| 5704 | Ἐφετεῖον ἢ | Ὀνομ. διορ. | Χρον. | Ὀνομ. Ὑπουρ. | ||
| 5705 | Πρωτοδικεῖον | Ὀνομ. Ἀνακριτοῦ | ἀνακριτοῦ | Δ)τος | Δικαιοσύνης | |
| 5706 | ||||||
| 5707 | Πρεβέζης | Ἰω. Κομνηνός | Δ. Ραζῆς | 4) 1927 | Κ. Ἀγγελόπουλος | |
| 5708 | Λεβαδείας | Λ. Ζάννος | 6) 19) 29 | Δ. Δίγκας | ||
| 5709 | Λεβαδείας | Σ. Στεριάδης | Κ. Ζάγκας | 28) 8) 28 | Π. Πετρίδης | |
| 5710 | Λεβαδείας | Κ. Λαμπρίας | Θ. Εἰρήνης | 28) 7) 28 | Π. Πετρίδης | |
| 5711 | Σερρῶν | Α. Κωστήρης | Ἀλ. Κυρίτσης | 6) 19) 29 | Π. Πετρίδης | |
| 5712 | Θεσσαλονίκης | Γ. Βαρσάμης | Θ. Οἰκονομόπουλος | 4) 22) 30 | Δ. Δίγκας | |
| 5713 | Θεσσαλονίκης | Κ. Γιαννακόπουλος | Ν. Ἰωαννίδης | 30) 3) 30 | Δ. Δίγκας | |
| 5714 | Π. Σταματόπουλος | 30) 3) 30 | Δ. Δίγκας | |||
| 5715 | Μ. Παντελῆς | 5) 2) 30 | Δ. Δίγκας | |||
| 5716 | Πειραιῶς | Β. Δημητρακάκης | Σεπτέμβριος 1930 | Δ. Δίγκας | ||
| 5717 | Ἀθηνῶν | Δ. Δημάτος | 11) 5) 1931 | Ν. Ἀβραὰμ | ||
| 5718 | » | Ε. Κολοκούρης | » | » | ||
| 5719 | » | Ι. Πικούλης | » | » | ||
| 5720 | » | Θ. Γιαννόπουλος | » | » | ||
| 5721 | Γυθείου | Ν. Σεβαστός | Ι. Μαριδάκης | 5) 8) 32 | Ι. Μπουρνιᾶς | |
| 5722 | Ἀθηνῶν | Μ. Τζωρτζάκης | 10) 2) 33 | Λ. Μάρκου | ||
| 5723 | » | Σ. Ρήγας | 10) 2) 33 | » | ||
| 5724 | » | Ἐφέτης | Ι. Δεσποτόπουλος | 10) 5) 31 | Ν. Ἀβραὰμ |
1934.01.15
8,961 rows · 68,406 words · 1 table · 723 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 91η
ΔΕΥΤΕΡΑΣ 15 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1934
Προεδρία κ. Χ. ΒΟΖΙΚΗ
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Ἡ Ἕνωσις Τ.Τ.Τ. Ρεθύμνου, οἱ Τριατατικοὶ Ἡρακλείου καὶ Λασηθίου, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Σερρῶν καὶ ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος Σερρῶν διαμαρτύρονται διὰ τὰς 108 ἀπολύσεις Τριατατικῶν ὑπαλλήλων. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀλυτρώτων καθηγητῶν, αἰτούντων τὸν διορισμόν των. —Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῆς Ἑνώσεως Συνεταιρισμῶν Ἀρηνοφυγαλίας περὶ πληρωμῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς περονοσποροπλήκτους. —Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης, ζητοῦντος τὴν ποινικὴν δίωξιν τοῦ Ὑφυπουργοῦ βουλευτοῦ κ. Βασιλ. Σαγιᾶ, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν. —Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, ζητοῦντος τὴν ποινικὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ξ. Μαυρομμάτη, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ σχεδίου πόλεων. —Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης, ζητοῦντος τὴν ποινικὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Τσιάρα, κατηγορουμένου ἐπὶ ὑπαιξερέσει καὶ ἀπάτῃ. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ καταθέτει ὑπόμνημα τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Ταξιαρχῶν (Μποκίτσης) καὶ τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Γρύλλου, ζητούντων τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου «περὶ Ἀγροφυλακῆς». —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ καταθέτει αἴτησιν τῶν κατοίκων Κηροχωρίου Ὀλυμπίας, παρακαλούντων, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐκρίζωσις τῶν σταφιδαμπέλων, λόγῳ ἀκαταλληλότητος τοῦ ἐδάφους, συμφώνως Ν. ΙΙ., καὶ ἡ ἀναφύτευσις εἰς ἄλλην ἔκτασιν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα Συλλόγων Σεληνοῦντος, αἰτούντων τὴν ἀνάκλησιν τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ ἀχθοφόρου τοῦ Σταθμοῦ Ἀνεμοχωρίου. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα δημοσίων ὑπαλλήλων Ζαχάρως, διαμαρτυρομένων δι’ τὴν παροχὴν ἐπιδόματος μόνον 3%. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ καταθέτει αἴτησι κατοίκων Σεληνοῦντος, παρακαλούντων, ὅπως ἀπολυθῇ ἡ μετατεθῇ ὁ καθηγητὴς τῆς Γαλλικῆς, ἐπίσης δὲ ὅπως ψηφισθῇ κονδύλιον διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ διδακτηρίου τῆς πόλεώς των. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῶν κουκουλοτρόφων Μεσσηνίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἐπιψήφισιν νόμου, περιορίζοντος τὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν τῶν κουκουλίων εἰς 15%. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα κατοίκων Γρύλλου, διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποζημιώσεως τοῦ χωρίου των, ἐνεργησάσης μεροληπτικῶς. —Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Σερρῶν καὶ Θεσσαλονίκης ζητοῦν τὴν ἄμεσον ἀνάκλησιν τῶν ἀπολύσεων τῶν Τριατατικῶν ὑπαλλήλων, τὴν μὴ περικοπὴν τῶν μισθῶν, ἐκτὸς τῶν παχυλῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, τρισχιλιόδραχμον προκαταβολὴν διὰ τὴν διαφορὰν τῶν μηνῶν Δεκεμβρίου, Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου κλπ. —Οἱ Ἀθανάσιος Ψυχάρης, Γ. Λαζαρίκος κλπ. παρακαλοῦν, ὅπως ληφθῇ νομοθετικὴ μέριμνα περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ πίνακος 1929 ὑποψηφίων ἐφοριακῶν γραμματέων. —Οἱ ὑλοτόμοι περιφερείας Παντελεήμονος, Πιερίας καὶ Γουμενίτσης ζητοῦν τὴν ἵδρυσιν Δασικοῦ Ἐπιμελητηρίου. —Τὰ μέλη τοῦ Συλλόγου τῶν Ὑπαλλήλων Ἐλευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης ζητοῦν τὴν κατάθεσιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ Ε.Ζ.Θ.». —Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ καταθέτει αἴτησιν τῶν Σωματείων Κρεοπωλῶν, Ἰχθυοπωλῶν καὶ Ἰχθυεμπόρων, καὶ Ὀπωροπωλῶν τῆς Κεντρικῆς Ἀγορᾶς Ἀθηνῶν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐνοικιοστασίου. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῶν γονέων καὶ κηδεμόνων τῶν μαθητῶν τοῦ ἡμιγυμνασίου Κατούνης περὶ ἀνακλήσεως τῆς διαταγῆς ἀποσπάσεως τοῦ καθηγητοῦ Γερογιάννη εἰς Ἰωάννινα. —Ὁ Εὐθύμιος Μαρόπουλος, πολιτικὸς συνταξιοῦχος, κάτοικος Ἀθηνῶν, ζητεῖ βελτίωσιν τῆς συντάξεώς του. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ, Π. ΓΑΡΟΥΦΑ-ΛΙΑΣ καὶ Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ καταθέτουν ὑπόμνημα τοῦ Συνδέσμου Συνταξιούχων Τροχιοδρομικῶν καὶ Αὐτοκινητιστῶν Α. Π. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῶν βιβλιοπωλῶν Μεσολογγίου περὶ λήψεως μέτρων προστατευτικῶν τοῦ ἐμπορίου διδακτικῶν βιβλίων. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ καταθέτει αἴτησιν τῆς Σχολικῆς Ἐφορείας τοῦ Αʹ Δημοτικοῦ Σχολείου Ἀγρινίου, ζητούσης τὸν διορισμὸν διδασκάλου. —Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ καταθέτει αἴτησιν τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ ὑπολοχαγοῦ Ἀντωνακέα Νικολάου περὶ προαγωγῆς του εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ. —Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Σεληνοῦντος περὶ πληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς περονοσποροπλήκτους. —Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ καταθέτει αἴτησιν τοῦ ἀποστράτου ὑπολοχαγοῦ Ἠλιακοπούλου Βασιλ. περὶ προαγωγῆς του εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ. —Ἐπιτροπὴ πτωχευσάντων ἐμπόρων Σύρου, Καλαμπάκας, Τρικκάλων κλπ. πόλεων, ζητοῦν τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου ἀποκαταστάσεως τῶν κηρυχθέντων εἰς πτώχευσιν ἐμπόρων κλπ. —Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεταιρισμοῦ καλλιεργητῶν Σουφλαρίου Λαρίσης ζητεῖ τὴν παραχώρησιν τοῦ μὴ χρησιμοποιουμένου Ἀεροδρομίου Λαρίσης πρὸς καλλιέργειαν. —Ἐπιτροπὴ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν ἐπαρχίας Τρικκάλων, ζητεῖ τὴν βελτίωσιν τῶν συντάξεών των. —Ἡ Σχολικὴ Ἐφορεία 39 Σχολείων Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὸν ἄμεσον διορισμὸν προσωπικοῦ τοῦ δευτέρου ἑξαταξίου δημοτικοῦ σχολείου. —Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Λουτρακίου παρακαλοῦν ὅπως χορηγηθῇ ἐπίδομα πόλεων ἴσον μὲ τοὺς τῶν Ἀθηνῶν. —Ὁ Δήμαρχος Σουφλίου παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ σηροτροφικὸν νομοσχέδιον, συμφώνως τροποποιήσεις Γερουσίας. —Ὁ κ. Γ. Πηγαδίτης διαμαρτύρεται ἐναντίον τῶν ὑπηρεσιῶν Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων καὶ Γραφείου σχεδίου πόλεων. —Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Ἄρτης παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐπεμβῇ παρὰ τῷ Ταμείῳ Γεωργικῶν Ἀσφαλειῶν διὰ τὴν ἀποδοχὴν ἀσφαλίσεων ἑσπεριδοειδῶν. —Γεωργοί, κάτοικοι Συνοικισμοῦ Ν. Κουκλουτζᾶ, περιφερείας Θεσσαλονίκης δι’ ὑπομνήματός των παρακαλοῦν ὅπως μετατραπῇ ἡ γεωργικὴ αὐτῶν ἐγκατάστασις εἰς κτηνοτροφικὴν τοιαύτην. —Οἱ Καπνεργάται στιβαδόροι καὶ ἀργιεργάται Καβάλλας, διὰ ψηφίσματός των, αἰτοῦν τὴν συνέχισιν τῆς ἐπιχορηγήσεως ἐπιδομάτων ἀνεργίας, τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Τ.Α.Κ. κλπ. —Ἡ Α. Ε. Γραφικαὶ Τέχναι «Ἀσπιώτη Ἔλκα», δι’ ὑπομνήματός της πρὸς τὸ Ἀνώτατον Οἰκονομικὸν Συμβούλιον ζητεῖ, ὅπως τοῦτο λάβῃ μέτρα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς μέχρι τοῦδε ἀδικηθείσης βιομηχανίας. —Ἡ Εἰσαγγελία Ἐφετῶν Κρήτης ὑποβάλλει αἴτησιν δικαστικῶν ὑπαλλήλων Χανίων περὶ διοργανώσεως τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων καὶ Εἰσαγγελιῶν. —Οἱ περιπτεριοῦχοι Ἀγρινίου παρακαλοῦν, ὅπως συμπεριληφθοῦν εἰς τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως μηνιαίου βοηθήματος διὰ τοὺς ἀναντικαταστάτους ὑπαλλήλους. —Ἐπιτροπὴ παλαιοημερολογητῶν Σπάρτης διαμαρτύρεται διὰ παράνομον σύλληψιν ἱερέως παραρτήματος Κοινότητος Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Σπάρτης. —Ἀντιπροσωπεῖαι προσφυγικῶν ὀργανώσεων κέντρου Θεσσαλονίκης, διὰ ψηφίσματός των, διαμαρτύρονται διὰ τὸν χωρισμὸν τῶν συνοικισμῶν. —Ἡ Ἕνωσις Συναιτερισμῶν Σταφιδοφόρου Πελοποννήσου, διὰ τηλεγραφήματός της, ἐπιμένει εἰς ἐφαρμογὴν συστήματος ἑνιαίας διαχειρίσεως σταφίδος, τροποποίησιν νόμου Α.Σ.Ο. κλπ. —Ἡ Ἕνωσις κατωτέρων ἀποστράτων ἀξιωματικῶν ξηρᾶς Μακεδονίας–Θράκης, διὰ ψηφίσματός της, ζητεῖ τὴν παρὰ τοῦ Κράτους ἀπόδοσιν τῶν πραγματικῶν συντάξεων, τὴν ἔκπτωσιν τῶν ναύλων ἐπὶ τῶν σιδηροδρομικῶν καὶ τροχιοδρομικῶν γραμμῶν κλπ. —Ἡ Ἕνωσις Μουσουλμάνων Ἑλλάδος, διὰ τηλεγραφήματός της, διαμαρτύρεται διὰ πιεστικὰ καὶ τυραννικὰ μέτρα Γενικῆς Διοικήσεως Θράκης. —Ὁ Πρόεδρος τῶν ἀποστράτων Κερκύρας, διὰ τηλεγραφήματός του, ὑπενθυμίζει τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν ἀποστράτων. —Οἱ Διευθυνταὶ τοῦ Τύπου τῆς Θράκης, διὰ τηλεγραφήματός των, διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀδίκου ἀποφάσεως τῆς ἀπολύσεως τῶν Τριατατικῶν. —Ὁ Σύλλογος Στρωμνιτσιωτῶν, δι’ ὑπομνήματός του, διαμαρτύρεται διὰ τὴν εἰς μικρὰν μόνον κλίμακα συμπεριλαβὴν τῶν ἀγωνιστῶν Στρωμνίτσης εἰς τοὺς πίνακας τῶν Μακεδονομάχων. Ἡ ἐπὶ τῆς ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙΤΡΟ-ΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ Γενικῆς Διευθύνσεως Ἀεροπορίας καὶ δικαιωμάτων Ἐπιτελάρχου Ἀεροπορίας». Ἡ ἐπὶ τῆς ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ κωδικοποιημένου νόμου 4819 «περὶ ὀργανώσεως Σώματος Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας». Οἱ κ. κ. Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) καὶ Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4171». Ἡ ἐπὶ τῶν ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙΤΡΟ-ΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἐπιτροπῶν Δημοσίας Ἀσφαλείας διατάξεων». Οἱ κ. κ. Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν) καὶ ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 3 καὶ 5 τοῦ ἀπὸ 10 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου Ἁγίου Ὄρους». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων «περὶ διοικήσεως τῆς Ἐκπαιδεύσεως» 4653 καὶ τοῦ νόμου 4043». Οἱ κ.κ. Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) καὶ Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 5771». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ, Α. ΤΣΙΡΩ-
ΝΗΣ, Α. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ, Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ, Γ. ΕΥΣΤΡΑ-
ΤΙΑΔΗΣ, Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ, Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Γ.
ΣΤΡΑΤΟΣ, Δ. ΛΟΝΤΟΣ, Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Γ.
ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ, Γ. ΡΑΛΛΗΣ, Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ.
Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ, Γ. ΧΛΩΡΟΣ, Δ. ΒΟΥΛΤΣΟΣ, Λ. ΤΣΙ-
ΟΚΟΣ, Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ, Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ, Α. ΠΑ-
ΠΑΘΑΝΑΣΗΣ, Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ, Α. ΠΑΪΖΗΣ, Κ. ΚΟ-
ΡΟΖΟΣ, Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ καὶ Γ. ΤΣΟΧΑΣ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ νόμου 2613 ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη ὑπὸ τοῦ νόμου 2900 τοῦ ἔτους 1922». Ἡ ἐπὶ τῆς ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ Ε-ΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς παραπεμφθείσης αὐτῇ δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀλ. Μελᾶ. Ἡ ἐπὶ τῶν ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τῶν Δημοτικῶν Στρατολόγων καὶ τῆς Στρατολογικῆς Ὑπηρεσίας τῶν Δήμων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΖΙΒΑΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου: «Περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Ν. Δ. τῆς 31ης Μαΐου 1926 «περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». Ἡ ἐπὶ τῆς ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἀναστολῆς τῆς περὶ ἐξετάσεως τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν διατάξεων τοῦ νόμου 5343». Ἡ ἐπὶ τῶν ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙ-ΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ». Η ΓΕΡΟΥΣΙΑ ἀποστέλλει τὴν ὑπ’ αὐτῆς τὸ πρῶτον ψηφισθεῖσαν πρότασιν νόμου: «Περὶ ἀπονομῆς βαθμοῦ τμηματάρχου βʹ τάξεως εἰς γραμματεῖς αʹ τάξεως, κατέχοντας εἰδικὰς θέσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙΤΡΟ-ΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς παραπεμφθείσης αὐτῇ δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βουραζάνη. Ὁ κ. Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ ἀπονομῆς τῆς συντάξεως τοῦ βαθμοῦ των εἰς τοὺς κατὰ τὸν νόμον 5597 προαχθέντας ὑποστρατήγους». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ, Γ. ΚΑΛΑΝ-
ΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ, Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ,
ΑΝΔΡ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ, Γ. ΧΛΩΡΟΣ καὶ Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἐδαφ. 1 τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ νόμου 4108 καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου». Οἱ κ. κ. Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῆς Κρατικῆς Ὑγιεινῆς) καὶ ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ ἐξόδων πρώτης ἐγκαταστάσεως τοῦ Σανατορίου Μονῆς Πέτρας Ὀλύμπου, καὶ τοῦ ἐν τῷ θεραπ)ρίῳ «Σωτηρία» ἀνεγερθέντος περιπτέρου ἐξ ἐράνων «Μάννας» καὶ ἐγκρίσεως Γʹ Συγκριτικοῦ πίνακος ἐκτελεσθέντων ἔργων, ἀποπερατώσεως ἀνεγέρσεως λαϊκοῦ περιπτέρου ἐν τῷ Νοσοκομείῳ «Σωτηρία». Ὁ κ. Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ Γενικῆς Διευθύνσεως Ἀεροπορίας καὶ δικαιωμάτων Ἐπιτελάρχου Ἀεροπορίας». Ὁ κ. Δ. ΜΑΞΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν), Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Γ. ΠΕ-ΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Αὐστρίας ἐπελθούσης συμφωνίας καὶ παρατήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν εἰς Αὐστρίαν εἰσαγομένων οἴνων σταθεροποιημένου δασμοῦ». Ἡ ἐπὶ τῶν ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17–9–1926 Ν. Δ. περὶ συστάσεως Α.Ν.Δ. Συμβουλίου ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ, Δ. ΛΟΝΤΟΣ καὶ Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 5471». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ, Δ. ΛΟΝΤΟΣ, Γ. ΡΑΛΛΗΣ, Γ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ καὶ Π. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5850 περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ νόμου 4299 περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων κειμένων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. ΑΙΓΙΑ-
ΛΙΔΗΣ, Δ. ΠΑΠΠΑΣ, Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ, Ε. ΧΑΤΖΗΔΑ-
ΚΗΣ, Γ. ΧΛΩΡΟΣ, Γ. ΧΑΤΖΗΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ, Δ. ΛΙΑ-
ΠΙΔΗΣ, ΑΛ. ΛΑΓΟΥΡΟΣ, Σ. ΣΧΙΝΑΣ, Γ. ΕΜΠΕΙΡΙ-
ΚΟΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἄρθρου 12 παραγρ. 2 τοῦ νόμου 5235». Ἡ ἐπὶ τῶν ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙΤΡΟ-ΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπογραφέντος ἐν Ἀγκύρᾳ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας τὴν 14 Σεπτεμβρίου 1933 Συμφώνου ἐγκαρδίου συνεννοήσεως» καὶ 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς ὑπογραφείσης ἐν Ἀγκύρᾳ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας Συμβάσεως «περὶ καταργήσεως τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Ἀνταλλαγῆς Ἑλληνοτουρκικῶν πληθυσμῶν». Ὁ κ. ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ ἐγγραφῆς εἰς τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος ἀπολυθέντων τῶν τάξεων αὐτοῦ βαθμοφόρων τινῶν» καὶ 2) «Περὶ τροφοδοσίας τῶν πληρωμάτων τῶν ἐμπορικῶν πλοίων». Ὁ κ. ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ καθορισμοῦ τοῦ μισθώματος τῶν ἐν τῇ Νέᾳ Ἀγορᾷ Ἀθηνῶν καταστημάτων διὰ τὸ μισθωτικὸν ἔτος 1933– 1934». Ἡ ἐπὶ τῆς ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ κωδικοποιουμένου νόμου 4849 «περὶ ὀργανώσεως σώματος ἐπιθεωρήσεως ἐργασίας Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. ΒΕΡΡΟΙΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου: «Περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νόμου 1865». Ὁ κ. ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τῶν παραγράφων θʹ καὶ ιʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 4448 περὶ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙΤΡΟ-ΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 18ης Σεπτεμβρίου 1926 «περὶ ἐπιταγῆς» καὶ 2) «Περὶ προστασίας φυματικῶν ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ.». Ὁ κ. Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) Περὶ τοῦ ἐν Πρεμυρίῳ Κληροδοτήματος Ἰωάννου Μανωλίδου. 2) «Περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ σχολείου Καλῶν Τεχνῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ Ε-ΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Αὐστρίας ἐπελθούσης συμφωνίας περὶ παραιτήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῶν εἰς Αὐστρίαν εἰσαγομένων οἴνων σταθεροποιημένων δασμῶν». 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας ὑπογραφείσης τῇ 3 Ἰουλίου 1933 συμφωνίας συμπληρωματικῆς τῆς ἀπὸ 11 Μαρτίου 1929 Ἑλληνογαλλικῆς συμβάσεως ἐμπορίου, ναυτιλίας καὶ ἐγκαταστάσεως» καὶ 3) Ἐπὶ τῆς ὑπὸ τῆς Γερουσίας τὸ πρῶτον ψηφισθείσης προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς βαθμοῦ τμηματάρχου βʹ τάξεως εἰς γραμματεῖς αʹ τάξεως κατέχοντας εἰδικὰς θέσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργ. Συμβουλίου, δι’ οὗ καθίσταται αὐτῇ γνωστὸν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, διὰ Διατάγματος, εὐηρεστήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ παραίτησιν τοῦ ἐπὶ τῆς Ἀεροπορίας Ὑπουργοῦ κ. Ι. Ράλλη καὶ νὰ διορίσῃ ἐπὶ τῆς Ἀεροπορίας Ὑπουργὸν τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Π. Τσαλδάρην. Ἀνακοινῶ ὡσαύτως τηλεγράφημα τῆς συζύγου τοῦ δολοφονηθέντος Ρωμούνου Πρωθυπουργοῦ Ντούκα Ντούκα, διὰ τοῦ ὁποίου αὕτη, ἐκφράζει τὰς εὐχαριστίας της πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὰ πρὸς αὐτὴν συλλυπητήρια τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται νὰ συζητηθοῦν ἀναφοραί, αἵτινες ἔχουσι σειράν;
§4Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω καὶ τοὺς κυρίους ἀντιπολιτευομένους συναδέλφους νὰ δεχθῶσι νὰ συζητηθοῦν ἐπείγοντά τινα νομοσχέδια τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐφ’ ὧν δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις.
§5Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐὰν δὲν ἔχουν συζήτησιν, δεχόμεθα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπογραφέντος ἐν Ἀγκύρᾳ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας τὴν 14ην Σεπτεμβρίου 1933 Συμφώνου ἐγκαρδίου συνεννοήσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τῆς ὑπογραφείσης ἐν Ἀγκύρᾳ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας Συμβάσεως «περὶ καταργήσεως τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Ἀνταλλαγῆς Ἑλληνοτουρκικῶν πληθυσμῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ «περὶ Ἀεροπορίας κλπ.».
§9ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§10Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σᾶς εἴπω περὶ τίνος πρόκειται. Εἶναι ἁπλοῦν νομοσχέδιον. Συνιστᾶται Γενικὴ Διεύθυνσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἀεροπορίας, ἡ ὁποία καταλαμβάνεται παρ’ ἑνὸς ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ ἢ καὶ συνταγματάρχου, οἱουδήποτε Σώματος, δηλαδὴ εἴτε τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, εἴτε τοῦ ναυτικοῦ, εἴτε τῆς ἀεροπορίας. Ἐπίσης, ὁρίζεται θέσις ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, ἥν καταλαμβάνει εἷς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ.
§11ΑΛ. ΖΑΝΝΑΣ. Ἄς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις.
§12ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως γενικῶς ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἀεροπορίας καὶ τὰ μέτρα ποὺ πρόκειται νὰ λάβῃ, διότι ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις καὶ μόνον δὲν θεραπεύει τὸν ἀσθενοῦντα...
§13Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς παράσχω αὐτάς τὰς πληροφορίας. Ἐγὼ ἠσθάνθην τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναλάβω προσωπικῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἀεροπορίας, μολονότι τόσον ἀπησχολημένος. Τοποθετῶ εἰς τὴν Διεύθυνσιν ἕνα ἀνώτατον ἀξιωματικόν, ἕνα συνταγματάρχην, καὶ ὡς ἐπιτελάρχην ἕνα ἀνώτατον ἀξιωματικὸν τοῦ ναυτικοῦ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται, ἐφόσον ἔχει συζήτησιν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 5250 τοῦ 1931 περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 4752 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων τοῦ Μετοχ. Ταμείου Πολιτ. Ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τῆς 2ας παραγράφου τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νόμου 5543 «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Ὀκτωβρίου 1922 Β. Δ. «περὶ διακανονισμοῦ τοῦ χρόνου ὑπηρεσίας καὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐξ ἀποστρατείας, διαθεσιμότητος κλπ. ἀνακληθέντων ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 4078 περὶ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ ἀναγνωρίσεως Κοινοτικοῦ Φαρμακείου Νέου Καρλοβασίου Σάμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1933 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων περὶ ἀγορᾶς τοῦ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐπὶ τῶν ὁδῶν Ἀρσάκη, Πανεπιστημίου καὶ Σανταρόζα ἀκινήτου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1933 Συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας περὶ ἐκμισθώσεως πρὸς τὸ Δημόσιον δύο ὀρόφων τοῦ ἐν Ἀθήναις Μεγάρου τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας πρὸς ἐγκατάστασιν δικαστικῶν καταστημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ συστάσεως Ἰατρικῶν Συλλόγων», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 5479». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τῶν Δημοσίων Ψυχιατρείων».
§22Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς Ὑγιεινῆς). Ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔχω καταθέσει καὶ τροπολογίας.
§23Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Διαγράφεται τὸ «καὶ ἀνεγνωρισμένων».
§24Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναγνωσθοῦν αἱ τροπολογίαι.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει).
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ἐπερωτᾶται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ ἀπήλλαξαν τῶν ἀνακριτικῶν του καθηκόντων τὸν ἀνακριτὴν κ. Ν. Τζωρτζάκην, πρὶν συμπληρώσῃ τὸ ἀνακριτικόν του ἔργον ἐπὶ τῶν γεγονότων τῆς 6ης Ἰουνίου. Ἐγγεγραμμένοι: «Γ. Βαρβούτης κλπ». (ἀναγινώσκει).
§28Γ. ΜΑΡΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ πρῶτος.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καλέσω κατὰ σειρὰν τοὺς ρήτορας. Ἐφόσον ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις συνεφώνησε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μαρῆς, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μαρῆς.
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐάν πρόκειται νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι, τότε θὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§31ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ γενικευθῇ.
§32Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀντίρρησιν νὰ γενικευθῇ.
§33ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε νὰ ὁμιλήσουν ἐναλλὰξ οἱ ρήτορες.
§34Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζω ὅτι, ἐκτὸς τῶν ἐγγεγραμμένων, ἀσφαλῶς θὰ ὁμιλήσουν καὶ ἄλλοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ὁ ἤδη ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἑπομένως, κατ’ ἀνάγκην, θὰ λάβουν τὸν λόγον καὶ πολλοὶ ρήτορες τῆς Συμπολιτεύσεως.
§35ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§36Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον θὰ συστήσω, χωρὶς νὰ περιορίσω κανένα, ἡ συζήτησις νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ κύριον θέμα.
§37ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ καλά, κ. Πρόεδρε.
§38Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι οὕτω μόνον θὰ διεξαχθῇ ὁμαλῶς ἡ συζήτησις καὶ θὰ φωτισθῇ καὶ ἡ Βουλή, καὶ κοινὴ γνώμη ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§39ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ καταβληθῇ κάθε προσπάθεια νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὸ κύριον θέμα, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς, ἐφόσον πρόκειται νὰ ὁμιλήσουν καὶ συνάδελφοι διαφωνοῦντες πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, ὅπως οἱ ρήτορες ὁμιλήσουν ἐναλλάξ. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης νὰ ἀφεθῇ ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ τέλος, ἵνα μὴ ἐμποδισθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ τοὺς ρήτορας.
§40Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν θὰ ἐξαντληθῇ τὸ θέμα, θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἐγώ, λέγω, προπαντὸς ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἠρέμως.
§41ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τοῦτο θὰ γίνῃ, ἐὰν ἀκούουν οἱ ἀκούοντες, χωρὶς φόβον καὶ χωρὶς πάθος, ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως.
§42Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τὸ λέγω διὰ τοὺς ἀκούοντας ὅλους, καὶ πρὸ παντός, δι’ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε.
§43Γ. ΜΑΡΗΣ. Πρὶν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, νομίζω ὅτι καλὸν ἦτο νὰ κανονίσωμεν ὅπως μὴ γίνωνται διακοπαί, διὰ νὰ τελειώσωμεν οὕτω μίαν ὥραν ἐνωρίτερον. Μὲ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, ἐπερωτῶμεν, Κύριοι Βουλευταί, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον ἀπήλλαξε διὰ Διατάγματος τῶν καθηκόντων του τὸν Ἀνακριτὴν τοῦ 7ου Τμήματος κ. Τζωρτζάκην, τὸν διεξάγοντα τὰς ἀνακρίσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος τῆς ὁδοῦ Κηφισίας, πρὶν ἢ περατώσῃ οὗτος τὸ ἔργον του, καὶ καθ’ ἣν στιγμήν, ἐξ ὅσων δημοσίᾳ ἐγνώσθησαν, τοῦτο εὑρίσκετο εἰς τὴν κυριωτέραν του φάσιν. Καὶ δὲν περιωρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς μόνην τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνεπιθυμήτου ἀνακριτοῦ μόνον. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος διώρισεν εἰς τὸ κενωθὲν 7ον Ἀνακριτικὸν Τμῆμα ἄλλον δικαστήν, μὴ προταθέντα ὑπηρεσιακῶς καὶ ξένον πρὸς τὴν ὑπόθεσιν. Οὕτω, δι’ ἑνὸς Διατάγματος, ἀπορρέοντος ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὴν ὑπουργικὴν πρωτοβουλίαν καὶ θέλησιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρέλαβε τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν διεξάγοντα αὐτὴν ἀνακριτὴν καὶ τὴν παρέδωκεν εἰς ἄλλον τῆς ἰδίας ἐκλογῆς καὶ προτιμήσεως. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη οὔτε εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός. Ἄλλη ταὐτοχρόνως διαταγή του ὥριζεν ἐπόπτην τῶν ἀνακρίσεων τὸν Ἀρεοπαγίτην κ. Παπαηλιοῦ, πρόσωπον ἐπίσης τῆς ὑπουργικῆς ἐκλογῆς του. Διὰ τῆς διαταγῆς αὐτῆς, ἀφ’ ἑνὸς ἀπεδοκιμάζετο καὶ ἀπεμακρύνετο ἐμμέσως, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς, ὁ παρακολουθῶν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὴν ἀνάκρισιν Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, ἀπεδοκιμάζετο δὲ ἐμφαντικῶς, ἐπίσης καὶ ὁ Ἀνώτερος Ἐπόπτης τῶν ἀνακρίσεων, ὁ ἐκ τοῦ νόμου Ἀνώτερος Ἐπόπτης τῶν ἀνακρίσεων, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Χοϊδᾶς, ὅστις εἶχεν ἐμφαντικῶς δηλώσει τὴν συμφωνίαν του πρὸς τὴν ἀνακριτικὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοηθῇ τερματισμὸς τῆς ἀνακρίσεως πρὸ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἐνόχων, καὶ ὅστις, ὅτε παρουσιάσθη εὐκαιρία, ἐν ὀνόματι τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ ὑπερασπίσῃ καὶ τὸν Ἀνακριτήν, καὶ τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἰδίως καὶ τὸν Ἀνακριτήν, ὅταν οὗτοι ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων των ἐγένοντο στόχος τῶν γνωστῶν βιαιοτάτων ἐπιθέσεων.
§44ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΘΕΩΡΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ. Ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ.
§45Γ. ΜΑΡΗΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ κυρία νὰ ὁμιλήσῃ; (Θόρυβος ἐκ μέρους τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω, ἂν πρόκειται περὶ ἐπιδοκιμασίας ἤ ἀποδοκιμασίας τοῦ ρήτορος. Πάντως, ἡ φωνὴ ἐκ τοῦ ὡραίου φύλου προέρχεται, καὶ ἑπομένως μὴ παραπονεῖσθε.
§47Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐν μιᾷ φράσει, κ. Βουλευταί, ὀλίγαι γραμμαὶ καὶ δύο ὑπογραφαὶ ἤρκεσαν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἀνατρέψῃ ὁλόκληρον τὸ ἀνακριτικὸν καθεστώς, ὅλην τὴν ἀνακριτικὴν κλίμακα τὴν ὑφισταμένην ἐπὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς ὁδοῦ Κηφισίας, καὶ νὰ ἐγείρῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτῆς ἄλλην τῆς ἰδίας ἀρεσκείας, τῆς ἰδίας ἐκλογῆς. Ἡ πρᾶξις, ὡς ἦτο ἑπόμενον, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ προκαλέσῃ κατάπληξιν, ὅσον καὶ ἂν ἐψιθυρίζετο τὰς προηγουμένας ἡμέρας, ὅτι θὰ ἐπεχειρεῖτο μία περιφρόνησις πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, καὶ ἐπὶ τοιούτου μάλιστα ἀδικήματος. Δὲν εἶναι ὑπερβολή, Κύριοι Βουλευταί, ἄν εἴπωμεν ὅτι ματαίως θὰ ἀναζητήσῃ τις εἰς τὰ δικαστικὰ χρονικὰ ὁμοίας φύσεως καὶ ὁμοίας ἐκτάσεως ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τὰ δικαστικά. Καθόσον τοὐλάχιστον γνωρίζω, ἀφ’ ἧς ἀπεκτήσαμεν Σύνταγμα καὶ ἀνεξαρτησίαν δικαστικήν, συνταγματικῶς κατωχυρωμένην, οὐδέποτε ἐπεχειρήθη τοιαύτη εἰσβολή, τόσον ἀπροκάλυπτος εἰσβολή, εἰς τὸ τέμενος τὸ δικαστικόν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀποτελεῖ ρεκόρ, ἀναμφισβήτητον ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐλπίζομεν ὅτι τὸ ρεκὸρ τοῦτο θὰ εἶναι καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀνυπέρβλητον, διότι δὲν πιστεύομεν νὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος νὰ ζηλώσῃ τὰς δάφνας τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἐν τῇ περιφρονήσει τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Δὲν θὰ παρατάξω, Κύριοι Βουλευταί, ἰδικά μου ἐπιχειρήματα διὰ νὰ καταδείξω πόσον ἡ πρᾶξις ἡ ὑπουργικὴ ἀντίκειται πρὸς τὴν ὀρθὴν ἔννοιαν τῶν διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων περὶ διορισμοῦ ἀνακριτῶν, πόσον εἶνε ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, τὴν ὁποίαν κατεπάτησε, τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, ἐφόσον ὑφίσταται τὸ Σύνταγμα, τὸ κατοχυροῦν τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτήν. Θὰ προτιμήσω νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς ἄλλους ἁρμοδιωτέρους ἐπὶ τοῦ θέματος, θὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὰς κορυφὰς τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, εἰς τοὺς καθηγητὰς τῶν Νομικῶν Σχολῶν τῶν Πανεπιστημίων μας, οἵτινες κάλλιον τῶν ἄλλων εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν καὶ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐξοχὴν γνωρίζουν πόσον θεμελιώδης εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ σεβασμοῦ, τοῦ θρησκευτικοῦ σεβασμοῦ, εἰς πᾶν Κράτος, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ποίας ὀλεθρίας συνεπείας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ καταπάτησις τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Θὰ δώσω τὸν λόγον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὡς ἁρμοδιώτεροι ὅλων, θὰ κρίνουν ἀπὸ νομικῆς καὶ ἀπὸ συνταγματικῆς πλευρᾶς τὴν ὑπουργικὴν ἐνέργειαν, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, διότι πρῶτοι ὅλων καὶ περισσότερον ὅλων ἐξηγέρθησαν διὰ τὸ ὑπουργικὸν πραξικόπημα. Διότι ὅσοι παρηκολουθήσατε τὴν συζήτησιν, κ. Βουλευταί, ὅσοι παρηκολουθήσατε τὴν συζήτησιν ἐν τῷ τύπῳ, θὰ εἴδετε, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, διὰ μιᾶς αὐτομάτου ἐκρήξεως τοῦ αἰσθήματος τῆς ἀμύνης ὑπὲρ τῆς καταπατήσεως τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, ἔσπευσαν, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, νὰ καυτηριάσουν τὴν ὑπουργικὴν ἐνέργειαν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὁλοκλήρους τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς, Ἀρκοῦν ὀλίγαι ἀλλὰ χαρακτηριστικαὶ περικοπαί. Τὶ λέγει ὁ κ. Τριανταφυλλόπουλος; «Ὁ ἅπαξ διορισθεὶς ἀνακριτής, δὲν δύναται ν’ ἀνακληθῇ πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας του, ἢ ἂν δὲν ὑφίσταται τοιαύτη, πρὸ τῆς περατώσεως τῶν ἀνακρίσεων ποὺ διεξάγει. Ἡ ἐπέμβασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἂν ὁ ἀνακριτὴς δὲν κωλύεται, εἶναι παράνομος. Οὕτω λύεται τὸ ζήτημα καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι πραξικοπηματική». Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ἄλλος καθηγητής, τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ὁ κ. Σβῶλος, συμφωνῶν πλήρως μὲ τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου του. Καὶ ἀναφερόμενος εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ ὁ κ. Σβῶλος, προσθέτει: «αἱ περιπτώσεις δ’ αὐταί, συνοδεύουσαι τὴν ὑπὸ κρίσιν ὑπόθεσιν, καθιστοῦν ἐκτάκτως παρεξηγήσιμον τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἔπρεπεν ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος νὰ ὑψώσῃ μίαν γενικωτέραν διαμαρτυρίαν», τονίζει ὁ κ. Σβῶλος. Καὶ ἔρχεται ἄλλος, ὑφηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ κ. Ράμμος, νὰ τονίσῃ, ὅτι ἀναμφισβήτητον εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ τὸ ἄρθρον 81 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, νὰ συνέλθῃ διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Τζωρτζάκη. Καὶ ἀποφαίνεται ὁ κ. Πετμεζᾶς, ἐξίσου κατηγορηματικῶς, ἐπικρίνων τὴν ὑπουργικὴν ἐνέργειαν. «Ἡ διὰ Διατάγματος ἀντικατάστασις ἀνακριτοῦ δι’ ἑτέρου, ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι ὅλως παράνομος καὶ ἀποτελεῖ πρωτοφανῆ ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης.
§48Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ποῖος τὸ λέγει αὐτό;
§49Γ. ΜΑΡΗΣ. Ὁ κ. Πετμεζᾶς τονίζει, ὅτι ἀποτελεῖ ἡ πρᾶξις σας ἐπέμβασιν πρωτοφανῆ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἀποφαίνεται κατόπιν ὁμοίως ὁ κ. Πολυχρονιάδης, καθηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ἐμπορικὴν Σχολήν. Εἶναι τόσον ἀνύποπτος ἡ γνώμη αὐτῶν τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς, κ. Βουλευταί, ὅσῳ τινὲς ἐξ αὐτῶν, ὡρισμένοι ἐξ αὐτῶν, ἄλλοτε διεδήλωσαν τὴν διαφωνίαν των κατὰ ὡρισμένης πολιτικῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, τὴν ὁποίαν πολὺ καλὰ ἐνθυμεῖσθε.
§50ΠΑΝ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, δὲν θέτομεν τὰ φρονήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχουν οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, μὲ τὴν ἰδικήν των γνώμην. Θὰ ἦτο μεγαλυτέρα αὐτὴ ἡ ἐπέμβασις, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται.
§51Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ τονίσω τὸ πρᾶγμα, διότι ἤκουσα ψίθυρον κατὰ τῶν καθηγητῶν. Χαίρω διότι ἀκούω τὴν διαβεβαίωσιν ὑμῶν.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς λέγω, ὅτι οὐδαμῶς τὰ πολιτικὰ φρονήματα θεωροῦμεν ὅτι δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς ἐπιστημονικῆς γνώμης.
§53Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον, κ. Βουλευταί, ἡ θεωρία, ἡ ὁποία τόσον κατακρίνει τὴν ὑπουργικὴν ἐνέργειαν. Καὶ ἡ δικαστικὴ νομολογία δὲν εἶναι περισσότερον ἐπιεικὴς διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπάρχει γνωμοδότησις τοῦ ἄλλοτε Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν κ. Μαλούχου, δημοσιευθεῖσα καὶ εἰς τὴν «Θέμιδα» τοῦ 1920, κατηγορηματικὴ δὲ ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐξετάζει ὁ κ. Μαλοῦχος τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιτρεπτοῦ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ μὴ περατώσαντος τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἀνάκρισιν. Ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «ὁ ἅπαξ ἐπιληφθεὶς τῆς ἀνακρίσεως δικαστής, εἶναι καὶ παραμένει ὁ φυσικὸς τοιοῦτος μέχρις οὗ ἐξαντλήσῃ τὴν διαδικασίαν. Δὲν δύναται ὁ Ὑπουργός, διὰ παραγγελίας πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, νὰ ἀφαιρέσῃ τὰς ὑποθέσεις κατ’ ἀρέσκειαν εἴτε ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δικαζομένου, εἴτε καὶ πρὸς ὄφελος αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς δικαιοσύνης». Ὡς ἠκούσατε, κ. Βουλευταί, ὁ ἄλλοτε Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν κατακρίνει δριμύτατα τὴν ἀφαίρεσιν μιᾶς ὑποθέσεως ἀπὸ τὸν διεξάγοντα αὐτὴν ἀνακριτὴν καὶ παράδοσιν αὐτῆς εἰς ἄλλον διὰ μέσου τοῦ Εἰσαγγελέως, ὄχι εἰς ὡρισμένον ἄλλον ἀνακριτὴν καὶ ἀπευθείας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Φαντάσθητε τί θὰ ἔλεγεν, ἐὰν ἐτίθετο πρὸ αὐτοῦ ἡ περίπτωσις τῆς ἀφαιρέσεως τῆς δικογραφίας ἀπὸ διεξάγοντα ἀνακριτὴν καὶ παράδοσιν αὐτῆς ἀπευθείας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς ἄλλον ἀνακριτὴν τῆς ὑπουργικῆς ἐκλογῆς, φαντάσθητε τὶ θὰ ἔλεγεν, ἐὰν θὰ εἶχε πρὸ αὐτοῦ τοιαύτην περίπτωσιν. Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κατηγορήσωμεν τὸν Εἰσαγγελέα, διότι δὲν ἐξήτασε τοιαύτην περίπτωσιν, διότι ποῦ νὰ τὴν φαντασθῇ ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλ’ ὄχι ὀλιγώτερον κατηγορηματικὸς εἶναι καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἔγγραφον ἀπὸ 16ης Ὀκτωβρίου 1933 πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, ἀναφέρεται εἰς προηγούμενον ἔγγραφον, καὶ καταλήγει: «Θὰ ἦτο ὅλως ἄτοπον νὰ ἀναθέτῃ τὴν ἀνάκρισιν ὡρισμένης ἀναφυείσης ὑποθέσεως, εἴς τινα τῶν πλειόνων ἀνακριτῶν ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ ὄχι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία». Δὲν εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι Βουλευταί, νὰ προσθέσω καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα εἰς τὰ τόσα ἐπιχειρήματα καὶ τῶν κορυφῶν τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, καὶ τῆς δικαστικῆς νομολογίας. Ἀλλ’ ἡ πρωτοφανὴς ἐπέμβασις, κ. Βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον ἀπὸ νομικῆς καὶ συνταγματικῆς πλευρᾶς ἀξία τῶν κατακρίσεων, τὰς ὁποίας ἠκούσατε. Ἔχει ἡ ἐνέργεια αὐτὴ καὶ τὴν πολιτικήν της ἄποψιν, καὶ εἶναι καὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς περισσότερον ἀξιοκατάκριτος. Διότι ἡ πρωτοφανὴς ἐπέμβασις δὲν ἐπεχειρήθη ἐπὶ μιᾶς οἱασδήποτε ὑποθέσεως, δὲν ἐπεχειρήθη ἐπὶ ἑνὸς συνήθους ἐγκλήματος. Τὸ ἔγκλημα ἐστρέφετο ἐναντίον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δὴ τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ τῆς συζύγου του, διεπράχθη εἰς μίαν τῶν μᾶλλον πολυσυχνάστων λεωφόρων τῶν Ἀθηνῶν, ὑπὸ τὴν ρίνα τῆς Ἀστυνομίας καὶ εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πόλεως πανηγυρικῶς καὶ μὲ προκλητικότητα καταλύουσαν πᾶσαν ἔννοιαν ἀσφαλείας εἰς τὸ Κράτος αὐτό. Ὡς αὐτουργοί, ὡς σχεδιασταὶ καὶ ἐκτελεσταὶ συλλαμβάνονται, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας καὶ ἀξιωματικοὶ τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας, ἐν γένει δὲ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀσφαλείας, καὶ τῆς Γενικῆς, καὶ τῆς Εἰδικῆς, πράκτορες ἀσφαλειῶν, πολῖται καταδιωκόμενοι, ἀνήκουν ὅλοι εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν. Ἐκτὸς τούτου, μία μερὶς τοῦ τύπου, ἐκείνη ἡ ὁποία πρὸ τοῦ ἀδικήματος εἶχεν ὑψώσει ἀνενόχλητος τὴν σημαίαν τῆς πολιτικῆς δολοφονίας, ἐξακολουθεῖ, καὶ μετὰ τὸ ἔγκλημα, νὰ διαδηλοῖ τὸν θαυμασμόν της πρὸς τοὺς ἐγκληματίας, καὶ νὰ προτρέπῃ ἐπανάληψιν τοῦ ἐγκλήματος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀναγκαίως ἐσχηματίσθη ἀτμόσφαιρα δημιουργοῦσα διὰ τὴν Κυβέρνησιν τεραστίας ἠθικὰς ὑποχρεώσεις, ἐπιβάλλουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πολὺ μεγαλυτέραν παρ’ ὅσην οἱ συνταγματικοὶ περιορισμοί, προσοχὴν καὶ περίσκεψιν εἰς τὰς ἐνεργείας της. Πῶς ἡ Κυβέρνησις, ἐν μέσῳ τοιαύτης ἀτμοσφαίρας, ἀπεφάσισεν, ὑπερπηδῶσα καὶ συνταγματικοὺς ἀλλὰ καὶ ἠθικοὺς περιορισμούς, τόσον κολοσσιαίους, νὰ προβῇ εἰς ἀπόλυσιν τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ δι’ ἄλλου τῆς ἰδίας ἀρεσκείας; Καὶ πῶς, καὶ πέρα τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀντικατέστησεν ὅλην τὴν ἀνακριτικὴν κλίμακα; Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, κ. Βουλευταί, καθιστᾷ ἀκόμη καταπληκτικωτέραν τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, εἶναι ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεχειρήθη. Διότι ἡ πρωτοφανὴς ἐπέμβασις εἰς τὰ ἔργα τὰ δικαστικὰ ἐπεχειρήθη κατὰ τὸ εὐπαθέστερον σημεῖον τῆς ἀνακρίσεως, ἐπεχειρήθη ὅταν, ἂς εἴπωμεν κατὰ σύμπτωσιν χρονικήν, εἶχον ἤδη ἀναφανῆ ὡρισμέναι ἀνακριτικαὶ ἐνέργειαι, τείνουσαι νὰ διευρύνωσι τὸν κύκλον τῆς ἀναζητήσεως τῶν ἐνόχων, ὄχι μόνον ἐντὸς τῆς σφαίρας τῶν ταπεινῶν αὐτουργῶν, ἀλλὰ καὶ πέρα αὐτῶν εἰς τὸν κύκλον τῶν ἠθικῶν αὐτουργῶν καὶ τῶν χρηματοδοτῶν. Ὀλίγας ἡμέρας, δύο ἢ τρεῖς ἑβδομάδας πρὸ τοῦ γεγονότος τούτου, ἡ κοινὴ γνώμη ἐμάνθανεν ὅτι ἡ ἀνάκρισις ζητεῖ τὴν ἄδειαν διώξεως τοῦ ἐξ Οἰτύλου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ἄδειαν ἡ ὁποία ἐδημιούργησεν ὁλόκληρον ἀντιδικίαν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Δικαιοσύνης. Δὲν θὰ ἀπασχοληθῶ μὲ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Οἰτύλου, ἐφόσον ἀναγκαίως θὰ ἀποτελέσῃ αὕτη θέμα ἰδιαιτέρας συζητήσεως. Ἀλλ’ ὀλίγον βραδύτερον, δύο ἡμέρας μόλις πρὸ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐνεφανίζετο ἄλλο βαρυσήμαντον γεγονός. Ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀεροπορίας ἐνεφανίζοντο εἰς τὴν δημοσιότητα, διὰ νὰ καταγγείλουν, ὅτι παραιτοῦνται τοῦ Σώματος, καὶ διὰ λόγους ἄλλους, ἀλλὰ κυριώτατα, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ συνυπηρετῶσι μετὰ συναδέλφων των, οἱ ὁποῖοι κατηγγέλθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς μετασχόντες τοῦ ἐγκλήματος ἐπὶ μισθῷ, καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἐνήργησε. Δὲν θέλω, Κύριοι Βουλευταί, χάριν τοῦ Σώματος τῆς Ἀεροπορίας, νὰ ἀναγνώσω ὅλον τὸ κείμενον τῶν αἰτήσεων ἀποστρατείας, τῶν εἰρημένων ἀξιωματικῶν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς περικοπὰς, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ὁ ἐπισμηναγὸς Παπαστρατηγάκης λέγει εἰς τὴν αἴτησιν ἀποστρατείας του. (ἀναγινώσκει). «Ἀλλὰ πέρα τούτου, ὑπάρχει μία καταγγελία, τῆς ὁποίας ἀσφαλῶς ἀπὸ ἑβδομάδος ἔχετε λάβει γνῶσιν, καταγγελία βαρυτάτη, στρεφομένη ἐναντίον τοῦ σμηνάρχου Ρέππα καὶ τῶν ἐπισμηναγῶν τῆς Διοικήσεως Οἰκονόμου. Κατὰ τὴν καταγγελίαν ταύτην οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι φέρονται ὡς μετασχόντες μετ’ αὐτουργῶν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποπείρας τῆς 6ης Ἰουνίου ἐπὶ μισθῷ». Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ ἐπισμηναγὸς Ἀλεξανδρῆς (ἀναγινώσκει). «Ὡς κατακλεὶς τῆς ἠθικῆς ταύτης καταπτώσεως, ἔρχεται ἡ πληροφορία ὅτι ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀεροπορίας ἐκ τῶν κατεχόντων ἐμπιστευτικὰς θέσεις, καταγγέλλονται ὡς συνεργοὶ τῆς δολοφονίας τῆς 6ης Ἰουνίου». Ἀμφότεροι δὲ οἱ ἀξιωματικοὶ τονίζουν κατηγορηματικῶς, ὅτι, ἐνῶ ταῦτα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατηγγέλθησαν, οὐδὲν ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε διοικητικῶς.
§54Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τίνα κατηγγέλθησαν; Αὐτὰ ὅλα εἶναι συκοφαντίαι τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν. Οὐδέποτε κατηγγέλθη τοιοῦτό τι. Εἶναι ψεῦδος ἀντάξιον τοιούτων ὑποκειμένων.
§55Γ. ΜΑΡΗΣ. Κύριε ἐξ Ἀθηνῶν Βουλευτά, τὸ καλλίτερον μέτρον διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν ἦσαν συκοφαντίαι, εἶναι νὰ ἀφήσητε νὰ προχωρήσῃ ἡ ἀνάκρισις.
§56ΙΩ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ καλλίτερον μέτρον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐγώ. Δηλαδὴ ὑπέβαλον μήνυσιν κατ’ αὐτῶν ἐπὶ συκοφαντίᾳ καὶ θὰ δώσουν λόγον ἐντὸς ὀλίγου τῶν πράξεών των ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης.
§57Γ. ΜΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὀρθῶς ἀγανακτεῖ ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῆς Ἀεροπορίας Ὑπουργός, ἐὰν ὄντως δὲν λέγουν τὴν ἀλήθειαν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀεροπορίας. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι τὴν 23ην Δεκεμβρίου ταῦτα ἐνεφανίζοντο εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ οἱ ταῦτα καταγγέλλοντες ἦσαν ἀξιωματικοὶ ἀντιβενιζελικοὶ καὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ εἷς μάλιστα ἐξ αὐτῶν χαρακτηρίζει ἑαυτόν, ὡς ἐκ γενετῆς ἀντιβενιζελικόν. Καὶ ἐνῶ, Κύριοι Βουλευταί, ἡ κοινὴ γνώμη εὐλόγως ἀνέμενε τὴν ἄμεσον, τὴν ταχύστην διευκρίνισιν μιᾶς τόσον τρομερᾶς καταγγελίας, ἐνῷ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ πρωτοστατήσῃ ἡ ἰδία εἰς τὴν ἄμεσον διευκρίνισιν, τί βλέπομεν; Βλέπομεν τὴν 25ην Δεκεμβρίου, μετὰ δύο δηλ. ἡμέρας, τὴν Κυβέρνησιν ἀντικαθιστῶσαν τὸν ἀνακριτὴν καὶ ὁλόκληρον τὴν ἀνακριτικὴν κλίμακα, μετὰ σπουδῆς δὲ πρωτοφανοῦς, ἐν ἡμέρᾳ Χριστουγέννων, μὲ κλειστὰ τυπογραφεῖα, μὲ καταδίωξιν τοῦ ἀνακριτοῦ, διὰ νὰ τοῦ κοινοποιηθῇ ἡ ἀπόλυσις. Πῶς ἡ Κυβέρνησις περιεφρόνησε τὰς ὑπονοίας καὶ τὰς παρεξηγήσεις τὰς τρομεράς, τὰς ὁποίας θὰ συνεπήγετο μία τοιαύτη ἐνέργεια; Ποία δύναμις ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρίδῃ τὴν ἀναμφισβήτητον ἐξέγερσιν, τήν ὁποίαν θὰ προεκάλει τοιαύτη ἐνέργεια, ἐξέγερσιν, ἡ ὁποία εἶχε τόσον ταχεῖαν τὴν ἐκδήλωσιν, ὥστε νὰ ἴδωμεν καὶ ἐφημερίδα ἀκόμη, ἐκ τῶν ὑποστηριζουσῶν φανατικώτατα τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀποχωρίζηται ἀμέσως τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ καταγγέλλῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ λέξει: (ἀναγινώσκει). «Ἐξέλεξε τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ ἀνακριτής καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ δίκη τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων, ἄνευ τῶν ἠθικῶν αὐτουργῶν, τῶν ὁποίων ἐφαίνετο ἐπικειμένη ἡ ἀνακάλυψις». Πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκτεθῇ εἰς τοιαύτας εὐλόγους καὶ τρομερὰς ὑπονοίας; Ἀπάντησιν, κ. Βουλευταί, εἰς τὴν τοιαύτην ἀπορίαν ματαίως ἐπεζητήσαμεν νὰ εὕρωμεν εἰς τὰς ὑπουργικὰς δηλώσεις....
§58Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ποία ἐφημερίς, Κύριε;
§59Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἡ «Ἑστία», κ. Ὑπουργέ, ἡ ὁποία καὶ σήμερον δὲν εἶναι φίλη ἰδική μας. Ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἀπορίας ταύτης, κ. Βουλευταί, ματαίως ἀνεζητήσαμεν νὰ εὕρωμεν εἰς τὰς δηλώσεις μὲ τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνώδευσε τὴν πρωτοφανῆ του ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἔργα τὰ δικαστικά. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς, διὰ τῶν δηλώσεών του, ἕν πρᾶγμα κυρίως κατώρθωσε, κατώρθωσε νὰ ἐμφανίσῃ ἀκόμη ὠμοτέραν τὴν εἰκόνα τῆς κυβερνητικῆς εἰσβολῆς, τῆς κυβερνητικῆς ἐπιδρομῆς εἰς τὸ ἔργον τὸ δικαστικὸν, εἰς τὸ ἄσυλον τοῦ δικαστικοῦ περιβόλου. Διότι, μὴ ἀρκούμενος εἰς τὴν ἐπιδρομήν του ὁ κ. Ὑπουργός, τὴν συνώδευσε καὶ μὲ μίαν βιαιοτάτην ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ αὐθαιρέτως ἀπολυομένου ἀνακριτοῦ, τὸν ὁποῖον κατηγόρησεν ὅτι περιέπεσεν εἰς ἀσύγγνωστα παραπτώματα, μειώνοντα τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμὲ νὰ ὑπερασπίσω τὸν ἀπολυθέντα ἀνακριτήν. Οὔτε ἔχει ἀνάγκην ὑπερασπίσεως ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπέδειξε τόσην προσήλωσιν εἰς τὸ καθῆκόν του, τόσην ἀντοχὴν καὶ τόσην ψυχικὴν ἀνωτερότητα. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ, παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν θλίψιν μου, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὑπὲρ πάντα ἄλλον τεταγμένος νὰ περιφρουρῇ τὸ δικαστικὸν γόητρον καὶ νὰ προασπίζῃ τὰς δικαστικὰς ὑπολήψεις, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀπευθύνῃ τοιαύτας κατηγορίας κατὰ προσώπων δικαστῶν, χωρὶς οὔτε προηγουμένως, οὔτε ταὐτοχρόνως τοὐλάχιστον νὰ κινήσῃ κατ’ αὐτῶν τὸν νόμιμον ἔλεγχον. Καὶ τὸ χειρότερον εἶναι, ὅτι ἐνόμισεν ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ καθορίσῃ καὶ τὰ παραπτώματα, ἀφήνων διὰ τῆς ἀοριστίας του διάπλατα ἀνοικτὴν τὴν θύραν διὰ παντὸς εἴδους ὑπονοίας κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ εἰς τὴν φαντασίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔδιδον πίστιν εἰς τοιούτου εἴδους κατηγορίας. Εἶναι τόσον θλιβερὸν τὸ θέαμα, ὥστε ἀληθῶς νὰ διερωτᾶταί τις μαζὶ μὲ τὸν καθηγητὴν τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, κ. Σβῶλον, πῶς ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος, τοὐλάχιστον τῆς πρωτευούσης, δὲν ἐθεώρησε καθῆκόν του, νὰ ἐξεγερθῇ, διότι ἐγκαινιάζεται τοιαύτη μέθοδος διασυρμοῦ τῶν δικαστικῶν προσώπων, καὶ πῶς δὲν ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐκ μικροτέρας ἀφορμῆς ἐξέγερσιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ τὴν προκαλέσασαν τὸ γνωστὸν ἱστορικόν του ἔγγραφον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς λέγει καὶ ἕν συγκεκριμένον παράπτωμα ἀνακριτικόν. Ὁμιλεῖ περὶ βραδύτητος καὶ ὀλιγωρίας ἀνακριτικῆς. Δὲν μᾶς λέγει ὅμως, ὁ κ. Ὑπουργὸς πόθεν ἤντλησε τὸ δικαίωμα νὰ γίνῃ ἐκεῖνος ἀνεξέλεγκτος κριτὴς τῆς δικαστικῆς ἀμελείας καὶ ἐπιμελείας; Ἀλλὰ καὶ προχειριζόμενος οὕτω εἰς κριτήν τῆς δικαστικῆς ἐπιδόσεως, δὲν μᾶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς πῶς ἀνεκάλυψε ταύτην τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ ἀνακριτοῦ, ποῦ ἀνεκάλυψε τὴν ὀλιγωρίαν ταύτην ἑνὸς δικαστοῦ πολὺ πεπειραμένου, εὐδοκίμως ὑπηρετοῦντος, δικαστοῦ ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου μόλις ἀναλαβὼν τὰ δικαστικά του καθήκοντα ἔτυχε τῆς εὐαρεσκείας τῶν προϊσταμένων του, διότι ἀνεκάλυψε, καθ’ ὃν εὐτυχῆ τρόπον γνωρίζετε, τοὺς δολοφόνους τοῦ δασοφύλακος τοῦ Τατοΐου; Ποῦ εὑρῆκε τὴν ὀλιγωρίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Τὴν εὗρε μήπως εἰς τὴν πάροδον τοῦ χρόνου ἀπὸ τῆς τελέσεως τοῦ ἀδικήματος; Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις τῆς κινίνης ἀνεκρίνετο πολὺ περισσότερον χρόνον. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις τῆς μελάσσης ἀνεκρίνετο ὑπερδιπλάσιον χρόνον. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Κοσμαδοπούλου ἀνακρίνεται δεκαπέντε μῆνας. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις Βαρδινογιάννη ἀνακρίνεται ὑπερδιπλάσιον χρόνον. Καὶ εἶναι αἱ ὑποθέσεις αὐταὶ ἁπλαῖ ἀπέναντι τοῦ σκότους καὶ τοῦ μυστηρίου, τὸ ὁποῖον πυκνὸν ἀρχικῶς περιέβαλε τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ εἰς ποίαν ἄρά γε ὑπόθεσιν θὰ ὑπῆρχε δικαιολογία τόση, διὰ νὰ ἐξαντληθῇ, ὄχι τὸ ἐννεάμηνον, ἀλλὰ τὸ δεκαπεντάμηνον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐπιτρέπει νὰ χρησιμοποιήσῃ ὁ ἀνακριτὴς διὰ τὴν ἀνάκρισιν; Καὶ ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ κρατήσῃ καὶ προφυλακισμένους τούς κατηγορουμένους ἄνευ βουλεύματος; Ἀλλὰ μήπως θὰ ἠδύνατο νὰ κατηγορηθῇ ἡ ἀνάκρισις, διότι κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, τὸ ἑπτάμηνον, δὲν εἰργάσθη; Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐβεβαιώθημεν, ὅτι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, πέρα τῶν δύο μηνῶν, ἡ δικογραφία δὲν εὑρίσκετο εἰς χεῖρας τῆς ἀνακρίσεως, οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ἀνακρίσεως ἀλλ’ ἐξ ἀνακοπῶν τῶν κατηγορουμένων. Οὕτω ἔλειψεν ἡ δικογραφία ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν δεκαεπτὰ ἡμέρας διὰ τὰς ἀνακοπὰς Τζαμαλούκα, Διονυσιάδου, Πολυχρονοπούλου κλπ. ἑξήκοντα πέντε ἐν ὅλῳ ἡμέρας. Ἑξήκοντα πέντε ἡμέρας λοιπὸν δὲν εἶχε κἂν δικογραφίας εἰς χεῖράς του ὁ ἀνακριτής. Ἐὰν δ’ εἰς αὐτὰς προσθέσωμεν μόνον τὰς Κυριακάς, παρατηροῦμεν ὅτι εἴκοσιν ἐργασίμους ἡμέρας μόλις εἶχε κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ὁ ἀνακριτής. Καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ βλέπομεν, ὅτι κατήρτισε δικογραφίαν, ἀποτελουμένην ἀπὸ 800 καταθέσεις μαρτύρων καὶ κατηγορουμένων, ἔκαμεν ὀκτὼ πραγματογνωμοσύνας, δύο αὐτοψίας, μεταβάσεις εἰς Θήβας, εἰς Μέγαρα κλπ. καὶ κατήρτισε κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δικογραφίαν ἐκ τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων σελίδων. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ὀλιγωρία ἡ ἀνακριτική; Ἀλλὰ μήπως δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ὁ ἀνακριτὴς εἰργάσθη μέν, ἀλλ’ εἰργάσθη σπαταλῶν τὸν χρόνον εἰς ματαίας κατευθύνσεις καὶ ματαίας ἀνιχνεύσεις; Καὶ τοῦτο, Κύριοι, ἄν συνέβαινε, θὰ ἦτο τὸ φυσικώτερον πρᾶγμα εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι, ὁσάκις οἱ κατηγορούμενοι εἶναι ἄγνωστοι, ἡ ἀνάκρισις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀνιχνεύσῃ εἰς πολλὰς κατευθύνσεις, μέχρις οὗ εὕρῃ τὸν κύκλον ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ περιορίσῃ τὰς ἐρεύνας του. Καὶ εἰς τὰς ἀνιχνεύσεις αὐτὰς πολλάκις, καὶ μάρτυρας βεβαίως ἐξετάζει ἀσκόπως, καὶ ἀθώους ἐνίοτε συλλαμβάνει, καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάγωμεν περαιτέρω, εἰς τὴν ὑπόθεσιν Βαρδινογιάννη πολλοὶ συνελήφθησαν, ἀλλ’ ὀλίγοι παρεπέμφθησαν, καὶ τετρακόσιαι καταθέσεις ἐλήφθησαν, ἀλλὰ μόνον δεκαὲξ μάρτυρες καλοῦνται εἰς τὸ ἀκροατήριον. Θὰ ἦτο λοιπὸν τὸ φυσικώτερον πρᾶγμα ἐὰν συνέβαινεν αὐτὸ εἰς μίαν ὑπόθεσιν περιβαλλομένην ἀπὸ τόσον μυστήριον, ἀπὸ ὅσον περιεβάλλετο ἡ ὑπόθεσις τῆς 6 Ἰουνίου. Ἀλλὰ τὶ βλέπομεν; Βλέπομεν ὅτι ὅλα τὰ πορίσματα τοῦ ἀνακριτοῦ ἐπαληθεύονται ἀπὸ τὰ Συμβούλια τῶν Ἐφετῶν μὲ διαφόρους ἑκάστοτε Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, καταρτίζοντας τὰς προτάσεις, μὲ διαφόρους Ἐφέτας ὡς εἰσηγητὰς καὶ μὲ διάφορα πρόσωπα Ἐφετῶν. Ὁλόκληρον τὸ Ἐφετεῖον, ἐκ περιτροπῆς, ἐπικυρώνει τὰ πορίσματα τοῦ ἀνακριτοῦ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ὀλιγωρία, ἡ ἀνακριτική; Ἀλλά, Κύριοι Βουλευταί, ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπῆρξεν ὀλιγωρία ἀνακριτικὴ καὶ ὅτι ἦτο τόσον τραγικὴ αὐτὴ ἡ ὀλιγωρία, ὥστε ἐπέβαλε τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ ἀμέσως διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ νόμιμος διαδικασία, χωρὶς νὰ προηγηθῇ καμμία διαδικασία. Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν περιωρίσθη εἰς μόνην τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ; Διατὶ ὥρισε καὶ ἄλλον Εἰσηγητήν; Διατί, προκειμένου περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀποφεύγεται καὶ σκιὰ ὑπονοίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀνέθεσεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ὁρίσῃ ἐκεῖνος τὸν ἀνακριτὴν καὶ ὄχι νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀνακριτὴν κατ’ ἰδίαν προτίμησιν; Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω. Διατὶ, ἀφοῦ ὑπῆρξεν ὀλιγωρία ἀνακριτική, διατὶ ἀπεμακρύνθη ἐμμέσως ἀλλ’ οὐσιαστικῶς, ἐκ τῶν ἀνακρίσεων καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος μάλιστα θὰ ἦτο πολύτιμος βοηθὸς τοῦ νέου ἀνακριτοῦ, ὡς γνωρίζων τὴν ὑπόθεσιν; Διατὶ ἀπεμακρύνθη, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης; Μήπως καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἦτο ὑπαίτιος τῆς φανταστικῆς ὀλιγωρίας τοῦ ἀνακριτοῦ; Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω, διατὶ τὸν νέον ἐπόπτην ὃν ὥρισεν ἀπευθείας ὁ κ. Ὑπουργός, ἀποδοκιμάζων οὕτω καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ δημιουργῶν ὁλόκληρον ζήτημα περὶ τὴν δικαιοσύνην, ὁλόκληρον ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατέληξεν εἰς ἄρνησιν τοῦ ἐκλεγέντος Ἀρεοπαγίτου νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐποπτείαν; Μήπως καὶ τοῦτο ἦτο συνέπεια τῆς ἀνακριτικῆς ὀλιγωρίας; Πιστεύει, ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ εὑρεθῇ Ἕλλην, ὅσῳ καὶ ἂν εἶναι μωρόπιστος, ὁ ὁποῖος θὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ ἀφορμὴ ὅλης αὐτῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἀνατροπῆς ὑπῆρξεν ἡ φανταστικὴ ὀλιγωρία τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ; Ἀλλά, διὰ ν’ ἀπευθύνω μίαν ἀκόμη τελευταίαν ἐρώτησιν. Διατὶ ἐπεδείχθη τοιαύτη σπουδὴ περὶ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ; Διατὶ ἐν ἡμέραις ἐξαιρεσίμοις ἐπεδιώχθη ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ καθ’ ἣν ὥραν εὑρίσκετο οὗτος εἰς τὰς φυλακάς, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Ἀεροπορίας; Τώρα, λοιπόν, μόνον ἀνεκαλύφθη ἡ ὀλιγωρία ἡ ἀνακριτική; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς λέγει εἰς τὰς ἀνακοινώσεις του, ὅτι ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου ἤδη ἐπανειλημμένως παρετήρησε τὸν Ἀνακριτήν. Ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠνείχετο ἐπὶ πέντε μῆνας....
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ σφάλμα του.
§61Γ. ΜΑΡΗΣ. .... ἠνείχετο τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ ἀνακριτοῦ. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναμένῃ ὀλίγας ἡμέρας ἀκόμη; Ποῖος κίνδυνος ἐπεκρέματο ἐκ τῆς ἀναβολῆς; Ἀλλά, κ. Βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργός, ἀναφερόμενος εἰς τὸν Αὔγουστον καὶ εἰς τὴν ἔκτοτε βραδύτητα τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ ἀνακριτοῦ μᾶς ἀναγκάζει νὰ τὸν διορθώσωμεν ὀλίγον χρονολογικῶς. Πολὺ πρότερον φαίνεται, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἔκαμε τὰς συστάσεις εἰς τὸν ἀνακριτὴν περὶ ἐπισπεύσεως τῶν ἀνακρίσεων. Διότι, πολὺ ἐνωρίτερον ἀπὸ τὸν Αὔγουστον, εἴδομεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐξεγειρόμενον κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ διὰ τὸν μὴ τερματισμὸν τῶν ἀνακρίσεων. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὴν 23ην Ἰουλίου καὶ ὀλίγον μετὰ τὴν πρώτην σύλληψιν τοῦ Δικαίου.
§62Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω δι’ ἓν πρᾶγμα, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρευνᾶτε τὰ χαρτιά σας. Ἐξ ἀρχῆς παρεκάλεσα τὸν κ. Ἀνακριτήν, τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, συστήσας εἰς αὐτοὺς νὰ ἐντείνωσι τὰς δυνάμεις των, ὥστε τὸ ταχύτερον νὰ ἀποκαλύψουν τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ νὰ φέρωσι ταύτην εἰς πέρας ὅσον τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερον.
§63Γ. ΜΑΡΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀνακαλύψουν τούς ἐνόχους ταχέως, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως;
§64Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον μάλιστα εἰς αὐτούς, ὅτι, ἐάν τυχὸν εὕρωσιν οἱονδήποτε πρόσκομμα κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των, καὶ δὲν τοὺς βοηθῶσιν αἱ ἀμέσως ἀνώτεραι Ἀρχαί, ν’ ἀπευθύνωνται πρὸς ἐμὲ αὐτόν. Τοῦτο ἦτο σύμφωνον πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδήλωσα εὐθὺς κατὰ τὴν νύκτα, ὅτε ἔμαθα τὸ ἀδίκημα. Διότι ἐθεώρησα, ὅτι τοιοῦτον ἀδίκημα, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐκνευρίζῃ, νὰ συνταράσσῃ τὴν κοινὴν γνώμην παρατεινόμενον. Ἔβλεπα λοιπόν, ὅτι οἱ σκοποὶ τούς ὁποίους εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶχε τάξει ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐπραγματοποιοῦντο ὡς ἔπρεπε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀνακριτοῦ. Ταῦτα εἶπον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας.
§65Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἔχω σημειώσει τὶ εἴπετε καὶ θὰ ἀσχοληθῶ ἀμέσως ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔλεγον λοιπόν, πρὶν μὲ διακόψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πολὺ πρὸ τοῦ Αὐγούστου θὰ εἶχε συστήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν ἀνακριτὴν νὰ τερματίσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταχύτερον, διότι τὴν 23 Ἰουλίου εἴδομεν τὰς ἑξῆς πρωθυπουργικὰς δηλώσεις. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀνάκρισις διὰ τὸ ἔγκλημα τῆς ὁδοῦ Κηφισίας πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει μόνον τὸ ἀδίκημα, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ὁ τόπος. Ζητῶ ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν ἓν καὶ μόνον’ νὰ παύσῃ ἐκνευρίζουσα τὴν κοινὴν γνώμην καὶ νὰ φέρῃ τὸ ταχύτερον εἰς πέρας τὸ ἀνατεθὲν εἰς αὐτὴν ἔργον. Ἡ Κυβέρνησις ἔθηκεν εἰς τὴν διάθεσίν της ὅλα τὰ ἐνδεικνυόμενα πρὸς τοῦτο μέσα, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου της». Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἔχω σημειώσει 23 Ἰουλίου ὅτι ἐγένοντο αἱ δηλώσεις.
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς εἴπω μάλιστα ὅτι, εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, εἶπα νὰ ἀπαγορευθῇ αὐστηρῶς ἡ ἀναγραφή.....
§67Γ. ΜΑΡΗΣ. Πρέπει καὶ σεῖς νὰ συμφωνήσητε, ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις σας εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰς δηλώσεις. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τεσσαράκοντα ἕξ μόνον ἡμέρας μετὰ τὸ ἔγκλημα ἐξεδηλοῦτο ἡ κυβερνητικὴ ἀνυπομονησία διὰ τὸν τερματισμὸν τῶν ἀνακρίσεων. Ὅταν μόλις αἱ ἀνακριτικαὶ ἀκτῖνες διέσχιζον τὸ σκότος τὸ περιβάλλον τὸ ἔγκλημα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς τότε ἔλεγε καὶ τώρα μοῦ ὑπέμνησεν, ἔθηκεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἀνακρίσεως ὅλα τὰ μέσα πρὸς τοῦτο, ὥστε νὰ εἶναι ἀδικαιολόγητος. Κύριοι Βουλευταί, δὲν μᾶς εἶπε ποτὲ ὁ κ. Πρόεδρος ποῖα ἦσαν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔθηκεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἀνακρίσεως. Ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ τὰ ἀκούσωμεν ἀπόψε, διότι ἡμεῖς καὶ μεθ’ ἡμῶν ὅλη ἡ Ἑλλάς, γνωρίζει, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ μέσα τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἀνακρίσεως, ἦτο ἡ ἀντίδρασις τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας, ἡ ἀντίδρασις τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας, ἡ ἀδιαφορία, ἂν μὴ ἡ ἀντίδρασις τῆς ἄλλης Ἀστυνομίας, καὶ μία ὑπερανάκρισις, τὴν ὁποίαν σᾶς κατήγγειλε ρητῶς ὁ ἀνακριτής. Διότι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη νὰ προβῇ καὶ εἰς τὰς στοιχειώδεις ἐκείνας ὑπηρεσιακὰς μεταβολάς, τὰς ὁποίας καθίστα ἀπολύτως ἐπιβεβλημένας, ἡ ὅλη τραγικὴ χρεωκοπία ὅλων τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀσφαλείας εἰς τὸ προληπτικὸν στάδιον τοῦ ἀδικήματος. Διεπράχθη ἕν ἀδίκημα ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, τόσον πανηγυρικάς, ἐμελετᾶτο καὶ παρεσκευάζετο μεταξὺ πολλῶν δεκάδων προσώπων, ἦτο τόσον εὔκολον νὰ τὸ γνωρίζουν αἱ καταδιωκτικαὶ Ἀρχαί, ἀφοῦ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ Καλυβίτης, ὁ ἐπιχειρήσας τὴν ἔρευναν κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, λέγει, ὅτι ἦτο διάχυτος εἰς τὴν ἀτμοσφαίραν ἡ ἰδέα τῆς παρασκευῆς τῆς δολοφονίας κατὰ τοῦ κ. Βενιζέλου, καὶ ὁ ἀρχηγός σας τῆς Ἀσφαλείας δὲν ἀντελήφθη τίποτε.
§68ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφοῦ τὸ ἔκαμαν αὐτοί, τὶ νὰ ἀντιληφθοῦν;
§69Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἢ ἐκοιμῶντο, ἤ ἦσαν συνένοχοι. Πῶς τοὺς ἐκρατήσατε, ἐνῷ καὶ κυβερνητικὴ ἐφημερὶς ἠξίου ἐπιτακτικώτατα τὴν ἄμεσον ἀπομάκρυνσιν τοῦ Πολυχρονοπούλου; Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐρωτώμενος, ἐδήλου τὰ ἑξῆς: «οὐδὲν μέτρον ἐναντίον οὐδενὸς πρόκειται νὰ λάβω, καθόσον οὐδεμία ἔνδειξις, οὔτε ἁπλῆ ὑπόνοια, ὑπάρχει ὅτι ἠμέλισέ τις ἐκ τῶν ὑπευθύνων ἢ θὰ ἀμελήσῃ τὸ καθῆκόν του». Ταῦτα ἐλέγοντο μετὰ τὸ ἀδίκημα. Καὶ ὁ Πολυχρονόπουλος παρέμεινεν εἰς τὴν θέσιν του μὲ ἕνα νέον εὔσημον τῆς πρωθυπουργικῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ θὰ παρέμενεν ἀκόμη, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου, ἐὰν δὲν συνελαμβάνετο μετὰ ἕν εἰκοσιτετράωρον. Ἀλλὰ παρέμεινε καὶ εἰς τὴν Εἰδικὴν Ἀσφάλειαν ὁ Δικαῖος. Παρέμεινεν ὁ Δικαῖος καὶ εἶχεν μάλιστα καὶ τὴν φρούρησιν τῆς Βουλῆς, καὶ παρευρίσκετο ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, διὰ νὰ ἀκούῃ ἴσως τὸν κ. Πρωθυπουργόν βεβαιοῦντα τὸ πανελλήνιον, ὅτι ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε νὰ μὴ διαφύγῃ οὐδεὶς τῶν ἐνόχων. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Παρέμεινεν εἰς τὴν θέσιν του ὁ ἐπίσης τραγικῶς χρεωκοπήσας εἰς τὸ προληπτικὸν στάδιον Ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας, διὰ νὰ διαδηλώνῃ τὴν συναδελφικήν του ἀλληλεγγύην καὶ τὴν συναδελφικήν του εὔνοιαν πρὸς τὸν συλληφθέντα Ἀρχηγὸν τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας καὶ διὰ νὰ ἐπιτρέπῃ, ἐν ἐποχῇ ἀπαγορεύσεως γενικῆς, συγκεντρώσεις τῶν φίλων τοῦ Πολυχρονοπούλου καὶ νὰ ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος, ἀντιφωνῶν εἰς τὰς προσφωνήσεις του. Ἀλλὰ διετηρεῖτο ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν σύλληψιν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἀστυνομίας, διετηρεῖτο, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὁλόκληρον τὸ καθεστώς, τὸ μὴ συλληφθὲν καθεστὼς τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας, ἐνῷ πλέον ἡ ἀνάκρισις ἐδακτυλοδείκτει ὅτι ἦτο ἡ φωλεὰ τῆς ἐκκολάψεως τοῦ ἀδικήματος. Διετηρεῖτο ἀνέπαφον, διὰ νὰ γίνῃ ὡς ἔγινεν ἑστία ἀντιδράσεως κατὰ τοῦ ἀδικήματος. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐδώκατε εἰς τὴν ἀνάκρισιν, διὰ νὰ διαλευκάνῃ τὴν ὑπόθεσιν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Εἴχετε μήπως τὴν περιέργειαν νὰ ἐρωτήσητε ποίου εἴδους ἆρά γε βοήθειαν ἔδωκεν ἡ Ἀστυνομία εἰς τὴν Ἀνάκρισιν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλου εὐλογώτατα, ὅτι θὰ ἔθετε τὸν στρατὸν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἀστυνομίας, διὰ νὰ τὴν ἐνισχύσῃ. Ἡ Γενικὴ Ἀσφάλεια ὅμως ἐτίθετο ἐν ἐπιφυλακῇ καὶ ἑβδομήκοντα πέντε ἄνδρες ἐπὶ 1.200 διετίθεντο διὰ τὴν ἔρευναν τῶν ἐξόδων τῶν Ἀθηνῶν καὶ δι’ ὅλα τὰ γκαράζ, καὶ τὸ αὐτοκίνητον τῶν δολοφόνων φυσικὰ διέφυγεν ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς Ἀστυνομίας. Καὶ ἔρχεται ὁ ἀνακριτὴς καὶ κατηγορεῖ διὰ τὴν φυγὴν τοῦ αὐτοκινήτου καὶ ὁ ἀνακριτὴς καταγγέλλει εἰς τὸ ἔγγραφόν του, Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης καὶ Κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ διαφυγὴ τοῦ αὐτοκινήτου ἀποδεικνύει τοὐλάχιστον βαρυτάτην ἀμέλειαν ὡρισμένων προσώπων, καὶ τὰ πρόσωπα ταῦτα μένουν εἰς τὴν θέσιν των. Καὶ κανεὶς δὲν μετακινεῖται. Μετατίθενται μόνον ὅσοι ἐφάνησαν εὐνοήσαντες τὴν ἀνάκρισιν, καὶ καταγγέλλει καὶ τοῦτο ὁ ἀνακριτὴς καὶ δὲν ἐπέρχεται καὶ πάλιν καμμία θεραπεία. Ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρόθυμος, ὡς λέγει, νὰ βοηθήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, καὶ δημιουργοῦνται τὰ γνωστὰ ἐπεισόδια ποὺ ἀνεζήτει, «per mare per terra», ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν ἀνακριτὴν καὶ δὲν τὸν εὕρισκεν, ἐνῶ εἶχε παρουσιασθῆ ἐνώπιόν του καὶ δὲν τὸν ἀνεγνώριζε. Καὶ μανθάνομεν εἰς τὸ τέλος, ἀφοῦ ἐγεννήθη μία ἀντιδικία μεταξὺ Ἀρχηγοῦ Ἀστυνομίας, Ἀρχηγοῦ Χωροφυλακῆς καὶ ἀνακριτοῦ, ὅτι δὲν θὰ ἐκτελέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει ὁ ἀνακριτής, ὑποστηριζόμενος καὶ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ θὰ τὰ ἐξετάσῃ ὁ ἴδιος, μεταβαλλόμενος εἰς ὑπερανακριτὴν καὶ ὑπερεισαγγελέα, καὶ ἂν τὰ εὕρῃ βάσιμα, θὰ τὰ ἐφαρμόσῃ. Καὶ δὲν ἐφήρμοσεν ἀπολύτως τίποτε! Δὲν ἐγένετο τίποτε. Καμμία μεταβολή, οὔτε μετὰ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ ἐξεγερθῇ διὰ τὴν κατάστασιν καὶ νὰ ἐπισείσῃ πρὸ τῆς Κυβερνήσεως τὴν σημαίαν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ νὰ διαμαρτυρηθῇ ἐν ὀνόματι αὐτῆς, κατὰ τρόπον ἀποτελοῦντα δεινὸν κόλαφον κατὰ τῆς κυβερνητικῆς τακτικῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος σήμερον τόσον εὐκόλως προβαίνει εἰς κατηγορίας δικαστικῶν προσώπων, ἐθεᾶτο ἀπαθὴς καὶ ἀσυγκίνητος τὴν ταλαιπωρίαν, τὴν πρωτοφανῆ, τῆς ἀνακρίσεως, ἀγωνιζομένης ἐν μέσῳ τοιούτων ἐμποδίων νὰ διανοίξῃ ἕνα δρόμον πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως....
§70Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§71Γ. ΜΑΡΗΣ. Ὄχι, Κύριε, δὲν θὰ ἐπιτρέψω, διότι δὲν εἴδομεν οὔτε τότε νὰ διακόψητε τὴν κατάστασιν. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξηγέρθη ἀληθῶς καὶ ἠγανάκτησεν, ἀλλ’ ἠγανάκτησε κατὰ τῆς ἀνακρίσεως, ἡ ὁποία μὲ τοιαῦτα μέσα (!) δὲν κατώρθωνε νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον της. Καί, κατὰ τραγικὴν εἰρωνείαν τῶν πραγμάτων, τὴν ἡμέραν ποὺ ἐβεβαίωνεν αὐτὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δυστυχὴς ἀνάκρισις δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς της, ὄχι μόνον τοὺς ἐνόχους τοὺς ὁποίους ἡ ἰδία ἀπεκάλυψεν, ὄχι μόνον τὸν ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν καταζητούμενον πράκτορα τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας, τὸν Φασουλᾶ, ἀλλ’ οὐδὲ τὴν φωτογραφίαν τοῦ Φασουλᾶ, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Ἀστυνομίας. Ἐξηφανίσθη καὶ αὐτή! Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα παρεδώκατε εἰς τὴν ἀνάκρισιν διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ ἐνόχους ἑνὸς ἀδικήματος, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχε τεραστίας εὐθύνας ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλά, Κύριοι Βουλευταί, δὲν χρειάζεται νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον. Δὲν χρειάζεται νὰ ἀναφέρω οὔτε τὴν συστηματικὴν εὔνοιαν πρὸς τὸν Πολυχρονόπουλον, τὴν ἀκόμη καὶ σήμερον ὑφισταμένην, οὔτε ἄλλα σημεῖα λεπτομερειακά, ἀλλὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ὅλης κυβερνητικῆς τακτικῆς, τῆς μεθόδου, τῆς ἀντιλήψεως μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐν τοῖς πράγμασιν ἀντιμετώπισε τὸ ἀδίκημα. Θὰ ὁμιλήσουν ἄλλωστε καὶ ἄλλοι μετ’ ἐμέ. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν, ἀνασκοπῶν τὴν ὅλην κυβερνητικὴν τακτικὴν, νὰ ἐρωτήσω: Διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀρχικῶς ἐδήλωσεν ὅτι θεωρεῖ ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων, διατὶ ἠνείχετο εἰς τὴν Γενικὴν Ἀσφάλειαν, καὶ εἰς τὴν Εἰδικὴν καὶ τὴν Ἀστυνομίαν καθεστὼς χρεωκοπῆσαν εἰς τὸ προληπτικὸν στάδιον; Διατὶ τὸ καθεστὼς αὐτὸ τὸ διετήρησε καὶ μετὰ τὴν σύλληψιν τῶν ἀστυνομικῶν; Διατί τεσσαράκοντα ἕξ ἡμέρας μετὰ τὸ ἀδίκημα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῶ ἐγνώριζε τὴν κατάστασιν, δι’ ἥν διαρκῶς διεμαρτύρετο ἡ Ἀντιπολίτευσις, διατὶ ἐπετέθη κατὰ τῆς ἀνακρίσεως καὶ εὕρισκεν ἀδικαιολόγητον τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας της; Διατὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τεραστίας ἠθικὰς ὑποχρεώσεις διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν βλέπομεν τόσον συχνὰ τὴν Κυβέρνησιν ἀντιδικοῦσαν μὲ τὴν δικαιοσύνην; Διατὶ ἐφθάσαμεν νὰ ἴδωμεν ἐπέμβασιν κυβερνητικήν, ἀνατρέπουσαν ὅλην τὴν ἀνακριτικὴν κλίμακα, ὑπὸ συνθήκας τελείως ἀπαραδέκτους; Καὶ διατί, ὁσάκις ἀκούομεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπικαλουμένην τὸν ταχὺν τερματισμὸν τῶν ἀνακρίσεων, δὲν ἀκούομεν νὰ συνοδεύῃ τὸν τερματισμὸν τῶν ἀνακρίσεων μὲ τὴν προηγουμένην ἀνακάλυψιν ὅλων τῶν ἐνόχων;
§72Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν διαβάσετε τὰς ἐφημερίδας, θὰ τὸ ἴδητε.
§73Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν τὸ συνδέετε. Διατί, κ. Πρόεδρε, πρὸ πολλοῦ κατήντησε νὰ βλέπωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τόσον πολὺ ἀναμιγνυόμενον εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ὥστε νὰ ἔρχηται, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης αὐτός, μετὰ συνεργασίαν μὲ τὸν νέον ἀνακριτήν, νὰ μᾶς βεβαιώνῃ, ὅτι ἐντὸς ὡρισμένων ἡμερῶν θὰ τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις. Τίνος εἴδους λοιπὸν τερματισμὸν τῆς ἀνακρίσεως ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις; Κύριοι Βουλευταί, δὲν θέλω νὰ δώσω ἐγὼ τὴν ἐπιβεβλημένην ἀπάντησιν εἰς τὰ ἐρωτήματα αὐτά. Δὲν θέλω νὰ τονίσω τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως προκύπτει ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν πολιτικήν, τὴν ἄλλως ἀνεξήγητον. Δὲν θέλω ἀκόμη νὰ δώσω ἐγὼ τὴν ἀπάντησιν, διότι δὲν θέλω ἀκόμη νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἐπιδιώξῃ τερματισμὸν τῆς ἀνακρίσεως ἄλλον, παρὰ τὸν μόνον νόμιμον, παρὰ τὸν μόνον ἠθικόν, παρὰ τὸν μόνον ἀνεκτὸν τερματισμὸν τῆς ἀνακρίσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἀνακάλυψις ὅλων τῶν ἐνόχων καὶ τῶν ἠθικῶν αὐτουργῶν καὶ χρηματοδοτῶν. Θὰ ἀναμείνω πρῶτον τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλπίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐξηγοῦσα ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τὴν παράδοξον τακτικήν, διότι μέχρι τοῦδε μόνον ἐξωκοινοβουλευτικὰς ἀνακοινώσεις ἠκούσαμεν, ἀνακοινώσεις περὶ ἐκνευρισμοῦ τῆς κοινῆς γνώμης, περὶ πυορροούσης πληγῆς, ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι συνέπιπτον εἴτε μὲ μίαν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, εἴτε μὲ μίαν ἐπέμβασιν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἐκνευρίζεται ἡ κοινὴ γνώμη, εἶπε καὶ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ θὰ ὑβρίζομεν τὴν κοινὴν γνώμην — καὶ δὲν πιστεύω νὰ τὸ ἀρνῆται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — ἐὰν ἐδεχόμεθα ὅτι ἐκνευρίζεται ὁσάκις γίνεται θόρυβος, λόγῳ τῆς συλλήψεως τῶν ἐνόχων. Ἐκνευρίζονται μόνον οἱ ἔνοχοι καὶ ὅσοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν μὴ ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων. Ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ὑγιὴς κοινὴ γνώμη, δὲν δύναται παρὰ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἐπιβεβλημένην ἱκανοποίησιν διὰ τὴν ἐπερχομένην ἠθικὴν κύρωσιν ἐκ τῆς συλλήψεως ἐγκληματιῶν, καὶ τοιαύτης φύσεως ἐγκληματιῶν! (χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Καὶ ἂν ἐκνευρίζεται ἡ κοινὴ γνώμη, ἐκνευρίζεται μόνον ὁσάκις ἀντιλαμβάνεται προσπαθείας πρὸς συγκάλυψιν τῶν ἐνόχων. Πυορροοῦσαν πληγὴν ἀπεκάλεσε πολλάκις τὸ ἔγκλημα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὶς πταίει ἂν τὸ ἔγκλημα ἔγινε πυορροοῦσα πληγή; Τὶς ἐμποδίζει τὸ πῦον νὰ ἐκρεύσῃ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐξυγίανσις τοῦ ὀργανισμοῦ; Καὶ τίς ἐπιδιώκει νὰ κλείσῃ προώρως τὴν πληγήν, διὰ νὰ γίνῃ χρονία ἡ μόλυνσις; Ἡ γαλήνη τοῦ τόπου καὶ ἡ ἡσυχία, ἀπασχολεῖ, καὶ πρέπει ν’ ἀπασχολῇ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ γαλήνη τοῦ τόπου, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀναγκαίως διεταράχθη, καὶ δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ διαταραχθῇ βαθύτατα ἀπὸ ἓν τόσον ρυπαρὸν ἀδίκημα, ἡ γαλήνη τοῦ τόπου ἦτο εὔκολον νὰ ἀποκατασταθῇ. Τὸ ἔγκλημα μάλιστα εἰς ἄλλας κυβερνητικὰς χεῖρας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ γενικωτέραν ἀγαθοποιὸν ἐπίδρασιν, νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸν γενικώτερον κατευνασμὸν τῶν πνευμάτων. Ἤρκει νὰ ἀντιμετωπισθῇ, ὅπως ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθῇ, ἤρκει νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὡς ὑπόθεσις ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ὡς ὑπόθεσις ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἡνωμένου ἀπέναντι τῶν δολοφόνων. Διατί, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἀδίκημα δὲν ἀντιμετωπίσθη οὕτω; Δὲν ὑπάρχει μόνον τὸ ἔγκλημα. Ὑπάρχει καὶ ὁ τόπος, ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτιθέμενος κατὰ τῆς ἀνακρίσεως. Δὲν ὑπάρχουν μόνον οἱ ἐγκληματίαι, ὑπάρχει καὶ ὁ τόπος, λέγομεν ἡμεῖς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τὴν γαλήνην τοῦ τόπου αὐτοῦ, διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου αὐτοῦ, δὲν ὑπάρχουν πολλαὶ ὁδοί, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Μία εἶνε ἡ ὁδὸς καὶ μόνη ἡ ἄγουσα εἰς ἀνακάλυψιν τῶν δολοφόνων, ὅλων τῶν δολοφόνων. Ἀναλαμβάνουν δὲ βαρυτάτας εὐθύνας ἀπέναντι τοῦ τόπου ὅσοι δὲν θέλουν νὰ ἀντιληφθοῦν ἢ ὅσοι παραγνωρίζουν τὴν ἀλήθειαν ταύτην, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούνδουρος.
§75Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποθέτω, Κύριοι Βουλευταί, νὰ εὑρεθῶμεν ὅλοι σύμφωνοι εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐπρόκειτο νὰ ζήσῃ εὐτυχεστέρα κατὰ τὸ ἀρξάμενον νέον ἔτος, θὰ ἔπρεπεν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ ἀποφύγῃ συζητήσεις ἐπιτηδείας νὰ ἐπαυξήσουν τὰ πολιτικὰ πάθη καταλλήλως, νὰ ἐντείνουν τὴν ἀδιαλλαξίαν καὶ νὰ εὐρύνουν τὸ χάσμα, τὸ χωρίζον τὰ κυβερνῶντα κόμματα, ἀπὸ τὴν ἡνωμένην Ἀντιπολίτευσιν, καὶ τέλος, ἱκανὰ νὰ δώσουν βάσιν καὶ ἀφορμὴν εἰς τὸ κοῦφον κήρυγμα τῆς δῆθεν χρεωκοπίας τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς παροτρύνσεως τοῦ λαοῦ ὅπως ἀναζητήσῃ τὴν σωτηρίαν του εἴτε εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ριζικῆς λύσεως τῆς δικτατορίας τοῦ κ. Κονδύλη, εἴτε εἰς τὴν κακορίζικην λύσιν τοῦ γλισχοῦ καταπλάσματος τῆς τρίτης πολιτικῆς καταστάσεως, εἴτε εἰς τοὺς διαφόρους πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς κηλεπιδέσμους, οἱ ὁποῖοι ἐφευρίσκονται καὶ διαφημίζονται εἰς τὸ γραφεῖα τῶν κομμάτων ἢ διαφόρων δημοσιογράφων ἢ συντεχνιῶν. Ἡ συζήτησις ἡ ὁποία διεξάγεται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, παρὰ τὰς ἑκατέρωθεν ἀγαθὰς προθέσεις, ἔχει ὅλας αὐτὰς τὰς κακὰς ἰδιότητας, κ. Βουλευταί. Εἶναι συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς γαλήνης καὶ ἠρεμίας τοῦ τόπου, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τόσον ἐκινήθη ἡ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ὁποίας τόσον εἰργάσθησαν αἱ χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶναι συζήτησις, ἡ ὁποία εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ ἔλειπεν. Ἀλλὰ δὲν πταίομεν ἡμεῖς. Δὲν πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία δὲν ἀσκεῖ παρὰ ἕν καθῆκον ἀμύνης, ἢ μᾶλλον, διὰ νὰ εὑρεθῶ ἐγγύτερον τοῦ ὀργανισμοῦ, δὲν ἀσκεῖ παρὰ τὸ καθῆκον τῆς ἐπερωτήσεως, διὰ μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία συνετάραξε τὴν ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην. Πταίει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὸ τὶς πταίει διὰ τὴν δημιουργίαν τῆς συζητήσεως, καὶ προτιμῶ νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὸ τίς πταίει διὰ τὸ περιεχόμενον τῆς συζητήσεως. Εὑρίσκω τὸ θέμα ἐξηντλημένον, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μὲ ὑποχρεώνει νὰ ἀπευθύνω τὰ εἰλικρινῆ μου συγχαρητήρια εἰς τὸν καταλιπόντα τὸ βῆμα ρήτορα. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινά. Εἷς ἀνακριτής, ἀσχολούμενος μὲ ὑπόθεσιν σοβαράν, ἀντικατεστάθη διὰ τῆς διοικήσεως, χωρὶς νὰ τοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ διεκπεραιώσῃ τὸ ἔργον του, χωρὶς νὰ τοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ διατυπώσῃ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε καὶ νὰ ἐξωτερικεύσῃ τὰς πεποιθήσεις τὰς ὁποίας ἐμόρφωσεν ἀπὸ τὸ ἐπίπονον καὶ μακρὸν ἀνακριτικὸν ἔργον. Τὸ ζήτημα ἐξεταζόμενον ἀπὸ τῆς καθαρῶς ἐπιστημονικῆς του μορφῆς, ὅλως ἀντικειμενικῶς, ἀσχέτως πρὸς πρόσωπα καὶ πράγματα, ἀσφαλῶς εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὰ δικαστικὰ χρονικά τῆς Ἑλλάδος. Διότι γνωρίζομεν ὅλοι πόσον τὸ Σύνταγμα προστατεύει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαιοσύνης καὶ πόσον θωρακίζει τὸν φυσικὸν δικαστήν, εἶναι δὲ φυσικὸς δικαστὴς ὁ ἅπαξ ἀναλαβὼν τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως, ὡς εἶναι γνωστόν τὸ δόγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον δικαστὴς ἅπαξ ἐπιληφθεὶς τῆς ὑποθέσεως, ὀφείλει νὰ ἐξαντλήσῃ τὴν ἐπ’ αὐτῆς δικαιοδοσίαν του. Ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου διορίζονται καὶ παύονται ἀνακριταί. Διότι εἶναι γνωστὴ ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ κανονικῆς καὶ νομίμου ἀντικαταστάσεως ἀνακριτοῦ, ἂν συνέπεσεν ὁ ἀνακριτὴς οὗτος νὰ εἶναι ἀπησχολημένος μὲ ὑπόθεσιν σοβαράν, ἐξακολουθεῖ τὰ ἔργα μέχρις ὅτου διεκπεραιώσει αὐτήν. Διότι τέλος, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἀντικατάστασις ἀνακριτοῦ σημαίνει πάντοτε ἀπώλειαν χρόνου, σημαίνει διακοπὴν τῆς δικαστικῆς σκέψεως καὶ τῆς δικαστικῆς ἐνεργείας. Καὶ τὸ σοβαρώτερον ὅλων, διότι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ ἀποτελεῖ πρᾶξιν ὕποπτον, πρᾶξιν ἀσελγῆ, ἐπέμβασιν εἰς τὰ σεμνὰ τῆς δικαιοσύνης ἔργα. Ἀλλὰ ταῦτα, κ. Βουλευταί, θὰ ἐλέγομεν ἀντικειμενικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς ἂν εὑρισκόμεθα εἰς αἴθουσαν φιλολογικῶν συζητήσεων, ἀλλ’ αἱ συζητήσεις εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὀφείλουν νὰ ἔχουν πολιτικὸν χαρακτῆρα. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ δὲν εἶναι ἄγνωστος καὶ ἀφηρημένη. Τοὐναντίον, εἶνε σαφὴς καὶ συγκεκριμένη, καὶ ἀφορᾷ εἰς πρόσωπα καὶ εἰς πράγματα, τῶν ὁποίων ἡ σοβαρότης προσδίδει εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐλεγχομένης πράξεως τὴν σημασίαν πραξικοπήματος, πραξικοπήματος τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ συνεκλόνισε καὶ ἐξήρθρωσε τὸν κρατικόν μας ὀργανισμόν, ἐπέφερεν εἰς τὴν καρδίαν αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης τοιαύτην χαλαρότητα καὶ τοιαύτην ἀρρυθμίαν, ὥστε ὁλόκληρος ὁ κόσμος τὴν στιγμὴν ταύτην κινεῖ τὴν κεφαλήν μετὰ θλίψεως καὶ οἴκτου εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως (χειροκρατήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Πραξικόπημα, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι δὲν δύνανται νὰ παραβληθοῦν, παρὰ μὲ τὰς συνεπείας ἑνὸς πυροβόλου τὸ ὁποῖον ἐκπυρσοκροτεῖ πρὸς τὰ ὄπισθεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰδικὸς ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν τῶν ἐκπυρσοκροτήσεων, δύναται νὰ σᾶς διδάξῃ διὰ λόγων— τινὲς λέγουσιν ὅτι θὰ σᾶς διδάξῃ καὶ δι’ ἔργων— ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης ἐκπυρσοκροτήσεως. Δὲν παραβλάπτονται, κ. Πρωθυπουργέ, αἱ θέσεις καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται πρὸ τοῦ στομίου τοῦ πυροβόλου. Παραβλάπτεται ἡ θέσις ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ πυροβόλον εὑρίσκεται, παραβλάπτονται οἱ χειρισταὶ αὐτοῦ, οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰ πλάγια καὶ εἰς τὰ ὄπισθεν τοῦ πυροβόλου. Ἀποτελεῖ λοιπὸν πραξικόπημα ἡ πρᾶξις, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπληξε τὰ πρόσωπα, τὰ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενα ἐν τῇ δικογραφίᾳ, τὰ ἔχοντα τὴν ἰδιότητα τοῦ παθόντος, δὲν ἔπληξε τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα συνεδέοντο μὲ τὸν δεσμὸν τῆς ἀφοσιώσεως ἢ τῆς συνεργασίας μὲ τοὺς μεγάλους παθόντας, ἀλλ’ ἔπληξε πρωτίστως τὴν Κυβέρνησιν, ἔπληξε πρωτίστως τὸ κόμμα ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπορρέει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐξηνέμισε τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃν τρόπον ἐξενεμίζεται τοῦ χρεωκοπήσαντος ἡ πίστις καὶ τὸν καταδιώκουν καὶ τὸν κατηγοροῦν καὶ τὸν ἀποφεύγουν καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο μέχρι χθὲς εἰς τὴν στενωτέραν μετ’ αὐτοῦ συνεργασίαν καὶ ἐπαφήν. Καὶ τί ἄλλο ἀποτελεῖ, παρὰ χρεωκοπίαν τὸ γεγονός, ὅτι αὐταὶ αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι ἐπρωτοστάτησαν ἐπὶ σειρὰν ὁλοκλήρων ἐτῶν καὶ μηνῶν ὑπὲρ ὑμῶν, εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, σᾶς ἐγκατέλειψαν καὶ ἐμφανίζουν τὰς λύσεις περὶ ὧν ὡμιλήσαμεν, αἵτινες δὲν κολακεύουν βεβαίως τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐπιμαρτυροῦν κατάστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχρεωκόπησεν ὁ κοινοβουλευτισμός, ὑμῶν κυβερνώντων. Καὶ τί ἄλλο σημαίνει ἡ στάσις τῶν Ἀρχηγῶν κομμάτων, ὡς ὁ κ. Μεταξᾶς, ὅταν ὁμιλοῦν περὶ ἐξωκοινοβουλευτικῶν λύσεων, παρ’ εὔσχημον ἄρσιν ἐμπιστοσύνης; Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἐξαρτήσεις καὶ τὰς γενικότητας...
§76Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὡμίλησα ἱστορικῶς περὶ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ εἶπον, ποτὲ δὲν ἦτο εἰς τὴν θέσιν του ὁ κοινοβουλευτισμός.
§77Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγώ, ἐπειδὴ δὲν σᾶς ἠξεύρω ὡς πολὺ φιλόλογον, δὲν ἔδωκα αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν εἰς τούς λόγους σας (χειροκροτήματα).
§78Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὁ λαὸς μόλις ἐξῆλθεν ἀπὸ μακροτάτην δουλείαν καὶ ὑπερτιμήσας τὸν κοινοβουλευτισμόν, δὲν κατώρθωσε νὰ διαπαιδαγωγηθῇ διὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Συνεπῶς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, ἀπὸ τὸ 1844 καὶ ἐντεῦθεν, ἐγὼ τὰς κατακρίνω.
§79Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μὴ ἐξαιρουμένης καὶ τῆς σημερινῆς;
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡσὰν νὰ εἶσθε ξένος πρὸς τὴν ἀντικοινοβουλευτικὴν κατάστασιν...
§81Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε. Ἡμεῖς εἴμεθα κακοί, σεῖς, σᾶς ἔφερεν ὁ λαὸς διὰ καλούς!
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ διὰ τῶν ἐνεργειῶν σας προσπαθεῖτε ὅλον τὸν κόσμον νὰ τὸν κάμητε κακόν.
§83Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ ἰδικόν σας τὸ ἔχετε. Εἶμαι εἰς τὸ στάδιον τῶν εἰδικῶν περιστάσεων, ὅταν τὰς ἐξαντλήσω, θὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν. Ἔλεγον, ὅτι ἡ περίπτωσις ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ, δὲν εἶναι ἀντικειμενικὴ καὶ ἀφηρημένη. Ἀντικατεστάθη ὁ ἀνακριτὴς κ. Τζωρτζάκης ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀποπείρας τῆς ὁδοῦ Κηφισίας. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὁμιλῶν μὲ ἀφέλειαν, ἡ ὁποία ἀληθῶς δὲν συνάδει μήτε μὲ τὴν ἱστορίαν, οὔτε μὲ τὸ ἀξίωμά του, εἶπε, λέγω, ὅτι εἶναι δικαίωμά μου ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἀντικαθιστῶ τὸν ἀνακριτήν. Δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐγείρεται νὰ ἀπέλθῃ ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Τσαλδάρης). Τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰ ἐλαττώματα τῶν προκατόχων σας δανείζεσθε. κ. Πρόεδρε; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§84Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Χαίρω, διότι ἀναγνωρίζετε τὰ ἐλαττώματα τῶν προκατόχων μου.
§85Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνος εἶχε καὶ προτερήματα. Εἶχε τέλος πάντων μίαν ἱστορίαν μεγάλην καὶ φωτεινήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε, καὶ φοβοῦμαι ὅτι οὔτε θὰ ἀποκτήσητε σεῖς.
§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν φεύγω. Πρόκειται περὶ νομικοῦ ζητήματος αὐτὴν τὴν στιγμήν. Θὰ ἐπανέλθω.
§87Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τέλος πάντων. Ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔχει τάχα τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς ἀνακριτάς. Πλάνη, καὶ πλάνη οἰκτρά. Τὰ ἀνακριτικὰ καθήκοντα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς δικαστάς, καὶ τοὺς δικαστάς οὔτε τούς διορίζει, οὔτε τούς παύει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἓν μόνον ἔχει δικαίωμα. Τὸ δικαίωμα ὅπως δι’ ὡρισμένον χρόνον, καὶ πάντοτε κατόπιν ὑποδείξεως τῶν ἁρμοδίων προϊσταμένων, ὁρίζῃ τίνες ἐκ τῶν δικαστῶν, τίνες ἐκ τῶν Πρωτοδικῶν, θὰ ἀσχοληθοῦν μὲ καθήκοντα ἀνακριτικὰ καὶ τίνες μὲ ἄλλα καθήκοντα. Ὑπάρχει ἐδῶ τεραστία διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν περιπτώσεων. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἁπλῶς ὁρίζει, ὄχι διορίζει, τούς ἀνακριτάς καὶ ὄχι τὸν ἀνακριτήν. Μεταξὺ τοῦ ὁρίζει τοὺς ἀνακριτὰς καὶ ὁρίζει τὸν ἀνακριτήν, ὑπάρχει ἐπίσης διαφορὰ τεραστία. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἓν Διάταγμα γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ διαταγὴν ἐπιστρατεύσεως εἰδικῶς τοῦ κ. Ταλλιαδούρου (ἱλαρότης). Μὴ θέλωμεν νὰ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις. Μὴ θέλωμεν νὰ παίξωμεν ἐν οὐ παικτοῖς. Δικαίωμα ἀντικαταστάσεως ἀνακριτοῦ δὲν ἔχετε. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τόπον καὶ εἰς χρόνον, καθ’ ὃν καθιεροῦται ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης. Μὴ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις. Ἐπράξατε ὅ,τι ἐπράξατε, χωρὶς νὰ ἔχητε κανὲν ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα. Ἀλλ’ ἔστω. Εἴχετε δικαίωμα νὰ ἀντικαταστήσητε τὸν ἀνακριτήν, τὸν ὡρισμένον ἀνακριτήν, δι’ ὡρισμένας αἰτίας. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἐνέργειά σας αὐτὴ δὲν ὤφειλε νὰ ἐκδηλωθῇ πρὶν ἤ προβῆτε εἰς μίαν μήνυσιν ἐναντίον τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἀναφέρητε ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὰς αἰτιάσεις καὶ τὰς ἀφορμὰς τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκεν ὁ ἀνακριτὴς διὰ νὰ τὴν κρίνουν οἱ πρὸς τοῦτο ἁρμόδιοι, ὁπότε καὶ μόνον ἠδύνασθε νὰ προχωρήσητε περαιτέρω. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε: «τὸ τοιοῦτον θὰ ἐπέφερε καθυστέρησιν εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης». Σᾶς λέγω, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ μὴ ἀφήσητε ἔκθετον τὴν περίπτωσιν εἰς βάρος τῆς Δικαιοσύνης καὶ τώρα ἀκόμη ἔχετε καιρόν — καὶ σᾶς προκαλῶ — νὰ ὑποβάλητε μίαν μήνυσιν, ἐναντίον τοῦ ἀνακριτοῦ διὰ τὰς παραλείψεις καὶ τὰ πταίσματα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσε. Καὶ ἂν ἡ μήνυσίς σας δικαιωθῇ, τότε καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ σεῖς θὰ δικαιωθῆτε. Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν προβεῖτε εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, εἶσθε ἐκτεθειμένος κατὰ τρόπον ἀπογοητευτικὸν καὶ ὡς πολίτης, καὶ ὡς πολιτευόμενος, καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός σας, συνάδελφος, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἔστω ἠδύνασθε, ἄνευ διατυπώσεως εἰδικῆς κατηγορίας, νὰ ἀντικαταστήσητε τὸν ἀνακριτήν, ἀλλὰ πῶς ὡρίσατε τὸν καλόν τοῦ κακοῦ ἀνακριτοῦ ἀναπληρωτήν; Διωρίσατε σεῖς τὸν ἀνακριτήν, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζετε τὸν γραμματέα τοῦ πολιτικοῦ σας γραφείου, καὶ ὡρίσατε σεῖς τὸν ἐπόπτην τοῦ ἀνακριτοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζετε τὸν ἀντιπρόσωπόν σας ἐπὶ τῆς κάλπης. Καὶ ὑποβάλλω, ἐκτὸς τῶν ἐρωτημάτων τὰ ὁποῖα διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, καὶ ἕν ἐρώτημα: Διατὶ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης—καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε ἀμέσως— διατὶ εἰς μὲν τὸν καλὸν ἀνακριτὴν ἐτάξατε εἰδικὸν ἐπόπτην, εἰς δὲ τὸν κακὸν ἀνακριτήν, τὸν ἀνεπαρκῆ, τὸν ἀμελῆ, δὲν εἴχετε τάξει τοιοῦτον; Ἀντικατεστήσατε τὸν κακὸν ἀνακριτὴν διὰ τοῦ καλοῦ καὶ ταὐτοχρόνως ὁρίζετε ἐπόπτην τοῦ καλοῦ ἀνακριτοῦ, ἐνῶ τοιούτου ὁ κακὸς εἶχεν ἀνάγκην μεγαλυτέραν. Ἀναμένω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὴν ἀπάντησίν σας.
§88Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὴν τροπὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἕνεκα τῆς ὁποίας καὶ τῆς βραδυπορείας τοῦ ἀνακριτοῦ, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος, ἠναγκάσθην νὰ τὸν ἀντικαταστήσω, διὰ τὰς διαφόρους ἀτασθαλίας του. Ἐθεώρησα ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ καὶ ἐπιβεβλημένον, διὰ νὰ ἄρω πᾶσαν τυχὸν παρεξήγησιν, ὅτι αἱ ἀνακρίσεις δὲν θὰ γίνωνται μὲ τὸν πλέον ἀμερόλιπτον τρόπον καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῶν παθόντων, καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῶν κατηγορουμένων, καὶ διὰ τὴν κοινὴν γνώμην ἐθεώρησα προσῆκον, ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένον νὰ ὁρίσω ἀνώτερον ἐπόπτην ἐπὶ τῶν ἀνακρίσεων.
§89Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἡ ἐρώτησις εἶναι διατὶ τὸ ἐθεωρήσατε ἐπιβεβλημένον.
§90Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς εἴπω. Ὥρισα ἀνώτερον δικαστικὸν πρόσωπον ὡς ἐπόπτην τῶν ἀνακρίσεων, ὁ ὁποῖοι εἶχον ἐκτροχιασθῆ ἀπὸ τὴν κακὴν διαχείρισιν τοῦ ἀνακληθέντος ἀνακριτοῦ.
§91ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Δὲν εἶσθε ἁρμόδιος νὰ κρίνετε ἂν ἐξετροχιάσθησαν.
§92Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Λέγω ὅτι διώρισα ἀνώτερον δικαστικόν, ἐξέλεξα Ἀρεοπαγίτην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μοῦ χορηγοῦν οἱ κείμενοι νόμοι καὶ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον σεῖς, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἰδικῆς σας, τοῦ Παγκάλου, εἰσηγήθητε, ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τῷ 1927, καὶ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1929. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ δευτέρα φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἐφήρμοσα. Ἡ πρώτη φορὰ ἦτο τῆς Πέτρας, ἡ δευτέρα τῆς Κορίνθου καὶ ἡ τρίτη φορὰ ἦτο αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσα ἐγώ. Τὸ ἔκαμα λοιπὸν αὐτὸ διὰ νὰ ἄρω πᾶσαν ἀμφιβολίαν ἐξ οἱασδήποτε πλευρᾶς, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ νέος ἀνακριτής, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον ἀρκεταὶ συστάσεις τοῦ δικηγορικοῦ καὶ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀντίληψις ἡ ἰδική μου δι’ ἀνακριτήν, ὁ ὁποῖος εἶναι κατάλληλος νὰ ἀσχοληθῇ διὰ σοβαρώτατον ποινικὸν ἀδίκημα, καὶ ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένον, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς αὐτὸς ἔπρεπε νὰ προασπίζηται ἀπὸ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένον νὰ θέσω ἐπὶ τῶν ἀνακρίσεων ἀνωτέραν ἐποπτείαν, ὥστε πᾶν βέλος συκοφαντίας ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν, νὰ θραύηται ὡς εἰς βράχον.
§93Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνῶ πολλὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἱκανοποίησε τὴν ἀπορίαν μου: διατί δὲν διώρισεν ἐπόπτην καὶ συμπαραστάτην τοῦ κακοῦ ἀνακριτοῦ καὶ διώρισε τοιοῦτον εἰς τὸν καλὸν ἀνακριτήν. Ἐξ ἄλλου ἐπεξετάθη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ζητήματα νομικὰ καὶ μὲ ἀναγκάζει νὰ τοῦ δώσω μίαν ἀπάντησιν. Δέν σᾶς κατηγορῶ μόνον ἐπὶ τῷ ὅτι παρεβιάσατε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἢ μόνον ὅτι παρεβιάσατε τοὺς νόμους, ἀλλὰ σᾶς κατηγορῶ προσθέτως διὰ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας. Ἡ μετάθεσις, ἡ ἀπόλυσις καὶ ὁ διορισμὸς καὶ πάντα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν τύχην τοῦ ἐμψύχου ὑλικοῦ τῆς Δικαιοσύνης τελοῦν ὑπὸ προϋποθέσεις συνταγματικάς, τελοῦν ὑπὸ προϋποθέσεις νομικάς, ὑπὸ προϋποθέσεις φυσικὰς καὶ ἠθικὰς καὶ ὑπὸ προϋποθέσεις ἀκόμη πολιτικάς. Καὶ ἄν ὅμως ὑποτεθῇ ὅτι ἔχουν δικαίωμα οἱ Ὑπουργοὶ νὰ διορίζουν καὶ νὰ παύουν τοὺς ἀνακριτάς, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν διωρίσατε καὶ δὲν ἐπαύσατε ἀνακριτάς, ἀλλὰ διωρίσατε ἀνακριτὴν εἰς μίαν συγκεκριμένην ὑπόθεσιν, καὶ ἀνακριτήν, παρ’ ᾧ ἦτο ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις σοβαρά. Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἀντίκειται σφόδρα εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς χρηστῆς διοικήσεως, ἀποτελεῖ τὴν περίπτωσιν τῆς καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας ἐὰν εἶσθε ἐν δόλῳ, ἐὰν δὲ δέν εἶσθε ἐν δόλῳ, ἀποτελεῖ τὴν κακὴν χρῆσιν τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ.
§94Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ τὸ δίδει ὁ νόμος.
§95Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔρχομαι πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν περίπτωσιν, ὅτι δύνασθε νὰ διορίζητε καὶ νὰ παύητε τοὺς ἀνακριτάς, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ παύητε τὸν ἀνακριτὴν εἰς μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν.
§96Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Σεῖς ἄλλοτε εἴχετε διατάξει νὰ φύγῃ ἀνακριτὴς ὅν εἴχετε διατάξει προηγουμένως νὰ παραμείνῃ δυνάμει εἰδικοῦ ἄρθρου τοῦ Ψηφίσματος τοῦ 1929 διὰ τὰς καταχρήσεις τοῦ Ἐποικισμοῦ Πρεβέζης.
§97Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω γνῶσιν τοῦ πράγματος αὐτοῦ. Καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον προηγούμενον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω ἅπαξ διὰ παντός, ὅτι ἡ τακτικὴ τῆς πονηροκρατίας, τὴν ὁποίαν καθιερώσατε, ὅταν σᾶς κατηγοροῦμεν ὅτι παρεβιάσατε τὸ Σύνταγμα ἤ ὅτι παραβιάζετε τοὺς νόμους καὶ τὴν ἠθικήν, νὰ ἀνατρέχητε εἰς γεγονότα τοῦ παρελθόντος, νὰ εὑρίσκητε ἐκεῖ δῆθεν ἐπιχειρήματα, εἶναι ἄχαρις καὶ ἀντικοινοβουλευτική.
§98Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶμαι ἐντὸς τοῦ νόμου.
§99Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προηγούμενα ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, δέν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν, διότι τοιαῦται ὑποθέσεις δέ, συνέβησαν ἄλλοτέ ποτε εἰς τὸν τόπον. (Φωναί, ἔγιναν χειρότερα).
§100Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔγιναν φρικωδέστεραι ὑποθέσεις.
§101Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἔχετε ἰδέας, ἠμπορεῖτε νὰ τὰς εἴπητε, ἐὰν ἔχετε ὅμως νεῦρα, σᾶς παρακαλῶ νὰ τὰ περιστείλητε. Δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλῆσθε προηγούμενα, διότι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ δὲν ἔχει προηγούμενον εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἄλλη ὤφειλε νὰ εἶναι ἡ τακτικὴ τῆς διοικήσεως ἀπέναντι μιᾶς ἀσήμου ὑποθέσεως, ἡ ὁποία προέκυψεν εἰς μίαν ἐσχατιάν, χωρὶς νὰ ἔχῃ προηγούμενα ἢ νὰ κινήσῃ τὴν κοινὴν περιέργειαν, καὶ ἄλλη ἀπέναντι τῆς σοβαροτέρας τῶν ὑποθέσεων ἐξ ὅσων ἐγνώρισέν ποτε ἡ Ἑλλάς, καὶ ἡ ὁποία κλονίζει ἐκ βάθρων τὴν γαλήνην τῆς Χώρας.
§102Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνοι.
§103Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι, οἰκτείρω τὴν νοημοσύνην σας, διότι μᾶς ἐδώκατε τόσον σοβαρὰς ἀφορμάς.
§104Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντως ἐξεφράσαμεν τὸν ἀποτροπιασμόν μας διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν νὰ προστατεύσωμεν καὶ τὸν παθόντα, καὶ τὸν λαόν καὶ δι’ αὐτὸ ἐζητήσαμεν νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησίς σας, διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ λαός, καὶ δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἐμποδίσωμεν νὰ ὁμιλήσητε.
§105Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἐμποδίσητε ἀπὸ τοῦ νὰ σᾶς τὰ εἴπω. Θὰ σᾶς τὰ εἴπω. Ἐγὼ δὲν ἵσταμαι εἰς τὸ βῆμα συμβατικῶς. Ἵσταμαι ἐν πλήρει συναισθήσει τῆς εὐσυνειδήτου ψήφου τῶν ἐκλογέων μου καὶ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα μοῦ δίδει τὸ βῆμα. Ἡ παρεμπόδισίς μου, θὰ εἶναι ἔργον δύσκολον καὶ πολὺ ἐπικίνδυνον. Θὰ εἴπω, μετὰ ἢ ἄνευ θορύβου, ὅσα θέλω νὰ εἴπω.
§106ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Μόνον περὶ φυσικῶν δικαστῶν νὰ μὴ ὁμιλῆτε, διότι σεῖς εἶσθε ἀφύσικος δικαστής.
§107Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ὑπῆρξα τίμιος δικαστὴς καὶ τίμιος χειριστὴς τῆς δικαιοσύνης.
§108Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω νὰ προστατεύσω τὸν ρήτορα.
§109Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς ἰδικῆς σας προστασίας.
§110Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς λέγει, ὅτι, καὶ ἄν δέχεσθε σεῖς διακοπάς, δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τοιαύτας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀπαγορεύσῃ νὰ γίνωνται διακοπαὶ εἰς τοὺς ὁμιλοῦντας, ὅπως ἐπίσης, ὡς ἔχω δικαίωμα, νὰ συστήσω εἰς τοὺς φίλους μου, συνιστῶ νὰ ἀκούουν ἀπαθῶς τὸν ρήτορα καὶ νὰ μὴ κάμουν διακοπήν.
§111Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμπληρώνω τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὴν παρεμπίπτουσαν δῆθεν ἀπάντησιν μᾶλλον, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ λέγω ταῦτα: Καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος ὁ ὁποῖος νὰ ἔδιδε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ, ὁ νόμος οὗτος ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ σκοποὺς συνάδοντας πρὸς τὴν καλὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν ἔργων. Ἐφόσον ὅμως δὲν ἐφηρμόσθη διὰ τοὺς σκοποὺς αὐτούς, ἀλλὰ διὰ σκοποὺς ξένους ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐπεδίωκεν ὁ νόμος, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔχομεν τὴν περίπτωσιν τῆς καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας, ἤ, τοὐλάχιστον ἐὰν δὲν ὑπάρχει δόλος, τὴν περίπτωσιν τῆς καταχρήσεως τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τῆς διοικήσεως. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ὑποβοηθητικὴν βάσιν ἐκ τῆς ὁποίας μὲ ἐξετόπισεν ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ λέγω, ὅτι, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ, ἄνευ διατυπώσεως συγκεκριμένης καὶ σαφοῦς κατηγορίας κατ’ αὐτοῦ, ὤφειλε τὸ κενὸν τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Τζωρτζάκη νὰ τὸ συμπληρώσῃ φυσιολογικῶς καὶ τιμίως, ὅπως συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος, κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, εἶναι ἁρμόδιος καὶ ὄχι νὰ ἐκλέξῃ ὡς ἐξέλεξε πρόσωπον τῆς ἰδικῆς του ἀρεσκείας, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι πολὺ καλύτερον ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Τζωρτζάκη, ἀλλά, διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς του, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ κατέστησεν ὕποπτον. Διατὶ δὲν εἶπεν εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ὅτι, ἔχων λόγους διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν κ. Τζωρτζάκην, παρακαλῶ νὰ ὑποδείξητε σεῖς, ὁ ἐκ τοῦ νόμου ἁρμόδιος, ποῖον νὰ διορίσω, διότι καὶ ἂν ἠξεύρω ἐγώ, ἡ διοίκησις, δὲν ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ ὑποδείξω, διότι ἐγώ, φεῦ!, εἶμαι καὶ Ὑπουργός, ἀλλ’ εἶμαι καὶ κομματάρχης. Διατὶ παρέλειψε τὴν ἐνέργειαν ταύτην; ἡ ὁποία θὰ τὸν ἐξησφάλιζεν ἀπὸ τὰς παρεξηγήσεις τῆς κοινῆς γνώμης, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε, καὶ περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ θὰ ἐμιλήσω παρακατιών; Ἀλλ’ ἄς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὃν τρόπον ἐκλέγει τὸν διευθυντὴν τοῦ πολιτικοῦ του γραφείου, νὰ ἐκλέγῃ καὶ τὸν ἀνακριτὴν καὶ τὸν ἐπόπτην τῆς ἀνακρίσεως. Διατὶ ἔθηκεν εἰς αὐτοὺς ὅρους στραγγαλισμοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ ποίαν ἔχει τώρα τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποδοκιμασίας τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ὁ ὁποῖος μὲ τόσην περιφρόνησιν ἀπεποιήθη τὸν διορισμόν, οἱονεὶ δηλώσας, ὅτι δὲν ἐκθέτω ἐγὼ τὸν ἑαυτόν μου καὶ τὴν ἱστορίαν μου ἐκ τῆς παρεξηγήσεως νὰ δεχθῶ τοιαύτην ἐντολὴν τῆς διοικήσεως, ἀνεξάρτητος δικαστὴς ὤν; Πῶς δὲν ἐφοβήθητε τὴν παρεξήγησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξεθέσατε τὴν δικαιοσύνην, μὴ ζητήσαντες ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ διορίσῃ τὸν ἀνακριτήν, μὴ ζητήσαντες ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ διορίσῃ τὸν ἐπόπτην, ἀλλὰ διωρίσατε αὐτὸν μὲ τὴν εὐχέρειαν περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου; Καὶ περαιτέρω: Διατὶ, λέγω, ἐστραγγαλίσατε, οἱονεὶ συμβληθέντες μετὰ τοῦ ἀνακριτοῦ προκαταβολικῶς, τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης, δόσαντες εἰς αὐτὸν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ταχύτητος, ὄχι ἀρτιότητος, ὄχι ὠφελιμότητος, ὄχι ἀμεροληψίας, ὄχι τῆς εὐρύτητος;
§112Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, κατὰ τρόπον ἀμερόληπτον, διέταξα τὸν ἀνακριτὴν νὰ ἐπιτύχῃ καὶ τίποτε ἄλλο. Καὶ εἶπον εἰς τὸν ἀνώτερον ἐπόπτην, ὅτι ἕν μόνον ἔχει ἡ Κυβέρνησις δικαίωμα, νὰ κάμῃ, νὰ ἀνευρεθοῦν οἱ ἔνοχοι καὶ οἱ χρηματοδόται, νὰ ἔλθουν πρὸ αὐτῆς τὸ ταχύτερον. (Χειροκροτήματα).
§113Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐθέσατε εἰς τὴν δικαιοσύνην τὸ Μαραθώνειον ἀγώνισμα, ἐνῶ τὸ ἀγώνισμα αὐτὸ τῆς ταχύτητος δὲν εἶναι καλός, ἀλλὰ χείριστος τῆς δικαιοσύνης συμπαραστάτης.
§114ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ τὸν κ. Τζωρτζάκην ἠπείλησαν, ὅτε ἡ ἀνάκρισις ἔθηκε χεῖρα ἐπὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας.
§115Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀποτελεῖ φενάκην κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ δικαιολογία ὅτι, τάχα, εἰς τὸν βωμὸν τῆς ταχύτητος ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ θυσιάσουν ὅσα πολύτιμα καὶ ἱερὰ τῆς δικαιοσύνης ἐθυσίασαν. Ἀποτελεῖ ἀποπλάνησιν καὶ ἀπάτην κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ δικαιολογία αὐτή, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι ἡ ὑπόθεσις δὲν τερματίζεται ἐν πάσῃ περιπτώσει, διότι δὲν εἶνε δυνατὸν τὸ βούλευμα νὰ κλείσῃ ὁριστικῶς τὴν θύραν τῆς ἀνακρίσεως. Διότι ἡ ἀνάκρισις θὰ περατωθῇ μόνον ὡς πρὸς τοὺς γνωστοὺς μέχρι σήμερον ἐνόχους, ἀλλ’ ἂν αὔριον προκύψουν νέα στοιχεῖα....
§116Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ὑπόθεσις παραγράφεται μετὰ δέκα χρόνια. Ἐντὸς δέκα ἐτῶν ἔχει δικαίωμα πᾶς Ἕλλην νὰ καταγγείλῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, πάντα ἔνοχον, καὶ αἱ Ἀρχαὶ ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρευνῶσιν ἐντὸς δέκα ἐτῶν. Ἀπαγορεύει κανεὶς τοῦτο;
§117Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶχε λοιπὸν, κατὰ μεταγενεστέραν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ταχύτητα ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀφοῦ ἡ ταχύτης ἀπεδείχθη κἄτι μάταιον καὶ ἄσκοπον, διότι δὲν κλείει τὴν δικογραφίαν ὁριστικῶς. Ὀρθὸν θὰ ἦτο, ἀληθῶς, καὶ ἐπιθυμητὸν ἐκ μέρους ὅλων ἡμῶν, ἐὰν ἦτο ἀδύνατον νὰ τεθῇ ὁριστικὸν τέρμα, ἀλλὰ καὶ πλῆρες εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Εἰς τὴν τοιαύτην σκοπιμότητα, εἰς τὴν τοιαύτην ἐπιδίωξιν τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εὕρητε σύμφωνον καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλά, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν, οὕτως ἤ ἄλλως, ἡ ὑπόθεσις θὰ ἐκκρεμῇ, διὰ τὰ πρόσωπα διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐδόθη μήνυσις ἤ δὲν προέκυψαν ἀκόμη ἐνδείξεις, πῶς θέλετε νὰ δικαιολογήσητε τὸ πραξικόπημα μὲ τὴν ἀδικαιολόγητον δικαιολογίαν, ὅτι τάχα, διά νὰ βοηθήσητε, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσητε τὸν σκοπόν τῆς ταχύτητος....
§118Τ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δέν μένει ἐκκρεμής.
§119Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω τὸ συναίσθημα, ὅτι ὑμεῖς θέλετε νὰ μείνῃ ἐκκρεμής.
§120Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἀφήσατε νὰ εἴπουν τὴν τελευταίαν λέξιν οἱ ἔνορκοι.
§121Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προσέξατε μήπως τὸ τοιοῦτον δεδικασμένον, δέν εἶναι δεδικασμένον πραγματικόν. Λοιπόν, δὲν ὑπάρχει σκοπιμότης ταχύτητος, πρὸ τῆς ὁποίας νὰ θυσιασθῇ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς καὶ τὸ ἀνέπαφον τῆς δικαιοσύνης. Ἄλλωστε, διατί, ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν προέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ποὺ ἀντελήφθη τὴν ἐλαττωματικότητα τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλ’ ἐπερίμενε.....
§122Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι τὸ λάθος μου.
§123Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐάν συνηθίσητε νὰ ὁμολογῆτε τὰ λάθη σας, τοῦτο θὰ εἶναι συμφερώτερον διὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§124Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔκαμε λάθος ὅτι δὲν τὸ ἔκαμεν ἀμέσως.
§125Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἔκαμα λάθος καὶ θὰ δώσω λόγον δι’ αὐτό, ὅταν θὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ἀλεξάτου.
§126Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁμολογεῖ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ διὰ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι πράγματι πρόκειται περὶ λάθους, περὶ τοιούτου μάλιστα λάθους, ὥστε δὲν δύναμαι, παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὅστις εἰς τὴν ἐπιστολήν του λέγει ὅτι: Ὑπῆρξεν ἀψυχολόγητος ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ. Ὁμολογία, λοιπόν, ἐκ μέρους αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως.
§127Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ βλέπετε βάλλομαι ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν καὶ νὰ ἠξεύρετε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ καλυτέρα στάσις τὴν ὁποίαν ἔχω λάβει. Βάλλομαι ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν καὶ ἵσταμαι καλῶς.
§128Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει μία πλάνη, καὶ ἐὰν θέλετε νὰ ἀναλύσω τὴν ψυχολογίαν τοῦ λαοῦ, ὅστις σᾶς ἔφερεν εἰς τὴν Ἀρχήν, θὰ εἴπω ὅτι αὐτὴ ὀφείλεται εἰς ἕν αἴσθημα δοκιμῆς, καὶ ὅταν σᾶς ἐδοκίμασε, τὸ αἴσθημα αὐτὸ διελύθη καὶ δὲν ὑφίσταται πλέον ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§129Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ψυχολογία τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερεν εἰς τὴν Ἀρχήν, σημαίνει ὅτι οὗτος ἐξεδήλωσε τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς ἐμέ. Ἀφήσατε τὸν λαὸν νὰ μὲ δοκιμάσῃ.
§130Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὔχομαι μακρὰ τὰ ἔτη τῆς πολιτικῆς σας ζωῆς, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν γνωρίζω πόσον θὰ κυβερνήσετε τὴν φορὰν αὐτήν. Γνωρίζω ὅμως καλῶς, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ κυβερνήσητε ἄλλην φοράν.
§131Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέν γνωρίζω οὔτε ἐγὼ πόσον καιρὸν θὰ κυβερνήσω τὴν Χώραν. Θὰ τὴν κυβερνήσω ὅσον θέλει ὁ λαός.
§132Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγω λοιπὸν ἀκόμη, Κύριε Ὑπουργέ, πολεμούμενος καὶ ἐγὼ πανταχόθεν, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι, ἂν εἴχετε δικαίωμα νὰ ὁρίσητε τὸν ἀνακριτήν, σεῖς ἔπρεπε νὰ ἐκλέξητε τὴν κατάλληλον στιγμήν, ἵνα μὴ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου νὰ σᾶς λέγῃ ὅτι ἦτο ἀψυχολόγητος ἡ ἐνέργειά σας, ἵνα μὴ ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁμολογήσητε ὅτι διεπράξατε σφάλμα.
§133Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σφάλμα ποὺ δὲν τὸν ἀντικατέστησα προτήτερα.
§134Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Παίζετε μὲ τάς λέξεις, κ. Κούνδουρε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶναι σφάλμα ὅτι δὲν τὸν ἀντικατέστησεν ἐνωρίτερον.
§135Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι νομικὸς ὁ ἴδιος καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγόρων. Κατ’ ἐμέ, Κύριοι, ἐπειδὴ ἡ Βουλή, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι αἴθουσα φιλολογικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν διαλέξεων, ἀλλ’ αἱ συζητήσεις ἐν αὐτῇ πρέπει νὰ ἔχουν τὸν χαρακτῆρα τὸν πολιτικῶν συζητήσεων, τονίζω, ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἐν τῷ ὁποίῳ ὡμολόγησε τὸ σφάλμα αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, εὕρηται ἡ μεγαλυτέρα αὐτῆς εὐθύνη, εὕρηται ἡ πολιτική της εὐθύνη. Διότι εἶναι γνωστόν, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐγκλήματος εἰς ἐξαιρετικῶς δυσμενῆ θέσιν, διότι εἴτε ἐσκεμμένως, εἴτε συμπτωματικῶς, οἱ κατηγορούμενοι διὰ τὸ ἔγκλημα ἀνήκουν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὰς τάξεις ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἀπέρρευσεν, ἀλλὰ καὶ διότι τινὲς ἐξ αὐτῶν συνέπεσε νὰ ἔχουν περιβληθῆ μὲ ἐξαιρετικὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν νὰ τὸ ἀκούσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὸ γεγονὸς τοῦτο, κ. Βουλευταί, ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρόσθετον ὑποχρέωσιν νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλην αὐτῆς τὴν φρόνησιν, ὅλην τὴν σύνεσιν, ὅλην τὴν λεπτότητα αὐτῆς ἐν τῇ πολιτικῇ τῆς ἀπέναντι τοῦ ἐγκλήματος, ἵνα μὴ ὁ λαὸς ἀποπλανηθῇ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς κακοὺς ἀντιπάλους της, καὶ θεωρήσῃ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ ὅτι δὲν εἶναι κεχωρισμένα τὰ ὅρια τοῦ ἐγκλήματος ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὅρια τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀκριβῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς τὸν ἀποπλανῶμεν. Λοιπόν, πλανᾶται.
§136Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔμαθε καὶ τούς μέν, ἔμαθε καὶ τούς δέ. Ὁ λαὸς δὲν πλανᾶται.
§137Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν χωρήσωμεν ὁμαλῶς, τότε τὰ λέγομεν πάλιν. Ἡ Κυβέρνησις, λέγω, εἶχεν ἐξαιρετικῶς λεπτὴν ὑποχρέωσιν ἐν τῇ πολιτικῇ της ἀπέναντι τοῦ ἐγκλήματος. Ἔπρεπε νὰ προσέξῃ καὶ τὴν τελευταίαν λεπτομέρειαν καὶ τῶν λόγων της, καὶ τῶν πράξεών της. Ὤφειλε νὰ ἀποφεύγῃ πᾶσαν πρᾶξιν καὶ πᾶσαν παράλειψιν, ἱκανὴν νὰ εροφοδοτήσῃ τὰς ὑπονοίας αὐτάς, ἱκανὴν νὰ μεταβάλῃ τὰς ὑπονοίας αὐτάς εἰς πεποιθήσεις, νὰ μεταβάλῃ τὸν θρύλον εἰς ἱστορίαν καὶ νὰ μεταβάλῃ τοὺς λόγους εἰς πράγματα. Ὑπάρχει μία μερὶς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, Κύριοι, ἡ ὁποία ἀρχῆθεν ἐπίστευσεν εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θεωρεῖ καθῆκον τιμῆς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων, οἱοιδήποτε καὶ ἄν εἶναι, ὁσονδήποτε καὶ ἄν εὕρηνται ὑψηλά, καὶ ἔχει χωρίσει βαθέως τὰ ὅρια τῶν εὐθυνῶν διὰ τὸ ἔγκλημα αὐτό, ἀπὸ τὰ ὅρια τῶν κυβερνητικῶν εὐθυνῶν. Λυποῦμαι, διότι ὡρισμέναι πράξεις καὶ παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως, συνετέλεσαν ὥστε τὰ ὅρια ταῦτα νὰ συγχυσθοῦν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ πολλοῦ κόσμου. Καὶ ἐρωτῶ: ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ ἔχει τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν σημασίαν, ὅτι συνῃσθάνθη τάχα ἡ Κυβέρνησις τὴν λεπτοτάτην ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὡς Κυβέρνησις ἀπέναντι τοῦ ἐγκλήματος; Βέβαια ὄχι. Δὲν θέλω ἐγὼ νὰ ἀπαριθμήσω ὅλας τὰς περιπτώσεις τῶν παραλείψεων καὶ τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι τροφοδοτοῦν τὰς ὑπονοίας καὶ μεταβάλλουν αὐτὰς εἰς πεποιθήσεις, καὶ αἱ ὁποῖαι τροφοδοτοῦν τὸν θρύλον καὶ τὸν μεταβάλουν εἰς ἱστορίαν. Θέλω νὰ ἐξετάσω μόνον, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ κ. Τζωρτζάκη. Καὶ ἂν ἀκόμη εἴχετε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἂν ὄντως εἴχατε ὑποπέσει εἰς παραλείψεις, καὶ ἂν εἶσθε ἀνεξέλεγκτος ἐν τῇ ἐνεργείᾳ σας ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, καὶ πάλιν ὠφείλατε νὰ σταματήσητε ἐκ τοῦ φόβου μήπως ἡ ἐνέργειά σας αὐτὴ παρεξηγηθῇ. Διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος μὲ τὴν παρρησίαν τὴν ὁποίαν ὀφείλουν νὰ ἔχουν οἱ ὁμιλοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅσοι ἔχουν τὸ συναίσθημα ὅτι τοὺς ἔστειλεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν ἡ φωτεινὴ θέλησις τῶν συμπολιτῶν των, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀδιαφορία τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῶν πράξεων καὶ παραλείψεων, αἱ ὁποῖαι τὴν ἐδυσφήμησαν, ἀποτελεῖ σοβαρωτάτην ἐναντίον αὐτῆς ὑπόνοιαν, πῶς ἄφησεν ἡ Κυβέρνησις τὸ γόητρόν της νὰ διασυρθῇ μὲ πράξεις καὶ μὲ παραλείψεις, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο, καλῶς πολιτευομένη, μὲ ἄλλην τακτικήν, μὲ ἄλλην λεπτότητα, μὲ ἄλλην ἐνθάρρυνσιν τοῦ ἀνακριτικοῦ ἔργου, ἐνῷ ἠδύνατο μεταξὺ τῶν κατορθωμάτων της, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι διέπραξε καὶ κανὲν κατώρθωμα, κατὰ τὸ 10μηνον διάστημα τῆς διακυβερνήσεως μεταξὺ τῶν κατορθωμάτων της νὰ κατατάξῃ καὶ τὸ κατόρθωμα, ὅτι κατώρθωσε, μολονότι εὑρέθησαν οἱ ἔνοχοι τοῦ ἐγκλήματος εἰς τὰς τάξεις τῶν φίλων της, κατώρθωσε νὰ πυργώσῃ καὶ τὸν νόμον, κατώρθωσε, καὶ εἶναι τοῦτο τὸ σοβαρώτερον ὅλων, νὰ προφυλάξῃ τὴν Χώραν ἀπὸ τὸν μεγαλείτερον τῶν κινδύνων, ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῆς καταισχύνης, διὰ τῆς πολιτογραφήσεως τῆς δολοφονίας εἰς τούς πολιτικούς μας ἀγῶνας. (χειροκροτήματα).
§138Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡμεῖς ἔχομεν πολιτογραφήσει τὴν δολοφονίαν εἰς τοὺς ἀγῶνας μας, διὰ ποίων πράξεων; Δὲν ἀνατρέχετε εἰς τὴν ἱστορίαν, διὰ νὰ ἴδητε ποῖος ἔχει πολιτογραφήσει τὴν δολοφονίαν; (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου).
§139Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μή θέλετε καὶ πάλιν μὲ τὸ σύστημα τῆς πονηροκρατίας.....
§140Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νὰ ἀπαντήσητε ἐπ’ αὐτοῦ.....
§141ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἀφήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὁμιλήσῃ.
§142Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύετο μὲ φρόνησιν, ἐὰν ἐπολιτεύετο μὲ καλὴν πίστιν καὶ ὑπερηφάνειαν πολιτικὴν καὶ μὲ λεπτότητα ἀπέναντι τοῦ ἐγκλήματος, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπέφευγεν ὡρισμένας πράξεις καὶ ὡρισμένας παραλείψεις, τότε δὲν θὰ ἐδημιουργεῖτο ἀτμοσφαῖρα ἱκανὴ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν πολιτογράφησιν τῆς δολοφονίας ὡς μέσον ἐπικρατήσεως εἰς τοὺς πολιτικούς μας ἀγῶνας, καὶ αὐτὸ εἶναι τόσον σαφές, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἀλλὰ μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἀναμένει οὔτε ὁ λαός, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐψήφισε, σπουδαῖα πράγματα πλέον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ἰδέα σας.
§144Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐδήλωσεν ὅτι θά εἶνε μέγα εὐτύχημα διὰ τὴν Χώραν, ἐὰν ἀποφύγῃ τὸ αἱματοκύλισμα. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τούτων.....
§145Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶπεν, ὅτι, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἀποτρέψωμεν τὸν ἐμφύλιον σπαραγμόν, θὰ εἶναι ἐξαιρετικὴ εὔνοια τῆς τύχης, ἀλλὰ δὲν ἐδήλωσε ποίαν παράταξιν θεωρεῖ ὑπεύθυνον διὰ τὸ κατάντημα αὐτό. Ἐκείνην ἡ ὁποία κυβερνᾷ σήμερον, ἢ ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν κυβερνᾷ. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου).
§146Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος καὶ τὸ τίς θὰ προκαλέσῃ τὸν ἐμφύλιον σπαραγμόν. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό. Σημασίαν ἔχει, ὅτι εἶναι μέγα εὐτύχημα διὰ τὴν Χώραν τὸ ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἀποφύγωμεν αἱματοκύλισμα. Ἡμεῖς, καὶ οἱ φίλοι σας ἀκόμη, δὲν προσδοκῶμεν καὶ μεγαλείτερα κατορθώματα. Ἄν προαισθάνεσθε, διὰ νὰ διαλύσω καὶ τὴν ἀντίρρησιν, τὴν ὁποίαν ἠθελήσετε νὰ φέρετε κατὰ τοῦ ἐπιχειρήματός μου, κ. Ὑπουργέ τῶν Στρατιωτικῶν, ἄν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἡμεῖς γενόμεθα τοιούτων ἀφορμή καὶ τοιούτων ἐνδεχομένων ὑπεύθυνοι, ἐμπρός, κινήσατε τὰς χεῖράς σας καὶ μὴ κινῆτε μόνον τὴν γλῶσσαν σας. Ὀφείλετε νὰ ἔχητε καὶ τὸ θάρρος τῶν πράξεων, ὡς ἔχετε καὶ τὸ θάρρος τῶν λόγων. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§147Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀναγκάζομαι, διὰ δευτέραν φοράν, νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν ἔγινα ἀντιληπτός.
§148Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προτοῦ ὁμιλήσετε, νὰ συνεννοηθῶμεν μεταξύ μας.
§149Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ ἱστορίας...
§150Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ ὀλίγου εἴπετε ὅτι, ναὶ μὲν εἶπον αὐτά, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποῖος θὰ εἶναι ὁ ὑπεύθυνος.
§151Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι ποῖος θὰ εἶναι, ἀλλὰ ποῖος εἶναι.
§152Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἄν εἴμεθα ἡμεῖς, προλάβετε τὸ πρᾶγμα. Ἄν εἶσθε σεῖς, ἀναχαιτισθῆτε.
§153Γ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν σᾶς φοβούμεθα. Εἶσθε πτώματα.
§154Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προσέξατε, διότι καὶ οἱ νάνοι ἔχουν ψυχήν, γίνονται δὲ καμμίαν φοράν καὶ νεκροφάνειαι.
§155Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρερμηνευθῇ ἡ ἔννοια τῶν λόγων μου. Εἶπον σαφῶς, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς μίαν κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ θεωρῶ ἐξαιρετικὴν εὐμένειαν τῆς τύχης τὸ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν ἐμφύλιον σπαραγμόν. Καὶ εἶπον τοῦτο ἐξετάσας τὰ πράγματα ἀντικειμενικῶς καὶ ὄχι μὲ τὸ πρῖσμα τῆς κομματικῆς νοοτροπίας. Δὲν ἐξήγησα δηλαδὴ ποίους θεωρῶ ὑπευθύνους διὰ τὸ κατάντημα αὐτό. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ρήτωρ καὶ πάλιν μὲ προκαλεῖ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων, ὤφειλον νὰ διαπαιδαγωγήσουν τὸν ἑλληνικὸν λαόν, νὰ τὸν μορφώσουν πολιτικῶς, νὰ τοῦ δώσουν τέλος τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τὸν κάμουν ἱκανὸν νὰ πολιτεύηται, καθ’ ὃν τρόπον πολιτεύονται οἱ πεπολιτισμένοι λαοί. Ἤθελον δηλ. νὰ εἴπω, ὅτι, ὅταν γίνονται ἐκλογαί, ὄχι ὅπως τὰς ἔκαμα ἐγὼ κατὰ τὸ 1926, ἀλλ’ ὅπως ἔγιναν αἱ ἐκλογαὶ ἀπὸ τοῦ 1928, ὅταν γίνονται σκηναί, ὅπως τοῦ «Περροκέ», ὅταν γίνονται αἱ ἐκλογαί, ὅπως εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκλογὴν Κοκκινιᾶς, ὅπου ἐφονεύθη εἷς ἄνθρωπος, ὅταν δηλ. σπείρει κανεὶς ἀνέμους, δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσσεται ἐὰν θερίζῃ θυέλλας.
§156Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ πάλιν μὲ τὸ σύστημα τὸ γνωστόν, τὸ ὁποῖον ἀπεκάλεσα καὶ ἀποκαλῶ σύστημα πονηροκρατίας, γίνεται προσφυγὴ εἰς περιπτώσεις τοῦ παρελθόντος, τά ὁποῖον ἐκρίθη ἤδη. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἅπαξ διὰ παντός, διὰ νὰ ἐξουδετερώσω τὴν ροπὴν ταύτην, νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Ὑπάρχει εἷς ἱστορικὸς νόμος παράδοξος — ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μελετῶν τὴν ἱστορίαν ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ αὐτόν· κατὰ τὸν ὁποῖον νόμον, ἡ μεγαλυτέρα ἠθικὴ κατάπτωσις τοῦ νικητοῦ, εἶναι τὸ νὰ ἀντιγράφῃ τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἡττημένου. Πάσχετε ἀπὸ ἔλλειψιν ἠθικῆς καὶ ἀπὸ στέρησιν νοῦ, καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἐμφανίσητε ἴδια ἔργα, καὶ αἰσθάνεσθε ἑκάστοτε τὴν ἀνάγκην νὰ προσφεύγητε εἰς τὸ παρελθόν. Τὸ παρελθὸν δυνατὸν νὰ ἔπταισεν. Οὐδεὶς ἐπικαλεῖται ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἄπταιστον καὶ τὸ ἀλάθητον. Τὸ παρελθὸν δύναται νὰ παρουσιάσῃ καὶ ἐκεῖνο τὸ παθητικόν του, εἶχεν ὅμως καὶ πολὺ πλουσιώτερον ἐνεργητικόν. Σεῖς ὅμως δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ προσφεύγητε συνεχῶς πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ αἰτιᾶσθε αὐτό. Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ προσφύγητε εἰς τὸ παρὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον, διότι εἶσθε Κυβέρνησις. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἀναμένομεν, καὶ δὲν ἀναμένει οὔτε ὁ ἑλληνικὸς λαός,— εὐτυχῶς δὲν θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τὴν στιγμὴν ταύτην· ἐπίκειται ἐκλογικὴ δοκιμασία καὶ θὰ ἀναμετρηθοῦν αἱ δυνάμεις μας— ὁ ἑλληνικὸς λαὸς λέγομεν, δὲν ἀναμένει περισσότερα πράγματα ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἐκ πταίσματος λοιπὸν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ ἐξ ἀτυχήματος, ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔπαυσε νὰ ἀναμένῃ ἐξ αὐτῆς σοβαρώτερόν τι, τοῦ περιεχομένου τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἄν εἶναι δυνατόν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐντείνῃ καὶ τώρα τὴν ὑστάτην στιγμήν, τὰς προσπαθείας της, διὰ νὰ μᾶς δώσῃ ἕν ἄλλο ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον θεωρῶ μεγαλείτερον, τῆς ἀποφυγῆς τῶν συρράξεων τῶν αἱματηρῶν. Ἐπὶ τέλους πολλαὶ ἐπαναστάσεις καὶ συρράξεις ἔγιναν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἐπὶ τέλους ἡ ἐπανάστασις, ἡ σύρραξις, ἡ γενικωτέρα, ἔχουν καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς προόδου, ἀποτελοῦν ἀκόμη καὶ τὸ ταχύτερον, δεῖγμα τῆς ἐξελίξεως καὶ τῆς προόδου. Ἄς γίνῃ λοιπόν, ἄν θέλετε, ἢ ἐὰν τὸ θέλῃ ἡ μοῖρα, καὶ μία ἀκόμη σύρραξις, καὶ μία ἀκόμη ἐπανάστασις, ἂς γίνουν ἄν θέλετε δέκα ἀκόμη ἐπαναστάσεις. Ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μᾶς ὑποσχεθῆτε, Κυβερνῆται τῆς Χώρας, εἶναι ὅτι θὰ ἀποφύγητε τὴν πολιτογράφησιν τῆς δολοφονίας εἰς τοὺς πολιτικούς μας ἀγῶνας, διότι αὐτὴ ἀποτελεῖ μάχαιραν ἀμφίστομον καὶ ἀπειλεῖ καὶ τὴν μίαν παράταξιν καὶ τὴν ἄλλην, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸν πολιτισμὸν τῆς Χώρας. Λυποῦμαι, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιγράφων καὶ ἐν τούτῳ τὸν προκάτοχόν του, τὸν Ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἐξηναγκάσθη καὶ ἐκεῖνος νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν αἴθουσαν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τότε μὲ ποίαν κατάκρισιν ἐθερμαίναμεν μαζὶ τὰ ἑδώλια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μαζὶ μὲ τὴν κ. Τσαλδάρην, καὶ ἐνθυμοῦμαι μὲ ποίαν κατάκρισιν ὡμίλει εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ἀγνοῶν, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ἄλλοτε τοιαῦτα πράττων, εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, μίαν ἱστορίαν μακράν, τὴν ὁποίαν βέβαια δὲν δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι ἀπέκτησεν, οὔτε διαφαίνεται νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς νὰ ἀποκτήσῃ ὁ κ. Τσαλδάρης. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Θὰ ἤθελα νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι μὲ προεκάλεσε νὰ καταβῶ εἰς γενικώτερά τινα ζητήματα νὰ ἀνατάμω τὴν ψυχολογίαν τοῦ ἐκλογέως, ὅστις τὸν ἔφερεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δύο αἰσθήματα, δύο ρεύματα λαϊκῆς σκέψεως τὸν ἔφεραν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Τὸ αἴσθημα τῆς περιεργείας, τὸ αἴσθημα τῆς δοκιμῆς, καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἀντιδράσεως κατὰ τῆς μακροχρονίου διακυβερνήσεως τῆς Χώρας ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, οὐχὶ βεβαίως ἄνευ σφαλμάτων, καὶ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ὀφείλει νὰ εἶναι μετριοφρονέστερος εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ νὰ ἀναμετρᾷ καλῶς τὰς εὐθύνας του. Ἐρωτῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, ἐζημιώθη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ ὠφελήθη ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλοι ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν θὰ παραδεχθῆτε τὸ σφάλμα, καθ’ ὃν τρόπον τὸ παρεδέχθη καὶ τὸ ὡμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δυστυχῶς δὲν θέλω νὰ προσάψω κατὰ τοῦ κ. Τσαλδάρη τὴν μομφήν, ὅτι ἡ ἀναχώρησίς του δὲν μοῦ ἔγινεν αἰσθητή, καὶ ὅτι δύναμαι, πρὸς τὸ κενὸν ὁμιλῶν, νὰ θεωρῶ ὅτι ὁμιλῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τερματίσω τὸν λόγον μου μὲ μίαν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις δὲν θὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· θὰ τὴν ἀπευθύνω προσωπικῶς πρὸς αὐτόν, καὶ δύναται νὰ τὴν ἀναγνώσῃ εἰς τὰ Πρακτικά. Ἀναμιμνήσκομαι τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, κατὰ τὰς ὁποίας ἦτο ἀντιπολιτευόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ τὸν ἐρωτήσω· «Ποῦ ἡ λαμπρὰ τῆς συντηρητικότητος περιβολή; Ποῦ ὁ περὶ τὸν ὀρθόδοξον κοινοβουλευτισμὸν καθημερινὸς θόρυβος; Ποῦ ἡ σεμνότης τοῦ ἤθους; Ποῦ ἡ εὐθιξία ἡ συνταγματική; Ποῦ ἡ ἀρετή; Ποῦ ἡ φρόνησις; Πάντα ταῦτα, θὰ ἔλεγεν ὁ ἐκκλησιαστικὸς ρήτωρ, πομφόλυγες ἦσαν καὶ διερράγησαν, σκιαὶ ὀνείρου ἦσαν καὶ παρῆλθον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν εἶμαι ρήτωρ θρησκευτικός, ἀλλ’ ὁμιλῶ ὡς πολιτευόμενος, θὰ εἴπω: Πάντα ταῦτα δὲν ἀπετέλεσαν παρὰ τὴν λεοντῆν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεπλάνησε τὸν λαόν, καὶ ὅταν ὁ ἄνεμος ἐφύσησεν, ἡ λεοντῆ ἀπερρίφθη... (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς)...
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς γνωστόν, ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοὺς δέκα, ἐκτὸς δὲ αὐτῶν, ἐζήτησαν τὸν λόγον καὶ ἄλλοι ἓξ ἕως ὀκτώ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω δίδων τὸν λόγον κατὰ πρῶτον εἰς τοὺς ὑπογεγραμμένους εἰς τὴν ἐπερώτησιν.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μιχαὴλ (ἀπουσιάζει). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπανδρέου.
§160Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐπερώτησις τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσομεν σήμερον, δὲν εἶναι ἐπερώτησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, συμβαίνει δὲ τοῦτο, ὑποθέτω, διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Εἶνε ἐπερώτησις τῆς Δικαιοσύνης ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Δικαιοσύνη εἶναι κατήγορος καὶ ἡ Κυβέρνησις κατηγορουμένη, ἡμεῖς δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν εἴμεθα παρὰ μόνον φορεῖς τῆς διαμαρτυρίας τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ εἰς τὴν πάλιν αὐτήν, τὴν δραματικήν, μεταξὺ Δικαιοσύνης καὶ Κυβερνήσεως, κριτὴς θὰ εἶναι τὸ Ἔθνος. Ἄλλοτε, πρὸ μικροῦ, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθη τὸ πρῶτον ἐπερώτησις διὰ τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν: δὲν ἀπαντῶ, διότι αἱ κατηγορίαι εἶναι ἀσύστατοι. Θὰ ἦτο ἀληθὲς εὐτύχημα, ἐὰν καὶ ἐκεῖναι αἱ κατηγορίαι, καὶ ὅσαι κατόπιν ἐπεσωρεύθησαν, ἦσαν ἀσύστατοι, διότι ἀσύστατοι κατηγορίαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, γνωρίζει ὁ τόπος, ἰδίως ἀπὸ τὸ πρόσφατον παρελθόν, ὅτι δὲν ἀποτελοῦν βεβαίως μεγάλην συμφορὰν διὰ τὸν τόπον, ἐνῷ, ἐὰν συμβαίνῃ τὸ ἀντίθετον, ἐὰν αἱ κατηγορίαι δὲν εἶναι ἀσύστατοι, ἀλλ’ εἶναι βάσιμοι ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελοῦν ἀσφαλῆ πηγὴν συμφορῶν διὰ τὸν τόπον. Ὅτε ἐγνώσθη τὸ ἔγκλημα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη, καθὼς εἶναι γνωστόν, εἰς δηλώσεις, αἵτινες ἦσαν ἄξιαι ἀληθοῦς Κυβερνήτου τῆς Χώρας. Εἶπε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «Θεωρῶ ζήτημα τιμῆς τὴν σύλληψιν ἐντὸς ὡρῶν τῶν ἐνόχων. Θὰ συλληφθοῦν οἱ δράσται ὁπουδήποτε, διότι οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ καὶ ἀστυνομικοὶ δὲν θὰ διατηρηθοῦν εἰς τὰς θέσεις των, ἐὰν δὲν ἐκπληρώσουν μέχρι κεραίας τὸ καθῆκόν των, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν ἐπιβάλλει νὰ ἀνευρεθῶσιν καὶ νὰ συλληφθῶσιν οἱ δρᾶσται, καὶ νὰ ἀποκαλυφθῇ πλήρως τὸ ἄτιμον καὶ βδελυρὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρετεῖτο διὰ τῆς ἀτίμου πράξεώς των». Δηλώσεις ἀληθοῦς Κυβερνήτου. Καὶ σήμερον ἀνερχόμεθα ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ κατηγορήσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐτήρησε τὰς ἐπαγγελίας του. Παρεβίασε τὰς ἐπαγγελίας του. Τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους τότε ἐξήγγειλε δὲν συνέδεσε μὲ τὴν πρᾶξιν. Τρία εἶναι τὰ στάδια τῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀμέλεια, ἡ ἀντίδρασις, ἡ ἐπέμβασις. Πρὸ τοῦ ἐγκλήματος ἐξεδηλώθη ἡ ἀμέλεια, καὶ τὴν ἀμέλειαν πιστοποιοῦν κείμενα’ αἱ καταθέσεις τῶν ἀστυνομικῶν, καὶ τοῦ κ. Βαδούρη, καὶ τοῦ κ. Ἔβερτ. Ἀποδεικνύουν αὐταὶ ὅτι ὁ σημερινὸς ὑπόδικος Διοικητὴς τῆς Ἀσφαλείας, ἀπετέλει τότε Κράτος ἐν Κράτει. Εἶχε καταλύσει τὸν προϊστάμενόν του Ὑπουργόν. Αἱ ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Καλυβίτου βεβαιώνουν, ὅτι ἦτο διάχυτος εἰς τὴν ἀτμοσφαίραν ἡ προπαρασκευὴ τοῦ ἐγκλήματος, καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἔγκειται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι, ἐνῶ κατὰ τὸ πρῶτον κυβερνητικὸν στάδιον ἦτο γνωστὴ ἡ στάσις ἡ ἀντιπειθαρχική, ἡ αὐθαίρετος, ἡ ὕποπτος τοῦ ὑποδίκου Διευθυντοῦ τῆς Ἀσφαλείας, ἐν τούτοις τὸν ἐπανέφερεν εἰς τὴν θέσιν του καὶ τὸν ἐπανέφερε κατὰ τρόπον παράνομον, ἐκδηλοῦντα ἐξαιρετικὴν προνομιακήν, περίεργον εὔνοιαν, τὸν ἐπανέφερεν ὄχι διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀσφαλείας διορίζει ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, τὸν ἐπανέφερε, κατόπιν προσωπικῆς διαταγῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας. Τοιουτοτρόπως, τοποθετηθεὶς παρανόμως καὶ προνομιακῶς, εἶναι φυσικὸν ὅτι ἀπεκόμισε τὸ συναίσθημα ὁ ὑπόδικος Διευθυντὴς τῆς Ἀσφαλείας, ὅτι ἐβραβεύετο διὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἐνεθαρρύνετο διὰ τὸ μέλλον.
§161ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἔκαμε κατὰ τὸ παρελθόν;
§162Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν. Ὑπάρχουν αἱ καταθέσεις, αἵτινες ἔχουν ἀναγνωσθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος, συμφώνως πρὸς τὰς ὁποίας παρήκουε τὰς διαταγὰς τοῦ προϊσταμένου του Ὑπουργοῦ, συμφώνως πρὸς τὰς ὁποίας οἱ ὑφιστάμενοι αὐτοῦ ἐδήλουν ὅτι ἀδιαφοροῦν διὰ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ λαμβάνουν διαταγὰς μόνον ἀπὸ ἐκεῖνον.
§163Γ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μὴ λέγετε αὐτὰ τὰ πράγματα.
§164Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπικαλοῦμαι ἀπὸ τοῦ βήματος κείμενα καὶ δὲν εἶνε δυνατόν, ἐφόσον πρόκειται περὶ καταθέσεων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἀκόμη περιβαλλομένων διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ἡ ἀξιοπιστία αὐτῶν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Εἶναι ἡ πλέον στερεά, ἡ πλέον καλόπιστος, ἡ πλέον καταθλιπτικὴ ἀνάπτυξις ἐπερωτήσεως ἐκείνη, ἡ ὁποία οἰκοδομεῖ ἐπὶ τῶν κειμένων. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει μόνον ὡς εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀμέλεια. Ὑπάρχει ἐπίσης, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος, ἡ ἀντίδρασις. Καὶ ἡ ἀντίδρασις ἐξεδηλώθη ἀπὸ τὸ Σῶμα τὸ ἀστυνομικόν, τὸ ἐντεταλμένον νὰ ὑπηρετῇ τοὺς σκοποὺς τῆς ἀνακρίσεως. Καὶ ὑπάρχουν ἀποδείξεις δι’ αὐτὴν τὴν ἀντίδρασιν, αἵτινες συνίστανται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ὑπόδικος Διευθυντὴς τῆς Ἀσφαλείας καὶ οἱ ἄλλοι ὑπόδικοι ἀξιωματικοί, δὲν παρεπέμφθησαν ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας εἰς πειθαρχικὸν Συμβούλιον, ἐνῶ ἄλλαι παραβάσεις ἀξιωματικῶν ἐτιμωρήθησαν ἐν σπουδῇ ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον μὲ τὴν ποινικὴν δίωξιν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν κίνησιν τῆς πειθαρχικῆς ἀγωγῆς καὶ μὲ τὴν ἐνέργειαν τῶν πειθαρχικῶν Συμβουλίων.
§165Γ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τώρα ἦλθεν ὁ νέος Ἀρχηγός.
§166Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Συνάδελφε, νὰ ἀνέλθητε εἰς τὸ βῆμα νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε καὶ θὰ σᾶς ἀκούσωμεν.
§167Γ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα.
§168Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τότε μὴ διακόπτετε.
§169Γ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μὴ λέγετε πράγματα τὰ ὁποῖα σᾶς βλάπτουν.
§170Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν δέχομαι διακοπάς, αἱ ὁποῖαι μεταβάλουν τὸν λόγον μου εἰς συνομιλίαν. Ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν σταθερὰν ἀπόδειξιν τῆς εὐνοίας ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη πρὸς τοὺς ὑποδίκους ἀξιωματικοὺς τὸ γεγονός, ὅτι δὲν παρεπέμφθησαν αὐτοὶ κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς πειθαρχικὰ Συμβούλια. Ἐάν ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε γενικῶς τὴν ἀρχὴν ὅτι ἀξιωματικοί, ἔχοντες ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις μὲ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, δὲν πρέπει νὰ παραπέμπωνται ἐν ἀναμονῇ τῆς ποινικῆς ἀποφάσεως, τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ. Ἀλλ’ ἐφόσον εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἡ Κυβέρνησις, παρὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἐκκρεμοῦς ποινικῆς διώξεως, παραπέμπει εἰς πειθαρχικὰ Συμβούλια, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ψηφίζει εἰδικοὺς νόμους, παραλλήλους πρὸς τὴν ποινικὴν δίωξιν, εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς τὴν παρεξήγησιν, εἰς τὴν μομφὴν τῆς διαφόρου μεταχειρίσεως, τῆς προνομιακῆς, τῆς περιέργου εὐνοίας πρὸς τοὺς ὑποδίκους ἀξιωματικούς.
§171ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ σωστά.
§172Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὸ στάδιον μετὰ τὸ ἔγκλημα, ἐξεδηλώθη ἡ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς τὴν ἀλληλεγγύην καὶ εἰς τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ἐσχάτως ἀντικατασταθείς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία ἀκόμη ἀπόδειξις. Εἰς ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπηγορεύοντο χάριν τῆς δημοσίας τάξεως αἱ διαδηλώσεις κατ’ ἐξαίρεσιν προνομιακὴν ἐπετράπησαν διαδηλώσεις ὑπὲρ τοῦ ὑποδίκου Διευθυντοῦ τῆς Ἀσφαλείας, τὴν δὲ ἐπιτροπὴν τῶν διαδηλωτῶν ἐδέχθη αὐτοπροσώπως ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας, ἐπιτροπὴν ἥτις συνέχαιρε τὸν ὑπόδικον καὶ ἀπεδοκίμαζε τὴν δικαιοσύνην. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν του καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔμεινεν ἀσυγκίνητος. Ὑπάρχει ἡ ἀπόδειξις ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι αὐθορμήτως ἐξυπηρέτησαν τὴν ἀνάκρισιν, συνελήφθησαν, καὶ ἐνῶ εὑρίσκοντο νομίμως εἰς τὰς Ἀθήνας διετάχθησαν νὰ μεταβοῦν ἀμέσως εἰς τὰς ἐπαρχίας, παρεχομένης τοιουτοτρόπως τῆς ἐντυπώσεως, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλος λόγος τῆς διώξεως νὰ ὑπάρχῃ ἐκτὸς τῆς εὐνοίας πρὸς τοὺς ὑποδίκους. Ἀλλὰ πέρα αὐτοῦ ἔχομεν μίαν ἐπίσημον ὁμολογίαν, τὴν βεβαίωσιν τῆς δικαιοσύνης ὅτι, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἠσκήθη ἀντίδρασις, ὅτι ἐπὶ στάδιον μακρὸν παρὰ τὸ πλευρὸν καὶ ὑπεράνω τῆς ἀνακρίσεως ὑπάρχει ὑπερανάκρισις, ματαιώνουσα τὴν ἀνάκρισιν.
§173Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουργὸς Πολ. Γραφείου). Εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα». Ἐκεῖ ἦτο ἡ ἀνάκρισις.
§174Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπικαλοῦμαι τὰ κείμενα τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγράφεται, ὅτι παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς ἀνακρίσεως ἐλειτούργει ὑπερανάκρισις.
§175Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουργὸς Πολ. Γραφείου). Νὰ μᾶς εἴπητε τὸ κείμενον.
§176Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπάρχει ἡ διαμαρτυρία τοῦ ἀνακριτοῦ.
§177Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ὁποῖος ἦτο ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν Κουράτον καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων.
§178ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ Ἀνακριτὴς Τζωρτζάκης εὑρίσκετο εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ μὲ τὸν δικηγόρον, εἶναι ἐντελῶς ἀναληθὴς καὶ ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀνακαλέσῃ. Βεβαιώνει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ψευδῆ γεγονότα.
§179Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ Προοδευτικὸν Κόμμα, καίτοι ἀπουσιάζει ὁ Ἀρχηγός του, θεωρεῖ τὴν μομφὴν ἀναξίαν ἑνὸς Ὑπουργοῦ καὶ δὲν ἀποδίδει σημασίαν. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§180Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶ, ἀδιαφορῶν ἐὰν ἀποδίδουν ἢ ὄχι σημασίαν. Ἀλλὰ θὰ ἀποδώσουν κατ’ ἀνάγκην, ὅταν τοὺς εἴπω ὅτι τὸ ἀνακριτικὸν γραφεῖον εἶχε μεταβληθῆ εἰς Λέσχην Φιλελευθέρων. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς)...
§181ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἀνάξιον ἑνὸς Ὑπουργοῦ νὰ ὑποστηρίζῃ τοιαῦτα πράγματα.
§182Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω.
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὸ ἀποδείξητε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§184Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ εἴπητε ποῖος Ἀρχηγὸς ἐπῆγεν εἰς τὸν ἀνακριτήν, καὶ ποῖος Πρωθυπουργὸς ἦλθεν εἰς ἐπαφὴν μαζί του.
§185Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας Ὑπουργοί, συνάδελφοι ὑμῶν, βεβαιώνουν ὅτι ἀνακριτικὰ γραφεῖα μεταβάλλονται εἰς πρακτορεῖα κομμάτων, ἐρωτῶ: ποίαν πειθαρχικὴν δίωξιν ἐναντίον τῶν ὑπευθύνων ἐκάμετε;
§186ΦΩΝΑΙ. (ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως) Μπράβο, μπράβο. (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§187Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ὅταν παύσουν τὰ χειροκροτήματα, θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Σᾶς λέγω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μοῦ κατήγγειλε τὰ λεγόμενα αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ τοῦ συνέστησα ὅτι ὀφείλει καὶ περαιτέρω νὰ προβῇ, εἰς δίωξιν, ἐὰν ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ. Ὅταν θὰ σᾶς ὁμιλήσῃ ὁ ἴδιος, θὰ σᾶς τὰ εἴπῃ λεπτομερέστερον αὐτά.
§188Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἀποκαταστήσητε τούς συναδέλφους σας Ἀρχηγούς, κ. Πρόεδρε.
§189Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουργὸς Πολ. Γραφείου). Δὲν εἶπε περὶ Ἀρχηγῶν.
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ Ἀρχηγῶν ὡμίλησεν. (Θόρυβος).
§191Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω τις τῶν ἀξιοτίμων Ἀρχηγῶν νὰ μὲ βεβαιώσῃ ὅτι δὲν ἐλάμβανε γνῶσιν, καθ’ ἑκάστην σχεδόν, τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ ἀνακρίσει.
§192Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡ δικογραφία ὁλόκληρος εὑρέθη εἰς τὸ «κοντοκάπι» τοῦ Φασουλᾶ, διαβιβασθεῖσα προφανῶς ἀπὸ τοὺς συνηγόρους. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§193Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐκφράζομεν τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν διαμαρτυρίαν μας, διότι ἐπὶ μακρὸν διασύρεται ἡ Δικαστικὴ Ἀρχή, ἀσυδότως, χωρὶς νὰ ἐπακολουθῇ ἡ ἐπιβεβλημένη πειθαρχικὴ δίωξις, ἡ ὁποία θὰ ἀποδείξῃ ποῖος πταίει, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις κατηγορεῖ, ἢ ἡ Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία διώκεται (χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἠρωτήθην ἀκόμη πόθεν ἤντλησα τὸ κείμενον, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον, παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς ἀνακρίσεως ἕδρα ἡ ὑπερανάκρισις. Ἰδοὺ τὸ κείμενον, ὑπογραφόμενον ἀπὸ τὸν ἀνακριτήν: (ἀναγινώσκει) «Ἐξάγομεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι πλησίον τῆς διεξαγομένης παρ’ ἐμοῦ ἀνακρίσεως, ὑπῆρχε καὶ ἕδρα ἄλλη τις ὑπερανάκρισις». Ἰδοὺ τὸ κείμενον.
§194Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουργὸς Πολ. Γραφείου). Διαβάσατε ὁλόκληρον τὸ κείμενον.
§195Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀναγνώσατέ το σεῖς. Ἐγὼ ἐπεβεβαίωσα τὴν περικοπὴν τὴν ὁποίαν ἀνέφερα. Ἡ Κυβέρνησις εἰς ἄλλας περιπτώσεις ὑπῆρξεν ἀμείλικτος, δι’ ἀξιωματικοὺς ἀτυχήσαντας ἁπλῶς. Ἀνήγαγεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἰς ἀρχὴν θεωρητικὴν καὶ ἐφηρμοσμένην ὅτι, ἀξιωματικοὶ ἀτυχήσαντες εἰς τὴν διατεταγμένην ὑπηρεσίαν, πρέπει νὰ ἀντικαθίστανται. Ἀντικατέστησε τὸν ἀξιωματικὸν Χωροφυλακῆς εἰς τὸ Ἀλιβέριον, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὑπάρχουν εὐθῦναι. Μόνον, διότι ἠτύχησε, ἀνέγραψεν εἰς τὴν ἠτιολογημένην ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου της, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστράτευσιν, ἀξιωματικῶν, ὅτι ἀξιωματικοὶ ἀτυχήσαντες εἰς τὴν διατεταγμένην ὑπηρεσίαν, θὰ ἀνακαλῶνται. Καὶ ὅμως· Ἐνῶ ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν καὶ ὑπῆρξε τόσον σκληρά ἀπέναντι τοῦ ἀτυχήσαντος, ὑπῆρξεν ἐπιεικὴς ἀπέναντι τοῦ δόλου. Ἐτιμώρησε τὸ ἀτύχημα καὶ ἐβράβευσε τὸν δόλον. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§196Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον εἶναι τὸ ἀτύχημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν αὐστηρά;
§197Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰς τὸ Ἀλιβέριον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεκάλεσεν ἀμέσως τὸν ἀξιωματικὸν τῆς Χωροφυλακῆς. Καὶ ὅτε ἠρωτήθη ποῖαι ἦσαν αἱ εὐθῦναι του, ἀπήντησεν ὅτι, ἀσχέτως πρὸς τὰς εὐθύνας, ἀνεκλήθη κατόπιν τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα συνέβησαν. Χωρὶς ἑπομένως νὰ ὑπάρξουν εὐθῦναι, οἱ ἀξιωματικοί, κατὰ τὴν πολιτικὴν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀνακαλοῦνται καὶ ὅταν αἱ εὐθῦναι διαπιστώνονται, οἱ ἀξιωματικοὶ παραμένουν εἰς τὰς θέσεις των. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§198Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μετέθεσα τὸν ἀξιωματικόν τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπικεφαλῆς τοῦ ἀποσπάσματος, ὅπερ ἐφόνευσε τοὺς πολίτας. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ κολασμόν. Τοῦ ἐκάμαμε μίαν μετάθεσιν διὰ νὰ κατευνασθοῦν τὰ πλήθη. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχει αὐτὸ μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἐπερώτησιν;
§199Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖος ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις δι’ εὐθύνας ἀγνώστους θεωρεῖ ἐπιβεβλημένην τὴν ἀντικατάστασιν. Δι’ εὐθύνας βαρυτάτας, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένην τὴν ἀντικατάστασιν. Προσδιορίζομεν τὴν ἀντίφασιν καὶ συνάγομεν τὰς εὐθύνας. Καὶ προχωροῦμεν. Πέρα τῆς ἀμελείας, πέρα τῆς ἀντιδράσεως, ὑπῆρξε τελικῶς ἡ ἐπέμβασις. Καὶ ἡ ἐπέμβασις ἐξεδηλώθη μὲ δύο κυρίως ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξεδηλώθη κατὰ τὸν Ἰούλιον, ὅτε τὸ πρῶτον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπηύθυνε δημοσίᾳ μομφὰς ἐναντίον τῆς ἀνακρίσεως, ὅτε εἶπεν, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκνευρίζῃ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σημειώνομεν...
§200Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μὴ κάμνετε μὲ τοιαύτας ρητορείας, ἀσχέτους πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, μόνον ἐπιφάνειαν.
§201Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εἶναι ἐπιφάνεια ἢ βάθος, θὰ κρίνῃ τὸ ἔθνος.
§202Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς λέγω, ὅτι ἔχομεν μίαν ἀντίθεσιν ριζικήν. Ἐπιμένετε διαρκῶς νὰ ἐρεθίζητε τὴν κοινὴν γνώμην.
§203Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀναμείνατε μέχρι τέλους. Ἐάν, ὅπως βεβαιώνετε, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ὑμῶν, ὑπάρχῃ ἡ πρόθεσις νὰ συντομεύσωμεν καὶ ταὐτοχρόνως νὰ δώσωμεν δικαιοσύνην, θὰ θέσωμεν πρότασιν ἐνώπιον τῆς ὁποίας θὰ σᾶς προσκαλέσωμεν νὰ ἐκφέρητε τὴν ὑπεύθυνον γνώμην σας. Καὶ ἄν, ὅπως θέλομεν καὶ εὐχόμεθα νὰ συμβαίνῃ, διαπνέεσθε ἀπὸ τὰς προθέσεις αὐτάς, θὰ ὑπάρξῃ τρόπος νὰ συμφωνήσωμεν καὶ ὑπηρετήσωμεν ταὐτοχρόνως καὶ τὸν τόπον, καὶ τὴν δικαιοσύνην. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀναμείνατε, διότι θὰ τερματίσω τὸν λόγον μὲ συγκεκριμένην πρότασιν ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπέμβασις ἐξεδηλώθη περισσότερον ὠμὴ καὶ περισσότερον ἀκάλυπτος μὲ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς εὐγλώττους δηλώσεις: εἶπεν: «Κατόπιν τῆς ἀποτελματώσεως τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀποπείρας, ἥτις ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας ἤδη κλπ.» (ἀναγινώσκει). Εἶπε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης— διὰ νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰς κατηγορίας καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν παρανομίαν— «ἡ ἀνάκρισις ἐτελματώθη». Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω: πόθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ τὴν ἀνάκρισιν διὰ βραδύτητα, ὅταν εἶναι βέβαιον ὅτι αἱ ἐντολαὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχουν ἀκόμη ἐκπληρωθῆ; Αἱ ἐντολαὶ νὰ συλληφθοῦν ὅλοι οἱ ἔνοχοι τῆς ἀτίμου πράξεως; Ὅταν εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν μισθωτῶν καθαρμάτων τῆς δολοφονικῆς ἀποπείρας δὲν εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης! Ὁ λήσταρχος! Πῶς εἶναι δυνατόν, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ βαθυτέρα ἀπορία τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ ἐκφράζομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πῶς συμβαίνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταγγέλλουν τὸν ἀνακριτὴν ὅτι καθυστερεῖ ἡ ἀνάκρισις καὶ νὰ μὴ στρέφωνται οὔτε μίαν φορὰν ἐναντίον τῶν ὑπευθύνων Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι πταίουν διὰ τὴν μὴ σύλληψιν τῶν καθαρμάτων; (χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ συντόμευσιν, ἐδικαιοῦτο, διότι ἡ συντόμευσις ἀποτελεῖ πραγματικὴν ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν τόπον. Ἐδικαιοῦτο ἀλλ’ ὤφειλε ταὐτοχρόνως νὰ εἶναι σκληρός, ὤφειλε νὰ εἶναι προηγουμένως σκληρὸς πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν μὴ πλήρη διευκρίνισιν καὶ σύλληψιν ὅλων τῶν ἐνόχων. Ἰδοὺ διατὶ διαμαρτυρόμεθα. Διαμαρτυρόμεθα, διότι ὑπῆρξε σκληρὸς πρὸς τὴν ἀνάκρισιν καὶ ἐπιεικὴς πρὸς τὰς ἄλλας ἀρχάς, τὰς ὑπευθύνους διὰ τὴν διαφυγὴν τῶν ἐνόχων. Λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἐμπνέεται ἀπὸ τοὺς ὑψηλοὺς λόγους τοῦ ποιητοῦ τοὺς ὁποίους ἐπαναλαμβάνει: «Ὅταν ὑπερασπίζεσθε τὴν ἀλήθειαν, μὴ κοπιᾶτε νὰ ἐπανέρχεσθε». Καὶ ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ δόγμα τῆς ἀληθείας ὁ ὑπέροχος δικαστικός, ὁ ὁποῖος τιμᾷ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, γράφει, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐντολὴν τῆς σπουδῆς, διατὶ γίνεται λόγος περὶ τερματισμοῦ τῆς ἀνακρίσεως....
§204Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ Ἀντεισαγγελεύς;
§205Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς. Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Χοϊδᾶς..... (Βουλευταί τινες διακόπτουν)
§206Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δικαιοῦμαι, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐκλάβω ὡς στενοχωρίαν τῆς Συμπολιτεύσεως τὴν προσπάθειαν νὰ διακόπτῃ. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὴν ἰδικήν μου προσπάθειαν νὰ προλάβῃ τὰς διακοπάς, πῶς τὴν ἐκλαμβάνετε;
§208Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὡς καθῆκον.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς καθῆκον ἁπλῶς ἢ καὶ ὡς ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως;
§210Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Βουλῆς.
§211Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, διατάξατε οἱονδήποτε αὐστηρὸν μέτρον, διὰ τὴν τάξιν, ἄλλως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω ἐγὼ τοιαῦτα μέτρα ἐναντίον σας! Ἰδιαιτέρως συνιστῶ εἰς τοὺς φίλους μου βουλευτὰς νὰ μὴ διακόπτουν τὸν κ. Βουλευτήν, διότι νομίζει ὅτι στενοχωρεῖσθε.
§212Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Λέγει, λοιπόν, ὁ κ. Χοϊδᾶς, ἀπαντῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: «Διατὶ γίνεται λόγος περὶ τερματισμοῦ τῆς ἀνακρίσεως; Ἀνεκαλύφθησαν τὰ πάντα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ; Ἀνευρέθησαν ὅλοι οἱ ὁπωσδήποτε ἐνεχόμενοι εἰς τὸ ἔγκλημα;». Καὶ προσθέτει περαιτέρω: «καμμία χρονοτριβὴ δὲν θὰ ἐπιτραπῇ, ἀλλὰ καὶ καμμία ἀπολύτως σπουδὴ δὲν θὰ ἐπιτραπῇ εἰς κανένα νὰ παραβλάψῃ ὁπωσδήποτε τὴν πληρότητα τῆς ἀνακρίσεως». Ἰδοὺ αἱ ὑγιεῖς ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διέπουν, ὄχι μόνον τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Πατρίδος. Λέγει ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: «ἐκνευρίζει τὴν κοινὴν γνώμην ἡ ἀνάκρισις καὶ διαταράττει τὴν κοινὴν ἡσυχίαν». Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἐκνευρίζει τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἱκανοποιεῖ τὸ κοινὸν αἴσθημα ἡ ἀνάκρισις, ὅταν προχωρῇ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἠλέγχθη ἀκριβῶς κατὰ περίεργον χρονικὴν σύμπτωσιν, εἰς ἐκείνας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐβάδιζε σθεναρῶς πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων. Ἐξεδηλώθησαν τοιαῦται μομφαὶ ἐναντίον τῆς ἀνακρίσεως, ὅταν κατὰ σύμπτωσιν ἐστράφη κατὰ τοῦ Δικαίου, ὅταν ἐζήτησεν ἄρσιν ἀσυλίας, ὅταν ὑπῆρξαν αἱ καταθέσεις τῶν ἀεροπόρων. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἄλλοι νὰ πταίουν, ἄλλοθεν νὰ προέρχωνται οἱ κίνδυνοι καὶ ἄλλοι νὰ τιμωροῦνται; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπικαλεσθεὶς τὰς ἀτυχεῖς αὐτὰς δικαιολογίας, μὲ τὰς ὁποίας παρέμεινεν ἀπολύτως ἔκθετος, διότι δὲν τὰς συνώδευσε μὲ πειθαρχικὴν δίωξιν, ἡ ὁποία νὰ διευκρινήσῃ ποῖος εἶχε δίκαιον.....
§213Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ δίωξις.
§214Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κατόπιν ἑορτῆς καὶ κατόπιν τοῦ ἐλέγχου. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέληξεν εἰς τὸ πραξικόπημα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἐξητάσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν ἐγκύρων γνωμῶν τῶν διακεκριμένων ἐπιστημόνων τοῦ τόπου, πῶς ἡ ἐνέργεια αὕτη εἶναι παράνομος, πῶς ἀποτελεῖ ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καταλύουσα τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπέδειξαν πῶς ἀποτελεῖ ὄχι μόνον παράβασιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ κατάχρησιν ἐξουσίας. Προσθέτομεν ἡμεῖς ὅτι δὲν ὑπῆρξε μόνον παρανομία, δὲν ὑπῆρξε μόνον κατάχρησις ἐξουσίας. Ὑπῆρξεν ἀκόμη βαρύτερον: σφάλμα κυβερνητικόν, διότι ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐπέμβασιν αὐτήν, ἐπέμβασιν ἡ ὁποία, ὄχι μόνον καταργεῖ τὸν ἀνακριτήν, ἀλλὰ προσδιορίζει προσωπικῶς τὸν ἀναπληρωτήν του, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐπέμβασιν αὐτήν, εἶναι φυσικὸν νὰ σχηματισθῇ εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἡ ἀντίληψις, ὅτι οἱονδήποτε δικαστικὸν πόρισμα, δὲν εἶναι ἐλεύθερον, δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀνεξάρτητον κρίσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πίεσιν καὶ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ διατὶ ἀποτελεῖ βαρύτατον κυβερνητικὸν σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἐκλόνισεν ὄχι μόνον τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο φρονοῦμεν ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ ἀμνηστείας καὶ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ἐπιδιώκει τὴν συγκάλυψιν, ἦτο βεβαίως ἀπείρως προτιμοτέρα ἡ ἀμνηστεία, διότι ἡ ἀμνηστεία ἐντοπίζει τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ἡ προσπάθεια τῆς συγκαλύψεως καθιστᾷ καὶ τὴν Δικαιοσύνην συνένοχον. Γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ πολιτεία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν του: ἡ προσπάθεια τῶν συμβιβασμῶν. Ἀλλ’ ἂν ὁ συμβιβασμὸς εἶναι δυνατὸς καὶ χρήσιμος εἰς τὸν πολιτικὸν βίον, εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ εἶναι ὀλέθριος εἰς τὰ θέματα τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὰ θέματα τῆς ἠθικῆς τάξεως. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐφόσον εἰς τὸ ἠθικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀνέκυψεν ἀπὸ τὴν ἀπόπειραν, δὲν δίδεται ἡ ὁλοκληρωτικὴ καὶ πρέπουσα λύσις, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἡ γαλήνη, οὔτε ἡ ἠρεμία νὰ ἐπέλθουν εἰς τὸν τόπον. Θὰ γίνῃ μία νέα πηγὴ συμφορῶν καὶ τὴν εὐθύνην δὲν θὰ τὴν ἔχουν βεβαίως τὰ καθάρματα τῆς ἐκτελέσεως. Τὴν εὐθύνην θὰ ἔχῃ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἄς ὁμιλήσωμεν γενικώτερον. Ἡμεῖς, ὁ πολιτικὸς κόσμος, κ. Βουλευταί, ἐπιστεύομεν καὶ ἠλπίζομεν, ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἡ ὁποία συνετελέσθη πρὸ ἑνὸς ἔτους, θὰ ἀπετέλει τὸ ὁριστικὸν σύμφωνον εἰρήνης, τὸ ὁποῖον ἔθετε τέρμα εἰς τὸν μακρὸν ἐμφύλιον πόλεμον.
§215Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέν τὸ ἠκολουθήσατε τὸ σύμφωνον αὐτό.
§216Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἠκολουθήσαμεν ἡμεῖς καὶ θὰ πεισθῆτε περὶ αὐτοῦ. Ἠλπίσαμεν ὅτι ἡ σύνθεσις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἦτο μία πρόσθετος ἐγγύησις τῆς παραδόσεως τοῦ παρελθόντος εἰς τὴν λήθην, καὶ τῆς παραδόσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ ζωτικὰ προβλήματα καὶ τοῦ παρόντος ἀλλὰ καὶ τοῦ μέλλοντος. Δυστυχῶς, μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, συνέβησαν τὰ γεγονότα τῆς 6ης Μαρτίου καὶ τῆς 6ης Ἰουνίου 1933. Κατὰ ποῖον τρόπον ἦτο δυνατὸν ὁ πολιτικὸς κόσμος, τιθέμενος ἀντιμέτωπος, νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐκμηδενίσῃ τὰς συνεπείας ἐκείνων τῶν γεγονότων, νὰ ματαιώσῃ τὰς ὑποτροπὰς εἰς τὸ μέλλον καὶ νὰ παγιώσῃ κατὰ τρόπον ἀδιατάρακτον τὴν γαλήνην; Κατέστη γνώμη ἡμῶν ὅτι εἷς καὶ μόνος ὑπῆρχε τρόπος: ἡ ἐφαρμογὴ τῶν κειμένων νόμων. Καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἠκολούθησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Εἴπομεν ἡμεῖς διὰ τὴν 6ην Μαρτίου καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ πανταχόθεν: Ἐφαρμόσατε τοὺς κειμένους νόμους! Καὶ ὅτε κατόπιν ἐπῆλθεν ἡ 6η Ἰουνίου, εἴπομεν πάλιν, συνεπεῖς πρὸς τὰς ἀρχὰς αἱ ὁποῖαι μᾶς διέπουν καὶ αἱ ὁποῖαι ὑπηρετοῦν τὸν τόπον: Ἐφαρμόσατε τοὺς κειμένους νόμους. Ἀφήσατε ἀνεμπόδιστον τὴν Δικαιοσύνην. Ἀπέναντι ὅμως τῆς ἐμμονῆς αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως;
§217Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύνασθε νὰ βεβαιώσητε ἄν κατὰ τὴν 6ην Μαρτίου σεῖς διηυκολύνατε τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἤ τοὐναντίον προσεπαθήσατε κατὰ πάντα τρόπον νὰ τὸ ἐμποδίσητε; (χειροκροτήματα). Διότι ἔκτοτε θὰ εἶχεν ἀποκατασταθῆ ἡ ἡσυχία τοῦ τόπου αὐτοῦ.
§218Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ προχθὲς ἀκόμη, κρίνοντες τὸ στρατιωτικόν σας νομοσχέδιον, εἴπομεν: Ἐγκαταλείψατε τοὺς προσωπικοὺς νόμους, ἐφαρμόσατε τοὺς κειμένους νόμους. Προχθὲς ἀκόμη........
§219Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποία ἡ ἀντίδρασίς σας εἰς τὸν νόμον αὐτὸν εἶναι γνωστή, ἀλλὰ καὶ ποία ἡ ἀντίδρασις εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ ἀδικήματος, θὰ εἶχον πολλὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ δι’ αὐτήν.
§220Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἔλθετε εἰς τὸ βῆμα, ἀναφέρατε ὅσα θέλετε. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν εἶναι, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐχαράξαμεν μίαν γραμμὴν ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων νόμων καὶ ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς ταύτης ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς κειμένους νόμους, ἐπεδόθη εἰς τὴν ψήφισιν προσωπικῶν νόμων, διὰ τὴν 6ην Μαρτίου. Ἐδημιούργησεν ὅλας τὰς ἐπεμβάσεις διὰ τὴν δίκην τῆς 6ης Ἰουνίου, καὶ δὲν γνωρίζομεν ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι καταθέτει καὶ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖ δικονομικὰς διατάξεις σχετικὰς μὲ τὴν 6ην Ἰουνίου.
§221ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἔχομεν καταθέσει. Ἐφαρμόζομεν τὸν νόμον περὶ λῃστείας, ἐμπρησμοῦ καὶ ἔχομεν καταθέσει τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§222Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὕτω ἡ Κυβέρνησις ἐδημιούργησε τὸ ἠθικὸν πρόβλημα, ὅπερ ἐτάραξε τὸν τόπον, διότι τὸ πρόβλημα δὲν ἔγκειται εἰς τὸ ἔγκλημα καὶ τὴν δικ. πορείαν του. Τὸ πρόβλημα ἔγκειται εἰς τὴν ἐμπλοκὴν τοῦ δικαστικοῦ θέματος, εἰς τὸν πολιτικὸν βίον. Ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ θέμα νὰ εἶναι ἀποκλειστικῶς δικαστικὸν καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐμπλοκὴ εἰς τὸν δικαστικὸν βίον μὲ τὴν ἀντίδρασιν τῶν ἀστυνομικῶν, μὲ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως, ζήτημα δὲν ὑπῆρχεν. Ἡ δίωξις θὰ ἠκολούθει τὴν πορείαν της, θὰ ἐτάρασσε τοὺς ἐνόχους, ἀλλ’ ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ ἡ Χώρα θὰ ἔμενον ἀδιατάρακτοι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἀπηυθύνετο πρὸς ἡμᾶς, ἔλεγε: Πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, πταίει τὸ δηλητήριον τὸ ὁποῖον ἐκχύνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, πταίει ἡ ἐκμετάλλευσις τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὑπὸ τὸ Κράτος αὐτῶν τῶν δηλώσεων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προβαίνει εἰς τὰς πλέον περιέργους καὶ τὰς πλέον ἀπαραδέκτους, δι’ ἕνα Κυβερνήτην, δηλώσεις. Δηλοῖ: Θὰ τερματισθῇ ὁπωσδήποτε ἡ ὑπόθεσις τῆς 6ης Ἰουνίου, καὶ προσθέτει ἀκόμη, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, θὰ ἐπιβάλω τὴν κυβερνητικὴν ἀπόφασιν, ἔστω καὶ ἐὰν προσφύγω εἰς μέτρα κατὰ παρέκκλισιν τοῦ Συντάγματος. Εἶνε δηλώσεις εἰς τὴν «Βραδυνήν» τῆς 24ης Δεκεμβρίου.
§223Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς τὰς ἐργασίας τὰς πολιτικὰς τὰς ἄλλας.
§224Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διὰ τὴν Δικαιοσύνην: «Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑπευθύνως καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἀποτελεῖ ἀμετάτρεπτον καὶ σταθερὰν τῆς Κυβερνήσεως ἀπόφασιν νὰ ἄρῃ ὁπωσδήποτε τὴν ὑπόθεσιν τῆς 6ης Ἰουνίου». Καὶ προσθέτει εἰς τὸ τέλος: θὰ ἐπιβάλω τὴν κυβερνητικὴν ἀπόφασιν, ἔστω καὶ ἂν ἀπαιτηθῇ νὰ προσφύγω εἰς μέτρα κατὰ παρέκκλισιν ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§225ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὴν 26ην Δεκεμβρίου τὸ ἔκαμε.
§226Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου ἡμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει: Ἡ Κυβέρνησις κατέχεται εἰλικρινῶς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ἐνόχων τῆς ἀτίμου πράξεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ ταὐτοχρόνως χάριν τοῦ τόπου συντομίαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ ἀξιοπιστίαν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς ὅλην τὴν Χώραν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐμμένῃ εἰς τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, ἐρωτῶμεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν τὴν παλαιὰν πρότασιν: Διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη, καὶ ἐὰν δὲν ἀπεδέχθη προχθές, διατὶ δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ σήμερον πρότασιν, ἡ ὁποία προῆλθεν ὑπευθύνως καὶ ἐπισήμως, ἐνυπογράφως ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ καταργήσωμεν ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ὁ κίνδυνος τῆς παρελκύσεως καὶ νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον; Ἡ πρότασις ἡμῶν συνίσταται εἰς τοῦτο: Ὁ ἀνακριτὴς νὰ εἶναι Ἀρεοπαγίτης, ὁριζόμενος ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Τὸ βούλευμα νὰ ἐκδοθῇ ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Τὰ ἔνδικα μέσα καταργοῦντα., διότι δὲν ὑπάρχει στάδιον ἀσκήσεως αὐτῶν....
§227ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ.....
§228Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μὴ ταράσσεσθε, διότι, ἐὰν τυχὸν ἐγίνετο δεκτὴ τοιαύτη πρότασις, θὰ ἦτο ἀδύνατον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπαναλάβῃ ἀναποδείκτως μάλιστα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἔγινε πρακτορεῖον τῶν Φιλελευθέρων.
§229Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον ἐγὼ αὐτό;
§230Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶπον θὰ ἦτο ἀδύνατον. Τὸ εἴπετε διὰ τὴν πρωτοδικειακὴν ἀνάκρισιν.
§231Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς ἐρωτῶ, ἐκτὸς ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καλὴ πίστις ἰδική σας: Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠρνήθη ὁ κ. Παπαναστασίου, σχετικῶς μὲ τὸν κ. Κουρᾶτον, ὅτι δὲν τὸν ἠξεύρει καθόλου...
§232ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπον ἐγὼ δὲν τὸν ἠξεύρω; Εἶναι πολιτικὴ ἀγωγή. Βεβαίως τὸν ἠξεύρω καὶ βεβαίως τὸν ἠρώτησα ποίαν πορείαν ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάκρισις. Εἶναι πολιτικὴ ἀγωγή Ὄχι ἀνάκρισις. Καὶ τώρα ἐξακολουθῶ νὰ τὸν ἐρωτῶ.
§233Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ τὸν ἐκαλέσατε ἐδῶ, καὶ διὰ νεύματος τοῦ εἴπετε: Μὴ ἀνησυχῆτε.
§234Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶνται κὰν αὐτὰ τὰ πράγματα, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τόσον ἀναμεμιγμένος εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ὥστε νὰ μᾶς βεβαιώνῃ καὶ ποίαν ἡμέραν θὰ τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις.
§235Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Λέγομεν λοιπὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ καλοῦμεν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν νὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν, λέγομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: Θέλετε συντομίαν, θέλετε δικαιοσύνην, θέλετε ἀξιοπιστίαν εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν Ἑλλήνων; Παραδώσατε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, μὲ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξασφαλίζεται ἡ συντομία, διότι ὄχι μόνον συντομεύονται αἱ προθεσμίαι, καταργοῦνται τὰ ἔνδικα μέσα. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐξασφαλίζεται ἡ γενικὴ ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν πορείαν τῆς δικαιοσύνης. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἀποκαθίσταται —ὄχι ὅταν περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις— ἀποκαθίσταται ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἡ γαλήνη εἰς τὸν τόπον. Διότι διαταράσσεται, καθὼς εἴπομεν, ἡ γαλήνη, ὄχι ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν δικαστικοῦ θέματος, ἀπὸ τὴν ἐμπλοκὴν τοῦ δικαστικοῦ θέματος εἰς τὸν πολιτικὸν βίον, ἀπὸ τὰς ἀμοιβαίας ἀμφισβητήσεις τῆς πορείας τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὅταν ἀποκατασταθῇ εἰς ἀκέραιον ἡ ἐμπιστοσύνη, δὲν εἶναι δυνατὸν τότε, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ εἴπουν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι προσπαθεῖ νὰ διαιωνίζῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπώσωμεν οἱανδήποτε μομφὴν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Τερματίζονται τοιουτοτρόπως αἱ ἀμοιβαῖαι ἐπικρίσεις, καὶ ἡ ὑπόθεσις παραδίδεται εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον τῆς Χώρας. Ἡ Δικαιοσύνη βραβεύεται καὶ ἡ γαλήνη ἀποκαθίσταται. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν γνωρίζομεν ποία πρόκειται νὰ εἶναι ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ηὐχόμεθα εἰλικρινῶς, χάριν τῆς Δικαιοσύνης καὶ χάριν τοῦ τόπου, ἡ Κυβέρνησις, ἀκόμη καὶ σήμερον, νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ἡμῶν. Θὰ εἶχε τότε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Θὰ ἔχῃ ἀκόμη καὶ ἡ θλιβερὰ ἐπέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Δικαιοσύνην, θὰ ἔχῃ ἕν εὐχάριστον τέρμα, διότι θὰ ἐτερμάτιζε τὴν ὑπόθεσιν καὶ θὰ ἀπεκαθίστα ὁριστικῶς τὴν ἠρεμίαν. Ἐάν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἀρνηθῇ τὴν πρότασιν ἡμῶν, τότε ἡμεῖς θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ τῆς εἴπωμεν, ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ κατηγορῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὅτι δημαγωγεῖ, ὅτι ἐκμεταλλεύεται, ὅτι δηλητηριάζει, ὅτι ἐπιδιώκει τὴν διαιώνισιν. Ἀποκόπτομεν κάθε δικαίωμα κατηγορίας εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἡμεῖς θὰ δικαιούμεθα νὰ καταλογήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἐπέμβασις εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον προέβη καθορίζουσα τὸν ἀνακριτὴν τῆς προτιμήσεως, δὲν εἶναι ἐπέμβασις παράνομος μόνον, δὲν εἶναι ἐπέμβασις ὕποπτος, ἀλλ’ ἀποβλέπει εἰς τὴν συγκάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος καὶ εἰς τὸν στραγγαλισμὸν τῆς Δικαιοσύνης. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Οἱ καιροὶ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρίσκεσθε, εἶναι κρίσιμοι καὶ αἱ ἀποφάσεις ὑμῶν θὰ ἀσκήσουν βαρεῖαν ἐπιρροὴν εἰς τὴν πορείαν τοῦ μέλλοντος. Ἕνεκα τούτου ἀπευθυνόμεθα πρὸς ὑμᾶς καὶ λέγομεν: Κυβερνῆται τῆς Χώρας, ἀναμετρήσατε τὰς εὐθύνας σας. (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακόψωμεν.
§237Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ κανονίζῃ μονομερῶς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνῃ ἡ διεξαγωγὴ τῆς συζητήσεως. Σᾶς παρέσχεν ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν εὐχέρειαν διὰ νὰ ἀναπτύξητε τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ δὲν θὰ σᾶς παράσχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτητε ὅποτε θέλετε.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαρβούτης.
§239Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὅτι, κ. Βουλευταί, ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς δικαστὰς ἡ δικογραφία ἡ ἀφορῶσα τοὺς ἐνόχους τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου, εἶναι πρᾶξις ἀντικειμένη εἰς τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ καταλύει πᾶσαν ἔννοιαν στοιχειώδους κρατικῆς ὀργανώσεως, ἀναιροῦσα τὴν ἀρχὴν τῶν σταθερῶς καὶ διεθνῶς ἀνεγνωρισμένων τῆς διακρίσεως τῶν κρατικῶν λειτουργιῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐπὶ τῆς νομικῆς δὲ πλευρᾶς τοῦ ζητήματος τούτου ἀπεφάνθησαν ἤδη οἱ κορυφαῖοι τῶν παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν, εἶναι δὲ παγία ἡ δικαστηριακὴ τακτική. Δὲν ὑπάρχει συνεπῶς λόγος νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ νομικὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐφ’ οὗ ὁμόφωνος εἶναι ἡ γνώμη τῶν νομικῶν. Ἄλλωστε ὅ,τι ἐνδιαφέρει κυρίως εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν εἶναι ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ ἄποψις. Καὶ ταύτην εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσω.... (δὲν ἀκούεται λόγῳ τοῦ γινομένου θορύβου).
§240ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου δὲν ἔγινεν ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις ἡμῶν, ὅπως γίνῃ διακοπὴ διὰ τὸ γεῦμα. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ μόνη της διέκοψε τὴν συνεδρίασιν. Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τὴν παράκλησίν μου, νὰ γίνῃ μία μικρὰ διακοπή.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διακόψωμεν;
§242ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Βουλευτά, ἐξακολουθήσατε.
§243Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Θὰ συνεχίσω ὁπωσδήποτε. Ἔλεγον, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι προέχει ἰδίως ἡ πολιτικὴ καὶ ἠθικὴ ἄποψις καὶ ταύτην θὰ ἐξετάσω. Ἡ ἀποκάλυψις ἡ πλήρης τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου, δὲν εἶναι κομματικὴ ὑπόθεσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶναι ἁπλῶς καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀξίωσις ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐξεγειρομένου διότι διὰ τοῦ ἐγκλήματος καὶ τῆς συγκαλύψεως αὐτοῦ, τραυματίζεται δεινῶς ὁ πολιτισμός του καὶ κηλιδώνεται ἡ ἱστορία τῆς Χώρας. Ἀσκοῦντες συνεπῶς τὸν ἔλεγχον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ὑπηρετοῦμεν σκοποὺς κομματικούς, διότι κομματικῶς ἴσως θὰ συνέφερεν εἰς τὸν Ἐθνικὸν Συνασπισμόν, ὁ ὀλισθηρὸς δρόμος τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ, παρεμποδίζουσα τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ τοῦ μισαροῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου. Ἀσκοῦμεν ἔλεγχον ὄχι ὡς διάδικοι, ἀλλ’ ὡς φορεῖς τῆς ὑγιοῦς καὶ ἀμολύντου συνειδήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι πρέπει νὰ πρυτανεύσῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἡ σκέψις ἡ ἀνωτέρα. Διὰ τοῦτο, αἰρόμενοι ὑπεράνω τῆς βαθυτάτης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀντιθέσεώς μας, ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὴν ἀντικρύσωμεν ὡς Κυβέρνησιν ἑλληνικήν, νὰ τὴν ἴδωμεν κινουμένην ἀπὸ τὸν παλμὸν τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ αἰσθήματος τοῦ δικαίου, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν σκέψιν κομματικῶν ταπεινῶν ὠφελημάτων, καὶ πρὸ παντός, ὄχι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰ κατώτερα συναισθήματα ποὺ ἐξέθρεψε τὸ ἔγκλημα. Ἔγκλημα τοιαύτης ἐκτάσεως, κ. Βουλευταί, ἔγλημα τοιαύτης ἠθικῆς σημασίας, ὁπουδήποτε τοῦ κόσμου καὶ ἂν ἐλάμβανε χώραν, δύο δρόμους θὰ διοίνηγεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Ἢ ἡ Κυβέρνησις τῆς ὁποίας τὰ ὄργανα καὶ συνεργάται διέπραξαν τὸ ἔγκλημα, ὤφειλεν ἢ νὰ διαστείλῃ αὐτὴν ἀπὸ τὸ ἔγκλημα, πατάσσουσα τοὺς ἐνόχους, ἢ νὰ καταλίπῃ τὴν Ἀρχήν, διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, ὄχι κὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ τρίτη Κυβέρνησις, Κυβέρνησις δικαιοσύνης, διαπνεομένη ἀπὸ τὴν θέλησιν νὰ ἐκκαθαρίσῃ καὶ κολάσῃ τὸ ἔγκλημα, ἀκολουθοῦσα τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἡ κορυφὴ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Χοϊδᾶς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εὐθὺς ὡς ἐξεδηλώθη τὸ ἔγκλημα καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐπρόλαβε τοῦτο, ἐνῶ ἠδύνατο νὰ τὸ προλάβῃ, δὲν ἠθέλησεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐξετάσῃ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν σχηματισμὸν τρίτης, ἀκομματίστου Κυβερνήσεως ἱκανῆς νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου, ἀλλ’ ἔδωκεν ὅλην τὴν βοήθειάν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀνέμενεν νὰ διευκρινίσῃ αὕτη εἰς ὅλας του τὰς πτυχὰς τὸ ἔγκλημα, ὅπως καὶ ἡ Χώρα εἶχεν ἠθικὸν συμφέρον, καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, καὶ αὐτὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν. Δυστυχῶς ὅμως, σειρὰ πράξεων κυβερνητικῶν, σειρὰ ἐκδηλώσεων αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὑπευθύνων καὶ ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ἔπεισαν καὶ πείθουν πάντα ἀντικειμενικῶς κρίνοντα, ὅτι ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ ὑπάρξῃ ἐχθρικὴ καὶ αὐστηρὰ πρὸς τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξετέλεσαν οὔτε ἕν κὰν ἐκ τῶν ἐνταλμάτων ποὺ ἐξέδωκεν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἀρχὴ κατὰ τῶν ἐνόχων, ἀντὶ νὰ ὑπάρξῃ αὐστηρὰ πρὸς τοὺς ἐγκληματίας, ὑπῆρξε τοὐναντίον ἐχθρικὴ κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ συστηματικῶς καὶ μεθοδικῶς ἐνεργεῖ ἐναντίον τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως. Πρὸς τὶ νὰ σᾶς ἀναφέρω, κ. Βουλευταί, λεπτομερείας καὶ ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως γνωστὰς καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ἐπανειλημμένως ἐκτεθείσας; Ἡ ὑπόθεσις εἶνε πλήρης ἁδρῶν ἠθικῶν γραμμῶν, ὑπόθεσις κατευθύνσεων καὶ προθέσεων. Ἐπὶ μῆνας, ἐφόσον ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐπροχώρει, λόγῳ τῶν παρεμβαλλομένων προσκομμάτων, ἡ Κυβέρνησις ἐσιώπα καὶ ἐκώφευεν εἰς τὰς ἐκκλήσεις ἀνακριτοῦ καὶ εἰσαγγελέως. Ὅταν ὅμως ὁ ἀνακριτὴς Τζωρτζάκης ἐπροχώρει εἰς τὴν συλλογὴν στοιχείων ἀποκαλυπτικῶν τοῦ ἐγκλήματος, ἡ Κυβέρνησις ἐξηγείρετο, καὶ τὸν ἐπετίμα ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι διαταράσσει τὴν γαλήνην τῆς Χώρας. Καὶ ὅταν τελευταίως κατώρθωσεν ὁ ἀνακριτὴς νὰ ρίψῃ, ὑπερανθρώπως ἐργαζόμενος, ἀκτῖνα φωτὸς εἰς τὸν κύκλον τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν οἱ ἐμπνευσταὶ καὶ ὀργανωταὶ τοῦ ἐγκλήματος, τότε ἀκριβῶς ἀπεδόθη ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον εἰς τὸν μοχθοῦντα διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας ἀνακριτήν, ὀλιγωρία καὶ βραδύτης περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του. Παρακαλῶ, Κύριοι Συνάδελφοι, νὰ ἀναπολήσητε εἰς τὴν μνήμην σας πῶς καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας ἔγινεν ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἐπληροφορήθημεν μίαν ἡμέραν ἔκπληκτοι ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀεροπορίας, ἀμέμπτου παρελθόντος καὶ μὴ δυνάμενοι κὰν νὰ κατηγορηθοῦν ὡς φίλοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατήγγειλαν τοὺς προϊσταμένους των ἐπὶ συμμετοχῇ εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου ἔναντι ὑλικῆς ἀμοιβῆς. Κατήγγειλαν ἐπίσης, ὅτι τὸ Σῶμα τῆς Ἀεροπορίας, ὅπως ἄλλωστε δὲν ἠρνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας, εὑρίσκετο ἐν διαλύσει πλήρει. Καὶ τὰς καταγγελίας αὐτὰς τὰς ἔκαμναν ἐνώπιον τῆς κοινῇ γνώμης πλέον, ἀφοῦ εἰς μάτην εἶχον ἐπικαλεσθῆ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τὰ πολύωρα Ὑπουργικὰ Συμβούλια ποὺ ἐπηκολούθησαν, ἀνέμενεν ἐναγωνίως ἡ κοινὴ γνώμη νὰ ἐξαγγελθοῦν τὰ μέτρα ποὺ θὰ ἐλάμβανεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας, διὰ νὰ ἐξυγιάνῃ καὶ θεραπεύσῃ τὴν θλιβερὰν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἀξιωματικοί, καὶ ἔντιμοι, καὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως κατήγγειλαν ὡς ἐπικρατοῦσαν εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἀεροπορίας. Ἀλλ’ ἀνέμενε ματαίως. Ἡ Κυβέρνησις ἠσχολεῖτο πῶς νὰ παρεμποδίσῃ τὴν σύλληψιν τοῦ Ρέπα, καὶ μοναδικὴ ἀπόφασις τῶν πολυώρων Ὑπουργικῶν Συμβουλίων ὑπῆρξεν ἡ ταχυτάτη καὶ ἐσπευσμένη ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ Τζωρτζάκη. Ἀλλά, κ. Συνάδελφοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσῃ τις ποῖον ἐν προκειμένῳ ἦτο τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως; Ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα, τὸ σκάνδαλον Σταβίσκυ εἰς τὴν Γαλλίαν, μολονότι τὸ πρόβλημα ποὺ ἐνεφάνισε τοῦτο δὲν ἦτο τόσον εὐρείας ἠθικῆς ὑφῆς, ὅσον τὸ τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου. Γνωρίζετε ὅτι λόγῳ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ὡς ζήτημα χρηματικῆς σημασίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῇ κἄν μὲ τὸ ἔγκλημα τῆς 6 Ἰουνίου, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσαν ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἐμπεπιστευμένα τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν, ἠπειλήθη καὶ θὰ ἐπήρχετο ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως Σωτάν εἰς τὴν Γαλλίαν, μόνον δὲ ἡ ἡ κεραυνοβόλος ἐνέργεια, ἡ σύλληψις τῶν βουλευτῶν, ἡ παραίτησις Ὑπουργῶν, ἀπέτρεψε ταύτην, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἀσφαλῶς ἄν δὲν γίνῃ πλήρης καὶ ριζικὴ ἐκκαθάρισις. Παρ’ ἡμῖν τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου διετάραξε τὴν γαλήνην τῆς Χώρας, —εἰς τοῦτο συμφωνοῦμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Τὴν διατάραξιν ὅμως δὲν προκαλεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις μὲ τὴν ἀποδιδομένην εἰς αὐτὴν ἀνύπαρκτον ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἐγκλήματος, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διότι ἐπεμβαίνει διὰ νὰ σταματήσῃ τὴν ἀνάκρισιν εἰς τὸ ἔργον της καὶ δημιουργεῖ οὕτω ἀδιέξοδον καὶ δι’ ἑαυτήν, καὶ διὰ τὴν Χώραν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον μόνον ἡ πλήρης ἀποκάλυψις τοῦ ἐγκλήματος θὰ τὴν ἀπαλλάξῃ. Ἡ κρίσις ἡ ὁποία ἀναγκάζει τὰς τελευταίας ἡμέρας Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγοὺς τῶν μετεχόντων εἰς αὐτὴν κομμάτων νὰ ὁμιλοῦν περὶ δικτατορίας καὶ ἀνάγκης ριζικῶν μέτρων, οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἡ πίεσις τὴν ὁποίαν ἀφ’ ἑνὸς προκαλεῖ ἡ ἀποτυχία σας εἰς τὸ ἔργον τῆς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἀδιέξοδον ποὺ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐδημιούργησε διὰ τῶν πράξεών της καὶ διὰ τῆς ἀπροκαλύπτου προσπαθείας της πρὸς συγκάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος. Διὰ τὰς νοσηρὰς καταστάσεις ποὺ ἀσκοῦν οὐσιώδη ἐπιρροὴν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἱστορίας τῶν λαῶν, διὰ τὰ ἐγκλήματα, ὡς τὸ ἔγκλημα τῆς 6 Ἰουνίου, ποὺ ἀποδεικνύουν βαθυτάτην ἠθικὴν κατάπτωσιν, ποὺ ἀποτελοῦν σῆψιν ἠθικὴν καὶ πυορροοῦσαν πληγήν, ἕν μέσον θεραπείας ὑπάρχει· ἡ ριζικὴ ἐξάλειψις τοῦ πύου, ἡ διαλεύκανσις καὶ τιμωρία τοῦ ἐγκλήματος. Ἐάν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι κλείουσα τὴν πληγήν, χωρὶς νὰ τὴν θεραπεύσῃ, καὶ ἀποκρύπτουσα, ἀντὶ νὰ ἐξαλείψῃ τὰς ἀναθυμιάσεις αὐτῆς, ὠφελεῖ τὴν Χώραν, διαπράττει δεύτερον ἔγκλημα μεγαλείτερον τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουλίου καὶ ὁδηγεῖ τὴν Χώραν εἰς τελειωτικὴν ἀποσύνθεσιν. Ἄς σκεφθῇ ὅτι διὰ τὴν τοιαύτην πρᾶξιν της αἱ ἐπερχόμεναι γενεαὶ θὰ κρύπτουν τὸ πρόσωπόν των ἀπὸ ἐντροπήν, ἀναλογιζόμεναι ὅτι ὑπῆρξε Κυβέρνησις ἑλληνική, ἡ ὁποία, ὄχι μόνον ἠνέχθη ἔγκλημα τὸ ὁποῖον ὠργανώθη παρ’ ἐμπίστων προσώπων της, ἀλλὰ καὶ ἐπεχείρησε νὰ τὸ συγκαλύψῃ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐπιθυμοῦσα νὰ σταματήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, καταφεύγει εἰς τὸ διαφανὲς πρόσχημα ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις διαχύνει δηλητήριον κατὰ τῆς γαλήνης τῆς Χώρας. Ἄν ὅμως, Κύριοι Συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνακαλέσουν τὴν συνείδησιν αὑτῶν, ἄν ὑμεῖς πρὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως, θέσητε τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τοῦ ἐγκλήματος, θὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὄχι κἄν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά της ὡς Σώματος πολιτικοῦ, ἀντιπολιτευομένου τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά της ὡς τμήματος τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, οὐδὲν ἄλλο ζητεῖ εἰμὴ νὰ ἀφεθῇ ἡ Δικαιοσύνη τῆς Χώρας νὰ λειτουργήσῃ ἐλευθέρα οἵασδήποτε κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως....
§244Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς αὐτὸ ἀπέβλεπεν ἡ ἐνέργειά μου, εἰς τὸ νὰ λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη ἑλληνιστί.
§245ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε πολὺ κακὴν ἰδέαν περὶ τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, ἐὰν νομίζετε ὅτι δικαιοσύνη ἑλληνικὴ σημαίνει δικαιοσύνην κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§246Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι οὔτε παράδοξος, οὔτε ἀνεξήγητος ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διότι ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη καὶ ἡ πρόσφατος, καὶ ἡ ἀπωτέρα, καὶ πάντοτε, καὶ ὅταν ἰδίᾳ ἐκυβερνᾶτο ἡ Χώρα ἀπὸ τὴν ἀρετὴν τῆς Δημοκρατίας, δὲν εἶχεν ὑποστῆ παρόμοιον νεοελληνικὸν πραξικόπημα οἷον ἡ αὐθαίρετος ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ εἰς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οὗτος ἔρριπτε τὸ φῶς τῆς ἀληθείας ἐπὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη φαίνεται νὰ σᾶς εἴπωμεν ὅτι ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἀσκεῖτε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι οὔτε ἑλληνική, οὔτε ἀνθρωπίνη. Ἂν τοὐλάχιστον κατεφεύγετε εἰς τοὺς νομίμους προϊσταμένους τοῦ ἀνακριτοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιμέλεια ποὺ ἀπέδειξεν εἰς ἄλλας ὑποθέσεις, ὡς γνωρίζετε καὶ ὀφείλετε νὰ γνωρίζετε, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς σας, ἔταξεν εἰς τὸ δυσχερὲς ἔργον, τῆς πλήρους ἀποκαλύψεως τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου, καὶ ὑπεβάλλεσθε εἰς τὴν κρίσιν αὐτῶν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ, θὰ ἦτο ἴσως τυπικῶς νόμιμος ἡ ἐνέργειά σας, καίτοι θὰ ἦτο εὐλόγως ὕποπτος ὁ σκοπὸς τῆς προσφυγῆς σας. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι ἂν ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη — καὶ ὑμεῖς τὴν ἐκηλιδώσατε, κ. Ὑπουργέ— εἶναι ὡς τὴν ἐκπροσωπεῖτε σεῖς διὰ τῶν πράξεών σας, καὶ ἰδίᾳ διὰ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ εὐσυνειδήτου ἀνακριτοῦ ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν καὶ τῆς ὑφαρπαγῆς ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ ἀδάμαντος τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, τοῦ κ. Χοϊδᾶ, τῆς ἐποπτείας τῆς ἀνακρίσεως, ἂν τοιαύτη, λέγω, εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, αἴ, τότε ἐρρέτω ἡ δικαιοσύνη αὐτή. Ἀλλ’ ἂν ἀφήσετε τὰ προσχήματα καὶ ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ τὸν ὕποπτον φόβον ὁ ὁποῖος σᾶς κατέχει καὶ σᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν ταχὺν τερματισμὸν τῆς ὑποθέσεως, θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἐκμεταλλευόμεθα τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἐγκλήματος. Ἄν πράγματι πιστεύετε ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλαχίστη προσπάθεια ἐκμεταλλεύσεως ἐκ μέρους μας, ἔχετε ὅλα τὰ μέσα τὰ δραστικὰ, τὰ μέσα τὰ ἠθικά, τὰ μέσα τὰ τίμια, Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἀποκαλύψητε, ἂν πράγματι τὸ ἐπιθυμῆτε, τὸ ἔγκλημα καὶ νὰ ἀφαιρέσητε τὸ δηλητήριον μὲ τὸ ὁποῖον ἡμᾶς μὲν κατηγορεῖτε, σεῖς δὲ δηλητηριάζετε τὴν ἑλληνικὴν ζωήν. Σᾶς καλοῦμεν μεταξὺ δύο καὶ πάλιν δρόμων νὰ ἐκλέξητε. Ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν εἶναι ὁ δρόμος τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς δικαιοσύνης. Ἄν τοῦτον ἀκολουθήσετε, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἴσως θὰ ἦτο ἀκόμη καιρὸς νὰ ἐπιδείξῃ ὁ τόπος μίαν ἔτι φορὰν συγκατάβασιν καὶ ἐπιείκειαν, ὄχι χάριν ὑμῶν, ἀλλὰ χάριν τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ σᾶς καλέσωμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς πλήρους ἀποκαλύψεως τοῦ ἐγκλήματος· τοῦτο διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ ἔθνους ὅτι ὑπῆρξε Κυβέρνησις ἑλληνικὴ ἀλληλέγγυος πρὸς ἔγκλημα, ἀποτελοῦν σκοτεινὸν σταθμὸν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς φυλετικῆς μας ζωῆς. Ἴσως εἶναι ἀκόμη καιρὸς νὰ ἀποκαταστήσητε τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἑλλάδος, ἄν ἔχετε τὴν ψυχικὴν δύναμιν τῆς αὐτοθεραπείας. Ἄν δὲν ἠμπορεῖτε, ὅπως φοβούμεθα, νὰ ἀκολουθήσητε τὴν ὁδὸν αὐτήν, ὀφείλετε νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν ἐξουσίαν. Δὲν ζητοῦμεν τοῦτο διὰ νὰ σᾶς ἀντικαταστήσωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχει ὁ δημοκρατικὸς κόσμος—καὶ ἰδίᾳ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων— καὶ παρελθόν, καὶ παρόν, καὶ μέλλον καὶ προγράμματα πολιτικά. Ἔχει καὶ ἀρχὰς, καὶ ζωτικότητα, ὥστε νὰ ἐπιδιώξῃ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν προγραμμάτων των, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐγκλημάτων σας, διὰ νὰ σᾶς ἀντικαταστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν σᾶς ὑποδεικνύομεν ὡς μόνην ὁδὸν ποὺ ἔχετε πλέον νὰ ἀκολουθήσητε, τὴν ὑποχρέωσίν σας νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν ἐξουσίαν, τὸ κάμνομεν διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔλθῃ Κυβέρνησις τρίτων, ἀσχέτων πρὸς ἡμᾶς, Κυβέρνησις τύπου Χαϊδᾶ, ἡ ὁποία νὰ ἐκπροσωπῇ τὸ κοινὸν αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ δικάσῃ ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους. Διότι, Κύριε Ὑπουργέ τῆς Δικαιοσύνης, ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ἀκομματίστου ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατέστη ὕποπτος ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις.
§247Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄν μεταβῆτε εἰς τὴν ὕπαιθρον Χώραν, θὰ ἴδητε ὅτι ὁ λαός ἀπασχολεῖται μὲ τὰ ἔργα του, καὶ ὄχι μὲ τόν κ. Τζωρτζάκην, καὶ μᾶς ἐλεεινολογεῖ, διότι ἀσχολούμεθα μὲ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ σεῖς δὲν τὸν ἀφήνετε ἥσυχον, διότι ἀπεκαλύψατε τὰς προθέσεις σας, νὰ παραιτηθῶμεν ἀπὸ τὴν Ἀρχήν.
§248Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Σᾶς τὸ εἶπα ρητῶς ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ σᾶς ἀντικαταστήσωμεν. Ὄχι ἡμεῖς, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλει νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν Ἀρχήν, λυποῦμαι δὲ διότι μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι, ὅταν ὁμιλοῦμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν περὶ ζητήματος τόσον κολοσσιαίας σημασίας, οὐδεμίαν πρέπει νὰ ἔχουν θέσιν οἱ μικροκομματικοὶ ὑπολογισμοί. Ἄν δὲν ἀρθῆτε εἰς τὸ ὕψος τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλουν αἱ περιστάσεις, δὲν θὰ μὲ ἀντιληφθῆτε.
§249Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ ἤρθην καὶ ὑπεράνω τοῦ ὕψους τούτου.
§250Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἀρνηθῶ ὅτι ὑπερέβητε πᾶν ὕψος, ὅπως δὲν σᾶς ἀρνοῦμαι ὅτι ὑπεβιβάσατε τὸν πολιτισμὸν τῆς Χώρας. Ὑπάρχει πράγματι ἕν κολοσσιαῖον ζήτημα. Ἄν ἡ κατάστασις ποὺ ἐνεφάνισε τὸ ἔγκλημα, δὲν προκαλεῖ τὴν προσοχὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἄν ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οὐδὲν ἔπραξε κατὰ τοῦ ἐγκλήματος, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔκαμε τὸ πᾶν διὰ νὰ σταματήσῃ τὴν πρόοδον τῶν ἀνακρίσεων, ἄν ὅλα αὐτὰ δὲν προκαλοῦν καὶ δὲν ἐξεγείρουν τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, τότε ὁμολογουμένως πρόκειται περὶ βαθείας ἠθικῆς καταπτώσεως. Βεβαιωθῆτε ὅμως, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ λαός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἱκανὸς νὰ περιέλθῃ εἰς τόσον βαθεῖαν κατάπτωσιν, οἵαν σεῖς τοῦ ἀποδίδετε, ὅτι λαός, ὁ ὁποῖος εἰς τοιαῦτα ἐγκλήματα δὲν ἀντιτάσσει τὴν ψυχικὴν καὶ ἠθικὴν ἀντίδρασίν του, εἶναι προωρισμένας νὰ μὴ ζήσῃ, διότι ἔχει χάσει τὴν ζωτικότητα, τὴν ψυχικὴν καὶ ἠθικὴν ρώμην. Τοιοῦτος δὲν πιστεύομεν ἡμεῖς ὅτι εἶναι ὁ ἑλληνικὸς λαός, (χειροκροτήματα), καὶ διὰ τοῦτο, διὰ τελευταίαν φοράν, ἀπηυθύνθημεν πρὸς τήν, κωφεύουσαν ἔστω, Κυβέρνησιν, ἀπηυθύνθημεν πρὸς τοὺς παρόντας βουλευτάς, καὶ πρὸς τὰ παρόντα μέλη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σᾶς εἴπομεν: ἀκολουθήσατε τὴν ἠθικὴν καὶ ἐνδεδειγμένην ὁδὸν τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ ἐγκλήματος, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ ἠθικὴ ἐπιταγή. Μὴ προσάπτετε εἰς τὸν λαόν τὴν μομφήν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐξεγείρεται διὰ πράξεις παρομοίας, καταλυούσας τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν λαῶν, τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα ἔχουν οὐσιώδη σημασίαν, ἐὰν σήμερον ὑλιστικὸν πνεῦμα διέπει τὴν ἀνθρωπότητα, εἶναι ἐξ ἄλλου ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ ἠθικὸς καὶ ὁ ψυχικὸς παλμὸς τῶν ὁμάδων καὶ τῶν ἀτόμων δημιουργοῦν τὴν ἱστορίαν διὰ τῆς ἐξεγέρσεως εἰς ἐποχὰς καταπτώσεων, τῶν λανθανουσῶν ζωτικῶν δυνάμεων τῶν λαῶν. Δι’ αὐτὰ καὶ διὰ τὸ δίκαιον ποὺ ζωογονοῦν ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἡ πρωτεύουσα θέσις. Παρ’ οἱουδήποτε καὶ ἄν πλήττονται αἱ ἠθικαὶ αὐταὶ δυνάμεις θὰ ἐπιβληθοῦν καὶ εἰς ὑμᾶς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψουν διὰ τῶν πράξεών σας καὶ τῶν ἐνεργειῶν σας νὰ ἀμαυρώνετε τὸν πολιτισμὸν αὐτῆς. Ἐν ὀνόματι αὐτῶν ὁμιλοῦμεν, μακρὰν πάσης σκέψεως κομματικῶν συμφερόντων. Ἢ καλυτέρα ἐξυπηρέτησις αὐτῶν θὰ ἦτο νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ, καὶ θὰ τὴν ἀπογυμνώσῃ ἀπὸ οἱανδήποτε ἠθικὴν ὑποστήριξιν. Ἀλλά, διότι δὲν ἐπιδιώκομεν κομματικὰ ὀφέλη ἐκ τοῦ ἐγκλήματος, σᾶς ἐπαναλαμβάνομεν δι’ ὑστάτην φοράν: βαδίσατε τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον αἱ ἠθικαὶ δυνάμεις τοῦ ἔθνους ἐπιβάλλουν καὶ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, κ. Χοϊδᾶς, μάτην ὑπέδειξεν. Ἀφήσατε ἐλευθέραν τὴν Δικαιοσύνην. Οὕτω μόνον θὰ κλείσετε τὸ στόμα μας, ὡς πρὸς τὸ ἔγκλημα τῆς ἀποπείρας. Ἄν θέλετε πράγματι νὰ συναγωνισθῆτε μὲ ἡμᾶς, τὸν κόσμον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὰ ζωτικὰ προβλήματα τῆς Χώρας ποὺ ἐπικαλεῖσθε ἑκάστοτε διὰ νὰ κρύψητε τοὺς σκοπούς σας, ἀσκήσατε ἐπ’ αὐτῶν ὅλην σας τὴν ὁρμήν, ἐξαντλήσατε ἐπ’ αὐτῶν ὅλην τὴν δημιουργικήν σας ἱκανότητα, ἐὰν ἔχετε τοιαύτην. Ἄν δύνασθε καὶ θέλετε νὰ ἐξυπηρετήσητε τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Χώρας, παύσατε τὴν φθοροποιὸν ὁρμήν σας κατὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ μεταφέρατε τὸν ἀγῶνα σας ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ ἐγκλήματος εἰς τὸ ἐπίπεδον τὸ ἠθικόν. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁσονδήποτε καὶ ἄν ἐξακολουθήσετε τὴν ἐχθρότητά σας πρὸς τὴν δημιουργίαν καὶ τὴν δικαιοσύνην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς πνίξητε, διότι αἱ ἠθικαὶ δυνάμεις θὰ κατισχύσουν καὶ πάλιν εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν καὶ θὰ τὴν ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν σας, ὑφ’ ἥν δοκιμάζει τὸν μεγαλείτερον στιγματισμόν τοῦ πολιτισμοῦ της. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσουν ἑκατέρωθεν.
§252Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ναί, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ νὰ διακόψωμεν.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 10.30′.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ.μ.)
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§255Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ ἀντελήφθη ἡ Βουλή, ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐγενικεύθη ἁπλῶς ἡ συζήτησις, ἀλλὰ, πρὸ παντός, ἐγενικεύθη τὸ θέμα τῆς συζητήσεως. Καὶ ἐνῶ ἡ ἐπερώτησις τῶν κ. Συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περιωρίζετο εἰς τὴν ἔρευναν τῶν αἰτίων διὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἀρχικὸς ἐπὶ τῆς γνωστῆς ὑποθέσεως ἀνακριτὴς ἀντικατεστάθη δι’ ἄλλου, καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμένῃ τὰς ἐξηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς τοιούτου περιεχομένου ἐπερωτήσεως, καὶ τὸ πολύ, πολύ νὰ ἐξετάσῃ τὸ νομικὸν μέρος, διὰ τὸ νόμιμον ἢ μὴ τῆς τοιαύτης ἀντικαταστάσεως, ἐλέγχουσα καὶ τὴν ὀρθότητα τῆς τοιαύτης ἀντικαταστάσεως, κατηνάλωσεν ἐν τούτοις περισσότερα ἀπὸ τὰ ἐννενήκοντα πέντε ἑκατοστὰ τῆς συζητήσεως διὰ τὴν γενικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἀδικήματος τῆς ὁδοῦ Κηφισίας, ἐλάχισται δὲ μόνον λέξεις ἀπησχόλησαν τοὺς ἀξιοτίμους ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ κυρίου ἀντικειμένου τῆς ἐπερωτήσεως, ὅπερ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι τὸ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ. Εἰς τὰς ὀλίγας ἐκείνας λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπησχόλησαν τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἐν σχέσει πρὸς τὸ κύριον θέμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀντελήφθην ὅτι περὶ δύο σημεῖα ἐστράφησαν οὗτοι, περὶ τὸ σημεῖον τοῦ ἐὰν νομίμως ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἤτοι, ἐὰν εἶχεν ἐκ τῶν κειμένων νόμων τὸ δικαίωμα νὰ ἀντικαθιστᾷ τὸν ἀνακριτήν, καὶ δεύτερον περὶ τοῦ ἐὰν ὑπῆρξε νόμιμος ἡ ὑποκατάστασις αὐτοῦ δι’ ἑτέρου ὡρισμένου προσώπου. Καὶ ἐπὶ τῶν δύο τούτων σημείων, Κύριοι Συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι οἱ προλαλήσαντες ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, περιέπεσαν εἰς δεινὰς παρερμηνείας τῶν νόμων. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι: γνωστή, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς διορίζει καὶ παύει τοὺς ἀνακριτάς. Τέτακται, εἶνε ἀληθές, μία προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ ἀνακριταὶ δικαιοῦνται νὰ ἐπιτελέσουν τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἐντὸς τῆς προθεσμίας εἶνε ἐπιτρεπτὴ ἡ ἀντικατάστασις, εἶδον παραδόξως ὅτι ἐπεκαλέσθη ὁ πρῶτος ἀξιότιμος συνάδελφος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γνωμοδότησιν καθηγητοῦ τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καὶ ἐπὶ τέλους καὶ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου.
§256Γ. ΜΑΡΗΣ. Δύο τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου.
§257Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸ θέμα ἀνάγεται εἰς τὸ Ποινικὸν Δίκαιον, καὶ παραδόξως δὲν ἐζήτησεν οὐδ’ ἐπεκαλέσθη καμμίαν γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου ἐν τῷ Ποινικῷ Δικαίῳ προσώπου. Διότι, ἄν τοῦτο ἔπραττε, θὰ ἐπείθετο ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, τὸν ὁποῖον δὲν ἀδικῶ, διότι εἶναι κράτιστος δικηγόρος, ἀλλ’ ἴσως εἰς τὰ ζητήματα τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου νὰ μὴ ἠσχολήθη καὶ πολύ, θὰ ἐπείθετο, λέγω, ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως καὶ ἐγχειριδίου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, νὰ ἀντικαθιστᾷ τὸν ἀνακριτὴν διὰ λόγους βεβαίως σοβαρούς. Καὶ ὁ Hélie καὶ ὁ Garraud καὶ ὁ ἡμέτερος Κωνσταντόπουλος δέχονται καὶ εἰς τὸ πρῶτον ἐγχειρίδιον τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου διδάσκεται, ὅτι νομίμως πράττει ὁ Ὑπουργὸς, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουν λόγοι σοβαροί.
§258Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος δὲν λέγει τίποτε. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ Ποινικὴ Δικονομία λέγει, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς διορίζεται διὰ τρία ἔτη, εἰς τὴν Γερμανίαν δι’ ἓν ἔτος. Οὐχ ἧττον ὅμως, οἱ συγγραφεῖς οἱ Γάλλοι, ὁ Garraud, ὁ Hélie λέγουν τὰ ἑξῆς: «Ἡ προθεσμία αὕτη τῶν τριῶν ἐτῶν, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος δύναται ἐντὸς τῶν τριῶν ἐτῶν νὰ ἀντικαθιστᾷ τὸν ἀνακριτήν». Ἡ προθεσμία ἐτέθη μόνον πρὸς ὄφελος τοῦ ἀνακριτοῦ, ὥστε, ἄν λήξῃ ἡ τριετία, νὰ δύναται ὁ ἀνακριτὴς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Γάλλον Ὑπουργόν, ὅτι μὴ μὲ ξαναβάλῃς. Ὁ ἰδικός μας ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων δὲν λέγει τίποτε παραπάνω. Ὁ Ὑπουργὸς διορίζει τὸν ἀνακριτὴν εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστου ἔτους, καὶ ἡ ἑρμηνεία καθ’ ἥν πρᾶξις ἐν Ἑλλάδι εἶναι, ὅτι ὅλοι οἱ διατελέσαντες προηγουμένως Ὑπουργοί, διώριζον ἀνακριτὰς κατ’ οἰκείαν βούλησιν.
§259Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἔχω νὰ....
§260Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ μὲ ἐμνημονεύσατε, κ. Συνάδελφε, ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§261Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα, καὶ εἰς ὑμᾶς, καὶ εἰς πάντα ἄλλον συνάδελφον ἐπιτρέπω διακοπήν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του.
§262Γ. ΜΑΡΗΣ. Εἴπετε, ὅτι δὲν ἐπεκαλέσθην οὐδὲν σύγγραμμα τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, διὰ νὰ βεβαιώσω μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν τὸ πρῶτον ποινικὸν ἐγχειρίδιον ἀναφέρει. Λησμονεῖτε ὅτι ἐπεκαλέσθην καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν; Μήπως καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀναγνώσουν ποινικὸν ἐγχειρίδιον;
§263Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πιθανὸν νὰ ἀποδείξω ὅτι ὄχι.
§264Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουργὸς Πολ. Γραφείου). Τὸ γνωρίζω ἐγώ, ὅτι δὲν τὸ γνωρίζει.
§265Γ. ΜΑΡΗΣ. Θέλομεν νὰ μάθωμεν ἄν συνεκεντρώθη ὅλη ἡ ποινικὴ σοφία εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§266Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Συνομολογεῖτε λοιπόν, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι νόμιμος, ἀρκεῖ νὰ ἀναπτυχθῇ ἄν ὑπῆρχον λόγοι σοβαροί, διὰ νὰ προβῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν σχετικὴν ἐνέργειαν.
§267Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε....
§268Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπεκαλέσθητε καὶ ἀνεπτύξατε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εἴπετε, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἀνακριτήν. Σᾶς ἀπέδειξα ὅτι ἐδικαιοῦτο καὶ ἐκ τῶν κειμένων νόμων, καὶ ἐκ τῶν διδασκομένων ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης.
§269Γ. ΜΑΡΗΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§270Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ρήτωρ ἐπέτρεψε διακοπάς, ἀλλὰ δὲν δύνασθε καὶ νὰ κάμητε καὶ διακοπὴν τῆς συζητήσεως. Πρέπει νὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιληφθῇ πλήρως τὴν γνώμην τοῦ ρήτορος.
§271Γ. ΜΑΡΗΣ. Τὴν ἀντελήφθη πολὺ καλά. Διέκοψα, ἀφοῦ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν.
§272Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ συστήσω εἰς τὸν ρήτορα νὰ μὴ δέχηται διακοπάς, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ τηρήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§273Γ. ΜΑΡΗΣ. Ὄχι σεῖς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§274Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολλάκις ἐπεκαλέσθητε τὴν ἐπέμβασίν μου, τώρα δὲν τὴν θέλετε;
§275Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ δεύτερον νομικὸν σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσαν οἱ ἀγορηταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀτυχῶς, στηριζομένης ἐπὶ γνώμης τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἣν ἤκουσα κατάπληκτος σήμερον, διότι δὲν τὴν ἐγνώριζον, ἀναφέρεται εἰς τὸν τύπον τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ἀνακριτῶν. Ἐγνώριζον μέχρι σήμερον ἀπὸ τὴν πεῖραν μου, μακρὰν πεῖραν ἐπὶ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων καὶ ἐκ τῶν ἐπιστημονικῶν συγγραφῶν, ὅτι ἀντικαθισταμένου ἑνὸς ἀνακριτοῦ ἑνὸς τμήματος, εἰς ὅσα Πρωτοδικεῖα ὑπάρχουν πολλὰ ἀνακριτικὰ τμήματα, ὁ νέος ἀνακριτὴς ὑπεισέρχεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ προηγουμένου οἱονεὶ κατὰ διαδοχὴν τοῦ ἀνακριτικοῦ γραφείου, παραλαμβάνων πάσας τὰς δικογραφίας οὐδὲ κἂν διὰ πρωτοκόλλου, καὶ συνεχίζων αὐτοδικαίως τὸ ἔργον τοῦ προκατόχου του, οὐδέποτε δὲ συνέβη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει σήμερον δυστυχῶς ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν παντὸς δικηγορήσαντος εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην καὶ τὴν πεῖραν ὅλων τῶν εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια ἀσχολουμένων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπικαλοῦμαι τὴν πεῖραν καὶ τὴν μαρτυρίαν καὶ αὐτῶν τοῦ κ. Συναδέλφου, ὅστις διετύπωσε τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἐάν ποτε συνέβη τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι, ἐπειδὴ ἀντικατεστάθη ὁ ἀνακριτής, θὰ πρέπῃ νὰ κουβαληθοῦν ὅλαι αἱ δικογραφίαι εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, δηλ. 300 ἢ 500 ἢ 1.000 δικογραφίαι, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ κάμῃ νέαν διανομὴν τῶν δικογραφιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ παλαιοῦ ἀνακριτοῦ. Δὲν συνέβη ποτὲ ἀπολύτως τοιοῦτό τι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως περίπτωσιν. Μὲ λυπεῖ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἤκουσα κατάπληκτος, ὅτι ἀντίθετα ὑπεστήριξεν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Μὲ λυπεῖ δὲ ἔτι μᾶλλον τὸ ζήτημα, διότι ὁ κ. Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐγκαινιάζει καινοφανῆ συστήματα εἰς πολλὰ σημεῖα ἐν τῇ προκειμένῃ εἰδικῶς ὑποθέσει. Καὶ ἐρωτώμενος πῶς ἕως τώρα καὶ ἐπὶ μίαν ἑκατονταετίαν δὲν ἐγένοντο αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ὅτι σήμερον εἰς μίαν εἰδικὴν ὑπόθεσιν πρέπει νὰ γίνουν, ἔδωκε τὴν πρόχειρον ἀπάντησιν: «μὰ αὐτὰ ἐγένοντο, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι, ἐπειδὴ ἐγένοντο ἐπὶ ἑκατὸν χρόνια, πρέπει νὰ ξαναγίνουν». Ὅμοιον συνέβη εἰς προχθεσινὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν μετά τινας ἡμέρας, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποστολῆς τῶν δικογραφιῶν, ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἄρσεως ἢ μὴ τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν. Ἅπαντες γνωρίζομεν ὅτι ἐπὶ ἑκατὸν σχεδὸν ὁλόκληρα ἔτη ἐζητοῦντο αἱ δικογραφίαι αἱ ἀφορῶσαι τοὺς ὑπὸ δίωξιν βουλευτὰς ὁλόκληροι εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὄχι μόνον τὸ γνωρίζομεν ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ παρόντος, διότι καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλῶ, καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀντίθετον διετύπωσε γνώμην, εὑρίσκονται εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τεσσαράκοντα ὁλόκληροι δικογραφίαι, ἀφορῶσαι αἰτήσεις περὶ ἄρσεως ἀσυλίας διαφόρων συναδέλφων, ὧν αἱ ἀσυλίαι ἀπεστάλησαν ἀπὸ τοὺς διαφόρους Εἰσαγγελεῖς καὶ αὐτεπαγγέλτως ἀκόμη, ἤτοι χωρὶς νὰ ζητηθῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ ἐν τούτοις ὅταν ἐπρόκειτο πάλιν περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως τῆς ἀποπείρας τῆς 6ης Ἰουνίου, διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου, τότε δὲν προσεκομίσθη ἡ δικογραφία. Καὶ ἐπὶ ἐρωτήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν αὐτὸν Ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διατὶ νὰ γίνῃ ἡ ἐξαίρεσις μόνον διὰ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, ἐξαίρεσις παραδόσεως καὶ τακτικῆς, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ ἑκατὸν ἔτη, ἀπήντησεν ὁ αὐτὸς Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι ἀδιαφορεῖ περὶ τοῦ τὶ ἐγένετο ἐπὶ τὰ ἑκατὸν αὐτὰ ἔτη! Καὶ σήμερον εἰς τὴν εἰδικὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀποπείρας, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβουν χώραν ὅλαι αἱ ἐξαιρέσεις τοῦ κόσμου, εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν δὲν πρέπει νὰ παραδοθῇ ἡ δικογραφία. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸ μνημονευθὲν ἀνωτέρω ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τῆς ὑποκαταστάσεως τοῦ νέου ἀνακριτοῦ εἰς τὰς δικογραφίας τοῦ γραφείου του...
§276ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ: ἔγινεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὄργανον τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων;
§277Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν ἔγινεν ὄργανον ἢ οὐ τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων. Ἐγὼ διαπιστώνω ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐπὶ ἑκατὸν ἔτη ἐστέλλοντο αἱ δικογραφίαι εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἠθελήθη νὰ ἀκολουθηθῇ ἄλλη ὁδός, καὶ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὑρίσκονται ἐδῶ δικογραφίαι ἀποσταλεῖσαι ἀπὸ τὸν ἴδιον Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, τὸν ἀρνηθέντα τὴν ἀποστολὴν τῆς προκειμένης δικογραφίας, ὥστε μόνον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν νὰ τηρηθῇ ἄλλη ὁδός. Καὶ διαπιστώνω καὶ ἕτερον γεγονός, ὅτι μέχρι τοῦδε ὁ ὑποκαθιστάμενος ἀνακριτής, ἀνελάμβανεν ὅλας τὰς δικογραφίας τοῦ γραφείου τοῦ προηγουμένου ἀνακριτοῦ, ἐνῶ ἐν προκειμένῳ ἄλλα διδάσκει ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐάν εἶναι ὄργανον τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων ἢ ὄχι, θὰ ἀφήσω τὸν κόσμον καὶ τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε, νὰ κρίνῃ.
§278ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ τὸ εἴπωμεν, ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀσυλίας.
§279Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀσυλίας. Ὡμίλησα περὶ τῶν παραδόξων γνωμῶν τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς φαίνεται ἔχων γνώμας ἀντιθέτους πρὸς τὰ ἀπὸ ἑκατονταετίας κρατοῦντα ἀπαρασαλεύτως, καὶ τῶν ὁποίων ἔχομεν πεῖραν ὅλοι, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι, ὅταν ἀντικαθίσταται ὁ ἀνακριτὴς τοῦ Δʹ ἢ τοῦ Εʹ Τμήματος μεταβαίνει ὁ ἀνακριτὴς καὶ παραλαμβάνει τὰς δικογραφίας καὶ ἐξακολουθεῖ τὰς ἀνακρίσεις καὶ οὐδέποτε συνέβη, καὶ παρακαλῶ πολὺ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν πεῖραν ὅλων τῶν συναδέλφων τῶν διακονούντων εἰς τὰ δικαστήρια τὰ ποινικά, ἐὰν συνέβη ποτὲ τὸ ἀντίθετον. Καὶ ἀφοῦ, νομίζω, ὅτι ἀνέπτυξα, καὶ νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα εἰς τὴν Βουλήν— ὅτι τὰ δύο μοναδικὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δι’ ἐλαχίστων ἠθέλησε νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς πρὸς τὸ κύριον σημεῖον τῆς ἐπερωτήσεως, τὰ σημεῖα ταῦτα ὑπῆρξαν πλάναι νομικαί, θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἀντίκρουσιν τῆς ἐπερωτήσεως περιοριζόμενος ὅμως αὐστηρῶς εἰς ταύτην, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἐγὼ —ἐὰν θέλουν ἂς τὸ πράξουν ἄλλοι συνάδελφοι— νὰ ὑποπέσω εἰς τὸ αὐτὸ λάθος, νὰ ἀρχίσω νὰ ἀνακινῶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τέλους, νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ μᾶς ἀπησχόλησαν εἰς ἄλλην πρὸ τριμήνου ἐπερώτησιν, τόσῳ φεῦ! ἀδόξως τερματισθεῖσαν.
§280Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἀναπάντητον.
§281ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ φυγομαχίας τῆς Κυβερνήσεως.
§282Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε προηγουμένως ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι ταράσσεσθε ἐνοχλούμενοι ἐκ τῶν λεγομένων. Κύριοι Συνάδελφοι, ὕμνοι καὶ παιᾶνες καὶ διθύραμβοι ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑπὲρ τοῦ ναοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὑπὲρ ἀσπίλου καὶ ἀμολύντου καὶ ἀχράντου τῶν λειτουργῶν αὐτῆς καὶ τοῦ τεμένους αὐτῆς! Ἀλλὰ τοῦτο, ὡς φαίνεται, ἐγένετο ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν, ὅτι τὴν δικαιοσύνην ἀπονέμει καὶ τὴν ἀνάκρισιν ἐνεργεῖ ὡρισμένος ἀνακριτής. Ἅμα γίνεται ἀντικατάστασις αὐτοῦ τοῦ ἀνακριτοῦ, τότε...συγκαλύπτομεν τὸ ἔγκλημα! Ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ἄχραντος καὶ ἀμόλυντος μόνον, ὅταν ἀσκῆται ἀπὸ δικαστὰς ἀρεστοὺς εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ὅταν ἀσκῆται ἀπὸ ἄλλους δικαστάς, τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσπαθεῖ νὰ συγκαλύψῃ τὸ ἔγκλημα, τότε ρίπτει εἰς τὸν βόρβορον τὴν Δικαιοσύνην, τότε ἀναιροῦμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπομεν περὶ τοῦ ἀχράντου καὶ ἀμολύντου τῆς δικαιοσύνης καὶ σπιλώνομεν τὴν σημαίαν τὴν ὁποίαν θὰ κρατήσῃ ὁ νέος ἀνακριτής. Δηλαδὴ ὁ νέος ἀνακριτὴς θὰ ὑπονομεύσῃ τὴν Δικαιοσύνην, τὴν ἀνεξάρτητον αὐτὴν Ἀρχήν, καὶ μόνον εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ εἶνε ἡ ἀνεξάρτητος Ἀρχή, ἡ ἄχραντος Ἀρχή. Μὲ ἄλλας λέξεις, ὅταν ὁ Α εἶναι ἀνακριτής, τὰ πράγματα ἔχουν καλῶς, ὅταν ἡ ἀνάκρισις ἐνεργηθῇ ἀπὸ τὸν Β, ἡ Δικαιοσύνη εἶνε πλέον μιαρά, εἶνε πλέον ἐσπιλωμένη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀντίληψις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐάν τοῦτο, Κύριοι, ἀποτελεῖ ἢ ὄχι ὕβριν κατὰ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ὡς ἑνιαίας καὶ ἀδιαιρέτου ἐξουσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη, κατὰ τὰς δηλώσεις σας, ἡ ὁποία ἐκράτησεν ὑψηλά τὸ γόητρόν της, ἐάν ἡ δικαστικὴ αὐτὴ Ἀρχή κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρέπει νὰ κρίνηται, ἀναλόγως τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε ὑπηρετοῦσιν αὐτήν, ἄς κρίνῃ ἡ Βουλή. Λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι, ἐάν ὑβρίζεται ἡ δικαιοσύνη, ὑβρίζεται δεινότατα ἀπὸ τοὺς διατυποῦντας τοιαύτας βεβήλους ἀντιλήψεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἥν ὑβρίζεται καὶ ἐξευτελίζεται ἡ δικαστικὴ Ἀρχή ὑπὸ τοῦ κόμματος, οὗτινος σήμερον ἀντιπρόσωποι διὰ τὴν ἐπερωτήσεως καθυβρίζουν καὶ πάλιν αὐτήν. Τὴν καθύβρισαν ὅτε συνέβη νὰ συρθῇ κατηγορούμενος εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἐδῶ αἴθουσαν, ἥτις ἔγινεν αἴθουσα δικαστηρίου, πολιὸς γέρων, ὁ Ματθαῖος Χατζᾶκος, σέμνωμα — τὸ γνωρίζετε πάντες — τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, σέμνωμα πρὸ τοῦ ὁποίου ἐχθροὶ καὶ φίλοι, ὁ κόσμος ὅλος, νομομαθεῖς καὶ μή, ἀποκαλυπτόμεθα καὶ κύπτομεν, ὅταν διέρχεται, ἤ ὅταν ἄλλο τῆς Δικαιοσύνης σέμνωμα, ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Ἰωάννης Χατζᾶκος, ἐφυλακίζετο ὡς κλέψας τὰ κουταλάκια τοῦ Μπενάκη! (χειροκροτήματα). Ὑβρίσθη ἡ Δικαιοσύνη, ὅταν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὥρμησε καὶ κατέλαβε τὴν ἐξουσίαν καὶ κατέλυε τὴν ἰσοβιότητα καὶ ἔρριπτεν εἰς τοὺς δρόμους τοὺς ἀριστεῖς τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν.
§283Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, ἐάν ἦτο Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ ἢ δικτατορική.
§284Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἦτο Κυβέρνησις τοῦ Βενιζέλου. (Θόρυβος).
§285Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Συμπεράσματα: Ἅμα ἀνέλαβε τὴν ὑπόθεσιν ἄλλος ἀνακριτής, αὐτὸς ὁ ἀνακριτὴς ὑβρίζεται, ὅτι ἐκλήθη διὰ νὰ συγκαλύψῃ τὸ ἔγκλημα. Δὲν κρίνεται ἐκ τῶν πράξεών του, κ. Συνάδελφοι, διότι τὸ πρωΐ τοῦ διορισμοῦ του, πρὶν ὁ ἄνθρωπος ἴσως τὸ μάθῃ καὶ πρὶν μεταβῇ κἄν διὰ νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἀνακρίσεις ἤ διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας, καθυβρίζετο ἀπὸ τὸν φιλελεύθερον τύπον, ὅτι διωρίσθη ἀνακριτὴς διὰ νὰ συγκαλύψῃ τὸ ἔγκλημα καὶ ὅτι μόνον ὁ ἄλλος ἀνακριτὴς τιμᾷ τὴν δικαιοσύνην, ὁ ἄλλος ποὺ τὸν κάμνει ἄχραντον, ὁ πρῶτος ἀνακριτής! Τίς ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἀνακριτῶν, ὥστε τοιαύτη βαρεῖα ὕβρις νὰ ἐξενεχθῇ κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Μήπως τὸ γεγονός, ὅτι ὁ μὲν κ. Ζάνης, ὁ δεύτερος ἀνακριτής, εἶναι ἐκ τῆς καρριέρας, εἶναι ἀνακριτὴς ποὺ τὴν τοποθέτησίν του τὴν ὀφείλει εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, καὶ ὅτι, ἀντιστρόφως, ὁ πρῶτος τῆς ὑποθέσεως ἀνακριτὴς διωρίσθη διὰ Διατάγματος τοῦ Πλαστήρα; Μόνον αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὑπάρχει. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι ἀνάγκη, κ. Συνάδελφοι, νὰ πρέπῃ νὰ κρίνωμεν οὐσιαστικῶς τοὺς λόγους τοὺς δικαιολογήσαντας τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ τὴν ἐντοπίσωμεν εἰς τὰ πρόσωπα, ἂς ἐξετάσωμεν τὰ πρόσωπα. Ὅταν ἐμελέτων, ἀπὸ τὰς ἀκαδημαϊκάς μου σπουδάς, κ. Συνάδελφοι, ἐδιάβαζα εἰς τὸν Hélie, ὁ ὁποῖος εἶνε καὶ ὁ πλέον ἐνθουσιώδης καὶ γλαφυρὸς εἰς τὰ τοιαῦτα, τὸ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «Εἶναι μέγα, βαρὺ καὶ δύσκολον τὸ ἔργον τοῦ ἀνακριτοῦ κλπ.». Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ἴδω ὅλα αὐτὰ τὰ προσόντα εἰς τὸν ἀντικατασταθέντα ἀνακριτήν. Διότι – νὰ εἴπωμεν καὶ ἀλήθειαν – εἶναι πάρα πολὺ δύσκολον καὶ πολὺ ἰδανικὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει διὰ τὸν ἀνακριτήν ἡ μεγάλη φαντασία τοῦ Hélie. Ἀλλ’ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ, θὰ τὸν ἤθελα, Κύριοι, τοὐλάχιστον μὲ τὴν στοιχειώδη ἱκανότητα τῆς ἐρεύνης τῶν πραγμάτων τὰ ὁποῖα ἐτίθεντο ὑπ’ ὄψει αὐτοῦ, μὲ τὴν στοιχειώδη ἐπιθυμίαν νὰ διυλίσῃ τὰς ἀντιφάσεις καὶ νὰ εἰσέλθῃ ὁπωσδήποτε εἰς τὸ βάθος τῆς ὑποθέσεως, καὶ πρὸ παντός, νὰ τὸν ἴδω μὲ τὸ ἦθος τοῦ δικαστοῦ, ὅπως ἡ παράδοσις πλέον ἡ δικαστική, ὄχι τῶν αἰώνων, ὄχι τῶν ἐποχῶν, ἡ ἑλληνικὴ δικαστικὴ παράδοσις μᾶς τὸν ἀξιοῖ μὲ τὸ ἦθος καὶ τὴν ἀνωτερότητα τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ. Εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ εὕρητε αὐτά, Κύριοι, εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐνηργήθη ἡ ἀνάκρισις ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀνακριτοῦ, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἐλέγχηται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι προέβη εἰς τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθω εἰς ἀπειρίαν λεπτομερειῶν τῆς ἀνακρίσεως. Δὲν εἶναι δυνατόν, διότι καὶ τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς σέβομαι, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν γνωρίζω τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, οὔτε ὡς δικηγόρος ὁπωσδήποτε ἀναμιχθείς, οὔτε ὁπωσδήποτε λαβὼν γνῶσιν, παρὰ μόνον ἀκροθιγῶς, ἀπέξω, ἐκ τῶν ἐφημερίδων....
§286ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπέξω τὰ ἠξεύρετε!
§287Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, ἀπὸ τὰ δημοσιεύματα καὶ ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις τῶν λοιπῶν συναδέλφων, διότι, πρὶν ἀκόμη ἐκδοθῇ ἡ ἀπαγορευτικὴ διαταγὴ τοῦ Εἰσαγγελέως, περὶ μὴ δημοσιεύσεως τῶν διεξαγομένων ἀνακρίσεων, ἐδημοσιεύοντο ὅλαι αἱ καταθέσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας–καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐκτιμήσατε τὰ τῆς μυστικότητος τῆς ἀνακρίσεως τοῦ κ. Χαϊδᾶ’ ὅπερ ἀπετέλει καὶ ἐπιχείρημά των διὰ νὰ μὴ σταλῇ ἡ δικογραφία εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Πλὴν τούτου τὰ ἀντίγραφα τῶν καταθέσεων εἶνε διεσπαρμένα, ἄλλα δεξιὰ καὶ ἄλλα ἀριστερά, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν νομίζω, ὅτι ἦτο ὀρθὴ ἡ ἐκτίμησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ κόμματος, ὅτι συνεννοεῖτε λαμβάνων γνῶσιν τῆς δικογραφίας ἀπὸ τὸν συνήγορον τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς. Καλῶς ἔπραξεν, ὅπως καὶ ἐγὼ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβω γνῶσιν ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς ὑποθέσεως. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νομίζω, ὅτι ἠδίκησε τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Ἐργατοαγροτικῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκ τῶν ἐφημερίδων λοιπὸν καὶ τῶν ἀντιγράφων τὰ ὁποῖα εἶναι διεσπαρμένα, ὅπως εἶπον, ἁπανταχοῦ, ἠδυνήθην καὶ ἐγὼ νὰ συλλέξω ὡρισμένα τινὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ σημειώσω σποραδικῶς καὶ θὰ τὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνθυμούμεθα ἅπαντες ὅτι ἐφημερίς, ἀνήκουσα μὲν εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τυγχάνουσα ὅμως τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἐκτιμήσεως καὶ αὐτῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ «Καθημερινή», ἠναγκάσθη κάποτε νὰ γράψῃ ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ, ὅτι ὁ κ. Ἀνακριτὴς ἔγινε σὰν ἐκεῖνες τὶς γυναικοῦλες τῆς γειτονιᾶς, ποὺ κάθηνται, μὴ ἔχουσαι ἄλλην ἀσχολίαν, καὶ κουτσομπολεύουν, λέγουσαι διαφόρους φλυαρίας, ἔγραψε δὲ τοῦτο ἡ «Καθημερινή», ὅτε ἐγνώσθη ὅτι ὁ κ. Ἀνακριτὴς ὠνόμαζε διάφορα ὀνόματα προσώπων, ὡς ἐνεχομένων δῆθεν εἰς τὴν ἀπόπειραν, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ τοῦ ἐκδότου καὶ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος, καὶ ἔγραφεν ὁ κ. Βλάχος, ὅτι εἶναι «ἐκτὸς τιμῆς ὁ ἀνακριτής, ἂν δὲν τὸν συλλάβῃ». Καὶ ἠναγκάσθη τότε ὁ κ. Τζωρτζάκης νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπρόκειτο περί.... παρεξηγήσεως! Ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὁ ἀνακριτὴς νὰ εἴπῃ ὅτι ὤφειλε νὰ εἴπῃ τὰ ὅσα γνωρίζει, ποῖος νομίζετε; Ὁ δικηγόρος τῶν κατηγορουμένων, ὁ ἐκλεκτὸς συνάδελφος κ. Ράλλης. Καὶ ἠκούσθη εἰπών: Δὲν μὲ βοηθεῖ ὁ δικηγόρος τῶν κατηγορουμένων. Ἠξεύρουν καὶ δὲν μοῦ λέγουν! Αὐτὸ τὸ σημεῖον καὶ μόνον μαρτυρεῖ ποίαν ἀντίληψιν εἶχεν ὁ ἀνακριτὴς περὶ τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος καὶ τῆς ἔτι ἱερωτέρας ὑποχρεώσεως τῶν συνηγόρων, ὡς πρὸς τὸ ἐπαγγελματικὸν ἀπόρρητον τὸ προσομοιάζον πρὸς τὸ μυστήριον τῆς ἐξομολογήσεως. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν τὴν βάσιν τῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιθέσεως, ὅτι τουτέστι δὲν ἐβοήθησεν ἡ Ἀστυνομία τὸν κ. Ἀνακριτὴν εἰς τὸ ἔργον του, δὲν εἶνε ἄξιον καλυτέρας καὶ μεγαλυτέρας προσοχῆς. Ὁ ἀνακριτὴς περιῆλθεν εἰς ἀδιέξοδον καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ ὁποῖος, ὅπως θὰ ἀποδείξω, ἔχασε τὴν ψυχραιμίαν, ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐγίνετο μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀποπείρας μεγάλος ἄνθρωπος. Καὶ αἰφνιδίως ἔβλεπεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐκφεύγει ἀπὸ τὰς χεῖράς του καὶ ἔγινεν ὅλη ἐκείνη ἡ ἱστορία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπου ἰσχυρίζετο ὅτι δὲν τὸν βοηθεῖ ἡ Ἀστυνομία, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἀπετέλεσε θέμα διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν πρὸς εὐρεῖαν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἠκούσατε, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅσοι ἀσχολεῖσθε μὲ ποινικὰς ὑποθέσεις, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἔχει ἀνάγκην τῆς Ἀστυνομίας εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἀνακριτικοῦ του ἔργου! Ἐγὼ δὲν τὸ ἐγνώριζον μέχρι τοῦδε (γέλωτες ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐγὼ ἐγνώριζον, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς εἶναι ὁ μόνος συγκεντρώνων εἰς τὰς χεῖράς του τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως. Ὅτι ἄρα, ὑπάρχοντος ἀνακριτοῦ, δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ οὐδὲ κὰν δικαίωμα ἡ ἀστυνομία νὰ ἐνεργῇ παραλλήλως πρὸς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ πολὺ ὀρθῶς τοῦτο, διότι τότε θὰ εἴχομεν διεσπασμένας τὰς ἐνεργείας πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ ἀνακάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος καὶ ἀσφαλῶς πλέον ἡ γραμμὴ ἥν θὰ ἐχάρασσεν ὁ ἀνακριτὴς θὰ κατελύετο ἄνευ τῆς ἑνιαίας ὑπ’ αὐτοῦ διευθύνσεως. Ἡ ἀστυνομία ἐκτελεῖ μόνον τὰς ἐντολὰς τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ δὴ ἐπιμελεῖται τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων βιαίας προσαγωγῆς μαρτύρων, τῆς συλλήψεως τῶν κατηγορουμένων, καὶ τῆς ἐκτελέσεως εἰδικῶς καθωρισμένων ἀνακριτικῶν ἐνεργειῶν, μετὰ ρητὴν καὶ εἰδικὴν ἐντολὴν τοῦ ἀνακριτοῦ, ὡς λ.χ. νὰ ἐξετάσῃ ὡρισμένους μάρτυρας, νὰ ἐκτελέσῃ μίαν αὐτοψίαν κλπ. πάντοτε ὅμως ἐν πλήρει συγκλητεύσει καὶ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον διεύθυνσιν τῆς ἀνακρίσεως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἤκουσα ὅμως ἀπὸ ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν ἔπταισεν ἡ Ἀστυνομία, διότι δῆθεν δὲν συνέλαβε τὸν Καραθανάσην. (Ὁ κ. Παπαναστασίου γελᾷ), καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἤκουσα διακεκριμένον συνάδελφον νὰ λέγῃ: Πῶς θέλετε νὰ τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις εἰς ἕξ ἕως ἑπτὰ μῆνας, ἐφόσον δὲν συλλαμβάνεται ὁ Καραθανάσης; Κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, ἂν ὁ Καραθανάσης κατορθώσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ μείνει ἀσύλληπτος, τότε πρέπει νὰ μείνῃ διαρκῶς ἡ ἀνάκρισις ἀτελείωτος; Ἀλλὰ θὰ ἐτόλμων νὰ προκαλέσω καὶ πάλιν τὸν γέλωτα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ Κόμματος, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἴσως, ἴσως δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία διὰ τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως ἡ προσέλευσις συγκατηγορουμένων τινῶν. Διότι ἐλέχθη καὶ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὅτι παρακωλύεται τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως, διότι δῆθεν δὲν παρουσιάζεται ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου. Ἐγὼ θὰ ὑπεστήριζον τὸ ἀντίθετον, ὅτι τουτέστιν ἐκ τῆς μὴ συλλήψεως τῶν κατηγορουμένων διευκολύνεται τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως. Ἄν μεταβῆτε εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Ἐφετῶν, θὰ εὕρητε σωρείαν φακέλλων φυγοδικούντων μὲ πλῆρες καὶ τετελεσμένον τὸ ἀνακριτικὸν ἔργον. Ἡ ἐμφάνισις τῶν κατηγορουμένων ἀντιστρόφως δυσχεραίνει πολλάκις τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως, διότι ὁ ἐμφανιζόμενος κατηγορούμενος θὰ ζητήσῃ ἐν τῷ συμφέροντί του νὰ παραπλανήσῃ τὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ εἰς ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία ἐξαίρεσις διὰ τὸ ἔγκλημα τῆς λεωφόρου Κηφισίας...
§288ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠξεύρετε ὅτι ὁ φυγοδικῶν ληστὴς ἀσκεῖ τρομερὰν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν μαρτύρων, καὶ μόνον ὅταν ἐπιτευχθῇ ἡ σύλληψίς του, οἱ μάρτυρες θὰ καταθέσουν ἐλευθέρως;
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ὅταν γίνωνται αἱ συχναὶ αὐταὶ διακοπαί.
§290Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μοῦ καθιστοῦν εὐχερεστέραν τὴν θέσιν μου, κ. Πρόεδρε, αἱ διακοπαί, διότι ἔχω ἑτοίμην τὴν ἀπάντησιν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, συμβαίνει μόνον εἰς τὰς ληστείας τῶν ληστοκρατουμένων μερῶν καὶ ὄχι ἐν μέσαις Ἀθήναις. Ἀλλ’ εἶναι μόνον αὐτά; Γνωρίζετε, κ. Συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχουν μάρτυρες εἰς τὴν δικογραφίαν, οἱ ὁποῖοι, προσελθόντες μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, ἐδήλωσαν καθαρὰ καὶ ξάστερα καὶ ἀναίσχυντα: «Αὐτὰ ποὺ εἶπα τὴν ἄλλην φοράν, εἶναι ψεύμματα. Αὐτὰ ποὺ θὰ εἴπω τώρα, εἶναι ἀλήθεια!». Αὐτό, ἄν δὲν μὲ ἀπατοῦν αἱ στοιχειώδεις γνώσεις ἐκ τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀποτελεῖ ἕν αὐτόφωρον ἀδίκημα ψευδορκίας, συντελούμενον ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ. Τὶ ἔπραξεν ἐπὶ πασῶν τῶν περιπτώσεων τούτων ὁ ἀνακριτής; Ἐθεώρησε καλὸν νὰ πάρῃ καὶ τὴν μίαν, νὰ πάρῃ καὶ τὴν ἄλλην κατάθεσιν νὰ γίνῃ κύμβαλον ἀλαλάζον τῶν μαρτύρων. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἔργον καὶ καθῆκον νὰ συνδυάσῃ τὰς καταθέσεις, νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἐμβαθύνῃ, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ βάθος τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ διαγνώσῃ πότε ὁ μάρτυς ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν καὶ πότε ἐψεύδετο, καὶ ἂν τὸν συνελάμβανε ψευδόμενον, νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, διὰ νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην, καὶ ἐν γένει δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων, νὰ ἀνακαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν. Εἰς ποῖον ἄφηνε νὰ κρίνῃ τὸ ζήτημα αὐτό, πότε ὁ μάρτυς ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν καὶ πότε ἐψεύδετο; Ἔργον λοιπὸν τοῦ ἀνακριτοῦ εἶναι νὰ ἀποτυπώσῃ ἐπὶ τοῦ χάρτου τὰ πρὸ αὐτοῦ συμβαίνοντα καὶ οὐχὶ νὰ τὰ συνδυάζῃ; Καὶ ἔργον αὐτοῦ εἶναι νὰ γίνεται ἁπλοῦς φωνογράφος καὶ ὅ,τι ἀνόητον ἢ ψευδὲς κατατίθεται ὑπὸ τῶν μαρτύρων νὰ τὸ γράφῃ ἀσυνειδήτως; Ἀλλὰ τότε δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ ἦτο περίπτωσις νὰ ἀσχολώμεθα μὲ διορισμοὺς ἀνακριτῶν καὶ ἐπερωτήσεις δι’ ἀντικατάστασιν ἀνακριτῶν, ἀλλὰ θὰ ἐχρησιμοποιροῦμεν τὸν Ἔντισων καὶ θὰ κατεσκευάζομεν ἕν μηχάνημα, ὥστε, ὅ,τι λέγουν οἱ μάρτυρες, νὰ ἀποτυποῦται εἰς πλάκας.! Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἔργον τοῦ ἀνακριτοῦ. Καὶ θὰ ἐρωτήσω τὶ ἔπραξεν εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις ταύτας, εἰς τὰς ὁποίας αὐτόφωρον, συνεκαλύπτετο ἕν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον καθίστα ἀδύνατον τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἀδύνατον τὴν κρίσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀργότερον θὰ ἀνελάμβανον νὰ ἀποφανθοῦν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης; Θὰ εὕρητε τοιαύτας μαρτυρίας καὶ θὰ εὕρητε ἐπίσης κατάθεσιν μάρτυρος, ἡ ὁποία διεκόπη, ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα τοῦ Ἰουλίου καὶ ἡ ἀνάκρισις ἐπανελήφθη τὸν Νοέμβριον. (γέλωτες). Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀνακριτὴς — ἀδάμας, ὁ τιμῶν τὴν Δικαιοσύνην, διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ὁποίου ὁ ἱερὸς τῆς Δικαιοσύνης ναὸς ἐσπιλώθη! Καὶ δὲν εἶνε μόνον αὐτά. Θὰ ἴδητε εἰς τὴν δικογραφίαν καὶ ἄλλα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ πεισθῆτε, κ. Συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν ἔκαμε τίποτε ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας, ὥστε νὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα θετικόν, καὶ ὅτι δεινῶς πλανῶνται οἱ ἀξιότιμοι κ. Ἀγορηταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποστηρίζοντες ὅτι ἦτο ἀνεπαρκὲς τὸ μέχρι τοῦδε διάστημα διὰ νὰ διεισδύσῃ ὁ ἀνακριτὴς εἰς τὴν μυστηριώδη ὑπόθεσιν. Τὰ αἴτια εἶναι ἄλλα. Εἶναι καιρός, Κύριοι, νὰ μάθητε μίαν ἱστορίαν, τὴν ἱστορίαν μιᾶς Μήτσας. Μίαν ἡμέραν ὁ κ. Ἀνακριτὴς μεταβαίνει εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, κατάσχει, παρὰ τὸ Σύνταγμα, ὅλα τὰ τηλεγραφήματα καὶ ἀρχίζει νὰ τὰ ἐξετάζῃ, δὲν ἦσαν δέ, οὔτε πολλά, οὔτε ὀλίγα, ἦσαν περίπου.... διακόσιαι ὀγδοήκοντα χιλιάδες τηλεγραφημάτων, ποὺ διὰ νὰ τὰ ἐξετάσῃ ὄχι ἕξ μῆνας, ἀλλ’ οὔτε ἕξ ἔτη δὲν θὰ ἦσαν βεβαίως ἐπαρκῆ. Μέσα εἰς αὐτὰ λοιπόν, ὑπάρχει καὶ ἡ ἱστορία τῆς Μήτσας, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθη θόρυβος, ἐγεννήθησαν ὑπόνοιαι περὶ συμμετοχῆς τῆς Μήτσας εἰς τὸ ἔγκλημα, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἐν τέλει ὅτι ἡ Μήτσα ἦτο ἁπλῶς μία.... γάτα. (γέλωτες). Ὅταν, λοιπόν, ἔχανε δέκα ἡμέρας ὁ ἀνακριτὴς διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ τῆς Μήτσας, κατανοεῖτε κατὰ ποῖον τρόπον προυχώρει ἡ ἀνάκρισις καὶ κατὰ ποῖον ποσοστόν εἶναι βάσιμοι οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ τότε θὰ σκεφθῆτε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῇ Δικαιοσύνης καὶ ὅλος ὁ κόσμος, δικαίως ὤφειλον νὰ σκεφθοῦν ὅτι, τέλος πάντων, πρέπει νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία τῆς ἀποπείρας, διότι ἄλλως θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἡ ὑπόνοια, ὅτι ὅλα αὐτὰ γίνονται διὰ νὰ δύναται νὰ ἐκδίδηται κάθε ἡμέραν τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα» ἢ τὰ «Ἀθηναϊκὰ Νέα» μὲ ἓν πύρινον ἄρθρον: «Εἶσθε δολοφόνοι» «Εἶσθε κακοῦργοι» «Θὰ σᾶς κρεμάσωμεν» καὶ τὰ ἄλλα σχετικά. Ἐνῷ δὲ συνετελοῦντο ὅσα ἐξέθηκα διὰ τὴν Μήτσαν, παραλείπεται ἓν ἄλλο οὐσιῶδες γεγονός. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν διέταξεν ὁ κ. Ἀνακριτὴς πραγματογνωμοσύνην ἐπὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ συμβολαίου τῆς ἀγορᾶς τῆς Καντιλὰκ ἀπὸ τὸν Γεωργόπουλον, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζεται ὅτι εἶναι ὁ Πολυχρονόπουλος. Τὶ στοιχειωδέστερον ἐν τούτοις ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν; Καὶ ὅμως δὲν διετάχθη πραγματογνωμοσύνη καθ’ ἣν στιγμήν, ἡ γραφολογία διδάσκει ὅτι, ὅταν ὁ κ. Τσουκαλᾶς θέσῃ τὴν ὑπογραφήν τοῦ κ. Τσαλδάρη, ὅσον καὶ ἂν προσέξω, εἶναι εὐχερέστατον νὰ ἐξακριβωθῇ ὅτι εἶναι γραμμένον μὲ τὸν ἰδικόν μου γραφικὸν χαρακτῆρα. Προχθὲς μάλιστα ἀνέγνωσα παραδόξως ὅτι ὁ πωλητὴς τοῦ αὐτοκινήτου, Δῆμος Βουτσαρᾶς, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ κατηγορουμένου Νικολάου Πολυχρονοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐπώλησεν εἰς τὸν Πολυχρονόπουλον τὸ αὐτοκίνητον καὶ συνεπῶς ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ εἴπῃ εἰς ποῖον τὸ ἐπώλησεν, αὐτὸς δὲν ἐξητάσθη κατ’ ἀντιπαράστασιν πρὸς τὸν Πολυχρονόπουλον, ἀρνούμενον ὅτι ἦτο αὐτὸς ὁ ἀγοραστὴς τοῦ αὐτοκινήτου, τοῦτο δὲ τὸ ἐξετέλεσε προχθὲς ὁ νέος ἀνακριτὴς τῆς ὑποθέσεως, μεταβὰς εἰς τὰς φυλακάς, ὅπου κρατεῖται ὁ Πολυχρονόπουλος.
§291ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀνακριβῆ περὶ τοῦ πωλητοῦ κλπ. καὶ ἀποτελοῦν τὴν πρώτην σκανδαλώδη ἐνέργειαν τῆς νέας ἀνακρίσεως.
§292Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶναι ἀκριβέστατον ὅτι δὲν ἔγινε πραγματογνωμοσύνη καὶ ὅτι παρελείφθη ἡ ἐξέτασις κατ’ ἀντιπαράστασιν τῶν ἄνω προσώπων;
§293ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔγινε. Πῶς δὲν ἔγινεν; Ἀποτελοῦν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ πρῶτον σκάνδαλον τῆς νέας ἀνακρίσεως.
§294Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀποτελοῦν τὴν τρανοτέραν ἀπόδειξιν τῆς ἀμελείας τοῦ προηγουμένου ἀνακριτοῦ, ἐξ ἧς ἀμελείας ἐκινδύνευε νὰ συγκαλυφθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἡ ἔλλειψις τῆς κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξετάσεως, ἡ ὁποία ἦτο τὸ στοιχειωδέστερον καθῆκον τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἡ διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
§295Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλαι αὐταὶ αἱ πράξεις τοῦ ἀντικατασταθέντος ἀνακριτοῦ, ἀποδεικνύουν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει συνείδησιν καὶ ἰδέαν τῆς ἀνακρίσεως. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§296Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς ἀσυλίας τοῦ βήματος, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐκτοξεύσω μομφὰς καὶ ὕβρεις, ἢ αἰτιάσεις καθ’ οἱουδήποτε, καὶ μάλιστα ὅταν αὐτὸς εἶναι ἀνακριτής. Ἐγὼ δὲν θὰ ὑποστηρίξω, διότι δὲν ἔχω ἄλλωστε τὰ στοιχεῖα, ὅτι τὸ γραφεῖον τοῦ ἀνακριτοῦ ἦτο παράρτημα τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων. Ἐγὼ δὲν θὰ ὑποστηρίξω κἄν ὅτι οὗτος ὑπῆρξε τὸ εὐσυνείδητον ὄργανον, ἀναμολογήτων σκοπῶν, ξένων πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς δικαιοσύνης. Δύναμαι ὅμως νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔχασε τὴν ψυχραιμίαν του. Ἡ ὑπόθεσις ἦτο ἀνωτέρα τῶν δυνάμεών του. Οἱ ὦμοι τοῦ ἀνακριτοῦ ἦσαν ἀδύνατοι διὰ νὰ βαστάσουν τὸν ὄγκον καὶ τὸ βάρος μιᾶς ὑποθέσεως τοσαύτης σοβαρότητος. Ἴσως ἐνόμισεν, ὅτι θὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά του πρὸς τὴν τιμὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἴσως ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἠδύνατο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ ἐπιτελέσῃ ἕνα μεγάλον ἀνακριτικὸν ἆθλον, καὶ ἐντεῦθεν βλέπομεν ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα, τὰ περισσότερα τῶν ὁποίων ἀποδεικνύουν τὸ ἀσταθὲς τῶν βημάτων του, τὸ τρίκλισμα ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ὑποφέρῃ τὸ βάρος τῆς ὑποθέσεως. Καὶ περιεπλάκη ἐν μέσῳ πυρῶν ἀλληλοσυγκρουομένων καὶ πληττόντων δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ αὐτόν. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἔγραφεν ὁ φιλελεύθερος τύπος: «Σὺ εἶσαι ὁ ἥλιος καὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου! Σὺ εἶσαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά του μὲ τὴν τιμὴν τῆς Δικαιοσύνης τῆς Πατρίδος μας!». Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐγράφετο: «εἶσαι ἕνας μασκαρᾶς, ποὺ τὸ γραφεῖον σου εἶναι παράρτημα τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων. Ποὺ ἐνεργεῖς ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμων ἐπιστολῶν κλπ.». Τὰ ἔχασεν ὁ δυστυχής. Ἐζαλίσθη, ἦλθε δὲ μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε καὶ παραίτησιν, ἥν ὅμως δὲν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις. Δέν τὴν ἐδέχθη ἐξ εὐθιξίας ἡ Κυβέρνησις διὰ λόγους οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀποτελοῦν καὶ τοὺς λόγους τῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξηκολούθησαν λοιπὸν αἱ ὕβρεις, ἔχασε καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ψυχραιμίας του ὁ κ. Ἀνακριτής, καὶ ὑπέπεσεν εἰς ὀλίσθημα. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποτελειώσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως. Ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔσωσε καὶ αὐτὸν ἀπὸ περαιτέρω ὀλισθήματα ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν τῆς δικαιοσύνης. Συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν καὶ νομίζω, ὅτι προσέφερον ὑψίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἀναθέσασα τὴν ἀνάκρισιν εἰς χεῖρας ἱκανάς, ἀψόγους, ὅπως εἶναι αἱ χεῖρες τοῦ νέου ἀνακριτοῦ. (χειροκροτήματα).
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπαμπᾶκος.
§298Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Συνεχίζεται, κ. Βουλευταί, μὲ μεγάλην ἐπιμονήν, ἀλλὰ μὲ μετριωτάτην δεξιότητα ἡ ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς θλιβερᾶς ἐκείνης ἡμέρας τῆς 6ης Ἰουνίου, εὐθὺς ἀμέσως ἀρξαμένη ὑπὸ τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου, προσπάθεια νὰ καρπωθῇ πολιτικὰ ὠφελήματα ἀπὸ τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην ἱστορίαν, ὡς τέκνον δὲ τῆς προσπαθείας ἐκείνης ἐμφανίζεται ἡ ὑπὸ συζήτησιν ἐπερώτησις, ἐπερώτησις ἀνωφελής, ὅσον καὶ ἐπιζημία. Ἀνωφελὴς καὶ ἐπιζημία διότι, ἐνῶ οὐδὲν ἔχει νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, ἀπεναντίας παρέχει ὅπλα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι παρ’ ἡμῖν τὰ συστήματα καὶ οἱ θεσμοὶ διὰ τῶν ὁποίων κυβερνώμεθα, ἂν μὴ καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας, ἀποβαίνει ἀκατάλληλος διὰ τὴν πολιτικὴν διακυβέρνησιν τοῦ τόπου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ συνιστοῦν καὶ νὰ εὔχωνται διαφόρους δοκιμὰς ἐπικινδύνους. Καὶ ἔρχεται εἰς συζήτησιν αὐτὴ ἡ ἀνωφελὴς καὶ ἐπιζημία ἐπερώτησις διὰ νὰ παράσχῃ τοὐλάχιστον τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, — τοῦτο δε εἶναι τὸ καλὸν τὸ μετὰ τοῦ κακοῦ μεμιγμένον,— νὰ παράσχῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταδείξῃ, ὄχι βεβαίως εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία θὰ θελήσῃ νὰ κλείσῃ τὰ ὦτα, ἀλλὰ νὰ καταδείξῃ εἰς τὸ μέγα πλῆθος, εἰς ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὁποίας εὐθύτητος ὑπῆρξεν ἡ πολιτική της καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καὶ πρὸς ἐπίρρωσιν αὐτῆς τῆς ἐπιδειχθείσης προσπαθείας, ἐπεχειρήθη κατὰ τρόπον, δύναμαι νὰ εἴπω ἁπλῶς κακότεχνον, ἐπεχειρήθη, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ διαβληθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς στρεφομένη κατὰ τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος, ὡς θίγουσα τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς ὑπὸ τούτου καθιερουμένας ἀρχὰς τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐμφανισθῇ ὡς μία πρᾶξις πολιτικὴ ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ χώραν διὰ λόγους πολιτικῆς ἠθικῆς ἢ διὰ λόγους δικαστικῆς σκοπιμότητος. Λέγω κακότεχνον διὰ νὰ μὴ εἴπω παράδοξον, διότι εἴθισται, τοὐλάχιστον τελευταίως, ἐπὶ πάσης ἀντιρρήσεως νὰ προβάληται ὡς μία ἠχηρὰ λέξις, τὸ Σύνταγμα ὅπερ παραβιάζεται, πότε διὰ τοῦ μὲν κυβερνητικοῦ μέτρου ἤ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον εἰσάγεται καὶ πότε δι’ ὡρισμένης κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Λέξεις μεγάλαι, φράσεις εὔηχοι. Παραβίασις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος, τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καθυπόταξις της ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς! Ποῦ εὑρίσκεται, Κύριοι Βουλευταί, ἡ ὑγιὴς βάσις, εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προβάλλονται παρ’ ἐπιφανῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, Ποία εἶναι ἡ περίφημος δοξασία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν κατελύθη ὑπὸ τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ εἶναι ἆρά γε, διὰ νὰ συζητήσωμεν ἀπὸ περιωπῆς, Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐπὶ τοῦ ἐπιστημονικοῦ θέματος, εἶναι ἆρά γε αἱ ἐξουσίαι ἐν τῇ Πολιτείᾳ, αἱ ὁποῖαι κινοῦνται καὶ ὑφίστανται κατὰ τὴν γλωσσικὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διατύπωσιν, ἤ κινοῦνται καὶ ὑφίστανται κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ὅρων ποὺ ἐδόθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης τοῦ δημοσίου δικαίου; Προφανῶς οὐδεὶς ὑπάρχει ἐκ τῶν διαπρεπῶν νομικῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος νὰ ἀγνοῇ ὅτι σήμερον διάκρισις ἐξουσιῶν δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδὲν σύγχρονον πολίτευμα, τοῦ τύπου τοῦ ἡμετέρου, εἴτε εἰς βασιλευομένην δημοκρατίαν, εἴτε εἰς ἄλλο, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχει ἁπλῶς διάκρισις λειτουργιῶν, τὸ δὲ Σύνταγμα μεταχειρίζεται ὅρον ἀκμάσαντα ἐπιστημονικῶς πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος αἰῶνος, ἄχρηστον, τοῦ ὁποίου μόνον ἡ γλωσσική διατύπωσις παραμένει ἀκόμη καὶ οὐχὶ τὸ περιεχόμενον. Εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένον εἰς τὴν ἐπιστήμην τοῦ δημοσίου δικαίου, τῆς ὁποίας φορεῖς ἐν προκειμένῳ τῶν ἀντιλήψεων ὑπῆρξαν κυρίως οἱ νομομαθεῖς Labant καὶ Jellinek, δὲν ὑπάρχουν ἐξουσίαι ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Μία εἶναι ἡ ἐξουσία. Ἡ ἑνιαία ἐξουσία τοῦ Κράτους. Ἡ Πολιτεία, Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὰς δοξασίας ταύτας, τὰς ἀπαρασαλεύτους, δὲν ζῇ διὰ δυνάμεων ἀντιρρόπων ἀλλήλαις, αἵτινες ἐξουδετεροῦνται πρὸς παραγωγὴν ἰσορροπίας, ἀλλὰ ζῇ, ἐκφράζει τὴν βούλησίν της, δι’ ὀργάνων ἁρμονικῶς συνηρμοσμένων καὶ λειτουργούντων. Συνεπῶς δὲν ὑφίστανται ἐξουσίαι πλείονες ἐν διακρίσει, ἀλλ’ ὑπάρχουν λειτουργίαι διακεκριμέναι τῷ ὄντι. Ἡ ἔκφρασις τῆς πολιτειακῆς βουλήσεως ἀνατίθεται εἰς εἰδικὰ ὄργανα, ὁσάκις δὲ ἡ ἀνάγκη τῆς ἑνιαίας ἐκδηλώσεως τοῦ πολιτειακοῦ ὀργανισμοῦ ἀπαιτεῖ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, τὴν διασταύρωσιν τῶν διακεκριμένων λειτουργιῶν, ὅπου ἡ ἀνάγκη τῆς τοιαύτης διασταυρώσεως ἐκδηλοῦται, ὑπάρχει νομικὴ ἐπιταγή. Καὶ ἐν προκειμένῳ βεβαίως ὑπάρχει νομικὴ ἐπιταγὴ ἐκ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἀπορρέουσα, δι’ ἧς καθορίζεται ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐφορεύει ἐπὶ τῆς δικαστικῆς τοιαύτης. Μεταξὺ δὲ τῶν ἁρμοδιοτήτων τούτων, τῆς ἐποπτείας ἐπὶ τῆς δικαστικῆς λειτουργίας, εἶναι καὶ ἡ καθιερουμένη ἀπὸ τὸ ἄρθρον 118 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, καθ’ ὃ οὗτος διορίζει καὶ παύει τοὺς ἀνακριτάς. Διὰ ποῖον λόγον οἱ ἀξιότιμοι ἀντιλέγοντες ὁμιλοῦσι περὶ καταχρήσεων ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ καταθλίψεως τῶν δικαιωμάτων τῆς δικαστικῆς, δὲν ἀρνοῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου τὴν συνταγματικότητα, τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει καὶ δὲν κατήργησεν ὅταν ἱδρύθη, ὁ ὁποῖος ὀργανισμὸς ἀναθέτει αὐτὴν τὴν λειτουργίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρέχει τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως τοῦ ἀνακριτοῦ; Καὶ ποῦ μεταφέρεται κατ’ ἀνάγκην τὸ ζήτημα διὰ πάντα καλῆς πίστεως ἄνθρωπον; Ἀτυχῶς, Κύριοι, καὶ αὐτὸ εἶνε ἕν ἀπὸ τὰ μεγαλείτερα μειονεκτήματα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ὅτι ἡ καλὴ πίστις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὰς πολιτικὰς καὶ ἐπιστημονικὰς συζητήσεις ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, σπανίζει καὶ ὑποστηρίζει ὅ,τι ἕκαστος θέλει, ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ τοῦ παρέχῃ εὐήκοόν τι ἐπιχείρημα. Ἐάν, Κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχῃ ἐπιθυμία νὰ συζητηθοῦν τὰ θέματα, τοὐλάχιστον τὰ ἐπιστημονικά, μὲ πίστιν καλήν, πρέπει νὰ δεχώμεθα ὅτι τὸ ζήτημα ἐντοπίζεται εἰς τοῦτο: εἰς τὸ ἐὰν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ χορηγούμενον ὑπὸ τοῦ νόμου καλῶς ἠσκήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῇ διακριτικῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ δράσαντος. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα καὶ μόνον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀπελείπετο τοσαύτη σαφήνεια εἰς τὸ ἄρθρον 118 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑπῆρχον συγγραφεῖς καὶ ἡμέτεροι καὶ ξένοι, δεχόμενοι ὅτι καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ποὺ ὑπάρχει προθεσμία, τεταγμένος χρόνος, εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἰδιότητα, εἶναι δυνατὸν ἕνεκα λόγων σοβαρῶν νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ ἀνακριτὴς ὑπὸ τοῦ ἀσκοῦντος τὴν συγκεκριμένην ταύτην λειτουργίαν ὀργάνου, ἐν Ἑλλάδι δυνάμει τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐὰν, λέγω, τοῦτο, ἦτο ἀπὸ ἀπόψεως σαφηνείας ἀμφιλεγόμενον, πάντοτε θὰ ἀπομένει ἡ λογικὴ ἑρμηνεία τῶν νομικῶν διατάξεων ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν, τῶν νομικῶν ἐκείνων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουν καὶ ἐπιβάλλουν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐφορεύῃ ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὸν ὁποῖον Ὑπουργὸν ἀποστέλλονται αἱ ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, καὶ ὅστις δικαιοῦται, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων τούτων, νὰ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐφόσον δύναται ν’ ἀσκήσῃ τὸ μεῖζον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, διατὶ δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ καὶ τὸ ἔλασσον, τὴν ἀντικατάστασιν δηλαδὴ ἡ ὁποία εἶναι κἄτι ἀσφαλῶς τὸ ὀλιγώτερον τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας; Τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἀποτελεῖ ἑρμηνείαν οἱονεὶ πολυτελῆ, διότι ὅπου τὸ κείμενον τοῦ νόμου εἶνε σαφές, εἶναι περιττὰ τὰ ἐπὶ πλέον ἐπιχειρήματα. Ἀλλὰ λέγω καὶ τοῦτο, προχωρῶν, διὰ νὰ καταδείξω ὁποίαν ἔχει εὐρεῖαν τὴν ἁρμοδιότητα καὶ ἐκ τῶν κειμένων νόμων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφορεύων ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς Δικαιοσύνης. Τούτου οὕτω πως τεθέντος, Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τρόπον ἀδιαφιλονίκητον διὰ τὸν καλῆς πίστεως ἀκροατήν, δὲν ἀπομένει παρὰ ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ σκοπίμου καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐὰν δηλαδὴ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καλῶς ἢ κακῶς ἀντικατέστησεν, ὄχι κατὰ τὸν νόμον, ἀλλὰ κατὰ τὸ τῆς δικαιοσύνης συμφέρον, τὸν ἀνακριτὴν τοῦ Δʹ τμήματος. Εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἐντοπίζεται τὸ θέμα. Πᾶσα ἄλλη ἐξ ἄλλης πλευρᾶς, νομικῆς δηλαδή, ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον γνώμην, ἀποτελεῖ προσπάθειαν ἐκμεταλλεύσεως πλήρη ἀντιπολιτευτικῆς διαθέσεως, ἀναξίαν σοβαρῶν συζητητῶν. Εἰς τὸ ἐρώτημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀντικατέστησε τὸν ἀνακριτὴν τοῦ Δʹ τμήματος, δύναται νὰ ὑπάρξῃ εὐρεῖά τις ἀπάντησις. Διότι ἦτο ἐπιβεβλημένη διὰ λόγους καλῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης, συμφώνως πρὸς τὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐβασίσθησαν ἐπὶ ὡρισμένων δεδομένων, ἐγγράφων δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἐὰν δὲν τὸν ἀντικαθίστα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τότε θὰ ἦτο ἐλεγκτέος, διότι θὰ παρεβίαζε διοικητικὸν καὶ πολιτικὸν καθῆκον ἐπὶ ὑποθέσεως πράγματι τοσοῦτον σπουδαίας, ἐνδιαφερούσης ὄχι μόνον ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐν τῇ Κυβερνήσει πολιτικὸν κόσμον, διότι τοῦτον κυρίως ἔπληξε τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου. (χειροκροτήματα). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως, εὐθεῖα καὶ ἀπερίφραστος. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐπιθυμῶ, ἀπευθυνόμενος πρὸς ὑμᾶς, νὰ ὑποκατασταθῶ, ἔστω καὶ ἐν μέρει, εἰς τὴν ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὑποχρέωσιν τοῦ ἐπερωτωμένου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὰ προβλεπόμενα, θὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πλήρεις, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, τοὺς λόγους τοὺς ἀναγκαίους, οἱ ὁποῖοι ἐκίνησαν αὐτὸν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν ἑνὸς τοιούτου καθήκοντος πρὸς τὴν Χώραν. Ἐφόσον ὅμως μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία, προχείρως, ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, ἄρτι ὁμιλήσας ἀνέφερε, δύναμαι ἐκ τοῦ ὄγκου τῶν ἀφορμῶν αἱ ὁποῖαι ἐκίνησαν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐμφανίσω δύο ἢ τρεῖς χαρακτηριστικὰς περιπτώσεις διὰ νὰ πεισθῇ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ ὁ λαός ὅτι ἔργον πράγματι ἐπωφελὲς ἐπετέλεσεν ὁ Ὑπουργὸς διὰ τὴν δικαιοσύνην. Ἐπαρουσιάσθη τὶ τὸ ἐκπληκτικόν, κ. Βουλευταί Ἔχουν ληφθῆ 700–800 καταθέσεις καὶ σήμερον ἀποτελοῦν μαρτυρίας, καὶ κατὰ σαφῆ διαπίστωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, αἱ διακόσιαι ἐκ τῶν καταθέσεων αὐτῶν ἐλήφθησαν, οὐχὶ κατόπιν προτάσεως εἴτε τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς, εἴτε τῆς ὑπερασπίσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει σημειωμάτων καὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, τὰ ὁποῖα— ἐντείνατε τὴν προσοχήν σας— ἐνῶ ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον νὰ εὑρίσκωνται προσηρτημένα εἰς τὴν δικογραφίαν, ἀναζητηθέντα δὲν εὑρέθησαν....
§299ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς γνωρίζετε ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει σημειωμάτων ἐλήφθησαν αἱ καταθέσεις;
§300Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὑπάρχουν στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἐκθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§301ΧΡ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Σεῖς ἠξεύρετε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατάθεσις τῇ ὑποδείξει οἱουδήποτε.
§302Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε ὅτι ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ ἀποτελεῖ διὰ κάθε πεπολιτισμένον ἄνθρωπον τὴν νοσηροτέραν ἐκδήλωσιν τῆς ἀνθρωπίνης νοοτροπίας.
§303Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα.
§304Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὅλα τὰ θέματα εἶναι συναφῆ, κ. Συνάδελφε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὰ τὰ στοιχεῖα εἴτε ἀποτελοῦν νοσηρὰν ἐκδήλωσιν, εἴτε εὐγενῆ προσπάθειαν, ἔπρεπε νὰ ἦσαν συνημμένα εἰς τὴν δικογραφίαν, διότι ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνουν μεθαύριον, πῶς ἐλήφθησαν αἱ καθ’ ἕκασται μαρτυρίαι, πῶς ἐδημιουργήθησαν, πῶς ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐκ ποίων πηγῶν καὶ ἐκ ποίων κατευθύνσεων.
§305Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ οἱ φάκελλοι ἀκόμη τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι προσηρτημένοι, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ὁ τόπος τῆς ἐπιστολῆς καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνωνυμογράφου.
§306Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν, καθ’ ἣν διακόσια τὸν ἀριθμὸν σημειώματα καὶ ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ ἐξηφανίσθησαν, ἄν τοῦτο δὲν ἀποτελῇ κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐμπίπτει εἰς τὰ ὅρια τοῦ ποινικοῦ νόμου, τοὐλάχιστον ἀποτελεῖ μίαν πρᾶξιν ἀξίαν πάσης μομφῆς καὶ ἐλέγχου. Κανεὶς ἄνθρωπος, ἔχων ἀρτίαν συνείδησιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποστῇ ἀπὸ τῆς παραδοχῆς μιᾶς βαρείας ἐπικρίσεως. Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριε Συνάδελφε, αἱ διακοπαὶ αἱ ὁποῖαι μοῦ γίνονται νὰ ἀξίζουν, τοὐλάχιστον τόσον, ὅσον ἡ διακοπτομένη φράσις.
§307Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἰδικῆς σας, μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ποῖοι ἐκρατήθησαν καὶ κρατοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων στοιχείων; Τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κρατοῦνται ἄνθρωποι εἶναι ἁδρά, ἁδρώτατα.
§308Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἄν ἠδυνάμην τὴν ἀπορίαν σας νὰ λύσω. Ἐγὼ ἁπλῶς σημειῶ τὸ περιστατικὸν τὸ ὁποῖον ἐν ὅλῳ τῷ πλάτει ἐξέθεσα καὶ τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ ὑμῶν εἶναι ἐλεύθερος κατὰ συνείδησιν νὰ κρίνῃ ὁπωσδήποτε θέλει. Προχωρῶ. Ἔχω εἰς χεῖράς μου δύο κείμενα τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ ἐπισήμους Ἀρχάς. Τὸ ἕν τούτων εἶναι ἔγγραφον ἀποστελλόμενον ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐξ ἐνεργηθείσης ἐνόρκου προανακρίσεως. Εἰς τοῦτο ἐπισυνάπτεται κατάθεσις χωροφύλακος ὑπηρετοῦντος εἰς τὸ Τμῆμα Γενικῆς Ἀσφαλείας Ἀθηνῶν, προταθέντος ὡς μάρτυρος καὶ ἐξετασθέντος. Κύριοι, δὲν φείδομαι τοῦ χρόνου ἡμῶν καὶ θὰ τὸ ἀναγνώσω, καίτοι ἀποτελεῖται ἀπὸ σελίδας δύο. (ἀναγινώσκει) «Κωνσταντόπουλος... κλπ.».
§309ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸς εἶναι ὄργανον τοῦ Πολυχρονοπούλου ποὺ διαβάζετε. Κάμνετε κατάχρησιν τοῦ βήματος, ἀναγινώσκοντες αὐτὰ τὰ πράγματα. (Θόρυβος).
§310Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὅταν τελειώσετε, Κύριοι, ἐξακολουθῶ.
§311Γ. ΜΑΡΗΣ. Καμμία ἄλλην ἀπόδειξιν δὲν χρειαζόμεθα ἡμεῖς, ἐφόσον φέρετε πρὸς ὑπεράσπισιν σεῖς τὰ ὄργανα τοῦ Πολυχρονοπούλου.
§312Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι θὰ φέρωμεν τὸν Ἄχολον καὶ ὅλους τοὺς σεσημασμένους λωποδύτας ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἀνάκρισις.
§313Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἑξακόσιαι καταθέσεις ὑπάρχουν καὶ ὅλοι οἱ Ναύαρχοι, οἱ Τριανταφυλλάκοι καὶ λοιποί, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σεσημασμένοι λωποδύται. (Θόρυβος).
§314Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κάμνετε ὑπεράσπισιν τῶν κατηγορουμένων; Αὐτὸ θέλομεν νὰ μάθωμεν. (Θόρυβος).
§315Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ὁ ρήτωρ ἀνέφερε μίαν μαρτυρίαν διὰ νὰ ἀποδείξῃ πόσον ἀστόχως ἐγένετο τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως.
§316ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπὸ μίαν μαρτυρίαν ἑνὸς ὀργάνου τῶν δολοφόνων; Εἶναι ἐντροπή, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§317Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Παπαναστασίου, εἴτε ὑπέρ, εἴτε κατά, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν.
§318Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ δὲν ἀποδίδω σημασίαν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο περισσότερον ταύτης. Ἀλλὰ λέγετε ὅτι ὁ μάρτυς εἶναι ὄργανον τῶν κατηγορουμένων. Τί στοιχεῖα ἔχετε;
§319ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀναφορὰ εἶναι;
§320Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὄχι, εἶναι ἔνορκος προανάκρισις.
§321Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ποῖος τὴν ἐνήργησεν;
§322Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὁ ἀστυνόμος Πετούνης.
§323ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Ποῖος ἔκαμε τὴν ἀνάκρισιν αὐτήν;
§324Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Σᾶς εἶπον. Ὁ ἀστυνόμος Πετούνης.
§325ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Διὰ ποῖον λόγον ἔγινεν ἡ ἀνάκρισις αὐτή.
§326Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐκεῖνο ποὺ προέχει εἶναι ἡ διαπίστωσις τοῦ γεγονότος. Ἐὰν δὲν σᾶς ἀρέσῃ, μεταφέρομεν τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ποῖος ὁ λόγος ποὺ ὑπηγόρευσε τὸ γεγονός.
§327ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς ἐρωτῶμεν ποῖος διέταξε τὴν ἀνάκρισιν.
§328Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς.
§329ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πότε;
§330Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σήμερον.
§331ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς συγχαίρω, κ. Ὑπουργέ.
§332Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅπως θέλετε.
§333ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος). Αἶσχος! Αἶσχος!
§334Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον δὲν εἶναι, Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὅλον. Εἶναι μία ἀπὸ τὰς σταγόνας τοῦ ὕδατος τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν χείμαρρον.
§335ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸν χείμαρρον ποὺ καλύπτει τὴν Κυβέρνησιν.
§336Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Τὸν χείμαρρον τῶν ἀνόμων πράξεων ποὺ συνοδεύουν τὴν ἀθλίαν αὐτὴν ὑπόθεσιν. Πρόκειται περὶ ἐγγράφου ἐπισήμου, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ προσβάλῃ ὡς πλαστόν, καὶ ἐγένετο ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἀπὸ ἕνα ἀστυνόμον.
§337ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ὁποῖον παρεσκεύασε διὰ τὴν συζήτησιν.
§338ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὅπως παρεσκευάσατε τὴν ὑπόθεσιν τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας, κ. Παπαναστασίου.
§339ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κάθησε κάτω.
§340Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται, κ. Βουλευταί, περὶ τούτου μόνον. Σεῖς δύνασθε ἑκάστην τῶν ἐνεργειῶν νὰ χαρακτηρίζητε ὅπως θέλετε, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ χαρακτηρίζω μίαν προσπάθειαν ἀνακριτικήν, παραπτώματα καὶ παραλείψεις. Ἄν δὲν ἠσκήθη κατ’ αὐτοῦ πειθαρχικὴ δίωξις, δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀσκηθῇ καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων. Ὁπωσδήποτε, ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχῃ εἰς χεῖράς του ἕν ἔγγραφον ἐπίσημον, τὸ ὁποῖον καταγγέλλει παράβασιν νόμου, διότι παράβασις νόμου εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς ληφθείσης καταθέσεως, ἐφόσον ἀπαρτίζει δημόσιον ἔγγραφον.....
§341ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐστηρίχθη εἰς αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν ἀντικατάστασιν.
§342Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Καὶ εἰς αὐτό. Ἕν «καὶ» μᾶς χωρίζει.
§343ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σήμερον ἔγινεν αὐτό.
§344Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπερώτησις, κ. Ἀρχηγέ, ἐγράφη διὰ νὰ παίξητε κακὸν ρόλον εἰς βάρος τῆς Χώρας.
§345ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τουναντίον, ὁ ρόλος τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος κοσμεῖται μὲ πολλὰ προσόντα. Θὰ ἦτο ἀνώτερον, ἐὰν ἄλλως ἐσκέπτεσθε, παρὰ νὰ ὑπερασπίζητε μὲ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὁ ρόλος τῆς Κυβερνήσεως πολὺ ἀνώτερος, παρὰ νὰ στηρίζηται εἰς αὐτὰ τὰ κατασκευάσματα.
§346Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Καὶ ὁ ρόλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι νὰ ἀσχολῆται μὲ ἔργα παραγωγικώτερα ἀπὸ τὴν προκειμένην συζήτησιν.
§347ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἷς νομικός, ὅπως σεῖς, δύναται νὰ ἔχῃ βαθύτερον τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου.
§348Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Εὐχαριστῶ, ἀλλ’ εἶναι καιρό, νὰ παύσουν αἱ διακοπαί. Εἶμαι εὐλαβὴς πρὸς ὅλους τοὺς συναδέλφους. Οὔτε πρόκειται νὰ κάμω τὴν ἰδίαν ἑρμηνείαν τῶν διακοπῶν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Παπανδρέου. Δὲν ἔχω τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ κυρίου ἐκ Λέσβου Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς παραπονοῦμαι. Δὲν ἐπιθυμῶ διακοπάς, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἢ δι’ ἀδυναμίαν ἀπαντήσεως, ἀλλὰ διότι δημιουργεῖται εἷς κυκεών, ὁ ὁποῖος μὲ ἐμποδίζει εἰς τὴν ἀκώλυτον ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν μου. Ἐξακολουθῶ. Ἐάν, Κύριοι, αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἔλαβον τὴν τιμήν νὰ ἀναγνώσω ἐλήφθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ἰδοὺ ὅτι δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιον μὲ τὸ ἀπὸ 9 Σ)βρίου 1933 ἔγγραφον τοῦ ἀρχιφύλακος Σταυροπούλου, δι’ οὗ, οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, ἐζήτει τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἀνακριτοῦ, διὰ τοὺς ἑπομένους αὐτοὺς λόγους: «Εἶμαι ἀπεσπασμένος.... κλπ». (ἀναγινώσκει).
§349Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπράκης καὶ Κοθρῆς εἶναι πρόσωπα ἀνώτερα πάσης τοιαύτης πράξεως.
§350ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκόχλασεν ἡ ἀγανάκτησις αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου!.
§351Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κ. Πρόεδρε. Ἐγὼ ἔχω εἰς χεῖρας μου ἔγγραφον ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅπως καὶ σεῖς θὰ ἔχητε εἰς χεῖράς σας ἔγγραφα πολλῶν ἀνθρώπων τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διακοσίων περιφήμων σημειωμάτων. Ἐγώ, Κύριοι Βουλευταί, δὲν νομίζω ὅτι ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι στηρίζω ὁλόκληρον τὴν ἐπιχειρηματολογίαν μου εἰς τὰ δύο αὐτὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα, αὐτὰ καθ’ ἑαυτά, δύνανται νὰ ἔχουν μίαν ἀξίαν κρινομένην οὕτως ἢ ἄλλως, ἀναλόγως τῶν διαθέσεων τοῦ κρίνοντος. Αὐτὰ τὰ περιστατικὰ ἀνάγονται εἰς τὸ ὅλον πλαίσιον τῶν γεγονότων, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ὁποίων γεγονότων ἔδρασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἔδρασε καλῶς, ἀντικαταστήσας τὸν ἀνακριτὴν τοῦ Δʹ Τμήματος. Δὲν εἶναι τὰ μόνα. Εἶνε πλεῖστα ὅσα. Περὶ τὰς εἴκοσιν ἢ τριάκοντα παραβάσεις θὰ σᾶς ἐκθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐκ σημειώσεώς μου προχείρου, ἔχω καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς γνωρίσω ἐντελῶς ἐπιτροχάδην. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι παράλειψις καθήκοντος τὸ γεγονός, ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ τοῦ περιφήμου Φρυτζαλᾶ ἐδόθησαν εἰς τοὺς πραγματογνώμονας τέσσαρας ὁλοκλήρους μῆνας μετὰ τὴν σύλληψίν του, καὶ ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐβόα ὅλος ὁ κόσμος, ζητῶν δικαίως τὸν ταχὺν τερματισμὸν τῆς ἀνακρίσεως; Εἶνε ἢ δὲν εἶνε λοιπὸν ἀμέλεια ἢ ἀβελτηρία ἡ παράδοσις ἐπιστολῶν κατηγορουμένων, τῶν ὁποίων ἐθεωρήθη σπουδαία ἀνακοίνωσις εἰς πραγματογνώμονας τέσσαρας ὁλοκλήρους μῆνας μετὰ τὴν σύλληψίν των; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι παράλειψις σπουδαία ἡ ἔκδοσις ἐντάλματος κατὰ τοῦ Σουλιώτη, τέσσαρας ὁλοκλήρους μῆνας ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλε τὴν ἀναχώρησίν του ἐκ Χαλκίδος ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι παράβασις καθήκοντος ἢ ἀμέλεια τοὐλάχιστον βαρεῖα τὸ γεγονός, ὅτι, ἐνῶ ἀνεζητεῖτο χρηματοδότης εἰς τὴν θλιβερὰν αὐτὴν ὑπόθεσιν, ἐν τούτοις μόλις τὸν Δεκέμβριον ἠρώτησε τὰς Τραπέζας ὁ κ. Ἀνακριτὴς περὶ τῶν ληψοδοσιῶν τῶν κατηγορουμένων; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι παράβασις ἢ ἀμέλεια τὸ ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ οἱαδήποτε, αἱ ἐνδείξεις αἱ οἱαιδήποτε, ὡς καλοῦνται εἰς τὴν δικονομικὴν γλῶσσαν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακεδαίμονος ὑπῆρχον ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, καὶ μόλον τοῦτο ὁ κ. Ἀνακριτὴς ἐζήτησε παρὰ τοῦ κοινοβουλίου τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του μόλις τὸν Δεκέμβριον;
§352ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἠξεύρομεν ἐπὶ τῇ βάσει τίνων στοιχείων.
§353Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Τὸ ἀνέγραψεν ἡ ἐφημερὶς «Πατρίς» τὴν ἑπομένην ἢ τὴν μεθεπομένην τοῦ ἐγκλήματος, ἐγένετο δὲ χρῆσις τῆς ἐφημερίδος εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν, ὡς θὰ ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν.
§354ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐξεδόθη ἔνταλμα;
§355Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὄχι. Αὐτὸ ἴσως δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐρεύνης. Δύο ἡμέρας ἀπὸ τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ ἐκδίδεται ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἔνταλμα συλλήψεως καὶ εἰς παρατήρησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος τοῦ ὑπέδειξεν ὅτι πρόκειται περὶ βουλευτοῦ καὶ πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας, τὸ ἔνταλμα ἐσχίσθη. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές. Τοὐλάχιστον ἐγράφη. Θὰ ἐπεθύμουν ἀκόμη νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι τοὺς τελευταίους τρεῖς μῆνας ἐξητάσθησαν μόνον τεσσαράκοντα μάρτυρες, ἐνῶ ὑπῆρχε γενικὴ ἐπιθυμία, ἀξίωσις τῆς κοινῆς γνώμης, νὰ λάβῃ τέλος πάντων πέρας, καὶ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἡ θλιβερὰ αὐτὴ ἱστορία, ἡ ὁποία κρατεῖ εἰς ἀέναον ἐκνευρισμὸν τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἀπορροφᾷ ὁλόκληρον τὴν προσοχὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, σχεδὸν ἐγκαταλείψαντος κάθε μέριμναν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ζωτικῶν τοῦ λαοῦ συμφερόντων. Αὐτὰς τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰς μειονεκτικότητας τοῦ προσωπικοῦ φορέως ἀνακρίσεως ἐπὶ ὑποθέσεως, τῷ ὄντι, Κύριοι Βουλευταί, τοσοῦτον σπουδαίας, δὲν θὰ εἶχε τὸ καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, ἐξακριβοῦσα, νὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων τῆς ἀνάγκης τῆς προστασίας τῆς δικαιοσύνης; Διατί, Κύριοι, ἀρνεῖσθε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν καλὴν πίστιν; Καὶ διὰ ποῖον λόγον μεταβάλλετε τὸ κοινοβούλιον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, εἰς μίαν αἴθουσαν, ὄχι πλέον ἀντεγκλήσεων συνήθων, ἀλλ’ εἰς μίαν αἴθουσαν οἱονεὶ συκοφαντικῶν ἀπρεπῶν ὑπαινιγμῶν, διὰ τῆς υἱοθετήσεως τῆς γνώμης, ἂν μὴ εὐθέως τοὐλάχιστον διὰ περιφράσεων, ὅτι ὑπάρχει τάσις τις—ὁποία βλασφημία!— νὰ καλυφθῇ τὸ ἔγκλημα τῆς λεωφόρου Κηφισίας; Ἔχομεν τὴν ὑπερηφάνειαν νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἀσκοῦμεν εὐθεῖαν καὶ ἠθικὴν πολιτικήν. (χειροκροτήματα).
§356ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Τότε νὰ ἀπαλλαγῇ καὶ ὁ Πολυχρονόπουλος.
§357Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Δὲν ζητοῦμεν οὐδενὸς τὴν ἀπαλλαγὴν, Κύριε. Ζητοῦμεν νὰ δικασθῇ ἡ ὑπόθεσις ἀνωδύνως διὰ τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ πράγματι ἐγκαίρως, προτοῦ αἱ ἀναθυμιάσεις δηλητηριάσουν καὶ ὅ,τι ἀπέμεινεν ὑγιὲς ἀκόμη ἀπὸ αὐτὸν τὸν πολιτικὸν καὶ κοινοβουλ. ὀργανισμόν. Κατήντησεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ μερίμνῃ της, ὅπως μὴ δώσῃ λαβὴν παρεξηγήσεων, κατήντησε, λέγω, ἡ Κυβέρνησις πρᾶγμα τὸ ὁποῖον γνωρίζετε ἄριστα, ὅτι ἐγέννησε δυσφορίαν τοῦ μέρους ἐκείνου τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀκολουθεῖ, νὰ δέχηται ὁδηγίας ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ καταρτισθοῦν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι καὶ οἱ δημόσιοι ὀργανισμοί. Εἶνε ἀξιέπαινος ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἶναι πρᾶξις πολιτικῆς ἀρετῆς εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίπτωσιν ἡ προσχώρησίς της πρὸς μερικὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ἀρθῶσιν αἱ παρεξηγήσεις. Ἀλλά, ἀντὶ νὰ τύχῃ χειρὸς βοηθείας, ἀντὶ νὰ ἴδῃ μίαν οἱανδήποτε ἀναγνώρισιν τῆς ἀγαθῆς της προσπαθείας, ἀτενίζει τὸν δαυλὸν τὸν ἀνημμένον, ὁ ὁποῖος κρατεῖται κατ’ αὐτὸν τὸν ἐπικίνδυνον καὶ ἐπίμονον τρόπον εἰς τὰς χεῖρας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὁμιλούσης, καὶ γραφούσης, καὶ διὰ τοῦ τύπου ἐκφραζούσης τὰς ἰδέας της καὶ κατὰ πάντα τρόπον διαλεγομένης καὶ δρώσης. Εἶναι γεγονός, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως θὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἡ διαφώτισις τῆς κοινῆς γνώμης ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, πλὴν ὅμως ἡ ἀπόπειρα τῆς ἐκμεταλλεύσεως παραμένει ἀκεραία ἐπὶ πάσης πράξεως τεινούσης εἰς τὴν ἀναρρίπισιν τῶν παθῶν. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω: Ποῖον εἶναι τὸ ὄφελος, Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἡ εὐθύνη αὐτὴ τῆς ἀναρριπίσεως τῶν παθῶν βαρύνει τὸν ἀντίπαλον πολιτικὸν κόσμον, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ζημίαι θὰ ἐκσπάσουν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ λαοῦ τούτου καὶ τῆς Χώρας; Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ὄφελος; Ἐκεῖνοι, Κύριοι, τῶν ὁποίων τὸ πάθος δὲν ἤμβλυνε τὴν αἴσθησιν, καὶ ὅσοι δὲν ἐπιθυμοῦν, ὅπως τὸ γνωστὸν ζῶον, νὰ κρύπτουν εἰς τὴν ἐμφάνισιν κινδύνου τὴν κεφαλὴν μεταξὺ τῶν πτερύγων, ἀλλὰ προσβλέπουν εὐθὺ πρὸς τὴν πραγματικότητα, διακρίνουν ὅτι κάτι τι γίνεται μέσα εἰς τὴν μᾶζαν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον ποῦ θὰ καταλήξῃ.
§358ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ στρουθοκάμηλος ἀπὸ ἐκεῖ εἶναι.
§359Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. .... τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον ποῦ θὰ καταλήξῃ. Κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφράσω γνώμην περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον καθαρῶς βλέπω ἴσως εἰς ἐμβρυώδη ἀκόμη κατάστασιν. Τὸ πολίτευμα, τὸ κοινοβουλευτικόν, καταρρέει, καὶ ὅστις ἔχει τὴν ἀκοὴν ὀξεῖαν αὐτοῦ τοῦ καταρρέοντος οἰκοδομήματος, θέλει ἀκούσει εὐκρινεῖς τοὺς τριγμούς. Ἐὰν ὁ κόσμος ὁ πολιτικός, Κύριοι, κατὰ τὴν γνώμην ἑνὸς ἀπὸ τὰ νεώτερα κοινοβουλευτικὰ μέλη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, δὲν δονηθῇ ἀπὸ ἕνα ἀνώτερον παλμόν, θὰ ἐπιζητηθῇ πιθανῶς θᾶττον ἤ βράδυον ἡ σωτηρία διὰ πειραματισμῶν ἐπικινδύνων, ἀδήλων ἀποτελεσμάτων. Εἰς αὐτὰς τὰς θλιβερὰς σκέψεις, Κύριοι Βουλευταί, ἄγει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔφερεν εἰς τὸ μέσον πρὸς ὁλοκλήρωσιν τοῦ κύκλου τῆς ἀρξαμένης ἀπὸ μηνῶν προσπαθείας. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπερηφανεύεται ὅτι ἀσκεῖ μίαν εὐθεῖαν πολιτικὴν, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αὐτὴν τὴν ἀπόπειραν τοῦ ἐγκλήματος νὰ παύσῃ μεταβάλλουσα εἰς ἀπόπειραν ἐμπρησμοῦ τῆς γαλήνης τοῦ τόπου (χειροκροτήματα). Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος προεκλογικῶς ἐπηγγέλθη εἰς τὸν λαὸν τὴν κατασίγασιν τῶν παθῶν καὶ τὴν γαλήνευσιν τοῦ τόπου. Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκδηλώσεως τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας εὑρέθη ἐνώπιον μιᾶς οἰκτρᾶς κινήσεως τὴν ὁποίαν μετ’ αὐταπαρνήσεως ἀντιμετώπισε. Δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν, τὸν σπουδαῖον, τὸν ἁγνόν, τὸν σωτήριον, τὴν γαλήνην τοῦ λαοῦ καὶ τὴν συμφιλίωσιν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐξήντλησε κάθε προσπάθειαν, μὲ ἀφοσίωσιν, μὲ πίστιν, μὲ εὐθύτητα, μὲ ὑποβολὴν εἰς θυσίας ἀκόμη, μὲ γενναιοφροσύνην. Δεικνύει πρὸς τοὺς ἀντιπάλους της τὸν δρόμον. Ἄς τὸν ἀκολουθήσουν. (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§360Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἐκλεκτὸς συνάδελφος, ἐκάλεσεν εἰδικῶς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς ὑποθέσεως διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν αὐτῆς. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ φέρω ἄλλοτε ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τὸ ζήτημα διὰ τῆς γνωστῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα, ἐτόνισα ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπερωτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἔλεγον: Θὰ ηὐχόμην ὅπως τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐκ τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου ἀντιμετωπίσῃ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος ἡνωμένος ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἠθικὴν ἔξαρσιν. Μᾶς ἐκάλει δὲ εἰς τοῦτο ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία πράγματι ὑπὸ τοιαύτην ἔξαρσιν ἀντιμετώπισεν ἐξ ἀρχῆς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐκτιμήσασα τὸ ἠθικὸν αὐτῆς βάθος. Ἀλλ’ ἔλεγον συγχρόνως τότε λαμβάνων ἀφορμὴν ἐξ ὡρισμένων γεγονότων, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπερωτήσεως τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης πρὸς τὴν ἀντιδικοῦσαν πρὸς αὐτὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Καὶ ὑπενθυμίζω ταῦτα, διότι φοβοῦμαι ὅτι ὁ τοιοῦτος χαρακτήρ τῆς ἐπερωτήσεως παραμένει ἀναλλοίωτος καὶ ἐκ τῆς περαιτέρω ἐξελίξεως δικαιολογεῖται πληρέστερον καὶ καθίσταται ζωηρότερος. Τὴν ἔννοιαν ταύτης τῆς ὑψηλῆς καὶ ζωηρᾶς διαμαρτυρίας τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διερμηνεύει ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιτελοῦσα καθῆκον ἱερὸν πρὸς τὴν Χώραν. Εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐν τούτοις ἀπέδωκεν ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν θέλουσαν δῆθεν ἐκ τοῦ ἐγκλήματος νὰ πορισθῇ πολιτικὰ ὀφέλη, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὰς θεμελιώδεις προϋποθέσεις τῆς ἐλευθέρας λειτουργίας τοῦ ὅλου πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας. Τὸ εἶπον τότε καὶ ἐγὼ καὶ τὸ ἐτόνισα ἰδιαιτέρως. Τὸ ἐπανέλαβον ἄλλωστε καὶ χθὲς ἀκόμη, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλην ἔννοιαν, καὶ Ἀρχηγοὶ κομμάτων συμπράττοντες καὶ βοηθοῦντες τὴν Κυβέρνησιν. Νὰ ἴδωμεν, εἶπον, πῶς θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς συγκρούσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Θὰ ὑποκύψῃ ἡ πρώτη εἰς τὴν δευτέραν, ἤ ἡ δευτέρα εἰς τὴν πρώτην; Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ φαινομένου τῆς τοιαύτης πρωτοφανοῦς συγκρούσεως τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, χάριν τοῦ Κράτους, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ὑποκύψῃ ἡ δημιουργήσασα ταύτην Κυβέρνησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, αἰσθανθεὶς ὅτι τὸ ἔδαφος ἐκλονίζετο, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν ἐγκρίτων συναδέλφων εἰδικῶν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τοῦ ποινικοδικονομικοῦ εἰδικῶς δικαίου, πρὸς δικαιολόγησιν ἐκ τῶν ὑστέρων τῆς ἐκνόμου ἐνεργείας του. Καὶ κατέβαλον πράγματι οἱ κ. Συνάδελφοι φιλοτίμους προσπαθείας διὰ νὰ στηρίξουν νομικῶς καὶ δικαιολογήσουν τὴν ἀστήρικτον πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔφεραν ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησαν νὰ ἐνισχύσουν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος, κατὰ πρωτότυπον ἐντελῶς τακτικήν καὶ κατὰ παράβασιν θεμελιωδῶν κανόνων διοικήσεως τῆς δικαιοσύνης, ἐκ τῶν ὑστέρων ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πειθαρχικὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, τὸν ὁποῖον παρανόμως ἀντικατέστησε. Διαπράττεται ἐν τούτῳ νέα βαρυτάτη παράβασις, διότι οἱ νόμοι ὁρίζουν τὸν τρόπον κατά τὸν ὁποῖον δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν δικαστῶν, καὶ εἰδικῶς τῶν ἀνακριτῶν. Ἀλλ’ ἤσκησε τοιαύτην πειθαρχικὴν ἀγωγὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν παράνομον ἐνέργειαν τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ; Δυστυχῶς, ὅπως θὰ ἀποδείξωμεν εὐθὺς ἀμέσως, ὄχι. Εἶνε γνωστόν, ὅτι πολὺ πρὸ τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀνακρίσεως, ἡ Κυβέρνησις πράγματι ἐξεδήλωσε δυσφορίαν κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ. Τὸ ἀνέφερον καὶ τότε, ὅτε ἀνέπτυξα τὴν ἐπερώτησιν. Μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου, ἐφορᾶτο εἰς ἀνακοινώσεις πρὸς τὰς ἐφημερίδας, ὁμιλῶν περὶ σφαλμάτων τοῦ ἀνακριτοῦ. Τὰς διέψευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰπὼν ὅτι δὲν ὡμιλήσαμεν ἡμεῖς περὶ σφαλμάτων τοῦ ἀνακριτοῦ. Ὑπεβλήθη μάλιστα παραίτησις τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν θὰ τὴν δεχθῇ, διότι δὲν κάμνει σφάλματα ὁ ἀνακριτής, ὁ ὁποῖος καὶ δὲν θὰ ἀντικατασταθῇ. Καὶ σήμερον, ἐκ τῶν ὑστέρων, μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ ὅρους καὶ συνθήκας καθιστώσας ταύτην ὕποπτον, καταβάλλεται προσπάθεια πρὸς δικαιολόγησιν καὶ στήριξιν τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τῆς διατυπώσεως πειθαρχικῆς κατηγορίας κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ. Γίνεται λόγος ἐδῶ περὶ παραπτωμάτων, ἐνῷ ἐν τῷ μεταξὺ οὐδὲν ἀπολύτως ἐνηργήθη κατὰ τοῦ οὑτωσὶ παρεκτρεπομένου καὶ ὑποπεσόντος εἰς πειθαρχικὰς παραβάσεις ἀνακριτοῦ. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, Κύριοι Βουλευταί, — ὀλίγου δεῖν νὰ σᾶς ἀπεκάλουν δικαστάς, παρασυρόμενος ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι πράγματι ὁ κ. Ὑπουργὸς μετέτρεψεν εἰς δικαστήριον πειθαρχικὸν τὴν Βουλὴν ἐνώπιον τῆς ὁποίας, παρὰ τοὺς νόμους, ἐρήμην τοῦ διωκομένου δικαστοῦ, ζητεῖ νὰ εἰσαγάγῃ πειθαρχικὴν κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν καὶ νὰ ἐπιρρίψῃ συγχρόνως κατ’ αὐτοῦ μομφάς, ὁ οὕτω διωκόμενος καὶ δυσφημούμενος ἀνακριτὴς δύναται νὰ ἀπαντήσῃ δημοσίᾳ εἰς τὸν Ὑπουργόν; Ἀναμφισβητήτως ναί, κατὰ τὸν νόμον. Πρό τινων ἐτῶν ὁ κ. Τουρκοβασίλης, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐμέμφθη διὰ δηλώσεών του δημοσίᾳ τὸν Ἀντεισαγγελέα Ἐφετῶν κ. Μπουρόπουλον, διότι δὲν συνεμορφώθη πρὸς ὡρισμένας εἰδικὰς αὐτοῦ ὁδηγίας, τὰς ὁποίας τοῦ ἔδωκεν ὡς Ὑπουργός, ὅπως ἀφήσῃ ὅλας τὰς ἄλλας ὑποθέσεις καὶ ἀσχοληθῇ περὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἀφορώσης ἀπόπειραν στρατιωτικοῦ κινήματος. Καὶ ὁ κ. Μπουρόπουλος ἀπήντησεν εἰς τὰς ὕβρεις τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ δημοσιεύματος, Εἰσήχθη τὸ ζήτημα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὁ ὁποῖος δι’ ἀποφάσεώς του πειθαρχικῆς τοῦ 1928, ἀπεφάνθη ὅτι ἠδύνατο ὁ Ἀντεισαγγελεὺς νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὑβρίσαντα αὐτὸν δημοσίᾳ, καὶ δὲν τὸν ἐδίωξεν ἐπὶ τούτῳ, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, πειθαρχικῶς. Ἀπαντήσας εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὁ θιχθεὶς Ἀντεισαγγελεύς, ἤσκησε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπανορθώσεως ἀνακριβοῦς δημοσιεύματος κατὰ τὸν νόμον περὶ τύπου, διότι τοιοῦτον δημοσίευμα ἀπετέλουν αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις μὴ ἀκολουθήσας τὴν διαδικασίαν τῆς πειθαρχικῆς διώξεως, ἥν ἀναγράφουν οἱ νόμοι, κατήγγειλεν ὡς παραβάτην τοῦ καθήκοντος τὸν Ἀντεισαγγελέα δημοσίᾳ, ἐνῶ εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠκολούθησεν ἐν προκειμένῳ τὴν ἰδίαν τακτικήν, τὴν ἄτοπον, τὴν παράνομον. Καὶ ἐλέχθη ἀκόμη, ἀλλὰ καὶ τί δὲν ἐλέχθη, Κύριοι; Ὅτι, δῆθεν, ὁ ἀνακριτὴς αὐτὸς καὶ τὸ ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐν τούτοις ἐδήλωσεν ὅτι ἐπιμελῶς ἀποφεύγει νὰ θίγῃ τὴν Δικαιοσύνην, ἀπεδείχθη ὅτι αὐτὸς ὁ ἀνακριτὴς δὲν εἶχε κὰν συνείδησιν δικαστικήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δηλώσει κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ζήτημα ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Τζωρτζάκη. Καὶ ἐπέπρωτο φεῦ! νὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα καὶ νὰ γίνῃ ἡ ἀντικατάστασις τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένοντο ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως ἀποκαλύψεις, προκαλέσασαι τὸ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον τῆς κοινῆς γνώμης καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν παραδόξως — διατὶ νὰ λησμονῶμεν τὴν πραγματικότητα;— ἐξηγγέλοντο εἰς τὸ ἑλληνικὸν κοινὸν ἀποφάσεις κυβερνητικαὶ περὶ ριζικῶν λύσεων τῆς ἐσωτερικῆς μας καταστάσεως. Ὤδινε, λοιπόν, ὄρος καὶ ἔτεκε μῦν. Ὡς μόνη ριζικὴ λύσις πρὸς ρύθμισιν τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως ἐπῆλθεν ἡ ἀψυχολόγητος τὸ ὀλιγώτερον, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου, ἀντικατάστασις τοῦ κ. Τζωρτζάκη. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διεψεύδων ἐν τούτῳ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐδῶ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου ἐδήλου, κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως, ὅτι ἦτο ψευδὲς ὅτι εἶχε γίνει ἀνακοινωθὲν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου περὶ σφάλματος τοῦ κ. Τζωρτζάκη, ἀνεκοίνωσεν ὅτι τὸν ἀντικατέστησε δι’ ἀσυγχώρητα σφάλματα, χωρὶς καὶ νὰ τὰ καθορίξῃ, τὰ ὁποῖα κατέρριπτον τὸ δικαστικὸν κῦρος. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, κ. Βουλευταί, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι τὴν ἀνάκρισιν καὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως δὲν τὴν ἐνήργησεν ἓν μόνον δικαστικὸν πρόσωπον. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τὸ λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν της καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Ὑπενθυμίζω λοιπόν, ὅτι τὴν ἀνάκρισιν, τὴν ἐνήργησεν ὁ ἀνακριτὴς κ. Τζωρτζάκης καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν κ. Παπαθανασίου, παρακολουθῶν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς βῆμα πρὸς βῆμα τὴν ἀνάκρισιν καὶ θέσας τὴν ὑπογραφήν του εἰς ὅλα τὰ ἐντάλματα φυλακίσεως, τὰ ἐκδοθέντα διὰ τοὺς μέχρι τοῦδε κατηγορουμένους. Τὴν παρηκολούθησεν ἐπίσης ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ Ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον προτάσεις ἐπὶ ἀνακοπῶν τῶν κατηγορουμένων. Ἀλλὰ παρηκολούθησε συμφώνως μὲ τὴν Δικονομίαν, κ. Ὑπουργέ, ὁλόκληρον τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν. Ματαίως ζητεῖτε ἐπόπτας τῶν κειμένων διατάξεων τῆς Δικονομίας. Ἡ ἀνάκρισις εἰς τὴν ἱστορικὴν ὑπόθεσιν, ἐξ ἀρχῆς, ἐπωπτεύθη, καὶ ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν καὶ τὴν Εἰσαγγελίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐνηργήθη δὲ πράγματι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν Ἐφετῶν, ὡς λέγει ὁ νόμος. Διότι τὴν ἐκύρωσε καὶ τὴν ἐπεσφράγισε διὰ τοῦ κύρους του τὸ ἀνώτερον δικαστικὸν συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, τρὶς ἐπιληφθέν τῆς ὑποθέσεως καὶ τρὶς ἐγκρίναν τὴν ἀνακριτικὴν κατεύθυνσιν τοῦ κ. Τζωρτζάκη, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀναρμοδίως παρεμβαίνων, ζητεῖ νὰ κλονίσῃ, λέγων εἰς τὴν Βουλὴν μὲ μίαν προχειρότητα ἐξαιρετικὴν καὶ ἐπαναλαμβάνων ψευδῆ ἰσχυρισμὸν τῶν κατηγορουμένων ὅτι δῆθεν ὅλοι οἱ μάρτυρες ὑπῆρξαν σεσημασμένοι λωποδύται! Ὁλόκληρον τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, τρὶς διὰ βουλευμάτων του, ἐπεκύρωσε τὴν κατεύθυνσιν τὴν ἀνακριτικὴν τοῦ κ. Τζωρτζάκη. (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὅταν λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, ὁμιλεῖτε περὶ ἀσυγχωρήτων σφαλμάτων τοῦ ἀνακριτοῦ....
§361Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Περὶ ποίας κατευθύνσεως ὁμιλεῖτε, ἀφοῦ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν μόνον τρεῖς ἀνακοπὰς ἐνταλμάτων ἐδίκασε;
§362Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν σᾶς φθάνουν τρεῖς; Αὐτὸ ἀκριβῶς ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, τρὶς ἐπιληφθέν τῆς ὑποθέσεως μὲ διάφορον σύνθεσιν, μὲ εἰσηγητὰς διακεκριμένους Ἐφέτας, ἐπεκύρωσε τὴν σφαλερὰν δῆθεν ἀνακριτικὴν κατεύθυνσιν τοῦ κ. Τζωρτζάκη. (Χειροκροτήματα). (Μπράβο, μπράβο ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὅταν λοιπὸν ὁμιλεῖτε περὶ ἀσυγχωρήτων σφαλμάτων τοῦ ἀνακριτοῦ, ἔπρεπε νὰ προσέχητε περισσότερον, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τρὶς ἐπεκυρώθησαν αἱ ἀνακριτικαὶ ἐνέργειαι ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, τοῦ ὁποίου γνωρίζετε τὴν σύνθεσιν.
§363Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐπικύρωσις τριῶν ἐνταλμάτων σημαίνει τὴν ἔγκρισιν τῆς πορείας τοῦ ἀνακριτοῦ; Μόνον εἰς ἐνόρκους δύνασθε νὰ τὰ λέγητε, καὶ ὄχι εἰς τὴν Βουλήν.
§364Γ. ΜΑΡΗΣ. Ποῖος εἶνε ὁ κριτής ὁ δικαστικός, ὁ ὁποῖος κρίνει τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ ἀνακριτοῦ; Ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνητε περὶ τῆς ὀλιγωρίας τοῦ ἀνακριτοῦ;
§365Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Οἱ νόμοι οἱ κείμενοι, τοὺς ὁποίους φαίνεται ὅτι ἀγνοεῖτε.
§366Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τοὺς νόμους τούς ἐλησμονήσατε σεῖς, κ. Ὑπουργέ. Δι’ αὐτὸ ἐπλήξατε ὁλόκληρον τὸ Δικαστικὸν Σῶμα διὰ τῆς ἐνεργείας σας αὐτῆς. Ἐλησμονήσατε ὅτι ἡ κορυφὴ τῆς εἰσαγγελικῆς ἱεραρχίας, ὁ Χοϊδᾶς, καὶ ἡ Εἰσαγγελία Ἐφετῶν ὁλόκληρος καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, ἐνέκρινε τὴν πορείαν τῆς ἀνακρίσεως. Καὶ ἀπόδειξις τῆς πλήρους βασιμότητος τοῦ ἰσχυρισμοῦ, εἶνε τὸ γεγονός, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι, οἱ παραπονούμενοι σήμερον ἐκ τῶν ὑστέρων διὰ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ στόματος τῶν κ. Συναδέλφων, τῶν πρὸ ὀλίγου ὁμιλησάντων κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τῶν παραλείψεων αὐτοῦ, οἱ κατηγορούμενοι τῶν ὁποίων τὰ ἐπιχειρήματα υἱοθετεῖ προθύμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, αὐτοὶ οἱ κατηγορούμενοι δὲν ἤσκησαν ἀνακοπάς, δὲν προσέφυγον ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διαρρεῦσαν 6μηνον ἤ 7μηνον διάστημα. Διατὶ δὲν τὸ ἔπραξαν; Ἐδυσπίστησαν ἔστω πρὸς τὸν ἀνακριτὴν καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν. Διατὶ ἐδυσπίστησαν καὶ πρὸς τὸ Συμβ. Ἐφετῶν; Καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν τοιαύτην σημασίαν τοῦ γεγονότος ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδεὶς ἄλλος κατηγορούμενος προσέφυγεν εἰς αὐτό, πλὴν τῶν τριῶν οἱ ὁποῖοι διὰ μιᾶς κρούσεως δοκιμαστικῆς ἐζήτησαν νὰ ἴδουν τὶ γίνεται καὶ παραπάνω εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Εἶναι τάχα ὄργανα τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὅλοι οἱ Ἐφέται, καθ’ ὃν τρόπον παρίσταται καὶ ἐδῶ ἀκόμη ὁ ἀνακριτής, ὁ ὁποῖος καὶ ὡς δικαστικὸς λειτουργὸς εἶναι ἄξιος περισσοτέρου σεβασμοῦ, καὶ ὡς Ἕλλην, διότι ἔχει στερηθῆ ἀπὸ τὰ κρυοπαγήματα τοῦ Μπιζανίου τῶν δακτύλων ἀμφοτέρων τῶν ποδῶν;
§367Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἄς πάρῃ σύνταξιν.
§368Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἶναι ἄλλωστε γνωστὸν ὅτι ὁ δικαστικὸς αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῷ 1921 καὶ προήχθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἰδικῆς σας— καὶ παραιτηθεὶς ἐν τῷ μεταξὺ ἐπανῆλθεν εἰς αὐτήν. Καὶ ταῦτα, διότι ἐπιμένετε καὶ ἐδῶ ἀτόπως νὰ ὁμιλῆτε περὶ τῶν πολιτικῶν του φρονημάτων. Εἶναι λοιπόν φανερόν, ὅτι ἡ συζήτησις ἔχει ἐκτοπισθῆ ἀπὸ τῆς κυρίας βάσεώς της. Ἂν ἤχθη ἀτόπως ἐνώπιον ὑμῶν κατηγορούμενος ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὁ ἀνακριτής, ἤχθη μετ’ αὐτοῦ κατηγορουμένη ὁλόκληρος ἡ Δικαιοσύνη, ἐκπροσωπουμένη ἀπὸ τὴν φωτεινὴν καὶ ὑψηλὴν κορυφὴν τῆς εἰσαγγελικῆς ἱεραρχίας, τὸν κ. Χοϊδᾶν, τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν καὶ Πλημμελειοδικῶν ὡς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν καὶ Πλημμελειοδικῶν. Καὶ ἤχθησαν ὅλοι αὐτοὶ ἐνώπιον ὑμῶν, διὰ νὰ κατηγορηθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει καταθέσεων, δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον ληφθεισῶν, καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι διέπραξαν ἀσυγχώρητα σφάλματα. Καὶ τὰ λέγω αὐτά, διότι, ἐνῶ ἀνέμενον ἀπὸ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα στηρίξουν νομικῶς τὴν αὐθαίρετον πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἐνῶ ἀπέδωκαν μετὰ πολλῆς τόλμης εἰς τοὺς ἀναπτύσσοντας τὴν ἐπερώτησιν, ὅτι δὲν ἔχουν ἴδει οὔτε τὸ πρῶτον ἐγχειρίδιον Ποινικῆς Δικονομίας, μᾶς ὡμίλησαν ἐδῶ καί ἐπανέλαβον ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκομεν εἰς τὸ «Ἑλληνικὸν Μέλλον» καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὰ ἀνεύθυνα καὶ ἀστήρικτα καὶ φανταστικά. Αὐτὰ μᾶς ἔφεραν ἐδῶ ὡς ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἂς ἐπιτραπῇ νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα βάσει τῶν κειμένων διατάξεων. Εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἀνακριτὴν τῆς ὑποθέσεως; Ἀναμφισβητήτως ὄχι, κ. Ὑπουργέ. Γνωρίζω, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἐγὼ ὅτι τὸ ἄρθρον 118 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ὁρίζει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς διορίζει τοὺς ἀνακριτάς. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις καὶ παράδοσις ἑνὸς αἰῶνος, καθιέρωσαν, ὅτι τὴν ἀντικατάστασιν καὶ τὸν διορισμὸν τῶν ἀνακριτῶν, κατόπιν προτάσεων πάντοτε τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων, καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς θητείας των. Πάντοτε δὲν ὑπάρχει περίπτωσις πειθαρχικῆς παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ παύσεως ἀνακριτοῦ.
§369Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σεῖς, τὸν Ἰούλιον τοῦ 1931, ἀντικατεστήσατε, ἄνευ οὐδεμιᾶς γνώμης, τοὺς ἑξῆς: (ἀναγιγνώσκει). (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§370Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀσφαλῶς πρόκειται περὶ πλάνης, ἄν μὴ σκοπίμως περὶ ἀνακριβείας. Ὑπάρχουν προτάσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων, ὑποβληθεῖσαι μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς προβλεπομένης ἀνακριτικῆς θητείας. Διότι πρέπει οἱ ἀνακριταὶ νὰ ἔχουν καὶ ὡρισμένην ὑπηρεσίαν. Αὐτὸ εἶναι ἀνεπίδεκτον σοβαρᾶς ἀμφισβητήσεως. Ἡ πρᾶξις λοιπόν ἔχει καθιερώσει τοῦτο, ὅτι ὁ διορισμὸς καὶ ἡ ἀντικατάστασις τῶν ἀνακριτῶν γίνεται κατόπιν προτάσεων ὑπηρεσιακῶν.
§371Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη προτάσεως, ἀναγράφεται τοῦτο.
§372Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δύναμαι ἀπολύτως νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι πλανᾶσθε εἰς τοῦτο. Ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ ὡρισμένης ὑποθέσεως, οἵαν διέπραξεν ὁ κ. Ὑπουργός, οὐδέποτε ἐγένετο παρ’ ἡμῖν. Εἶναι γνωστόν — ποῦ εἶναι ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας κανὲν ἐγχειρίδιον Ποινικῆς Δικονομίας; — ὅτι αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων μας, ἰσχύει καὶ κατὰ τὴν Γαλλικὴν Ποιν. Δικονομίαν. Ἀλλ’ ἡ ἀντικατάστασις τῶν ἀνακριτῶν πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς ὡρισμένης προθεσμίας τῆς ὑπηρεσίας του, δύναται λέγει ὁ Lansteïn καὶ ὁ Hélie, νὰ ἑρμηνευθῇ, ἐὰν ἀσκῆται αὐθαιρέτως καὶ ἀδικαιολογήτως, ὡς καθαρὰ ἐπέμβασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν δικαστικήν. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ ἐδῶ καθιερώθη εἰς τὴν πρᾶξιν ὅπως ὑποβάλλεται πάντοτε πρότασις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων ἵνα διορίζωνται γενικῶς οἱ ἀνακριταί. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἕν Διάταγμα τοῦ 1923, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον διΐστανται αἱ γνῶμαι ἂν ἰσχύῃ ἢ ὄχι — ἐγὼ νομίζω ὅτι ἰσχύει. Κατὰ τὸ Διάταγμα αὐτό, δὲν μετατίθενται οἱ ἀνακριταί, εἰμὴ μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς προϊσταμένης των Ἀρχῆς.
§373Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἰσχύει;
§374Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἶπον ὅτι ἀμφισβητεῖται, κ. Ὑπουργέ. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἰσχύῃ τυχόν, τί ἀποδεικνύει τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο; Εἶναι ἀσφαλῶς μία αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῆς ἰσχυούσης παρ’ ἡμῖν παραδόσεως.
§375Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅταν ὁμιλεῖτε περὶ νομικῶν ζητημάτων, ὀφείλετε νὰ δεικνύετε τὰ κείμενα. Νὰ μοῦ ἀπαντήσητε: εἰς ποίαν νομικὴν διάταξιν στηρίζετε τὸ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ διορίσῃ ἀνακριτήν, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ σύμφωνον γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως.
§376Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰς αὐτὸ τὸ Νομ. Διάταγμα τοῦ 1923 τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς ὅτι δὲν ἰσχύει, καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ ὀργανισμοῦ δικαστηρίων, Γνωρίζω καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ. Εἰς τὴν πρᾶξιν ὁπωσδήποτε ἰσχύει ὁ κανών, ὅτι ἀπαιτεῖται σύμφωνος γνώμη τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγεν ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ἡ ὁποία ἐν τούτοις ὁμιλεῖ μόνον περὶ διορισμοῦ τῶν ἀνακριτῶν. Ἀλλ’ ὡς ἐγένετο ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ δὴ μὲ τὴν αἰτιολογίαν τὴν ὁποίαν μετὰ περισσῆς ἀφελείας ἐνεφάνισεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀφοῦ προηγουμένως διεπόμπευσεν ἀνακριτήν, πρὶν ἀσκήσῃ κατ’ αὐτοῦ πειθαρχικὸν ἔλεγχον συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους....
§377Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὀφείλετε νὰ μοῦ ὑποδείξητε τὸν νόμον δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦμαι πρὶν ἀπολύσω τὸν ἀνακριτὴν νὰ τὸν τιμωρήσω πειθαρχικῶς. Ἀφήσατε τὴν μεταφυσικὴν καὶ τὴν ποίησιν εἰς τὰ νομικὰ ζητήματα.
§378Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ποίαν μεταφυσικήν; Μεταφυσικὴν θεωρεῖτε τὸν σεβασμὸν τῶν νόμων; Ἀλλ’ ἡ ἀξίωσίς σας περὶ μνημονεύσεως ἄρθρων ὁμοιάζει πρὸς τὴν ἀφελῆ ἀξίωσιν τῶν πελατῶν τῶν Πλημμελειοδικείων εἰς τὰς ἐπαρχίας οἱ ὁποῖοι ἱκανοποιοῦνται ἰδιαιτέρως ὅταν οἱ δικηγόροι των ἀναφέρουν πολλὰ ἄρθρα. «Κατέβασε ὅλα τὰ ἄρθρα!», λέγουν κατενθουσιασμένοι! (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐγὼ σᾶς ἀνέφερα καὶ νόμους καὶ ἄρθρα γνωστὰ καὶ παράδοσιν καὶ ἐφαρμογήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀκόμη ἐπεμένετε, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὑπάρχει διάταξις ἐπιτρέπουσα ἀπολύτως τὴν παῦσιν τῶν ἀνακριτῶν, ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνεργήσατε τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Τζωρτζάκη ἔτι δὲ πλέον, ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον τὴν ἐδικαιολογήσατε περιέχει κατάφωρον τὴν παρανομίαν καὶ ἐμφανίζει ὠμοτάτην καὶ ἀπροκάλυπτον τὴν ἐπέμβασιν ὑμῶν εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης.
§379Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅταν ὁμιλεῖτε περὶ παρανομίας, νὰ μᾶς εἴπητε ποῖον νόμον παρεβίασα.
§380Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Πάλιν τὰ ἴδια; Ἠδύνασθε νὰ διώξητε πειθαρχικῶς τὸν ἀνακριτήν, ἐὰν εἴχετε στοιχεῖα, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων.
§381Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπ.). Κύριε Βουλευτά, πρέπει νὰ ἀποδείξητε τὴν παρανομίαν. Φέρετέ μας λοιπὸν τὸν νόμον.
§382Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ κ. Κασίμης ὑποστηρίζει μετ’ ἄλλων, ὅτι ἰσχύει τὸ Ν. Δ. τοῦ 1923. Ἀλλ’ ἀνέφερα τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, τὴν νομοθεσίαν, τὴν παράδοσιν, τὴν πρᾶξιν. Δὲν ἠδύνασθε σεῖς διὰ λόγους πειθαρχικούς, ἄνευ προηγουμένης πειθαρχικῆς διώξεως, νὰ παύσητε τὸν ἀνακριτὴν τῆς ὑποθέσεως καὶ νὰ διορίσητε σεῖς ἄλλον ἀνακριτὴν τῆς ὑποθέσεως....
§383Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος αὐτός, ὃν ἐπικαλεῖσθε, τὸ Νομ. Διάταγμα τοῦ 1923, τὸ ὁποῖον κατηργήθη, ἐάν, λέγω, ἴσχυε καὶ σήμερον, ἔπρεπεν εἰς ἕκαστον ἐρώτημα ποὺ κάμνομεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ μὴ ζητῶμεν τὰς μεταθέσεις τῶν δικαστῶν ἀνακριτῶν. Οὐδεὶς ἐκ τῶν δικαστῶν θὰ ἠδύνατο νὰ μετακινηθῇ εἰς ἄλλην θέσιν, διότι, ὅπως γνωρίζετε, ἕν μέγα μέρος τῶν δικαστῶν εἶναι ἀνακριταί. Σᾶς ἐρωτῶ ὅμως: μετατίθενται σήμερον οἱ ἀνακριταὶ ἢ ὄχι; Ὑπάρχει ἀντίθετος γνώμη; Δέν ὑπάρχει νόμος καὶ στηρίζετε ἐπιχειρήματα εἰς νόμον κατηργημένον. Δὲν ἐπιτρέπεται ὁ νομικός, ὅταν συζητεῖ νομικὰ ζητήματα, νὰ στηρίζηται ἐπὶ ἀοριστολογιῶν καὶ ἀνυπάρκτων νομοθετημάτων.
§384Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Ἀβραάμ, εἶναι ἀνεγνωρισμένον τὸ κυβερνητικὸν δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τούς ἀνακριτὰς παρ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ συγγραφέως τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε. Ἰδοὺ τί λέγει: (ἀναγινώσκει).
§385Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἄλλο τὸ ζήτημα αὐτό. Δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ γενικῶς τοὺς ἀνακριτάς, ὄχι τὸν συγκεκριμένον δι’ ὡρισμένην ὑπόθεσιν. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ διὰ παραβάσεις πειθαρχικὰς ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ τὴν παρανομίαν του, τονίζων ὅτι διώρισε νέον ἀνακριτήν, ἀντικαταστήσας τὸν παλαιὸν διὰ τὰ πειθαρχικά του σφάλματα ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως.
§386Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Ὑπουργὸς σᾶς λέγει, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀλλάξω τὸν ἀνακριτὴν καὶ ἤσκησα τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ φανῶ ὅτι ἤσκησα τὸ δικαίωμά μου ἄνευ λόγου, σᾶς λέγω καὶ τοὺς λόγους. Αὐτὸ λέγουν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§387Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶχα τὸ θάρρος τὸ ὁποῖον μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσω τοὺς νόμους.
§388Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν ἠσκήθη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν.
§389Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι Βουλευταί, αὐτὸ ἀκριβῶς ὑποστηρίζω, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁμολογεῖ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ παρανομία καὶ ἐπέμβασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι διορίζεται ὁ ἀνακριτὴς τῆς ὑποθέσεως τῆς κυβερνητικῆς ἐκλογῆς καὶ ἐπαύθη ὁ φυσικὸς ἀνακριτὴς τῆς ὑποθέσεως, ὁ ὁρισθεὶς παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως.
§390Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Λάθος.
§391Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡ ὁμολογία σας; Ἀσφαλῶς. Ἀλλὰ διατί κρύπτεσθε καὶ μάτην προσπαθεῖτε νὰ κρυβῆτε ὄπισθεν τῶν δακτύλων σας; Εἶναι πλέον γνωστὸν εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον, ὅτι ὁ κ. Ζάνος ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀνακριτὴς τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἄν ἠρνήθη ὁ κ. Παπαηλιοῦ, τὸ ἔπραξεν ἀκριβῶς διότι θὰ ἐθεωρεῖτο ὅτι ἦτο σκεῦος τῆς ἐκλογῆς σας. Διότι ἔχει παγιωθῆ παρ’ ἡμῖν ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ τοὺς ἀνακριτάς, ἀλλ’ ἕκαστος ἀνακριτὴς ὁρίζεται καὶ ἐκλέγεται παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, τοῦ ἀσκοῦντος τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν παγίαν νομολογίαν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν σχετικῶν διατάξεων δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀπὸ τὸν ἕνα ἀνακριτὴν καὶ νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς ἄλλον. Καὶ ἐφόσον δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν δικογραφίαν ἀπὸ ἕνα ἀνακριτὴν καὶ νὰ τὴν δώσῃ εἰς τὸν ἄλλον ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ἀσκῶν τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, πῶς δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ Ὑπουργός; Καὶ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἐρωτήσω: Εἶναι ἀληθὲς ἤ ὄχι, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν ἐζητήσατε τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ τοῦ ἀνακριτοῦ; Εἶνε ἤ δὲν εἶνε ἀληθές, ὅτι ἀπεφύγατε νὰ συναντηθῆτε μὲ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ ἐποπτεύσῃ τὴν ἀνάκρισιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ ὁ ὁποῖος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ τῶν γνωστῶν του ἱστορικῶν ἐγγράφων νὰ σᾶς ὑποδείξῃ τὴν ἁρμοδιότητά σας καὶ νὰ σᾶς ὑπομνήσῃ ἕν Διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τρόπον σαφῆ, καὶ ἀποκλείει οἱανδήποτε ἐπέμβασιν αὐτοῦ εἰς τὰς καθ’ ἕκαστον ὑποθέσεις καὶ συνεπῶς οἱονδήποτε δικαίωμα παρεμβάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀνακριτοῦ; Ὁ κ. Χοϊδᾶς, ὅτε τὸν ἠρωτήσατε τί ἐνόει, διατὶ ἐπέκρινε τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς ἀνακοινώσεις τὰς ὑπουργικάς, διὰ τῶν ὁποίων θίγεται ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ δικαστικοῦ λειτουργήματος, σᾶς παρέπεμψεν εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ 1833: (ἀναγινώσκει).
§392Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὶ θὰ εἴπῃ αὐτό;
§393Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι αἱ ὁδηγίαι, τὰς ὁποίας δύναται νὰ παράσχῃ ὁ Ὑπουργὸς, εἶναι μόνον γενικαὶ ὁδηγίαι, περὶ ὧν προβλέπει τὸ ἄρθρον 93 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀνακριτοῦ τῆς ὑποθέσεως δὲν δύναται νὰ παρεμβῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς. Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Χοϊδᾶς: (ἀναγινώσκει). Ἀποκλειομένης τῆς ἐκδοχῆς τῆς ἀφαιρέσεως παρ’ ἑνὸς ἀνακριτοῦ τῆς δικογραφίας καὶ τῆς παραδόσεως εἰς ἄλλον.
§394Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πότε ἔγινεν αὐτό; Ἀναφέρατε ἕν παράδειγμα.
§395Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ ζήτημα αὐτό, Κύριοι, ἀπησχόλησε καὶ ἄλλοτε τοὺς νομικούς. Καὶ δὲν εἶναι σχετικὸν πρὸς αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος τὰ εὑρίσκει ἁπλᾶ, ὅσον εὑρίσκει ὅτι εἶναι ἁπλῆ ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε κατὰ τοὺς ἰσχυρισμούς του πρέπει νὰ παύσῃ νὰ ἐνοχλῇ τὴν Δικαιοσύνην. Ὁ συνάδελφος κ. Μαρῆς ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα διὰ μακρῶν καὶ ἀπέδειξεν, ἐπικαλούμενος τὴν γνώμην ὅλων, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ εὕρητε συμπιπτούσας τὰς γνώμας καὶ τῶν ἰδικῶν μας διαπρεπῶν νομικῶν, Κωνσταντοπούλου κλπ. καὶ τῶν ξένων. Ὁ Γκαρὼ τὸ λέγει μάλιστα ad hoc καὶ ἀναφέρει περίπτωσιν, ἡ ὁποία ἤγειρε σάλον εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τῷ 1898, κατόπιν ἐπερωτήσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Μπουρζουά. Ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκλέγει τὸν ἀνακριτὴν τῆς ὑποθέσεως, τὴν δικογραφίαν ὅμως δὲν δύναται οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν ἀνακριτήν. Ὁ Βιντάλ, μάλιστα, λέγει, ἄν θέλετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὸ σχετικὸν χωρίον, ὅτι εἶναι ἀπολύτως αὐθαίρετον καὶ παράνομον νὰ ἀποσυρθῇ ὁ φάκελλος ὁ ἀνακριτικὸς ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν ὁ ὁποῖος ἐπελήφθη ἐξ ἀρχῆς καὶ παραμένει ὁ φυσικὸς δικαστής, ἐκτὸς ἄν ὑπάρχῃ δικονομικὸν κώλυμα. Κύριοι Βουλευταί, ἐκεῖ ὅπου κυριαρχεῖ τὸ πνεῦμα Χοϊδᾶ καὶ ρυθμίζει τὰς ἀντιλήψεις περὶ Δικαιοσύνης καὶ αὐτῶν τῶν Κυβερνητῶν, ἐκεῖ συνεταράχθη ἡ Κυβέρνησις Μπουρζουά κατὰ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀφήρεσε δικογραφίαν ἀπὸ ἕνα ἀνακριτὴν καὶ τὴν ἔδωκεν εἰς ἄλλον ἀνακριτήν. (Θόρυβος ἐκ μέρους τῶν κυβερνητικῶν βουλευτῶν). Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐγένετο καὶ ἐδῶ, εἰς τὴν κρινομένην περίπτωσιν. Ἀφηρέθη ἡ δικογραφία ἀπὸ τὸν κ. Τζωρτζάκην.... (αἱ διαμαρτυρίαι τῶν βουλευτῶν τῆς δεξιᾶς ἐντείνονται).
§396Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀφηρέθη ἡ δικογραφία. Ἀντικατεστάθη ὁ ἀνακριτής.
§397Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Οὐσιαστικῶς ἀφηρέθη ἡ δικογραφία ἀπὸ τὸν φυσικὸν ἀνακριτήν. Εἶναι μάλιστα γεγονὸς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ὡμολόγησε μόνον, ὅτι ἀφήρεσε τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν κ. Τζωρτζάκην, ἀλλ’ ἐπροχώρησεν ἔτι περαιτέρω καὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἔδωκεν εἰδικὴν ἐντολὴν ὁ ἴδιος ὡς Ὑπουργὸς, ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δηλαδή, εἰς τὸν νέον ἀνακριτὴν τῆς ἐκλογῆς του νὰ περατώσῃ τὸ ταχύτερον τὴν ἀνάκρισιν. Διωρίσθη καὶ ἐπόπτης Ἀρεοπαγίτης, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ διαβάσῃ μόνον τὴν δικογραφίαν θέλει ἕνα μῆνα, ἄν τὴν πάρῃ δὲ καὶ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς κ. Ρωμανὸς εἰς τὸν ὁποῖον, θίγοντες ἄνευ λόγου τὸν ἐξ ἀρχῆς ἐποπτεύοντα τὰς ἀνακρίσεις κ. Χοϊδᾶν, ἀνεθέσατε τὴν ἐποπτείαν, θὰ χρειασθῇ, διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ εὐσυνείδητον ἔργον, δύο ἢ τρεῖς μῆνας, διὰ νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν καὶ παρακολουθήσῃ τὴν ἀνάκρισιν.
§398Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅτε ἐξεδόθη τῷ 1884 Βούλευμα διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, εἰς τὰς 12 Ἰουνίου ἐγένετο ἡ πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως, εἰς τὰς 15 διενεμήθη ἡ δικογραφία καὶ εἰς τὰς 16 ἐξεδόθη τὸ Βούλευμα τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων. Πῶς ἀνέγνωσαν ὅλοι οἱ Ἐφέται τὴν δικογραφίαν;
§399Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τίνα σχέσιν ἔχει αὐτό; Ὁ ἐποπτεύων τὴν ἀνάκρισιν πρόκειται νὰ παρακολουθήσῃ, ναὶ ἢ οὔ, τὴν ἀνάκρισιν; Θὰ πρόκειται νὰ συμβάλλῃ εἰς τὴν συλλογὴν τῶν στοιχείων; Θὰ τάμῃ τυχὸν νέας κατευθύνσεις; Ἐλάβετε ἤδη μίαν, τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Χοϊδᾶν, ὁ ὁποῖος ὅτε ὡμίλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐπιβαλλομένου ταχέως τερματισμοῦ τῆς ἀνακρίσεως, εἶπε: «Διατὶ γίνεται λόγος περὶ τερματισμοῦ παρ’ ἀναρμοδίων καὶ ποῖος δύναται νὰ θίξῃ τὴν ἀνάκρισιν;». Καὶ ἄν σεῖς εἴπητε νὰ τερματισθῇ ἡ ἀνάκρισις; ὑπάρχει ὑπεράνω ὑμῶν ἡ ἀνεξάρτητος ἀνακριτικὴ Ἀρχή, ἡ ὁποία ἐλευθέρως κρίνει καὶ λύει τὸ ζήτημα τῆς ὡριμότητος ἢ μὴ καὶ τῆς περατώσεως τῆς ἀνακρίσεως. Συνεπληρώθη ὁλόκληρον τὸ ἔργον αὐτό, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ὁδηγίας τὰς ὁποίας παρέχει, ὄχι σεῖς βεβαίως, ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὰ Συμβούλια; Καὶ εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ σᾶς ἀκούσουν τὰ ὄργανα αὐτὰ τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα ρυθμίζουν καὶ τέμνουν ἐλευθέρως καὶ ἀποκλειστικῶς τὴν πορείαν τὴν ἀνακριτικὴν καὶ λύουν τὸ ζήτημα τῆς ὡριμότητος καὶ τῆς πληρότητος τῆς ἀνακρίσεως; Εἶναι, λέγω, ὑποχρεωμένα νὰ σεβασθοῦν τὰς ὁδηγίας σας τὰς ἐμπνεομένας ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Καὶ θέλω νὰ ἐρωτήσω ἀκόμη: Ἄν, κ. Ὑπουργέ, παρακολουθῆτε τὰς ἐργασίας τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, θὰ μάθητε ὅτι ἔχει λυθῆ τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ δώσῃ ὁδηγίας εἰδικὰς εἰς τούς Εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς σύνδεσμοι μεταξὺ ἐκτελεστικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας. Πῶς λοιπὸν δύνασθε νὰ δώσητε ὁδηγίας εἰς τὸν δικαστὴν τὸν ἀνεξάρτητον, ἀφοῦ δὲν δύνασθε νὰ δώσητε τοιαύτας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως; Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχουν μάλιστα καὶ σχετικαὶ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ παγία ἡ ἑρμηνεία. Εἰς τὴν σχετικὴν συζήτησιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἀναθεωρεῖ τὴν Ποινικὴν μας Δικονομίαν, ἐγένετο δεκτὸν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς μόνον εἰς δύο περιπτώσεις δύναται νὰ δώσῃ καὶ τὴν ὁδηγίαν τῆς ἀναστολῆς τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, εἰς τὴν περίπτωσιν σοβαρᾶς διαταράξεως τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν προκλήσεως ἐξ αὐτῆς διπλωματικοῦ ζητήματος. Ὅταν λοιπόν, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς Εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία ὡς ἐκπροσωποῦσα καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀσκεῖ καὶ διευθύνει τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, πῶς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἀνακριτικὸν ἔργον, καὶ μάλιστα κατὰ τόσον ὠμὸν καὶ ἀπροσχημάτιστον τρόπον, ὥστε ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ ἀκούωνται καὶ νὰ προβάλλωνται οἱ ψευδεῖς ἰσχυρισμοὶ τῶν κατηγορουμένων καὶ τὰ αὐθάδη ἐπιχειρήματά των, διότι, κατὰ διαβολικὴν σύμπτωσιν, ἡ ἀντικατάστασις τοῦ κ. Τζωρτζάκη ὑπῆρξεν ὁ σκοπὸς τοῦ ἀγῶνος τῶν κατηγορουμένων, τοῦ διεξαχθέντος καὶ διὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ των ὀργάνου, τῆς ἐφημερίδος τοῦ «Λαϊκοῦ Ἀγῶνος»; Ἡ ἐφημερὶς αὐτή, ὁ «Λαϊκὸς Ἀγὼν» αὐτὸ ἐζήτει ἀπὸ πολλοῦ. Τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Τζωρτζάκη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπήκουσε προθύμως καὶ ἀπεδέχθη τὴν ἀξίωσιν τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἀντικατέστησε τὸν κ. Τζωρτζάκην. Καὶ πιστεύετε ἀκόμη ὅτι δὲν ἐξεθέσατε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν Δικαιοσύνην καὶ δὲν ἐθίξατε τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ δικαστικοῦ ὑπουργήματος, ἀναλαμβάνοντες ἀπροκαλύπτως σεῖς νὰ ρυθμίσητε τὴν πορείαν καὶ τὴν κατεύθυνσιν τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ ὑποθέσεως ἥτις, ὅσον καὶ ἂν θέλετε νὰ τὴν ἁπλοποιήσητε μὲ τὴν μαλακήν σας φωνὴν καὶ μὲ τὰς ἐνεργείας σας, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἶναι ἀμέσως καὶ ἀρρήκτως συνδεδεμένη μὲ τὰς θεμελιώδεις προϋποθέσεις τῆς ὁμαλῆς ἐξελίξεως τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας; Κύριε Ὑπουργέ, μὴ προσπαθεῖτε νὰ τὴν ἁπλουστεύσητε. Εἶναι καταπληκτικόν, ὅτι ἔρχεσθε ἐδῶ ἀδιστάκτως ὡς συνήγορος τῶν κατηγορουμένων καὶ ὑποστηρίζετε ἀκόμη, ἐπαναλαμβάνοντες τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν, ὅτι τάχα οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας εἶναι σεσημασμένοι λωποδῦται! (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω — διότι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς μακράν τινα πολιτικὴν πεῖραν, διότι ἔχομεν ἀσχοληθῆ σοβαρῶς πως μὲ τὰ δημόσια πράγματα τῆς Χώρας— ὅτι πρέπει νὰ προσέξητε. Διότι κἄτι τι βλέπομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ βάθος. Εἶναι ἀστεία ἡ προσπάθειά σας, κ. Ὑπουργέ, ὑπόθεσιν ἔχουσαν προφανῶς φρικτὴν πλάνην καὶ σύνθεσιν καὶ ἐξαιρετικὸν ἠθικὸν βάθος, νὰ ζητῆτε νὰ τὴν ἐμφανίσητε ὡς κοινοτάτην καὶ ἁπλουστάτην. Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐνωτισθῆτε τῶν ἐμπνευσμένων ὑποδείξεων τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Χαϊδᾶ, ὁ ὁποῖος πρὸς τιμὴν τῆς Δικαιοσύνης παρηκολούθησεν οἴκοθεν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἤσκησε τὴν προσήκουσαν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως. Σεῖς μέχρι τινὸς εἴχετε ἀφήσει ἐλευθέραν τὴν ἀνάκρισιν καὶ εἴχετε σιωπήσει. Παραδόξως ἠνωχλήθητε καὶ σεῖς, καὶ δημοσίᾳ εἴπετε καὶ σεῖς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τάχα αὐτὴ εἶναι πληγή, ὄχι διότι ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἐπροχώρησεν εἰς τὸ ἔργον του, ἀλλ’ ὅτε ἐπροχώρησε πρὸς τὸν κύκλον τῆς ἠθικῆς αὐτουργίας τοῦ ἐγκλήματος. Διατί, ὅτε ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἐπροχώρει εἰς τὸ ἔργον του, ἄν σᾶς ἀνέφεραν πειθαρχικὰς του παραβάσεις, διατί τότε σεῖς, κ. Ὑπουργέ, ὁ ὀφθαλμὸς τῆς δικαιοσύνης δὲν ἐδιώξατε ἀμείλικτα τὸν ἀνακριτὴν καὶ δὲν ἐμεριμνήσατε νὰ λάβητε μίαν κἂν ἀπόφασιν πειθαρχικήν, ἥτις θὰ εἶχε τὸ κῦρος τῆς ἀνεξαρτήτου δικαστικῆς γνώμης καὶ ὄχι τῆς πολιτικῆς τῆς ἰδικῆς σας, ἡ ὁποία εἶναι φυσικὸν ὅτι εἶναι πολιτικῶς ἐπηρεασμένη; Ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς πᾶσαν περίπτωσιν θὰ ἦτο παραδεκτή, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι εἰσάγει τὰ πάθη καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πολιτικῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην. Πολὺ περισσότερον εἰς τὴν κρινομένην περίπτωσιν εἶναι περιττὸν νὰ τονισθῇ καὶ πάλιν ὅ,τι εἶπον καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐπερώτησιν, ὅτι τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ τὴν ἀντιμετωπίσωμεν μὲ τὴν αὐτὴν ἠθικὴν ἔξαρσιν ὅλοι μας, ὅσοι ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ἐλευθέρας πολιτικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κτῆμα καὶ καρπὸν τῶν ἀγώνων ὅλων τῶν Ἑλλήνων. (Χειροκροτήματα). Ἡ ρύθμισις τῆς πολιτικῆς ζωῆς πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι στενῶς συνδεδεμένη, δὲν ἀποτελεῖ αὐθαίρετον δικαίωμα μοιραίας καὶ τυχαίας κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας ὡς ἡ σημερινή. (Πολλοὶ φωναί. Ὄχι μοιραίας). Δὲν εἶναι δικαίωμά σας, κ. Ὑπουργέ, νὰ καταλύσητε αὐτὴν τὴν ἀνεξάρτητον δικαιοσύνην τῆς Χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθητε τὴν διαλεύκανσιν τοῦ ἐγκλήματος. Διατὶ ἐνοχλεῖσθε καὶ ἐπεμβαίνετε; Τὶ φοβεῖσθε; Ἡμεῖς τῆς Δικαιοσύνης τὴν φωνὴν καὶ τὴν διαμαρτυρίαν διερμηνεύομεν. Σεῖς ἔχετε τὴν ἀδυναμίαν νὰ βλέπετε κινδύνους, διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι φυσικὸν νὰ σᾶς δημιουργῇ καὶ κάποιαν κομματικὴν σύγχυσιν. Ἀλλὰ σᾶς ἐξορκίζω ὡς μέλος κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς ἱστορικὰς ἡμέρας τὰς ὁποίας διερχόμεθα, νὰ ἐμβαθύνητε εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ παρακολουθήσητε τοὺς ἀνεξαρτήτους δικαστάς, οἱ ὁποῖοι, γνωρίζετε καλῶς, ὅτι δὲν ἔχουν φρονήματα, ὡς ἀρέσκεσθε νὰ τοῖς ἀποδίδετε. Τὴν δικαιοσύνην προήσπισαν καὶ ὁ Χοϊδᾶς καὶ ὁ Παπαηλιοῦ καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοὺς ὁποίους ἐκαλέσατε. Ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ μᾶς ἀνακοινώσητε τί σᾶς εἶπεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν ὁποῖον ὡς εἶπον ἐκαλέσατε.
§400Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὰ διεφθείρατε ὅλα.
§401Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ἀντέστησαν κατὰ τῆς ἐπεμβάσεώς σας καὶ ἠμύνθησαν τῆς Δικαιοσύνης. Χαίρω δι’ αὐτὸ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς δικαστικὸς καὶ διαδηλῶ τὴν ὑπερηφάνειάν μου, διὰ τὴν ἑλληνικὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία εἶναι καὶ θὰ παραμείνῃ ἀπρόσβλητος καὶ ἀκάματος πρὸ τῶν τοιούτων βιαίων καὶ ἀπεγνωσμένων προσπαθειῶν καὶ ἐπιθέσεών σας. (χειροκροτήματα).
§402ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Ράλλης.
§403Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἡ ἐπιβουλὴ καθ’ οἱασδήποτε ἀνθρωπίνης ζωῆς κινεῖ γενικῶς τὸν ἀποτροπιασμόν, πρὸς τὸ συναίσθημα τοῦτο ἡ ἀπόπειρα κατὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων προεκάλεσεν ἐν ἡμῖν τοῖς ἀντιπάλοις του καὶ τὴν σφοδρὰν ἀγανάκτησιν, οὐ μόνον, καθόσον ἀποδοκιμάζομεν καὶ τὴν ἐλαφροτέραν αὐτοδικίαν κατὰ παντὸς μέλους τοῦ κοινοβουλίου, ὡς δεινὴν ὕβριν καὶ προσβολὴν καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἡμῶν ψυχὴ ἀείποτε κατεδίκασε τὸ ξένον πρὸς τὴν παράταξιν ἡμῶν σύστημα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ἰσχυρῶν ἀντιπάλων διὰ δολοφονιῶν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις πιστεύει πρὸς τὰς ἀρχὰς αὐτάς, καὶ διὰ τοῦτο, εὐθὺς μετὰ τὸ ἔγκλημα τῆς ἕκτης Ἰουνίου διεδήλωσεν ὅλην τὴν φρίκην αὐτῆς καὶ διεκήρυξεν ὅτι θεωρεῖ ζήτημα τιμῆς ὅπως ἀνακαλυφθῶσι καὶ τιμωρηθῶσιν οἱ ἔνοχοι αὐτοῦ. Πράγματι δὲ ὅλον τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως περιέβαλε τὸ ἀνακριτικὸν ἔργον μέχρι τοῦ σημείου μάλιστα, ὥστε ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ διστάσῃ νὰ ἐπιβάλῃ δίμηνον φυλάκισιν εἰς τὸν ὑποδιευθυντὴν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου, ὅστις ἐξεδήλωσε τὴν ἀγανάκτησίν του διὰ τὴν ἄστοχον ἐνέργειαν τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐπιδραμόντος εἰς τὸ νοσοκομεῖον καὶ ἄνευ προειδοποιήσεως καταλαβόντος τὸ γραφεῖον τοῦ ἀπουσιάζοντος διευθυντοῦ καὶ ἰδιοποιηθέντος τὰ ἔργα αὐτοῦ. Εἰς πᾶσαν πεπολιτισμένην Χώραν, καὶ παρ’ ἡμῖν ἔτι εἰς παρωχημένην περίοδον, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν νεκρικῇ σιγῇ θὰ προσεπάθει νὰ μὴ φέρῃ οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὸ ἀνακριτικὸν ἔργον, ἵνα ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ θ’ ἀπεκήρυσσε πάντα ὀπαδόν της, ὁ ὁποῖος θὰ ἐτόλμα διὰ ραδιουργιῶν καὶ συκοφαντιῶν νὰ παραπλανήσῃ τὴν ἀνάκρισιν. Ἀτυχῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ σημερινὴ, ἡ ὁποία δὲν ἐδίστασε ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δολοφόνων τοῦ λαοῦ καὶ ὑπονομευτῶν τῶν ἐλευθεριῶν του κατὰ τὴν 6ην Μαρτίου, ἀκόμη δὲ νὰ ἀποκρύψῃ καὶ νὰ φυγαδεύσῃ ἐξ Ἑλλάδος τὸν ἀρχιστασιαστήν, ἀντὶ νὰ ἀποκηρύξῃ τούς τοιαῦτα ἐνεργοῦντας ὀπαδούς της, τοὐναντίον προσεπάθησε νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὅλας τάς ψευδομαρτυρίας καὶ ὅλας τάς συκοφαντίας πρὸς κομματικὴν ὠφέλειαν. Βεβαίως τοῦτο δὲν ἐξέπληξε τὴν παράταξίν μας, ἥτις γνωρίζει καλῶς τοὺς ἀντιπάλους της, καὶ δὲν ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ κακίσω τὴν γνωστὴν ἀντεθνικήν δρᾶσιν. Μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα ἡ ἀποστροφὴ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λέσβου, ὁ ὁποῖος ὑπέμνησε τὸ γνωστὸν ἔγγραφον τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Τζωρτζάκη πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Εἶναι ἔγγραφον τὸ ὁποῖον αὐτὸ καὶ μόνον ἀποτελεῖ τρανοτάτην ἀπόδειξιν τῆς ἀνεπαρκείας αὐτοῦ, ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἤρκει ἵνα εἶχεν οὗτος ἀπαλλαγῆ τῶν καθηκόντων του, εἶναι ἔγγραφον μεστὸν ἀνακριβειῶν καὶ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον πέρα τῆς ἀνεπαρκείας δεικνύει καὶ κακοπιστίαν. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀποδίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην διὰ τρεῖς κυρίους λόγους. Πρῶτον, διότι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα δὲν κατώρθωσαν νὰ συλλάβουν τὸ αὐτοκίνητον τῆς ἀποπείρας ἐξερχόμενον τῶν Ἀθηνῶν. Γνωρίζετε πόσον εὔκολον εἶναι νὰ διαφύγῃ ἕν αὐτοκίνητον καταδιωκόμενον. Ἀρκεῖ δὲ νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι, ἄν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὁλόκληρος ὁ Ἀθηναϊκὸς λαός, τὰ ἀστυνομικὰ καὶ στρατιωτικὰ ὄργανα εἶχον πᾶν ἐνδιαφέρον νὰ συλλάβουν τὸ αὐτοκίνητον διὰ τοῦ ὁποίου ἐφυγαδεύετο ἐξ Ἀθηνῶν ὁ ἐπαναστάτης τῆς 6ης Μαρτίου, οὐχ ἧττον ὅμως οὗτος διέφυγε. Δευτέρα αἰτίασις εἶναι ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐτόλμησαν νὰ ἐκτελέσουν δικαστικὴν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἐστρέφετο ἐναντίον τοῦ μάρτυρος Νικηφοράκη. Ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἦτο καθῆκον τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἅτινα, ἄν δὲν ἐνήργουν αὐτήν, θὰ διέπραττον βαρυτάτην παρανομίαν καὶ οὐδαμῶς ἡ σύλληψις αὕτη παρημπόδισε τὸ ἀνακριτικὸν ἔργον, ἀφοῦ ὁ ἀνακριτὴς ἠδύνατο κάλλιστα καὶ ἐκ τῶν φυλακῶν νὰ προσαγάγῃ τὸν Νικηφοράκην, ἵνα συντρέξῃ τὸ ἀνακριτικόν ἔργον. Ἀλλὰ τὸ κυριώτερον σημεῖον τὸ ὁποῖον μὲ ἐξηνάγκασε νὰ λάβω τόν λόγον, εἶναι ἀκριβῶς ἡ αἰτίασις τοῦ πρώην ἀνακριτοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῶν οἰκείων Ἀρχηγῶν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, ἀπεμάκρυνεν ἐξ Ἀθηνῶν τὸν ἀστυνόμον Ζώραν καὶ τὸν Ἀνθυπασπιστήν τῆς Χωροφυλακῆς Ζαφείριον Γεωργίου. Εἶναι τόσον ἀναληθὴς ἡ κατηγορία αὐτή, ὥστε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸ ἑξῆς γεγονός εἰς τὴν Βουλήν. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἐδέχθην τὴν ἐπίσκεψιν ἀνθυπασπιστοῦ Χωροφυλακῆς εἰς τὸ γραφεῖόν μου. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς οὗτος ἦτο ὁ Γεωργίου. Μοὶ προσεκόμιζεν ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἐζήτει ὅπως κρατηθῇ ἐνταῦθα. Ἠρώτησα αὐτόν: Εἰς ποίαν ὑπηρεσίαν ὑπηρέτει τὴν 5ην καὶ 6ην Μαρτίου. Δὲν μοὶ ἀπέκρυψεν ὅτι, ὡς φιλελευθέρων φρονημάτων, ἦτο ἀπεσπασμένος εἰς τὴν Εἰδικὴν Ἀσφάλειαν, καὶ δὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς σωματοφυλακῆς τοῦ κ. Βενιζέλου. Ὡς ἦτο ἑπόμενον τῷ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσω τι ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ μεταβῇ εἰς τὴν νέαν του θέσιν. Ἔκτοτε δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀσχοληθῶ περὶ αὐτοῦ, ἐφανταζόμην δὲ ὅτι ἡ διαταγὴ τῆς μεταθέσεώς του εἶχεν ἐκτελεσθῆ. Δύο ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς Θεσσαλονίκης ἐδέχθην εἰς τὸ γραφεῖόν μου τὴν ἐπίσκεψιν ἑνὸς πρόσφυγος κατοίκου Νέας Φιλαδελφείας, ὅστις μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου συνήντησεν ἐν κραιπάλῃ μέθης τὸν ἀνθυπασπιστὴν Ζαφείριον Γεωργίου, ὁ ὁποῖος τῷ εἶπεν ἐπὶ λέξει: «νὰ πῇς στὸν φίλον σου τὸν Ράλλην, ὅτι παρὰ τὰς διαταγὰς τῆς ἀπομακρύνσεώς μου, παραμένω ἐδῶ καὶ θὰ παραμένω εἰς μίαν ἐμπιστευτικὴν θέσιν». Τὸ γεγονὸς τοῦτο μὲ ἐξέπληξε καὶ μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, μὴ εὑρὼν δέ αὐτόθι τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀφῆκα σημείωμα δι’ οὗ ἐξέθετον τὰ συμβάντα καὶ ἠρώτων πῶς ὁ ἀνθυπασπιστὴς Γεωργίου εὑρίσκετο ἀκόμη ἐν Ἀθήναις. Ἦτο ἑπόμενον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐρωτήσῃ σχετικῶς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τοῦτο νὰ διατάξῃ τὴν ἀναχώρησίν του εἰς τὴν θέσιν του. Μόνον δὲ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ κ. Τζωρτζάκη ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ κ. Γεωργίου, λαμβάνων ἀναρρωτικὰς ἀδείας, ἐχρησιμοποιεῖτο παρ’ αὐτοῦ. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποδεικνύει πόσον ἀβάσιμος ἦτο ἡ σχετικὴ αἰτίασις τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ. Ἀλλά, Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἦτο φοβερόν, θὰ ἦτο θλιβερὸν διὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀνάκρισιν, ἐὰν αὕτη ἐστηρίζετο μόνον εἰς δύο ὄργανα τῆς ἀσφαλείας, ἅτινα μάλιστα τὴν 6ην Μαρτίου ἐνήργησαν κατὰ τῆς ἐννόμου τάξεως, καὶ ἐὰν ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων δὲν εἶχεν ἄλλα ὄργανα διὰ νὰ βοηθήσουν τὸ ἔργον της.
§404Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὑπολείπεται νὰ ὁμιλήσουν πολλοὶ ρήτορες, δὲν θὰ διακόψωμεν ἀκόμη.
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος.
§406Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὑπηρέτης καὶ ἐγὼ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ κάμω ἀγόρευσιν, ἥτις θὰ εἶναι, ὡς πρὸς τὴν βραχύτητα αὐτῆς, ἀνάλογος πρὸς τὸ ἐνδιαφέρον ὅπερ δεικνύει ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τὴν συζήτησιν αὐτῆς. Δὲν ἐνδιαφέρεται αὕτη διὰ τὴν περαιτέρω συζήτησιν αὐτῆς. Ἐγὼ δὲν θὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐγὼ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπεραμυνθῶ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ τοῦ διασυρθέντος, καθ’ ὃν τρόπον διεσύρθη, ὀργάνου αὐτῆς. Καὶ διεσύρθη οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ μίαν νόμιμον ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι οὐδεμία νόμιμος πρᾶξις, οὐδεμία ἐνέργεια οὐδενὸς ὀργάνου τῆς Πολιτείας ἀποτελεῖ προσβολὴν ἢ ὕβριν κατ’ αὐτοῦ. Ἀποτελεῖ ὕβριν ἐναντίον ἑνὸς ἀνακριτοῦ, μία πρᾶξις συνηθεστάτη, ἡ ὁποία παρὰ τὴν παράδοσιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κύριος ἐκ Πειραιῶς Συνάδελφος, ἔχει λάβει χώραν; Τοῦτο ἀποτελεῖ διασυρμὸν ἢ ἄλλο τι, ἡ ἐνίσχυσις δηλ. τῆς πεποιθήσεως ὅτι τὸν ἀτυχῆ ἀνακριτήν, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρξεν ὄργανον τινός, ἔρχεται τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ παριστᾷ ὡς ὄργανόν του. Πῶς θὰ ἀπεβάλετε τὴν ὑπόνοιαν ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην ὅτι ἐργάζεσθε διὰ τὸν τὸν τύπον καὶ διαρηγνύετε τὰ ἱμάτιά σας διὰ μίαν πρᾶξιν τοιαύτην καὶ διακηρύσσετε, ὅτι εἶναι ὄργανόν σας; Διὰ ποίου τρόπου θὰ ἀπαλλάξητε τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν μομφήν, λέγοντες ὅτι ἔχετε τὸν ἄνθρωπόν σας καὶ διενεργεῖ τὴν ἀνάκρισιν; Καὶ ἀποτελεῖ ὕβριν ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν ἡ τοιαύτης σφοδρότητος ἐπίθεσις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διότι ἀνέθεσεν αὕτη τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως εἰς ἄλλον ἀνακριτήν; Ἀγνοεῖτε ὅτι ἡ ἀνακριτικὴ Ἀρχὴ εἶναι ἑνιαία, καὶ τὸ ἀτυχὲς θῦμα τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς εἶναι ὁ ἀνακριτὴς τοῦ Δʹ Ἀνακριτικοῦ Τμήματος, διότι αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀτυχῆ τὸν ἀνακριτήν, ὁ ὁποῖος ἴσως νὰ μὴ εἶχε τοὺς ὤμους ἰσχυροὺς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε; Τώρα μόνον, τὴν ἑσπέραν ταύτην, μοῦ ἐγεννήθη ἡ ὑπόνοια ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἦτο ὄργανον, διότι πῶς ἄλλως ἐξηγεῖται ἡ ἱερὰ ἀγανάκτησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ ἀγανάκτησις αὐτὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δι’ ἐμέ, ἀποτελεῖ μίαν ἱκανοποίησιν, διότι ἐπὶ τόσα ἔτη ἔκαμνεν αὕτη τὸν κηδεμόνα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Διατὶ ἐκλείσατε τὰ ὦτα σας, ὅταν ἐβλέπετε νὰ διασύρητε ὁ πολιτισμὸς τῶν Ἑλλήνων, ὁ στοιχειώδης πολιτισμός; Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἀποτελεῖ ἱκανοποίησιν δι’ ἐμὲ ἡ προσφυγὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὸ πλαίσιον τοιούτων ἀντιλήψεων καὶ ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἀγανακτήσεώς της διὰ μίαν δῆθεν παρανομίαν. Καὶ συγχαίρω τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Λυποῦμαι ὅμως διὰ τὸ ἀτυχὲς θῦμα, τὸν ἀνακριτήν, διότι αὐτὸς εἶναι τὸ θῦμα καὶ ἡ δικαιοσύνη μὲ τὸ πλῆγμα τὸ ὁποῖον ἔλαβε κατάστηθα ὁ ἀνακριτής κ. Τζωρτζάκης. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὴν δικαιοσύνην καὶ ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν, ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἴδωμεν ὅτι μία τοιαύτη πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἀπεκρούσαμεν ἐξ ὅλης ψυχῆς, θὰ ἴδωμεν ὅτι εἶναι ἓν ἀσήμαντον ἐπεισόδιον. Θὰ ἴδωμεν ὅτι πράξεις τοιαῦται ἐξετελέσθησαν καὶ εἰς ἄλλα Ἔθνη. Ἂν θέλετε νὰ διαπλεύσωμεν τὸν Ἀτλαντικὸν καὶ αὐτὸν τὸν Εἰρηνικὸν Ὠκεανόν, θὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ ἄλλων Κρατῶν ἐδολοφονήθησαν οἱ Πρωθυπουργοί. Μήπως ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἰαπωνίας δὲν ἐδολοφονήθη; Μήπως εἰς τὴν Ἀμερικήν, μήπως εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ἐδολοφονήθησαν τόσοι διακεκριμένοι ἄνθρωποι; Μήπως ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀμερικῆς δὲν ἐδολοφονήθη; Διῃρέθη τούτου ἕνεκα εἰς δύο στρατόπεδα ὁ Ἀμερικανικὸς λαός; Ὄχι. Τοιαῦται πράξεις ἀποτελοῦν δι’ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐμφανίζωνται ἐξέχοντες, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ εἶναι μεγάλοι, δι’ ἀνθρώπους ἐστεμμένους ἢ διὰ πολίτας οἱ ὁποῖοι εἶναι μεγάλοι, ἀποτελοῦν εὐκαιρίας διὰ νὰ ἀρθοῦν εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των. Ἀλλὰ «ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν». Οἱ μεγάλοι ἄνδρες, οἱ πραγματικῶς μεγάλοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν γίνονται, ἀλλὰ γεννῶνται μεγάλοι, ἐπωφελοῦνται τοιούτων εὐκαιριῶν. Οἱ ἀγῶνες ἡμῶν ἐν τῷ παρελθόντι μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, ἐστρέφοντο ὅπως συμφιλιωθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος. Ἠλπίζομεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἀντελαμβάνετο τὰς μεγάλας θυσίας τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν, ρίψαντες εἰς τὴν λήθην τὸ πρόσφατον παρελθόν, χάριν τῆς ἑλληνικῆς πατρίδος. Καὶ θὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν νὰ ρυμουλκήσωμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Δὲν θὰ θελήσωμεν ἡμεῖς, ἐνασκοῦντες τὰ βουλευτικὰ καθήκοντά μας, νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰ τόσον πρόσφατα γεγονότα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις καὶ μόνον συγκλονίζει τὴν ψυχήν ἡμῶν. Θὰ μείνωμεν πιστοὶ μιᾶς παραδόσεως, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὰ ὕδατα τῆς Σαλαμῖνος, καὶ ὄχι τῆς παραδόσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ὡδήγησε τοὺς Ἕλληνας εἰς τὸν Πελοποννησιακὸν πόλεμον, διὰ νὰ ἐξουδετερώσῃ τὴν ἑλληνικὴν ψυχήν. Ἡμεῖς θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πρώτην παράδοσιν καὶ καλοῦμεν καὶ ὑμᾶς νὰ τὴν ἀκολουθήσητε. Δὲν θὰ θελήσωμεν νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὴν 15ην Νοεμβρίου τοῦ 1922, ἡ ὁποία ἐστιγμάτισε τὴν ἑλληνικὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ ἀντικατάστασις ἑνὸς ἀνακριτοῦ, ἀλλ’ ἡ ἐξαφάνισις ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἑνὸς μεγάλου ἀτοῦ, ποὺ εἶχεν ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ ὅτι εἶναι πεπολιτισμένη. Καὶ ὅστις εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἀναγινώσκῃ μίαν ξένην γλῶσσαν, θὰ ἔβλεπε πῶς ἐχαρακτηρίσθη ἡ ἑλληνικὴ φυλή. Καὶ θὰ εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ ὕψιστον βῆμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ στηθῇ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος καὶ νὰ διακηρύξουν καὶ νὰ ἀκουσθῇ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι λαὸς δολοφόνων. Καὶ ἀντὶ νὰ διαμαρτύρησθε διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Τζωρτζάκη, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιληφθῆτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ κάμῃ τοῦτο. Δὲν θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς μὲ τὴν ἀντικατάστασιν ἑνὸς ἀνακριτοῦ διὰ πρᾶξιν τὴν ὁποίαν ἔπρεπε πρῶτος νὰ σπεύσῃ νὰ ἀμνηστεύσῃ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ τότε θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἐνώπιον ἡμῶν: ἔχω καὶ ἐγὼ γενναιόφρονα τὴν ψυχήν. Ἀλλ’ οἱ φίλοι καὶ τὸ περιβάλλον του, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος, παρακολουθοῦν τὴν ἀνάκρισιν, διότι τρεῖς ἢ πέντε παράφρονες ἢ ἀνόητοι οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἀπεκαλύφθησαν, παρ’ ὅσα λέγετε σεῖς, συνέλαβον τὴν ἀποτροπαίαν ἀπόλαυσιν νὰ στιγματίσουν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος.....
§407Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δολοφονοῦντες ἕνα πολιτικὸν ἄνδρα διὰ τοῦ Καραθανάση....
§408Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀνυψώσω ὑπεράνω τῆς διανοίας τοῦ Καραθανάση, ἀλλ’ εἰς μάτην ἀγωνίζομαι! Δὲν θέλω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι σεῖς, ὄχι μόνον ἀντικαταστάσεις ἀνακριτῶν ἐκάματε, ἀλλὰ καὶ δολοφόνους ἠμνηστεύσατε, ὅπως τοὺς δολοφόνους τοῦ Βαλάκη καὶ τοῦ Ἴωνος Δραγούμη. Δὲν θέλομεν οὔτε καὶ νὰ τοὺς ἐνθυμηθῶμεν. Τὰ ἐλησμονήσαμεν, τὰ ἐρρίψαμεν ὅλα εἰς τὸν κάλαθον τῆς πολιτικῆς λήθης ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος. Οἱ Ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχετε περισσότερον καθῆκον, διότι τὸ καθῆκον ἑκάστου ἀπέναντι τῆς Πατρίδος εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον ἵσταται, καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος καὶ οἱ ἄλλοι ποικιλώνυμοι Ἀρχηγοὶ ἔχουν μέγα καθῆκον ἔναντι τῆς Πατρίδος νὰ εἴπουν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπολιτεύθημεν παρὰ διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸν τόπον. Θὰ ἦτο ἀνάξιον ὄχι βουλευτῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ τοῦ Συλλόγου τῶν ἀχθοφόρων, δὲν θέλω νὰ θίξω τάξιν βιοπαλαιστῶν, ἐὰν ἔστω καὶ ἐπὶ λεπτὸν ἀκόμη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξακολουθήσῃ ὁμιλοῦσα περὶ τοῦ τάδε μάρτυρος, μὲ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ. Δὲν εἶναι καὶ πολὺ τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἐξαρθῆτε. Δὲν εἶναι παρὰ μία ἢ δύο βαθμίδες. Νὰ ἐξαρθῆτε εἰς τὸ ὕψος αὐτὸ καὶ νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν οἰκτράν ἐπερώτησίν σας. Ἐξαρθῆτε, Κύριοι, εἰς τὸ ὕψος αὐτό, καὶ ἐὰν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔχῃ ἐλαχίστην γενναιοφροσύνην, πρέπει νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀμνηστεύσῃ τὸ ἔγκλημα αὐτό. Θὰ παράσχητε μεγάλην ἐκδούλευσιν καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν σας ὡς πολιτικοί, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Πατρίδα. Ἀλλ’ ἡ ἐκδήλωσις τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ θὰ ἐπέφερε καὶ θὰ προεκάλει μίαν ἀνακούφισιν τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς ἀντιλαμβάνεσθε. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, εἰς μάτην ἀγωνίζεσθε. Δὲν δύνασθε σεῖς νὰ δεσμεύσητε τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως δι’ οἱασδήποτε ἐκμεταλλεύσεως ἑνὸς ἀτυχοῦς γεγονότος. Ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἔχει τὴν βάσιν της εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν.
§409Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεμία δόξα ἔστιν ἐπὶ γῆς αἰωνία.
§410Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς, κ. Κούνδουρε, θὰ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἠδύνασθε νὰ παρακολουθήσητε τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἔθηκα.
§411Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρηκολούθησα μὲ ἐξαιρετικὴν προσοχήν.
§412Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέμενον νὰ σᾶς ἴδω νὰ ἀνέλθητε εἰς τὸ ἐπίπεδον αὐτό, ἀλλ’ ἡ ἀντιπάθεια καὶ ἡ προκατάληψις σᾶς ἔχει σκουριάσει τὰ πτερά. Καὶ θλίβομαι ὅτι πλανῶμαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅταν βλέπω ἀνθρώπους ἐνεργητικούς, δραστηρίους, δυναμένους νὰ εἶνε πολύτιμοι εἰς τὴν Πατρίδα, νὰ κατέχωνται ἀκόμη ἀπὸ τὰ συναισθήματα καὶ ἀπὸ τὰς σκέψεις αὐτάς. Πρὶν καταστρέψω τὸν λόγον μου, ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμόν σας, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην νὰ ζήσῃ καὶ τὴν ζωήν της τὴν στηρίζει εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν τέκνων της. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου).
§413ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§414ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι Βουλευταί, διὰ μίαν πρᾶξιν, ἥτις μόνον σκοπὸν εἶχε τὴν ὑποβοήθησιν τῶν Ἀρχῶν διὰ τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ἐνόχων καὶ τὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως, πρᾶξιν διὰ τὴν ὁποίαν συγχαρητήρια ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν, ἐδέχθημεν καταιγισμὸν ὕβρεων, λοιδοριῶν, προπηλακισμῶν, ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους. Καὶ δὲν ἔμεινεν ὕβρις καὶ ἀπειλή, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐξετοξεύθη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ τύπου, ὥστε νὰ παρουσιάζῃ ἡ Χώρα μας ἀξιοθρήνητον ἐντελῶς φαινόμενον ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἐδῶ ἄλλο ζήτημα διὰ νὰ ἀσχολῆται ὁ τύπος καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀπόπειραν, τὸν Φρυτζαλᾶν καὶ τὸν Καραθανάσην! Ἀφέθησαν ὅλα τὰ ζητήματα τῆς Χώρας κατὰ μέρος. Τοὺς Ἕλληνας διήρεσε καὶ πάλιν μία ποινικὴ ὑπόθεσις, ἵνα ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ δὲν ἔχει μολυνθῆ μὲ ξένον αἷμα, διότι, ὅπως διδάσκει ἡ ἱστορία, οἱ Ἕλληνες, ἐνεργήσαντες πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὸν ἀποικισμὸν τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος εἰς κάποιαν πόλιν τῆς Ἰταλίας, διῃρέθησαν διὰ τὴν δίκην περὶ ὄνου σκιᾶς. Ἐφονεύθησαν, διῃρέθησαν εἰς δύο μέρη, ἐγένοντο μάχαι διὰ τὴν γνωστὴν δίκην τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ἡ ἱστορία. Καὶ ἡμᾶς διήρεσεν ἡ ὑπόθεσις τῆς ὁδοῦ Κηφισίας καὶ ἐχύθησαν ποταμοὶ μελάνης, κατηναλώθησαν κύτταρα, καὶ μάλιστα δύο πρωτοετεῖς φοιτηταὶ τῆς Νομικῆς ἔγραψαν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἄρθρα ἐπὶ νομικοῦ ζητήματος κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης! Ἀντιπαρέρχομαι μετὰ περιφρονήσεως ὅλας τὰς ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν κατ’ ἐμοῦ διὰ τοῦ τύπου καὶ ἀπὸ ὑψηλὰ καὶ χαμηλά, διότι, ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου ὅσον ὀλίγοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, καὶ διευθύνας τὴν δικαιοσύνην ὡς διοικητὴς τοῦ σκάφους της διὰ μέσου πολλῶν καὶ ποικίλων συμπληγάδων πετρῶν, εἶμαι ἄτρωτος ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, καὶ διότι αἱ ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἔγραψαν, λεηλατήσαντες ὅλο τὸ ἑλληνικὸν ὑβρεολόγιον ἐναντίον ἐμοῦ καὶ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲν ἄλλο ἀπέδειξαν ἢ ὅτι ἐστεροῦντο ἐπιχειρημάτων. Καὶ ἐνίσχυσαν ἔτι περισσότερον τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἐγώ. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι ὅτι ἀπόψε θὰ τεθῇ τέρμα πλέον εἰς τὴν ἀνοικονόμητον ταύτην συζήτησιν καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐπανεύρῃ τὴν ἡσυχίαν του, ἵνα δυνηθῇ ἠρέμως νὰ κρίνῃ τὸ ὅλον γιγαντιαῖον κυβερνητικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐνεφάνισεν ἡ ἐννεάμηνος διαχείρισις τῶν κοινῶν ἀπὸ ἡμᾶς, ἔργον τὸ ὁποῖον οὐδεμία Φρυτζαλολογία καὶ Καραθανασολογία δύνανται νὰ ἀμαυρώσουν καὶ νὰ κρύψουν. Ὁ δικαστικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος ἐπεκοινώνησε μετ’ ἐμοῦ, μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, πρωτοφανοῦς, ἐπεκρότησε τὴν πρᾶξιν τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀναξίου ἀνακριτοῦ. (χειροκροτήματα).
§415ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πλὴν τῶν δικαστῶν.
§416ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὶν ἀρχίσω νὰ ἀναπτύξω τὴν νομικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Εἶναι τοιαύτη ἡ ὁμίχλη ἡ ὁποία συνεσωρεύθη πέριξ τῶν κεφαλῶν μας, εἶναι τοιαῦτα τὰ ἀποτελέσματα τῆς τεχνικῆς συκοφαντίας, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ ἀντιπολιτευόμενος τύπος, ὥστε ἀπώλεσε τὴν ψυχραιμίαν του, ὄχι μόνον ὁ ἁπλοῦς ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἀγοράζει τὸν πενταρολογοῦντα τύπον, ἀλλ’ ἀπώλεσαν τὴν ψυχραιμίαν των καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, ἀπώλεσε τὴν ψυχραιμίαν του ἐντελῶς καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Ἄνθρωπος διοικήσας ἐπὶ τόσα ἔτη τὴν Ἑλλάδα, μὲ τοιαύτην φήμην, μὲ τοιαύτην ἱκανότητα, μὲ τοιαύτην εὐφυΐαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ κυριαρχήσῃ τοῦ ἑαυτοῦ του, παρασυρθεὶς καὶ αὐτὸς ὑπὸ τοῦ πλήθους, καὶ μόνον ἔχων τὸ δικαιολογητικὸν καὶ τὸ ἐλαφρυντικόν, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶναι ὁ παθών. Ἀλλὰ δὲν ἐπετρέπετο ποτὲ εἰς αὐτὸν νὰ παρασυρθῇ εἰς τὴν δίνην τῶν παθῶν, εἰς τὴν δίνην τοῦ νέφους τὸ ὁποῖον ἐπεσκίαζε τὴν διάνοιαν τῶν περισσοτέρων Ἑλλήνων καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸν κάλαμον ἀνὰ χεῖρας καὶ νὰ γράφῃ τὸ πρωτοχρονιάτικον ἐκεῖνο δῶρον, τὸ ὁποῖον ἔγραψεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1934. Ἀντιπαρέρχομαι τὰ ἄλλα ὅσα ἔγραψε, καὶ θὰ ἀσχοληθῶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔγραψε δι’ ἐμὲ αὐτόν. Ἀκούσατε τί ἔγραψεν: «Ὅπως γνωρίζετε ἤδη, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συνῆλθε τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων εἰς τετράωρον σύσκεψιν, ἡ ὁποία εἰς καμμίαν δὲν κατέληξεν ἀπόφασιν. Ἐπροτάθη πάλιν κατ’ αὐτὸ ἡ χορήγησις ἀμνηστείας, ἀλλ’ ἀνεγνωρίσθη ὅτι τοιοῦτον πραξικόπημα, ποὺ θὰ ἰσοδυνάμει πρὸς ἐπικήρυξίν μου, ἦτο κατ’ ἐξοχὴν ἐπικίνδυνον. Ἐπικρατοῦσα δὲ ἦτο ἡ γνώμη ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἐγκλήματος πρέπει νὰ τερματισθῇ τὸ ταχύτερον. Εἰς τὸν ἀνακριτὴν κ. Τζωρτζάκην ἐτολμήθη πάλιν νὰ ἀποδοθῇ ἡ εὐθύνη, διότι ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι. Καὶ ἐπεδιώχθη διὰ παρεμβολῆς μιᾶς διατάξεως εἰς ἐκκρεμὲς ν)διον, νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἵνα εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις ἀναθέτῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀνακρίσεως εἰς ἕνα ἀνώτερον δικαστικόν. Μετὰ τοῦτο θὰ ἀφῃρεῖτο ἡ ἀνάκρισις ἀπὸ τὸν κ. Τζωρτζάκην καὶ θὰ ἀνετίθετο ἡ διεύθυνσίς της εἰς πρόσωπον τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο διατεθειμένον νὰ συγκαλύψῃ τοὺς ἐνόχους τοῦ ἐγκλήματος. Τοιαύτη ἐνέργεια θὰ ἦτο χειροτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἄμεσον ἀμνηστείαν τοῦ ἐγκλήματος, διότι, ἐνῷ ἡ τελευταία θὰ ἐστιγμάτιζε τὴν Κυβέρνησιν μόνον καὶ θὰ συνεκέντρωνεν εἰς αὐτὴν ὅλας τὰς εὐθύνας πράξεως, ἡ ὁποία θὰ ἰσοδυνάμει ἀπολύτως πρὸς ἐπικήρυξίν μου καὶ ἡ ὁποία ὡς τοιαύτη ἀντιμετωπίζετο, ἡ ἐνέργεια ἐκείνη θὰ ἐπεδίωκε νὰ καταστήσῃ συνυπεύθυνον τῆς ἀτιμίας αὐτῆς τὴν δικαιοσύνην». Σέβομαι τὸ παρελθόν, σέβομαι καὶ τὴν ἡλικίαν του καὶ δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν μὲ ἀνάλογον γλῶσσαν, μεθ’ ἧς οὗτος ἐπετέθη καθ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ τοῦ τόπου. Ἐάν ἔγραψαν τὸ ἄρθρον ἄλλοι καὶ τὸ ὑπέγραψεν αὐτός, εἶναι περισσότερον δεδικαιολογημένος. Ἐάν τὸ ἔγραψεν ὁ ἴδιος, εἶναι ἀδικαιολόγητος, καὶ αἰσθάνομαι ἀληθῆ ὀδύνην, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὑπομνήσω ὅτι, ὅταν γράφουν καθ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης, ὅτι διαπράττει ἀτιμίαν, ὀφείλουν νὰ προσέχουν ὀλίγον περισσότερον εἰς τὰ γραφόμενα, διότι ἐὰν δὲν τὸν εἶχον πιάσει τὰ νεῦρα του, ὅτε ὑπέγραφε τὸ ἄρθρον του, καὶ τὸ ἀνεγίνωσκε καλλίτερον καὶ ἐζήτει πληροφορίας καὶ ἀνεσκάλευε τὴν μνήμην του, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἰσήγαγον εἰς τὸ νομοσχέδιον, «περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστηρίων», δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ἀντιγραφὴ καθαρὰ τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νόμου 3859, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ ἰδική του Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1929. Εἶχον προσθέσει μόνον τὴν λέξιν «Ἐφέτης». Ἐκεῖ ποὺ λέγει καὶ διορίζεται Ἀρεοπαγίτης, προσέθηκα τὴν λέξιν «Ἐφέτης». Ἔλεγε δὲ μάλιστα εἰς τὸ νομοσχέδιόν μου, «δὲν καταργεῖται τὸ ἄρθρον 23 τοῦ νόμου 3859». Τώρα ἐρωτῶ τοὺς πάντας νὰ μοὶ εἴπουν, τὸ νὰ ζητῶ ἀπὸ τὰς Βουλὰς νὰ ψηφίσωσι διάταξιν κειμένου νόμου, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀτιμίαν μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ ἀτιμίαν, τὴν ὁποίαν διαπράττει ὁ Ὑπουργός; Δὲν ἀπαντῶ μὲ τὰς ἰδίας φράσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Περιορίζομαι νὰ ἐκφράσω τὴν ψυχικήν μου ὀδύνην διὰ τὰ γραφόμενα, ἀλλὰ καὶ θέλω νὰ σᾶς παραστήσω μέχρι ποίου σημείου μᾶς ἔχει παρασύρει καὶ μᾶς ἔχει συσκοτίσει τὸ μυαλό μας ἡ ὑπόθεσις τῆς 6ης Ἰουνίου, ὥστε οὐδεὶς κατώρθωσε νὰ σταθῇ ἄτρωτος ἀπὸ τὸ περιβάλλον τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Τί ἐπράξαμεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἥν ἐγένετο ἡ ἀπαισία ἀπόπειρα; Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστός μοι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἀσθενής, καὶ ἐγερθεὶς ἀπὸ τῆς κλίνης του κατὰ τὸ μεσονύκτιον, ἐκάλεσε τούς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς καὶ συνέστησε νὰ σπεύσωμεν νὰ παράσχωμεν πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τάς Ἀρχὰς, ἵνα ἀνακαλυφθοῦν οἱ δράσται τοῦ ἀπαισίου ἐγκλήματος. Καὶ οὐ μόνον αὐτό, ἀλλ’ ἀπέστειλε καὶ Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴν λύπην του εἰς τὸν παθόντα Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀνεκοίνωσε τὴν ὀδύνην καὶ θλίψιν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ συμβάν. Ἐγώ, προβλέπων ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁποίας διαστάσεις θὰ ἐλάμβανεν ἡ ὑπόθεσις αὐτή διὰ τοῦ τύπου πενταρολογοῦντος, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἀθηνῶν, νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀναγραφὴν εἰδήσεων συμφώνως πρὸς τὸν νόμον σχετιζομένων μὲ τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἐξεδόθη ἡ διαταγὴ αὐτή. Ἐκάλεσα ἐπὶ τρεῖς ὥρας εἰς τὸ τηλέφωνον ὅλους τούς Διευθυντὰς τῶν ἐφημερίδων, τούς παρεκάλεσα, τούς ἱκέτευσα νὰ συνδράμουν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων, νὰ τὴν συνδράμουν, μὴ ἀναγράφοντες ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέγραφον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἰς τὰς ἐφημερίδας των, καὶ τοὺς εἶπα, πῶς θέλετε νὰ εὕρωμεν τοὺς ἐνόχους, ὅταν πρὶν ἀνακαλυφθῇ τὸ αὐτοκίνητον δημοσιεύετε τὸν ἀριθμὸν τοῦ αὐτοκινήτου; Εἶχον ἀρχίσει τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ δημοσιεύουν τὰς μαρτυρικὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων κατηγορίας καὶ τοὺς εἶπον. «Ἀνάκρισις εἶναι αὐτὴ ποὺ κάμνετε; Σεῖς κάμνετε διάλεξιν εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος». Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν δεκαρῶν τὰς ὁποίας ἐζήτουν νὰ λάβουν, ἐξηκολούθησαν νὰ γράφωσι, πλεῖστοι δὲ ἐξ αὐτῶν ἠρνήθησαν νὰ μὲ ὑπακούσουν καὶ ἀπήντησαν κατὰ τρόπον ἰταμόν. Συνεκάλεσα καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν καὶ εἰσήγαγον διάταξιν εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπαγορεύεται εἰς τούς μάρτυρας ἐπὶ ποινῇ νὰ ἀνακοινοῦν τὰς μαρτυρικάς των καταθέσεις ἄνευ εἰδικῆς πρὸς τοῦτο ἀδείας. Καὶ ἔχομεν ἑτοίμην τὴν διάταξιν καὶ τὴν εἰσηγάγομεν προχθὲς εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Ποιν. Κώδικος. Δὲν μὲ ἤκουσε κανεὶς ἀπὸ τοὺς δημοσιογράφους. Δὲν ἠθέλησα, Κύριοι, τότε νὰ ἀναμιχθῶ ἐναργέστερον, κακῶς πράττων, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ὑστέρων, βεβαίως εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ προσώπου τοῦ ἀνακριτοῦ.
§417ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πῶς νὰ ἀναμιχθῆτε. Εἴχετε τὸ δικαίωμα;
§418ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδείξω ὡς ἁρμόδιος διοικητὴς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ τάδε ἀνακριτὴς δὲν κάμνει διὰ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ νὰ ὑποδείξω τὸν καταλληλότερον κατὰ τὴν γνώμην μου.
§419ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα.
§420ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἔχω καὶ τὸ παρέχω, καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω κατωτέρω. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἐνασκήσω τὸ δικίωμα, λέγω, τό ὁποῖον εἶχον ὡς ὑπεύθυνος διοικητὴς τῆς δικαιοσύνης, ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ νὰ ἐκφράσω ἁπλῶς τὴν γνώμην περὶ τῆς ἀκαταλληλότητος ἢ οὐ αὐτοῦ, καὶ ἀφῆκα ἀποκλειστικῶς τὴν ἐνέργειαν ταύτην νὰ τὴν κάμουν οἱ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν. Εἰς τὸ Ἀνώτατον δὲ Δικαστικὸν Συμβούλιον, παρέμενεν ἐκκρεμές, ὑποβληθὲν πρὸ καιροῦ ἐρώτημα περὶ μεταθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν κ. Ρηγανάκου. Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἐστηρίζετο εἰς τὸ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος, ὡς Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον εἶχε συγχρωτισθῇ μὲ τὸν πολιτικὸν κόσμον, καὶ δὲν θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ εὐόρκως τὰ καθήκοντά του, καὶ εἰς τὸ ὅτι ὁ ἴδιος Εἰσαγγελεὺς εἶχε κάμει πρότασιν ἀπαλλακτικὴν ὑπὲρ φυγοδίκου, καὶ προσέτι εἰς τὸ ὅτι οὗτος δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ ζήτημα τῆς στάσεως τῆς 6ης Μαρτίου 1933, θεωρήσας τὸν ἑαυτόν του, ἕνεκα τῶν κομματικῶν του δεσμῶν μὲ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ ἀσκῇ ἀνεπηρεάστως τὸ ἔργον του, καὶ ὑπῆρχε σοβαρὸς λόγος νὰ μετατεθῇ. Διὰ νὰ μὴ δώσω τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοὺς ἰδικούς της, τοὺς ὁποίους παρελάβομεν ἀνελθόντες εἰς τὴν Ἀρχήν, θέλομεν νὰ ἐκδιώξωμεν ἐξ Ἀθηνῶν, ἀπέσυρα τὸ ἐρώτημα ἅμα ἐγένετο ἡ ἀπόπειρα. Μόλις ἔμαθον ὅτι ὁ κατηγορούμενος Πολυχρονόπουλος ἀπὸ τὸ δικαστήριον μετεφέρθη εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, διὰ νὰ ἴδῃ τὸν ἀδελφόν του, διέταξα ἀνακρίσεις καὶ ἐτιμώρησα διὰ παύσεως τὸν φύλακα Μπόμπην, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τοῦτο. Ἀφῆκα τὴν ἀνακριτικὴν Ἀρχήν ἐντελῶς ἐλευθέραν νὰ κάμῃ τὴν ἀνάκρισιν καὶ νὰ διαγράψῃ τὴν πορείαν αὐτῆς.
§421ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴχετε δικαίωμα σεῖς νὰ ἐπεμβῆτε καὶ νὰ διακόψητε τὴν πορείαν ἀνακρίσεων;
§422ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶχον δικαίωμα νὰ κάμω ὡρισμένας ὑποδείξεις εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἀρχήν.
§423Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουργὸς τοῦ Πολ. Γραφείου). Ἠκούσατε ὅτι ἐπενέβη καὶ διαμαρτύρεσθε;
§424Γ. ΜΑΡΗΣ. Οὐδὲν τοιοῦτον δικαίωμα εἴχετε.
§425ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ λέγω, ὅτι εἶναι ἀξιοθρήνητον τὸ φαινόμενον τὸ ἰδικόν του, νὰ θέλῃ νὰ ἀμφισβητήσῃ, διατελέσας Ὑπουργὸς ἐπ’ ἔτη, τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ, τά ὁποῖα διαγράφουν οἱ νόμοι. Ἔχει χάσει τὴν συνείδησιν τὴν νομικήν.
§426Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡμεῖς ἀκούομεν εὐχαρίστως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀπαγγέλλοντα τὴν ἠθικὴν του καταδίκην.
§427ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θ’ ἀπαγγείλῃ ἀπόψε τὴν καταδίκην σας καὶ ὄχι τὴν ἰδικήν του. Ἐφήρμοσα, Κύριοι, διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 151 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ προεκήρυξα ἀμοιβὴν 200 χιλιάδων δραχμῶν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ συνέβαλεν εἰς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ σύλληψιν τῶν ἐνόχων τῆς ἀποπείρας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κακῶς πράξας δὲν τὸ ἔκαμα καὶ διὰ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου 1933, διότι ἄν προεκήρυσσα καὶ τότε δι’ ἀμοιβῆς τὴν σύλληψιν τοῦ φυγοδικοῦντος Πλαστήρα, ἴσως θὰ εἶχεν οὗτος συλληφθῇ. Δὲν δύνασθε νὰ μέ μέμφεσθε, διότι δὲν συνελήφθη ὁ Καραθανάσης, φυγὼν εἰς τὰ ὄρη. Καὶ σᾶς ἀπαντῶμεν. Ἡμεῖς δὲν ἤμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατεδιώκομεν τὸν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν εὑρισκόμενον Πλαστήραν καὶ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ τὸν συλλάβωμεν κρυπτόμενον ἐπὶ δύο ἕως 2½ μῆνας;
§428ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατὶ δὲν συλλαμβάνετε ἐκείνους τοὺς ὁποίους παρασκευάζουν τὴν δικτατορίαν; (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§429Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ δὲν ἀκούετε τὰ ἀκριβῆ γεγονότα καὶ θέλετε νὰ διακόψητε τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς ἐμποιοῦν τὰ γεγονότα διὰ νὰ μείνουν τὰ λόγια τὰ ξηρὰ τὰ ἰδικά σας;
§430ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν ἐπεκήρυξε τὸν Πλαστήραν, καὶ εἶπον ἐγὼ, διατὶ δὲν ἐπικηρύσσει ἐκείνους, οἵτινες καὶ τώρα κάμνουν τὰς διαφόρους συνωμοσίας.
§431ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω τίνα λόγον εἶχεν ἡ ἄστοχος παρέμβασις κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, τοῦ εὐφυεστάτου ἄλλωστε Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ Κόμματος. Δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συλλάβωμεν τὸν Γύπαρην, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστόν, ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὰς σκηνὰς τοῦ «Περροκέ» καὶ κατεδιώκετο διὰ κατασχετηρίου καὶ ὅστις, δικαζόμενος εἰς τὴν Χαλκίδα, δὲν ἐπαρουσιάσθη, καὶ ἐπαρουσιάσθη ὅτε ἐδικάζετο εἰς τὸν Πειραιᾶ, νομίσας ὅτι τοῦτο τὸ Κακουργιοδικεῖον τοῦ συνέφερε καλλίτερον. Ἐδῶ γέμουν αἱ Εἰσαγγελίαι τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ δικογραφίας ἐκκρεμούσας κατὰ διαφόρων φυγοδίκων, τούς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ συλλάβωμεν, καὶ οὐδέποτε διὰ τοῦτο ἠλέγχθησαν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, καὶ μᾶς λέγετε, διατὶ δὲν συνελάβατε τὸν Καραθανάσην; Εἰδικῶς διὰ τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν σχέσει μὲ τὸν Καραθανάσην, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω καὶ τάδε. Ὀλίγας ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, μοὶ ἀνακοινοῦται τηλεφωνικῶς ὅτι ὁ Καραθανάσης, τότε προφυλακισμένος, ὑπέβαλεν αἴτησιν περὶ ἀπολύσεώς του ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἐξεπλάγην διὰ τὸ γεγονὸς καὶ ἐτηλεφώνησα ἀμέσως εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τοῦ εἶπα: Τὸν Καραθανάσην θὰ βγάλετε μὲ ἐγγύησιν; Εἶναι ἐντροπή. Ἕνα λήσταρχο! Κρατῆστε τον μέσα, ἕως ὅτου ἐδόθη τὸ βούλευμα. Καὶ ἔπεισα τὸν Εἰσαγγελέα, ὑποδείξας καθ’ ὅ εἶχον δικαίωμα ὡς Ὑπουργὸς, διότι ἔχω δικαίωμα νὰ ὑποδείξω τί πρέπει νὰ κάμνουν αἱ Ἀρχαί, διότι εἶναι ταῦτα καὶ ζητήματα ἀναγόμενα εἰς τὴν γενικὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν τῆς Χώρας, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος καὶ κατ’ ἐμοῦ ἀπευθύνονται αἱ ἐπερωτήσεις καὶ ἐδῶ, καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν διὰ τὴν α ἢ β πρᾶξιν ἑνὸς δικαστοῦ. Εἶχον λοιπόν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδείξω καὶ ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου. Δυστυχῶς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν ἐδέχθη τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν. Ἤμην μάντις κακῶν. Ἄλλως ὁ Καραθανάσης θὰ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὰς φυλακάς.
§432Γ. ΜΑΡΗΣ. Θὰ εὑρίσκοντο ἀντ’ αὐτοῦ ἄλλοι.
§433ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν, διότι θὰ δυνηθῶ νὰ ἀποδείξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ τί ἔπραξα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἀπὸ ἐπερωτώμενος θὰ γίνω ἐγὼ ἐπερωτῶν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ τῆς εἴπω ὅτι, δὲν ὤφειλε νὰ κάμῃ τοιαύτην ἐπερώτησιν διὰ νὰ ἀνησυχῇ τὸν τόπον, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ συντρέξῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβεν. Ἀπαυδήσας ἀπὸ τὸν καθημερινὸν σάλον τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τάς ἀτασθαλίας τοῦ πενταρολογοῦντος τύπου, ἐκάλεσα κατὰ τὰ μέσα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1933 τὸν κ. Ἀνακριτὴν καὶ τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν καὶ τοῖς εἶπον ὅτι, ἐφόσον ἐγὼ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἴμεθα ὑπεύθυνοι διὰ τὴν τάξιν, ὤφειλον αὐτοὶ τὴν ἀνάκρισιν νὰ τὴν ἐπισπεύσουν, καὶ νὰ τὴν περαιώσουν. Τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα συνέλεξαν ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας κατὰ τὸν πλέον ἀπερίσπαστον τρόπον,—διότι ὁ ἀνακριτὴς οὗτος δὲν ἠσχολήθη μὲ ἄλλην ὑπόθεσιν— ἔπρεπε νὰ ἦταν ἀρκετά, διὰ νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἵνα ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἀποδειχθῇ πόσοι εἶναι οἱ ἔνοχοι ποῖοι οἱ συκοφάνται, ποῖοι οἱ συκοφαντούμενοι, ποῖοι οἱ σκευωροῦντες καὶ ποῖοι οἱ σκευωρούμενοι (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τούς εἶπον ὅτι ἡ πρᾶξις παραγράφεται μετὰ δεκαετίαν. Κάθε Ἕλλην, ποὺ θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ καταγγείλῃ ὡρισμένα γεγονότα καθ’ οἱουδήποτε προσώπου εἴτε χαμηλὰ, εἴτε ὑψηλὰ ἱσταμένου, θὰ ἔχῃ πλῆρες καὶ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ νὰ κάμῃ μίαν ἀναφορὰν, μίαν μήνυσιν ἢ καὶ μίαν ἀνώνυμον ἐπιστολὴν ἀκόμη, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ θέσῃ ταῦτα εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἂν ἀποδειχθοῦν ἄλλοι ἔνοχοι, ἐδῶ εἶναι τὰ δικαστήρια τὰ ἑλληνικά, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν διαρκῶς.
§434ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ θὰ ἐσήμαινε διαιώνισιν.
§435ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐχάσατε ἀσφαλῶς τὴν σημασίαν τῶν λέξεων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ νὰ κρατῇ εἰς διαρκῆ ἐκνευρισμὸν τὸν λαόν. Ὁ λαός, ὁ ὑγιῶς σκεπτόμενος, καὶ αὐτὸς εἶναι ἡ μεγάλη μερὶς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ λαὸς οὗτος θέλει τὰς Κυβερνήσεις του καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους του νὰ ἀσχολῶνται διὰ τὰ μεγάλα προβλήματα τὰ μεταπολεμικά, τὰ ὁποῖα ἔχουν προκύψει εἰς τὴν Χώραν μας. Ὅταν ὅμως βλέπει τὸν πολιτικὸν κόσμον ἀσχολούμενον διαρκῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἀρθρογραφοῦντα συνεχῶς ἐπ’ αὐτῆς, λυπεῖται διὰ τὸ κατάντημά μας, καὶ μετ’ ἀηδίας ἀναγινώσκει ὅσα γράφονται σχετικῶς. Αὐτὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, ὅταν ἐσκεπτόμην, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐκκρεμὴς εἰς χεῖρας τῆς ἀνακρίσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἀνακριτὴς ἐψεύσθη ἐνώπιόν μου, εἰπὼν ὅτι ἐργάζεται συντόνως διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ ὅτε τὸν ἠρώτησα: εἶσαι εἰς θέσιν νὰ μοὶ εἴπῃς πότε θὰ τὴν περατώσῃς; Εἶπε: Δὲν εἶμαι. Κατὰ τὸ τελευταῖον τρίμηνον, τὸ διαρρεῦσαν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἀπολύσεώς του, μόνον τεσσαράκοντα μάρτυρας ἐξήτασε καὶ δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, καίτοι ἦτο ἀπερίσπαστος ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ὑπόθεσιν. Τότε εἴδομεν ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἐπελαγοδρόμησεν, ὅτι οἱ ὦμοι του ἦσαν ἀνίκανοι διὰ νὰ βαστάσουν τὸ βάρος τοιαύτης ὑποθέσεως. Ἐπελαγοδρόμησεν ὁ ἀνακριτής, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδίστασε μάλιστα νὰ παρακαλέσῃ, παρακαλέσας μάλιστα καὶ μόνος του τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς κ. Μπαρμπάτσην, ἀπὸ μηνῶν ἀκόμη, νὰ τὸν ξεπελαγώσῃ, καὶ τὸν δικηγόρον τῶν κατηγορουμένων κ. Π. Ράλλην νὰ τὸν βοηθήσῃ νὰ ἀνακαλύψῃ τοὺς ἐνόχους!. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι αὐτὸ ποὺ λέγω ἐγώ, ὅτι ἐπελάγωσε τὴν ἀνάκρισιν, δὲν τὸ λέγω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἀλλὰ τὸ ὁμολογεῖ καὶ αὐτὸς ὁ ἀνακριτής. Ἰδοὺ τὶ γράφει σχετικῶς ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς κ. Μπαρμπάτσης, εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 51) 1308) 85 ἔγγραφόν του πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν: «Λαμβάνω τὴν τιμὴν εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 95) 92 ἐ. ἔ. διαταγῆς του νὰ ἀναφέρω ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Τζωρτζάκη, ὅτι εἶμαι γνώστης τῶν προσώπων τῆς ἀποπείρας κατὰ τοῦ κ. Βενιζέλου, εἶναι τελείως ἀναληθὴς καὶ δὲν στηρίζεται εἰς τὴν πραγματικότητα, καθόσον διέταξα τὴν ἐκτέλεσιν, ὄχι μόνον ἁπασῶν τῶν παραγγελιῶν του, ἀλλὰ καὶ προσωπικῶς ὡς ὄργανον τοῦ Κράτους ἠσχολήθην εἰδικῶς διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων, ἀποτέλεσμα δὲ τῶν ἐνεργειῶν μου ἦτο νὰ παραδώσω τοιαῦτα στοιχεῖα εἰς τοῦτον, ὥστε νὰ μοὶ δηλωθῇ κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι, ἐὰν ἡ ἀνάκρισις ἐπροχώρησε κατ’ ἀρκετὰ βήματα, τοῦτο ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἐνεργείας μου, ὅπερ ἐπανέλαβον καὶ ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ χθές, καίτοι ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἔχω οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν, οὐδὲ τὰ μέσα πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων, Ἀλλ’ ὁ ρηθεὶς ἀνακριτὴς καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἠδυνήθη νὰ προχωρήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, περιοριζόμενος κατὰ τὰς συναντήσεις μας νὰ μὲ παρακαλῇ νὰ τὸν ξεπελαγώσω. Τὰς τοιαύτας μάλιστα παρακλήσεις ἐπανέλαβε πρὸ ὀκταημέρου ἐντὸς τοῦ Γραφείου του καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν κ. Γρανίτσα, εἰς ὃ εἶχον μεταβῆ ἵνα δώσω στοιχεῖα ἅτινα εἶχον συλλέξει διὰ τοὺς δράστας, καὶ τὰ ὁποῖα ἔδωκα ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ρηθέντος Ἀντεισαγγελέως. Ἡ ἀδυναμία δὲ τοῦ ἀνακριτοῦ ὅπως προχωρήσῃ τὴν ἀνάκρισιν ἔφθασεν, ὡς μοὶ ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος, νὰ μεταβῇ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ νὰ τὸν παρακαλῇ ὅπως, διὰ τοῦ συγγάμβρου του κ. Πετρίτου, ἐπεμβῇ, ἵνα τοῦ ἀποκαλύψω τοὺς ἐνόχους τοὺς ὁποίους ἐφαντάζετο ὅτι, λόγῳ τῆς πείρας μου, θὰ γνωρίζω. Ἐπὶ πλέον ἡ ἀδυναμία του ἐμφαίνεται καὶ ἐκ τοῦ ἐν ἀντιγράφῳ συνημμένου ὑπ’ ἀριθ. 567)138)933 ἐ.ἔ. ἐγγράφου του, δι’ οὗ μὲ παρακαλεῖ νὰ τὸν πληροφορήσω ποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς μὴ ἀνακαλύψεως καὶ διαφυγῆς ἐξ Ἀθηνῶν τῆς Καντιλάκ, δι’ ἧς ἐγένετο ἡ ἐπίθεσις κατὰ τοῦ κ. Βενιζέλου, δεδομένου ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 51)300 τηλεφωνήματός μου βεβαιῶ ὅτι ἡ Καντιλὰκ ἔφυγεν ἐξ Ἀθηνῶν διὰ τῆς ὁδοῦ Λιοσίων πρὸς Μενίδιον τὴν 2½ πρωϊνὴν ὥραν τῆς 8ης Ἰουνίου ἐ.ἔ., ἤτοι παρέμεινεν ἐνταῦθα ἀπὸ τὴν νύκτα τῆς 6ης Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἡμέρας τῆς ἀποπείρας μέχρι τῆς ἄνω χρονολογίας, ἐνῶ ἐξ ἀντιθέτου ἐγνώριζεν ὅτι τὴν νύκτα τῆς ἀποπείρας, εὑρισκόμενος ὁ ὑποφαινόμενος ἐν τῷ Νοσοκομείῳ «Εὐαγγελισμός», ἀφοῦ ἀπέστειλα τηλεγραφικὰς διαταγὰς διὰ τὴν δικαιοδοσίαν μου καὶ βλέπων παρισταμένους ἐν τῷ νοσοκομείῳ τοὺς ἀστυνόμους Α. Φλεριανὸν καὶ Κίνιαν, εἶπον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα κ. Παπαθανασίου, παριστάμενον μετὰ τοῦ Ἀντεισαγγελέως κ. Τράμπα, νὰ διατάξῃ τοὺς ρηθέντας ἀστυνόμους νὰ ἐρευνήσωσιν ἀμέσως τὰ γκαράζ καὶ λοιπὰ μέρη ἐν τῇ πόλει πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ αὐτοκινήτου τῆς ἐπιθέσεως. Καὶ ὄντως ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, καλέσας τούτους κατ’ ἰδίαν, ἔδωσε σχετικὴν διαταγήν. Ἑπομένως, καὶ μεθ’ ὅλα τὰ γεγονότα ταῦτα, ὁ κ. Ἀνακριτὴς ζητεῖ, ἵνα ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς τοῦ ὀνομάσῃ τοὺς ὑπευθύνους τῆς μὴ ἀνακαλύψεως καὶ διαφυγῆς τῆς Καντιλάκ. «Ἐν τέλει δὲ ἀναφέρω ὅτι λόγοι σκοπιμότητος ἐπιβάλλουσι νὰ μὴ ἀναφέρω συγκεκριμένα γεγονότα ἐπὶ τῶν ἀδόλων προσπαθειῶν μου πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων. Τὸ ἑξῆς δὲ μόνον θὰ ἀναφέρω. Πρὸ μηνὸς καὶ πλέον προσῆλθεν εἰς τὸ γραφεῖόν μου ἄτομον λίαν εὐϋπόληπτον τῆς ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ μοὶ ἐπέδειξεν ἐπιστολὴν ἀποσταλεῖσαν αὐτῷ ἐκ Χαλκίδος παρ’ ἀτόμου εὐϋπολήπτου, τὸ ὁποῖον τὸν παρεκάλει νὰ τοῦ στείλῃ στολὰς καὶ πηλίκια χωροφυλάκων, ἵνα ἐπενδύσῃ ἰδιώτας καὶ συλλάβῃ τοὺς Καραθανάσην, κρυπτόμενον ἐκεῖ, καὶ συντρόφους του, κρυπτομένους ἐκεῖ πλησίον. Ἀφοῦ τὸ ἄτομον τοῦτο μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι δὲν τοῦ ἐζήτησε χρήματα, τότε τοῦ εἶπον, ἄν στείλῃ στολὰς καὶ λοιπὰ θὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ἐὰν ἐπέλθῃ συμπλοκή, ἔστω καὶ εἰκονική, θὰ εἶναι χειρότερον. Μεθ’ ὃ συνέταξα ἐπὶ κάρτας διαταγὴν πρὸς τὸν Ταγματάρχην Σκαμπαρδώνην, Διοικητὴν Χωροφυλακῆς Εὐβοίας, ὡς ἑξῆς: «Ὁ κομιστὴς τοῦ παρόντος θὰ σᾶς ὑποδείξῃ τὸ μέρος ἔνθα κρύπτεται ὁ Καραθανάσης ὡς καὶ οἱ σύντροφοί του. Ἐντέλλομαι ἵνα συγκεντρώσητε ἅπασαν τὴν δύναμίν σας καὶ ἐνεργήσητε αὐτοπροσώπως κλπ.». Μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν, ἠρώτησα τὸ ἄτομον τοῦτο ἄν ἔχῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς καὶ μοὶ ἐδήλωσε δὶς ὅτι οὐδεμιᾶς ἀπαντήσεως ἔτυχεν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Ταγματάρχην δὲν ἐδόθη ἡ ἐπιστολή μου. Κατόπιν τούτου ἐρωτῶ τὸν κ. Ἀνακριτήν, ἄν εἶχον πρόθεσιν νὰ ἀποκρύψω τοὺς ἐνόχους, θὰ ἐνήργουν ὡς ἔπραξα, ἢ θὰ ἄφηνα νὰ γίνῃ δευτέρα ἀπόπειρα; Ὅθεν τὸ Ὑπουργεῖον, ἄν ἐκ τῶν ἄνω ἀναφερομένων ἀμφισβητῇ τι, παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ παροῦσα μου πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, ἵνα ἐνεργηθῇ ποινικὴ ἀνάκρισις πρὸς κατανομὴν τῶν εὐθυνῶν. Ὁ Ἀρχηγὸς (ὑπογραφή)». Δυστυχῶς ἡ δικαιοσύνη μας ὄχι μόνον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπελάγωσεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς 6ης Μαρτίου δὲν ἠδυνήθη νὰ κινηθῇ τάχιστα. Καμμία ἀνωτέρα πνοή, κανὲν συναίσθημα γενικώτερον, διὰ τὴν ἡσυχίαν τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ ἀπαράβατα δικαιώματα τόσον χυδαίως εἶχον πληγῆ ἀπὸ τὸ κίνημα ἐκεῖνο, δὲν ἐνέπνευσε τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μας, ὥστε νὰ κινηθῇ δραστηριώτερον καὶ νὰ περατώσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ κατηγορούμενοι, μετὰ τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς πολιτικοὺς κατηγορουμένους ἀμνηστείαν, εἶναι ἐλάχιστοι. Καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἀπευθύνω δριμύτατον ἔγγραφον εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, νὰ ψέξω τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ νὰ τονίσω εἰς αὐτόν, ὅτι δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ τῆς δικαιοσύνης, ὅταν οὕτω πως δρᾷ, καὶ δὲν ἐμπνέεται ἀπὸ ἀνώτερα ἰδανικά, διὰ νὰ κολάζῃ καὶ τιμωρῇ τάχιστα τοὺς ἐνόχους....
§436ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πότε τὸ εἴπατε αὐτό;
§437ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸ ἡμερῶν.
§438Γ. ΜΑΡΗΣ. Μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν.
§439ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν ἔκαμα τὸ ἔγγραφον, Κύριοι, τότε ἐστάλη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἡ ὑπόθεσις διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὸ βούλευμα. Ἡ ὑπόθεσις ἐκοιμᾶτο εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Δικαιοσύνης, τὰ κονιοδοιθῆ. Δὲν πιστεύω νὰ κατεπάτησα κανὲν οἰκόπεδο τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ κυριαρχίας, πράξας τοῦτο. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ νομικὸν ζήτημα. Τὸ ἄρθρον 118 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπαρασαλεύτως, ὅπως ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1834, ὁρίζει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστου ἔτους διορίζει τοὺς ἀνακριτάς.
§440Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν ὁμιλεῖ πουθενὰ περὶ ἀντικαταστάσεως καὶ παύσεως. Διορίζει μόνον.
§441ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχομεν χάσει τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν αἴσθησιν τῶν νομικῶν λέξεων. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰς Εἰρηνοδικεῖον τῶν Παρακαμπυλίων, διὰ νὰ συζητῶμεν ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν ἀνακριτάς, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαγορευτικὴ διάταξις, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἀπολύω. Τότε, κατὰ τὴν λογικὴν αὐτήν, οἱ ἀνακριταὶ ἐν Ἑλλάδι δὲν ἀπολύονται ποτέ!! Αὐτὰ ἀκούονται ἀπὸ πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης!! Μὴ χειρότερα!! Ἡ διάταξις τῆς πρώτης τοῦ ἔτους εἶναι ἐντελῶς ἐνδεικτική. Ἡ Γαλλικὴ Ποινικὴ Δικονομία ὁρίζει, ὅτι οἱ ἀνακριταὶ διορίζονται διὰ τρία ἔτη, ἡ δὲ Γερμανική, ὅτι διορίζονται δι’ ἕν ἔτος. Ἰδού τί γράφει ὁ νεώτερος Γαλλὸς ποινικολόγος Garaud εἰς τὴν Instruction criminelle παρ. 695. «Ὁ ἀνακριτὴς διορίζεται διὰ Διατάγματος, καὶ δύναται ἀμέσως νὰ ἀπαλλαγῇ διὰ Διατάγματος καὶ πρὸ τῆς παρόδου ἀκόμη τῆς τριετοῦς προθεσμίας, δι’ ἥν κατὰ νόμον (ἄρθρ. 55 Γαλ. Ποιν. Δικονομίας) διορίζεται». Τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχει καὶ ὁ Mamejin εἰς τὴν Instruction criminelle Τόμος Ι, παράγρ. Σ., καθ’ ὅν «τὸ τριετὲς διάστημα ὡρίσθη ὑπὲρ τοῦ διοριζομένου, μόνου δυναμένου μετὰ τὴν λῆξιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἑαυτοῦ ἀπαλλαγήν». Καὶ ἐὰν, Κύριοι, καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις, καὶ ἐκεῖ οἱ ἑρμηνευταὶ εἶπον, ὅτι δύναται ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἀπαλλαγῇ καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς τριετίας, πῶς θέλετε ἐδῶ νὰ κάμωμεν ἄλλην ἑρμηνείαν, ὅπου δὲν ἔχομεν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν;
§442ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι ὅμως καὶ νὰ τοὺς ἀφαιρεῖται καὶ ἡ δικογραφία.
§443ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεὶς ἀφῄρεσε τὴν δικογραφίαν καὶ εἰς τοῦτο σφάλλεσθε. Οὐδείς ποτε ἠμφεσβήτησε τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ. Οἱ ἐπερωτῶντες, νομικοὶ ὄντες, προσεπάθησαν νὰ ἀμφισβητήσουν τὸ ἀναμφισβήτητον αὐτὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ὑπεστήριξαν σοβαρῶς οἱ ἐπερωτῶντες καὶ ὅλοι οἱ δημοσιογραφήσαντες καὶ οἱ λιβελογραφήσαντες, ὅτι ἔπρεπε πρὸ τῆς ἐνεργείας μου ταύτης νὰ ἐρωτήσω τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐζήτησα ἐπιμόνως ἀπὸ τὸν ἐπερωτῶντα βουλευτὴν Πειραιῶς νὰ μοὶ ὑποδείξῃ τὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπεχρεούμην διὰ τὴν τοιαύτην μου ἐνέργειαν νὰ ἐρωτήσω τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, καὶ δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἦτο κάποιος νόμος τῷ 1923 περὶ ἀμεταθέτου τῶν παρὰ Πλημμελειοδίκαις ἀνακριτῶν. Ὁ νόμος οὗτος κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1925 καὶ ὁ νόμος αὐτὸς κατηργήθη δι’ ἄλλου νόμου τῷ 1927. Ἀλλ’ ἦλθεν ὁ νόμος 3859 τοῦ 1929, ὁ ὁποῖος εἶπε τὰ ἑξῆς εἰς τὸ ἄρθρον 1ον: «Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος, παύει ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου — 2 Ὀκτωβρίου 1925, 14) 17 Νοεμβρίου 1925 καὶ 28 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ συγκροτήσεως τοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου κλπ., ὡς καὶ πάσης ἄλλης συναφοῦς πρὸς ταῦτα διατάξεως». «Ὁ νομοθέτης δὲν κατήργησε μόνον τὰ ἄνω Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην συναφῆ πρὸς ταῦτα διάταξιν». Συνεπῶς εἰς τοῦτο περιέλαβε κατὰ τὸν ἐνδεικτικόν τοῦτον τρόπον σαφῶς καὶ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς 8) 24 Δεκεμβρίου 1923 «περὶ ἀμεταθέτου τῶν ἀνακριτῶν» ἐκ νέου, καίτοι εἶχε τοῦτο καταργηθῆ διὰ τοῦ Νομ. Διατάγματος τῆς 14 Νοεμβρίου 1925. Ἡ φράσις αὐτὴ ἐτέθη, ὡς ἔμαθον καὶ παρὰ τοῦ συντάξαντος τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς 13ης Νοεμβρίου 1927, ἐπίτηδες, διὰ νὰ καταργηθῶσι συλλήβδην ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις καὶ νὰ μὴ παραμείνῃ οὐδεμία δι’ αὐτὰς νομικὴ ἀμφιβολία. Ὅταν καταργοῦνται νόμοι καὶ Νομ. Διατάγματα, ἀναφέρονται αὐτὰ μόνον, ἐδῶ ὅμως ὁ νομοθέτης ἐπίτηδες ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς φράσεως «καὶ πάσης ἄλλης συναφοῦς πρὸς ταύτην διατάξεως» διὰ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τελείως τὸ ἔδαφος ἀπὸ πάσης νομικῆς ἀμφιβολίας. Τὸν νόμον αὐτὸν ἐπεκαλέσθη κατὰ παράδοξον νομικὸν εἱρμὸν ὁ κ. Βουλευτὴς Πειραιῶς, ὅστις διετέλεσεν ἐπὶ ἕν καὶ ἥμισυ ἔτος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸν ἠρώτησα, ποῦ εἶναι ὁ νόμος; Καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι εἶναι μία διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1923, ὁ ὁποῖος, εἶπεν, ὅτι κατηργήθη, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου πλανᾶται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀπόψεις του!! Ἠκούσατε ἄλλοτε, Κύριοι Βουλευταί, περιεργοτέρους νομικοὺς δικολαβισμούς, νὰ πλανᾶται τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς; Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι, ὅταν ὁμιλοῦν νομικοὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην περὶ νομικῶν διατάξεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλῶνται οὔτε τὴν μεταφυσικήν, οὔτε τὴν ποίησιν, ἀλλὰ κείμενα νόμων. Καὶ ὅταν οἱ νόμοι εἶναι ἀσαφεῖς, θὰ γίνῃ ἡ διασταλτικὴ καὶ ἡ ἀναλογικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων, διὰ νὰ ἀνευρεθῇ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, τὸ ἐλλεῖπον ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ὅταν ὅμως ὁ νόμος εἶναι σαφὴς καὶ μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζω ἐγὼ τοὺς ἀνακριτάς, ἔχω ἀνάγκην διασταλτικῆς ἢ ἄλλης ἑρμηνείας διὰ νὰ μάθω τὸ δικαίωμά μου αὐτό; Καὶ ὅτι τάχα πρέπει νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἐνέργειά μου ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν τοῦ ὑπευθύνου καὶ συνυπευθύνου δι’ ὅσα διεδραμάτισεν ὁ ἀνακριτὴς Τζωρτζάκης ἐπὶ ὀκτάμηνον; Θὰ ἦτο ἀνάξιον ἐμοῦ νὰ καλύπτωμαι ὄπισθεν τῶν γνωμῶν διαφόρων Εἰσαγγελέων. Δὲν συνήθισα δέ, ὡς πολιτικός, καὶ ὡς Ὑπουργός, νὰ καλύπτωμαι καὶ νὰ κρύπτωμαι ὄπισθεν οὐδενός. Πράττω μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησίς μου εὑρίσκει ὀρθόν, καὶ τὸ πράττω, ὅταν βασανίσω τὰ πράγματα καὶ πεισθῶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ ἀδιαφορῶ πρὸς πᾶσαν φιλικὴν ἢ ἐχθρικὴν ὑπόδειξιν. Δὲν ἠδυνάμην νὰ διαπράξω τοιοῦτον νομικὸν σολοικισμὸν ὅπου ὁ νομοθέτης ἠθέλησεν ἵνα οἱ διάφοροι Ὑπουργοὶ ζητοῦν γνώμας ἄλλων Ἀρχῶν ἢ Συμβουλίων εἴτε συμβουλευτικάς, εἴτε ὑποχρεωτικάς. Τὸ ἀνέγραφε ρητῶς, ρητότατα. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀνάξιον ἐμοῦ, λέγω, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ πράξεις καθαρᾶς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, διὰ διορισμοὺς καὶ ἀντικαταστάσεις ἀνακριτῶν, διὰ πράξεις δηλαδὴ ἀναγομένας εἰς τὰ καθαρῶς διοικητικὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ ἦτο ἀνάξιον, λέγω, ἐφόσον μοῦ ἔδωκεν ὁ νόμος τὸ δικαίωμα τοῦτο, νὰ ζητῶ τὰς γνώμας ἄλλων. Οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα Ὑπουργόν, κηδόμενον τῆς ὑπολήψεώς του, νὰ ἀπαλλοτριοῦται μόνος ἀπὸ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀναθέτει εἰς αὐτὸν ὁ νομοθέτης. Δὲν γνωρίζω δὲ καὶ τί ἄλλο ἀκόμη μένει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν χάσῃ καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, παρὰ νὰ γίνῃ διεκπεραιωτὴς τῶν διαταγῶν ἄλλων. Οὔτε ἐπιτρέπεται, λέγω, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν διοικητικῶν καθηκόντων του, νὰ εἶναι Ὑπουργὸς ἑτερόφωτος.
§444ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅπως ὁ Λουδοβίκος ὁ 14ος.
§445ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἀντελήφθην ποῖος ἔκαμε τὴν ἄχαρι ταύτην διακοπήν, ἀλλὰ λέγω αὐτῷ, ὅτι οἱ Γάλλοι λέγουν ὅτι ἡ ἄκαιρος ἐπίδειξις bel esprit (καλοῦ πνεύματος) ἐμφαίνει ὅτι ὁ τοιαύτας ἐπιδείξεις κάμνων, εἶναι ἀνόητος! (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁ Ὑπουργός, ὅταν ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του, πρέπει νὰ εἶναι αὐτόφωτος καὶ νὰ μὴ εἶναι ὑφιστάμενος τῶν ὑφισταμένων του, διότι εἰς αὐτὸ καταλήγομεν, ὅταν, ὡς Ὑπουργός, ζητῶ γνώμην ἄλλων διὰ μίαν πρᾶξιν ἰδικήν μου, τὴν ὁποίαν δὲν μὲ ὑποχρεώνει ὁ νόμος νὰ ζητήσω. Τοιαύτην γνώμην ἔχω περὶ τῶν καθηκόντων μου καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔχετε σεῖς, βεβαίως δὲν θὰ μὲ εὕρητε ποτὲ σύμφωνον καὶ θὰ διϊστάμεθα ἐκ διαμέτρου. Ἐγὼ εἶμαι ὁ ὑπεύθυνος καὶ ὁ λογοδοτῶν ἐνώπιον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων διὰ τὰς πράξεις καὶ παραλείψεις τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ πρωϊνὸς καφὲς ὁ ἰδικός μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἶνε τὰ διάφορα τηλεγραφήματα, τὰ παράπονα καὶ αἱ μηνύσεις τῶν διαφόρων πολιτῶν κατὰ διαφόρων ὀργάνων τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀτασθαλιῶν τῶν ὀργάνων τούτων, τὸ παράπονον τοῦ δυστυχοῦς ἕλληνος πολίτου διὰ τὴν βραδεῖαν κίνησιν τῆς δικαστικῆς μηχανῆς. Καὶ τὸ τελευταῖον ἀπόκομμα πάσης ἐφημερίδος, ἀκόμη καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν, ἀναγινώσκω, καὶ ὅταν βλέπω ὅτι τοῦτο στρέφεται καθ’ οἱουδήποτε ὀργάνου τῆς Δικαιοσύνης, φροντίζω νὰ ἀνακαλύπτω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀληθῆ, καὶ φροντίζω ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν μὲ τὰ μέσα ποῦ παρέχει ἡ Πολιτεία καὶ οἱ νόμοι νὰ ἐπουλώνω τὰ τραύματα τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰς βλάβας τῆς δικαστικῆς μηχανῆς. Οὕτω πως ἐγὼ ἐννοῶ τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἰσάγω δὲ καινὰ δαιμόνια διὰ τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ἀνακριτοῦ. Εἶνε τακτικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἰσχύουσα ἀπὸ τότε ποῦ ἐγένετο. Διορίζονται καὶ ἀντικαθίστανται ἀνακριταὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ἄνευ γνώμης τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν ἢ Πρωτοδικῶν. Ὄχι μόνον ἀνακριταὶ Πρωτοδίκαι, ἀλλὰ καὶ Ἐφέται. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ὀλίγα Διατάγματα. (ἀναγινώσκει).
ΠΙΝΑΞ
Διορισμοῦ καὶ παύσεων τακτικῶν ἀνακριτῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1921 μέχρι τοῦ ἔτους 1933 ἄνευ προτάσεων Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν.
| Ἐφετεῖον ἢ | Ὀνομ. διορ. | Χρον. | Ὀνομ. Ὑπουρ. | |
| Πρωτοδικεῖον | Ὀνομ. Ἀνακριτοῦ | ἀνακριτοῦ | Δ)τος | Δικαιοσύνης |
| Πρεβέζης | Ἰω. Κομνηνός | Δ. Ραζῆς | 4) 1927 | Κ. Ἀγγελόπουλος |
| Λεβαδείας | Λ. Ζάννος | 6) 19) 29 | Δ. Δίγκας | |
| Λεβαδείας | Σ. Στεριάδης | Κ. Ζάγκας | 28) 8) 28 | Π. Πετρίδης |
| Λεβαδείας | Κ. Λαμπρίας | Θ. Εἰρήνης | 28) 7) 28 | Π. Πετρίδης |
| Σερρῶν | Α. Κωστήρης | Ἀλ. Κυρίτσης | 6) 19) 29 | Π. Πετρίδης |
| Θεσσαλονίκης | Γ. Βαρσάμης | Θ. Οἰκονομόπουλος | 4) 22) 30 | Δ. Δίγκας |
| Θεσσαλονίκης | Κ. Γιαννακόπουλος | Ν. Ἰωαννίδης | 30) 3) 30 | Δ. Δίγκας |
| Π. Σταματόπουλος | 30) 3) 30 | Δ. Δίγκας | ||
| Μ. Παντελῆς | 5) 2) 30 | Δ. Δίγκας | ||
| Πειραιῶς | Β. Δημητρακάκης | Σεπτέμβριος 1930 | Δ. Δίγκας | |
| Ἀθηνῶν | Δ. Δημάτος | 11) 5) 1931 | Ν. Ἀβραὰμ | |
| » | Ε. Κολοκούρης | » | » | |
| » | Ι. Πικούλης | » | » | |
| » | Θ. Γιαννόπουλος | » | » | |
| Γυθείου | Ν. Σεβαστός | Ι. Μαριδάκης | 5) 8) 32 | Ι. Μπουρνιᾶς |
| Ἀθηνῶν | Μ. Τζωρτζάκης | 10) 2) 33 | Λ. Μάρκου | |
| » | Σ. Ρήγας | 10) 2) 33 | » | |
| » | Ἐφέτης | Ι. Δεσποτόπουλος | 10) 5) 31 | Ν. Ἀβραὰμ |
Ζάνος Ἀνακριτὴς Πρεβέζης 1925 μετετέθη εἰς Πάτρας. Διετάχθη ὑπὸ Κουνδούρου νὰ παραμείνῃ εἰς θέσιν του, ὡς ἀνακριτής, μέχρι περατώσεως ἀνακρίσεως καταχρήσεως Ἐποικισμοῦ Πρεβέζης, εἶτα διετάχθη τηλεγραφικῶς, πρὶν περατώσῃ ἀνακρίσεις, φύγῃ διὰ Πάτρας. Ἀντικατεστάθη ἀπὸ Κομνηνόν, ὅστις μετ’ ὀλίγους μῆνας καὶ πρὸ περατώσεως ἀνακρίσεως ἀντικατεστάθη τηλεγραφικῶς δι’ ἄλλου. Εὐάγ. Βασιλείου ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀντικατεστάθη, πρὶν περατώσῃ ἀνακρίσεις κατὰ Καραμάνου.
§446Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Αὐτοὶ διωρίσθησαν καὶ ἀντικατεστάθησαν συλλήβδην, ὄχι ἐξ ἀφορμῆς ὑποθέσεως. Δέν ἔχετε καμμίαν περίπτωσιν ἀφαιρέσεως δικογραφίας ἀπὸ ἀνακριτήν.
§447ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Νικ. Ἀβραάμ, ἔπαυσε τὸν ἀνακριτὴν Ἐφέτην Δεσποτόπουλον. Διεμαρτυρήθη ὁλόκληρος ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν, διότι ὁ ἀνακριτὴς αὐτὸς εἶχεν ἑκατὸν ὑποθέσεις δικηγόρων Ἀθηνῶν. Καὶ εἶπε: πῶς τὸν παύεις εἰς τὸ μέσον τῆς ἀνακρίσεως; Εἰς αὐτὸν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην. Καὶ ὅμως τὸν ἔπαυσεν ἄνευ γνώμης κανενός.
§448Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν, βεβαιοῦντες ὅτι δῆθεν ἀντικατεστάθη ὁ ἀνακριτὴς Δεσποτόπουλος, ἄνευ γνώμης ὁλοκλήρου τοῦ Ἐφετείου, τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν τοῦ Εἰσαγγελέω Ἐφετῶν. (θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τοῦ κέντρου καὶ τῆς δεξιᾶς).
§449Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις.
§450ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς ἐρωτῶ: ἠκούσθη ποτὲ Ὑπουργὸς ἁρμόδιος νὰ βεβαιώσῃ διὰ προκάτοχόν του, ὅτι ἔπραξέ τι ἄνευ γνωμοδοτήσεως, ἐνῷ εἶναι βέβαιον ὅτι ὑπάρχει γνωμοδότησις; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§451Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καμμία γνωμοδότησις δὲν ὑπάρχει.
§452Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Νὰ φέρετε ἐδῶ τὰς γνωμοδοτήσεις, Κύριε Ὑπουργέ. (Θόρυβος, ἀντεγκλήσεις).
§453ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§454Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§455Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅτι ὁ ρήτωρ καὶ σεῖς, ὡς ἔχετε δικαίωμα, δὲν θὰ ἐπιτρέψητε διακοπάς. Ἠκούσαμεν μετὰ σιγῆς θρησκευτικῆς τοὺς ἀγορεύσαντας καὶ ὅταν ἔλεγον τόσας ἀνακριβείας, καὶ ὅταν ἔλεγον τοιαῦτα γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τοὺς εἴπωμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἡμεῖς τοὺς ἠκούσαμεν. Ἄς ἔχουν τὸ θάρρος νὰ ἀκούσουν ὅσα κατ’ αὐτῶν ἀντιτάσσονται, διὰ νὰ ἴδουν πόσον ἔωλος, πόσον ἄστοχος, πόσον κακή....
§456ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι. Ἀνακριβῆ καὶ ἔωλα καὶ ἀβάσιμα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματά σας.
§457Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἔκαμνα καλά, ἄν καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἔδιδον τὴν ἰδίαν ἀπάντησιν, διότι ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς δὲν ἔχει κανένα σκοπόν, ὅπως καὶ ἐκείνη, ἥτις δὲν ἐξυπηρετεῖ τίποτε. (χειροκροτήματα).
§458ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποία ἐκείνη;
§459ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Καὶ εἰς τὸν ἀγαπητὸν κ. Κούνδουρον ἔχω νὰ ὑπενθυμίσω μίαν πρᾶξιν αὐτοῦ. Ἰδοὺ ποίαν διαταγὴν ἐξέδωκεν ἀρ. 35659 14 Ἰουνίου 1925 «Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 10 Δεκεμβρίου 1924 Ψηφίσματος τῆς Δʹ Ἐθν. Συνελεύσεως.... παραγγέλλομεν ὅπως ὁ μετατεθεὶς Πρωτοδίκης Α. Ζάνος Πρεβέζης, ἀσχολούμενος ἐπὶ ὑποθέσεως ἀναφερομένης εἰς τὸ ρηθὲν Ψήφισμα, ἐξακολουθήσῃ παραμένων εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀνακριτοῦ μέχρις ὁριστικῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων ὧν διεξήγαγεν ἀνάκρισιν μέχρις ἐκδόσεως τυχὸν ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος. Ὑπουργὸς Ι. Κούνδουρος». Πολύ καλὰ ἔκαμε τότε Κοινοποιεῖται ἡ διαταγὴ αὐτὴ εἰς τὸν ἀνακριτὴν κ. Ζάνον, ὅστις ἔκαμε καὶ σχετικὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἀπὸ 6 Ἰουλίου 1925, ἀνακοινώσας ὅτι δὲν δύναται νὰ περατώσῃ ἀκόμη σχετικὴν ὑπόθεσιν καταχρήσεως, ἀναγομένην εἰς τὰ Ψηφίσματα τοῦ 1924, κοινοποιεῖται, λέγω, αὐτῷ τὴν 1ην Αὐγούστου 1925, ἀλλὰ κατόπιν, χωρὶς νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, παρὰ τὴν πρώτην ὀρθὴν διαταγήν τοῦ κ. Κουνδούρου, ὁ ἴδιος τὴν 26ην Σετεμβρίου 1925 κοινοποιεῖ τῷ ἄνω ἀνακριτῇ τὴν ἀπαλλαγήν του καὶ τὸν διατάσσει νὰ μεταβῇ εἰς Πάτρας ὅπου εἶχε τοποθετηθῆ. Σημειωτέον, καὶ τονίζω τοῦτο, ὅτι, κατὰ τὸ ἄρθ. 2 τοῦ ἀπὸ 16 Δεκεμβρίου 1924 εἰδικοῦ Ψηφίσματος, οἱ ἀνακριταὶ εἰς τὰς τοιαύτας ὑποθέσεις δὲν ἠδύναντο νὰ φύγουν πρὶν ἢ περατώσουν τὰς ἀνακρίσεις καὶ ἐκδικασθοῦν αἱ σχετικαὶ ὑποθέσεις. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ὁ ἀνακριτὴς κ. Ζάνος διετάχθη καὶ ἀφῆκε τὴν ὑπόθεσιν ἐκκρεμῆ εἰς τὴν Πρέβεζαν.
§460Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διαβάσητε τὰ ἔγγραφα ὅλα, διότι σᾶς τὰ ἔδωκαν ἀμελέτητα. Ἀποδεικνύεται τὸ ἀντίθετον τοῦ ὅ,τι λέγετε.
§461ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ σύμπτωσιν εἶνε ὁ ἴδιος ἀνακριτὴς κ. Ζάνος, ὁ ὁποῖος εἶχε μίαν ὑπόθεσιν καταχρήσεως εἰς Πρέβεζαν. (ἀναγινώσκει).
§462Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀφοῦ ὑπάρχουν ἔγγραφα, ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσουν αὐτά. Διαβάσατε παρακάτω, διότι ἐκεῖ θὰ διαφωνήσωμεν. (ἀναγινώσκει). «Μέχρις ἐκδικάσεως» ἢ «ἐκδόσεως ἀπαλλακτικῶν βουλευμάτων».
§463ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). «Μέχρι τῆς ἐκδικάσεως» ἦτο ἡ πρώτη διαταγή σας. Χωρὶς νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τηλεγραφεῖ....
§464Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαβάσατε. Τὸ τηλεγράφημα.....
§465ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ.
§466ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). 26 Σεπτεμβρίου (ἀναγινώσκει). Καὶ ἐπῆγεν ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰς Πάτρας, χωρὶς νὰ τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις, καίτοι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ Ψηφίσματος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου....
§467Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν διασάφησιν, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν δευτερολογίαν. Νὰ μοῦ ἀναφέρετε ἕν ἔγγραφον, ἀντιθέτου περιεχομένου ἀπὸ τὸ πρῶτον, διότι ἔχετε τοιαῦτα ἔγγραφα. Σᾶς εἶπα ὅτι σᾶς ἐξηπάτησεν ἡ ὑπηρεσία. Μοῦ εἴπετε ὅτι μετέθεσα. Ἐγὼ σᾶς εἶπα ὅτι δὲν μετέθεσα.
§468ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπα ὅτι ἐκάματε μίαν ἐνέργειαν καλὴν ἀρχικῶς, ὄχι ὅμως μέχρι τέλους.
§469Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μοῦ διαβάσητε ἔγγραφον, φέρων τὴν ὑπογραφήν μου.
§470ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁρίστε. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον. Πάρετέ το καὶ διαβάσατέ το.
§471Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ καταθέσητε τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§472ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ πολλάκις μὲν οἱ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν ὑποδεικνύουν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἀνακριτῶν διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ὑπηρεσιακῶς ὡς προϊστάμενοι ἀντιλαμβάνονται ὅτι πρέπει νὰ γίνουν καὶ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα. Ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι προκύπτει ἀπαλλοτρίωσις τῶν δικαιωμάτων τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε καὶ ὑποχρεοῦνται οὗτοι ἐξ οὐδεμιᾶς διατάξεως τῶν κειμένων νόμων νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν ἑκάστοτε τὰς ὑποδείξεις τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν. Εἰς ἐμέ, εἰς τρεῖς, τέσσαρας περιπτώσεις κατὰ τὸ διάστημα τῆς Ὑπουργίας μου, οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν μοὶ ὑπέδειξαν ὅτι προετίμων νὰ παυθῇ ὁ τάδε ἀνακριτὴς καὶ νὰ διορισθῇ ὁ δεῖνα. Ἐγὼ ἄλλας πληροφορίας ἔχων περὶ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα μοὶ ὑπεδείκνυον, καὶ ἄλλην ἰδίαν ἀντίληψιν περὶ αὐτῶν, δὲν ἠκολούθησα τὴν γνώμην τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν καὶ προέβην εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἀνακριτῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐξέλεγον ἐγώ, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔκαμνον κανὲν σκάνδαλον καὶ ὅτι παρέβην τὸ καθῆκόν μου, διότι δὲν ἠκολούθησα τὴν γνώμην τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, ἡ ὁποία δι’ ἐμὲ δὲν ἦτο γνώμη ὑποχρεωτική, ἀλλ’ ἁπλῶς γνώμη συμβουλευτική. Ἐάν ἤθελον καὶ ἐὰν εἶχον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, διότι συμβαίνει καὶ τοῦτο, νὰ μὴ ἔχουν οἱ Ὑπουργοὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἐφόσον αὐτοὶ ἔχουν τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των, ἐάν ἤθελα, ἠκολούθουν τὴν γνώμην των, ἀλλὰ πάντως εἶναι μία γνώμη συμβουλευτική, καὶ οὐδεὶς μὲ ὑποχρεοῖ νὰ τὴν ἀκολουθήσω. Ἐγὼ δι’ αὐτὸ πολλάκις προεκάλεσα καὶ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἔλεγον ὅτι αὐτός ὁ ἀνακριτής δὲν μοῦ ἀρέσει δι’ αὐτὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ πολλάκις ἐβγῆκαν σωστὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα τούς ἔλεγον. Οὕτως ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ τὴν διευθύνω ὅπως θέλω ἐγώ. Δὲν θὰ εἶμαι ἑτερόφωτον. Εἶχον πληροφορίαν διὰ παραπτώματα καὶ παραβάσεις διαφόρων δικαστικῶν προσώπων, ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων, τάς πληροφορίας δὲ τάς ἔλαβον ἐν Ἀθήναις, καίτοι αὐτοὶ εὑρίσκοντο μακράν, μολονότι οἱ ἁρμόδιοι Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν, καίτοι ἐγγύτερον εὑρισκόμενοι πρὸς αὐτούς, δὲν εἶχον τίποτε ἀντιληφθῆ. Τοῖς ὑπέδειξα ἐγὼ τὰ παραπτώματα ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἐπῆλθε ταχὺς ὁ κολασμὸς διὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Δὲν βλέπω τὸν λόγον νὰ κατηγορηθῶ, ὅτι κατεπάτησα τὰ δικαιώματα τῆς εἰσαγγελικῆς κυριαρχίας, ὑποδείξας ἐγώ εἰς τούς Εἰσαγγελεῖς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μοὶ ὑποδείξουν αὐτοί. Ἐλέχθη καὶ ὑπεστηρίχθη μετὰ σοβαροφανείας ἀπὸ καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι ἐγώ παίρνω τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν ἕνα ἀνακριτὴν καὶ τὴν δίδω εἰς τὸν ἄλλον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ζητημάτων πύρινα ἄρθρα καὶ ἀσφυξιογόνα ἐξετοξεύθησαν ἐναντίον μου καὶ ἐγένετο καὶ ἡ ἐπερώτησις διὰ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορῶ καὶ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀερολογία, διότι ἐτέθησαν θέματα συζητήσεως, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔθηκα. Πότε εἶπον ἐγώ, ὅτι παίρνω τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν ἕνα ἀνακριτὴν καὶ τὴν δίδω εἰς ἄλλον; Πότε εἶπον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καὶ πότε τὸ ἔκαμα; Ἐγὼ τὶ ἔκαμα; Ἐγὼ ἤσκησα ἕν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει ὁ νομοθέτης, τὸ δικαίωμα νὰ διορίζω καὶ νὰ ἀπολύω ἀνακριτάς. Ἐγὼ ἀπέλυσα τὸν ἀνακριτὴν τοῦ Δʹ Τμήματος καὶ τὸν ἔστειλα νὰ κάμνῃ τὸν πολιτικὸν δικαστὴν καὶ εἰς ἀντικατάστασιν διώρισα ἕνα ἄλλον ἀνακριτήν, ὅστις θὰ παραλάβῃ ὅλας τὰς δικογραφίας τὰς ὑπαρχούσας εἰς τὸ Δʹ Γραφεῖον. Ἐγὼ δὲν ἀφῄρεσα δικογραφίαν ἀπὸ τὸν ἕνα ἀνακριτήν, διὰ νὰ τὴν δώσω εἰς τὸν ἄλλον. Τοιοῦτον δικαίωμα οὔτε εἶχον βεβαίως, οὔτε διέταξα, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ διατάξω, διότι γνωρίζω καλῶς τοὺς νόμους. Διορίσας νέον ἀνακριτὴν τοῦ Δʹ Τμήματος καὶ ἀπολύσας τὸν παλαιόν, εἶπον, ὅτι τὰς δικογραφίας τοῦ Δʹ Γραφείου θὰ παραλάβῃ ὁ νέος ἀνακριτής. Αὐτὰ λέγει τὸ Διάταγμά μου, καὶ ὅσα ἄλλα λέγετε ἀντίθετα σεῖς καὶ οἱ διάφοροι δίδοντες συνεντεύξεις εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶναι ἀνακριβέστατα καὶ δημιουργήματα τῆς φαντασίας σας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτό τι. Ἐγὼ εἶπον ἁπλῶς τὸ Δʹ Ἀνακριτικὸν Γραφεῖον θὰ τὸ διευθύνῃ ἐφεξῆς ὁ κ. Ζᾶνος. Κατὰ τὴν ἄρχουσαν γνώμην, οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν δικαιοῦται νὰ ἀφαιρῇ τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν καὶ νὰ τὴν δίδῃ εἰς ἄλλον, διότι ἅπαξ ἐδόθη ἡ δικογραφία εἰς ἕνα ἀνακριτήν, δὲν δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ αὐτόν, ἐκτὸς, ἐὰν τὴν στείλῃ περατωθεῖσαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸ Συμβούλιον τὴν ἐπιστρέψῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀνακρίσεων. Δύναται τότε ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ τὴν στείλῃ εἰς ἄλλον ἀνακριτήν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἀντίθετος γνώμη, ὄχι ἰσχυρά, ὅτι δύναται ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀφαιρῇ τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν καὶ νὰ τὴν δίδῃ εἰς ἄλλον. Ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν ἀκολουθήσῃ τὴν δευτέραν γνώμην, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἀφαιρῇ τὴν δικογραφίαν ἀπὸ ἕνα ἀνακριτήν, δύναται νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ καὶ τώρα, ἀλλὰ θὰ ὑπέχῃ εὐθύνην ἀπέναντί μου πειθαρχικήν, ἐὰν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσώπου τοῦ νέου ἀνακριτοῦ δὲν ἐπέδειξε τὴν ἐπιβαλλομένην ὀξυδέρκειαν καὶ ἱκανότητα, καὶ διώρισεν ἀνακριτὴν ἀνίκανον. Ἐγώ, διὰ τὸν κ. Ζᾶνον, ἠρώτησα τὸν δικηγορικὸν κόσμον καὶ τὸν δικαστικὸν κόσμον, καὶ εἶχε καὶ οὗτος ἰδίαν ἀντίληψιν τοῦ πράγματος καὶ μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων καὶ ἱκανωτάτων Πρωτοδικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, καὶ ὅτι ἐπὶ Κυβερνήσεως Φιλελευθέρων ἀνετέθη εἰς αὐτὸν καὶ ἀνάκρισις ὡρισμένης σοβαρᾶς ποινικῆς ὑποθέσεως. Εἶπον λοιπόν, ὅτι αὐτὸν τόν ἀνακριτὴν θὰ τοποθετήσω ἐγὼ εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦτο, νὰ παραλάβῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὅσασδήποτε ἄλλας ὑποθέσεις ἔχει τὸ Δʹ Ἀνακριτικὸν Γραφεῖον. Ποῦ εἶναι λοιπόν ἡ φοβερὰ παράβασις τοῦ ἄρθρου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅτι ἐπῆρα τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν καὶ τὴν ἔδωκα εἰς ἄλλον; Ὑπεστηρίχθησαν λοιπὸν θεωρίαι ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν ἐτέθησαν, ἀλλὰ σεῖς τὰ ἐδημιουργήσατε ἀτόπως καὶ ἀσκόπως, διὰ τῆς φαντασίας σας. Εἶπον ἐγὼ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ πάρῃ τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν Α καὶ νὰ τὴν δώσῃ εἰς τὸν Β; Ἐγὼ ἐνήργησα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ νόμος καὶ ἑπομένως δὲν παρενόμησα, οὔτε παρεβίασα τὰ σύνορα τῶν ἐξουσιῶν. Ἀντικατέστησα τὸν ἀνακριτὴν ἑνὸς Τμήματος καὶ διώρισα ἀνακριτὴν ἄλλου Τμήματος, καὶ αὐτοδικαίως ὅλαι αἱ ὑποθέσεις τοῦ Δʹ Τμήματος εἰσέρχονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νέου ἀνακριτοῦ. Ἀλλ’ ἐλέχθησαν καὶ ἄλλαι νομικαὶ παραδοξολογίαι, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω ἐάν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὰς εἶπε, κυρίως ὅταν θὰ τὰς διαβάσῃ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, θὰ τὰς σβύσῃ ἢ ὄχι. Πρόκειται, ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω, περὶ νομικῶν παραλογισμῶν, ὅταν λέγεται ὅτι δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἀνακριτάς, ἐφόσον ὁ ἀνακριτὴς δὲν περατώσει ὅλας τὰς ὑποθέσεις τοῦ τμήματός του!! Κατὰ τὴν θεωρίαν σας αὐτήν, πρέπει νὰ πηγαίνῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ παίρνῃ σημείωμα ἀπὸ τοὺς ἀνακριτὰς καὶ νὰ τοὺς λέγῃ, ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις; Ὄχι; Τότε δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀντικαταστήσω. Εἰσέρχονται τριακόσιαι ὑποθέσεις καθ’ ἕκαστον μῆνα εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἕκαστος ἀνακριτὴς ἀντικαθιστάμενος, παραδίδει διακοσίας, τριακοσίας ὑποθέσεις εἰς τὸν ἄλλον, καὶ ἐρωτῶ: ποῦ εὑρήκατε αὐτὰ τὰ πράγματα, ἅτινα ὑποστηρίζετε;
§473Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος σᾶς τὰ εἶπε;
§474ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὁ κ. Μαρῆς, καὶ ὁ κ. Τριανταφυλλόπουλος. Αὐτὸ εἶναι τὸ δυστύχημα. Ὁ κ. Μαρῆς εἶπεν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παύσω ἕνα ἀνακριτήν, πρὶν ἤ τελειώσῃ ὅλας τάς ὑποθέσεις. Καὶ τοῦ ἀπέδειξα, ὅτι, ὄχι μόνον οἱ δικηγόροι, ἀλλ’ ἅπαντες γνωρίζουν ὅτι εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα ποτὲ δὲν τελειώνουν αἱ ὑποθέσεις, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἀνακριταὶ ἀπολύονται καὶ διορίζονται νέοι. Ὁ δὲ κ. Τριανταφυλλόπουλος, ὁ πολὺς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, εἶπε τὸ ἑξῆς: ὅτι ὁ ἀνακριτὴς δὲν παύεται ἄν δὲν τελειώσῃ ὅλας τὰς ὑποθέσεις, καὶ ὅτι αὐτὸ γίνεται καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν.
§475Π. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ τὸ εἶπεν ὁ κ. Τριανταφυλλόπουλος.
§476ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸν κ. Τριανταφυλλόπουλον, ἐάν εἶπε τέτοια πράγματα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Μαρῆς. Πρέπει νὰ ἀπολυθῇ ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον. Ἀλλοίμονον ἐὰν εἶπεν, ὅτι δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἀπολύσω τὸν ἀνακριτήν, ἐάν δὲν ἔχει τελειώσει τὰς ὑποθέσεις του. Ὁ κ. Σβῶλος μὲ ἔψεξε χθὲς διὰ τὴν ἀνάμιξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων! Δὲν ὤφειλε, λέγει, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν κ. Τζωρτζάκην καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων ἐνεργοῦσα, διότι εἶναι κατάχρησις τῆς ἐξουσίας. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς λέγει, ὅτι εἶναι παράνομος ἡ παῦσις τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἡ ἀντικατάστασίς του. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πετιμεζᾶν καὶ πάντας τοὺς ἄλλους, νὰ μοὶ εἴπουν ποῖον νόμον παρεβίασα. Αὐτὰ, ἀξιότιμοι Κύριοι Συνάδελφοι ἐλέχθησαν καὶ ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, καὶ ἀπὸ καθηγητὰς Πανεπιστημίου ξένων ἁρμοδιοτήτων πρὸς τὸ ποινικὸν δίκαιον καὶ ὁμολογῶ ὅτι θεωρῶ ἀτύχημα λυπηρὸν διὰ τὴν ἐπιστήμην τοῦ δικαίου ταῦτα, ἐφόσον προέρχονται ἀπὸ νομικούς.
§477Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἀνεφέρατε τὸ ὄνομά μου κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου.
§478ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον τὶ εἴπετε ὅτι εἶπον οἱ καθηγηταί. Ὁ κ. Κούνδουρος εἶπεν ὅτι αὐτὸ εἶναι πραξικόπημα καὶ ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁ ἀνακριτὴς μέχρι περατώσεως τῆς ὑποθέσεως, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παύω τοὺς ἀνακριτὰς καὶ ὅτι πρέπει νὰ διορίζω τούτους τῇ ὑποδείξει τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τοῦ ἀνωτέρου ἐπόπτου, ὅτι κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ νόμου ὁ Εἰσαγγελεὺς διορίζει τοὺς ἀνακριτάς.
§479ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Κούνδουρος εἶπεν ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς παραπέμπει.
§480ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοὺς παρεκάλεσα νὰ μοῦ εὕρουν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου καὶ νὰ μοῦ εἴπουν ποία εἶναι ἡ ρητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἥν παρεβίασα. Ἀλλ’ οὔτε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου οὔτε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος μοῦ εἶπον. Ἐκπλήσσομαι, Κύριοι, μὲ τὴν τοιαύτην τακτικὴν τῶν ἀντιπάλων, ἥτις ἥκιστα κοινοβουλευτικὴ εἶνε, καὶ ἥκιστα ἐποικοδομητικὴ διὰ τὸν φθειρόμενον κοινοβουλευτισμόν, καὶ δὲν εἶναι, τονίζω, κοινοβουλευτικὸν νὰ θέτωμεν ὡς βάσιν συζητήσεως καὶ ἐπικρίσεως κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θέματα ἀνύπαρκτα, καὶ νὰ ἀφήσωμεν νὰ δρᾷ ἡ φαντασία. Ὁσάκις συζητεῖ ὁ πολιτικὸς κόσμος, λαμβάνει θέματα ὑπαρκτά. Δὲν δημιουργεῖ ἀνύπαρκτα θέματα συζητήσεως. Ἡ φαντασία, ἂς λειτουργῇ εἰς ἄλλα ἐπίπεδα, ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ὑποθέτω, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἔπεισα καὶ τοὺς ἀδαεῖς τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις τοῦ νόμου νὰ μὲ ὑποχρεώνῃ νὰ ζητῶ γνώμην ἄλλων καὶ νὰ ὁδηγοῦμαι ἀπὸ ἄλλους. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῆς κινήσεως τῆς δικαστικῆς μηχανῆς. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ λειτουργῇ ἡ δικαστικὴ μηχανὴ καλλίτερον καὶ ταχύτερον; Τότε ἤθελα νὰ μάθω ποία εἶνε ἡ θέσις μου ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μόνον διὰ νὰ ὑπογράφω τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις, καὶ ὄχι νὰ διοικῶ τὴν Δικαιοσύνην; Δηλ. δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διατάσσω καὶ νὰ κινῶ τὴν πειθαρχικὴν ἀγωγὴν κατὰ τῶν ραθύμων καὶ ἀμελῶν δικαστῶν καὶ ὅλων τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Ἀλλὰ ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων μοῦ λέγει ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κινῶ τὴν δικαστικὴν μηχανὴν καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν. Εἰς ἐμὲ ὑποβάλλονται αἱ ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, καὶ τῶν Ἐπιθεωρητῶν Ἀρεοπαγητῶν δι’ ἕκαστον δικαστικὸν καὶ ἐγὼ λαμβάνω τὰς πληροφορίας μου ἐκεῖθεν διὰ τὰς ἱκανότητας ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος, καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐνασκῇ τὰ ἔργα του παραμένων εἰς τὸ Γραφεῖόν του καὶ βλέπων τὴν ραστώνην καὶ ἀνικανότητα καὶ τὴν ραθυμίαν τῶν ὀργάνων του; Καὶ θὰ τοὺς ἀφήνῃ ἀνεξελέγκτους, ὅταν διαπράττουν λάθη, καὶ φέρονται ἀμελῶς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των ἐν ὀνόματι τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας ἡ ὁποία ἐτονίσθη μὲ διθυράμβους τὴν ἑσπέραν ταύτην; Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἀνεξαρτησία, ἡ ὁποία καταπατᾷ πλέον τὰ ὅρια τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ; Ὁ δικαστὴς δι’ αὐτὰς τὰς παραλείψεις του, θὰ εἶναι ἀνεξάρτητος κατὰ τὴν θεωρίαν σας, καὶ ὁ Ὑπουργὸς, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἐκάματε σεῖς ἐπερώτησιν, καὶ ὁ μόνος ὑπεύθυνος διὰ τὴν δικαιοσύνην, ὅταν ὑποπτεύεται ὅτι εἷς ἀνακριτὴς ἢ εἷς δικαστὴς παραμελεῖ τὸ καθῆκόν του, αὐτός θὰ κάθηται ἀδρανὴς μέσα εἰς τὴν γυάλαν, θεώμενος ἐκεῖθεν τὴν κατάστασιν καὶ παραμένων ἀδρανὴς εἰς τὸν θῶκον τὸν ὑπουργικόν; Οὕτω πως τὸν θέλει ἡ Πολιτεία τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης; Τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἡ Πολιτεία τὸν θέλει ἔφορον καὶ διοικητὴν καὶ διευθυντὴν ὁλοκλήρου τοῦ προσωπικοῦ τῆς δικαστικῆς μηχανῆς. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἔδωκεν τὸ ἐξαιρετικὸν δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ τιμωρῇ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλον Ὑπουργὸν δὲν τὸ ἔχει δώσει, διότι γνωρίζετε ὅτι τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, οἱ Ὑπουργοὶ μόνον μετὰ γνώμην σύμφωνον τοῦ οἰκείου Συμβουλίου, δύνανται νὰ κάμουν, ἐνῶ ἀντιθέτως, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ ἐφορεύῃ, νὰ διευθύνῃ καὶ νὰ τιμωρῇ πάντας ἀπὸ τὸν κατώτερον κλητῆρα μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας. Καὶ κηρύσσετε ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀνεξαρτησία δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀναμιγνύεται εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς, θὰ κάθεται μέσα εἰς τὴν γυάλαν τοῦ Ὑπουργείου, θὰ βλέπῃ πέριξ τί γίνεται καὶ δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἁρπάζῃ ἀπὸ τὸν γιακᾶ οἱονδήποτε δικ. ὑπάλληλον, ὅστις παρανομεῖ καὶ νὰ τὸν τιμωρῇ; Αὐτὴ ὅμως εἶνε δικαστικὴ ἐπανάστασις τὴν ὁποίαν διακηρύσσετε. Εἶναι ἐπανάστασις ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω. Εἶναι δικαστικὸς μπολσεβικισμός, τόν ὁποῖον διακηρύσσετε, ὅτι ἠμποροῦν νὰ εἶναι ἀσύδοτα τὰ ὄργανά μου, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων. Καὶ ἄλλο πρᾶγμα, φαίνεται, σᾶς διέφυγεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἰσχύει καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν ὅλας τὰς δικογραφίας καὶ νὰ τὰς μελετᾷ. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ Γάλλος Γκαρὼ εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, Τόμος Βʹ, παρ. 694, σελ. 551. Ἡ Ποινικὴ Δικονομία δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν, νὰ παρεμβαίνῃ εἰς οἱονδήποτε στάδιον τῆς ἀνακρίσεως καὶ νὰ ζητῇ νὰ τῷ δοθοῦν τὰ ἔγγραφα (ἄρθρ.61). Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει ἐξίσου καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὡς ἐξασκοῦντα τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἀνώτατον ἄρχοντα τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας. Τὸ μυστικὸν τῆς ἀνακρίσεως, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς ὅλον τὸν κόσμον, διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἰσχύει. Δὲν ἰσχύει ποσῶς καὶ δικαιοῦται νὰ ζητῇ τὰς δικογραφίας ἀπὸ τὸν ἀνακριτήν, νὰ τὰς μελετᾷ καὶ νὰ σχηματίζῃ καὶ αὐτὸς ἰδέαν γνώμην, ἐάν οἱ ἀνακριταὶ ἐκτελοῦν καλῶς, προθύμως, ἄν ἐνεργοῦν δραστηρίως. Τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον μοῦ ἔδωκεν ὁ νομοθέτης, ὅτι δὲν εἶναι μυστικὴ δι’ ἐμὲ ἡ ἀνάκρισις, διά τίνα λόγον μοῦ τὸ ἔδωκε; Μοῦ τὸ ἔδωκε διὰ νὰ εἶμαι εἰς θέσιν ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ ἐπιβλέπω τὴν μηχανήν τὴν δικαστικήν, τῆς ὁποίας ἐγὼ εἶμαι ὁ χειριστὴς καὶ ἀρχηγὸς καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν βλάβην, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς μηχανῆς ταύτης. Αὐτὰ εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θέλω ἐγὼ νὰ ἀπεμπολήσω. Θὰ τὰ κρατῶ καὶ θὰ τά ἐνασκῶ τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως, καθ’ ὅν τρόπον ἐγὼ κρίνω δίκαιον. Ἄν ἡ ὑπόθεσις οἱουδήποτε πολίτου εἰς χεῖρας κακοῦ ἀνακριτοῦ ἀποτελματώνεται, κάθε ὥρα ἡ ὁποία θὰ παρέρχεται εἰς χεῖρας τοιούτου ἀναξίου ἀνακριτοῦ, θὰ εἶναι ὀλεθρία διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὀλεθρία διὰ τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναμείνῃ τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν. Καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐπιτρέπεται, ὁσάκις σχηματίζει τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ πρόσωπον τῆς ἀνακρίσεως δὲν ἐνεργεῖ ὡς ὤφειλε, νὰ τὸ ἀντικαταστήσῃ; Ἐγώ, Κύριοι Βουλευταί, ἐκ συστήματος εἶμαι βιαστικός. Καὶ ὡς δικηγόρος, καὶ ὡς Ὑπουργός, καὶ ὡς βουλευτής, εἶμαι βιαστικός. Βιάζομαι καὶ ἀποτέλεσμα τῆς βίας, μου εἶναι, ὅτι κατώρθωσα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἀποτελματωθέν, νὰ τὸ φέρω εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ὑπόθεσιν ἐκκρεμῆ, διότι διεξεπεραιώθησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου αἱ 85 χιλιάδες ὑποθέσεων. (χειροκροτήματα). Διεξεπεραιώθησαν ἐπὶ πλέον τῶν ὑποθέσεων τοῦ 1932 κατὰ τὸ διάστημα μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, διεξεπεραιώθησαν 16½ χιλιάδες ὑποθέσεων ἐπὶ πλέον. Σήμερον δὲ οὐδεμία ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις εἰς τοῦτο, χάρις εἰς τὴν ἐργασίαν ἥν ἔκαμα μετὰ τῆς ὑπηρεσίας. Δι’ αὐτὸ καὶ αἱ ὑποθέσεις, εἰσαγόμεναι τὴν μίαν ἡμέραν, διεκπεραιώνονται καὶ φεύγουν τὴν ἑπομένην διὰ τὰς ἄλλας Ἀρχάς. Εἶχον δὲ τὸ θάρρος νὰ καλέσω, ὡς γνωρίζετε, καὶ τὸν σεβαστόν μοι κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ μηνῶν, νὰ τῷ παραδώσω τὸ Ὑπουργεῖόν μου ἄνευ ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων. Καὶ ἔχω μίαν ἔμμονον ἰδέαν, διότι πολλὰ ἔπαθα ἀπὸ τοὺς ἀνακριτὰς καὶ ἐγώ, καὶ ἡ κοινωνία, καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἦσθε εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1927 θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος ὡμίλησα ἕως τὰς 3 τὰ ξημερώματα καὶ ὑπεστήριξα, ἵνα τεθῇ συνταγματικὴ διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, καὶ εἶπον: Δὲν σᾶς φαίνεται περίεργον, διότι τὸ Σύνταγμα τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Ριζοσπαστικοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς τὰ 1926, εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος εἶχε διάταξιν περιοριστικὴν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως καὶ εἶπον τότε τὰ ἑξῆς εἰς τὴν Βουλήν: «Κύριοι Βουλευταί, δὲν σᾶς φαίνεται περίεργον ὅτι Κυβέρνησις ἐπαναστατική, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Κυβέρνησις ἐπαναστατική, ἡ ὁποία κατὰ κανόνα περιορίζει τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, δέ, σᾶς φαίνετε περίεργον πῶς μία τοιαύτη Κυβέρνησις ἔθηκε διάταξιν τοιαύτην ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου, καὶ θὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς σήμερον νὰ ψηφίσωμεν ἀντίθετον διάταξιν;». Ὡμίλησα τρὶς μέχρι τῆς 4ης πρωϊνῆς ὥρας. Δυστυχῶς εἰσηκούσθησαν αἱ γνῶμαι τῶν ἄλλων. Ἐγένοντο ψηφοφορίαι καὶ ἡ πρότασίς μου ἀπερρίφθη. Διεξετραγώδησα δὲ ἐνῶ τότε τί ὑποφέρουν οἱ Ἕλληνες πολῖται ἀπὸ τοὺς ἀνακριτάς, τοὺς ραθύμους ἀνακριτάς, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς τὰ γραφεῖα των πολὺ ἀργά. Εἶπον δὲ τὰ ἑξῆς: «Δὲν σᾶς φθάνει ὀκτὼ μηνῶν προφυλάκισις δι’ ἕν κακούργημα καὶ ἕξ μηνῶν δι’ ἕν πλημμέλημα;». Δὲν μᾶς φθάνει εἶπον. Ἔκαμα καὶ μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησε κατόπιν νὰ κάμῃ δεκτὴν ἡ Βουλή. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι σημεριναὶ αἱ ἰδέαι μου περὶ ταχυτέρας διενεργείας τῶν ἀνακρίσεων. Εἶναι ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἔχω ἀπὸ ἐτῶν ὡς δικηγόρος, καὶ τὰς ὑπεστήριξα μετὰ θέρμης ἐξαιρετικῆς. Μάλιστα ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὡμίλουν ὡς βουλευτὴς καὶ ὡμίλησα μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ὅσοι ἔχουν δικηγορήσει θὰ μὲ δικαιώσουν. Κύριοι, ὀκτὼ μῆνες διὰ κακούργημα καὶ ἕξ μῆνες διὰ πλημμέλημα εἶνε ἀρκετοί. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰς ἀφήσωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὰς ὑποθέσεις αὐτάς. Πρέπει νὰ δικάζωνται ταχέως αὗται. Μήπως διὰ τὴν κίνησιν τῆς δικαστικῆς μηχανῆς ἔχω ἐγὼ μόνον ἐνεργήσει ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Δὲν ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτε ἀντικατέστησε τὸν κ. Ἀβραὰμ ἀπὸ Ὑπουργόν, ἀνέλαβεν αὐτὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τίνας δηλώσεις ἔκαμε διὰ τὸν γαλβανισμὸν κλπ.; Καὶ ἔστειλε καὶ μίαν ἐγκύκλιον εἰς τὰς δικαστικὰς Ἀρχάς, τὴν ἑξῆς. «Ἀναλαμβάνων τὸ Ὑπουργεῖον καὶ θέλων νὰ σᾶς γαλβανίσω, νὰ κινήσητε γοργώτερον τὴν δικαστικὴν μηχανήν, ἡ ὁποία εἶναι σκουριασμένη. Θὰ τονώσω καὶ θὰ γαλβανίσω τὰς δικαστικὰς Ἀρχὰς διὰ νὰ ἐνεργῶνται αἱ ὑποθέσεις αἱ ποινικαί, ταχύτερον». Πολὺ καλὰ ἔκαμε, καὶ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος, ἀδιάφορον ἐὰν ὁ γαλβανισμός του δὲν ἐπέτυχε κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργείας του. Διατί ἐγώ, ἐφαρμόζων τὰς ἰδέας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων διὰ τὴν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης διαπράττω ἀτιμίαν; Δέν ἔχω δικαίωμα νὰ κινήσω τὴν μηχανήν; Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐκδώσω καμμίαν διαταγὴν διὰ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, διὰ τοὺς ἀνακριτάς, καὶ διαπράττω παρανομίαν, κατὰ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ εἶμαι ἄξιος νὰ ὑπάγω εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, διότι ἐπεμβαίνω καὶ θίγω τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν; Σταύρωσον τὸν Ὑπουργόν! Ἐγώ, ὅταν λέγω αὐτά, κάμνω καὶ ἔργα. Καὶ ἐκεῖνο μὲν τὸ ὁποῖον ὁ Ἀρχηγός σας δὲν τὸ ἐπέτυχε, σᾶς βεβαιῶ ὅτι, διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἔλαβον καὶ λαμβάνω, θὰ τὸ ἐπιτύχω ἐγώ. Ὑπάρχουν ἑπτακόσιαι πειθαρχικαὶ ἀποφάσεις τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐξέδωκα καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἑξακόσιαι καταδικαστικαί. Θὰ τὸ ἐπιτύχω καὶ τὸ ἐπέτυχα ἀπὸ τὴν ἀρχήν.
§481Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μπράβο σας!
§482ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ πολύ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην ἀπὸ τοὺς μπραβισμούς σας. Κρατήσατέ τους διὰ τὸν ἑαυτόν σας. Τώρα ἔρχεται καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Χοϊδᾶ. Τίνα σχέσιν ἔχω ἐγὼ μὲ τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Χοϊδᾶ; Ὁ Χοϊδᾶς ἔχει ἀντίθετον γνώμην διὰ τὴν παράδοσιν τῆς δικογραφίας. Ἐκυττάξατε καὶ τὸ ἀνεγνώσατε ὅτι ἔχει δικαίωμα ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ παίρνῃ τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν καὶ νὰ τὴν δίδῃ εἰς ἄλλον. Τί δουλειὰ ἔχει μὲ ἐμὲ καὶ μὲ τὴν ἐπερώτησιν καὶ μὲ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ; Ὁ Χαϊδᾶς ἀπὸ τῆς ἰδικῆς του πλευρᾶς ἀπὸ τῆς ἰδικῆς του σκοπιᾶς ἐρευνῶν τὰ πράγματα, ἔβγαλεν ἕν ἔγγραφον. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ διὰ τὴν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μου σκοπιᾶς καθορῶν ταύτην, ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς νομικὰς γνώμας μου, καὶ ἔχω ὑποθέτω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ ἔχω γνώμην διάφορον ἀπὸ τὴν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς διάφορα ζητήματα. Δὲν ὑποθέτω νὰ ἀντίκειται εἰς τὸ δημοκρατικὸν ἡμῶν Σύνταγμα, ὅτι ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ γνώμην ἀντίθετον μὲ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἶναι σκάνδαλον, καὶ εἶναι ἀντιδικία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τῆς Δικαιοσύνης τὸ νὰ ἔχῃ οὗτος γνώμην εἰς νομικὰ ζητήματα ἰδίαν; Ὄχι. Δι’ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν ἀνακοίνωσίν μου, μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Τζωρτζάκη, εἶπον, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγεται. Καὶ ὁ τελευταῖος χωρικὸς γνωρίζει, ὅτι τὰ νομικὰ ζητήματα μᾶς ἔχουν φάγει καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εὕρωμεν τὸ δίκαιόν μας. Τὸ Πρωτοδικεῖον λέγει τοῦτο. Τὸ Ἐφετεῖον ἐκεῖνο, καὶ μάλιστα ὁ ἴδιος ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχει ἀποφάσεις ἀντιθέτους καὶ μάλιστα εἰς διάστημα ἡμερῶν! Πῶς διάβολο ὅλα αὐτὰ δὲν ἐθεωρήθησαν σκάνδαλα ἐπὶ τότα ἔτη συντελούμενα, καὶ ἐθεωρήθη σκάνδαλον, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς τοῦ φακέλλου τῆς δικογραφίας Μαυρομιχάλη εἰς τὴν Βουλὴν εἶπε τὴν γνώμην του διάφορον ἀπὸ τὴν τοῦ κ. Χαϊδᾶ, ὡς ἐὰν αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις θεσπίζουν ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγει ὁ κ. Χαϊδᾶς πρέπει αὐτὸ νὰ εἶναι συνταγματικῶς κατωχυρωμένον, καὶ πᾶς Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος θὰ διαφωνῇ, θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον; Αὐτοῦ, Κύριοι, κατηντήσατε μὲ τὰς πρωτοτύπους ἰδέας ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίξατε τὴν ἐπερώτησίν σας. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐξέδωκα διαταγήν, διὰ νὰ ἔχω τὴν ἀπάντησιν τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν, νὰ μᾶς εἴπουν ποίας ἐκκρεμεῖς δικογραφίας παρέλαβεν ἕκαστος ἀνακριτής, καὶ ὅσους δὲν τοὺς εὕρω προθύμους, θὰ τοὺς ἀντικαταστήσω, θὰ τοὺς ἀπολύσω ἀθρόους. Καὶ ἐστηρίξατε πάλιν ἐπερώτησιν, διατὶ θὰ πράξω οὕτω. Τώρα ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ κατὰ Τζωρτζάκην Εὐαγγέλιον.
§483Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς κατηγόρησαν, διότι ἀνεθέσατε καὶ κάποιαν νέαν ἐποπτείαν.
§484ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐφόσον πλέον ἡ ὑπόθεσις εἶχεν ἐκτροχιασθῆ, ἐφόσον ὁ τύπος Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸν διαβάζετε, καὶ ἂν τὸν διαβάζετε οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δὲν ἠσθάνθητε ψυχικὴν ὀδύνην διὰ τὸ κατάντημα τῆς δημοσιογραφίας, ἐφόσον ὁ τύπος μᾶς ἀποκαλεῖ «εἶσθε ἄτιμοι», «εἶσθε Κυβέρνησις ἀτίμων δολοφόνων καὶ θὰ πληρώσετε μὲ αἷμα τὸ ἔγκλημά σας». Ἰδοὺ καὶ εἷς «Μακεδονικὸς Ἀγών», ὁ ὁποῖος μᾶς ἀποκαλεῖ δολοφόνους κλπ. Δὲν ἔχει μείνει ὕβρις διὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἐληλατήθησαν ὅλα τὰ ἑλληνικὰ ὑβρεολόγια, καὶ ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀπηυθύνθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ ἀντιπολιτευομένου τύπου. Καὶ ὅλα αὐτὰ νομίζετε ὅτι τὴν θέσιν τὴν κοινοβουλευτικήν τὴν διασφαλίζουν μὲ αὐτὸν τὸν πόλεμον τὸν ὀλέθριον καὶ τὸν μυσαρόν, ὁ ὁποῖος γίνεται κατὰ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἔδωκε τὸ παράδειγμα τῆς ἀνεξικακίας, χάρις εἰς τὴν μεγάλην ἀνωτερότητα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία παρέλαβε τὸ Κράτος μετὰ τὸ ἀπονενοημένον ἐκεῖνο πολιτικόν σας διάβημα, τὴν πολιτικὴν αὐτοκτονίαν, παρέλαβε τὸ Κράτος τὴν 6ην Μαρτίου μὲ ἀνεξικακίαν καὶ γενναιοφροσύνην, καθ’ ἥν στιγμὴν εἴχετε θέσει ὑπὸ κράτησιν τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, ἡ ὁποία μικροῦ δεῖν ἔτεινε καὶ τὴν ἑτέραν παρειὰν διὰ νὰ τὴν ραπίσητε, Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἐδίστασε καὶ ἀμνηστείαν ἀκόμη νὰ δώσῃ εἰς τοὺς πολιτικοὺς διὰ τὸ ἀδίκημα τὸ τερατῶδες, Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐφέρθη ὅπως συμπεριεφέρθη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα διὰ νὰ συμφιλιώσῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας καὶ ἔρριψε τὸν πέπλον τῆς λήθης ἐπὶ τοῦ φρικαλέου παρελθόντος σας, αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν πρέπει διὰ τὴν ἀπόπειραν αὐτήν, τὴν ἀνόητον, νὰ τὴν περιβάλητε διὰ τοιούτων ὕβρεων, διὰ τὰς ὁποίας καὶ σεῖς εὐθύνεσθε; Εἰς οὐδὲν τὰ μεγάλα διδάγματα τοῦ χριστιανισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν σᾶς ὠφέλησαν. Διὰ σᾶς ἦτο λαχεῖον ἡ 6η Ἰουνίου πρώτου βαθμοῦ. Σεῖς εἶσθε χαμένοι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἐλεεινῆς ἐκείνης ἀποπείρας τῆς 6ης Μαρτίου 1933, καὶ νομίζετε ὅτι μὲ τὸ νὰ ἀναρριπίζητε καθημερινῶς τὴν 6ην Ἰουνίου, ὅτι θὰ καταστρέψητε τὸ ἔργον μας; Ὄχι. Δὲν θὰ τὸ καταστρέψητε, διότι δὲν θὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ πράξητε τοῦτο. Διὰ τοῦτο θὰ θέσωμεν τέρμα καὶ φραγμὸν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διὰ νὰ παύσῃ ἡ πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις. Ἐφόσον τὸ ἥμισυ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν εἶχε πλέον καμίαν πεποίθησιν εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ὡς ἐξελίσσετο αὕτη, ὡς θὰ ἀποδείξω κατωτέρω, ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ τὴν κάμω. Ἀλλ’ ἔπραξα καὶ κἄτι ἄλλο, ἔθηκα ὡς ἐπόπτην καὶ διευθυντὴν τῶν ἀνακρίσεων ἀνώτερον δικαστικὸν τὸν Ἀρεοπαγίτην κ. Ἠλίαν Παπαηλιοῦ, ἐφαρμόσας τὸ ἄρθρον 23 τοῦ νόμου 5859 τοῦ 1929.
§485ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολὺ ἐβραδύνατε.
§486ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔπραξα καὶ αὐτὸ διὰ νὰ θραυσθοῦν τὰ βέλη τὰ ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν τῆς συκοφαντίας, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξεχύνοντο καὶ ἐναντίον τοῦ νέου ἀνακριτοῦ. Ἔθεσα προπύργιον, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς διατάξεως κειμένου νόμου, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐψηφίσατε καὶ ἔθεσα ἀνώτερον δικαστικόν, ἕνα τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἐπιθεωρητὴν τῶν Δικαστηρίων, τὸν κ. Παπαηλιοῦ, ὅπως γνωρίζετε, ὅστις δι’ ἐγγράφου του μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀόριστος, διότι δὲν διατυποῖ καθαρῶς ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά μου, καὶ θὰ ἔλθω εἰς σύγκρουσιν μὲ τοὺς Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀπαλλάξητε καὶ διότι ἤρχισεν ὁ τύπος νὰ γράφῃ ἐναντίον μου. Κατόπιν δέ, εἰς ἰδιαιτέραν μετ’ ἐμοῦ συνομιλίαν, μοὶ ἐξέθηκε καὶ τοὺς προσωπικοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶχε νὰ μὴ ἀναλάβῃ τὴν ἐποπτείαν, δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἀνακοινώσω, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους εὗρον ἐντελῶς δεδικαιολογημένους. Κατόπιν διωρίσθη ὁ Ἀρεοπαγίτης αὐτὸς μέλος Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων καὶ κατὰ νόμον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ ἄλλα καθήκοντα. Καὶ ἀνέθεσα τὴν ἐποπτείαν εἰς τὸν Ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Ρωμᾶνον, τὴν ἐντιμότητα τοῦ ὁποίου καὶ τὴν χρηστότητα γνωρίζετε. Εἶναι δὲ καὶ ὁ μόνος τοιοῦτος, ὅστις ἐποπτεύει ὡς Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ οἴκοθεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως. Ἐφήρμοσα μίαν διάταξιν, ἥτις ἔλεγεν, ὅτι «εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναθέτῃ διὰ πράξεώς του, εἰς Ἀρεοπαγίτας, Ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, Εἰσαγγελεῖς καὶ Ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν τὴν ἐποπτείαν καὶ διεύθυνσιν τακτικῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ ὡρισμένης ἑκάστοτε ὑποθέσεως, διεξαγομένης καὶ ἐκτὸς τοῦ Ἐφετείου παρ’ ᾧ οἱ ἐκ τούτων Εἰσαγγελεῖς καὶ Ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν ὑπηρετοῦσιν». Εἰς πάντας τοὺς ἰδιώτας γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν δὲν χρειάζεται μεγαλυτέρα ἑρμηνεία τῆς διατάξεως αὐτῆς. Διότι ρητῶς ἀναφέρεται, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ πράξεως αὐτοῦ νὰ ἀναθέτῃ εἰς ἑκάστοτε περιπτώσεις τὴν ἐποπτείαν. Τώρα οἱ ἐπερωτήσαντες μὲ ἤλεγξαν ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα....
§487Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν σᾶς ἠλέγξαμεν, ὅτι δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ τὸν διορίσητε, ἀλλὰ διατὶ τὸν διωρίσατε.
§488ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Κούνδουρος λέγει, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἔπρεπε νὰ διορίσῃ τὸν ἐπόπτην.
§489Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν καταλληλότερον ἐπόπτην.
§490ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ εἴπητε, ἐὰν ἦσθε σεῖς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ὑπεγράφετε ἔγγραφον ποὺ νὰ λέγῃ τάδε, «πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 23, παρακαλῶ νὰ μοὶ ὑποδείξητε σεῖς ποῖον νὰ διορίσω ἐγὼ ἐπόπτην ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως; Θὰ μοῦ ἔλεγεν ὁ Ἄρειος Πάγος. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 23, Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι ἀγνοεῖς, ἐγὼ δὲν ἔχω καμμία δουλειὰ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Αὐτὸ γίνεται διὰ πράξεώς σου, καὶ πάρε πίσω τὸ ἔγγραφόν σου, διότι εἶσαι ἀγράμματος. Αὐτὰ θὰ μοὶ ἔλεγεν ὁ Ἄρειος Πάγος. Αὐτὸ δὲ ἀξιοῖ εὐλογοφανῶς καὶ σπουδαιοφανῶς ὁ κ. Κούνδουρος ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω, καὶ μὴ πράξας τοῦτο, ἔκαμα σκάνδαλον. Καὶ σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι δὲν γνωρίζω πῶς, ἐνῶ οἱ ἐπερωτῶντες τὴν ἐπερώτησίν των τὴν ἔχουν παρασκευάσει ἀπὸ τῆς ἑπομένης τοῦ πραξικοπήματος τοῦ ἰδικοῦ μου καὶ αὐτοῦ τοῦ τραύματος τοῦ ἀνεπανόρθωτου τῆς δικαιοσύνης, ὅπερ κατ’ αὐτῆς ἔκαμα, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν 25ην τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου 1933 ἔχουν παρασκευασθῆ, διατὶ ἦλθον νὰ μὲ ἐλέγξουν ἀπόψε. Εἶνε περίεργον! Πῶς ἤλθετε ἀμελέτητοι νὰ μὲ ἐλέγξητε ἀπόψε, σεῖς ἄνθρωποι τόσον ἔξυπνοι; (παρατεταμένα χειροκροτήματα). Δὲν παίρνετε νὰ διαβάσητε ὀλίγα κείμενα νόμου. Δὲν πρόκειται περὶ ξένων συγγραμμάτων. Τὰ πράγματα αὐτά εἶναι τόσον ἁπλᾶ, καὶ πρόκειται περὶ δύο μόνον νομικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἠδύνασθε νὰ μελετήσητε. Πῶς ἤλθετε νὰ μὲ ἐλέγξητε καὶ λέγετε τὰς παραδόξους καὶ κωμικὰς αὐτὰς θεωρίας ἀπόψε, σεῖς νομικοὶ καὶ πρώην Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ νὰ μοῦ λέγητε νὰ ὑπάγω νὰ λάβω τὴν γνώμην τοῦ Ἀρείου Πάγου, περὶ τοῦ ποῖον θὰ διορίσω ἐπόπτην καὶ ὅτι παραβιάζω πάλιν τὰ ἀμπελοχώραφα τοῦ κ. Χατζῆ. Καὶ εἴπετε ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ ἐπόπτης τῆς ἀνακρίσεως. Πῶς ἐγὼ διορίζω ἐπόπτην; Ναί, τὸν διορίζω, διότι σεῖς εἴπετε, ὅτε ἐκάματε τὸν νόμον τοῦ 1929, ὅτι εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ ἀνώτερον ἐπόπτην. Ἐκτελῶν λοιπὸν τὰς ἐπιταγὰς τῶν κειμένων νόμων, νόμων μάλιστα ἰδικῶν σας, σκανδαλοποιῶ ἐγὼ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ἀλλ’ ὅ,τι κάμνομεν ἡμεῖς, εἶναι σκάνδαλον καὶ κατακερμάτισις τῆς δικαιοσύνης καὶ τίποτε δὲν κάμνομεν διὰ τὴν δόλια δικαιοσύνην; Εὑρισκόμεθα ἡμεῖς εἰς ἐμφύλιον σπαραγμὸν μὲ τὴν δικαιοσύνην; Ἔχομεν τίποτε προηγούμενα μὲ τὴν δικαιοσύνην; Τί εἴμεθα ἡμεῖς; Ἀρβανῖται εἴμεθα ἡμεῖς καὶ μᾶς ἔχει καταδικάσει ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη, καὶ δὲν τὴν ἀγαπῶμεν; Εἴμεθα ἐχθροὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ μόνον σεῖς εἶσθε οἱ προστάται αὐτῆς; Μὰ σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ δικαιοσύνης, κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι; Θέλετε νὰ ἀνοίξω τὸ στόμα μου τώρα; (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἐπικαλοῦμαι ὅλους τοὺς ἐφεστείους θεοὺς τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος νὰ θέσουν φυλακὴν τῷ στόματί μου, διότι, ἐὰν εἴπω ἐγὼ τὸ τὶ ἔχετε πράξει κατὰ τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, θὰ χρειασθοῦν πολλαὶ ἡμέραι. Μὰ σεῖς ἔχετε κλονίσει τὴν δικαιοσύνην καὶ τολμᾶτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ δικαιοσύνης, ὅταν τῷ 1917 ἐσταματήσατε τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν καὶ ἐξεδιώξατε ἐκ τοῦ περιβόλου τῆς δικαιοσύνης τοὺς ἀριστεῖς ἐκ τῶν δικαστῶν τοὺς ὁποίους ἐκέρδησε τὸ δικηγορικὸν Σῶμα ἀπὸ τότε. (χειροκροτήματα). Καὶ ὅταν ἡ μηχανή, ἡ δικαστικὴ ἔχει ἐξαρθρωθῆ ἀπὸ τότε, διότι τῆς ἔχετε βγάλει ὅλες τὶς βίδες καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εὕρωμεν κατάλληλες βίδες καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν μηχανὴν νὰ κινηθῇ ὡς δεῖ. Λέγετε ὅτι ἡμεῖς τραυματίζομεν τὴν δικαιοσύνην αὐτήν, καὶ ἤλθετε νὰ κάμητε μάλιστα καὶ ἐπερώτησιν ἐξ ὀνόματος τῆς δικαιοσύνης!! ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκαταλάβατε τί εἴπετε; Ἠξεύρετε τί ἔχει γραφῆ εἰς τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος, εἰς τὴν προμετωπίδα αὐτοῦ; Ὅτι: «Ἐντεῦθεν ἐπέρασεν ὁ βενιζελικὸς τυφών!». Ὁμιλεῖτε σεῖς περὶ δικαιοσύνης, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ Ἀρχηγοῦ σας καὶ τοῦ Ρέπουλη, εἴχετε ὑποδίκους 2.500 ἀνθρώπους καὶ 500 καταδίκους τῷ 1919 εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δὲν γνωρίζομεν πόσας ἀκόμη χιλιάδας εἴχετε ἐξορίσει εἰς τὰς διαφόρους νήσους τοῦ Ἀρχιπελάγους ἐπ’ ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑπερασπίζετε, ἐνῷ ὁ ἰδικός μας ἀγὼν ἦτο καὶ εἶναι ἀγὼν τῶν ἀδικουμένων ἐναντίον τῶν ἀδικούντων, ἀγὼν τοῦ δικαίου ἐναντίον τῆς ἀδικίας; Πῶς ὁμιλεῖτε περὶ δικαιοσύνης, ὅταν γνωρίζομεν τὶ τραγικότητες ἐγένοντο εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην κατὰ τὸ 1922. Ὁμιλεῖτε περὶ δικαιοσύνης σεῖς, οἱ δώσαντες ἀμνηστείαν εἰς τοὺς φονεῖς τοῦ Ἴωνος Δραγούμη καὶ τοῦ Βαλάκη; Ὁμιλεῖτε περὶ δικαιοσύνης σεῖς, τῶν ὁποίων ὁ Ἀρχηγός ὅτε ὁ Γαλόπουλος ἦτο ὑπόδικος ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης διὰ τὰς καταχρήσεις τῆς κινίνης, τὸν ἀνεκηρύξατε ἐντιμότατον; (Χειροκροτήματα). Ὁμιλεῖτε σεῖς περὶ δικαιοσύνης, ὅταν ὁ Ἀρχηγός σας τὴν 29ην Μαρτίου 1931 ἐνώπιον τῆς γνωστῆς Βουλῆς τοῦ 1929 διεκήρυττε τὰ παράδοξα ἐκεῖνα καὶ θλιβερὰ δόγματα ὅτι ἑκάστη Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ἰδίαν κυβερνητικὴν δικαστικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ δικαιοῦται νὰ ἐκδιώκῃ τοὺς Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης; Ἡμεῖς καὶ τότε ἀντετασσόμεθα κατὰ τῶν τοιούτων καινοφανῶν καὶ πρωτοφανῶν διδαγμάτων, προστατεύσαντες τὴν δικαιοσύνην, ὡς πράττομεν καὶ τώρα. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι τραυματίζομεν τὴν δικαιοσύνην. Ἡμεῖς ἐπουλώνομεν τὰς πληγὰς τῆς δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας ἄλλοι ἐπέβαλον ἐπ’ αὐτῆς. Δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ λέγητε ταῦτα, διότι ἡ Πολιτεία μας ὑπῆρξε πάντοτε ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης. Ἡμεῖς θέλομεν δικαιοσύνην, σκεπτομένην καὶ δρῶσαν ἑλληνιστὶ καὶ οὐχὶ βενιζελιστί, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀντιβενιζελιστί. (χειροκροτήματα). Αἱ τίμιαι προσπάθειαι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως θὰ ἀναγάγουν εἰς πέρας τὸ δυσχερὲς ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῆς τροχιάν, ὅπως θὰ ἐπαναφέρωμεν καὶ διάφορα ἄλλα ἐρείπια, τὰ ὁποῖα παρελάβομεν τὸν Μάρτιον τοῦ 1933. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον ὅτι ἐπερωτῶσι τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἀντεκατεστάθη εἷς ἀνακριτής. Μήπως εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἀντικαθίστανται οἱ ἀνακριταί; Εἶπον δὲ προσέτι καὶ ἄλλα παράδοξα ὅτι δὲν πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις, διότι δὲν συλλαμβάνεται ὁ Καραθανάσης, καὶ ἑπομένως ὁ ἀνακριτὴς θὰ μένῃ, διότι δὲν συλλαμβάνεται ὁ Καραθανάσης! Βλέπετε λοιπὸν ὅτι σᾶς ἔθεσα ἀνώτερον ἐπόπτην τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος συγκεντροῖ τὰς ἰδιότητας τοῦ διευθυντοῦ καὶ ἐπόπτου τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρ. Πάγου, τὸν κ. Α. Ρωμανόν. Αὐτὸς θὰ καθοδηγῇ τὸν ἀνακριτήν. Ὁ ἀνακριτὴς ἂν τολμήσῃ νὰ κάμῃ παραστράτημα θὰ ἔχῃ βαρὺν τὸν πέλεκυν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του, διότι θὰ ἔχῃ ἐπάνω του τὸν Ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις θὰ τὸν κρίνῃ ὅταν θὰ προαχθῇ καὶ ὅταν θὰ μετατεθῇ, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ ὁλόκληρον τὸ μέλλον του. Καὶ λέγετε λοιπόν, ὅτι, θέσας ἐπικεφαλῆς τῆς Δικαιοσύνης, τῆς ἀνακρίσεως αὐτῆς, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐξαιρετικόν, Ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔκαμα διὰ νὰ συγκαλύψω τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου 1933; Ἀντελήφθητε ὁποίαν ὕβριν ἐξεστομίσατε κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ κατὰ τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, ὅτε ἀπηυθύνατε τὴν μομφὴν αὐτὴν κατ’ ἐμοῦ; Δὲν τὴν ἀπηυθύνατε κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ κοινοῦ συμφέροντος κινούμενοι, συναπεφάσισαν νὰ φροντίσουν νὰ συγκαλύψουν τοὺς ἐνόχους τῆς 6ης Ἰουνίου! Αὐτὰ τὰ καινὰ δαιμόνια διδάσκετε ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην κατὰ τὴν πρωΐαν ταύτην. Δι’ αὐτὸ εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ὅπως εἶπον εἰς τὰς ἀνακοινώσεις μου, νὰ μὲ συγχαρῆτε διὰ τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης καὶ χάριν τοῦ γοήτρου αὐτῆς. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ λέγητε τίποτε κατὰ τῆς ἐνεργείας μου ταύτης, ὅταν ἔθεσα ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀνακρίσεως τὸν Ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου....
§491ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει μόνιμος ἐπόπτης. Ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ κ. Χαϊδᾶς.
§492Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀνέλθητε εἰς τὸ βῆμα. Μὴ διακόπτετε. Σᾶς πειράζει ἡ ἀλήθεια;
§493ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐξακολουθεῖτε καὶ πάλιν νὰ ὁμιλῆτε, χωρὶς κανὲν ἔρεισμα ἐπὶ τοῦ νόμου. Διώρισα ἀνώτερον ἐπόπτην, διότι ἐδικαιούμην νὰ πράξω τοῦτο... Ἴσως ἠδυνάμην νὰ θέσω ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ διὰ λόγους τοὺς ὁποίους γνωρίζετε, δὲν δύναμαι νὰ τὸν θέσω. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησίς μας εἰσηγήθη καὶ εἶνε ἐκκρεμὲς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἰδιαίτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ ζητημάτων φόνου καὶ ἀποπείρας φόνου, δύναμαι νὰ θέσω εἰς ἐνέργειαν τοὺς ἰσχύοντας νόμους περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ληστείας, καὶ ἐμπρησμοῦ, κατὰ τοὺς ὁποίους, αἱ ὑποθέσεις αὗται ἐκδικάζονται τάχιστα, δύνανται αἱ ὑποθέσεις αὗται καὶ δι’ ἀπευθείας κλήσεως νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ Κακουργιοδικείου, τὰ ἔνδικα μέσα περιορίζονται, αἱ προθεσμίαι διὰ τοὺς φυγοδίκους ἀπόντας, καὶ αἱ λοιπαί, περιορίζονται, καὶ ἔχομεν ταχὺν τερματισμὸν τῶν ὑποθέσεων. Ταῦτα δὲ ἔπραξα ἐναντίον τῶν κατηγορουμένων καὶ ὑπὲρ τοῦ παθόντος Ἐλευθερίου Βενιζέλου, διὰ νὰ φέρω τὸ ταχύτερον τὴν ὑπόθεσιν εἰς φῶς τοῦ ἀκροατηρίου, διὰ νὰ διαλάμψῃ ἡ ἀλήθεια καὶ διὰ νὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ἔνοχοι καὶ νὰ τιμωρηθοῦν παραδειγματικῶς. Καὶ αὐτὴν τὴν ἐνέργειάν μας τὴν ψέγετε, καὶ ὡς ἐδηλώσατε, θὰ καταπολεμήσητε τὸ νομοσχέδιον. Δικαίωμά σας εἶναι, διότι καὶ εἰς ἄλλο σχετικὸν μὲ τὴν σύντμησιν προθεσμιῶν νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου 1933 τὸ κατεπολεμήσατε. Σεῖς δὲν θέλετε νὰ τελειώσῃ ποτὲ ἡ ὑπόθεσις αὐτή, καὶ οὕτω πως ἐνεργεῖτε, ἡμεῖς ὅμως θέλομεν νὰ τὴν τελειώσωμεν. Τώρα εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ. Εἶχον μάθει, Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς ἀνακρίσεως, εἴδετε δὲ καὶ σεῖς ὅτι δὲν ἐπρολάβαινον οἱ μάρτυρες νὰ κάμωσι τὰς καταθέσεις των καὶ αἱ καταθέσεις των ἐτυπώνοντο εἰς τὰς ἐφημερίδας, αὐτὴ ἦτο ἡ περίφημος μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως, τὴν ὁποίαν τόσον ἐπικαλεῖται ὁ κ. Χαϊδᾶς, εἶχον μάθει, λέγω, ὅτι εἰς τὸ Δʹ Ἀνακριτικὸν γραφεῖον ὑπῆρχε μία δακτυλογράφος, ἡ ὁποία ἐμπορεύετο τὰ ἀντίγραφα ὅλων τῶν ἀνακριτικῶν καταθέσεων. Ἐφώναξα τότε, ἀλλὰ μοῦ εἶπον ὅτι τὸ πρᾶγμα διωρθώθη, μυστικὴ ὅμως ἀνάκρισις δὲν ὑπῆρχε πλέον, διότι τὰ ἀντίγραφα δὲν ἐδίδοντο μόνον εἰς τοὺς διαδίκους, ἀλλὰ εἰς πάντα προσφέροντα χρήματα. Ἐὰν ζητήσητε νὰ σᾶς φέρουν ἀντίγραφα τῶν μαρτυρικῶν καταθέσεων δὲν γνωρίζω πόσας ἑκατοντάδας θὰ εὕρητε κυκλοφοροῦντα εἰς τὰς Ἀθήνας, δοθέντα εἰς πάντας ἀπὸ τὸ Δʹ Ἀνακριτικὸν Γραφεῖον. Ἀκούσατε λοιπὸν τί λέγει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁ Γραμματεὺς τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. «Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 27 ἐ. ἔ. παραγγελίας ὑμῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω ὅτι 1) Ἡ Μαρία Φασιλῆ δὲν εἶχε διορισμὸν ἐμμίσθου ἤ ἀμίσθου γραφέως παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ, ἀλλ’ εἰργάζετο ὡς ἁπλῆ ἀντιγραφεὺς εἰς τό τμῆμα ἀντιγραφῆς. 2) Διὰ τὴν δακτυλογράφησιν τῶν μαρτυρικῶν καταθέσεων τῆς ἀποπείρας τῆς 6ης Ἰουνίου 1933, προσελήφθη αὕτη παρὰ τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ τοῦ Δʹ τμήματος, κ. Τζωρτζάκη, ἐν ἀγνοίᾳ μου. 3) Εὐθὺς ὡς ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης παρὰ τῷ ἄνω ἀνακριτικῷ γραφείῳ καὶ κατόπιν τῶν κατ’ αὐτῆς καταγγελιῶν παρ’ ἀστυνομικῶν συντακτῶν, καὶ εἰδικῶς, διότι ἐχορήγει ἀνεξελέγκτως καὶ ἀθρόως ἀντίγραφα κατὰ τρόπον σκανδαλώδη, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ τύπος νὰ ἀσχοληθῇ δυσμενῶς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διέταξα τὴν ἀπομάκρυνσίν της ἐκ τῶν γραφείων τοῦ δικαστηρίου, καταστήσας τοῦτο γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ἀνακριτήν, πρὸς ὅν παρέστησα ὅτι ἔδει νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του διὰ τὰ ἐναντίον της καταγγελλόμενα, προσφερθεὶς μάλιστα νὰ ἀποσπάσω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραφείου του οἱονδήποτε μόνιμον ὑπάλληλον ἤθελε ζητήσει διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀνωτέρω ἐργασίας. Ἀτυχῶς, οὐ μόνον δὲν εἰσηκούσθη ἡ σύστασίς μου, ἀλλὰ μετὰ ὀκταήμερον ἀπὸ τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς περὶ ἧς πρόκειται ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου, ἐπανεγκατεστάθη αὕτη ἐκ νέου καὶ ἠσχολεῖτο εἰς τὴν κατάρτισιν δακτυλογραφημένων ἀντιγράφων. Εὐθὺς δὲ ὡς περιῆλθεν εἰς γνῶσιν μου τὸ τοιοῦτον μετέβην ἐκ νέου εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ, παρ’ οὗ ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τίνος ἐπανεγκατεστάθη ἡ περὶ ἧς πρόκειται, καὶ ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν. Ἐδέησε τότε νὰ διατάξῃ τὸν Γραμματέα του νὰ παραλάβῃ παρὰ ταύτης τὰς εἰς χεῖράς της καταθέσεις, καὶ ἐκείνη χολωθεῖσα κατέφθασε μετὰ τοῦ Γραμματέως τῆς ἀνακρίσεως εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ, εἰς ὅ εὑρισκόμην τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἀπειλοῦσα καὶ ἐξυβρίζουσά με, ἐν ταὐτῷ δὲ ἐδεχόμην καὶ ἐπίθεσιν ταύτης. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς παραστάσεις μου, ὅτι ἔδει νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν ταύτης, ἀφοῦ παρίστατο καὶ ὁ χωροφύλαξ του, κατὰ τὴν ἐπίθεσιν καὶ τὸ ἀδίκημα ἦτο αὐτόφωρον, οὗτος, καίτοι ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος, οὐ μόνον οὐδὲν ἔπραξε, παραπέμψας με εἰς τὴν ἀστυνομίαν ὅπως συντάξω μήνυσιν κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ τὸ ἑσπέρας τῆς ἑπομένης καὶ περὶ ὥραν 6–7 ἐδέχετο ταύτην εἰς τὸ γραφεῖόν του καὶ καθ’ ἥν στιγμὴν εἰσῆλθεν εἰς τὸ γραφεῖόν του δι’ ὑπηρεσίαν ὁ Δικαστικὸς Γραμματεὺς κ. Μανιάτης αὕτη ἐκάθητο εἰς τὸν καναπὲν τοῦ γραφείου του συζητοῦσα μετὰ τούτου. Εἰς ἐρώτησιν δὲ τοῦ εἰρημένου Γραμματέως Δ. Μανιάτη πρὸς τὸν γραμματέα τῆς ἀνακρίσεως Α. Νεράντζην, πῶς αὕτη παραμένει εἰς τὸ γραφεῖον του, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ, ὅτι θὰ παρέμενε νὰ περατώσῃ τὴν ἐργασίαν της, διότι οὐδεὶς λόγος συνέτρεχε νὰ τὴν ἀποπέμψῃ «διότι τὴν εἶχε στὸ στομάχι ὁ Γραμματεύς», ὡς νὰ μὴ εἶχε λάβει τὴν προτεραίαν ἐν τῷ γραφείῳ του χώραν τὸ ἄνω ἐπεισόδιον». Πόθεν αὕτη ἤντλησε τὸ θάρρος τοῦτο, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον, ὡς πρὸς τὴν χορήγησιν ὅμως παρ’ αὐτῆς ἀντιγράφων μαρτυρικῶν καταθέσεων εἰς πάντα ζητοῦντα, τοῦτο εἶνε παγκοίνως γνωστόν. Εὐπειθέστατος Ὁ Γραμματεὺς Πρωτ. Ι. Κανναβός».
§494ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἶσχος. Αἶσχος!
§495ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μᾶς δίδετε τὸ ἔγγραφον, κ. Ὑπουργέ;
§496ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Φέρει χρονολογίαν 2 Ἰανουαρίου 1934. Φαντάσθητε, Κύριοι, μυστικότης ἀνακρίσεως! Ὅποιος ἔδιδε χρήματα, ἔπαιρνεν ἀντίγραφον, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἦτο δικηγόρος παρόντος ἢ κατηγορουμένου, ὁ δὲ ἀνακριτής, ἄνευ γνώμης τοῦ Προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου καὶ παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Γραμματέως τοῦ Δικαστηρίου, ἐπανεγκατέστησε καὶ πάλιν εἰς τὸ γραφεῖον τὴν εἰρημένην δακτυλογράφον, καίτοι αὕτη εἶχε καταδικασθῆ δὶς εἰς φυλάκισιν εἴκοσιν ἡμερῶν δι’ ἄδικον ἐπίθεσιν καὶ δι’ ἐξύβρισιν τοῦ Γραμματέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τούτου, διὰ νὰ χαρακτηρίσω τὴν στάσιν τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ, διότι τὸ ἄνω ἔγγραφον ὁμιλεῖ εὐγλώττως. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλο. Κατὰ τὰς 6 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1933 ἤρξατο ἡ κατάθεσις τοῦ μάρτυρος Ἀχόλου. Παρελθούσης τῆς ὥρας, διακόπτεται μὲν καὶ αὕτη διὰ τὰς 8 Ἰουνίου καὶ συνεχίζεται τὴν 6ην Ἰουλίου τοῦ 1933. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ὅσοι ἔχετε κάμει τὸν δικηγόρον, ἠξεύρετε τὶ θὰ εἴπῃ μάρτυς νὰ ὑπάγῃ εἰς ἀνάκρισιν, νὰ ἀρχίζῃ νὰ ἐξετάζηται καὶ νὰ διακόπτεται ἡ κατάθεσίς του καὶ νὰ συνεχίζηται ἡ κατάθεσίς του ὕστερα ἀπὸ ἕνα μῆνα; Φαντάζεσθε τώρα ἐν τῷ μεταξὺ τί ἔγινεν ἐπ’ αὐτοῦ, μὲ τὰ λεγόμενα εἰς τὰ ραδιόφωνα παράσιτα καὶ τὰς παρεμβολάς. (γέλωτες). Φαντάσθητε ἱκανότητα ἀνακριτοῦ διὰ τὴν συλλογὴν τῶν στοιχείων ἐκ μαρτυρικῶν καταθέσεων, διὰ νὰ συλληφθοῦν οἱ ἔνοχοι. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς εἶναι ἱκανὸν νὰ στηρίξῃ πειθαρχικὴν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ἔβλεπεν αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ κατὰ τοῦ Ἀνακριτοῦ, ὅστις ἦτο δράστης αὐτῶν τῶν ἀτασθαλιῶν. Ἡ κατάθεσις τοῦ Λαγογιάννη, ἡ τελευταία 16 Δεκεμβρίου, συνεχίζεται τὸ ἀπόγευμα τῆς ἑπομένης. Ἀνασυνεχίζεται τὴν μεθεπομένην Δευτέραν καὶ ὄχι τὴν Κυριακήν, ὡς ἔδει. Διότι ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων ὑποχρεοῖ τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα καὶ τὰ ἄλλα δικαστικὰ γραφεῖα νὰ ἐργάζωνται τρεῖς ὥρας τὴν Κυριακήν ὅταν ἔχουν ἐργασίαν. Διακόπτεται καὶ αὐτὴ διὰ τὴν Τρίτην τὸ πρωΐ καὶ ἔχομεν κατάθεσιν αὐτοῦ τῆς 16 Δ)βρίου μὲ διαφόρους παρεμβολάς. Αὐτά, Κύριοι, δὲν τὰ ἔβλεπαν οἱ Εἰσαγγελεῖς οἱ κατώτεροι καὶ οἱ ἀνώτεροι;
§497Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς τοὺς ἠλέχθητε τόσον καιρόν;
§498ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὰς 28 Νοεμβρίου ἐξετάζεται εἷς πρόσφυξ Κατβακίδης. Λέγει τὰ ἑξῆς. Θὰ γελάσωμεν ἀπόψε καὶ θὰ κλάψωμε μαζί, Κύριοι, μὲ αὐτὰ ποὺ θὰ ἀκούσητε.
§499ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς κλαίομεν, διότι ἐπικαλεῖσθε τὰ ἀστεῖα αὐτὰ ἐπιχειρήματα.
§500ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ κλαίω εἰλικρινῶς, διότι ὁ κ. Παπαναστασίου ἔφθασεν εἰς θέσιν νὰ μὴ ἀντιλαμβάνηται, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἰδικά μου δὲν εἶναι ἀστεῖα. Ἀκούσατε τώρα τὸν κ. Κατβακίδην. «Δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ ἐξετασθῶ, λόγῳ οἰνοποσίας καὶ ἀδυνατῶ νὰ συγκεντρώσω τὰς παραστάσεις μου. Ἐφ’ ᾧ συνετάγη κλπ. Ὑπογραφὴ Τζωρτζάκης». Ἐγώ, Κύριοι, δὲν γελῶ τώρα πλέον εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἀλλ’ ὡς ὑπεύθυνος διοικητὴς τῆς δικαιοσύνης θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι διότι ἡ δικαιοσύνη ἔχει ἐν αὑτῇ τοιαῦτα πρόσωπα ἀκόμη. Φαντάσθητε ἀνακριτήν, μὴ δυνάμενον νὰ ἀντιληφθῇ ἕνα οἰνόφλυγα, ὅστις μὲ διαλάμψεις ἐνεφροσύνης λέγει: Εἶμαι μεθυσμένος. Τί ζητᾷς ἀπὸ ἐμέ; Ἐάν ὁ μεθυσμένος ἔλεγεν ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶναι ἔνοχος ὁ Ταλλιαδοῦρος, σήμερον θὰ ἐζητεῖτο ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ἄδεια διώξεώς μου, διότι ὁ ἀνακριτὴς δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ ὅτι ὁ μάρτυς ἦτο μεθυσμένος καὶ δὲν εἶχε νοῦν νὰ καταθέσῃ ἐνώπιόν του! Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, διὰ τῆς καταθέσεώς του, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὴν ἑπομένην τῆς πράξεως, κάμνει ρητὴν καταγγελίαν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων κ. Ι. Μεταξᾶ καὶ λέγει: «Δυστυχῶς δὲν ἠμπορῶ νὰ εἶμαι ἐξίσου βέβαιος, ὅτι εἶναι ἀμέτοχος ποινικῆς εὐθύνης διὰ τὸ ἔγκλημα καὶ ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς». Σᾶς ἐρωτῶ· ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην καταγγελίαν τοῦ παθόντος καθ’ ἑνὸς προσώπου, καὶ μάλιστα ἐπιλέκτου πολιτικοῦ Ἀρχηγοῦ κόμματος, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μεταξᾶ, τὶ ὤφειλε νὰ κάμῃ ὁ ἀνακριτὴς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἀνακρίσεως; Νὰ ἐξετάσῃ τοὺς μάρτυρας τί γνωρίζουν διὰ τὸν κ. Μεταξᾶν. Εἶναι ἠθικὸς αὐτουργός; Ἦτο εἰς τὸ ἐκτελεστικὸν ἀπόσπασμα; Τέλος πάντων, τί ἔκαμεν εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτήν; Μέχρι σήμερον ὅμως οὐδεὶς μάρτυς ἐξητάσθη ἐπὶ τῆς καταγγελίας κατὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ μένει οὕτω ὁ κ. Μεταξᾶς μὲ μίαν ἐκκρεμῆ ἐναντίον αὐτοῦ κατηγορίαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Βενιζέλου, διότι ὁ Τζωρτζάκης συγκαλύπτει τὴν ἐνοχὴν τοῦ κ. Ι. Μεταξᾶ.
§501Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Γνωρίζετε διατὶ δὲν τὸ ἔκαμε; Διότι ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ τὸν μηνυτὴν ποῦ εἶναι τὰ στοιχεῖα σου; Διατὶ δὲν τὰ ἐζήτησε; Διότι ὑπῆρχε παρὰ τῇ ἀνακρίσει παρανάκρισις, ἡ ὁποία τοῦ εἶπε: πρόσεχε, μὴ κάμῃς αὐτὸ τὸ λάθος, διότι ἔχομεν στοιχεῖα ἐκ τῶν ὁποίων φαίνεται ὅτι, ἔχι μόνον ὁ Μεταξᾶς δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἀλλὰ, τοὐναντίον, τὸν Ἰανουάριον ἐπρόλαβε μίαν....
§502ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ ἔπραξε, παραβὰς τὸ καθῆκόν του βαρέως, καὶ φαίνεται ὅτι ἀλλαχόθεν ἔλαβε παροτρύνσεις νὰ μὴ προχωρήσῃ τὴν ὑπόθεσιν κατὰ τοῦ κ. Ι. Μεταξᾶ. Ἀλλὰ τὶ ἄλλο θέλετε ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Μπαμπᾶκος; Κάμνει κατάθεσιν ὁ μάρτυς Κωνσταντακόπουλος. Ὁρκίζεται, τελειώνει ἡ κατάθεσίς του αὕτη, καὶ ὁ ἀνακριτὴς τὴν σχίζει, διότι δὲν τοῦ ἤρεσεν. Αὐτὰ τὰ εἶπεν ὁ μάρτυς οὕτω τὴν ἑπομένην εἰς τούς συναδέλφους του, ἐνῶ ἐξ ἀντιθέτου, ὡς ἄνω ἐλέχθη, ὁ ἴδιος ὁ κ. Ἀνακριτὴς προβαίνει εἰς τὴν κατάθεσιν μάρτυρος εὑρισκομένου ἐν μέθῃ καὶ δὲν διστάζει νὰ συντάξῃ τὴν κατάθεσιν τοῦ Κατβακίδου, ἥν σᾶς ἀνέγνωσα! Ἔσχισε τὴν κατάθεσιν καὶ εἶπεν εἰς τὸν μάρτυρα νὰ μὴ εἴπῃ τίποτε. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ καθαροῦ ἀδικήματος εἰς ὅ προέβη ὁ ἀνακριτής. Καὶ αὐτὰ, Κύριοι, ἠθέλατε νὰ τὰ ἀνέχηται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ποία ἐπιταγὴ τοῦ νόμου, Κύριοι Βουλευταί, λέγει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀντικαθιστᾷ τὸν ἀνακριτήν μετὰ πειθαρχικὴν τιμωρίαν; Καὶ πότε Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν ἐπρότειναν ἀντικατάστασιν ἀνακριτῶν μετὰ πειθαρχικὴν τιμωρίαν; Αὐτό, Κύριοι, ἦτο καὶ τὸ ἄλλο νομικὸν ἐπιχείρημα, ἐφ’ οὗ ἐστηρίξατε τὴν ἐπερώτησίν σας. Νὰ τὸν τιμωρήσω πειθαρχικῶς καὶ ὕστερα ἀπὸ μῆνας δηλαδή, καὶ ὕστερον νὰ τὸν ἀντικαταστήσω χάριν τῆς καλῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης!! Ἀφήνω τὸ ὅτι ἐξητάσθησαν πεντήκοντα μάρτυρες σεσημασμένοι. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀνακρίσεως. Δέν ἀποδίδω εὐθύνην δι’ αὐτὸ εἰς τὸν ἀνακριτήν. Ὤφειλε νὰ τοὺς ἐξετάσῃ καὶ εἰς τὰ δικαστήρια ἀπόκειται νὰ ἐκτιμήσουν τὴν βαρύτητα τῶν καταθέσεων αὐτῶν. Ὁ διευθύνων τὴν Χωροφυλακὴν Χαλκίδος Σκαμπαρδώνης, τὴν ἑπομένην τῆς ἀποπείρας ἔστειλεν εἰς τὸν ἀνακριτὴν τὸ ἑξῆς ὑπ’ ἀριθ. 12051 τηλεγράφημα: «Ἀνακριτὴν Δʹ Τμήματος. Κατόπιν αὐτοπροσώπου ἐξετάσεώς μου Γ. Καραθανάσης κατοικεῖ Πολιτικά. Ἀπολυθεὶς μὲ ἐγγύησιν ἀνεγύρησεν ἀδείᾳ Εἰσαγγελέως μεσημβρίαν δευτέρας Ἰουνίου δι’ αὐτόθι μὴ ἐπανελθών. Πρώην ἀνθυπασπιστὴς χωροφυλακῆς Φασουλᾶς Λάμπρος, ἄγνωστος περιφέρειάν μου, δὲν ἀφίχθη ἐνταῦθα, συνδέεται ὅμως μετὰ Καραθανάση ἀπὸ δεκαετίας, συναντώμενοι ἤδη αὐτόθι μετ’ αὐτοῦ. Ἀνεχώρησεν ἀπὸ δεκαπενθημέρου δι’ αὐτόθι εἰς Πολιτικὰ Κωνσταντῖνος Σουλιώτης πρώην συγκατηγορούμενος καὶ κουμπάρος Καραθανάση, κακοποιός, λόγῳ καταδίκης. Ὑπογραφὴ Σκαμπαρδώνης». Ὑποδεικνύει ὁ Σκαμπαρδώνης ὅτι ἐδῶ εἶναι εἷς κουμπάρος συγκατηγορούμενος τοῦ Καραθανάση Κωνστ. Σουλιώτης, ὁ ὁποῖος πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν ἔφυγεν ἀπὸ τὰ Πολιτικὰ κακοποιός. Στρέψατε τὴν προσοχήν σας κατ’ αὐτοῦ. Ὁ δυστυχὴς Σκαμπαρδώνης μοῦ εἶπε τὴν ἄλλην φοράν, ὅτε ἤμην εἰς τὴν Χαλκίδα, ἐγὼ τὸ ἐτηλεγράφησα διὰ τὸν Σουλιώτην ἀμέσως τὴν ἑπομένην. Στρέψε τὰ βλέμματά σου κατὰ τοῦ Σουλιώτου. Ἐπῆγα μοὶ εἶπεν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εὗρον τὸ τηλεγράφημά μου εἰς τὸ συρτάρι τοῦ ἀνακριτοῦ. Τοῦ λέγει: τί κάμνεις αὐτοῦ; Διατὶ δὲν τὸν συλλαμβάνεις;
§503Α. ΚΑΚΑΡΑΣ. Ἔγινεν αὐτό, διότι τὸ «Ἐλ. Βῆμα» ἔγραφεν, ὅτι ὑποθάλπει τὸν Καραθανάσην.
§504Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ὅτε αὕτη εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ φιλοξενήσῃ ἐπί τινα καιρὸν τὸν ἀξιοθρήνητον αὐτὸν ἀνακριτήν, δὲν εἶναι ὀλίγα τὰ σφάλματα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§505ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπληροφορήθην καὶ διὰ τὴν εἰς Ἰκαρίαν δρᾶσιν του, ὅτε ἦτο Εἰρηνοδίκης Ἀφοῦ ὁ ἀνακριτὴς ἔλαβε τοιοῦτον τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν Σκαμπαρδώνην, ἀντὶ νὰ τοῦ τηλεγραφήσῃ καὶ τοῦ ζητήσῃ διαφόρους πληροφορίας, μόλις τὴν 9 Ἰουλίου 1933 ἐξέδωκεν ἔνταλμα. Αὐτὴ ἦτο ἡ ταχύτης τῶν ἀνακρίσεων. Καὶ παρεπονεῖτο ὅτι δὲν τὸν ἐβοήθουν αἱ Ἀρχαὶ διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων καὶ μόνον τὴν 9ην Ἰουλίου ἐπῆρε χαμπάρι ὅτι εἶναι ἔνοχος καὶ ὁ Σουλιώτης. Αὐτὴν τὴν ταχύτητα εἶχεν ὁ περίφημος αὐτὸς ἀνακριτής. Ἐξήτασε περὶ τοὺς ἑξακοσίους μάρτυρας καὶ ἐπελάγωσεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ἐνῶ εἶχε τὴν Καντιλλὰκ καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦ αὐτοκινήτου καὶ μὲ μίαν δραστηρίαν ἐνέργειαν ἀνακριτικὴν θὰ εἶχε συλλάβει ὅλους τοὺς ἐνόχους μέσα εἰς πέντε ἢ ἕξ ἡμέρας τὸ πολύ. Ἀλλ’ αὐτὸς ἐπελάγωσεν ἀμέσως, ἐτράπη πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις καὶ τὰ διάφορα στρώματα τῆς ἀτμοσφαίρας, καὶ ἔφθασε νὰ ἐξετάσῃ ἑξακοσίους μάρτυρας. Ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ μόνον ἕνδεκα μάρτυρας ἐπρότεινε νὰ ἐξετασθοῦν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἐξητάσθησαν ὅμως ἑξακόσιοι μάρτυρες, ὅπως δὲ μὲ ἐβεβαίωσεν ὁ Γραμματεὺς τοῦ Δʹ Ἀνακριτικοῦ Γραφείου, παρουσίᾳ καὶ τοῦ Γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου, ὅπως δύνανται νὰ τὸ βεβαιώσουν καὶ οἱ συνήγοροι τῶν κατηγορουμένων, ὑπῆρχον δὲ εἰς τὴν δικογραφίαν πλέον τῶν διακοσίων σημειωμάτων, ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐκινήθη ἡ ἀνάκρισις. Καὶ εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν, ὅτι πάντα τὰ ἀποστελλόμενα εἰς τὸν ἀνακριτήν, ἐπιστολαί, σημειώματα, ἔστω καὶ ἀπόκομμα ἐφημερίδος, ἀριθμοῦνται καὶ κρατοῦνται ταῦτα ὡς πειστήρια. Χρονολογεῖται ἀπαραιτήτως καὶ ἀποτελεῖ ἓν ἕκαστον ἐξ αὐτῶν ἀναπόσπαστον στοιχεῖον τῆς δικογραφίας. Μάλιστα, ὅταν ὁ μάρτυς προσέρχεται αὐθορμήτως, γράφεται ἐπάνω εἰς τὸ ἔγγραφον «αὐθορμήτως». Ἐπίσης σημειοῦται καὶ ἂν προσήχθη ὁ μάρτυς βιαίως, ἢ ἄν εἶνε τῆς ὑπερασπίσεως ἢ τῆς κατηγορίας. Ὁ ἀνακριτὴς αὐτὸς λοιπόν, διὰ τὸν ὁποῖον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, κατὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶμαι ἄξιος ἀγχόνης, διότι τὸν ἀπέλυσα, πάντα ταῦτα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ σπουδαιότερον στοιχεῖον εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διὰ νὰ ἐξακριβώσωμεν πόθεν οἱ μάρτυρες ἤντλησαν τὰ στοιχεῖα των, λέγω, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς οὗτος τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τῆς ὑπηρεσίας ὑπεξήρεσε καὶ δὲν τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν νέον ἀνακριτήν, ὡς ἦτο ὑποχρεωμένος καὶ αὐτὰ ἀκριβῶς ἀποτελοῦν ἐπαλήθευσιν τῆς ἐνεργείας μου, σχετικῶς μὲ τὴν ἀπόλυσίν του. Δὲν τὰ παρέδωκεν, ἀλλὰ τὰ ἐπῆρε σπίτι του, ὡς ἐὰν νὰ ἦτο ἰδιοκτησία του. Πόσα ἦσαν αὐτά, κ. Ράλλη, διότι σεῖς εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μᾶς τὸ εἴπητε, ὡς συνήγορος.
§506Π. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπῆρχε φάκελλος εἰς τὴν δικογραφίαν, περιέχων περὶ τὰ διακόσια σημειώματα.
§507ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄν δὲν τὰ παραδώσῃ, θὰ εἶναι ἔνοχος ὁ ἀνακριτὴς αὐτὸς ὑπεξαιρέσεως δημοσίων ἐγγράφων, καὶ θὰ διωχθῇ ποινικῶς διὰ τὸ ἀδίκημα αὐτό. Δὲν θὰ ὑποχωρήσω πρὸ οὐδενός. Θὰ προχωρήσω μέχρι τέλους. Τὸ σκάνδαλον ἐξερράγη. Καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν ὁποίων θὰ ἐπιπέσῃ. Δὲν πταίω ἐγὼ διὰ τοῦτο. Καὶ ὁ τελευταῖος ὑπενωμοτάρχης, τοῦ τελευταίου Σταθμοῦ, γνωρίζει ὅτι πρώτη δουλειὰ τοῦ ἀνακριτοῦ εἶναι, ὅταν ἔχῃ διάφορα πρόσωπα καὶ ἐνεφανίσθη ἕν πρόσωπον ὁ Πολυχρονόπουλος ὡς Γεωργόπουλος καὶ ὑπέγραψε συμβόλαιον, ἡ πρώτη ἐνέργεια τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ κάμῃ μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ αὐτοκινήτου, ἦτο, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ πλαστοπροσωπείας, νὰ διατάξῃ πραγματογνωμοσύνην ἐπὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ συμβολαίου, ἡ δὲ πραγματογνωμοσύνη αὐτὴ ἐπὶ τῆς ὑπογραφῆς θὰ διετάσσετο, ὅταν, λαμβανομένης τῆς ἀπολογίας τοῦ κατηγορουμένου Πολυχρονοπούλου, τὸν ἔβαζαν νὰ γράψῃ μίαν ἐπιστολήν, οἱανδήποτε μὲ τρεῖς ἤ τέσσαρας στίχους, τὴν ὁποίαν θὰ ἔδιδον εἰς τοὺς πραγματογνώμονας γραφολόγους, οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῆς προόδου τῆς γραφολογίας σήμερον, δύνανται ἀσφαλῶς νὰ ἀνακαλύψουν καὶ τὸν πλέον ἐπιτήδειον πλαστογράφον. Αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν ἡ ἀνάκρισις μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἀπελύθη ὁ κ. Ἀνακριτής, δὲν τὴν ἔκαμε. Δηλαδὴ αὐτὸ τὸ στοιχειῶδες καθῆκον, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐπεβάλλετο ἀπὸ τὴν στοιχειώδη ἀνακριτικὴν πεῖραν, δὲν τὸ ἐξετέλεσε!! Καὶ παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον ὅτι προχθὲς ἐξητάσθη σχετικῶς ὁ εἰδικὸς γραφολόγος κ. Χὰρτ καὶ τοῦ ἀπηυθύνθη τὸ ἐρώτημα: «Μπορεῖτε τώρα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπογραφῆς μόνον τοῦ Πολυχρονοπούλου νὰ διακρίνετε ἐὰν ἡ ὑπογραφὴ Γεωργόπουλος ἔχει γίνει ἀπὸ τὸν Πολυχρονόπουλον; Δυσκολεύομαι νὰ ἀπαντήσω μὲ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα. Καὶ οὕτω ἐχάθη ἕν πολύτιμον στοιχεῖον διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων. Ἔπρεπε τότε, ἀνυπόπτου ὄντος τοῦ Πολυχρονοπούλου, νὰ λάβητε στοιχεῖα, εἶπεν οὗτος, γραφῆς πέντε ἢ ἕξ σειράς, νὰ μᾶς τὰ παραδώσητε διὰ νὰ ἀποφανθῶμεν. Βλέπετε, Κύριοι Βουλευταί, ποῖες γκάφες ἔκαμεν ὁ ἀνακριτής. Ἔκαμε γκάφες ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων. Ἔκαμε γκάφες κατὰ τῆς δικαιοσύνης τεράστιες. Θὰ τὰ μάθητε τώρα ὅλα. Κατεσχέθησαν ἐπιστολαὶ ἐπὶ τοῦ Φασουλᾶ, αἱ ὁποῖαι διεβιβάσθησαν εἰς τὸν ἀνακριτὴν τὴν 12ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1933, καὶ ἡ πραγματογνωμοσύνη δι’ αὐτὰς διετάχθη τὴν 22αν Νοεμβρίου τοῦ 1933. Ἰδοὺ ἐνεργητικότης καὶ ταχύτης ἀνακριτοῦ! Διὰ νὰ κάμῃ δὲ αὐτά, ἐξεστράτευσεν εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, ἐκουβάλησε γραφομηχανάς, ἔκαμε φασαρίας καὶ θόρυβον, χωρὶς κἂν νὰ προειδοποιήσῃ καὶ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Τὰ στοιχεῖα διὰ τὸν κ. Π. Μαυρομιχάλην τὰ εἶχεν ἀπὸ καταθέσεις τοῦ Ἰουνίου, ὑπῆρχον δὲ σχετικαὶ δύο καταθέσεις, τοῦ Μελετοπούλου καὶ τοῦ Τριανταφυλλάκου ἀπὸ 13 Ὀκτωβρίου 1933. Καὶ ὅμως ἀφῆκε νὰ αἰωρῆται ἡ κατηγορία του, καὶ μόλις εἰς τὴν 23ην Νοεμβρίου, χωρὶς οὐδὲν ἄλλο στοιχεῖον, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ κάμῃ αἴτησιν διώξεως, ἐνῶ ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1933 νὰ κάμῃ τὴν αἴτησιν ταύτην. Ὁ Ζέρβας ἔχει ἐξετασθῆ καὶ ὡμολόγησεν, ὅτι εἶχε κάμει συνωμοσίαν μετὰ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη καὶ ἄλλων, διὰ νὰ ἀνατρέψουν τὸ καθεστὼς τοῦ 1929, καὶ νὰ σκοτώσουν τὸν Βενιζέλον. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, γνωρίζετε τὶ λέγει ὁ Ποινικὸς Νόμος εἰς τὸ ἄρθρον 61. Λέγει, ὅτι: «παραλειφθείσης παντάπασι τῆς συμφωνηθείσης πράξεως, ἀλλ’ ὄχι ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως τῶν συστασιαστῶν, τιμωρεῖται ὁ τε ἀρχηγὸς καὶ οἱ λοιποὶ συναίτιοι διὰ τὴν γενομένην ἕνωσιν, ὡς δι’ ἀπόπειραν τῆς συμφωνηθείσης πράξεως». Ὑπάρχει συναφὲς καὶ τὸ ἄρθρον 130 Ποιν. Νόμου διὰ τὴν στάσιν κλπ. Εἶχε λοιπὸν ὑποχρέωσιν ὁ ἀνακριτής, ἐφόσον ἐνώπιόν του ἐβεβαίωσε ἔγκλημα τιμωρούμενον ἀπὸ τὸν Ποιν. Νόμον ὁ Ζέρβας, νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, νὰ ζητήσῃ νέαν παραγγελίαν καὶ νὰ κάμῃ ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ τοιούτου ὡς ἀπεδείχθη ἐγκληματίου. Τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὸν Λαγογιάννην, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τρεῖς ἀντιφατικὰς καταθέσεις καὶ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐπὶ ψευδορκίᾳ κατὰ τὸ ἄρθρον 265 τοῦ Ποιν. Νόμου, διότι ἐξ αὐτῶν μία κατάθεσις θὰ ἦτο ψευδὴς καὶ αἱ ἄλλαι ἀληθεῖς καὶ ἔδει νὰ ἀνακαλυφθῇ εἰς ποίαν ἡ δικαιοσύνη θὰ στηριχθῇ. Τὸ ἀδίκημα τοῦτο, γενόμενον ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἔδει νὰ βεβαιωθῇ ὑπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἀναφερθῇ οὕτως εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Καὶ ὅμως οὔτε καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἔκαμε τὸ καθῆκόν του. Ὁ Α. Βουτσουρᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸν ἀγοραστὴν τῆς Καντιλλὰκ διότι μὲ αὐτὸν ἔκαμε τὰς δοκιμὰς τοῦ αὐτοκινήτου μέχρις Ἔντεμ. Καὶ ὅμως μέχρι σήμερον ποὺ τὸν ἀπέλυσα δὲν ἔκαμε καμμίαν κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασιν μὲ τόν κατηγορούμενον, ποὺ ἠγόρασε τὸ αὐτοκίνητον, ἐνῷ ἔπρεπεν ἡ πρώτη πρᾶξις του νὰ εἶναι ἡ ὁδήγησις τοῦ Βουτσουρᾶ εἰς τὴν φυλακήν πρὸς ἀναγνώρισιν τοῦ Πολυχρονοπούλου καὶ πρὸς χάριν τοῦ Πολυχρονοπούλου ἔμεινεν ἀνενέργητος ἡ κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασις, χάριν τοῦ Πολυχρονοπούλου, λέγω, καὶ πρὸς βλάβην τῆς δικαιοσύνης, ἐνῷ ἀμέσως ἔπρεπε νὰ τὸν πάρῃ μὲ τὸ αὐτοκίνητον καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ. Καὶ δὲν ἤθελε τίποτε ἄλλο ἡ δικαιοσύνη. Θὰ εἶχεν εἰς χεῖράς της τὸν ἀγοραστὴν τοῦ αὐτοκινήτου. Δὲν τὸ ἔπραξεν ὁ ἀκέραιος καὶ ἐνδοξότατος αὐτὸς ἀνακριτής...
§508ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύνασθε νὰ βεβαιώσητε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν ἐγένετο καμμία κατ’ ἀντιπαράστασιν ἀνάκρισις τοῦ Πολυχρονοπούλου;
§509ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔγινε μὲ τὸν ἄλλον ἀδελφόν του.
§510ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὲ ποῖον, κ. Ὑπουργέ, συνεννοήθη ὁ Πολυχρονόπουλος; Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κ. Ὑπουργέ, νὰ λέγητε αὐτά. Εἶναι ἐντροπή.
§511ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δι’ ἐμὲ εἶναι ἐντροπή ἤ διὰ σᾶς;
§512ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα. Διὰ τὰ ἐπιχειρήματά σας.
§513ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω. Νὰ ἀνακαλέσητε. Εἶναι ἐντροπὴ διὰ σᾶς αὐτὰ ποὺ λέγετε.
§514ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, βεβαιώνετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς....
§515ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαιώνω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕν ἀτύχημα τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ ὅσα βεβαιώνω ἐγώ, εἶναι στοιχεῖα ἐξηγμένα ἐκ τῆς δικογραφίας.
§516ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαιώνετε ὅτι δὲν ἔγινε κατ’ ἀντιπαράστασιν ἀνάκρισις. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§517Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ Κόμματος, προσέχετε εἰς ὅσα λέγει ὁ κ. Ὑπουργός.
§518ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Προσέχω πολὺ καλά.
§519Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς καταγγέλλει ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἔγινεν ἀτελῶς, καθόσον δὲν ἐξητάσθη κατ’ ἀντιπαράστασιν ὁ Πολυχρονόπουλος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ἀνάγκην ἕν πρᾶγμα νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς πλημμελῶς καὶ κακῶς ἐνήργησε. Τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ.
§520ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ βεβαιώνῃ ἀνακριβῆ πράγματα.
§521Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιώνει ἀκριβέστατα.
§522ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ τὸ ἴδωμεν.
§523Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς περιμένω, ἀρκεῖ μόνον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἐπερώτησις κατερρακώθη ἀπὸ ἕν.....
§524ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατερρακώθη ἡ Κυβέρνησις.
§525Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν εἶσθε εὐσυνείδητος, ὀφείλετε πράγματι νὰ τὸ ἀναγνωρίσητε.
§526ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν εἶσθε εὐσυνείδητος, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλετε νὰ κλαῖτε.
§527ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ κόμματος πάλιν ὁμιλεῖ ἀεριωδῶς. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἔγινεν ἡ κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασις τοῦ ἑνὸς τῶν πωλητῶν τοῦ αὐτοκινήτου, ὡς ἔδει νὰ γίνῃ ἀμέσως, καὶ αὐτὸς μοῦ λέγει ὅτι ἔγινε μέ τὸν ἄλλον ἀδελφόν! Μήπως ἐγὼ ἠρνήθην τοῦτο; Ἐγὼ δὲν εἶμαι συνήγορος οὐδενός. Ἐγὼ σᾶς ἀνακοινῶ καὶ σᾶς διατυπώνω τὰ γεγονότα ξηρά, ξηρότατα. Ἐγὼ σᾶς ἀνακοινῶ τὰς πλημμελείας τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἄν ἐγένετο ἀντιπαράστασις ἢ ὄχι μὲ τὸν ἄλλον ἀδελφὸν Βουτσαρᾶ, τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει. Ἐμὲ μὲ ἐνδιαφέρει, ὡς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἑξῆς: Ἐφόσον εἷς μάρτυς, ὁ πωλητὴς τοῦ ἐγκληματικοῦ αὐτοκινήτου, ὅστις ἐπιβὰς αὐτοῦ μὲ τὸν Πολυχρονόπουλον, ἔκαμε δοκιμὰς μέχρι τοῦ Ἔντεμ τοῦ Παλ. Φαλήρου, λέγει, ὅτι: «ἄν ἴδω τὸν ἀγοραστήν, θὰ τὸν ἀναγνωρίσω», ἔπρεπε νὰ γίνῃ κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασις, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ πρώτιστον καὶ στοιχειῶδες καθῆκον τοῦ ἀνακριτοῦ. Μὴ πράξας αὐτὸ ὁ ἀνακριτής, ὑπέπεσεν εἰς βαρύτατον ὑπηρεσιακὸν πλημμέλημα. Αὐτὸ ἐγὼ διατυπώνω.
§528Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀκούσῃ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος, διὰ νὰ μὴ προσπαθῇ νὰ κάμνῃ ἐντυπώσεις ψευδεῖς, διότι μόνον μὲ ψευδεῖς ἐντυπώσεις προσπαθεῖτε ν’ ἀλλοιώσητε τὰ γεγονότα.
§529ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἀκούσητε τὴν κατηγορίαν σας.
§530ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐφόσον ἡ ἀνάκρισις ἀπὸ τῶν τῶν πρώτων βημάτων της, τὸν Ἰούνιον 1933, ἤθελε τοὺς χρηματοδότας νὰ εὕρῃ, μόλις εἰς τὰς 11 Δ)βρίου 1933 ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν 19 Δ)βρίου 1933 ἀπὸ τὴν Ἀθηνῶν πληροφορίας διὰ τὰς χρηματικὰς ληψοδοσίας τῶν κατηγορουμένων. Ταχύτης ἀνακριτοῦ ὑποδειγματική! Αὐτὴ ἦτο ἡ τακτικὴ τῆς ἐργασίας τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ τῆς σοβαρᾶς ταύτης ὑποθέσεως. Ἀκούσατε τώρα, Κύριοι, καὶ ἄλλα. Εἰς τὰς 9 Ἰουλίου 1933, ὀρθῶς βεβαίως πράξας, ἐξέδωκεν ἔνταλμα κατὰ τοῦ Γεωργοπούλου. Καὶ τότε μὲν καλῶς ἔπραξε, διότι ὑπάρχει εἷς Γεωργόπουλος εἰς τὸ συμβόλαιον, ὁ ὁποῖος ἠγόρασε τὸ αὐτοκίνητον. Ἀλλὰ τί νομίζετε ὅτι ἔκαμε τώρα ὁ ἀνακριτὴς ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου Πολυχρονοπούλου; Εἰς τὰς 4 Ὀκτωβρίου 1933 ἐξεδόθη κατασχετήριον κατὰ τοῦ Γεωργοπούλου, δηλ. ἐπέρασαν τέσσαρες μῆνες. Εἶχε διαλευκανθῆ ἡ ὑπόθεσις, ὅτι ὁ Πολυχρονόπουλος ἐπῆγεν ἀντὶ τοῦ Γεωργοπούλου, καὶ εἰς τὰς 4 Ὀκτωβρίου 1933 ἐκδίδει κατασχετήριον κατὰ τοῦ Γεωργοπούλου. Τώρα, ὁ Πολυχρονόπουλος, μεθαύριον ποὺ θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ δικαστήριον, θὰ πάρῃ τὸ κατασχετήριον καὶ θὰ ὑπάγῃ εἰς τούς ἐνόρκους καὶ θὰ τοὺς εἴπῃ, ἐὰν μὲν ὑπάρχῃ Γεωργόπουλος ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τὸ ὅτι ὑπάρχει τὸ φρονεῖ καὶ τὸ βεβαιώνει ὁ ἀνακριτής, τί μὲ κατηγορεῖτε; Σπεύσατε νὰ συλλάβητε τὸν Γεωργόπουλον. Διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε Γεωργόπουλος, δὲν θὰ ἐξεδίδετο κατασχετήριον, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἀνακριτής ἐπείσθη ὅτι ὑπάρχει Γεωργόπουλος ἀγοραστὴς αὐτοκινήτου καὶ ὄχι ὅτι ὁ Πολυχρονόπουλος ἐνεφανίσθη ὡς Γεωργόπουλος! Ἐνῶ λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ἀκυρώσῃ τὸ ἔνταλμα, ἀντιθέτως ἐξέδωκε μετὰ τέσσαρας μῆνας καὶ τὸ κατασχετήριον ὁ ἀνακριτής. Τόσον εἶχε πελαγώσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Καταλαμβάνετε λοιπόν, Κύριοι, εἰς ποῖον σημεῖον εἶχε καταπέσει ἡ ἀνάκρισις αὐτή. Τόσον δὲ πολὺ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶχε πελαγώσει, ὥστε ἐδημιούργησε καὶ ὁλόκληρον θόρυβον, ὅτι λιθοβολεῖται τὸ σπίτι του, ἐνῶ εἶχον πέσει ἀμμοκονιάματα, καὶ ἐνῶ ὑπῆρχον ἄνθρωποι ποὺ τὸ ἐφύλαττον, ἔχω δὲ περὶ τούτου καὶ ἔγγραφον τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, ὅπερ λέγει ὅτι: «εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ τοῦτο, ἀφοῦ φυλάσσεται ἡ οἰκία του ἀπὸ πλῆθος χωροφυλάκων». Κατὰ τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον ἦτο ἀνακριτής, δὲν ἔλαβε μέρος εἰς καμμίαν ὑπόθεσιν, οὔτε πολιτικήν, οὔτε ποινικήν, ἐνῶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅλοι οἱ ἀνακριταὶ Ἀθηνῶν λαμβάνουν δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα μέρος εἰς ποινικὰς συνεδριάσεις καὶ ἐκδίδουν πλῆθος βουλευμάτων, ἐνῶ αὐτὸς δὲν εἰργάσθη παρὰ μόνον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ὅτε δὲ πάλιν ἦτο ἀνακριτὴς εἰς τὰς Ἀθήνας ἀπὸ τοῦ 1924 ἕως τοῦ 1926 εἶχε πεντακοσίας εἴκοσιν ἕξ δικογραφίας καὶ ἀφῆκεν ἐκκρεμεῖς εἰς τὸν διάδοχόν του ἑκατὸν τριάκοντα, ἐνῶ εἶναι γνωστὸν πόσας δικογραφίας ἕκαστος ἀνακριτὴς Ἀθηνῶν λαμβάνει ἐτησίως καὶ πόσας διεκπεραιώνει. Αὐτὸς ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη τότε ἐλαχίστας ἐπεράτωσε. Ταῦτα προκύπτουν ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἀθηνῶν, ἅτινα κατέχω. Ἀφήνω ἐκείνην τὴν κωμωδίαν ποὺ συνέλαβε τὸ ὁμοίωμα τοῦ Καραθανάση, ἕνα ἐκκενωτὴν βόθρων. Τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀστυφύλακος Δ. Σπυροπούλου σᾶς τὴν ἔχουν ἀναγνώσει οἱ προλαλήσαντες. Ἀποτελεῖ καὶ αὐτὴ ἓν θέμα οἰκτρὸν καὶ ἀποκαρδιωτικὸν διὰ τὴν δικαιοσύνην ἂν εἶναι ἀληθῆ τὰ ὅσα ὁ ἀστυφύλαξ αὐτὸς διαβεβαιώνει δι’ αὐτόν. Ὁ Π. Γ. Πατριαρχέας ἀπὸ τὰς Καλάμας εἰς τὰς 22 Ἰουνίου 1933 ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν καὶ προσεφέρετο νὰ καταθέσῃ πολλὰ ἐπιβαρυντικὰ πράγματα διὰ τοὺς δράστας, καὶ ἰδίᾳ διὰ τὸν Μπέην Μαυρομιχάλην. Ἀντὶ νὰ γίνῃ ἀμέσως ἡ ἐνέργεια, στέλλεται ἐρώτημα εἰς τὸν ἀνακριτὴν Καλαμῶν, εἰς τὰς 22 Νοεμβρίου 1933. Αὐτὴ εἶναι ἡ ταχύτης! Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπερίγραπτον εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον δὲν ἔκαμε τίποτε, μόνον ἐξήτασε τεσσαράκοντα μάρτυρας ἐπὶ τρεῖς μῆνας, καὶ αὐτοὺς ἐντελῶς ἐπουσιώδεις, καὶ μὲ διεβαίωσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ἐργάζεται. Ἐξήτασε τεσσαράκοντα μόνον μάρτυρας, ἐνῶ ὁ νέος ἀνακριτὴς ἔχει ἐξετάσει εἰς τὸ διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν πλέον τῶν ἑβδομήκοντα μαρτύρων. Αὐτὴ ἦτο ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ. Ὅταν αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ θέλουν νὰ ἐνεργήσουν ταχέως, ἐνεργοῦν καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι, ὅτε ἐστάλη ἡ δικογραφία εἰς τὸ Ἐφετεῖον ἐπὶ ἀνακοπῆς κατηγορουμένου, εἰς τὰς 13 Ἰουνίου ἔγινεν ἡ πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως, 15 Ἰουνίου ἡ διανομὴ, καὶ 16 Ἰουνίου ἐξεδόθη τὸ βούλευμα ὑπ’ ἀριθ. 6814) 1933. Πῶς ἐκεῖ ἡ δικαιοσύνη ἐμελέτησε τὰ χαρτιά, ἐξήτασε τὴν ἀνακοπήν, ἐμελέτησε τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἐξέδωκε τὸ βούλευμα ταχέως, ἐκεῖ ὅπου ἤθελε, καὶ διατὶ τώρα αἱ Ἀρχαὶ αἱ ἴδιαι τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν δὲν ἠμποροῦν νὰ τὴν μελετήσουν, ἀφοῦ ἀποδεικνύεται ὅτι αἱ ἴδιαι Ἀρχαὶ ἐξήτασαν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐξέδωκαν τὸ βούλευμά των εἰς μίαν ἡμέραν; Ὁ ἀνακριτὴς αὐτὸς δύο φορὰς ἔχει παραιτηθῆ ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμά του, τῷ 1921 καὶ τῷ 1924 καὶ ἐπαναδιορίζεται. Δὲν ἠξεύρω διατὶ κάμνει αὐτάς τὰς ἐναλλαγὰς μεταξὺ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου καὶ τοῦ δικαστικοῦ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀπολύσω τὸν ἀνακριτὴν καὶ νὰ ἀναθέσω τὸ Δʹ Ἀνακριτικὸν Γραφεῖον εἰς ἄλλον ἀνακριτὴν καὶ νὰ σταματήσω τὸν κατήφορον, τὸν ὁποῖον εἶχον λάβει αἱ ὑποθέσεις τοῦ Δʹ Ἀνακριτικοῦ Γραφείου. Ὁμολογῶ τὴν «μέαμ κούλπαμ» (τὴν ἐνοχήν μου), τὴν συνισταμένην εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι δὲν ἠθέλησα νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου ὡς Ὑπουργὸς ἐνωρίτερον, καὶ ἀπεκδέχομαι εἰς τοῦτο πᾶσαν παρατήρησιν ἀπὸ οἱανδήποτε πλευρὰν καὶ ἂν ἐξενεχθῇ, ἀλλὰ τὰ ἔβλεπα αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἤρχοντο διαρκῶς εἰς τὸ γραφεῖόν μου ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Δὲν ἔχω παράπονον ἀπὸ τὸν δικαστικὸν κόσμον. Δὲν ἔμαθα, ὡς οἱ ἀπατώμενοι σύζυγοι, τὸ πρᾶγμα τελευταῖος. Μοῦ ἤνοιξε τὰ μάτια μου ὁ δικαστικὸς κόσμος, μοῦ ἔλεγεν ἐπανειλημμένως: Κύριε Ὑπουργέ, πρόσεχε, θὰ τὴν πάθῃς. Ὁ ἀνακριτής ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, δὲν εἶναι ἱκανὸς δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα. Νὰ τὸν ἀντικαταστήσητε. Ἀλλ’ ἐγὼ ἠκολούθησα, ἴσως καὶ ἐσκεμμένως, τὴν ἀρχὴν τοῦ «μὴ θίγε τὰ κακῶς κείμενα» καὶ ὑπὸ ἀτμόσφαιραν τοιαύτην δὲν ἤθελον νὰ δώσω λαβὴν εἰς καμμίαν παρεξήγησιν. Ἄς κάμῃ καὶ τὰ λάθη της ἡ ἀνάκρισις ἔλεγον. Ὑπέθετα, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ θὰ τελειώσῃ μίαν ἡμέραν, καὶ θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ ἀκροατήριον. Μὲ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀπατηλήν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἡ ὁποία διεψεύσθη, δὲν ἤσκησα τὸ καθῆκόν μου, ὅτε ἔπρεπεν, οὔτε καὶ ἐδέχθην τὴν παραίτησίν του ὅτε τὴν ὑπέβαλεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνοχή μου, ἡ μεγάλη. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἐνοχὴν αὐτὴν θὰ ὑποστῶ τὴν ἐπίθεσιν αὐτῆς τῆς πλευρᾶς, τῆς δεξιᾶς, ὄχι τῆς ἰδικῆς σας. Μόνον ἡ πτέρυξ αὐτὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἐλέγξῃ ὡς Ὑπουργόν. Καὶ δὲν θὰ ἠμπορέσω ν’ ἀπαντήσω τίποτε, ἔχω μάλιστα τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὴν παραίτησίν μου ἀκόμη νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔπταισα. Τὸ σφάλμα μου ἦτο μέγιστον. Δὲν ἔπρεπε νὰ δείξω τὴν ἀνοχὴν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔδειξα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κάμω τὸ καθῆκόν μου ἐνωρίτερον. Ἀλλ’ ἦτο τοιαύτη ἡ ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθῆ, ὥστε ἐφοβούμην καὶ τὴν παραμικρὰν κίνησιν τὴν ὁποίαν θὰ ἔκαμνα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, καὶ προεκάλεσα τοὺς κ. Εἰσαγγελεῖς καὶ τὸν ἀνακριτὴν τρεῖς φορὰς ἀπὸ τὸν Αὔγουστον, περατώσατε τὴν δικογραφίαν, τὰ στοιχεῖα τὰ ἔχετε. Τίνα ἄλλα στοιχεῖα θὰ βγάλετε; Ὅ,τι εἴχετε νὰ βγάλετε τὰ ἐβγάλατε. Δὲν ἠμποροῦν νὰ δίδωνται ὅπως τὰ σκονάκια τῆς κινίνης τὰ στοιχεῖα, κάθε μῆνα καὶ ἕνα μάρτυρα. Ὅ,τι εἶχε νὰ φανερωθῇ, ἐφανερώθη, ὅ,τι εἶχον οἱ μάρτυρες νὰ καταθέσουν, τὸ κατέθεσαν, ὅ,τι εἶχον οἱ παθόντες διὰ τὴν ὑπόθεσιν, ὅ,τι εἶχον οἱ κατηγορούμενοι τὸ εἶπον Ἔχετε ἐξετάσει σωρείαν μαρτύρων. «Θὰ τὴν τελειώσωμεν τὸν ἄλλον μῆνα» μοῦ ἔλεγον, κατόπιν τὸν ἄλλον μῆνα, ἕως ὅτου πλέον ἔφθασε τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ ἀπροχώρητον, καὶ ἔκαμα τότε ὅ,τι ἔκαμα, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀνεχθῶ ὅπως ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ παραμένῃ ἐκκρεμής, καὶ νὰ γίνεται ἀντικείμενον πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ὅπως καὶ ἐγένετο, καὶ νὰ γράφητε καθημερινῶς: «Θὰ μᾶς ὁδηγήσητε εἰς τὸ Γουδί». «Θὰ μᾶς κρεμάσητε καὶ θὰ μᾶς ψήσετε». Καὶ δὲν ἔμεινε πλαγία ὕβρις, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐκστομισθῇ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἔμεινε πλάγιος ὑπαινιγμός, νὰ μὴ ρίπτηται καθ’ ὅλων τῶν προσώπων τῆς παρατάξεώς μας. Ἀντὶ τῶν ὑπαινιγμῶν αὐτῶν, μία ἦτο ἡ ὁδὸς ἡ καθαρὰ καὶ ἡ σαφὴς καὶ ἡ ἀνδρική, ἡ εὐθεῖα λεωφόρος τῆς καταγγελίας τῆς φανερᾶς: «Κύριοι, εἶσθε ἔνοχοι καὶ πάρε καὶ αὐτοὺς τοὺς μάρτυρας, κ. Ἀνακριτά». Πλάγιοι ὑπαινιγμοὶ δὲν εἶχον θέσιν. Οὔτε εἶναι ἀνδρικὸν τὸ γενόμενον. Οἱ πλάγιοι ὑπαινιγμοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διῄρουν πάλιν τὸν πολιτικὸν κόσμον ὁλόκληρον εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς προσπαθοῦμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ χύνωμεν ὕδωρ εἰς τὴν πυράν, σεῖς, μὲ τὸν δαυλὸν εἰς τὰς χεῖρας, ζητεῖτε νὰ ἀνάπτητε διαρκῶς νέας πυράς. Σεῖς ρίπτετε ἔλαιον καὶ ἡμεῖς σβύνομεν. Σεῖς θὰ ἀσχολῆσθε διαρκῶς εἰς τὸ νὰ προκαλῆτε τὸν σάλον καὶ νὰ κρατῆτε τὴν ὑπόθεσιν ἐκκρεμῆ, ἐνῷ ἡμεῖς θὰ φροντίζωμεν νὰ φέρωμεν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ἀκροατήριον. Ἡμεῖς θὰ προχωρῶμεν εἰς τὸ ἀναμορφωτικὸν ἔργον μας, καὶ σεῖς θὰ μείνετε μὲ τὴν Φρυντζαλολογίαν καὶ Καραθανασολογίαν. Αὐταὶ εἶναι αἱ δύο ἀντίθετοι ὁδοί, εἰς τὰς ὁποίας πορευόμεθα. Ἐνῷ ἡμεῖς θέλομεν νὰ ὁδηγηθοῦν οἱ ἔνοχοι τὸ ἐνωρίτερον εἰς τὸ ἀκροατήριον, σεῖς θέλετε νὰ μὴ τελειώσῃ ποτὲ ἡ ἀνάκρισις. Καὶ σεῖς, ἀντὶ νὰ μᾶς βοηθήσητε καὶ νὰ μᾶς εἴπητε: Κύριοι, παραιτούμεθα ἀπὸ τὴν ἐπερώτησιν, καὶ πολὺ καλὰ ἐκάμετε χάριν τοῦ κύρους τῆς δικαιοσύνης, ὅσα ἐκάμετε, ἐπιμένετε ὅτι ἡμεῖς ἐκρημνίσαμε τὴν Δικαιοσύνην, ἐνῷ ἀντιθέτως τὴν ἐσταματήσαμεν ἀπὸ τὸν κρημνόν, διότι ἡ δικαιοσύνη ἐκρημνίσθη. Ἡμεῖς τῆς ἐπουλώνομεν τὰ τραύματά της, καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖτε νὰ ἐπιμένετε, διότι ἀπηλλάξαμεν τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ ἕνα τοιοῦτον ἀνίκανον ἀνακριτήν. Ἡμεῖς ὅμως, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ πολιτικοί, τὸν πολιτικὸν θάνατον τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου θέλομεν, δὲν θέλομεν τὸν φυσικὸν θάνατον αὐτοῦ, ἡμεῖς, ὅπως καὶ σεῖς, θέλετε τὸν πολιτικόν μας θάνατον. Εἰς τοῦτο, εἰς τὸν πολιτικὸν θάνατον, μᾶς ἐβοήθησαν αἱ δύο ἀπόπειραι πολιτικῆς αὐτοκτονίας του, ἡ μία τὴν Σεπτέμβριον τοῦ 1932, ὅτε ἔκαμε τὸν Στρατιωτικὸν Σύνδεσμον, καὶ ἡ ἄλλη τὴν 6ην Μαρτίου, ὅτε ἔκαμε τὸ κίνημα τοῦ Πλαστήρα. Ὁ ἴδιος μᾶς ἐβοήθησεν. Αὐτὸν τὸν θάνατον ζητοῦμεν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τὸν πολιτικὸν θάνατον καὶ αὐτὸν ἐπιδιώκομεν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ διὰ φυσικὸν θάνατον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπευθυνθῇ μομφὴ κατὰ τῆς παρατάξεώς μας, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν διότι ἡ ἱστορία διὰ τὴν παράταξίν μας ἄλλα λέγει. Διαρκῶς μάχεσθε νὰ διϋλίζητε τὸν κώνωπα καὶ νὰ καταπίνητε τὴν κάμηλον. Διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ μέμφεσθε καὶ ἐπλήξατε ὅλον τὸν πολιτικὸν κόσμον τὸν ἰδικόν μας, λησμονοῦντες τὰ ὅσα σεῖς ἔχετε διαπράξει κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Ἐνῷ σεῖς τραυματίζετε τὴν δικαιοσύνην, ἡμεῖς ἐπουλώνομεν τὰς πληγὰς τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζει κανείς, ὅτι αἱ φράσεις ἐκεῖναι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾶς καὶ τυρβάζεις περὶ πολλά, ἐνῷ ἑνός ἐστι χρεία» ἐφαρμόζεται ἐνταῦθα, διότι ἑνὸς πράγματος ὑπάρχει ἀνάγκη, τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου διὰ νὰ προχωρήσῃ ὁ τόπος αὐτὸς πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ νὰ παύσῃ ὁ τόπος αὐτὸς νὰ ἀσχολῆται μὲ τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον καὶ μὲ τὸν Φρυτζαλᾶν καὶ Καραθανάσην, καὶ νὰ ἀσχολῆται ἡ Ἑλλὰς μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν τὸ θέλετε. Θέλετε νὰ προσκόπτετε καὶ νὰ ἀνακόπτετε τὸ κυβερνητικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶναι μία ἀνόρθωσις ὅλων τῶν κλάδων. Ὅλα αὐτὰ ὁ λαὸς τὰ βλέπει καὶ ἀναγνωρίζει τὸ κολοσσιαῖον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς ἐννέα μηνῶν διάστημα, ἀφοῦ παρέλαβεν ἐρείπια οἰκονομικὰ καὶ ἐρείπια ἠθικά. Καὶ σεῖς μὲν θὰ ἀνάπτητε πυρκαϊὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡμεῖς θὰ τὴν σβύνωμεν. Ἕν μόνον λέγω, ὅτι αἱ Ἐριννύες, αἱ ἐκδικήτριαι Θεαὶ τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος, οὐδέποτε θὰ καταδιώξουν ἡμᾶς δι’ ἀδικήματα, ἀλλὰ ἄλλους, τοὺς ὁποίους γνωρίζει τὸ Πανελλήνιον. (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§531ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§532Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, κ. Συνάδελφοι, νὰ ἀπεκόμισα ἀπὸ συζήτησιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς θλιβερωτέρας ἐντυπώσεις ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀπεκόμισα ἀπόψε. Αὐτὴν τὴν θλιβερὰν ἐντύπωσιν τὴν προεκάλεσεν ἡ ἄμυνα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν φίλων της ἐναντίον τοῦ ἐλέγχου ὁ ὁποῖος ἠσκήθη ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ὀρθῶς ἐλέχθη καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῆς 6ης Ἰουνίου ἦτο μία ὑπόθεσις, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἑνώσῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἦτο μία ὑπόθεσις, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξυψώσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μαζὶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὁλόκληρον τὸν τόπον. Δυστυχῶς, ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξηρτᾶτο νὰ ἑνωθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος τοῦ τόπου μας, ὅπως συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ὁσάκις θίγονται μεγάλα καὶ ζωτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἑνώνουν τοὺς λαούς, ὅταν θίγονται τὰ θεμέλια τοῦ πολιτικοῦ βίου ἑνὸς τόπου, δυστυχῶς, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἄλλως ἐνόμισε. Καὶ ὄχι μόνον δὲν συνέβαλεν εἰς τὸ νὰ ἐξυψωθῇ ὁ τόπος καὶ ἰδίᾳ ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς βαρβάρου πράξεως, ἀλλὰ συνέβαλεν ἀκριβῶς ἡ πρᾶξις αὐτὴ νὰ ἐξογκωθῇ εἰς ἕν μέγα ἠθικὸν ζήτημα, εἰς ἕν τεράστιον ζήτημα, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ πνίξῃ ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν ζωήν, ἡ ὁποία τείνει νὰ σαλεύσῃ τὰ θεμέλια τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Ὅτε τὴν πρώτην φορὰν ἠσκήθη ἡ ἐπερώτησις διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀποπείρας, ἡ Κυβέρνησις ἐφυγομάχησεν, ἐξηγέρθην ἐγώ, καὶ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλάβομεν τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀπόσχωμεν ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ δι’ ἄλλας μὲν πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν φυγομαχίαν αὐτὴν ἀπέναντι ἑνὸς αὐστηροῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἠσκήθη διὰ μίαν τόσον μεγάλην ὑπόθεσιν. Σήμερον, ὁμολογῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῆς Κυβερνήσεως ἦτο πατριωτικωτέρα ἀπὸ τὴν σημερινήν της συμπεριφοράν. Μὲ τὴν προσπάθειαν νὰ καλύψῃ μίαν κακὴν ἐνέργειάν της, μὲ τὴν προσπάθειαν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν αὐτήν, τὴν προσπάθειάν της νὰ μεταβληθῇ εἰς συνήγορον ἀνόμων πράξεων, νὰ ὑπαγορεύσῃ τὴν δικαιοσύνην τοῦ τόπου, ἡ Κυβέρνησις ἐμεγέθυνε τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς, χωρίζει τοὺς δύο πολιτικοὺς κόσμους τῆς Χώρας. Καὶ εἶναι λυπηρόν, ὅτι εἰς τὸν κατήφορόν της ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ συμπαρασύρῃ ὡς συνηγόρους δύο ἀπὸ τοὺς νεωτάτους βουλευτάς της, οἱ ὁποῖοι καὶ λόγῳ τῆς μαθήσεώς των, καὶ λόγῳ τῆς ἐφέσεώς των νὰ προσφέρουν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον, ἦταν ἄξιοι καλυτέρας τύχης. Αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις τοὺς παρέσυρε καὶ τοὺς ἠνάγκασε νὰ ἐπικαλεσθοῦν ἐπιχειρήματα ἀβάσιμα καὶ νὰ ὑποστηρίξουν μὲ τὸ κῦρός των μίαν θλιβερὰν ὑπόθεσιν.
§533Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοὺς ὑπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις.
§534Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὑπῆρξε καθῆκον ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μας.
§535ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Βουλευτά, δὲν σᾶς ἔθιξα. Νομίζω, ὅτι ἠξεύρετε ὅτι ἔχω ἰδιαιτέραν συμπάθειαν πρὸς ὑμᾶς καὶ λυποῦμαι, διότι ἀνελάβατε νὰ συνηγορήσητε ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§536Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Διατὶ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν σας ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§537ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἔλεγχος ἀφορᾷ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀποπείρας τῆς 6ης Ἰουνίου. Ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Τζωρτζάκη καὶ ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς, ὑπεστήριξεν ἡ ἐπερώτησις, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ κ. Τζωρτζάκη ὑπῆρξε παράνομος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ συνήγοροί του ἐπεκαλέσθησαν τὸν νόμον ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι διορίζει τοὺς ἀνακριτάς. Κατὰ συνέπειαν, ὑποστηρίζουν ὅτι οὐδεμία ἐπέμβασις ὑπάρχει εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἔφθασαν ἀκόμη νὰ εἴπουν ὅτι κακῶς ἐγένετο χρῆσις ἐπεμβάσεως τῆς μιᾶς ἐξουσίας εἰς τὴν ἄλλην. Δὲν ὑπάρχουν κἄν ἐξουσίαι κατὰ τὴν νεωτέραν ἐπιστήμην τοῦ δημοσίου δικαίου, καὶ εἶμαι καὶ ἐγὼ πρόθυμος νὰ συμφωνήσω, ὅτι ἡ λέξις ἐξουσία εἶναι σήμερον ἀπηρχαιωμένη, καὶ ὅτι πράγματι δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ λειτουργιῶν. Ἀλλὰ κατὰ τί διαφέρει τὸ πρᾶγμα, ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς διακεκριμέναι λειτουργίαι, ἢ ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς διακεκριμέναι ἐξουσίαι; Τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅτι τὸ Σύνταγμα θέλει ἡ δικαιοσύνη νὰ ἀπονέμηται ἀπὸ δικαστάς, ὅπως λέγει εἰς τὸν νόμον, διοριζομένους συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Δὲν θέλει οὐδεμίαν ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Δὲν δύναται δηλαδὴ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἡ ὁποία ἀσκεῖ ἐποπτείαν, ἡ ὁποία ἀσκεῖ ἐφορείαν, δὲν δύναται ἐκτὸς τῆς ἀνωτέρας ἐποπτείας, ἐκτὸς τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τῶν νόμων, νὰ κινήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ δικαστικὰ ἔργα, καὶ ἡ ἀνάμιξις εἰς τὰ δικαστικὰ ἔργα εἶναι ὁ διορισμὸς δι’ ὡρισμένην ὑπόθεσιν ἀνακριτοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ συνήγοροί του εἶπον: Ὁ νόμος λέγει ὅτι διορίζει τοὺς ἀνακριτάς. Ἐδόθη ἡ ἀπάντησις: Ἀλλὰ δὲν διορίζει τὸν ἀνακριτὴν ὡρισμένης ὑποθέσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λησμονεῖ τί ὁ ἴδιος ἐδήλωσε διὰ τοῦ τύπου; Τί εἶπον ὅμως οἱ συνήγοροί του ἐδῶ; Εἶπον ὅτι ἡμεῖς θὰ ἀντικαταστήσωμεν, θὰ μεταβιβάσωμεν δηλ. τὴν δικογραφίαν αὐτὴν ἀπὸ ἕνα ἀνακριτὴν εἰς ἄλλον ἁπλῶς. Ἀλλὰ ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἡ παῦσις τοῦ Τζωρτζάκη καὶ ὁ διορισμὸς τοῦ Ζάνου, ἐγένετο διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑποθέσεως ὁ Ζάνος, ἀντὶ τοῦ Τζωρτζάκη. Καὶ ἐλησμόνησε τί μᾶς εἶπεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Ὑπάρχει νομολογία δῆθεν! Εἰς τὸ τέλος μᾶς εἶπεν ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἁρμόδιος, καὶ ὅταν νομίζω ὅτι εἷς ἀνακριτὴς δὲν πράττει τὸ καθῆκόν του, θὰ τὸν ἀντικαταστήσω. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν δύνασθε νὰ ἀναθέσητε τὴν διενέργειαν ὡρισμένης ὑποθέσεως εἰς ὡρισμένον ἀνακριτήν, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος; ἀποτελεῖ ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοὺς δικαστάς των τῶν πολιτῶν. Βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κινήσητε τὴν μηχανὴν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσητε ἀπόφασιν. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁρίσητε ποῖος δικαστὴς θὰ διενεργήσῃ ὡρισμένην ὑπόθεσιν. Καὶ δι’ αὐτὸ πολὺ ὀρθῶς διαπρεπὴς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ κ. Τριανταφυλλόπουλος, καὶ διαπρεπὴς ἐπίσης καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, καὶ ἐπίσης ὁ καθηγητὴς τοῦ Ἐμπορ. Δικαίου, ὁ κ. Πετμεζᾶς, τῶν ὁποίων ἡ ἐπιστημονικὴ ἀξία δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, καὶ δι’ αὐτό, λέγω, καὶ οἱ τρεῖς ἐξεφράσθησαν ἐπανειλημμένως ἐναντίον τῶν ἐνεργειῶν τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐναντίον τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Συνασπισμοῦ. Καὶ εἰς ἄλλας ἀκόμη περιστάσεις εὑρέθησαν εἰς σύγκρουσιν σοβαρωτάτην μὲ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως ὁ κ. Πετμεζᾶς, ὅτε ἔγινεν ἡ τροποποίησις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Πολὺ δὲ ὀρθώτατα ἐξεφράσθησαν. Ἔχετε λοιπὸν τὰς ἀντιλήψεις τοῦ νομικοῦ κόσμου, διότι αὐτοὶ πραγματικῶς, οἱ διαπρεπεῖς ἐπιστήμονες, εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ εἴπουν ποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ποία εἶναι ἡ ἔννοια ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διορίζει τοὺς ἀνακριτάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν διαπρεπῶν αὐτῶν καθηγητῶν, ἔχετε τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔχετε τὴν γνώμην πρώην Εἰσαγγελέως φίλου σας, τὴν ὁποίαν διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναγνώσω, τοῦ κ. Μαλούχου, τοῦ διακεκριμένου συμπολίτου μου, καὶ ἔχοντος τὰ ἐντελῶς ἀντίθετα μὲ ἐμὲ πολιτικὰ φρονήματα, ὁ ὁποῖος ὅμως τονίζει ὅτι «ἡ ἐπαναφορὰ τῆς ὑποθέσεως κλπ.» (ἀναγινώσκει). Αὐτὴ εἶναι ἡ νομικὴ συνείδησις. Κύριοι Συνάδελφοι. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς οὐδεμίαν ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὴν ἀνάκρισιν, μὲ τὸ πρόσωπον τὸ ἀπονέμον τὴν δικαιοσύνην. Ἔχει τὸν Εἰσαγγελέα μὲ τὸν ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ συνεννοηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὴν ἀνάκρισιν καὶ ἔδωκε διαταγήν, εἶχε δίκαιον ὁ κ. Τζωρτζάκης ὅταν ἠρνήθη νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη σᾶς ἔδιδε τὸ δικαίωμα ὁ νόμος νὰ ἐπεμβαίνητε, καὶ ἐὰν ὁ νόμος σᾶς ἐπέτρεπε νὰ ἐνεργήσητε ἀντικατάστασιν τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ ἐσήμαινε μεταβίβασιν μιᾶς δικογραφίας ἀπὸ ἑνὸς προσώπου εἰς ἄλλο, εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίπτωσιν δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξητε, καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ σοφὸς καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου σᾶς εἶπεν, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ κατάχρησιν ἐξουσίας. Διότι ποία ἦτο ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ τὴν ὁποίαν τόσον εὐκόλως μετεφέρατε ἀπὸ τὸν φυσικὸν δικαστὴν εἰς ἕνα δικαστὴν τῆς ἰδικῆς σας ἐκλογῆς; Καὶ ποία ἦτο ἡ ἰδική σας σχέσις πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν; Ὅτε διεπράχθη τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουλίου, ἡ βοὴ τοῦ κόσμου, ἡ γενικὴ ἀγανάκτησις, μετεδόθη καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἄξιοι παντὸς ἐπαίνου. Τότε ἔδωκε τὴν ἐντολὴν νὰ προχωρήσῃ ἡ ἀνάκρισις καὶ νὰ μὴ διστάσῃ, ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ θέσῃ τὴν χεῖρά της, διὰ νὰ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην, καὶ ἐπὶ προσώπων ὑψηλὰ ἱσταμένων. Ἀλλ’ ὅτε ἡ ἀγανάκτησις ἐκείνη ἐκόπασε τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Κανεὶς κατ’ ἀρχάς δὲν ἐσκέφθη νὰ ἐγκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐνήργησε. Τὸ ζήτημα ἐγεννήθη κατόπιν ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰν αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλέχθησαν ἀρκετὰ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, καὶ ἐγὼ ἐξέθηκα μερικὰ ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὴν μεροληψίαν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι τὰς καταγγελίας τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ἐναντίον τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἐνθυμεῖσθε ὅλοι τὴν συγκίνησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἤθελε νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας! Ἐπὶ μῆνας ἠγωνιζόμεθα νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξυγιάνῃ τὴν Ἀστυνομίαν. Ἐπὶ μῆνας ἠγωνιζόμεθα νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδιώξῃ ἐκ τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας, ἐκ τοῦ Σώματος δηλ. τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποστολὴν νὰ προφυλάξῃ κυρίως τὰ πολιτικὰ πρόσωπα, νὰ ἐκδιώξῃ, λέγω, ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας τὸν Δικαῖον, ἀλλ’ εἰς μάτην ἀπέβησαν αἱ προσπάθειαί μας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καὶ ὅτε τὸ πρῶτον κατηγγέλθη ὁ Πολυχρονόπουλος ἀπὸ τὸν τύπον, εὗρε τὴν δύναμιν νὰ ἐξεγερθῇ, μολονότι ἐβάρυνε τὴν Κυβέρνησιν ἡ χρησιμοποίησις τοῦ προσώπου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὡρισμένοι φάκελλοι ἀποδεικνύουν ὅτι ἐνήργει παρανόμους πράξεις κατὰ τὸ πρῶτον διάστημα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ Ἰανουάριον ἐμηχανορράφει τὴν ἐκτέλεσιν δολοφονιῶν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εὗρε τὴν δύναμιν νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὴν πρώτην καταγγελίαν κατὰ τοῦ Πολυχρονοπούλου, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ ὀπισθοχωρήσῃ πρὸ τῆς σταθερᾶς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς δὲν ἐξηγέρθη τότε καὶ ἐξηγέρθη ὅτε ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἠθέλησε νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τοῦ Δικαίου. Καὶ ἐξηγέρθη καὶ εἶπεν, ὅτι «ἡ ἀνάκρισις δὲν πρέπει νὰ συνταράσσῃ τὸν τόπον. Δὲν ὑπάρχει μόνον τὸ ἔγκλημα. Ὑπάρχει καὶ ὁ τόπος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ συλλογιζώμεθα». Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι τῆς ἐνθαρρύνσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Δικατικὴν Ἀρχήν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεκάλυπτε τοὺς βδελυροὺς δολοφόνους. Ἀντὶ συγχαρητηρίων, ἡ Κυβέρνησις διεμαρτύρετο, καὶ αἱ διαμαρτυρίαι ἐκεῖναι συνετέλουν, ὥστε ὁ σήμερον προφυλακισμένος, πρώην Διοικητὴς τῆς Ἀσφαλείας, νὰ θεωρηθῇ προσωρινῶς ἀπολυτέος!
§538Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις διεμαρτύρετο ἐναντίον τῆς διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τὴν ὁποίαν κάμνετε.
§539ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἐκμετάλλευσις.
§540Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ συνεννοηθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος ὅταν παύσῃ ἡ ἐκμετάλλευσις.
§541ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν ἱκανοποιηθῇ τὸ δίκαιον, θὰ ἑνωθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος. Μὴ φαντασθῆτε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσωμεν ἡμεῖς, ὅταν πολιτικοὶ φίλοι σας, εἶπον, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτή, εἶναι ὑπόθεσις ὄνου σκιᾶς.
§542Γ. ΜΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ εἶπεν.
§543ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον ὅτι διηρέθημεν, ὅπως διηρέθη τότε ἡ Ἑλλὰς φιλονεικοῦσα περὶ ὄνου σκιᾶς.
§544ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι θλιβερὸν ὅτι, ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ τόπου, ἐξεστομίσθη τοιαύτη φράσις, ὅπως εἶναι θλιβερόν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολῇ τὸν τόπον ὁ Βενιζέλος καὶ ὁ Φρυτζαλᾶς. Τὸ θῦμα μὲ τὸν δολοφόνον. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν οἱ δολοφόνοι μὲ τὸν διατελέσαντα Κυβερνήτην τοῦ τόπου, καὶ ὑπάρξαντα θῦμα μιᾶς βδελυρᾶς ἀποπείρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ δικαίου τὴν ὁποίαν ἐκδηλοῖ ἡ Κυβέρνησις.
§545ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συνείδησιν τοῦ δικαίου εἴχετε σεῖς, ὅτε ἐδώκατε ἀμνηστείαν εἰς τοὺς δολοφόνους τοῦ Ἴωνος Δραγούμη;
§546ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ δικαίου!
§547ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδολοφονήσατε ἕξ μεγάλους πολιτικούς!
§548ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρ’ ὅλην τὴν δεξιοτεχνίαν, ἡ ψυχὴ ἐμφανίζεται ἀπὸ τὸ στόμα τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πράγματι, αὐτὴ ἡ ψυχὴ καὶ ἡ περὶ δικαίου συνείδησις δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ μᾶς προκαλῇ τὴν μεγαλυτέραν θλίψιν. Σᾶς βεβαιῶ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ὅταν σήμερον ἠρχόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἠρχόμεθα ἐνδομύχως μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἄδικον καὶ ὑμεῖς δίκαιον. Διότι ἄν ἀπεδεικνύετο ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν ἄδικον καὶ σεῖς εἴχετε δίκαιον, αὐτὸ φυσικὰ θὰ ἀνύψωνε τὸν τόπον. Τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι ἀπεδείχθη χθές, ὅτι εἴχομεν περισσότερον δίκαιον ἀπὸ ὅ,τι ἐπιθυμοῦμεν, καὶ ὅτι σεῖς ἔχετε περισσότερον ἄδικον ἀπὸ ὅ τι ἡμεῖς ὑπεστηρίζομεν ἕως τώρα. Διότι ποτὲ ἕως τώρα δὲν ἐφαντάσθημεν ὅτι θὰ ἤρχεσθε νὰ διαστρέψητε τὰ γεγονότα διὰ νὰ καλύπτετε τὰ πράγματα, διὰ νὰ καλύπτετε τὰς πράξεις, διότι οὐδέποτε ἐφαντάσθημεν ὅτι θὰ ἐτολμᾶτε ἐδῶ νὰ θέσητε εἰς τὴν ἰδίαν μοῖραν τὸν Φρυτζαλᾶν μὲ τὸν Βενιζέλον. Ἀγωνιζόμεθα ἐπὶ μῆνας καὶ ἤλθομεν εἰς προσωπικὴν συνεννόησιν μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤμεθα καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, καὶ τοῦ εἴπομεν, ὅτι δὲν θέλομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἀνάκρισις. Θέλομεν νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἀνάκρισις, νὰ φύγῃ ὁ προστάτης τοῦ Πολυχρονοπούλου, νὰ φύγουν τὰ λόγια τοῦ Πολυχρονοπούλου, νὰ φύγῃ ὁ Δικαῖος. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἀπήντα: Δὲν ἔχω στοιχεῖα, ὡς ἐὰν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα σπουδαῖα στοιχεῖα, ἐνῶ ἤρκει αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ οἱ χωροφύλακες, καὶ οἱ ἀστυφύλακες, ἦσαν φωλεὰ δολοφόνων. Ἕως ὅτι τέλος πάντων τὰ πράγματα ἐπροχώρησαν μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ὁ Δικαῖος καὶ ὁ Τρύφων. Καὶ ὁ μὲν Δικαῖος ἐπῆγεν εἰς τὰς φυλακάς, ὅπως τοῦ ἥρμοζεν, ὁ δὲ ἄλλος, ὁ Τρύφωνας, ἐτέθη ἐκτὸς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τὸ πολύτιμον διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἀστυνομία θὰ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐχάθη. Κάποιος ἐκ τῶν ἀγορητῶν εἶπεν, ὅτι εἶναι τρομερόν ἡ ἀνάκρισις νὰ περιμένῃ ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν βοήθειαν. Ἡ ἀνάκρισις ἐνεργεῖ μόνη της, καὶ ὅμως ἡ ἀστυνομία κατεδίωκε τοὺς μάρτυρας κατηγορίας, καὶ ἡ ἀστυνομία ἐπροστάτευε τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπήκουον εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Ἀνακριτοῦ. Διέτασσεν ὁ ἀνακριτής νὰ ἔλθωσιν ὡρισμένοι μάρτυρες καὶ ὁ ἐντεταλμένος ἀστυφύλαξ ἤ χωροφύλαξ ἔλεγεν: «ἐπῆγα καὶ δὲν ηὗρα τοὺς μάρτυρας». Ἐστέλλετο ἄλλος, τοὺς ἀνεύρισκε καὶ τοὺς προσεκόμιζεν εἰς τὸν ἀνακριτήν. Ἄλλοι μάρτυρες, διατελοῦντες ἐν ἀδείᾳ προσήρχοντο ἵνα βοηθήσωσι τὴν ἀνάκρισιν καὶ αὐτοὶ συνελαμβάνοντο, καὶ ἐστέλλοντο ἄρρωστοι ἀκόμη εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ χάνῃ τὰ ἴχνη των ὁ ἀνακριτής.
§549Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀναφέρετε γεγονότα ἀβάσιμα.
§550ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ ἔχω ἐδῶ μὲ τὰ ὀνόματα καὶ τὰς ἡμερομηνίας.
§551Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω καὶ τὸ ὑποκείμενον τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἡ θέσις ἀπὸ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, δὲν ἐπιτρέπουν νὰ λέγητε ἀσύστατα πράγματα.
§552ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖα ἀσύστατα πράγματα; Στηριζόμεθα εἰς τὴν ἀναφοράν. Ἐπηγαίνατε καὶ ἐδιώχνατε τοὺς μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι καὶ κατεδιώκοντο.
§553Γ. ΜΑΡΗΣ. Εἴπετε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πάρῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀνακριτοῦ, διὰ νὰ ἴδῃ τά πράγματα.
§554ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀνακριτοῦ ἀναφέρονται οἱ μάρτυρες οἱ ὁποῖοι κατεδιώκοντο.
§555ΙΩ. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ δύο πρόσωπα πρόκειται μόνον, Κύριε Βουλευτά, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον ὑπηρεσίαν χωρὶς νὰ ἔχουν ὑπηρεσίαν. Καὶ ἀπορῶ διά τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ θέσιν, ὅταν παραλαμβάνῃ δύο ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνεγνωρισμένα φρονήματα καὶ παρελθόν, διὰ νὰ τοὺς ἀναθέσῃ ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο κρατική.
§556Γ. ΜΑΡΗΣ. Καὶ σεῖς διατὶ τοὺς ἐδιώξατε;
§557ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας των!
§558Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μόνον εἷς ἀξιωματικὸς ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ τὴν βλακείαν τὴν ὁποίαν ἔκαμε. Διότι εἶχεν ὅλα τὰ μέσα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν ὅπλα.
§559ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ μόνον εἷς κ. Μουτζουρίδης δύναται νὰ ὑπεραμύνηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διὰ τὴν ἀστυνομίαν!
§560Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ μόνον εἷς κ. Παπαναστασίου δύναται νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει!
§561ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκαλέσατε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ νὰ εἴπουν ἐὰν εἶναι βάσιμοι αἱ ἀξιώσεις τῆς ἀνακρίσεως ὅπως ἐνισχυθῇ ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακή. Καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς αὐτοὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἦσαν βάσιμοι. Καὶ σεῖς ἀπηντήσατε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσητε τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν τῶν Εἰσαγγελέων καὶ ἀνακριτοῦ. Αὐτὴ ἦτο ἡ συμπεριφορὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ἕν μέρος ὅτι τὸ ἔγκλημα διεπράχθη ἀπὸ ὄργανα ἔμπιστα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε, λόγῳ τοῦ παρελθόντος των ἔπρεπε νὰ κατέχουν τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατεῖχον. Ἀποδεικνύεται μία ἀσύγγνωστος ἀμέλεια πρὸ τοῦ ἐγκλήματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποδεικνύεται ὅτι μετεῖχον, πλὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἄλλα πρόσωπα ἔμπιστα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἔχετε αὐτὴν τὴν συμπεριφορὰν τὴν συνεχῆ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν. Προχωρεῖ ἡ ὑπόθεσις, ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ ἐξέγερσις δημιουργεῖται. Ζητεῖται ὁλόκληρος ἡ δικογραφία, καὶ σήμερον ἀντιλαμβάνομαι τίνα σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ ἀποστολὴ ὁλοκλήρου τῆς δικογραφίας. Θὰ μεταβαλλόμεθα ἐδῶ, εἰς ἕν δικαστήριον ἐνόρκων, πρὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἐζήτουν οἱ μεμυημένοι νὰ σταχυολογήσουν διάφορα ζητήματα διὰ νὰ ἐξοντώσουν ὁλόκληρον τὴν ἀνάκρισιν. Καὶ τώρα ἀποδεικνύεται πόσον εἶχον δίκαιον, καὶ ὁ ἀνακριτής, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετῶν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν ἀποστολὴν τῆς δικογραφίας, διότι οὕτω ἔσωσαν τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπερήσπισαν καὶ τὴν Δικαιοσύνην. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι στέλλονται δικογραφίαι εἶναι ἀστεῖον. Εἶναι ἀστεῖον, διότι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, αἱ δικογραφίαι ποὺ ἀποστέλλονται, δὲν πρόκειται νὰ καθορίσουν καμμίαν ἀνάκρισιν.
§562Γ. ΜΑΡΗΣ. Μίαν μήνυσιν περιέχουν.
§563ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Γίνεται μία μήνυσις κατὰ βουλευτοῦ. Ἀποστέλλεται, διότι δὲν δύναται νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐξέτασις μαρτύρων πρὶν δοθῇ ἡ ἄδεια ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀποστέλλεται ὁ φάκελλος, ὁ ὁποῖος οὐδὲν περιέχει.
§564Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ συναυτουργίας εἶναι δυνατόν....
§565ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν ὅτι εἶναι δυνατόν, παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν διατάξεων περὶ μυστικοῦ τῆς ἀνακρίσεως, νὰ σταλῇ ὁλόκληρος ἡ δικογραφία, εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ σᾶς ἀποστείλῃ τὴν δικογραφίαν μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἀποστολή της θὰ συνέβαλλεν εἰς τὴν διαιώνισιν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως; Πολὺ δικαίως ἡ Δικαστικὴ Ἀρχή, ὅπως εἶπον, ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολὴν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἀφοῦ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ἀποτελεῖ ἢ δὲν ἀποτελεῖ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας, καὶ δὲν ἐκθέτει τὴν Κυβέρνησιν ἡ μεταβίβασις τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ τὸν φυσικόν της δικαστήν, εἰς τὸν δικαστὴν τῆς ἐκλογῆς τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ δὲν εἶναι πλέον ὕποπτος ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν αὐτὴ ἡ ἀντικατάστασις γίνεται ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις ἀκριβῶς κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνάκρισις ἀποκαλύπτει τοὺς τελευταίους, τοὺς πλέον ἀπομεμακρυσμένους ἐνόχους τοῦ ἐγκλήματος, τοὺς ἠθικοὺς αὐτουργούς: Μόλις ἀπεκάλυψαν, ὅσα ἀπεκάλυψαν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀεροπορίας, ἤρχισε νὰ γεννᾶται συγκίνησις. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἀκριβῶς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ συνεχισθῇ ἡ ἐξέτασις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἀεροπορίας, καὶ νὰ συμπληρωθῇ αὕτη, τὴν ἡμέραν ἀκριβῶς ἐκείνην, τὴν ἑπομένην τῶν Χριστουγέννων δηλαδή, ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἀνακριτήν. Εἶναι αὐτὸ ἢ δὲν εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει ἀκόμη περισσότερον τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναμείνῃ τὴν πάροδον τῆς ἑορτῆς; Δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναμείνῃ τὴν διεκπεραίωσιν αὐτῆς τῆς σοβαρωτάτης ἀνακρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἀεροπορίας, οἱ ὁποῖοι κατήγγελλον σοβαρώτατα πράγματα, θίγοντα πρόσωπα ἐγγὺς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὑρισκόμενα; Ἀλλ’ ἦλθεν σήμερον ἡ Κυβέρνησις νὰ δικαιολογήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν πρᾶξιν της καὶ μᾶς προσεκόμισε τὰ τρομερὰ στοιχεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ μάρτυς ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος ἠδιαφόρησε δι’ οἱανδήποτε συκοφαντίαν, δι’ οἱανδήποτε ἀπειλήν, δι’ οἱανδήποτε ἐπίθεσιν, ὁ ὁποῖος περιεφρόνησε τὴν μῆνιν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀφωσιώθη εἰς τὸ καθῆκόν του μὲ ὅλην τὴν ψυχήν, μὲ ὅλον τὸ σθένος του τὸ ἠθικόν, ἦλθε νὰ μᾶς ἀποδείξῃ πόσον δικαστικῶς ἐξουθενωμένος εἶναι ὁ δικαστὴς αὐτὸς, τὸ ἐγκαλλώπισμα τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ ἐξετάσω ἕν πρὸς ἕν ὅλα τὰ στοιχεῖα αὐτὰ διὰ νὰ ἀποδειχθῇ πόσον μεροληπτικὴ καὶ πόσον μικρά καὶ ταπεινὴ ὑπῆρξεν ἡ ὑπεράσπισις τῆς Κυβερνήσεως. Κατηγορεῖται ὁ κ. Τζωρτζάκης, διότι παρεκάλεσε διαφόρους νὰ τὸν βοηθήσουν εἰς τὸ ἀνακριτικόν του ἔργον. Τί θέλετε νὰ κάμῃ ὁ πτωχὸς αὐτὸς ἄνθρωπος, ὅταν ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν χωροφυλακήν, ἀπὸ ὅπου ἐξεπορεύθησαν οἱ δολοφόνοι καὶ ὅπου, ὡς βεβαιώνει εἷς διακεκριμένος ἀστυνόμος, ὁ κ. Καλυβίτης, ἦτο διάχυτος ἡ ἰδέα τῆς ἀποπείρας, δὲν προσήρχοντο νὰ τὸν βοηθήσουν τὰ ὄργανα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ ἐρευνήσουν καὶ νὰ ἐξακριβώσουν, ποῖοι εἶναι οἱ ἔνοχοι τοῦ ἐγκλήματος; Καί, ὅταν ὁ κ. ἀνακριτὴς, ὁμιλῶν καὶ ἐμπιστευόμενος τὰς ἐνδομύχους σκέψεις του εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἔχῃ γνῶσιν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ Διευθυντὴς τῆς Χωροφυλακῆς, δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ ἔχουν γνῶσιν καὶ δύνανται νὰ λάβουν γνῶσιν δι’ ἕν ἔγκλημα, εἰς τὸ ὁποῖον συνέπραξαν τριάκοντα ἄνθρωποι, κυρίως προερχόμενοι ἀπὸ τὰ Σώματα αὐτά, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξανίστατο καὶ ἔλεγε: Δώσατέ μου καταγγελίας ἐνυπογράφους, καὶ ἐκάλει εἰς ἀπολογίαν τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας διὰ τὴν καταγγελίαν δῆθεν τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐνῶ ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἔκαμε καμμίαν καταγγελίαν, ἀλλ’ εἶπε μόνον ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη του, χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀποδείξεις; Τὸ ἴδιον συνέβη καὶ μὲ τὸν κ. Βλάχον. Ὁ κ. Βλάχος συνήντησε τὴν ἡμέραν τῆς ἀποπείρας εἰς τὸν προθάλαμον τῆς οἰκίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀσφαλείας, τὸν Πολυχρονόπουλον, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, ὤφειλε νὰ εἶναι εἰς πυρετώδη κίνησιν, νὰ ἔχῃ κινήσει εἰς δραστηρίαν ἐνέργειαν ὅλην τὴν ἀστυνομίαν, τὸν εὗρε καθήμενον καὶ ἀστειολογοῦντα καὶ τὸν ἐπέπληξε. Καὶ ὁ κ. Ἀνακριτὴς ἐπεκαλέσθη ἐπίσης τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε γράψει ὁ κ. Βλάχος, ὁ Διευθυντὴς τῆς «Καθημερινῆς» ἐναντίον τοῦ Πολυχρονοπούλου, λέγων ὅτι: «Βέβαια εἶναι ὁ Πολυχρονόπουλος διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀσφάλειαν». Αὐτὰ ἔλεγε τὴν ἑπομένην ἀκριβῶς τοῦ ἐγκλήματος. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέπληξεν ἐπίσης τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας, διότι, ἀντὶ νὰ κάθεται εἰς τὸν προθάλαμόν του καὶ νὰ ἀστειολογῇ, δὲν ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του.
§566Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν ἐγένετο ἐνώπιόν μου, διότι ἐγὼ ἤμην ἀπών.
§567ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι εἶχε τὴν τόλμην ὁ Διευθυντὴς τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας νὰ παρακάθηται ἐκεῖ καὶ νὰ ἀστειολογῇ, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ φοβῆται ὅτι θὰ τὸ ἐμάνθανεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ τιμωρία του θὰ ἦτο μεγίστη διὰ τὴν ἀμέλειαν τῶν καθηκόντων του. Καὶ αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἀνεφέρθη εἰς τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Βλάχου, ὁ ὁποῖος λέγει ρητῶς ὁ ἄνθρωπος, ὅτι «εἶναι διευθυντὴς ὁ Πολυχρονόπουλος, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀσφάλειαν», καὶ αὐτὸ ἀκόμη ἐθεωρήθη ἀπὸ τοὺς ἀγορεύσαντας ὡς ἀρνητικὸν στοιχεῖον ἀποδεικνύον τὴν ἀνικανότητα τοῦ κ. Τζωρτζάκη εἰς τὸ ἔργον του. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἄλλο σπουδαῖον στοιχεῖον. Ὁ κ. Βενιζέλος εἶπεν ὅτι δὲν ἠξεύρει ποῖος ὠργάνωσεν αὐτὸ τὸ ἔγκλημα καὶ φαντάζομαι, δὲν ἔχει καμμίαν ὑπόνοιαν ἐναντίον τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλά, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπίθεσιν τὴν ὁποίαν ἐνήργει συστηματικῶς ἐναντίον του ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κραναίας, εἶπεν ὅτι ἔχει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι...
§568Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶπεν ἄλλο πρᾶγμα καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω κατόπιν. Εἶπεν ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Μεταξᾶν...
§569ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ τί εἶπεν. (ἀναγινώσκει:) «Δυστυχῶς δὲν ἠμπορῶ νὰ εἶμαι ἐξίσου βέβαιος ὅτι εἶναι ἀμέτοχος τῆς ποινικῆς εὐθύνης διὰ τὸ ἔγκλημα καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς».
§570Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. .... (Δὲν ἠκούσθη).
§571ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε ὑποψήφιε δικτάτορ, νὰ μετρᾶτε πολὺ καλὰ τοὺς λόγους σας.
§572Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Σεῖς νὰ μετρᾶτε τοὺς ἰδικούς σας.
§573ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ μετρᾶτε καὶ τοὺς λόγους σας καὶ τὰς πράξεις σας.
§574Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Νὰ ἀφήσητε τοὺς ὑπαινιγμούς.
§575Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ποτὲ δὲν κάμνω ὑπαινιγμούς. Κάμνω ρητοὺς χαρακτηρισμούς.
§576Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Μὴ λέγετε ψεύματα.
§577ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς λέγετε ψεύματα. Ψεύματα ἐγὼ δὲν συνηθίζω νὰ λέγω. Καθήσατε κάτω. Εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων «δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι ἐξίσου βέβαιος», ἀποτελεῖ αὐτὸ καταγγελίαν, ὅτι ὁ κ. Μεταξᾶς ἦτο ἔνοχος; Προσεκόμισε κανὲν στοιχεῖον, καμμίαν πληροφορίαν ὅτι παρεσκεύαζε τὴν δολοφονίαν ὁ κ. Μεταξᾶς; Ὄχι. Ἦτο ἡ γνώμη του, τὴν ὁποίαν ἐξέφερε τὴν ἑπομένην, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ ἐγκλήματος, εὑρισκόμενος φυσικὰ ὑπὸ τὴν ἐπήρρειαν αὐτοῦ. Καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι αὐτὴν τὴν γνώμην τὴν ἐσχημάτισε, λόγῳ τῆς στάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς 6 Μαρτίου. Διότι ἕως τώρα δὲν ὑπεστηρίχθη ἀπὸ κανένα ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐστηρίχθη εἰς κανὲν ἄλλο στοιχεῖον, διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶνε ἐξίσου βέβαιος. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐφόσον καμμία μαρτυρία δὲν ἔφερεν ἔνοχον τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κραναίας, δὲν ἦτο ὀρθὸν ὁ κ. Ἀνακριτὴς νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Κραναίας, ἐνῶ μαρτυρικαὶ καταθέσεις ἔστρεφον τὴν ἀνάκρισιν κατὰ τῶν πραγματικῶν ἐνόχων. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὰ χονδρόψαρα, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσιάζοντο, διὰ νὰ σπεύσῃ νὰ ἁλιεύσῃ εἰς τὸν Ὠκεανόν; Ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας ὑποστηρίζει ὅτι αὐτὸ ἐγένετο, διότι ὁ ἀνακριτὴς εἶχε πληροφορίας ἀπὸ φίλους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὅτι δὲν ὑπῆρχε στοιχεῖον ἐναντίον του. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ἐκ μέρους τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ τοῦ περιβάλλοντος αὐτοῦ δὲν ὑπῆρχε κανὲν βάσιμον στοιχεῖον διὰ νὰ γίνῃ κατηγορία ἐναντίον του καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει καὶ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναφέρω κατόπιν ἐν σχέσει μὲ αὐτὸ καὶ ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ ὁ ἀνακριτὴς ἐξετέλει διαταγὰς τῶν φίλων τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἄλλο στοιχεῖον πολὺ σπουδαῖον αὐτό, ὅτι εἰς Πατριαρχέας ἐζήτησε νὰ ἐξετασθῇ ὡς μάρτυς καὶ νὰ πιστοποιήσῃ τὴν ἐνοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, καὶ ὁ μάρτυς αὐτὸς μετὰ ἕνα μῆνα ἐκλήθη εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ὅτι ὁ Ζέρβας, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖος ἄλλος, εἶχον κάμει καταθέσεις διὰ τῶν ὁποίων ἐνοχοποιεῖτο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου, καὶ ἐν τούτοις ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει μίαν ἐξαιρετικὴν περίσκεψιν, μίαν ἐξαιρετικὴν φροντίδα τοῦ ἀνακριτοῦ, ὅπως μὴ προβῇ εἰς καμμίαν ἐσπευσμένην ἐνέργειαν, προκειμένου περὶ ἑνὸς βουλευτοῦ, ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ, πρὶν συλλέξῃ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα νὰ καθιστοῦν ἐντελῶς ἀπρόσβλητον τὴν ἐνέργειαν αὐτήν;
§578Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ἐλέχθη καὶ τὸ ἔμαθα ἀπὸ γραφεῖς τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ ἐγράφη καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα «Πατρίδα», ὅτι ὁ κ. Ἀνακριτὴς τὴν ἑπομένην τῆς ἀποπείρας ἐξέδωκεν ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου.
§579Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐλέχθη, ὅτι ἐγράφη καὶ ἐγράφη. Ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν πιστοποίησιν ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἐξέδωκεν ἔνταλμα συλλήψεως ἐναντίον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Οἰτύλου. Συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν συζήτησιν ἐπὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἁπλῶς ἐγράφησαν καὶ οὐδέποτε ἐπεβεβαιώθησαν. Λοιπόν, τὶ ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τζωρτζάκη; Τί ἄλλο ἀποδεικνύει παρ’ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔσπευδε νὰ ἐνοχοποιήσῃ οἱονδήποτε, παρὰ ἐξετάζων, τρόπον τινά, μὲ τὸ μικροσκόπιον διὰ νὰ πιστοποιήσῃ καὶ νὰ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν ὅ,τι τοῦ κατηγγέλλετο ἦτο ἀκριβές. Καί τι ἄλλο ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἦτο ὄργανον τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων. Διότι τώρα ὑποστηρίζετε, ὅτι ἡ δίωξις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου εἶναι ἔργον τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων. Ἐάν ὁ ἀνακριτὴς ἦτο ὄργανον τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων, πρὸ μηνῶν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ζητήσει τὴν ἄδειαν διώξεως.
§580Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι, ἐνῶ ὁ ἀνακριτὴς εἶχε τὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὸν Ἰούλιον, καὶ δὲν ἐνεφανίσθη κανὲν νεώτερον, τώρα ἐζήτησε τὴν δίωξιν.
§581ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν νεώτερον στοιχεῖον ἀφήσατέ το, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἠξεύρωμεν. Καὶ σχετικῶς μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπεράσπισιν ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: ὅτι διεπράχθη κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶνε θεμιτόν, ὅτι, ἐνῶ δὲν ἔχομεν ὅλοι ὑπ’ ὄψει μας τὰ στοιχεῖα, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ οἱ φίλοι του καὶ ἀναφέρουν καὶ ὑποστηρίζουν ὡρισμένα γεγονότα....
§582ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ στοιχεῖα τὰ ἔχω.
§583ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λέγετε ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἄλλα στοιχεῖα, πλὴν τῶν καταθέσεων τοῦ Ἰουλίου διὰ τὸν κ. Μαυρομιχάλην, ἐνῶ ἐγὼ ἔχω τὴν πληροφορίαν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἀγωγήν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ νεώτερα στοιχεῖα. Πῶς θέλετε νὰ συζητήσωμεν, κ. Ὑπουργέ; Σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἦτο θεμιτὸς αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ὑπερασπίσεως, καὶ κατέστη ἀκόμη ὀλιγώτερον θεμιτὸς ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἐγὼ εἶχον παρακαλέσει ἐκεῖνον τὸν συνήγορον τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς, ὁ ὁποῖος ἐγγύτερον παρηκολούθησε τὴν ὑπόθεσιν καὶ εἶχε τὰ στοιχεῖα εἰς χεῖράς του, νὰ παρακάθηται ἐκεῖ διὰ νὰ μᾶς διαφωτίσῃ διὰ μερικῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα θά προσεκομίζοντο ἐδῶ. Δυστυχῶς, καίτοι ἀπὸ ἐκεῖ (δεικνύει πρὸς τὸ μέρος τῆς Συμπολιτεύσεως) ὑπῆρχε πλῆθος προσώπων τά ὁποῖα θὰ παρηκολούθουν τὴν συνεδρίασιν, τὸν ὑπεχρέωσαν νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι καὶ αὐτὴν τὴν παράκλησιν ἀκόμη, νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ κόμματός μας, καὶ αὐτὴν τὴν ἀπέκρουσαν. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ διεξάγηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ συζήτησις; Σεῖς προσεκομίσατε στοιχεῖα καὶ ὑποστηρίζετε γεγονότα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, διότι δὲν ἔχομεν τούς φακέλλους. Παρ’ ὅλον τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, τὰ ἐπιχειρήματά σας, εἶναι τόσον ἕωλα, ὥστε εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ ἀποκρουσθοῦν. Ἄλλο τρομερὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν ἀνικανότητα τοῦ ἀνακριτοῦ, εἶναι ὅτι ὑπῆρχε μία δακτυλογράφος διωρισμένη παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ γραμματέως κλπ.! Καὶ αὐτὸ τὸ γεγονὸς πότε ἔλαβε χώραν; Πρὸ ἑνὸς ἔτους. Ἕξ ὁλοκλήρους μῆνας πρὸ τῆς ἀποπείρας κατὰ τοῦ κ. Βενιζέλου. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ βάσιν ἐλέγχου ἐναντίον τοῦ ἀνακριτοῦ, διότι, ὅτε ἔλαβε τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1933, τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου, δὲν ἔκαμε καμμίαν ἀπολύτως ἐνέργειαν, παρὰ ὅταν τοῦ ἐχρειάζετο διὰ νὰ σκεπάσῃ μίαν πρᾶξιν, ὄχι θεμιτήν, ἰδικήν του. Καὶ ἔφθασεν ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καλέσῃ καὶ τὸν ὑπογραμματέα ἀκόμη τοῦ ἀνακριτοῦ διὰ νὰ τοῦ ζητήσῃ στοιχεῖα!
§584ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκάλεσα καὶ ἄλλα πρόσωπα, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ σᾶς τὰ εἴπω.
§585ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁρίστε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκάλεσε τοὺς ὑφισταμένους τοῦ ἀνακριτοῦ, διὰ νὰ τοῦ δώσουν στοιχεῖα! Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν εἴχετε στοιχεῖα, ὠφείλετε εὐθαρσῶς νὰ ἐνασκήσητε τὴν πειθαρχικὴν ἀγωγὴν καὶ νὰ μὴ ἔλθητε ἐδῶ νὰ ἐπικαλῆσθε ἐξ ἀπροόπτου γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἕξ μῆνας πρὸ τοῦ ἐγκλήματος ἢ νὰ ἐπικαλῆσθε μαρτυρικὰς καταθέσεις...
§586ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφοῦ σᾶς λέγω ὅτι ἐμοίραζεν ἀντίγραφα διὰ τὴν ἀπόπειραν;
§587ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἔκθεσις, κ. Ὑπουργέ, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐφέρατε, εἶναι ἔκθεσις τοῦ Ἰανουαρίου 1933.
§588ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοῦ 1934.
§589ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τοῦ 1933.
§590ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοῦ 1934.
§591ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (κτυπῶν τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ βήματος). Τοῦ 1933. Ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον. Φέρει χρονολογίαν Ἰανουαρίου 1933. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀποπείρας, ἀλλὰ περὶ τοῦ διορισμοῦ μιᾶς δακτυλογράφου.
§592Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν;
§593ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καμμίαν.
§594ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρόκειται περὶ λάθους. Εἶνε 1934. Θὰ μοῦ φέρουν τὸ ἔγγραφον καὶ θὰ ἴδητε.
§595ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἄλλα σπουδαιότερα γεγονότα. Εἷς ἀστυφύλαξ λέγει ὡρισμένα πράγματα εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Πότε ἐξητάσθη ὁ ἀστυφύλαξ; Σήμερον. Τί εἶναι ὁ ἀστυφύλαξ αὐτός; Ἕν ἐκ τῶν ὀργάνων τοῦ περιπτύστου Πολυχρονοπούλου. Αὐτὴν τὴν σημερινὴν κατάθεσιν ἐτόλμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀθέμιτον πρᾶξιν του.
§596ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ γεγονὸς τοῦ σχισήματος τῆς καταθέσεως τὸ ἐγνώριζεν πρὸ μηνῶν.
§597ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκαλέσατε τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς ὑπογραμματεῖς καὶ τοὺς κλητῆρας, διὰ νὰ δημιουργήσητε ἐκ τῶν ὑστέρων στοιχεῖα. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη σπουδαιοτάτη κατάθεσις. Ἀκούσατε τώρα ἀξιοπιστίαν μαρτυρικῆς καταθέσεως! Ὁ κ. Λαμπράκης εἶχεν ἐξεύρει ἕνα ψευδομάρτυρα καὶ εἶχε συνεννοηθῆ μὲ τὸν ἀνακριτήν, αὐτὸς ὁ τρίτος νὰ καταθέσῃ αὐτὸ καὶ αὐτό, ἐπιβαρυντικά. Καὶ αὐτός, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Λαμπράκης εἶχεν ἐξεύρει ὡς μάρτυρα, εὗρε τὸν πρῶτον τυχόντα ἀστυφύλακα καὶ τὰ ἀνεκοίνωσεν αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ὁ ἀστυφύλαξ ἐξηγέρθη τόσον πολύ, ὥστε ἐζήτησε νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὰ καθήκοντά του. (χειροκροτήματα). Τοιούτου εἴδους ἐλεεινὰ πράγματα ἦλθεν ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπικαλεσθῇ διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν πρᾶξιν του! Εἶναι καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ μεθυσμένου! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε: Πῶς; Δὲν ἀντελήφθη ὁ κ. Ἀνακριτὴς ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μεθυσμένου; Ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀντελήφθη, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἠθέλησε, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἔχῃ μίαν βεβαίωσιν διατὶ δὲν τὸν ἀνέκρινε.
§598ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔλαβον τὸ ἔγγραφον. Ὁρίστε διὰ νὰ ἴδητε ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ 1934.
§599ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περιμείνατε, Κύριοι. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Ποίους ἠθέλετε νὰ ἐξετάσῃ διὰ μίαν τόσον βρωμερὰν ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποιήθησαν κοινοὶ δολοφόνοι καὶ λῃσταί, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν πρὸς πληρωμὴν τῶν δολοφόνων καὶ τῶν λῃστῶν αὐτῶν, ὅπως λέγεται, τοὐλάχιστον τετρακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν, καὶ κατ’ ἄλλην ἐκτίμησιν, πολὺ περισσότερα; Ποίους ἠθέλετε νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ἀνακριτής; Μήπως ὅταν δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀποφασίσῃ εἷς λῃστὴς νὰ προβῇ εἰς ὁμολογίας, μήπως, λέγω, ἐπειδὴ εἶναι λῃστὴς παραδεχόμεθα ὅτι ἡ κατάθεσίς του εἶναι ἀξία περιφρονήσεως; Μήπως ὅταν εἷς οἱοσδήποτε ἐγκληματίας ἀποκαλύπτῃ τὸ ἔγκλημα ἑνὸς ἄλλου, μήπως πρέπει νὰ μὴ γίνῃ ἡ ἀποκάλυψις καὶ νὰ μὴ καταδιωχθοῦν τυχόν, οἱ ἀποκαλυφθέντες ἔνοχοι, διότι ὁ καταγγέλλων εἶναι ἐγκληματίας; Ἄν ὁ ἀνακριτὴς εὕρῃ μίαν μεμονωμένην κατάθεσιν, ἡ ὁποία δὲν συνδυάζεται μὲ τὰ γεγονότα καὶ μὲ τὰς ἄλλας καταθέσεις, μίαν μεμονωμένην κατάθεσιν ἑνὸς σεσημασμένου ἐγκληματίου, βέβαια ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἐδῶ βλέπομεν, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἐνεργεῖ ἐπὶ τῇ βάσει πολλῶν καταθέσεων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γεγονότων, καὶ ὅτι αἱ καταθέσεις καὶ λῃστῶν ἀκόμη καὶ σεσημασμένων ἀνθρώπων συνάπτονται μὲ ἄλλας καταθέσεις, καὶ ὅτι ἐν γένει εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὡς στοιχεῖα ἐνισχυτικὰ τῆς ἐνοχῆς ὡρισμένων προσώπων. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ δι’ ἐκείνους τοὺς μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι εἶπον ὡρισμένα γεγονότα τὴν πρώτην φοράν, καὶ κατόπιν τὰ ἀνῄρεσαν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐπανέλθω. Ἐλέχθη: ἔπειτα, Κύριοι Βουλευταί, διατὶ ἐπὶ τέλους νὰ διαμαρτύρεται ἡ ἀνάκρισις διὰ τὴν μὴ σύλληψιν τοῦ Καραθανάση; Ἦτο καμμία ἀνάγκη νὰ συλληφθῇ ὁ Καραθανάσης; Εἷς μάλιστα τῶν κ. Συναδέλφων, ὑπεστήριξε τὴν θεωρίαν, ὅτι δὲν ἦτο κἄν ἀναγκαῖον στοιχεῖον διὰ τὴν ἀνάκρισιν ὁ Καραθανάσης. Αὐτὴ εἶναι μία πρωτάκουστος νομικὴ θεωρία, ὅτι ἡ σύλληψις τοῦ κυρίου ἐγκληματίου ἀποτελεῖ ζημίαν διὰ τὴν ἀνάκρισιν, ἂν ἡ σύλληψις αὐτὴ εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἀνακρίσεως. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐγκληματιῶν, ἐκ τῶν ἀντιφάσεων εἰς τὰς ὁποίας θὰ περιέλθῃ καὶ ἐκ τοῦ ἠθικοῦ ἐξαναγκασμοῦ τὸν ὁποῖον ὑφίσταται ὅταν θὰ εὑρεθῇ κλεισμένος ἐντὸς τῶν τεσσάρων τείχων τῆς φυλακῆς, καὶ ἐν γένει δι’ ὅλων τῶν μέσων τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ ἀνάκρισις, διευκολύνεται ἡ ἀνεύρεσις τῆς ἀληθείας ὡς πρὸς τὸ ἔγκλημα. Προκειμένου ὅμως διὰ τὸν Καραθανάσην εἰδικῶς, ἀσφαλῶς θὰ ἦτο ἡ σύλληψίς του ἕν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων στοιχείων διὰ τὴν ἀποκάλυψιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τοῦ ἐγκλήματος. Διότι ἐνῶ ἔχουν συλληφθῆ πρόσωπα στενώτατα συνδεόμενα πρὸς τὸ ἔγκλημα, ὅπως ἀπεδείχθη ἀπὸ τὴν πραγματογνωμοσύνην, καὶ ἄμεσοι αὐτουργοὶ τοῦ ἐγκλήματος, αὐτοὶ δὲν προβαίνουν εἰς μίαν κατάθεσιν διαφωτιστικήν, διότι ὑπάρχουν αἱ θανατικαὶ καταδίκαι τοῦ Καραθανάση, ὁ ὁποῖος λέγει: τὸ αὐγὸ τοῦ Φρυτζαλᾶ πρέπει νὰ τὸ σπάσουμε. Τὸ κοτόπουλο τάδε πρέπει νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν μέση. Τὸ ἄλλο πρέπει νὰ τὸ ξεπαστρέψουμε. Αὐτὸς εἶναι ὁ Καραθανάσης, ὅπως ἀναφέρεται εἰς μίαν τῶν ἐπιστολῶν, αἵτινες εὑρέθησαν, φυσικά, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ὅταν βλέπουν ὅτι ὁ Καραθανάσης, ὁ ὁποῖος ἀπετόλμησε νὰ ἐκτελέσῃ ἐπὶ χρήματι μίαν τόσον στυγερὰν δολοφονικὴν ἀπόπειραν ἐναντίον ἑνὸς πρώην Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀσύλληπτος εἶναι φυσικὸν νὰ φοβῶνται, ὅτι αὐτὸς δὲν θὰ διστάσῃ νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὰ μέσα αὐτά, ἄν ἔχῃ κανεὶς τὴν ἀφέλειαν, ἤ μᾶλλον τὴν τιμιότητα νὰ ὁμολογήσῃ τὸ ἔγκλημα. Ἰδοὺ διατὶ ὁ Καραθανάσης καὶ ἡ σύλληψίς του ἔχει κολοσσιαίαν σημασίαν διὰ τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ δὲν ἐπιτυγχάνεται ἀπὸ ἀμέλειαν τῶν Ἀρχῶν. Ἔρχομαι τώρα εἰς ἕν ἄλλο ζήτημα, μίαν σπουδαίαν ἀμέλειαν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ἐδῶ καὶ εἷς ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὡς ἐπιστοποιήθη, ὁ Πολυχρονόπουλος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀρχισυνωμότου, ὁ Νικόλαος Πολυχρονόπουλος, εἶναι ὁ Γεωργόπουλος, ὁ ὁποῖος ἠγόρασε τὴν Καντιλλάκ, καὶ ὅμως δὲν ἐνηργήθη γραφολογικὴ πραγματογνωμοσύνη εἰς τὴν ἐν τῷ συμβολαίῳ ὑπογραφήν του καὶ δὲν ἐνηργήθη κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασις. Τὶ ἀκριβῶς συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Συνέπεσε τυχαίως νὰ λάβω ἕν σημείωμα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετὰ ἱκανοποιητικόν. Ἡ πιστοποίησις τῆς πλαστοπροσωπείας Πολυχρονοπούλου–Γεωργοπούλου, ἔγινε κατ’ ἀντιπαράστασιν ἀπὸ τοὺς ἑξῆς ἐντελῶς ἀξιοπίστους μάρτυρας. Πρῶτον ἀπὸ τὸν συμβολαιογράφον Δῆμον. Ἐνθυμεῖσθε μάλιστα, ὅτι μέσα εἰς τὸ γραφεῖον του συνέβη καὶ τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο μὲ τὸ κομπολόϊ τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς τὴν τσέπην του ὁ Πολυχρονόπουλος. Εἶπε, λοιπόν, αὐτὸς ὅτι αὐτὸς εἶναι ποὺ ὑπέγραψε τὸ συμβόλαιον. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ συμβολαιογράφος αὐτὸς εἶναι σεσημασμένος λωποδύτης ἤ ἀναξιόπιστον πρόσωπον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ στηριχθῇ.
§600ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Πῶς πρέπει νὰ γίνεται ἡ κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασις;
§601ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀνεγνωρίσθη ἐπίσης ἀπὸ τὸν Μιλτιάδην Βουτσαρᾶν μετὰ τοῦ ὁποίου ἔγινε καὶ συνεννόησις διὰ τὴν πώλησιν τῆς Καντιλλάκ, κατ’ ἀντιπαράστασιν μὲ τὸν πωλητήν. Ἔπειτα ἐπιστοποιήθη ἀπὸ τὸν Κουβᾶ, τὸν τέως ἰδιοκτήτην τῆς Καντιλλάκ, ἄνθρωπον ἄσχετον μὲ κόμματα καὶ οὕτως ἀξιόπιστον. Ἀνεγνωρίσθη ἐπίσης ἀπὸ ἕνα Πάντον, ὑπάλληλον τοῦ Βουτσαρᾶ καὶ ἀπὸ αὐτὸν ὁ ὁποῖος τὸν εἶδε ποὺ ἐπήγαινεν εἰς τὸ γραφεῖον. Ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς ἀνεγνωρίσθη καὶ ὅλοι περιέγραψαν τὰ χαρακτηριστικά του τὰ ὁποῖα ἦσαν αὐτὰ ταῦτα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Πολυχρονοπούλου. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν, τῶν κατ’ ἀντιπαράστασιν διαβεβαιώσεων, ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη νὰ κάμῃ ὁ ἀνακριτὴς γραφολογικὴν ἐξέτασιν; Δὲν ὑπάρχει κανὲν σύγγραμμα, δὲν ὑπάρχει καμμία γενικὴ ἀναγνώρισις, ὅτι ἡ γραφολογία ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ἀριδήλως νὰ πιστοποιήσῃ τὴν ταὐτότητα προσώπου ἐκ τοῦ γραφικοῦ χαρακτῆρος, ἰδίως ὅταν τίθεται μία ὑπογραφὴ ἐκ προθέσεως διὰ νὰ μὴ ἀνακαλυφθῇ τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον ὑπογράφει. Ὑπάρχουν λοιπὸν πέντε καταθέσεις ἀξιοπίστων μαρτύρων κατ’ ἀντιπαράστασιν, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίωσαν ὅτι αὐτὸς εἶναι. Ὁ Δικαῖος ἔρχεται καὶ λέγει ὅτι δὲν ἐξήτασε τὸν ἀδελφὸν τοῦ πωλητοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν διεξήγαγε τὰς διαπραγματεύσεις, ἀλλὰ μετὰ μῆνας, ἀφοῦ προηγουμένως ἠσκήθη πίεσις ἐπ’ αὐτοῦ, ἔρχεται καὶ λέγει εἰς τὸν νέον ἀνακριτὴν ὁ ὁποῖος λέγεται, ὅτι ἐξετάζει πολλοὺς μάρτυρας. Εἶναι περίεργον ὅτι στρέφει τὴν ἐνέργειάν του διὰ νὰ κλονίσῃ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶνε ἀκλόνητα. Αὐτὸ εἶναι τὸ περίεργον, ὅτι ὁ νέος ἀνακριτὴς τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, στρέφεται, ἀντὶ νὰ περατώσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἐξακριβώνων τοὺς ἠθικοὺς αὐτουργούς, διὰ τοὺς ὁποίους κατατίθενται σπουδαῖα πράγματα ὑπὸ μαρτύρων φίλων τῆς Κυβερνήσεως, στρέφεται πρὸς τὰ ὀπίσω, διὰ νὰ κλονίσῃ τὴν βάσιν τῆς ἀνακρίσεως. Καλεῖται λοιπὸν αὐτὸς καὶ λέγει: «δὲν ἠμπορῶ νὰ βεβαιώσω, ἐὰν εἶναι αὐτὸς ὁ ἀγοραστής, ἐὰν ὁ ὑπάλληλός του, ἐὰν ὁ συμβολαιογράφος, ἐὰν ὁ ἄλλος, ὁ ἄλλος, ἐπιστοποίησαν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Γεωργόπουλος». Ἀλλ’ ὁ κύριος νέος Ἀνακριτὴς ἔχει μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὴν γραφολογίαν. Καλεῖ τοὺς συνηγόρους καὶ λέγει: «ἔχω ἀποφασίσει νὰ κάμω γραφολογικὴν ἐξέτασιν». Οἱ συνήγοροι τῆς Πολιτικῆς Ἀγωγῆς λέγουν: ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ σοῦ εἴπωμεν τίποτε διὰ τοὺς πραγματογνώμονας, διότι διαφωνοῦμεν εἰς τὴν βάσιν τῆς πραγματογνωμοσύνης, πρῶτον, διότι μὲ τὴν γραφολογίαν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ πιστοποίησιν, καὶ δεύτερον, διότι, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν κατ’ ἀντιπαράστασιν βεβαίωσιν, τὶ νὰ τὴν κάμωμεν τὴν γραφολογικὴν ἐξέτασιν; Ὁ πρῶτος ἐκ τῶν γραφολόγων λέγει: «Τώρα εἶναι ἀργά. Ἔπρεπε νὰ μὲ καλέσητε ἐγκαίρως». Καλεῖται καὶ εἷς δεύτερος γραφολόγος, ὀνόματι Μπουλατζᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ πρόκειται νὰ κάμῃ τὴν πραγματογνωμοσύνην. Ὁ Ἀνακριτὴς τοῦ λέγει: τί βλέπεις ἐδῶ; Αὐτὸς κυττᾷ τὰς ὑπογραφάς. «Κύριε Ἀνακριτά, ἐνήργησα μακροτάτην ἐξέτασιν καὶ σᾶς λέγω ὅτι εἶνε ἡ ἰδία, διότι ὑπάρχει μὲν κάποια μικρὰ διαφορὰ εἰς τὰ πρῶτα γράμματα «Γεωργο» μὲ τὸ «Πολυχρονό», ἀλλὰ τὸ «πουλος» εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιον. Ἀποδεικνύεται ἑπομένως, χωρὶς μετρήματα κλπ., ὅτι τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἔθηκεν καὶ τὴν μίαν ὑπογραφήν, καὶ τὴν ἄλλην.
§602ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὁ Ἀνακριτὴς αὐτὸς εἶναι καλός.
§603ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ βιάζεσθε καὶ ἡ σπουδὴ δὲν εἶναι καλὸς σύμβουλος. Τὶ ἔκαμεν ὁ κ. Ἀνακριτὴς λέγει: «Πολὺ καλά, ἀφῆστε τὴν πραγματογνωμοσύνην». Αὐτὸ θὰ εἰπῇ πεποίθησις εἰς τὴν γραφολογίαν, αὐτὸ θὰ εἴπῃ εὐσυνείδητος ἐκτέλεσις δικαστικοῦ καθήκοντος, ἀξία τοῦ ἐπαίνου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§604ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε σεῖς αὐτό;
§605ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἠξεύρω ἀπὸ τὴν Πολιτικὴν Ἀγωγήν, ἡ ὁποία παρηκολούθει τὴν ὑπόθεσιν.
§606ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Πόθεν τὸ ἠξεύρετε; Κατὰ τὴν ἀνάκρισιν δὲν παρίστατο κανείς. Αὐτὰ εἶναι ἀρλοῦμπες.
§607ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καλέσατε τὸν Μπουλαντζᾶν νὰ σᾶς τὸ εἴπῃ. Αὐτὸ λοιπὸν ἀποτελεῖ εὐσυνείδητον ἐκτέλεσιν καθήκοντος.
§608ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγράφησαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Μπουλατζᾶς;
§609ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, διότι ὁ κ. Ἀνακριτὴς δὲν υἱοθετεῖ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει ὁ Μπουλατζᾶς. Ἐπιστοποίησεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγουν οἱ μάρτυρες. (Θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς). Θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ταράσσεσθε τόσον πολύ.
§610Γ. ΜΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὶ κατάστασις εἶναι αὐτή;
§611ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ ἀγορεύσαντες ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐκατηγόρησαν ἐπίσης τὸν κ. Ἀνακριτὴν, ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καταθέσεις μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἄλλα εἶπον πρὸ ἕξ μηνῶν καὶ ἄλλα ἔρχονται καὶ καταμαρτυροῦσι σήμερον. Δὲν φαίνεται ὁ κ. Ζάνος, ὁ νεώτερος ἀνακριτής, νὰ συμφωνῇ μὲ τοὺς συνηγόρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ἐνῶ ὁ διευθυντὴς τοῦ καταστήματος τῆς Βαρυμπόμπης καὶ οἱ ὑπάλληλοί του κατέθηκαν, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνεκρίθησαν, ὅτι ὁ Δικαῖος, ὁ Κουρεμπανᾶς καὶ λοιποὶ μετέβησαν εἰς τὸ ἐξοχικόν του κέντρον εἰς τάς 12½ τῆς ἡμέρας τῆς ἀποπείρας καὶ φυσικὰ αὐτὸ ἦτο ἕν σπουδαῖον στοιχεῖον, τώρα ἔρχονται μετὰ ἕξ μῆνας, δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποίαν ἔμπνευσιν καὶ ἀπὸ ποῖα στοιχεῖα ὁ κ. Ἀνακριτὴς καλεῖ τὰ ἴδια πρόσωπα τὰ ὁποῖα λέγουν μετὰ ἕξ μῆνας, ὅτι ἔκαμαν λάθος τότε, καὶ λέγουν, ὅτι τὸ ὡρολόγιόν τους ἐπήγαινε μίαν ὥραν ὀπίσω, κατὰ συνέπειαν τὸ μὲν ὡρολόγιον ἔλεγε 12½, ἡ δὲ ὥρα ἦτο 11½. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐσυνείδητος ἐκτέλεσις τοῦ δικαστικοῦ καθήκοντος καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ σύγκρισις, ἡ ὁποία γίνεται μεταξὺ τοῦ κ. Τζωρτζάκη καὶ τοῦ ἐπισπεύδοντος τὴν ἀνάκρισιν τῆς ὑποθέσεως νεωτέρου ἀνακριτοῦ τὸν ὁποῖον διώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὁ νέος αὐτὸς ἀνακριτὴς συνεχίσῃ τὰς ἀνακρίσεις του καθ’ ὅμοιον τρόπον, ἡ δρᾶσίς του θὰ ἀποτελέσῃ τὴν μεγαλυτέραν κηλῖδα τῆς ἱστορίας τῆς νεωτέρας ἑλληνικῆς δικαιοσύνης. (χειροκροτήματα). Βλέπετε λοιπόν....
§612ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δέν βλέπομεν τίποτε.
§613ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ τυφλοὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἴδουν τὸ φῶς. Τί νὰ τοὺς κάμω; Ἐγὼ δὲν εἶμαι μάγος νὰ δώσω τὸ φῶς εἰς τοὺς τυφλούς. Αὐτὴ εἶναι λοιπόν ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι τὴν ἠνάγκασαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν. Δὲν θέλομεν, λέγει ἡ Κυβέρνησις, νὰ συνεχισθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς ἀποπείρας. Εἶναι λοιπὸν ἐκμετάλλευσις τὸ ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν ἐξυγίανσιν τῆς Ἀστυνομίας; Εἶναι λοιπὸν ἐκμετάλλευσις, διότι ἐζητήσαμεν τὴν ἐκδίωξιν τοῦ Δικαίου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἤδη εἰς τὰς φυλακάς; Εἶναι ἐκμετάλλευσις ὅτι ἐζητήσαμεν πάντοτε νὰ ἀφεθῇ ἡ δικαιοσύνη ἐλευθέρα: Ποῖος εἶνε ὑπεύθυνος ἐὰν τὸ ζήτημα ἔλαβε τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβε; Εἰς χεῖράς σας ἦτο νὰ χωρίσητε κάθε δεσμόν σας καὶ κάθε φιλικήν σας σχέσιν μὲ τοὺς ἐγκληματίας. Νὰ ὑψωθῆτε ἐκεῖ ὅπου σᾶς ἔθηκεν ὁ λαός, ἐκεῖ ὅπου σᾶς ἔταξεν ὁ λαός, ἔστω καὶ ἡ μειονοψηφία, ἐκεῖ ὅπου σᾶς ἔταξε καὶ νὰ ἀντιδράσητε κατὰ τοῦ ἐγκλήματος μὲ ὅλα τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἔχετε εἰς τὴν διάθεσίν σας. Σεῖς, ὅπως εἶπα, δὲν εἴπετε ποτὲ οὔτε ἕνα λόγον εὐαρεσκείας διὰ τὸν ἀνακριτήν, ὁ ὁποῖος κατώρθωσεν ἀπὸ ἐξαιρετικὴν εὐσυνειδησίαν νὰ ἐξετάσῃ τόσους μάρτυρας, καὶ ὁ ὁποῖος κατώρθωσεν ἐπὶ τέλους νὰ ἀποκαλύψῃ εἰς τὰ κυριώτερα στοιχεῖα τὸ ἔγκλημα. Θὰ ἦσαν αἱ δικαιολογίαι σας βάσιμοι, ἐὰν μέχρι τοῦδε ὁ ἀνακριτὴς δὲν εἶχεν ἀποκαλύψῃ τοὺς ἐγκληματίας. Ἀλλ’ ἡ ἀνάκρισις ἤδη ἀπεκάλυψε τοὺς ἐγκληματίας, τοὺς πλείστους τουλάχιστον ἐξ αὐτῶν, καὶ ἕν μέρος ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακάς. Ποῦ ὑπάρχει ἡ ἀποτυχία τῆς ἀνακρίσεως; Μήπως ὑπάρχει εἰς τὸ ὅτι ἐζήτησε νὰ προχωρήσῃ ἀκόμη περισσότερον, νομίζουσα ὅτι ἡ ἐντολὴ ἡ ὁποία τῆς ἐδόθη τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἀνακρίσεως ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προχωρήσῃ παντοῦ, ὅπου ὑπάρχει ἔνοχος χωρὶς νὰ πτοηθῇ ἐξωδίκως, νομίζουσα ὅτι ἦτο σοβαρὰ ἡ ἐντολὴ αὐτή; Μήπως αὐτὸ ἦτο τὸ ἔγκλημα τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ: Τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τώρα, Κύριοι; Εἴχομεν ὅλην τὴν διάθεσιν καὶ σᾶς τὸ εἴπομεν καὶ προσωπικῶς νὰ σᾶς βοηθήσωμεν καὶ σᾶς εἴπομεν ἐπανειλημμένως, μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς φωνὰς τῶν ἀδιαλλάκτων. Ἐδῶ εἴμεθα ἡμεῖς, ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος, νὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν νὰ παραμείνητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀρκεῖ νὰ ἐκτελέσητε τὸ καθῆκόν σας, καὶ ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ἐκάμετε θυσίας, διότι ἐθυσιάσατε τὸν Δικαῖον καὶ τὸν Τρύφωνα, ἐκάμετε μεγάλας θυσίας, χάριν τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ δικαίου, ἐνῷ τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἕν μικρὸν βῆμα σας πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου, ἀκολουθεῖται μὲ ἕν πολὺ μεγαλείτερον βῆμα πρὸς κατάπνιξιν τοῦ δικαίου; Τὶ θέλετε νὰ σᾶς εἴπωμεν ὅταν ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ὁ κόσμος δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ ἀδίκημα αὐτό; Δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι τὸ αἴσθημα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ δικαίου εἶναι πολὺ βαθύ, δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτή, ὅπως ἐξειλίχθη, μία σκευωρία ἀνθρώπων διαθετόντων χρήματα πρὸς ἐξαγορὰν ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, καὶ πρὸς ἐξαγορὰν ληστάρχων καὶ δολοφόνων, μὲ τὴν προστασίαν ἑνὸς κόμματος αὐτῶν τῶν προσώπων, ἐδημιούργησεν ἕν τεράστιον ἠθικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ συγκαλυφθῇ; Δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεσθε αὐτό; Δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα καὶ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ κάθε πεπολιτισμένον λαὸν ἠμποροῦν νὰ φανατίσουν διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ δίκαιον; Διότι πῶς θὰ ὑπάρξῃ πολιτικὴ ζωὴ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ὅταν ἕν μέγα μέρος πιστεύει ὅτι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος προστατεύονται οἱ εἰδεχθεῖς δολοφόνοι;
§614ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τὸ ἰδικόν σας κόμμα ὑπῆρξε τὸ προστατεῦσαν τοὺς δολοφόνους.
§615ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁμιλεῖτε διαρκῶς διὰ τὸ παρελθόν, παρὰ τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ συζήτησις περιορισθῇ εἰς τὰ ὅρια τοῦ θέματος. Διαρκῶς ἐπικαλεῖσθε τὰ γεγονότα τοῦ παρελθόντος, ὡσὰν νὰ θέλετε νὰ εἴπητε, διότι κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας ἐγένοντο ἐγκλήματα ὡρισμένα κατὰ τὸ παρελθόν, πρέπει σήμερον νὰ τὰ πληρώσῃ ὁ ἄλλος πολιτικὸς κόσμος μὲ πολιτικὰς δολοφονίας.
§616ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ὑπῆρξε λευκὸν πάντοτε καὶ δὲν ἔχει ματώσει τὰς χεῖράς του, ὅπως τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, καὶ εἶσθε καὶ σεῖς συμμέτοχος αὐτῶν.
§617ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν οἱ διακόπτοντες νὰ ἀντιληφθοῦν ποία κλασικὴ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ὑπενθυμίζω καὶ αὐτῆς τῆς εἰδεχθοῦς πράξεως τὴν ὁποίαν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἶχε τὴν μοῖραν, ἀφοῦ ἐπὶ ἔτη ἠγωνίζετο διὰ τὴν νομιμότητα καὶ διὰ τὸ δίκαιον, εἶχε τὴν μοῖραν.....
§618Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Πολὺ καλὰ εἴπετε εἶχε τὴν μοῖραν. (Θόρυβος).
§619ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. .... εἶχε τὴν μοῖραν, λέγω, νὰ θελήσῃ νὰ ἔλθῃ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν εἰδεχθεστέραν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία διεπράχθη εἰς αὐτὸν τὸν τόπον. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς στάσεως αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, τὰ βλέπομεν. Βλέπομεν μίαν γενικὴν ἠθικὴν ἀναρχίαν, ἡ ὁποία δημιουργεῖται. Βλέπομεν ἀπὸ τὰς τάξεις αὐτῆς τῆς παρατάξεως καθ’ ἡμέραν νὰ δημιουργῶνται καὶ ἀπὸ μία κίνησις ὑπὲρ τῆς δικτατορίας.....
§620Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Ξεχάσατε τὸν μανδύαν ποῦ σᾶς γέλασεν ὁ Πάγκαλος; Δὲν σᾶς τόν ἔδωκε.
§621ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ μανδύας ἦτο ἀντιδικτατορικός. Δὲν θὰ ὁμιλήσω τώρα διὰ τὴν καταπολέμησιν τῆς τρίτης καταστάσεως καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν κινήσεων τῶν δικτατορικῶν, τῶν ἐντελῶς ἐστερημένων σοβαρότητος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅλαι αὐταὶ αἱ κινήσεις μαρτυροῦν ὅτι ἐκ τῆς στάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, δημιουργεῖται μία πλήρης ἀναρχία. Ἄλλοι ζητοῦν ἔκθεσμα μέτρα διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ ἀμνηστευθοῦν οἱ κατηγορούμενοι. Ἄλλοι βλέπουν καταρρέουσαν ἠθικῶς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐννοοῦν νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ αὐτὴν τὴν πτῶσιν, καὶ μάλιστα μέχρι τοιούτου σημείου ἔφθασαν αἱ ἀνησυχίαι τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε, καθὼς μὲ ἐπληροφόρησαν σήμερον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὸν ἀφοπλισμὸν τῶν πυροβολικῶν συνταγμάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν πυρομαχικῶν ἀπὸ τὰ Συντάγματα τοῦ Πυροβολικοῦ, διότι οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες τὰ διευθύνουν πρόσκεινται φιλικῶς πρὸς τοὺς μέλλοντας δικτάτορας. Αὐτὴ εἶνε ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς περιηγάγετε. Μᾶς εἶπον οἱ ἀγορεύσαντες συνήγοροι βουλευταὶ τῆς Κυβερνήσεως: —Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ νὰ μᾶς ἀπασχολῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφοσιωθῶμεν πραγματικῶς εἰς τὴν μελέτην καὶ λύσιν τῶν μεγάλων προβλημάτων τοῦ τόπου μας; Καὶ ἀπαντῶμεν. —Σεῖς μᾶς περιηγάγετε εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, διότι, μὴ φαντάζεσθε ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε ἄνθρωποι, ἔχοντες συνείδησιν τοῦ δικαίου, νὰ ἀφήσουν ἐγκατελελειμμένην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ διεκδικήσουν μέχρι τέλους τὸ δίκαιον. Μὴ φαντάζεσθε ὅτι θὰ σταματήσωμεν, πρὶν ἀνακαλυφθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔγκλημα καὶ ὅλοι οἱ ἔνοχοι τῆς ἀτίμου πράξεως, θὰ παραιτηθῶμεν τοῦ ἀγῶνος, διότι ὁ ἀγὼν αὐτὸς χαρακτηρίζει τοὺς πεπολιτισμένους λαοὺς καὶ τοὺς ἔχοντας δικαίου συνείδησιν. Σεῖς ἔχετε διάφορον ἀντίληψιν καὶ φαντάζεσθε καὶ ὑποστηρίζετε ὅτι, ἀγωνιζόμενοι πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου εἰς μίαν τόσον σοβαρωτάτην ὑπόθεσιν, ἀγωνιζόμεθα περὶ ὄνου σκιᾶς! Ἡμεῖς ὅμως πιστεύομεν ὅτι, ἀγωνιζόμενοι δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ἀγωνιζόμεθα διὰ τὰς ἠθικὰς βάσεις τοῦ πολιτικοῦ μας βίου καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἐλεύθερον πολιτικόν μας βίον. Ἡμεῖς βλέπομεν ὅτι, μολονότι ὑπάρχουν εἰς τὸν τόπον αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἀντιθέσεις πολιτικαί, καὶ διαφοραὶ ἀντιλήψεων ἐπὶ ὑψίστων ζητημάτων, αὐταὶ αἱ διαφοραὶ δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ ὠθήσουν τὸν λαὸν εἰς ἐμφύλιον πόλεμον. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὅπως βεβαιώνουν μέλη τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ κινδύνου ἐμφυλίου σπαραγμοῦ. Καὶ αὐτὸς ὁ κίνδυνος, πόθεν προέρχεται; Προέρχεται ἀπὸ τὰς συνεχεῖς σας ἀπειλὰς ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος...
§622ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀρνεῖσθε ὅτι εἰς τὴν ἐν Ἑκάλῃ ἔπαυλίν σας συγκεντροῦνται διάφοροι παράγοντες;
§623ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἀρνοῦμαι, διότι εἶνε ψεῦδος. Ὑπῆρξα καὶ θὰ εἶμαι πάντοτε πολέμιος πάσης ἐκνόμου πράξεως.
§624Λ. ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ. Καὶ ὅμως, ὑπήρξατε τέκνον τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ μόνον διὰ τῆς ἐπαναστάσεως ἐπήρατε τὴν Ἀρχήν.
§625ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Συνάδελφε, ἐφόσον θέλετε μίαν πληροφορίαν σᾶς τὴν δίδω. Ὅτε τὸ πρῶτον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸν τόπον καὶ ἀνετράπην εἰς τὴν Βουλήν, ἐγένετο εἰς ἐμὲ πρότασις νὰ κρατήσω τὴν Ἀρχὴν δικτατορικῷ δικαιώματι. Τὴν πρότασιν ταύτην ἀπέκρουσα, εἰπὼν εἰς τοὺς προτείνοντας ταύτην, ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τιμὴν τὸ ὅτι ἡ πρώτη Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις πίπτει κοινοβουλευτικῶς καὶ μᾶς διαδέχεται μία ἄλλη κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις.
§626ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Εἴπετε σεῖς ὅτι γράφετε εἰς τὰ παλαιά σας παπούτσια τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας!
§627ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Συνάδελφος ἔχει πάθη τοιαύτην σύγχυσιν φρενῶν, ὥστε ἀποδίδει εἰς ἐμὲ ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀείμνηστος Ἀραβαντινός, Ὑπουργὸς τότε τοῦ Παγκάλου, ὁπότε ἐγὼ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἐξορίαν. Καὶ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἡ τελευταία αὐτὴ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶχε ποιάν τινα δικαιολογίαν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ εὔκολος λύσις τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐπανέλαβεν ἀπόψε ὁ κ. Βουλευτὴς Λέσβου. Ἀφήσατε τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἀνακριτήν, ἀφοῦ ἔχετε δυσπιστίαν εἰς τὸν κ. Τζωρτζάκην καὶ καταστήσατε τὸν Ἄρειον Πάγον Συμβούλιον, εἰς τρόπον ὥστε νὰ συντομευθῇ ἡ διαδικασία. Αὐτὴν τὴν εὐσυνείδητον καὶ εἰλικρινῆ πρότασιν, τὴν ἐξασφαλίζουσαν τὴν Δικαιοσύνην καὶ προστατεύουσαν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ κάθε παρεξήγησιν, τὴν ἀπερρίψατε. Ἐπροτιμήσατε νὰ ὁρισθῇ ἀνακριτὴς τῆς ἀρεσκείας σας. Ὁμιλεῖτε περὶ ρωγμῶν καὶ τριγμῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας οἰκοδομήματος. Τοὺς ἀκούω αὐτοὺς τοὺς τρυγμούς, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς τὸ τέλος νικηταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθουν οἱ ὑπερασπισταὶ εἰδεχθῶν πράξεων. Νικηταὶ θὰ ἐξέλθουν οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ δικαίου!
§628ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων.
§629Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω ἐντὸς τοῦ θέματος καὶ νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὰς παρόδους, τὰς ὁποίας μᾶς ἤνοιξε παρεμπιπτόντως ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ἐάν ἐπιθυμῇ κανεὶς νὰ συζητήσωμεν τὰ θέματα ταῦτα εὐρύτατα, εἶμαι πρόθυμος, ἀλλὰ θὰ ὁρισθῇ ἡμέρα τακτὴ διὰ νὰ προετοιμασθῶμεν διὰ τὴν σοβαρότητα τῶν ζητημάτων τούτων. Ἐσυνήθισα νὰ ὁμιλῶ καθαρὰ καὶ ξάστερα καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ὁμιλήσω τὴν πρωΐαν ταύτην, ἀδιαφορῶν ἐὰν θὰ εἶμαι εὐάρεστος ἢ δυσάρεστος εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνθυμοῦμαι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως τοῦ ἀνακριτοῦ Τζωρτζάκη εἰς τὴν θέσιν του, τὸ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν φίλος μου βουλευτής, καὶ ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην καὶ ἐζήτησα ὅπως προταχθῇ αὕτη, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου αὐτή. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε συνεπὴς πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἡ συζήτησις ἐκείνη ἠδύνατο, τοὐλάχιστον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ἐξάψῃ τὰ πάθη. Ἀλλὰ τὸ περίεργον ἦτο ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐχάλασε τὸν κόσμον ἐκείνην τὴν ἑσπέραν ὅπως μὴ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις, ἐνῷ, ἐὰν πραγματικῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελε νὰ προλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἀνακριτήν, θὰ ἦτο λογικόν καὶ συνεπές, νὰ κάμῃ τὴν συζήτησιν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, διὰ νὰ ἀναπτύξῃ ὅλας τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας μᾶς ἀνέπτυξεν ἀπόψε, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα διὰ τῶν ὁποίων θὰ προελαμβάνετο κατὰ τὰς πεποιθήσεις της ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην.
§630Γ. ΜΑΡΗΣ. Εἶχε τεθῇ ζήτημα ἀντικαταστάσεως Τζωρτζάκη;
§631Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα. Ἐπερώτησις τοῦ κ. Ἀλεξάτου ἦτο.
§632Γ. ΜΑΡΗΣ. Διατὶ σᾶς φαίνετε παράξενον, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Ἐλευθεροφρόνων;
§633Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Διότι κατὰ τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην θὰ ἠδύνασθε νὰ ἀναπτύξητε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀνεπτύξατε ἀπόψε.
§634Γ. ΜΑΡΗΣ. Σᾶς φαίνετε παράδοξος ἡ συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου ἑνὸς ἀνακριτοῦ; Ἀλλὰ τοῦτο γίνεται ἐξ ἀνάγκης, διότι ἀντικατεστάθη ὁ ἀνακριτής. Ἡμεῖς τὸ ἐπράξαμεν;
§635Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Καὶ τί ἄλλο ἐκάμαμεν ἀπόψε; Ἡμεῖς εἰσήλθομεν τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ εἰς τὰς ἐλαχίστας λεπτομερείας τῆς ἀνακρίσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐγίνετο τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν κατὰ τὴν γνώμην σας, γενόμενον ἀπόψε, εἶναι σωστόν! Θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ τότε, διὰ νὰ προλάβῃ τὴν πρᾶξιν. Καὶ βγάζω τὸ συμπέρασμα τὸ ἑξῆς: ὅτι σεῖς ἀδιαφορεῖτε διὰ τὸ δίκαιον ἢ ἄδικον...
§636Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων μετά τινος ἐκ τῶν φίλων του ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ τὴν ἐπερώτησιν περὶ Τζωρτζάκη, παρεκάλεσα νὰ μὴ συζητήσωμεν, καὶ σεῖς συνεφωνήσατε.
§637Γ. ΜΑΡΗΣ. Τὸ εὑρίσκω περίεργον.
§638Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς ἐξηγήσω διατί ἐγὼ ὁμιλῶ, διότι ἀγόμεθα ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ὁ θόρυβος αὐτός, ἡ διαρκὴς ἀναμόχλευσις τῶν παθῶν, καθ’ ἡμᾶς, ἡ ὁποία ἐτάρασσε τὸν κόσμον.
§639Γ. ΜΑΡΗΣ. Καὶ ἡμεῖς;
§640Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς δέ, διότι ἠθέλετε νὰ ἐξάψητε τὰ πάθη....
§641Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀφήσατε νὰ συντελεσθῇ ἡ πρᾶξις.
§642Γ. ΜΑΡΗΣ. Πῶς ἠξεύραμεν ὅτι θὰ ἀντικαταστήσητε τὸν Τζωρτζάκην;
§643Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπρόκειτο τότε νὰ συζητήσωμεν εὐθύνας τῆς ἀνακρίσεως;
§644Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι, κ. Συνάδελφε.
§645Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπρόκειτο τότε νὰ ζητηθοῦν ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Ἐλευθεροφρόνων εὐθῦναι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἀντικατεστάθη ὁ κ. Τζωρτζάκης. Ἐπειδὴ αὐτὸ σᾶς ἐνδιέφερεν εἰς ἄλλας περιστάσεις, καὶ σεῖς δὲν ἠθέλετε, ἢ ἴσως διότι ἐνεπνέεσθο ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀφήσητε τὸν κόσμον νὰ ἡσυχάσῃ. Ἀλλ’ ἐφόσον βλέπετε ὅτι ἐπιτυγχάνομεν τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, δὲν σᾶς ὠφελεῖ τοῦτο καὶ θέλετε νὰ ἐξάψητε τὰ πάθη.
§646Γ. ΜΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον.
§647Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι ὁ σκοπός σας.
§648ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἡμεῖς σᾶς λέγομεν ὅτι ὁ Πολυχρονόπουλος καὶ οἱ ἄλλοι, ἀπεπειράθησαν νὰ δολοφονήσουν τὸν Βενιζέλον, καὶ σεῖς δολοφονεῖτε τὴν δικαιοσύνην.
§649Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐξακολουθῶ. Ἦτο γνωστὸν τότε ἐκ τοῦ τύπου ὅτι ἤρχισαν νὰ γεννῶνται παρὰ τῇ Κυβερνήσει σκέψεις περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀπόδειξις δὲ εἶνε αἱ ἐπιθέσεις τοῦ ἀντιπολιτευομένου τύπου κατὰ τοιαύτης ἐνδεχομένης πράξεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχεται τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἐπιστεύετε εἰς τὸ δίκαιόν σας, δὲν ἠδύνασθε νὰ τὸ προλάβητε συζητοῦντες τότε. Ἐν τοσούτῳ ἀποκρούετε τὴν ἐπερώτησιν. Ἡ μὲν Κυβέρνησις, συνεπὴς πρὸς τὰς σκέψεις της, διὰ νὰ μὴ ἀνάψῃ μία συζήτησις ἡ ὁποία θὰ ἦτο κατὰ τῆς ὁμαλῆς διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον; Βεβαίως ὄχι. Διότι τότε δὲν θὰ προεκάλει τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν. Ποῖος ἦτο ὁ λόγος; Ὁ λόγος ἦτο διὰ νὰ γίνῃ πρῶτον ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ, ἡ ὁποία ἔβλεπεν ὅτι ἐπεβάλλετο, καὶ νὰ γίνῃ συζήτησις κατόπιν, οὐχὶ ὅπως ἀμυνθῇ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὅπως ἐξεγείρῃ τὰ πάθη διὰ τῆς συζητήσεως τῆς ἀποπείρας.
§650Γ. ΜΑΡΗΣ. Τότε διατὶ ἐγένετο ἡ ἀντικατάστασις;
§651Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸ διατὶ ἐγένετο ἡ ἀντικατάστασις, τὸ ἀνέπτυξε τόσον εὐγλώττως καὶ τόσον λεπτομερῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε θεωρῶ ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν ὑπάρχει περὶ αὐτοῦ οὐδεμία ἀμφιβολία εἰς κάθε ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος καλοπίστως θέλει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἐδῶ μετὰ καλῆς πίστεως νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὸ εἴπω. Δὲν δυνάμεθα καλοπίστως νὰ τὸ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό. Διότι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ, ὄχι ἡ ἀντικατάστασις, ἀλλ’ ἡ ἀπόπειρα, καὶ ὄχι ἡ ἀπόπειρα, ἀλλ’ ὁ διχασμός, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε πρὸ τῆς ἀποπείρας, καὶ τὸν ὁποῖον μετὰ τὴν ἀπόπειραν τὸν ἐτόνωσεν ἡ ἔξαψις τῶν παθῶν, ὁ διχασμὸς εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται μετὰ ψυχραιμίας καὶ ἀντικειμενικότητος νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Εἶνε περιττὸν νὰ ἀποκρύψωμεν τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς μας, καὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀκούουν, διότι ἡ ὑπόθεσις...
§652Γ. ΜΑΡΗΣ. Ὁμιλεῖτε διὰ λογαριασμόν σας....
§653Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸ ζήτημα δὲν λύεται δι’ εὐφυολογιῶν, κ. Μαρῆ. Εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν μίαν ἡμέραν πρὸ τοιούτων συνεπειῶν ἐκ τῆς ἐξάψεως ταύτης, ὥστε μόνον αἱ εὐφυολογίαι νὰ μὴ ἔχωσι θέσιν πλέον. Λοιπόν, ἐπανέρχομαι. Τὸ περίεργον εἰς τὸ θέμα εἶναι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἡ ὁποία ἐθεωρήθη ὑπόθεσις κοινοῦ δικαίου καὶ ὁσάκις ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστεύσεως, ἐξηγέρθη ὁ ἀντιπολιτευόμενος τύπος καὶ εἶπεν ὅτι εἶνε κοινὸν ἔγκλημα διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν συζητοῦν αἱ δύο πολιτικαὶ μερίδες, ἡ μία ὑπέρ, ἡ ἄλλη κατά, ὁ τύπος χωρισμένος εἰς τὸ μέσον, εἰς δύο στρατόπεδα, καὶ ὁ κόσμος ὅλος εἶναι χωρισμένος εἰς δύο στρατόπεδα, καὶ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ δὲν εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα;
§654Γ. ΜΑΡΗΣ. Εἶναι κἄτι ἄλλο ἀπὸ πολιτικὸν ἔγκλημα.
§655Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν εἶνε πολιτικὸν ἔγκλημα (!). Προσπαθεῖ ἡ μία μερὶς νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἄλλην μερίδα ὅτι ἐνέχεται ὁλόκληρος, οὐδενὸς ἐξαιρουμένου, ἡ δὲ ἄλλη μερὶς προσπαθεῖ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἐκείνη ἡ μερὶς δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐκμεταλλεύηται τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ ἐξεγείρῃ τὸν κόσμον, καὶ ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα! Ποία εἶνε ἡ ἀλήθεια εἰς τὸ ζήτημα αὐτό; Καθ’ ὅλην τὴν νύκτα αὐτήν ἠκούσαμεν ὡραίας ἰδέας περὶ τοῦ δικαίου, ὡραίας ἰδέας περὶ τῆς ἠθικῆς, ἠκούσαμεν πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς κάμουν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι γίνεται ἀπόψε ἀγὼν περὶ δικαίου. Πραγματικῶς ὅμως, ἄν θέλωμεν νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, ποῖος εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ὅλου ἀγῶνος τοῦ διεξαχθέντος κατὰ τὸ ἐννεάμηνον, καὶ ἀποκορυφωθέντος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην; Εἶναι ὁ ἑξῆς: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς εἶπεν ὅτι ἔκαμε τὸ σφάλμα νὰ ἀναθέσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς ἀνακριτὴν ἀκατάλληλον, παρασυρθεὶς ὑπὸ εὐθιξίας νὰ μὴ παρεξηγηθῇ, ἀκόμη τὸ σφάλμα νὰ ἀφήσῃ ἐν τῇ πρωτευούσῃ Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν κηρύξαντα ἑαυτόν, οὐχὶ κατάλληλον διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὴν σοβαρωτάτην πολιτικὴν ὑπόθεσιν τῆς 6 Μαρτίου. Καὶ τοῦτο τὸ ἔπραξε μᾶς εἶπε, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ.
§656Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν ἐκλέγει τοὺς ἀνακριτάς.
§657Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀλλὰ τονίζω, ὅτι εἰς τὸ σφάλμα τοῦτο τὸν ὡδήγησε μία πλάνη, πλάνη τὴν ὁποίαν συμμερίζεται συχνά ἡ πτέρυξ αὐτή, ἡ Κυβερνητική, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς ἐπιδιώξεως ὅλης τῆς καλῆς θελήσεως ἀπέναντι ὑμῶν τῶν πολιτευομένων, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν δι’ ὅλης τῆς ἐπιδείξεως ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας καλῆς θελήσεως καὶ δι’ ὑποχωρήσεων ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι θίγουν καιριώτατα συμφέροντα τῆς μερίδος ἐκείνης, τῆς Συμπολιτεύσεως, νομίζει αὕτη ὅτι θὰ ἠδύνατο δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ σᾶς ἀγάγῃ εἰς μίαν πολιτικὴν προσέγγισιν, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπιζητεῖ τίποτε ἄλλο παρὰ δι’ οἱουδήποτε μέσου καὶ δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ κατακτήσῃ τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ὁ μόνος τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνασθε σεῖς (πρὸς τοὺς κυβερνητικοὺς) οὕτως εἰπεῖν νὰ μαλάξητε τοὺς ἀντιπάλους πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον δὲν εἶναι ἄλλος, παρὰ ἢ νὰ τοὺς δώσητε τὴν ἐξουσίαν, ἤ νὰ τὴν κρατήσητε στερεώτατα εἰς τάς χεῖράς σας. Τὸ τί ἐπεδίωξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, τὸ ἐχάραξεν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεκρίθη. Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα, ἐὰν δὲν τὸ ἀνέπτυσσεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος.
§658ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Προηγήθη ἐμοῦ ἄλλος ἀγορητής.
§659ΙΩ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἄν δὲν τὸ ἀνέπτυσσεν αὐτὸς καὶ τὸ ἐσυνεχίζετε ὑμεῖς, διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω. Ὁ παθών....
§660Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ποῖος παθών; Δέν ἔπαθε τίποτε.
§661ΙΩ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ παθών, ἐξετασθεὶς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, ἔκαμε μήνυσιν ἐναντίον μου, ὅτι συμμετεῖχον εἰς τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπόπειραν.
§662Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἔκαμε μήνυσιν ἐναντίον σας;
§663ΙΩ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα, καὶ παρακαλῶ οἱονδήποτε νομικόν, νὰ μοῦ εἴπῃ, ἐὰν ἐξεταζόμενος ὁ παθὼν εἴπῃ ὅτι ὁ τάδε μετέχει ποινικῆς εὐθύνης διὰ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπόπειραν, εἶναι ἢ δὲν εἶναι μήνυσις;
§664Γ. ΜΑΡΗΣ. Οὔτε αὐτὸ εἶναι μήνυσις, οὔτε αὐτὸ εἶπε.
§665Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸ θέλετε νὰ τὸ διαβάσωμεν διὰ τρίτην φοράν;
§666Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐάν ἤθελε νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν, γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι δὲν θὰ ἐδίσταζε νὰ τὴν ὑποβάλῃ, διότι δὲν διστάζει ποτὲ νὰ ὑποστηρίζῃ τάς γνώμας του. Ἀλλ’ οὔτε μήνυσιν σᾶς ὑπέβαλεν, οὔτε εἶπεν αὐτὰ ποὺ λέγετε. Διατὶ θέλετε σώνει καὶ καλὰ νὰ γίνεται μηνυόμενος τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων;
§667Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Διότι αὐτὸ μὲ τιμᾷ ἀφοῦ θέλετε νὰ σᾶς τὸ εἴπω!...
§668Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν σᾶς ἔκαμε κανεὶς μηνυόμενον.
§669ΙΩ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐπιμένω εἰς μίαν ὀρθὴν γνώμην νομικὴν ἐγώ, ὁ μὴ νομικός, ἀπέναντι ἑνὸς νομικοῦ, ὁ ὁποῖος εἶνε καλῶς κατηρτισμένος εἰς τὴν ἐπιστήμην του. Ὅταν ὁ παθὼν λέγει ὅτι θεωρεῖ τὸν τάδε ἔνοχον τῆς κατ’ αὐτοῦ πράξεως, αὐτὸ εἶναι μήνυσις.
§670Γ. ΜΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι περίεργον.
§671ΙΩ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀλλὰ τὸ ἀκόμη περιεργότερον, εἶναι τὸ ἑξῆς....
§672Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐξέφρασεν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ κατηγορίαν κατὰ τοῦ ἀγορεύοντος, ναί, ἢ ὄχι;
§673Γ. ΜΑΡΗΣ. Δέν εἶπεν αὐτό.
§674ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἰδοὺ τί εἶπεν: Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Μεταξᾶν, δὲν δύναμαι ἀτυχῶς νὰ θεωρήσω τοῦτον ἀμέτοχον τοῦ ἐγκλήματος». Αὐτὸ εἶπεν.
§675ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι μήνυσις, καθαρὰ ἀπόδοσις ἐγκλήματος.
§676Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ ἠξεύρουν καὶ οἱ ἴδιοι. Εἶναι ἁπλοῦν, ἀλλὰ θέλουν νὰ γίνεται συζήτησις.
§677ΙΩ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ποιούμενος τοιαύτην κατάθεσιν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, δὲν παρέσχεν οὐδὲν στοιχεῖον πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ἂν ὄχι ἀπόδειξιν, τοὐλάχιστον ἔνδειξιν πρὸς στήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ἀπολύτως τίποτε. Τὸ δὲ περιεργότερον εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ ἀνακριτής, δεχόμενος τοιαύτην κατάθεσιν παρὰ τοῦ παθόντος, δὲν τὸν ἠρώτησε ποῦ εἶνε τὰ στοιχεῖα, πόθεν τὸ ἐξάγεις αὐτό; Ἀπολύτως τίποτε. Καὶ ἀκόμη περιεργότερον, ὅτε, μετὰ ταῦτα, ἐξηκολούθησεν ἡ ἀνάκρισις, καὶ ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἐρωτᾷ κανένα, οὕτως ὥστε νὰ εὕρῃ ποῦ βασίζεται αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ παθόντος. Εἶνε πλάνη; Εἶνε συκοφαντία; Εἶναι τίποτε. Ἀπολύτως τίποτε: Διατί; Διότι παρὰ τῷ ἀνακριτῇ ὑπάρχει παρανάκρισις. Ἡ παρανάκρισις, ἥτις γνωρίζει ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων παρεσύρθη, τίς οἶδεν ἐκ ποίων παθῶν, ἐκείνην τὴν στιγμὴν καὶ ὑπέπεσεν εἰς ἓν ὀλίσθημα τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὰ σχέδιά των. Ἐγνώριζεν ἡ παρανάκρισις καλῶς, ὅτι ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εἶμαι ἐγὼ ἔνοχος αὐτῆς τῆς πράξεως, διότι ἐγνώριζε λεπτομερείας κατὰ τὸ διάστημα τῆς προηγουμένης μου ὑπουργίας, λεπτομερείας πιστοποιηθείσας ὑπὸ ἀνακρίσεων ἐκτελεσθεισῶν τὸν Φεβρουάριον παρ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων, κατὰ τὰς ὁποίας ἦτο ἀπολύτως ἀποκεκλεισμένον τοῦτο. Διὰ νὰ σκεπάσουν λοιπὸν τοῦτο τὸ ὀλίσθημα, καὶ διὰ νὰ μὴ τραβήξῃ παραπάνω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα πρὸς βλάβην τῶν σχεδίων των, ἐσταμάτησαν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἀφῆκαν ἐμὲ ἔκθετον. Ἀλλ’ αὐτό, τί ἐνδιαφέρει τὴν μερίδα σας!
§678ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Ἀβραάμ, ὁμιλῶν, ἐτόνισε τὸ γεγονὸς τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων.
§679Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν τὸ ἀπέκρυψε ποτέ. Ποῖος σᾶς ἀφῆκεν ἔκθετον;
§680Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν πρᾶξιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι βεβαίως ἐγὼ κατέφυγα εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἐζήτησα τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τοῦ ψευδῶς μηνύσαντος, ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ κατάθεσις αὐτὴ ὑπέκειτο εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον, ἡ δὲ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ σύσσωμος — καὶ δὲν λέγω διὰ τοὺς μὲν—λέγω διὰ τοὺς δέ, οἱ ὁποῖοι ἠθέλατε καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ θέλετε νὰ ἀποδειχθοῦν ὅλοι οἱ ἔνοχοι καὶ οἱ ἠθικοὶ αὐτουργοί, ἐνῷ σᾶς ἐδίδετο μία εὐκαιρία τοιαύτη, τὴν ἀπεκρούσατε. Δὲν πειράζει. Μετὰ τοῦτο, μετὰ τὴν κατεύθυνσιν ταύτην καὶ τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ὁ Ἀρχηγός σας, σεῖς ἠκολουθήσατε ὅλοι. Καὶ λέγω ὅλοι, διότι κόμμα δὲν εἶναι μόνον οἱ παριστάμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Κόμμα εἶναι καὶ ὁ τύπος σας, οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐφημερίδων σας, κόμμα εἶναι καὶ αἱ ὀργανώσεις σας, αἱ παντοῖαι ὀργανώσεις σας. Ὅλοι μαζὶ εἶσθε κόμμα. Ὅλοι δὲ αὐτοὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εἰργάζεσθε δι’ ἕνα σκοπὸν εἰς τὸ νὰ ἀποδείξητε ὅτι ἔνοχος τῆς πράξεως ταύτης εἶναι ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ πτέρυξ αὐτή, ἰδίως μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίως ἀξιωματικοὶ τοὺς ὁποίους σεῖς δὲν τοὺς ἔχετε ὑπὸ τὴν εὔνοιάν σας. Εἰργάζεσθε ἀνενδότως. Ηὕρετε δὲ πρὸς τοῦτο ὄργανον, εἴτε ἐνσυνείδητον, εἴτε οὐχὶ συνειδητόν, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλην τινὰ λέξιν...
§681Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀσυνείδητον.
§682Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. ... τὸν ἀνακριτήν, τὸν ὁποῖον ἡ παρανάκρισις ὡδήγει εἰς τὰς πράξεις του. Σκοπός σας δὲ ἦτο εἷς καὶ μόνος: Πῶς διὰ τῆς διαιωνίσεως τῆς ἀνακρίσεως ταύτης, καὶ τῆς διαιωνίσεως τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ φθείρετε τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ πρόθεσίς σας εἶναι νὰ μὴ καταλήξῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ποτὲ εἰς τὰ δικαστήρια. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ αἱ ὑπόνοιαι, αἱ ριπτόμεναι διὰ τοῦ τύπου, αἱ ἀπειλαὶ τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ αἱ συκοφαντίαι καὶ διαβολαί, νὰ φθείρουν τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν. Ὁ σκοπός σας αὐτός, Κύριοι, ἦτο προφανής. Ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι πρὸς τὶ νὰ συζητῶμεν περὶ δικαίου καὶ ἠθικῆς, καὶ νὰ μὴ ἀποκαλύπτωμεν ἐδῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι πραγματικῶς ἡ ἀλήθεια; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ τώρα ἐξεγείρεσθε, καὶ προκαλεῖτε τὴν συζήτησιν αὐτήν, γνωρίζοντες ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διαρρύθμισιν τῆς ἀνακρίσεως, παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Οὐδὲν ἄλλο. Ἀλλὰ θὰ ἐπιθυμούσατε νὰ εἶχεν ἕν ἄλλο, καὶ ἔρχεσθε τὴν ἑσπέραν αὐτὴν νὰ τὸ πραγματοποιήσητε. Δηλαδὴ νὰ καταστήσητε ὕποπτον τὴν νέαν ἀνάκρισιν, νὰ καταστήσητε ὕποπτα τὰ πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἡ Δικαστικὴ Ἀρχή, ἐνεπιστεύθη τὴν διαχείρισιν τῆς περαιτέρω ἀνακρίσεως...
§683Γ. ΜΑΡΗΣ. Ποία δικαστικὴ Ἀρχὴ τὴν ἐνεπιστεύθη;
§684Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§685Γ. ΜΑΡΗΣ. Εἶναι κἄτι διάφορον.
§686Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐνεργεῖ διοικητικὰ δικαστικὰ καθήκοντα.
§687Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν, ὄχι τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης.
§688Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐρωτῶ τώρα: Σκοπός σας, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι νὰ φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἐπ’ ἀκροατηρίου; Ἔχετε ἀναλογισθῆ τὴν τοιαύτην ἐξέλιξιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ τὴν δέχεσθε εὐχαρίστως ἐκ τῶν προτέρων; Ἔχετε φαντασθῆ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν διεξαγομένην ἐπ’ ἀκροατηρίου; Ἔχετε φαντασθῆ τοὺς μάρτυρας, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν παθόντα, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὁ πρῶτος μάρτυς, μέχρι τοῦ τελευταίου οἱοσδήποτε καὶ ἄν εἶνε, παρελαύνοντας καὶ ἐξεταζομένους ἀπὸ τοὺς συνηγόρους καὶ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλά, κυρίως ἀπὸ τοὺς συνηγόρους; Ἔχετε φαντασθῆ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ κόσμου εἰς οἱανδήποτε πόλιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄν ὁρισθῇ ἡ δίκη αὐτή;
§689Γ. ΜΑΡΗΣ. Οὐδεμία ἐξέγερσις θὰ γίνῃ.
§690Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἄν σεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὸ δέχεσθε εὐχαρίστως αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, δὲν γνωρίζω πῶς σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ ὅμως τότε θὰ τὸ ἐδεχόμην εὐχαρίστως.
§691Γ. ΜΑΡΗΣ. Διατί;
§692Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἀποκαλυφθῇ, ἢ μᾶλλον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐξονυχισθῇ κατὰ τὴν διαδικασίαν ταύτην, δὲν θὰ εἶναι μόνον τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ πρὸ ἐκείνου, τὰ ὁποῖα δὲν τολμῶμεν νὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀναπτυχθῶσιν εἰς τὴν δίκην.
§693Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαραιτήτως...
§694Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε Μαρῆ, ἔχετε διεξαγάγει δίκας καὶ μὲ ἐρωτᾶτε διατὶ θὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν πορείαν ἡ δίκη;
§695Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ γίνῃ, καθ’ ὑμᾶς;
§696Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Νὰ γίνῃ. Ἴσως ἦτο εὐκαιρία πρὸ καιροῦ, ὄχι τώρα, νὰ σκεφθῇ κανεὶς περὶ ἀμνηστείας. Θὰ ἦτο ἴσως καιρός, καὶ θὰ ἐνομίζον, καὶ νομίζω, ὅτι σᾶς πρώτους, τοὺς ἀντιπολιτευομένους, θὰ συνέφερε νὰ δοθῇ ἡ ἀμνηστεία αὐτὴ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Ἐνόμιζον ἐγώ, διότι εἶναι διαφορετικαὶ ἀντιλήψεις περὶ τοῦ συμφέροντος καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἠμπορεῖ νὰ νομίζω συμφέρον δι’ ἕνα πολιτικόν, ὁ ἄλλος νὰ τὸ νομίζῃ ζημίαν. Δι’ αὐτὸ εἶναι καὶ αἱ διαφοραὶ αἱ πολιτικαί, διότι ἀλλέως ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς τὸ συμφέρον καὶ ἀλλέως ὑμεῖς. Ἤδη ὅμως, ὅπως ἔφθασαν τὰ πράγματα, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει πλέον ἡ δίκη νὰ φθάσῃ ἐπ’ ἀκροατηρίου. Πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἐπ’ ἀκροατηρίου. Πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ ἀκροατήριον ἡ ὅλη αὐτὴ ὑπόθεσις, ἥτις εἶνε ὑπόθεσις τοῦ διχασμοῦ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ δώσῃ ἡ λαϊκὴ δικαιοσύνη τὴν ἐτυμηγορίαν της. Λέγετε, καὶ ἔχετε γράψει πολλὰς φορὰς ὅτι ἡ ἀμνηστεία θὰ ἦτο ἐπικήρυξις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν τὸ πιστεύω ἐγὼ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς εἴχετε τὴν ἰδέαν αὐτήν, ὅτι ἡ ἀμνηστεία θὰ ἦτο ἐπικήρυξις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ἐνδεχομένη ἀθώωσις τῶν σημερινῶν κατηγορουμένων τὶ θὰ ἦτο τότε; Θὰ ἦτο, κατὰ τὴν αὐτὴν σκέψιν ἐπικήρυξις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων παρὰ τῆς λαϊκῆς δικαιοσύνης!
§697Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ τότε εὐθύνη Κυβερνήσεως καὶ κόμματος.
§698Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, Κύριοι, παρουσιάζονται, ἰδίως κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον, φῆμαι εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ ἐνδεχομένης προσεγγίσεως τῶν δύο πολιτικῶν κόσμων. Ἀλλ’ ἔρχεται ἕν ἁπλοῦν γεγονός, ὅπως τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ ἀφήνει διὰ νὰ διασκεδασθῶσιν αὐταὶ ὡς ἱστὸς ἀράχνης. Εἶναι λυπηρόν, ἀλλ’ εἶναι γεγονός, ὅτι ὁ διχασμὸς ἔγινε τόσον βαθὺς εἰς τὸν τόπον μας, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ σκεφθῇ κανεὶς πῶς θὰ τὸν γεφυρώσῃ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἐτῶν ἀπεπειράθημεν τοῦτο, ὁμολογῶ ὅτι ἀπετύχομεν. Εὔχομαι νὰ εὑρεθῶσιν ἄλλοι οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπιχειρήσουν τοῦτο ἐκ νέου, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ τὸ ἐπιτύχουν. Ἐὰν ἑπομένως θέλωμεν ἡμεῖς οἱ ἀντιβενιζελικοὶ πραγματικῶς νὰ διατηρήσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς δίκαια ἡμῶν, τοῦτο δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ἀξιότιμοι Κύριοι τῆς πτέρυγος ταύτης, παρὰ δι’ ἑνὸς καὶ μόνου τρόπου, τῆς ἰσχύος μας. (παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§699ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§700Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μακρηγορήσω. Ἀρκετὰ ἀνέπτυξαν οἱ κ. Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεώς των, περισσότερα δὲ εἶπον ἐκτὸς τοῦ θέματος τῆς ἐπερωτήσεως καὶ λυποῦμαι διότι, μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος τούτου, προσεπάθησαν νὰ ἐκδηλώσουν ἐμφανέστερον καὶ ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ, ὅλον ἐκεῖνο τὸ δυσμενὲς αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην κατὰ τῆς πτέρυγος τῆς ἄλλης. Ἐὰν ἤθελον νὰ ἐξετάσω τὴν ἐπερώτησιν οὐσιαστικῶς, θὰ προέβαινα εἰς πρᾶξιν ματαίαν, διότι ἐπεδείχθη τοιαύτη προσπάθεια πρὸς παραποίησιν τῶν πραγμάτων ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὥστε ἔφθασεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπωφεληθῇ ἑνὸς συνήθους λάθους μιᾶς χρονολογίας, διὰ νὰ δημιουργήσῃ δὲν γνωρίζω ποίας ἐντυπώσεις. Λέγω λάθους συνήθους μιᾶς χρονολογίας, διότι ἐνῶ εἶναι τόσον πρόδηλον τὸ λάθος τοῦτο καὶ λαμβάνει χώραν τόσον συνήθως καθ’ ἑκάστην πρωτοχρονιάν, ἢ καὶ καθ’ ὅλον τὸν μῆνα Ἰανουάριον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς σοβαροὺς ἀνθρώπους νὰ δίδωσι τόσην σημασίαν εἰς αὐτό, ὅσην θέλει νὰ δώσῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος. Πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν, ἀντὶ νὰ γράψωμεν τὴν χρονολογίαν τοῦ νέου ἔτους εἰς ἐπιστολάς, εἴτε εἰς ἄλλα ἔγγραφά μας κατὰ τὴν πρώτην τοῦ νέου ἔτους, γράφομεν τοῦ παρελθόντος ἔτους τὴν χρονολογίαν ἐκ συγχύσεως. Τῆς καταδήλου ταύτης συγχύσεως ἐπωφελήθη ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτοεργατικοῦ κόμματος διὰ νὰ ἐκφράσῃ δῆθεν τὴν ἀγανάκτησίν του καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι τὸ 1933 ἡ χρονολογία τὴν ὁποίαν τὸ ἔγγραφον ἀνέφερε. Τοῦτο δέ, διὰ νὰ ἀντλήσῃ ἐξ αὐτοῦ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦσαν ἀνακριβῆ! Ὅσοι δὲ ἐξ ἄλλου ἠκούσατε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀντέκρουσε περαιτέρω τὰ ἀναφερθέντα ἐντεῦθεν γεγονότα, δὲν δύνασθε νὰ μὴ πεισθῆτε ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐπεζήτει, εἰμὴ πῶς θὰ εὕρῃ οὗτος τὸν τρόπον νὰ ἐπιχύσῃ ἔλαιον εἰς τὴν πυράν καὶ νὰ ὀξύνῃ τὴν ὑφισταμένην διαμάχην. Δυστυχῶς καὶ ἄλλους ρήτορας ἠκούσαμεν νὰ ἀμφισβητοῦν ρητὰ κείμενα τῶν νόμων ἀναμφισβητήτου ἐννοίας, διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦτο ἔκνομος, ἦτο ἀντισυνταγματική, ἦτο, δὲν γνωρίζω, τί ἄλλο. Ἂν ὅλοι οἱ κύριοι ἐπερωτήσαντες δὲν εἶχον τοιαύτην προκατάληψιν, θὰ ἠδύναντο, μεθ’ ὅσα ἀνεπτύχθησαν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, τόσον ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῶν ἄλλων κ. Συναδέλφων, θὰ ἠδύναντο, ταχύτατα νὰ πεισθῶσιν ὅτι τίποτε δὲν ὑφίσταται ἐξ ἐκείνων ἅτινα καταγγέλλονται. Ὁ νόμος εἶναι σαφής. Ἐπιτρέπει τὴν ἀντικατάστασιν ἀνακριτοῦ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ μᾶλλον ἐπιτρέπει τὸν διορισμὸν ἀνακριτοῦ εἰς ἕν ἀνακριτικὸν γραφεῖον. Καὶ ἐρωτῶ καὶ λέγω: διὰ νὰ ἐπιτρέπῃ τὸν διορισμὸν ἀνακριτοῦ ὁ νόμος, δὲν πρέπει ἆρά γε νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ καὶ κάποιος ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ παύσῃ ἕνα ἀνακριτήν; Καὶ αὐτὸς ὁ κάποιος, ποῖος ἄλλος δύναται νὰ εἶναι ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης; Ὅπως γνωρίζομεν ὅλοι ἀπὸ τὴν πεῖραν ἐὰν δὲν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι διορίζονται καὶ παύονται παρὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Καὶ ἐν τούτοις, καὶ αὐτὸ ἠμφισβητήθη. Καὶ ἠμφεσβητήθη διατί; Διότι δὲν ἐπεκράτησεν ἡ καλὴ πίστις εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐπεκράτει ἡ προσπάθεια, πῶς θὰ εὑρεθῇ μία ἀφορμὴ ἵνα χυθῇ νέον δηλητήριον μεταξὺ τῶν δύο ἀντιθέτων παρατάξεων. Καὶ ἐχύθη τὴν ἑσπέραν ταύτην δηλητήριον ἱκανόν. Οὐδεὶς δύναται νὰ μὴ ἐδοκίμασε τοῦτο. Δυστυχῶς, ὅλαι αἱ προσπάθειαί μου τὰς ὁποίας ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν, κατέβαλα ὅπως ἐπιφέρω μίαν ἀποκατάστασιν ἡσυχίας καὶ γαλήνης εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἀπέβησαν μάταιαι. Καὶ αἱ προσπάθειαί μου αὗται δὲν κατεβλήθησαν μόνον ἀφότου ἀνῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Αἱ προσπάθειαί μου ὑπῆρξαν καὶ ὅτε ἤμην ἀντιπολιτευόμενος. Ὑπῆρξαν δὲ τοιαῦται, ὥστε ἀληθῶς ν’ ἀναγνωρισθῶσι καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ ἀπουσιάζοντος ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀλλὰ τίποτε δὲν ἤρκεσεν οὐδὲ ἀρκεῖ εἰς τὸν Ἀρχηγόν, τὸν πραγματικὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Αὐτὸς μίαν μόνον ἰδέαν ἔχει ἐν νῷ: ὅτι αὐτὸς εἶναι μόνον ὁ ὁποῖος ἄρχει, ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ ἄρχῃ! Δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι ὑπάρχουν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ ἄλλοι, οἵτινες δύνανται νὰ τὸν κυβερνήσουν! Ἀλλά, τέλος πάντων, δὲν αἰσθάνεται ὅτι καθῆκόν του πρὸς τὸν τόπον θὰ ἦτο νὰ ἀφήσῃ νὰ ἀναδειχθῶσι καὶ ἄλλοι, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἀφήσῃ τοὺς ἄλλους τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς ὑποδεικνύει, νὰ τοὺς ἀφήσῃ νὰ κυβερνήσουν καὶ αὐτοὶ τὸν τόπον αὐτόν. Δὲν ἠξεύρω ποῖαι μεταξὺ τῶν φίλων του κρατοῦσιν ἰδέαι. Γνωρίζω μόνον, ὅτι κάποτε ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος πρὸς στιγμὴν ηὐνοήθη ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ἠναγκάσθη μετά τινας ἡμέρας νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὰ Κυβερνητικὰ ἐδώλια. Καὶ ἐφόσον οἱ κ.κ. Πολιτευόμενοι τάσσονται οὕτως πῶς ὑπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, τοῦτο εἶναι δικαίωμά των, ὑποχρέωσίς των εἶναι νὰ ὑποστοῦν τὰ δεινὰ τὰ ἐκ τοῦ Ἀρχηγοῦ ἐκείνου προερχόμενα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: διατὶ εἰς τὸν τόπον αὐτόν, θὰ ἐπιβληθῇ μόνον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἐφ’ ὅλης τῆς πολιτικῆς του ζωῆς; Μεγάλη ἀλήθεια ἐκείνη ἣν εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὅτι πράγματι πρέπει νὰ γίνωμεν ἰσχυροί. Δέν εἶμαι προδιατεθειμένος, Κύριοι, νὰ κάμω τοῦτο, διότι ὅταν πολιτεύωμαι, πολιτεύομαι μὲ μίαν ἰδέαν, τὴν ἰδέαν νὰ ἔχω ἐκεῖνο, ὅπερ μοῦ δίδει ἡ δύναμις ἐκείνου πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνομαι καὶ παρὰ τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ ζητήσω τὴν ἐξουσίαν, ὁ λαός. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς μοῦ παρεχώρησε δὲν εἶμαι διατεθειμένος οὔτε νὰ τὸ παραδώσω εἰς ἄλλον, ἀλλ’ οὔτε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ τὸ παραβιάσω. (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Δι’ αὐτό, ἀφοῦ τὰ πράγματα περιεπλάκησαν ἐκ τῶν διαφόρων δηλώσεων τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἔλειψα νὰ δηλώσω ὅτι δὲν θὰ μὲ εὕρῃ ἐπαναστατοῦντα, ἀλλὰ θὰ μὲ εὕρητε ἐπιζητοῦντα τὴν ἡσυχίαν μου εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀρχαί μου, καὶ ἕνεκα τῶν ἀρχῶν μου βάλλομαι πανταχόθεν, ἀπὸ τοὺς ἀντιθέτους διότι ἔχω τὰς ἀρχὰς ταύτας, ἀπὸ τοὺς φίλους μου δὲ διότι δὲν θέλω νὰ κάμω καμμίαν παρέκβασιν ἀπὸ τὰς συνταγματικὰς ἀρχάς. Ὅλοι γνωρίζετε ὅτι, ὅτε εἶδον ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μία δίκη, ἧς ἡ διαδικασία τόσα κακὰ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ καὶ τόσους κινδύνους νὰ προκαλέσῃ, ὄχι μόνον ἐνταῦθα, ὄχι ἐν Ἀθήναις μόνον, ἀλλ’ ἐν τῇ Ἑλλάδι ὁλοκλήρῳ, ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ἔφθασα, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας πολλῶν φίλων μου καὶ παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἀντιθέτων, νὰ παράσχω εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου ἀμνηστείαν. Ἀποτέλεσμα τῆς πράξεως ταύτης ἦτο νὰ δυσαρεστηθοῦν τινὲς τῶν φίλων μου, ὁ δὲ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὸ κόμμα τοῦ ὁποίου παρέσχον τὴν ἀμνηστείαν, νὰ μὲ ὑβρίσῃ!
§701Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν σᾶς ἐζητήσαμεν ἀμνηστείαν.
§702Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Μαρῆ, εἶναι ἀληθές, ὅτι ὄχι μόνον δὲν μοῦ ἐζητήσατε ἀμνηστείαν, ἀλλὰ καὶ διαρκῶς μὲ ἠπειλεῖτε ὅτι, ἐὰν θὰ σᾶς δώσω ἀμνηστείαν, δὲν ἠξεύρω τί θὰ ἐκάμνετε. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς εἶπα: Θέλετε δὲν θέλετε ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω ἀμνηστείαν.
§703Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐφηρμόσατε τὰς ἀντιλήψεις σας. Διατὶ τότε παραπονεῖσθε;
§704Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναφέρω τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς μου. Δέν παραπονοῦμαι. Παρέσχον τὴν ἀμνηστείαν, οὐχὶ χαριζόμενος εἰς τὸν Ἀρχηγόν σας, ἀλλ’ ἵνα ὑπηρετήσω τὸν τόπον. Ἤθελον νὰ ἀποφευχθοῦν αἱ ἀνωμαλίαι αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπήρχοντο καὶ μόνον ἐὰν ἐδικάζετο ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, μὲ ὅλον τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰλικρίνειάν μου, ὅτι, ἐνῶ μὲ ὑβρίσατε, πραγματικῶς ἠθέλατε τὴν ἀμνηστείαν....
§705Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν σᾶς ὑβρίσαμεν. Σᾶς κατεκρίναμεν.
§706Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός).... ὅτι τὴν ἐπεθυμεῖτε, διότι μόλις διὰ διαφόρους λόγους εὑρέθην ἠναγκασμένος ν’ ἀναβάλω ἐπ’ ὀλίγον τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος, ἀμέσως μοὶ ἐγένετο γενικὴ ἐπίθεσις. Ἰδοὺ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χθὲς εἶπεν ὅτι θὰ παράσχῃ ἀμνηστείαν καὶ δὲν τὴν παρέχει. Ὅταν δὲ ἐλάβετε τὴν ἀμνηστείαν, ἐκάματε μίαν πρᾶξιν ἀγώγωγον καὶ κἄτι περισσότερον ἀπὸ ὑβριστικήν....
§707Γ. ΜΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑβρίζετε τοὺς ἀντιπάλους σας. Δὲν εἶναι σωστὸ αὐτό.
§708Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡσυχάσετε, κ. Μαρῆ, διότι ἔχω ἀρκετοὺς λόγους νὰ μὴ εἶμαι πλέον φειδωλός εἰς τὰς ἐκφράσεις μου, ὅπως μέχρι τοῦδε. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὅταν, κ. Μαρῆ, ἐπρόκειτο νὰ συζητήσω τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, σύμφωνα μὲ τὴν τακτικὴν πού ἠκολουθήσαμεν ὅλοι, ἔγραψα ἐπιστολὴν εἰς ὅλους τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, καθὼς καὶ εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, τὸν ὁποῖον «ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω νὰ προσέλθῃ ὡρισμένην ἡμέραν ποὺ ἀνέφερα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς σύσκεψιν μετὰ τῶν ἄλλων Ἀρχηγῶν δι’ ἐξωτερικὰ ζητήματα».....
§709Γ. ΜΑΡΗΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτά; Εἶναι ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπερώτησιν;
§710Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω νὰ δείξω, κ. Μαρῆ, τί εἴδους εἶναι ἡ ἐπερώτησις καὶ πόθεν πηγάζει. Ἄν δὲν τὸ ἐννοεῖτε, λυποῦμαι πολύ. Καὶ ἀντὶ ὁ Ἀρχηγός σας νὰ ἀπαντήσῃ, ὡς ὤφειλε στοιχειωδῶς εἰς ἐμέ, παρέλιπε νὰ πράξῃ τοῦτο, ἔγραψε δὲ ἐπιστολὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ ὁποίᾳ μὲ καθύβριζε καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζετε ὅλοι. Μάλιστα δέ, ἵνα ἔκδηλον καταστήσῃ τὴν διάθεσίν του, τὴν ὑβριστικήν, ἀπέναντί μου, ἀφοῦ ἔστειλε τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἔλεγεν ὅτι αὐτὸς δὲν δύναται νὰ τὴν δημοσιεύσῃ, διότι αὕτη ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον πρὸς ὃν τὴν ἀποστέλλει, ἔσπευσε τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ τὴν δημοσιεύσῃ εἰς τὸν τύπον. Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις ἀπὸ τὴν μερίδα σας εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἠκολούθησα, ἵνα κατὰ τὸ δυνατὸν παγιώσω τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν γαλήνην εἰς τὸν τόπον, καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἀναγκαιότητα μόνον ἀναίσθητος δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσουν. Δυστυχῶς ὅμως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐπιδιωχθῇ τοῦτο ὡς ἐκ τῶν μεγάλων ἐλαττωμάτων τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ 6η Ἰουνίου, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἀπετέλεσε καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὴν κυριωτέραν πρόφασιν. Ἦλθεν ἡ ὄντως ἀτυχὴς ἐκείνη ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀσυνείδητοι ἄνθρωποι διέπραξαν ἔγκλημα στυγερόν, μολονότι εὐτυχῶς διὰ τὸν τόπον, οὐδὲν ἐκ τοῦ ἐγκλήματος ἐκείνου ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα. Δὲν ὑπῆρξε πολίτης Ἕλλην, ποὺ νὰ μὴ κατεδίκασε τὸ κίνημα ἐκεῖνο, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐξεδήλωσε πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων τὰ αἰσθήματα τῆς πικρίας καὶ τοῦ ἀποτροπιασμοῦ, τά ὁποῖα ἠσθάνθη διὰ τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο. Ἐν τούτοις παρ’ ὅλα ὅσα ἐγένοντο, μία καθιερώθη ἀρχή: πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο θὰ χρησιμεύσῃ διὰ νὰ δημιουργήσῃ ἕνα νέον διχασμόν, ἐφόσον ἐβλέπομεν ἐκλείποντα τὸν παλαιόν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθε καὶ ἡ διαβληθεῖσα παράταξις εἰς τὴν Ἀρχήν, ἡ ὁποία ἐπιστοποίησε διὰ τῆς πολιτικῆς της καὶ τῶν ἔργων της, ὅτι δὲν ἦτο τὸ Κόμμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔσφαζε καὶ θὰ ἔκαιεν, ὅπως παρίστατο, ἕνα ὡρισμένον πληθυσμὸν τῆς Χώρας, ὅτι ἦτο τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας. Ἡ ἐπερώτησίς σας τὴν ἑσπέραν ταύτην οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχε νὰ ἐξυπηρετήσῃ, εἰμὴ τοῦτον καὶ μόνον: Πῶς νὰ δημιουργήσῃ νέον διχασμόν. Ὁμολογήσατέ το, διότι ἄν φθάσετε εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ τὸ ὁμολογήσητε, θὰ βάλετε μίαν σανίδα, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον εἶνε ἀσφαλής, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς κάποιαν στιγμήν. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει εἰς ὑμᾶς τοιαύτη διάθεσις. Ἡμεῖς ὅμως σᾶς διαβεβαιοῦμεν ὅτι θὰ πράξωμεν τὸ πᾶν διὰ νὰ πείσωμεν τὸν κόσμον ὅτι δὲν θέλετε τὴν ἡσυχίαν του. Ὅτι δὲν ὑπηρετεῖτε τὰ συμφέροντά του, ἀλλ’ ὅτι εἰς πᾶσαν πρᾶξιν ἄγεσθε ἐξ ἰδίου πολιτικοῦ συμφέροντος τὸ ὁποῖον βλέπετε ὑφιστάμενον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ διχασμῷ. Ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ ὑπερασπίσωμεν τὸν λαὸν καὶ θὰ ἐπαναφέρωμεν μέ κάθε τρόπον τὴν ἐσωτερικὴν εἰρήνην καὶ γαλήνην εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ ἡ πρᾶξις τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ ἦτο πρᾶξις ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπὸν αὐτόν. Συνέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου τὴν ταχεῖαν καὶ ἀποτελεσματικὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων. Δυστυχῶς ἐδίδετο ἡ ὑπόσχεσις ὅτι ἐντὸς δέκα ἡμερῶν θὰ ἐπερατοῦντο αὗται, ἀλλ’ αἱ δέκα ἡμέραι παρήρχοντο καὶ ἡ κατάστασις ἐξηκολούθει μὴ ἔχουσα οὔτε ἀρχήν, οὔτε τέλος, ἕως ὅτου ὁ Ὑπουργὸς ἀπαυδήσας, κατέληξεν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνακριτοῦ, τοῦ ἀμελοῦς καὶ ἀδαοῦς ἀνακριτοῦ, ὅστις δὲν ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν του. Τοιαύτη ἐνέργεια ὑπηγορεύετο ἐκ τῆς πολιτικῆς μας, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ ἀπόρρια τῆς ἐκτελέσεως ἑνὸς καθήκοντός μας πρὸς τὸν τόπον, διότι ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Ἂν δὲ πραγματικῶς ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὸν τόπον, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ συνηγορήσητε καὶ νὰ συντελέσητε καὶ σεῖς, ἵνα τελειώσῃ αὕτη. Ἀλλὰ σεῖς δὲν ὠθεῖσθε ἀπὸ τὴν ἰδέαν αὐτήν. Καὶ ὅτι πραγματικῶς δὲν ὠθεῖσθε ἀπὸ τὴν τοιαύτην ἰδέαν, τὸ μαρτυρεῖ τοῦτο καὶ μόνον: μεταχειρίζεσθε ὅλα τὰ μέσα, δικηγόρους, ἐφημερίδας, διὰ νὰ διεξαγάγητε....
§711Γ. ΜΑΡΗΣ. Σεῖς μᾶς δολοφονεῖτε μὲ τὰς ἐφημερίδας καὶ πρὸ τῆς ἀποπείρας καὶ μετ’ αὐτήν. Ἑβδομάδας ὅλας πρὸ τοῦ ἐγκλήματος....
§712Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ποὺ σᾶς λέγω ἐγώ. Δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο, παρὰ διαρκῶς νὰ ἀνασκαλεύητε τὸ ἔγκλημα καὶ νὰ ὀξύνητε ἔτι περισσότερον τὰ ἐξημμένα ἑκατέρωθεν πάθη. Δὲν εἶδα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ σας ἀπέναντι τῆς ἀνακρίσεως νὰ κάμητε πρᾶξίν τινα, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἀνάκρισις θὰ φθάσῃ πρὸς τὸ τέλος. Ὁ ἀνακριτὴς ἐπαρουσίασεν ὅτι ἐξητάσθησαν ἑξακόσιοι τριάκοντα μάρτυρες. Ἀλλ’ οἱ περισσότεροι τούτων εἶναι ἄχρηστοι ἐντελῶς καὶ ἄνευ ἀξίας, ἐκαλοῦντο δὲ καὶ διήρχοντο ἐκεῖθεν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δικαιολογῆται ἡ παράτασις τῆς ἀνακρίσεως. Σεῖς οἱ ὁποῖοι ἀσκεῖτε τὴν πολιτικὴν ἀγωγήν, σεῖς, οἱ ὁποῖοι παρηκολουθεῖτε ὅλην τὴν δίκην, τί ἐπράξατε; Συνετελέσατε εἰς τίποτε πρὸς περάτωσιν αὐτῆς; Ἐφέρατε κανένα μάρτυρα; Ἕνδεκα μόνον μάρτυρας ἐφέρατε. Τί ἄλλο ἀποδεικνύει τοῦτο, παρὰ ὅτι ἕνα σκοπὸν ἐπιδιώκετε, πῶς νὰ παρατείνηται ἡ ἀνάκρισις αὐτή, διὰ νὰ λέγετε καθ’ ἡμέραν. Τὸ ἔγκλημα. Οἱ δολοφόνοι. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ προστατεύουσα τοὺς δολοφόνους. Ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των. Ἡ ἀστυνομία, Κύριοι, τοῦ Κράτους, ἕν μόνον ἔχει καθῆκον, τὴν καταδίωξιν καὶ σύλληψιν τῶν ἐγκληματιῶν. Ἔχει αὐτὸ τὸ καθῆκον, νὰ ἀνευρίσκῃ αὕτη τοὺς ἐνόχους. Εἶσθε νομικός, κ. Μαρῆ, ὥστε νὰ τὰ γνωρίζητε αὐτά. Δὲν ἐνηργήσατε καμμίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία νὰ ἀποδεικνύῃ τὴν πρόθεσίν σας, ἵνα δοθῇ ἕν πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ διατὶ τέλος πάντων, ἀφοῦ τοσάκις ἐδηλώσαμεν δημοσίᾳ καὶ πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πράγματα γνωστά, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ κάμωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως, διότι ποτὲ δὲν ἐπράξατε αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀπέκειντο εἰς ὑμᾶς; Καὶ γνωρίζετε, κ. Πολιτευτὰ ἐξ Ἡρακλείου, ὅτι καὶ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας ἀντικατεστήσαμεν δι’ ἀνωτέρου δικαστικοῦ καὶ πᾶν ὅ,τι ἄλλο ἐζητήσατε ἐγένετο προθύμως δεκτόν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πάντων ὑπέστην τὸν ἔλεγχον, καὶ τῶν φίλων μου, καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, διότι ἀντικατέστησα τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας, καθ’ οὗ οὐδεμία ὑπῆρχε μομφή. Δὲν παρέλειψα δὲ ἀκόμη κατὰ τὰς ὀλίγας ὥρας, καθ’ ἃς διέμεινα ἐνταῦθα, ἐπιστρέφων ἐξ Ἀγκύρας, ἵνα μεταδῶ εἰς τὴν Γενεύην, νὰ συναντήσω τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ἵνα διαγνώσω τί τέλος πάντων ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸν συνετάρασσε καὶ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸν ἐξαγάγωμεν ἐκ τῆς ἀγωνίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἐξ ἑνὸς ἀοράτου, ἐντελῶς ἰδανικοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ἐνόμιζεν ὅτι διατρέχει. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συναντήσεώς μας ἐκείνης. Ἔχετε φίλον τοῦ κόμματός σας, τὸν κ. Δεληγιάννην, ὁ ὁποῖος ἐρωτώμενος θὰ σᾶς εἴπῃ πόσον ἀποκαρδιωτικὴ ἦτο ἡ συνάντησις ἐκείνη. Κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην μᾶς ἐπροτάθη, ἐκ μέρους δύο τῶν ἀγορητῶν, γνώμη προερχομένη ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων....
§713Γ. ΜΑΡΗΣ. Ὄχι μόνον τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀνακριτοῦ.
§714Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Μαρῆ, νὰ ἀφήσητε νὰ εἴπω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γνωρίζω ἐγώ. Τὴν ἐπροτείνατε διὰ τῶν ἐφημερίδων. Καὶ ἡ στερρὰ ἀπόφασίς μου ἦτο νὰ μὴ ἀπαντήσω διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι δὲν ἤθελα νὰ καθιερώσω τὴν ἀρχὴν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνουν μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ ἀλληλογραφοῦν διὰ τοῦ τύπου, καὶ δεύτερον, διότι θὰ παρεῖχεν ἡ ἀλληλογραφία αὐτὴ ἀφορμὴν εἰς νέαν ἔξαψιν παθῶν, ἐνῶ ἐγὼ ἀσκῶ τὴν πολιτικὴν τῆς πραγματοποιήσεως τῆς γαλήνης καὶ τῆς ἡσυχίας. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσητε, ἴσως, διατὶ δὲν δέχομαι τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν λύσιν ποὺ προτείνετε ἐνταῦθα. Δὲν ἠξεύρω πῶς ἐγεννήθη εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων ἡ ἰδέα περὶ τῆς λύσεως ταύτης. Φαίνεται, ὅτι, ὅσα σεῖς τὴν ἑσπέραν ταύτην φρονεῖτε περὶ δικαιοσύνης, περὶ Συντάγματος, περὶ παραβάσεως νόμων, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων τὰ ἀγνοεῖ.
§715Γ. ΜΑΡΗΣ. Διατί;
§716Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως, διότι ἐὰν ἐξετάσητε αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον τόσον κακοποιεῖτε τακτικά, θὰ ἴδητε ὅτι ἔκτακτα δικαστήρια δὲν συνιστῶνται εἰς παρομοίας περιστάσεις, ἡ ἀνάθεσις δὲ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἵνα δικάσῃ ποινικὴν ὑπόθεσιν, ἀποτελεῖ παράβασιν ρητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§717Γ. ΜΑΡΗΣ. Βούλευμα;
§718Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ βούλευμα, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν εἶναι φυσικὸς δικαστὴς διὰ ποινικὰς ὑποθέσεις. Συνιστώμενος ὡς δικαστήριον δι’ οἱονδήποτε πρᾶγμα, διὰ μίαν εἰδικὴν ὑπόθεσιν, ἀποτελεῖ ἔκτακτον ἐπιτροπὴν πρὸς ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἠξεύρετε ὅτι εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν δύνανται νὰ συσταθῶσι. Δὲν δύνασθε λοιπὸν ποτὲ νὰ κάμητε τοιαύτην πρότασιν, ἀλλὰ τὴν κάμνετε, διότι γνωρίζετε καλῶς ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ αὕτη δεκτή. Ἔπειτα, Κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζετε ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι πλασμένη, ἵνα ἐνεργῇ μονομερῶς, ἵνα ἐνεργῇ αὕτη ἀλλέως διὰ τὸν κατηγορούμενον καὶ ἀλλέως διὰ τὸν παθόντα; Νομίζετε ὅτι θὰ εἶχε δικαίωμα οἱαδήποτε Κυβέρνησις, σεβομένη τὸν νόμον, σεβομένη τὴν δικαιοσύνην, σεβομένη τὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἴση ἀπέναντι παντός, νὰ εἶναι ἄλλη δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται δι’ ἕν τόσον βδελυρὸν ἔγκλημα, καὶ ἄλλη διὰ τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν καὶ Ἀρχηγὸν Κόμματος, λόγῳ τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ παρελθόντος του; Ὄχι. Ἡ δικαιοσύνη θὰ εἶναι ἴση καὶ ἡ αὐτὴ δι’ ὅλους. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ ἔρχησθε σεῖς καὶ νὰ λέγητε, νὰ τὰ φτιάξωμε μαζὶ καὶ νὰ συνθηκολογήσωμεν ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, εἰς βάρος ἐκείνων, οἵτινες πρόκειται νὰ ἀχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐάν, Κύριοι, ἔρχεσθε νὰ προτείνητε τοιαύτας λύσεις, ἀποδεικνύει πόσον εὑρισκόμεθα μακράν, ἀπὸ τὰς σκέψεις, πόσον εὑρισκόμεθα μακρὰν τῶν ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι μᾶς διέπουσιν. Ἕν μόνον εἶναι τὸ μέσον. Τὸ μέσον εἶναι ἡ ὑπόθεσις νὰ διεξαχθῇ παρὰ τῆς κοινῆς δικαιοσύνης, ὡς οἱ νόμοι ἐπιτάσσουν, ὡς τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει. Ἀφήσατε τὰ πάθη. Ἀφήσατε τὰ μίση κατὰ μέρος, τοὐλάχιστον πρὸς στιγμήν, καὶ ἔλθετε νὰ σᾶς συντρέξωμεν ὁπωσδήποτε, ἔλθετε, ὅπως παράσχωμεν ὁμοῦ τὴν συνδρομήν μας εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἵνα φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἀνάκρισιν καὶ τὴν τελειώσῃ, ἀλλὰ καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας, οἵτινες διαγράφονται ὑπὸ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐάν τὸ θέλετε θὰ τὸ πράξητε, καὶ δὲν θὰ κάμνετε αὐτὰς τὰς ἀδιακόπους ἐπερωτήσεις καὶ διαμαρτυρίας διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ πραγματικότητι οὐδεμίαν ἀφορμὴν αἰτιάσεως παρέχουσι, διὰ πράγματα τὰ ὁποῖα διεξήχθησαν κατὰ τὸν νομιμώτερον καὶ ὀρθότερον τρόπον. Φροντίσατε σεῖς νὰ ἐκπληρώσητε γρηγορώτερον τὸ καθῆκόν σας, νὰ συνδράμητε τὴν Δικαιοσύνην νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον της. (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§719ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρ’ ὅλα τὰ χειροκροτήματα δὲν ἔχομεν τὸ αἴσθημα ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνῄρεσεν, ἔστω καὶ ἕν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, διὸ καὶ δὲν θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ ἀνταπαντήσωμεν ἄλλην μίαν φοράν. (θόρυβος).
§720Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἡ ἀντεπίθεσις εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος τῆς ἀπαντήσεως. Σημαίνει μόνον πτωχείαν ἐπιχειρημάτων.
§721ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν ἐγκρίνει τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§722ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§723ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 7ην τῆς σήμερον. (Ὥρα 8ῃ πρωϊνή)