματα ὅλων τῶν ρητόρων, συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνὰ πᾶσαν ἑσπέραν, ὅταν ἀπὸ τριάντα ἐτῶν ἔχει ὑψωθῆ αὐτὸ τὸ σινικὸν τεῖχος μεταξὺ τῶν δύο παρατάξεων, ἡ μία ἐκ τῶν ὁποίων πιστεύει εἰς τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν, καὶ ἡ ἄλλη εἰς τὴν ἀβασίλευτον Δημοκρατίαν. Καὶ ὅταν αὐτὸ ἔχῃ γίνει ἡ γάγγραινα, ὁ σάραξ παντὸς Ἑλληνικοῦ, ὅταν κινήματα διεδέχοντο τὸ ἕν τὸ ἄλλο· ὅταν τὸ Σύνταγμα διεδέχετο τὸ ἕν τὸ ἄλλο, ὅταν ὑπῆρξαν, κύριοι, τοιαῦται αἱ παραστάσεις, ὥστε ὑπῆρχον Ναύαρχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον μέλη τῆς οἰκογενείας τῆς Βασιλικῆς, διότι ὅταν ἔμπαιναν οἱ Ναύαρχοι στὸ ναυτικό, ἔφευγεν ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια ἐξ Ἑλλάδος, καὶ ὅταν ἤρχετο ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια, εἰς Ἑλλάδα ἔφευγον οἱ Ναύαρχοι ἀπὸ τὸ ναυτικόν, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ μικρὸ παιδὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ γνωρίζῃ τὶ μᾶς χωρίζει, εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐγκαταλείψωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦμεν, εἴτε θέλετε τὸ πιστεύετε, εἴτε θέλετε δὲν τὸ πιστεύετε, τὰ ἐθνικόφρονα κόμματα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφίσωμεν τὰ ἅγια τοῖς κυσί, νὰ ἀφίσωμεν τὴν Δημοκρατίαν εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀναρχικῶν, (χειροκροτήματα), οἱ ὁποῖοι θὰ ἐμφανίσουν κατόπιν, ὅτι ἡ ἄρνησις τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ λευκὸν αὐτὸ ψηφοδέλτιον, εἶναι ἀποτέλεσμα λαοκρατίας, ἐνῷ θὰ εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀδιαιρέτου, ἀδιασπάστου καὶ Ἐθνικῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Ἀλλὰ μόνον τὸ ἐρώτημα, ὅπως τίθεται, ἀποτελεῖ καὶ ἀνευλάβειαν πρὸς τὸν Βασιλέα, διότι θέλει νὰ παραστήσῃ ἢ τουλάχιστον ἀφίνει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι θὰ παραστήσῃ τὸν Βασιλέα ἀθετοῦντα, πρὶν ἀκόμη ἔλθῃ, τὴν ὑπογραφὴν του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ πρὸς τοὺς Συμμάχους, τοὺς μεγάλους Συμμάχους τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ κανεὶς εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ὁ ὁποῖος νὰ κατανοῇ πόσον βαθεῖαν σημασίαν ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ ἔπρεπεν ὁ ἴδιος ὁ Βασιλεὺς νὰ παραμερίσῃ τὸν ἑαυτόν του δι’ εὐθετώτερον χρόνον καὶ τὴν ὑπηρεσίαν του αὐτὴν θὰ τὴν ἀναγνωρίσῃ ὁ τόπος, ὅταν δὲν θέλουν νὰ τὴν ἀναγνωρίσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζονται ἐπ’ ὀνόματί του. Διότι, κύριοι βουλευταί, εἰς ὃ σημεῖον περιέστησαν τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ σωτηρία τοῦ τόπου εἶναι ζήτημα ὑπερκομματικόν. Διατὶ νὰ μὴ δώσωμεν ἡμεῖς τὸ παράδειγμα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος μᾶς συνέστησεν: ἀγαπᾶτε ἀλλήλους; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν ὑποψηφιότητα τοῦ Βασιλέως, ὡς κοινοῦ κομματάρχου, ὅταν μάλιστα μὲ τὴν προηγηθεῖσαν δικτατορίαν φαίνεται, ὅτι ζητεῖται οὕτω ἄφεσις ἁμαρτιῶν καὶ νέα ἐξουσιοδότησις πρὸς προσωπικὴν δικτατορίαν; Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ προχωρήσωμεν εἰς Δημοψήφισμα ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἔπρεπε ὅλων ἡμῶν ἡ σκέψις, ὅλων ἡμῶν ὁ πόνος, ὅλων ἡμῶν ἡ καρδία νὰ εἶναι εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς Πατρίδος. Ὅταν ὅλων ἡμῶν ἡ ψυχὴ ἔπρεπε νὰ στρέφεται πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν ὡς λέοντες καὶ ὑπερέβησαν τοὺς ἥρωας, ὅταν πρέπει νὰ ἀναμιγνυώμεθα καὶ νὰ βλέπωμεν μὲ ἀπεξηραμένους ἀπὸ τὰ δάκρυα ὀφθαλμοὺς τὰ καμμένα χωριά μας καὶ τοὺς ἀνθρώπους μας, οἱ ὁποῖοι ἐπροφυλακίσθησαν, ἐτυραννήθησαν, κατεσφάγησαν, ἀπηγχονίσθησαν καὶ τὰ παιδιά μας, τὰ ὁποῖα ἐδολοφονήθησαν καὶ τὰ βρέφη μας, τὰ ὁποῖα ἤπιαν ἀντὶ γάλακτος αἷμα, ἀπὸ τοὺς μητρικοὺς μαστοὺς δολοφονημένων μητέρων; Ὅταν ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ μᾶς συγκινοῦν, ἡμεῖς θὰ ὁμιλῶμεν περὶ πολιτεύματος. Τὰ πολιτεύματα, κύριοι, δὲν γίνονται ἀντικείμενον τῆς ἐφημέρου ροπῆς τῆς λαϊκῆς μάζης. Ἡμεῖς οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχομεν τὴν εὐθύνην νὰ διαφωτίσωμεν πρεπόντως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ψήφου του καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ψήφου του. Διότι ὅταν τὰ πολιτεύματα ἔρχωνται καὶ κατέρχωνται μαζὶ μὲ κόμματα μένουν ὅσον καὶ τὰ κόμματα. Καὶ παραμένει νὰ συζητηθῇ περαιτέρω ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐλευθέρας προπαγανδίσεως καὶ ἡ θέσπισις τῶν μέτρων πού προτείνει ἡ μειοψηφία διὰ τὴν ἐλευθέραν διαφώτισιν τοῦ λαοῦ. Μὴ φοβῆσθε, κύριοι, τοὺς ἐλευθέρους ἀνθρώπους, ἐλευθέρως συζητοῦντας καὶ ἐλευθέρως ἀποφασίζοντας. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ φοβῆσθε εἶναι, ὅταν οἱ λαοὶ ἀφυπνισθοῦν, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ λαοῦ, ὡς ὁ Ἑλληνικός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει νὰ μισῇ περισσότερον ἀπὸ ὅσον γνωρίζει νὰ ἀγαπᾷ, ὅταν ὁ λαὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος μετὰ μίαν καταιγίδα, ὡς ἐκείνην τοῦ ἀπαισίου Δεκεμβρίου ἀπεκοιμήθη, ὅταν καμμιὰ φορὰ ξυπνήσῃ καὶ εὑρεθῇ ἁλυσσοδεμένος, τότε νὰ μὴ ἐκπλαγῆτε, ὅταν ὁ ἥλιος τῆς λογικῆς φωτίσῃ τὰ δεσμά του: Θὰ τὰ ἴδῃ ἔξαφνα, θὰ ἐντραπῇ ποὺ θὰ τὰ φέρῃ καὶ θὰ τὰ σπάσῃ. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα)
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§37Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριοι Βουλευταί, ἡ συζήτησις τείνει νὰ λάβῃ διαστάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς φέρουν εἰς πολλῶν ἡμερῶν συζητήσεις, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ἐνόμισα, ὅτι ἂν ἔδιδα μερικὰς διασαφήσεις, ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωσαν αἱ ἀγορεύσεις τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὡς καὶ τῶν εἰσηγητῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἴσως αἱ διασαφήσεις τὰς ὁποίας θὰ ἔδιδον, θὰ ἦσαν τοιαύτης μορφῆς, ὥστε καὶ τὴν συζήτησιν νὰ κατευθύνουν, ἀλλὰ καὶ τὸν τερματισμὸν αὐτῆς νὰ καθορίσουν ἐντὸς τοῦ πλαισίου, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ ἐπιθυμοῦμεν. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ σαφοῦς δηλώσεως, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὴν δήλωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν καὶ θὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὡς ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος. «..... (ἀναγινώσκει τὴν δήλωσιν)......». Αἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἀπέδειξαν, ὅτι ἔχουν ἐμφιλοχωρήσει παρερμηνεῖαι εἰς τὰς προθέσεις καὶ τοὺς σκοπούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπει καὶ ὁ συντάκτης τοῦ σχεδίου καὶ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφία, ἡ υἱοθετήσασα τοῦτο. Ἡ ἔγκαιρος τῶν παρερμηνειῶν αὐτῶν ἄρσις, εἶναι πρόδηλον, ὅτι καὶ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τῆς συζητήσεως θὰ διευκολύνῃ καὶ εἰς ἀμοιβαίαν κατανόησιν θὰ ὁδηγήσῃ, ἐφ’ ὅσον τὴν καλὴν πίστιν ἔχομεν ὁδηγὸν τῶν πράξεων καὶ τῶν λόγων μας. Ἐν τῇ εἰλικρινεῖ της ἐπιθυμίᾳ, ὅπως συμβάλῃ ἀπὸ τῆς ἰδικῆς της πλευρᾶς εἰς τὴν ἐπιβεβλημένην ταύτην προσπάθειαν, ἡ ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφία δηλοῖ: Πρῶτον. Ὁ ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν σχεδίῳ ψηφίσματος καθορισμὸς τῆς 1ης Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ὡς ἡμερομηνίας διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ προκηρυσσομένου Δημοψηφίσματος ἐγένετο ἐν πλήρει συνεπείᾳ πρὸς τὴν ρητὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ψήφου της, τῆς 31ης Μαρτίου, παρέσχεν ἡ μεγάλη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἀξίωσις ὅπως τὸ Δημοψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ ὁμαλὴ τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος λειτουργία, διενεργηθῇ ἐντὸς τοῦ συντομωτέρου χρόνου δὲν διετυπώθη μόνον ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν τὴν ἐμπιστοσύνην των, πρὸς τὰ ἐν τῇ σημερινῇ Κυβερνήσει κόμματα. Ὑπῆρξεν ἐξ ἴσου σαφὴς καὶ διετυπώθη μὲ τὴν αὐτὴν κατηγορηματικότητα καὶ ἀπὸ ἐκλογεῖς—καὶ ὁ ἀριθμός των εἶναι σημαντικὸς—οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς ἄλλα ἐκ τῶν ἐκπροσωπουμένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κομμάτων. Θὰ ἀπετέλει, συνεπῶς, παραβίασιν τῆς ρητῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, ἂν ὑποβάλλοντες τρεῖς ὁλοκλήρους μῆνας μετὰ τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν τὸ σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τὴν προκήρυξιν τοῦ Δημοψηφίσματος δὲν προσδιωρίζαμεν τὴν ἡμερομηνίαν τῆς διεξαγωγῆς τούτου ἐντὸς τῶν ἐκ τῶν δυνατοτήτων ὑπαγορευομένων χρονικῶν περιθωρίων. Ἡ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πλειοψηφία καὶ ἡ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης της προερχομένη Κυβέρνησις δὲν εἶναι, οὐχ’ ἧττον, δυνατὸν νὰ μὴ ἐκτιμήσουν ἐπαρκῶς γενικωτέρους λόγους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνέκυπτον ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποθέσεως κατὰ τὸ μέχρι τῆς 1ης Σεπτεμβρίου διάστημα, ὡς εἶναι ἡ σύγκλησις τῆς γενικῆς διασκέψεως τῆς Εἰρήνης καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπεδείκνυον τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιμετωπισθῇ βραχεῖα μετάθεσις τῆς προσδιοριζομένης διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος ἡμερομηνίας. Δεύτερον. Ἡ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἀντιπροσωπείᾳ πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησις, θεωροῦν ζήτημα τιμῆς, τὴν διασφάλισιν ὅλων τῶν προϋποθέσεων καὶ ἐγγυήσεων διὰ τὴν ἐλευθέραν καὶ γνησίαν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς βουλήσεως κατὰ τὸ Δημοψήφισμα, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ νὰ εἶναι κατά πάντα ἀδιάβλητον καὶ ἡ ἐποδοχή του ἀνεπιφύλακτος. Ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ αὐτῶν, ὅπως παρασχεθῇ ἡ δυνατότης εἰς τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντιπολίτευσιν νὰ διαπιστώσῃ ἡ ἰδία τὴν ἔγκαιρον ἐκπλήρωσιν τῶν προϋποθέσεων καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐγγυήσεων, ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησις προχωροῦν καὶ περαιτέρω. Ἐξ ὀνόματός των καλῶ τὰ κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ἐμπνεόμενα ἀπὸ ζωηρὸν ὅσον καὶ ἡμεῖς, ζῆλον ὅπως συμβάλουν, ὥστε ἡ λαϊκὴ ἐτυμηγορία νὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματός μας, νὰ μετάσχουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ σύμπτωσις τοῦ ἐπικειμένου ταξειδίου μου εἰς τὸ ἐξωτερικόν, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει τὴν διεξαγωγὴν συνεννοήσεων ἐπὶ ζωτικωτάτου διὰ τὴν χώραν προβλήματος — τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς ἀνασυγκροτήσεως — παρέχει εἰς τὰ κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅλον τὸν ὑλικὸν χρόνον διὰ νὰ σκεφθοῦν, μελετήσουν καὶ ἀποφασίσουν ἐπὶ τῆς ἐκκλήσεως, ὥστε νὰ δοθῇ — καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ δοθῇ — ἡ πρακτικὴ εἰς αὐτὴν συνέχεια, ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ μου ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν. Τρίτον. Τὰ κόμματα τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὑπῆρξαν σαφῆ εἰς τὰς πρὸς τὸν λαὸν δηλώσεις των περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐξ αὐτῶν συγκροτηθεῖσα μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἀπολύτως συνεπής, καθορίζουσα εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις της τὴν ἐν προκειμένῳ πολιτικήν της. Ἡ ἀφορῶσα, τὸ πρὸς τὸν λαὸν κατὰ τὸ Δημοψήφισμα ἐρώτημα, διατύπωσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος δὲν ἀφίσταται οὐδὲ κατὰ κεραίαν, ὅσων εἴχομεν δηλώσει πρὸς τὸν λαὸν καὶ εἶχεν ἐπιδοκιμάσει ἡ πλειοψηφία του. Παρερμηνεῖαι ἑπομένως εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς προθέσεις καὶ τοὺς σκοπούς μας δὲν θὰ ἦσαν δικαιολογημέναι. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀρθῇ οἱαδήποτε ἐν προκειμένῳ ἀφορμή, δὲν ἔχει καμμίαν δυσχέρειαν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ δηλώσῃ καὶ αὖθις, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἐκφρασθησομένης — ἐφ’ ὅσον ἐκφρασθῇ — τοιαύτης βουλήσεως τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἐκ τῆς ἀποδημίας του περιλαμβάνεται — καὶ εἶναι ἄλλως τε τόσον εὔλογον, ὅτι περιλαμβάνεται — καὶ ἡ ἔκφρασις τῆς λαϊκῆς βουλήσεως ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Ἡ ἐκδήλωσις τοὐναντίον ἀντιθέτου βουλήσεως τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ — ἐφ’ ὅσον ἐκδηλωθῇ τοιαύτη — πρὸς τὴν ἐπάνοδον ἐκ τῆς ἀποδημίας του τοῦ Βασιλέως εἶναι ἐξ ἴσου προφανές, ὅτι ἔχει τὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν, τῆς δημιουργίας πολιτειακῆς κρίσεως. Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν δὲν ἀπόκειται βεβαίως εἰς τὴν σημερινὴν Κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν ἐκ ταύτης ἀπορρέουσαν Κυβέρνησιν νὰ κατευθύνῃ τὴν χώραν πρὸς ἔξοδον ἐκ τῆς κρίσεως. Ἡ σημερινὴ Κοινοβουλευτικὴ πλειοψηφία θὰ ἔχῃ παύσει νὰ εἶναι τοιαύτη καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της, διότι ἡ λαϊκὴ ἐτυμηγορία εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ ἄνευ καὶ πολιτικῶν συνεπειῶν. Εἶναι λοιπὸν σαφὴς ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἡ πτέρυξ ἡμῶν δίδει εἰς τὴν λαϊκὴ ψῆφον κατὰ τὸ Δημοψήφισμα. Καὶ θὰ ἀναγνωρισθῇ ἀσφαλῶς, ὅτι δὲν εἶναι δεκτικὴ οὐδεμιᾶς παρερμηνείας. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ πλειοψηφία, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ της νὰ συμβάλῃ, ὅπως ἐπέλθῃ πλήρης ἡ ἐκκαθάρισις προχωρεῖ καὶ ἐν προκειμένῳ περαιτέρω. Δηλοῖ, ὅτι εἶναι ἑτοίμη νὰ παράσχῃ εἰς τὰ κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὴν εὐχέρειαν εἰς τοὺς ὀπαδούς των νὰ ἐκδηλώσουν, ὄχι μόνον τὴν ἀντίθετον πρὸ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως βούλησίν των, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν του ἕκαστος προτίμησιν πρὸς τὸ πολιτειακὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον θὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ σημερινόν, ἂν ἡ λαϊκὴ πλειοψηφία δημιουργήσῃ διὰ τῆς κυριάρχου θελήσεώς της πολιτειακὴν κρίσιν. Εἰς τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος, θὰ περιληφθῇ διάταξις ὁρίζουσα, ὅτι θεωροῦνται ἔγκυρα καὶ τὰ ψηφοδέλτια—τὰ λευκὰ—τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγράφουν, διὰ μελάνης ἢ μολυβδίδος, τὸ πολίτευμα τῆς προτιμήσεως τοῦ ἐκλογέως. Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐλπίζει, ὅτι κατόπιν τῶν γενομένων διευκρινήσεων ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ χωρήσῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ψηφίσματος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον. (Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα).
§39Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ἀρχηγὸς Κόμματος Φιλελευθέρων). Δύο λέξεις θὰ εἴπω μόνον, κ. Πρόεδρε. Μέγας εἶ, κύριε Πρωθυπουργέ, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου. Εἴμεθα συνειθισμένοι εἰς παράδοξα καὶ ἀπίστευτα, ἀλλ’ ὄχι μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ποὺ μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπαντήσωμεν ἀμέσως, διότι χρειάζεται ὁπωσδήποτε κάποιος καιρός, διὰ νὰ γίνουν ἀντιληπτὰ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὶ ἀκριβῶς ἐννοεῖ καὶ τὶ θέλει. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀπάντησις εἰς τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς ἀκόμη μὴ ἀντιληπτά, παρακαλῶ νὰ διακοπῇ αὐτὴ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ δοθῇ καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν καί, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμῇ, δύναται νὰ καλέσῃ τὰ πολιτικὰ κόμματα πρὸς ἰδιαιτέραν συνεννόησιν, ἢ μᾶλλον πρὸς ἐξήγησιν. Νὰ διευκολύνητε καὶ τὴν ἰδικήν μας τὴν νόησιν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀντιληφθῶμεν ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖτε. Λοιπὸν νὰ καλέσητε τὰ κόμματα εἰς ἰδιαιτέραν συνεννόησιν, τὰ κόμματα, τῶν ὁποίων οἱ ἀρχηγοὶ ἑρμηνεύουν κυρίως τὰς γνώμας των. Δι’ αὐτὸ νομίζω σήμερον καὶ προτείνω νὰ διακοπῇ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις. Ἡ σημερινὴ συνεδρίασις, ὕστερα ἀπὸ τὰς ἰδικάς σας προτάσεις, δὲν ἔχει πλέον καμμίαν σημασίαν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων ἔχει τὸν λόγον.
§41Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ἀρχηγὸς Κόμματος Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, κατόπιν τῶν προτάσεων ἢ μᾶλλον τῶν ἐπεξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δημιουργεῖται νέα κατάστασις, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ὀπαδῶν μας καί, ἢ θὰ μᾶς δοθῇ μία πίστωσις χρόνου, διὰ νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν, ἢ προτείνω αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, νὰ καλέσῃ εἰς μίαν κοινὴν σύσκεψιν τὰ κόμματα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ἀπὸ κοινοῦ νὰ γίνουν περισσότερον ἀντιληπτὰ καὶ νὰ συμφωνήσωμεν περισσότερον ἐπὶ τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσε.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Μανουηλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§43Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Εἰς τὰς ἀπὸ χειρογράφου ἀναγνωσθείσας δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαντήσωμεν ἄνευ μελέτης τοῦ κειμένου. Συμφωνοῦμεν, συνεπῶς, μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως δοθῇ χρόνος, εἴτε δι’ ἰδιαιτέραν σύσκεψιν, εἴτε δι’ ἄλλην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀπαντήσωμεν εἰς τὰς γραπτὰς προτάσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος ἔχει τὸν λόγον.
§45Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀρχηγὸς Ἐθνικοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος). Συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ ἀπολύτως τὴν ἀνάγκην ἀναβολῆς, διὰ νὰ μελετήσωμεν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς παραχωρήσῃ αὐτὴν τὴν δυνατότητα τῆς μελέτης.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος ἔχει τὸν λόγον.
§47Ν. ΖΕΡΒΑΣ (Ἀρχηγὸς Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος). Ἡ διαλλαγή, κύριοι, εἶναι τὸ καλύτερον πρᾶγμα. Νομίζομεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ Ἀρχηγὸς τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ σεβαστός μου Πρόεδρος κ. Σοφούλης, ἐζήτησε μίαν ἀναβολήν, νομίζομεν, λέγω, ὅτι ἔργον καὶ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἶναι, ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παράκλησιν τοῦ Προέδρου κ. Σοφούλη, διότι οὕτω, νομίζω, ὅτι ἐξομαλύνομεν καλύτερον τὰς ἀντιθέσεις μας.
§48Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ γίνῃ ἡ σύσκεψις, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐφ’ ὅσον κοινὸς σκοπὸς εἶναι ἡ ἐπίτευξις μιᾶς συμπτώσεως ἀντιλήψεων ἐπὶ τοῦ τόσον οὐσιώδους αὐτοῦ ζητήματος. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἡ σύσκεψις αὐτὴ δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς.
§49Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι. Κύριε Πρωθυπουργέ! Δὲν γίνεται αὐτό. Ὑπὸ πίεσιν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ δεχθῶμεν.
§50Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐφ’ ὅσον, τοὐλάχιστον, ἀντιλαμβάνομαι, τὰ τεθέντα ζητήματα, εἶναι τοιαύτης μορφῆς, ὥστε πραγματικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουν νέας κατευθύνσεις εἰς τὰς συζητήσεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Σώματος. Δὲν θὰ εἶχα καμμίαν ἀντίρρησιν μετὰ τὴν ὁμιλίαν, τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκομένου κ. συναδέλφου, ἐὰν θέλετε, νὰ διακόψωμεν διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα. Καὶ ἐν τῷ μεταξύ, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλῃ νὰ κάμωμεν κοινὴν σύσκεψιν, οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχομεν.
§51Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νὰ καλέσητε τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, σεῖς ὁ ὁποῖος ἐκάματε τὴν πρότασιν. Δύνασθε νὰ τοὺς καλέσητε αὔριον, διὰ νὰ κάμητε μίαν σύσκεψιν ἢ τὴν Δευτέραν. Καὶ ὁπόταν θέλετε, μετὰ τὴν σύσκεψιν αὐτὴν μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, ἐὰν τυχὸν διαφωνήσωμεν.
§52Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Διὰ νὰ καταλήξωμεν, θὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκόμενος ρήτωρ, θὰ διακόψωμεν κατόπιν τὴν συζήτησιν, καὶ τὴν πρωΐαν τῆς Δευτέρας θὰ παρακαλέσω νὰ συναντηθῶμεν διὰ νὰ κάμωμεν τὴν σχετικὴν σύσκεψιν. (Δημιουργεῖται σχετικὸς θόρυβος εἰς τὴν πτέρυγα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων κ. Σοφούλης ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης συνοδευόμενος ὑπὸ πολλῶν βουλευτῶν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Τοῦτο παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς αἰθούσης τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων). (Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἐξακολουθεῖ εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος).
§53Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀνέρχεται ὁ κ. Μαρκεζίνης πρώτην φορὰν ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ὁμιλήσῃ καὶ οἱ βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων φεύγουν. Αὐτὸ εἶναι ἀπρέπεια.
§54Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν θεωρῶ ἀπρέπεια τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§55Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωμεν τὴν ἑξῆς δήλωσιν οἱ παραμένοντες ἐκ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ὄτι, ἐὰν τινὲς τῶν βουλευτῶν τοῦ Κόμματος ἀπεχώρησαν, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν δυσμενείας ἢ μομφῆς κατὰ τοῦ ρήτορος, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς λόγους καμάτου.
§56Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν δίδω καὶ ἐγώ, δὲν θεωρῶ δηλαδή, ὅτι εἶναι μομφὴ ἐναντίον μου, ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ ἰδικοῦ μου. Ἄν νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ τερματίσῃ τὴν συνεδρίασιν, τότε θὰ ὁμιλήσω τὴν Δευτέραν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ὁμιλία ἡ ἰδική μου ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ πρὸ τῆς συζητήτεως τῆς Δευτέρας.
§57ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ὁμιλήσητε τώρα.
§58Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ αἰτιάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ψηφίσματος, περὶ Δημοψηφίσματος, συνοψίζονται κυρίως εἰς δύο κατηγορίας: Ἡ πρώτη ἀφορᾷ ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος, ἡ δὲ δευτέρα ἀφορᾷ, ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα τῶν ἀντιρρήσεων, δηλαδὴ ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος, ἡ Ἀντιπολίτευσις ὁμοφώνως ἀποδέχεται, ὅτι ἡ καλυτέρα διατύπωσις καὶ ἡ ἀκριβεστέρα, θὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο μεταξὺ Βασιλείας καὶ Δημοκρατίας. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἐπεκαλέσθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἤδη τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως λόγους νομικούς, ἐξωτερικούς, ἠθικοὺς καὶ οὐσιαστικούς. Νομίζομεν, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ἐν προκειμένῳ, ἢ μᾶλλον ὁ ὑποβαλὼν τὸ σχέδιον ψηφίσματος, κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ καὶ οὐδὲν πλέον. Τὸ ζήτημα δὲν ἔχει τόσην ἀξίαν, ὅσην τοῦ ἀποδίδεται καὶ δὲν ἀφῆκε ἄλυτα προβλήματα, ὡς ἐπεδιώχθη νὰ παρουσιασθῇ ὅτι ἀφίνει. Ἡ δημιουργηθεῖσα σύγχυσις ὀφείλεται, νομίζω, εἰς τὸ γεγονός, ὅτι δύο διαφορετικὰ θέματα ἀνεμίχθησαν. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία εἶναι θέμα νομικὸν καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑποκείμενον εἰς νομικοὺς κανόνας καὶ περιορισμούς, τὸ ἄλλο εἶναι αἱ συνέπειαι καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ κριθῇ ἀπὸ τὴν οὐσιαστικὴν ἄποψιν. Οὐδόλως εἶναι ἀσύνηθες εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιστήμην νὰ ἔχωμεν τὸν διαχωρισμὸν αὐτόν, ὅπου ὡρισμένα θέματα νὰ τίθενται νομικῶς καὶ νὰ εὑρίσκουν ἑκάστοτε λύσεις πολιτικάς. Καίτοι ὁμολογῶ, ὅτι αἱ συζητήσεις ἐπὶ συνταγματικῶν θεμάτων αἱ γενόμεναι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνωνται, διότι κινδυνεύουν νὰ μεταβάλουν τὴν Βουλὴν εἰς Ἀκαδημίαν, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐθίγησαν κατ’ ἐπανάληψιν τὰ θέματα ταῦτα, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ παρακολουθήσω, ἰδίως διότι δὲν θὰ ἠδύνατο ἄλλως πως ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐὰν τὸ ψήφισμα διετυποῦτο κατ’ ἄλλον τρόπον, ὁμολογουμένως θὰ ἐπρόκειτο περὶ παραβάσεως τοῦ πολιτεύματός μας καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατόν, οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ὑποβάλῃ, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἐγκρίνῃ, ἐὰν δὲν ἐχαρακτήριζεν ἑαυτὴν ἐπαναστατικῶς Συντακτικήν. Κυριολεκτοῦντες νομικῶς, κύριοι βουλευταί, ἀναγνωρίζομεν, ὅτι καὶ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, εἶναι ὄργανα συντάσσοντα, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὡς πρὸς τὴν προέλευσιν καὶ τὴν ὕλην τῆς ἁρμοδιότητός των. Ἡ μὲν Συντακτικὴ ἔχει προέλευσιν πρωτότυπον, δηλαδὴ ἀρύεται τὴν ἐξουσίαν ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος δι’ ἐπαναστάσεως ἐπέβαλε τὴν θέλησίν του, ἡ δὲ Ἀναθεωρητικὴ ἀρύεται τὴν ἐξουσίαν της ἐκ κανόνων, τοὺς ὁποίους ἔχει ἤδη προκαθορίσει, προηγουμένη Συντακτικὴ Συνέλευσις. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν προέλευσιν. Ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν ὕλην εἶναι, ὅτι ἡ μὲν Συντακτικὴ ἔχει ἁρμοδιότητα ἀπεριόριστον, ἀπὸ τοῦ Α ἕως τὸ Ω, συντάσσει Σύνταγμα, ἡ δὲ Ἀναθεωρητικὴ ἔχει ἁρμοδιότητα περιωρισμένην, δηλαδὴ δεσμευμένην ἁρμοδιότητα. Εἰς τὴν νεωτέραν ἐπιστήμην ἐπεκράτησε καὶ ἡ διάκρισις μεταξὺ Συντάγματος καὶ Συνταγματικοῦ νόμου. Ἡ ἁρμοδιότης ἀκριβῶς τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως εἶναι τὸ κυρίως Σύνταγμα, ἐνῷ ἡ ἁρμοδιότης τῆς Ἀναθεωρητικῆς εἶναι οἱ Συνταγματικοὶ νόμοι, δηλαδὴ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμέναι μὲ τὴν μορφὴν τῆς πολιτείας καὶ αἱ ὁποῖαι διατάξεις ὅμως ἐθεωρήθη σκόπιμον νὰ περιβληθοῦν ἐπηυξημένην τυπικὴν δύναμιν νὰ ἐξαιρεθοῦν, δηλαδή, τῆς ἁρμοδιότητος τῆς κοινῆς νομοθετικῆς λειτουργίας. Σήμερον, λοιπόν, βλέπομεν, ὅτι τὰ ὅρια μεταξὺ Ἀναθεωρητικῆς καὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως εἶναι καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν, δηλαδὴ τὴν προέλευσιν, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὕλην, δηλαδὴ τὴν ἔκτασιν ἁρμοδιότητος. Ὡς ἐκ τούτου, ἐνδεχόμενον νὰ ἐγεννήθη καὶ νὰ γεννᾶται ἑκάστοτε ἡ ἐσφαλμένη ἀντίληψις ὅτι ἐκτροπὴ ἐκ τῆς διαδικασίας ἀρκεῖ καὶ μόνη διὰ νὰ προσδώσῃ εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν χαρακτῆρα πλήρους Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Αὐτό, κύριοι, ἀποτελεῖ πλάνην. Ἐκτὸς τοῦ στοιχείου τῆς ἐκτροπῆς, χρειάζεται ἀπαραιτήτως καὶ ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς, τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὅτι ἔχει πράγματι ἀδέσμευτον ἁρμοδιότητα. Τὸ κριτήριον αὐτό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς διαφεύγῃ, διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ τὸ 1911 ἡ Βουλὴ ἐκρίθη Ἀναθεωρητική, παρ’ ὅλον ὅτι ἡ διαδικασία ἐκ τῆς ὁποίας προῆλθεν, ἦτο ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1863 μόνον καὶ μόνον διότι εἶχεν, ὅπως καθωρίσθη ἀπὸ τὸν τότε Πρωθυπουργόν, συνείδησιν δεσμευμένην. Διὰ τοῦτο ἀντιθέτως τὸ 1920, ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1920 συνεκλήθη ἂν ἐνθυμῆσθε Ἀναθεωρητική, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκήρυξεν προεκλογικῶς, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Ἔθνους εἶναι ἀδέσμευτος, ταῦτα δὲ μετὰ ταῦτα καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ ἀπεδέχθη καὶ διεκήρυξε, μετετράπη αὕτη εἰς Συντακτικήν, καὶ ὡς Συντακτικὴ ἀναγνωρίζεται, ἀντιθέτως ὡς πρὸς τὴν σημερινὴν Βουλήν, τὴν Βουλὴν τοῦ 1946. Βεβαίως ἡ διαδικασία ἐξ ἧς προῆλθεν ἀποτελεῖ ἐκτροπὴν ἀπὸ τὰ ἰσχύοντα τοῦ 1853 καὶ 1911, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πανηγυρικῶς, πρὸ ἡμερῶν ἀκόμη, ἐχαρακτήρισεν ἑαυτὴν δεσμευμένην, ἔστω καὶ εἰς οἱανδήποτε ἔκτασιν, διὰ νὰ δεχθῶμεν τὸ πλέον περιωρισμένον δεσμεύσεως τοῦ κ. Σίδερη, λόγῳ τῆς ἀδυναμίας της νὰ κρίνῃ τὸ ἀβασίλευτον ἢ τὸ βασιλευόμενον τοῦ Πολιτεύματος, πάντως ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο δέσμευσιν καὶ συνεπῶς σημαίνει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐχαρακτήρισεν ἑαυτὴν δεσμευμένην ἐξουσίαν. Τὸ ἀδέσμευτον τῆς ἐξουσίας εὗρε πολλοὺς συνηγόρους. Σύμφωναι πρὸς τοῦτο ἦσαν καὶ αἱ ἀπόψεις αἱ ὑποστηριχθεῖσαι ἀπὸ τὸν σεβαστὸν συνάδελφον κ. Κουλουμβάκην περὶ τοῦ ἀδεσμεύτου καὶ τῆς παρούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀπόψεις ἐνισχυθείσας διὰ τῆς ἐπικλήσεως τῆς γνώμης διασήμων συνταγματολόγων Γάλλων τῆς λεγομένης Γαλλικῆς Ἐπαναστατικῆς Σχολῆς, διότι ἀρύεται τὴν πρώτην της προέλευσιν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ρουσσώ, καὶ τοῦ Σεγιές. Ἀλλ’ ἔναντι τῶν θεωριῶν αὐτῶν ἀντετάχθησαν αἱ θεωρίαι τῆς Γερμανικῆς Σχολῆς, αἱ ὁποῖαι καὶ τελικῶς ἐπεκράτησαν. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ ἀντιταχθῇ, ὅτι θεωρία, ἡ ὁποία σήμερον ἐπικρατεῖ καὶ αὔριον μεταβάλλεται, δὲν ἀποτελεῖ ἀσφαλὲς κριτήριον. Τὸ παραδέχομαι ἀναμφισβητήτως. Ἀλλὰ τὸ ἀνέπτυξα αὐτό, διότι νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τοῦ λύειν τὰ προβλήματα, ἀλλὰ νὰ δεχθῶμεν τήν, κατ’ ἐμέ, καλλιτέραν μέθοδον, τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίζουν τὰ προβλήματα οἱ διδάσκαλοι τῆς πολιτικῆς τέχνης, οἱ Ἄγγλοι. Οἱ Ἄγγλοι, κύριοι, ἐπὶ τοιούτων θεμάτων δὲν ἀπεραντολογοῦν. Ἀναζητοῦν ἐὰν ὑπάρχῃ προηγούμενον, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ προηγούμενον δεσμεύονται ἀπ’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀκολουθοῦν. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, δημιουργοῦν καὶ δεσμεύουν. Αὐτὸ συνέβη καὶ ἐν προκειμένῳ. Ἡ Βουλὴ ἔκρινεν ἑαυτὴν δεσμευμένην. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει του καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅταν ὑπέβαλε τὸ σχέδιον Ψηφίσματος περὶ διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἦτο ἑπόμενον νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπώσῃ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον, συζητούμενον εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἔπρεπε ν’ ἀπορριφθῇ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε νὰ εἶναι συνεπὴς μὲ τὰ ὅσα ἡ ἰδία, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀπεφάσισε. Δηλαδὴ ἐὰν τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημοψηφίσματος ἦτο περὶ τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος, ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔκρινεν ἑαυτὴν ἀναρμοδίαν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμα, θὰ ἦτο ἀναρμοδία ἐπίσης διὰ νὰ προβάλῃ εἰς τὸν λαὸν ἐρώτημα μὲ τοιοῦτον περιεχόμενον. (Χειροκροτήματα). Εἰς τὸ θέμα αὐτό, νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ ἀπάντησις εἰς τὸν δυστυχῶς ἀπουσιάζοντα Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος, ἀπαντῶν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐξέφρασε πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπορίαν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ ὁρίσῃ Δημοψήφισμα, περὶ Δημοψηφίσματος δέ, οὐδὲν ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν Συνταγμάτων ὁρίζει τι, πῶς εἶναι ἀδιάφορος πλέον ἡ τοποθέτησις τοῦ ζητήματος; Ὅταν ἐξέρχεται κανεὶς ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ἐξέρχεται, ἀδιάφορον κατὰ ποῖον τρόπον, ἐξέρχεται. Ἀρκεῖ ὅτι ἐξέρχεται. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀκριβῶς αὐτὸ ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος, ὡς τὸ διετύπωσε, δὲν ἐξήρχετο τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἐξέρχεται, ἐνῷ ἂν τὸ διετύπου μὲ πολιτειακὸν περιεχόμενον, θὰ ἐξήρχετο. Μία ἄλλη ὄψις τοῦ παραδείγματος. Ἡ Βουλὴ σήμερον εἶναι ἁρμοδία ἐνδεχομένως νὰ θέλῃ ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸν λαὸν διὰ ν’ ἀποφασίσῃ διὰ Δημοψηφίσματος ἐὰν πρόκειται, ἢ ἐὰν πρέπει ν’ ἀνασυσταθῇ ἢ ὄχι ἡ Γερουσία. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν Λαὸν τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Νομίζω, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὸ Ψήφισμα, ἔχοντες ταῦτα ὑπ’ ὄψει των, δὲν ἐπέμειναν εἰς τὸ θέμα τόσον καὶ ἔσπευσαν νὰ μεταφέρουν τὴν συζήτησιν εἰς τὰ κατ’ αὐτοὺς βαρύτερα ἐπιχειρήματα. Καὶ προφανῶς, ὡς σχῆμα ρητορικόν, ἀπετέλεσεν ἐπιχείρημα ὡραῖον καὶ λαμπρὸν νὰ αἰσθάνεται κανείς, ὅτι ἀντιτάσσει εἰς τὴν βασιλόφρονα παράταξιν, κείμενα τοῦ Βασιλέως ἀντίθετα δῆθεν πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς βασιλόφρονος παρατάξεως. Δὲν πρόκειται, κύριοι, ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὰ κείμενα. Ἀλλὰ πρόκειται νὰ δηλώσωμεν, ὅτι εἴτε διαγγέλματα, εἴτε ραδιογραφήματα, εἴτε γράμματα ἢ ἐπιστολαὶ οἱαιδήποτε, εἰς ἕνα, πάντως, καταλήγουν. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς εἶχε τυπικῶς τὴν ἁρμοδιότητα νὰ θέτῃ αὐτὸς πολιτειακὸν ζήτημα. Πρῶτον τυπικὸν ἐρώτημα. Καὶ δεύτερον τυπικόν, ἅμα καὶ οὐσιαστικὸν ἐρώτημα, εἶναι. Ὅταν ἔθετε τὰ ζητήματα αὐτὰ ὁ Βασιλεύς, τὰ ἔθετεν ὡς τὰ παρουσιάζει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἢ τὰ ἔθετεν ἐν συναρτήσει καὶ μὲ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν συνετελέσθησαν; Ὁπότε ἐρωτῶμεν: Εἶναι δυνατὸν νὰ μερίζωμεν τὰς δηλώσεις τοῦ Βασιλέως, νὰ ἀφαιρῶμεν καὶ νὰ χρησιμοποιῶμεν ἐξ αὐτῶν ὅ,τι μᾶς συμφέρει καὶ ν’ ἀποσιωπῶμεν ἐκεῖνο ποὺ δὲν μᾶς συμφέρει; Λοιπόν, ἄς μελετήσωμεν τὴν ἱστορίαν τοῦ θέματος. Ἔγινε τὸ διάγγελμα τῆς 4ης Ἰουλίου. Εἰς τὸ διάγγελμα αὐτὸ ὁ Βασιλεύς, ἠξίωσεν, ὑπεσχέθη, μετὰ ἑξάμηνον ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως, νὰ ἐνεργηθοῦν ἐκλογαὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ταῦτα δὲ τῇ ἀπαραιτήτῳ παρουσίᾳ του εἰς τὴν Ἑλλάδα. Οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο συνέβη. Καὶ δὲν ἐπρόλαβεν ἴσως νὰ συμβῇ, διότι μετὰ ταῦτα ὁ Βασιλεὺς μετέβαλεν γνώμην καὶ ἐσκέφθη Δημοψήφισμα. Δὲν ἀμφισβητοῦμεν, οὔτε καὶ αὐτό. Ἀλλ’ ὅταν ὑπέσχετο τὸ Δημοψήφισμα, πάλιν ἔθετε τὸ θέμα, τοῦ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ αὐτὸ νὰ γίνῃ ταχέως. Οὔτε καὶ αὐτὸ συνέβη. Καὶ ἦλθεν ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἐθνικῆς Ἀπελευθερώσεως. Καὶ ἐπρόκειτο πάντως νὰ ἐνεργήσῃ ταχέως τὸ Δημοψήφισμα. Ταχέως. Ὁ ἴδιος ὁ Τσῶρτσιλ, ὁμιλῶν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλήν, μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ Νοεμβρίου, ἐχαρακτήρισε μόνος του, ὅτι τὸ «ταχέως» δὲν εἶναι χρονικὸν διάστημα ὑπερβαῖνον καὶ τὸ ἑξάμηνον βεβαίως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔσχε βίαιον θάνατον. Ἀλλὰ τὰ Δεκεμβριανά, ἀκριβῶς αὐτά, εἶναι χαρακτηριστικὰ εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Διότι τὰ Δεβεμβριανὰ εἰς τοῦτο ἀπέβλεπον. Ὅπως δημιουργηθῇ νέα πραγματικὴ κατάστασις, ἀγνοουμένου πλέον τοῦ Βασιλέως. Τὰ Δεκεμβριανὰ ἀπέτυχον. Ἐξησφαλίσθη ἡ δήλωσις τοῦ Βασιλέως, ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθῃ πρὸ τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ μετὰ ταῦτα, ἐρήμην πλέον αὐτοῦ, προχωροῦμεν εἰς τὰ ἄλλα πολιτικὰ γεγονότα. Γίνεται ἡ Βάρκιζα. Δὲν ἀρκούμεθα εἰς αὐτήν. Τὴν τορπιλλίζομεν ἡμεῖς, οἱ κατασκευασταί της, τὴν Βάρκιζαν. Μετὰ ταῦτα, μίαν θλιβερὰν νύκτα, καθορίζεται συνωμοτικῶς καὶ μία ἀναβολὴ τοῦ Δημοψηφίσματος ἐπὶ μίαν διετίαν. Ὁ Βασιλεὺς ραδιοφωνικῶς ἀπεκήρυξε τὰ πάντα. Τὸν θεωροῦμεν ἁρμόδιον, ὅταν κηρύσσῃ τὸ Δημοψήφισμα. Τὸν θεωροῦμεν ἀναρμόδιον, ὅταν τὸ ἀποκηρύσσῃ. Τίθεται, λοιπόν, τὸ ζήτημα, ὅτι οὐδεμία τῶν προϋποθέσεων, τὰς ὁποίας ἔθεσεν ἔκτοτε ὁ Βασιλεὺς ἐτηρήθη. Καὶ συνεπῶς καὶ οὐσιαστικῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπικαλούμεθα τίποτε ἀπ’ ὅσα εἶπεν ὁ Βασιλεύς, ἀλλὰ καὶ τυπικῶς. Καίτοι, ἐπαναλαμβάνω δὲν θέλω νὰ σταματῶ εἰς τὰ τυπικὰ ζητήματα, ὅμως εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία γνωρίζει περισσότερα καὶ πρέπει νὰ προστατεύῃ τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους καταβάλλει τὸ Ἔθνος, ἵνα διασφαλίσῃ ὡρισμένα δημοκρατικὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματός του, δὲν εἶναι δυνατόν, παρ’ ὅλα αὐτά, τοὺς ἀγῶνας αὐτοὺς νὰ τοὺς λησμονῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονῇ ὅσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶπεν. Ὅτι ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς κυρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον τὸν ἀγῶνα τοῦ 1911, τοῦ 1863 καὶ μετὰ θαυμαστῆς ἀληθῶς εὐκολίας νὰ ἐπιστρέψῃ ὀπίσω 100 ἔτη, εἰς τὸ 1844, ὅταν τὰ Συντάγματα ἦσαν συνθῆκαι μεταξὺ Μονάρχου καὶ λαοῦ. Εἶναι, ἀναμφισβητήτως, ἀπὸ τὰ παράδοξα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, παράδοξα, τὰ ὁποῖα ζῶμεν πολλοί. Εἶναι παράδοξον, ὅτι ἠγωνίζοντο νὰ ἐνεργηθοῦν αἱ ἐκλογαί, ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους δὲν συνέφερον. Ἠγωνίζοντο καὶ ἀγωνίζονται σήμερον, ἐνδεχομένως, νὰ παρελκυσθῇ τὸ Δημοψήφισμα, ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους ἡ παρέλκυσις αὕτη δὲν συμφέρει. Καὶ εἶναι περίεργον, ὅτι ἡμεῖς οἱ πιστοὶ ὑπήκοοι τοῦ Βασιλέως, ἀγωνιζόμεθα καὶ προστατεύομεν τὰ θεμέλια τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἀρνούμεθα εἰς τὸν Βασιλέα ἁρμοδιότητας ἄλλας ἐκείνων, τὰς ὁποίας τοῦ ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα. Καὶ τοῦ ἀναγνωρίζομεν ἓν καὶ μόνον δικαίωμα καὶ πλέον οὔ. Τὸ πολὺ–πολὺ νὰ παραιτῆται ἀπὸ τοῦ θρόνου του, ὁπότε θὰ παραιτηθῇ δι’ ἑαυτὸν καὶ οὐδέποτε διὰ τὴν δυναστείαν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ τρίτον ἐπιχείρημα. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θεωρεῖται «ἐπιχείρημα καταπέλτης». Νὰ λησμονήσωμεν τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δεσμεύεται πράγματι ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ δεύτερον θέμα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶχεν ἁρμοδιότητα νὰ ἀνακινήσῃ τὸ Πολιτειακόν. Παραμένει ὅμως τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονός, ἡ πραγματικὴ κατάστασις, ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς τῆς ἐκτροπῆς ἐκ τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ὅτι ὑπάρχει ἐκτροπὴ ἐκ τοῦ πολιτεύματος δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀγνοήσωμεν. Κατὰ συνέπειαν τί συζητοῦμεν περὶ τῶν τύπων; Ὑπάρχει πραγματικὴ κατάστασις Κύριοι, ἀλλοίμονον ἐάν, προκειμένου, περὶ θεμάτων ἀφορώντων τὴν πολιτείαν, ἀγνοήσωμεν τὰς πραγματικὰς καταστάσεις. Τότε οἱ συνταγματικοὶ κανόνες μεταβάλλονται εἰς θεωρητικά, νεκρὰ κατασκευάσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβοῦν ἐπικίνδυνα εἰς τὸν τόπον. Διότι πολιτικὸς ὀργανισμὸς σημαίνει ὀργανισμὸς ζῶν. Σημαίνει ὀργανισμὸς ἱκανὸς νὰ προσαρμόζηται εἰς τὰς περιστάσεις καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ δέχεται καὶ ἐνδεχομένως νὰ δημιουργῇ πραγματικὰς καταστάσεις. Κατὰ συνέπειαν οὐδεμία, ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, διαφωνία μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ μόνον μία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν. Ὅτι τὰ πραγματικὰ ἀκριβῶς γεγονότα εἶναι ἀπολύτως ὑπὲρ τῶν ἀπόψεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀρνούμεθα, κύριοι, ὅτι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα κατὰ τὴν κατοχὴν ἀνεκινήθη. Διὰ νὰ κυριολεκτήσω, διαρκούσης τῆς κατοχῆς, ὡρισμένοι ἐκ τῶν ἐδῶ πολιτευομένων, κατὰ τεκμήριον ἢ καθ’ ὑπόθεσιν ἐκπροσωποῦντες λαϊκὴν δύναμιν, ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προπαγανδίσουν καὶ νὰ ἀγωνισθοῦν εἰς τὸ νὰ θέσουν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν. Ἀπέναντι αὐτῶν ἀντετάχθησαν ἄλλοι, καὶ αὐτοὶ κατὰ τεκμήριον ἢ καθ’ ὑπόθεσιν ἐκπροσωποῦντες τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν κάμνω διαστολὴν μεταξύ των. Οἱ μὲν ἐνόμιζον, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει τὸν Βασιλέα του, οἱ ἄλλοι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν τὸν θέλει. Εἶναι μία ἱστορία, ἡ ὁποία, ἀσφαλῶς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τέλος, καὶ ἂν εὕρισκε τέλος, θὰ εἶχεν ἱστορικὴν ἀξίαν. Ἀπὸ τὴν ἱστορίαν αὐτήν, ὅμως, ἠμποροῦμεν νὰ πάρωμεν ἓν καὶ μόνον γεγονός, ὅτι οἱ ὑπὲρ τῆς ἀνακινήσεως τοῦ πολιτειακοῦ, κατώρθωσαν νὰ ἐπιβάλουν τὴν θέλησίν των εἰς τὸ πρῶτον στάδιον καὶ νὰ τὸ ἀνακινήσουν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι τὸ διάγγελμα τῆς 4ης Ἰουλίου τοῦ Βασιλέως καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς δηλώσεως, ἀπετέλεσεν ἀνακίνησιν τοῦ πολιτεύματος. Μετὰ ταῦτα, γνωρίζομεν, ὅτι ἡ κίνησις αὐτὴ ἐπῆρε ζωντανώτερον ρόλον, τὸ διάγγελμα διεδέχθησαν ἐπιστολαὶ καὶ διάφοροι δηλώσεις καὶ συνεπῶς τὸ πολιτειακὸν ἔμενεν ὑπὸ τὴν α ἢ β μορφὴν ἐκκρεμές. Δέν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς αὐτό. Εἷς ἀγών, ἢ μᾶλλον μία μεγάλη προσπάθεια, παρουσιάζεται βιαίας ἀνατροπῆς τῆς πολιτειακῆς ἐκκρεμότητος, διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν ἀπόψεών των. Εἶναι ἡ προσπάθεια τῶν Δεκεμβριανῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ, λοιπόν, θὰ ἤθελα, προτοῦ φθάσω εἰς τὸν Δεκέμβριον, νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ὑπῆρξε μία πραγματικὴ κατάστασις ἐπιτυχίας τῶν ἐπιθυμούντων ν’ ἀνακινήσωσι τὸ πολιτειακόν. Πῶς τὸ κατώρθωσαν καὶ πῶς ἠγωνίσθησαν, ὅταν κάποτε θὰ πρέπει νὰ γίνῃ μία συνεδρίασις εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν, ὅπως ὀρθῶς ἐπρότεινεν ὁ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ τὰς εὐθύνας ὅλων, κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ μετά, τότε θ’ ἀποδοθοῦν εὐθῦναι καὶ ἔπαινοι καὶ θὰ κριθῇ πῶς ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα. Ἡ πρώτη περίοδος μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως εἶναι ἡ περίοδος ἐκείνη, καθ’ ἣν ἀνακινεῖται τὸ πολιτειακὸν καὶ ἐμφανίζεται διὰ διαφόρων δηλώσεων τοῦ Βασιλέως. Ἡ δευτέρα περίοδος εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποπειρᾶται τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα διὰ τῶν Δεκεμβριανῶν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἄποψίν του. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐὰν ἐπετύγχανεν ὁ Δεκέμβριος, βεβαίως νομίζομεν, ὅτι θὰ ἐπεβάλλετο ἡ νέα πραγματικότης, ἡ κομμουνιστική, ἡ λαοκρατία, ἡ αἱματηρὰ λαοκρατία. Ἐὰν ἐπιζοῦσαν τινες ἐξ ἡμῶν, πρᾶγμα πιθανώτερον διὰ τοὺς ἀντιπολιτευομένους, παρὰ διὰ τοὺς συμπολιτευομένους.....
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἀντίθετον.
§60Χ. ΛΑΔΑΣ. Οὐδεμία κεφαλὴ θὰ ὑπῆρχε.
§61Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μου, ἔπρεπε νὰ κάμω διακρίσεις. Λοιπόν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν τυχὸν ἐπέζομεν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐπέζων ἀντιπρόσωποι, ἰδίως ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, διότι θὰ ἤθελον νὰ γνωρίζω τοῦτο. Θὰ ἠγωνίζοντο καὶ τότε νὰ προστατεύσουν τὰ ἀποφασισθέντα διὰ πραγματικῆς καταστάσεως περὶ Δημοψηφίσματος ἀμερολήπτου καὶ ἀμετατρέπτου; (Χειροκροτήματα). Δὲν ἐπεβλήθη, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ πραγματικὴ ἐκείνη κατάστασις καὶ ἦλθον ἄλλαι καταστάσεις τῆς Βάρκιζας, αἱ πραγματικαὶ καταστάσεις τῆς νυκτὸς ἐκείνης τοῦ Νοεμβρίου. Ἔχετε τὴν ἐντύπωσιν, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ συμφωνηθέντα τὸν Νοέμβριον τὰ ἐδέχετο καὶ τὰ ἠσπάζετο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἀντέδρα, αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὰ ἠνείχετο, τὰ ἀνεγνώριζε; Ποτὲ βεβαίως. Ἦτο μία ἀναγκαστικὴ πραγματικὴ κατάστασις, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἀναγκαστικὴν πραγματικὴν κατάστασιν ἠγωνίσθη, μὲ τὰ νόμιμα μέσα τὰ ὁποῖα διέθετεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἴτε διὰ ψηφισμάτων, εἴτε διὰ διαφόρων ἐκδηλώσεων, εἴτε διὰ διαδηλώσεων εἰς κάθε στιγμὴν νὰ ἀποδοκιμάσῃ. Καὶ ἀνέμενεν ὑπομονητικῶς τὴν ὥραν, ποὺ μετεχειρίσθη καὶ αὐτὸς τὰ ἰδικά του τίμια μέσα, τὴν ψῆφον του καὶ τὴν 31 Μαρτίου ἐδημιούργησε τὴν ἰδικήν του πραγματικὴν κατάστασιν. Ἐάν, κύριοι, ἤρχισαν τὴν ἀνακίνησιν τοῦ πολιτειακοῦ ὑπὸ τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν ἤθελαν καὶ ὅπως ἤθελαν καὶ ἐὰν δὲν εἶχον τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ τὴν τερματίσουν, ἐὰν ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος δὲν ἔκαμναν τὸ Δημοψήφισμα, ὅταν ἡμεῖς τὸ ἐζητούσαμεν, ὁπότε θὰ εἶχον τὴν εὐχέρειαν νὰ ὑποβάλουν τὸ ἐρώτημα, ὅπως αὐτοὶ θὰ ἤθελον, τί πταίομεν ἡμεῖς; (Χειροκροτήματα). Ἐὰν δὲν τὸ ἔκαμαν διότι ἐφοβοῦντο ἢ διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἀδιορθώτως ἀναχρονισμένος, ὥστε νὰ προτιμᾷ τὴν βασιλικὴν πορφύραν τῆς πορφυρᾶς λαοκρατίας, τί πταίομεν πάλιν ἡμεῖς; Πάντως τὴν 1 Ἀπριλίου ἐδημιουργήθη μία νέα πραγματικὴ κατάστασις, αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς αὐτῆς. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἦτο αὐτοκτονία, κύριοι, διὰ τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἂν ἤθελε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀναγνωρίζει καταστάσεις, εἴτε πραγματικὰς εἴτε νομικάς, ὑπερτέρας ἀπὸ αὐτὴν καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὴν καὶ προγενεστέρας ἀπὸ αὐτὴν καὶ θὰ ἦτο μωρία, διὰ τὴν ὁποίαν, τοὐλάχιστον, ἡμεῖς ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θὰ θεωρήσῃ ἱκανὴν τὴν πλειοψηφίαν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζομεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ψήφισμά του ἠκολούθησε τὸν μόνον ὀρθὸν δρόμον καί, ὅτι ἐὰν δὲν τὸν ἠκολούθει, θὰ ἐξετρέπετο ἀπὸ τὴν ὀρθὴν γραμμήν. Θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος τότε νὰ χαρακτηρίσῃ ἑαυτὸν ἐπαναστάτην καὶ τὴν Βουλὴν αὐτὴν ἐπαναστατικήν. Ἀλλὰ τότε δὲν βλέπει κανεὶς τὸν λόγον, διατὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν ἀμέσως τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ χαρακτηρισθῶμεν ὡς ἐπαναστάται, θὰ ἐρρυθμίζομεν τὸ ζήτημα ἀμέσως ἡμεῖς καὶ τὸ πολὺ–πολὺ κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ 1924 νὰ τὸ ἐθέτομεν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ δὲν τὸ κάνετε;
§63Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Διότι δὲν εἴμεθα ἐπαναστάται. Εἴμεθα νομιμόφρονες καὶ περιοριζόμεθα εἰς τοὺς νόμους. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ἡ πραγματικὴ κατάστασις ὅταν ἐπιβληθῇ ἀποτελεῖ νόμιμον κατάστασιν. Ἡ πραγματικὴ κατάστασις διαφέρει ἀπὸ τὴν νόμιμον μόνον ὡς πρὸς τὴν προέλευσιν, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπιβληθῇ εἶναι νόμιμος. Πολὺς θόρυβος ἐπεδιώχθη νὰ γίνῃ, ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ λευκοῦ ψηφοδελτίου, διὰ τὸν λόγον, ὅτι τοῦτο ἀφίνει σύγχυσιν. Βεβαίως αἱ διευκρινήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐλπίζομεν, ὅταν ὡρίμως μελετηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θ’ ἀποδειχθοῦν ἀπολύτως ἐπαρκεῖς καὶ ὅτι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, οὐδεμίαν σατανικότητα ἢ μυστηριώδεις μηχανορραφίας ὑποκρύπτει τὸ ὑποβληθὲν ψήφισμα. Εἶναι καὶ ἐδῶ οὐσιαστικὸν θέμα κύριοι. Ἄν ἐπικρατήσῃ βέβαια τὸ ψηφοδέλτιον, ὅπως ἐλπίζομεν, τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, ὁ Βασιλεὺς θὰ ἤρχετο καὶ τὸ νόμιμον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. Λαδᾶς, τὸ πολίτευμα τοῦ 1911, τὸ πολίτευμα αὐτὸ θὰ ὡλοκληροῦτο, διότι ἁπλούστατα ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους θὰ ἔπαυε νὰ παραμένῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ἂν ὅμως τὸ λευκὸν ψηφοδέλτιον ὑπερίσχυε, πράγματι βυζαντινολογοῦμεν, διότι εἶναι ὄντως ἀκατανόητον πῶς δὲν ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ πραγματικῶν καταστάσεων, ὅτι εἴτε τὰς ἔκαμε τὰς δηλώσεις αὐτάς, εἴτε δὲν τὰς ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τὰς ἔκαμα ἐγώ, εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος, εἴτε ἡ πλειοψηφία, εἴτε ὄχι, τὴν ἑσπέραν τῆς 1 Σεπτεμβρίου, ἂν δὲν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως, ὅλοι ἡμεῖς ἀπεδοκιμάσθημεν οἰκτρῶς καὶ δὲν ἐκπροσωποῦμεν τίποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ συνεπῶς ἡ ἐκπροσώπησις καὶ ἡ εὐθύνη ἀρχίζει νὰ μετατοπίζεται εἰς ἐκείνους ποὺ θὰ εἶναι εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀντελήφθην τοὺς φόβους, ὅτι ὅλοι ἡμεῖς προσπαθοῦμεν μὲ πονηρὰς σκέψεις νὰ δημιουργήσωμεν δημοψήφισμα, διὰ τὸν διάδοχον Παῦλον ἢ διὰ τὸν ἐπίδοξον διάδοχον Κωνσταντῖνον. Ἀλλά, μήπως, δὲν δύνασθε νὰ σκέπτεσθε οὔτε διὰ Δημοκρατίαν... Μήπως οἱ δυναμικοὶ αὐτῆς ἐκ τῆς Δημοκρατίας ἔχουν ἐπιβληθῆ... Καὶ τὸ μόνον ποὺ ἐγὼ πιστεύω εἶναι, ὅτι τὴν νύκτα ἐκείνην θὰ ἀνοιχθῇ μπροστά μας τὸ χάος τῆς λαοκρατίας. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω εἰς ἓν καὶ μόνον σφάλμα ὑπέπεσεν. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ ὀρθότερον καὶ πλησιέστερον εἰς τὴν πραγματικότητα, ἂν εἰς τὸ ἐπώνυμον ψηφοδέλτιον ἀντέτασσεν, ἀντὶ λευκοῦ ἐρυθρόν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§64Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Αὐτὸ τὸ ἠκούσαμεν καὶ ἄλλοτε. Ἀγωνίζεσθε νὰ πείσετε, ὅτι Δημοκρατία καὶ κομμουνισμὸς εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ὅταν ἡ παρουσία ἐδῶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀποδεικνύει τὸ ἀντίθετον καὶ ὅταν τοῦτο εἶναι ἐθνικῶς ἐκτάκτως ἀσύμφορον.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ δημοκρατικοὶ σἂν καὶ σᾶς εἶναι ὀλίγοι.
§66Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὰς ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὴν ἡμερομηνίαν. Αἱ ἀντιρρήσεις, ὡς πρὸς τὴν ἡμερομηνίαν, κύριοι βουλευταί, δὲν εὑρίσκουν τὴν Ἀντιπολίτευσιν σύμφωνον. Διακρίνεται ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς ὁμάδας. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὑπάρχει πρωτίστως τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς καὶ ἐκλεκτὸς φίλος, συνεπὴς πρὸς τὴν προεκλογικῶς χαραχθεῖσαν γραμμήν του, τάσσεται σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως ὑπὲρ τῆς ταχείας διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος. Εἶναι ἐπίσης καὶ τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν προηγουμένως τὴν ΕΠΕ. Νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὰ ἔχουν ἐκδηλώσει παντοιοτρόπως τὴν ἐπιθυμίαν των, ὅπως, ἀφοῦ γίνουν καὶ ἐξασφαλισθοῦν ὡρισμέναι προϋποθέσεις, λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ Βασιλέως τὸ ταχύτερον. Μένει λοιπὸν ἡ σοβαρὰ ἀντίρρησις τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ἐμμένει εἰς τὴν χρονολογίαν τοῦ 1948, ἐφ’ ὅσον θέτει ἐκτὸς τῶν ἄλλων προϋποθέσεων, ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν προϋπόθεσιν, τὴν προϋπόθεσιν τῆς πλήρους ἀνασυγκροτήσεως τῆς Χώρας. Ἀναλύοντες εἰδικώτερον τὰς ἀντιρρήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως βλέπομεν, ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις αὐταὶ διακρίνονται εἰς ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ ἁρμονίας πρὸς τοὺς ξένους καὶ ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὸ ἂν ὑπάρχουν ἢ ὄχι αἱ προϋποθέσεις αἱ ἐξασφαλίζουσαι τὴν γνησίαν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰς πρώτας, δηλ. τὴν μὲ τοὺς ξένους ἁρμονίαν, ἐκεῖ πάλιν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διαστείλωμεν. Ὑπάρχουν τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα θέτουν τὸ θέμα ὑπὸ μίαν γενικὴν καὶ οὕτως εἰπεῖν ἀόριστον μορφήν, θέλουν νὰ ἔχουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας διασφαλίσεις, ὅτι πράγματι ἡ ἀλλαγὴ δὲν ἀποτελεῖ τι τὸ βεβιασμένον καί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προκηρύσσουσα τὸ Δημοψήφισμα τὴν 1 Σεπτεμβρίου δὲν ἔρχεται ἁπλῶς εἰς ἀντίθεσιν, ἀλλ’ εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τοὺς Μεγάλους Συμμάχους μας καὶ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν. Εἶναι αἱ ἀνησυχίαι τῶν εὔλογοι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τούτου ἀποστομωτικὴν ἀπάντησιν ἔδωσεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος τῆς Ἑλλάδος κ. Ζέρβας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζέρβας ἀπήντησεν ὀρθότατα καὶ μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ θέματος ἐμπειρίαν, ὅτι οἱ Μεγάλοι Σύμμαχοί μας οἱ Ἄγγλοι, ἔχουν τὸν τρόπον, τηροῦντες τὰ προσχήματα ἑκάστοτε, νὰ δίδουν καὶ νὰ ἐκφράζουν τὰς ἀπόψεις των ἢ τὰς ἀντιρρήσεις των. Κατὰ συνέπειαν, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, ἄν ὑπῆρχε πράγματι ἀντίθεσις τῆς γραμμῆς τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν βρεταννικὴν γραμμὴν καὶ δὲν ἀρκοῦν αἱ διαβεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὅλοι ὑμεῖς θὰ τὸ εἴχατε ἤδη γνωρίσει πολὺ καλά. Νομίζω, ὅμως καὶ κάτι τι πλέον. Ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει καὶ μίαν βαθυτέραν μορφήν. Ἄν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐξεφράζοντο τοιαῦται ἀντιρρήσεις, τότε ἡμεῖς εἰλικρινέστατα θὰ ὡμιλούσαμεν ἐνώπιόν σας, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐμελετούσαμεν τὰς ἀντιρρήσεις καὶ ἄν δὲν τὰς ἐκρίναμεν ὡς συμφερούσας ἐθνικῶς διὰ τὸν τόπον, συνηθισμένοι εἰς τὴν τακτικὴν αὐτήν, ἐνδεχομένως δὲν θὰ ἐδιστάζαμε νὰ ἀντιτάξωμεν καὶ πάλιν «ἀπαράδεκτον». Τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ Νοεμβρίου μᾶς ἔφερε πλειοψηφίαν. Τίθεται τὸ ζήτημα τῶν ἀντιρρήσεων ἰδίως τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τῆς συμφωνίας, δηλαδή, τοῦ 1948. Ἐπὶ τῶν ἀντιρρήσεων αὐτῶν, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιμένει ἀπολύτως. Δὲν ἐπικαλεῖται οὔτε συμφωνίαν. Προσπαθεῖ νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ μὲ ἄλλο ἐπίθετον, διότι ἐξέλιπεν εἰς τὴν ἔννοιάν της ἡ συμφωνία. Νομίζω, ἐν τούτοις, ὅτι θὰ πρέπει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, διότι θὰ ἦτο κρῖμα νὰ δημιουργηθοῦν καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς, καὶ ἔξω αὐτῆς, ἀλλ’ ἴσως περισσότερον ἔξω τῶν συνόρων τῆς ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, ἐντυπώσεις παράδοξοι ἐντυπώσεις ἐπικίνδυνοι, θέτουσαι ὄχι μόνον εἰς κίνδυνον, στὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς μας κυριαρχίας, ἀλλὰ δημιουργοῦσαι, ἴσως, φόβους μεταξὺ τῶν ξένων περὶ διακρίσεων ὡς πρὸ τοὺς προσανατολισμούς. Διότι κατ’ αὐτὰς τὰς στοιχειώδεις ἀρχὰς τοῦ δικαίου, διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία συμφωνία, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ συντρέχουν τρία πράγματα. 1) Δύο τοὐλάχιστον συμβαλλόμενα μέρη. 2) Νὰ ἔχουν ἀμφότερα τὸ μέρη ἱκανότητα πρὸς συμφωνίαν, νὰ εἶναι δηλαδὴ ἁρμοδίως ἐξουσιοδοτημένα. 3) Περιεχόμενον συμφωνίας θεμιτόν. Τὰ συμβαλλόμενα μέρη εἶναι Ἑλλὰς καὶ Ἀγγλία...
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ συμβολαιογράφος...
§68Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μάλιστα. Πρέπει ν’ ἀκολουθῶμεν νομικοὺς κανόνας. Λοιπόν, ἡ Ἑλλὰς ὑπάρχει. Ἡ Ἀγγλία ὅμως δὲν ὑπάρχει. Ἡ Μεγάλη Βρεταννία, ὡς μεγάλη μας φίλη καὶ σύμμαχος, δίδει συμβουλάς, δίδει συστάσεις, κάμνει ὑποδείξεις μόνον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβάλλεται ἐπὶ ἴσοις κυριαρχικοῖς ὅροις, ἐπὶ συμφωνιῶν δι’ ἐσωτερικὰ μιᾶς φίλης Χώρας ζητήματα. Διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καταλύεται ἡ ἔννοια τῆς κυριαρχίας. Ἡ κυριαρχία εἶναι ἔννοια, ἡ ὁποία ἔχει δύο ἀπόψεις, ἀρνητικὴν καὶ θετικήν. Ἀρνητικήν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξουσία πάρα πάνω ἀπὸ αὐτήν, θετικήν, ὅτι αὐτὴ κυριαρχικῶς ρυθμίζει τὰ ἰδικά της ζητήματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ διακηρύξωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι μετὰ 100 ἔτη ἐλευθέρου βίου, μετὰ τοὺς ἀγῶνας τῆς Πίνδου καὶ τῶν ὀχυρῶν καὶ τῆς Κρήτης, δὲν εἴμεθα σήμερον ἐλεύθεροι εἰς τὰ τοῦ οἴκου μας καί, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ γέρας τῶν τόσων ἀγώνων μας. (Χειροκροτήματα). Αὐτά, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον θέμα. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ δεύτερον θέμα, κύριοι, ἡ ἐξουσιοδότησις, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἀγγλία ἦτο ἐξουσιοδοτημένη, διότι ὅ,τι δηλώσεις κάμνει ὁ κ. Μπέβιν εἶναι δηλώσεις τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο. Διότι τί συνέβη πράγματι; Μίαν θλιβερὰν νύκτα τοῦ Νοεμβρίου, ἀφοῦ προηγήθη μία ἄλλη θλιβερὰ ἡμέρα, ἡ Α. Μ. ὁ Ἀντιβασιλεύς, ἐκάλεσε τοὺς κατὰ τεκμήριον θεωρουμένους ὡς ἐκπροσώπους τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς ζωῆς—δὲν δύναμαι δὲ νὰ μὴ σημειώσω, ὅτι ἐξήρεσε τοὺς ἀριστεροὺς—καὶ ὑπέβαλε τὸ περίφημον βρεταννικὸν πρόγραμμα. Τὸ βρεταννικὸν αὐτὸ πρόγραμμα, τὸ μὲν Λαϊκὸν Κόμμα σαφέστατα καὶ ἐγγράφως τὸ ἀπεδοκίμασε, τὸ ἔκρινεν ἀπαράδεκτον, τὰ ἄλλα, τὸ ἐδέχθησαν μὲ διαφόρους ἐπιφυλάξεις, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις, ποὺ ἐσχηματίσθη καὶ τὸ ἐφήρμοσεν, ἦτο Κυβέρνησις εἰς τὴν ὁποίαν δὲν συμμετεῖχον ἐκτὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸ Κόμμα τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, τὸ Μεταρρυθμιστικόν, τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικόν, τὸ Ἐθνικὸν καὶ τὸ Ἑνωτικόν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν συμμετεῖχε μόνον τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μὲ ὡρισμένους ἄλλους παράγοντας, ἄτομα ἢ ὁμάδας, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ περιέργως, συμβαίνει σήμερον, ὥστε τὰ Κόμματα, ποὺ δὲν συμμετεῖχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην νὰ ἐκπροσωποῦν τὰ 6)7 τῆς παρούσης Βουλῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις ποὺ ἀνέλαβε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα, μόνον τὸ ὑπόλοιπον ⅐. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τότε, ὑφίστατο ἀκόμη καὶ τὰς ἀφαιμάξεις διαφόρων συνεργατῶν της, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐγκατέλειπον καθ’ ὁδόν. Καὶ συνέβη ἐπὶ πλέον, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης—ἂν δὲν παρεξηγεῖτο ἡ φράσις θὰ ἔλεγα τῆς πορείας τοῦ Γολγοθᾶ —ἕνα γεγονὸς ἱστορικῆς σημασίας διὰ τὸν τόπον. Ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀπεσχίζετο μίαν ἡμέραν ὁ κ. Σοφ. Βενιζέλος. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐκλεκτός μου φίλος διὰ τῆς ἀποχωρήσεώς του, ἐχαρακτήρισε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Διότι δὲν ἔχει τόσην σημασίαν, κύριοι, τὸ γεγονός, ὅτι μόλις μετὰ τριῶν ἑβδομάδων ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ὁ κ. Βενιζέλος κατώρθωσε νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην βουλευτὰς ἴσους περίπου πρὸς ὅσους ἔφερε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἔχον τὴν Κυβέρνησιν εἰς χεῖρας του, ὅσον τὸ ὅτι, ὁ υἱὸς τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου αἰσθάνεται τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Κόμμα ποὺ ἵδρυσεν ὁ πατήρ του. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει μεγαλειτέραν ἠθικὴν σημασίαν. Δικαιοῦμαι λοιπὸν ἐγὼ νὰ λέγω, ὅτι ὁ σεβαστός μου κ. Σοφούλης δύναται πάντα ταῦτα ν’ ἀγνοῇ, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι δύναται νὰ δεσμεύῃ αὐτὸς μόνος δικτατορικῶς τὴν Ἑλλάδα καὶ μάλιστα περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὴν Βουλὴν αὐτήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ἀκόμη τὸ δεχθῶμεν, μένει, κύριοι, τὸ περιεχόμενον, περιεχόμενον συμφωνίας ἀθέμιτον. Διότι εἶναι ἀκατανόητον νὰ ὑποστηρίζεται, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τρίτων, δῆθεν ἐκπροσωπούντων τὸν λαόν, δέσμευσις τῆς βουλήσεως τοῦ λαοῦ. Ὅταν κάποτε εἰς τὴν Κρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1899 κάποιος ὑπεστήριξεν ἀνάλογον δέσμευσιν τῆς κυριαρχίας τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἠγέρθη καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νὰ δεσμεύσωμεν καὶ τοὺς αὐριανούς. Καὶ ὁ κ. Σοφούλης, συνεχίζων τὴν παράδοσιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τὴν συνεχίζει τόσον καλῶς, ὥστε μὲ τεκμήρια νὰ νομίζῃ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δεσμεύῃ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦμεν τὴν πρόσφατον θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, γνησίως ἐκδηλωθεῖσαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Σᾶς ἐκούρασα, κύριοι βουλευταί, μὲ τὸ θέμα αὐτό, ἀλλ’ ἤθελα εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην καὶ εἰς τὰ πρακτικά της νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀποκήρυξις αὐτῆς τῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία ἄλλως θὰ παρουσίαζε τὴν Ἑλλάδα ὡς προτεκτορᾶτον ἢ χώραν ὑποτελῆ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὕτω πράττοντες, νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν περισσότερον παντὸς ἄλλου, τὴν μεγάλην μας φίλην, τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν. Διότι σκεφθῆτε τί τρομερὰ προβλήματα θὰ ἀντιμετωπίζομεν, ἐὰν ἀνεγνωρίζομεν τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοκλήτου παρεμβάσεως τῶν φίλων μας, εἰς τὰ ἐσωτερικά μας. Θὰ ἐφθάναμεν, μὲ τὴν σειράν, ν’ ἀντιμετωπίσωμεν αὔριον ἀνάλογον παρέμβασιν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἴσως, ἀργότερον καὶ τῆς Ρωσίας, καὶ πῶς θὰ τοὺς ἠμποδίζομεν; Ἐνῶ, ὅταν ἡμεῖς ζητῶμεν συμβουλάς, ὁδηγίας καὶ συστάσεις, εἴμεθα ἐλεύθεροι ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ εἰς ἑκάστην στιγμὴν νὰ τὸ πράξωμεν καὶ νὰ ζητήσωμεν τὸ Α ποὺ θέλομεν καὶ ὄχι τὸ Β ποὺ δὲν θέλομεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ μένει ἤδη τὸ δεύτερον θέμα, τῶν προϋποθέσεων, θέμα δηλαδὴ ὄχι ἀφορῶν πλέον τοὺς ξένους, ἀλλὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν γνησιότητα τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς καμμίαν λεπτομέρειαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι, νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἀξιώσεώς της αὐτῆς, ἐξυπηρετεῖ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Θὰ ἦτο πράγματι παράδοξον, ἐὰν ὑπῆρχεν ἔστω καὶ εἷς, ὁ ὁποῖος νὰ ἔβλεπε δυσαρέστως κάθε προσπάθειαν τείνουσαν εἰς τὴν διασφάλισιν τῆς γνησιότητος τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ σεβαστὸς Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων κ. Σοφούλης εἶχεν εἴπει κάποτε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τιμίας ἐκλογάς, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρίσω τοιαύτην μονοπώλησιν τῆς τιμιότητος τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν. Καὶ εἶμαι δι’ αὐτὸ περισσότερον εὐτυχής, βλέπων ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ἀποψινῶν του δηλώσεων, ἐζήτησε τὴν ἀρωγὴν ὅλων, ὥστε τὸ Δημοψήφισμα νὰ διενεργηθῇ κατὰ τρόπον γνήσιον καὶ ὑποδειγματικόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρετήσῃ, περισσότερον παντὸς ἄλλου, τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Πρέπει, ὅμως, κύριοι, νὰ τονίσω, ἐν προκειμένῳ, δύο πράγματα. Τὸ πρῶτον εἶναι, ὅτι ὑπερβολικὴ καὶ ἐξεζητημένη προσπάθεια διασφαλίσεως ἐγγυήσεων μᾶς ἐπιτρέπει νὰ φοβούμεθα, ὅτι ὑποκρύπτει ὑστεροβουλίαν παρελκύσεως τοῦ Δημοψηφίσματος. Αὐτό, δὲν εἶναι δυνατόν, ἡ πλειοψηφία νὰ τὸ ἀνεχθῇ καί, ὡς ἐκ τούτου, δημιουργεῖται ἐντύπωσις δυσπιστίας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἐπεσκέφθην τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως Ναύαρχον κ. Βούλγαρην, εἰς τὸν ἀπέριττον ἐκεῖνον οἰκίσκον τῆς ὁδοῦ Καπνοκοπτηρίου. Ὁ Ναύαρχος ἐπρόκειτο νὰ φύγῃ μετ’ ὀλίγον, διὰ τὴν Θεσσαλονίκην, διότι καὶ τότε ἦσαν ὄχι εὐχάριστα τὰ νέα ἐκεῖθεν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐμφανίσεως συμμοριῶν. Τοῦ ἐξέφρασα τὸ παράπονον, ὅτι ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν καμμίαν ἐγγύησιν, καμμίαν διασφάλισιν, μᾶς ἤρκει ἡ Κυβέρνησίς του μὲ τὰ 9/10 τῶν δημοκρατικῶν Ὑπουργῶν—ἐσεβόμεθα ἀπολύτως τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Τσάτσον, ὁ ὁποῖος μὲ ἀντικειμενικότητα καὶ εὐθύτητα ἔκρινε τὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἦτο δημοκρατικὸς—ἐνῷ, λέγω, δὲν ζητοῦμεν τίποτε, εἰ μὴ μόνον νὰ ἐκτελεσθοῦν τὰ συμπεφωνημένα, δηλαδή, νὰ προταχθῇ τὸ Δημοψήφισμα καὶ ἐπακολουθήσουν αἱ ἐκλογαί, ἡ Κυβέρνησις συνεζήτει μὲ τοὺς ἀντιθέτους, οἱ ὁποῖοι ἐζητοῦσαν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γίνῃ ὁ Β, τὰς τάδε ἐγγυήσεις κ.ο.κ. Ὁ Ναύαρχος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Ἔθνος ὀφείλει πολλά, μὲ ἤκουσεν ἀτάραχος διαμαρτυρόμενον καὶ κατόπιν, μὲ τὸ ὕφος του, ποὺ ἔχει, τὸ πονηρόν, γυρίζει καὶ μοῦ λέγει: «Ἀγαπητέ μου, φαίνεται ὅτι εἶσαι νέος. Δὲν ἀντιλαμβάνεσαι, ὅτι τὰς ἐγγυήσεις τὰς ζητοῦν ἐκεῖνοι ποὺ φοβοῦνται τ’ ἀποτελέσματα;». Ἐλέχθη πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, ὅτι ἡ συμβολὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο πολύτιμος, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς ἐκλογάς. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἀληθέστερον εἶναι, ὅτι οὐσιαστικῶς ἡ Κυβέρνησις Βούλγαρη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὰς ἐκλογάς, διότι ἐπ’ αὐτῆς ἐγένετο ἡ ἀναθεώρησις τῶν καταλόγων καὶ ὅλη ἡ σχετικὴ ἐκλογικὴ προεργασία.
§69Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Πῶς ἐξηγεῖται ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ναυάρχου Βούλγαρη ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐκλογῶν διὰ τὴν 20 Ἰανουαρίου;
§70Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Διότι οἱ ἀντίπαλοί μας εἶχον τὴν δύναμιν νὰ δημιουργοῦν πραγματικὰς καταστάσεις. Ἀλλά, κύριοι, βεβαίως δὲν ἀνήκουν ὅλοι εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦν, μὲ διαφόρους τρόπους, τὴν παρέλκυσιν τοῦ Δημοψηφίσματος. Παραδέχομαι—καὶ τὸ βλέπω πολὺ εὐχαρίστως—ὅτι οἱ περισσότεροι, ἄν μὴ οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ἐνταῦθα εὑρισκομένων, εἶναι ἀπολύτως καλῆς πίστεως καὶ ἐπιδιώκουν τὰς διασφαλίσεις αὐτὰς κατὰ τὴν διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ σταθερότης, τοῦ ἐξ αὐτοῦ μέλλοντος νὰ προκύψῃ, πολιτεύματος. Καὶ συνεπῶς νὰ βοηθήσουν πραγματικῶς τὴν ὁμαλότητα τοῦ τόπου. Ἀξιέπαινος, κύριοι βουλευταί, ἡ πρόθεσις καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀξία πλήρους κατανοήσεως καὶ ἀναγνωρίσεως. Ἀλλὰ δὲν ἔγκειται ἐκεῖ τὸ ζήτημα. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ὑπερτιμῶμεν, οὔτε πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν ἰδιαιτέραν σημασίαν. Οἱαιδήποτε ἐγγυήσεις γνησιότητος, οἱασδήποτε μορφῆς πρωτόκολλα ἢ συμφωνιῶν ὁσαδήποτε ἔγγραφα, δὲν ἀρκοῦν, κύριοι, διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν πολιτειακὴν σταθερότητα. Οἱ θεσμοὶ καὶ οἱ ἀξιωματοῦχοι πρέπει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀποδεικνύουν καὶ νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἀξίαν των. Ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1946 καὶ ἀφ’ ἧς ὁ Βασιλεὺς ἐτέθη καλῶς ἢ κακῶς ὑπὸ κρίσιν, γνωρίζομεν καὶ ἀντιλαμβανόμεθα τὴν πραγματικότητα, ὅτι τὴν διασφάλισιν τῆς πολιτειακῆς σταθερότητος θὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ Αὐτὸς ὁ Βασιλεύς, διὰ τῆς πολιτείας του. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ πολιτεία του εἶναι καλή, ὁ Βασιλεὺς θὰ εἶναι ἀδιάσειστος καὶ ὠφέλιμος διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν εἶναι κακὴ δὲν θὰ εἶναι ὠφέλιμος διὰ τὸ μέλλον. Ἔχομεν συνείδησιν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα λέγομεν, κύριοι, καὶ ἐνθυμούμεθα τὸ 1935, ὅτε ἠμφισβητεῖτο τὸ Δημοψήφισμα, ἠμφισβητεῖτο κυρίως ἐκ τοῦ λόγου, ἴσως, ὅτι ὁ πρωτοστατήσας κατ’ αὐτό, ἦτο ὁ πρωτοστατήσας καὶ κατὰ τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1924. Ἐπαναφέρατε εἰς τὴν μνήμην σας τί ἐλέχθη καὶ τί ἐγράφη τότε. Διετυπώθησαν φοβεραὶ κατηγορίαι. Ἠπειλήθησαν καὶ ἐπραγματοποιήθησαν ἀποχαί. Ἐν τούτοις δέκα πέντε ἡμερῶν καλὴ πολιτεία τοῦ Βασιλέως τὰ ἐξήλειψεν ὅλα, κατέστησε τὸν Βασιλέα, Βασιλέα ὅλων τῶν Ἑλλήνων καί, ἂν ὄχι εἰς ὅλους, ἐξ ἴσου ἀγαπητόν, πάντως ἐξ ἴσου παρ’ ὅλων, σεβαστόν. Καὶ ἡ 4η Αὐγούστου περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Βασιλειάδης—προτίθεται δὲ νὰ μὲ διακόψῃ καὶ πάλιν—εἶναι καὶ αὐτὴ ὑπὲρ τῶν ἀπόψεών μου. Καὶ ἂν ἔχεται ἀληθείας, ὅτι ἡ 4η Αὐγούστου, μετὰ ταῦτα, τὸν ἀπεστέρησε μέρους τοὐλάχιστον τοῦ λαϊκοῦ του ἐρείσματος, καὶ τοῦτο ἀποβαίνει εἰς ἀπόλυτον ἐνίσχυσιν τῶν ἀντιλήψεών μου. Δι’ αὐτό, ἡμεῖς οἱ πιστοὶ ὑπήκοοι τοῦ Βασιλέως, οἱ πεπεισμένοι, ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ Βασιλέως θὰ εἶναι ἡ δημοκρατικὴ ἐκείνη πολιτεία, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἱκανοποιήσῃ μόνον τοὺς ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐκτὸς ταύτης, σπεύδομεν διὰ νὰ γίνῃ τὸ ταχύτερον τὸ Δημοψήφισμα, διὰ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ μέσον τὸ πρόσκομμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, εἴτε θέλομεν, εἴτε δὲν θέλομεν, ἐφόσον ὑφίσταται, δημιουργεῖ παραδόξους καταστάσεις, ἀποκλείει ποθητὰς ἐξελίξεις, δὲν ἐπιτρέπει τίποτε νὰ γίνῃ καὶ πρὸ παντὸς δὲν ἐπιτρέπει τὴν πραγματοποίησιν τῆς Ἐθνικῆς ἐκείνης ἑνώσεως, ἡ ὁποία θὰ ἔδιδε τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν τόπον νὰ ἐξορμήσῃ διὰ τὸ ἐθνικόν, τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ κοινωνικόν του μέλλον. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6ην μ. μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ προκηρύξεως Δημοψηφίσματος πρὸς ἐπάνοδον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Βʹ». (Ὥρα 9.15′ μ.μ.)