1933.08.23
2,832 rows · 21,476 words · 277 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23η
ΤΕΤΑΡΤΗΣ 23 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1933
Προεδρία κ. Χ. ΒΟΖΙΚΗ
(Ὥρα 5 καὶ 30 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης, ζητοῦντος τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος διὰ τὴν ποινικὴν δίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ κ. Π. Λεβαντῆ, κατηγορουμένου ἐπὶ διαταράξει τῆς εἰρήνης τῶν πολιτῶν. — Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Μ. ΛΑΙΛΙΟΣ,
Λ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Μ. ΜΑΝΤΑΣ, Χ. ΒΑΦΕΑΣ, Γ.
ΚΟΝΤΑΞΗΣ καταθέτουσι τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου καὶ Συνδέσμου παντοπωλῶν Μυτιλήνης, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μονοπώλησιν τοῦ πετρελαίου ἐν ταῖς Νέαις Χώραις. — Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΚΡΙΜΠΑΣ καταθέτει τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς παγοπλήκτων Ζευγολατίου, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἑταιρίας ἀσφαλείας παγοπλήκτων καὶ ζητούντων τὴν ἐπανεξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἄνευ τῆς καταβολῆς τοῦ 500δράχμου δικαιώματος ἐνστάσεως. — Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΚΡΙΜΠΑΣ καταθέτει τηλεγράφημα Κοινοτήτων Μεσσήνης, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ συναλλαγματικοῦ παρακρατήματος κλπ. — Ἡ Ἕνωσις Ἐφέδρων Μ. Ἀσίας καὶ Θράκης παρακαλεῖ ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ χωρισμοῦ τῶν Συνοικισμῶν. — Ὁ Συμβολαιογραφικὸς Σύλλογος Ναυπλίου ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ Ν. Δ. τῆς 5ης Αὐγούστου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 4448 καὶ 4685 «περὶ Ταμείου συντάξεως νομικῶν». — Ἡ Ἕνωσις Συνεταιρισμῶν Αἰγιαλείας ζητεῖ τὴν ἐξαγορὰν τῶν πλεονασμάτων πρὸς 3.000. — Ἡ Ἱερὰ Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω διαμαρτύρεται διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Ν. Δ., τὸν περιορισμὸν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἀτελείας καὶ ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τούτου. — Ὁ Χρῆστος Σακόπουλος ἰατρός, κάτοικος Παναιτωλίου Τριχωνίδος, κατασκευαστὴς τοῦ φαρμάκου Ἀμαλίνη διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Ἀνωτάτου Ἰατρικοῦ Συμβουλίου, μὴ ἐπιτρέποντος τὴν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν τοῦ φαρμάκου του. —Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Γρατίνης καὶ Ἀσωμάτων Κομοτινῆς ζητοῦν τὴν ἀναστολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστασίας τῶν καπνεργατῶν» εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς τόγκας. —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Π. ΡΟΖΑΚΗΣ καὶ Α. ΠΑΧΝΟΣ, καταθέτουσι τηλεγράφημα τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Μαστιχοχωρίων Χίου, ζητούντων τὴν ἐπιβολὴν φόρου διακοσίων δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένην μαστίχα καὶ ἐν γένει τὴν λῆψιν διαφόρων μέτρων πρὸς προστασίαν τῆς μαστίχης. —Ὁ Πιστωτικὸς Ἀμπελουργικὸς Συνεταιρισμὸς Δράμας «Ἡ Ὁμόνοια» ζητεῖ τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως ὑπὸ τοῦ γραφείου εἰσπράξεως χρεῶν προσφύγων τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ὀφειλομένων χρεῶν. —Οἱ Πρόεδροι διαφόρων Συλλόγων καὶ Σωματείων Ἰωαννίνων ζητοῦν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 2ου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1933 Ν. Δ. περὶ καθορισμοῦ τῆς μεταβλητῆς εἰς τύπους πωλήσεως ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας. —Ἐπιτροπὴ Ἐπαγγελματιῶν καὶ Ἰδιοκτητῶν τῆς ἀγορᾶς Βλαλῆ καὶ ὁδῶν Χαλκέων Κομνηνῶν Βλαλῆ καὶ Ἀσκητοῦ Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν τοποθέτησιν πάγκων προοριζομένων διὰ μικροπωλητάς. —Ὁ κ. Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3687 περὶ διοικήσεως τῶν ἐν τῷ Δήμῳ Κερκυραίων ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων». Ἡ ἐπὶ τῶν ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ αὐξήσεως τῶν διδάκτρων σχολῆς Ναυτικῶν Δοκίμων καὶ καθορισμοῦ ἐξετάσεων». 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου 3783 κυρωθέντος Ν. Δ. τῆς 28 Σεπτεμβρίου 1925 περὶ τῶν καταβαλλομένων ὑπὸ τῶν πλοίων ὑγειονομικῶν δικαιωμάτων». 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓΦΕʹ (3505) τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1909 περὶ φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας τελῶν κλπ.». Ὁ κ. Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ προσλαμβανομένου εἰς τὸν στρατὸν ἰδιωτικοῦ προσωπικοῦ». Ὁ κ. Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1933 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4652 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Σεπτεμβρίου 1928 Ν. Δ. περὶ ἱδρύσεως γραφείου προστασίας ἑλληνικῶν σύκων». Ὁ κ. Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς καὶ Ἀντιλήψεως) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1933 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 3733 καὶ 4839 περὶ προστασίας τῶν πολυτέκνων». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ν. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ, Π. ΣΤΑΜΟΥ-ΛΗΣ, Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ καὶ Β. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 26 Ἰουλίου 1932 Ν. Δ. περὶ διακανονισμοῦ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀναστειλασῶν τὰς πληρωμὰς αὐτῶν τραπεζῶν 1) Τραπέζης Κοσμαδοπούλου, 2) Κεντρικῆς Τραπέζης, 3) Τραπέζης Χολέβα–Μαρκατᾶ ἐν Λαρίσῃ 4) Τραπέζης Μουχτάρη ἐν Τρικκάλοις κλπ.». Ἡ ἐπὶ τῆς ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙ-ΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1932 Ν. Δ. περὶ διακανονισμοῦ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀναστειλασῶν τὰς πληρωμὰς αὐτῶν τραπεζῶν 1) Τραπέζης Κοσμαδοπούλου κλπ.». —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ, Κ. ΜΟΥΖΕΝΙ-ΔΗΣ, Μ. ΠΡΟΚΟΠΙΔΗΣ καὶ Η. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1932 Ν. Δ. περὶ διακανονισμοῦ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀναστειλασῶν τὰς πληρωμὰς αὐτῶν τραπεζῶν 1) Τραπέζης Κοσμαδοπούλου, 2) Κεντρικῆς Τραπέζης 3) Τραπέζης Χολέβα–Μαρκατᾶ ἐν Λαρίσῃ, 4) Τραπέζης Μουχτάρη ἐν Τρικκάλοις κλπ». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Α. ΑΝΤΩΝΟ-ΠΟΥΛΟΣ, Δ. ΛΟΝΤΟΣ κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1932 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως συναλλάγματος». —Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΕΜΠΕΙΡ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ θήρας νόμου». —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ι. ΤΣΟΝΤΑΡΙΔΗΣ, Ν. ΚΩΝΣΤΑΝ-ΤΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. ΝΤΑΗΣ, Η. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, καὶ Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Ν. Δ. «περὶ καθορισμοῦ τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς». —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ, Ν. ΜΠΟΥΜ-ΠΟΥΛΗΣ καὶ Γ. ΤΣΟΝΤΟΣ ΒΑΡΔΑΣ, ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ νόμου 5607 περὶ κωδικοποιήσεως τῆς φαρμακευτικῆς νομοθεσίας». —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ καὶ Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥ-ΣΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. —Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαλύσεως συμβάσεων συνομολογηθεισῶν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἰδιωτῶν». —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ, Λ. ΓΡΑΜΜΑ-ΤΙΚΑΣ, Α. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ, Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ καὶ Ι. ΜΑΛ-ΛΩΣΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ, Α. ΛΑΓΟΥΡΟΣ καὶ Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ ὑποβάλουσιν τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ καὶ Θ. ΛΙΝΑΡ-ΔΑΤΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, Ν. ΚΑΛΚΑ-
ΝΗΣ, Ι. ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ, Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ, Ι. ΜΠΙ-
ΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ, Α. ΣΤΡΑΤΟΣ, Ι. Α-
ΠΟΣΤΟΛΟΥ κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 91 παραγ. γʹ ἐδάφ. 2 τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ι. ΤΣΙΟΚΟΣ καὶ Ι. ΜΠΙΝΟΠΟΥ-ΛΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. —Ἡ ἐπὶ τῆς ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἱδρύσεως Παιδαγωγικῶν Ἀκαδημιῶν». —Ἡ ἐπὶ τῆς ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥ-ΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τρόπου καταβολῆς τῶν μὴ καταβληθεισῶν διαφορῶν κατὰ τὸ ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου 1932 Διάταγμα περὶ ἐκκαθαρίσεως ἐκκρεμῶν συναλλαγῶν κλπ». —Ὁ Βουλευτὴς κ. ΧΡ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. —Οἱ Βουλευταὶ κ.κ. Ι. ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ, Γ. ΚΑΛΑΝ-
ΤΖΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ Α. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ, Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ, Α. ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου 5163 περὶ οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν Ἀεροπορίας». —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΜΕΛΑΣ, Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, Λ.
ΚΡΙΕΖΗΣ, Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ, Α. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ ΕΥΣΤ.
ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ, Α. ΖΑΝΝΑΣ, Π. ΛΕΒΑΝΤΗΣ κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου 5495 περὶ φορολογικῶν τινων διευκολύνσεων. —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Λ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ, Κ. ΠΡΟΚΟΠΙ-ΔΗΣ, Η. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ καὶ ΚΥΡ. ΜΟΥΖΕΝΙΔΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1932 Ν. Δ. «περὶ διακανονισμοῦ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀναστειλασῶν τὰς πληρωμὰς αὐτῶν Τραπεζῶν 1) Τραπέζης Κοσμαδοπούλου κλπ». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ καὶ ΝΙΚΟΛΙ-ΤΣΑΣ ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν καπνοπαραγωγῶν Κατούνης καὶ Προέδρων Συνεταιρισμῶν Ξηρομέρου.
§3Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, κ. Πρόεδρε, καίτοι ἐδόθη ἤδη μία λύσις.
§4Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ πλέον, κ. Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαβιβάσω τὰς εὐχαριστίας τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσε εἰς τὸ ζήτημα τῶν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ἀνδριόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ τέως Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Δημοτικῶν Σχολείων Ἀθηνῶν.
§6Ι. ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, κ. Ὑπουργέ, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον.
§7Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ ἦτο εὐτύχημα ἐὰν ἐξευρίσκετο τρόπος ἱκανοποιήσεως ἑνὸς ἐκλεκτοῦ ἐκπαιδευτικοῦ λειτουργοῦ, οἷος ἦτο ὁ τέως ἐπιθεωρητὴς Δημοτικῶν σχολείων Ἀθηνῶν. Ἀτυχῶς δὲν ὑπάρχει τρόπος οὐδεὶς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων νομοθετημάτων. Πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀποστολίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Πορταριᾶς.
§9Β. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργόν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὑπόμνημα ὑπ’ ἐμοῦ κατατεθὲν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν κατοίκων Πορταριᾶς Βόλου, ζητούντων τὴν μὴ κατάργησιν τοῦ ἡμιγυμνασίου των. Συνηγορῶν εἰς τὴν παράκλησιν ταύτην, πληροφορῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι τὸ καταργηθὲν ἡμιγυμνάσιον δὲν ἐξυπηρετεῖ μόνον τὴν Πορταριάν, ἀλλὰ καὶ τὰς Κοινότητας Μακρινίτσης, Σταγιατῶν καὶ Κατωχωρίου. Κατὰ τὸν χειμῶνα, γνωστοῦ ὄντος τοῦ ὀρεινοῦ τοῦ ἐδάφους, ἡ φοίτησις τῶν μαθητῶν εἰς τὸ ἡμιγυμνάσιον Πορταριᾶς ἀποτελεῖ σπουδαίαν ἐξυπηρέτησιν τῶν μαθητῶν καὶ τῶν γονέων των, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ν’ ἀποστείλουν τὰ παιδιά των εἰς τὰ Σχολεῖα τοῦ Βόλου.
§10Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι, δὲν θὰ καταργηθῶσι παρὰ ἐλάχιστα ἡμιγυμνάσια, μὴ ἔχοντα περισσοτέρους τῶν 10–12 μαθητῶν. Λαμβάνεται ὅμως, συγχρόνως, μέριμνα, περὶ εὑρέσεως νέου τύπου ἀστικῶν σχολείων.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαίλιος ἐπὶ ἀναφορᾶς κοινοτήτων Μυτιλήνης περὶ λήψεως μέτρων περὶ τῶν ὀφειλετῶν ἰδιωτῶν καὶ λοιπῶν ἐπαγγελματιῶν.
§12Μ. ΛΑΙΛΙΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζηγιάννης ἐπὶ ἀναφορᾶς Σωματείου Καπνεργατῶν Βόλου κλπ.
§14Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐστρατιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς κυριῶν τῶν γνωστῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Θεσσαλονίκης περὶ ἄρσεως τῶν πιεστικῶν μέτρων κατὰ τῶν παλαιοημερολογιτῶν.
§16Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀπευθύνει συστάσεις πρὸς τὰς Ἀρχὰς νὰ ἀποφεύγουν τὰς προστριβάς, ὥστε νὰ μὴ θίγεται τὸ αἴσθημα τῶν πιστῶν, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ ἐκ μέρους τῶν παλαιοημερολογιτῶν νὰ προκαλῆται καὶ διαταράσσηται ἡ ἔννομος τάξις.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιναρδᾶτος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων φυλακῶν, ζητούντων τὴν ἐπέκτασιν καὶ εἰς αὐτοὺς τῆς διατάξεως περὶ παροχῆς τῶν 3) 16.
§18Θ. ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κριμπᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ καθηγητοῦ κ. Λιβιεράτου καὶ τοῦ Πρυτάνεως τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου περὶ τοῦ Λαϊκοῦ Νοσοκομείου.
§20Γ. ΚΡΙΜΠΑΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς τῆς Πρυτανείας διὰ τὸ περίφημον «Λαϊκὸν Νοσοκομεῖον», τὸ ὁποῖον ἔγινε κατὰ παράβασιν ὡρισμένων διαθηκῶν τὰς ὁποίας ἔπρεπεν ἡ Σύγκλητος καλῶς νὰ προσέξῃ καὶ τὰς διατηρήσῃ. Ἐν τούτοις ἡ Σύγκλητος διὰ τοῦ κ. Πρυτάνεως χθὲς ἀπέστειλεν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ πνεῦμα ὡρισμένων διαθηκῶν...
§21Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αὐτὸ εἶνε καὶ συνταγματικῶς ἠγγυημένον.
§22Γ. ΚΡΙΜΠΑΣ. Βέβαια· ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς δὲν ἐπρόσεξε τὸ ζήτημα τοῦτο, παρ’ ὅλην τὴν χθεσινήν μου ἐπέμβασιν, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε ἐὰν οἱ ὅροι ὑφ’ οὕς ἱδρύεται τὸ «Λαϊκὸν Νοσοκομεῖον», ἔρχωνται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἂν ἐτηρήθησαν αἱ διαθῆκαι Κοργιαλενίου κλπ.
§23Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐφόσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα, νομίζω ὅμως ὅτι τὸ Νοσοκομεῖον ἅπτεται τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ὑγιεινῆς.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας περὶ σωματικῆς ἀγωγῆς».
§26ΑΛ. ΠΑΧΝΟΣ. Ἔχει παρεισφρήσει ἕν τυπογραφικὸν λάθος, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 16§1: ἀντὶ 62 ἔχει τεθῇ 61.
§27Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Μάλιστα· εἶναι τυπογραφικὸν λάθος. Νὰ διορθωθῇ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον ὡς ἐδιορθώθη)
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Ἰουλίου 1933 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΓΣΝΖ τῆς 20 Μαρτίου 1903 καὶ 2930 τῆς 26 Ἰουλίου 1922 περὶ ἀπολυμαντηρίων».
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον)
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἱδρύσεως καὶ ὀργανώσεως Νοσοκομείου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Λαϊκὸν Νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν».
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον)
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1933 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Νόμου 4784 «περὶ ἐνοικιοστασίου».
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον)
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Ἰουλίου 1933 Ν. Δ. περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον 4229 περὶ μέτρων ἀσφαλείας τοῦ Κοινωνικοῦ Καθεστῶτος περὶ προστασίας τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν».
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον)
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς».
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάλλωσης.
§39Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς προτάσεως περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, θὰ ἀνατρέξω ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὸ παρελθὸν διὰ νὰ πληροφορήσω ἴσως καὶ τοὺς νεωτέρους, διότι οἱ πολλοὶ ἐκ τῶν πρεσβυτέρων, οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ ἐνθυμοῦνται πόσας ἔχει ὑποστεῖ τροποποιήσεις ὁ Κανονισμὸς τοῦ Σώματος. Ὁ πρῶτος ὁ ὁριστικὸς Κανονισμὸς ἐψηφίσθη τῷ 1865, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦ κανονισμοῦ ἐκείνου διείποντο αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦ 1911, ὁπότε, ἐπὶ Προεδρείας τοῦ κ. Τσιριμώκου, ἐπῆλθον ριζικαὶ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐκείνου, τοῦ 1911, ἔχομεν μερικὰς τροποποιήσεις κατὰ τὸ 1914, κατόπιν κατὰ τὸ 1922, καὶ ριζικωτέρας κατόπιν κατὰ τὸ 1927. Ἡ σημερινὴ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἔρχεται νὰ συμπληρώσῃ ἐλλείψεις τινὰς καὶ κενὰ τινὰ τόσον εἰς τὰ ἄρθρα, τ’ ἀφορῶντα τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ὅσον καὶ εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς. Ἡ σχετικὴ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ἡ φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τοῦ σεβαστοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου ἐκ Λεβαδείας, εἶναι τόσον ἐμπεριστατωμένη, τόσον λεπτομερής, καὶ τόσον σαφής, ὥστε νὰ μ’ ἀπαλλάσσῃ τοῦ κόπου νὰ ἀναπτύξω τὰς μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρονται καὶ νὰ ὁμιλήσω γενικῶς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ περιορίσω κατὰ συνέπειαν τὸν λόγον μου ἐπὶ τῶν ἄρθρων 86 καὶ 87, τὰ ὁποῖα τροποποιοῦν τοῦ ὑφισταμένου Κανονισμοῦ τὰ ἄρθρα 91 καὶ 92. Διετέλεσα Διευθυντὴς τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς ἐπὶ διετίαν κατὰ μίαν περίοδον ἀνώμαλον καὶ νομίζω, θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι προσφέρω μικρὰν ὑπηρεσίαν, ἀσχολούμενος μὲ τὰ ἄρθρα, τ’ ἀναγόμενα εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς καὶ ἐκθέτων τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῶν ἄρθρων τούτων. Θὰ εἶναι ἴσως εὔλογον τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐτίθετο· ἐὰν ἡ σημερινὴ κατάστασις τῶν Γραφείων, ἡ σημερινὴ λειτουργία αὐτῶν, ἡ σημερινὴ σύνθεσις καὶ παράστασις αὐτῶν, καὶ ἀπόδοσις τῶν ὑπηρεσιῶν, εἶνε ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλή, ἡ τροποποιήσασα τὸν Κανονισμὸν κατὰ τὸ 1927, ἐστήριξε τόσας ἐλπίδας. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Βουλῆς πρέπει, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, νὰ τὰς χωρίσωμεν εἰς τρεῖς κατηγορίας: Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ὑφισταμένου ὀνομάζεται Γραφεῖον Προέδρου· εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου, ἐντελῶς τεχνικοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐλάχιστα θέλει μᾶς ἀπασχολήσῃ, διότι τελεῖ ὑπὸ ὀργάνωσιν τελείαν, τελειοτάτην, εἰδικῶς, ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, ὀφειλομένην εἰς τὸν ἀποχωρήσαντα πρὸ ὀλίγου Διευθυντὴν τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου κ. Μίνδλερ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐξεφράσθη ἡ γενικὴ εὐαρέσκεια συσσώμου τῆς Βουλῆς, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βιβλιοθήκης. Δὲν θὰ ἀρχίσω, Κύριε Πρόεδρε, κυρίως ἀπευθύνομαι εἰς σᾶς....
§40Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Ἐγὼ σᾶς ἀκούω μετὰ πάσης προσοχῆς, διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων προσόντων, ἔχετε καὶ τὴν πεῖραν.
§41Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Εὐχαριστῶ. Δὲν θ’ ἀρχίσω ἐκ τοῦ πρώτου μέρους, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Γραφείων τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Ἐμένα δὲν μὲ μέλλει ἀπὸ ποῦ θὰ ἀρχίσητε· μὲ μέλλει ν’ ἀκούσω τί θὰ ὑποδείξητε· εἰς ποίας προτάσεις θὰ καταλήξητε.
§43Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Ἀντὶ νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν πρώτην Διεύθυνσιν θὰ ἀρχίσω, ὁμιλῶν ἀπὸ τὴν τρίτην Διεύθυνσιν, ἀπὸ τὴν Βιβλιοθήκην. Ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς, κ. Βουλευταί, περικλείει καὶ μεγάλον, πολύτιμον ἐθνικὸν θησαυρὸν, εἶνε ἕν ἀληθινὸν ἐθνικὸν κόσμημα, ἕν ἵδρυμα ἀνυπολογίστου ἀξίας καὶ χρησιμότητος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑποχρέωσιν, ὄχι μόνον νὰ τὸν σεβασθῶμεν, ὄχι μόνον νὰ τὸν περιφρουρήσωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν διὰ παντὸς μέσου. Ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς ἔχει ἀναπτυχθῆ καὶ ἐξελιχθῆ εἰς ἵδρυμα ἴσον πρὸς τὸ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ ἵδρυμα τοῦτο κατὰ πάσης ἐνδεχομένης ἀνωμαλίας, ὄχι μόνον διὰ προσωπικοῦ, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, προσωπικοῦ μάλιστα εἰδικοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ παντὸς ἄλλου τρόπου. Εἰς τοῦτο θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μέριμναν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, προτείνων αὐτῷ ὅπως, προκειμένου περὶ συμπληρώσεως ἢ ἐνισχύσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βιβλιοθήκης, νὰ συμπληρωθῇ καὶ ἐνισχυθῇ διὰ προσώπων, προερχομένων ἐκ τοῦ κύκλου τῶν διανοουμένων καὶ τοῦ κύκλου τῶν γραμμάτων, πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι διακεκριμένα καὶ τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς προαγωγῆς τῆς Βιβλιοθήκης, εἰς τὴν ταξινόμησιν τῶν βιβλίων καὶ ἐν γένει εἰς τὴν διαφύλαξιν καὶ διάσωσιν τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ θησαυροῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει. Ἐνθυμοῦμαι, ὡς πρακτικογράφος τῶν ἐφημερίδων κατὰ τὸ 1911, ὅτε καὶ ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, καὶ ἄλλοι τινὲς ἐκ τῶν νεωτέρων σας, εἴχετε, κατὰ γενομένην τότε συζήτησιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὑποστηρίξει τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Βιβλιοθήκης, τὴν ἐνίσχυσιν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν τὸ ἵδρυμα νὰ προμηθεύηται ὅλα τὰ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τῶν ὁποίων νὰ συμπληροῦται ὁ κατάλογος τῶν βιβλίων. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως καὶ τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον θὰ προσελαμβάνετα νὰ ἦτο προσωπικόν, προερχόμενον ἐκ τοῦ κύκλου τῶν διανοουμένων, ἐκ τῶν ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων. Ὅπως σήμερον λειτουργεῖ ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἰδανικὴ ἡ λειτουργία αὐτῆς, διότι, ὡς ἔμαθον, πολλάκις τὰ μέσα, τὰ διατιθέμενα, τὰ οἰκονομικὰ ἰδίως, διὰ τὴν προμήθειαν συγγραμμάτων δὲν εἶναι τόσον ἄφθονα ὅσον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι. Κατὰ συνέπειαν μίαν σύστασιν ποιοῦμαι, ἴσως εἶναι ἡ σύστασις αὐτὴ καὶ ἔξω τοῦ Κανονισμοῦ ὅπως, ἀντὶ πάσης θυσίας, προκειμένου περὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ ἐνισχύσεως αὐτῆς διὰ νέων συγγραμμάτων, νὰ μὴ πρυτανεύσῃ πνεῦμα οἰκονομιῶν, οὔτε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ παρέμβασις τοῦ περιφήμου Γενικοῦ Λογιστηρίου, νὰ καταστῇ δυνατὸν, ὥστε ἡ Βιβλιοθήκη νὰ δύναται νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ βιβλίου καὶ νὰ πλουτισθῇ οὕτω. Εἶναι ἀνάγκη ἴσως νὰ μνημονεύσω τὴν δρᾶσιν τοῦ ἀειμνήστου Διευθυντοῦ τῆς Βιβλιοθήκης Παναγιώτου Καλογεροπούλου, τοῦ ὁποίου, κατὰ παράδοξον τρόπον, δὲν βλέπω ἀνηρτημένην τὴν εἰκόνα εἰς τὸ ἀναγνωστήριον τῆς Βιβλιοθήκης. Ὁ ἀείμνηστος Καλογερόπουλος ὑπῆρξεν εἷς σοφὸς, εἷς μέγας ἥρως, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησεν αὐτὸ τὸ ἵδρυμα καὶ νομίζω ὅτι πᾶσα ἀναγνώρισις τοῦ ἔργου τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, εἶναι καθῆκον ὑπέρτατον τῆς Βουλῆς. Ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἀρχὴν, εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Κύριοι Βουλευταί, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τῆς Βουλῆς εἶναι πολυτελεῖς. Ἡ πολυτέλεια αὐτὴ δὲν ὀφείλεται τόσον εἰς τὴν μέριμναν, ἂς εἴπωμεν ἔτσι, τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου, ἀλλ’ ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν μέριμναν ἡμῶν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦμεν πάντοτε νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁμολογουμένως δίκαιον νὰ λεχθῇ μᾶς προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των μετὰ πάσης προθυμίας κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν ἐνταῦθα. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐκδήλωσις τῆς εὐμενείας τῶν Βουλευτῶν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε ὁ δημιουργούμενος Γενικὸς Γραμματεὺς τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, νὰ δύναται νὰ ὀνομασθῇ Γενικὸς Γραμματεὺς τῶν Διευθυντῶν καὶ τῶν Τμηματαρχῶν τῆς Βουλῆς. Διότι, ἐὰν προσέξητε τὸν Κανονισμὸν καὶ ἴδητε τὸν μισθολογικὸν πίνακα θὰ παρατηρήσητε ὅτι ἔχομεν τέσσαρας Διευθυντὰς μὲ μισθὸν Γενικοῦ Διευθυντοῦ.
§44Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν.
§45Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Περὶ τοῦ ἰσχύοντος ὁμιλῶ. Διευθυντὰς αʹ τάξεως, Διευθυντὰς βʹ τάξεως, Τμηματάρχας μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν Διευθυντοῦ, Γραμματεῖς μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν Τμηματάρχου καὶ διαφόρους ἄλλας ὑπηρεσίας. Καὶ ὄχι μόνον ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι βαρύνουν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπηρεσίας, καὶ πρέπει νὰ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι δὲν προσφέρουν ὅσα θὰ ἔπρεπε νὰ προσφέρουν μὲ τὰ παρασχεθέντα εἰς αὐτὰς μέσα ὑπὸ τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ. Δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς παραδείγματα. Δὲν θὰ ὁμιλήσω λεπτομερειακῶς. Θὰ σᾶς εἴπω μόνον ὅτι οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς καὶ ὀφείλω νὰ κάμω μίαν ἐξαίρεσιν διὰ τὸν Διευθυντὴν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁμολογουμένως, ὁ πρῶτος ἐρχόμενος καὶ τελευταῖος ἀναχωρῶν καὶ ὁ προσφέρων καὶ ἀγωνιζόμενος καὶ ὁ διαρκῶς ἐν ἐκνευρισμῷ εὑρισκόμενος, διότι ἐγκαταλείπεται μόνος του...
§46Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αὐτὸ εἶναι καὶ ὀλίγον πνεῦμα τῆς ἄλλοτε συναδελφικότητος.
§47Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Ἴσως. Τὸ προσωπικὸν τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἐὰν εἰργάζετο ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ ἐργάζηται, δὲν θὰ εἴχομεν τὰς ἀτελείας καὶ τὰς ἐλλείψεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀναγκάζουν σήμερον νὰ συμπληρώσωμεν τὸν Κανονισμόν. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀτέλειαι; Θέλετε ν’ ἀρχίσω τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ἀτελειῶν; Θὰ κουρασθῇ ἡ Βουλή. Θὰ σᾶς εἴπω μόνον μίαν ἐκ τῶν ἀτελειῶν, σημαντικωτάτην, τὴν ἀτέλειαν τὴν ἑξῆς: ὅτι τὸ Γραφεῖον Ἐπισήμων Πρακτικῶν, δηλαδὴ Γραφεῖον τοῦ καθρέπτου τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, δὲν ὑφίσταται. Ὑφίσταται ὑπηρεσία μὲ 2–3 κατωτέρους ὑπαλλήλους φιλοτίμως ἐργαζομένους, ἀλλὰ τὸ Γραφεῖον τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν, τὸ διευθυνόμενον ὑπὸ Τμηματάρχου μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν Διευθυντοῦ, κατ’ οὐσίαν δὲν ὑφίσταται καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτὴν τοῦ γραφείου τὴν ἔχει ἀναλάβει τὸ Δελτίον τοῦ Τύπου. Ὅλοι σας γνωρίζετε τί ἐστὶ Δελτίον Τύπου. Τὸ Δελτίον Τύπου, τὸ ὁποῖον συνίσταται ἀπὸ ὑπαλλήλους ἐγνωσμένης ἱκανότητος, διότι διετέλεσαν δημοσιογράφοι —ἴσως καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ διὰ νέων χειρῶν δημοσιογραφικῶν — τὸ γραφεῖον λοιπὸν τὸ Δελτίου τοῦ Τύπου σκοπὸν ἔχει νὰ δίδῃ περίληψιν τῆς ἐνταῦθα ἐργασίας εἰς τὰς ἐφημερίδας. Καὶ πολλάκις νὰ ἱκανοποιῇ καὶ τῶν Βουλευτῶν τὰς ἐπιδείξεις. Ἔρχεται, φέρ’ εἰπεῖν, μία ἀναφορὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνακοινοῦται, λέγομεν δυὸ λόγια διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τοὺς συμπολίτας μας καὶ γράφονται περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν, γράφονται ἴσως καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠκούσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§48Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ γραφοῦν.
§49Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Πρέπει νὰ γραφοῦν, διὰ νὰ διορθωθῇ αὐτὸ τὸ κακόν. Συναρμολογεῖται τὸ Δελτίον Τύπου, τυποῦται καὶ τὴν ἑπομένην ἔχομεν τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά, τὰ ὁποῖα κυροῦνται ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιστάσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, καὶ τὰ ὁποῖα, Ἐπίσημα Πρακτικὰ, δὲν εἶνε ἐπίσημα, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ἐπίσημα, διότι δὲν εἶναι ἐπίσημα. Ὅταν συζητοῦνται ἐνταῦθα σοβαρώτερα θέματα, εἴτε ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, εἴτε ἐπὶ ἄλλων γενικῶν ζητημάτων, εἴτε ἐπὶ τροποποιήσεων νόμων, γράφονται ἐλάχιστα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ Γραφεῖον τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν ἀποκτήσῃ διεύθυνσιν, ἀποκτήσῃ τρόπον καὶ σύστημα ἐργασίας καὶ πρὸ παντὸς νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πιστὴν καὶ πλήρη ἀπόδοσιν τῶν ἐνταῦθα λεγομένων. Διότι, ἐπιμένω νὰ τονίσω εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὁμιλῶ δὲ μὲ τὴν πεῖραν τοῦ δημοσιογράφου καὶ μὲ τὴν πεῖραν τοῦ ἄλλοτε Διευθυντοῦ τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὰ ἐπίσημα Πρακτικά. Ἄν ἀνατρέξητε εἰς τὰ Πρακτικὰ τῶν παρελθουσῶν ἐποχῶν, τὰ πρὸ τοῦ 1911, ὁπότε δὲν ὑπῆρχε Δελτίον Τύπου, θὰ ἴδητε μίαν θαυμασίαν, βέβαια ὄχι ἐν ἐκτάσει, ἐν περιλήψει, θαυμασίαν ἀπόδοσιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντων καὶ πραχθέντων. Μὲ πρόσωπα δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς. Ἄλλωστε νομίζω ὅτι τὰ πρόσωπα εἶναι τόσον γνωστὰ εἰς ὅλους μας, ὥστε νὰ παρέλκῃ πᾶς ἐπ’ αὐτῶν λόγος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ εἶναι, ὅτι σήμερον, μολονότι ὁ Κανονισμός, ὁ ὑφιστάμενος, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν τροποποίησιν ἐπιχειροῦμεν ἔχει προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ν’ ἀνταπεξέλθῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Σώματος, τὸ προσωπικὸν αὐτὸ δὲν ἀποδίδει ὅσα ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ. Καὶ θὰ μνημονεύσω τοῦτο, ὅτι εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1920–1922, ἐπὶ 367 Βουλευτῶν, εἴχομεν προσωπικὸν σχεδὸν τὸ ½ τοῦ σημερινοῦ, καὶ ἐν τούτοις αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐκείνης καλῶς διεξήχθησαν καὶ οὐδεμία δύναται νὰ ἀποδοθῇ μομφή ὅτι τότε, μὲ τὸ γλίσχρον ἐκεῖνο προσωπικὸν, δὲν εἴχομεν ἀποτελέσματα καλά. Αὐτὰ ἦσαν τὰ γενικά, τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ εἴπω. Τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ὑποδείξω μερικὰς τροποποιήσεις, νὰ κάμω μερικὰς συστάσεις μᾶλλον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω νὰ παρακαλέσω καὶ ὑμᾶς καὶ τοὺς ἄλλους κ. Συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσουν νὰ διατυπώσουν κάπως πλέον ὡρισμένας τὰς παρατηρήσεις των διὰ νὰ δύναμαι κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ τὰς λάβω ὑπ’ ὄψιν.
§51Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Αἱ συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ κάμω, κ. Πρόεδρε, ἀφορῶσι πρῶτον τὸ σῶμα τῶν κλητήρων. Τὸ σῶμα τῶν κλητήρων, κ. Βουλευταί, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο τάξεις. Εἰς τὴν τάξιν τῶν διανομέων, διανομέων ὄχι ὡς πρόσθετον Σῶμα, ἀλλὰ ἐκ τῶν ὡς εἴπομεν κλητήρων νὰ ὁρισθῶσιν δέκα ἕως δέκα πέντε διανομεῖς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν μετὰ βιβλίων παραδόσεως καὶ παραλαβῆς τὴν εὐθύνην τῆς διανομῆς τῶν ἐντύπων εἰς τοὺς Κυρίους Βουλευτάς. Τὸ γενικὸν παράπονον μέσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰ Γραφεῖα εἶναι, ὅτι σήμερον οἱ τάδε Βουλευταὶ δὲν ἔλαβον τὸ τάδε νομοσχέδιον, ἢ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀκόμη καὶ προσκλήσεις τῶν Ἐπιτροπῶν. Καὶ ἡ δικαιολογία τῶν Γραφείων εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέβη αὐτό· θὰ τὰ ἔχασεν ὁ ὑπηρέτης σας κλπ. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν νὰ γίνουν ἐκ τῶν 40 κλητήρων, 10–12 ὑπεύθυνοι ἐπὶ τῆς διανομῆς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τὴν διανομὴν τῶν ἐντύπων, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ γεννηθῇ παράπονον καὶ νὰ μὴ εἶναι διαρκὴς ἡ ἐνόχλησις τῶν ὑπαλλήλων τῶν Γραφείων, ὅτι δὲν λαμβάνομεν τὰ ἔντυπα. Ἄλλην σύστασιν ἔχω νὰ κάμω, Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸ Γραφεῖον τῆς Διεκπεραιώσεως. Τὸ Γραφεῖον τῆς Διεκπεραιώσεως, εἶναι ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς τὸ κυριώτερον τῆς Βουλῆς. Τὸ προσωπικὸν τῶν Γραφείου αὐτοῦ τὸ θεωρῶ τελείως ἀνεπαρκές, ὄχι ποιοτικῶς, ἀλλ’ ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθῇ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως καὶ νὰ μεταρρυθμισθῇ. Ὑποβάλλεται μία ἀναφορὰ καὶ τὴν συνιστᾷ ὁ κ. Συνάδελφος. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ πρέπει νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ πρέπει καὶ κἄτι ἄλλο νὰ γίνῃ. Νὰ ἐνδιαφερθῇ καὶ νὰ παρακολουθῇ τὸ Γραφεῖον τῆς Διεκπεραιώσεως τὴν τύχην τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς. Νὰ μὴ γίνῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκεῖνο ποὺ γίνεται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Ἔρχονται οἱ Ὑπουργοὶ καὶ δημιουργοῦν Γραφεῖα Πληροφοριῶν διὰ νὰ ἀπαντοῦν εἰς τοὺς πολίτας. Ὑποβάλλεται σωρεία αἰτήσεων πληροφοριῶν καὶ οὐδεμία δίδεται ἀπάντησις. Καὶ ἐξ αὐτοῦ προέρχεται ἡ διαρκὴς ἐνόχλησις τῶν πολιτευομένων καὶ ἡμῶν ἀκόμη τῶν Βουλευτῶν. Διότι ἂν ἀπήντων τὰ Ὑπουργεῖα, δὲν θὰ κατέφευγον οἱ πολῖται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ ψύλλου πήδημα. Εἰς τὴν Βουλὴν ἔρχονται ἡμερησίως 50–100 ἀναφοραὶ καὶ τηλεγραφήματα. Αὐτοί, οἱ γράφοντες τὰς ἀναφορὰς καὶ τηλεγραφοῦντες, ἀπευθύνονται εἰς τὴν Βουλὴν ὡς τὴν ὑπάτην, ἂς τὸ εἴπωμεν ἔτσι, Ἀρχὴν, διότι ἀπηλπίσθησαν ἀπὸ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ ἔχουν εὔλογον ἀξίωσιν νὰ λάβουν μίαν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ ἀναφορά των ἐλήφθη καὶ παρεπέμφθη εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον μὲ ἰδιαιτέραν σύστασιν καὶ ἀναμένουν ἀκόμη ὅτι θὰ δοθῇ μία ἀπάντησις εἰς αὐτοὺς ὅτι τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ἔπραξεν ἢ ἐνήργησε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε θὰ καταντήσῃ ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ νὰ ἔρχωνται ἐδῶ.
§53Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Αὐτὸ θὰ εἶναι εἰς ὄφελός μας.
§54Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ὅπως γίνεται σήμερον ὁ Κανονισμὸς ἢ ὑπηρεσία τῆς ὑποβολῆς τῶν αἰτήσεων, ἀναφορῶν καὶ ἀπαντήσεων, ἀποσπᾶται ἀπὸ τὸ Τμῆμα τῆς Διεκπεραιώσεως, διότι κατὰ τὴν γνώμην μας, ὅλως ἀναρμοδίως ὅλος ὁ φόρτος αὐτὸς ἔχει βαρύνει τὸ Γραφεῖον Διεκπεραιώσεως. Καὶ ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς δὲν ὁμιλεῖ περὶ Γραφείου Διεκπεραιώσεως, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς Διεκπεραιωτοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν τῶν ἐγγράφων. Ἤδη, ὅλην τὴν ἄλλην ἐργασίαν, τὴν μεταθέτομεν εἰς τὸ Γραφεῖον, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν Νομοθετικῶν καὶ παρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πλέον ἁρμοδία ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐνισχύσαμεν μὲ τὸν μείζονα ἀριθμὸν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι καὶ ζήτημα ἐσωτερικοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ γίνῃ.
§55Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Εἶναι ὀρθὴ ἡ μεταρρύθμισις αὐτή, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔχω νὰ ὑποδείξω ὅπως ὁ ἐσωτερικὸς Κανονισμὸς τῆς λειτουργίας τῶν Γραφείων περιλάβῃ διάταξιν εἰδικὴν διὰ τὴν τύχην τῶν πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβαλλομένων ἀναφορῶν καὶ ὑπομνημάτων. Τώρα, Κύριοι Βουλευταί, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ δι’ ἕν ἄλλο ζήτημα. Ὅτε ἐπεβλήθη ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1922, κατήργησεν, ὡς γνωστόν, τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἑπομένως καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς ὑπήχθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἅμα ὡς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, συνέστησεν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία, κατὰ σύμπτωσιν ἀπετελέσθη καὶ ἀπὸ μέλη πρώην ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, οἵτινες οἱ ἴδιοι ἐψήφισαν ὑπέρ τῆς ἐπαναφορᾶς των εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν.... συναδέλφων των. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐξεκαθάρισεν τὸ προσωπικὸν καὶ τοὺς ἀνωτέρους καὶ τοὺς κατωτέρους. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἐκκαθαρισθέντων εἶναι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι καὶ ὑπηρεσίας πολυτίμους προσέφερον καὶ προσόντα κέκτηνται διὰ τὰς θέσεις, ἃς κατεῖχον. Ἀπόδειξις τοῦ ὅτι ἦσαν καλοὶ ὑπάλληλοι, εἶναι ὅτι καὶ ἡ ἰδία ἐπιτροπή, ἡ ἐκκαθαρίσασα αὐτούς, συνιστᾷ ὅπως διορισθῶσιν εἰς ἄλλας δημοσίας θέσεις. Τοὺς εὗρε τόσον καλοὺς καὶ τόσον καταλλήλους, ὥστε ν’ ἀναφέρῃ ἐν τῇ ἐκθέσει της, ὅτι δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς ἄλλας δημοσίας θέσεις. Οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, δὲν εἶναι πολλοί, καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἀκουσθῶ μετὰ προσοχῆς ἀπὸ τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, οἱ ὀλίγιστοι τὸν ἀριθμόν, εἶναι ἄξιοι, ὄχι μόνον τῆς εὐνοίας μας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀμερίστου ὑποστηρίξεώς μας.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσοι εἶναι;
§57Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Δὲν εἶναι πολλοί· εἶναι 4 ἢ 5 τῶν Γραφείων Βουλῆς καὶ Βιβλιοθήκης καὶ 3–4 κλητῆρες.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίων ὑπηρεσιῶν;
§59Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Βουλῆς. Ὅπως σᾶς εἶπον, κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἦσαν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν ἐπαναφοράν των. Βεβαίως αὐτοὶ εἶχον ἐκκαθαρισθῆ κατὰ τὸ 1920, ὄχι ὅμως ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ διὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Προέδρου. Ἦλθε κατόπιν ἡ ἀνταπόδοσις, ἀλλὰ ὄχι νομικῶς, ἀλλ’ ἐπαναστατικῷ δικαίῳ. Ὅτι δὲ ἡ ἐκκαθάρισις ὑπῆρξεν ἔκνομος καὶ ἄδικος, ἀπόδειξις εἶνε ὅτι ἡ ἰδία ἡ ἐπιτροπὴ συνέστησεν εἰς τὸ πρακτικόν της νὰ χρησιμοποιηθοῦν εἰς ἄλλας δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο. Σήμερον, προκειμένης τῆς ψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, συνιστῶ τὴν ἐπαναπρόσληψιν αὐτῶν, ἐφόσον, κ. Πρόεδρε, ὑπάρχουν θέσεις, ἰδιαιτέρως δὲ θὰ παρακαλέσω διὰ τὰς θέσεις τῶν τριῶν Τμηματαρχῶν καὶ τὰς δύο Γραμματέων. Εἰδικῶς δὲ διὰ τοὺς Γραμματεῖς θὰ εἴπω, ὅτι ὁ εἷς ὑπῆρξε κατὰ τὸ 1920–22 ὁ διευθυντὴς τῶν Γραφείων τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ἰδίως ὁ γραμματεὺς τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἐνθυμεῖται ὁ κ. Μαρῆς, ὅστις μὲ προσέχει ἰδιαιτέρως, ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ Συντάγματος, ποὺ εἰργάσθη κατὰ τὸ 1920–22 ἦτο καὶ πολυπληθὴς καὶ ἐργασίαν μεγάλην ἔκαμε, πολὺ μεγάλην ἐργασίαν, ἀδιάφορον ἂν δὲν κατέληξεν εἰς τὴν πλήρη μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος. Πάντως αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος εἰργάσθη μὲ τοιαύτην ἀφοσίωσιν νύκτα καὶ ἡμέραν....
§60Γ. ΜΑΡΗΣ. Πῶς ἐλέγετο;
§61Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Βρυώνης, ὥστε νὰ εἶναι ἔργον ὑψίστης δικαιοσύνης ἡ ἐπαναπρόσληψις αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου. Ὁ ἄλλος γραμματεύς, γνωστὸς λογογράφος, ὑπηρέτει εἰς τὴν Βιβλιοθήκην καὶ ἐπέδειξεν ἰδιαίτερον ζῆλον. Θὰ ὑποστηριχθῇ, κ. Βουλευταί, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Κανονισμὸς ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ψηφισθῇ, ἐμφανίζει μείζονα ἴσως πολυτέλειαν ἀπὸ τὸν τροποποιούμενον. Ἀλλὰ οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι. Δύο ὁδοὶ ἀνοίγονται σήμερον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, προκειμένου νὰ ρυθμίσῃ τὰς ὑπηρεσίας, ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ αὐτὸς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ὑπηρεσιῶν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν μὴ ἐργαζομένων καὶ εἰσφερόντων εἰς τὸ ἔργον τῶν ὑπηρεσιῶν, ὁπότε θὰ ἔχωμεν ἀδικήματα καὶ θὰ ἔχωμεν ἀνέργους καὶ περισσοτέρους τῶν ὑπαρχόντων ἢ ν’ αὐξήσῃ τὰς θέσεις, διὰ νὰ ἐξοικονομηθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαιώματα ἐκ τοῦ παρελθόντος, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι χρειάζονται διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Γραφείων. Πάντως νομίζω ὅτι ὁ κανονισμός, ὁ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ μεγάλην δαπάνην....
§62Γ. ΜΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι Διευθυνταὶ ἐργάζονται;
§63Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Διευθυνταὶ εἶναι σήμερον «τρεῖς Διευθυνταὶ ὀργανικῶν θέσεων μὲ βαθμὸν Γενικῶν Διευθυντῶν, ἑπτά... (ἀναγιγνώσκει) ...
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶνε 6 Διευθυνταὶ καὶ 4 Γεν. Γραμματεῖς.
§65Γ. ΜΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι ἐργάζονται; Πόσοι ἐμφανίζονται ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν;
§66Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Πόσοι ἐμφανίζονται; Εἷς τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου......
§67Γ. ΜΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου εἷς Διευθυντὴς εἶναι;
§68Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Μάλιστα.
§69Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Νὰ μὴ σᾶς κάμῃ κακὴν ἐντύπωσιν ἡ ὕπαρξις πολλῶν διευθυντῶν, διότι εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα μετὰ ἕνα ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ὑπάρχει ἡ ἐπὶ μισθῷ προαγωγή. Οἱ Διευθυνταὶ εἶναι 8, ἐξ ὧν 4 ἐπὶ μισθῷ αʹ τάξεως.
§70Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Θὰ ἀμφισβητήσω τοὺς ἀριθμοὺς ποὺ δίδετε. «Εἶναι τρεῖς Διευθυνταὶ ὀργανικῶν θέσεων... .....(ἀναγινώσκει):
§71ΣΤ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς πληροφορήσητε, κ. Συνάδελφε, πόση εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς δημιουργίας τῶν νέων θέσεων, περίπου;
§72Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ὁ κ. Εἰσηγητής.
§73Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶνε ἡ ἔκθεσις ἀκριβὴς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, διότι κατὰ ἕνα πρόχειρον ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἔκαμα, ἐκ τῆς συγκρίσεως τοῦ νέου καὶ τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ, εἶδον ὅτι τὸ ποσὸν ἀνέρχεται τὰ 2.000.000. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸ εἰδικὸν λογιστήριον τῆς Βουλῆς νὰ μᾶς καταθέσῃ τοὺς πίνακας, διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν ἐπιβάρυνσιν, ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν θέσεων.
§74Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου Κανονισμοῦ, τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον ἔδωκε τὴν εἰκόνα ἐπὶ τῆς ἐκθέσεώς του καὶ εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις αὐτή, ἡ ὁποία ἐλέχθη.
§75Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Μοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει τὸ λάθος αὐτό, καὶ ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ.
§76Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Ἀφαιρέσατε τὸ κονδύλιον τῶν ἐκτάκτων;
§77Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον.
§78ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Ποία εἶνε ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης;
§79Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Συνολικῶς εἶνε 812.312 δρχ.
§80Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει... (ἀναγινώσκει).... Ἑπομένως εἶναι πολὺ περισσότερον.
§81Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποτελέσῃ ἐπιβάρυνσιν σήμερον, διότι αἱ προαγωγαί, κατὰ τὸν Κανονισμόν, εἶναι πάντοτε ἐπιβαρύνσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε προβλέπονται. Καὶ πέρυσιν καὶ πρόπερσι καὶ κάθε χρόνο αἱ ἐπιβαρύνσεις δὲν προβλέπονται.
§82Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Πάντως ἡ ἐπιβάρυνσις εἶναι ἐπιβεβλημένη...
§83Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§84Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. ... διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἡ λειτουργία τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι πλήρης καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραβληθῇ οὔτε πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς Βιβλιοθήκης, οὔτε τοῦ στενογραφικοῦ Γραφείου. Πολλαὶ ἐλλείψεις ὑπάρχουν καὶ πολλαὶ ἀτέλειαι καὶ πολὺ προσωπικόν. Ἄν θέλετε νὰ προχωρήσω, θὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: προσωπικὸν τὸ ὁποῖον δὲν ἀποδίδει ὅ,τι ἐζήτει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ διορίσας αὐτό...
§85Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Καὶ τὸ ὁποῖον ηὐξήθη τώρα τελευταίως.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κώνστας.
§87Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Ἤθελον νὰ ἀναφέρω τὰς σπατάλας, τὰς μεγάλας σπατάλας, καὶ τὴν πολυτέλειαν τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ὁ ὑπὸ κρίσιν ἡμῶν Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἑρμιονίδος Συναδέλφου μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου τούτου. Λίαν ὀρθῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως, σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος, ὅτι κατὰ τὸ 1920–22 μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ προσωπικοῦ τῶν σημερινῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Βουλῆς, διεξήχθη μία γιγαντιαία ἐργασία τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἦτο κολοσσιαία πράγματι ἡ ἐργασία ἐκείνη. Νομίζω, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχεν ἄλλα ἔργα νὰ ἀσχοληθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον, ἔχει πολλὰ ἄλλα προβλήματα νὰ λύσῃ καὶ δὲν ἦτο ὀρθὸν καὶ ἐπιτετραμμένον νὰ κατατριβῶμεν εἰς τὰς προσωπικὰς ὑποθέσεις, διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὸν Α ἢ τὸν Β ὑπάλληλον, ἢ πῶς νὰ αὐξήσωμεν τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν πρότασιν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν νέαν Σύνοδον, ἵνα ἐξετασθῇ ἐπιμελέστερον τὸ ζήτημα, καθόσον μάλιστα ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, κατ’ ἐμέ τουλάχιστον, δὲν εἶναι ἀκριβής. Νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ περισσότεραι αἱ δαπάναι, ἀπὸ τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας ἀναγράφει ἡ ἔκθεσις, διότι κατ’ ἐμέ, ὑπερβαίνουν τὸ ἑκατομμύριον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως δὲν ἦτο ἀπολύτως ὀρθὴ κατὰ βάσιν ἡ αὔξησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς. Τοὐναντίον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διαρρυθμίσῃ καὶ εἶνε δυνατὸν μάλιστα καὶ νὰ περικόψῃ θέσεις τινάς, πολλάς, διότι νομίζω ὅτι διὰ μιᾶς τακτικῆς, διὰ μιᾶς νοικοκυρευμένης διοικήσεως τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς θὰ δυνηθῇ πάλιν νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸ ἔργον του. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει δηλῶ ὅτι τάσσομαι ἀπολύτως κατὰ πάσης αὐξήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαζαράκης.
§89Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅσον μὲν ἀφορᾶ τὰς ἐσωτερικὰς ὑπηρεσίας, ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ παρατηρήσω. Καὶ πρῶτον βλέπω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ γίνεται μνεία περὶ τῆς πληθώρας τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, τῶν οὐδὲν ἀποδιδόντων, ἐφόσον μάλιστα πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐμφανίζονται μόνον διὰ τὴν μισθοδοσίαν. Ἐφόσον λοιπὸν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸν Κανονισμόν, ὁμολογοῦν τοῦτο, συνηγορῶ καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων διὰ μονίμων ὑπαλλήλων, δεχόμενος ἀνεπιφυλάκτως τοῦτο καὶ μόνον ἀποδέχομαι νὰ ὁρισθῇ ἀριθμὸς περιωρισμένος ἐκτάκτων ὑπαλλήλων ἐντὸς ὁρίου λογικοῦ, ὁσάκις παρουσιάζεται ἀνάγκη.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυστυχῶς δὲν σᾶς ἤκουσα καλά. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ στρέφεσθε καὶ πρὸς τοὺς στενογράφους, διὰ νὰ ἀκούωνται καὶ νὰ γράφωνται καὶ νὰ ἠμπορέσω νὰ σᾶς διαβάσω.
§91Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου καὶ τῶν Γραφείων τῆς Βιβλιοθήκης, ἀνεπιφυλάκτως τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως αὐτῶν. Δὲν συμφωνῶ ὅμως ὡς πρὸς τὴν δημιουργίαν τῆς θέσεως τοῦ Γεν. Γραμματέως. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κεκηρυγμένος ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῶν Γενικῶν Γραμματέων καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Ὑπουργεῖα. Ἐφόσον προήχθησαν ἀρχαῖοι καὶ δεδοκιμασμένοι ὑπάλληλοι εἰς Διευθυντὰς ἔχοντες τὰ προσόντα Γενικῶν Γραμματέων καὶ τὸν μισθὸν Γεν. Γραμματέως, καὶ ἀποκτήσαντες διὰ μακρᾶς ὑπηρεσίας τὸν βαθμὸν Διευθυντοῦ, εἶναι ἄτοπον νὰ τίθενται ἐπικεφαλῆς ἄλλοι ἐντελῶς ξένοι πρὸς τὰς ὑπηρεσίας καὶ ἐφόσον μάλιστα δὲν ἔχουν προηγουμένην τοιαύτην. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπῆρξαν Γενικοὶ Γραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν σεμνώματα τῆς ὑπηρεσίας καὶ δημιουργικοὶ παράγοντες, πολλοὶ δὲ τούτων παρακάθηνται σήμερον καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη διορισμοῦ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν Γενικοῦ Γραμματέως, εἶναι μεγάλη ἀπόστασις. Καὶ ἐπειδὴ εἶμαι ὑπὲρ τῶν Διευθυντῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ μὴ θέσωμεν ἐπικεφαλῆς τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς ἕνα Διευθυντὴν ξένον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐνισχύσεως τῶν Ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς διὰ προσωπικοῦ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπέρ, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ γίνεται μνεία εἰς τὴν ἔκθεσιν ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν, εἰδικῶς καὶ δι’ αὐτὴν τὴν Ἐπιτροπὴν πρόσθετοι ὑπάλληλοι, διότι κουράζονται διὰ τῆς προσθέτου ἐπιβαρύνσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως οἱ ὑπάλληλοι τῶν τακτικῶν ἐπιτροπῶν. Δὲν ὑπάρχει ἴσως ἡ ἀνάγκη νὰ συγκαλῆται τόσον συχνὰ ἡ ἐπιτροπή, διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν νὰ ἐργάζηται δι’ ὀλίγους μῆνας καὶ ὄχι νὰ δίδῃ τὰ δικαιώματά της εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Βεβαίως ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ἀπέδωκε πολλοὺς καρποὺς τελευταίως ἐργασθεῖσα, ὅπως γενικῶς δύναται νὰ ἀναγνωρισθῇ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται καὶ κατάχρησις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ἤθελον νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ μεταφορὰν τῆς Βουλῆς εἰς τὰ Παλαιὰ Ἀνάκτορα, ληφθῇ καὶ μία πρόνοια περὶ τῆς μεταφορᾶς ἢ μὴ — δὲν γνωρίζω, ἐὰν πρόκειται ἄλλως νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ κτίριον τῆς Βουλῆς— ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ ἔλθουν ξέναι ὑπηρεσίαι, καλλίτερον θὰ εἶναι νὰ διετίθετο διὰ τὴν Βιβλιοθήκην αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι ἕν κόσμημα τῆς Ἑλλάδος, ὀφειλομένη τὸ πρῶτον εἰς τὸν ἀείμνηστον Τιμολέοντα Φιλήμονα καὶ εἰς τοὺς κατόπιν διαδεχθέντας αὐτὸν καὶ μάλιστα εἰς τὸν τελευταῖον αὐτῆς ἀοίδιμον Διευθυντὴν Καλογερόπουλον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προτεινομένην προσθήκην γραμματέων εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, ἐπιδοκιμάζω ἀπολύτως τὴν προσθήκην ταύτην, διότι εἶνε βεβαίως ὀρθόν, Ἀρχηγοὶ κόμματος διαπρεπεῖς πολιτευταί, διατελέσαντες Πρωθυπουργοί, νὰ ἔχωσι ἕνα γραμματέα. Ἐπίσης δικαιοτάτην κρίνω τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται πραγματικῶς, ἔχουσι δὲ κατορθωθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον νὰ εἶναι μόνιμοι. Ὅσον ἀφορᾷ γενικώτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ὁ ὑπὸ κρίσιν Κανονισμός, τῆς προσθήκης δηλαδὴ διατάξεως περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως Ἀρχηγῶν πολιτικῶν μερίδων διὰ τὴν ἐκπροσώπησιν εἰς τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐφόσον ἔχουσιν ὀπαδοὺς μέχρι 10 τοὐλάχιστον Βουλευτὰς καὶ ἐφόσον ἡ Ἐπιτροπὴ προέτεινεν ὅτι δύνανται νὰ μετέχωσι τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν καὶ διατελέσαντες κατὰ τὸ παρελθὸν πρωθυπουργοί, ἢ Ἀρχηγοὶ μεγαλειτέρων ἄλλοτε κομμάτων, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἴσως ἐξ ἴσου δικαιολογημένον νὰ μετέχουν καὶ Ἀρχηγοὶ κομμάτων, διατελέσαντες κατ’ ἐπανάληψιν Ὑπουργοί. Ἐπίσης ἤθελον νὰ ἐκφράσω εὐχὴν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ἀποχωρούντων, λόγῳ ὁρίου ἡλικίας ὑπαλλήλων. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ διακεκριμένος λογογράφος Κ. Μαλακάσης, ὁ ὁποῖος ἀποχωρεῖ τῆς ὑπηρεσίας, λόγῳ ὁρίου ἡλικίας, εἶναι δὲ ἐκ τῶν ὀλίγων λογίων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τιμηθῇ καὶ διὰ τοῦ ἀριστείου γραμμάτων. Ἤθελον νὰ ἐκφράσω εὐχὴν ὅπως ἐξαιρεθῇ τῆς ἀπομακρύνσεως λόγῳ ὁρίου ἡλικίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως ἔγινε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς ἀποχωρήσαντας ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην γενικωτέραν παρατήρησιν εἶχον νὰ προσθέσω. Πρῶτον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ἀπουσιαζόντων εἰς ὁλόκληρον Σύνοδον Βουλευτῶν, διότι εἶναι ἄδικον νὰ εὑρίσκωνται ἄλλοι εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ἄλλοι εἰς τὰς ἐπαρχίας, μὴ ἐκτελοῦντες τὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων των, ἐνῷ ἡ πλειονότης τῶν Συναδέλφων των κοπιάζει. Εἰς παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐπὶ τοῦ ἀοιδίμου Θεοτόκη, εἶχε θεσπισθῇ ὅπως οἱ μὴ μετέχοντες τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μὴ λαμβάνουν ἀποζημίωσιν. Δυστυχῶς καὶ αὐτὸ κατηργήθη, διότι καὶ εἰς τοῦτο ἔγιναν καταστρατηγήσεις. Ἐπίσης εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐχόντων μόνιμον κατοικίαν οὐχὶ τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ τὴν ἐπαρχίαν. Καὶ ἄλλοτε εἶχε καὶ τοῦτο θεσπισθῇ, ἀλλὰ δυστυχῶς πολλοὶ πλούσιοι Βουλευταὶ ἔκαμαν δηλώσεις ὅτι ἦσαν μόνιμοι κάτοικοι ἐπαρχιῶν, ἐνῷ ἦσαν ὄχι μόνον κάτοικοι Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ κάτοχοι μεγάλης περιουσίας. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω καὶ συγκεφαλαιώνω ἐπιμένων εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βιβλιοθήκης, εἰς τὸν περιορισμὸν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν κλητήρων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συμμετοχὴν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, θὰ διατυπώσω τὴν πρότασιν ἐγγράφως, θὰ τὴν παραδώσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, κατὰ παράκλησιν αὐτοῦ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§93Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ διάταξις, ἡ ὁποία προστίθεται εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς διὰ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, δὲν εἶναι ζήτημα τυπικὸν· εἶναι ζήτημα ἐξόχως πολιτικὸν καὶ θὰ εἶχον ἀνάγκην νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἀκούσωμεν τὰς ἀντιλήψεις του. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ ζητήματος ἐντελῶς πολιτικοῦ χαρακτῆρος, χωρὶς νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν Κυβέρνησιν, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὴν κρατοῦσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος γνώμην.
§94Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουργὸς Πολ. Γραφείου). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετέβη εἰς τὴν Γερουσίαν, κατόπιν ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων καὶ κατόπιν συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Καφαντάρης.
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πανταζίδης.
§98Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Ὑπέβαλον, κ. Βουλευταί, εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς πρότασιν, ἀφορῶσαν τροπολογίαν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Ἡ ἐκνευριστικὴ ἀτμοσφαῖρα καὶ ἡ ἠλεκτρισμένη, ἐντὸς τῆς ὁποίας πολλάκις διεξάγονται αἱ συζητήσεις ἐπὶ σοβαρωτάτων ζητημάτων, ἰδίᾳ δὲ τὸ θλιβερὸν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Συναδέλφου κ. Γαβριηλίδου, μὲ ἠνάγκασε νὰ θεωρήσω ἐπιτακτικὸν τὸ καθῆκον ὅπως ὑποβάλω τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν. Εἶναι ἀληθές, κ. Βουλευταί, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ἀφορῶσαι τὴν τήρησιν τῆς τάξεως δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ συγκρατήσουν τὴν ὁμαλὴν συζήτησιν, καὶ ἡ ἁρμοδιότης ἐπίσης τοῦ Προέδρου εἶναι πολὺ στενή, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν. Τὰ ἄρθρα, τὰ σχετικά, τοῦ ἡμετέρου Κανονισμοῦ 26–29 προβλέπουν ἐλαφροτάτας παραβάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸν κολασμὸν ἔχει ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της, ἄνευ συζητήσεως, δι’ ἀναστάσεως, λαμβανομένης κατόπιν προτάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς δὲν προβλέπει ἔτι βαρύτερον παράπτωμα, τὸ τῆς χειροδικίας τῶν Βουλευτῶν, ἡ ὁποία στιγματίζει τὸ Κοινοβούλιον Κράτους πεπολιτισμένου καὶ καταθλίβει τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν....
§99ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Πρῶτον διὰ τοὺς ὑβριστὰς καὶ ἔπειτα διὰ τοὺς χειροδικοῦντας.
§100Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. ..... καταθλίβει τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν καὶ μειώνει τὸ κῦρος καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κοινοβουλίου ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης, διότι τὸ Κοινοβούλιον, κατὰ τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις μὲ τὴν σοβαρότητα καὶ τὴν ψυχραιμίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὴν συζήτησιν, ὀφείλει νὰ ἐπιβάλλεται ὡς ἀνωτέρα ἠθικὴ ἀξία ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Τὸ Κοινοβούλιον, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, κ. Βουλευταί, λόγῳ τῶν παρελκυστικῶν καὶ τῶν ἐκνευριστικῶν συζητήσεων, λόγῳ τῆς μανίας τῶν ἀσκόπων ρητορικῶν ἐπιδείξεων, λόγῳ τῶν σημειουμένων συχνῶν ἀταξιῶν, λόγῳ τῆς καταχρήσεως, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσιοδότησιν, διατρέχει πράγματι κρίσιν. Καὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα διοικοῦνται κοινοβουλευτικῶς, ἀντιμετωπίζεται ἡ κρίσις αὐτὴ διὰ μέτρων περιοριστικῶν, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Εὑρισκόμενος, Κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίδρασιν τῶν θλιβερῶν ἐκείνων σκηνῶν, αἵτινες πράγματι μὲ εἶχον συγκλονίσει, διότι εἶναι λίαν ἀπογοητευτικὸν τὸ φαινόμενον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται συζήτησις τοῦ νὰ παύσῃ ἡ ἐκμετάλλευσις ἀνθρώπου ἀπὸ ἄνθρωπον, νὰ ἀσκῆται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς βία παρὰ ἀνθρώπου ἐναντίον ἀνθρώπου καὶ μάλιστα παρὰ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὅτι εἶναι πολιτισμένος, ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τὴν δημοσίαν γνώμην, ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος περιβάλλεται μὲ τὸ ὕπατον ἀξίωμα, τὸ ἀξίωμα τοῦ νομοθέτου τῆς Πολιτείας. Εὑρισκόμενος, λέγω, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν πρώτων ἐντυπώσεων, ἔσπευσα νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου μόνην τὴν ἑλληνικὴν πραγματικότητα τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καὶ χωρὶς νὰ προστρέξω εἰς ἄλλους Κανονισμούς. Ὅταν εὗρον τὸν καιρὸν ἀνέτρεξα εἰς Κανονισμοὺς ἄλλων Χωρῶν, εἶδον πράγματι μὲ ἱκανοποίησίν μου, ὅτι καὶ εἰς τοὺς Κανονισμοὺς ἄλλων Χωρῶν ὑπάρχουν ἀνάλογοι κυρώσεις, ὅπως εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, καὶ τῆς Ἰσπανικῆς καὶ τῆς Τσεχοσλοβακικῆς Βουλῆς καὶ εἰς ἄλλους Κανονισμούς, κυρώσεις ὁμοίας μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἔχω κυρίως ὑπ’ ὄψει μου τὸν Γαλλικὸν Κανονισμόν.
§101ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχει διανεμηθῆ ἡ πρότασίς σας;
§102Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Ἡ πρότασίς μου ἔχει διανεμηθῆ κ. Συνάδελφε. Ἰδοὺ καὶ τὸ ἔντυπον τῆς προτάσεώς μου ἀπὸ τὸ Τυπογραφεῖον. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν Γαλλικὸν Κανονισμὸν τῆς ἐκδόσεως τοῦ 1924, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ ἄρθρῳ 62ῳ πραγματεύεται περὶ τῆς στερήσεως τοῦ λόγου μετὰ τὸν προσωρινὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ Βουλευτοῦ. Αἱ παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι προβλέπονται, εἶναι πολὺ ἐλαφρότεραι ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας προτείνω ἐγώ, ὡς εἶναι ἡ ἄσκησις βίας σωματικῆς κατὰ Συναδέλφου. Κατὰ τὸ αὐτὸ μάλιστα ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ 62 τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ἐφαρμόζεται ὁ ἀποκλεισμός, ὁ προσωρινὸς κατὰ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος προσβάλλει τὴν Γερουσίαν, διότι φαίνεται ὅτι καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ὑπῆρχον θερμοὶ ἀντίπαλοι κατὰ τῆς Γερουσίας, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς συζητήσεις ἐξετρέποντο εἰς ὕβρεις καὶ ἐναντίον αὐτῆς, καὶ ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς προστασίας τοῦ κύρους τῆς Γερουσίας εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν. Μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων τοῦ θεσμοῦ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ὑπῆρξε καὶ ὁ Κλεμανσώ, ὅστις ἀργότερον ἤλλαξε γνώμην, μεταβληθεὶς εἰς θιασώτην καὶ ὑποστηρικτὴν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον φρονεῖ ὅτι δίδει ἕνα περιθώριον χρόνου ὡριμωτέρας συζητήσεως καὶ ἀφίνει ἐπίσης χρόνον εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην ὅπως ὡριμάσῃ καλλίτερον ἡ σκέψις της καὶ σχηματισθῇ ἡ πεποίθησις ἐπὶ τῶν διαφορῶν καὶ τῶν διαφωνιῶν, τῶν ἐμφανιζομένων μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων. Ὁ Κλεμανσὼ, χαριτολογῶν διὰ τὴν μεταμέλειαν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀρχικάς του ἰδέας, ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἔλεγεν ὅτι πρὸς τιμωρίαν του ἐξελέγη Γερουσιαστής. Τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς μᾶς καθορίζει τὶ εἶναι ἡ ἄνω Βουλὴ καὶ τίνα τὰ προσωρινὰ δικαιώματα τοῦ Βουλευτοῦ ἐν αὐτῇ. Ἡ στέρησις τοῦ λόγου, μετὰ τὸν προσωρινὸν ἀποκλεισμόν, ἐπιφέρει τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νὰ παρίσταται εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸ νὰ ἐμφανίζεται οὗτος εἰς τὰς συζητήσεις μέχρι τῆς ἐκπνεύσεως τῆς 15ης Συνεδριάσεως, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀποβολῆς. Ἐν περιπτώσει ἀνυπακοῆς τοῦ Βουλευτοῦ ὁ Πρόεδρος ἀναστέλλει τὴν περαιτέρω συζήτησιν καὶ ἐν ὑποτροπῇ ἡ ποινὴ διπλασιάζεται. Κατὰ τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ἐὰν ὁ Βουλευτὴς ἐπανεμφανίζεται πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως τῆς δεκαπενθημέρου προθεσμίας εἰς τὸ Μέγαρον τῆς Βουλῆς, τότε συλλαμβάνεται κατὰ διαταγὴν τῶν κοσμητόρων καὶ ὁδηγεῖται εἰς μίαν ἰδιαιτέραν αἴθουσαν, ἐπὶ τούτῳ παρασκευαζομένην, ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς τρεῖς ἡμέρας· δηλαδὴ ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, δυνάμενος νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ποινὴν τῆς κρατήσεως. Ἐὰν ἐπανεμφανισθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς συνεδριάσεις, τότε ἡ παρουσία του βεβαιοῦται ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἡ συνεδρίασις διακόπτεται καὶ ἐφαρμόζεται ἡ προηγουμένη παράγραφος. Ἡ ἁπλῆ στέρησις τοῦ λόγου ὅπως καὶ ἡ στέρησις μετὰ τοῦ προσωρινοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ Βουλευτοῦ ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις καὶ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, προτείνεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου, λαμβάνεται δ’ ἐπ’ αὐτῆς ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δι’ ἀναστάσεως, ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἁπλῆ στέρησις τοῦ λόγου συνεπιφέρει καὶ τὴν στέρησιν τοῦ ½ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ Βουλευτοῦ ἐπὶ ἕνα μῆνα. Ἐν περιπτώσει ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου μετὰ τοῦ προσωρινοῦ ἀποκλεισμοῦ ἀπὸ τῆς Βουλῆς συνεπιφέρει τὸ δικαίωμα τῆς στερήσεως τοῦ ½ τῆς ἀποζημιώσεως ἐπὶ δύο μῆνας.
§103ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς ποίας περιπτώσεις ἐφαρμόζονται αἱ ποιναὶ αὗται;
§104ΧΡ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Εἶναι πολλαὶ περιπτώσεις. Σᾶς ἀνέφερα τὴν ἐξύβρισιν τῆς Γερουσίας, τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῶν Ὑπουργῶν, τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δέν ὑπάρχουν προβλέψεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χειροδικίαν, οὔτε εἰς τὸν Γαλλικὸν Κανονισμόν. Ὑπάρχει ὅμως εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Ἱσπανικῆς Βουλῆς.
§105ΑΘ. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εἴπητε τὰς περιπτώσεις ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Ἱσπανικῆς Βουλῆς;
§106Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν, καὶ νὰ ἐπιστήσω ἀκριβῶς τὴν προσοχήν της, ὅτι καὶ ἀλλοῦ ὑπάρχουν βαρεῖαι ποιναί, προκειμένου περὶ τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως. Νομίζω δὲ, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς χαλαρώσεως τῶν νεύρων μας, ἡ ὁποία παρατηρεῖται κατόπιν τῶν συνεχῶν πολέμων, καὶ τῆς κρίσεως τῆς μεταπολεμικῆς, ἡ ὁποία μαστίζει τὴν Χώραν, ἡ ὁποία ἴσως νὰ ἐπιδεινοῦται ἀπὸ τὸ θερμόν μας κλίμα, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ λῆψις λίαν δραστικῶν φαρμάκων, ἅτινα πρέπει νὰ εἶναι τόσον δραστικὰ ὅσον καὶ ἡ χαλαρότης τῶν νεύρων μας εἶναι μεγαλειτέρα. Παρατηρεῖται δὲ πράγματι εἰς τοὺς διαφόρους Κανονισμοὺς τῶν ξένων Βουλῶν ὅτι αἱ κυρώσεις εἶναι βαρύτεραι ὅπου αἱ ἐκδηλώσεις γίνονται ζωηρότεραι ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἐπιβάλλεται ἵνα ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ λάβῃ τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, ὥστε ἡ συζήτησις νὰ γίνεται ἐντὸς τῆς ἐπιβαλλομένης εὐπρεπείας καὶ τάξεως. Νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι διὰ τῶν μέτρων τῶν προτεινομένων, πράγματι ἐξασφαλίζεται ἡ πολιτικὴ τάξις καὶ ἐπιβάλλεται τὸ Κοινοβούλιον ὡς ἀνωτέρα ἐθνικὴ ἀξία εἰς τὴν Κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἔχει κάθε δικαίωμα, πραγματικῶς, νὰ ἀπογοητεύηται, βλέπουσα τὸ ἄθλιον αὐτὸ φαινόμενον εἰς τὴν Βουλήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐναγωνίως προσδοκᾷ, ὅπως ἠρεμώτερον ἀντιμετωπισθοῦν τὰ μεγάλα ζητήματα καὶ δοθοῦν εἰς αὐτὰ ἐμπρέπουσαι λύσεις. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν καὶ πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, ὅπως μὲ συνδράμωσιν εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν, εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἰδιαιτέρως, καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει, ὡς ὑπεύθυνον Κυβερνήτην τῆς Χώρας καὶ Ἀρχηγὸν τοῦ μείζονος κόμματος ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν καὶ τὴν φέρουν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ὡς Νόμον τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§107Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Μᾶς εἴπετε πρὸ ὀλίγου ὅτι θὰ ὁμιλήσητε καὶ διὰ τοὺς ὑβριστάς. Αἱ ὕβρεις φαίνεται δὲν σᾶς ἐνοχλοῦν. Τὸ ξύλο σᾶς φοβίζει.
§108Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ θέματος, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ διετυπώθη ὑπὸ Βουλευτοῦ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως μιὰ φράσις, ἡ ὁποία ὀρθὸν εἶναι νὰ ἑρμηνευθῇ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἑρμηνευθῇ ὑπὸ ἔννοιαν, ἥτις θὰ ἦτο ἀσφαλῶς δυσάρεστος καὶ διὰ τὸν ἴδιον, ὁ ὁποῖος τὴν διετύπωσε, ἐλέχθη τοῦτο, «ὅτι αἱ ὕβρεις φαίνεται δὲν σᾶς ἐνοχλοῦν· τὸ ξύλο σᾶς φοβίζει»....
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§110Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Κριεζῆς.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τίποτε.
§112Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον.
§113Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος τὴν γνώμην αὐτὴν ἠθέλησε νὰ τὴν διατυπώσῃ κατὰ τρόπον ἀντικειμενικὸν καὶ ἀπρόσωπον, προκειμένου περὶ τῶν ἑκάστοτε ρητόρων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξέφραζον τὴν γνώμην των καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον αὐτὴν τὴν ἀνησυχίαν. Ἀδυνατῶ νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ διατύπωσις εἶχε κατεύθυνσιν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§114Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ὄχι, κ. Συνάδελφε.
§115Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἀπαράδεκτον. Γνωρίζετε πόσον σᾶς ἐκτιμῶ καὶ σᾶς δίδω τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἐπανορθώσεως.
§116Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Δὲν μὲ παρηκολουθήσατε. Ὁ κ. Συνάδελφος ἤρχισεν ἀπὸ τὸ ξύλο. Βεβαίως αὐτὸ εἶναι κἄτι βάρβαρον. Ὅλοι μας τὸ ἀναγνωρίζομεν. Ἀλλ’ εἶπον ἐγὼ τὴν παρατήρησιν «κ. Συνάδελφε ἀρχίσατε πρῶτον ἀπὸ τοὺς ὑβριστὰς καὶ πηγαίνετε κλιμακηδὸν εἰς τὸ ξύλο». Μοῦ ἀπήντησε· «Κύριοι, θὰ εἴπω καὶ διὰ τὸ ξύλο». Ἐπ’ αὐτοῦ ὅμως δὲν εἶπε τίποτε. Λοιπὸν δὲν εἶχον, κ. Συνάδελφε, τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐρωτήσω;
§117Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἱκανοποιούμεθα ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις.
§118Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Διὰ τὰς ὕβρεις, κ. Κριεζῆ, ὑπάρχουν κυρώσεις εἰς τὸν Κανονισμόν. Δι’ αὐτὸ δὲν ὡμίλησα. Αἱ ὕβρεις εἶναι μία περίπτωσις προβλεπομένη. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ περιπτώσεως μὴ προβλεπομένης ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, περιπτώσεις πολὺ βαρυτέρας τῶν ὕβρεων. Παρέλειψα μόνον νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ δικαίωμα ἢ μᾶλλον ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ἐπιβολὴν τῶν προτεινομένων κυρώσεων τὸ ἔχει ὁ Πρόεδρος καὶ ὄχι ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της. Διότι ἂν κατὰ σύμπτωσιν ὁ ἀτακτῶν Βουλευτὴς ἀνῆκε εἰς τὴν πλειονοψηφοῦσαν κυβερνητικὴν παράταξιν τότε ἡ προτεινομένη διάταξις δὲν θὰ εἶχε καμμίαν πρακτικὴν ἀξίαν, διότι θὰ ἀπέστεργεν ἡ Κυβερνῶσα πλειονοψηφία νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς εἰς τοὺς φίλους της. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἵνα εἰς τὴν περίπτωσιν χειροδικίας, ἐπιβάλλει ὑποχρεωτικῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὴν ποινὴν τοῦ προσωρινοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα μόνον νὰ μειώσῃ δι’ ἀποφάσεώς της τὴν ποινὴν κατόπιν προτάσεως τοῦ παθόντος Βουλευτοῦ καὶ μετὰ τὴν ἔκτισιν τοῦ ½ τῆς ποινῆς.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαβριηλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§120Κ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7. Ἐπειδὴ δὲ ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως δι’ ἡμίσειαν ὥραν, θὰ ὁμιλήσω κατόπιν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§122Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἄρτι ἐκ τοῦ βήματος κατελθόντος Συναδέλφου, ὅστις μᾶς ἀνέγνωσε τοὺς Κανονισμοὺς διαφόρων Κρατῶν τῆς Γαλλίας, τῆς Ἱσπανίας, καὶ δὲν ἠξεύρω ποίων ἄλλων, διὰ τοὺς ὁποίους λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, διὰ νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὴν Ἱσπανίαν, ποὺ καὶ πῶς διώκουν τοὺς Βουλευτὰς ἀπὸ τὸ βῆμα. Θὰ εἶχον νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι ἀδίκως ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν δι’ ἓν ἁπλούστατον λόγον, διὰ τὸ λυπηρὸν ἐπεισόδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐλυπήθημεν πάντες. Ὁ ἀξιότιμος καὶ κατὰ πάντα σεβαστὸς Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτοεργατικοῦ κόμματος, δικαιολογῶν τότε ἀμέσως τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος παρεξετράπη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ ὕβρισεν ἐνίους Βουλευτάς, εἶπε· «Κύριοι, μὴ λησμονῆτε ὅτι εἶνε αὐτοδημιούργητος· εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μόνος του ἐξέμαθε τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ εἶπε μίαν φράσιν, τῆς ὁποίας δὲν ἐγνώριζε τὴν σημασίαν». Ἐὰν λοιπόν, Κύριοι Συνάδελφοι, ἀντὶ ὅλων αὐτῶν τῶν κυρώσεων καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν Κανονισμῶν, ἐλαμβάνετο ἁπλούστατα ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος γίνεται σήμερον ἡ μέριμνα νὰ ἐξευρεθῇ μία αἴθουσα τῆς Βουλῆς καὶ εἷς διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος νὰ διδάσκῃ τὸν τρόπον τοῦ ὁμιλεῖν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, διὰ νὰ μὴ εἴπω φράσιν χειροτέραν, βεβαίως δὲν θὰ ἐγίνοντο τοιαῦτα ἐπεισόδια.
§123Κ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Συνάδελφος ὑπονοεῖ ὅτι ὁ διδάσκαλος χρειάζεται βεβαίως δι’ ἐμέ, θὰ κάμω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν ὅπως εἰς τὴν πρότασίν του γίνῃ μία προσθήκη, διὰ τῆς ὁποίας νὰ προσλάβῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὡρισμένους ἀνθρώπους, παιδαγωγούς, οἱ ὁποῖοι νὰ μάθουν εἰς ὡρισμένους Βουλευτάς, πῶς πρέπει νὰ φέρωνται μέσα εἰς τὴν Βουλήν.
§124ΠΕΡ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ ζητῶ καὶ ἐγώ, διότι ἐὰν, Κύριοι Συνάδελφοι, ὑπῆρχε τὸ πραγματικὸν πνεῦμα τῆς τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ τοῦ ἄρτι κατελθόντος τὸ βῆμα Συναδέλφου ὑπῆρχε πραγματικὸν πνεῦμα καὶ ἔννοια νὰ σεβασθῶμεν τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ἐγὼ δὲν θὰ ἤρχιζα νὰ ὁμιλῶ περὶ τῶν ὑβριστῶν. Εἶναι δὲ γνωστόν, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι ὁ νόμος τῆς μονομαχίας, ὁ ὁποῖος, δυστυχῶς, κατηργήθη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἡ ὁποία, ἐὰν δὲν εἶχε καταργηθῇ θὰ ἀπεφεύγοντο πολλὰ ἔκτροπα καὶ δὲν θὰ ἐφθάναμεν ἐκεῖ ὅπου ἐφθάσαμεν, τὴν ὕβριν τὴν ἐθεώρει αἰτίαν πρώτου βαθμοῦ καὶ ὅταν εἶναι ὕβρις τοιαύτης φύσεως εἶνε ἐξ ἴσου σχεδὸν μὲ τὴν αἰτίαν. Ἑπομένως θὰ ἔπρεπε πρῶτα–πρῶτα νὰ εἰσηγηθῇ τὰς κυρώσεις τῶν ὕβρεων. Αὐτὰ μόνον ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ νὰ τονίσω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διότι καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν ἦτο ἄλλο τι εἰμὴ πρόκλησις πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 3. Ἡ πρώτη παράγραφος τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς. «Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προσωρινοῦ Προεδρείου ἡ Βουλὴ προβαίνει διὰ μυστικῆς καὶ διὰ δελτίων ψηφοφορίας εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς μελῶν τοῦ Προέδρου, τριῶν Ἀντιπροέδρων, δύο κοσμητόρων καὶ τεσσάρων Γραμματέων. Οὐδεὶς Βουλευτὴς ὢν Ὑπουργὸς δύναται νὰ εἶναι συγχρόνως μέλος τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς».
§127ΦΩΚ. ΖΑΪΜΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ γίνεται ἀπόντων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων καὶ φοβοῦμαι ὅτι ὅσα πρόκειται νὰ λεχθοῦν, θὰ λεχθοῦν ματαίως πρὸς Συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν ὑπεύθυνον γνώμην. Ἐγὼ ἔχω νὰ κάμω ἐν πρώτοις τὴν ἑξῆς γενικωτέραν παρατήρησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ἀφορῶν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀφορῶν τὸ προσωπικόν, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀπησχολήθην μὲ τὸ θέμα αὐτό. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 νομίζω ὅτι ἡ ἐσπευσμένη διατύπωσις τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ συνετέλεσεν ὥστε ἡ προσαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς τὰς νέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ συμπλήρωσις αὐτῶν νὰ γίνεται διὰ μιᾶς φράσεως «κατὰ τὸ Σύνταγμα»! Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῇ, διότι ὑπῆρχεν ἐπαρκέστατος χρόνος νὰ διατυπωθοῦν πλήρως αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Οὔτε ἡ προκειμένη διάταξις, τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προεδρείου, δὲν ἐπαναλαμβάνεται πλήρως εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλ’ οὔτε καὶ γίνεται παραπομπὴ εἰς τὸ Σύνταγμα. Θὰ ἐπεθύμουν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος νὰ περιελαμβάνοντο εἰς τὸν Κανονισμόν, συμπληρούμεναι, ὥστε οἱ Βουλευταί, οἱ ἔχοντες τὸν Κανονισμὸν ἀνὰ χεῖρας νὰ γνωρίζουν πλήρως τὰς διατάξεις, αἵτινες διέπουσι τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ νὰ μὴν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀνατρέχουν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§128Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Συμφωνῶ ἀπολύτως.
§129Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἔχομεν ἐν προκειμένῳ ἐκ πείρας τὸ δεδομένον τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροέδρων καὶ γραμματέων, οἱ ὁποῖοι ἰσοψήφισαν. Ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη ἐπὶ ὥρας πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ὁ ὑπάρχων ὡς καὶ ὁ προτεινόμενος Κανονισμός, δὲν λέγει τὶ θὰ γίνῃ. Μᾶς δίδεται ἤδη ἡ εὐκαιρία νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§130Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμόν.
§131ΦΩΚ. ΖΑΪΜΗΣ. Σήμερον ὅμως πρέπει νὰ προστεθῇ.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον. Ἡ πρώτη παράγραφος τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: Τὸν Πρόεδρον ἀπόντα ἢ ὀπωσδήποτε κωλυόμενον ἀναπληροῦσιν αὐτοδικαίως οἱ ἀντιπρόεδροι κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν, τούτων δὲ κωλυομένων προεδρεύει ὁ πρεσβύτερος τῶν παρόντων Βουλευτῶν. Προστίθεται νέον ἄρθρον 6. Ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ ἐγκαίρως καὶ πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ὁριστικοῦ Προεδρείου δηλοῦσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον εἰς τίνα τῶν πολιτικῶν μερίδων ἀνήκουσι.
§133Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Προστίθεται νέον ἄρθρον 6. Αὐτὸ βέβαια ἔχει ληφθῇ ἀπὸ ἓν ἄλλο ἄρθρον τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ. Ἐλησμονήθη ὅμως ἡ περίπτωσις καθ’ ἥν Βουλευταὶ δὲν ὑποβάλλουν δηλώσεις. Ἔλεγε τὸ παλαιὸν ἄρθρον ὅτι ἐν περιπτώσει μὴ ὑποβολῆς δηλώσεως, θεωροῦνται ἀνεξάρτητοι.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ αὐτὸ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. Ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς: Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ὁριστικοῦ Προεδρείου κλπ. (ἀναγινώσκει).
§136Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, κ. Πρόεδρε, προβλέπει περὶ καταρτισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν. Ποιοῦμαι ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἑξῆς σύστασιν ὅπως, πλὴν τῶν ἐπιτροπῶν, τῶν ἤδη ὑφισταμένων, γίνῃ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ περὶ ἄρσεως ἀσυλίας καὶ ἀσυμβιβάστου. Αἱ σχετικαὶ αἰτήσεις σήμερον παραπέμπονται εἰς τὴν Κοιν. Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ἐπιβεβαρυμένη μὲ τόσην ἐργασίαν, ὥστε νὰ μὴ γίνεται ἐπισταμένη ἡ μελέτη τῶν διαφόρων δικογράφων ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν. Προτείνω, λοιπόν, νὰ γίνῃ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἀσυμβιβάστου καὶ ἀσυλίας ἀπὸ ὅσους Βουλευτὰς νομίζετε καλόν, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπέμπωνται ὅλα τὰ σχετικὰ ζητήματα καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία νὰ παραμείνῃ καθαρῶς κοινοβουλευτική, πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων.
§137Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις.
§138Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐπίσης ὑπάρχει ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ Συντάγματος. Πρέπει νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα, κ. Πρόεδρε, ὅπως καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἐπιτροπάς, νὰ ὁρίζητε τὰ μέλη καὶ αὐτῆς.
§139Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Κατ’ ἀναλογίαν τῶν κομμάτων;
§140Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτὸ ὑπάρχει. Δὲν γεννᾶται ζήτημα. Ἐπίσης ὁρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ: πλέον τῶν ἄνω ἐπιτροπῶν, καταρτίζεται καὶ μικτὴ ἐκ Βουλευτῶν, Γερουσιαστῶν ἐπιτροπὴ κλπ. (ἀναγινώσκει). Κατὰ τὸ ἄρθρον δηλ. 35, § 1 καὶ 55, § 2 τοῦ Συντάγματος νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἑκάστοτε», διότι αὐτὴ ἡ διάταξις ἔχει παρεμβληθῇ μεταξὺ τῶν δύο ἐπιτροπῶν, ἐξ ὧν, παραπάνω εἶναι δι’ ὅλην τὴν Σύνοδον, ἡ δὲ παρακάτω δι’ ὅλην τὴν Περίοδον. Συνεπῶς ὀρθὸν εἶναι νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἑκάστοτε», διότι ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ καταρτίζεται ὁσάκις θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἀναλόγως τοῦ θέματος. Ὡς πρὸς τὴν προτελευταίαν διάταξιν «ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡσαύτως ὁρίζει, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς παραγράφου (ἀναγινώσκει), διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ πάλιν ζήτημα, ὀρθὸν εἶναι νὰ εἴπητε «καὶ κατ’ ἀναλογίαν τῶν κομμάτων» χωρὶς νὰ εἴπητε «κατὰ τὴν παράγραφον 1».
§141Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ὄτε ἐγένετο συζήτησις εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἐθεωρήθη ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν 1ην παράγραφον τοῦ παρόντος ἄρθρου εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ σημάνῃ ὅτι ἡ συγκρότησις θὰ γίνεται «κατ’ ἀναλογίαν τῶν κομμάτων». Ἐν πάσῃ περιπτώσει καλὴ εἶναι ἡ διασάφησις.
§142Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἄλλην παρατήρησιν δὲν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8. Μόνον ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἤθελον νὰ κάμω μίαν σύστασιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, τὴν ὁποίαν διαβιβάζω καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν. Ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, εἶχεν ἐκφρασθῆ ἡ εὐχὴ ὅπως, ἀρχομένων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, γίνῃ μία ἐργασία, ὥστε νὰ παρασκευασθῇ εἰς Κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 77 καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐσπεύδατε μίαν τοιαύτην ἐνέργειαν. Ὄλοι ἀντελήφθημεν ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν ὁμαλῶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν χωρὶς ἕνα Κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν της, διότι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δὲν περιέχει σχετικὰς διατάξεις καὶ γεννῶνται ζητήματα πολλά. Ἄς γίνῃ μία κοινὴ ἐπιτροπὴ Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν, ἡ ὁποία νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ νὰ ἀποφύγωμεν νέας μακρὰς συζητήσεις.
§143Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Πρόεδρος). Αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μὲ μίαν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον, χωρὶς διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§144Γ. ΚΑΓΙΑΣ. Δὲν βλέπω, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ καταρτίζεται κατὰ τρόπον διάφορον τῶν ἄλλων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ Κανονισμὸς ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν Βουλὴν προσωπικῶς, τὸ σπίτι της. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ σχετικὸν ἐδάφιον, ὅπως εἶνε διατυπωμένον καὶ νὰ γραφῇ ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καταρτίζεται ἀναλόγως τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων ὡς καὶ αἱ ἄλλαι Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί. Διατὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ καταρτίζηται κατ’ αὐτὸν τὸν αὐθαίρετον τρόπον, διότι λέγει ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ 7 πρόσωπα ἐκ τῶν ὁποίων 5 θὰ εἶναι ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ 2 ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διατὶ αὐτό; Δὲν φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον.
§145Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτ. Συναδέλφου εἶνε σοβαρά, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως εἰς τὴν πλήρη ἀναλογίαν τῶν κομμάτων, διότι ὁ Πρόεδρος, προκειμένου περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔχῃ μίαν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίζηται καὶ ἐλάχιστον ὅριον τῆς μειονοψηφίας. Πάντως εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ ἡ ἰσχύουσα διάταξις.
§146Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι παλαιοτάτη, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετέλει καὶ ἄλλα καθήκοντα, σχετικὰ μὲ τὸ Προεδρεῖον, εἶχε καθιερωθῆ εἰς ὅλους τοὺς Κανονισμοὺς νὰ εἶναι κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας. Κατὰ τὸ 1928 ἐπροτάθη ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν νὰ αὐξηθῇ κατὰ δύο μέλη ἡ Ἐπιτροπή, καὶ ἔκτοτε περιλαμβάνονται δύο μέλη ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Πάντως νὰ μὴ ἐπιτραπῇ νὰ μείνῃ ὅπως εἶναι σήμερον, διότι ἀποτελεῖ ἐπιτροπὴν καταρτισμοῦ δικαιοδοσίας τοῦ Προεδρείου καὶ ἀπαιτεῖται ὁμοφωνία μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§147Γ. ΚΑΓΙΑΣ. Πρέπει τὸ Προεδρεῖον νὰ ἔχῃ τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν.
§148Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν, συνηγορεῖ ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀρίστη, ὅπερ σημαίνει ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ καλῶς συνεκροτήθη.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Συναδέλφου. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρατήσω τὰς ἑκάστοτε παρατηρήσεις, εἶπον καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ δοθοῦν τὰ ἐστενιγραφημένα πρακτικὰ τῆς συζητήσεως αὐτῆς.
§150Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην ὅτι δὲν συντρέχει λόγος διαφόρου συνθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Δὲν δύναμαι ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἐννοήσω, ἐὰν εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπάρχει πιστὴ ἐκπροσώπησις τῆς ἀναλογίας τῶν κομμάτων, κατὰ μείζονα λόγον, προκειμένου περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δεδομένου ὅτι προσπάθεια καταβάλλεται τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν κομμάτων. Κατὰ μείζονα λόγον φρονοῦμεν ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιβάλλεται ἡ πιστὴ ἐκπροσώπησις, κατ’ ἀναλογίαν τῶν κομμάτων. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἀνεύρωμεν οὐδένα λόγον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβάλῃ τὴν διάφορον τήρησιν. Ἐὰν ὁ κ. Συνάδελφος ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔχει βεβαίως λόγους ἑκάστοτε διὰ τῆς οἰκείας πλειονοψηφίας νὰ σχηματίζῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰς ὁποίας αὐτὴ θὰ κρίνῃ ὀρθοτέρας, αὐτὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρόκειται νὰ συμβοῦν καὶ διὰ τῆς ἀναλογικῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν κομμάτων, διότι καὶ μὲ τὴν ἀναλογικὴν ἐκπροσώπησιν διατηρεῖται ἡ πλειονοψηφία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ ἀνεύρω λόγον ἐπιβάλλοντα διάφορον σύνθεσιν, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γενικεύσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναλογικῆς καὶ ἴσης ἐκπροσωπήσεως. Διὰ τοῦτο φρονοῦμεν ὅτι εἶναι δικαιότατον καὶ χρησιμότερον νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς ὑφισταμένας γενικὰς διατάξεις τῆς ἴσης συνθέσεως κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων.
§151ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐθεσπίσθη ἡ διάταξις αὐτή, ὁ λόγος αὐτός εἶναι πολὺ ὀρθός, καὶ ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἐμφανίζηται μὲ αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν τῶν κομμάτων. Ἀλλὰ φαντασθῆτε ὅτι εἶναι δυνατόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὸ παρελθὸν συνέβη, δὲν ἠμπορεῖ δὲ ὁπωσδήποτε νὰ μὴ συμβῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, φαντασθῆτε, λέγω, ὅτι εἶναι δυνατὸν μία Κυβέρνησις ἔχει μίαν πυγμήν, μίαν δύναμιν κομματικήν, παρομοίαν πρὸς ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπέρρευσεν ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1928, τὶ θὰ συμβῇ ἂν ἐφαρμοσθῇ, προκειμένου διὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ, μὲ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, ἡ μειονοψηφία δὲν θὰ ἐκπροσωπῆται ἢ θὰ ἐκπροσωπῆται ἀτελέστατα. Ἐὰν τυχὸν μία Κυβέρνησις εἰσῆγε τὸν Κανονισμόν, καὶ ἡ ὁποία θὰ εἶχε 240 Βουλευτάς, θὰ ἀνελόγη ἕν ποσοστὸν κλάσματος εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἐνῷ ἡ διάταξις αὐτή,— καὶ δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι ἐτέθη— ἐξασφαλίζει ὁπωσδήποτε τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς μειονοψηφίας μόνον διὰ δύο Βουλευτῶν, ἀσχέτως πρὸς τὴν κομματικὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν διαθέτει. Ἐξ ἑτέρου δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶνε ὡπλισμένος μὲ μίαν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία προσκειμένη εἰς αὐτὸν δὲν θὰ θελήσῃ, νὰ ἀντιδράσῃ, αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν.
§152Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Φοβούμεθα ὅτι συμβαίνει τὸ ἀντίθετον, ὅτι δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ κατὰ τῆς μειονοψηφίας ἡ διάταξις αὐτή. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου προσωπικὴν γνώμην, δὲν ἀποκλείω καθόλου ἐνδεχομένην προσθήκην, ἡ ὁποία θὰ ἐξησφάλιζε μίαν ἐλαχίστην ἐκπροσώπησιν τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλὰ ἡ περίπτωσις αὐτὴ εἶναι ἡ σπανιωτάτη. Ἡ συνηθεστέρα περίπτωσις εἶναι ὅταν συμβῇ διάφορος ἀναλογία συνθέσεως Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ τὴν ἀναλογίαν τῶν 5 πρὸς δύο. Διότι ἡ σχέσις τῶν πέντε πρὸς δύο εἶναι σπανία σχέσις, ἡ ὁποία δὲν ἐμφανίζεται εἰς τὴν δύναμιν τῶν κομμάτων. Αἱ δυνάμεις τῶν κομμάτων εἰς τὴν Βουλὴν ἐμφανίζονται κατὰ πολὺ συγγενεστέραν ἀναλογίαν. Διὰ τοῦτο φρονοῦμεν ὅτι ἡ ἀναλογικὴ ἐκπροσώπησις εἶναι δικαία. Οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίρρησιν, ἐγὼ προσωπικῶς νὰ ἐξασφαλίσωμεν μίαν ἐλαχίστην ἐκπροσώπησιν τῆς μειονοψηφίας εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἐκπροσώπησις, ἂν καὶ πιστεύομεν ὅτι τοιαύτη περίπτωσις εἰς τὴν πραγματικότητα εἶναι σπανιωτάτη, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πρόνοια περιττεύει.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§154Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐρχόμεθα ἐδῶ νὰ μεριμνῶμεν περὶ περιπτώσεων ἐντελῶς φανταστικῶν καὶ νὰ παρερμηνεύωμεν συγκεκριμένας ἐπιταγὰς τοῦ Πολιτεύματος, διότι τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Συντάγματος εἶναι ρητόν. Λέγει δηλαδή, ὅτι «ἡ Βουλὴ συνιστᾷ ἐπιτροπὴν κλπ.» (ἀναγινώσκει!). Ἡ διάταξις εἶναι τόσον γενική, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν καὶ διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ συσταθῇ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή, κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως καὶ ἀναλόγως τῆς συνθέσεως τῶν κομμάτων, κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως ἑκάστου κόμματος. Ἑπομένως οὐδὲν γεννᾶται ζήτημα διὰ νὰ εὕρωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ προστατευθοῦν τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, ἢ κατὰ τίνα τρόπον θὰ προνοήσωμεν καὶ διὰ τὴν ἐνδεχομένην περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπαρκὴς ἀριθμὸς διὰ νὰ ἀντιπροσωπευθῇ καὶ ἡ μειονοψηφία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Τοιαύτας περιπτώσεις ἂς τὰς ἀφήσωμεν διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ποὺ θὰ ἐμφανισθοῦν. Ἂς τηρήσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ Σύνταγμα καὶ ἂς ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, διότι περὶ τῆς συνθέσεως τῶν ἐπιτροπῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ διάταξις εἰς τὸν Κανονισμὸν διάφορος ἐκείνης, ἡ ὁποία ζητεῖται διὰ τοῦ Συντάγματος.
§155Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι καταφανές.
§156ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι καινοφανές.
§157Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν μεμφόμεθα τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος μιᾶς παρεκκλίσεως. Ἡ διάταξις εἶναι παλαιὰ καὶ φέρουν εὐθύνην καὶ αἱ παλαιαὶ Βουλαί, αἱ ὁποῖαι ἠνέχθησαν αὐτὴν τὴν παρέκκλισιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπωμεν.
§158Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἐλέχθη τότε, τῷ 1928, νὰ μὴ φύγωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Δὲν πρέπει νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ὅτι πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ εἶναι κατὰ πλειονοψηφίαν.
§159Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§160ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμπόρεσα ποτὲ νὰ ἐννοήσω, διατὶ ἔγινε αὐτὴ ἡ διάκρισις καὶ εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμὸν μεταξὺ Ἐπιτροπῆς Κανονισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων Ἐπιτροπῶν. Πιθανόν, διότι ἐνομίσθη ὅτι διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς συνεργασίας τόσον πολλῶν προσώπων, ὅσον διὰ τὰς ἄλλας προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι καὶ διὰ τὸν Κανονισμὸν ἀκόμη καὶ μάλιστα κατὰ περισσότερον λόγον διὰ τὸν Κανονισμόν, παρίσταται ἀνάγκη τῆς συνεργασίας ὅλων τῶν κομμάτων εἰς τὴν προπαρασκευήν. Διότι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς ἐργασίας μας, καὶ διὰ νὰ διεξάγωνται καλῶς αἱ ἐργασίαι μας, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ὁμαλότης, καὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία ὁμαλότης πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία συμφωνία, ἕν εἶδος συμβάσεως, ὅπως διεξάγωνται καλῶς αἱ ἐργασίαι διὰ νὰ ἔχουν καρπούς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ὅτι, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ καταρτίζηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀκούωνται αἱ γνῶμαι ὅλων τῶν σοβαρῶν πολιτικῶν μερίδων. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δὲν κάμνει διάκρισιν παρὰ μόνον διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴπω δύο λόγια βραδύτερον. Περιορίζομαι λοιπὸν εἰς αὐτὰ τὰ ὀλίγα, σχετικῶς μὲ τὴν παράγραφον τὴν ἀφορῶσαν τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ μερικὰς ἄλλας Ἐπιτροπάς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συμφωνήσῃ νὰ ὁρισθῇ μεγαλείτερος ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, 15 ἔστω, νὰ ὁρισθῇ εἰς 15 ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ τηρῆται ἀναλογία τῶν κομμάτων. Θέλετε 20, θέλετε 25; Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Λέγω ὡς ἐλάχιστον ὅριον 15, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπροσωπῶνται τὰ πρόσωπα.
§161Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἀεροπορίας). Κύριε Πρόεδρε, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἔχει ἰσχὺν νόμου, ἀλλὰ δὲν εἶναι νόμος. Εἶναι τι ἰδιόρρυθμον, τὸ ὁποῖον καθορίζεται ὑπὸ ἑτέρας διατάξεως, τοῦ ἄρθρου 45 «ἡ Βουλὴ διὰ Κανονισμοῦ κ. λπ. (ἀναγινώσκει)...καὶ τῆς Βιβλιοθήκης αὐτῆς». Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 55, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἡ ἀντίρρησις, ἀφορᾷ τὰς ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σκοπὸν τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν προτύπων νόμων, ὄχι τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ ἔχοντος ἰσχὺν νόμου, μὴ ἀποτελοῦντος δὲ πρότασιν νόμου οἷαι εἶναι αἱ ἄλλοι προτάσεις, διότι καὶ εἰδικῶς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 45 καθορίζεται ὁ τρόπος τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Συνεπῶς ἡ ἀντίρρησις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, δὲν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου βάσιμος. Ἄλλωστε ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἀείποτε ἡ δοθεῖσα ἑρμηνεία ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι τοῦτο ἐγένετο. Τῷ 1914 ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἦτο Ἐπιτροπὴ ἰδιόρρυθμος. Ἀπετελεῖτο ἀπὸ Βουλευτάς, τοὺς ὁποίους καθώριζεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τῷ 1928 τὸ πρῶτον ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ἡ βασικὴ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἔπρεπε νὰ ἀποτελεῖται ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, χωρίς, λέγω, ἡ βασικὴ ἀρχὴ νὰ θίγεται, ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐκπροσώπησις τῆς μειονοψηφίας. Ἐτονίσθη δὲ τότε εἰς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἰς τὰ 1928 καὶ ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν Εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι τοῦτο ἐγένετο μόνον διὰ νὰ ἀκούηται ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας, χωρὶς ὅμως νὰ θίγεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἁρμονικῆς συνεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς αἱ σήμερον ὑποβληθεῖσαι ἀντιρρήσεις, αἵτινες εἶναι ἐντελῶς νέαι καὶ τὸ πρῶτον σήμερον ὑποβάλλονται, δὲν εἶναι νομίζω δικαιολογημέναι.
§162Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πολλὰ ἔχουν παρεισφρήσει μέχρι τοῦδε, ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, τὰς ἀφορώσας τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Μία πλάνη, λόγου χάριν, εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀπαιτεῖται ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου διὰ τὰς δαπάνας περὶ μέτρων ἀφορώντων τὴν Βουλήν. Ἄλλη πλάνη εἶναι ἡ παρεισφρήσασα εἰς τὴν διάταξιν διὰ τὴν σύνθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ αἱ πλάναι αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν προηγούμενον, οὐδεμίαν λογικὴν ὑπερτέραν τῆς ἀδιαφιλονικήτου ἀνάγκης τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως. Ὅτι δὲ, δὲν εἶναι ἡ ἔννοια τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας, αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι καὶ ὁ Κανονισμὸς εἶναι νόμος. Ὅταν λέγομεν ὅτι ἔχει ἰσχὺν νόμου δὲν ἐννοοῦμεν τίποτε ἄλλο παρ’ ὅτι εἶνε ὁ Κανονισμὸς νόμος. Τίνα ἄλλην ἔννοιαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἔχει ἰσχὺν νόμου; Ἴσως ἐπεκράτει εἰς τὸ παρελθὸν ἡ θεωρία κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι νόμος καὶ δὲν ἀπαιτεῖται κἂν νὰ ψηφίζεται εἰς δύο ἀναγνώσεις καὶ ψηφίζεται εἰς μίαν μόνην ἀνάγνωσιν, διότι ἐθεωρεῖτο ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐρρυθμίζοντο διὰ πράξεως αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Συντάγματος, χωρὶς αἱ πράξεις αὐταὶ νὰ φέρουν οὔτε τὸν τυπικὸν, οὔτε τὸν οὐσιαστικὸν χαρακτῆρα νόμου. Ἵνα κάμῃ ἀκριβῶς τὴν ἀμφισβήτησιν αὐτήν, τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, ἔθεσε διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἔχει ἰσχὺν νόμου καὶ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ψήφισις αὐτοῦ εἰς δύο συζητήσεις. Ἔλειψε μία ἀμφιβολία ὑπάρχουσα εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἀεροπορίας. Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἔχει ἰσχὺν νόμου καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἑρμηνευθῇ καὶ δι’ αὐτὸν ἡ διάταξις τοῦ 55 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν κατ’ ἀναλογίαν τῶν κομμάτων σύνθεσιν τῶν ἐπιτροπῶν, εἶναι γενικώτατον. Ἀφορᾷ καὶ τὰς ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξετάζουν μόνον τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀναφοράς. Καὶ λέγει, ὅτι αἱ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι εἶνε προωρισμέναι διὰ τὴν ἐξέτασιν ὄχι μόνον τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀναφορῶν, πρέπει νὰ γίνωνται κατ’ ἀναλογίαν τῆς συνθέσεως τῶν κομμάτων. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκ τοιαύτης γενικότητος μὴ ἐπιτρεπούσης οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν, νὰ εἴπωμεν ὅτι μόνον ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ μοναδικὴν περίπτωσιν μὴ ὑπαγωγῆς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ Συντάγματος; Αὐτὸ θὰ ἦτο ἀπολύτως παράλογον καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμένωμεν. Ἔλαβε χώραν τὸ ἄτοπον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, ὅτι ὁ Κανονισμὸς μέχρι τοῦδε δὲν ἐθεωρεῖτο ὅτι ἔχει ἰσχὺν νόμου κακῶς ἐκ κεκτημένης ταχύτητος, καὶ μιᾶς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἴσχυσε κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου Συντάγματος. Ὑπῆρξε λοιπὸν αὐτὴ ἡ πλάνη. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ἀπὸ τοῦ 1928 ἡ πρώτη περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐτηρήθη ἡ σχετικὴ διάταξις εἶναι ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθη ὁ κανονισμὸς αὐτός. Διότι πρὸ τοῦ 1927 δὲν ὑπῆρχον αὐτοὶ οἱ κανόνες τοῦ δικαίου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ μοναδικὴ αὐτὴ ἐξαίρεσις, τὸ μοναδικὸν αὐτὸ σφάλμα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ πάγιον προηγούμενον καὶ νὰ μὴ ὑπαγάγωμεν τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τοὺς κανόνας, τοὺς διέποντας τὴν σύνθεσιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς.
§164ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀσφαλῶς ὁ νόμος, ὁ ἀφορῶν τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἰδιόρρυθμος, διότι ἐν πρώτοις δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ψηφίσεως ὑπὸ τῆς Γερουσίας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνδιαφέρεται ἡ πρότασις διὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Οὐχ ἧττον, ἀκριβῶς, διότι λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἔχει ἰσχὺν νόμου, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι τὴν ψήφισιν τῶν νόμων. Δι’ αὐτὸ βλέπομεν ὅτι ψηφίζεται καὶ εἰς δύο ἀναγνώσεις, ἐνῷ θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ, ἐὰν δὲν ἐχαρακτηρίζετο νόμος, ὅτι ψηφίζεται εἰς μίαν μόνην συζήτησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ ἂν δὲν δε ὅλα πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου καὶ γεννᾶται ἐν προκειμένῳ, γεννᾶται (;) ἕν συνταγματικὸν κενόν. Ἄς ἐξετάσωμεν πῶς πρέπει νὰ συμπληρωθῇ τὰ κενόν αὐτὸ. Θὰ συμπληρωθῇ διὰ τῆς στοιχειοδεστέρας λογικῆς, ἥτις λέγει ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ὥρισεν, ὅτι αἱ Κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαί, ὄχι μόνον τὰς προτάσεις τῶν νόμων, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Καφαντάρης, ἐξετάζουν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀναφοράς, πῶς εἶναι δυνατὸν μία πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ μὴ τύχῃ τῆς ψήφου καὶ τῆς ἐρεύνης ὅλων τῶν κομματικῶν ἀποχρώσεων, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ οἴκου τῶν Βουλευτῶν;
§165Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Καὶ ἐγὼ αὐτὸ πρεσβεύω, καὶ θὰ φέρω τὴν διόρθωσιν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς θὰ συντίθεται κατ’ ἀναλογίαν τῆς συνθέσεως τῶν δυνάμεων τῶν κομμάτων.
§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δέν ὑπῆρχε καμμία ἀμφιβολία περὶ αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε.
§167ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρεμπιπτόντως συνιστῶ ὅπως μὴ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ν’ αὐξηθῇ εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον, διότι ἔχομεν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας αἱ ἐπιτροπαὶ ἀπετελέσθησαν ἀπὸ Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔδειξαν καμμίαν προθυμίαν πρὸς ἐργασίαν καὶ ὅταν ὑπάρχουν περισσότερα μέλη θὰ ἔχωμεν τοὺς ἐργαζομένους. Δι’ αὐτὸ θὰ συνίστων εἰς τὰς Μικτὰς Ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς καὶ Γερουσίας, νὰ ὁρισθῇ μόνον κατώτατον ὅριον, κατόπιν συνεννοήσεως τῶν δύο Προέδρων, διότι...
§168Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Εἶναι διάταξις τοῦ Συντάγματος. Λέγει εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης Περιόδου.
§169ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς πρώτης παραγράφου «Πλὴν τῶν ἄλλων ἐπιτροπῶν κλπ. (ἀναγινώσκει).
§170Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἐδέχθημεν τροπολογίαν προηγουμένως τοῦ κ. Ζαΐμη σχετικήν.
§171ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ πρώτη παρατήρησίς μου εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ὥστε ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή νὰ συνιστᾶται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Περιόδου καὶ δεύτερον οὐδεὶς λόγος συντρέχει ὅπως ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς γίνῃ κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς γενικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει ὅπως ἑκάστη ἐπιτροπὴ γίνεται κατ’ ἀναλογίαν τῶν κομμάτων. Ἂν θέλωμεν νὰ κάμνωμεν συμβιβασμοὺς καὶ συνεννοήσεις κατὰ μείζονα λόγον καὶ ἐδῶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐκπροσωπῶνται ὅλαι αἱ μερίδες. Διὰ τίνα λόγον αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ συγκροτῆται κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς διατάξεως τῆς ἀναλογικῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν κομμάτων; Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν νὰ κρατηθῇ σημείωσις διὰ νὰ γίνῃ ἡ τροπολογία. Ἀλλὰ ἔχω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ἑξῆς. Λέγετε εἰς τὴν παρακάτω παράγραφον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου, ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ ὁρίζῃ καὶ τὰ μέλη ἐκ τῆς Γερουσίας. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ὁρίσῃ καὶ τοὺς Γερουσιαστὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ μετάσχωσιν τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς; Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτὸ. Ἡ Γερουσία ἔχει τὰ ἰδικά της δικαιώματα καὶ δὲν ἠμποροῦμε νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ὁρίζῃ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ τῆς Γερουσίας.
§172Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Τοὺς Βουλευτὰς τῆς Μικτῆς ἐκ Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν Ἐπιτροπῆς.
§173Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἐπιτρέπεται, κ. Πρόεδρε... Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι δὲν ἀφορᾷ τὴν Περίοδον, ἀλλ’ ἑκάστην Σύνοδον.
§174ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὔτε ἑκάστην Σύνοδον· ἑκάστην περίπτωσιν.
§175Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἐδέχθημεν κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη. Ἐπίσης δὲν ἐννοοῦμεν καὶ τοὺς Γερουσιαστάς, ἀλλὰ λέγομεν τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι μέλη τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ Γερουσιαστῶν καὶ Βουλευτῶν.
§176ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς συγκρούσεις καὶ θέλομεν νὰ προλάβωμεν τὰς συγκρούσεις αὐτάς.
§177Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν λέξιν «Γερουσιαστάς». Ἐπίσης καὶ ἡ ἀναλογία τηρεῖται ἐπὶ τῇ βάσει σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§178ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἕν ἄλλο, κ. Πρόεδρε. Λέγει τὸ Σύνταγμα ὅτι συνιστᾶται μόνιμος ἐπιτροπή. Ὁ παλαιὸς Κανονισμὸς λέγει, ὅτι ἐκλέγονται οἱ Βουλευταὶ καὶ Γερουσιασταὶ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, οἱ διατελέσαντες Πρωθυπουργοί. Ἔπειτα ἀπὸ ὅσους ἐκλέγει ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία. Τώρα μεταβάλλεται καὶ λέγετε ὅτι ὅσους ὁρίσῃ ὁ Πρόεδρος. Ἀλλὰ τότε ἐμποδίζετε καὶ τὴν Γερουσίαν νὰ ἐκλέγῃ ἀντιπροσώπους.
§179Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγινεν, ὁ Κανονισμὸς ἔχει καλῶς εἰς τὰς διατάξεις αὐτάς; διότι λέγει «ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁρίζει ἐκείνους ἐκ τῶν Βουλευτῶν... (ἀναγινώσκει) ...».
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλῶς ἔχει.
§181Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἴσως νὰ ἔχῃ ἄλλο κείμενον ὁ κ. Παπαναστασίου.
§182ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἐὰν ἡ Βουλὴ προτιμᾷ τὴν συμπλήρωσιν αὐτὴν, ἑκάστοτε. Τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ λεπτόν, διότι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, συζητοῦνται τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων συζητοῦνται τὰ μυστικὰ, ἂς εἴπωμεν, τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, ἂν καὶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν μυστικά. Κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ γενικὴ ἀρχὴ περὶ ἀναλόγου ἐκπροσωπήσεως τῶν κομμάτων. Ἀλλὰ πάντως εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληροῦται ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ Βουλευτάς καὶ Γερουσιαστάς. Ποῖος θὰ τοὺς διορίζῃ αὐτούς; Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς; Ἡ Βουλή; Ὁ Πρόεδρος τῆς Γερουσίας;
§183Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§184ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θέλετε;
§185Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις, ποὺ ἔγιναν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, εἶμαι σύμφωνος. Ἐκεῖ ὅπου διαφωνῶ εἶναι ἡ ἑξῆς παρατήρησις. Δὲν συμφωνῶ τὸ ἀνώτατον ὅριον, νὰ εἶναι ἀπεριόριστον, διὰ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν νομοσχεδίων, διότι συνήθως καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τῶν Συνόδων, ἰδίως δι’ ὡρισμένας ἐπιτροπάς, γίνεται ἀγὼν ποῖος θὰ εἰσέλθῃ. Καὶ θὰ εὑρεθῇ ὁ Πρόεδρος πρὸ μεγάλης δυσχερείας εἰς τὸ νὰ ἱκανοποιήσῃ ἑξήκοντα ἢ ἑβδομήκοντα Βουλευτάς, ὅταν δὲ φθάσῃ ν’ ἀποτελῶνται ἀπὸ ἑξήκοντα μέλη αἱ ἐπιτροπαί, δὲν θὰ λαμβάνωνται πλέον ἀποφάσεις. Ὁ Πρόεδρος ἔχει τὴν εὐκολίαν ποὺ τοῦ ζητεῖ. Ὑπάρχει διάταξις ρητὴ ἐν τῷ Κανονισμῷ καὶ δύναται ὁ κ. Πρόεδρος, ὁσάκις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν, νὰ προσθέτῃ κατ’ ἐξαίρεσιν μερικὰ μέλη. Νὰ μὴ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν 40 μελῶν, διότι θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ καταρτισθοῦν αἱ ἐπιτροπαί.
§186ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀντιθέτως φρονῶ τὸ ἑξῆς. Ὅτι ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ Βουλευταί, κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης Συνόδου θέλουν νὰ μετάσχουν τῶν Ἐπιτροπῶν, πολλὲς φορὲς συντίθενται αἱ Ἐπιτροπαὶ ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουν διάθεσιν νὰ ἐργασθοῦν καὶ ἀποκλείονται ἀπὸ τοῦ νὰ μετάσχουν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανὰ καὶ πρόθυμα νὰ μετάσχουν μιᾶς, ἢ δύο ἢ καὶ πέντε ἐπιτροπῶν.
§187Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νὰ ὁρίζουν τὰ κόμματα τὰ πρόσωπα.
§188ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται αὐτό, διότι ἂν θελήσωμεν νὰ ὁρίσωμεν ἕνα ἢ δύο μέλη εἰς μίαν ἐπιτροπήν, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὁρίσωμεν τὸ αὐτὸ πρόσωπον καὶ εἰς δευτέραν ἐπιτροπήν. Δὲν βλέπω δηλαδὴ κανένα λόγον ἐπιβάλλοντα νὰ ὑπάρχῃ ὅριον πρὸς τὰ ἄνω. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἑκάστοτε ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ· δὲν θὰ πάρω πάρα πάνω. Θὰ πάρω 30 ἢ 40 μέλη. Δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εἶναι ἀπεριόριστος ὁ ἀριθμὸς, ἀλλὰ θέλω νὰ ὑπάρξῃ μία εὐκολία, ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν Ἐπιτροπῶν νὰ εἶναι ἄνω τῶν 30 ἢ καὶ τῶν 40 μελῶν.
§189Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον αὐτήν τοῦ ἄρθρου 2 περὶ ἐπιτροπῶν, ὁρίζεται, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προβαίνει εἰς τὸν καταρτισμὸν ἐπιτροπῶν κλπ. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἑκάστου κόμματος, οἱ ὁποῖοι θὰ μετάσχωσιν εἰς τὰς ἐπιτροπάς, εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, ὅστις νὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ γίνεται μέχρι σήμερον.
§191ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα. Νὰ τεθῇ καθ’ ὑπόδειξιν τῶν κομμάτων.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, σύμφωνος. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6) Ἄρθρον 7ον.
§193Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 7 ἔχω νὰ ἐπαναλάβω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα προηγουμένως. Τὴν παρατήρησιν ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀντιπροέδρου. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας τὶ θὰ γίνῃ; Ἐπανάληψις ψηφοφορίας ἢ κλήρωσις; Νὰ τεθῇ μία ρητὴ διάταξις, ὥστε νὰ μὴ συζητῶμεν ποῖος ἐξελέγη ἀντιπρόεδρος. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν εἰς τὸ ἄρθρον 7 ἀπὸ τὴν λέξιν «Κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ κλπ» μέχρι τοῦ τέλους τῆς προτελευταίας παραγράφου, νὰ διαγραφῇ, διότι τοῦτο πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ μικτὴ ἐπιτροπή. Λέγω δὲ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ τοῦ διακανονισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία εἶνε μικτὴ ἀποτελουμένη καὶ ἀπὸ Γερουσιαστάς. Τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἐπέμβασιν, ἡ ὁποία ἴσως δὲν εἶναι ὀρθή.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐσημείωσα τὴν παρατήρησίν σας, κ. Ζαΐμη.
§195Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἐλέχθη τότε, καὶ μάλιστα ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὅπου ἀσκεῖται μεγίστη νομοθετικὴ ἐργασία καὶ ὅπου ἐθεσπίσαμεν ὅτι τὰ πρακτικὰ τηροῦνται συνοπτικῶς καὶ ἂν παρίσταται ἀνάγκη ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ καλῇ στενογράφον νὰ τηρῇ πρακτικὰ ἐστενογραφημένα, διὰ νὰ ὑπάρχῃ τὸ ὑπεύθυνον ἑνὸς ἑκάστου, ὁ ὁποῖος συμμετέχει εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ νομοθ. ἔργου τῶν Ἐπιτροπῶν. Συνεπῶς, ἐφόσον δυνάμεθα εἰς ἑκάστην Σύνοδον νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμόν, μέχρις ὅτου γίνῃ ὁ Κανονισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἰσχύσῃ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ ἀργότερον τὴν καταργοῦμεν.
§196Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἢ ἡμεῖς ἔχομε τὸ δικαίωμα νὰ θεσπίσωμεν τὰς διατάξεις, τὰς ἀφορῶσας τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπήν, ὁπότε ἠμποροῦμεν εὐκολώτατα νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν ἐδῶ, ἢ δὲν ἔχομε δικαίωμα, διότι ὁ Κανονισμὸς τῆς Μικτῆς πρέπει νὰ κυρωθῇ καὶ ἀπὸ τὰ δύο Σώματα.
§197Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας μίαν ἄποψιν δικαίαν. Ἀλλ’ ἐφόσον προΐσταται τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, συνεδριάζει αὕτη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τῆς Βουλῆς ἀπασχολοῦνται εἰς αὐτήν, εἴπομεν ὅτι μᾶλλον ἁρμοδιωτέρα εἶναι ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ καθορίσῃ καὶ τὸ ζήτημα αὐτό.
§198Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἄλλη παρατήρησις. Φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπεν αἱ ἀποφάσεις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν νὰ λαμβάνωνται δι’ ἁπλῆς πλειονοψηφίας τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας, δηλ. ἐπὶ 33 Βουλευτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ 11 ἀποτελοῦν τὴν ἀπαρτίαν, οἱ 6 νὰ ἀποφασίζουν καὶ νὰ παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας δῆθεν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἕξ Βουλευτῶν! Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, δεδομένου μάλιστα, ὅτι εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἔχομεν ἀναγράψει διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ λῆψις ἀποφάσεως κατωτέρα τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας δηλ. 64 Βουλευταί. Δὲν θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἔρχωνται ἕξ Βουλευταὶ καὶ νὰ ἐμφανίζουν μίαν ἔκθεσιν ὡς ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐφόσον δὲ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ὁρίζῃ προθεσμίαν εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων, θὰ εἶναι προτιμώτερον, ὅπως ὁσάκις ὡρισμένη Κοινοβ. Ἐπιτροπὴ ἀδυνατεῖ νὰ ὑποβάλῃ, λόγῳ ἐλλείψεως χρόνου, τὴν ἔκθεσίν της, νὰ ἔρχηται τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἄνευ ἐκθέσεως. Τοῦτο θὰ ἦτο προτιμώτερον καὶ ἐν προκειμένῳ, ἀπὸ τὸ νὰ ἐμφανίζηται ἔκθεσις Ἐπιτροπῆς γενομένη δεκτὴ ἀπὸ 6 ἐπὶ 33 Βουλευτῶν. Ἐπίσης νὰ ὁρισθῇ, ὅπως ὡρίσθη καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν, ὅτι εἰς τὰς προσκλήσεις τῶν ἐπιτροπῶν ἀναγράφονται καὶ τὰ θέματα τὰ συζητητέα καὶ ὅτι, ἐκτὸς αὐτῶν, οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ συζητηθῇ, διότι καταστρατηγεῖται ἀθρόως ἡ διάταξις αὐτή, καὶ συζητοῦνται νομοσχέδια εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ γίνονται δεκτὰ παρ’ αὐτῶν, χωρὶς ἡμεῖς νὰ δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσωμεν, διότι δὲν εἶχον ἀναγραφῆ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Εὑρισκόμεθα οὕτω πρὸ ἐψηφισμένων νομοσχεδίων. Ἐπίσης νὰ προβλεφθῇ εἷς τρόπος κυρώσεως τῶν πρακτικῶν τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν, δηλαδή, νὰ ὁρισθῇ ρητῶς πῶς κυροῦνται αὐτὰ τὰ πρακτικά, διότι γεννῶνται ζητήματα ἐκ τῶν ὑστέρων σοβαρώτατα, ἐγεννήθησαν δὲ πλειστάκις τοιαῦτα. Ἐὰν, λέγω αὐτό, τὸ λέγω ἐπὶ τῇ βάσει πείρας ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ἄλλας παρατηρήσεις δὲν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§199Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν φθάσει μέχρι τοῦ ἄρθρου 10ου. Ἀλλ’ ὅταν συνηντήσαμεν τὸ ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν καὶ τὸν ὁρισμὸν τοῦ Ἀρχηγοῦ πολιτικῆς Μερίδος, κατὰ σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, ἀνεβάλαμεν τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ συζήτησιν, ἐφόσον φθάσῃ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἀνάγκην θὰ συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον αὐτό. Θέλετε νὰ τὸ συζητήσωμεν τώρα, ἢ νὰ τὸ ἀφήσωμεν δι’ ἔπειτα;
§200Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ καταναλωθῇ ὁλόκληρος ἡ συνεδρίασις διὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς περιλαμβάνει ἀναθεώρησιν ὅλων τῶν ἄρθρων, ἐκ νέου οὕτω συντασσόμενος. Ἕνεκα τούτου θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ μακρά. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν νὰ ἀποπερατώσωμεν τὸ ἔργον μας. Ἐφόσον δὲ ὑπάρχουν ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην νὰ ψηφίσῃ, κάμνω τὴν σύστασιν, νὰ διακόψωμεν τὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ συζήτησιν καὶ νὰ κάμωμεν τώρα καὶ τὴν Παρασκευὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, καὶ τὸ Σάββατον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§201Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δέν εἶναι δυνατόν, Κύριε Πρόεδρε, νὰ συνεδριάσωμεν τὸ Σάββατον.
§202Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς. Ὅτε ἄλλοτε ὡρίσθη ὅτι τὸ Σάββατον δὲν θὰ συνεδριάζωμεν, εἴχομεν ὁρίσει ἐν ταὐτῷ, ὅπως αἱ ἐπερωτήσεις περιορίζωνται εἰς μίαν ἡμέραν. Διότι, ἐὰν ἔχωμεν δύο ἡμέρας ἐπερωτήσεις, τότε πότε θὰ ἔχωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν;
§203Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν πταίομεν ἡμεῖς, νομίζω, διότι μέσα εἰς αὐτὸ τὸ λιοπύρι συνεδριάζομεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀποτελεῖ μομφὴν αὐτό, κ. Πρόεδρε.
§204Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι σᾶς ἠνάγκασα νὰ εὑρεθῆτε εἰς δύσκολον θέσιν νὰ συνεδριάζητε αὐτὰς τὰς ἡμέρας. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν λύπην σας, μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι ὑφίσταμαι καὶ ἐγὼ τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας μου.
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὴν Παρασκευὴν νὰ συζητήσωμεν τὸν Κανονισμόν.
§206Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σύμφωνοι.
§207ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν ἐκόψαμε τήν μίαν ἡμέραν, δὲν εἴπομεν ὅτι δὲν θὰ συζητῶνται αἱ ἐπερωτήσεις καὶ τὴν Παρασκευήν.
§208Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ πιέσῃ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν Παρασκευήν, ὁπότε δὲν θὰ κάμωμεν ἐπερωτήσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3687 περὶ διοικήσεως τῶν ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων Κερκύρας».
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τρόπου καταβολῆς τῶν μὴ καταβληθεισῶν διαφορῶν κατὰ τὸ ἀπὸ 15)12)32 Διάταγμα περὶ ἐκκαθαρίσεως ἐκκρεμουσῶν συναλλαγῶν».
§211Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Δὲν διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Χρηματιστηρίου.
§212Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λησμονεῖτε, κ. Συνάδελφε, ὅτι ἡ ἔκθεσις εἴτε ἠμπορέσῃ ἡ ἐπιτροπή, εἴτε δὲν ἠμπορέσῃ νὰ τὴν καταθέσῃ, θὰ τεθῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Λοιπόν, ὁ κ. Εἰσηγητὴς θὰ σᾶς ἀναπτύξῃ ἀμέσως τὴν ἔκθεσίν του. Ἄλλωστε πρόκειται περὶ συζητήσεως.
§213Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ συζητηθῇ. Τὸ λέγω διὰ τὴν τάξιν.
§214Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος ἔχει παρακολουθήσῃ τὸ ζήτημα περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον.
§215Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρατηρῶ ἀπὸ χθές, ὅτι εἰς τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δίδεται ἐντελῶς ἰδιάζουσα προσοχὴ καὶ οἱ κ. Βουλευταί, λόγῳ τῆς ἰδιαζούσης αὐτῆς προσοχῆς, ἥν παρέχουν εἰς τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θέλουν φαίνεται νὰ μὴ φθάσωμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Ἄς ἀκούσωμεν τὰς ἐπ’ αὐτῶν γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, σᾶς γνωρίζω δὲ ὅτι ὑπάρχει ἕν ἐκ τῶν νομοσχεδίων του, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιμένει νὰ γίνουν δεκταὶ αἱ γνῶμαι του· ἂς συζητηθοῦν αἱ γνῶμαι αὗται καὶ θὰ εἶμαι εὐτυχής, καὶ ἐὰν καὶ ἡ Βουλή, καὶ δὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐν προκειμένῳ δὲ πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀντιπολίτευσις καὶ ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως, καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντικοινοβουλευτικὴ ἀντιπολίτευσις, κατορθώσουν νὰ ἐξενέγκωσι τοιαύτας γνώμας, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπωφεληθῶμεν αὐτῶν, διὰ νὰ γίνῃ καλλίτερον τὸ νομοσχέδιον, διότι ὅλοι ἐννοεῖτε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Χρηματιστηρίου ἐνδιαφέρει γενικῶς τὴν κοινωνίαν, νὰ εἶνε δὲ βεβαία ἡ Βουλή, ὅτι θὰ γίνουν λίαν εὐχαρίστως δεκταὶ αἱ γνῶμαι αὗται. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, καὶ τὰ δύο νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ συζητηθοῦν καὶ ἂν δὲν κατετέθησαν αἱ ἐκθέσεις, τῶν ἐπιτροπῶν, πρὸς τὰς ὁποίας ἄλλωστε εἶχε ταχθῆ ὡρισμένη προθεσμία νὰ καταθέσωσι ταύτας. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναμένωμεν ἐπ’ ἄπειρον πότε θὰ καταθέσωσι τὰς ἐκθέσεις των αἱ ἐπιτροπαί. Ἔμαθον ἄλλως τε ὅτι καὶ ἡ ἔκθεσις διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό εἶναι ἤδη ἑτοίμη καὶ δὲν θὰ λείψῃ νὰ τὴν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συνεδρίασιν μάλιστα αὐτήν, ἀφοῦ ὁ Εἰσηγητὴς θὰ ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας του.
§216Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει γίνῃ σοβαρωτάτη ἐργασία εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἰδιαιτέρως δὲ ὁ κ. Εἰσηγητὴς ἔχει λίαν ἐπιμελῶς ἐργασθῆ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὥστε ὀρθὸν εἶναι νὰ γίνῃ μία εἰκοσιτετράωρος ἀναβολὴ διὰ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις. Ἐγκαινιάζομεν μίαν καινὴν ἀρχήν, θέλοντες νὰ συζητήσωμεν ἄνευ τῆς ἐκθέσεως.
§217Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσπαθῶ νὰ ἀποκλείσω μίαν κακὴν ἀπόπειραν ἐγκαινιάσεως κακῆς ἀρχῆς.
§218Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὄχι.
§219Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ λέγω διὰ σᾶς.
§220Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὶν ἢ διατυπώσω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Κυρίους Συναδέλφους, ὅσοι δὲν μὲ γνωρίζουν, ὅτι κατ’ ἐπάγγελμα εἶμαι χρηματιστὴς καὶ κατ’ ἀνάγκην ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὑπάρχουν σχέσεις καὶ συμφέροντα ἰδικά μου. Τοῦτο τὸ λέγω καὶ τὸ τονίζω πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως. Βεβαιῶ ὅμως τὴν Βουλήν, ὅτι θέλω διεξέλθῃ τὸ ζήτημα ὅλως ἀντικειμενικῶς, τὰ δὲ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀντλήσω πρὸς ὑποστήριξιν τῶν γνωμῶν μου, θὰ προέρχωνται ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Κύριοι Συνάδελφοι, ὅταν κατὰ τὸν Σεπτέβριον τοῦ 1931 ἡ Ἀγγλία ἐγκατέλειψε τὴν χρυσῆν βάσιν, αἱ Κυβερνήσεις Εὐρώπης, Ἀμερικῆς καὶ Βαλκανίων, ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν νὰ κλείσουν τὰ Χρηματιστήριά των. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐλήφθη πρὸς ἀποφυγὴν μεγάλων κλονισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἦτο δυνατὸν νὰ προέλθουν ὡς ἐκ τῆς ἀπροσδοκήτου ἀποφάσεως τῆς Ἀγγλίας. Βεβαίως εἰς τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑστερήσῃ καὶ ἡ Ἑλλάς, καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Χρηματιστηρίου, ἔκλεισε τὸ Χρηματιστήριον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ κλεισίματος τοῦ Χρηματιστηρίου παρέμειναν σχέσεις καὶ συναλλαγαὶ ἐκκρεμεῖς, ἀνερχόμεναι περίπου εἰς τὸ ποσὸν τῶν 700 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τὰς σχέσεις ταύτας καὶ τὴν ἐκκρεμότητα αὐτήν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ρυθμίσῃ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οἱ πωληταὶ καὶ οἱ μεταφέροντες τίτλους καὶ χρεώγραφα, γίνονται ἀναγκαστικῶς ἀγορασταί· δηλαδὴ παραμένουν εἰς χεῖρας αὐτῶν αἱ διαφοραί, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν ἐκ τῆς τιμῆς τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς 21ης Σεπτεμβρίου, μέχρι τῆς τιμῆς τοῦ ἀνοίγματος τοῦ Χρηματιστηρίου, μέχρι τιμῆς τοὐτέστι, μέσης, ἡ ὁποία θὰ λαμβάνεται ἐξ εἴκοσι συνεδριάσεων. Μεταξύ, λέγω, τῆς μιᾶς τιμῆς καὶ τῆς ἄλλης, αὐτὸ θὰ ἀποτελῇ τὰς διαφοράς, τὰς ὁποίας ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ρυθμίσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὸ νομοσχέδιον εἶνε ἕν κατασκεύασμα ἀνάγκης. Πάντως ὅμως εἶναι μία λύσις, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Χρηματιστήριον νὰ παραμείνῃ κλειστὸν πλέον τοῦ μεγίστου ἐκείνου χρόνου καθ’ ὅν παρέμεινε, δηλαδὴ πλέον τῶν 15 μηνῶν, ἄνευ μεγαλειτέρας ζημίας τῆς τε κοινωνίας, τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς βιωτικῆς ζωῆς τῶν χρηματιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δέκα πέντε καὶ πλέον μῆνας παρέμειναν ἄνευ ἐργασίας. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τεθῇ μία βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν. Ἡ βάσις αὕτη, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἡ εὐθύνη. Τὶς φέρει τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν, καὶ αἱ ὁποῖαι διαφοραὶ ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 230. 000.000;
§221Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ὑπὲρ τίνος ἢ κατὰ τίνος εἶναι αἱ διαφοραὶ αὐταί;
§222Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ὑπὲρ πωλητῶν, ὑπὲρ χρηματιστῶν, ὑπὲρ ὅλων τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα συναλλάσσονται εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Εἶναι σχέσεις ἀλληλένδετοι, εἶναι μία ἅλυσις συναλλαγῶν. Λοιπόν, πρίν, λέγω, εἰσέλθω καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ θέσωμεν μίαν βάσιν, τοῦ τὶς φέρει τὴν εὐθύνην τῶν διαφορῶν αὐτῶν. Μήπως εἶναι ὁ χρηματιστὴς αὐτός, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν εὐθύνην, ἢ μήπως εἶναι κανεὶς ἄλλος παράγων; Ἄν ἐρωτᾶτε ἐμέ, κ. Συνάδελφοι, ἀσφαλῶς, λέγω, ὅτι τὴν εὐθύνην δὲν τὴν φέρει ὁ χρηματιστής. Καὶ δὲν τὴν φέρει ὁ χρηματιστής, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ὁ χρηματιστὴς δεσμεύεται ἀπέναντι τοῦ χρηματιστοῦ, εἶναι μεσάζον πρόσωπον μεταξὺ ἀγοραστοῦ καὶ πωλητοῦ. Ὅπως γνωρίζετε, εἰς τὸ Χρηματιστήριον αἱ πράξεις γίνονται διὰ τῶν χρηματιστῶν. Ὁ χρηματιστὴς ἀναλαμβάνει μίαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι χρηματιστοῦ, ἀναλαμβάνει αὐτὸς τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν περιωρισμένως, δι’ ὡρισμένον χρόνον. Ἐν προκειμένῳ τὶ συνέβη; Δι’ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἀφήνετο καὶ παρήρχετο ἕν καὶ ἥμισυ ὁλόκληρον ἔτος καὶ τότε ζητεῖται ἡ ρύθμισίς των. Βεβαίως, λίαν ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας λέγει τὸ ἑξῆς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει· «Ἡ Κυβέρνησις, ἀποφασίσασα τὸ ἄνοιγμα τοῦ Χρηματιστηρίου Ἀθηνῶν, ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τῆς τύχης τῶν συναλλαγῶν, αἵτινες εὑρέθησαν ἐκκρεμεῖς κατὰ τὸ κλείσιμον αὐτοῦ καὶ παρέμειναν ἀνεκτέλεστοι μέχρι σήμερον, λόγῳ τῆς ἀναστολῆς τῆς λειτουργίας τοῦ Χρηματιστηρίου. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν καὶ ἐπιτετραμμένον, μετὰ χρονικὸν διάστημα τοσοῦτον μέγα, καθ’ ὃ ἀνετράπησαν ἄρδην οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς συνήφθησαν αἱ συναλλαγαί, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἄνευ ὅρων ἐπανάληψιν τῆς λειτουργίας τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ τὴν πιστὴν ἐκτέλεσιν τῶν συμβάσεων κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν». Αὐτὰ τὰ λόγια, Κύριοι, κατ’ ἐμέ, δὲν λέγουν τίποτε ἄλλο παρὰ λέγουν, ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις αὐταὶ εἶναι ἄκυροι. Διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τὴν λέξιν «ἄκυροι» εἶπεν ὅλα αὐτὰ τὰ λόγια.
§223Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κύριε Συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε. Δικαιοῦσθε νὰ ἐξάγητε ὅ,τι συμπέρασμα θέλετε ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς μου ἐκθέσεως. Διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς ἤθελον σαφῶς νὰ ἀποδώσω τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς εὐθύνης τῶν διατεθεισῶν διαφορῶν εἰς τὸ Κράτος. Δὲν ἤθελον ὅμως νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἄκυροι καθόλου.
§224Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Δύναται οἱοσδήποτε ἐκ τῶν κ. κ. Συναδέλφων, νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκθεσίν σας καὶ νὰ ἐξαγάγῃ συμπέρασμα. Διαβάζω καὶ πάλιν τὴν ἔκθεσίν σας, κ. Ὑπουργέ· «Ἡ Κυβέρνησις κλπ. (ἀναγινώσκει) ...».
§225Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Σύμφωνοι.
§226Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι ἐμεσολάβησαν συνθῆκαι ἐν τῷ μεταξύ, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ συναλλασσόμενοι νὰ ζητήσουν τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν συμφωνηθέντων. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Κράτος ἠθέλησε νὰ θέσῃ ὅρους.
§227Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς τῆς δηλώσεως ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη δήλωσις, τὴν ὁποίαν μόλις πρὸ ὀλίγου ἐπανέλαβεν, ὅτι τὴν εὐθύνην διὰ τὸ κλείσιμον τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ διὰ τὰς διαφορὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν, τὴν φέρει τὸ Κράτος.
§228Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κατὰ μέγα μέρος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι ὀρθή, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Συνάδελφος ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἀντιλήψεων τῶν ἰδικῶν μου, ἐγὼ τὰς ξεκαθαρίζω.
§229Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ εἶμαι χρηματιστὴς καὶ ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῶ, θὰ φέρω ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντλῶ ἐξ αὐτῆς τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων δὲ τούτων θὰ ἴδητε ὅτι οὐδεμίαν εὐθύνην φέρει ὁ χρηματιστής.
§230Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Σεῖς εἴπετε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται ὅτι τὴν εὐθύνην φέρει ἐν πολλοῖς τὸ Κράτος.
§231Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐν πολλοῖς, κατὰ τὸ μέγιστον μέρος φέρει τὴν εὐθύνην τὸ Κράτος καὶ ὄχι κατὰ τὸ ὅλον, καθ’ ἥν ἔχει γνώμην ὁ ἀγορεύων.
§232ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§233Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μου γνώμη.
§234Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Κατ’ ἐμέ, ἡ εὐθύνη δὲν προσμετρεῖται εἰς ποσοστά. Ἢ ὑπάρχει εὐθύνη ἢ δὲν ὑπάρχει. Εὐθύνην κατὰ ποσοστὰ ἡ λογική, ἡ ἰδική μου τοὐλάχιστον, δὲν τὴν ἀνέχεται. Ἐάν, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εὐθύνεται τὸ Κράτος διὰ τὰ 9)10 τῶν διαφορῶν, ἀσφαλῶς εὐθύνεται διὰ τὸ ὅλον. Ἡ εὐθύνη εἶνε ἀκεραία διὰ τοὺς χρηματιστὰς ἢ ἀκεραία διὰ τὸ Κράτος. Ἐγὼ δὲν θὰ ἤθελον νὰ εἴπω διὰ τὸ Κράτος, διότι ἀντιλαμβάνομαι τὶ κίνδυνοι δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον φέρω. Πολὺ ὀρθὸν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ ἐφαρμόσῃ δηλαδὴ τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς εἰδικοῦ ταμείου διὰ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν. Θὰ ἤθελον, κ. Συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἐξηγήσω καὶ τὸ ἀδύνατον τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Τὶ προτείνει ὁ κ. Ὑπουργός; Λέγει τὰ 9)10 νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον ἱδρύεται ἐξ ὡρισμένων πόρων. Περὶ τῆς προελεύσεως τῶν πόρων τούτων λεπτομερῶς σᾶς ἐξήγησεν ὁ κ. Εἰσηγητής. Λαμβάνεται δηλαδὴ ἐκ τῶν φοροσήμων, τὰ ὁποῖα ἐπικολλῶνται ἐπὶ τῶν χρηματιστηριακῶν συμβάσεων, λαμβάνεται δὲ ἐκεῖθεν ἕν ποσὸν μέχρι δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Λαμβάνεται 33½% ἐκ τῶν συμβάσεων καὶ τῶν ἐντολῶν, τὰς ὁποίας δίδουν αἱ Τράπεζαι εἰς τοὺς χρηματιστὰς καὶ ἐκπίπτουν ὑπὲρ τῶν χρηματιστῶν 32%. Ὑπάρχει καὶ μία εἰσφορὰ τοῦ Χρηματιστηρίου Ἀθηνῶν 500.000 δραχ. ἐτησίως καὶ κἄτι ἄλλοι μικροὶ πόροι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου δημιουργούμενοι. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει ὅτι τὰ 9)10 θὰ πληρώνωνται ἐκ τοῦ Ταμείου, τὸ δὲ ⅒ ἐκ μέρους τῶν χρηματιστῶν. Ἐγώ, ὅπως σᾶς ἐξήγησα, δὲν γνωρίζω καμμίαν εὐθύνην τῶν χρηματιστῶν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Εὐθύνην οἱ χρηματισταὶ φέρουν μόνον μέχρι τῆς στιγμῆς, ποῦ ἔκλεισε τὸ Χρηματιστήριον. Βεβαίως, ἕως ἐκεῖ οἱ χρηματισταὶ ἔχουν ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην καὶ θὰ πληρώσουν ἐξ ἰδίων, ἄνευ οὐδεμιᾶς βοηθείας, οὔτε Κράτους, οὔτε οἱουδήποτε Ταμείου, καὶ θὰ πληρώσουν τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς τὸν τραγικὸν ἀριθμὸν τῶν 45.000.000. Αὐτὰ ὅλα θὰ τὰ δώσουν, καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἔχουν ἤδη δώσῃ ἕν μέγα μέρος αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ μηχανικῶς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ ἕν τοιοῦτον γεγονός, διότι θὰ ὑποχρεωθοῦν οἱ χρηματισταὶ ἐπὶ μίαν 10ετίαν ὁλόκληρον νὰ εὑρίσκωνται ἐκτεθειμένοι ὁ εἷς ἀπέναντι τοῦ ἄλλου δι’ εὐθύνην, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μοῦ εἶπε κἄποτε ὅτι: «μὰ, τέλος πάντων, νὰ δώσουν κἄτι τι καὶ οἱ χρηματισταί». Αὐτὸ ἴσως θὰ τὸ ἐδεχόμην, ἐὰν ἦσαν ἄλλες ὧρες καὶ ἄλλες ἡμέρες. Εἰς στιγμὰς ὅμως κατὰ τὰς ὁποίας εἶνε παγκοίνως γνωστόν, ὅτι εἶναι καρακουτσακισμένοι οἱ χρηματισταί, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουν καὶ ἄλλα; Ἐκτὸς τῶν μεγίστων ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν, ἐκτὸς τῶν συνεπειῶν τῆς ἐπὶ ἕν ἔτος ἐλλείψεως ἐργασίας, πρόκειται νὰ δώσουν τώρα καὶ τὸ ⅒ τῶν ζημιῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 23½ ἑκατομμύρια. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὰ ἑξῆς, κ. Συνάδελφοι. Οἱ χρηματισταὶ διὰ νὰ ζήσουν τὸ ἑνάμισυ αὐτὸ ἔτος, ἔκαμαν δάνειον 15 ἑκατομμυρίων, παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῇ Ἐθνικῇ. Ἐὰν λοιπὸν οἱ χρηματισταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσουν, καὶ θὰ πληρώσουν, τὰ πρῶτα 45 ἑκατομμύρια, πληρώσουν δὲ κατόπιν καὶ τὰ 15 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθησαν ἀπὸ τὰς Τραπέζας, θέλουν νὰ πληρώσουν ἐν ὅλῳ 60.000.000, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἔχουν. Ἐὰν τοὺς ὑποχρεώσωμεν νὰ πληρώσουν ἀκόμη ἄλλα 23½ ἑκατομμύρια, ποῦ θὰ τὰ εὕρουν ὅλα αὐτά; Συνεπῶς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦν νὰ ρυθμισθῇ τώρα, δὲν ρυθμίζεται, διότι ὅ,τι καὶ ἂν κάμουν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρώσουν αὐτὸ τὸ ὑπέρογκον ποσὸν καὶ νὰ τὸ δώσουν.
§235ΓΡ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Εἰς τίνας θὰ δοθοῦν τὰ χρήματα;
§236ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἄλλα θὰ δοθοῦν εἰς πελάτας, ἄλλα εἰς χρηματιστάς. Ἄλλοι χρηματισταὶ ἔχουν νὰ λάβουν ἀπὸ πελάτας καὶ ἄλλοι πελάται ἀπὸ χρηματιστάς.
§237ΓΡ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Δηλαδὴ ζημιωθέντες χρηματισταὶ καὶ ζημιωθέντες πελάται θὰ τὰ λάβουν.
§238ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Μάλιστα. Κύριοι Βουλευταί, αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τώρα, θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ἀναφέρω καὶ μερικὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἴσως τὸ Κράτος κἄποτε εἶχε πρὸς τοὺς χρηματιστάς. Οἱ χρηματισταὶ εἶναι οἱ πράκτορες ἐκεῖνοι, διὰ τῶν ὁποίων πάντοτε τὸ Κράτος ἐτοποθέτει τὰ δάνεια καὶ ἐφρόντιζον οἱ χρηματισταὶ διὰ τῶν πελατῶν των νὰ ἐπενδύουν τὰ δάνεια αὐτά. Καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ μικρὰ εὐθύνη, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποδέχομαι, δι’ οὓς λόγους ἀνωτέρω ἀνέφερον, ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ παραβλέψῃ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, Κύριοι Συνάδελφοι, ἐπὶ πλέον. Ἐτελείωσα ὅσα οὐσιαστικῶς εἶχον νὰ σᾶς εἴπω. Ἐν ἐπιλόγῳ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς· ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐξηντλήθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς Κοινοβουλευτικῆς, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη, πλὴν μιᾶς ψήφου, τῆς τοῦ κ. Γαρουφαλιᾶ, καὶ ἐτάχθη ἀκριβῶς σύμφωνος πρὸς τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας διετύπωσα ἀπὸ τοῦ βήματος. (Χειροκροτήματα).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λόντος.
§240Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Κριεζῆς ἐξέθεσε γενικάς τινας γραμμὰς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς εἶναι ἐκ τῶν σοβαρωτέρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔρχονται πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν, διότι πρόκειται νὰ ρυθμίσῃ διαφορὰς, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 280 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐξ ἄλλου τὸ νομοσχέδιον καλεῖται νὰ ἐκκαθαρίσῃ μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία βαρύνει ἐπὶ τοῦ χρηματιστηριακοῦ ὀργανισμοῦ μας, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωρίζετε, ἀποτελεῖ θεσμὸν οἰκονομικὸν, ἀπαραίτητον ἐν τῇ σημερινῇ ἀνθήσει καὶ τῇ οἰκονομικῇ ὀργανώσει τῶν Κρατῶν καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ Κράτους ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὴν πίστιν, τὴν ἰδιωτικήν, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον μὲ τὴν πίστιν τὴν ἐθνικὴν, τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Κύριοι Βουλευταί, ὑπῆρχεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἠκολούθει διάφορον πολιτικὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ γενικῶς ἐστήριζεν ἀλλοῦ τὸν τρόπον τῆς ἐξευρέσεως καὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν του. Ὑπῆρχεν ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐστηρίζετο κυρίως ἐπὶ τῆς δανειακῆς πολιτικῆς. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἀνάγκην τὸ Κράτος, δεδομένου ὅτι τὴν οἰκονομικήν του πολιτικὴν ἐστήριζεν ἐπὶ τῶν δανείων διαρκῶς νὰ ἐξαίρῃ τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ νὰ παρουσιάζῃ τὰ πράγματα, ἔστω τε, ὄχι ἐν τῇ πραγματικῇ αὐτῶν ὄψει. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπεκρύπτετο ἡ πραγματικὴ οἰκονομικὴ κατάστασις καὶ ὠθούμενοι οἱ συναλλασσόμενοι ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ πρὸς τὴν ὑψωτικὴν πολιτικήν, ἐτρέποντο πρὸς ἀγορὰς καὶ διά τοῦτο παρέσυραν τὰς τιμὰς τοῦ Χρηματιρίου, ὄχι σύμφωνα πρὸς τὴν πραγματικὴν θέσιν τῶν διαφόρων ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἀξιῶν, ἀλλὰ σύμφωνα πρὸς τὴν δυναμικότητα, τὴν ὁποίαν παρουσίαζον ὅτι εἶχον αἱ ἀξίαι αὐταί. Ἀλλ’ ἦλθε μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα ἐφάνησαν μὲ τὴν πραγματικήν των ὄψιν καὶ τὸ Χρηματιστήριον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ὅτι εὐεκτοῦσεν, ἀπεκαλύφθη εἰς τὴν πραγματικήν του θέσιν. Ἡ ἐποχὴ αὐτὴ εἶναι κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1931, ὅτε ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐγκατέλιπε τὴν χρυσῆν βάσιν. Κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ὅλα τὰ Χρηματιστήρια τοῦ κόσμου, πανικοβληθέντα, ἠκολούθησαν τὴν πρὸς πτῶσιν τάσιν, καὶ πρὸ τοῦ ἐνδεχομένου μεγάλων καταστροφῶν, αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις ἔλαβον μέτρα, ὥστε νὰ κλείσουν τὰ Χρηματιστήρια, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ ἀποτρέψουν τὰς οἰκονομικὰς συμφοράς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπηκολούθουν ἐκ τῶν πρώτων ἐντυπώσεων. Τοιοῦτο μέτρον ἐλήφθη πράγματι καὶ ὑπὸ τῆς τότε ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς τοῦ Χρηματιστηρίου, δι’ ἕν πενθήμερον καὶ ἐβασίζετο ἀπολύτως εἰς τὸν σχετικὸν ὑπ’ ἀριθ. 3332 νόμον «περὶ Χρηματιστηρίου ἀξιῶν». Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, τὸν ὁποῖον θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει) «ἐπιτρέπεται διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ διαταχθῇ ἡ προσωρινὴ ἀναστολὴ τῆς λειτουργίας τοῦ Χρηματιστηρίου». Κατὰ τὴν φράσιν ταύτην τοῦ νόμου, τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ τότε Κυβέρνησις ἦτο ν’ ἀναστείλῃ προσωρινῶς τὰς ἐργασίας τοῦ Χρηματιστηρίου. Ὁ νόμος καὶ ἡ κειμένη νομοθεσία οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔδιδεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν. Καὶ ἐρωτᾶται· τί πραγματικῶς ἐγένετο; Ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου ἐγίνετο προσωρινῶς ἢ διήρκεσεν ἐπὶ μακρόν, ἀντιθέτως πρὸς ὅ,τι ὁ νόμος καθώριζεν; Οὐδείς, Κύριοι, ἐκ τῶν παρισταμένων εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ὅτι ἡ φράσις αὕτη τοῦ νόμου, ὅτι «ἐπιτρέπεται μόνον προσωρινὴ ἀναστολὴ», εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ ὅτι ἔδιδε δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναστείλῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Χρηματιστηρίου ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαπεντάμηνον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὅλως ἀντιοικονομικὴ, ἀσχέτως πρὸς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, διότι, ὡς γνωρίζετε, τὸ Χρηματιστήριον ἀποτελεῖ τὸν δείκτην τῆς ἐθνικῆς πίστεως, ἀποτελεῖ τὸν δείκτην τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας, ἀποτελεῖ ἀκόμη τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου ρευστοποιοῦνται τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποταμιευθῆ εἰς ἀξίας, καὶ ἑπομένως παρέχονται τὰ μέσα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην νὰ ρευστοποιήσουν τὰ κεφάλαια αὑτῶν, καὶ ἀντιθέτως γίνεται τὸ μέσον, ὥστε νὰ τοποθετοῦν ἄλλα κεφάλαια. Ἑπομένως ἡ ἐπὶ μακρὸν ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου ἀποτελεῖ πλῆγμα κατὰ τῆς ὅλης λειτουργίας τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ ἑνὸς Κράτους Διὰ τοῦτο καὶ εἰς οὐδὲν Κράτος ἔγινεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, διὰ τὸ Χρηματιστήριον τῶν Ἀθηνῶν. Ἐν Γαλλίᾳ, κατὰ τὸν μέγαν πόλεμον, τὸ Χρηματιστήριον τῶν Παρισίων ἔκλεισε πράγματι, ἀλλὰ μόνον διὰ τέσσαρας μῆνας καὶ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, καίτοι διὰ τόσον ἐλάχιστον χρόνον ἀνέστειλε τὰς ἐργασίας τοῦ Χρηματιστηρίου, ἔλαβε μέτρα τεράστια διὰ νὰ στηρίξῃ καὶ τοὺς συναλλασσομένους ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ καὶ τὸ Χρηματιστήριον καὶ γενικῶς, νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰς ἐκκρεμεῖς συναλλαγάς, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν.
§241Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δύο μῆνας μόνον ἔκλεισε.
§242Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἔκλεισε τέσσαρας μῆνας, δηλαδή, εἰδικῶς, τὴν 31) 7 ἔκλεισε καὶ ἤνοιξε πάλιν τὸν Νοέμβριον.
§243Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Εἰς τὸ κλείσιμον συνεφώνει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Χρηματιστηρίου;
§244Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Συνεφώνει κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ ἔπειτα ἐγένετο δι’ αὐτοβούλου ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρετε, κ. Συνάδελφοι, ὅτι, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Χρηματιστηρίου, ἀποτελεῖ τρόπον τινά, μίαν κρατικὴν λειτουργίαν, διότι διευθύνει τὸ νομικὸν πρόσωπον τοῦ Χρηματιστηρίου, τὸ δὲ νομικὸν πρόσωπον τοῦ Χρηματιστηρίου εἶναι κἄτι τι τὸ ὁποῖον διαφέρει πρὸς τοὺς συναλλασσομένους ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνεξάρτητα συμφέροντα καὶ ἀνεξάρτητον σκέψιν προστασίας τῶν συμφερόντων των ἀπὸ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ἐπιτροπὴν τῆς διευθύνσεως τοῦ νομικοῦ προσώπου τοῦ Χρηματιστηρίου. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε, Κύριοι, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις τότε, ἦτο ὅτι ἔδωκε δάνειον 75 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῶν Παρισίων, ἐπέτυχε ἄνοιγμα πιστώσεως τῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας 250 ἑκατομμυρίων φράγκων καὶ ἔδωκε χρεωστάσιον μέχρι τοῦ 1920, διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν αὐτῶν διαφορῶν.
§245ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐγένοντο αὐτά;
§246Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Κατὰ τὸν μέγαν πόλεμον. Ἐπίσης τελευταίως, κατὰ τὴν κρίσιν ἐξ αἰτίας τῆς Τραπέζης τοῦ Οὐστρὶκ, καὶ πάλιν τὸ Χρηματιστήριον τῶν Παρισίων δὲν ἔκλεισε, καίτοι ἐπῆλθε μέγας οἰκονομικὸς κλονισμός, παρὰ μόνον ἐπὶ δύο μῆνας, ὅπως ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἑπομένως, παρατηροῦμεν ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου ἐπὶ τοσοῦτον μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Ὡσαύτως, τὸ αὐτὸ συνέβη κατὰ τὰς διαφόρους κρίσεις ἐν Ἀμερικῇ. Ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἔκλεισε παρὰ ἐπὶ πέντε μῆνας, καὶ μοναδικὸν φαινόμενον ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου ἐπὶ τοσοῦτον μακρὸν χρονικὸν διάστημα ἀποτελεῖ, κατ’ ἐξαίρεσιν, ἡ Ἑλλάς. Εἶναι φυσικόν, Κύριοι, ὅτι, κατόπιν τῆς τοιαύτης μακρᾶς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου, ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν, ἔπειτα μάλιστα ἀπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ ὅλη οἰκονομικὴ κατάστασις ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ τὸ πλῆγμα, τὸ ὁποῖον κατέφερε κατὰ τῆς πίστεως τῶν συναλλαγῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ αὐτὴ αὕτη ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου, ὅτι ὅλαι αἱ ἀξίαι ἐξέπεσαν κολοσσιαίως καὶ τεράστιαι ἐδημιουργήθησαν δαπάναι. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ σημερινὴ, ὅταν τότε εἶχεν ἀναλάβει καὶ πάλιν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κράτους, κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1932, εὗρεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν ὡς εἶχε δημιουργηθῆ καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξάρω τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μετὰ θάρρους ἀντιμετώπισε τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὁ ὁποῖος εἶνε καὶ ὁ σημερινὸς Ὑπουργός, ὅστις πράγματι ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Χρηματιστηρίου, ἀντιμετωπίζων τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος. Λέγω δὲ, ὅτι εἶνε ἄξια συγχαρητηρίων ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τότε, διότι οἱαδήποτε ἄλλη λύσις καὶ ἐὰν ἐδίδετο, δὲν θὰ ἦτο καλλιτέρα ἀπὸ τὴν λύσιν τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου. Τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζετο ἐνώπιον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἦτο νὰ ρυθμίσῃ τὸ ἐκκρεμοῦν συνάλλαγμα. Διὰ τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1932, ἐλήφθησαν ὡρισμένα μέτρα. Ὥριζε τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὅτι, αἱ χρηματιστηριακαὶ συναλλαγαὶ ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως, δὲν θίγονται ἐφόσον ἐνηργήθησαν τοῖς μετρητοῖς. Προκειμένου περὶ συναλλαγῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνηργήθησαν τὴν τελευταίαν ἡμέραν καὶ δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν, ὥριζε τὸ Διάταγμα ὅτι θὰ ἐρρυθμίζοντο αἱ διαφοραὶ αὗται, ὅπως καὶ αἱ ἐπὶ προθεσμίᾳ. Προκειμένου περὶ τῶν λοιπῶν πράξεων τὸ Διάταγμα τὰς διῄρει εἰς δύο· τὰς διαφοράς, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν ἦσαν διαφοραί, πρῶτον, αἱ δημιουργηθεῖσαι τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχιζε τὸ 15θήμερον, τὸ ὑπὸ ἐκκαθάρισιν, καὶ δεύτερον ἦσαν αἱ διαφοραί, αἱ ὁποῖαι ἤρχιζαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς παύσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ ἤνοιγε τὸ Χρηματιστήριον. Διὰ τὰς διαφορὰς αὐτὰς ἔλαβε τὸ μέτρον τῆς καταβολῆς ἐντὸς τριμήνου. Εἶναι προφανές, κ. Βουλευταί, ὅτι εἰς τὸ Χρηματιστήριον Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ὑπὸ μίαν τοιαύτην οἰκονομικὴν συντριβήν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο δυνατὴ ἡ καταβολὴ τόσον κολοσσιαίου ποσοῦ ἐντὸς διαστήματος τριῶν μηνῶν. Δεδομένου ὅτι διεπιστώθη ἡ ἀδυναμία τῆς καταβολῆς ἐπεβλήθη ἡ ἀνάγκη καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει σήμερον. Καὶ ὁρίζει ὁ κ. Ὑπουργός διὰ τοῦ ἄρθρου 1ου, ὅτι αἱ διαφοραὶ αὐταί, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν, θὰ καταβληθοῦν ἀπὸ ἕν Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἱδρύει τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ ὁποῖον προικοδοτεῖται μὲ ὡρισμένους πόρους. Τὸ Ταμεῖον τοῦτο θὰ ἐκδώσῃ μετοχὰς ἀναλόγους πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ζημιῶν καὶ ἐκ τῶν μετοχῶν αὐτῶν, ἃς διαιροῦμεν εἰς ὁμολογίας κοινὰς καὶ προνομιούχους, θὰ δοθοῦν ἀνάλογοι εἰς τοὺς δικαιούχους. Ἐναντίον αὐτοῦ ἀντετάχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ εἶπεν, ὅτι οἱ χρηματισταὶ θὰ λάβουν μέρος κατὰ τὸ 1) 20 εἰς τὰς ζημίας τὰς δημιουργηθείσας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς παύσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν, διότι ἡ εὐθύνη τῶν χρηματιστῶν δὲν ὑφίσταται. Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι ἔχω νὰ προσθέσω ἐπιχειρήματα τινά. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τοῦ Χρηματιστηρίου, αἱ πράξεις ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἐκκαθαρίζονται κατὰ δεκαπενθήμερον. Ἐὰν εἰς τὸ δεκαπενθήμερον αὐτὸ ὁ χρηματιστὴς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, κηρύσσεται εἰς ἀδυναμίαν πληρωμῆς, τὰ χρεώγραφά του ἐκποιοῦνται, πραγματοποιοῦνται αἱ ζημίαι καὶ πρὸς κάλυψιν τῶν ζημιῶν λαμβάνονται τόσον ἡ ἐγγύησις, ποὺ καταθέτει διὰ νὰ γίνῃ Χρηματιστής, ὡς καὶ ἡ μετοχή του εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Χρηματιστηρίου. Καὶ γενικῶς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν κάλυψιν διὰ τῆς περιουσίας του ὅλων τῶν ζημιῶν, κηρυσσόμενος εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, ἐφόσον δὲν συμβιβασθῇ. Ἑπομένως κατὰ τὸν νόμον, αἱ ἀναλαμβανόμεναι παρὰ τῶν χρηματιστῶν ὑποχρεώσεις ἀφορῶσιν ἓν καὶ μόνον δεκαπενθήμερον. Ὁ συναλλασσόμενος ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ γνωρίζει ὅτι νόμιμος προϋπόθεσις εἶναι ἡ πρᾶξις, ἡ κατὰ τὸ δεκαπενθήμερον γενομένη, καὶ ὅτι αἱ εὐθύναι, τὰς ὁποίας ἐνέχει κατὰ τὴν σύναψιν τῆς πράξεως, δὲν ἐκτείνονται εἰς χρόνον περισσότερον τοῦ δεκαπενθημέρου καὶ βάσει αὐτῶν ἐξευρίσκονται αἱ διαφοραί, αἱ ὁποῖαι ὀφείλουν νὰ καταβληθοῦν ἐκ μέρους τῶν ὑποχρέων, τῶν συναψάντων τοιαύτας συναλλαγάς. Εἴπομεν προηγουμένως ὅτι τὸ Κράτος διὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου παρέτεινε τὴν ἀναστολὴν ταύτην ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαπεντάμηνον. Τὴν ἐνέργειαν ταύτην ἐνήργησε παρανόμως. Ἐρωτᾶται, κατόπιν λοιπόν αὐτοῦ, ἐφόσον τὸ Κράτος ἐνήργησε παρανόμως μεταφέρον τὴν ἐκκαθάρισιν, ἡ ὁποία ἐπίσης ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρίζεται, τί γίνεται κατὰ τὸ δεκαπενθήμερον; Φαντάζομαι ἑπομένως ὅτι οὐδεὶς εἶναι δυνατόν, κατόπιν τῶν ὅσων ἀνέφερα, νὰ ἀνεύρῃ εὐθύνας καὶ διὰ τὸν χρηματιστὴν καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ ὅτι τὰς διαφοράς, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησε παρὰ τὸν νόμον τὸ Κράτος, καὶ παρὰ τὰ κρατοῦντα περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου, τὰς διαφοράς, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἕν ὁλόκληρον δεκαπενθήμερον, ὅτι εἶνε δυνατὸν διὰ τὰς διαφορὰς αὐτὰς νὰ εὐθύνωνται οἱ χρηματισταὶ καὶ ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ κληθοῦν νὰ μετάσχουν τῆς πληρωμῆς διὰ πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἐκ τοῦ νόμου δὲν εὐθύνονται. Καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐγένετο δεκτὸν ὅτι πρέπει νὰ μὴ μετάσχουν οἱ χρηματισταὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ 1) 10, ἀλλὰ αἱ πληρωμαὶ νὰ καλυφθοῦν ἐκ τοῦ Ταμείου, τὸ ὁποῖον ἱδρύεται καὶ προικοδοτεῖται κατὰ τὸν ἀνωτέρω τρόπον. Ἐπίσης, Κύριοι, ἐπεκράτησεν ἡ ἀντίληψις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὅτι διὰ τὰς διαφοράς, τὰς μέχρι τῆς 21ης, τὰς διαφορὰς τὰς μεγάλας, ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ὑποχρέωσις τοῦ χρηματιστοῦ, τὰς ὁποίας ὀφείλουν νὰ καταβάλουν οἱ χρηματισταί. Ἐπεκράτησεν ὅμως ἀντιθέτως ἡ ἀντίληψις ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Χρηματιστήριον εὑρίσκεται βεβαρημένον μὲ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω, καθότι τὰς ἐπανέλαβεν ὁ κ. Κριεζῆς, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 60 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, πρέπει νὰ δοθῇ μία διετὴς προθεσμία, τριετὴς, κατὰ τὴν Ἐπιτροπήν, οὕτως ὥστε, ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης, νὰ πληρωθοῦν αἱ διαφοραὶ αὗται τοῖς μετρητοῖς ἐκ μέρους τῶν χρηματιστῶν. Τέλος, διότι δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐπιμείνω, ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἰς ἄλλας λεπτομερειακὰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἤρχισεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι κατ’ ἄρθρον νὰ ὁμιλήσω. Λόγῳ τοῦ προκεχωρημένου τῆς ὥρας, ἐκρίθη νὰ παρεισαχθῇ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διὰ τῆς ὁποίας, προκειμένου περὶ τῶν διαφορῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται εἰς πραγματικὰ «ραπόρ», δηλ. εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐνηργήθησαν διὰ πραγματικῶν χρημάτων γενομένης οἱονεὶ ἀγοραπωλησίας ἐπὶ ἐξωνήσει, αἱ διαφοραὶ αὐταὶ νὰ καταβληθοῦν ἐκ μέρους τοῦ Ταμείου, καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ χορηγηθοῦν προνομιοῦχοι μετοχαί. Πλὴν τῶν βασικῶν παρατηρήσεων, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπέφερεν κατὰ τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον, διαφόρους παρατηρήσεις καὶ τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναφέρω κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐγὼ ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς βασικὸν νομοσχέδιον, ὀρθῶς εἰσάγεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἔρχεται νὰ συμπληρώσῃ μίαν ἀνάγκην μεγάλην, καὶ ἑπομένως πρὶν γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐτροποποιήθη κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς οὕτως, ὥστε νὰ γίνῃ πλῆρες νομοθέτημα, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ θεραπεύσῃ μίαν κατάστασιν οἰκονομικῆς καχεξίας ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, ἡ ὁποία ἐγκυμονεῖ κινδύνους τόσον διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς.
§248Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ διαφωνία μου, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κριεζῆς ἀνέφερε προηγουμένως, ὀφείλεται εἰς τὸ ἑξῆς. Δὲν συμφωνῶ οὔτε μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος κατανέμει κατὰ 9) 10 τὴν εὐθύνην εἰς τὸ Κράτος, οὔτε μὲ τὸν κ. Κριεζῆν, ὁ ὁποῖος τὴν εὐθύνην τὴν κατανέμει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ Κράτος —νομίζω ὅτι εἶναι μάλιστα καὶ πλέον συνεπὴς— δὲν συμφωνῶ, λέγω, ὅτι ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸ Κράτος. Οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι τὴν εὐθύνην φέρει τὸ Κράτος, ἀναχωροῦν ἐκ τοῦ γεγονότος τοῦ κλεισίματος τοῦ Χρηματιστηρίου. Καὶ ὁ μὲν Εἰσηγητὴς κ. Λόντος ἰσχυρίζεται ὅτι νομικῶς δὲν εἶχε δικαίωμα παρὰ προσωρινῶς νὰ ἀναστείλῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ Χρηματιστηρίου. Ὁ κ. Κριεζῆς θὰ ἠδύνατο νὰ παρατάξῃ ὁλόκληρον ἄλλην σειρὰν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπεδείκνυον, ὅτι τὴν εὐθύνην φέρει τὸ Κράτος ἀκεραίαν. Νομίζω ὅμως ὅτι αἱ δημιουργηθεῖσαι διαφοραὶ τῶν 700 ἑκατομμυρίων, κατ’ ἀρχάς, τῶν 240 περίπου ἑκατομ. σήμερον, ὅλαι αὐταὶ αἱ διαφοραὶ ὀφείλονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑπαιτιότητα τῶν χρηματιστῶν. Ὁ ἑλληνικὸς χρηματιστηριακὸς νόμος θέλει τὸ Ἑλληνικὸν Χρηματιστήριον καὶ τοὺς Ἕλληνας χρηματιστὰς ὄχι ὡς κερδοσκόπους παίζοντας διὰ λογαριασμόν των ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ. Ὁ ἑλληνικὸς νόμος θέλει τοὺς χρηματιστὰς ὡς μεσολαβοῦντας, ὡς πρόσωπα ἐμπιστοσύνης, τὰ ὁποῖα μεσολαβοῦν καὶ δέχονται ἐντολὰς πελατῶν ἔξω τοῦ Χρηματιστηρίου διὰ τὴν ἀγορὰν ἢ πώλησιν τίτλων σημειουμένων ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ. Οἱ χρηματισταὶ παρέβησαν τὴν διάταξιν αὐτήν.
§249Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Αἱ ζημίαι προέκυψαν ἀπὸ τὸ παίξιμον τῶν χρηματιστῶν;
§250Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Εἶναι βεβαιωμένον.
§251Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἀπὸ ποίους;
§252Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἀπὸ τὸν κ. Παπαδήμαν.
§253Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργόν.
§254Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τὸ ἐρώτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, Κύριε Ὑπουργέ. Δύνασθε νὰ διαβεβαιώσητε τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ὑπάρχουν διαφοραὶ, αἱ ὁποῖαι προέρχονται, ἢ μᾶλλον τὸ μέγιστον μέρος τῶν διαφορῶν αὐτῶν, δὲν προέρχεται ἀπὸ παιξίματα τῶν χρηματιστῶν, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ παίξιμον πελατῶν τῶν χρηματιστῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν ἀδυναμίᾳ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών των;
§255ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Τώρα θέτετε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του.
§256Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν ἔχω, οὔτε ἠμπορῶ νὰ ἔχω καμμίαν ἐπίσημον πληροφορίαν ἐὰν οἱ χρηματισταὶ ἠγόραζον καὶ ἐπώλουν χρεώγραφα δι’ ἴδιον αὐτῶν λογαριασμόν. Δὲν ἀποκλείεται ὅμως.
§257Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Βεβαίως δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἔχητε ἐπίσημον πληροφορίαν, διότι ἂν εἴχετε πληροφορίαν ἐπίσημον ἔπρεπε νὰ τοὺς πατάξητε.
§258Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Σεῖς στηρίζεσθε εἰς φήμας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ἐπικαλῆσθε ἀπὸ τοῦ βήματος.
§259Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Δὲν μεταφέρω φήμας. Μεταφέρω πραγματικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία, ἐὰν δὲν περιεβλήθη τὴν τυπικὴν μορφὴν τῆς ἐπισημότητος, σᾶς ἐξήγησα διατὶ δὲν τὴν περιεβλήθη. Ἐὰν συνεπῶς αἱ διαφοραὶ αὐταὶ προέρχονται ἐκ πελατῶν τοῦ Χρηματιστηρίου, εὑρισκομένων ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, τὰς ὁποίας ἀνέλαβον πρὸς τοὺς χρηματιστὰς καὶ συνεπείᾳ αὐτοῦ ἐκάμπτοντο οἱ χρηματισταί, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο πλέον συζητήσιμον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν διαφορῶν αὐτῶν προέρχεται ἀπὸ παίξιμον τῶν χρηματιστῶν, ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει τὸ Κράτος. Ἡ εὐθύνη βαρύνει τοὺς χρηματιστάς. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν διεφώνησα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ διεφώνησα, διότι ἐνόμισα ὅτι ἡ εὐθύνη βαρύνει τοὺς χρηματιστάς καὶ ὄχι τὸ Κράτος. Ἐὰν μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐνδιαφερθῇ καὶ διὰ τὴν μελλοντικὴν λειτουργίαν τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ νὰ ἐξυγιάνῃ ἀπολύτως τὸ Χρηματιστήριον, θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέριμναν διὰ τὴν παρακολούθησιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ χρηματιστηριακοῦ νόμου, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῶμεν καὶ πάλιν μίαν πρωΐαν πρὸ ἀδυναμίας τῶν χρηματιστῶν καὶ πρὸ νέων καταστροφῶν τοῦ Χρηματιστηρίου, λόγῳ ἀναμίξεως τῶν χρηματιστῶν εἰς πράξεις δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ.
§260Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Συμβαίνει καὶ ἀλλοῦ αὐτό.
§261ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὰ ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος εἶπε περὶ παιξίματος τῶν χρηματιστῶν εἰς τόσον μεγάλον βαθμόν. Ὁ κ. Συνάδελφος θὰ ἦτο ἐν τάξει ἐὰν ἠδύνατο νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόδειξιν καὶ νὰ μᾶς διαφωτίσῃ πόθεν ἀρύεται καὶ ποῦ βασίζει τὰ ὅσα μᾶς εἶπεν. Ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ τόσον εὔθικτος, ὁ ὁποῖος ἐξεθέωσεν ἕως τώρα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ζητῶν, πότε νὰ καταθέσῃ διὰ τὸν καφὲ τὸ τάδε πιστοποιητικόν, πότε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ἄλλο πιστοποιητικόν, μοῦ φαίνεται ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι, ἐὰν ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησε περὶ τῶν χρηματιστῶν, ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὰ πιστοποιητικὰ αὐτά, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐβασίσθη καὶ εἶπεν ὅσα λέγει. Ἐφόσον δὲν τὰ προσκομίζει αὐτά, δὲν θέλω νὰ τὸν χαρακτηρίσω αὐστηρῶς, ἀλλὰ ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἐν τάξει.
§262Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Μὴ παίρνετε προσωπικῶς τὸ ζήτημα.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαρβούτης.
§264Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Διαφωνῶ κ. Βουλευταί, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ λόγος εἶνε ὁ ἑξῆς. Θὰ σᾶς τὸν ἀναπτύξω συντόμως, διότι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐγένετο εὐρυτάτη συζήτησις. Δὲν συμφωνῶ πρῶτον μέ τὸν κ. Εἰσηγητὴν ὅτι τὸ Κράτος φέρει οἱανδήποτε εὐθύνην πρὸς ρύθμισιν τῶν χρηματιστηριακῶν διαφορῶν ἐπὶ θυσίᾳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι πιστεύω, ὅτι τὸ Κράτος προέβη εἰς τὸ κλείσιμον τοῦ Χρηματιστηρίου, ἤσκησε δικαίωμα, ἐκ τῶν ὑφισταμένων νόμων, δὲν εἶνε δὲ δυνατὸν καὶ νομοθετικῶς ἀκόμη νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι, ὅταν ἡ Πολιτεία ἀσκοῦσα κυβερνητικὴν δικαιοδοσίαν, βάσει τῶν κειμένων νόμων, προβαίνει εἰς τὴν ρύθμισιν τῆς λειτουργίας θεσμῶν καὶ ἐννόμων σχέσεων, διὰ νὰ ἀποτρέψῃ μεγαλειτέρας συμφοράς, χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, φέρει εὐθύνην οἱανδήποτε πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θίγονται ἐκ τῆς ἀσκήσεως τῆς κυριαρχικῆς τοῦ Κράτους ἐξουσίας. Ἐὰν εἰς τοιαύτην ἀρχὴν κατελήγομεν, δὲν θὰ ἤρκει ὁ Δημόσιος Προϋπολογισμὸς διὰ νὰ καλύψῃ τὰς ἑκάστοτε ἐπικαλουμένας ζημίας τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων τῶν θιγομένων ἐκ τῆς ἀσκήσεως τῶν γενικῶν κυβερνητικῶν μέτρων. Διὰ νὰ κατατοπίσω τοὺς κ. Συναδέλφους, διότι δὲν ἔχει διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ, ὁ ὁποῖος λεπτομερέστατα ἐξετάζει τὸ ζήτημα, ἀναφέρω ὅτι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, αἱ διαφοραὶ διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας· πρῶτον εἰς τὰς διαφοράς, τὰς μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ κλεισίματος τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ δεύτερον εἰς τὰ διαφοράς, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκλεισε τὸ Χρηματιστήριον μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤνοιξε τὸ Χρηματιστήριον, καὶ εἰδικῶς τοῦ μέσου ὅρου τῶν τιμῶν τῶν πρώτων εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ ἀνοίγματος κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Π. Δ. τῆς 15 Δεκεμβρίου 1932 ἤτοι μετὰ 15 μῆνας ὁλοκλήρους. Ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ἔκλεισε κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1931 τὸ Χρηματιστήριον—καὶ ὀρθῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ ἔκλεισεν, ἀσκοῦσα δικαίωμα ποὺ εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου— οὐδεμία ἀπολύτως προκύπτει εὐθύνη. Ὁ κ. Εἰσηγητὴς δὲν ἀμφισβητεῖ, ὡς ἀνέπτυξε καὶ ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὸ κλείσιμον τοῦ Χρηματιστηρίου προσωρινῶς, ὑποστηρίζει ὅμως, ὅτι ἡ μακρὰ διάρκεια τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρημ)ρίου, αἴρει τὸν προσωρινὸν χαρακτῆρα αὐτῆς, καὶ θεμελιοῖ τὴν εὐθύνην τοῦ Κράτους. Ἡ ἀντίληψις ὅμως αὕτη εἶναι πεπλανημένη, διότι ἡ ἔννοια τῆς προσωρινότητος εἶναι σχετική. Ἐὰν δὲν εἶναι προσωρινὴ ἡ ἀναστολή, ἡ διαρκέσασα 15 μῆνας, δὲν εἶναι τοιαύτη καὶ ἡ διαρκέσασα τρεῖς μῆνας. Διατὶ οἱ τρεῖς μῆνες, καθ’ οὕς, ὡς λέγει ὁ κ. Εἰσηγητής, διήρκεσεν ἐν Γερμανίᾳ ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου, ἀποτελοῦσι προσωρινὸν κλείσιμον καὶ δὲν ἀποτελοῦσι τοιοῦτον οἱ 7 ἢ 15 μῆνες; Μόνον ὁ σκοπὸς, ὃν ἐπεδίωκε τὸ μέτρον τοῦ κλεισίματος τοῦ Χρηματιστηρίου εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δίδει τὸν χαρακτῆρα τῆς προσωρινότητος καὶ οὐχὶ ἡ χρονικὴ διάρκεια τῆς ἀναστολῆς. Ἄλλως τε τὸ ὁριστικὸν κλείσιμον τοῦ Χρηματιστηρίου θὰ ἐσήμαινε κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ· οὐδεὶς ὅμως ἐλπίζω ὑποστηρίζει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὅτι τὸ Κράτος διὰ τῶν τμηματικῶν ἀναστολῶν ἐσκόπει νὰ κλείσῃ ὁριστικῶς τὸ Χρηματιστήριον. Ἄς ἐξετάσωμεν ἤδη τὴν φύσιν τῶν συμβάσεων καὶ διαφορῶν, τὰς ὁποίας ρυθμίζει τὸ νομοσχέδιον. Αἱ διαφοραὶ αἱ ὁποῖαι προκύπτουν ἀπὸ τῶν τιμῶν τῆς ἡμέρας τοῦ κλεισίματος, ἤτοι ἀπὸ τῆς 21ης Σεπτεμβρίου μέχρι τοῦ ἀνοίγματος τοῦ Χρηματιστηρίου, διαφοραὶ κολοσσιαῖαι, ἐὰν δὲν ἐρρυθμίζοντο διὰ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς 15 Δ)βρίου 1932, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, δὲν θὰ ἦσαν διαφοραὶ νόμῳ ὑποσταταί. Τοῦτο διότι αἱ συμβάσεις ἐξ ὧν προκύπτουν ὡς καὶ πᾶσα χρηματιστηριακὴ σύμβασις, καταρτίζονται ὑπὸ τὴν ρητὴν προϋπόθεσιν τῆς ὑπάρξεως ἐν λειτουργίᾳ τοῦ Χρηματιστηριακοῦ δεκαπενθημέρου· ἐφόσον ὅμως ἀνασταλεισῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου τὴν 21ην Σεπτεμβρίου 1931, ἐπῆλθεν ἀνατροπὴ τῶν ὅρων καὶ δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ ρητὴ προϋπόθεσις τοῦ 15θημέρου ὑφ’ ἥν συνήφθησαν, αἱ συμβάσεις εἶναι ἀκυρώσιμοι κατὰ τὸν νόμον. Ἀνατρεπομένων τῶν ὅρων ἐπέρχεται ἀνατροπὴ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν νομικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέφερον αἱ συμβάσεις αὐταί. Τὸ νομοσχέδιον συνεπῶς, ὡς πρὸς τὸ Π. Δ. τῆς 15 Δεκεμβρίου 1932 κακῶς καὶ ἐσφαλμένως λαμβάνουν ὡς προϋπόθεσιν διὰ τὰς διαφορὰς τὰς προερχομένας ἐκ χρηματιστηριακῶν συμβάσεων ἀκύρων ἢ ἀκυρωσίμων κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Τὸ χείριστον δὲ πάντων εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον διαθέτει πόρους τακτικοὺς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν καταβολὴν τῶν ἀνυπάρκτων τούτων διαφορῶν τῶν ὁποίων μέγα μέρος στερεῖται τῆς ἠθικῆς βάσεως διότι προέρχεται ἐκ κυβείας εἰς βάρος τῶν χρεωγράφων τῶν ἐθνικῶν δανείων. Πράγματι καὶ διὰ τὰς πράξεις ὧν σκοπὸς δὲν ἦτο ἡ κυβεία, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν βάσει τοῦ νόμου νὰ ἀλλοιωθῇ ἡ καταβολὴ οἱασδήποτε διαφορᾶς καὶ δὴ τοιαύτης προκυπτούσης ἐκ τῶν τιμῶν τῶν μετὰ τὴν πάροδον ὁλοκλήρου 15μήνου καθ’ ἃ ἤργει τὸ Χρηματιστήριον. Τὰς πράξεις ταύτας οἱ συνάψαντες εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὡς συμπεφωνημένην προϋπόθεσιν ὅτι θὰ ἐξεκαθάριζον αὐτὰς ἐντὸς τοῦ 15θημέρου, βάσει τῶν τιμῶν τῆς τελευταίας ἡμέρας τούτου· ἀλλ’ ἡ προϋπόθεσις αὕτη ἀνετράπη, λόγῳ τοῦ κλεισίματος τοῦ Χρηματιστηρίου. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ Κράτος δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην ἐκ τοῦ κλεισίματος τοῦ Χρηματιστήριον, τὸ ὁποῖον ἄλλωστε αὐτὸ τὸ Χρηματιστήριον εἶχε ζητήσει δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα ἤδη καὶ ἐφ’ ὧν ἐπιμένω. Ἐὰν καθιερώναμεν τὴν ἀρχὴν τῆς εὐθύνης τοῦ Κράτους, θὰ ὑφίσταντο τότε ἀπαιτήσεις καὶ διὰ τὸν νόμον τῆς δραχμοποιήσεως καὶ δι’ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὀρθῶς ἐλήφθησαν διὰ γενικωτέρας ἀνάγκας τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας καὶ τοῦ Κράτους.
§265ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Τὸ Κράτος δὲν θὰ ὑποστῇ οὐδεμίαν ζημίαν, διότι ὅ,τι θὰ δώσῃ θὰ τὸ πάρῃ.
§266Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ αὕτη εἶνε θεωρητικὴ καὶ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ ποτέ. Τὸ οὐσιῶδες εἶνε ὅτι αἱ διαφοραί, διὰ τὴν καταβολὴν τῶν ὁποίων τὸ νομοσχέδιον ἐπιβαρύνει καὶ τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν ὑφίστανται κατὰ νόμον, φρονῶ δὲ ὅτι ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ νομοθετικὴ ρύθμισις τοῦ ζητήματος διὰ τοῦ Ν.Δ. τῆς 15 Δεκεμβρίου τοῦ 1932, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον ἐπεχείρησε νὰ δώσῃ νομικὴν ὑπόστασιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν διαφορῶν αὐτῶν, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀπαιτηθοῦν νομίμως αὗται καὶ δὲν θὰ ἠδύναντο οἱ διαμαρτυρόμενοι νὰ προσφύγουν ἐπιτυχῶς εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ νομίζω ὅτι δὲν πλανῶμαι εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§267Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις ἀντίθετοι.
§268Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω νὰ ὑπάρχουν τοιαῦται ἀποφάσεις. Ἐφόσον ὅμως πιστεύω ὅτι, κατ’ ἀρχὴν, δὲν ἔχει εὐθύνην τὸ Κράτος, θὰ ἤμην ἀσυνεπής, ἐὰν ἐδεχόμην νὰ ληφθοῦν, ἔστω καὶ προσωρινῶς καθ’ ὑμᾶς, πόροι τοῦ Δημοσίου ταμείου πρὸς χρησιμοποίησιν διὰ τὴν ἐξόφλησιν ἰδιωτικῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν κἄν νομικῶς. Ἐπὶ τοῦ σημείου δὲ αὐτοῦ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις διαχειρίζεται τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸ λεπτότατον ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν ὁμολογιούχων, ὅταν δὲ λέγομεν εἰς αὐτοὺς ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας καὶ πράγματι εὑρισκόμεθα εἰς ἀδυναμίαν καὶ καταφεύγομεν εἰς διαιτητὰς, δὲν εἶνε ὀρθὸν νὰ παίρνωμεν πόρους ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου διὰ νὰ καταβάλωμεν διαφορὰς ἰδιωτικὰς, μὴ ὑπαρχούσας κἄν. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην τῆς ρυθμίσεως τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ Χρηματιστηρίου, ὄχι διὰ τὴν Α ἢ Β κατηγορίαν τῶν χρηματιστῶν, ἀλλὰ, διότι πιστεύω, ὅτι εἶνε ὀργανισμὸς δημοσίας πίστεως, κοινῆς ὠφελείας, ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ ἀνεκκαθάριστος καὶ ἐν ἐκκρεμότητι, ἄνευ ζημίας τῆς πίστεως καὶ τοῦ εὐρυτέρου Κοινοῦ, τὸ ὁποῖον συναλλάσσεται δι’ αὐτοῦ, ἀλλ’ νομίζω ὅτι......
§269Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Τὸ Χρηματιστήριον εἶναι ὁ οἰκονομικὸς πνεύμων τῆς Χώρας.
§270Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἀσφαλῶς, μέχρις ἑνὸς σημείου· ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο καὶ πιστεύω ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, προβαίνων εἰς τὴν ρύθμισιν καὶ τὴν ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἐξόφλησιν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ νόμον δὲν ὑπάρχουν· ὀφείλει τοὐναντίον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ διατάγματος τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1932 καὶ τῶν συμβάσεων κυβείας, τὸν βεβαιῶ δὲ ὅτι, ἂν τοῦτο πράξῃ, καὶ τὸ Χρηματιστήριον δὲν θὰ πάθῃ τίποτε, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ βάρους ποὺ τοῦ ἐπιβάλλει· πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον, ἐνῷ ἐπιβάλλετε φόρους βαρυτάτους ζητεῖτε νὰ ἀποσπῶμεν ἐπὶ ἔτη πόρους τοῦ Δημοσίου Ταμείου, οἱ ὁποῖοι φθάνουν τὰ 2.000.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, διὰ τὴν καταβολὴν διαφορῶν ἀνυπάρκτων; Ἰδοὺ διατὶ διαφωνῶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Δέχομαι, ὡς διαφορὰς ὑποστατάς, τὰς διαφορὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῶν πράξεων δι’ ἃς κατεβλήθησαν μετρητὰ καὶ δὲν ὑπῆρξε κυβεία καὶ ταύτας ὅμως ὁλοκληρωτικῶς μόνον μέχρι τῶν τιμῶν συμψηφισμοῦ τῆς ἡμέρας τοῦ κλεισίματος τοῦ Χρηματιστηρίου. Ὡς πρὸς τὰς διαφορὰς αὐτὰς, ἂν αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας βεβαιοῦντος ὅτι ὑπάρχει πράγματι ἀδυναμία καταβολῆς, δύναται νὰ δώσῃ οἱανδήποτε εὐκολίαν καταβολῆς. Καὶ πρέπει νὰ δώσῃ, διότι ὑπῆρξε μία ἐποχὴ κρίσεως, ἡ ὁποία συνετάραξε τὰ οἰκονομικὰ θεμέλια. Καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει πληροφορίας ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ὁπωσδήποτε ἡ ὁλοκληρωτικὴ καταβολή, νὰ δώσῃ ἐκπτώσεις, νὰ διαθέσῃ πόρους ἐκ τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου· τοῦτο ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, μόνον διὰ τὰς διαφορὰς, τὰς μέχρι τῆς 21 Σεπτεμβρίου καὶ δὴ ἐκείνας μόνον, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ πραγματικῆς ζημίας, λόγῳ καταβολῆς μετρητῶν καὶ οὐχὶ ἐκ κυβείας· εἰς τὴν παγκόσμιον οἰκονομικὴν κρίσιν, ἡ τάξις, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὰς συμπαθείας, εἶναι ἡ τάξις τῶν ὀφειλετῶν. Εἰς τὴν τάξιν ἄλλωστε αὐτὴν εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς ὡς Κράτος σήμερον καὶ ἔχομεν καὶ ὡς Κράτος συμφέρον, ἀλλὰ καὶ ἠθικὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἡ ἀναγνωρισθεῖσα διεθνῶς περὶ τοῦ δικαίου τοῦ ὀφειλέτου, ἐφόσον στηρίζεται εἰς πραγματικὴν ἀδυναμίαν. Ἐν γένει τονίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ὀφειλὴ νόμιμος τῶν δευτέρων διαφορῶν καὶ ὅλων τῶν διαφορῶν ἐκ κυβείας καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν νομικῇ ἐμβριθείᾳ, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ νομικὸν αὐτὸ ζήτημα. Δὲν ὑπάρχουν ὀφειλέται. Διατὶ θὰ ἐπιβάλετε θυσίας εἰς τὸ Δημόσιον, ἔστω καὶ προσωρινὰς ἂν πρόκειται, ὡς ἐγὼ δὲν πιστεύω αὔριον νὰ καλυφθοῦν αὗται ἐκ τῶν πόρων τοῦ Χρηματιστηρίου διὰ νὰ ἀντιμετωπίσετε ἰδιωτικὰς διαφορὰς, μὴ νομίμους, διατρέχοντες τὸν κίνδυνον νὰ παρεξηγηθῆτε καὶ ἔξωθεν, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ πληρώσωμεν τοὺς ὁμολογιούχους ἐξωτερικοὺς δανειστάς μας, δικαίως δὲ, διότι εὑρισκόμεθα εἰς ἀδυναμίαν. Προτείνω λοιπὸν, νὰ ἀπορριφθῇ ἡ διάταξις αὐτή, νὰ ἀκυρωθοῦν δὲ καὶ αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου Π. Διατάγματος, διότι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ δίδεται νομικὴ ὑπόστασις εἰς διαφορὰς ἐκ κυβείας καὶ εἰς διαφορὰς προκυπτούσας ἐκ τῶν τιμῶν, τῶν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ ἀφοῦ ἤργησε τοῦτο ἐπὶ 15 ὁλοκλήρους μῆνας. Ἐν ἀνάγκῃ ἂς ἀφίνετο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ὅπως εἶχε πρὸ τοῦ Π. Δ. τοῦ Δεκεμβρίου, ρυθμιζομένης μόνον τῆς καταβολῆς τῶν διαφορῶν τῶν μέχρι τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1931, τῶν προερχομένων ἐκ συναλλαγῶν, καθ’ ἃς ἔλαβε χώραν πραγματικὴ παροχή, διὰ παραχωρήσεως ἐκπτώσεως ἢ οἱωνδήποτε διευκολύνσεων. Οὕτω τιθεμένων τῶν πραγμάτων, νομίζω, κ. Συνάδελφοι, ὅτι παρέλκει καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ὁμιλήσας Συνάδελφος ἔθιξεν, ἂν δηλονότι ἢ κυβεία προέρχεται ἐκ παιγνίου τῶν χρηματιστῶν δι’ ἴδιον λογαριασμὸν, ἢ διὰ λογαριασμὸν τῶν πελατῶν των. Καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἀναγνωρίζομεν ὡς νόμῳ ὑποστατὰς τὰς ἐκ παιγνίου διαφορὰς καὶ ἐπὶ πλέον δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα ἐπισήμως βεβαιούμενα περὶ τῶν προσώπων, ποὺ ἐνήργησαν τὸ παίγνιον, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὰ πρόσωπα, διότι ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ γενικωτέρα ρύθμισις τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἄλλωστε ἂν ὑπάρχουν —καὶ ὑπάρχουν ὑποθέτω— πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τῶν χρηματιστῶν δι’ ἴδιον λογαριασμὸν, αὗται εἶναι πράξεις γενόμεναι κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς κυρώσεως τῶν πράξεων αὐτῶν. Δι’ αὐτὰς δέον νὰ ἀσχοληθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Δὲν ἐξετάζω λοιπόν, ἂν πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εὐθύνας ποινικὰς εἰς τοὺς συναλλαγέντας ἰδιώτας ἢ εἰς τοὺς χρηματιστὰς, ἢ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δανειστῶν ἢ τῶν ὀφειλετῶν. Αὗται ὑπάρχουν ἐκ τῶν κειμένων νόμων. Τὸ οὐσιῶδες εἶνε ὅτι εὐθύνη ἀστικὴ δὲν ὑπάρχει κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, διὰ τὰς διαφορὰς, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα ἀποκρούω δὲ τὴν εὐθύνην αὐτὴν καὶ διὰ τὸ Κράτος δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα ἤδη. Ἀναγνωρίζω ὑποχρέωσιν ἠθικὴν μόνον τοῦ Κράτους καὶ ταύτην μόνον ἀπέναντι τῆς τάξεως τῶν ὀφειλετῶν τῆς τάξεως δηλονότι ἐκείνης, ἡ ὁποία ἠκολούθησε τὴν τότε ἀσκηθεῖσαν πολιτικὴν τῆς ἀνυψώσεως τῆς πίστεως τῆς Χώρας διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν διαφόρων ἐσωτερικῶν δανείων καὶ ἐπὶ πλέον ἠθικὴν ἀξίωσιν προστασίας ἑδραζομένην καὶ εἰς τὸ γεγονὸς τῆς ἀδυναμίας, ἐφόσον ὑφίσταται τοιαύτη ὡς τὴν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν. Διὰ τοῦτο ἐφιστῶ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος. Ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀπόψεών μου καὶ ἡ ἀκύρωσις τῶν διαφορῶν περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, θὰ ἀπαλλάξῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὴν πληρωμὴν 2.000.000 δραχμῶν ἐτησίως ἐκ τῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ἀπὸ τὸ Χρηματιστήριον. Δὲν εἶνε βεβαίως τόσα τὰ εἰσπραττόμενα σήμερον εἶνε ὀλιγώτερα, διότι ἡ ἔκτασις τῶν ἐργασιῶν εἶναι περιωρισμένη· ὑπολογίζονται εἰς 200–300 χιλιάδας δραχμάς· αὔριον ὅμως καὶ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον θὰ χάνῃ τὸ Δημόσιον ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν πόρους ἐκ 2.000.000 ἐτησίως, τοὺς ὁποίους ἔχει ἐκ τελῶν, ὅταν αἱ ἐργασίαι τοῦ Χρηματιστηρίου ἔχουν τὴν συνήθη ἔκτασιν.
§271Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐγὼ θὰ ἔλεγον, ἐὰν συμφωνῇ ἡ Βουλὴ, νὰ ψηφίσῃ κατ’ ἀρχὴν σήμερον ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ συζητήσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς τροπολογίας. Τοῦτο δὲ τὸ λέγω κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐπιμείνω, εἶναι νὰ στηριχθῇ τὸ Χρηματιστήριον καὶ νὰ διακανονισθοῦν αἱ διαφοραί. Τώρα ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον θὰ διακανονισθοῦν, ἂν ὡς νομίζω ἐγώ, νὰ πληρώσουν ἕν μικρὸν μέρος τῆς ζημίας οἱ χρηματισταί ἢ ὄχι, ὅπως ἀνέπτυξαν ὁ κ. Εἰσηγητὴς καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι στηριχθέντες ἐπὶ βασίμων ἐπιχειρημάτων, αὐτὰ δυνάμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ τὰ ἀναπτύξωμεν.
§272Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ὡς ζήτημα ἀρχῆς θεωρεῖται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς καταστάσεως καὶ τῆς ἐκκρεμότητος, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ Χρηματιστήριον, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς καταβολῆς ἀνυπάρκτων διαφορῶν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δι’ αὐτὸ θὰ συζητήσωμεν πάλιν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν.
§273Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον διατυπῶ τὴν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν ἐπιθυμῶ τὸ Κράτος νὰ ὑφίσταται ζημίαν 2.000.000 δραχμῶν.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν δέχεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον;
§275ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ.μ. (Ὥρα 10 μ. μ.)