1933.12.07
2.955 στίχοι · 22.320 λέξεις · 351 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74η
ΠΕΜΠΤΗΣ 7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1933
Προεδρία Βʹ ἀντιπροέδρου κ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Φαρμακευτικὸς Σύλλογος Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐξετάσεως φαρμακοποιῶν ξένων Σχολῶν». — Οἱ Πρόεδροι τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων Λαρίσης, Τριπόλεως, Πύργου, ζητοῦν τὴν ἀπόρριψιν τῆς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεως Νομικῶν» τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαθανάση. — Ἡ Ἕνωσις τῶν ἀποφοίτων Ἀγροτικῶν Οἰκοτροφείων Σερρῶν ζητεῖ τὴν διὰ νόμου ἐξίσωσιν τῶν μελῶν της πρὸς τοὺς ἀποφοίτους τῶν Μέσων Γεωργικῶν Σχολῶν τοῦ Κράτους. — Οἱ Μουσουλμάνοι, κάτοικοι Κομοτινῆς καὶ περιφερείας (Ἀριανά, Ὀργάνη, Κέχρος, Κάλχος, Δοκός, Πάσος, Δαρμένη, Τυχηρὸν κλπ.) ζητοῦν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Μουσουλμανικῆς Κοινότητος Κομοτινῆς κλπ. — Οἱ γεωργοὶ τῆς Κοινότητος Ἁγίου Ἀθανασίου, περιφερείας Θεσσαλονίκης, ζητοῦν τὴν παραχώρησιν ἐκτάσεων ἐκ τῶν ἀποξηρανθεισῶν γαιῶν διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ χορηγηθέντος εἰς αὐτοὺς γεωργικοῦ κλήρου. — Ὁ Δ. Τζάθας, δημοσιογράφος, κάτοικος Ἀθηνῶν, παρακαλεῖ, ὅπως συσταθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν καὶ προβῇ εἰς τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἐν Γαλαξειδίῳ μνημείου τοῦ Ἕλληνος συγγραφέως Μ. Σάθα. — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ καταθέτει αἴτησιν τοῦ Χρυσοστόμου Ζάκα, δικηγόρου, κατοίκου ἤδη Ἀθηνῶν, πρόσφυγος ἐκ Μ. Ἀσίας, ζητοῦντος νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν. — Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεταιρισμοῦ Ὑλοτόμων Μεγάλης Παναγίας Χαλκιδικῆς ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 4173 «περὶ ἐκχωρήσεως δασικῶν ἐκτάσεων εἰς γειτονικοὺς Συνεταιρισμοὺς πρὸς ὑλοτόμησιν. — Ὁ ἐργολαβικὸς κόσμος τῆς Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην τροποποίησιν τοῦ νόμου 5367. — Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῶν ἁλιέων Μεσολογγίου–Αἰτωλικοῦ περὶ ἀποδοχῆς τῶν αἰτημάτων των. — Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Τήνου ζητεῖ τὴν ἐπανακατάταξιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ ἐπαγγελματικοῦ κόσμου τῆς πόλεώς των. — Οἱ ἀπομακρυνθέντες κατὰ τὸ 1926 Ταχυδρομικοὶ καὶ Τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰν εἰς τὰς θέσεις των. — Ὁ Δήμαρχος Αἰγίου ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων τῆς πόλεώς του, ζητούντων τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν των. — Ἡ Κτηματικὴ Ἕνωσις Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν ταχυτέραν ἔναρξιν τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Σιδηροδρομικοῦ Σταθμοῦ τῆς πόλεώς των. — Ἡ Ἐργατικὴ Βοήθεια τῆς Ἑλλάδος (Ὅμιλος Συνοικίας Ποταμιδίου Καβάλλας) ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως τῶν στρατιωτῶν Καλπακίου, τὴν μεταφορὰν τῶν ἀσθενῶν φυλακισμένων καὶ ἐξορίστων εἰς Σανατόρια καὶ Νοσοκομεῖα, τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Εἰσαγγελέως Καβάλλας κλπ. — Αἱ Ἐνοριακαὶ Ἐπιτροπαὶ τῶν ὑπὸ ἀνέγερσιν προσφυγικῶν Ναῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλοῦν, ὅπως, διὰ νομοθετικῆς προνοίας, ἀπαλλαγῶσιν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν οἱ ὑπὸ ἀνέγερσιν ἢ ἡμιτελεῖς προσφυγικοὶ ναοὶ πάσης εἰσφορᾶς πρὸς τὸ Τ.Α.Κ.Ε., τὴν σύναψιν δανείων πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν Ναῶν κλπ. — Αἱ διάφοροι ὀργανώσεις Ἀθηνῶν, συνελθοῦσαι εἰς Βʹ Πολιτικὸν Μνημόσυνον τῶν ἡρωϊκῶν θυμάτων τοῦ ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Κύπρου ἀγῶνος, ἐκφράζουσι τὴν πεποίθησίν των ὅτι ὁ Βρεττανικὸς λαὸς θέλει δώσει τὴν ὀρθὴν καὶ δικαίαν λύσιν εἰς τὸ Κυπριακὸν ζήτημα διὰ τὴν ἕνωσιν ταύτης μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. — Ὁ κ. Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποδοχῆς κληρονομιῶν ἐκ μέρους τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου 5110 διεπομένων ἱδρυμάτων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. ΑΣΚΟΥΤΣΗΣ, Λ. ΡΑΛΛΙΔΗΣ, ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ, Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ, κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 § 1 τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου αὐτῶν». — Ἡ ἐπὶ τῶν ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟ-ΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου 5575 περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων «περὶ στελεχῶν τοῦ στρατοῦ 4443, 5027 καὶ 5188 καὶ κωδικοποιήσεως τούτων εἰς ἕν ἑνιαῖον σύνολον ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 4443». — Ὁ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑφυπουργὸς κ. Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως τῆς συνομολογηθείσης τὴν 28 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης «περὶ χορηγήσεως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δανείου δραχμῶν δέκα πέντε ἑκατομμυρίων (15.000.000) πρὸς ἀρωγὴν τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Καπνεργατῶν». — Ὁ κ. ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικιοσύνης) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ ὀργανώσεως τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων καὶ Εἰσαγγελιῶν καὶ περὶ προσόντων διορισμοῦ, προαγωγῆς, μεταθέσεως, παύσεως, πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ ἀδειῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν αὐτῆς». Ἡ ἐπὶ τῶν ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξόδων χρήσεως 1933–34 τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως. —Ἐπίσης ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1933–34 τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. —Ὁ βουλευτὴς κ. ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΓΑΣΙΟΥ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ταμείου Συντάξεως Νομικῶν». Ἀνακοινῶ ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, διὰ Διατάγματος ἀπὸ 6 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ., εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ὑφυπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Δ. Χέλμην. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνεχίζεται ἡ βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5833 περὶ διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ». Ὁ κ. Μπουρδάρας.
§3Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν, κ. Βουλευταί, τὴν προχθεσινήν, τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἔλαβον τὸν λόγον, ζητήσας τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 4ου, ἢ τὴν τροποποίησιν τούτου ἐπὶ τὰ βελτίω ὑπὲρ τῶν ἀπερχομένων καπνοβιομηχάνων, τὸ ἔπραξα ὑπείκων εἰς τηλεγραφικὰς συστάσεις τῶν καπνοβιομηχάνων Μεσολογγίου καὶ εἰς παράκλησιν συμπολίτου μου καπνοβιομηχάνου, ἐργαζομένου εἰς Ἀθήνας, καὶ δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον. Λέγω ταῦτα, διότι ἔφθασε μέχρι τῆς ἀκοῆς μου, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἀποζημίωσιν τῶν μικρῶν καπνοβιομηχάνων, εἶνε δικηγόροι τῶν καπνοβιομηχάνων τούτων. Ἐγώ, καθ’ ὅλην τὴν διαδρομὴν τοῦ τε ἰδιωτικοῦ καὶ δημοσίου βίου μου, δὲν ἤσκησα τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, οὐδ’ ὑπῆρξα δικηγόρος ἐπιχειρήσεώς τινος ἢ ἑταιρείας τινός, ἀλλ’ οὔτε ἔσχον σχέσιν μὲ οἱανδήποτε ἑταιρείαν ἢ ἐπιχείρησιν.
§4Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Δὲν εἶσθε δικηγόρος;
§5Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Εἶμαι καὶ δικηγόρος. Εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ κάμω τὴν διαφώτισιν αὐτήν. Μετὰ τοῦτο, κ. Βουλευταί, ἐπανέρχομαι καὶ πάλιν εἰς τὴν πρότασιν, τήν ὁποίαν ὑπέβαλα προχθές, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως, ἐὰν δὲν δεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τῆς 1ης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, δεχθῇ τότε τὴν τροπολογίαν τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως κατὰ ποσόν, ὅπερ οὗτος ἤθελε κρίνει ἐπαρκές. Ζητῶ ταῦτα, διότι κατὰ τὰς δοθείσας μοι στατιστικὰς τὸ ὅλον ποσὸν διὰ τοὺς ἐξερχομένους καπνοβιομηχάνους ὡς καὶ διὰ τὰ μηχανήματά των δὲν ἀνέρχεται εἰς πλέον τῶν 75 ἑκατομ. Νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς ἐξερχομένους καπνοβιομηχάνους, ἀνερχομένους εἰς 130 περίπου, διότι ἡ ἐπιβληθεῖσα φορολογία τῶν ὀκτὼ δραχμῶν κατὰ κιλὸν τῷ 1931, ἐπέφερε σημαντικὴν μείωσιν τῶν ἐργασιῶν των, μέχρι σημείου τοιούτου, ὥστε νὰ εἶνε ἀδύνατος ἡ περαιτέρω ἐξακολούθησις αὐτῶν. Καὶ ἐὰν ἐλήφθησαν μέτρα κατὰ τὸ παρελθὸν ἢ λαμβάνονται τοιαῦτα πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν παραγωγῶν ἢ δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλης τάξεως, δὲν νομίζω ὅτι εἶνε δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἐγκαταλείψῃ τοὺς καπνοβιομηχάνους, ἐργασθέντας ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ὅλου τοῦ καπνοῦ καὶ ἀρκετοῦ ἀριθμοῦ ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο εἰς τὰς βιομηχανίας αὐτάς. Παρακαλῶ, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ τὴν αὔξησιν τοῦ ὁριζομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ποσοῦ ἀπὸ τριάκοντα ἑκατομμύρια εἰς πεντήκοντα ἑκατομμύρια κατ’ ἐλάχιστον ὅριον.
§6Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Εἰς ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια.
§7Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἐγὼ λέγω ἑβδομήκοντα πέντε ἑκατομμύρια. Παρὰ τὰ λεχθέντα, κ. Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἀπαιτηθοῦν πλέον τῶν 125 ἑκατομμυρίων, αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου σας διαβεβαιοῦν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτηθῇ ποσὸν ἀνώτερον τῶν ἑβδομήκοντα πέντε ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ὅμως ἐκ λόγων, τοὺς ὁποίους σεῖς εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνητε κάλλιον ἡμῶν καὶ παντὸς ἄλλου, δὲν δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἑβδομήκοντα πέντε ἑκατομμυρίων, πάντως δὲν δύνασθε νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὸ ποσὸν τῶν τριάκοντα ἑκατομμυρίων, διότι εἶνε τελείως ἀνεπαρκὲς διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ τούτου. Ἐκτὸς τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ ἀποζημίωσις δοθῇ εἰς τοὺς ἑταίρους τῶν ὁμορρύθμων ἑταιρειῶν, διότι, ὄντως, οἱ μικροὶ καπνοβιομήχανοι εἶχον συμπτυχθῆ εἰς ὁμορρύθμους ἑταιρείας. Θὰ παρακαλέσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μας καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τανούλας.
§9Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὅτε πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ἐτέθη ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ὑπῆρχεν ἕν ἄρθρον διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεσπίζετο ἡ ἀποζημίωσις τῶν καπνοβιομηχάνων. Κατόπιν ἀξιώσεων πολλῶν βουλευτῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, διότι δὲν ἦτο καθόλου σύμφωνος περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν καπνοβιομηχάνων. Ἡ Γερουσία προσέθηκε τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν, μᾶς ἐξήγησε τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεδέχθη τὴν νέαν προσθήκην τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἤδη, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, προστίθεται τὸ ἄρθρον 4, δι’ οὗ ρυθμίζεται τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου 5353. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν, ἂν καὶ ἀπήντησε διὰ μακρῶν, προκειμένου περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν καπνοβιομηχάνων, ἐν τούτοις διὰ μίαν τροπολογίαν, τήν ὁποίαν τὸν παρεκάλεσα νὰ κάμῃ ἀποδεκτήν περὶ ἐξαγορᾶς καὶ τῶν εἰς χεῖρας τῶν Μακεδόνων καπνοπαραγωγῶν εὑρισκομένων καπνῶν, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 1 προβλέπεται ἡ ἐξαγορά, διὰ μιᾶς εἰδικῆς φορολογίας, τῶν εἰς χεῖρας τῶν καπνοπαραγωγῶν τῆς Παλ. Ἑλλάδος εὑρισκομένων καπνῶν, ἀπηξίωσε νὰ ἀπαντήσῃ. Τί σκέπτεται, τέλος πάντων, ἡ Κυβέρνησις ἢ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος διὰ τὰ καπνὰ τῶν καπνοπαραγωγῶν τῆς Μακεδονίας; Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν στάσιν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπεδέχθη τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς μὲ ὁλοκλήρους ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν καπνοβιομηχάνων, δὲν κατεδέχθη.....
§10ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ λέγετε ὅτι ἀπηξίωσα καὶ δὲν κατεδέχθην, διότι αὐτὸ δὲν εἶνε ἀκριβές.
§11Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Δὲν ἀπηντήσατε, οὔτε εἰς ἐμέ, οὔτε εἰς τὸν Συνάδελφον κ. Μανούσην. Εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ μᾶς εἴπητε τὶ σκέπτεσθε.
§12Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, θέλετε νὰ μάθητε τί πρόκειται νὰ γίνῃ διὰ τὰ ἐξαγορασθησόμενα καπνά;
§13Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εἰς τὴν διάταξιν ἥτις προέβλεπε τὴν ἐξαγορὰν τῶν ὑπολοίπων τῶν εἰς χεῖρας τῶν καπνοπαραγωγῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εὑρισκομένων καπνῶν, προσθέσῃ καὶ μίαν διάταξιν, ἵνα ἐξαγορασθῶσι καὶ τὰ καπνὰ τὰ εὑρισκόμενα εἰς χεῖρας τῶν καπνοπαραγωγῶν τῆς Μακεδονίας. Σᾶς πληροφορῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι καπνὰ εἰς τὴν Μακεδονίαν δὲν ὑπάρχουν. Ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν προχθὲς νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν γνωρίζῃ ἐὰν ὑπάρχουν ἢ ὄχι καπνά. Εἰς τὴν Κεντρικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Δυτικὴν δὲν ὑπάρχουν καπνά. Ἐλάχιστα μόνον ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν. Καὶ ἡ προχθεσινὴ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, θὰ ἐνεῖχε τὴν ἔννοιαν κατὰ πόσον θέτει εἰς ἴσην μοῖραν καὶ τοὺς καπνοπαραγωγοὺς τῆς Μακεδονίας.
§14Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ συνομολογήσητε ὅτι τὸ Κράτος ἐφρόντισεν ἤδη διὰ τοὺς καπνοπαραγωγοὺς Μακεδονίας, ἠγόρασε δὲ εἰς τὸ παρελθὸν περὶ τὸ 1.500.000 ὀκάδ. καπνοῦ. Μὴ λέγετε, λοιπόν, ὅτι παρεγνωρίσθησαν οἱ παραγωγοὶ Μακεδονίας, διότι ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ Κράτους, δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὴν Α ἢ τὴν Β Κυβέρνησιν. Ἐφόσον μάλιστα λέγετε ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖ καπνὰ πρὸς ἀγοράν, ἐὰν ἐλέγομεν ὅτι θὰ τὰ ἀγοράσωμεν, θὰ ἠμποδίζομεν τοὺς τυχὸν κατόχους ὀλίγων ποσῶν νὰ τὰ πωλήσουν. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν Συνάδελφον κ. Ὑπουργόν, νὰ θέσῃ καὶ τὴν φράσιν «καὶ μερῶν τῆς Μακεδονίας κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§15Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κ. Πρόεδρε.
§16ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ λέγει καὶ ὁ νόμος.
§17Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Λέγει «καὶ ἄλλων μερῶν», ἀλλ’ ἡ Μακεδονία δὲν εἶναι ἄλλο μέρος. Εἶναι ὁλόκληρος εἰδικὴ καπνοπαραγωγὸς περιφέρεια. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα μέρη, ὡς ἡ Σάμος καὶ ἡ Κρήτη, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν εἶναι εἰδικῶς καπνοπαραγωγοὶ περιφέρειαι ὡς ἡ Μακεδονία.
§18Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφόσον λέγει «καὶ ἄλλων μερῶν», ἐννοεῖ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος. Ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐξαγορᾶς καπνῶν, θὰ γίνεται αὕτη κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ νομοθέτημα σκοπὸν ἔχει νὰ προστατεύσῃ ὡρισμένα καπνά, διότι παρίσταται εἰδικὴ ἀνάγκη, ἀλλ’ ἐθέσαμεν «καὶ ἄλλων μερῶν» κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅμως νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ἵνα μὴ σχηματίσῃ ὁ κόσμος αὐτὸς τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἀγοράσῃ τὰ καπνὰ αὐτὰ τὸ Δημόσιον, νὰ συστήσητε εἰς τοὺς κατόχους τοιούτων νὰ τὰ πωλήσουν. Πρέπει νὰ φροντίσουν οὗτοι διὰ τὴν καλὴν διάθεσιν τῶν καπνῶν των.
§19Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, σκοπός μου, τοῦ νὰ θίξω τὸ σημεῖον αὐτό, ἦτο νὰ διατυπώσω ἕν παράπονον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος παρέλειψε νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἀπάντησιν. Ἤδη θέλω νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν καπνοβιομηχάνων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐδικαιολόγησε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεδέχθη τὴν ὑπὸ τῆς Γερουσίας προσθήκην τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἐγὼ προσωπικῶς εἶμαι ἐναντίον πάσης ἀποζημιώσεως τῶν μικροκαπνοβιομηχάνων, διότι φρονῶ ὅτι οἱ μικροκαπνοβιομήχανοι δὲν εἶναι παρὰ θύματα τοῦ ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ, θύματα αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Καὶ ἂν τὸ Κράτος θὰ ἤθελε νὰ ἀποζημιώσῃ ὅλους αὐτοὺς ποὺ χρεωκοποῦν καὶ προλεταριοποιοῦνται ἀπὸ τὴν Α διαμόρφωσιν τῆς σημερινῆς κοινωνίας, τότε τὸ Κράτος δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Ἀλλ’ οὔτε ὁ λαὸς θὰ ἠδύνατο νὰ βαστάσῃ τοιοῦτον βάρος. Ἑπομένως, ὡς ἀρχή, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, εἶναι νὰ καταψηφίσω οἱονδήποτε τοιοῦτον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀποζημίωσιν καὶ ἀποζημίωσιν μάλιστα ἀνθρώπων πλουσίων καὶ ἐπιχειρηματιῶν, ὄχι παραγωγικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἐπὶ πλέον δὲ εἶμαι κατὰ τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῆς, διότι γνωρίζω ὅτι οἱ μικροὶ καπνοβιομήχανοι ἀπὸ πέντε ἐτῶν περίπου ἀγωνίζονται νὰ πείσουν τὸ Κράτος καὶ τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ τύχουν μιᾶς ἀποζημιώσεως, βλέποντες ὅτι ἐξαφανίζονται σὺν τῷ χρόνῳ ἀπὸ τὸν συναγωνισμὸν τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων, τοῦ μεγάλου δηλ. ἐμπορίου. Βλέποντες ὅτι εἶναι καταδικασμένοι νὰ παύσουν νὰ ἐπαγγέλλωνται τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ τοῦ καπνοβιομηχάνου, ἐπιδιώκουν νὰ κρεμασθοῦν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸν κορβανᾶν τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ. Ἐνῶ εἰς τὸν πίνακα ἀναφέρεται ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀσχολοῦνται σήμερον μὲ τὴν καπνοβιομηχανίαν διακόσιοι περίπου, οὐσιαστικῶς ἡ καπνοβιομηχανία εἶνε εἰς χεῖρας πέντε καὶ μόνον καπνοβιομηχάνων. Δηλ. σήμερον ἐμπραγμάτως ὑπάρχει μονοπώλιον, τὸ μονοπώλιον τὸ ὁποῖον φοβοῦνται ὡρισμένοι ἄνθρωποι καὶ ἐναντίον τοῦ ὁποίου κηρύσσονται. Αὐτοὶ οἱ διακόσιοι, γνωρίζω πολὺ καλά, ὅτι ἐπαγγέλλονται τὸν καπνοβιομήχανον μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀποσπάσουν παχυλὰς ἀποζημιώσεις. Καὶ δὲν εἶναι παράδοξον τοῦτο, ἐνόσῳ ἐδόθη εἰς τοὺς χρηματιστὰς ἀποζημίωσις καὶ ἐνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν ἑκατομμυρίων, νὰ ἀναγραφῇ καὶ ἄλλο κονδύλιον ἑκατομμυρίων πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐπιχειρηματιῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ ὅπως ἔρχεται τὸ ἄρθρον 4 οὔτε κἂν πρόκειται νὰ ἀποζημιωθοῦν καὶ νὰ τύχουν ἱκανοποιήσεως μεγαλυτέρας οἱ μικροὶ καπνοβιομήχανοι, ὅπως θὰ ἦτο λογικὸν καί, ἴσως, καὶ δίκαιον διὰ μερικοὺς νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἀλλὰ κυρίως θὰ ἀποζημιωθοῦν οἱ μεγάλοι καπνοβιομήχανοι, ἐφόσον οἱ μικροὶ καπνοβιομήχανοι δὲν εἶνε κἂν ἐπιχειρηματίαι, ἀλλὰ πληρώνουν ἕνα φόρον διὰ νὰ διατηροῦν τὴν ταμπέλα τοῦ καπνοβιομηχάνου. Ἑπομένως δὲν θὰ ἀποζημιωθοῦν καὶ δὲν πρόκειται νὰ τύχουν μεγάλης ὑποστηρίξεως διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Δὲν βλέπω λοιπόν διατὶ νὰ πάρουν οἱ μεγάλοι καπνοβιομήχανοι—διότι αὐτοὶ θὰ τὰ πάρουν καὶ ὄχι οἱ μικροὶ— 30 καὶ 40 ἑκατομμύρια, οἱ ὁποῖοι δὲν πρόκειται νὰ μείνουν νηστικοὶ εἰς τοὺς δρόμους καὶ οἱ ὁποῖοι, μόνον μὲ τὴν πώλησιν τῶν μηχανημάτων, θὰ ἠμπορέσουν νὰ πάρουν ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀπὸ τοὺς μικροὺς καπνοβιομηχάνους σᾶς λέγω ὅτι ἐλάχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται σήμερον κυρίως μὲ τὴν ἐπιχείρησιν αὐτήν. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν τραπῆ εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα, ἀπογοητευθέντες ἀπὸ τὸν συναγωνισμὸν τῆς μεγάλης καπνοβιομηχανίας. Ἑπομένως ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ καταψηφίσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀντὶ νὰ κάμνῃ συζητήσεις περὶ καθορισμοῦ τοιούτου ἢ τοιούτου ποσοῦ ἑκατομμυρίων, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός, δηλ., ὁ ἑλληνικὸς λαός, διὰ νὰ ἀποζημιώσῃ μεγάλους ἐπιχειρηματίας καὶ καπνοβιομηχάνους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει πρόκλησιν κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ μεταξὺ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν σήμερον ἄνθρωποι πεινῶντες καὶ στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ψωμιοῦ των. Τὸ ἄρθρον 4 ἔπρεπε νὰ λέγῃ ὅτι ἐξαφανίζει καὶ ἀπαλείφει ἀπὸ τὸν νόμον 5352 τὸ ἄρθρον 8, ὥστε νὰ μὴ δοθῇ καμμία ἀποζημίωσις οὔτε εἰς τοὺς μικρούς, οὔτε εἰς τοὺς μεγάλους καπνοβιομηχάνους, διότι θὰ εἶναι ἐπὶ τέλους σκάνδαλον καὶ ὀφείλουν νὰ ἠξεύρουν οἱ βουλευταὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐνεργοῦντες καὶ πράττοντες, δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι κάμνουν ἐντελῶς τὰ ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διεκήρυξαν προεκλογικῶς. Διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἀφήσει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἦτο Κυβέρνησις κεφαλαιοκρατική. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα κατῆλθεν εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν ἐκλογικὸν μὲ συνθήματα ἀντικεφαλαιοκρατικά. Ἀλλὰ μὲ τὴν ψήφισιν τοιούτων νόμων διὰ τῶν ὁποίων ἀποζημιώνονται καὶ ἱκανοποιοῦνται παλαιοὶ κεφαλαιοῦχοι, παλαιοὶ μεγάλοι ἐπιχειρηματίαι, θὰ ἀφήσῃ καὶ αὐτὴ τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαόν, ὅτι κάμνει πραγματικῶς ἐντελῶς τὰ ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι προεκλογικῶς ὑπεστήριξε.
§20Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πόθεν σχηματίζετε τὴν ἀντίληψιν ὅτι θὰ ὑποστηριχθοῦν οἱ μεγάλοι καπνοβιομήχανοι καὶ ὄχι οἱ μικροί;
§21Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Πρίν ἔλεγε «καπνοβιομηχάνους», τώρα λέγει «καπνοβιομηχανίαν». Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον πάσης ἀποζημιώσεως. Ὑπάρχουν καπνοβιομήχανοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ φύγουν, διότι θὰ τοὺς ἐξοντώσῃ ὁ Παπαστράτος, ὁ Καραβασίλης καὶ ὁ Ματσάγκος, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σήμερον τὴν κατανάλωσιν καὶ τὸ μονοπώλιον. Ἴσως νὰ ὑπάρχουν καὶ Τράπεζαι αἱ ὁποῖαι ἔχουν δανείσει τοὺς μικροὺς καπνοβιομηχάνους καὶ ἐνδιαφέρονται νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ δάνειά των. Ἑπομένως καὶ αἱ Τράπεζαι θὰ ἐπωφεληθοῦν ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§22Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι καὶ τὸ ἄρθρον καὶ ὁ νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὐδεμία νὰ ὑπάρξῃ ἀξιόμεμπτος ἐνέργεια. Θὰ ἐφαρμοσθῇ δηλαδὴ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δοθοῦν ἀποζημιώσεις μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐργασθῶσι. Περὶ αὐτοῦ νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιος. Θὰ ἐπέλθῃ σχετικὴ διόρθωσις εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία ἀμφιβολία περὶ τούτου.
§23Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχει σημασίαν ἡ διάθεσις τῆς Κυβερνήσεως. Σημασίαν ἔχει τὸ τὶ κάμνει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἕν εἶναι γεγονός, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν θὰ ἀναγραφοῦν ὡρισμέναι δεκάδες ἑκατομμυρίων πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν καπνοβιομηχάνων. Ἐδῶ παθαίνουν ἀπὸ θεομηνίας χιλιάδες γεωργῶν καὶ οὐδέποτε τὸ Κράτος τοὺς ἀπεζημίωσε. Καὶ πλεῖστα ἄλλα ἐπαγγέλματα ἐξηθλιώθησαν πραγματικῶς, ἀλλ’ οὐδεὶς τὰ ἀπεζημίωσεν. Ἐὰν καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις τῶν καπνοβιομηχάνων, ὅπως ἔγινε καὶ μὲ τοὺς χρηματιστάς, τότε διατὶ νὰ μὴ καθιερωθῇ τοιαύτη δι’ ὅλον τὸν κόσμον; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγὼ εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ καταψηφίζω, ἡ δὲ πλειονοψηφία ἂς πράξῃ ὅ,τι θέλει.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λούλης.
§25ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ, κ. Βουλευταί, νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητα τὰ ὑπὸ τοῦ κατελθόντος ἀξιοτίμου κ. Συναδέλφου λεχθέντα, ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν μικρῶν καπνοβιομηχάνων. Δὲν εἶνε ἀληθὲς ὅτι πρόκειται τὸ Κράτος νὰ ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν, αὐτὸν καθ’ ἑαυτόν, κονδύλιον διὰ νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ὅπως καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἀνέπτυξα, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἀποτελεῖ πολλοστημόριον μεγάλων ποσῶν, τὰ ὁποῖα συνεισέφεραν οἱ καπνοβιομήχανοι ὑπὲρ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, ὅτε τῷ 1931 ἐπεβλήθη πρόσθετον ὀκτάδραχμον κατὰ χιλιόγραμμον κοπῆς καπνοῦ ὑπὲρ τῶν συσσιτίων τῶν ἀπόρων. Τὸ ὀκτάδραχμον ἐκεῖνο τὸ ἐπλήρωσαν, ἐξ ἰδίων οἱ καπνοβιομήχανοι, διότι δὲν ἐπετράπη ταὐτοχρόνως καὶ ἡ ἀνάλογος αὔξησις τῶν κυτίων τῶν σιγαρέττων. Ὥστε, τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν πρόκειται τὸ Κράτος νὰ δώσῃ τι ἐξ ἰδίων, τρόπον τινά, εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν πλῆγμα ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους καὶ χάριν τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὰ λεχθέντα προχθές, διὰ μερικοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ἐξ Ἀγρινίου, κ. Παπαθανάσης, ἀνέγνωσεν ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως ὑπὸ τῶν μικρῶν καπνοβιομηχάνων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1931. Ἐζήτησα τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν σήμερον.
§26Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Σᾶς ἔδωκαν τοὺς ἀριθμούς;
§27ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω μερικούς μόνον ἐξ αὐτῶν. Ἡ ἑταιρεία Ράδου τῷ 1931, πρὶν ἢ δηλαδὴ ἐπιβληθῇ τὸ ὀκτάδραχμον, εἶχε κατανάλωσιν 32.828 κιλῶν. Τῷ 1932... (ἀναγινώσκει). Ὥστε τοῦ χρόνου ἡ καπνοβιομηχανία αὐτὴ θὰ κλείσῃ. Ἄς ἴδωμεν μίαν ἄλλην ἑταιρείαν τοῦ Ναυπλίου. Τῷ 1931 εἶχε κατανάλωσιν... (ἀναγινώσκει).
§28Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῶν μικρῶν καπνοβιομηχάνων. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεώς των, ἐγένετο εἰς ὄφελος τῶν μεγάλων καπνοβιομηχάνων, διότι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἱδρύθη ἡ καπνοβιομηχανία Παπαστράτου, ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν κατανάλωσιν 70 χιλ. κιλῶν, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ κατανάλωσις δὲν ηὐξήθη, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν τῶν μικρῶν.
§29ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ἐγώ, κ. Συνάδελφε, δὲν ἀρνοῦμαι αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι πιθανὸν ἡ καπνοβιομηχανία Παπαστράτου νὰ ἐπέφερε τὰ ἀποτελέσματα αὐτά, ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὰ 1931 δὲν ἐπεβάλλετο τὸ ὀκτάδραχμον κατὰ χιλιόγραμμον ὑπὲρ τῶν συσσιτίων καὶ λοιπῶν ἄλλων ἀγαθοεργῶν σκοπῶν, οἱ καπνοβιομήχανοι δὲν θὰ ἔφθαναν εἰς αὐτὸ τὸ κατάντημα. Δι’ αὐτὸ θεωρῶ τὴν ἀποζημίωσίν των ὡς δικαιοτάτην.
§30Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Πότε ἐπεβλήθη τὸ ὀκτάδραχμον;
§31ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Τῷ 1931.
§32Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Ἁμαρτίας ἰδικάς σας, θὰ τὰς πληρώσωμεν ἡμεῖς;
§33ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ὄχι. Τὸ ὀκτάδραχμον προωρίζετο διὰ τὰ συσσίτια καὶ τοὺς ἀνέργους ὑπὲρ τῶν ὁποίων κόπτεσθε, καὶ ἡμεῖς σεμνυνόμεθα δι’ αὐτὸ καὶ εὐχόμεθα ὅπως καὶ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις πράξῃ τὸ ἴδιον.
§34Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἐδώκατε αὐτά;
§35ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σεῖς γνωρίζετε πῶς γίνονται τὰ Εἰδικὰ αὐτὰ Ταμεῖα. Ὁ σκοπὸς ἦτο ἅγιος.
§36ΑΝΔΡ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ὀκτάδραχμον δὲν τοὺς ἐπηρέασε, διότι ἠλαττώθη ἡ ἀξία τῶν καπνῶν.
§37ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Οὐδεὶς λογικὸς ἄνθρωπος δύναται νὰ παραδεχθῇ ὅτι τὸ ὀκτάδραχμον δὲν ἐπηρέασε τοὺς μικροὺς καπνοβιομηχάνους. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπα καὶ προχθὲς πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις τόσον ὡραῖα καὶ σαφῶς μᾶς ἐξήγησε τοὺς λόγους δι’ οὓς ἠναγκάσθη νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἀλλὰ τὰς λεπτομερείας δὲν τὰς γνωρίζομεν οὔτε ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, πολλῷ δὲ μᾶλλον, δὲν γνωρίζουν τοὺς λόγους δι’ οὓς ἀπεδέχθη ταύτην ἐν τῇ Γερουσίᾳ, εἰς τὸν νόμον 5833 οἱ μικροὶ καπνοβιομήχανοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐξέλθουν. Καὶ ἦτο φυσικόν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον 5833, ὁ ὁποῖος ὥριζε τρίμηνον προθεσμίαν, λήγουσαν τὴν 5ην Ἰανουαρίου, νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις ἀποζημιώσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ τοὺς λέγωμεν, ὅτι μετὰ δύο μῆνας καὶ πρὸ εἴκοσι πέντε ἡμερῶν πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τοῦ τριμήνου, ὅτι μεταβάλλομεν τὴν βάσιν τῆς ἀποζημιώσεως;
§38Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὁ νόμος, τὸ Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὥριζε μίαν προθεσμίαν ὑποβολῆς τῶν αἰτήσεων. Ἠξεύρετε πόσαι τοιαῦται ὑπεβλήθησαν;
§39ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ὄχι, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, κ. Βουλευταί, ὅτι αἱ ἑταιρεῖαι αὐταὶ κατέρρευσαν λόγῳ τῆς ἐπιβληθείσης ἐκείνης φορολογίας.
§40Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι κατέρρευσαν λόγῳ τοῦ συναγωνισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησαν αἱ νεώτεραι βιομηχανίαι διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως καλλιτέρων μηχανημάτων καὶ τῆς κατασκευῆς καλλιτέρων χαρμανίων.
§41ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, αὐτὸ ποὺ λέγετε, εἶνε σωστό. Ἀλλ’ ὅταν ἡ κατάρρευσις γίνεται ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ Κράτους, δὲν νομίζετε ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ; Ἡ παντελὴς κατάρρευσις τῶν μικροβιομηχανιῶν ἐπῆλθε μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ὀκταδράχμου φορολογίας.
§42Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Εἶναι γεγονός, ὅτι τὰ μηχανήματα θὰ τὰ πωλήσουν. Ἐπίσης εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ κεφάλαια τῶν μικροβιομηχάνων αὐτῶν δὲν ἦσαν ἄνω τῶν 25.000 δραχμῶν Διατὶ λοιπόν ὁ μικροβιομήχανος θὰ λάβῃ ἐλάχιστον ὅριον ἀποζημιώσεως 100.000 δραχμῶν;
§43ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Διότι ὑπέστη αὐτὴν τὴν ζημίαν.
§44Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ νόμος λέγει ὅτι θὰ πάρῃ μεῖον 30%. Ἑπομένως θὰ πάρῃ 70%.
§45Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλησμονήσατε, ὅτι εἰς τὸ βῆμα ὑπάρχει κάποιος ὁμιλῶν. Δὲν πρέπει νὰ γίνωνται αὐταὶ αἱ διακοπαί, ἀλλὰ νὰ ἀφήσητε τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§46ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κ. Πρόεδρε. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ ποιοῦμαι ὑστάτην ἔκκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως εὐαρεστούμενοι ἀπαλείψουν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ ἀφήσουν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου 5833.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανούσης.
§48Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ καπνὸς εἶνε σπουδαιοτάτη βάσις τῆς δημοσιονομικῆς καὶ συναλλαγματικῆς ἡμῶν συγκροτήσεως, διότι ἕν τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύο δισεκατομμύρια προέρχονται ἐξ ἀμέσου ἢ ἐμμέσου φορολογίας τοῦ καπνοῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου ἐπὶ πέντε δισεκατομμυρίων κατὰ μέσον ὅρον τῆς τελευταίας πενταετίας, τὰ τρία δισεκατομμύρια ἀντιπροσωπεύουν ἀξίαν καπνοῦ. Συνεπῶς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐξετάζων τὸ ζήτημα, ἔπρεπε νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον δι’ οὗ ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ τῶν καπνῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον, ἔπρεπε νὰ ἀνακουφίσῃ φορολογικῶς τὴν τάξιν τῶν καπνοπαραγωγῶν, ἡ ὁποία τόσον δεινῶς ὑποφέρει σήμερον. Δέν θὰ συζητήσω ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν εἶνε τοῦ παρόντος. Θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι οὐδαμῶς δικαιολογεῖται οἱαδήποτε χορήγησις ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς πληγέντας ἐκ τῆς φορολογίας καπνοβιομηχάνους. Παρά τινων Συναδέλφων ὑπεστηρίχθη παραδόξως ἡ γνώμη ὅτι τὸ Κράτος εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἔχει οἱονεὶ νομικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς καπνοβιομηχάνους, διότι συνεπείᾳ τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε τὸ Κράτος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὑπέστησαν μεγάλην ζημίαν! Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι τελείως ἀπαράδεκτος. Ἐν τῇ Γαλλικῇ νομολογίᾳ καὶ τῇ Βουλῇ ὑπεστηρίχθη καὶ παρὰ πλείστων συγγραφέων καὶ παρὰ πολλῶν Ὑπουργῶν, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὸ Κράτος, ἀσκοῦν κυριαρχικῷ δικαιώματι τὴν φορολογικὴν πολιτικήν, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀποζημιώνῃ ἑκάστοτε διαφόρους τάξεις ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αἱ τάξεις αὗται βλάπτονται ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας. Ὑπάρχει παλαιὰ φορολογικὴ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας, ὑπάρχει εἰδικὴ πραγματεία τοῦ Μπαρτελεμύ, ὁ ὁποῖος διὰ μακρῶν ὑποστηρίζει ὅτι τὸ Κράτος, ἀσκοῦν τὴν νομοθετικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν, οὐδαμῶς ὑποχρεοῦται νὰ ἀποζημιώνῃ τὰς τάξεις ἐκείνας τῶν πολιτῶν, οἵτινες τυχὸν ἤθελον ζημιωθῇ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς μιᾶς φορολογίας. Μόνον εἷς συγγραφεύς, ὁ ἀποθανὼν Ντιγκουί, ὑπεστήριξε τὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώνῃ τοὺς πολίτας ἐκ τοιαύτης αἰτίας. Ἀλλὰ καὶ ὁ συγγραφεὺς οὗτος θέτει σπουδαιοτάτους περιορισμοὺς καὶ τὸ ἐπιτρέπει μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ Κράτος ἤθελεν ἀσκήσει μονοπώλιον καὶ ἀπαγορεύσει τὴν λειτουργίαν ὡρισμένων βιομηχανιῶν. Τότε ὑποχρεοῦται νὰ ἀποζημιώσῃ τὰς βιομηχανίας αὐτάς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ὑποχρεοῦται τὸ Κράτος εἰς ἀποζημίωσιν τῶν βιομηχάνων αὐτῶν, ἐὰν καὶ ἐφόσον ὑφίστανται οὗτοι ἄμεσον ἢ ἔμμεσον ζημίαν ἐκ τῆς τοιαύτης ἀσκήσεως τῆς φορολογικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους.
§49Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ παλαιὸς νόμος τοῦ 1930, ποῦ ἐστηρίζετο ὅτε ἐχορήγει δικαίωμα ἀποζημιώσεως; Μὲ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε, εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ θέλω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μοῦ εἴπητε ποῦ ἐστηρίχθη ὁ νόμος τῆς ἰδικῆς σας Κυβερνήσεως. Ἀπὸ ἐκεῖ πρέπει νὰ ἀρχίσητε.
§50Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως κομματικῆς. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχε δυνητικὴν ὑποχρέωσιν διὰ τὸ Κράτος, περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Ἑταιρειῶν αὐτῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ ζήτημα δὲν τίθεται κατὰ τρόπον κομματικόν.
§51Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς ἠρώτησα αὐτό, διὰ νὰ ἴδω ἐὰν καὶ ἄλλοτε εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἡ θεωρία τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξατε. Ἐγὼ συμφωνῶ ὅτι ἡ θεωρία εἶναι ὀρθή, ἀλλ’ ἐφόσον συμφωνεῖ καὶ ἡ μία πολιτικὴ μερὶς καὶ ἡ ἄλλη εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, σημαίνει ὅτι θὰ ὑπάρχῃ κἄτι τὸ ἰδιάζον, ὅπερ ἐπιτρέπει τὴν ἀποζημίωσιν.
§52Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἐὰν ἡ θεωρία αὐτὴ ἦτο ὀρθή, θὰ εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς μίαν νομικὴν ὑποχρέωσιν...
§53Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς λέγω διὰ τὸν προηγούμενον νόμον, τί εἶχε παραδεχθῆ.
§54Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἐγὼ κατακρίνω τὸν προηγούμενον νόμον, καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο ἓν λάθος, δὲν δύναμαι νὰ δικαιολογήσω τὴν περαιτέρω ἐξακολούθησιν τοῦ λάθους αὐτοῦ.
§55Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θέλω νὰ δικαιολογήσω τίποτε, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ καὶ θέλω νὰ μοῦ εἴπητε ἐὰν καὶ ἄλλοτε ἐψηφίσθη μία τοιαύτη διάταξις.
§56Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων αὐτῶν, ὑπεστηρίχθη ἡ θεωρία ἐκ μέρους Συναδέλφων, ὅτι τὸ Κράτος, ἐφόσον διὰ τῆς πολιτικῆς του παραβλάπτει τὰ συμφέροντα ὡρισμένης τάξεως, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀποζημιώνῃ τὰς τάξεις αὐτάς. Ἐθεώρησα καθῆκον συνειδήσεως νὰ εἴπω ὅτι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν ὑπῆρξε μία τοιαύτη γνώμη ἐν τῷ παρελθόντι, σήμερον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν, διότι τὸ Κράτος ἐπανειλημμένως ἔχει προσβάλει συμβατικὰ δικαιώματα καὶ ἐν τούτοις δὲν προέβη εἰς ἀποζημιώσεις. Ἔχομεν πρόσφατον τὸ γεγονὸς ὅτι ἐμειώσαμεν τὰς τοκοχρεολυτικὰς δόσεις. Πῶς εἶνε δυνατόν, ἐφόσον προέβη τὸ Κράτος εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, καταργῆσαν συμβατικὰ δικαιώματα, νὰ ἀναγνωρίζωμεν ἡμεῖς δικαίωμα ἀποζημιώσεως ἀπέναντι τῶν Ἑταιρειῶν αὐτῶν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ὑπάρχουν τσιφλικιοῦχοι, ὧν αἱ γαῖαι ἔχουν ἀπαλλοτριωθῆ, χωρὶς νὰ ἔχῃ καταβληθῇ ἀκόμη ἡ ἀποζημίωσις, καίτοι ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ ἡ ἀποζημίωσις πρὶν ἢ δοθῇ τὸ κτῆμα. Συνεπῶς τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς πραγματικῆς. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐζημιώθησαν ὄντως ἐκ τῆς φορολογίας ἢ ἐζημιώθησαν ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ συναγωνισμοῦ, λόγῳ τῆς δημιουργίας τῶν μεγάλων βιομηχανιῶν; Ἀπὸ τὴν στατιστικήν, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὸ ἔργον του ὁ κ. Σερραῖος, ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ὑπέστησαν ζημίαν οὐχὶ τόσον ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς δημιουργίας μεγάλων βιομηχανιῶν, αἱ ὁποῖαι συναγωνίσθησαν αὐτάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ, ἐπειδὴ ἡ ζημία δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς φορολογίας ἀλλ’ ἐκ τῆς δημιουργίας μεγάλων βιομηχανιῶν, ὑπάρχει καὶ ἕν ἄτοπον ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Διότι ἀπὸ τὸν πίνακα τῶν καπνοβιομηχάνων ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχουν κατανάλωσιν ἐτησίαν πέρα τῶν ἑκατὸν χιλιογράμμων. Ὑπάρχουν καὶ πολλοί, ὑπέρ τοὺς δεκαπέντε, τῶν ὁποίων ἡ κατανάλωσις ἀνέρχεται εἰς 96 χιλιόγραμμα ἐτησίως. Ὑπάρχουν ἐπίσης πολλοί, περὶ τοὺς εἴκοσι, τῶν ὁποίων ἡ κατανάλωσις ἀνέρχεται εἰς ἑκατὸν ὀκτὼ χιλιόγραμμα. Ἡ μεγάλη ὅμως πλειονότης δὲν καταναλίσκει πέρα τῶν ἑκατὸν χιλιογράμμων, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ καθορίζει κατώτατον ὅριον ἀποζημιώσεως δι’ αὐτὸ τὸ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν!
§57Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς πληροφορῶ ὅτι τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῶν 100.000 δραχμῶν, θὰ ἀπαλειφθῇ.
§58Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἑπομένως εἶνε περιττὴ κάθε συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως ὅλων αὐτῶν, ἀντενδείκνυται τελείως νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς καπνοβιομηχάνους. Ὑπάρχει ἕν ἄλλο σπουδαιότατον ζήτημα, καὶ ἂν ὑπάρχει ἕν ὡρισμένον ἔσοδον ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, πρέπει τὸ ἔσοδον τοῦτο νὰ χρησιμοποιηθῇ ἰδιαίτατα διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν ἀποθεμάτων. Θὰ ἔπρεπεν ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ σοβαρώτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ νὰ συσταθῇ ἕν Ταμεῖον τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἐπάρκειαν, ὥστε ὁσάκις ἡ οἰκονομικὴ κρίσις ἢ ἄλλα γεγονότα διάφορα συντελοῦν νὰ παραμένουν καπνὰ ἀδιάθετα, νὰ προσέρχηται καὶ νὰ ἀγοράζῃ αὐτὰ τὸ Κράτος διὰ τοῦ Ταμείου αὐτοῦ εἴτε ἐπὶ σκοπῷ συγκεντρώσεως, εἴτε ἐπὶ σκοπῷ ἀξιοποιήσεως τοῦ καπνοῦ. Διότι ἡ κρίσις, ὅπως γνωρίζετε, ἐπέδρασε διττῶς· ἀφ’ ἑνὸς συνετέλεσε νὰ παραμένουν ἀπώλητα καπνά, ἀφ’ ἑτέρου νὰ μειωθοῦν κατὰ τρόπον ὑπερβολικὸν αἱ τιμαὶ τῶν καπνῶν. Οὕτω π.χ. τὰ καπνὰ τῆς Ἀν. Μακεδονίας, ἐνῷ ἐπωλοῦντο ἄλλοτε μέχρι 28 δραχμῶν, ἐπωλήθησαν τῷ 1932 πολὺ ὀλιγώτερον. Τὰ ἄριστα δηλ. καπνὰ τῆς Μακεδονίας, ὑπετιμήθησαν εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον. Πρέπει λοιπὸν τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ ἓν Ταμεῖον συγκεντρώσεως, Ταμεῖον ἐξαγορᾶς οὕτως, ὥστε εἰς τοιαύτας στιγμὰς νὰ προσέρχηται ἀρωγόν.
§59Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ σχηματισθῇ τοιοῦτον Ταμεῖον, ὥστε νὰ ἀγοράζωνται παρ’ αὐτοῦ τὰ καπνά, τὰ ὁποῖα δὲν διατίθενται; Ὑπελογίσατε πόσον πρέπει νὰ εἶνε τὸ ἀπαιτηθησόμενον ποσὸν διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν καὶ νομίζετε ὅτι εἶνε εὔκολον διὰ φορολογίας νὰ σχηματισθοῦν αὐτὰ τὰ κεφάλαια;
§60Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ αὐτὸ ἀκριβῶς ὑποστηρίζω. Ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία....
§61Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐὰν ἐπεβάλλετο μία τοιαύτη φορολογία, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ συνετέλει αὐτὴ καὶ μόνη εἰς τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ καπνοῦ, διότι ὁπωσδήποτε ἡ τιμὴ τοῦ καπνοῦ θὰ ηὔξανεν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμόσωμεν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν χρειαζώμεθα κεφάλαια, νὰ ἐξευρίσκωμεν ταῦτα διὰ φορολογίας. Τὸ Κράτος ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, ἐνήργησε κατὰ τρόπον ὠφέλιμον διὰ τὴν παραγωγήν, ἀφοῦ, ὡς βλέπετε, διὰ τῆς 8 παραγράφου, λαμβάνεται πρόνοια, ὥστε ἓν μέρος τῆς φορολογίας νὰ διατίθεται πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ συναφθῇ δάνειον διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν καπνῶν, διότι τὸ δάνειον θὰ ἔχῃ τόκον κλπ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀρχὴ τοιαύτης φορολογίας. Τοῦτο θὰ ἦτο κάκιστον διὰ τὸν τόπον.
§62Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Καὶ ἂν ὑπάρχει μία φορολογία, ὅπως ἡ προκειμένη, τὸ προϊόν αὐτῆς πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Ταμείου αὐτοῦ, ὥστε, ὅταν παρίσταται ἀνάγκη, τότε νὰ δύναται τὸ Κράτος νὰ παρίσταται ἀρωγὸν καὶ νὰ ἐξαγοράζῃ τὰ καπνὰ τὰ ἀπομένοντα εἰς χεῖρας τῶν παραγωγῶν.
§63Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, καὶ μετὰ τῶν Συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸ παντός, μετὰ τῶν Συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιθυμῶ νὰ συζητῶ ἐν πλάτει τὰ διάφορα θέματα. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἀπὸ τὸν προϋπάρχοντα νόμον ἔχει ἀναληφθῇ μία ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους νὰ ἀποζημιωθοῦν ὡρισμένοι καπνοβιομήχανοι. Τὸ ὑπὸ κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, οὐδὲν ἄλλο κάμνει, εἰμὴ, ἐν τῇ συναισθήσει πάντοτε τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους, νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας τῆς ἐκτελέσεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ὅσον εἶνε δυνατὸν περισσότερον, ἐφόσον ἡ οἰκονομική του κατάστασις δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ πληρώσῃ τὸ ὅλον. Πρέπει νὰ μὴ μᾶς διαφεύγῃ ποτέ ὅτι δὲν εἶνε ἠθικόν, ὁσάκις τὸ Κράτος ἔρχεται καὶ λέγει εἰς τοὺς πολίτας του, θὰ κάμω αὐτὸ καὶ αὐτό, νὰ ἔρχηται ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ νὰ λησμονῇ τὰς δοθείσας ὑποσχέσεις.
§64Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἀπειράκις, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Κράτος ἔδωκε τοιαύτας ὑποσχέσεις. Δὲν ὑπεσχέθημεν ἀκέραια τὰ δάνεια.....
§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖ ὑπῆρξε μία κατάστασις ἀνάγκης. Ἄλλο εἶναι ἡ συνομολόγησις. Δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι, ἂν σοῦ καταστρέψω τὴν ἐπιχείρησίν σου, λάβε ὑπ’ ὄψιν σου ὅτι θὰ σὲ ἀποζημιώσω, καὶ ἔπειτα νὰ ἀρνῆται ὅλα αὐτά. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς διαπνέεται τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἠδυνάμεθα βεβαίως νὰ ἐρχώμεθα ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ τόπου καὶ νὰ λέγωμεν: Κύριοι, δὲν γνωρίζω τὶ σᾶς ὑπεσχέθη μία ἄλλη Κυβέρνησις. Ἐγὼ δὲν δίδω τίποτε! Ἀλλ’ ἂν ἐπράττομεν τοῦτο, θὰ ἀνεγνωρίζαμεν ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶνε Κράτος, ἀλλ’ ὅτι Κράτος εἶνε αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις. Αἱ ὑποχρεώσεις, ἅς ἀναλαμβάνει ἡ Α Κυβέρνησις, δέον νὰ εἶνε σεβασταὶ καὶ ὑπὸ τῆς Β Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησίς μας εἶδε τὴν δυσκολίαν τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ὑπέστη μίαν μείωσιν τῆς καταστάσεώς του ἐξ αἰτίας ἑνὸς νόμου προϋφισταμένου καὶ ἦλθε καθαρὰ νὰ συμβιβάσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ τὴν ἀποζημίωσιν, τήν ὁποίαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου θὰ ἐλάμβανεν ὁ καπνοβιομήχανος, καὶ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν. Αὐτὴ εἶνε ἡ πρόθεσις τοῦ νομοθέτου. Καὶ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέχει τὸ Κράτος ἐκ προϋφισταμένου νόμου, θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι καλῶς πράττει σήμερον τοῦτο, ἐρχόμενον ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ μὴ ἀθετήσῃ μὲν τὴν ὑφισταμένην ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ ἀφ’ ἑτέρου καὶ νὰ περιορίσῃ ταύτην κατὰ τὸ λογικὸν, τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Τοῦτο κάμνομεν ἡμεῖς. Δὲν ἐρχόμεθα νὰ θέσωμεν φόρον....
§66Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Μὰ οὔτε ἐγὼ λέγω νὰ θέσωμεν φόρους. Λέγω τοῦτο. Τὸν φόρον αὐτόν, τὸν ὑπάρχοντα, νὰ τὸν διαθέσωμεν δι’ ἕνα ἄλλον πρακτικὸν σκοπόν, διότι τὸ συμφέρον τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα καπνοβιομηχάνων δὲν δύναται νὰ ἰσοφαρίσῃ μὲ τὸ συμφέρον τῶν παραγωγῶν.
§67Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος δὲν θίγει τοὺς παραγωγούς.
§68Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Νὰ μὴ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν ἑκατὸν πεντήκοντα βιομηχάνων τὸ προϊόν τῆς φορολογίας αὐτῆς. Εἶναι ἄδικον.
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶνε εἷς νόμος ἀνάγκης. Ἐγώ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐχαρίστως ἠθέλαμεν νὰ ἐξαλείψωμεν τὸ ἄρθρον 4ον.....
§70Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλωστε δέσμευσις διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς λέγω ὅτι καὶ ἐγώ, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπηρεαζόμενοι ἐκ τῆς ἰδέας αὐτῆς, ἀνεβάλλομεν τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ σκεφθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ μίαν ἀκόμη φοράν. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἀναλάβει μίαν ὑποχρέωσιν, μᾶς ἔκαμε νὰ ἐπιμείνωμεν. Δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν εὐθυνότερον μίαν ὑποχρέωσιν. Ἅμα λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅλην τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τοῦ ζητήματος, ὑποθέτω ὅτι καὶ σεῖς θὰ πεισθῆτε νὰ μὴ θέλητε νὰ ἐμφανίζεται τὸ Κράτος κακόπιστον ἐνώπιον τοῦ κόσμου.
§72Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἐγώ, ἀναχωρῶν ἀπὸ τὰς γενικὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἀνέλυσα, καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μία τοιαύτη φορολογία ἔπρεπε νὰ διατεθῇ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν παραγωγῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθοῦν τὰ ἄρθρα 4 καὶ 8, ὡς καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος ὑπεστήριξαν.
§73Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγω ὅτι δὲν τὸ ὑπεστήριξαν καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, ἀλλ’ ὅταν εἶπα ὅσα εἶπα, δὲν ἀπήντησα μόνον εἰς σᾶς. Ἀπήντησα καὶ εἰς τοὺς Συναδέλφους τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος.
§74Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Πάντως εἶναι παράδοξον ὅτι ὑπάρχει καί τις Συνάδελφος, ὅστις, ἐνῶ, ὁμιλῶν περὶ τῆς δαπάνης τῆς μετασκευῆς τῶν Ἀνακτόρων, εἶπεν ὅτι αὕτη ἔπρεπε νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν προσφύγων, ἐπὶ τοῦ κρινομένου θέματος ὑπεστήριξε τὴν πληρωμὴν τῶν ἀποζημιώσεων τούτων, χωρὶς νὰ σκεφθῇ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθοῦν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀποζημιώσεις διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀσθενῶν, ἀναπήρων καὶ τῶν προσφύγων. Ὅταν εἷς βουλευτὴς διατυπώνει κατηγορίας ἐναντίον παρελθουσῶν Κυβερνήσεων, πρέπει νὰ εἶνε προσεκτικὸς καὶ νὰ μὴ περιπίπτῃ εἰς ἀντιφάσεις, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς νὰ ὑποστηρίζῃ ὅτι αἱ δαπάναι διὰ τὰ Ἀνάκτορα ἔπρεπε νὰ διατεθοῦν ὑπὲρ τῆς περιθάλψεως καὶ τῆς προνοίας τῶν πασχόντων προσφύγων, ἐξ ἀντιθέτου δὲ νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος 70 ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἰς βιομηχάνους, λησμονῶν τόσον ταχέως τὰ ὀρφανὰ τοῦ πολέμου, τοὺς ἀναπήρους καὶ τοὺς ἀσθενεῖς.
§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὰ τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ τριάκοντα ἑκατομμυρίων. Διατὶ σεῖς λέγετε ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια;
§76Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν εἰς τριάκοντα ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Σερραῖος, ὁ Τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδήλωσεν ὅτι τοὐλάχιστον εἰς ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια θὰ ἀνέλθῃ ἡ ἀποζημίωσις.
§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι περιωρίσαμεν τὸ ποσὸν εἰς τριάκοντα ἑκατομμύρια, σεῖς μοῦ λέγετε εἰς ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια.
§78Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τί θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον; Θὰ ζητήσουν καὶ ἄλλοι ἀποζημιώσεις;
§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ δώσωμεν.
§80Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις καὶ θὰ δώσῃ.
§81ΕΜ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἂν ὄχι νομικήν, τοὐλάχιστον ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ....
§82Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Καμμίαν ὑποχρέωσιν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παραβάντης.
§84Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται μία φορολογία ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ προβλέπεται ὅπως ποσοστόν τι διατεθῇ πρὸς ἀποζημίωσιν ὡρισμένων βιομηχάνων. Ἐπίσης, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τοσαύτην συζήτησιν ἐνώπιον ὑμῶν, προβλέπεται ἐνίσχυσις τοῦ Ταμείου τῶν Ἐργατῶν, τῶν μισθοδοτουμένων μέχρι τριῶν χιλιάδων δραχμῶν. Οὐδεμία ὅμως λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοὺς ἐργάτας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, ὅταν κλείσουν αἱ βιομηχανίαι θὰ μείνουν ἄνεργοι καὶ πεινῶντες.
§85Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μὲ ἐνδιαφέρει καὶ ἐμὲ ἡ ἄλλη διάταξις.
§86Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ὅταν λαμβάνεται πρόνοια ἀποζημιώσεως τῶν βιομηχάνων, καὶ πολὺ δικαίως, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ δικαιότερον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τοὺς καπνεργάτας, διότι οἱ ἐργάται αὐτοί, ὅπου ἔκλεισαν σήμερον τὰ ἐργοστάσια, μένουν ἄνεργοι καὶ πένονται κυριολεκτικῶς. Δεδομένου δὲ ὅτι θὰ κλείσουν καὶ ἄλλα καπνεργοστάσια ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, οἱ ἐν αὐτοῖς δὲ ἐργαζόμενοι, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀπασχοληθοῦν εἰς ἄλλας ἐργασίας, ἀσφαλῶς οἱ ἐργάται αὐτοὶ θὰ φθάσωσι μέχρις ἀπελπισίας καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ζητοῦν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποζημιώσεώς των. Νομίζω λοιπὸν ὅτι μετὰ στοργῆς πρέπει νὰ ἀκούσητε τὴν παράκλησιν καὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ νὰ μεριμνήσητε περὶ αὐτῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω διὰ τοῦτο νὰ ἔχω, εἰ δυνατόν, μίαν ἀπάντησίν σας, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μετὰ τόσης στοργῆς ἐπιλαμβάνεται τῶν τοιούτων ζητημάτων, καὶ προνοεῖ διὰ τοὺς ἀδικουμένους, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ παρίδῃ καὶ αὐτοὺς καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν δικαίαν φωνὴν αὐτῶν.
§87ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον 5613 πρόβλεψις, περὶ τούτου. Ὁρίζει ὅτι θὰ κατατίθεται εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ποσόν τι ὑπὲρ αὐτῶν. Ὑπάρχουν ἤδη δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια. Θὰ γίνῃ λοιπὸν τὸ Ταμεῖον καὶ ἐξ αὐτοῦ θὰ ἀποζημιωθοῦν καὶ αὐτοί.
§88Π. ΚΑΛΛΙΓΚΑΤΣΗΣ. Πότε θὰ γίνῃ αὐτό;
§89ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὔριον.
§90Π. ΚΑΛΛΙΓΚΑΤΣΗΣ. Αὔριον, μεθαύριον, θὰ πεταχθοῦν εἰς τὸν δρόμον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ περιμένουν ἕξ μῆνας, μέχρι νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§91Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ γραφῇ ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὰ Πρακτικά.
§92Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν γνωρίζω ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς καθιερώθη ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν καπνοβιομηχάνων. Ἅπαξ καθιερώθη, ἡμεῖς θὰ τὴν σεβασθῶμεν. Κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1932 ἐψηφίσθη εἷς νόμος, ὁ 5455, ὁ ὁποῖος προβλέπει λεπτομερῶς περὶ τοῦ τρόπου τῆς περισυλλογῆς τοῦ ποσοῦ διὰ τοῦ ὁποίου ἀποζημιοῦνται οἱ ἐξερχόμενοι καπνοβιομήχανοι. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐθεσπίσθη ὅπως δύο δραχμαὶ ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας, τῶν ὀκτὼ δραχμῶν, περὶ συσσιτίων καὶ κοινωφελῶν ἔργων, δύο δραχμαὶ κατατίθενται εἰς τὸ Ταμεῖον πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν καπνοβιομηχάνων, μετὰ ταῦτα δέ, πρὸ δύο μηνῶν μόνον, ἐθεσπίσθη ὁ νόμος 5833, ὁ ὁποῖος καθορίζει ὁριστικῶς καὶ τελειωτικῶς τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον θὰ λάβουν οἱ καπνοβιομήχανοι ἐξερχόμενοι. Πρὸ δύο μηνῶν ἐψηφίσαμεν ἕνα νόμον ὁ ὁποῖος ἐκανόνιζεν ὁριστικῶς τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ ἐλάμβανον ἕν ποσοστὸν οἱ καπνοβιομήχανοι, περικοπέντος τοῦ ποσοῦ κατὰ 40% ἀπὸ ὅ,τι ἦτο ἐν τῷ προηγουμένῳ νόμῳ. Τώρα ἐρχόμεθα διὰ νεωτέρου νόμου καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 καὶ τροποποιοῦμεν τὴν κατάστασιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐρύθμισαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τὰς σχέσεις των τὰς ἐμπορικάς. Περικόπτομεν ἀκόμη κατὰ 50% τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ διετίθετο δι’ αὐτούς, καὶ ὁρίζομεν σαφῶς καὶ ρητῶς ὅτι τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον θὰ συναφθῇ διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 30.000.000, ἐγὼ ἐκ τοῦ διδράχμου, τὸ ὁποῖον ἄνω ἀνέφερα, εἰσεπράχθησαν μέχρι τοῦδε ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια. Διὰ τίνα λόγον ὁ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς εἰς τριάκοντα ἑκατομμύρια; Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸν νόμον ὅπως ἔχει, διὰ νὰ πληρωθοῦν οἱ ἐξερχόμενοι. Αὐτὴν τὴν παράκλησιν σᾶς ὑποβάλλω, κ. Ὑπουργέ, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτή.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζουρμπᾶς.
§94Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Εὐχαρίστως, κ. Βουλευταί, βλέπω μίαν προδιάθεσιν τῆς Βουλῆς, ὅταν παρουσιάζωνται ὡρισμέναι εὐκαιρίαι νὰ θέλῃ νὰ ἀποζημιώνῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν εἰς τὸν κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικὸν ἀγῶνα των σήμερον. Καὶ λέγω ὅτι εἶνε εὐχάριστον, διότι, ἀφοῦ θὰ ἀρχίσωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ αἰσθανώμεθα ὅτι εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν οἰκονομικὸν τῆς ζωῆς σήμερον ὑπάρχουσι δυσχέρειαι αἱ ὁποῖαι εἶνε ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τὴν ἀτομικὴν πρωτοβουλίαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἔφερον καὶ φέρουν καταστροφὰς καὶ ὅτι εἰς τὰς καταστροφὰς αὐτὰς ἀναγνωρίζομεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ὑπεύθυνον γενικώτερον, θὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων εἶνε ἐπιβεβλημένος ἀπολύτως. Καὶ μετὰ τὴν διαπίστωσιν αὐτὴν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ κατ’ ἀρχήν, διότι δὲν εἶχε τὴν τιμὴν νὰ παρευρεθῶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, διὰ νὰ ἔλθω κατόπιν καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τίθεται μία ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀποζημιωθοῦν ὡρισμένοι ἐμπορευόμενοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τὸν α ἢ β λόγον δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἐργασίας των, εἰς τρόπον ὥστε νὰ γίνωσιν αὐτάρκεις. Τὰ χρηματικὰ ποσὰ τῶν ἀποζημιώσεων αὐτῶν, κατὰ παράδοξον τρόπον, ἀντὶ νὰ παρέχηται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ἢ τοὐλάχιστον ἀπὸ τοὺς συνεπαγγελματίας των, προέρχεται ἀπὸ μίαν φορολογίαν γενικὴν ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὴν φορολογίαν ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν καπνιστῶν. Εἶναι γεγονὸς, ἀγαπητοὶ Συνάδελφοι, ὅτι οἱ καπνισταὶ ἐξ ἴσου θεωροῦν ἀναγκαῖον τὸ κάπνισμα, ὅπως καὶ τὴν τροφήν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Κράτος, ἐκμεταλλευόμενον τὴν ἀνάγκην αὐτήν, φορολογεῖ τὸν καπνόν. Εἶναι λοιπὸν τοῦτο τὸ σόλοικον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὅτι φορολογεῖται ὁλόκληρος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς διὰ νὰ ἀποζημιωθοῦν ὡρισμένοι ἐμπορευόμενοι, ἐμπορευόμενοι οἱ ὁποῖοι ἠτύχησαν εἰς τὸ ἐμπόριόν των. Ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, ὅτι ἐπεβλήθη μία φορολογία εἰδική, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀποζημιώνονται οἱ καπνοβιομήχανοι, δι’ ἑνὸς ποσοστοῦ τῆς φορολογίας αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἦτο ὡρισμένον ἐκ τῶν προτέρων.
§95Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅτε ἐπεβλήθη ἡ φορολογία αὐτή, δὲν ἐγένετο αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν σιγαρέττων. Ἑπομένως, δὲν ἐπεβλήθη φορολογία ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§96Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Τὸ περιθώριον τοῦ ἐμπορικοῦ κέρδους ἐθεωρήθη ἀρκετὸν καὶ δὲν ἐδόθη αὔξησις. Ὁ ἀγαπητὸς Συνάδελφος δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἕν ἄλλο πρᾶγμα: ὅτι τὰ καπνὰ κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁρισθῆ ἡ πρώτη φορολογία, ἦσαν εἰς ἕν ἐπίπεδον πολὺ ὑψηλότερον, ἐνῷ τὰ καπνὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβλήθη ἡ δευτέρα φορολογία, εἶχον φθάσει εἰς τὸ δέκατον τῆς ἀξίας. Καὶ ἐνῶ λαμβάνεται μέριμνα διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀποζημιωθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠτύχησαν εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν οἰκονομικόν, ἰδίως δὲ οἱ καπνοδιομήχανοι, δὲν ἐλήφθη οὐδεμία πρόνοια, ὅπως ἐλέχθη ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, οὔτε διὰ τοὺς καπνοπαραγωγοὺς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν νὰ πωλήσουν τὰ καπνά των εἰς τὸ εἰκοστὸν τῆς πραγματικῆς τιμῆς, οὔτε διὰ τοὺς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν μὲ τὸ ἕν τέταρτον τοῦ ἡμερομισθίου καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ πεταχθοῦν εἰς τὸν δρόμον, ὡς νὰ ἦσαν πολυτέλεια, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἐξίσου ἔχει καθῆκον τὸ Κράτος νὰ μεριμνήσῃ. Ἄλλο τὸ ζήτημα ὅτι θὰ κάμωμεν τὰς κοινωνικὰς ἀσφαλίσεις, ὅταν τὰς κάμωμεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. Συννάδελφοι, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι μὲ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου καὶ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, οἱ μὲν καπνοδιομήχανοι θὰ λάβουν τὴν ἀποζημίωσίν των εἰς τὸ ἀκέραιον, οἱ δὲ καπνεργάται θὰ ἀγωνίζωνται ἐπὶ μῆνας διὰ νὰ μᾶς καταπείσουν, ἵνα ὑποβάλωμεν νέον νομοσχέδιον ἀποζημιώσεως αὐτῶν. Καὶ ἐνῶ κατ’ ἀρχήν, ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας μου, ἐθεώρησα εὐχάριστον τὸ ὅτι ἡ προδιάθεσις τῆς Βουλῆς εἶνε προπαρεσκευασμένη διὰ τὸ ἔργον τοτῦο, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταπολεμήσω εἰς τὴν βάσιν του τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, ἡ ὁποία κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν λαόν, συνεπῶς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις, νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν καὶ νὰ ψηφίζῃ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν εἰς τὴν ὑποστήριξιν ὡρισμένων τάξεων, νὰ παραμελῇ δὲ καὶ νὰ ἀναβάλῃ ἀπὸ μῆνα εἰς μῆνα θεσμοὺς οἱ ὁποῖοι ἀποκλειστικὸν ἔχουν σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξουν τὰς λαϊκὰς τάξεις, τὰς πραγματικῶς ἐχούσας ἀνάγκην ὑποστηρίξεως.
§97Κ. ΒΕΡΡΟΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι παλαιὸς νόμος.
§98Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Δέν εἶμαι ὑπεύθυνος νὰ λογοδοτῶ διὰ τοὺς προηγουμένους νόμους, ἀλλ’ οὔτε καὶ θὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ τονίσω καὶ τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω, εἶνε ὅτι πᾶσα πρᾶξις τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς ὑποστήριξιν μονομερῶς ὡρισμένων τάξεων δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ εἶνε μεροληπτικὴ καὶ ὡς τοιαύτη θὰ κριθῇ ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίζῃ νόμον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δίδῃ ἀποζημιώσεις εἰς ἀνθρώπους διὰ νὰ ζήσουν καλλίτερον, νὰ μὴ ψηφίζῃ δὲ νόμον δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἀποζημιωθοῦν διὰ νὰ ζήσουν.
§99ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Νόμος περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐργατῶν ἔχει ψηφισθῆ. Συνεπῶς ἔχει ληφθῇ μέριμνα διὰ τοὺς ἐργάτας κατὰ πρῶτον λόγον.
§100Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐλειτούργησεν ἤδη ὁ νόμος.
§101Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Τὸ εἶπα. Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ἀλλ’ ἄλλος εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος.
§102Κ. ΒΕΡΡΟΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ ἴδιος.
§103Γ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ ὁποῖος ἐγένετο εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν πρὸς κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν.
§104Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Ἐνῶ διὰ τὸν καπνὸν εἶναι τρεῖς τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐνδιαφέρονται πρὸ παντός, καὶ ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν τάξεων δύο εἶναι αἱ παραγωγικαί, ἡ καπνοπαραγωγικὴ τάξις καὶ ἡ ἐργατική, παραμελοῦνται διὰ τοῦ κρινομένου νομοσχεδίου καὶ αἱ δύο, διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ τρίτη τάξις, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν πτωχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἤθελα ἐξ ὅσων εἶπα νὰ κάμω δημοκοπίαν. Πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι, ἐὰν ἐσκεπτόμεθα καθ’ ὅν τρόπον πρέπει νὰ σκεπτώμεθα διὰ τὸν πτωχὸν κόσμον, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ κυβερνηθῶμεν καλλίτερον. Πᾶσα παραμέλησις τῶν συμφερόντων τῆς λαϊκῆς τάξεως, δημιουργεῖ κατάστασιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι κανεὶς βέβαιος τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἐπὶ τοῦ 4ου ἄρθρου θέλω νὰ ἔχω σαφῶς διατυπωμένην τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν οὔτε κατὰ κεραίαν. Τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ ἐὰν θελήσητε νὰ αὐξήσητε τὸ ποσόν, θὰ εἶναι τρομακτικόν, ἡ ἀπήχησις δέ εἰς τὰς τάξεις αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς ὑπέφεραν ἀπὸ τοὺς καπνοβιομηχάνους, κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν καπνῶν, οἱ καπνοπαραγωγοί, καὶ κατὰ τὴν βιομηχανοποίησιν, οἱ καπνεργάται, καὶ αἱ ὁποῖαι παραμελοῦνται ὁλοτελῶς, θὰ εἶναι κολοσσιαία.
§105Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Δηλαδή, ἐνῶ ὡμιλήσατε κατὰ τῆς ἀποζημιώσεως, τελειώνοντες κηρύττεσθε ὑπὲρ τῆς ἀποζημιώσεως.
§106Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Κατὰ τῆς ἀποζημιώσεως ρητῶς ὡμίλησα. Κύριοι Συνάδελφοι, ἐὰν ψηφισθῇ, διότι βεβαιότατα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ὅπως αὐτὴ νομίζει τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰ τριάκοντα ἢ καὶ περισσότερα ἑκατομμύρια, θὰ ἤθελα νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ νὰ εἶνε ὑποχρεωμένοι οἱ καπνοβιομήχανοι ὅπως ἀποζημιώσουν τὰς δύο τάξεις ἐκ τῶν ὁποίων συνήθως κερδοσκοποῦν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παππᾶς.
§108Δ. ΠΑΠΠΑΣ. Ἐγὼ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὸ ἄρθρον 3, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλει πρόστιμον εἰς τὸν πλοίαρχον ἑνὸς ἑλληνικοῦ ἀτμοπλοίου, ἐὰν κανεὶς ἐκ τῶν ἀνδρῶν τοῦ πληρώματός του φωραθῇ κρατῶν ἕν κυτίον σιγαρέττων. Ὁ πλοίαρχος δὲν εἶναι χωροφύλαξ τοῦ πληρώματος. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ τυχὸν πρόστιμον ἢ νὰ τύχῃ φυλακίσεως, ὡς ὁρίζει ὁ παρὼν νόμος, διότι εἷς ἐκ τῶν ἀνδρῶν τοῦ πληρώματός του κατώρθωσε νὰ ἀποκρύψῃ ἓν κυτίον σιγαρέττων. Νομίζω ὅτι εἶναι τελείως ἄδικον τὸ μέτρον τοῦτο, διότι ὁ πλοίαρχος δὲν εἶναι δυνατὸν λόγῳ τῆς φύσεως τῆς ἐργασίας του νὰ ἐνεργῇ ἐρεύνας εἰς τὸ πλοῖόν του ἅμα τῷ κατάπλῳ εἰς λιμένας, λόγῳ τοῦ ὅτι ἄλλας ὑποχρεώσεις ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐθύνεται διὰ μίαν παρανομίαν ἑνὸς ἐκ τῶν ἀνδρῶν τοῦ πληρώματός του. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ὅπως αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου νὰ ἀπαλειφθῇ ὁλόκληρος, διότι καταδικάζει ἀνθρώπους τελείως ἀνευθύνους. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ὁ πλοίαρχος ἢ ὁ Αʹ μηχανικὸς νὰ παρακολουθοῦν τὸ πλήρωμα ἑκάστοτε πότε καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρύψουν ἕν κυτίον σιγαρέττων εἰς τὰ διάφορα διαμερίσματα τοῦ πλοίου. Ἐὰν ἀπὸ τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν ἀνακαλυφθῇ ὅτι εἷς τῶν ἀνδρῶν τοῦ πληρώματος ἀπέκρυψε ποσότητά τινα σιγαρέττων, ἂς τιμωρηθῇ ὁ ἀποκρύψας ταύτην, εἰς τὸν πλοίαρχον ὅμως ἢ τὸν μηχανικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθοῦν αἱ ποιναὶ τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος, διότι εἶναι καὶ ἄδικον καὶ καταστρεπτικὸν τοῦτο διὰ τοὺς ἀνευθύνους προϊσταμένους τῶν πλοίων, μᾶλλον δὲ θὰ δώσῃ λαβὴν νὰ διενεργῆται ἴσως ἀπόκρυψις, διότι αἱ εὐθῦναι θὰ βαρύνουν τοὺς ἀνωτέρους των.
§109ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀσκεῖται ἔλεγχος.
§110Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πάντως καθορίζεται τίς θεωρεῖται πολιτικῶς ὑπεύθυνος.
§111Δ. ΠΑΠΠΑΣ. Νὰ διορθωθῇ ὅτι θὰ τιμωρεῖται καθεὶς διὰ τὰς πράξεις του καὶ ἔτσι θὰ πρέπει νὰ εἶναι βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι πραγματικὰ θέτει φραγμὸν εἰς τὸ λαθρεμπόριον τοῦ εἴδους αὐτοῦ.
§112ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν θὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐγώ. Πῶς θὰ ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον ὁ πλοίαρχος εἰς τὸ πλήρωμα; Ὁ πλοίαρχος παίρνει τράντζιτο τὰ σιγαρέττα καὶ δίδει εἰς τὸ πλήρωμα κάθε μιὰ κάθε δύο ἡμέρες ποσὸν ἀνάλογον πρὸς τὸ ποσόν, ποὺ καπνίζει ἕκαστος. Ποῦ ἠξεύρει ἐὰν ἐγὼ τὰ ἐκάπνισα ἢ ὄχι, ἢ ἄν τὰ ἔχω μέσα εἰς τὸν σάκκον μου. Δέν εἶνε δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ τὸν πλοίαρχον, ἀλλά, κατ’ ἐμέ, καὶ διὰ τὸ Κράτος θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ μὴ ἀφήνῃ τράντζιτο εἰς τὰ καράβια. Ὅποιος κάμνει τὸ λαθρεμπόριον, αὐτὸς πρέπει νὰ τιμωρηθῇ.
§113ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδῶ συζητοῦμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον. Ἔπειτα θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ ἄρθρα.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σλῆμαν.
§115ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Κύριοι Βουλευταί, δέν θέλω νὰ μακρηγορήσω καὶ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα τόσον εὐγλώττως ἀνέπτυξαν πολλοὶ τῶν κ. Συναδέλφων, καὶ ἰδίως ὁ κ. Παπαθανάσης ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ τιθεμένη ἀρχή, ὥστε οἱ ἀποτυγχάνοντες εἰς μίαν ἐπιχείρησιν, νὰ ἀποζημιῶνται ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, εἶναι κακή. Βεβαίως τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐθέσπισε κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἀλλ’ ἡμεῖς κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀνελάβομεν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ εἴπομεν ὅτι αὐτὴ ἡ διασπάθισις τοῦ δημοσίου πλούτου δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ οὕτω ἐξελέγημεν. Μέ τὰς ἀρχὰς δὲ αὐτὰς εἰσελθόντες εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, νομίζω ὅτι δέον νὰ τὰς τηρήσωμεν. Ἑπομένως ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετ’ ἄλλων δεκατεσσάρων Συναδέλφων πρότασιν ἵνα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ προγενεστέρου νόμου, δηλαδὴ τοῦ ἐδαφίου 1 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ παρόντος νόμου, ἵνα ἐπανέλθῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ πρό τινων ἑβδομάδων, πρὶν ἢ τροποποιηθῇ τοῦτο ὑπὸ τῆς Γερουσίας.
§116ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δηλαδή, κ. Πρόεδρε, μαζὶ μὲ τὴν πρότασιν τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπάρχει καὶ πρότασις τροπολογίας; Ἄνευ τροπολογίας δέν δύναται νὰ γίνῃ δεκτή.
§117Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Σωστά.
§118ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει ὅμως νὰ τεθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τροπολογία.
§119Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τροπολογία εἶναι ἡ ἀντίθετος πρότασις.
§120Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος ἔχει δίκαιον εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσε διὰ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν εἰσάγει ἤδη τὸ πρῶτον διάταξιν περὶ ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ὑφισταμένην διάταξιν περὶ ἀποζημιώσεως τὴν περιορίζει εἰς ὀλιγώτερον ποσὸν ἀποζημιώσεως. Ἄν λοιπὸν ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, θὰ μείνῃ ἡ διάταξις τοῦ παλαιοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀποζημιώσεις φθάνουν εἰς ποσὸν ἀπεριόριστον καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως, ἐξ ὅσων ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐξ ὅσων ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, θὰ ἀνέλθῃ εἰς πολὺ πλέον τῶν 30 ἑκατομμυρίων. Ἴσως φθάσῃ καὶ τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια. Ἄν λοιπὸν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μὴ γίνουν νέαι ἀποζημιώσεις, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι θὰ μείνῃ ἡ παλαιὰ διάταξις ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, ἀφήνει ἀπεριόριστον τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων.
§121ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγομεν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ἀρχικῶς ὑπὸ δεκαπέντε βουλευτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ κ. Νικολίτσας καὶ ὁ κ. Παπαθανάσης, ἐζήτησαν νὰ διαγραφοῦν. Ἑπομένως πρότασις δὲν ὑπάρχει. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη καὶ προβαίνομεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§123ΑΝΔΡ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν παράγραφον 2, τοῦ ἐδαφίου 6, ἐκεῖ ὅπου λέγει «πρὸς σύναψιν δανείου τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγροτικῆς....
§124ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ. Εἰς τὸ ἄρθρον 1, παράγραφος 6, ἐδάφιον 2, ἐκεῖ ὅπου λέγει «δραχ. δύο κατὰ χιλιόγραμμον, κατατίθενται εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν», γίνεται ἡ ἑξῆς τροποποίησις: «ποσὸν ἴσον πρὸς δραχμὰς 2 κατὰ χιλιόγραμμον, διατίθενται πρὸς σύναψιν δανείου τοῦ Δημοσίου μετὰ μιᾶς οἱασδήποτε Τραπέζης κλπ.». Αὐτὴ ἡ τροποποίησις γίνεται εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε μονογεγραμμένας τὰς τροποποιήσεις.
§126ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Προχωρῶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν καὶ κατόπιν σᾶς δίδω μονογεγραμμένας τὰς τροποποιήσεις «.......» ἀλλὰ μένει ὡς ἔχει. Ἄρθρον 2 καὶ ἄρθρον 3, μένουν ὡς ἔχουν, ἐκτὸς τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 3. Διαγράφεται τὸ ἄρθρον 4ον. Τὸ ἐδάφ. 1 τοῦ ἄρθρου 4 καὶ 8 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος».
§127ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ περὶ ὁμορρύθμων ἑταιρειῶν, δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἡ ὁμόρρυθμος ἑταιρεία εἶναι ἕν πρόσωπον. Ὑπερβαίνομεν τὰ ἐσκαμμένα.
§128ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ γίνεται ἀντιθέτως, διότι εἴμεθα ἐντεῦθεν τῶν ἐσκαμμένων. Διότι εἶναι τέσσαρες καὶ πέντε οἱ ὁποῖοι συμπράττουν.
§129ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς εἴμεθα ἀντίθετοι κατὰ πάσης ἀποζημιώσεως.
§130ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δέν τὸ ἤκουσα αὐτό.
§131ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ζουρμπᾶς.
§132Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Τὸ εἶπα, κ. Ὑπουργέ.
§133ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ εἶναι περιωρισμένη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις.
§134ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, λέγει ὅτι εἶναι ἀντίθετος πρὸς πᾶσαν ἰδέαν ἀποζημιώσεως. Δυστυχῶς, κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ἡ ὁποία ἔγινε προχθές, καὶ ἡ ὁποία ἔγινε πολὺ ἀργὰ καὶ ἦσαν ἀραιόταται αἱ τάξεις τῆς Βουλῆς, δὲν παρίσταντο πολλοὶ τῶν κ. κ. Συναδέλφων, δὲν παρίστατο δὲ καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος. Εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὴν δήλωσιν καὶ ἐγὼ προσωπικῶς εἶπα, ὅτι διακείμεθα ἐχθρικῶς καὶ ἀντιπαθῶς πρὸς αὐτὰς τὰς ἀποζημιώσεις, εἶναι δέ πρόδηλον νὰ διάκειμαι ἀντιπαθῶς προσωπικῶς καὶ ἐγὼ πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις αὐτάς, διότι σᾶς προσθέτω ὅτι ἐνώπιόν μου ὑπάρχει σωρεία ἀξιώσεων τάξεων ὁλοκλήρων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι ἕνεκα τῶν μεγάλων περιπετειῶν αἵτινες, ἐπηκολούθησαν τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὴν ἐν γένει μεταπολεμικὴν περίοδον, εὑρίσκονται ἄνευ ἀποζημιώσεως διὰ πράγματα τὰ ὁποῖα, ὄχι μόνον ἀπεστερήθησαν, ἀλλὰ τὰ παρέλαβε τὸ Κράτος, τὰ οἰκειοποιήθη καὶ οὐδεμίαν ἔδωκεν ἀποζημίωσιν εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι τὰ κατεῖχον. Καὶ ὅταν πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ μέτρα διὰ νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ, τὶ θὰ γίνῃ; Θὰ σκεφθῇ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ὁμολογιῶν διὰ νὰ πληρωθοῦν οὗτοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάθεσις ἀποζημιώσεως δι’ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς ἔπαθαν, ἀλλὰ οἱ ὁποῖοι θὰ ἤρχοντο ἀσφαλῶς εἰς πολὺ κατωτέραν γραμμὴν ὑπὸ τὴν ἔποψιν καὶ τῆς ἐκτιμήσεως καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀποζημιώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον δικαίωμα, θὰ ἤρχοντο λέγω, εἰς πολὺ κατωτέραν γραμμήν, ἂν ἤθελον παραβληθῆ καὶ συγκριθῆ μὲ ἄλλους ἕλληνας πολίτας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀξιώσεις βασίμους, δικαίας καὶ παγκοίνως ἀνεγνωρισμένας δι’ ἀποζημίωσιν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ Κυβέρνησις καὶ προσωπικῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν παρέλειψεν οὐδεμίαν εὐκαιρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ κάμνουν τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν συμπάθειαν πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις αὐτάς. Τί ὅμως προεκάλεσε τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ μεταχειρισθῇ μίαν οἱωνεὶ μέσην λύσιν; Τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν. Τὸ νομοθέτημα εἰσήχθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι προϋπῆρξεν ὁ νόμος τοῦ 1931, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀποζημιώσεως τῶν καπνοβιομηχάνων, καὶ ὅπως ἔλεγον καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅταν ὑπάρχει εἷς νόμος ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει μίαν ἀποζημίωσιν, ἀντίστοιχον συμπέρασμα εἶναι νὰ γεννηθῇ καὶ ἡ συνείδησις τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ καὶ ἡ προσαρμογὴ τῶν βιομηχάνων αὐτῶν πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ νόμος. Ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς νόμου, βάσει τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐκδοθῇ καὶ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπένειμεν ἀποζημιώσεις ἀρκετὰ γενναίας. Ὅτε εἰς τὴν Βουλὴν ὅμως ἠγέρθη συζήτησις καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ ἤμην κατὰ τῶν ἀποζημιώσεων αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἐπανέλαβον, ὅτι μόνον ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν γεγονότων ἐδέχθην αὐτὴν διότι ὑπῆρχεν ἀφ’ ἑνὸς ὁ νόμος καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰσήγησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀποζημίωσις διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καπνοβιομηχάνων θὰ ἐπήγετο καὶ ἀποτέλεσμα εὐνοϊκὸν ὡς πρὸς τὸν περιορισμὸν ποσοῦ τινος λαθρεμπορίου, ἐνεργουμένου ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν καπνοβιομηχανιῶν καὶ δὴ τῶν μικρῶν καπνοβιομηχανιῶν. Αὐτὰ ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀπόφασιν νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ πρώτου νόμου, ἢ τὴν ὑποβολὴν ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ περιεῖχεν ἀποζημιώσεις. Ὅτε συνεζητήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅτε ἀνεπτύχθησαν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προχθές, καὶ κατὰ τὴν σημερινήν, τὰ ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐγὼ ὁμολογῶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐδήλωσα ὅτι ἀποσύρω τὰς ἀποζημιώσεις καὶ ἀπέσυρα αὐτάς. Διεγράφη λοιπὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πᾶσα ἀποζημίωσις πρὸς τοὺς καπνοβιομηχάνους καὶ ἤμην εὐχαριστημένος διότι διέγραψα τὰς ἀποζημιώσεις αὐτάς. Τὸ νομοθέτημα οὕτω ἦλθεν εἰς τὴν Γερουσίαν. Τὸ νομοσχέδιον, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο φορολογικόν, εἶχον δέ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπιταχύνω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ διὰ τὸν λόγον ὅτι πᾶσα ἐπιβάρυνσις τῆς λειτουργίας καὶ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπιφέρει μείωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Εἰς τὴν Γερουσίαν ἠναγκάσθην νὰ δεχθῶ ἐκ νέου τὴν τροποποίησιν αὐτὴν διὰ τὸν λόγον ὅτι ἤθελα νὰ ἐπιταχύνω τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁ ὁποῖος ἦτο φορολογικός. Εἰσήχθη ἑπομένως διὰ δευτέραν φορὰν ἡ ἀποζημίωσις καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἐψήφισε καὶ ἡ Βουλή. Ἐγένετο οὕτω νόμος ἡ ἀποζημίωσις πρὸς τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ —καὶ βλέπω ὅτι καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς συμφωνεῖ μὲ ἐμὲ—εἶμαι ἀντίθετος. Εὑρισκόμεθα ἤδη ἀπέναντι μιᾶς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη διὰ δύο νομοθετικῶν μέτρων, ἀφισταμένων διετίαν περίπου τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοῦ ἄλλου, νὰ χορηγήσῃ μίαν ἀποζημίωσιν. Ἐφόσον, λοιπόν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρχε μία ὑποχρέωσις ἀνειλημμένη κατὰ ἠθικὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θεωρεῖται ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους διὰ τὴν καπνοβιομηχανίαν, τὶ ὑπελείπετο νὰ κάμῃ; Ὑπελείπετο ἐν τῇ ἀναγνωρίσει τῆς ἠθικῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἡ σκέψις ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ εἰς τὸ ἐλάχιστον δι’ αὐτὸ δὲ τὴν περιορίζομεν εἰς τριάκοντα ἑκατομμύρια ἀπέναντι τῶν ἑκατὸν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀναβιβάζουν τὴν ἀποζημίωσιν συμφώνως πρὸς τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ νόμου Διάταγμα κανονισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐφόσον λοιπὸν συμβιβάζομεν τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν γεγονότων, ὡς σᾶς τὰ ἀνέφερα, δὲν νομίζω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἀντίρρησις. Εἶπα εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ἀφίνομεν ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἀποζημιώσεως ἐν πεποιθήσει ὅτι ἡ ἐξέλιξις τῶν γεγονότων καὶ ἡ ἐξέτασις ὡς ταῦτα εὑρίσκονται ἐνώπιον ἡμῶν, θὰ σᾶς ἔπειθεν ὅτι ἡ μέση λύσις, ἡ καλυτέρα λύσις, εἶναι νὰ μὴ ἀποστῇ τὸ Κράτος μιᾶς ἠθικῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε, νὰ περιορίσῃ εἰς τὸ ἐλάχιστον ποσὸν ταύτην καὶ νὰ καθορίσῃ ὡς ἀνώτατον ὅριον τὸ ποσὸν τῶν τριάκοντα ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἡ Κυβέρνησις θὰ τὴν ἀκολουθήσῃ καὶ εἶναι διατεθειμένη νὰ τὴν συζητήσῃ. Ἐπὶ τοῦ ἐργατικοῦ ζητήματος ὑπάρχει ὁ προηγούμενος νόμος, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι θὰ κατατίθενται δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια τὸ ἔτος. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος ἐργάζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέχουν καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ καταρτίζεται νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ κάμω, παρὰ νὰ συστήσω εἰς τοὺς συντάξαντας τὸ νομοσχέδιον, οἱ ὁποῖοι εἶνε αὐτοὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅπως μαζὶ μὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐπιταχύνουν τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ταχύτερον. Ἄλλο τι πέρα τούτου, δὲν νομίζω, ὅτι ἠμπορῶ νὰ εἴπω ἐπ’ αὐτοῦ.
§135ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε ἀκριβῆ ἐξιστόρησιν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐξιστόρησιν αὐτήν, προσέθεσε μερικὰς κρίσεις του, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ πράγματα. Πρῶτον ζήτημα: Διότι ὑπῆρχεν ὁ προηγούμενος νόμος, ἦτο ὑποχρέωσις ἀναπόδραστος ἡ ψήφισις νεωτέρου νόμου πρὸς παροχὴν ἀποζημιώσεως; Δέν νομίζω...
§136Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὁ προηγούμενος νόμος καὶ αὐτός, ἀνεχώρησαν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§137ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶσθε ἀπολύτως ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλητε τὴν διάταξιν αὐτήν.
§138Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπομεν ὅτι εὑρέθη τὸ Κράτος μὲ μίαν ἀνειλημμένην ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς καπνοβιομηχάνους, ὅσοι ἤθελον νὰ ἐξέλθουν, ἡ δὲ ὑποχρέωσις αὕτη ἦτο ἄνευ περιορισμοῦ τινος καὶ κατὰ τὰ ὑπολογισθέντα, μὲ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδίδετο σχετικῶς πρὸς τὸν κανονισμὸν αὐτόν, θὰ ἔφθανον αἱ ἀποζημιώσεις εἰς ἑκατὸν ἑκατομμύρια, ἴσως καὶ πλέον. Ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς, ἀντίθετοι ὄντες πρὸς τοιαύτην τινὰ ἰδέαν ἀποζημιώσεως, ἐσκέφθημεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ ἀθετηθῇ μία ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει τὸ Κράτος δι’ ἑνὸς νόμου, καὶ πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιβάσωμεν τὰ πράγματα πρὸς τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Συνεπείᾳ τούτου ὑπεβάλαμεν τὸ νομοσχέδιον, ὥστε καὶ διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου, καὶ διὰ τοῦ σημερινοῦ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγούμεθα, νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν εἰς πολὺ μικρότερον ποσὸν μέχρι τριάκοντα ἑκατομμυρίων.
§139ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία μορφή.
§140Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ προηγουμένη εἰς ἐλάττωσιν ἀπέβλεπε. Λέγομεν δὲ ρητῶς, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶνε προδιατεθειμένη νὰ ἀπορρίψῃ καὶ νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἡμεῖς δὲν θέτομεν ζήτημα κυβερνητικὸν καὶ θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ κατ’ ἐλευθέραν σκέψιν. Ἀλλὰ μὴ λέγετε ὅτι εἴμεθα ἐν ἀνακριβείᾳ. Εἴμεθα ἐν πλήρει ἀκριβείᾳ. Σεῖς ὑπεστηρίξατε τὴν ἀπόλυτον ἀποζημίωσιν ἄλλοτε.
§141ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα; Λησμονεῖτε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς καμμίαν μερίδα ἡ ὁποία ὑπεστήριξε τὴν Κυβέρνησιν. Περισσότερον τὴν ὑπεστηρίξατε σεῖς ἀπὸ ἐκείνην τὴν πλευράν, παρὰ ἐγὼ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος.
§142Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἐπέρασεν ὁ νόμος αὐτὸς ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπεστήριξα τὰ ἀντίθετα.
§143ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν ὑπεστηρίξατε τίποτε, διότι πιθανὸν νὰ μὴ ἐπρόσεξα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος δι’ ὅσα ἐψήφιζεν ἡ Βουλή.
§144Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε ἐγὼ ἀντετάχθην, διότι δὲν ἐπρόσεξα αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ σεῖς τί ἐκάματε.
§145ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τώρα εἴμεθα ἐν τῇ ἀκριβείᾳ.
§146Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς εἶπα ποῦ εὑρίσκεται τὸ ζήτημα σήμερον. Δὲν δύναται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἀναλάβῃ νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀθετεῖ, ἢ μᾶλλον ἀναιρεῖ μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀναλάβει τὸ Κράτος. Προσπαθοῦμεν νὰ τὴν περιορίσωμεν, ἀλλ’ ἐὰν θέλετε καὶ τὴν καταργοῦμεν.
§147ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πάντοτε ἡ ὀλιγώτερον κακὴ λύσις, εἶναι καλλιτέρα ἀπὸ τὴν ἀπολύτως κακήν. Ἐγὼ δὲν σᾶς εἶπα, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα ἐναντίον τῆς ἀποζημιώσεως, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Διότι ὑπάρχουν πολλαὶ κατηγορίαι βιοπαλαιστῶν, αἱ ὁποῖαι ἐζημιώθησαν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Κράτους καὶ δὲν ἀπεζημιώθησαν. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀποζημιωθοῦν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐζημιώθησαν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Κράτους, οὔτε ἠμπορεῖ ἡ κατάστασις αὐτῶν νὰ παραλληλισθῇ μὲ τὴν κατάστασιν τῶν ἐργατῶν τῶν τιθεμένων ἐκτὸς ἐργασίας, διότι ἐκεῖ πρόκειται περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνομίζετε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἀποζημίωσις αὐτή, εἴχετε ὅλα τὰ μέσα νὰ μὴ τὴν δώσητε, ψηφίζοντες νόμον διὰ τοῦ ὁποίου κατηργοῦντο αἱ διατάξεις τοῦ προηγουμένου νόμου. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἐδημιουργεῖτο τοιαύτη κατάστασις νομική, ἡ ὁποία θὰ ὑπεχρέου τὸ Κράτος νὰ δώσῃ ἀποζημίωσιν. Σεῖς ὑπεχωρήσατε, ὑπεχωρήσατε ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον ἐπῆγεν εἰς τὴν Γερουσίαν, ὅπου καὶ ἐγένετο ἡ τροπολογία. Τώρα θέλετε νὰ οἰκονομήσητε τὰ πράγματα καὶ κάμνετε τὴν μείωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω λόγους νὰ κατακρίνω. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θέλω νὰ κατακρίνω εἶναι, τὸ ὅτι ἔρχεσθε τώρα καὶ λέγετε: ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν προγενεστέραν της ἀπόφασιν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν καὶ λέγετε ὅτι διὰ τοῦτο δὲν θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κάμετε ὅ,τι θέλετε. Ἐφόσον εἰσηγεῖσθε τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν δίδετε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἔχετε τὴν εὐθύνην τῆς λύσεως αὐτῆς. Ἀσφαλῶς ἔχετε τὴν εὐθύνην μιᾶς λύσεως τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖσθε. Ἐγὼ σᾶς εἶπα ὅτι τὸ ζήτημα ἐγεννήθη ἐκ μιᾶς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα διὰ τὰς ὁμορρύθμους ἑταιρείας καὶ εἶπα, ὅτι εἶναι ὑπερβολικόν, προκειμένου περὶ ὁμορρύθμων ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ἑκάστη νομικὸν πρόσωπον, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὑπολογίζετε ἰδιαιτέρως τὰ ἄτομα τὰ ὁποῖα μετέχουν τῆς ὁμορρύθμου ἑταιρείας. Αὐτὸ δημιουργεῖ μίαν ἀνισότητα, ἡ ὁποία δὲν εἶνε δικαιολογημένη ἰδίως δι’ ἐφαρμογὴν ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἂς τὸ ἀναγνωρίσωμεν, ἕνα χαρακτηριστικὸν χαρακτῆρα, Αὐτὸ εἶπα. Ἐὰν ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, εἶπα ὅτι γενικῶς ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποζημιώσεως. Αὐτὸ ἔδωκε λαβὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀγορεύσῃ, ὡς ἠγόρευσε, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι καὶ αὐτὴ ἐναντίον τῆς ἀποζημιώσεως.
§148ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴπομεν ὅτι ὑπεστηρίξαμεν μίαν ἄποψιν. Εἴπομεν ὅτι προτιμοῦμεν αὐτὴν τὴν μέσην λύσιν.
§149ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς αὐτὸ δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν, ἐφόσον δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ γενικωτέρα λύσις, καὶ ἀντελήφθημεν ὅτι ἐκεῖ ἐπήγαιναν τὰ πράγματα, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ μέση λύσις. Δι’ αὐτὸ ὁ Συνάδελφος καὶ συνεργάτης μου ὡμίλησε περισσότερον ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπεδίωκον τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 4, διότι ἀπὸ ἐκεῖ προήρχετο ὁ κίνδυνος.
§150ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Προτιμᾶτε τὴν διαγραφὴν ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς εἶνε;
§151ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὕτω νομίζω.
§152Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνῆλθον, Κύριοι, εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω γενικώτερον ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Ἐργατοαγροτικῶν. Καὶ ἄλλοτε ὑπεστήριξα ὅτι, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ὁμιλήσῃ ἐπί τινος νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τάσσεται μὲ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφόσον δὲ ὁ κ. Παπαναστασίου δηλοῖ ὅτι, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ προηγούμενος νόμος, διότι δὲν ὡμίλησε, δὲν σημαίνει ὅτι καὶ συνεφώνησε πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν, δέχομαι τὴν ἐξήγησιν ταύτην καὶ δηλῶ καὶ ἐγώ, ὅτι, διότι τότε δὲν ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου, δὲν πρέπει νὰ ἔχω τὴν εὐθύνην ὅτι συνεφώνησα πρὸς τὸ μέτρον τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ εὕρομεν, εἶπον, μίαν κατάστασιν ὑφισταμένην, καθ’ ἣν τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ δώσῃ ἀποζημίωσιν πρὸς τοὺς ἐξερχομένους καπνοβιομηχάνους. Ὁ νόμος, ὁ τότε ψηφισθείς, δὲν ἔθετεν ὅριον ποσοῦ διὰ τὴν παροχὴν ἀποζημιώσεως, ὑπελογίσθη ὅμως, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ὑπερέβαινε τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια. Ὑπενοούμεθα ἑπομένως νὰ δώσωμεν μίαν λύσιν, συμφώνως ἄλλωστε πρὸς τὸν ἠθικὸν νόμον, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ εἶναι συνεπὲς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει. Καὶ ἡ λύσις αὕτη εἶναι, ὅτι, ναὶ μὲν τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ σέβεται τὰς ὑποχρεώσεις του, ἀλλὰ δὲν εἶνε δυνατὸν ὑπὸ τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν κρίσιν νὰ ἀφήσωμεν καὶ ἀπεριόριστον τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Σᾶς εἶπα, ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς παροχῆς ἀποζημιώσεως πρὸς πάντας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματός των, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πρέπει νὰ προσέξῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαίας ἀπαιτήσεις ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν πρὸς αὐτούς, διότι ὑπαιτιότητί του ὑπέστησαν οὗτοι ὅσα ὑπέστησαν. Ἀλλ’ ὑπάρχει, ἐπαναλαμβάνω, μία ἠθικὴ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους νὰ κατοχυροῖ καὶ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικήν του πίστιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἔρχηται καὶ νὰ λέγῃ: ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἄλλη Κυβέρνησις, δὲν τὸ δίδω τώρα ποὺ ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἄλλη.
§153ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως, κ. Πρόεδρε, τοῦ Κράτους πρὸς ὡρισμένην τάξιν πολιτῶν, ἀξιούντων τὸν σεβασμὸν αὐτῆς.
§154Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ νόμου, ὅστις ἔγινε καὶ ἐδημιούργησε μίαν ὑποχρέωσιν. Δέν δύναται λοιπὸν νὰ ἔρχηται τὸ Κράτος καὶ νὰ λέγῃ ὅτι αὐτὰ ὅλα εἶνε ἄγραφα χαρτιά, διότι τὰ ἐψήφισεν ἡ Α Κυβέρνησις καὶ δὲν τὰ ἐψήφισεν ἡ Β, ἡ ὁποία εἶνε τώρα εἰς τὴν ἀρχήν. Τότε δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς πολίτας νὰ νομίζουν ὅτι οὔτε τὰ Νομοθετικὰ Σώματα, οὔτε ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, δίδουν ἐξασφάλισιν εἰς τὸ κῦρος τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ ψηφίζονται σήμερον, καταργοῦνται αὔριον. Ἐρχόμεθα λοιπὸν νὰ δώσωμεν μίαν μέσην λύσιν. Νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νὰ περιορίσωμεν τὸ ποσόν. Δέν δύναμαι δὲ νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον καὶ μίαν ἰδέαν τοῦ κ. Παπαναστασίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ θέτῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἔναντι τῆς μερίδος τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑποστηρίζουν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ κυβερνᾷ τὴν πλειονοψηφίαν.
§155ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέν εἶπα αὐτό.
§156Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ καθοδηγῆται ἡ κυβερνητικὴ πτέρυξ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν ἐτέθη καλῶς τὸ ζήτημα. Βεβαίως, ἡ Κυβέρνησις εἰς ζητήματα κεφαλαιώδους πολιτικῆς της κατευθύνσεως, πρέπει νὰ θεωρῇ τὴν τύχην της ἐξαρτωμένην ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ τὴν ἀκολουθῇ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ νὰ ὑποχρεώνωμεν τὴν Βουλὴν νομοθετοῦσαν νὰ ἐκφέρῃ γνώμας συμφώνως πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει τεραστία διαφορά. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκεται ἐδῶ διὰ νὰ λέγῃ ἕν ναὶ ἢ ἕν ὄχι, ἀλλὰ νὰ συζητῇ τὰ νομοθετήματα καὶ νὰ ἐκφέρῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην της. Δέν εἶνε δὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶνε πρὸ ἡμῶν, σήμερον, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θίγει τὰ ὅρια τῆς ἐξαρτήσεως τῆς γνώμης τῶν βουλευτῶν τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπα, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶνε ἐλευθέρα νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, σᾶς ἀναφέρω δὲ ὅτι, ὅτε εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας ἐτέθη παρόμοιον ζήτημα ὑπὸ τὴν ἐλευθέραν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις δὲν παρῃτήθη διότι ἡ Βουλὴ κατεψήφισε τὸ νομοθέτημά της. Ὁ Ὑπουργός, μετὰ τὴν καταψήφισιν, ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐτόνισεν ὅτι θὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὅπως βλέπετε, δέν εἶνε δυνατὸν εἰς ἑκάστην περίπτωσιν τοιαύτην ἐμφανιζομένην νὰ προβάλληται τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§157ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεξήγησεν ὅσα εἶπα. Δέν κατώρθωσα, δυστυχῶς, νὰ γίνω ἀντιληπτὸς ἐντελῶς καὶ δι’ αὐτὸ δικαιολογῶ τὰ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Χαίρω ὅμως πολύ, διότι ἤκουσα αὐτὸν νὰ τονίζῃ ὅτι δέν πρέπει οἱ βουλευταὶ νὰ εἶνε κύμβαλα ἀλλαλάζοντα, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν ἰδίαν γνώμην, καὶ νὰ μὴ δεσμεύωνται καὶ σύρωνται εἰς κάθε ζήτημα ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὴν γνώμην τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἠγωνίσθην μετὰ μεγάλης θέρμης κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Περίοδον ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐναντίον τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλαμβάνοντο αἱ ἀποφάσεις. Καὶ γνωρίζει καὶ κἄτι ἄλλο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀγώνων αὐτῶν, ὑποστηρίζω ἀπόψεις περὶ διαρρυθμίσεως τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι, πραγματοποιούμεναι, θὰ συνετέλουν ὥστε οἱ βουλευταὶ νὰ ἔχουν μεγαλειτέραν πρωτοβουλίαν εἰς τὰ νομοθετικὰ πράγματα καὶ μεγαλείτερος νὰ γίνεται ὁ χωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν, καὶ νὰ ἀποκτᾷ καὶ ἡ Κυβέρνησις μεγαλειτέραν σταθερότητα, αὐξανομένου τοῦ χρονικοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ γένεσις πολιτικοῦ ζητήματος καὶ δι’ ἀρνήσεως ψήφου ἐμπιστοσύνης καὶ ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ συνέπειαν ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀποτελεῖ θεμελιῶδες σημεῖον τοῦ προγράμματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει ἑκάστη Κυβέρνησις τὴν τύχην της. Εἶπα τοῦτο, ὅτι διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει μίαν γνώμην ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὡς ἔχουσα τὴν γνώμην αὐτήν, ἔχει καὶ τὴν εὐθύνην τῆς εἰσηγήσεως αὐτῆς. Διότι ὁ ἀγορεύσας ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέσχε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει νίψει τὰς χεῖράς της καὶ εἶνε ἐλευθέρα ἡ Βουλή νὰ ἀποφασίσῃ.
§158ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπρότεινα ὡρισμένα πράγματα.
§159ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν μοῦ παρέσχον οἱ λόγοι σας.
§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπε τὰς δυσχερείας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§161ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὰ ὡς πρὸς τὸν κοινοβουλευτισμόν. Τώρα διὰ τὸ ζήτημα τὸ ἄλλο. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει: δὲν νομίζω ὅτι διατηροῦμεν ἀκεραίαν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἐφόσον δὲν ἐκπληροῦμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τηρήσεως τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Δὲν πρόκειται περὶ τηρήσεως μιᾶς συμβάσεως μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν ἡμεδαπῶν ἢ ἀλλοδαπῶν, οἱ ὁποῖοι συνεισέφεραν ὑπηρεσίας ἢ κεφάλαια ἐξ αἰτίας τῆς συμφωνίας μὲ τὸ Κράτος, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἔλθῃ εἰς ἀποζημίωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμπεφωνημένων. Δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, πρόκειται περὶ νόμου ἔχοντος χαριστικὸν χαρακτῆρα. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, οὐδόλως κλονίζεται ἡ πίστις τοῦ Κράτους.
§162Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφῆστέ με νὰ σᾶς εἴπω δύο λέξεις. Οἱ κπνοδιοιήγανοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον, ἐπώλησαν τὸ κατάστημά των...
§163ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐπώλησαν τὸ κατάστημά των, νὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ τὸ ἑξῆς. Ἂν νομίζετε ὅτι κλονίζεται ἡ πίστις τοῦ Κράτους διὰ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ προγενεστέρου νόμου, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προέλθητε εἰς μέσην λύσιν, εἰς περικοπὴν δηλαδὴ τῆς ἀποζημιώσεως, διότι ἢ ὑπάρχει ὑποχρέωσις ἢ δὲν ὑπάρχει.
§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιέκοψα τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου.
§165ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἐὰν καταργήσωμεν τὸν νόμον, κλονίζεται ἡ πίστις τοῦ Κράτους.
§166Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἴμεθα εἰς περίστασιν καθ’ ἣν τὸ Κράτος περιέκοψε τὰ δάνεια...
§167ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ προσαρμόσητε καὶ τὸ σημερινὸν ζήτημα εἰς τὸν γενικὸν νόμον τῆς πτωχεύσεως.
§168Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ κάμνω, ὅταν ἀπὸ ἑκατὸν ἑκατομμύρια περιορίζω τὸ ποσὸν εἰς τριάκοντα ἑκατομμύρια.
§169ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δέχεσθε σεῖς νὰ παραμείνῃ ἡ διάταξις περὶ ἀποζημιώσεως ὡς ἔχει, ἢ νὰ ἀπαλειφθῇ; Νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην σας.
§170ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπα σαφῶς ὅτι ἐγώ, ἐὰν μὲ εἰσήκουεν ἡ Βουλή, θὰ ἐπέμενον εἰς τὸ νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ παρέχουσα ἀποζημίωσιν. Ἐφόσον ὅμως δὲν γίνεται ἀποδεκτὸν τοῦτο, ὑποστηρίζω τὴν μέσην λύσιν καὶ ὄχι τὴν διαγραφὴν φυσικὰ τοῦ ἄρθρου 4.
§171Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἀφήνει ἐλευθέραν τὴν Βουλήν.
§172ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον γνωρίζετε ὅτι ἔγινεν ἕν κακόν, καὶ ἐφόσον βλέπετε ὅτι ὑπάρχει μία τάξις μικρῶν καπνοβιομηχάνων, ἡ ὁποία ὁσημέραι φθίνει, διότι συντρίβεται ἀπὸ τὴν μεγάλην ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία κάμνει τελειοτέραν ἐργασίαν, θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε περὶ ριζικωτέρων λύσεων. Ἀντί, δηλαδή, νὰ προσπαθῆτε νὰ διευκολύνετε τὴν ἑνοποίησιν τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων, νὰ φροντίσητε ὅπως περιέλθῃ ἡ διαχείρισις εἰς κοινωφελῆ ὀργανισμόν. Αὐτὴ εἶνε ἡ ριζικὴ λύσις, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἡμεῖς ἀρχικῶς ἐτάχθημεν.
§173Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ θίγετε αὐτὸ τὸ ζήτημα, σᾶς κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι τάχιστα θὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ.
§174ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ζήτημα τῆς μονοπωλήσεως τοῦ καπνοῦ διὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὸν ἠγωνίσθημεν καὶ ἐπεμείναμεν, θὰ εὐχαριστηθῶμεν πολύ, ἐὰν ἴδωμεν τὴν Κυβέρνησιν πραγματοποιοῦσαν αὐτό. Τότε δύνασθε νὰ δώσητε ἀποζημιώσεις πλήρεις εἰς ὅλους τοὺς βιομηχάνους.
§175Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον μία πρότασις ὑπὸ πολλῶν βουλευτῶν. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε κατ’ ἄλλον τρόπον, δύο Συνάδελφοι ἐνόμισαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔθετε ζήτημα πολιτικόν καὶ ἐδήλωσαν ὅτι ἀποσύρουν τὰς ὑπογραφάς των. Ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἀφήνει τὴν Βουλὴν ἐλευθέραν. Ἑπομένως προτείνω νὰ ἰσχύσῃ ἡ πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ Βουλὴ εἶναι κατὰ τῆς ἀποζημιώσεως καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ πέντε λεπτά, διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ. Δέν εἶναι ὀρθὸν διὰ τὸν τύπον καὶ μόνον νὰ θυσιάσωμεν τὰ ζητήματα.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέν ὑπάρχει πρότασις.
§177Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Δέν εἶνε ὀρθὸν νὰ περάσῃ εἷς νόμος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἡ πλειονοψηφία εἶνε κεκηρυγμένη.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του.
§179ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Συζητοῦμεν κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον.
§180Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τροποποιήσεις σχετικάς, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς δώσῃ.
§181ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). (Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον ὡς διετύπωσε τοῦτο).
§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§185ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σχέδιον νόμου: «Περὶ ὀργανώσεως τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων καὶ Εἰσαγγελιῶν καὶ περὶ προσόντων διορισμοῦ, προαγωγῆς, μεταθέσεως, παύσεως, πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ ἀδειῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν αὐτῶν».
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ».
§187ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς τροπολογίας. (Ἀναγινώσκει τὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τροπολογίας, αἵτινες καὶ γίνονται δεκταί. Γίνεται ὡσαύτως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 καὶ προστίθεται καὶ ἄρθρον 6, μεθ’ ὃ γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας, μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ Νομ. Διατάγματος τῆς 22 Ἰουλίου 1933 «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τῆς τριμήνου προθεσμίας πρὸς ἔκδοσιν Διατάγματος τοῦ νόμου 5285, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου 5390 περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐνοικιαστῶν χρηματοκιβωτίων παρὰ Τραπέζαις ἐν Τουρκίᾳ, κατασχεθέντων καὶ ἐκποιηθέντων ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἐγγραφῆς πιστώσεως μέχρι δραχμῶν 5.750.000 πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ κτιρίου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§190ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὰ «περὶ ταμείου συντάξεων νομικῶν» νὰ συζητηθῇ παρακαλῶ.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1933 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων 4348 καὶ 4685 περὶ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν». Ὁ κ. Νικολαΐδης.
§192ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ τοῦ ταμείου συντάξεως νομικῶν ὁμιλήσας διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. Σήμερον θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος καὶ θὰ ζητήσω τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐζήτησα προχθές, ὅπως τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸ Ταμεῖον ἐκ προγενεστέρας ὑπηρεσίας ἢ ἀναγνωρίσεως γάμου ἢ ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν μηνιαίων, νὰ καταβληθῶσιν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς 60 μηνιαίας δόσεις, ἀτόκως, καταβαλλομένου τοῦ τόκου ἅμα τῇ καθυστερήσει μιᾶς μηνιαίας δόσεως. Ἡ προθεσμία, ὅσον φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως μεγάλη, δὲν εἶνε τοιαύτη. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν, Κύριοι, καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχιακὰς πόλεις, δυνάμει τοῦ νόμου «περὶ ἀναστολῆς τῶν χρεῶν», δυνάμει τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐκτελέσεων, δυνάμει ὅλων τῶν ἄλλων νόμων περὶ μονομελῶν δικαστηρίων, περὶ ἁπλοποιήσεως τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, περὶ μὴ ὑποχρεωτικῆς παραστάσεως δικηγόρων, οἱ δικηγόροι τῶν ἐπαρχιῶν, πρὸ παντός, περιῆλθον εἰς οἰκονομικὸν πράγματι ἀδιέξοδον. Τὸ ἀδιέξοδον δὲ τοῦτο ἐπέτεινε καὶ ὁ πληθωρισμὸς τῶν δικηγόρων, τὸν ὁποῖον ἀνεγνώρισε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τοῦτο μελετᾷ τὴν ὑποβολὴν εἰδικοῦ νομοσχεδίου. Οἱ δικηγόροι τῶν ἐπαρχιῶν, Κύριοι, ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον οἰκονομικὸν σημεῖον, ὥστε οὐ μόνον νὰ μὴ δύνανται νὰ πληρώσωσι τὰς τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ πληρώσωσι διὰ τὴν προῖκα καὶ τὴν ἀναγνώρισιν προγενεστέρας ὑπηρεσίας καὶ τὰς μηνιαίας εἰσφορὰς, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ συντηρηθοῦν, καὶ οὔτε δάνειον δύνανται νὰ πάρουν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον Συντάξεων. Νομικῶν, ὑποθηκεύοντες καὶ αὐτὰ τὰ κτήματά των, διότι τοῦτο ἐμποδίζει ὁ περίφημος νόμος τοῦ Ταμείου Συντάξεων ὁ ὁποῖος μόνον εἰς τοὺς ἐν Ἀθήναις δικηγόρους ἐπιτρέπει τὴν χορήγησιν δανείων, ὡσὰν τὸ Ταμεῖον ἔγινε μόνον διὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις δικηγόρους καὶ μετόχους. Ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον οἰκονομικὸν οἱ δικηγόροι τῶν ἐπαρχιῶν, συνεπείᾳ ὅλων τούτων, ὥστε νὰ ζητοῦν θέσεις μὲ χιλίας καὶ χιλίας πεντακοσίας δραχμάς. Ἡ θέσις των εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἠδυνήθησαν μέχρι σήμερον νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸν γάμον των καὶ τὴν προηγουμένην ὑπηρεσίαν των καὶ εἶνε ὀφειλέται ἀπέναντι τοῦ Ταμείου, δεκαπέντε, εἴκοσι καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδων, τὰς ὁποίας ὁ προηγούμενος νόμος ἐπέβαλε νὰ πληρώνωμεν ὄχι μόνον μὲ τόκον 12%, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀνατοκισμὸν ἀκόμη ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συνάψεως τοῦ γάμου των. Τὸ ποσὸν τῶν τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδων δραχμῶν ἔφθασε σήμερον νὰ εἶνε πεντήκοντα χιλιάδες καὶ ἑξήκοντα χιλιάδες δραχμῶν, συνεπείᾳ τῶν μεγάλων καὶ τοκογλυφικῶν τόκων. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ πληρώσουν τὸ ποσὸν τοῦτο οἱ δικηγόροι οἱ ὁποῖοι πένονται καὶ εὑρίσκονται εἰς οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἕν καὶ μόνον ἔτος; Ἐὰν δὲν πληρώσουν κινδυνεύουν, ὄχι μόνον νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ νὰ παυθοῦν καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀσκήσουν καὶ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμά των. Πῶς θὰ πληρώσῃ, Κύριοι Βουλευταί, σήμερον εἷς δικηγόρος μιᾶς ἐπαρχίας, πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ πληρώσῃ τρεῖς καὶ τέσσαρας χιλιάδας δραχμῶν μηνιαίως, πῶς εἶνε, λέγω, δυνατὸν μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου τοῦ 1934, δηλ. ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, νὰ πληρώσῃ τεσσαράκοντα χιλιάδας δραχ. τὰς ὁποίας ὀφείλει, τουτέστι τρεῖς χιλιάδας δραχ. μηνιαίως καὶ πλέον;
§193ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁμιλεῖτε στηριζόμενος εἰς τὴν ἑξῆς περίπτωσιν, ὅτι ὑπῆρχον δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, δηλ. ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1929, δὲν ἐξεπλήρωσαν καμμίαν ὑποχρέωσιν αὑτῶν. Ἡ περίπτωσις αὐτή εἶνε μεμονωμένη.
§194ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δὲν εἶναι μεμονωμένη. Εἶναι διὰ τὰς ἐπαρχίας γενική, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη δικηγόρον ἂν πρόκειται, κατ’ ἐμέ, εἶναι τὸ ἴδιον.
§195ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Συμβούλιον τοῦ Ταμείου ἔπρεπεν ἀπὸ τὸ 1931 νὰ τοὺς διαγράψῃ. Ἠξεύρετε ὅτι θὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα ποὺ τοῦ παρέχει ὁ νόμος; Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἄν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία σας καὶ παραταθοῦν αἱ δόσεις ἐπὶ ἑξήκοντα ἀκόμη μῆνας, ἐκεῖνοι οἱ συνταξιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις καὶ περιμένουν νὰ πάρουν σύνταξιν, ἀπὸ ποῦ θὰ τὴν πάρουν;
§196ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἄν, ἀγαπητέ Συνάδελφε ἐν τῇ δικηγορίᾳ, ἀπὸ τοῦ 1929 δέν κατεβάλαμεν τίποτε, τοῦτο συνέβη, διότι ἀπὸ τοῦ 1929 τὸ ἐπίσημον Κράτος μᾶς ἀπηγόρευσε νὰ εἰσπράττωμεν καὶ μᾶς εἶπε σχεδόν, σᾶς ἀπαγορεύω νὰ δικηγορῆτε, διότι μᾶς ἀφήρεσε τὰ ¾ τῶν ὑποθέσεών μας διὰ τῶν διαφόρων νόμων καὶ ἀναστολῶν. Ἄν ἀπὸ τοῦ 1929, ὁπότε παρουσιάσθη ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πληρώσωμεν, μὲ ποῖον δικαίωμα θὰ σᾶς εἴπω ἐγώ, μὲ ποῖον δικαίωμα θὰ ἔλθητε νὰ μᾶς εἴπητε: ἔχω ἕν Ταμεῖον διὰ νὰ προστατεύσωμεν τοὺς πτωχοὺς δικηγόρους, ὥστε νὰ μὴ γυρίζουν πένητες, ὅταν γηράσκουν, καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν νὰ μὴ μένουν εἰς τοὺς δρόμους, αὐτὸ τὸ Ταμεῖο, μὲ ποῖον δικαίωμα θὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ: εἰς σᾶς τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς δικηγόρους, δι’ οὕς κυρίως συνέστη, σᾶς ἀρνοῦμαι τὸ δικαίωμα νὰ καταβάλλητε μὲ δόσεις καὶ εὐκολίας τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλετε δι’ ἀναγνώρισιν τοῦ γάμου καὶ τῆς προτέρας ὑπηρεσίας καὶ σᾶς διαγράφω καὶ σᾶς πετῶ εἰς τὸν δρόμον ἄνευ συντάξεως; Μὴ ὑπολογίζετε, Κύριοι, τὰς Ἀθήνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπέστησαν τὸν οἰκονομικὸν κλονισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπέστημεν ἡμεῖς οἱ τῶν ἐπαρχιῶν.
§197Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας τὸ ἑξῆς. Ὅτι τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν δὲν εἶναι Ταμεῖον ἀνεργίας Νομικῶν. Εἶνε Ταμεῖον Συντάξεων, θὰ ἠξεύρετε δὲ ὅτι τὰ Ταμεῖα Συντάξεων βασίζονται ἐπάνω εἰς ὡρισμένους ὑπολογισμοὺς καὶ εἰς ὡρισμένους ἀναλογιστικοὺς πίνακας, ὅπως λέγονται εἰς τὴν ἀσφαλιστικὴν ἐπιστήμην, καὶ συγκεκριμένως, ἂν τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν τῶν ἀπεριορίστων ἀναστολῶν καὶ τὴν μὴ καταβολὴν τῶν ὡρισμένων δόσεων, τότε ἀνατρέπονται οἱ ὑπολογισμοί, οἱ στηριζόμενοι εἰς τοὺς ἀναλογιστικοὺς πίνακας, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶνε νὰ ἀνατραπῇ ἐκ βάθρων τὸ Ταμεῖον εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταβάλλουν ἐγκαίρως τὰς δόσεις των.
§198ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Καὶ εἰς αὐτό, κ. Συνάδελφε, πλανᾶσθε. Καὶ εἰς αὐτὸ ἀκόμη θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν ἐκάμαμεν Ταμεῖον διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἁπλῶς, ἀλλ’ ἐκάμαμεν Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν, διὰ νὰ προστατεύσωμεν πράγματι τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι, ὅταν φθάσουν εἰς τὸ τέρμα τοῦ βίου των καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀσκήσουν τὸ ἐπάγγελμά των καὶ νὰ ζήσουν, νὰ ἐνισχυθοῦν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον. Τὸ Ταμεῖον δὲν συνέστη δι’ ἐκείνους τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πλούσιοι καὶ ἔχουν νὰ ζήσουν καὶ ἄνευ τοῦ Ταμείου Συντάξεως. Ἀλλὰ θὰ πεισθῆτε ἀκόμη ὅτι σφάλλεσθε, ὅταν ὑπολογίσετε ὅτι τὰ 50% τῶν δικηγόρων ὀφείλουν τὰς προκαταβολάς των καὶ τὰς εἰσφοράς των καὶ εἶναι φύσει ἀδύνατον εἰς αὐτούς, λόγῳ πτωχείας, ἐντὸς ἔτους νὰ καταβάλουν τὰ ὀφειλόμενα. Οὕτω καὶ τὸ Ταμεῖον θὰ χάσῃ ἀναλόγους μετόχους καὶ οἱ μέτοχοι οὗτοι θὰ διαγραφοῦν καὶ τὸ Ταμεῖον Συντάξεων τότε δὲν θὰ ἔχῃ λόγον ὑπάρξεως καὶ θὰ διαλυθῇ, ὡς εἶπον, διὰ γενικῆς ἐξεγέρσεως, ὡς μὴ ἐκπληροῦν κανένα σκοπόν. Ἐκτός, ἂν διακηρύξητε ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ὅτι ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς καὶ πενομένους δικηγόρους θὰ εἰσπράττωμεν τὰ τάλληρα δι’ ἑκάστην παράστασιν, διὰ νὰ ἀποζῶσιν οἱ πλούσιοι δικηγόροι καὶ οἱ δικασταὶ μὲ παχυτάτας συντάξεις, δικαίως μάλιστα οἱ δεύτεροι, οἵτινες, λόγῳ εὐμαρείας, ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὸ Ταμεῖον τῶν Συντάξεων.
§199Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἄν, ὅπως πράγματι διαπιστώνετε, καὶ πιθανὸν αἱ διαπιστώσεις σας αὐταὶ νὰ εἶνε ἀκριβεῖς, δὲν ἔχω δὲ οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ μὴ τὰς δεχθῶ ὡς ἀληθεῖς, ἂν τὰ 50% τῶν δικηγόρων περιφέρωνται πένητες καὶ γυμνητεύοντες, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ πρέπῃ νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ἵδρυσιν Ταμείου Ἀνεργίας καὶ Ἀλληλοβοηθείας τῶν δικηγόρων. Ἄν ὅμως εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων θελήσητε νὰ ὑποβάλητε τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐμποδίσουν τὴν εἴσπραξιν τῶν δόσεων, θὰ τὸ ἀνατρέψητε.
§200ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοιαύτης ἀλληλοβοηθείας, οὔτε περὶ Ταμείου Ἀνεργίας, ἀλλὰ λέγω τὰ ἑξῆς· ὅτι, ἐπειδὴ ἐξερράγη κρίσις οἰκονομικὴ καὶ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, ζητοῦμεν νὰ μᾶς δοθῇ προθεσμία διὰ νὰ καταβάλωμεν τὰ ὀφειλόμενα. Δὲν ζητοῦμεν νὰ μᾶς τὰ χαρίσητε. Δὲν ζητοῦμεν νὰ μὴ πληρώσωμεν τὰ ὀφειλόμενα. Ἄλλωστε μὴ λησμονεῖτε καὶ ἓν ἄλλο ὅτι εἰς τὸ Ταμεῖον Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν ὑπῆρχεν ὁμοία διάταξις, ἐξεδόθη δὲ καὶ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζονται αἱ καταβολαὶ τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν εἰς ἑξήκοντα μηνιαίας δόσεις. Οἱ Βουλευταὶ καὶ οἱ Γερουσιασταί, οἵτινες ἀπολαμβάνουν γλισχροτάτων ἀποδοχῶν, ἔτυχον προνομίου νὰ καταβάλουν τὰ καθυστερούμενα εἰς ἑξήκοντα μηνιαίας δόσεις. Διατί εἰς τοὺς πτωχοὺς δικηγόρους θὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα αὐτό; Ἐὰν δὲν θέλετε νὰ πράξητε τοῦτο, τότε διαγράψατέ μας ἀπὸ τοῦδε ἐκ τοῦ Ταμείου τῶν Συντάξεων, διότι ὁριστικῶς δὲν δυνάμεθα νὰ καταβάλωμεν τὰ ὀφειλόμενα εἰς διάστημα ἑνὸς καὶ μόνου ἔτους.
§201ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ὅτι ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ ἔχωμεν Ταμεῖον ἀνεργίας. Πρόκειται νὰ ἔχωμεν Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσφέρομεν τὸν ὀβολόν μας, διὰ νὰ ἔχωμεν εἰς τὰ γηρατεῖα μας μίαν σύνταξιν. Ὁ νόμος εἶχε τελευταίαν προθεσμίαν μέχρι Μαρτίου τοῦ 1933. Διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη τὸ καλοκαῖρι, παρετείναμεν τὴν προθεσμίαν μέχρι τέλους τοῦ 1933. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ὅπως ἐτροποποιήθη, παρατείνομεν τὴν προθεσμίαν μέχρι τοῦ 1934. Ὁ κόσμος ὁ ὁποῖος κατέβαλε τὰ καθυστερούμενα, περιμένει σύνταξιν, ἀλλὰ πῶς θὰ τοῦ δώσωμεν σύνταξιν, ἀφοῦ δὲν εἰσπράττομεν τὰ καθυστερούμενα καὶ πῶς εἶνε δυνατὸν τὸ Ταμεῖον νὰ ὀρθοποδήσῃ ἔτσι; Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνετε, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τοῦτο δέν θὰ εἶνε τίποτε ἄλλο, παρὰ μία τορπίλλη, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ τὸ Ταμεῖον νὰ καταπέσῃ.
§202ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Θὰ ἀναμείνῃ τὸ Ταμεῖον ὅπως ἡμεῖς ἀναμένομεν τὴν αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως.
§203Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ θέσωμεν μέχρι τέλους τοῦ 1935;
§204ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κ. Πρόεδρε, ὅτι κανεὶς δικηγόρος ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἶνε εἰς θέσιν νὰ καταβάλλῃ τρεῖς χιλιάδας δρχ. μηνιαίως, διὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς του, ἢ διὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸν γάμον του. Θέλετε νὰ πᾶμε εἰς τὰς ἐπαρχίας νὰ ζητιανέψωμεν διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ ὀφειλόμενα;
§205Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀκούσωμεν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸν βουλευτὴν κ. Ράλλην, διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς θὰ διακανονίσωμεν τὰ πράγματα.
§206ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δὲν ἐκδηλώνω, κ. Πρόεδρε καὶ κ. Συνάδελφοι, μόνον τὸν πόνον ὡρισμένων δικηγόρων πτωχῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς γνώμας πολλῶν συλλόγων, οἱ ὁποῖοι διὰ τηλεγραφημάτων ἀπευθύνουν τὴν παράκλησιν αὐτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τὸ ἕν μέρος ἐξέδωκεν ἕν Διάταγμα καὶ λέγει ὅτι ἀπαγορεύει πᾶσαν ἐκτέλεσιν καὶ ἔδωκεν ἀναστολὴν μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1934, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος λέγει, πληρώσατε δύο καὶ τρεῖς χιλιάδας δρχ. τὸν μῆνα, διὰ νὰ μὴ χάσητε τὴν σύνταξιν. Πῶς θὰ γίνῃ τοῦτο;
§207Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ἕν ἄλλο. Εἰς τὰς σκέψεις σας πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, διὰ τῶν σχετικῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας κακίζετε, παρὰ νὰ ρυθμίσῃ καταλλήλως τὰς σχέσεις μεταξὺ ἐκείνων τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν καὶ οἱ ὁποῖοι εὐλόγως ἀξιοῦν ἀπὸ τὴν Πολιτείαν νὰ λάβωσι τὴν σύνταξιν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν καὶ εἰς τοὺς ὁποίους θέλει νὰ παράσχῃ σχετικὰς εὐκολίας. Ἐὰν τώρα ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν διὰ πολὺν χρόνον, τότε πῶς θὰ δυνηθῇ τὸ Ταμεῖον νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν καὶ μάλιστα μὲ τόκον 12%; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Πολιτεία δέν ζητεῖ νὰ πάρῃ τίποτε.
§208ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ Πολιτείας, κ. Πρόεδρε.
§209Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Κράτος δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρά, ὅπως εἶπεν ὁ Βίσμαρκ, τὸν ἔντιμον μεσάζοντα. Πρέπει νὰ μὴ ἀδικηθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τόσα λεπτὰ καὶ περιμένουν, γηράσαντες, νὰ λάβουν κἄτι τι. Δέν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν τὸ Ταμεῖον νὰ ἀδικήσῃ τοὺς ἀτυχεῖς αὐτούς, οὔτε νὰ παραβλέψῃ τὸ δίκαιόν των.
§210ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, κ. Πρόεδρε, ἀκριβῶς ἀνέκαθεν εἶχεν ὡς πρόγραμμα νὰ χρησιμεύσῃ ὡς διαιτητὴς μεταξὺ τῶν δύο διαμαχομένων μερίδων, ὀφειλετῶν καὶ δανειστῶν τῶν ἀγροτικῶν καὶ ἀστικῶν ἐν γένει χρεῶν, καὶ εὐτυχῶς ἄριστα ἐφαρμόζει τοῦτο. Τούτου ἕνεκα καὶ ἐγὼ ἀνέλαβον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ρυθμίσῃ μὲ δικαίαν βάσιν τὸ ζήτημα, ὥστε καὶ οἱ ἔχοντες νὰ λάβωσι σύνταξιν τῶν νομικῶν νὰ τὴν λάβουν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νὰ διευκολυνθοῦν εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ὀφειλομένων νὰ μὴ διαγραφῶσιν.
§211ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει στατιστικῶν δεδομένων, οἱ δικηγόροι ὀφείλουν εἰκοσιπέντε ἑκατομμύρια. «....» (ἀναγινώσκει).
§212ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Οἱ μὲν ὑπάλληλοι ἐπλήρωσαν ὅλοι....
§213ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Ὀφείλουν. Τὸ βασικὸν σφάλμα τοῦ νόμου, εἶναι ὅτι δὲν ἀνέθεσε τὴν εἴσπραξιν τῶν μηνιαίων δόσεων εἰς τοὺς κατὰ τόπους ταμίας, διότι ὑπάρχουν καὶ εὔποροι δικηγόροι, ὅπως ὁ κ. Ράλλης, ὁ κ. Τσουκαλᾶς...
§214Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὁ Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀμελείας καθυστεροῦν.
§215ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκ τοῦ ἐλέγχου τὸν ὁποῖον ἔκαμα, ἐπείσθην, καὶ εἶνε γνωστόν, ὅτι τὸ ἀμελέστερον σῶμα εἰς ὅλον τὸν κόσμον, εἶναι οἱ δικηγόροι. (ἀναγιγνώσκει). Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῆς ἀπορίας των δὲν κατέβαλον, εἶνε ἕν ποσοστὸν 12%, οἱ ἄλλοι, οἱ ἐξ ἀμελείας μὴ καταβαλόντες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγώ, εἶναι 38%. (Συνεχίζει ἀγορεύων πρὸς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς μὴ ἀκουόμενος).
§216ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τὸ Ταμεῖον εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται, κ. Ὑπουργέ;
§217ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Ταμεῖον εἶνε μεγάλος ὀργανισμός.
§218ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Θέλω νὰ διαπιστωθῇ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, θέλω νὰ διαπιστωθῇ τὸ ἑξῆς· ὅτι αἱ μηνιαῖαι καταβολαί, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν ἡμεῖς, θὰ συντελέσουν διὰ νὰ λάβουν σύνταξιν οἱ ἄλλοι, διότι θὰ εἶνε σοβαραὶ αὗται;
§219ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπατᾶσθε.
§220ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγὼ ἐὰν ἀπατῶμαι.
§221ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). .......
§222ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τὸ Ταμεῖον τῶν Νομικῶν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν εὐμάρειαν, ὥστε, ὄχι μόνον ἔχει τοκίσει εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, ὄχι μόνον ἐπῆρεν ὁμολογίας, ἀλλὰ ἔχει καὶ πεντήκοντα ἑκατομμύρια μὲ 2,5% κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν· ἐνῷ οἱ πτωχοὶ δικηγόροι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ γίνουν ὀφειλέται τοῦ Ταμείου μὲ 2,5%. Ἐὰν δὲν δοθῇ, κ. Πρόεδρε, ἡ εὐκολία αὐτὴ τῆς εἰς μακρὸν χρόνον καταβολῆς, ὁπότε συνεπῶς δὲν θὰ καταβάλουν οἱ δικηγόροι τὰ ὀφειλόμενα, τότε ἔχει τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ νόμου, τὸ Συμβούλιον νὰ εἴπῃ, διαγράφω τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των. Τὸ Ταμεῖον τότε μόνον θὰ κλονισθῇ, ὅταν δὲν δοθῇ προθεσμία νὰ καταβάλωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν καὶ διαγραφῶμεν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔκαμε τόσας εὐκολίας εἰς τοὺς πάσχοντας, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατήργησε τὴν προσωπικὴν κράτησιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλετῶν κάτω τῶν πεντακοσίων δραχμῶν, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία παρέσχε τόσας εὐκολίας πρὸς καταβολὴν τῶν δόσεων, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐχάρισε τοὺς τόκους εἰς ἐμπόρους καὶ ἐπαγγελματίας, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ὄχι νὰ μᾶς χαρίσῃ τὰ ὀφειλόμενα, ἀλλὰ νὰ μᾶς δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ διευκολυνθῶμεν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῶν Νομικῶν, τὸ ὁποῖον τὸ θεωροῦμεν ὡς Ταμεῖον ἰδικόν μας, νὰ μὴ τὸ προικοδοτήσωμεν μὲ τόκον 2.5% ὅπως εἰσπράττει ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς ἥν ἔχει πεντήκοντα ἑκατομμύρια κατατεθειμένα, καὶ νὰ θεωρηθῶμεν ὀφειλέται εἰς τὸ Ταμεῖόν μας καὶ μὲ χρόνον ἐξοφλήσεως εἰς πέντε ἔτη. Ἀκόμη θὰ σᾶς εἴπω τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ταμεῖον δανείζει καὶ κτίζονται σπίτια, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ταμεῖον ἀρχίζει καὶ παίζει μὲ ὁμολογίας, διατὶ νὰ μὴ δανείσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ νὰ γίνωμεν ἡμεῖς ὀφειλέται του μὲ τόκον 2.5%; Διατὶ νὰ τὰ δανείζητε εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ μὴ τὰ δανείσητε εἰς τοὺς συναδέλφους μας τοὺς πάσχοντας, μὲ 2.5%; Ποία λογικὴ εἶνε ἱκανὴ νὰ κλονίσῃ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο; Διατὶ δὲν τὰ τοκίζητε εἰς ἡμᾶς; Δὲν εἴμεθα φερέγγυοι;
§223Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Διότι ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν τὸ Ταμεῖον ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἀναλάβῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν.
§224ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τὸ Ταμεῖον δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναλάβῃ χρήματα, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ κάμῃ ἐπιχείρησιν. Κατὰ μῆνα θὰ εἰσπράττῃ παρ’ ἡμῶν καὶ κατὰ μῆνα θὰ πληρώνῃ. Διατὶ νὰ δίδῃ δάνεια διὰ τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν ἐν Ἀθήναις εἰς τοὺς ἐν Ἀθήναις δικηγόρους, καὶ δὲν μᾶς κάμνει ὀφειλέτας τῶν ὀφειλομένων μὲ 2.5%; Δώσατέ μας δάνειον μὲ 2.5%. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος πολὺ ἐπρόσεξε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπείσθη ὅτι πρέπει νὰ μᾶς δοθῇ προθεσμία πρὸς καταβολὴν τῶν ὀφειλομένων μὲ 2,5% εἰς μηνιαίας δόσεις διὰ πέντε χρόνια, πᾶσα δὲ καθυστέρησις μηνιαίας τινὸς δόσεως, νὰ ἔχῃ τόκον 10%. Κύριε Ὑπουργέ, ὅσον ἐπλήρωσα ἐγὼ πρὸς τὸ Ταμεῖον τὰς ὑποχρεώσεις μου, τόσον καὶ ὑμεῖς ἐπληρώσατε τόκους, διότι, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἴμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν δυστυχῶς δι’ ἐμέ, ἢ εὐτυχῶς διὰ σᾶς, δὲν εἴμεθα εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν, διότι σεῖς ἔχετε ἑκατομμύρια καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω δεκάρα, καὶ σεῖς ἐξεπληρώσατε πολὺ καλὰ τὰς ὑποχρεώσεις σας. Ἀλλὰ σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι καὶ ἂν δὲν ὑπάρξῃ Ταμεῖον Συντάξεως διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν πλούσιον, τὸ ἴδιον κάμνει, διότι δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τοῦ Ταμείου νὰ ζήσῃ, ἐνῷ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, τὸ Ταμεῖον εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη. Τελευτῶν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κ. Ὑπουργέ, κάμνω ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς, ὅπως σώσητε τοὺς πτωχοὺς δικηγόρους, τοὺς ὁποίους ποικιλοτρόπως θέλετε νὰ προστατεύσητε παρέχοντες τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς πρὸς τὸ Ταμεῖον ὑποχρεώσεις των καὶ νὰ μὴ διαγραφῶσι καὶ θὰ σᾶς εὐγνωμονοῦν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ τοῦ κέντρου).
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκανδαλάκης.
§226Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον —ἔστω καὶ ὡς τροποποιητικὸν ἄλλου νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν —εἶνε κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἓν ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσῃ ἡ παροῦσα Βουλή, σοβαρώτερα, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀποσκοπεῖ τὴν θεραπείαν μιᾶς σοβαρωτάτης ἀνάγκης μιᾶς τάξεως πολυπληθεστάτης, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, μιᾶς τάξεως, ἡ ὁποία, παρ’ ὅλα ὅσα λέγονται κατ’ αὐτῆς, εἶνε ἀπὸ τὰς πλέον ἐκλεκτὰς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, προσέφερε δὲ πάντοτε καὶ προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἀτυχῶς, ὁ ἀρχικῶς συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου —ὁ μακαρίτης ὁ Βλάχος— τοῦ ὁποίου ἡ νομομάθεια καὶ ὁ ζῆλος διὰ νὰ συντάξῃ τὸν νόμον αὐτὸν ὑπῆρξεν ἀναμφισβήτητος — λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ ζήλου αὐτοῦ, ἐπειδὴ ἐφοβεῖτο ὅτι τὸ νεοϊδρυθησόμενον Ταμεῖον δὲν θὰ ζήσῃ, δὲν θὰ εἶνε βιώσιμον, ὤθησε νὰ θεσπίσῃ διατάξεις πολὺ ὑπερβολικάς, διατάξεις αἱ ὁποῖαι θίγουν τὰ ὅρια τῆς ἀπολύτου ἀδικίας. Κυρίως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπεσκόπει νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τῶν δικηγόρων καὶ κατὰ συνάρτησιν τῶν δικολάβων καὶ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ἐν τούτοις συνέβη τὸ ἀντίθετον. Ἐθεράπευσεν ὅλας τὰς ἄλλας ἀνάγκας, πλὴν ἐκείνων τῶν δικηγόρων. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ἐκ Λαρίσης εἶπε προχθὲς ὅτι οἱ ἐν ἐπαρχίαις δικηγόροι πάσχουν. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐν Ἀθήναις πάσχουν —δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀποκρύπτωμεν τὴν ἀλήθειαν— διότι ναὶ μέν ἐδῶ ὑπάρχουν περισσότεραι ὑποθέσεις, ἀλλὰ εἶνε καὶ πολὺ περισσότερα τὰ ἔξοδα παραστάσεως. Μόνον διὰ γραφεῖον θέλουν 2–3 χιλιάδας δρχ. τὸν μῆνα, -ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν ἐκ συστολῆς τὸ ἀποκρύπτουν. Πολλοὶ ἐκ συστολῆς καὶ ὑπερηφανείας δέν ἐπάτησαν τὴν θύραν τοῦ Ταμείου Νομικῶν, διότι δὲν εἶχον νὰ πληρώσουν, καὶ τὰς ἀληθείας ταύτας, οὔτε ὁ κ. Εἰσηγητής, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργός πρέπει νὰ θέλουν νὰ διαστρέφουν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι, δῆθεν, ἐξ ἀμελείας δὲν ἐπλήρωσαν. Καὶ ὅτι τοῦτο οὕτως ἔχει, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι, ἐνῷ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ ἄλλοι μέτοχοι τοῦ Ταμείου, ἔχουν ἐκπληρώσει πρὸς αὐτὸ τὰς ὑποχρεώσεις των, οἱ δικηγόροι καὶ οἱ δικολάβοι δὲν ἔχουν ἐκπληρώσει ταύτας. Ἐνῶ λοιπὸν ὁ νόμος αὐτὸς ἔγινε διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, τῶν δικηγόρων δηλονότι καὶ τῶν δικολάβων, διότι εἶνε φανερόν, ὅτι σκοπὸς τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων εἶνε νὰ ἔχουν, ἔστω καὶ κἄτι ἐλάχιστον, διὰ τὸ γῆρας καὶ τὴν ἀσθένειαν οἱ ἄνθρωποι— εἶνε δέ γνωστόν, ὅτι τόσον οἱ δικασταί, ὅσον καὶ οἱ ἄλλοι μετέχοντες τοῦ Ταμείου εἶχον μίαν σύνταξιν — ἐν τούτοις, τούτους διὰ τοὺς ὁποίους ἔγινεν ὁ νόμος, οὐσιαστικῶς δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, διότι τοὺς μὲν δικολάβους πραγματικῶς ἀποκλείει, ἀφοῦ διὰ νὰ πάρῃ εἷς δικολάβος σύνταξιν πρέπει, κατὰ νόμον, νὰ εἶνε διωρισμένος, τοιοῦτοι δὲ διωρισμένοι δικολάβοι ὑπάρχουν μόνον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1920, διότι τότε περίπου ἐψηφίσθη ὁ σχετικὸς νόμος, συνεπῶς οὐδεὶς σχεδὸν δικολάβος θὰ πάρῃ σύνταξιν, διότι ὅλοι ἢ τοὐλάχιστον οἱ πλεῖστοι, εἶνε περασμένης ἡλικίας, λογικῶς ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ συμπληρώσουν τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενον ὅριον πρὸς λῆψιν συντάξεως, διότι δέν προφθάνουν. Εἶναι ἀληθές συνεπῶς τὸ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέν, ὅτι οἱ δικολάβοι ἔχουν ἀποκλεισθῆ ἐντελῶς. Ὑπέβαλον διὰ τοῦτο εἰς τὴν Κοινοβουλ. Ἐπιτροπὴν τροπολογίαν, γενομένην, εὐτυχῶς ἀποδεκτήν, καὶ παρ’ αὐτῆς καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νομίζω, καθ’ ἥν, δικολάβος ἀσκῶν τὸ ἐπάγγελμά του καὶ μόνον αὐτό, ἀποδεικνύων δὲ τοῦτο δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, δικάζοντος κατὰ τὴν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν νὰ δύναται νὰ προσμετρῇ ἅπασαν τὴν προϋπηρεσίαν του. Παρακαλῶ καὶ ἱκετεύω τὴν Βουλήν, ἵνα θελήσῃ καὶ προστατεύσῃ μίαν ἐντιμοτάτην τάξιν, ὅπως ἡ τῶν δικολάβων, ἡ ὁποία, ὡς ἐπείσθητε πιστεύω, ἀποκλείεται ἐντελῶς τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου.
§227ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ τροπολογία σας ἔγινε δεκτή.
§228Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ προστεθῇ καὶ ἡ φράσις «ἐπ’ ἀναφορᾷ», διότι ἂν καὶ ὁ εἰσηγητὴς κ. Ράλλης τὴν ἀποκρούει, ὡς αὐτονόητον, ἐν τούτοις ἐγὼ ἐπιμένω διὰ νὰ λείψουν αἱ παρερμηνεῖαι.
§229Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὴν προσέθεσα.
§230Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΣ. Ἄν οἱ δικολάβοι παρέστησαν εἰς δίκας καὶ ἐδήλωσαν τὰ ὀνόματά των κατὰ τὴν παράστασιν, νομίζω ὅτι τοῦτο εἶνε ἀρκετὸν διὰ νὰ πιστοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσέφερον, πρὶν ἀκόμη ἀναγνωρισθῇ Σᾶς τὸ λέγω αὐτὸ καὶ ἔχετέ το ὑπ’ ὄψει σᾶς. Πιθανὸν νὰ χρησιμεύσῃ.
§231Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Δέν ἀποκρούω καὶ αὐτὴν τὴν ἄποψιν, ἀλλ’ ἐπιμένω κυρίως ἐπὶ τῆς προφανοῦς ἀδικίας, ποὺ ἐξέθηκα. Οἱ πτωχοὶ δικολάβοι καλοῦνται νὰ πληρώσουν πλὴν τῆς μηνιαίας εἰσφορᾶς των καὶ τὰ ταλληράκια των εἰς ἑκάστην κατάθεσιν δικογράφου καὶ εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν, βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχουν συνεδριάσεις Πταισματοδικείων ἢ μονομελῶν Πλημμελειοδικείων, καθ’ ἅς πληρώνουν πάμπολλα. Ἐγὼ παρέστην εἰς μίαν τοιαύτην, ὅπου εἷς δικολάβος ἐπλήρωσε τριακοσίας δραχμάς. Καὶ ἐνῶ αὐτοί, ταῦτα πληρώνοντες, ἀποκλείονται τοῦ Ταμείου, οἱ δικασταὶ καὶ αἱ διάφοροι δακτυλογράφοι καὶ τηλεφωνήτριαι, διὰ μόνης τῆς μηνιαίας εἰσφορᾶς των, συμπεριλαμβάνονται. Θὰ ἐπιστήσω διὰ τοῦτο τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀκόμη καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως θελήσουν νὰ διαμορφώσουν τὸ νομοσχέδιον κατὰ ἕνα τρόπον καλλίτερον καὶ δικαιότερον, ἀφοῦ σᾶς εἶπα, οἱ μὲν δικαστικοί, δακτυλογράφοι κλπ. πληρώνουν μόνον τὰς μηνιαίας εἰσφοράς των, οἱ δὲ δικηγόροι, δικολάβοι κλπ. πλὴν αὐτῶν, καὶ πολλὰ ἄλλα. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ νοηθῇ Ταμεῖον μὲ δυσαναλόγους εἰσφοράς, καὶ πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἐξεπληρώθη ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ὅταν οἱ δικηγόροι, δι’ οὓς κυρίως ἐθεσπίσθη ὁ νόμος, καλοῦνται νὰ πληρώσουν, τοὐλάχιστον, τετραπλάσια τῶν ἄλλων; Ἀπὸ ἀπόψεως δικαιοσύνης, δι’ ἐμέ, τοῦτο εἶναι τελείως ἀκατανόητον. Πάντοτε, βέβαια, ὡς ἔχει ὁ νόμος, θὰ ὑπάρχῃ μία ἀδικία διότι πολλοὶ δικηγόροι, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν πολλὰς ὑποθέσεις, θὰ καταβάλουν πολὺ περισσότερα τῶν ἄλλων, ποὺ δὲν ἔχουν, ἀλλ’ ἀπὸ μιᾶς ὑψηλοτέρας ἠθικῆς ἐξετάζοντες τὰ πράγματα, ἠμποροῦμεν νὰ βλέπωμεν μίαν δικαιοσύνην εἰς τὸ γεγονός, ὅτι οἱ μὲν καταβάλλουν καὶ συνεισφέρουν ὑπὲρ τῶν δέ, μετὰ τῶν ὁποίων ἀνήκουν εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν τάξιν.
§232ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δεκτὸν διὰ τοὺς δικολάβους.
§233Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς προσγιγνομένης εἰς τοὺς δικηγόρους ἀδικίας, θὰ ἤθελα νὰ ἀντικρύσωμεν ὅλοι κατάματα τὴν πραγματικότητα, διότι, ἂν τὸ πρᾶγμα εἶνε ἔτσι, ὡς ἐγὼ τὰ ἐξέθηκα, ἂν δηλ. πράγματι ἡ τάξις τῶν δικηγόρων εἶνε ἡ πλέον ἀναξιοπαθοῦσα τάξις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ ἄν αἱ διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νόμου εἶνε ἄδικοι, ὅπως καὶ εἶνε, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ἐξ ὁλοκλήρου ἡ ἐξ 150 δραχμῶν μηνιαία εἰσφορὰ διὰ τοὺς δικηγόρους καὶ τῶν 75 διὰ τοὺς δικολάβους. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφός μου, κ. Παπαθανάσης, προτείνει μείωσιν τῶν εἰσφορῶν αὐτῶν. Ἐγὼ προτείνω ἐξ ὁλοκλήρου κατάργησιν, καὶ ἂν εἶνε δίκαιον νὰ πληρώσουν τὰς εἰσφοράς των διὰ τὴν προϋπηρεσίαν των μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, δικαιότατον ὅμως εἶνε νὰ καταργηθοῦν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, διότι εἶνε προφανές, ὅτι πληρώνουν αὐταὶ αἱ δύο τάξεις διὰ νὰ πάρουν σύνταξιν αἱ δακτυλογράφοι κλπ. Οἱ ἀριθμοὶ ποὺ ἐδόθησαν εἰς τὴν Βουλήν, εἶνε ἐντελῶς ἐσφαλμένοι. Δέν πρόκειται περὶ τετρακοσίων ἢ πεντακοσίων δραχμῶν, ὡς ἐλέχθη, ἀλλὰ περὶ δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν — 50 καὶ 60 καὶ 70 χιλιάδων —παρίσταται δέ ἐνταῦθα συνάδελφος δικηγόρος, δέν ἠξεύρω ἐὰν θέλει νὰ τὸ ὁμολογήσῃ, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ αὐτὰ τὰ χρήματα ἐνεχυρίασε τὰ κοσμήματα τῆς γυναίκας του. Πῶς ἄλλωστε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξοικονομηθοῦν τόσα χρήματα; Ἀπαιτοῦνται, ὡς εἶπα, τεράστια ποσά.
§234ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§235Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Μάλιστα μέ τὰς τοκογλυφικωτάτας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου...
§236ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§237Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Διατί;
§238ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι, διὰ νὰ ἀπονεμηθῇ σύνταξις, πρέπει νὰ τὰ καταβάλῃ.
§239Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Σεῖς μοῦ λέγετε, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς νὰ πάρῃ σύνταξιν καὶ δὲν ἔχει νὰ τὰ καταβάλῃ, ἂς μὴ πάρῃ. Εἰς τὸ ἴδιον καταλήγομεν. Νούμερο ἕν αὐτό. Νούμερο δύο τὸ ἄλλο. Ἂν εἷς ἔχει τελέσει τὸν γάμον του εἰς τὰ 1910, ὑπάρχει ἄλλη τοκογλυφικωτάτη διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία λέγει ὅτι θὰ πληρώσῃ τόκον 12%. Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές, Κύριοι, καὶ θὰ πληρώσῃ ἄλλας 30 χιλ. δραχμῶν, δηλαδὴ θὰ πληρώσῃ ἐντόκως τὴν εἰσφορὰν τοῦ γάμου ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς τελέσεώς του. Αὐτὴ ἡ διάταξις προῆλθεν ἀπὸ τὸν βαθύτατον φόβον ἐξ οὗ κατείχετο ὁ ἀρχικὸς συντάκτης τοῦ νόμου ὅτι τὸ νεοϊδρυθησόμενον Ταμεῖον θὰ πέσῃ ἔξω. Τὸν φόβον του δὲ αὐτόν, θὰ μετέδωκε καὶ εἰς πολλοὺς δικαστὰς καὶ δι’ αὐτὸ πολλοὶ δικασταὶ ἐδήλωσαν ὅτι δὲν μετέχουν τοῦ Ταμείου. Τώρα μετενόησαν καὶ θέλουν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν δήλωσίν των ἐκείνην καὶ προσῆλθον εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ζητοῦντες συγχοροχάρτι, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐδόθη καὶ ὀρθῶς. Θέλομεν, λοιπόν, οἱ δικηγόροι 70 καὶ 80 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ποῦ νὰ τὰ εὕρωμεν; Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι διὰ τοὺς δικηγόρους καὶ τοὺς δικολάβους πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις. Δέν ὑποβάλλω βέβαια σήμερον τροπολογίαν, καίτοι φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι καὶ ἂν εἰσέλθουν τοιαῦται τροπολογίαι, τὸ Ταμεῖον πάλιν θὰ πάῃ ἐμπρός, καὶ δὲν δικαιολογοῦνται καθόλου οἱ διατυπωθέντες ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου φόβοι. Δέν πρόκειται ἄλλως νὰ κάμωμεν νομοθετήματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φόβων μας. Ἄν ὑπάρχουν δυσχέρειαι, φρονῶ, ὅτι ἔργον τοῦ νομοθέτου εἶνε νὰ λύῃ τὰς δυσχερείας αὐτάς καὶ νὰ μὴ κάμπτηται πρὸ τῶν δυσχερειῶν. Τὰ λέγω αὐτά, διότι ὁ κ. Ράλλης εἶπε προχθές, καὶ ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ὀρθῶς...! Καλά. Κύριοι, ἀλλὰ πολλοὶ κατέβαλον τὰ λεπτὰ αὐτά. Τὶ νὰ κάμωμεν τώρα; Ἐγὼ δέν ἠξεύρω τὶ θὰ κάμωμεν. Ἐγὼ ἠξεύρω ὅτι ὁ σοβαρὸς νομοθέτης, ὅταν θέλει νὰ πλάττῃ νέους νόμους καὶ νέας ὑπηρεσίας, ὀφείλει νὰ πλάττῃ τούτους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων τῆς λογικῆς καὶ τῆς ἐμπειρίας καὶ τῶν ὑψηλοτέρων νόμων τῆς δικαιοσύνης. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὑποχρεοῦται νὰ λύῃ τὰς ἀναφυσιμένας δυσχερείας. Εἶνε ἢ δὲν εἶνε ἀληθές ὅτι ὑπάρχουν δικηγόροι, πληρώνοντες διὰ τὸ Ταμεῖον διακοσίας καὶ τριακοσίας δραχμὰς τὴν ἡμέραν; Εἶνε. Τότε πῶς μᾶς λέγετε ὅτι πρέπει νὰ πληρώνουν καὶ τὰς 150 δραχμὰς μηνιαίως; Ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, δέν ἐπιμένω νὰ ἀλλάξῃ σήμερον τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἰς τὸ μέλλον τοὐλάχιστον φέρουν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ στηρίζεται ἐπὶ βάσεως δικαιοτέρας. Θὰ ἤθελα ἀκόμη νὰ εἴπω, κ. Ὑπουργέ, καὶ δι’ ἄλλας τινὰς διατάξεις τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι δὲν συνάδουν ποσῶς καὶ πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ψηφίζοντος Σώματος, ἐννοῶ τὰς διατάξεις ποὺ ὁμιλοῦν περὶ τῶν δεκαδράχμων τῶν ἀποφάσεων κλπ. Πρέπει νὰ διαγραφοῦν αὐταί. Ἢ μήπως τὰς εὑρίσκετε ὀρθάς; Ὁ μακαρίτης Βλάχος ἔθετε καὶ ἔθετε διατάξεις, ἀλλ’ εἶναι προφανές, ὅτι δὲν εἶναι καθόλου σωστὸ νὰ πληρώνουν ἐκεῖνοι ποὺ δικάζονται δεκάδραχμα διὰ τοὺς μετόχους τοῦ Ταμείου.
§240ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶνε Ταμεῖον Συντάξεως. Ἄν τὸ Ταμεῖον διὰ τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ δυνηθῇ νὰ ἔχῃ ἀποθεματικόν, μὴ φαντάζεσθε ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ νὰ εἰσπράττῃ αὐτὰ τὰ ποσά. Αὐτὸ εἶνε ζήτημα ἀλληλένδετον μέ τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν.
§241Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ἄν διαβάσητε καλὰ τὶ φόρους ἐπιβάλλει αὐτὸς ὁ νόμος, θὰ πεισθῆτε ὅτι μόνον τὸν ἀέρα δέν ἐφορολόγησεν ὁ μακαρίτης ὁ Βλάχος. Δραχμὰς πέντε διὰ τοῦτο, δέκα δι’ ἐκεῖνο κλπ. Δέν φρονῶ ὅτι ὁ λαὸς πρέπει νὰ πληρώνῃ διὰ νὰ παίρνωμεν σύνταξιν ἡμεῖς οἱ δικηγόροι. Δέν εἶνε ἀξιοπρεπές διὰ τὸ δικηγορικὸν σῶμα νὰ παίρνωμε τὰ λεπτὰ τοῦ λαοῦ. Ὁπωσδήποτε δέν ἐπιμένω, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι: ἡ Βουλὴ εἶνε κουρασμένη καὶ θὰ προχωρήσω...
§242ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Καὶ οἱ Συμβολαιογράφοι;
§243Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Καὶ οἱ συμβολαιογράφοι, χωρὶς ἄλλο ἀδικοῦνται. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς τροπολογίας αὐτάς. Τὸ νομοσχέδιον εἶνε πολὺ λαβυρινθῶδες. Ἄς προχωρήσωμεν εἰς ἄλλας διατάξεις. Ἄς ἔλθωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7. Κατ’ αὐτήν, ὅσοι ἀπέθανον ἀπὸ τοῦ 1919 καὶ ἐντεῦθεν λαμβάνουν σύνταξιν ἐὰν εἶχον δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν. Παραδόξως ὅμως ὁ νόμος ἐπέτασσεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἀποθάνει ἐν ὑπηρεσίᾳ. Ὅταν ἐψηφίσθη ἐπῆγα καὶ εὑρῆκα τὸν Βλάχον καὶ τοῦ εἶπα. «Μὰ τὸ ἐσκέφθης τὸ πρᾶγμα; Εἶνε ἄνω ποταμῶν—ἀλλ’ αὐτός, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶνε ἔντιμοι, εἶχε κἄτι τὸ αὐταρχικὸν ἐν ἑαυτῷ—καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσῃ τίποτε. Συμβαίνει λοιπὸν τὸ ἑξῆς ἐν προκειμένῳ. Εἷς συμβολαιογράφος ὑπῆρξε συμβολαιογράφος ἐπὶ 45 χρόνια— ἔχω ἕνα τοιοῦτον παράδειγμα— ἀλλὰ κατελήφθη ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας καὶ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν. Εἷς ἄλλος παρῃτήθη, ἄλλος ἔχασε τὰ μάτιά του, ἄλλος ἀπέθανε σήμερον καὶ δὲν ἀπέθανεν αὔριον. Αἴ, λοιπόν, αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν σύνταξιν, ἐνῷ ἠμπορεῖ νὰ εἶχον 45 ἔτη ὑπηρεσίαν, διότι ἀπέθανον σήμερον καὶ ἄλλοι ποὺ ἀπέθανον αὔριον, λαμβάνουν, ἐνῶ εἶχον 18 ἐτῶν ὑπηρεσίαν. Ἔτσι λέγει ὁ νόμος. Τὰ εὑρίσκετε δίκαια αὐτά; Σᾶς τὰ εἶπα πολὺ ἁπλᾶ διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε ὁποῖον εἶναι τὸ μέγεθος τῆς ἀδικίας. Ὑπάρχουν δὲ τέτοια ἀρκετὰ εἰς τὸν νόμον. Ὁ κ. Ράλλης θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι τότε θὰ πέσῃ τὸ Ταμεῖον. Ἐγὼ λέγω: «Νὰ πέσῃ», ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθοῦν ὡρισμένα πρόσωπα, ἐνῶ τὸ ὀρθὸν εἶνε νὰ ὠφεληθοῦν ἐκεῖνοι, ποὺ πρέπει νὰ ὠφεληθοῦν, ἐκεῖνοι πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ δώσῃ ἓν εὐεργέτημα, ἐξυπηρετουμένου οὕτω ἑνὸς κοινωνικοῦ σκοποῦ. Συνεπῶς φρονῶ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «καὶ διὰ τοὺς ἐκτὸς ὑπηρεσίας».
§244ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τοὺς ἐκτὸς ὑπηρεσίας;
§245Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Μάλιστα, διὰ τοὺς καταληφθέντας ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας, παραιτηθέντας κλπ.
§246ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἠξεύρετε πόσοι θὰ εἰσέλθουν μέσα;
§247ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ παραιτηθέντας;
§248Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Διότι κατελήφθησαν— μία περίπτωσις —ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας.
§249ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Δικολάβοι;
§250Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Συμβολαιογράφοι, δικηγόροι. Ὑπάρχει μία περίπτωσις συναδέλφου — πρόκειται περὶ τοῦ κ. Βαρδιτσιώτη — τοῦ ὁποίου ὁ ἀδελφὸς παρῃτήθη τῆς δικηγορίας, ἐξελθὼν τῶν φυλακῶν τῷ 1920. Δὲν ἠξεύρω διατὶ παρῃτήθη, καὶ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του δηλαδή, διότι αὐτὸς ἀπέθανε, δὲν παίρνει σύνταξιν συμφώνως πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον. Γνωρίζω ἄλλον, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε 40 χρόνια ὡς συμβολαιογράφος, ἀλλ’ ἡ οἰκογένειά του δὲν παίρνει σύνταξιν, διότι ἀπέθανεν ἐκτὸς ὑπηρεσίας, ἐνῶ ἄλλων αἱ οἰκογένειαι, καίτοι ὑπηρέτησαν μόνον δεκαοκτὼ χρόνια, παίρνουν σύνταξιν. Αὐτὰ δὲν εἶνε σωστά. Ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ Ταμεῖον διακόσιοι καὶ τριακόσιοι νέοι μέτοχοι, ἄς εἰσέλθουν. Ἄν πρόκειται νὰ πέσῃ τὸ Ταμεῖον, νὰ πέσῃ, ἀφοῦ κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν ἱκανοποιεῖ παρὰ μόνον τὰς δακτυλογράφους καὶ τὰς τηλεφωνητρίας. Προτείνω λοιπὸν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ ἐπιμένω. Εἶνε ἀπολύτως δικαία καὶ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν δεχθῶμεν. Ἄς ἔλθωμεν τώρα εἰς ἄλλην διάταξιν, εἰς διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8, παράγραφος 9 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, συνταχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ νομοθέτου μὲ τὸ ἴδιον τοκογλυφικὸν πνεῦμα. Πρόκειται περὶ τῶν καταβολῶν τοῦ γάμου. Ἀμφιβάλλω ἂν εἰς τὴν παγκόσμιον νομοθεσίαν ὑπάρχει παρομοία διάταξις. Δι’ ἐμέ, εἶνε τελείως ἀκατανόητος ἀπὸ νομικῆς, οὐσιαστικῆς, νομοτεχνικῆς, ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Ἀλλὰ στραβήν, κουτσήν, ἀνάποδην, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν διαμαρτυρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ κ. Ράλλη....
§251ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποίαν διάταξιν;
§252Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Τὴν διάταξιν καθ’ ἥν πληρώνουν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς τελέσεως τοῦ γάμου ἐντόκως....
§253ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε μίαν πλάνην.
§254Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις.
§255ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, ὁ τόκος, προκειμένου περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ γάμου τῶν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου μετόχων, οὐδέποτε ὑπῆρξε 12%. Ἀρχικῶς ἦτο 6% καὶ δὴ μειοῦται εἰς 40%.
§256Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπὶ τῶν καθυστερήσεων πληρώνουν 12%. Εἶνε σαφὴς ἡ διάταξις.
§257Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκύτταζα τὸν κατάλογον εἰς τὸν ὁποῖον ὑπολογίζεται τόκος 12%.
§258Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπὶ τῶν καθυστερήσεων 12%.
§259Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ...
§260Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ.......
§261Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ἐγώ, κ. Ράλλη, εὑρίσκω ἀκατανόητον τὸ ὅτι πληρώνουν ἐντόκως ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς τελέσεως τοῦ γάμου. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω τὸν δικαιολογητικὸν λόγον αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἀλλὰ κουτσή, στραβὴ ἀνάποδη, ἂς μείνῃ αὐτὴ ἡ διάταξις. Συμβαίνει ὅμως ἐν προκειμένῳ καὶ τὸ ἑξῆς. Ὑπάρχει περίπτωσις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν μέτοχοι τοῦ Ταμείου πρὸ ἑνὸς ἔτους ἢ πρὸ ἕξ μηνῶν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐτέλεσαν τὸν γάμον των εἰς τὰ 1915. Καλοῦνται τώρα αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος νὰ προσμετροῦν τὴν προϋπηρεσίαν των, ὅπως δικαιούμεθα ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, νὰ πληρώσουν ἐντόκως ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς τελέσεως τοῦ γάμου των. Προτείνω τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Τὴν τροπολογίαν θὰ σᾶς τὴν ὑποβάλω ἐγγράφως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ πληρώνουν μὲν καὶ αὐτοὶ ἐντόκως διὰ τὸν γάμον, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐγένοντο μέτοχοι τοῦ Ταμείου. Εἶναι ἀδικώτατον πρᾶγμα τὸ ἀντίθετον. Ἀφοῦ δὲν ἠξεύρουν ἂν θὰ ἐπιζήσουν —διότι εἶναι μεγάλης ἡλικίας— διὰ νὰ πάρουν σύνταξιν αὐτοὶ ἢ αἱ οἰκογένειαί των, ἐν τούτοις ἡμεῖς τοὺς ἐπιβάλλομεν διὰ τῆς ἰσχυούσης διατάξεως νὰ πληρώσουν ἐντόκως ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς τελέσεως τοῦ γάμου των.
§262ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δηλαδή, τὶ εἶνε αὐτοί; Δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, ὑποτίθεται ὅτι ἔχουν μίαν ἀνάλογον ἡλικίαν.
§263Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ἀκούσατε αὐτὸ ποὺ σᾶς λέγω ἐγώ. Εἶναι γεγονός. Πῶς ἔφθασαν τώρα αὐτοὶ νὰ κάμουν τὸν γάμον των εἰς τὰ 1915 καὶ νὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὸ Ταμεῖον πρὸ ὀλίγου μόλις, μὴ ἐξετάζετε. Ἔτσι τὰ ἔφερεν ἡ κατάρα. Μὴ ἐπεμβαίνετε εἰς τὰς ἐνέδρας τοῦ πεπρωμένου....
§264ΑΝΤ. ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Βουλῆς). Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀκριβῶς εὑρίσκομαι ἐγώ.
§265Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Νὰ ἀμέσως ἕν παράδειγμα τοῦ Προέδρου μας. Ἐπίσης εὑρίσκω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸ Διοικ. Συμβούλιον τοῦ Ταμείου, ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ τόσον ἐξόχους— ἱκανοὺς καὶ ἀπολύτως ἐντίμους κυρίους— τὸ δικαίωμα νὰ καταθέτουν τὰ χρήματα εἰς τὴν Τράπεζα μέ τόκον 2,5%, ἐπιτρεπομένου νὰ τοποθετοῦν ταῦτα εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, ἀλλὰ καὶ εἰς δευτέραν καὶ τρίτην ὑποθήκην, διότι ἡ ζημία εἶνε προφανής, ὅταν ἐννοεῖται τὸ ἐνυπόθηκον κτῆμα ἀσφαλίζει τελείως τὰ χρήματα, λόγῳ τῆς μεγάλης του ἀξίας, ὡς ὅταν ἔχει ἀξίαν αἴφνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ἡ πρώτη ὑποθήκη εἶναι μόνον 50 χιλ. δρχ.
§266ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς ἐξηγήσω; Οἱ ἀποτελοῦντες τὸ σημερινὸν συμβούλιον ἐργάζονται ἀμισθί, καὶ ὑπάρχει διάταξις νόμου ὅτι εὐθύνονται καὶ δι’ ἐλαφροτάτην ἀμέλειαν, δὲν ἔχουν δὲ οὐδεμίαν διάθεσιν, ἐφόσον τὰ χρήματα διατίθενται εἰς ὑποθήκας ἐπισφαλεῖς, νὰ ριψοκινδυνεύουν εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις.
§267Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ἐφόσον θὰ σᾶς τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ νόμος, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀμέλεια. Εἶνε προφανὴς ἡ ζημία σήμερον καὶ συνεπῶς καὶ ἡ ὠφέλεια τοῦ Ταμείου ἂν μεταρρυθμισθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις ὑπὸ τὸν ὅρον βέβαια πάντοτε ὅτι τὰ ἐνυπόθηκα κτήματα θὰ ὑπερκαλύπτουν διὰ τῆς ἀξίας των τὴν πρώτην ἢ δευτέραν ὑποθήκην των. Αὐτὰ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαθανάσης.
§269Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δέν εἶχον σκοπόν, κ. Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, σκοποῦντος τὴν βελτίωσιν ὅρων τῆς λειτουργίας τοῦ Ταμείου Νομικῶν, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον πᾶσαι σχεδὸν αἱ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι, ἐγένοντο δεκταί, πλὴν τινων, ἐλαχίστων, δύο ἢ τριῶν, ἂν διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, δὲν μοὶ ἐνεχειρίζοντο ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τηλεγραφήματα δικηγορικῶν τινων συλλόγων, διαμαρτυρομένων διὰ μίαν ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπ’ ἐμοῦ τροπολογιῶν. Καὶ εἶνε τοῦτο τὸ περίεργον, ὅτι πάντα τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα ὡς ἐκ συνθήματος, δοθέντος δὲν γνωρίζω πόθεν, ἀπεστάλησαν καὶ ἐταχυδρομήθησαν τὴν 3 Δεκεμβρίου 1933. Ὅλα τὰ τηλεγραφήματα φέρουν τὴν αὐτὴν χρονολογίαν ἀποστολῆς, καὶ ἀναγράφουσι τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα πανομοιοτύπως σχεδὸν τὰ ἑξῆς: «Δικηγορικὸς Σύλλογος...κλπ.» (ἀναγινώσκει).
§270ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίου συλλόγου εἶνε αὐτό;
§271Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Αὐτὸ ποὺ διαβάζω τώρα, εἶνε τῆς Τριπόλεως. Λέγει λοιπόν: «Βουλευτὴς Παπαθανάσης ὑπέβαλε τροπολογίαν ἀφορῶσαν τροποποίησιν θεσμοῦ Διοικ. Συμβουλίου καὶ Προέδρου Ταμείου Νομικῶν κλπ.». Ἐπίσης ἄλλο λέγει: «Πρότασις βουλευτοῦ Παπαθανάση, ἀφορῶσα τροποποίησιν ὀργανώσεως διοικήσεως Ταμείου Νομικῶν, ἀπειλεῖ καλὴν συγκρότησιν αὐτοῦ κλπ.». Τὸ ἕν λέγει «Βουλευτὴς Παπαθανάσης», τὸ ἄλλο «πρότασις βουλευτοῦ Παπαθανάση»...
§272ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ ποῦ εἶνε αὐτό;
§273Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Εἶνε τῆς Λαρίσης. Ὑπάρχουν καὶ τοῦ Πύργου, Ἡρακλείου κλπ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σᾶς ἀναφέρω τοὺς Συλλόγους. Ἀναμφισβητήτως δὲ ἂν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶχον ὑπ’ ὄψει των τὰς τροπολογίας ἅς ὑπέβαλον καὶ τοὺς λόγους οἵτινες ὤθησαν ἐμέ εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν, δὲν ἤθελον προέλθει εἰς τὰς διαμαρτυρίας αὐτάς.
§274ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ σᾶς θίξῃ αὐτό.
§275Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Ἐγώ, προσωπικῶς, αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου μὴ θιγόμενον ἀπὸ οὐδένα, ὅταν ἔχω ἤρεμον τὴν συνείδησιν ὅτι ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου.
§276ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰς πλείστας τῶν τροπολογιῶν σας τὰς ἀπεδέχθην καὶ ἐγὼ καὶ ἡ Ἐπιτροπή. Ἄν δέν ἀπεδέχθην μερικάς, δὲν εἶνε αὐτὸ λόγος...
§277Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Περιμένετε. Εἶνε προφανές, ὅτι οὔτε ἐγὼ δυσφορῶ δι’ αὐτὸ καὶ οὔτε θὰ ὡμίλουν, ὡς ἐδήλωσα, καὶ παρ’ ὅλην τὴν ἐπίκρισιν αὐτήν. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἂν μή, καὶ περιοδικὸν ἐπιστημονικόν, ἀναμφισβητήτου κύρους, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτου καλῆς πίστεως, δὲν ἐπετίθετο καὶ αὐτὸ ἐναντίον μου διὰ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισεν ὡς προσωπικήν, ὡς ἐὰν ἐγὼ νὰ ἐφιλοδόξουν νὰ μετάσχω τοῦ Ταμείου, ἢ ἰδικόν μου τι πρόσωπον, Ταμείου τοῦ ὁποίου τὰ μέλη καὶ διὰ τῆς τροπολογίας μου παραμένουσιν ἀναντικατάστατα καὶ τὰ ὁποῖα μάλιστα ἐγὼ καὶ κατ’ ὄψιν ἀγνοῶ, πλὴν ἑνὸς μὲ τὸν ὁποῖον διὰ στενῆς φιλίας συνδέομαι καὶ τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ τόσον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ὑποθετέον ὅτι ἤθελον νὰ ἀντικατασταθῇ. Ἀλλά, πλὴν τοῦ περιοδικοῦ αὐτοῦ, καὶ ὁ σημερινὸς τύπος ἐπετέθη ἐναντίον μου ὡς καὶ αἱ τοπικαὶ ἐφημερίδες μοῦ ἐπετέθησαν, προδήλως ὑποκινηθεῖσαι εἰς τοῦτο. Ἡ προσπάθειά μου ὅμως, κ. Βουλευταί, διὰ τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν τοῦ Ταμείου κατὰ τὸ βραχὺ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὑπῆρξεν ἰδιαιτέρως προστατευτική. Ἐθεώρησα ἐπιτακτικόν μου καθῆκον νὰ ἐξετάσω τὴν κατάστασιν καὶ ἐπιτύχω τὴν εὐόδωσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ Ταμείου τούτου ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι τοῦτο πράττων, ὄχι μόνον ἐξεπλήρουν ἐπιβεβλημένον μοι καθῆκον, ἀλλὰ καὶ ἀντεποκρινόμην εἰς τὰς εὐλόγους καὶ δικαίας ἀξιώσεις μιᾶς μεγάλης τάξεως ἐπιστημόνων ἐκ δεκατεσσάρων χιλιάδων οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν εὔλογον καὶ δικαίαν ἀξίωσιν νὰ ἴδουν λειτουργοῦν κανονικῶς τὸ Ταμεῖον ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς αὐτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των. Πρὸς τοῦτο, ὄχι ὠθούμενος ἐκ κομματικῶν τινων λόγων ἢ κομματικῆς ἐξυπηρετήσεως, διότι καὶ δὲν προέβην ἀμέσως εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, παρεκάλεσα πρώην συνάδελφον καὶ διακεκριμένον δικηγόρον, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τοῦ Ταμείου. Τὸν διώρισα δι’ εἴκοσι μόνον ἡμέρας, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ἐργασθῇ καὶ τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν καὶ νὰ μοὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεώς του. Δέν ἀπετέλει τοῦτο πρᾶξιν θίγουσαν ἢ ἐκθέτουσαν τὸ κῦρος τῶν ἀξιοτίμων κυρίων, οἱ ὁποῖοι μετεῖχον τῆς Διοικήσεως τοῦ Ταμείου, ἀλλ’ ἀπετέλει μίαν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου, διότι ὁ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης Ἐλεγκτὴς τοῦ Ταμείου, οὐδέποτε ὑπέβαλεν ἔκθεσίν τινα, ἢ ἐγνώρισεν εἰς τὸν προϊστάμενόν του Ὑπουργὸν τὴν κατάστασιν τοῦ Ταμείου. Κύριοι, ὅταν ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν αὐτήν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατελήφθην ὑπὸ ἀνησυχίας οὐχὶ μικρᾶς, δὲν ἐσκέφθην δὲ νὰ εἰσηγηθῶ τροπολογίας ἀναλόγους πρὸς τὰς ἤδη συζητουμένας τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, οὔτε καὶ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐγὼ ὑπέβαλον, διότι εἶχον τὴν ἀντίληψιν καὶ ἔχω, ὅτι εἷς ὀργανισμὸς τοιοῦτος δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον βελτιωτικῆς αὐτοῦ συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἔπρεπεν ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς νὰ τύχῃ μιᾶς ἀναθεωρήσεως, μιᾶς ἐπιστημονικῆς ἐπεξεργασίας καὶ προσαρμογῆς πρὸς τὰς ἰσχυούσας ἀρχὰς τοῦ ἀναλογισμοῦ, ὅπως προηγουμένως πολὺ ὀρθῶς ἀξιότιμος Συνάδελφος εἶπε, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἀρχῶν νὰ ἑδραιωθῇ τὸ Ταμεῖον. Τότε μόνον θὰ ἐξησφαλίζετο πλήρως ἡ μελλοντικὴ ἐξέλιξις τοῦ Ταμείου. Ἀπέφυγα μάλιστα νὰ κάμω τοιαύτην ἀνακοίνωσιν τότε περὶ τῶν ἀντιλήψεών μου αὐτῶν, διότι δὲν ἤθελον νὰ κλονίσω τὸ κῦρος τοῦ Ταμείου, δὲν ἤθελον νὰ ἐνισχύσω τὰς ἀδίκους μεμψιμοιρίας καὶ τοὺς ἀδικαιολογήτους δισταγμούς, τοὺς ὁποίους πολλοὶ τῶν δι’ αὐτοῦ ἀσφαλιζομένων εἶχον ὡς πρὸς τὴν μελλοντικὴν εὐόδωσιν καὶ τὴν ἑδραίωσιν αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μετ’ ἐξαιρετικῆς ἐπιμελείας ἐφρόντισα νὰ ἀποφύγω τοιαύτην ἀνακοίνωσιν. Ὅτε ὅμως ὑπεβλήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐθεώρησα καθῆκόν μου καὶ ἐνόμισα ὅτι μοὶ παρείχετο εὐκαιρία τινὰς ἐκ τῶν ἀτελειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε καὶ ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ τὰς θεραπεύσω διὰ τροπολογιῶν, καὶ μεταξὺ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν εἶνε καὶ ἡ ἀφορῶσα τὴν ὀργάνωσιν τῆς Διοικήσεως τοῦ Ταμείου. Κύριοι Συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἤδη νὰ σᾶς ἐξηγήσω τίνες ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἤγαγον εἰς αὐτήν. Κατ’ ἐπιταγὴν ρητὴν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ταμείου ὤφειλε καὶ ὀφείλει, κατὰ τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1933, νὰ ὑποβάλῃ τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ ἔτους 1931 εἰς τὸ Διοικ. Συμβούλιον καὶ ἀφοῦ ἐλεγχθῇ οὗτος νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὑπόχρεον νὰ παρακολουθῇ τὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν πόρων τοῦ Ταμείου. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς τυπικὴν νομικὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαίαν, χρήσιμον, σκόπιμον καὶ ἀπαραίτητον, διότι ἄνευ τοῦ τοιούτου ἰσολογισμοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ δὲν εἶνε δυνατόν, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, νὰ καθορισθῶσιν αἱ χορηγητέαι συντάξεις διότι κατὰ τὸν νόμον ἔπρεπε καὶ πρέπει αἱ συντάξεις νὰ καθορίζωνται ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ προηγουμένου ἔτους.
§278ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδικαιολογήθη τὸ Ταμεῖον δι’ αὐτό.
§279Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὁ τοιοῦτος ὅμως ἰσολογισμός, ἡ τοιαύτη ὑποχρέωσις, δὲν ἐξεπληρώθη, δὲν συνετελέσθη, ὄχι μόνον τότε, ἀλλά, καθὼς πληροφοροῦμαι, οὔτε μέχρι σήμερον. Καὶ ἐν τούτοις τὸ Ταμεῖον προέβη εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ ἀνωτάτου ἐπιτρεπομένου ποσοῦ συντάξεως, δηλ. 2.700 δραχμῶν κατὰ μῆνα, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, οὔτε εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ τὸ σύνολον τῶν χορηγητέων συντάξεων, οὔτε πόσοι θὰ εἶναι οἱ πόροι τοῦ Ταμείου...
§280ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Λέγετε ὅτι δὲν ἐγένετο ὁ ἰσολογισμὸς τοῦ 1932. Ὁ ἰσολογισμὸς τοῦ 1932 δὲν ἔγινε, διότι καθ’ ἑκάστην ὑποβάλλονται δικαιολογητικὰ μετόχων καὶ ἑπομένως τὸ Συμβούλιον ἦτο ἐν ἀδυναμίᾳ εἰς διάστημα 15 ἕως 20 ἡμερῶν τοῦ τελευταίου μηνὸς τοῦ ἔτους νὰ ἐλέγξῃ 12.000 φακέλλους, ἵνα κρίνῃ ἐπακριβῶς ποῖοι δικαιοῦνται νὰ τύχουν συντάξεως. Διότι, ὅπως ἠξεύρετε, τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως ὁρίζεται ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων πόρων τοῦ ἔτους αὐτοῦ, τοῦ 1932. Ἔκαμε τὸν ἑξῆς ὑπολογισμόν. Ἐξηκρίβωσε καὶ δὲν ἔπεσε ἔξω, ὅπως εἶναι οἱ ἀριθμοὶ παρὰ κατὰ ἕνα ἀριθμὸν 10, πόσοι θὰ ἐξέλθουν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1932. Ὅταν δὲ εἶδεν ὅτι οἱ ἐξερχόμενοι δύνανται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματοποιηθέντων πόρων νὰ λάβουν τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς συντάξεως, καθώρισε τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς συντάξεως, ὄχι αὐθαιρέτως, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνώτερον ὅριον τῆς συντάξεως, τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιτρεπόμενον. Ὅταν δὲ ἠλέγχθη τὸ Συμβούλιον διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον ψήφισιν τοῦ ἰσολογισμοῦ, σᾶς δηλῶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ συμβούλου πλέον, ὅτι ἐφόσον θὰ περάσουν ὅλαι αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις, εἶναι ζήτημα, ἐὰν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἰσολογισμὸς καὶ τοῦ 1933 καὶ τοῦ 1934 καὶ τοῦ 1935, διότι παρατεινομένων μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1934 τῶν προθεσμιῶν, ὄχι μόνον τῆς καταβολῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς δηλώσεως νέων συνταξιούχων, εἶναι ἀδύνατον τὸ Συμβούλιον, ἢ οἱοσδήποτε ὀργανισμὸς νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχω 50.000.000, ἔχω τόσους συνταξιούχους, ἑπομένως αὐτή εἶναι ἡ σύνταξις, τὴν ὁποίαν καθορίζω.
§281Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Πόσοι ἦσαν οἱ ἐξελθόντες; Εἶναι 860;
§282ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§283Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κατόπιν τῆς βεβαιώσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ράλλης, μέλος τῆς Διοικήσεως τοῦ Ταμείου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ψηφίζεται, διότι ἀκριβῶς διαπιστοῦται ὅτι ὀφείλουν νὰ ὑποβάλλωνται οἱ ἰσολογισμοί, ἄλλως δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς τῆς παρακολουθήσεως τῆς κινήσεως τῶν κεφαλαίων τοῦ Ταμείου καὶ δὲν ὑπάρχει εὐχέρεια εἰς τὸ Συμβούλιον νὰ γνωρίζῃ τὰς ἀπονεμητέας συντάξεις, χωρὶς νὰ ἀναμένῃ τὴν ὑποβολὴν τῶν δηλώσεων τῶν συνταξιούχων καὶ χωρὶς νὰ ἀπολείπεται τοῦ καθήκοντος νὰ ὑποβάλλῃ ἐτησίως τὸν ἰσολογισμόν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. Ράλλη, ἐφόσον ἦτο ἄγνωστος ὁ ἀριθμὸς τῶν μελλόντων νὰ συνταξιοποιηθῶσι, πῶς ὡρίσθη τὸ ἀνώτερον ὅριον τῆς συντάξεως;
§284ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἦτο ἄγνωστος ὁ ἀριθμός. Ἦσαν ἄγνωστα τὰ ὀνόματα.
§285Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται αἱ χορηγούμεναι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ συντάξεις;
§286ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς δεκατρία ἕως δεκατέσσαρα ἑκατομμύρια, ἐνῷ τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἦσαν 31.000.000.
§287Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Λοιπόν, τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους αὐτοῦ, κατὰ τὴν πληροφορίαν τὴν ἰδικήν μου, εἶναι εἰκοσιοκτὼ ἑκατομμύρια.— Δὲν ἠθελήσατε δυστυχῶς νὰ μοῦ δώσητε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ἀπὸ ἑνὸς μηνός.....
§288ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ ἐμέ;
§289Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὄχι ἀπὸ σᾶς εἰδικῶς. Λοιπόν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τοιαύτην βάσιν καὶ ἔχον ὡς βάσιν ἀντιθέτως, ὅτι αἱ συντάξεις θὰ ἀνέλθουν εἰς δεκατέσσαρα ἑκατομμύρια, προέβη εἰς καθορισμὸν τοῦ ἀνωτάτου ποσοῦ εἰς 2.700 κατὰ μῆνα. Ἅμα ὅμως τὸ ποσὸν τῶν συντάξεων ἀνέρχεται εἰς δεκατέσσαρα ἑκατομμύρια, ἀπὸ τὰ εἰκοσιοκτὼ δὲ ἑκατομμύρια τῶν πόρων ἀφαιρέσωμεν δεκατρία ἑκατομμύρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται αἱ ζημίαι ἐκ τῆς πτώσεως τῶν χρεογράφων τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1933, μένει ποσὸν δεκαπέντε ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπίσης θὰ ἀφαιρεθῇ ἕν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον δι’ ἀποθεματικόν καὶ μένει ποσὸν 13½ ἑκατομμυρίων, δηλ. κατὰ 500 δρχ. περισσότερον τῶν πόρων τοῦ Ταμείου. Ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἀληθῶς εἰς δεκατέσσαρα καὶ ὄχι δεκαεπτὰ ἀνέρχονται αἱ συντάξεις, θὰ θιγῇ, παρὰ τὴν σαφῆ ἄλλην διάταξιν τοῦ νόμου, τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον. Ἀλλὰ δὲν εἶνε τοῦτο μόνον. Ἐπληροφορήθην ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ἐλεγκτοῦ, ὅτι εἶχον καὶ ἔχουν ὑποβληθῆ τριακόσιαι αἰτήσεις ἀπόρων χηρῶν καὶ ὀρφανῶν προαποβιωσάντων τοῦ νόμου συνταξιούχων. Αὐταὶ αἱ αἰτήσεις ἔπρεπεν ἐντὸς τοῦ 1932 νὰ εἶχον ἐλεγχθῆ, διότι αὐτοὶ λαμβάνουσι σύνταξιν, ἐφόσον εἶναι καὶ ἄποροι.
§290ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ πότε;
§291Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Εἶχεν ὑποχρέωσιν τὸ Ταμεῖον τὸν Ἰανουάριον, ὅτε καθώρισε τὴν σύνταξιν, νὰ ὑπολογίσῃ καὶ πόσοι μεταξὺ τῶν τριακοσίων αὐτῶν αἰτήσεων περιλαμβάνονται δικαιούμενοι. Ὅλοι; Ἢ οἱ διακόσιοι; Ἢ οἱ ἑκατόν; Λοιπόν, τί ἔκαμεν; Ἐξ ὅλων τῶν τριακοσίων αἰτήσεων, ἠλέγχθη καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἄπορος μόνον μία.
§292ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ βεβαιοῖτε αὐτό;
§293Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τὸ διαψεύδετε σεῖς;
§294ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ναί.
§295Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἔχω ἀσφαλεῖς πληροφορίας.
§296ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀσφαλῶς ὁ ἐλεγκτὴς ἢ δὲν τὰ γράφει καλὰ ἢ δὲν τὰ ἔχει καταλάβει, διότι συμπεριλαμβανομένων καὶ ὅλων τῶν συνταξιούχων χηρῶν καὶ μετόχων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξέλθουν ἐντὸς τοῦ 1933, ὁλόκληρον τὸ σύνολον τῶν συνταξιούχων μετόχων θὰ ἀνέλθῃ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1933 εἰς ἑπτακοσίους.
§297Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Μὰ ἑπτακόσιοι εἶναι οἱ προηγούμενοι.
§298ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶνε τετρακόσιοι τόσοι... Σᾶς δηλῶ ὑπευθύνως ὅτι μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1933 οἱ συνταξιοῦχοι ἐν ὅλῳ δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπερβαίνουν τοὺς ἑπτακοσίους. Θὰ εἶναι ἑξακόσιοι ὀγδοήκοντα ἕως ἑπτακόσιοι.
§299Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Πόσοι ἦσαν τὸν Ἰανουάριον;
§300ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ ἐντὸς τοῦ 1933 ἐξελθόντες, εἶναι διακόσιοι τριάκοντα δύο. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὸ 700 καὶ ἔχετε ἐξελθόντας τὸ προηγούμενον ἔτος 468.
§301Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δηλ. ἑπτακόσιοι εἶναι σήμερον;
§302ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν ὅλῳ οἱ συνταξιοῦχοι, οἱ μέλλοντες νὰ λάβωσι σύνταξιν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον, ἀσχέτως πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐξόδου.
§303ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ λάβουν σύνταξιν, ἂν ὑποβάλουν τὰ χαρτιά των, 2.669.
§304Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἄν πάρουν λοιπόν 2.669 σύνταξιν ἤ μόνον 1.500. Ἄν ἐλεγχθοῦν ὡς βάσιμα τὰ ἔγγραφα χιλίων πεντακοσίων, τότε σᾶς λέγω ἐγώ, ὅτι το Ταμεῖον ἀνατρέπεται, διότι διὰ νὰ πάρουν σύνταξιν χίλιοι πεντακόσιοι μὲ δύο χιλιάδας δρχ. τὸν μῆνα, ἀπαιτοῦνται 40 ἑκατομμύρια.
§305ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀντελήφθητε τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε τοῦτο: δυναμένων νὰ λάβωσι σύνταξιν. Δηλ. σεῖς, ὁ κ. Τσουκαλᾶς, ἐγώ, πάντες οἱ δικηγόροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμπληρώσει τριακονταετῆ ὑπηρεσίαν, ἐν τῷ Ταμείῳ σημειοῦνται ὡς δυνάμενοι, ὁποτεδήποτε θέλουν, νὰ λάβωσι σύνταξιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι πάντες οὗτοι θὰ παραιτηθῶσι τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, διὰ νὰ πάρουν σύνταξιν. Ἐπειδὴ ἐκάμετε δὲ καὶ ἕνα ὑπολογισμόν, σᾶς δηλῶ, ὅτι, κατὰ τοὺς ἐπισήμους ὑπολογισμοὺς τοῦ Ταμείου, οἱ συνταξιοῦχοι — καὶ ὅταν λέγω συνταξιούχους, ἐννοῶ ὄχι ἁπλῶς τοὺς δικαιουμένους, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαμβάνοντας μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1933, ἀνέρχονται εἰς ἑπτακοσίους, ὅτι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει καὶ τῶν φακέλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν προσώπων — δηλ., ὅταν βλέπω ἐγὼ ὅτι ἔχει ὁ κ. Τσουκαλᾶς εἰς τὸν φάκελλον συμπληρώσει 27 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, γράφω ὅτι δὲν πρόκειται νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Τσουκαλᾶς τῆς δικηγορίας τῷ 1934 —δὲν εἶνε δυνατὸν εἰς τὰ ἔτη 1934 καὶ 1935 ὁ ἀριθμὸς τῶν συνταξιούχων νὰ εἶναι περισσότερος τῶν τετρακοσίων ἐν συνόλῳ. Σημειῶ ἀκόμη ὅτι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματοποιηθέντων ἐσόδων διανεμητέων— διότι εἶναι λεπτὴ διάκρισις τὴν ὁποίαν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὸν νόμον ἴσως τὴν ἔχουν ὑπ’ ὄψει: μὴ συγχέομεν τὰ ἀποθεματικὰ πρὸς τὰ πρὸς σύνταξιν διανεμητέα— ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, τὰ ὁποῖα προορίζονται πρὸς ἀπονομὴν συντάξεως καὶ τὰ ὁποῖα συνελέγησαν κατὰ τὰ ἔτη 1929, 1930, 1931 ποὺ δὲν εἴχομεν δώσει συντάξεις, ἔχει δημιουργηθῆ ποσὸν, ὥστε νὰ εἶνε δυνατὸν τὸ Ταμεῖον, ἐὰν δὲν ὑποστῇ— τονίζω τὸ πρᾶγμα— μείωσιν τῶν πόρων του, νὰ ἀντιμετωπίσῃ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1934 τὴν ἀπονομὴν πλήρους τῆς συντάξεως εἰς δύο χιλιάδας συνταξιούχους. Τώρα τὶ θὰ γίνῃ καὶ τὶ θὰ προκύψῃ ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν δὲν ἠμπορῶ νὰ ἠξεύρω.
§306Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν ἀμφισβητεῖ κανεὶς οὔτε τὰς ἀγαθὰς προθέσεις ὑμῶν, δὲν ἀμφισβητεῖ— οὔτε εἶνε εὔκολον νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὴν ἐντιμότητα τῶν διαχειριζομένων καὶ τήν, ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὑπερβαλλόντως καλὴν θέλησιν νὰ ἀνταποκριθῆτε εἰς τὸ ἔργον σας.
§307Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Καὶ τὸν ὑπερβάλλοντα ζῆλον.
§308Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὅλα ὅμως αὐτά ἀποτελοῦν προθέσεις. Σεῖς εἴπετε, ὅτι μόνον τετρακόσιοι θὰ ἐξέλθουν. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ φύγουν τετρακόσιοι, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ φύγουν καὶ χίλιοι. Τὶ θὰ γίνῃ τότε;
§309ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς. Ἄν πάρωμεν τὴν δυσμενεστέραν ἐκδοχήν, ὅτι δηλ. ἔπιασε μονομανία τοὺς ἐργαζομένους ἕλληνας νὰ γίνωσι συνταξιοῦχοι καὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1935 ἔχομεν ὡς σύνολον συνταξιούχων 2.600, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός ὡς δυναμένους νὰ ἐξέλθωσι, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι —ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, οἱ πόροι θὰ εἶναι σταθεροί—ὅτι, ἀντὶ νὰ λάβουν εἰς τὸ 1935 εἰς τὸ τέλος τὴν σύνταξιν τῶν 4.500 δραχμῶν οἱ μέτοχοι, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζομεν ὡς δυναμένην νὰ ἐξασφαλισθῇ εἰς ἀριθμὸν 2.000 μετόχων θὰ λάβουν σύνταξιν κατά τι μειωμένην. Δηλαδή, θὰ πάρουν περίπου τὸ ⅕, δηλαδὴ 4.000. Διότι, ὡς γνωρίζετε, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ δηλωθῇ ἐκ τῆς τυχὸν αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συνταξιούχων, καὶ ἐκ τῆς τυχὸν ἐλαττώσεως τῶν πόρων τοῦ Ταμείου, κίνδυνος πτώσεως τοῦ Ταμείου δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει μόνον κίνδυνος μειώσεως τῆς ἀπονεμηθησομένης συντάξεως.
§310Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τοιούτων Ταμείων, ὅταν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ ὀργανισμῶν, ἐκ τῆς συστάσεως τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας τῆς ζωῆς, καὶ τοῦ μέλλοντος τῶν μετόχων, τῶν τέκνων μιᾶς τάξεως τοιαύτης 15 χιλ. οἰκογενειῶν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ στηριζώμεθα εἰς ἁπλᾶς εἰκασίας καὶ προσωπικὰς ἀντιλήψεις, ἀλλ’ ἐπὶ ἀριθμῶν. Καὶ οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρέχουν βάσιν σταθεράν. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι δὲν θὰ καταγίνω εἰς συζήτησιν περὶ ἀνισοτήτων, ὅσον ἀφορᾶ τὰς συνδρομὰς καὶ τὰς συντάξεις, διότι αὐτὸ εἶνε ἔργον εἰδικοῦ καὶ ὄχι ἡμῶν. Ἔχω ὅμως ὑπ’ ὄψει μου τὰ στοιχεῖα αὐτά, ἔχω ὑπ’ ὑπ’ ὄψει μου ἐκ τῆς ἐπισήμου ἐκθέσεως ὅτι κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1931, ποσὸν 65 ἑκατομμυρίων ἦτο κατατεθειμένον καὶ εἶναι ἀκόμη κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς 2.5% καὶ 3%, ἐνῷ ὑπάρχει σωρεία αἰτήσεων δανείων εἰς τὸ Ταμεῖον πρὸς 10% καὶ 12%, ἀρχικῶς, ἐν τούτοις τὸ Ταμεῖον κρατεῖ ποσὸν πεντήκοντα ἑκατομμυρίων πρὸς 2% εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δὲν λέγω ὅτι τὸ ἔκαμεν ἡ Διοίκησις τοῦ Ταμείου, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ διότι ἐστερεῖτο τῶν εἰδικῶν γνώσεων, τῶν εἰδικῶν τραπεζιτικῶν γνώσεων καὶ γνώσεων ἀναλόγων, αἱ ὁποῖαι παρέχουν τὴν δυνατότητα νὰ σκεφθοῦν περὶ καλυτέρας τοποθετήσεως. Ἐπίσης ἐκ τῆς ἐκθέσεως διαπιστοῦται ὅτι τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια περίπου δραχμῶν, διετέθησαν διὰ τὴν ἀγορὰν 540 μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς 74 χιλ. δρχ. ἑκάστη, ἐκ τῆς ὁποίας διαθέσεως τὸ Ταμεῖον ὑπέστη ζημίαν δεκατριῶν ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος.
§311ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε πέσει θῦμα. Τὸ Ταμεῖον Συντάξεως Νομικῶν ἦτο τὸ μόνον Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον κατώρθωσε νὰ μὴ κάμῃ ἐπενδύσεις τῶν χρημάτων του εἰς χρεώγραφα ἐπισφαλῆ. Ἐν ὅλῳ ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ του ἔχει ἐπενδύσει εἰς χρεώγραφα 41.100.147 δραχ. ἐκ τῶν ὁποίων 600 περίπου εἶναι αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§312Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐγὼ ἔχω σημείωσιν 540 μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μὲ 74 χιλ. δραχμῶν.
§313ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι. Ἡ συνολικὴ ἀξία τῶν χρεογράφων αὐτῶν τῶν ἀγορασθέντων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν λοιπῶν τοῦ Δημοσίου, ἀνέρχεται εἰς 56.778.347 δρχ.
§314Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Πότε ἠγοράσθησαν;
§315ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν ἐτῶν αὐτῶν ἐν συνεχείᾳ.
§316Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Παίζει σπουδαῖον ρόλον τὸ πότε ἠγοράσθησαν.
§317ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Χρονολογίας μὴ μοῦ λέγετε. Τὰ ἠγοράσαμεν πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς σταθεροποιήσεως, τὸ δὲ σύνολον αὐτῶν ἔχει ἀξίαν 58 ἑκατομμυρίων. Ὥστε καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῶν χρεογράφων, τὸ Ταμεῖον δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ τὰ ἐκποιήσῃ, πραγματοποιεῖ καὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου κέρδη, ἐκτὸς τῶν τόκων. Τὸ ὑπόλοιπον δὲ χρῆμα διετέθη ἴσως σχολαστικῶς, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον θὰ διετίθετο ἀπὸ σᾶς. Τὸ τονίζω αὐτό, καὶ τόσον τὸ ἴδιον Συμβούλιον παραμένει εἰς τὴν θέσιν του. Διετέθησαν δι’ ἐνυπόθηκα δάνεια ἐπὶ πρώτῃ ὑποθήκῃ, τὸ δὲ σύνολον τῶν διατεθέντων δανείων, ἀνέρχεται ἕως σήμερον εἰς ἑκατὸν δεκατέσσαρα ἑκατομμύρια. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἐπειδὴ τὰ προσφερόμενα δάνεια δὲν ἐκρίνοντο ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως ἀπολύτως ἀσφαλῆ, παρέμεινεν ἕν ποσὸν ἀδιάθετον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 45 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραμείνῃ, διότι ὑπάρχει ἕν ταμιευτήριον, οὗτινος τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς εἴκοσι τρία ἑκατομμύρια, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, διότι τὸ Ταμεῖον ὀφείλει διὰ δοσοληψίας μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἕν κυμαινόμενον ποσὸν πέντε ἕως δέκα ἑκατομμυρίων. Δὲν δύναται λοιπὸν ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, ὅταν εἷς ὀργανισμὸς ἀκινητοποιῇ τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον διαθέτει, νὰ ἀφήσῃ τὰ Ταμεῖα κενά, ὥστε, ἂν μεσολαβήσῃ εἷς οἱοσδήποτε πανικός, νὰ μὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀξιώσεις τῶν καταθετῶν τοῦ ταμιευτηρίου καὶ τῶν διαφόρων πιστωτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ Δημόσιον.
§318Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι διεπιστώσατε τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεών μου. Διότι, ὅταν μοῦ λέγετε ὅτι διεθέσατε 56 ἑκατομμύρια, δι’ ἀγορὰν χρεογράφων καὶ δὲν γνωρίζετε τὸν χρόνον...
§319ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς εἶπα. Πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς σταθεροποιήσεως.
§320Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Καὶ σήμερον μοῦ λέγετε, ὅτι ἐκάματε τὰ 56 ἑκατομμύρια 58. Δικαιοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πρὸ τεσσάρων μηνῶν εἴχετε δημιουργήσει ὄλεθρον εἰς τὸ Ταμεῖον, διότι τὰ 56 ἑκατομμύρια εἶχον γίνει τότε 40, καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ φθάσουν καὶ τὰ 35 ἑκατομμύρια καὶ ἔλαττον.
§321ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς τὶ θὰ ἐκάμνετε;
§322Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐγώ, ἐὰν ἤμην, θὰ ἔλεγα ὅτι εἶμαι ἀκατάλληλος διὰ τραπεζιτικὰς ἐργασίας, ἀλλ’ ἐὰν ἤλεγχον τὴν κατάστασιν αὐτήν, θὰ σᾶς εὕρισκον ἀναπολογήτους.
§323ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Διατί;
§324Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Διότι θὰ ἔχετε μίαν ζημίαν δεκαπέντε ἑκατομμυρίων καὶ παραλλήλως μίαν συνταξιοποίησιν ἑπτακοσίων ἀνθρώπων πρὸς 2,700 δρχ., χωρὶς νὰ ἔχητε χρήματα διὰ νὰ πληρώσητε. Διότι θὰ ἠναγκάζεσθε νὰ θίξητε τὸ ἀποθεματικόν τοῦ ὀργανισμοῦ παρὰ τὴν σχετικὴν ρητὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν. Ἐπὶ πλέον ἔχετε 45 ἑκατομμύρια δρχ. εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ λαμβάνετε 2.5% τόκον, ἔχετε δὲ ταμιευτήριον μὲ 5%. Νομίζετε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐξυπηρέτησις τοῦ χρήματος τῶν μετόχων; Δὲν λέγω ὅτι τὸ κάμνετε ἐπίτηδες. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν ὄχι ἐξ ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἐξ ἀκαταλληλότητος, διότι ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, καὶ ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν μου, ὅτι τρέφω πρὸς τὸν Πρόεδρόν σας, χωρὶς προσωπικῶς νὰ τὸν γνωρίζω ἐκτίμησιν καὶ διὰ τὴν ἐπιστημονικήν του μόρφωσιν, καὶ διὰ τὸ ἐνδιαφέρον του ὑπὲρ τοῦ Ταμείου. Ἀλλά, δυστυχῶς, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ταμείου εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ ὑπάλληλος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ δὲν δύναται νὰ παρακολουθήσῃ ὅσον πρέπει τὰ συμφέροντα τοῦ Ταμείου, καί δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ γενναιόφρων πρᾶξίς σας, ὅπως μὴ λάβητε ἀμοιβήν, τὴν ὁποίαν σᾶς ὁρίζει ὁ νόμος, δὲν εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἰσοφαρίσῃ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον ἐξ ἐλλείψεως εὐκαιρίας ἢ εἰδικότητος. Διότι ἡ ἐργασία αὐτή ἀπαιτεῖ πολὺν χρόνον καὶ γνώσεις τραπεζιτικὰς καὶ τὸ ἔργον τὸ τραπεζιτικὸν δὲν εἶναι ἔργον τοῦ παντός. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, εἶναι μέν ἱκανὸς νομικός, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀπησχολημένος εἰς ἄλλην ἐργασίαν, ἐνῶ ἐγὼ τὸν θέλω νὰ εἶναι ἀφωσιωμένος ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ ἔργον ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ τόσον σπουδαίου σκοποῦ. Ἐπίσης τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἐφόσον ἀποτελεῖται ἀπὸ δικηγόρους, ἢ ἀνωτέρους δικαστικούς, βεβαίως, περιέχει πρόσωπα ἀνώτερα πάσης ὑπονοίας, δὲν ἔχουν ὅμως τὸν ὑλικὸν χρόνον νὰ παρακολουθήσουν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα. Διὰ τοῦτον λοιπὸν τὸν λόγον προέτεινα ἡ διάταξις περὶ ἀποζημιώσεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ νὰ μὴ καταργηθῇ. Νὰ παραμείνῃ, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος νὰ μὴ εἶναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς πάρεργον τὴν προεδρίαν ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ νὰ εἶναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀφωσιωμένον ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ νὰ ἀμείβεται μὲ ἀμοιβὴν 15.000 δραχμῶν κατ’ ἀνώτατον ὅριον, καὶ ἔθεσα καὶ ἓν κατώτατον ὅριον, μηνιαίως. Ἀλλὰ τὶ ἠθέλετε, Κύριοι, καὶ τὶ ἤθελον ἐκεῖνοι, οἵτινες διαμαρτύρονται κατὰ τῆς τροπολογίας μου; Τὶ σᾶς ἠμπόδιζεν ὁ ἐκ μέρους μου κανονισμὸς ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὁρίου; Μήπως ἐὰν ὁ ἤδη Πρόεδρος ἤθελε νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀποζημιώσεως, δὲν θὰ ἦτο ἐλεύθερος; Μήπως ἐγὼ εἶπα ὅτι ἡ λῆψις τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ὑποχρεωτική; Ἐὰν θέλῃ νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του δωρεάν, θὰ εἶναι πρὸς τοῦτο ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὴν προεδρίαν τοῦ Ταμείου νὰ μὴ τὴν ἔχῃ ὡς πάρεργον. Σᾶς πληροφορῶ, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι, ὅτε μοὶ ἀνεκοινώθη ἡ κατάστασις αὐτοῦ τοῦ Ταμείου, τὴν ὁποίαν ἤθελον διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποκρύψω, διότι σᾶς εἶπα ὅτι ἐνδιαφέρομαι διὰ τὸ Ταμεῖον καὶ δὲν ἤθελον νὰ ἐνισχύσω τοὺς ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς σοβαρότητος καὶ ἀσφαλείας αὐτοῦ μιᾶς μερίδος ἐκ τῶν μετόχων, ὅτε μοὶ ἀνεκοινώθη, λέγω, ἡ κατάστασις αὐτή, μοὶ ἀνεκοινώθη παραλλήλως, ὅτι καὶ ὅλα τὰ πρακτικὰ ἦσαν ἀνυπόγραφα...
§325ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅστις σᾶς μετεβίβασεν αὐτό, σᾶς εἶπε ἀνακρίβειαν, τὴν ὁποίαν ἀπορῶ πῶς τὴν ἐφαντάσθητε.
§326Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δύνασθε νὰ ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ ζητήσητε ἐπίσημον ἔκθεσιν, εὑρισκομένην εἰς αὐτό.
§327ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὰ πρακτικὰ γράφονται ἐν σχεδίῳ καὶ ὕστερα ἀντιγράφονται ἐν βιβλίῳ. Ὑπάρχουν δὲ μερικά, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντέγραψεν ὁ Γραμματεύς, ὁ δὲ κ. Ἐλεγκτὴς ὡμολόγησεν, ὅτι καὶ νούμερα ἐσφαλμένα ἔδωκεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§328Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐπὶ πλέον, μοὶ ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι εἰς τὰς ἀποφάσεις δὲν ἀναφέρονται ὀνομαστὶ οἱ μέλλοντες νὰ λάβωσι σύνταξιν, ἀλλὰ κατ’ ἀριθμόν. Ἀποφασίζεται νὰ λάβωσι σύνταξιν οἱ δέκα, 1ος, 2ος, 3ος κλπ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐταὶ ἦσαν αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐδόθησαν ἐπισήμως καὶ ἔχων τὰς ἐπισήμους αὐτὰς πληροφορίας, ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία λέγει νὰ καθορισθῇ μισθὸς δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ταμείου. Εἶπα νὰ πάρῃ 10.000 ἕως 15.000 δρχ. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ σημεῖον ἐπικρίσεως, τὸ σημεῖον αὐτὸ ὑπάρχει εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος καθορίζει ἀποζημίωσιν ἀπεριόριστον. Εἶναι δὲ ἄσχετον τὸ ζήτημα, ἂν δὲν τὴν ἐδέχθη ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπα ὑπὸ ποίας συνθήκας διατελεῖ. Οὔτε εἶνε ἐποχὴ νὰ γίνωνται τοιαῦται γενναιοφροσύναι, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἐργάζωνται διὰ νὰ ζήσουν, δὲν πηγαίνουν νὰ ἀναλάβουν τοιαύτην ἐργασίαν. Τὸ τρωτὸν λοιπόν, εἶνε ἡ τακτοποίησις μιᾶς διατάξεως, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ γεννήσῃ ζητήματα, ἀλλὰ καὶ ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις. Ἑτέρα τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἦτο ἡ ἀφορῶσα τὸν περιορισμὸν τοῦ Διοικητ. Συμβουλίου. Διότι, Κύριοι, εἶναι γνωστὸν καὶ ἀντιληπτὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, πλὴν τῶν κακοπίστων καὶ συκοφαντικῶς ἐργαζομένων, ὅτι οἱ νόμοι δὲν θεσπίζονται δι’ ὡρισμένα πρόσωπα; οἱ νόμοι θεσπίζονται διὰ τὸ διηνεκές, καὶ αὔριον, μετὰ δύο, πέντε, δέκα χρόνια, δὲν θὰ εἶναι τὰ πρόσωπα, τὰ ἔχοντα τὴν μεγαλόφρονα θέλησιν νὰ μὴ λαμβάνουν τὴν ἀμοιβήν των. Εἰς ὅλους τοὺς ὀργανισμούς, ἀντὶ πενταετοῦς, ἡ θητεία εἶναι τριετής, δὲν ἐμποδίζει δὲ τίποτε τὴν ἀνανέωσιν τῶν αὐτῶν μελῶν, ὅταν εὐδοκίμως προσφέρουσι τὰς ὑπηρεσίας των. Διότι ὁ νομοθέτης γενικῶς ἐθεώρησεν ὅτι ἡ τριετία εἶνε εἷς ἐπαρκὴς χρόνος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἰδεῶν καὶ ὁλοκλήρωσιν τοῦ ἔργου ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐργασθῇ. Ἐὰν δὲ τὸ ἔργον εἶνε τοιοῦτον, ὥστε νὰ τύχῃ ἀμοιβῆς εὐκολώτερον, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀνανεοῦται ἡ τριετία, διότι ἐκεῖνοι οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἐπικαλεσθοῦν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ταμείου Συντάξεως Νομικῶν, διότι δέν ἔχει συνέλευσιν δυναμένην νὰ καθαιρῇ καὶ νὰ παύῃ τὸ ὑφιστάμενον Διοικητικὸν Συμβούλιον, δὲν ἔχουν γνῶσιν τοῦ ζητήματος. Ἑπομένως εἶνε ὑποχρεωτικὴ ἡ διαχείρισις ἐπὶ μίαν πενταετίαν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ πενταετία περιορισθῇ, καὶ πρέπει νὰ περιορισθῇ, εἰς τριετίαν, κατὰ τὶ θίγονται οἱ ἀποτελοῦντες ἤδη τὸ Διοικ. Συμβούλιον, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν γνώμην νὰ ἐπανεκλεγῶσι; Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐπανεκλεγῶσιν: Αὐταὶ ἦσαν αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας εἶχον. Ἐάν, Κύριοι Βουλευταί, αὐταὶ αἱ τροπολογίαι, νομίζετε, ὅτι ἀποτελοῦν μίαν προσπάθειαν ἄδικον, νὰ βλάψουν τὸ Ταμεῖον, δὲν εἶναι τροπολογίαι....
§329ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπε κανεὶς τοιοῦτό τι.
§330Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν θέλω παράσημον, ἐγὼ θέλω νὰ δείξω καὶ νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἤγαγον νὰ ὑποβάλω αὐτὰς τὰς τροπολογίας.
§331Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ λυποῦμαι, διότι δὲν ἤλθετε εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§332Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Λυποῦμαι, διότι μὲ ἀπέκλεισαν αἱ βροχαί, καίτοι μὲ κίνδυνον προσεπάθησα νὰ ἔλθω, διότι ἐπίστευα ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔγινε, θὰ διεπίστωσε τὴν ἀναγκαιότητα τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας προτείνω.
§333ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ 80% τῶν τροπολογιῶν ἔγιναν δεκταί.
§334Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. Δὲν εἶχον κανένα σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι σᾶς εἶπα, ἐν ἰδιαιτέραις συζητήσεσιν, ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτων θεσμῶν, τὸ ἔργον τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἐξαιρετικῶς περιωρισμένον, καὶ ἴσως δὲν εἶνε καὶ καρποφόρον, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δέν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω, ἐὰν διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς δὲν ὑπέβαλεν αὐτὰ τὰ τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας, καὶ ἐὰν δὲν ἐλάμβανον γνῶσιν αὐτῶν τῶν τηλεγραφημάτων.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη πρότασις, περὶ ἀναβολῆς δι’ αὔριον τῆς συζητήσεως, ἐκ μέρους δεκαοκτὼ βουλευτῶν.
§336ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὰς 15 Δεκεμβρίου, τελειώνει τὸ Συνταγματικὸν τετράμηνον καὶ πρέπει νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε. Νὰ ὁμιλήσουν ὅσοι ἔχουν νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἐὰν περάσῃ ἡ ὥρα, τότε συνεχίζομεν αὔριον.
§337ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§338Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, ἐκτὸς ἐὰν γίνουν δεκταὶ αἱ τροπολογίαι.
§339ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον δι’ αὔριον καὶ νὰ συζητηθῇ πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§340ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ συζητηθῇ ἀπόψε καὶ νὰ ἀκούσω τοὺς κ. Βουλευτὰς ποίας τροπολογίας καὶ ποίας ἀντιρρήσεις θὰ φέρουν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ λέγω, εἶναι ὅτι, ἐνῶ συζητοῦμεν νὰ προστατεύσωμεν τὸν δικηγορικὸν κόσμον καὶ τὸν δικαστικὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ τὸν καταστρέψωμεν, διότι θὰ ἐκπνεύσῃ ἡ συνταγματικὴ προθεσμία.
§341Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Διατὶ τὸ ἐφέρατε τόσον ἀργά; Μᾶς τὸ ἐφέρατε τὴν τελευταίαν στιγμήν, διὰ νὰ ἐκβιασθῶμεν ὅπως–ὅπως νὰ τὸ ψηφίσωμεν;
§342ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περὶ ἐκβιασμοῦ. Οὔτε δι’ ἐκβιασμόν, οὔτε δι’ ἄλλον σκοπὸν ἐβραδύναμεν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὸ καλοκαῖρι εἶπα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει καὶ θὰ τὸ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τοῦ 1933, ἵνα ἐν τῷ μεταξὺ ἴδω τὴν πορείαν τοῦ Ταμείου.
§343ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§344ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον)
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων νόμου 4411 «περὶ συγκροτήσεως κλπ. στελεχῶν τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ».
§347Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι, διότι κάθε τρίμηνον ἢ τετράμηνον ὑποβάλλεται νομοσχέδιον τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ προαγωγῶν.
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν’ δέχεται τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου;
§349ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5 μ.μ. (Ὥρα 11 καὶ 15′ π.μ.)