1946.06.06
3,358 rows · 25,209 words · 224 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16η
Πέμπτη 6 Ἰουνίου 1946
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Μ. Καροῦσος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Μ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλῶ τὸν βουλευτὴν κ. Τσακόπουλον, ὅπως προσέλθῃ καὶ δώσῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον. (Προσέρχεται ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Σπῦρος Τσακόπουλος ὅστις δίδει τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον ὅρκον ἔχοντα οὕτω: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».)
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος, ἄξιος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Δρόσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κλπ,
§6Γ. ΔΡΟΣΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ Παλλαϊκὴ Ἐπιτροπὴ Καρδίτσης ζητεῖ, ὅπως ἡ συγκέντρωσις σίτου γίνῃ προαιρετικὴ καί διενεργηθῇ ὑπὸ συνεταιρισμῶν χρηματοδοτουμένων πρὸς τοῦτο. Ἡ Καπνεργατικὴ Ὁμοσπονδία Καβάλλας διαμαρτύρεται διὰ τὴν διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν Καπνῶν Σ.Π. 55)45 ἀρνουμένης ἐφαρμογὴν νέας συμβάσεως. Ὁ Σύλλογος Οἰκοδομῶν Αἰγίου διαμαρτύρεται δι’ ἀκύρωσιν ἀποφάσεως 24792 καὶ προσβολῆς ἐγκυρότητος 8ου Πανεργατικοῦ Συνεδρίου ζητεῖ δὲ τὴν κατοχύρωσιν ἐγκυρότητος 8ου Συνεδρίου. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις Φυματικῶν Ἀναπήρων πολέμου 1940–41 δι’ ἀναφορᾶς της ζητεῖ, ὅπως παραχωρηθοῦν αὐτοκίνητα λείας πολέμου δι’ ἐκμετάλλευσιν ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐγκρίνει ἢ διὰ τῆς ὑπαγωγῆς εἰς μίαν κατηγορίαν τοῦ νόμου 1086 «περὶ διαθέσεως τῶν αὐτοκινήτων τῆς ΟΥΝΡΑ εἰς τοὺς αὐτοκινητιστάς». Πολλοὶ στρατεύσιμοι λιποτακτήσαντες διὰ διαφόρους λόγους, οὐχὶ κομμουνιστικῆς ἢ ἐαμικῆς δράσεως, ζητοῦν ὅπως τοὺς δοθῇ ἀμνηστία καὶ ἐπανέλθουν εἰς τὸ στράτευμα. Οἱ ἀγορασταὶ ἀκινήτων 1941–44 Ἐπαρχίας Βάλτου Αἰτωλοακαρνανίας, Λαμίας ζητοῦν τὴν ἄμεσον ἀκύρωσιν τῆς 114 Συντακτικῆς Πράξεως. Ὁ πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου Πολ. Συνταξιούχων Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν ταχεῖαν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ κλάδου τῶν συνταξιούχων. Αἱ οἰκογένειαι ἀγροτῶν δοσιλόγων Δράμας ζητοῦν τὴν κατάργησιν Συντακτικῆς Πράξεως «περὶ δοσιλόγων». Τὸ Συνδικάτον Καπνεργατῶν Ξάνθης διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ λύσιν αἰτημάτων καπνεργατῶν καὶ ζητεῖ τὴν μὴ μεταφορὰν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀνέργων. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ναυπάκτου «Ὁ Ἑρμῆς» δι’ ἀναφορᾶς του γνωρίζει ὅτι διὰ τῆς πωλήσεως τροφίμων καὶ ἄλλων βιομηχανικῶν εἰδῶν παρὰ τοῦ γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ κατεδικάσθη εἰς μαρασμὸν ὁ ἐμπορικὸς κόσμος Ναυπάκτου καὶ ζητεῖ τήν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξέτασιν τῶν νόμων Σβώλου. Ὁ κ. Κ. Τσαλδάρης, (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν), καταθέτει σχέδια νόμων 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Ἀπριλίου 1946 Ν.Δ. «περὶ ἱδρύσεως μονίμου Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας παρὰ τῷ Ὀργανισμῷ Ἡνωμένων Ἐθνῶν» 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Μαΐου 1946 Ν.Δ. «περὶ καταργήσεως τοῦ Α.Ν. 3174]1943». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Μαΐου 1946 Ν.Δ. «περὶ ἀπονομῆς τοῦ τίτλου τοῦ Πρέσβεως Αʹ τάξεως εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν». 4). «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου 1946 Ν.Δ. «περὶ θέσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τήν λειτουργίαν τῶν ἐν Ἰταλίᾳ Κυβερνητικῶν Πρακτορείων καὶ τῶν δι’ ἐπανορθώσεις ἀποστολῶν». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου 1946 Ν.Δ. «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Κ.Ν. 5952]31». καὶ 6) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ καταργήσεως τοῦ ἐν Πράγᾳ Γενικοῦ Προξενείου καὶ ἱδρύσεως Β. Πρεσβείας ἐν Πράγᾳ. Ὁ κ. Στυλιανὸς Γονατᾶς, (Ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ Ἀνοικοδομήσεως), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16]17 Ἀπριλίου 1946 Ν.Δ. περὶ ἀναστολῆς τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1128]1946 Α.Ν. «περὶ συστάσεως Ὀργανισμοῦ Ἀνοικοδομήσεως». Ὁ κ. Μιχαὴλ Αἰλιανός, (Ὑφυπουργὸς Συντονισμοῦ), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου]2 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τοῦ Α.Ν. 683]45 «περὶ ρυθμίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Τραπεζῶν». Ὁ κ. Σ. Στεφανόπουλος, (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ), καταθέτει σχέδια νόμων 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9)12–4–1946 Ν.Δ. «περὶ ἀσκήσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων καὶ δικαιοδοσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ». 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 12]12–4–1946 «περὶ καταργήσεως τοῦ Α.Ν. 364]45 «περὶ συστάσεως θεσμοῦ Ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Συντονισμοῦ» καὶ 3) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9]11–5–1946 Ν.Δ. «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 718 Α.Ν. «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Συντονισμοῦ». Οἱ Βουλευταί, κ. κ. Ν. Σπέντζας, Π. Μουτζουρίδης, Κ. Μουρατίδης, Μ. Σάπκας, Γ. Μπακόπουλος, Δ. Βουρδουμπᾶς, Μ. Καρζῆς, Γ. Στράτος κλπ. καταθέτουν πρότασιν νόμου «περὶ ἀπονομῆς τιμητικῶν συντάξεων εἰς τὸν Ἀρχιστράτηγον καὶ τοὺς ἀνωτάτους ἀξιωματικοὺς τοὺς διοικήσαντας μεγάλας Μονάδας κατὰ τὸν πόλεμον 1940–41». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Π. Στηλιώτης, Δ. Κορκολῆς. Β. Στεφανόπουλος, Σ. Σχοινᾶς, Μ. Ἀλιβιζᾶτος, Ν. Φωκᾶς, Σ. Πολυζωγόπουλος καὶ Μ. Κότσιανος ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§8Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι βουλευταί, νὰ καταθέσω σχέδιον ψηφίσματος ὑπογραφόμενον καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως «περὶ ἐκτάκτων μέτρων κατὰ τῶν ἐπιβουλευομένων τὴν Δημοσίαν Τάξιν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Χώρας». (Χειροκροτήματα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§10Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πρὸ ἡμερῶν, κύριοι Βουλευταί, ἔδωσα τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι τὴν 5ην Ἰουνίου, θὰ κατετίθετο ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1946–47. Δυστυχῶς τοῦτο δὲν κατέστη δυνατὸν λόγῳ τεχνικῶν δυσχερειῶν δηλαδὴ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ἀφοῦ καὶ ἡ ἔκθεσις ἀκόμη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἔχει ἐκτυπωθῆ. Πάντως ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἕτοιμος πρὸς κατάθεσιν δι’ αὔριον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως δεχθῇ νὰ ἀναβάλῃ τὸν ἔλεγχον διὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, μετὰ τὴν αὐριανήν, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ κατάθεσις καί ἡ εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§11Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὔριον θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Μετὰ ταῦτα ἂς γίνῃ ἡ εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§12Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πιθανὸν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ νὰ λάβῃ συνέχειαν καὶ νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ ὁ χρόνος.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Δέχεται ὅπως, κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, γίνῃ ἡ κατάθεσις καὶ ἡ εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὴν πρώτην μετὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν νὰ συνεχισθῇ ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος;
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ἔχει τὸν λόγον.
§16Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως θεωρήσῃ τὸ κατατεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης σχέδιον ψηφίσματος «παρὶ ἐκτάκτων μέτρων κατὰ τῶν ἐπιβουλευομένων τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας» ὡς ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον καὶ συζητηθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων θεμάτων.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. Νὰ προταθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ καὶ ἀπόψε.
§18Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως). Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ συνεφώνησεν ἐπὶ τῆς ἀπολύτου προτεραιότητος ἀλλὰ πρέπει πρῶτα νὰ τυπωθῇ τὸ σχέδιον.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ψηφισμάτων τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ τροποποιήσεων ἢ συμπληρώσεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ὁ κ. Κουλουμβάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τύχω κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἰδιαζόντως τῆς προσοχῆς της. Ἰδιαίτατα παρακαλῶ νὰ τύχω τῆς προσοχῆς μερικῶν ἀξιοτίμων κ. Συναδέλφων πρὸς τοὺς ὁποίους ἐφάνη χθὲς ὅτι διαφωνῶ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναφέρω μερικὰ ὀνόματα ζώντων καὶ ἰδίως θανόντων πολιτευτῶν κατὰ τὰς ἀναμνήσεις καὶ τὰς γνώμας τῶν ὁποίων θὰ ἔχω τὴν τιμὴν ἀπόψε νὰ ἐξηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι. Ἐνθυμοῦμαι πρῶτον τὸν ἀείμνηστον Στέφανον Δραγούμην, πολιτικὸν πρώτης τάξεως, ἐπιστήμονα πρώτης τάξεως μὲ ἐπιστημονικὴν φιλοτιμίαν ἐντελῶς ἐξαιρετικήν. Οὐδέποτε εἰς τὸν βίον μου συνήντησα ἐπιστήμονα μὲ τόσην φιλοτιμίαν, μὲ ὅσην ὁ ἀείμνηστος Στέφανος Δραγούμης διηύθυνε τὰς ἐργασίας τῆς μεγάλης Συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ 1911. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη τὸν Ἀλέξανδρον Διομήδην, εὐρυμαθέστατον καὶ βαθύτατον μελετητὴν τοῦ Δημοσίου Δικαίου, τὸν Παναγιώτην Ἀραβαντινὸν τὸν ἀείμνηστον ἐκεῖνον πρώτης τάξεως ἐπιστήμονα εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τοῦ Δικαίου καὶ τοῦ Δημοσίου ἀκόμη, τὸν ἀείμνηστον ἐπίσης Ἀνδρέαν Μιχαλακόπουλον εὐρυμαθέστατον καὶ βαθυνούστατον ἐπιστήμονα, τὸν ὁποῖον ἐχάσαμε τόσον προώρως καὶ οἱ πολιτευταὶ καὶ τὸ Ἔθνος, τὸν Θρασύβουλον Πετμεζᾶν, τὸν Χαράλαμπον Βοζίκην, τὸν Ἰωάννην Τσιριμῶκον τοὺς δύο τελευταίους διακρινομένους καὶ διὰ τὴν πολυμάθειαν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἰδίως διὰ τὴν ὀξυτάτην, παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἐδείκνυον πάντοτε μελετῶντες, ἐξετάζοντες, συζητοῦντες περὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων. Διότι, κύριοι Βουλευταί, θὰ εἶναι μεγάλη ἡ δόξα ὑμῶν, ἐὰν κατορθώσητε νὰ ἀκολουθήσητε τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Βουλή, ἡ Συνέλευσις τοῦ 1910– 1911. Κατὰ τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην τὴν πρώτην μάλιστα, καλουμένην διπλῆν Βουλήν, ἐμείναμεν σύμφωνοι ὅτι, τὰ ζητήματα τὰ Συνταγματικὰ δὲν εἶναι ζητήματα κομματικά, διότι ἐν τάξει εἶναι οἱ πολιτευταὶ ὅλων τῶν κομμάτων, ἐὰν ὅλοι εἶναι πιστοὶ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι αἱ διαφοραὶ καὶ αἱ διχογνωμίαι ἡμῶν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον, ἀλλ’ ὅλοι οἱ Ἕλληνες Πολιτευταί, οἱ πιστοὶ εἰς τὴν Πατρίδα των, οἱ στρατιῶται καὶ ἐργάται τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ὅλοι εἶναι πιστοὶ εἰς τὸ ἑκάστοτε κρατοῦν καὶ ἐφαρμοζόμενον πολίτευμα. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διακηρύσσουν ἔχθραν καὶ κατεργάζονται ὑπονόμευσιν τοῦ πολιτεύματος δὲν εἶναι Ἕλληνες πολιτευταί, εἶναι προδόται τῆς Πατρίδος των. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ μία πεπολιτισμένη χώρα, ἐὰν δὲν πείθεται εἰς τὰ κείμενα τὰ νομικά. Ὁ μέγιστος τῶν ἀνθρώπων, μετὰ τὸν Χριστόν, ὅπως ἔλεγον πρὸ ἡμερῶν, ὁ Σωκράτης, ἐδίδαξε τὴν ἀνθρωπότητα ἅπασαν, ὅλων τῶν χωρῶν καὶ ὅλων τῶν αἰώνων, ἀναντιρρήτως ἐδίδαξεν ὅτι δίκαιον εἶναι μόνον τὸ νόμιμον. Ὅ,τι δὲν εἶναι νόμιμον δὲν εἶναι δίκαιον. Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι νόμιμόν τι δὲν εἶναι δίκαιον ὁ νόμος μεταρρυθμίζεται, συμπληροῦται, διορθώνεται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, οὐχὶ κατὰ τὰς ὀρέξεις ἑνὸς ἑκάστου. Βέβαια, ὁ Σωκράτης εἶπεν, ἐπίσης, ὅτι ὑπάρχουν ἄγραφοι νόμοι, οὓς θεοὶ ἔθετον. Οἱ νόμοι, ὅπως λέγουν σήμερον ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες τοῦ κόσμου, οἱ σύμφωνοι πρὸς τὸ περὶ δικαίου καὶ ἠθικῆς αἴσθημα τῶν πεπολιτισμένων ἀνθρώπων. Αὐτά, κύριοι, δὲν εἶναι ἀφηρημένα διδάγματα, εἶναι συγκεκριμένα. Ὅταν λέγωμεν, ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν καὶ πρὸ ἡμερῶν νὰ εἴπω, ὅτι αἱ Βουλαὶ δὲν εἶναι Ἀκαδημίαι, ὅτι εἰς τὰς Βουλὰς αἱ συζητήσεις εἶναι πρακτικαὶ περὶ νόμων ὁμιλοῦμεν, διότι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν κατασκευάζονται καθίσματα, ἢ ἐνδύματα ἢ ὑποδήματα ἢ μηχανικὰ ἐργαλεῖα· εἰς τὴν Βουλὴν συζητοῦμεν περὶ νόμων, διότι ἄνευ τῶν νόμων δὲν ὑπάρχουν πράγματα χρήσιμα διὰ τοὺς ἀνθρώπους. Εἰς τὴν Βουλὴν καταρτίζονται ρυθμοί, διότι ἄνευ ρυθμοῦ δὲν ὑπάρχουν πράγματα χρήσιμα, ὑπάρχουν τερατώδη πράγματα, ὑπάρχουν δύσμορφα πράγματα, ὑπάρχουν ἀσυναρτησίαι εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων, ὑπάρχουν κίνδυνοι, διότι ἄνευ τῶν νόμων καλῶς γεγραμμένων καὶ πιστῶς ἐφαρμοζομένων ὑπάρχει ἡ ἀναρχία, τῆς ὁποίας, ὅπως εἶπεν ἄλλος ἀρχαῖος σοφὸς Ἕλλην, «οὐδὲν κακὸν μεῖζον». Πρακτικαὶ εἶναι αἱ συζητήσεις εἰς τὴν Βουλήν, πρακτικαὶ διότι καθορίζονται οἱ ρυθμοὶ τῶν πραγμάτων, πράγματα δὲν κατασκευάζονται εἰς τὰς Βουλὰς, οἱ ρυθμοὶ τῶν πραγμάτων καὶ ὅταν λέγωμεν πράγματα ἐννοοῦμεν τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Αἱ συζητήσεις δὲ περὶ Συντάγματος, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι κομματικαί, εἶναι συζητήσεις τοῦ συνόλου τῆς Βουλῆς. Καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διατυπώσω καὶ μίαν διαφωνίαν. Ἠκούσθησαν τραχεῖαι ἐκφράσεις, διὰ τὰς συζητήσεις ἡμῶν τὰς ἐνίοτε, ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ζωηροτέρας τοῦ δέοντος, ἐνίοτε πολυλογωτέρας τοῦ πρέποντος, ἀλλὰ αἱ τραχεῖαι ἐκφράσεις ἐκεῖναι, ἦσαν ἀδικαιολόγητοι. Δὲν ὑπάρχει καμμία Βουλὴ εἰς τὸν κόσμον, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν συζητοῦν καὶ ἐπειδὴ ὅλα τὰ πράγματα εἰς τὸν κόσμον τοῦτον εἶναι σχετικά, τί τὸ παράξενον ἐάν, ὅπως εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς τοῦ κόσμου καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικήν, λέγωνται μερικοὶ περισσότεροι λόγοι; Τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ καθόλου νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ νὰ ἐκφράζωνται μὲ τραχύτητα, μὲ λέξεις καὶ φράσεις μὴ πρυσηκούσας, περὶ τῆς ὑπερβολῆς, τῆς παρεκτροπῆς ἔστω! Διότι πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτούς, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ δίδωμεν ἀφορμὰς εἰς παρεξηγήσεις, εἰς τὸ νὰ ὑποτιμᾶται τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ καὶ κατὰ τὴν μέθοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖται, διότι καὶ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ θὰ εἶναι ἔργον ἀνθρώπου καὶ ἡ μέθοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖται θὰ εἶναι ἀνθρωπίνη, θὰ περιέχῃ καὶ μίαν ὑπερβολὴν καὶ μίαν παρεκτροπήν. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει καθόλου, ὅτι τὸ σύνελον τοῦ ἔργου ἡμῶν δὲν πρέπει νὰ εἶναι σεβαστόν. Ἐγὼ πιστεύω ἀδιστάκτως, μολονότι ἔχω καὶ ἐγὼ διαφωνίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τοῦ σώματος ἡμῶν, μολονότι ἔχω ὑπ’ ὄψει ποῖα ἴσως θὰ παρουσιάσωμεν ἐλαττώματα, ἔπειτα ἀπὸ διακοπήν, πολυετῆ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου. Ἔχω πεποίθησιν ἀδίστακτον ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν, ἐν τῷ συνόλῳ θὰ εἶναι ἄξιον τῆς Πατρίδος. Πρέπει λοιπὸν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτούς, καὶ νὰ ἀξιῶμεν τὸν σεβασμὸν τῶν ἄλλων καὶ νὰ συντελῶμεν ὥστε νὰ προκαλῆται ὁ σεβασμὸς ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Συνεζητήθη προχθές, ἴσως πρόωρα, τὸ θέμα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος ἡμῶν. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λείψουν μερικαὶ καὶ ἐδῶ παρεξηγήσεις. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔσχον τὴν ἀντίληψιν χθές, ὅτι ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς λέξεως «Συντακτικὴ» μερικοὶ ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐνομίσαμεν ὅτι ἐμφανίζεται κάποιος μπαμπούλας.
§22Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὀρθῶς.
§23Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι δυσκολώτερα μερικὰ θέματα ἀπὸ ὅσον μερικοὶ κύριοι φαντάζονται. Αὐτὸν τὸν δῆθεν μπαμπούλαν, τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, κύριοι βουλευταί, τὸν ἔχει διηνεκῶς ἡ Ἀγγλία. Ἡ Ἀγγλικὴ Βουλὴ εἶναι διαρκῶς Συντακτικὴ Συνέλευσις.
§24Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα Ἄγγλοι ὅμως.
§25Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὰ θέματα εἶναι δυσκολώτερα ἀπὸ ὅ,τι φοντάζονται μερικοί.
§26Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὀρθῶς. (Γέλωτες).
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σᾶς ἀρέσουν αἱ διακοπαὶ φαίνεται.
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν μοῦ ἀρέσουν, ἀλλὰ καὶ δὲν μὲ ταράσσουν. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντῶ εἰς τοὺς φίλους τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ ὑπὸ ἄλλην ἄποψιν, ὄχι ὅμως τὴν Συνταγματικήν. Τώρα, διατί κύριοι συνάδελφοι, κάμνομεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν μεταξὺ Συντακτικῆς καὶ Ἀναθεωρητικῆς; Πόθεν προῆλθεν ὁ ὅρος Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις; Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 εἰς τὸ ἄρθρον 107 λέγει: (Ἀναγινώσκει). «Δὲν ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος. Ὡρισμέναι μόνον διατάξεις δύνανται νὰ ἀναθεωρηθοῦν». Ἐκ τῆς λέξεως «ἀναθεώρησις» προῆλθεν ἡ ὀνομασία Ἀναθεωρητική. Διότι δὲν ὑπάρχει κείμενον Συντάγματος ἢ κείμενον νόμου τὸ ὁποῖον νὰ ἀναγράφῃ τὴν λέξιν Ἀναθεωρητικὴ ἢ Συντακτική. Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν φράσιν αὐτὴν προῆλθεν. Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν φράσιν αὐτὴν συνάγεται, ὅτι καὶ ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος, Ἀναθεώρησις ὀνομάζεται. Μόνον τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911—ἐὰν τὸ συγχωρῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ γίνεται λόγος—, ὁ ἀείμνηστος Στέφ. Δραγούμης εἶχε κάμει τὴν τιμὴν εἰς τὸν τότε βουλευτὴν Λακωνίας καὶ σήμερον βουλευτὴν Ἀθηνῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τότε τοῦ Συντάγματος συνετέλεσεν, ὑπὲρ πάντα ἄλλον—ἀναγράφεται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ—τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ποὺ λέγει: (Ἀναγινώσκει). «Ἐπιτρέπεται μετὰ δεκαετίαν ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, κλπ.» Λοιπὸν εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864; Ὄχι. Λοιπὸν καθώρισε τὴν ὀνομασίαν καὶ τὸν προορισμὸν τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν τὸ διάταγμα μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ μάλιστα Κυβερνήσεως εἰς ἐκτάκτους καιροὺς διορισθείσης καὶ κατὰ περίεργον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλην ἔκφρασιν, τρόπον. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη πόθεν ἠρύσθη τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ τὸν χαρακτηριστικὸν τοῦ Σώματος ἡμῶν; Ποῖος ἔδωσεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ποῖος ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, ἀνενδότως νὰ καθορίσῃ, ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν; Οὐδείς, οὐδὲν εἶχε τοιοῦτον τι δικαίωμα. Οὐχὶ διὰ Συνέλευσιν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς ἐνέργειαν ἐκλογῶν κατὰ ὡρισμένον πρόγραμμα δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ διάταγμα Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω, πῶς εὑρίσκοντο πρόσωπα παντελῶς ἄγνωστα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ποῖος λοιπὸν θὰ καθορίσῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Σώματος ἡμῶν; Τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, ἀφοῦ θέλετε καὶ ὀνομασίαν, τὴν ὀνομασίαν αὐτοῦ; Ἡμεῖς, κύριοι βουλευταί. Ἡμεῖς ἐδῶ. Διότι αἱ εἰς ἐκτάκτους καιροὺς συγκαλούμεναι Ἐθνοσυνελεύσεις οὐδέποτε εἶναι Ἀναθεωρητικαί, κατὰ τὰ ἄρθρα τῶν Συνταγμάτων μας. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1910–11 ἦτο Ἀναθεωρητικὴ ἢ Συντακτική; Κατ’ εὐστάθειαν Συντακτική. Τί ἐννοοῦμεν λέγοντες ἐπακριβῶς, τί ἐννοοῦμεν λέγοντες Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν; Ἐννοοῦμεν, ὅτι δὲν περιορίζεται ἐντὸς προκαθωρισμένου σχεδίου, καὶ οὐδὲν πλέον τούτου. Ἀναθεωρητικὴ ἐπεκράτησε νὰ λέγεται ἐκείνη, ἡ ὁποία περιορίζεται εἰς τὸ προκαθωρισμένον σχέδιον. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1911 περιωρίσθη, κύριε Σταμούλη;
§29Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§30Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἢ ἀνεθεώρησεν καὶ ἄλλας διατάξεις;
§31Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν περιωρίσθη βεβαίως, καὶ ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐπεξετάθη πέραν τῶν θεμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐκλήθη.
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐξετάθη πέραν τοῦ σχεδίου, καὶ ὄχι μόνον ἁπλῶν θεμάτων, ἀλλὰ καὶ οὐσιωδῶν, καὶ ἀκόμη μάλιστα θεμελιωδῶν, διότι περιέλαβεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἄρθρα «Περὶ Στρατιωτικοῦ Νόμου», «Περὶ εἰδικῶν δικαστηρίων» δηλαδή, καθωρίσθησαν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπονται εἰδικὰ Δικαστήρια, καὶ τοῦτο εἶναι θεμελιῶδες διότι, τὸ νὰ μὴ στερῆται κανεὶς πολίτης τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ, τοῦ νομίμου αὐτοῦ δικαστοῦ, κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν, εἶναι διάταξις θεμελιώδης.
§33Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ πλέον θεμελιώδης πασῶν.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἠγωνίσθην πολὺ νὰ μὴ τεθῇ ὁ θεσμὸς αὐτός, καὶ πιστεύω ὅτι, πολλὰς συμφοράς, ἀνυπολογίστους διὰ τὸν τόπον μας ἔφερεν ἡ θεσμοθέτησις ἐκείνη, διότι καλῶς βέβαια ἐφηρμόσθη, καλῶς, οὐχὶ δηλαδὴ ἐπιβλαβῶς, ἐλειτούργησεν ὁ θεσμὸς αὐτὸς κατὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλά, ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ θεσμός, ἴσως δὲν θὰ τὸν ἐχρησιμοποίουν «ὁ Θόδωρος κερνᾷ καὶ Θόδωρος πίνει» καὶ ἡ 4η Αὐγούστου κ.τ.λ. κ.τ.λ. Τὰ θέματα αὐτά, κύριοι βουλευταί, τὸ νὰ μὴ εἶναι κομματικαὶ αἱ συζητήσεις, τὸ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, προκειμένου περὶ ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὅτι τοιουτοτρόπως ἀσφαλίζεται ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ Πολίτευμα, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἄλλαι σκέψεις, συνεζητήθησαν πολύ, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην τοῦ 1911, καὶ ἀκόμη κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1920–22. Ἐλέχθη χθές, ὅτι τάχα, ἄλλο χαρακτηριστικὸν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως εἶναι τὸ μὴ διαλύσιμον αὐτῆς. Καὶ εἶμαι εἰς ἀπορίαν διότι τὴν γνώμην αὐτὴν διετύπωσεν συνάδελφος, τὰ μάλιστα διακεκριμένος μεταξὺ ἡμῶν, διὰ τὴν καθολικὴν αὐτοῦ νομικὴν μόρφωσιν, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς τὰ ζητήματα τοῦ Δημοσίου Δικαίου. Ἔλεγεν ὁ ὑπέροχος, διατὶ νὰ διστάσω νὰ εἴπω ὁ Μέγας Ἐλευθέριος Βενιζέλος, τὴν 20ὴν Ὀκτωβρίου 1910: (Ἀναγιγνώσκει). «Ἡ παροῦσα Βουλή, οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶχε χαρακτῆρα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαλυθῇ ἐφ’ ὅσον εὑρίσκετο ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐφ’ ὅσον θὰ εὑρίσκετο ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν κοινὴν γνώμην θὰ διελύετο ὡς κάρφος ἀχύρου». Καὶ διελύθη.
§35Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ ἴδιον εἰς τὰ 1927.
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, συνεζητήθη ἐκτενέστατα κατὰ τὴν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τῆς Γαλλίας τὸ 1875. Ἐδυσφόρησαν, ὅταν τὸ πρῶτον ἐγεννήθη τοιαύτη συζήτησις, ὅλοι οἱ Γάλλοι πληρεξούσιοι ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ἐκείνῃ. Ἀλλ’ ἐπεκράτησεν ἡ νομικὴ γνώμη, ὅτι ἡ ἔκκλησις πρὸς τὸν λαὸν δὲν σημαίνει ἀσέβειαν πρὸς τὸ δόγμα «ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ Ἔθνους», ἀλλὰ σημαίνει εὐλάβειαν πρὸς αὐτό. Ἡ διάλυσις εἶναι ἔκκλησις πρὸς τὸν λαὸν καὶ ὄχι κατάργησις τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ διατὶ προστρέχομεν ἀλλοῦ καὶ δὲν πηγαίνομεν κατ’ εὐθεῖαν ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου λαμβάνομεν ὅλα τὰ διδάγματα τοῦ ὀρθῶς πολιτεύεσθαι κατὰ σύστημα κοινοβουλευτικόν; Ὡς εἶπον προηγουμένως ἡ Ἀγγλικὴ Βουλὴ εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις διηνεκὴς καὶ συχνὰ διαλύεται.
§37Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα εἰς τὴν Ἀγγλίαν.
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχει, φίλτατε κύριε συνάδελφε καὶ εἰς τοῦτο πλανᾶσθαι. Ὑπάρχει. Τὸ Σύνταγμα τὸ Ἀγγλικὸν ἀποτελεῖται ἀπὸ ὅλους τοὺς θεμελιώδεις θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἔχονται τοῦ Συντάγματος τοῦ 1215. Διότι, ὅπως βεβαίως γνωρίζομεν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν καταργοῦνται οἱ νόμοι. Δὲν καταργεῖται ὁ νόμος. Ὅλοι οἱ νόμοι ἀπὸ αἰώνων εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι εἰς ἰσχύν. Ἐπικρατοῦν οἱ νεώτεροι ἀπέναντι τῶν ἀρχαιοτέρων, ἐφ’ ὅσον ἀποτόμως συγκρούονται. Ἀλλὰ συμβαίνει πολλάκις νὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ ἐφαρμοσθῇ νόμος τεθεὶς πρὸ 600 ἐτῶν. Λοιπὸν ὑπάρχει πολίτευμα εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἀγγλίας, ἡ Βουλὴ αὐτῆς, ὅπως ἔχει λεχθῆ, μόνον ἑνὸς δικαιώματος στερεῖται, νὰ μεταβάλλῃ τὰ θήλεα εἰς ἄρρενας καὶ τοὺς ἄρρενας εἰς θήλεα. Εἶναι, λοιπόν, παντοδύναμον, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἀλλὰ μὴ ταράττεσθε, κύριοι. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι μπαμπούλας ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, διότι δὲν ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ὅσα φαντάζεται ἡ Βουλή.
§39Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὸ διάγγελμα τοῦ Γεωργίου τοῦ Αʹ. πρὸς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864;
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἐνθυμοῦμαι τὸ διάγγελμα τοῦ Γεωργίου τοῦ Αʹ. περὶ τοῦ ὁποίου ἔχω κάμει μακρὸν λόγον τὴν 3ην Σεπτεμβρίου 1910 καὶ ἔλεγον τότε καὶ λέγω καὶ σήμερον, ὅτι ἐκ τοῦ διαγγέλματος ἐκείνου προεκλήθη διαταραχὴ σοβαρωτάτη εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸ πρᾶγμα ἐξοικονομήθη διά τινων ἐπιτηδείων φράσεων. Ἀλλ’ ἀπέμεινε σταθερὰ ἡ γνώμη, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι συμβόλαιον μεταξὺ Βασιλέως καὶ Ἔθνους, ἀλλ’ εἶναι μονομερὴς πρᾶξις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ.
§41Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε...
§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε τόσον συχνά, διότι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ εἴπω καὶ εἰς σᾶς ὅτι πρέπει νὰ μελετᾶτε κάπως συχνὰ τὰ πράγματα. Ἔχω ἀνεπιφύλακτον ὑπόληψιν διὰ τὴν μάθησίν σας, ἀλλὰ διὰ τὴν εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, ἔχω μίαν τινὰ ἐπιφύλαξιν. Ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως νὰ κληθῇ μία εἰδικὴ Βουλή, μετὰ ταῦτα, ἡ ὁποία νὰ ἀποφανθῇ, ἂν θὰ θεσπισθῇ ὁριστικῶς ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ ἀείμνηστος, ὑπέροχος ρήτωρ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος καὶ θαυμαστὸς διὰ τὰς ἀρετάς του πολιτικός, ὁ Θεόδωρος Δεληγιάννης. Συνεζητεῖτο τότε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ θέμα καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐσιώπα καὶ ὅταν ἐτελείωσεν ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς καὶ ἠρωτήθη διατί, εἶπεν ὅτι: Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἔχω γνώμην. Ἐγὼ εἶμαι διωρισμένος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἂν διετύπωνον γνώμην, τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν ὅτι συμμετέχει εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος ὁ Βασιλεύς, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι καὶ ἂν ὁ Βασιλεὺς διεφώνει, δὲν θὰ ὑποχωρήσω, ἀλλὰ θὰ ἐπιμείνω νὰ ὑποχωρήσῃ ἐκεῖνος. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα μου. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται μπαμπούλας διότι δὲν εἶναι παντοδύναμος, παντοδύναμος ὡς ἐλέχθη εἰς τὰ 1921 καὶ εἰς τὴν τότε αὐτοχαρακτηρισθεῖσαν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν—ὀρθῶς αὐτοχαρακτηρισθεῖσαν—ἠκούσθησαν τὰ ἑξῆς: «....... (ἀναγινώσκει).......». Ὄχι, κύριοι, δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Ταῦτα ἐδίδασκεν ὁ μέγας νομικὸς καὶ σπουδαιότατος ἐπιστήμων εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, ὁ δυστυχής, ἀλλ’ ὑπέροχος πολιτευτὴς τῆς Πατρίδος μας, ὁ ἀείμνηστος Δημήτριος Γούναρης. Δὲν ὑπάρχει λόγος, κανεὶς λόγος, νὰ μᾶς φοβίζῃ ἡ λέξις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλεται εἶναι νὰ ἀντιληφθῶμεν τώρα σαφῶς καὶ εἰς ὅλην μας τὴν ψυχήν, πόσην εἶχε σημασίαν τὸ δίδαγμα, τὸ ὁποῖον ἔδωσεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸ ἐπέκεινα τῶν 50 ἐτῶν ὑπέροχος πολιτικὸς τῆς Πατρίδος μας, ὁ Θεόδωρος Δεληγιάννης. Ἀλλὰ πῶς θὰ προσέξωμεν εἰς τοὺς θεσμούς, ἂν δὲν προσέξωμεν εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν λέξεων καὶ τῶν φράσεων τῶν θεσμῶν καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν θεσμῶν; Ὁ θεσμὸς εἶναι διά, μίαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ν’ ἀποφασίσῃ δὶς ἡ προηγουμένη Βουλὴ διὰ τῶν ⅔ τῶν μελῶν αὐτῆς εἰς δύο συνεδριάσεις, ἀπεχούσας τοὐλάχιστον ἕνα μῆνα ἡ μία τῆς ἑτέρας. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτηρήθη ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ συνερχόμεθα ἐδῶ εἰς Συνέλευσιν, ἢ ἔχομεν πᾶσαν ἐξουσίαν ἢ δὲν ἔχομεν καμμίαν, ἢ εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις ἢ δὲν εἴμεθα τίποτε. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω—διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμνω ἐπαναλήψεις τινὰς—ἀλλ’ ἡ ἐξουσία μας, ἐπαναλέγω, εἶναι βεβαίως περιωρισμένη, περιωρισμένη κατὰ τὰς θελήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐλέχθη, ὀρθότατα, ἀπὸ τὸν ἐπίσης διακεκριμένον συνάδελφον κ. Σίδερην, ὅτι μία ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων— ἂν μὴ θεμελιωδεστάτων — διατάξεων τοῦ Συντάγματος εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 21: «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους» καὶ κατὰ τὴν διάταξιν αὐτήν...... (δὲν ἠκούσθη)...... διότι ὁ λαὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν κατὰ τὸ προεκλογικὸν στάδιον εἶπεν, εἶπε μίαν λέξιν, ἔρχομαι, ἔρχεσαι, ἔρχεται. (Χειροκροτήματα). Καὶ διὰ τοῦτο ἐγώ, κύριοι βουλευταί, ἐπιμένω, ἐπιμένω ἀνενδότως—ἐφ’ ὅσον μάλιστα εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὴν κομματικήν μου θέσιν τὸ ποίαν ἔχω γνώμην περὶ τοῦ πολιτεύματος—ἐπιμένω ἀνενδότως, ἀκάμπτως, ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος, διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ τὸ ταχύτερον ἡ δημοσία τάξις, διὰ νὰ τακτοποιηθῶμεν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθήκοντά μας ἀπέναντι τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων, ἐπιμένω νὰ λύσωμεν καὶ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἐδῶ, μεταξύ μας, ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πιστεύοντες ἀδιστάκτως ὅτι ἐκτελοῦμεν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Φοβοῦνται τὴν Συντακτικήν, διότι θὰ μᾶς δώσῃ δικαιώματα. Καὶ δὲν μοῦ λέγουν οἱ ταῦτα ἰσχυριζόμενοι, θέλησις ἁπλῶς Ἀναθεωρητικῆς Συνελεύσεως ἢ Συνταγματικωτάτης Ἐθνοσυνελεύσεως ἐξουσία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία εὑρίσκει ὑπὸ αἵρεσιν τὸν Βασιλέα καὶ ἀνατρέπει τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν τοῦ πολιτεύματος καὶ πυλιτεύματος ἀντιπροσωπευτικοῦ, εἰς πολίτευμα ἀμέσου δημοκρατίας, ἀμέσου ὀχλοκρατίας; (Χειροκροτήματα). Ποία εἶναι ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία καθώρισε, παρὰ τὰς διατάξεις ὅλων τῶν Συνταγμάτων μας ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1822 μέχρι σήμερον, κατὰ τὰς ὁποίας οὐδαμοῦ ἀναγράφεται θεσμὸς δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρὰ ἄρνησιν τοῦ θεμελιωδεστέρου χαρακτηριστικοῦ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, πολιτεύματος ἀντιπροσωπευτικοῦ; Λοιπόν, τὴν ἔχετε ἐφαρμόσει τὴν ἐξουσίαν τὴν Συνταγματικὴν ἢ δὲν τὴν ἔχετε; Καὶ εἶναι αὐτὸ ἐπέκτασις Συντακτικοῦ περιεχομένου; Ἀναμφιβόλως, κύριοι, ἐκθέτομεν εἰς κίνδυνον τὴν χώραν μας, διότι ἐπὶ τρίμηνον τοὐλάχιστον ἀκόμη θὰ ἔχωμεν τὸ καρκίνωμα, ὅπως ὠνομάσθη ἀπό τινας ἐδῶ, τὸ καρκίνωμα τοῦ δημοψηφίσματος· θὰ ἔχωμεν ὑπὸ ἐκκρεμότητα ἂν ἀντιπροσωπευώμεθα εἰς τὰς διεθνεῖς διασκέψεις μετὰ τοῦ ἀπαιτουμένου κύρους· θὰ διαταράσσεται ἡ δημοσία τάξις, διὰ νὰ μὴ προέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς—καὶ δὲν ἠξεύρω ἀκόμη ποῖα ἄλλα κακὰ δύνανται νὰ προέλθουν. Διὰ τοῦτο ἐγώ, ἐπιμένω, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις ἤ, ἐπὶ τέλους, μερικοὶ ἐξ ἡμῶν νὰ θέσωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ ψῆφον τῆς Συνελεύσεως ψήφισμα, ὅτι λύεται κατὰ τὸν τρόπον ποὺ θέλει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα.
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰ 1920 Συντακτικὴ ἦτο ἡ Συνέλευσις.
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὰ 1920 ἐξελέγη Ἁπλῆ Βουλή, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἀναγνωριζόμενον ἐπιστημονικῶς καὶ πρακτικῶς ὑπὸ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, ἀνηγόρευσεν ἑαυτὴν ἡ ἐκλεγεῖσα ὡς Ἁπλῆ Βουλή, πιστεύουσα, ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὸν λαὸν εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἀντιτάσσεται δηλαδὴ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀνηγόρευσεν ἑαυτὴν εἰς Συντακτικήν.
§45Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κατὰ τὴν προκήρυξιν τῶν ἐκλογῶν, τότε ὑπῆρχε δήλωσις τῆς Ἡνωμένης Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἐὰν ἐξήρχετο νικήτρια, θὰ ἦτο Συντακτικὴ Συνέλευσις.
§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα, κύριε. Μοῦ ἀπαντᾶτε, ὅτι ἐγένετο καὶ ἄλλοτε δημοψήφισμα; Ἐὰν μοῦ ἀπαντᾶτε εἰς τοῦτο, ὅτι ἐγένετο καὶ ἄλλοτε δημοψήφισμα, ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι καὶ τότε ὑπῆρξαν ἐν τῇ σκέψει πρὸς ἀπόφασιν καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ἀποφάσεως παραπτώματα. Παραπτώματα ἦσαν καὶ ἐκεῖ.
§47Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἔτσι ἀπεφάνθη ὁ λαὸς τότε.
§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὰ δημοψηφίσματα εἶναι παράβασις τοῦ σταθεροῦ, τοῦ σωτηρίου κανόνος τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου, ὅπως κυβερνᾶται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα. Διότι ὅταν δὲν εἶναι ἀντιπροσωπευτικὸν τὸ σύστημα, εἶναι τὸ σύστημα τῆς Λαοκρατίας τῶν Ἀρμενίων καὶ τῶν Ἀθιγγάνων, οἱ ὁποῖοι ἠκούοντο τὴν 18ην Ὀκτωβρίου 1944 εἰς τὴν Πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος—καὶ δὲν συνελήφθησαν, ὅπως ἔγραφα εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργόν, οἱ συνυπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἐνέκριναν τὰς κραυγὰς αὐτάς, καὶ νὰ φυλακισθοῦν—εἶναι τὸ σύστημα αὐτό, σύστημα, λέγω, ὀχλοκρατίας. Καὶ τὴν ὀχλοκρατίαν διευθύνουν πάντοτε οἱ χειρότεροι τῶν ἀνθρώπων, οἱ ἐπικινδυνωδέστεροι ἄνθρωποι εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, οἱ δημοκόποι. Καὶ ἀπὸ τοὺς δημοκόπους, ὅπως σᾶς εἶπα καὶ πρὸ ἡμερῶν, πηγάζουν οἱ τύραννοι, οἱ κακῶς ἀποκαλούμενοι δικτάτορες. Λέγω «κακῶς» διότι ὡς γνωρίζετε πάντες ἡ δικτατορία εἰς τὴν Ρώμην ἦτο θεσμός, δὲν ἦτο αὐθαίρετος ἁρπαγὴ τῆς ἐξουσίας. Δὲν ἠξεύρω, εἶπα, κ. συνάδελφοι, πῶς θὰ ἐπικρατήσῃ νὰ ἀποκαλῆται ἡ Συνέλευσις. Ἐγώ, πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἡμῶν ἔχει θεωρητικῶς πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐξουσίαν της ἕως ἐκεῖ ὅπου σαφῶς ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὸ θέλει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐπανέρχομαι νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως ἀφοσιωθῶμεν ὅλοι εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς νομιμότητος εἰς τὸν τόπον μας, ἡ νομιμότης δὲ εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ ἀφοσίωσις τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνας πεπολιτισμένος λαὸς εἰς τὰ κείμενα τῶν νόμων του. Εἶναι ἄτοπον, εἶναι ἀπαράδεκτον, ἑπομένως εἶναι ἀξιοκατάκριτον—συγχωρητέον μόνον διότι δὲν γίνεται ἐκ δολίας προαιρέσεως—νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα κατὰ πάντα ἀξιότιμοι ἄνδρες, γενναῖοι ἄνδρες, ὡς τὸ ἀπέδειξαν ἐνώπιον κινδύνων, καὶ νὰ λέγουν: «δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν οἱ τύποι, ἐγὼ θέλω τὰ πράγματα». Δὲν ἔχουν καμμίαν ἔννοιαν αἱ φράσεις αὐταί; Ποῖα πράγματα θέλει; Καθίσματα, ὑποδήματα, ἐνδύματα, μαγειρικὰ σκεύη...
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νόμους ἐξυπηρετοῦντας τὰ πράγματα.
§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νόμους ἐξυπηρετοῦντας τὸν βίον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νόμους καλούς. Καὶ διὰ νὰ εἶναι καλοὶ οἱ νόμοι, πρέπει καλῶς νὰ γνωρίζωμεν τοὺς νόμους. Καὶ διὰ τοῦτο ἐδῶ, εἰς τὸ στάδιον τῆς πολιτικῆς, χρήσιμοι ἄνδρες εἶναι οἱ ἔχοντες γνῶσιν εὐρεῖαν τῶν νόμων. Καὶ διὰ νὰ ἔχουν γνῶσιν εὐρεῖαν τῶν νόμων οἱ ἡγούμενοι εἰς τὴν πολιτικὴν—διότι ὅλοι, βέβαια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἡγέται—ἰδίως οἱ ἡγούμενοι εἰς τὴν πολιτικήν, πρέπει νὰ ἔχουν μίαν εὐρεῖαν κατάρτισιν φιλοσοφικήν, ἱστορικήν, ἐγκυκλοπαιδικὴν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας ἐπιστήμας, καὶ νὰ ἔχουν ἀποδείξει εἰς τὸ στάδιον τοῦ πρακτικοῦ βίου, ὅτι καλῶς εἰργάσθησαν, ὅτι ἔλαβον πολλὰς αἰτίας νὰ μελετήσουν ποῖαι εἶναι αἱ ἀρεταὶ τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων. Αἱ εἰδικότητες εἰς τὸ βῆμα αὐτὸ τὸ πολιτικὸν νὰ εἶναι ὀλίγον συνεσταλμέναι, διότι αἱ εἰδικότητες εἰς τὴν πολιτικήν, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι βοηθητικαὶ ἀλλὰ θέλουν νὰ ἔχουν πρωτοβουλίαν, αἱ εἰδικότητες εἶναι ἐπικίνδυνοι διότι παρουσιάζουν χωρὶς νὰ τὸ θέλουν μίαν στενοκεφαλιάν. Εἶμαι βαθύτατα εὐγνώμων πρὸς τὴν Βουλὴν διότι μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ μέχρι τοῦδε μὲ ἐπιείκειαν. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ κύριοι συνάδελφοι ἐξετάζω καὶ ἐγὼ τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ πρώτου. Φρονῶ καὶ ἐγὼ κύριοι ὅτι ἡ λέξις, «δύναται» εἰς τὴν πρώτην παράγραφον καλὸν εἶναι νὰ ἀπαλειφθῇ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ἔχω μεγαλυτέραν διαφωνίαν. Λέγει ἡ παράγραφος αὐτή: «Τὰ ἀνωτέρω ψηφίσματα μετὰ τὴν.... (ἀναγινώσκει)..... δημοσιεύονται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ προσυπογράφωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Οὐδεμία.
§51Χ. ΛΑΔΑΣ. Οὔτε ἔγινε ποτὲ αὐτό.
§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκτὸς ἐάν, ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἀσκουμένη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἀλλ’ ἐνεργουμένη διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, συμπράττῃ εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ πολιτεύματος. Ἐφ’ ὅσον δὲν συμπράττει δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ προσυπογράφωνται τὰ ψηφίσματα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐπιβάλλεται δηλαδὴ νὰ διαγραφῇ. Προχωρῶ: «Ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ ἀσκοῦντος τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν». Ἡ ἔκφρασις εἶναι ἀσυνήθης, δύναται νὰ γεννήσῃ παρεξηγήσεις. «Ἐκδίδονται ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας». Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἐκδίδονται ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Τώρα εἶναι τὸ τελευταῖον μέρος «καὶ ἰσχύουν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς των εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Ἐὰν δὲν δημοσιευθοῦν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἰσχύουν; Καὶ δημοσιεύονται μετὰ πόσον χρόνον; Εἶναι ἐρωτήματα ὅλα αὐτὰ εὔλογα. Θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἑξῆς κύριοι. Τὰ ἀνωτέρω ψηφίσματα, νὰ διαγραφῇ ὅλο τὸ ἄλλο μέρος τῆς παραγράφου καὶ νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Τὰ ἀνωτέρω ψηφίσματα ἰσχύοντα ἀμέσως ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς των ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑπογράφονται ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς καὶ ἐκδίδονται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ὑποχρεωτικῶς ἐντὸς δεκαημέρου». Τοιουτοτρόπως θὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς ὅλα ὅσα προηγουμένως εἶπον. Παρακαλῶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις χωρὶς προηγουμένην μελέτην. Διότι ἐπίσης ἐγὼ διαφωνῶ εἰς τὸ λεχθὲν ὅτι τάχα τὸ ψήφισμα ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν τὸ παραδέχομαι αὐτό. Εἴπομεν ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία δὲν συμπράττει εἰς τὸ ἔργον αὐτό, εἶναι καθαρῶς συντακτικοῦ περιεχομένου τὰ ψηφίσματα.
§53Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶπον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ εἶπον νὰ πᾶνε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ ὑποβληθοῦν ἀπὸ τοὺς βουλευτάς.
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω μάλιστα ὅτι οἱοσδήποτε βουλευτὴς δύναται ἀξιόλογα νὰ τὸ ὑποβάλῃ. Κύριοι συνάδελφοι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὑπάρχῃ μία συναίνεσις ἢ ἄρνησις τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτείνω τῆς 2ας παραγράφου τοῦ ψηφίσματος. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος, ὁ ἴδιος δὲν ἔχει ἀντίρρησιν.
§55Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι ἴσως πρόωρον προτοῦ ἀκουσθοῦν καὶ ἄλλοι ρήτορες νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις.
§56Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι εὐχαριστῶ διὰ τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν μοῦ ἐκάματε νὰ μὲ ἀκούσετε. Τελειώνω τὸν λόγον μου μὲ μίαν ἐπανάληψιν, νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ πολιτεύματος χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ κόμματά μας, ἀλλὰ τὴν Πατρίδα μας. Διαιρούμενοι κατὰ κόμματα, διαιρούμεθα κατά τινας ἀντιλήψεις εἰς τὰ καθέκαστα, ἀλλ’ εἴμεθα ὅλοι πιστοὶ εἰς τὸ πολίτευμά μας, διότι τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον καὶ κύριον καθῆκόν μας, νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὴν Πατρίδα μας. Ἡ ἔκφρασις «ὑπείκω εἰς τὴν Πατρίδα μου» δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀφῃρημένη εἰς πεπολιτισμένον λαόν, ἐὰν δὲν ἔχῃ κύριον χαρακτηριστικὸν τὸ ὑπείκω αὐτό, τὸ πείθομαι εἰς τὴν Πατρίδα, ἐὰν δὲν ἔχῃ λέγω κύριον χαρακτηριστικόν, τὸ πείθεσθαι εἰς τοὺς νόμους αὐτῆς, εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον αὐτόν, τὸ πολίτευμα τῆς χώρας. Μόνον κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον, μόνον μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις, μὲ αὐτὸ τὸ συναίσθημα θὰ ἐκτελέσωμεν ὅλοι τὸ καθῆκον μας καὶ θὰ εἴμεθα Συνέλευσις ἀξία τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§57Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν ξενισθέντων περισσότερον ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, θὰ ἠθέλατε κ. Πρόεδρε νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον, ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε, πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ σειρὰ τῶν ἀγορητῶν. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§59Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως κατέστησε σαφὲς εἰς τὸ Σῶμα ὅτι ἀποδέχεται τὴν διάκρισιν τῶν θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, ἀποδέχεται ὡς δεδομένον τὸν περιορισμὸν τῆς νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ εἰς τοὺς ἀγορεύσαντας εἰς ἀπάντησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβωσι θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ διετυπώθησαν τότε γνῶμαι τινὲς αἱ ὁποῖαι νομίζω ἔτυχον τῆς ὀφειλομένης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς προσοχῆς. Νομίζω ὅτι τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ἤδη τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο ἡ ἱκανὴ ἀφορμὴ νὰ φέρῃ καὶ πάλιν τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν. Ἀλλ’ ἅπαξ τὸ θέμα ἐτέθη ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν θέσιν ἀπέναντί του. Ἡ διάκρισις μεταξὺ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ ἰδιοτυπίαν τῶν ἑλληνικῶν συνταγμάτων, ἰδιοτυπίαν τοσούτῳ μᾶλλον χαρακτηριστικὴν καθ’ ὅσον κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος τοῦ 1864 εἶχε ληφθῆ ἰδιαζόντως ὑπ’ ὄψει τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα καὶ τὸ ἄρθρον 131 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ρυθμίζει τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ, δὲν ἐλήφθη ἐν προκειμένῳ ὑπ’ ὄψιν. Ἡ διάταξις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος ἀπετέλεσεν θέμα ἐρεύνης ὄχι μόνον Ἑλλήνων ἀλλὰ καὶ ξένων ἐπιστημόνων. Οἱ κυριώτεροι τῶν ἀσχοληθέντων μὲ τὸν θεσμὸν τῆς συνταγματικῆς ἀναθεωρήσεως ἐδυσκολεύθησαν μὲ τὴν περίεργον ὡς ἀποκαλοῦν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τὸ 1864 καὶ ἐπέστησαν εὐθὺς ἀμέσως τὴν προσοχὴν τοῦ νομικοῦ κόσμου ἐπὶ τῆς ἀδυναμίας νὰ χαραχθῇ σαφὴς ἀντικειμενικὴ καὶ ἀναμφισβήτητος διάκρισις μεταξὺ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὰς γνώμας τῶν Φλοριὰν καὶ Μπερζαρώ, οἱ ὁποῖοι διὰ μακρῶν πραγματεύονται τὰ περὶ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἡ ἐπιστήμη δὲν κατόρθωσεν νὰ μᾶς δώσῃ ἐπαρκὲς βοήθημα διὰ νὰ καταστήσωμεν τὴν θεσπισθεῖσαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα διάκρισιν μεταξὺ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων κάπως σαφέστερον, ἀλλὰ οὔτε κἂν τὸ συγκριτικὸν δίκαιον. Ἡ πλησιεστέρα νομίζω πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10 διάταξις ἄλλου Συντάγματος εἶναι ἡ τῆς παραγράφου 112 τοῦ Νορβηγικοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία ἔχει δώσει ἐπίσης ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις. Εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς § 112 τοῦ Νορβηγικοῦ Συντάγματος δὲν γίνεται λόγος περὶ θεμελιωδῶν διατάξεων ἀλλὰ περὶ θεμελιωδῶν ἀρχῶν. Τοῦτο εἶναι νομοτεχνικῶς ὀρθότερον, διότι ἡ διατύπωσις «θεμελιώδης διάταξις» δίδει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὑπάρχουν ἄρθρα ὑποκείμενα εἰς ἀναθεώρησιν καὶ ἄρθρα μὴ ὑποκείμενα εἰς ἀναθεώρησιν. Τὸ θέμα εἶχε δώσει λαβὴν καὶ τὸ 1936 εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἶχεν ὀρθῶς ἀποφανθῆ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄρθρα ὑποκείμενα εἰς ἀναθεώρησιν καὶ ἄρθρα μὴ ὑποκείμενα εἰς ἀναθεώρησιν, ἀλλὰ θεσμοὶ ὑποκείμενοι εἰς ἀναθεώρησιν καὶ θεσμοὶ μὴ ὑποκείμενοι εἰς ἀναθεώρησιν. Ὁ κυριώτερος ἑρμηνευτὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, ὁ ἀείμνηστος Ν. Ν. Σαρίπολος, κάμνει μίαν ἀπαρίθμησιν ἐνδεικτικὴν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς λέγει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαράξωμεν μίαν γραμμήν. Τὸ 1911, ἕνα ἀξιόλογον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον συνεχῶς ὀφείλομεν νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου, τὸ 1911 παρὰ τὴν ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς ὑποστηριχθεῖσαν γνώμην, ὁ Ἐλ. Βενιζέλος εἶχεν ἐπιβάλει οὕτως εἰπεῖν τὴν ἄποψιν νὰ τηρηθῇ κατ’ ἀρχὴν ἡ διάκρισις μεταξὺ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων καὶ πολλάκις ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν ψηφισμάτων, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι τοῦ ψηφίσματος περὶ καταργήσεως τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο θίγει θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, θὰ ἀπέμενεν ἴσως μία λύσις, ἡ λύσις τοῦ νὰ ἀπέβαινε κριτὴς τοῦ ποία διάταξις εἶναι θεμελιώδης καὶ ποία δὲν εἶναι. Ἀλλ’ ἐὰν δεχθῶμεν αὐτό, τότε θὰ ἐξηρχόμεθα εὐθὺς ἀμέσως τῆς ἐννοίας τοῦ ἀναθεωρητικοῦ χαρακτῆρος, διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἑρμηνεύῃ διατάξεις δικαίου, ἔχει τόσην τυπικὴν ἐξουσίαν ὅσην ἔχει καὶ ὁ θέσας τὸν ἑρμηνευόμενον κανόνα τοῦ δικαίου, κατὰ συνέπειαν, ἀπὸ ἀπόψεως αὐστηρῶς νομικῆς ἐὰν δεχθῶμεν τὴν διάκρισιν θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων καὶ αὐτὸς ὁ κανὼν δὲν εἶναι ἐπαρκής. Οὕτω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσεν ἡμᾶς πρὸ ἑνὸς προβλήματος ἀνεπιδέκτου σαφοῦς καὶ ἀδιαφιλονικήτου λύσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εὐτυχῶς ἡ θέσις αὕτη τοῦ προβλήματος τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι θέσις προβλήματος κατ’ οὐσίαν μὴ ὑφισταμένου. Διότι ἡ πραγματική, νομίζω, θέσις, ἡ ἀληθὴς θέσις τοῦ προβλήματος εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δέχεται ὅτι ἐκφεύγει τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἀναθεωρητικῆς ἀπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς, μόνον ἐκεῖνο τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὴν ἄμεσον κρίσιν τοῦ λαοῦ καὶ ἐκφεύγει μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, δηλαδὴ διότι ὑπόκειται εἰς τὴν ἄμεσον κρίσιν τοῦ λαοῦ. Συνεπῶς, μόνον ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ἐκφεύγει τῆς ἀναθεωρητικῆς ἡμῶν ἁρμοδιότητος. Δὲν γνωρίζω, διότι ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν προέκυψε καμμία σαφὴς ἄποψις ποία εἶναι, μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπὸ συζήτησιν διάταξιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει δήλωσις μεταβολῆς γνώμης, ὀφείλω νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἐμμένει εἰς τὴν ἀρχικῶς διατυπωθεῖσαν, καὶ ἐφιστῶ διὰ τοῦτο τὴν προσοχὴν τοῦ σώματος, ἐπὶ τοῦ ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 2 καὶ πέραν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδέχεται ἡ πρότασις τοῦ ψηφίσματος τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν, διότι λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 2 τὸ ψήφισμα...
§60Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 ψήφισμα.
§61Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μάλιστα, Λέγει «πᾶσα πρότασις περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος σχετιζομένη μὲ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀπαράδεκτος». Κατὰ συνέπειαν διακηρύσσεται ἡ ἀρχὴ καὶ ὑποθέτω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ εὑρεθῶμεν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀσχέτως τῆς Κυβερνητικῆς ἀπόψεως, ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι ἐκφεύγει τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἡμῶν ἔργου μόνον ὅτι ἀφορᾷ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος.
§62Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Καὶ ἑπομένως ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ψηφίσματος περιττεύει.
§63Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νομίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι ἀκριβῶς ἐφόσον τὸ συμπέρασμά μου τὸ ἐξάγω ἐπικαλούμενος τὴν διάταξιν, ὄχι μόνον δὲν περιττεύει ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς προκύπτει καὶ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος ποὺ προέκυψε καὶ διὰ τοῦτο ἐπαινῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἔθεσε τὴν διάταξιν ταύτην παρὰ τὰς γνωστὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπίσης ἐξ ἀφορμῆς τῆς γενομένης συζητήσεως, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦ διαλυτοῦ ἢ μὴ τῆς παρούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ὅτι εὑρίσκω ἀκατάλληλον τὴν ἀφορμήν, ἀλλ’ ἅπαξ ἐτέθη καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο δέν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν ἔναντί του θέσιν. Ἔχει λεχθῆ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων τοῦ 1910 ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων νὰ διαλύσῃ τὴν ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, διότι στερούμενος τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως τῶν ψηφισμάτων τῶν ἀναθεωρητικῶν τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναστέλλῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν αὐτῆς ἔργον καθ’ ὃ μὴ συμμέτοχος τοῦ νομοθετικοῦ τούτου ἔργου. Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι νομικῶς ἀναμφιβόλως ἀξιόλογον. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἀπήντησεν ὁ μέγας Ἕλλην ὁ ὁποῖος τότε ἦτο Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, μὲ δύο παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας νομίζω ἱκανὰς νὰ τὸ ἀνατρέψουν. Ἡ πρώτη παρατήρησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν ἀσκεῖ μόνον ἀναθεωρητικὰ καθήκοντα ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἀσκεῖ καὶ τὴν συνήθη νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐπὶ πλέον καὶ κυρίως διὰ τῆς πλειοψηφίας της καθορίζει καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ κυβέρνησις τῆς χώρας. Ἐὰν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δημιουργήσῃ χάσμα μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, δηλαδὴ τοῦ Λαοῦ, τὸ ὁποῖον χάσμα διαπιστώνει ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπειδὴ ἀσκεῖ καὶ ἀναθεωρητικὰ καθήκοντα ἐμποδίζεται ἡ διάλυσις αὐτῆς. Ἔχει ἀντιθέτως καθῆκον ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, ἐὰν παρατηρήσῃ, ὅτι δὲν ὑφίσταται πλέον ἡ προϋποτιθεμένη εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἁρμονία, μεταξὺ κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας καὶ λαοῦ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Ἐπὶ πλέον ἐπεκαλέσθη ὁ Ἐλ. Βενιζέλος καὶ ἕν ἀκόμη ἐπιχείρημα καὶ εἶπεν ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ τὴν ὁποίαν ἐνσαρκώνει ἡ λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία, διότι συνδέεται ἡ διάλυσις πρὸς τὴν σύγκλησιν νέας Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐπίσης θὰ εἶναι ὑποχρεωτικῶς Ἀναθεωρητική. Συνεπῶς εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀποτελεῖ παρεμπόδισιν τῆς ἀναθεωρήσεως, τὴν ὁποίαν, ὑποτίθεται ὅτι ἐπιτάσσει, ἡ λαϊκὴ θέλησις, ἡ πρυσφυγὴ εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν.
§64Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀρκεῖ ὅτι εἶναι σαφεῖς οἱ λόγοι καὶ σαφὲς τὸ ἐρώτημα πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν.
§65Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Βεβαίως αὐτὸ εἶναι προϋπόθεσις καὶ οὐσιῶδες στοιχεῖον αὐτοῦ τούτου τοῦ θεσμοῦ. Τώρα, κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν δύο αὐτῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι κακῶς προεκάλεσεν ἡ εἰσαγωγὴ τῶν δύο ψηφισμάτων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ διατύπωσις παρατηρήσεών τινων, περαιτέρω, ἐπὶ τοῦ κειμένου τῶν δύο ψηφισμάτων καὶ πρὸ παντὸς ἐπὶ τοῦ δευτέρου. Εἰς τὸ ἀρ. 1 λέγει ὅτι «ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπεξεργάζεται τὰς εἰς αὐτὴν παραπεμφθείσας προτάσεις».
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γίνεται κατ’ ἄρθρον συζήτησις;
§67Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι. Ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἀρχῆς διότι χαρακτηρίζει τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ λειτουργήσῃ ἡ Ἐπιτροπή. Διότι δὲν προτείνεται ἡ σύστασις Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ ἐνώπιον ἡμῶν μίαν καθολικὴν πρότασιν κατόπιν ἐπεξεργασίας καὶ μελέτης περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ γίνεται μία Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ μόνον ὅσας τυχὸν προτάσεις ἀναθεωρήσεως κάμνουν ἄλλοι βουλευταὶ ἢ τυχόν, οἱ βουλευταὶ μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰσαχθοῦν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ρυθμίσεως τοῦ προπαρασκευαστικοῦ μέρους, τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου, δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος ἀπὸ ἀπόψεως, καθαρῶς τεχνικῆς. Ἡ ἀναθεώρησις ἑνὸς Συντάγματος δὲν εἶναι ἡ σποραδικὴ καὶ τυχαία μεταβολὴ διατάξεων. Προϋποθέτει ἕνα σύνολον σκέψεων, συνεχομένων, καὶ εἶναι δυσχερὲς ἂν δὲν ὑπάρξῃ μία καθολικὴ ἔρευνα ἀντὶ μέρους ἑνὸς ἑνιαίου σήματος, νὰ προκύψῃ πράγματι μία χρήσιμος, πλήρης καὶ ἀπηλλαγμένη ἐσωτερικῶν ἀντιφάσεων, περὶ ἀναθεωρήσεως, πρότασις. Θὰ ἦτο ἴσως ἐνδεχόμενον, νὰ δύνανται καὶ τὰ κόμματα νὰ κάμουν προτάσεις πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ αἱ προτάσεις αὐταὶ νὰ συζητῶνται καὶ νὰ συναρμολογῶνται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν προλαλήσας βουλευτής, ἡ ἀρχή, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ νὰ προσλάβῃ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ κομματικὸν χαρακτῆρα τὸ ἀναθεωρητικόν μας ἔργον, πρέπει νὰ τηρηθῇ καὶ κατὰ τοῦτο ὅτι εἶναι ἄστοχον νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα κομματικῆς προτάσεως ἡ ἀναθεώρησις καὶ πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἐν προκειμένῳ ἡ πρωτοβουλία εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, χωρὶς τὸν περιορισμὸν τῆς κομματικῆς αὐτῆς προκλήσεως, νὰ συνεννοηθοῦν. Νὰ δημιουργηθοῦν δηλαδὴ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι νὰ καταστήσουν πράγματι τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως ἀπαύγασμα μιᾶς κοινῆς ἐθνικῆς γνώμης, ἡ ὁποία θὰ ἐπικρατήσῃ μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Συνεπῶς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 1. Δὲν κάμνω συγκεκριμένην πρότασιν, διατύπωσιν δηλαδὴ διατάξεως, διότι γίνεται κατ’ ἀρχὴν συζήτησις. Ἐπιβάλλεται ὅμως νὰ τροποποιηθῇ ἡ συζητουμένη πρότασις, κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ συνιστωμένη Συντακτικὴ Ἐπιτροπή, νὰ βαρυνθῇ μὲ τὸ καθῆκον νὰ καταρτίσῃ, ἀσχέτως τοῦ ἐὰν θὰ εἶναι ἢ δὲν θὰ εἶναι πρὸς τοῦτο ἐπαρκεῖς αἱ πρὸς αὐτὴν γενόμεναι προτάσεις, ἕνα πλῆρες σχέδιον ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐπίσης νομίζω ὅτι ὑπάρχει, εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 2 κάτι, τὸ ὁποῖον περιορίζει, ἐν τῷ συνόλῳ τῆς, πέραν τοῦ δέοντος, τὸ ἔργον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Σχετιζομένη μὲ τὴν μορφήν, λέγει τὸ ἄρθρον 2, νομίζω ὅτι ἡ λέξις σχετιζομένη ἔδει νὰ ἀντικατασταθῇ μὲ τὴν λέξιν προσδιορίζουσα τὴν μορφήν. Ἐπὶ παραδείγματι καὶ ἡ προθεσμία τῆς κυρώσεως ἢ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου σχετίζεται μὲ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ δὲν τὴν προσδιορίζει καὶ ἀναμφιβόλως δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν, ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν καὶ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Ὑπάρχουν, δηλαδή, ἐπουσιώδεις διατάξεις σχετιζόμεναι μὲ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ὑποκείμεναι, ἀναμφιβόλως, εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον παρὰ τὸν θεμελιώδη περιορισμόν, τὸν ὁποῖον εἴπομεν, ὅτι δεχόμεθα ὅλοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Κατὰ συνέπειαν ἡ φράσις αὐτὴ πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσῃ παρεξηγήσεις. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ κείμενον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία πρότασις, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαμβέτσος. Ὁ κ. Βαμβέτσος ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος ἐπὶ τῆς μεγίστης ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ κατ’ ἀνάγκην τὸ νομοθετικὸν καὶ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται, νὰ μὴ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, ἐὰν αἱ συζητήσεις ἐξακολουθοῦν νὰ προσλαμβάνουν τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν μέχρι στιγμῆς ἐγνωρίσαμεν. Νομίζω, ὅτι βαθμιαίως ὁ ρυθμὸς θὰ καταστῇ ταχύτερος. Δὲν ἔχω μακρὰν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, διότι ἡ μόνη ἄλλη Βουλή, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέσχον, διελύθη προτοῦ δυνηθῶ νὰ ἐργασθῶ, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἐπιμελῆ ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν παλαιοτέρων Βουλῶν, παρατηρῶ ὅτι, μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν πάσης περιόδου, ὅλοι μακρηγοροῦν, ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ συντομεύεται καὶ ἐπιταχύνεται ὁ ρυθμὸς τῶν ἐργασιῶν. Δι’ ὃ νομίζω, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρηγορηθῶμεν καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν διαπίστωσιν αὐτήν· νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ θέμα ἐπιμελοῦς καὶ εἰδικῆς ἐρεύνης, τὸ ζήτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ νὰ ἐπιταχυνθῇ ὁ ρυθμὸς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βαμβέτσου εἶναι, ὡς διατυποῦται ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται, ὀρθὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν σχετικὴν συζήτησιν, ἔστω καὶ ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς ἁπλῆ τροπολογία τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, κατ’ ἀνάγκην, δέον νὰ προσλάβῃ μίαν ἔκτασιν, μίαν εὐρύτητα συζητήσεως μεγαλυτέραν, καὶ θεωρῶ τοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους θέτει ὁ κ. Βαμβέτσος, τουλάχιστον δι’ ἕνα ἀναθεωρητικὸν ἔργον, ὁπωσδήποτε ἀπαραδέκτους.
§68Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι ὑπάρχει μία παρεξήγησις. Ἐγὼ ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ψήφισμα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Ἠθέλησα νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ 1936. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ψηφίζωνται τὰ ψηφίσματα εἰς δύο ἀναγνώσεις, ὄχι ἡ ἀπεραντολογία τῶν ρητόρων, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ συνταγματικὴ διαδικασία θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐπιφέρῃ τὴν παράτασιν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προέτεινα τὴν ἐπανάληψιν τοῦ ψηφίσματος τοῦ 1936 καὶ προσέθεσα ὅτι ζητῶ ἐπεξεργασίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία παρέχει μίαν ἐγγύησιν ὅτι δὲν θὰ γίνῃ ἐπιπολαίως.
§69Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρξῃ κάποια μεγαλυτέρα εὐχέρεια, διὰ νὰ προσλάβῃ ἔκτασιν ἡ προσπάθεια, τὴν ὁποίαν θὰ καταβάλῃ τὸ Σῶμα.
§70Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἐπ’ αὐτοῦ, μεταξὺ τῆς προτάσεώς μου καὶ τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγώ, ζητῶ νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διαδικασία τῶν ψηφισμάτων καὶ ἐπὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου.
§71Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰς αὐτὸ εἶμαι σύμφωνος, δὲν εἶμαι σύμφωνος ὅμως νὰ διατηρηθῇ ὡς πρὸς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν μίαν διαστολὴν μεταξὺ τῆς κυρώσεως τῶν νομοθετημάτων τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ παροῦσα Βουλή. Τὰ μὲν νομοθετήματα τοῦ παρελθόντος, ἀσφαλῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κυρωθοῦν κατὰ μίαν συνοπτικὴν διαδικασίαν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ὅλα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐνεμφανίσθησαν καὶ ἰσχύουν, χωρὶς νὰ ἔχουν τύχει τῆς ἐγκρίσεως τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, νὰ ὑποστοῦν ἔστω καὶ συνοπτικῶς, τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐφεξῆς θὰ διατυποῦνται, νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμένοι μὲν νόμοι, μεγάλης σημασίας, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλεται νὰ τύχουν ἐνδελεχοῦς ἐπεξεργασίας καὶ ὡρισμένοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἥσσονος σημασίας καὶ τοὺς ὁποίους δύναται κανεὶς νὰ ψηφίζῃ κατὰ τὴν προτεινομένην ταχυτέραν διαδικασίαν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ διὰ τὸ Σύνταγμα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν συνοπτικότητα τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ διαδικασία ὡς πρὸς τοὺς νόμους. Ἐγώ, αὐτὸ ἠθέλησα νὰ ἀντιδιαστείλω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ εὐρύτητα ἐπεξεργασίας. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τοὺς συνήθεις νόμους τοὺς μὴ ἔχοντας ὅλως ἐξαιρετικὴν σημασίαν, θὰ πρέπει νὰ κάμωμεν χρῆσιν μιᾶς συνοπτικωτέρας διαδικασίας. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ νομοθετήματα τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιασθῶσι πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εἶναι ζήτημα ἀρχῆς νὰ μὴ ἐξακολουθοῦν ἰσχύοντα χωρὶς νὰ ἐρευνηθοῦν ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ, ἡ διαδικασία δύναται νὰ εἶναι λίαν συνοπτική. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις μου καὶ θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ μίαν σύστασιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ μακρὸν ἐπ’ αὐτῆς τῆς δικονομικῆς προπαρασκευῆς τοῦ νομοθετικοῦ ἡμῶν ἔργου, διότι θὰ ἐνθυμίσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ πονηρότερος τῶν ἡρώων, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησεν ἡ φαντασία τοῦ ποιητοῦ τῆς Βαϊμόρης, ὅτι ἐσκέφθημεν τόσον πολὺ περὶ τοῦ πῶς ὀφείλομεν νὰ σκεπτώμεθα, ὥστε ἐλησμονήσαμεν τί ὀφείλομεν νὰ σκεπτώμεθα. (Χειροκροτήματα).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§73Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα πᾶσα συνέλευσις, εἴτε Ἀναθεωρητική, εἴτε Συντακτικὴ εἶναι αὕτη, νὰ καθορίζῃ τὸν δικονομικὸν τρόπον τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἢ νομοθετικοῦ ἔργου της, εἴτε διὰ ψηφίσματος, εἴτε διὰ Κανονισμοῦ, παρὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν καὶ παρὰ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἵτινες ἄλλως τε ὑπόκεινται καὶ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, καὶ δὲν ἔχει σημασίαν ἂν τὰ μέσα αὐτὰ ὀνομάζωνται ψηφίσματα ἢ κανονισμοί. Κατὰ τὴν Διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1910, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Ν. Δημητρακόπουλος, ὑπέβαλεν, ὡς ἴσως ἐνθυμεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος καὶ προλαλήσας κ. Κουλουμβάκης, σχέδιον Κανονισμοῦ ἐργασιῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς ἐκείνης Βουλῆς. Σημασίαν ἔχει ἡ ἔκτασις τῆς ἰσχύος τῶν τοιούτων ψηφισμάτων ἢ τῶν τοιούτων μέτρων, ἐὰν δηλαδὴ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τοῦ πλαισίου, τὸ ὁποῖον διαγράφει ἡ ἁρμοδιότης μιᾶς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Δὲν δύναται, βεβαίως, ἡ ἰσχὺς αὐτῶν νὰ ἐξέλθῃ τοῦ πλαισίου τοῦ διαγραφομένου ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς ἱκανότητος τῆς Βουλῆς, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ὅπως εἶναι ἡ παροῦσα, θὰ ἐσφετερίζετο ἁρμοδιότητας Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τοὺς πιστεύοντας ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ περιεχομένου τῶν ὅρων «Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις» καὶ «Ἀναθεωρητικὴ Βουλή». Ἡ διαφορὰ αὕτη ἀπησχόλησε καὶ τὴν Ἐπιστήμην καὶ τὰς προηγουμένας Ἐθνοσυνελεύσεις, ὅπως ἀπησχόλησε καὶ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1910, περὶ τῆς ὁποίας τόσα πολλὰ μᾶς ἐξιστόρησεν ὁ προλαλήσας ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος. Κατ’ αὐτὴν ἐγένετο μεγάλη συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτῆρός της καὶ ἐτέθη μάλιστα καὶ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, παρακαμφθὲν διὰ συμβιβαστικῆς προτάσεως, γενομένης ὑπὸ τοῦ νῦν Ἀρχηγοῦ τοῦ Μεταρρυθμιστικοῦ Κόμματος κ. Ἀλεξανδρῆ, καὶ ἥτις εἶχεν οὕτω: «Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπιφυλασσομένη νὰ συνεχίσῃ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς, ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, μετὰ τὸν ὁριστικὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος προβαίνει...». Ἡ Συνέλευσις ἐκείνη διελύθη ἐν τῷ μεταξὺ καὶ τὸ ζήτημα ἔμεινεν ἐκκρεμές. Βλέπετε ὅτι πάρα πολὺ ἠσχολήθη μὲ τὴν διαφορὰν τῶν δύο ὅρων. Οἱ ὅροι αὐτοὶ δὲν ἐδημιουργήθησαν ἀπὸ ἡμᾶς. Εἶναι συμφυεῖς μὲ τὴν προέλευσιν καὶ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἑκάστη Συνέλευσις. Εἶναι κλασσικὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν Συντακτικῶν Συνελεύσεων. Προέρχονται ἐξ ἐπαναστάσεων καὶ ἀποβλέπουν εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Πολιτείας καὶ σύνταξιν Πολιτεύματος. Αἱ Ἀναθεωρητικαὶ προέρχονται ἀπὸ πολιτικὰς ἀνωμαλίας καὶ ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ὑφισταμένου Συντάγματος. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος εἶπεν ὅτι ἡ λέξις «Ἀναθεωρητική» προέρχεται ἀπὸ τὴν σχετικὴν φρασεολογίαν καὶ μόνον τὴν περιεχομένην εἰς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Καὶ ἐρωτῶ ἐγώ, ἡ λέξις «Συντακτική» πόθεν προέρχεται; Προέρχεται βεβαίως ἀπὸ τὸ «συντάσσω», ὅπως ἡ λέξις «Ἀναθεωρητική» ἀπὸ τὸ «ἀναθεωρῶ». Παρίσταται ἀνάγκη νὰ γίνω καὶ ἐγὼ ὀλίγον ἱστοριοδίφης καὶ νὰ ἀνατρέξω εἰς κοινοβουλευτικὴν ἐποχὴν ἀπέχουσαν ἀπὸ ἡμᾶς ἥμισυ περίπου αἰῶνα, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς ὑπεστήριξε καὶ τότε ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1910 ἦτο Συντακτικὴ καὶ δὲν ὑπέκειτο εἰς διάλυσιν ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Δὲν ἔκανε καὶ τότε μεγάλην διάκρισιν μεταξὺ Συντακτικῆς καὶ Ἀναθεωρητικῆς. Καίτοι ἔκτοτε τόσα γεγονότα ἐμεσολάβησαν, καίτοι ἐπανειλημμένως διελύθησαν Ἀναθεωρητικαὶ Βουλαὶ ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, καὶ ἐγένετο παραδεκτὸν ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ὅρων «Συντακτική» καὶ «Ἀναθεωρητική», ἐν τούτοις ὁ κ. συνάδελφος ἐμμένει εἰς τὰς ἀρχάς του. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι καὶ κατὰ τὸν ἑπόμενον ἥμισυ αἰῶνα, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐμμένῃ εἰς αὐτάς. Ἔλεγε, λοιπόν, τότε, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἔδει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ψηφίσματος ἐν ᾧ ν’ ἀνεγνωρίζετο ὅτι ἡ προνομία τῆς διαλύσεως δὲν δύναται ν’ ἀσκηθῇ κατὰ τοῦ Σώματος, καὶ ἐν τέλει ὑπέβαλε καὶ τὴν ἑξῆς πρότασιν: (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1910). «Ἡ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ Συνέλευσις, εἴτε Συντακτική, εἴτε Ἀναθεωρητικὴ οὖσα, μόνη αὕτη θέλει κηρύξει τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς».
§74Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὰ 1910 ἀληθῶς ἐγὼ εἶχον ὑποστηρίξει τὸ μὴ διαλυτόν, ἀλλ’ ἔκτοτε ἐπηκολούθησαν αἱ συζητήσεις, ἐπηκολούθησαν τριάκοντα ἕξ ἔτη καὶ σήμερον παραδέχομαι καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἡ Γαλλικὴ εἰς τὸ 1875 καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παραδέχονται οἱ Ἄγγλοι καὶ ἑπομένως μεταβάλλω γνώμην ὅσον ἀφορᾷ αὐτό. Ἐμμένω μόνον εἰς τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον εἶπον τότε, ὅτι θὰ ἦτο ἀξία παρατηρήσεως πρώτη διάλυσις, δευτέρα διάλυσις, τρίτη διάλυσις διότι καὶ αὐτὸ ἐπίσης εἶχον προβλέψει οἱ Ἄγγλοι, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι ἀπαγορεύεται δευτέρα διάλυσις διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν.
§75Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ, ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὁ καὶ δυνάμενος νὰ ἔχῃ αὐθεντικωτέραν γνώμην, Ἐλευθέριος Βενιζέλος εἶπεν: «Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητική, δύναται ν’ ἀσκηθῇ κατ’ αὐτῆς ἡ προνομία τῆς διαλύσεως. Συνεπῶς ἡ πρότασις θὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐγκρίσεως τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀναγνωρίσεως ὅτι, κατὰ Βουλῆς Ἀναθεωρητικῆς, χωρεῖ ἡ ἐνάσκησις τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως».
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὶ εἶναι αὐτά;
§77Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὰ πρακτικὰ τῆς Διπλῆς Βουλῆς τοῦ 1910. Ἐγένετο, λοιπόν, τότε εὐρυτάτη συζήτησις καὶ ἐν τέλει ἀπηλείφθη ἀπὸ τὴν πρότασιν ἐμπιστοσύνης τὸ ζήτημα τοῦ ἐὰν εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἢ Συντακτική, καὶ ἡ ὁποία ἐν τῷ μεταξύ, ὡς εἶπον, διελύθη. Ἐπίσης κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1911 εἷς μόνον βουλευτὴς εὑρέθη νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι αὕτη ἦτο Συντακτική, ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας. Ἀμφότεραι αἱ Συνελεύσεις, ἡ τοῦ 1910 καὶ ἡ τοῦ 1911 διελύθησαν ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Τὸ μὲν πρῶτον ἐδημοσιεύθη τὴν 12ην Ὀκτωβρίου 1910, τὸ δὲ δεύτερον τὴν 20ὴν Δεκεμβρίου 1911. Δι’ αὐτοῦ ἐκηρύσσετο ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, οὐχ’ ἧττον ὅμως ἐξ αὐτοῦ καταφαίνεται ὅτι ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων ἔθεσε τέρμα εἰς αὐτήν. Ἔχει δὲ τὸ Διάταγμα οὕτω: «Γεώργιος Αʹ, Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 27 Μαΐου 1911 ψηφίσματος τῆς Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, κηρύσσομεν τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς...............................». Τὸ ὅτι ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς σειρᾶς, ἣν ἔχει, ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων. Λέγεται Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε διαφορὰ μεταξὺ τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, θὰ ἔπρεπε νὰ φέρῃ μεγαλύτερον ἀριθμόν, διότι ἡ πολιτική μας ἱστορία πάσχει ἀπὸ «πληθωρισμὸν» Ἐθνικῶν Συνελεύσεων. Ἡ πρώτη τοῦ 1843 ἦτο Συντακτική, διότι προῆλθεν ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου καὶ συνέταξε νέον Σύνταγμα. Ἡ τοῦ 1862 ἐπίσης ἦτο Συντακτικὴ διότι κατήργησε τὴν Δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος καὶ καθιέρωσε τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν. Ἐπίσης ἡ τοῦ 1926 ἦτο Συντακτικὴ διότι μετέβαλε τὴν μορμὴν τοῦ Πολιτεύματος, ἀπὸ Βασιλευομένην, εἰς Ἀβασίλευτον Δημοκρατίαν. Ἡ δευτέρα ὅμως Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ ἰδίου ἔτους 1926, ἡ θεσπίσασα τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ἦτο Ἀναθεωρητική, ὡς ἐκτίθεται καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς, τῆς συγκροτηθείσης πρὸς ἐπεξεργασίας καὶ διατύπωσιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις εἶναι Συντακτική, διότι δὲν συνεκροτήθη κατὰ τὴν διαδικασίαν, τὴν καθοριζομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, καὶ ὅτι, ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἀναθεωρητικὴ ἱκανότης αὐτῆς, ἐπεκτείνεται ἐφ’ ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος πλὴν τῆς ἀφορώσης τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλὰ καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1910, συνεκροτήθη οὐχὶ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Καὶ ἐν τούτοις ἐχαρακτηρίσθη ὡς Ἀναθεωρητική, καί, ἑπομένως καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει λυθῆ. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Κ. Βασιλείου ὁμιλῶν ἐν τῇ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ τοῦ 1910 ἔλεγεν ὅτι τὸ Σῶμα ἐκεῖνο εἶχεν ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα, ἐντελῶς ὅμως ἰδιότυπον, διότι δὲν συνεκροτήθη κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναθεωρήσῃ ὅλας τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ δύναται νὰ λεχθῇ καὶ ἐν προκειμένῳ, ὅτι ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, μὴ ὑποκειμένη εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἄρθρου 108. Ὑπεστηρίχθη ὑπὸ προλαλήσαντος ὅτι ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις δύναται νὰ ἀναθεωρήσῃ ἁπάσας τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος πλὴν τὴν ἀφορῶσαν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ συνάγει τοῦτο ἐκ τοῦ Διατάγματος διὰ τοῦ ὁποίου προεκηρύχθησαν αἱ ἐκλογαὶ καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ρητῶς ἀναγράφεται ὅτι, ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσῃ, τὴν ἀφορῶσαν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, διάταξιν. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ παραπλανήσῃ τινάς, μὴ δυναμένους νὰ ἐμβαθύνουν εἰς τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἀναγράφεται ἡ ἐξαίρεσις αὐτή. Καὶ ὁ λόγος εἶναι τὸ ὅτι τὸ Πολιτειακὸν ζήτημα εἶναι ἀπὸ τινος χρόνου εἰς τὸ προσκήνιον τῆς πολιτικῆς, εἶναι τὸ πλέον ἐπίμαχον ζήτημα καὶ περὶ αὐτοῦ ἔχουν δημιουργηθῆ ὀξύταται ἀντιθέσεις, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ Συντάκτης τοῦ Διατάγματος ἐσκέφθη νὰ ἐξαιρέσῃ ρητῶς τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος ἀπὸ τὴν ἀναθεωρητικὴν ἁρμοδιότητα τῆς Συνελεύσεως. Ἐὰν συνέβαινε καὶ ἄλλα ζητήματα νὰ εἶναι ἐπίμαχα, π.χ. τὸ τῆς Θρησκείας ἢ τὸ τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων, θὰ ἀνεγράφοντο καὶ αὐτὰ ἐν τῷ Διατάγματι, ὡς ἐξαιρετέα. Θίγει βεβαίως τὰ ὅρια τῆς ἀφελείας τὸ νὰ ὑποστηρίζηται τὸ ὅτι ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ τῆς μοναδικῆς ἐξαιρέσεως, ἡ Συνέλευσις αὐτή, εἶναι Συντακτική. Ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι Συντακτική, εἶναι ἁπλῶς Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Καὶ καθορίζοντες οὕτω τὸν χαρακτῆρα τῆς Συνελεύσεως, δέον νὰ ἀνεύρωμεν ποίας διατάξεις δύναται αὕτη νὰ ἀναθεωρήσῃ καὶ ποίας δὲν δύναται. Βεβαίως, δὲν εἶναι καθωρισμένον ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις καὶ ποῖαι μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ὅμως παραδεδεγμένον, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κ. Θ. Τσάτσος, ὑπὸ πολλῶν συγγραφέων ὅτι ὡρισμέναι διατάξεις εἶναι θεμελιώδεις. Δὲν φέρουν διακριτικὰ σημεῖα οὔτε ἀναγράφονται μὲ διακριτικὴν μελάνην εἰς τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ διακρίνωνται αἱ θεμελιώδεις ἀπὸ τὰς μὴ θεμελιώδεις. Ἐγὼ θὰ ἐρριψοκινδύνευα ἕνα κριτήριον διὰ νὰ κρίνωμεν τὸν χαρακτῆρα τῶν διαφόρων Συνταγματικῶν Διατάξεων. Ἀφίνοντες πρὸς στιγμὴν κατὰ μέρος τοὺς διαφόρους συγγραφεῖς, Σαρίπολον, Λεμπόν, Μπράϊς, ὁ ὁποῖος γράφει περὶ τοῦ Συντάγματος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ὅπου καὶ γίνεται διάκρισις μεταξὺ Ἀναθεωρητικῶν καὶ Συντακτικῶν Συνελεύσεων, θὰ ἔλεγα ὅτι τὸ πραγματικώτερον κριτήριον τοῦ χαρακτῆρος τῶν Συνταγματικῶν Διατάξεων, εἶναι ἡ περὶ αὐτῶν ἡ λαϊκὴ συνείδησις. Δηλαδὴ ποίας διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἡ λαϊκὴ συνείδησις ἔχει ἀναγάγει εἰς τοιαύτην περιωπήν, ὥστε νὰ θεωρῇ αὐτὰς ὡς θεμελιώδεις;
§78Χ. ΛΑΔΑΣ. Κατὰ τὰς περιστάσεις.
§79Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξοικονομήσεως τῶν περιστάσεων τόσον εὐχερῶς καὶ νὰ συμβιβάζωμεν τὰς ἐπιστημονικὰς ἀντιθέσεις πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ὅπως π.χ. συνέστησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν, νὰ θεωρήσωμεν τὴν Βουλὴν αὐτὴν καὶ Συντακτικὴν καὶ Ἀναθεωρητικήν. Καὶ πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τοιούτους συμβιβασμοὺς ἐὰν θέλωμεν νὰ δημιουργήσωμέν τι τὸ σταθερόν, τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς μίαν σταθερὰν δημιουργίαν Συνταγματικοῦ Δικαίου. Ἡ λαϊκὴ συνείδησις ἀναγνωρίζει παρ’ ἡμῖν ὡς θεμελιώδη διάταξιν τὴν περὶ Θρησκείας τοιαύτην τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ ἀλλοῦ δὲν ἀναγνωρίζεται ὡς τοιαύτη, οὔτε καὶ ἀναγράφεται εἰς τὰ Συντάγματα. Ἀναγνωρίζει ἐπίσης καὶ τὴν περὶ τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος ὡς θεμελιώδη. Τὸ γε νῦν τὴν ἀναγνωρίζει ὡς τοιαύτην. Ἀργότερον ἴσως νὰ μὴ τὴν ἀναγνωρίζῃ ὡς τοιαύτην. Ὁ φιλόσοφος Μπέϊκον ἔλεγεν ὅτι ἕνα ζήτημα ἔχει δύο ὄψεις, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τοῦ ἰδίου προσώπου ἐξ ἴσου πειστικῶς. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι τὸ θεμελιῶδες τῆς διατάξεως, τῆς ἀφορώσης τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, ἔγκειται εἰς τὴν ἰσοβιότητα τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ ἰσοβιότης ἢ τὸ αἱρετὸν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μὲ τὸ θεμελιῶδες τῆς διατάξεως, καὶ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν διάταξιν ὡς τοιαύτην εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τοῦ Λαοῦ ὡς τοῦ κυριωτέρου πολιτειακοῦ παράγοντος. Ἡ συνείδησις ὅμως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχει ἀναγνωρίσει ὡς θεμελιῶδες χαρακτηριστικὸν τῆς διατάξεως, τῆς ἀφορώσης τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν μας, τὴν ἰσοβιότητα τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Δι’ αὐτό, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐκπροσωπῶμεν πράγματι τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θεμελιῶδες ἢ μὴ θεμελιῶδες τῶν διαφόρων Συνταγματικῶν Διατάξεων, πρέπει νὰ λάβωμεν ὡς κριτήριον τὴν περὶ αὐτῶν Συνείδησιν Αὐτοῦ, ποίας δηλαδὴ ὁ Λαὸς θεωρεῖ θεμελιώδεις καὶ ποίας μὴ θεμελιώδεις, καὶ ν’ ἀποφύγωμεν νὰ ἀναδιφήσωμεν τὴν ἱστορίαν καὶ τοὺς ξένους συγγραφεῖς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ καὶ διαλυτή. Δύναται, βεβαίως, νὰ καθορίσῃ τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν της διὰ ψηφισμάτων συνταγματικοῦ περιεχομένου, δὲν πρέπει ὅμως τὰ ψηφίσματά της αὐτά, Ἀναθεωρητικῆς οὔσης, νὰ ἐξέρχωνται τοῦ πλαισίου τὸ ὁποῖον διαγράφεται ἐκ τῆς ἁρμοδιότητός της, ἥτις περιορίζεται εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον κατοχυρώνει περισσότερον τὸ Σύνταγμα καὶ πάντα θεσμὸν καὶ ἐμβάλλει τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους εἶναι αἱ «παραδόσεις». Ἄς δημιουργήσωμεν καὶ ἡμεῖς τοιαύτας. Ἄς ἐπικρατήσῃ ἀντίληψις ὅτι ὅλοι ἐδῶ ἡμεῖς εἴμεθα μία πολυμελὴς οἰκογένεια μὲ κοινὴν τὴν μητέρα καὶ ἂς ἐκκινήσωμεν ὅλοι ὁμοῦ πρὸς τὴν δημιουργίαν παραδόσεων εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν Πολιτεύματος, τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινωνίας ἀκόμη. Ἐγένετο λόγος καὶ περὶ Ἀγγλίας. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὡς εἶναι γνωστόν, δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα διατυπωμένον εἰς ἑνιαῖον καὶ σαφὲς κείμενον. Ἐν τούτοις ὅμως, οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ ἔχουν ἀναχθῆ εἰς τοιαύτην περιωπὴν καὶ εἶναι ἐκ παραδόσεως τόσον σεβαστοί, ὥστε νὰ μὴ δύναται οὐδεὶς ἐκεῖ νὰ διανοηθῇ παραβίασιν αὐτῶν. Ὅσον μεγαλειτέραν θέσιν κατέχει τις ἐκεῖ, ἐπὶ τοσοῦτον αἰσθάνεται μεγαλειτέραν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σέβεται τοὺς θεσμοὺς αὐτούς. Προέρχονται δὲ οἱ θεσμοὶ οὗτοι ἀπὸ τέσσαρα πανάρχαια καὶ ἱστορικὰ ἔγγραφα διὰ τῶν ὁποίων τίθενται αἱ πρῶται ἀρχαὶ τῶν ἐλευθεριῶν ἐν Ἀγγλίᾳ. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ λεγομένη Μάγκνα Κάρτα, τεθὲν ἐν ἰσχύϊ τὸ 1215. Δι’ αὐτοῦ ὁρίζεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς Βουλῆς, ἡ ἐκδίκασις τῶν δικῶν ὑπὸ ἁρμοδίου Δικαστηρίου, καθιεροῦται τὸ σύστημα τῶν ὁρκωτῶν Δικαστηρίων. Δεύτερον ἱστορικὸν ἔγγραφον εἶναι τὸ Χάμπεας Κόρπους διὰ τοῦ ὁποίου διασφαλίζεται ἔτι περισσότερον ἡ νόμιμος διαδικασία διὰ πᾶν ἔγκλημα. Ἄλλα βασικὰ ἔγγραφα εἶναι τὸ Μπὶλ ὀβ Ράϊτς ἢ Ἄκτ ὀβ Σέτλμεν κλπ. Ἐκεῖ δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος καὶ μὲ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ. Ἀφίνουν αὐτὰς νὰ διαμορφῶνται διὰ τῆς ἐξελίξεως. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν «μεγάλοι» ἄνδρες, ὅπως ὑπάρχουν ἐδῶ πολλοί. Ἐκεῖ ὑπάρχει μόνον Μεγάλη Βρεταννία. Ἄς ἀσχοληθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐδῶ μὲ τὴν δημιουργίαν Μεγάλης Ἑλλάδος. Ἄς παύσωμεν τὴν μικροπραγμοσύνην καὶ τὴν ἀνάλωσιν χρόνου εἰς ἐπουσιώδη ζητήματα. Ἀσχολούμεθα ἤδη ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις διὰ νὰ καθορίσωμεν τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως. Πρέπει νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ ἡμεῖς Ἐθνικὸν ἐγωϊσμόν, τοῦ ὁποίου στερούμεθα. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐγωϊσμὸν Ἐθνικὸν καὶ ὄχι ἀτομικόν, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν παραδόσεις καὶ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα νὰ καθοδηγήσουν ἡμᾶς καὶ τὰς ἐρχομένας γενεὰς εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δημιουργίας μιᾶς Ἑλλάδος ἀνταξίας τῆς ἱστορίας της καὶ τοῦ ἀνωτέρου πολιτισμοῦ της, ὅπως ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Ἀκροπόλεως. (Χειροκροτήματα).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω, ὅτι συζητοῦνται καὶ τὰ δύο ψηφίσματα τὰ ἐγγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§81ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Τσάτσος.
§83Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὶν σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὸ πρῶτον ψήφισμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν, θὰ ἤθελα νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ ἑνὸς θέματος τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Βαμβέτσος. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν καθορίζομεν τὴν δικονομίαν καὶ τὴν διαδικασίαν τῆς παρούσης Βουλῆς, νὰ ἐξετάσωμεν γενικώτερον τὸ πρόβλημα, ὄχι νὰ ἴδωμεν μόνον πῶς τὸ συνταγματικὸν ἔργον τῆς Συνελεύσεως θὰ διεξάγεται διὰ ψηφισμάτων καὶ κατὰ ποίαν διαδικασίαν, ἀλλὰ πῶς τὸ ὅλον ἔργον τῆς Συνελεύσεως, τό τε νομοθετικὸν καὶ συνταγματικόν, θὰ διεξαχθῇ κατὰ τὸν προσφορώτερον τρόπον. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἐμὲ μὲ κατέχει κἄποια σοβαρὰ ἀνησυχία ὡς πρὸς τὸ ἐάν, μὲ τὴν ὑφισταμένην διαδικασίαν καὶ τοὺς κειμένους νόμους, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταπεξέλθωμεν εἰς τὸν ὄγκον τῆς Νομοθετικῆς καὶ Συντακτικῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν. Ὡς ἐκ τούτου, νομίζω ὅτι, θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, πρὶν ἢ ἐπιληφθῶμεν τῆς ψηφίσεως τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ἡμῖν πρὸς συζήτησιν, νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαμβέτσου, ἡ ὁποία εἶναι καὶ γενικωτέρα, καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν διαδικασίαν τὴν ἀφορῶσαν τό τε νομοθετικὸν καὶ τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Συνελεύσεως. Διὰ τοῦ εἰσαγομένου νῦν ψηφίσματος, προτείνεται ὅπως, ζητήματα συντακτικοῦ χαρακτῆρος δι’ εἰδικοῦ ψηφίσματος εἰσαγόμενα «... (ἀναγιγνώσκει)... συντακτικοῦ περιεχομένου». Ἡ πρότασις ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἶναι ὅπως ὑπάρξῃ καὶ διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Συνελεύσεως ταχυτέρα διαδικασία. Προεβλήθησαν ἀντιρρήσεις σοβαραί, αἱ ὁποῖαι λέγουν ὅτι τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν εἶναι βαρὺ καὶ χρειάζεται μεγίστην προσοχήν. Συμμερίζομαι ἀπολύτως τὴν ἄποψιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Σίδερη, καὶ θεωρῶ, ὅτι μία τοιαύτη παρέκβασις ἂν θὰ ἐγένετο, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐντελῶς χρονικῶς περιωρισμένη. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς Βουλῆς, θὰ εἶναι τόσον ὀγκῶδες, ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς καὶ συντακτικῆς, ὥστε ἐὰν ἐμμείνωμεν διὰ τὸ μὲν συντακτικὸν ἔργον εἰς τὴν ἐπιεικῶς ταχεῖαν διαδικασίαν, διὰ δὲ τὸ νομοθετικόν, εἰς τὴν κανονικὴν διαδικασίαν, θὰ καταλήξωμεν μετὰ δύο μῆνας νὰ ἔχωμεν ὑπερφαλαγγισθῆ ἀπὸ τὸ ἔργον μας, καὶ θὰ δώσωμεν τότε, δεδικαιολογημένως ἢ ἀδικαιολογήτως, ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ γίνῃ προσφυγὴ εἰς Ἐπιτροπὴν Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἢ καὶ εἰς νέας ἐκδόσεις Νομοθετικῶν Διαταγμάτων.
§84Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπα τέτοιο πρᾶγμα καὶ ἀπορῶ, διατὶ διαρκῶς γυρίζομεν γύρω ἀπὸ τὸ ἴδιο θέμα. Εἶπον, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, καὶ τὴν ἀνάγκην τὴν ἐτόνισε καὶ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐκδοθοῦν ψηφίσματα συντακτικοῦ περιεχομένου, ὅπως π. χ. εἶναι τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐτέθη ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἐκδίκασις ἀδικημάτων τοῦ ποινικοῦ νόμου μεταφέρεται ἀπὸ τὰ ὀρκωτὰ δικαστήρια εἰς τὰ πενταμελῆ Ἐφετεῖα. Εἶπον, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ, δηλαδὴ τὸ νὰ κάμωμεν μερικὰ ψηφίσματα συντακτικοῦ περιεχομένου, εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸν ἀπὸ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς πρόκειται νὰ ἔχῃ ἀντικείμενον τὰς μονίμους μεταρρυθμίσεις τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ μὲ τὰ ψηφίσματα αὐτὰ πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶμεν διὰ μεμονωμένας περιπτώσεις ἐπιβαλλομένας ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ διευκολυνούσας τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ νομοθετήματα, δηλαδὴ τὰς πράξεις καθαρῶς νομοθετικοῦ περιεχομένου, εἶπον ὅτι, διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν ἐπείγοντα χαρακτῆρα, θὰ πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν ἰδιαιτέρως. Τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 49 ἐδάφιον 7 ὁρίζει τὴν διαδικασίαν τῆς ψηφίσεως τῶν κατεπειγόντων νομοσχεδίων. Νὰ τὴν ἐπιταχύνωμεν ἀκόμη περισσότερον. Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα, διὰ νὰ γίνῃ ταχυτέρα ἡ διαδικασία τῶν ἐπειγούσης φύσεως νομοθετημάτων, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῶν ψηφισμάτων συντακτικοῦ περιεχομένου καὶ νὰ χωρίσωμεν διὰ νέας συντακτικῆς πράξεως εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς διαδικασίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ταχυτέραν ψήφισιν τῶν ἄλλων κατεπειγόντων νομοθετημάτων. Διότι, ὅπως παρετηρήθη ὀρθότατα ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν, θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ κρίνωμεν, πότε θὰ πρέπει ὁ ρυθμὸς τῆς ψηφίσεως τῶν νομοθετικῶν μέτρων νὰ εἶναι ταχύτερος καὶ πότε ὄχι. Ἀναμφισβητήτως θὰ πρέπει νὰ εἶναι κατὰ κανόνα ταχύτερος, διότι ὑπάρχει ἀπειρία Ἀναγκαστικῶν νόμων καὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν οὐσιαστικὸν περιεχόμενον, ὅπως χορηγήσῃ πίστωσιν, ἀνασύστασις ὑποθηκοφυλακείων κλπ. Ὑπάρχουν ὅμως ἄλλα νομοθετικὰ διατάγματα καὶ Ἀναγκαστικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περιεχόμενον οὐσιαστικὸν καὶ θὰ πρέπει νὰ τύχουν λεπτομερεστέρας ἐπεξεργασίας. Ἀντὶ νὰ τὰ βάλωμεν ὅλα αὐτὰ μέσα εἰς τὸ ψήφισμα νὰ κατατεθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰδικὸν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον, τροποποιοῦν προσωρινῶς καὶ διὰ τῆς παρούσης περιστάσεως τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 49 ἐδάφ. 7 τοῦ Συντάγματος καὶ τὰς συναφεῖς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ καταστήσῃ εὐχερέστερον τὸ ἔργον τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας.
§85Κ. ΜΠΑΚΟΛΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ πρόκειται συντόμως νὰ ἐπιληφθῇ, ὅσον ἀφορᾷ, τὴν διαδικασίαν ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων.
§86Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁπωσδήποτε, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι νοητὸν εἶναι, συντακτικοῦ περιεχομένου πράξεις, νὰ ψηφίζωνται μὲ συντομωτέραν διαδικασίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνάγκην δι’ ἁπλοῦ νομοθετικοῦ περιεχομένου πράξεις. Ὑπάρχει διαδικασία, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τηρήσωμεν, ὡς πρὸς τὰς συντακτικοῦ περιεχομένου πράξεις, ἡ διαδικασία τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, εἴτε πρόκειται περὶ γενικῶν μονίμων διατάξεων, εἴτε πρόκειται περὶ ἄλλων πράξεων. Ἑπομένως, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὅτι θὰ πρέπει, τοῦ συνταγματικοῦ περιεχομένου κανόνας δικαίου νὰ μὴ τοὺς ψηφίζωμεν διὰ μιᾶς, ἀλλὰ νὰ τοὺς παραπέμπωμεν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν, ἐπ’ αὐτοῦ, εἴμεθα σύμφωνοι. Καὶ εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι μέλημα τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ἡ συντόμευσις τῆς διαδικασίας τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἀπαιτεῖται, διότι ἄλλως θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοῦ, μὲ ὅλας τὰς γνωστὰς συνεπείας. Εἰς ἣν περίπτωσιν τελικῶς τεθῇ ὑπὸ ψήφισιν τὸ σχέδιον ψηφίσματος ὡς ἔχει, οὐχὶ δὲ τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βαμβέτσου, ἔχω νὰ κάμω τὰς ἑξῆς ἐν πρώτοις ἁπλὰς καὶ λεκτικὰς παρατηρήσεις καὶ κατόπιν νὰ θίξω ἓν γενικώτερον ζήτημα. Εἶμαι σύμφωνος καὶ ἐγὼ μὲ ὅσα, νομίζω, ὁ κ. Λαδᾶς εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν διετύπωσεν ὡς πρὸς τὴν λέξιν «δύναται». Διότι δημιουργοῦνται παρεξηγήσεις. Οἱ εἰσηγηθέντες βουλευταί, ἠθέλησαν ἁπλῶς νὰ εἴπουν, ὅτι ὑπάρχει ἐξουσία εἰς τὴν παροῦσαν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ ἐκδίδῃ διατάξεις συντακτικοῦ περιεχομένου. Δὲν ἀποδείδεται, ὅμως, αὐτὸ καὶ δημιουργεῖται ἡ παρεξήγησις, ὅτι δύναται κατ’ αὐτὴν τὴν διαδικασίαν νὰ προβῇ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἀλλὰ καὶ κατὰ οἱανδήποτε ἄλλην, τὴν κανονικήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ.
§87Κ. ΜΠΑΚΟΛΑΣ. Μία διασάφησις εἶναι σημαντική.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. (Κωδωνοκρουσίαι).
§89Κ. ΜΠΑΚΟΛΑΣ. (Μέσῳ κωδωνοκρουσιῶν καὶ θορύβου). Κύριε συνάδελφε, κατὰ τὴν γνώμην σας, πρέπει νὰ μείνῃ τὸ «δύναται» διότι τότε, ὅταν ἡ Βουλὴ κρίνῃ σκόπιμον, ὅτι ἓν ψήφισμα πρέπει νὰ παραπεμφθῇ, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ παραπέμψῃ.
§90Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι, διότι δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴν γνώμην μου, καμμία περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δικαιοῦται νὰ μὴ τὸ παραπέμψῃ.
§91Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μίαν διακοπήν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σεβασθῆτε τὸν Κανονισμόν.
§93Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Θέλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. συνάδελφον. Ὁμιλεῖ ἐπιστημονικώτατα..... (κωδωνοκρουσίαι).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω τὰς διακοπάς.
§95Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπίσης θὰ ἤθελον, διὰ τὴν ὀρθοδοξίαν τῆς νομικῆς ὁρολογίας, νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ φράσις «συνταγματικοῦ χαρακτῆρος» ἀντὶ τῆς φράσεως «συντακτικοῦ περιεχομένου». Ἀλλὰ κυρίως πρέπει νὰ ἴδωμεν, τί σημαίνει «συντακτικοῦ περιεχομένου». Εἴτε ψηφίσωμεν, εἴτε δὲν ψηφίσωμεν αὐτὰ τὰ δύο ψηφίσματα, ἔχομεν εἰς τὸ ἄρθρον 7ον τὴν λέξιν «συντακτικοῦ χαρακτῆρος», ἐπίσης δὲ εἰς τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ δευτέρου ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος. Εἶναι ὅθεν ἀνάγκη ὁ καθορισμὸς τῆς ἐννοίας τοῦ ὅρου τούτου. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ μακρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔγινε περὶ τοῦ ἂν ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἢ Συντακτική, μὲ ἐμβάλλει εἰς τὴν ἀνησυχίαν ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ἴδωμεν ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις συντακτικοῦ περιεχομένου καὶ ποῖαι ὄχι, θὰ εἴμεθα ἐν πρώτοις εἰς πολλὰς περιστάσεις στενοχωρημένοι, διὰ νὰ εὕρωμεν ποῖαι τυχὸν ἐξ αὐτῶν τῶν διατάξεων θὰ εἶναι πράγματι συντακτικοῦ περιεχομένου. Ἀλλὰ τὸ οὐσιῶδες εἶναι ἄλλο. Ποῖαι εἶναι αἱ ἐξουσίαι τῆς Βουλῆς; Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δημιουργοῦν μίαν παρεξήγησιν. Ὡμίλησεν ἡ Κυβέρνησις περὶ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μία ἄποψις, εἰς τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας, μία ἄποψις κόμματος, τὸ πολὺ–πολὺ μία ἄποψις ὡρισμένου συνόλου βουλευτῶν καὶ δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἄλλην σημασίαν. Ὁρολογικῶς, ἂν συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἂν ἐρίζωμεν περὶ τὸ ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι Συνταγματικὴ ἢ Ἀναθεωρητική, δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Εὑρίσκω ὅτι ἡ καλλιτέρα λύσις εἶναι ἡ πρακτικὴ καὶ οὐσιαστική. Ἐδῶ ὑπάρχει εἷς ἀναμφισβήτητος φορεὺς τῆς Συντακτικῆς Ἐξουσίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Κατ’ ἐντολὴν τοῦ λαοῦ εὑρισκόμεθα ἐδῶ καὶ ἐξεταστέον, ποία ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ποῖοι οἱ περιορισμοί, ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῆς Πολιτείας, ποία ἡ ἑρμηνεία τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἑρμηνεύεται ἡ θέλησις αὐτή, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ προκήρυξις τῶν ἐκλογῶν, διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 16ης Φεβρουαρίου, καθώρισεν, ὅτι θὰ ἀναθεωρηθοῦν ὅλαι αἱ διατάξεις, πλὴν τῶν ἀφορωσῶν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἔχομεν ἑπομένως, ἐκ τῆς παρ’ ὅλων ἀναγνωρισθείσης αὐτῆς προκηρύξεως τὴν ἔνδειξιν, ὅτι αὐτὸ θέλει καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τώρα, τὶ σημαίνει αὐτὸ ποὺ λέγει τὸ Διάταγμα «μορφὴ τοῦ πολιτεύματος». Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Κουλουμβάκης, εἰς μίαν παλαιοτέραν συζήτησιν, εἶπεν ὅτι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος ὁρίζεται ἀπὸ τὸ πρῶτον ὄργανον, τὸ συντακτικὸν ὄργανον τῆς Πολιτείας. Ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος προσδιορίζεται ὄχι ἀπὸ τό, ἂν εἶναι αἱρετὸς ἢ μὴ ὁ πρῶτος Ἀνώτατος Ἄρχων, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ὁ λαὸς εἶναι τὸ ἀνώτατον ὄργανον καὶ αὐτὸς εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματός μας. Περιέχει δὲ δύο στοιχεῖα τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἡ ὁποία σημαίνει δημοκρατία καὶ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ἔμμεσον δημοκρατίαν. Αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ θίξωμεν. Τώρα, σταματᾷ ἐκεῖ ἡ ὑπόθεσις ἢ ἔχομεν καὶ ἄλλους περιορισμούς; Ἔχομεν καὶ ἄλλους περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι προφανεῖς· δηλαδὴ δὲν μᾶς ἀπαγορεύει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μόνον νὰ θίξωμεν τὴν Συντακτικὴν Ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν διατηρεῖ δι’ ἑαυτόν, ἀλλ’ ἐπιβάλλει περιορισμοὺς ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν ὡρισμένων στοιχείων ἀφορώντων τὰς Συντεταγμένας Ἐξουσίας. Καὶ ἐκεῖ μᾶς ἀπαγορεύει νὰ θίξωμεν τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, διὰ τὸν ὁποῖον αὐτὸς δι’ ἰδίας ἐτυμηγορίας θ’ ἀποφασίσῃ ἂν θέλῃ νὰ εἶναι αἱρετὸς ἢ νὰ εἶναι κληρονομικός. Αὐτό, εἶναι ἕνας περιορισμός. Ἕως ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι καλά, ἀλλὰ θὰ γεννηθοῦν ζητήματα περαιτέρω. Δηλαδή, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα θέματα ἀφορῶντα τὰς Συντεταγμένας Ἐξουσίας καὶ τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἐκφεύγουν, κατ’ ἐμὲ τουλάχιστον, τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ. Πρῶτα–πρῶτα, ἡ ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης, τὴν ὁποίαν γνωρίζουν ὅλοι ὅσοι ἔζησαν τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου διεπόμεθα, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ τὴν θίξωμεν εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν.
§96Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον.
§97Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλά, ὅπως ἠξεύρετε, τὸ Σύνταγμα δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἀπὸ τὸν γραπτὸν νόμον. Ἀπὸ τοῦ 1875 ἡ ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης εἶναι πάγιος θεσμὸς τοῦ πολιτεύματός μας καὶ ἑπομένως, αὐτὸς ὁ θεσμὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ θιγῇ. Ἕτερον θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ γίνῃ συζήτησις εἶναι τοῦτο: Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ θίξωμεν τὰς ἐξουσίας τῶν Συντεταγμένων Ἐξουσιῶν, φέρ’ εἰπεῖν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐξουσίας τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος; Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τοῦ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ μετέχῃ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας;
§98Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ τὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ θὰ τὰ φέρωμεν τότε εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις.
§99Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Λαδᾶ, αὐτὰ τὰ ζητήματα εἶναι θεμελιώδη. Ἐὰν τὰ ἀνέφερα — καὶ τὰ ἀνέφερα αὐτὴν τὴν στιγμὴν μόνον ὡς παραδείγματα — εἶναι διότι νομίζω, ὅτι ἐγκρίνομεν μίαν διάταξιν καὶ ψηφίζομεν μίαν φράσιν, τῆς ὁποίας κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον δὲν γνωρίζομεν τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενον. Τοῦτο δὲ μὲ πείθει ἔτι περισσότερον δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἀρχικῶς ὑπεστήριξα, ὅτι διατάξεις συντακτικαί, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἠθέλομεν ἀμέσως νὰ ψηφίσωμεν, καὶ αὐταὶ αἱ διατάξεις πρέπει νὰ περνοῦν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἐρευνῶνται καὶ αὐταί. Διότι θὰ ἔχωμεν κάθε λίγο καὶ λιγάκι τὸ πρόβλημα τοῦ ἂν εἴμεθα ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς μας ἢ ὄχι. Πάντως, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα, ὅπως ἐτέθη γενικώτερον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Τρικάλων, διότι ταχεῖα διαδικασία τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου ἀποτελεῖ τὴν πρώτην πρᾶξιν ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἔκβασις ἡ ἐπιτυχὴς τοῦ σοβαρωτάτου ἔργου μας. (Χειροκροτήματα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§101Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ὑποβαλλομένου σχεδίου ψηφίσματος, μοιραίως τίθεται τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Σώματος. Διότι ἡ πρώτη φράσις λέγει: «Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή». Ἑπομένως θὰ πρέπει νὰ πάρωμεν θέσιν, ἐὰν εἴμεθα ἢ ὄχι Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Τοῦτο δὲν συντελεῖ ἁπλῶς εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, νὰ γνωρίζῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἁρμοδιότητα, ἀλλ’ ἔχει καὶ μεγίστην πρακτικὴν καὶ πολιτικὴν σημασίαν. Διότι, ἐὰν εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ ἐπιληφθῶμεν Συντακτικοῦ ἔργου, τὰ ψηφίσματα ἡμῶν θὰ εἶναι ἄκυρα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ ἰδιαιτέρως, ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ καὶ πολιτικὰς συνεπείας θὰ ἔχῃ, διότι ὁ Βασιλικὸς παράγων, ὡς ἐπόπτης τοῦ πολιτεύματος, θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐλέγχου, ἂν εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, οὐχὶ ὅμως καὶ ἂν εἴμεθα Συντακτική. Συνεπῶς ἡ συζήτησις τοῦ θέματος δὲν εἶναι ματαιοπονία, ἀλλὰ πρακτικὸν ζήτημα χρῆζον ἀντιμετωπίσεως ριζικῆς. Ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων ἀνέκυψαν δύο γνῶμαι, μία προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Κουλουμβάκη, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι Συντακτικόν, καὶ ἡ ἑτέρα ὑπὸ τοῦ κ. Βαμβέτσου, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν καὶ ἄλλοι ὅτι εἶναι Ἀναθεωρητική. Τὸ θέμα, νομίζω, θὰ ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἑξῆς ἐπιστημονικῶν σκέψεων. Εἶναι γνωστόν, δι’ ὅσους ἔχουν ἀσχοληθῆ μὲ τὴν ἐπιστήμην τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ὅτι ὑπάρχουν δύο ἔννοιαι, ἡ ἔννοια τῆς Συντακτικῆς Ἐξουσίας καὶ ἡ ἔννοια τῆς Συντεταγμένης Ἐξουσίας. Συντακτικὴ Ἐξουσία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἐπιδέχεται κανένα ὄχι ἠθικὸν ἢ φιλοσοφικόν, ἀλλὰ κανένα ἐξωτερικὸν νομικὸν περιορισμόν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἓν συλλογικὸν ὄργανον Ἀντιπροσωπευτικόν, κατά τι δεδομένον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ κανόνας δικαίου ἀπεριορίστως, δὲν ὑφίσταται Συντακτικὴ Ἐξουσία. Τοῦτο εἶναι κτῆμα τῆς Ἐπιστήμης πλέον. Ἕνα συγγραφέα θὰ ἀναφέρω, τὸν Χάτσεκ, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ἡ Συντακτικὴ Ἐξουσία τοῦ Ἔθνους οὐδένα γνωρίζει συνταγματικὸν περιορισμόν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ. Τὸ Ἔθνος κέκτηται ἐπ’ αὐτῆς φυσικὸν δικαίωμα». Ἐὰν τοῦτο οὕτως ἔχει, τότε πᾶσα ἄλλη ἐξουσία, ἡ ὁποία ἔχει περιορισμόν τινα αὐτὴ εἶναι Συντεταγμένη Ἐξουσία. Συντεταγμένην Ἐξουσίαν λέγομεν ἐκείνην, ἡ ὁποία κινεῖται ἐντὸς περιορισμῶν τινων τοῦ Συντάγματος καὶ Συντεταγμένη Ἐξουσία εἶναι ἡ Ἁπλῆ καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα ἐγγύτερον εἰς τὴν λύσιν τοῦ θέματος, ποία ἡ σύνθεσις τῆς ἡμετέρας Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὁ κ. Κουλουμβάκης, διαπρεπὴς συνταγματολόγος, πολλὰ προσενεγκὼν κατὰ τὸ 1911, προκειμένου νὰ κρίνῃ τὸ θέμα ἠκολούθησεν τυπικὸν κριτήριον. Εἶπεν: Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία καλεῖται κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108 ἐπὶ τῇ βάσει διαγεγραμμένου σχεδίου ἀναθεωρητέων διατάξεων νὰ νομοθετήσῃ. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ κριτήριον τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ βαρύνῃ εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν, τὸ κριτήριον πρέπει νὰ εἶναι οὐσιαστικόν. Καὶ οὐσιαστικὸν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, δηλαδὴ ἐὰν ἡμεῖς, ἀποσταλέντες παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐστάλημεν μὲ ἀπεριόριστον ἐξουσίαν νὰ ἐπιληφθῶμεν πάντων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν ὀργάνωσιν μιᾶς Κοινωνίας ἢ ἁπλῶς ἐστάλημεν μὲ περιωρισμένην ἐξουσίαν. Τοῦτο εἶναι τὸ οὐσιαστικὸν κριτήριον. Καί, ἐρωτᾶται: Ἡ σημερινὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχει περιορισμόν τινα; Ἀσφαλῶς ναί. Ὁ πρῶτος περιορισμὸς εἶναι τὸ Ν. Δ. τῆς 19–1–1946, περιορισμὸς ὄχι νομικὸς, διότι, κατ’ ἐμέ, τὸ διάταγμα τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ δέσμευσιν δι’ ἡμᾶς, εἶναι ὅμως πολιτικὸν γεγονὸς ἀναμφισβητήτου σημασίας διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν ἡμῶν. Εἶναι δὲ πολιτικὸν γεγονὸς διότι, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Σίδερης, ἔτυχε τῆς ὁμοφώνου ἐγκρίσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἐθνικόφρονος πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἐτέθη σαφῶς ὅτι, ἐρχόμενοι ἐδῶ, δὲν θὰ θέσωμεν ζήτημα περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἰδοὺ ὁ πρῶτος περιορισμός, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως πλέον μᾶς ἀφαιρεῖ τὸν Συντακτικὸν χαρακτῆρα. Δεύτερον, εἰς τὰς προεκλογικάς μας ὁμιλίας διεσαφηνίσαμεν, τοῦτο ρητῶς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἀπήντησε διὰ τῆς ψήφου του. Τρίτον, ἐφ’ ὅσον ἐδέχθημεν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Βασιλέως θὰ λυθῇ διὰ δημοψηφίσματος, ἰδοὺ καὶ ἄλλος περιορισμὸς τῆς ἐξουσίας ἡμῶν. Τέταρτον, αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τυχοῦσαι τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς παροχῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης, ἀποτελοῦν ἕτερον γεγονός, τὸ ὁποῖον βαρύνει εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν. Καί, τελευταῖον, ὁ ὅρκος, τὸν ὁποῖον ἐδώσαμεν. Εἴπομεν: Ὁρκιζόμεθα εἰς τὸ Σύνταγμα—καὶ τοῦτο εἶναι ἕτερον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον μᾶς δεσμεύει. Ἐδώσαμεν τὸν ὅρκον ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀποστολῆς μας, ὅτι θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ νομοθετικόν μας ἔργον, διότι θὰ εἴμεθα Συντεταγμένη Ἐξουσία, δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τὸ Σύνταγμα.
§102Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συμφωνοῦμεν εἰς ὅλα. Μόνον εἰς ἕνα δὲν συμφωνοῦμεν, ὅτι τάχα ὅταν λέγωμεν Συντακτικὴν Ἐξουσίαν λέγομεν τὶ τὸ ἀπεριόριστον. Ὄχι.
§103Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες κατ’ ἐμέ.
§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μᾶς περιορίζει.
§105Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ὅρκος, διὰ τὸν ὁποῖον εἴπατε, μᾶς ἐπιβάλλει νὰ τηρήσωμεν τὸ Σύνταγμα, δὲν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μὴ τὸ ἀναθεωρήσωμεν.
§106Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ ὅρκου τὸ ἔφερα ὄχι ὑπὸ τὴν μορφὴν ποὺ τὸ παρουσιάζετε, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δεχόμεθα κατ’ ἀρχὴν τὴν ὕπαρξιν Συνταγματικῶν περιορισμῶν, ὄχι ὅτι πρέπει νὰ σεβασθῶμεν ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα. Προχωρῶ περαιτέρω. Ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν; Ὅτι πᾶσα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχει Συντακτικὴν ἐξουσίαν δὲν ἀμφισβητεῖται. Μάλιστα κατὰ τὸ 1910 ἐρωτηθεὶς ὁ Εὐταξίας εἶπεν: «Μὴ πλανᾶσθε κύριοι καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχει Συντακτικὴν ἐξουσίαν ἀσκεῖ συντακτικὴν ἐξουσίαν, ὡς καὶ ἐν περιωρισμένῳ κύκλῳ καὶ ὑπὸ περιωρισμένην ἐντολήν». Καὶ ἐρωτᾶται τώρα ποῖος εἶναι ὁ κύκλος τῆς Συντακτικῆς Ἐξουσίας. Οἱ πλεῖστοι τῶν προλαλησάντων περιωρίσθησαν νὰ εἴπουν, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης αὐτὴ περιορίζεται εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἑπομένως δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὰς λοιπὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Πάντες μὲ μίαν γνώμην ὑπεστήριξαν τοῦτο, ὅπερ καθ’ ἡμᾶς εἶναι συζητήσιμον. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης ἡμῶν δὲν δύναται νὰ ἐκταθῇ πέραν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Πρῶτον περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ἀλλὰ καὶ αἱ περαιτέρω θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν δύνανται νὰ τροποποιηθοῦν. Ποῖον εἶναι τὸ κριτήριον τῶν θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐπιστήμη δὲν ἔδωκε μέχρι τοῦδε σταθερὸν κριτήριον. Θὰ ἐνόμιζον, ὅτι θεμελιώδεις διατάξεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουν ἐκ τῆς δεδομένης κοινωνικῆς συγκροτήσεως μιᾶς κοινωνίας. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὡς δεδομένον τὸ φιλελεύθερον πολίτευμα, τὸ καθεστὼς τῆς φιλελευθέρας οἰκονομίας, ἐντεῦθεν ἀπορρέουν ὡς θεμελιώδεις διατάξεις, αἱ περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, αἱ περὶ ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας, αἱ περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν κ.ο.ἑ. Καὶ ἑπομένως αὐτὸς ὁ γενικὸς κανὼν δύναται νὰ τεθῇ ὡς κριτήριον τῶν θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος αἱ περὶ θρησκείας, περὶ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος κ. ἄ. Καὶ ἐρωτῶ, θὰ ἐτολμῶμεν ποτὲ νὰ θίξωμεν τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ἰδιοκτησίας λ.χ. Καὶ ἂν ἐλαμβάνομεν τοιαύτην ἀπόφασιν, θὰ ἐφηρμόζετο ποτὲ ἀπὸ τὰ δικαστήρια; Θὰ ἐτολμῶμεν ποτὲ νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκδίκασιν ἀστικῶν ὑποθέσεων εἰς τὸν Ἔφορον; Καὶ ἡ συζήτησις περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος εἰς τὸν κύκλον τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων στερεῖται οὐσιαστικοῦ περιεχομένου καὶ ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις εἰς τὶς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις ἐνετόπισεν, ὅτι μόνον εἰς τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ συντακτικὸν ἡμῶν ἔργον.
§107Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ διάταξις περὶ κυρώσεως τῶν νόμων εἶναι θεμελιώδης ἢ μή;
§108Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κατ’ ἐμὲ εἶναι θεμελιώδης.
§109Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἄρα δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα ἀπολύτως λελυμένον.
§110Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὴν κύρωσιν τῶν νόμων ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἶναι συμπράττων εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Κάνετε, κ. συνάδελφε, καὶ μίαν ἄλλην σύγχυσιν. Ἄλλο τὸ τί δυνάμεθα καὶ ἄλλο τὸ τί θέλομεν. Τὸ εἶπεν ὀρθότατα ὁ κ. Βαμβέτσος, ἔχομεν ἐξουσίαν, ὄχι βέβαια ἀπόλυτον, διότι ἀπόλυτον δὲν ὑπάρχει οὐδὲν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἔχομεν ἐξουσίαν νὰ ἀναθεωρήσωμεν πᾶσαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δὲν τὸ θέλομεν νὰ κάμωμεν τοιαύτην ἀναθεώρησιν, διότι ἔχουμε σαφῆ συνείδησιν, ὅτι δὲν μᾶς ἔδωσεν ὁ λαὸς τοσαύτην ἐξουσίαν.
§111Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι αὐτοπεριορισμός, ὅπως τὸ θέτετε σεῖς. Ἀλλ’ ἐγώ, λέγω, ὅτι δὲν θὰ εἶχε πρακτικὴν σημασίαν διὰ τὰ δικαστήρια, οὔτε διὰ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας.
§112Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἅμα καταργήσωμεν τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας τότε περιττεύουν πάντα τὰ ἄλλα. Ὅλο τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ φέρνουμε στὴ μέση. Ὅλα εἶναι κάτω ἀπὸ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν.
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Τσᾶτσος εἶχε μαζί του ἕνα βιβλίον μεγάλου πολιτειολόγου τοῦ Haurian, ὁ ὁποῖος λέγει ρητῶς, ἀναθεωρητικὴ εἶναι μόνον ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, τῆς ὁποίας εἶναι ρητῶς προκαθωρισμένον τὸ ἔργον.
§114Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὴ ἡ συζήτησις περὶ τῶν θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, νομίζω, ὅτι στερεῖται πρακτικῆς σημασίας, διότι, ἂν ἡ παροῦσα Βουλὴ εἴπῃ, ὅτι θεωρεῖ τὴν διάταξιν αὐτὴν μὴ θεμελιώδη, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀντείπῃ; Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει κανένα κανόνα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου νὰ λύηται τὸ ζήτημα ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ποῖαι ὄχι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 εἶχε τὴν ἑξῆς ἱστορικὴν ἀφορμήν. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐνόμιζον, ὅτι τὰ συντάγματα εἶναι θεμελιώδεις Νόμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστοῦν οἱανδήποτε μεταβολήν. Ἦσαν θεωρίαι παλαιᾶς ἐποχῆς, καὶ ἀπόψε μάλιστα διετυπώθησαν αἱ θεωρίαι περὶ τοῦ ἀμεταβλήτου τοῦ Ἀγγλικοῦ διατάγματος, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὑπὸ τὴν σημερινήν του μορφήν, καίτοι ἔχουν γίνει βαθύταται μεταβολαί. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863, ἡ καταρτίσασα τὸ σύνταγμα τοῦ 1864, συνεχομένη ἀπὸ τὸν φόβον, ὅτι ἠμποροῦσε τὸ τυραννικὸν θεωρούμενον καθεστὼς τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος νὰ ἐπανέλθῃ πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ μὴ γνωρίζουσα πῶς θὰ σταματήσῃ τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ τοῦ τυραννικοῦ καθεστῶτος, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δεσμεύσουν τὸ μέλλον καὶ ἐθέσπισεν ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ πειράξῃ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις αὐταὶ διατάξεις. Ὅταν θὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, θὰ τίθεται τὸ ἐρώτημα ἑκάστοτε, αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης ἢ ὄχι. Ἐὰν ἡμεῖς δὲν λύσωμεν κυριαρχικῶς καὶ ἀφήσωμεν τὴν περὶ αὐτοῦ κρίσιν εἰς τὰ δικαστήρια, τότε ἀλλοίμονον δὲν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ κάμωμεν ἀναθεώρησιν, ἰσχυρὰν καὶ βιώσιμον.
§115Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ κανὲν Κράτος δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Θὰ ὑπάρχῃ ἀναρχία.
§116Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Τὸ θέμα, Κύριοι, ἐὰν ὑπάρχῃ περιορισμὸς τῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὅταν ὑπερβῇ τὰ ὅρια τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, ἀπησχόλησε τὴν ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911. Ἔλαβε τὸν λόγον τότε ὁ Ἐλ. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος εἶπε τὰ ἑξῆς: «.................. (Ἀναγινώσκει).........». Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ πρῶτος Ἐπόπτης τῶν συνταγματικῶν ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν, εἶναι ὁ Βασιλικὸς παράγων, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως, δηλαδὴ τοῦ ἐλέγχου, ἐὰν ἡ Συντακτικὴ Ἐξουσία τῆς Βουλῆς κεῖται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ὑπερβῇ τὸ ὅριον αὐτό, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διαλύσῃ.
§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§118Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν Σαρίπολον. Ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς δέχεται ὅτι καὶ τὰ δικαστήρια ἀκόμη ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ δεχθοῦν τὴν ἐφαρμογὴν ψηφισμάτων ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἀντιτιθεμένων πρὸς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ κρίνῃ, θὰ κρίνωνται κατ’ ἀντικειμενικὴν κρίσιν, ὑποβαλλόμενα εἰς ἔλεγχον δικαστικὸν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Βασιλικοῦ παράγοντος ὡς ἐπόπτου καὶ θεματοφύλακος τοῦ Συντάγματος.
§119Χ. ΛΑΔΑΣ. Περιέργους θεωρίας ἠκούσαμεν ἐδῶ.
§120Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα.
§121Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἐγὼ λέγω ἁπλῶς τὶ διδάσκει ὁ Σαρίπολος. Προχωρῶ περαιτέρω εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος. Πρῶτον θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔκφρασιν, ἄρθρον μόνον, περιλαμβάνονται τρεῖς παράγραφοι, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἀναφέρεται εἰς ἐντελῶς διάφορον θέμα. Δηλαδὴ αἱ τρεῖς παράγραφοι οὐδεμίαν ἔχουν ὀργανικὴν ἑνότητα πρὸς ἀλλήλας, Αἱ ὑποδιαιρέσεις τοῦ ἄρθρου μοιραίως πρέπει νὰ ἔχουν ὀργανικὴν ἑνότητα. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ διαιρεθοῦν εἰς 3 ἄρθρα, διότι ἡ ὑποδιαίρεσις δέον ν’ ἀνάγεται εἰς τὸ αὐτὸ θέμα. Ἐπίσης ὅταν ὁ κ. Βαμβέτσος ὡμίλησε περὶ ἀπαριθμήσεως τῶν ψηφισμάτων, πρὸς καλλιτέραν διάκρισιν αὐτῶν, ἔκαμεν ἐπιτυχῆ πρότασιν. Εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον............ ἐὰν οὕτως ἔχῃ ἐπὶ σοβαρωτάτων θεμάτων θὰ μᾶς ἔρχεται εἰς τὰς 6 ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ θὰ καλούμεθα εἰς τὰς 6½ νὰ σᾶς πείσωμεν, χωρὶς νὰ παρέχεται ὁ εὔλογος χρόνος πρὸς σοβαρὰν μελέτην καὶ ἐμπεριστατωμένην κρίσιν.
§122Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Χωρὶς ἀμφιβολία δὲν πρέπει νὰ ἔρχεται τίποτε εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν δὲν περάσῃ προηγουμένως ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της.
§123Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Βεβαίως, ἢ τοὐλάχιστον, νὰ θέσωμεν μίαν ἄλλην τροπολογίαν, ὅτι φέρεται εἰς συζήτησιν μετὰ δύο ἡμέρας. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ μεταβολὴ τοῦ κ. Βαμβέτσου καὶ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «ἐνασκοῦντος τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν» καὶ νὰ τεθῇ ἡ φράσις «τοῦ Βασιλέως», διότι τότε θὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐρχομένου τοῦ Βασιλέως θὰ ἐκδίδωμεν ψηφίσματα. Κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην θὰ ἦτο ἀσυμβίβαστος ἡ ἔκφρασις ἐνασκῶν τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν πρὸς τὸν φυσικὸν φορέα τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, τὸν Βασιλέα. Ἀλλ’ ἐδῶ προέκυψεν ἕτερον ζήτημα. Ἔχομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὅτι ἔπρεπε τὰ ψηφίσματα νὰ δημοσιεύωνται μετὰ τὴν ὑπογραφήν των ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ ὑπογραφῆς αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἀσκοῦντος τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν καὶ προσυπογραφῆς ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι περιττολογία. Νομίζω ἀντιθέτως, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς περιττολογία, εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη. Καὶ εἶναι ἀναγκαῖον, διότι ὁ Βασιλεύς, βεβαίως, δὲν εἶναι παράγων τῆς Συντακτικῆς Ἐξουσίας καὶ ἑπομένως δὲν μετέχει τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀλλὰ παραμένει ὁ θεματοφύλαξ, ὁ ἐπόπτης τοῦ Συντάγματος καὶ ἐφόσον ἡμεῖς καλούμεθα ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Συντάγματος νὰ νομοθετήσωμεν. Ὡς ἐπόπτης ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδων τὰ ψηφίσματα, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ἐλέγχει ὅ,τι ἡμεῖς ψηφίσαντες ὡς ἐψηφίσαμεν, δὲν ἐψηφίσαμε παρὰ μόνον ὡς λέγει τὸ Σύνταγμα. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ Ἐλ. Βενιζέλος εἰς τὴν Συνεδρίασιν τῆς 5)2)1911: «Μένει πάντοτε εἰς τὸν μοναρχικὸν παράγοντα δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἂν αἱ ἄλλαι διατάξεις τὰς ὁποίας θέλομεν θίξει, εἶναι θεμελειώδεις, ὁπότε εἰς ἐκεῖνον θ’ ἀπέκειτο, τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πορίζεται ἐκ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον τῷ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ περιστέλλῃ ἐνδεχομένας ὑπερβασίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὅπως προστατεύσῃ κατ’ ἰδίαν ἀντίληψιν τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους». Ἐπίσης ὁ Ν. Ν. Σαρίπολος λέγει ὅτι: «Εἰς περίπτωσιν ὅθεν ὑπερβάσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἀπαιτεῖται ἡ συγκατάθεσις τοῦ Βασιλέως. (ἀναγινώσκει)....», Καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ διαφωνία διαλύεται ἡ Βουλὴ καὶ φθάνομεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ θέματος.
§124Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καὶ ἐὰν ὁ λαὸς ἐπαναφέρῃ τὴν ἰδίαν Βουλήν, δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ νὰ τὴν σταματήσῃ εἰς τὴν πορείαν της.
§125Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι εἰς αὐτό. Ἐὰν εἴχαμε Συνταγματικὸν Δικαστήριον ὡς εἰς τὰς Ἡν. Πολιτείας, τὸ θέμα θὰ παρεπέμπετο ἐκεῖ, ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχομεν ἐδῶ τοιοῦτον δικαστήριον, τὸ θέμα θὰ παραπέμπεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἐπιδοκιμάσῃ τὴν λύσιν τῆς διαφωνησάσης Βουλῆς, ὁ Βασιλεὺς ὑποχρεοῦται νὰ ὑποχωρήσῃ. Τὸ ψήφισμα ἀπαιτεῖ καὶ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τῶν ψηφισμάτων ὁ προσυπογραφὴ αὐτῶν παρ’ Ὑπουργοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐὰν τὸ ψήφισμα ἐπεκτείνῃ τὴν προσυπογραφὴν ὑπὲρ ὅλου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὐδαμῶς τοῦτο βλάπτει. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Κουλουμβάκη καὶ συνταγματικῶς ἀσταθὲς εἶναι καὶ ἄστοχον πολιτικῶς.
§126Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τὸ διατυπώσωμεν καλλίτερα.
§127Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Τερματίσας τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος αἰσθάνομαι ἰδιαιτέρως εὐχαριστημένος διότι τίθεται ὁ πρῶτος ἀρραγὴς λίθος διὰ τὰς περαιτέρω ἐργασίας. Τοῦτο ἂς μᾶς δώσῃ τὴν κατάλληλον συμβολὴν διὰ νὰ σπεύσωμεν βραδέως νὰ ἀνακουφίσωμεν τὸν ὑποφέροντα λαὸν ὥστε νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον ἀπεστάλημεν ἐνταῦθα. (Χειροκροτήματα).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις διὰ μίαν ὥραν.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.30′ μ.μ.)
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τῶν ψηφισμάτων τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ τροποποιήσεως ἢ συμπληρώσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§130Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐνώπιον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὑπεβλήθησαν σχέδια ψηφισμάτων τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς ἁρμοδιότητας Συντακτικοῦ περιεχομένου καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ τὰ περιβάλῃ διὰ τῆς ψήφου της. Παρ’ ἡμῶν ἐκρίθη ὅτι θὰ ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ἐξετασθῇ ποία ἡ ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖται νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἐὰν τὰ ὑποβαλλόμενα ψηφίσματα ἔχουν τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς δώσῃ τὴν ἱκανότητα εἰς τὴν Βουλὴν ὥστε νὰ δυνηθῇ δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον της. Παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν προλαλησάντων ἐξητάσθη τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτῆρος τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐὰν δηλαδή, ἡ Βουλὴ εἶναι Συντακτικὴ ἢ εἶναι Ἀναθεωρητική. Ἐρωτᾶται ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ μόνον τὰς μὴ θεμελιώδεις καὶ κατὰ τί διακρίνονται αἱ μὲν τῶν δέ. Ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν προλαλησάντων, ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν καὶ ἄλλα ζητήματα συναφῆ πρὸς τά ἀνωτέρω. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἐρευνηθῇ πρῶτον ποῖος ὁ χαρακτὴρ τῆς παρούσης Βουλῆς, ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἢ Συντακτικὴ καὶ ποῖα τὰ δικαιώματα εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ ποῖα τὰ δικαιώματα εἰς τὴν δευτέραν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν ἀναδρομὴν συνταγματικήν, ἡ ὁποία θὰ δημιουργήσῃ εἰς ὅλους μας τὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ ἀληθοῦς χαρακτῆρος τῆς παρούσης Βουλῆς. Εἶναι γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι συντακτικαὶ εἶναι αἱ συνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι προβαίνουν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν κανόνων ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ρυθμίζεται ὁ κοινωνικὸς καὶ πολιτικὸς βίος τῶν μικρῶν τῆς κοινωνίας. Εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς θέτοντας τοὺς κανόνας νὰ τοὺς θέτουν κατὰ τρόπον πρωτότυπον, κατὰ τρόπον δηλαδή, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχῃ ὡς προϋπόθεσιν τὴν ὕπαρξιν ἄλλων κανόνων τοῦ δικαίου, βάσει τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κληθῇ καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία συνέρχεται ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως θέσῃ ὡρισμένους κανόνας. Ἔχει γίνει δεκτὸν ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην, ὅτι Συντακτικὴ εἶναι ἡ συνέλευσις ἐκείνη, ἡ ὁποία θέτει τοὺς κανόνας τοῦ πολιτικοῦ βίου πρωτοτύπως, ἡ ὁποία δηλαδὴ προέρχεται ἐξ ἐπαναστάσεως καὶ δημιουργεῖ καὶ θέτει τοὺς κανόνας, ὑπὸ τοὺς ὁποίους οἱ πολῖται θὰ διαβιώσουν. Εἶναι δὲ Συντακτική, ὅταν πρωτότυπον ἔχῃ τὸν τρόπον τῆς συγκλήσεώς της. Εἶναι δὲ Ἀναθεωρητικὴ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν συγκροτεῖται βάσει προϋπαρχόντων κανόνων δικαίου, οἱ ὁποῖοι τῆς προσδιορίζουν τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεώς της καὶ τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας της. Συντακτικὴ θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι, ἂν ἡ Βουλὴ προήρχετο ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν ἡτοίμασαν καὶ τὴν ὁποίαν προσεπάθησαν νὰ ἐπιτύχουν οἱ κομμουνισταί. Διότι τότε καὶ μόνον ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ προέκυπτεν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης ἀνατρεπούσης τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διαβιοῖ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, θὰ ἔθετε νέους κανόνας δικαίου σύμφωνα μὲ τὴν κοσμοθεωρίαν τοῦ κομμουνισμοῦ. Τότε μόνον θὰ ἦτο Συντακτικὴ ἡ συνέλευσις διότι καὶ οἱ κανόνες αὐτῆς θὰ ἐτίθεντο βάσει τῆς θεωρίας τῆς κομμουνιστικῆς, ἡ ὁποία ὡς εἶναι γνωστόν, ἀρνεῖται τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν τοῦ δικαίου, διότι πιστεύει εἰς τὴν ἀξίαν τῆς ὕλης καὶ τῆς δυνάμεως. Ἡ παροῦσα Βουλὴ ὅμως ἡ ὁποία συνέρχεται βάσει προϋφισταμένων κανόνων δικαίου, οἱ ὁποῖοι τῆς προσδιορίζουν τὴν ἔκτασιν τοῦ ἔργου καὶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιτελέσῃ τοῦτο δὲν δύναται νὰ εἶναι Συντακτική, εἶναι Ἀναθεωρητική. Εἶναι Ἀναθεωρητική, διότι συγκροτεῖται ὡς ὄργανον τροποποιήσεως προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ὑπάρχοντος Συντάγματος. Τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα διὰ τοῦ ἄρθρου 108 ὁρίζει ὅτι: «μετὰ 10ετίαν... (ἀναγινώσκει).....» Ἐρευνητέον εἶναι ἂν αἱ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι καθορίζουν τὸν τρόπον συγκροτήσεως τοῦ Σώματος αὐτοῦ ἐτηρήθησαν καὶ ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δὲν ἐτηρήθησαν ἦτο δυνατὸν νὰ τηρηθοῦν καὶ ἢ ἐὰν ἡ μὴ τήρησίς των ἔχῃ κάποιαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς μορφῆς καὶ ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Συνέλευσις αὐτή. Ἀναμφισβητήτως, μὴ ὑπαρχούσης Βουλῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τηρηθοῦν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς περὶ συγκροτήσεως Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Πλὴν ὅμως, ἐκ μέρους τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον προεκήρυξεν τὰς ἐκλογάς, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ συγκροτηθῇ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἐτέθησαν κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἀποδεκτοὶ καὶ ἐκ μέρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, τὸν ὁποῖον ἀπαρτίζουν τὰ ἕτερα πολιτικὰ κόμματα τῆς Ἑλλάδος. Κατῆλθον ἀμφότεραι αἱ πολιτικαὶ παρατάξεις εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτάς, βάσει τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἔθεσε τοὺς κανόνας αὐτούς, καὶ τὸ ὁποῖον Διάταγμα, ἐκδοθὲν οὕτω, καὶ οὕτω γενόμενον ἀποδεκτόν, δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι καὶ ἂν δὲν ἐξεδόθη σύμφωνα μὲ τὴν διαδικασίαν τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρ. 108 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος ἤθελε, ἡ ἀπόφασις αὐτὴ νὰ λαμβάνεται ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Λαοῦ, εἰς τὴν Βουλὴν δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὰ πολιτικὰ κόμματα, καὶ κατὰ τεκμήριον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰς πολιτικὰς μερίδας, αἱ ὁποῖαι παρακάθηνται εἰς τὴν Συνέλευσιν αὐτήν, δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι πράγματι ἐξεπλήρου ἐμμέσως, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴν Συνταγματικὴν αὐτὴν διάταξιν. Ἐπὶ πλέον, ἡ πρᾶξις αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρίζῃ καὶ τὰς εἰδικῶς ἀναθεωρητέας Διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον προσδιώρισε τὰς ἐκλογάς, ὥριζεν, ὅτι θὰ εἶναι ἀναθεωρητέαι ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πλὴν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος. Ἡ νέα Βουλή, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τῆς πράξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐτέθη ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς μερίδος, ἡ ὁποία προεκήρυξεν τὰς ἐκλογάς, καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους τῶν ἄλλων μερίδων, εἶναι συστατικὴ πρᾶξις ἡ ὁποία, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ δι’ ἀποφάσεως ἄλλης. Ἐπί πλέον ἡ Διάταξις αὐτὴ ὥρισεν καὶ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ τὸ σπουδαιότερον, ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἐκλήθη ὡς Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ ὄχι ὡς ἁπλῆ Βουλή, δηλαδή, προσδιωρίσθη διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης καὶ ὁ χαρακτὴρ τῆς παρούσης Βουλῆς. Διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἔχουν τεθῆ πάντοτε, εἰς ὅλα τά προϋφιστάμενα Συντάγματα, ὡρισμέναι διατάξεις καὶ ὡρισμέναι διατυπώσεις ἀκολουθοῦνται πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1911, ἡ τότε συγκροτηθεῖσα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν συνεκλήθη, κατόπιν τῆς διαδικασίας τῆς ὁριζομένης, ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὥριζεν τὸν τρόπον τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Καὶ τὸ ἄρθρον αὐτό, ἦτο τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγένετο τὸ 1911, ὁ Βενιζέλος, ὁμιλῶν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἡ ὁποία φέρει τὴν ὑπογραφήν του, ἀνέφερεν ὅτι: «ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 107.... (ἀναγινώσκει)..... τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων». Πλὴν τοῦ ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ 1911 δὲν συνεκλήθη, κατόπιν τηρήσεως τῶν διατυπώσεων τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, τοῦ 1864, ἡ Βουλὴ αὐτὴ οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν ὅτι ἦτο Ἀναθεωρητική. Ἦτο Ἀναθεωρητικὴ διότι, ἠκολουθήθη καὶ τότε ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἐπιστήμη δέχεται, καὶ τὴν ὁποίαν προανέφερον ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ἡ ὁποία διακρίνει τὰς Συντακτικὰς Συνελεύσεις ἀπὸ τὰς Ἀναθεωρητικὰς Βουλάς. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὅπως τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ τὰ μεταγενέστερα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν εἰς τὰς μετέπειτα Ἐθνοσυνελεύσεις καὶ τὰς Ἀναθεωρητικὰς Βουλάς, ἁπλούστευον τοὺς ὅρους τῆς ἀναθεωρήσεως, οἱ ὁποῖοι εἶχον κριθῆ, ὅτι καθίστων δύσκολον τὴν ἀναθεώρησιν τῶν Συνταγμάτων. Κατὰ τὸ 1921, εἰς τὴν τότε Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ὑπεβλήθη πρότασις τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι τὸ Σύνταγμα δύναται νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὰς μὴ θεμελιώδεις αὐτοῦ Διατάξεις. Δι’ ἀποφάσεως τῶν ⅔ τῆς ἁπλῆς Βουλῆς ἐπικυρουμένης διὰ Δημοψηφίσματος «....... (Ἀναγινώσκει)......». Δηλαδή, εἶχεν ἐπικρατήσει ἡ ἀντίληψις, ὅτι καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ κληθῇ ὡς Ἀναθεωρητική, δύναται, δι’ ἀποφάσεως τῶν ⅔ τῶν μελῶν της, νὰ τροποποιήσῃ Συνταγματικὰς Διατάξεις. Ἐπὶ πλέον τότε, ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐπροτάθη τὸ πρῶτον, ὅπως εἰσαχθῇ τὸ Συνταγματικὸν Δημοψήφισμα. Ὥριζεν δὲ ἡ πρότασις, ὅτι: «Ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς γενομένη δεκτὴ τροποποίησις ἰσχύει ἀφ’ ἧς ἐπικυρωθῇ διὰ Δημοψηφίσματος «... (ἀναγινώσκει)...». Τὸ Δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη τότε, ἦτο ὑποχρεωτικὸν Δημοψήφισμα. Τὸ πρῶτον εἰσήγετο ὡς θεσμὸς Συνταγματικός, ὁ ὁποῖος θὰ ἔδιδε λύσεις εἰς ζητήματα Συνταγματικοῦ περιεχομένου. Καὶ εὗρεν ἡ πρότασις αὐτὴ ἀπήχησιν καὶ ἐφαρμογὴν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 τὸ ὁποῖον, διὰ τοῦ ἄρθρου 125 ἐδάφ. 5, καθιέρωσεν τὸ Δημοψήφισμα αὐτὸ ὡς προαιρετικόν, διὰ τὰς τροποποιήσεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ γίνουν κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 125. Τὸ Δημοψήφισμα ἐκρίθη ὅτι ἀπετέλει ἐκδημοκρατικοποίησιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἀπετέλει εὐθεῖαν, παρὰ τοῦ λαοῦ, ἄσκησιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐξουσίας. Ἤδη, μετὰ πάροδον τόσων ἐτῶν, ἡ συγκροτηθεῖσα ἤδη Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καλεῖται ὅπως προβῇ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν Συνταγματικῶν Διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κρίνονται ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ὁμαλὴν διαβίωσιν τῶν πολιτῶν καὶ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι κρίνονται ἀναγκαῖαι διὰ νὰ σταθεροποιήσουν τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ ἔλθῃ, ὅπως ἐδηλώθη διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ψήφισμα ἀναφερόμενον εἰς τὴν προκήρυξιν Δημοψηφίσματος ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὰς πολιτικὰς παρατάξεις τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ὑπαρχούσας, ὅπως ἐδηλώθη ἐκ μέρους τῶν Ἀρχηγῶν, μὲ περιεχόμενον ἐρωτήματος, οἷον διατυποῦται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις. Τοιοῦτον Δημοψήφισμα εἶναι ἔργον Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἢ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλή, ἡ Ἀναθεωρητικὴ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, δύναται νὰ θέσῃ κανόνας οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Κουλουμβάκης, ἀφίστανται τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματός μας καὶ ἡ Συνέλευσις αὐτή, ἐὰν εἶναι Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐρωτᾶται: Εἶναι αὐτὸ ἔργον Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς; Κύριοι εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι ἡ Συνέλευσις, συγκροτηθεῖσα βάσει προϋφισταμένων κανόνων καὶ ἐὰν ἀκόμη πρόκειται νὰ μεταβάλῃ τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, δύναται νὰ διατηρήσῃ τὸν Ἀναθεωρητικόν της χαρακτῆρα. Διότι, ὅπως προεῖπον, ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις δημιουργεῖ νέαν Πολιτείαν καὶ νέα ὄργανα. Συγγραφεῖς νεώτεροι, συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπιληφθῆ τῶν θεμάτων αὐτῶν, ἔχουν δώσει καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καταφατικὴν γνώμην. Συνεπῶς ἡ παροῦσα Βουλὴ καὶ ἂν ἀκόμη προβῇ εἰς ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν λαόν, ὅπως αὐτὸς ἀπ’ εὐθείας ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος, ἢ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος, ὅπως διετυπώθη εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ Βουλὴ διατηρεῖ τὸν Ἀναθεωρητικόν της χαρακτῆρα. Ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς διακρίσεως τοῦ ἀναθεωρητοῦ ἢ μὴ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὅλοι συμφωνοῦν ὅτι ἀναθεωρητέαι εἶναι αἱ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, ἡ διάκρισις μεταξὺ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, σήμερον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης δὲν ἀναγνωρίζεται. Εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα δὲν ἀπαντᾶται σήμερον διάταξις περὶ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἐκτὸς τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος.......
§131Χ. ΛΑΔΑΣ. Ποῖον ἀπὸ ὅλα;
§132Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1875, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ἄρθρου 8 παράγραφος 3 καὶ τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 3 τοῦ Τουρκικοῦ Συντάγματος καί τινα ἄλλα τὰ ὁποῖα περιέχουν διατάξεις ἀναφερομένας εἰς τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, εἰς οὐδὲν ἄλλο Σύνταγμα ἀπαντᾶται τοιαύτη διάκρισις. Ἡ μορφὴ τοῦ Πολιτεύματος εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ. Διότι ἡ μεταβολὴ τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος εἴτε συνετελέσθη διὰ Συνελεύσεως, εἴτε συνετελέσθη διὰ τῆς βίας, εἶναι ἐπανάστασις, εἶναι πρᾶξις καταλυτικὴ ὑπαρχούσης καταστάσεως, εἴτε Δημοκρατία ἀβασίλευτος εἶναι τὸ Πολίτευμα, εἴτε πολίτευμα Βασιλευομένης Δημοκρατίας εἶναι, ἢ Πολίτευμα οἱασδήποτε ἄλλης μορφῆς. Τὸ Σύνταγμα τῆς Νορβηγίας, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε προλογήσας συνάδελφος καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἰρλανδίας ἐπίσης, περιέχουν τοιαύτας διατάξεις ἀναφερομένας ὅμως εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ ὄχι εἰς διάκρισιν μεταξὺ θεμελιωδῶν καὶ μὴ διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν δικονομικῶν καὶ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι θεμελιώδεις, δὲν ὑπάρχουν διατάξεις αἱ ὁποῖαι νὰ δύνανται νὰ διακριθοῦν εἰς θεμελιώδεις καὶ μή. Ἐπὶ πλέον δέ, αὐτὸ τοῦτο τὸ Σοβιετικὸν Σύνταγμα, εἰς τὸ ἄρθρον 2 § 2 ἀναφέρει ὅτι δὲν δύνανται νὰ μεταβληθοῦν αἱ βάσεις τοῦ πολιτεύματος ἀπὸ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν κατασταθῆ ἁρμόδια διὰ νὰ μεταβάλλουν καὶ νὰ τροποποιοῦν ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§133Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνάλογον μὲ τὸ Τουρκικὸν Σύνταγμα.
§134Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν καθιστᾷ ἕτερον ὄργανον ἁρμόδιον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τῆς μεταβολῆς τῆς βάσεως τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐκεῖ ἐννοοῦν μὲ αὐτὴν τὴν μεταβολήν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ἡ ὁμοσπονδιακὴ μορφὴ τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ πολίτευμά των. Συνεπῶς, τούτων δεδομένων, ἡ παροῦσα Βουλή, συνελθοῦσα βάσει κανόνων δικαίου, οἱ ὁποῖοι ὥρισαν τὸν τρόπον καὶ τὸν σκοπὸν τῆς συγκροτήσεώς της, διότι ὡρίσθη ὅτι συνεκροτήθη ὡς Ἀναθεωρητικὴ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος Βουλὴ καὶ ὄχι ὡς Ἁπλῆ τοιαύτη, εἶναι ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ καλεῖται δὲ ἤλη ὡς τοιαύτη νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον της σύμφωνα μὲ τὰς κειμένας διατάξεις περὶ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας της καὶ μὲ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡ ἰδία, βάσει ὡρισμένης διατάξεως τοῦ ὑπάρχοντος Συντάγματος ἀριθ. 108 ὥρισε. «Καλεῖται ἡ νέα........ (ἀναγινώσκει)...... τῶν μελῶν αὐτῆς.» Συνεπῶς ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἡ ὁποία συνεκροτήθη ἁρμοδίως, ἐπιλαμβάνεται τοῦ σχεδίου τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἀποφασίζῃ ἐπὶ ψηφισμάτων χαρακτῆρος συνταγματικοῦ, ἡ ἰδία δὲ ὀρθῶς ἐκρίθη ὅτι ἔπρεπε, κατὰ τὴν συνταγματικήν της δικαιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα, νὰ λειτουργήσῃ βάσει εἰδικοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ ἐξεπονήθη καὶ ἔχει τεθῆ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ὁ εἰδικὸς αὐτὸς Κανονισμὸς εἶναι Κανονισμὸς τῆς Συντακτικῆς λειτουργίας τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ὁ Κανονισμὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος πάντοτε, ὅπως καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν διδάσκεται, εἶναι ἀπαραίτητος, διότι θέτει τὰς βάσεις καὶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τεθοῦν αἱ Συνταγματικαὶ διατάξεις, λέγω ὀρθῶς περιέλαβε κατ’ ἀρχὴν ὡρισμένας διατάξεις περιοριστικὰς τῶν ἀγορεύσεων, διὰ νὰ δύναται νὰ εὐχερανθῇ καὶ συντομευθῇ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκτελέσωμεν. Ἔχει γίνει δεκτὸν καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι ὁ τοιοῦτος περιορισμὸς δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν ἐλευθερίαν καὶ δὲν περιορίζει τὰ δικαιώματα τῶν Μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐφ’ ὅσον ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ὁρίζεται, δὲν εἶναι τόσον σύντομος, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ πληρεξούσιοι νὰ ἐκφέρουν τὰς γνώμας των. Τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὰ ψηφίσματα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, διὰ τῶν ὁποίων αὕτη θὰ δύναται νὰ ἀποφασίζῃ ἐπὶ ζητημάτων συντακτικοῦ χαρακτῆρος, εἶναι ψήφισμα, τὸ ὁποῖον διευκολύνει τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος πρὸς διενέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Διότι ἂν δὲν ψηφίσωμεν καὶ ἂν δὲν ἀποδεχθῶμεν τὸ ψήφισμα τοῦτο, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἰς αὐτὴν πάλιν ἀνετέθη, νὰ ἀποφασίσῃ δηλ. ἡ ἰδία περὶ διενεργείας Δημοψηφίσματος, ὡς συνταγματικοῦ θεσμοῦ. Αὐτήν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔχει τὴν ἔννοιαν καὶ αὐτὸν τὸν σκοπὸν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ σχέδιον ψηφίσματος. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ ψηφίσματα αὐτὰ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκδίδωνται παρὰ τοῦ ἀσκοῦντος τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ψηφισμάτων τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὑπάρχει διάταξις τοῦ ἄρθρ. 110 τοῦ ἰσχύοντος Συν]τος, οὐδαμῶς μεταβληθεῖσα μέχρι σήμερον, ὁρίζουσα ὅτι «πᾶσα ψηφιζομένη ἀναθεώρησις μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, ἐκδίδεται καὶ δημοσιεύεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίθεται δὲ εἰς ἐνέργειαν δι’ εἰδικοῦ ταύτης ψηφίσματος». Συνεπῶς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συν)τος τροποποιεῖται κατὰ τοῦτο ἀπὸ τὴν § 2 τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ σχεδίου τοῦ ψηφίσματος. Δὲν εὑρίσκω τὴν σκοπιμότητα τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι, ὡς εἶναι διατυπωμένη ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ψηφίσματος, δὲν παρέχει τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται διὰ τὴν κρίσιν τῶν Συντακτικοῦ περιεχομένου διατάξεων τῶν νόμων καὶ ὅτι πράγματι, ἐνῷ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφισθοῦν ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὑφίστανται τὴν βάσανον τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, τὰ σχέδια ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τροποποιήσεις διατάξεων τοῦ Συντάγματος, θὰ συζητῶνται εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ τὴν διανομήν των. Φρονῶ ὅτι, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν συνήθη διαδικασίαν, δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν καὶ ἀπὸ τὴν τιθεμένην διαδικασίαν διὰ τοῦ Εἰδικοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὴν Ἀναθεωρητικὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐργασίαν, νὰ τίθενται, δηλαδή, ὑπ’ ὄψει καὶ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ συγκροτηθῇ, διότι αὕτη οὕτω θὰ δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ταῦτα ὑπ’ ὄψει της εἰς τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβάλλωνται πρὸς τροποποίησιν ἢ μεταβολὴν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, διὰ τὴν ὁριστικὴν σύνταξιν τούτων. Εὑρίσκω ἐπίσης, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ Εἰδικοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι «πᾶσα πρότασις περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, σχετιζομένη μὲ τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ γενομένης ἀμφισβητήσεως, ἀποφαίνεται ἡ Βουλή», νομίζω ὅτι θέσιν εἶχε εἰς τὸ πρῶτον ψήφισμα. Τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν, ἀποτελεῖ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀναθεωρηθοῦν. Διότι ἐκ τῆς ἀντιδιαστολῆς προκύπτει, ὅτι ἅπασαι αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀναθεώρησιν, πλήν, ἐφ’ ὅσον ἀπαγορεύεται, εἶναι ἀπαράδεκτοι αἱ προτάσεις, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος. Τοιαύτη μάλιστα διάταξις, κύριοι, τιθεμένη παρ’ ἡμῶν εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν κρατοῦσαν ἐπιστημονικὴν βάσιν, ὅτι δὲν γίνεται διάκρισις μεταξὺ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Παρά τινος τῶν προλαλησάντων ἐξεφράσθη ὁ φόβος ὅτι ἦτο δυνατόν, αἱ διατάξεις τοῦ ψηφίσματος αἱ συντακτικοῦ χαρακτῆρος, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐκδοθῆ ἐπὶ εἰδικῶν ψηφισμάτων, ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ δύνανται νὰ κριθοῦν ἀπὸ τὰ δικαστήρια ἂν θὰ εἶναι Συνταγματικοῦ περιεχομένου ἢ μή. Τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι ὀρθόν. Τοιαύτην διάκρισιν τὰ δικαστήρια δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμουν. Ὅταν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή; ἢ ἔργον ἔχουσα τὴν ἀναθεώρησιν διατάξεων ὑπερτυπικῆς ἰσχύος θέτει κανόνας συντακτικοῦ περιεχομένου, τὰ δικαστήρια εἰς οἱονδήποτε θέμα καὶ ἂν ἀναφέρωνται οἱ κανόνες αὐτοί, ἐφ’ ὅσον οἱ κανόνες λαμβάνουν ὑπερτυπικὴν Συνταγματικὴν δύναμιν, δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ κρίνουν περὶ Συνταγματικότητος.
§135Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐλέγξουν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν νόμων, ὄχι ὅμως τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ Συντάγματος.
§136Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 2ον ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν Εἰδικὸν Κανονισμὸν διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐργασίαν, φρονῶ ὅτι ὀρθῶς διετυπώθη. Ἔχει διάταξιν, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι αἱ τροποποιήσεις θὰ πρέπει νά ὑποβληθοῦν διὰ προτάσεων εἰς τὴν Βουλήν, αἱ ὁποῖαι θὰ διαβιβασθοῦν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ τὰς μελετήσῃ καὶ θὰ τὰς εἰσαγάγῃ πάλιν εἰς τὴν Βουλήν. Κύριοι, ἂν ἀφήσωμεν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὴν συγκροτηθησομένην Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἀποφασίζῃ κατ’ ἰδίαν κρίσιν περὶ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας αὐτὴ κρίνει ἀναθεωρητέας καὶ νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτων, τότε ἀναμφισβητήτως ἡ Βουλὴ ἀπαλλοτριοῦται ἔργου, τὸ ὁποῖον τῆς ἀνήκει. Εἶναι δημοκρατικόν, δημοκρατικώτατον νὰ ὑποβληθοῦν ἐκ μέρους ὅλων τῶν πληρεξουσίων αἱ προτάσεις ἐκεῖναι, ἐπὶ τῶν θεμάτων εἰς τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ἀντίληψιν των, πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ Σύνταγμα. Αὐταὶ δὲ νὰ ἐξετασθοῦν ἀπὸ τὴν εἰδικὴν Συντακτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἂν δὲ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχουν τὴν ἀντίληψιν καὶ ἐπιθυμοῦν καὶ ἐκεῖνα νὰ τροποποιήσουν ὡρισμένας ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὡς μέλη τῆς Βουλῆς, δικαιοῦνται νὰ ὑποβάλουν τὰς προτάσεις των. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀποτελεῖ, τρόπον τινά, ἕνα κώδικα καὶ αἱ κατὰ μέρος τροποποιήσεις πρέπει νὰ εἶναι προσηρμοσμέναι πρὸς ἀλλήλας, ὥστε νὰ δίδουν ἕνα σύνολον ἀρχιτεκτονικόν, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται ὡς σύνολον νὰ κριθῇ, καὶ νὰ στηρίζωνται αἱ διατάξεις του αἱ μὲν ἐπὶ τῶν δέ. Ἡ ἐργασία αὐτὴ νομίζω ἀνετέθη εἰς τὴν εἰδικὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ψηφίσματος τούτου ὁρίζει ὅτι, ἡ συναρμολόγησις γίνεται ὑπὸ τῆς εἰδικῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Τί ἐννοοῦμεν διὰ τῆς λέξεως συναρμολόγησις; Θὰ δύναται, ἂν συμφωνήσωμεν, τοῦτο νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἔκτασιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ κάμῃ ἡ εἰδικὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή. Ἐὰν συναρμολόγησις θεωρηθῇ τὸ νὰ βάλῃ τὴν μίαν κοντὰ εἰς τὴν ἄλλην, ἢ θὰ δικαιοῦται ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ὡρισμένας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀντιτίθενται πρὸς ἀλλήλας εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως, ὡρισμένας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι παραμένουν ἀμετάβλητοι, ἀφοῦ μεταβληθῶσιν ἄλλαι, νὰ τὰς συναρμολογήσῃ πρὸς ἀλλήλας. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα φρονῶ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ βγῇ ἀπὸ τὴν λέξιν συναρμολόγησις. Φρονῶ ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν ἠθέλησε νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν τὴν κοινὴν ἡ λέξις συναρμολόγησις. Θὰ πρέπει νὰ ἐννοῇ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος συναρμολογεῖ, τουτέστιν ἐπεξεργάζεται, καὶ ἂν κρίνῃ ἀναγκαῖον διὰ μελῶν της, ὑποβάλλει εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἐνδεδειγμένας πρὸς συναρμολόγησιν τῶν διατάξεων πρὸς ἀλλήλας. Τὸ σύστημα τῆς ἀναθεωρήσεως τὸ ὁποῖον ἠκολουθήθη καὶ τὸ ὁποῖον ἤδη προτείνεται, ὅπως νομοθετηθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, φρονῶ ὅτι εἶναι ἱκανοποιητικὸν καὶ δύναται νὰ εὐχεράνῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον κυρίως ἐκλήθη. Ἡ ἐπιτέλεσις τοῦ ἔργου αὐτοῦ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς εἰς περιστάσεις χαλεπάς, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι ματαία ἡ πίστις εἰς τοὺς θεσμούς, θὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν εἶναι ματαία ἡ προσκόλλησις εἰς τὴν νομιμότητα καὶ τοὺς συνταγματικοὺς τύπους, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη, εἶναι πρᾶξις συντηρήσεως τῆς Πολιτείας. Αἱ μεταβολαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κρίνονται ὡς ἀναγκαῖαι βάσει τῶν σημερινῶν προόδων, καὶ αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται σκόπιμον νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα χωρὶς νὰ ἀνατρέπουν τὴν βάσιν τοῦ Πολιτεύματος, θὰ τεθοῦν καὶ τοῦτο φρονῶ θὰ ἀποτελέσῃ τὸ καλλίτερον μέσον διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς νόμους καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ συντάξῃ.
§137Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω μίαν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ ὅπως ἀναγνωσθῇ.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἡ συζήτησις νὰ μὴ λάβῃ ἔκτασιν ἀλλὰ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ θέμα. Ὁ κ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§139Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι εἶσθε Σῶμα πολιτικὸν καὶ κυρίαρχον καὶ θὰ ἀπετέλει ἀπεμπόλησιν καὶ τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς καὶ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ἐὰν ἠθέλατε ἐξαρτήσει τὸ κῦρος τῶν ψηφισμάτων σας ἀπὸ τὴν ἔγκρισιν οἱουδήποτε Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἔστω καὶ ἂν συμβαίνῃ τὸ Συμβούλιον αὐτὸ νὰ στεγάζεται ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν σας. Καὶ ἀκριβῶς οἱ δισταγμοὶ αὐτοὶ ποὺ ἠκούσθησαν, πρέπει νὰ ἀγάγουν τὸ Σῶμα νὰ διακηρύξῃ, ὅτι κριταὶ τῶν ψηφισμάτων του θὰ εἶναι μόνον ἡ ἱστορία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Τὸ πολιτικὸν κλειδίον εἶναι ποία εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἐξουσίας, διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ δύναμις ποὺ δίνει τὸ δικαίωμα τοῦ Κυβερνᾶν. Χρειάζεται καὶ τὸ κῦρος. Καὶ ἀφ’ ὅτου τὸ δόγμα τῶν ἐλέῳ Θεοῦ Δυναστειῶν ἔχει καταπέσει, μόνη πηγὴ ἐξουσίας ἐναπέμεινεν ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ, ἐκφραζομένη διὰ τῆς καθολικῆς ψήφου. Μετὰ τὸν 10ετῆ σάλον ποὺ ἠρείπωσε καὶ τὰς ὑλικὰς καὶ τὰς ἠθικὰς καὶ τὰς συνταγματικὰς ἀξίας τοῦ τόπου μας εἶναι δύσκολον νὰ δεχθῇ ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν εἶναι συντακτικὸν καὶ εἰς τὸν καταστατικὸν του χάρτην. Καὶ ἡ μὲν μορφὴ τοῦ πολιτεύματος παρέμεινε νὰ κριθῇ ἀπὸ τὴν ἄμεσον ἐτυμηγορίαν τοῦ λαοῦ. Καὶ ὕστερα ἀπὸ τὸ δημοψήφισμα τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ, διὰ τὸ ἔργον τῆς Συντακτικῆς του Συνελεύσεως καὶ ὕστερα ἀπὸ τὸ δημοψήφισμα τοῦ Ἰταλικοῦ λαοῦ διὰ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματός του θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ἀμφισβητηθῇ νομικῶς καὶ πολιτικῶς ἡ λύσις τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματός μας διὰ δημοψηφίσματος. Διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι κυρίαρχος χώρα, ἀλλ’ ὄχι καὶ μόνη ἐν τῷ κόσμῳ, ὥστε νὰ ἀγνοῇ τὴν διεθνῆ ἀτμόσφαιραν. Διὰ δὲ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων ὅλων, ἐκτὸς τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ρητῶς ἐξουσιοδοτημένη ἡ παροῦσα Βουλὴ ἀπὸ τὴν Λαϊκὴν ἐντολὴν καὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἰανουαρίου 1946 τὸ προκηρῦξαν τὰς ἐκλογὰς διὰ τοῦ ὁποίου ἐκλήθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐκλέξῃ τὸ Σῶμα τοῦτο μὲ τὴν ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν καθοριζουσῶν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ποῦ λοιπὸν ἐδεσμεύθη ἡ παροῦσα Βουλὴ εἰς τὴν ἐξουσίαν της ν’ ἀναθεωρήσῃ οἱανδήποτε τοῦ Συντάγματος διάταξιν; Καὶ ἀπὸ πότε τὸ περὶ ἰδιοκτησίας 17 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐμπίπτει εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναθεωρήσωμεν, ὡς ὑπεστηρίχθη ἀπὸ προλαλήσαντα συνάδελφον; Καὶ ἐλέχθη ἀκόμη ὅτι ἐνῷ δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἀναθεωροῦντες τὸ 17 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, νὰ δώσωμεν ἕνα στρέμμα γῆς εἰς τοὺς ἀκτήμονας πολεμιστάς μας ἀγρότας θὰ μεριμνήσωμεν ὅμως διὰ τὴν εὐημερίαν των δίδοντες εἰς αὐτοὺς εὐλογίας μας ἢ ἐπικαλούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τὴν ἐξ ὕψους ἀντίληψιν. Ὡς πρὸς τὸ ψήφισμα τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ οὕτω. Ἡ 4ῃ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἀποφασίζει ἐπὶ ζητημάτων Συντακτικοῦ χαρακτῆρος καὶ δι’ εἰδικῶν ψηφισμάτων. Διὰ τῆς προσθήκης τοῦ «καὶ» ἀποσαφηνίζεται ὅτι δὲν ἀποκλείεται εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἄλλη ὁδὸς τῆς ἀναθεωρήσεως διὰ τῆς Συνταγματικῆς της Ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι τὰ ψηφίσματα ταῦτα δέον νὰ κρίνωνται προηγουμένως ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δοθῇ εὐρυτάτη ἐξουσιοδότησις, νὰ προτείνῃ εἰς τὸ Σῶμα τὴν ἀναθεώρησιν ὅσων διατάξεων ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον. Ὡς πρὸς τὸ σχέδιον ψηφίσματος τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἐκ Τρικκάλων βουλευτοῦ κ. Βαμβέτσου τοῦτο ἀποτελεῖ ἐπανάληψιν τοῦ ψηφίσματος τῆς Γʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὅπερ εἶχε ψηφισθῆ παρ’ αὐτῆς τὴν 28 Ἀπριλίου 1936. Ὑπενθυμίζω εἰς τὴν πτέρυγα τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγὸς της Π. Τσαλδάρης εἶχεν ἀντιταχθῆ κατὰ τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου εἰπὼν τότε; «Θὰ προβῶμεν εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος διὰ μεμονωμένων διατάξεων εἰσαγομένων εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν; Ἂν αὐτὸ γίνεται ἑκάστοτε, τότε δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν σοβαρευόμεθα». Πάντως ἐγὼ εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος τοῦ ἐκ Τρικκάλων κ. συναδέλφου ἀντιτίθεμαι, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδίδωμεν τὰ ψηφίσματα νομοθετικοῦ περιεχομένου, διότι μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ ὑφαρπάζωνται νομοθετήματα σπουδαιοτάτου περιεχομένου, ἀλλ’ ἀβασάνιστα. Γνωρίζω τὸν ὄγκον τοῦ ἔργου ποὺ πρέπει νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ παροῦσα Βουλή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ παραπέμψωμεν εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν νομοθετικὰ διατάγματα τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ χωριστὰ τῆς κατοχῆς καὶ χωριστὰ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ δίκην κωδίκων, εἴτε νὰ ἐπικυρωθοῦν, εἴτε ν’ ἀκυρωθοῦν ταῦτα, ὥστε νὰ μείνῃ ἀπερίσπαστον τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς τόσον τὸ συντακτικόν, ὅσον καὶ τὸ νομοθετικόν. Δὲν συμφωνῶ μὲ προλαλήσαντας συναδέλφους, ὅτι ἂν ἀποτύχῃ ἡ Βουλὴ αὐτὴ θὰ κριθῇ ἡ τύχη τοῦ Πολιτεύματος. Ὕστερα ἀπὸ τὰ πειράματα καὶ τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, γνωρίζομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα ὅπου τοῦτο χωλαίνει, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀντικαταστήσωμεν, διότι ἀντικατάστασις θὰ εἶναι τυραννίς. (Χειροκροτήματα).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§141Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀντικείμενα, κύριοι βουλευταί, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν ἀπὸ χθές, ἀποτελοῦν τὴν προδικασίαν τῶν ζητημάτων ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐκλήθημεν ἐδῶ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀποτελοῦν τὴν θύραν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀνοίξωμεν διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς καλύτερον θὰ κάμωμεν αὐτὸ τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον λέγεται Συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ τηρηθεῖσα προδικασία δὲν ἦτο ἡ πρέπουσα. Νομίζω, ὅτι τόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅσον καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ παρατάξεων, ἔπρεπεν ἀπὸ κοινοῦ νὰ καθορίσουν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ψηφίσματα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὡς καὶ αἱ τροπολογίαι τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς θὰ διεξήγοντο. Τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Συντάγματος, λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της, ἀλλὰ πρόκειται περὶ Ἁπλῆς Βουλῆς. Ἐδῶ πρόκειται περὶ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ διέπῃ καὶ θὰ καθορίζῃ τὰ καθήκοντα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Δεδομένου ὅμως, ὅτι δὲν ἐγένετο τοῦτο καὶ ὅτι ἠκολουθήθη ἄλλη διαδικασία, τὴν ὁποίαν ἀπὸ χθὲς βλέπομεν, ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι θὰ ἦτο φρονιμώτερον, ἀφοῦ ἀνεπτύχθησαν τόσαι γνῶμαι καὶ τόσαι διαφωνίαι ἀπὸ χθές, ὅτι θὰ ἦτο φρονιμώτερον, ὅπως μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, ἀσχέτως τοῦ ἐὰν εἶναι τοῦτο τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἢ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, μία Ἐπιτροπὴ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα νὰ συνήρχετο καὶ νὰ ὑπεχρεοῦτο, ὅπως τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ὑποβάλῃ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος καὶ τὸ σχέδιον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ διαφωνία αὐτή, ἡ ὁποία παρετηρήθη μέχρι σήμερον καὶ ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως, ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Διετυπώθησαν 2, 3, 4 ἴσως καὶ περισσότεραι τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον ἡμῶν. Ἠσχολήθησαν πολλοὶ τῶν προλαλησάντων μὲ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἴσως ἐξέφευγον τῶν ἀντικειμένων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐκλήθημεν ἐδῶ νὰ συζητήσωμεν. Ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τοῦ Συντάγματος, ἐὰν εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἢ ἐὰν εἶναι Συντακτικὴ Βουλή, ἐὰν εἶναι διαλυτὴ ἢ ὄχι Βουλή, αὐτὰ ὅλα θὰ προέκυπτον καθ’ ὁδὸν ἐὰν ἀντικείμενα τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων περιείχοντο εἰς τὸ πλαίσιον τοῦτο.
§142Α. ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ὅλοι οἱ προλαλήσαντες ἦσαν δικηγόροι.
§143Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἐτέθη ὑπὸ ἑνὸς τὸ ζήτημα καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συνεχίσωμεν. Ἐὰν ὁ πρῶτος θέσας τοιοῦτον ζήτημα παρετηρεῖτο, ὅτι εἶναι ἐκτὸς θέματος, θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐν παρεκτροπῇ, ἐὰν τὸν ἐμιμούμεθα, ἀλλ’ ἐφόσον ἐξετράπη ἡ συζήτησις ὑπὸ ἑνός, ὑποχρεούμεθα νὰ συνεχίσωμεν οἱ ἄλλοι.
§144Α. ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ. Ἠρωτήθην ἀπόψε ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον τοῦ λαοῦ, ποὺ πηγαίνω τοιαύτην ὥραν καὶ τοῦ ἀπήντησα, ὅτι πηγαίνω εἰς τὴν μεταμεσονύκτιον συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἢ Συντακτική. Μοῦ ἀπαντᾷ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὅτι ἡ προκήρυξις τῶν ἐκλογῶν τὸ λέγει καθαρὰ καὶ εἶναι ἔκδηλος ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ καὶ ἀδίκως ὑποβάλλεσθε εἰς κόπους.
§145Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑβρίζεται ἡ Συνέλευσις, διότι ἕνας ἄνθρωπος τοῦ δρόμου εἶπεν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκεῖνος εἶναι τὸ κριτήριον.
§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἕνας;
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ πολλοί, οἱ ὅλοι.
§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως ἐὰν αἱ ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα ἡμῶν ἔχουν καθορισθῆ ἀπὸ ὅλους μας, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθημεν τόσον τὴν προκήρυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις τότε, προκηρύξασα τὰς ἐκλογάς, καὶ μὲ τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἐξετέθημεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐὰν ἐγεννᾶτο ζήτημά τι, ὅταν θὰ ἤρχοντο αἱ καθ’ ἕκαστον ἀναθεωρητέαι διατάξεις, κατὰ πόσον μία ἑκάστη ἐξ αὐτῶν θὰ ἐξήρχετο τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, θὰ ἠδυνάμεθα φυσικὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν τότε ἐπὶ τούτων. Σήμερον ὅμως δὲν καλούμεθα, παρὰ μόνον διὰ τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὰ δύο αὐτὰ ψηφίσματα. Καὶ ἐγεννήθη, κύριοι, ἀμέσως τὸ ζήτημα τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐὰν πρέπει νὰ διατυπώσωμεν τὸ ἄρθρον 1 καὶ νὰ λέγωμεν Συνταγματικοῦ ἢ Συντακτικοῦ χαρακτῆρος. Πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Κουλουμβάκης ὅτι ἡ λέξις Συντακτικὴ ἀφορᾷ μόνον τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ἐν σχέσει μὲ τὰ ἄλλα πολιτεύματα. Ὅταν θέλωμεν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ πολιτεύματος, πρόκειται περὶ διατάξεως Συνταγματικοῦ πλέον χαρακτῆρος, ἔχομεν πολίτευμα ὡρισμένον τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, Σύνταγμα τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ἑπομένως αἱ διατάξεις, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀσχοληθῶμεν, εἶναι διατάξεις Συνταγματικοῦ πλέον χαρακτῆρος. Ἀλλὰ πέραν τούτου τί ρόλον παίζει τὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος;
§150Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἔγγραψαν ἤθελον νὰ εἴπουν Συντακτικοῦ χαρακτῆρος;
§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθε πολίτευμα, εἶπεν ὁ σοφὸς Ἀριστοτέλης, καὶ κάθε νόμος εἶναι καλός, ὅταν καλῶς ἐφαρμόζεται. Ἐκεῖ, λοιπόν, πρέπει νὰ προσέξωμεν ὅλοι· πρέπει νὰ βάλωμεν διατάξεις τοιαύτας μετὰ ταῦτα εἰς τὸ Σύνταγμα, ὥστε νὰ ἀποτρέψωμεν τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος. Τοῦτο καὶ μόνον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ὅλα τὰ ἄλλα παρέλκουν ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐὰν λοιπόν, ἀποκλείσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος, τὸ διαλυτὸν ἢ μὴ τῆς Βουλῆς κλπ., ἐρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν μόνον ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τῶν δύο ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐσίαν εἶναι ἕνα. Ποῖον εἶναι δηλαδή. «Περὶ τῶν ψηφισμάτων τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς....» ...... (ἀναγινώσκει)......» Καὶ ἔρχεται τὸ δεύτερον ψήφισμα περὶ τοῦ εἰδικοῦ Κανονισμοῦ «... (ἀναγινώσκει)...» Ἔχομεν λοιπὸν συνέχειαν τοῦ πρώτου τὸ δεύτερον καὶ ἐπαναλαμβάνω δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὰς λεπτομερείας, διότι εἶναι τόσαι αἱ ὑποβληθεῖσαι τροποποιήσεις, ὥστε μόνον ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ἡ τοιαύτη τακτικὴ μοῦ ἐνθυμίζει, κύριοι συνάδελφοι, κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐδιάβαζα κατὰ τοὺς χρόνους τῶν σπουδῶν μου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ νομοδιδάσκαλος Γραββίνας περὶ τοῦ γλωσσογράφου Βαρτόλου. Γλωσσογράφοι ὡς γνωστὸν ἐκαλοῦντο οἱ παρεμβάλλοντες τὰ σχόλια καὶ τὰς ἑρμηνείας τῶν νόμων μεταξὺ τῶν στίχων τῶν κειμένων αὐτῶν. Εἶπε λοιπὸν ὁ νομοδιδάσκαλος οὗτος περὶ τοῦ γλωσσογράφου αὐτοῦ ὅτι «τρίβει τοὺς νόμους εἰς λεπτὸν κονιορτὸν ὑπὸ τοῦ ἀνέμου ἀποφυσώμενον». Μὴ ἀσχολούμεθα λοιπὸν εἰς λεπτομερείας γλωσσολογικάς. Ἂς συνέλθωμεν ὅλοι τὸ ταχύτερον νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ αὐτὸ τὸ σπίτι, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς ἔκλεισε μέσα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διὰ νὰ ἀναδιοργανώσωμεν τὸ πολίτευμα. (Χειροκροτήματα).
§152Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν θὰ γίνῃ ψηφοφορία ἀπόψε, κύριε Πρόεδρε;
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, διότι εἶναι καὶ ἄλλοι ἀκόμη νὰ ὁμιλήσουν. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§154Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Συνέπεσεν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος νὰ ἐπικριθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεξήγαγε τὰς ἐκλογάς Ἐλέχθη ποῖον τάχα εἶχε δικαίωμα νὰ καθορίσῃ τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν μέλλουσα νὰ προέλθῃ Βουλή; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο αὐθαίρετος, ἀλλὰ προήρχετο ἀπὸ γενικὴν συμφωνίαν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὸ 1942 νομίζω, εἶχε τὸ πρῶτον ἐξαγγελθῆ μία ὑπόσχεσις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅτι ἐπὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος θὰ ἀπεφαίνετο διὰ Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ὑπόσχεσις δοθεῖσα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Καΐρου, τὸν Βασιλέα καὶ ἀπὸ δηλώσεις συμμάχων πολιτικῶν· καὶ ἔπειτα μετεβλήθη ὅτι τό, ἐὰν θὰ ἦτο Μοναρχία ἢ Δημοκρατία εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ καθωρίζετο διὰ Δημοψηφίσματος. Συμφωνία ἐπῆλθεν ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ εἰς ἐκτέλεσιν τῆς συμφωνίας αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω, ἐξέδωκε τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν μὲ τὸν περιορισμὸν τὸν ὁποῖον περιελάμβανε. Ἀσφαλῶς ὁ περιορισμὸς εἶναι αὐτοπεριορισμός, διότι οὕτω συνεφωνήθη παρ’ ὅλων. Ἡ σημερινὴ Βουλὴ ἔχουσα καὶ Συντακτικὰ δικαιώματα θὰ ἠδύνατο νὰ τὰ ἔχῃ ἀπεριορίστως ἐὰν δὲν ὑφίστατο ὁ αὐτοπεριορισμός, καθ’ ὃν τὸ θέμα τοῦ ἐὰν θὰ εἶναι Δημοκρατία ἢ Μοναρχία εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ κανονισθῇ κεχωρισμένως διὰ Δημοψηφίσματος ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ γενικώτερον ἔχει ἀμφισβητηθῆ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς «Κυβέρνησις ἐκλογῶν» κατὰ πόσον εἶχεν ἢ δὲν εἶχεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ νόμους, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τονίσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεξήγαγε τὰς ἐκλογάς, ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν Κυβερνήσεων ἀπελευθερώσεως, αἱ ὁποῖαι ἐγκαθιδρύθησαν εἰς τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ἀπηλλάσσοντο τοῦ ἐχθρικοῦ ζυγοῦ. Κατόπιν διεθνοῦς συμφωνίας αὗται ἀποτελοῦν τὰς Κυβερνήσεις τὰς μεταβατικὰς περὶ τῶν ὁποίων προέβλεψαν διασυμμαχικαὶ ἀποφάσεις. Αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, καθωρίσθη διεθνῶς, ὅτι εἶχον ὡρισμένους σκοποὺς νὰ ἐκπληρώσουν, νὰ ἐξαφανίσουν τὰ τελευταῖα ἴχνη Ναζισμοῦ ἢ Φασισμοῦ, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ διὰ μίαν τοιαύτην ἐργασίαν θὰ εἶχον ἴσως καὶ Συντακτικὸν δικαίωμα. Οἱ νόμοι π.χ. περὶ διώξεως δοσιλόγων συνεργασθέντων μετὰ τῶν Ναζιστῶν ἢ Φασιστῶν συμπεριελαμβάνοντο εἰς αὐτὴν τὴν συμφωνίαν, τὴν ἀπόφασιν τὴν διεθνῆ, ἡ ὁποία ἐδημιούργησεν ἕνα ἰδιότυπον Συνταγματικὸν Δίκαιον διὰ τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι εἶχον περιέλθη ὑπὸ ἐχθρικὸν ζυγόν. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν εἰρήνευσιν καὶ διὰ τὴν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν προέβλεπον αἱ Διεθνεῖς ἐκεῖναι ἀναιρέσεις. Δὲν ἦσαν λοιπὸν τυπικαὶ Κυβερνήσεις ἐκλογῶν μὲ περιωρισμένα δικαιώματα. Εἶχον δικαιώματα Νομοθετικὰ καὶ Συντακτικὰ πολλάκις διὰ τοὺς σκοποὺς διὰ τοὺς ὁποίους ἐτάχθησαν...
§155Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§156Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει διεθνῶν συμφώνων.
§157Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἀπαντήσωμεν διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἠθικὴν ὀντότητα.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ λαμβάνετε τὸν λόγον εἰς οἱανδήποτε ὥραν. Μὲ τὴν σειράν σας.
§159Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα. Μὲ τὴν σειράν μου, κύριε Πρόεδρε.
§160Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις ἐπὶ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω, διότι ὑπάρχουν διασυμμαχικαὶ ἀποφάσεις διὰ τὰ Ἔθνη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ὑπὸ ἐχθρικὸν ζυγὸν καὶ αἱ Μεγάλαι Σύμμαχοί μας Δυνάμεις ἀπηλευθέρωσαν διὰ τῆς ἰδικῆς των ἐνεργείας. Ὥστε ἡ σημερινὴ Βουλὴ εἶναι διφυής, τρόπον τινά, Βουλή, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν στηρίζει Κυβέρνησιν· ἐξ ἄλλου ἔχει δικαιώματα Συντακτικὰ περιοριζόμενα δι’ αὐτοπεριορισμοῦ, διὰ κοινῆς συμφωνίας. Ὅλα τὰ ἄλλα θέματα τοῦ Συντάγματος πλὴν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος δύναται ἀναμφισβητήτως νὰ τὰ καθορίσῃ. Προεβλήθη τὸ ἑξῆς: Ὅτι διατὶ νὰ μὴ λυθῇ καὶ τὸ ζήτημα τὸ καθεστωτικὸν ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν Ἀναθεωρητικὴν αὐτὴν Βουλήν; Βεβαίως, ἐὰν δὲν εἶχεν τεθῆ προηγουμένως ὁ αὐτοπεριορισμὸς θὰ εἶχε τὴν ἁρμοδιότητα νὰ θίξῃ καὶ νὰ λύσῃ καὶ τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἐὰν ἤθελε ἐπέλθῃ συμφωνία μεταξὺ τῶν Κομμάτων νεωτέρα, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα μελλοντικῶς διὰ Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ οὐχὶ διὰ Δημοψηφίσματος, ἀσφαλῶς θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ διὰ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ὑπὸ τὸν ὅρον βεβαίως, ὅτι θὰ διενεργοῦντο ἐκλογαὶ μὲ βάσιν τὸ θέμα τοῦτο, διότι κατὰ τὰς προηγηθείσας ἐκλογὰς θέμα μορφῆς πολιτεύματος δὲν εἶχε τεθῆ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§161Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἄλλως τε εἶναι καὶ διεθνὴς συμφωνία μὲ ἀνακοίνωσιν τοῦ Μπέβιν καὶ τοῦ Μὰκ Νήλ.
§162Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς παρούσης Συνελεύσεως ὡς Συντακτικῆς, πλὴν ἑνὸς ὡρισμένου θέματος, τὸ ὁποῖον θὰ λύσῃ ὁ λαὸς διὰ Δημοψηφίσματος, δὲν τὴν κατοχυρώνει ὑπὸ τὴν ἄποψιν ὅτι δὲν δύναται ποτὲ νὰ διαλυθῇ. Ἀσφαλῶς, ἰσχύει ἡ ἑρμηνεία ἡ ὁποία ἐδόθη καὶ ἄλλοτε ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχει καὶ τὴν ἄλλην ἰδιότητα, νὰ ἀποτελῇ Κοινοβούλιον, ὑπόκειται εἰς διάλυσιν. Ὑπεστηρίχθη πὼς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ εὐρύτερα δικαιώματα ἡ παροῦσα Βουλή, ἐφ’ ὅσον οἱ Βουλευταὶ ὡρκίσθησαν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι ἐφ’ ὅσον πρόκειται διὰ νομίμου ὁδοῦ νὰ μεταβληθῇ τὸ Σύνταγμα δὲν ὑπάρχει παράβασις τοῦ ὅρκου.
§163Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως τε οἱ βουλευταὶ ὁρκίζονται καὶ εἰς τοὺς νόμους. Ἐὰν ἦτο ὀρθὴ ἡ παρατήρησις δὲν θὰ εἶχεν δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ καὶ τοὺς νόμους. «Ὀμνύω ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὡς ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ σέβεται τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητῶμεν τὴν μεταβολὴν καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, διότι ἐὰν δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητῶμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ Συντάγματος διατὶ θὰ εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητῶμεν καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν νόμων;
§164Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἐρχόμεθα εἰς ἕνα ἄλλο θέμα, τὴν σύμπραξιν τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ Συντακτικὸν ἔργον. Τὰ Συντάγματα, ὅπως ἐμφανίζονται εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Εὐρώπης, προῆλθον ἐκ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πηγὴ τῶν Συνταγμάτων αὐτῶν ἡ Γαλλία, Εἶναι ἡ Ἀμερική. Ὑπάρχει δὲ τὸ παράδοξον, ὅτι ἐδημιουργήθησαν γραπτοὶ θεμελιώδεις νόμοι εἰς κράτη εἰς τὰ ὁποῖα ἐλειτούργει τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα κατ’ ἀπομίμησιν τῶν Ἡν. Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου ὑπάρχει δημοκρατία μὴ κοινοβουλευτικῆς μορφῆς. Ἀντιθέτως, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα προῆλθεν κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Ἀγγλίας, ὅπου θεμελιώδης γραπτὸς νόμος δὲν ὑφίσταται. Τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ 1215, ἀφοροῦν πράξεις εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Μονάρχου. Ἠκολούθησαν καὶ ἄλλα, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἀγγλίαν γραπτὸν Σύνταγμα κατὰ τὸ πρότυπον τοῦ Γαλλικοῦ, τοῦ Ἀμερικανικοῦ, τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἢ τῶν ἄλλων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης.
§165Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐλέχθη αὐτό. Ἐλέχθη, ὅτι ἀρχίζει κυρίως ὁ Συνταγματικὸς βίος τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπὶ Ἰωάννου τοῦ Ἀκτήμονος εἰς τὰ 1215, ἀλλὰ τὸ πολίτευμα ἀποτελεῖται ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν θεσμὸν αὐτόν, ἀλλὰ ἀπὸ πλείστους ὅσους θεμελιώδεις ἔκτοτε νόμους καὶ ἀκόμη περισσότερον ἀπὸ τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογήν. Διότι αἴφνης εἰς τὴν Ἀγγλίαν, λέγει ὁ μέγιστος, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, τῶν Συνταγματολόγων, ὁ Μπέϊκον, τὸ δικαίωμα τάχα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀκουσθῇ ὅτι διελύθη ἡ Βουλὴ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Βασιλέως, θὰ ἐνομίζομεν, ὅτι ἐγένετο σεισμὸς εἰς τὸ Λονδῖνον, διότι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἀποφασίζει καὶ ἐκτελεῖ ὁ Πρωθυπουργός.
§166Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμπραξιν τοῦ Βασιλέως, εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τῆς Εὐρώπης, τὸ Βέλγιον, τὴν Ἑλλάδα, ἔλαβεν ἄλλον χαρακτῆρα. Καὶ δι’ αὐτό, αἱ Μοναρχίαι αὐταὶ ὠνομάσθησαν Λαϊκαί. Ἡ προσυπογραφὴ τοῦ Βασιλέως ἦτο δέσμευσις τοῦ Βασιλέως τηρήσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θὰ ἐκδοθοῦν ψηφίσματα μὲ περιεχόμενον νόμου, τὰ ὁποῖα οὐσιαστικῶς θὰ εἶναι νόμοι καὶ δὲν θὰ περιέχουν διατάξεις θεμελιώδεις τοῦ Συντάγματος. Ἤδη ἔχομεν 2 ὑπ’ ὄψει μας. Ἕνα νόμον περὶ ἐκλογοδικείου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκδικάσῃ τὰς ἐκλογάς. Εἰσάγεται διὰ τοῦ ψηφίσματος. Διατὶ αὐτὸς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; Καὶ διατὶ θὰ λάβῃ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐπιψηφίσεως, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ οὐσιαστικὰ πρόκειται περὶ νόμου λαβόντος ἐπηυξημένην τυπικὴν ἰσχὺν διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους; Δεύτερον, ἔχομεν τὸν νόμον περὶ Δημοσίας Τάξεως. Εἰσάγεται ὑπὸ τύπον ψηφίσματος. Διατί αὐτὸς θὰ πάῃ εἰς τὴν Εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν θὰ πάῃ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης;
§167ΧΡ. ΛΑΔΑΣ. Διότι ἀποτελεῖ παρέκκλισιν ἀπὸ τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις.
§168Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Παίρνει τὸν τύπον τοῦ ψηφίσματος. Οὐσιαστικῶς ὅμως τὸ περιεχόμενον δὲν ἀποτελεῖ μίαν παγίαν μεταβολὴν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι οὐσιαστικῶς νόμος ποινικός, κατὰ παρέκκλισιν τῶν παγίων διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§169Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἰδικῶς αὐτὸ τὸ ψήφισμα τῶν δοσιλόγων, ἐὰν εἰσαχθῇ ὡς νόμος, λόγῳ τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας περιέχει καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποκλίνουν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ψηφισθῇ ὡς νόμος, θὰ πέσῃ ἀπὸ τὸ Δικαστήριον.
§170Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὡς ψήφισμα πρέπει νὰ εἰσαχθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ πάρῃ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν παίρνει ὁ νόμος καὶ ὄχι τὸ ψήφισμα.
§171Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ ψήφισμα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἕνας διακανονισμὸς τοῦ τρόπου ψηφίσεως τῶν ψηφισμάτων. Τὸ δεύτερον εἶναι ἄσχετον. Συνεπῶς δὲν δύναται ἡ Βουλὴ χωρὶς τὸ ψήφισμα νὰ ψηφίσῃ μίαν ἀπόφασιν. Πρέπει νὰ τὸ διαμορφώσωμεν κατὰ τρόπον, ὥστε ὄχι αὐθαιρέτως ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν κρίσιν της, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, νὰ ψηφίζῃ ψηφίσματα, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ἕνα κανονισμόν, ὁ ὁποῖος καλεῖται τὸ πρῶτον ψήφισμα.
§172Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἰσχυρίζομαι τοῦτο· ὅτι λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσωμεν νόμους ὑπὸ τύπον ψηφίσματος, εἴτε διότι κατὰ τὸ διάστημι τὸ μεταβατικὸν ἐξεδόθησαν ὡς Συντακτικαὶ πράξεις μὲ περιεχόμενον νόμου καὶ χρήζουν μιᾶς τροποποιήσεως, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους. Διὰ τοῦτο ἡ διαδικασία τῶν ψηφισμάτων τὰ ὁποῖα θὰ θεωρηθοῦν ὡς πραγματικῶς συντακτικοῦ περιεχομένου καὶ θὰ τύχωσι τῆς ἐξαιρετικῆς προεργασίας ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος ψηφιζόμενα ἐφ’ ἅπαξ, νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὰ ἄλλα ψηφίσματα τὰ ὁποῖα οὐσιαστικῶς θὰ εἶναι νόμοι καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἀκολουθήσουν τὴν διαδικασίαν τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων.
§173Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀρθόν.
§174Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ σχετικὸν πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς δύναται νὰ χωρισθῇ. Διατὶ νὰ μὴ γίνῃ χωριστὰ τὸ ψήφισμα περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸ ψήφισμα; Εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ ἄλλου ψηφίσματος ἀναφέρεται ἡ ἐπιτροπή, ὡς Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος. Λέγει εἰδικὴ ἐπιτροπή. Ἀλλὰ ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ αὐτὴ ὀνομάζεται ἐν συνεχείᾳ ὡς Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος. Ἄρα παίρνει τὸν χαρακτηρισμὸν ὅτι εἶναι Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Συντάγματος, ἀσφαλῶς θὰ πρέπει νὰ δοθῇ πρωτοβουλία εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ τὸ ὑποβάλῃ πρὸς ψήφισιν καὶ ὄχι νὰ ἔχῃ ὡς ἔργον νὰ ἐξετάσῃ προτάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθῶσιν ἀπὸ μέλη τῆς Συνελεύσεως. Θὰ πρέπει μόνη της νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ τὸ ὑποβάλῃ κατόπιν εἰς τὴν Συνέλευσιν πρὸς ψήφισιν.
§175Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὰ ὅλα τακτοποιοῦνται μὲ τὴν τροπολογίαν ἥτις ὑπεβλήθη ἀπόψε.
§176Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν νομίζω πλήρως.
§177Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ ἐξ ὀνόματος πολλῶν συναδέλφων νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ νὰ διακόψωμεν.
§178ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι, θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§179ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συζήτησις ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας σκοπεῖ εἰς τὸ νὰ ἐξαντλήσῃ τοὺς ρήτορας.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§181Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ ἔχει προφανῶς ἐξαντληθῆ τὸ θέμα καὶ δὲν πρόκειται νὰ ταλαιπωρήσω τὴν Βουλήν. Θὰ προβῶ μόνον εἰς μερικὰς παρατηρήσεις. Ἐλέχθη ἀπὸ πολλοὺς ρήτορας, ἐν σχέσει μέ τὴν ἔκτασιν ἁρμοδιότητος τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς παρούσης Βουλῆς, περὶ ἀκαίρου τῆς συζητήσεως, παρ’ ἄλλων τοῦ προώρου τῆς συζητήσεως, παρ’ ἄλλων τῆς ἐκτροπῆς τῆς συζητήσεως, ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι, ὅταν εἰς τὸ δεύτερον ψήφισμα περιλαμβάνηται διάταξις ἡ ὁποία λέγει ρητῶς: Πᾶσα πρότασις περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεων τοῦ Συντάγματος, σχετιζομένη μὲ τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, εἶναι «ἀπαράδεκτος» λύεται ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ζήτημα καὶ κατὰ τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν διότι τοῦτο ἀφ’ ἑνὸς τίθεται πρὸς συζήτησιν ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι, κατὰ «Argumentum ad Contrario», πᾶσα πρότασις, ἀφορῶσα μεταβολὴν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ τὴν μεταβολὴν τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος, εἶναι παραδεκτή, καὶ συνεπῶς, λύομεν διὰ τῆς ψήφου μας, σήμερον τὸ ἑσπέρας, ἕνα ζήτημα σοβαρώτατον τὸ περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἔργου τοῦ Σώματος. Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω μόνον τὴν ἑξῆς παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας, κατὰ τὴν διατύπωσιν τῶν προγραμματικῶν του δηλώσεων, ἑρμηνεύων τὴν λαϊκὴν ψῆφον ἀνέφερεν, ὅτι, τὸ ἔργον τὸ ἀναθεωρητικὸν τῆς Βουλῆς εἶναι κάπως περιωρισμένον. Τὸ εἶπε δὲ ἐμμέσως. Εἶπεν: (ἀναγινώσκει) «Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἀδυναμία τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς νὰ θίξῃ τὰς θεμελιώδεις τοῦ Πολιτεύματος διατάξεις δὲν καθιστᾷ τὸ ἔργον αὐτῆς περιωρισμένον». Συνεπῶς, σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς διαφορᾶς ἀντιλήψεων, μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία ἄνευ ἐπιφυλάξεων ἔδωσε τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἀρχηγὸν τῆς πλειοψηφίας, ἀφοῦ ἤκουσε μετὰ προσοχῆς τὰς προγραμματικάς του δηλώσεις καὶ τῆς αὐτῆς πλειοψηφίας σήμερον καθ’ ὅσον εὑρισκόμεθα πρὸ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία κατὰ πλειοψηφίαν ἀποτελεῖται ἀπὸ βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία λύει τὸ ζήτημα κατ’ εὐρύτερον τρόπον, διὰ προτάσεως καθ’ ἣν, πλὴν τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος, πᾶσα ἄλλη ἀναθεώρησις διατάξεων εἶναι δεκτή. Ἐπανέρχονται, δηλαδή, σήμερον διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς τὸ Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐξέδωσεν ἡ Κυβέρνησις τῶν ἐκλογῶν, δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὴν παράγραφον 2 καθ’ ἣν (ἀναγιγνώσκει). «Ἡ ἐκ τῶν Ἐκλογῶν.....ἔχει καὶ τὴν........ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος πλὴν τῶν καθοριζουσῶν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος». Ἡ ψῆφος συνεπῶς, τῆς Βουλῆς, σήμερον, ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 2 τοῦ δευτέρου ψηφίσματος, θὰ φέρῃ ἀσφαλῶς εἰς δύσκολον θέσιν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διότι, ἀνατρέπει τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐγκρίνει ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογάς, ἔχοντες ὡς πρόγραμμα τὸ διάταγμα τῶν ἐκλογῶν, εὐχαρίστως θὰ ὑπερψηφίσωμεν τῆς προτάσεως αὐτῆς, διότι εἶναι ἡ εὐρυτέρα, δυνάμει δὲ αὐτῆς, πᾶσα διάταξις, εἴτε θεμελιώδης εἴτε μή, ἐφ’ ὅσον δὲν θίγει τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, εἶναι δεκτή, καὶ δύναται νὰ ἀναθεωρηθῇ. Νομίζω ὅτι προτοῦ γίνῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, θὰ ἔπρεπε νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς αὐτῆς τῶν ἀντιλήψεων, νὰ διαλευκανθῇ αὐτὴ ἡ διαφορά, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ὅταν ψηφίζῃ, τὶ ψηφίζει. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα διαστολῆς τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας ἀπὸ τῆς Συντακτικῆς Ἐργασίας, νομίζω ὅτι ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν: Διαφωνῶ μὲ τὸ ψήφισμα τῆς 3ης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1936 τὸ ὁποῖον, ὡς ἐλέχθη, ὑπεβλήθη ὡς πρότασις τοῦ κ. Βαμβέτσου καθ’ ἥν, καὶ ἡ νομοθετικὴ Ἐργασία, καὶ ἡ ἐργασία ἡ Ἀναθεωρητική, ὑποβάλλονται διὰ ψηφισμάτων καὶ ψηφίζονται κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον. Ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τὴν ἔγκρισιν, κύρωσιν, κλπ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ ἐργασία πρέπει νὰ λάβῃ τελικῶς τὴν μορφὴν τοῦ Νόμου, διότι εἰς αὐτὴν συμπράττει καὶ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ὡς παράγων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, αὐτὰ θὰ τύχουν βεβαίως καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν δικαστηρίων. Τοὐναντίον τὰ ψηφίσματα, εἴτε ἀφοροῦν ὀργανικὰς καὶ παγίας μεταβολὰς τοῦ Σώματος, εἴτε ἀφοροῦν προσωρινὰς λύσεις ζητημάτων Συνταγματικῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λάβουν τὴν μορφὴν τοῦ ψηφίσματος ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ ἀνωτάτου ἀρχηγοῦ, ὡς παράγοντος τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας καὶ νὰ ἐκδίδωνται παρ’ αὐτοῦ καὶ δημοσιεύωνται. Βεβαίως, ἐκτὸς τῶν ψηφισμάτων καὶ ἐκτὸς τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀνέπτυξε καὶ ὁ προλαλήσας, ψηφίσματα πρὸς τακτοποίησιν Συντακτικῶν Πράξεων αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμείνουν τὴν γενικωτέραν ἴσως τακτοποίησιν εἰς ἣν θὰ προβῇ γενικώτερον ἡ Βουλή, ὅπως εἶναι τὸ κατατεθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τελευταίως ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλεται, ἢ μᾶλλον ἀκυροῦται ἡ πρᾶξις ἡ Συντακτικὴ ὑπ’ ἀριθ. 58 περὶ τῶν νομοθετημάτων τῆς Κατοχῆς. Θὰ ὑπάρξουν μεταξὺ αὐτῶν ἐπείγοντα ζητήματα πρὸς συζήτησιν, καὶ θὰ εἰσαχθοῦν ψηφίσματα τροποποιήσεως συντακτικῶν πράξεων, θὰ ἔλθουν ἄλλα ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ρυθμίσουν μεταβατικὰς καταστάσεις, ἀσχέτως πρὸς τοὺς παγίους νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσουν τὸ καινούργιο μας Σύνταγμα. Αὐτὰ τὰ προβλέπει τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν μας σχέδιον ψηφίσματος. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐνῷ αὐτὰ εἶναι ἴσης τοὐλάχιστον σημασίας πρὸς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλονται κατὰ τὸ σχέδιον ψηφίσματα εἰς μίαν ταχυτέραν καὶ συνοπτικωτέραν διαδικασίαν. Δι’ ἐμὲ αὐτὸ εἶναι ἀκατάληπτον. Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἡ ἔλλειψις κοινοβουλευτικοῦ βίου, ἡ δημιουργία ἐκ τοῦ πολέμου ἀνωμαλιῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάγκη ταχείας ρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν ἀπῄτουν ὡρισμένα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθιγον καὶ αὐτὰ τὰ ὅρια τοῦ Συντάγματος, εἶχον ὁδηγήσει εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀθρόων Συντακτικῶν πράξεων. Ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ σοβαρὰ αὐτὰ θέματα νὰ ἔρχωνται, ὅπως προτείνῃ ἐδῶ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, νὰ διανέμωνται καὶ μετὰ μίαν ὥραν νὰ συζητῶνται, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὰ ψηφίσματα τοῦ Κανονισμοῦ, προχθὲς νὰ διανεμηθοῦν καὶ χθὲς ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τόσον σοβαρῶν ζητημάτων. Συνεπῶς καὶ διὰ τὰ σχέδια νόμων καὶ διὰ τὰ ψηφίσματα τὰ ἄσχετα πρὸς ὀργανικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἀκόμη τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ ὀργανικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ παραπέμπωνται ὁπωσδήποτε εἰς Ἐπιτροπάς. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τῶν ψηφισμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀφοροῦν παγίας Συνταγματικὰς διατάξεις, ἂν αὐτὰ πρέπει νὰ στέλλωνται εἰς τὴν Α ἢ Β Ἐπιτροπήν, ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον ὅτι ὅλα τὰ σχέδια ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα θίγουν Συνταγματικὰς διατάξεις θὰ ἔπρεπε νὰ παραπέμπωνται κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία διὰ μιᾶς συνοπτικῆς διαδικασίας νὰ ἀποφασίζῃ ἂν αὐτὰ θὰ παραμείνουν καὶ θὰ τύχουν ἐπεξεργασίας παρ’ αὐτῆς, διὰ ν’ ἀποτελέσουν μελλοντικῶς ὀργανικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ ἐὰν πρόκειται περὶ μεταβατικοῦ περιεχομένου ἢ τακτοποιήσεως ἐπειγόντως ἐκδεδομένων ἤδη συντακτικῶν πράξεων νὰ παραπέμπωνται ἀμέσως παρ’ αὐτῆς εἰς τὰς εἰδικὰς ἐπιτροπὰς τῶν Ὑπουργείων. Π.χ. περὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη.......... ............Αὐτό, ἀσφαλῶς, θὰ ἠδύνατο νὰ σταλῇ, διότι δὲν ἀφορᾷ τὴν ἐργασίαν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν τῆς Δικαιοσύνης. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ ὑπάρχῃ καὶ μία, οὕτως εἰπεῖν, κρισάρα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ περάσουν ὅλα τὰ ψηφίσματα. Ἄλλη παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω — καὶ αὐτὴ εἶναι γενικῆς φύσεως — εἶναι ἀπάντησις εἰς μερικοὺς ἐκ τῶν συναδέλφων οἱ ὁποῖοι διεμαρτυρήθησαν ὅταν ὁ ρήτωρ τῆς Βουλῆς εἶπεν ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἔχει ἕν ὅπλον εἰς χεῖρας της νὰ μὴ ἐκδώσῃ καὶ δημοσιεύσῃ διατάξεις συνταγματικοῦ περιεχομένου. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἂν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα ἔταξεν εἰς αὐτὴν ὁ λαός, εἶναι τὸ Διάταγμα τῆς προκηρύξεως εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, ἔχει τὴν εὐχέρειαν ὄχι τοὐτέστιν νόμιμον, ἀλλὰ πολιτικὸν δικαίωμα, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν, δημοσίευσιν καὶ ἡ λύσις θὰ εἶναι πολιτική. Ἀλλὰ διὰ τὴν περίπτωσιν τὴν ἰδικήν μας, τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ τεθῇ διότι ἡ παροῦσα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν προῆλθεν ἀπὸ διάταξιν τοῦ Συντάγματος, προῆλθεν ἀπὸ μίαν de facto κατάστασιν, προῆλθεν ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν — ὁμιλῶ ἐπιστημονικῶς — εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων συνέπραξεν ὑπογράψας τὸ διάταγμα προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν τὸ ὁποῖον δίδει αὐτὴν τὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Βουλήν. Συνεπῶς, ὑπάρχει καὶ ἡ συγκατάθεσις τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος εἰς τὸ νὰ μὴ γίνεται διάκρισις μεταξὺ θεμελιωδῶν διατάξεων, ἀλλὰ μόνον νὰ μὴ θιγοῦν αἱ διατάξεις περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδεμία ἔνδειξις ὅτι μετέβαλα τὰς ἀπόψεις του. Ὅσον ἀφορᾷ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, νομίζω, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἡ ὁποία ἔχει, κατ’ ἐμέ, εὐρύτερα δικαιώματα ἁπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὀφείλει νὰ ἐπιψηφίσῃ Κανονισμὸν διὰ τὰς ἐργασίας της. Καὶ ναὶ μὲν σιωπηρῶς μέχρι τοῦδε ἐφαρμόζομεν τὸν Κανονισμὸν μιᾶς ἁπλῆς Βουλῆς δηλαδὴ ἀκολουθοῦμεν τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιβάλωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων μας μὲ ἕν ψήφισμα, ὅπως τὸ ψήφισμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἰσχύων ἤδη Κανονισμὸς καθ’ ὅν ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της θέλει ἰσχύσει καὶ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν.......». Εἰς τὸ ἕτερον τῶν ὑπὸ κρίσιν σχεδίων ψηφισμάτων αὐτὴ ἡ διάταξις ἐτέθη εἰς τὸ τέλος, ὡς ἀκροτελεύτιος. Νομίζω ὅτι ἡ θέσις της εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀναθεωρουμένων ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως εἶχε τεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1911. Ὄσον ἀφορᾷ ἐπίσης λεπτομερειακῶς, τὰ ψηφίσματα ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι κακότεχνα, καὶ χρήζουν τροποποιήσεων. Ἐπεκρίθη ἡ ἀνατύπωσις «....... τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας.......» Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀντιγραφὴ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος περὶ Ἀντιβασιλέως ὅπου ἀναφέρεται ἡ φράσις «..... ἀσκῶν τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν.......» Ἀλλ’ ἐκεῖ ὁ ὅρος εἶναι εὐρύτερος τοῦ παρόντος διότι ἐκεῖ ἀναφέρεται γενικῶς εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Ἀντιβασιλέως ὡς ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, ἐνῷ ἐδῶ ἀναφέρεται μόνον ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ὄχι ὡς Βασιλική, ἡ ὁποία περιέχει καὶ νομοθετικὸν περιεχόμενον. Συνεπῶς, τὸ ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐκτελεστικὴν καὶ ἀντὶ τοῦ «ἀσκοῦντος» νὰ λέγῃ «τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας». Ἐπίσης πρέπει νὰ στέλλωνται τά ψηφίσματα εἰς Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει, κατὰ τὴν ἐπιψήφισίν των, ὅπως ὁρίσωμεν νὰ τυγχάνουν συνοπτικωτέρας εἰς πολλὰς περιπτώσεις, ταχυτέρας διαδικασίας. Ἐπίσης ἀναφέρεται «εἰσαγομένων μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομήν». Περιττολογία ἡ λέξις «ἐκτύπωσιν», ἀφοῦ ἐκτυπωθοῦν, θὰ διανεμηθοῦν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι λεπτομέρειαι καὶ νομίζω ὅτι, κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν, δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον τὸ ἑσπέρας, μετὰ τὰς τόσας τροποποιήσεις νὰ ἐπιψηφισθοῦν τὰ ψηφίσματα περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὀφείλει νὰ συγκεντρώσῃ, βάσει τῶν πρακτικῶν, τὰς παρατηρήσεις ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, νὰ συγκαλέσῃ ἐκ νέου τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἥτις νὰ ἀποκομίσῃ ὅ,τι ὠφέλιμον καὶ λυσιτελὲς ἀπὸ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν τροποποίησιν τῶν ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσουν μίαν σκοπιμωτέραν ρύθμισιν διὰ τὴν ταχυτέραν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, νὰ μᾶς τὸ φέρῃ ἐδῶ ὡς σύνολον διὰ νὰ τὸ ψηφίσωμεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν δεδομένου ὅτι σήμερον ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται μὲ πολὺ ὀλίγους βουλευτὰς καὶ πολλὰ κενὰ ἑδώλια.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης ἔχει τὸν λόγον.
§183Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ὑπεβλήθη κάποια τροπολογία εἰς τὸ Προεδρεῖον. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τί λέγει ἡ τροπολογία. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ἡ συζήτησις διεκόπτετο διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῶν τροποποιήσεων τυπωμένων, καὶ νὰ διανεμηθοῦν αὔριον ὥστε νὰ τὰς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὰς μελλούσας συζητήσεις, διότι ἔκκλησις γενομένη πρὸς τοὺς βουλευτὰς θὰ εἶχε τὸ ἀποτέλεσμά της, ὥστε νὰ μὴ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις αὐτή, δεδομένου ὅτι τὸ θέμα—ἂν εἶναι Συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητικὴ—ἐξηντλήθη ἀπὸ πᾶσαν πλευρὰν καὶ ἐπιστημονικὴν καὶ πρακτικήν.
§184Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία.
§185Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν θὰ θελήσῃ νὰ φέρῃ ἐμπόδια εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Καθεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του καὶ νὰ ἀποφύγωμεν ὀλισθήματα εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νά περιπέσωμεν. Διότι ἂν ἡ τροποποίησις περιέχῃ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀπηλείφθη ἡ διάταξις τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἀντίρρησις, διότι εἶναι διάταξις ποὺ ἀφορᾷ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐκδίδῃ ὁ Βασιλεὺς τοὺς νόμους, ποὺ δύναται νὰ ζητηθῇ μία τροποποίησις διὰ ψηφίσματος μέσα εἰς τὴν Συνταγματικὴν διάταξιν, διατὶ νὰ ἀναγραφῇ ὅτι ἀπαγορεύεται καὶ ὅτι αὐτή, ἡ σχετιζομένη μὲ τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, εἶναι διάταξις ἀπηγορευμένη;
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὑποβάλλωνται τροπολογίαι, λαμβάνει γνῶσιν ἡ Βουλὴ ἀφοῦ αἱ τροπολογίαι τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν ὄχι δι’ ἀναγνώσεως. Σεῖς, ἂν θέλετε νὰ ὁμιλήσετε, θὰ ὁμιλήσετε ἐπὶ τῶν ψηφισμάτων ποὺ ὑπεβλήθησαν καὶ ὅταν κατατεθοῦν αἱ τροπολογίαι, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθετε καὶ νὰ ὁμιλήσετε ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ Κανονισμός. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν μεταβάλωμεν.
§187Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ διευκολύνω τὰς ἐργασίας.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε νὰ μεταβάλλετε τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.
§189Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν ζητῶ νὰ μεταβάλλω τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλεῖσθε μὲ τὴν σειράν σας νὰ ὁμιλήσετε. Ἂν θέλετε, ἐλᾶτε εἰς τὸ βῆμα.
§191Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν διανεμηθοῦν αἱ τροπολογίαι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ψηφισμάτων καὶ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§193Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρόκειται νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ψηφίσματος. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐννοίας τῆς φράσεως «μορφὴ τοῦ πολιτεύματος», ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ δευτέρου ψηφίσματος. Νομίζω, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐπιστημονικῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν, ὅτι μὲ τὰς λέξεις «μορφὴ τοῦ πολιτεύματος» νοεῖται τὸ ἄλλως λεγόμενον πολιτειακόν, δηλαδὴ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ δημοψηφίσματος, ὑπάρχει καὶ συνταγματικὸν ἑλληνικὸν κείμενον τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Τὸ κείμενον τοῦτο εἶναι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ψηφίσματος τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1926 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἐδ. 1 τοῦ ἄρθ. 2 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Τὸ ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος λέγει τὰ ἑξῆς; «Τίθεται προθεσμία........ (ἀναγινώσκει) ........ πρὸς ὑποβολὴν τροπολογιῶν τῶν ἄρθρων τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 1 (γρ. ἐδ. 1 τοῦ ἄρθ. 2) τοῦ καθορίζοντος τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος», ἡ ὁποία καὶ τότε εἶχε καθορισθῆ διὰ δημοψηφίσματος.
§194Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὴ ἡ φράσις ἀντικαθιστᾶ εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν τὴν φράσιν «σχετιζομένην».
§195Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Καὶ τότε εἶχε τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς κριθῆ διὰ δημοψηφίσματος. Καὶ τότε ἐξῃρέθη ἡ μορφή. Τὸ ἐδάφιον 1 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπει τὸ ψήφισμα, λέγει: «Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι Δημοκρατία». Ἑπομένως, ἀφορᾷ τὸ αἱρετὸν ἢ μὴ αἱρετὸν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Αὐτὴ ἦτο καὶ αὐτὴ εἶναι —καὶ πρέπει νὰ εἶναι—ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον μεταχειρίζεται τὸ ψήφισμα εἰς τὸ ἄρθρον 2, «μορφὴ τοῦ πολιτεύματος». Ἡ δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ κάμω, κ. βουλευταί, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἐτέθη ὡς βάσις ὁ ὑπερκομματικὸς χαρακτὴρ τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Νομίζω, ὅτι διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν αὐτῆς τῆς σκέψεως, θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ εἶναι ἀποκλειστικῶς κομματικὸν καὶ τὸ κριτήριον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ καταρτισθῇ ἡ Ἐπιτροπή. Βεβαίως θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναλογία τῶν κομματικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ ὡς δεύτερον κριτήριον θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἡ καταλληλότης, ὥστε νὰ εὐοδωθῇ περισσότερον ἡ προσπάθεια καταρτισμοῦ ἑνὸς πλήρους καὶ ἀρτίου Συντάγματος.
§196Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Πέραν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων; Ἐὰν ὑπάρχῃ καταλληλότης μόνον ἐκ μιᾶς παρατάξεως;
§197Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν πιστεύω νὰ νομίζετε σεῖς, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβαίνῃ αὐτό.
§198Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἶναι πρωτάκουστον καὶ δι’ αὐτὸ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀντικατοπτρίζεται εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς;
§199Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν εἶναι πρωτάκουστον, ὅταν λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, ἀντὶ ἑνὸς κριτηρίου, δύο, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕν συμπληρώνει τὸ ἄλλο.
§200Χ. ΛΑΔΑΣ. Τί ἰδέαν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπάνω εἰς αὐτό;
§201Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Δὲν ὁμιλῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας— διότι καὶ προχθές, εἰς μίαν διακοπήν, εἴπατε κάτι. Σᾶς λέγω ὅτι εἶμαι Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀλλὰ εἰς τὴν Παιδείαν ὑπάγεται καὶ ἡ Δικαιοσύνη. Καὶ ἐπειδὴ καὶ ἡμεῖς προερχόμεθα ἐκ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμνετε τὰς παρατηρήσεις αὐτάς.
§202Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τρίτη παρατήρησις, κ. βουλευταί, εἶναι ἡ ἐπανειλημμένως ὑποστηριχθεῖσα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία προδικασία καὶ διὰ τὰ ψηφίσματα. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι μέσα εἰς τὸν στενὸν κύκλον τῆς Ἐπιτροπῆς προσέχονται περισσότερον ὡρισμένα οὐσιώδη ζητήματα, δυνάμενα νὰ διαφύγουν τῆς γενικῆς συζητήσεως. Τετάρτη παρατήρησις εἶναι, ὅτι παρὰ τὸν συντακτικὸν χαρακτῆρα, ἡ ἔκδοσις δὲν βλάπτει νὰ γίνεται ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, μόνον πρέπει νὰ εἶναι ὑποχρεωτική. Καὶ τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον προσφάτως συνετάγη ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, εἰς τὸ ἄρθρον 127 ἀναφέρει, ὅτι «τὸ παρὸν Σύνταγμα υἱοθετήθη ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ Λαοῦ καὶ ἐκδίδεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Δημοκρατίας». Καὶ ἡ Συντακτική, ἑπομένως, ἐκείνη Συνέλευσις δὲν ἐνόμιζεν ὅτι περιωρίζοντο τὰ δικαιώματά της ἐκ τοῦ γεγονότος τῆς ἐκδόσεως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ἡ ἔκδοσις τῶν ψηφισμάτων πρέπει νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ νὰ ἀναφέρεται ὡρισμένη προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ γίνεται.
§203Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καὶ αὐτὸ διετυπώθη ἔτσι εἰς τὴν τροπολογίαν.
§204Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἡ τελευταία παρατήρησις εἶναι, ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θελήσωμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν Βουλὴν ὡς Ἀναθεωρητικὴν καὶ ὄχι ὡς Συντακτικὴν κινδυνεύομεν τὰ ψηφίσματα τῆς Βουλῆς νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἐστερημένα τῆς τυπικῆς δυνάμεως νὰ μεταβάλλουν Συντακτικὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν μέχρι τοῦδε καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Κατὰ συνέπειαν καὶ αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἀνάγκη, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλει ἀδιστάκτως νὰ δεχθῶμεν τὸν Συντακτικὸν χαρακτῆρα τῆς παρούσης Συνελεύσεως.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντούβαλος ἔχει τὸν λόγον.
§206Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως τὸ ζήτημα ἐτέθη ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ὑφ’ ὅλας τὰς πλευράς. Δι’ αὐτὸ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ σᾶς ἀπασχολήσω πολὺ—καὶ μάλιστα εἰς τοιαύτην ὥραν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐλέχθη μέχρι τῆς στιγμῆς εἶναι, ὅτι ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν ρητόρων, δεινῶν τόσον εἰς τὴν πολιτικὴν ὅσον καὶ εἰς τὴν νομικὴν Ἐπιστήμην, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ σημερινὴ πραγματικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία παρουσιάζεται πρὸ τοῦ Σώματος καὶ ἡ ὁποία οὐδέποτε εἶχε παρουσιασθῆ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἄλλοτε συνέβαινε μία ἁπλῆ ἀναταραχὴ καὶ ἐκαλεῖτο μία Συνέλευσις τοῦ παρελθόντος—μέχρι τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1936—καὶ πρὸ τοῦ Σώματος ἐκείνου ἐτίθεντο τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφεώρων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὰ ζητήματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν περιωρισμένα καὶ ἠμποροῦσαν νὰ ἀντιμετωπισθοῦν, δὲν εἶχον τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζουν σήμερον. Ἐνῷ εἰς τοὺς ἐκπροσώπους τῆς σημερινῆς Συνελεύσεως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς προσφάτου ἐντολῆς του, ἐκράτησεν ὡρισμένα ζητήματα διὰ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ ἡμεῖς ἀσχολούμεθα τόσες μέρες τώρα, τὶ καλούπι θὰ δώσωμε, ποὺ θὰ σκοντάψωμε καὶ ποὺ θὰ προχωρήσωμεν. Μοῦ ἔκαμε κατάπληξιν ὅτι εἰς τὸ σημερινὸν Σῶμα δὲν παρουσιάζεται θέλησις καὶ προθυμία καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι θὰ συμβοῦν γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς διαλύσουν. Δὲν θὰ διαλυθοῦμε μόνοι μας. Δεύτερον ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι σήμερον εἶναι μία καταστροφὴ ἀφάνταστος. Δὲν ἔμεινε τίποτε ὄρθιον οὔτε εἰς τὴν πρωτεύουσαν, οὔτε εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Λοιπὸν κύριοι, φαντάζομαι ὅτι ἔτσι ὅπως πᾶμε θὰ κάνωμε καμμιὰ δεκαριὰ μέρες ἀκόμη καὶ λήγει τὸ ἔργον τὸ ἰδικόν μας. Καὶ ὅταν ἡμεῖς θὰ ἔχωμε φύγει, θὰ ἔλθουν τότε ἄλλοι οἱ ὁποῖοι θὰ κατηγοροῦν καὶ πάλιν τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα ὅτι ἐκεῖνος δὲν τὰ ἔφτειασε καλά. Καὶ ἐκεῖνος ἀσφαλῶς δὲν τὰ ἔφτειασε καλά, διότι ἐν ᾧ ἦτο Βασιλεὺς καὶ ἐν ᾧ ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον του, κατόπιν ὡρισμένων εἰσηγήσεων ἐπεκράτησαν ἄλλαι σκέψεις. Ἐγὼ λοιπὸν σέβομαι τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, εἴτε ἀνήκω εἰς αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν παράταξιν, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ τὴν ἐντολὴν αὐτὴν νὰ τὴν σεβασθῶμεν ὅλοι μας. Ἐγὼ δὲν φιλοδοξῶ παρὰ μόνον νὰ εἶμαι Ἕλλην καὶ ἀναλόγως τῶν σωματικῶν μου καὶ διανοητικῶν μου δυνάμεων νὰ ἐξυπηρετῶ τὸν λαόν. Καὶ ἂν ἀντιληφθῶ, ὅτι ἡ παράταξις ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, δὲν πράττει τὸ καθῆκον της, ἀσφαλῶς θὰ μὲ εὕρῃ ἀντίθετον. Λοιπόν, κύριοι, μὴ περιττολογοῦμεν, διότι βαίνομεν εἰς τὴν αὐτοδιάλυσίν μας χωρὶς νὰ ἐπιτελέσωμεν τὴν λαϊκὴν ἐντολήν. Τὰ πράγματα εἶναι, ἕνα καὶ ἕνα κάνουν δύο, τέσσαρα δὲν γίνονται. Ἢ ἔχουμεν ὄρεξι καὶ θὰ λύσωμεν ὅλα τὰ ζητήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ δὲν ἔχομεν ὄρεξι καὶ θὰ κάνουμε πολιτικὴν ἀπεραντολογίας. Μοῦ ἔκαμε δὲ κατάπληξιν πῶς ἡμεῖς οἱ μικροὶ συζητοῦμεν αὐτὰ τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ εἶναι ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, καὶ ἀσχολούμεθα μὲ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νά ἐνδιαφέρουν αὐτοὺς πρωτίστως, διότι αὐτῶν εἶναι ἡ εὐθύνη μεγαλυτέρα καὶ ἡμῶν μικροτέρα. Λοιπόν, κύριοι, τὰ ζητήματα αὐτὰ ἂς τὰ πάρουμε μὲ τὴν ψυχή μας, μὲ τὴν καρδιά μας καὶ φαντάζομαι ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ μείνῃ ἄλυτον, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἠμποροῦμε νὰ τοῦ δώσωμε τὸν καθορισμὸν ποὺ πρέπει νὰ τοῦ δώσωμεν. Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι θάνατος καὶ διὰ τὰ Σῶμα καὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἶναι ἡ ἄσκοπος ἀπεραντολογία χωρὶς ἀποτέλεσμα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθοῦν τὰ ζητήματα, εἶναι αὐτὰ πάμπολλα καὶ τὰ σπουδαιότερα ὅλα τὰ γνωρίζομεν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ μεγαλύτερο κέφι καὶ ὄρεξι καὶ συνεννόησις ὅλων διὰ νὰ λυθοῦν τὰ ζητήματα αὐτά. (Χειροκροτήματα).
§207Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής, ἔθεσε μίαν βάσιν κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἀληθῶς ἀριστοτεχνικὰ καὶ μὲ τὴν διακρίνουσαν τοῦτον ἐπιστημονικὴν ἐμβρίθειαν καὶ τὴν ὁμολογουμένως κοινοβουλευτικήν του ἐμπειρίαν. Συμφωνῶ πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ Συντακτικὴ Βουλὴ δὲν διαλύεται. Διαφωνῶ ὅμως ριζικῶς, πρὸς τοῦτον, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Συντακτικὴ καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι εἶναι Ἀναθεωρητικὴ καὶ οὕτω συμφωνῶ πρὸς τὰς ἀρχικάς του γνώμας καὶ πεποιθήσεις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ὡς ὡμολόγησε, μετέβαλε γνώμας καὶ πεποιθήσεις, διότι ἀπέκτησεν, ὡς λέγει, ἐμπειρίαν. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ἀπέκτησεν ἐμπειρίαν μεγαλυτέραν ἐκείνης, ἣν εἶχεν, ὅτε ἦτο νέος. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ ζητήματα αἱ πεποιθήσεις δὲν μεταβάλλονται διὰ τῆς κεκτημένης πείρας. Σᾶς ἀγαπῶ, κ. συνάδελφε, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω εἰς αὐτὴν τὴν ἄποψιν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς πείσω, ἵνα ἐπανέλθητε εἰς τὰς ἀρχικάς σας ἐπιστημονικὰς πεποιθήσεις. Εἴπατε, κ. συνάδελφε, πολὺ ὀρθῶς, ὅτι εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐπιστήμης καὶ ὄχι ὁ κομματισμός. Πράγματι, αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις πρέπει νὰ νομοθετηθοῦν διὰ τῆς ἐπιστήμης καὶ ὄχι διὰ τοῦ κομματισμοῦ καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἀκριβῶς αἱ διατάξεις αὐταὶ πρέπει νὰ συζητοῦνται μὲ ὅλην τὴν ἐπιστημονικὴν ἐμβρίθειαν.
§208Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζετε, ὅτι καὶ εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ ζητήματα, δὲν ὑπάρχει καὶ πρόοδος καὶ μεταβολὴ καὶ εἰς πολιτικὰ ζητήματα δὲν πρέπει νὰ συμμορφούμεθα μὲ τὰς ἐπικαιρότητας καὶ ἀκόμη νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ;
§209Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ διακρίνωμεν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην, διότι ὁ Σωκράτης, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐπικαλεῖσθε, λέγει, ὅτι δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἡ γνώμη τῶν πολλῶν, ἀλλ’ ἡ τῶν ἐπαϊόντων, ἐγώ, δὲ ἐκτιμῶ τὴν γνώμην σας ὡς ἐπαΐοντος καὶ ὄχι ὡς τὴν τῶν πολλῶν. Πολλαί, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Κουλουμβάκης, ἀναθεωρήσεις Συνταγμάτων ἔγιναν εἰς τὸν τόπον μας καὶ πολλὰ Συντάγματα κατηργήθησαν. Θὰ ἐπεθύμουν τὸ Σύνταγμα τοῦτο τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ νὰ κρατήσῃ ἐπὶ μακρὸν χρόνον καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία τῶν ἀναθεωρήσεων τῶν Συνταγμάτων. Καὶ τώρα ἐρχόμεθα ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, τί εἶναι αὐτὴ ἡ Βουλή, εἶναι Συντακτικὴ ἢ εἶναι Ἀναθεωρητική; Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὅλως ὀψίμως ἐγεννήθη. Ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν ὡς Ἀναθεωρητική, δι’ οὗ καθωρίσθη, ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος δύνανται ν’ ἀναθεωρηθοῦν, πλὴν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ εἶπε τὸ διάταγμα, μὲ αὐτὸ τὸ διάταγμα κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογάς, μηδενὸς προεκλογικῶς πρὸς αὐτὸ ἀντειπόντως.
§210Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀντεῖπον ἐγώ.
§211Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν ἀντεῖπεν κανὲν κόμμα. Εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920 ἀντεῖπε τότε προεκλογικῶς τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Βουλῆς ἐκείνης καὶ προεῖπε καὶ ἐδήλωσε σαφῶς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι διαφωνοῦσε ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ ἂν τῷ ἔδιδεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν πλειοψηφίαν θὰ ἀνεκήρυσσε τὴν Βουλὴν Συντακτικήν.
§212Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν ἀπέθανεν ὁ Βασιλεὺς Ἀλέξανδρος ἀπηύθυνα τηλεγράφημα πρὸς τὸν Ἐλ. Βενιζέλον καὶ τοῦ ἔλεγα νὰ ἀναβληθοῦν αἱ ἐκλογαὶ ἀλλ’ ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος πολιτικὸς ἀνὴρ ἀπολύτως πεπεισμένος, ὅτι θὰ ἐλάμβανε πλειοψηφίαν ἀκαταμέτρητον ὠργίσθη διὰ τὸ τηλεγράφημα.
§213Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Κατῆλθον τὰ δύο κόμματα τότε μὲ σαφῶς ἀντίθετα προγράμματα, ἐνίκησε τὸ Λαϊκὸν κόμμα καὶ ἔλαβε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν ἔγκρισιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη θὰ ἦτο Συντακτικὴ Βουλή. Καὶ ὅταν εἰσήλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐγένετο ἀμέσως συζήτησις καὶ ἐκηρύχθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀμέσως Συντακτική. Εἶναι ὅθεν περίεργον πῶς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅλως ὀψίμως καὶ ὅλως ἀνακολούθως, δὲν ἠξεύρω πόθεν προέκυψεν αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἀφ’ οὗ πλέον ἐχαρακτηρίσθη αὐτὴ ἡ Βουλὴ ὡς ἀναθεωρητική, ἀφ’ οὗ ἡ Κυβέρνησις, ἧς ἐπίλεκτος φίλος εἶναι ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὑποβάλλει τὰ νομοσχέδια ὑπὸ τὴν κρίσιν μας καὶ τὰ ἐπιγράφει: Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή.
§214Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ ἐκλεγησόμενοι βουλευταὶ θὰ εἶχον πᾶσαν ἐξουσίαν....
§215Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, οὔτε προσέθεσεν οὔτε ἀφήρεσε τί ἐξ ὅσων εἶπον. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι ὅλως ὀψίμως ἤρξατο ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ἐξέφρασα δὲ καὶ τὴν ἀπορίαν πῶς παρακαθήμενος εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Κυβερνήσεως δέχεται ὅλα τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως τὰ ὁποῖα ὀνομάζουν τὴν Βουλὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, λοιπόν, ἐγένετο ἡ συζήτησις αὐτή. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ κάτι τι ἄλλο. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡμεῖς ὡς Σῶμα—διὰ νὰ μὴ ἀνησυχῇ ὁ κ. Μαντούβαλος ὡς ἰατρὸς—εἴτε Συντακτικὴ εἴτε Ἀναθεωρητικὴ χαρακτηρισθῇ ἡ Βουλὴ αὐτή, δυνάμεθα νὰ ἀναθεωρήσωμεν ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος.
§216Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συμφωνοῦμεν εἰς τὸ πρᾶγμα ἀλλὰ δὲν θέλετε καὶ τὴν ὀρθότητα τοῦ ὀνόματος.
§217Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τὸν ἔχετε δώσει σεῖς, δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε.
§218Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, δὲν τὸ ἀποδέχομαι αὐτό.
§219Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Καὶ κατὰ τοῦτο, συμφωνῶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἔχει δὲ καμμίαν πρακτικὴν σημασίαν, ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἢ Συντακτική, διότι μόλις ὡς ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα, θὰ παύσῃ νὰ εἶναι Συντακτικὴ καὶ θὰ γίνῃ Ἁπλῆ Βουλή. Καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἔχετε ἀντίρρησιν, ὅτι θὰ πρέπει ταχέως νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος.
§220Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, θέλω νὰ εἶναι συντομωτάτη, διότι ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ Βασιλεύς, νὰ ἀνασυγκροτηθῇ τὸ Κράτος καὶ νὰ ἀφοσιωθῶμεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν Ἐθνικῶν δικαίων καὶ ὄχι νὰ ἀσχολούμεθα εἰς αὐτὰ τὰ μάταια πράγματα.
§221Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐφ’ ὅσον εἶσθε κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς ταχείας ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς θὰ παύσῃ καὶ συνεπῶς, θὰ γίνεται αὕτη νομοθετικὸν Σῶμα καὶ ὡς τοιοῦτον θὰ διαλυθῇ.
§222Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θέλω ἓν προηγούμενον, κάθε ἀνερχόμενος εἰς ὑπουργικὰ ἀξιώματα νὰ ἐκδίδῃ συντακτικὰς πράξεις καὶ νὰ χαρακτηρίζῃ τὸ πολίτευμα καὶ διὰ τοῦτο θέλω τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν προσήκοντα. Θέλω θεμέλιον καὶ θέλω τὴν νομιμότητα.
§223Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἔχετε αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλετε ἓν ψήφισμα καὶ ὄχι νὰ ἀπασχολῶμεν τὸ Σῶμα μὲ συζητήσεις ἀτέρμονας καὶ φιλολογίαν μὲ ἀπώλειαν πολυτίμου χρόνου. Ἄς ἔλθωμεν λοιπόν, εἰς τὸ θέμα. Εἴμεθα, κατὰ τὴν γνώμην μου, Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὡς Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν τὸ ταχύτερον νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν προορισμόν μας ἐπιψηφίζοντες τὸ ψήφισμα μὲ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ συνάδελφος κ. Καλλίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πρακτικαί, καὶ τότε νὰ εἶσθε βέβαιοι, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν θὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ διαλυθῶμεν, ἀλλὰ ἐν καιρῷ θὰ αὐτοδιαλυθῶμεν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν σήμερον καὶ ὥραν 6ην ἀπογευματινήν. Κατὰ τὴν νέαν συνεδρίασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. (Ὥρα 2.00′ π.μ.)