1934.01.20
2.727 στίχοι · 20.912 λέξεις · 194 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 96η
ΣΑΒΒΑΤΟΥ 20 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1934
Προεδρία Αʹ Ἀντιπροέδρου κ. Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ
(Ὥρα 6 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Ἀγγελοκάστρου, Λυσιμαχίας, Καλυβίων, Δοκιμίου καὶ Μακρυνείας, διὰ τηλεγραφήματός των διαμαρτύρονται, διότι ἡ Ἑταιρεία Λυσιμαχίας ἐσφετερίσθη πλέον τῶν 3.000 κυβικῶν μέτρων ξυλείας κατειργασμένης καὶ πέντε ἑκατομμύρια ὀκάδας καυσοξύλων, ἀξίας δύο ἑκατομμυρίων περίπου δραχμῶν, ἀνήκοντα εἰς τὴν Κοινότητα Μακρυνείας. —Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν, διὰ τηλεγραφήματός του, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑποβεβλημένου σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων». —Κάτοικοι χωρίου Γεραλῆ, διὰ τηλεγραφήματός των, παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ὑπαχθῇ τὸ χωρίον των εἰς τὴν Κοινότητα Καραντζαλίου Λαμίας. —Τὸ συνδικάτον ἐργατῶν φρεατωρυκτῶν, σκαφέων, οἰκοδόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Περιχώρων, δι’ ἀναφορᾶς του, παρακαλεῖ ὅπως ἡ πρότασις νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 5471 χορηγῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ εἰς φρεατωρύκτας μικροτέρας ἡλικίας. —Ὁ Σύνδεσμος Πολιτικῶν Συνταξιούχων Πατρῶν, δι’ ὑπομνήματός του, παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς συντάξεώς των. —Ὁ Σύνδεσμος Ἑλλήνων Ἐπαγγελματιῶν Ἀρχιτεκτόνων, δι’ ὑπομνήματός του αἰτεῖται τὴν διὰ νομοθετικῶν μέτρων ἀπαγόρευσιν εἰς ἀλλοδαποὺς δημοσίους, δημοτικοὺς κλπ. τεχνικοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐξασκῶσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀρχιτέκτονος ἰδιωτικῶς. —Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΣ καταθέτει ὑπόμνημα τῶν εἰς συνάλλαγμα καταθετῶν Ἑλλήνων Ἠλείας, αἰτούντων τὴν ἀπόδοσιν τῶν καταθέσεών των εἰς νομίσματα ἑλληνικὰ μὲ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τῆς ἡμέρας τῆς δραχμοποιήσεως. —Τὸ προσωπικὸν τοῦ τμήματος Στυλίδος, Λιανοκλαδίου, Λαμίας, Ἀμφικλείας, διὰ τηλεγραφήματός του, ζητεῖ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 5613 ὡς πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ, ΧΡ. ΕΥΕΛΠΙ-ΔΗΣ καὶ Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ καταθέτουσιν αἴτησιν πεντήκοντα Συνεταιρισμῶν Μεσσηνίας παγοπλήκτων κατοίκων, διαμαρτυρομένων διὰ τὸ ἔκνομον καὶ τὴν ἄδικον ἐκβίασιν τῶν κρατικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐκδίδουν αὐθαιρέτως ἀποφάσεις. —Ὁ Σύλλογος ἑλληνίδων καθηγητριῶν, δι’ ὑπομνήματος παρακαλεῖ ὅπως διαγραφῇ ἡ παράγραφος 10 τοῦ ὑπὸ ψήφισιν σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως». —Οἱ ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 ἀπολυθέντες ἢ παραιτηθέντες δημόσιοι ὑπάλληλοι, δι’ ἀναφορᾶς των, παρακαλοῦσιν ὅπως ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τροποποίησις καὶ προσθήκη εἰς τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς διατάξεως ἀναλόγου τῶν πρὸς τὰς ἐπαναφορὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νομοσχεδίου. —Ὁ Πρόεδρος τῶν δικαιούχων ἐξ ἐπιτάξεως τῶν στρατιωτικῶν εἰσφορῶν Ἐδέσσης, διὰ τηλεγραφήματός του, παρακαλεῖ ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4442. —Αἱ ἑνώσεις, οἱ σύλλογοι καὶ τὰ ἐπιμελητήρια, αἱ ὁμοσπονδίαι καὶ οἱ σύνδεσμοι Λαρίσσης διὰ τηλεγραφήματός των, παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνασταλῶσιν αἱ διώξεις τῶν τριατατικῶν καὶ ἀνακληθῶσιν αἱ δημοσιευθεῖσαι ἀπολύσεις αὐτῶν. —Οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι Πατρῶν, διὰ τηλεγραφήματός των, διαμαρτύρονται διὰ τὴν περικοπὴν τῶν βασικῶν μισθῶν των καὶ τὴν κατάργησιν τῶν ἀντιγραφικῶν δικαιωμάτων των. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΤΣΟΝΤΟΣ ΒΑΡΔΑΣ, Λ. ΝΤΑ-ΛΙΠΗΣ καὶ ΤΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ καταθέτουσι τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανώσεως Σώματος Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας». —Τὴν αὐτὴν ἐπίσης τροπολογίαν καταθέτουσιν οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ, Ν. ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ καὶ
Λ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ.
—Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ, ΞΕΝ.
ΜΑΥΡΟΜΑΤΗΣ, Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ, ΑΝΔΡ. ΣΤΡΑΤΟΣ
καὶ Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποκαταστάσεως ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς ἐν τῇ σειρᾷ ἀρχαιότητός των». Ἡ ἐπὶ τῶν ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ἀπονομῆς συντάξεως τοῦ βαθμοῦ των εἰς τοὺς κατὰ τὸν νόμον 5597 προαχθέντας ὑποστρατήγους». 2) «Περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀξιωματικοὺς ἀποστρατευθέντας λόγῳ ὁρίου ἡλικίας καὶ ὧν ἡ ἡλικία διωρθώθη δι’ ἀμετακλήτου ἀποφάσεως τῶν Δικαστηρίων». 3) «Περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν Ἑρμίνα χήραν ὑποναυάρχου Ν. Βότση» καὶ 4) «Περὶ συνταξίμου ὑπηρεσίας τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Προεδρικοῦ Μεγάρου καὶ τῶν πρώην ἀνακτορικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ κ. ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4697 τῆς 10)13 Μαΐου 1930 «περὶ συστάσεως βιβλίων διεκδικήσεων». Ὁ κ. ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ διπλωμάτων ἱκανότητος, ἀδειῶν καὶ πτυχίου εἰδικότητος ἐν τῷ Ἐμπορικῷ Ναυτικῷ». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ, Ν. ΚΡΑΝΙ-ΩΤΑΚΗΣ, Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ καὶ Θ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς εἰς τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος ἀπολυθέντων τῶν τάξεων αὐτοῦ βαθμοφόρων τινῶν». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. ΝΤΑΛΙΠΗΣ, Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙ-ΔΗΣ. Δ. ΒΟΥΛΤΖΟΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 5835 περὶ συντάξεως κλπ. προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ.». Ἡ ἐπὶ τῶν ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙ-ΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ βιβλίων ποιότητος τῶν ἐργατῶν θαλάσσης». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ, ΞΕΝ. ΜΑΥΡΟ-ΜΑΤΗΣ, ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ καὶ Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῆς 5 παραγράφου, τοῦ 4 ἄρθρου τοῦ νόμου 5027 καὶ συμπληρώσεως αὐτοῦ».
—Οἱ βουλευταὶ κ. κ. ΔΗΜΟΣΘ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥ-
ΛΟΣ, ΧΡ. ΠΑΝΑΓΙΟΥΛΑΣ, ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, Ν. ΒΛΙ-
ΑΜΟΣ καὶ Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4377 «περὶ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ». Ἡ ἐπὶ τῶν ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ διαφημίσεων διατάξεων τοῦ Κώδικος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων». Ἡ ἐπὶ τῆς ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». Ὁ κ. ΔΗΜ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ χορηγήσεως συντάξεως εἰς τὴν ἀνεψιὰν τοῦ τέως Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντίνου ΣΤʹ Ἑλένην Ἰγγλέζογλου». 2) «Περὶ ἐκποιήσεως οἰκινήτων τῆς Διπλαρείου Σχολῆς». καὶ 3) «Περὶ συστάσεως Ἀναθεωρητικοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου φορολογικῶν παραβάσεων καὶ τροποποιήσεων διατάξεων τελωνειακῶν νόμων καὶ τῶν ἀφορωσῶν τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον φορολογικῶν παραβάσεων κλπ.». Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Π. ΤΣΑΛ-ΔΑΡΗΣ καὶ ὁ κ. ΔΗΜ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) «Περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1922 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1924 ἀπολυθέντων δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ χρόνου καθ’ ὃν διετέλεσαν ἐκτὸς ὑπηρεσίας ὡς συνταξίμου» καὶ 2) «Περὶ αὐξήσεως ἀποζημιώσεων Βουλευτῶν, Γερουσιαστῶν καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας».
§2Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Βουλευτά.
§4Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος ἐνδιαφέροντος μερικῶς μὲν τὴν πόλιν τοῦ Βόλου, καὶ τὸν Δῆμον Παγασῶν, γενικῶς δὲ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Πρόκειται περὶ παραχωρήσεως τῶν μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας Ἠλεκτροφωτισμοῦ Βόλου εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Γαλιλαῖος». Ἡ Ἑταιρεία ἠλεκτροφωτισμοῦ, πρὸ ἐτῶν, εἶχε συνάψη σύμβασιν μὲ τὸν Δῆμον Παγασῶν, ὡς ἀνάδοχος τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ. Ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ παραχωρεῖται σήμερον εἰς ξένον ὅμιλον, ἐν Ἀθήναις ἑδρεύοντα. Διὰ νὰ λάβητε μίαν ἀμυδρὰν ἰδέαν τῆς ἐξεγέρσεως τῶν κατοίκων Βόλου, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἄρθρα μερικῶν ἐφημερίδων, τοπικῶν, αἵτινες ἀπό τινων ἡμερῶν ἀσχολοῦνται μὲ τὸ σκάνδαλον τοῦτο. Ἀλλὰ πρὶν σᾶς ἀναγνώσω τὰ ἄρθρα, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κατατοπίσω ἐπὶ τοῦ ὅλου ζητήματος. Ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία τοῦ Βόλου ἱδρύθη πρὸ ἐτῶν καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1925 συνῆψε σύμβασιν μὲ τὸν Δῆμον Παγασῶν καὶ ἐγένετο ἀνάδοχος τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ αὐτοῦ ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη. Τὸ μετοχικὸν αὐτῆς κεφάλαιον ἦτο δώδεκα χιλιάδες μετοχαί, ἑκάστης μετοχῆς ἐχούσης ὀνομαστικὴν ἀξίαν τεσσάρων λιρῶν. Ἦτο δηλαδὴ τεσσαράκοντα ὀκτὼ χιλιάδες λιρῶν τὸ μετοχικὸν αὐτῆς κεφάλαιον. Ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ ἦτο συνυφασμένη μὲ τὴν ὅλην δρᾶσιν τῆς Τραπέζης Κοσμαδοπούλου καὶ τὴν 1 Φεβρουαρίου 1931, ὅτε ἡ Τράπεζα Κοσμαδοπούλου ἐκηρύχθη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, τὴν διαχείρισίν της ἀνέλαβον αἱ δύο Τράπεζαι, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ μὲν Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦτο κάτοχος 4.700 μετοχῶν, ἡ δ’ ἑτέρα 3.000 τοιούτων, περιελθουσῶν εἰς αὐτὰς ἐξ ἐνεχυριάσεως. Οὕτω τὴν πλειονοψηφίαν τὴν κατεῖχον αἱ δύο αὐταὶ Τράπεζαι, αἵτινες ἤλλαξαν τὸ Διοικητικὸν αὐτῆς Συμβούλιον. Αἱ ἐργασίαι τῆς Ἑταιρείας ἐξηκολούθουν κανονικῶς, ὁπότε τὴν 2αν Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος κάποιος κ. Γεώργιος Κουρᾶτος, κομιστὴς 3.300 μετοχῶν, τὰς ὁποίας ἐνεχυρίασεν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔλαβε δι’ ἑκάστην μετοχὴν ποσὸν δραχμῶν 150. Τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀπηγόρευε, κ. Βουλευταί, τὴν χορήγησιν δανείων ἐπὶ ἐνεχύρῳ μετοχῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκονται εἰς κυκλοφορίαν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ. Τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῆς λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει).
§5ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Πῶς ἐπῆρε τὸ δάνειον;
§6Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἁπλούστατα, κατέθεσε τὰς μετοχὰς ἐπὶ ἐνεχύρῳ.
§7ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Τίνα ἀξίαν ἔχουν;
§8Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἐπῆρεν 150 δρχ. δι’ ἑκάστην μετοχήν.
§9ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Αἱ μετοχαὶ αὐταὶ δὲν ἦσαν εἰς τὸ Χρηματιστήριον;
§10Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὄχι. Τὴν 6ην Νοεμβρίου παρουσιάζεται ὁ ἴδιος Κουρᾶτος καὶ λέγει εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος: Ἐγὼ τὰς μετοχὰς αὐτάς, τὰς ὁποίας ἔχω ἐνεχυριάσει, τὰς ἐπώλησα εἰς τὸν «Γαλιλαῖον». Ἑπομένως παραδώσατε τὰς μετοχὰς αὐτάς, ἡ δὲ ἀξία τοῦ δανείου θὰ σᾶς μετρηθῇ. Ἐὰν δὲ θέλετε καὶ τὰς μετοχάς, τὰς ὁποίας σεῖς κατέχετε, δύναμαι νὰ τὰς διαπραγματευθῶ μὲ τὴν αὐτὴν Ἑταιρείαν «Γαλιλαῖος». Ἔγινε συμφωνία καὶ ἐπωλήθησαν τὴν 11ην Ἰανουαρίου παρελθόντος ἔτους αἱ μετοχαὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Γαλιλαῖος». Ἔρχεται λοιπὸν ἡ Ἑταιρεία «Γαλιλαῖος» καὶ γίνεται κάτοχος τῶν 52) 100 τῆς ὅλης ἐπιχειρήσεως.
§11ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Μήπως γνωρίζετε τί μέρισμα δίδουν αἱ μετοχαὶ αὐταί;
§12Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Σήμερον οὐδὲν μέρισμα. Τὴν 15ην Ἰανουαρίου ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς, Μάριος Γκουνταμάχια, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐν Βόλῳ, μεταβαίνει ἐκεῖ καὶ παρουσιάζεται εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἑταιρείας ὡς κύριος πλέον αὐτῆς.
§13ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Τί Ἑταιρεία εἶναι αὐτή; Ἑλληνική;
§14Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὄχι, κ. Βουλευτά, Ἰταλοελληνικὴ Ἑταιρεία. Τὸ πρᾶγμα ἐξέσπασεν ὡς βόμβα. Ὁ λαὸς τοῦ τοῦ Βόλου ὁλόκληρος, πληροφορηθεὶς ὅτι ἡ ἐπιχείρησις παραδίδεται πλέον εἰς χεῖρας τρίτων, εἰς χείρας ξένων, ἀγανακτεῖ. Αἱ ἐφημερίδες ἀρθρογραφοῦν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ κρατοῦν τὴν πόλιν τοῦ Βόλου ἐν ἐξεγέρσει. Ἡ Ἑταιρεία «Γαλιλαῖος» ἔχει ἐγκατασταθῆ ἐν Ἑλλάδι ἀπό τινων ἐτῶν, τὰ κεφάλαιά της ἀνέρχονται εἰς ἑκατὸν ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 82½ ἑκατομμύρια δραχμῶν εἶναι ξένα κεφάλαια, τὰ ὑπόλοιπα δὲ ἑλληνικά. Εἶναι μία Ἑταιρεία, ἡ ὁποία εἶναι ἐξάρτημα τοῦ μεγάλου οἴκου «Βόλπις», ὁ ὁποῖος ἔχει ἁπλώσει τοὺς πλοκάμους του εἰς ὅλας τὰς Χώρας τῆς ὑδρογείου, ἐκμεταλλευόμενος τὰς ἠλεκτρικὰς ἐγκαταστάσεις. Ἐν Ἑλλάδι δὲν γνωρίζω ἂν ἔχει ἄλλας ἐπιχειρήσεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία Βόλου εὑρίσκεται πλέον εἰς χεῖρας τῆς Ἑταιρείας «Γαλιλαῖος». Προηγουμένως, συνάδελφός τις μὲ ἠρώτησε τί μέρισμα δίδουν αἱ μετοχαὶ αὐταὶ τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας. Θὰ τοῦ εἴπω τὰ ἑξῆς: Τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας ἦτο τεσσαράκοντα ὀκτὼ χιλιάδες λιρῶν. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ἐπιχείρησις ἦτο συνυφασμένη μὲ τὴν Τράπεζαν Κοσμαδοπούλου, καὶ ἐφόσον ἡ Τράπεζα ἐλειτούργει καλῶς καὶ ἡ Ἑταιρεία ἐκέρδιζεν. Ὅταν ὅμως ἡ Τράπεζα ἐκλονίσθη, ἐκλονίσθη καὶ ἡ Ἑταιρεία. Ἡ Τράπεζα ἤρχισε νὰ βάζῃ χέρι εἰς τὸ ἀποθεματικόν της καὶ κατεχρέωσε τὴν Ἑταιρείαν εἰς μὲν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 6.000.000, εἰς δὲ τὴν Ἐκδοτικὴν 5½ ἑκατομμύρια. Ὅταν ἡ Ἑταιρεία ἐκλονίσθη, αἱ δύο αὐταὶ Τράπεζαι ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τῆς Ἑταιρείας καὶ ἡ Ἑταιρεία ἔπαυσε νὰ δίδῃ μέρισμα. Ἐὰν ἡ προηγουμένη διοίκησις τῆς Ἑταιρείας ἦτο ἀπηλλαγμένη τῶν χρεῶν καὶ τῶν μεγάλων μισθῶν ποὺ ἔδιδεν, αἱ μετοχαὶ τῆς Ἑταιρείας, θὰ ἔδιδον μέρισμα 7 καὶ 8 τοῖς ἑκατόν. Ἀλλ’ οὕτως ἤ ἄλλως, ἡ Ἑταιρεία περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῶν ξένων, καὶ δυστυχῶς χωρὶς ἀνταλλάγματα, διότι, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, ὅταν μία ξένη Ἑταιρεία ἀναλάβῃ ἐνταῦθα μίαν ἐπιχείρησιν, τὸ Κράτος ζητεῖ ὡρισμένα ἀνταλλάγματα.
§15ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἀντελήφθη αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκρύπτετο ὄπισθεν τῆς ἀγορᾶς τῶν μετοχῶν;
§16Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἴσως, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔδειξεν ὅτι ἐργάζεται πατριωτικώτατα διὰ τὸν τόπον. Θὰ μοῦ εἴπητε: Δὲν ὑπάρχει ἄλλη Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία, ἀσχολουμένη μὲ ἠλεκτρικὰς ἐγκαταστάσεις, διὰ νὰ ἐξαγοράσῃ τὰς μετοχὰς αὐτάς, καὶ νὰ γίνῃ κυρία τῶν ἠλεκτρικῶν ἐγκαταστάσεων τῆς Ἑταιρείας Βόλου; Βεβαίως ὑπάρχουν, ἀλλὰ δὲν εἰδοποιήθησαν. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπαρουσιάσθη ἡ Ἑλληνικὴ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία καὶ προσέφερε τετρακοσίας πεντήκοντα δραχμὰς κατὰ μετοχήν, δηλαδή, πολὺ ἀνωτέραν τιμὴν ἀπὸ ἐκείνην μὲ τὴν ὁποίαν ἐπωλήθησαν αἱ μετοχαὶ εἰς τὴν ξένην Ἑταιρείαν, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ τίποτε πλέον, διότι ἡ συμφωνία εἶχε κλεισθῆ. Καὶ ἐδῶ, κ. Συνάδελφοι, ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐνήργησε κακῶς, διότι, ἐνῶ ἐγνώριζε τὴν ὕπαρξιν καὶ ἄλλων Ἑλληνικῶν Ἑταιρειῶν, δὲν προετίμησε νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν συμφωνίαν μὲ αὐτάς καὶ νὰ ἐκχωρήσῃ τὰς μετοχάς της, διὰ νὰ εἰσπράξῃ τὰ 2½ ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα εἶχε λαμβάνειν ἀπὸ τοὺς ἐν πτωχεύσει ἀδελφοὺς Κοσμαδοπούλου, ἀλλ’ ἐπροτίμησε νὰ πωλήσῃ κρυφίως τὰς μετοχὰς αὐτὰς καὶ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν αὐτό, ἐνῶ ὤφειλε....
§17ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Γνωρίζετε σεῖς πῶς ἐνήργησεν ἡ Τράπεζα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἤ κρίνετε ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος;
§18Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τὸ ἑξῆς: Ὅτι τὴν 11 Ἰανουαρίου ἐξεχωρήθησαν 3.300 μετοχαὶ ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν 12 εἶχεν αὕτη νέαν πρότασιν, ἡ ὁποία καθώριζεν ἄλλας τιμάς, μεγαλυτέρας.
§19ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἔπεσαν ὅμως ἀμέσως αἱ τιμαὶ αὐταί.
§20Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὄχι ἀμέσως. Ἀργότερον. Διὰ νὰ κρίνετε τὰς ἠθικὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ νὰ εἰδοποιήσῃ καὶ τὸν Δῆμον Παγασῶν διὰ τὴν ἐκχώρησιν τῶν μετοχῶν τῆς ἀναδόχου ταύτης Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 16 τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Δήμου, τὸ ὁποῖον λέγει εἰς κάποιον ἐδάφιον τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Καὶ ὅμως ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐσκέφθη ὅτι καὶ αὐτὴ εἶχε μίαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν Δῆμον Παγασῶν, ἀλλ’ ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει, ἔκαμε μίαν πρᾶξιν ἀνώμαλον, διὰ νὰ εὐκολύνῃ ξένην Ἑταιρείαν, οἵα εἶναι ὁ «Γαλιλαῖος». Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι Βουλευταί, καταντᾷ σκάνδαλον, δεδομένου ὅτι ἄλλη Ἑταιρεία, Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία αὐτή, μὲ ἑλληνικὰ κεφάλαια, παρουσιάζεται τὴν δευτέραν ἡμέραν, δηλαδὴ τὴν 12ην Ἰανουαρίου, καὶ προσφέρουσα μεγαλυτέρας τιμάς, ζητεῖ νὰ λάβῃ εἰς χεῖράς της τὰς 3.300 μετοχάς. Ἠδύνατο δὲ νὰ τὸ πράξῃ, διότι δὲν εἶχεν ἀκόμη κοινολογηθῇ τὸ γεγονός, καὶ νὰ προτιμήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν. Δὲν ἐπρόκειτο δὲ περὶ μιᾶς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία δὲν εἶχε καμμίαν σημασίαν. Ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία Βόλου, ἔχει συνδέσει τὴν τύχην της μὲ τὴν τύχην τοῦ Δήμου Παγασῶν. Ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ δίδει κινητήριον δύναμιν εἰς τόσα ἐργοστάσια, προορίζεται νὰ ἠλεκτροφωτίσῃ ὅλα τὰ προάστεια σχεδὸν τοῦ Βόλου, καὶ νὰ ἠλεκτροκινήσῃ καὶ τὰ τράμ ἐντὸς τῆς πόλεως. Δὲν γνωρίζω δὲ κατὰ πόσον οἱ κάτοικοι καὶ ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ θὰ δυνηθῶσι νὰ συνεννοηθῶσι μὲ τὴν ξένην πλέον Ἑταιρείαν, διότι θὰ παρουσιάζεται καὶ αὐτή, ὅπως ἡ «Πάουερ» καὶ ἡ «Οὖλεν», καὶ δὲν γνωρίζω ποία ἄλλη Ἑταιρεία εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ βλέπωμεν κάθε φορὰν τὸν Ἰταλὸν Πρεσβευτὴν ἢ τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπεμβαίνουν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι οὐσιῶδες, διότι ἐκ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ρυθμίζονται τὰ ζητήματα ἐκ μέρους τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, τῶν ὑποχρεουμένων νὰ καθιστῶσιν ἐνήμερον τὴν Κ)σιν, προκειμένου νὰ ἐνεργηθῶσι τοιαῦται πράξεις, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὰς πλείστας ἑλληνικὰς ἐπιχειρήσεις εἰς χεῖρας ξένων. Ὀφείλω νὰ συγχαρῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν ἀξιότιμον Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἐκράτησε τὰς εἰς χεῖρας τῆς Τραπέζης μετοχὰς τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ τὰς παραδώσῃ εἰς ξένην Ἑταιρείαν. Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διότι διαβλέπω ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ παραστῶμεν μάρτυρες ποικίλων σκανδάλων.
§21ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Τί ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τώρα ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ «Γαλιλαίου»;
§22Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλέσῃ τὸν κ. Διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ τοῦ ζητήσῃ ἐξηγήσεις, διατί προέβη εἰς τὴν πώλησιν τῶν μετοχῶν αὐτῶν εἰς ξένην Ἑταιρείαν, ὥστε νὰ διορθωθῇ τὸ προσγενόμενον κακὸν διὰ τὸν Βόλον.
§23ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Αὐτὸ ὅμως δὲν θὰ διορθώσῃ τὸ κακόν.
§24Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ κανονικῶς εἰς τὴν Βουλήν, μὲ μίαν ἀναφοράν. Νομίζω, ὅτι εἴθισται νὰ λαμβάνηται ὁ λόγος πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως δι’ ἐκτάκτους περιστάσεις μόνον καὶ δι’ ὀλίγον.
§25Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἔκτακτος εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις αὐτή, κ. Ὑπουργέ, καὶ μάλιστα σκανδαλώδης.
§26Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν γνωρίζομεν ὅτι ἐλάχισται συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ὑπολείπονται, ἡ ἐπέκτασις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, θὰ παραβλάψῃ τὸ νομοθετικὸν ἔργον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νικολαΐδης.
§28ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ πόλις τοῦ Βόλου, ἡ ὁποία μέχρι πρό τινος ἤκμαζεν, ἡ πόλις τοῦ Βόλου, ὁ λιμὴν αὐτὸς ὁλοκλήρου τῆς Θεσσαλίας, ὁ ὁποῖος ἤνθει οἰκονομικῶς καὶ κοινωνικῶς ἐβάδιζε πρὸς τὴν πρόοδον καὶ ἐπετέλει τὸ ἐκπολιτιστικόν του καθῆκον πλήρως ἀπέναντι τῶν κατοίκων τόσον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν παρέμβασιν ξένων κεφαλαίων, τόσον, ὥστε νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, ὡς καὶ τῶν τῆς ὁδοποιΐας ἀκόμη δι’ εἰδικοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπήρτιζον οἱ κάτοικοι αὐτοῦ καὶ ἐτροφοδότουν μὲ τὰ ἴδιά των κεφάλαια καὶ τὰς ἀτομικάς των περιουσίας, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποδουλωθῇ εἰς τοὺς ξένους. Ἀκόμη δὲ ὀλιγώτερον, διότι, προκειμένου νὰ ἠλεκτροφωτίσουν τὴν πόλιν των, οἱ κάτοικοι κατήρτισαν μίαν ἠλεκτρικὴν σύμβασιν, ἐκδώσαντες δώδεκα χιλιάδας μετοχῶν πρὸς τέσσαρας λίρας ἑκάστην. Τοῦτο δὲ ἵνα μὴ ξένη Ἑταιρεία ἐκμεταλλευθῇ καὶ αὐτοὺς καὶ τὴν πόλιν τοῦ Βόλου ὁλόκληρον, ὅπως συμβαίνει συνήθως μὲ τὰς ξένας Ἑταιρείας. Ἐμιμήθησαν τοὐτέστιν οἱ φίλοι Βολιῶται τὴν Λάρισαν, ἥτις δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ ὀργανισμοῦ ἔλυσε τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως καὶ τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ, ἀλλὰ μὲ κάπως διαφορετικὸν τρόπον. Αἱ δώδεκα χιλιάδες αὐταὶ μετοχῶν, Κύριοι, περιῆλθον σὺν τῷ χρόνῳ 4.700 εἰς τὸν κ. Λούλην, αἵτινες εὑρίσκονται ἤδη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, 3.000 μετοχαὶ κατὰ σκανδαλώδη τρόπον ἐνεχυριάσθησαν εἰς τὴν Ἐκδ. Τράπεζαν, καίτοι αἱ μετοχαὶ αὐταὶ δὲν εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Τρεῖς χιλιάδες τριακόσιαι δὲ ἕτεραι μετοχαί, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μεγαλείτερον σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας τῶν πτωχευσάντων ἀδελφῶν Κοσμαδοπούλου, τῶν κακῶν αὐτῶν δαιμόνων τοῦ Βόλου, οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον ἐξήντλησαν τὸν Βόλον οἰκονομικῶς καὶ τὴν ἀκμάζουσαν ταύτην πόλιν τὴν ἔκαμαν σήμερον νὰ πεινᾷ, ἀλλὰ καὶ τὰς παρέδωκεν εἰς μίαν ξένην Ἑταιρείαν «Βόλπις», Ἑταιρείαν ἡ ὁποία ὡς μόνον σκοπὸν ἔχει νὰ ἐξαπλωθῇ ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ οὕτω νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τοὺς κατοίκους Βόλου. Δι’ αὐτὸ καὶ ἠγόρασε μὲ πᾶσαν θυσίαν ὅλας τὰς ἠλεκτρικὰς καὶ ὑδραυλικὰς Ἑταιρείας. Μόλις, Κύριοι Βουλευταί, ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον περὶ ὑδρεύσεως τοῦ Βόλου, διὰ τῶν ὑδάτων Καλιακούδας, ἀμέσως ἐμυρίσθη ἡ Ἑταιρεία «Γαλιλαῖος» τὸ ψητό, καὶ ἐσκέφθη πῶς νὰ κατωρθώσῃ νὰ δεσμεύσῃ τὸν Βόλον καὶ νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτόν. Καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο εὑρέθη ὁ ἀπαίσιος Κουρᾶτος, ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἡ Λέσχη τῶν Φιλελευθέρων χρησιμοποιεῖ ὡς δικηγόρον τῆς ἀστικῆς ἀγωγῆς εἰς τὴν ἀπόπειραν κατὰ τοῦ κ. Βενιζέλου, ὁ περίφημος οὗτος Κουρᾶτος, ὅστις ἐνεχυρίασεν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, κατὰ περίεργον τρόπον, 3.300 μετοχάς, ὄχι ἐπ’ ὀνόματί του, ἀλλ’ ἐπ’ ὀνόματι προσώπου φιλικώτατα διακειμένου πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς Κοσμαδοπούλου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπεδεικνύει, ὅτι αἱ μετοχαὶ αὐταὶ εὑρίσκοντο εἰς τὰς χεῖρας τῶν Κοσμαδοπούλων, τὰς ἐνεχυρίασε καὶ μετὰ τινας ἡμέρας τὰς ἐπώλησεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Γαλιλαῖος». Δὲν ἔκαμε μόνον τοῦτο ὁ κ. Κουρᾶτος, ἀλλὰ μετέβη ἐκ νέου εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ προσεφέρθη νὰ πωλήσῃ τὰς ἰδικάς της μετοχὰς εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Γαλιλαῖος», καὶ ἐν γνώσει ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος διαπραγματεύεται μὲ ποῖον; Μὲ τὸν Κουρᾶτον, τὸν γνωστὸν Κουρᾶτον, τὸν ἄλλοτε Νομάρχην τὸν ἀπολυθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, δι’ ἀπάτας καὶ ὑπεξαιρέσεις καὶ δι’ ἄλλας σκανδαλώδεις πράξεις, διαπραγματεύεται, λέγω, μὲ τὸν ἀπαίσιον Κουρᾶτον, τὸν ἄλλοτε γραμματέα τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τὸν ὑπεξαιρέσαντα ἔγγραφα καὶ πωλήσαντα ταῦτα, ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα διὰ νὰ πωλήσῃ τὰς τρεῖς χιλιάδας μετοχάς, καὶ τὰς πωλεῖ εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Γαλιλαῖος». Οὕτω ἡ Ἰταλλοελληνικὴ Ἑταιρεία γίνεται κυρία τῶν 52% τῶν μετοχῶν, τοὐτέστι κυρίαρχος τῆς διοικήσεως τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας Βόλου καὶ ἐγκαθίσταται ἐκεῖ μία νέα «Πάουερ», ἡ ὁποία θὰ καταδυναστεύσῃ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν τοῦ Βόλου, καὶ διὰ τοῦτο ὅλη ἡ κοινωνία τοῦ Βόλου διατελεῖ ἐν ἐξεγέρσει διὰ τὸ τρομακτικὸν αὐτὸ σκάνδαλον.
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Μέ συγχωρεῖτε, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ ἀρνηθῶ τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὅταν πρόκειται...
§30ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τελειώνω, κ. Πρόεδρε. Καὶ ἐρωτᾶται, Κύριοι, πῶς καὶ διατί ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐνῶ τοῦ προσεφέρετο μία τιμὴ 455 δραχ. δι’ ἑκάστην μετοχὴν, δὲν ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν Δῆμον, πρὸς τὴν πόλιν τοῦ Βόλου, μήπως ἐπιτύχῃ μεγαλυτέραν τιμήν; Διατί δὲν ἠρώτα τὸν Δῆμον Παγασῶν μήπως ἤθελε νὰ ἀγοράσῃ ἓν μέρος τῶν μετοχῶν, ἀλλ’ ἐκάλει τροχάδην μετά τινας ἡμέρας τὸν Καμβύσην ἐκ Βόλου εἰς τὰς Ἀθήνας, διαπραγματεύεται μὲ τὸν Κουρᾶτον καὶ ὑπὸ ἐχεμύθειαν, βεβιασμένως, πωλεῖ τὰς μετοχὰς καὶ παραδίδει τὸν Βόλον εἰς χεῖρας μιᾶς ξένης Ἑταιρείας; Διατί καὶ πῶς ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτική, γνωρίζουσα ποῖος ἦτο ὁ Κουρᾶτος, πόσα διέπραξεν ἐγκλήματα, συζητεῖ καὶ διαπραγματεύεται μετ’ αὐτοῦ τὴν πώλησιν τῶν μετοχῶν, καὶ δὲν σκέπτεται ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ὅτι μὲ μόνον δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν θὰ κατώρθωνε πράγματι ἡ Ἑταιρεία «Γαλιλαῖος» νὰ δεσμεύσῃ ὁλόκληρον τὴν πόλιν;
§31Ι. ΠΕΡΔΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἐνέχυρα δὲν τὰ πωλεῖ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὰ κρατεῖ, ἀλλ’ ὁ κύριος, ὁ κάτοχος. Τὰ πωλεῖ ὁ ἰδιοκτήτης. Ἐν προκειμένῳ δὲν τὰς ἐπώλησε τὰς μετοχὰς ὁ Διοικητὴς ἀλλ’ ὁ ἰδιοκτήτης.
§32ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δὲν γνωρίζετε ὅτι τὰς μετοχὰς αὐτάς τὰς ἠγόρασεν ἐν δημοπρασίᾳ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα καὶ μετέπειτα τάς ἐπώλησε πρὸς 425 δραχμάς;
§33Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκούω νὰ διεξάγηται ζωηρά συζήτησις, ἀφορῶσα σπουδαῖον οἰκονομικὸν ἵδρυμα τῆς Χώρας, οἷον εἶναι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα καὶ νὰ ἐπιρρίπτωνται κατ’ αὐτοῦ σοβαραὶ κατηγορίαι. Δὲν ἤμην ἐξ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπικρίνωνται τὰ οἰκονομικά μας ἱδρύματα, ἄνευ πλήρους καὶ ἐξηκριβωμένης ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Εἰς ἄλλην περίπτωσιν ἐλπίζω νὰ μοὶ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκθέσω τὰ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ἡ γενομένη συζήτησις. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι, ἐξ ὅσων ἔχω ὑπ’ ὄψει παρ’ αὐτῆς τῆς Τραπέζης, κατεῖχεν αὕτη τὰς πωληθείσας μετοχάς, αἵτινες ἀνήρχοντο εἰς 2.500, καὶ ἃς προὐτίθετο νὰ ἐκποιήσῃ. Ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία Βόλου, μαθοῦσα τοῦτο, ἐζήτησε νὰ τὰς ἀγοράσῃ, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα εἶχε παράσχει ἤδη δικαίωμα πρὸς ἀγορὰν εἰς ἄλλους καὶ δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ τὰς διαθέσῃ εἰς τοὺς σήμερον παραπονουμένους. Ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, ἐπληροφορήθην παρ’ αὐτῆς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, πρὸς ἥν ἀπετάθην ὅτε μοὶ κατέστη γνωστόν, ὅτι ἡ διάθεσις τῶν μετοχῶν εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν Βόλου θὰ ἐξυπηρέτει σπουδαῖα τοπικὰ συμφέροντα. Δύναμαι μάλιστα νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶδον τὸν κ. Διοικητήν, ὅστις μοὶ εἶπεν: «ὅτι ὅλοι ἐγνώριζον ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πωληθῶσιν αὐταὶ αἱ μετοχαί, ἀλλ’ οὐδεὶς τὰς ἐζήτησεν. Ἤδη ὅμως ἔχω προβῆ εἰς μίαν ὀψιόν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ματαιώσω, χωρὶς νὰ ἐκθέσω τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης». Ὥστε οἱ ὁμιλοῦντες κατὰ τῆς Τραπέζης, ὁμιλοῦν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶν πληροφοριῶν.
§34ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Αἱ τρεῖς χιλιάδες μετοχῶν παρεδόθησαν ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Κοσμαδόπουλον.
§35Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέν ἤμην ἐξ ἀρχῆς, διὰ νὰ ἀκούσω ὅσα εἴπετε, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσον τραγικὰ ὡς τὰ παριστάνετε. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα εἶχεν ὡρισμένας μετοχὰς πρὸς πώλησιν, τοῦτο δὲ ἦτο γνωστὸν εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Γαλιλαῖος», ἧς μάλιστα προΐσταται ὁ ἴδιος ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§36ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὁ ὁποῖος ὅμως εἶναι ἀντίθετος, κ. Πρόεδρε, καὶ μόλις ἀνεχώρησεν εἰς Λονδῖνον ἐγένετο ἡ πώλησις.
§37Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντως ἦτο γνωστὸν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πωληθῶσιν αἱ μετοχαὶ καὶ ἠδύναντο καὶ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους νὰ ἐπικαλεσθῶσιν οὗτοι, ἵνα ματαιώσωσι τὴν πώλησιν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξαν. Ἐγὼ δέ, ἐπαναλαμβάνω, μόλις ἔλαβον γνῶσιν, ἠρώτησα τὸν ἴδιον Διοικητὴν περὶ τούτου, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν ὅτι εἶχε δεσμευθῆ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ματαιώσῃ τὴν πώλησιν. Νὰ τὸν ἐξαναγκάσω νὰ πράξῃ τοῦτο δὲν δύναμαι.
§38ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα θέλομεν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐξετάσῃ ἡ Κυβέρνησις. Πῶς καὶ διατί, τρεῖς χιλιάδες καὶ τριακόσιαι μετοχαὶ παρεδόθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν ἀπὸ πρόσωπα στενῶς συνδεόμενα μετὰ τῶν Κοσμαδοπούλων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις διὰ νὰ ἐπιχυθῇ πλῆρες φῶς εἰς τὴν σκανδαλώδη αὐτὴν ὑπόθεσιν, ἥτις κρατεῖ ἐν ἐξεγέρσει τὴν κοινωνίαν τοῦ Βόλου.
§39Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλετε, ὑποβάλετε ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλήν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ προστασίας φυματικῶν ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ.». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἀναστολῆς τῶν περὶ ἐξετάσεως τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν διατάξεων τοῦ νόμου 5345». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ».
§43Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ ψηφισθῇ τὴν Δευτέραν.
§44Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης.
§46Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰσηγούμενος τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, εἶπε, καὶ δικαίως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις τοιούτων πραγμάτων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὅτι συνεπῶς πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Τὴν γνώμην αὐτὴν ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ ἐμμόνως εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1930, ὅτε ἦλθε πρὸς κύρωσιν ἡ Ἐπετηρὶς τοῦ Στρατοῦ, ἡ ὁποία κατηρτίσθη ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Πετρίτην, ἐπιτροπὴν ἐργασθεῖσαν συνεχῶς ἐπὶ δεκατέσσαρας ὁλοκλήρους μῆνας. Ὑπεβλήθη καὶ τότε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀθηνῶν κ. Καλογερᾶν ἡ γνώμη νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἐπεξεργασία τῆς Ἐπετηρίδος εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, διότι ἐν τῇ Βουλῇ τότε ἐνεφανίσθησαν ἄπειροι τροπολογίαι. Οἱ βουλευταὶ διετείνοντο ὅτι ἀδικοῦνται πολλοὶ ἀξιωματικοὶ καὶ ὅτι πρέπει τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα. Ἠναγκάσθην νὰ ἀγορεύσω διὰ δευτέραν φορὰν καὶ νὰ πείσω τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον τῆς ὑποθέσεως τῆς ὁριστικῆς Ἐπετηρίδος τοῦ στρατοῦ. Τὴν γνώμην ταύτην ὑποστηρίζω καὶ σήμερον, κ. Βουλευταί, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὸν κ. Πετρίτην ἐξήτασεν ἐπὶ δεκατέσσαρας μῆνας, περιλαμβάνουσα εἰς τοὺς κόλπους της καὶ δύο δικαστικούς, ὅλα τὰ παράπονα ἐν γένει τῶν ἀξιωματικῶν, κατ’ ἀντικειμενικὸν τρόπον, καὶ κατήρτισε μίαν Ἐπετηρίδα, ἡ ὁποία κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν, ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν δικαιοτέραν λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἂν ἐπελαμβάνετο τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, θὰ εἶχε νὰ ὑποστῇ δύο τεραστίας ζημίας, ἃς θὰ ὑποστῇ καὶ σήμερον. Πρῶτον, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ ὁριστικοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπετηρίδος θὰ διαρκέσῃ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἂν θέλῃ τὸ Συμβούλιον νὰ κάμῃ μίαν εὐσυνείδητον ἐργασίαν, πλέον τοῦ ἔτους, διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον μόνον αἱ ὑποβληθεῖσαι μέχρι σήμερον ἀναφοραί παραπόνων τῶν ἀξιωματικῶν. Εἶνε ζήτημα δικαιοσύνης νὰ ἐκδώσῃ διαταγὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ὑποβάλουν τὰ παράπονά των ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ διὰ τὴν ἀρχαιότητα, ἡ ὁποία ἔχει καθορισθῆ διὰ τῆς Ἐπετηρίδος. Τὶ δὲ νομίζετε θὰ γίνῃ τότε, Κύριοι Βουλευταί, ὁπόταν ὑποβληθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ αὐταὶ καὶ ὅλα τὰ παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον; Θὰ ἐργάζεται τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἐπὶ πολλοὺς μῆνας καὶ ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτός, καὶ συνεπῶς θὰ παραμένουν ἀπομεμακρυσμένοι οἱ στρατηγοὶ ἀπὸ τὰς ἕδρας των ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, πλέον τοῦ ἔτους, ὡς ἐγὼ νομίζω, πρὸς μεγίστην ζημίαν τῆς Διοικήσεως. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔχει νὰ ὑποστῇ καὶ ἄλλην ζημίαν τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Συνάδελφος καὶ τὴν ὁποίαν ἀνέφερα καὶ ἐγὼ κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1930, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα. Εἶναι φυσικόν, ὅλα τὰ παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες θὰ θεωρηθοῦν ἠδικημένοι ἐκ τῆς νέας Ἐπετηρίδος, νὰ στραφῶσι κατὰ τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτ. Συμβουλίου. Τοῦτο, Κύριοι Βουλευταί, θὰ εἶναι πρὸς μεγάλην ζημίαν τοῦ στρατεύματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅθεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασίς του ὅπως παραπέμψῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, θὰ δημιουργήσῃ σάλον εἰς τὸ στράτευμα καὶ ἀντὶ θεραπείας ὀλίγων παραπόνων, θὰ δημιουργήσῃ νέα καὶ περισσότερα παράπονα, καὶ συνεπῶς νέας ἀναφορὰς καὶ νέας προσπαθείας ἀναθεωρήσεως τῆς νέας Ἐπετηρίδος, καὶ οὕτω καθεξῆς, καὶ δὲν θὰ τελειώσῃ ποτὲ τὸ σοβαρώτατον αὐτὸ ζήτημα διὰ τὸ στράτευμα. Σήμερον ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἀναθεωρήσῃ ἀποφάσεις ληφθείσας πρὸ δεκατεσσάρων καὶ δεκαπέντε ἐτῶν, καὶ εἰδικῶς ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν συνετάχθησαν καλῶς οἱ πίνακες τῷ 1919, εἰς τοὺς ὁποίους ἐκρίθησαν πολλοὶ κατ’ ἀρχαιότητα, οἵτινες νομίζουν ὅτι ἔπρεπε νὰ κριθοῦν κατ’ ἐκλογήν. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι Βουλευταί, εἶναι δυνατὸν μετὰ δεκατέσσαρα ἔτη νὰ ἀναθεωρηθῶσι πίνακες προαγωγῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι συνετάχθησαν ἐν καιρῷ πολέμου, ὑπὸ ἄλλην ἐντελῶς ἀτμόσφαιραν; Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχει κανὲν ἀδίκημα εἰς τὴν ὑπάρχουσαν καὶ ἰσχύουσαν σήμερον Ἐπετηρίδα, ἡ ἐπανόρθωσις τῆς μικρᾶς αὐτῆς ἀδικίας θὰ εἶναι ἐλαχίστη ἀπέναντι τῶν τεραστίων ζημιῶν τὰς ὁποίας θὰ φέρῃ εἰς τὸ στράτευμα ἡ ἀνακίνησις τοῦ ὅλου αὐτοῦ ζητήματος. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἐκπλήσσομαι πῶς ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ δημιουργήσῃ ἕνα τοιοῦτον σάλον εἰς τὸ στράτευμα, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ εἶναι καὶ εἰς βάρος της. Ὁμολογῶ ὅτι ἐκπλήσσομαι. Δυστυχῶς, καίτοι εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1930 ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ οὐδεμία τροπολογία, ἐν τούτοις εἰς τὴν Γερουσίαν ἀπεδέχθη ὁ τότε Ὑπουργὸς μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς τροπολογίας εἰς τὴν Γερουσίαν μοὶ ἐπροξένησε κατάπληξιν καὶ τότε, ὄχι διὰ τὸ περιεχόμενον, διότι ἀφεώρα ἀρίστους ἀξιωματικούς, ἀλλά, διότι, ἐνῷ εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ οὐδεμία τροπολογία, ἐγένετο δεκτὴ τοιαύτη εἰς τὴν Γερουσίαν, ἥτις προεκάλεσε τὰς διαμαρτυρίας τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ αὐτοὶ νὰ κάμουν τροπολογίας. Ἐκτὸς αὐτοῦ ἔγινε καὶ ἕν ἄλλο σφάλμα. Ὅτι διετάχθη μία ἐπιτροπή, ὑπὸ τὸν ἀντιστράτηγον κ. Μανέταν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ τυχὸν παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν. Τοῦτο ἔδωκε δικαίωμα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἐλπίζουν ὅτι θὰ γίνῃ νέα ἀναθεώρησις τῆς Ἐπετηρίδος. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτά, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ζημία ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ, θὰ εἶναι τεραστία καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, οὔτε θὰ ἐξετάσω κανὲν ζήτημα, διότι φρονῶ καὶ ἐγὼ προσωπικῶς, ὅτι τὰ Νομοθετικὰ Σώματα εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλα διὰ τὴν τοιαύτην συζήτησιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προέλθῃ κανὲν θετικὸν καὶ εὐσυνείδητον συμπέρασμα, παρὰ μόνον σύγχυσις. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ καὶ πάλιν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα ὡς ἔχει καὶ νὰ εἶνε βέβαιος, ὅτι, ἂν ὑπάρχουν τινὲς ἀδικίαι, θὰ εἶνε πολὺ μικρότεραι ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ δημιουργηθοῦν ἐκ τῆς νέας Ἐπετηρίδος, διότι δὲν πρέπει νὰ πλανᾶσθε, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἐὰν ἀναθεωρηθῇ μία ἀδικία, δὲν θὰ γίνουν ἄλλαι. Ἴσως ἡ ἀναθεώρησις μιᾶς ἀδικίας θὰ ἐπιφέρῃ τὴν δημιουργίαν πεντακοσίων ἄλλων εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἐκ τούτου θὰ ἀρχίσῃ μία τάσις πρὸς νέαν ἀναθεώρησιν τῆς Ἐπετηρίδος. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Αὐτὰς τὰς συστάσεις εἶχον νὰ κάμω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπῃ ἂν θὰ διαταχθοῦν οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ὑποβάλουν, ὅσοι τυχὸν ἔχουν παράπονα, ἀναφορὰς πρὸς διόρθωσιν τῆς σειρᾶς τῆς ἀρχαιότητός των εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον.
§47Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅσαι ὑπάρχουν ἀναφοραὶ παραπόνων, θὰ ἐξετασθῶσιν.
§48Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θὰ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβληθοῦν καὶ ἄλλαι;
§49Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως, νὰ ὑποβληθοῦν καὶ ἄλλαι.
§50Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὀρθὸν καὶ δίκαιον. Αἱ ἐργασίαι ὅμως τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου θὰ διαρκέσουν ἴσως καὶ ἓν ἔτος, διὰ νὰ γίνῃ εὐσυνείδητος ἐργασία. Κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον οἱ ἀντιστράτηγοι θὰ εὑρίσκωνται μακρὰν τῆς ἕδρας των, καὶ συνεπῶς καλὴ διοίκησις δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Ἐπὶ πλέον θὰ γίνῃ ἀναστάτωσις εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ τίποτε περισσότερον. Ἐγὼ κρούω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου!
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουρδάρας.
§52Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἔλεγον, ὅτι δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖ νὰ ἀνακινήσῃ καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τῆς σειρᾶς τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, ὅπερ καθώρισε Συμβούλιον συσταθὲν ἐπὶ κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπεκύρωσεν ἀποφάσεις τῶν Βουλῶν. Δὲν ἐφανταζόμην ἐπίσης, δὲν ἐπίστευα ποτέ, ὅτι ἡ σπουδὴ θὰ ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς παράσχῃ ἀναβολὴν μιᾶς ἡμέρας ἵνα προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ οἱ ζητηθέντες πίνακες προαγωγῆς, οἱ συνταχθέντες μετὰ τὸν Σαγγάριον, ἢ καὶ ἄλλα τυχόν στοιχεῖα, ἅτινα δὲν ἐζητήθησαν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐπείθοντο πάντες ὅτι ἡ ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν δὲν θέλει προκαλέσει τίποτε ἄλλο, εἰμὴ σάλον καὶ ἀναστάτωσιν, πράξεις, αἵτινες δημιουργοῦν εὐθύνας διὰ πάντας ἡμᾶς. Τὸ ζήτημα τῆς Ἐπετηρίδος τοῦ στρατοῦ, κ. Βουλευταί, μετὰ τὸ 1916, σᾶς ἀνέπτυξα ἕνεκα ποίων λόγων ἀνετράπη, καὶ ὅτι συνεπείᾳ τούτων συνετάχθη ἡ Ἐπετηρὶς τοῦ 1919, ἡ ὁποία μετέβαλε τὴν μέχρι τοῦ 1915 σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Συνετάχθη ἡ Ἐπετηρὶς ἐκείνη, στηριζομένη εἰς τέσσαρας κατηγορίας προβιβασμῶν. Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προαγωγῶν, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν προαγωγῶν, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου 1399, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῶν, αἵτινες ἐστηρίχθησαν εἰς τοὺς πίνακας τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων, συνταχθέντας βάσει τοῦ νόμου 1861, καὶ τέλος εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μονιμοποιηθέντων ἐφέδρων. Σᾶς ἐξήγησα δὲ ὅτι αἱ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προαγωγαὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παγίου νόμου περὶ προαγωγῶν ἐπὶ διακεκριμένῃ πράξει ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, προαγωγῶν αἵτινες ἀποτελοῦν τὴν ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν τῆς ὑπάρξεως στρατοῦ διὰ τὴν ἐνέργειαν πολέμου. Καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι αἱ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγαὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει πινάκων συνταχθέντων ὑπὸ τῶν Διοικητῶν τῶν Σωμάτων Στρατοῦ, καὶ στηριζομένων εἰς προτάσεις ὑποβληθείσας ἀπὸ τοὺς διοικητὰς τῶν ἐμπολέμων μονάδων, καὶ ὅτι τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τῶν Ἀντιστρατήγων, τὸ συγκροτηθὲν ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἀπηρτίζετο ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς διοικητὰς τοῦ ἐμπολέμου στρατοῦ καὶ συνεδρίαζεν 70 μόνον χιλιόμετρα ὄπισθεν τῆς γραμμῆς τοῦ πυρός. Εἶχεν οὕτω ὑπ’ ὄψει του, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπονείμῃ ἀμοιβὰς εἰμὴ μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ὑπηρεσίας πολεμικάς, χωρὶς νὰ παρίδῃ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνων, οἵτινες ὑπηρέτουν εἰς τὰ σώματα τὰ μὴ μαχόμενα. Ποία βασιμωτέρα καὶ ἠθικωτέρα ταύτης ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεως στρατοῦ; Καὶ σᾶς ἔλεγον καὶ προχθές, ἐν σχέσει μὲ τοὺς μονιμοποιηθέντας ἐφέδρους ἀξιωματικούς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ πολιτικὴ ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν καὶ ἂν ἐπαρουσιάζετο ἐνώπιον ἡμῶν, ἐνώπιον οἱασδήποτε ἀντιπροσωπείας, νὰ παρίδῃ τὰς ὑπηρεσίας τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἀπετέλουν τὰ δύο τρίτα τῶν μαχομένων στελεχῶν, οἵτινες ἀπετέλουν τὸν σύνδεσμον τοῦ ἐφέδρου στρατιώτου πρὸς τὸν μόνιμον ἀξιωματικόν, οἵτινες ἀνεζωπύρουν τὸ φρόνημα τῶν ἐφέδρων καὶ καθίστων αὐτοὺς προθύμους νὰ παράσχωσι τὸ αἷμά των εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος. Τὰς τέσσαρας αὐτὰς κατηγορίας ἔχον ὑπ’ ὄψει τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων, κ. Βουλευταί, τὸ συνεδρίασαν ἐν Θεσσαλονίκῃ, συνέταξε τὴν Ἐπετηρίδα τοῦ 1919, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐδημιουργήθη μία σειρὰ ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Τὴν σειρὰν αὐτὴν τῆς ἀρχαιότητος, ἐπελθοῦσα ἡ Κυβέρνησις Γούναρη μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920, ἠθέλησε νὰ ρυθμίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, τροποποιοῦσα τὴν Ἐπετηρίδα καὶ νομοθετοῦσα τὸν νόμον 2644, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὥριζεν ὅτι κυροῦται τὸ Διάταγμα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1920, δι’ οὗ ἐπενεφέροντο εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ οἱ ἀπότακτοι ἀξιωματικοὶ καὶ ἐτίθεντο εἰς τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ τοῦ 1916 εἰς τὴν Ἐπετηρίδα τοῦ 1915. Ἀλλὰ διὰ τοῦ 4ου ἄρθρου τοῦ νόμου 2644 ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἦτο ἀντίθετος πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς κριθέντας ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Θεσσαλονίκης, δὲν καθώριζε ρητῶς τὴν ἀνατροπὴν τῆς Ἐπετηρίδος τοῦ 1919, δὲν ἐρρύθμιζε τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἔλεγε: «τὸ Συμβούλιον, συγκληθησόμενον ἐξ ἀντιστρατήγων ἐν Σμύρνῃ, θέλει κρίνει τοὺς ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ καὶ κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν προαχθέντας ἀξιωματικούς. Εἰς τὸ αὐτὸ Συμβούλιον θέλουν παραπεμφθῇ καὶ οἱ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασθέντες καὶ μονιμοποιηθέντες ἔφεδροι», διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐξακολουθοῦσα τὸ πρόγραμμα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ διεξάγουσα τὸν πόλεμον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατρέψῃ τὰς ἀμοιβὰς τὰς παραχωρηθείσας εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸν πόλεμον ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Διότι θὰ ἀναγνωρίσητε, κ. Βουλευταί, ὅτι καὶ τὸν πόλεμον τοῦ 1917 ἕως 1920, καὶ τὸν πόλεμον τοῦ 1920–1922 τὸν διεξήγαγον οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀμύνης, καὶ οἱ παραμείναντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ σᾶς εἶναι γνωστὸν πόσους κόπους καὶ μόχθους κατέβαλον, ὡς καὶ ποῖα μέσα καὶ ἐγκυκλίους μετεχειρίσθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἐξαποστείλῃ τινὰς εἰς τὰς τάξεις τοῦ μαχομένου στρατοῦ. Τὸ ἐν Σμύρνῃ Συμβούλιον, Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς ἡ λύσις τῶν τεσάρων τούτων ζητημάτων, δὲν συνεδρίασεν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν λόγῳ τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων, μὴ τολμῶν νὰ θίξῃ τοὺς μαχομένους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἕνεκα τῆς ἀνατροπῆς τῆς τότε Κυβερνήσεως ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922. Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1922, προέβη εἰς τὴν σύστασιν Συμβουλίου, παρὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων τοῦ νόμου 2771, αἱ ὁποῖαι ἔλεγον ρητῶς, ὅτι τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐρρύθμιζε τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ ἀπηρτίζετο ἀπὸ ἀντιστρατήγους, διότι ἀπηρτίσθη ἀπὸ ἀνωτέρους καὶ οὐχὶ ἀνωτάτους ἀξιωματικούς, καὶ διὰ τοῦτο τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1922 δὲν ἐπεκύρωσε διὰ δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καθορίζουσα τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἐδέχθη μόνον τὴν κατάργησιν τοῦ δεκαμήνου τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἀμύνης, ὅπερ, ὅπως σᾶς εἶπον καὶ προχθές, προσεφέρθη ὡς θυσία εἰς τὸν βωμὸν τῆς συμφιλιώσεως. Μετὰ τὸ κίνημα Γαργαλίδη–Λεοναρδοπούλου, τῷ 1923, συνέστη, διὰ διαταγῆς καὶ πάλιν τῆς ἐπαναστάσεως, τὸ ὑπὸ τὸν κ. Βλαχόπουλον Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου αἱ ἀποφάσεις εἶναι ἄγνωστοι εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν.
§53Π. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Εἶναι πλέον ἢ γνωσταὶ αἱ ἀποφάσεις.
§54Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Εἶναι ἄγνωστοι, διότι δὲν ἐκοινοποιήθησαν καὶ δὲν περιεβλήθησαν διὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Μετὰ τὰς ἐγκυκλίους τοῦ 1923, κ. Βουλευταί, ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας μετεῖχεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ καὶ νῦν τοιοῦτος, συνεκροτήθη ἐν Θεσσαλονίκῃ ὑπὸ τὴν προεδρείαν αὐτοῦ Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη καὶ πάλιν ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, κ. Βουλευταί, δὲν ἐκυρώθησαν, καὶ ἀνατραπείσης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, παρεπέμφθη τὸ ζήτημα εἰς τὸ πρῶτον λειτουργῆσαν Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων, τῷ 1924, ὑπὸ τὸν Ἀντιστράτηγον Παπαθανασίου, ὅπερ καὶ τοῦτο ἀπεφάνθη καθ’ ὃν τρόπον καὶ τὸ Συμβούλιον Θεσσαλονίκης, εἰπὸν ὅτι οἱ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ θὰ θεωρῶνται ὅτι θὰ καταλαμβάνουν σειρὰν ἀρχαιότητος ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, καὶ ὄχι τῆς τελέσεως τῆς πράξεως, ὡς ἦτο ὁ παλαιὸς νόμος. Καὶ τοῦτο, ἵνα ἐλαττώσῃ τὰς ζημίας ἐκείνων τῶν ὁποίων παρεβλάπτετο ἡ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητος. Διὰ τοὺς κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν, εἶπεν, ὅτι αὐτοὶ θὰ καταταχθοῦν εἰς τοὺς πίνακας κατ’ ἐκλογήν, δηλαδὴ τοὺς κατεβίβασε τὴν ἀρχαιότητα. Διὰ δὲ τοὺς πίνακας κατ’ ἐκλογὴν τοῦ ἔτους 1919 ἀπεφάνθη ὅτι καλῶς ἔχουν, καθόσον στηρίζονται εἰς τὸν πάγιον νόμον τοῦ 1861, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης τῶν φακέλλων τοὺς ὁποίους εἶχον ἤδη καταρτίσει δι’ ἕνα ἕκαστον ἀξιωματικὸν καὶ εἶχον ὑποβάλει οἱ διοικηταὶ τῶν μονάδων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποφάσεων τὰς ὁποίας ἔλαβεν εἰς τὸ 1919. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἀργότερον διατί ἐλήφθησαν αἱ ἀποφάσεις αὐταί. Τὰς δύο ταύτας ἀποφάσεις εὑροῦσα ἐν ἐκκρεμότητι ἡ δικτατορία Παγκάλου, προέβη εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν δημοσίευσιν τῆς Ἐπετηρίδος, διὰ τοῦ ἀπὸ 25ης Αὐγούστου 1925 Νομοθετικοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίζετο σειρὰ ἀρχαιότητος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ληφθεισῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, ἀπαρτιζομένου, ὄχι ἀπὸ συνταγματάρχας, μὴ προβλεπομένους ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀπὸ ἀντιστρατήγους, καὶ δὴ ἀποτελοῦντας τὸ Ἀνώτατον Στρατ. Συμβούλιον. Ἡ Ἐπετηρὶς αὐτή, Κύριοι Βουλευταί, τεθεῖσα ἐν ἰσχύϊ ὑπὸ τῆς δικτατορίας Παγκάλου, ἔπρεπε νὰ τύχῃ τῆς κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἡ προελθοῦσα ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1926, ἀπησχολημένη μὲ ἄλλα μᾶλλον σοβαρώτερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνετάρασσαν τότε τὴν Χώραν, δὲν ἐπρόφθασε νὰ προβῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Ἐπετηρίδος ταύτης. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔλυσε τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἀποτάκτων, κατὰ τῆς ὁποίας ἠγωνίζοντο ἐκεῖνοι οἵτινες σήμερον στρέφονται κατὰ τῆς Ἐπετηρίδος καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἠγωνίζοντο, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σήμερον ὑπεραμύνονται τῆς Ἐπετηρίδος. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ προελθοῦσα ἐκ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1928, ὑποχρεωμένη οὖσα νὰ προβῇ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Νομοθετικοῦ τούτου Διατάγματος, δὲν προέβη εἰς τὴν κύρωσιν αὐτοῦ ἄνευ ἐξετάσεως τῶν ὑποβληθέντων ἀθρόων ἀτομικῶν παραπόνων τῶν διαφόρων ἀξιωματικῶν, διότι, ὡς γνωστὸν εἰς πάντας ὑπῆρχε διαφορὰ ἀντιλήψεων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη συνεκρότησεν ἐπιτροπήν, ἀπαρτιζομένην, ὄχι ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων, διότι ὀρθῶς σκεπτομένη δὲν ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀντιμέτωπον πρὸς τοὺς κρινομένους, ἀλλ’ ἐκ Στρατηγῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατεύματι, διοικούντων δὲ μονάδας καὶ ἐκπροσωπούντων ὅλας τὰς ἀντιθέτους ἀντιλήψεις, ὑπὸ τὸν ἀντιστράτηγον Πετρίτην, εἰς τοὺς ὁποίους προσέθεσε καὶ δύο δικαστικοὺς συμβούλους, ἵνα ἐξετάζουν ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως τὰ ἀναφυόμενα ζητήματα. Καὶ τὸ Συμβούλιον τοῦτο, ἐργασθὲν ἐπὶ 14–15 μῆνας, ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην μαζὶ μὲ τὴν Ἐπετηρίδα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἠξίωσε τὴν κύρωσίν της, ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς, πλὴν τῆς γενομένης δεκτῆς ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Καὶ ἦλθε, Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καθὼς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Πρεβέζης, νὰ μεμφθοῦν τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία δὲν ἀφεώρα τίποτε ἄλλο εἰμὴ εἰς τὸν καθορισμὸν ἀρχαιότητος μεταξὺ δεκαπέντε ἀξιωματικῶν τῆς αὐτῆς κατηγορίας, τῆς Ἀμύνης, λόγω διαφόρου ἡμερομηνίας τοῦ Διατάγματος τῆς κατατάξεώς των εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Καὶ ἡ τροπολογία αὐτὴ ἀφεώρα, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ἀδελφόν μου, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἀνέφερεν, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, διὰ νὰ καταστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀσθενῆ τὴν ἀγόρευσίν μου, τὰ μέσα δηλ. τῆς κατακρίσεως τοῦ νομ)δίου, διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς ἀρχαιότητος, καὶ διὰ νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ τὴν ἰδιοτέλειαν, ὅτι ὑπερασπίζομαι προσωπικὴν ὑπόθεσιν. Δὲν ὑπερασπίζομαι προσωπικὴν ὑπόθεσιν, Κύριοι Βουλευταί, διότι, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδήλωσεν, ὁ ἀδελφός μου ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τοὺς διαπρεπεστέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατεύματος, μὴ ἔχων ἀνάγκην οὐδεμιᾶς σειρᾶς ἀρχαιότητος, οὐδεμιᾶς νομικῆς διατάξεως, διότι, ἄν παραμείνῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, θὰ προαχθῇ λόγῳ τῶν πολεμικῶν του ὑπηρεσιῶν, λόγῳ τῶν τραυμάτων, τὰ ὁποῖα τὸν περικοσμοῦν, λόγῳ τῆς ἱκανότητός του, ἥτις εἶναι πανθωμολογημένη, λόγῳ τῆς φοιτήσεώς του εἰς δύο Σχολὰς Πολέμου, τῆς Γαλλίας, καὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ διότι εἶναι καθηγητὴς τῆς Σχολῆς Πολέμου ἐπὶ μίαν ἑξαετίαν, διδάξας 12 σειρὰς ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν.
§55Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀδελφοῦ σας.
§56Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ τονίσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι αὐτὸ ἐλέχθη.
§57Σ. ΜΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. .. (Δὲν ἠκούσθη).
§58Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἐφόσον εἶμαι εἰς τὸ βῆμα νὰ μὴ ἐπιτρέπητε διακοπάς, διότι κ. Πρόεδρε καὶ κ. Βουλευταί, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φλωρίνης, καίτοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ, ἀποσκοπεῖ διακόπτων διαρκῶς, νὰ ἀναγράφῃ φράσεις εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τὰς ὁποίας δὲν εἶπε καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἤμην δυστυχῶς χθὲς κατὰ τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλήν, νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν κ. Συνάδελφον ἐκ Φλωρίνης τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν ὁμιλοῦντα καὶ τὴν τήρησιν τῆς συζητήσεως, ἐκτὸς τοῦ ἐπιπέδου τῶν προσωπικῶν ἀντεγκλήσεων, διότι, ἐὰν τὸ βῆμα τοῦτο, κ. Βουλευταί, χρησιμεύῃ διὰ τὰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, τὸν βεβαιῶ ὅτι εἶμαι ἱκανὸς τὰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις νὰ τὰς διεξαγάγω καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Λοιπόν, Κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἐκείνη καὶ ἡ Γερουσία οὐδεμίαν ἐδέχθησαν τροπολογίαν, ἀφορῶσαν τὰς τέσσαρας ἐπιμάχους κατηγορίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἐδέχθη τροποποίησιν ἀφορῶσαν τὰς κατηγορίας ταύτας, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν καὶ σήμερον τὴν προσπάθειαν πρὸς ἀνατροπὴν τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς Ἐπετηρίδος, τῷ 1930, ὑπεβλήθησαν ἀτομικὰ παράπονα ἀξιωματικῶν κατὰ τῆς οὕτω δημοσιευθείσης Ἐπετηρίδος, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συνέστησεν ἐπιτροπήν, ὑπὸ τὸν ἀντιστράτηγον Μανέταν, ἡ ὁποία εἰργάσθη καὶ αὐτὴ πλέον τοῦ ἔτους, καὶ κατέληξεν εἰς πορίσματα, ἅτινα ὑπέβαλεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις τὰ ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ κατ’ Ἰούλιον τοῦ 1932 διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 115 πρακτικοῦ του ἐκύρωσε τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς Μανέτα, αἵτινες ἀποφάσεις δὲν ἐπιτρέπουν τὴν ἀνακίνησιν ἀρχαιότητος κατηγοριῶν, ἀλλὰ τὴν θεραπείαν ὡρισμένων ἀτομικῶν παραπόνων, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία σοβαρὰ διαταραχή, δυναμένη νὰ θίξῃ τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ πρακτικὸν αὐτὸ συνετάχθη τὸν Ἰούλιον τοῦ 1932 καὶ φέρει ἀριθμὸν 115 καὶ λέγει ὅτι: «Τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον κλπ.». (ἀναγινώσκει). Καὶ ἀντί, Κύριοι Βουλευταί, ἡ διάδοχος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων, ἅτινα συνεκρότησαν Κυβερνήσεις Κοινοβουλευτικαί, ἀπὸ τοῦ 1924 καὶ ἐντεῦθεν, εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων καὶ εἰς τὸ πρακτικὸν 115, νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν, ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι εἶναι ἐκκρεμὲς καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τῆς Ἐπετηρίδος, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν τοῦ πρακτικοῦ τούτου, ἀντὶ τούτου εἰσάγει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καθορίσῃ ὁριστικῶς τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου Ἀντιστρατήγων. Δὲν θ’ ἀσχοληθῶ, Κύριοι, μὲ τὰς συζητήσεις τὰς γινομένας ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, αἱ ὁποῖαι μέχρι τῶν ἀκοῶν μας φέρουν διάφορα πράγματα. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος ἐκ Πρεβέζης Συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσητε τοὺς ἀντιστρατήγους ἀντιδίκους πρὸς τοὺς κρινομένους ἀξιωματικούς. Θὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀμφιβάλλητε περὶ τῆς κρίσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων, ὅταν ὑπάρχει τὸ ὑπ’ ἀριθ. 115 πρακτικὸν τοῦ 1932. Ἀλλὰ τί παρέσυρε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν νὰ εἰσηγηθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Μανέτα, τὴν κυρωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων, τὴν παρέπεμψε διὰ μιᾶς διαταγῆς εἰς τὸν κ. Γενικὸν Ἐπιτελάρχην τοῦ Στρατοῦ, διὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπ’ αὐτῆς, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα. Ὁ Γενικὸς Ἐπιτελάρχης τοῦ Στρατοῦ, ἀντί, Κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, προέβη εἰς τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἀπαρτιζομένης ἐκ τριῶν συνταγματαρχῶν καὶ ἑνὸς ὑποστρατήγου, διὰ νὰ κρίνῃ τὸ πρακτικὸν 115 τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων, δηλαδὴ ἐὰν καλῶς διετύπωσαν τὴν γνώμην των οἱ ἀντιστράτηγοι, διότι αὐτὸ σημαίνει ἡ ἐξέτασις τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Μανέτα, αἵτινες ἐκυρώθησαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 115 πρακτικοῦ. Καὶ τὸ Συμβούλιον τοῦτο δὲν ἀπηρτίζετο ἐξ ἀνθρώπων ἀνηκόντων εἰς ὅλας τὰς ἐνδιαφερομένας κατηγορίας διὰ τὸν καθορισμὸν μιᾶς σειρᾶς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, καθὼς ἀπηρτίζοντο τὰ ἄλλα. Δὲν ἀπηρτίζετο ἀπὸ στρατιωτικοὺς ἀνήκοντας εἰς ὅλας τὰς κατηγορίας, ἵνα ἐν συναδελφικῇ ἀλληλεγγύῃ ἀποφασίσωσι τὴν μεταβολὴν τῆς ὑπαρχούσης σειρᾶς ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιαύτης πρὸς ψυχικὴν ἠρεμίαν, ἂν καὶ οὐδεμία, ὡς θὰ ἀποδείξω, ὑπῆρχεν ἀνησυχία, ἀλλ’ ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀνθρώπους ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν μίαν πλευρὰν τοῦ ζητήματος, ἀπὸ ἀνθρώπους ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν ἀνατροπὴν τῶν πινάκων ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, διὰ τὴν ἀνατροπὴν τῶν πινάκων τοῦ 1919. Ἀλλὰ καὶ αὐτό, Κύριοι Βουλευταί, καίτοι ἀπηρτίζετο ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἄμεσον ἐνδιαφέρον, δὲν ἐτόλμησε, διότι ὑπῆρχον μεταξὺ αὐτῶν μέλη ὀρθῶς κρίνοντα, νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ὁμόψηφον, ἀλλὰ μὲ διάστασιν γνωμῶν, ἀλλοῦ μὲν δύο κατὰ δύο, ἀλλοῦ δὲ τριῶν κατὰ μιᾶς. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀντίληψις ὅτι δὲν ἠδύναντο συνταγματάρχαι νὰ κρίνουν ἀποφάσεις στρατηγῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀντίληψις εἴς τινα τῶν μελῶν ἐκείνων, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκφέρουν γνώμην ἐναντίον τῶν ἀντιδίκων των. Καὶ εἰς πόσον χρόνον τὸ Συμβούλιον τοῦτο, Κύριοι Βουλευταί, ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του; Σᾶς εἶπον πόσον εἰργάσθη τὸ Συμβούλιον Πετρίτη. Δεκατέσσαρας μῆνας. Τὸ Συμβούλιον Μανέτα ἑτέρους δεκατέσσαρας μῆνας. Τὸ Συμβούλιον Χασαπίδη εἴκοσιν ἡμέρας. Ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἐξήτασε καὶ ἀνεκίνησε καὶ ἀνεμόχλευσεν ὅλας τὰς περιπτώσεις τὰς θιγομένας ἐν τῇ Ἐπετηρίδι ἀπὸ τοῦ 1919–1934. Καὶ ἐξέφερε μίαν κρίσιν αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ρυθμίσῃ ὁριστικῶς τὴν Ἐπετηρίδα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης τῆς ἀνωτέρω ἐπιτροπῆς, φέρων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἀλλά, κ. Βουλευταί, τὸ ἐπίμαχον ζήτημα, τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνακινεῖται ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἐπετηρίδος δὲν ἀφορᾷ τὰς ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προαγωγάς, διότι αἱ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προαγωγαὶ περιλαμβάνουσιν ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων δὲν ἐπιδιώκεται ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἀρχαιότητος. Διότι ἄλλωστε, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ θεσμὸς τῆς ἀνδραγαθίας νὰ ἐκλείψῃ ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ στρατοῦ οἱασδήποτε Χώρας, κατὰ μείζονα δὲ λόγον τῆς ἑλληνικῆς. Μάλιστα ἔφθασε μέχρι τῶν ἀκοῶν μου, ὅτι οὔτε κἂν θὰ τεθῇ ζήτημα τοιοῦτον εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων δι’ εὐνοήτους λόγους. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς Ἐπετηρίδος, Κύριοι Βουλευταί, ἀνακινεῖται διαρκῶς ἀπὸ μίαν κατηγορίαν ἀξιωματικῶν, οἵτινες, ἐνῶ σέβονται τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος καὶ ὑπηρετοῦν ὑπὸ ταύτην καὶ ὑποτάσσονται εἰς τοὺς πρὸ αὐτῶν, ἐν τούτοις, ἐν πάσῃ στιγμῇ, καταφεύγουν εἰς τὰς ἑκάστοτε καταστάσεις καὶ Κυβερνήσεις, ἀναζητοῦντες τὴν ἀνατροπὴν τῆς δημιουργηθείσης ἐκ τῶν πραγμάτων καταστάσεως τῆς ἀρχαιότητος. Ἡ κατηγορία αὐτή — θὰ τὸ εἴπω ἐλευθέρως, τὸ εἶπον καὶ προχθές, — εἶναι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἀνήκοντες εἰς τοὺς ἐξελθόντας ἀπὸ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων κατὰ τὸ 1916. Τινὲς τούτων, Κύριοι Βουλευταί, περιέχονται εἰς τοὺς πίνακας τοῦ 1919 κατ’ ἐκλογήν, καὶ ἔχουν ὑπερβῆ τοὺς συναδέλφους των. Εἰς τοὺς πίνακας αὐτοὺς περιέχονται καί τινες ἄλλοι νεωτέρας κλάσεως κατ’ ἐκλογήν, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑπερέβησαν, διότι αὐτοὶ ἦσαν κατ’ ἀρχαιότητα. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ τάξις μετέστη εἰς τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου 2644. Μὴ ἐφαρμοσθέντος τούτου, προσεχώρησεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1922, ὄχι διότι ἐπίστευεν εἰς τοὺς σκοποὺς καὶ τοὺς προορισμοὺς τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, ἀλλ’ ἀποβλέπουσα μόνον εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν πινάκων, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐξηνάγκασεν εἰς τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου Παρθένη. Ἡ τάξις αὐτή, Κύριοι Βουλευταί, παρέθεσε γεῦμα εἰς τὸν Πάγκαλον εἰς τὸ «Ἔντεν»....
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνα βαθμὸν εἶχον αὐτοί;
§60Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ταγματάρχου. Παρέθεσε γεῦμα εἰς τὸν Πάγκαλον, σύσσωμος ἡ τάξις, θέλουσα νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν πρὸς αὐτὸν πολιτικὴν φιλίαν, διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν πινάκων τοῦ 1919. Καὶ ὁ Πάγκαλος δὲν ἐτόλμησε νὰ θυσιάσῃ τοὺς πίνακας τῆς πολεμικῆς περιόδου διὰ τὴν πολιτικὴν φιλίαν τῆς τάξεως αὐτῆς. Καὶ τώρα, Κύριοι Βουλευταί, θὰ σᾶς ἐξηγήσω κατὰ τίνα τρόπον συνετάχθησαν οἱ πίνακες τοῦ 1919, τῶν ὁποίων ἐπιζητεῖται, μετὰ μίαν δεκαπενταετίαν, ἡ ἀνατροπή. Διότι δὲν νομίζω, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ὑποστηρίζουν τὰς ἀπόψεις τῶν ἀντιθέτων, ὅτι πιστεύουν ἐνσυνειδήτως, ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅτι ἠμπορεῖ μετὰ δεκαπέντε χρόνια, οἱονδήποτε Συμβούλιον ἢ οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς νὰ ἀκυρώσῃ ἢ νὰ τροποποιήσῃ πίνακας συνταχθέντας πρὸ τόσον ἐτῶν, ὑπὸ τὸ κράτος πολεμικῆς περιόδου. Διότι, ἵνα μεταβληθῇ ἡ ἀρχαιότης αὐτή, Κύριοι Βουλευταί, ἡ κρατοῦσα μεταξὺ τῆς κατηγορίας ταύτης τῶν τάξεων 1910–1917, δύο τινὰ πρέπει νὰ συμβοῦν. Ἢ νὰ ἀκυρωθοῦν οἱ πίνακες τοῦ 1919, ἢ νὰ τροποποιηθοῦν. Τίς θὰ τοὺς ἀκυρώσῃ; Εἶναι δυνατὸν οἱονδήποτε Συμβούλιον σήμερον νὰ προβῇ εἰς ἀκύρωσιν τῶν πινάκων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνετάχθησαν, ὡς ἀνέφερα προηγουμένως, ἑβδομήκοντα χιλιόμετρα ὄπισθεν τῆς γραμμῆς τῆς μάχης καὶ ὑπὸ τῶν Διοικητῶν τῶν Σωμάτων τοῦ ἐμπολέμου στρατοῦ; Εἶναι δυνατὸν τὸ τοιοῦτον; Καὶ νομίζετε, ὅτι καὶ δικαστικῶς, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι γίνεται ἡ ἀνατροπὴ τῆς Ἐπετηρίδος, δὲν εἶμαι ἐγκρατὴς εἰς τὰ νομικά, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν καὶ δικαστικῶς ἀκόμη νὰ σταθῇ τοιαύτη ἀνατροπή; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ στρατός, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν κατώτεροι ἀξιωματικοί, ἢ ἀνώτεροι ἐν τῷ στρατεύματι, ὅταν ἔχουν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐξετελέσθη μία τοιαύτη πρᾶξις κατὰ τῶν πινάκων ἐκείνων, δηλαδὴ ἀκύρωσις μετὰ δεκαπενταετίαν, πινάκων συνταχθέντων ὑπὸ ἄλλου Συμβουλίου; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πίστις καὶ ἐμπιστοσύνη εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι δὲν θὰ χάσουν καὶ αὐτοὶ τὴν ἀρχαιότητά των αὔριον, ὅταν ἄλλη τις Κυβέρνησις, φίλη πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν κρίσιν των, ἠδικήθησαν, θὰ μεταβάλῃ τοὺς πίνακας τούτους; (χειροκροτήματα). Δὲν εἶναι δυνατή, δὲν εἶναι νοητή, δὲν εἶναι καὶ νόμιμος ἡ ἀνατροπή τῶν πινάκων τοῦ 1919. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, κ. Βουλευταί, νὰ ἀναθεωρηθῶσιν οἱ πίνακες τοῦ 1919, ποὺ συνετάχθησαν ἐν Θεσσαλονίκῃ; Ὑπὸ ποίαν περίοδον; Ὑπὸ πολεμικήν. Καὶ τίνες τοὺς συνέταξαν; Οἱ τότε Διοικηταὶ τῶν Σωμάτων Στρατοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδεὶς σήμερον ὑφίσταται. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ, ὅτι μετὰ μίαν δεκαπενταετίαν, Συμβούλιον Στρατηγῶν, ἐν εἰρηνικῇ περιόδῳ, θὰ ἀναθεωρήσῃ πίνακας, συνταχθέντας ἐν πολεμικῇ περιόδῳ ὑπὸ ἑτέρου Συμβουλίου Ἀντιστρατήγων; Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν οἱ ἀντιλέγοντες ἐπ’ αὐτοῦ, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἰσχύσουν μερικαὶ ἀρχαὶ αἵτινες δέον νὰ διέπουν τὸ Σῶμα τῶν Ἀξιωματικῶν, διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του ἐν ὥρᾳ πολέμου. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀναζητοῦν τὴν περιπέτειαν τῆς βίας καὶ τοῦ κινδύνου ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καὶ ὄχι νὰ περιορίζωνται εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἢ τὴν στασιμότητα ἢ τὸν προβιβασμὸν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεώς των, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν Ἀρχήν; Ὅταν, κ. Βουλευταί, συνετάχθησαν οἱ πίνακες τοῦ 1919, τὸ Κράτος εἶχεν εἰς τὴν γραμμὴν τῆς μάχης, εἰς τὸ μέτωπον, δύο Σώματα Στρατοῦ— τὸ Σῶμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τὸ Αʹ Σῶμα Στρατοῦ— τὸ Βʹ Σῶμα ἦτο ἐν ἐφεδρείᾳ. Διετάχθησαν οἱ Σωματάρχαι νὰ ὑποβάλουν προτάσεις. Αἱ προτάξεις ὑποβάλλονται κατὰ ἱεραρχικὴν τάξιν. Ἐκφέρει ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην της ἅπασα ἡ ἱεραρχία, καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Στρατηγῶν ἀποφαίνεται κατ’ ἀπόλυτον κρίσιν καὶ ἀνεξέλεγκτον. Τὰς προτάσεις αὐτὰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων ἔθεσεν εἰς δύο κατηγορίας, προκειμένου νὰ συντάξῃ τοὺς πίνακας, εἰς ἀξιωματικοὺς μετέχοντας τῶν Σωμάτων Στρατοῦ, τὰ ὁποῖα κατεῖχον τὴν γραμμὴν τῆς μάχης, καὶ εἰς ἀξιωματικοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ Βʹ Σῶμα Στρατοῦ, τὰ διάφορα Ἔμπεδα, Ἐπιτελικὰς Ὑπηρεσίας καὶ Διοικήσεις Πυροβολικοῦ. Οἱ μὲν ἀνήκοντες εἰς τὰ Σώματα, τὰ ἐμπόλεμα, τὰ μαχόμενα, ἐτέθησαν εἰς τὸν πίνακα κατ’ ἐκλογήν, ἂν ἔχουν προταθῆ κατ’ ἐκλογήν. Πάντες οἱ ἄλλοι ἐτέθησαν εἰς τὸν πίνακα κατ’ ἀρχαιότητα, διότι ἔκρινε τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ τὴν εὐθύνην τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἀγῶνος, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κρίνῃ ὁμοίως, καὶ ἔκρινεν οὕτω τοὺς μαχομένους καὶ τοὺς μὴ μαχομένους. Εἰς τοὺς πίνακας τῶν ὑπολοχαγῶν διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, οἵτινες ἀποτελοῦν καὶ τὸ ἐπίμαχον σημεῖον, διότι τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκρίθη ὡς κομματικόν, ἐκ τῶν πεντήκοντα πέντε ἀξιωματικῶν τῆς Ἀμύνης, ἔθηκεν 21 εἰς τὸν πίνακα κατ’ ἐκλογήν, σύμφωνα πρὸς τὴν ἐγκύκλιον τῆς 26ης Ἀπριλίου 1919 (ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ μόνον ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀμύνης ἦσαν ἐκεῖνοι; Ὄχι, κ. Βουλευταί. Ἦσαν καὶ ἀξιωματικοὶ οὐχὶ τῆς Ἀμύνης, καὶ ἐξ αὐτῶν ἔθεσε τὸ Συμβούλιον εἰς τοὺς πίνακας τῶν κατ’ ἐκλογὴν ἄλλους δεκαπέντε προήγαγε δ’ ἑτέρους δεκαπέντε ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ. Δὲν ἔκρινε λοιπὸν τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο κομματικῶς, ὡς θέλουν νὰ ἰσχυρισθοῦν. Τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο ἔκρινεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πολεμικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἀπένειμε τὰς ἀμοιβὰς ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ ἀνεξαρτήτως προελεύσεως. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσητε, τί ἔγιναν οἱ ἄλλοι τῆς Ἀμύνης; Οἱ ἄλλοι εἰσῆλθον εἰς τοὺς πίνακας ἢ κατ’ ἀρχαιότητα ἢ ἔμειναν στάσιμοι, ἐκ τούτων δὲ, ἰδίως ἐκ τῶν κατ’ ἀρχαιότητα τεθέντων, ἂν σᾶς ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα, θὰ ἴδητε ὅτι τὰ δύο τρίτα εἶναι νεκροί, φονευθέντες εἰς τὰς μετέπειτα μάχας. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀλλοία κρίσις ἐκ μέρους τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου. Θέλετε τώρα νὰ δεχθῶμεν ὅτι δυνατόν τινες ἐκ τῶν τεθέντων εἰς τοὺς κατ’ ἐκλογὴν πίνακας τοῦ 1919, κακῶς ἐτέθησαν; Καὶ ὅτι ἐκ τῶν τεθέντων εἰς τοὺς κατ’ ἀρχαιότητα πίνακας, ἐτέθησαν ἐπίσης τινὲς κακῶς, διότι ἔπρεπε νὰ τύχωσι καλλιτέρας τοποθετήσεως εἰς τοὺς πίνακας; Εἶναι δυνατόν, ἂν δεχθῶμεν αὐτὸ ὡς δεδομένον, νὰ ἀκυρώσωμεν ἢ νὰ μεταρρυθμίσωμεν τοὺς πίνακας ἐκείνους, ἐνῷ ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει μέσον ὑπηρεσιακὸν διορθώσεως τῶν τυχὸν σφαλμάτων; Καθ’ ἕκαστον ἔτος συντάσσονται πίνακες προαγωγῶν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθοῦν εἰς τοὺς κατ’ ἐκλογὴν πίνακας μόνον οἱ καλοὶ καὶ νὰ προαχθοῦν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀνατροπή, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ τώρα, ἐὰν ἀναθεωρηθῶσιν οἱ πίνακες. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἀνατροπὴ τῶν πινάκων αὐτῶν, διότι οὐδεμία Κυβέρνησις ἐτόλμησε νὰ τοὺς ἀνατρέψῃ, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Γούναρη, τοῦ μακαρίτη. Ἡ δὲ Κυβέρνησις τοῦ Βενιζέλου, τῷ 1930, ὅτε τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων συνέταξε τοὺς πίνακας καὶ ἔθηκε μόνον τοὺς ἱκανοὺς εἰς τοὺς κατ’ ἐκλογὴν πίνακας, καὶ εἰς τοὺς κατ’ ἀρχαιότητα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κρίσιν του δὲν ἠδύναντο νὰ τεθοῦν εἰς τοὺς κατ’ ἐκλογὴν τοιούτους, δὲν ἠκύρωσε τοὺς πίνακας, ἵνα μὴ μειωθῇ τὸ κῦρος τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου Ἀντιστρατήγων, ἀλλὰ προέβη εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ περὶ προαγωγῶν νόμου, διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐξίσωσιν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Θέλετε, τώρα, Κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς εἴπω ποῖοι εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι τῆς τάξεως, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπεζητήθη ἡ ἀνατροπὴ τῆς Ἐπετηρίδος; Εἶναι πάντες ἐκεῖνοι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν καὶ συνειργάσθησαν μὲ τοὺς συναδέλφους των, ὅπως εἶναι ὁ Λαδᾶς, ὁ Χρηστοβασίλης καὶ τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον ἀναγνωρίζουν ὅτι καλῶς συνετάχθησαν οἱ πίνακες ἐκεῖνοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι προσῆλθον εἰς τοὺς στρατηγοὺς καὶ τοὺς εἶπον: «Μὴ θίξετε, κ. Ἀντιστράτηγοι, τὴν ἀρχαιότητα, διότι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κατέχουν σήμερον τὰς θέσεις, τὰς κατέχουν καλῶς, λόγῳ ἀρχαιότητος». Ποῖοι εἶναι ὅμως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦν τὴν ἀνατροπὴν τῆς Ἐπετηρίδος; Ὅσοι δὲν περικοσμοῦνται μὲ φύλλα ποιότητος, καθὼς περικοσμοῦνται ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἀρχαιότητος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τοὺς ὀνομάσω.
§61Γ. ΤΣΟΝΤΟΣ ΒΑΡΔΑΣ. Τίς ἀνάγκη εἶναι νὰ λέγητε ὀνόματα; Καλλίτερον νὰ λείψουν.
§62Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἔχω κατάλογον ἐδῶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Πεζικοῦ, καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὰ ὀνόματα.
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προτιμότερον εἶναι νὰ μὴ ἀναφέρητε ὀνόματα.
§64Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ νὰ ρίπτωνται ἀόριστοι ὑπαινιγμοὶ ἐναντίον ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν, εἶναι προτιμότερον νὰ ἀναφέρῃ ὁ ρήτωρ καὶ τὰ ὀνόματα, διὰ νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν εὐθύνην.
§65Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ ρήτωρ, κ. Πρόεδρε, ὁμιλεῖ ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴν γενικωτέραν πρόθεσιν τῆς βελτιώσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν ἔχει οὐδεμίαν διάθεσιν νὰ εἰσέλθῃ εἰς ζητήματα προσωπικά.
§66Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, Κύριοι Βουλευταί, ὁ ρήτωρ ἐξέτρεψε τὴν συζήτησιν, διότι δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐδῶ, εἰς τὴν Βουλήν, περὶ τῶν πινάκων τοῦ 1919 ἢ τοῦ 1921. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ μόνον, ὅπως εἶπον καὶ προχθές, ἂν ἡ Βουλή, τὰ Νομοθετικὰ Σώματα δηλαδή, θὰ ἐπιτρέψουν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως παραπέμψῃ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων, τὴν ὁριστικὴν σύνταξιν τῆς Ἐπετηρίδος. Καὶ εἶπον διὰ τίνα λόγον εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητον. Ποῖα ζητήματα ἐθίγησαν καὶ ποῖοι πίνακες θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐδῶ. Συνεπῶς ὁμιλεῖ ὁ ρήτωρ ἐπὶ μιᾶς φανταστικῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου ἢ τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ περιορίσωμεν καὶ νὰ τοῦ εἴπωμεν ὅτι αὐτὸ χρειάζεται καὶ αὐτὸ δὲν χρειάζεται. (Ὁ ρήτωρ δὲν ἐμμένει εἰς τὴν ἀντικειμενικότητα. Ὁμιλεῖ προσωπικῶς. Καλὸν εἶναι νὰ μάθωμεν τί ἐννοεῖ διὰ τὰ πρόσωπα αὐτά; (χειροκροτήματα).
§67Κ. ΝΤΑΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον νὰ συντάξῃ τὴν Ἐπετηρίδα. Τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ ἴδια πρόσωπα τὰ ὁποῖα καὶ πάλιν θὰ ἐπανεξετάσουν τὸ ζήτημα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ἀποφανθῇ ἄλλως καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει, τίς ἡ θέσις του ἀπέναντι τοῦ στρατοῦ;
§68Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ὁμιλήσω τώρα καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου. Τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, καὶ ὅλα τὰ Συμβούλια τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν καὶ εἰργάσθησαν διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς Ἐπετηρίδος, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προήλθομεν, ὁ ρήτωρ ἐνεθυμήθη μόνον ὅσα λέγουν ὅτι καλῶς ἔχει ἡ Ἐπετηρίς, δὲν ἐνεθυμήθη ὅμως καὶ ἐκεῖνα ἅτινα λέγουν ὅτι κακῶς ἔχει ἡ Ἐπετηρίς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ Ἀνωτέρα Στρατιωτικὴ Διοίκησις ἐργάζονται ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς κρατούσης νοοτροπίας, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη καὶ ἀπὸ τὴν κρατοῦσαν κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ στρατεύματι. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἴσως τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον εἶναι συντεθειμένον κατὰ τρόπον ποὺ ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναμένῃ ἀπὸ αὐτὸ μίαν ἀντικειμενικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, διότι ἂν δὲν ἐγίνετο τὸ κίνημα Πλαστήρα, δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἀλλοίωσις τῆς Ἐπετηρίδος. Ἀλλ’ ἐφόσον ἐξέρχονται εἴκοσι πέντε στρατηγοί, συνταγματάρχαι καὶ λοιποί, τὸ κέντρον τῆς βαρύτητος μετετέθη καὶ δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ δεχθῶμεν ἀδικήματα. (χειροκροτήματα).
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα, διότι ἄριστα κατευθύνει ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Συνάδελφον ὅτι, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ κρίνουν οἱ ἴδιοι οἱ ἀξιωματικοί, νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ ἐκ νέου ἐξέτασις παρὰ τῶν ἰδίων προσώπων τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, δύναται νὰ εἶναι πολὺ λυσιτελής, διότι πράγματα τὰ ὁποῖα ἴσως τότε δὲν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν ἢ τὴν ἀπαιτουμένην ἀντικειμενικότητα ἢ καὶ ἐξ ἀμελείας ἢ καὶ παραδρομῆς, δὲν τὰ ἐξήτασαν καλῶς, ἐπανερχόμενοι, δύνανται νὰ τὰ ἐξετάσουν λυσιτελέστατα. Σᾶς φέρω ἕν παράδειγμα, τὸ ἑξῆς. Εἰς τὰ δικαστήρια διεξάγονται διαδικασίαι διάφοροι, ἀρχόμεναι ἀπὸ τοῦ κατωτάτου δικαστηρίου καὶ συνεχίζονται κατόπιν εἰς τὸ ἀνώτερον. Δὲν συμβαίνει πάντοτε τοῦτο διότι εἰς τὰ ἀνώτερα δικαστήρια οἱ δικασταὶ εἶναι περισσότερον ἱκανοὶ καὶ θὰ κρίνουν καλύτερα, ἀλλὰ διότι ἐξετάζεται ἐκ νέου τὸ ζήτημα καὶ ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα καὶ ὀρθῶς καὶ δικαίως. Διὰ τοῦτο, ἂν τὸ νέον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, θὰ ἀποτελεῖται ἐκ τῶν αὐτῶν προσώπων, δὲν πρέπει νὰ σᾶς φαίνεται τοῦτο παράδοξον. Μία ὑπόθεσις δικάζεται, ἐκδίδεται μία ἀπόφασις καὶ δύναται ὁ δικαστὴς ὁ ἴδιος, ἐφόσον ἡ ἀπόφασις δὲν εἶναι ὁριστική, νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ.
§70Κ. ΝΤΑΗΣ. Ἐὰν μετὰ τρία χρόνια ἔλθωμεν ἡμεῖς καὶ ἀναθέσωμεν εἰς τὸ ἴδιον Συμβούλιον νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐκδώσῃ ἄλλην ἀπόφασιν, τότε αὐτὸ τὸ Συμβούλιον, καλῶς ἀπεφάσισε;
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, σας, τί συμβαίνει εἰς τὸ δικαστήριον. Τὸ ἴδιον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐκδίδει ἄλλην ἀπόφασιν. Δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἔκτροπον αὐτό. Πρέπει νὰ εἶναι κατώτερος ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δειλιάσῃ, ἐπανερχόμενος ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἀντίθετον. Ἀπορῶ δὲ πῶς δύνανται νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα!
§72Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς γενναιότητα κριτῶν, ὅταν ἐπὶ τῇ βάσει νέων δεδομένων ἀναθεωρῶσι τὰς κρίσεις των, καὶ εἶναι ἀνθρώπινον ἐπίσης νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀπόφασις ἀλάθητος, καὶ ἑπομένως νὰ εἶναι ἐνδεδειγμένη, ἐπὶ τῇ βάσει νέων στοιχείων, ἡ ἀναθεώρησις. Ἀλλ’ εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ θεωρῆται δικαία ἡ κρίσις οἱουδήποτε, ὅταν ἐπέρχεται διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι μετεβλήθη ἡ κρατοῦσα κατάστασις. Καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ μεταβάλλῃ ἑκάστοτε τὰς ἀποφάσεις του, ὄχι διότι ὑπάρχει διαφορὰ ἀντικειμενικὴ τῶν δεδομένων, ἀλλὰ διότι ὑπάρχει διάφορος κρατοῦσα κατάστασις, τοῦτο σημαίνει ὅτι καθιστῶμεν τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον κόθορνον. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§73Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐστηρίχθη ἐπὶ μιᾶς λέξεως. Δὲν ἐπρόσεξε τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος. Ἄν ἤθελε νὰ προσέξῃ τὴν οὐσίαν καὶ ὄχι νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ πολιτικῶν ἀντιλήψεων, θὰ ηὔχετο ἐπίσης νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις τῆς Ἐπετηρίδος.
§74Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα συνειθίσαμεν νὰ κρύπτωμεν καὶ τὰ φανερώτερα πράγματα. Οὕτω, Κύριοι, ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη ἐπεκράτει μία μερὶς καὶ ἔκαμε τὴν Ἐπετηρίδα ὅπως τὴν ἤθελε. Τώρα ποὺ θὰ λάβω τὸν λόγον, θὰ εἴπω, ὅτι κανὲν δὲν θὰ ζητήσωμεν πλεονέκτημα, ἀλλὰ θά ἀφαιρέσωμεν τοιαῦτα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὰ ἔλαβον ἀδίκως.
§75Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Πῶς εἴπετε;
§76Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὰ ἐπῆραν ἀδίκως. Διότι ἄδικον εἶναι ἕν πρᾶγμα, ὅταν δὲν ἀπονέμεται δικαίως εἰς ὅλους. Ὡς γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅταν ὑπάρχῃ εἷς πόλεμος καὶ ὅταν γίνεται μάχη, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς κλπ. Ἐκεῖ ἦσαν τὰ χαρακώματα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ πάρουν τὰ γαλόνια, καὶ ὄχι νὰ πάρουν γαλόνια παραπανήσια. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἑνὸς σαφοῦς ζητήματος. Εἰς τὸν στρατόν μας ἔχομεν δύο μερίδας ἀντιθέτους. Ἐγὼ προσεπάθησα πάντοτε νὰ συγκρατήσω τὰ πράγματα. Δὲν τὸ κατώρθωσα, ὅτε συνειργαζόμην μὲ τὴν μερίδα ἐκείνην. Προσπαθῶ νὰ τὸ κατορθώσω τώρα, συνεργαζόμενος μὲ τὴν μερίδα αὐτήν. Προσπαθοῦμεν νὰ ἄρωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἀνισότητας, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν κατὰ τὸ παρελθόν. Διότι δὲν στέκονται αὐταὶ πλέον. Καὶ ἄν πρέπῃ νὰ κακίζουν κάποιον οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ στερηθοῦν τῶν πλεονεκτημάτων ἐκείνων, δὲν πρέπει νὰ κακίζουν ἡμᾶς. Πρέπει νὰ κακίζουν τὸν Πλαστήραν, ὁ ὁποῖος συνέτριψε τὸν δημοκρατικὸν στρατὸν μὲ τὸ κίνημά του τῆς 6ης Μαρτίου.
§77Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Φαντάζομαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑφίσταται μίαν πλάνην. Νομίζει ὅτι εἰς τὸ στράτευμα ὑπάρχουν δύο τάξεις ἀξιωματικῶν, τοῦ πρώην καθεστῶτος καὶ τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα τῆς Ἐπετηρίδος. Ὑπάρχουν διάφοροι καταστάσεις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν ἀλληλοσυγκρουόμεναι μεταξύ των. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι εἷς λαβύρινθος. Δὲν εἶναι δύο καταστάσεις. Εἶναι πλῆθος. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι θλιβερώτατον, νὰ θεωρήσωμεν δηλαδή, ὅτι μετεβλήθη διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως εἴκοσι πέντε ἀξιωματικῶν ἡ πλειονοψηφία τοῦ στρατοῦ. Θὰ ἦτο θλιβερὸν νὰ πιστευθῇ ὅτι γίνεται ἀναθεώρησις τῆς Ἐπετηρίδος μόνον διότι μετεβλήθη ἡ πλειονοψηφία διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως δέκα, εἴκοσιν ἀξιωματικῶν, καὶ ὄχι διότι εἶναι δίκαιον.
§78Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δέν εἶπον αὐτό. Τὸ δίκαιον ἦτο πάντοτε. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς καλῆς πίστεως νὰ ἰσχυρισθῇ, εὑρισκόμενος μακρὰν τῆς ἐξουσίας....
§79Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. Δαδάκης προήχθη ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ καὶ τώρα ἔρχεται ἑκατὸν θέσεις κάτω.
§80Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ Δαδάκης προήχθη κατὰ πρότασίν μου, εἰς τὴν μάχην τοῦ Σκρᾶ.
§81Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πλανᾶσθε.
§82Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἂν θέλομεν νὰ λέγωμεν, ὅπως καὶ προχθές, ὅτι ἠνοίξαμεν τὰς θύρας πρὸς τὸν κομματισμὸν εἰς τὸ στράτευμα, καθ’ ἥν στιγμὴν γνωρίζομεν ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἦταν τόσον ἀκομμάτιστοι, ὥστε μέχρι τοῦ μεσονυκτίου ἦσαν ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, καὶ ὅταν ἦλθον τὰ ἀποτελέσματα ἐτάχθησαν ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως, ἄλλο ζήτημα. Ἐν τῇ οὐσίᾳ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δίκαιον ἐὰν ἔχῃς, δὲν ἠμπορεῖς νὰ τὸ πάρῃς.
§83Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ἀντελήφθην καλῶς ἐκ τῆς δευτερολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, συνάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι προήχθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν πολλοὶ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ καὶ κατ’ ἐκλογήν, ὡς μὴ ὤφειλον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ οὗτος, παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν τὴν δικαίαν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς αὐτόν, νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω ὅτι, ἂν εἰσηγήθησαν εἰς τὸ στρατὸν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ ἢ κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν ἀξιωματικούς, εἰσαγωγεὺς εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Διότι ἐνθυμοῦμαι, εἰς γενομένην συνομιλίαν μας εἰς τὸ Στρατηγεῖον περὶ τῶν προτάσεων τῶν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ τῆς Ρωσσίας, εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἐκτελοῦντες καλῶς τὸ καθῆκόν των, πρέπει νὰ προάγωνται πρὸς διάκρισιν τῶν ἄλλων, διότι οὕτω φιλοτιμοῦνται καὶ ἐκτελοῦσι καλλίτερον τὸ καθῆκόν των. Καὶ πράγματι, μετὰ τὴν μάχην τοῦ Σκρᾶ, ἐπρότεινεν ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς πρὸς προαγωγὴν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ. Ἦτο δὲ τοιαύτη ἡ διαμαρτυρία ὅλων τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὥστε συνέβη τὸ ἑξῆς: Ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν μάχην τοῦ Σκρᾶ, ἀλλ’ ἦτο ἐφεδρικός τοῦ Τάγματος, διεμαρτυρήθη καὶ ἠναγκάσθησαν τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου νὰ κάμουν πρότασιν καὶ δι’ ἐκεῖνον, ἐνῶ δὲν ἔπρεπε νὰ προαχθῇ. Λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὴν προαγωγὴν εἰς τοιαύτην κλίμακα, ὥστε νὰ γίνουν μερικὰ σφάλματα εἰς τὸ παρελθόν.
§84Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Χαβίνης ἔχει δίκαιον. Εἶμαι τῆς γνώμης καὶ ἤμην καὶ τότε ὅτι, ὅταν κηρύσσεται πόλεμος, πρέπει νὰ ἐκδίδεται ἓν Διάταγμα τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ὅλοι οἱ προβιβασμοὶ καταργοῦνται καὶ μένει μόνον ὁ προβιβασμὸς ὁ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ. Ἤμην δὲ καὶ πολὺ αὐστηρὸς εἰς τὰς προτάσεις μου. Ὁ λόγος ἦτο ὁ ἑξῆς: Ἔβλεπον ἕν πνεῦμα κουραμπιεδοφιλίας. Νομίζω λοιπὸν ἐγώ, ὅτι ὅσοι μετέχουν εἰς τὰς μάχας τῶν χαρακωμάτων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι παιχνίδι, εἶναι λαχτάρα, δικαιωματικῶς πρέπει νὰ προαχθοῦν. Ἤμην πάντοτε ὑπὲρ τῶν προβιβασμῶν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλ’ ὅσοι ἐπολέμησαν.
§85Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐξεδήλωσα δυσπιστίαν πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων ἤ πρὸς τὴν τυχὸν ἐκδοθησομένην ἀπόφασίν του, ὅταν θὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καθὼς ἐπαρουσιάσθη. Ἐγώ, λέγω, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη παραπομπῆς τοῦ ζητήματος εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Δὲν γεννᾶται ζήτημα ἀνακινήσεως Ἐπετηρίδος, κ. Βουλευταί, διότι οἱ πίνακες τοῦ 1919, αὐτοὶ τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θεωρεῖ καὶ διακηρύττει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς ἀδίκους, περιλαμβάνουν ἀξιωματικοὺς πάσης προελεύσεως, καὶ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ προαγωγαὶ αἱ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ ἢ κατ’ ἐκλογὴν γενόμεναι καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτιωτικῶν, ὅτι ἦσαν μονόπλευροι. Τοὐναντίον, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, περισσότερον ἤμειψε τοὺς ἀντιπάλους κατά τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ἀδιαφορῶν διὰ τὰ πολιτικὰ αὐτῶν φρονήματα. Διότι εἰς τοὺς πίνακας ἐκείνους δὲν ἐτέθησαν μόνον ὑπολοχαγοὶ δεκαπέντε κατ’ ἐκλογὴν καὶ δεκαπέντε ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ τῆς Ἀμύνης. Εἰς τοὺς πίνακας ἐκείνους ἐτέθησαν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ ταγματάρχου, ἀξιωματικοί, περὶ τοὺς δεκατέσσαρας, οὐχὶ τῆς Ἀμύνης, ἕνδεκα δὲ τῆς Ἀμύνης. Ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου ἕνδεκα, οὐχὶ τῆς Ἀμύνης, καὶ ἐννέα τῆς Ἀμύνης. Ἐπίσης ἐτέθησαν ἕνδεκα ἀντισυνταγματάρχαι οὐχὶ τῆς Ἀμύνης, ἕξ δὲ τῆς Ἀμύνης. Δὲν ἦσαν πίνακες ἐκεῖνοι κομματικοί. Ἦσαν πίνακες πολεμικοί. Τὸ πνεῦμα, ὅπερ διεῖπε τοὺς ὑποβαλόντας τὰς προτάσεις ἐκείνας, ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ἐφήρμοζε, δηλαδὴ ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς ἀπονομῆς ἀμοιβῆς εἰς τὸν προσφέροντα ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, ἀδιαφόρως προελεύσεως. Καὶ δι’ αὐτὸ ἄν ἴδωμεν ὅλας τὰς ἐγκυκλίους ἀπονομῆς ἀμοιβῆς, θὰ ἴδωμεν ὅτι αἱ ἀμοιβαὶ ἀπενεμήθησαν ἀναλόγως τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἀνεξαρτήτως προελεύσεως. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις οὐδεμιᾶς ἀδικίας εἰς τοὺς πίνακας αὐτούς, κ. Βουλευταί. Διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, εἶναι οἱ ἀξιωματικοί: Πιντζόπουλος, Μαστοράκης, Παπαδόπουλος. Τί εἶναι αὐτοί; Εἶναι ἀξιωματικοὶ ἀνήκοντες εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, εἶναι ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπανεστάτησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ὅμως ἠμείφθησαν καὶ παρέμειναν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ κατέχουν ἐπιζήλους θέσεις εἰς τὸ στράτευμα. Καὶ αὐτῶν ἡ ἀρχαιότης καταπατεῖται καὶ ἀνατρέπεται ἡ τάξις ἡ ὑπάρχουσα. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἡ περίοδος ἡ πολεμικὴ μόνον ἡ ὁποία παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς βαλλομένους ἀξιωματικούς, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς στρατηγούς, τῆς ἐγγραφῆς εἰς τοὺς πίνακας τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἀξιωματικῶν; Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν δεκαετῆ εἰρηνικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας ὑπῆρχεν ἡ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητος, ἡ κρατοῦσα μέχρι σήμερον, θὰ ἴδητε ὅτι ἐκ τῶν δεκατριῶν αὐτῶν ἀξιωματικῶν τῆς κατηγορίας τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἀρχαιότητος, τὰ 75% ἐξῆλθον ἐκ τῆς Σχολῆς Πολέμου. Ἐκ τῶν δεκατριῶν οἱ τέσσαρες ἐφοίτησαν εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ Πολέμου τῶν Παρισίων, κατόπιν διαγωνισμοῦ, γενομένου ἐνταῦθα ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀπαρτιζομένης ἀπὸ ἀντιθέτους ἀξιωματικούς. Τοῦτο δέ, λέγω, διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀμφισβητηθῇ ἡ ἀμεροληψία τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγὼ ἐκ τῶν ἐπιζητούντων τὴν ἀνατροπήν, οὔτε 25% δὲν ἐφοίτησαν εἰς τὸ ἐνταῦθα Σχολεῖον Πολέμου. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ μετατρέψωμεν, μετὰ δεκαπενταετίαν, τοὺς πίνακας τοῦ 1919, δυνάμει τῶν ὁποίων δεκατρεῖς ἄνθρωποι ἔχουν μίαν σειρὰν ἀρχαιότητος; Τὸν δέκατον τρίτον θὰ τὸν κάμωμεν 16ον, καὶ θὰ πάρωμεν τὸν 26ον καὶ θὰ τὸν κάμωμεν 13ον; Δὲν θὰ ὑπάρξῃ ζημία, κ. Βουλευταί, καθὼς εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ζημία τις, δύναται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ τὴν ἐπανορθώσῃ δι’ αὐστηροτέρων πινάκων τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων. Ἐγώ, κ. Βουλευταί, δὲν ἠρνήθην τὴν μόρφωσιν καὶ ἱκανότητα τοῦ συνταγματάρχου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ συγκρίνω, καὶ συγκρίνω τὰς πολεμικὰς ὑπηρεσίας ἑνὸς ταγματάρχου Α, ἀνήκοντος εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων τῶν ὁποίων θίγεται ἡ ἀρχαιότης, καὶ συγκρίνω τάς πολεμικὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὑπηρεσίας μετώπου, τοῦ ταγματάρχου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ θὰ ἴδητε, κ. Βουλευταί, ὅτι ὁ ταγματάρχης Κουμανᾶκος περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχει ὑπηρεσίαν μετώπου, εἰς τὸ βαρὺ πυροβολικόν, ἀπὸ τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1918, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Σκρᾶ εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μέχρι τῆς 31ης Ὀκτωβρίου 1918, ὁπότε μετετέθη εἰς τὴν Βʹ Μεραρχίαν, ἡ ὁποία μετέβη εἰς τὴν Ρωσσίαν. Καὶ ἐπειδὴ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς οἱ ὁποῖοι θὰ μετέβαινον εἰς τὴν Ρωσσίαν ἐδόθη ἡ εὐχέρεια νὰ δύνανται νὰ ἀρνοῦνται τὴν ἐκεῖ μετάβασίν των, ὁ κ. Ταγματάρχης τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ρωσσίαν, ἦλθεν εἰς τὸ ἐσωτερικόν, εἰς τὸ καλυκοποιεῖον Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ ἔμεινε μέχρι τῆς 20ης Δεκεμβρίου 1920, καὶ κατόπιν τῆς ἐγκυκλίου τοῦ μακαρίτου Ν. Θεοτόκη, ἀνεχώρησεν εἰς Μ. Ἀσίαν, ἔνθα ἔμεινε μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1921, ἐτραυματίσθη δὲ ἀπὸ ἔκρηξιν ὀβίδος, ἐκραγείσης κατὰ τὴν ἔξοδον τοῦ βλήματος ἐκ τοῦ σωλῆνος τοῦ πυροβόλου, καὶ διεκομίσθη εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἔνθα παρέμεινε μέχρι τῆς 26ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1921. Βλέπετε λοιπόν, ποίαν ὑπηρεσίαν ἔχει ὁ ταγματάρχης αὐτὸς ἀπὸ τοῦ 1917– 1922, συγκρινομένην πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν μετώπου τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἀξιωματικοί, τοὺς ὁποίους θέλουν νὰ θίξουν, διὰ τῆς ζητουμένης ἀνατροπῆς τῆς Ἐπετηρίδος. Καὶ ὁ ταγματάρχης Κότσαλος, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ἕνωσιν τοῦ Κράτους μετετέθη εἰς τὸ Ἀεροδρόμιον τοῦ Σέδες, διὰ νὰ ἐκπαιδευθῇ, μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐκπαιδεύσεώς του, ὁ περὶ οὗ πρόκειται ταγματάρχης ὑπέβαλε παραίτησιν ἀπὸ τῆς Ἀεροπορίας, χωρὶς νὰ πετάξῃ οὔτε μίαν φοράν, καὶ ἐτοποθετήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν, ἔνθα παρέμεινε μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1922, μεταβὰς μόνον ὀλίγον μῆνας εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν ὡς διοικητὴς πεδινῆς πυροβολαρχίας ἔξωθι τοῦ Ἀφιὸν Καραχισάρ. Καὶ ὅμως εἶναι καὶ αὐτὸς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀνατρέψουν τὴν Ἐπετηρίδα. Ὁμοίως, ὁ Γρηγορόπουλος καὶ ἄλλοι πυροβοληταί. Ἐξαίρεσιν ποιοῦμαι διὰ τοὺς Βαγενᾶν καὶ Λέγγερην. Ἔχω ἐπίσης ὑπ’ ὄψει μου κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν πεζικοῦ τοῦ 1916 ποὺ γράφει ὅλο ἄμαχος, ἄμαχος, καθὼς ὁ Μαχᾶς, Ρήγας, Λειβαρᾶς, Τσακαλῶτος, Γιαννόπουλος κλπ.
§86Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰ στοιχεῖα τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι ὁ ρήτωρ θὰ ἐξέφερε μομφὴν ἐναντίον ὡρισμένων ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ ἔχω τὰ στοιχεῖα νὰ ἀπαντήσω.
§87Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι μομφή, κ. Ὑπουργέ. Ἐγὼ ἐκθέτω μίαν πραγματικὴν κατάστασιν. Δυνατὸν νὰ σφάλλωμαι εἰς τὰς ἡμερομηνίας, τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ διορθώσητε.
§88Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ θὰ πάρω τὰ ὀνόματα τῶν προαναφερθέντων ἀξιωματικῶν, καὶ θὰ ὁμιλήσω. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι οἱ περισσότεροι τούτων εἶναι ἄξιοι πάσης τιμῆς.
§89Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἐγώ, Κύριε Ὑπουργέ, δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ οὐδενός. Ἐγὼ τὰς ὑπηρεσίας ὡρισμένων ἀνθρώπων τὰς ἀνεγνώρισα, ἐκτὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κινοῦνται ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς Ἐπετηρίδος, διότι πράγματι δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ τὴν πραγματικότητα. Δυνατὸν νὰ εἶνε ἐσφαλμέναι αἱ πληροφορίαι μου. Φέρετέ μου τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ τὰς ἀνακαλέσω. Δὲν θὰ ἀρνηθῶ νὰ τὸ κάμω. Μὴ φαντάζεσθε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ βεβαιώσητε σεῖς. Συνεργασία τόσων ἐτῶν δὲν σᾶς ἔπεισεν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ψεύμματα; Δέν ἔχω καμμίαν πρόθεσιν νὰ προσάψω μομφὴν καθ’ οἱουδήποτε ἀτόμου. Τοὐναντίον οἱ περισσότεροι τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι καὶ φίλοι μου προσωπικοὶ καὶ πατριῶται μου. Ἐπιζητεῖται λοιπὸν ἡ ἀνατροπή, κ. Βουλευταί, τῶν πινάκων ἀπὸ τοῦ 1919, εἴτε δι’ ἀκυρώσεως, εἴτε δι’ ἀναθεωρήσεως καὶ ἐγὼ πιστεύω — καὶ ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ — ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἀκυρωθοῦν, οὔτε νὰ ἀναθεωρηθοῦν οἱ πίνακες οὗτοι. Παρ’ ὅλα ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήντησεν εἰς τὸν ἐκ Πρεβέζης κ. Συνάδελφον, ὅτι διεπράχθησαν ἀδικίαι, διότι δὲν ἠμείφθησαν πάντες, ὅπως ἠμείφθησαν οἱ πολεμήσαντες, καὶ δικαίως. Ἐὰν ἠμείφθησαν διὰ τὰς ὑπηρεσίας, δὲν ἠμείφθησαν ἀδίκως, ἐὰν δὲν ἠμείφθησαν τινὲς οἵτινες δὲν προσέφεραν ὑπηρεσίας, δικαίως δὲν ἠμείφθησαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδωμεν ὅτι ἐκ τῆς ἀνατροπῆς τῶν πινάκων τούτων, δὲν θὰ προέλθῃ προηγούμενον κακόν, παρέχον τὸ δικαίωμα εἰς ἑκάστην ὁμάδα, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον, νομίζουσα ὅτι ἠδικήθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων τῆς Α περιόδου, θὰ ἐπιζητήσῃ νὰ ἀκυρωθοῦν οἱ πίνακες ἐκεῖνοι, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ καὶ αὐτὴ ἡ ὁμὰς τὴν ἀρχαιότητα τὴν ὁποίαν ἀπώλεσε; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν εἰς ἐφαρμογὴν πίνακας καθιεροῦντας τὰς ἀντιλήψεις ταύτας εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδωμεν τὸ «στάτους κβὸ» τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, ὄχι μόνον διὰ τοὺς πίνακας τούτους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς μονιμοποιηθέντας, οἱ ὁποῖοι ἠμείφθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παγίου νόμου; Ὁ νόμος κηρύσσει ὅτι, μονιμοποιούμενοι οἱ ἀξιωματικοί, τάσσονται εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν συναδέλφων των, ἐκτὸς ἐὰν ἔχουν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν μόνον πλέον τῶν δύο ἐτῶν. Ἡ ἀγόρευσίς μου λοιπὸν στρέφεται εἰς τὸ νὰ πείσω τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ὑμᾶς, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι δέον νὰ μὴ ἀνακινηθῇ ζήτημα Ἐπετηρίδος. Ἐάν δὲν σᾶς πείσω, ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ θὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ δὲν θὰ ἔχω τὴν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν. Σεῖς θὰ φέρητε τὰς εὐθύνας τῶν πράξεων αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ ἀναπτύξω τὰς ἀντιλήψεις μου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατηγορίας αὐτάς, τὰς ἐπιμάχους, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τὸ 1919 καὶ ἐντεῦθεν ἀπετέλεσαν τὸν στόχον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε σάλον ἑκάστοτε ἐν τῇ ἀνακινήσει τοῦ ζητήματος τῆς Ἐπετηρίδος. Δέν εἶναι δυσπιστία ἐκεῖνο ποὺ μὲ ἐμπνέει πρὸς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Τοὐναντίον, πιστεύω ἀπολύτως εἰς τὴν εὐθυκρισίαν καὶ εἰς τὴν εὐθυδικίαν του, διὰ τὴν ἀναγνώρισιν κεκτημένων δικαιωμάτων, διότι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε φυσικοὶ ἀρχηγοὶ στρατοῦ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ μορφώσωσι γνώμην διὰ τὴν Ἐπετηρίδα κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῆς κρατούσης καταστάσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ σύνθεσις τοῦ στρατοῦ δι’ εἰκοσιπέντε ἢ πεντήκοντα ἢ καὶ ἑκατὸν ἀξιωματικούς, ἀλλὰ καὶ ἄν παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ σύνθεσις ἡ σημερινὴ τοῦ στρατοῦ ἐκπροσωπεῖ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ στρατεύματος, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ ὅτι θὰ εἶχον ἐπιρροὴν καὶ ἀπήχησιν ἐπὶ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφέρῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Στρατηγῶν, διότι τότε τὸ καθιστῶμεν ὑποχείριον τῆς κρατούσης πολιτικῆς καταστάσεως.
§90Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐδέποτε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἔκρινεν ἀντικειμενικῶς.
§91Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι Βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων οὐδέποτε ἐξέφερεν ἀντικειμενικῶς γνώμην, διότι νομίζω, ὅτι καὶ τώρα τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ ἀπετέλεσαν καὶ προηγουμένως. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ αὐτό, διότι δὲν ἀποτελεῖ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς γνώμης τοῦ σημερινοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ συμφωνήσῃ πᾶς λογικῶς κρίνων τὰ πράγματα. Φρονῶ λοιπὸν καὶ πιστεύω, Κύριοι Βουλευταί, κατόπιν τῆς ἀναπτύξεως τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι σαφῶς κατέδειξα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ σειρὰ ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν τῶν προαχθέντων ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, κατ’ ἐκλογὴν καὶ μονιμοποιηθέντων, διότι αἱ προαγωγαὶ αὐταὶ καὶ μονιμοποιήσεις ἔγιναν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων τότε νόμων καὶ δὲν δύναται νεώτερος νόμος νὰ ἀφαιρέσῃ κεκτημένα δικαιώματα, καθόσον θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ τοιοῦτον. Περὶ τούτου ἄλλωστε θὰ κρίνουν ἄλλοι, ἐὰν μεταβληθῇ ἡ Ἐπετηρίς. Ἂς μὴ θελήσῃ λοιπὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ἀνακινήσῃ ζήτημα Ἐπετηρίδος, διότι, ἀνακινοῦσα αὐτό, ἐνσπείρει τὴν ἀπογοήτευσιν καὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποχώρησιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ...
§92ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὡραῖον ἐπιχείρημα!
§93Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν διετέλεσατε ἀξιωματικός, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κ. Βουλευτά. Εἶνε δυνατόν, ὅταν διοικεῖτε ἕνα ἄνθρωπον ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη, νὰ δεχθῆτε αὐτὸς νὰ γίνῃ ἀνώτερός σας; Θὰ προσέλθητε νὰ προσφέρητε τὰς ὑπηρεσίας σας ἄν ἡ πατρὶς σᾶς χρειασθῇ κατὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον, δὲν θὰ δεχθῆτε ὅμως νὰ εἶνε μεμειωμένη ἡ προσωπική σας ὑπόστασις, διότι εἶνε ἀδύνατον νὰ νοηθῇ ἀξιωματικὸς μὲ μεμειωμένην τὴν προσωπικήν του ὑπόστασιν.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ ἄλλοι πῶς παρέμειναν μὲ μεμειωμένον τὸ ἠθικόν των;
§95Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἐρωτήσατε τοὺς ἰδίους. Κάμνω ὑστάτην ἔκκλησιν, Κύριοι Βουλευταί, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν εἶναι ἀμέτοχος ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις τῆς εὐθύνης τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, καὶ νὰ εἶναι βεβαία ὅτι ἡ ἠρεμία καὶ ἡ ἁρμονία ἐν τῷ στρατεύματι θὰ ἐξακολουθήσουν ὡς μέχρι τοῦδε. Θὰ διαταραχθοῦν μόνον ἐκ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου, καὶ θὰ δημιουργηθῇ κατάστασις ἔκρυθμος, ἐπιβάλλουσα ἑκάστοτε ἀνακίνησιν ἀρχαιότητος, ἀναλόγως τῆς σχηματιζομένης Κυβερνήσεως. Θὰ κινδυνεύσωμεν, ἑκάστη Κυβέρνησις προσερχομένη ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, νὰ φέρῃ νόμον περὶ μεταβολῆς τῆς Ἐπετηρίδος, νὰ μεταβάλωμεν τοὺς ἀξιωματικούς μας εἰς ἀξιωματικοὺς Πορτογάλλους, ἀναχωροῦντας ἀπὸ τὸ καφενεῖον ὅπως ἀναλάβουν τὰς νέας των θέσεις, διότι ἦλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν φιλικὸν πρὸς αὐτοὺς κόμμα.
§96Δ. ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Δέχεσθε ὅτι ἐγένοντο ἀδικίαι ἢ δὲν τὸ δέχεσθε; Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἀνεγνωρίσατε ὅτι ἐγένοντο ἀδικίαι.
§97Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Παρακαλῶ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τὴν ὁποίαν ἔκαμα, δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπόν, παρὰ τὸν σκοπὸν τῆς διαφωτίσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ κατώρθωσα, ἀλλ’ ἐξεπλήρωσα καθῆκον, ὀφειλόμενον πρὸς ὡρισμένας κατηγορίας ἀξιωματικῶν, καθῆκον ὀφειλόμενον πρὸς τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἠρεμίαν τοῦ στρατοῦ, καθῆκον ὀφειλόμενον εἰς τὴν τάξιν, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ζητήματος τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης.
§99ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος Συνάδελφος, εἶπεν, ὅτι ἐκτελεῖ καθῆκον ἱερὸν χάριν τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς εἰρηνεύσεως τοῦ στρατεύματος. Ἀλλὰ τὸ καθῆκον αὐτὸ δὲν ὑπῆρξε παρὰ κήρυγμα ὅτι, ἄν τυχὸν θιχθῇ τις τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ ἀναμένῃ εἰς τὸ καφενεῖον τὴν ἀλλαγὴν Κυβερνήσεως.
§100Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, κ. Συνάδελφε. Εἶπον ὅτι αὐτὸ γίνεται ἀλλαχοῦ.
§101Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶνε λυπηρόν, διότι κατέληξεν εἰς τοιαύτην ἀποστροφὴν τοῦ λόγου του οὗτος, παρασυρθεὶς ἀπὸ τὰς κομματικὰς καὶ μόνον ἀντιλήψεις του. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ κ. Συνάδελφος, ἀπευθυνόμενος πρός ἐμέ, εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει ἄν ὑπηρέτησα εἰς τὸν στρατὸν ἤ ὄχι. Θὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Συνάδελφον, διότι δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ περιαυτολογῶ, ὅτι δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀποταθῇ εἰς τοὺς στρατηγοὺς τῆς παρατάξεώς του. Δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἴδιον τὸν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας, καὶ τότε θὰ ἐμάνθανεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ὑποστηρίξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἤμην σοβαρῶς τραυματισμένος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλάμβανον συγχαρητήρια τηλεγραφήματα καὶ μοὶ ἐπροτείνετο ὁ προβιβασμός, ἀπήντων ὅτι ἐν περιπτώσει προβιβασμοῦ μου παραιτοῦμαι, διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι εἰς τὸ μέτωπον ἕκαστος τρέχει νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐπειδὴ εἰς ἐμὲ ἔτυχεν ἡ τιμὴ νὰ ρεύσουν ρανίδες τινὲς περισσοτέρου αἵματος ἀπὸ ἑνὸς ἄλλου συναδέλφου, δὲν πρέπει ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ νὰ ἐπιζητῶ προβιβασμοὺς καὶ καταπατήσεις δικαιωμάτων ἄλλων. Μόνον μὲ τοιαύτας ἀντιλήψεις ὅταν βαδίζει τις θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἵσταται εἰς τὸ ὕψος του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι οἱ προβιβασμοί, γινόμενοι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐμψυχώνουν τοὺς ἀξιωματικούς. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπω, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἰσχύει μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην τονώσεως. Ὅσοι ὅμως ἔχουν μέσα εἰς τὴν ψυχήν των τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, δὲν ἔχουν ἀνάγκην τοιαύτης τονώσεως. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος, ὅτι ἀναγνωρίζει ὅτι ἐγένοντο ἀδικίαι. Ἐὰν ἤθελεν ἔχει οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν, Κύριοι Βουλευταί, ἀμφιβολίαν τινά, δὲν ἔχει παρὰ ν’ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ Πρακτικὰ τοῦ 1930, διὰ νὰ ἴδῃ αὐτὸν τοῦτον τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κ. Σοφούλην, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον περιέχει ἀδικίας, δὲν δύναται ὅμως, δὲν νομίζει ὅτι εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ δὲ τότε κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ μίαν περίεργον καὶ παράτολμον, ὅπως πάντοτε, θεωρίαν περὶ κοινοβουλευτισμοῦ, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως κατὰ τὴν εἰκοσαετῆ διαχείρισιν τῶν κοινῶν ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μὲ μίαν θεωρίαν περίεργον εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία οὔτε δύναται νὰ κρίνῃ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ λέγει ὁ κ. Βενιζέλος, ὅτι ἡ Βουλή....
§102Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις λεπτομερειακὴ ἐδῶ.
§103ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀκούσατε τί λέγει: (ἀναγινώσκει).
§104Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πολὺ σωστὰ τὰ λέγει. Καὶ λέγει ταῦτα, διότι θεωρεῖ, ὅτι ἔχει τὴν κοινὴν γνώμην μαζί του, καὶ δὲν ἐπιτρέπει παρομοίαν λεπτομερειακὴν συζήτησιν.
§105ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ: συμφώνως πρὸς τὴν θεωρίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ σας, ὅταν ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ἐναντίον, τότε τί πρέπει νὰ γίνῃ;
§106Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς κοινῆς γνώμης....
§107ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ ἔλεγχος τῆς κοινῆς γνώμης λέγει, ὅτι ἐγένοντο ἀδικίαι. Ἑπομένως εἶναι ἕν πρᾶγμα οὐσιαστικόν. Ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε ὁ κ. Βενιζέλος δὲν ἀνωμολόγησαν τὴν ἀλήθειαν. Ἔχω ἕν ἔγγραφον εἰς χεῖράς μου, ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν κ. Στυλιανὸν Γονατᾶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς συνιστᾷ κατὰ τὴν 25ην Δεκεμβρίου 1922 πρὸς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κρίνῃ, τί πρέπει νὰ πράξῃ. Ἑπομένως ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς ἀνομολογεῖ ὅτι αἱ προαγωγαὶ δὲν ἐγένοντο ἐν πνεύματι δικαιοσύνης. Καὶ εἶπεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος Συνάδελφος, ὅτι ἔμειναν ἐν τῷ σκότει, ὅπως ὀρθότατα εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῷ σκότει διάφοροι ἀποφάσεις. Δὲν πιστεύω νὰ μὴ γνωρίζῃ ὁ κ. Συνάδελφος τὸ πρακτικὸν αὐτό, ἀλλ’ οὔτε τὸ δεύτερον πρακτικὸν τοῦ στρατηγοῦ Βλαχοπούλου...
§108Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πότε ἔγινεν αὐτό;
§109ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὴν 28ην Ἰανουαρίου 1923. Ἑπομένως βλέπομεν, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα τότε συνεκλήθησαν, ἀνωμολόγησαν τὸ κακὸν τῶν προαγωγῶν. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἄγνωστα εἰς τὴν Χώραν μας τὰ ἄτοπα αὐτά, καὶ ἄν θέλομεν πραγματικῶς νὰ δημιουργήσωμεν κἄτι τὸ εὐσταθές, ἄν θέλομεν πραγματικῶς νὰ δημιουργήσωμεν τὴν γαλήνην, ἄν θέλομεν πραγματικῶς νὰ δημιουργήσωμεν τὴν ἠθικήν, τότε ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἀπενεμήθησαν προαγωγαὶ καὶ βαθμοὶ εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐθερμάνθησαν εἰς τὰ πυρὰ τῶν προφυλακῶν. Καὶ ἀπενεμήθησαν διάσημα ἀξίας, τὰ ὁποῖα μέχρι μιᾶς ἐποχῆς, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἦσαν ἡ τιμὴ τοῦ φόρου τοῦ αἵματος. Ἀπενεμήθησαν διάσημα διακρίσεως διὰ σκοτεινὰς καὶ ἀμφιβόλους ἴσως ὑπηρεσίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βροντοφωνήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν τῇ συναισθήσει τοῦ καθήκοντος ἡμῶν, συναισθήσει ἐπιβαλλομένῃ ἐκ τῶν περιστάσεων, συναισθήσει τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ αὐτὴ αὕτη ἡ γαλήνη τῆς Χώρας. Νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν γαλήνην εἰς τὸ στράτευμα. Δὲν δύνασθε νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, διότι ἔχω εἰς χεῖράς μου ὀλίγα καὶ μόνον ὀνόματα, διότι, δυστυχῶς, δὲν ἐνετρύφησα καὶ δὲν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ ἀσχοληθῶ περισσότερον μὲ τὴν περισυλλογὴν τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ εἶναι ὁ φοβερὸς καταπέλτης ἐναντίον τοῦ λόγου τοῦ προλαλήσαντος. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ὀλίγα στοιχεῖα εἶναι νομίζω ἀρκετὰ διὰ νὰ σᾶς πείσουν, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ Συμβούλια, αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προήγαγε κατ’ ἐκλογήν, αὐτὴ αὕτη ἀνεγνώρισε μετὰ ταῦτα τὸ σφάλμα της καὶ ἀπέταξε τοὺς προαχθέντας κατ’ ἐκλογήν. Καὶ ἔχω συγκεκριμένως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι: «ὁ ὑπολοχαγὸς Σακελλαρίου κλπ.» (ἀναγινώσκει).
§110Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ὁ Σακελλαρίου αὐτὸς εἶναι μόνιμος ἀξιωματικός;
§111ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§112Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§113Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι μόνιμος...
§114ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σᾶς λείπουν μερικὰ στοιχεῖα καὶ πρέπει νὰ τὰ συλλέξητε. Ὑποθέτω ὅτι γνωρίζετε τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν.
§115Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Σεῖς περισσότερον ἀπὸ ἐμέ.
§116ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀπετάχθη δι’ ἀσύμφωνον πρὸς τὸ ἐπάγγελμά του διαγωγήν, τὸν γνωρίζετε.
§117Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Καθὼς τὸν γνωρίζετε καὶ σεῖς.
§118ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν τὸν ἐγνώριζον. Τὸν ἔμαθα τώρα. Σᾶς ἔφερα αὐτὰ τὰ παραδείγματα, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι σεῖς τοὺς προηγάγετε κατ’ ἐκλογὴν εἰς τὸ 1919 καὶ τοὺς ἐκαθαρίσατε. Ἑπομένως ἔρχεσθε νὰ δικαιώσητε καὶ νὰ ἐπιβεβαιώσητε αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅτι ἀπενείματε τοὺς βαθμοὺς εἰς ἀνθρώπους μηδέποτε θερμανθέντας εἰς τὰ πυρὰ τῶν προφυλακῶν, καὶ ἀπενείματε παράσημα εἰς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν προσέφεραν ὑπηρεσίαν. Ὅταν λοιπὸν ἀνομολογεῖται μία τοιαύτη πρᾶξις, νομίζω ὅτι καθῆκον τιμῆς, καθῆκον δικαιοσύνης εἶναι νὰ εἰσέλθῃ δικαιοτέρα ἀντίληψις εἰς τὸ στράτευμα. Ἄς παύσωμεν χάριν τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου, ἐὰν πράγματι συναισθανώμεθα τὸ καθῆκόν μας, ἄς παύσωμεν πλέον τὰς κομματικὰς ἐνεργείας, ἄς ἐξαρθῶμεν εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, καὶ ἄς ἐπιφέρωμεν τὴν γαλήνην εἰς τὸ στράτευμα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον συγχαίρω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν διὰ τὸ ὑποβληθέν νομοσχέδιον.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§120Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, αἱ ἀνωμαλίαι τῆς Ἐπετηρίδος τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ θέσωμεν ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, ἤρχισαν δημιουργούμεναι ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης ἐν Ἀθήναις. Πρῶτον, ὁ νόμος προσεμέτρησε δεκάμηνον ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἐδημιούργησε μίαν ἀνισότητα καὶ μίαν ἀφορμὴν παραπόνων δι’ ὅσαδήποτε χρόνια καὶ ἄν περάσουν. Ἡ γνώμη μου τότε ἦτο ὅτι, ἐφόσον ἐπετεύχθη ἡ ἕνωσις τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἐφόσον ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος θὰ ἐξήρχετο εἰς τὸν πόλεμον, οὔτε ὀρθόν, οὔτε δίκαιον, οὔτε συμφέρον ἦτο νὰ ὑπάρχωσιν ἀξιωματικοὶ μεμειωμένοι εἰς τὰ δικαιώματά των, λόγῳ μιᾶς ὑπηρεσίας ἑκουσίας, τὴν ὁποίαν παρέσχον ἄλλοι ἀξιωματικοί. Ὁ ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι Βουλευταί, ὑπῆρξεν ἐκ τῶν φανατικώτερον ὑποστηριξάντων τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν πόλεμον. Μολονότι ὅμως μετὰ τόσου φανατισμοῦ ὑπεστήριξα τότε τὴν ἔξοδον εἰς τὸν πόλεμον, μολονότι μετέσχον εἰς τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης, μολονότι ἐνήργησα καὶ τὴν στρατολογίαν τῆς Χαλκιδικῆς μὲ πᾶσαν αὐστηρότητα, δὲν ἠμπορῶ νὰ κακίσω τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν προσεχώρησαν εἰς τὸ ἐθνικὸν κίνημα. Οὐδεὶς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ εἰς ποῖον θὰ ἀνῆκεν ἡ νίκη, κατὰ τὸν μέγαν πόλεμον, καὶ βεβαίως, ἐὰν ἡ νίκη ἐπρόκειτο νὰ στέψῃ τὰ γερμανικὰ ὅπλα, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη θὰ ἦτο καλυτέρα. Ἄλλωστε οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν προσεχώρησαν εἰς τὸ ἐθνικὸν κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κατηγορηθοῦν ὅτι ἠκολούθησαν τὴν μειονότητα, καὶ δὲν ἠκολούθησαν τὴν πλειονότητα τοῦ ἔθνους. Τοὐναντίον, εἰς τὴν Θεσσαλονίκην μετέβη μία μικρὰ μειονότης, εἰς δὲ τὰς Ἀθήνας παρέμεινε καὶ ὁ Βασιλεύς, καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐν γένει ἡ μεγίστη πλειονοψηφία τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου. Δὲν ἠμποροῦν λοιπὸν νὰ κατηγορηθοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσαν κἄτι τι, διότι δὲν μετέβησαν εἰς ἕν κίνημα, τὸ ὁποῖον, ὁσονδήποτε καὶ ἄν θεωρηθῇ ἐθνικόν, ἦτο ἐπαναστατικόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅτε ἐγκατεστάθη ἡ Κυβέρνησις τῆς Θεσσαλονίκης ἐδῶ, εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ γίνῃ καμμία διάκρισις τῶν ἀξιωματικῶν, νὰ καταβληθῇ κάθε προσπάθεια ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποκατάστασις τοῦ αἰσθήματος τῆς ἀλληλεγγύης εἰς τὴν ψυχὴν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον νὰ συμπολεμήσουν διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος. Διότι μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου θὰ κατωρθώναμεν νὰ κερδήσωμεν τὸν πόλεμον. Δὲν τὰ λέγω αὐτὰ ἐκ τῶν ὑστέρων. Ὑπάρχουν διαταγαί μου, τὰς ὁποίας ἐξέδωκα πρὸς τὰ Συντάγματά μου ἐν Λαρίσῃ τότε, κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1917, καὶ εἰς τὰς ὁποίας διέτασσον τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ χαιρετοῦν πρῶτοι τοὺς νεωτέρους των τοῦ παλαιοῦ στρατοῦ, καὶ διέταξα καὶ τὴν Ἐπιμελητείαν, καὶ ἐν γένει ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμά μου, νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν παλαιῶν Συνταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἦλθον ἐκ τῆς Πελοποννήσου, στερούμενα βεβαίως τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν ἄφθονα. Καὶ πραγματικῶς, δηλαδὴ οἱ διοικηταὶ τῶν Συνταγμάτων ποὺ ἦσαν τότε εἰς τὴν Λάρισαν, ὁ κ. Νίδερ καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί, ἐξεπλάγησαν ὅταν εἶδον ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐπεζήτει ἀφορμὴν νὰ τοὺς ὑπηρετήσῃ. Οὐδέποτε ἀνέφερα εἰς αὐτοὺς τίποτε διὰ τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης. Δυστυχῶς δὲν ἠκολουθήθη τὸ πνεῦμα αὐτὸ οὔτε εἰς τὸν στρατόν, οὔτε εἰς τὸν λαόν, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι τοῦ 1920, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος κατέρρευσεν. Ἔκτοτε λοιπὸν ἤρχισαν δημιουργούμεναι αἱ ἀνωμαλίαι τῶν ὁποίων ἐπιζητοῦμεν σήμερον τὴν διόρθωσιν. Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1922 κατ’ ἀρχὰς ἐφιλοτιμήθη νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνευσιν καὶ προσέφυγεν εἰς τὴν συγκρότησιν δύο ἐπιτροπῶν, τὴν μίαν ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Βλαχόπουλον τὴν ἄλλην ὑπὸ τὸν συνταγματάρχην Παρθέγην, προσκειμένων καὶ τῶν δύο πρὸς τὴν παράταξιν τὴν ἀντίπαλον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ἐπανάστασις δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ φθάσῃ μέχρι ριζικῶν μέτρων, ἢ δηλαδὴ νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν ἐξοντώσεως διὰ νὰ βασιλεύσῃ, ἢ νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν ἀπολύτου συμφιλιώσεως. Καὶ τὰ πορίσματα τῶν ἐπιτροπῶν ποὺ ἔφθαναν μέχρις αὐτῆς δὲν ἔβλεπαν τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ προλαλήσας ἐξ Εὐρυτανίας Συνάδελφος, καὶ διὰ νὰ τὸ κάμω ἑλληνικώτερον, «τῆς ἔτρωγε τὸ σκοτάδι τὰς ἐκθέσεις». Διατί; Ἦτο πρόδηλον, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἤθελε νὰ ἐπιφέρῃ μίαν γενικὴν συμφιλίωσιν, ἡ ἐπανάστασις ἤθελε νὰ κατευνάσῃ τὰ πάθη, ὅπως σας εἶπα, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὅμως θὰ τὸ ἐπετύγχανεν ἢ διὰ τῆς ἐξοντώσεως αὐτῆς, ὡς κάμνουν οἱ δικτάτορες, ἢ διὰ τῆς ἀπολύτου συμφιλιώσεως. Διατί λοιπὸν ἀφοῦ εἶχε τὴν πολιτικὴν τῆς ἀπολύτου συμφιλιώσεως, δὲν τὴν ἔφερεν εἰς πέρας; Διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπιέζετο καὶ αὐτὴ ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς. Μή ἀκοῦτε τὰ ὡραῖα λόγια, «Θὰ ἀνοίξωμεν τὸν κομματισμὸν εἰς τὸν στρατόν, καὶ δὲν πιέζεται ὁ Ἕλλην κλπ.». Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑφισταμένην πραγματικότητα, διότι ὅταν ἐρχόμεθα εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν πραγματικότητα, θὰ συντριβῶμεν. Ἔκτοτε μετὰ τὴν ματαίωσιν τῆς ἀρχικῆς προθέσεως τῆς ἐπαναστάσεως, ὅπως ἐπιφέρῃ εἰς τὸν στρατὸν τὴν ἰσονομίαν καὶ τὴν δικαιοσύνην, καὶ ὅπως συμφιλιώσῃ τὰς διεστώσας μερίδας, μετά, λέγω, τὴν ματαίωσιν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἐπηκολούθησεν, ἐπὶ μίαν δωδεκαετίαν, μία διαρκὴς κίνησις τοῦ λίθου κατὰ Σισύφειον τρόπον πρὸς τὰ ἄνω, καὶ διαρκῶς πρὸς τὰ κάτω, ἀναθεωρήσεις τῆς Ἐπετηρίδος, καὶ νέα παράπονα καὶ πάλιν ἀναθεωρήσεις νέαι τῆς Ἐπετηρίδος, καὶ πάλιν ἄλλα νέα παράπονα, καὶ ἐκ νέου ἀναθεώρησις τῆς Στρ. Ἐπετηρίδος καὶ ἀξίωσις πάντοτε τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσῃ, καὶ ὀρθὴ ἡ παρατήρησις ἐκείνη τοῦ κ. Βενιζέλου, ὅτι δὲν δύνανται τὰ Νομοθετικὰ Σώματα νὰ ἀπασχολῶνται περὶ τοιούτων λεπτομερειῶν, καὶ ὅτι αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ καθορίζουν οἱ στρατιωτικοί. Ἀλλ’ ὅταν ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν ὁ καπνέμπορος γερουσιαστὴς προέτεινε μίαν τροπολογίαν, ὑπέκυπτε καὶ ὁ κ. Βενιζέλος εἰς τὴν παντοδυναμίαν τῶν καπνοβιομηχάνων.
§121Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Γερουσιαστὴς ἐκεῖνος δὲν εἶχεν ἰδέαν, ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑπογράψῃ τὴν τροπολογίαν εἷς γερουσιαστής. Ἔτυχεν ἐκεῖνος νὰ εἶνε προοδευτικὸς καὶ νὰ τὴν ὑπογράψῃ. Διατί προχθές, καὶ σήμερον, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ θέλετε νὰ ἀναφέρητε τὸ ὄνομα τοῦτο;
§122Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πῶς θέλετε νὰ εἴπω ἄλλον, ἀφοῦ ἔτυχε νὰ εἶναι αὐτός;
§123Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς ὅλους, ὅσοι τότε παρηκολούθησαν τὰ στρατιωτικὰ πράγματα, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπετηρίδος, ἤχθη ἐνταῦθα, ὄχι νομοσχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς καταρτισμὸν τῆς Ἐπετηρίδος, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ Ἐπετηρίς, ἡ ὁποία ἦτο συντεταγμένη παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀξιωματικῶν. Καὶ ὅταν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκαλεῖτο νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του περὶ διαφόρων τροπολογιῶν, αἵτινες προετείνοντο, ἔλεγε: μὴ μοῦ προτείνετε οὐδεμίαν τροπολογίαν, διότι ἡ Ἐπετηρὶς αὐτὴ συνετάχθη ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους στρατιωτικούς, καὶ ἐνταῦθα ἔρχεται μόνον πρὸς κύρωσιν. Δὲν δύναμαι οὔτε νὰ δεχθῶ, οὔτε νὰ συζητήσω τροπολογίαν τινά. Ἐνθυμοῦμαι δὲ μάλιστα, ὅτι τότε, βουλευτής τις, τοῦ παρετήρησεν, ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἀντὶ νὰ συντάξητε μίαν Ἐπετηρίδα ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων στρατιωτικῶν καὶ νὰ τὴν φέρητε ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν. Θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν συντάξητε, διότι τώρα, δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο, διὰ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου, εἰμὴ τὴν εὐθύνην τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα συνέταξαν τὴν Ἐπετηρίδα, νὰ τὴν ἐπιθέσητε εἰς τοὺς βουλευτάς, εἰς τοὺς ὁποίους λέγετε: ψηφίσατε, διότι ἐγὼ δὲν δέχομαι τροποποίησίν τινα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἴσως, εἰς αὐτὸ νὰ ἔχητε δίκαιον, καὶ προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἀφήσωμεν τὴν εὐθύνη, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς συνέταξαν τὴν Ἐπετηρίδα, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἀναλάβουν τὴν εὐθύνην. Διὰ τοῦτο λοιπόν, καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εὑρίσκει ἀναγκαίαν τὴν σύνταξιν τῆς Ἐπετηρίδος πρὸς ἀποκατάστασιν μιᾶς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν στρατόν, δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν εὐθὺν καὶ εἰλικρινῆ τρόπον, ἵνα πράξῃ τοῦτο. Καὶ ὁ εὐθὺς καὶ εἰλικρινὴς τρόπος, εἶναι νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν: δώσατέ μοι τὴν ἄδειαν νὰ διορθώσω τὴν Ἐπετηρίδα. Θὰ ἀποταθῶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν καὶ τὸ δικαίωμα, καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ συντάξουν τὴν Ἐπετηρίδα, ἵνα συνταχθῇ αὕτη δικαίως. Καὶ ὅταν οὕτω πως συνταχθῇ ἡ Ἐπετηρίς, εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τότε παρεπονοῦντο ὅτι δὲν τοῖς ἐδίδετο τὸ δίκαιον, καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τοὺς ὑπερασπίσῃ. Ἀλλὰ καὶ τὰ λάθη, τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῇ Ἐπετηρίδι ἐκείνῃ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθοῦν. Ἐξαιρετικῶς θὰ ὤφειλον νὰ εἴπω, ὅτι ἕν μόνον λάθος διωρθώθη εἰς τὴν Γερουσίαν, κατὰ πρότασιν δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος γερουσιαστοῦ. Λοιπόν θὰ συστήσω εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ ἔχωσι τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ νὰ ἀφήσουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδώσῃ τὴν Ἐπετηρίδα τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τοὺς ἁρμοδίους, οἱ ὁποῖοι, ἀναθεωροῦντες αὐτήν, θὰ δύνανται νὰ διορθώσουν τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα τότε διεπράχθησαν. Διότι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἄλλος τις, εἰμὴ ἡ ἀποκατάστασις τῆς ὀφειλομένης ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, καὶ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι καὶ μὲ τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν εἰς τὸν στρατόν, θὰ εὕρωμεν τὸν στρατὸν ἀδελφωμένον καὶ ἐν ἰσότητι, χωρὶς οὐδεὶς νὰ παραπονεθῇ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου.
§124Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως, τὸ ζήτημα τῆς τροπολογίας, τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Παπαστράτου, δὲν ἀπετέλει κανὲν ἔγκλημα. Εἶχε δικαίωμα καὶ κάθε ἄλλος γερουσιαστής, ὅπως ὁ κ. Παπαστράτος, νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν. Ἐάν ἀνεφέρθη τὸ γεγονὸς ἐνταῦθα, ἀνεφέρθη μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ σημειωθῇ ἡ προσοχὴ καὶ ἡ εὐσυνειδησία καὶ ἡ ἀντικειμενικότης, μὲ τὴν ὁποίαν συνετάσσετο ἡ Ἐπετηρὶς κατὰ τὰ δώδεκα αὐτὰ ἔτη, διὰ νὰ σημειωθῇ ὅτι δὲν ἦσαν αἱ ἀπόψεις τοῦ δικαίου, τὰς ὁποίας θὰ ἐξήταζον οἱ εἰδικοί, καὶ τὰς ὁποίας θὰ ἔκαμνον οἱ εἰδικοὶ νὰ κυρωθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ αἱ συμπάθειαι πρὸς πρόσωπα, τὸ ὁποῖα ἠδύναντο καὶ αὐτὰς τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν νὰ μεταβάλουν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους νὰ τὸν ἐξαναγκάσουν νὰ παλινῳδήσῃ, διότι τὴν μίαν ἡμέραν εἶπον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰ Νομοθετικὰ Σώματα νὰ ἐξετάζουν τὰ πράγματα αὐτά, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς ἐδέχετο τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαστράτου.
§125Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κακῶς.
§126Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κακῶς, κάκιστα. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Δι’ αὐτό, Κύριοι, ἐγένετο ἡ ὑπόμνησίς μας, διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι ἡ Ἐπετηρὶς εἶνε κανὲν εὐαγγέλιον, ποὺ νὰ ἐπεκύρωσεν ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας καὶ πρόκειται νὰ τὸ χαλάσω ἐγώ. Ἐπεκρίθη, Κύριοι Βουλευταί, ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Ἀλλὰ ποῦ ἤθελον νὰ τὴν παραπέμψω; Εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον; ἤ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον; Δὲν ὑπάρχει ἁρμοδιώτερον Συμβούλιον ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἐπ’ αὐτοῦ, Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: ὅτι τὸ σημερινὸν Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, διὰ τῆς εὐρυτέρας αὐτοῦ συνθέσεως, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐξασφαλίζει σχεδὸν πλήρως καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν στρατὸν περὶ τῆς ἀντικειμενικῆς ἐξετάσεως τῶν ζητημάτων. Ἄλλωστε ἐπέρασε πολὺς χρόνος ἔκτοτε, καὶ ἐφόσον, τέλος πάντων, δὲν τὴν λησμονοῦμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς φάγωμεν τὸ δίκαιον. Τί νὰ γίνῃ! Θὰ τὸ ἱκανοποιήσωμεν. Δὲν ἔχει ἡ πρᾶξις αὐτὴ καμμίαν μορφὴν ἀντιδικίας πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς σχέσεις τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, καὶ οἱ ἀνώτατοι διοικηταὶ τοῦ στρατοῦ ἀσκοῦν, καθ’ ἡμᾶς, μίαν διοίκησιν, καὶ ὅπως ἠξεύρετε ὅλοι, οἱ περισσότεροι, ὅσοι ἐκάματε ἀξιωματικοί, ἔχουσι πρὸς αὐτοὺς σχέσεις, ὅπως λέγει καὶ ὁ Ξενοφῶν διὰ τὸν Κλέαρχον, «ὡς οἱ μαθηταὶ πρὸς τὸν διδάσκαλον: «εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀπόκειται νὰ ἐξετάσουν καὶ νὰ τιμωροῦν». Δικαίως, διὰ νὰ μὴ ἀδικηθῇ κανείς. Νὰ θέσουν ὅλους εἰς τὴν σειράν των καὶ νὰ ἀπονέμουν ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην πρὸς ὅλους, διὰ νὰ κάμουν καὶ ἐκείνους ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ζημιοῦνται ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις των, νὰ εἴπουν: Ζημιούμεθα, ἀλλὰ δίκαια. Διότι ἐγὼ πολλάκις, Κύριοι, κατὰ τὸ μακρόν μου στρατιωτικὸν στάδιον, συνήντησα καὶ ἀξιωματικούς, καὶ στρατιώτας ἀκόμη ἁπλοῦς, τοὺς ὁποίους ἐτιμώρησα, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔλεγον κατόπιν, ὅτι μὲ ἐτιμώρησεν αὐστηρά, ἀλλὰ δικαίως. Καὶ εἰς τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι Βουλευταί, κατηγορήθημεν ὅτι εἰσάγομεν τὴν ἀναστάτωσιν εἰς τὸν στρατόν. Ἡ ἀναστάτωσις ὑφίσταται, καὶ θὰ ὑφίσταται ἡ ἀναστάτωσις, ἐφόσον ὑφίσταται ἀθεράπευτον τὸ παράπονον, ἐφόσον ὑφίσταται ἡ πικρία, ὅτι εἶναι ἀδικία. Δὲν εἴχομεν ἡμεῖς καμμίαν ὄρεξιν, τέλος πάντων, νὰ ἀνακινήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ἐκεῖνος ποὺ θὰ στενοχωρηθῇ περισσότερον ἀπὸ τὸ ζήτημα εἶμαι ἐγώ. Ὄχι μόνον θὰ μὲ κουράσῃ, ἀλλὰ καὶ θὰ μὲ στενοχωρήσῃ. Καὶ ὅταν ἔχετε τοιαῦτα ζητήματα νὰ λύσητε, ὅπως ἠξεύρετε, ὅλους δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς εὐχαριστήσετε, διότι δὲν εὑρέθη ἀκόμη ἡ μέθοδος ποὺ θὰ ἔχωμεν καὶ τὸν λύκον χορτᾶτον καὶ τὴν προβατίναν ἀφάγωτη. Συνεπῶς ἐγὼ θὰ ἀποκομίσω ἴσως τὰ μίση, δὲν θὰ ἀποκομίσω τὴν εὐγνωμοσύνην, διότι εὐκολώτερον δίδεται τὸ μῖσος. Περισσότερον ἐνθυμοῦνται οἱ ἄνθρωποι ἐὰν τοὺς ἐζημίωσες κατά τι, παρὰ ἐὰν τοὺς ὠφέλησες. Καμμίαν φορὰν μάλιστα, κατὰ τὸν Ταλλεϋράνδον, προκειμένου περὶ μιᾶς θέσεως, ἐὰν διορίσῃς ἕνα, θὰ κάμῃς ἐνενήκοντα ἐννέα ἐχθροὺς καὶ ἕνα ἀχάριστον. Δὲν πρόκειται δηλαδή, ὁ ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἢ μᾶλλον δὲν πρόκειται ὁ ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς νὰ μὴ ἀποκομίσῃ ἀπογοητεύσεις καὶ πικρίας. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ζήτημα δὲν τὸ ἐθέσαμεν ἡμεῖς. Ἦτο τεθειμένον ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας διεπράχθησαν αἱ ἀνισότητες αὐταί. Ἡμεῖς, ἁπλῶς, ἀναλαμβάνομεν μετὰ θάρρους τὸν Σισύφειον ἄθλον, ἀναλαμβάνομεν μετὰ θάρρους τὸν δύσκολον ρόλον νὰ διορθώσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Θὰ τὸ κατορθώσωμεν; Ἐὰν τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον μᾶς βοηθήσῃ ἐπαρκῶς, νομίζω ναί. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ καμμία ἄλλη Κυβέρνησις, διὰ νὰ ζητήσῃ μεθαύριον νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν Ἐπετηρίδα, διότι εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἀποβλέπομεν, εἰς τὸ νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἀδικήματα, εἰς τὸ νὰ μὴ ἀδικήσωμεν κανένα, εἰς τὸ νὰ δημιουργήσωμεν κατάστασιν ἡ ὁποία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεκτὴ ἀπὸ ὅλους. Ἐὰν δὲν ἐπιτύχωμεν καὶ ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν Ἐπετηρίδα ποὺ θὰ κάμωμεν ἡμεῖς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς κατηγορήσῃ κανείς. Ἡμεῖς ἐκάμαμεν μίαν προσπάθειαν τιμίαν καὶ ἠθικήν. Ἐὰν ἔλθῃ καμμία ἄλλη Κυβέρνησις καὶ ζητήσῃ νὰ ἀναστατώσῃ πάλιν τὰ πράγματα, εἰς αὐτὴν θὰ ἀνήκῃ ἡ εὐθύνη τῆς ἀναστατώσεως. Ἡμεῖς θὰ κριθῶμεν καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν καὶ ἀπὸ σᾶς, διότι ὅταν θὰ τελειώσῃ τὴν ἐργασίαν τὸ Συμβούλιον καὶ θὰ ἐφαρμοσθοῦν τὰ πορίσματά του ἐπὶ τοῦ στρατεύματος, τότε θὰ ἠμπορέσητε νὰ κρίνετε ἐὰν εἰργάσθημεν μετ’ ἀντικειμενικότητος ἢ εἰργάσθημεν ὑπὸ τὸ κράτος καμμιᾶς προσωποληψίας. Δὲν ὑποθέτω, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Ἐπετηρὶς θὰ ἀπαιτήσῃ 1½ ἔτος διὰ νὰ συνταχθῇ. Μακάρι νὰ ἦτο οὕτω. Νὰ ἦτο ἡ Ἑλλὰς Γαλλία ἢ Γερμανία καὶ νὰ ἐχρειάζετο ἕν ἔτος διὰ τὴν Ἐπετηρίδα. Μόλις πέντε χιλιάδας ἀξιωματικῶν ἔχομεν. Εἰς ἕνα μῆνα τοὺς καθαρίζει ὅλους. Βεβαίως, τώρα εἷς ἄνθρωπος ἠμπορεῖ καὶ διὰ νὰ γράψῃ ἕν ἔγγραφον, νὰ κάμῃ καὶ δύο χρόνια, ἅμα γράφει δύο λέξεις τὴν ἡμέραν, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον θὰ ἐργασθῇ, καὶ ἐὰν τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἐργασθῇ, ὑποθέτω ὅτι οἱ μῆνες τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Συνάδελφος, νὰ ἀναπληρωθοῦν ἀπὸ ἡμέρας. Τώρα λέγουν, μὰ δὲν ὑπάρχει φόβος ἀδικημάτων ἀπὸ τὴν ἐργασίαν αὐτήν; Πῶς νὰ γίνουν ἀδικήματα; Τὶ φοβεῖσθε; Μήπως θέσωμεν αὐτοὺς παραπάνω ἀπὸ τὴν σειράν των, ποὺ ἐξῆλθον τῆς Σχολῆς; Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἄρωμεν τὰς ἀνισότητας. Εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπάγωμεν ἡμεῖς νὰ ἀδικήσωμεν ἄλλους; Θὰ εἴπουν οἱ ἄλλοι. Εἶναι διακεκριμένοι ἀξιωματικοί, ἐπολέμησαν κλπ. Πρέπει, Κύριοι, νὰ γνωρίζωμεν τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, καὶ πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν ὅτι πολλὰ συνέβησαν, ὅτε κατὰ τὸ διάστημα 1917–20, ἐγένοντο ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προαγωγαί. Κατὰ τὸ 1920–1922 ὅπου ὁ πόλεμος ἐγένετο σκληρότερος καὶ αἱματηρότερος, δὲν ἐγένοντο προαγωγαί καθόλου. Θὰ εἴπητε τώρα, ἄς ἔκαμναν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπάντησις αὐτό. Κατόπιν ἦλθεν ἡ ἐπανάστασις. Ἤρχισεν ἡ, κατὰ τὸν γνωστὸν τρόπον, τέλος πάντων, ρύθμισις τοῦ ζητήματος τῆς Ἐπετηρίδος. Εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ σημεῖα καὶ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐνεργείας, ἡ μερίς, ἡ ὁποία παραπονεῖται σήμερον, εἶναι ἡ ὑφισταμένη τὰς μειώσεις. Συνεπῶς δὲν πρόκειται ἢ περὶ ἄρσεως αὐτῶν τῶν μειώσεων. Δὲν θὰ ζητήσῃ αὐτὴ ἡ μερὶς πλεονεκτήματα εἰς βάρος ἄλλων, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ ἀρθοῦν τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἐκτήσαντο εἰς βάρος της. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω Κύριοι Βουλευταί. Ἀπήντησα εἰς ὅλα τὰ σημεῖα, ἅτινα ἔθιξαν οἱ ρήτορες, οἱ ὁποῖοι κατεπολέμησαν τὸ νομοσχέδιον. Εἶχον σημειώσει διὰ νὰ σᾶς εἴπω καὶ διὰ τὸ Συμβούλιον τοῦ ἔτους 1919 τῆς Θεσσαλονίκης καὶ δι’ ὅλα τὰ Συμβούλια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ ποῖον τρόπον ἔκριναν τὰ πράγματα, ἀλλὰ δέν τὸ θεωρῶ σωστόν, διότι ἤμην καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν κρινομένων καὶ δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περισσότερον. Κύριοι, Ἐπετηρίδα δὲν ἔχομεν. Ἡ Ἐπετηρὶς ἔχει συγκροτηθῆ κατὰ τρόπον, ὄχι μόνον ἄνισον, ἀλλ’ ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω, προκειμένου περὶ ὡρισμένων λεπτομερειῶν, ὅπως ἡ τροπολογία ἐκείνη τῆς Γερουσίας, κατὰ τρόπον ἀπρεπῆ. Διότι δὲν πρέπει νὰ κρίνωνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ δὲν πρέπει νὰ μετατίθεται εἰς τὸ δεξιὸν σωρεία ἀξιωματικῶν μὲ μίαν ἁπλῆν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαστράτου, ὅταν μάλιστα ἔχομεν τὴν κρίσιν ἑνὸς Συμβουλίου Στρατηγῶν. Δι’ αὐτὸ εἶπον τὴν βαρεῖαν πραγματικῶς λέξιν, ἀπρεπῆ. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἀνεκίνησε τὸ ζήτημα. Τὸ εὗρε. Καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναλάβωμεν τὴν διόρθωσιν τῶν ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι προσγίγνονται, καὶ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπηυθύναμεν πρὸς τὸν Ἐπιτελάρχην διαταγήν, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν πορισμάτων τοῦ στρατηγοῦ Μανέτα. Ὄχι. Ἡμεῖς ἀπηυθύναμεν διαταγήν καὶ διετάξαμεν νὰ συγκροτήσῃ ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὰ παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι αὐταποδείκτως βάσιμα, διότι εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν αὐταποδείκτως βασίμων παραπόνων. Ἐπιδιώκομεν ἡμεῖς, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ καταρτίσωμεν ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, μίαν Ἐπετηρίδα δυναμένην νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ νὰ λύσῃ δηλαδὴ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν κατόπιν νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅλους, ὅπως ἐπιδοθῶσι μὲ αὐταπάρνησιν εἰς τὸ ἔργον των, ὅπως πειθαρχήσουν ἀπολύτως εἰς τὰς ἐπιταγὰς τοῦ Κράτους, ὅπως προπαρασκευασθῶσι διὰ τὴν μεγάλην ἀποστολήν, διὰ τὴν ὁποίαν τοὺς προορίζει ἡ Πολιτεία, διὰ τὴν ὁποίαν ὑφίσταται τὰς μεγάλας θυσίας ὁ ἑλληνικὸς λαός, ὅπως διατηρῇ τὰς ἐνόπλους αὐτοῦ δυνάμεις. (χειροκροτήματα).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης.
§128Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κ. Βουλευταί, ἀπαντῶν εἰς ὅλους τοὺς ἀγορεύσαντας, εἶπε μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τῆς Ἐπετηρίδος ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ διαρκέσῃ τόσους μῆνας ὅσους ἐγὼ ὑπεστήριξα, ἀλλ’ ἴσως, ἡμέρας τινάς. Ἐκ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δύο δύνανται νὰ ἐξαχθῶσι συμπεράσματα. Πρῶτον, ὅτι δὲν ἐμελέτησεν ἐπαρκῶς τὸ ζήτημα, καὶ διατελεῖ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ, οὐ μόνον τοῦ πολυπλόκου αὐτοῦ ζητήματος, τῶν μεγίστων δυσχερειῶν καὶ τῶν ἀπείρων νόμων καὶ Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσῃ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ καὶ τῶν δυσκολιῶν τὰς ὁποίας θὰ εὕρῃ εἰς τὴν λύσιν τούτου. Διότι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις ἐν εἴδει γορδίου δεσμοῦ εἰς τὸ στράτευμα. Ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λοχαγὸς Α τοῦ Πεζικοῦ, εἶναι ἀρχαιότερος τοῦ λοχαγοῦ Β τοῦ Πεζικοῦ, καὶ ὁ λοχαγὸς Β τοῦ Πεζικοῦ, εἶνε ἀρχαιότερος τοῦ λοχαγοῦ Γ τοῦ Πεζικοῦ. Καὶ ἐνῷ φυσικῶς ἔπρεπεν ὁ λοχαγὸς Α νὰ εἶνε ἀρχαιότερος τοῦ λοχαγοῦ Γ, ὁ λοχαγὸς Γ εἶναι ἀρχαιότερος τοῦ λοχαγοῦ Α, διότι συγκρούονται μεταξύ των οἱ νόμοι, γίνεται εἷς φαῦλος κύκλος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ κόψῃ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Διὰ νὰ κόψῃ αὐτὸν τὸν φαῦλον κύκλον, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ μίαν σωρείαν στοιχείων, νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ὑπηρεσίας ἑνὸς ἑκάστου ἀξιωματικοῦ, τὸν τρόπον τῆς προελεύσεως αὐτῶν, τὰς προτάσεις ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα βαρύνουν εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν αὐθαίρετον ἀπόφασιν, διότι αὐθαίρετος εἶναι ἡ ἀπόφασις αὐτή. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἶνε δυνατὸν εἰς ὀλίγας ἡμέρας νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἐνέργεια. Δεύτερον, ὅτι θέλει νὰ ἐκβιάσῃ ὡρισμένας λύσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦτο τὸ συνάγω ἀπὸ ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν. «Ἡμεῖς, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προσπαθοῦμεν νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς κείμενα, τὰς ἀδικίας, καὶ ἄν μᾶς βοηθήσῃ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, ἔχει καλῶς». Δὲν μᾶς εἶπεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἄν δὲν τὸν βοηθήσῃ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, τὶ ἐννοεῖ νὰ πράξῃ; Ἔχει ὡρισμένας ἀντιλήψεις ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων ἡ Κυβέρνησις, καὶ θέλει νὰ τὰς ἐπιβάλῃ; Ἄρα δὲν θὰ τεθῇ ἐν λευκῷ εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἡ ἐξέτασις ὅλων τῶν περιπτώσεων.
§129Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κ. Βουλευτά, δὲν προέρχεται ἀπὸ τοὺς καπνεμπορικοὺς οἴκους, ἀλλὰ κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν στρατόν. Συνεπῶς γνωρίζει ὅλα τὰ ζητήματα καὶ ἔχει γνώμην δι’ ὅλα τὰ ζητήματα. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ σᾶς εἴπῃ καὶ τοῦτο: Ἀπ’ ἀρχῆς, οὐδέποτε, ὅταν οἱ ὑφιστάμενοί του πρόκειται νὰ κρίνουν μίαν ἀπόφασίν του, ἐκφέρει γνώμην. Δι’ αὐτό, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὁμιλίας μου, οὐδεμίαν γνώμην ἀνέφερα. Ἐγὼ εἶπον, θὰ εἰσηγηθῶ καὶ θὰ εἴπω εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἐκεῖνα περίπου τὰ ὁποῖα ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόψε. Ἀλλ’ ὅταν εἶπα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἂν «βοηθήσῃ τὸ Συμβούλιον», τὸ εἶπα, διότι σεῖς ἐκόψατε τὸ αἷμα τοῦ κ. Μπουρδάρα, μὲ τὸ νὰ λέγητε ὅτι τὸ Συμβούλιον οὐδέποτε θὰ δεχθῇ αὐτό, οὐδέποτε θὰ δεχθῇ τὸ ἄλλο, καὶ ἐνῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς πολεμεῖ διὰ νὰ ὑπάγῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον, δὲν θέλει νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου. Ἔχω γνώμας, Κύριε Βουλευτά!
§130Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνέφερα περὶ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου τίποτε. Ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι, ἂν γίνῃ ἀναθεώρησις τῆς Ἐπετηρίδος, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρ. Συμβούλιον. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε εἰς τὸ ἐρώτημά μου, ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι, ἂν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς βλέψεις σας, ἔχετε πρόθεσιν νὰ λάβητε ἄλλα μέτρα. Ἀλλὰ τότε, κ. Ὑπουργέ, δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις τῆς Ἐπετηρίδος ἀμερόληπτος. Εἰπέτέ το καθαρά, ὅτι ἔχετε ὡρισμένας ἀντιλήψεις, καὶ μὴ λέγετε ὅτι θέλετε νὰ κάμητε ἀμερόληπτον ἀναθεώρησιν τῆς Ἐπετηρίδος.
§131Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δύο λέξεις, Κύριοι Βουλευταί. Τί εἶπον; Εἶπον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχω γνώμην! Καὶ εἶπον, ὅτι ἐφρόντισα νὰ μὴ ἐκφέρω γνώμην διὰ νὰ μὴ ἐπηρεάσω κανένα εἰς τὸ Συμβούλιον. Καὶ εἶπα ἐπίσης ρητῶς, ὅτι οὐδέποτε ἐκ τῶν προτέρων ἀνακοινῶ τὴν γνώμην μου εἰς ὄργανα ὑπὸ τὰς διαταγάς μου, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κρίνουν μίαν ὑπόθεσιν. Τώρα, ἂν τὸ Συμβούλιον τὰ ἀπορρίψῃ;
§132Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ ἀπορρίψῃ; Ποῖα; Ἐθέσατε ὡρισμένα ἐρωτήματα;
§133Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν, τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Χασαπίδη καὶ σωρείαν ἄλλων παραπόνων.
§134Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τελευταῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διηυκρίνησεν ἐπὶ τέλους, τί θέλει διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Λέγει ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ὑποχρεωμένος νὰ κυρώσῃ νομοθετικῶς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ τῶν ἀντιστρατήγων δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς ἀπόψεις του. Ἄν δὲν εἶναι ὅπως τὰς θέλει, θὰ σκεφθῇ τί θὰ κάμῃ. Συμφωνοῦμεν ἀπολύτως, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἅπαξ διὰ παντός, ἡμεῖς τὸ θέλομεν ἀκόμη περισσότερον. Ἀλλὰ διὰ νὰ τελειώσῃ διὰ παντός, πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ στάδιον νέας ἀναθεωρήσεως, διότι ἂν μετὰ τὴν ρύθμισιν ἡ ὁποία θὰ γίνῃ τώρα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσῃ νέα ἀναθεώρησις, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τὰς ἀποφάσεις, τί ἐμποδίζει καὶ εἰς τὸ μέλλον ν’ ἀναθεωρηθῇ ἡ Ἐπετηρίς; Ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι θὰ παραπέμψῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου πρὸς τελικὴν ρύθμισιν, συγχρόνως ὅμως δηλοῖ, ὅτι, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου δὲν συμπίπτουν μὲ τὰς ἀπόψεις του, δὲν θὰ τὰς ἀποδεχθῇ. Ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μόνη ἡ δήλωσίς σας αὐτὴ ἀρκεῖ νὰ πείσῃ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ εἶναι σεβασταί, ἀλλ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ πολιτικὴ Κυβέρνησις, θὰ ἔχῃ ἴσως ἄλλας σκέψεις, τὰς ὁποίας θὰ θελήσῃ διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐπιβάλῃ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνώμαλον τοῦ ὅλου ζητήματος. Κατηγορῶ, κ. Συνάδελφοι, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι, ἀντὶ νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν θὰ ἀποδεχθῇ καμμίαν τροποποίησιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων, διὰ τῶν δηλώσεών του, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ πιστεύσουν ὅτι θὰ κριθοῦν τελικῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν πολιτικήν καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς φυσικούς των ἀρχηγούς.
§135Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Συνάδελφε, ἐγὼ εἶπα τοῦτο. Τί θὰ κάμωμεν ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων ἀποφασίσῃ κατὰ τρόπον ποὺ αἱ ἀποφάσεις του νὰ μὴ κριθοῦν ἱκανοποιητικαί, καὶ νὰ μὴ θεωρηθοῦν ὅτι ἐξασφαλίζουν τὴν γαλήνην τοῦ στρατεύματος; Τί θὰ κάμωμεν τότε; Εἶπον, ὅτι θὰ πάρωμεν τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ θὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν γνώμην μας καὶ θὰ ἴδωμεν τί ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, διότι αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μικρόν, διὰ νὰ τὸ λύσῃ μόνος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ εἶναι τοιαῦται αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, ὥστε νὰ τὰς ἀποδεχθῶμεν ὅλοι. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ ἀπεμπολήσῃ ὅλα τὰ δικαιώματά της. Καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο ἀπολύτως βέβαιον ὅτι θὰ δεχθῶμεν τὰς ἀποφάσεις, οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι, καὶ πάλιν, διὰ λόγους φιλοτιμίας, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ βεβαιώσῃ ἀπὸ τώρα τὸν λαὸν ὅτι θὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ ἑνὸς τόσον κεφαλαιώδους ζητήματος;
§136Α. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΣ. Ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Συναδέλφου, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι προφανής. Θέλει νὰ σᾶς ἀποσπάσῃ μίαν δήλωσιν, ἡ ὁποία νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι δὲν θὰ κάμητε καμμίαν ἀπολύτως τροποποίησιν εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου.
§137Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀφήσατε τὴν μετάφρασιν τῆς σκέψεώς μου, κ. Βουλευτά. Ὅ,τι θέλω νὰ εἴπω, τὸ λέγω καθαρά.
§138Α. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΣ. Ἡμεῖς, οἱ νομικοὶ λέγομεν ὅτι, ὅταν προκαλεῖται ὁ ἀντίδικος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ἀπάντησίς του γράφεται εἰς τὰ πρακτικά...
§139Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικός. Ἐγὼ θέλω μόνον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δύο λέξεις, διότι δὲν ἔχω καμμίαν ὄρεξιν νὰ μακρηγορήσω. Ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ λέγω, ὅτι, δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι δὲν γνωρίζετε ἄν θὰ ἐφαρμόσητε τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, προσβάλλετε τὸ κῦρος τοῦ Συμβουλίου τούτου. Ἔχετε ὑποχρέωσιν λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, νὰ δηλώσητε, ἐὰν θέλετε τὸ πόρισμα τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ ἐὰν θέλετε νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ τάσις πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς Ἐπετηρίδος, νὰ δηλώσητε, λέγω, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι, θὰ εἶναι σεβασταί, ἄλλως ἀπὸ αὔριον τὸ πρωΐ θὰ πιστεύσουν οἱ ἀξιωματικοί, θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσουν, ὅτι θὰ τοὺς κρίνῃ ἡ πολιτική, καὶ τὸ τοιοῦτον προσβάλλει τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Τοιουτοτρόπως δὲν συντελεῖτε εἰς τὴν ὁριστικὴν ρύθμισιν ἑνὸς ζητήματος τόσον περιπλόκου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἀνακινεῖτε ἐκ νέου τὸ ζήτημα.
§140Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς ὅλα αὐτὰ ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο: Ἐγὼ δὲν ἔκαμα καμμίαν δήλωσιν. Μὲ προκαλεῖτε διαρκῶς ἀπὸ τὴν α! ἀνάγνωσιν νά εἴπω «τὶ θὰ κάμωμεν μὲ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου». Ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ τοῦ Συμβουλίου θὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὸν στρατόν, καὶ θὰ δώσουν τὴν γαλήνην εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ σᾶς εἴπωμεν προκαταβολικῶς τὶ θὰ κάμωμεν, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ, διότι εἶναι ζήτημα Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διότι τὸ ζήτημα τῆς Ἐπετηρίδος, εἶναι ζήτημα μέγιστον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον, ὄχι μόνον τὸ μέλλον τοῦ ἐθνικοῦ μας στρατοῦ ἐξαρτᾶται, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ γαλήνη, καὶ ἡ ἡσυχία τοῦ τόπου.
§141Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε καὶ πάλιν νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μὲ ὅσα ἐδήλωσε πρὸ ὀλίγου, ὅτι θεωρεῖ δηλαδὴ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπαρτιζομένου ἀπὸ ἀξιοτίμους κυρίους, ἀλλ’ ἀπὸ ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας πεῖραν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἔχουσαν μεγαλύτερον κῦρος ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων, τορπιλλίζει ἐκ τῶν προτέρων τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, αἵτινες οὐδὲν κῦρος θὰ ἔχωσιν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε, εἶναι ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὰ Νομοθετικὰ Σώματα δὲν δύνανται νὰ ἀσχοληθῶσι μὲ τοιαῦτα ζητήματα καὶ τοιαύτας λεπτομερείας. Δι’ αὐτὸ ἐπιμένω νὰ δηλώσητε ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου θὰ εἶναι σεβασταί, οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶνε καὶ πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν ἄλλως δὲν θὰ ἔχουν κῦρος αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου.
§142Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). (Δὲν ἠκούσθη).
§143Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν πρέπει νὰ δίδῃ εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ γνώμη του θὰ εἶναι ὀρθοτέρα ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, διότι τότε αἱ ἀποφάσεις δὲν θὰ ἔχουν οὐδὲν κῦρος. Εἶναι τόσον καταφανῆ τὰ πράγματα, Κύριοι Βουλευταί, ὥστε ἀπορῶ πῶς, ἐπὶ ἕν τέταρτον τῆς ὥρας, γυρίζομεν περὶ τὰς αὐτὰς λέξεις, καὶ περὶ τὰς αὐτὰς ἐννοίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν, ὡς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τῆς γαλήνης τοῦ στρατεύματος νὰ δηλώσητε, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου θὰ εἶναι σεβασταί, οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου.
§145Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐδήλωσεν, ὅτι ἐνώπιον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχωνται αἱ λεπτομέρειαι τῆς διευθετήσεως τῆς Ἐπετηρίδος, καὶ ὅτι μόνον, κατὰ γενικὴν ἀρχήν, ἐπιτρέπεται νὰ ἀποφασίζουν αἱ Βουλαί. Διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ μέθοδος τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐσφαλμένη. Εἴμεθα ἐπίσης σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐφόσον κατ’ ἀρχὴν θὰ ἀπεφασίζετο ἡ ἀναθεώρησις τῆς Ἐπετηρίδος, θὰ ἔπρεπε νὰ συντελεσθῇ διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, δηλαδὴ τῶν φυσικῶν ἀρχηγῶν τοῦ στρατοῦ. Καὶ εἰλικρινῶς ἀποροῦμεν, ὅτι ἀμέσως κατόπιν, μετὰ τὴν κατηγορηματικὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἀπέκλεισε τὸ ἐνδεχόμενον νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, δηλώσας, ὅτι «καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεμπολεῖ τὰ δικαιώματά της». Δικαιούμεθα ἑπομένως νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἔκπληξίν μας, ὅτι κατὰ τὴν αὐτὴν ὥραν, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ἀκούομεν ἀντιφατικὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς διαφωνοῦμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατ’ ἀρχήν. Ἡμεῖς, εὑρίσκομεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς Ἐπετηρίδος, εἶναι ἀπόφασις ἐσφαλμένη καὶ ἐπιζήμιος εἰς τὸ στράτευμα. Πιστεύομεν, ὅτι ἡ Ἐπετηρίς, καταρτισθεῖσα κατὰ τὸ στάδιον τῶν πολέμων, μὲ τὰς προσφάτους ἐντυπώσεις τῶν πολεμικῶν ὑπηρεσιῶν, κατηρτίσθη εἰς τὴν πρέπουσαν ἀτμόσφαιραν, χαράξασα τὰς δικαιοτέρας ἀντιλήψεις. Καὶ πιστεύομεν ἀκόμη, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὴν πάροδον δεκαπέντε ἐτῶν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν καταβληθῇ εὐσυνείδητος προσπάθεια, εἶναι ἀδύνατον τὸ μέτρον τῆς κρίσεως νὰ παραστῇ περισσότερον δίκαιον. Ἀντιθέτως μάλιστα, ὅλοι οἱ φόβοι δικαιολογοῦνται, ὅτι ἡ νέα κρίσις θὰ γίνῃ ὑπὸ συνθήκας ἐντελῶς ἀκαταλλήλους, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἐπανορθώσῃ, ἀλλὰ θὰ δημιουργήσῃ σφάλματα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν, ὅτι ἡ σημερινὴ Ἐπετηρὶς ἔχει λάθη καὶ ἀδικίας, καὶ ὅτι τὰς ἀδικίας αὐτὰς πρόκειται νὰ ἄρῃ ἡ ἀναθεώρησις, χωρὶς νὰ δημιουργήσῃ ἄλλας, ἀκόμη, καί δι’ αὐτήν, τὴν ἐντελῶς ἀπίθανον περίπτωσιν, ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις ἀποτελεῖ σφάλμα, διότι, ἀπέναντι τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ἀγαθοῦ, τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως ὀλίγων ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ δι’ ἄλλης ὁδοῦ, ὅπως ὑπέδειξαν προλαλήσαντες Συνάδελφοι, θὰ συντελεσθῇ ὁ κλονισμὸς τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν σταθερότητα τῆς Ἐπετηρίδος. Καὶ ἡ ζημία τότε θὰ εἶναι μεγάλη. Διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς καὶ ἱεραρχία στρατιωτική, παρὰ μόνον ὅταν ὑπάρχει παγία Ἐπετηρίς. Ὅταν ὅμως ἡ Ἐπετηρὶς μεταβάλλεται συνεχῶς, ὅταν ἡ στρατιωτικὴ ἱεραρχία ἀνατρέπεται, εἶναι προφανές, ὅτι σαλεύονται αὐταὶ αἱ βάσεις τῆς ὑπάρξεως τοῦ στρατεύματος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον φρονοῦμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ σφάλμα. Ἀλλ’ ἐὰν εἴχομεν τὴν γνώμην αὐτὴν πρὸ τῆς συζητήσεως, ἡ πεποίθησις ἡμῶν, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπέλθουν ζημίαι, ἔγινε περισσότερον σταθερὰ ἔπειτα ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξήχθη σήμερον, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἡ Κυβέρνησις. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μετεβλήθη «ἡ κρατοῦσα κατάστασις», εἶπεν ὅτι μετεβλήθη «ἡ πλειονοψηφία τῶν ἀξιωματικῶν» καὶ διὰ τοῦτο, ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς κρατούσης καταστάσεως, ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπιβάλλεται καὶ ἡ ἀναθεώρησις τῆς Ἐπετηρίδος καὶ ἡ δημιουργία ἄλλης στρατιωτικῆς ἱεραρχίας. Διαφωνοῦμεν κατὰ βάσιν. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ρίψῃ τὴν εὐθύνην τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου. Εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅσοι ἔπταισαν νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἀλλὰ τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν, καὶ διαφωνοῦμεν βασικῶς, εἶναι τοῦτο: ὅτι τὰ κινήματα, τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὸ στράτευμα ὡρισμένου ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλουν τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τὰς πολιτικὰς αὐτῶν πεποιθήσεις, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ μεταβάλουν τὸ μέτρον τῆς κρίσεως εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἐπετηρίδος. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον τῆς διαφωνίας. Ἡ λογικὴ τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς μεταβολῆς τῆς κρατούσης καταστάσεως, καὶ ἐξ αἰτίας τῆς διαφόρου συνθέσεως τῆς πλειονοψηφίας, ἂν τυχὸν τοιαύτη μεταβολὴ συνετελέσθη, ὁδηγούμεθα εἰς διάφορον μέτρον κρίσεως, καὶ ἑπομένως μὲ διάφορον πνεῦμα, μὲ διάφορον νοοτροπίαν, ὅπως εἶπεν, θὰ κρίνωμεν τὰς ἀνδραγαθίας, θὰ κρίνωμεν τὰς πολεμικὰς ὑπηρεσίας, θὰ κρίνωμεν τὰς ἀξίας, γενικώτερον, τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ ἀρχὴ εἶναι καὶ ἐσφαλμένη καὶ ὀλεθρία.
§146Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτά. Δὲν θέλω βέβαια ἐγὼ νὰ προβῶ εἰς δηλώσεις τῶν Συμβουλίων. Μοῦ θέτετε εἰς τὸ στόμα δηλώσεις ποὺ δὲν ἔκαμα διὰ τὰς ἀποφάσεις.
§147Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὰ εἴπετε, κ. Ὑπουργέ. Τὰ ἔχω σημειώσει. Εἴπετε, ὅτι τὸ μέτρον τῆς κρίσεως μεταβάλλεται, ὄχι διότι μετεβλήθησαν τὰ ἀντικειμενικὰ δεδομένα τῆς ἀξίας ἑκάστου ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ διότι μετεβλήθη ἡ κρατοῦσα κατάστασις, ἡ πλειονοψηφία τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ συμπέρασμα, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγομεν εἶναι, ὅτι αἱ ἀνησυχίαι τὰς ὁποίας εἴχομεν, ἐπικυροῦνται, ὅτι δηλαδὴ ἡ νέα Ἐπετηρὶς πρόκειται νὰ καταρτισθῇ κατὰ τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπιταγὰς τῆς δυνάμεως, καὶ ὄχι τοῦ δικαίου. Πρόκειται δηλ. ἡ νέα Ἐπετηρὶς, ὄχι νὰ εἶναι ἔργον δικαίου, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἔργον δυνάμεως. Καὶ ἐφόσον ὡς τοιοῦτον ἔργον ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς δηλοῦμεν, ὅτι ἀποδοκιμάζομεν τοῦτο σφοδρῶς καὶ εἴμεθα σταθερῶς ἀντιμέτωποι. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§148Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ δύο ζητημάτων θέλω νὰ ἀπαντήσω. Πρῶτον, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὁ κ. Χαβίνης, ὁ ὁποῖος εἶπε «τὶ θὰ κάμητε, ἐὰν τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον δὲν συμφωνήσῃ μαζὶ σας;». Εἶπον, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ εἴπῃ τὸ Συμβούλιον. Ἀλλὰ ζητεῖτε κἄτι τι τὸ ὁποῖον μία Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ προΐδῃ, ζητεῖτε ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπωμεν ὅτι οὐδέποτε εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀναθεωρήσω τὴν Ἐπετηρίδα, ἔστω καὶ ἂν κάμω λάθος. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν, ἡ ἀπόφασις αὐτὴ εἶναι νόμιμος Ἐπετηρὶς τοῦ στρατοῦ, ὅταν δημοσιευθῇ. Συνεπῶς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἀναθεωρήσῃ αὐτήν, τότε θὰ φέρῃ ἄλλον νόμον ἐδῶ. Ἕν τοιοῦτον πρᾶγμα, ἐκ τοιούτου ἐνδεχομένου, ἐγὼ τὸ θεωρῶ ἀποκλειόμενον, διότι θὰ ἦτο μία σύγκρουσις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Ἐξ ὅσων ἄλλωστε γνωρίζετε, μολονότι οὐδεμίαν συζήτησιν ἔκαμα μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς μὲ τὰ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, δὲν εἶπον τι, ἁπλῶς μόνον τοῦτο εἶπα: Θὰ σᾶς παραπέμψω τὸ ζήτημα, καὶ προσέθηκα ὅτι πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν κατὰ ἕνα τρόπον, δυνάμενον νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν ἀπὸ ὅλους καὶ ὑποθέτω ὅτι τὰ ἀνώτατα στελέχη τοῦ στρατεύματος τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν σήμερον τὸ Ἀνώτατον Στρατ. Συμβούλιον, ἔχοντα γνῶσιν τῆς καταστάσεως, θὰ ἐκδώσουν τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὄχι μόνον θὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς εὐχὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς εὐχὰς ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, διότι θὰ ἀποδώσῃ πράγματι τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν γαλήνην εἰς τὸ στράτευμα.
§149Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θὰ ἐκφράσῃ ὡρισμένας εὐχὰς ἡ Κυβέρνησις; Ποίας;
§150Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ τὴν γαλήνευσιν τοῦ στρατεύματος. Ἀφοῦ σᾶς ἐβεβαιώσαμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ ἐκφράσωμεν οὐδεμίαν γνώμην....
§151Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι καὶ μᾶς ἱκανοποιεῖ ἡ δήλωσίς σας.
§152Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πῶς θέλετε νὰ μὴ εὐχώμεθα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς γαλήνης.
§153Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Μᾶς ἱκανοποιεῖ πλήρως ἡ δήλωσις, ὅτι αἱ ἀποφάσεις θὰ εἶναι νόμοι. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρατήρησιν διὰ τὴν προσθήκην τὴν ὁποίαν ἐκάμετε, ὅτι δηλαδή, ἐὰν δὲν μᾶς ἀρέσῃ, θὰ φέρωμεν ἄλλον νόμον. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ λεχθῇ αὐτό, διότι προσβάλλει τὸ κῦρος τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ παρέχει ἐλπίδας ἀναθεωρήσεως, καὶ διότι μεταβάλλει τὴν ὡραίαν οὐσίαν τοῦ πρώτου μέρους τοῦ λόγου σας.
§154Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ὑπουργέ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκάματε ἕν μέγα λάθος. Εἶσθε πολὺ εἰλικρινής, ἐνῶ ἐπιζητεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις μὲ λέξεις νὰ περιπλέξῃ τὰ πράγματα.
§155Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπιθυμῶ τώρα νὰ δώσω καὶ μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λέσβου Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε μίαν ὀρθὴν παρατήρησιν, καὶ ἐπειδὴ πολὺ πιθανὸν καί τις ἄλλος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ παρεξηγήσητε τοὺς λόγους μου, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ εἴπω, τὶ ἐνόουν. Ἐγὼ δὲν ἐνόουν ὅτι, ἐπειδὴ ἔλαβε τὴν πλειονοψηφίαν ἡ κυβερνητικὴ σήμερον παράταξις, ἢ διότι ἤλλαξεν ἡ πλειονοψηφία τοῦ στρατεύματος, ἔφυγαν πολλοὶ ἀξ) κοί, ἔφυγαν δηλ. καὶ ἐπὶ Οἰκουμ. Κυβερνήσεως δημοκρατικοί, καὶ ἔφυγαν καὶ τώρα μὲ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου. Ἐνόουν ὅτι, ἐφόσον ἔλειψαν αὐτοὶ ἀπὸ τὸ 1ον Σύνταγμα, καὶ ἀπὸ τὸ Φρουραρχεῖον, ποὺ ὑπεστήριζαν τὴν διατήρησιν ἐκείνων τῶν ὠφελημάτων τὰ ὁποῖα εἶχον πάρει τῆς Ἐπετηρίδος ὡρισμένοι ἀξιωματικοί, δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἐξ ἀνάγκης θὰ τὰ χάσουν. Αὐτὸ ἐνόουν.
§156Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δηλαδή, ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἱκανοποιεῖσθε οὔτε ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν δήλωσιν.
§157Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὴ ἡ Ἐπετηρὶς δὲν ἠδύνατο νὰ σταθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ φρουρουμένη, ὅπως ἐφρουρεῖτο, ὁλόκληρον τὸ καθεστὼς τὸ μειονοψηφῆσαν κατὰ τὴν 6ην Μαρτίου. Διατί νὰ τὸ ἀπαρνούμεθα; Σᾶς εἶπα ἄλλωστε, ὅτι εἶναι μία ἱστορία μεγίστη, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1922 ἐξεδήλωσε προθέσεις ἀγαθὰς κατ’ ἀρχάς, ἀλλ’ ἐφάνη ἀνίσχυρος πρὸ τῶν προσωπικῶν ἐπιρροῶν ἔπειτα.
§158ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῶν ἰδικῶν σας.
§159Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ σᾶς εἴπω. Ἐγὼ δὲν εἶχον τόσην ἐπιρροὴν εἰς τὴν ἐπανάστασιν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τῶν ἡμιμέτρων. Ἐννοῶ ὅτι χάριν τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ κρατήσῃ μία ἡσυχία. Ἐάν αὐτὴ ἡ ἡσυχία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς γαληνεύσεως νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς γαλήνης· Ἐὰν δὲν εἶνε δυνατόν....
§160Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Γίνεται ἡσυχία διὰ τῆς μὴ γαλήνης;
§161Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ πάρωμεν πλεονεκτήματα ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν εἰς βάρος ἄλλων. Ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ὡρισμένα πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς ἀξιωματικούς, ἂν ἠμποροῦν νὰ τὰ ἔχουν αὐτοὶ ἢ ὄχι. Νομίζω, ὅτι χωρὶς Φρουραρχεῖον ἰδικόν μας, καὶ χωρὶς 1ον Σύνταγμα ἰδικόν μας, ἠμπορεῖ ὁ καπνοβιομήχανος κ. Παπαστράτος νὰ ἀλλάξῃ τὴν Ἐπετηρίδα τοῦ στρατοῦ. (χειροκροτήματα).
§162Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν περιβόητον τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαστράτου, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δίς, θὰ ἤθελα νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. Ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν θίγει κατηγορίας ἀξιωματικῶν. Θίγει τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος δώδεκα συναδέλφων, προσχωρησάντων εἰς τὸ κίνημα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δι’ οὓς ὑπῆρχε μία διαφορὰ ἡμερομηνίας εἰς τὸ Διάταγμα. Ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως εἶχεν ἀναγνωρίσει ὅτι μόνον ἡ τροπολογία αὐτὴ ἦτο δυνατὸν νά γίνῃ δεκτή, διότι ἁπλῶς διώρθωνε μίαν διαφορὰν ἡμερομηνίας. Ὥστε ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν δύναται ν’ ἀποτελῇ ἀντικείμενον εἰρωνείας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἠθέλησα νὰ δώσω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, διότι ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι ὅτι πρόκειται περὶ τροπολογίας, ἡ ὁποία θίγει σειρὰν ἀξιωματικῶν, ἐνῶ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου;
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον)
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τῆς Γερουσίας, διὰ τοῦ ὁποίου δηλοῦται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιον: «Περὶ τροποποιήσεως τῶν κειμένων νόμων περὶ Ἐλευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 5771». Ὁ κ. Χαβίνης.
§167Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ, διότι εἶνε νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ στερηθῶσι ἑνὸς δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν δυνάμει τῶν πινάκων ὡρισμένοι ἀξιωματικοί.
§168Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: ὅτι ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς, ἤδη ὑπηρετοῦντες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὸ κατηγορίαν ἐνώπιον τῶν Συμβουλίων. Σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, οἱ προτεινόμενοι πρέπει νὰ εἶναι τριπλάσιοι. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§169Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁσονδήποτε καὶ ἄν θέλει νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν εἶναι ἁρμόδιος, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπαλείψῃ τὴν προσωπικὴν χροιὰν τὴν ὁποίαν ἔχει τοῦτο. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἕν ἄδικον, τὸ ὁποῖον θά κάμῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ θά εἶναι ἕν στραπατσάρισμα τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἐκτυπώσεως τῶν ἀνασυνταχθέντων ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ ἀποζημιώσεως τῶν οἰκείων ἐπιτροπῶν». Ὁ κ. Μαζαράκης.
§172Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς τοῦ τελευταίου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ὑποβιβάζει τὰς γυναῖκας ἐκλογεῖς, καὶ λέγει ὅτι αἱ γυναῖκες μεταβαίνουσαι εἰς ψηφοφορίαν, ὀφείλουν νὰ δώσουν προηγουμένως, δείγματα ἀναγνώσεως καὶ γραφῆς.
§173ΙΩ. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον πουθενὰ δὲν λέγει, ὅτι αἱ προσερχόμεναι νὰ ψηφίσουν γυναῖκες, πρέπει νὰ δίδωσι τοιαῦτα δείγματα. Λέγει ὅμως τὸ νομοσχέδιον ὅτι: «πρέπει κλπ.» (ἀναγινώσκει). Ὡς προσωπικῶς ἐγὼ γνωρίζω, πολλαὶ γυναῖκες δὲν ἔχουν τά προσόντα οὔτε τῆς ἀναγνώσεως, οὔτε τῆς γραφῆς. Δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐξετάσεως, ὁσάκις γεννᾶται ἀμφιβολία.
§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τῶν δημοτικῶν στρατολόγων καὶ τῆς στρατολογικῆς ὑπηρεσίας τῶν Δήμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 134 τοῦ νόμου 5493». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 4078 περὶ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας Ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ὀργανώσεως τῆς γραμματείας τῶν δικαστηρίων καὶ περὶ προσόντων, διορισμοῦ, προαγωγῆς, μεταθέσεως, παύσεως, πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ ἀδειῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν αὐτῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἐθελουσίας κατατάξεως ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καί κατ’ ἄρθρον)
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τῆς ἐκ ναυτικῶν σώστρων εἰσφορᾶς ὑπὲρ τοῦ Ν. Α. Ταμείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ὀργανώσεως ὑπηρεσίας μητρώων ἐμπορικῶν πλοίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας, μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως προσφύγων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καί σύνολον)
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καί συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5918 περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος». Ὁ κ. Καγιᾶς.
§185Γ. ΚΑΓΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιφέρονται μερικαὶ τροποποιήσεις εἰς τὸν νόμον 5918 περὶ τοῦ λαχείου τοῦ Στόλου. Δι’ αὐτὸ δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν, ἐφόσον πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ καθορισθοῦν αἱ ἁρμοδιότητες τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν καὶ νὰ συστηθῇ καλύτερον ἡ Διοικητικὴ Ἐπιτροπή, διὰ τὴν καλυτέραν αὐτοῦ λειτουργίαν. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ δεκτόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ παρατηρήσω, εἶναι ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα, μέτρα ἀμύνης ὑπὲρ τοῦ λαχείου τοῦ στόλου, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἀπηνῆ διωγμὸν ἐκ τῆς λαχειοποιήσεως τῶν ἐφημερίδων. Αὐτὴ εἶναι ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν θέλω νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι διὰ τῆς λαχειοποιήσεως τῶν ἐφημερίδων ὑφίσταται ὄχι μικρὰν ζημίαν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν λόγῳ τῆς εὐχερείας μὲ τὴν ὁποίαν ἀγοράζουν τὰς ἐφημερίδας μαζὶ μὲ τὸ λαχεῖον οἱ πολῖται, ἀφ’ ἑτέρου δὲ λόγῳ τῆς διαφημίσεως ἡ ὁποία γίνεται, αὐτῆς ταύτης τῆς ἐφημερίδος. Ἐξαντλοῦνται αἱ τυχοδιωκτικαὶ διαθέσεις ἀποκτήσεως λαχείων τοῦ στόλου, καὶ οὕτω ἐπέρχεται σημαντικὴ ζημία εἰς αὐτό. Αἱ ἐφημερίδες δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἄλλην κυκλοφορίαν, παρὰ μόνον ἐκείνην τὴν ὁποίαν προσκτῶνται διὰ τῆς πολιτικῆς τῶν ἀρθρογραφίας, καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ μόνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τύχῃ τῆς προστασίας τῆς Κυβερνήσεως. Πᾶσα ἄλλη κυκλοφορία, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται μὲ τεχνικὰ μέσα καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει ἡ ἐφημερίς, πᾶσα ἄλλη κυκλοφορία πρέπει νὰ ἀπαγορεύηται, διότι ἡ ἐφημερὶς δὲν ἔχει ἀποστολὴν νὰ ἐκδίδῃ λαχεῖα, ἀλλὰ νὰ διαφωτίζῃ τὴν κοινὴν γνώμην. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπανειλημμένως ἐδήλωσε, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα ἀπαγορευτικὰ ἐναντίον τῶν λαχείων τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλά, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας αὐτῆς δηλώσεις, οὐδεμία μέχρι τοῦδε μέριμνα ἐλήφθη, καὶ τοιουτοτρόπως παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον αὐτό, νὰ εὑρίσκεται τὸ λαχεῖον τοῦ στόλου ὑπὸ τὸν ἀπηνῆ αὐτὸν διωγμόν. Προτείνω λοιπὸν νὰ τεθῇ διάταξις προστατευτικὴ τοῦ λαχείου τοῦ στόλου, ἔχουσα οὕτω: «πᾶν ἄλλο λαχεῖον, ὑφ’ οἱανδήποτε μορφήν, ἀπαγορεύεται, ἄνευ ἀδείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ παραβάται τιμωροῦνται διὰ φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους, καὶ χρηματικῆς ποινῆς δέκα ἕως ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ λαχεῖον κατάσχεται, καὶ τὸ χρηματικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἐκ τῶν ποινῶν αὐτῶν, ἀποβαίνει ὑπὲρ τοῦ λαχείου τοῦ στόλου». Μόνον δι’ αὐτῶν τῶν μέτρων ἠμποροῦμεν νὰ προστατεύσωμεν τὸ λαχεῖον τοῦ στόλου, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφήνομεν ἐλευθέρας τὰς ἐφημερίδας νὰ ὑπόσχωνται εἰς τὸ κοινὸν ὅλα αὐτά, ποὺ ὑπόσχονται καὶ διαφημίζουν, εἶναι φυσικὸν ἡ ἐπίδρασις νὰ εἶναι ἐπιβλαβὴς διὰ τὸ λαχεῖον τοῦ στόλου, τοῦ ὁποίου αἱ πρόσοδοι σοβαρῶς ἔχουν ἐλαττωθῆ ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης τοῦ τελευταίου καιροῦ.
§186ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οὐδεμίαν ἐπίδρασιν φέρει.
§187Γ. ΚΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ λαχείου τοῦ στόλου.
§188Κ. ΒΕΡΡΟΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ εὐρωπαϊκαὶ ἐφημερίδες ἔχουν λαχεῖα.
§189Γ. ΚΑΓΙΑΣ. Ἄν πάρετε στατιστικάς, θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ λαχείου ἔχουν μειωθῆ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐπολλαπλασιάσθησαν τὰ λαχεῖα τῶν ἐφημερίδων. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς τροπολογία: (ἀναγινώσκει).
§191ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἰδική σας εἶναι ἡ τροπολογία κ. Ὑπουργέ;
§192Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Μάλιστα. Διότι ἠμπορεῖ νὰ κάμωμεν ἰδιαίτερον λαχεῖον ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Προνοίας.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου)
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν καὶ ὥραν 5½ μ. μ. (Ὥρα 8 μ.μ.)