1946.06.04
2,813 rows · 21,597 words · 84 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14η
Τρίτη 4 Ἰουνίου 1946
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.00′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Λ. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3Ε. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. βουλευτά.
§5Ε. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠρώτησα τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ Ναυτικῶν διατὶ δὲν προσεγγίζει τὸ πλοῖον τῆς γραμμῆς Σάμου καὶ εἰς τὸν Ἅγ. Κηρύκον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ὁμιλεῖτε ἐπὶ ἐρωτήσεως καὶ ὄχι ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§7Ε. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναγράφεται ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας ἀπήντησεν ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ναρκοπέδιον καὶ ὅτι ἡ γραμμὴ θὰ λειτουργήσῃ ὅταν τὸ ναρκοπέδιον θὰ καθαρισθῇ. Γνωρίζομεν τὴν ὕπαρξιν τοῦ ναρκοπεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὅμως, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἁρμόδιος, δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐρώτησίν μας, δι’ ἧς ὑπεδεικνύομεν τὴν διάνοιξιν διαύλου 4–5 μιλλίων, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προσεγγίζῃ τὸ πλοῖον εἰς τὰς ἰαματικὰς πηγὰς τοῦ Ἁγ. Κηρύκου. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐπεῖγον διότι ἡ λειτουργία τῶν πηγῶν εἶναι τρίμηνος, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου μέχρι καὶ τοῦ Αὐγούστου. Ἔτσι, ἂν ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ὅτι, ὅταν ἐκκαθαρισθῇ τὸ ναρκοπέδιον, τότε θὰ πιάνῃ τὸ πλοῖον, δὲν ὠφελεῖ πλέον εἰς τίποτε διότι θὰ ἔχῃ παρέλθει ἡ περίοδος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόδειξίν μας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ κ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§9Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Διοικοῦσα Ἐπιτροπὴ τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων ἀπέστειλε χθὲς εἰς ὅλους μας ἐπιστολὴν εἰς τὴν ὁποίαν διεκτραγωδεῖται ἡ ἀθλία οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτῶν. Ἡ ἔκκλησις αὕτη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τύχῃ τῆς δεούσης προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι μὲ τὸ κατώτερον ἡμερομίσθιον τῶν 4.000 δρ. καὶ τὸ ἀνώτερον τῶν 8.000 δὲν ἱκανοποιοῦνται οὔτε αἱ στοιχειωδέστεραι ἀνάγκαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι πεινοῦν, ἡ οἰκονομικὴ δ’ ἀθλιότης εἶναι ὁ χειρότερος σύμβουλος καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας οἱ ὑπάλληλοι εἶναι φυσικὸν νὰ γίνωνται στόχοι τῆς κομμουνιστικῆς προπαγάνδας. Ἡ Κυβέρνησις θὰ πρέπει σοβαρῶς νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀπονομῆς εἰδικῆς συντάξεως εἰς τοὺς διατελέσαντας Διοικητὰς Μεγάλων Μονάδων κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον». Ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ Ἀνοικοδομήσεως καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9–5–46 Ν.Δ. «περὶ ἐκτελέσεως τῶν ἔργων ἀνοικοδομήσεως τῆς χώρας».
§11Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Στρᾶτο.
§13Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ζητῶ, κ. Πρόεδρε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, κ. Πρόεδρε, ἡ συζήτησις διεξάγεται ὁμιλούντων τῶν διαφόρων βουλευτῶν κατὰ τὴν σειρὰν καθ’ ἣν εἶναι ἐγγεγραμμένοι. Συνεπῶς ἡ ἀντίθετος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ ληφθεῖσα κατὰ τὴν χθεσινοβραδυνὴν συνεδρίασιν, εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ἐγὼ τοὐλάχιστον διαμαρτύρομαι.
§14Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ εἶναι ἐναντίον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, κ. Πρόεδρε, καὶ δι’ αὐτὸ διαμαρτύρομαι καὶ ἐγώ. Ἱδρύεται μία ὀλιγαρχία αὐθαίρετος.
§15Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἡ ληφθεῖσα χθὲς ἀπόφασις εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν Κανονισμόν, ἐνῷ αἱ ἀποφύσεις τοῦ Σώματος λαμβάνονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε σειρὰν νὰ ὁμιλήσῃ ἔχει ὁ κ. Παπανδρέου. Ὁ κ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§17Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπῆρξεν ἀληθῶς εὐτυχὴς ἡ διαπίστωσις, ὅτι ὅλοι οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸς λόγον ἐπὶ τῆς συζητουμένης ἐπερωτήσεως, ἐπεβεβαίωσαν τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα τοῦ στρατιωτικοῦ θέματος καὶ ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἐξετασθῇ, πέραν τῶν κομματικῶν ἀπόψεων, ὡς θέμα ἀποκλειστικῶς ἐθνικόν. Ἡ κοινὴ αὐτὴ διαπίστωσις ἐπιτρέπει τὴν ἐλπίδα, ὅτι, κατόπιν τῆς παροχῆς τῶν ἀναγκαίων διευκρινήσεων καὶ μὲ τὴν ἀμοιβαίαν καλὴν πίστιν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ὁμόφωνα συμπεράσματα. Τὸ θέμα τῆς Ἀνωτάτης Ἡγεσίας τοῦ στρατοῦ, καθὼς καὶ τῶν στελεχῶν, τὸ θέμα τῆς Ἐπετηρίδος, ὅπως ἐπονομάζεται, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου κατ’ οὐσίαν πρόκειται σήμερον, ἀπετέλεσεν ἀνέκαθεν μίαν βαρυτάτην δοκιμασίαν καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χώρας, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ εἶναι ἀπείρως δυσχερέστερον πρὸς ρύθμισιν ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωσιν. Πρῶτον, διότι ὑπῆρξαν πολλαπλαῖ αἱ προελεύσεις τῶν ἀξιωματικῶν. Δεύτερον, διότι συνετελέσθη μέγας πληθωρισμός. Καθὼς ἐπιστοποιήθη ἀπὸ συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον, ὁ ἀριθμὸς τῶν στελεχῶν, ὁ ὁποῖος εὑρέθη εἰς τὸν στρατὸν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἦτο κατὰ 50% μεγαλύτερος ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε πρὸ τοῦ πολέμου καὶ ἀσφαλῶς διπλάσιος ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν σημερινὴν σύνθεσιν τοῦ στρατοῦ μας. Παρίστατο, ἑπομένως ἀνάγκη, ὅπως χιλιάδες ἀξιωματικῶν ἀπομακρυνθοῦν τοῦ στρατεύματος, ἀκόμη καὶ διὰ τὸν ἁπλοῦν αὐτὸν λόγον, ὅτι δὲν εἶχον πλέον ἀριθμητικὴν θέσιν εἰς τὴν νέαν σύνθεσιν τοῦ στρατοῦ μας. Ἀλλὰ παρίστατο ἀνάγκη ἀπομακρύνσεως καὶ δι’ ἄλλον λόγον: Διότι ἐπεβάλλετο ἡ ἀνανέωσις τῶν στελεχῶν μας. Ἀξιωματικοὶ ἔχοντες κατωτέρους βαθμοὺς καὶ ἐπιτελέσαντες κατὰ ἔξοχον τρόπον τὸ καθῆκον των, εὕρισκον κλειστὴν τὴν θύραν εἰς τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῆς σταδιοδρομίας των. Ὑπάρχουν ταγματάρχαι 54 ἐτῶν! Ἐπεβάλλετο, ἑπομένως, νὰ ἀνοίξῃ ὁ δρόμος διὰ τὴν σταδιοδρομίαν τῶν νεωτέρων μας στελεχῶν. Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ τρίτος λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν ἀπομάκρυνσιν: Ἡ ἀνάγκη τοῦ συγχρονισμοῦ τῶν στελεχῶν μας. Ὅπως ὀρθῶς ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος, εἰς τὴν τεχνικὴν τοῦ σημερινοῦ πολέμου συνετελέσθη, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀληθὴς ἐπανάστασις. Ἐπεβάλλετο, ἑπομένως, ὅπως παραμείνουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀξιωματικοὶ σύγχρονοι, ἀξιωματικοὶ ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὰς συγχρόνους ἀνάγκας τοῦ πολέμου. Τρεῖς ἑπομένως βασικοὶ λόγοι ἐπέβαλον τὴν ἀπομάκρυνσιν χιλιάδων ἀξιωματικῶν. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποσυμφορήσεως, ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνανεώσεως καὶ ἡ ἀνάγκη τοῦ συγχρονισμοῦ. Ἀκριβῶς ὅμως, διότι ἐπεβάλλετο ἡ ἀπομάκρυνσις τόσου μεγάλου ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν καὶ ἦτο εὔλογον νὰ προκληθοῦν παράπονα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνοντο, τὰ ὁποῖα εἰς πολλὰς περιπτώσεις θὰ ἦσαν ἀβάσιμα, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἐνδεχομένως βάσιμα, διότι καὶ οἱ ἀπομακρυνόμενοι ἐπέκειντο εἰς κρίσιν συμβουλίων, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θὰ ἦσαν ἀλάθητα, διὰ τοῦτο ἔπρεπεν ὅπως ὀρθῶς ἐπίσης ἐτονίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔπρεπε ἡ κρίσις ἡ ὁποία θὰ ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῇ διὰ τοὺς ἀπομακρυνομένους ἀξιωματικούς, ὄχι μόνον νὰ εἶναι δικαία, ἀλλὰ καὶ θεωροῦνται δίκαια. Μόνον τοιουτοτρόπως θὰ συνετελεῖτο ὁ ἠθικὸς ἀφοπλισμὸς τῶν παραπόνων· θὰ ἐπέζων βεβαίως τὰ ἀτομικὰ παράπονα καὶ μετὰ τὴν κρούσταν αὐτὴν τῆς ἀντικειμενικῆς κρίσεως, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ὅμως νὰ εὑρίσκουν εὐρυτέραν ἀπήχησιν καὶ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ συνασπίζωνται, ὥστε νὰ σαλεύουν τὰ θεμέλια τοῦ νέου στρατοῦ μας. Αὐταὶ ὑπῆρξαν αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ὡδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἀπελευθερώσεως εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ στρατιωτικοῦ μας ζητήματος. Τὸ πρῶτον μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν τότε, ἦτο ἡ ἐπαναφορὰ τῆς δεκαετίας, διότι οἱ νόμοι τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ἔχουν τοῦτο τὸ προσόν. Πρῶτον εἶναι δίκαιοι καὶ δεύτερον οὐδένα θίγουν. Διότι οἱ ἀπομακρυνόμενοι ἁπλῶς ἐπιπίπτουν εἰς τὸν φυσικὸν νόμον τοῦ χρόνου. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ νόμου τῆς 10ετίας, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως, εἰς τὸ ὁποῖον συμμετεῖχον τότε τέσσαρες ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβεν ὁμοφώνως ἀπόφασιν ὅπως καταρτίσωμεν ἕνα 7μελὲς Συμβούλιον ἀποστράτων ἀντιστρατήγων, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν κρίσιν τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν, θὰ παρεδίδομεν πλέον εἰς τὴν φυσικὴν ἡγεσίαν τοῦ στρατοῦ τὴν κρίσιν τῶν ἄλλων στελεχῶν. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐξησφαλίζετο ἡ ἀντικειμενικότης τοῦ κριτηρίου, ἐφ’ ὅσον τὸ 7μελὲς συμβούλιον τῶν ἀποστράτων ἀντιστρατήγων ἐνεκρίνετο ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τότε ἦτο Κυβέρνησις Ἐθνικῆς Ἑνώσεως καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ παραπονεθῇ διὰ μονόπλευρον κρίσιν. Δυστυχῶς ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε σχέδιον Νομοθετικοῦ Διατάγματος, δὲν ἐπρόλαβε νὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπῆλθεν ἡ στάσις τοῦ Δεκεμβρίου. Καὶ τὸ θέμα τὸ στρατιωτικὸν ἦλθε πρὸς ρύθμισιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα. Ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα ὑπῆρξεν διάφορος. Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ἀντίθετος πρὸς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἴχομεν χαράξει. Ἀσφαλῶς, πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα ἐνεπνέετο ἐπίσης ἀπὸ πατριωτικὴν πρόθεσιν καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν διὰ τὴν τιμιότητα τῆς κρίσεως ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν. Ἀλλὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ γραμμὴ ὑπῆρξεν ἐσφαλμένη, διότι, πρῶτον, κατήργησε τὸν νόμον τῆς 10ετίας καὶ δεύτερον ἀνέθεσεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν κρίσιν τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἐσφαλμένην ἐκκίνησιν. Ἀσφαλῶς ἡ κρίσις ὑπῆρξε δικαία, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀλλ’ ἐπετρέπετο εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνοντο, νὰ ἐπικαλεσθοῦν, ὅτι πολιτικὴ καὶ μονόπλευρος κρίσις τοὺς ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὸν στρατὸν καὶ ἑπομένως κατώρθωσαν μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, ὥστε τὰ παράπονά των νὰ εὑρίσκουν ἀπήχησιν. Καὶ κατόπιν τῆς κρίσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ Κυβέρνησις τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα ὥρισε τρία στρατιωτικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα καταρτισθέντα διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν προέβησαν εἰς τὴν κρίσιν ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ κατήρτισαν τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν. Ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα δὲν ἦτο Κυβέρνησις Ἐθνικῆς Ἑνώσεως, θὰ ἦτο ἀπείρως εὐτυχέστερον ἂν ἐκάλει τοὺς ἡγέτας τῶν ἐθνικῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ ἀπὸ κοινοῦ προέβαινον εἰς τὴν σύστασιν ἑνὸς ἀνωτάτου συμβουλίου ἀποστράτων ἀντιστρατήγων, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐνεπιστεύοντο τὴν κρίσιν τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν. Τοιουτοτρόπως θ’ ἀπέφευγε τὴν ἐσφαλμένην ἐκκίνησιν καὶ σήμερον ἀσφαλῶς δὲν νὰ ὑπῆρχε θέμα πρὸς συζήτησιν. Ἔπειτα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων, ἡ ὁποία οὐδεμίαν μεταβολὴν ἐπέφερεν εἰς τὴν κρίσιν τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐδημοσίευσε μόνον τρεῖς νόμους.
§18Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις Βούλγαρη;
§19Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ναυάρχου Βούλγαρη δὲν ἔλαβε νέα μέτρα. Οἱ πίνακες κατηρτίσθησαν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα καὶ ἔκτοτε παρέμειναν. Νομοθετικὴ ρύθμισις ἐπέρχεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῶν φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἐδημοσίευσε τρεῖς ἀληθῶς ἐξαιρέτους νόμους, τρία νομοθετικὰ Διατάγματα, κατ’ εἰσήγησιν ὑποθέτω τῆς ὀργανωτικῆς βρεταννικῆς ἀποστολῆς, τὰ ὁποῖα ρυθμίζουν τὴν Διοίκησιν καὶ τὴν ἱεραρχίαν τοῦ στρατεύματος. Καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὰς ἡμέρας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τεσσάρων Νομοθετικῶν διαταγμάτων. Τὸ πρῶτον ἐπαναφέρει τὴν δεκαετίαν καὶ συγχρόνως ὁρίζει διάφορον ρύθμισιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ μίαν περίπτωσιν μεταβατικήν. Τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν διάταγμα ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας στρατιωτικῶν προαγωγῶν. Ἐπίσης ἄλλο νομοθετικὸν διάταγμα, ὁρίζει ὅτι ὁλόκληρος ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ρυθμίζεται τοῦ λοιποῦ δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου στρατιωτικοῦ συμβουλίου κυρουμένων διὰ Β. Δ. Καὶ ἄλλο Νομοθετικὸν Διάταγμα καταργεῖ τὴν ἑκουσίαν ἀποστράτευσιν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Καὶ πρόκειται, κ. βουλευταί, νὰ κρίνωμεν τὴν νομοθετικὴν αὐτὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ βουλευτὴς Μαντινείας, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε πρῶτος τὴν ἐπερώτησιν, ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰς τὰς παραμονὰς τῆς συνελεύσεως τῆς Βουλῆς ἐρρύθμισε θέματα οὐσιώδη διὰ τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν διαταγμάτων. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Φρονοῦμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἂν εἰς τὸ παρελθὸν ἡ ἔκδοσις τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ἀκόμη τῶν συντακτικῶν πράξεων ἦτο ἐκ τῆς φύσεως, ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων ἀναπόφευκτος, μετὰ τὴν διενέργειαν ὅμως τῶν ἐκλογῶν καὶ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἡ εὐλάβεια πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐπέβαλε τὴν ἀπώλειαν ὀλίγων ἡμερῶν καὶ τὴν ὑποβολὴν τῶν σχεδίων νόμων εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπικρίνομεν τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἐπικρίνομεν μόνον διὰ τὸ τυπικὸν γεγονός, ὅτι ἐξέδωκε νομοθετικὰ διατάγματα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, τὴν ἐπικρίνομεν καὶ διὰ τὸ περιεχόμενον τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων, διότι εἰς δύο ἀπὸ τὰ νομοθετικά της διατάγματα ὑπεξαιρεῖ τὰς νομοθετικὰς ἁρμοδιότητας τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ τὰς παροχὰς εἰς τὰ ἀνώτατα στρατιωτικὰ συμβούλια, ἡ ἀποστολὴ τῶν ὁποίων εἶναι Διοικητικὴ καὶ ὄχι Νομοθετική. Τὸ θέμα θὰ ἀναπτυχθῇ εὐρύτερον, ὅταν ἔλθουν πρὸς κύρωσιν τὰ σχετικὰ Νομοθετικὰ διατάγματα. Καὶ αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπόψεις μας συμφώνως πρὸς τὸν ἔλεγχον τοῦ κ. βουλευτοῦ Μαντινείας, καθόσον ἀφορᾷ τὸ νομικὸν θέμα. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ οὐσιαστικὸν θέμα, ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ κ. βουλευτοῦ Μαντινείας καὶ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μᾶς ἐπιτρέψῃ τὴν συνηγορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν ἐνόπλων δυνάμεων.... (Θυμηδία). Ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ νόμου τῆς 10ετίας ἀπετέλεσεν ὀρθὴν πρᾶξιν. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμαγὴ τοῦ νόμου τῆς 10ετίας εἶχεν ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν ἀποστράτευσιν ὅλων τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν μας καὶ τῶν τεσσάρων ἀντιστρατήγων. Ἀνέκυπτεν ἑπομένως τὸ θέμα τῆς ἀντικαταστάσεως. Καὶ κατηγορήθη ἡ κυβέρνησις, διότι προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν νέας ἡγεσίας τοῦ στρατοῦ κατ’ αὐθαίρετον κρίσιν, χωρὶς κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Εἶναι ἀκριβές, κ. συνάδελφοι, ὅτι τὸ πρῶτον Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς Κυβερνήσεως τροποποιεῖ καὶ τὴν σύνθεσιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὑπὸ τὴν ἀρχικήν του μορφὴν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀπηρτίζετο ἀπὸ 7 μέλη, ἀπὸ 4 πολιτικὰ καὶ 3 στρατιωτικά, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς 3 Ὑπουργοὺς τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων καὶ τοὺς 3 ἐπιτελάρχας των. Ἀλλ’ εἶναι προφανὲς ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τῆς 10ετίας, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων καθίστατο ἀδύνατος ἡ λειτουργία ὑπὸ τὴν ἀρχικήν του μορφὴν τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Πρῶτον, διότι ἡ σύνθεσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπέτρεπε τὴν παρουσίαν ἄλλων Ὑπουργῶν ἐκτὸς τοῦ συνοψίζοντος τὰ τρία Ὑπουργεῖα κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων. Καὶ δεύτερον, διότι ἀφ’ ἧς ἀπεστρατεύθη ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τῆς ἀεροπορίας ἔχει βαθμὸν μὴ ἐπιτρέποντα τὴν συμμετοχήν του, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ἐπεβάλλετο ἡ τροποποίησις, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου τῆς 10ετίας. Δὲν βλέπομεν ἑπομένως εἰς αὐτὴν τὴν τροποποίησιν τῆς συνθέσεως παρὰ μόνον ὑπόκυψιν εἰς τὸν νόμον τῆς ἀνάγκης καὶ ὄχι καμμίαν ὑστερόβουλον πρόθεσιν μεροληπτικῆς κρίσεως. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα τῆς ἐπιλογῆς τῆς σημερινῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας τοῦ στρατεύματος. Κατηγορήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐνόπλων δυνάμεων ὅτι προέβη εἰς αὐθαίρετον ἐπιλογὴν τῆς σημερινῆς στρατιωτικῆς ἡγεσίας. Ἀλλ’ ἡ ἐπίκρισις αὐτὴ εἶναι ἄδικος. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, διότι ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν ὁλοκλήρου τοῦ ζητήματος. Τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει μέχρι τῆς ἀποστρατείας του ἐκ τοῦ νόμου τῆς 10ετίας καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε καθιερωθῆ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως, εἶχε προτείνει παμψηφεὶ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ὑποστρατήγων, ἓξ ὑποστρατήγους διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου. Καὶ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐνέκρινεν εἰς ἀκέραιον τὴν πρότασιν ἄνευ οὐδεμιᾶς τροποποιήσεως, Ἄν εἶχε προβῆ εἰς τροποποίησιν, θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ὑπὸ τὴν ἀρχικήν του μορφὴν διὰ νὰ ἔχῃ καὶ κῦρος πληρέστερον καὶ διὰ νὰ ἀκούῃ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων στρατιωτικῶν οἱ ὁποῖοι ἐνδεχομένως ἢ θὰ διεφώτιζον τὰ πολιτικὰ μέλη—ἀποτελοῦντα πάντοτε τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς 7μελοῦς συνθέσεως—ἢ θὰ ἐνέπνεον εἰς αὐτὰ ἠθικὸν δυσταγμὸν διὰ τὴν ἐνδεχομένην μεροληπτικὴν τροποποίησιν τῶν προτάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ εἰς τὴν συγκεκριμμένην περίπτωσιν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν διεκπεραίωσιν τῆς προτάσεως τοῦ ἀνωτάτου στρατιωτικοῦ συμβούλου τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεύρω σημεῖον εὐθύνης. Τοὐναντίον, κ. συνάδελφοι, εὑρίσκω ὅτι ἀπετέλεσε μίαν εὐτυχῆ συγκυρίαν ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τελικῶς διηυθετήθη τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς ἡγεσίας, διότι ἀπὸ μίαν ἐσφαλμένην ἐκκίνησιν κατελήξαμεν εἰς αἴσιον τέρμα: Διότι τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως προβαίνει ὁμοφώνως εἰς πρότασιν προαγωγῆς τῶν νέων ἓξ ἀντιστρατήγων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος υἱοθετεῖ εἰς τρόπον ὥστε σήμερον νὰ δικαιούμεθα καὶ νὰ ὀφείλωμεν νὰ ἐπιβεβαιώσωμεν, ὅτι ἡ νέα ἡγεσία τοῦ στρατεύματος ἀποτελεῖ ἡγεσίαν καθολικῆς ἐθνικῆς ἐμπιστοσύνης (Χειροκροτήματα). Ὁ κύριος Βουλευτὴς Μαντινείας, ἐπρότεινε πρὸς διόρθωσιν τῶν πραγμάτων, νὰ κατηρτίζετο σήμερον ἓν Συμβούλιον ἐξ ἀποστράτων ἀντιστρατήγων τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ παραδώσωμεν τὴν κρίσιν τοῦ στρατοῦ, ἀπαντῶμεν: Ἡ πρότασις θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνει τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1945, διότι σήμερον εἶναι ὄχι μόνον περιττή, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβής, Ἄς ὑποτεθῇ ὅτι τὴν ἀποδεχόμεθα, ἂς ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνιστᾶ ἕνα ἑπταμελὲς Συμβούλιον ἐξ ἀποστράτων ἀντιστρατήγων καὶ τοποθετῇ εἰς αὐτὸ τοὺς τέσσαρας ἀντιστρατήγους, οἱ ὁποῖοι χθὲς ἐγκατέλειψαν τὴν ἡγεσίαν τοῦ Στρατεύματος. Ἔχομεν ἤδη δεδηλωμένην τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας αὐτοῦ τοῦ ἑπταμελοῦς Συμβουλίου τῶν ἀποστράτων ἀντιστρατήγων, διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν σημερινῶν ἓξ ἀντιστρατήγων. Θὰ ἐφθάναμεν ἑπομένως μὲ τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, ἔπειτα ἀπὸ περιττοὺς κόπους καὶ φθορὰν τοῦ κύρους τῆς σημερινῆς ἡγεσίας. Ἄς ὑποτεθῇ ἐπίσης ὅτι ἀποδεχόμεθα καὶ τὴν πρότασιν τοῦ φίλου Ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, τοῦ κ. Σοφοκλῆ Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε τὸ Συμβούλιον τῶν ἀντιστρατήγων νὰ εἶναι Συμβούλιον κοινῆς ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτὸ τῆς κοινῆς ἐμπιστοσύνης ἐπρότεινε πρὸς συμμετοχὴν τούς τέσσαρας ἀντιστρατήγους, οἱ ὁποῖοι χθὲς ἀπεστρατεύθησαν, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, ἀφοῦ ὑπῆρξεν ἡ ἡγεσία τῆς ἰδικῆς της ἐμπιστοσύνης; Ἰδοὺ διατὶ καὶ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἡ ἀποδοχὴ θὰ ὡδήγει εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, εἰς τὴν καθιέρωσιν τῆς σημερινῆς Ἀνωτάτης Στρατιωτικῆς ἡγεσίας. Τὸ ἀποτέλεσμα ἑπομένως κύριοι βουλευταί, εἶναι ὅτι ἔπειτα ἀπὸ περιπετείας ἐφθάσαμεν εἰς μίαν Ἀνωτάτην Στρατιωτικὴν ἡγεσίαν κοινῆς ἐμπιστοσύνης, ἐθνικῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν καὶ πλέον συγκεκριμένως καὶ πλέον ἀνεπιφυλάκτως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκδηλώσῃ, διὰ νὰ τὴν ἐνισχύσῃ ἠθικῶς πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ μεγάλου της ἔργου. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἐνῷ εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι εἰς τὴν οὐσίαν ἐκφράζομεν καὶ ἡμεῖς τὴν βαθεῖαν μας λύπην διὰ τὸν ἀτυχῆ χειρισμὸν τοῦ ζητήματος, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις. Διότι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τῆς δεκαετίας κατὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον τὸν ἐφήρμοσε καὶ ὁ ὁποῖος ἔδιδε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι θίγει τὸ κῦρος καὶ τὴν περιωπὴν τῆς Στρατιωτικῆς ἡγεσίας ἡ ὁποία ἀπεστρατεύθη. Οἱ ἀντιστράτηγοι οἱ ὁποῖοι ἀπεστρατεύθησαν ἔχουν προσφέρει καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν χώραν μεγάλας ὑπηρεσίας καὶ ἔπρεπε, ὅταν ὑποκύπτοντες εἰς τὸν φυσικὸν νόμον, ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν νὰ συνοδευθοῦν μὲ τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους. Δὲν ἐπετρέπετο ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀπεμακρύνθησαν νὰ δίδῃ τὸν χαρακτῆρα ἠθικῆς μομφῆς. Καὶ πράγματι αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα ἔλαβεν ὁ τρόπος τῆς ἀπομακρύνσεώς των, ὑπῆρξεν αἰφνιδιασμός. Ἔλαβεν τὴν μορφὴν μιᾶς συνωμοσίας, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ὑπόπτου πράξεως, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ συντελεσθῇ ἐν σπουδῇ. Καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Στάδιον, κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὴν ἐπίδειξιν τῶν Ἐνόπλων μας Δυνάμεων, καὶ σᾶς ἐξομολογοῦμαι τὴν προσωπικήν μου συγκίνησιν, ὅταν παριστάμενος ἐνώπιον τοῦ ὡραίου θεάματος τοῦ ἀνασυγκροτουμένου στρατοῦ μας καὶ βλέπω τὴν νέαν ἡγεσίαν, ἡ ὁποία δικαίως εἶχεν ἐκεῖ τὴν θέσιν της, ἐπειδὴ ἦτο ἐπίσης οὐσιώδης συντελεστὴς τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπανηγυρίζετο, διεπίστωνα μὲ βαθυτάτην ὀδύνην, ὅτι ἀπουσίαζον οἱ ἀνώτατοι ἡγέται τοῦ ἔργου τῆς ἀνασυγκροτήσεως. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἔπρεπεν ἑπομένως ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων — καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων θὰ ἔχῃ ἤδη συναισθανθῆ τὸ σφάλμα—θὰ ἔπρεπε ἐκ τῶν ὑστέρων τοὐλάχιστον νὰ ἐπιβεβαιωθῇ, ὅτι ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς ἀπερχομένους εἶναι ἀμέριστος, εἰς τρόπον ὥστε ἀπερχόμενοι τοῦ στρατοῦ νὰ μὴ κατέχωνται ἀπὸ τὴν ὀδύνην μιᾶς ἠθικῆς ἀποδοκιμασίας, ἀλλ’ ἀπὸ αἴσθημα ἠθικῆς ἱκανοποιήσεως. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς Μαντινείας ἀνέφερεν ἐπίσης ὀνομαστικῶς καὶ δύο ἀπὸ τοὺς νέους ἀντιστρατήγους. Θεωρῶ ἀτύχημα τὴν συζήτησιν περὶ ὡρισμένων ἀξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ Βήματος τῆς Βουλῆς, εἴτε πρὸς ἔπαινον, εἴτε πρὸς ψόγον. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον συγκεκριμένως ἀνεφέρθησαν καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ κύριος βουλευτὴς Μαντινείας ἠμφισβήτησεν καὶ τὰς ἐξαιρετικὰς των ἱκανότητας καὶ τὴν νομιμοφροσύνην των, εἶμαι ὑποχρεωμένος, διότι συνέβη οἱ δύο ἀναφερθέντες ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ νὰ ἔχουν ὑπηρετήσει ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐθνικῆς ἑνώσεως, νὰ παράσχω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, τὰς πληροφορίας ἐκ τῶν ὁποίων συνάγεται ὅτι πράγματι προσέφερον ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα. Θὰ ἔπρεπε πρῶτον νὰ δώσωμεν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ προαγωγή των δὲν συνετελέσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ ὀφείλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προσκομίσῃ τὰς ἀποδείξεις τῆς ἐξαιρετικῆς των ἱκανότητος. Ἡ προαγωγή των ἐπροτάθη παμψηφεὶ ἀπὸ τὸ ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἁπλῶς τὴν ἐνέκρινε. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον θὰ παρίστατο ἀνάγκη ν’ ἀναφερθοῦν καὶ αἱ ἐξαιρετικαὶ ὑπηρεσίαι, παρέχω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ στρατηγοὶ Βεντήρης καὶ Σπηλιωτόπουλος προσέφεραν πράγματι ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Χώραν. Ὁ στρατηγὸς Βεντήρης ὑπηρέτησεν εἰς ὅλους τοὺς ἀγῶνας τῆς Πατρίδος ἀπὸ τοῦ 1912, πάντοτε διακριθεὶς καὶ τρὶς τραυματισθείς. Μόνον εἰς ἕνα ἀγῶνα δὲν κατώρθωσε νὰ μετάσχῃ, εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ Ἀλβανικοῦ μετώπου, ὅπου ὅμως τρὶς ἱκέτευσε καὶ τρὶς ἀπεκρούσθησαν αἱ ἱκεσίαι του. Καὶ ἔπειτα ἦλθεν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν. Θὰ ἔλθῃ κύριοι συνάδελφοι, μία ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξιστορήσωμεν ἕκαστος τὴν πολιτείαν του εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν. Ὑπάρχει εἰς ὅσους δὲν εὑρέθησαν ἐκεῖ καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ πράγματα, ὑπάρχει μία ἐντύπωσις συγχύσεως τοῦ συνόλου τῶν Κυβερνήσεων τῆς Μέσης Ἀνατολῆς αἱ ὁποῖαι συνολικῶς παραδίδονται εἰς ἐπίκρισιν. Τότε θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία τῆς διακρίσεως. Τότε θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ καταστῇ καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν σαφὲς ὑπὸ ποίας συνθήκας ἡ μοῖρα μᾶς παρέδωσε τὴν εὐθύνην τῆς Ἑλλάδος, εἰς μίαν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς μὲν τὸ ἐσωτερικόν, ἡ τυραννία τοῦ κομμουνισμοῦ, διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου, εἶχεν ἀπολύτως ἐπιβληθῆ. (Χειροκροτήματα) εἰς δὲ τὴν Μέσην Ἀνατολήν, μετὰ τὴν στάσιν τοῦ Ἀπριλίου 1944, εἶχε διαλυθῆ ἡ ἔννοια τῆς Ἑλλάδος. Τότε ἀνελάβομεν τὴν εὐθύνην τῆς Πατρίδος. Τότε ἐχαράξαμεν τὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατάλυσιν τῆς τυραννίας τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ λαοῦ μας. (Χειροκροτήματα). Τότε ἐπεδόθημεν εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τῶν ἐνόπλων μας δυνάμεων καὶ ἐνεπιστεύθημεν τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ στρατοῦ μας εἰς τὸν στρατηγὸν Βεντήρην, ὁ ὁποῖος ἐπεδόθη μὲ ἱερὸν πάθος εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Καὶ ἀπὸ τὴν τέφραν ἀνέκυψεν ὁ φοῖνιξ τῆς ὀρεινῆς μας ταξιαρχίας καὶ ἀπὸ τὴν καταισχύνην τῆς στάσεως ἡ δόξα τοῦ Ρίμινι. Καὶ τὴν δόξαν ἐκείνην τοῦ Ρίμινι ὁ Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ ὕμνησε, τηλεγραφῶν, ὅτι «ἀνενέωσε τὸ ἔπος τῆς Ἀλβανίας». Καὶ ὅταν ὁ μέγας Βρεττανὸς Ἡγέτης ὑπῆρξεν ὑμνητὴς δὲν νομίζομεν ὅτι ἔχομεν ἡμεῖς ἐδῶ τὸ δικαίωμα νὰ γινώμεθα ἀρνηταί... Ἡ στρατιωτικὴ ἱστορία τοῦ στρατηγοῦ Σπηλιωτοπούλου ἀνεφέρθη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἑλληνικὴ τὸ θέρος τοῦ 1944 τοῦ ἐνεπιστεύθη τὴν στρατιωτικὴν ἐκπροσώπησιν ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ πολιτικοῦ ἐκπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως του κ. Φ. Μανουηλίδη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιτροπὴν προσετέθη βραδύτερον ἀποσταλεὶς ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Θεμιστοκλῆς Τσάτσος. Καὶ εἰς τὴν δυσχερεστάτην ἐκείνην ὥραν τῆς Πατρίδος ἀνέλαβε τὴν ἐπικίνδυνον ἐντολὴν μὲ ψυχραιμίαν, μὲ ἀφοβίαν, μὲ σύνεσιν καὶ τὴν ἤγαγεν εἰς αἴσιον πέρας. Εἶπε χθὲς ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ὁ κ. Ζαλοκώστας, ὁ ὁποῖος ἐξύμνησεν τὰ στρατιωτικὰ πρόσθετα καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ στρατηγοῦ Σπηλιωτοπούλου, εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζει κατὰ ποῖον τρόπον συνετελέσθη τότε ἡ ἀναίμακτος ἀπελευθέρωσις καὶ ἐτόνισε τὰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ Ἀττικῆς. Ἡ ἀναίμακτος ἀπελευθέρωσις ὑπῆρξεν ἔργον τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεώς μας, ἐκπρόσωπος ὅμως καὶ ἐκτελεστὴς αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τῆς ἀναιμάκτου ἀπελευθερώσεως, ὑπῆρξεν ὁ στρατηγὸς Σπηλιωτόπουλος καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτὴν προσέφερε πράγματι ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας. Κύριοι Βουλευταί, ἀκριβῶς διότι πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν σημερινὴν στρατιωτικὴν ἡγεσίαν τὴν κρίσιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἀκριβῶς διότι πρόκειται ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ νὰ ἀπομακρυνθοῦν χιλιάδες ἀξιωματικῶν, ἀποτελεῖ καθῆκον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀποτελεῖ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως οἱ ἀπομακρυνόμενοι ἀπέλθουν μετὰ τιμῶν καὶ ταὐτοχρόνως ἀπέλθουν κατωχυρούμενοι μὲ στοιχειώδη οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπομακρύνωμεν ἀπὸ τὸν στρατὸν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἰς πολλὰς περιστάσεις θὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἱκανοὶ μὲ ὅσους μένουν καὶ φεύγουν μόνον λόγῳ τοῦ πληθωρισμοῦ καὶ εἴς τινας περιστάσεις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι καὶ καλύτερον θύματα τῆς ἀτελείας τῆς ἀνθρωπίνης κρίσεως....... Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ τοὺς ἀπομακρύνωμεν ἀπὸ τὸν στρατὸν νὰ τοὺς στερήσωμεν τὴν χαρὰν τῆς ἐνεργοῦ ἐξυπηρετήσεως τῆς Πατρίδος, καὶ ταὐτοχρόνως νὰ τοὺς στερήσωμεν καὶ τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως. Ὁσαιδήποτε καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ εἶναι αἱ οἰκονομικαὶ συνέπειαι, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλουν τοὺς ἀπομακρυνομένους ἀξιωματικοὺς νὰ κατοχυρώσουν εἰς τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκφράζομεν τὴν ἀπορίαν μας, διατὶ ἡ Κυβέρνησις κατήργησε τὸν νόμον τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου. Ὁ νόμος τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου ἔχει ἀσφαλῶς καὶ ἐλαττώματα, ἀλλ’ ἔχει δύο μεγάλας ἀρετάς: Πρῶτον, δὲν θίγει ἠθικῶς καὶ δεύτερον παρέχει οἰκονομικὰ πλεονεκτήματα. Καὶ διὰ τοῦτο, φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν νόμον τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου, θὰ ἔπρεπε κατόπιν νὰ καθιερώσῃ μικρότερον ὅριον ἡλικίας διὰ τὸ σύνολον τοῦ στρατοῦ μας, διότι σήμερον τὸ ὅριον ἡλικίας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ μεγαλύτερον ὅλων τῶν στρατῶν τῆς Εὐρώπης. Καὶ διὰ τοῦτο, φρονοῦμεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε, προοδευτικῶς τοὐλάχιστον, νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ὅριον τῶν νεωτέρων στρατῶν, εἰς τρόπον ὥστε καὶ τὰ ἰδικά μας στελέχη νὰ εἶναι κατάλληλα καὶ νὰ δύνανται νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς δυσκόλους ἀπαιτήσεις τοῦ συγχρόνου πολέμου. Θὰ ἔπρεπε τέλος, φρονοῦμεν, νὰ καθιερωθῇ ἡ ὑγειονομικὴ ἐξέτασις τῶν ἀξιωματικῶν μετὰ πᾶσαν προαγωγήν, διότι καὶ τοῦτο θὰ ἀπετέλει καὶ ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν στελεχῶν καὶ ταὐτοχρόνως μίαν ἀνώδυνον μέθοδον ἀποσυμφορήσεως. Καὶ θὰ ἔπρεπεν ἐπίσης, φρονοῦμεν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ μὲ συμπάθειαν καὶ τὸ αἴτημα τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ἐφέδρων, ὅσοι εἶναι πράγματι ἄξιοι μονιμοποιήσεως, διότι εἰς τὰ κατώτερα στελέχη ὑπάρχουν ἀνάγκαι καὶ διότι οἱ ἔφεδροι εἶναι ἡ δόξα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εἰς τὸ Ἀλβανικὸν μέτωπον καὶ εἰς ὅλας τὰς φάσεις τῶν ἐθνικῶν μας ἀγώνων πρωταγωνίστησαν καὶ προσέφερον πάντοτε τὰς μεγαλυτέρας θυσίας. Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν, διότι κάμνομεν λόγον διὰ τὴν οἰκονομικὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἀξιωματικῶν μας, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ ἐπίσης μὲ στοργὴν καὶ τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ἱερῶν ἀναπήρων μας. Κύριοι Βουλευταί, αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπόψεις μας ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἦλθεν πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Φρονοῦμεν, ὅτι ἀντικειμενικὴ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων ὁδηγεῖ πράγματι εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατελήξαμεν. Καὶ εὐχόμεθα, ὅπως τὸ συμπέρασμα τοῦτο καταστῇ σήμερον ὁμοφώνως ἀποδεκτόν. Ἡ νέα ἡγεσία τοῦ στρατεύματος προέρχεται ἀπὸ τὴν διαδοχικὴν ἐμπιστοσύνην ὁλοκλήρου τοῦ Ἐθνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία θὰ πρέπει καὶ νὰ ἐκδηλωθῇ, κατὰ τρόπον ἀνεπιφύλακτον, ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διὰ νὰ τὴν ἐνισχύσῃ ἠθικῶς πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου της. Ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ἔνδοξος εἰς ὅλους του τοὺς ἀγῶνας τοῦ παρελθόντος, ἔχει ἐπιδοθῆ ἀπὸ ἑνὸς ἔτους εἰς τὴν ἀνασυγκρότησίν του. Ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου ἀξιωματικοῦ, ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τῆς Βρεταννικῆς ὀργανωτικῆς ἀποστολῆς, συντελεῖται τὸ ἔργον τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ στρατοῦ μας. Ὀφείλομεν νὰ ἀπευθύνωμεν πρὸς τοὺς Μεγάλους Συμμάχους μας, πρὸς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν, ἡ ἐνίσχυσις τῆς ὁποίας ἐπιτρέπει τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ στρατοῦ μας, τὴν θερμήν μας εὐγνωμοσύνην, καθὼς ἐπίσης καὶ πρὸς τὴν Βρεταννικὴν Ὀργανωτικὴν Ἀποστολήν, ἡ ὁποία ἔχει ἐπιδοθῆ μὲ ἀπαράμιλλον ζῆλον εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς ἀποστολῆς της. Ἀλλὰ ὀφείλομεν ἐπίσης καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπεδόθησαν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως, νὰ ἐκφράσωμεν τὸν Ἐθνικὸν ἔπαινον. Καὶ θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ συμφωνήσωμεν, ὅπως διὰ τὸ μέλλον καταργηθῇ καὶ ὁ κομματισμὸς καὶ ὁ παραγοντισμὸς οἱ ὁποῖοι ἐταλαιπώρησαν καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ Ἔθνος ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον γενεάν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπανέρχομαι εἰς τὴν πρότασιν τῆς πρώτης μου ὁμιλίας, ὅταν ἀπήντησα εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶπον τότε, ὅτι: Ὅπως ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐθνικῆς μας πολιτικῆς εἶναι ὑπερκομματική, καὶ ὑπάρχει πρὸς διαχείρισιν αὐτῆς ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, καθ’ ὅμοιον τρόπον θὰ πρέπει νὰ καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπὴ Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μετέχουν ὅλοι οἱ ἡγέται τοῦ Ἐθνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ διατηρῇ πάντοτε καὶ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν εὐθύνην. Ἀλλ’ ἡ συνεχὴς συζήτησις τοῦ θέματος θὰ ἐπιτρέπῃ ἀνταλλαγὴν σκέψεων, ἐνημέρωσιν, ἑνότητα γραμμῆς. Καὶ ἐὰν τοῦτο εἶχε συμβῆ μέχρι τοῦδε, ἀσφαλῶς, οὔτε εἰς μονοπλεύρους λύσεις, ὅπως ἡ λύσις τοῦ Ἰανουαρίου 1945, θὰ κατελήγομεν, οὔτε εἰς τοὺς αἰφνιδιασμούς, εἰς τοὺς ὁποίους κατέληξε πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων. Διότι θὰ εἶχεν ἐξασφαλισθῆ ἡ ἑνότης τῶν ἀπόψεων ὁλοκλήρου τοῦ Ἐθνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Καὶ ὁ στρατός μας, τὰ στελέχη μας, δὲν θὰ ἠσθάνοντο τότε τὴν ἀνάγκην νὰ στηρίζωνται εἰς μίαν μερίδα καὶ νὰ προφυλάσσωνται ἀπὸ τὴν ἄλλην. Θὰ στηρίζωνται εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Μόνον μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν καταλύεται καὶ ὁ κομματισμὸς καὶ ὁ παραγοντισμός. Καὶ ὁ Ἐθνικός μας στρατός, θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐπιδοθῇ ἀπερίσπαστος εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς μεγάλης, τῆς ἱερᾶς του ἀποστολῆς: Εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος... (Χειροκροτήματα). Ἐπιθυμῶ, ὅπως, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐνόπλων δυνάμεων λάβῃ τὸν λόγον, πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖαι εἶναι αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν προαγωγῶν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι αἱ προαγωγαὶ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἤδη ἀποφασισθῆ ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, πρέπει νὰ πραγματοποιηθοῦν. Ὁ γνώριμος ἑλληνικὸς φθόνος, ὁ ὁποῖος ἕως τώρα τὰς ἠμπόδισεν, εἶναι πλέον καιρὸς νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ χρέος τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἀξιῶν καὶ τῶν ἐξαιρετικῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν Πατρίδα. (Χειροκροτήματα).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§21Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα τοῦ στρατοῦ, κ. Βουλευταί, εἶναι θέμα μέγα καὶ λεπτόν. Ὅσο μεγαλύτερον εἶναι ἕνα θέμα, τόσον λιτώτεραι πρέπει νὰ εἶναι αἱ λέξεις μὲ τὰς ὁποίας δέον νὰ ἐπιχειρῆται ἡ ἀντιμετώπισίς του. Καὶ πρέπει νὰ εἶναι λιταὶ αἱ λέξεις μὲ τὰς ὁποίας ὀφείλομεν ν’ ἀντιμετωπίζομεν τὸ θέμα τοῦ στρατοῦ, διότι τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι μόνον μέγα, ἀλλὰ εἶναι καὶ θέμα ἐκτάκτως λεπτόν. Ἡ συζήτησις ὅπως διεξήχθη κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἀπὸ πολλῶν ἀπόψεων ὑπῆρξε λίαν διαφωτιστική, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, κ. βουλευταί, ὅτι ἐθίγησαν τὰ προβλήματα τοῦ στρατοῦ ὑπό τινος τῶν κ. συναδέλφων κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ θέματος καὶ πρὸς τὴν λεπτότητα τῆς ὑφῆς του. Προκειμένου περὶ θεμάτων, ὅπως εἶναι τὸ θέμα τοῦ στρατοῦ, θὰ ἦτο εὐτύχημα μέγα, ἐὰν καθίστατο δυνατή, ὅπως κατέστη δυνατὴ ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἐθνικῶν δικαίων, πλήρης τῆς Βουλῆς ἡ ὁμοφωνία. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ πλήρης ὁμοφωνία δὲν ἦτο δυνατὴ πάλιν πρέπει νὰ χαιρετίσω μετὰ ἐξαιρετικῆς ἱκανοποιήσεως τὸ γεγονός, ὅτι ἡ διαίρεσις ἡ ὁποία ἐσημειώθη ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ στρατοῦ, εἶναι διαίρεσις ἐγκαρσία καὶ ὄχι διαίρεσις κάθετος. Καὶ εἰς τὴν μίαν πτέρυγα καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὑπῆρξαν ὑποστηρικταὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ εἰς τὴν μίαν πτέρυγα καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὑπάρχουν βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦν τὴν ὀρθότητα τῶν μέτρων τούτων. Ἄς χαιρετίσωμεν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὡς δεῖγμα πολιτισμοῦ, διότι εἶναι οὐσιῶδες ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ στρατοῦ δὲν ἐσημειώθη διαίρεσις ἀναγομένη εἰς πολιτειακὰς καὶ πολιτικὰς ἀντιθέσεις, ἀλλὰ ἡ συνείδησις ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, ἐλειτούργησε κατ’ ἀπόλυτον ἐλεύθερον καὶ ἀτομικὸν τρόπον. Ἐθίγει τὸ πρόβλημα τὸ στρατιωτικόν, ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν ὁμιλητῶν, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἐνέπλεξεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὸν στρατόν. Ὅπως πρέπει νὰ εἶναι λιτὴ ἡ σκέψις, λιτὸν τὸ ὕφος, λιτὸν τὸ ἦθος τῶν ἀξιωματικῶν, ἔτσι, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ εἶναι λιταὶ καὶ αἱ ἐκφράσεις μας περὶ αὐτῶν, ἔτσι κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ εἶναι λιτὴ ἡ ὅλη τοποθέτησίς μας ἔναντι τοῦ προβλήματος τοῦ στρατοῦ. Ὁ ἐπερωτήσας τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, ἀνήκει εἰς τὴν πτέρυγα εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνήκω. Τὰ μέτρα ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ θέματος τὰ ἔλαβε Κυβέρνησις πρὸς τὴν ὁποίαν ἔντονος ἐξεδηλώθη ἡ ἀντιπολιτευτική μου διάθεσις. Ἐν τούτοις εἰς τὸ θέμα τοῦ στρατοῦ, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω πλήρως πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἐλέγξας τὴν Κυβέρνησιν ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ συμφωνήσω πρὸς τὴν ἄποψιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαβὼν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβε, ὡρμήθη ἀπὸ σκέψεις καὶ ὑστεροβουλίας κομματικάς. Καὶ εἶμαι τοσοῦτον μᾶλλον ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω τοῦτο καθ’ ὅσον γνωρίζω ὑπευθύνως καὶ ἑπομένως εἶμαι ὑποχρεωμένος ὑπευθύνως νὰ ἀνακοινώσω εἰς ὑμᾶς ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχον ἀποκρυσταλλωθῆ ὑπὸ μορφὴν συγκεκριμένης εἰσηγήσεως ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου. Καὶ εἶχον, κ. βουλευταί, ἀποκρυσταλλωθῆ ὡς εἰσηγήσεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν ὅπως βοηθήσουν εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Πρόκειται περὶ τῆς Βρεττανικῆς Στρατιωτικῆς Ἀποστολῆς ἡ ὁποία ἤδη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου εἶχε καταλήξει εἰς εἰσήγησιν μέτρων σχεδὸν ταυτιζομένη πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ στοιχειώδης πολιτικὴ τιμιότης μοῦ ἐπιβάλλει νὰ ἀνακοινώσω ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἀπεκρυσταλλώθησαν τὸν παρελθόντα Νοέμβριον καὶ τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον εἰσηγήσεως πρὸς ἐμέ, ὡς προέδρου τότε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα κατ’ ἀρχὴν τὰ εἶχον ἀποδεχθῆ. Καὶ τὸ τυχαῖον γεγονὸς ὅτι δύο ἡμέρας μετὰ τὴν εἰσήγησιν, ἡ ὁποία μοῦ ἐγένετο, ἡ Κυβέρνησις ἡ βραχύβιος τῆς ὁποίας προϊστάμην ἠναγκάσθη νὰ παραδώσῃ τὴν ἀρχήν, τὸ τυχαῖον αὐτὸ γεγονός, δὲν μὲ ἀπαλλάσσει κ. βουλευταί, τῆς εὐθύνης διὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον καὶ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον προλάβει νὰ θέσω εἰς ἐφαρμογήν. Τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀφοροῦν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀρχὴν τῆς δεκαετίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἐπιλογὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν ὅπως προαγόμενοι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου, ἀναλάβουν τὴν νέαν ἡγεσίαν τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἀρχὴ τῆς δεκαετίας ἦτο ἀρχὴ ἡ ὁποία εἶχεν ἀναγνωρισθῆ πρὸ πολλοῦ ἤδη ὡς ἀναγκαία. Τὰ κριτήρια τῆς ἡλικίας, κύριοι βουλευταί, εἶναι κριτήρια σκληρά, ἀλλὰ εἶναι κριτήρια ἀσυγκρίτως ὀλιγώτερον σκληρὰ ἀπὸ οἱαδήποτε ἄλλα κριτήρια ποιοτικῆς ἐπιλογῆς. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἀσυγκρίτως ἠπιώτερα ἀπὸ τὰ κριτήρια τῆς ποιοτικῆς ἐπιλογῆς, ἀλλὰ εἶναι τὰ μόνα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουν ἀφορμὴν εἰς ἀντικειμενικήν, εἰς ἀπολύτως ἀντικειμενικὴν κρίσιν, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἡλικίας, ἡ ἀντικειμενικότης ὑπάρχει δεδομένη εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν φύσιν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιδιωχθῇ εἰς τὴν σκέψιν τῶν κριτῶν. Κύριοι βουλευταί, θεωρῶ τὸ θέμα τῆς δεκαετίας ὡς ἐξαντληθέν. Τὰ περισσότερα τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα συνηγοροῦν ὑπὲρ αὐτῆς, ἀνεπτύχθησαν κατὰ τρόπον ἐπιτυχῆ, καὶ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελα καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω εἶναι τοῦτο: Ἅπαντες οἱ συνταγματάρχαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ἔχουν ἡλικίαν ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὸ 50ὸν ἔτος. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀναγέννησις τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀναπνοὴ τοῦ στρατεύματος, ἂν δὲν ἐπήρχετο μία ἀποσυμφόρησις βαθεῖα, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἀποσυμφόρησις ἐπιβαλλομένη διὰ λόγους ψυχολογικούς, ἠθικοὺς καὶ τεχνικούς. Κύριοι βουλευταί, ἐκαλεῖτο λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἐθέσπισε τὴν 10ετίαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῶν ὑποστρατήγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ κατελάμβανον τὰς θέσεις τῶν ἀντιστρατήγων καὶ θά ἀπήρτιζον τὸ νέον Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Ἀνεπτύχθη δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον, βάσει ἰδιοτύπου βέβαια ἀπαρτίας, προέβη εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰς θέσεις τῶν ἀντιστρατήγων, ἤντλησε τὰ ὀνόματα τούτων ἀπὸ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον εἶχε καταρτίσει τὸ προηγούμενον Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Πράγματι τοῦτο, κύριοι βουλευταί, εἶναι γεγονός. Τὸ προηγούμενον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον προέκρινε 11 ὑποστρατήγους διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐθνικῆς Ἀμύνης προέκρινε μεταξὺ τῶν 11 τοὺς 6 ἐξ αὐτῶν. Κύριοι βουλευταί, οἱ πέντε οἱ ὁποῖοι δὲν προεκρίθησαν δὲν θίγονται. Οἱ δύο ἐξ αὐτῶν ὑπάγονται εἰς τὴν δεκαετίαν, οἱ τρεῖς ἄλλοι ἐξεπλήρωσαν κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὅπως ἄλλωστε καὶ παλαιότερον κατὰ τρόπον λίαν ἔντιμον τὸ πρὸς τὴν πατρίδα των καθῆκον, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην ἐκ τῶν 11 μόνον 6 ἐχωροῦσαν εἰς τὰς ὀργανικὰς θέσεις τῶν 6 ἀντιστρατήγων καὶ ὅπως ἐτονίσθη ὡς τοιούτους 6 ἐξέλεξε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον συγκεντρώσει ὑπὲρ αὐτῶν εἰς τὸ προηγούμενον Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἀπόλυτον ὁμοφωνίαν. Ἐπειδὴ ἐθίγη τὸ ὄνομα τοῦ στρατηγοῦ Σπηλιωτοπούλου, εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ἐπεξηγῶν ὑπαινιγμὸν εἰς τὸν ὁποῖον προέβη χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κ. Ζαλοκώστας ὅτι ὅταν κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1942, διαφυγὼν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, μετέβην εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν καὶ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀπηυθύνθην πρὸς πέντε συνταγματάρχας καὶ δὴ κατὰ πρῶτον λόγον πρὸς τὸν τότε συνταγματάρχην καὶ νῦν ἀντιστράτηγον κ. Σπηλιωτόπουλον. Καὶ οἱ πέντε αὐτοὶ συνταγματάρχαι, ὁ συνταγματάρχης Σπηλιωτόπουλος, ὁ συνταγματάρχης καὶ νῦν ἀντιστράτηγος Λιόσης, ὁ συνταγματάρχης Κιτριλάκης ὁ συνταγματάρχης Φιλιππίδης καὶ ὁ συνταγματάρχης Τσακαλῶτος, ὁ μετὰ ταῦτα διοικητὴς τῆς Ταξιαρχίας τοῦ Ρίμινι, ἀπεδέχθησαν πάραυτα τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτοὺς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ δυσχερεστάτην καὶ ἐπικίνδυνον ἀποστολὴν καὶ καθ’ ὁλόκληρον τὸ διάστημα τοῦ δεκαμήνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπηρέτησα τὴν Πατρίδα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκον των κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἀξίζει τὸν δημόσιον ἔπαινον. (Χειροκροτήματα).
§22Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ ὑπῆρχεν ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος θὰ ἠρνεῖτο τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς;
§23Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ γενικεύσετε τόσον πολὺ τὸ ἐρώτημα; Ὑπῆρξαν καὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι συνειργάσθησαν μὲ τὸν ἐχθρόν. Δὲν ἠμπορῶ νὰ γενικεύσω τὸ ζήτημα. Τὰ πρόσωπα πάντως, τὰ ὁποῖα ὑπονοεῖτε ἀσφαλῶς θὰ ἔκαμνον τὸ καθῆκον των.
§24Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Καὶ σεῖς δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐξειδικεύετε.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προέβην εἰς μίαν ἀνακοίνωσιν τὴν ὁποίαν ὤφειλον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ἐθίγησαν τὰ ὀνόματα ὄχι μόνον τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν 5 συνταγματαρχῶν ἀλλὰ καὶ ἑτέρων ἐξ αὐτῶν. Καὶ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν κάτι τὸ ὁποῖον ἀνήκει μὲν εἰς τὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀκόμη γραφῆ.
§26Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Πάντως ἡμεῖς, δὲν ἀρνούμεθα ὅτι εἶναι ἄξιοι ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης εἰπόντες τὰ ὅσα εἴπωμεν.
§27Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῶν ἀντιστρατήγων καὶ εἰς τὰς τοποθετήσεις τῶν ἓξ (6) εἰς τὰς θέσεις τὰς ὁποίας ἀπὸ εἰκοσαημέρου κατέχουν, δὲν ὡρμήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν παρὰ μόνον ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν εἶχε ἤδη λάβει τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, τὸ προηγούμενον, καὶ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία ἐπέβαλε ὁπωσδήποτε τὴν ἀνανέωσιν τῶν ἀνωτάτων στελεχῶν. Καὶ ἤδη, κύριοι Βουλευταί, ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ νέου Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ νέον Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἔχει καὶ τὴ συνήθη ἁρμοδιότητά του, ἔχει ὅμως καὶ ἁρμοδιότητα ἔκτακτον καὶ μεταβατικήν. Βάσει τοῦ Ν. Δ. τῆς 24 παρελθόντος Ἀπριλίου τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, τὸ νέον ἔχει καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ μας, δηλαδὴ τῆς θεσπίσεως τῶν κανόνων βάσει τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ νέου μας στρατοῦ. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι Βουλευταί, καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προλαβοῦσα, σπεύσασα καὶ δημοσιεύσασα τὰ Νομοθετικὰ ταῦτα Διατάγματα πρὶν ἢ συγκροτηθῇ ἡ Βουλή εἰς Σῶμα, προέβη εἰς πρᾶξιν ἡ ὁποία αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν εἶναι ἀξία μομφῆς. Ἀλλ’ ἀκόμη βαρυτέρα πρέπει, νὰ εἶναι ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν θὰ διατυπώσωμεν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἰδιότυπον χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχεν ἢ ἐνόμιζεν ὅτι εἶχεν ὅπως ἐκδίδῃ εἰς τῆς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς Νομοθετικὰ Διατάγματα. Δὲν ἠρκέσθη δηλαδὴ εἰς τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἀλλ’ ἐξέδωσε Νομοθετικὰ Διατάγματα διὰ τῶν ὁποίων προκαταβολικῶς ἐστέρησε, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἐστέρησε τὴν Βουλὴν τῆς δικαιοδοσίας τὴν ὁποίαν, φυσικῷ δικαίῳ καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔχει. Ἡ βία αὐτή, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἀσφαλῶς ὁ κύριος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐδημιουργήθη ὁ σάλος περὶ τὸ στρατιωτικὸν θέμα. Ἀλλ’ ἡ βία αὐτή, ἡ ἀδικαιολόγητος, εἶναι δυνατὸν νὰ κολασθῇ, τὰ ἀποτελέσματα τῆς βίας αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ κολασθοῦν διὰ νέων νόμων τοὺς ὁποίους νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Ἤδη τὸ πρόβλημα τοῦ Α.Σ.Σ. τὸ ὁποῖον καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤμουν ἀπολύτως βέβαιος, θὰ ἐλύετο κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἤδη τὸ πρόβλημα τοῦτο ἐλύθη. Καὶ νομίζω ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐλύθη, τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον θὰ προέκυπτε ἐκ τῆς δημιουργίας νέας ἐκκρεμότητος, τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον θὰ προέκυπτε ἐκ τοῦ κλονισμοῦ τοῦ κύρους τοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς ἐπανεξετάσεως τῶν διαφόρων προσωπικῶν περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι συνδέονται ὄχι μόνον μὲ τοὺς ἀντιστρατήγους ἀλλὰ καὶ τοὺς συνταγματάρχας, οἱ ὁποῖοι προαλείφονται διὰ τὴν θέσιν τοῦ ὑποστρατήγου, τὸ κακὸν τοῦτο θὰ ἦτο ἀσυγκρίτως μεγαλύτερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σημειοῦται σήμερον, ὁπότε ἡ Βουλή, εὑρεθεῖσα ἐνώπιον τοῦ τετελεσμένου γεγονότος, ἀναγκάζεται σεβομένη τὸν στρατόν, νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ νὰ σιωπήσῃ. Τὸ κακὸν τῆς σιωπῆς μας εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, θὰ εἶναι κακὸν ἀσυγκρίτως μικρότερον ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ θὰ προκύψῃ ἂν ἀποφασίσωμεν τὴν νέαν τοῦ στρατοῦ ἀναστάτωσιν. Ὁ στρατός, κύριοι βουλευταί, ἀποτελεῖ τὸν μόνον τομέα τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου, εἰς τὸν ὁποῖον τομέα ἐσημειώθη πράγματι, καὶ ἐσημειώθη κατὰ τρόπον θαυμαστόν, πλήρης σχεδὸν ἀνασυγκρότησις. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι ὁ τομεὺς τοῦ στρατοῦ εἶναι ὁ μόνος, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸν ὁποῖον ἐσημειώθη πράγματι πλήρης ἀνασυγκρότησις, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἅπαντας.—εἴτε εὑρίσκονται εἰς τὴν μίαν πτέρυγαν, εἴτε εἰς τὴν ἄλλην — ἀπόλυτον σεβασμὸν ἔναντι τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἐπετελέσθη, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ ἀποσιώπησιν ἀκόμη τῶν οἱωνδήποτε μειονεκτημάτων τὰ ὁποῖα εἶχον αἱ τελευταῖαι ἀποφάσεις (χειροκροτήματα), διὰ νὰ ἐκδηλωθῇ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος πράγματι νὰ ἔχῃ ἀπήχησιν εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, ἡ θέλησις ἡ ἑνιαία τοῦ Ἔθνους, σχετικῶς μὲ τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ στρατοῦ μας. Ἠμπορεῖ νὰ διαφωνήσωμεν καὶ εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἠμπορεῖ νὰ διαφωνήσωμεν εἰς ὅλα, κύριοι βουλευταί, ἀλλ’ εἰς τὸ θέμα τῶν ἐθνικῶν δικαίων ἀφ’ ἑνὸς καὶ εἰς τὸ θέμα τῶν ἐνόπλων δυνάμεων ἀφ’ ἑτέρου, πρέπει νὰ εἶναι πλήρης ἡ ὁμοφωνία μας, ἔστω καὶ ἐξαγοραζομένη διὰ τῆς ἀποσιωπήσεως, οἱωνδήποτε πικριῶν, σκέψεων καὶ αἰσθημάτων τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γεννῶνται μέσα μας. (Χειροκροτήματα). Διότι ὅλα τὰ μέτρα, κύριοι βουλευταί, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι, θίγουν πρόσωπα. Εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 6 π. χ. πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ χωρέσουν, κύριοι βουλευταί, περισσότεροι τῶν 6; Ὑπάρχουν ἀσφαλῶς —καὶ θὰ ἦτο δραματικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα ἂν δὲν ὑπῆρχον—ὄχι 6 καλοὶ ὑποστράτηγοι, ἱκανοὶ διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου, ὄχι 16, ἀλλὰ 56, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι θὰ πρέπει, ὁσάκις παραλείπονται—καὶ εἶναι εὐχάριστον ὅτι καὶ οἱ παραλειπόμενοι εἶναι ἄξιοι καὶ καλοὶ—ὁσάκις παραλείπονται καλοί, ἔστω καὶ ἐξ ἴσου καλοί, ὅπως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα νὰ ἀνάγεται εἰς ζήτημα ἀμφισβητήσεως τοῦ κύρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν τὴν λεπτοτάτην καὶ ὑπερτάτην ἀποστολὴν τῶν ἡγετῶν τοῦ στρατοῦ. (Χειροκροτήματα). Τὰ μέτρα, λοιπόν, αὐτὰ—εἶναι μία ἔκκλησις τὴν ὁποίαν διατυπώνω πρὸς ὅλους ὅσοι διαφωνοῦν πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν μέτρων—δὲν πρέπει πλέον νὰ θιγοῦν, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέτρων τούτων κατέληξεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τρόπον ἀντικανονικόν, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Σώματος. Ἀλλά, κ. βουλευταί, εἶναι προτιμότερον νὰ μείνῃ ἄθικτος ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ στρατοῦ μας. Ἡμεῖς τασσόμεθα νὰ ὑπερασπίσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκεῖνον, διότι καὶ ἐκεῖνος τάσσεται εἰς μεγάλας καὶ κρισίμους στιγμὰς νὰ ὑπερασπίσῃ ὅλους μας. (Χειροκροτήματα), Ἀλλὰ εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπετίμησαν τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν ἀντικανονικότητα, τὴν νομικὴν καὶ τὴν συνταγματικήν, τῶν βημάτων τὰ ὁποῖα ἐσημείωσε προβᾶσα εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα καὶ ἐπετίμησαν τὴν Κυβέρνησιν, ἐγὼ ὁ ἀντιπολιτευόμενος, ἔχω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήματος: Ὅταν, κ. βουλευταί, δὲν ψέγετε τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ρυθμίζει ὁριστικῶς τὸ πρόβλημα τὸ μέγα, τὸ παμμέγιστον, τοῦ Ἀστικοῦ μας Κώδικος· ὅταν δὲν ψέγετε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον, προτοῦ συνέλθωμεν ὅλοι ἡμεῖς ἐδῶ, προέβη εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς Διοικήσεως τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, ψέγετε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον προέβη εἰς τὴν λῆψιν ἑνὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον ἀφ’ ἑνὸς μὲν τιμᾷ ἐξόχους Ἕλληνας ἀξιωματικούς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀνταποκρίνεται εἰς παλαιάς, ἀπὸ ἑξαμήνου, εἰσηγήσεις τῆς κατ’ ἐξοχὴν ἁρμοδίας ἀρχῆς, δηλαδὴ τῆς Βρεττανικῆς Ἀποστολῆς; Κύριοι Βουλευταί, χρειάζεται γραμμὴ καὶ ἀπόλυτος συνέπεια καὶ ἀκολουθία εἰς τὰς ἐκδηλώσεις σας καὶ τὰς κινήσεις σας. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ παραγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, νὰ τὴν γεννήσῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸ θέμα τὸ στρατιωτικόν. Τὸ θέμα τὸ στρατιωτικὸν δὲν πρέπει νὰ προκαλῇ αἰσθήματα ἀγανακτήσεως. Τὸ θέμα τὸ στρατιωτικὸν πρέπει νὰ προκαλῇ σκέψεις ψυχραίμους, σκέψεις συνετάς. Καὶ ἡ μόνη συνετὴ σκέψις εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προηγουμένως διετύπωσα: Ἐφόσον τὰ μέτρα ἐλήφθησαν καὶ ἐφ’ ὅσον κατ’ ἀρχὴν τὸ περιεχόμενον τῶν μέτρων τούτων εἶναι περιεχόμενον, τὸ ὁποῖον υἱοθετοῦμεν καὶ θεωροῦμεν ἠθικῶς ἀπρόσβλητον, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει, λόγῳ συνταγματικῶν ἢ ἄλλων ἀφορμῶν, νὰ προκαλέσωμεν, ἀναστατοῦντες τὸν στρατόν, τὴν ἐπανεισαγωγὴν τοῦ ὅλου ζητήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Θὰ εἰσαχθῇ, βεβαίως, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἐπικυρώσεως τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ τονίσω, ὅτι θὰ εἶναι ἀνάγκη ἄνευ πολλῶν συζητήσεων νὰ προβῶμεν εἰς τὴν υἱοθέτησιν καὶ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν. (Χειροκροτήματα). Εἶπον ὅμως ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ δυνατότης, χωρὶς νὰ κλονισθῇ ὁ στρατὸς καὶ χωρὶς νὰ μεταβληθοῦν, κατ’ ἀρχὴν τοὐλάχιστον, τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις καὶ κυρίως τὰ δύο, τῆς 24ης Ἀπριλίου καὶ τῆς 11ης Μαΐου, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν λῆψιν ὡρισμένων μέτρων, τὰ ὁποῖα νὰ ἐξουδετερώσουν τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν μοιραίως συνυφασμένα μὲ τὰ ληφθέντα μέτρα. Τὸ κύριον μειονέκτημα, κ. βουλευταί, ἂς τὸ εἴπωμεν κατὰ τρόπον ἀνοικτὸν καὶ ἀπερίφραστον, δὲν εἶναι οἱονδήποτε μειονέκτημα συνδεόμενον μὲ τὴν τεχνικὴν συγκρότησιν τοῦ στρατοῦ. Τὸ κύριον μειονέκτημα εἶναι ἠθικόν. Ἐθίγησαν πρόσωπα ἄξια τῆς τιμῆς καὶ τοῦ ἐπαίνου μας. Τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ θελήσῃ, εἰσηγούμενος τὰ σχετικὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν, νὰ τὰ τιμήσῃ. Καὶ ρίπτω τὴν ἰδέαν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, πρῶτον, νὰ δοθῇ, ὅπως ἔχει δοθῆ εἰς τοὺς ἡγέτας μονάδων τοῦ 1912–1922, νὰ δοθῇ εἰς ὅλους τοὺς ἡγέτας μεγάλων μονάδων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ τελευταίου πολέμου, ἀπὸ τὸ 1940 μέχρι τὸ 1945, ἐφ’ ὅσον οἱ ἡγέται τῶν μεγάλων αὐτῶν μονάδων δὲν προέβησαν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι τυχὸν ἐξουδετέρωσαν τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν τοὺς παρέσχε τὸ Ἔθνος ἀναθέτον εἰς αὐτοὺς τὴν διοίκησιν μεγάλων μονάδων νὰ τοὺς χορηγηθῇ ἐφ’ ὅρου ζωῆς σύνταξις ἰσουμένη πρὸς τὸν μισθὸν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ συναδέλφων των. Εἶναι καθῆκον τοῦ Ἔθνους ὅσοι ἡγήθησαν μεγάλων μονάδων νὰ ἔχουν καθ’ ὅλην τὴν ζωήν των θέσιν, ἁρμόζουσαν εἰς τὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον κατέχουν καὶ εἰς τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν προσέδωσαν εἰς τὸν βαθμόν των. Δεύτερον, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεσπισθῇ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, μία ἰδιότυπος μονιμότης, ἀλλὰ μόνον μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας. Αὐτὸ ἀφορᾷ δηλαδὴ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, καταληφθέντες ὑπὸ τῆς δεκαετίας, δὲν ἔχουν συμπληρώσει τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Μέχρι, λοιπόν, συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας νὰ θεωρηθοῦν, ἅπαντες οἱ διοικήσαντες μεγάλας μονάδας κατὰ τὸ διάστημα τῶν πέντε ἐτῶν τοῦ πολέμου, νὰ θεωρηθοῦν ἀνήκοντες εἰς κατάστασιν εἰδικῆς μονιμότητος. Αὐτό, κ. βουλευταί, ἔχει καὶ μίαν ἄλλην σημασίαν. Ἐὰν ἡ Βουλή, εἴτε κατ’ εἰσήγησιν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε κατὰ πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ συνοδευθῇ μὲ νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν οἱωνδήποτε βουλευτῶν, καταλήξῃ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς διακρίσεως μεταξὺ τῶν δύο πινάκων, τοῦ Α καὶ τοῦ Β, θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πρέπει ἀξιωματικοὶ — καὶ συγκεκριμένως ὑποστράτηγοι καὶ συνταγματάρχαι — ἀρχαιότεροι τῶν μετεχόντων τοῦ σημερινοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, νὰ κριθοῦν ὑπὸ τούτων. Αὐτὸ βεβαίως, κ. βουλευταί, ἀποκλείεται. Δὲν εἶναι νοητὸν νὰ κρίνουν οἱ νεώτεροι τοὺς ἀρχαιοτέρους. Εἶναι δύσκολον νὰ κρίνουν κατ’ ἀρχὴν τοὺς συμμαθητάς των, ἀσχέτως ἂν εἶναι ἀρχαιότεροι ἢ νεώτεροι. Ἑπομένως, ἐὰν καταλήξωμεν — καὶ τὸ θέμα εἶναι κρίσιμον καὶ λεπτὸν καὶ πρέπει νὰ τύχῃ μιᾶς ἐξαιρετικὰ προσεκτικῆς μελέτης — ἐὰν καταλήξωμεν, εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δύο πινάκων, τότε, κατ’ ἀνάγκην, θὰ πρέπει ὡρισμένοι ἀνώτατοι ἀξιωματικοί, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀνάγκην τῆς θεσπίσεως αὐτῆς τῆς ἰδιοτύπου μονιμότητος, ἀνήκοντες εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν, νὰ χρησιμοποιοῦνται, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, ὡς μέλη τοῦ Α.Σ.Σ., ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’ ὃν ἀριθμὸν θὰ ἀπέχουν συνεδριάσεων τοῦ Α.Σ.Σ. οἱ νεώτεροι τῶν κρινομένων. Θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν δύο ἢ τρεῖς ἐκ τῶν νῦν ἀντιστρατήγων θὰ πρέπει νὰ μὴ λάβουν μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν, ὁπότε οἱ δύο ἢ τρεῖς αὐτοὶ — ἢ καὶ ἅπαντες εἰς ἣν περίπτωσιν κρίνεται κάποιος ἀρχαιότερος ὅλων — θὰ πρέπει νὰ ἀντικαθίστανται ὑπὸ ἀντιστρατήγων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν ὑπηρέτησαν τὸν τόπον, εἴτε ἐν πολέμῳ, εἴτε καὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ τελευταίου ἔτους. Διότι καὶ ἡ περίοδος αὐτὴ ἐσήμανε διὰ τοὺς ἀντιστρατήγους, οἱ ὁποῖοι ἀνεκλήθησαν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1945 εἰς τὴν ἐνέργειαν, περίοδον ὀργανωτικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία τιμᾷ αὐτούς.
§28Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, ἔχω ὑποβάλει ἓν νομοσχέδιον, σχετικῶς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεώς σας, διὰ τοὺς διοικήσαντας μεγάλας μονάδας ἐν τῷ Ἀλβανικῷ πολέμῳ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεώς σας, τῆς εἰδικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἐνεργείας ὡρισμένων ἀξιωματικῶν, αὐτὸ τὸ ζήτημα, μελετᾶται, διότι, ὅπως καταλαβαίνετε εἶναι δυσχερὲς ζήτημα, καὶ προσπαθοῦμεν νὰ εὕρωμεν μίαν λύσιν.
§29Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι πολὺ εὐτυχής, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ρυθμίζεται τὸ ζήτημα τῶν διοικησάντων μεγάλας μονάδας. Λυποῦμαι μόνον διότι προβαίνει εἰς τὴν χρονολογικὴν ἐντόπισίν του μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ 1940–41. Θὰ παρακαλέσω μόνον νὰ γενικεύσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ πολέμου. Διότι πόλεμος ὑπῆρξε — καὶ ὑπῆρξεν ὑπὸ μορφὴν ἡ ὁποία εἶναι ἄφθαστος — ἡ Ἀλβανία, πόλεμος ὑπῆρξεν ἡ Μακεδονία, πόλεμος ὑπῆρξεν ἡ Κρήτη, πόλεμος ἡ Κατοχή, πόλεμος τὸ Ἐλ–Ἀλαμέϊν, πόλεμος τὸ Ρίμινι, πόλεμος ὁ Ἱερὸς Λόχος. Δὲν νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ προβαίνωμεν εἰς ἀντιδιαστολὴν τῶν δύων περιόδων, τῆς περιόδου τοῦ 1940–41 καὶ τῶν μετέπειτα μεγάλων ἐκδηλώσεων τοῦ Ἔθνους. Καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν τὴν μετέπειτα περίοδον νὰ τὴν συνδέωμεν μόνον — καὶ αὐτὸ δυστυχῶς συμβαίνει εἰς τὰ διάφορα ἀναγνώσματα τῶν ἐφημερίδων— νὰ συνδέωμεν τὴν μετέπειτα περίοδον μόνον καὶ μόνον μὲ τὰ κινήματα καὶ τὰς δραματικὰς συσπάσεις τοῦ Ἐθνικοῦ μας Ὀργανισμοῦ. Ἐκτὸς τῶν δραματικῶν συσπάσεων τοῦ Ἐθνικοῦ μας Ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος συναπαρτίζει μὲ ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην ἑνιαῖον παθολογικὸν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος ὑπέκειτο καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου—καὶ ὑπόκειται ἀκόμη—εἰς σπασμοὺς κρισίμους, ἐκτὸς αὐτῶν ὑπάρχουν καὶ αἱ μεγάλαι σελίδες, τὰς ὁποίας, παρὰ τὰ κινήματα καὶ τὰς ἀντεθνικὰς ἐνεργείας, κατώρθωσε τὸ Ἔθνος μας νὰ γράψῃ καὶ μετὰ τὸ 1941. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελα καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω, ὅπως ἐξέφρασαν καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν προλαλησάντων, τὴν λύπην μου διότι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους σκεπτόμεθα νὰ τιμήσωμεν διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προετοιμάζομεν, δὲν ἐτιμήθησαν καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὴν 15ην Μαΐου. Ὑπῆρξε τοῦτο παράλειψις, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, βαρεῖα. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἴμεθα ἀκόμη περισσότερον ὑποχρεωμένοι, προσπαθοῦντες νὰ ἄρωμεν καὶ ἐξουδετερώσωμεν τὴν παράλειψιν αὐτήν, νὰ δημιουργήσωμεν τὰς προϋποθέσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ ἡ ἀνασυγκρότησις τοῦ κύρους ὄχι αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἐθίξαμεν, ἀλλὰ αὐτοῦ τούτου τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ προσώπῳ των ἐθίγη. Καὶ ἐθίγη ὁ στρατὸς ἐν τῷ προσώπῳ ὄχι μόνον ἐκείνων τῶν Ἀντιστρατήγων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τρόπον ἔντιμον ὑπηρέτησαν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος εἰς αὐτόν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν διῴκησαν ἐν Ἀλβανίᾳ καὶ τοὺς ὁποίους δὲν εἶδον εἰς τὸ Στάδιον κατὰ τὴν μεγάλην καὶ ὡραίαν ἐκείνην ἑορτήν. Τὸ τελευταῖον, κ. βουλευταί, θέμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ θίξω, εἶναι τὸ θέμα τῆς ἐκτάκτου ἁρμοδιότητος τοῦ Α.Σ.Σ. Τὸ ὅτι βεβαίως τὸ Α.Σ.Σ., ἐφ’ ὅσον θὰ μείνῃ συντεθειμένον ὡς ἔχει θὰ ἔχῃ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς κρίσεως ἐφ’ ὅλων τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν, αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι αὐτονόητον καὶ δὲν χρειάζεται ἐπιχειρηματολογία, διὰ νὰ στηρίξω τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκτακτον ἀποστολὴν καὶ ἁρμοδιότητα, ἐκείνην τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ Ν. Δ. τῆς 24ης Ἀπριλίου, περὶ αὐτῆς ἔχω, κ. βουλευταί, νὰ εἴπω τὰ ἀκόλουθα: Τί σημαίνει ἡ ἁρμοδιότης αὐτή; Τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ ρυθμίσωμεν ἡμεῖς καὶ τὸ ὁποῖον, βεβαίως, ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσωμεν, ὅτι θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Α.Σ.Σ.; Πρόκειται περὶ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, νέου κατὰ τύπους καὶ ὄχι κατ’ οὐσίαν, διότι πράγματι, οἱ περισσότεροι κανόνες, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ θεσπισθοῦν, ἔχουν ἤδη ἐφαρμοσθῆ. Πρόκειται περὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ μας εἰς νέας μορφάς, ὅπλα δηλαδή, Σώματα καὶ Ὑπηρεσίας. Πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνεται ἡ ἐπιλογὴ τῶν διαφόρων ἀξιωματικῶν εἰς τοὺς διαφόρους τούτους τομεῖς. Πρόκειται, ἐν μιᾷ λέξει, περὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα θὰ πρέπει τάχιστα νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς—διότι, βεβαίως, κακῶς ἡ Κυβέρνησις προέβη ἐν ἀγνοίᾳ ἡμῶν εἰς τὴν ἔκδοσίν του—νὰ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς τὴν ἐξουσιοδότησιν, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει. Δὲν εἶναι πράγματι δυνατόν, κ. βουλευταί, ἐπὶ τόσων λεπτῶν καὶ κρισίμων τεχνικῶν προβλημάτων, ὅπως εἶναι τὰ προβλήματα τῆς συγκροτήσεως καὶ διαρθρώσεως τοῦ νέου μας στρατοῦ, νὰ συζητοῦμεν ὅλοι, νὰ ἀναπτύσσωμεν θεωρίας καὶ νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν ἐπίδειξιν τῶν ἰδιαιτέρων στρατιωτικῶν μας γνώσεων. Δὲν νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι πρόκειται περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὁ στρατός μας—καὶ αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες—διὰ τοῦ νέου του Ὀργανισμοῦ πρόκειται νὰ προσαρμοσθῇ κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸν Ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος διέπει τὸν Βρεττανικὸν στρατόν. Κύριοι βουλευταί, νὰ ἀμφισβητήσωμεν ἡμεῖς τὴν ὀρθότητα τῶν διαφόρων ἀρχῶν καὶ δογμάτων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ὁ Ὀργανισμὸς τοῦ Βρεττανικοῦ στρατοῦ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν. Ὁ Ὀργανισμὸς ἐκεῖνος εἶναι Ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος ἐδοκιμάσθη εἰς μίαν περίοδον ὑπερόχων ἀγώνων εἰς ὅλα τὰ τμήματα τοῦ κόσμου, εἰς ὅλα τὰ πεδία, εἰς ὅλους τοὺς γεωγραφικοὺς τομεῖς καί, ἑπομένως, ἔχει τὴν εὐλυγισίαν, τὴν εὐκαμψίαν ἐκείνων, τὴν προσαρμοστικότητα ἐκείνων, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς θὰ εἶναι ἀνωτέρα οἱασδήποτε, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θὰ αὐτοσχεδιάσωμεν. Κύριοι βουλευταί, ὁ στρατὸς πρέπει νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν μεγάλων καὶ ἱερῶν παραδόσεων, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τοὺς πολέμους ἀπὸ τοῦ 1912 μέχρι τοῦ 1941. Αἱ παραδόσεις αὐταὶ πρέπει νὰ ἐμπνέουν τὰς συνειδήσεις μας εἰς τὸ ἄπειρον τοῦ χρόνου. Ἀλλά, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι μετὰ τὸ ἔτος 1941–42 ἐδημιουργήθησαν—καὶ πρὸ πάντων τὸ 1944–45—νέαι μέθοδοι πολέμου, ἐθεσπίσθησαν καὶ ἀπεκρυσταλλώθησαν νέαι ἀρχαί, τῶν ὁποίων ἡ σημασία εἶναι τόσον μεγάλη, ὅσον καὶ ἡ νίκη, ἡ ὁποία συνυφάνθη μὲ τὴν ἐφαρμογήν των. Ὁ νέος μας στρατός, κ. βουλευταί, ἐβαπτίσθη εἰς τὸ πῦρ τῆς μάχης τοῦ Ἐλ–Ἀλαμέϊν ἀπὸ ἀπόψεως συστήματος διοικήσεως, ἀπὸ ἀπόψεως συστήματος ἀρχῶν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικοῦ δόγματος. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τῆς σήμερον οὐσιώδεις ἐσημειώθησαν μεταβολαὶ εἰς τὴν ζωὴν τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ πολέμου καὶ τῶν μεταβολῶν αὐτῶν ἔχουν πρὸ παντὸς βαθυτάτην συνείδησιν, ἐκεῖνοι οἱ Μεγάλοι Σύμμαχοι, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐπραγματοποίησαν τὴν νίκην εἰς ὅλας τὰς Ἠπείρους καὶ εἰς ὅλους τοὺς ὠκεανοὺς τοῦ Κόσμου. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αὐτοσχεδιάζωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συστήματα ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ. Θὰ ἔχωμεν τὴν δυνατότητα μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων ἀρχῶν καὶ τῶν νέων συστημάτων ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ μας, τῶν βασιζομένων ἐπὶ τῆς μεγάλης ἐμπειρίας τῶν τελευταίων ἐτῶν, θὰ ἔχωμεν τὴν δυνατότητα, κ. βουλευταί, μετὰ ἑξάμηνον, μετὰ ἓν ἔτος, νὰ προβῶμεν μὲ προσοχὴν καὶ μὲ σύνεσιν εἰς τὴν διόρθωσιν ἐκείνων τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα δὲν προσαρμόζονται πρὸς τὴν ἑλληνικὴν πραγματικότητα, θὰ ἔχωμεν τὴν δυνατότητα αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀνεγείρεται, νὰ τὸ τροποποιήσωμεν, ἀπὸ ἀπόψεως λεπτομερειῶν σύν τῇ προόδῳ τοῦ χρόνου, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὰς ἰδιοτύπους συνθήκας, εἰς τὰς ὁποίας ἐτάχθη νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ στηριχθῇ. Δι’ αὐτό, κ. βουλευταί, καταλήγων, λέγω ὅτι εἰς τὸ πρόβλημα τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, παρακαλοῦντες ὅμως καὶ συνοδεύοντες τὴν παράκλησιν αὐτὴν καὶ μὲ ἔντονον ἀπαίτησιν, παρακαλοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φέρῃ τάχιστα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξουδετερωθοῦν τὰ οἱαδήποτε μειονεκτήματι τῶν ληφθέντων μέτρων καὶ ὅπως ἐπίσης ὑποδείξῃ εἰς τὸ Α.Σ.Σ., ὅπως εἰς τὰς κρίσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ προβῇ, προβῇ μετὰ πολλῆς καὶ ἀμειλίκτου ἀντικειμενικότητος. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ τονίσω τοῦτο, διότι εἰς τὸν κατάλογον τῶν ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τῶν ὀνομάτων τῶν συνταγματαρχῶν, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ προαχθοῦν εἰς ὑποστρατήγους, ὑπάρχουν ἴσως καί τινες οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ παραχωρήσουν τὴν θέσιν των εἰς ἄλλους παραλειφθέντας· θὰ πρέπει, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον δίδομεν τὴν μεγάλην ἁρμοδιότητα νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατόν μας, θὰ πρέπει τὸ Συμβούλιον τοῦτο, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη τιμῶμεν, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τοῦτο: ὅτι θὰ παρακολουθήσωμεν μὲ ἀμείωτον προσοχὴν τὸ ἔργον του, ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν προσωπικῶν ζητημάτων. Εἰς τὰ τεχνικὰ ζητήματα, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναμιγνυώμεθα ἡμεῖς, ἀλλ’ εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἠθικά, εἰς τὰ ζητήματα τῶν προσώπων, θὰ ὑπάρξῃ ἀμείλικτος ἐκ μέρους ἡμῶν ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ παρακολούθησις. Αὐτά, κύριοι βουλευταί, εἶχον νὰ παρατηρήσω, καὶ θὰ ἤθελα ἐν τέλει νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, ἔχω αἰσθανθῆ τὴν πίεσιν ἀνδρῶν φίλων, οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν, διότι κατ’ ἀνάγκην ἀδικοῦνται καὶ ἄξιοι, ὁσάκις ὀλίγαι εἶναι αἱ θέσεις τῶν ἀξίων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ καταληφθοῦν. Δὲν πρέπει ὅμως, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ οἱασδήποτε παρατηρήσεις, ἢ ἀπὸ οἱαδήποτε παράπονα ἐνδιαφερομένων. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ παρὰ μόνον τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδιαφερόμενον. Ὑποχρεώσεις ὁ στρατὸς ἔχει κυρίως ἀπέναντι τοῦ μέλλοντος, καὶ ὄχι ἀπέναντι τοῦ παρελθόντος. Τὸ παρελθὸν θὰ τὸ τιμήσῃ τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ τὸν στρατὸν θὰ τὸν δημιουργήσωμεν μὲ μόνην προοπτικὴν τὸ μέλλον τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§31Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐνώπιον τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν κινδύνων ὀφείλομεν νὰ ἐξεύρωμεν λύσιν διὰ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ συμφωνία, νὰ δημιουργήσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς τὰς ψυχάς μας, ὅτι καλῶς ἔχουν τὰ πράγματα, ὡς ταῦτα ἐγένοντο. Ἐπανειλημμένως κατὰ τὰς συζητήσεις ἠνωχλήθη ἡ ζωὴ τοῦ Καίσαρος. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ τὴν ἐνοχλήσω καὶ ἐγὼ καὶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ζωὴ τοῦ Καίσαρος νὰ εἶναι ὅπως πρέπει—πρέπει καὶ νὰ νομίζεται, ὅτι εἶναι ὅπως πρέπει. Πρέπει, ἑπομένως, ἀπὸ τὰς ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν κατὰ τὴν ζωηρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξήχθη πέριξ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, ἐκ τῶν ἀντιθέσεων αὐτῶν, νὰ ἐκπηδήσῃ ὁμοφωνία. Διότι μετά, ἅμα ὑπάρξῃ ἡ ὁμοφωνία, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον τὸ στρατιωτικὸν πρόβλημα θὰ εἶναι λελυμένον. Κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος ἐγένοντο ἱστορικαὶ ἀνασκοπήσεις. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνατρέξωμεν τόσον πολὺ εἰς τὸ παρελθόν. Πρῶτον, διότι ἡ ἀναδρομὴ αὐτὴ προκαλεῖ, ἀνανέωσιν καὶ τονώνει τὰς ἀντιθέσεις. Δεύτερον, διότι, συνήθως, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν περὶ τοῦ παρελθόντος, δὲν ἔζησαν τὸ παρελθὸν αὐτὸ καὶ ἑπομένως δὲν γνωρίζουν τοὺς ὅρους καὶ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα. Ἀναμφιβόλως κατὰ τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι σήμερον αἱ διάφοροι κυβερνήσεις εὑρέθησαν πρὸ ὡρισμένων καταστάσεων καὶ ἐδοκίμασαν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠτύχησαν εἴτε ἐν ὅλῳ, εἴτε ἐν μέρει. Οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐδοκιμάσθησαν καὶ ἐλύθησαν ἀπὸ τὰς διαφόρους κυβερνήσεις ἢ τουλάχιστον ἐγένοντο ἀπόπειραι λύσεως τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν καὶ σήμερον μὲ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Θὰ ἐγκαταλείψω ὅλας τὰς ἀναδρομὰς καὶ τὸ παρελθόν, καὶ θὰ ἀτενίσω πρὸς τὸ παρόν, διότι τὸ παρὸν πρέπει νὰ ἀτενίζωμεν καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ ἀντλῶμεν σκέψεις, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς συνδράμουν νὰ ἀποβλέψωμεν πρὸς τὸ μέλλον. Ποῖον λοιπὸν εἶναι τὸ παρόν; Τὸ παρὸν ἀνήκει ὁλόκληρον εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐξηκολούθησε μέχρις ἑνὸς χρονικοῦ σημείου τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων καὶ δὴ ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη καί, ἔτι πλέον, ἐξηκολούθησε μέχρις ἑνὸς χρονικοῦ σημείου ἀδιατάρακτος ἡ συνεργασία μὲ τοὺς πρώην ἡγήτορας τοῦ στρατεύματος. Πρὶν διακόψῃ τὴν συνεργασίαν της αὐτήν, ἤρχισε νὰ ἐπιφέρῃ ριζικὰς τροποποιήσεις καὶ συμπληρώσεις εἰς τὰ στρατιωτικὰ νομοθετήματα ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη, τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι ἔδειχναν ἀπὸ τὰ πρῶτα αὐτῶν βήματα, ὅτι κάτι ἄλλο ἦτο ὁ τελικὸς σκοπός, πρὸς τὸν ὁποῖον αἱ τροποποιήσεις αὗται κατηυθύνοντο. Πρώτη τροποποίησις ὑπῆρξεν ἡ κατάργησις τοῦ νόμου περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου. Καὶ ἐρωτῶμεν ἀφοῦ κοινὸς πόθος ἀλλὰ καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἕως νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος, διατὶ ἐσταμάτησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐθελουσίαν ἔξοδον, τὴν φυσιολογικὴν αὐτὴν ἀποσυμφόρησιν, ἡ ὁποία θὰ καθίστα εὐχερεστέραν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ πληθωρισμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν; Μήπως τάχα διότι ἐφοβεῖτο, ὅτι διὰ τῆς ἀθρόας ἐθελουσίας ἐξόδου τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ μεγάλας δαπάνας; Ἀλλά, μήπως δὲν θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δαπάνας αὐτὰς καὶ ἀπὸ τῆς ἐξόδου, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως; Διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν ἐσταμάτησε τὴν ἐθελουσίαν ἔξοδον ἡ ὁποία θὰ διηυκόλυνε σημαντικώτατα τὸ ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησαν ὅλαι αἱ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος Κυβερνήσεις; Δεύτερον θέμα καὶ τοῦτο δυνάμενον νὰ παρεξηγηθῇ καὶ παρεξηγήθη εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀπέβλεπε προφανῶς εἰς τὴν ἀλλοίωσιν τῆς συνθέσεως τοῦ στρατεύματος, ἠθέλησε ὄχι πλέον διὰ τῆς κανονικῆς καὶ πατροπαραδότου ὁδοῦ, διὰ τῆς Βουλῆς νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τῶν στελεχῶν καὶ γενικῶς τῆς μορφῆς τοῦ στρατεύματος, ἀλλ’ ἀφήρεσε τοῦτο ἀπὸ τῆς φυσικῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὑπήγαγεν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου τὰς ἀποφάσεις ἡ Κυβέρνησις ἐπρόκειτο νὰ ἐνδύσῃ διὰ τῆς χλαμύδος τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων. Καὶ ἐρωτῶ, διατὶ ἐξηκολούθησε καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τῆς ἀλλαγῆς τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατεύματος, τὴν συνεργασίαν μὲ τοὺς ἡγήτορας τοῦ στρατεύματος, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη καὶ εἰς τοὺς ὁποίους δὲν εἶχεν ἐμπιστοσύνην λόγῳ προκεχωρημένης ἡλικίας, καὶ τότε διατὶ ἐξήρτησεν ἀπὸ αὐτοὺς καὶ αὐτὸ τὸ νέον Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον καὶ γενικῶς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ; Τὸ τρίτον μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη ἡ Κυβέρνησις, μὲ ἐνέβαλε εἰς ὑπονοίας καὶ αὐτὸ προὐκάλεσε τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας πολιτευτοῦ, εἶναι διατὶ ἐφ’ ὅσον ἐβλέπαμεν ὅτι ὑπῆρχε σύμπνοια καὶ συνεργασία Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ Κυβερνήσεως, κατηργήθη τὸ Συμβούλιον αὐτὸ κατὰ ἐντελῶς ἀήθη καὶ ἀντισυνταγματικὸν τρόπον; Τὶ διήρεσε τὸ Συμβούλιον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; Καὶ τὶς ἦτο ἡ ἀνάγκη τῆς πραγματοποιήσεως διὰ τῶν ἀπομακρυνθέντων ἀντιστρατήγων καὶ προαγωγῆς τῶν ὑποστρατήγων εἰς ἀντιστρατήγους ἀφοῦ τὸ ἁρμόδιον Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἔμελλε νὰ ἀντικατασταθῇ;... Ὅπως εἶναι γνωστὸν καὶ ὅπως φαίνεται ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ ὑπὸ ἐπικύρωσιν Ν. Δ. ὑπῆρχε διαφωνία μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἀμύνης. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐλύθη ἡ διαφωνία κατὰ νόμον; Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τῆς Κυβερνήσεως Σοφούλη ἐξηκολούθησεν τὰς ἐργασίας του τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον καὶ τὰς γνωμοδοτήσεις του ἐπρόκειτο καὶ πάλιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον μετεχόντων τῶν ἐπιτελῶν τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτό. Ποῖον θὰ ἦτο τὸ φυσικώτερον; Τὸ φυσικώτερον θὰ ἦτο, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἀνέθεσεν εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐπανεξετάσῃ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς εἰς ἀντιστρατήγους, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν δευτέραν του γνωμοδότησιν καὶ νὰ φέρῃ πάλιν τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπεφάσιζε τελικῶς μὲ παραστάτην τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ναυτικοῦ Ἐπιτελείου, ὅστις μόνος ἐξ ἐπαγγέλματος στρατιωτικὸς καὶ δὴ ναυτικὸς ὑπῆρξεν ὁ τεχνικός της Σύμβουλος. Ἀφοῦ δὲ ἔπραττε τοῦτο καὶ ἐτήρει τὸν νόμον,—τότε, καὶ μόνον τότε θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου περὶ δεκαετίας, διότι δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι ἀνεκτὸν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς καὶ ἀπὸ ἠθικῆς ἀκόμη πλευρᾶς νὰ χρησιμοποιῇ ἀνωτάτους ἀξιωματικούς, χάρις εἰς τὴν δρᾶσιν τῶν ὁποίων καὶ τὴν συνεργασίαν μετὰ τῆς Βρεττανικῆς Ἀποστολῆς ἐπετεύχθη ὅ,τι ἐπετεύχθη καὶ ἐπεδείχθη κατὰ τὴν τελευταίαν ἑορτὴν τοῦ Παναθηναϊκοῦ Σταδίου, δὲν εἶναι ἠθικῶς ἐπιτετραμμένον τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ νὰ ἀποπέμψῃ ἀπὸ τὸ στράτευμα καὶ νὰ τοὺς ἀποπέμπῃ, θέτουσα εἰς ἐφαρμογὴν εἰδικῶς διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν, τὴν δεκαετίαν. Ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς δεκαετίας, ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς, διότι ἀναγνωρίζομεν καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς διευκολύνσεως τῆς προαγωγῆς εἰς ἀνωτάτους βαθμοὺς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς τονώσεως τῶν ἐλπίδων τῶν νεωτέρων ἀξιωματικῶν. Διότι ἀναγνωρίζομεν καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἀνάγκην, ὑπὸ τινας περιορισμούς, τῆς ἀναλήψεως τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας τοῦ στρατεύματος ἐκ μέρους ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν ἐμπεποτισμένων μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ συγχρόνου πολέμου καὶ μὲ μόρφωσιν καὶ πεῖραν συγχρονισμένοι. Καὶ εἶπον, ὑπὸ τινας περιορισμούς, διότι δὲν βλέπω, κατὰ τὶ ὅταν ἤρχισεν ὁ πόλεμος αὐτός, ὁ ὁποῖος πόλεμος ἐτέλει ἐν ὄψει ἢ μᾶλλον οἱ διεξάγοντες τὸν πόλεμον ἐτέλουν ἐν ὄψει τοῦ πολέμου τοῦ ἱσπανικοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔγινε χρῆσις τῶν νεωτέρων πολεμικῶν μέσων, δὲν βλέπω, διατί, ἐν γνώσει ὅτι ὑπῆρχον καὶ πολεμικαὶ μέθοδοι, νὰ ἀπομακρύνωμεν τὴν ἀνωτάτην ἡγεσίαν, διὰ νὰ τὴν παραδώσωμεν εἰς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἁπλῶς μελετήσει τὰ νέα μέσα. Δὲν βλέπω διατὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ συγχρονισθοῦν καὶ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι διώκησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Ἀλβανικοῦ πολέμου, ὅσον καὶ κατὰ τὰς μάχας τοῦ Ἀλαμέϊν κλπ. Ἀλλὰ στέργω προσωπικῶς εἰς τὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἐπὶ τέλους ἕνα μέτρον προαγωγῆς τῶν κατωτέρων καὶ τονώσεως τῆς ἡγεσίας τῶν ἀξιωματικῶν δι’ ἀξιωματικῶν ἐμπεποτισμένων ἀπὸ τὰς νέας μεθόδους τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς δεκαετίας δὲν τὸ ἔθεσεν ἡ Κυβέρνησις αὐτοτελῶς καὶ ὡς τμῆμα τῆς στρατιωτικῆς της πολιτικῆς, τὸ ἔθεσεν ὡς μέσον διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ κατὰ τοῦτο ψέγω τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν τὴν ψέγω, διότι πιστεύει, ὅτι πρέπει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας νὰ μετατεθῇ, τὴν ψέγω, διότι ἐντελῶς ἐν παρόδῳ, καὶ μόνον διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, ἔθεσεν εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον τῆς δεκαετίας. Ποῖος ἦτο λοιπὸν ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐπιδιωχθεὶς διὰ τοῦ τελευταίου Νομοθετικοῦ Διατάγματος; Ἀλλὰ ποῖος ἄλλος, κύριοι Βουλευταί, παρὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπετεύχθη, ἡ ἀπομάκρυνσις δηλαδὴ τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς ἀπόψεις τῆς συνταγματικότητος καὶ τῆς νομιμότητος τῶν μέτρων αὐτῶν. Πιστεύω καὶ ἐγὼ ὅτι καὶ λόγοι συνταγματικοί, καὶ λόγοι κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν καί, ἐὰν θέλετε ἀκόμη καὶ λόγοι κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας ὑπέβαλον, ὥστε τοὐλάχιστον τὸ ζήτημα τῆς δεκαετίας νὰ ἔλθῃ πρῶτον ἐδῶ, ὥστε νὰ εἶναι νόμῳ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐψηφισμένῳ τεθειμένῳ; ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Νομιμότης βεβαίως ὑπάρχει, διότι ὅλα ἔγιναν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου νομοθετικοῦ Διατάγματος. Ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικότητος καὶ τῆς νομιμότητος, ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα τῆς τηρηθείσης πολιτικῆς καὶ αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ἀποτελεῖ τὸ κέντρον τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖον ἀπετέλεσε τὸ ἑνωτικὸν κέντρον εἰς τὸ ὁποῖον συνηντήθησαν οἱ ρήτορες τῆς δεξιᾶς μὲ τοὺς ρήτορας τῆς ἀριστερᾶς. Διότι παραμένει ἡ ἐντύπωσις εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεδιώχθη ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ παλαιοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ νέου, ἐξέρχεται ὄχι μόνον τῶν ὁρίων τῆς συνταγματικότητος καὶ τῆς νομιμότητος, ἀλλὰ ἐξέρχεται καί τῶν ὁρίων ἐκείνων, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κινῆται. Ἐὰν ἐγίνετο ὅ,τι ἔλεγε κατὰ τρόπον φυσιολογικόν, θὰ ἀπεφεύγετο καὶ ὁ ψόγος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶχε καλέσει τοὺς ἡγέτας τοῦ στρατοῦ, οἵτινες καὶ κατέλαβον τὴν θέσιν ἐκείνων, τῶν ἑπομένων, ὄχι μόνον δὲν τοὺς ἐκάλει εἰς ἑορτήν, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἔδωσαν τὸ ὑλικὸν διὰ νὰ γίνῃ, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀπέπεμψε διότι αἴφνης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐσκέφθη, ὅτι εἶχον ὑπερβῆ τὴν δεκαετίαν. Ὁ τρόπος λοιπόν, κατὰ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ τὸ κέντρον τῆς κατηγορίας. Τὸ τελευταῖον Νομοθετικὸν Διάταγμα ἐπέβαλε τὴν δεκαετίαν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ διατάγματος ἀποφασίζεται, πῶς θὰ γίνῃ ἡ πλήρωσις—διότι ἔφυγαν τὸ ἴδιο βράδυ, ἂν καὶ ὑπάρχῃ ἡ πληροφορία, ὅτι τὰ διατάγματα τῆς ἀποστρατείας δὲν ἐκοινοποιήθησαν παρὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας βραδύτερον, ἀλλ’ αὐτὸ ἴσως νὰ εἶναι μία παρονυχὶς μέσα εἰς τὸ ὅλον ζήτημα—καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν εἴτε ὀρθόν, εἴτε ἐσφαλμένον ἡ Κυβέρνησις ἀπέκλεισεν, ἀπέπεμψεν ὄργανα συμβουλευτικά, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησεν εἰς τὸ ἔργον τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ. Καὶ προτοῦ γίνει συζήτησις περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, ἐξ ἀφορμῆς βαρυτάτων μομφῶν, ποὺ διετυπώθησαν ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην ἐναντίον ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, εἶπον ἐκ τῆς θέσεώς μου, ὅτι πρέπει ἐπιμελῶς νὰ ἀποφεύγωμεν τὴν ἀνάμιξιν προσώπων, διότι δὲν εἶναι γενναῖον ἀπόντας νὰ ἐπικρίνωμεν. Ἀλλὰ τὴν πρώτην ἀφορμὴν δὲν τὴν ἔδωσαν οἱ ὁμιλήσαντες ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὑπάρχει τὸ προηγούμενον. Ἐὰν ὅμως ἔλεγον ταῦτα δι’ ὅσους ἔθιξαν πρόσωπα, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἠσθάνθη τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς Ἀρχηγὸς τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, νὰ προστατεύσῃ τοὺς ὑφισταμένους του. Εἶναι καθῆκον ἑκάστου Ὑπουργοῦ νὰ ἀποτελῇ τὴν ἀσπίδα, πρὸ τῆς ὁποίας νὰ θραύωνται αἱ ἐπιθέσεις ἐναντίον τῶν ὑφισταμένων του.
§32Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριε Σίδερη, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἰπῆτε αὐτό, διότι δὲν ὡμίλησα ἀκόμη.
§33Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔπρεπε νὰ διακόψητε τοὺς ρήτορας.
§34Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Δὲν ἔχομεν τὴν συνήθειαν αὐτήν. Σεῖς ἔχετε τὴν συνήθειαν νὰ διακόπτετε τοὺς ρήτορας. Δὲν ἔχετε κανένα δικαίωμα νὰ τὸ εἰπῆτε αὐτό.
§35Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὠφείλατε νὰ διακόψητε τοὺς ρήτορας καὶ νὰ σταματήσητε τὸν κατήφορον αὐτόν. Ἡ τακτικὴ εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι πάντοτε........
§36Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Σεῖς ἀκολουθεῖτε πάντοτε τὴν τακτικὴν εἰς τὴν Βουλήν; Ἕως τώρα ποίαν τακτικὴν ἀκολουθήσατε ὡς Κυβέρνησις; (Χειροκροτήματα).
§37Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Μετὰ τὴν λῆξιν τῶν χειροκροτημάτων θὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ θὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ὅταν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εὑρίσκετο εἰς τὴν ἐξουσίαν, πάντοτε ἐτήρει τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ οὐδέποτε ὑπῆρξε παράδειγμα νὰ δέχεται νὰ καθυβρίζωνται οἱ ὑφιστάμενοι, χωρὶς τὴν στοιχειώδη διαμαρτυρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ προβῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, ἐφθάσαμεν εἰς ἕνα τέρμα, τὸ τέρμα τὸ ὁποῖον ἀποτελοῦν τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα εἶχε καὶ ἔχει κάθε ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ φέρῃ πρῶτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἔγκρισιν. Διότι, ὅπως ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὄχι μόνον ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος ἐκείνης θὰ ὑπάρξῃ ἱκανὸς ἀριθμὸς βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ στέρξουν νὰ κυρώσουν αὐτά. Παρικαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἰσαγάγῃ τὰ νομοσχέδια, νὰ τὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐνισχύσῃ διὰ τῆς πλειοψηφίας της τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐπῆρεν εἰς τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα. Μὴ πράττων τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ταχέως, τάχιστα.......
§38Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Εἶναι κατατεθειμένα.
§39Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν κατετέθησαν ἀκόμη.
§40Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἰς βάρος σας εἶναι.
§41Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἐτυπώθησαν, οὔτε διενεμήθησαν καὶ ἂν εἶναι κατατεθειμένα καὶ δὲν διενεμήθησαν πρὸς συζήτησιν, τοῦτο ἴσως νὰ ἀποτελῇ μυστικὸν τοῦ Προεδρείου. Αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπιληφθοῦν τοῦ ἔργου των.
§42Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Κατετέθησαν ἢ ὄχι τὰ νομοσχέδια κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ λέγωνται ὡρισμέναι ἀνακρίβειαι.
§43Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καλούμεθα ἑκάστοτε δι’ ἐπικλήσεων πατριωτισμοῦ καὶ διαφόρων ἄλλων ρητορικῶν σχημάτων νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ νομοθετήματα ἔχουν καλῶς, ὅτι καλῶς ἔχει ἡ στρατιωτικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν ἀκόμη δὲν τὸ πιστεύωμεν. Καὶ ἂν ἀκόμη, εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς μας, νομίζωμεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν. Διότι ἂν δὲν τὸ κάμωμεν, ἄκουσον, ἄκουσον, τότε τὸ κῦρος τῆς Ἀνωτάτης Στρατιωτικῆς Διοικήσεως μειοῦται. Ἀλλοίμονον κ. βουλευταί, ἂν τὸ κῦρος τῆς Ἀνωτάτης Στρατιωτικῆς Διοικήσεως καὶ οἱασδήποτε ἄλλης κρατικῆς διοικήσεως μειοῦται, διότι ὑπάρχει οἱαδήποτε ἀντίρρησις ἢ ἐπίκρισις. Τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς Ἀνωτάτης Στρατιωτικῆς Διοικήσεως δίδει πρωτίστως ἡ κοινὴ γνώμη καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἡ πλειοψηφία. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τότε μόνον θὰ ἡσυχάσῃ, ὅταν ἓν οἱονδήποτε ἐκ τῶν συμβιβαστικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προετάθησαν, ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογήν· ἐπεκρίθη ἡ δευτέρα μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν Κυβέρνησις ἐκ μέρους ἀρχηγοῦ Κόμματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν ἐκάλεσε τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, διὰ νὰ συζητήσῃ μὲ αὐτοὺς τὴν στρατιωτικήν της πολιτικήν. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκθέσω τὴν στρατιωτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διατὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμεν αὐτὴν τὴν συνεννόησιν; Διατὶ εἶναι ἀδύνατον, ἂν δὲν ἔγινεν ἐκ τῶν προτέρων, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐκ τῶν ὑστέρων. Διατὶ νὰ μὴ ἐξεύρωμεν τρόπον, οὕτως ὥστε νὰ προσδοθῇ κῦρος πανελλήνιον, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν καὶ μερικοὶ ἐξ ἡμῶν διετυπώσαμεν; Δὲν ἐξετάζω ποῖος εἶναι ὁ καταλληλότερος τρόπος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι οἱαδήποτε πλειοψηφία καὶ οἱαδήποτε Κυβέρνησις εἰς ζητήματα τόσον λεπτά, ἀλλὰ καὶ τόσον ἐξόχου ἐθνικοῦ χαρακτῆρος, πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ ὁμοφωνίαν, διότι μόνον ἂν ὑπάρχῃ ὁμοφωνία τὸ ἔργον τῆς στρατιωτικῆς ἀναπλάσεως θὰ ἦτο ἀληθῶς πανελλήνιον κτῆμα. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι, ὅτι θὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν δημιουργίαν προσωπικῶν ζητημάτων. Διότι, κύριοι βουλευταί, κἄποια πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχω τοῦ Κοινοβουλίου, πολιτευόμενος ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, μοῦ ἔχει ἀποδείξει καὶ μοῦ ἔχει καταστήσει πεποίθησιν τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ἀγὼν εἶναι ὀξύτερος πάντοτε καὶ περισσότερον ἐπικίνδυνος, ὅταν θίγωνται ζητήματα προσωπικά. Πρέπει νὰ παραμείνωμεν εἰς τὰ πλαίσια τῶν ἰδεῶν, ὥστε ἡ ἅμιλλα, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νὰ εἶναι ἅμιλλα εὐγενὴς πέριξ ἰδεῶν. Δέχομαι ἀκόμη, ὅτι ὄπισθεν τῶν ἰδεῶν ὑπάρχουν καὶ συμφέροντα, οὐδέποτε ὅμως ἡ συζήτησις ἐπιτρέπεται νὰ κατατείνῃ εἰς ἐπαίνους ἢ ὕβρεις προσώπων. Πῶς λοιπὸν θὰ κατορθώσωμεν τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα νὰ τοποθετηθῇ ἐπὶ ἀκλονήτου βάσεως, οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐπιχειρηθῇ, ὅ,τι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπεχειρήθη; Πῶς ἄλλως εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό, παρὰ μὲ συμφωνίαν ἔστω καὶ ἂν ἡ συμφωνία αὐτὴ δὲν ἔλθῃ εἰς δημοσίαν συζήτησιν ἀλλὰ περιορισθῇ μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καθῆκον, ἐνώπιον τῶν σημερινῶν, ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν κινδύνων, ἂν μὴ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία καὶ ἐξέχουσαν θέσιν ἔχει ἐν τῷ τόπῳ, καὶ μεγάλην πλειοψηφίαν θελήσῃ αὐτὴ πρώτη νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν λύσιν αὐτήν; Ἕως ὅτου ὅμως ἐπιτευχθῇ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμητὴ ὁμοφωνία, ἕως ὅτου πράγματι κατορθώσωμεν διὰ συμφωνίας νὰ θέσωμεν τὸν στρατὸν ἐκτὸς βουλῆς κομματικῆς, θὰ ἀναφαίνωνται εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἃς μὴ ἀπατώμεθα, κύριοι βουλευταί, εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν, ζητήματα στρατιωτικά. Καὶ θὰ ἀναφαίνωνται καὶ θὰ ὀξύνωνται καὶ θὰ προπαρασκευάζουν ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας ἀνωμαλίας πρέπει ὅλοι νὰ καταστήσωμεν ἀδυνάτους. Κάμνω λοιπὸν καὶ ἐγὼ ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἡγουμένην τῆς πλειοψηφίας, καὶ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τὴν στηρίζουσαν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀποδεχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ σχεδὸν ὅλοι, νομίζω ὅλοι, ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ὑπεστήριξαν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ καταστήσωμεν ἀπρόσβλητον ἀπὸ πάσης ὑπονοίας τὴν στρατιωτικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ τὴν καταστήσωμεν κτῆμα καὶ ἔργον ὅλων τῶν κομμάτων, ἀνεξαρτήτου ἀποχρώσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτήν, ἐτονίσθη ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θὰ πρέπει μεταξὺ τῶν ἄλλων, νὰ μὴ ἀφήσωμεν μὲ τὰ ἠθικὰ πλήγματα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς οἰκονομικὰς συμφορὰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον τοῦ στρατεύματος, διὰ τοῦ τελευταίου Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Διότι, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδιώχθη καὶ ἐπετεύχθη ἡ ἀνασυγκρότησις τῆς Ἀνωτάτης Στρατιωτικῆς Διοικήσεως, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε, δὲν λέγω τὴν μεγαλοψυχίαν, διότι θὰ ἀπετέλει προσβολὴν ἀπέναντι τῶν ἐξελθόντων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τὸ στοιχειῶδες αἴσθημα δικαιοσύνης, νὰ τοὺς καθορίσῃ ἄλλην σύνταξιν, ἀλλὰ τοὺς ἔρριξεν ἕνα κόκκαλο καὶ τοὺς εἶπεν, ὅτι ἐπὶ ἓν ἔτος θὰ παίρνετε μονάχα, τὸν μισθόν σας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἡγετῶν τοῦ στρατεύματος ἐπὶ τῆς ἐργασίας τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ὀργανώσῃ τὴν ἑορτὴν τοῦ Παναθηναϊκοῦ Σταδίου, τὸ κόκκαλο τῆς πληρωμῆς μισθῶν ἑνὸς ἔτους. Οὕτως ἐξῆλθον τοῦ στρατεύματος οἱ ἐκτελέσαντες τὰ ἡγετικά των ὡς ὀργανωτικὰ στελέχη ἐπὶ 1½ ἔτος. Εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς τὰ νέα ἡγετικὰ στελέχη νὰ συνεχίσουν εἰς μεγαλύτερον καὶ καλλίτερον βαθμὸν τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ στρατοῦ. Οὐδεὶς φθόνος. Αὐτοὺς ἐπελέξατο ἡ Κυβέρνησις καὶ μόνη αὐτὴ ἔχει τὴν εὐθύνην. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ δεχθῶ, ὅ,τι ἰσχυρίσθη μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ προσωπικός μου φίλος, ὅτι δηλαδὴ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπελέχθησαν δὲν εἶναι παρὰ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους οἱ ἐξελθόντες ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον εἶχον ὑποδείξεις. Διότι, ποῖος μὲ πείθει, ὅτι ὅταν θὰ ἐγένετο ἡ τελικὴ συζήτησις εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον Ἐθνικῆς Ἀμύνης θὰ ἔμενεν ἡ σειρὰ αὐτὴ καὶ θὰ ἔμεναν τὰ αὐτὰ πρόσωπα; Πῶς εἶναι δυνατὸν μία γνωμάτευσις περὶ προαγωγῆς ὑποστρατήγων εἰς ἀντιστρατήγους, ἡ ὁποία ἦτο ἀκόμη ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐπισείηται ὡς μία γνώμη πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι σύμφωνος ἡ Δημοκρατικὴ Παράταξις, ὅταν μάλιστα αὕτη ἐτέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῶν τελουμένων κατὰ τὸ τελευταῖον δίμηνον; Τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ τεθεῖσα εἰς ἰσχὺν στρατιωτικὴ νομοθεσία τῶν Ν.Δ. 730 κ.ἑ. παραμένει ἐν ἰσχύϊ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νέον νομοθετικὸν μέτρον, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν, ποία εἶναι ἐν τῷ συνόλῳ της ἡ στρατιωτικὴ πολιτική. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἕως ὅτου πράξῃ τοῦτο, νὰ θεωρῶμεν, ὅτι στρατιωτικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὰ νομοθετήματα τῆς Κυβερνήσεως Σοφούλη πλὴν μεταβολῆς τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἐπιληφθῇ τῆς πρώτης εὐκαιρίας, ὥστε, ὁλοκληρώνων τὴν στρατιωτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς πείσουν ὅτι ἀληθῶς συγκροτεῖται Ἐθνικὸς στρατός, ἀνταποκρινόμενος εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους, στρατὸς ἐκπροσωπῶν τὰς ἐθνικὰς προσδοκίας. Καὶ εὐχόμεθα νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἡ λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία νὰ εἶναι ἥσυχος, ὅτι εἰς τὸν τομέα αὐτὸν τῆς κρατικῆς δράσεως τὰ πάντα γίνονται καλῶς. Κύριοι βουλευταί. Ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἴδωμεν συνεχιζόμενον μὲ καλλυτέρους καρποὺς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἤρχισεν τὸν Ἰανουάριον 1945 ἐν μέσῳ δυσχερειῶν καὶ ἐμποδίων ἀφαντάστων. Καὶ εὐχόμεθα εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ τὴν εὐτυχίαν τὸ ἔργον αὐτὸ νὰ τὸ προωθήσῃ εἰς βαθμὸν ἱκανοποιοῦντα ὅλους ἡμᾶς. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐχειρίσθη τὰ ζητήματα, ἡ εἰς νυκτερινὰς ὥρας λῆψις ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπενθυμίζουν τὸ κόψιμον τοῦ γορδίου δεσμοῦ, δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐμπνέουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ ἄλλη στρατιωτικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἐμπνευσθῇ ἀπὸ ὁμοίας ἀποτόμους καὶ ἀπροσδοκήτους νυκτερινὰς λύσεις. Ἀναμένομεν ἀληθῶς μετ’ ἀνυπομονησίας τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εὐχόμεθα νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, ὅπως ἐλήφθησαν, ἀποκτοῦν ἂν ὄχι τὸ τέλειον, ἀλλὰ τέλος πάντων κἄτι τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ κατηγορηθῇ, ἀλλὰ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ὀρθῶς γενόμενον. (Χειροκροτήματα).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ κόμματος ἔχει τὸν λόγον.
§45Χ. ΛΑΔΑΣ. Κατετέθησαν ἢ δὲν κατετέθησαν τὰ νομοσχέδια κ. Πρόεδρε; Μυστικὸν δὲν εἶναι, διατὶ δὲν τὸ λέγετε;
§46Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα. Ἄς μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ νομίζωμεν, ὅτι ὅλως ἀκαίρως ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸ θέμα τοῦτο καὶ ὡς ἤχθη δὲν ἐτηρήσαμεν τὸ ἀξιωματικὸν ἀπόφθεγμα «τὰ ἐν οἴκῳ μὴ ἐν Δήμῳ». Θὰ ἠθέλαμεν εἰς τὰς παρούσας στιγμὰς τόσον κρισίμους ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, θὰ ἠθέλαμεν, λέγομεν, θέμα ὡς τὸ στρατιωτικὸν νὰ εἶχε ὄχι ἁπλῶς ὑπερκομματικὴν χροιάν, ἀλλὰ νὰ εἶχε ταυτόσημον ἐθνικήν, ἐθνικοτάτην τοιαύτην. Θὰ ἐπιθυμούσαμεν καὶ θὰ ὀφείλαμεν νομίζομεν νὰ τηρήσωμεν, ἅπαξ ἀχθέντος τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐντελῶς ἐξωπροσωπικὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ συνεπῶς ν’ ἀποφύγωμεν νὰ θίξωμεν πρόσωπα καὶ νὰ ἀναφέρωμεν, εἴτε ἐπαινοῦντες εἴτε δυσφημοῦντες ἡγέτας, εἰς τοὺς ὁποίους χθὲς εἶχεν ἀνατεθῆ τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ ἄλλους εἰς τοὺς ὁποίους σήμερον ἀνατίθεται τὸ ἔργον τοῦτο. Κύριοι βουλευταί, κατ’ ἔθος, ἴσως καὶ κατὰ φυσικὸν κανόνα, ἴσως καὶ λόγῳ τῆς ἕξεως τὴν ὁποίαν ἀποκτᾷ ὁ ἀξιωματικὸς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, οὗτος πάντοτε διατηρεῖ μίαν σεμνότητα. Καὶ πιστεύσατέ το αὐτό, οὔτε ὅταν ἐπαινῆται, οὔτε καὶ ὅταν δυσφημῆται θεωρεῖ ὅτι τοῦτο τὸν ὑποχρεώνει νὰ ἀντιδικήσῃ πρὸς τὸν δυσφημοῦντα ἢ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν ἐπαινοῦντα. Ἑνὶ λόγῳ ἔχει μίαν φυσικὴν ἢ ἐπίκτητον, ἂν θέλετε, ἀνωτερότητα. Ἔχει μίαν ἀξιωματικὴν πίστιν, ὅτι εἶναι ὑπεράνω καὶ ἐπαίνων καὶ δυσφημήσεων. Καὶ ἐδῶ δυστυχῶς δὲν ἐπράξαμεν τίποτε ἄλλο παρὰ ἀρχίσαμεν ἐπαινοῦντες οἱ μέν, δυσφημοῦντες οἱ δὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ δὴ τοὺς ἡγέτας τοῦ ἐθνικοῦ μας στρατοῦ, χωρὶς νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι οὕτω προσκρούομεν εἰς τὴν ὑπερήφανον καὶ μετριόφρονα σιγήν των. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἡμετέρας πλευρᾶς δὲν θὰ ἀκούσητε οὔτε ψόγον καὶ μομφήν, οὔτε ἔπαινον κανένα πρὸς οἱονδήποτε ἀξιωματικόν, οἱονδήποτε καὶ ἂν κατέχῃ ἀξίωμα ἢ θέσιν. (Χειροκροτήματα). Εἶναι γεγονὸς τετελεσμένον, καὶ πρὸ τοιούτου γεγονότος ἐκλήθη ἡ Βουλή — ὡς κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας ὤφειλε — νὰ κρίνῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ γενικώτερον τὴν ἐπ’ αὐτοῦ θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, γεγονὸς τετελεσμένον τὸ ὅτι εὑρισκόμεθα ἤδη πρὸ μιᾶς δημιουργημένης ἀντιθέσεως, ὄχι μόνον τοῦ στρατιωτικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν ἀντιθέσεως χειροτέρας ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς πολιτικῆς, ἀπὸ πλευρᾶς θὰ ἐλέγαμε κυριολεκτικώτερον κομματικῆς. Ἡ ἀντίθεσις αὐτὴ τείνει νὰ λάβῃ χροιὰν δυστυχῶς ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εἶχε λάβει τὸ περίφημον ἀποτακτικὸν ζήτημα. Καὶ νὰ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἠθέλαμεν, ὡς ἐτονίσαμεν ἐν ἀρχῇ, νὰ μὴ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ θέμα τοῦτο, πρὶν ἢ ἐπιδιωχθῇ κατὰ ἕνα ἄλλον οἱονδήποτε τρόπον ἡ ρύθμισίς του, ἀλλὰ πάντως ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἦτο ἀναπότρεπτος ἡ ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ὑμῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφευχθῇ ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον κάκωσις τοῦ σώματος, τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Τὸ τετελεσμένον τοῦτο γεγονός, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ λάβῃ χροιὰν διαιρέσεως καὶ δημιουργίαν χάσματος, ὡσὰν ἐκείνην τὴν καταστρεπτικὴν τοῦ παρελθόντος, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταβληθῇ προσπάθεια, ὅπως ἀκολουθήσῃ ἕνα ὁμαλὸν δρόμον. Πρέπει νὰ ἀχθῶμεν εἰς τὴν ἄμεσον λῆψιν ἀποφάσεως, μορφῆς τοιαύτης, ὥστε τὸ θέμα τὸ στρατιωτικὸν νὰ παύσῃ νὰ εἶναι ἀφορμὴ ἀντιθέσεων καὶ διαιρέσεων καὶ διχασμοῦ καὶ νὰ ὑπάρξῃ ὡς τοιοῦτον ἑνώσεως τοῦ συνόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ συνόλου τοῦ πολιτικοῦ τοιούτου. Ποῖαι εἶναι κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην αἱ δυνατότητες ἐπιτυχίας μιᾶς τοιαύτης ρυθμίσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος; Καὶ ὑπάρχουν αἱ δυνατότητες αὐταί; Χωρὶς κανένα δισταγμὸν ἀπαντῶμεν ναί. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ σήμερον ἀκόμη, ὅτε εὑρισκόμεθα πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ζητήματος τοῦ στρατιωτικοῦ ὡς ἐδημιουργήθη; Ἀπαντῶμεν καὶ πάλιν, ὅτι εἶναι καθ’ ἡμᾶς δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ σήμερον λύσις τοιαύτη τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, ὥστε νὰ ἀποφευχθῇ ὁ σάλος, ἡ διαταραχὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπιφέρῃ μοιραίως τὴν διαίρεσιν τῶν Ἐθνικῶν δυνάμεων ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἁπλοῦν καθ’ ἡμᾶς τὸ πρᾶγμα. Ὅταν τὸ στρατιωτικὸν θέμα τὸ ἀναγάγομεν εἰς τὴν περιωπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἐμπρέπει λόγῳ τῆς φύσεώς του, εἰς τὴν περιωπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνηγάγομεν τὸ θέμα τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων, ὅταν παύσῃ τοῦτο νὰ ἀπασχολῇ Κυβέρνησιν καὶ Βουλὴν μὲ πρόσωπα καὶ ὅταν ἀποτελέσῃ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ὅλους ἡμᾶς, ὡς θέμα ὑψίστης ἀνάγκης, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔλθωμεν ἀμέσως εἰς μίαν καθολικὴν συμφωνίαν καὶ ἀποφεύγοντες τὰς ἀντεγκλήσεις τὰς ἀναποτρέπτους νὰ καταλήξωμεν ὥστε νὰ ἐμφανίσωμεν τόσον ἐνώπιον τοῦ Σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, ὅσον καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὴν πλήρη αὐτὴν ὁμοφωνίαν, ὅταν λέγω, Κυβέρνησις καὶ Βουλή, συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις προέλθουν εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτὴν τότε αὐτομάτως λύεται, καθ’ ἡμᾶς, τὸ θεωρηθὲν δυσεπίλυτον στρατιωτικὸν ζήτημα. Περὶ τίνος ἐρίζομεν καὶ περὶ τίνος νομίζομεν ὅτι ὑπάρχει ἀδυναμία συμβιβάσεως τῶν, ὅπως παρατηρεῖται, ἀσυμβιβάστων ἀπόψεων μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εὐτυχῶς μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Περὶ τὰ πρόσωπα καὶ περὶ τὸν χρόνον καθ’ ὃν εὑρέθημεν πρὸ τετελεσμένου ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως γεγονότος, γεγονότος ρυθμίζοντος τὴν ἀνωτάτην τοῦ στρατοῦ ἡγεσίαν, θὰ ἤξιζε τὸν κόπον μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν θανάσιμον διαίρεσιν, διαίρεσιν τῆς ὁποίας ἔχομεν γνῶσιν ἐκ τοῦ παρελθόντος τῶν καταπληκτικῶν ἐναντίον τοῦ ἔθνους πληγμάτων; Θὰ ἤξιζε μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτόν, νομίζετε, θὰ ἤξιζε λέγω νὰ δημιουργηθῇ καὶ πάλιν ζήτημα ἀποτακτικόν; Κάποτε πρὸ εἰκοσαετίας περίπου εὑρέθησαν καὶ ἄλλοι Κυβερνῆτες πρὸ ὁμοίας σχεδὸν περιπτώσεως καὶ ἐθεώρησαν ὡς ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐπίλυσίν του νὰ φθάσουν ἀκόμη καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν λύσιν ἀκριβῶς τοῦ ἀποτακτικοῦ ὡς ἐκαλεῖτο τότε ζητήματος. Ἀπὸ τί καὶ διατί παρωρμήθησαν οἱ τότε πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας; Ἄς μὴ πλανώμεθα. Διαίρεσις τοῦ στρατοῦ σημαίνει ἐσαεὶ διαίρεσιν τοῦ Ἔθνους καὶ δι’ αὐτὸ οἱ κυβερνῶντες τότε ἤχθησαν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ κάμουν συμφωνίαν καὶ ἔτσι νὰ τακτοποιήσουν τὸ περίφημον ἐκεῖνο ἀποτακτικὸν ζήτημα. Πιστέψατε, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τοῦ 1927 καὶ ὕστερα, οὐδεμία φωνὴ διαμαρτυρίας ἠκούσθη ἀπὸ οἱονδήποτε ἀξιωματικὸν καὶ δὲν ἐτόλμησε κόμμα τι νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ συζήτησιν. Ὁμολογουμένως καὶ τότε ὑπῆρξαν ἄριστοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι πιθανῶς ἠδικήθησαν, ὑπῆρχαν ἀκόμη καὶ ἀντιθέσεις ἐν ταῖς λεπτομερείαις μεταξὺ τῶν κομμάτων, ἀλλ’ ὅταν ὅμως εἶδαν ὅτι ἐπετυγχάνετο τοῦτο τὸ ἐξαιρετικὸν γεγονός, νὰ συντάξουν ἐπὶ τέλους ἐθνικὸν στρατόν, λυομένου οὕτω σχεδὸν ἐν τῷ συνόλῳ του τοῦ ἀποτακτικοῦ, τότε, λέγομεν, ἐθεώρησαν ἑαυτοὺς εὐτυχεῖς, διότι ἀντελήφθησαν σαφῶς ὅτι ἐπετύγχαναν μίαν πραγματικὴν ἀνασυγκρότησιν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων. Καὶ πιστεύομεν ἀκραδάντως ὅτι, ἐὰν τυχὸν αἱ πολιτικαὶ ἀντιθέσεις αἱ ὁποῖαι εἶχον, ἀνεξαρτήτως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἀξιωματικῶν, αὐξηθῆ εἰς ὑπέρτατον βαθμόν, ἐὰν αἱ ἀντιθέσεις αὗται δὲν παρενεβάλλοντο, δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὔτε αὐτὴν τὴν στιγμὴν ζήτημα στρατιωτικόν. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἰς τὰ 1927 ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ καὶ ἐθνικὴ καὶ συμφέρον ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου νὰ ρυθμισθῇ τὸ στρατιωτικὸν τελειωτικὰ διὰ κοινῆς συμφωνίας, ἐρωτῶ ὑμᾶς: τί θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ σήμερον; Δὲν ὑπάρχει κἂν σύγκρισις τῆς τότε ἐποχῆς μὲ τὴν σημερινήν. Οὔτε κἂν κίνδυνοι ἐξωτερικοὶ διεβλέποντο, οὔτε κἂν κραδασμοὶ ἐσωτερικοὶ ὑπῆρχον. Δὲν ὑπῆρχον ἀκόμη οἱ τόσοι ἀφανισμοὶ καὶ αἱ τόσαι καταστροφαί, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον ἔπειτα ἀπὸ μίαν 4ετῆ λαίλαπα. Καὶ εἴπομεν ὅτι θεωροῦμεν ἁπλῆν τὴν λύσιν καὶ τὸ ἁπλοῦν τῆς λύσεως ἔγκειται εἰς τοῦτο: ἀφοῦ δεχθῶμεν τὰ γεγονότα, διότι ἐὰν δὲν ἀποδεχθῶμεν αὐτά, ὅπως καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀγορηταὶ εἶπον, ἐὰν δηλαδὴ θελήσωμεν νὰ ἀνακινήσωμεν καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας, δὲν πρόκειται ἐξ αὐτοῦ νὰ ὠφεληθῇ οὔτε ὁ μέλλων νὰ δικαιωθῇ ἐκ τῶν ἀπελθόντων ἀξιωματικῶν, οὔτε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιθανῶς, λόγῳ ἀκριβῶς τῶν ὀξέων ἀντιθέσεων, θὰ ἐπεθύμουν τώρα τὴν ἔξοδον τῶν ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κριθέντων ἱκανῶν ἀξιωματικῶν· ἐὰν λέγω δεχθῶμεν τὰ γεγονότα καὶ θεωρήσωμεν τὸ τετελεσμένον γεγονὸς τοῦτο ὡς μίαν ἀνάγκην ἀναπόδραστον σήμερον καὶ προσπαθήσωμεν ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ νὰ θεραπεύσωμεν ὡρισμένας ἀδικίας, ὄχι πολλὰς κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν καὶ ἐὰν κυρίως καὶ πρὸ παντὸς ἡ θεραπεία ἀδικιῶν καὶ τὸ τετελεσμένον γεγονὸς γίνῃ κτῆμα καὶ ὑπάρξῃ ἀποτέλεσμα συμφώνου ἀποφάσεως τοῦ συνόλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, τότε ἀσφαλῶς ἔχομεν ὠφελήσει ὄχι μόνον τὸν στρατὸν ἀλλὰ τὸ σύνολον τοῦ Ἔθνους ἰδιαίτατα αὐτὸ τοῦτο τὸ κοινοβουλευτικόν μας σύστημα καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν Ἐθνικήν μας Ἀντιπροσωπείαν. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς καὶ τοὺς ρήτορας τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς συμπολιτεύσεως καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἰς τὰς ἀντιθέσεις των, ἐκτὸς ὀξυτήτων προσωπικῆς ἐντελῶς χροιᾶς, κατὰ τὰ ἄλλα σημεῖα δὲν ἔχουν μεγάλας διαφορὰς μεταξύ των. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα καὶ τὸν τελευταῖον λαλήσαντα, τὸν ἐκπρόσωπον τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἤκουσα μετ’ εὐχαριστήσεως καὶ αὐτὸν λέγω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴν νὰ συνομολογῇ μετὰ τῶν ἄλλων ἀγορητῶν τὸ ὅτι εὔχεται καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν ταχυτάτην τακτοποίησιν τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος. Καὶ ἐὰν καλῶς διακρίνω τὴν πρόθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ καὶ ἐὰν καλῶς λέγω διακρίνω, ἀντελήφθην ὅτι δὲν εἶναι μόνο ἐπιθυμία αὐτοῦ καὶ ἑνὸς μέλους τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπιθυμία καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τὸ ὁποῖον καὶ κυρίως προεκάλεσεν τὴν παροῦσαν συζήτησιν διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ. Ἐν τέλει, δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον, ἐπειδὴ κατὰ κόρον ἐλέχθη καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ χθὲς τὴν ἑσπέραν ἀκόμη, τὸ ὅτι θὰ ἔπρεπε τοὺς ἐξελθόντας ὅπως ἐξῆλθον, ἀνωτάτους ἀξιωματικοὺς κατ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον νὰ ἀμείψῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, δὲν κρίνω λέγω ἄσκοπον νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο. Πιστεύσατέ με ὅτι, αὐτὴν τὴν στιγμήν, χωρὶς νὰ εἶμαι εἷς τῶν οὑτωσὶ ἐξελθόντων, εὑρίσκομαι μέσα εἰς τὴν ψυχὴν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν καὶ νομίζω ὅτι δὲν δέχονται τὴν οὕτω πως διατυπωθεῖσαν γνώμην πρὸς ὑλικήν των ἐνίσχυσιν καὶ ὅτι ἀσφαλῶς, ἐὰν τοιοῦτον τι συνέβαινεν ἢ ἐὰν τοιοῦτον τι ἐσυνεχίζετο νὰ συζητῆται ἐν τῇ Βουλῇ, τότε αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ἡμεῖς, τὸ Ἔθνος, ὅλοι μας ἀνεγνωρίσαμεν καὶ ἐδέχθημεν ὡς ἀνωτάτην ἡγεσίαν τοῦ στρατοῦ, θὰ καθυβρίζαμεν. Πιστεύσατέ μας ὅτι εἰς τὴν πτωχείαν τῶν ἀξιωματικῶν συνυπάρχει πάντοτε ἡ ἔντιμος, ἀξιοπρεπὴς καὶ ἀπόλυτα τηρουμένη ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου ἀξιωματικοῦ, ἀρχὴ τῆς ἀνιδιοτελείας. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἠθέλαμε νὰ προτείνωμεν τοιοῦτόν τι εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρὰ μόνον θὰ ἐζητούσαμεν εἰς ἄλλην στιγμὴν καὶ ὅταν τοῦτο θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ ἀπαιτήσωμε κάτι ἄλλο γενικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ· θὰ ἐπιθυμῶμεν νὰ ζητήσωμε τὴν στοργήν, τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὸν πόνον Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου, νὰ ζητήσωμεν ὅπως ληφθῇ μία στοιχειώδης μέριμνα ὥστε νὰ παύσῃ νὰ παρακολουθῇ τόσον τὸν ἐν ἐνεργείᾳ κρατικὸν λειτουργόν, ὅσον καὶ τὸν ἐν συντάξει καὶ ἀποστρατείᾳ τοιοῦτον καὶ μέχρι τάφου ἀκόμα ὁ λεγόμενος μισθὸς ἢ ἡ λεγομένη σύνταξις, σύνταξις καὶ μισθὸς ἐξισούμενος μὲ σύνταξιν καὶ μισθὸν θανάτου. Τοιοῦτον γενικὸν μέτρον θὰ ἐπιφυλαχθῶμεν εἰς λίαν προσεχὲς μέλλον καὶ ἐν μιᾷ τῶν συνεδριάσεων τοῦ σώματος νὰ προτείνωμεν εἰς τὸ Σῶμα, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὴν εἰσήγησί μας θὰ ἐγκρίνῃ τὸ σύνολον τῶν πληρεξουσίων. Σήμερον θὰ ἀνεμέναμε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ γενικώτερα μέτρα, καὶ ὄχι τοιαῦτα, μονομεροῦς μορφῆς, καὶ τοῦτο διότι πιστεύομεν ὅτι τοιαύτης μορφῆς μέτρα, θὰ εἶχον ἐντονώτερον τὸν τόνον μιᾶς περιφρονητικῆς, ἔναντι τῶν ἐξελθόντων ἀξιωματικῶν ἀποφάσεώς μας. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι βουλευταί, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ σεῖς θὰ συμφωνήσετε μαζί μου, ὅτι, ἐὰν ὁ τρόπος τῆς ἐξόδου ἐκ τοῦ στρατεύματος, τῆς ἀνωτάτης μέχρι τῆς χθὲς ἡγεσίας, ἐγένετο ὑπὸ μίαν μορφὴν θυσίας τῶν ἐξερχομένων, διὰ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς στρατοῦ συγχρόνου, ἑνὸς στρατοῦ ἱκανοῦ νὰ προσαρμοσθῇ μὲ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ἐὰν λέγω, ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν ἐγένετο ἡ ἔξοδος τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ δὲν εἶχε τὸν τόνον καὶ τὴν μορφὴν μιᾶς ἀποπομπῆς, καὶ μάλιστα περιφρονητικῆς, ζήτημα δὲν θὰ ὑπῆρχεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐάν, φερ’ εἰπεῖν ἐκαλούσαμε τὸν οἱονδήποτε ἀνώτατον ἀξιωματικὸν καὶ τοῦ ἐλέγαμε τὸ ἁπλοῦν καὶ εὔληπτον αὐτό: Κύριε, ὑπηρέτησες πιστὰ τὴν Πατρίδα, προσέφερες ἀφαντάστους ὑπηρεσίας, σήμερον ἡ Πατρὶς σὲ ἔχει καὶ πάλιν, ἀνάγκην, ἀλλὰ ἔχει πρωτίστως ἀνάγκην νὰ δημιουργήσῃ ἕνα στρατὸν συγχρονισμένον. Ἐξέτασε μόνος σου τὰς δυνάμεις σου. Εἶσαι ἱκανὸς νὰ ἀποτελέσῃς τὴν ἀνωτάτην ἡγεσίαν, ἢ νὰ μετάσχῃς τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας αὐτοῦ τοῦ συγχρονισμένου στρατοῦ; Ἢ ἀναγνωρίζεις ὅτι πρέπει νὰ παραχωρήσῃς τὴν θέσιν σου εἰς ἄλλους; Νὰ εἶσθε βέβαιοι, κύριοι, θὰ ἀπαντοῦσαν ὅλοι, καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξῆλθον ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, θὰ ἀπαντοῦσαν ἀδιστάκτως: Ναί, ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς συγχρόνου στρατοῦ, ἑνὸς στρατοῦ ὅστις ἀπαιτεῖ σήμερον, πρὸ παντὸς καὶ κυρίως πολεμικὴν πεῖραν, καὶ σωματικὴν καὶ ὑγιεινὴν ἐπάρκειαν πλήρη. Ἐὰν δὲν συμπαρομαρτοῦν, ἐάν δὲν ὑπάρχουν, κύριοι, εἰς τὸν ἀξιωματικὸν σήμερον ἡ δυνατότης καὶ ἡ ἱκανότης νὰ ἡγηθῇ μονάδος εἰς τὰ σκληρὰ βουνὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι τοιαῦται θὰ εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῆς αὔριον, ἤ, τότε ὁ ἀξιωματικὸς αὐτός, ἀντιλαμβανόμενος ὅτι δὲν θὰ ἀποδώσῃ, καὶ ἔχων πάντοτε τὸ χάρισμα τῆς αὐτοκριτικῆς, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι, θὰ θεωρήσῃ μόνος του τὸν ἑαυτόν του ἀνίκανον νὰ συνεχίσῃ τὴν στρατιωτικήν του σταδιοδρομίαν. Κάποιος ἐκ τῶν κυρίων ἀρχηγῶν, ἀνέφερε προηγουμένως περὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἔλ Ἀλαμέϊν, καὶ ἀκόμη καὶ τοῦ Ρίμινι, καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο. Κύριοι, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος νὰ τοῦ ἀπαντήσω: Πόρρω ἀπέχει ὁ στρατὸς τοῦ Ἔλ Ἀλαμέϊν, ἀκόμη καὶ τοῦ Ρίμινι, ἀπὸ τὸν στρατὸν τῆς αὔριον. Εἶναι τεραστία καὶ ἀκατάληπτος ἡ ἁλματώδης ἐξέλιξις τοῦ στρατοῦ ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα καὶ ἀπὸ ἑβδομάδος εἰς ἑβδομάδα. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπροτιμήσαμε τὸν δρόμον τῶν βουνῶν ἐπὶ τριετίαν, δεχόμεθα σήμερον ἀδιστάκτως, ὅτι δὲν εἴμεθα καὶ πάλιν εἰς θέσιν νὰ ἀνταπεξέλθωμεν εἰς τὰς σημερινὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας, ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν ὄχι ἁπλῶς, ὅπως εἶπον, πολεμικὴν ἐπάρκειαν καὶ πεῖραν, ἀλλὰ κυρίως εὐκινησίαν, εὐρωστίαν καὶ κυριώτερον ὑγείαν. Ἀξιωματικοὶ τῶν 50 ἐτῶν, πεισθῆτε, κύριοι καὶ ἀκούσατέ το καὶ δεχθῆτε το, ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο πείρας, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν θέσιν εἰς τὸν σημερινὸν στρατόν. Ὁ συνταγματάρχης θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ καβαλλήσῃ τὴν μοτοσυκλέττα του, νὰ διευθύνῃ τὸν ἀσύρματόν του, νὰ διευθύνῃ τὸ αὐτοκίνητόν του καὶ νὰ ἠμπορῇ νὰ γίνῃ καὶ ἀλεξιπτωτιστής. Καὶ ὄχι μόνον ὁ συνταγματάρχης, ἀλλὰ καὶ ὅλοι κατὰ ἱεραρχίαν ἀνώτεροί του καθὼς ἐπίσης καὶ αὐτὸς ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Θὰ ὑπῆρχε καὶ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς φιλοτίμους ἀξιωματικοὺς διὰ τοὺς ὁποίους κάθε ἔπαινος ἐπιβάλλεται, θὰ ὑπῆρχε καὶ ἕνας ἔστω, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκρινεν αὐτὸς ἑαυτὸν ἀβιάστως, ὅτι δὲν κάνει διὰ τὸν σημερινὸν στρατόν. Διότι ἂς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει πῶς ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἔχει τὸ Ἔθνος, ὅ,τι ὡραῖον καὶ εὐγενές, θὰ τὸ εὕρετε φυσικὰ εἰς ὅλην τὴν κοινωνικὴν ἱεραρχίαν, ἀλλὰ πρωτίστως θὰ τὸ εὕρετε εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν. Εἶπα, ἕξις, φυσικὸς νόμος, συνείδησις πλήρης εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς κάθε ἀξιωματικὸν νὰ κρίνῃ μόνος του καὶ νὰ ἀποφασίζῃ πάντοτε ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν πρωτίστως καὶ κυρίως τὸ γενικὸν καὶ ὄχι τὸ μερικὸν συμφέρον. Καὶ ἐὰν οὕτω πως ἐχειρίζετο ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα, τότε θὰ εὑρισκόμεθα κατὰ τὴν γνώμην μας, πάντες, Κυβέρνησις καὶ Βουλή, ἐν ἀπολύτῳ ὁμοφωνίᾳ καὶ οὐδεὶς ἐνδοιασμὸς θὰ ὑπῆρχε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔξοδον ἢ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνασύνθεσιν καὶ ἀνασυγκρότησιν τῆς ἀνωτάτης τοῦ στρατοῦ ἡγεσίας. Ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ νομιμότητος ἢ μὴ νομιμότητος, συνταγματικότητος ἢ μὴ συνταγματικότητος τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων Ὑπουργός. Δὲν εἶναι κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν καὶ κρίσιν ζήτημα τύπων τὸ ζήτημα τοῦ Στρατοῦ. Εἶναι καθαρῶς ζήτημα οὐσίας. Εὑρισκόμεθα, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, πρὸ ἑνὸς τετελεσμένου γεγονότος. Θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐρίζοντες μεταξύ μας ἐὰν εὐσταθοῦν συνταγματικῶς καὶ νομικῶς τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἢ θὰ σπεύσωμεν εἰς τὸ πῶς θὰ διορθώσωμεν τὸ τετελεσμένον πλέον γεγονός; (Χειροκροτήματα). Εἴχομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπωμεν κατὰ προηγουμένας συνελεύσεις μὲ ἀξιότιμα μέλη τῆς Κυβερνήσεως τὴν γνώμην μας ἐπ’ αὐτῶν ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας. Διετύπωσα τότε τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἀμέσως οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ἐθνικοφρόνων κομμάτων νὰ συνέλθουν εἰς 1, 2 ἢ 3 συνεδριάσεις καὶ πρὶν ἢ ἔλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ στρατιωτικὸν θέμα, νὰ ἀποφασίσουν περὶ τοῦ λυσιτελεστέρου τρόπου διαρρυθμίσεώς του. Καὶ εἴπομεν ὅτι ἄν, κατὰ τὰς συσκέψεις αὐτάς, ἐτίθετο ὑπ’ ὄψει τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ἡ ἀδήριτος ἀνάγκη, καὶ διὰ νὰ εἶμαι ὠμότερος, ἡ ἀνυπέρβλητος διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐνόπλων δυνάμεων καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀκόμη, ἀνάγκη νὰ ρυθμίσῃ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων τεκμηρίων, καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, ὅσα διὰ λόγους σκοπιμότητος Ἐθνικῆς μορφῆς, ἀπαγορεύονται, τῶν νέων λέγω τεκμηρίων τῆς ἀναλαβούσης τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν στρατοῦ Ὀργανωτικῆς Συμμαχικῆς ἀποστολῆς, ἐὰν τονίζω, κ. ἀρχηγοὶ εὑρισκώμεθα πρὸ διατυπώσεως ὅλων αὐτῶν τῶν ἀδηρίτων ὑποχρεώσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων Ὑπουργοῦ, εἴπομεν λέγω τότε ὅτι ἀσφαλῶς θὰ ἐφθάναμε εἰς συμφωνίαν καὶ δὲν θὰ καταντούσαμεν εἰς τὸ σημεῖον πού καταντήσαμε, ὥστε ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς νὰ ἀκουσθοῦν ὅσα ἠκούσθησαν κατ’ ἀξιωματικῶν, κατὰ πάντα ἀξίων πάσης τιμῆς. Δὲν ὑπάρχουν, κ. συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχουν Ἕλληνες ἀξιωματικοί, ἐκτὸς ἐλαχιστοτάτων ἐξαιρέσεων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπρόδωσαν τὸν προορισμόν των. Αἱ ἐπικρίσεις κατὰ τῶν μὲν καὶ οἱ ἔπαινοι ὑπὲρ τῶν δέ, δὲν ἐνισχύουν τὴν ἐθνικήν μας προσπάθειαν καὶ μόνον τὰς προδοτικὰς τοιαύτας τῶν ἀναρχικῶν βοηθοῦν, διὰ τὰς ὁποίας, εἶμαι βέβαιος, τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς ἐπιθυμεῖ καὶ θέλει νὰ ἴδῃ ἀποτυγχανούσης. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν πρέπει νὰ ἴδωμεν ὁριστικῶς πλέον ρυθμιζόμενον τὸ στρατιωτικόν μας ζήτημα, ἂν ὡς προεῖπα ἐγίνετο τότε ἀποδεκτὴ ἡ πρότασίς μας, διὰ τὴν ὁποίαν πρότασιν ἤκουσα μετ’ εὐχαριστήσεως καὶ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων νὰ διατυπώνῃ σύμφωνον γνώμην, ἂν λέγω ἀκούετο τότε ἡ πρότασίς μας, τότε σήμερα θέμα στρατιωτικὸν δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Βουλὴ θὰ εἶχεν ἀναλώσει τὰς πολυτίμους ἡμέρας καὶ ὥρας της διὰ τὸ ἕτερον καὶ ἐξ ἴσου σοβαρόν, σοβαρώτατον, ἔργον τῆς κανονικῆς ἀναδημιουργίας καὶ ἀνασυγκροτήσεως καὶ κυρίως τὸ τοιοῦτον τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Ἀλλ’ ἅπαξ ἐδημιουργήθη τὸ ζήτημα αὐτό, θὰ πρέπει, εἶναι τοῦτο συντελεστικόν, ἐξακολουθητικῶς νὰ φθάνωμεν ἀπὸ Κυβερνήσεως εἰς Κυβέρνησιν, διαιωνίζοντες κατὰ ἕνα τρόπον, ὅπως εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ζήτημα τῶν ἀξιωματικῶν; Θὰ πρέπει δηλ. μετὰ μίαν οἱανδήποτε τροπὴν τῆς τύχης—εὔχομαι νὰ εἶναι μακροβιωτάτη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ δὲν θέλω νὰ τὴν ἴδω παραδίδουσαν τὴν ἐξουσίαν καὶ τὰς καθέδρας εἰς ἄλλους—θὰ πρέπει, λέγω, μετὰ μίαν οἱανδήποτε τροπὴν τῆς τύχης καὶ ἐρχομένης ἄλλης οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, νὰ ἐπανερχώμεθα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος; Νά, διατὶ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἶπον, δὲν εἶναι ἁπλῶς ὑπερκομματικόν, ὑπερκυβερνητικὸν ζήτημα τὸ στρατιωτικόν, ἀλλ’ εἶναι ἐθνικὸν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῇ ἐκεῖ ὅπου ἐτοποθετήθη. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τέλος μίαν ἀπόφασιν καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ εὐσταθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Δεχόμεθα, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ· θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὅμως μετὰ ὁμόφωνον γνώμην τοῦ ἑτέρου τῶν πολιτικῶν κομμάτων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παρατάξεως. Ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν ἐγένετο τοῦτο, τὶ πρέπει σήμερα νὰ πράξωμεν; Νὰ διχάσωμεν τὸ ἔθνος; Νὰ διατὶ δεχόμεθα τὸ τετελεσμένον γεγονός. Καὶ ἐπιθυμοῦμεν τοῦτο μόνον νὰ ὑποβάλωμεν, ὡς Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος, ὑπ’ ὄψει τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων κ. Ὑπουργοῦ, νὰ ὑποβάλωμεν τὴν γνώμην ὅτι ἀδικίαι πασιφανεῖς αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν, τόσον, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς εὐνοηθέντας, ὅσον καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ηὐνοήθησαν ἐκ τῆς γενομένης ἐπιλογῆς, ἀδικίαι πασιφανεῖς καὶ αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν γνώμην μας, δὲν εἶναι πολλαί, θὰ πρέπει κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον νὰ ἀρθοῦν. Πιστεύομεν ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι αὐτό. Ἀλλὰ πρωτίστως καὶ κυρίως, πρὶν ἢ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον, ὑποβάλλομεν καὶ πάλιν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν εὐχήν, ἔστω καὶ τὴν 12ην, νὰ συγκαλέσῃ τὸ σύνολον τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν τῶν Ἐθνικοφρόνων κομμάτων ἡ Κυβέρνησις εἰς μίαν ἢ δύο συσκέψεις καὶ νὰ ρυθμίσῃ ἀπὸ κοινοῦ αὐτὰς τάς, ἃς τοὺς εἴπωμεν, λεπτομερείας ὥστε ἡ ἀπόφασίς της αὕτη νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα πανεθνικῆς, ὑπερκομματικῆς, ὑπερκυβερνητικῆς συμφωνίας καὶ μόνον τοιαύτην. Δὲν νομίζομεν ὅμως ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ λησμονηθῇ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς σημερινῆς ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ συζητήσεως καὶ ἓν ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης κατὰ τὰς πεποιθήσεις μας παράλληλα ἔχει τεθῆ. Δὲν εἶναι τοῦτο θέμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων Ὑπουργόν, εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἕτερον συνάδελφόν του. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παραμεληθῇ, τὸ αὐτῆς φύσεως ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει δημιουργηθῆ εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς. Καὶ εἰς τὸ Σῶμα αὐτό, κύριοι, ὑπάρχουν ἐπίσης βάσιμα παράπονα, ὑπάρχουν κατὰ τὴν γνώμην μας καὶ ἀπολύτως ἐμφανεῖς ἀδικίαι καὶ ἀδικίαι μάλιστα πρὸς ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ταπεινήν μας ἀντίληψιν, ἐξεπλήρωσαν μετὰ παντὸς ἐπαίνου, μετὰ πάσης ἀποδοτικότητος τὰ ἔργα των κατὰ ἕνα θαυμαστὸν καὶ ἄξιον διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ ὁπλίτας τῆς Χωροφυλακῆς τρόπον. Πρέπει, συγχρόνως μὲ τὸ στρατιωτικὸν θέμα, νὰ ληφθῇ ἡ αὐτὴ μέριμνα διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς Χωροφυλακῆς. Εἶναι, τῇ ἀληθείᾳ, γνωστὸν ὅτι τὰ προσωπικὰ ζητήματα δημιουργοῦν ἀντιθέσεις ὀξυτάτης μορφῆς καὶ δὲν χρήζει, κἂν τοῦτο νὰ λεχθῇ ἀπὸ ἡμᾶς, διότι δυστυχῶς εἰς μίαν 35 ἐτῶν περίπου ζωήν, ἐδοκιμάσαμεν ἅπαντες, καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, τὸ δεῖγμα τοῦτο τῆς ὀξείας ἀντιθέσεως πρὸς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐνομίζαμεν ἀδικήσαντάς μας. Καὶ τότε μὲν ὅπως προεῖπον, ἡ Ἑλλὰς διῆγεν ἕνα ὁμαλὸν βίον καὶ ἠδύνατο, ἠδύνατο, λέγω, τότε ἀκόμη καὶ εἰς μίαν ἀντίξοον περίπτωσιν διὰ τῶν ἰδίων της δυνάμεων νὰ ἀντεπεξέλθῃ. Σήμερον ὅμως ἡ δημιουργία προσωπικῶν ζητημάτων καὶ ἑπομένως ἡ ἐπανάληψις διχασμῶν, διχασμῶν ποὺ θὰ ἐπετείνουν οἱ ἐπιτήδειοι μὲ διάφορα μέσα, θὰ εἶναι θανάσιμον πλῆγμα διὰ τὴν ταλανιζομένην Πατρίδα μας. Θὰ ἔπρεπε, συνεπῶς, τὸ ταχύτερον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ληγούσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως, ἔστω καὶ τὴν δωδεκάτην ὥραν, συμφωνοῦσα πρὸς τὰς ἀντιλήψεις μας ταύτας, κατὰ τὴν γνώμην μας καὶ τοῦ συνόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ ὑποβάλωμεν, λέγομεν, τὴν παράκλησιν νὰ θελήσῃ νὰ δημιουργήσῃ, καὶ τὴν ὑστάστην αὐτὴν στιγμήν, τὸν παράγοντα ὁμοφωνίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν στρατιωτικοῦ ζητήματος. Δὲν ἀξιώνομεν ἀναπροσαρμογὴν καὶ νέας ἀποπομπάς, ἀλλ’ ἄρσιν τῶν ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν καὶ τὰς ὀξύτητας καὶ τὰς προσωπικὰς ἀντιθέσεις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ καὶ τὴν τελευταίαν αὐτὴν ὥραν νὰ δώσῃ εὐήκοον οὖς εἰς τὴν πρότασίν μας, τότε ὅπως πιστεύομεν θὰ ἔχῃ ἡ ἰδία πρωτίστως ἐπιτελέσει ἕνα ἆθλον, ἕνα ἱστορικὸν ἆθλον, ὁ ὁποῖος θὰ ὁδηγήσῃ καὶ τὸ Ἔθνος εἰς καλυτέρας ἡμέρας καὶ θὰ φέρῃ εἰς τὸν Λαόν μας καλυτέραν τύχην. (Χειροκροτήματα).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν διὰ μίαν ὥραν;
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ μίαν ὥραν.
(Ὥρα 9.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.00′ μ. μ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Γ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§51Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὡς ἦτο φυσικόν, κύριοι βουλευταί, τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα προκάλεσε μακρὸν καὶ ἐξονυχιστικὴν συζήτησιν, ὡς κατ’ ἐξοχὴν σπουδαῖον, κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικὸν ζήτημα. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ἀλλὰ νὰ προσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα πρὸς κύρωσιν, ἵνα ἐκεῖ ἐκταθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλωστε, δὲν ἐπρόκειτο νὰ λεχθοῦν ἄλλα πράγματα, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐλέγοντο σήμερον. Ἀτυχῶς, οὔτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις αὐτή, οὔτε ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς τῆς ὁποίας τὴν ἔγκρισιν ἐναπέκειτο τὸ ζήτημα. Καὶ προκάλεσε μακρὰν συζήτησιν καὶ ἐξονυχιστικήν, λέγω, τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, διότι ὡς ἐτέθη διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ἐπηρωτᾶτο, οὐ μόνον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι διώκησαν τὸν τόπον, ἀπὸ τοῦ 1941 μέχρι τοῦ 1946. Καὶ ἐπηρωτᾶτο, διότι τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, ὡς παρίσταται σήμερον καὶ ὡς ἠθέλησε νὰ τὸ λύσῃ ἡ Κυβέρνησις, περιεπλάκη, ἢ μᾶλλον περιεπλέκεται συνεχῶς ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1941, ἐποχῆς καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις Τσουδεροῦ μεταβᾶσα εἰς Κρήτην, ἐδημοσίευσε τὸν νόμον 3011, ὁ ὁποῖος ἐπανέφερεν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικοὺς ἀπομακρυθέντας λόγῳ τῆς στάσεως τοῦ 1933 καὶ τοῦ 1935, ἀντιγράφοντα ἢ μᾶλλον οὐχὶ ἀντιγράφων, ἀλλὰ προλαμβάνων τὸν νόμον τῆς κατοχῆς 560, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἐπανέφερεν ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἐσταμάτησεν δυστυχῶς ἕως ἐκεῖ. Αἱ μεταπελευθερωτικαὶ Κυβερνήσεις, πλὴν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ λάβῃ μέτρα, λόγῳ τοῦ παραπεσόντος κινήματος τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1944. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἔλαβον μέτρα τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ μέγας πληθωρισμὸς εἰς τὸν στρατόν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα, ἐδημοσίευσε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 7 Συντακτικὴν Πρᾶξιν καὶ τὸν νόμον 90, διὰ τοῦ ὁποίου συνεκροτήθη Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἐξ ἀντιστρατήγων, ἀναρμόδιον καὶ λέγω ἀναρμόδιον, διότι οἱ ἀντιστράτηγοι οἱ συγκροτήσαντες τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο δὲν ἦσαν ὅλοι πολεμισταί. Διὰ τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπελήφθη τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία τοῦ ἀνετέθη διῃρέθησαν οἱ ἀξιωματικοί, ὡς μὴ ὤφειλε, εἰς δύο πίνακας εἰς τὸν Α καὶ Β. Κατέχω πίνακας εἰς χεῖρας μου ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται ὅτι ἐνεγράφησαν εἰς τὸν πίνακα Α ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν ἐναντίον τῆς Πατρίδος των κατὰ τὸ Δεκεμβριανὸν κίνημα. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν ὕπαρξιν τῶν πινάκων ἐκείνων. Εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, ἔδωκε μίαν σημαντικὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἐπακολουθήσασαι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Πλαστήρα ἠθέλησαν νὰ ἀκυρώσουν τοὺς πίνακας Α καὶ Β, ὡς δὲ ἐπληροφορήθην καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θεωρεῖ τοὺς πίνακας αὐτοὺς κακῶς συνταχθέντας.
§52Χ. ΛΑΔΑΣ. Διατὶ δὲν τοὺς κατήργησεν;
§53Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω καὶ ἐγὼ περὶ αὐτοῦ. Ἔλεγον λοιπόν, ὅτι κατὰ τὴν σημαντικὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων καὶ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τῶν διαθέσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ πίνακες Α καὶ Β εἶναι ἀνύπαρκτοι. Καὶ ἐρωτῶ, ἐφ’ ὅσον οἱ πίνακες αὐτοὶ κατεδικάσθησαν καὶ ἀπὸ τὰς προηγουμένας κυβερνήσεις, καὶ ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ διάθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὁμοία μὲ τὴν τῶν προηγουμένων κυβερνήσεων, διατὶ ἄραγε δὲν ἐκρίθησαν ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι καὶ εἰς τοὺς δύο πίνακας καὶ ἐκρίθησαν μόνον οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πίνακος Α; Διότι, κ. βουλευταί, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι καταργηθῶσιν οἱ πίνακες Α καὶ Β σήμερον, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τῆς ἑξῆς ἀντινομίας. Θὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς ἀρχαιοτέρους τῶν σημερινῶν ἡγετῶν τοῦ στρατεύματος μὲ ἀρίστας πολεμικὰς ἐκθέσεις, οἱ ὁποῖοι τί θὰ γίνουν; Ἢ πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ λάβουν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου καὶ νὰ δημιουργήσωμεν νέον πληθωρισμὸν ἢ θὰ πρέπει νὰ ἀποστρατευθοῦν βιαίως, ἀλλὰ διὰ ποίους λόγους; Ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ἀναστάτωσιν, εἶναι καὶ τὸ ζήτημα, σπουδαιότερον τοῦτο, ὅτι γίνεται μία κρίσις περὶ τῶν ἀνωτάτων ἡγετῶν τοῦ στρατεύματος, καὶ κρίσις ἔγινε κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν ἀπὸ ἕνα Ἀνώτατον Συμβούλιον Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κρίνῃ τοὺς ἀξιωματικούς, ἀποτελούμενον ἀπὸ τρία πρόσωπα πάντα ξένα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον. Διότι, κύριοι, τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον Ἀμύνης ἔπρεπε νὰ εἶναι συντεθειμένον, ὅπως ἦτο καὶ ἄλλοτε, καὶ ὅπως ὁ νόμος 731, νομίζω ἀναφέρει, ἀπὸ 7 πρόσωπα ἐκ τῶν ὁποίων 4 πολιτικὰ καὶ 3 στρατιωτικά. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ἔχει τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε δὲν θὰ ἦτο τόσον διαβλητὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου, διότι ἐπιτέλους θὰ ὑπῆρχε καὶ εἷς εἰδικὸς μέσα εἰς τὸ Συμβούλιον, ὁ ὁποῖος θὰ ἔκαμνε τὴν πρότασιν προαγωγῆς. Ἀλλὰ τὸ κυριώτατον θέμα, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ θίξω ἐνώπιον ὑμῶν εἶναι ἡ κατ’ ἀπόλυτον κρίσιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἀμύνης, προαγωγὴ τῶν νῦν ἡγετῶν τοῦ στρατεύματος. Ἔ, κύριοι συνάδελφοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην τῶν γηραιοτέρων ἀπὸ ὑμᾶς· ἔρχομαι μίαν γενεὰν πρὸς τὰ ὀπίσω ὁπότε ἡ Ἑλλὰς ἡνωμένη ἔκαμε τὴν πρώτην ἐξόρμησιν τῆς φυλῆς κατὰ τὸν παρόντα αἰῶνα. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ γηραιότεροι ἐξ ἡμῶν εἴμεθα ἢ ὁπλῖται ἢ ἀξιωματικοὶ νεώτατοι εἰς τὸ ναυτικὸν ἢ τὸν στρατόν. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ νικηφόρου ἐκείνου πολέμου, ὁ ὑπεύθυνος ἀρχιστράτηγος τοῦ πολέμου ἐκείνου, ἐγκρινούσης καὶ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ προαγάγῃ τρεῖς ἀξιωματικοὺς τοῦ ἐπιτελείου του, δι’ ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν. Οἱ ἀξιωματικοί, κύριοι, τοὺς ὁποίους προήγαγεν, ὁ τότε ἀρχιστράτηγος, ἦσαν ἀξιωματικοὶ διεθνοῦς κύρους καὶ διὰ τὸν χαρακτῆρα των καὶ τὰ στρατιωτικὰ προσόντα καὶ τὰς στρατιωτικάς των γνώσεις. Ἐκεῖνοι, κύριοι, οἱ προβιβασμοὶ ἐπέφερον τότε τοιοῦτον σάλον εἰς τὸ στράτευμα, ὥστε δύναμαι εἰπεῖν, ὅτι αἱ ἐπακολουθήσασαι ἐπαναστάσεις ὀφείλονται εἰς ἐκείνην τὴν ἀντιπάθειαν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν προαγωγὴ ἐκείνη. Ἡ κατ’ ἐκλογήν, λοιπόν, προαγωγὴ τῶν 6 ἀντιστρατήγων ὁσονδήποτε ἄριστοι καὶ ἂν θέλετε νὰ εἶναι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπηχήσουν καλῶς εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ στρατεύματος. Γνωρίζετε κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν πόσον σᾶς ἐκτιμῶ καὶ πόσον στηρίζομαι εἰς τὴν φιλίαν σας, ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς ὑποδείξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τοιαῦται διακρίσεις φέρουν διαστάσεις εἰς τὸν στρατόν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ποτὲ πρὸς ὄφελος τοῦ στρατοῦ. Σᾶς ἀναφέρω ἀκόμη ἓν ἄλλο παράδειγμα κύριοι. Κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἐξετέλουν χρέη ὑπασπιστοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στόλου τοῦ Αἰγαίου τοῦ ναυάρχου Κουντουριώτη. Μετὰ τὴν ἀνακωχὴν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μοὶ ἀπηύθυνε μίαν ἐπιστολὴν καὶ μοῦ εἶπε. Νομίζω ὀρθὸν διὰ τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας τὸ ναυτικὸν προσέφερεν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ ἐφ’ ὅσον προηγήθη ἡ κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴ τῶν τριῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Στρατοῦ, ὅτι πρέπει καὶ ὁ ναύαρχος νὰ προτείνῃ δύο ἀξιωματικοὺς κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν δι’ ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας, καὶ ὠνόμαζε τοὺς ἀξιωματικοὺς ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἦσαν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ ναυάρχου καὶ ὁ κυβερνήτης τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11 τορπιλλοβόλου, τὸ ὁποῖον ἐτορπίλλισε τὸ Φετχὶ Μπουλὲν εἰς τὸν λιμένα τῆς Θεσσαλονίκης. Ἠξεύρετε, κύριοι, ποίαν ἀπάντησιν μοῦ ἔδωκεν ὁ ἀείμνηστος Κουντουριώτης. Νὰ γράψῃς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐγὼ δὲν γίνομαι νεκροθάπτης τοῦ ναυτικοῦ καὶ μοῦ ἐξήγησεν, ὅτι αἱ προτιμήσεις αἱ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγαὶ δι’ ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας, ἔστω καὶ ἂν προσεφέρθησαν, δὲν ἀπεργάζονται τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἠρεμίαν εἰς τὸν στρατόν, ἀλλὰ τὴν ἀναρχίαν καὶ τὰς ἐπαναστάσεις. Οὕτως, κύριοι, ἐσκέπτοντο οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον μακρὰν πεῖραν τῶν σωμάτων εἰς τὰ ὁποῖα ὑπηρέτουν. Καὶ ἐρωτῶ, ὅταν τοιαύτην ἔχωμεν πεῖραν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν σήμερον, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχουν πράξεις ἐξαιρετικαί, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν τοιαύτας διακρίσεις; Δὲν θὰ εἰσέλθω, κύριοι, εἰς προσωπικὰ ζητήματα, διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τοὺς πλείστους τῶν προλαλησάντων, ὅτι τὰ προσωπικὰ ζητήματα δὲν πρέπει, δὲν εἶναι συμφέρον, δὲν εἶναι ἐθνικὸν καθῆκον νὰ φέρωνται εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην πεῖραν τοῦ παρελθόντος εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπίπτωμεν εἰς τὰ αὐτὰ λάθη; Ἐλέχθη, κύριοι, κάτι τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διευκρινισθῇ. Ἐλέχθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀποσυμφόρησις τοῦ στρατεύματος καὶ κἄτι ἄλλο, ὅτι ἔπρεπε οἱ νέοι νὰ διοικήσουν τὸν στρατόν. Κύριοι, κατέχω τοὺς πίνακας τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν. Οἱ προαχθέντες ἀντιστράτηγοι δὲν εἶναι οἱ νεώτεροι εἰς τὸν στρατόν, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψει τοὺς πίνακας Α καὶ Β ὡς μὴ ὑφισταμένους. Συνεπῶς, τὸ ζήτημα τῆς νεότητος καταπίπτει. Ἀλλὰ καὶ μία ἄλλη δικαιολογία προεβλήθη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῶν Βρεταννῶν. Κύριοι, καὶ τοῦτο εἶναι ἀνακριβές. Καὶ χαίρω διότι εἶναι ἀνακριβές. Καὶ τὸ ἀναφέρω, ὅτι κατέχω εἰς χεῖρας μου ἐμπιστευτικὸν ἔγγραφον τοῦ ἀρχιστρατήγου τῆς Μέσης Ἀνατολῆς κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἀρχιστράτηγος τῆς Μέσης Ἀνατολῆς—δὲν ὑποθέτω δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἐμπιστευτικώτερον πρόσωπον τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως—ἐκφράζεται περί τινων ἀξιωματικῶν ὄχι καὶ τόσον εὐμενῶς. Τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ἡ ἑλληνικὴ ὑπηρεσία τοὺς μεταχειρίζεται καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς ἐμπιστευτικὰς θέσεις. Συνεπῶς, ὁ μῦθος περὶ τῆς Βρεταννικῆς ἐπεμβάσεως ἀποδεικνύεται εὐτυχῶς, ἀνακριβής. Καὶ λέγω, εὐτυχῶς, κύριοι, διότι δὲν εἶναι τρόπος αὐτὸς διαχειρίσεως τῶν ζητημάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔχομεν ὑψίστην ἀνάγκην τῆς συμμαχίας καὶ τῆς προστασίας τῆς μεγάλης αὐτῆς δυνάμεως, νὰ κακολογῶμεν τὴν δύναμιν αὐτὴν καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοί της, οἱ ὀργανωταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐπιβάλλουν τὴν θέλησίν των εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν διὰ προσωπικὰ ζητήματα.
§54Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἀκούσατε ἀπὸ μένα νὰ εἴπω τέτοιο πρᾶγμα; Ἐγὼ ἀναλαμβάνω πλήρως τὰς εὐθύνας τῶν πράξεών μου.
§55Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶπα, ὅτι τὸ εἴπατε σεῖς. Εἶπον εὐτυχῶς εἶναι ψεῦδος.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Κανελλόπουλος.
§57Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐθίγη τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπεξηγήσω τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα.
§58Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ποιούμενος χρῆσιν αὐτοῦ δὲν ὑπηνίχθην ὑμᾶς, διότι ἀτυχῶς δὲν ἤμην παρὼν ὅταν εἴπατε τοῦτο, καὶ συνεπῶς δὲν ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς.
§59Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν εἶπα, ὅτι τὰ πρόσωπα ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τῶν Βρεταννῶν. Εἶπον, ὅτι τὰ μέτρα τῆς ἀποσυμφορήσεως καὶ τῆς ἀνανεώσεως τοῦ στρατοῦ συνελήφθησαν ὡς εἰσήγησις καὶ διετυπώθησαν εἰς ἐμὲ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1945 καὶ εἶχον καθῆκον νὰ δηλώσω τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι πρόκειται περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσε, συνέλαβε καὶ ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἦτο τεταγμένη ἡ ἀποστολὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐκαλέσαμεν, ὡς ἐκαλέσαμεν καὶ ἄλλοτε, τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν, ἦτο τεταγμένη νὰ προτείνῃ μέτρα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶπον ὅτι ἡ Βρεττανικὴ Ἀποστολὴ ἀπεφάσισεν. Εἶπον, ὅτι ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε εἶχον κατ’ ἀρχὴν ἀποδεχθῆ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα μοῦ εἰσηγήθη ἡ Βρεττανικὴ Ἀποστολή. Μοῦ ἐπιτρέπετε ὅμως, κ. Στρᾶτο, μίαν ἐρώτησιν; Ὁ κ. Στρᾶτος ἔκαμεν ἕνα ὑπαινιγμὸν σχετιζόμενον πρὸς ὡρισμένους ἀξιωματικοὺς περὶ τῶν ὁποίων, βάσει ἐμπιστευτικῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖρας του, περὶ τῶν ὁποίων ἀξιωματικῶν ἐκφράζεται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος σημαίνει δυσπιστίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Βρεταννικῶν Δυνάμεων Μέσης Ἀνατολῆς. Θὰ παρεκάλουν ἁπλῶς νὰ μοῦ εἴπῃ ὁ κ. Στρᾶτος ἂν μεταξὺ τῶν ὀνομάτων ὑπάρχῃ ὄνομα ἀντιστρατήγου ἀνήκοντος εἰς τὴν ἀνωτάτην ἡγεσίαν τῆς σήμερον.
§60Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι κ. Κανελλόπουλε. Ἂν θέλετε νὰ λάβετε γνῶσιν, ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ ἐπιμείνω καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων εἶναι τοῦτο. Νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι ἡ ἐξαιρετικὴ διάκρισις, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τοὺς ἓξ ἀντιστρατήγους θὰ γεννήσῃ ζητήματα καὶ θὰ φέρῃ πράγματα εἰς τὸν μέλλοντα στρατόν. Καὶ τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει του πρόκειται νὰ συγκροτήσῃ ἕνα Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἐξ ὅλων τῶν ἀντιστρατήγων τοῦ μετώπου τῆς Ἀλβανίας, ἀντὶ 2–3 ἀντιστρατήγους ἐκ τῶν ἀποστράτων ἀνηκόντων εἰς τὴν παράταξιν ἐκείνην καὶ ἐξ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνουν ἐξ ὑπαρχῆς ὅλα τὰ στοιχεῖα τῶν ἀξιωματικῶν τοὺς ὁποίους οἱ διάφοροι νόμοι κακῇ τῇ μοίρᾳ ἐπανέφερον εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἐπιλέγουν τοὺς ἀρίστους ἐκ τῶν πολεμιστῶν νὰ ἀποτελέσῃ τὴν νέαν ἐπετηρίδα τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο πράττων κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἔχετε τὴν αἰωνίαν τῆς Πατρίδος εὐγνωμοσύνην. (Χειροκροτήματα).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζουμπουλάκης ἔχει τὸ λόγον.
§62Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Οὐδενὸς διαφεύγει τὴν προσοχὴν ὅτι τὸ ὑπὸ ἐξέτασιν στρατιωτικὸν ζήτημα ἐνέχει μεγίστην σπουδαιότητα διὰ τὸ στράτευμα κατὰ συνέπειαν καὶ διὰ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι αἰσθάνομαι μεγίστην λύπην, διότι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀνεφέρθησαν ὑπερβολικοὶ ἔπαινοι καὶ κατηγορίαι δυσφημιστικαὶ δι’ ὡρισμένους ἀξιωματικούς. Ἐπειδὴ κύριοι ηὐτύχησα ἐπὶ 2½ καὶ πλέον δεκαετηρίδας νὰ ὑπηρετήσω εἰς τὸν στρατὸν ὡς ἀξιωματικὸς καὶ νὰ γνωρίσω σχεδὸν ἅπαντας τοὺς ὑπὸ κρίσιν συναδέλφους μου ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ ἐπὶ πλέον καὶ πέντε ἔτη— θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ὅπως τὴν διαφωτίσω μὲ πλήρη ἀντικειμενικότητα καὶ πλήρη συναίσθησιν τῆς εὐθύνης μου—ὑπῆρξα πάντοτε θερμὸς θιασώτης καὶ κῆρυξ τῆς ἰδέας ὅτι ἰδιαιτέρως εἰς τὸ στράτευμα ἡ ἕνωσις ἐξασφαλίζει τήν ἰσχὺν, ἐνῷ ἡ διαίρεσις ὁδηγεῖ εἰς τὴν παρακμήν. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὸ θέμα μὲ τὴν προσπάθειαν νὰ μὴ ἀνατρέξω πολὺ εἰς τὸ παρελθόν. Ὁ στρατὸς ὅστις ἐπολέμησεν εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ ἐθαυματούργησεν, ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὰ ἐνεργὰ στελέχη τοῦ 1940 καὶ ἐκ τῆς ὁλότητος περίπου τῶν ἀξιωματικῶν οἵτινες ἀπεμακρύνθησαν μετὰ τὸ ἀδελφοκτόνον ἐκεῖνο κίνημα τοῦ 1935 οἵτινες ἐκρίθησαν ὡς ἱκανοὶ παρ’ ἑνὸς Συμβουλίου ὅπερ συνεστήθη τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1939 ὑπὸ τὴν Προεδρίαν μου. Ὁ στρατὸς ἐκεῖνος ἀπετελέσθη κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπὸ τοὺς καλυτέρους μας ἀξιωματικούς. Ἀκολούθως μετὰ τὴν μάχην τῆς Κρήτης καὶ βραδύτερον εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν τὰ γεγονότα ὑπεχρέωσαν τὰς τότε Κυβερνήσεις νὰ ἐνεργήσουν μεταβολὰς εἰς τὸ στράτευμα, τὸ αὐτὸ ἔπραξαν καὶ αἱ ἐδῶ Κυβερνήσεις τῆς Κατοχῆς. Οὕτω οἱ ἐπανελθόντες εἰς τὸ στράτευμα ἦσαν καλοὶ ἴσως κύριοι, ἀλλ’ οὐχὶ κατὰ μεγίστην πλειονότητα καὶ ἀξιωματικοί. Αὐτή, κύριοι, ἡ κατάστασις ἐπεδεινώθη ἔτι μᾶλλον ἐπὶ Κυβερνήσεως Ράλλη, ὁπότε διὰ τοῦ γνωστοῦ νόμου 560] 1943 εἰσῆλθον εἰς τὸ στράτευμα ἀδικαιολογήτως ὑπερεκατὸν πεντήκοντα νεοπροαχθέντες καὶ μὴ στρατηγοί — ἑκατοντάδες ἀνώτεροι καὶ ὑπερχίλιοι ἕτεροι παντὸς βαθμοῦ ἐξ ὧν οἱ πλεῖστοι ἀπουσίαζον τοῦ στρατεύματος 10 καὶ 20 ἀκόμη ἔτη ἐνῷ ἠδύνατο νὰ τοὺς ἐνισχύσῃ οἰκονομικῶς χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ πρωτοφανῆ ἀναστάτωσιν εἰς τὸ στράτευμα. Ἔφθασεν ἀκολούθως κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1944 ἡ πρώτη ἀπελευθερωτικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη εὗρε τὸν στρατὸν μὲ μίαν σύνθεσιν ὑπερπληθωρική, τοὐτέστι μὲ στελέχη ὑπερδιπλάσια καὶ ἀνομοιογενῆ εἰς σύγχρονον μόρφωσιν. Ἐπιτακτικὴ ὅθεν ἀνέκυπτεν ἡ ἀνάγκη, ὅπως γίνῃ ἡ πρώτη ἐπιλογὴ τῶν στελεχῶν, ἥτις καὶ θὰ ἐξησφάλιζε τὴν περιπόθητον ἀποσυμφόρησιν. Ἡ πρώτη αὕτη ἀπελευθερωτικὴ Κυβέρνησις ἴσως δὲν ὑπέχει σοβαρὰν εὐθύνην, διότι δὲν τοὺς ἐδόθη ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὅπως ἰσχυρίζεται, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν σύλληψιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων της. Ἕν ὅμως μᾶς εἶναι γνωστὸν ὅπερ καὶ ὡμολόγησεν. Ἐσκέπτετο νὰ συγκροτήσῃ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἀπὸ ὡρισμένους ἀντιστρατήγους, οἵτινες ὡς μὴ συμμετασχόντες κατὰ τὸν πόλεμον 1940–41 οἷον Ὀθωναῖος καὶ λοιποὶ ἦσαν ἀναμφισβητήτως οὐ μόνον ἀκατάλληλοι κριταί, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνοι. Ἐπηκολούθησεν ἔπειτα ἡ Κυβέρνησις τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα ἥτις ἀτυχῶς, τὸ λέγω μὲ βαθυτάτην μου θλῖψιν διότι δὲν ἀντιπολιτεύομαι ἐξ ἰδιοσυγκρασίας, ἔδωσε λέγω τὴν χαριστικὴν βολὴν εἰς τὸ στράτευμα διὰ τῆς συγκροτήσεως ἑνὸς Συμβουλίου ἐκ τριῶν ἀντιστρατήγων ἐξ ὧν οἱ δυὸ ἐπανῆλθον ἐπὶ Κατοχῆς καὶ ἀπουσίαζον τοῦ στρατεύματος ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ὡς καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον Πλαστήρα ἐδημιούργησαν τοὺς ἁμαρτωλοὺς πίνακας Α καὶ Β εἰς οὓς ἀνέγραψαν, εἰς μὲν τὸν πίνακα Α πολλοὺς στρατηγοὺς καὶ συνταγματάρχας, οἵτινες εὑρίσκοντο μακρὰν τοῦ στρατεύματος ἐπὶ 10 καὶ 12 ἔτη, εἰς δὲ τὸν πίνακα Β ἐνέγραψαν πολλοὺς ἀξιωματικοὺς ἀρίστους, ἐπιλέκτους Διοικητὰς τοῦ Ἀλβανικοῦ πολέμου καὶ διακεκριμένους πολεμιστάς, ἀφοῦ εἰς τὸν ἴδιον πίνακα ἐνέγραψεν ἀξιωματικοὺς τοῦ ΕΛΑΣ–ΟΠΛΑ καὶ τοὺς κινηματίας τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Ἐὰν κύριοι βουλευταί, τὶς ἐξ ὑμῶν ἀμφιβάλῃ ἐπὶ τῆς ἀπολύτου ἀκριβείας τῶν λεγομένων μου εἶμαι προθυμότατος νὰ τοῦ παράσχω ὅλα τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, ἅτινα κατέχω ἐνώπιον μου ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τὰς ἐπισήμους ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔχω εἰς χεῖρας μου νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐκθέσεις πολεμικὰς ἀξιωματικῶν ἀνωτάτων — καὶ συνταγματαρχῶν τεθέντων εἰς τὸν πίνακα Β, καθὼς καὶ ἀξιωματικῶν τεθέντων εἰς τὸν πίνακα Α διὰ νὰ πεισθῆτε ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, ὄχι βεβαίως ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλὰ εἰς σοβαρὰν ἀναλογίαν. Αὐτὴ ἦτο, κύριοι, ἡ δημιουργηθεῖσα κατάστασις τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω, ἠνέχθησαν καὶ αἱ μετέπειτα διαδεχθεῖσαι ἀλλήλας Κυβερνήσεις — Βούλγαρη, τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος κ. Κανελλοπούλου, ἥτις δὲν ἠμπορεῖ νὰ κριθῇ ὡς παραμείνασα ἐλαχίστας ἡμέρας εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἡ περίφημος Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου Σοφούλη ἐπὶ ὁλόκληρον τετράμηνον. Ὅλαι αὐταὶ αἱ Κυβερνήσεις σκεπτόμεναι κομματικῶς καὶ αὐθαιρέτως, οὐ μόνον ἠνέχθησαν τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν εἰς τὸ στράτευμα, ἀλλὰ ἡ τελευταία ἐπροχώρησεν ἔτι μᾶλλον διὰ τῆς εἰσόδου εἰς τὸ στράτευμα καὶ ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἵτινες εἶχον ὑποπέσει εἰς βαρύτατα παραπτώματα ἐν τῇ Μέσῃ Ἀνατολῇ χωρὶς νὰ συγκεντρώσουν οὐδὲν ἀπολύτως στρατιωτικὸν προσὸν. Μάλιστα, κύριοι, αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐκληρονόμησεν ἡ σημερινὴ λαοπρόβλητος Κυβέρνησις καὶ εἰδικώτερον ὁ σεβαστός μου ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Καὶ ἤδη πρὶν ἢ προχωρήσω εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καθορίσω σαφῶς περὶ τίνος πρόκειται: Ἐλέχθησαν πολλὰ ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας ρήτορας, ὡμίλησαν πολλοὶ περὶ Ὀργανισμοῦ στρατοῦ καὶ ἄλλοι περὶ σχεδίων ἐκστρατείας ἀκόμη. Ὄχι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τοῦ ἑνός, οὔτε περὶ τοῦ ἄλλου. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ τοῦ προβλεπομένου ἀριθμοῦ τῶν στελεχῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ συγκεκριμένως περὶ ἑνὸς ἐκ τῶν 7 ἢ 8 κλάδων τοῦ ὀργανισμοῦ στρατοῦ τοὐτέστιν πρόκειται περὶ τοῦ νόμου τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν, ἐμακρολογήσαμεν, κύριοι, χωρὶς τὴν ἀπαιτουμένην θετικὴν ἀπόδοσιν. Οὕτως λοιπὸν εἶχον τὰ πράγματα—ὁπότε ὁ ἤδη Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀξιότιμος κ. Μαυρομιχάλης ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ καὶ νὰ εὕρῃ τὴν καλυτέραν λύσιν. Ὡς πρῶτον λοιπὸν μέτρον ἐφήρμοσε, λίαν ὀρθῶς, τὴν 10ετίαν εἰς τοὺς βαθμοὺς τοῦ στρατηγοῦ ἐπιτυχὼν οὕτω ἐπιλογὴν τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν καὶ ἔν τινι μέτρῳ τὴν ἀποσυμφόρησιν τοῦ στρατεύματος. Ὁ ἐφαρμοσθεὶς αὐτὸς νόμος προφανῶς συνεπήγετο τὴν συγκρότησιν ἑνὸς νέου Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὴν ὁποίαν συγκρότησιν ἐπεδείχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἂν μὴ τι ἄλλο, τοὐλάχιστον ἀνωτερότης καί ἀντικομματικὴ ἀντίληψις ἀνωτέρα πάσης ἐξάρσεως. Εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ τῆς ἀνάγκης ὅπως προαγάγῃ ἕξ (6) ὑποστρατήγους εἰς ἀντιστρατήγους. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω τὴν ἑξῆς ἀκλόνητον γνώμην. Φρονῶ ὅτι πρὸ τῆς λήψεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἔδει νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀναθεώρησις τῶν πινάκων Α καὶ Β ὁπότε θὰ εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιλέξῃ μεταξὺ ὅλων τῶν δικαιουμένων ὑποστρατήγων καὶ συνταγματαρχῶν τοὺς δικαιουμένους νὰ τεθῶσιν ὑπὸ κρίσιν, δεδομένου ὅτι ἐκ τοῦ πίνακος Β ὅν ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν διακρίνω παραλειφθέντας (11) ἕνδεκα οἵτινες συμμετέσχον γενικῶς, ἐξ ὧν 7 διοικήσαντας Μεραρχίαν κατὰ τὸν Ἀλβανικὸν πόλεμον καὶ 5–6 ἰσαξίους ἢ καλυτέρους τοὐλάχιστον ἐκ τῶν 3 ἢ 4 ἐκ τῶν ἐπιλεγέντων καὶ ἀκόμη ὑπερτεροῦντας εἰς νομιμοφροσύνην ἦθος καὶ χαρακτῆρα—ἐὰν λοιπὸν ἀντὶ τῶν 6 προεκρίνοντο 8 ἢ 9 δὲν παίζει ρόλον ὅλοι θὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθοῦν. Ἀκολούθως πρόκειται προφανῶς νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἡ δευτέρα φάσις τῆς ἐπιλογῆς τῶν ἀνωτάτων στελεχῶν τοὐτέστιν τοποθετήσεις καὶ κατὰ συνέπειαν σύντομοι προαγωγαὶ τῶν νῦν συνταγματαρχῶν εἰς ὑποστρατήγους διὰ τὰς διοικήσεις Μεραρχιῶν καὶ συνταγματαρχῶν εἰς διοικήσεις Ταξιαρχιῶν καὶ λοιπῶν ἰσοτίμων ἐπιτελικῶν θέσεων. Ἐπ’ αὐτοῦ, κύριοι, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἐὰν ἐφαρμοσθῇ μονομερῶς καὶ πάλιν ἐπιλογὴ ἐκ τοῦ πίνακος Α καὶ ἄνευ τῆς καταργήσεως τοῦ πίνακος Β θὰ δημιουργήσῃ μοιραίως καὶ κατ’ ἀπόλυτον βεβαιότητα νέα δίκαια καὶ εὔλογα παράπονα ἀκόμη καὶ ἐκ τοῦ πίνακος Α ὅν ἔχω ἐδῶ παρατηρῶ ὅτι προεκρίθησαν νεώτεροι ἱεραρχικῶς διὰ τὰς διοικήσεις Μεραρχιῶν καὶ ἀρχαιότεροι διὰ τὰς διοικήσεις Ταξιαρχιῶν ἢ ἑτέρων ἰσοτίμων ἐπιτελικῶν ὑπηρεσιῶν. Αὐτὸ κύριοι διὰ τὴν ἑλληνικὴν νοοτροπίαν δὲν εἶναι νοητὸν διότι φιλότιμος ἀξιοπρεπὴς καὶ γενναῖος ἀξιωματικὸς οὐδέποτε θὰ δεχθῇ νὰ ὑπηρετήσῃ ὑπὸ τὰς διαταγὰς νεωτέρου του, ἀντιθέτως θὰ ὑποκύψουν μοιραίως οἱ ἀσθενέστεροι χαρακτῆρες καὶ λόγῳ τῶν σημερινῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν. Βλέπω ἀκόμη ὅτι μεταξὺ τῶν 26 προκρινομένων διὰ διοικήσεις Μεραρχιῶν καὶ ἑτέρων 42 διὰ διοικήσεις Ταξιαρχιῶν κλπ., οὕς γνωρίζω καλῶς καὶ οὐχὶ ἐκ πληροφοριῶν—μὲ ὅλην τὴν ἀγάπην καὶ ἐκτίμησιν ποὺ τρέφω πρὸς πάντας ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι διακρίνω πολλοὺς ἀρίστους κυρίους καὶ καλοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλὰ κάθε ἄλλο ἢ ἡγετικὰς φυσιογνωμίας πρὸς ἀνάληψιν ἀνωτάτων διοικήσεων καὶ δὴ ἐν πολέμῳ. Τινὲς ἐξ αὐτῶν δὲν διῴκησαν ἐν πολέμῳ οὔτε λόχους οὔτε τάγματα, ἄλλοι δὲν διῴκησαν συντάγματα, οὔτε ἐν εἰρήνῃ οὔτε ἐν πολέμῳ καὶ ἕτεροι δὲν διέπλευσαν κατὰ τὸν παρελθόντα πόλεμον τὸ Αἰγαῖον οὔτε χάριν Τουρισμοῦ, ἀντιθέτως βλέπω παραλειπομένους μερικοὺς συνταγματάρχας ἀξίους λόγου καὶ δεδοκιμασμένους ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ. Ὡμίλησαν πολλοὶ περὶ νεότητος καὶ συγχρόνου στρατοῦ καὶ ἄλλων ἀκατανοήτων διὰ τὸ στράτευμα ἀρετῶν. Κύριοι, ὁ πόλεμος εἶναι ἡ ἀληθὴς λυδία λίθος δι’ ἧς δοκιμάζεται ἡ ἀξία τῶν στελεχῶν καὶ τοῦ στρατεύματος. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ νέος πόλεμος καὶ τὰ σύγχρονα μέσα ἅτινα ἀπαριθμοῦν ἐπέφερον λέγω, πλήρη ἀναστάτωσιν εἰς τὸν τρόπον τοῦ μάχεσθαι. Ἀλλὰ ἡμεῖς οἱ εἰδικοὶ διερωτώμεθα: Ἐὰν ἕνας ἀξιωματικὸς ὅστις ἐμορφώθη εἰς ὅλα τὰ σχολεῖα, ὅστις διῴκησεν εὐδοκίμως ὅλας τὰς μονάδας τοῦ βαθμοῦ του ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, ἕνας ἀξιωματικὸς γενναῖος δὲν εἶναι ἱκανὸς ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν περίφημον αὐτὸν σύγχρονον πόλεμον; Τότε ποῖοι εἶναι ἱκανοὶ διὰ νὰ ἔχουν μεγαλυτέραν σύγχρονον ἀπόδοσιν; Μηδέποτε δοκιμασθέντες; Ὄχι βέβαια. Τὰ προσόντα ἅτινα χαρακτηρίζουν τοὺς ἀνωτάτους ἡγήτορας τοῦ στρατοῦ εἶναι κυρίως ὁ ὑγιὴς νοῦς, ἡ ὑγιὴς ψυχὴ καὶ ἡ ἰσχυρὰ θέλησις καὶ πίστις ἐπὶ τὴν νίκην. Τέλος τὰ προτεινόμενα μέτρα πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν στρατιωτικοῦ προβλήματος εἶναι τὰ κάτωθι: Κριταὶ ἁρμόδιοι καὶ φυσικοί: Εἶναι ὁ ἀντιστράτηγος τῆς Νίκης μετὰ τῶν Διοικητῶν Μεγάλων Μονάδων Ἀντιστρατήγων τοῦ Πολέμου 1940–41, 1–2 ἐκ τῶν ἀντιστρατήγων οὕς ἤθελον προκρίνει οἱ σημερινοὶ ἡγέται τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Εἷς στρατηγός, ὅστις διώκησε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐν Μέσῃ Ἀνατολῇ τοῦ Ἐλ Ἀλαμέϊν Ρίμινι Ἱεροῦ Λόχου καὶ ὁ στρατηγὸς κ. Ζέρβας διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, οὓς διῴκησεν εἰς τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου. Οὕτω θὰ γίνῃ ἐπιλογὴ γενικὴ ἐκ τῶν πινάκων Α καὶ Β πρὸς σύνταξιν 4 κατηγοριῶν. Μιᾶς, ἥτις θὰ συμπεριλάβῃ ὅλα τὰ ἐπίλεκτα στελέχη, ἅτινα θὰ ἀποτελέσουν τὴν ἐν εἰρήνῃ προβλεπομένην δύναμιν ἑτέρας ἥτις θὰ συμπεριλάβῃ ἅπαντας τοὺς ἐπιτελέσαντας εὐδοκίμως τὰ καθήκοντα αὐτῶν καὶ οἵτινες θὰ τύχωσι πάσης ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἀμοιβῆς δι’ ἑνὸς εὐεργετικοῦ νόμου ἐθελουσίας ἐξόδου ὡς πλεονάζοντες. Τρίτης ἥτις θὰ συμπεριλάβῃ ἅπαντας τοὺς ἀνωμάλους ἀνακληθέντας, παρανόμως προαχθέντας καὶ μὴ συμμετασχόντας ἐνεργῶς κατὰ τὸν πόλεμον 1940–44, οἵτινες δέον ν’ ἀποστρατευθῶσι μὲ τοὺς βαθμοὺς ὃν ἔφερον τὴν 20ην Ἀπριλίου 1941, καὶ τετάρτη, ἥτις θὰ συμπεριλάβῃ ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἀμέσως ἢ ἐμμέσως συμμετέσχον εἰς τὸν ἀντεθνικὸν στρατὸν τοῦ ΕΛΑΣ–ΟΠΛΑ καὶ τοὺς συμμετασχόντας εἰς τὰ Ἐθνοκτόνα κινήματα τῆς Μέσης Ἀνατολῆς ὡς καὶ τοὺς τυχὸν συνεργασθέντας ἀποδεδειγμένως μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, οἱ τῆς κατηγορίας ταύτης πρέπει νὰ τύχωσι ἐκπτώσεως τοῦ βαθμοῦ των καὶ δὲν θὰ ὑπόκεινται εἰς στράτευσιν. Ἐὰν τέλος, κύριοι βουλευταί, ἐπιδείξωμεν σκληρότητα, ἀστοργίαν καὶ ἀγνωμοσύνην, εἴτε ἐπιπολαιότητα ἀκόμη, ἐὰν θέλετε, ἐναντίον τῶν ἐθνικῶν μας ἀγωνιστῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐχάρισαν τὴν δόξαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν, ἐὰν λέγω λησμονήσωμεν ὅλα καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον καὶ τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια καὶ κρίνωμεν τὰς θυσίας μας, τὰ δάκρυά μας, τοὺς ἱεροὺς ἀγῶνας μας μὲ στενὴν ὑποκειμενικὴν ἢ συμφεροντολογικὴν ἀντίληψιν, τότε ἂς εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ὁ ἱερὸς αὐτὸς τόπος, ὅστις ὑπῆρξε δημιούργημα δεκάδων γενεῶν θὰ κινδυνεύσῃ ἀπὸ ἕνα μαρασμὸν καθαρῶς στρατιωτικὸν καὶ ἀντὶ στρατιωτικῆς ἀναπλάσεως θὰ διαιωνισθῇ τὸ χάος καὶ τὸ ἀδιέξοδον εἰς τὸ στράτευμα. (Χειροκροτήματα).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λίτσιος ἔχει τὸν λόγον.
§64Ι. ΛΙΤΣΙΟΣ. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ζητήματα μὲ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀσχοληθοῦν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Καὶ βεβαίως κατόπιν μιᾶς ἐπερωτήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ἐξονυχίσωμεν τὸ ὅλον ζήτημα τοῦ στρατιωτικοῦ θέματος, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶμεν κυρίως εἰς τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤγαγον τὸν ἐπερωτήσαντα εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἐν σχέσει μὲ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα. Καὶ πρέπει μετὰ πάσης προσοχῆς νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, διότι ὁ στρατὸς ἀπό τινος ὑπέστη μίαν παρέκκλισιν ἡ ὁποία ἐστοίχισεν οὐκ ὀλίγα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Ἐνῷ ἡ ἀποστολή του ἦτο νὰ ἀποτελέσῃ τὸ ὄργανον τοῦ Ἔθνους καὶ μόνον, δυστυχῶς ἐχρησιμοποιήθη πολλάκις ὡς ὄργανον πολιτικῶν καί κομματικῶν ἐπιδιώξεων. Καὶ τοῦτο δὲν ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸν στρατόν μας, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι ἠθελήσαμεν τὸν στρατὸν νὰ τὸν χρησιμοποιήσωμεν διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τοὺς πολιτικούς μας σκοπούς. Εὐτυχῶς σήμερον διεπιστώθη ἐξ ὅλων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὅτι πρέπει πλέον ὁ στρατὸς νὰ ἀποτελέσῃ τὸ ὄργανον τοῦ Ἔθνους καὶ ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ τὸν συγκροτήσωμεν. Πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ περιβάλλωμεν τὸν στρατόν μας μὲ τὴν στοργήν, μὲ τὴν φροντίδα καὶ μὲ ὅλον τὸ ἐνδιαφέρον μας. Διότι σήμερον, ὑπέρ ποτε ἄλλοτε, εἶναι ἀναγκαῖος διὰ τὴν Πατρίδα μας. Ἐπιστεύσαμεν πολλοὶ ὅτι μετὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον οἱ στρατοὶ δὲν θὰ ἦσαν ἀναγκαῖοι διὰ τὰ ἔθνη. Δυστυχῶς ἡ ἐλπίς μας αὕτη διεψεύσθη. Καὶ σήμερον ἡ Ἑλλὰς ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἐποχὴν ἔχει ἀνάγκην τοῦ στρατοῦ της, ἵνα ἀποτελέσῃ τὸν ἀκοίμητον φρουρὸν τῆς Πατρίδος μας, ἐναντίον τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν μας ἐχθρῶν. Εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, πόσον ὑπόπτως προσβλέπουν πρὸς τὰς βορείας ἐπαρχίας μας οἱ βόρειοι γείτονές μας. Καὶ εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν πόσον οἱ ἐντὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ σύμμαχοί των, Ἕλληνες τὸ ὄνομα, Βούλγαροι ὅμως τὴν ψυχὴν καὶ τὸν νοῦν, ὑποθάλπουν τὰς προσπαθείας αὐτὰς τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος μας. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν τηλεγράφημα ἐκ Τρικκάλων, τὸ ὁποῖον μόλις πρὸ ὀλίγου ἔλαβον, διὰ νὰ κατανοήσητε ὁποῖος εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς κίνδυνος τῆς Πατρίδος μας. Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ἀπεστάλη πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς κ. κ. βουλευτὰς κ.λ.π., ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: «......... (ἀναγινώσκει).........».
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Διακόπτων). Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς θέματος, κ. συνάδελφε.
§66Ι. ΛΙΤΣΙΟΣ. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν ἀπὸ τοὺς ἐσωτερικοὺς ἐχθροὺς τῆς Πατρίδος μας. Ἤδη εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς λήψεως τῶν μέτρων ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ μας. Διότι ὅταν βλέπετε ὅλα αὐτά, ποὺ εἶναι ἐπακόλουθα τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Σιάντου, ἡ ὁποία ἔγινεν ἐκεῖ προσφάτως, σκεφθῆτε τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχει ἡ Πατρίς μας. Ἡ Κιβέρνησις, κύριοι συνάδελφοι, ταῦτα ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἔσπευσεν μετὰ σπουδῆς νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα ποὺ πρέπει διὰ τὴν ταχεῖαν ἀνασυγκρότησιν καὶ ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Δεδικαιολογημένη ὅθεν τυγχάνει ἡ σπουδὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αἱ ἐπικρίσεις περὶ τούτου δὲν ἔχουν καμμίαν δικαίωσιν. Ἄς ἐξετασθῇ μήπως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων αὐτῶν καταστήσῃ ἡ Κυβέρνησις μονόπλευρον τὸν στρατόν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστὴ ἡ προέλευσις τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ μας. Εἶναι αὕτη πολλαπλῆ. Εἶναι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸ Ἀλβανικὸν μέτωπον. Τιμὴ καὶ δόξα εἰς αὐτούς. Εἶναι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἀνεκλήθησαν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς ὑπὸ τοῦ τότε στρατηγοῦ Μπάκου· καὶ δὲν εἶναι ὀλίγοι. Εἶναι 40 ἀντιστράτηγοι, 100 στρατηγοί, 600 συνταγματάρχαι καὶ τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεκλήθησαν ἀπομακρυνθέντες τοῦ στρατεύματος ἀπὸ τοῦ 1925 καὶ ἐφεξῆς. Εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπανῆλθον εἰς τὸν στρατὸν μετὰ τὰ κινήματα τοῦ 1933–35, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα καὶ ἄλλοι. Μέσα εἰς αὐτὸν τὸν κυκεῶνα ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπιλέξῃ τοὺς ἀρίστους, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἡγεσίαν τοῦ στρατεύματος. Καὶ διὰ νὰ εἶναι ἀδιάβλητον τὸ ἔργον της τοῦτο, δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐξεύρῃ τὸ κριτήριον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, ἀλλ’ ἐχρησιμοποίησεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῆς δημοκρατικῆς καὶ μόνον τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως. Τὸ Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον προέκρινε τοὺς ἀξιωματικοὺς μὲ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ στελεχωθῇ τὸ στράτευμα καὶ νὰ πλαισιωθῇ ὁ στρατός, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τύχει τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα, ἀποτελοῦντες τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον διετηρήθη καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων καὶ μέχρις ἐσχάτων. Αὐτὸ καὶ μόνον ἐχρησιμοποίησεν ὡς κριτήριον τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἀνωτάτη ἡγεσία τοῦ στρατεύματος. Καὶ ἐὰν εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ μομφή τις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μόνον ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς δύναται νὰ προέλθῃ. Ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης (δεικνύων πρὸς τὴν Ἀριστερὰν) κάθε ἄλλο παρὰ μομφὴ πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ὃν ἀποτελεῖ τιμὴν ἡ τοιαύτη στάσις του. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ ποίους ἀξιωματικοὺς ἐπρότεινε τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον καὶ ἐπέλεξεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐκ τῶν 11 προταθέντων ἐπελέξατο μόνον τοὺς 6, διότι τόσοι ἦσαν ἀναγκαῖοι εἰς τὸν στρατόν. Ποῖοι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί; Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστοὶ εἰς ἡμᾶς ὅλους καὶ γνωστὴ καὶ ἡ παράταξις, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχονται. Τιμὴ ὅμως ὀφείλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐπελέξατο αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύθη τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ μεμφθῇ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὴν τοιαύτην ἀρίστην ἐκλογήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ πολὺ περισσότερον ὁ ἐπερωτήσας συνάδελφος. Πολλοὶ ὡμίλησαν καὶ ἀνέμιξαν πρόσωπα. Ἄλλοι ἐπῄνεσαν ἀξιωματικούς, ἄλλοι κατηγόρησαν ἀξιωματικούς. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν οἱ κύριοι συνάδελφοι αὐτοὶ νὰ χαρακτηρίσω, ἄν μὴ τὶ ἄλλο τοὐλάχιστον ἄστοχον τὴν τοιαύτην ἐνέργειάν των, διότι πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διέθεσαν τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ζωήν των κατὰ τοὺς ἀγῶνας τῆς Πατρίδος, προσήκει σεβασμὸς καὶ ὄχι κατηγορία ἐξ οἱασδήποτε παρατάξεως καὶ ἂν προέρχωνται. Ἄλλοι ἐπίσης κατέκριναν τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει παραγνωρίζονται ἄλλοι καλοὶ ἀξιωματικοί. Δυστυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν πολλοὶ ἐξ ἴσου καλοὶ μὲ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ ἀνωτάτη ἡγεσία τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν θέσεις περισσότεραι ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοὺς 6 ἀντιστρατήγους. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν 100 ἀντιστρατήγους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Αὐτοὺς θὰ τοὺς στείλωμεν εἰς τὰς οἰκίας των μὲ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους, μὲ τὴν τιμὴν ποὺ τοὺς ἁρμόζει καὶ τὴν συνείδησίν των ἐπαναπαυμένην ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον των πρὸς τὴν Πατρίδα. Ἡ πολιτεία ὅμως ἔχει καθῆκον νὰ φροντίσῃ νὰ τοὺς δώσῃ τὰ μέσα νὰ ζήσουν καὶ νὰ ἀποτελέσουν τὴν ἐφεδρείαν τοῦ Ἔθνους καὶ ἄν ποτέ, ὃ μὴ γένοιτο, εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν θέσιν νὰ λάβῃ ἀνάγκην καὶ αὐτῶν τότε θὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ θὰ δεχθῇ τὰς ὑπηρεσίας των. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐπροξένησε κατάπληξιν, κύριοι συνάδελφοι, ἦτο ἡ στάσις, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ὁ ἐπερωτῶν πρὸς δύο ἐκ τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν, πρὸς τὸν στρατηγὸν Σπηλιωτόπουλον καὶ πρὸς τὸν στρατηγὸν Βεντήρην. Δὲν γνωρίζω τοὺς ἀνθρώπους, ἤκουσα ὅμως πολλὰ περὶ αὐτῶν. Καὶ φθάνουν αἱ μαρτυρίαι τῶν ἀξιοτίμων Ἀρχηγῶν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος καὶ τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος δι’ ἀμφοτέρους. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο πρὸς τὸν κ. Μανέταν, πλὴν τοῦ ὅτι θλίβομαι διότι ἀνώτατος ἀξιωματικός, ὅπως ὁ κ. Μανέτας, ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ νὰ τοὺς δώσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ δικτάτορος, διότι ἀνήκουν εἰς τὰς ὀργανώσεις τοῦ ΣΑΝ καὶ τοῦ ΡΑΝ ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπέσκαπτον καὶ ὑπέβλεπον τὰ θεμέλια τοῦ Ἔθνους. Ἐξ ὅλων αὐτῶν, κύριοι βουλευταί, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεκόμισα εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μίαν καὶ μόνον φροντίδα κατέβαλον, πῶς θὰ δυνηθοῦν νὰ καταστήσουν ἀδιάβλητον τὴν ἀνωτάτην ἡγεσίαν τοῦ στρατοῦ, ἵνα οὕτω καταρτισθῇ ἕνας στρατός, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἀνήκῃ πλέον εἰς παρατάξεις, δὲν θὰ ἀνήκῃ εἰς κόμματα, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸ Ἔθνος καὶ θὰ εἶναι ὄργανον τοῦ Ἔθνους καὶ μόνον τοῦ Ἔθνους. Εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο πρέπει ὅλοι μας μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις μας νὰ συμβάλωμεν, διότι τότε καὶ μόνον θὰ ἐκπληρώσωμεν μίαν ὑψίστην, τὴν μεγαλυτέραν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐκπληρώσωμεν ἓν μέρος τῆς μεγάλης ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μας ἕνα στρατὸν Ἐθνικόν. (Χειροκροτήματα).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σταμούλης ἔχει τὸν λόγον.
§68Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ ἐπερώτησις, καὶ μετὰ τὴν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν παραβάντα τὸ Σύνταγμα Ὑπουργόν, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ ἀνεγνωρίσθη ὡς ἐξυπηρετοῦσα τὸν Στρατόν, ἡ μόνη ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δύναμαι νὰ προσφέρω, καὶ πρὸς τὸν λαόν, καὶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, εἶναι νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου. (Χειροκροτήματα). (Ἐπίσης παραιτοῦνται καὶ οἱ λοιποὶ ἐγγεγραμμένοι).
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις μόνον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, ὅταν λάβῃ τὸν λόγον, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποία εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὸ θέμα τῶν προαγωγῶν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ τὸν πληροφορήσω, ὅτι ἡ ἄποψις ἡ ἰδική μας εἶναι, ὅτι ἀποτελεῖ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἡ πραγματοποίησις τῶν προαγωγῶν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, τὰς ὁποίας ἤδη ἔχει ἀποφασίσει τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Διότι, εἶναι ἀπαράδεκτον, ἀξιωματικοὶ διακριθέντες νὰ μὴ βραβεύωνται. Ὁ Ἑλληνικὸς φθόνος, ὁ ὁποῖος ἐμποδίζει τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀνδραγαθιῶν, πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ χρέος τῆς ἀποδόσεως τιμῆς, καὶ εἰς τὰς ἀξίας, καὶ εἰς τὰς πραγματικῶς ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Τσάτσος.
§71Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ ἑνὸς μόνον σημείου τοῦ τρίτου ἐκ τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπίκρισιν τῶν στρατιωτικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἐκ μέρους τῶν ἐπερωτησάντων. Τὸ σημεῖον τοῦτον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ τρίτου Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζει ὅτι: Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δύνανται νὰ καταργῶνται διατάξεις τοῦ Ν. 2304. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι βάσει τοῦ κειμένου Συντάγματος, διὰ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεσπισθοῦν παρόμοιαι διατάξεις. Διότι, βάσει τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσία εἰς ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐκφεύγοντες τοῦ κειμένου Συντάγματος δεχθῶμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, αὕτη δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ποτὲ εἰς ἕνα ἕκαστον Ὑπουργὸν κεχωρισμένως. Ἐν προκειμένῳ ἐκφράζω τὴν ἀνησυχίαν—ἀκριβῶς, διότι τὸ σύνολον τῶν στρατιωτικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως δέον κατὰ βάσιν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος. Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐκφράζω, λέγω, τὴν ἀνησυχίαν, ὅτι ἐνδεχομένως, ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ βλάπτωνται ἐκ τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκδοθοῦν κατὰ τὴν διαδικασίαν, τὴν προβλεπομένην ἀπὸ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἐν λόγῳ Ν. Διατάγματος, θὰ δυνηθοῦν νὰ προσφύγουν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, νὰ προκαλέσουν ἀκυρώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιφέρουν μίαν γενικὴν ἀναστάτωσιν. Καὶ θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καὶ νὰ συστήσω νὰ λάβῃ ἐγκαίρως τὴν ἀπαιτουμένην νομοθετικὴν πρόνοιαν. Καὶ ἐφ’ ὅσον συνέπεσεν ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ Βήματος, αἰσθάνομαι ἐπίσης ἕνα δεύτερον καθῆκον, τὸ καθῆκον νὰ μνημονεύσω καὶ ἐγὼ τὸ ὄνομα τοῦ στρατηγοῦ Σπηλιωτοπούλου, τοῦ ὁποίου συνέπεσεν, εἰς στιγμὰς ἐθνικῶς κρισίμους, λόγῳ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν τότε κατεῖχον, νὰ παρακολουθήσω ἀμέσως καὶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν δρᾶσιν καὶ νὰ διαδηλώσω πρὸς τὰ μέλη τοῦ Σώματος τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ὁ στρατηγὸς Σπηλιωτόπουλος ἐξεπλήρωσεν, ὅπως δύναμαι νὰ γνωρίζω, τὸ ἱστορικὸν καθῆκον του κατὰ τρόπον ἀληθῶς ἐξαίρετον, ἔντιμον καὶ πατριωτικόν. (Χειροκροτήματα).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουσαῆς ἔχει τὸν λόγον.
§73Ε. ΚΟΥΣΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν θὰ προσθέσω τίποτε τὸ νέον ἔναντι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν καὶ διὰ τοῦτο παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ρητόρων ἐξηντλήθη. Συνεπῶς, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἔληξεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἐπιθυμῇ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς οἱανδήποτε ἀγόρευσιν τῶν ρητόρων.
§75Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν, Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσω.
§76Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τότε, δὲν περατοῦται ἡ συζήτησις. Ἁπλῶς, διακόπτεται ἡ συζήτησις διότι ὁ κ. Μανέτας θὰ δευτερολογήσῃ.
§77Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κανονικῶς, δὲν περατοῦται ἡ συζήτησις. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ὁμιλίας του θὰ γίνῃ ἄλλην ἡμέραν.
§78Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶναι δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ὁμιλήσῃ ἀπόψε ἢ εἰς ἄλλην ἡμέραν Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἡ συζήτησις ὅμως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, κατὰ τὸν Κανονισμόν, περαιωμένη.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χανώμεθα εἰς τοὺ τύπους.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιφυλάσσεται νὰ ἀπαντήσῃ.
§81Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν τύπον, πῶς πρέπει νὰ γίνῃ, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δύναται ν’ ἀπαντήσῃ κατὰ τὴν προσεχῆ ἡμέραν Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, δηλ. τὴν προσεχῆ Παρασκευήν. Κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν θὰ ἔχωμεν ἡμερησίαν διάταξιν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων καί Νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴ δέχεται νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6ην μ.μ. (Ὥρα 0.30′ Πρωϊνὴ)