1933.12.19
3,371 rows · 25,598 words · 164 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82η
ΤΡΙΤΗΣ 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1933
Προεδρία κ. Χ. ΒΟΖΙΚΗ
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινοῖ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ βουλευτὴς κ. ΑΛ. ΜΕΛΑΣ καταθέτει τηλεγραφήματα τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἐπαρχίας Σουλίου Ἰωαννίνων, ἐκπαιδευτικῶν Ἰωαννίνων, καὶ τοῦ Συνδέσμου Καθηγητῶν Πωγωνιανῆς Ἠπείρου, ζητούντων τὴν ἐξίσωσιν τῶν μισθῶν των μὲ τοὺς λοιποὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ καταθέτει τηλεγραφήματα τῶν γεωργοκτηματιῶν Κατοχῆς, ζητούντων τὴν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος πληρωμὴν τῶν χρεῶν των. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. ΧΑΤΖΗΜΠΕΗΣ καταθέτει ψήφισμα τῶν πυροπαθῶν τοῦ Συνοικισμοῦ Ἀναστάσεως Πειραιῶς, ζητούντων τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ συνοικισμοῦ των, τὴν ἐξασφάλισιν ἐργασίας διὰ τοὺς ἀνέργους κλπ. — Ὁ βουλευτὴς κ. ΑΝΤ. ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κοινότητος Κομνηνῶν, παραπονουμένων διὰ τὴν μελετωμένην καταπάτησιν τῶν κοινοχρήστων χώρων τῆς Κοινότητος. — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀπολυθέντων κλητήρων τοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου, ζητούντων ἀποζημίωσιν ἴσην πρὸς τὰ ἡμερομίσθια ἑνὸς μηνός. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ, Ι. ΝΙΚΟ-ΛΙΤΣΑΣ, Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ, καὶ Λ. ΤΣΙΟΚΟΣ καταθέτουν τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ματαράγκας κλπ. περὶ καταλλήλου διαθέσεως τῶν καπνῶν. — Ἡ Ἕνωσις Ἀναπήρων Τραυματιῶν Πολέμου Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 4042, τὴν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἰατρῶν τοῦ παραρτήματος καὶ τὴν χορήγησιν φαρμάκων σπεσιαλιτέ κλπ. — Ἀναπηρικὸς κόσμος Καλαμῶν ζητεῖ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλήσεως τῶν σιγαρέττων πρὸ τῶν ἑορτῶν, τὴν παροχὴν βοηθημάτων διὰ τὰς ἑορτάς κλπ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῶν καπνοπαραγωγῶν τῆς Κοινότητος Κερασόδου, διαμαρτυρομένων κατὰ τῶν καπνεμπόρων. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. ΜΥΛΩΝΑΣ, Χ. ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ, καὶ Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ καταθέτουσι τηλεγράφημα τῶν τριατατικῶν Λαμίας, ζητούντων τὴν ἐπίλυσιν τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων των. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. ΜΥΛΩΝΑΣ καὶ Χ. ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ καταθέτουσιν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Προσφύγων Συνοικισμοῦ Καλλιθέας, ζητούσης τὴν γενικὴν ἐπανεκτίμησιν τῶν οἰκημάτων των, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου περὶ μειώσεως τῶν προσφυγικῶν χρεῶν, τὴν χορήγησιν ἐργασίας εἰς τοὺς ἀνέργους κλπ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ καταθέτει ἀναφορὰν τῶν σπουδαστῶν τῆς Δενδροκομικῆς καὶ Ἀμπελουργικῆς Σχολῆς Πατρῶν, ζητούντων τὴν συμπλήρωσιν τῆς μετεκπαιδεύσεώς των διὰ τῆς φοιτήσεως εἰς τὴν Ἀνωτάτην Γεωπονικὴν Σχολὴν καὶ τὴν διαβάθμισίν των εἰς ἀνωτέρους τοῦ γραφέως βαθμούς. — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. ΠΟΝΤΙΚΑΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῶν Προέδρων τῶν Κοινοτήτων Κνίδης, Ἐξάρχου, Πυλόρου, Παλαιοκάστρου, κλπ., ζητούντων τὴν ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν χρεῶν, ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν γεφύρωσιν τοῦ Ἁλιάκμονος. — Ἡ ὀργάνωσις τῶν ἐφέδρων παλαιῶν πολεμιστῶν Σερρῶν ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 114 τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου περὶ παροχῆς δωρεὰν γεωργικοῦ κλήρου εἰς τοὺς ἀκτήμονας παλαιοὺς πολεμιστάς. — Ἡ Ὁμοσπονδία Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Μακεδονίας καὶ Θράκης ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν ἀναπήρων πολέμου ὑπαξιωματικῶν, παθόντων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐν πολέμῳ καὶ ἐν τῇ ζώνῃ τῶν πρόσω ὑπηρεσίας των, περὶ ἐπιλύσεως τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων των. — Ὁ Σύνδεσμος Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Ναούσης καὶ Πουλατζῆ ζητεῖ τὴν μὴ ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῆς θέσεώς του τοῦ περιπτέρου τοῦ ἀναπήρου πολέμου Γρηγορίου Ἀρχοντοχωρίτη. — Οἱ κάτοικοι τοῦ τέως Δήμου Πλαταμώδους ζητοῦν τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς ἐλαιοδεκάτης. — Τὸ Γεωργικὸν Ἐπιμελητήριον Τρικκάλων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δʹ Παγκοινοτικοῦ καὶ Πανσυνεταιριστικοῦ Συνεδρίου Νομοῦ Τρικκάλων, ζητοῦντος τὴν χορήγησιν πιστώσεων παρὰ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, τὴν κατάργησιν τῶν Γεωργικῶν Ταμείων, τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν λειβαδίων κλπ. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ, Ξ. ΜΑΥΡΟΜ-ΜΑΤΗΣ καὶ Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ καταθέτουσι τηλεγραφήματα τῶν καπνοπαραγωγῶν Κερασόβου, Ματαράγκας, Δουκαλίου καὶ Ζευγορακείου περὶ καταλλήλου διαθέσεως τῶν καπνῶν των. Ἡ Ἕνωσις Μέσων Δασικῶν ὑπαλλήλων Θεσσαλονίκης, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀθέτησιν τῶν ὑποσχεθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν Μεσοδασικῶν κλπ. καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ δι’ αὐτοὺς μέριμνα βελτιοῦσα τὴν ἐλεεινὴν αὐτῶν κατάστασιν κλπ. — Ἡ ἐπὶ τῆς ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙ-ΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου. «Περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸν Δῆμον Παγασῶν τοῦ προνομίου ἐκμεταλλεύσεως τῶν ὑδάτων τοῦ συγκροτήματος τῶν πηγῶν Καλιακούδας τῆς Ἐπαρχίας Βέλου τοῦ Νομοῦ Λαρίσης πρὸς παραγωγὴν ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας». — Ἡ ἐπὶ τῆς ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥ-ΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς συνομολογηθείσης τὴν 28 Νοεμβρίου 1933 Συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ χορηγήσεως εἰς Ἑλληνικὸν Δημόσιον δανείου ἐκ δραχμῶν 15.000.000 πρὸς ἀρωγὴν τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Καπνεργατῶν». καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ταμείου Τροχαίας Κινήσεως διατάξεων κλπ.». — Ἡ ἐπὶ τῆς ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥ-ΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Προνοίας τῶν Βιομηχάνων καὶ Βιοτεχνῶν ἐπεξεργασίας χάρτου».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§4Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καταθέτων τὸν Προϋπολογισμόν, ἐξέφρασε τὴν λύπην του διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ὑποβολῆς του, ἡ δὲ πλειονοψηφία ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ ἐτόνισε τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα τῆς αὐστηρᾶς ἐν τῷ μέλλοντι τηρήσεως τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν. Δὲν σκοπεύω νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν καθυστέρησιν αὐτήν, δὲν δύναμαι ὅμως παρὰ νὰ ἐνθυμηθῶ ὅτι, ὄχι πρὸ πολλοῦ χρόνου, οἱ ἀποτελοῦντες σήμερον τὴν Κυβέρνησιν ἐπετέθησαν λαύρως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Συνασπισμοῦ καὶ τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, διότι δὲν ἔσπευδον ἀπὸ τῆς πρώτης ἑβδομάδος τῆς ἀναλήψεως τῆς ἐξουσίας νὰ ἐκθέσουν δημοσίᾳ, διαλελυμένης οὔσης τῆς Βουλῆς, ποῖος θὰ ἦτο ὁ Προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον θὰ συνέτασσον, ἐὰν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελε τοὺς περιβάλει διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του. Ἡ ἀπάντησις ἐδόθη ἀπὸ τὴν ἰδίαν Κυβέρνησιν τὴν σημερινήν, ἡ ὁποία ἐχρειάσθη μῆνας ἑπτά, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν δύο μηνῶν τῆς πρώτης Κυβερνήσεως Τσαλδάρη, διὰ νὰ συντάξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ μῆνας δέκα, διὰ νὰ τὸν φέρῃ πρὸς συζήτησιν. Δὲν ἀποδίδω, καθὼς εἶπα, σημασίαν εἰς τὴν βραδύτητα αὐτήν, διότι πολλάκις ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων εἶνε ἀνωτέρα τῆς ἀνθρωπίνης προσπαθείας καὶ διότι γνωρίζω ὅτι πολλοὶ Προϋπολογισμοί, ὑποβληθέντες μετά τινος καθυστερήσεως, ἔθεσαν ἐν τούτοις τὰς βάσεις ἰδίας δημοσιονομικῆς τάξεως καὶ τὰς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς τῆς Χώρας ἀνορθώσεως. Μεταξὺ τῶν Προϋπολογισμῶν αὐτῶν, κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι περιλαμβάνεται καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔτους 1927–28, καθ’ ἧς ἠκούσθησαν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν κατηγορίαι ἀσύστατοι καὶ φῆμαι ἀδέσποτοι, αἱ ὁποῖαι ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ φθάσουν καὶ μέχρι τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Βεβαίως δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς κατηγορίας αὐτάς, αἵτινες χιλιάκις ἐξηλέγχθησαν ὡς ἀνυπόστατοι, οὔτε καὶ θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τοῦ παρελθόντος ἐν γένει, διότι δὲν εὑρισκόμεθα ἐδῶ διὰ νὰ ἐπιδιδώμεθα εἰς ἱστορικὰς ἀναδιφήσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐλέγχωμεν τὸ ἔργον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ προλαμβάνωμεν κατὰ τὸ δυνατόν, τὰ σφάλματα καὶ τὰ ὀλισθήματα αὐτῆς. Ἔχομεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ἀποστολὴν νὰ ἐλέγξωμεν κυρίως τὴν οἰκονομικὴν τῆς Κυβερνήσεως πολιτικήν. Εἶμαι, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει καὶ ἡ πολιτική, ἡ κατοπτριζομένη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτόν, φέρουν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὴν σφραγῖδα, οὕτως εἰπεῖν, στενῶς τῆς κυβερνητικῆς προσηλώσεως εἰς τὴν πεπατημένην. Ριζοσπαστικαὶ λύσεις, ἀναφέρει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν εἰσηγητικὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔκθεσιν, δὲν εἶναι νοηταὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωήν, καὶ τὸ Κράτος, διὰ νὰ ἀντλήσῃ δυνάμεις καὶ ἐπιτελέσῃ μεθοδικώτερον καὶ λυσιτελέστερον τὴν βαρεῖάν του ἀποστολήν, πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ σήμερον εἰς μέσα συνήθη καὶ δεδοκιμασμένα καὶ ὡς τοιαῦτα μέσα θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις τὰς οἰκονομίας, τὴν βελτίωσιν τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως, τὴν κατανομὴν τῶν ἐξόδων εἰς παραγωγικωτέρας καὶ μᾶλλον ἐκπολιτιστικὰς δαπάνας καὶ τέλος τὰς φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις. Θὰ ὁμιλήσω, ὅσον εἶναι ἀνάγκη προχωρῶν, διὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, ὅτι σκέψεις ριζικαὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέναι εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωήν, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσω κυρίως, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις ἐκινήθη ἐντὸς τῆς μικρᾶς ἀκτῖνος, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία ἐχάραξε, καὶ κατὰ πόσον ὄντως ἔθεσεν εἰς ἐφαρμογήν, ἔστω καὶ τὰ συνήθη καὶ δεδοκιμασμένα μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποβλέπει καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τῆς χρησιμεύσουν διὰ νὰ ἀνταπεξέλθῃ εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους προβλέπονται ἔξοδα ἐν ὅλῳ 8.291 ἑκατομμύρια καὶ ἔξοδα 7.966 ἑκατομμύρια, ἤτοι προβλέπεται ἔλλειμμα συνολικὸν 325 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐλλείμματος αὐτοῦ ἔχει μίαν προϋπόθεσιν ἀληθῶς παράδοξον, τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν ἐσόδων κατὰ τοὺς πρώτους ἓξ μῆνας τοῦ ἔτους θὰ ὑπολείπεται τῶν ἀντιστοίχων εἰσπράξεων τοῦ ἀντιστοίχου ἔτους κατὰ 37 ἑκατομμύρια μηνιαίως, καὶ ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον θὰ παρουσιάζῃ αὔξησιν πέντε ἑκατομμυρίων κατὰ μῆνα. Ἑπομένως, ὅτι τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων εἰς τὸ τέλος θὰ ἐμφανίσῃ μίαν ἐλάττωσιν 192 ἑκατομμυρίων. Καὶ εἶπον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι κάπως παράδοξος, διότι εἰς τὰς ἀρχὰς Σεπτεμβρίου, ὅτε κατετίθετο εἰς τὴν Βουλήν, ἦσαν ἤδη γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν πρώτων πέντε μηνῶν τῆς χρήσεως, μέχρι τέλους δηλαδὴ Αὐγούστου, καὶ οἱ πρῶτοι αὐτοὶ πέντε μῆνες ἐσημείωσαν, ὡς δεικνύουν οἱ πίνακες τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὄχι ἐλάττωσιν 185 ἑκατομμυρίων, δηλ. 37 ἑκατομμυρίων μηνιαίως, ἀλλ’ ἐσημείωσαν αὔξησιν 210 ἑκατομμυρίων, ἤτοι ἦτο γνωστὴ ἡ βελτίωσις τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 395 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐκάλυπτον τὸ ἔλλειμμα τὸ ἐκ δραχμῶν 325 ἑκατομμυρίων, καὶ ἄφηναν καὶ ἓν περίσσευμα 70 ἑκατομμυρίων, ἐφόσον ἤθελον διατηρηθῆ εἰς ὃ σημεῖον ὡρίζετο διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ ἐπίπεδα τῶν ἐξόδων. Τί ἔγινε κατὰ τοὺς ἑπομένους μῆνας, ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου μέχρι τοῦ Νοεμβρίου; Νομίζω ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθησαν μέχρι τοῦδε αἱ προσωριναὶ καταστάσεις τῶν μηνῶν Σεπτεμβρίου, Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι βέβαιον, καὶ ἐξ ὅσων ἀνεγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν ποὺ ἐζήτησα καὶ μοῦ ἐδόθησαν στοιχειωδῶς ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ πορεία τῶν ἐσόδων ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ αὐτή. Ἑπομένως ἔχομεν, κατὰ τὸ ὀκτάμηνον διάστημα, τὸ διαρρεῦσαν, τῆς χρήσεως, μίαν εἴσπραξιν, μίαν βελτίωσιν τῶν ἐσόδων πέρα τοῦ ὁρίου τὸ ὁποῖον προεβλέπετο εἰς τοὺς πίνακας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, 600 περίπου ἑκατομμύρια. Πάντως ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ καλλίτερον, ἐὰν εἶναι 600 ἑκατομμύρια. Ἔχομεν λοιπὸν μέχρι σήμερον κεκαλυμμένον τὸ ἔλλειμμα 325 ἑκατομμυρίων καὶ περίσσευμα 275 ἑκ. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκε νομίζω τὰς ἐξηγήσεις εἰς μίαν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν — ἐγὼ δυστυχῶς δὲν παριστάμην— ὅτι ὁ περίεργος αὐτὸς ὑπολογισμός του γίνεται οὕτως ἐπὶ δεδομένων ἀσφαλῶν καὶ ἐγνωσμένων, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς κατηρτίσθη πρὶν διὰ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἔκτοτε δὲν ὑπέστη, — δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους,— οὐδεμίαν μεταβολήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι γεγονός, εἶναι ὅτι, ἐὰν ἤθελε μείνει ἄθικτον τὸ σκέλος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ εἴχομεν ἤδη περίσσευμα 275 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν, ὑποβοηθούσης ἐννοεῖται τῆς νέας φορολογίας, διότι πράγματι ἐπλουτίσθησαν τὰ ἔσοδα. Θὰ εἴχαμεν ἴσως περίσσευμα εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως πάρα πολὺ μεγαλείτερον. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν τίποτε νὰ φοβώμεθα καὶ οὐδὲ πόρρωθεν φόβος τις ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ ἑτέρου σκέλους τῶν ἐσόδων, καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπαληθεύσει αἱ προβλέψεις μερικῶν, προβλέψεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν κατὰ τοὺς ἑπομένους μῆνας μίαν σημαντικὴν πτῶσιν τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, καὶ πάλιν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν αὐτὴ ἡ μεγίστη ἀπόδοσις τῶν διαρρευσάντων ἤδη μηνῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐν γένει βελτίωσις τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ τὸν ἀντίκτυπον τῆς πρωτοφανοῦς ἐφετεινῆς ἐσοδείας, θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἰσοφαρίσῃ τελείως πᾶσαν πίστωσιν καὶ νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ τέλος ἀπόδοσιν ἐσόδων ἀπολύτως ἱκανοποιητικήν. Δὲν ὑπάρχει φόβος, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀνησυχία τις, αὐτὴ βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἑδράζῃ εἰς τὸ σκέλος τῶν ἐσόδων, καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐνυπῆρχε μόνον εἰς τὸ ἕτερον σκέλος τῶν ἐξόδων. Καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων θὰ κριθῇ κυρίως ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ κριθῇ πρωτίστως κατὰ πόσον ἐτήρησεν ἐκεῖνα ποὺ ἔθηκεν ὡς προμετωπίδα τοῦ προγράμματός της, τὰς οἰκονομίας. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, Κύριοι Βουλευταί, γίνεται συζήτησις εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ παρ’ ἄλλων, καὶ παρ’ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης μιᾶς συντόνου οἰκονομικῆς περισυλλογῆς. Ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, μετὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ χρυσοῦ κανόνος, προέβη εἰς ἐλαττώσεις δαπανῶν καὶ εἰς οἰκονομίας, νομίζω, 530 ἑκατομμυρίων. Ὑποθέτω ὅτι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς γίνεται εἷς ὑπολογισμὸς 570 ἑκατομμυρίων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψει μου αἱ οἰκονομίαι αὐταὶ εἶναι 530 ἑκατομ. μετὰ τὴν ἄρσιν τοῦ χρυσοῦ κανόνος.
§5Γ. ΜΑΡΗΣ. Πρὸ τῆς ἄρσεως.
§6Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ τὴν ἀκρίβειαν, εἶχον ὑποβληθῇ εἰς τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν τὸν Μάρτιον, περὶ τὸν χρόνον τῆς ἄρσεως τῆς σταθεροποιήσεως καὶ μετ’ αὐτήν. Αὐτὴν τὴν περικοπήν, ἡ πρώτη Κυβέρνησις Τσαλδάρη δὲν ἐθεώρησε καθόλου ἐπαρκῆ διὰ τὰς περιστάσεις καὶ τηροῦσα τόνον ἀνώτερον ὅσον ἀφορᾷ τὰς οἰκονομίας, ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπιδοθῇ ἀπερίσπαστος εἰς τὸ ἔργον τῆς περισυλλογῆς τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν ὡς ἀπαρχὴν ἐδῶ ἓν σημείωμα περιέχον τὴν πρώτην δόσιν τῶν οἰκονομιῶν ἐκ 358 ἑκατομμυρίων. Ἡ δευτέρα Κυβέρνησις Τσαλδάρη, ὡμίλησε καὶ αὐτή πάλιν περίπου εἰς τὸν ἴδιον τόνον καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν οἰκονομιῶν, καὶ περὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς νὰ φέρῃ τὸ ἔργον τῶν οἰκονομιῶν εἰς πέρας καὶ ἐδήλωσε καὶ πάλιν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αἱ ὁποῖαι θὰ πραγματοποιηθοῦν παρ’ αὐτῆς θὰ ἀνέρχωνται εἰς 356 ἑκατομμύρια. Εἶναι περιττόν, κ. Βουλευταί, νὰ προσθέσω ὅτι τὰ 358 αὐτὰ ἑκατομμύρια τῆς πρώτης Κυβερνήσεως Τσαλδάρη, καὶ τὰ 356 ἑκατομμύρια τῆς δευτέρας Κυβερνήσεως Τσαλδάρη, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ποσόν, εἶναι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ἀριθμός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πολλάκις ἠσχολήθην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀπέδειξα νομίζω, ὅτι τὰ 356 ἑκατομμύρια δραχμῶν δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν οὔτε πρὸς τὴν φειδώ, οὔτε πρὸς τὴν περισυλλογήν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Βουλευταί, νὰ σᾶς κουράσω ὀλίγον, διὰ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι ἀποδεικνύουν κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον τάς ἀπόψεις μου ταύτας. Ἔχομεν σύνολον ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνελήφθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, 9.009.685 δρχ. καὶ σύνολον πιστώσεων, προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, 8.291 ἑκατομ. Πρέπει νὰ εἴπω ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ εἶναι τελείως εἰκονικοί, διότι καὶ εἰς τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ εἰς τὸ δεύτερον περιλαμβάνονται τὰ λεγόμενα λογιστικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς χρήσεως, διότι γράφονται κατ’ ἴσον ποσὸν καὶ εἰς τὸ σκέλος τῶν ἐσόδων καὶ εἰς τὸ σκέλος τῶν ἐξόδων. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν λογιστικῶν αὐτῶν ἐγγραφῶν, ἔχομεν ὑποχρεώσεις κατὰ τὸ 1932–33 8.173 ἑκατομ. καὶ πιστώσεις κατὰ τὸ 1933–34 7.979 ἑκατομ. ἤτοι ἔχομεν πιστώσεις ἐπὶ ἔλαττον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβεβλημένου 194 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σημειώσω, εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι εἰς τὰ ποσὰ αὐτὰ περιλαμβάνονται διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1932–33 1.717 ἑκατομ. δραχ. ὅσα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Εἰς δὲ τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν κατατεθέντα, 1.238 ἑκατομμύρια, ὅσα εἶναι ἐγγεγραμμένα, διότι, βεβαίως, ἔγιναν κατόπιν μεταβολαί, τὰς ὁποίας αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου. Ἐδαπανήθησαν δηλ. ἐπὶ πλέον διὰ δημόσιον χρέος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 479 ἑκατομμύρια δραχμῶν, πλέον τῶν πιστώσεων τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὸν ἐφετεινὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ εἶναι εὐεξήγητος ἡ ἀναγραφὴ αὐτή, ἡ μεγαλυτέρα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διότι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἴχομεν μίαν πτῶσιν τοῦ συναλλάγματος τῆς ὁποίας ἐπωφελήθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους. Εἴχομεν τὴν διαφορὰν τοῦ ποσοστοῦ μεταξὺ τοῦ 22.50, ὡς ὑπελογίσθη ἀρχικῶς, καὶ τοῦ 30% τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ τὸ σπουδαιότερον, ἔχομεν τὸ γεγονὸς ὅτι, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐπληρώθησαν αἱ ληξιπρόθεσμοι δόσεις τοῦ Ἀπριλίου, ὧν ἡ πληρωμὴ προηγήθη τοῦ προσωρινοῦ διακανονισμοῦ τοῦ τότε ὑπογραφέντος κατὰ Σεπτέμβριον, ἐπληρώθησαν, λέγω, αἱ ληξιπρόθεσμοι δόσεις τοῦ Ἀπριλίου εἰς τὸ ἀκέραιον. Ἑπομένως, ἡ διαφορὰ αὐτὴ τῶν 479 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, εἶναι ἀπολύτως εὐεξήγητος. Ἐὰν ἠθέλομεν ἀφαιρέσει τὰ 479 ἑκατ. δραχ. ἐκπίπτοντες ἐξ αὐτῶν 113 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἤδη ὑπελογίσθησαν ἀλλαχοῦ, τότε θὰ ἔχωμεν ἐπὶ πλέον δαπάνας διὰ τὸ 1933–34 285 ἑκατομ. δραχμῶν.
§7Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ παρελθὸν ἐννοεῖτε;
§8Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ τρέχον ἔτος. Αἱ πιστώσεις ποὺ ἀναγράφονται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν σας. Ἔχομεν ὅμως πιστώσεις νέας, ζητουμένας διὰ τῶν γενομένων τριῶν καταβολῶν, ἀνερχομένας εἰς 325 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχομεν μίαν συνολικὴν ὑπέρβασιν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐφετεινοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπέναντι τῶν πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, 499 ἑκατ. δρχ., 500 διὰ τὴν στρογγυλότητα τοῦ ἀριθμοῦ. Ἔχομεν λοιπὸν μίαν αὔξησιν δαπανῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀναμφισβήτητον, 500 ἑκατομμυρίων δραχμῶν μέχρις ὥρας. Εἶναι, ὑποθέτω, Κύριοι, ἀρκετὸς ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς διὰ νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τοῦ κόπου νὰ ἀσχοληθῶ περισσότερον διὰ νὰ ἀποδείξω ἐκεῖνο ποὺ εἶναι αὐταπόδεικτον. Δηλαδή, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν τρέχοντα Προϋπολογισμόν, ὄχι μόνον οἰκονομίας δὲν ἐπραγματοποίησεν, ἀλλ’ ἔχει μίαν ἀναμφισβήτητον αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ 500 ἑκατομμύρια δρχ. Ἀλλά, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, διότι πρέπει νὰ διαφωτισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἡ Βουλή, καὶ ἡ δημοσία γνώμη, ἡ ὀρθῶς ἀποδίδουσα σοβαρότητα ἰδιαιτέραν εἰς τὸ ζήτημα τῆς φειδοῦς τοῦ δημοσίου χρήματος, εἰς τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν. Πρέπει ἑπομένως καὶ ἐγὼ νὰ παρακολουθήσω καὶ τὰς σκέψεις καὶ τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ στηρίξῃ τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτῆς περὶ πραγματοποιήσεως οἰκονομιῶν 356 ἑκ. δραχμῶν. Ἐπικαλεῖται πρὸς τοῦτο μίαν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποδίδει τόσην σημασίαν, ὥστε εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ λέγει ἐπὶ λέξει, ὅτι εἰς αὐτὴν ἀναλύονται αἱ οἰκονομίαι κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα κάθε ἀμφισβήτησιν. Δὲν θὰ συζητήσω, Κύριοι, ἐγὼ ἐδῶ μὲ τὰς λογιστικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, διότι θεωρῶ, ὅτι εἶναι κακός, κάκιστος ὁ τρόπος, ὁ καθορισθεὶς ἀπό τινος, νὰ προτάσσωνται αἱ μόνιμοι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους ὡς ἀσπὶς τῶν ὑπευθύνων Κυβερνήσεων, καὶ νὰ ἐπιζητῆται νὰ προσδοθῇ κῦρος εἰς σαθροὺς συλλογισμούς, τοποθετημένους ὄπισθεν τοῦ κύρους τεχνικῶν συμβούλων. Δὲν θὰ συζητήσω μὲ τὰς λογιστικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, διότι θεωρῶ τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν ὡς ἐκθέσεις ἀπορρεούσας ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς σημείωμα ἀπορρέον ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς μίαν ἐπὶ πλέον δήλωσιν αὐτῆς. Ἔχω μόνον νὰ παρακολουθήσω τοὺς συλλογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐνδιαφέρουν διότι δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν ποσῶς αἱ πηγαὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀρύεται τοὺς συλλογισμούς της ἡ Κυβέρνησις. Ὡς προκύπτει, ἡ οἰκονομία αὐτὴ τῶν 350 ἑκατομμυρίων δραχμῶν κατὰ τὴν ἔκθεσιν αὐτήν, — ὡς τὴν εἴπομεν καὶ ἡμεῖς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἡ ὁποία ἔχει τόσον στερεὰ τὰ θεμέλια, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατος οἱαδήποτε ἀμφισβήτησις τῶν περιεχομένων εἰς αὐτήν, ἐξάγεται διὰ τοῦ ἑξῆς πολυπλόκου μαιάνδρου διαφόρων σκέψεων καὶ συλλογισμῶν. Λέγει ἡ ἔκθεσις, συγκρίνουσα τὰς ζητουμένας πιστώσεις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μὲ τὰς ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις — ἂς τὸ εἴπωμεν μὲ τὰς πραγματοποιηθείσας δαπάνας — καὶ θὰ σᾶς ὁμιλήσω δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα εὐθὺς ἀμέσως— λέγει λοιπὸν ἡ ἔκθεσις· ἔχομεν μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτὴν τῶν λογιστικῶν ἐξόδων, ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις κατὰ τὸ ἔτος 1932–33, 6.516 ἑκατομ. δραχ., πιστώσεις δὲ ζητουμένας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετ’ ἀνάλογον ἐκκαθάρισιν καὶ τῆς ἐφετεινῆς χρήσεως, 6.689 ἑκατομ. Ἤτοι ἔχομεν ἐπὶ πλέον πιστώσεις ζητουμένας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ 173 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἔχομεν λοιπὸν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, —εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, θὰ πρέπει δὲ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα ὀρθὸν, θὰ πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐπίσης ἀπὸ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους 212 ἑκατομμύρια δραχμῶν, διότι αὐτὰ ἀντιπροσωπεύουν δαπάνας, τὰς ὁποίας, λέγει, ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἀναλάβῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς τρεχούσης χρήσεως. Καὶ μὲ τὸν συλλογισμὸν αὐτὸν ἔχομεν πλέον, ἀντὶ αὐξήσεως δαπανῶν 173 ἑκατομ., μίαν ἐλάττωσιν τούτων κατὰ 139 ἑκατομ. μόνον. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον αὐτό. Καὶ πάλιν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐπίσης ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τρέχοντος ἔτους ἄλλα 117 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Διὰ ποῖον λόγον αὐτό; Διότι αὐτὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἀναλάβῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐξ ὑπερτάτης ἀνάγκης, ὡσὰν νὰ ὑπῆρχε πρόσθετος δαπάνη τις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἡ ὁποία νὰ ἀναλαμβάνεται ἁπλῶς διὰ νὰ γίνῃ ἡ δαπάνη αὐτὴ καὶ ὄχι πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀναγκῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ αὐτὰ τὰ 117 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν ἐξ ὑπερτάτης ἀνάγκης ὁ Προϋπολογισμὸς τρέχοντος ἔτους Ἔχομεν τοιουτοτρόπως ἐλάττωσιν πιστώσεων διὰ τὸ 1933–34 256 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ καὶ μόνον. Ἐπειδὴ γίνεται ἡ σύγκρισις μὲ τὰς ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις τοῦ παρελθόντος ἔτους, θὰ ἔχωμεν, λέγει ἡ ἔκθεσις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑκατὸν ἑκατομμύρια ἀδιαθέτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προσθέσωμεν, καὶ τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς οἰκονομίας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τρέχοντος ἔτους 356 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Περαιτέρω, εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτήν, δίδεται μία ἀνάλυσις οἰκονομιῶν, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσω εὐθὺς ἀμέσως, ἀλλὰ δίδεται ἀνάλυσις οἰκονομιῶν 356 ἑκατομμυρίων; Ὄχι, ἀναμφισβητήτως. Δίδεται ἀνάλυσις οἰκονομιῶν 256 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διότι τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια εἶναι αἱ οἰκονομίαι, αἱ συναγόμεναι ἐκ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Καὶ ἐὰν ἐρωτήσητε, Κύριοι Βουλευταί, τὴν Κυβέρνησιν —καὶ δὲν εἶνε σχῆμα λόγου μόνον αὐτό,—, ἐὰν ἐρωτήσητε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θὰ ἦτο εὐτύχημα ἐὰν ἐτύγχανον ἀμέσου ἀπαντήσεως, ἐὰν ἐρωτήσητε τί εἶναι αὐτὰ τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας συνάγει ἐκ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ μείνῃ ἀπολύτως ἄναυδος, διότι δὲν ἔχει γνῶσιν αὐτῶν τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας λέγει ὅτι ἐπραγματοποίησεν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς εἴπῃ αὐτὰ τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια ποῦ ἀνάγονται, ἔστω καὶ τῶν δέκα ἑκατομμυρίων, ἔστω καὶ τῶν πέντε, ἔστω καὶ τοῦ ἑνός. Θὰ ἔχωμεν ἀδιαθέτους πιστώσεις ἑκατὸν ἑκατομμύρια, καὶ ἐφόσον ἔχομεν ἀδιαθέτους πιστώσεις ἑκατὸν ἑκατομμύρια, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς ἀδιαθέτους αὐτὰς πιστώσεις ὡς οἰκονομίας; Ὁ ὑπολογισμὸς αὐτός, ὀφείλω νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ ἔχω κανένα φόβον ἀντικρούσεως, ὅτι εἶναι πρωτάκουστος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Διότι τί εἶναι αὐταὶ αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις; Αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνάγκης συνυφασμένης πρὸς τὴν ἀτέλειαν τῶν ἀνθρωπίνων προβλέψεων εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ὑπάρχουν κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ πάμπολλα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν οἱαδήποτε Κυβέρνησις, ὅσηνδήποτε καὶ ἂν κατέβαλε προσοχήν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦτο ὀξυδερκής, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ προσδιορίσῃ μετ’ ἀπολύτου ἀκριβείας. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ προσδιορίσωμεν μετ’ ἀκριβείας ἐκ τῶν προτέρων τὰς πιστώσεις τὰς ἐκδιδομένας διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ὑλικῶν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὸ Κράτος, καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ πιστώσεις εἶναι ἐξηρτημέναι ἀπὸ τὰς διακυμάνσεις τῶν τιμῶν καὶ τῆς διεθνοῦς, καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἀγορᾶς; Εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν νὰ ἔχωμεν προβλέψεις πλήρεις καὶ ἀκριβεῖς ἐκ τῶν προτέρων περὶ τῆς ἐπαρκείας ἢ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν πιστώσεων. Καὶ τί συμβαίνει ἕνεκα τούτου; Ὅτι πολλάκις πιστώσεις ἀποδεικνύονται πλεονάζουσαι, καὶ τότε ἔχομεν τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, πολλαὶ δὲ πιστώσεις ἀποδεικνύονται ἀνεπαρκεῖς, καὶ τότε αἱ Κυβερνήσεις προσφεύγουν εἰς τὸ ἀποθεματικόν, εἰς τὸ ὁποῖον προσφεύγουν ἀπό τινων ἐτῶν, καὶ καταφεύγουν διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν εἰς τὴν χορήγησιν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἔχομεν λοιπόν, δύο, ἂς τὸ εἴπωμεν, μέρη μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πλάστιγγος εἰς τὰς προβλέψεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἔχουν ἀνεπάρκειαν πιστώσεων, καὶ τότε ἔχομεν τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καὶ ἔχομεν τότε ὑποχρέωσιν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἔχομεν καὶ πλεοναζούσας ἐκ τύχης πιστώσεις, καὶ τότε αἱ πιστώσεις αὐταὶ μένουν ἀδιάθετοι εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις ὡς οἰκονομίας, ὅταν αἱ ἀδιάθετοι αὐταὶ πιστώσεις ἐξαρτῶνται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῆς τύχης, καὶ ὅταν αἱ πιστώσεις αὐταὶ ἔχουν ὡς ἀντιστάθμισμα τὴν χορήγησιν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων; Ἐὰν ἐτίθετο ὡς ἀρχὴ νὰ ὑπολογίζωνται αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ὡς οἰκονομίαι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχουν Κυβερνήσεις, κατὰ τὸ παρελθόν, αἱ ὁποῖαι δικαίως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀξιοῦν τίτλους ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης διὰ τὰς μεγάλας αὐτὰς οἰκονομίας, διότι ὑπάρχουσιν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἔφθασαν περὶ τὰ πεντακόσια καὶ ἑξακόσια ἑκατομμύρια. Ἐὰν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, οὐδείς ποτε ἐσκέφθη νὰ εἴπῃ ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἀποτελοῦν οἰκονομίας, δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ τὸ πράξῃ, κατὰ μείζονα λόγον, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνέπτυξε τὸ ἀποθεματικὸν εἰς ὅριον εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔφθασε ποτὲ τὸ ἀποθεματικὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἀφ’ ἧς ἰσχύει ἡ σχετικὴ περὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ διάταξις, ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ἀποθεματικὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Τῷ 1932–33, τὸ ἀποθεματικὸν ἦτο 253 ἑκατομμύρια καὶ δὲν ἔφθασε, παρ’ ὅλον ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις προέβη εἰς διαφόρους περιορισμούς, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ ἔπρεπεν, ὄχι μόνον νὰ φθάσῃ τὸ ἀποθεματικόν, ἀλλὰ καὶ νὰ περισσεύσῃ. Δὲν ἔφθασεν ὅμως καὶ ἐδόθησαν ἐπὶ πλέον ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις 302 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἤτοι ἐχρειάσθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 560 ἑκατομμύρια δραχμῶν δι’ ἀποθεματικὸν καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς τὸν ἐφετεινὸν Προϋπολογισμόν, πόσον ἀναγράφεται τακτικὸν καὶ ἔκτακτον ἀποθεματικόν; Πεντήκοντα δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν! Εἴχομεν τῷ 1930–31 — δὲν ἔχω ἐδῶ τὰ ἄλλα ἔτη— εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀποθεματικὸν τετρακοσίων ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων καὶ τὸ ἀποθεματικὸν αὐτὸ δὲν ἔφθασε καὶ ἐχρειάσθησαν ἀκόμη ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἑκατὸν εἴκοσι πέντε ἑκατομμυρίων. Ἐχρειάσθησαν δηλαδὴ δι’ ἀποθεματικὸν καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις 655 ἑκατομμύρια, ἀπέναντι τῶν 52 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, εἰς τὰ ὁποῖα συνεπύκνωσεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἀποθεματικὸν εἰς 100 ἑκατομμύρια. Καὶ διὰ νὰ ἴδητε μὲ πόσην ἀκρίβειαν προσδιωρίσθη τὸ ἀποθεματικὸν αὐτό, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχε ψηφισθῆ ὅτε κατετέθη, δηλαδὴ τὸν Σεπτέμβριον, σήμερον τὸ ἀποθεματικὸν αὐτὸ θὰ εἶχεν ἐξαντληθῆ καὶ θὰ εἶχον ἤδη χρειασθῆ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις 300 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Δηλαδή, ἕως τώρα ἐδαπανήθησαν ἀπέναντι τῶν 52 ἑκατομ. τοῦ Προϋπολογισμοῦ 300 ἑκατομ., ἄρα ἔχομεν αὔξησιν δαπανῶν ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ 350 ἑκ. δραχ. Καὶ ὅταν ἔχομεν αὔξησιν τοιαύτην τριακοσίων πεντήκοντα ἑκατομμυρίων διὰ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ: Α, θέλω αὐτὰ τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν, νὰ μοῦ τὰς περάσετε καὶ αὐτὰς εἰς τὸ ἐνεργητικόν μου καὶ νὰ μοῦ τὰς καταλογίσητε ὡς οἰκονομίας, ἀδιάφορον ἂν εἶναι οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἡ ἰδία δὲν γνωρίζω εἰς ποίας κατηγορίας ἐξόδων, εἰς ποῖον κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ποῖον ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνήκουν. Δὲν εἶναι λοιπόν, νομίζω, ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, ὡς περὶ οἰκονομιῶν. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι θὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, φειδομένη τῆς ἰδίας αὐτῆς σοβαρότητος, θὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ ἀπεριφράστως ὅτι δὲν ἀποδίδει σημασίαν εἰς τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια αὐτά, καὶ ὅτι κακῶς ὑπελογίσθησαν αἱ τυχὸν ἀδιάθετοι πιστώσεις ὡς οἰκονομίαι παρ’ ὑμῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, διὰ νὰ ἴδητε κατὰ πόσον εἶναι ἀκαταμάχητος ἡ ἔκθεσις αὐτή, κατόπιν τῆς ὁποίας λέγει ὅτι εἶνε ἀδύνατον πλέον νὰ γίνῃ ἀμφισβήτησις περὶ τῶν οἰκονομιῶν, οἰκονομιῶν τοιαύτης φύσεως, θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλο ἀκόμη γεγονός, ὅτι διὰ νὰ ἐξαγάγῃ τὸ συμπέρασμα ὅτι γίνονται οἰκονομίαι 556 ἑκατομμυρίων, ἡ Κυβέρνησις ὑπελόγισε — εἰσήγησις γίνεται, ἐπαναλαμβάνω, μὲ τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις τοῦ παρελθόντος ἔτους — ἡ Κυβέρνησις ὑπελόγισεν ὑποχρεώσεις ἀνειλημμένας τοῦ παρελθόντος ἔτους 6.516 ἑκατομμύρια. Τί προκύπτει ὅμως ἐκ τῆς τελευταίας προσωρινῆς καταστάσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους; Ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις τοῦ 1932 –33 δὲν εἶνε 6.516 ἑκατομ., ἀλλὰ εἶναι 60 ἑκατομμύρια, ὀλιγώτερα καὶ ἑπομένως αἱ οἰκονομίαι αὐταὶ ἀπὸ 356 ἑκατομμύρια ἔπρεπεν αὐτομάτως νὰ καταπέσουν εἰς τὰ 296 ἑκ. Τόσον, λοιπόν, εἶναι ἀκαταμάχητος ἡ ἔκθεσις αὐτή, κατόπιν τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶπεν, ὅτι, βεβαίως, εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἀμφιβολία περὶ τῶν οἰκονομιῶν. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν τώρα καὶ εἰς τὰς οἰκονομίας ἐκείνας, τὰς εἰδικῶς κατονομαζομένας, τῶν 256 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ ἐκεῖ ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ περίφημοι ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ Κυβέρνησις καὶ κατὰ πόσον ὀφείλονται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τὰ 256 αὐτὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν, 4½ ἑκατομμύρια, ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τοὺς μικροὺς ἀριθμοὺς διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τοὺς κάπως μεγαλειτέρους — τὰ 4½ ἑκατομμύρια δρχ. εἶναι ἐλάττωσις πιστώσεων, τῶν πιστώσεων τῶν διδομένων διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν σεισμοπαθῶν τῆς Χαλκιδικῆς. Διατὶ ἐδόθησαν ἐφέτος ὀλιγώτεραι πιστώσεις διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν σεισμοπαθῶν Χαλκιδικῆς, καὶ διατὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζει τὴν μείωσιν αὐτὴν κατὰ 4½ ἑκατομμύρια ὡς οἰκονομίαν; Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ ἐξηγήσω ἐγώ. Τὸ λέγει ἡ ἰδία ἡ ἔκθεσις, ὅτι ἡ μείωσις αὐτὴ προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ πίστωσις τοῦ 1932–33 διετέθη καὶ διὰ προσωρινὴν περίθαλψιν καὶ στέγασιν τῶν σεισμοπαθῶν. Πέρυσιν ἦτο πρόσφατος ἡ θεομηνία καὶ ἑπομένως ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ δοθοῦν καὶ περιθάλψεις καὶ νὰ δοθῇ καὶ προσωρινὴ στέγασις τῶν παθόντων. Ἐφέτος, παρελθουσῶν τῶν πρώτων συνεπειῶν ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἡ μὲν προσωρινὴ στέγασις, ἐφόσον εἶναι ἀνάγκη, διατηρεῖται διὰ τῆς δαπάνης τῆς περυσινῆς, προυχώρησεν ὅμως κατὰ πολὺ καὶ ἡ ὁριστικὴ στέγασις τῶν παθόντων. Ἑπομένως δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ κάμωμεν, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι κάμνομεν δαπάνην, καὶ νέαν προσωρινὴν στέγασιν καὶ ἐπίσης νὰ κάμωμεν περίθαλψιν, τὴν στιγμὴν τὴν ὁποίαν οἱ παθόντες ἐφέτος, μετὰ παρέλευσιν 1½ ἔτους ἀπὸ τῶν σεισμῶν, ἤρχισαν πλέον νὰ ἐπιδίδωνται εἰς τὰς ἐργασίας των. Ἔπαυσε λοιπὸν αὐτομάτως καὶ ἡ περίθαλψις, καὶ ἡ προσωρινὴ στέγασις κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, τῶν σεισμοπαθῶν Χαλκιδικῆς. Αὐτὸ ἀποτελεῖ, λέγει, οἰκονομίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποτελοῦν, λέγει, οἰκονομίαν τῆς Κυβερνήσεως τὰ 4½ ἑκατομμύρια, διότι δὲν ἔγιναν σεισμοὶ καὶ ἐφέτος διὰ νὰ δαπανήσῃ καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τέλους μερικὰ ποσά. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἔχομεν ἄλλας ὁμοίας φύσεως οἰκονομίας 160 ἑκατομμυρίων, τὰς ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων κατὰ 160 ἑκατομμύρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἐλαττώσεων αὐτῶν, θὰ ζητήσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑπενθυμίσω ἕν ἀρκετὰ σημαντικὸν γεγονός, ὅτι, δηλαδή, αἱ περισσεύουσαι πιστώσεις, αἱ ἀδιάθετοι λεγόμεναι, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, περιέρχονται, κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων, ἂν ὄχι καὶ ὁ κυριώτερος τῶν πόρων αὐτοῦ, διὰ τὴν ἀνανέωσιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τῆς Χώρας εἶναι αὐτός. Ἐάν, λοιπόν, εἶναι μικρότεραι ἢ μεγαλύτεραι αἱ πιστώσεις αὐταί, αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν τῶν πιστώσεων τοῦ ἀνεφοδιασμοῦ τοῦ στρατεύματος. Κύριοι, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπὸ τοῦδε εἰς τὰς παραμονὰς νέου πολέμου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ λαοὶ καὶ τὰ Κράτη εἶναι σήμερον τελείως ἀπαράσκευα διὰ νὰ φθάσουν εὐθὺς ἀμέσως εἰς συγκρούσεις πολεμικὰς καὶ θὰ διανύσουν δρόμον πολὺν καὶ θὰ χρειασθῇ μακροχρόνιος προπαρασκευὴ διὰ νὰ ἀποφασίσουν αἱ Κυβερνήσεις καὶ τὰ Κράτη νὰ ἀποδυθῶσιν εἰς νέας αἱματηρὰς συρράξεις. Ἐὰν ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν αὐτήν, δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω ὅτι εἰς τὰ 1927–28 διεξήγετο ἐναντίον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐναντίον τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Συνασπισμοῦ, εἷς λυσσαλέος ἀληθῶς ἀγών, ἐπικεφαλῆς τοῦ ὁποίου ἦτο ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος κατήγγειλεν τὰς Κυβερνήσεις, χαρακτηρίζων αὐτὰς ὡς Κυβερνήσεις ἀφοπλισμοῦ, διότι δὲν ἐφρόντιζον αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι νὰ πληρώσουν τὰς ἀποθήκας μὲ τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν τοῦ πολέμου, ἐπεκρέματο δὲ κατὰ τῆς Χώρας κίνδυνος τρομερὸς ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῶν πολεμικῶν ἡμῶν ἐφοδίων. Καίτοι ἦτο ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, ἐποχὴ κατ’ ἐξοχὴν εἰρήνης, εἰς τὴν συνείδησιν τῶν λαῶν, ἐρρίζωνεν ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ βαθύτερον ἡ πίστις πρὸς τὴν εἰρήνην. Αἱ Κυβερνήσεις ὅλαι, ἀπὸ κοινοῦ ἐν ἀγαστῇ συμπνοίᾳ, ἐπεδόθησαν εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης καὶ τὸ κῦρος τῆς Κ.Τ.Ε. ἔβαινεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέρας αὐξανόμενον. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀτμοσφαῖρα ἡ ἑλληνικὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1927–29. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς ἔλεγε τότε, ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν ἡμεῖς νὰ γεμίσωμεν τὰς ἀποθήκας μας ἀπὸ προμηθείας ὑλικοῦ, διότι ἄλλως καταστρέφεται ἡ Ἑλλάς. Ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς νέου πολέμου. Καὶ κατέκρινεν ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μετηρχόμεθα πολιτικὴν ἀφοπλισμοῦ τῆς Χώρας, καθ’ ἣν στιγμήν, καίτοι ἡ γενικὴ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1927–28 ἦσαν ἐγγεγραμμέναι πιστώσεις ἑξακοσίων ἑκατομμυρίων διὰ τὴν πολεμικὴν τοῦ Κράτους προπαρασκευήν. Ἤδη, κ. Βουλευταί, ἐνῷ λέγεται ὅτι ὁ ὁρίζων ἤρχισε νὰ θολοῦται καὶ πιστεύουν πολλοὶ πλέον, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς εἰρήνης, ἀντὶ νὰ προαχθῇ, ἀρχίζει νὰ ἐξασθενίζηται μαζὶ μὲ τὸ κῦρος τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Γενεύης, τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀποκόπτει καὶ τὰς τελευταίας πιστώσεις, καὶ τὰ τελευταῖα λείψανα τῶν πιστώσεων διὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ ὑλικοῦ τῶν ἀμυντικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν ἐπὶ τέλους, ἐὰν καὶ παρὰ τὸ κακὸν αὐτό, τὸ προσγιγνόμενον εἰς τὴν ἄμυναν ἡμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς ἐλαττώσεις αὐτάς, νὰ τὰς ὑπολογίσωμεν ὡς οἰκονομίας, εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς θεωρήσωμεν ὡς ἔνδειξιν φειδωλῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Τὶ εἶναι τὰ 160 ἑκατομμύρια αὐτά; 52.400.000 εἶναι ἐλάττωσις πιστώσεων διὰ τὰς τροφάς. 81½ ἑκατομμύρια, εἶναι ἐλάττωσις πιστώσεων δι’ ἱματισμόν. Καὶ ἡ μία, καὶ ἡ ἄλλη πίστωσις, αὐταὶ ἐξαρτῶνται ἀπολύτως ἀπὸ τὰς τιμὰς τὰς ἑκάστοτε ἐπικρατούσας εἰς τὴν ξένην ἀγοράν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κάμνομεν τὰς προμηθείας μας, εἴτε καὶ ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴν ἀγοράν. Ἐὰν αἱ τιμαὶ αὐξάνουν, αὐξάνουν καὶ αἱ πιστώσεις. Καὶ ἐὰν αἱ τιμαὶ πίπτουν, ἐλαττοῦνται καὶ αἱ πιστώσεις αὐτομάτως. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπελόγισεν, ὅτι αἱ τιμαί, καὶ τῶν τροφίμων, καὶ τοῦ ἱματισμοῦ θὰ εἶχον μίαν οὐσιώδη αὔξησιν, ἕνεκα τῆς ἐγκαταλείψεως παρ’ ἡμῶν τῆς χρυσῆς βάσεως, καὶ ἐπὶ τῇ προβλέψει αὐτῇ τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν, ἐνέγραψεν, ἐδέχθη νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ δι’ ἱματισμόν, καὶ διὰ τροφήν, ἀρκούντως ηὐξημέναι πιστώσεις, καὶ διότι ἐπὶ τέλους, εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι καὶ ἐν εἰρήνῃ αἱ πιστώσεις αὐταὶ ἔπρεπε νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Τί γίνεται κατὰ τὸ τρέχον ἔτος; Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὑπολογίζονται τὰ τρόφιμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τρεχουσῶν τιμῶν, διότι ἡ πρόβλεψις ἡ δυσμενὴς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κ. Βαρβαρέσσου, δὲν ἐπηλήθευσεν ἐκ τῶν πραγμάτων. Ὁ τιμάριθμος ἔμεινε στάσιμος, αἱ τιμαὶ δὲν ηὐξήθησαν καὶ ἑπομένως ἔχομεν οἰκονομίαν περὶ τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια. Τί ἔγινε λοιπὸν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος; Ἀντὶ νὰ γίνῃ πρόβλεψις ἐνδεχομένης αὐξήσεως τῶν τιμῶν, ὑπελογίσθησαν αἱ τιμαὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τιμαρίθμου, τοῦ ἰσχύοντος σήμερον, καὶ ἔχομεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μίαν αὐτόματον ἐλάττωσιν τῶν πιστώσεων κατὰ 52 ἑκατομμύρια διὰ τροφὰς καὶ κατὰ 60....
§9Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τῶν τροφίμων κατὰ 52 ἢ κατὰ 48 ἑκατομ., ὡς λέγει ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητής, ἠλαττώθη κατὰ 25 ἑκατομμύρια, διότι ἐλήφθησαν ἐν τῷ μεταξὺ αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις.
§10Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν. Ἀκόμη λοιπὸν περισσότερον ἠλαττώθη ἡ οἰκονομία. Ἔμειναν 25 ἑκατομμύρια καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐλαττωθοῦν καὶ περισσότερον, διότι εἶναι δύσκολον νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι τὸ ἐπίπεδον τῶν τιμῶν θὰ διατηρηθῇ εἰς τὸ σημερινὸν ὅριον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἐμέ, διότι τὰ ἄλλα εἶναι τελείως πάρεργα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι ὅτι αἱ πιστώσεις κανονίζονται μαθηματικῶς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀγοραίων τιμῶν καὶ δὲν ἔχει σχέσιν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις. Ἐλέχθη κατά τινα συνεδρίασιν, ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν διὰ νὰ ἴδω πῶς διεξήχθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ὅτι μέρος τι τῶν ἐλαττώσεων τούτων ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν προτεινομένην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μείωσιν τῆς στρατιωτικῆς θητείας. Ἡ βεβαίωσις αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως ἀνυπόστατος. Εἶναι ἀπολύτως ἀνυπόστατος πρῶτον καὶ κυρίως, διότι, κατ’ ἐπανάληψιν, ἔγινε συζήτησις διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἄποψιν τῆς ἐλαττώσεως τῆς στρατιωτικῆς θητείας, καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀρχηγῶν, καὶ εἰς τὰς συσκέψεις τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, ἀλλά, καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε ἀπεδείχθη ἐκ τῶν συζητήσεων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν τῶν εἰδικωτέρων ἀξιωματικῶν μας, ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας, ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ μείωσιν δαπανῶν, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην αὔξησιν δαπανῶν. Ἐν πάσῃ λοιπὸν περιπτώσει, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς στρατιωτικῆς θητείας, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς στοιχίσῃ ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι μᾶς στοιχίζει σήμερον ὁ στρατὸς διὰ τροφὴν καὶ ἱματισμόν. Ἀκόμη δὲ δυσκολώτερον εἶναι τοῦτο, διότι παρ’ ἡμῖν ἰσχύει τὸ σύστημα τῶν ἀγροτικῶν ἀδειῶν καὶ κατὰ τὸ σύστημα αὐτό, οἱ στρατιῶται ἀπέρχονται δύο μῆνας πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας των. Ἑπομένως, πάλιν ἡ θητεία καταλήγει δωδεκάμηνος. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς συνεπῶς οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν οἰκονομίαν. Σημειωτέον δέ, ὅτι αὕτη δὲν ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλὰ τοῦ προσεχοῦς. Ὥστε ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ οὐδὲ ὀβολός ἐλάττωσις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Κατ’ ἀκολουθίαν καὶ αὐτὰ τὰ πεντήκοντα ἑκατομμύρια τῶν οἰκονομιῶν, λαμβάνουν τὴν τύχην, ἥν ἔλαβον αἱ οἰκονομίαι αἱ περίφημοι τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Ἔχομεν ἀκόμη μίαν οἰκονομίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 11.160.000 δι’ ἀντισηκώματα. Ἐδῶ τὸ πρᾶγμα, Κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, φθάνει, πῶς νὰ τὸ εἴπω, ἐδῶ τὸ πρᾶγμα φθάνει ὀλίγον εἰς τὸ φαιδρόν, διότι γεννᾶται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἡ ἀπορία τί εἶναι αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι εἰς τὰ ἀντισηκώματα; Ἀντισηκώματα εἰσπράττει τὸ Κράτος, δὲν πληρώνει τὸ Κράτος. Διατὶ νὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν εἰς τὰ ἀντισηκώματα; Περίεργον εἶναι τὸ πρᾶγμα. Ἐκπληκτικόν. Πῶς θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν εἰς τὰ ἀντισηκώματα; Δίδει τὸ Κράτος ἀντισηκώματα; Εἰσπράττει. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ ἐξήγησις, διότι κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, τὸ ἥμισυ τῶν εἰσπραττομένων ἀντισηκωμάτων περιέρχεται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Τί γίνεται λοιπόν; Ἐὰν εἰσπράξωμεν τριάκοντα ἑκατομμύρια, δίδομεν τὰ δεκαπέντε ἑκατομμύρια. Ἐὰν εἰσπράξωμεν εἴκοσι, δίδομεν τὰ δέκα. Ὅσα εἰσπράττομεν, τόσα καὶ δίδομεν. Εἰσπράττομεν περισσότερα, δίδομεν περισσότερα. Εἰσπράττομεν ὀλιγώτερα, δίδομεν ὀλιγώτερα. Ἀλλά, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, εἰπέτε μου, ἐὰν εἰσπράξωμεν ὀλιγώτερα καὶ ἔχωμεν ἀπόδοσιν ἀντισηκωμάτων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὀλιγώτερα, ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ κατανείμωμεν καὶ αὐτὸ εἰς τὰς οἰκονομίας; Νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ τῆς εἴπωμεν, εὖγε. Ἠλάττωσες καὶ τὰ ἀντισηκώματα! Σημειωτέον δὲ ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν μὲ τὸ ὁποῖον γίνεται ἡ σύγκρισις τῶν ἀντισηκωμάτων, ὑπῆρξε μία μεγίστη ἀπόδοσις ἀντισηκωμάτων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι ἔγινεν ἀπόδοσις καθυστερουμένων ὀφειλῶν ἐκ παρελθόντων ἐτῶν καὶ ὅλη ἡ διαφορὰ εἶναι εἰς αὐτὴν περίπου τὴν πληρωμήν. Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τέλος πάντων, κοντεύομεν νὰ χάσωμεν καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς περισυλλογῆς καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν οἰκονομιῶν, ὅπως βλέπομεν ἐδῶ παριστωμένας τὰς οἰκονομίας. Ἔχομεν ἀκόμη μίαν ἄλλην οἰκονομίαν 33 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν πιστώσεων τῶν παραγωγικῶν ἔργων. Ἐπιτρέψατε νὰ μεταπέσωμεν πάλιν ἀπὸ τοῦ φαιδροῦ εἰς τὸ σοβαρόν. Εἰλικρινῶς θλίβεται ἡ ψυχή μου καὶ μόνον ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συζητήσω, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ περικοπὴ τῶν ζωτικωτέρων πιστώσεων, τῶν συνδεομένων πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀναγέννησιν τῆς Χώρας, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σπατάλην δυνάμεως καὶ χρήματος, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως αὐτῆς νὰ χαρακτηρισθῇ ἀπὸ μίαν οἱανδήποτε Κυβέρνησιν ὡς οἰκονομία. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βέβαια εἶνε εὔκολος ἡ ἐλάττωσις καὶ περικοπὴ τοιούτων πιστώσεων, διότι μία περικοπὴ τοιαύτη δὲν προσκρούει εἰς συμφέροντα κομματικά, οὔτε εἰς ἀντιδράσεις. Ἀλλὰ μία τοιαύτη περικοπὴ στερεῖ τὸν ἐθνικὸν ὀργανισμὸν τῶν μέσων τῆς οἰκονομικῆς του ἀναβιώσεως. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἠθέλομεν ἐξακολουθήσει νὰ θεωρῶμεν ὡς οἰκονομίαν, τὰς περικοπὰς τοιούτων πιστώσεων. Ἐὰν ἦσαν οἰκονομίαι αἱ περικοπαί, διατὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ μὴ περικόψῃ καὶ ὅλον τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τῶν πιστώσεων διὰ τὰ παραγωγικὰ ἔργα; Διατὶ νὰ μὴ περικόψῃ καὶ τὰς δαπάνας τῆς ὁδοποιΐας; Διατὶ νὰ μὴ περικόψῃ καὶ τὰς δαπάνας τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι μὲ μίαν μονοκονδυλίαν κατώρθωσε νὰ κάμῃ οἰκονομίας εἰς τὸ Κράτος ὀκτακοσίων ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Ἐὰν ἤρχετο νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρόγραμμα τοιοῦτον οἰκονομιῶν, ἀναμφισβητήτως, δὲν θὰ εἶχε τόσον ἀμβλυνθῆ ὁ ἑλληνικὸς λαός, ὥστε νὰ ἀνεχθῇ νὰ συντριβῇ οἰκονομικῶς μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ὁμιλῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ οἰκονομιῶν 356 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μᾶς μένουν ἀκόμη δεκατέσσαρα ἑκατομμύρια ἑξακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι, ὡς λέγει ἡ ἔκθεσις αὐτή, ἐναντίον τῆς ὁποίας δὲν γνωρίζω ποῖος θὰ ἐτόλμα, ὡς φαντάζεται ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἀνταπεξέλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἀμφισβητήσῃ πλέον τὴν πραγματικότητα, τῶν οἰκονομιῶν, μᾶς λέγει ἡ ἔκθεσις αὐτή, ἔχομεν ἄλλα δεκατέσσαρα ἑκατομμύρια περικοπάς, ἐλαττώσεις πιστώσεως εἰς διάφορα κονδύλια τὰ ὁποῖα δὲν κατονομάζει. Ἀλλά, διατί, κ. Βουλευταί, νὰ κατονομασθῶσιν αἱ περικοπαὶ αὐταί; Ἐγὼ θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι ἐλαττώσεις δεκατεσσάρων ἑκ. μόνον, ἀλλ’ ἐλαττώσεις πολλῶν ἑκατομμυρίων, τὰς ὁποίας θὰ ἠδύνατο καὶ αὐτὰς νὰ τὰς ἐμφανίσῃ ἐδῶ ὡς οἰκονομίας, ὡς ἐνδεικτικὰς τοῦ πνεύματος τῆς περισυλλογῆς ἀπὸ τὸ ὁποῖον διεπνέεται. Θὰ εἶχον νὰ ἀναφέρω ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐλάττωσις πιστώσεων π. χ. 35.600.000 δρχ. διὰ φυσιολογικὰς ἀπαλλαγὰς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ δαπανῶν. Ἀλλὰ νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὑπῆρχε πέρυσιν ἀναγεγραμμένη μία πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν. Ἐφέτος δὲν ἔχομεν ἐκλογάς. Ἡ πίστωσις αὐτή περιεκόπη αὐτομάτως. Ὑπῆρχε πίστωσις εἰς τὸν περυσινὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς Βρεττανικῆς Ἀποστολῆς, τῆς ὁποίας δὲν εἶχε λήξει ἀκόμη ἡ θητεία. Ὑπῆρχε πίστωσις διὰ τὸ Μικτὸν Δικαστήριον τῶν Παρισίων, διὰ τὸ Μικτὸν Δικαστήριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Σήμερον ἡ λειτουργία τῶν ὀργανισμῶν αὐτῶν ἔπαυσε φυσιολογικῶς. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν περιεκόπησαν καὶ αἱ πιστώσεις. Αὐταὶ αἱ φυσιολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συμποσοῦνται εἰς 35.600.000. Ἔχομεν ἀκόμη μίαν ἐλάττωσιν πιστώσεως εἴκοσιν ἑκατομμυρίων, ἕνεκα τοῦ προσδιορισμοῦ ἐφέτος τῶν πιστώσεων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ πράγματι ὑπηρετοῦντος, δηλαδὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμπεπληρωμένων θέσεων, ἐνῷ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη αἱ πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπελογίζοντο σύμφωνα πλέον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὀργανικῶν θέσεων. Ἀλλὰ τὶ οἰκονομίαι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψουν δι’ αὐτῶν; Αἱ μὴ συμπεπληρωμέναι θέσεις βεβαίως δὲν ἀπερρόφων οὔτε μίαν δραχμήν. Αἱ πιστώσεις αὐταὶ ἔμειναν καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἀδιάθετοι. Ἐφέτος ὑπολογίζομεν τὰς πιστώσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμπεπληρωμένων θέσεων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ εἶναι νὰ πληρωθῇ τὸ ἴδιον ποσὸν μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ ἔχωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μίαν ἐλάττωσιν, φαινομενικὴν ἐντελῶς, τριάκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Πέρυσιν ἀνεγράφη μία ἄλλη πίστωσις διὰ τὴν καταδίωξιν ἀκρίδων καὶ ἀρουραίων. Εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν ταύτην νὰ μὴ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν θεομηνίαν. Εἶναι δυνατὸν καὶ αὐτὸ νὰ μᾶς τὸ ἐμφανίσῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς οἰκονομίαν; Αὐταί, Κύριοι, αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν οἰκονομίας, οὐδέποτε ἔπρεπε πάντως νὰ ἐμφανισθοῦν ὡς οἰκονομίαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αἱ πιστώσεις αὐταὶ συμποσοῦνται εἰς 356 ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, Κύριοι, παρέλαβε μαζὶ μὲ τὸ Ὑπουργεῖόν του καὶ τὸν θρῦλον τῶν οἰκονομικῶν τῶν 356 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν εἶχεν ἀναγνώσει ὅσα ἄλλοτε ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν ἀπὸ ἡμᾶς, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἐδέχετο ποτὲ νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς οἰκονομίαι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἐξαρτώμεναι ἐκ τῆς ἀγοραίας τιμῆς, νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς οἰκονομία ἡ ἀπόδοσις τῶν εἰσπράξεων τῶν ἀντισηκωμάτων, νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς οἰκονομίαι ἡ περικοπὴ τῶν δαπανῶν τῶν παραγωγικῶν ἔργων, νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς οἰκονομίαι αἱ φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ ἀπὸ τῶν ἐξόδων κ.ο.κ. Δὲν θὰ ἐδέχετο, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐὰν εἶχεν ἀναγνώσει τὰς διευκρινίσεις, τὰς γενομένας ἐπὶ τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε, περὶ πολλὰ τυρβάσασα, ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῇ καὶ εἰς τὴν ἀπαραίτητον ἀληθῶς περισυλλογὴν τοῦ Κράτους, ὅτι θὰ ἔσπευδε νὰ ἐπιστήσῃ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς του, ἀμέριστον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Ἡ σταθερὰ, Κύριοι, πρὸς αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐξόδων ροπή, τὸ φαινόμενον αὐτό, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς ὅλον σχεδὸν τὴν κόσμον, ὄχι μόνον εἰς ἡμᾶς, εἶναι φαινόμενον, ὄνι ἀνεξήγητον. Ὅσον ἀνέρχεται ὁ πολιτισμὸς ἑνὸς λαοῦ, ἐξυψώνεται ἡ βιωτικὴ καὶ πνευματικὴ στάθμη τῶν μαζῶν, κατὰ τοσοῦτον αὐξάνουν καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ χρειάζονται μέσα ἀφθονώτερα πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ εἶναι ἡ αὔξησις αὐτὴ ἐπικίνδυνος, ἵνα μὴ ἐπέρχωνται βαθύτεραι διαταραχαί, εἶναι ἀνάγκη ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων ἐξόδων νὰ συμβαδίζῃ στενῶς, νὰ εὑρίσκεται εἰς ἀδιάσπαστον καὶ στενὴν ἀλληλουχίαν μὲ τὴν ὀργανικὴν ἐξύψωσιν τῆς λαϊκῆς οἰκονομίας καὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Δι’ αὐτὸ εἰς περιόδους οἰκονομικῆς κρίσεως ἐπιβάλλεται νὰ σταματᾷ ἐπίσης ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων καὶ νὰ ὑποχωρῇ τὸ ἐπίπεδον αὐτῶν καὶ κάτω τοῦ ὁρίου εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆλθεν ὁ Προϋπολογισμός. Οὕτω μόνον προλαμβάνονται αἱ βαθεῖαι διαταραχαὶ τῆς οἰκονομικῆς ἰσορροπίας, οὕτω μόνον καθίσταται δυνατὸν τὸ Κράτος καὶ ἡ δημοσία καὶ ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία νὰ ἐπανέλθουν, μετὰ μίαν μικρὰν ἀνάπαυλαν εἰς τὸν προοδευτικὸν ρυθμόν. Αὐτὸ ἐγένετο κατὰ τὰ 1927–28. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο— ἂς προσέξῃ εἰς αὐτὸ ὀλίγον ἡ Βουλή— κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ἀναληφθεῖσαι, ἀνῆλθον εἰς 8.354 ἑκατ. δραχμῶν, ἐνῶ αἱ ἀναληφθεῖσαι δαπάναι τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν, ἀνέρχονται εἰς 8.436 ἑκατομ., ἤτοι ἔχομεν ἀπολογιστικῶς, κατὰ τὴν χρῆσιν 1927–28, ἐλάττωσιν ἐξόδων 82 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὴ μόνη ἡ ἐλάττωσις, διότι, τῇ προσωπικῇ μου ἐντολῇ, κατὰ τὴν χρῆσιν ἐκείνην — εὔκολον εἶνε νὰ ζητηθοῦν πληροφορίαι ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου —τῇ προσωπικῇ μου ἐντολῇ, ἀνελήφθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1927–1928 ὑποχρεώσεις μὴ εὑρισκόμεναι εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν πρὸς τὴν χρῆσιν ἐκείνην, καὶ ἀνελήφθησαν μόνον διὰ νὰ ἐλαφρύνουν τὰ μεταγενέστερα ἔτη πρὸς πᾶσαν ἐξασφάλισιν τοῦ ἰσοζυγίου εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις τοῦ 1927–28, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εὑρίσκονται εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν, νομικὴν ἢ οἰκονομικὴν πρὸς τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἦσαν 381 ἑκατομ. Ἑπομένως, ἔχομεν πραγματικὴν μείωσιν τῶν ἐξόδων κατὰ τὸ 1927–28, 463 ἑκατομ. Ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1927–28 εἶχε παραλάβει βάρη νέων ἀναποτρέπτων ὑποχρεώσεων 800 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἑπομένως, ἡ συνολικὴ μείωσις τῶν ἐξόδων κατὰ τὴν χρῆσιν 1927–28 ἀπέναντι τῆς προηγηθείσης χρήσεως τοῦ 1926–1927 ἀνέρχεται εἰς ἓν δισεκατομμύριον διακόσια ἑκατομμύρια δραχμῶν. Αὐτὸ ἐδῶ τὸ ὑπομιμνήσκω, ἵνα ζητήσω ἔπαινον. Τὸ ὑπομιμνήσκω διότι φρονῶ ὅτι αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γίνῃ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν καί, εἰ δυνατόν, μάλιστα εἰς κλίμακα μεγαλειτέραν, ἐὰν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, πράγματι, νὰ προλάβῃ νέαν ἐπιδείνωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶνε πάντοτε, ἐφόσον εὑρίσκετο ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, τὸ κήρυγμα τῶν οἰκονομιῶν εἰς τὰ χείλη, ὅταν ἦλθε δι’ αὐτὴν ἡ ὥρα τῆς πραγματοποιήσεως τῶν οἰκονομιῶν, ἐλιποψύχησεν. Εἶναι δυστυχῶς ἀλάνθαστον δημοσιονομικὸν ἀξίωμα, ὅτι ὁσάκις, καὶ πρὸ παντὸς εἰς περιόδους κρισίμους ὡς ἡ παροῦσα, ὁσάκις ἀτονεῖ εἰς τὴν δημοσίαν διαχείρισιν τὸ αἴσθημα τῆς αὐστηρᾶς τῶν ἐξόδων περισυλλογῆς, καὶ ἐκλείπει ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἀνησυχία, ὅταν, λέγω, ἀτονεῖ τὸ αἴσθημα τοῦτο, καὶ ἐκλείπει ἡ ἀνησυχία αὐτή, τότε ἔχομεν ἀναποδράστως τὰ δύο κλασικὰ γνωρίσματα μιᾶς κακῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, μιᾶς κακῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ἔχομεν δηλαδὴ μίαν παράλληλον ἀπότομον αὔξησιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῶν φορολογικῶν βαρῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῶν δημοσίων δαπανῶν. Καὶ αὐτά, τὰ δύο κλασικὰ γνωρίσματα μιᾶς κακῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τὰ βλέπομεν, δυστυχῶς, καὶ τὰ δύο εἰς τὸν νέον Προϋπολογισμόν. Θὰ ὁμιλήσω μετ’ ὀλίγον περὶ τῶν φορολογικῶν βαρῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν ἤδη ἀποδεδειγμένον, ἀπολύτως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ηὔξησε μέχρις ὥρας τὰ δημόσια ἔξοδα κατὰ πεντακόσια ἑκατομμύρια καί, Κύριος οἶδε, πόσον θὰ φθάσῃ ἡ αὔξησις αὐτὴ μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως. Τὸ χειρότερον εἶναι ὅτι, ἐνῶ περικόπτονται δαπάναι ζωτικωτάτης φύσεως διὰ τὴν ἀναβίωσιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀναγέννησιν τῆς Χώρας, ὡς εἶναι ἡ περικοπὴ τῶν δαπανῶν τῶν παραγωγικῶν ἔργων, ἐνῶ περικόπτονται δαπάναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν συγκρότησιν τῶν ἀμυντικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας, αὐξάνουν καὶ ἀνέρχονται διηνεκῶς αἱ χειρότεραι τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι τείνουν εἰς προσωπικὰς καὶ κομματικὰς ἐξυπηρετήσεις. Εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς 3ης Ἀπριλίου, τὰς πρώτας προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμεν ἰδιαίτερον λόγον, περὶ τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶπεν ἐπὶ λέξει μετά τινος ἐμφάσεως «τὸ ποσοστόν... κλπ.» (ἀναγινώσκει). Πράγματι, Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἦτο πρᾶξις ἀξία ἐξάρσεως μία τοιαύτη ἐνέργεια ὁλοσχεροῦς καταργήσεως. Καὶ ἂν ὄχι ὁλοσχεροῦς καταργήσεως, μειώσεως εἰς τὸ ἐλάχιστον τῶν ἀργομίσθων αὐτῶν θέσεων. Ἀλλὰ πόθεν ἠρύσθη τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν ὁποίαν τόσην ἔδωκεν ἐπιφανῆ θέσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ πληροφορία του ὁθενδήποτε καὶ ἂν προῆλθεν, εἶναι δυστυχῶς τελείως ἀνακριβής. Τὸ ἔκτακτον προσωπικὸν εἶχεν αὐξηθῆ ἐπὶ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως Τσαλδάρη. Εἶχεν ἐλαττωθῆ παρ’ ἡμῶν τὸ ἔκτακτον προσωπικόν, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν, ἐκλογῶν δὲ πεισματωδῶν, καὶ πᾶς τις ἐννοεῖ ποία ἦτο ἡ ἀσκουμένη ἐφ’ ἡμῶν πίεσις. Ηὐξήθη καὶ πάλιν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως Τσαλδάρη. Τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐταπόδεικτον. Κατὰ τὸ ἔτος 1932–33 ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ ἔκτακτον προσωπικόν, τῆς κινήσεως τῶν παρατηρητῶν, τῆς κινήσεως τῆς διώξεως λαθρεμπορίου, ἐδαπανήθησαν καὶ ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις 1.188.000 δραχμῶν. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους ἀναγράφεται πίστωσις 2.100.000 δραχμῶν, καὶ ἡ πίστωσις αὐτή, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως....
§11Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐδιπλασιάσθη.
§12Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κυριολεκτικῶς λαθρεμπόριον.
§13Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. ... καὶ ἡ πίστωσις αὐτή, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκεται περὶ τὴν ἐξάντλησίν της, καὶ ἂν δὲν ἐξηντλήθη τελείως, θὰ χρειασθῆτε νὰ δώσητε νέαν πίστωσιν διὰ νὰ διατηρήσητε τὰς πολυτίμους ὑπηρεσίας τοῦ προσωπικοῦ τῆς διώξεως λαθρεμπορίου.
§14Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤθελον εἰς καμμίαν περίστασιν, οὔτε θέλω νὰ σᾶς διακόψω, ἀλλὰ σᾶς δίδω μίαν πληροφορίαν, ἐπειδὴ ἀνεφέρατε τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶχον τότε τὴν πληροφορίαν αὐτήν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ θὰ κατηργεῖτο καὶ ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν εἶχον παυθῆ. Ἀλλ’ ἕνεκα διαφόρων ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπαρουσιάσθησαν, ἀληθῶς κατόπιν διετηρήθη ἡ ὑπηρεσία αὐτή. Καὶ δι’ αὐτό, ὅτε προχθὲς τὴν ἑσπέραν μοῦ προετάθη παρὰ διαφόρων νὰ μονιμοποιήσω τὰς ἐκτάκτους ὑπηρεσίας, εἶπον εἶναι ἀδύνατον νὰ πράξω τοῦτο διὰ νὰ ἐξακριβώσω πόσοι εἶναι οἱ πραγματικῶς ἀναγκαῖοι ἔκτακτοι, ἵνα καὶ οὗτοι μονιμοποιηθῶσιν διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι κάκιστον, νὰ προσλαμβάνωνται δηλ. εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ὑπάλληλοι πολλοί, ὡς δὲ ἐπληροφορήθην ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν, τοιοῦτοι ὑπάλληλοι εἶναι ἀπὸ δεκαετίας ἔκτακτοι.
§15Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Λοιπόν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διακοπὴ αὐτὴ ἐδικαίωσεν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν πιστοποίησιν τῆς ἀκριβείας τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἐγὼ παρέχω εἰς τὴν Βουλήν...
§16Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἂν οἱ ἀριθμοί σας εἶναι ἀκριβεῖς.
§17Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. ... ἀφ’ ἑνὸς μέν, λοιπόν, παρέχει τὴν πιστοποίησιν ταύτην τῆς ἀπολύτου ἀκριβείας τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὴν Βουλήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς ἀνακριβείας τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς προγραμματικάς του δηλώσεις.
§18Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι κακοήθεια. Θέλετε νὰ ἐπωφεληθῆτε μιᾶς ἄλλης διαβεβαιώσεως, ἐνῶ γνωρίζετε πῶς γίνεται ἡ συζήτησις μεταξύ μας.
§19Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι, ὅταν περιωρίσατε τὰς θέσεις ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἴχομεν ἐκλογάς. Ἀλλὰ μήπως κατόπιν δὲν εἴχομεν τὰς ἐκλογὰς Θεσσαλονίκης, τὰς ἐκλογὰς τῆς Χίου;
§20Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ κακὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι, ὅτι ὑπερεπληρώθησαν αἱ θέσεις πρὸ τῆς προκηρύξεως τῶν τμηματικῶν ἐκλογῶν, ἐκτὸς ἂν ἦτο ἐν γνώσει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνουν ἐκλογαὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν). Λοιπόν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ δὲν ἔφερα τὸν λόγον εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν ἐπὶ τῶν κονδυλίων αὐτῶν. Τὸν ἔφερα, διότι εἶχον τὴν τιμὴν οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τῆς διώξεως τοῦ λαθρεμπορίου ὡς καὶ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ τύχουν ἰδιαιτέρας μνείας εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Θὰ ἐθεώρουν πράγματι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἀξιέπαινον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον διὰ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐξοικονομεῖτο, διατιθέμενον εἰς ἀχρήστους θέσεις καὶ δυνάμενον νὰ διατεθῇ δι’ ἄλλας ἀνάγκας χρησίμους, ὄχι μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλὰ διότι θὰ ἔδιδε τὸ μέτρον τῆς ἠθικῆς ἀντιστάσεως ἐπὶ τῶν πιέσεων τῶν ἀσκουμένων κατ’ αὐτῆς. Δι’ αὐτὸν τὸν διπλοῦν λόγον, θὰ ἀπεδεχόμην μὲ ἀληθῆ ἀγαλίασιν τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μειώσῃ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ τὸν ἀριθμὸν εἰς τὸ ἐλάχιστον. Ἀλλ’ ὄχι μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς διώξεως τοῦ λαθρεμπορίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τὰς ὁποίας χρησιμοποιεῖται ἔκτακτον προσωπικόν, ἡ αὐτὴ δυτυχῶς παρατηρεῖται πρὸς τὰ ἄνω κίνησις τῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὅλη κίνησις τῶν δημοσίων ἐξόδων, παρουσιάζεται ἀνώμαλος, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ χείριστον εἶδος τῶν δαπανῶν ὀγκοῦται ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην περισσότερον. Αἱ δαπάναι τῶν μεταθέσεων προσλαμβάνουν διαστάσεις σήμερον ἀληθῶς μεγίστας. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι πολλὰς ἐκ τῶν δαπανῶν αὐτῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εἶναι αἱ δαπάναι τῆς μεταθέσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, ὄχι μόνον δὲν ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄμεσον ἔλεγχον, καὶ εἶναι τοῦτο κάκιστον, τὸ ὁμολογῶ καὶ ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν εὐθύνην δι’ αὐτό, τὸ ὁμολογῶ...
§21Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐτυχῶς τὸ ἀναγνωρίζετε.
§22Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. .. ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἐγὼ εἰσήγαγον τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ παντὸς νομοσχεδίου, δημιουργοῦντος δαπάνας, ἀκόμη καὶ ἐπὶ τῶν ἐψηφισμένων πιστώσεων. Ἀλλὰ τότε ἐγεννήθη μία ἀντίδρασις καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξῃρέθησαν τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν ἔχει ἄμεσον ἄσκησιν ἐλέγχου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι αἱ δαπάναι αὗται πραγματοποιοῦνται διὰ τῆς παγίας προκαταβολῆς, ἡ ὁποία λαμβάνει ἔκτασιν ὁσημέραι μεγαλειτέραν. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν τὰ βλέπομεν κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως. Καὶ καθ’ ἥν στιγμὴν νομίζομεν, ὅτι αἱ δαπάναι ἔχουν περιορισθῆ, ἐρχόμεθα ἐν τέλει τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς παγίας προκαταβολῆς καὶ βλέπομεν τὸν Προϋπολογισμὸν βεβαρημένον διὰ σημαντικωτάτων δαπανῶν δι’ ὑπηρεσίας ἀπολύτως ἀχρήστους. Χθές ἀκόμη, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος σᾶς ἔφερεν ἕνα κατάλογον αὐξήσεως δαπανῶν ἐκ τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ τῆς νομοθετικῆς προελεύσεως, δὲν εἶναι αὐταὶ αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται εἰς τὸν πίνακα τὸν προσκομισθέντα χθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ Κόμματος. Αἱ δαπάναι αὐταὶ εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι, διότι ὁ ἔλεγχος τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας εἶναι κατ’ ἀνάγκην ἀτελὴς καὶ σχεδὸν στοιχειώδης. Ἔρχονται δὲ ἐδῶ τὰ νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προστίθενται νέαι δαπάναι. Ἄπειρα νομοθετήματα δὲν παραπέμπονται εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Καὶ ἔχομεν ἕν κλασικὸν παράδειγμα μιᾶς τοιαύτης παραλείψεως. Προχθὲς ἀκόμη εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν διεξήχθη, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τῆς ἀρχῆς, μακρὰ συζήτησις περὶ τούτου, ἀπεδείχθη ὅτι δὲν παρεπέμφθη εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον συνεπεῖγεν αὔξησιν δαπανῶν πραγματικὴν εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὴν Νομοπαρασκευαστικὴν Ἐπιτροπήν, διότι αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι, ὡς εἶχε μέχρι τοῦδε ὁ νόμος, ἔμενον ἀδιάθετοι καὶ κατόπιν συμπληρωθεισῶν τῶν θέσεων ἀπεροφήθησαν αὗται. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς δαπάνας δὲν τὰς βλέπομεν εἰς τὰ στοιχεῖα τὰ προσαγόμενα ἀπὸ τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν. Ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἄλλας δαπάνας εἰς πλείστας ἐπιχορηγήσεις τοπικῆς φύσεως, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ αὐταὶ δαπάναι ἐκλογικῆς μᾶλλον ἐξυπηρετήσεως. Φθάνομεν λοιπὸν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν εἰς μίαν ραγδαίαν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐξόδων, ἡ ὁποία ἂν σήμερον ἔφθασε εἰς πεντακόσια ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ πορεία τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς πολὺ σημαντικώτερον ποσὸν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως. Τοιουτοτρόπως, τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πραγματοποίησις δηλ. οἰκονομιῶν, ἡ περισυλλογὴ τῶν δημοσίων ἐξόδων, ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, καθαρὸς μῦθος. Ἀντὶ ἐλαττώσεως τῶν δημοσίων ἐξόδων, ἔχομεν σαφῆ καὶ ἀναμφισβητήτως αὔξησιν τῶν δαπανῶν, τῶν αὐξήσεων ὁσημέραι ὀγκουμένων. Ἕτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ διὰ νὰ ὑποβοηθήσῃ τὸ Κράτος νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν βαρεῖαν του ἀποστολήν, εἶναι ἡ βελτίωσις τοῦ διοικητικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ. Ὄντως, ἀγαθὴ διοίκησις καὶ καλυτέρα ὀργάνωσις, εἶναι σπουδαῖοι παράγοντες οἰκονομικῆς εὐημερίας. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σοβαρῶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς αὐτὴν ὅτι ἐπεδαψίλευσε μέχρι τῆς ὥρας αὐτῆς εἰς τὸν τόπον διοίκησιν ἀγαθήν, ἀλλὰ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν αὐτὴν τὴν ὥραν, διὰ νὰ μὴ προσλάβῃ ἡ οἰκονομικὴ συζήτησις ἄλλην μορφήν, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, θὰ εἶναι νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐχήν, ἡ ὁποία ὑποθέτω ὅτι εἶναι εὐχὴ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, νὰ ἀπαλλαγῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὁ τόπος, τὸ ταχύτερον τῶν σημερινῶν μεθόδων διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ διεκδικήσῃ τὸ γέρας ὅτι ἐπεδαψίλευσεν εἰς τὸν τόπον διοίκησιν ἀγαθήν, δὲν γνωρίζομεν μέχρι τῆς ὥρας ἂν ὑπάρχει καὶ νύξις τις, ὅτι ἔχει ὑπὸ μελέτην σκέψιν τινὰ ἢ σχέδιόν τι πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ διοικητικοῦ ἡμῶν συστήματος. Εἰς αὐτὴν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τοῦ προγράμματος τοῦ κυβερνητικοῦ ἀναφέρεται μόνον εἰς τὴν καθιέρωσιν τῆς αὐτοδιοικήσεως, τοῦ θεσμοῦ, δηλαδὴ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγεγραμμένος εἰς τὰ προγράμματα ὅλων τῶν κομμάτων καὶ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, τοῦ θεσμοῦ δηλ. ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπέστη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς, κακοποίησιν ἀπαραδειγμάτιστον. Ἄλλωστε δὲ ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς εἰσηγήσεώς της εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τοῦ κόπου νὰ συζητήσωμεν εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ τοῦ προγράμματος τοῦ κυβερνητικοῦ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι λέγει ὅτι: «Καὶ αὐτὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς αὐτοδιοικήσεως, θὰ ἐδεικνύετο ἴσως μόνον ἂν, βελτιουμένης τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν, ἐδίδετο εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς διοικήσεις δικαίωμα εἰσπράξεως μικροῦ ἐγγείου φόρου, διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ». Ἡ ἰδέα τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν διοίκησιν, τὰς τοπικὰς μονάδας, εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας, ἔχει διατυπωθῆ καὶ παρ’ ἡμῶν καὶ νομίζω, ὅτι ἐκεῖθεν περιελήφθη εἰς τὸ πρόγραμμα τὸ διατυπωθὲν ἀπὸ τὸν Ἐθνικὸν Συνασπισμὸν κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογάς, διετυπώθη δὲ κατὰ τρόπον εὐρύτερον, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ ἑδραιωτέρα οἰκονομικὴ βάσις διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, θεωρεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀδύνατον. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ περαιτέρω καὶ λέγει, θέτουσα ὡς γενναίαν οἰκονομίαν ὅτι: «Σήμερον κλπ.» (ἀναγινώσκει). Ἑπομένως ἡ μνεία τοῦ σημείου αὐτοῦ τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, πρὸς βελτίωσιν τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ, ἔγινεν ἁπλῶς διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ κεχηνὸς τοῦ ρυθμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ λάβῃ ποιάν τινα διάστασιν ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσήγησις, διότι οὐδένα ἄλλον πρακτικὸν σκοπὸν ἔχει ἀπολύτως, ἐφόσον ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, ἀποκλείει τὴν ἐφαρμογὴν καὶ αὐτῆς τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀποκλείει καὶ τὴν δυνατότητα οἱασδήποτε διοικητικῆς μεταρρυθμίσεως σήμερον. Ἑπομένως καὶ τὸ δεύτερον αὐτὸ σημεῖον, παρακολουθεῖ τὴν τύχην τοῦ πρώτου, τὴν τύχην τῶν οἰκονομιῶν. Καὶ ἐργόμεθα εἰς τὸ τρίτον σημεῖον, τὸ ἀφορῶν τὴν κατανομὴν τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ μεγαλυτέραν ἀναλογίαν εἰς παραγωγικὰς καὶ ἐκπολιτιστικὰς δαπάνας. Ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ μὴ μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλήν, διότι, ἐνῶ καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ σημεῖον οὐσιῶδες τοῦ προγράμματός της, σπεύδει ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι κάτοπτρον τῆς τοιαύτης κινήσεως, δηλ. διὰ τὴν παραγωγικωτέραν κατανομὴν τῶν δημοσίων ἐξόδων, δὲν δύναται βεβαίως νὰ δώσῃ ὁ ὑποβαλλόμενος Προϋπολογισμός, συνταχθεὶς ἅμα τῇ ἀναλήψει τῆς Ἀρχῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ βαθμιαίως οἱ μέλλοντες Προϋπολογισμοί, καὶ αὐτοὶ ὄνι ἀνεπιφυλάκτως, ἀλλ’ ἐφόσον ληφθοῦν ἀπὸ τοῦδε δραστήρια μέτρα καὶ τηρηθῇ ἡ ἐνδεδειγμένη διὰ τὴν Χώραν οἰκονομικὴ πολιτική. Ὥστε καὶ ἡ μνεία τῆς παραγωγικωτέρας κατανομῆς τῶν δημοσίων ἐξόδων ἔχει καὶ αὐτὴ τὸν αὐτὸν σκοπὸν, πὴν ὁποῖον ἔχει καὶ ἡ μνεία τοῦ σημείου τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος τῆς βελτιώσεως τοῦ κυβερνητικοῦ ὀργανισμοῦ, διότι ἐφρόντισεν, εὐθὺς ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποκλείσῃ τὴν δυνατότητα τῆς κατανομῆς ταύτης τῶν δημοσίων ἐξόδων καὶ εἰς τὸν παρόντα Προϋπολογισμόν, νὰ τὴν θέσῃ δὲ ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ νὰ τὴν ἐξαρτήσῃ ἐκ διαφόρων προϋποθέσεων. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδωκε δεῖγμα ἁπτὸν τῆς ἐφέσεως αὐτῆς ὅπως δώσῃ εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας τροπὴν παραγωγικωτέραν. Καὶ μᾶς ἔδωκεν περὶ τούτου ἕν δεῖγμα ἀκαταμάχητον ἀληθῶς, μᾶς ἔδωκε τὴν περικοπὴν τῆς πιστώσεως τῶν παραγωγικῶν ἔργων, τὴν περικοπὴν δηλ. τῆς κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν πιστώσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὐχόμεθα ἡμεῖς, εἶναι νὰ ἀρθοῦν τοὐλάχιστον αἱ ἐπιφυλάξεις τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ μέλλον καὶ νὰ ἀπαλείψῃ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τοῦ προγράμματός της καὶ τοῦ φόβου ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν καὶ ἄλλα ἁπτὰ σημεῖα τῆς κατευθύνσεως αὐτῆς τῶν δημοσίων ἐξόδων διὰ τῆς περικοπῆς καὶ τῶν ὑπολοίπων παραγωγικῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα). Ἐρχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὸ τέταρτον καὶ τελευταῖον μέρος τοῦ δημοσιονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ μέρους ἐκείνου τὸ ὁποῖον στηρίζει ἐλπίδας ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας, ἐπὶ τῶν φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων. Αἱ φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις εἶναι τὸ τελευταῖον σημεῖον τοῦ δημοσιονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε καὶ πρόγραμμα, καὶ δρᾶσιν, ὄχι τὴν τυχοῦσαν, μὲ τὴν διαφορὰν μόνον, ὅτι εὐχὴ ἡμῶν καὶ ὅλου τοῦ κόσμου θὰ ἦτο νὰ μείνῃ καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ πράγματι ἀδιάφορος καὶ νὰ ἄφηνε τὰ πράγματα ὡς ἔχουν. Διότι τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ δὲν ἐστράφη καὶ πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πασχουσῶν τῆς κοινωνίας τάξεων καὶ πρὸς ἐνθάρρυσιν, πρὸς τόνωσιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν προϊόντων, οὔτε πρὸς καταπολέμησιν τῶν διαφυγῶν καὶ τῶν καταστρατηγήσεων τῶν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιμένει εἰς τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν ἡ Κυβέρνησις ἰδιαιτέρως, δὲν ἐστράφη εἰς κανὲν ἐκ τῶν σημείων αὐτῶν, καὶ ὅλον της τὸ ἐνδιαφέρον συνεκεντρώθη εἰς ἐπιβολὴν ἀθρόων, ἀθροωτάτων νέων φορολογιῶν, στρεφομένων ἀποκλειστικῶς ἐναντίον τῆς καταναλώσεως καὶ τῶν πενεστέρων τοῦ λαοῦ στρωμάτων. Καὶ θέλω ἀναγνωρίσει, ἀνεγνώρισα πάντοτε ἄλλως, ὅτι τὸ πρῶτον καθῆκον μιᾶς Κυβερνήσεως, φειδομένης τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, θὰ εἶναι νὰ πλήξῃ καιρίως καὶ νὰ ἐκριζώσῃ τὴν συνήθειαν τῶν καθυστερήσεων τῶν φορολογικῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεων. Διότι αὐτὴ ἡ διαίρεσις τῶν φορολογουμένων εἶναι διαίρεσις εἰς βάρος τῶν ἐντίμων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι καταβάλλουν καὶ τοὺς καθυστερουμένους φόρους ἐκείνων, οἵτινες ἀποφεύγουν νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των. Εἶναι μία ἀληθὴς μάστιξ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ εἰς αὐτὴν πρωτίστως θὰ ἔπρεπε νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως, προτοῦ σκεφθῇ νὰ ἐπιβάλῃ νέα βάρη ἐπὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πληρώνουν καὶ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσουν, μόνον αὐτοὶ καὶ πάλιν, τοὺς νέους φόρους. Ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἤμην ἐγὼ εὐχαριστημένος, ἄν περιωρίζετο καὶ ἐπ’ αὐτοῦ εἰς πλήρη ἀδράνειαν. Ἔφθασεν ἡ ἀγανάκτησις ἐναντίον τῶν διαφυγῶν καὶ τῶν καθυστερήσεων, ὥστε νὰ λέγεται ὅτι θὰ ληφθοῦν καὶ νομοθετικὰ μέτρα διὰ νὰ ἐκλίπῃ ἡ πληγὴ αὐτὴ ἀπὸ τὴν Χώραν μας. Καὶ νομοθετικὰ μὲν μέτρα ἐλήφθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐλήφθησαν ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐνθάρρυνσιν τῶν καταστρατηγήσεων καὶ τῶν διαφυγῶν. Ἐλήφθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἀλλεπάλληλα μέτρα φορολογικῶν διευκολύνσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι παρὰ ἐνθάρρυνσις τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγουν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των ἀπέναντι τοῦ Κράτους, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι, παρὰ ἐπιβάρυνσις μεγάλη ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των. Ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς σειρὰν νομοθετικῶν μέτρων, παρέχουσα, παρὰ τὰς ἰσχυράς μας διαμαρτυρίας, ἀλλεπαλλήλους φορολογικὰς διευκολύνσεις, φθάσασα μέχρι τοῦ σημείου ὥστε, νὰ δώσῃ σχεδὸν ἄφεσιν χρεῶν ἀκόμη καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς καταχραστὰς τῶν ἰδιωτικῶν ἀποθηκῶν. Ἡμεῖς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, παντοιοτρόπως πιεσθέντες, εἴχομεν τὸ θάρρος νὰ ἀρνηθῶμεν διαρρήδην νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀξίωσιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τῶν καταχρασθέντων τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἐβαπτίσθη εἰς τὴν λαϊκὴν κολυμβήθραν, ἦλθε καὶ παρεχώρησεν ὅλων τῶν εἰδῶν τὰς εὐκολίας, φθάσασα μέχρις ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς καταχραστὰς τῶν δημοσίων ἐσόδων. Καὶ ἐνῶ ἔφθασεν εἰς τὰς διευκολύνσεις αὐτάς, καὶ ἐνῶ τοιαύτας παρεῖχε διευκολύνσεις, καὶ ἐνῶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐνεθάρρυνε τὴν φορολογικὴν διαφυγὴν καὶ τὴν καταστρατήγησιν τῶν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιβάλῃ μίαν σειρὰν φόρων, ἀληθῶς ἀπηνῶν, διὰ τὰς πτωχὰς τῆς κοινωνίας τάξεις. Ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ὑπὸ τὴν πρώτην της μορφήν, ἡ πρώτη δηλ. Κυβέρνησις Τσαλδάρη εἶχεν ἐπιβάλει, κατὰ Δεκέμβριον καὶ Ἰανουάριον τοῦ τρέχοντος ἔτους, φόρους, διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δασμῶν καὶ διὰ τῆς φορολογίας μονοπωλιακῶν τινων εἰδῶν, εἶχεν ἐπιβάλει νέους φόρους, ὧν ἡ ἀπόδοσις ὑπολογίζεται παρ’ ἐμοῦ εἰς δύο δισεκατομμύρια. Ἡ ἰδία Κυβέρνησις, κατὰ Ἰανουάριον τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὅτε...
§23ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). (Ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως). Δὲν τὸν διακόπτετε;
§24Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἠναγκαζόμην νὰ διακόπτω διὰ τὰς ἀνακριβείας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν λεχθῆ, δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν συνηθίζω ποτὲ νὰ λέγω ἀνακριβείας. Γνωρίζω τὶ λέγω καὶ τὰ πράγματα πάντοτε μὲ δικαιώνουν.
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ γνωρίζω ἀκριβῶς τὶ λέγω.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν συνηθίζω νὰ λέγω ἀνακριβείας, διότι φροντίζω ὅπως αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀπολύτως αὐθεντικαὶ καὶ ἀκριβεῖς.
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι τόσον ἀνεπτύχθησαν εἰς τὸν τύπον κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἀποδεικνύουν εἰς ποίαν ἀντίθεσιν εὑρίσκεσθε μὲ ὅσα ἐδηλώνετε καὶ ὅσα ἐπράττετε μετὰ τὰς ἐκλογάς.
§29Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μετατοπίζετε τὸ ζήτημα αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὸ πολιτικὸν πεδίον; Σεῖς, ὁ ὁποῖος λέγετε ὅτι ἔχετε ὡς ἀποστολὴν βαρεῖαν, βαρυτάτην, νὰ φέρετε εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τὴν γαλήνευσιν, τῶν ἄλλων ἀντιδρώντων, εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔρχεσθε καὶ ρίπτετε μέσα εἰς μίαν συζήτησιν, καθαρῶς οἰκονομικήν, ζήτημα πολιτικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀναμφισβητήτως ἔχετε ἄδικον, διότι ἀπεδείχθη ὄντως, ὅτι ἔχετε ἄδικον, εἰς μίαν συζήτησιν σθεναρὰν καὶ ὀξυτάτην, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, εὐθὺς δηλαδὴ μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς πρώτης Κυβερνήσεως Τσαλδάρη. Καὶ σήμερον, ἐὰν θέλετε νὰ τὴν ἐπαναλάβωμεν, ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδένα δισταγμόν, διότι θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι πάντοτε ἐν συνεπείᾳ πρὸς τὰς ἀρχάς μου, ἐν συνεπείᾳ πρὸς τὴν πορείαν μου, καταπολεμῶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζω τρωτὰ εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, διὰ νὰ δώσω ἐπὶ τέλους τὴν εἰκόνα μιᾶς Κυβερνήσεως, οἵαν ἐγὼ φαντάζομαι ὅτι πρέπει νὰ εἶνε ἡ εἰκὼν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι παρέκκλισις, ἡ ὁποία ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, στενοχωρηθέντα ἐκ τῆς διεξαγωγῆς τῆς οἰκονομικῆς συζητήσεως.
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (Ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπός.
§31Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν συζήτησιν, διότι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποδείξωμεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει πρόγραμμα οἰκονομικὸν καὶ ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμά της τὸ οἰκονομικόν.
§32ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν στενοχωροῦμαι διόλου ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξάγεται.
§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εὐχαρίστως πληροφοροῦμαι, ὅτι ἡ φύσις καὶ ἡ θεία πρόνοια σᾶς ὥπλισε μὲ μίαν ἀπάθειαν ἐξαιρετικήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν μειώνει τίποτε ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς συζητήσεως. Τὰ ἐπιχειρήματα δυστυχῶς εἶναι δυσάρεστα διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐνῶ σᾶς σᾶς ὥπλισεν ἡ φύσις μὲ τὴν ὀλυμπίαν αὐτὴν ἀπάθειαν, δὲν ὥπλισε μὲ τὴν ἰδίαν ἀπάθειαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, ἀκριβῶς, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν στενοχωρίαν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς συζητήσεως, ἐζήτησε νὰ μετατοπίσῃ τὸ θέμα αὐτό, εἰς θέμα ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ πεδίου. Ἀλλὰ προχωρῶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν συζήτησιν διὰ νὰ εἴπω ὅτι ἡ πρώτη Κυβέρνησις Τσαλδάρη ἐπέβαλε κατὰ τὸν Δεκέμβριον καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ τρέχοντος ἔτους φόρους, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόδοσις ὑπολογίζεται παρ’ ἐμοῦ εἰς δύο δισεκατομμύρια. Ἡ ἰδία Κυβέρνησις τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον, προσελθοῦσα εἰς τὴν Γενεύην ἐνώπιον τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν νέας φορολογίας συμποσουμένας εἰς ἑξακόσια ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις, βραδύτερον, ἐνώπιον τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, μετὰ τὴν ἔλευσιν ἐδῶ τῶν ἐμπειρογνωμόνων, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, διὰ δηλώσεως αὐτῆς καταχωρηθείσης ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν τῇ ἐπιβολῆς σειρᾶς ὅλης νέων φορολογιῶν, τῆς ἐπιβολῆς (ἀναγινώσκει): «Τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τῶν κερδῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, τοῦ φόρου τῶν κερδῶν τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων κλπ. φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν», ἐκ τῶν ὁποίων ὑπελόγισε μίαν ἀπόδοσιν ἐτησίαν 465 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Οἱ φόροι αὐτοί, νομίζω, ἐπεβλήθησαν ἤδη καὶ ἰσχύουν, ἐκτός, ἐφόσον δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ φόρου τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, τοῦ φόρου τῶν μονοπωλίων καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων. Ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος καὶ αὐτὸς δὲν ἐτροποποιήθη διὰ νὰ γίνῃ αὔξησις νομοθετικῶς. Πράγματι ὅμως συνετελέσθη διὰ τῆς κατατάξεως τῶν ἐπιτηδευματιῶν εἰς ὅλην σχεδὸν τὴν Χώραν, συστηματικῶς, κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν καταλόγων, εἰς κλάσεις ἀνωτέρας. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τῷ 1927–28 εἶχεν ἐκδοθῆ παρ’ ἡμῶν μία ἐγκύκλιος πρὸς τὰ ὄργανα τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος διὰ τῆς ὁποίας ἐφιστᾶτο ἡ προσοχὴ αὐτῶν ἐπὶ μιᾶς μετρίας κατατάξεως τῶν φορολογουμένων εἰς τάξεις κατωτέρας μάλιστα τῆς πραγματικῆς. Καὶ ἡ σύστασις αὐτὴ ἐδόθη, ὄχι μόνον ἕνεκα τῶν διαμαρτυριῶν, αἱ ὁποῖαι διετυποῦντο ἐναντίον τῶν φορολογικῶν ὀργάνων, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς αὐστηρότητος τῆς ἰσχυούσης τότε φορολογικῆς κλίμακος. Βραδύτερον, τῷ 1931, ἡ φορολογικὴ κλῖμαξ ἐτροποποιήθη καὶ ὁ φόρος ἠλαττώθη, διετηρήθη ὅμως ἡ κατωτέρα κατάταξις τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁδηγιῶν αἵτινες ἐδόθησαν κατὰ τὸ 1927. Σήμερον θεωρεῖται, φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι πλέον συμφέρουσα καὶ ἐνδεικνυομένη ἡ διατήρησις τῆς κατωτέρας κατατάξεως, τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἄνοδος αὐτῶν διὰ νὰ ἀνταποκρίνεται ἡ κατάταξις πρὸς τὴν πραγματικήν καθαράν πρόσοδον τῶν φορολογουμένων, ἐπειδὴ ἡ κατάταξις ἡ κατωτέρα ἔγινε καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἶχεν ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τῆς φορολογίας. Ἤδη, ἐπελθούσης τῆς ἐλαττώσεως τῆς φορολογίας, γίνεται καὶ μία ἄνοδος, μία συστηματικὴ κατάταξις τῶν φορολογουμένων εἰς κλάσεις ἀνωτέρας, ἡ ὁποία εἶναι μία πραγματικὴ καὶ σημαντικωτάτη αὔξησις φορολογίας. Ἐκ τῶν νέων αὐτῶν φορολογιῶν, κατὰ τοὺς ἰδικούς μου ὑπολογισμούς, θὰ ἔχωμεν μίαν ἀπόδοσιν ἐσόδων, κατ’ ἐλάχιστον ὅριον, 700 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἐπίσης, δὲν γνωρίζω, ποία εἶναι ἡ τύχη καὶ ἄλλων τινων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, ἐνῶ δὲν ἔχουν τὴν ἐπίφασιν νομοσχεδίων φορολογικῶν, ἐν τούτοις συνεπάγονται καὶ αὐτὰ ἐπιβάρυνσιν —ὡς εἶναι λ.χ. τὸ νομοσχέδιον —ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εἶναι παρών— «περὶ ἐπιβολῆς τέλους ἐπὶ τῶν μὴ καλλιεργησίμων γαιῶν», ἐκ τοῦ ὁποίου ὑπολογίζεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἓν ἔσοδον ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§34Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν ἐψηφίσθη.
§35Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχει καλῶς. Δὲν τὸ ἐγνώριζα. Ἤξευρα ὅτι ὑπεβλήθη ἕν τοιοῦτον νομοσχέδιον ἐκ τοῦ ὁποίου ὑπελογίζετο μία ἐτησία πρόσοδος ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἔχομεν ἐπίσης τὴν ἐπιβάρυνσιν ἐκ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου διὰ τὴν κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῆς συγκεντρώσεως καὶ τοῦ δεκαλέπτου, τὸ ὁποῖον περιέρχεται εἰς τὸ Κράτος, -ἐπιβάρυνσις θετικὴ καὶ αὐτὴ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τῆς καταναλώσεως, ὑπολογιζομένη περίπου εἰς τριακόσια ἑκατομμύρια. Τὸ σύνολον ἑπομένως τῶν ἐπιβαρύνσεων τῶν ἐπιβαλλομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ περίπου εἰς 1.200 ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§36Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγα λεπτά.
§37Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Πρέπει ὅμως νὰ συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§38Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ὑποχρέωσιν κοινωνικὴν καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος μετ’ ὀλίγον νὰ ἀπέλθω.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Καφαντάρης ἦτο δέκα ἡμέρας ἀσθενής. Δικαιοῦται μιᾶς ὀλιγολέπτου διακοπῆς.
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφήσατε, Κύριοι, νὰ ἡσυχάσωμεν.
§41ΠΑΝ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν θέλετε, κ. Καφαντάρη, νὰ διακόψωμεν.
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἄς διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε, τρία λεπτά.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς καταθέτει νομοσχέδιον: «Περὶ ὀργανώσεως τοῦ ἀντιφθισικοῦ ἀγῶνος». Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Καφαντάρης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγον του.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν διὰ τῆς δηλώσεώς της ἐνώπιον τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ὑποβάλῃ σειρὰν φορολογικῶν μέτρων. Ὑπελόγισα ὅτι ἐκ τῶν φόρων τούτων ἡ ἀπόδοσις θέλει ἀνέλθει εἰς 750 ἑκατομμύρια περίπου καὶ ὅτι ἐκτὸς αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ μία πρόσθετος ἐπιβάρυνσις διὰ τὴν συγκέντρωσιν, διακοσίων ἑκατομ. δραχμῶν, εἰς τρόπον, ὥστε τὸ σύνολον τῆς ἐπιβαρύνσεως, ὑπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μορφήν, τὴν ὁποίαν ἐθέσπισεν ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζεται εἰς 1.200 ἑκατομμύρια περίπου δραχμῶν, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν 1.000 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Διὰ νὰ ἐννοηθῇ, Κύριοι, ἡ σημασία τῆς φορολογίας αὐτῆς, θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω τί ἐφρόνει μέχρις ἐσχάτων τοὐλάχιστον τὸ Λαϊκὸν Κόμμα περὶ τοῦ φορολογικοῦ βάρους τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ ὑπομνήσω ὅτι κατὰ τὸ 1927–28 εἶχεν ἐπιβληθῆ παρ’ ἐμοῦ τότε, εἶχον ἐπιβληθῆ παρὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως φορολογίαι πεντακοσίων ἕως ἑξακοσίων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Αἱ φορολογίαι αὐταὶ ἀνεβιβάσθησαν δι’ ὑπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἄξιοι τοῦ κόπου νὰ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλήν, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 1.600–1.800 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἡ πραγματικότης εἶναι, καὶ ἐξηλέγχθη καὶ δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐξελεγχθῇ, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ 1927–28 δὲν ὑπερβαίνει τὰ 500–600 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Καὶ ὅμως, παρὰ τὴν σχετικῶς μικρὰν ἐκείνην φορολογίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλονται τόσα τεράστια ἀποτελέσματα, παρὰ τὸ σχετικῶς περιωρισμένον τῆς φορολογίας ἐκείνης, διωργανώθη ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐναντίον εἰδικώτερον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀληθὴς σταυροφορία εἰς τὴν ὁποίαν, πρέπει νὰ τὸ εἴπω, συνηνώθησαν ὅλα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Κυβέρνησιν κόμματα, ἐξαιρέσει τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, προτείνοντα ὅτι ἡ φορολογία ἐκείνη ἦτο φορολογία, ἡ ὁποία ὑπερέβη πᾶν ὅριον ἀντοχῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀληθὴς ἀπογύμνωσις. Καὶ ἦτο κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ἡ κατάστασις τοιαύτη, ὥστε πράγματι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομικῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εὐεξίας, νὰ μᾶς χωρίζῃ ἀπὸ τὴν σημερινὴν περίοδον ἀληθὴς ἄβυσσος. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διῆλθεν ὁ τόπος καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς μίαν τρομερὰν κρίσιν ἐκ τῆς ὁποίας δὲν ἐξῆλθεν ἀκόμη μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς. Τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ὑπέστη τραγικὴν ἀληθῶς καταβύθισιν, ἡ στάθμη τοῦ βίου ἔπεσεν εἰς ἀξιοθρήνητον σημεῖον, αἱ συναλλαγαὶ αἱ οἰκονομικαὶ ἐμαράνθησαν, ὁ τόπος ὠπισθοδρόμησεν οἰκονομικῶς πράγματι δι’ ἁλμάτων. Ἂν ἡ φορολογία αὐτὴ ἦτο βαρεῖα, ὡς ἔλεγον τότε οἱ κατηγοροῦντες ἡμᾶς, ἦτο ἀφόρητος διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ἦτο συντριπτικὴ δι’ αὐτόν, ἡ φορολογία ἡ διατηρηθεῖσα καὶ ὑπεστηρίχθη παρ’ ἡμῶν καὶ παρὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, σήμερον, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ἔπρεπεν ἀληθῶς νὰ εἶναι φορολογία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ φθάσῃ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν εἰς πλήρη συντριβὴν καὶ ἐκμηδένισιν, διότι τὸ φορολογικὸν βάρος ἔκτοτε, ἡ φορολογικὴ πίεσις ἔκτοτε ἐτριπλασιάσθη, ἐτετραπλασιάσθη, δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον πολλαπλάσιον ὕψος ἔφθασεν ἕνεκα τῆς καταπτώσεως τῆς οἰκονομικῆς. Ἡ φορολογία ἐκείνη σήμερον θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ὑπολογίζηται εἰς φορολογίαν τριπλασίαν, τετραπλασίαν, καὶ ἐν τούτοις σήμερον, ὄχι μόνον δὲν ἔγινεν ἐλάττωσις τῶν φόρων, ἀλλ’ ἐπεβλήθησαν καὶ νέοι φόροι τετρακοσίων ἑκατομμυρίων δραχμῶν κατὰ πρῶτον καὶ κατὰ δεύτερον φόροι, μετὰ τὴν ἄρσιν τοῦ χρυσοῦ κανόνος 460 ἑκ. δρχ. τῆς τετραετίας περὶ τὰ 460 ἑκ. νέων φόρων. Ἐὰν λοιπὸν ἡ φορολογία τοῦ 1927–28 ἦτο ὡς ὑπεστήριζε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἀφόρητος διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ἀληθῶς ἀπάνθρωπος, ἀποστραγγίζουσα καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα, ἡ φορολογία αὐτή, ὡς ἐξελέγχθη ἡ οἰκονομική μας κατάστασις, πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὸ διπλάσιον, εἰς τὸ τριπλάσιον, τετραπλάσιον καὶ πενταπλάσιον. Καὶ ἔρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, ἐνῷ τῷ 1927–28 ὁ τόπος περιῆλθεν, ὡς ὑπεστήριζε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, εἰς ἀληθινὸν οἰκονομικὸν ἀδιέξοδον, ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ αὐξάνει τὸ φορολογικὸν βάρος τοῦ λαοῦ κατὰ 1.200 ἑκατομμύρια.
§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ 1.200 ἑκατομμύρια; Δὲν μᾶς τὰ λέγετε, διὰ νὰ τὰ μάθωμεν καὶ ἡμεῖς; Διότι σεῖς καταβιβάζεται τὰ ἰδικά σας εἰς πεντακόσια ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἐδῶ ἔχω ἀπὸ τὰς ἐπισήμους ὑπηρεσίας βεβαιωμένον ὅτι ἐπεβάλατε σεῖς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, φόρους 1.300 ἑκατομμυρίων.
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποίας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους;
§48Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τὴν ἐπίσημον ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐξακολουθεῖτε νὰ λέγητε ἐπισήμους ὑπηρεσίας. Γνωρίζω ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐπισήμους ὑπηρεσίας. Δὲν δύνασθε νὰ λέγητε ὅτι ἐπληροφορήθητε ἀπὸ τὰς ἐπισήμους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ συνεπῶς ὅτι οἱ ἄλλοι τὰς ἔχουν ἀπὸ τὰς ἀνεπισήμους ὑπηρεσίας. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ «ἐπίσημος ὑπηρεσία» δὲν λέγει τίποτε. Εἶναι ὅπως καὶ ἡ ἔκθεσις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἔκθεσις ἀλάθητος καὶ ἀκαταγώνιστος. Αὐτὴν τὴν σύγχυσιν ἔχουν καὶ τὰ στοιχεῖα τὰ ἀνακοινούμενα παρ’ ὑμῶν ὡς προερχόμενα ἀπὸ τὰς ἐπισήμους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι 500–600 ἑκατομμύρια ἐπεβλήθησαν κατὰ τὸ 1927–28. Ἡ ἐπιβάρυνσις δὲ ἡ σημερινὴ ἀνέρχεται εἰς 1.200 ἑκατομμύρια ὅπως ἀνέλυσα ἤδη.
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πόσον ὑπολογίζετε σήμερον τὰ βάρη τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου;
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω σήμερον νὰ ὑπολογίσω τὰ βάρη τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου. Ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τὰ βάρη αὐτά, διὰ νὰ ἴδω κατὰ πόσον δικαιολογεῖται ἡ ἐπιβολὴ τῶν φορολογιῶν ἐκείνων. Καὶ ἂν ἡμεῖς δὲν ὑποστηρίξωμεν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπεβλήθησαν φορολογίαι καὶ ὅτι δὲν ἔγινε φορολογικὴ ἀνακούφισις εἶναι, διότι ἐπιστεύομεν εἰς τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς. Σεῖς φαίνεται ὅτι δὲν ἐπιμένετε εἰς τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς σήμερον. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀπολύτως εὐχάριστον, διότι, ἐὰν ἠθέλατε ἐπιμείνῃ εἰς τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, ἐφόσον σεῖς ἐχαρακτηρίσατε οὕτω τὴν φορολογίαν τοῦ 1927–28 καὶ ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς τετραετίας ἐπεβλήθησαν 900 ἑκατομμύρια φόρων, ἡ φορολογία αὐτή, ἡ σημερινή, ἀποτελεῖ ἀληθὲς κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔγκλημα.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἠρώτησα διὰ νὰ ἴδω μὲ ποίας φορολογικὰς ἀντιλήψεις παραμένετε. Ἐγὼ ἐπέβαλα φορολογίαν, διότι εὗρον κενὰ τά ταμεῖα.
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν καὶ αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ἡ ὁποία ὡς κόμμα, εὑρισκόμενον ἐκτὸς τῆς Ἀρχῆς, ὑπεστήριζεν ὅτι τὸ φορολογικὸν βάρος τοῦ 1927–28, ὑπὸ συνθήκας οἰκονομικὰς ἀπολύτως καλυτέρας τῶν σημερινῶν, ἦτο ἀφόρητον, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εὑρισκομένη, ἡ ὁποία ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἐπέβαλε νέας φορολογίας 800–900 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ἔρχεται σήμερον ὑπὸ τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας, τραγικὰς διὰ τὸν λαὸν συνθήκας, καὶ ἐπιβάλει 1.200 ἑκατ. φόρους, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ φανῇ εὐάρεστος εἰς τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κ.Τ.Ε.
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς ὑποστηρίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου ἐπέβαλεν 900 ἑκατομ. βάρη, καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἐπέβαλα καὶ ἐγώ, μολονότι ὑπεστήριζα καὶ ὑποστηρίζω, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καταθλιπτικώτατα ἦσαν τὰ βάρη ἐκεῖνα, διότι εἴχετε θέσει σεῖς χίλια τριακόσια ἑκατομμύρια, καὶ λέγω ὅτι βέβαια ἡ νέα φορολογία, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλω καθίσταται δυστυχῶς ἀναγκαία, διότι εὗρον τὰ Ταμεῖα κενά. Τώρα, κατὰ πόσον εὑρέθησαν κενά, θὰ τὸ εἴπω κατόπιν.
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι διακοπή. Εἶναι ὁλόκληρος ἀγόρευσις.
§56Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι, κ. Καφαντάρη, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Δὲν σᾶς διέκοψα εἰς τόσα ἄλλα σημεῖα, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες σημεῖον. Διότι σεῖς ἐπεβάλατε 1.300 ἑκατομ. βάρη καὶ λέγετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἐπέβαλεν 800– 900 ἑκατομ. βάρη. Εἶμαι σύμφωνος μαζί σας, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ αὐτὴ ἦτο βαρεῖα διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ θὰ πρέπῃ νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν νὰ μειώσωμεν αὐτὰ τὰ βάρη. Εὑρέθην ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλω 600 ἑκ., ἀλλὰ τὰ ἐπέβαλον, διότι εὗρον τὰ Ταμεῖα κενά.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ διακόπτετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Αὐτά, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἔλθητε νὰ τὰ ἀναπτύξητε ἀπὸ τοῦ βήματος...
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, θὰ τὸ εἴπω.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑποδείξω ὅτι ἔχετε τὸ προνόμιον νὰ κάθησθε εἰς τὰ πρῶτα ἑδώλια τῆς Βουλῆς, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ παρεμβάλλητε οὕτω ἐμπόδια εἰς τὴν ἀγόρευσιν τῶν ἄλλων καὶ νὰ παρεντίθεσθε διὰ νὰ διακόψητε τὸν εἱρμὸν τῶν σκέψεών του. Νὰ ἔλθητε νὰ τὰ ἀναπτύξητε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διότι αἱ διακοπαί σας σπανιώτατα τείνουν εἰς τὴν διαφώτισιν τῶν πραγμάτων καὶ μόνον εἰς τὴν συσκότισιν αὐτῶν ἀποβλέπουν. Καὶ ἔχω λοιπὸν νὰ εἴπω τοῦτο, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἀδύνατος πᾶσα διακοπή, παριστάνετο σχεδὸν ὡς ἔγκλημα ἐναντίον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ φορολογία τοῦ 1927–28. Καὶ ἐνῶ παριστάνετο ὡς ἐγκληματικὴ καὶ ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἐξάντλησις καὶ τῆς τελευταίας αὐτοῦ ἰκμάδος, ὡς ὑπέρβασις καὶ τοῦ ἐσχάτου ὁρίου τῆς φορολογικῆς ἱκανότητος καὶ ἀντοχῆς, καὶ ἐνῶ ὑπεστηρίζετε ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθοῦν αἱ φορολογίαι ηὐξήθησαν, ἔρχεσθε σήμερον σεῖς καὶ ἐπιβάλλετε νέας φορολογίας. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἡ θέσις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχει μεταβληθῆ σήμερον πρὸς βελτίωσιν ἤ πρὸς ἐπιδείνωσιν ἐν σχέσει μὲ τὸ 1927–28. Ἐὰν μοῦ ἀπηντήσητε ὅτι ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις ἀπὸ τὸ 1927–28 θὰ συζητήσωμεν τότε περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν φόρων. Εἰς περίπτωσιν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν σεῖς ἐμμένετε εἰς τὰς ἀντιλήψεις σας, ὅτι ἡ φορολογία ἐκείνη τοῦ 1927–28 ἦτο φορολογία συντριπτικὴ διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι αἱ σημεριναὶ περιστάσεις τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπεδεινώθησαν σήμερον, ὅσον οὐδεὶς δύναται νὰ φαντασθῇ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ ἐπιβολὴ τῶν φορολογικῶν ποσῶν ὑπερβαίνει, ἐπαναλαμβάνω, τὰ 1.200 ἑκατομμύρια...
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. ... ἀποτελεῖ ἐνέδραν ἐναντίον τῆς εὐημερίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ μέλλοντος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Σᾶς λέγω. κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου εἶναι δεδικαιολογημένη, ὅταν ἀνταποκρίνεται εἰς ἀνάγκην. Ὅταν ἡμεῖς ἐπεβάλαμεν τοὺς φόρους τῷ 1927–28 ἐβαίνομεν εἰς ἀθρόαν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων. Σήμερον ἐπιβάλλον τὸ Κράτος τοὺς φόρους, δημιουργεῖ περιθώρια δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι θὰ φθάσουν εἰς ὑπερβολάς...
§62Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς τὰς ἐπεβάλομεν διὰ νά....
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅταν ἐπιβάλλει κανεὶς φόρους τόσον συντριπτικοὺς ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν τοὺς ἐπιβάλλει οὔτε διὰ τὴν δημιουργίαν περιθωρίων νέων δαπανῶν, οὔτε διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν πιστωτῶν, ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις Αὐτὰ τὰ δύο καθιστοῦν τὸν φόρον σας, ὄχι μόνον συντριπτικόν διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ τελείως ἀσυγχώρητον.
§64Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέ συγχωρεῖτε, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἐπειδὴ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπουσιάσω, νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Καφαντάρη, ὥστε ἀρχίσῃ, ὅταν θὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ παρών.
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ πρέπει ἀκόμη, Κύριοι, νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι δὲν περιωρίσθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ὑφισταμένων φόρων. Εἰσήγαγεν ἕνα νέον φόρον, τὸν φόρον τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ 1923, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐφηρμόσθη ὅμως ἔκτοτε παρ’ οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἐφηρμόσθη διότι αἱ Κυβερνήσεις αἱ διαδεχθεῖσαι ἀλλήλας κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας δεκαετίας εἶχον τὴν συναίσθησιν ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἦτο ὁ προτιμώτερος, ὁ ὁποῖος διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαόν ἦτο εἷς κλοιὸς διαρκῶς περισφυγγόμενος περὶ τὸν τράχηλον τῶν πολιτῶν, ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ τέλος, παρὰ νὰ συντρίψῃ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ κατανάλωσιν. Καὶ ἀπέφυγον ὅλαι αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις νὰ ἐπιβάλουν τὸν φόρον τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, ἔχουσαι μάλιστα ὑπ’ ὄψει ὅτι καὶ ἐκεῖ ὅπου ἐφηρμόσθη ὁ φόρος οὗτος, ἐξηγέρθη ὁ λαὸς καὶ τάσις ὑφίσταται σήμερον, εἴτε πρὸς πλήρη αὐτοῦ μετριασμόν, εἴτε καὶ πρὸς πλήρη αὐτοῦ κατάργησιν. Σήμερον ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις, ὑπὸ τὸ πρόσχημα δῆθεν τῆς μετατοπίσεως τῶν φορολογικῶν εἰσοδημάτων ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ ἔρχεται σήμερον καὶ πλήσσει διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ φορολογικοῦ προϊόντος βαθέως, βαθύτατα τὰ λαϊκὰ στρώματα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ μετατόπισις αὐτὴ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὅτι ἔγινε, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν διὰ τὴν φορολογίαν, διότι, εἴτε ἡ φορολογία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, εἴτε ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς βιομηχανίας, εἴτε ἐπιβάλλεται καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἡ ἐπίπτωσις τοῦ φόρου αὐτοῦ εἶναι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καὶ ἡ φορολογία αὐτὴ τελικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ὤμους τῶν καθαρῶς λαϊκῶν στρωμάτων. Αὐτό, Κύριοι, εἶναι τὸ δημοσιονομικὸν πρόβλημα τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ διακήρυξις, ὅτι ἔχει ὡς σκοπὸν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς οἰκονομίας νὰ προβῇ εἰς βελτίωσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν συστήματος καὶ συγχρόνως πλήρης ἀποκήρυξις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς εὐθὺς ἀμέσως. Ὑπόσχεσις ὅτι ἐννοεῖ νὰ κατανείμῃ τὰς φορολογικὰς δαπάνας κατ’ ἀναλογίαν μεγαλυτέραν διὰ τὰ παραγωγικὰ καὶ ἐκπολιτιστικὰ ἔξοδα καὶ συγχρόνως διαβεβαιώνει ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς δὲν εἶνε δυνατὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ ὅτι εἰς τὸ μέλλον εἶναι ἀμφίβολος. Μετατροπὴ τῶν ὑπεσχημένων οἰκονομιῶν εἰς αὔξησιν δαπανῶν, μετατροπὴ τῶν φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων εἰς αὔξησιν ἀπηνῆ τῶν φορολογικῶν βαρῶν. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ δημοσιονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρὶν τερματίσω τὴν ὁμιλίαν μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, νὰ ἀπασχοληθῶ καὶ ἐπί τινων ἄλλων φαινομένων τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς, τὰ ὁποῖα θίγονται εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ νὰ παρασταθοῦν τρόπον τινά ὡς καρποὶ καὶ στοιχεῖα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Λέγει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ: (ἀναγινώσκει). Ὡμίλησα, Κύριοι, περὶ τῶν δημοσίων ἐξόδων καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ μακρῶν, θέλω μόνον τώρα νὰ σᾶς ἐρωτήσω. Κατά τὶ ὅλα τὰ ἄλλα στοιχεῖα, ὅλα τὰ ἄλλα φαινόμενα, τὰ ὁποῖα μνημονεύονται εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὶ ἀνήκουν εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ καὶ πρόχειρος. Δὲν ἀνήκουν οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ περιορισμοὶ τῶν εἰσαγωγῶν εἶχον ἐφαρμοσθῆ πολὺ πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν: ἑπομένως, τὴν εὗρεν ἡ σημερινή Κυβέρνησις. Ἡ περιστολὴ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζογραμματίων, δὲν εἶναι καὶ αὐτὴ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἠθέλομεν μάλιστα νὰ παρατηρήσωμεν τὴν κίνησιν τῆς κυκλοφορίας αὐτῆς τῶν τραπ)ματίων θὰ ἐβλέπομεν, ὅτι τὸν Σεπ)βριον τοῦ 1932 ἐπὶ Κυβερνήσεως Φιλελευθέρων, ἡ κυκλοφορία τῶν τραπεζογραμματίων ἀνήρχετο εἰς τέσσαρα δισεκατομμύρια ἑξακόσια ὀγδοήκοντα τρία ἑκατομμύρια. Τὸν Δεκέμβριον 1932, ἐπὶ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως Τσαλδάρη, ἡ κυκλοφορία ἀνήρχετο εἰς τέσσαρα δισεκατομμύρια ἑπτακόσια δεκατέσσαρα ἑκατομμύρια. Τὴν 28ην Φεβρουαρίου 1933, ἐπὶ Κυβερνήσεως Ἐθνικοῦ Συνασπισμοῦ, ἡ κυκλοφορία κατῆλθεν εἰς τέσσαρα δισεκατομμύρια πεντακόσια ἑξήκοντα τέσσαρα ἑκατομμύρια καὶ σήμερον, τὴν 31ην Ὀκτωβρίου, ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ κυκλοφορία ἀνῆλθεν εἰς πέντε δισεκατομμύρια πεντακόσια ἑξήκοντα τέσσαρα ἑκατομμύρια. Ἐγὼ δὲν ψέγω δι’ αὐτὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι γνωρίζω ὅτι ἡ αὔξησις αὐτὴ τῆς κυκλοφορίας ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της, εἶναι αὔξησις ἀπολύτως ἀνώδυνος, ἀπολύτως ἀκίνδυνος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω, εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὁποίας ηὐξήθη ἡ κυκλοφορία, κατὰ σύμπτωσιν ἔστω, νὰ ἰσχυρίζεται καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἔχῃ ἰδίαν πολιτικήν, ἐφήρμοσεν ὡς ἰδίαν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τὴν περιστολὴν τῆς κυκλοφορίας, διότι ἡ περιστολὴ τῆς κυκλοφορίας δὲν ἀνήκει ἀσφαλῶς εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀνήκει εἰς τὰς προηγουμένας Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς συνεκράτησαν τὴν κυκλοφορίαν ἐντὸς ὡρισμένων ὁρίων.
§66Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν νομίζετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναφέρητε καὶ τί ἀντίκρυσμα ἔχει ἡ κυκλοφορία, διότι ἔχει πολλὴν σημασίαν, ὅταν ἔχετε τριάκοντα ἑκατομμύρια Ἐλβετικὰ φράγκα μὲ τέσσαρα δισεκατομμύρια καὶ ὅταν ἔχετε ἑκατὸν τριάκοντα ἑκ. Ἐλβετικὰ χρυσᾶ μὲ πέντε δισεκατομμύρια; Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει κάποια διαφορά.
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας, ἐγὼ δὲν εἶπα ποτὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὴν αὔξησιν τῆς κυκλοφορίας, οὔτε ἀπέδωκα αὐτὸ εἰς αὐτήν. Ἀπέκρουσα τὸν ἰσχυρισμὸν καὶ εἶπα ὅτι εἶναι πολιτική, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἔχει ὡς πολιτικὴν ἐκείνην τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι εἶπεν, ὅτι αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις εἶχον τὴν περιστολὴν τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων. Ἐὰν θέλετε νὰ σᾶς εἴπω καὶ διὰ τὸ ἀντίκρυσμα, ἡ κυκλοφορία ἡ σημερινή, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ηὔξησε τὸ κάλυμμα τῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ αὐτό, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἡ ὁποία ἐξετάζεται εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως συγκρατήσεως τῶν τιμῶν, μικρὰν ἀπόλυτον ἔχει ἀξίαν, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει διὰ τὴν κίνησιν τοῦ τιμαρίθμου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, εἶναι τὸ ποσὸν τῆς κυκλοφορίας, τὸ ποσοτικόν. Ἀλλὰ εἶναι διὰ τὸν ἕνα λόγον ἢ τὸν ἄλλον ἐνδιαφέρον. Ἡ ἐπίδρασις, ἐπίδρασις ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ τιμαρίθμου, εἶναι ἀναμφισβήτητος, ἐφόσον αὐξάνεται τὸ ποσόν, ἀδιάφορον ἐὰν αὐξάνεται διότι ἔχει ἀντίκρυσμα ἢ ὄχι. Αὐτὸ ἔχει σημασίαν μόνον διὰ τὴν συγκράτησιν τοῦ νομίσματος καὶ διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου.
§68Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θέλω νὰ σᾶς εἴπω, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι μία κατάστασις προσαρμόζεται, ἡ ἐδῶ κατάστασις μὲ τὴν ἔκπτωσιν τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ νόμισμα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Φιλελευθέρων, δηλ. ὅτι τὸ νόμισμα ἔπεσε κατὰ 100% τῆς ἀξίας του, ἡ προσαρμογὴ τῶν τιμῶν δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀμέσως ὅταν ἔχομεν ἐλαχίστην αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς τὶ συνετέλεσεν;
§70Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Αὐτὸ θὰ σᾶς εἴπω. Ἐὰν θέλετε νὰ ἀποδώσητε εἰς τυχαῖον γεγονός, ἢ εἰς ἱκανότητα τῆς Κυβερνήσεως αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, νὰ διατηρήσωμεν χαμηλότερον τὸ ἐπίπεδον τῶν τιμῶν, αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως.
§71ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πῶς ἔχασεν 100%;
§72Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὄχι. 50% ἤθελα νὰ εἴπω.
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελα νὰ εἴπω. Ἐγὼ δὲν ψέγω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν αὔξησιν τῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεκδικῇ ὡς ἰδικήν της πολιτικὴν μία Κυβέρνησις ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἠλαττώθη ἡ κυκλοφορία. Τοῦτο τὸ γεγονὸς ἔρχομαι νὰ πιστοποιήσω, ὄχι διὰ νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς περιστολῆς τῆς κυκλοφορίας δὲν ἀνήκει εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν.
§74Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἔχετε δύο ἀριθμοὺς νὰ ἀντιπαραβάλητε καὶ ἔχετε 4½ δισεκατομμύρια κυκλοφορίαν μὲ ἀπόθεμα τριάκοντα ἑκατομ. χρυσῶν φράγκων, καὶ 5½ δισεκατομ. κυκλοφορίαν μὲ ἀπόθεμα εἰς χρυσᾶ φράγκα 130 ἑκατομ., νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τῆς περιστολῆς τῆς κυκλοφορίας, δηλ. ὅτι κατώρθωσε καὶ ἀπέκτησεν ἀπόθεμα μὲ τοιαύτην μικρὰν ἔκδοσιν, ἀποτελεῖ μεγίστην ἢ τυχαίαν ἐπιτυχίαν;
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς τὸ λέγετε τυχαῖον;
§76Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐγὼ δὲν τὸ λέγω, κ. Πρόεδρε.
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῇ τις, ὅτι ἡ περιστολὴ τῆς κυκλοφορίας ἐπεδιώχθη συστηματικῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Φιλελευθέρων. Ὀφείλομεν νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν.
§78Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἀσφαλῶς.
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἑπομένως σεῖς δὲν ἐκάμετέ τι ἄλλο, παρὰ νὰ συνεχίζετε τὴν πολιτικὴν αὐτήν, ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζετε ἰδίαν πολιτικήν. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ αὔξησις τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος, εἶναι φαινόμενον τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ συναλλαγματικὸν ἀπόθεμα, τὸ καθαρόν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ συναλλάγματος τῆς δραχμοποιήσεως, ἦτο τὴν 7ην Νοεμβρίου, κατὰ τὴν ἄνοδον δηλ. τῆς πρώτης Κυβερνήσεως Τσαλδάρη εἰς τὴν Ἀρχήν, ἦτο τὸ καθαρὸν ἀπόθεμα 7.290.000 δολλάρια, τὸ ἀπόθεμα τῆς 15ης Ἰανουαρίου τοῦ 1933, ὅτε ἡ Κυβέρνησις Τσαλδάρη ἐγκατέλιπε τὴν Ἀρχήν, ἦτο 1.626.500 χρυσᾶ δολλάρια. Ὑπέστη δηλ. κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πρώτης Κυβερνήσεως Τσαλδάρη τὸ δολλάριον μίαν μείωσιν 5.282.025 χρ. δολλάρια, ἐκ τῆς ὁποίας ὅμως —διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς— πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ πληρωθὲν ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, δηλ. τὰ 3.655.525 χρυσᾶ δολ. καὶ ἔχομεν ἑπομένως καθαρὰν ἐλάττωσιν ἐπὶ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως Τσαλδάρη τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος κατὰ 1.626.500 χρ. δολ. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ὀφείλετο ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν σφαλερὰν τακτικὴν τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ συναλλάγματος μὲ τὰς ἀλλεπαλλήλους αὐτῆς, ἂν μὴ ἀλλοπροσάλλους, ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν εἰς σύγχυσιν τὴν δημοσίαν γνώμην καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ συνετέλεσαν ὄχι εἰς τὴν ἐλάττωσιν, ἀλλὰ συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τοῦ δολλαρίου, ἡ ὁποία, ἐνῶ τὴν 7 Νοεμβρίου τοῦ 1932 ἦτο 122 δρχ., ἔφθασε τὴν 15ην Ἰουνίου τοῦ 1933 εἰς 192 δρχ.
§80Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατηργήθη ἡ τιμὴ τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς καὶ ἀντιπροσώπευεν ἡ τιμὴ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα. Δέν ὑπῆρχε πλέον λαθραία ἀγορά.
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν δι’ ἀριθμῶν.
§82Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λησμονεῖτε τὰς 700 χιλ. δολλαρίων, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν διὰ τόκους τῆς Σπάγερ.
§83Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τρία ἑκατομμύρια δολλαρίων, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἔχομεν ἕν ἑκατομμύριον περίπου συναλλάγματος, καὶ ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὴν πληρωμὴν αὐτήν. Καὶ ἐὰν κάμωμεν τὴν ἀφαίρεσιν αὐτήν, ἔχομεν αὔξησιν τιμῆς δολλαρίου 20 μονάδας κατὰ τὸ διάστημα τῆς πρώτης Κυβερνήσεως Τσαλδάρη. Καὶ εἰς τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Εὐλαμπίου θὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν ἐπίσης δι’ ἀριθμῶν, σᾶς λέγω δὲ ἐγώ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ Φίντελσων ἔκαμε τὴν πρόβλεψιν ἀπὸ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1932 καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἀρχὴν τὸν Ἰανουάριον.
§84Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει ἔκθεσίν του μὲ ἀποτελέσματα 30 Σεπτεμβρίου.
§85Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις Τσαλδάρη εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἀρχὴν μέχρι τῆς 15ης Σεπτεμβρίου 1932. Ἑπομένως, αἱ προβλέψεις του δὲν εἶχον καμμίαν σημασίαν ἐπὶ τῆς πραγματικότητος. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδητε τὴν πραγματικότητα, θὰ ἔλθω εὐθὺς ἀμέσως καὶ εἰς αὐτό. Ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως Τσαλδάρη, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῆς ἀνόδου τῆς Κυβερνήσεως Ἐθν. Συνασπισμοῦ, ἀποκατασταθείσης τῆς ἐμπιστοσύνης, ἤρχισε τὸ σπάσιμο τῆς λίρας.
§86Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ «σπάσιμον» τῆς λίρας εἶχε γίνει ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας.
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε ἀπολύτως δίκαιον.
§88Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δύο, τρεῖς ἡμέρας πρίν.
§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τότε ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ καὶ μόνον τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως Ἐθνικοῦ Συνασπισμοῦ, ἤρχισεν ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως.
§90Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι διάφοροι μῆνες τοῦ ἔτους ἔχουσι διαφορὰν ἀποδόσεως ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα. Μήπως οἱ μῆνες αὐτοί, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν ἔχουν καλὸν ἀποτέλεσμα;
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι. Σεῖς ἀσχολεῖσθε εἰς τὰ ζητήματα τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι ὅτε ἀνῆλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἐθνικοῦ Συνασπισμοῦ εἰς τὴν Ἀρχήν, δὲν ἦσαν μῆνες προσφορᾶς συναλλάγματος. Εἴχομεν ἅμα τῇ ἀνόδῳ τῆς Κυβερνήσεως Ἐθνικοῦ Συνασπισμοῦ εἰς τὴν Ἀρχὴν βελτίωσιν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος κατὰ δεκαὲξ μονάδας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι βελτίωσις, ὀφειλομένη εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν. Ὅτε ἀνήλθομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Ἀρχήν, ἤρχισε πράγματι ἀθρόα προσφορὰ συναλλάγματος καὶ ἡ βελτίωσις τῆς τιμῆς αὐτῆς, ἐλέχθη προσκαίρως, ὅτι ἐγέντο ἐπίτηδες διὰ νὰ παρασταθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἤρχισε μὲ πρόγραμμα τὴν βελτίωσιν τοῦ νομίσματος, καὶ ὅτι κατῆλθε κατὰ δεκαὲξ μονάδας, διότι οἱ τότε ἔχοντες τὴν εὐθύνην τῆς κινήσεως τοῦ συναλλάγματος ἐδώκαμεν ἐντολὴν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸ συνάλλαγμα νὰ ὑποστῇ μίαν πτῶσιν ἀπότομον, διότι γνωρίζετε ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἀπότομος πτῶσις. Ἡμεῖς λοιπόν, συνεκρατήσαμεν τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, διὰ νὰ μὴ πέσῃ πέρα ἑνὸς ὡρισμένου ὁρίου, ἡμεῖς ὅθεν συνεκρατήσαμεν τὴν τιμὴν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Ἐπίσης, τὸ συναλλαγματικὸν ἀπόθεμα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν Ἀρχήν, ἦτο 1.625.500 δολλάρια, ἀνῆλθεν ἐντὸς τῶν πεντήκοντα ἡμερῶν κατὰ τὰς ὁποίας διεχειρίσθημεν τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ αὐτὸ τὸ ποσόν, εἰς 5.711.000. Ηὔξησε δηλ. κατὰ τὸ διάστημα τῶν πεντήκοντα ἡμερῶν κατὰ 4.084.500 δολλάρια. Ἔχομεν ὡς βλέπετε χαρακτηριστικὴν τὴν κίνησιν. Ἦλθεν ἡ πρώτη Κυβέρνησις Τσαλδάρη, ἔχομεν μείωσιν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος, ἐλάττωσιν τοῦ ἀποθέματος, ἐνῶ ἡ ἀνάληψις τῆς Κυβερνήσεως παρ’ ἡμῶν ἐπέφερεν ἀντιστροφὴν τῶν ὅρων, ὡς διὰ μαγείας, ὕψωσιν τῆς δραχμῆς καὶ αὔξησιν τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος. Ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις, ἡ σημερινή, οὐδεμίαν εἶνε λάβει ἀπολύτως μέριμναν διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τάξιν εἰς τὰ νομισματικὰ πράγματα τῆς Χώρας, διότι τὴν τάξιν τὴν νομισματικὴν τὴν εὗρεν ἑτοίμην καὶ ἐπωφελήθη ἐξ αὐτῆς. Καὶ ταῦτα, ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, κατὰ τὴν ἄνοδον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀρχήν, δὲν εἴχομεν τὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, φαινόμενα τὰ ὁποῖα ὠφείλοντο εἰς τὸ ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἔλαβον χώραν γεγονότα φύσεως διεθνοῦς, ἅτινα συνεκλόνισαν τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὰ ξένα νομίσματα. Τὸ δολλάριον ἔπεσε καὶ μετ’ αὐτὸ ἡ ἐμπιστοσύνη διεσαλεύθη τελείως ἐπὶ τὴν σταθερότητα ὅλων τῶν νομισμάτων. Καὶ τότε, ὡς ἦτο φυσικόν, ἡ ἑλληνικὴ ἀποταμίευσις, αἱ περιουσίαι, αἱ ὁποῖαι ἐναπέμειναν εἰς τοὺς Ἕλληνας, δυσπιστοῦσαι πρὸς τὴν ξένην κατεύθυνσιν, ἤρχισαν νὰ φθάνωσιν ἐδῶ. Οὕτω, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τεχνικῶς ἂς εἴπωμεν, ηὔξησε τὸ συνάλλαγμα, διότι ἡ τροπὴ τῆς καταστάσεως αὐτῆς θὰ ἦτο ἀδύνατος οἱανδήποτε προσπάθειαν καὶ ἂν ἐλάμβανεν ἡ Κυβέρνησις. Ἑπομένως, τὸ ἀπόθεμα τοῦ συναλλάγματος, ἡ αὔξησις αὐτή, εἶναι πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς. Εἶναι πολιτική, τὴν ὁποίαν εὗρεν ἑτοίμην παρὰ τῶν προκατόχων της, εἶναι πολιτική, τὴν ὁποίαν διετήρησε, διότι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐὰν δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ τὴν διατηρήσῃ, δὲν εἶχε τὰ μέσα καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀνακοπῆς τῆς πολιτικῆς ταύτης. Ἀλλά, διὰ νὰ ἔλθωμεν νὰ δώσωμεν καὶ ἐξηγήσεις καὶ συμπέρασμα, ἐὰν πράγματι ἀποτελῇ καὶ τοῦτο, ἡ αὔξησις δηλαδὴ τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος, πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ σᾶς ἀναγνώσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γράφεται εἰς αὐτήν· ὅτι «τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν παρουσιάζει κλπ.» (ἀναγινώσκει). Ἐπίσης, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν πάντοτε εἰλικρίνειαν, εἶπεν ὅτι «ἡ αὔξησις τοῦ καλύμματος κλπ.». (ἀναγινώσκει). Ἑπομένως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ λέγῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ καλύμματος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ κίνησις τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος μαρτυρεῖ ὅτι, ὄχι μόνον δὲν κατώρθωσε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ κατώρθωσε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν καὶ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Καὶ ἀναφέρεται ἐπίσης ὡς κατόρθωμα τῆς Κυβερνήσεως ἡ μείωσις τοῦ ἐπιτοκίου. Εἶναι καὶ αὐτὸ στοιχεῖον, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς ὅλης οἰκονομικῆς τῆς Κυβερνήσεως πολιτικῆς. Κύριοι, μετὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς χρυσῆς βάσεως ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας, ἦτο φυσικὸν νὰ ἐπέλθουν ἀνατροπαὶ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ συναλλάγματος, καὶ τὴν θέσιν τῶν Τραπεζῶν καὶ τὴν ὕψωσιν προσέτι τοῦ τόκου. Ἦτο ἑπόμενον νὰ συμβοῦν διάφοροι διαταραχαί, διότι αἱ πιστώσεις ἐξέλιπον καὶ ὑπῆρχε καὶ ἀθρόα ἀνάληψις τῶν τραπεζικῶν καταθέσεων καὶ ἦσαν ἠναγκασμένα τὰ Κράτη, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Ἑλλάς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς περιφρούρησιν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτῆς νομίσματος, διότι, καθὼς γνωρίζετε, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνέμεινεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς διατηρήσεως τῆς σταθεροποιήσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν τραπεζικῶν ἱδρυμάτων καὶ τῆς οἰκονομίας μας, νὰ αὐξηθῇ ὁ τόκος, ὁ προεξοφλητικός, καὶ νὰ ἐπέλθῃ περιορισμὸς τῶν πιστώσεων τῶν ἄλλων τραπεζῶν καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀκριβῶς, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ, ἠναγκάσθη νὰ περιορίσῃ τὸν κύκλον τῶν χορηγήσεών της. Ἀλλά, μετά τινα χρόνον, ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ ἐντελῶς ἀντίστροφον στεύθυνσιν. Καὶ ἔλαβε τὴν ἀντίστροφον αὐτὴν κατεύθυνσιν, διότι ἤρχισεν, ἀφ’ ἑνὸς ἔκδοσις τῶν ὁμολογιῶν, ὥστε τὰ κεφάλαια νὰ μὴ εὑρίσκουν ἐπενδύσεις παραγωγικὰς εἰς ἐργασίας οἱασδήποτε φύσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, διότι ἡ ἐκ τοῦ πανικοῦ τοῦ γεννηθέντος ἀπέναντι τοῦ κλονισμοῦ τοῦ κρατικοῦ νομίσματος, ἡ γεννηθεῖσα ἐκ τοῦ πανικοῦ ἀνησυχία ἐξ αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως, ἔφερε τὰς ἑλληνικὰς περιουσίας ἀθρόως εἰς τὰ Ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν, καὶ ηὐξήθησαν τοιουτοτρόπως ραγδαίως, ραγδαιότατα, αἱ καταθέσεις τῶν τραπεζικῶν ἡμῶν ἱδρυμάτων. Διὰ νὰ ἴδητε τὴν αὔξησιν αὐτήν, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι καὶ ἡ αὔξησις αὐτὴ ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους ἐπὶ καταθέσεων ὄψεως καὶ Ταμιευτηρίων ἔφθασεν εἰς 50%, δηλαδὴ αὔξησιν 3.368 ἑκατομ. δραχ. Ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς αὐξήσεις αὐτάς, τὴν ἐλάττωσιν τῶν καταθέσεων, ἕνεκα τῆς δραχμοποιήσεως εἰς ξένον νόμισμα, ἐλάττωσιν συμποσουμένην εἰς 1.864 ἑκατομ. δρχ., ἔχομεν μίαν καθαρὰν αὔξησιν ἐν διαστήματι ἔτους τῶν τραπεζικῶν καταθέσεων κατὰ 1.500 ἑκατομμύρια. Ἐνῷ ηὔξανον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αἱ καταθέσεις καὶ συνέρρεον εἰς τὰς Τραπέζας τὰ δισεκατομμύρια αὐτά, αἱ Τράπεζαι εὑρίσκοντο εἰς ἀπόλυτον δυσχέρειαν πρὸς παραγωγικὴν καὶ ἀσφαλῆ τοποθέτησιν τῶν καταθέσεων αὐτῶν. Αἱ ἐργασίαι εὑρίσκοντο ἐν νεκρώσει, τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας εἶναι ἐν κλονισμῷ ἀκόμη, καὶ ἐνῷ ἔχομεν αὔξησιν τῶν καταθέσεων κατὰ 1.500 ἑκατομμύρια, ἔχομεν περιστολὴν τῶν παραγωγικῶν ἐργασιῶν τῶν Τραπεζῶν ἐν διαστήματι ἐπίσης ἑνὸς ἔτους κατὰ 244 ἑκατομμύρια δρχ., περιστολὴν τῶν προεξοφλητικῶν ἐργασιῶν. Ἔχομεν δηλ. μείωσιν τῶν ἐργασιῶν κατὰ 244 ἑκατομμύρια, ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους, ἐνῷ ἔχομεν αὔξησιν καταθέσεων εἰς Τραπέζας 1½ δισεκατομμυρίου δραχμῶν. Τὶ ἔκαμαν, λοιπόν, αἱ Τράπεζαι, ἢ μᾶλλον τί ἠδύναντο νὰ κάμουν αἱ Τράπεζαι τὸ χρῆμα τὸ συρρεῦσαν εἰς αὐτάς; Δὲν ἠδύναντο νὰ τὸ κάμουν ἀπολύτως τίποτε. Αἱ ἐργασίαι των περιορίζοντο καὶ τὸ ἔφεραν καὶ αὐταί, ὑπὸ μορφὴν καταθέσεων, εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Δι’ αὐτὸ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τὰ διαθέσιμα τῶν Τραπεζῶν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἀνῆλθον ἀπὸ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1932 — ὅτε ἦσαν 553 ἑκατομμύρια δραχμῶν — ἀνῆλθον τὸν Ἰούνιον τοῦ 1933 εἰς 1.903 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἤτοι ηὔξησαν αἱ καταθέσεις τῶν λοιπῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος κατὰ 1.350 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὶ ἐγένετο τότε; Ἡ ρευστότης τῶν Τραπεζῶν ηὔξησε κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1932 εἰς 28%. Ἀναγκάζονται νὰ φέρουν τὰ ἐκ τῶν καταθέσεων χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐνῷ αὐταὶ ἐπλήρωνον εἰς τοὺς καταθέτας των διὰ τὰ χρήματά των 4 καὶ 5%, ἐλάμβανον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος 1½% μόνον. Δηλαδή, διὰ τὰ 1.350 ἑκατομμύρια κατὰ τὰ ὁποῖα ηὐξήθησαν τὰ διαθέσιμα εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ζημιοῦνται 1½% τὰ ἄλλα τραπεζικὰ ἱδρύματα. Ἄλλη διέξοδος δὲν ὑπῆρχε, Κύριοι. Ἡ μόνη ὑπάρχουσα διέξοδος ἦτο νὰ ἐλαττώσωσι τὸν τόκον των. Αἱ Τράπεζαι λοιπὸν εἶχον πληρωθῆ ἀπὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιήσουν παραγωγικῶς καὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσουν τὴν μείωσιν τῶν ἐπιτοκίων τῶν ἀπὸ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο καὶ αὐτὸ νὰ τὰς διευκολύνῃ καὶ τὰς διηυκόλυνε κατὰ τοῦτο, ὅτι συνῄνεσε νὰ ἐλαττώσῃ καὶ αὐτὸ τὸν τόκον τῶν καταθέσεων καὶ τῶν Ταμιευτηρίων εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, εἰς τρόπον, ὥστε πραγματικῶς νὰ μὴ ἀπορροφῶνται αἱ καταθέσεις ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ ἱδρύματα δημοσίου δικαίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀφορμὴ τῆς μειώσεως τῶν ἐπιτοκίων καὶ οὐδεὶς ἀπολύτως ἄλλος λόγος. Ἐξ ὅλων αὐτῶν συνάγεται ἕν συμπέρασμα ὅτι, καὶ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν κατὰ τὸ φαινόμενον ἢ καὶ πράγματι ὑπάρχουν σημεῖα τινὰ εὐχάριστα εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ζωήν, τὰ σημεῖα ταῦτα, ὡς εἶνε ἡ ὕψωσις τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος, ἡ μείωσις τῶν ἐπιτοκίων κλπ., τὰ σημεῖα λοιπὸν αὐτά, τὰ ἐνθαρρυντικά, εὑρίσκονται ἐντελῶς ἔξω τοῦ κύκλου τῆς κυβερνητικῆς ἐπαρκείας. Ἡ Κυβέρνησις κατέχεται ἀπὸ τὴν ἔμμονον ἰδέαν, ὅτι δὲν εἶναι νοητὴ καὶ ἑπομένως δὲν συγχωρεῖται μία ἰσχυρὰ προώθησις τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ βαδίσωμεν μὲ τὸ βῆμα σημειωτόν, ἀναμένοντες αὐτὰς τὰς περιστάσεις νὰ ἔλθουν νὰ ἐπικουρήσουν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, κατεχομένη ὑπὸ τῆς ἐμμόνου αὐτῆς ἰδέας ἡ Κυβέρνησις, εἶνε ὑποχρεωμένη ἐπίσης, καὶ τὸ λέγει, ὅτι «δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς βελτίωσιν κλπ.» (ἀναγινώσκει). Συμφωνεῖ δηλ. αὐτὴ καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις φρονεῖ ὅτι τὰ παραγωγικὰ ἔργα δὲν παρέχουν συμβολὴν ἀρκοῦσαν εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῆς Χώρας καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσίς των καὶ ὅτι δὲν εἶνε δυνατὴ ἡ βελτίωσις αὕτη νὰ προέλθῃ ἐκ τῶν παραγωγικῶν ἔργων καὶ ὅτι συνεπῶς ἀποκλείεται εἰς τὸ μέλλον ἡ παραγωγικότης τῶν δημοσίων δαπανῶν καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σκεφθῶμεν περὶ ριζικῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν χρεῶν, ὅτι, ἐν μιᾷ λέξει, οὐδὲν ἔστιν γενέσθαι. Ἐὰν, κ. Βουλευταί, ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι συμμερισθεῖ τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀκόμη ἠθέλομεν σκεφθεῖ ὅτι δὲν εἴμεθα κύριοι τῶν βουλῶν τῆς προνοίας καὶ ὅτι δὲν εἶναι ποσῶς ἀπίθανον, παρὰ πᾶσαν ἡμῶν εὐχήν, τὴν ἐφετεινὴν ἐξαιρετικὴν ἐσοδείαν νὰ διαδεχθῶσιν ἔτη χαλεπά, ὅτι αἱ θύραι τῆς μεταναστεύσεως μᾶς ἔκλεισαν καὶ τὰ ἐμβάσματα στειρεύουν, ὅτι τὰ προϊόντα μας καθ’ ἑκάστην πλήττονται καὶ ὅτι τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα πίπτει, ὅτι ἡ στάθμη τῆς ζωῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁσημέραι ὑποβιβάζεται, ὅτι μᾶς περιεκόπησαν καὶ αὐταὶ αἱ τελευταῖαι πηγαί, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα ἐν ἀνάγκῃ καὶ ὡς ἔσχατον καταφύγιον νὰ προσφύγωμεν, αἱ πηγαὶ τοῦ ἔξωθι δανεισμοῦ, ἐὰν ἠθέλομεν συμμερισθεῖ τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἠθέλομεν σκεφθεῖ πῶς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς χαλεπότητας, ἔπρεπε νὰ καταληφθῶμεν ὑπὸ ἀθυμίας καὶ ἀπελπισίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, δὲν δεχόμεθα αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν τῆς μοιραίας τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων φορᾶς. Φρονοῦμεν τοὐναντίον, διότι γνωρίζομεν ἡμεῖς ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἐξέλιξις δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ σειρὰ σταθμῶν εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐπικρατήσουν ἄλλαι ριζοσπαστικαὶ ἀντιλήψεις, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα βλέπομεν ὅτι ἀνεγνωρισμέναι οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ καὶ ἀξίαι καταρρέουν καὶ ἄλλαι ἐμφανίζονται. Ἀπόδειξις ὅτι εἰς μίαν μεγάλην Χώραν, ὅπως ἡ Ἀμερική, ἑτοιμάζονται εἰς τὴν πρᾶξιν τολμηραὶ οἰκονομικαὶ συλλήψεις. Ὅταν σήμερον βλέπομεν ἐδῶ πλησίον ἡμῶν, εἰς τὴν γείτονα ἡμῶν ἐπικράτειαν, τὴν Τουρκίαν, νὰ καταρτίζουν, ὡς ἀνεκοινώθη, ἕν πενταετὲς σχέδιον ἐκβιομηχανοποιήσεως τῆς Χώρας, διὰ τῆς ἱδρύσεως καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κράτους μεγάλων βιομηχανιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι καταδεδικασμένη νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ μοιραῖον. Ἔχομεν ἡμεῖς τὴν γνώμην ὅτι ἡ περίοδος αὐτὴ ἦτο ἡ κατ’ ἐξοχὴν ἐνδεδειγμένη διὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν πλήρη ἀναδιοργάνωσιν καὶ τῆς δημοσίας, καὶ τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας, καὶ νὰ μελετήσῃ καὶ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ διευκολύνῃ, εἰς τὸ μέλλον τοὐλάχιστον, τὴν δημιουργίαν προσόδων ἀναγκαίων διὰ τὸ Κράτος, ἄνευ φορολογικῆς τοῦ λαοῦ ἐπιβαρύνσεως. Ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἐπίσης τὸ Κράτος νὰ μελετήσῃ καὶ ν’ ἐπιχειρήσῃ κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν ριζικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν ἐξόδων διὰ νὰ περιορισθοῦν αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἶναι περιτταί, εἶναι ἀληθεῖς σπατάλαι, ἐφόσον δὲν πιστεύομεν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν προϊόντων μας. Ὅλαι αἱ δυνάμεις ἡμῶν θὰ ἔπρεπε νὰ τείνουν πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπόν, εἰς μόνην τὴν προώθησιν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας. Θὰ ἦτο ἡ περίστασις ἡ κατ’ ἐξοχὴν ἐνδεδειγμένη, ἡ περίοδος αὐτὴ διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν πολιτικὴν ριζοσπαστικῶν λύσεων καὶ εἰς τὴν δημοσίαν, καὶ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν. Ἦτο ἐπίσης ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπεν ἐπίσης νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ριζικώτατα τὸ ζήτημα τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τοῦτο ἐν συναφείᾳ πρὸς τὴν ἐπάρκειαν ἡμῶν. Δὲν εἴχομεν νὰ ζητήσωμεν ἄλλωστε τίποτε τὸ ἰδιαίτερον. Δὲν εἴχομεν εἰμὴ νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν μιᾶς ἀρχῆς δεσποζούσης σήμερον εἰς ὅλον τὸν κόσμον, μιᾶς ἀρχῆς τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν χρεῶν καὶ τῆς ἐξοφλήσεως αὐτῶν δι’ ἐμπορευμάτων. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ δεσπόζει σήμερον εἰς τὴν οἰκουμένην. Δὲν προῆλθε βέβαια τοῦτο εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, δὲν ὀφείλεται εἰς αἴσθημα συγκαταβάσεως πρὸς τὰς Χώρας τὰς ὀφειλέτιδας. Εἶναι ἀπόρροια μιᾶς ριζικῆς μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰς ἀξίας μιᾶς ριζικῆς μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν διεθνῶν συναλλαγῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσουν σήμερον αἱ Χῶραι, τὰ Κράτη, τὰ κατάχρεα, ὅταν αἱ Χῶραι αἱ πιστώτριαι εἰς τὰς ὁποίας ἐτοποθετοῦντο τὰ προϊόντα των, ὅταν αἱ Χῶραι αἱ πιστώτριαι ὕψωσαν δασμολογικὰ τείχη ἀπόρθητα καὶ ἐφήρμοσαν μέτρα δρακόντεια περιορισμοῦ τῶν εἰσαγωγῶν; Ὅταν ἐπίσης, ἐφαρμόζουσαι τὴν πολιτικὴν τῆς αὐταρκείας, παραλύουσαν πᾶσαν κίνησιν καὶ ἀνθρώπων, καὶ ἐμπορευμάτων, καὶ κεφαλαίων, καὶ δημιουργοῦσαι μίαν διπλῆν ἀδυναμίαν, τὴν ἀδυναμίαν τῆς μεταφορᾶς τοῦ συναλλάγματος καὶ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τὴν ἀδυναμίαν τῆς μεταφορᾶς συναλλάγματος καὶ τὴν ἀδυναμίαν τῆς ὑπάρξεως τῶν μέσων τῆς πληρωμῆς; Καὶ ἦτο ἀναμφισβήτητον καὶ αὐταπόδεικτον ὅτι, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τοὐλάχιστον, ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς χειροτέραν θέσιν ἀπὸ οἱανδήποτε Χώραν καὶ ἕνεκα τῶν συμφορῶν, αἱ ὁποῖαι τὴν ἔπληξαν, καὶ ἕνεκα τῆς ἰδιοτύπου οἰκονομίας της. Κύριοι Βουλευταί, τὰς ἀντιλήψεις μου περὶ τῆς ὑπογραφείσης πρό τινος προσωρινῆς συμφωνίας, τὰς διετύπωσα διὰ τοῦ τύπου καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐκτεθείσας. Εἶμαι ὅμως βέβαιος ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούουσα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1933, ἀποκρούουσα τὴν μεσολάβησιν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἤθελε ἐπιζητήσῃ καὶ ἐπιτύχει ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τοὺς ὁμολογιούχους καὶ ἤθελεν ἐκθέσει εἰς αὐτοὺς εἰλικρινῶς τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἀδυναμίαν αὐτῆς πρὸς πληρωμήν, καὶ ἤθελε ζητήσει ὡς συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων αὐθεντικῶν καὶ ἀποδεδειγμένων, ἐὰν ἤθελε ζητήσει, λέγω, παρ’ αὐτῶν ὡς συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς τὴν ἀναστολὴν ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἢ τρία ἔτη τῆς πληρωμῆς τοῦ δημοσίου χρέους, ἤθελε ζητήσει ἕνα ὁριστικὸν ἀπὸ τοῦδε διακανονισμὸν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν τοποθέτησιν τῶν προϊόντων μας, καὶ ἐὰν τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ἤθελε συμπληρώσει διὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι πρόθυμος νὰ δεχθῇ οἱανδήποτε ἀμερόληπτον διαιτησίαν πρὸς διαπίστωσιν τῶν ἰσχυρισμῶν της, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ εἶχε τίποτε νὰ φοβηθῇ, οὔτε διὰ τὴν πίστιν της, ἡ ὁποία θὰ ἔμενεν ἄθικτος, οὔτε διὰ τὸν ἐξαναγκασμὸν τῆς ὑπογραφῆς μιᾶς συμφωνίας, ἐπιβαλούσης εἰς τὴν Ἑλλάδα βάρη ἄνισα καὶ δυσανάλογα πρὸς τὰς δυνάμεις της. Τὴν πολιτικὴν αὐτήν, τουλάχιστον ἐγώ, εἶχα χαράξει, εὑρισκόμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπέκρουσα καὶ τὴν παρέμβασιν καὶ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὴν ἀπέκρουσα, παρὰ τὴν εὐλάβειαν τὴν ὁποίαν διατηρῶ ἀμείωτον εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Γενεύης. Τὴν ἀπέκρουσα, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψει μου κείμενα αὐθεντικά, τὰ ὁποῖα μὲ ἔπειθον ὅτι ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε θέσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν χρεῶν, διότι εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιδιώξῃ ἀντὶ πάσης θυσίας τὴν πληρεστέραν ἱκανοποίησιν τῶν δανειστῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς μίαν τῶν συνεδριάσεων αὐτῶν — ἤμην ἀπών — εἰσδύσας εἰς τὴν διάνοιάν μου, μὲ τὴν προχειρότητα μὲ τὴν ὁποίαν πολλάκις βλέπομεν εἰς αὐτόν, ἀπεφάνθη ὅτι ἐὰν ἐγὼ ἀπέστεργον τὴν μεσολάβησιν τῆς Κ.Τ.Ε., τὴν μεσολάβησιν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦτο ἔπραξα, ὄχι δι’ ἄλλον κανένα λόγον, ἀλλὰ διότι εἶχον τὸν φόβον ὅτι διέτρεχεν ἡ Ἑλλὰς τὸν κίνδυνον νὰ δεχθῇ νέον ἔλεγχον. Ὅταν ἀπὸ τοιαύτας σκέψεις ἐκινήθη ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἦτο καθόλου περίεργον, διατὶ αἱ διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθησαν, καὶ διατὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπογράψωμεν τὴν βαρεῖαν, τὴν βαρυτάτην συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν. Διότι ἡ Κυβέρνησις κατείχετο, εἶναι προφανὲς ὅτι κατείχετο ἀπὸ τὸν φόβον ὅτι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μᾶς ἐπιβληθῇ νέος ἔλεγχος καὶ ὅτι ἔπρεπε τὸν κίνδυνον αὐτὸν νὰ τὸν ἀποσοβήσῃ ἀντὶ πάσης θυσίας, καὶ διὰ νὰ ἀποσοβήσῃ τὸν φανταστικὸν αὐτὸν κίνδυνον προέβη εἰς πάσας τὰς ζητηθείσας παραχωρήσεις. Ἀλλὰ κ. Βουλευταί, ποῖος ἐζήτησε νὰ τῆς ἐπιβάλῃ τὸν ἔλεγχον, ἢ ποῖος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ ἔλεγχον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ εἶχε τὴν δύναμιν, ἀπούσης τῆς Ἑλλάδος, ἄνευ τῆς συναινέσεως αὐτῆς, νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔλεγχον; Ὁ φόβος τοῦ ἐλέγχου ἦτο φόβος αὐτόχρημα κωμικός. Διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἐγεννήθη εἰς τὴν ψυχὴν ἡμῶν. Ἐὰν ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν τὴν μεσολάβησιν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἦτο ἀκριβῶς ἀπὸ εὐλάβειαν, ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς Γενεύης, διότι δὲν ἠθέλομεν ὁ θεσμὸς τῆς Γενεύης νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν εἰς μίαν ἀδικαιολόγητον προστριβήν, διότι ἐγνωρίζομεν, ἐπὶ τῇ βάσει αὐθεντικῶν κειμένων, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων δηλώσεων καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Κ.Τ.Ε., καὶ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ τῶν ἐγγράφων τῶν ἀπευθυνθέντων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχε σκοπόν, νὰ δημιουργήσῃ ἀντὶ πάσης θυσίας, ὡς εἶπον, βάσιν εὐρυτέρας ἱκανοποιήσεως τῶν ἀξιώσεων τῶν ὁμολογιούχων. Πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ δὲν ἔγινε μόνον δεκτή, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπὸ τὸν κ. Μιχαλακόπουλον, Ὑπουργὸν τότε τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἔγινε δεκτὴ ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὸν κ. Βενιζέλον ὡς Πρόεδρον τότε τῆς Κυβερνήσεως Μόνον βραδύτερον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀπαντῶν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι δὲν ἀντιτίθεται εἰς τὴν μετάκλησιν τῶν ἐμπειρογνωμόνων τῇ Κ.Τ.Ε., μὴ ἔχων βέβαια ποτὲ ὑπ’ ὄψει ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ μεσολάβησις ἢ κάθοδος τῶν ἐμπειρογνώμων τῆς Κ.Τ.Ε., νὰ συνδεθῇ πρὸς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, καὶ ὅλας τὰς ἐπιβαρύνσεις, τὰς ἐπιβληθείσας χάριν τῆς μεσολαβήσεως αὐτῆς εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἦτο δυνατὸν τότε ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν ἔλευσιν ἐδῶ καὶ μόνον τῶν ἐμπειρογνωμόνων νὰ συρθῇ αἰχμάλωτος καὶ δεσμία ἐνώπιον τῶν ὁμολογιούχων, μὲ ἓν δῆθεν πιστοποιητικὸν πενίας εἰς τὰς χεῖράς της, τὸ ὁποῖον αὐτὴ νὰ ἐξεύρῃ καὶ τὸ ὁποῖον ἐδημιούργει δικαιώματα εἰς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργει μίαν τεχνητὴν καὶ ἀνύπαρκτον, μίαν ψευδῆ δυναμικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἑνὸς δισεκατομμυρίου δραχμῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ βέβαια δὲν ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τῆς Χώρας, ἀλλ’ ἦτο οὐσιώδης προϋπόθεσις τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως. Ἂν ἔχομεν εἰς χεῖράς μας σήμερον μίαν συμφωνίαν λογικήν, ἡ συμφωνία αὐτὴ θὰ ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν τόνωσιν τῶν προϊόντων μας, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ προλάβῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς κινδύνους οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐπαπειλοῦσιν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἔλθωμεν εἰς προστριβήν, βαθεῖαν, βαθυτάτην πρὸς τὴν Κ.Τ.Ε. καὶ τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν καὶ νὰ εὑρεθῶμεν βαθύτερον, ἂν αἱ δύσκολοι περιστάσεις ἐξακολουθήσουν, νὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον ἀδιεξόδου. Ἡ συμφωνία ὅμως, δυστυχῶς, ἡ ὁποία ὑπεγράφη, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν εἰμὴ νὰ ὑπογραφῇ μετὰ τὴν χαραχθεῖσαν ἀνέκαθεν πορείαν, σύμφωνα μὲ τὴν γενομένην διαχείρισιν τοῦ ζητήματος, ἡ συμφωνία, ἡ ὁποία ὑπεγράφη, εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐξασθένησιν τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας, ἐξασθένησιν τῆς ὁποίας ὁ ἀντίκτυπος θὰ γίνῃ περισσότερον αἰσθητός, βραδύτερον, ὅταν αἱ περιστάσεις καταστοῦν δυσχερέστεραι καὶ ἐκλίπῃ, εὔχομαι νὰ μὴ ἐκλίπῃ, ἀλλ’ ὅταν ἐκλίπῃ τὸ αἴσθημα τῆς εὐεξίας, παροδικῶς δυστυχῶς, τὸ ὁποῖον προσέδωκεν ἡ ἐξαιρετικὴ ἐφετεινὴ ἐσοδεία. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἀνησυχεῖ, Κύριοι, ἐμὲ περισσότερον ὅλων, εἶναι ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τῶν φόρων δημιουργεῖ, ὡς εἶπα καὶ προηγουμένως, δημιουργεῖ περιθώριον μεγάλων δημοσιονομικῶν ἐξόδων, περιθώριον μεγάλων δαπανῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις φαίνεται ὅτι ἔχει ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ περιθώρια, καὶ νὰ ὑπερβῇ τὰ περιθώρια τῶν δαπανῶν. Καὶ τότε σᾶς ἐρωτῶ· τί θὰ γίνῃ αὔριον, ἐὰν ἔλθουν καὶ πάλιν δύσκολοι καιροί, ἐὰν ἔλθουν ἔτη καὶ πάλιν ἀφορίας, ἂν ἀποκαθισταμένης τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὰ ξένα νομίσματα ἢ σταθεροποιουμένων τῶν νομισμάτων τῶν μεγάλων Χωρῶν, ἀρχίζει νὰ ἐμπεδοῦται τὸ θάρρος. Ἀρχίζει νὰ μειώνεται ὁ πανικὸς τῶν ξένων ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιφέρῃ ἕνα κλονισμὸν τοῦ ἰδικοῦ μας νομίσματος; Τί θὰ γίνῃ αὔριον, ὅταν, οἱ μὲν φόροι θὰ μένουν ἐπιβεβλημένοι, ἀλλὰ θὰ εἶναι τρὶς καὶ τετράκις αἰσθητώτεροι διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαόν ἀπὸ ὅ,τι εἶναι σήμερον; Τί θὰ γίνῃ ὅταν οἱ φόροι διατηρηθοῦν καὶ πολλαπλασιάσουν τὴν πίεσίν των ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως μειωθῇ καὶ ἡ ἀπόδοσίς των, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψωμεν δι’ αὐτῶν τὰς ηὐξημένας ἤδη δαπάνας τοῦ Κράτους; Τί θὰ γίνῃ, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀνησυχίαι μου, αὐταὶ εἶναι αἱ ἀνησυχίαι, αἱ ὁποῖαι μὲ κατέχουν, καὶ λέγω πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸς πάντας ὑμᾶς: Ἄ!, Κύριοι, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἡσυχάσωμεν. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἰσῆλθεν ἀκόμη εἰς λιμένα ἀσφαλῆ οἰκονομικῆς νηνεμίας. Ὁ οἰκονομικὸς ὁρίζων, καὶ ὁ διεθνής, καὶ ὁ ἐσωτερικός, εἶναι ἀκόμη πλήρης νεφῶν. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα λιμένα, θὰ χρειασθῇ νὰ παρέλθῃ ἀκόμη χρόνος πολύς, θὰ χρειασθῇ διὰ προσπαθειῶν, ἀληθῶς, ὑπερανθρώπων νὰ δαμάσωμεν τὸν σάλον καὶ νὰ φθάσωμεν μίαν ἡμέραν εἰς ἕν ὑπήνεμον μέρος. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ὑπήνεμον αὐτὸ μέρος, διά νὰ διεξαχθῇ ἀποτελεσματικῶς ὁ οἰκονομικὸς ἀγών, πρέπει καὶ τὴν φορὰν αὐτήν, θὰ τὸ ἐπαναλάβω αὐτὸ μυριάκις, τὸ ἐπανέλαβον πλειστάκις μέχρι τοῦδε, διὰ νὰ διεξαχθῇ οἰκονομικὸς ἀγὼν πραγματικῶς καί τελεσφόρως, χρειάζεται νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὰς μικράς μας φροντίδας· χρειάζεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμπνευσθῇ ἀπὸ ἀνωτέραν πνοήν, νὰ ὑψωθῇ ὑπεράνω τῶν κομματικῶν δεσμεύσεων καὶ συμφερόντων της. Χρειάζεται ἀληθῶς κυβερνητικὴ αὐταπάρνησις, χρειάζεται μία σύντονος προσπάθεια ὅλων τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, χρειάζεται παγίωσις ἀπόλυτος τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης χρειάζεται σύμπνοια ἐθνική. Καὶ δι’ αὐτό, λέγω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: Ἂς ἀφήσῃ κατὰ μέρος, εἶναι καιρὸς νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος, ἐνώπιον τῶν μεγάλων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ὀρθοῦνται ἐνώπιόν μας, εἶναι καιρὸς νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὴν μικρὰν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἀπὸ τὴν ἀμφίβολον ἐκλογικήν της νίκην. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὴν ἐπιδίωξιν κομματικῆς ἰσχύος. Πρέπει, ἐπὶ τέλους, πρέπει παρορῶσα τὰ πάντα, νὰ ὑψωθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν εὐθυνῶν της, νὰ ὑψωθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν ἑλληνικῶν προβλημάτων, νὰ ὑψωθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ κυρώσω τὰ πρακτικά.
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται)
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 11 μ. μ.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ. ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις)
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§96ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδή, Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη, καὶ ὁ ὁμιλητὴς ἐπίσης, ὁμολογῶ βεβαίως ὄχι ἐκ τοῦ μαστιγώματος τὸ ὁποῖον ἐνασμενίζεται νὰ πιστεύῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι μοῦ ἐπεδαψίλευσε, διὰ τὸν λόγον αὐτόν, καὶ ἐπειδὴ καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδένα τῶν ὁμιλητῶν διέκοψα, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. Συναδέλφους, διὰ τὸν ταχύτερον τερματισμὸν καὶ τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῆς ἀπαντήσεώς μου, ἐπὶ τῶν ὁμιλησάντων — ἄλλωστε ἀρκετοὶ εἶναι οἱ ὁμιλήσαντες καὶ ἐπὶ ἀρκετὸν ἔχω νὰ ἀπαντήσω— ὅπως εὐαρεστηθῶσι νὰ μὲ ἀκροασθῶσιν ἄνευ διακοπῶν. Εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, Κύριοι Βουλευταί, Προϋπολογισμοῦ συνταχθέντος τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀναλήψεως τῆς Ἀρχῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐθέσαμεν γενικάς τινας γραμμὰς περὶ τῶν κατευθύνσεων τῆς οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐβράδυνε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἀνεμένομεν νὰ προσέλθῃ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη αὐτῆς καὶ διαφωτισθῇ ὁ λαὸς ἐπὶ τῶν μεγάλων καὶ ζωτικῶν ζητημάτων τῆς Χώρας. Τόσον ἡ εἰσήγησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅσον κατὰ κανόνα καὶ αἱ ὁμιλίαι τῶν ἀγορητῶν ἐνεπνεύσθησαν ἀπὸ ἀντικειμενικὰς ἀντιλήψεις καὶ ἡ συζήτησις διεξήχθη ὁμαλῶς κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ παράσχῃ θέλγητρα ἡ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνάπτυξις τῶν μεγάλων καὶ κοινωνικῶν ζητημάτων τῆς Χώρας, ὅσα προκαλεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ ψηφιζομένου Προϋπολογισμοῦ διετυπώθησαν γενικαί τινες παρατηρήσεις, κυρίως ὅμως περιεστράφησαν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τριῶν μεγάλων θεμάτων, ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν, τῆς νέας φορολογίας καὶ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους. Εἰς τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς ὅλης συνθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐλέχθη ὑπό τινων ἐκ τῶν ὁμιλητῶν, ὅτι δὲν τέμνει οὗτος νέας δημοσιονομικὰς ὁδούς. Δὲν ἐμφανίζει ριζοσπαστικὰς καινοτομίας. Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπίκρισιν αὐτήν, Κύριοι Βουλευταί, τὴν ἄλλωστε συνήθως ριπτομένην εἰς τοιαύτας περιστάσεις, παρατηρῶ, ὅτι, δυστυχῶς, σήμερον τὰ πράγματα τέμνουν τόσον πολὺ ἀφ’ ἑαυτῶν νέας ὁδούς, ὥστε ἀλλοίμονον ἐὰν εἰς τὸν σάλον τοῦτο προσετίθετο καὶ δίψα καινοτόμου Ὑπουργοῦ διὰ ριζοσπαστικὰς μεταβολάς. Οὔτε, ἄλλωστε, εἶναι ἐπιδεκτικὴ τοιούτων ἀποτόμων μεταβολῶν, ἡ φορολογική, ἡ δημοσιονομικὴ καὶ ἀκόμη ἡ διοικητικὴ τάξις μιᾶς Χώρας. Καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις καὶ εἰς τοιαύτας μεταβατικὰς περιόδους, εἶναι ἡ μετὰ εὐκαμψίας προπαρασκευὴ καὶ προσαρμογὴ πρὸς τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς ὅλης κινήσεως καὶ παραγωγῆς τῆς Χώρας. Ἐπιβάλλεται συνεπῶς εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἡ χαλάρωσις τῆς προσκολλήσεως εἰς συνηθείας καὶ παραδόσεις καὶ εἰς ἀπαρεγκλίτους θεωρητικὰς ἀρχάς. Ἐν τῇ τρικυμίᾳ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐξαπέλυσεν ἡ κρίσις ἀμυνόμεθα κατὰ τῶν κινδύνων. Πέρα τούτων εἶναι κινδυνῶδες νὰ φιλοδοξῶμεν ἄλλας μεταρρυθμίσεις καὶ νὰ ἐπιζητῶμεν νὰ τάμωμεν νέας ὁδούς. Τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ βαδίζει ἱκανοποιητικῶς σήμερον ἐν μέσῳ τῆς κρίσεως, μαρτυρεῖ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν καθυστέρησεν εἰς τὴν λῆψιν μέτρων ἀμύνης, προσαρμογῆς καὶ βοηθείας ὅσα ἐκ τῶν πραγμάτων ὑπαγορεύονται ἵνα ληφθῶσι. Τὸ ἐθνικὸν νόμισμα ἔχει διπλοῦν ἔρεισμα. Ὀγκῶδες κάλυμμα καὶ κοινὴν ἐμπιστοσύνην. Ὁ τιμάριθμος μένει σχεδὸν σταθερός. Τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον παρουσιάζει ἱκανὴν βελτίωσιν. Τὰ δημόσια ἔσοδα ἰσοζυγίζονται. Ἡ παραγωγὴ ἐνετάθη, ὥστε ἡ Χώρα νὰ ἀνέλθῃ ἱκανοποιητικῶς τὰς βαθμίδας τῆς κλίμακος τῆς αὐταρκείας, τὴν ὁποίαν ἡ κρίσις ἐμφανίζει σήμερον ὡς οἰκονομικὴν ἀνάγκην. Αἱ συναλλαγαὶ συνεχωνεύθησαν ἰδίως διὰ τοῦ μέτρου τῆς ἐλαττώσεως τῶν τόκων, τὸ ὁποῖον σπουδαίως ἀνεκούφισε τὰς συνθήκας τῆς παραγωγικῆς κινήσεως τῆς Χώρας. Εἶναι σχετικῶς ὑψηλὸν τὸ ἠθικὸν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. Ὅταν ἔχομεν ὅλα αὐτὰ τὰ δεδομένα, Κύριοι Βουλευταί, δὲν πρέπει νὰ τέμνῃ ἄλλας νέας καὶ ἀσφαλῶς ἐπικινδύνους ὁδοὺς ὁ Προϋπολογισμός. Πλὴν τῆς γενικῆς αὐτῆς παρατηρήσεως, αἱ ἐπικρίσεις τῶν κυρίων ἀγορητῶν περιωρίσθησαν εἰς τρία μεγάλα θέματα: εἰς τὸ θέμα τῆς νέας φορολογίας, εἰς τὸ θέμα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ εἰς τὸ θέμα τοῦ συμβιβασμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡμῶν χρέους. Δριμεῖα καὶ κοινὴ ὅλων σχεδὸν τῶν ἀγορητῶν ὑπῆρξεν ἡ ἐπίκρισις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν νέαν φορολογίαν. Ἄνευ λόγου ἐπιβάλλετε νέους καὶ ἐπαχθεῖς φόρους εἰς τὸν βαρέως φορολογούμενον ἑλληνικὸν λαόν, λέγουσι σχεδὸν ὅλοι οἱ ἀγορηταί, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἡρακλείου ἐπροχώρησε μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορολογίαν, κατόπιν εἶδε τὸ μάταιον αὐτῆς...
§97Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐξήγησα διατί.
§98ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).... ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ παλινῳδήσῃ ἠναγκάσθη νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς νέους φόρους. Ὁποίαν κακὴν εἰκόνα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠθέλησε νὰ κάμῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἡρακλείου! Τέσσαρες εἶναι οἱ λόγοι κυρίως, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπεβλήθη ἡ νέα φορολογία. Πρῶτος λόγος τῆς ἐπιβολῆς νέας φορολογίας ἦτο, διότι, διὰ τῆς κυριωτέρας τῶν ἐπιβληθεισῶν νέων φορολογιῶν, τοὐτέστι διὰ τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπέβλεψεν, κυρίως εἰπεῖν, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ νέαν φορολογίαν, ἀλλ’ ἀπέβλεψεν εἰς τὴν ἀνάγκην ὅπως ἀνακτήσῃ φορολογίαν διαφεύγουσαν, ἕνεκα τῆς μετατοπίσεως τῆς φορολογητέας ὕλης.
§99Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Τότε, διατὶ φορολογεῖτε τὰς εἰσαγωγάς;
§100ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Βουλευτά, ἔχετε τὸ ἐπιθυμητὸν μειονέκτημα διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς νεότητος, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν δύνασθε ἀπὸ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε νὰ ἀξιώσητε νὰ διευθύνετε τὴν συζήτησιν, ὅταν ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρίσκεται ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§101Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν. Οἱ κ. Βουλευταὶ νὰ ἀφήνουν τὸν ἀγορεύοντα νὰ ὁμιλῇ ὅπως θέλει. Ὅστις εἶναι ἱκανὸς νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, ἰδοὺ τὸ βῆμα. (Χειροκροτήματα).
§102Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος. Πρώτην φορὰν ἀκούεται εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ διαλογικὴ συζήτησις ἀποτελεῖ ἀταξίαν. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ καθήσῃ εἰς τὴν θέσιν του. Νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον.
§104Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς θὰ τηρήσωμεν τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν ἐνθυμῆται ὅταν ὁμιλοῦν καὶ οἱ ἰδικοί μας ἀπὸ τοῦ βήματος.
§105Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, νὰ ἠξεύρετε ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔχουν τὸ δικαίωμα, ὅταν ὁμιλοῦν οἱ βουλευταὶ νὰ ζητοῦν πληροφορίας.
§106ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι νὰ διακόπτετε.
§107Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ μὲ διακοπάς. Σᾶς προσθέτω, ὅτι βουλευταὶ ὁμιλήσαντες, εἰς τοὺς ὁποίους ἐδήλωσα ὅτι δὲν θὰ τοὺς διακόψω, μὲ παρεκάλεσαν, διότι ὁ Ὑπουργὸς καὶ Πρωθυπουργὸς ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτουν.
§108ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄλλος λογαριασμός.
§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Μὴ ζητεῖτε τὴν ἀταξίαν, πάντοτε νὰ δημιουργῆτε.
§110ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ, μὲ λύπην, ὅτι τὸ γεῦμα ἐχάλασε τὰ νεῦρα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν δέχεται διακοπάς.
§112ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων νέων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ φόρος τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, δὲν ἐτέθη ὡς μία νέα φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ βαρέως καὶ ἐπαχθῶς φορολογουμένου ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἐτέθη διὰ νὰ ἀνακτήσῃ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἀπώλειαν ἐκ τοῦ φόρου, προελθοῦσαν ἕνεκα μετατοπίσεως τῆς φορολογητέας ὕλης. Διότι ἕνεκα τῶν μέτρων τῶν αὐστηρῶν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῶν ἀνταλλαγῶν περιωρίσθη ἡ εἰσαγωγή, ἑπομένως περιωρίσθη τὸ ἔσοδον τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν. Τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα εἰσήγοντο ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς παρασκευάζονται σήμερον, εὐτυχῶς διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς βιομηχανίας καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἦτο δίκαιον, ἦτο ὀρθὸν, ἦτο ἐπιβεβλημένον, ἦτο ἔργον στοιχειώδους προνοίας τῆς Διοικήσεως νὰ ἀναβιώσῃ τὸ ἔσοδον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐξέφευγεν ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, νὰ τὸ ἀναζητήσωμεν ἐκεῖ ὅπου μετετόπισεν εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν νέαν πηγὴν τὸν φόρον. Καὶ ποῖον φόρον; ἕν μόριον τῆς φορολογίας ἐκείνης δι’ ἧς ἐπεβαρύνετο ὅταν τὸ προϊόν αὐτὸ εἰσήγετο ἐξ ἀλλοδαπῆς. (Χειροκροτήματα). Αὐτὸς εἶναι εἷς λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο ἡ νέα φορολογία. Σᾶς λέγω δὲ ὅτι ὁλόκληρος ἡ νέα φορολογία —ἡ ὁποία θὰ ἴδωμεν ἂν ἀνῆλθεν εἰς τὰ ὕψη τοῦ 1.200 ἑκατομ., εἰς τὰ ὁποῖα ἀπὸ φαντασίας ἀνεβίβασεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἐνῶ τὰς ἰδικάς του φορολογίας συνέταμεν εἰς τὸ ⅓— θὰ ἴδωμεν, λέγω, ἐὰν ἡ νέα φορολογία ὁλόκληρος ἀναπληρώσῃ μόνον τὸν ἐξαγωγικὸν δασμὸν τὸν ὁποῖον ἔχασε τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον καὶ ὁ ὁποῖος ἀνήρχετο εἰς ὀκτακόσια ἑκατομμύρια. Δεύτερος λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο ἡ νέα φορολογία, εἶναι αἱ ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους πρὸς στοιχειώδη ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Δὲν ἐπαίρομαι, Κύριοι Βουλευταί, διὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται οἱ πολέμιοι τῆς φορολογίας, διὰ νὰ ἀποδείξουν τὸ ἄσκοπον αὐτῆς, ὅταν τὸ ἰσοζύγιον προέρχεται ἀπὸ πτώχευσιν καὶ ἀπὸ καθυστέρησιν ἐκπληρώσεως στοιχειωδῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν καὶ τὴν κοινωνικὴν πρόνοιαν, καὶ ἰδίᾳ τῶν τραγικῶν θυμάτων τοῦ πολέμου – καὶ θύματα τοῦ πολέμου, ἐννοῶ ἀφ’ ἑνὸς τοὺς ἀναπήρους, ἀφ’ ἑτέρου ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀτυχεῖς ἰδιοκτήτας ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀπὸ ἐτῶν ἀφῃρέθη ἡ ἀκίνητος περιουσία, χωρὶς οὐδεμία μέχρι σήμερον νὰ δοθῇ ὑλικὴ ἱκανοποίησις. Ὅταν λέγω ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τόσας στοιχειώδεις ἀνάγκας, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀρνῆται ἀκόμη δαπάνας μορφῆς παραγωγικῆς, ὅταν, λέγω, ὁ Προϋπολογισμὸς ἔχει ἀδυναμίαν νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τοιαύτας ἀνάγκας καὶ νὰ ἐκπληρώνῃ τοιαύτην ἀποστολήν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ νὰ εὕρῃ πόρους διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις τόσον στοιχειώδεις καὶ ἐπιτακτικὰς ὑποχρεώσεις. Ὑπάρχει ἄλλως, κ. Βουλευταί, σωρεία τοιούτων πληγῶν, ἐσωτερικῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ μέριμνα πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν πόρων καὶ τῶν δυνάμεων αὐτοῦ. Τρίτος λόγος, ὑπαγορεύσας τὰς νέας φορολογίας, εἶναι ὅτι, ὡς γνωρίζουν θεωρητικοὶ καὶ πρακτικοὶ ἀκόμη οἰκονομολόγοι, αἱ φορολογίαι πρέπει νὰ τίθενται κατὰ τὴν ψυχολογικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ὥραν αὐτῶν. Ἡ δὲ ψυχολογικὴ καὶ οἰκονομικὴ ὥρα τῆς ἐπιβολῆς τῶν νέων φορολογιῶν, εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἀνιούσης ἐθνικῆς οἰκονομίας, ὅταν ἀποκομίζει ἡ παραγωγὴ ὀφέλη, ὥστε νὰ ἐπικαθήσουν οἱ φόροι ἄνευ διαταραχῆς τῆς παραγωγῆς καὶ μὲ ἱκανοποιητικὰς ἀποδόσεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐγκαίρως ἐπωφελήθη τῆς ὥρας αὐτῆς. Ἡ ὑπερτίμησις τῶν προϊόντων τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας ἐπέρχεται καὶ ἄνευ τῆς φορολογίας αὐτῆς. Μοῦ ὡμολόγησαν βιομήχανοι, ὅτι ἐφήρμοσαν τὴν φορολογίαν ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤρξατο νὰ γίνεται συζήτησις περὶ ἐπιβολῆς αὐτῆς καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὕψωσαν τὰς τιμὰς εἰς πολὺ μεγαλυτέραν ἀναλογίαν τοῦ μικροῦ συντελεστοῦ τῆς φορολογογίας αὐτῆς. Οὕτω τὸ Κράτος, διὰ τῆς ἐγκαίρου ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας, ἔλαβε μικρὸν μερίδιον ἀπὸ τὰς ὠφελείας ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐξησφάλισεν ὑπὲρ ἑαυτῆς ἡ παραγωγή. Ἄν βραδύτερον ἐπήρχετο ἡ ἐπιβολὴ τῆς φορολογίας, ἅμα τουτέστιν ἀπεκαθίστατο νέα ἰσορροπία τῆς παραγωγῆς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ διαταραχὴ θὰ ἐπήρχετο, καὶ ὁ τιμάριθμος θὰ εἶχε δυσμενῆ ἀντίκτυπον. Τέταρτος λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλλε τὴν φορολογίαν αὐτήν καὶ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ἀναγνωρίσῃ μεγάλη μερὶς ἐκ τῶν ρητόρων τῆς πτέρυγος ἐκείνης, εἶναι ὅτι ἐπεβάλλετο ἐξ ἠθικῆς ἐπιταγῆς ἡ ἐπιβολὴ τῆς φορολογίας αὐτῆς. Διότι τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν μία Χώρα δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις αὐτῆς, ὀφείλει, κατὰ πάντα τρόπον, νὰ ἀποδείξῃ ὅτι καταβάλῃ τὴν ὑπερτάτην προσπάθειαν αὐτῆς, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνειλημμένας αὐτὰς ὑποχρεώσεις της. Ὁ φόρος τοῦ κύκλου ἐργασιῶν ἄλλωστε ὑπεδείχθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸ διετίας ἤδη, καὶ ὑπῆρχεν εὔλογος ἡ ἀξίωσις ὅτι, ἐφόσον τὰ μεγάλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των ἐπέβαλον τὸν φόρον αὐτόν, καθὼς καὶ τὰ Βαλκανικά, ἐνεδεικνύετο νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ὁ φόρος αὐτὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐτέθη δὲ ὁ φόρος αὐτὸς κατὰ τοιοῦτον τρόπον προσηρμοσμένος πρὸς τὰς ἑλληνικὰς ἀνάγκας, ὥστε νὰ λεχθῇ περὶ τούτου, ὅτι περισσότερον τὸν τίτλον ἔχει, παρὰ τὴν ἐσωτερικὴν οὐσίαν τοῦ φόρου τούτου τοῦ κύκλου ἐργασιῶν. Διότι ὁ φόρος τοῦ κύκλου ἐργασιῶν προϋποθέτει ἐπιβολὴν τοῦ ποσοστοῦ αὐτοῦ εἰς ἑκάστην συναλλαγήν, εἰς ἑκάστην διαπραγμάτευσιν καὶ κίνησιν τῶν ἐμπορευμάτων. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ μεταπρατικὸν ἐμπόριον, ἐὰν ἤθελεν ἐπιβληθῇ τοιοῦτος φόρος, θὰ ἦτο γενικὴ ἡ δυσφορία. Ἐπεζητήθη διὰ τοῦτο νὰ τεθῇ μὲν ὁ φόρος ὡς ἠθικὴ πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσις, νὰ τοῦ δοθῇ ὅμως ἰδιάζουσα μορφή, ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν ἑλληνικὴν οἰκονομίαν, καὶ νὰ τεθῇ ὁ φόρος κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ φέρῃ ἀνωμαλίαν εἰς τὰς συναλλαγάς. Ὁ φόρος τοῦ κύκλου ἐργασιῶν καὶ ἄλλαι φορολογίαι ἐπεβλήθησαν καὶ εἰς τὰ Κράτη τὰ ἐκπληροῦντα τὰς ὑποχρεώσεις των ἐκ δανείων. Αἱ νέαι φορολογίαι ἄλλωστε, ἐπεβλήθησαν ἐλαφρόταται. Ὑπῆρχε δικαία ἡ ἀξίωσις, ὅπως αἱ μεγάλαι μισθοδοσίαι ἐπιβαρυνθοῦν, ὅπως αὐξηθῇ ἡ ἀπόδοσις τῆς συνολικῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ ἀποτελεῖ εἰσφορὰν μόνον μιᾶς δραχμῆς περίπου δι’ ἕκαστον καπνιστήν, διὰ τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας. Τὸ ὕφασμα, διὰ νὰ δώσω ἕν παράδειγμα τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ φόρου τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, πωλούμενον ἀντὶ δραχμῶν διακοσίων, θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τρεῖς δραχμάς. Ἀντιθέτως, κατηργήσαμεν δασμολογικὰς ἀτελείας, ἠλαττώσαμεν τοὺς ἐπαχθεῖς καὶ πολλαπλῶς καταστρατηγουμένους φόρους κληρονομιῶν, προικῶν καὶ δωρεῶν. Ἠλαττώσαμεν τὴν τιμὴν τῆς κινίνης, περιωρίσαμεν δασικὰς φορολογίας, ἠλαττώσαμεν τὰ τέλη δημοσίων θεαμάτων καὶ περιωρίσαμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῶν σφαζομένων ζώων. Τὸ κυριώτερον ὅμως, Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον πρωτοτυποῦντες καθιερώσαμεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς νέας φορολογίας, εἶναι ἡ συνεργασία τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν πλησσομένων ἐκ τῆς φορολογίας ἐπαγγελματικῶν τάξεων. Ἡ συνεργασία αὐτὴ ὑπῆρξε τόσον ἐγκαρδία καὶ τόσον γόνιμος εἰς ἀποτελέσματα, ὥστε ἐπεφέραμεν σημαντικὰς ἐπὶ τὰ βελτίω μεταβολὰς εἰς τὰ ἀρχικὰ σχέδια τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ὥστε οἱ νόμοι νὰ ἀποβοῦν ἀρτιώτεροι καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀπόδοσις τῶν φορολογιῶν τούτων. Ἡ συνεργασία αὐτῆς ἐξήχθη μέχρι τοιούτου σημείου ἀμοιβαίας συναισθήσεως καὶ φιλοφρόνου πνεύματος, ὥστε οἱ βαρύτερον πλησσόμενοι ἐκ τῆς φορολογίας βιομήχανοι καὶ ἔμποροι, ὅταν ὑπεχώρησα εἰς τὰς ὑποδείξεις αὐτῶν, νὰ μοῦ εἴπουν — καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν των— ὄχι μόνον ὅτι ἀνενδοιάστως καὶ ἄνευ διαμαρτυρίας ἀποδέχονται αὐτὰς τὰς φορολογίας, ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ φορολογίαι αὐταὶ δὲν ἀπέδιδον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπὸ κοινοῦ εἴχομεν καθορίσει, αὐτοὶ δέχονται εἰς βάρος τῶν ἐπιχειρήσεών των φορολογίαν συμπληρωματικὴν διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προέβλεπεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἀπέδιδεν ἡ φορολογία. Ἐλπίζω ὅτι ἡ τοιαύτη παράδοσις, ὁ τοιοῦτος τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς ἐπιβολῆς τῶν φορολογιῶν θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον διὰ τὸ συμφέρον τῆς Χώρας. Πόσον δὲ ἀπέβη ὁ τρόπος οὗτος ἐπωφελής, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἡ φορολογία ἐπεβλήθη, ἡ φορολογία ἤρχισεν ἀποδίδουσα καὶ οὐδεμία ὑπάρχει οὔτε διαμαρτυρία, οὔτε παράπονον τῶν ἐργαζομένων τάξεων, μόνον οἱ προλαλήσαντες κ. Βουλευταί, ἐν ἀπορίᾳ ἴσως ἄλλων ἐπιχειρημάτων, λαῦροι ἐπετέθησαν ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἐλαφρᾶς φορολογίας, ἡ ὁποία τόσον ἱεροὺς σκοποὺς ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἕτερον μέγα καὶ προσφιλὲς κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον καταναλίσκει καὶ ὥρας τῆς Βουλῆς ἀκάρπους, καὶ ὀλίγον τι πληκτικῶς, καὶ τὰς στήλας ἀκόμη τῶν ἐφημερίδων, εἶναι αὗται αἱ ἀτελείωτοι συζητήσεις περὶ τῶν οἰκονομιῶν. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι, ὅταν συζητοῦνται αἱ οἰκονομίαι, δὲν συζητοῦνται ὡς οἰκονομίαι, ἀλλ’ ὡς λογιστικαὶ ἐγγραφαὶ τῶν προϋπολογισμῶν. Διαρκῶς γίνεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἐλεεινὴ παρεξήγησις. Δὲν συνεζήτησε ποτὲ ἡ Βουλὴ ποία εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ μορφὴ τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ πάντοτε συνεζήτησε, τί γίνεται μὲ τὰ διάφορα κονδύλια τῶν τεχνικῶν κατονομασιῶν τῆς λειτουργίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα οἱ χειριζόμενοι εὐχερῶς τὸν λόγον καὶ οἱ ἔχοντες καὶ κάποιαν ἀνάμιξιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, δύνανται εἰς βάρος τῶν 9) 10 τῆς Βουλῆς, κατ’ οἰκείαν διάθεσιν, νὰ μεταχειρίζωνται, χωρὶς τὰ 9) 10 τῆς Βουλῆς νὰ ἀντιλαμβάνωνται ὅλην αὐτὴν τὴν ἀκατανόητον στοματολογίαν, καὶ τὰ ἐμφανιζόμενα συμπεράσματά των. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Οἱ μὴ ἐννοοῦντες χειροκροτοῦν. (γέλωτες).
§114ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀντελήφθητε, κ. Βουλευταί, πόσον μῆκος ἔχει λάβει ἡ σύγχυσις ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν. Ἀντελήφθητε, ὅτι, διὰ νὰ φέρω ἕν παράδειγμα ἑνὸς ἐκ τῶν κ. κ. ἀγορητῶν, ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν εἶναι οἰκονομία, ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποθηκευομένων στρατιωτικῶν στολῶν. Διὰ νὰ ἐπεκτείνω τὸ παράδειγμα καὶ νὰ κάμω καταφανέστερον τὸν συλλογισμόν, θὰ ἔλεγον ἐπίσης ὅτι δὲν θὰ ἦτο οἰκονομία ἂν ὁ προηγούμενος Προϋπολογισμὸς τοῦ ἰδικοῦ μου, ἀνέγραφε κονδύλιον διὰ διακοσίους ὁδοστρωτῆρας — κάποτε συνέβη καὶ τοῦτο — καὶ ὁ κατόπιν Προϋπολογισμὸς δὲν ἀνέγραφε τοιαύτην πίστωσιν. Δὲν δύναται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ γίνῃ λόγος περὶ περισυλλογῆς καὶ οἰκονομίας, ἀφοῦ ὁ νέος Προϋπολογισμὸς δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τὴν πρόνοιαν τῆς προμηθείας καὶ τὴν ἀγορὰν διακοσίων ὁδοστρωτήρων! Ἀλλ’ ὁ ὑπολογισμὸς τῶν οἰκονομιῶν δυσχεραίνεται καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ὑποστηριχθέντων, ὅτι τοὐτέστι δέον πρὸς τοῦτο νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει διὰ τὰς σχετικὰς προμηθείας, αἱ τρέχουσαι ἑκάστοτε τιμαὶ τῶν ἐμπορευμάτων καὶ ἀξιῶν. Δὲν λέγω ὅτι αἱ συζητήσεις αὐταὶ στεροῦνται βάσεως ἀλλὰ τὰς ἐξέθηκα διὰ νὰ ἴδητε ὁποία σύγχυσις καὶ τὶ δυσχέρεια ἐκτιμήσεως ὑπάρχει ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν οἰκονομιῶν, ὅταν συγκρίνωμεν δύο Προϋπολογισμούς.
§115ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει σύγχυσις μεταξὺ πολιτικῶν καὶ μὴ πολιτικῶν.
§116ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀγαπητός μου Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος ἐπροχώρησε περαιτέρω καὶ εἶπεν ὅτι: «Κύριοι, τί λέγετε οἰκονομίας; Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω τί ἐννοοῦμεν μὲ αὐτὸν τὸν ὅρον». Καὶ εἶχε δίκαιον νὰ τὸ εἴπῃ. Τὶ εἶναι ἐπὶ τέλους αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι; Αἱ περικοπαὶ εἶναι οἰκονομίαι; Ἰδοὺ τὸ πρῶτον ζήτημα.
§117ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὶ περικοπή;
§118ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δαπανῶν.
§119ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὶ περικοπαί;
§120ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λοιπὸν ἀναλόγως τῶν περικοπῶν. Σᾶς φέρω ἕν παράδειγμα. Κενοῦται μία θέσις ἀνωτάτου δημοσίου ὑπαλλήλου. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος λειτουργὸς κεκτημένος τὰ προσόντα διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην καὶ μένει κενὴ ἡ θέσις. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν ἀπέδειξε πνεῦμα περισυλλογῆς, δὲν ἔκαμεν οἰκονομίας, διότι, ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς της, δὲν ἐπλήρωσε τὴν κενωθεῖσαν θέσιν. Ἂν ὅμως ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ δημόσιος λειτουργὸς ἱκανὸς νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸν διορίζει, τότε μόνον κάμνει οἰκονομίας. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι, ἂν λεπτολογήσωμεν πέρα ὡρισμένου τινὸς σημείου, περὶ τοῦ ποῖαι εἶναι αἱ οἰκονομίαι αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀποκληθοῦν οἰκονομίαι, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε, ὅταν θέλωμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν μίαν οἰκονομίαν, νὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐνδιάθετον σκέψιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐφήρμοσε τὴν οἰκονομίαν αὐτήν. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἀνέφικτος ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ἐν τοιούτῳ πειράματι οἰκονομιῶν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ προσήκουσα συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν, καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ χάνωμεν τόσον καιρὸν εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἀκούωμεν λεπτολόγους μακρηγορίας περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ κονδυλίων τινῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς φύσεως αὐτῶν. Ἀδιστάκτως πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν σκέψιν μὲ ἐμέ, ὅτι δηλ. οἰκονομίαν δὲν ἀποτελεῖ ἡ σύνταξις τοῦ Πρ)σμοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὴν ἐπιοῦσαν νὰ ἐμφανισθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ διακηρύξῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, ὅτι συνετέλεσε κατώρθωμα ἐπιβολῆς οἰκονομιῶν, ὅταν ἔχει τὴν εὐχέρειαν τοῦ χωρισμοῦ τῶν ἀριθμῶν καὶ τῆς αὐθαιρέτου μειώσεως τῶν πιστώσεων πέραν τοῦ λογικοῦ μέτρου. Δὲν νομίζω ὅτι αὐταὶ εἶνε αἱ οἰκονομίαι μὲ τὰς ὁποίας θὰ δύναται νὰ ἐμφανισθῇ εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἠθέλησα ἐν τούτοις νὰ συντάξω αὐτὸν τὸν πίνακα τῶν οἰκονομιῶν καὶ νὰ τὸν προσαρτήσω εἰς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὄχι διότι ἔκρινα ὅτι δύναται τοῦτο νὰ ἐμφανισθῇ ὡς κατόρθωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἡ περίοδος τῶν οἰκονομιῶν δὲν περιορίζεται εἰς τὴν χρονικῶς σύντομον περίοδον τῆς συνάψεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ἀκριβῶς διότι ἐγνώριζον αὐτὴν τὴν ἀδυναμίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν μερικοὶ ἐκ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων νὰ ὁμιλοῦν ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἐμφανιζομένων οἰκονομιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐθεώρησα ὅτι αὐτὸ θὰ μοῦ ἀπερρόφα πολύτιμον χρόνον, παρεκάλεσα τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἔχων ἀπεριόριστον πρὸς αὐτὸν ἐκτίμησιν καὶ ἐμπιστοσύνην, ὅπως καταρτίσῃ τοιοῦτον πίνακα οἰκονομιῶν καὶ περικοπῶν, ἀφοῦ ἀπὸ κοινοῦ συνεννοηθῶμεν περὶ τοῦ ἀρτιωτέρου καταρτισμοῦ τοῦ πίνακος τούτου. Ἀκριβῶς, Κύριοι Βουλευταί, ἤλπιζα ὅτι, διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, θὰ ἠθέλομεν ἀπαλλαγῆ μιᾶς συζητήσεως τόσον ἀνιαρᾶς καὶ τόσον ἀκάρπου. Τὶ μᾶς παρετήρησε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν; Μέ κάποιαν εὐχέρειαν μεταβολῆς τῶν δεδομένων, μᾶς παρετήρησεν ὅτι τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, τὰς παρουσιάζομεν ὡς οἰκονομίας! Οὐδαμοῦ θὰ εὕρῃ ὁ ἀναγνώστης τῆς ἐκθέσεως τῶν οἰκονομιῶν τοιοῦτον ἀφελῆ ἰσχυρισμόν. Οὔτε διενοήθημεν νὰ παρουσιάσωμεν τοιαύτας οἰκονομίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ λάβωμεν τὸ γέρας τοῦ κατορθώματος αὐτοῦ. Ἁπλούστατα, διὰ νὰ παραστήσωμεν τὰς μεταβολάς, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ ψηφιζόμενος Προϋπολογισμός, μὲ τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, διὰ νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἐπὶ ἔλαττον μεταβολάς τῶν δαπανῶν, συνετάξαμεν αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν.
§121ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε, μείωσιν, ἐλάττωσιν δαπανῶν.
§122ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπανέρχεσθε εἰς τὴν θεωρίαν σας. Ὁμολογῶ ὅτι ἀκριβεστέρα εἶναι ἡ διατύπωσις «μείωσις δαπανῶν». Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι ἡ διατύπωσις νὰ συγκρίνωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλομεν μὲ τὸν προηγούμενον, δὲν ἐσκέφθημεν ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκρίνωμεν Προϋπολογισμὸν πρὸς Προϋπολογισμόν, διότι ὁ προηγούμενος Προϋπολογισμὸς εἶχε συντελεσθῆ καὶ ἐγνωρίζαμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου. Ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλωστε τοῦ προηγουμένου συνετάχθη ὁ ὑποβληθεὶς καὶ ψηφιζόμενος σήμερον παρ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ συγκριθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ κατατεθεὶς μὲ τὸν προκάτοχον καὶ διὰ νὰ γίνῃ ἡ σύγκρισις εἰλικρινεστέρα, εἰς ἐμὲ συμφέρει, ἐὰν θέλω νὰ κάμω ἐντύπωσιν, νὰ τὸν συγκρίνω μὲ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ προηγουμένου ἔτους, ὁπότε θὰ ἐξῆγον 500 ἑκατομ. οἰκονομίας ἢ περικοπάς, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν θὰ ἦτο εἰλικρινές. Ἔπρεπε νὰ εὕρω ἕνα τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύνατο ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ κατατεθεὶς νὰ συγκριθῇ μὲ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ προηγουμένου ἔτους. Καὶ διὰ νὰ γίνῃ ἡ σύγκρισις αὐτή, ἔπρεπε μοιραίως, ἀναγκαίως καὶ ἀναποτρέπτως νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, διότι ἄλλως εἶναι ἀνέφικτος ἡ σύγκρισις Προϋπολογισμοῦ μὲ ἀπολογισμόν. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις εἶναι πρᾶξις τῆς στοιχειοδεστέρας λογικῆς, εἶναι ἀναπόφευκτος προϋπόθεσις τῆς συγκρίσεως. Ἐν τούτοις δι’ αὐτὴν παρουσιάζεται ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ λέγει, ὅτι εἶναι παραλογισμὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐντρέπεται ὅτι ἠκούσθη ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἠθέλησε μὲ μικρὰ ζητήματα νὰ δώσῃ μεγάλην μάχην. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, κ. Βουλευταί, αἱ οἰκονομίαι, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος, δὲν εἶναι αἱ οἰκονομίαι αἱ ἐμφανιζόμεναι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ μὲ ἀνεπαρκῆ στοιχεῖα ἐπεξεργασίας καὶ ἐκτιμήσεως αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι θὰ εἶσθε τῆς γνώμης μου, ὅτι αἱ οἰκονομίαι εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὁ ἄξιος τοῦ ὀνόματος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὰς κρισίμους στιγμὰς ποὺ διανύομεν, ἐνεργεῖ ἀπὸ τὴν πρωΐαν μέχρις ἑσπέρας, διὰ νὰ μὴ εἴπω, καὶ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας μέχρι πρωΐας, μελετᾷ καὶ ἐφαρμόζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι δὲν ἐμφανίζονται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, εἶναι οἰκονομίαι αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν πάντοτε τὴν ἔκφρασιν τῶν ἀριθμῶν, τῶν ξηρῶν καὶ πληκτικῶν, τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι γίνονται καὶ πέραν τῶν στηλῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ὑποβοηθήσω διὰ εἰκονογραφήσεως εἰς τὴν κατανόησιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου αὐτῶν, σᾶς ἀναφέρω ἕν παράδειγμα: Ὅτε πρὸ μηνῶν, μελετῶν τὰ διάφορα ζητήματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, πόσον ἀθρόως συγκεντρώνονται παρὰ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξήτασα ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν λογαριασμούς τινας τῆς «Μὸνκς Γιούλεν» καταφώρως ἐξογκωμένους, — ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ ὡς γενικὰ ἔξοδα ἐλάμβανε 525.000 δολλάρια ἐτησίως — τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ εὗρον ὑπερβολικόν. Ἐκάλεσα λοιπὸν τοὺς διευθυντὰς καὶ τοὺς εἶπα, ὅτι αὐτὸ δὲν δύναται νὰ συνεχισθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ νοηθῇ! Δὲν ἠμπορεῖτε ὅταν κάμνετε ἕνα Προϋπολογισμόν, ὅταν κάμνετε ἕν ἔργον 150 ἑκατομμυρίων — διότι 160 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἔργα ἐγένοντο πέρυσι καὶ 154 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐφέτος— δὲν ἠμπορεῖτε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτὸν νὰ λαμβάνετε διὰ γενικὰ ἔξοδα 525 χιλιάδας δολλαρίων. Καὶ μὲ τὶ συζητήσεις, ἀφοῦ ἠναγκάσθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ δεχθοῦν τὸ βάσιμον τῆς παρατηρήσεώς μου αὐτῆς, περιώρισαν τὰς ἀξιώσεις των ἀπὸ 525 χιλιάδας εἰς 200 χιλιάδας δολλαρίων. Δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ τὸ ἀποκαλέσουν τοῦτο οἱ συζητοῦντες ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν. Αὐτὰς ἐγὼ τὰς ἀποκαλῶ οἰκονομίας, ἐὰν ὅμως θέλουν νὰ τοὺς φανῶ εὐχάριστος, τὰς λέγω περικοπάς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἡ ἀπασχόλησις διὰ νὰ εὑρίσκῃ τὶ περιέχουν τὰ κείμενα τῶν Προϋπολογισμῶν. Καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ παραμείνῃ ἄγρυπνος φρουρὸς τοῦ δημοσίου χρήματος, νὰ ἐξασφαλίζῃ οἰκονομίας θετικὰς ἢ ἀποθετικάς, νὰ μελετᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκτελέσεως ἑνὸς ἔργου, τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Αὐτὰ εἶναι οἰκονομίαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσήκουσα μέριμνα τῆς μεθοδικῆς, τῆς τακτικῆς καὶ προνοητικῆς διοικήσεως (χειροκροτήματα). Πόσον δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν, τὸ μαρτυρεῖ ἡ ἀντιπάθεια, τὴν ὁποίαν κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (ἐννοεῖ τὴν Λαϊκήν). (Χειροκροτήματα). Ὁ διακανονισμὸς τοῦ δημοσίου χρέους, Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ζήτημα ἐπίσης ποὺ ζωηρότατα ἀπησχόλησε τοὺς ὁμιλητὰς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐξεδηλώθησαν ριζικώτεραί τινες διαφωνίαι καὶ ἀντιλήψεις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ρητόρων τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Ἡ διαφορὰ αὐτὴ τῶν ἀντιλήψεων συνίσταται κυρίως εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ὁ διακανονισμὸς τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Ἑλλάδος προϋποθέτει ἀδιαφιλονείκητον καλὴν πίστιν καὶ εἰλικρίνειαν. Ἡ Ἑλλάς, ὡς ὀφειλέτης καλῆς πίστεως, — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπέδειξε κατὰ μῆκος τῶν σκληροτέρων δοκιμασιῶν τὰς ὁποίας διῆλθεν, ὅτε ἀντιμετώπιζε τὰς συνεπείας τοῦ πολέμου, ὅτε ὑφίστατο καρτερικῶς ὅλον τὸ μέγεθος τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, — ἐπλήρωνεν ἀνελλιπῶς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐξωτερικοῦ δημοσίου χρέους, ἂν καὶ τοῦτο ἀπερρόφα τὰ 41% τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἀντίληψις, ἡ ἀντικυβερνητική, εἶναι ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ συνεχίσῃ τὴν περίοδον αὐτήν, ἡ ὁποία συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῇ ὑπὲρ αὐτῆς ἔντιμον καὶ ἐπιβλητικὸν ὄνομα, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ὡς ὀφειλέτης, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐκφράσῃ, νὰ ἐκδηλώσῃ καὶ νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι δύναται, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν καλὴν αὐτῆς πίστιν, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν διάθεσιν αὐτῆς, ὅπως καθ’ ὅλον τὸ κεφάλαιον τῆς ἀντοχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ της, ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀξιώσεις τῶν δανειστῶν της. Ποία ὅμως εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τῆς ἀντοχῆς της; Ὅταν μεταχειριζόμεθα γενικοὺς ὅρους, νομίζω, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει ὅλων ἡμῶν ὑπάρχει κριτήριον τῶν διαφορῶν αὐτῶν εὐχερῶς νοούμενον, καὶ τὸ κριτήριον αὐτὸ εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ ἀγαθοῦ ἀνδρός. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐζήτησα νὰ καταστήσωμεν τὴν θέσιν αὐτῆς ἀδιαφιλονείκητον καὶ ἐκ μέρους καὶ αὐτῶν τῶν δανειστῶν καὶ νὰ ἀναγνωρίζουν ὅτι πράγματι εὑρίσκετο ἐν δυσχερείᾳ καὶ ἐν ἀληθῇ ἀδυναμίᾳ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών της. Τὶ ἔκαμε λοιπόν, ὅτε ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις; Ἀπετάθη εἰς αὐτοὺς τοὺς δανειστὰς καὶ τοὺς προσεκάλεσε νὰ ἀντιληφθοῦν δι’ αὐτοψίας τὴν κατάστασιν. Ἠρνήθησαν τὴν κάθοδον εἰς τὴν Χώραν οἱ δανεισταὶ καὶ ὑπέδειξαν τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἥν ἀπεδέχθημεν. Ἐδέχθημεν ὅτι, διὰ τῆς ἐρεύνης τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ὑπάρξῃ ἀδιαφιλονείκητον τεκμήριον καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς δανειστάς μας, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ ἀπεδεικνύετο ποία ἦτο ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῆς Ἑλλάδος. Ἤμην ἔμπλεος τῆς πεποιθήσεως, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄνθρωποι ἐπιστήμονες, καλῆς πίστεως, φιλοδίκαιοι, ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ μὴ εὑρεθῶσιν ὑπὸ τὴν πίεσιν τὴν ἠθικὴν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ μὴ ἀναγνωρίσωσι καὶ βεβαιώσωσιν ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις. Καὶ ἀπεκτήσαμεν τὸ ὡς τὸ ἀπεκάλεσα, πολύτιμον τεκμήριον τοῦτο, περιέχον τὴν βεβαίωσιν, ἡ ὁποία ἀληθῶς ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ θέσιν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας. Ἡ βεβαίωσις αὐτὴ καὶ τὸ ὅλον νόημα τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἀναποτρέπτως, περιῆλθεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι διὰ πάντα Ἕλληνα ἀγαπῶντα τὴν Χώραν αὑτοῦ, εἶναι παρήγορον νὰ ἀκούσῃ τὴν βεβαίωσιν αὐτήν, δηλ. ἀναποτρέπτως περιήλθομεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας. Ὑπῆρχε διάθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ παρεντεθῇ καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ καὶ οἰκονομίας ἐπέκεινα τῶν περιεχομένων εἰς τὸν συνταχθέντα Προϋπολογισμόν. Μᾶς διένειμε δὲ καὶ τὸ κείμενον ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπή, ὅταν τὸ ἐξετύπωσε. Ὅταν τὸ ἔλαβον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐν Λονδίνῳ, ὅλοι κατεπλάγησαν καὶ ὅλοι ἐμελαγχόλησαν. Ἐγὼ εἶχα τὴν πεποίθησιν ὅτι τὴν ἐπαύριον ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὸ κείμενον αὐτὸ θὰ ἐτροποποιεῖτο. Συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ συνεζήτησε ἐπὶ τοῦ κειμένου, ὡμίλησα ἐπὶ μίαν περίπου ὥραν διὰ νὰ ἐκθέσω ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἀναγκάζομαι αὐτὴν τὴν στιγμήν, παρὰ τὴν συνήθειάν μου, νὰ περιαυτολογῶ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ μετὰ πολλῆς μετριοπαθείας καὶ ἀπὸ τὰς δημοσιογραφικὰς στήλας, μετὰ πολλῆς ζωηρότητος, ἐγένετο λόγος περὶ τῆς δῆθεν ἀποτυχίας τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἀποστολή μας εἰς Λονδῖνον. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, ὅταν ἀντιπροσωπεύω τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἀντιπαρέλθω αὐτὰ τὰ ζητήματα, χωρὶς νὰ ἀναφέρω τὰ γεγονότα, δυνάμει τῶν ὁποίων, θὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν ὄντως εἶχεν ἀτύχημα ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἀνέθεσεν εἰς τὴν ἀποστολὴν ἐκείνην τοιαύτην ἐντολήν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τὰς λεπτομερείας τῆς δραματικῆς αὐτῆς συνεδριάσεως τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, σᾶς λέγω μόνον, ὅτι τὰ μέλη τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς εἶπον εἰς τὸν κ. Ἀγνίδην—εἶναι ὁμογενής, ὁ ὁποῖος, καθὼς γνωρίζετε, ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, — ὅτι μεγάλην ἐντύπωσιν καὶ μεγάλην ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν συνειδήσεων τῶν μελῶν ἔσχεν ἡ ὁμιλία μου, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο βεβαίως ἦτο, ἢ ἡ φωνὴ τῶν πραγμάτων τῆς Χώρας αὐτῆς. Ἀποτέλεσμα τῆς διαμαρτυρίας ἐκείνης ἦτο ὅτι διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν συνέβη νὰ ἀνακληθῇ τὸ ἔγγραφον καὶ νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ οἰκονομίας, φράσις ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἐπιθυμητή εἰς ἄλλους, ἀλλὰ θὰ ἠδίκει τὴν καλὴν πίστιν τῆς Χώρας. Οὕτω τελειωτικῶς, ἀπέβη πολύτιμον τεκμήριον ἡ τοιαύτη ἔκθεσις τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Μὲ αὐτὴν προσήλθομεν ἐνώπιον τοῦ ὁμίλου τῶν δανειστῶν καὶ ἠρχίσαμεν τὰς διαπραγματεύσεις. Θὰ ἀπαλλάξω τὴν Βουλὴν τῆς χρονογραφικῆς ἀφηγήσεως τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωσταί, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἰς τοιαύτας ὥρας καὶ μὲ τὴν Βουλὴν καταπεπονημένην, εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ ἀσχολοῦμαι ἐπὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς πάντας γνωστά. Ὅταν λοιπόν, εἴχομεν ἀνὰ χεῖρας τὴν ἔκθεσιν αὐτήν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἐφέραμεν εὐχερέστερον εἰς πέρας τὴν ἀποστολήν μας, ἡ ὁποία ἐν τῇ συνειδήσει μας ἦτο ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία μὲ τοὺς δανειστὰς καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἡ συμφωνία αὐτὴ νὰ ἦτο ἐξυπηρετικὴ τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, δηλαδὴ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ βαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν πέραν τοῦ σημείου τῆς ἀντοχῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ κυρίως θὰ ἐπεβάλλετο νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξήντλησε τὰς προσπαθείας αὑτῆς ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις της. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἄποψις ἡ ἰδική μας, ἡ ὁποία δὲν ἦτο μία ρωμαντική ἰδεολογία τὸ νὰ θέλωμεν τάχα νὰ εἴπωμεν ὅτι «ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες καὶ ὅταν καταστρεφόμεθα, εἴμεθα ἱκανοὶ διὰ γενναίας χειρονομίας». Αὐτό, Κύριοι, τὸ ἐκάμαμεν ἁπλούστατα, διότι, ὅπως τὰ ἄτομα, κατὰ μείζονα λόγον τὰ Κράτη, καὶ ἔτι πλέον τὰ μικρὰ Κράτη, ὀφείλουν νὰ ἀποδείξουν εἰλικρινῶς καὶ διὰ πραγμάτων ὅτι ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς καλῆς πίστεως, ὅτι ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν ἰδέαν νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν. Ἂν τοῦτο, Κύριοι, εἶχεν ἀποτέλεσμα ἄμεσον ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας, θὰ τὸ εἴπω μετ’ ὀλίγον ἐν τῇ συνεχείᾳ τοῦ λόγου μου. Ἄλλωστε ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐφθάναμεν εἰς λύσιν κακῆς συμφωνίας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο, ὑποτελὴς οἰκονομικῶς ὡς εἶναι, νὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας πᾶσα Κυβέρνησις προνοητικὴ καὶ ἀξία τοῦ ὀνόματος, ὤφειλε νὰ προλάβῃ καὶ ἀποσοβήσῃ. Ἦτο ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιτύχωμεν συμφωνίαν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ἡ ὁποία νὰ εἶχε τὸ χαρακτηριστικὸν τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπα, δηλαδὴ συμφωνίαν, ἡ ὁποία, χωρὶς νὰ ἐξαντλῇ τὸν ὀφειλέτην, νὰ ἐξυπηρετῇ τὸν δανειστήν. Οὔτε ἐπικαλοῦμαι τὸν λόγον, ὅτι καὶ ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐξυπηρετοῦντο ἐξ αὐτοῦ, διότι τόσον μέγας εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἑλλήνων κατόχων ξένων χρεογράφων, ὅτι ὅλα τὰ κοινωνικῆς, φιλανθρωπικῆς καὶ δημοσίας τάξεως ἱδρύματα ἐπενδύσαν τὰς περιουσίας αὐτῶν εἰς ἐθνικὰ δάνεια. Δὲν ἐπικαλοῦμαι κἂν καὶ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι, ἂν ἠθέλομεν πέραν ὡρισμένου σημείου περιορίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους. Εἴχομεν τὴν στοιχειώδη ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν περιορισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐσωτερικοῦ χρέους καὶ θὰ ἐδημιουργοῦμεν, πλὴν ἀνέργων καὶ τάξιν πενήτων ἐκ κρατικῆς ὑπαιτιότητος. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι Βουλευταί. Ἔχοντες αὐτὸ τὸ αἴσθημα, τὸ αἴσθημα ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐν τῇ κακοδαιμονίᾳ της καὶ συντετριμμένη οἰκονομικῶς διετήρει καὶ τὸ μέτωπον ὑψηλὰ καὶ τὸ ἠθικόν της ἀκέραιον, προσήλθομεν εἰς τὸ Λονδῖνον, καὶ ἐκεῖ ἀντιπροσωπεύθη ἡ Ἑλλάς, — πάλιν περιαυτολογῶ — κατὰ τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος ἥρμοζεν εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν νὰ ἀντιπροσωπευθῇ. Καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ πτωχευμένου Κράτους νὰ ᾐσθάνθησαν, ὄχι κόλαφον, ἀλλ’ οὐδ’ ὑπαινιγμόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ δι’ αὐτοὺς προσβλητικός. Οἱ μεθ’ ἡμῶν συζητοῦντες, ἀντελήφθησαν τὴν ἀγαθὴν καὶ εἰλικρινῆ ἡμῶν πρόθεσιν τοῦ νὰ μὴ ἀποκρύψωμεν, διαστρέψωμεν ἢ ἀποσιωπήσωμεν, ἀλλὰ νὰ συμπεριφερθῶμεν μετὰ παρρησίας καὶ εὐθύτητος. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντιπροσωπεύσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν. Ὅταν ἀνεγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας κρίσεις αὐτῶν δυσμενεῖς, εἴτε ἄρθρα δημοσιολόγων, τὰ ὁποῖα ὑπενθύμιζον ἀνεμομύλους ἄνευ ἀλέσματος, περιδινουμένους, δὲν ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ἐκθέσωμεν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον εἰργάσθημεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἠδυνήθημεν νὰ φέρωμεν. Ἂν σήμερον ὁμιλῶ ἐπὶ τούτου, τὸ πράττω διότι θεωρῶ καθῆκον, ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας νὰ λογοδοτήσω. Ποῖαι ὅμως ἀπέναντι τῶν ἀπόψεων ἡμῶν, εἶναι αἱ ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Εἶνε ριζικῶς διάφοροι καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ἢ μᾶλλον θὰ ἐτόλμων νὰ διατυπώσω ὅτι ἐξεπλάγην πῶς διετυπώθησαν τοιαῦται ἀπόψεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διετυπώθη ἡ γνώμη ὅτι δὲν ὑποχρεούμεθα, μὲ τὴν οἰκονομικὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρισκόμεθα νὰ πληρώσωμεν τοὺς ἐξωτερικοὺς δανειστὰς, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ λύσωμεν μονομερῶς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς ἡμῶν δανειστάς, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίας, τὰς ὁποίας θὰ ἤρχοντο οἱ δανεισταὶ νὰ καρπωθοῦν, ἀξιοῦντες περισσότερα, ὅτι ὀφείλομεν δηλαδὴ νὰ μεταχειρισθῶμεν τοὺς δανειστάς μας κατὰ τρόπον, ὥστε, παραμερίζοντες ἑκατομμύριά τινα ἐκ τῶν θυμάτων των, ἵνα βελτιώσωμεν κατὰ ψυχία τινὰ ἢ κατὰ ποσά τινα τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας, ἐνῶ ἠθέλομεν ἀπολύτως καταστρέψῃ τὴν ἠθικὴν αὐτῆς ὑπόστασιν. Αὐτά, Κύριοι, εἴχομεν ἐν τῇ συνειδήσει, ὅταν ἐξετελέσαμεν τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν καὶ νομίζω — ἐπαναλαμβάνω καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον — ὅτι ὁ τρόπος αὐτός, μὲ τὸν ὁποῖον ἐξυπηρετήσαμεν τὰ ἐθνικά συμφέροντα, ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσῆκε καὶ ἐπεβάλλετο. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἄν ἦτο ἐν τῇ Κυβερνήσει, τὸ αὐτὸ σύστημα θά ἠκολούθει.
§123Γ. ΜΑΡΗΣ. Διαμαρτυρόμεθα.
§124ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡμίλησαν ὅμως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης οὕτω, διότι ἐπιβάλλει τοῦτο ἡ κοινοβουλευτικὴ τακτική.
§125Γ. ΜΑΡΗΣ. Θέλετε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν τά πιστεύομεν;
§126ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ αὐτὸ θὰ ἐκάμνατε καὶ σεῖς, ἐάν εἶσθε ἐν τῇ Κυβερνήσει. Αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ αὐτὸ λέγω. Δὲν ὁμιλῶ, κ. Βουλευταί, περὶ τῆς δῆθεν δεσμεύσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ βαρείας ἁλύσσεις διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι καὶ τοῦτο ἐλέχθη ἐντεῦθεν. Δὲν πιστεύω, σοβαρῶς, νὰ ὑπεστηρίχθη τὸ τοιοῦτον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ἴχνος τοιαύτης ὑποχρεώσεως, δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ἴχνος τοιαύτης δεσμεύσεως. Ἡ ἔκθεσις δὲν περιλαμβάνει τίποτε ἄλλο, εἰμὴ τὴν δήλωσιν τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ συμφωνεῖ. Ἡ δὲ δῆθεν δέσμευσις τῆς ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας, εἶνε ἐκτέλεσις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ πλεῖστον, τοῦ προγράμματος αὐτῆς καὶ ἑπομένως τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Ἑλλάς δὲν τὴν εἶχεν ἀπέναντι τῶν μελῶν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὴν εἶχε δώσει πρὸς ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν λαόν, πρὸς τὸν ὁποῖον διετύπωσε τὸ πρόγραμμά της τὸ δημοσιονομικόν, μὲ τὸ ὁποῖον ἦλθε νὰ διακυβερνήσῃ τὴν Χώραν. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι εἶχον ταύτην τὴν ἀρχὴν καὶ ἤθελον νὰ κατευθύνουν τὰς διαπραγματεύσεις, οὕτως ὥστε ἡ ἐξυπηρέτησις ἢ μᾶλλον ἡ τελειωτικὴ συμφωνία νὰ γίνῃ ἐπὶ μιᾶς βάσεως, ἡ ὁποία νὰ δύναται ἑκατέρωθεν νὰ γίνῃ εὐπρεπῶς καὶ εὐπροσώπως ἀποδεκτὴ ποῖον θὰ ἦτο τὸ κριτήριον αὐτό, τὸ ὁποῖον ὀφείλουν ἐν τῇ συνειδήσει νὰ ἔχωσιν οἱ διαπραγματευόμενοι ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑλλάδος τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ αὐτοῦ; Ποῖον θὰ ἦτο τὸ κριτήριον, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ ἔχουν, οὕτως ὥστε νὰ ἀπολήξουν εἰς τὴν τελειωτικὴν ἀπόφασίν των; Ποῖα στοιχεῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ σχηματίσῃ τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἦτο ἐφικτὸς ὁ συμβιβασμός; Τὰ στοιχεῖα ταῦτα πρέπει νὰ τὰ ἀναζητήσωμεν ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ νομίζω, ὅτι εἶναι τὰ ἑξῆς: Εἶναι πρῶτον ὁ διακανονισμὸς τὸν ὁποῖον παρελάβομεν συντεταγμένον καὶ τὸν ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐκκινήσωμεν διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ὁπωσδήποτε εἴτε ἐπανάληψιν, εἴτε μεταβολὴν αὐτοῦ. Δεύτερον στοιχεῖον πρὸς σχηματισμὸν κρίσεως, ἦτο ἡ ἔρευνα ἐὰν ὑπάρχῃ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. Ἀκριβῶς δὲ τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, καὶ τῆς ὁποίας διαρκῶς πλεονεκτοῦσι, εἶχον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρίδωμεν, ἐφόσον ἠθέλομεν καὶ ἐπεβάλλετο νὰ εἴμεθα καλῆς πίστεως συζητηταί. Τρίτον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἐπεβάλλετο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἦταν αἱ παρατηρήσεις αὐτῶν τούτων τῶν δανειστῶν μας, ὡς ἡ παρατήρησις αὐτῶν ὅτι ἠγνοοῦμεν τοὺς ἐσωτερικοὺς δανειστάς. Βεβαίως, ἡμεῖς προσεβάλαμεν τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ ἀξίωσις αὐτῶν ἦτο, ὅτι δὲν εἶναι φυσικόν, δὲν εἶνε ὀρθόν, ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ περιέχῃ 400 ἑκατομ. δραχ. διὰ τὴν ἐκτέλεσιν παραγωγικῶν ἔργων. Δὲν λέγω ὅτι οἱ δανεισταὶ ἐπέμειναν πεισμόνως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἦτο μία παρατήρησις, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως ἐστερεῖτο τῆς βάσεώς της. Ἕτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει διὰ νὰ διαφωτίσωμεν τὴν ἰδικήν μας ἀπόφασιν, ἦτο ἡ ἀναλογία τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐθνικῶν δανείων μας, πρὸς τὸ σύνολον τῶν δημοσίων τακτικῶν ἐσόδων. Ὅταν ἀποβλέψωμεν εἰς τοῦτο, Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη πρὸ τοῦ πολέμου περιεστρέφετο εἰς τὰ 28 καὶ 29%, μετὰ τὸν πόλεμον, κατὰ τὸ ἔτος 1929 ἀνῆλθεν εἰς τὰ 41%, κατῆλθε νεὶς τὰ 21% κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ἔφθασε σήμερον εἰς τὰ 16%.
§127ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ;
§128ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Τὴν ἰδίαν ἐποχὴν πληρώνει 19% ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Βουλγαρίας, τὸν ὁποῖον οἱ κ. Ἀγορηταί, ἐπικρίνοντες τὸν Προϋπολογισμόν, μᾶς ἐπαρουσίασαν ὡς ἀξιομίμητον παράδειγμα.
§129Γ. ΜΑΡΗΣ. Μὲ ποίαν ἀναλογίαν φορολογικήν;
§130ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν συγκρίνωμεν τοὺς δύο Προϋπολογισμούς, νομίζω, ὅτι ἡ καλυτέρα σύγκρισις δὲν δύναται νὰ γίνῃ, εἰμὴ ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους πρὸς τὸ σύνολον τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Μᾶς εἶπον καὶ περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον οἱ δανεισταὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν, τῶν Βαλκανικῶν, συνωμολόγησαν διακανονισμὸν ἐθνικῶν χρεῶν μετὰ τῶν δανειστῶν των. Δὲν εὑρίσκω καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, ὅτι ὑπάρχει συμφέρον ἐκ μέρους τῶν ἐπικριτῶν τοῦ διακανονισμοῦ ἡμῶν, διὰ νὰ προέρχωνται εἰς τὴν σύγκρισιν αὐτήν. Ἡ Βουλγαρία 19%, ἡ Ρωμουνία 27% —εἶναι ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους αὐτὸ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ σύνολον τῶν τακτικῶν ἐσόδων— ἡ Γιουγκοσλαυΐα 20% τῷ 1932.
§131ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Εἶναι πρὸ τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ, κ. Ὑπουργέ.
§132Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Μὰ εἶπεν ὁ κ. Μαρῆς ποῖον φορολογικὸν ποσοστὸν ἐν σχέσει πρὸς τὸ εἰσόδημα.
§133ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Γιουγκοσλαυΐα πληρώνει ὁλόκληρον τὸ δημόσιον χρέος της μόνον εἰς τὴν μεταφοράν, ἐπειδὴ δὲ ἔχει ἀνυπερβλήτους δυσχερείας, πληρώνει 10% εἰς συνάλλαγμα καὶ 90% εἰς ἐγχώριον νόμισμα. Ἡ Ρωμουνία δὲν ἔκαμεν ἀκόμη διακανονισμόν, ἔχομε διαφόρους διαπραγματεύσεις. Ἔχει ἔλλειμμα ἑπτὰ δισεκατομμυρίων, ἰλιγγιῶδες ἔλλειμμα Προϋπολογισμοῦ. Ἔχει ἓξ μῆνας νὰ πληρώσῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἡ Βουλγαρία ἔχει δύο μῆνας καθυστέρησιν μισθοδοσιῶν.
§134Γ. ΜΑΡΗΣ. Καὶ διατὶ δὲν ἔθεσε φορολογίαν διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς δανειστάς;
§135ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τώρα, θὰ σᾶς εἴπω περὶ τῆς φορολογίας, ἀφοῦ μὲ προκαλεῖτε. Ἡ Ρωμουνία διὰ μίαν στιγμὴν ἐσκέφθη νὰ διαρρήξῃ καὶ αὐτὴ τὰς σχέσεις, ὅπως ἐπροτάθη ἀπὸ τοὺς ἐπικριτὰς νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς, νὰ διαρρήξῃ τὰς σχέσεις μονομερῶς, νὰ ἐνεργήσῃ καὶ νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἡμέραν, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν δανειστῶν, τὴν ἀπόφασιν, ὅπως διακόψῃ τὴν ὑπηρεσίαν μεταφορᾶς, ὄχι καταβολῆς, ἀλλὰ ὑπηρεσίαν μεταφορᾶς τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους της. Δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ρωμουνίας ἠναγκάσθη νὰ ταξειδεύσῃ πρὸς συνάντησιν τῶν δανειστῶν καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν κάθοδον τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἔρευναν τῶν οἰκονομικῶν της. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι μία Χώρα, ἡ ὁποία διὰ μίαν στιγμὴν ἐσκέφθη νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸν εὐθὺν καὶ κανονικὸν δρόμον τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν ἐξωτερικῶν δανειστῶν της, ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλείψῃ αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν, ἠναγκάσθη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰς εὐθείας ὁδούς, ἠναγκάσθη νὰ συζητῇ καὶ περὶ ἐπιβολῆς ἐλέγχου εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν της.
§136Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐκεῖ δὲν ἔχουν ἔλεγχον, ἐνῶ ἡμεῖς ἔχομεν ἔλεγχον.
§137ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ὑπηνίχθην αὐτό. Ἡ Γιουγκοσλαυΐα —διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἡρακλείου — ἐπέβαλε νέους φόρους. Ἐπέβαλε πρόσθετον ποσοστὸν ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων προοδευτικῶς ὁριζόμενον, φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν διπλάσιον καὶ τὸν ηὔξησε τέλος μέχρι 50% περίπου. Ἡ Τουρκία ηὔξησε τὸν δασμὸν τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων, ηὔξησε τὸν φόρον τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν τὸν ἰσχύοντα ἀπὸ διετίας καὶ εἰσήγαγε νέους φόρους κρίσεως καὶ ἰσοζυγίου. Διότι πρέπει, Κύριοι, νὰ προσθέσω, ἀφοῦ ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅτι τόσον πολὺ ἐπεβλήθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐπεβλήθη ἐκ τῶν συνεπειῶν τῆς κρίσεως ἡ ἀντιμετώπισις τῶν δαπανῶν, καὶ δὴ τῶν νέων δαπανῶν τὰς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ Κράτος ἐν τῇ εὑρύνσει τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἀποστολῆς του, ὥστε εἰσήχθησαν νέοι φόροι, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν ἐπιστημονικῶς μὲ τὸ ὄνομα «Κριζεστόουερ» (φόροι τῆς κρίσεως), τοὺς ὁποίους ἡ κατάστασις αὐτὴ ἡ κρίσιμος, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον αἱ Χῶραι, ἐπέβαλε. Λοιπὸν δὲν ἐκάμαμεν καμμίαν καινοτομίαν, ὅταν καὶ ἡμεῖς εἰσηγάγομεν αὐτοὺς τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἡ διεθνὴς ἐπιστήμη κατέταξε καὶ ἐμελέτησε, καὶ ἡ διεθνὴς ἀνάγκη ἐπέβαλεν εἰς τὰ διάφορα Κράτη τὰ μεγάλα καὶ τὰ μικρά.
§138ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἡ ἐπιβάρυνσις εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα, ὅπως λέγετε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας. Εἶναι τριπλασία καὶ τετραπλασία ἐν Ἑλλάδι, ἐν συγκρίσει μὲ τὰς Βαλκανικὰς Χώρας.
§139ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Προδευτικοῦ κόμματος ἐπεξέτεινε τὴν συζήτησιν καὶ ἐπὶ ἄλλων τινῶν θεμάτων. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε, ἐγένετο αὐτομάτως, ἀφ’ ἑαυτῆς ἦλθε, καὶ ἠναγκάσθητε ἁπλῶς νὰ κάμητε μίαν ἀναγνώρισιν ἑνὸς ὑπάρχοντος πράγματος. Αὐτὴ ἡ ἀφθονία τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα διὰ μίαν στιγμὴν ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν ἀγοράν, ἦτο τυχαία πρᾶξις, μία μηχανικὴ κίνησις, ἡ ὁποία συνήντησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ ἑδώλιά της. Αὐτὴ ἡ ἐπάνοδος, αὐτὴ ἡ παλινόστησις τῶν ἑλληνικῶν κεφαλαίων, ἦτο μία πρᾶξις ἄσχετος πρὸς πᾶσαν κυβερνητικὴν πρωτοβουλίαν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴν τὴν συναντήσατε καθήμενοι ἡσύχως καὶ ἀναμένοντες τὰς εὐνοϊκὰς περιστάσεις διὰ νὰ βοηθήσουν τὸ ἔργον σας. Ὅλα αὐτά, Κύριοι, ἔγιναν μόνα των, δὲν συνετέλεσεν οὐδεὶς εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῇ καμμία ἀτμόσφαιρα, δὲν συνετέλεσεν οὐδεὶς εἰς τὸ νὰ ἐκμαιεύσῃ, εἰς τὸ ν’ ἀποκαταστήσῃ εἰς ἀνιοῦσαν κίνησιν τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν.
§140Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀναφέρει καὶ τὸν λόγον. Εἶναι κλονισμὸς τῆς πίστεως πρὸς τὰ ξένα νομίσματα.
§141ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἦτο περίεργον νὰ πιστεύωμεν ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν αὐτόματον τρόπον, Κύριοι Βουλευταί, ἠδύνατο νὰ βαδίζουν τὰ πράγματα. Οἱ μετέχοντες τῆς Κυβερνήσεως, τινὲς τῶν ὁποίων ἐπεδόθησαν μὲ εἰλικρινῆ ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν δημοσίαν ὑπόθεσιν διὰ νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς κρισίμους ὥρας τὴν Χώραν, οὐδέν, κατὰ τὴν θεωρίαν αὐτήν, ἀπειργάσθησαν διὰ νὰ συντελέσουν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτὴν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐν τούτοις, ἡ ἀλήθεια εἶνε, ὅτι τὰ πράγματα, καὶ τὰ εὐνοϊκῶς, καὶ τὰ δυσμενῶς κείμενα ἀπαιτοῦν χειρισμόν. Τὰ πράγματα ἔχουν τεχνικά, ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ ἐλατήρια, δύναται δὲ ἐπιτυχῶς νὰ κατευθύνῃ ταῦτα, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς θέσιν, διὰ τῆς πείρας του καὶ τοῦ καταρτισμοῦ του, νὰ γνωρίζῃ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον κινοῦνται τὰ ἐλατήρια, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Αὐτά, Κύριοι, γνωρίζων ὁ ἔμπειρος οἰκονομολόγος, θὰ σκεφθῇ κατὰ ποῖον τρόπον, εὑρισκόμενος ἀπέναντι μιᾶς δυσχεροῦς καταστάσεως, θὰ τὴν κάμῃ καλυτέραν. Διότι ἡμεῖς ἐλθόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, εὕρομεν κρίσιμον κατάστασιν οἰκονομικήν, ὁμιλῶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς οἰκονομίας, καὶ οὐδένα οὕτω ὁμιλῶν θίγω, ἐπιθυμῶν νὰ διατηρηθῇ τὸ ἐπικρατῆσαν ὕφος ἀντικειμενικῆς συζητήσεως κατὰ τὰς συνεδριάσεις ταύτας, διότι τοῦτο ἐξυπηρετεῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ δι’ αὐτὸ καλούμεθα νὰ συζητῶμεν καὶ νὰ ἀποφασίζωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡμεῖς λοιπόν, λέγω, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν εὐθύνην τῆς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας, εἰς περιστάσεις ἀληθῶς κρισίμους, παρετηρήσαμεν ὅτι οἱ τόκοι ἦσαν 15%, ὅτι αἱ Τράπεζαι ἐδέχοντο καταθέσεις μὲ 7%, ὅτι τὸ περιθώριον τῶν κεφαλαίων διὰ τὴν κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῶν Τραπεζῶν ἀνήρχετο εἰς 4%. Καὶ διὰ μίαν στιγμὴν ἐπτοήθημεν, ἀπησχολήσαμεν ἐπὶ μακρὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι τῶν κινδύνων, τῶν ἀληθῶς μεγάλων κινδύνων τοὺς ὁποίους ἡ τοιαύτη κατάστασις ἀνεφάνιζεν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, ὥστε μὲ ὅλην τὴν δεξιότητα τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ χειρισμὸς τοῦ λεπτοτάτου αὐτοῦ ζητήματος τῆς πίστεως, νὰ παρατηρήσωμεν μὲ ποῖον τρόπον ἠθέλομεν ἀποσείσῃ τοὺς κινδύνους, ἐπιζητοῦντες πρῶτον νὰ ἀνοίξωμεν περίοδον ἐμπιστοσύνης καὶ καλυτέρας οἰκονομικῆς ζωῆς διὰ τὴν Χώραν. Ἐβοήθησεν ἡμᾶς, τοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει εὑρισκομένους, ἡ πεποίθησις μεγίστης μερίδος τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι ἤλθομεν μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν μὲ εἰλικρίνειαν καὶ μὲ εὐθύτητα τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας αὐτῆς. Αὐτὴ δὲ ἡ ἐμπιστοσύνη, Κύριοι Βουλευταί, ἦτο τὸ μεγαλείτερον ἐφόδιον τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ὁ λαὸς αὐτὸς νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ δώσῃ τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιφέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον, ἀποτελέσματα ἐσκεμμένα, ἀποτελέσματα, προπαρασκευασθέντα, καὶ ὄχι ἀποτελέσματα ὀφειλόμενα μόνον εἰς αὐτομάτους ἐνεργείας καὶ συμπτωματικὰ γεγονότα, ὡς ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐσκέφθημεν ὅτι, ἔχοντες τὰ ἐφόδια τοιαύτης ἐμπιστοσύνης καὶ λαμβάνοντες βαθμιαίως, συστηματικῶς καὶ μεθοδικῶς τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε ἡ ὅλη οἰκονομικὴ κατάστασις νὰ βελτιωθῇ καὶ νὰ ἀποκαταστήσωμεν, ἀντὶ τῆς πιπτούσης, ἀνιοῦσαν οἰκονομίαν διὰ τὴν Χώραν. Ἐλάβομεν λοιπόν, πρῶτον τὸ μέτρον τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου. Ἦτο μία ἀφετηρία ψυχολογική, ἦτο ἀφετηρία, ἡ ὁποία ἐγνωρίζαμεν ὅτι θὰ ἐνέπνεε τὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ ἀπὸ τὸ σημεῖον αὐτὸ ἔχομεν μίαν σειρὰν ἀλληλοδιαδόχων μέτρων, ἕν τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω, ἀπέβη καὶ ὁ διακανονισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς σκοπιᾶς τῆς ἠθικῆς περιωπῆς, μὲ τὴν ὁποίαν ἕν μικρὸν Κράτος καὶ ἀδύνατον ὀφείλει νὰ ἀντιμετωπίζῃ καὶ νὰ λύῃ τὰ προβλήματά του. Ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἐμπιστοσύνης, ἡ ἀφθονία τῶν κεφαλαίων, ἡ πίστις εἰς τὸ νόμισμα, ἡ ἐνίσχυσις τῆς παραγωγῆς ἤρχοντο νὰ βελτιώσουν βαθμιαίως τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν. Εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ καλύμματος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συνετέλεσε βεβαίως καὶ ἡ πτῶσις τῶν ξένων νομισμάτων, μολονότι ὅμως, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε εἴχομεν πτῶσιν τῆς λίρας, κανεὶς Ἕλλην δὲν ἐσκέφθη τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν λίραν καὶ νὰ ἐναγκαλισθῇ τὴν δραχμήν. Κατέφευγον εἰς ἄλλα νομίσματα, κατέφευγον καὶ πρὸς αὐτὴν ἀκόμη τὴν πίπτουσαν λίραν. Ἡ διανυομένη αὕτη περίοδος, ἐνέπνευσε τὸν Ἕλληνα, ὅτι, ὄχι μόνον ἡ δραχμή του, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐν γένει τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διοικοῦνται τὰ δημόσια οἰκονομικά, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ γεννηθῇ εἰς αὐτὸν ἐμπιστοσύνη, ὅτι καὶ τὸ νόμισμα αὐτὸ ἔχει νὰ ἴδῃ καλλιτέρας ἡμέρας. Αὐτὸς εἶναι ἐπὶ πλέον ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε τόσον μεγάλη αὔξησις τοῦ ἀποθέματος τοῦ συναλλάγματος τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Δὲν λέγω ὅτι δι’ ὅλα αὐτὰ ἡμεῖς εἴμεθα οἱ μεγάλοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κατωρθώσαμεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, τόσον ἀφελὴς διὰ νὰ ἰσχυρίζωμαι τοιαῦτα πράγματα ἐνώπιον ὑμῶν. Λέγω μόνον, ὅτι μὲ ἐντεταμένην προσοχὴν ὑπεβοηθήσαμεν εὐνοϊκὰς περιστάσεις, ὥστε εὐρύτερον νὰ ἐξελιχθοῦν καὶ πλουσιώτερα νὰ ἀποδώσουν ἀποτελέσματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μόνη ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων καθ’ ἑαυτὴν ἐν τῇ φυσιολογικῇ ἐξελίξει καὶ ἀλληλουχίᾳ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ. Αὐτά, Κύριοι, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Κύριοι, ἤδη, θὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν, ἡ ὁποία, προδήλως διέλαθε τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος. Μᾶς ἀνεκοίνωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, ὅτι εἰς ἑκατὸν τριάκοντα τέσσαρα ἑκατομμύρια ἀνέρχονται τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν νέων νόμων ἐπέβαλλεν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εἰς τὸν λαόν.
§142ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πίνακας ἐπῆρα καὶ ἔκαμα τὴν ἄθροισιν.
§143ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ ἄθροισις, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, ἔχει τὸ ἑξῆς λάθος. Ὅτι περιλαμβάνει τὴν ἐφάπαξ αὔξησιν, τὴν ἐτησίαν αὔξησιν καὶ τὰς οἰκονομίας εἰς γενικὸν ἄθροισμα. Καὶ τὸ γενικὸν ἄθροισμα εἶναι 140 ἑκατομμύρια.
§144ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰς οἰκονομίας τὰς ἀφῄρεσα.
§145ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰς ἀφῃρέσατε, ἀλλὰ προσεθέσατε κἄτι ἄλλο.
§146ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι. Λάθος.
§147ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἐκάματε ἀθροιστικὸν λάθος.
§148ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ γραμματεύς μου ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἠξεύρῃ πολλαπλασιασμόν, ἀλλὰ πρόσθεσιν ἠξεύρει.
§149ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔπρεπε νὰ ἴδητε τὰς ἐπικεφαλίδας. Ἐὰν θέλετε, θὰ εἴπω ὑπευθύνως, τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενον.
§150ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ ἐτήσια πόσα εἶναι;
§151ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐτησία ἐπιβάρυνσις μὲ τὴν Χαλκιδικὴν ἐννοεῖται, εἶναι 75 ἑκατομ.
§152ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λάθος ἔγινεν. Ἐγὼ τὰ ὑπολογίζω εἰς 28 ἑκατομμύρια, ἐκτὸς ἐὰν σεῖς ἔχετε ἄλλον πίνακα. Ἐγὼ ἔχω τοὺς ἐπισήμους πίνακας. Ἐτησία εἶναι 28 ἑκατομμύρια.
§153Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι παράξενον ὁ ἰδικός σας πίναξ νὰ εἶναι ἀνακριβής.
§154ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια εἶναι ἡ ἐτησία ἐπιβάρυνσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§155ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ τὴν ἀναβιβάζω εἰς 28.
§156ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Γίνεται μείωσις δι’ ἄλλων νομοσχεδίων κατὰ δέκα ἑκατομ. καὶ μένουν τριάκοντα ἐφάπαξ ἐπιβάρυνσις. Αὐτὴ ἡ ἐπιβάρυνσις προέρχεται κυρίως ἀπὸ τὴν Χαλκιδικήν, ὅπου ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνοικοδομήσῃ τὰ καταστραφέντα χωρία μὲ μίαν δαπάνην γενικὴν ὀγδοήκοντα πέντε ἑκατομμυρίων (ἀναγιγνώσκει). Ὥστε ἔχομεν 23 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ ἕν μέρος καὶ 30 ἑκ. ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος.
§157ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἐξάγω 23 ἑκατομ. ἐτησίαν αὔξησιν, 107 ἑκατομ. ἐφάπαξ, μείωσιν ἐσόδων δεκαπέντε ἑκατομ. καὶ οἰκονομίαν ἕνδεκα ἑκατομ.
§158ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀναλαμβάνω νὰ σᾶς παράσχω ἐπίσημον καὶ αὐθεντικὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος νὰ ἀναφέρῃ πάντα ταῦτα. Πάντες οἱ ἀγορηταί, Κύριοι Βουλευταί, ὡμίλησαν μὲ ὅλην τὴν συναίσθησιν τῶν κινδύνων, τοῦ μέλλοντος, τούς ὁποίους βεβαίως διατρέχει ἡ Χώρα ἐν μέσῳ τῆς διεθνοῦς καταιγίδος, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ τοὺς αὐτούς κινδύνους κλονίζονται καὶ τὰ μεγάλα καὶ τὰ μικρά Κράτη. Ἡ ἀντοχή τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν δοκιμασίαν αὐτὴν ἀπεδείχθη ἀληθῶς ἀξιοθαύμαστος, ἡ οἰκονομία της κατὰ τὴν διανυομένην σήμερον περίοδον κατώρθωσε νὰ ἀποβῇ, ἐπαναλαμβάνω, ἀνιοῦσα. Ἐργάζεται ὁ λαός καὶ αἱ παραγωγικαὶ τάξεις οὐδὲν ἄλλο ζητοῦν, εἰμὴ ἡσυχίαν διὰ νὰ ἐπιτελέσουν τὸ ἔργον των, ὁ δὲ λαός ἐν τῷ συνόλῳ του ἀξιοῖ ἐν τῇ συναισθήσει τῶν κινδύνων τούτων, τὴν ὁμόνοιαν, τὴν συνεργασίαν, τὴν πρόνοιαν, τὴν προσήλωσιν εἰς τὸ ὑψηλόν καθῆκον ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, τοῦ διέποντος τὰς τύχας τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§159Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, χθὲς τὸ βράδυ συνεφωνήθη μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὁ κ. Παπανδρέου ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ὀνόματος ὅλης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως, ἐφόσον χθές ἐψηφίσθη τελικῶς ὁ Προϋπολογισμός, νὰ ὡμίλουν σήμερον μόνον ὁ κ. Καφαντάρης, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν συμφωνίαν ταύτην ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ τὴν τηρήσῃ. Σᾶς λέγω δὲ ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν ἀπόψε νὰ παρατείνωμεν ἐπὶ πλέον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Πρ)σμοῦ, διὰ τὸν λόγον ὅτι χθές ἐμείναμεν ἕως τὴν πρωΐαν.
§160Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ὁμιλήσετε ἀπόψε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως;
§161Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἀπόψε.
§162Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος.
§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐγεννήθη προσωπικὸν ζήτημα.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν ½ μ.μ. (Ὥρα 1 μετὰ μεσονύκτιον)