1933.09.01
3,628 rows · 27,458 words · 321 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1933
Προεδρία κ. Χ. ΒΟΖΙΚΗ
(Ὥρα 6 καὶ 30 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΠΑΪΖΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Ἐληᾶς» Ληξουρίου, ἀναφέροντος τὰς καταστροφάς, ἅς ὑπέστησαν οἱ παραγωγοὶ σταφίδος ἐκ θεομηνίας καὶ περονοσπόρου καὶ ζητοῦντος τὴν παροχὴν ἀρωγῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους. — Ὁ Γεώργιος Ἠλιάδης, κάτοικος λιμένος Βαθέος Σάμου, δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ ὅπως ἐξαιρεθῇ τοῦ νόμου 4663. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ἀρακλῆ, ἀναφέροντες τὰς καταστροφὰς ἅς ὑπέστησαν ἐκ βροχῶν, παρακαλοῦν ὅπως ἀνασταλῇ ἡ πληρωμὴ τῶν χρεῶν των πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν. — Ὁ Βουλευτὴς κ. Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Πόρου, Γαλατᾶ καὶ λιμένος Πόρου, παραπονουμένων διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας παρατάσεως τοῦ προνομίου τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῶν πόλεών των καὶ ζητούντων τὴν ἀκύρωσιν τῆς καταθλιπτικῆς, δεσμευτικῆς ἀδείας παρατάσεως. —Ὁ Βουλευτὴς κ. Ν. ΑΣΚΟΥΤΣΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Ρεθύμνης, ζητοῦντος τὴν παράτασιν ἐπὶ τρίμηνον τῆς ἀτελείας εἰσαγωγῆς ἐλαιολάδων. —Τὸ Σωματεῖον ὑπερηλίκων καπνεργατῶν Θεσσαλονίκης ἡ «Μέριμνα» ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ ἀποκαταστάσεως καὶ ἐξασφαλίσεως τῶν ἐκ τοῦ καπνεργατικοῦ ἐπαγγέλματος ἀδικουμένων ὑπερηλίκων καπνεργατῶν. —Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. ΡΑΛΛΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα συνεταιρισμῶν τῶν συκοπαραγωγῶν Μεσσήνης, Οἰχαλίας, Ἀνδρούτσης, Ἀναλήψεως, Ἀβραμίου, Χαστάμης, Εὔας, Καρτελορίου, Ἀριστοδημίου, κλπ., ζητούντων τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως γραφείου συκοπαραγωγῆς». —Ὁ Βουλευτὴς κ. ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ καταθέτει ὑπόμνημα Κ. Καπάτου ἀρτοποιοῦ κατοίκου Ἀθηνῶν, ζητοῦντος τὴν τροποποίησιν τῶν ἀρτοποιητικῶν νόμων. —Ὁ Βουλευτὴς κ. Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῶν συνεταιρισμῶν Ἀγρινίου περὶ τροποποιήσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ καπνοῦ. —Ὁ Βουλευτὴς κ. Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ Εὐηνοχωρίου, ζητοῦντος ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς συκοπαραγωγούς. —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ καὶ Α. ΠΑΠΑ-ΘΑΝΑΣΗΣ καταθέτουσι ψήφισμα τοῦ συλλόγου τῶν ἀνέργων ἐγγραμμάτων Αἰτωλοακαρνανίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικηγόρων. —Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ζητοῦντος τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος, διὰ τὴν ποινικὴν δίωξιν τῶν Βουλευτῶν κ. κ. Γ. Κονδύλη καὶ Θ. Χαβίνη, κατηγορουμένων ἐπὶ παραβάσει τοῦ καθήκοντός των. —Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, ζητοῦντος τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος διὰ τὴν ποινικὴν δίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ κ. Δ. Δημάδη. —Ὁ Βουλευτὴς κ. Ι. ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Ἱερατικοῦ Συνδέσμου Σπάρτης, διαμαρτυρομένου διὰ τὸ μελετώμενον νομοθετικὸν μέτρον περὶ ἀσυμβιβάστου λειτουργήματος καὶ ἐπαγγέλματος δημοδιδασκάλου. Οἱ κ. κ. Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) καὶ Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ συστάσεως Δικαστηρίου Πρωτοδικῶν ὑπὸ τὸ ὄνομα Πρωτοδικεῖον Ξάνθης». Ὁ κ. Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου» Οἱ κ. κ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) καὶ Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων 4816, 5136 καὶ 5378 περὶ κτημάτων ἀπαλλοτριωθέντων ἐν ταῖς περιφερείαις Μαργαριτίου καὶ Παραμυθιᾶς». Ὁ κ. Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Τριπόλει νοσοκομείου ἡ «Εὐαγγελίστρια». Οἱ κ. κ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) καὶ Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ καταργήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἑρμηνείας διατάξεων τῶν νόμων 4721, 4907, 4383 καὶ 3250». Οἱ κ. κ. Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) καὶ Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ διακανονισμοῦ τοῦ ἐπιτοκίου τῶν ἐπὶ ἐνεχύρῳ παλαιῶν καπνῶν δανείων». Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι: 1) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 34 ἐδάφ. 19 § 1 τοῦ κωδικοποιηθέντος νόμου ὑπ’ ἀρ. 4653, καὶ 2) Ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 25ης Μαΐου 1932 Π. Δ. κωδικοποιηθέντος νόμου 5430 «περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐφημερίων καὶ ταμείου ἀποδοχῶν καὶ ἀσφαλίσεως τοῦ κλήρου τῆς Ἑλλάδος». Οἱ κ. κ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας), Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Ι. ΜΑΚΡΟ-ΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας) ὑποβάλλουσι τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ μειώσεως τῶν προσφυγικῶν χρεῶν» καὶ 2) «Περὶ εὐκολιῶν ὡς πρὸς τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν κλπ. τῶν δυνάμει τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἀποκατασταθέντων». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ, Α. ΠΑΠΑΘΑ-ΝΑΣΗΣ, Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ καὶ Λ. ΣΤΡΑΤΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ». — Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων «περὶ ἐκτελέσεως Δημ. ἔργων». Οἱ Βουλευταὶ κ.κ. Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ι. ΨΑΡΡΑΣ, Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6) 7) 33 Ν. Δ. περὶ φορολογικῶν διευκολύνσεων».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπέβαλε σήμερον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2784 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔγγραφόν του, ὅπερ παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ. Ὁ κ. Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ (Γραμματεὺς τοῦ Προεδρείου, βουλευτὴς Ἑρμιονίδος) ἀναγινώσκει τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἔγραφον, ἔχον οὕτω·) Πρὸς τὸ Σ. Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης Κύριε Ὑπουργέ, Ἀριθ. 2784 «Ὅταν ὑπερασπίζεσθε τὴν ἀλήθειαν (λέγει ὁ Γκαῖτε) μὴ κοπιᾶτε νὰ ἐπανέρχησθε· μὴ φοβῆσθε νὰ πολλαπλασιάζητε τοὺς λόγους· σκεφθῆτε ὅτι ἡ πλάνη δὲν βαρύνεται νὰ δρᾷ, καὶ ὅτι τὰ καταστρεπτικὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα ἐπαναλαμβάνονται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ πολλαπλασιάζονται»! Ἐπιτραπήτω λοιπὸν καὶ εἰς ἐμέ, ὑπερασπίζοντα, ὡς φρονῶ, μίαν μεγάλην ἀλήθειαν, ὅπως, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2762 τῆς 25 Αὐγούστου 1933 ἐγγράφου μου, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, ἣν διαβλέπω, ἐκθέσω πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ ἐν ἀναφορᾷ πρὸς αὐτό, (2762) καὶ τὰ ἀκόλουθα: Οὕτω δέ, προλειαίνων τὸ ἔδαφος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προσθέσω, εἰς ὅσα ἤδη εἶπον, ταῦτα. Εἶναι ἀφ’ ἑαυτοῦ δῆλον, ὅτι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ ἧς ὁ λόγος, θεωρῶ ἀπαραίτητον δι’ ὅσον τοὐλάχιστον χρόνον διαρκεῖ ἡ ἀνάκρισις, ἵνα μείνῃ αὕτη ἀνενόχλητος πρὸς σύντομον ἐξακολούθησιν καὶ ταχεῖαν περαίωσιν τοῦ ἔργου της. Πόσος χρόνος ὅμως θὰ χρειασθῇ πρὸς τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν προτέρων, καί, δεδομένης τῆς φύσεως αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, δέον νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ χρόνος οὗτος ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εἶνε καὶ λίαν βραχύς. Καμμία χρονοτριβὴ δὲν θὰ ἐπιτραπῇ, ἀλλὰ καὶ καμμία σπουδὴ δὲν θὰ ἐπιτραπῇ ἐπίσης νὰ βλάψῃ ὁπωσδήποτε τὴν πληρότητα τῶν ἀνακρίσεων. Ἐντεῦθεν, κατ’ ἀνάγκην, ἐγγίζομεν τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου τῆς ἀναβολῆς. Ἐν τῷ πολιτευματικῷ δικαίῳ κρατεῖ ἡ ἀρχή, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποποιῆται μία Βουλή, ἢ μᾶλλον ἕν ἀντιπροσωπευτικὸν πολιτικὸν σῶμα, τὴν συζήτησιν ἐπερωτήσεώς τινος, οὔτε ἀμέσως, οὔτε ἐμμέσως, διὰ μακρᾶς ἀναβολῆς αὐτῆς. Ἐπὶ τούτου δὲ τοῦ σημείου, ἀξιομνημόνευτοι εἰσὶν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τῶν Γάλλων (1872) ὁ πρόεδρος αὐτῆς Ἰούλιος Γκρεβύ, ὅστις ἀρνούμενος νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν κἄν, πρότασιν μέλους τῆς Συνελεύσεως περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἐπερωτήσεώς τινός ἐπὶ ἑξάμηνον, ἀντὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ περὶ βραχείας τινὸς ἀναβολῆς, διότι τοῦ Προέδρου καθῆκον, περὶ τοῦ ὁποίου κριτὴς ἐν τῇ συνειδήσει του καθίσταται ὁ ἴδιος, εἶνε νὰ μὴ συντελῇ ποσῶς εἰς ὅ,τι ἤθελεν ἰσοδυναμεῖ πρὸς δήμευσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, κατέληγε λέγων, ὅτι ἐκπλήσσεται καὶ θλίβεται, διότι τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν τὸν ἐννοοῦσι καὶ δὲν τὸν ὑποστηρίζουσι καλύτερον, ἐνῶ αὐτὸς, ἀγωνίζεται ὅπως διατηρήσῃ τὰς προνομίας του καὶ ὅπως ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ θυσιάσωσιν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους εἰς στιγμὰς παραφορᾶς, δημιουργουμένας ἕνεκα συνθηκῶν ἀντιξόων, τὸ πλέον προσωπικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἀπώλειαν δὲν θὰ βραδύνουσιν οἱ ἴδιοι νὰ θρηνήσωσι. (Ζουρνὰλ Ὀφισιέλ, 28 Μαρτίου 1872). Ταῦτα τὰ ὑπέροχα ἔλεγε καὶ ἔπραττεν ὁ ἐντιμότατος πολιτικὸς ἐκεῖνος ἀνήρ, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δικαίου τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἀναντιρρήτως καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δικαίου τοῦ ἐπερωτωμένου, τὸ ὁποῖον, ὡς δίκαιον ὑπερασπίσεως εἶναι ἐπίσης ὑψηλόν, ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ μένῃ αἰωρούμενον ἐπὶ μακρόν, πάσχον οὕτω, τὰ αὐτὰ δέον νὰ εἴπωμεν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, τοῦ χρόνου τῆς ἀναβολῆς, ἤτοι ἐπερωτήσεως τινός. Μακρὰ λοιπόν, ὁπωσδήποτε μακρά, ἀναβολὴ συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως, δὲν εἶναι κοινοβουλευτικῶς ἐνδεδειγμένη, ἐνῷ ἐξ ἑτέρου συζήτησις αὐτῆς ἄμεσος ἢ μετὰ βραχύ τι διάστημα χρόνου, ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ἅ ἐπανειλημμένως ἐτονίσαμεν, καταδείξαντες τὸν κίνδυνον, ὃν διατρέχει ἡ ἀνάκρισις ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει, κυρίως δὲ ἐκ τοῦ μοιραίου ἀντικτύπου, ὃν θὰ ἔχῃ ἡ κοινοβουλευτικὴ συζήτησις εἰς τὸν καθημερινὸν τύπον. Οὕτως ὅμως ἐχόντων τῶν πραγμάτων διερωτᾶταί τις, ἐὰν δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀνακληθῇ, τό γε νῦν ἔχον ἡ ἐπερώτησις. Δὲν ζητῶ ν’ ἀνακληθῇ οὔτε λέγω νὰ ἀνακληθῇ, διότι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητήσω ἢ νὰ ὑποδείξω κἄν, τοιοῦτό τι. Διαφόρως ἄν ἔπραττον, θὰ προσέκρουον εἰς τὸ ἀναφαίρετον καὶ σωτήριον, ἀληθῶς, διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος, δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως. Πόρρω δὲ ἀπέχουν αἱ σκέψεις μου ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ ἀλλότρια. Ἀλλ’ ἀγωνιζόμενος πρὸς τοῦτο καὶ εὑρεθείς, εἰς τὸν ἀγῶνά μου τοῦτον, πρὸ τοῦ διλήμματος, ἔστην, καὶ ἵσταμαι ἐρωτῶν ἁπλῶς. Εἰς τοὺς ἔχοντας δὲ καὶ διαχειριζομένους τὸ δικαίωμα ἀπόκειται νὰ ἀποφασίσωσι περὶ τοῦ πρακτέου, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὸν κίνδυνον τοῦ ὁποίου ἐγὼ φύλαξ τοῦ κινδυνεύοντος πράγματος, κρούω τὸν κώδωνα, σταθμίζοντες τὰς περιστάσεις, καὶ κρίνοντες ποῖον ὑπέρτερον πολιτειακὸν συμφέρον, ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς ὁλοσχεροῦς καὶ ταχείας διαλευκάνσεως τῶν κατὰ τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου, τὴν ὁποίαν διαλεύκανσιν, ἀναμφισβητήτως θέλει προαγάγει ἡ κατασίγασις τοῦ δημοσίου θορύβου καὶ τῆς κοινῆς ἀνησυχίας, ἀναποφεύκτων συνεπειῶν ἐκ τοῦ ἀντικτύπου οὗτινος ἐμνήσθην ἀνωτέρω, συνηγορεῖ εἴτε ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἢ ταχείας συζητήσεως, εἴτε ὑπὲρ τῆς ἐκκρεμότητος ταύτης. Ὁ γράφων βεβαίως δὲν διαβλέπει τοιοῦτον ὑπέρτερον λόγον (Ραιζόν ντ’ Ἐτά) σπεύδει ὅμως νὰ θέση τέρμα εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὡς πρὸς τὴν ἄποψιν ταύτην, ἐφόσον, στερούμενος τοῦ εἰδικοῦ ἐκείνου φακοῦ, ὅστις χρειάζεται τῇ περιστάσει, ἀδυνατεῖ νὰ διακρίνῃ καὶ νὰ διαγνώσῃ αὐτό, τὸ ὑπέρτερον πολιτειακὸν συμφέρον καὶ ὑπάρχον τυχόν. Ἓν προηγούμενον δὲν θὰ ἦτο ἴσως μάταιον νὰ σημειωθῇ ὧδε. Τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 36420 τῆς 26 Μαΐου 1920 ἐγγράφου του μοὶ ἐζήτησε τὸν φάκελλον πειθαρχικῆς τινος δικογραφίας, εἰς χεῖρας μου εὑρισκομένης, πρὸς μελέτην, προκειμένου νὰ κατατεθῇ οὗτος εἰς τὴν Γερουσίαν, ζητηθεὶς ὑπὸ μέλους τοῦ Σώματος. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τῆς μελέτης τῆς δικογραφίας ταύτης εἶχον σχηματίσει τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐξηντλεῖτο τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς γενομένης ἐξετάσεως καὶ ἔδει νὰ συμπληρωθῇ τοῦτο διὰ περαιτέρω ἐνεργείας, ἀπήντησα Ὑμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2584 τῆς 30 Μαΐου 1930 ἐγγράφου μου, οὗτινος καὶ ἀντίγραφον νεωστὶ ὑπεβλήθη τῷ Σεβαστῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι μὴ οὔσης περαιωμένης τῆς ὑποθέσεως παρὰ ταῖς Δικαστικαῖς Ἀρχαῖς, καθίσταται ἀναγκαίως πρόωρος καὶ ὁ ἐπιζητούμενος κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, καὶ ὅτι, συνεπῶς, τὰ ἔγγραφα, ἀποστέλλω εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ναυπλίου πρὸς κρείσσονα διάπραξιν. Τὶ ἐγένετο κατόπιν δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ἐφόσον οὐδεμία, οὐδαμόθεν, σχετικὴ ἀνακοίνωσις ἐγένετό μοι τότε καὶ δὲν φαίνεται νὰ ἐζητήθη δικογραφία καὶ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ναυπλίου, μετὰ τὴν πρὸς αὐτὸν παραγγελίαν μου (2584 τῆς 30–5–1930), ὡς προκύπτει ἐκ πληροφοριῶν τούτου, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἄγομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐσταμάτησε πράγματι εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, δοθέντων τῶν πρωτείων εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἄνισον σπουδαιότητα τῶν δύο περιπτώσεων, τῆς τότε καὶ τῆς νῦν, δὲν θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένον νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ συμβὰν ἰσοδυνάμησε πρὸς ἀνάκλησιν, προσωρινῶς ἔστω, τῆς αἰτήσεως τοῦ μέλους τῆς Γερουσίας. Ταύτας τὰς σκέψεις ἐθεώρησα καλὸν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον καὶ ὑποβάλλων ταύτας, παρακαλῶ Ὑμᾶς τὸν Διοικοῦντα τὰ τῆς Δικαιοσύνης, εὐσεβάστως ἀλλὰ μετὰ σταθερότητος, ὅπως εὐαρεστηθῆτε καὶ διαβιβάσητε πρὸς τὸν Ἐντιμότατον Κύριον Πρόεδρον τῆς Σεβαστῆς ἡμῶν Βουλῆς, ἥτινι καὶ ἀπευθύνομαι οὐσιαστικῶς, τὸ παρὸν ἔγγραφόν μου διὰ τὰ κατ’ Αὐτόν. Εὐπειθέστατος
Ὁ Εἰσαγγελεὺς
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΧΟΪΔΑΣ
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ τυπωθοῦν ἀκόμη καὶ νὰ διανεμηθοῦν. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἅμα τυπωθοῦν ἀργότερον καὶ διανεμηθοῦν, καὶ ἀναγνωσθοῦν νὰ τὰ κυρώσῃ κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σύμφωνοι, Σύμφωνοι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§6Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι Βουλευταί, ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ἐκ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν συσταθεῖσα, καὶ τῆς ὁποίας μετέσχον, ὅπως μελετήσῃ κατὰ πόσον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ ἀπαίτησις τῶν προσφύγων πρὸς συμπληρωματικὴν ἀποζημίωσιν, κατόπιν μελέτης ἐπισταμένης τῶν ζητημάτων, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ σήμερον τοὐλάχιστον ἐπιπρόσθετος ἀποζημίωσις, διότι ἡ ἐπὶ τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας μελέτη ἔδωκεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ὄχι μόνον ἡ ρευστοποίησις τῆς περιουσίας ταύτης δὲν θὰ καλύψῃ τὰ ὅσα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς περιουσίας ταύτης ἐπληρώθησαν, ἀλλὰ καὶ σχετικὸν ἔλλειμμα θὰ κατέλιπεν. Ἐπίσης, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Χώρα διέρχεται, καὶ τὴν ὁποίαν, ὡς γνωρίζετε κάλλιστα, ἀντιμετωπίζει διὰ τοῦ πενιχροῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς τὸν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων «προϋπολογισμὸν πείνης», δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν ἄλλα βάρη διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιώσεων τούτων. Ἀλλ’ ἐκ παραλλήλου, ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, ἐμελέτησε κατὰ πόσον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ ὀφειλαὶ τῶν προσφύγων ἔναντι τοῦ Κράτους. Βεβαίως, διὰ τῆς μελέτης ταύτης, καὶ διὰ τοῦ ἀποτελέσματος εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε, θὰ προστατευθοῦν ἰδίως οἱ πλέον πτωχοὶ πρόσφυγες. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως. Κατελήξαμεν, λέγω, ὅτι, διὰ νὰ δυνηθοῦν καὶ οἱ πρόσφυγες νὰ ἀναλάβουν, πρέπει νὰ γίνῃ μία μείωσις τῶν ὀφειλῶν τῶν ἀστῶν καὶ τῶν ἀγροτῶν προσφύγων, ἡ ὁποία θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ 40 μὲν τοῖς ἑκατὸν τῶν ὀφειλῶν, ἐφόσον αὗται θὰ πληρωθῶσιν εἰς δόσεις, εἰς 50 δὲ τοῖς ἑκατὸν, ἐφόσον αὗται ἤθελον ἐξοφληθῇ ἀμέσως. Ἐλπίζω καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ πρόσφυγες θὰ ἐκτιμήσωσι πλήρως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπὲρ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει καὶ θὰ καταλήξωσιν εἰς τὸ συμπέρασμα μόνοι των νὰ κρίνουν, περὶ τοῦ τι δὲν ἔπραξεν ὑπὲρ αὐτῶν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καί τι ὑπὲρ αὐτῶν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις τῶν συνεργαζομένων κομμάτων.
§7ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δι’ αὐτὸ ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ πληροφορηθοῦν οἱ πρόσφυγες;
§8Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι, ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ νόμος.
§9ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ ποὺ κάμνετε εἶναι ἰδικόν μου πρόγραμμα.
§10Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ τὸ ἐφαρμόζομεν ἡμεῖς, διότι ἤλθομεν ἡμεῖς εἰς τὰ πράγματα.
§11ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα πλειονοψηφία.
§12Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐκ παραλλήλου ἡ Κυβέρνησις ἐμελέτησεν ἐπίσης ἐπισταμένως τὰ ζήτημα τῶν χρεώσεων τῶν γηγενῶν καὶ πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ δι’ αὐτοὺς νὰ ἐπέλθῃ ποιά τις ἀνακούφισις. Καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπέλθῃ καὶ δι’ αὐτοὺς μία ἀνακούφισις. Πρὸς τοῦτο παρετάθη ὁ χρόνος τῶν πληρωμῶν τῶν ὀφειλῶν των, ἀντὶ 20 ἐτῶν εἰς 25 ἔτη, δίδεται δὲ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα ἡ πληρωμὴ νὰ καταβάλληται δι’ ὁμολογιῶν Ἀπαλλοτριώσεως. Τὰ δύο ἄλλα σχέδια νόμων, τὰ ὁποῖα καταθέτω, εἶναι νομοσχέδια, ἀφορῶντα τὴν διαρρύθμισιν τῶν κτημάτων Μαργαριτίου καὶ Παραμυθιᾶς. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν τόκων τῶν πρὸς ἀλλοδαποὺς ἀποζημιώσεων, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσουν. (Χειροκροτήματα).
§13Γ. ΤΣΟΝΤΟΣ ΒΑΡΔΑΣ. Τὰ λεχθέντα χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Δράμας κ. Κίρκου, νὰ τυπωθοῦν, δημοσίᾳ δαπάνῃ, καὶ νὰ διανεμηθοῦν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ὅλος ὁ κόσμος.
§14ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§15Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Μὲ βαθεῖαν συγκίνησιν...
§16ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν λόγον.
§17Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διατὶ ἀνησυχεῖτε τόσον;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει κανεὶς τὸν λόγον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Βλιάμος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Φούρνων Κορσεῶν Ἰκαρίας περὶ τοῦ ὀπτικοῦ τηλεγράφου.
§19Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Φούρνων καὶ Κορσεῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται μεταξὺ Σάμου καὶ Ἰκαρίας, ζητοῦν διὰ τῆς ἀναφορᾶς των νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ λειτουργία τοῦ ὀπτικοῦ τηλεγράφου, ποὺ εἶχεν ἐγκατασταθεῖ ἐκεῖ διότι, δυστυχῶς, διεκόπη, αἱ δὲ νησῖδες αὐταὶ εἶναι τελείως ἐγκαταλελειμμέναι καὶ οἱ κάτοικοι δὲν δύνανται νὰ ζήσουν ἐπὶ ξηρῶν νησίδων καὶ ἀποδημοῦν ἢ μεταναστεύουσιν. Μέχρις ὅτου ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐπιτρέψῃ τὴν ἐγκατάστασιν τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας διὰ καλωδίου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως διατάξουν τὴν μόνιμον ἐγκατάστασιν ὀπτικοῦ τηλεγράφου.
§20Π. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κώνστας ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς. Ἐπ. ΚΩΝΣΤΑΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, κ. Πρόεδρε.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζηδάκης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§23ΕΜ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἡ μεταξὺ Σάμου καὶ Ἰκαρίας νῆσος Κούρνη συνεδέθη πρὸ δύο περίπου μηνῶν δι’ ὀπτικοῦ τηλεγράφου μετὰ τῆς Ἰκαρίας καὶ ἱκανοποιήθη οὕτω παλαιὸς πόθος καὶ μεγάλη ἀνάγκη τῶν κατοίκων τῶν νησίδων Κορσεῶν, οἱ ὁποῖοι εὐγνωμόνως ἀπεδέχθησαν τὴν ὑπὲρ αὑτῶν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ τηλεγράφου αὐτοῦ χρησιμοποιοῦνται δύο στρατιῶται, εἰς τὸ μέλλον ὅμως καὶ λίαν προσεχῶς, ὅταν ἔλθῃ ὁ χειμὼν, ἡ λειτουργία τοῦ τηλεγράφου δὲν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἀφ’ ἑνὸς μέν, διότι ληγούσης τῆς θητείας τῶν ὑπηρετούντων στρατιωτῶν ἄδηλον ἂν θὰ ἀντικατασταθοῦν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν γλυσχροτάτην ἀμοιβὴν τῶν ὀκτὼ δραχμῶν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ἡμερησίως, δυσκολώτατον εἶναι νὰ συντηρηθοῦν, ἀφ’ ἑτέρου ἐπειδὴ ὁ ὀπτικὸς τῶν Φούρνων εἶναι τοποθετημένος τέσσαρα περίπου χιλιόμετρα καὶ δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ οἴκημα, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραμένῃ τις τὸν χειμῶνα, οὔτε νὰ διανύῃ δὶς τῆς ἡμέρας δέκα χιλιόμετρα, διὰ μετάβασιν καὶ ἐπάνοδον. Διὰ νὰ μὴ παύσῃ, λοιπὸν, ἡ λειτουργία τοῦ τηλεγράφου αὐτοῦ καὶ μείνουν πάλιν ἄνευ συγκοινωνίας αἱ νησῖδες τῶν Κορσεῶν, παρακαλῶ νὰ φροντίσουν οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοὶ Στρατιωτικῶν καὶ Συγκοινωνίας ὅπως λάβουν τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ λειτουργία τοῦ ὀπτικοῦ αὐτοῦ τηλεγράφου. Ἄλλως θὰ νομίσουν, καὶ πολὺ δικαίως, οἱ κάτοικοι τῶν νησίδων Κορσεῶν, ὅτι ἡ ἐγκατάστασις τηλεγράφου δι’ ὀλίγους μόνον μῆνας ἀποτελεῖ ἐμπαιγμὸν δι’ αὑτοὺς καὶ ἐγκατάλειψιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουρδάρας ἐπὶ ἀναφορᾶς Κοινότητος Δομνίτσας Εὐρυτανίας περὶ χορηγήσεως πιστώσεως διὰ τὴν κατασκευὴν γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Κρικελιώτου.
§25Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, οἱ πολῖται τῆς Δομνίτσης προέβησαν εἰς τὴν χάραξιν ὁδοῦ μὲ τὰ χωρία τῆς περιφερείας των. Μεταξὺ τῶν χωρίων αὐτῶν ὑπάρχει ὁ ποταμὸς Κρικελιώτης, τοῦ ὁποίου ἡ ζεῦξις ἀπαιτεῖ δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἀνταποκρίνονται αἱ πρόσοδοι. Οἱ κάτοικοι ὑπέβαλαν εἰς ὑμᾶς ἀναφορὰν καὶ ζητοῦν ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας προσέλθῃ ἀρωγόν, διὰ παροχῆς πιστώσεως, διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας, ἡ ὁποία θὰ συμπληρώσῃ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ συντρέξητε τὰς κοινότητας εἰς τὴν φιλότιμον προσπάθειαν, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ παράδειγμα καὶ διὰ τὰς γειτονικὰς κοινότητας.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§27Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ Εὐρυτανία εἶναι ἡ μᾶλλον ἠδικημένη ἐπαρχία, καὶ ἐκ τῆς φύσεως, καὶ ἐκ τῆς πολιτείας. Ἀλλ’ ὁ προλαλήσας κ. Συνάδελφος εὑρίσκεται ἐν καθυστερήσει, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας πρὸ πολλοῦ ἔλαβε μέτρα διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας περὶ ἧς ὡμίλησεν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαθανάσης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§29Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Θέλω νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὴν ταχεῖαν καὶ ἀποτελεσματικὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε πρὸ πολλοῦ διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἡ σύστασις τοῦ πρώτου ὁμιλήσαντος κ. Συναδέλφου εἶναι πολὺ καθυστερημένη, διότι τὸ ἔργον εὑρίσκεται ἤδη ἐν τῇ ἐκτελέσει του.
§30Π. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ἡ ἐπαρχία σας εἶναι πολὺ καθυστερημένη ἀπὸ ὁδοποιϊτικῆς ἀπόψεως. Αὐτὴν τὴν διαπίστωσιν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν κάμω μὲ τὴν βεβαίωσιν, ὅτι θὰ καταβάλω πᾶσαν προσπάθειαν διὰ νὰ διορθωθῇ τὸ ὁδικὸν ζήτημα τῆς Εὐρυτανίας. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἀναφορὰν, αὕτη εἶχε ληφθῇ ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἔχω δὲ διατάξῃ τὰ δέοντα ὅπως συντόμως δυνηθῶμεν καὶ κατασκευάσωμεν τὴν γέφυραν αὐτήν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας ἐπὶ ἀναφορᾶς καρραγωγέων Σελινοῦντος περὶ παρατάσεως προθεσμίας ὑποβολῆς αἰτήσεων ἀποζημιώσεώς των.
§32Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς ἀναπήρων πολέμου, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέβαλον αἴτησιν ἀποζημιώσεως ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, τὰς ὁποίας καθορίζουν οἱ ἑκάστοτε νόμοι. Βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι ζήτημα ἔχον μεγάλην ἀξίαν καὶ μεγάλην σημασίαν, προκειμένου περὶ θυμάτων πολέμου, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζουν ὅτι εἰς ὡρισμένας προθεσμίας ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωσι τὰς αἰτήσεις των. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε συγκατατεθῇ νὰ δώσῃ μίαν παράτασιν προθεσμίας εἰς τοὺς ἀποδεδειγμένως ἀναπήρους τοῦ πολέμου, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀποφάσεων τῶν συστάδην ὑγειονομικῶν ἐπιτροπῶν ἐθεωρήθησαν ὡς παθόντες κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, τότε καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ εἶναι καὶ ζήτημα δικαιοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα κατέληξε μία ἐπιτροπὴ συσταθεῖσα διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν συντάξεων τῶν παρασχεθεισῶν εἰς ἀναπήρους πολέμου, οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν ὡς ἀνάπηροι καὶ οἱ ὁποῖοι, δυστυχῶς, δὲν ἦσαν τοιοῦτοι. Διότι ὑπῆρξαν συνταξιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσι σύνταξιν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν παρανόμως μιᾶς συντάξεως ἐπὶ βλάβῃ καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν πραγματικῶν ἀναπήρων τοῦ πολέμου. Τὴν πληροφορίαν ταύτην ζητοῦμεν, διότι συνέστη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ δὲν γνωρίζομεν εἰς ποίας ἀποφάσεις καὶ συμπεράσματα κατέληξεν. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν μίαν διασάφησιν.
§33Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ. Θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγὼ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως λάβῃ μέτρα περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τόσον ὡς πρὸς τοὺς ἀναπήρους πολέμου, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὰ θύματα πολέμου. Διότι λόγῳ τῆς θέσεώς των δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ὑποβάλουν τὰς αἰτήσεις των. Πρόκειται περὶ ἱερᾶς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος ἀπέναντι ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τῶν πάντων, χάριν τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ ὅλως ἰδιαιτέρα μέριμνα, χάριν τῶν προσώπων αὐτῶν. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι δέον νὰ ληφθῇ τὸ γενικώτερον μέτρον ἀναθεωρήσεως τῶν συντάξεων, νὰ εἶναι βεβαία, ὅτι θὰ εὑρεθοῦν οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἀδικαιολογήτως ἔχουν σύνταξιν. Παρακαλῶ, λοιπόν, ἐπειδὴ ἔχομεν ἐπιστολὰς ἀπὸ διαφόρους ἀτυχεῖς ἀνθρώπους, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὐτῶν.
§34Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν ἐγένοντο δεκταὶ αἱ ἀπόψεις τῶν κ. κ. Συναδέλφων περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν ἀκόμη, θὰ ἐπήρχετο μία ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 20 ἑκατομμύρια. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην τῆς εὐρυτέρας ἀναθεωρήσεως τῶν συντάξεων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ ἀποδοθῇ ἡ δικαιοσύνη εἰς τὰ πραγματικὰ θύματα τοῦ πολέμου. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἤθελον γίνει δεκταὶ αἱ συστάσεις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἐπεβαρύνετο μὲ 20 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον. Ὅτι δὲ ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τῶν συντάξεων, τοῦτο, ὡς εἶπον, τὸ ἀναγνωρίζομεν καὶ δι’ αὐτὸ μελετοῦμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις αὐτὴ, ὥστε ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον ὅπου πρέπει.
§35Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις, ὡς πᾶσα Κυβέρνησις Ἑλληνική, δὲν ἔλειψε νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της καὶ νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐνδιαφέρον της, ἀλλὰ καὶ τὴν προσήκουσαν συμπάθειαν, δι’ ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς πατρίδος πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν ὅ,τι πολυτιμότερον εἶχον διὰ νὰ τὴν ὑπηρετήσουν, ἢ διὰ τὰ θύματα, διὰ τὰ τέκνα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν καὶ τὴν ζωήν των. Οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι, ὑποστηρίξαντες τὴν ὑποβληθεῖσαν ἀναφοράν, συνέστησαν τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας διὰ τὴν ὑποβολὴν αἰτήσεων πρὸς παροχὴν συντάξεως. Ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας διὰ τὴν ὑποβολὴν αἰτήσεως πρὸς παροχὴν συντάξεως, διότι ἡ προθεσμία αὐτὴ δοθεῖσα, παρετάθη κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἡ τελευταία παράτασις ἔληξε τὴν 31ην Ὀκτωβρίου 1930. Ἑπομένως τώρα μόνον τὰ Νομοθετικὰ Σώματα δύνανται, ἐὰν κάμωσι δεκτὴν τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν συνέστησαν οἱ κ. Συνάδελφοι, οὐχὶ πλέον νὰ παρατείνουν προθεσμίαν, ἀλλὰ νὰ δώσωσι μετὰ τρία ἔτη νέαν ὅλως προθεσμίαν. Καὶ τοῦτο βέβαια εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ὅμως ὁμολογῶ, ὅτι θὰ δημιουργήσῃ ζητήματα καὶ δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ ζήτημα ἐν τῷ συνόλῳ εὑρίσκεται ὑπὸ μελέτην. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνέστησεν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως τῶν ἀναπήρων, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ ζητήματος. Ἡ σχετικὴ ἔρευνα ἔχει ἀνατεθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας τὰ πορίσματα, ἐν καιρῷ, θὰ γνωρίσωμεν εἰς ὑμᾶς. Πάντως, ἐξ ὅσων ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, βλέπω ὅτι αἱ δαπάναι τῆς ἀναθεωρήσεως θὰ ὑπερβοῦν κατὰ μέγα μέρος τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ Κράτος.
§36Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προέχει ἡ ἄποψις τοῦ δικαίου. Δὲν πρόκειται ἄλλωστε περὶ συλλογικῆς ἐπανεξετάσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι λαμβάνουν σύνταξιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ λάβουν.
§37Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Προνοίας). Ἐγὼ προσθέτω ἀκόμη, ὅτι ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἀπονείμῃ πρὸς ἁπάσας τὰς κατευθύνσεις δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐπεμβῇ καὶ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν ταύτην τὴν ἀμοιβὴν τοῦ Ἔθνους, χωρὶς νὰ δικαιῶνται καὶ ἐξ ἄλλου νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὰ θύματα τοῦ πολέμου, τὰ ὁποῖα διὰ λόγους εἰδικούς, δὲν κατώρθωσαν νὰ λάβωσιν σύνταξιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία βαρύνει περισσότερον. Ὡς εἶπον, τὸ ὅλον ζήτημα εἶναι ὑπὸ μελέτην μιᾶς μεγάλης ἐπιτροπῆς, ἐπιφυλάσσομαι δὲ ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἁρμοδιότητός μου, νὰ ὑποβάλω καὶ νὰ καταστήσω ἐνήμερα τῶν πορισμάτων της τὰ Νομοθετικὰ Σώματα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδάκης.
§39Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πόσοι ἀξιωματικοὶ μετετέθησαν ἀπὸ τῆς 10ης Μαρτίου μέχρι σήμερον καὶ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα. Ἐπίσης, ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁλόκληρον τὸ κονδύλιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων 1933–34 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἐξαντληθῆ.
§40Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐστηρίχθη ἐπὶ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν. Αἱ γενόμεναι μεταθέσεις στηρίζονται εἰς ὑπηρεσιακοὺς λόγους καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ καταθέσω εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεως σχετικὸν πίνακα τῶν μεταθέσεων. Εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται αἱ δαπάναι τῶν μεταθέσεων, δὲν δύναμαι ἀκριβῶς τώρα νὰ βεβαιώσω. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναμαι τώρα νὰ βεβαιώσω, εἶναι ὅτι δὲν ἐξηντλήσαμεν τὴν δοθεῖσαν πίστωσιν διὰ τὸ ἔτος 1933–34. Ὁ ἀριθμὸς ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι μόνον ἐντὸς τοῦ πλαισίου αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ κυκλοφορῶμεν.
§41Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ ἀναμείνω τὰς συμπληρωματικὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἡμεῖς ἀπὸ ὡρισμένας φρουράς, ποὺ ἔχουν πίνακας τῶν μετακινήσεων, ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἄνω τῶν 50% ἐπὶ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἔχουν μετακινηθῆ. Ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν 300, ποὺ ἔδωκεν ἐν συνόλῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἶνε ὁ ἀκριβής, καὶ φαίνεται ὅτι ἡ ὑπηρεσία του δὲν τὸν ἔχει καλῶς πληροφορήσει.
§42Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐφόσον λαμβάνετε πληροφορίας ἀπὸ τὰ Σώματα, εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς δώσω ἐγὼ νέας.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει τὸν λόγον διὰ νὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον.
§44Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ εἰδικὸν μέτρον πρὸς διευκόλυνσιν τῆς πωλήσεως τῶν καπνῶν τοῦ 1930 καὶ παλαιοτέρων ἐσοδειῶν. Τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἀποβλέπει μόνον εἰς τὴν προστασίαν τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ καὶ τῆς καπνοπαραγωγῆς, διότι ὡς εἶναι φανερόν, ὅταν οἱ ἔμποροι κατορθώσουν εὐκολώτερον νὰ ἐκποιήσουν τὰ καπνά, τὰ παλαιότερα, τὰ ὁποῖα ἔχουν εἰς τὰς χεῖράς των, θὰ δυνηθοῦν διὰ τῶν νέων πόρων, τοὺς ὁποίους θ’ ἀποκτήσουν, νὰ ἀγοράσουν νέα καπνά. Μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πλὴν τοῦ κατατεθειμένου νομοσχεδίου της, καὶ τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τοῦ συναλλαγματικοῦ παρακρατήματος. Ἐπίσης δὲ καὶ τῆς παρατάσεως τοῦ δικαιοστασίου ἐπὶ τῶν καπνῶν μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1934. Ἤδη διὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συμφωνίαν μετὰ τῶν Τραπεζῶν, προβαίνει εἰς τὴν λῆψιν περαιτέρω νομοθετικῶν μέτρων, ἔτι ἀποτελεσματικωτέρων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ διευκολυνθοῦν οἱ ἔμποροι νὰ διαθέσουν τὰ εἰς χεῖράς των εὑρισκόμενα καπνά, παλαιότερα τοῦ 1930. Δὲν ὁμιλῶ περὶ συμβάσεων, ἀλλὰ ὁμιλῶ περὶ ἐσοδειῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προβλέπεται ὅτι, ὁ τόκος, ὁ ὀφειλόμενος, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, θὰ ἐλαττοῦται ἄνευ ἀνατοκισμοῦ δι’ ἐπιτοκίου 8%. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν ἐκτελέσεις, ἐφόσον ὁ ἔμπορος καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν παραμείνῃ ὀφειλέτης, τότε καὶ οἱ πληρωθέντες τόκοι διὰ τὸ παρελθὸν θὰ ὑπολογίζωνται πρὸς 8% καὶ θὰ μειοῦται κατὰ τοῦτο ἡ ὀφειλή του.
§45Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Θὰ εἶναι ὀφειλέτης καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς περιουσίας του;
§46Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὑποθέσατε ὅτι μία Τράπεζα ἐπώλει τὰ καπνὰ τοῦ ἑνὸς ἐμπόρου καὶ εὑρίσκει νὰ ὀφείλῃ 100 χιλιάδας δραχμὰς. Τότε καὶ οἱ καταβληθέντες τόκοι θὰ ὑπολογίζωνται πρὸς 8%, ἀντὶ πρὸς 12 ἢ 13.
§47Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ οἱ καταβληθέντες πέραν τῶν 8%.
§48Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Βεβαίως, ὥστε νὰ μειοῦται ἡ ὀφειλή. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὴν Βουλήν, λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντος, νὰ κηρυχθῇ ὑπηρεσιακὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατεπειγόντως.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Οἱ κ. κ. Ν. Ἀβραάμ, Γ. Παπανδρέου, Γ. Μαρῆς, Ε. Ἐξηντάρης, Π. Μαζαράκης, Γ. Βαρβούτης, Ι. Μιχαὴλ Ι. Σταθάκης, Π. Γαρουφαλιᾶς, Ν. Ἀσκούτσης, Σ. Νικολαΐδης, Φ. Ζαΐμης, Ν. Κωνσταντόπουλος, Α. Πιαλόγλου, Ι. Γοδατζιδάκης, Γ. Τσουδερὸς, Η. Παπαδόπουλος, Β. Χατζηλίας ἐπερωτοῦν τὴν Κυβέρνησιν διατὶ οὐδὲν ἔπραξεν, ὅπως ἀποτρέψῃ τὴν κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων δολοφονικὴν ἐπίθεσιν τῆς 6 Ἰουνίου, μολονότι αὕτη ἐπὶ μῆνας ἐσχεδιάζετο καὶ συνεζητεῖτο μεταξὺ κρατικῶν ὀργάνων, ἔμπιστον κατεχόντων θέσιν, μετὰ δὲ τὸ στυγερὸν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἐκηλίδωσε τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος μας δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της πρὸς διαλεύκανσιν αὐτοῦ, ἀνεύρεσιν καὶ σύλληψιν τῶν ἐνόχων.
§51ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος;
§53ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως.
§55ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχει γενικευθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι δύσκολον. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τὸν λόγον ἔχουν οἱ ἐπερωτῶντες.
§57ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐπερωτήσεως.
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπροτάθη παρ’ οὐδενὸς ἀναβολή.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγώ, περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ σχετικῶς μὲ τὰς ἀναφορὰς καὶ τὰς ἐπερωτήσεις. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀναβολὴν μόνη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ζητήσῃ· ὅτι οἱ ἐπερωτῶντες δύνανται νὰ ζητήσουν πρὸ τῆς συνεδριάσεως ἐγγράφως ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τὴν ἀναβολήν, ἐὰν δὲν θέλουν νὰ διαγραφῇ, τὸ ὁποῖον εἶναι 3 καίωμά των. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἄλλος ἐκτὸς αὐτῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολήν. Καὶ τὸ εὑρίσκω ὀρθὸν αὐτό, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ πλειονοψηφία δὲν θ’ ἄφηνε τὴν μειονοψηφίαν νὰ κάμῃ ποτὲ ἐπερωτήσεις. Μὴ ὑπάρχοντος ζητήματος ἀναβολῆς, ἐφόσον δὲν ἐπικαλοῦνται οἱ ἐπερωτῶντες τοιοῦτό τι, δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς ἄλλον.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει ἀνακοινωθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἕν ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ λάβωμεν τὸν λόγον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ.
§62Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἐγένοντο σχετικαὶ συζητήσεις καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρέθησαν σύμφωνοι νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, μὴ θελήσητε νὰ ἀλλάξητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ Κανονισμὸς ἀπαιτοῦν. Ἐφόσον ἐγεννήθη ζήτημα σχετικὸν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, ἡ Κυβέρνησις σαφῶς ἐδήλωσεν ὅτι ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἐπερωτήσαντας. Οἱ ἐπερωτήσαντες δύνανται νὰ κάμουν συζήτησιν, δύνανται νὰ διακόψουν ἢ καὶ νὰ ἀναβάλουν τὴν συζήτησιν. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἀποτελεῖ ἀντικείμενον συζητήσεως, διότι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ δὲν συζητοῦνται. Οἱ ἐπερωτῶντες λοιπὸν δύνανται νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραάμ.
§64Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὅταν, Κύριοι Συνάδελφοι, ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνελάμβανε, μετὰ τὴν τιμητικήν, πράγματι, παρὰ τοῦ Σώματος ἐκλογήν του, τὰ ὑψηλά του καθήκοντα, εἰς μίαν ἀληθῶς ἐμπνευσμένην ἀποστροφὴν τοῦ λόγου του, ἔλεγε: «Θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐγώ, ὁ λευκανθεὶς εἰς τὸ ἱερὸν τοῦτο τέμενος τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἂν συμβάλω εἰς τὴν διὰ τῶν ἔργων ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος». Ἐξαίρων δέ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, τὴν κοινοβουλευτικὴν πίστιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐτόνιζεν ὅτι παρέμεινεν αὕτη ἀκλόνητος καὶ βαθύτατα ἐρριζωμένη εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, παρὰ τοὺς μεταβατικοὺς καὶ προσωρινοὺς κλονισμοὺς τοὺς ὁποίους, τυχόν, ὑπέστη, κατὰ τὴν μακρὰν ἱστορίαν τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Καὶ δὲν εἶχεν ἄδικον ὁ ἀξιότιμος Κύριος Πρόεδρος, χαρακτηρίζων τὸ βουλευτήριον τοῦτο ὡς τέμενος τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, διότι, πράγματι, ἐντὸς αὐτοῦ ἐπιτελεῖται, πρέπει νὰ ἐπιτελῆται, κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα, ἡ ἀνωτέρα, ἡ ἱερὰ λειτουργία τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Καὶ ἐν τούτῳ ἔγκειται τὸ μεγαλεῖον αὐτοῦ, εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, τὴν ὁποίαν ἐλευθέρως διεξάγουν οἱ ἐπὶ τούτῳ βουλευόμενοι ἐνταῦθα ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι, βεβαίως, δὲν ἔχουν κληθῆ εἰμὴ καὶ ὡς ἔτυχε πατέρες τοῦ ἔθνους καὶ ἐκ τῆς ὁποίας τεκμαίρεται ὅτι βλαστάνουν τὰ κενὰ ὑπὲρ τῆς πατρίδος βουλεύματα. Ἡ ὑπὸ τοιαύτην ἔμπνευσιν ἐκπλήρωσις τῆς ἀποστολῆς τῶν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ οὐσιαστικὸν καὶ ἀληθὲς περιεχόμενον τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην, νομίζω, νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι τὴν ἔξαρσιν ταύτην τοῦ ἔργου ἡμῶν δὲν ἐμπνέει στενὸν καὶ ἐγωϊστικὸν αἴσθημα ἀμύνης οἱονεὶ pro domo sua, ἀλλ’ ἡ πραγματικὴ ἐκτίμησις τῆς ἀνωτέρας ἀποστολῆς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται κυρίως, ὅπως ἐλέχθη ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ Κοινοβουλίου παρ’ ἡμῖν, κατ’ ἐπανάληψιν παρ’ ἱστορικῶν καὶ μεγάλων πολιτικῶν ἀνδρῶν, οὐχὶ τόσον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν νομοθετικῶν καθηκόντων, ὅσον εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἱερωτάτου δικαίου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὡς ἔλεγεν ἄλλοτε εἰδικῶς ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ἡ μεγαλειωδεστέρα ἀποστολὴ ἡμῶν κεῖται εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐλέγχου, ἡ ὁποία ἀνυψώνει τὴν Βουλὴν εἰς Σῶμα πολιτικὸν ἐφορεῦον ἐπὶ τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας καὶ τὴν τήρησιν τῶν νόμων. Καὶ ἂν ἡ τοιαύτη λειτουργία τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐλευθέρας ἀσκήσεως τῆς ὁποίας ζητοῦνται παρὰ τῶν Κυβερνήσεων εὐθῦναι διὰ τὰς πράξεις καὶ τὰς παραλείψεις των ἔχει ἀποκτήσει ὑπερτάτην ἀξίαν εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, εἰς τὸν τόπον μας τοῦτον, τὸν ἱστορικόν, τὸν ἔχοντα πολιτισμὸν αἰώνων, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἀρχαιότητος ἡ ἰδέα τῆς εὐθύνης τῶν ἀρχόντων εἶχεν εὐρυνθῆ καὶ ἐξελιχθῆ μέχρι σκληρότητος, διότι ἐκράτει ἡ ἀρχὴ τοῦ «μηδεὶς ἀνυπεύθυνος τῶν ὁπωσοῦν πρὸς τὰ κοινὰ προσεληλυθότων», εἶναι φυσικὸν ὅτι εἶναι περισσότερον γνώριμος καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐκδηλοῦται ἐμπράκτως. Ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἄλλου, προσφάτως ἀκόμη, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλεγεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεκδέχεται κυρίως τὸν ὑπεύθυνον ἔλεγχον, τὸν ἀσκούμενον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ εἶναι ἑκάστοτε ἕτοιμος, ἵνα ἀντιμετωπίζῃ τὸν ἀνεύθυνον καὶ ἀσύδοτον ἔλεγχον, τὸν ἀσκούμενον ἔξωθι αὐτῆς. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ὁ μελετῶν τὰ ἐκδηλούμενα ἐπ’ ἐσχάτων παρ’ ἡμῖν πολιτικὰ φαινόμενα μετ’ ἐκπλήξεως παρατηρεῖ ὅτι, ἐνῷ ἀπόλυτος κρατεῖ ἐλευθερία εἰς τὴν ἐξωκοινοβουλευτικὴν ἄσκησιν τῆς προχείρου, τῆς ἀνευθύνου, τῆς ἀσυδότου, τῆς πολλάκις ὑπερβολικῆς καὶ ἀβασανίστου κριτικῆς κατὰ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν παραλείψεων αὐτῆς, ἐν τούτοις, παραδόξως, ἐκδηλοῦται ἀνησυχία καὶ δισταγμὸς καὶ φόβος ἀκόμη, ἂν θέλετε, ἐκθέτων εἰς δυσφήμησιν τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν πολίτευμα, ὅτι ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο τὸ ἱερόν, τὸ ἔχον αὐτὸν τὸν ἐθνικὸν προορισμόν, δὲν δύναται τάχα νὰ ἀκούηται ἡ φωνὴ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, εἰς διατύπωσιν τοιούτου ἐλέγχου, καὶ ἄσκησιν στοιχειωδῶν καθηκόντων αὐτῶν, μεθ’ ὅσης καὶ ἔξωθι τῆς αἰθούσης ταύτης ἀνέσεως καὶ ὑπερβολικότητος ἀκόμη καὶ αὐστηρότητος. Καὶ εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ ἦτο ἐκτάκτως ἀποκαρδιωτικόν, ἂν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδεικνύοντο δεδικαιολογημέναι αἱ τοιαῦται ἀνησυχίαι, αἱ τόσον δυσφημιστικαὶ τοῦ κρατοῦντος ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα, βεβαίως, τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, θίγων τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀπασχοληθῶμεν σήμερον, ἔλεγε: (ἀναγινώσκει) «Πρὶν ἢ καταλίπω τὸ βῆμα, Κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ εἰς τὸ κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν ἐπισυμβὰν ἀπαίσιον περιστατικὸν τῆς βδελυρᾶς κατὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἀποπείρας, τὸ ὁποῖον, ὡς ἦτο φυσικόν, διετάραξεν ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ὁμόθυμος παρ’ αὐτοῦ, ἄνευ διακρίσεως πολιτικῶν φρονημάτων, ἐξεδηλώθη ἡ κατὰ τοῦ ἐγκλήματος ἀγανάκτησις». Ἐκφράζων δὲ τὴν θλίψιν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ θὰ φέρουν ταχέως εἰς φῶς ὁλόκληρον τὴν ἀλήθειαν, προσέθετεν: «Ἡ Κυβέρνησις οὔτε δύναται, οὔτε ἔχει λόγον οἱονδήποτε νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τοῦ θέματος συζήτησιν καὶ νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀσκηθῇ οἱοσδήποτε κατ’ αὐτῆς ἔλεγχος». Εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ ὑπερτάτου καὶ γενικοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸν οὑτωσὶ συνταραχθέντα καὶ ἀγανακτήσαντα ἑλληνικὸν λαὸν καθήκοντος, ἡ Ἀντιπολίτευσις φέρει τὸ ἐκ τοῦ ἐγκλήματος γεννηθὲν ζήτημα ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἵνα θέσῃ πρὸ αὐτῆς τὰς ἀπόψεις της, ἀπόψεις, ὡς πιστεύει ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἵνα ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῆς τὴν ἀπροκάλυπτον καὶ ἀντικειμενικήν, ὑπεράνω τῶν παθῶν, ποὺ χωρίζουν τὸν λαόν, τὸ ζήτημα ἐν τῇ πληρότητι αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ του καὶ τραγικὴν ὄψιν, ὡς ζήτημα ὑποστάσεως τοῦ Κράτους, ὡς ζήτημα τοῦ πολιτισμοῦ τῆς πατρίδος καὶ βαρυτάτης ἠθικῆς κρίσεως. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε ζωηροὺς εἰς τὸ ἔγκλημα χαρακτηρισμοὺς καὶ ἐτόνισεν ὅτι, πράγματι, συνετάραξε τοῦτο ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ἐκδηλώσαντα, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν φρονημάτων, τὴν φρίκην καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τῆς πολιτισμένης καὶ εὐγενοῦς ψυχῆς του. Ἀλλὰ καὶ ἡ πέραν τοῦ ἑλληνικοῦ ὁρίζοντος ἀπήχησις ὑπῆρξεν ἐξαιρετικῶς θλιβερὰ διὰ τὴν Χώραν μας, διότι ἡ πρᾶξις ἀπετέλεσε πρωτοφανῆ ἐκδήλωσιν δολοφονικῆς κακουργίας καὶ ἀγριότητος ξένης πρὸς τὸν ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, πρὸς ἐξουδετέρωσιν δὲ ταύτης, ἀτόπως ἡ Κυβέρνησις προσεπάθησε νὰ ἐμφανίσῃ ὡς στενῶς οἰκογενειακὸν τὸν χαρακτῆρα αὐτῆς. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ, ἐδήλωσεν ὅτι αἰσθάνεται τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Χώραν, τὸ ὁποῖον καὶ ἀμέσως μετὰ τὸ ἔγκλημα ἐξεπλήρωσεν ἀκέραιον, καταστεῖλαν τὴν δικαίαν λαϊκὴν ἐξέγερσιν, νὰ κρατήσῃ εἰς τὰ μύχια τῆς ψυχῆς του, τὰ αἰσθήματα τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀγανακτήσεως, τὰ ὁποῖα δοκιμάζει διὰ τὸ στυγερὸν ἔγκλημα, μὴ ἐπιθυμοῦν νὰ θολωθῇ ἐξ αὐτοῦ ἡ πολιτική του σκέψις καὶ ἐτόνισεν ἔκτοτε, ὅτι διεπιστώθη ἡ ἀναμφισβήτητος δι’ αὐτὸ πολιτικὴ καὶ ἠθικὴ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἤθελεν ἀποδειχθῆ κατὰ τὴν εἰδικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ κεφαλαιώδους διὰ τὴν γαλήνην τῆς Χώρας τούτου ζητήματος, δι’ ἣν ἐζήτησεν ὅπως ὁρισθῇ ἰδιαιτέρα ἡμέρα. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι Συνάδελφοι, τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ἀπόδειξις ἐπὶ τῇ βάσει ἐγκύρων στοιχείων τῆς τοιαύτης εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ γίνῃ ἡ ἐξέτασις αὐτὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε, ὡς εἶμαι βέβαιος, θέλει πεισθῇ περὶ αὐτῆς πᾶς ἀμερόληπτος πολίτης, ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν ὕπαρξιν Κράτους εἰς τὸν τόπον μας, Κράτους τοῦ ὁποίου ἡ ἐλευθερία ἀποτελεῖ καρπὸν καὶ κτῆμα ἀγώνων σκληρῶν καὶ ἱερῶν ὅλων τῶν Ἑλλήνων, εἰς μακρὰν σειρὰν τῶν ὁποίων ἐπρωτοστάτησεν ἡγέτης αὐτῶν καὶ ἐμπνευστής, ὁ πολιτικὸς ἀνήρ, καθ’ οὗ ἐστράφη καὶ ἐξεδηλώθη τὸ ἀπαίσιον ἔγκλημα. Καὶ θὰ γίνῃ ἡ ἐξέτασις κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ ὑπὲρ τῆς ἐλεγχομένης Κυβερνήσεως, θέλουν κριθῇ ἀπομονούμεναι συγκεκριμέναι περιπτώσεις καὶ γεγονότα καὶ θέλουν βασανισθῇ ἀντικειμενικῶς ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Οὕτω δὲ θέλει ἀνακοπῆ καὶ ἡ ἀνεύθυνος καὶ ἀσύδοτος φημολογία, ἡ ὁποία, χάρις εἰς τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο φυσικὸν νὰ λαμβάνῃ καὶ ὑπερβολικὰς διαστάσεις. Ἰσχυρίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς εἶπον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσεν ἐξ ἀρχῆς τὴν ἀγανάκτησίν της καὶ προέβη εἰς τὴν λῆψιν ἐκτάκτων μέτρων πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ σύλληψιν ὅλων τῶν ἐνόχων τοῦ ἐγκλήματος, ἐξέφρασεν ἐπίσης τὴν πεποίθησίν του, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος μας, ἐλευθέρα καὶ ἀνενόχλητος καὶ ψυχικῶς ἤρεμος καὶ ἀκώλυτος, θέλει πράξῃ ὁλόκληρον αὐτῆς τὸ καθῆκον, καὶ θέλει φέρῃ εἰς φῶς ὁλόκληρον τὴν ἀλήθειαν. Εἶναι τοῦτο βέβαιον, ὡς εἶναι βέβαιον ὅτι καὶ εἰς τὰς εὐθὺς μετὰ τὸ ἔγκλημα, γενομένας κυβερνητικὰς δηλώσεις, ἐτονίσθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ζήτημα τιμῆς αὐτῆς, ὡς καὶ ζήτημα τιμῆς τοῦ Κράτους, τὴν ἄμεσον καὶ ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου ἀνακάλυψιν καὶ σύλληψιν τῶν δραστῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν πρὸς ἐξέτασιν καὶ εἶναι ἐπιτακτικῶς ἐπιβεβλημένον ὅπως ψυχραίμως ἐρευνηθῇ, εἶναι ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὰ ἔργα καὶ αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ αἱ παραλείψεις αὐτῆς, μετὰ τὸ ἔγκλημα, δύνανται νὰ δικαιολογήσουν καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν ἀρχικὴν κυβερνητικὴν ἐπαγγελίαν καὶ τὸν ἰσχυρισμόν της ὅτι ἔπραξεν ὁλόκληρον τὸ καθῆκον της, βοηθοῦσα τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ σύλληψιν τῶν ἐνόχων καὶ πλήρη διαλεύκανσιν τοῦ ἐγκλήματος. Ἀπομένει ἐπίσης πρὸς ἐξέτασιν τὸ ζήτημα ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν πραγμάτων τὸ ἔγκλημα αὐτό, τὸ ὁποῖον συνετάραξεν, ὡς, κατὰ κόρον, καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐτονίσθη, ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ἀνεξαρτήτως φρονημάτων, καὶ τὸ ὁποῖον, πράγματι, ἐξέθεσε τὸ γόητρον τοῦ Κράτους μας καὶ ἐστιγμάτισε τὸν πολιτισμόν μας, νὰ προληφθῇ. Ἦτο δυνατὴ ἡ πρόληψις. Ἀποτελεῖ, πράγματι, αὐστηρὰν ἐπιταγὴν ὑπερτάτης ἠθικοπολιτικῆς ἀνάγκης ἡ ἔρευνα τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ θὰ γίνῃ αὕτη, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γεγονότων καὶ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐξ ὡρισμένων ἐκδηλώσεων καὶ ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν τοῦ ἐγκλήματος, ἵνα κριθῇ ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προληφθῇ ἀπὸ μίαν, ὄχι κἂν ἰδιαιτέρως ἐπιμελῆ, ἀλλὰ στοιχειώδη κυβερνητικὴν πρόνοιαν. Τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῶν ἐκδηλώσεων τούτων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν πρὸ τοῦ ἐγκλήματος, ἐβεβαιώθησαν, μετὰ τὴν διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος καὶ εἶναι κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, τοιαῦτα ὥστε νὰ δικαιολογοῦν τὸν ἀκλόνητον ἰσχυρισμόν μας ὅτι ἦτο δυνατὴ ἡ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πρόληψις τοῦ τερατώδους αὐτοῦ ἐγκλήματος. Εἶναι πλέον, ὡς γνωστόν, δυστυχῶς, γεγονός, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς ἔχει ἀνακριτικῶς διαπιστωθῆ εἰς οἷον βεβαίως βαθμὸν ἐπιτρέπουν οἱ κείμενοι παρ’ ἡμῖν νόμοι νὰ ἔχει διαπιστωθῆ ὅτι εἰς τὴν διάπραξιν τοῦ ἀδικήματος φέρονται μετασχόντα ὄργανα ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, εἰς τὰς ὁποίας ἔχει τοῦτο ἐμπιστευθῆ τὴν πρόληψιν τῶν ἀδικημάτων καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν. Δέν ἀγνοῶ, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι εἰς μίαν συζήτησιν κοινοβουλευτικήν, δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γίνῃ χρῆσις στοιχείων, τὰ ὁποῖα πηγάζουν ἀπὸ τὸ ἐσωτερικόν, οὕτως εἰπεῖν, καὶ οὐσιαστικὸν ἔργον τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐκτίμησις εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἀποκλειστικῶς, ἐκ τοῦ κειμένου πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Δικαιοσύνης, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν βαθμὸν νὰ ἐγεννᾶτο τυχὸν κίνδυνος οἱασδήποτε βλάβης ἢ ἐπιβαρύνσεως τῆς θέσεως τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα κρίνονται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, φερόμενα ὡς ὕποπτα συμμετοχῆς εἰς τὴν διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος. Θὰ προσπαθήσω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ στηρίξω τὰ ἐπιχειρήματά μου ἐπὶ στοιχείων γνωστῶν, κατὰ τὸ πλεῖστον ἤδη, διότι ἔχουν περιέλθῃ εἰς πλήρη καὶ εὐρεῖαν δημοσιότητα, ἀλλὰ καὶ ἐγκύρων ὑπηρεσιακῶν τοιούτων, τὰ ὁποῖα δὲν προκύπτουν μόνον ἐκ τῆς ποινικῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν Διοικητικῶν τοιούτων, τῶν ἐνεργηθεισῶν καὶ πρὸ τοῦ ἐγκλήματος, καὶ μετ’ αὐτό, οὕτως ὥστε ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν νὰ εἶναι ἀπολύτως ἐπιτρεπτὴ κοινοβουλευτικῶς, χωρὶς νὰ ἐπηρεάζηται τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἐνισχυθῇ προσηκόντως καὶ νὰ μὴ παρακωλύηται.
§65Γ. ΚΑΓΙΑΣ. Κατὰ μέγα μέρος ἐδημοσιεύθησαν. Δὲν εἶνε ἄλλως, μυστικὴ ἡ ἀνάκρισις.
§66Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Βεβαίως μέγα μέρος τῆς ποινικῆς ἀνακρίσεως, παρὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ ἁρμοδία ἀρχή, ἔχει περιέλθῃ εἰς πλήρη δημοσιότητα, ὥστε καὶ ἡ χρησιμοποίησις τῶν σχετικῶν πρὸς αὐτὴν νὰ μὴ εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς ἄσκησιν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Θέλω μόνον νὰ ἐξηγήσω ὅτι δέν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ χρησιμοποίησις τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ θέσις καὶ ἡ κατάστασις τῶν φερομένων ὡς ὑπαιτίων, ἡ κρινομένη ἀποκλειστικῶς καὶ ἀπολύτως ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλὰ εἶναι, ὡς εἶπον, ἤδη γνωστόν, ποῖα ἐκ τῶν ὀργάνων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους εἰς τὰς ὁποίας, ἦτο ἐμπεπιστευμένη, εἰς ἡμέρας δῆθεν νομιμότητος, ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν, ἐκ τῶν κειμένων νόμων, καὶ ἡ πρόληψις τῶν ἀδικημάτων καὶ ποῖαι ὑπηρεσίαι ἐμφανίζονται περιπεπλεγμέναι ὄχι κἂν εἰς τὴν ἀνοχὴν, ἀλλὰ εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος. Προκειμένου περὶ τῶν προσώπων αὐτῶν ὡς ὀργάνων τῆς διωκτικῆς ὑπηρεσίας, ἤτοι τῆς γενικῆς καὶ εἰδικῆς ἀσφαλείας, ὡς καὶ τῆς πρὸ τοῦ ἐγκλήματος δράσεως καὶ ὑπηρεσιακῆς των διαγωγῆς πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ, Κύριοι Συνάδελφοι, τὸ ἑξῆς ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει γνῶσιν πρὸ τοῦ ἐγκλήματος ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα εἶχον ὑπερβῆ τὴν γραμμὴν τοῦ αὐστηροῦ ὑπηρεσιακοῦ καθήκοντος καὶ ἀνεμιγνύοντο ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας εἰς ἐκνόμους καὶ ἐγκληματικὰς, ὡς καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐβεβαιώθη, ἐνεργείας; Ὑπάρχουν δυστυχῶς, περὶ τούτου κείμενα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε σαφεῖς πληροφορίας ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ συγκροτοῦντα τὰς ὑπηρεσίας αὐτάς, ἐξεδήλουν, τὸ ὀλιγώτερον, τάσεις αὐταρχικὰς καὶ ἀντιπειθαρχικὰς καὶ προέβαινον εἰς ἐνεργείας μυστικάς, αὐθαιρέτους καὶ ἐκνόμους. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε περὶ τούτου ἐνημερωθῇ καὶ ὑπηρεσιακῶς. Τόσον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶχον λάβει γνῶσιν τῆς καταστάσεως τοῦ Τμήματος Γεν. Ἀσφαλείας ἐξ ἀναφορῶν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, κ. Βαδούρη, ὁ ὁποῖος ἐξεταζόμενος ὡς μάρτυς εἰς τὴν διοικητικὴν ἀνάκρισιν, τὴν ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, κ. Καλυβίτη, βεβαιοῖ ἐνόρκως τὰ ἑξῆς: «ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἀστυνομικῆς Διευθύνσεως Ἀθηνῶν αἱ σχέσεις μου μετὰ τῆς Διοικήσεως τοῦ Τμήματος Γεν. Ἀσφαλείας δὲν ἦσαν αἱ ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Οὐδέποτε ὁ Διοικητὴς τοῦ τμήματος παρουσιάσθη εἰς ἐμέ, οὔτε ἐλάμβανα γνῶσιν τῶν ἐνεργειῶν του. Εἰδικῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς συλλήψεως Πλαστήρα, οὔτε καὶ σήμερον ἔχω λάβει γνῶσιν τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ. Ὁμοίως εἰς τὴν ὑπόθεσιν κοσμημάτων Ντὲ–Γράντι ἔλαβα γνῶσιν τὸ πρῶτον ἐκ τῶν ἐφημερίδων». Ὁρίζουν δὲ οἱ νόμοι καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων καὶ οἱ κανονισμοί, ὅτι τὸ τμῆμα Γενικῆς Ἀσφαλείας ὑπάγεται ὑπὸ τὴν Ἀστυνομικὴν Διεύθυνσιν Ἀθηνῶν καὶ εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀναφέρῃ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν εἰς τὴν Διεύθυνσιν αὐτὴν τὰς ἐνεργείας του, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπηρεσιακῶν του καθηκόντων, ἤτοι εἰς τὴν ἀσφάλειαν, εἰς τὴν σύλληψιν τῶν ἐγκληματιῶν, εἰς τὴν πρόληψιν τῶν ἀδικημάτων καὶ ἐν γένει εἰς τὰ ὑπηρεσιακῶς λεγόμενα «συμβάντα». Εἰς τὴν σχετικὴν δικογραφίαν τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως ὑπάρχει ἡ πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Ἀστυνομίας ἀναφορὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκθέτει τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς πλήρους αὐτοτελείας καὶ ἀνταρσίας τοῦ τμήματος Γενικῆς Ἀσφαλείας, τῆς πλήρους, θὰ ἔλεγον, ὑπηρεσιακῆς ἀσυδοσίας, περὶ τῆς ὁποίας, ὡς βεβαιοῖ ἐν τῇ καταθέσει του, εἶχεν ἀναφέρει προφορικῶς καὶ εἰς τὸν ἴδιον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργόν, πολλάκις δ’ εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας, πλὴν ἐξηκολούθησεν, ὡς λέγει ἡ αὐτὴ κατάστασις, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ τμήματος ἐξακολουθοῦντος τὴν αὐτὴν τακτικήν. Καὶ συνεχίζει ὁ ἴδιος ἐν τῇ καταθέσει του, «ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι μὲ ἐκάλεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μὲ παρετήρησε, διότι ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τῶν ἐφημερίδων περὶ ἐρευνῶν εἰς τὰ ἀρχεῖα τῶν κομμουνιζόντων ἰατρῶν. Ἐγὼ ἐπανέλαβα τὰς αἰτιάσεις μου κατὰ τοῦ τμήματος Γενικῆς Ἀσφαλείας, ὅπερ κατὰ κανόνα δὲν μοὶ ἀνέφερε περὶ τῶν διαφόρων συμβάντων». Ἐρωτώμενος δ’ ἂν εἶχε μεταβληθῇ τὸ τμῆμα εἰς πολιτικὸν γραφεῖον, ἀπαντᾷ ὅτι ἀπὸ ἄλλους ἐμάνθανεν ὅτι, πράγματι, πολλοὶ ἐπεσκέπτοντο τὸν Διοικητὴν τοῦ τμήματος πρὸς ἐπιτυχίαν ἰδιωτικῶν των ὑποθέσεων. Προκειμένου περὶ χορηγήσεως ἀδειῶν ὀπλοφορίας βεβαιοῖ ὁ ἴδιος, ὅτι τὸ τμῆμα ἐχορήγει σημειώματα, διότι ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων αἰτήσεων ἐγράφετο «ἐδόθη σημείωμα» μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Τμήματος. Ἐκτὸς ὅμως, Κύριοι Βουλευταί, τοῦ γεγονότος τούτου, τὸ ὁποῖον διαπιστοῦται ὑπηρεσιακῶς καὶ ἔχει βεβαίως σημασίαν, διότι εἶναι γνωσταὶ αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐτοποθετήθη ὁ διοικητὴς τοῦ τμήματος Γενικῆς Ἀσφαλείας, καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν εἰδοποιηθῇ παρὰ τῶν ὀργάνων της καὶ εἰδικῶς τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, περὶ τῶν τοιούτων ἐκνόμων ἐνεργειῶν καὶ τῆς ἀπειθαρχίας καὶ ἀσυδοσίας τοῦ τμήματος Γεν. Ἀσφαλείας, ἐκτός, λέγω, τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ὑπ’ ὄψει τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ τοῦ ἐγκλήματος, εἶχον τεθῇ φάκελλοι διοικητικῶν ἀνακρίσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐνεργηθῆ παρὰ τοῦ Ἀστυνομικοῦ Διευθυντοῦ κ. Παπαδημητρίου καὶ παρὰ τοῦ τότε ἐπιθεωρητοῦ καὶ νῦν Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ἐκ τῆς μελέτης τῶν ὁποίων προκύπτει σαφῶς ὅτι εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, καὶ δὴ κατὰ τὸν Ἰανουάριον μῆνα, ὄργανα τοῦ ἰδίου τμήματος Γεν. Ἀσφαλείας, ἐν συμπράξει μὲ ἀξιωματικοὺς τοῦ τμήματος Εἰδικῆς Ἀσφαλείας, εἶχον προβῆ εἰς ἐνεργείας ὑπόπτους καὶ ἐκνόμους, αἱ ὁποῖαι εἰς μίαν περίπτωσιν προελήφθησαν δι’ ἐπεμβάσεως τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων.
§67Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε;
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι οἱ ἐπερωτῶντες ἀσφαλῶς θὰ θελήσουν νὰ γενικεύσωσι τὴν συζήτησιν, ἄλλως καὶ ἡ Βουλή....
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γενικεύεται ἡ συζήτησις.
§71ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως ζητεῖται κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἀπὸ ὡρισμένον ἀριθμὸν Βουλευτῶν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὴν ζητήσῃ.
§73ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως. Ἀλλ’ αὐτὸ σημαίνει ἂν τὸ ζητήσῃ, ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θέλει πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτῆς τὴν ἐπικουρίαν τῶν φίλων της.
§74Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κανὲν ἐμπόδιον.
§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, ἔχετε πολλὴν ἐπιτηδειότητα διὰ νὰ προκαλῆτε ζητήματα Κανονισμοῦ. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἀμφιβάλλει ὅτι θέλει ὅλη ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἑπομένως δὲν ἔκαμα ἄλλο παρὰ νὰ διατυπώσω μίαν ὁμόθυμον γνώμην τῆς Βουλῆς.
§76ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ γενίκευσις ζητεῖται ἀπὸ τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ ἐλέγξουν τὴν Κυβέρνησιν.
§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀνάγκη. Καὶ οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ὁμιλήσωσιν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι τὸν λόγον.
§78ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε ἐπιμένω εἰς τὴν ἀντίληψίν μου ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπικουρίαν διὰ τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῆς. Ἐπιστρατεύει τοὺς φίλους της.
§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ζητῶ καμμίαν ὑπεράσπισιν. Θὰ ἴδω τὶ θὰ εἰπῆτε καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω κανένα νὰ ὁμιλήσῃ εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖθεν. Ἄλλωστε ἐγὼ σᾶς προεκάλεσα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ σᾶς προκαλῶ νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία Νομίζω δὲ ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε, εἶναι ἄτοπον καὶ δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν σοβαρότητα μὲ τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ συζητῶμεν ἐνταῦθα.
§80Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι πράγματι, ἐκ τῶν ἀνακρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἐνεργήθησαν παρ’ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τῆς ἀστυνομίας πόλεων, καὶ τοῦ νῦν Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, προκύπτει σαφῶς ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὰ τμήματα καὶ τῆς Γενικῆς καὶ τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας, εἶχον ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἀναμιχθῇ εἰς ἐνεργείας ἐκνόμους καὶ ἐχούσας ἐγκληματικὸν σκοπόν, τὰς ὁποίας εἰς μίαν περίπτωσιν ἀνέκοψεν ἡ ἐπέμβασις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὡς βεβαιοῦται πλήρως ἀπὸ τὰς καταθέσεις τῶν ἀστυνομικῶν κ. κ. Ἔβερτ καὶ Λαμπρινοπούλου καὶ ἄλλων, οἱ σχετικοὶ φάκελλοι τῶν διοικητικῶν αὐτῶν ἀνακρίσεων εἶχον τεθῇ, ὡς εἶπον, ὑπ’ ὄψει τοῦ ἁρμοδίου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἐξ αὐτῶν βεβαιοῦνται ὡρισμέναι ἔκνομοι ἐνέργειαι τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τμημάτων Γενικῆς καὶ Εἰδικῆς Ἀσφαλείας. Καταθέτουν ρητῶς περὶ αὐτοῦ οἱ ἀστυνομικοί, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν κατ’ ἐντολὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, προσθέτοντες τὸ χαρακτηριστικὸν ὅτι ἀπετάθησαν εἰς ὡρισμένον ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος ἐνήργει αὐθαιρέτως ὡς ἀρχηγὸς ὁμάδος ἐκτελούσης μυστικὴν ὑπηρεσίαν ἀνεξέλεγκτον καὶ κατ’ ἰδίαν πρωτοβουλίαν καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ, ὅταν τῷ διεβίβασαν τὴν ἐντολὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, τὴν ἀπάντησιν: «Ὤχ ἀδερφέ, τὸν Μεταξᾶ θ’ ἀκοῦμε τώρα. Ἐμεῖς ἔχουμε ἀρχηγὸ καὶ λαμβάνομεν διαταγάς· δὲν ἀκοῦμε τὸν Μεταξᾶ».
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Ἀβραάμ, ποὺ σᾶς διακόπτω, διὰ νὰ ἐκκενώσω τὴν αἴθουσαν.
§82ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ διακόψωμεν 5 λεπτὰ κ. Πρόεδρε.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἀβραὰμ παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§85Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐξ ὡρισμένων, συνεπῶς, γεγονότων, ἐκ συγκεκριμένων ὑπηρεσιακῶν ἐνεργειῶν, ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει γνῶσιν πρὸ τοῦ ἐγκλήματος ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὸ Τμῆμα τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας ὡς καὶ τῆς Εἰδικῆς ἀκόμη, ἀνεμιγνύοντο εἰς ἐνεργείας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ἐξέφευγον τῶν ὑπηρεσιακῶν ὁρίων καὶ αἱ ὁποῖαι, τὸ ὀλιγώτερον, ἔπρεπε νὰ προκαλέσουν τὴν ἰδιάζουσαν προσοχὴν αὐτῆς. Δὲν ἦσαν μόνον αἱ ἀναφοραὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας κ. Βαβούρη, ὁ ὁποῖος ἐξέθετε τὴν ἔκνομον, τὴν ἀντικανονικὴν καὶ ἀντιπειθαρχικὴν κατάστασιν, ἥτις εἶχε δημιουργηθῇ εἰς τὸ Τμῆμα Γενικῆς Ἀσφαλείας. Ἦσαν, ὡς εἶπον, καὶ αἱ δικογραφίαι τῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον τεθῇ ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὸν σημερινὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων. Ἐκ τοῦ σχετικοῦ φακέλλου ἐξάγεται ὅτι, ἐνῷ ἡ ἐνέργεια, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον προβῆ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἦτο ἀντικανονικὴ καὶ παράνομος, ἐνῷ δι’ αὐτὴν ἡ δίωξις ἡ πειθαρχικὴ ἐστρέφετο ἀρχικῶς ἐναντίον τῶν ἀστυνομικῶν αὐτῶν, παραδόξως ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ἐγγράφου του ἀπὸ 25 Ἀπριλίου παραγγέλλει, ἀντιθέτως, τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν ἀστυνομικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν κατ’ ἐντολὴν τοῦ προκατόχου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἐξουδετέρωσιν τῶν ἐκνόμων καὶ αὐθαιρέτων ἐνεργειῶν τῶν ἄλλων, καθ’ ὧν ἐξ ἀρχῆς εἶχε παραγγελθῆ ἡ δίωξις. Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, παρὰ τὰ προκύπτοντα ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, χαρακτηρίζει ὡς ἀντικανονικὴν καὶ ἀπάδουσαν πρὸς τὴν πειθαρχίαν τὴν συμπεριφορὰν τῶν νομίμως ἐνεργησάντων ἀξιωματικῶν. Τὸ ὑπουργικὸν αὐτὸ ἔγγραφον εἶναι περίεργον, ἐφόσον στηρίζεται ἐπὶ τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως, τῆς ἐνεργηθείσης ἀπὸ τὸν Ἀστυνομικὸν Διευθυντὴν Παπαδημητρίου. Διότι, ὡς εἶπον, ὑπάρχουν ρηταὶ αἱ καταθέσεις τῶν ἀστυνομικῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, βεβαιοῦσαι ὅτι οἱ καθ’ ὧν ἡ ἀρχικὴ δίωξις ἐνήργουν αὐθαιρέτως, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἐνήργησαν κατ’ ἐντολὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς ἐξουδετέρωσιν τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Τμήματος τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας, αἱ ὁποῖαι ἀφεώρων ὄχι μόνον τὴν παρακολούθησιν τῆς οἰκίας Πλαστήρα, —ἐπειδὴ ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἴσως ἤκουσα ἀντίρρησίν τινα,— ἀλλὰ καὶ ἄλλων πολιτικῶν προσώπων, ἐνᾧ ρητῶς εἶχε δοθῇ ἀντίθετος ἐντολὴ περὶ μὴ παρακολουθήσεως αὐτῶν. Ἐνῷ λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἐνήργησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐντολῆς τῆς προϊσταμένης των ἀρχῆς κατὰ τῶν αὐθαιρέτων ἐκείνων ἐνεργειῶν τοῦ τμήματος τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας, ὁ κ. Ὑπουργὸς παραδόξως ἔστρεψε τὴν δίωξιν ἐναντίον των. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προφανῶς ἐπλανήθη εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν στοιχείων.
§86ΑΘ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐδιαβάσατε τὰς καταθέσεις;
§87Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Μάλιστα, τοῦ Ἔβερτ, τοῦ Λαμπρινοπούλου καὶ ἄλλων ἀστυνομικῶν.
§88ΑΘ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Διαβάσατε τὰς καταθέσεις.
§89Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὰς ἐδιάβασα, ἀλλὰ δὲν ἐπροσέξατε. Βεβαιοῦν αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον προηγουμένως. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐτέθη ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων ὁ σχετικὸς φάκελλος, ἢ ὁ Ὑπουργὸς ἐπλανήθη εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν στοιχείων τῆς ἀνακρίσεως, τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις εἶναι σαφῆ, ἢ ὁ νῦν Ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων δὲν ἔκαμεν εἰς αὐτὸν τὴν προσήκουσαν εἰσήγησιν. Καὶ ὑπὸ τὴν διπλῆν ταύτην ἔννοιαν δύναται βασίμως νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὑπάρχει εὐθύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι, ἐνῷ ἐκ τῶν ἐγγράφων τῆς ἀνακρίσεως ἔλαβε γνῶσιν ὅτι τὸ τμῆμα τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας προέβαινεν εἰς ἐνεργείας αὐθαιρέτους καὶ παρανόμους, ἔδει νὰ προσέξῃ περισσότερον, ἐφόσον εἶχεν ὑπ’ ὄψει του καὶ τὰς ἀναφορὰς καὶ αἰτιάσεις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας διὰ νὰ ἀναχαιτίσῃ τὴν ἐξαιρετικήν, τὸ ὀλιγώτερον, πρωτοβουλίαν, ἥν ἐξεδήλου ἡ διοίκησις τοῦ Τμήματος Γενικῆς Ἀσφαλείας εἰς τὴν ἄσκησιν ἰδίας πολιτικῆς οἱονεὶ ὡς παρακυβερνήσεως. Διότι ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του καί τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, ἡ ὁποία ἐνηργήθη παρὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν σχετικὴν του ἀνακριτικὴν ἔρευναν ἀπευθύνει ἐρωτήσεις εἰς τοὺς μάρτυρας καὶ λαμβάνει ἀπαντήσεις ἐνδεικτικὰς τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῶν μυστικῶν καὶ ἥκιστα νομίμων καὶ ὑπηρεσιακῶν συνεννοήσεων ἀξιωματικῶν τοῦ Τμήματος Γενικῆς Ἀσφαλείας ὡς καὶ τῆς Εἰδικῆς καὶ τὴν παρακολούθησιν δι’ αὐτοκινήτων καὶ διὰ μυστικῶν πρακτόρων πολιτικῶν προσώπων, αἱ ὁποῖαι, προφανῶς, δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς τῶν παρακολουθουμένων.
§90ΒΡ. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους.
§91Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ ὅπου ἔχετε ἀπορίαν, ὅταν γενικευθῇ ἡ συζήτησις, κατόπιν νὰ λάβητε τὸν λόγον. Πρέπει νὰ διεξαγάγωμεν τὴν συζήτησιν ἠρέμα.
§92Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Αὐτὸν τὸν συλλογισμὸν στηρίζω ἐγώ, Κύριοι Συνάδελφοι, ἐπὶ τῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων, τὰς ὁποίας ἀναφέρω καὶ συνδυάζω τὸ πόρισμα αὐτῶν πρὸς τὰ μεταγενέστερα γεγονότα καὶ εἰδικῶς πρὸς τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ.
§93ΒΡ. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ μὲ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον μὲ ἀπασχολεῖ.... (ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§94Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐκ τῶν ἀνακρίσεων τούτων καὶ τῶν ἀναφορῶν τῆς Ἀστυνομικῆς Διευθύνσεως κατεδηλοῦτο ἡ ἀνάληψις μιᾶς πρωτοβουλίας οὐχὶ ἁπλῶς ἐκνόμου, ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς ὑπόπτου, ἀπὸ τὸ Τμῆμα Γενικῆς Ἀσφαλείας ἐν συμπράξει καὶ συνεργασίᾳ μετά τινων ἀξιωματικῶν τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας, κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν ἐλάμβανε χώραν γεγονὸς ἐξαιρετικῶς χαρακτηριστικόν. Ἐξεδηλώθη ἡ προσπάθεια ὅπως, διὰ Διατάγματος, ἱδρυθῇ ἰδιαίτερον σῶμα ἀσφαλείας, ἀνεξάρτητον καὶ αὐτοτελές, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξηρτᾶτο ἀπευθείας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατηρτίσθη καὶ τὸ σχετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον προσέκρουσεν εἰς ἀντιρ☐ ☐λώθη καὶ ζωηρὰ ὑπηρεσιακὴ ἀντίδρασις ἀπὸ μέρους ἀξιωματικῶν τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων κατὰ τῆς προσπαθείας αὐτῆς. Αἱ ἀντιρρήσεις αὗται ἀρίστων ἀξιωματικῶν τοῦ Σώματος ἔφθασαν μέχρι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐάν, ὅπως ἐγὼ ἔχω πληροφορηθῆ, δὲν ἐματαιώθη τὸ σχέδιον αὐτό, λόγῳ τῆς ἀντιδράσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, πάντως ἡ Κυβέρνησις, εὑρεθεῖσα πρὸ τῶν ἀντιρρήσεων αὐτῶν, ἀνεχαίτισε τὴν ἐκδήλωσιν αὐτήν, δι’ ἧς θὰ ἐνομιμοποιεῖτο ἡ ἵδρυσις ἰδιαιτέρου σώματος ἐντὸς τοῦ σώματος τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, ἀληθοῦς Κράτους ἐν Κράτει.
§95Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ σᾶς κατατοπίσω τὶ πράγματι ἐγένετο; Ἡ Κυβέρνησις εἶδεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ.
§96Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Διότι ἀντέδρασαν οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, ἐπισείσαντες τὸν κίνδυνον τῆς διαλύσεως τοῦ Σώματος.
§97Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐγένετο τὸ Διάταγμα αὐτό, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν τὸ υἱοθέτησε.
§98Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὑπῆρχε, πράγματι, κίνδυνος νὰ νομιμοποιηθῇ, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς συστηματικωτέρας ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀσφαλείας, ἡ σύστασις μυστικῶν ὁμάδων, ὡς ἐκείνη, περὶ ἧς γίνεται λόγος εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξέτασιν, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐξετέλει καθήκοντα συμφώνως πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων καὶ τὰς σχετικὰς διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἔδει οἱ ἀστυνομικοὶ οὗτοι νὰ τηροῦν ἡμερολόγια, ἀποδεικνύοντα τὴν κανονικήν των ὑπηρεσίαν. Ὅταν τοῖς ἐζητήθησαν τὰ ἡμερολόγια αὐτὰ ἐδήλωσαν ὅτι δὲν εἶχον, διότι, ἁπλούστατα, ἀπετέλουν μυστικὰς ὁμάδας, ἐπιδιδομένας εἰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐξήρχοντο τῶν ὁρίων τῆς νομιμότητος καὶ τῆς ὑπηρεσιακῆς τάξεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων αὐτῶν καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς μετὰ τὸ ἔγκλημα ἐνεργηθείσης διοικητικῆς ἀνακρίσεως ἀπὸ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῆς Ἀστυνομίας κ. Καλυβίτην, ἔχει βεβαίως δίκαιον νὰ ἰσχυρίζηται οὗτος εἰς τὸ σχετικὸν πόρισμά του ὅτι «ἡ ἀτμόσφαιρα, πολὺ πρὸ τῆς δολοφονικῆς ἀποπείρας, ἦτο διάχυτος ἀπὸ τὰς φήμας καὶ τὰς διαδόσεις περὶ τῆς μελετωμένης καὶ παρασκευαζομένης ἀποπείρας κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ κ. Βενιζέλου, καὶ ὅτι ὅλαι αἱ διαδόσεις καὶ φῆμαι ἔφερον ὡς ὀργανωτὴν τὸν διοικητὴν τοῦ Τμήματος Γενικῆς Ἀσφαλείας». Καὶ δὲν ὑπῆρχον μόνον, δυστυχῶς, σχετικαὶ τοιαῦται διαδόσεις. Ὑπῆρχον καὶ ἰδιαίτεραι πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον φθάσει καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπως ἀπεκαλύφθη ἐκ τῶν ὑστέρων, βεβαιωθὲν εἰς τὴν ἀνάκρισιν κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ δύναται ἀπολύτως νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτοῦ, μέλη τῆς Κυβερνήσεως εἶχον δεχθῆ ἐμπιστευτικὰς ἀνακοινώσεις περὶ τῆς ὀργανώσεως καὶ προπαρασκευῆς τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου παρὰ κρατικῶν ὀργάνων. Εἰδικώτερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπληροφορεῖτο ἀπὸ μέρους δύο ἀξιωματικῶν ὅτι, πράγματι, ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, ἀνήκοντες εἰς τὸ Τμῆμα Γεν. Ἀσφαλείας, προέβαινον εἰς ἐνεργείας προπαρασκευαστικὰς τῆς δολοφονίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ, ὡς ἐβεβαιώθη ἐκ τῶν ὑστέρων ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως, ἄλλωστε, ὡμολόγησε καὶ ὁ ἴδιος εἰς κατάθεσίν του σχετικήν, ἔδωκε σημασίαν εἰς τὴν τοιαύτην ἐμπιστευτικὴν καὶ ἰδιαιτέραν ἀνακοίνωσιν καί, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς διεμαρτυρήθη καὶ ἐξεδήλωσε τὴν ἔντιμον ἀγανάκτησίν του εἰπὼν «δὲν εἴμεθα Κράτος δολοφόνων», ἐν τούτοις, συνέστησεν ὅπως συνεχίσωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἰς τοὺς ὁποίους εἶχε προταθῆ παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ τμήματος Γεν. Ἀσφαλείας νὰ γίνουν μίσθαρνα ὄργανα δολοφονικῆς ἐπιχειρήσεως, τὰς σκοτεινὰς ἐπιχειρήσεις μετὰ τῶν ὀργανωτῶν τοῦ ἐγκλήματος, καὶ νὰ λάβουν καὶ τὰ προσφερόμενα χρηματικὰ ποσὰ πιθανόν διὰ νὰ συλλέξῃ περισσότερα στοιχεῖα!
§99Γ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αἱ διαδόσεις αὐταὶ ἔχουν χάσει τὴν σημασίαν των. Οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔδιδε σημασίαν.
§100Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Σύμφωνοι, κ. Συνάδελφε, ἀλλ’ ὅπως εἶπα, ἀπὸ τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προκύπτει ὅτι, ἀντιθέτως, ἔδωκε πράγματι σημασίαν καὶ ἀπὸ ἄλλας καταθέσεις ὅτι ἔδωκεν ὁδηγίας νὰ λάβουν καὶ τὰ προσφερόμενα χρήματα. Καὶ εἶναι, νομίζω, φανερὸν ὅτι στοιχειώδης κυβερνητικὴ ἐπιμέλεια, στοιχειώδης κυβερνητικὴ πρόνοια, ἐπέβαλον ὅπως, ἐφόσον πράγματι ἔδωκε σημασίαν εἰς τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας τὰς ἐμπιστευτικάς, αἱ ὁποῖαι τοῦ ἐγένοντο παρ’ ἀξιωματικῶν, ὅπως λάβῃ ὁ ἴδιος καὶ συστήσῃ ἀμέσως τὴν λῆψιν τῶν προσηκόντων προληπτικῶν μέτρων. Ἔχει, Κύριοι Συνάδελφοι, λεχθῆ περὶ τῆς πολιτικῆς καὶ κυβερνητικῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ ἔννοια αὐτῆς δὲν ἔχει ὁμοιότητα πρὸς τὴν τῆς εὐθύνης τῆς ἀμελείας, ἡ ὁποία ἔχει ἐξετασθῆ εἰς τὸ κρατοῦν δίκαιον, τὸ ἀστικὸν καὶ τὸ ποινικόν. Ἐκεῖ ὅπου περισσότερον ἔχει ἀναπτυχθῆ τὸ κοινοβουλευτικὸν δίκαιον, εἰς τὴν γνωστὴν κοιτίδα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, τὴν Ἀγγλίαν, καὶ ἔχει ἐρευνηθῆ ἐπιστημονικώτερον ἡ ἔννοια τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, τῆς κυβερνητικῆς εὐθύνης, ἔχει λεχθῆ ὅτι καὶ διὰ τὴν ἐπίδειξιν τῆς πλέον ἀσημάντου καὶ τῆς πλέον ἐλαφρᾶς ἀπροσεξίας καὶ ἀμελείας δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ ὕπαρξις εὐθύνης ὑπουργικῆς, διότι, ἁπλούστατα, τεκμαίρεται ὅτι οἱ ἄρχοντες, οἱ ἐκπροσωποῦντες τὸ Κράτος καὶ χειριζόμενοι τὰς μεγάλας ὑποθέσεις αὐτοῦ, πρέπει νὰ εἶναι ἐπιμελέστεροι καὶ σοφώτεροι τοῦ ἐπιμελεστέρου καὶ σοφωτέρου τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰ πταίσματα αὐτῶν, καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς παραλείψεως, κρίνονται αὐστηρότερον ἢ τῶν κοινῶν ἀνθρώπων, λόγῳ τῆς ὑπερτάτης ἐξουσίας, ἥν ἀσκοῦν. Ἐν προκειμένῳ εἶναι φανερόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ καὶ μεγαλειτέρα σημασία καὶ ἀλλοία νὰ εἶναι ἡ στάσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐφόσον ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἀφορῶντος αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους καὶ συνδεομένου ἀμέσως μὲ τὰς θεμελιώδεις προϋποθέσεις τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας. Ἔχω, συνεπῶς, τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἔσφαλε καὶ ἔσφαλε δεινῶς καὶ ὑπέχει διὰ τοῦτο εὐθύνας, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὰς διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκυκλοφόρουν καὶ τὴν ἀσκουμένην ἀναφανδὸν ἀνοσίαν προπαγάνδαν τοῦ ἐγκλήματος, ἀπὸ τῶν στηλῶν ἐνίων ἐφημερίδων, ὤφειλε νὰ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως τὰς ἀνακοινώσεις αὐτὰς καὶ νὰ ἐκδηλώσῃ ἄγρυπνον καὶ αὐστηρὰν τὴν πρασοχὴν αὐτοῦ καὶ ἐπιμέλειαν πρὸς πρόληψιν τῶν ἐνεργειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐπληροφορεῖτο θετικῶς ὅτι ἀνεμιγνύοντο πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος εἶχεν ἐμπιστευθῆ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν. Καὶ δυστυχῶς, οὔτε καὶ μετὰ τὸ ἔγκλημα ἔσπευσε νὰ καταθέσῃ πρῶτος εἰς τὴν Δικαιοσύνην ὅσα τῷ εἶχον καταγγελθῆ πρὸ αὐτοῦ. Ἐκτὸς αὐτῶν καὶ ἄλλο γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν ὑστέρων προέκυψεν, εἶναι ἀρκούντως χαρακτηριστικόν. Ἐβεβαιώθη ἡ ὕπαρξις μιᾶς ὀργανώσεως μυστικῆς ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Φιλικὴ Ἑταιρία». Ἐκ τῶν κατασχεθέντων πρακτικῶν αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὸν φάκελλον τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως τοῦ κ. Καλυβίτη, προκύπτει ὅτι οἱ σκοποί της ἦσαν ἔκνομοι καὶ ἐγκληματικοί. Εἰδικῶς προκύπτει ἐξ αὐτῶν ὅτι ἐλαμβάνοντο ἀποφάσεις περὶ ἐξοπλισμοῦ τῶν μελῶν καὶ ἐνόπλου αὐτῶν δράσεως.
§101Γ. ΚΑΓΙΑΣ. Λέγετε ὅ,τι προέκυψεν ἐκ τῶν ὑστέρων. Νομίζω, διὰ τὴν ἀκριβολογίαν, ὅτι θέλετε νὰ εἴπητε ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγνώσθη ἐκ τῶν ὑστέρων.
§103Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐγνώσθη ἐκ τῶν ὑστέρων, εἶπον. Ὅτι ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς τοῦτο, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς περιέργου αὐτῆς μυστικῆς ἑταιρείας προκύπτει, ὅτι εἶχε τοιούτους σκοπούς. Ἐξ αὐτῶν ἐξάγεται ἐπίσης, ὅτι ἐπεκοινώνουν ἰδιαιτέρως μὲ τοὺς διοικοῦντας τὸ Τμῆμα Γεν. Ἀσφαλείας καὶ μὲ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. Συνάδελφοι, ὅταν συζητοῦμεν περὶ κυβερνητικῆς εὐθύνης, διὰ τὴν μὴ πρόληψιν τοῦ ἐγκλήματος, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας τὸ γενικὸν δόγμα, ὅτι τὸ κυβερνᾶν εἶναι προνοεῖν, ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον τὸ κράτος χωροφύλαξ, τὸ κράτος ἀστυνόμος, ἔχει προορισμὸν τὴν πρόληψιν γενικῶς τῶν ἐγκλημάτων καὶ τὴν προστασίαν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν του. Δὲν ὑπάρχει νομίζω κανεὶς λόγος νὰ πληρώνῃ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς τὸν στρατὸν τῆς ἀμύνης αὐτοῦ κατὰ τοῦ ἐγκλήματος τὸν ὁποῖον συγκροτεῖ ἡ Ἀστυνομία καὶ ἡ Χωροφυλακή, διὰ νὰ μὴ ἐκπληροῖ τὴν στοιχειώδη αὐτοῦ ἀποστολήν. Καθίσταται δ’ ἄξιος καταργήσεως, ὅταν ἐκδηλώνῃ τοιαύτην ἀνεπάρκειαν, καὶ πολὺ περισσότερον, ὅταν στοιχεῖα αὐτοῦ ἀποκαλύπτωνται ἀνεχόμενα ἢ ἐνεχόμενα εἰς τὸ ἔγκλημα. Εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἄν, διότι ὡς ἐλέχθη ἐγκαίρως, εἰδοποιήθη ἐκ προτέρων ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν προνόησε, δὲν εἶναι ἄμεσος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡ εὐθύνη της καὶ εἰδικῶς τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον γνῶσιν καὶ ἠδύναντο νὰ τὸ προλάβουν, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὑπὸ τὴν πλέον ἐπιεικῆ ἐκδοχήν, ὅτι ὑπάρχει, τὸ ὀλιγώτερον, ἔμμεσος κυβερνητικὴ εὐθύνη, λόγῳ τῆς εὐθύνης τῶν ἁρμοδίων κρατικῶν ὀργάνων διὰ τὰς παραλείψεις αὐτῶν καὶ τὰς θετικὰς ἀκόμη ἐνεργείας των διὰ τὰς ὁποίας, ὡς γνωστόν, κατὰ κανόνα γεννᾶται εὐθύνη κοινοβουλευτικὴ διὰ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Δὲν ἔχω, νομίζω, ἀνάγκην νὰ προσθέσω ἀκόμη, ὅτι ὁ τόπος καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἐγκλήματος, ἡ διάπραξις αὐτοῦ εἰς τόσον κεντρικὸν μέρος, ἡ χρησιμοποίησις ὅλων τῶν φονικῶν ὅπλων καὶ ὅλων τῶν μέσων πρὸς εὐόδωσιν τοῦ στυγεροῦ σκοποῦ των, ἡ προπαρασκευὴ καὶ ἡ ἐπὶ ὥρας παρακολούθησις τῶν θυμάτων ὡς καὶ ἡ ἀγρία καὶ θηριώδης καταδίωξις αὐτῶν ἐπ’ αὐτοκινήτων, ἡ δίδουσα φρικτὴν εἰκόνα μάχης, δημιουργοῦν αὐτομάτως τὸ ἐρώτημα, τὸ συντριπτικὸν καὶ τραγικὸν διὰ τὸ Κράτος, τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀναπηδᾷ ἀπὸ τὴν συνείδησιν παντὸς πολίτου, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, οἱουδήποτε ἐγκλήματος, διότι πηγάζει ἀπὸ τὴν στοιχειώδη καὶ εὔλογον ἀξίωσιν τοῦ πολίτου ὅπως ἡ χωροφυλακὴ καὶ ἡ ἀστυνομία προλαμβάνῃ τὴν ἐκδήλωσιν αὐτοῦ. Πολὺ περισσότερον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, καθ’ ἥν τόσην εἶχε διάρκειαν ἡ ἐκτέλεσις καὶ ἡ προηγηθεῖσα αὐτῆς παρακολούθησις. Δὲν εὑρέθη, λοιπόν, καθ’ ὅλον αὐτὸ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τόπου διάστημα οὐδὲ εἷς χωροφύλαξ, οὐδὲ εἷς ἀστυφύλαξ, ὅταν τὰ αὐτοκίνητα τῶν δολοφόνων καὶ τὰ μέλη τῆς δολοφονικῆς συμμορίας ἐκυκλοφόρουν εἰς τὴν ὁδὸν Κηφισίας, ὅταν κατόπιν παρακολουθοῦν τὰ θύματα καὶ ὅταν τὰ καταδιώκουν μὲ καταιγισμὸν πυρῶν ἀνάνδρως καὶ δολοφονικῶς εἰς τὴν αὐτὴν ὁδόν, ἐν ὥρᾳ κινήσεως αὐτῆς, δὲν εὑρέθη εἷς χωροφύλαξ, εἷς ἀστυφύλαξ, ἂν μὴ φεῦ! διὰ νὰ προλάβῃ τοὐλάχιστον διὰ νὰ ἀναγγείλῃ τὸ ἔγκλημα καὶ διὰ νὰ μὴ τὸ πληροφορῆται καὶ ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακὴ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ θύματα, εἰς τὸ νοσοκομεῖον; Δὲν εἶναι τάχα καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐνδεικτικὸν τῆς ἐξησφαλισμένης ἐκ τῶν προτέρων ἀνοχῆς, ἂν μὴ τῆς συμμετοχῆς ὀργάνων τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν εἰς αὐτό; Ἐξ ὅλων τούτων, νομίζω, ὅτι καθίσταται πλέον ἢ ἔκδηλον καὶ δὲν χρήζει περαιτέρω ἀποδείξεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ προλάβῃ τὴν διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος, παρέλειψε δ’ ἐν τούτῳ στοιχειῶδες αὐτῆς καθῆκον καὶ ὑπέχει βαρυτάτην δι’ αὐτὸ πολιτικὴν καὶ ἠθικὴν εὐθύνην. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δηλώσεις του ἐτόνισεν, ὅτι τὸ ἔγκλημα ἐγέννησεν εἰς τὴν ψυχὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν φρίκην, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ. Εἰς ἄλλας, κατ’ ἐπανάληψιν γενομένας σχετικὰς δηλώσεις του, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της ὡς πρὸς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ σύλληψιν τῶν ἐνόχων. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τί ἐγένετο ἀμέσως μετὰ τὸ ἔγκλημα. Εἷς πολίτης ἔγκριτος, ὁ δημοσιογράφος κ. Βλάχος, ἐξεταζόμενος εἰς τὴν διοικητικὴν ἀνάκρισιν ἀπὸ τὸν κ. Καλυβίτην, λέγει, ὅτι δύο ὥρας μετὰ τὸ ἔγκλημα συνήντησε τὸν Διοικητὴν τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν ἀντελήφθη συζητοῦντα μὲ τὸν Διοικητὴν τοῦ Τμήματος τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας, εὑρισκόμενον ἐπίσης ἐκεῖ τὴν ὥραν ἐκείνην. Καταθέτει, λοιπὸν ὁ κ. Βλάχος, ὅτι ἀποταθεὶς τότε πρὸς αὐτὸν τοῦ εἶπεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Ἐγὼ νομίζω, κ. Διευθυντά, ὅτι ἡ σύλληψις τῶν φονέων ἀποτελεῖ διὰ τὴν Κυβέρνησιν ζήτημα τιμῆς καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ εἴχετε τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων καὶ τῆς Χωροφυλακῆς ἀκόμη, καὶ νὰ εἴχετε ζητήσει καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ εἴχετε τηλεφωνήσει εἰς ὅλους τοὺς ἀστυνομικοὺς σταθμοὺς τῶν προαστείων, οὕτως ὥστε, δύο ὥρας σχεδὸν μετὰ τὸ ἔγκλημα, ἢ νὰ εἴχετε ἴσως συλλάβει τοὺς φονεῖς, ἢ νὰ εἶχεν ἀντιληφθῇ ὅλη ἡ πόλις ὅτι κάτι συνέβη τὸ ἐξαιρετικόν, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἐξαντλεῖ ὅλας του τὰς δυνάμεις. Ἐγὼ εἶπα, συνεχίζων, θὰ εἶχον ἐπιτάξει διακόσια αὐτοκίνητα, τὰ ὁποῖα μὲ ἀστυνομικοὺς θὰ ἔτρεχον γύρω καὶ μέσα εἰς τὰς Ἀθήνας, θὰ ἐσταματοῦσαν κάθε αὐτοκίνητον διὰ νὰ ἐρωτήσουν ποῦ πάει καὶ πόθεν ἔρχεται καὶ θὰ εἶχα, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, ἀναστατώσει τὴν πόλιν, ἐνῷ ἔτσι ποὺ κάνουμε καὶ οἱ ἔνοχοι διαφεύγουν τώρα εὐκολώτατα καὶ οἱ Βενιζελικοὶ ἔχουν κάθε δικαίωμα νὰ ποῦν ὅτι τὸ Κράτος ἀδρανεῖ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἔχουν πᾶν δικαίωμα νὰ μᾶς εἴπουν, λέγει ὁ κ. Βλάχος, ὅτι τὸ Κράτος ἀδρανεῖ. Καὶ προσθέτει «ὁ παριστάμενος Πρωθυπουργὸς συνεφώνησε μαζί μου τόσον, ὥστε νὰ πῇ «ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βλάχος. Ἀρκετὰ εἴπαμεν καὶ κυττάξετε νὰ κάμητε ὅ,τι ἠμπορεῖτε». Αὐτὰ τὰ ὀλίγα καὶ πενιχρὰ μόνον λέγει ὁ κ. Βλάχος, ὅτι περιωρίσθη νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐν τέλει βεβαιοῖ ὅτι, ἐπανελθὼν εἰς τὸ γραφεῖόν του, ἔγραψεν ἀντὶ ἄρθρου ὀλίγας λέξεις καὶ ἐζήτει τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας, διότι, ὅπως λέγει, ἡ ἀντίληψίς του ἦτο ὅτι δύο ὥρας μετὰ μίαν τοιαύτην ἀπόπειραν δὲν ἠμποροῦσεν ὁ Διευθυντὴς τῆς Γεν. Ἀσφαλείας τῆς Πρωτευούσης νὰ ἀδρανῇ καὶ νὰ ἀσχολῆται μὲ λεπτομερειακὰς ἀναφορὰς περὶ τοῦ πῶς καὶ διατί συνέβη τὸ ἔγκλημα, ἀλλ’, ὡς ἐξηγεῖ ἀνωτέρω, ὤφειλεν ἀντιθέτως νὰ ἔχῃ ἤδη κινητοποιήσει ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἔχῃ τεθῇ τοὐλάχιστον ἐπὶ τὰ ἴχνη τῶν δραστῶν. Εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον, ὅπως βεβαιοῖ, ἔγραψεν ἀμέσως, ἐτόνιζε πράγματι, τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «...Διότι, ἀνεξαρτήτως πάσης σκέψεως, πάσης κριτικῆς, πάσης ἐκρήξεως ἀγανακτήσεως διὰ τὸ πανάθλιον ἔργον, εἶναι ἀδύνατον νὰ υἱοθετηθῇ ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγουν μετὰ τὸ ἔγκλημα καὶ ὁ κόσμος αὐτῶν τῶν ἐγκληματιῶν καὶ τὸ αὐτοκίνητον καὶ τὰ ὅπλα των, ἂν πραγματικῶς μὲ ὅλας των τὰς δυνάμεις καὶ διὰ παντὸς μέτρου θελήσῃ ἡ Ἀστυνομικὴ Διεύθυνσις νὰ ἐνεργήσῃ. Ἀλλ’ ἡ ἐνεργοῦσα Ἀστυνομικὴ Διεύθυνσις εἶναι ἡ κατάλληλος διὰ τὸ ἔργον αὐτό; Ἡμεῖς ἀμφιβάλλομεν καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἠθέλαμεν ὡς πρώτη ἀπάντησις εἰς τὰς χθεσινὰς σφαίρας νὰ δοθῇ ἡ παραίτησις τοῦ διευθυντοῦ τῆς Γεν. Ἀσφαλείας. Διότι ὁ κ. Πολυχρονόπουλος εἶνε πιθανῶς διευθυντής, ἀλλὰ αὐτὴ δὲν εἶνε ἀσφάλεια». Διηρμήνευεν οὕτω, Κύριοι Βουλευταί, ὁ πολίτης αὐτός, ὁ ἔγκριτος, τὸ ὑγιὲς αἴσθημα ὅλων τῶν τιμίων πολιτῶν, τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται εἰς τὴν ψυχὴν παντὸς πολίτου καὶ ἔχει φυσικῶς κατὰ κανόνα ἐκδηλωθῇ οὐ μόνον εἰς τὸ ἰδικόν μας Κράτος, εἰς περιπτώσεις ὀξείας προσβολῆς τῆς ἐννόμου τάξεως, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα καὶ εὐνομούμενα Κράτη, εἰς παρεμφερεῖς περιπτώσεις. Ἀποτελεῖ παράδοσιν καὶ νομολογίαν τρόπον τινὰ διοικητικὴν ἡ ἐπιβολὴ ἀμέσων κυρώσεων, ἄνευ περαιτέρω ἐρεύνης περὶ εὐθύνης τυχὸν τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς Χωροφυλακῆς, εἰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς δὲν ἐπέτυχον νὰ προλάβουν ἓν ἔγκλημα, ἐκ τοῦ ὁποίου προσβάλλεται σοβαρῶς ἡ ἔννομος τάξις. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, καθ’ ἣν κατεδηλώθη ἡ ἀνεπάρκεια τῆς προληπτικῆς ἀστυνομίας, θὰ ἀπετέλει φυσικὴν καὶ στοιχειώδη συνέπειαν τοῦ ἐγκλήματος πρὸς ἠθικὴν προστασίαν τοῦ τόσον πληγέντος καὶ ἐκτεθέντος Κράτους. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἐλησμονήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνᾧ προσφάτως ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ ἔγκλημα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἐφήρμοσεν εἰς περίπτωσιν τῶν αἱματηρῶν, ἐξ ἀφορμῆς ἀπεργίας, σκηνῶν τοῦ Ἀλιβερίου. Τὸν ἠρώτησα εἰδικῶς, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ μετά τινος ἱκανοποιήσεως ἐτόνισεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐνόπλου δυνάμεως· προέβητε εἰς τὴν ἀντικατάστασιν, κ. Ὑπουργέ, κατόπιν διοικητικῆς ἐξετάσεως, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψε τυχὸν εὐθύνη τις ἢ ἀμέσως καὶ συνεπείᾳ τῶν γεγονότων διὰ τὴν μὴ πρόληψιν αὐτῶν; Μάλιστα μοὶ ἀπήντησεν, ἀμέσως συνεπείᾳ τῶν γεγονότων, ἄνευ ἐξετάσεως, διὰ τὴν μὴ πρόληψιν». Ὑπάρχουν δέ, ὡς γνωστόν, πλεῖσται περιπτώσεις καὶ παρ’ ἡμῖν, καθ’ ἃς ἐπῆλθεν ἄμεσος ἡ τοιαύτη κύρωσις ὑπὸ τὴν ἐπιταγὴν τῆς ὀρθῆς καὶ αὐστηρᾶς ὑπηρεσιακῆς ἀντιλήψεως περὶ τῆς προληπτικῆς ἀποστολῆς ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς. Αὐτὸ γίνεται κατὰ κανόνα εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα τοιαύτης κρατικῆς ἀντιλήψεως καὶ συμπεράσματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν ἀμέσως τὴν διάπραξιν ἐγκλημάτων οὐχὶ κἂν τῆς βαρύτητος καὶ σημασίας, οἵαν ἐμφανίζει ἡ ἰδική μας περίπτωσις, ἡ ἀντικατάστασις ἀρχηγῶν καὶ διευθυντῶν ἀστυνομιῶν καὶ ἡ πλήρης καὶ ταχίστη ἐκκαθάρισις τῶν σωμάτων αὐτῶν. Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν μέτρων αὐτῶν διὰ τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου θὰ ἦτο ἀπολύτως δεδικαιολογημένη ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ θὰ ἀντεπεκρίνετο πλήρως εἰς τὸ ὑγιὲς δημόσιον αἴσθημα. Θὰ ἐπετέλει συγχρόνως τὴν εὐγλωττοτέραν διαμαρτυρίαν τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ὁποίας ταὐτοχρόνως θὰ ἠμύνετο ὑπὲρ τῆς τιμῆς αὐτοῦ, ὑπὲρ τοῦ γοήτρου του, ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεώς του. Ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ βραδύτερον, τὸ ἴδιον αἴσθημα καὶ ἡ ἰδία εὐχὴ διηρμηνεύθη ἀπὸ μέρους δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου κυβερνητικοῦ. Τὴν 21ην Αὐγούστου ἡ «Πρωΐα», ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ ὑπεστήριζεν ὅτι ἔδει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη, καὶ ἀνεγνώριζεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τὰς δυνάμει αὐτῆς ἐπιβαλλομένας ἐνεργείας ἐκκαθαρίσεως τῶν καταδιωκτικῶν ὑπηρεσιῶν ἐκ λόγων μᾶλλον κομματικῆς ἀμύνης κατὰ τῆς πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἐγκλήματος! Καὶ ἔλεγε, πρὸς δικαιολογίαν τῆς γνώμης της, μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Μόλις ἐγνώσθη ἡ ἀποτρόπαιος καὶ θηριώδης ἀπόπειρα κατὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ παροτρύνῃ τὴν ἐπιληφθεῖσαν τῆς ὑποθέσεως Δικαιοσύνην νὰ πράξῃ πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ τὴν ταχίστην ἀνακάλυψιν καὶ σύλληψιν τῶν ἐνόχων μὴ ἀναχαιτιζομένη πρὸ οὐδενός. Μετὰ δύο ἡμέρας ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ τῇ βάσει καταθλιπτικῶν μαρτυριῶν ἔθετε χεῖρα ἐπὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας. Ὑπῆρχον καὶ μεταξὺ τῶν κυβερνητικῶν τάξεων οἱ φρονοῦντες ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπετέλει ἔργον πολιτικῆς σκοπιμότητος καὶ προνοίας ἐὰν εὐθὺς ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τῆς ἀποπείρας ἀπήλλασσε τῶν καθηκόντων του τοὐλάχιστον τὸν Διευθυντὴν τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, διότι ἠτύχησεν εἰς τὴν πρόληψιν μιᾶς τοιαύτης κακουργίας—διότι ἠτύχησεν, ὡς εἴπωμεν, ὅπως λέγεται συνήθως. Μία τοιαύτη κυβερνητικὴ πρᾶξις—ἴσως δὲ καὶ μία θαρραλέα μείζων θυσία, θὰ ἀπέκλειε κάθε δυνατότητα πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Καὶ προσέθετον, ὅτι ὑπὸ ἄλλας συνθήκας, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένη μία ἀποφασιστικὴ ἐκκαθάρισις τῶν διωκτικῶν σωμάτων ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἦτο φυσικὸν νὰ συνεπάθουν τὸν συλληφθέντα ἀρχηγὸν τῆς Ἀσφαλείας. Καὶ ἡ ἐνέργεια αὕτη δὲν ἐπραγματοποιήθη, ὡς ἔλεγεν εἰς τὴν καταλληλοτέραν στιγμήν, διότι ἡ πολιτικὴ ἐπίθεσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προυκάλεσεν ὑπερέξαψιν εἰς ὡρισμένους ἰδίως τομεῖς τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως καὶ διότι μέσα εἰς τὸν σάλον τῶν πολιτικῶν μαχῶν—ὡς ἡ ἐκλογὴ Θεσσαλονίκης— δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πρυτανεύσῃ ἡ ψυχρὰ λογικὴ καὶ ἡ ἀδιατάρακτος τοῦ πολιτικῶς σκοπίμου ἀντίληψις. Καὶ ἐν τέλει, ἐτόνιζεν, ὅτι, λόγῳ τῆς ἐντυπώσεως, ἥτις ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἰδίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ Κυβέρνησις θὰ διαπράξῃ πολιτικὴν ἀφροσύνην ἂν δὲν ἐκκαθαρίσῃ τὴν κατάστασιν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ δύναται πλέον νὰ στηριχθῇ κανεὶς ἰσχυρισμὸς ὅτι τῆς ἀνακρίσεως τὸ ἔργον παρακωλύεται. Εἶναι, ὡς εἶπον, ἀρχή, ἡ ὁποία κρατεῖ ὄχι μόνον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, τόσον ἐν ὥρᾳ πολέμου, ὅσον καὶ ἐν εἰρήνῃ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν τοιαύτην καὶ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς τὸ πρῶτον διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1833 τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἀστυνομίας καθωρίζετο ἡ ἁρμοδιότης αὐτῶν διὰ τὴν πρόληψιν τῶν ἐγκλημάτων. Δὲν θ’ ἀναφέρω τὴν σωρείαν τῶν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἐφηρμόσθη αὕτη, κατὰ τρόπον ἀποδεικνύοντα ὅτι τὸ Κράτος ἀντελαμβάνετο πράγματι ὅτι ἡ διάπραξις ἑνὸς σοβαροῦ ἐγκλήματος προσβάλλοντος καιρίως τὴν ἔννομον τάξιν κλονίζει ἀληθῶς τὰ θεμέλια αὐτοῦ. Οἱ Κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν Ναυτικῶν καὶ τῆς Ἀεροπορίας ὑπομιμνήσκουν ἐντόνως τὴν ἰδίαν ἀρχὴν εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας, τονίζοντες πρὸς δικαιολογίαν τοῦ μέτρου, ὅπερ εἰσηγοῦνται τὰ ἑξῆς: «Δὲν εἶναι σκληρὸν τὸ μέτρον. Οἱ ἀτυχοῦντες καὶ εἰς τὰς διατεταγμένας ὑπηρεσίας πρέπει νὰ ὑφίστανται τὰς συνεπείας τῆς ἀποτυχίας των». Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν πρό τινων ἐτῶν διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διεπράχθη εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἕν ἐκ τῶν θρασυτέρων ἐγκλημάτων τῆς ληστοσυμμορίας Γιαγκούλα, καθ’ ὃ ἐφονεύθη εἷς ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς, ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ κατεδίκασε ἀμείλικτος ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, διότι, ὡς ἔλεγεν, ἀπέτυχεν εἰς τὴν κυρίαν ἀποστολήν του τῆς τηρήσεως τῆς ἀσφαλείας τῆς ὑπαίθρου καὶ ἔμαθαν οἱ ἀξιωματικοί του νὰ σηκώνουν τὰ χέρια καὶ νὰ παραδίδωνται! Ἡ δριμυτάτη αὕτη καθ’ ὅλου τοῦ Σώματος ἐπίθεσίς του, ἐξ αἰτίας τοῦ φόνου ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, γενομένου ἐντὸς οἰκίας τινός, προυκάλεσε τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ τότε βουλευτοῦ καὶ ἄλλοτε Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς μακαρίτου Παπαοικονόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσυνέχισε τὴν ἀπαγγελίαν τῆς καταδικαστικῆς καθ’ ὅλου τοῦ Σώματος ἀποφάσεώς του καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἔγκρισιν συστάσεως ἰδίου Σώματος τοῦ Σ)ος κυνηγῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐφιλοδόξει νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὸ στῖγμα τῆς ληστείας, δώσας τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς ἀληθοῦς ἐκστρατείας, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξόντωσιν τῆς συμμορίας ἐκείνης.
§104Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Δὲν εἶπα αὐτὰ ἀκριβῶς. Ἐπέκρινα βεβαίως τὴν στάσιν τῆς Χωροφυλακῆς, ἀλλὰ θὰ πιάσω καὶ θὰ κάμω δὲν εἶπα. Εἶμαι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ ὀλιγώτερον κάμνων χρῆσιν τοῦ ἐγώ.
§105Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔχω τὴν ἀγόρευσίν σας. Αὐτὰ εἴπετε καὶ ὑποθέτω προέβητε καὶ εἰς σχετικὰς ἐνεργείας, μετέβητε δ’ ὡς ἐνθυμοῦμαι ἐπὶ τόπου ὁ ἴδιος καὶ ὠργανώσατε τὴν ἐκστρατείαν.
§106Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἄλλη περίπτωσις αὐτή.
§107Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰς ἄλλην περίπτωσιν; Ἔστω. Γεγονὸς εἶναι ὅτι διὰ τὴν δίωξιν τῆς ληστείας ἐθεωρήσατε ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἀσφαλείας, ὅτι εἴχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναλάβητε καὶ αὐτοπροσώπως τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀγῶνος τοῦ Κράτους κατ’ αὐτῆς. Στοιχειώδης εἶναι ἡ σχετικὴ ὑποχρέωσις καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι καὶ ὅταν διαπράττεται κοινὸν ἔγκλημα προσβάλλον τὴν δημοσίαν τάξιν, διὰ νὰ ἀποσείσουν τὴν εὐθύνην των, τὴν ὁποίαν προκύπτει ἐκ τοῦ γεγονότος τῆς ἀπουσίας των καὶ τῆς μὴ προλήψεως, σπεύδουν ἐπὶ τόπου διὰ νὰ βεβαιώσουν τὸ ἔγκλημα καὶ νὰ τεθοῦν ἐπὶ τὰ ἴχνη τῶν δραστῶν καὶ ἐξακριβώσουν ἀμέσως τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς τελεῖται, ἵνα λογοδοτήσουν. «Οὕτως ἢ ἄλλως, δικαίως ἢ ἀδίκως», ὡς ἔλεγεν, ἡ «Πρωΐα» εἰς τὸ ἄρθρον της, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν διωκτικῶν ὑπηρεσιῶν μὲ τὴν αἰτιολογίαν αὐτῆς τῶν συνεπειῶν τῆς ἀτυχίας των. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν τί ἐπηκολούθησε μετὰ τὸ ἔγκλημα. Οὐδεμία ἐγένετο ἀντικατάστασις εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τῆς ἀμέσου διοικητικῆς κυρώσεως διὰ τὴν μὴ πρόληψιν, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν προέκυπτεν ὅτι ὑπεῖχον τὰ ὄργανα αὐτῶν εἰδικήν τινα εὐθύνην, εἴτε διοικητικήν, εἴτε, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων διεπιστώθη ἀνακριτικῶς, ποινικήν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς ἔσπευσε κατ’ ἀρχὰς νὰ δηλώσῃ ὅτι ἦτο ἀποφασισμένη νὰ βοηθήσῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ τὴν σύλληψιν ὅλων τῶν ἐνόχων ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου. Παρῆλθον ὅμως πολλαὶ ἀπὸ τοῦ ἐγκλήματος ἡμέραι καὶ οὐδεὶς συνελαμβάνετο ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ διωκομένων. Ἔγραφε τότε ἡ «Ἑστία», ἐφημερὶς μὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ. «Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὴ ἡ μέχρι τοῦδε (ἦτο ἡ 17η Ἰουνίου) ἀπόδοσις τοῦ ἀνακριτικοῦ ἔργου. Καὶ πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας ἀνακριτικὴ προσπάθεια ἐὰν γύρω ἀπὸ τὸν ἀνακριτήν, τὸν παλαίοντα σκληρὸν καὶ ἀπεγνωσμένον ἀγῶνα, δὲν δημιουργήσῃ ἡ Κυβέρνησις μίαν ἀτμόσφαιραν, ἡ ὁποία θὰ καταστήσῃ ψυχρὰν καὶ ἤρεμον τὴν κατάστασιν καὶ θὰ παράσχῃ διὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς Χωροφυλακῆς, ὅλην τὴν βοήθειαν τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ δυσχεροῦς αὐτοῦ ἔργου. Ταὐτοχρόνως ἐξ ἄλλου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλου ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέσχε πᾶσαν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐνῷ παρέμεινεν ἀμετάβλητον τὸ ἀστυνομικὸν καθεστώς. Ἐγένετο τότε μία ὑπόδειξις ἔξωθεν. Πρὸς στιγμὴν ἐφάνη ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐχώρει πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν. Ἀνακοινοῦται ἡ τοποθέτησις εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Τμήματος Γεν. Ἀσφαλείας τοῦ ἀστυνομικοῦ Κίνα. Περὶ αὐτοῦ ἐγένετο γνωστὸν ἀμέσως ὅτι προυτίθετο νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως ἐπεβάλλετο, εὐρεῖαν ἐκκαθάρισιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, ὡς ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς ὁμοίας περιπτώσεις. Εἶναι κλασικὸν τὸ παράδειγμα τῶν τοιούτων μεταβολῶν καὶ ἀντικαταστάσεων εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἀσφαλείας, αἱ ὁποῖαι συνετελέσθησαν ραγδαίως ἐν Ἰταλίᾳ μετὰ τὸ ἔγκλημα Ματεότι. Ὁ ἴδιος ὁ Μουσολίνι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, παρῃτήθη τοῦ χαρτοφυλακίου αὐτοῦ, ἀντικατέστησε τὸν ὑφυπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐξουσιοδότησε τὸν διάδοχόν του νὰ προβῇ καὶ προέβη εἰς εὐρεῖαν ἐκκαθάρισιν χωροφυλακῆς καὶ ἀστυνομίας, ἀντικατέστησε δ’ ἐπίσης ἀμέσως καὶ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας καὶ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας Ρώμης. Ὁ ἀστυνομικὸς Κίνας, ὡς ἐγνώσθη, ἐπρόκειτο νὰ εἰσηγηθῇ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο ὡρισμένας μεταβολάς. Ἐρωτηθεὶς σχετικῶς ἐδήλωσεν· «ἂν εἶναι 200 πρὸς ἀντικατάστασιν θὰ ἀντικατασταθοῦν 201». Διότι ἦτο ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη ὅπως ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ τῆς ἀστυνομίας ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸ περιβάλλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐνδεχόμενον, οὐχὶ βεβαίως, διότι τὸ ἐβάρυνεν ὁλόκληρον τυχὸν ἡ εὐθύνη συνενοχῆς εἰς τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ διότι ἦτο φυσικὸν νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι διεπιστώθη ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἡ συμμετοχὴ προϊσταμένων τοῦ τμήματος καὶ πιθανῶς ἐκ πνεύματος κακῶς ἐννοουμένης ἀλληλεγγύης καὶ ἐξαρτήσεως νὰ μὴ ἦτο ψυχικῶς ἕτοιμον νὰ ἐκδηλώσῃ τὸν προσήκοντα εἰς τὴν περίστασιν ζῆλον πρὸς ἀποτελεσματικὴν ὑποβοήθησιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως καὶ θὰ ἐξέθετεν εἰς δεινὰς παρεξηγήσεις ὁλόκληρον τὸ Σῶμα. Ἀλλά, δυστυχῶς, μόλις ὁ ἀστυνομικὸς αὐτὸς ἐξεδήλωσε τοιαύτας ἀρχὰς καὶ ὑπηρεσιακὰς ἀντιλήψεις, ἐγνώσθη ὅτι ἀντικατεστάθη.
§108Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Ἀντικατεστάθη; Σᾶς ἐρωτῶ;
§109Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐτοποθετήθη καὶ μετετέθη ἀμέσως.
§110Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Ἀντικατεστάθη, ἢ ὁ ἴδιος ἠρνήθη;
§111ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Μετετέθη, ἀντικατεστάθη.
§112Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐγένοντο δημοσίᾳ γνωστὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον. Ποῖος ὁ λόγος δι’ ὃν ἠρνήθη ν’ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν; Ὑπάρχει ἕν ἔγγραφον κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ μετάθεσίς του ἐγένετο «μετὰ προηγουμένην τηλεφωνικὴν συνεννόησιν» μὲ τὸ Ἀρχηγεῖον, ἐκοινολογήθησαν δ’ οἱ λόγοι τῆς μεταθέσεώς του. Εἶπον ἐξ ἀρχῆς ὅτι εἶναι προτιμοτέρα ἡ κοινοβουλευτικὴ συζήτησις διὰ νὰ βασανισθοῦν, καθ’ ὃν τρόπον βασανίζονται, ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ὡρισμένα γεγονότα καὶ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἤδη περιέλθει εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ συνεζητήθησαν καὶ ἐγένετο ἐπ’ αὐτῶν κριτική. Εἶναι καὶ αὐτὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς τὴν πλήρη δημοσιότητα, ὅτι πράγματι ὁ ἀστυνομικὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐξεδήλωσε τὴν διάθεσιν νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς μεταβολῆς τῆς συνθέσεως τῆς καταδιωκτικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἀφέθη ἐλεύθερος καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἠρνήθη καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν μετετέθη.
§113Γ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο ἱκανὸς νὰ κάμῃ τίποτα φαίνεται.
§114Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ποῦ τὸ ἠξεύρετε; Καὶ ἡ Κυβέρνησις μολονότι ἐξ ἀρχῆς διεκήρυξεν ὅτι εἶναι ἀποφασισμένη ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου νὰ βοηθήσῃ τὴν δικαιοσύνην διὰ τὴν σύλληψιν τῶν δραστῶν καὶ τὴν ἀνακάλυψιν αὐτῶν, ἐπανέλαβε δὲ καὶ εἰς τὸ διάγγελμά της κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰουλίου τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι παρέσχεν εἰλικρινῆ καὶ πραγματικὴν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἐμφανίζεται διστάζουσα, παλινῳδοῦσα, βαδίζουσα βῆμα σημειωτόν. Ἐκδηλώνει πρὸς στιγμὴν τὴν πρόθεσιν νὰ τροποποιήσῃ τὴν σύνθεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοῦ τμήματος Γενικῆς Ἀσφαλείας, ἵνα καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν ἀποφασιστικὴν ὑποβοήθησιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως. Ἀλλ’ ἐπακολουθεῖ καὶ ἡ ἰδία ἐκδήλωσις τῆς αὐτῆς κυβερνητικῆς παλιμβουλίας καὶ διστακτικότητος ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς ἐτίθετο ἐνώπιον αὐτῆς ὠμότατον καὶ ἀνεπίδεκτον ἀλλοίας ἀντιμετωπίσεως, ἵνα καταλήξῃ διὰ τῆς πολιτικῆς της εἰς τὴν δημιουργίαν καὶ τὴν πανηγυρικὴν ἐκδήλωσιν πλήρους ἀντιδικίας της πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Διατηρεῖ, ὡς εἶπον, τὴν αὐτὴν σύνθεσιν τῶν σωμάτων μέχρι σήμερον. Δὲν ζητεῖ ἀπὸ κανένα ἐκ τῶν ὀργάνων τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυνομίας εὐθύνας διὰ προφανεῖς παραλείψεις των. Δὲν διώκει πειθαρχικῶς τοὺς ὑπαιτίους αὐτῶν, οὐδὲ σπεύδει εἰς τὴν κινητοποίησιν ὅλων τῶν δυνάμεων τῶν καταδιωκτικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τὴν κατάρτισιν εἰδικῶν τμημάτων καὶ ἀποσπασμάτων διὰ τὴν καταδίωξιν καὶ σύλληψιν τῶν φυγοδικούντων δραστῶν τοῦ ἐγκλήματος. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἐπὶ παραδείγματι, βεβαιοῦται τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ κολοσσιαίαν εὐθύνην δι’ ὁλόκληρον τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυνομίας τῆς περιφερείας Ἀθηνῶν· τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ αὐτοκίνητα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοιποιήθησαν εἰς τὴν διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος εἰσῆλθον μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν εἰς τὴν πόλιν καὶ παρέμειναν ἐντὸς τῆς πόλεως μέχρι τῆς δευτέρας πρωϊνῆς ὥρας τῆς 8ης Ἰουνίου. Τοῦτο διαπιστοῦται πλήρως ἐκ τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἐκ τῆς σχετικῆς ἀλληλογραφίας τῆς ἀνακρίσεως πρὸς τὰ Ἀρχηγεῖα Χωροφυλακῆς καὶ Ἀστυνομίας.
§115Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν ἐβεβαιώθη αὐτό. Παρακαλῶ, νὰ μὴ τὸ ἀναφέρετε.
§116Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι Συνάδελφοι, ὁ ἀνακριτὴς ἔχει ἀπευθύνει ἔγγραφιν πρὸς τὰ Ἀρχηγεῖα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ εὐθύνας, διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ αὐτοκίνητα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως, ὡς βεβαιοῦται πλήρως ἐκ μαρτυρικῶν καταθέσεων, διῆλθον τὴν 2½ πρωϊνὴν τῆς 8 Ἰουνίου ἀπὸ τὴν γέφυραν τῆς ὁδοῦ Λιοσίων. Ὁπωσδήποτε ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἦτο δυνατὴ ἡ σύλληψις τῶν αὐτοκινήτων καὶ ἡ κατάσχεσίς των διότι πάντως ἐβεβαιώθη ἐκ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς διοικητικῆς ἐξετάσεως τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὅτι εἰσῆλθον μετὰ τὸ ἔγκλημα εἰς τὴν πόλιν καὶ παρέμειναν ἐντὸς αὐτῆς μέχρι τῶν πρώτων πρωϊνῶν ὡρῶν τῆς 8ης Ἰουνίου. Προκύπτει τοῦτο ἐξ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνεν, ὡς εἶπον, ὁ ἀνακριτὴς καὶ ἐκ μαρτυρικῶν καταθέσεων. Εἶναι ἤδη γνωστὸν ὅτι ἐπιμένει ἐπ’ αὐτοῦ ἰδιαιτέρως ὁ ἀνακριτὴς εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἥν ἐξηναγκάσθη, κατὰ τρόπον ἐξαιρετικῶς πρωτότυπον, τὸ ὀλιγώτερον, λόγῳ τῶν ἀντεγκλήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν, δυστυχῶς, ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, μεταξὺ αὐτοῦ, ὡς ἐκπροσώπου τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ τῆς Διοικήσεως. Λέγω λοιπόν, ὅτι, πράγματι, προκύπτει ὅτι τὰ αὐτοκίνητα αὐτὰ εἰσῆλθον εἰς τὴν πόλιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον αὐτὸ τὸ γεγονός, ἐβεβαιώθη δ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Τὸ λέγουν ἀκόμη καὶ μάρτυρες, οἱ ἀστυνομικοί. Ὁμολογεῖται ἐπίσης καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ Θεοφανίδου. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν παρέμειναν εἰς τὴν πόλιν, ἡ διαφυγή των μὲ στοιχειώδη ἀστυνομικὴν φροντίδα ἦτο ἀδύνατος. Ἡ ὑπόμνησις τῶν σχετικῶν καθηκόντων της ἐγένετο, ὡς εἶπον, εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ ἀπὸ τὸν κ. Βλάχον. Ἂν ἐπετάσσοντο διακόσια αὐτοκίνητα καὶ κατεδίωκον ἀμέσως τὰ αὐτοκίνητα τοῦ ἐγκλήματος καὶ τοὺς δράστας. Ἂν δὲν παρέμειναν συζητοῦντες οἱ διοικηταὶ τῶν ἀσφαλειῶν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἂν ἐτίθεντο ἐπὶ κεφαλῆς καὶ οἱ ἀρχηγοὶ ἀκόμη χωροφυλακῆς καὶ ἀστυνομίας καὶ ἐκινητοποιεῖτο ἀνάλογος ἀστυνομικὴ δύναμις, ἡ διαφυγὴ ἦτο ἀδύνατος.
§117Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Θεωρῶ ἀπαραίτητον.....
§118Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Διατὶ αὐταὶ αἱ διακοπαί. Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ γίνωνται, μάλιστα εἰς τὰ σημεῖα αὐτά. Ἐγὼ θὰ ἀναπτύξω τὴν κατηγορίαν. Σεῖς θὰ κάμετε τὴν ὑπεράσπισιν. Ἑτοιμασθῆτε διὰ νὰ μὲ ἀντικρούσητε, ὑποθέτω δ’ ὅτι ἔχετε γνῶσιν, ὅτι καὶ ἐγὼ γνωρίζω, τέλος πάντων, ποῖα στοιχεῖα εἶναι ἀπολύτως ἔγκυρα καὶ χρήσιμα, τὰ ὁποῖα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν προχείρως νὰ ἀποκρουσθοῦν καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι αὐτὰ χρησιμοποιῶ.
§119Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναφέρετε τὴν ὥραν καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διέθεσαν διὰ τὴν ἀνεύρεσιν τῶν αὐτοκινήτων, διότι ὑπάρχουν ἔγγραφα.
§120Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὰ ἔγγραφα ἐννοεῖτε, τὰ τυπικά, δι’ ὧν προσπαθοῦν νὰ δικαιολογήσουν τὴν βαρυτάτην ἀμέλειάν των καὶ τὰς παραλείψεις των. Ἀλλὰ σᾶς εἶπα, κ. Συνάδελφε, ὅτι ἡ δρᾶσις ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς εἰς τοιαύτας περιστάσεις δὲν ἐκδηλοῦται δι’ ἐγγράφων. Κινοῦνται οἱ ἄνθρωποι, τὰ ὄργανα. Εἰς ἄλλας περιπτώσεις διώξεως ἁπλῶν ἐγκλημάτων τὰς ἔχομεν ἴδει νὰ κινητοποιοῦν ὅλας τὰς δυνάμεις των καὶ νὰ ἐνεργοῦν μὲ ζῆλον ἐξαιρετικὸν καὶ ὑπερβολικὸν καὶ μὲ ἅμιλλαν ποῖον πρῶτον ἐκ τῶν σωμάτων αὐτῶν νὰ ἀνακαλύψῃ καὶ νὰ συλλάβῃ τοὺς ἐγκληματίας. Ἐνθυμεῖσθε εἰς τὴν περίπτωσιν μιᾶς ἀνθρωποκτονίας, ἐνᾧ εἶχεν ἐπιληφθῆ καὶ ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις, ἡ Διεύθυνσις τῆς Γεν. Ἀσφαλείας εἶχε κινητοποιήσῃ ὅλην τὴν δύναμίν της καὶ κατώρθωσε ταχέως νὰ ἐπιτύχῃ τὴν σύλληψιν τῶν δραστῶν τοῦ φόνου αὐτοῦ. Ὅταν εἰς τοιαύτας περιπτώσεις καὶ εἰς ἄλλας, κατὰ τὸ παρελθόν, ὡς ἀναφέρει εἰς ἔκθεσίν του ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὡς ὑπέμνησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Χωροφυλακὴ καὶ ἡ Ἀστυνομία ἐξεδήλουν τοιοῦτον ζῆλον καὶ τοιαύτην καταδιωκτικὴν ἅμιλλαν, διατὶ θέλετε νὰ μὴ δοκιμάζῃ ὅλος ὁ ἀμερόληπτος κόσμος βαθυτάτην ἔκπληξιν διὰ τὴν ἀστυνομικήν, τὸ ὀλιγώτερον, ἀδράνειαν; Παροικοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ἔχομεν παρακολουθήσει ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ ὑπὸ ὑπεύθυνον καὶ ἐπισημοτέραν ἰδιότητα τὴν τοιαύτην κατὰ τὸ παρελθὸν διαγωγὴν τῶν ἀστυνομικῶν. Δι’ αὐτὸ εὐλόγως διερωτώμεθα πῶς κατεδηλώθη τοιαύτη ἀδράνεια καὶ τοιαύτη ἀνεπάρκεια αὐτῶν; Εἶναι ἤδη γνωστὸν ὅτι, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, μακρὰ ἐγένετο προπαρασκευὴ καὶ ὀργάνωσις τοῦ ἐγκλήματος καὶ προγύμνασις τῶν δραστῶν. Ὑπερβαίνει τοὺς εἴκοσιν ὁ ἀριθμὸς τῶν συμμετασχόντων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Εἶναι ἤδη προφυλακισμένοι 7, διώκονται ἄλλοι 7, ὑπάρχουν ὑπόνοιαι, ἀνακριτικῶς βάσιμοι, ὅτι διμοιρία ὁλόκληρος συμμετέσχε. Πῶς ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος ἀρχηγοὶ καὶ ἀξιωματικοὶ καὶ ἀστυνόμοι καὶ ὑπαστυνόμοι καὶ χωροφύλακες καὶ ἀστυφύλακες, πῶς ὁλόκληρον τὸ συγκρότημα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Περιχώρων δὲν κατώρθωσεν οὔτε ἕνα νὰ ἀνακαλύψῃ, οὔτε ἕνα νὰ συλλάβῃ ἐκ τῶν δραστῶν καὶ νὰ παραδώσῃ καὶ νὰ καταγγείλῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην; Καὶ θὰ ἤθελα εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ἐρωτήσω. Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσητε ξένους Κυβερνήτας ἄλλων Κρατῶν, πολιτισμένων καὶ εὐνομουμένων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν ὄχι ἁπλῶς ἐπαγγελίας καὶ ὑποσχέσεις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ βοηθήσῃ τὴν Δικαιοσύνην, διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος, ἀλλ’ ἔργα, δικαιολογοῦντα τοὺς λόγους των; Σᾶς ὑπέμνησα προηγουμένως τὶ ἐλέχθη καὶ τὶ ἐγένετο ἀπὸ τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐγκλήματος Ματεότι. Ἐπετεύχθη ἡ ἐντὸς 48ώρου σύλληψις τῶν δραστῶν ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἰταλίας καὶ ὁ Κυβερνήτης τοῦ Κράτους ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῶν Βουλῶν μὲ τὴν γλῶσσαν τῶν ἔργων, διὰ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἐλειτούργησεν ἤδη ὁ νόμος καὶ ὅτι παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐτέθη πρώτη ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ὑπῆρχεν ἐκεῖ καθεστώς, αὐταρχικὸν καὶ ἐπαναστατικόν. Δὲν ὑπῆρχε κατάστασις, ἀσμενιζομένη νὰ ἐκτυλίσσῃ καὶ νὰ ἐπιδεικνύῃ τὴν σημαίαν τῆς νομιμότητος, ἵνα—φεῦ— ὑπ’ αὐτὴν καλύπτωνται αἱ πλέον ἔκνομοι ἐκδηλώσεις.
§121ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Ὑπουργός, ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας τὶ ἀπέγιναν;
§122Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὡς εἶπον καὶ ἀνωτέρω, ὁ ἴδιος διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παρητήθη, ἀντικαταστήσας καὶ τὸν ὑφυπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔπαυσε τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας, τὸν Διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας καὶ ἐξουσιοδότησε τὸν νέον ὑφυπουργὸν, νὰ ἐκκαθαρίσῃ καὶ ἐξεκαθάρισε τὴν ἀστυνομίαν. Καὶ εἶπεν, ὁμιλῶν διὰ τῶν ἔργων. Ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπῶ καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ ἔθνους μας, μὲ τὴν ψυχὴν τοῦ ὁποίου ἐπεκοινώνησα ἀμέσως, ὑπεράνω κομμάτων, ὑπεράνω πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, ἡ Δικαιοσύνη θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της καὶ θὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τοὺς ἐχθροὺς, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νὰ διακηρύξουν ὅτι ἡ ἠθικὴ βάσις τοῦ συστήματός μου ἀνετράπη, διὰ τοῦ ἐγκλήματος. Δὲν περιωρίσθη εἰς φιλολογικὰς διαβεβαιώσεις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐνισχύσῃ καὶ θὰ βοηθήσῃ τὴν Δικαιοσύνην, διὰ τὴν ἀνακάλυψιν καὶ σύλληψιν τῶν δραστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μεταξὺ διέφυγον ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Ἀστυνομίας. Διότι εἶναι, πράγματι, καταπληκτικόν. Ποῖον μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, ποῖον ἐκ τῶν διωκομένων παρ’ αὐτοῦ κατώρθωσε ν’ ἀνακαλύψῃ καὶ συλλάβῃ ἡ ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεωμένη πρὸς τοῦτο Ἀστυνομία καὶ Χωροφυλακή; Ποῖον; Οὐδέ ἕνα.
§123Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ τονίζετε αὐτὸ, κ. Ἀβραάμ; Οὔτε ἕνα δὲν συνέλαβεν ἡ Ἀστυνομία καὶ ἡ Χωροφυλακή;
§124Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θέλετε νὰ εἴπητε διὰ τοὺς ἀστυνομικούς; Αὐτὸ δὰ ἐχρειάζετο. Νὰ φυγοδικήσουν! Ἐννοῶ ἐκ τῶν ἄλλων, τῶν διωκομένων, ὡς αὐτουργῶν, Καραθανάση, τῶν μυστικῶν πρακτόρων τῆς Εἰδ. Ἀσφαλείας κλπ., διότι εἶναι, δυστυχῶς, γνωστὸν, ὅτι τινὰ ἐκ τῶν διωκομένων προσώπων ἦσαν ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς Χωροφυλακῆς. Εἶναι γνωστόν, ὁ εἷς ὁ ἀδελφὸς τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἀσφαλείας συνελήφθη αὐτοπροσώπως παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ. Οἱ παριστάμενοι ἀρχηγοὶ καὶ ἀστυνομικοὶ παρουσιάζουν ὅπλα. Οὐδ’ εἶχον αὐτοὶ καταγγείλει εἰς τὸν ἀνακριτὴν τὸν τόπον τῆς συλλήψεως, ἀλλ’ ἰδιῶται. Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι εἷς ἄλλος συνελήφθη, τῇ ὑποδείξει καὶ τῇ ὁδηγίᾳ δικηγόρου τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς. Μάλιστα, κατὰ τὴν σύλληψιν αὐτοῦ, ἠρνήθησαν νὰ ἐκτελέσουν ὑπηρεσίαν δύο–τρεῖς ἀστυνομικοί, διαταχθέντες πρὸς τοῦτο. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐνηργήθη δι’ αὐτὸ κανεὶς ἔλεγχος. Ὑπῆρξαν, ἐξ ἄλλου κατηγορούμενοι, οἱ ὁποῖοι συλληφθέντες ἀρχικῶς, ἐκρίθησαν προσωρινῶς ἀπολυτέοι. Ἦσαν — ἔπρεπε νὰ εἶναι ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Διέφυγον ἐν τούτοις ἀπὸ τὰ χέρια τῆς ἀστυνομίας, ἀφοῦ προηγήθησαν καὶ δηλώσεις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὲρ αὐτῶν, ὡς πολυτίμων φίλων του!
§125Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ποῖος νόμος τὸ ἀναφέρει αὐτὸ, κ. Συνάδελφε;
§126Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ποῖον νόμον ζητεῖτε, κ. Συνάδελφε; Ἀναφέρω τὰ γεγονότα καὶ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς συνελήφθησαν οὗτοι καὶ ἐκρίθησαν προσωρινῶς ἀπολυτέοι, εἰς μίαν τόσην σοβαρὰν ὑπόθεσιν. Ὑποστηρίζω, λοιπόν, ὅτι ὁ προσωρινῶς ἀπολυτέος, ὁ ἀγόμενος ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, μετὰ ἓν τοιοῦτον ἔγκλημα καὶ συλλαμβανόμενος παρὰ τοῦ ἰδίου ἀνακριτοῦ, τεκμαίρεται ὅτι εἶναι τὸ ὀλιγώτερον ὕποπτος διὰ τὴν παρακολουθοῦσαν καὶ βοηθοῦσαν τὴν ἀνάκρισιν καταδιωκτικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ὀφείλει καὶ νὰ τὸν παρακολουθῇ. Ἀλλ’ οἱ πράκτορες τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀρχῆς διεπιστώθη, ὅτι ἀνῆκον εἰς τὴν ὁμάδα Καραθανάση, πῶς διέφυγον; Εἶναι ἐπίσης γεγονὸς προκύπτον ἐκ τῆς ἀνακρίσεως καὶ γνωστὸν ἤδη, ὅτι μέσα εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἐκεῖ ὅπου εἷς μάρτυς ἐκρατεῖτο, σκανδαλωδῶς, συλληφθεὶς ἀμέσως μετὰ τὴν ἐξέτασίν του, διέκρινεν ἕνα ἐκ τῶν διωκομένων ὡς αὐτουργῶν τοῦ ἐγκλήματος ὁ μάρτυς αὐτός, τὸν κατήγγειλεν εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἀλλὰ κατώρθωσεν ἐκεῖνος νὰ διαφύγῃ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ ἀστυνομικὰ κρατητήρια. Εἶναι γεγονός.
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος μάρτυς, ὁ Νικηφοράκης;
§128Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Μάλιστα. Δὲν ἔχει ἀξίαν τὸ ἐπιμελῶς διατυπωθέν μετὰ τὴν ἐξέτασίν του καὶ τὴν σύλληψίν του γεγονός, ὅτι ὁ μάρτυς αὐτὸς εἶχεν εἰς βάρος μίαν καταδίκην. Ἀξίαν ἔχουν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα κατέθεσε καὶ ἐβεβαιώθησαν, Κύριοι Συνάδελφοι, κατὰ τρόπον ἀπόλυτον ὡς ἀληθῆ. Εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάκρισιν ἔχει ἀξίαν, Κύριοι Συνάδελφοι, τὸ γεγονὸς ὅτι, παρ’ ὅσα δήποτε καὶ ἂν ἐλέχθησαν περὶ τοῦ μάρτυρος αὐτοῦ, κατὰ τρόπον λίαν περίεργον καὶ χαρακτηριστικόν, ἕν ἀνώτατον Συμβούλιον δικαστικόν, τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, δὶς ἐπιληφθὲν τῆς ὑποθέσεως ἐπὶ τῶν ἀνακοπῶν δύο ἐκ τῶν κατηγορουμένων, ἔκρινε τὸν μάρτυρα αὐτὸν πολύτιμον. Δι’ ἐμέ, ὡς ἄνθρωπον θητεύοντα εἰς τὴν Δικαιοσύνην— θὰ ἔπρεπε νὰ συμβαίνῃ τὸ αὐτὸ καὶ δι’ ὑμᾶς— ἡ βεβαίωσις αὕτη τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον ἐπεκύρωσε τὰ ἀνακριτικὰ ἐντάλματα, ἔχει βεβαίως μεγίστην ἀξίαν.
§129ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ μάρτυς αὐτὸς βεβαίως εἶναι ἀποδιοπομπαῖος τράγος, διότι συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος.
§130Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, μοῦ ἐπιτρέπετε;
§131Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐπειδὴ αἱ διακοπαὶ γίνονται, κατὰ τρόπον ὑπενθυμίζοντα τὰς ἐν τῷ τύπῳ συζητήσεις καὶ ἐπιθέσεις κατὰ τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας, καλὸν εἶναι νὰ ἀποφύγωμεν τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς συζητήσεως. Κύριε Συνάδελφε, ἐπειδὴ εἴπετε διὰ τὸν Νικηφοράκην, σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι εἶναι ὁ μάρτυς, ὁ ὁποῖος ἀνεκάλυψε τὰ αὐτοκίνητα καὶ εἰς ἐπαλήθευσιν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ὁ μάρτυς αὐτὸς κατέθεσεν, ἐπῆλθε σειρὰ μαρτύρων ἐγκρίτων, διότι δὲν ἀγνοεῖτε, πιστεύω, ὅτι τὸ γεγονός, ὅτι αὐτὰ τὰ αὐτοκίνητα, τὸ καὲν καὶ τὸ ἄλλο, τῶν φυλακισμένων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἦσαν τὰ χρησιμοποιηθέντα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως, ἔχει μέχρι τῆς στιγμῆς—ἀνακριτικῶς—πλήρως βεβαιωθῆ. Ἄλλωστε ὁ μάρτυς αὐτὸς τὸ πρῶτον προσῆλθε διὰ νὰ καταγγείλῃ ὅ,τι ἐγνώριζεν εἰς τὴν Γενικὴν Ἀσφάλειαν, ὅπου καὶ ἐκρατήθη ἐπὶ ὥρας καὶ ὄχι εἰς τὸν ἀνακριτήν! Ἀλλ’ εἶναι ἤδη γνωστὰ τὰ γεγονότα καὶ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ δικαιοσύνη ἐνεφάνισεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἐξαναγκασθεῖσα πρὸς τοῦτο ἀπ’ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ νέος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμισεν ὅτι πρὸς διευκρίνισιν τῶν ἀκουομένων παραπόνων καὶ αἰτιάσεων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀστυνομίας δὲν παρέσχεν, ὅταν ὤφειλε νὰ παράσχῃ ἐνίσχυσιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην...
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Ἀβραάμ, μίαν μικρὰν διακοπὴν μέχρις ὅτου ἐκκαθαρισθῇ τὸ θεωρεῖον τῶν 150 δημοσιογράφων.
§133Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔπρεπε νὰ ἐπικοινωνήσῃ αὐτοπροσώπως μετὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, ἵνα ὁδηγηθῇ πρὸς λῆψιν τῶν ἐπιβαλλομένων ἐξ ἀρχῆς μέτρων, διὰ τὴν ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας ὑποβοήθησιν τοῦ ἀνακριτικοῦ ἔργου. Εἶπον, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι ἐγένοντο ἤδη δημοσίᾳ γνωστὰ τὰ πρωτότυπα, τὰ παράδοξα, τὰ θλιβερὰ αὐτὰ γεγονότα. Ἐπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μας, ἐκπροσωπουμένην ἀπὸ τὸν ἐνεργοῦντα τὴν ἀνάκρισιν δικαστικὸν λειτουργὸν καὶ ἀπὸ τὴν κορυφὴν τῆς Εἰσαγγελικῆς ἱεραρχίας τοῦ Κράτους τὴν Δικαιοσύνην, εἰς ἥν εἶχε καυχηθῆ ὅτι ἐνεπιστεύθη εἰλικρινῶς τὴν διαλεύκανσιν τῆς ὑποθέσεως, νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ δι’ ἐγγράφων ἀληθῶς ἱστορικῶν καὶ πρωτοφανῶν, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνεν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατυπώσῃ τὰς συγκεκριμένας αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπέδιδε καὶ εἰς τὴν Χωροφυλακὴν καὶ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν. Εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατυπώσῃ ἡ Δικαιοσύνη τὴν ἔντονον διαμαρτυρίαν αὐτῆς κατὰ τῶν πρωτοτύπων ἀνακοινώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πράγματι παραδόξως, ἐνῷ τὴν πρώτην στιγμὴν ἐφάνη διατεθειμένος νὰ προβῇ ὁ ἴδιος εἰς τὴν λῆψιν μέτρων εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε προβῇ ὁ προκάτοχός του διὰ τὴν ἀποτελεσματικὴν ὑποβοήθησιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως, ἐν τούτοις ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ προέλθῃ προηγουμένως ὁ ἴδιος εἰς ἄμεσον μετὰ τοῦ ἀνακριτοῦ συνεννόησιν καὶ νὰ φέρῃ κατόπιν ὁ ἴδιος εἰς πλήρη δημοσιότητα ἀνακοινώσεις ἐμπιστευτικὰς τοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ Κράτους, διὰ νὰ προβῇ συγχρόνως κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀσυγχώρητον, εἰς τὴν ἀπροσδόκητον ἐκείνην δήλωσιν καθ’ ἥν ἢ ὁ ἀνακριτὴς εἶναι ἀνίκανος καὶ συκοφαντεῖ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων καὶ Χωροφυλακῆς πρὸς συγκάλυψιν τῆς ἀνικανότητός του, ἢ λέγει τὴν ἀλήθειαν καὶ δι’ αὐτὸ ἔθεσεν ὑπὸ κατηγορίαν καὶ ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν τοὺς Ἀρχηγοὺς αὐτούς. Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἡ ὁποία καὶ ἀναρμοδίως ἐγένετο καὶ λίαν πρωτότυπος ὑπῆρξε —θὰ εἴπω κατωτέρω περὶ τοῦ ἐκτρόπου καὶ ἐκνόμου αὐτῆς—, εἶναι ἡ ἐξαναγκάσασα τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ εἴπῃ εἰς τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του, ὡς ἐποπτεύοντος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διατυπώσῃ τὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορίαν ὅτι διὰ τῶν τοιούτων κατὰ τῆς ἀνακρίσεως ὑπουργικῶν ἀνακοινώσεων ἔφθασε νὰ θίγεται ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ δικαστικοῦ ὑπουργήματος, τὴν ὁποίαν ὑπεμίμνησκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὤφειλε νὰ προστατεύσῃ. Ἡ κυβερνητικὴ αὐτὴ παρέμβασις ἐξηνάγκασε τὴν Δικαιοσύνην νὰ προέλθῃ εἰς ἀνακοινώσεις περὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνακριτικοῦ ἔργου καὶ νὰ ἐκθέσῃ λεπτομερῶς τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὴν αἰτίασιν ὅτι ἡ Ἀστυνομία καὶ ἡ Χωροφυλακὴ δὲν ἐβοήθησαν πραγματικῶς τὴν ἀνάκρισιν. Εἶχεν ἤδη ἡ ἀνάκρισις ὑπ’ ὄψει της ποῖος ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος εἰς τὸ ἔγκλημα, καὶ εἶχε κατατοπισθῇ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον παρεσκευάσθη καὶ ἐξετελέσθη τὸ ἔγκλημα, εἶχε προβῇ εἰς ὡρισμένας ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐξουδετερώθησαν καὶ ἀπέβησαν ἄκαρποι διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει εἰς τὴν ἔκθεσίν της καὶ διὰ τοὺς ὁποίους καταγγέλλει, ὅτι παρὰ τῇ ἀνακριτικῇ ἀρχῇ, εἰς ἥν ἐνεπιστεύθη τὸ Κράτος καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν πλήρη διαφώτισιν τῆς ὑποθέσεως, λειτουργεῖ μυστικὴ ὑπερανάκρισις, ἐξουδετεροῦσα καὶ παρεμποδίζουσα τὴν προσπάθειαν αὐτῆς πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ σύλληψιν ὅλων τῶν ἐνόχων. Καὶ ὑπῆρξεν εὐλόγως καταπληκτικὴ ἡ παρασχεθεῖσα ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἰδίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐντύπωσις. Ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς καὶ ἡ κυβερνητικὴ ἐφημερὶς «Πρωΐα» εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, ὑπεστήριξεν ὅτι, κατόπιν τοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐπιβάλλεται, ὅπως ἀναγνωρισθῇ ὅτι ἔλαβε χώραν ἕν ἀτύχημα καὶ δέον νὰ γίνουν αἱ ἀναγκαῖαι ἀντικαταστάσεις εἰς τὰς καταδιωκτικὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο, διότι παρενέπεσαν αἱ ἐκλογαὶ Θεσσαλονίκης, αἱ ὁποῖαι ἠμπόδισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀσκήσῃ τὴν προσήκουσαν ἀποφασιστικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ἀπέναντι τοῦ ἐγκλήματος. Εἰς τὰ ἔγγραφα αὐτά, τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, Εἰσαγγελέως τοῦ κύρους καὶ τοῦ ἀναστήματος ἑνὸς Χοϊδᾶ, υἱοθετοῦντος τὰς ἀπόψεις τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ἐκτίθενται ὡρισμένα γεγονότα, ἀποδεικνύοντα ὅτι, ὄχι μόνον δὲν ὑπεβοηθεῖτο εἰς τὸ ἔργον της ἡ ἀνάκρισις, ἀλλὰ καὶ θετικῶς παρεκωλύετο τοῦτο. Ἀναφέρονται τὰ περιστατικὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἀστυνομίας τοῦ Γεωργοπούλου, τοῦ Δρακοπούλου, τοῦ Τζώρα, Πήλια καὶ τοῦ Γεωργίου τῆς Χωροφυλακῆς, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει ὅτι ἡ παρ’ αὐτῶν ὑποβοήθησις τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως, ὑπῆρξεν ἀφορμὴ μεταθέσεώς των καὶ διώξεώς των. Τὰ ὄργανα αὐτὰ τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς Χωροφυλακῆς ἠθέλησεν, ὡς ἄλλως ἠδύνατο ἐκ τοῦ νόμου, ἐκ τῆς ποινικῆς δικονομίας καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὁ ἀνακριτὴς νὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ τὸ ἔργον του, χωρὶς κἂν νὰ συνεννοηθῇ προηγουμένως μὲ τὴν προϊσταμένην του ἀρχήν. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐχρησιμοποίησεν αὐτὰ τὰ ὄργανα ὁ ἀνακριτὴς, ἔδωκε παραδόξως λαβήν, ὅπως λέγουν καὶ οἱ ἴδιοι ἐξεταζόμενοι, νὰ μετατεθοῦν. Εἰδικῶς ὁ Γεωργίου συνελήφθη δι’ αὐτὸ καὶ ἤχθη εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον Χωροφυλακῆς, ὅπου τοῦ ἐδηλώθη ὅτι εἶναι ὑπὸ κράτησιν κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὰ γεγονότα αὐτὰ ἔδωκαν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Δικαιοσύνην νὰ παραπονῆται ὅτι ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακὴ δὲν τὴν ὑπεβοήθησαν εἰς τὸ ἔργον της. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὡς ἐλέχθη ἐξ ἀρχῆς, ὅτι θεωρεῖ ζήτημα τιμῆς τὴν ἀνακάλυψιν. Συγχρόνως δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς σχετικάς του δηλώσεις, γενομένας τὴν 17ην Ἰουνίου, ἐκαυχήθη ὅτι παρέσχε πᾶσαν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ποίαν ἐνίσχυσιν, ἔλεγεν, ἐζήτησεν ἡ ἀνάκρισις καὶ δὲν τὴν ἐδώσαμεν; Προσέθετε δὲ χαρακτηριστικῶς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ δικαστικοί, εἰς οὓς ἀνετέθη ἡ ἀνάκρισις, εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ διατυπωθῇ κατηγορία τις κατ’ αὐτῶν. Καὶ πολὺς ἐξ αἰτίας τῶν τοιούτων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δηλώσεων, ἐγένετο λόγος περὶ τῶν φρονημάτων τῶν δικαστικῶν αὐτῶν. Νομίζω δ’ ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω. Ποῖος τάχα γενικώτερος λόγος ὑπηγόρευσε τὴν ἐπίσημον ταύτην κυβερνητικὴν δήλωσιν περὶ τῶν φρονημάτων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Κράτος ἐνεπιστεύθησαν τὴν διαλεύκανσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ποῖος τάχα ὑπῆρχε λόγος ἐπιβάλλων τὴν τοιαύτην δήλωσιν; Δὲν ἐφοβήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μήπως γεννηθῇ παρεξήγησίς τις, μήπως ἐκ τούτου, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως καὶ τῆς πολιτικῆς διαιρέσεως τοῦ λαοῦ, εἰς τὴν ψυχὴν τῆς λαϊκῆς μερίδος, τῆς ἀνηκούσης εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν, ἐπέλθῃ κλονισμός τις τῆς πίστεως πρὸς τὴν Δικαιοσύνην μας, ἡ ὁποία ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους ἔδει νὰ διακηρυχθῇ ὅτι εἶναι ὑπεράνω ὅλων, ἐφόσον τοῦτο εἰς αὐτὴν ἐνεπιστεύθη τὴν διαλεύκανσιν τοῦ ἐγκλήματος, Πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ἦτο, δυστυχῶς, τὸ ὀλιγώτερον σφαλερὰ ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ εἴπω ὅτι προήρχετο ἀπὸ πνεῦμα ἐντελῶς στενῆς κομματικῆς ἀντιλήψεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς δηλώσεως αὐτῆς, καὶ ἡ ἄλλη κυβερνητικὴ δήλωσις, ἡ μεταδοθεῖσα καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, περὶ τοῦ στενοῦ οἰκογενειακοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἐγκλήματος, ὡς καὶ ἐπανειλημμέναι δηλώσεις ἁρμοδίων καὶ μὴ Ὑπουργῶν ἀπέβλεπον δυστυχῶς μᾶλλον ἐπὶ τοῦ κολασμοῦ τῆς σημασίας αὐτοῦ καὶ τὴν ἐξουδετέρωσιν τοῦ κινδύνου τῆς κομματικῆς ἐξ αὐτοῦ ζημίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ τὴν ὑποβοήθησιν τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὴν οὑτωσὶ ἐκδηλωθεῖσαν προσπάθειαν εὔγλωττον καὶ ἀποστομωτικὴν ἀπάντησιν ἀποτελεῖ τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν οὗτος τὴν 20ην Ἰουλίου πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τονίσῃ ὅτι οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν τοῦ ἀνακριτοῦ, δύναται νὰ ὁμιλῇ περὶ προώρου καὶ κατεσπευσμένου τερματισμοῦ τῆς ἀνακρίσεως. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ ἔχομεν θέσει ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ὑπομιμνήσκῃ εἰς τοὺς ἁρμοδίους Εἰσαγγελεῖς καὶ τοὺς Ἀνακριτὰς ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ περὶ τερματισμοῦ τῆς ἀνακρίσεως πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἔργου της. «Πᾶς λόγος, λέγει, περὶ τερματισμοῦ τῆς ἀνακρίσεως εἶναι ἀπαράδεκτος». «Μία τοιαύτη ἐνέργεια, προσθέτει, ἰσοδυναμοῦσα πρὸς ἐγκατάλειψιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως αὐτόχρημα θὰ ἦτο ὀλεθρία πλήττουσα θανασίμως τὴν ἔννοιαν τῆς Δικαιοσύνης. Καμμία σκέψις ἐντὸς τοῦ πλαισίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ σκέπτεται ἡ Δικαιοσύνη δὲν δύναται ὄχι νὰ δικαιολογήσῃ, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ἐξηγήσῃ παρομοίαν ἐνέργειαν». Τὸ ζήτημα πράγματι τοῦ τερματισμοῦ ἢ μὴ τῆς ἀνακρίσεως εἶναι ἀνατεθειμένον ἐκ τῶν νόμων εἰς τὸν ἀνακριτὴν δυνάμενον καὶ ὀφείλοντα κυριαρχικῶς νὰ ἐρευνήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα, καθ’ ὅλας τὰς πλευράς. «Διατί, ἐρωτᾷ, ἐξ ἀφορμῆς, προφανῶς τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων, εἰς τὸ ἔγγραφόν του ὁ κ. Χοϊδᾶς διατὶ γίνεται λόγος περὶ τερματισμοῦ τῆς ἀνακρίσεως, ἀνεκαλύφθησαν τὰ πάντα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Ἀνευρέθησαν, ἢ μᾶλλον ἐξηκριβώθη ποῖοι εἶναι, ὅλοι οἱ ὁπωσδήποτε ἐνεχόμενοι εἰς τὸ ἔγκλημα καὶ συνελέγησαν αἱ περὶ τούτων, τῶν οἱουδήποτε βαθμοῦ καὶ εἴδους συναιτίων ὅλα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα;». Αὐτὰ λέγει εἰς τὸ ἔγγραφόν του ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλας ἔδωκεν ἁρμοδίως ἐνθαρρυντικὰς τοῦ μεγάλου ἔργου τῆς ὁδηγίας εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Καὶ τὸ ἔπραξε, δυστυχῶς, καὶ ἠναγκάσθη νὰ τὸ πράξῃ συνεπείᾳ τῶν τόσων ἀποθαρρυντικῶν διὰ τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἀστόχων κυβερνητικῶν δηλώσεων. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὸ λεχθέν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐκνευρίζει τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ὑπεράνω τοῦ ἐγκλήματος εἶναι ὁ τόπος, ὡς ἐὰν τὸ ἔγκλημα νὰ μὴ ἔθετε ὠμότατα ζήτημα ὑπάρξεως τοῦ τόπου αὐτοῦ ἐλευθέρου (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς), ὡς ἐὰν τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας τῆς ζωῆς ἑνὸς ἀρχηγοῦ τοῦ μεγαλειτέρου πολιτικοῦ κόμματος τοῦ τόπου, τοῦ ἱστορικοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένον μὲ τοὺς λαμπροτέρους καὶ ἱερωτέρους ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς ἀγῶνας τοῦ Ἔθνους, δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα διατηρήσεως ἢ μὴ τῶν στοιχειωδῶν προϋποθέσεων τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου τῆς πατρίδος μας, (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς) ὁ ὁποῖος ἔχει ἐξασφαλισθῆ διὰ τῶν ἀγώνων ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ἠσθάνθη τάχα ἡ Κυβέρνησις τὴν βαθυτέραν ἔννοιαν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμόνως τονίζεται ἡ ἀνάγκη ὅπως ἡ Δικαιοσύνη ἀνακαλύψῃ ὅλους τοὺς ἐνόχους παντὸς εἴδους καὶ παντὸς βαθμοῦ; Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι δὲν συνελήφθη κανεὶς ἐκ τῶν διωκομένων δραστῶν, δὲν κατεδιώχθησαν οὐδὲ κατεσχέθησαν, ὅπως ἔπρεπεν ἀμέσως, τὰ αὐτοκίνητα. Διότι δὲν ἐκινήθησαν ὅπως ἔπρεπε νὰ κινηθοῦν, οἱ ἁρμόδιοι ἀστυνομικοί. Εἶναι ὡς εἶπον, ἀναμφισβήτητον τὸ γεγονὸς ὅτι εὑρέθη τὸ αὐτοκίνητον καιόμενον εἰς τὴν Μαλακάσαν. Πῶς εὑρέθη ἐκεῖ; Διὰ ποίας ὁδοῦ διῆλθεν; Διὰ ποίων σταθμῶν ἀστυνομικῶν; Ἐκινήθη πρὸς τοῦτο κανεὶς ἀστυνομικός; Διότι ἰσχυρίζονται οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς Χωροφυλακῆς, ὅτι, δῆθεν, ἀμέσως εἰδοποίησαν ὅλους τοὺς σταθμοὺς τῆς περιφερείας εὐθὺς ὡς ἔλαβον τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀνακριτοῦ. Σημειωτέον ὅτι ὁ ἀνακριτὴς τοὺς εἰδοποίησεν ἐνωρίς, ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς 7ης Ἰουνίου, προκύπτει δὲ ἀπὸ μαρτυρικὰς καταθέσεις, ὅτι τὴν 2αν πρωϊνὴν εἰς τὰ διόδια Λιοσίων ὑπῆρχεν ἀστυνόμος καὶ κατὰ τὰς 2 μ. μεσονύκτιον, ὅτε διῆλθε τὸ αὐτοκίνητον εἶχεν ἀποσυρθῇ διὰ νὰ κοιμηθῇ, ἀφήσας ἀφρούρητον τὴν δίοδον. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ αὐτοκίνητον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν Μαλακάσαν διῆλθεν σταθμοὺς καὶ ὁδούς. Ἐὰν, βεβαίως, εἶχον εἰδοποιηθῆ, ὅπως εἰδοποιοῦντο εἰς ἄλλας περιπτώσεις, ὁλόκληρος ἡ χωροφυλακή, τοὐλάχιστον τοῦ νομοῦ, ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπὶ ποδός, ὅλοι οἱ σταθμοί, ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί, ὅλοι οἱ χωροφύλακες διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ αὐτοκινήτου, διότι, παρὰ τὸν σχετικὸν παράδοξον ἰσχυρισμὸν τοῦ Ἀστυνομικοῦ Διευθυντοῦ, ἦτο ἀδύνατος ἡ καθ’ ὅλην τὴν διαδρομὴν διέλευσις διὰ τῶν ἀγρῶν. Ἄλλως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀνατρέπεται πλήρως ἀπὸ τὰς βεβαιώσεις μαρτύρων. Βεβαιοῦται ἐπίσης καὶ ἄλλο γεγονός, ἐξόχως χαρακτηριστικόν. Ὁ ἀστυνόμος τῆς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον διεπράχθη τὸ ἔγκλημα, ἐπῆγε μετ’ αὐτὸ καὶ ἐκοιμήθη εἰς τὴν Κηφισιᾶν, ὅπως βεβαιοῦν οἱ μάρτυρές του καὶ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος, μέχρι πρωΐας.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§135Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἶναι ὁ κατηγορούμενος ἀστυνόμος Κηφισιᾶς Κουρεμπαγᾶς. Καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, τόσον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον καὶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος κόπτεται ὅτι ἠδικήθη ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην, ἐνῷ δῆθεν αὐτὸς ἰδιαιτέρως τὴν ἐβοήθησεν, ἐὰν ἐρευνήσωμεν αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ ἐὰν τὸν ἤλεγξε τόσον αὐτόν, ὅσον καὶ τὰ ἄλλα ὄργανα τῆς περιφερείας, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκινήθησαν ὅπως ἔπρεπε νὰ κινηθῶσι, καὶ παρέλειψαν στοιχειῶδες καθῆκόν των. Διὰ τὰ γεγονότα αὐτά, διὰ τὰ πράγματα αὐτά, διαμαρτύρεται καὶ παραπονεῖται εἰς τὰς ἀναφοράς της ἡ Δικαιοσύνη. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐδημιουργήθη κατάστασις ἀντιδικίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλ’ εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ θλιβερὸν καὶ πρωτοφανὲς αὐτὸ γεγονὸς ὀφείλεται εἰς πλήρη ὑπαιτιότητα τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου λέγει αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐγνώσθησαν, καὶ διὰ μακρῶν ἀναπτύσσει εἰς τὴν ἔγγραφον διαμαρτυρίαν του τοὺς λόγους δι’ οὕς πρὸς προστασίαν τῆς ἀδικουμένης καὶ θιγομένης Δικαιοσύνης, παρεμβαίνει, ὑποδεικνύων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκόν της, ζητῶν ὅπως παύσουν αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ ἀναρμοδίου Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δίδει τὴν εἰκόνα τῆς παραδόξου αὐτῆς καὶ θλιβερᾶς ἀντιδικίας, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἐσκόπει τὴν τόνωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, ἂν δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὸν ἄδικον διασυρμὸν τῆς ἀνακρίσεως. Διότι, τίνα λόγον εἶχεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ δημοσίᾳ ὅτι ὁ κ. Ἀνακριτὴς ἐκνευρίζει τὴν κοινὴν γνώμην; Τίνα λόγον εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπικοινωνήσῃ ἀπευθείας πρὸς τὸν ἀνακριτὴν καὶ νὰ ἀντιδικήσῃ φανερῶς πρὸς αὐτὸν, διαλαλῶν, ὅτι τὸν καταδιώκει καὶ δηλῶν εἰς τὰς πρωτοτύπους ἀνακοινώσεις του ὅτι, δῆθεν, εἶναι ἀνίκανος καὶ συκοφαντεῖ τοὺς ἀρχηγοὺς Χωροφυλακῆς καὶ Ἀστυνομίας;
§136Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ δείξητε μίαν ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀνακοινώσεις;
§137Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὅτι ἀνεζητήσατε τὸν ἀνακριτὴν καὶ τὴν εὕρετε, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς εἶναι ἀνίκανος κλπ.
§138Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἰδικαί μου εἶναι αἱ ἀνακοινώσεις αὐταί;
§139Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Φέρονται ὡς ἀνακοινώσεις σας καὶ συνδέονται πρὸς ὡρισμένας ἐνεργείας σας.
§140Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγώ, ὁσάκις ἔκαμα ἀνακοινώσεις, τὰς ἔκαμα ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦτο παραπονοῦμαι. Καὶ ἐτήρησα σιγὴν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ἵνα μὴ ὑποκαταστήσω τὸ κῦρός μου, τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ κ. Χοϊδᾶς καὶ οἱ ἄλλοι δικαστικοὶ νὰ κλονίσουν. Τὸ ἔκαμα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ δώσω ἀφορμὴν νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐβοήθησαν τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως.
§141Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀλλά, κ. Ὑπουργέ, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὰ ἔγραφά του ὁμιλεῖ ρητῶς περὶ ἀνακοινώσεων προερχομένων ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὑποστηρίζει ὅτι καταντᾷ νὰ θίγεται ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ δικαστικοῦ ὑπουργήματος. Καὶ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ καλέσῃ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ νὰ καθορίσῃ τὰς ἐκδηλώσεις καὶ τὰ γεγονότα, δι’ ὧν νομίζει ὅτι ἐθίχθη ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης, εὑρέθη οὗτος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ διάταγμα περὶ σχηματισμοῦ καὶ ἁρμοδιότητος τῆς Γραμματείας ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρακολουθεῖ τοὺς ἐπιτρόπους τοῦ Κράτους καὶ ἀλληλογραφεῖ μετ’ αὐτῶν καὶ εἶναι ἁρμόδιος νὰ παρέμβῃ πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων τοιούτων συγκρούσεων μεταξὺ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Διοικήσεως. Κατηγορεῖ δηλαδὴ ἐμμέσως ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐδημιούργησε πραγματικὴν σύγκρουσιν τῆς διοικήσεως πρὸς τὴν ἀνάκρισιν καὶ δὲν ἐμερίμνησε νὰ ἄρῃ τὴν σύγκρουσιν ταύτην. Κατεβλήθη γενικῶς ἡ προσπάθεια νὰ παρασταθῇ δι’ ἐπισήμων δηλώσεων καὶ ἐνεργειῶν ἡ ἀνάκρισις, ὅτι δὲν ἐπιτελεῖ τὸ καθῆκόν της, ἐνῷ ἐν τῇ πραγματικότητι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδόθη εἰς αὐτὴν ἡ ἐνίσχυσις, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ὅτι θὰ ἔδιδεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ταχεῖα καὶ πλήρης διαλεύκανσις τοῦ ἐγκλήματος. Προκύπτει ἐξ ἄλλου ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀνάκρισιν ἕν ἄλλο χαρακτηριστικὸν γεγονὸς σχετικὸν καὶ πρὸς τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Βλάχου. Ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν βεβαιοῖ ὅτι εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθη τὸ ἔγκλημα μετέβη πρῶτον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατόπιν δὲ εἰς τὸν «Εὐαγγελισμόν», ὅπου ἐνοσηλεύοντο τὰ θύματα καὶ ἐκεῖ πρῶτον ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ἀπὸ ἀξιωματικὸν ἀνήκοντα εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, δέχεται, ὅπως λέγει εἰς τὴν κατάθεσίν του κατὰ τρόπον σαφῆ, τὸν ὑπαινιγμὸν ὅτι τὸ ἔγκλημα διεπράχθη, δυστυχῶς, παρ’ ἀστυνομικῶν, διότι ἡ ἰδιαιτέρα ὑπηρεσία τῆς ἀσφαλείας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων εἶχεν, ὡς ἐβεβαιώθη, τὰς προγενεστέρας περὶ αὐτοῦ πληροφορίας. Δέχεται ἐκεῖ τὴν πληροφορίαν αὐτὴν καὶ βαρυτάτην καταγγελίαν ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντής. Ἐπανέρχεται, δ’ ὡς λέγει, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οὐδὲν ἀνακοινοῖ σχετικῶς πρὸς αὐτόν, συναντᾶται μὲ τὸν διευθυντὴν τῆς Γενικῆς καὶ Εἰδικῆς Ἀσφαλείας, παραμένοντος ἀκόμη ἐκεῖ, καὶ οὐδεὶς λόγος γίνεται περὶ τῶν ἐπιβαλλομένων, περὶ τῶν ἀμέσων ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐντελῶς ἐξαιρετικαί. Διότι, ἂν ἀμέσως ἐλαμβάνοντο τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν, ἀσφαλῶς θὰ ἐπετυγχάνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη ἐξ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ σύλληψις τῶν φονέων καὶ ἡ ἄμεσος ἀνακάλυψις καὶ κατάσχεσις τῶν αὐτοκινήτων, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς τὴν διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος. Εἰς τὸ γνωστὸν ἔγγραφον τοῦ ἀνακριτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, ἐκτίθεται σωρεία παραλείψεων, ἂν μὴ καὶ θετικῶν ἀντενεργειῶν τῶν ἀστυνομικῶν καὶ καταδιωκτικῶν ἐν γένει ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι τ’ ἀπαραίτητα βοηθητικὰ ὄργανα μιᾶς ἀνακρίσεως. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀποδώσῃ εὐθύνην εἰς τὸν ἀνακριτὴν τοιαύτης ὑποθέσεως, δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ εὐθύνην διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν ἐντολῶν του, διότι, ὅπως εἶναι ὠργανωμένη παρ’ ἡμῖν ἡ ἀνακριτικὴ ὑπηρεσία, ἄνευ τῶν βοηθητικῶν ἐκτελεστικῶν ὀργάνων, εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ ἔργου της. Τὸ ἐγνώριζε καλῶς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἐγνώριζον βεβαίως ὅλοι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ καὶ ὤφειλον ἐξ ἀρχῆς νὰ κινήσουν πάντα λίθον διὰ νὰ κινητοποιηθοῦν ὅπως ἔπρεπε τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας πρὸς εἰλικρινῆ καὶ ἀποτελεσματικὴν ὑποβοήθησιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως. Ὑπάρχουν ὅμως, δυστυχῶς, καὶ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν ὅτι ἐξεδηλώθη ἀπροσχημάτιστος καὶ φανερὰ ἀντίδρασις διὰ τὴν ὁποίαν εὐλόγως καὶ δικαίως παραπονεῖται καὶ κατηγορεῖ ἡ ἀνάκρισις. Ἡ φρούρησις τῶν ἀστυνομικῶν, τῶν κρατουμένων καὶ νοσηλευομένων εἰς τὸ νοσοκομεῖον, εἶχεν ἀνατεθῇ, παρὰ τὸν κανονισμόν, εἰς ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων. Ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, κατ’ ἐντολὴν τοῦ προϊσταμένου του κατόπιν ἰατρικῆς ἐξετάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν ὅτι ὑπάρχει καὶ κίνδυνος ἀποδράσεως αὐτῶν, διέταξε τὴν ἐπαναγωγήν των εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλ’ ὁ ἀρχιφύλαξ τῆς ἀστυνομίας πόλεων, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει τὴν φρούρησιν τῶν κρατουμένων, ἀντέστη καὶ ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν εἰσαγγελικὴν διαταγήν. Διεμαρτυρήθη δι’ αὐτὸ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων καὶ ἐζήτησεν ὅπως διωχθῇ καὶ ἐλεγχθῇ ὁ οὕτω ἀπειθήσας ἀστυνομικός, ὁ ὁποῖος, ἄλλως, παρὰ τὸν κανονισμὸν εἶχεν ἀναλάβῃ τὴν φρούρησιν, διότι ἁρμοδία πρὸς τοῦτο ἦτο ἡ χωροφυλακή. Καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων ἀπήντησε δι’ ἐγγράφου του ὅτι εἶχεν ἀναλάβει προσωπικῶς καὶ ὑπευθύνως τὴν φρούρησιν καθ’ ὃν χρόνον ἐπέτρεπε καὶ τὰς ἀχαρακτηρίστους ἐκείνας ἐκδηλώσεις ὑπὲρ τῶν κρατουμένων ἐκ μέρους λαϊκῶν ἐπιτροπῶν! καὶ ὅτι ὁ ἀρνηθεὶς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν εἰσαγγελικὴν διαταγὴν ὑπάλληλος δὲν εἶχε δῆθεν δόλον καὶ παρεκάλει τὸν Εἰσαγγελέα νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν δίωξίν του, ἡ ὁποία, ἐν τούτοις, τοὐλάχιστον πειθαρχικῶς ἦτο ἐπιβεβλημένη. Διότι ὑπῆρχε σαφὴς ἡ παράβασις τοῦ ὀργάνου ἐκείνου, ἀντισταθέντος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν διαταγῆς τῆς ἁρμοδίας εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς. Ἔλαβε χώραν ἐπίσης ἕν ἄλλο γεγονός, τὸ ὁποῖον περιῆλθεν καὶ εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἡ καθαρὰ ἀντίστασις ἑνὸς ὑγιειονομικοῦ ἀξιωματικοῦ κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ εἰς τὸ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον. Μετέβη ὁ ἀνακριτὴς πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεως διὰ περιστατικὸν σχετικὸν πρὸς τὴν πρᾶξιν, λαβὸν χώραν ἐντὸς τοῦ νοσοκομείου καὶ εὑρέθη πρὸ τοῦ ὑποδιευθυντοῦ τοῦ νοσοκομείου, οὐχὶ ἁπλῶς ἀντιλέγοντος, ἀλλὰ ζωηρῶς καὶ ἀπρεπῶς ἀνθισταμένου καὶ ἀποπέμποντος αὐτὸν ἐκ τοῦ νοσοκομείου, κραυγάζοντος δὲ συνάμα χαρακτηριστικῶς «σωστὸ ξεθέωμα αὐτὴ ἡ ἀνάκρισις». Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ἀνακριτής, ἐγκαταλείψας τὸ νοσοκομεῖον ὑπὸ τὴν βίαν καὶ τὰς ἀπειλὰς τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, ἔσπευσε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτιωτικῶν, ὅστις καὶ διέταξε τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ, συνοδείᾳ τοῦ Γεν. Ἀρχιάτρου, εἰς τὸ νοσοκομεῖον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἠδύνατο καὶ ἐκεῖ νὰ ἐκτελέσῃ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, χωρὶς νὰ ἐνοχληθῇ τόσον ὁ κ. Ὑποδιευθυντής. Ἀλλοίμονον ἐὰν ὁ ἀνακριτὴς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ λαμβάνῃ πρώτην τὴν ἄδειαν παρ’ ἀνθρώπων κατὰ τῶν ὁποίων πιθανῶς θὰ ἐστρέφοντο αἱ ἀνακριτικαί του ἔρευναι, διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς στρατιωτικὸν κατάστημα πρὸς ἄσκησιν τῶν καθηκόντων του. Ἡ ἐπανεγκατάστασίς του εἰς τὸ νοσοκομεῖον καὶ ἡ προσωρινὴ ἀπομάκρυνσις καὶ ἡ δι’ ὀλιγοημέρου φυλακίσεως τιμωρία τοῦ κ. Ὑποδιευθυντοῦ, δὲν ἀπετέλεσε πλήρη ἱκανοποίησιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ τοιαύτη συμπεριφορὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ εἶναι ἕν ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα προυκάλεσαν τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος εἰδικῶς διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν διὰ τὴν τοιαύτην ἀντίστασιν τοῦ στρατεύματος κατὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, διεμαρτυρήθη, ἐκάλεσε τοὺς ἁρμοδίους εἰσαγγελεῖς καὶ συνέστησεν ἐντόνως, ὅπως χωρήσουν ἀπτόητοι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των καὶ νὰ μὴ διστάσουν νὰ ἐκτείνουν τὴν ἀνάκρισιν πρὸς ὅλα τὰ σημεῖα πρὸς πλήρη διαφώτισιν τῆς ὑποθέσεως.
§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπῆρξεν ἀταξία αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ἀνακριτής.
§143Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐνήργησε καλῶς. Ἄλλωστε εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἀνακρίσεων διὰ κοινὰ ἐγκλήματα δὲν ἐξεδηλώθη τόσον σχολαστικὴ προσήλωσις ἀπὸ μέρους τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, διευθυντῶν ἢ μὴ στρατιωτικῶν καταστημάτων εἰς τὰς γραφειοκρατικὰς διατυπώσεις, ἐνῷ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὤφειλεν ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν τοῦ νοσοκομείου, ὤφειλεν οἴκοθεν, νὰ σπεύσῃ καὶ διαφωτίσῃ τὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλο γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι σχετικὸν πρὸς τὰς δηλώσεις καὶ τὰς ἐνεργείας ὡρισμένων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι, δυστυχῶς, δὲν ἔτεινον εἰς τὴν πραγματικήν, εἰς τὴν εἰλικρινῆ, εἰς τὴν ἠθικὴν τὸ ὀλιγώτερον ὑποβοήθησιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως. Δὲν νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ τονίσω καὶ πάλιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν νὰ κρατήσῃ ὑψηλὰ τὴν Δικαιοσύνην. Δέν εἶχε κανὲν δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συνετέλουν εἰς τὸν κλονισμὸν τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν πρὸς αὐτήν. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν προέβη εἰς ὁμοίας δηλώσεις, ὅταν ἔδωκε τὴν γνωστὴν διάλεξίν του πρὸς τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν Ἀθηνῶν. Ἐθεώρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς προσῆκον νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν διάλεξίν του αὐτὴν, καίτοι ἐπρόκειτο περὶ ἐκκρεμοῦς καὶ λεπτοτάτης ποινικῆς ὑποθέσεως, εὑρισκομένης εἰς τὸ πρῶτον ἀκόμη στάδιον, τὰ ἑξῆς. «Ἐπληροφορήθην ἀπὸ σοβαρώτατον πρόσωπον, ὅτι κυκλοφοροῦν τερατολογικαὶ φῆμαι, κατὰ τὰς ὁποίας ἐνέχονται εἰς τὸ ἔγκλημα καὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος. Ἐπεκοινώνησα, προσέθηκε, μετὰ τῆς ἁρμοδίας δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι αἱ διαδόσεις ὑπῆρξαν τερατώδεις καὶ κακόβουλοι». Θωρακισθῆτε κατὰ τῶν διαδόσεων αὐτῶν, τὰς ὁποίας διαδίδουν ἐχθροὶ τοῦ στρατεύματος καὶ αἱ ὁποῖαι δηλητηριάζουν τὴν ψυχὴν τοῦ στρατεύματος». Ποῖοι τάχα ἦσαν οἱ ἐχθροὶ τοῦ στρατεύματος, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν θὰ διέδιδον τὰ τερατώδη δῆθεν αὐτὰ πράγματα ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐκρίνετο καὶ κρίνεται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος εἶχεν ἐμπιστευθῆ τὴν λύσιν τοῦ ὅλου ζητήματος, τὴν διαλεύκανσιν τῆς ὑποθέσεως, καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ σημεῖα; Δὲν ἐφοβήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ἡ ἐκ προκαταβολῆς αὐτὴ δήλωσίς του, διὰ τῆς ὁποίας ἐχαρακτήριζεν ὡς κακοβούλους καὶ τερατώδεις τὰς διαδόσεις αὐτάς, μήπως τυχόν, ψυχικῶς τὸ ὀλιγώτερον, ἐκλόνιζε τὸ θάρρος τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐὰν τυχὸν εἶχεν οὗτος στοιχεῖα, ἵνα στρέψῃ τὰς ἐρεύνας του καὶ τὰς ἐνεργείας του πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν; Δὲν ἐσκέφθη ὅτι ἦτο δυνατὸν αἱ τοιαῦται δηλώσεις του σχετικαὶ πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐνεφανίσθησαν, ὡς γενόμεναι χάριν τοῦ στρατεύματος, νὰ ἐπηρεάσουν ἠθικῶς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀνακρίσεως; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἄνω ἐνεργειῶν καὶ γεγονότων, κ. κ. Συνάδελφοι, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα καὶ τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται ἐκ τῶν ἐγγράφων διαμαρτυριῶν τῆς Δικαιοσύνης, αἱ ὁποῖαι θὰ κριθοῦν προσηκόντως ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, βεβαίως θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλὴ καὶ τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ἀπολογίας, ἂν θέλετε, ὅπως τὰς ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων. Προσπαθοῦν οὗτοι εἰς αὐτάς, μὲ αἰτιολογίας τυπικάς, νὰ δικαιολογήσουν τὰς παραλείψεις των καὶ τὰς θετικὰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι εὐλόγως παρεξηγήθησαν ἀπὸ τὸν ἀνακριτήν. Ἦτο πράγματι ἐν ἀναρρωτικῇ ἀδείᾳ ὁ ἀξιωματικὸς τῆς Χωροφυλακῆς Γεωργίου ἦτο, ὡς ἐβεβαιώθη ἀπὸ μακροῦ. Ἡ κατεσπευσμένη, μετὰ τὴν ἀνάθεσιν εἰς αὐτὸν ὡρισμένης ἀνακριτικῆς ἐντολῆς, σύλληψίς του καὶ κράτησίς του δὲν ἦτο ἐνέργεια — πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ — ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄσχετος πρὸς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὡς μὴ ὀφειλομένη, ὅπως ὑποστηρίζει καὶ ὁ ἴδιος, εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἐχρησιμοποιήθη ἀπὸ τὸν ἀνακριτήν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Χωρ)κῆς, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται εἰς τὴν ἀπάντησίν του ὅτι ἰδιαιτέρως ἐβοήθησε τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως, δὲν βεβαιοῖ τίνι τρόπῳ τὴν ἐβοήθησε! Τὴν ἐβοήθησεν ὑπηρεσιακῶς; Τὴν ἐβοήθησεν εὐθέως; Τὴν ἐβοήθησεν ὑπὸ πλῆρες φῶς, ὡς ἐπεβάλλετο νὰ τὴν βοηθήσῃ, ἐκπληρῶν στοιχειῶδες καὶ ἱερὸν καθῆκον πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος του; Ἐὰν ναί, ποῖον ἔλεγχον ἤσκησε κατὰ τῶν ὀργάνων ἐκείνων τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα παρέλειψαν τὸ καθῆκόν των, τὰ ὁποῖα ἄφησαν ἀφρουρήτους τὰς ἑπτὰ ἐν ὅλῳ ἐξόδους τῶν Ἀθηνῶν, διὰ νὰ διέλθῃ τὸ αὐτοκίνητον τῶν δολοφόνων καὶ φθάσῃ εἰς τὸ μέρος ὅπου εὑρέθη καιόμενον; Τί ἐνήργησε κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐκοιμᾶτο μετὰ τὸ ἔγκλημα; Τί ἐνήργησεν ἐναντίον ὅλων τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι παρέλειψαν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν του διὰ τὴν σύλληψιν τῶν διωκομένων αὐτουργῶν τοῦ ἐγκλήματος καὶ τῶν λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς εὐθύς, ἐξ ἀρχῆς διεπιστώθη, εἶχον μετάσχῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, μετακληθέντες καὶ ἀναμιχθέντες καὶ αὐτοὶ ἐνεργῶς ἐν συμπράξει μετὰ ὀργάνων τοῦ Κράτους εἰς τὴν ρύθμισιν τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς Χώρας; (Χειροκροτήματα). Μήπως, τοὐλάχιστον, ἔσπευσεν, ὡς ὤφειλε, νὰ διώξῃ πειθαρχικῶς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν Εἰδικὴν Ἀσφάλειαν, τοὺς ὁποίους καταδιώκει ἡ Δικαιοσύνη καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ὑπευθύνους διὰ τὸν τρόπον τῆς προσλήψεως καὶ τῆς ἀπολύσεως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐπίσης καταδιωκομένων ὡς ἐνόχων μυστικῶν πρακτόρων τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας; Εἶναι ἐξ ἄλλου, γεγονὸς προκύπτον ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἐκ τῶν ἐκθέσεων τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τῶν εἰσαγγελέων, ὅτι ὑπεδείχθησαν ὡρισμένα μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ἐκρύπτετο ἡ ὁμὰς τῶν αὐτουργῶν τοῦ ἐγκλήματος. Δυστυχῶς αἱ ἁρμόδιαι καταδιωκτικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των μὲ τὴν προσήκουσαν εἰς τὴν περίστασιν ταχύτητα καὶ δραστηριότητα, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ σύλληψίς των. Διότι οὔτε ἀποσπάσματα κατηρτίσθησαν—καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι μόλις προχθὲς κατωρθώθη ἡ σύστασις τοιούτου εἰδικοῦ ἀποσπάσματος—οὔτε ἀνάλογος δύναμις ἐκινητοποιήθη πρὸς καταδίωξιν αὐτῶν. Καὶ δύναται μὲν νὰ ἰσχυρίζηται ὁ κ. Ἀρχηγὸς ὅτι παρέσχεν ἰδιαιτέραν προσωπικῶς συνδρομὴν εἰς τὸν Ἀνακριτήν, ἀλλ’ ἕν γεγονός, τὸ ὁποῖον παρενέπεσε καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν φοβοῦμαι παρέχει λαβὴν πρὸς παρεξήγησιν, ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς ὑπέστη μυστικήν τινα ἐπίδρασιν διὰ τὴν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως στάσιν του. Διότι δυστυχῶς ὑπάρχει κλοιὸς κακῶν καὶ ὀλεθρίων ἐπιδράσεων πέριξ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε, πρέπει ὁπωσδήποτε χάριν τοῦ Κράτους, χάριν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, χάριν τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ τόπου, νὰ θραυσθῇ, θυσιαζομένων ὅλων τῶν ἄλλων ἀπόψεων καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ταπεινῶν καὶ μικρῶν ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ἐκράτησαν μέχρι τοῦδε, διότι ἐνεπνεύσθησαν καὶ ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ αἴσθημα καὶ πνεῦμα ἀμύνης κατὰ τῆς ἐκδηλωθείσης, δῆθεν, τάσεως πρὸς πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἐγκλήματος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ὑπενθυμίσω τὸ γεγονὸς αὐτό. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς, ὅταν μετὰ τὴν 6ην Μαρτίου ἐδημοσιεύθησαν ὡρισμέναι ἐπιστολαί, κατασχεθεῖσαι ἀπὸ τὸ Τμῆμα Γεν. Ἀσφαλείας εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ν. Πλαστήρα, ἐφέρετο ὑπὸ ἀντικατάστασιν. Ἡ Κυβέρνησις ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐζήτησε νὰ τὴν ἐξουσιοδοτήσωμεν διὰ τὴν ἔκδοσιν σχετικοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπέκτα τὴν εὐχέρειαν τῇ ἀντικαταστάσεώς του. Τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ διάταγμα παρέμεινεν ἐκκρεμές, καίτοι κατ’ ἐπανάληψιν εἰσήχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς συζήτησιν, ἀλλ’ ἀνεβάλλετο. Καὶ παραμένει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκκρεμές. Ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν, ὡς ἐφαίνετο καὶ ἀπὸ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσίν του προφανῶς εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἐχαρακτηρίζετο ὡς κατεπεῖγον.
§144Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Τὸ μέτρον ἦτο, ὅπως γνωρίζετε, τὸ ἑξῆς· εἶχε σκεφθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν ἰσχύϊ νόμον, ὁ ὁποῖος εἶχε καταργηθῆ καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου ἦτο δυνατὸν νὰ διορισθῇ ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἀνώτατος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατεύματος. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλὰ δὲν θὰ σᾶς εἴπω, διότι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ ὅσα λέγετε, τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπεδιώχθη μετὰ τὴν ἐξουσιοδότησιν ἡ ψήφισίς του. Ἐὰν θέλετε, ὅμως, θὰ σᾶς τὸ εἴπω.
§145Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Αὐτὰ λέγονται ἔξω καὶ ἐντὸς τῶν κόλπων τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, διότι ἡ σύμπτωσις ἔδωκε πρὸς τοῦτο ἀφορμήν.
§146Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Ὄχι τὶ λέγονται ἔξω, τὶ λέγονται μέσα.
§147Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Λέγονται ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἐντὸς τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς. Δυστυχῶς λέγονται. Εἶναι δυστυχῶς ἡ σύμπτωσις, ἡ ὁποία παρέχει λαβὴν εἰς τοιαύτην παρεξήγησιν.
§148Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὶ λέγονται ἔξω. Μ’ ἐνδιαφέρει τὶ λέγεται μέσα εἰς τὴν συνείδησίν μου. Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι αὐτὸ τὸ μέτρον, διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐπεδιώχθη εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν εἶναι περιττὸν νὰ τὸ εἴπω τώρα, διότι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Σᾶς λέγω ὅμως ἀκόμη κἄτι τι. Ἐὰν ὑποθέσετε, ὅτι ἐπεδιώκετο τοῦτο καὶ ὅτι εἶχεν ἐφαρμοσθῆ τὸ μέτρον αὐτό, καὶ εἶχε γίνῃ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ κ. Μπαρμπάτση, δὲν θὰ μοῦ ἐλέγατε σήμερον ὅτι ἔγινε, διότι ἦτο ἐναντίον; Κύριε Ἀβραάμ, θέλετε νὰ σᾶς εἴπω; Ἀνηλεὴς θὰ ἦτο πάντοτε ἡ κρίσις τοῦ ἐλέγχοντος ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως.
§149Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κάθε ἄλλο, κ. Ὑπουργέ...
§150Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Εἴτε οὕτω πράττομεν, εἴτε ἀντιθέτως θέλομεν πράξει, πάντοτε τὰς μομφὰς καὶ τὰς ἐπικρίσεις θὰ ἀκούωμεν.
§151Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἶναι ὁ κλῆρος τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ὑφίσταται τὸν ἔλεγχον, εἴτε εἶναι ἀνηλεὴς εἴτε μή. Εἶσθε κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ καὶ τὸ γνωρίζετε, ὑποθέτω, αὐτὸ καλῶς.
§152Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Βεβαίως ἔχω κάποιαν πεῖραν τῶν πραγμάτων αὐτῶν ὥστε νὰ μὴ εἶμαι τόσον ἁπλοῦς, ἀλλὰ ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε καλῇ τῇ πίστει, αὐτὸ δὲν θὰ ἐσκέπτεσθε ἐὰν ἐγίνετο ἡ ἀντικατάστασις; Βεβαίως χωρὶς καὶ σεῖς νὰ πταίετε εἰς τίποτε, ἀλλὰ ἐκ τῆς φορᾶς τῆς ἀντιπολιτευτικῆς ψυχῆς σας δὲν θὰ ἐλέγετε, ἐὰν εἶχε γίνῃ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ κ. Μπαρμπάτση, ὅτι αὐτὸ κἄτι ἀποκρύπτει;
§153Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν ἐγίνετο μετὰ τὸ ἔγκλημα, θὰ ἦτο φυσικωτάτη κύρωσις, ὅπως ὑπεστηρίχθη γενικῶς, καὶ παρὰ κυβερνητικῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων ὡς συνέπεια τοὐλάχιστον τῇ ἀτυχίας.
§154Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τίποτε ἀπὸ ὅ,τι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπρότεινε, τίποτε δὲν ἐγίνετο δεκτόν. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη. Ὑπῆρχε μία προκατάληψις κατὰ πάσης εἰσηγήσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπῆρχε μία ἀντίδρασις πρωτοφανὴς εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§155Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐκ μέρους τίνος;
§156Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἀεροπορίας). Δὲν λέγω διὰ σᾶς. Θὰ ἦτο ματαιοπονία πᾶσα μου ἐνέργεια.
§157Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν εἶναι ἐπαρκὴς δικαιολογία αὐτή, κ. Ὑπουργέ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως αὐτῆς, τῆς ἀφορώσης τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ἐὰν μελετήσῃ κανεὶς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐὰν παρακολουθήσῃ τὰς ὑπηρεσιακὰς ἐνεργείας, θὰ πεισθῇ ἀπολύτως ὅτι προκύπτει καθαρὰ ἡ πειθαρχικὴ εὐθύνη καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσε πρὸς στιγμὴν τὴν διάθεσιν νὰ κάμῃ ἕν βῆμα πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην, ἀλλ’ ὑπανεχώρησεν ἀμέσως καὶ ἔδειξεν ἐξαιρετικὴν παλιμβουλίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, φοβηθεῖσα μὴ τυχὸν θεωρηθῇ ὅτι εἰσακούει εἰσηγήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνῷ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ἐλάμβανε, θὰ εἶχον δικαιολογίαν ἀπολύτως ἀντικειμενικὴν καὶ θὰ ἀπετέλουν κύρωσιν γενικῶς παραδεδεγμένην καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα καὶ αἱ ὁποῖαι κρατοῦν ἀνέκαθεν, ἡ Διοίκησις δυστυχῶς δὲν προέβη περαιτέρω καὶ διετήρησε τὸ καθεστὼς παριδοῦσα τὰς αὐστηρὰς ἐπιταγὰς τῆς δεινῶς δοκιμασθείσης ἠθικῆς τοῦ Κράτους. Οὐδὲ δύναται εὐχερῶς νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἀποδιδομένην εἰς αὐτὴν κατηγορίαν, ὅτι ὑπῆρξεν αἰχμάλωτος στενωτάτων κομματικῶν ἀντιλήψεων, ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῶν ὁποίων ἐδίστασε νὰ προβῇ εἰς τὴν λῆψιν τῶν προσηκόντων, χάριν τοῦ Κράτους μέτρων. Ἐν τούτοις, ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἐνέργειαι, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν καὶ αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διαφωνήσῃ χαρακτηριστικῶς πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων. Εἶνε γνωστὸν ὅτι μετὰ τὸ ἔγκλημα διετάχθη καὶ ἐνηργήθη καὶ διοικητικὴ ἀνάκρισις, συμφώνως πρὸς τὸ πόρισμα τῆς ὁποίας ἔδει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ταχεῖαν εἰσαγωγὴν τῶν διωχθέντων ποινικῶς ἀστυνομικῶν εἰς τὸ ἁρμόδιον πειθαρχικὸν Συμβούλιον. Ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς σχετικῆς ἀλληλογραφίας ὁ κ. Ἀρχηγὸς, ὑποβάλλων τελευταίως τὴν σχετικὴν δικογραφίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς πειθαρχικῆς διώξεως μέχρι πέρατος τῆς ποινικῆς ἀνακρίσεως, ἐνῷ ὑπάρχει ρητὴ διάταξις εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πειθαρχικὴ δίωξις εἶναι ἀπολύτως ἀνεξάρτητος τῆς ποινικῆς. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε διατάξει τὴν ἐνεργηθεῖσαν παρὰ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων κ. Καλυβίτη διοικητικὴν ἀνάκρισιν. Καὶ ἀναγκάζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν τοιαύτην περίεργον γνωμοδότησιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων καὶ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσῃ ὅτι εἶναι ἀνεξάρτητος ἡ ποινικὴ δίωξις τῆς πειθαρχικῆς, καὶ οὐδαμῶς ἐμποδίζει τὴν εἰσαγωγήν των εἰς πειθαρχικὸν συμβούλιον. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας ἐκ τῆς ἐνεργείας του ταύτης, ὡς καὶ τῆς ἄλλης, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον, τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν φρούρησιν τῶν κρατουμένων ἀστυνομικῶν, ἐπίσης δὲ καὶ ἐξ ἄλλων ὑπηρεσιακῶν ἐνεργειῶν του, κατέστη φανερὸν ὅτι δὲν ἀντιμετώπισε μετ’ ἀναλόγου ἀντικειμενικότητος καὶ αὐστηρότητος τὰ γεννηθέντα μετὰ τὸ ἔγκλημα ζητήματα τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐξεδήλωσε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος προυκάλεσε καὶ τῆς ὑγιοῦς μερίδος τοῦ σώματος τὴν εὔλογον δυσφορίαν μίαν κακῶς ἐννοουμένην καὶ ἀδικαιολόγητον ὑπηρεσιακὴν πρὸς τοὺς διωκομένους ἀλληλεγγύην κατὰ τὴν δεινὴν καὶ πρωτοφανῆ περιπέτειαν, ἡ ὁποία ἔπληξε τὸ σῶμα τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων. Καὶ ἦτο δι’ αὐτὸ ἐπιβεβλημένον ὅπως ἡ Κυβέρνησις μετέλθῃ ἀποφασιστικωτέραν καὶ γενναιοτέραν καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ πολιτικὴν, χάριν τοῦ Κράτους, ἐξαιρομένη ὑπεράνω τῶν στενῶν ἀντιλήψεων καὶ ἀποτινάσσουσα τὸν δισταγμόν, ὁ ὁποῖος τὴν συνεῖχε, μήπως ἐκληφθῇ ἀποδεχομένη εἰσηγήσεις τῶν πολιτικῶν της ἀντιπάλων. Οὕτω ἐπέτυχε νὰ λησμονήσῃ τὴν κυρίαν ἀποστολήν της ὡς Κυβερνήσεως καὶ τὸ χειμαζόμενον Κράτος, τὸ ὁποῖον αὐστηρῶς καὶ ἐπιτακτικῶς ἠξίου ὅπως τὸ προστατεύσῃ κατὰ τῆς πλήρους καταρρακώσεως καὶ ἐξουθενώσεώς του, ἡ ὁποία συνετελεῖτο διὰ τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς της. Καὶ ἔχει καταστῆ ἔκδηλον ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ψυχολογία καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν αὐθαιρέτως ἐνεφανίζετο πανηγυρικῶς ἀντιδικῶν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐκδηλώνει ἀκόμη σήμερον τὰς αὐτὰς διαθέσεις του ἑτοιμαζόμενος, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου ἐδήλωσε, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Χοϊδᾶν καὶ τοὺς ἄλλους δικαστικούς, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν δῆθεν νὰ τοῦ προσβάλουν τὸ ὑπουργικὸν κῦρος!
§158Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§159ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴχομεν συνεννοηθῆ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διακόψωμεν κατὰ τὰς 10½. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ συζήτησις δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας ἠμποροῦμεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν διὰ νὰ μεταβῶμεν νὰ γευματίσωμεν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλοὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι.
§161Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Βλέπω ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν. Ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι ἡ συζήτησις θὰ περατωθῇ κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν.
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§163Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ εἶπον καὶ δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις ἄνευ ἀποπερατώσεως τῆς συζητήσεως.
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§165Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν οἱ Κύριοι Βουλευταί θέλουν νὰ διακόψωμεν διὰ τὸ φαγητόν των, στέργω, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθωμεν ἀμέσως μετὰ ½ ὥραν.
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις δι’ ἡμίσειαν ὥραν.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ἀβραὰμ νὰ συνεχίσῃ.
§169Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔλεγον, λοιπόν, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι μετὰ τὸ ἔγκλημα ἀπὸ σωρείαν γεγονότων καὶ ἐνεργειῶν ἀποδεικνύεται δυστυχῶς ὅτι ἐκ μέρους τῶν καταδιωκτικῶν ὑπηρεσιῶν δὲν ἐξεδηλώθη, τὸ ὀλιγώτερον, ὁ ἐπιβαλλόμενος ζῆλος, ζῆλος, ὁ ὁποῖος, ἐν τούτοις, ἐξεδηλοῦτο εἰς ἄλλας περιπτώσεις διώξεως ἐγκλημάτων μικροτέρας σημασίας. Ἡ ἀνάκρισις ὡμίλησεν ἐξαναγκασθεῖσα πρὸς τοῦτο καὶ κατηγόρησε, καὶ τὴν φωνήν της, τὴν κατηγορίαν της, διεβίβασε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὑπῆρχε, παρ’ αὐτήν, καὶ ὑπάρχει ὑπερανάκρισις. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔσπευσε νὰ τὴν καταργήσῃ καὶ ἀπελευθερώσῃ αὐτῆς τὸν τακτικὸν ἀνακριτήν. Ἀντιθέτως ἐδημιούργησε καὶ συνεχίζει τὴν ἀντιδικίαν της πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὴν βασιμότητα τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ ἀνακριτοῦ, ὑπάρχει ἔγγραφον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ὅτι ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν μετὰ τὸ ἔγκλημα ἐστρέφετο πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν, προβαίνουσα εἰς ἐνεργείας παραπλανητικὰς τῆς ἀνακρίσεως. Ἔχει διατάξει δι’ αὐτοῦ, φέροντος χρονολογίαν 10 Ἰουνίου, τὴν παρακολούθησιν τοῦ ἀστυνομικοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πρῶτος κατήγγειλε τὸ ἔγκλημα, διότι δῆθεν συνανεστρέφετο μετὰ προσώπων ὑπόπτου παρελθόντος καὶ ἡ συναναστροφή του αὕτη κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λόγῳ τοῦ ἐγκλήματος, ἔδει νὰ θεωρηθῇ ὕποπτος. Ἐκτὸς τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ καὶ ἄλλαι αὐθόρμητοι ἀστυνομικαὶ ἐνέργειαι, διαπιστούμεναι ἐξ ἐγγράφων πρὸς τὸν ἀνακριτήν, ἀποδεικνύουν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν θλιβερὰν καὶ ὕποπτον παραπλανητικὴν τῆς ἀνακρίσεως προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἡ Δικαιοσύνη ἔχει ἤδη ἐκτιμήσει προσηκόντως.
§170Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἔχετε τὸ ἔγγραφον αὐτό, Κύριε Ἀβραάμ;
§171Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ ἔχω. Ὑπεστήριζον συγκεκριμένως πρὸ τῆς διακοπῆς ὅτι δὲν ἦτο κἄν ἀνάγκη νὰ καταβληθῇ ἰδιαιτέρα προσπάθεια ἀστυνομικὴ καὶ νὰ ἀναπτυχθῇ ἐξαιρετικὸς ζῆλος καταδιωκτικὸς ἐκ μέρους τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς Χωροφυλακῆς διὰ τὴν ἄμεσον σύλληψιν τῶν αὐτοκινήτων. Ἐβεβαιώθησαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας οἱ ἀριθμοὶ αὐτῶν. Κατὰ μοιραίαν σύμπτωσιν, εὐγενὴς Κυρία τῶν Ἀθηνῶν ἐγένετο μάρτυς τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ ἐκράτησε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν αὐτοκινήτων, τὰ ὁποῖα ὥρας ὁλοκλήρους πρὸ τῆς πράξεως παρηκολούθουν τὸ θῦμα ἐν μέσῃ ὁδῷ Κηφισίας. Διεπιστώθη λοιπὸν ἡ ταυτότης τῶν αὐτοκινήτων αὐτῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο γνωστὴ ἀμέσως εἰς τὰς καταδιωκτικὰς ἀρχάς, ἐβεβαιώθη ἐπίσης ὅτι τὰ αὐτοκίνητα μετὰ τὸ ἔγκλημα εἰσῆλθον ἐντὸς τῆς πόλεως. Καὶ ἐρωτῶ καὶ πάλιν. Ἐχρειάζετο τάχα νὰ ἐπιταχθοῦν, ὡς ἐλέχθη, πρὸς τοῦτο διακόσια αὐτοκίνητα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ἀστυνομία νὰ σπεύσῃ εἰς καταδίωξιν τῶν αὐτοκινήτων τῶν δολοφόνων, ἐφόσον παρέμειναν τὰ αὐτοκίνητα αὐτὰ ἐντὸς τῆς πόλεως καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν τῆς 7 Ἰουνίου; Ἦτο δύσκολον νὰ ἐξερευνηθοῦν ὅλα τὰ γκαρὰζ καὶ ὅλα τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν τεχνικῶς νὰ κρυβοῦν; Ἀλλ’ εἶπα καὶ ἀπέδειξα προηγουμένως, ὅτι διῆλθον ἀπὸ τὴν ὁδὸν Λιοσίων τὰς πρώτας πρωϊνὰς ὥρας τῆς 8ης Ἰουνίου. Τὸ βεβαιοῦν μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι τὰ ἀντελήφθησαν. Βεβαιοῦται ἐπίσης ὅτι ὁ ἀστυνομικός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο εἰς τὸν σταθμὸν διοδίων Λιοσίων, ἀπεσύρθη ἀκριβῶς κατὰ τὴν ὥραν τῆς διόδου διὰ νὰ κοιμηθῇ! καὶ ὅτι διῆλθον σειρὰν σταθμῶν, Λιοσίων, Βαρυμπόμπης, Τατοΐου, Μπογιατίου, Μαλακάσας, Κατσιποδίου, καὶ δύναται, νομίζω νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ἐπισείει τὰ ἄψυχα καὶ εἰκονικὰ ἔγγραφα, τὰ χαρτιά, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν σημασίαν καὶ δὲν ἐκφράζουν τίποτε διὰ τὴν οὐσιαστικὴν ἀστυνομικὴν ἐνέργειαν, τὶ ἔπραξε κατὰ τῶν σταθμαρχῶν αὐτῶν; Ποῖον ἔλεγχον ἤσκησε; Διατί, ἐφόσον ἀπὸ τῆς προηγουμένης ἐνωρὶς εἰδοποιήθη σχετικῶς ἀπὸ τὸν ἀνακριτήν, περιωρίσθη ἁπλῶς εἰς τὴν τηλεφωνικὴν διαβίβασιν σχετικῶν διαταγῶν καὶ δὲν παρηκολούθησε τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν; Τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Ἀστυνομίας ἐξ ἄλλου τὶ ἔπραξεν ἐπ’ αὐτοῦ; Εἶναι αἱ ἱκανοποιητικαί, αἱ τυπικαὶ ὑπηρεσιακαὶ ἀπαντήσεις τῶν τμημάτων, ὅτι ἀπέβησαν ἄκαρποι αἱ σχετικαὶ ἔρευναί των; Ἢ ἡ ἀπάντησις τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, ἡ ἐγγίζουσα τὰ ὅρια τοῦ ἀστείου, ὅτι θὰ διῆλθον τὰ αὐτοκίνητα τῶν ἀγρῶν; Ἀνέφερα ἀνωτέρω τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον τῆς Χωροφυλακῆς, ὅτι κατὰ σύμπτωσιν, διότι ἐχρησιμοποιήθη ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν, ἔστω καὶ ἀντικανονικῶς, ἔστω καὶ παρατύπως, ὡς βεβαιοῖ καὶ ὁ ἴδιος, συνελήφθη ἐν μέσῃ ὁδῷ, ὡδηγήθη εἰς τὸ τμῆμα καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, ὅπου ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς τοῦ ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ὑπὸ κράτησιν, δυνάμει διαταγῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§172Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θέλομεν νὰ μάθωμεν τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιωματικοῦ τὸν ὁποῖον ἀναφέρετε.
§173Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ εἶπα, ὀνομάζεται Γεωργίου. Ὑπάρχει ἡ κατάθεσίς του, ἡ ὁποία εἶναι, ὑποθέτω, χαρακτηριστική, κατὰ τὴν ὁποίαν συνελήφθη δυνάμει διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐχρησιμοποιήθη ἀπὸ τὸν ἀνακριτήν. Ὑπάρχουν εἰς τοὺς κατατεθέντας φακέλλους καὶ ἔγγραφα ἀποδεικνύοντα τὴν ἀναπτυχθεῖσαν θαυμαστὴν δραστηριότητα διὰ τὴν σύλληψιν τῶν διωκομένων! Αἱ φωτογραφίαι των ζητοῦνται παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας μόλις τὴν 28 Ἰουλίου. Τοῦ καταδιωκομένου ἐπίσης ὡς αὐτουργοῦ καὶ ὡς συντρόφου τοῦ Καραθανάση, μυστικοῦ πράκτορος τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας ὑπὸ ψευδώνυμον, δὲν ἀνευρίσκεται φωτογραφία, ἐζητήθη δ’ ἡ ἀπόλυσις μόλις τὴν 25 Ἰουνίου, ἐνῷ εἶχεν ἐξαφανισθῆ ἀμέσως μετὰ τὸ ἔγκλημα. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας εἰς τὴν διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος ἀποτελεῖ βεβαίως γεγονὸς ἐξαιρετικῆς σημασίας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Εἰδικῆς Ἀσφαλείας, οἱ προϊστάμενοι τῆς ὁποίας δὲν ἠλέγχθησαν πειθαρχικῶς ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς διώξεως. Καὶ ἐγένετο μὲν, μετὰ μακρὰν συζήτησιν, συμφώνως πρὸς τὴν ποινικὴν δικονομίαν, προκήρυξις ἀμοιβῆς διὰ τὴν σύλληψιν τῶν φυγοδικούντων, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ ἠλέγχθη τὴν ἀνάλογον σοβαρότητα καὶ σπουδαιότητα μετὰ τῆς ὁποίας ἔδει νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ κυβερνητικὴ δραστηριότης, ἡ ὁποία ἐν τούτοις εἰς ἄλλας περιπτώσεις καὶ δὴ διὰ τὴν δίωξιν τοῦ ἀδικήματος τῆς 6ης Μαρτίου ἐξεδηλώθη διὰ ραγδαίας λήψεως εἰδικῶν καὶ νομοθετικῶν ἀκόμη μέτρων, ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων διοικητικῶν τοιούτων. Καὶ ἀναπηδᾷ ἀκόπως ἐκ τούτων ὅλων τὸ θλιβερὸν συμπέρασμα ὅτι ἐδημιουργήθη γύρω ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν οὐχὶ ἡ εὐλόγως ζητηθεῖσα ἀτμοσφαῖρα ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ὑπεβοήθει αὐτὸν εἰς τὴν ἀκώλυτον ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ἀλλ’ ἀντιθέτως σχεδὸν ἐχθρικὴ τοιαύτη. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἔγγραφα, θὰ εἴπουν οἱ κ. κ. Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προσπαθήσουν νὰ ἀποκρούσουν τὴν κατηγορίαν, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν σπουδαίας ὑπηρεσιακὰς ἐνεργείας. Μεταξὺ αὐτῶν θὰ ἀναφερθῇ βεβαίως καὶ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας καὶ πρὸς τὸ τμῆμα τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐρωτᾶται τὸ τμῆμα τοῦτο ἂν εἶχεν ἐκ τῶν προτέρων πληροφορίαν τινὰ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ ἀπόπειρα κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἀπαντᾷ ὁ διοικητὴς τοῦ τμήματος, πρὸ τῆς συλλήψεώς του, οὐδεμίαν!
§174Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ εἴχετε καὶ τὰ ἔγγραφα, διότι ἕως τώρα δὲν εἶδα κανὲν ἔγγραφον. Μόνον διαδόσεις ἀκούω.
§175Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Βεβαίως τὰ ἔχω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι δὲν παρηκολουθήσατε ἢ τὸ ἰσχυρίζεσθε αὐτὸ πρὸς δημιουργίαν προχείρου καὶ ψευδοῦς ἐντυπώσεως, σᾶς ὑπενθυμίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐχρησιμοποίησα καὶ ἀνέγνωσα σωρείαν ἐγγράφων καὶ δή, 1) τὴν ἀναφορὰν καὶ κατάθεσιν τοῦ Ἀστυνομικοῦ Διευθυντοῦ κ. Βαδούρη καὶ κατάθεσιν Βλάχου, 2) ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐσωτερικῶν κ. Ράλλη περὶ διώξεως ἀστυνομικῶν Ἔβερτ καὶ Λαμπρινοπούλου, 3) ἔγγραφον Εἰσαγγελίας Ἀρείου Πάγου πρὸς Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, 4) ἔγγραφον Ἀρχηγοῦ Ἀστυνομίας περὶ μὴ διώξεως πειθαρχικῆς κρατουμένων ἀστυνομικῶν, 5) ἔγγραφον σχετικῆς ἀπαντήσεως ἰδικῆς σας, 6) ἔγγραφον Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἀπὸ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Ἀστυνομίας ἡ πειθαρχικὴ δίωξις τῶν ἀστυνομικῶν, τῶν ἀρνηθέντων τὴν ἐκτέλεσιν διαταγῶν του, 7) ἔγγραφον Ἀρχηγοῦ Ἀστυνομίας πρὸς Εἰσαγγελέα, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ μὴ διωχθοῦν καὶ ἀναλαμβάνει αὐτὸς τὴν εὐθύνην, 8) ἔγγραφον δι’ ἀστυνομικὸν Κίναν, 9) πόρισμα καὶ ἔγγραφα διοικητικῆς ἀνακρίσεως Καλυβίτη, 10) ἔγγραφα διοικητικῶν ἀνακρίσεων Μπαρμπάτση καὶ Παπαδημητρίου, 11) δύο ἱστορικὰ καὶ βαρυσήμαντα ἔγγραφα Εἰσαγγελέως Ἀρείου Πάγου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς θιγούσας τὴν Δικαιοσύνην ἀνακοινώσεις σας, 12) ἔγγραφον διαταγῆς Ἀστυνομικῆς Διευθύνσεως περὶ παρακολουθήσεως ἀστυνομικοῦ Πανοπούλου, 13) ἔγγραφα ἀφορῶντα πρόσληψιν καὶ ἀπόλυσιν μυστικοῦ πράκτορος Εἰδικῆς Ἀσφαλείας Φασουλᾶ, 14) ἔγγραφα ἀφορῶντα χορήγησιν ἀδειῶν ὁπλοφορίας εἰς κακοποιοὺς καὶ πρώην καταδίκους, 15) ἔγγραφα ἀλληλογραφίας διὰ φωτογραφίας φυγοδικούντων, 16) τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀνακριτοῦ, 17) τὴν σχετικὴν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν Ἀρχηγείων Ἀστυνομίας καὶ Χωροφυλακῆς ἀλληλογραφίαν, διὰ τὴν μὴ σύλληψιν τῶν αὐτοκινήτων καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν ὑπευθύνων, 18) τὰ κείμενα τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὑμῶν καὶ ἐπεκαλέσθην εἰς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου καὶ τόσα ἄλλα τὰ ὁποῖα ὀφείλετε νὰ ἔχητε καὶ σεῖς ὑπ’ ὄψει σας.
§176Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ καθήσωμεν ἡμεῖς ἐδῶ νὰ εὕρωμεν τὸν ἔνοχον!
§177Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πράγματι δὲν πρέπει νὰ στραγγαλισθῇ ἡ ὑπόθεσις διὰ μιᾶς βεβιασμένης συζητήσεως.
§178Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ τὰ ἴδωμεν λοιπὸν τὰ ἔγγραφα.
§179Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐδῶ τὰ ἔχω. Μὴ τὰ ἀμφισβητεῖτε, κ. Ὑπουργέ. Διατὶ ἀσχάλλετε;
§180Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν τὰ ἀμφισβητῶ, ἀλλὰ νὰ τὰ διαβάσωμεν.
§181Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Βεβαίως θὰ τὰ διαβάσωμεν καὶ αὐτά.
§182Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Συνάδελφε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐγράφων, ἀλλὰ τὸ περιεχόμενον. Ἆρα ὑπάρχει, παρακαλῶ νὰ μᾶς τὸ ἀνακοινώσῃ.
§183Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν τὸ ἔχω. Τὸ κατέθεσα.
§184Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον. Ἔχει χρονολογίαν 7ης Ἰουνίου 1933 καὶ ἀναφέρει εἰς ἐκτέλεσιν διαταγῆς τοῦ Ἀρχηγείου ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχεν εἰς τὸ τμῆμα Γεν. Ἀσφαλείας περὶ τοῦ ἐγκλήματος πληροφορία παρ’ αὐτοῦ.
§185Γ. ΜΑΡΗΣ. Δηλαδὴ ἐρωτᾶται ὁ Πολυχρονόπουλος καὶ ἀναφέρει ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν πληροφορίαν. Εἶναι ἀστεῖον.
§186Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ Πολυχρονόπουλος ἀναφέρει καὶ σεῖς ἔχετε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι ἔνοχος ὁ Πολυχρονόπουλος, διότι ὁ ἀνακριτὴς μὲ βεβαιώνει ὅτι δὲν γνωρίζει ἀκόμη ἂν εἶναι ἔνοχος. Καὶ ἐὰν ἦτο ἔνοχος ὁ Πολυχρονόπουλος, ἔχετε τὴν ἀξίωσιν εἰς τὸ ἔγγραφόν του νὰ τὸ εἴπῃ; Ἐπ’ αὐτοῦ θεμελιοῦται ἡ ἐνοχὴ τῆς Κυβερνήσεως;
§187Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἡ ἔρευνα πρὸς ἀποκάλυψιν τῶν ἐνόχων στρέφεται ἀπὸ τὸν Τρύφωνα πρὸς τὸν Πολυχρονόπουλον.
§188Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὸς ἅπαντα τὰ Τμήματα ἀπεστάλη.
§189Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἡμεῖς τονίζομεν τὸ γελοῖον τῆς ἐρεύνης καὶ ὅτι εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ, ἐὰν ὑπάρχει μία πληροφορία περὶ τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον τόσον διετυμπανίζετο, ὥστε ὁ Καλυβίτης νὰ σᾶς λέγῃ εἰς τὸ πόρισμά του «ἡ ἀτμοσφαῖρα πολὺ πρὸ τῆς δολοφονικῆς ἀποπείρας ἦτο διάχυτος ἀπὸ τὰς φήμας καὶ τὰς διαδόσεις περὶ τῆς μελετωμένης καὶ παρασκευαζομένης ἀποπείρας κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ ὅτι ὅλαι αἱ διαδόσεις καὶ φῆμαι ἔφερον ὡς ὀργανωτὴν τὸν διοικητὴν τοῦ τμήματος τῆς Γεν. Ἀσφαλείας». Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα ἠρκέσθητε εἰς τὴν ἐνέργειαν νὰ ἐρωτήσητε τυπικῶς τὸν Πολυχρονόπουλον, ἐὰν ὑπῆρχε πληροφορία καὶ νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν.
§190Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς ἀπαντῶ τὸ ἑξῆς. Ὅταν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ ἅπαντας τοὺς ὑφισταμένους του καὶ οὐχὶ μόνον ἀπὸ τὸν Πολυχρονόπουλον, τοῦτο τὸ ὀνομάζετε τυπικὴν ἐνέργειαν; Ἠμπορεῖτε διὰ τούτου νὰ κατηγορήσητε ὅτι ὁ κ. Τρύφωνας δὲν ἐνήργησεν ὡς ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ;
§191ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι χαρτοβασίλειον.
§192Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἀποδώσητε τοιαύτην κατηγορίαν.
§193Γ. ΜΑΡΗΣ. Τὶ ἐκάματε, ὅταν ὁ κ. Καλυβίτης, κατόπιν διοικητικῆς ἀνακρίσεως, σᾶς ὑπέβαλεν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι ἦτο διάχυτος ἡ ἀτμοσφαῖρα ἀπὸ φήμας ὅτι ἡ προπαρασκευὴ καὶ ἡ ὀργάνωσις τῆς δολοφονίας τοῦ Βενιζέλου ἐγένετο ὑπὸ τὸ Τμῆμα Γενικῆς Ἀσφαλείας; Τὶ ἐκάματε;
§194ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν χιλιάδες οἰκογενειῶν ἐπενθηφόρησαν ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὄχι μία ἀπόπειρα, ἀλλὰ χιλιάδες ἀπόπειραι θὰ γίνουν.
§195Γ. ΜΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἐπιθυμοῦμεν ἀκριβῶς νὰ μάθωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει τὴν ἀπόπειραν, ὡς ἐκδίκησιν.
§196Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Υἱοθετεῖτε λοιπὸν τὸ ἔγκλημα; Μὴ χειρότερα. Ἐρωτᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς διατὶ τὸ ἀνέφερα τὸ ἔγγραφον αὐτὸ καὶ ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν μὲ ὠφελεῖ. Ἀπαντῶ, ἐὰν, κατὰ τὴν ἀντίληψίν του, ἀστόχως τὸ ἐχρησιμοποίησεν ἡ κατηγορία, τόσον τὸ καλλίτερον διὰ τὴν ὑπεράσπισιν. Ἀλλ’ ἐγὼ τὸ ἀνέγνωσα διὰ νὰ δώσω ἀποστομωτικὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀμφισβητήσαντα κατ’ ἀρχὰς ἀπολύτως τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐγγράφου. Ποίαν ἀξίαν τώρα καὶ ποίαν σημασίαν ἔχουν τὰ ἔγγραφα αὐτά, θὰ τὸ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή. Ἐγώ τὸ ἀνέφερα ὡς περιέχον μίαν τραγικὴν εἰρωνίαν, διότι ἀνεξαρτήτως τῶν ὅσα εἶπεν ὁ Συνάδελφος κ. Μαρῆς, ὁ κ. Βαθούρης, ὁ ἀστυνομικὸς Διευθυντὴς Ἀθηνῶν, εἶχε δεχθῆ ἤδη κατὰ πρόσωπον τὴν καταγγελίαν ἀπὸ τὸν ἀξιωματικὸν τῆς ἀσφαλείας τοῦ κ. Βενιζέλου, κ. Κουφογιαννάκην, ὅτι οἱ ἀστυνομικοὶ καὶ δὴ τοῦ τμήματος Γενικῆς Ἀσφαλείας εἶναι οἱ δρᾶσται τοῦ ἐγκλήματος. Τὸ ἀνέφερα ἐπίσης ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἄλλας ἐνεργείας τῆς ὑπηρεσίας σας καὶ εἰδικῶς πρὸς τὴν διαταγὴν τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, ὅπως παρακολουθηθῇ ὁ ἀστυνόμος Πανόπουλος, ὑπὸ χρονολογίαν 10ης Ἰουνίου. Ἐξ αὐτῶν καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀστυνομική σας ὑπηρεσία δὲν ἐσοβαρεύετο, ἂν δὲν παρεπλάνα. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι οὐδὲν ἀπολύτως στοιχεῖον προσεκόμισε μέχρι τοῦδε ἡ ἀστυνομία εἰς ὑποβοήθησιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως. Καὶ εἶναι ἡ πραγματικότης αὐτὴ, συμφώνως πρὸς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ.
§197ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς ἀκούω τρεῖς ὥρας νὰ λέγητε πράγματα, μὴ στηριζόμενα ἐπὶ τῆς δικογραφίας...
§198Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐγώ, κ. Συνάδελφε, ἐδήλωσα καὶ δὲν ἐπροσέξατε ὅτι χρησιμοποιῶ στοιχεῖα προκύπτοντα ἀπὸ τοὺς φακέλλους τοὺς κατατεθειμένους εἰς τὴν Βουλήν, ἀπὸ τὰς διοικητικὰς δηλαδὴ ἀνακρίσεις καὶ ἐνεργείας. Δὲν χρησιμοποιῶ στοιχεῖα ἐκ τῆς ποινικῆς δικογραφίας, ἥν ἔχετε σεῖς ὑπ’ ὄψει σας. Κακῶς δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν ἱερᾷ ἀγανακτήσει πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὅτι θὰ εὕρωμεν ἐδῶ τὸν ἔνοχον ὑπὸ τὴν ποινικὴν ἔννοιαν. Ἐδῶ ζητοῦμεν εὐθύνας ἀπὸ τοὺς πολιτικῶς ἐνόχους. Ὅταν ἐπεκαλέσθην τὸ ἔγγραφον, ὁ κ. Ὑπουργός, πρὸς δημιουργίαν ἐντυπώσεως, μᾶς ἠμφισβήτησε τὴν ὕπαρξιν, ζητήσας ἐν θυμῷ νὰ ἀνευρεθῇ...
§199Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν ὅτι δὲν διημφισβήτησα τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐγγράφου. Ἐγὼ ἠμφισβήτησα τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον σεῖς κρίνετε τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου.
§200Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰς τὴν ἀρχὴν εἴπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον. Τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ περιεχομένου τοῦ ἐγγράφου εἶναι δικαίωμά μου νὰ κανονίσω ἐγώ.
§201Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον ποῦ εἶναι τὸ ἔγγραφον; Δι’ αὐτοῦ ἤθελον νὰ διαμφισβητήσω τὸ ἑξῆς· ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν ἐστάλη μόνον πρὸς τὸν Πολυχρονόπουλον, ἀλλὰ πρὸς ἁπάσας τὰς ὑπ’ αὐτὸν ἀστυνομικὰς ἀρχάς.
§202Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Θὰ σᾶς παρακαλέσω διὰ νὰ ἠξεύρω καὶ ἐγὼ, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀπαντήσω εἴς τινα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεώς σας, νὰ μοῦ εἴπητε τὶ ἐκ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἠθέλετε νὰ συναγάγητε.
§203Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν μὲ παρηκολουθήσατε. Εἶπον ὅτι ὑπάρχει ἕν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον παραγγέλλει τὴν παρακολούθησιν τοῦ ἀστυνόμου Πανοπούλου. Τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν ἐχαρακτήρισα ὡς οὐχὶ ὑποβοηθητικὴν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ μᾶλλον παραπλανητικὴν αὐτῆς. Ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀνέφερα τὰ ἔγγραφα τὰ τυπικά, τὰ σχεδὸν εἰκονικά, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων πρὸς ὅλα τὰ τμήματα καὶ πρὸς τὸ τμῆμα Γενικῆς Ἀσφαλείας, ἐὰν ὑπῆρχε πρὸ τοῦ ἐγκλήματος πληροφορία περὶ αὐτοῦ, ἵνα πληρωθῇ προφανῶς ἁπλοῦς τύπος. Εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸ τμῆμα Γεν. Ἀσφαλείας καὶ ἡ ἀπάντησις αὐτοῦ περιέχουν τὸ ὀλιγώτερον τραγικὴν εἰρωνίαν. Ἐγὼ ἐτόνισα ἤδη γενικῶς ὅτι αἱ ὅλαι ἐν προκειμένῳ ἐνέργειαι τῶν ἀστυνομικῶν, δὲν ὑπῆρξαν σοβαραὶ καὶ ἀνάλογοι πρὸς τὸ ἔγκλημα. Τὶ νὰ τὰ κάμω τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἀναφοράς, τὰς ὁποίας ἤρχισαν νὰ συντάσσουν, ὡς λέγει καὶ ὁ κ. Βλάχος εἰς τὴν κατάθεσίν του, μετὰ τὸ ἔγκλημα, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ κινηθοῦν ἀμέσως πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν καὶ μὲ ὅλας των τὰς δυνάμεις πρὸς σύλληψιν τῶν δραστῶν καὶ τῶν αὐτοκινήτων;
§204Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Εἴπετε ὅτι εἰς τὰς 10 Ἰουνίου ὑπάρχει μία διαταγὴ παρακολουθήσεως τοῦ ἀστυνόμου Πανοπούλου. Ἐδῶ βλέπω ὅτι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνω πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ τμήματα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἶναι τῆς 7ης Ἰουνίου. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ ἕν μὲ τὸ ἄλλο, καὶ δὲν καταλαμβάνω τὶ σᾶς ὠφελεῖ.
§205Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἶπα, κ. Ὑπουργέ, ἂν δὲν ὠφελεῖ τὴν κατηγορίαν, τόσον τὸ καλλίτερον διὰ τὴν ὑπεράσπισιν!.
§206Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Διατὶ ὁμιλεῖτε περὶ κατηγορίας καὶ ὑπερασπίσεως;
§207Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Σᾶς ἐνοχλοῦν οἱ ὅροι, κ. Ὑπουργέ; Ἐννοῶ προφανῶς κοινοβουλευτικὴν κατηγορίαν καὶ κοινοβουλευτικὴν ὑπεράσπισιν. Ἐγὼ τὰ συνδυάζω τὰ ἔγγραφα καὶ κάμνω ἕνα συλλογισμόν, λογικῶς ἀμάχητον. Σᾶς εἶπα καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τὰ εὑρίσκω εἰκονικὰ καὶ τυπικά. Ἐγὼ καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἤθελε κίνησιν καὶ δρᾶσιν σύμφωνον πρὸς τὴν ἐπιταγὴν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν καθηκόντων των. Κύριοι Συνάδελφοι, ἀκούω καὶ ἄλλας χαμηλοφώνους ἀντιρρήσεις, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν σπουδήν, τὴν ἐκδηλουμένην ἐκ μέρους ἐνίων Συναδέλφων τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως, πρὸς ἀντίκρουσιν διὰ προχείρων διακοπῶν τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπικαλοῦμαι. Θέλουν ἁπλῶς διὰ μιᾶς παρεμβάσεως καὶ δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ τὰ χαρακτηρίζουν ὡς ἄνευ σημασίας, εἶναι δικαίωμά των. Ἔχουν βεβαίως τὸ δικαίωμα ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀποκρούοντες τὴν ἐπερώτησιν καὶ ἀτόπως μεταθέτοντες ἴσως τὴν συζήτησιν, νὰ εἴπουν ὅ,τι ἂν θέλουν πρὸς ἀντίκρουσιν αὐτῶν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι τοῦτο δικαίωμά των, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι θὰ συγκρουσθοῦν πρὸς τὰ πράγματα ἀμειλίκτως. Τὴν γλῶσσαν αὐτὴν τὴν κοπτερὰν καὶ συντριπτικὴν ἡμεῖς, ἐλαλήσαμεν, μηδὲν ὑπερβάλλοντες, μηδὲν παρεμβάλλοντες, μηδὲν ἐξ αὐτῶν λέγοντες. Αὐτὰ σᾶς κατηγοροῦν, σᾶς καταδικάζουν, σᾶς κεραυνώνουν, διότι ἡ Ἀστυνομία τῆς Κυβερνήσεώς σας οὐδένα κατώρθωσε κατὰ τὸ τρίμηνον πλέον διάστημα παρὰ τὰς κυβερνητικὰς ἐπαγγελίας, οὐδένα κατώρθωσε νὰ ἀνακαλύψῃ καὶ συλλάβῃ, καίτοι τὴν ὑπεβοήθησαν αὐθορμήτως πλεῖστοι πολῖται. Δὲν λησμονῶ βεβαίως ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν εἰς τὰς ἀρχὰς ὅτι θεωρεῖ ζήτημα τιμῆς τὴν ἀνακάλυψιν ὅλων τῶν δραστῶν καὶ ὅτι θὰ ἐνισχύσῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν Δικαιοσύνην. Αἱ δηλώσεις ὅμως αὗται ἀπετέλεσαν καθαρὰν φιλολογικὴν ἐκδήλωσιν ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ μελῶν αὐτῆς. Διότι ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσαν νὰ προβοῦν εἰς οἰκτρὰς δηλώσεις, φοβηθέντα τὸν κίνδυνον τῆς πολιτικῆς ζημίας, ἡ ὁποία ἀναποφεύκτως θὰ ἐπήρχετο ἐκ τοῦ ἀπαισίου ἐγκλήματος καὶ ζητήσαντα προχείρως νὰ ἐξουδετερώσουν τὴν παραχθεῖσαν ἐξ αὐτοῦ ὀδύνην καὶ κατάπληξιν, ἐνῷ ἀντίθετος καὶ σύμφωνος πρὸς τὴν αὐστηρὰν ἀντίληψιν ἀμύνης τοῦ Κράτους κατὰ τοῦ ἐγκλήματος τακτική, θὰ ἠδύνατο ἀσφαλῶς νὰ ἐλαττώσῃ τὰς κυβερνητικὰς εὐθύνας διὰ τὴν ἀσυγχώρητον καὶ ἐγκληματικὴν κυβερνητικὴν ἀπρονοησίαν καὶ ἀμέλειαν. Διατὶ νὰ στενοχωρηθοῦν τόσον καὶ νὰ σπεύσουν εἰς δηλώσεις ὡς ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ Γεν. Διοικητὴς Θράκης καὶ κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἔγκλημα τὸ διέπραξαν οἱ κομμουνισταὶ ἢ οἱ βενιζελικοί; Διατὶ νὰ ριφθῇ ἀπὸ τὸ ἐπίσημον στόμα μέλους τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἡ ἐκδοχὴ αὐτὴ περὶ τῆς τελέσεως τοῦ ἐγκλήματος;
§208Μ. ΜΑΝΤΑΣ (Ὑπουργὸς Γενικὸς Διοικητὴς Θράκης). Δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἐγράφη εἰς τὰς βενιζελικὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐφημερίδα. Εἶναι κακόηθες ψεῦδος, διότι ἂν ἔκαμνα δηλώσεις, δὲν θὰ ἔκαμνα εἰς τὰς βενιζελικὰς ἐφημερίδας.
§209Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐδῶ εἶναι ἡ «Πρωΐα» τῆς Δράμας, εἰς τὴν ὁποίαν κάμνετε δηλώσεις μὲ τὴν αὐτὴν γλῶσσαν.
§210Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Εἶναι τὰ τηλεγραφήματα τὰ ψεύδη, τὰ ὁποῖα ἐστείλατε ἀπὸ ἐδῶ, εἶναι ἀνάξια διαψεύσεως διότι ἡ ἀνάκρισις διεξάγεται ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὅταν ἐκλήθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ Πλαστήρα ἠρνήθη. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ρηγανάκος, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κάμνει τὴν ἀνάκρισιν σήμερον. Καὶ αὐτὸ εἶναι κακοήθεια τοῦ τύπου τοῦ ἰδικοῦ σας.
§211Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐνισχύετε τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως!
§212Π. ΚΑΛΛΙΓΚΑΤΣΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Μαντᾶς νὰ ἀνακαλέσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε ἐναντίον τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι). Τὴν ἐπαύριον τοῦ ἐγκλήματος τὸν συνήντησα εἰς τὸν δρόμον καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι τὸ ἔγκλημα τὸ ἔκαμαν οἱ κομμουνισταί. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§213Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Ὑπουργέ. Διατὶ στενοχωρεῖσθε καὶ ἐκτρέπεσθε εἰς ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Δικαιοσύνης; Εἶναι βέβαιον καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἐπεκαλέσθην ὅτι ἐδημοσιεύθησαν ἀνακοινώσεις ὑμῶν περὶ τοῦ ἐγκλήματος καὶ δὲν διεψεύσθησαν.
§214Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Διεψεύσθησαν.
§215Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Διαψεύδονται μόνον τώρα. Ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς ὅτι σεῖς ἐλάβατε ἀφορμὴν ἐκ δημοσιεύσεως καταθέσεων μαρτυρικῶν ἐνώπιον τῆς ποινικῆς ἀνακρίσεως, σχετικῶν πρὸς ὡρισμένον γεγονός, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπεδίδετο, διότι ἀνεφέρετο τὸ ὄνομά σας ἀναμεμιγμένον νὰ κάμητε εἰς τὴν «Πρωΐαν» τῆς Δράμας δηλώσεις, ἐνῷ θὰ ἦτο ἀποτελεσματικωτέρα ἡ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ἀπόκρουσις τῆς προσάψεως τῆς μομφῆς αὐτῆς. Εἰς αὐτὰς λέγετε μεταξὺ ἄλλων (ἀναγινώσκει) «ὁ βενιζελισμὸς ἐστρατολόγησε ψευδομάρτυρας ἵνα καταθέσουν ὅτι συνετρώγατε μὲ τὸν Καραθανάσην εἰς Μαραθῶνα τὴν 24ην Μαΐου καὶ ἐπικαλούμενος τὸ ἄλλοθι προσθέτετε ἀκόμη τὰ ἑξῆς· «ὁ βενιζελισμὸς ἔπαυσε νὰ ἀποτελῇ ἠθικὸν πολιτικὸν συγκρότημα, ἐφόσον τοιαῦτα κακοήθη μέσα μεταχειρίζεται κατὰ τῶν ἀντιπάλων του». Ἡ ἐφημερίς, εἰς τὴν ὁποίαν κάμνετε τὰς δηλώσεις αὐτάς, ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι ζήτημα ἂν ἐχθροὶ τοῦ βενιζελισμοῦ διέπραξαν τὴν ἀπόπειραν. Καὶ σεῖς ἐπιμένετε καὶ ὑποστηρίζοντες τὸ ἄλλοθι ἐνῷ γνωρίζετε ὅτι αὐτὰ ἐλέχθησαν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ τὰ χαρακτηρίζετε ὡς δημιουργήματα τοῦ βενιζελισμοῦ».
§216Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Τὶ λέγει αὐτό; Εἶναι διαμαρτυρία, τὴν ὁποίαν ἔκαμα διὰ τὴν κακοήθειαν, τὴν ὁποίαν μοῦ εἶπον.
§217Γ. ΜΑΡΗΣ. Αὐτὴ εἶναι βενιζελικὴ ἐφημερίς;
§218Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἀντιβενιζελική, ἐνῷ αἱ δῆθεν δηλώσεις ἐγένοντο εἰς τὸ «Ἔθνος» καὶ τὰ «Ἀθηναϊκὰ Νέα». Ἐγώ, ἐὰν ἤθελα νὰ κάμω δηλώσεις, θὰ τὰς ἔκαμα εἰς τὰς κυβερνητικὰς ἐφημερίδας καὶ δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ τὰς κάμω εἰς βενιζελικὰς ἐφημερίδας. Ἐπρόκειτο περὶ κακοηθείας. Ἐστρατολογοῦντο μάρτυρες, λέγοντες ὅτι ἐγὼ εὑρισκόμην εἰς Μαραθῶνα...
§219Π. ΚΑΛΛΙΓΚΑΤΣΗΣ. Αὐτὰ τὰ εἴπετε καὶ εἰς ἐμέ. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§220Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὰς δηλώσεις σας ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀποδοθέντα εἰς ὑμᾶς εἰς τὴν ἀνάκρισιν, εἰς τὰ ὁποῖα κακῶς ἀπηντήσατε διὰ τῶν ἐφημερίδων μὲ τοιαύτην γλῶσσαν.
§221Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς εἴπετε ὅτι ἔκαμε δηλώσεις ὁ κ. Μαντᾶς, ὅτι οἱ μπολσεβῖκοι ἔκαμαν τὸ ἔγκλημα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεδείχθη.
§222Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐδημοσιεύθησαν αἱ δηλώσεις αὐταί, κ. Πρόεδρε. Μόλις τώρα ἀνακαλοῦνται.
§223Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ποῦ ἐδημοσιεύθησαν;
§224ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Καλλιγκάτσης τὸ ὁμολογεῖ.
§225Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Εἶναι καὶ αὐτὸ ὅπως καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν εἰς τὸ «Ἔθνος» καὶ εἰς τὰ «Ἀθηναϊκὰ Νέα». (Χειροκροτήματα).
§226Π. ΚΑΛΛΙΓΚΑΤΣΗΣ. Πολὺ ἀργὰ ἐσκέφθητε νὰ μὲ διαψεύσητε. Ἐγὼ σᾶς ἐκάλεσα νὰ μὲ διαψεύσητε καὶ δὲν ἐτολμήσατε.
§227Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ διεξαχθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συζήτησις.
§228ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀγανακτεῖτε, Κύριε Πρωθυπουργέ, ἀλλὰ προηγουμένως ὁ Συνάδελφος ὑμῶν, Γεν. Διοικητὴς Θράκης, διότι ὑπῆρχον καταθέσεις ἐναντίον του, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὰς κρίνω αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶπεν ὅτι ὁ τάδε Εἰσαγγελεὺς ἔκανε τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἐνήργησε μίαν δριμυτάτην ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν. Νομίζετε ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ συζήτησις ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως, ὅταν ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ καταφέρονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐναντίον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς;
§229Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, (χειροκροτήματα) βλέπω ὅτι προσπαθεῖτε, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ ρίψητε ἔλαιον εἰς τὴν πυράν. Τὸ ἐπεισόδιον ἦτο ἁπλοῦν. Ὁ ἀγορεύων εἶπεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμε δηλώσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὸ ἔγκλημα διεπράχθη παρὰ τῶν κομμουνιστῶν. Τὸ περιστατικὸν τὸ ἠρνήθη ὁ κ. Ὑπουργός. Εἶπεν ὅτι τοιαύτας δηλώσεις δὲν ἔκαμεν.
§230ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Δεικνύων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸν Φιλελεύθερον βουλευτὴν κ. Καλλιγκάτσην). Ὑπάρχει μάρτυς.
§231Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ μοῦ ἐπικαλεῖσθε μάρτυρας.
§232ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχω ἀξιόπιστον μάρτυρα.
§233Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Μαντᾶς ὅτι τὰ ἔγραψαν αὐτὰ βενιζελικαὶ ἐφημερίδες ἀνακριβῶς καὶ ὅτι αὐτὸς δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι, τότε ἀνέγνωσεν ὁ ἀγορεύων κ. Βουλευτὴς διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἀληθῆ λέγει, ὅτι τὸ ἔγραφαν, ὄχι μόνον βενιζελικαὶ ἐφημερίδες, ἀλλὰ καὶ ἐφημερίδες προσκείμεναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀνέγνωσεν ἐφημερίδα, ὡς περιέχουσαν αὐτὰς τὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ὅμως, ὡς ἀπεδείχθη, δὲν περιέχουν ταύτας. Ὅλος ὁ θόρυβος ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἀβραάμ.
§234ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Προσπαθεῖ νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ δημιουργουμένου θορύβου ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὄρθιον εἰς τὴν θέσιν του) Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς ἀκούομεν μετὰ σεβασμοῦ, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ μᾶς ἀκούετε μὲ σεβασμόν!
§235Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀκούομεν, ἀλλὰ προσπαθῶ καὶ νὰ κρατήσω τὴν συζήτησιν, ὅση μοι δύναμις, ἐντὸς τῶν ὁρίων ποὺ πρέπει.
§236ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῆτε, ὅταν ὁ Συνάδελφος σας Γενικὸς Διοικητὴς Θράκης ὑβρίζει τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§237Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω τὶ εἶπε περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι ρίπτετε ἔλαιον εἰς πυράν.
§238Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Δὲν ὕβρισα, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Ἀγροτικῶν καὶ Ἐργατικῶν, κανένα.
§239ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ ὑβρίζῃ τὸν Εἰσαγγελέα.
§240Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἶναι γεγονὸς ὅτι αἱ δηλώσεις ἐδημοσιεύθησαν καὶ δὲν διεψεύσθησαν παρὰ μόνον σήμερον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅστις βεβαίως, ὤφειλε νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τῆς ἀποδοθείσης αὐτῷ μομφῆς ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διέψευσε ταῦτα, εἰπὼν ὅτι δῆθεν τὸ βενιζελικὸν συγκρότημα τὰς ἐδημιούργησε καὶ τὰς δηλώσεις του ἐκείνας καὶ τὰς μαρτυρικὰς καταθέσεις, φοβοῦμαι ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς διαψεύσεως γεγονότων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς συκοφαντικὴν του δυσφήμησιν, ἡ ὁποία τοῦ προσήπτετο, δὲν ἦτο ὁ καταλληλότερος. Διατὶ ὁ κ. Γενικὸς Διοικητὴς Θράκης χαρακτηρίζει μὲ τόσην εὐκολίαν ὁλόκληρον τὸν βενιζελισμὸν ὡς ἀνήθικον συγκρότημα καὶ τὰ βεβαιούμενα εἰς τὴν ἀνάκρισιν ὡς κατασκευάσματα δῆθεν αὐτοῦ τοῦ συγκροτήματος; Εἴδετε καὶ πρὸ ὀλίγου ἐκδηλουμένας, κατὰ τὸν πλέον ἀπροκάλυπτον τρόπον, τὰς ἀντιλήψεις του αὐτὰς περὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἔργου της.
§241Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς ἀπαλλάξω ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν, λέγων ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ φυσικὸν καὶ τὸ ἀντιλαμβάνεται πᾶς τις. Ὅταν ἔρχωνται καὶ γράφουν κατὰ ἑνὸς Ὑπουργοῦ τοιαῦτα περιστατικά, οἷα ἐγράφησαν κατὰ τοῦ κ. Μαντᾶ, δὲν ἦτο δυνατόν...
§242Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Παρουσίασαν καὶ μίαν φωτογραφίαν διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἠσκούμην εἰς τὴν σκοποβολὴν καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἦσαν ἄλλα τὰ πρόσωπα τῆς φωταγραφίας.
§243Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Πρῶτον αὐτὰ δὲν ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας’ κατετέθησαν εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν φωτογραφίαν μόνον εἰς κυβερνητικὰς ἐφημερίδας ἐδημοσιεύθη πρὸς διάψευσιν τῶν καταθέσεων καθ’ ἃς εἶχε ληφθῆ φωτογραφία, ἀλλ’ εἶχεν ἐξαφανισθῆ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθησαν παρόμοιαι δηλώσεις καὶ ἀνακοινώσεις, γενόμεναι εἰς τὸ αὐτὸ στεγῶς πολιτικὸν πνεῦμα καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ὡς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐτόνιζεν εἰς τὰ ἔγγραφά του, νὰ δύνανται νὰ βλάψουν τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως. Εἶναι λόγου χάριν γνωστὸν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαψεύσῃ ἀνακοινωθὲν, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας ὡς ἐκδοθὲν ἐκ μέρους τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου, διὰ τοῦ ὁποίου ἠπειλεῖτο διὰ διώξεως ὁ ἀνακριτὴς διὰ τὰ σφάλματά του καὶ ἐθίγετο καιρίως τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης.
§244Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὑπάρχει κάποια ἀξίωσις τέλος πάντων ὅταν ἐβγῆκα καὶ διέψευσα τὰ ἀνακοινωθέν, κατόπιν ὁ Ὑφυπουργὸς τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου ἐπίσης τὸ διέψευσεν, ἐξηγήσας πῶς ἐγένετο. Ἀπὸ τὸ τηλέφωνον ἐκάλεσε τοὺς συντάκτας τῶν ἐφημερίδων. Αὐτοὶ τὸ ἔκαμαν ἀμέσως ἀνακοινωθέν, ἐνῷ δὲν εἶπε τίποτε ἢ μίαν πρόχειρον κουβέντα.
§245Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀτυχῶς ἐδημοσιεύθησαν προηγουμένως ἰδικαί σας δηλώσεις, παρεμφερεῖς, περὶ ἐκνευριστικῶν τῆς κοινῆς γνώμης ἐνεργειῶν τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ εἶναι γεγονὸς ἡ διάψευσις τῆς ἀνακοινώσεως αὐτῆς τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου.
§246Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουργὸς Πρ. Κυβερνήσεως). Μοῦ φαίνεται ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ἐν καλῇ πίστει ὅταν συζητοῦμεν. Λέγετε ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διέψευσε· δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ὅτι τὸ ἀνακοινωθὲν τὸ διέψευσε καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον δι’ ἀνακοινωθέντος του, ἤτοι ἐγώ, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐξήγησα διὰ μακρῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας πῶς συνέβη καὶ ἡ ἀνακοίνωσις ἡ ἰδική μου ἐπλαστογραφήθη ὡς ἀνακοινωθέν, καὶ τὸ διέψευσα. Δὲν ἐκπλήσσομαι διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγεται ἡ συζήτησις, διότι προηγουμένως εἴπετε ποία εἶναι ἡ ἀντίληψίς σας περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὅπως χθὲς καὶ οἱ Ἀρχηγοί σας. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω ὅτι λέγετε ἀνακριβείας, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν διέψευσε τίποτε. Ἀλλὰ ἀνακοινωθὲν τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου διέψευσε τὸ πλαστογραφημένον ἀνακοινωθέν.
§247ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐπιστολαὶ τῶν δημοσιογράφων, αἱ ὁποῖαι βεβαιοῦν τὰ ἀντίθετα.
§248Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἤθελα νὰ μάθω, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου διέψευσε τὸ περιεχόμενον τοῦ ἀνακοινωθέντος, ἢ λέγει ὅτι ὑπῆρξεν ἀνακοίνωσις καὶ ὄχι ἀνακοινωθέν;
§249Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέν ὑπάρχει οὔτε περιεχόμενον, οὔτε ἀνακοινωθέν. Νὰ πάρετε τὰς ἐφημερίδας νὰ τὰ ἰδῆτε.
§250Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πάρωμεν τὰς ἐφημερίδας. Ἀκούομεν τί λέγετε σεῖς.
§251Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ διέψευσα τὴν φήμην περὶ ἀπολύσεως τοῦ κ. Τζωρτζάκη καὶ μὲ ἠρώτησαν οἱ δημοσιογράφοι. «Δὲν θὰ ἀπολυθῇ ὁ κ. Τζωρτζάκης παρ’ ὅλα τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν;». Καὶ εἶπον, ἄν ὁ κ. Τζωρτζάκης διέπραξε σφάλματα, ὑπάρχουν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐποπτεύουν καὶ θὰ τὸν κρίνουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Αὐτὰ ἔγιναν ἐν προφορικῇ συνομιλίᾳ μας καὶ τὴν ἑπομένην βλέπω εἰς τινας ἐφημερίδας ἀνακοινωθέν. Σεῖς γνωρίζετε, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, πῶς συντάσσονται καὶ δίδονται πρὸς δημοσίευσιν τὰ ἀνακοινωθέντα. Εἰδικῶς ἐγώ ὅταν δίδω ἀνακοινωθέν τὸ μονογράφω, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ παραποιηθῇ τὸ κείμενόν του καὶ νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ γνησιότης του.
§252Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμα μίαν παρατήρησιν ὅτι ἐνόμισα ὅτι διεψεύσατε τὸν τύπον τῆς ἀνακοινώσεως καὶ ὄχι τὸ περιεχόμενον.
§253Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Γεγονὸς εἶναι, ὁπωσδήποτε ὅτι ὡμιλήσατε περὶ σφαλμάτων τῆς ἀνακρίσεως. Αὐτὸ ἀρκεῖ διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ ποῖος εἶναι καὶ ποῖος δὲν εἶναι ἐν καλῇ πίστει. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου ὑπέμνησα, κ. Συνάδελφε, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτόνισεν εἰς τὰς δηλώσεις του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι τὸ ἔγκλημα διετάραξεν ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν φρονημάτων. Ἄν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν. Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, ἅτινα ἔλαβε κατὰ τῆς σημειωθείσης οἰκτρᾶς παραφωνίας διὰ τῶν ὠμῶν καὶ ἀπροκαλύπτων ἐκείνων ἐκδηλώσεων ὑπεραπολογίας τοῦ ἐγκλήματος; Αἱ ἀξιοθρήνητοι αὐταὶ ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο κατὰ τρόπον προσβάλλοντα, ὄχι μόνον τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ τύπου, ἀλλὰ καὶ τὰς οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ κειμένου ποινικοῦ νόμου, διότι ἔφερε τὸν βαρύτατον χαρακτῆρα τῆς προκλήσεως τοῦ λαοῦ εἰς ἐμφύλιον πόλεμον, ἐσυνεχίσθησαν ἄν δὲν συνεχίζονται ἀκόμη, ἐπὶ μακρὸν χωρὶς νὰ κινηθῇ, ὡς ἔδει, αὐστηρὸς κατ’ αὐτῶν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐν τούτοις πολλάκις ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἠπιωτέρας, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλέσῃ τὴν ἁρμοδίαν εἰσαγγελικὴν ἀργὴν ἵνα θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν κατὰ τῶν παραβατῶν. Καὶ ὑπενθυμίζω καὶ πάλιν, ὅτι διὰ τὴν δίωξιν τῶν κατηγορηθέντων διὰ τὰ γεγονότα τῆς 6ης Μαρτίου, δύο νόμων τὴν ψήφισιν εἰσηγήθη καὶ ἐπεδίωξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῆς δίκης ἐκείνης.
§254Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἴπετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρημέλησε καὶ ἰδίᾳ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ καθῆκόν του εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ διώξῃ ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι προυκάλεσαν διὰ τῆς ἀρθρογραφίας των εἰς ἐμφύλιον σπαραγμόν. Ἀλλ’ ὅπως θὰ ἴδητε εἰς τὰς ἑπτὰ ἐφημερίδας μόλις ἔγραψαν καὶ αἱ φιλικαὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἔτεινον εἰς πρόκλησιν ἐμφυλίου σπαραγμοῦ, ἔδωσεν αὐστηρὰς διαταγὰς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ διώξῃ καὶ ἐδιώχθησαν καὶ αἱ ἐφημερίδες αὐταί.
§255Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Αἱ διώξεις κατὰ τῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι ἡρωοποίησαν τοὺς δολοφόνους καὶ ἐκάλεσαν συναγερμὸν μυρμητῶν καὶ γιγάντων! ἔμειναν εἰς τὸ χρονοντούλαπον.
§256Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Συνάδελφε, ἐχρηματίσατε ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ρίπτετε τὴν μομφὴν ὅτι ἔμειναν εἰς τὸ χρονοντούλαπο. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ εἰς Εἰσαγγελέα καὶ νὰ παρακολουθῇ καθημερινῶς ἂν εἰσάγωνται αἱ ὑποθέσεις πρὸς ἐκδίκασιν; Αὐτὰ εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐγὼ ἓν καθῆκον εἶχον· νὰ προκαλέσω τὴν δίωξιν.
§257Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Παρακολουθεῖτε περισσότερον τὰ λαχεῖα τῶν ἐφημερίδων, κ. Ὑπουργέ. Εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐγκλήματος βεβαιότατα ὀφείλετε νὰ κάμητε τὸν Εἰσαγγελέα δίδοντες αὐστηρὰς σχετικὰς ὁδηγίας ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρμοδιότητός σας, ὅπερ καὶ διαγράφει τὸ Διάταγμα, ὡς ὑπενθύμισεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§258Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τῆς ἑπομένης τοῦ ἐγκλήματος, προϊδὼν τὶ θὰ ἐγίνετο μὲ τὸν τύπον, ἐζήτησα καὶ ἐξεδόθη διαταγὴ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν ἀπαγορεύουσα τὴν ἀναγραφὴν εἰδήσεων σχετιζομένων μὲ τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ ἐδέχθην μύδρους καὶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ. Καὶ ὑπάρχουν σήμερον ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι ἐναντίον τῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι παρέβησαν τὴν διαταγὴν αὐτήν. Τὶ ἄλλο ἠθέλατε νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§259ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠθέλαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάμῃ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ καταδικάζουν τοὺς καταπτύστους ἐκείνους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπεδοκίμαζαν τὸ ἔγκλημα καὶ ἡρωοποίουν τοὺς δράστας.
§260Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ συνδέεσθε φιλικῶς μὲ ὅλους τοὺς δικαστὰς οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦν νὰ τοὺς ἐρωτήσητε τὶ ἐγένετο ἐκ μέρους ἡμῶν.
§261Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Ἕνδεκα ἔτη ἐπέρασαν ἀπὸ τὸ ἔγκλημα κατὰ τῆς ἰδικῆς μας παρατάξεως, καὶ αἱ ἐφημερίδες σας λέγουν ὅτι καλῶς ἐγένετο. Θὰ ὁμιλήσωμεν ἀπόψε ἐπὶ ὅλων τῶν ἐγκλημάτων τῶν διαπραχθέντων εἰς τὸν τόπον.
§262Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπαναλαμβάνω καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ θέλετε νὰ ὠθῆτε τὰ πράγματα εἰς κακὸν δρόμον, διότι θὰ εἶσθε ὑπαίτιοι μεγάλων ζημιῶν. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον...
§263Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀπειλεῖτε, κ. Πρόεδρε;
§264Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπειλῶ, θέλω νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ὁμαλώτερον.
§265Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ρίπτετε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὰς εὐθύνας διὰ τὰς παρεκτροπὰς, τὰς ὁποίας κάμνετε σεῖς;
§266Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ρίπτω εὐθύνας. Σεῖς ρίπτετε ἔλαιον εἰς τὴν πυράν.
§267Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς ρίπτετε ἔλαιον εἰς τὴν πυράν.
§268ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶσθε κατηγορούμενοι.
§269Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπῆρξα ποτὲ κατηγορούμενος εἰς τὴν ζωήν μου.
§270ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶσθε κατηγορούμενοι εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους.
§271Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ σᾶς ποὺ δὲν ἐγνωρίσατε ποτὲ ὁμαλότητα εἰς τὸν πολιτικόν σας βίον.
§272Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔθεσα, κ. Συνάδελφοι, ὑπ’ ὄψει ὑμῶν γεγονότα, ἔθεσα στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται πλήρως ἡ τεραστία εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως τόσον διὰ τὴν μὴ πρόληψιν τοῦ ἐγκλήματος, ὅσον καὶ διὰ τὴν μὴ διαλεύκανσιν αὐτοῦ καὶ τὴν σύλληψιν τῶν ἐνόχων. Ἔχω τὴν συνείδησιν, ὅπως εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ, ὅτι δὲν ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐπερώτησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πιστεύω εἰλικρινῶς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, περὶ ἐλέγχου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πρόκειται, τῇ ἀληθείᾳ, περὶ ἐπερωτήσεως ἐντόνου καὶ αὐστηρᾶς τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, περὶ ἐπερωτήσεως τοῦ ἠθικοῦ νόμου πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, περὶ ἐπερωτήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ πρὸς αὐτούς, πρόκειται ἐπὶ τέλους, περὶ τῆς γενομένης καὶ ἐκδηλωθείσης ἤδη ἐνώπιον τοῦ καταπλήκτου ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐπερωτήσεως τῆς Δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας πρὸς τοὺς κυβερνῶντας. Θὰ ηὐχόμην νὰ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους καὶ ν’ ἀντιμετωπίζωμεν ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα καὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἠθικὴν ἔξαρσιν τὸ κολοσσιαῖον ἠθικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον θέτει ἐνώπιον αὐτοῦ τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου. Θὰ ηὐχόμην ὅπως, πρὶν ἢ γίνῃ ὁ ἔλεγχος αὐτός, προηγηθῇ, ὑπὸ τὴν μορφὴν αὐτελέγχου ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Κυβερνήσεως, ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον ὅτι ἐφάνη πρὸς στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐδοκίμασε τὰς νύξεις τοιούτου αὐτελέγχου καὶ ἐκινήθη πρὸς ὡρισμένας ἐνεργείας καὶ ὡρισμένας χαρακτηριστικὰς προσωπικὰς μεταβολὰς ὡς καὶ εἰς ἀντικαταστάσεις καὶ τροποποιήσεις τοῦ καθεστῶτος τῶν καταδιωκτικῶν ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ παραδόξως ὠρρώδησε καὶ ἐδίστασε καὶ ὑπανεχώρησεν. Ἐλησμόνησε τὸ Κράτος καὶ ἐνεθυμήθη περισσότερον τὸ κόμμα. Καὶ δύναται δι’ αὐτὸ τὸ Κράτος, τὸ Ἑλληνικόν, τὸ ἔχον μακρὸν ἐλεύθερον πολιτικὸν βίον κτηθέντα δι’ ἀγώνων καὶ θυσιῶν ὅλων τῶν τέκνων του, ἐγκαταλειπόμενον ἀπροστάτευτον καὶ αὐτόχρημα προδιδόμενον ὡς καὶ ὁ πολιτισμὸς ὁ ἑλληνικός, ὁ καταδικάζων καὶ ἀποστρεφόμενος τὰς δολοφονικὰς κακουργίας, νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τοὺς κυβερνήτας τοῦ τόπου τούτου στυγνὸν καὶ ἀδυσώπητον τὸ ἐρώτημα. «Διατί, ἐδιστάσατε ὀλιγόπιστοι;».
§273ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς, οἱ βενιζελικοί, ἐκηλιδώσατε τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ ἔθνους.
§274Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Διότι, δυστυχῶς, διὰ τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου, ὡς ὠργανώθη καὶ ἐξετελέσθη τοῦτο, μὲ τὴν συμμετοχὴν τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, συνετελέσθη ἡ πλήρης καὶ πρωτοφανὴς χρεωκοπία τοῦ Κράτους— χωροφύλακος. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτειολογικῶν θεωριῶν καὶ τὴν ἐξόγκωσιν τοῦ οἰκονομικοῦ περιεχομένου τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κράτους, ἡ ἔννοια αὐτοῦ ὡς Κράτους—χωροφύλακος παραμένει ὡς πρώτη καὶ στοιχειώδης περὶ αὐτοῦ ἔννοια, ἡ βαθύτατα ἐρριζωμένη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος οὕτω ἀντιλαμβάνεται τὸ Κράτος καὶ πρωτίστως διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς του καὶ τῶν ἄλλων ἀγαθῶν του πληρώνει τοὺς φόρους εἰς αὐτό. Ἀνήκει λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησίν σας, Κυβέρνησιν φεῦ!! νομιμότητος, ὁλόκληρος ἡ δόξα τῆς τοιαύτης χρεωκοπίας. Καὶ εὐλόγως συνεταράχθη ἡ συνείδησις τοῦ λαοῦ καὶ διερωτᾶται τὶ ἔγινε τὸ Κράτος — χωροφύλαξ; Δυστυχῶς, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἔλαμψε μόνον διὰ τῆς ἀπουσίας του, ἔλαμψε καὶ διὰ τῆς ἐνόχου καὶ ἐγκληματικῆς παρουσίας του καὶ τῆς συμμετοχῆς του εἰς τὸ ἔγκλημα! Ἔλαμψε διὰ τῆς ἀδιαφορίας του καὶ ἀδρανείας του εἰς τὴν δίωξιν καὶ τὴν διαφώτισιν αὐτοῦ. Ἐνώπιον τῆς τραγικῆς ταύτης χρεωκοπίας τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, ἐπιπίπτει αὐτομάτως καθ’ ὑμῶν σκληρὸν καὶ ἀμείλικτον τὸ γνωστὸν ἐρώτημα quis custodiat custodes. Τὶς θὰ φυλάξῃ τοὺς φύλακας; Ἀλλά, πάντως, δὲν εἶναι πλέον πολὺ ἀργά. Εἴπετε ὅτι ἐπράξατε τὸ καθῆκόν σας. Ἀπέδειξα διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι οὔτε διὰ τὴν πρόληψιν, οὔτε διὰ τὴν δίωξιν, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν, τὸ ἐπράξατε. Ὑπέχετε δι’ αὐτὸ τεραστίας καὶ βαρυτάτας τὰς εὐθύνας, καὶ θὰ τὰς ἀποσείσητε, καὶ θὰ τὰς ἐλαττώσητε, ἐὰν ἔστω καὶ ἀργά, ἐπανέλθετε εἰς τὴν γραμμὴν τῆς γενναίας καὶ ἀποφασιστικῆς προστασίας τοῦ Κράτους καὶ ἐνισχύσεως τῆς Δικαιοσύνης. Σᾶς ὑπενθύμισα τὶ εἶπαν καὶ τὶ ἔπραξαν ὑπεράνω κομματικῶν ἀντιλήψεων, ὑπεράνω πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας κυβερνῆται ἄλλων Κρατῶν εἰς παρεμφερεῖς περιπτώσεις. Εἶναι ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, ἡ ὁποία σᾶς καλεῖ νὰ τεθῆτε παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Δικαιοσύνης βοηθοὶ αὐτῆς καὶ παραστάται καὶ ὄχι ἀντίδικοι. Διότι εἶναι ἀνάγκη ὑπάρξεως τοῦ Κράτους τούτου ἐλευθέρου, ἀνάγκη ἐθνική, ἀνάγκη κοινωνική «Νὰ γίνῃ φῶς, νὰ γίνῃ Δικαιοσύνη. Νὰ γίνῃ πλῆρες φῶς, νὰ γίνῃ πλήρης Δικαιοσύνη». (Παρατεταμένα χειροκροτήματα τῆς ἀριστερᾶς παρατάξεως).
§275Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπερώτησις ἀνεπτύχθη κατὰ τὸν πλέον σαφῆ καὶ κατὰ τὸν πλέον ἐξηκριβωμένον τρόπον ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα Συνάδελφον. Δὲν θὰ προχωρήσωμεν ἡμεῖς διὰ νὰ καταπονήσωμεν τὴν Βουλήν, ἐπαναλαμβάνοντες τὴν ἀνάπτυξιν τῶν κειμένων καὶ τῶν ἑσμῶν τῶν γεγονότων. Δίδομεν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπαντήσῃ καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν αὐτῆς θὰ λάβωμεν τὸν λόγον.
§276Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ἐκτὸς παντὸς Κανονισμοῦ. Οἱ ἐπερωτῶντες θὰ ἐξαντλήσωσι τὴν συζήτησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ, θὰ ἀπαντήσῃ.
§277ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρῃτήθησαν.
§278Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ ἄποψις ἡμῶν εἶναι σαφὴς ἀπολύτως. Οἱ ἐπερωτῶντες θεωροῦν τὴν ἐπερώτησιν γενομένην καὶ δὲν ἐπιμένουν πλέον νὰ λάβουν τὸν λόγον ὡς ἐπερωτῶντες. Θὰ ὁμιλήσωμεν κατὰ τὴν γενίκευσιν ὡς μέλη τῆς Βουλῆς.
§279Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκει κανένα λόγον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἀσύστατα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἀνεπτύχθησαν. (Χειροκροτήματα ραγδαῖα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§280ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πυλίας ἠθέλησε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς) ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἠθέλησε νὰ τοῦ δώσῃ τὸν λόγον. Ἐκτὸς τούτου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐμφαίνηται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ γίνῃ ἡ ἐπερώτησις καὶ νὰ ριφθῇ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πεπεισμένη περὶ τοῦ δικαίου της, ἐπεθύμει πράγματι νὰ διεξαχθῇ ἐξονυχιστικὴ συζήτησις. Αὐτὴ ἡ πεποίθησις ἂν καὶ ἐκλονίσθη ὀλίγον, μοῦ ἔμεινεν ὅμως ἀκόμη καὶ ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐζητήθη μικρὰ διακοπὴ διὰ τὸ γεῦμα ἐδήλωσεν ὅτι ἀπόψε ἐννοεῖ νὰ μὴ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, πρὶν ἀχθῇ εἰς πέρας ἡ ἐπερώτησις.
§281ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις. (Πρὸς τὸν κ. Παπαναστασίου). Πρέπει νὰ σέβεσθε τὸν Κανονισμόν. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον.
§283ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐκφράζω μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§284ΦΩΝΑΙ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆστε κάτω. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§286Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὀλίγας λέξεις κύριοι Βουλευταί, θὰ εἴπω. Εἶμαι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐδηλώσατε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις, ὡς ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Τώρα, αἰφνιδίως ἀκούω ὅτι ἐτερματίσθη ἡ συζήτησις καὶ κατὰ συνέπειαν, ἐφόσον ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις, δικαιοῦμαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
§287Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Σεῖς εἴχετε ἀντίρρησιν καὶ εἴπετε, ὅτι διὰ νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ αἴτησις, ὑπογεγραμμένη ὑφ’ ὡρισμένου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν.
§288Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κάμνω τώρα ἐγὼ ἔλεγχον.
§289ΦΩΝΑΙ. Α. ἄ!
§290ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τώρα ἐτελείωσεν.
§291Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὲ τὸν θόρυβον καὶ τὰς φωνὰς δὲν ἠμπορεῖ νὰ καλυφθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§292ΦΩΝΑΙ. Ἐτελείωσεν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§293Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἀκουσθῇ ὁ ρήτωρ ἢ ὄχι;
§294Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (φωνάζων μὴ ἀκουόμενος).
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆστε κάτω. Ἡσυχία. Ἀνακαλῶ τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην εἰς τὴν τάξιν.
§296Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις κατόπιν μιᾶς ἐξονυχιστικῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔγινε ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων...
§297ΦΩΝΑΙ. Ὄχι ἐγγράφων...
§298Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. .. ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, δὲν ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ, πῶς καλεῖται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§299Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἠξεύρετε κ. Παπαναστασίου, ὅτι ἐγὼ θὰ διοικῶ καὶ τὸν ἑαυτόν μου καὶ τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα καὶ ὄχι σεῖς (χειροκροτήματα). Ὅταν θὰ σᾶς διαδεχθῶ εἰς τὸ βῆμα, θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§300ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἕνας διαπρεπὴς στρατηγὸς εἶπε τὸ ἑξῆς: εἶναι ἀδύνατον νὰ συλληφθῇ ἕνας στρατὸς αἰχμάλωτος, ὅταν θέλει νὰ δραπετεύσῃ καὶ φύγῃ.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§302Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐπερώτησις, τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις ἔληξεν, ἐπεσείετο ἐπὶ μακρὸν χρόνον, διατηροῦσα ἐν ἀνησυχίᾳ τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ ἐκνευρίζουσα τοὺς πάντας. Ὅτε ἤρχετο ἡ Δευτέρα καὶ Παρασκευὴ ὅλοι διηρωτῶντο. Δὲν θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις; Τί θὰ γίνῃ εἰς τὴν Βουλήν; Ποῖον κακὸν θὰ γίνῃ; Δὲν ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ὁ κόσμος τὶ ἠδύνατο νὰ συμβῇ. Ἐξ’ ἄλλου ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὑπέρτατος ἐπόπτης τῆς Δικαιοσύνης, ἐθεώρησε καθῆκόν του ν’ ἀποστείλῃ ἐπανειλημμένα ἔγγραφα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δι’ ὧν παρίστα, ὅτι μία τοιαύτη συζήτησις θὰ βλάψῃ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, χωρὶς καὶ νὰ ἀναφέρῃ καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐγίνετο τοῦτο. Ἴσως νὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἡ ἐκ μέρους τῶν ἐπερωτώντων ἐπιδίωξις τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως, νὰ ἐνέκλειε στοιχεῖα δυνάμενα νὰ βλάψουν τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπηύθυνε τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη πρὸς ὑμᾶς σήμερον κατόπιν παρακλήσεως αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Εἰσαγγελέως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν, οὔτε ἀξιοπρεπὲς ἐθεώρει τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐμποδισθῇ ἡ διεξαγωγὴ τῆς ἐπερωτήσεως, ὡς σαφῶς εἰς γενομένην συζήτησιν εἶχε δηλώσει αὕτη. Βεβαίως, ἡ Κυβέρνησις ἐνδιεφέρετο νὰ μὴ παραβλαβῇ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὅταν τίθεται ὑπὸ ἔλεγχον, θὰ ἀπηνεῖτο αὐτὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐὰν προσεπάθει δι’ οἱουδήποτε μέσου νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ. Καὶ εἶπεν, ὅτι εἰς τοὺς ἐπερωτῶντας ἀπόκειται νὰ κρίνωσιν ἐὰν θὰ βλαβῇ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς συζητήσεως ἢ ὄχι. Καὶ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐδήλωσεν ὅτι, ἐὰν οἱ Κύριοι ἐπερωτῶντες θέλουν νὰ συζητήσωσι τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν, νὰ τὴν συζητήσουν. Ἐάν, ἀντιθέτως, νομίζουν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης ἡ συζήτησις, νὰ μὴ κάμουν τὴν συζήτησιν, καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἦτο σύμφωνον καὶ μὲ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ μὲ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὸ ἀπεδέχθησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐπερωτῶντες. Διὰ τοῦτο τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτε παρετήρησα ὅτι φίλος μου τις ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐνόμισα ὅτι σκοπός του ἦτο νὰ συστήσῃ νὰ μὴ γίνῃ ἡ ἐπερώτησις, τὸν παρεκάλεσα νὰ μὴ ὁμιλήσῃ καὶ δὲν ὡμίλησεν. Ἀπεφεύχθη οὕτω πᾶσα ὑπόνοια ὅτι ἴσως διὰ πλαγίας τινὸς ὁδοῦ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ παρακάμψῃ τὴν ἐπερώτησιν. Καὶ ἀφέθη νὰ διεξαχθῇ ἐλευθέρως ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδιώκετο ἀπὸ ἑνὸς καὶ δύο μηνῶν διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως, ἐζήτησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις μὲ τοὺς ἐπερωτῶντας καὶ μὴ ἐπερωτῶντας ἀκόμη Βουλευτὰς νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ταύτην τὴν ἑσπέραν. Καθῆκον εἶχον, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, καθῆκον εἶχον καὶ ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ μείζονος κόμματος, νὰ φροντίσω νὰ μὴ παραβλαφθῶσι τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, διότι ἔβλεπον ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ὡδήγει μοιραίως εἰς τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως ἐν τῇ Βουλῇ. Δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς κ. ἐπερωτῶντας, καὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καθόλου, ἂν θέλωσι νὰ διεξαγάγωμεν τὴν συζήτησιν περαιτέρω, νὰ μᾶς δηλώσουν τὶ κατηγορίας εἶχον νὰ ἀπευθύνουν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἀπαντήσωμεν ἡμεῖς εἰς ταύτας. Ἀλλ’ οἱ κ. ἐπερωτῶντες εἶχον ἄλλως κανονίσει τὰ τῆς τακτικῆς των καὶ τὰ τῆς στρατηγικῆς των. Νὰ ἀπαντήσωμεν ἡμεῖς, νὰ ἀπαντήσουν ἐκεῖνοι, νὰ ξαναρχίσῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ φθάσωμεν δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον εἶδος συζητήσεως, καὶ ὅπως ἄλλοτε μετεχειρίσθην μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ τὴν εἴπω εἰς τὸ κοινοβούλιον, νὰ φθάσωμεν νὰ γίνωμεν ἐδῶ στίβος ταυρομάχων. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου πληρέστατον, τερματίσας τὴν συζήτησιν καὶ ἀποφυγὼν ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον διὰ τούτου ἐτηρήθη ἡ τάξις ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ἐσώθητε δὲ καὶ ἴσως ἀπὸ τοῦ νὰ παρεκτραπῆτε. Οὐδόλως δὲ ἐζημιώθη ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις, διότι ὅσα εἶπεν ἐδῶ, ἦσαν, «ἤκουσα, εἶπον» καὶ οὔτε ἐχρησιμοποίησαν ἔγγραφα... (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§303ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὡμίλησαν ἐξ ἐγγράφων...
§304Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν συζητῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἡ ἐπερώτησις ἔληξεν. Ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ ἂν αἱ κατηγορίαι εἶναι ἀληθεῖς (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι θὰ μὲ εὐγνωμονῆτε. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§305Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, Κύριοι, παρὰ τὴν εὔλογον ἀδημονίαν, τὴν ὁποίαν προκαλοῦν εἰς τὰς τάξεις της αἱ ἀναβολαὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἐπεβράδυνε τὴν κατάθεσιν καὶ τὴν συζήτησιν αὐτῆς, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπανευρίσκουσα, ἔστω καὶ βραδέως, τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος, θὰ προέβαινεν εἰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέτρεπον νὰ ἐμφανισθῇ ἑνιαῖος καὶ ἀδιάσειστος ὁ πολιτικὸς κόσμος ἀντιμέτωπος τοῦ ἐγκλήματος καὶ τῶν δολοφόνων. Ἀμφιταλαντεύσεις τινὲς μάλιστα τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς ἔδωκαν τὴν ἐλπίδα, ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἤρχισε νὰ εἰσακούῃ τὴν φωνὴν τῆς κοινῆς γνώμης, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς διαισθανθείσης ὅτι τὸ ἄγος τῆς 6ης Ἰουνίου δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας, χωρὶς τὸν γοργόν καὶ ἀποφασιστικὸν ἐξαγνισμόν του. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπανῆλθεν εἰς τὴν συνήθη της τακτικὴν ταχέως, μετὰ τὴν προσωρινὴν ἐκείνην ἀμφιταλάντευσιν. Καὶ εὑρέθη τότε εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ καταθέσῃ τὴν ἐπερώτησιν καὶ νὰ προβῇ σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς. Εἷς ἐκ τῶν ἐπερωτώντων ἐπὶ τετράωρον ἀπέδειξεν, ὄχι διὰ κενῶν φράσεων, ἀλλὰ δι’ ἐγγράφων, ὅλας τὰς παραλείψεις καὶ ὅλας τὰς ἐνεργείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν κολοσσιαίας διὰ τὴν Κυβέρνησιν εὐθύνας.
§306Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας. Ἔχω νὰ συστήσω καὶ πάλιν, ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§307Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σᾶς εἶπα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, χιλιάκις ὅτι τὰ δικαιώματά μας εἶναι ἴσα.
§308Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω καὶ ἐγὼ τὰ ἰδικά μου καὶ τὰς εὐθύνας μου.
§309Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὰ ἰδικά μου, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν σᾶς ἐκχωρῶ οὐδὲ μίαν κεραίαν.
§310Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θέλω νὰ πάρω τίποτε ἀπὸ σᾶς. Οὐδέποτε ἐζήλευσα τὰ ἰδικά σας.
§311Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι ἐπὶ τετράωρον ἀνέπτυξεν εἷς ἐκ τῶν ἐπερωτώντων Βουλευτῶν, ἐπὶ ἐγγράφων στηριζόμενος καὶ κειμένων ἀναμφισβητήτων, τὰς ἐνεργείας καὶ παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς δημιουργούσας δι’ αὐτὴν τεραστίας ἀληθῶς καὶ συντριπτικὰς εὐθύνας. Ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτά, κατὰ τὴν ἰδικήν της τακτικήν, δὲν ἤθελε ν’ ἀπαντήσῃ. Ἔχει καλῶς. Δὲν εἶχε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν κειμένων. Ἀλλὰ τὶ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἐζητήθη ν’ ἀκουσθῇ ἡ ἀντίθετος ἄποψις, κατὰ τὴν συνήθη...
§312Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σᾶς κάμωμεν τὸ παιχνίδι.
§313Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. ... εἰς τὸ κοινοβούλιον τακτικήν; Ἔσπευσεν ἐν μέσῳ τῆς συγχύσεως νὰ κηρύξῃ τερματισθεῖσαν τὴν συζήτησιν. Ἀσφαλῶς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τόσον ἀφελὴς ὁ ἑλληνικὸς λαός, οὔτε τόσον ἀφελὴς ἡ ἑλληνικὴ κοινὴ γνώμη, νὰ μὴ διακρίνουν τὶ ἀποκρύπτετε εἰς τὸ βάθος τῆς ὑπεκφυγῆς σας αὐτῆς. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβαλλομένων τῶν λοιπῶν ἐπερωτήσεων, εἰσέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§315Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς τὴν ἑσπέραν ἐδήλωσα, ὅτι ἡ συνεδρίασις ἐθεωρήθη λυθεῖσα μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τῶν συνοικισμῶν, τὸ δὲ νομοσχέδιον «περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν» δὲν ἐψηφίσθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§316ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ κώδικος Νομοθεσίας περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων».
§318ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον)
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22)7)33 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 4733 καὶ 4839 περὶ προστασίας τῶν πολυτέκνων».
§320ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον)
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν σήμερον καὶ ὥραν 6 μ. μ. (Ὥρα 2 καὶ 30′ πρωϊνήν)