1933.05.18
3,475 rows · 27,418 words · 144 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12η
ΠΕΜΠΤΗΣ 18 ΜΑΙΟΥ 1933
Προεδρία Βʹ ἀντιπροέδρου κ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ
(Ὥρα 5 καὶ 30 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ Βουλευταὶ κ.κ. Ε. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ, Γ. ΜΠΑΣΙΑ-
ΚΟΣ, Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ, Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ, Α. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ,
Κ. ΒΕΡΡΟΙΟΠΟΥΛΟΣ, Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσελεύσεως πρὸς κατάταξιν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν τῶν ἐν τῷ βʹ πίνακι τῆς μονιμότητες ἐγγεγραμμένων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». Οἱ Βουλευταὶ κ.κ. Δ. ΧΕΛΜΗΣ, Δ. ΛΟΝΤΟΣ, Γ. ΤΣΟ-ΧΑΣ, Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ καὶ Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 5604 περὶ δικηγόρων». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ, Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ,
Α. ΛΑΓΟΥΡΟΣ, Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ, Η. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑ-
ΛΗΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τῆς ἀληθοῦς ἑρμηνείας τοῦ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς τῆς 20 Δεκεμβρίου 1926 περὶ ἐπαναφορᾶς ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1927». Οἱ Βουλευταὶ κ.κ. Α. ΛΟΥΛΗΣ καὶ Γ. ΚΑΓΙΑΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διακανονισμοῦ διαφορᾶς ἀγροκτημάτων τινῶν τῆς Ἠπείρου». Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. ΚΑΛΛΙΓΚΑΤΣΗΣ καταθέτει ὑπόμνημα τῶν γυμνασιαστῶν δημοδιδασκάλων περιφερείας Ἐδέσσης–Ἀλμωπίας, ζητούντων τὴν ἐξίσωσίν των πρὸς τοὺς διδασκαλιστάς. Οἱ ἀνάπηροι καὶ θύματα πολέμου Καλλονῆς–Μυτιλήνης ζητοῦν τὴν χορήγησιν ποσοῦ ἐφοδιασμοῦ τῶν περιπτέρων των, τὴν προικοδότησιν τοῦ παραρτήματος Μυτιλήνης μὲ πεσόν, ἐξυπηρετοῦν τὸν προορισμόν του, τὴν δωρεὰν χορήγησιν φαρμάκων κλπ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΛΟΥΛΗΣ καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ συλλόγου ὁπλαρχηγῶν Ἠπείρου «ὁ Πρόμαχος», ζητούντων τὴν παροχὴν εὐεργετημάτων. Οἱ ἐργάται Καπνοῦ Καλαμῶν ζητοῦν τὴν αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων καὶ τῶν μισθῶν τῶν τεχνιτῶν βιομηχανίας καπνοῦ, ἐπικειμένης τῆς αὐξήσεως τῶν σιγαρέττων. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα κατοίκων Παραμυθιᾶς δι’ οὗ ἐκφράζουσιν οὗτοι τὰς εὐχαριστίας των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ Τζαμουργιᾶς, ἀποσπωμένου εἰς ἴδιον νομόν, ἀλλὰ διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μελετωμένην ὑπαγωγὴν τοῦ νομοῦ τούτου ὑπὸ ἕδραν τὴν Ἡγουμενίτσαν. Ὁ σύλλογος παραγγελιοδόχων καὶ ὁ σύλλογος ἐκτελωνιστῶν Βόλου, παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως υἱοθετήσῃ πλήρως τὰ αἰτήματα τοῦ συνεδρίου τῶν ἐμπόρων δημητριακῶν Βόλου. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Πηγῆς Κρήτης διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἄδικον ἐπίθεσιν ἐναντίον τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ἀσκούτση. Ἡ ἀνωτάτη πανελλήνιος συνομοσπονδία πολυτέκνων παρακαλεῖ, ὅπως περιληφθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ τροποποίησις τῶν νόμων 4733 καὶ 4839 περὶ προστασίας τῶν πολυτέκνων. Οἱ γυμνασιασταὶ δημοδιδάσκαλοι Σουφλίου, συμπληρώσαντες 20ετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ γραμματέως βʹ, ζητοῦν τὴν προαγωγήν των εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν.
§3Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρό πάσης συζητήσεως.
§4Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΣ (Προεδρεύων). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§5Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ὡς εἶχον δηλώσει μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, αἱ ἐργασίαι αὐτοῦ δὲν πρόκειται νὰ παραταθοῦν πέραν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ἢ τὸ πολὺ καὶ αὔριον μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς θέματος τὴν ἑσπέραν ταύτην. Παρετήρησα ὅμως, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ὑπάρχει διάθεσις, ὅπως παρακολουθήσῃ τὴν τελευταίαν ταύτην συζήτησιν μέχρι πέρατος, ἀντιλαμβάνομαι δὲ τοὐναντίον, ὅτι ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν αὕτη ὅπως παρακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις. Εἶμαι πρόθυμος νὰ διευκολύνω τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Προτείνω λοιπόν, ἐὰν θέλῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ συζητήσωμεν εὐθὺς ἀμέσως τὰ θέματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τῆς ὁποίας θὰ κάμῃ χρῆσιν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς. Ὑπολογίζω, σημειωτέον, τοῦτο εἰς δίμηνον περίπου καὶ τοῦτο, διότι θὰ χρειασθῇ μέχρι μὲν τοῦ τέλους τοῦ δευτέρου δεκαημέρου τοῦ Ἰουνίου νὰ ἀπουσιάσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀκολούθως δὲ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἐπαρχίας των οἱ κ. κ. Βουλευταί, ἵνα παρακολουθήσουν, ὡς εἴθισται, τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἐκλογῶν. Προτείνω λοιπόν, ἐὰν θέλῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ νὰ ἀφήσωμε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἐκκρεμοῦς θέματος διὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ἐκτὸς ἐὰν κακῶς ἐννόησα τὴν δήλωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ δὲν προτίθεται αὕτη νὰ ἀποχωρήσῃ ἐκ τῆς περαιτέρω συζητήσεως ἐπὶ τοῦ τελευταίου θέματος.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§7Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εὐχαριστῶ μὲν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς καλὰς διαθέσεις του, θὰ τὸν παρακαλέσω μόνον νὰ ἐξαντλήσῃ ταύτας. Ἡ ἀπόφασις περὶ διακοπῆς ἔχει δύο κεφάλαια, τὴν ἀπόφασιν περὶ διακοπῆς πρῶτον, καὶ τὴν ἐξουσιοδότησιν δεύτερον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ συζητήσωμεν τὴν διακοπὴν σήμερον, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Προκειμένου ὅμως νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν θὰ παρεκάλουν νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον τὸ ζήτημα αὐτό, διότι δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ θέματα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ τακτικώτερον εἶνε τὸ ἑξῆς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, φρονῶ ὅτι δὲν ἀποκρούεται καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Νὰ τερματισθῇ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας καὶ νὰ ἔλθωμεν αὔριον νὰ συζητήσωμεν καὶ διὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν καὶ διὰ τὴν ἐξουσιοδότησιν.
§8Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶνε ἀδύνατον νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐφόσον μέχρις αὐτῆς τῆς ὥρας δὲν διενεμήθη ἡ πρότασις ἡ περιλαμβάνουσα τὰ θέματα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Πῶς εἶνε δυνατόν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν οὐδὲ ἀμυδρὰν ἰδέαν τῶν θεμάτων τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Οὔτε νομίζω ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ συμμερισθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ διχασθῇ ἡ συζήτησις, καὶ ἀφοῦ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς νὰ φθάσωμεν κατόπιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Τακτικώτερον καὶ λογικώτερον εἶνε ἡ συζήτησις αὐτὴ νὰ διεξαχθῇ εἰ δυνατὸν αὔριον, ἐφόσον σήμερον ὑπάρχει ζήτημα δυνάμενον ν’ ἀπασχολήσῃ τὸ Σῶμα κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην. Ἡ Κυβέρνησις βλέπω δὲν ἔχει δισταγμὸν νὰ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς μέχρις αὔριον διὰ νὰ διανεμηθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ θέματα καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν ἐδῶ νὰ συζητήσωμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν.
§9Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, εἶπον ὅσα εἶπον διὰ νὰ διευκολύνω τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ μείνουν ἐδῶ σήμερον καὶ αὔριον. Λέγω καὶ αὔριον, διότι ἐνδεχομένως θὰ ἐπανέλθωμεν ἀργὰ διὰ νὰ μὴ ἐπανερχώμεθα αὔριον καὶ θὰ ζητήσωμεν τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν, ὅπως ἡ Βουλὴ συνεδριάση καὶ αὔριον. Καὶ ἂν θέλετε καὶ αὔριον νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς καὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, πάλιν δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Ἐνόμιζα ὅτι τὰ θέματα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἶχον ἤδη διανεμηθῆ...
§10Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ διανεμηθοῦν σήμερον.
§11Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς διανεμηθοῦν σήμερον.
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκ μέρους μας δὲν ἔχει παρὰ νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ι. Σοφιανόπουλος ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ διευκρινίσῃ τὴν στάσιν του διὰ τὴν ἀποχώρησίν του ἐκ τῆς αἰθούσης.
§13Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν αὐτὴν καὶ ἐγώ. Ἐπικαλοῦμαι μόνον τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς ἐθίμου ἀπαραβάτου μέχρι σήμερον, δηλαδὴ νὰ προηγοῦνται οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἢ τῶν ὁμάδων εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν γνωμῶν των. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐπὶ τῆς εἰδικῆς συζητήσεως —δὲν πρόκειται κἄν διὰ τὴν πρότασιν τῆς διώξεως—εἶπον τῆς εἰδικῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὰς σκηνάς, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἡ Κυβέρνησις ἐξέθεσε τὰς ἀπόψεις της διὰ δύο Ὑπουργῶν, καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἤδη τέσσαρες ἐκ τῶν Ἀρχηγῶν εἴπει ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπουν. Ὑπολείπεται ἤδη νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Σοφιανόπουλος. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν νὰ δεχθῆτε νὰ προηγηθῇ ὁ κ. Σοφιανόπουλος.
§14Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ἱκανοποιήσω καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλά, δυστυχῶς, τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ἰδικόν μου. Ἄν δὲ θέλετε τὴν ἰδικήν μου γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Ἀρχηγοῦ γνωρίζετε ποίας ἔχω ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Ἀρχηγοῦ κόμματος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνηθείας αὐτῆς, ἡ ὁποία ζητεῖται ἀπὸ τὴν πλευρὰν τὴν ἰδικήν σας, ὅτι δηλαδὴ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων δικαιοῦνται νὰ ὑπερπηδοῦν τὴν τάξιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Θὰ μου ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἐπεμβῶ λοιπὸν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§15Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἄν θέλετε νὰ μὴ ἐπεμβῆτε, ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε σεῖς διευθύνετε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν τάξιν τῶν συζητήσεων, καὶ σεῖς εἶσθε αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ θεματοφύλαξ τῶν κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων. Ἐγώ, γνωρίζετε ὅτι αὐτὸν τὸν θεσμὸν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, καίτοι περιλαμβάνομαι εἰς αὐτὴν τὴν συνομοταξίαν (γέλωτες), καὶ ἐγὼ δὲν τὸν ἀναγνωρίζω. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἕως ὅτου λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ δοθῇ εἰς αὐτὸ μία συγκεκριμένη λύσις, δίκαιον εἶνε νὰ τηρηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτηρεῖτο ἀπαραβάτως μέχρι σήμερον.
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς..... (Θόρυβος...).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὶ θέλετε νὰ εἴπητε κ. Παπαναστασίου;
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέν θέλω νὰ μειώσω τὸ κῦρος σας.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι τὸ κῦρος μου, ἀλλὰ τὸ κῦρος τοῦ Προεδρείου.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Ἤθελα νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Πρόκειται νὰ ἀπέλθωμεν καὶ ὅσοι θέλουν νὰ ἀπέλθουν, θέλουν νὰ δηλώσουν διατὶ ἀπέρχονται. Κατὰ συνέπειαν προηγοῦνται αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θέλουν ν’ ἀποχωρήσουν. Δὲν εἶνε λοιπὸν ζήτημα Ἀρχηγοῦ κόμματος.
§21Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. (Ζητοῦν καὶ ἄλλοι τῶν κ.κ. Βουλευτῶν νὰ ὁμιλήσουν, ἐνῷ ὁ κ. Σοφιανόπουλος εὑρίσκεται ἔναντι τῆς πρώτης σειρᾶς τῶν ἑδωλίων τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος, εὑρισκόμενος εἰς τὴν πρώτην σειρὰν τῶν ἑδωλίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἄν θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Σοφιανόπουλος, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, θὰ πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους ἀποχωρεῖ, καὶ νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν.
§23Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶνε περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§24Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΣ. (Προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος). Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν εἶνε δυνατόν. Τὸ θεωρεῖ περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§25Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε ὁ κ. Σοφιανόπουλος δὲν ἐπιθυμεῖ συνεννόησιν.
§26Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτελεῖ περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ θέλω νὰ ἀποκτήσω τὰ δικαιώματά μου. Θέλω νὰ δηλώσω....
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε. (δημιουργεῖται θόρυβος καὶ πανταχόθεν ἀκούονται φωναί, ἐνῷ πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ἐγείρονται τῶν θέσεών των, συμπυκνούμενοι εἰς τὰς ἄκρας τῆς σειρᾶς τῶν Κυβερνητικῶν ἑδωλίων).
§28Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (προχωρῶν πρὸς τὰς Ὑπουργικὰς θέσεις τονίζει ζωηρῶς, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ κινῶν πρὸς αὐτὸν τὴν χεῖρα του). Καὶ θέλω νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παρουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ὅτι, ὅταν εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν τοῦ παρεῖχον μὲ τὴν δύναμίν μου τὴν ἀνοχήν μου, μὲ ἐθεώρει καὶ μὲ ὠνόμαζε μὲ τὸ παραπάνω Ἀρχηγὸν καὶ ὑπεραρχηγόν. Καὶ τώρα, ἐπειδὴ γνωρίζετε ὅτι θὰ σᾶς κτυπήσω ἀνηλεῶς.... (Θόρυβος. Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς, ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐρωτῶμεν ἂν θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ἢ ἂν πρὸ αὐτοῦ πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀγανάκτησίν της διὰ τὰ ἔκτροπα ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν.
§32Β. ΣΑΓΙΑΣ. (Ὑφυπ. Πολ. Γραφείου). Σεῖς δημιουργήσατε τὰ ἔκτροπα· σεῖς προεκαλέσατε τὸ ἐπεισόδιον. (Νέος θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§33Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ δημιουργηθὲν ἐπεισόδιον ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν κ. Σοφιανόπουλον, ὁ ὁποῖος παραβιάζων τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ παραβιάζων καὶ αὐτὸν τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος σεβασμόν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος ἀφῄρει ἀπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον, διότι δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, ὁ κ. Σοφιανόπουλος, παραβιάζων, λέγω, ταῦτα πάντα, προσῆλθεν ἐνώπιον τῶν Ὑπουργικῶν ἑδωλίων καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τρόπον ἰταμόν, λέγων ὅτι «τώρα, ποὺ θὰ σᾶς κτυπήσω ἀνηλεῶς, τώρα δὲν θέλετε νὰ μοῦ ἀναγνωρίσετε τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος». Τὴν ἰδιότητα, Κύριοι Βουλευτοῦ, τοῦ Ἀρχηγοῦ κόμματος δὲν τὴν λαμβάνει τις εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε. Διὰ νὰ γίνῃ τις Ἀρχηγὸς κόμματος ἐν τῷ Κοινοβουλευτικῷ Πολιτεύματι, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐπιδεικνύῃ σεβασμὸν πρὸς τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐπρέπειαν τοῦ Σώματος. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ταῦτα πάντα λησμονοῦν καὶ ἔρχονται εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἂν ἤρχοντο εἰς καφενεῖον, δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐπικαλοῦνται τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἀρχηγοῦ κόμματος. Λυποῦμαι δὲ, διότι ἀναγκάζομαι ταύτην τὴν στιγμήν, λαμβάνων τὸν λόγον, νὰ ἀποκαλέσω «τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην». Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος ἔχων καὶ πεῖραν Κοινοβουλευτικὴν καὶ ἐπιδείξας ὁμολογουμένως, ἄλλωστε, πάντοτε εὐπρέπειαν ἐν τῇ ἐν τῷ Σώματι παρουσίᾳ του, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐμμείνῃ εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν, ἐπιρρίπτων τὴν εὐθύνην τῶν ἐκτρόπων ἐπεισοδίων ἐπὶ τῆς παρατάξεως ταύτης, ὅταν μάθῃ ὅτι ὁ κ. Σοφιανόπουλος προσῆλθεν ἐκεῖ ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπε: «Τώρα θὰ σᾶς κτυπήσω ἀνηλεῶς». Ὅπως ὁμιλοῦν δηλαδὴ εἰς....
§34Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπ. Πολ. Γραφείου). Χαμαιτυπεῖα....
§35Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν)..... ὄχι βεβαίως ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐντὸς πάσης αἰθούσης, ὅπου κυριαρχεῖ εὐπρέπεια καὶ κοσμιότης. Ἀντιληφθείς, κ. Πρόεδρε, τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ διαμαρτυρόμενος ἐν ὀνόματι τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος καὶ τῆς τάξεως, ἥτις δέον νὰ ἐπικρατῇ ἐν τῷ Ἱερῷ τούτῳ Ναῷ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν, ἐφαρμόζοντες αὐστηρῶς τὸν Κανονισμόν, νὰ ζητήσητε νὰ ἀνακαλέσῃ ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπε καὶ ἔπραξεν ὁ κ. Σοφιανόπουλος, ἄλλως, ἐφαρμόζοντες πάλιν τὸν Κανονισμόν, νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν. (Χειροκροτήματα).
§36Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἀποθάνῃ ὁ Σταυρίδης γιὰ νὰ γίνῃ Βουλευτής.
§37ΑΘ. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι Ἀρχηγὸς κόμματος. Ποῦ βρέθηκε;
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἀνέρχωμαι εἰς τὸ Βῆμα, τὸ πράττω, ὄχι διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Σερρῶν, τὸν κ. Σοφιανόπουλον, οὔτε τοὺς ἄλλους Βουλευτὰς ἐναντίον τῶν ὁποίων ἔγινεν ἡ ἐπίθεσις. Τὸ πράττω διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸ Σῶμα, διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἰδεολογίαν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ συμβάλω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν σεβασμόν, ὁ ὁποῖος ὀφείλεται εἰς τὸ Σῶμα καὶ εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Δὲν ἀντελήφθην τὶ ἀκριβῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Σοφιανόπουλος εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι καὶ ὁ κ. Σοφιανόπουλος, διαμαρτυρόμενος διὰ τὴν μὴ ἀναγνώρισιν αὐτοῦ ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος σήμερον, ὁπότε εἶνε πολέμιος σφοδρὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν προηγουμένην συμπεριφοράν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ Πρωθυπουργοῦ ἀπέναντί του, ὅταν ἐβοήθει τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεώς του, ἐὰν, λέγω, ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης ἠθέλησε νὰ τονίσῃ τὴν διαφορὰν αὐτήν, δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ συμπεριφορὰν καφενείου ἢ ἄλλων κέντρων, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ ἀναφέρῃ ἕτερον ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ παρεκτροπή, ἀλλὰ καὶ ἂν θεωρηθῇ παρεκτροπή, νομίζω ὅτι ἁρμόδιος ἦτο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν καὶ τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Δὲν παρίσταται καμμία ἀνάγκη νὰ γίνῃ προσωπικὴ καὶ βιαία ἐπίθεσις ἐναντίον τοῦ κ. Σοφιανοπούλου. Καὶ ὄχι μόνον αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τῶν παρακαθημένων εἰς τὰ ἑδώλια αὐτά. Καὶ ἐγὼ ἠθέλησα νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν συμπεριφορὰν μέλους τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον μὲ τρόπον, δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ ἀγανάκτησιν, ἐξεφράζετο ἐναντίον μου, διότι ἐζήτουν νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις καὶ νὰ ἐκφρασθῇ ἡ λύπη τοῦ Σώματος διὰ τὰς ἐκτρόπους σκηνάς, καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐδέχθην καὶ ἐγὼ ἀπὸ βουλευτήν, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω, λαῦρον ἐπίθεσιν ἐναντίον μου.
§39Ι. ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διαμαρτύρομαι, κ. Πρόεδρε. Σᾶς εἶπα νὰ μᾶς ἀφήσετε νὰ ἡσυχάσωμεν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῆς δεξιᾶς).
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λυποῦμαι πολύ, διότι ὁ κ. Συνάδελφος παρὰ τὴν ἡλικίαν του, ἠθέλησε ἀπὸ τὴν ἄκραν δεξιὰν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἄκραν ἀριστεράν, διὰ νὰ ζητήσῃ ἡσυχίαν, ἀπειλῶν τὸ σύμπαν.
§41Ι. ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προκαλεῖτε τὰς ἀνησυχίας, καὶ σεῖς εἶσθε ὅλοι παλληκαράδες... Δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τῶν ἀπειλῶν.
§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡσυχάσατε κ. Βουλευτά. Νομίζω ὅτι ἐὰν αἱ ἐκφράσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σερρῶν περιεῖχον, ἂς εἴπωμεν ἔλλειψιν ἀπεριορίστου σεβασμοῦ πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι αἱ ἐπιθέσεις αὗται εἶναι ἔκτροποι καὶ ἀνάρμοστοι εἰς τὸ Σῶμα, δεικνύουσαι ἔλλειψιν τοῦ ἀπαιτουμένου σεβασμοῦ πρὸς αὐτό καὶ ἄξιοι ν’ ἀποδοκιμασθοῦν ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ἄλλως λέγω ὅτι δὲν προβλέπω ὁμαλὴν τὴν ἐξέλιξιν τῶν ἐργασιῶν μας. Ἠθέλομεν ν’ ἀποχωρήσωμεν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δι’ οὓς λόγους ἐξεθέσαμεν, χωρὶς νὰ προβάλωμεν κανὲν ἐμπόδιον. Τοὐναντίον, θέλομεν νὰ συνεννοηθῶμεν ὁμαλῶς μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ποῦ εὑρίσκεται λοιπὸν ἡ πρόθεσις τῆς παρεμποδίσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς πλειονοψηφίας; Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς ἠρχίσαμεν ἐξερχόμενοι, μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἐπετέθησαν ἐναντίον ἑτέρων τῆς μειονοψηφίας. Ἡμεῖς θέλομεν, εἰς ἥν περίπτωσιν μέλη τῆς πλειονοψηφίας παρεκτρέπονται, καὶ παρεξετράπησαν κατὰ τὸν πλέον ἀνάρμοστον τρόπον, θέλομεν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπεμβῇ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν ἁρμόζοντα σεβασμὸν εἰς τὸ Σῶμα καὶ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§44Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπερίμενα ἀληθῶς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, τὴν διατύπωσιν τῶν συμβάντων ὑπὸ μορφὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ εὑρίσκῃ καὶ ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ ὑπαίτιον τὴν Συμπολίτευσιν, ἐνῷ προδήλως καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του διεπράχθη ἀσέβεια, τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ποτὲ δὲν ἐγνώρισεν. Εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ὑπῆρξαν ἀντιθέσεις, καὶ ἀντιθέσεις σφοδρόταται. Ὑπῆρξαν ἀγῶνες ὀξύτατοι, ἐν τούτοις ὁ σεβασμός, ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἀλλὰ πρὸ πάντων μεταξὺ τῶν πράγματι Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο πάντοτε ἀπεριόριστος. Λυποῦμαι ἀληθῶς, διότι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος δὲν ἠθέλησε νὰ καταδικάσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἐπερίμενεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, ἵνα ἡ πτέρυξ αὐτή, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ ἵσταται μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας καὶ νὰ ἀκούῃ ἕνα ἀσεβοῦντα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος νὰ ἔρχεται νὰ κινῇ τὰς χεῖράς του πρὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ τὸν ἀπειλῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν, ἀλλὰ εἰς οὐδεμίαν αἴθουσαν εἶνε δυνατὸν νὰ γίνῃ; Τὶ ἤθελε λοιπὸν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτοεργατικοῦ κόμματος νὰ κάμῃ ἡ πτέρυξ αὐτή; Μήπως ἤθελε νὰ ἀνέλθῃ καὶ νὰ ἐπαινέσῃ τὴν διαγωγὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Παπαναστασίου εὑρίσκει ὄχι τέλος πάντων ἀξίαν μομφῆς;
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν νομίζετε ὅτι τὸ καθῆκον τῆς πλειονοψηφίας εἶνε νὰ κάνῃ ἐπιδρομὰς ἐδῶ πέρα, τότε δὲν ἠμποροῦμε νὰ προχωρήσωμεν.
§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ ὁ ὁποῖος τοιαύτην δεικνύει συμπεριφορὰν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὀλίγον γνωρίζει καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ὀλίγην ἔχει συγγένειαν μέχρι σήμερον, ὁ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἔρχεται πρὸ τοῦ καθίσματός μου καὶ κινεῖ τὰς χεῖράς του, βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἵσταται εἰς τὸ ὕψος του. Βεβαίως, οἱ κ. κ. Βουλευταὶ τῆς μερίδος αὐτῆς, τῆς Συμπολιτεύσεως, δὲν εἶχον καμμίαν ἀφορμὴν νὰ ἐξεγερθῶσιν, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ ἐξεγερθῶσιν καὶ ἐξηγέρθησαν καὶ ἔφθασαν ἕως αὐτοῦ, ὅταν εἶδον αὐτὸν ἀπειλοῦντα καὶ ὅταν μέ τὰς ἀπειλὰς τὸν εἶδον τρεπόμενον πρὸς τὰ μέρη αὐτά. Βεβαίως λοιπὸν δι’ αὐτὸ ἦλθον. Δὲν εἶχον τίποτε νὰ κάμουν μὲ ὑμᾶς, οὔτε μὲ τὴν πτέρυγα αὐτήν, ἀλλ’ ἦλθον νὰ τιμωρήσουν, ἴσως κακῶς, θέλοντες νὰ χειροδικήσουν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἡ ἀσέβεια ἐκείνη, ἡ ἰταμότης ἐκείνη, ἡ ἐκδήλωσις μιᾶς συμπεριφορᾶς τόσον ἀνηκούστου παρ’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἀξιοῦντος νὰ φέρῃ τὸν τίτλον Ἀρχηγοῦ, πῶς ἠθέλατε νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητος; Θὰ ἔπρεπε ὑμεῖς νὰ τὸν ἐκδιώξητε ἀπὸ τὴν πτέρυγα αὐτήν, κ. Παπαναστασίου. Μάλιστα, σεῖς ἔπρεπε νὰ τὸν ἐκδιώξητε. Κύριοι Βουλευταί, θέλων νὰ διευκολύνω τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ εἰς τὸ ἔργον ἀκόμη, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἔκαμνε, μὴ ὀφειλόμενον εἰς καμμίαν αἰτίασιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι τέλος πάντων, θέλει νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἐκτίμησίν της εἰς ἕνα ἄλλον Ἀρχηγὸν, κατὰ τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον αὐτὴ νομίζει, ὡς ὀφειλόμενον πρὸς αὐτόν, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν νομίζει ἀπάδοντα πρὸς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος τούτου, ἠθέλησα κατὰ πάντα τρόπον νὰ τὴν διευκολύνω, καὶ πρὸς τοῦτο, ἐφόσον εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ παραταθῇ πολὺ ἡ ἐργασία μὲ τὴν σειρὰν τῆς συζητήσεως, ὥστε τὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως νὰ ἔλθωσιν λίαν βραδέως, καὶ γνωρίζων ὅτι ἤθελεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ παρασταθῇ εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, τὴν παρεκάλεσα νὰ μοῦ ἐκδηλώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν της, κατὰ τίνα τρόπον θέλει νὰ γίνῃ συζήτησις, ὥστε νὰ τὴν διευκολύνω ἀκόμη καὶ εἰς ἐκεῖνο τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ καταδικάζω. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει νὰ παρακολουθήσῃ τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας, δὲν εἶνε ἰδικόν μου ἔργον νὰ τὰς κανονίσω. Αὐτὸ τὸ ἔργον θὰ κριθῇ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔστειλαν ἐδῶ. Ἀλλ’ ἐγὼ καὶ εἰς τοῦτο ἠθέλησα νὰ τὴν διευκολύνω, καὶ ἐν τούτοις παρ’ ὅλον αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς συμπεριφορᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐκεῖθεν ἔρχονται αἱ ὕβρεις, ἐκεῖθεν ἔρχονται οἱ προπηλακισμοί. Λέγω ἐκεῖθεν, διότι τὸ ἀσεβῆσαν πρόσωπον δυστυχῶς εὑρίσκεται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ παρακάθηται πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος. Ὅταν λέγω «ἐκεῖθεν», δὲν ἀποτείνομαι πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ λέγω ἀπὸ τὴν πτέρυγα αὐτήν, τὴν δεχομένην μεταξὺ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν Σερρῶν. Καὶ τί ἠξίου ὁ Κύριος αὐτὸς Βουλευτὴς Σερρῶν; Νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλὴ ὡς Ἀρχηγὸν κόμματος καὶ ταὐτοχρόνως νὰ κάμῃ μίαν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσι πρὸ παντὸς ἄλλου. Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι τοιοῦτος Κανονισμὸς δὲν ὑφίσταται. Ἀλλ’ ὑφίσταται ἕν ἄλλο πρᾶγμα, ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ἐκτίμησις, τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες Βουλευταὶ ἀποδίδουν εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς ἔχουν ἀναδειχθῇ Ἀρχηγοί. Ἄς προσπαθήσῃ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Σερρῶν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐκτίμησίν του εἰς τὸ Σῶμα, ὥστε νὰ τοῦ ἀναγνωρίσῃ τοῦτο καὶ τὴν ἰδιότητα ταύτην. Εἶνε δὲ περίεργον ὅτι καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου ἀκόμη, ἐπανέλαβε τὴν ἰδίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀπελθὼν κ. Βουλευτὴς Σερρῶν. Εἶπεν ὅτι ἄλλοτε, ὅταν ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν ἀνεγνωρίζετο ὡς Ἀρχηγός, σήμερον δὲν ἀναγνωρίζεται. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος....
§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἀνακριβές.
§48Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ Κόμματος, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν σύσκεψιν τῶν Ἀρχηγῶν ἐκάλεσα καὶ τὸν ἀπελθόντα Βουλευτήν, παρακλήσει τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, καὶ εἶπα, ὅταν ἤλθομεν εἰς τὴν σύσκεψιν, ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ καθορίσω τὴν ἔννοιαν τοῦ Ἀρχηγοῦ. Ἀλλὰ προσέθεσα, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρέπει νὰ κανονισθῇ αὐτό, διότι δὲν δύναμαι εἰς τὴν σύσκεψιν νὰ δέχωμαι οἱονδήποτε ἀξιοῦντα ὅτι εἶνε Ἀρχηγός, διότι αὐταὶ αἱ συσκέψεις ἔχουν κἄτι τὸ ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ συσκεπτόμενα πρόσωπα. Διότι ἄλλως, διατὶ νὰ μὴ γίνουν αἱ ἀνακοινώσεις καὶ αἱ συσκέψεις ἐνώπιον ὅλων τῶν Βουλευτῶν;
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αἱ συσκέψεις ἐκεῖναι τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων εἶχον καθορισθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος.
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κάμνετε λάθος. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν. Περίεργον πρᾶγμα ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ Κόμματος οὐδὲ τὰς ἀνακριβείας τῶν πραγμάτων θέλει νὰ σεβασθῇ, ὅταν εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑπερασπίσῃ φίλον ἢ σύμμαχόν του.
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε....
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγέ τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, ἦτο σύσκεψις τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ ὄχι σύσκεψις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν ἦτο σύσκεψις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν θὰ σᾶς ἐκάλουν ἐγώ, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἐκάλει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὤφειλε νὰ μᾶς καλέσῃ.
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἤθελα νὰ καλέσω τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἐκάλεσα ἐγώ, καὶ δι’ αὐτὸ ἐκάλεσα τοὺς πραγματικοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Δὲν δύναται λοιπὸν εἷς οἱοσδήποτε, διότι θέτει εἰς ἑαυτὸν ἕνα τίτλον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τοὐλάχιστον ἀναγνωρισθῆ, νὰ ἔρχεται νὰ ἀξιοῖ ἐνταῦθα καὶ νὰ ὑποσκελίζῃ τοὺς ἄλλους συναδέλφους του, παρὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ παρὰ τὴν ἐκδηλωμένην διάθεσιν τῆς Βουλῆς τὴν σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμόν. Βέβαια, τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, δὲν ἦσαν εὐχάριστα. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει. Ἀποδοκιμάσατέ τα πρῶτον ὑμεῖς, ἐὰν θέλετε νὰ ὑπάρξῃ ἡ πραγματικὴ ἡσυχία καὶ γαλήνη. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζετε πότε δι’ ἑνὸς καὶ πότε διὰ τοῦ ἄλλου τρόπου ὅτι δύνασθε νὰ διαταράσητε τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ὀφείλομεν νὰ σᾶς τονίσωμεν, ὅτι θὰ μετέλθωμεν πᾶν ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιβαλλόμενον μέσον, ὥστε μετὰ τὰς τοιαύτας παρεκτροπὰς νὰ μὴ μειδιᾶτε οὕτω πως, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Ἀγροτοεργατικοῦ κόμματος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἤκουσα, Κύριοι Βουλευταί, τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὁμιλοῦντα ἐπὶ τῶν ἐκτρόπων σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔλαβον δυστυχῶς χώραν, ἀλλ’ ἦτο ἀρκετὴ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ μὲ φέρῃ εἰς τὸ Βῆμα ὅπως ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου καὶ τὴν λύπην μου καὶ τὰς διαμαρτυρίας μου, δι’ ὅσα παρ’ αὐτοῦ ἐλέχθησαν. Θὰ ἦτο τρομερὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, κοινῇ συναινέσει, ἀνεκηρύχθη ὡς νόμος ἀνώτερος τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν ἠθικῶν κανόνων, ὡς μέσον ἐπαναφορᾶς τῆς τάξεως, τὸ μέσον τῆς χειροδικίας. Καταλήγων τὸν λόγον του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν· «Ἔχετέ το ὑπ’ ὄψει σας’ ἐὰν θελήσητε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ φανῆτε δυσάρεστοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν...καὶ νὰ μὴ συμμορφωθῆτε πρὸς τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ σᾶς ἐπιβάλωμεν, θὰ εὕρετε ἀντιμέτωπον τὴν πλειονοψηφίαν, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴ διὰ παντὸς μέσου... (Θόρυβος).
§56Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον εἰς ὑμᾶς νὰ λέγετε τοιαῦτα πράγματα, νὰ λέγετε ἀνακριβείας.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀντὶ νὰ διαμαρτύρεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν ἔχετε ἢ νὰ δώσετε ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν λεχθέντων.
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ τηρῆτε ὁ σεβασμὸς τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶσθε, ὅταν δὲν παρῆλθον δύο λεπτά, ὅπου ἠκούσατε τὰ ὅσα εἶπον, καὶ διαστρέφετε ταῦτα.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἴπατέ μου τὶ εἴπατε. Δώσατε ἐξηγήσεις καὶ ἀφήσατε τὰς προκλητικὰς ἐκφράσεις.
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς εἶπον νὰ συμμορφώσητε τὴν συμπεριφοράν σας πρὸς τὰς θελήσεις τὰς ἰδικάς μας. Ἔχετε σαφῆ πρᾶξιν, μόλις τελεσθεῖσαν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Συμπολίτευσις συγκατετέθησαν καὶ πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ἐργασιῶν, ποὺ ὑπεδείξατε καὶ τὴν συμμόρφωσιν πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν σας διὰ μίαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐπιδοκιμάζω. Δὲν εἶπον ὅτι θὰ σᾶς ἐπιβάλωμεν τὰς θελήσεις μας. Σᾶς εἶπα θὰ μεταχειρισθῶμεν τὸν νόμον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν τάξιν. Ἐὰν αὐτὰ τὰ θεωρῆτε ὡς ἀπειλάς, ὡς βίαια μέσα, τότε βεβαίως δὲν θὰ εὕρωμεν τρόπον νὰ συνεννοηθῶμεν. Πρὸ παντὸς ὅμως μαζί σας δὲν εἶνε εὔκολον νὰ συνεννοηθῶμεν.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδιδεν εἰς ἤρεμον τόνον τὰς ἐξηγήσεις, ποὺ ἔδωκε, δι’ ὅσα κακῶς, ἴσως ἐγὼ ἀντελήφθην, δὲν θὰ παρείχετο ἀφορμὴ εἰς δημιουργίας καὶ τοῦ νέου αὐτοῦ θορύβου.
§62Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι εὐτυχής, διότι ἀνεγνωρίσατε ὅτι κακῶς ἡρμηνεύσατε.
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶμαι εὐτυχὴς καὶ ἐγὼ διὰ τὴν διευκρίνισίν σας, ὅτι δὲν θεωρεῖτε ὅτι ἡ βία εἶνε μέσον θεμιτὸν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ θεωρεῖ συνταγματικὸν μέτρον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπικαλούμενος τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, ὑποστηρίζει, ὡς νομίζει ὁ κ. Παπαναστασίου, ὅτι ἐννοεῖ ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος νομιμοποιεῖται ἡ χρῆσις ὑλικῆς ἐπιβολῆς. Τὴν ἀπόλυτον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν κειμένων νόμων ἐφαρμογὴν πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐρυθμίας, ὄχι μόνον τὴν δεχόμεθα, ἀλλὰ καὶ τὴν συνιστῶμεν.
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρειάζεται καὶ κάτι τι ἄλλο.
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν πρὸς ἀποσόβησιν οἱασδήποτε παρεκτροπῆς ἢ πρὸς στιγματισμὸν αὐτῆς. Ἐκεῖνο, ποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ συγχωρηθῇ εἰς αἴθουσαν Κοινοβουλίου, εἶνε ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν χειροδικίαν ἢ εἰς τὴν ἀπειλὴν χειροδικίας, ὡς δυστυχῶς παρετηρήθη καὶ σήμερον. Διότι ὅ,τι συνέβη κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτὴν δὲν ἦτο ἄλλο τι εἰμὴ ἀδικαιολόγητος προσφυγὴ εἰς τὴν βίαν.
§68Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ἡ πτέρυξ ἐκείνη.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἤμην, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, παρὼν εἰς τὰς σκηνὰς καὶ δικαιοῦμαι νὰ δώσω τὴν προσωπικήν μου ἠγγυημένην μαρτυρίαν. Δὲν ἤκουσα βεβαίως τὶ εἶπεν ἀπευθυνόμενος πρὸς σᾶς ὁ κ. Σοφιανόπουλος.
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἴδατε πῶς παρίστατο ἐνώπιόν μου;
§71Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶδα, ἀλλὰ δὲν ἀντελήφθην, διότι μέχρι τῆς θέσεως τῆς ἰδικῆς μου δὲν φθάνουν ὅσα συνήθως μὲ χαμηλὴν φωνὴν λέγονται πρὸ τοῦ Βήματος, καὶ δὲν ἤκουσα τί εἶπεν ὁ κ. Σοφιανόπουλος. Ἐπληροφορήθην τοῦτο, ὅτι σᾶς ὑπέμνησεν ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἄλλοτε παρ’ ὑμῶν ὡς Ἀρχηγὸς κόμματος καὶ ὅτι, ἂν δὲν ἐπιτρέπεται τώρα εἰς αὐτὸν ἤδη ὁ λόγος —παρὰ τὴν παγίαν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο παράδοσιν— δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ μόνου τοῦ λόγου ὅτι γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐπρόκειτο νὰ κτυπήσῃ αὐτήν. Καὶ ὁ λόγος αὐτὸς ὅτι ἐπρόκειτο νὰ κτυπήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἄλλην ἔννοιαν προδήλως δὲν ἔχει παρὰ ὅτι, ὅσα θὰ ἔλεγε, θὰ ἀπετέλουν λαῦρον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπίθεσιν καὶ ὑπὸ τὴν ἀναμφισβήτητον αὐτὴν ἔννοιαν ἡ ἔκφρασις τοῦ κ. Σοφιανοπούλου δὲν εἶχε τίποτε τὸ ἐπιλήψιμον.
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλέως ἐλέχθησαν.
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς πραγματικὴν παρεκτροπὴν ἤθελεν ὑποπέσῃ οἱοσδήποτε Βουλευτής, ἡ παρεκτροπὴ δὲν θὰ ἔχῃ συνέπειαν εἰμὴ τὴν ἐφαρμογὴν εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὴν ἀνάκλησιν εἰς τὴν τάξιν.
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, λυποῦμαι πολύ, διότι τοιαύτην θέλετε νὰ καθιερώσητε ἁγνὴν διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος.
§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἡμεῖς λυπούμεθα δι’ αὐτά, ποὺ θέλετε νὰ καθιερώσητε σεῖς.
§76Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἔχετε σεῖς, ὡς Ἀρχηγὸς κόμματος, ἔχετε πραγματικὰς εὐθύνας διὰ τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας θέλετε νὰ καθιερώσητε. Δὲν δύνασθε νὰ θεωρῆτε ὅτι εἶνε εὐπρεπὲς καὶ δύναται νὰ μείνῃ ἀδιαμαρτύρητον ὅτι ἕνας Βουλευτής, δυνάμενος νὰ ἀξιοῖ ὅ,τι θέλει, νὰ ὀνομάζεται Ἀρχηγὸς Κόμματος....
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μοῦ διακόπτετε τὴν ἀγόρευσιν διὰ νὰ ἀρχίσητε τὴν ἰδικήν σας.
§78Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ ἔρχεται ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι θὰ σᾶς κτυπήσω, θὰ σᾶς κάμω, θὰ σᾶς δείξω. Ἔπρεπε, Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν,....
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ μὲ εὕρητε ποτὲ σύμφωνον, ὅτι συγχωρεῖτε δι’ οἱανδήποτε κακὴν τοῦ λόγου χρῆσιν, ἐντὸς τοῦ Σώματος τούτου ἡ ἐξέγερσις νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου, ποὺ ἔφθασε πρὸ ὀλίγου. Ἄν ποτε καταλάβω θέσιν καὶ εἰς τὰ Ὑπουργικὰ ἑδώλια, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἀναμείνω τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἀντιπάλων μου, ἀλλὰ θὰ ἐπιβάλω πρῶτον σεβασμὸν πρὸς αὐτοὺς καὶ τὴν μειονοψηφίαν.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἐκάματε ταύτην τὴν ἑσπέραν.
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ἔκαμα πάντοτε. Καὶ εἶχον παρ’ ὑμῶν τὴν ἀξίωσιν, κ. Πρωθυπουργέ, ὅστις ἐπὶ μίαν τετραετίαν διεμαρτύρεσθε κατὰ τοῦ αὐταρχισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐβλέπατε μετὰ συντριβῆς εἰσαγόμενον εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, εἶχον, λέγω, τὴν ἀξίωσιν, ὅταν ἤλθετε σεῖς εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ μὴ ἀφήσετε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι σας ἐκεῖναι ἦσαν κεναὶ ἐκφράσεις, καὶ νὰ ἐμπεδώσητε πραγματικὴν ἰσοτιμίαν καὶ ἀληθῆ ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε πράγματα νὰ στηριχθῆτε.
§83Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀκούσατε, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀκούσατέ με μὲ προσοχήν. Καθ’ ἑκάστην ἐπικαλεῖσθε ὡς ἀνάγκην ὑψίστην τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην διὰ τὴν εὐόδωσιν τῶν ζητημάτων μας. Ἐὰν οἱ λόγοι σας εἶνε εἰλικρινεῖς καὶ πιστεύετε πράγματι εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὁμαλῆς ἐξελίξεως, ἡ Κυβερνητικὴ πλειονοψηφία, καὶ πρὸ παντὸς σεῖς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἔχετε καθῆκον νὰ συντελέσητε καὶ διὰ θυσιῶν ἀκόμη εἰς τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῆς. Δὲν δικαιοῦσθε νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν μόνην ὑποχωρητικότητα, ὅταν σεῖς ὁ ἴδιος ἐννοεῖτε νὰ καλύπτετε διὰ τῶν δηλώσεών σας τὰς ἐκτρόπους σκηνάς, ἵνα μετριάζετε τὴν σημασίαν των. Ἔχει καλῶς! Ἔχετε ἴσως αὐτὴν τὴν ὥραν τὴν ὑλικὴν δύναμιν τῆς ἐπιβολῆς. Ἀλλὰ σκεφθῆτε ὅτι ἡ σημερινή σας πολιτική, ἡ σημερινή σας στάσις, εἶνε ἡ θλιβερὰ διάψευσις ἐκείνων, ποὺ ἐπὶ μίαν τετραετίαν διεκηρύσσατε ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, καὶ ἀντίθετος πρὸς τὰ σημερινὰ τῆς Χώρας συμφέροντα, κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Σύσσωμος ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀποχωρεῖ τῆς αἰθούσης....
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μπούμπουλης ἐπὶ τῆς συνεχίσεως τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως τῆς διώξεως.
§85Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Περίεργοι δοξασίαι, περίεργοι ἀντιλήψεις καὶ περίεργα δόγματα τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἀπηγγέλθησαν ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ ὁ σεβαστὸς Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐταράχθη διὰ τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸν κατηγορίαν, διὰ τὴν φράσιν τὴν τελευταίαν, τὴν ὁποίαν εἶπε κατερχόμενος τοῦ Βήματος ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Ἐλησμόνησε βέβαια ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν Προοδευτικῶν τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ἐλησμόνησε, λέγω, φαίνεται ὅτι εἰς τὰς προοδευτικὰς ἀρχὰς τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος ἀνεστηλώθη ὡς δόγμα, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, κυρίως ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς καὶ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, ἡ διαστροφὴ τῆς ἀληθείας. Ἐλησμόνησε φαίνεται ὅτι ἄλλοτε, ὅτε διοικοῦσαν αὐτὸν τὸν τόπον εὗρον τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ἐλησμόνησε ὅτι οἱ τότε διοικοῦντες ἔφθασαν χάριν τοῦ ὀπαδοῦ αὐτῶν καὶ σήμερον συναδέλφου, νὰ ἐπιδιώξουν τὴν ἔκδοσιν καὶ νομολογίας τοῦ Ἀνωτάτου Ἑλληνικοῦ Δικαστηρίου, ἵνα χαρακτηρίσωσι τὴν αἰσχροτέραν τῶν φράσεων, τὴν κακοηθεστέραν ὕβριν ἀνθρώπου πρὸς Δικαστήριον, ὕβριν, ἡ ὁποία οὔτε εἰς τοὺς χειροτέρους δύναται νὰ λεχθῇ τόπους, ἵνα χαρακτηρίσωσι τὴν φράσιν ταύτην, ὡς μὴ ὑβριστικὴν παρὰ τοῖς ὀρεσιβίοις, διότι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἦτο ὁ φίλος καὶ συνάδελφός του κ. Μπουρδάρας. (χειροκροτήματα). Καὶ ἐταράχθη ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ (δὲν ἠκούσθη) ...ὅπως περὶ παντὸς αἰσθήματος εἶνε ἡ ψυχὴ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς πτέρυγος ταύτης, παντὸς αἰσθήματος τάξεως, παντὸς αἰσθήματος νόμου, παντὸς αἰσθήματος εὐπρεπείας, παντὸς αἰσθήματος πρὸς τοὺς πολιτικοὺς αὐτοῦ ἀντιπάλους. Δὲν συμφέρει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ παρακολουθήσῃ τοὺς λόγους τῶν Συναδέλφων τῆς δεξιᾶς πτέρυγος. Εἶνε παλαιὰ μέθοδος, εἶνε ἡ μέθοδος, διὰ τῆς ὁποίας θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ὀξύνωμεν τὰ πάθη, νὰ διευρύνωμε τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον μὲ θυσίας ἀνυπολογίστους τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ τῶν συμπραττόντων εἰς αὐτὸ κομμάτων ἐγεφυρώθη, νὰ ἀνορύξωμεν καὶ πάλιν βαθύτερον τὸν λάκκον τοῦ διχασμοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸ παντὸς ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ κόμματος. Ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἐὰν λησμονῶ τοὺς διαφόρους Ἀρχηγούς. Τοῦτο συμβαίνει, διότι ἐδημιουργήθησαν κατὰ τὴν πολύμηνον ἀπουσίαν τοῦ φυσικοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν ὥστε συγχέωμεν ἀκόμη καὶ τὰ ὀνόματά των καὶ πρὸ παντός, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτοεργατικοῦ κόμματος, ὅστις τόσον ἀγαπᾷ, τόσον ποθεῖ, τοσαύτην στοργὴν ἔχει πρὸς τὴν γαλήνευσιν τῆς Χώρας, ὥστε, τῇ ἐπινεύσει τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἀπερχόμενος εἰς Ροδόπην διὰ νὰ πολιτευθῇ, ἐξέδωκε διάγγελμα, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὸ σῆμα τοῦ κόμματος, διάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὤξυνε τὰ πάθη, διάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἀναμοχλεύει τὰ παρελθόντα, διάγγελμα τὸ ὁποῖον ἐξυβρίζει τὸ Λαϊκὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀποκαλεῖ κόμμα προδοσίας, σάπια πληγὴ καὶ γάγγραινα! Ἄς ἀνοίξωμεν τὴν βίβλον τῆς ψυχῆς μας, ἄς προσπαθήσωμεν διὰ τῆς σκέψεως νὰ διεισδύσωμεν εἰς τὰ ἄδυτα τῆς ψυχῆς τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἄς προσπαθήσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῶν θεωρείων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀκούουν, διότι αὐτὰ ἐκπροσωποῦν τὸν Λαόν, ὁ ὁποῖος κατήγαγε τὴν νίκην τῆς 6ης Μαρτίου, καὶ ἄς προσπαθήσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐξετάσωμε δύο τινά πρῶτον ἄν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐνέχεται ἢ ὄχι εἰς τὸ στασιαστικὸν κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, καὶ δεύτερον, τὸ σπουδαιότερον, τὶ τὸν ὤθησε νὰ μὴ ἐκτοπίσῃ τὸν στασιαστήν, ὅταν τὸ κίνημα ἀπέτυχε καὶ ἔμενεν ὁ κωμικὸς δικτάτωρ μόνος του. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀπολογούμενος ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως παραπέμπει εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα» τῆς 12ης Μαρτίου, διότι ὡς λέγει, αὐτὴ εἶνε ἡ πραγματική του κατάθεσις. Εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα λέγει, ὅτι τὴν 2αν πρωϊνὴν ἀπεσύρθη διὰ νὰ κοιμηθῇ. Ἀπὸ τοῦ Βήματος ὅμως τούτου ἀνεμνήσθη ἄλλων, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ λέγει «τὴν 2αν πρωϊνήν»... (ἀναγινώσκει) Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ κύριον ἐρώτημα τῆς ἀνακρίσεως. Διότι ἡ ἀνάκρισις τὸν ἐρωτᾷ... (ἀναγινώσκει) ... Λέγει λοιπὸν ἐνόρκως, ὅτι ἀπὸ τὴν 2αν πρωϊνὴν δὲν συνηντήθη μὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν, ἐνῷ ἐδῶ ὁμολογεῖ ὅτι δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, παρὰ νὰ προσπαθῇ νὰ μεταπείσῃ τὸν Πλαστήρα νὰ ἀποστῇ τοῦ κινήματος. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, Κύριοι Συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἑξῆς: Ὅλα αὐτὰ εἶνε μία περίεργος σύμπτωσις, εἶνε ἕνας περίεργος συνταυτισμὸς πράξεων μὲ ἕνα ἀποθανόντα πολιτευτήν, ὅστις καὶ αὐτὸς εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920, ὅταν εἶδεν ὅτι ἔχασε τὴν ἐκλογήν, ἀπεσύρθη εἰς τὰ ἰδιαίτερα διαμερίσματά του. Ἀλλὰ πρὶν ἀποσυρθῇ εἶπεν εἰς τοὺς φανατικούς του φίλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ κἄποιος Ἀντώνης, ἀφωσιωμένο παιδὶ καὶ θαρραλέο, εἶπε λοιπὸν εἰς τοὺς φίλους του. Ἐχάσαμε τὰς ἐκλογάς, τώρα τὶ νὰ κάμωμεν; Τὸ Λαϊκὸν κόμμα πλειονοψηφεῖ παντοῦ. Θὰ ἀνατρέψῃ τὰ πάντα, καὶ σᾶς λυποῦμαι σᾶς, τοὺς φίλους μου, ποὺ ἀνακατευθήκατε. Τότε ὁ Ἀντώνης τοῦ λέγει: Καὶ σεῖς; Ἐγώ, λέγει, ἐκουράσθηκα, τί νὰ σᾶς κάμω. Πηγαίνω νὰ κοιμηθῶ, καὶ ἀπῆλθεν, ὅπως ὁ Βενιζέλος, εἰς τὸ δωμάτιόν του. Εἰς τὰ ἰδιαίτερα διαμερίσματά του ὅμως τὸν ἠκολούθησεν ὁ Ἀντώνης καὶ ὁ πολιτευόμενος αὐτὸς τοῦ λέγει: «Τὶ λὲς Ἀντώνη; Τὶ θὰ κάμωμε τώρα;» Τοῦ λέγει ὁ Ἀντώνης: «Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ μὴ χάσωμεν τὰς ἐκλογάς;». Τὶ λὲς Ἀντώνη. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό. Νὰ σοῦ πῶ ὅμως. Μπορεῖ νὰ πιάσωμε τὸν Δικαστικὸν ἀντιπρόσωπο, νὰ τοῦ βάλωμε τὸ πιστόλι στ’ αὐτὶ καὶ νὰ τοῦ πάρωμε τὰ πρακτικὰ τῶν ἐκλογῶν. Τότε θὰ μποροῦσε νὰ γίνῃ κάτι, διὰ νὰ γλυτώσετε καὶ σεῖς καὶ ἐγώ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ πιασθῇ τώρα, διότι εἶνε νύχτα, τοῦ λέγει ὁ Ἀντώνης,—καὶ ὁ Ἀντώνης ἐδῶ εἶνε ὁ Πλαστήρας τοῦ Βενιζέλου. Καὶ ὁ μακαρίτης πολιτευόμενος τοῦ λέγει: Δὲν θέλω νὰ ἀνακατευθῇ κανείς. Ἐὰν ὅμως εὑρίσκετο κανένας, ποὺ νὰ τὸ κάμῃ αὐτό. Καὶ ὁ Ἀντώνης ἀνεχώρησε μὲ τὸ πιστόλι στὰ χέρια καὶ τὴν ἄλλην ἡμέρα τὸ πρωΐ ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος ἐδέχετο τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ Ἀντώνη μέσα εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον, μὲ τὸ πιστόλι στὸ χέρι, καὶ τοῦ λέγει: Τὰ πρακτικά. Καὶ πέρνει τὰ πρακτικά. Μόλις πῆγε στὸ σπῆτι τοῦ λέγει ὁ πολιτευόμενος: «Καλῶς τὸν Ἀντώνη. Τὶ γίνεσαι;». «Ἐπῆρα τὰ πρακτικά». «Γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ!». Ἀλλὰ ξέρεις, τοῦ λέγει, βρὲ Ἀντώνη, ἄν ἠμπορούσαμε νὰ τοῦ βάλουμε τοῦ Γιώργη, ποὺ μὲ ἀντιπολιτεύθηκε, δυναμίτιδα στὰ κεραμίδια. Καὶ τοῦ λέγει: Πᾶς ἐσὺ Ἀντώνη; Καὶ ὁ Ἀντώνης ἐπῆγε καὶ ὅταν ἠκούσθη ὁ κρότος τῆς δυναμίτιδος, ὁ Ἀντώνης ἦτο στὸ σπῆτι. Ὁ κ. Βενιζέλος ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ κ. Πλαστήρας τὸν ἠκολούθησε ἐπάνω εἰς τὰ ἰδιαίτερα δωμάτιά του. Ἐκεῖ τοῦ εἶπε: Τὶ θὰ κάνετε κ. Πρόεδρε; Τὶ θὲς νὰ κάνουμε; Τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ξέρεις εἶνε ἐναντίον. Πλειονοψηφία ὑπάρχει ἐλαχίστων Βουλευτῶν. Τὶ θέλεις νὰ κάνουμε; Ἐὰν εὑρισκότανε κανένας νὰ τὴν κάνῃ τὴν ἐπανάστασιν! Τὶ λὲς Ἀντώνη; Ἀλλὰ σὺ δὲν εἶσαι ἱκανὸς καϋμένε Ἀντώνη. Καὶ διὰ τῆς μεθόδου τοῦ Ἀντώνη ὁ Πλαστήρας μεταβαίνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπέρασεν ἀπὸ τὸν 1ον Σύνταγμα καὶ ἐκηρύχθη ἡ Δικτατορία. Ἀλλὰ ἐκεῖ ἕνας Στρατηγός, ὁ Στρατηγὸς Ὀθωναῖος, διαφωνεῖ πρὸς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Πλαστήρα. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου·—Τὶ θέλατε νὰ κάνω; Νὰ καταστείλωμε μὲ αἷμα τὴν ἐπανάστασιν; Ἡ ἐπανάστασις εἶχε δυνάμεις, τὸ 1ον Πεζικὸν Σύνταγμα καὶ τὸ Τάγμα τῶν Εὐζώνων. Ποῦ εὗρε τὰς δυνάμεις αὐτὰς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὅτι ἦσαν παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Ν. Πλαστήρα; Ἡ κατάθεσις τοῦ Συνταγματάρχου Διάμεση, τοῦ κατηγορουμένου ὡς στασιαστοῦ τοῦ 1ου Συντάγματος, λέγει ὅτι «ἀπὸ τῆς 3 καὶ 45 πρωϊνῆς, ὅτε μετέβην εἰς τὸ Σῶμα Στρατοῦ, ἐτάχθην ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Σώματος τούτου καὶ δὲν ἐξετέλεσα παρὰ μόνον τὰς διαταγὰς του». Ἴσως ὁ κ. Διάμεσης καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ πιθανὸν μὲ τὴν εὔνοιαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Πλαστήρας, πρὸς στιγμὴν ἐσκέφθησαν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντετάχθησαν οἱ ἄλλοι ἀντιστράτηγοι καὶ ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος, ὅλοι τὸν ἐγκατέλειψαν. Τὸ δὲ σοβαρώτερον εἶνε ἕν γεγονός, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς τόσον ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὅσον καὶ ὁ ἴδιος ὁ κ. Βενιζέλος, δὲν ἀνέφεραν, καὶ τὸ ὁποῖον τοὺς διέφυγεν. Εἶνε τὸ ἑξῆς: ὅτι τὸ τάγμα Εὐζώνων, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων ὅτι ἐνίσχυσε τὴν ἐπανάστασιν, διοικεῖται ἀπὸ τὸν κ. Τερτίκαν. Ὁ κ. Τερτίκας καὶ εἷς ἀκόμη Ταγματάρχης ἐτάχθησαν ἀντιμέτωποι τῆς ἐπαναστάσεως, ἰδίως μάλιστα, ἐπειδὴ εἶχον προσωπικὰ μὲ τὸν κ. Πλαστήραν, ἐδήλωσαν ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπικρατήσει ἡ ἐπανάστασις, αὐτοὶ παραιτοῦνται. Ὁ Ταγματάρχης εὑρισκόμενος εἰς τὸ 1ον Σῶμα, ἐτηλεφώνησεν εἰς τὸν κ. Τερτίκαν καὶ τοῦ λέγει: ἔχω ἀνάγκην νὰ σοῦ ὁμιλήσω. Ὁ κ. Τερτίκας τὸν ἐρωτᾷ τὶ συμβαίνει. Ὁ κ. Τερτίκας μεταβαίνει εἰς τὸ Σῶμα Στρατοῦ καὶ ἐπιστρέφων εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Συντάγματός του, λαμβάνει καὶ 2ον τηλεφώνημα ἀπὸ τὸν Ταγματάρχην, ὁ ὁποῖος τοῦ λέγει: Διετάχθην νὰ στείλω ἕνα λόχον πρὸς φρούρησιν τοῦ Ταχυδρομείου, ἕνα λόχον πρὸς φρούρησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἕνα λόχον εἰς τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου. Τὶ νὰ κάνω; Νὰ μὴ κουνηθῇς καθόλου, λέγει ὁ Τερτίκας. Καὶ ὁ Ταγματάρχης ἀρνεῖται νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν διαταγήν. Μέχρι τῆς 7ης πρωϊνῆς, ὁ Ταγματάρχης δὲν κινεῖται, παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ Συνταγματάρχου. Ποῦ εἶνε τὸ ἐπαναστατημένον Τάγμα τῶν Εὐζώνων, ἀφοῦ, διατασσόμενον ἀπὸ τὸν Ταγματάρχην, ἀρνεῖται νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ; Ἑπομένως δὲν παραμένει εἰμὴ ὁ Πλαστήρας μόνος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. Βενιζέλος εἰς τὸ σπῆτι του. Ἄς ἐξετάσωμεν, Κύριοι Βουλευταί, πλέον διατὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἔπεσεν ἡ ἐπανάστασις. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀναφέρει τὴν κατάθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ὑπεραστικοῦ Τηλεγραφείου Θεσσαλονίκης, εἰς τὴν ὁποίαν φαίνεται συνομιλία τοῦ κ. Βενιζέλου γενομένη εἰς τὰς 2 καὶ 45 μετὰ τοῦ κ. Ἑξηντάρη. Ὁ κ. Ἑξηντάρης ἰσχυρίσθη ὅτι συνεννοήθη μὲ τὸν κ. Σοφοκλῆν (Βενιζέλον). Ἐπίσης ἀναφέρεται τελευταία συνδιάλεξις τὴν 6ην πρωϊνήν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη κατάθεσις, ἡ ὁποία δὲν ἀνεγνώσθη. Ὑπάρχει κατάθεσις τοῦ Συνταγματάρχου τοῦ Μηχανικοῦ κ. Καπετανάκη, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν κατάθεσίν του, ἐξιστορῶν τὰ διατρέξαντα λέγει ὅτι: «ἐν τῷ μεταξύ».... (ἀναγινώσκει) Τὶ περίεργος σύμπτωσις αὐτή, Κύριοι Βουλευταί. Ὁ Βενιζέλος τηλεφωνεῖ δύο φορὲς εἰς τὸν κ. Ἐξηντάρην. Τὴν πρώτην φορὰν εἰς τὰς 2 καὶ 45′ καὶ τὴν ἄλλην φορὰν τὴν 6ην πρωϊνήν. Ἀλλὰ τὴν 2 καὶ 45′ ὁ κ. Ἐξηντάρης μόλις λαμβάνει τὸ τηλεφώνημα τοῦ κ. Βενιζέλου, καλεῖ τὸν κ. Κλάδον καὶ τοῦ λέγει: Ἡ Κυβέρνησις παρητήθη. Ἡ ἐπανάστασις ἐπεκράτησεν. Ὁ Πλαστήρας εἶνε δικτάτωρ καὶ ἐγὼ σοῦ παραδίδω τὴν Ἀρχήν. Εἶνε ἀκριβῶς μετὰ τὸ τηλεφώνημα τοῦ κ. Βενιζέλου εἰς τὰς 6 τὸ πρωΐ. Ὁ κ. Βενιζέλος ὁμιλεῖ μετὰ τοῦ κ. Ἐξηντάρη καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων λέγει ὅτι ἐπείσθη ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος εἶνε σύμφωνος, διότι ἠρώτησε τὸν Ἐξηντάρην ἐὰν συνελήφθη ὁ Κονδύλης. Ποία εἶναι ἡ σκέψις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν, ὄχι μόνον εἶνε ἠθικὸς αὐτουργός, ἀλλὰ συνεργός, ὑποκινητής, ἀρχηγὸς αὐτὸς ὁ ἴδιος τῆς ἐπαναστάσεως, χωρὶς τὸν Πλαστήραν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ποὺ ὁ Ν. Πλαστήρας χάνει πλέον τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν; Καὶ ὅταν φθάνῃ ὁ Κατεχάκης καὶ τοῦ λέγει «πρέπει νὰ τὸν πετάξω ἀπ’ ἐκεῖ, ἢ νὰ παραιτηθῶ» δέχεται τὴν παραίτησίν του, ἀφήνων τὰ πράγματα ἔτσι, ἐλπίζων ὅτι ὁ Κονδύλης θὰ συλληφθῇ εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ὅτι καὶ τὸ κίνημα εἰς τὰς Ἐπαρχίας θὰ ἐπικρατήσῃ! Ἀλλ’ αἱ ἐλπίδες ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν τὸν διαψεύδουν. Τὸ κίνημα ἀποτυγχάνει ἐντελῶς καὶ ὁ Πλαστήρας, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν παραμένων, δέν γνωρίζει καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος τὶ νὰ πράξῃ. Εἰς τὸν Βενιζέλον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τοὺς στρατηγοὺς ἀκόμη, ἦτο εὐκολώτατον νὰ συλλάβουν τὸν Πλαστήραν. Διατὶ ὅμως δὲν γίνεται αὐτό; Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸν Πλαστήραν ἐδημιούργησε εἰς θρῦλον, ὁ Βενιζελισμός, ὅταν ἔκαμε τὴν ἐπανάστασιν, ἐπιστρέφων ἐκ τοῦ Μικρασιατικοῦ μετώπου, τὸν ἐδημιούργησεν εἰς θρῦλον διὰ νὰ ἔχῃ τὸ ἄλτερ ἔγκω τοῦ Βενιζέλου εἰς τὸ στράτευμα. Πλαστήρας καὶ Βενιζέλος ἕν καὶ τὸ αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι εἰς τὰς διαπραγματεύσεις περὶ διαδοχῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Πλαστήρας λέγει αὐτὸ νὰ γίνῃ, ἐκεῖνο νὰ γίνῃ. Ἐὰν ὁ Πλαστήρας συνελαμβάνετο, τὸ πᾶν τελειώνει. Ἀλλ’ ὁ κλονισμὸς τοῦ Πλαστήρα σημαίνει κλονισμὸν τῆς πεποιθήσεως τῶν διαφόρων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε τὸν ἐσέβοντο. Ἑπομένως σημαίνει καταράκωσιν τοῦ Βενιζελισμοῦ καὶ ἐξευτελισμὸν τοῦ Πλαστήρα καὶ δι’ αὐτὸ ὁ Βενιζέλος ὑπεστήριξε τὸν Πλαστήραν. Ἀλλὰ γεννᾶται καὶ ἕν ἄλλο ἐρώτημα. Ἀφοῦ τέλος πάντων δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν συγκρατήσῃ, διατὶ ἐζήτησε τὴν Κυβέρνησιν ἀντιστρατήγων; Θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ὅλη ἡ προσπάθεια τοῦ Βενιζέλου εἰς τὰς στρατιωτικὰς Κυβερνήσεις, ἦτο ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ποὺ τὸ πᾶν κατέρρευσεν, ὁ Βενιζέλος ἔρχεται καὶ ἐπικαλεῖται ὑπὲρ τοῦ Πλαστήρα ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐπεκράτησεν. Ἀλλὰ πῶς ἐπεκράτησεν, ἀφοῦ τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τῆς νέας Κυβερνήσεως, τὸ ἐδημοσίευσεν ὁ κ. Βενιζέλος; Πότε λοιπὸν ὑπῆρξε μεσοβασιλεία τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα, ἐκτὸς ἐὰν εἶχε τὴν ἀντίληψιν ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ ὅτι πράγματι κατελύθη τὸ Κράτος, ὁπότε ἡμεῖς τότε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν ὅ,τι θέλωμεν, καὶ ἑπομένως δὲν ἠμποροῦσαν νὰ μᾶς κατηγορήσουν, ὅταν ἐξεφράσαμε τὴν ἰδέαν νὰ καταργήσωμε τὴν Γερουσίαν. Τώρα, Κύριοι Βουλευταί, ἂς παρακολουθήσωμε τὸν κ. Βενιζέλον εἰς τὴν περαιτέρω ἐξέλιξίν του, τὴν καὶ σοβαρωτέραν. Ὁ Βενιζέλος, ὅταν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου τὸν κατηγόρησε, καὶ ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις του ὡμίλησε περὶ τῶν ὑπευθύνων τῆς 6ης Μαρτίου, ἀρχίζει προκαλῶν διὰ τοῦ τύπου τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως παραπομπῆς. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ πρότασις δὲν θὰ ὑποβληθῇ, νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἀκόμη καὶ τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου δι’ ἕνα ἄλλον σκοπόν. Ὅταν πλέον ἡ πρότασις κατατίθεται, ὁ Βενιζέλος, διὰ τοῦ φιλικοῦ πρὸς αὐτὸν τύπου, ἀρχίζει ὑβρίζων ἡμᾶς τοὺς ὑπογράφοντας τὴν πρότασιν καὶ συνάμα μὲ τρόπον παρακαλεῖ νὰ ἀποσύρωμεν τὰς ὑπογραφάς μας. Εἶνε ὁ ἐγκληματίας, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ καταθορυβήσῃ τὸν κατηγόρόν του, καὶ συνάμα ἐκλιπαρεῖ. Ἐν τέλει, εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, παραβιάζων τὸ μυστικὸν τῆς ψηφοφορίας, ρίπτει μίαν ρουκέταν, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν συνηθίζει νὰ ρίπτῃ εἰς ὅλην του τὴν ζωήν. «Θὰ παρακαλέσω τοὺς φίλους μου νὰ ὑπερψηφίσωσι τῆς προτάσεως, διότι φοβοῦμαι ὅτι τινές τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, μὴ πειθόμενοι εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, θὰ ἀρνηθῶσι τὴν ψῆφον των. Ἐπειδὴ ὅμως θέλομεν νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια θὰ παρακαλέσω τοὺς φίλους μου νὰ ὑπερψηφίσωσι τῆς προτάσεως». Δὲν εἶνε αὐτὴ ἡ σκέψις τοῦ Βενιζέλου, διότι οὐδέποτε εἶπε τὴν σκέψιν του. Γνωρίζω τὸν ἄνδρα καὶ διαγιγνώσκω τὴν σκέψιν του. Πολλοὶ τῶν πολιτικῶν του φίλων, κυρίως ἄνθρωποι ἤρεμοι καὶ ποθοῦντες τὴν γαλήνην τοῦ τόπου, πολλοὶ δὲν ἐπίστευσαν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἴσως ἀκόμη, ὅτι ὁ Βενιζέλος εἶναι ὁ ὑποκινητὴς τοῦ διχασμοῦ, ὁ ὑποκινητὴς τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀφ’ ἧς ὅμως στιγμῆς ἡ πρότασις ἤρχετο ἐνταῦθα, ὑπῆρχε ὁ φόβος τῆς ἀποκαλύψεως τούτου καὶ ἀκόμη ὁ φόβος τοῦ ὅτι κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ, ἔστω καὶ ἓν ψηφοδέλτιον περισσότερον ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε αὐτό, τὶ θὰ ἐσήμαινε; Θὰ ἐσήμαινεν ὅτι εἷς φίλος τοῦ Βενιζέλου ἐκλονίσθη ἀπὸ τὴν ἀθωότητα αὐτοῦ. Αὐτὸ θὰ ἐσήμαινε τὸν πολιτικὸν θάνατόν του, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἴδιος, καὶ τρέμων ἐνώπιον τοῦ πολιτικοῦ του θανάτου ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τὸ καταπίπτων αὐτὸ πολιτικὸν ράκος, ἔρριψε τὴν ρουκέταν αὐτήν. Ὁ Βενιζέλος δὲν ἠθέλησε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ μπλοφάρῃ, κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, λαβὼν τὸν λόγον ἀνέπτυξε τὸ κατηγορητήριον, ἔπειτα δὲ ὁ Βενιζέλος, ἀνελθὼν εἰς τὸ Βῆμα, λόγῳ τῆς ἡλικίας του μὴ ἔχων πλέον τὴν παλαιάν του εὐστροφίαν, ὡμολόγησεν πράξεις περισσοτέρας ἀκόμη ἀπὸ ὅσας τοῦ εἶπεν ὁ κ. Μεταξᾶς. Ὡμολόγησεν ἀπολύτως τὴν ἐνοχήν του καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης βλέπομεν τὸ πολιτικὸν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζετο, καταρρέον. Μία καὶ μόνη μέθοδος μένει εἰς αὐτὸν διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν πολιτικήν του ὀντότητα, ἡ παλαιὰ μέθοδος τῆς ἐξάψεως τῶν παθῶν καὶ τοῦ διχασμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἐπεχείρησε, Κύριοι, διὰ τοῦ Πλαστήρα, νὰ φέρῃ τοὺς πρόσφυγας εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ διχάσωσι τοὺς γηγενεῖς. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ὄνομα τοῦ Πλαστήρα καὶ τὸ ἀναγνωρίζει, ὡς ὄνομα, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει κάτι τι ἡ Ἑλλάς. Ἐνθυμεῖται βέβαια τὸ περιβόητον ψήφισμα τῆς Βουλῆς μὲ τὸ ὁποῖον προήχθη εἰς ἀντιστράτηγον ὁ Πλαστήρας. Ἐλησμόνησε καὶ κάποιο ἄλλο ψήφισμα, τὸ ὁποῖον τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐψήφισεν τὸ Κοινοβούλιον ἐκεῖνο. Ἐλησμόνησε, λέγω, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο δημοσιεύεται τὸ ἑξῆς ψήφισμα.... (ἀναγινώσκει). Ἐλησμόνησε φαίνεται, λέγω, τὸ Διάταγμα διότι ἐὰν τὸ ἐνεθυμεῖτο βέβαια, δὲν θὰ ἔλεγεν ὅτι ὀφείλει εὐγνωμοσύνην, ὅπως ἐπίσης, ἐὰν ἐνεθυμεῖτο τοὺς λόγους τοῦ κ. Παπανδρέου, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ἀναγνώσω, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἡ εὐγνωμοσύνη δὲν ὀφείλεται εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς τὴν πρόκλησιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμεν ὁ κ. Βενιζέλος, διὰ τοὺς νεκρούς, τοὺς ὁποίους θρηνοῦμεν. Αὐτὸς εἶνε ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Ὄχι μόνον εἶνε ἔνοχος συνεργείας, ἀλλὰ καὶ πραγματικὸς αὐτουργός, αὐτουργὸς δὲ ὄχι μόνον τῆς πράξεως ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ τῆς σημερινῆς τὴν ὁποίαν βλέπομεν, αὐτουργὸς τοῦ νέου διχασμοῦ τῆς Ἑλλάδος, τὸν ὁποῖον ἐπιχειροῦν συνεργάται του ἄνθρωποι εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα καθήμενοι καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι συνείργησαν, ὑπεστήριξαν καὶ προσεχώρησαν πρὸς τὴν ἐπανάστασιν. Ἀλλ’ αὐτοί, εὐθέως καὶ εὐθαρσῶς ὡμολόγησαν τὴν πρᾶξίν των, καὶ δι’ αὐτὸ δι’ ἡμᾶς ἠμνηστεύθησαν. Δὲν εἶνε ἄτιμον τὸ ἐπαναστατεῖν, εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Βενιζέλος’ ἄτιμον εἶνε νὰ προσπαθῇ νὰ ἀποκρύψῃ τὸν ἑαυτόν, ἅμα ἐπεχειρήσῃ τὴν ἐπανάστασιν. Ἄς ὁμολογήσῃ καὶ αὐτὸς τὴν πρᾶξίν του εὐθέως καὶ εὐθαρσῶς, ὄχι ἐξαναγκαζόμενος πρὸς τοῦτο, ὡς ἐξαναγκάζεται σήμερον, ἂς ὁμολογήσῃ ὅτι ἔσφαλε, καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ἐκάμαμεν καμμίαν συζήτησιν, οὔτε κἂν πρόκλησιν πρὸς τοιαύτην. Ἀλλὰ καὶ σήμερον ἀκόμη τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἑκὼν καὶ ἄκων ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου ὡμολόγησεν, χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ἡμεῖς, τοὺς ὁποίους κατηγορεῖ ὡς ἀδιαλλάκτους, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ προτείνωμεν τὴν παροχὴν ἀμνηστείας πρὸς αὐτὸν καὶ τοὺς συνενόχους αὐτοῦ. Ὁ λαὸς ἔμαθεν ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ μόνος καὶ κύριος ἔνοχος (χειροκροτήματα).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§87Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἡ ἀπόφασίς μου, Κύριοι Βουλευταί, ὅπως λάβω τὸν λόγον καὶ μετὰ τὴν ὁμαδικὴν ἀποχώρησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὀφείλεται καὶ εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνεγράφην, ἵνα ὁμιλήσω ἀπὸ προηγουμένης ἡμέρας, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν παρατήρησιν, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξα, ὅτι ἡ φορὰ πρὸς ἥν κατευθύνεται ἡ συζήτησις, βεβαίως, δὲν προάγει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὸ Κοινοβουλευτικόν μας Σῶμα. Οἱ καιροὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶνε πονηροί, ἡ δυστυχία ὑπὸ τῆς ὁποίας μαστίζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός—ἐκ τῆς παγκοσμίου κρίσεως λαμβάνων τὸ ἀνῆκον αὐτῷ πικρὸν μερίδιον—ὅλα ταῦτα δημιουργοῦν ἀψίκορον τὴν διάθεσιν τῶν ἐντολέων μας ἀπέναντι ἡμῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἔδωκε τὴν ἐντολὴν ὅπως ἀφοσιωθῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς του. Ἐλπίζω ὅτι ἀκριβῶς ἡ ἀντικειμενικότης, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε προσπαθῶ νὰ διατηρῶ εἰς τὴν πολιτικήν μου ζωὴν θὰ μὲ ἀπαλλάξουν παρεξηγήσεων καὶ ἀπὸ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ἡ ὁποία παρέμεινε καὶ ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μου ἀριστερᾶς, ἡ ὁποία ἀπεχώρησεν. Μένομεν, Κύριοι, σύμφωνοι ὅσον ἀφορᾷ τὴν καταδίκην τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου. Ὑπῆρξε πρᾶξις ἔκθεσμος, τὴν ὁποίαν ἡ δεξιὰ δύναται νὰ ὀνομάζῃ ἔγκλημα, τὴν ὁποίαν ἡ ἀριστερὰ δύναται νὰ ὀνομάζῃ ἁμάρτημα, ἡ ὁποία πάντως ὑπῆρξεν ἕν βαρὺ παράπτωμα ἐναντίον τῆς ἐτυμηγορίας τῆς προσφάτου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀρχικῶς, κατὰ τὴν συνεχισθεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὁ λόγος ἐπεξετάθη ἐπὶ τοῦ ἂν οἱ πρωτοστατήσαντες εἰς τὸ κίνημα περιορίζονται μόνον εἰς τὸ πλαίσιον τῆς ἐνόπλου δυνάμεως, ἐν ἐνεργείᾳ ἢ ἀποστρατείᾳ, ἄν ἡ ὠθήσεις ἐδόθησαν ἢ ἀνοχαὶ παρετηρήθησαν ἐκ μέρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἐκείνου δηλαδή, ὁ ὁποῖος ἐτάχθη ἐντεταλμένος νὰ προασπίσῃ εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τὰς συνταγματικὰς τοῦ τόπου τούτου ἐλευθερίας. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω ποσῶς εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, θὰ ἀπασχολήσω μόνον τὴν Βουλὴν ἐπί τινων σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκ τῆς γενομένης μέχρι τοῦδε συζητήσεως κατέληξα εἰς ἀτομικά τινα συμπεράσματα. Εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἡ συμπτωματική μου ἰδιότης, ὅτι μόνος παρευρίσκομαι ἐν μέσῳ τῆς πλειονοψηφούσης μερίδος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἡ ροπή μου εἰς τὸ νὰ μὴ δημιουργῶ ἀντεγκλήσεις, θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν νὰ διεξέλθω ἀπροσωπολήπτως καὶ ἀσκανδαλίστως τὸ λεπτὸν τοῦτο θέμα. Αἱ χθεσιναὶ δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σκοπὸν εἶχον νὰ τερματίσωσι τὴν ἐκ τῶν προχθεσινῶν ἐκτρόπων ἐντύπωσιν. Σημεῖά τινα τῶν δηλώσεων τούτων εἶνε ἄξια παρατηρήσεών τινων καὶ ἀντικρούσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνέστησε γαλήνην. Βαθέως ἐκτιμῶ τὰ προσωπικά του χαρίσματα, μὴ τυφλωθεὶς ποτὲ ἐκ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν ἀντιθέσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶνε πάντοτε τελεσφόρον τὸ νὰ πράττῃ τις μόνον τὸ καθ’ ἑαυτὸν. Ὅταν διοικῶμεν ἀπαιτεῖται παρ’ ἡμῶν νὰ ἐντείνωμε τὸ ἐγώ μας πέραν τῶν ὑποκειμενικῶν ἡμῶν ἰδιοτήτων μέχρις ἐπιτεύξεως τῶν προσηκουσῶν λύσεων. Ἄν ἐπιτρέπεται, νὰ κυμαινώμεθα μεταξὺ πειθοῦς καὶ βίας. Διότι καὶ τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου εἶναι ρευστὸν καὶ ἀσταθές. Ἀλλ’ ἄς τεθῇ μία βάσις συζητήσεως, ἡ ὁποία οὔτε τοὺς ἐξ ἡμῶν ὀξυθυμωτέρους θὰ ἠρέθιζεν, οὔτε τοὺς ἀτολμωτέρους θὰ καθήλωνεν εἰς τὴν θέσιν των· ἐξεδηλώθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας ἡγέτου δεινὴ κατηγορία κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Μετὰ δισταγμοὺς, ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς ἀπεδέχθη τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ αἴθουσα αὐτὴ περιεβλήθη τὸ ἱερὸν πλαίσιον δικαστηρίου. Θὰ ἀναγνωρίσωμεν λοιπὸν ὡς ἀπαραβίαστον τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας τοῦ κατηγορουμένου καὶ θὰ ἀναγνωρίσωμεν ἀκόμη περαιτέρω, ὡς ἐξ ἴσου ἐπιτακτικήν, τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ψυχραιμίας ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν. Ἢ ἡ αἴθουσα αὕτη προβαίνει ἤδη εἰς μίαν προδικαστικὴν λειτουργίαν, ὁπότε ὀφείλει νὰ συζητῇ καὶ νὰ κρίνῃ, ἢ δὲν εἴμεθα πλέον δικασταὶ καὶ κατηγορούμενοι συμπαριστάμενοι, ὁπότε εἴμεθα ἁπλῶς ἀντιμέτωποι ἄνθρωποι, διώκοντες καὶ διωκόμενοι. Νομίζω, ὅτι ἡ πρώτη ἐκδοχὴ εἶνε ἡ ὀρθοτέρα. Ἰδοὺ διατί μὲ ὅλην τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὴν θέσιν του προσοχὴν ἀναμένω, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πείσῃ τὴν πτέρυγά του, ὅτι μία ὁπωσδήποτε φράσις δὲν ἀρκεῖ διὰ νὰ τὴν παρασύρῃ εἰς ἀκρότητας. Φυσικὰ καὶ διὰ τὰς δύο πτέρυγας ὑφίσταται πάντοτε εὔσχημος τρόπος διὰ νὰ εἴπῃ τις καὶ τὰ πικρότερα τῶν πραγμάτων, ἀρκεῖ νὰ εἶνε εἰλικρινὴς καὶ ἀντικειμενικός.
§88Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Καὶ νὰ ἔχῃ εὐπρέπειαν γλώσσης.
§89Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Νομίζω—χωρὶς νὰ ἔχω καμμίαν βεβαίως ἐντολήν—ἐπειδὴ ἐκαθήμην πλησίον τοῦ κ. τέως Πρωθυπουργοῦ, νομίζω ὅτι ἡ φράσις ἐκείνη, ἡ ἀφορῶσα τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν, ἦτο ἡ ἀρχὴ μόνον φράσεως. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔτεινεν, ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὴν παλαιοτέραν του ἐπιστολήν, τὴν σταλεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ παλαιοδημοκρατικοῦ κόσμου, νὰ ἀποδοκιμάσῃ καὶ πάλιν τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, ἥτις ἐπωρφάνισε τὴν πτέρυγα τῆς πλειονοψηφίας ἐξεχόντων μελῶν καὶ Ἀρχηγῶν κατὰ τὸ 1922. Ἀλλὰ θὰ ἤθελε νὰ προσθέσῃ ὅτι ὅλως ἀνεξαρτήτως τῆς πράξεως ταύτης, ἀναγνωρίζει εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα πολεμικὴν καὶ ἄλλην τινὰ ὑπηρεσίαν, ἀξίαν νὰ τύχῃ τῆς ἐκτιμήσεώς του.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖαι ἦσαν αὐταὶ αἱ ὑπηρεσίαι;
§91Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας.
§92Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ρήτωρ ὁμιλεῖ μετὰ τοσαύτης ἀντικειμενικότητος.... (δὲν ἀκούεται). Μόνον θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἰωαννίνων νὰ μοῦ καθώριζεν ὀλίγον σαφέστερον, τί θὰ ἀπήτει ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως, διότι ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἤμην καὶ ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ προσηλώσω τὴν προσοχήν μου πρὸς τὸν ὁμιλητὴν καὶ δὲν ἤκουσα ἐπαρκῶς τί εἶπε σχετικῶς.
§93Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω κατὰ τρόπον σαφέστερον, ὥστε τὸ κλάσμα τῆς προσοχῆς σας νὰ εἶνε ἐπαρκὲς διὰ τὴν κατανόησιν τῶν λόγων μου. Ἔναντι τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐνεδεικνύετο νὰ λάβῃ ἐξ ἀρχῆς θέσιν ὁ ἀξιότιμος Κύριος Πρωθυπουργός. Θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς φίλους του, ἐφόσον ἐφρόνει ὅτι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ ἔβλαπτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα: «Ὁ κ. Μεταξᾶς ἐπιμένει νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν. Δὲν δύναται δὲ δι’ αὐτοῦ, νὰ διαρραγῇ ἡ μετ’ αὐτοῦ συνεργασία. Σᾶς ἀποτρέπω λοιπὸν ἀπὸ τοῦ νὰ προσυπογράψητε τὴν πρότασιν μέχρις ὅτου θεωρήσω ἀκίνδυνον τὴν συζήτησίν της. Τότε δύνασθε, ὅσοι ἐπιθυμεῖτε, νὰ ὑπογράψητε δίδοντες οὕτω νομίμως ἐμφανίσιμον μορφὴν εἰς αὐτήν. Δὲν σύρομεν τὴν αὐλαίαν ἐπὶ τῶν γεγονότων τῆς 6ης Μαρτίου, ἀναβάλλομεν διὰ τὸν εὔθετον ἁπλῶς χρόνον, τὴν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν καὶ λῆψιν ἀποφάσεων». Ἀλλ’ ἐφόσον τοῦτο δὲν ἔγινεν, ἡ δὲ πρότασις ὑπεβλήθη —εἶνε καὶ αὐτὸ μία τακτική— ἀνεπήδησε τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως ἢ τῆς μὴ συζητήσεως. Ἀλλ’ εἶνε προφανὲς ὅτι ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη ἡ δεινὴ κατηγορία, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας πᾶσαν ἄλλην ἐπιφύλαξιν καταργεῖ καὶ ἐπιτάσσει τὴν συζήτησιν. Εὑρέθημεν εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ συγκρατήσωμεν—ὄχι! ν’ ἀποτρέψωμεν—τὴν κατηγορίαν ἢ νὰ δημιουργήσωμεν διὰ συνεννοήσεως τῶν κομμάτων ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ διὰ δηλώσεων καταλλήλων πέραν τῶν συνόρων τοῦ Κράτους τὴν ἀτμόσφαιραν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπεν ὥστε νὰ ἀποσαφηνισθῇ ἡ κατηγορία, ἔστω καὶ ἂν ἀναβληθῇ ἡ ὁριστική της ἐκδίκασις. Ἀλλὰ πάντως ἡ συζήτησις καὶ ἡ προδικαστικὴ περίοδος ἀποτελοῦν ἀναπόφευκτον ἐπακολούθημα τῆς ὑποβληθείσης κατηγορίας. Ἡ ἐκκρεμότης καὶ τὸ ἀναπόδεικτον τῆς κατηγορίας βλάπτουν καὶ οὐχὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις. Διότι ἀφ’ ἧς ἡ συγκεκριμένη κατηγορία διετυπώθη καὶ ἀφ’ ἧς ἐγένετο προσθήκη ὑπογραφὴ μελῶν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον τελεῖ ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως τῶν συμπραττόντων κομμάτων....
§94Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶνε ζητήματα καθαρῶς συνειδήσεως τῶν Βουλευτῶν. Δὲν εἶνε ζητήματα Κυβερνητικά.
§95Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθ.). Ἐγὼ ἐζήτησα, Κύριε Βουλευτά, νὰ μᾶς δώσῃ ὁ ρήτωρ μερικὰς διασαφήσεις. Δὲν μέμφεται οὐδένα. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἔστω καὶ ἐλάχιστον ἴχνος μομφῆς, εἰς τοὺς λόγους τοῦ ρήτορος, τοῦτο ἀφορᾶ ἐμέ.
§96Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδόλως μέμφομαι Ὑμᾶς διὰ τοῦτο. Εἶναι ἁπλῶς διαφορὰ τακτικῆς. Ἐδημιουργήθη, φαίνεται, ἐν τούτοις παρανόησις τοῦ λόγου μου χωρὶς νὰ προτίθεμαι νὰ μὴ ἀναγνωρίζω τὸ αὐτεξούσιον κατὰ τὰς Κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις. Τονίζω μόνον ὅτι τὸν χρόνον τῆς μάχης, ἔστω καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς φύσεώς της παρουσίαζε χαρακτῆρα ἠθροισμένων ἀτομικοτήτων, δικαιοῦται καὶ εἶνε μάλιστα ὑπόχρεως νὰ ὁρίζῃ ὁ ἡγήτωρ. Διότι, πρέπει νὰ δεχθῇ τις ὅτι ἡ μεγαλειτέρα βλάβη, ἀφ’ ἧς ρίπτονται τὰ βέλη, δὲν προσγίνεται καθ’ ὃν χρόνον αὐτὰ σπεύδουν πρὸς τὸν στόχον, ἀλλὰ καθ’ ἥν στιγμὴν φθάνουν εἰς αὐτόν. Τότε θὰ κριθῇ ἐὰν ἐκεῖ ὅπου προσέκρουσαν προυξένησαν ζημίαν ἢ ἔπεσαν εἰς νεκρὸν τομέα. Δὲν ἰσχυρίζομαι βεβαίως ὅτι οἱ ταγοὶ τῶν λαῶν ὀφείλουν νὰ κατέχουν τὸ ἀλάθητον, οὔτε ὅτι οἱ ἐκ τῆς ἄλλης πλευρᾶς κρίνοντες δικαιοῦνται νὰ στιγματίσουν οἱονδήποτε διαφορὰν τακτικῆς τῶν ἀντιπάλων των ἀπὸ τῆς ἰδικῆς των τακτικῆς. Προάγονται ὅμως αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος τούτου ὅταν αἱ προκλητικότητες λείπουν. Θὰ εἶχον ἀκόμη τὴν παράκλησιν, τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ ἔβλεπα ἰσχυρότερα τὰ νεῦρα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν στιγμὴν ἐκείνην τῆς διὰ λόγων συρράξεως. Εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἠθέλησε νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν φράσιν του διακοπεῖσαν, θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ συγκρατηθῇ εἰς τὴν θέσιν. Νὰ μὴ ἐγερθῇ κἂν παρὰ νὰ καμφθῇ ἐκείνην τὴν στιγμήν, ἐπανακαθήμενος ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς δυσβαστάκτου τῷ ὄντι ἐξουσίας εἰς τόσον πικρὰν περίοδον ἀσκουμένης. Τὸ ὅτι ἠγέρθη ἔδωκε καὶ πάλιν τὸν τόνον τῆς ἀκαίρου διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐκείνην τὴν στιγμήν. Θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ ἀκούσωμεν πλήρη τὴν φράσιν καὶ ἐκ τοῦ πέρατος αὐτῆς ἐνδεχομένως νὰ καθίστατο ἀδύνατον νὰ δημιουργηθῇ ὁ θόρυβος. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο δίκαιον καὶ τότε νὰ δημιουργηθῇ μεγαλυτέρα ἀταξία καὶ μεγαλύτερον τραῦμα πρὸς τὴν συνέχισιν τῶν ὁμαλῶν ἐργασιῶν ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸ ὁποῖον παρουσίασε τὸ προχθεσινὸν θέαμα τῆς Βουλῆς, χωρισθείσης εἰς δύο πτέρυγας ἀλληλοϋβριζομένας, ἀποτελούσας ἀληθῶς ἕνα θλιβερὸν στίβον μονομαχίας. Εἰς τοῦτον ἔλαβον μέρος λίαν ἀπρεπῶς οἱ ἐκ τῶν Θεωρείων, οἱ ἔχοντες δικαίωμα νὰ παρακολουθοῦν, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν νὰ σιγοῦν καὶ νὰ μὴ θορυβοῦν καὶ δημαγωγοῦν καὶ δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι αἱ λαϊκαὶ ἐλευθερίαι εἶνε ἀμφίστομος μάχαιρα, ὅταν δὲν ἀποδεικνύῃ κανεὶς πλήρως τὴν ἠρεμότητα τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀνεμοχλεύθη καὶ ἡ φράσις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, εἰπόντος ὅτι δὲν θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρότασιν παραπομπῆς τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἀλλ’ ὅτι συνεχίζει τὰς δηλώσεις του εἰς τὸ σχετικὸν μέρος τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀντελήφθην τοὐλάχιστον ἐγὼ, πρόφασιν μειώσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Ἐδήλωσεν ἄλλωστε ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι εἰς τὴν οὐσίαν αὐτῆς θὰ ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθῃ κατὰ τὴν κατάθεσίν του, ἤ, ὅπως ὁ ἴδιος τὴν ἐχαρακτήρισε, «κατὰ τὴν ἀπολογίαν του», ἐνώπιον τῆς συσταθησομένης ἐπιτροπῆς. Τὴν σύστασιν αὐτῆς ἐθεώρει βεβαίαν, ὄχι μόνον διότι πρὸς αὐτὴν ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐξ ἀλλαγῆς περιστατικῶν σύσσωμος φέρεται ἡ Συμπολίτευσις, ἀλλὰ διότι τότε, οἱ ὑποβάλλοντες τὴν μήνυσιν Βουλευταὶ μετὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι θὰ προσήρχοντο εἰς τὴν θερμὴν σύστασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως ὑπερψηφίσουν τὰς προτάσεις παραπομπῆς, ἀποτελοῦν σαφῶς τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῷ Σώματι τούτῳ. Ἀλλὰ κάτω τῆς προτάσεως παραπομπῆς ἐφ’ ἧς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος Συνάδελφος, ἔφερε τὴν παρατήρησιν, βλέπει κανεὶς ἀναγεγραμμένα ὀνόματα συμπαθῶν ἀτόμων, συνδεδεμένων δι’ ἀλήστου δικαιολογημένου πένθους μὲ τὰ δραματικὰ γεγονότα τοῦ 1922. Κύριοι Βουλευταί, ὅταν εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς παραπομπῆς βλέπετε τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου κ. Στράτου, τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου κ. Πρωτοπαπαδάκη, μὴ νομίσητε ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτή οὐσιαστικῶς ἐνισχύεται. Μοιραίως προσλαμβάνει ὄχι τὴν μορφὴν τῆς Θέμιδος, ἀλλὰ τὴν μορφὴν τῆς Νεμέσεως. Εἶνε φυσικὸν καὶ ἀνθρώπινον ὁ πόνος, ὁ ὑποκειμενικός, νὰ συσκοτίζῃ τὴν ἀντικειμενικὴν κρίσιν ἐπὶ τῶν γεγονότων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἀνέμενα νὰ ἴδω τοποθετημένας κάτωθεν τῆς μηνύσεως ἄλλας ὑπογραφάς. Θὰ ἤκουον δὲ μετὰ δικαίας προσοχῆς ὀξυτάτην κατόπιν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γνωμῶν των ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα προανέφερα. Μοῦ ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος πληροφορίας περὶ τῆς δράσεως τοῦ Πλαστήρα. Διὰ τὸν στρατηγὸν Πλαστήρα, δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος ἀπολογητής. Μὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν εἰς ὀλίγας περιστάσεις εὑρέθην πλησίον, ἀλλ’ εὑρέθην πλησίον ὑπὸ τὰς σφαίρας τὰς ἐχθρικάς, εὑρέθην πλησίον, ὅταν, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος μειδιῶν Συνάδελφος κ. Βοῦλτσος ἐνθυμεῖται, εὑρέθημεν ἐκεῖ ἐνσφηνωμένοι εἰς τὸ βάθος τῆς Ἀσίας μετὰ τοῦ Στρατοῦ, τοῦ διεκδικοῦντος καὶ πάλιν τὰ ἑλληνικὰ δίκαια. Ἐκεῖ ὅπου ἐπὶ χιλιετηρίδας, εἶχεν ἀκτινοβολήσει ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός, ἐκεῖ ὅπου διεδραματίσθη ἡ τραγῳδία, ἡ καταλήξασα εἰς ἄλγιστον ἑλληνικὴν καταστροφήν, ἐξ ἧς καταστροφῆς ἀνεπήδησεν ἕν φαινόμενον ἄξιον προσοχῆς: Ἡ ἀδέλφωσις τῶν ἀπὸ χιλιετηρίδων ἀλληλομισουμένων τέως καὶ ἤδη ἀγαπητῶν γειτονικῶν λαῶν, τοῦ Τουρκικοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Εἰς τὴν δυστυχίαν αὐτὴν τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν, συνταγματάρχην τότε, τὸν ἐγνώρισα καλῶς πολεμήσαντα.
§97Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Διαφωνεῖτε πρὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ στρατηγοῦ Μαζαράκη, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἔκθεσίν του ἀναφέρει ἀντίθετον ἐκδοχήν.
§98Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἐπισφραγίζει καὶ τὸ βιβλίον τοῦ βασιλόπαιδος Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περὶ καλῆς ὁρμῆς τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα. Λέγει ὅτι καταβάλλεται μὲν προσπάθεια δημιουργίας φήμης, περὶ τὸν ἐν λόγῳ συνταγματάρχην, ἀλλ’ ὅτι ἡ στρατιωτική του ὁρμὴ ἦτο πάντοτε καλή. Νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶνε ἡ φράσις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάκρισιν τοῦ ἀξιοτίμου στρατηγοῦ Κ. Μαζαράκη, αὐτὴ εἶνε ἐκ τῶν ὑστέρων. Δὲν ἔλαβον γνῶσιν αὐτῆς. Ἀνέγνωσα πορίσματά τινα εἰς τὰς ἐφημερίδας. Πάντως τὸ ζήτημα τοῦτο εἶνε ἐκτὸς τοῦ θέματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν οὔτε πρόθεσιν, οὔτε ἁρμοδιότητα νὰ εἰσέλθω.
§99Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὀφείλετε νὰ τὴν δεχθῆτε. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει μία ἔκθεσις, ἡ ὁποία καταλήγει ὅτι εἶνε φυγὰς καὶ ρίψασπις, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἀπόδειξις περὶ τοῦ ἐναντίου εἶνε ἀκριβής, διότι ἐγένετο μετ’ ἀνάκρισιν καὶ εἶναι ἡ γνωστὴ ἡ ἐντιμότης τοῦ κ. Μαζαράκη.
§100Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐὰν συνεχίζετο πλήρης ἡ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων ἀνάκρισις, αὕτη θὰ κατένεμεν εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπολεμοῦμεν εἰς τὰ βάθη τῆς Ἀσίας, τὰ δικαιώματα καὶ τὰς εὐθύνας. Ἐνθυμεῖσθε ὅμως ὅτι, ὅταν συνεκροτήθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἀποτελοῦσα ἄλλως φωτεινὸν σημεῖον εἰς τὴν ἀνάπλασιν τῆς μεταπολεμικὴν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐθεωρήθει σκόπιμος ἡ συνέχισις ἐπὶ τῶν συζητήσεων τῶν σχετικῶν μὲ τὰς πολεμικὰς εὐθύνας.
§101Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἦτο μία ἀπὸ τὰς θυσίας τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
§102Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον, ἐκθέσας μίαν προσωπικὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ὑπὸ τὰς σφαίρας τοῦ ἐχθροῦ. Διὰ τὰς ἄλλας δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ περαιτέρω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι εἶνε κάπως τολμηρὸν εἰς ἐμὲ νὰ κατακρατῶ ὁλόκληρον τὴν Συμπολίτευσιν. Ἀλλὰ κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς παρενεβλήθη καὶ ἕτερον ζήτημα, ἡ παροχὴ ἀμνηστείας. Ἐπ’ αὐτοῦ, Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐγένετο συζήτησις, ἐξ οὐδετέρας τῶν πλευρῶν. Ἐδῶ ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων εἶνε ἁπλῆ: Ἢ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου ἐσχεδιάσθη καὶ ἐξετελέσθη ὑπὸ στρατιωτικῶν, ἢ καὶ ἕν μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου—ἔστω καὶ πρὸ παντὸς, ἂν τοῦτο περιορίζεται εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων—ὑπῆρχε τὴν ἠθικὴν αὐτουργίαν διαπρᾶξαν οὕτω βαρὺ καὶ ἀσύγγνωστον ἀδίκημα. Τὴν πρώτην περίπτωσιν δὲν φαίνεται υἱοθετοῦσα ἡ Κυβέρνησις, ἐφόσον τῆς φημολογουμένης ἀμνηστείας θὰ ἐξαιρεθοῦν οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἢ ἀποστρατείᾳ στρατιωτικοί. Συνεπῶς ἡ ἀμνηστεία ἀντικρύζει τὴν περίπτωσιν τῆς συμμετοχῆς καὶ πολιτικῶν ἢ καὶ ἄλλων δημοσίων λειτουργῶν ἢ ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἂν συμμετέσχον πολιτικοί, ἡ εὐθύνη αὐτῶν, καὶ δὴ τὴν ἐπιούσαν τῶν ἐκλογῶν, εἶνε ἀσυγκρίτως βαρυτέρα ἐκείνης τῶν στρατιωτικῶν, ἰδίως δὲ ἂν πρόκειται περὶ Ἀρχηγοῦ ἑνὸς μεγάλου κόμματος, ἐπὶ μήκιστον κυβερνήσαντος τὴν Ἑλλάδα. Πῶς τότε εἰς τοὺς πολιτικοὺς θὰ δοθῇ ἀμνηστεία, τῆς ὁποίας δὲν θὰ τύχουν οἱ στρατιωτικοί; Κατὰ τὰ Ναυπλιακὰ τῷ 1862, πρὸ τῆς ἐξώσεως τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος εἶχε χορηγηθεῖ ἀμνηστεία εἰς τοὺς ἐπαναστατήσαντας. Ἐξῃρέθησαν ταύτης μόνον ὁ Γρίβας, ὁ πάππος τοῦ ἤδη ὁμιλοῦντος καὶ ἄλλοι τρεῖς, θεωρηθέντες ὡς πρωθυπεύθυνοι ὑπὸ τῆς τότε κληθείσης «Κυβερνήσεως τοῦ αἵματος». Τοῦτο ἦτο φυσικὸν καὶ συνεπές. Ἀλλὰ πῶς ἤδη, ἂν τὸν τότε Πρωθυπουργὸν θεωρεῖτε τυχὸν ἔνοχον, πῶς εἶνε δυνατὸν αὐτὸν μὲν νὰ ἀμνηστεύσητε, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ὅτι τὸν ὑβρίζετε, κατωτέρους δὲ ἀξιωματικοὺς νὰ καταδιώκετε, χωρὶς ὁ Λαὸς καὶ αὐτοὶ νὰ πιστεύσουν ὅτι τοὺς ἀδικεῖτε; Καὶ ποία ἐν τοιαύτῃ ἀμνηστείᾳ θὰ εἶνε ἡ θέσις ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εἶνε συνάμα πολιτευταὶ καὶ ἀπόστρατοι στρατιωτικοί; Ποῖος εἱρμὸς καὶ συνακολουθία θὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν αὐτήν; Καὶ ἀναγινώσκω εἰς τὸν τύπον «ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλεῖτε περὶ ἀμνηστείας πλείονες στρατηγοὶ καὶ πλῆθος ἀξιωματικῶν παραπέμπονται εἰς ἀνακριτικὰ συμβούλια. Ἀναγινώσκω ἐπὶ παραδείγματι, μεταξὺ ἄλλων φερόμενον καὶ τὸ ὄνομα τοῦ στρατηγοῦ Βλάχου τοῦ Διοικητοῦ τῆς 8ης Μεραρχίας. Αἴ, Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν καὶ ἄλλων αἱ εὐθῦναι, ὡς αἱ τοῦ στρατηγοῦ τούτου, τοῦ ὁποίου τόσον τὴν δυσφορίαν διὰ τὸ πραξικόπημα, ὅσον καὶ τὴν προσεκτικὴν συμπεριφορὰν παρηκολούθησα, ὅταν περὶ ὥραν 5ην ἀπογευματινὴν τῆς 6ης Μαρτίου, ἔφθασεν εἰς Ἰωάννινα ἡ ἀναγγελία τοῦ κινήματος, ὅτε φροντὶς τοῦ Μεράρχου ὑπῆρξεν ἡ τήρησις τῆς τάξεως καὶ ἡ συνεννόησις μετὰ τοῦ Στρατηγοῦ Ὀθωναίου—αἴ, τότε φαντάζομαι, ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, ὅτι κῦμα ἀσυμμετρίας ποινικῶν καὶ διοικητικῶν διώξεων εἰσέβαλε. Οὐδὲ θὰ ἀρκῇ κἂν νὰ ἀθωωθοῦν τὰ κατηγορούμενα ἄτομα. Διότι τὴν πτῶσιν καὶ βύθισιν τοῦ λίθου παρακολουθεῖ ἐπὶ μακρὸν ὁ σάλος. Ἰδοὺ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν ἰδίαν της εὐθύνην ἐξετάζουσα τὰ γεγονότα καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν ἀμνηστείας, ἡ ἀμνηστεία αὐτὴ ὀφείλει νὰ εἶνε γενική, ἄλλως νὰ μὴ δοθῇ. Οἱ πολιτικοὶ μάλιστα μόνον μετὰ αὐστηροτέραν ἐξέτασιν δύνανται νὰ περιληφθοῦν εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἀμνηστείαν διδομένην μόνον, ὡς βολικωτέραν διέξοδον εἰς τὴν ἀκανθώδη αὐτὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, ἀμνηστείαν τοιαύτην δὲν τὴν ἐννοῶ. Δὲν ἐννοῶ δὲ ἀκόμη πῶς μία φράσις ἔντονος ἢ δυσάρεστος, λεχθεῖσα χθὲς καὶ ἐπακολουθηθεῖσα ἀπὸ τὰ γνωστὰ θλιβερὰ ἐπεισόδια, θὰ ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν τυχὸν ληφθεῖσαν ὑπέρ τῆς χορηγήσεως ἀμνηστείας ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι καὶ τοῦτο ἀκόμη ἀνεγράφη. Ἀλλ’ ἐτονίσατε κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι ἀποτελεῖτε τὴν πλειονοψηφίαν. Εὐλαβούμεθα πάντοτε τὰς ἀποφάσεις τῶν πλειόνων. Εἶνε ἀδύνατον ἄλλως νὰ διοικηθοῦν χωρὶς ἀσυναρτησίαν ὁμάδες, ὀργανισμοί, λαοί, ἔθνη. Οἱ ὀλιγώτεροι ὀφείλουν νὰ ὑποτάσωνται εἰς τοὺς περισσοτέρους. Εἶναι τὸ σύστημα θεωρητικῶς ἄδικον, ἀλλ’ εἶνε τὸ μόνον πρακτικὸν καὶ ἐφαρμόσιμον. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ δὲν κατώρθωσα νὰ κατανοήσω τὴν παραδεισιακὴν οὐτοπίαν τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς. Διότι αἱ οὐτοπίαι αὗται ὁδηγοῦν μοιραίως, ὑπὸ τὸ πρόσχημα θεωρητικῆς δικαιοσύνης, εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν τῆς βουλήσεως, εἰς τὴν ἔλλειψιν τακτικῶν κατευθύνσεων καὶ ροπῶν. Τοῦ ἐπιχειρήματος ὅμως ὅτι εἶσθε οἱ περισσότεροι δὲν πρόκειται νὰ γίνεται ὑπερβολικὴ χρῆσις, ἰδίᾳ ἐνταῦθα, ὅπου αἱ δύο πτέρυγες ἀντιπροσωπεύουν ἰσοδυνάμους περίπου λαϊκὰς μάζας. Τὰς τύχας τῶν ἐκλογῶν τότε, τὰς κρίνει τὸ ἐκλογικὸν σύστημα καὶ τὰ λάθη τακτικῶς. Ἴσως ἡμεῖς νὰ διεπράξαμεν περισσότερα ἀπὸ σᾶς. Θὰ ἤρκει, ἐπὶ παραδείγματι ἡ συμπερίληψις ἑνὸς Ἠπειρώτου εἰς τὸν συνδυασμὸν Ἀθηνῶν, ὡς ὑποψηφίου, ἵνα αἱ χάριν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Χέλμη, δοθεῖσαι ψῆφοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐλαττωθοῦν κατὰ τρόπον δίδοντα 22 ὅλας ἕδρας ἀκόμη εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Φάρμακον μικρὸν καὶ ἀνώδυνον. Ἡμεῖς εὐχόμεθα μὲ ὅλην μας τὴν ψυχὴν —δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ διὰ λογαριασμὸν ἄλλων, ὁ πληθυντικὸς εἶνε σχῆμα λόγου— εὐχόμεθα νὰ εὐοδωθῇ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Κανεὶς δὲν εἶνε τόσον μικροχαρής, ὥστε νὰ σκεφθῇ ὅτι, ἂν τὸ πλοῖον καταποντισθῇ, θὰ παρασύρῃ, ἀναποδράστως, τὸν κυβερνήτην. Ἰδοὺ διατὶ ζητοῦμεν νὰ πρυτανεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν πνεῦμα ἠρεμίας, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προαγώμεθα πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς συζητήσεως βεβαίως δὲν ἦτο ἡ προσήκουσα, Κύριοι Βουλευταί, ἂς θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων θὰ ἔλεγα, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἄνευ παραβολῆς, ἂς μὴ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῆς σκανδάλης. Εἶνε θλιβερὸν τὸ φαινόμενον ὅτι οὐχὶ δύο ἢ τρεῖς ἢ πέντε ἢ δεκαπέντε εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην Συνάδελφοι ὁπλοφοροῦν. Εἶναι θλιβερώτερον ὅτι εἰς τοὺς διαδρόμους ὑπῆρχεν ἀσφυκτικὴ συρροὴ ἀτόμων, τῶν ὁποίων ὁ Κοινοβουλευτικὸς ζῆλος πρὸς παρακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος τούτου, ἦτο τοὐλάχιστον ἐκπληκτικός. Εἶνε θλιβερώτατον, ὅτι ἐκ τῶν θεωρείων κατεπέμποντο, δίκην καταιωνισμοῦ, χειρονομίαι ἀπρεπεῖς, ὕβρεις ὧν οὐκ ἔστι ἀριθμός, ἀπειλαί. Πρέπει νὰ μὴ ἐγκολαφθῇ τὸ στίγμα τῆς μονιμότητος εἰς τὴν ἀποκαρδιωτικὴν αὐτὴν παρεκτροπήν. Ἐπίσης ὡρισμέναι διακοπαὶ ἐκ μέρους Ὑπουργῶν παρεῖλκον. Θὰ εἰπῆτε, εἶνε σπουδαῖα πράγματα αὐτά; Σπουδαῖον εἶναι ὅτι τὸ ἄθροισμα ὅλων αὐτῶν ἐπέφερον τὸ ὀλέθριον θέαμα τῶν δύο τελευταίων συνεδριάσεων. Εἰς τὸ ἱερὸν τοῦτο πολιτικὸν τέμενος, ὀφείλομεν λειτουργοῦντες καὶ ἀκροώμενοι νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι εἴμεθα μύσται σεμνῆς λειτουργίας. Ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ 40 ὅλων αἰώνων ἔχει κληθῆ διὰ νὰ δίδῃ παντοῦ, ὅπου ἔφθασεν ἡ ἀκτινοβολία τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος κατὰ τὴν μακραίωνα σταδιοδρομίαν τῆς φυλῆς, παράδειγμα ἱπποτισμοῦ, γαλήνης καὶ ἀντιλήψεως δικαίας τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Ἂς εἶσθε βέβαιοι ὅτι καὶ οἱ μὴ παρόντες ἐνταῦθα καὶ ἐγὼ θὰ αἰσθανθῶμεν τὴν αὐτὴν χαράν, ὅταν μετὰ πλήρη ἐξονύχισιν τοῦ ζητήματος, μετὰ δικαίαν κατανομὴν τῶν εὐθυνῶν, καταπέσῃ ἐπὶ τέλους τὸ ταχύτερον ἡ αὐλαία ἐπὶ τῶν ἀνωμαλιῶν αὐτῶν. Θὰ δυνηθῇ τότε νὰ συμπράξῃ ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον ὁ πολιτικὸς κόσμος εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναδημιουργίας τῆς χώρας. Ἄλλως, Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, κινδυνεύετε νὰ παρεξηγηθῆτε ὅτι καταδικάζετε, ἀλλὰ δὲν δικάζετε. Ὅτι τὸ βαθὺ μῖσος, τὸ ὁποῖον ἐνέπνευσεν εἰς τὴν πλευρὰν ταύτην κυρίως ἡ φυσιογνωμία τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸ παρελθόν, δὲν κατωρθώθη νὰ κατασβεσθῇ μέχρι σήμερον. Θὰ ἤρκει τότε μία οἱαδήποτε ἀφορμὴ διὰ νὰ σᾶς ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ εἰδικοῦ καὶ τετιμημένου ρόλου τοῦ δικαστοῦ καὶ νὰ σᾶς μεταφέρῃ κατ’ ἀρχὰς εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως, κατόπιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ κοινοῦ κατηγόρου καὶ τέλος εἰς τὴν θέσιν τοῦ προσωπικοῦ ἐχθροῦ. Ἔργον τῆς μιᾶς πλευρᾶς εἶναι νὰ μὴ ἀναμοχλεύῃ τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ἔργον ἰδικόν Σας εἶναι νὰ ἐξασφαλίσητε ἀπόλυτον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ δὴ ὅταν ἀγορεύει μεγάλου κόμματος Ἀρχηγός. Ὄταν πρόκειται πρὸ Ὑμῶν γεγονότα σύνθετα, ὡς τὰ ὑπὸ τὴν Ὑμετέραν κρίσιν, εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον ἐναπόκειται νὰ ἐκκαθαρίσῃ πᾶν ὅ,τι θεωρήσῃ ὅτι παραβλάπτει τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ὅλου ἔργου καὶ νὰ συντεθῇ κατόπιν εἰς τὴν μεγάλην προσπάθειαν, ἡ ὁποία θὰ δημιουργήσῃ μίαν καλλιτέραν αὔριον εἰς τὰ τέκνα τῆς τόσον κουρασθείσης ἰδικῆς μας γενεᾶς. Ὄταν κατανεμηθῶσιν δικαίως αἱ εὐθῦναι, ὅταν τὸ δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας τὸ αἰσθανθῶμεν ὡς πλειονότητα εὐθυνῶν, ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ συμπεράσματα, ὁ κύριος φόρτος καὶ αἱ κύριαι εὐθῦναι θὰ πέσωσιν ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τότε ὅλοι μας καὶ κυρίως ἡ Συμπολίτευσις νομίζω ὅτι θὰ τὸν διευκολύνωμεν εἰς τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀμερόληπτον καὶ ἐξηρμένην εἰς πολιτισμὸν κατεύθυνσιν τῆς διαδικασίας τῆς περιπετείας αὐτῆς. Καὶ ὅταν αὐτὰ ὅλα τελειώσουν καὶ ἐξαχθῇ διὰ τὸν λαὸν τὸ ἁρμόζον παιδαγωγικὸν δίδαγμα, τότε χειροκρατούμενοι, ἡνωμένοι, ἀδιάσπαστοι ἂς χωρήσωμεν εἰς τὴν ἀναδημιουργίαν τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῶν τελευταίων σας λεχθέντων μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ συμπεράνω ὅτι θεωρεῖτε οὐχὶ πρόσφορον τὴν περίπτωσιν νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος.
§104Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τοὐναντίον, Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον δὲν ἀπεφεύχθη ἡ συζήτησις κατὰ τὰς στιγμὰς ταύτας, τὰς ὁποίας θεωρεῖτε λεπτάς, λόγῳ τῶν οἰκονομικῶν προβλημάτων, τὸ συμπέρασμά μου εἶνε τὸ ἑξῆς: Διοικητικῶς μὲν, ἂν θὰ κατέληγε ἡ Κυβέρνησις τώρα ἢ βραδύτερον εἰς τὴν ἄποψιν τῆς ἀμνηστείας, αὕτη θὰ ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ τὰ στρατιωτικὰ πρόσωπα καὶ δευτερευόντως καὶ μετὰ μεγάλης δυσχερείας τὰ πολιτικὰ, τῶν ὁποίων αἱ εὐθῦναι, ἐὰν ἀποδειχθῇ τυχὸν ὅτι ἔχωσι τοιαύτας, εἶνε βαρύταται. Ἀπὸ ἀπόψεως δὲ κοινοβουλευτικῆς τάξεως, εἰς ὅ σημεῖον ἐπροχώρησεν ἡ συζήτησις, νομίζω ὅτι ὀφείλετε νὰ λάβητε σαφῆ θέσιν, Ὑμεῖς Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἔναντι τῶν αἰτιάσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι, ὡς σᾶς προεἶπον, τὴν εὐθύνην, κατὰ τὸ κυριώτερον ποσοστόν, μοιραίως θὰ τὴν συναποκομίσητε Ὑμεῖς, ὅστις κατευθύνετε τὰς ἐργασίας, διότι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ μὴ περιβληθῇ τὸ πρόβλημα τοῦτο τὸν πολιτικόν του χαρακτῆρα. Τὰ κατόπιν, τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀμνηστείαν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔχουν καθαρῶς διοικητικὸν χαρακτῆρα. Ἐγὼ ἐξέφερα τὴν ἀτομικήν μου γνώμην ὅτι, εἰς ὅ σημεῖον περιέστη ἡ συζήτησις, τὸ Σῶμα ὑπ’ εὐθύνην τῆς πλειονοψηφίας, δὲν ἔχει καμμίαν δέσμευσιν ἀπὸ τὴν ἀπουσίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§106Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι, βεβαίως, εὐχάριστον, Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὅτι ἡ δημιουργηθεῖσα, ὡς ἐκ τῶν γεγονότων τοῦ προσφάτου παρελθόντος, ψυχολογικὴ κατάστασις καὶ ὀξυτάτη ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν δύο πολιτικῶν παρατάξεων καθιστᾷ δυσχερῆ τὴν ἐν ψυχραιμίᾳ συνεργασίαν τῶν δύο κοινοβουλευτικῶν πτερύγων, οὕτως ὥστε νὰ φθάσῃ καὶ μέχρις ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς αἰθούσης ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προκειμένου μάλιστα νὰ συζητηθῇ ζήτημα, ἀφορῶν τόσον σοβαρῶς τὸν Ἀρχηγὸν αὐτῆς. Καὶ παρέμεινεν ἐδῶ ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ Βήματος ἀξιότιμος καὶ τὰ μέγιστα συμπαθὴς εἰς ἡμᾶς συνάδελφος κ. Μπότσαρης, τοῦ ὁποίου τὴν σεμνὴν ἀγόρευσιν μετὰ προσοχῆς παρακολουθήσαμεν, ἀλλὰ τὸν κ. Μπότσαρην δὲν βαρύνει οὔτε ἐπ’ ἐλάχιστον ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων πρᾶξις, οὔτε καὶ ἄλλο τι ἐκ τῶν γνωστῶν γεγονότων τοῦ παρελθόντος. Δι’ αὐτὸ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν αὐτὸν ὡς ἐκπρόσωπον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ πολλῶν ἄλλων ἐκ τῶν ἀποχωρησάντων, τοὺς ὁποίους βαρύνουσι γνωσταὶ ἐγκληματικαὶ πράξεις. Ἐπανειλημμένως εἶπεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ὅτι αἰσθάνεται ἑαυτὸν ἀδύνατον, διότι μόνος αὐτὸς ἐκ τῶν ὁμοφρόνων του παρέμεινεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὸ ὅτι εἶνε μόνος του, καθιστᾷ αὐτὸν συμπαθέστερον καὶ σεβαστότερον εἰς ἡμᾶς. Ἡ ἀδυναμία του ἔγκειται εἰς αὐτό. Ἡ ἀδυναμία του, ἥν αἰσθάνεται, ἔγκειται εἰς τὴν ἔλλειψιν πάσης ἠθικῆς βάσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηρίξῃ τὴν μακρὰν ἀγόρευσίν του. Οὐδεμίαν δυσχέρειαν θὰ εἴχωμεν νὰ αἰσθανθῶμεν αὐτόν, ὡς τὸν ἰσχυρότερον τῆς συνεδριάσεως αὐτῆς, ἐὰν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἐβασίζοντο ἐπὶ ἠθικῶν ἀρχῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Ὡμίλησεν ὁ κ. Μπότσαρης καὶ περὶ μίσους. Οὐδέποτε ἠσθάνθημεν μῖσος κατὰ τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως. Ἐμφορούμεθα πάντοτε ἀπὸ τὴν μεγαλοφροσύνην τοῦ Ἀρχηγοῦ μας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀμνησικακία πρὸς τοὺς ἀντιπάλους εἶνε πανθομολογουμένη. Δὲν ἠσθάνθημεν οὔτε αἰσθανόμεθα μῖσος κατὰ τῶν ἀντιπάλων μας. Αἰσθανόμεθα μόνον διά τινας ἐξ αὐτῶν ἀπαξίωσιν διὰ τὰς πράξεις των, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ὄνειδος διὰ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας. Εἶνε λυπηρόν, Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀσχολεῖται μὲ ζήτημα ἄσχετον πρὸς τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς καὶ δὴ ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, καθ’ ἃς ἀπερίσπαστος ἡ προσοχὴ ἡμῶν ἔδει νὰ ἔχῃ στραφῇ πρὸς ἐπίλυσιν ζωτικωτάτων ἄλλων ζητημάτων, ἀφορώντων ὕψιστα συμφέροντα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν πταίομεν ἡμεῖς. Καὶ λέγων «ἡμεῖς», ἐννοῶ πάντας ἡμᾶς τοὺς ὑπογράψαντας τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ εἰς δίκην, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ. Ὑπεγράψαμεν τὴν πρότασιν αὐτήν, Κύριοι Βουλευταί, οὐχὶ ἔκ τινος μίσους ἢ ἀντιπαθείας πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Εἰδικώτερον μάλιστα, ὡς πρὸς ἐμέ, οὔτε εἶχα, οὔτε ἔχω ἀτομικὸν λόγον νὰ ἀντιπαθῶ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Βενιζέλου. Ὑπεγράψαμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος καὶ ἐξ ὑποχρεώσεως, ἥν ἔχομεν νὰ ὑπεραμυνθῶμεν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ: ἐξ ὑποχρεώσεως, ἥν ἔχει πᾶς πολίτης, καὶ ἰδιαιτέρως ἡμεῖς οἱ διαχειριζόμενοι τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, ὅπως προασπίζωμεν τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον χαρακτηριστικὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος, καὶ ἡ ὁποία λαϊκὴ κυριαρχία τόσον ἐπικινδύνως ἠπειλήθη, τόσον δεινῶς καθυβρίσθη τὴν 6ην Μαρτίου, διὰ πράξεως πολιτικοῦ ἀνδρός, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κατάφωρον παράβασιν οὐ μόνον τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν διατάξεων κοινοῦ Ποινικοῦ νόμου: διὰ πράξεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως, ὡς ἀνέπτυξε λεπτομερῶς καὶ πειστικώτατα ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, εὐθύνεται ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ διαχειριζόμενος τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Καὶ δὲν εἶνε μόνον ἐκ τοῦ λόγου ὅτι διεχειρίζετο τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν ὑπεύθυνος, ἀλλὰ καὶ διότι ἐκ προθέσεως καὶ ἐκ δολίας προαιρέσεως ἐνήργησε κατὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν καταθέσεων τόσων μαρτύρων, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς, τῆς σκοπίμως διακοπείσης ἀπολογίας του. Δὲν εἶνε βεβαίως, ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τις ἀνακριτικὴν ἱκανότητα διὰ νὰ ἀχθῇ ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀπολογίας τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν τέως Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ κυρίως ὑποκινητὴς τῆς ἀνταρσίας τῆς 6ης Μαρτίου. Ἀπολογούμενος εἶπεν· «Ἦλθεν ὁ Πλαστήρας εἰς τὸν κοιτῶνα μου καὶ μοῦ ἀνήγγειλεν ὅτι θὰ κηρύξῃ δικτατορίαν, καὶ τοῦ εἶπα ὅτι δὲν εἶσθε κατάλληλος διὰ δικτάτωρ. Ἐὰν εἶσθε Μουσσολίνι θὰ ἐδεχόμην». Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἕνας Πρωθυπουργός, ἐὰν ἦτο ἀμέτοχος μιᾶς τοιαύτης ἐνεργείας, εἰς ἕνα ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπεν, οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ, ὅτι δηλαδή, ἀπεφάσισε ν’ ἀνατρέψῃ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ νὰ διαταράξῃ τὴν τάξιν κατὰ τρόπον συνεπαγόμενον αἱματοχυσίαν; Οὕτω ἔδει ν’ ἀπαντήσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς ἑνὸς Κράτους, ἔχοντος ὠργανωμένην δύναμιν νὰ προασπίσῃ τὴν ἔννομον τάξιν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κράτος τοῦ νόμου, ἢ νὰ ἐκδιώξῃ τὸν ἐγκληματίαν σκαιότατα, τηλεφωνῶν ἅμα εἰς τὸ πλησιέστερον ἀστυνομικὸν τμῆμα νὰ συλλάβῃ αὐτόν; Καὶ ἂν εἶνε ἀληθὲς ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον διεξήχθη ἡ συζήτησις εἰς τὸν κοιτῶνα τοῦ κ. Βενιζέλου, καὶ ὄχι τελικὴ συνεννόησις περὶ τῆς ἀποφασισθείσης ἀνταρσίας, καὶ ἐν τοιαύτῃ ἔτι περιπτώσει δὲν εἶνε δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ οὐδεὶς καλῆς πίστεως ἄνθρωπος, ὅτι ὁ τέως Πρωθυπουργὸς ὑπέχει πλήρη τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ἐγκληματικὴν ἐκείνην ἐνέργειαν. Καὶ εἶναι ὑπεύθυνος ὡς ὑποκινήσας τὴν ἐνέργειαν ἐκείνην ἐκ προθέσεως καὶ δολίας προαιρέσεως. Δι’ ὅσων εἶπεν ἀπεπειράθη νὰ ἀποσείσῃ τὴν κατηγορίαν, καθ’ ἣν δολίως ὑπεκίνησε τὴν ἀνταρσίαν. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, οἱ διαχειριζόμενοι τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν δὲν εἶνε ὑπεύθυνοι μόνον ὅταν ἐκ δόλου ἐνεργοῦσιν, εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ δι’ ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν καὶ δὴ προκειμένου διὰ πρᾶξιν ἢ παράλειψιν ἀφορῶσαν τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Λαοῦ. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ περιπτώσεως ἀμελείας. Ἡ περίπτωσις εἶνε σαφής. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐτίθετο οὕτω τὸ ζήτημα, τίνα δικαιολογίαν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀντιτάξῃ εἰς τοῦτο ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων; Οὐδεμίαν. Προχωρῶν ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του ὁ κ. Βενιζέλος βεβαιοῖ ὅτι ὁ Πλαστήρας τοῦ εἶπεν ὅτι δὲν θὰ ἔκαμε στρατιωτικὴν ἐπανάστασιν, ἀλλὰ λαϊκὴν τοιαύτην, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο θὰ συνεκέντρου τοὺς πρόσφυγας καὶ θὰ τοὺς ὥπλιζε κατὰ τῶν γηγενῶν. Ὁποία ἀνίερος σκέψις! Αὐτὴ καὶ μόνη χαρακτηρίζει τὸν ἥρωα αὐτὸν τοῦ Βενιζελισμοῦ. Δεόντως ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, καὶ δικαίως ἀπεκάλεσεν αὐτὴν ἐγκληματικήν. Καὶ ἐσκέφθη ὁ Πλαστήρας νὰ φέρῃ εἰς ἔνοπλον ρῆξιν τοὺς πρόσφυγας πρὸς τοὺς γηγενεῖς. Ἐξακολουθεῖ, βλέπετε, ἡ ἀνίερος ἐκμετάλλευσις τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων; τῶν θυμάτων αὐτῶν τῆς τυχοδιωκτικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Βενιζέλου. Εἶνε ἀνάξια καὶ τοῦ στοιχειώδους ἀνθρωπισμοῦ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετῆλθεν ὁ Βενιζελισμὸς διὰ νὰ φανατίσῃ αὐτοὺς κατὰ τοῦ ἀντιβενιζελικοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ νὰ τοὺς καταστήσῃ εὔχρηστον ἐκλογικὸν ὑλικόν. Θ’ ἀναφέρω ἕν μόνον, ἀλλὰ χαρακτηριστικὸν γεγονὸς ἐκ τοῦ ὁποίου καταφαίνεται πῶς κατεσυκοφαντούμεθα ἡμεῖς εἰς τοὺς πρόσφυγας καὶ πῶς οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι ἐξηπατῶντο ὑπὸ τῶν ὀργάνων τοῦ Βενιζελισμοῦ. Πρὸ τινων ἐτῶν, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κατὰ τὸ ἔτος 1927, ὡμίλουν ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐτῆς θέσεως πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ συνηγόρουν ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς ἀρωγῆς τῶν προσφύγων δημοσιογράφων, διότι ἦσαν οἰκονομικῶς κατεστραμμένοι καὶ εἰς ἀμοιβὴν τῶν ἀγώνων, οὓς διεξήγαγον ὑπὸ τουρκικὴν τυραννίαν καὶ εἰς τὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀγωνιζόμενοι ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τῆς μεγάλης ἰδέας καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς συνηγορίας αὐτῆς ἦλθεν εἰς τὸ γραφεῖον μου διὰ νὰ μὲ εὐχαριστήσουν οἱ πρόσφυγες Δημοσιογράφοι μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως Δημοσιογράφος καὶ τέως Βουλευτὴς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων κ. Σπανούδης. Καὶ ἀφοῦ μὲ ηὐχαρίστησαν μοῦ λέγει ὁ κ. Σπανούδης: Διατὶ κ. Μπακόπουλε ἀπειλεῖτε νὰ μᾶς ρίψετε στὴν θάλασσαν, ὅταν ἔλθητε εἰς τὴν Ἀρχήν; Εἰς ἐρώτησιν μου ποῖος τους τὸ εἶπεν αὐτό. Μοῦ ἀπήντησεν: «ἄνθρωποι ἰδικοί σας ἔρχονται εἰς τοὺς συνοικισμοὺς καὶ ψάλλοντες τοῦ «Ἀητοῦ τὸ γυὸ» μᾶς ἀπειλοῦν ὅτι θὰ μᾶς ρίψετε στὴν θάλασσαν κλπ.». Τοῦ εἶπα ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐκπροσωποῦν τόσον ἡμᾶς ὅσον μᾶς ἐξεπροσώπουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ψάλλοντες ἐπίσης «τοῦ Ἀητοῦ τὸ γυὸ» ἐπετέθησαν καὶ ἐπυροβόλησαν κατὰ τῆς Γαλλικῆς πρεσβείας. Ἐνθυμεῖσθε, βεβαίως, ὅτι πρὸ ἐτῶν ὄργανα μίσθαρνα τοῦ Βενιζέλου ἐπετέθησαν κατὰ τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας, ὡς δῆθεν βασιλικοὶ διὰ νὰ κινήσουν τὴν μῆνιν τῆς Γαλλίας κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἀπολογούμενος ὁ ὑπὸ κατηγορίαν Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, εἶπε περαιτέρω ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀνταρσίας εἶχε χάσει τὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἶπεν ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθην ὅτι ἡ οἰκία τοῦ κ. Τσαλδάρη ἐφρουρεῖτο ὑπὸ ἐπαναστατικῆς φρουρᾶς, διέταξε τηλεφωνικῶς τὸν στρατηγὸν Μανέτταν ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτὴν διὰ φρουρᾶς ἐκ μὴ ἐπαναστατησάντων τμημάτων. Δὲν εἶναι δυσχερὲς νὰ συναχθῇ ἐξ αὐτοῦ ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος καὶ τὴν ἐξουσίαν εἶχε καὶ τὴν ὅλην κατάστασιν διηύθυνε τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι ἄλλως πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ δίδῃ διαταγὰς ἀντικαταστάσεως φρουρῶν; Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω ἀνασκευάζων τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βενιζέλου, διότι εἶναι τόσον ἀφελῆ ὥστε φοβοῦμαι πολὺ μήπως καταστῶ ἀνιαρός. Καὶ ἂν εἴχομεν, Κύριοι Βουλευταί, τὴν θέλησιν νὰ παρίδωμεν τὰ γεγονότα τῆς 6ης Μαρτίου δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τεθῶμεν ὑπεράνω τῶν νόμων καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον μίαν τόσον ἐγκληματικὴν ἐνέργειαν κατὰ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τῶν στοιχειωδῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαρθῶμεν ὑπεράνω τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τοῦ νόμου τῶν νόμων, ὡς ἀπεκλήθη οὗτος ὑπὸ τοῦ Χαρ. Τρικούπη ὅταν ἐψηφίζετο, καὶ ὅστις ἐθεσπίσθη διὰ τοιαύτας περιπτώσεις καὶ πρὸς προάσπισιν ἱερῶν δικαιωμάτων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, συγχωροῦντες τοὺς καταφώρως, καταστρατηγήσαντας αὐτόν; Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰπῇ, καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις ἐν μεγαλειώδη συναγερμῷ καὶ ἡρωϊσμῷ, προήσπισε τὴν ἔννομον τάξιν, προτάξας τὸ στῆθος του κατὰ τῶν δολοφονικῶν σφαιρῶν τῶν τεθωρακισμένων αὐτοκινήτων, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ σήμερον πρὸς τὸν λαὸν αὐτὸν, ὃν ἔχω τὴν ὑψίστην τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ καὶ τοῦ ὁποίου ἄφθονον ἐχύθη τὸ τίμιον αἷμα ἀπὸ τὰς δολοφονικὰς σφαίρας τῶν στασιαστῶν, ὅτι θ’ ἀμνηστεύσῃ τοὺς δολοφόνους του. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν, Κύριοι Βουλευταί, πρέπει, ἐπὶ τέλους νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς μίαν τακτικήν, ἀρξαμένην πρὸ ἐτῶν. Πρέπει νὰ ἐκριζωθῇ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας ἡ τακτικὴ αὐτὴ τῶν στάσεων καὶ ἐπαναστάσεων, καὶ τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν συνδέσμων. Πρέπει νὰ ἀνεγερθῇ ἕνας πανύψηλος ἠθικὸς φραγμὸς πρὸ τοῦ ὁποίου νὰ συντρίβωνται πᾶσαι αἱ ἔκνομοι αὐταὶ ἐνέργειαι. Πρέπει νὰ δημιουργηθῇ καὶ ἐδῶ ἕνας πολιτικὸς κόσμος μὲ κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν, μὲ πολιτικὴν ἱστορίαν, μὲ ἠθικὰς ὑποχρεώσεις οὕτως, ὥστε νὰ καταστῇ ἀδύνατος καὶ ἡ σκέψις μόνον περὶ ἐκνόμου καταλήψεως τῆς Ἀρχῆς, καὶ νὰ ριζωθῇ ἡ ἀντίληψις ὅτι οἱ οὕτω ἐνεργοῦντες εἶναι ἐκτὸς πολιτικῆς τιμῆς. Πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἀρχή, ἡ ὑπὸ τῶν προγόνων μας καθιερωθεῖσα, καθ’ ἣν «πόλις ἄριστα πράττει, ὅπου τοῖς πονηροῖς οὐκ ἔξεστιν ἄρχειν». Καὶ πρὸς δημιουργίαν τοιαύτης καταστάσεως καὶ πρὸς ἐπικράτησιν τοιούτων ἀντιλήψεων ἀπαιτεῖται ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, καὶ κυρίως ἡ κοινὴ καὶ διαρκὴς προσπάθεια ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Δὲν δυνάμεθα, ἀτυχῶς, νὰ προσδοκῶμεν συμμετοχὴν εἰς τὴν τοιαύτην προσπάθειαν καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Περὶ τούτου δὲν μᾶς πείθει μόνον τὸ παρελθόν του ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποτελεῖ αὕτη μίαν διαρκῆ προσπάθειαν δικαιολογίας καὶ ἐξυμνήσεως τοῦ Πλαστήρα. Ὁ ἴδιος ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς ὡμολόγει, πρό τινος χρόνου, ὅτι διήρεσε τὸν ἑλληνικὸν λαὸν εἰς δύο ἀλληλομισούμενα πολιτικὰ στρατόπεδα καὶ ὅτι θὰ ἦτο εὐτυχὴς ἐὰν πρὸς τὰς δυσμὰς τοῦ βίου του κατώρθου νὰ γεφυρώσῃ τὸ χάσμα. Περίεργος εἶναι ὅμως ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ἐξέλεξε πρὸς γεφύρωσιν τοῦ χάσματος. Ἀφ’ ἑνὸς τὴν 6ην Μαρτίου κινεῖ ἐπανάστασιν, ἀφ’ ἑτέρου ἀπολογούμενος διεκήρυξεν ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐτῆς θέσεως ὅτι ὁ «Πλαστήρας προσέφερε μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα». Ἐγνώριζεν ὅτι ἡ φράσις του αὕτη θὰ ἐπροκάλει θύελλαν ἀγανακτήσεως καὶ ἀποδοκιμασίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ὁ Πλαστήρας εἶναι τὸ φανερὸν ὄργανον τοῦ στυγνοῦ ἐγκλήματος τῆς 15 Νοεμβρίου τοῦ 1922. Ἀλλὰ ἂν θελήσωμεν νὰ ἐνδιατρίψωμεν ὀλίγον καὶ μὲ τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ πρὸς τὴν πατρίδα, θ’ ἀναμνησθῶμεν, πλὴν τῆς 15 Νοεμβρίου τοῦ 1922, καὶ τὴν 16 Αὐγούστου τοῦ ἰδίου ἔτους, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγκατέλειπε παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ Ἀρχιστρατήγου Χατζηνέστη, τὴν θέσιν του παρὰ τὸ ὀχυρόν τοῦ Τουλοῦ–Μπουνὰρ διὰ τοῦ ὁποίου καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ διέλθῃ ἡ μετὰ ταῦτα αἰχμαλωτισθεῖσα Ἑλληνικὴ στρατιά. Καὶ ἐγκατέλειπε τὴν θέσιν του ὁ φυγὰς συνταγματάρχης οὐχὶ ἐκ δειλίας, ἀλλὰ ἐκ προδοσίας. Ἤθελε νὰ σπεύσῃ εἰς Ἀθήνας ἵνα κατ’ ἐπιταγὴν νὰ διαπράξῃ τὸ βδελυρότερον τῶν ἐγκλημάτων, τὸ ὁποῖον ἐστιγμάτισεν ὄχι μόνον τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας, ὄχι μόνον τὸν ἑλληνικὸν πολιτισμόν, ἀλλὰ καὶ τὸν στοιχειώδη ἀνθρωπισμόν. Ἦλθεν εἰς Ἀθήνας διὰ νὰ δολοφονήσῃ τοὺς ἓξ ἐκείνους ὑπερόχους Ἕλληνας καὶ νὰ μείνῃ οὕτω ἐλεύθερον τὸ πολιτικὸν πεδίον, εἰς τὸν αὐθέντην του, τὸν ὑπὸ κατηγορία τέως Πρωθυπουργόν, καὶ διὰ νὰ συγκαλύψῃ τοὺς πραγματικοὺς ὑπευθύνους τῆς μεγάλης ἐκείνης Ἐθνικῆς καταστροφῆς. Αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια γεγονότα, γνωστὰ τοῖς πᾶσιν, ἀποτελοῦσι τὴν ἄλυσον τῶν ἐγκληματικῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ κρινομένη πρᾶξις εἶναι ἴσως ὁ μικρότερος κρίκος αὐτῆς. Αὐτὸς ὅμως πρέπει νὰ εἶναι καὶ ὁ τελευταῖος κρίκος τῆς ἁλύσεως αὐτῆς τῶν ἐγκλημάτων κατὰ τῆς πατρίδος. Καὶ τοῦτο θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς αὐστηρᾶς, ὡς εἶπον, ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Θὰ ἐπετυγχάνετο, βεβαίως, καὶ διὰ τῆς κοινῆς προσπαθείας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας καὶ διὰ τοῦ παραδειγματισμοῦ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν δυνάμεθα, λέγω καὶ πάλιν, νὰ προσδοκῶμεν τὴν συνδρομὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Πῶς ν’ ἀναμένωμεν τοιαύτην προσπάθειαν ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος αὐτοῦ, ὅταν ἀκούωμεν νὰ λέγηται ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὅπως ἠκούσθη λέγων πρό τινων ἡμερῶν ἐπιφανὲς μέλος αὐτοῦ, ὅτι τὰ γεγονότα αὐτὰ καὶ ἄλλα διαδραματισθέντα ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων «ἀποτελοῦν τὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος;». Μήπως ἄρα γε ταῦτα λέγοντες ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνόητον ἐκείνην ἐκστρατείαν τῆς Οὐκρανίας, ἢ τὴν τυχοδιωκτικὴν καὶ καταστρεπτικὴν ἐκστρατείαν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἥτις ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτούς; Δὲν δυνάμεθα βεβαίως, ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν δόξαν καὶ τιμήν, ἥτις ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διὰ τὰς δύο αὐτὰς ἐκστρατείας, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις τὴν δόξαν καὶ τιμήν, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον τῶν Φιλελευθέρων, διὰ τὸ ἀποτρόπαιον ἐκεῖνο ἔγκλημα τῆς 15 Νοεμβρίου τοῦ 1922, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ φρίττουν ὄχι μόνον ἡ παροῦσα ἀλλὰ καὶ αἱ μέλλουσαι ἑλληνικαὶ γενεαί. Ὁποία ἠθικὴ κατάπτωσις! Ἀντὶ νὰ παρελάσουν ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Φιλελεύθεροι καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ποικιλωνύμων βενιζελικῶν Κομμάτων καὶ νὰ διακηρύξουν μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων των, ἵν’ ἀκουσθῇ καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, «ὅτι τὸ ἔγκλημα αὐτὸ δὲν βαρύνει τὸν ἑλληνικὸν λαὸν οὔτε τὸν ἑλληνικὸν πολιτισμόν, ἀλλὰ τοὺς ὀλίγους φυγάδας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοὐναντίον ἀποδέχονται αὐτὸ καὶ διακηρύσσουν, ἄνευ οὐδεμιᾶς συστολῆς, ὅτι αὐτὸ μετ’ ἄλλων ἀποτελοῦν τὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος». Ἡ ἀπουσία τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν φίλων του ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης μὲ ἐμβάλλουν εἰς δισταγμόν, ἐὰν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω ἀπασχολῶν ὑμᾶς, Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὴν δρᾶσιν αὐτῶν κατὰ τὸ παρελθόν. Θ’ ἀποφύγω, ἐφόσον εἶναι δυνατόν, νὰ ἐπικρίνω αὐτοὺς ἀπόντας, θὰ τερματίσω τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκφέρων καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφερε καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἡ ὁποία ἐξηνέχθη διὰ πρώτην φορὰν κατὰ τὸ ἔτος 1928 ἀπὸ τὸν περὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἑλισσόμενον κατὰ περιστάσεις ἀρχηγὸν τὸν Προοδευτικῶν κ. Καφαντάρην. Εἶπε τότε ὁ κ. Καφαντάρης εἰς τὸν ἔξωθεν ἐνσκήψαντα καὶ πάλιν εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν κ. Βενιζέλον νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ μὴ ἀναμιχθῇ πλέον εἰς τὴν πολιτικὴν διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ τόπος αὐτός. Εἶναι πρόσφατον τὸ γεγονὸς καὶ θὰ ἐνθυμεῖσθε πάντες ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1928, παρὰ τὰς κατηγορηματικὰς δηλώσεις του περὶ ὁριστικῆς ἀποχῆς ἐκ τῆς πολιτικῆς, ἦλθεν ἐδῶ ἐκ τῆς αὐτοεξορίας του ὁ κ. Βενιζέλος, καὶ ἅμα τῇ ἀφίξει του, ἰδιώτης αὐτὸς τότε ὤν, ἔνευσεν ἁπλῶς εἰς τὸν αἱρετὸν Ἄρχοντα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία Βουλὴ ἀπήλαυε τότε τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ. Καὶ ὁ αἱρετὸς Ἄρχων, ὑπείκων εἰς τὸ νεῦμα τοῦ προσωπικοῦ του φίλου, εἰς ὃν ὤφειλε τὴν θέσιν του, διέλυσε τὴν Βουλὴν περιφρονῶν τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, ἡ θέλησις τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ κυριώτερον χαρακτηριστικὸν τῶν πράγματι Δημοκρατικῶν πολιτευμάτων, ὅπως ἦτο ἡ Ἑλληνικὴ Βασιλευομένη Δημοκρατία. Δι’ ἄλλου νεύματος τοῦ ἰδίου κ. Βενιζέλου ὁ αἱρετὸς Ἄρχων ἐδέχθη ὅπως διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καθιερωθῇ νέον ἐκλογικὸν σύστημα, συμφέρον εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀλλοιωθῇ ὁ ἐκλογικὸς χάρτης τῆς χώρας, μεταβαλλομένου θεμελιώδους νόμου, οἷος εἶναι ὁ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου! Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Παπαναστασίου, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περὶ ἐκλογικῶν παραβάσεων τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Ροδόπης, καθ’ ἣν οὗτος, ἀντικυβερνητικὸς ὤν, ἐξελέγη διὰ σημαντικῆς πλειονοψηφίας. Ἐκλογικὰς παραβάσεις καὶ ἐκλογικὰς νοθείας διέπραξαν οἱ ἀποτελοῦντες σήμερον τὴν ἀντιπολίτευσιν, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν τὸ ἐκλογικὸν σύστημα φοῦρνον τοῦ Ναστραδὴν Χότζα καὶ μετέβαλον τὸν ἐκλογικὸν νόμον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἑκάστοτε ἐκλογῶν, καθιεροῦντες πότε τὸ ἀναλογικὸν καὶ πότε τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, ἄλλοτε εὐρείαν καὶ ἄλλοτε στενὴν περιφέρειαν ἢ καὶ τὰς δύο, ὅπως συμβαίνει τώρα, ὥστε εἰς μὲν τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα νὰ ἔχωμεν στενὴν εἰς δὲ τὴν νέαν εὐρεῖαν περιφέρειαν. Καὶ ὅλα αὐτὰ καλοῦνται ἀπὸ τὸν κ. Παπαναστασίου ἠθικὰ μέσα διεξαγωγῆς ἑνὸς ἐκλογικοῦ ἀγῶνος! Ζητῶ συγγνώμην, Κύριοι Βουλευταί, διότι ἀπεμακρύνθην ἀπὸ τὸ γεγονὸς ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὁποίου ὁ κ. Καφαντάρης ὑπέδειξεν ἐπιμόνως εἰς τὸν κ. Βενιζέλον ν’ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας εἰπὼν εἰς αὐτὸν ὅτι, ἀφοῦ ἐξέλιπον οἱ ἀρχηγοὶ τῆς μιᾶς παρατάξεως, πρέπει καὶ αὐτὸς ν’ ἀποσυρθῇ τῆς πολιτικῆς διὰ νὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἡ γαλήνη ἐν τῷ τόπῳ... Λυποῦμαι πολὺ διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν διὰ νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὸ γεγονὸς αὐτὸ, διότι φαντάζομαι ὅτι σέβεται τὸν ἑαυτόν του ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε νὰ μὴ ἀπεπειρᾶτο νὰ διαψεύσῃ αὐτό. Ἐπηκολούθησε τότε θυελλώδης σκηνὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βενιζέλος ἐξῆλθε περισσότερον ἀποφασισμένος νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἣν καὶ ἐπέτυχε ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αἱ ἀπόψεις τῆς τότε Κυβερνήσεως Συνασπισμοῦ ὡς πρὸς τὰ καλύμματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἦσαν ὀρθαί. Συνεφώνησε δὲ οὗτος πρὸς τὰς ἀπόψεις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀλλὰ ἂν ὁ λόγος αὐτὸς ἦτο ἱκανὸς νὰ προκαλέσῃ κυβερνητικὴν μεταβολὴν, ἔδει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ κληθῇ κατὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν τακτικὴν καὶ ἔθιμον τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι αὐτὸ ὑπεστήριζε τὴν ἀντίθετον ἄποψιν πρὸς ἐκείνην ἣν ὑπεστήριζεν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καφαντάρης. Ἀλλὰ ὁ αἱρετὸς Ἄρχων, ἀντλῶν τὴν δύναμίν του καὶ τὸ κῦρός του ἀπὸ τὸ ὑποδεικνῦον αὐτόν, ὡς τοιοῦτον, πλειονοψηφοῦν κόμμα καὶ ἔχον τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ, δὲν ἐκάλεσε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ὅπως σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἐκάλεσε τὸν......... διορίσαντα αὐτὸν ὡς Ἀνώτατον Ἄρχοντα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκάλεσε τὸν κ. Βενιζέλον. Καὶ δὲν εἶναι τὸ παράδειγμα αὐτὸ μόνον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ αἱρετὸς Ἀνώτατος Ἄρχων, ἀπεδείχθη ὄργανον τοῦ Κόμματος ἐκ τοῦ ὁποίου προέρχεται. Μήπως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1932 ὁ νῦν αἱρετὸς Ἄρχων κ. Ζαΐμης, ἀναθέσας τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, δὲν ἔδωκε τὴν διάλυσιν εἰς αὐτὸν πρὶν ἐμφανισθῇ ὡς Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς ὁρίζει ρητῶς τὸ Σύνταγμα; Διέλυσε καὶ αὐτὸς τὴν Βουλὴν δύο μῆνας μετὰ τὰς ἐκλογὰς δι’ ἑνὸς νεύματος τοῦ ἰδίου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ αὐτὸν διορίσει εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Λυποῦμαι διότι παρεξέκλινα τοῦ θέματος καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀγορεύσεώς μου. Καὶ ἂν ὁ κατηγορούμενος τέως Πρωθυπουργὸς δὲν θελήσῃ ν’ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας, ὅπως τοῦ ὑπεδείχθη καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ ἀπὸ φίλους του καὶ ἀπὸ ἀντιπάλους, θέτων ἑαυτὸν ἐν ἀνικανότητι ὅπως δημιουργεῖ ἀνωμαλίας, ἃς καταστήσῃ αὐτὸν ἀνίκανον ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη νὰ ἐπιβουλεύεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ νὰ ἐπιχειρῇ πράξεις οἷαι τῆς 6ης Μαρτίου, ἐφαρμόζουσα κατ’ αὐτοῦ τὸν Νόμον. Καὶ ἐὰν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐν προκειμένῳ εἶναι ἡ Γερουσία, δὲν θελήσῃ νὰ ἴδῃ τὰ γεγονότα, τὰ ἀναμφισβήτητα, καὶ δὲν θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένην ποινὴν εἰς τὸν ἐγκληματίαν τῆς 6ης Μαρτίου, θὰ δώσῃ ἐκείνη λόγον πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν (χειροκροτήματα).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τανούλας ἔχει τὸν λόγον.
§108Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ καθορίσω τὴν στάσιν μου ἀπέναντι τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἐν τῇ Βουλῇ. Ὡς Βουλευτὴς τῆς Ἀντικυβερνητικῆς παρατάξεως νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω, ὅτι τοιοῦτον τι δὲν ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου καὶ ὅτι ὄχι μόνον ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἐπροστατεύθη, ἀλλὰ ἀντιθέτως καταβάλλεται κάθε προσπάθεια νὰ προστατεύηται τόσον διὰ τοὺς Βουλευτάς, ὅσον καὶ διὰ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, καὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω δὲ, προσωπικῶς ἐγώ, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἂν ἐδημιούργησε τὸ ζήτημα τῆς ἀποχωρήσεως, τὸ ἐδημιούργησε, διότι ἠθέλησε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν δύσκολον θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε μὲ τὰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις πρὸς τὸν τύπον, εἰπὼν ὅτι θὰ ὑπεχρέωνε τοὺς φίλους του νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς (χειροκροτήματα). Ἀντιληφθεὶς τὸ δυσμενὲς δι’ αὐτὸν ἀποτέλεσμα τῆς Βουλῆς, ἐδημιούργησε τὴν ἀποχώρησιν αὐτὴν διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀποχὴν καὶ τὴν καταψήφισιν τῆς προτάσεως ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ προσωπικῶς ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι τὸ προχθεσινὸν ἐπεισόδιον εἶνε ἓν ἐπεισόδιον ἀπὸ τὰ συνήθη, ποὺ συμβαίνουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ τὰ ὁποῖα πολλὲς φορὲς εἶνε ἀκόμη μεγαλυτέρας ἐκτάσεως. Ἑπομένως διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δηλῶ, ὅτι θὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν καὶ θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ὄσον ἀφορᾷ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου φρονῶ ὅτι ἀποτελεῖ τοῦτο τὸ μέσον διὰ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν προεκλογικῶν διακηρύξεων τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, δηλ. τὴν ἐγκαθίδρυσιν μιᾶς πολιτικῆς δικτατορίας εἰς τὸν τόπον, τὴν κατάλυσιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν καταπάτησιν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου δὲν στερεῖται καθόλου γενικωτέρας κοινωνικῆς σημασίας, διότι τὸ βάθος του διερμηνεύει τὶς βαθύτερες ἀνάγκες, ποὺ ἔχει ἡ κεφαλαιοκρατία διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ξεπεράσῃ τὴν σημερινήν της οἰκονομικὴν κρίσιν εἰς βάρος τῶν ἐργαζομένων ἀνθρώπων. Ἡ κεφαλαιοκρατία αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην, τόσον ἐδῶ ὅσον καὶ εἰς τὰ ἄλλα εὐρωπαϊκὰ Κράτη, νὰ μεταβάλῃ τὴν μορφὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ μίαν φασιστικὴν δικτατορίαν. Τόσον αὐτὸ εἶνε σωστό, ὥστε ἀρκεῖ νὰ ρίψωμε μιὰ ματιὰ στὴν προκήρυξιν, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν, ὡς δικτάτωρ, ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας, μέσα στὴν ὁποίαν, ὡς κυριωτέραν δικαιολογίαν διὰ τὴν κήρυξιν τῆς δικτατορίας φέρνει τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Καὶ αὐτὰ τὰ λόγια δὲν εἶνε ξένα ἐντελῶς καὶ ἀνεπιθύμητα καὶ πρὸς πολλοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς Χώρας, διότι προχθὲς ἀκόμη ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν ἀπολογίαν του ἐδήλωσεν ἀνοικτὰ καὶ ξεκάθαρα μπροστὰ στὴ Βουλή, ὅτι καὶ αὐτὸς θὰ ἦτο ὀπαδὸς μιᾶς δικτατορίας, ἂν εἴχαμε ἕνα Μουσσολίνι. Ἀλλὰ ἐκτὸς τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ ἄλλοι πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Ἑπομένως τὸ κίνημα ἐκεῖνο τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα εἶχε τὴν ἔννοιαν αὐτὴν καὶ διηρμήνευε τὶς βαθύτερες ἀνάγκες τῆς κεφαλαιοκρατίας τῆς Χώρας μας. Ὅτι δὲ τὸ κίνημα ἦτο γνωστὸν καὶ ὅτι τοῦτο ὠργανωμένον ἀπὸ καιρόν ἡμεῖς τουλάχιστον, οἱ ἀγροτικοί, εἴμεθα σὲ θέσι περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον νὰ τὸ γνωρίζωμε καλύτερα. Πρὶν ἀπὸ δύο μῆνες ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς ὁ κ. Ἰωάννης Σοφιανόπουλος, ὢν Βουλευτής τότε τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος, εἰς ἡμᾶς, ποὺ εἴχαμε τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελοῦμε ἡγετικὰ στελέχη τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος, κατέβαλε κάθε δυνατὴ προσπάθεια νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι ἦτο μάταιον νὰ συμπράξωμε μὲ τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπετύγχανε καὶ ἐκέρδιζε μεγάλην πλειονοψηφίαν εἰς τὰς ἐκλογάς, ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας θὰ ἐκήρυττε δικτατορίαν, θὰ ἔκαμε κίνημα, καὶ ὅτι οἱ Βενιζελικοὶ ἦσαν ἀποφασισμένοι μὲ κάθε τρόπον νὰ μὴ παραδώσουν τὴν ἐξουσίαν στὰ κόμματα, ποὺ θὰ ἐκέρδιζαν.
§109Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Τὰ ἐφέρατε αὐτὰ εἰς τὴν δημοσιότητα τότε. Δὲν εἶνε ἔτσι;
§110Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Μάλιστα. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος καὶ ἡ κυριωτέρα αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν, ὁ Σοφιανόπουλος συντελούσης καὶ τῆς ἀνοησίας του, ἐνόμιζε καὶ ἐπίστευεν, ὅτι ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ ἔκαμαν τὸ κίνημα καὶ θὰ ἐγκαθίδρυον δικτατορίαν, θὰ ἐκαλοῦσαν καὶ ἡμᾶς νὰ συγκυβερνήσωμεν τὴν Χώραν, διὰ νὰ δώσωμεν ὅλα τὰ ἠθικὰ ἐρρείσματα, ὡς καινούργιο κόμμα, ὡς κόμμα μαζικό, ὥστε νὰ κηρυχθῇ ἡ δικτατορία. Αὐτὰ ἦσαν τὰ κυριώτερα αἴτια τῆς διασπάσεως τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τώρα νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς δώσω καὶ μερικὰς ἐξηγήσεις περὶ τοῦ τὶ ὑπῆρξεν ὁ Σοφιανόπουλος κατὰ τὸ παρελθόν.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι. Δὲν θέλουμε.
§112Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Πρέπει νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ τὰ εἴπω, διότι προεκλήθη ἐδῶ ἕνα ζήτημα. Ὁ κ. Ι. Σοφιανόπουλος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι «τότε, ποὺ εἶχα πέντε Βουλευτὰς καὶ ἐνίσχυον τὴν Κυβέρνησιν, τότε μὲ ἐκαλούσατε καὶ μὲ ἀναγνωρίζατε ὡς Ἀρχηγόν. Τότε ἤμουν Ἀρχηγός, ἐνῷ τώρα δὲν εἶμαι Ἀρχηγός, διότι θὰ σᾶς πολεμήσω». Πρέπει νὰ σᾶς δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις, ὅτι πράγματι τότε ὁ Σοφιανόπουλος ἐξεπροσώπει τὸ Ἀγροτικὸν κόμμα ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ μᾶλλον ἐξεπροσώπει τὴν Κοινοβουλευτικὴν ὁμάδα τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος ἐν τῇ Βουλῇ.
§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι ὅλην.
§114Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Ὄχι βεβαίως, ἀλλὰ τὴν μερίδα, ἡ ὁποία ἀπέμεινεν εἰς τὸ κόμμα. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι τὸ Ἀγροτικὸν κόμμα δὲν ἔχει Ἀρχηγὸν, ἀλλὰ κυβερνᾶται συλλογικῶς. Εἶνε κόμμα ταξικὸν καὶ τὸ Γενικὸν Συμβούλιον εἶνε ὁ Ἀρχηγός του. Ὅπως ὅμως γνωρίζετε, εἰς τὰς βουλευτικὰς περιόδους δὲν ἠμπορεῖ παρὰ κάθε κόμμα νὰ ὁρίζῃ τὸν ἀντιπρόσωπόν του στὴ Βουλή. Τόσον λοιπὸν εἶνε ἠθικὸς ὁ κ. Σοφιανόπουλος, ὥστε ὡς ἄλλος ἀπατεὼν ἐχρησιμοποίει ὅλην τὴν αἴγλην τοῦ Ἀρχηγοῦ, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τοῦ προσεδώσαμεν, ἐπαρουσιάζετο εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νομίζων ὅτι ἠμπορεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ παρασύρῃ τὸ Ἀγροτικὸν κόσμον νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς Ἀρχηγὸν τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος. Ἐνῷ πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι τὸ Ἀγροτικὸν κόμμα, κατὰ παράδοσιν, εἶνε κόμμα ἀρχῶν. Ἄν ἔχῃ τώρα ἡ Φιλελευθέρα παράταξις ἀνάγκην καὶ ἑνὸς ἀκόμη Ἀρχηγοῦ, ἂς τοῦ δώσῃ μερικοὺς Βουλευτὰς καὶ ἂς τὸν χρίσῃ ὡς Ἀρχηγόν, ἀλλὰ ὄχι ὡς Ἀρχηγὸν τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος, διότι τὸ Ἀγροτικὸν κόμμα εἶνε κόμμα ἀρχῶν. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν προχθεσινὴν πρόσκλησιν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Σοφιανοπούλου εἰς μίαν σύσκεψιν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὡς Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ καλῆτε τοῦ λοιποῦ ὁ Σοφιανόπουλος, ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος.
§115Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πόσους Βουλευτὰς ἔχει εἰς τὴν Βουλήν;
§116Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Δύο καὶ ἕνα τὸν ἑαυτόν του. Καὶ αὐτοὶ μὲν ἐξελέγησαν ὡς ἀγροτικοί, ἀλλὰ ὁ κ. Σοφιανόπουλος ἐξελέγη μὲ ψήφους τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ δὲν εἶνε Ἀρχηγός, διότι ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν τὸ Ἀγροτικὸν κόμμα εἶνε διῃρημένον —ἴσως μελλοντικῶς νὰ ἀνασυγκροτηθῇ— ἀλλὰ οὔτε κατὰ παράδοσιν, οὔτε κατὰ τὸ Καταστατικὸν δύναται νὰ λέγεταί τις Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος. Δι’ αὐτὸ, ἂς καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν καὶ ἂς ὀνομασθῇ Ἀρχηγὸς ὁμάδος καὶ τότε ἂς καλῆται Ἀρχηγός. Δὲν θὰ ἔχω τότε καμμίαν ἀντίρρησιν. Ὄχι ὅμως νὰ λέγεται Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος. (χειροκροτήματα).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§118Γ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἔχω τὸν λόγον. Συνέβη μία παρεξήγησις. Δύο κατάλογοι εἶνε ἢ τρεῖς; Ὁ πρῶτος κατάλογος περιεῖχε τοὺς ἐγγραφέντας κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, παρενεβλήθη ὅμως τὸ χθεσινὸν ζήτημα ἐπὶ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν μεταξὺ τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τότε ἐνεγράφησαν νέοι. Τώρα νομίζω ὅτι ἐξέλιπε πλέον ἐκεῖνος ὁ λόγος καὶ πρέπει νὰ ἀρχίσητε ἀπὸ τὴν ἀρχήν.
§119Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Βέβαια. Ἔτσι εἶνε.
§120ΒΡ. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Καὶ ἀπὸ τὸν πρῶτον κατάλογον καὶ ἀπὸ τὸν τρίτον ἤμην τρίτος κατὰ σειρὰν καὶ τώρα εἶμαι 18ος. Ἐξ ἄλλου κάμνω καὶ τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον ἀπὸ 10 λεπτὰ τῆς ὥρας.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§122ΒΡ. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Τὴν νύκτα, Κύριοι Βουλευταί, τῆς 5–6 Μαρτίου, ἐνῷ ἀπὸ τὴν καταμέτρησιν τῶν ψηφοδελτίων εἶχον καὶ ἐγώ, ὅπως ὅλοι ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι παρευρίσκεσθε εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐλάβομεν τὴν ὑψηλὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπήσωμε τοὺς συμπολίτας μας, τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ὑπερασπισθῶμεν τὰ δικαιώματά του καὶ νὰ ἀγωνισθῶμεν διὰ τὰς ἐλευθερίας του καὶ νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ ἡμῶν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, μετέβην κατάκοπος ἀπὸ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ εὐχάριστον, τὸ ὁποῖον μὲ ἐπλήρωσε χαρᾶς, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔδωσαν τὴν τιμήν, μετέβην, λέγω, κατάκοπος νὰ κατακλιθῶ. Καὶ ἐνῷ ἀνέμενον τὴν ἑπομένην μετὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου τῆς 6ης Μαρτίου νὰ ἑορτάσω τὴν νίκην τοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἐψήφισε, παλαίων ἐναντίον ὅλων τῶν ἀθεμίτων μέσων, τὰ ὁποῖα ἐξαπέλυσεν ἐναντίον μου εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἡ ὁμάς του, ἀκούω μίαν φωνὴν προερχομένην, Κύριοι Βουλευταί, πιστεύσατέ το, ἀπὸ τὴν ψυχὴν τοῦ κόσμου ὅλου, ὁ ὁποῖος μὲ περιεστοίχιζεν, ἀλλ’ ἀκόμη ἀπὸ τὴν ψυχὴν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον εἰς τὴν παράταξιν τοῦ κ. Βενιζέλου, ὅτι ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἦτο ὁ ἐνεργήσας τὸ κίνημα, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἦτο ὁ καταλυτὴς τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Καὶ χωρὶς νὰ ἔχωμεν συγκεκριμένα γεγονότα, καὶ χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα καὶ τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ἔθεσεν εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὅταν ὑπεστήριζε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε καὶ τὴν ὁποίαν ἔχομεν συνυπογράψει, ἐνῷ, λέγω, τὰ γεγονότα δὲν εἶχον ἀκόμη διαλαληθῆ κατὰ τὴν πραγματικὴν αὐτῶν ὑπόστασιν καὶ τὴν πραγματικὴν αὐτῶν ἀκρίβειαν, ἡ πεποίθησις ἡ γενικὴ καὶ τοῦ κόσμου τοῦ ἰδικοῦ μας, ἀλλὰ καὶ ἐκείνου ἀκόμη, ὁ ὁποῖος ἠκολούθη τὸ πρόγραμμα καὶ τὴν πορείαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἦτο ὅτι τὸ κίνημα ἦτο ἔργον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Εἶνε, Κύριοι Βουλευταί, ὅπως λέγει ἡ ἐγκληματολογία, ὅπως λέγει ἡ δικαστική, οὕτως εἰπεῖν τακτική, ἦτο ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐνοχῆς τοῦ Βενιζέλου διὰ δημοσίας κραυγῆς. Καὶ ἐρωτᾶται, Κύριοι Βουλευταί, ἦτο μήπως ἐσφαλμένη αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις, ἦτο ἴσως παρακεκινδυνευμένη αὐτὴ ἡ ἀντίληψις καὶ ἡ διαπίστωσις τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ἢ μήπως περικλείει τὴν ἀλήθειαν αὐτὴ, ἢ μήπως περικλείει τὴν ἀλήθειαν, τὴν πραγματικήν, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ βασίσωμεν εἰς ἕνα γεγονὸς ἀξιοσημείωτον, τὸ γεγονὸς τουτέστιν ὅτι πᾶς ἄνθρωπος καλούμενος νὰ δώσῃ λόγον διὰ μίαν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται, κατὰ μέγα μέρος κρίνεται, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνοχὴν αὐτοῦ, ἀπὸ τὸ Ποινικὸν αὐτοῦ Μητρῷον, μήπως ἐκτὸς τούτου ἡ ἐν γένει πολιτικὴ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ ἡ πεποίθησις, λαμβανομένων ὅλων τῶν στοιχείων διὰ τῶν ὁποίων ἐμφανίζεται αὐτὴ ἡ πολιτικὴ διαγωγή, ὅτι αὐτός, πραγματικῶς, ἦτο ἔνοχος δι’ ὀλίγων, Κύριοι Βουλευταί, διότι νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν, δι’ ὀλίγων θὰ μεταδώσω τὰς ἀντιλήψεις μου εἰς τὴν Βουλήν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔκδηλον χαρακτῆρα τοῦ ἀνθρώπου τούτου, τὸν ἔκδηλον χαρακτῆρα ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔγκλημα διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται. Ἀληθῶς κατὰ τὴν ἀντικειμενικὴν ὑπόστασιν τοῦ ἐγκλήματος, κατὰ τὴν ἀντικειμενικὴν αὐτοῦ ἐκδήλωσιν, ὑπεύθυνος ἦτο ὁ Ν. Πλαστήρας, ἀλλ’ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος κατηγορεῖται ὡς ἠθικὸς αὐτουργός. Καὶ ἐρωτᾶται: συντρέχουν αὐτὰ τὰ στοιχεῖα; Ὁ νομοθέτης, ὅταν συνέτασσε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ παραπεμφθῇ ὁ Ε. Βενιζέλος, μεταξὺ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται ὁ ἠθικὸς αὐτουργός, ὅπως θέση εἰς κίνησιν τὸν φυσικὸν αὐτουργόν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος, μεταξὺ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα, λέγω, μεταχειρίζεται, ἀναφέρει καὶ τὴν ἀπειλήν. Ἀναφέρονται εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν πρότασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται καὶ περιγράφονται τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐγκλήματος, ἀναφέρονται καὶ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν Ποινικὸν νομοθέτην, συνιστῶσι τὴν ἀπειλήν. Εἶνε δὲ ἀπειλή, καθὼς γνωρίζετε, τὸ μέσον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζεται ἕν ὑποκείμενον οἱονδήποτε ἀπέναντι ἄλλου ὑποκειμένου, ἵνα καθυποβάλῃ εἰς αὐτὸ τὴν θέλησίν του καὶ ἀναγκάσῃ αὐτὸ νὰ προβῇ εἰς μίαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν, ἴσως δὲν θέλει τοῦτο, ἴσως δὲν θὰ παύσῃ νὰ βαρύνῃ τὸν φυσικὸν αὐτουργόν τὸν Ν. Πλαστήραν, ἀλλὰ τοῦτο εἶνε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βαρύνει τὸν πραγματικὸν ὑπεύθυνον, τὸν Ἐλ. Βενιζέλον. Καὶ ἐρωτᾶται, Κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχουν ἐν προκειμένῳ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ τῆς ἀπειλῆς, τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως καὶ ἐντελῶς ἀποδεδειγμένως, μετεχειρίσθη ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὥστε νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν Ν. Πλαστήραν νὰ προβῇ εἰς ἕν τόλμημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ἐν κινδύνῳ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸ ὁποῖον ἔθετεν ἐν κινδύνῳ ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν του; Ὑπάρχουν, Κύριοι Βουλευταί, ἀναμφισβητήτως. Εἶνε γεγονὸς καὶ λυποῦμαι πολύ, ὅτι ἀναφέρω καὶ φέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν αὐτὰ τὰ περιστατικά, εἶνε γεγονός, ὅτι ὁ Ν. Πλαστήρας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων χρόνων, θεωρεῖται, ὡς μόνη προσωπικότης, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται περιπεπλεγμένη μὲ ἕν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἄλλοι ὀνομάζουν ἔργον πατριωτικόν, τό ὁποῖον ὅμως ἡμεῖς ὀνομάζομεν καὶ ἡ ἱστορία θὰ ὀνομάσῃ βαρύτατον ἔγκλημα. Ὁ κόσμος ὅλος, οἱ παθόντες, ἐκ τοῦ ἐγκλήματος ἐκείνου, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀκόμη τὰς πληγὰς ἀνοικτὰς καὶ αἰσθάνονται τὴν καρδίαν αὐτῶν συντετριμμένην καὶ τετρωμένην ἔχουν ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔπαιξε σπουδαῖον ρόλον καὶ ἔχει καὶ ὁ ἴδιος τὴν πεποίθησιν, γαυριᾶ ἄλλωστε δι’ αὐτὸ, ὅτι ἔπαιξε τὸν σπουδαιότερον ρόλον ὁ Ν. Πλαστήρας. Εἶνε τοῦτο μία ψυχικὴ ἀδυναμία, εἶνε τοῦτο μία συναίσθησις, ἡ ὁποία ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀναγκάζει τὸν Ν. Πλαστήραν νὰ βλέπῃ πρὸ αὐτοῦ τὸ φάσμα τῆς ἐκδικήσεως, κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ πάντοτε, ἐννοεῖται, διότι οἱ ἐγκληματίαι πάντοτε βλέπουν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν τὰς Ἐρινύας, αἱ ὁποῖαι τοὺς καταδιώκουν καὶ ὁποῖαι εἶνε τὸ ἠθικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον διαπράτουν. Καὶ δὲν ἀρκεῖ εἰμὴ ἡ παραμικρὰ παρώθησις, εἰμὴ ἡ παραμικρὰ ψυχικὴ κίνησις, ἵνα τὴν ψυχὴν αὐτήν, τὴν ἀενάως τεταραγμένην, διεγείρῃ καὶ διεγείρῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους γεννᾷ ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ ἐγκληματίας. Παρακολουθήσωμεν τώρα, Κύριοι Βουλευταί, ἐφόσον δι’ ὀλίγων ἐξητάσαμε τὴν ψυχολογίαν τοῦ Ν. Πλαστήρα, παρακολουθήσωμεν τὴν δρᾶσιν τοῦ Ε. Βενιζέλου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε πλέον ἀποφασίσει νὰ εἶνε ὁριστικῶς ὁ διευθύνων τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁριστικῶς ἔχων ὑπὸ τοὺς πόδας ἕνα ὁλόκληρον λαόν, νὰ τὸν ὁδηγῇ καὶ νὰ τὸν κυβερνᾷ κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον αὐτός ἤθελε. Ὁσάκις δὲ συνησθάνετο τὸ ἔδαφος σειόμενον, ὁσάκις συνησθάνετο ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις ἤρχετο νὰ τὸν ἀποδοκιμάσῃ, ὁσάκις συνησθάνετο ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ ἕδρανα αὐτὰ καὶ νὰ τεθῇ ὡς κατάδικος, ὡς ἄνθρωπος παραπεταμένος, κατὰ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ἰδικήν του, τὴν νοσηράν, εἰς τὰ ἕδρανα ἐκεῖνα, τότε προσεπάθει νὰ εὕρῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐκδήλωσιν αὐτὴν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους ἀπεφάσιζε νὰ ἀποτινάξῃ τὸν ζυγόν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐπιβάλει εἰς αὐτόν. Καὶ ἀνήρχετο τὸ Βῆμα τοῦτο τὸ ἱερὸν καὶ διεκήρυσσε, Κύριοι Βουλευταί, τὸ ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, φέρων ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, ὑπ’ ὄψει τῶν φίλων του καὶ ὑπ’ ὄψει τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου τὸ παρελθὸν καὶ συνδέων μὲ αὐτὸ τὸ μέλλον μὲ μίαν ἄλυσον τρομεράν. Καὶ ἐτόνιζε διαρκῶς ὁ Ε. Βενιζέλος, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὁ ἔντιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἀρχὴν, θὰ εἶνε ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ στήσῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ ἄλλου ἄκρου τῆς Ἑλλάδος ἀγχόνας καὶ λαιμητόμους καὶ θὰ κρεμάσῃ καὶ θὰ καρατομήσῃ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον καθ’ οἷον δήποτε τρόπον ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτός ἐν τούτοις ὀνομάζει θεάρεστον πρᾶξιν. Καὶ ἐφόσον, Κύριοι Βουλευταί, τὰς δηλώσεις αὐτὰς ὁ Ε. Βενιζέλος ἐξαπέλυε τρομακτικῶς, ἐλευθέρως καὶ φανερὰ ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου, τὶς εἶνε δυνατὸν ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ μυστικῶς καὶ ἱεροκρυφίως, συνομιλῶν μετὰ τοῦ Ν. Πλαστήρα δὲν θὰ προσεπάθει διαρκῶς νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς αὐτὸν τὸν τρόμον, τὴν ἰδέαν τὴν τρομακτικήν, ὅτι, ἐάν ποτε ἤθελε νικήσει τὸ Λαϊκὸν κόμμα καὶ ἤθελεν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀποφανθῇ κατ’ αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς ἄλλης παρατάξεως, ἡ ἐκδήλωσις αὐτὴ τοῦ φρονήματος δὲν θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἄμεσον θανάτωσιν πρῶτον τοῦ Πλαστήρα καὶ κατόπιν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνεμάχησαν καὶ συνήργησαν μὲ τὸν Πλαστήραν εἰς τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο; Γνωρίζετε τὸν ἄνδρα, Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὴν πειστικήν, γνωρίζετε ὅλη τὴν ἱκανότητα τοῦ λόγου τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν δύναμιν τῆς πειθοῦς μὲ τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα κατώρθωνε νὰ συνεγείρῃ λαὸν ὁλόκληρον καὶ νὰ διεγείρῃ διαρκῶς τὰ συναισθήματα αὐτοῦ, τὴν δύναμιν αὐτήν, τὴν ἀναμφισβήτητον δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀρνηθῶμεν. Ὅταν μάλιστα ἐπρόκειτο νὰ ἐμπνεύσῃ τρόμον καὶ τὸν τρόμον αὐτὸν ἐπρόκειτο νὰ τὸν ἐμπνεύσῃ εἰς ἕνα δειλόν, ὅπως δειλὸς εἶναι ὁ Νικόλαος Πλαστήρας, εἶσθε εἰς θέσιν ὅλοι νὰ ἀντιληφθῆτε ἂν ἀπῃτεῖτο μεγάλη προσπάθεια, ἂν ἀπῃτεῖτο καὶ πολὺ μεγάλη δεινότης εἰς τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου διὰ νὰ πείσῃ τὸν δειλὸν Πλαστήραν, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, ὅταν θὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ τῶν συνεργαζομένων μετ’ αὐτοῦ Κομμάτων, θὰ εἶχεν ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν θανάτωσιν καὶ τὴν ἐξόντωσιν αὐτῶν. Κύριοι Βουλευταί, αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸ ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ κ. Βενιζέλος, εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, καὶ αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ἀναφέρει εἰς τὰς δηλώσεις του ὁ Πλαστήρας, τὰς ὁποίας ἐξαπέλυσεν ἐμπιστευτικῶς ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου φιλοξενεῖται—καὶ μίαν ἄλλην ἡμέραν θὰ συζητήσωμεν, κ. Πρωθυπουργὲ δι’ αὐτὴν τὴν φιλοξενίαν, ἡ ὁποία τοῦ παρείχετο —καὶ τὰ γεγονότα αὐτὰ πανηγυρικῶς ἐξήγγειλαν καὶ ἐπανηγύρισαν καὶ αἱ ἐφημερίδες τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ἔλεγον ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, τόσον ὁ Ἐλευθ. Βενιζέλος, εἰς τὴν κατάθεσίν του, ὅσον καὶ ὁ Πλαστήρας, εἰς τὸ δεύτερον διάγγελμα τὸ ὁποῖον ἐξαπέλυσεν ἀπὸ τὴν Ρόδον, ὅτι ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὰς ἐκλογὰς θὰ ἥρπαζον λάβαρα καὶ ὅπλα ἀκόμη καὶ θὰ ἐπετίθεντο ἐναντίον ὡρισμένης μερίδος ἀνθρώπων εἰς τὴν ὁποίαν συγκατελέγετο καὶ ὁ Νικόλαος Πλαστήρας, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο δι’ αὐτοὺς ὀλέθριον. Αὐτὰ τὰ γεγονότα λέγω, τὰ ἀναφέρουν ρητῶς καὶ οἱ δύο καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ ἴδιος τὰ ὁμολογεῖ, κ. Βουλευταί, ἐφόσον ὁ ἴδιος ὁ Βενιζέλος τὰ ἀναφέρει εἰς τὴν κατάθεσίν του, ὅτι ὁ φόβος αὐτὸς ἦτο ποὺ ἔπεισε τὸν Πλαστήραν διὰ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλομεν οὔτε ἄλλας ἀποδείξεις, ὅτι καὶ ὁ Ἐλευθ. Βενιζέλος, εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τοῦ κινήματος ἀπειλῶν τὸν Νικόλαον Πλαστήραν. Ὅταν λέγῃ ὁ νομοθέτης «ἀπειλῶ» δὲν ἐννοεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἀπειλοῦμεν ἡμεῖς αὐτὸν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἀλλ’ ὅτι προσπαθοῦμεν, ὁπωσδήποτε νὰ διεγείρωμεν φόβον περὶ μελλούσης κακώσεως, περὶ μέλλοντος κινδύνου εἰς τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον ἀπευθυνόμεθα. Κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον, κατὰ τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τοῦ ποινικοῦ νόμου, τότε εἴμεθα ὑπεύθυνοι δυνάμει τοῦ νόμου καὶ τῆς λογικῆς. Ἠπόρησα δὲ πῶς ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἠθέλησε, μὲ τρόπον κάπως εἰρωνικὸν ὡς νὰ μὴ εἶχε γνῶσιν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν καὶ ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν ἵσταται παντάπασιν ἡ κατηγορία, διότι καὶ ἀληθῆ ἂν εἶναι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰς καταθέσεις, τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὅλοι ὑπ’ ὄψιν, καὶ μετὰ ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐσταθήσῃ τὴν κατηγορίαν! Πλανᾶται πλάνην οἰκτρὰν ὁ κ. Καφαντάρης μολονότι εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων νομικῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀναπτύξω τὴν νομικὴν καὶ τὴν πραγματικὴν βάσιν τῆς προτάσεως. Κυρίως εἰς τὸ βῆμα μὲ ἔφερεν ἄλλος λόγος τὸν ὁποῖον δι’ ὀλίγων θὰ σᾶς ἐκθέσω. Ὅταν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀντελήφθη, ὅτι, τοὺς ὤμους του ἐβάρυνε πολὺ ἰσχυρῶς ἡ βαρυτάτη καὶ ἀληθεστάτη κατηγορία, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ συμπέσῃ μία παρεμβολὴ διάφορος εἰς τὴν πορείαν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ εἰς τὴν συζήτησιν οὕτως ὥστε λησμονημένης τῆς κυρίως ὑποθέσεως, τόσον ἡ Βουλὴ ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ν’ ἀσχοληθοῦν μὲ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον τόσον αὐτὸς ὅσον καὶ οἱ ὀπαδοί του, καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συνεργαζόμενοι, ἠθέλησαν ν’ ἀγάγουν εἰς περιωπὴν καὶ μάλιστα τοιαύτην περιωπὴν ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφελκύσῃ τὴν κοινὴν προσοχήν, ν’ ἀποσπάσῃ τὴν προσοχὴν ἀπὸ τὴν κυρίαν ὑπόθεσιν καὶ δημιουργήσουν ζήτημα τάξεως τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δημιουργήσουν ζήτημα τάξεως τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, καὶ οἱ ὀπαδοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐσεβάσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν τάξιν, καὶ πολλῷ μᾶλλον οὐδέποτε ἐσεβάσθησαν τὴν τάξιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ὅταν δὲ καὶ μὴ τὸ λησμονεῖτε, Κύριοι Βουλευταί, ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων πειρώμενος ν’ ἀπολογηθῇ καὶ ν’ ἀποκρούσῃ τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία τὸν ἐβάρυνεν, ἐνθυμεῖσθε ὅλοι μετὰ πόσης πελιδνότητος, ἠτένιζε τὴν Βουλὴν, ἐνθυμεῖσθε πῶς παρέπαιεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ὅταν εἶδεν, ὅτι δὲν εἶχε οὔτε τὰς πραγματικὰς οὔτε τὰς ἠθικὰς δυνάμεις διὰ ν’ ἀποκρούσῃ τὴν κατηγορίαν, ἐνόμισεν ὅτι ἡ αἴθουσα αὐτὴ πλέον ἔκαιεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὴν τὴν αἴθουσαν μὲ τὴν ψυχραιμίαν μὲ τὴν ὁποίαν ἄλλοτε τὴν ἠτένιζεν. Καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ καλὸς νομικός, καλὸς καὶ διάσημος δικηγόρος, εἰς μίαν στιγμὴν εἶπεν ἕνα παράδοξον τοὐλάχιστον νομικῶς. Ὅτι ἂν δὲν ἐτήρησα τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν λέγετε σεῖς ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρήσω ἀπέναντι τοῦ Πλαστήρα ἕτοιμον πρὸς κίνημα, ἕτοιμον πρὸς στάσιν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τοὺς ἰδιαιτέρους δεσμούς, τοὺς ὁποίους εἶχα πρὸς αὐτὸν καὶ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας, προσέφερε, λέγει, εἰς τὴν Πατρίδα! Πολιτικὸς ὁ ὁποῖος θέλει νὰ εἶναι μεγάλος πολιτικός, πολιτικός, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ λέγεται ἱστορικὸν πρόσωπον, ὁ πολιτικὸς αὐτὸς ἐλησμόνησε τὸν Ρωμαῖον Συγκλητικόν, ὁ ὁποῖος ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Συγκλήτου, καὶ ὁ ἴδιος ἐζήτησε τὴν εἰς θάνατον καταδίκην τοῦ υἱοῦ του, διότι ὁ υἱός του εἶχεν ἐπιβουλευθῆ τὴν Πολιτείαν. Καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀπετόλμησε νὰ εἴπῃ, εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἀντιπροσωπείαν ὅτι δεσμοὶ ἰδιαίτεροι, καὶ ὅλοι γνωρίζομεν τοὺς δεσμοὺς αὐτούς, δὲν τοῦ ἐπέτρεπον ν’ ἀπομακρύνῃ τὸν Νικόλαον Πλαστήραν ☐ ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ ὑποδουλώσῃ ἕναν λαὸν ὁλόκληρον, τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸς εἶχε τὴν τιμὴν προηγουμένως ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν νὰ κυβερνήσῃ. Ἀλλά, Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε τὸ ἀσταθὲς αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων γνωρίζει τὸ ἀβάσιμον τοῦ ἰσχυρισμοῦ του καὶ ἐξαπέλυσεν ἐπίτηδες τὰς φράσεις ἐκείνας τὰς τελευταίας, ἵνα δημιουργήσῃ μίαν ἀφορμὴν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν αἴθουσαν, ὅπως τὴν ἐγκατέλειψεν. Ἡμεῖς ἂς ἀδιαφορήσωμεν, Κύριοι Βουλευταί, διὰ τὴν στάσιν αὐτὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς ὅλης Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡμεῖς ἂς ἀναμνησθῶμεν τὰ καθήκοντα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ, ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας, ἀπέναντι ἡμῶν αὐτῶν. Ἄς θέσωμεν κατὰ μέρος τὴν στάσιν τὴν ἀπρεπῆ, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἄς θέσωμε κατὰ μέρος ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας καταβάλλει διὰ νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ Κοινοβούλιον πλέον ἔχει πέσει καὶ πρέπει νὰ πέσῃ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ ἂς βαδίσωμεν γενναῖοι καὶ ἀποφασιστικοὶ εἰς τὸ καθῆκόν μας. Μὴ μᾶς πτοῇ παντάπασιν οὔτε ἡ στάσις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, οὔτε αἱ ἀπειλαὶ τῶν συνεργαζομένων μετ’ αὐτοῦ. Ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ἐκτὸς τῶν ἄλλων, νὰ σεβασθῶμεν ὅλους ἐκείνους τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ἀναμεμιγμένοι μὲ τὸ παρελθὸν ἀπεφάσισαν ἐπὶ τέλους νὰ ρίψωσιν εἰς τὴν λήθην αὐτὸ τὸ παρελθόν. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὄχι μόνον νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν, ἔστω καὶ ἐὰν ἐξ ὑπερτάτης ἀνάγκης ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἡμεῖς οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀμέσως νὰ τὴν παρακολουθήσωμεν. Διότι εἶνε ἀνάγκη, Κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀχθῶμεν εἰς ἕν ἀποτέλεσμα καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ πρέπει νὰ εἶνε ἡ λήθη τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ διὰ νὰ ρίψωμεν εἰς τὴν λήθην τὸ παρελθόν, διὰ νὰ φύγῃ ἀπὸ μέσον ἡμῶν τὸ παρελθὸν καὶ ὅλοι οἱ κίνδυνοι ἐκ τῆς ἀναμίξεως τοῦ παρελθόντος, πρέπει νὰ φύγῃ ἀπὸ μέσον ἡμῶν καὶ ἔχομεν τὰ μέσα ἡμεῖς εἰς τὰς χεῖρας μας, τὰ νόμιμα μέσα νὰ φύγῃ τὸ φάσμα ἐκεῖνο τὸ τρομερόν, τὸ ὁποῖον ἀναμιμνήσκει πάντοτε ἐνώπιον ἡμῶν ἐμφανιζόμενον ὅλην τὴν φρίκην καὶ ὅλον τὸν......
§123Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός)..... τοῦτο εἶνε ἄξιον ἰδιαιτέρας συστάσεως, ὅταν ἔχομεν μάλιστα καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀποῦσαν, πρέπει νὰ εἴμεθα σεμνοὶ κριταὶ καὶ ὄχι νὰ φθάνωμεν εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα κατέδειξαν οἱ τελευταῖοι λόγοι τοῦ ἄρτι κατελθόντος τὸ Βῆμα. Θὰ παρακαλέσω ὅποιος ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ νὰ συντομεύσῃ, ὅσον τὸ δυνατόν, τὴν ὁμιλίαν του, διότι ἀπόψε πρέπει νὰ τελειώσωμεν, ἀφοῦ καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις εἶνε ἀποῦσα.
§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου.
§125Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ παραιτηθοῦν.
§126Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ εἴπω ἐν τέλει ὅτι ἔχων τὴν συνείδησιν καθαρὰν καὶ ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἀπεμακρύνθην παντάπασι τῆς ἀληθείας, θὰ εἴπω ὅτι τὰ Δικαστήρια, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶνε, τὴν ἀλήθειαν καὶ πάντοτε τὴν ἀλήθειαν θέλουν νὰ ἀκούουν διὰ νὰ κρίνουν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐστρατιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§128Γ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς παρατάξεως ἐκείνης, ὅπως ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος κ. Μπακόπουλος. Εἶνε δικαίωμα τῶν κατηγορουμένων, ὅπως γνωρίζουν οἱ νομικοί, νὰ δικάζωνται ἐρήμην, δικαίωμα ὅμως καὶ ὑποχρέωσις τοῦ Δικαστοῦ εἶνε νὰ προβαίνῃ εἰς τὸ ἔργον του, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ἐὰν ὁ κατηγορούμενος παρίσταται ἢ ὄχι. Εἶνε ἡ ἀποχώρησις τοῦ κ. Βενιζέλου ἕν εἶδος τακτικῆς, ἡ ὁποία ποικίλλει πάντοτε εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, πότε μὲν παρισταμένου ὡς ἐπιθετικοῦ, πότε ὡς ἀμυνομένου, πάντοτε δὲ ἐνεδρεύοντος διὰ νὰ καταλάβῃ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ τὴν ἐξουσίαν. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐνδιατρίψω, Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ περιεχομένου τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, τοῦ ἀληθοῦς καὶ βασίμου αὐτῆς. Ὑπῆρξε τόσον σαφής, τόσον διονυχιστική, τόσον πειστικὴ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ τόσην ἐνίσχυσιν εἰς αὐτὴν ἔδωκαν αἱ ὁμολογίαι τῶν ἐκεῖθεν ἀγορευσάντων, ὥστε νομίζω ὅτι ἡ φωνὴ ὅλων ἡμῶν θὰ εἶνε ἀσθενὴς πρὸ τῆς μεγαλοστόμου φωνῆς τῶν πραγματικῶν γεγονότων. Αἰσθάνομαι ὅμως τὸ καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἐκεῖθεν διὰ τὴν συμβολὴν ἡμῶν, διὰ τὴν ἀλληλεγγύην, τὴν ὁποίαν παρέσχομεν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὑπογράψαντες τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν. Διότι μᾶς εἶπον ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐπιρροήν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν φίλων του, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως. Διότι — εἶπον — ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν φίλων του Βουλευτῶν πρὸς ὑπογραφὴν καὶ ὑποβολὴν τῆς προτάσεως. Ὀφείλω, Κύριοι Βουλευταί, νὰ διαβεβαιώσω καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἔχω συμφώνους ὅλους τοὺς μετ’ ἐμοῦ ὑπογράψαντας εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν, ὅτι δὲν ὑπεγράψαμεν ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι ἐθεωρήσαμε ταύτην ὡς μίαν πολιτικὴν πρᾶξιν ἀποκλειστικὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων· ὑπεγράψαμεν, διότι ἐπέβαλε τοῦτο τὸ κοινὸν αἴσθημα, ἡ κοινὴ συνείδησις τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἥτις κατὰ τὴν νύκτα τῆς 5 καὶ τῆς 6 Μαρτίου καὶ κατόπιν παταγωδῶς, ἐξεδηλώθη καὶ ἥτις μὲ μυριόστομον κραυγὴν ἐδακτυλοδείκτησεν ἕνα καὶ μόνον ὑποβολέα, ἕνα εἰσηγητήν, ἕνα συνεργὸν τοῦ κινήματος, τὸν κ. Ἐλευθέριον Βενιζέλον. Τὸ κοινὸν τοῦτο αἴσθημα, Κύριοι Βουλευταί, τὴν κοινὴν αὐτὴν βοήν, τὴν καταγγέλλουσαν τὸν πρώην Πρωθυπουργόν, δὲν ἠδύναντο νὰ παραγνωρίσουν οἱ κ. κ. Βουλευταί, τοὺς ὁποίους ἡ τελευταία ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἀνύψωσεν εἰς τὰς ἕδρας αὐτάς. Θὰ προσέθετον ἀκόμη ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Κοινοβουλευτικώτερος τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν, ὅστις μετὰ τόσης ἠθικῆς δυνάμεως ἀνεστήλωσε τὴν καθημαγμένην σημαίαν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ κόμματος ἐκείνου καὶ νὰ ἀσκήσῃ περιορισμὸν ἢ πίεσιν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν φίλων αὐτοῦ, ὥστε νὰ μὴ ὑπογράφουν μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κοινὴν συνείδησιν, καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἠθικὴν ἀνάγκην. Οἱ ὁμιλήσαντες περὶ πειθαρχίας ἐν τῷ κόμματι σφάλλονται, συγχίζοντες τὸ κόμμα αὐτῶν πρὸς τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Διότι ἐγώ, Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἄθροισμα ὄντων ἀψύχων καὶ ἀφώνων, ἐξαρτωμένων καὶ κινουμένων κατὰ τὴν αὐθαίρετον καὶ αὐταρχικὴν θέλησιν τοῦ Ἀρχηγοῦ των. Τὰ πολιτικὰ κόμματα εἶνε σύνολον πολιτῶν ἐλευθέρων καὶ ἀνεξαρτήτων, οἱ ὁποῖοι εἰς ζητήματα μὴ καθαρῶς κομματικά, εἰς σοβαρὰ ἐθνικὰ ζητήματα ἔχουν καὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν ἐλευθέραν τὴν γνώμην. Τὸ ἀντίθετον θὰ ἀπετέλει ἄρνησιν τῆς ἐννοίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐλευθερίας. Ἐλέχθη, Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐγράφη, ὅτι αἱ περιστάσεις, αἱ κρίσιμοι ὑφ’ ἃς διατελεῖ τὸ Κράτος, δὲν ἐπέτρεπον τὴν ὑποβολὴν τῆς προκειμένης προτάσεως διότι τοῦτο θὰ ἐδυσχέραινε τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀσχολουμένης τὴν στιγμὴν αὐτήν εἰς τὴν ἐπίλυσιν σοβαρωτάτων τοῦ Κράτους ζητημάτων. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι Βουλευταί, ὑποστηρίζω τὸ ἐναντίον, καὶ τὸ ὑποστηρίζω δὲ μέ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου, διότι ἀκριβῶς τότε θὰ ἐνισχυθῇ μία Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν ἀπασχολούντων αὐτὴν σοβαρωτάτων ζητημάτων, ὅταν καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ ἐμπνεύσῃ τὴν, πεποίθησιν, ὅτι, ἀνελθοῦσα εἰς τὴν Ἀρχὴν μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Λαϊκῆς κυριαρχίας, μετὰ μίαν πανηγυρικὴν τοῦ λαοῦ θέλησιν, ἔχει καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν, ὄχι μόνον νὰ ἐμποδίσῃ κινήματα τείνοντα εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς ἐννόμου τάξεως, ἀλλὰ καὶ νὰ τιμωρήσῃ αὐστηρῶς, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ διανοηθοῦν τὴν κατάλυσιν τοῦ Κράτους καὶ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ἀδυσωπήτως, ἵνα μὴ διαιωνίζεται διαρκῶς ἡ ἀναρχία. Τοῦτο θὰ εἶνε ἡ μεγαλειτέρα ἐνίσχυσις διὰ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπίλυσιν τῶν μεγάλων ζητημάτων τοῦ τόπου. Τοὐναντίον θὰ ἀπήντα τὰς μεγαλειτέρας δυσχερείας ἐὰν ἄφηνε νὰ πιστευθῇ ὅτι δὲν εἶχε τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀποπειραθέντας μίαν ἀνατροπὴν τοῦ Κράτους. Εἶπον, Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως, τῆς ὑποβληθείσης ἀπὸ τὸν Κύριον Ἀρχηγὸν τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Ἕν μόνον θὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ἡ ἔννοια τῆς ἠθικῆς αὐτουργίας τοῦ νόμου καὶ τῆς ἀναγκαίας συνεργείας, ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἔννοια ἐν τῷ νόμῳ, ὅταν δεχθῶμεν ὅτι δὲν ἀποτελοῦν ἀναγκαίαν συνεργείαν τὰ ἀκόλουθα περιστατικά, ἅτινα προέκυψαν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς σημερινῆς συζητήσεως, ἤτοι 1) Τὸ ὅτι εἷς Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους, μανθάνων ἀπὸ τὸ στόμα ἑνὸς στρατηγοῦ, ἀρχηγοῦ ἄλλοτε ἐπαναστάσεως, ὅτι οὗτος μεταβαίνει νὰ ἐξεγείρῃ τοὺς κατοίκους τῶν συνοικισμῶν καὶ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν πόλιν ζητοῦντας τὴν ἐγκατάστασιν δικτατορίας, τὸν ἀφήνει ἐλεύθερον νὰ αἱματοκυλίσῃ τὸν τόπον. 2) Τὸ ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους, μανθάνων ὅτι ὁ Πλαστήρας εἶχεν ἤδη καταλάβει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀκούων τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ζητοῦντα τὴν ἄδειαν νὰ ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν τὸν Πλαστήρα, ἀρνεῖται τοῦτο, λέγων ὅτι δὲν εἶνε διατεθειμένος νὰ κτυπηθῇ μὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν. 3) Τὸ ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους, μανθάνων ὅλας τὰς διαθέσεις τοῦ Πλαστήρα περὶ κινήματος εὗρε δι’ αὐτὸν μίαν μόνον τιμωρίαν: νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσίν του ἀντιτορπιλλικὸν διὰ νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. 4) Τὸ γεγονὸς ἀκόμη, ὅτι εἶχε τοιοῦτον παγκοίνως γνωστὸν σύνδεσμον ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους μὲ τὸν Πλαστήραν καὶ τόσον κῦρος ἐπ’ αὐτοῦ, ὥστε ἠδύνατο νὰ τὸν ἀποτρέψῃ, ἐὰν δὲν συνεμερίζετο τὴν ἐγκληματικὴν ἀπόπειραν τοῦ Πλαστήρα. 5) Τὸ γεγονὸς ἐπίσης ὅτι τὴν τρίτην πρωϊνὴν ὥραν τῆς 6ης Μαρτίου καὶ μετὰ τὰς ἐκδηλώσεις τῶν διαθέσεων τοῦ Πλαστήρα ἐν αὐτῷ τῷ οἴκῳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται ὅλοι σχεδὸν οἱ παραστάται καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους δηλαδὴ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ Διοικητὴς τοῦ Στρατοῦ Ἀρχιστράτηγος Ὀθωναῖος, ὁ Διοικητὴς τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἐξαγγέλλει ὁ Πλαστήρας τὴν ἀπόφασίν του ὅπως κηρύξῃ δικτατορίαν καὶ ὅμως οὐδεμία παρ’ οὐδενὸς δίδεται διαταγὴ νὰ συλληφθῇ οὗτος πρὸς πρόληψιν τοῦ Κινήματος. 6) Τὸ γεγονὸς τέλος ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὶν ἢ ἀκόμη ἐκραγῇ τὸ κίνημα, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς διαποροῦντα περὶ τοῦ πρακτέου τοῦ λέγει: «Πηγαίνετε εἰς τὸν Πλαστήραν ἵνα λάβητε παρ’ αὐτοῦ διαταγάς». Ἐὰν αὐτὰ τὰ περιστατικά, Κύριοι, δὲν ἀποτελοῦν περίπτωσιν συνεργείας ἀναγκαίας, βεβαίως πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸν νόμον ἡ διάταξις περὶ ἀναγκαίας συνεργείας. Ἴσως μίαν εἶχε δικαιολογίαν τῆς ἀπραξίας του ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων μετὰ τὰ γεγονότα αὐτά, ὅτι ἐὰν ἐγένετο τὸ κίνημα ὑπὸ τοῦ Πλαστήρα, ἐὰν ἐγένετο καὶ ἕνα ἀκόμη αἱματοκύλισμα, ἐὰν ἐτυφεκίζοντο ἀκόμη καὶ μερικὰ ἄλλα κοτόπουλα, ἐὰν ὑπέφερε τόσος κόσμος, ἐὰν συνελλαμβάνετο, ἐξωρίζετο, ἐὰν ἐφυλακίζετο αὐτὰ ὅλα ἦσαν μία ἀκόμη νέα ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν θὰ προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα ὁ Ν. Πλαστήρας. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς τις διὰ τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως, οὔτε νομίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τις ἐξ ὑμῶν, ὅστις δὲν θὰ συμφωνήσῃ ὅτι πρέπει ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νὰ γίνῃ δεκτή. Πρέπει ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἑδραιωθῇ εἰς τὴν ψυχὴν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅτι τὸ Κράτος αὐτό, τὸ ὁποῖον διῆλθε διὰ μέσου τόσων κινδύνων, τὸ Κράτος αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκινδύνευσε πλειστάκις νὰ πάθῃ τελείαν συντριβὴν καὶ ἀνυποληψίαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅτι τὸ Κράτος αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε πάντοτε ὁ σκοπὸς βολῆς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, καὶ τὸ ὁποῖον κόμμα διὰ συχνῶν στασιαστικῶν κινημάτων, τὰ ὁποῖα ὡς διασκέδασιν αἱμοδιψῆ ἤσκησε κατὰ τὴν μακρὰν πολιτικὴν ζωήν του, ἔζησε, ζῇ καὶ θὰ ζήσῃ ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ ἔργον τοῦ διχασμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρέπει λέγω, νὰ ἑδραιωθῇ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἡ πεποίθησις ὅτι τὸ Κράτος αὐτὸ ἔχει στερρὰν καὶ ἀκλόνητον τὴν ἀπόφασιν νὰ τιμωρήσῃ αὐστηρῶς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ μίαν δεκαετίαν ἐξακολουθοῦν τὸ αὐτὸ μετερχόμενοι ἐπάγγελμα τῶν στάσεων καὶ τῶν κινημάτων. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους ἀκόμη λόγους νομίζω ὅτι εἶνε ἐπιβεβλημένη ἡ ἐπιψήφισις τῆς προτάσεως. Διὰ τὸν λόγον ὅτι τὸ κόμμα τὸ Λαϊκὸν, τὸ μεγαλείτερον σήμερον ἐν Ἑλλάδι κοινοβουλευτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ὁ Ἀρχηγὸς ὁ σημερινὸς ἔδειξεν ὅτι κατέχεται ἀπὸ τὴν μεγαλειτέραν μεγαλοψυχίαν, ἀλλ’ ὅτι δὲν λησμονεῖ ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀνορθώσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν κατάπτωσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ὅτι τὸ κόμμα αὐτὸ δὲν εἶχε μόνον ἀρχὴν νὰ προστατεύῃ τὸ πολίτευμα, τὰς ἐλευθερίας τοῦ Λαοῦ καὶ τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ὅταν δὲν ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ, ἀλλ’ ὅτι καὶ περιβεβλημένον ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ πλήρους ἐμπιστοσύνης τὸ κόμμα αὐτὸ δὲν δύναται ποτὲ νὰ λησμονήσῃ τὰς ἀρχάς, τὰς παραδόσεις καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπέλθῃ αὐστηρὸς τιμωρὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ καταλύσωσι τὴν ἔννομον τάξιν καὶ ἐπιβουλευθῶσι τὰς Ἐλευθερίας τοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§130Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀντιλαμβάνομαι βέβαια ὅτι ἡ ὥρα εἶνε ἀκατάλληλος, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ εἶνε κουρασμένη διὰ νὰ τὴν ἀπασχολήσω. Ἔχω ὅμως, Κύριοι Βουλευταί, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δικαιολογήσω τὴν ὑπογραφήν μου εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων περὶ παραπομπῆς εἰς δίκην τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ὄχι μῖσος, οὔτε πάθος, οὔτε ταπεινὸν συμφέρον μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ νὰ θέσω τὴν ὑπογραφήν μου εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἀλλὰ μία ἱερὰ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὑποχρέωσις, μία ἱερὰ ὑποχρέωσις ἀπέναντί μου ὡς Ἕλληνος, τοῦ ὁποίου αἱ ἐλευθερίαι ἐκινδύνευσαν. Ἡ ἱερὰ αὕτη ὑποχρέωσις μὲ ὤθησεν εἰς τὸ νὰ θέσω τὴν ὑπογραφήν μου κάτωθεν τῆς παραπεμπτικῆς ἐκείνης προτάσεως διότι πᾶς ὁ ἐχόμενος τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ, ὅταν βλέπῃ γινόμενα τοιαῦτα ἐγκλήματα κατὰ τῆς Πατρίδος πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος, τὸν τοιαῦτα ἀποτολμήσαντα, νὰ ἐγκαλῇ ἐνώπιον οὐ μόνον τῆς Δικαιοσύνης, οὐ μόνον ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τῆς Ἱστορίας. Γνωρίζετε ἐκ τοῦ παγκοσμίου πολέμου, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ λαοὶ τοὺς ὠθήσαντας αὐτοὺς ἐγκληματίας εἰς τὴν σφαγὴν καὶ εἰς τὸν ἀλληλοσπαραγμὸν τοὺς ἐξετόπισαν πάντας ἀπὸ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς μηδὲ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου πολίτου τῆς Γαλλίας Κλεμανσώ, ἐξαιρουμένου. Καὶ ὅμως ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς ἐξ ὅλων τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κρατῶν παρέμεινε καὶ παραμένει ὁ κ. Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἵνα διοικῇ ἐφ’ ὅρου ζωῆς τὰς τύχας τῆς πατρίδος. Ἡ μεταπολεμικὴ περίοδος τῶν λαῶν, ἢ μᾶλλον ἡ μεταπολεμικὴ περίοδος ἡ ἀφορῶσα τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1922, τὴν ὁποίαν ἡ ἱστορία, ἡ Ἑλληνική, ἀνέγραψεν ὡς αἱματηρὰν δικτατορίαν τοῦ Συνταγματάρχου Πλαστήρα παρέμεινε βέβαια, ἀλλ’ ὡς καταλυτὴς τῶν ἐλευθεριῶν ἡμῶν, τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐσημείωσε μίαν αἱματηρὰν περίοδον, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν, Κύριοι Βουλευταί, νὰ λησμονήσωμεν οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὅτι μετὰ τὴν περίοδον ταύτην τῆς Πλαστηρικῆς δικτατορίας, διότι δὲν θέλω νὰ ἀνασύρω τὸ παραπέτασμα, τὸ ὁποῖον καλύπτει τὸν Γολγοθᾶν τοῦ μαρτυρίου, τὸν ὁποῖον ἀνῆλθον οὐ μόνον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ἐκτελεσθέντες, ἀλλ’ ὁλόκληρος τάξις δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ στρατιωτικῶν μέχρι τοῦ τελευταίου στρατιώτου καὶ πολίτου, διότι δὲν θέλω νὰ ἀναξέσω πληγάς, αἱ ὁποῖαι βαθύτατα ἀπὸ αὐτὴν ἐγχαραγμέναι ἀνεπούλωτοι εἰς τὰς ψυχὰς ἡμῶν καὶ εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία εὐτυχῶς παρῆλθε διὰ τὸν τόπον, ἐπηκολούθησεν, ὅπως γνωρίζετε πάντες ἐν τῆς τελευταίας ἱστορίας, ἐπηκολούθησεν ἡ ἐπανεμφάνισις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, μετὰ μικρὰν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμονήν αὐτοῦ, παρ’ ὅ,τι οὗτος διεκήρυσσε urbi et orbae ὅτι ἀπεχώρει ὁριστικῶς ἐκ τῆς πολιτικῆς. Τὴν περίοδον ταύτην ἐπηκολούθησε μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Βενιζέλου ἐκ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, ἐπηκολούθησε μία περίοδος ὄντως ἀξία ἐκτιμήσεως ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι χάρις εἰς τὴν φιλοπατρίαν τοῦ στρατηγοῦ Κονδύλη, ὡς Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος διέλυσε τὰ Δημοκρατικὰ Τάγματα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν διαρκῆ ἀπειλὴν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ χάρις εἰς τὴν φιλοπατρίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὀφείλω δέ νὰ ὁμολογήσω εἰλικρινῶς καὶ χάρις εἰς τὴν φιλοπατρίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, προεχωρήσαμεν εἰς τὴν ὁμαλότητα διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ μέγα ἀνορθωτικὸν ἔργον τῆς Οἰκουμενικῆς δὲν ὑπῆρξε μόνον τὸ οἰκοδόμημα τὸ οἰκονομικόν, ἀλλ’ ἡ πολυτιμοτέρα αὐτῆς πρᾶξις ἦτο, ὅτι ἐγεφύρωσε τὸ ἐθνοφθόρον χάσμα, τὸ ὁποῖον ἐχώριζεν εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Τοῦτο βεβαίως ἐσημείωσεν ἡ ἱστορία ὑπὲρ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τότε τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ δὲ ταῦτα συνέβαινον αἰφνηδίως ἐνέσκηψεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀνέτρεψε καὶ κατέρριψεν εἰς συντρίμματα τὸ μέγα πατριωτικὸν ἔργον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τοῦτο. Δικαίως, λοιπόν, λέγεται καὶ γράφεται ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἀποτελεῖ τὸ σύμβολον τῆς διχονοίας καὶ τοῦ διχασμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἔρχομαι, Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ ζήτημα τῆς 6ης Μαρτίου. Δὲν θὰ θελήσω, ὅπως εἶπον ὅταν ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ Βῆμα, νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἀνεπτύχθησαν αὗται ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας Συναδέλφους, ὀφείλομεν ὅμως νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰς ἐλευθερίας τοῦ ὁποίου ἀπεπειράθησαν νὰ καταλύσουν, καὶ ἀπέναντι τῆς ἱστορίας, νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἵνα διδαχθῶσιν οἱ ἐγκληματίαι, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀποπειρῶνται τοιαῦτα ἐγκλήματα κατὰ τῆς πατρίδος, καθ’ ἡμῶν αὐτῶν, κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Δικαιολογῶν τὴν ψῆφον μου ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω καὶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι οὐχὶ αἴσθημα ἐκδικήσεως, οὔτε μίσους, οὔτε πάθους μὲ ὁδηγεῖ εἰς τὸ νὰ ὑπογράψω τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δικαίως ἀξιοῦντος νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἔνοχος καὶ πρὸ παντός, νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ὑποκινηταὶ τοῦ ἐγκλήματος ἐκείνου, διότι μικρὰ εἶνε ἡ ἱστορία αὐτῶν ἀδιαφόρως ἐὰν ἡ Γερουσία εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παραπεμφθοῦν, θὰ τοὺς κρίνει ἀθώους. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία καὶ ἡ Ἑλληνικὴ συνείδησις θὰ ἀναγράψῃ τὸ ὄνομα αὐτῶν παρὰ τὰ ὀνόματα τοῦ Πεισιστράτου καὶ τοῦ Παυσανίου.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§132Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἀντιστρόφως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ φίλου μου κ. Εὐστρατιάδη ἐγὼ ἐκφράζω τὴν λύπην μου διὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Διότι ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἄμεσον τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν ἰσχυρισμῶν τοὺς ὁποίους θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλήν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τινὲς ἐξ αὐτῶν φέρουν νομικὸν χαρακτῆρα καὶ ἕνεκα τούτου ἔγκριτοι συνάδελφοι, ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα τῆς ἀντιπολιτεύσεως θὰ ἔδιδον ἀφορμὴν ὥστε νὰ γίνῃ ἡ ἄμεσος ἐπ’ αὐτῶν κριτική. Ἀλλὰ θὰ τὸ πίωμεν τὸ ποτήριον. Ἐκ τῆς ἀπουσίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν θὰ ἀπόσχω ἀπὸ τοῦ νὰ διατυπώσω τὰς ἀντιλήψεις μου πρὸς τὴν Βουλήν. Προκειμένου αὕτη νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς προτάσεως περὶ ποινικῆς διώξεως τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, προδήλως ἐπιτελεῖ καθήκοντα δικαστικά, δι’ ὅ ὀφείλει νὰ συζητήσῃ καὶ διαφωτισθῇ, πᾶς δὲ Βουλευτής, ὡς δικαστής, ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον του κατὰ συνείδησιν καὶ κατὰ τὴν ἐκ τῆς συζητήσεως προελθοῦσαν ἐλευθέραν αὐτοῦ πεποίθησιν. Ὁ λόγος εἶνε ἁπλοῦς, διότι ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, τὰ ἀποτελέσματα εἶνε ἐξόχως σημαντικά. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως τῆς προτάσεως, δημιουργεῖται πλήρης τελεσιδικία καὶ ὁ κατηγορούμενος Ὑπουργὸς θεωρεῖται ἀθῷος, διότι κατὰ νόμον δὲν ἐπιτρέπεται ἐπανάληψις τῆς διώξεως διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν. Ἂν ἀντιστρόφως γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, ὁ κατηγορούμενος Ὑπουργὸς τίθεται ὑπὸ δίκην καὶ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶνε τόσον ἁπλοῦν, ὅσον ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ Κύριος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅταν ἔλεγεν ὅτι θέλει νὰ ἐνεργηθῇ μία ἀνάκρισις. Ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἥτις διορίζεται, ὅταν γίνῃ δεκτὴ ἡ περὶ διώξεως πρότασις, ἐκτελοῦσα χρέη ἀνακριτοῦ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ πολὺ ὀχληρὰ δι’ ἕνα κατηγορούμενον, διότι δικαίωμα ἔχει νὰ διατάξῃ καὶ τὴν σύλληψίν του καὶ τὴν προφυλάκισίν του, νὰ ἐνεργήσῃ κατασχέσεις πειστηρίων, κατ’ οἶκον ἐρεύνας, καὶ ὅσα ἄλλα ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν Δικαστικὴν ἀρχήν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, ἤτοι, διότι ἡ Βουλὴ εἶνε δικαστήριον, καὶ ἡ προχθεσινὴ δήλωσις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὅτι παρακαλεῖ τοὺς φίλους του νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς προτάσεως καὶ ἡ κατὰ παλινῳδίαν μεταγενεστέρα δήλωσίς του νὰ μὴ ψηφίσουν τὴν πρότασιν καὶ ἡ κατόπιν ταύτης ἐπακολουθήσασα ἀρνησιδικία ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πάντα ταῦτα ἀντιτίθενται καὶ εἰς τοὺς νόμους καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἤθη, ὅπως εἶνε ἀντίθετοι καὶ εἰς τοὺς νόμους καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ Κοινοβουλευτικὰ θέσμια, καὶ εἶνε ἀστήρικτοι αἱ αἰτιάσεις, αἱ ἐκτοξευθεῖσαι κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς μὴ παρεμποδίσαντος τοὺς φίλους του νὰ ὑπογράψουν τὴν πρότασιν τῆς διώξεως καὶ ὡς διστάζοντος νὰ υἱοθετήσῃ ἢ μὴ υἱοθετήσῃ ταύτην. Διότι οὔτε ἡ ἀντιπολίτευσις ἐδικαιοῦτο νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς φίλους της ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβληθῇ καὶ παρεμποδίσῃ τοὺς φίλους της ἀπὸ τοῦ νὰ ὑπογράψουν ἢ ὄχι τὴν πρότασιν ἢ νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς προτάσεως. Γνωρίζω ὅτι πρὸς τὴν γνώμην μου ταύτην ἔχω ἀντιμάχους ἅπαντας τοὺς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν προλαλήσαντας ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἔχω τὸ εὐτύχημα νὰ εἶνε ὑπὲρ τῆς γνώμης μου ἡ παγκόσμιος Κοινοβουλευτικὴ τάξις καὶ ἡ παγκόσμιος ἐπιστήμη ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου. Ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ, ὅτε ὑπεβλήθη ἡ πρότασις περὶ διώξεως τοῦ Malvy εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν ἠθέλησε νὰ ἐρωτήσῃ ποία εἶνε ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς περὶ παραπομπῆς τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν Ὑπουργοῦ προτάσεως. Ὁ Πρωθυπουργός, ὅστις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην —Νοέμβριον 1917— ἦτο ὁ Κλεμανσὼ, ἀπήντησεν «Δὲν ἔχω γνώμην κ. Βουλευτά. Ἡ Βουλὴ εἶνε ἐλευθέρα νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν γνώμην, διότι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ μίαν παρανομίαν καὶ ἐὰν ἐγὼ κάθημαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδῶ, κάθημαι διότι εἶνε ἀνάγκη νὰ καθήσω ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, οὔτε πρωτοβουλίαν, οὐδὲ γνώμην, δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ ζητήματος διώξεως Ὑπουργοῦ». Καὶ ὅτε πάλιν, εἰς τὴν αὐτὴν Γαλλικὴν Βουλήν, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν Γαλλίᾳ ἀπετόλμησεν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσαγάγῃ πρότασιν περὶ διώξεως Ὑπουργοῦ, κατηγορηθέντος δι’ ἀνάμιξιν εἰς τὴν πολυθρύλητον ὑπόθεσιν Δρέϋφους, ὁ πολὺς Ριμπώ, τρὶς χρηματίσας Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας καὶ ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας μέλος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας, ἀνῆλθε τὸ Βῆμα ἀμέσως καὶ ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν δηλώσας ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναλάβῃ αὕτη πρωτοβουλίαν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, διότι ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ μίαν παρανομίαν ἀνήκουσαν εἰς αὐτήν, ὡς εἷς δικαστικὸν σῶμα, διότι ἡ Βουλὴ κατηγορεῖ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ μόνον ἡ Βουλὴ. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην τοῦ Ριμπώ, καὶ μεταγενεστέρως τοῦ Κλεμανσώ, ἐπεκρότησεν ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιστήμη, παραπέμπω δὲ περὶ τούτου εἰς τὸν Berthélemy, τὴν δόξαν τῆς Γαλλικῆς Ἐπιστήμης, ὅστις καὶ εἰδικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συνέγραψε πραγματείαν ὑπὸ τὸν τίτλον «La mise en accusation dèvant le Sénat du Président de la Republique et des Ministres». Καὶ πράγματι, ἂν ἡ Κυβέρνησις καταχρωμένη τῆς δυνάμεως αὐτῆς εἰς τὰ Νομοθετικὰ Σώματα ἠδύνατο νὰ σύρῃ εἰς δίκην καὶ καθιστᾷ ὑποδίκους τοὺς πολιτικούς της ἀντιπάλους ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι εἶνε ἀντίπαλοι αὐτῆς, ἢ ἀντιστρόφως ἀμνηστεύῃ τοὺς ἐγκληματίσαντας Ὑπουργούς, διότι ἀνήκουσιν εἰς τὴν αὐτὴν μετ’ αὐτῆς κομματικὴν παράταξιν, ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς Ὑπουργικῆς εὐθύνης καὶ τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἠθικήν. Ἐὰν, Κύριοι Συνάδελφοι, ταῦτα ἔχουσιν οὕτω ἐπὶ πάσης περιπτώσεως διώξεως Ὑπουργοῦ, κατανοεῖτε ὅτι κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ τύχωσιν ἐφαρμογῆς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν διωκόμενος εἶνε εἷς πρώην Πρωθυπουργός, ὅστις μέχρι τῆς χθὲς ἦτο Κυβερνήτης τῆς Χώρας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἀδίκημα τὸ κατ’ αὐτοῦ ἀπευθυνόμενον εἶνε ἀληθῶς βαρύ. Καὶ δὲν εἶνε βαρύ, Κύριοι Συνάδελφοι, διὰ τὴν ὀνομασίαν τοῦ ἀδικήματος, ὡς ἀδικήματος ἐσχάτης προδοσίας. Πρόκειται περὶ ἀτυχοῦς ὅρου τοῦ ἡμετέρου Ποινικοῦ Νόμου, ὅρου, ὅστις εἶνε λείψανον μεσαιωνικῶν ἀντιλήψεων. Ἄλλως τε τὸν τίτλον περὶ κατηγορίας ἐσχάτης προδοσίας δὲν θὰ εἶχα δυσκολίαν νὰ τὸν ἀποκλείσω ἀπὸ τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ Κυρίου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἀφοῦ ἕως τώρα ἀπεδόθη ἡ κατηγορία αὐτὴ εἰς τιμιωτάτους πολίτας καὶ πολιτευομένους. Ὁ τίτλος τῆς ἐσχάτης προδοσίας ἐπετέλεσεν ἀπειράκις ἕως τώρα τίτλους τιμῆς καὶ περγαμηνὰς, πλειστάκις δὲ φεῦ! Ἀμαράντους στεφάνους δόξης καὶ μαρτυρίου εἰς εὐγενέστατα τέκνα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανθέου. (χειροκροτήματα). Καὶ θὰ ἀντελήφθητε ὅτι χειροκροτεῖ ἐκ τῶν πρώτων εἷς ἐκ τῶν προδοτῶν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Βοζίκης, διότι καὶ οὗτος κατηγορήθη ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, ὡς ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸς μάλιστα οἰκογενειακῶς, διότι καὶ ὁ πενθερός του ἀείμνηστος Λάμπρος κατεδιώχθη. Τὸ ἀδίκημα εἶνε συνεπῶς βαρύ, οὐχὶ διότι ὀνομάζεται ἀδίκημα ἐσχάτης προδοσίας, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους καὶ καθ’ ἑτέρας ἀπόψεις. Εἶνε βαρὺ ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας θέσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἐν τῇ πολιτικῇ ζωῇ τοῦ τόπου. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Πρὸ ὀλίγων μηνῶν, Κύριοι, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ὁ ἔντιμος νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν διετύπου θετικῶς τὰς ἀντιλήψεις του περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἔλεγεν ὑποθετικῶς ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ θίξω πολιτειακὰ ζητήματα, διότι δὲν με ἐνδιαφέρουν τὰ ζητήματα αὐτά, διότι ἔχω ἄλλα μεγάλα προβλήματα νὰ ἐπιλύσω, διότι μοναδική μου μέριμνα θὰ εἶνε ἡ οἰκονομικὴ τοῦ τόπου περισυλλογή, τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἠπειλεῖτο ὑπὸ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων διὰ διαλύσεως καὶ διεδηλοῦτο ὅτι θὰ τεθῇ ἐκτὸς τοῦ πλαισίου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἀνασυνιστᾶτο καὶ ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος, διὰ νὰ ὑπάρξῃ φρουρὸς καὶ προστάτης τοῦ οὐδέποτε κινδυνεύοντος πολιτεύματος! Τόση ἦτο ἡ εὐθυξία τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων πρὸς τὸ Δημοκρατικὸν πολίτευμα! Μετά τινας μῆνας καὶ ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἤδη ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀγορεύω, ὁ αὐτὸς κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, κατὰ τὴν προηγουμένην Περίοδον τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπίσης εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου, ἐδήλου ὅτι ὁ κ. Κονδύλης κατὰ κάποιαν πληροφορίαν, ἡ ὁποία μετωχετεύθη ἐδῶ ἀπὸ ἕνα καφενεῖον τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτε τὸν ἠρώτησε κάποιος «ποίαν ἰδέαν ἔχετε κ. Κονδύλη περὶ δικτατορίας ἐπειδὴ ὁ κ. Κονδύλης δὲν ἔσπασε στὸ ξύλο ἐκεῖνον, ποὺ τοῦ τὸ εἶπε, ἀλλὰ συνεζήτησε μετ’ αὐτοῦ περὶ τῶν πλεονεκτημάτων καὶ τῶν μειονεκτημάτων τῆς δικτατορίας, ἦτο τοῦτο ἐπαρκὴς λόγος ὥστε νὰ τορπιλλίσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Τοιαύτη ἦτο καὶ πάλιν ἡ εὐθυξία τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὡς πρὸς ζήτημα τῆς Δημοκρατίας! Ἔ, Κύριοι Βουλευταί, ἡ εὐθυξία αὐτὴ ἐξέλιπε κατὰ τὴν νύκτα τῆς 5ης πρὸς τὴν 6ην Μαρτίου καὶ ἀπεμπολοῦντο αἱ ἰδέαι καὶ αἱ ἀρχαὶ περὶ Δημοκρατίας καὶ Κοινοβουλευτισμοῦ, καὶ ὁ τόπος παρεδίδετο εἰς τὸν κίνδυνον τῆς στυγνοτέρας δικτατορίας! Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κρατῶμεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰ χέρια μας καὶ νὰ τὴν διατηροῦμεν σφικτά, τὸ Δημοκρατικὸν πολίτευμα ἔπρεπε κατὰ πάντα τρόπον νὰ εἶνε κατωχυρομένον καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις δὲν διεδήλου τὴν πρὸς αὐτὸ πίστιν του μετὰ πάσης πανηγυρικότητος καὶ εὐλαβείας. Ὅταν ἀντιθέτως, κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τῆς Δημοκρατίας, ἐπρόκειτο νὰ μᾶς διαφύγῃ ἡ ἐξουσία, ἐρρέτωσαν καὶ αἱ περὶ δημοκρατίας ἀρχαὶ καὶ τὰ πάντα, ἀρκεῖ νὰ κατακρατήσωμεν τὴν ἐξουσίαν! Αὐτὸς εἶνε, Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἰδιαίτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ πρᾶξις ἡ τελεσθεῖσα ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων εἶνε βαρυτάτη: εἶνε πρᾶξις ὄχι ἐσχάτης προδοσίας, ἀλλὰ πρᾶξις ἀλληλοσπαραγμοῦ, πρᾶξις ἀπεμπολήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, πρᾶξις κατὰ τοῦ πολιτεύματος, τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὑπῆρξε δῆθεν ὑπερασπιστὴς μόνον μέχρι τῆς νυκτὸς τῆς 5ης Μαρτίου, ἤτοι μόνον ἐφόσον αὐτὸς ἦτο ὁ ἀπολαμβάνων τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἕως τότε δὲν εἶχεν οὐδὲν τρωτὸν ὁ Κοινοβουλευτισμός. Ὁ Κοινοβουλευτισμὸς εἶχε τρωτὰ καὶ τὸ Σύνταγμα ἔδει νὰ ἀναθεωρηθῇ ἀπὸ Συμβούλιον Ἀντιστρατήγων, ὡς ἤδη ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, μόνον ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔπαυσε νὰ περιβάλλῃ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, Κύριοι Συνάδελφοι, καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μακρηγορήσω καὶ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἀπτόητος ἀπὸ τὰς ὕβρεις καὶ τὰς ἀπειλάς, αἵτινες ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους ἐπὶ ἑβδομάδας ἐξετοξεύοντο κατ’ αὐτοῦ ἀπὸ τὸν Τύπον τὸν προσκείμενον εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἤρεμος συνέλεγεν ὡς μέλισσα τὰ στοιχεῖα τὸ ἀποδεικνύοντα τὴν κατηγορίαν, καὶ ἀνελθὼν τὸ Βῆμα μετ’ ἀπλότητος, σαφηνείας, ἀλλὰ καὶ καυστικότητος, δημιουργουμένης ἀπὸ τὰ γεγονότα καὶ μόνον ταῦτα, ἀπέδειξεν ὅτι οὐδέποτε κατηγορία ἦτο κατὰ τοιοῦτον σαφῆ τρόπον συνεσκευασμένη καὶ θεμελιωμένη. Ἀλλὰ καὶ ἂν περὶ τοῦ πράγματος ὑπῆρχεν ἀμφιβολία τις, γνωρίζομεν ἤδη πάντες ὅτι τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἀμειλίκτων γεγονότων συνωμολογήθησαν ἀπὸ αὐτὸν τοῦτον τὸν ὑπὸ κατηγορίαν Πρωθυπουργόν. Καὶ συνωμολογήθησαν, διότι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι, καίτοι δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ τέλος τῆς ἀπολογητικῆς ἀγορεύσεώς του, μοτίβο τῆς ἀπολογίας του ἦτο ἡ ἀκόλουθος βάσις: «Κύριοι: ὁ Πλαστήρας ἦτο φίλος μου. Κύριοι, ψέμματα νὰ σᾶς εἴπω; Θὰ ἦτο ψεῦδος ἂν τοῦ ἔλεγα, ὅτι θὰ τὸν συλλάβω ἢ θὰ τὸν πολεμήσω ἐπαναστατοῦντα. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκρουσθῶ μετ’ αὐτοῦ.» Καὶ ἐσταμάτησε μὲν ἐκεῖ καὶ ἐγένετο ἡ περίφημος μπλόφα τῆς δημιουργίας τοῦ γνωστοῦ ἐπεισοδίου καὶ τῶν δῆθεν αἰτιάσεων περὶ τοῦ ὅτι παρεβιάσθησαν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λόγου καὶ ἀνεχώρησεν. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς παραμένει γεγονός, διότι ἐδήλωσεν ὅτι ἐγνώριζε τὴν μέλλουσαν νὰ ἐκραγῇ ἐπανάστασιν, διότι ὡμολόγησεν ὅτι ἐνώπιόν του ἐδήλωσε τοῦτο ὁ Πλαστήρας, διότι διεκήρυξεν ὅτι αὐτὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκρουσθῇ μὲ τὸν Πλαστήραν. Τὸ γεγονὸς αὐτό, Κύριοι Βουλευταί, ἐθεωρήθη ὡς μὴ ἀποτελοῦν νομικὴν βάσιν κατηγορίας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Ἀγροτῶν καὶ Ἐργατῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐὰν ὁ κ. Ἀρχηγὸς ἤθελε νὰ κατέλθῃ πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὴν ὑψηλὴν στρατόσφαιραν τῶν θεωριῶν περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, καὶ νὰ κατέλθῃ εἰς τὰ χθαμαλὰ ἐπίπεδα τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου θὰ ἐλάμβανε γνῶσιν ὅτι ὑπάρχει ἕν ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ἄρθρον 72 § 6, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι, ὅστις γνωρίζει μέλλουσαν νὰ ἐκτελεσθῇ κολάσιμον πρᾶξιν ἢ προετοιμασθεῖσαν ἐνώπιόν του καὶ δὲν προσπαθεῖ νὰ παρεμποδίσῃ ταύτην, ἐνῷ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο δυνάμει τοῦ ὑπουργήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἢ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας του, τιμωρεῖται ὡς συνεργὸς τῆς πράξεως. Τοῦτο τὸ συνομολογεῖ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ ὑπὸ κατηγορίαν τέως Πρωθυπουργός. Ἀλλά, καίτοι ἀποδεδειγμένης καὶ ὡμολογημένης τῆς κατηγορίας, δὲν εἶνε δυνατόν, Κύριοι, μεθ’ ὅλην τὴν κόπωσιν τῆς Βουλῆς, νὰ παρίδω ἐλάχιστα, τρία μόνον σημεῖα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, πρὸ τῶν ὁποίων ἀληθῶς παραμένει τις κατάπληκτος, σημεῖα ἅτινα προέκυψαν ἐκ τῆς διενεργηθείσης δικαστικῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζητήσεως. Τὸ πρῶτον σημεῖον εἶνε ἡ περίφημος ἀποκάλυψις, καθ’ ἣν ὁ Πλαστήρας, ἀνελθὼν εἰς τὸν κοιτῶνα τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, τῷ ἐδήλωσεν ὅτι σκέπτεται νὰ στρατολογήσῃ τοὺς πρόσφυγας καὶ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν πόλιν διὰ νὰ ἐπιβάλωσι τὴν δικτατορίαν. Δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο διὰ νὰ μὴ ἀποχρωματίσω τὴν ἀπαράμιλλον ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ καθῆκον μόνον ἔχω νὰ στιγματίσω τὴν στυγερότητα ἑνὸς ἐγκλήματος ἐμφυλίου πολέμου μεταξὺ τῶν προσφύγων καὶ τῶν γηγενῶν, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον —ἴσως ἀγνοεῖ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν—καὶ ἤχθη εἰς πέρας. Διότι ὄντως ἐστρατολογήθησαν οἱ πρόσφυγες καὶ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τὸ 1ον Πεζικὸν Σύνταγμα, ἐκεῖ δὲ ὅταν προσήγγιζον ἐσαρώθησαν ἀπὸ τὸ πῦρ τοῦ 2ου ὀρειβατικοῦ Συντάγματος, νομίζω, διότι ἐξελήφθησαν ὡς κομμουνισταί, ἀναφέρω δὲ τὴν λεπτομέρειαν ταύτην, διὰ νὰ μὴ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι πρόκειται μόνον περὶ ἀπειλῆς ἐκ μέρους τοῦ Πλαστήρα, ἀλλὰ περὶ σχεδίου μελετηθέντος καὶ ἐφαρμοσθέντος. Καὶ οὕτω ἐπραγματοποιήθη ἡ χυδαία ἐκείνη πρᾶξις, περὶ ἧς σαφῶς ὁ Πλαστήρας προειδοποίησε τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην. Καὶ στιγματίζω τὴν πρᾶξιν αὐτήν, διότι αὐτὴν τὴν φορὰν δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἀδικήματος πολιτικοῦ· πρόκειται περὶ κοινοῦ, χυδαίου ἐγκλήματος. Καὶ θὰ κρίνητε κατόπιν τούτου διὰ τὸ κατάντημα ἑνὸς πολιτικοῦ Ἀρχηγοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοιαύτης πράξεως καὶ μὲ τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐξηκολούθησε καὶ ἐξακολουθεῖ ἕως τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς ὁμιλίας του νὰ ὁμιλῇ περὶ τοῦ «φιλτάτου του κ. Πλαστήρα καὶ περὶ τῶν μεγάλων ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας οὗτος προσέφερεν εἰς τὸ Ἔθνος! Τὸ δεύτερον σημεῖον συντελεῖται εἰς τὰς 3–3½ τῆς νυκτός, ὅταν,—ὅπως εἶπεν ὡραιότατα ὁ κ. Μεταξᾶς — εὑρίσκετο εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ ὁλόκληρον τὸ Κράτος, μὲ ὁλόκληρον τὸ μεγαλεῖόν του. Ὁ Πρωθυπουργός, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Αʹ. Σώματος Στρατοῦ, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Στρατοῦ ἦσαν ἐκεῖ, ἐνώπιον δὲ αὐτῶν κληθεὶς προσέρχεται ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας ἀπόστρατος, ὁ ὁποῖος λέγει εἰς ὅλους αὐτοὺς· «Ἐγὼ θὰ κάμω ἐπανάστασιν». Καὶ αὐτοὶ τοῦ λέγουν· «Σᾶς παρακαλοῦμε νὰ μὴ κάνετε ἐπανάστασιν. Θὰ μᾶς ὑποχρεώσητε. Δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ κάμετε ἐπανάστασιν. Σκεφθῆτε, Κύριε Πλαστήρα, τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα. Ἡ ἐπανάστασις θὰ εἶνε βλαπτική!». Καὶ ἐδημιουργεῖτο συζήτησις μεταξὺ τοῦ Κράτους, τοῦ παντοδυνάμου Κράτους, μὲ τὸν χαλύβδινον Πρωθυπουργόν, τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς περιφήμου πυγμῆς καὶ μὲ ἕνα ἄνθρωπον, ἕνα μόνον ἄνθρωπον. Καὶ ἐρωτῶ: Διατὶ τέλος πάντων δὲν εὑρέθηκεν ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τὴν στιγμὴν ἐκείνην διὰ νὰ τὸν συλλάβῃ ἢ τὸν ἀπομονώσῃ; Διατὶ οὗτοι ἐσίγων; Κανεὶς ἀπὸ τόσους ἀνθρώπους ἔχοντας εἰς τὰς χεῖρας των τὴν δύναμιν τοῦ Κράτους, κανεὶς δὲν εἶχε νεῦρα καὶ αἷμα; Ἐδῶ ἐνυπάρχει ἡ πλήρης ἀπόδειξις περὶ τῆς συνεννοήσεως μεταξὺ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ Πλαστήρα. Ὅλοι ἐσίγων, διότι ὄπισθεν τοῦ Πλαστήρα εὑρίσκετο ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Εὑρίσκετο ἡ ἀντίρροπος δύναμις τοῦ κ. Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος καὶ ἔλεγε· «Πολὺ καλὰ νὰ μὴ γίνῃ δικτατορία, ἀλλὰ νὰ μὴ γίνῃ καὶ καμμία ἀντίδρασις καὶ τὰ τοῦ ἐπαναστάτου», καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον κατέπεσαν ἀδρανεῖς αἱ χεῖρες ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τεταγμένοι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, τὴν κρίσιμον ἐκείνην στιγμήν, ὅπως περιφρουρήσουν τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἔχητε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι αὐτὰ ἐγένοντο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐν πλήρει συνεννοήσει μεταξὺ Πλαστήρα καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, θὰ σᾶς προσαγάγω ἀκόμη καὶ μίαν μαθηματικὴν ἀπόδειξιν. Καὶ ἀποτελεῖ μαθηματικὴν ἀπόδειξιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μεταξᾶς ὅτι, καθ’ ἥν στιγμὴν ἐγένοντο ὅλα αὐτὰ ἐδῶ, ὁ Ἐξηντάρης Γενικὸς Διοικητὴς τῆς Μακεδονίας, ἔλεγεν εἰς τὸν στρατηγὸν Κλάδον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνετράπη καὶ ὅτι τὸ κίνημα ἐπεκράτησε. Τὶ συνέβη; Πῶς ἀναγγέλλονται πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον γίνῃ ἀκόμη, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπρόκειτο νὰ γίνουν; Ἁπλούστατα, τὰ ἐτηλεφώνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προκαταβολικῶς, διότι, ἐγνώριζεν ὅτι θὰ ἐγίνοντο, διότι ἦτο συνεννοημένος μετὰ τοῦ μέλλοντος νὰ τὰ ἐκτελέσῃ Πλαστήρα. Ἐπικοινωνία Ἐξηντάρη– Πλαστήρα ἔγινε μετὰ τὴν 4ην πρωϊνήν. Τότε τὸ πρῶτον ὁ Πλαστήρας ἐπεκοινώνησε μετὰ τοῦ Ἐξηντάρη καὶ τοῦ εἶπεν: «Ἐγὼ διοικῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἀπὸ ἐμὲ πλέον θὰ λαμβάνῃς διαταγάς». Καὶ ἀπήντησε τὸ κοπέλιον «Καλὰ ἀρχηγὲ» ὡς πάντα ταῦτα ἐξάγονται ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ μάρτυρος ὑπαλλήλου τοῦ τηλεφωνείου κ. Παπακωνσταντίνου, ἥν κατάθεσιν ἐλησμόνησε νὰ μνημονεύσῃ ὁ κ. Μεταξᾶς, ἀλλ’ ἥτις εὕρηται ἐν τῇ δικογραφίᾳ. Ἰδού, ἄρα, ὅτι ἐκ μόνου τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ὡρῶν καὶ τῶν τηλεφωνικῶν συνεννοήσεων ἀποδεικνύεται ἡ πλήρης συμμαχία μεταξὺ τῶν δραστῶν. Τὸ τρίτον σημεῖον, Κύριοι, συντελεῖται εἰς τὰς 5½–6 τὸ πρωΐ, ὁπότε μεταβαίνει ὁ κ. Κατεχάκης, Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ συναντᾷ τὸν τότε Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος, καθὼς ἠξεύρετε, εἶχε πέσῃ νὰ κοιμηθῇ εἰς τὰς 2 ἡ ὥρα διὰ νὰ ὁμιλῇ στὰς 2½ μὲ τὸν Πλαστήραν, ἐκοιμᾶτο ἀπὸ τὰς 2 ἡ ὥρα διὰ νὰ συνομιλῇ ἀργότερον εἰς τὰς 3½ μὲ τοὺς Ἀντιστρατήγους, ἐκοιμᾶτο ἀπὸ τὰς 2 ἡ ὥρα διὰ νὰ συνομιλῇ μὲ τὴν Θεσσαλονίκην εἰς τὰς 4 παρὰ τέταρτον καὶ εἰς τὰς 5 παρὰ τέταρτον, ἐκοιμᾶτο ἀπὸ τὰς 2 διὰ νὰ ὁμιλῇ μὲ τὸν Κατεχάκην στὰς ἕξ τὸ πρωΐ. (γέλωτες). Ἔρχεται λοιπὸν ὁ κ. Κατεχάκης καὶ τοῦ λέγει: «ἕνας Κύριος, ἀκούων εἰς τὸ ὄνομα Πλαστήρας, κατέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐκδίδει διαταγάς. Τὶ νὰ κάμω;» Πρὶν σᾶς εἴπω τὶ ἀπάντησιν ἔδωκεν ὁ κ. Βενιζέλος καὶ διατὶ ἔδωσε τὴν ἀπάντησιν ἐκείνην, θέλω νὰ ἐρωτήσω κατάπληκτος: Ἔτσι λοιπὸν κάμουν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν τοὺς πέρνουν τὸ Ὑπουργεῖον; Καὶ ὅταν πηγαίνουν τὸ πρωΐ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον των καὶ εὕρουν ἕνα ἄλλον, ποὺ ἐκδίδει διαταγὰς τὸν ἀφήνουν καὶ μεταβαίνουν διὰ νὰ εἴπουν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν «Μοῦ ἐπῆραν τὸ Ὑπουργεῖον τὶ πρέπει νὰ κάμω;» (γέλωτες). Ἔτσι ἄραγε ἔπρεπε νὰ κάμῃ ὁ κ. Κατεχάκης, ὥστε νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα ἀναμφισβητήτου ἀξιοπρεπείας καὶ κύρους πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μάλιστα δέν ἀνήκει εἰς τὴν ἰδικήν μας παράταξιν, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν ἄλλην, τὸν ἀντιστράτηγον κ. Θ. Μανέτταν νὰ λέγῃ τὰ ἑξῆς εἰς τὴν κατάθεσίν του: «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεχώρησε τοῦ Ὑπουργείου παραχωρήσας τὴν θέσιν του εἰς τὸν Στρατηγὸν Πλαστήραν, γενόμενος οὕτω αὐτός, ἐξ ἐπαγγέλματος στρατιωτικός, ἔνοχος ἐγκαταλείψεως θέσεως ἐνώπιον ἐπαναστατῶν, ἐνῷ ἂν ἐξεπλήρου τὸ στοιχειῶδες αὐτοῦ καθῆκον τῆς διατηρήσεως τῆς τάξεως καὶ συνελάμβανεν ἐκεῖ ἀμέσως τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν καὶ διέτασσε τοὺς διοικητὰς τῶν μονάδων νὰ μὴ ὑπακούσουν παρὰ μόνον εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Σώματος Στρατοῦ, οὐδὲν θὰ εἶχε συμβῇ».... Τὶ συνέβη λοιπὸν καὶ μετέβη ὁ κ. Κατεχάκης εἰς τὸν κ. Βενιζέλον; Αὐτός, ὅστις ἦτο καὶ στρατηγὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διατὶ δὲν ἐκτύπησε τὸν ἀντάρτην αὐτοβούλως καὶ ἐκ καθήκοντος, ἀλλὰ μετέβη διὰ νὰ πάρῃ τὴν ἄδειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἁπλούστατα, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις εἶχε τοποθετήσει τὸν Πλαστήραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐγνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι ὅλα εἶνε κατὰ συνεννόησιν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσε νὰ πράξῃ ὅ,τι θὰ ἔπραττεν εἰς πᾶσαν ἄλλην παρομοίαν περίστασιν αὐτεπαγγέλτως, ὅ,τι θὰ ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἐκ στοιχειώδους καθήκοντος, ἤτοι νὰ ἐκδιώξῃ τοῦ Ὑπουργείου τὸν ἐπαναστάτην καὶ συλλάβῃ αὐτόν, τώρα, εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεώς του τὶ νὰ κάμῃ. Ἡ ἀπάντησις, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν ἐρώτησίν του εἶνε γνωστή. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων τῷ εἶπε: «Νὰ μὴ τὸν συλλάβῃς. Νὰ παραιτηθῇς». Ἐννοεῖτε πλέον περὶ τίνος πρόκειται: Ὁ κ. Βενιζέλος ἐμμέσως ἔλεγεν εἰς τὸν κ. Κατεχάκην· «Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπομακρυνθῇ ὁ Πλαστήρας τοῦ Ὑπουργείου, διότι μοῦ χρειάζεται ἀκόμη ἐκεῖ». Τὸν ἐχρειάζετο ἀκόμη. Καὶ ἂν τὸ κίνημα εἶχεν ἤδη ἐκφυλισθῇ, ὁ Πλαστήρας τοῦ ἐχρειάζετο. Διότι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἕρμαιον ἡ ἀσφάλεια τῆς Χώρας εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Πλαστήρα, διὰ νὰ γίνουν αἱ διάφοροι μανοῦβρες τῆς Κυβερνήσεως Ἀντιστρατήγων, δι’ ἧς ἀκόμη ἤλπιζεν ὁ κ. Βενιζέλος ὅτι θὰ κατώρθωνε νὰ ἐκφύγῃ τὴν παράδοσιν τῆς Ἀρχῆς. Αὐτά, Κύριοι, εἶνε τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀποδεικνύοντα τὴν πλήρη συνεννόησιν. Ἐὰν δὲ σᾶς ἔπεισα, σκεφθῆτε ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα. Σκεφθῆτε ὅτι ὑπάρχουσι καταθέσεις ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζονται μετ’ ἀπορίας, πῶς ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ κίνημα χωρὶς τὴν ἔγκρισιν τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐφόσον τὸ Αʹ Σύνταγμα, ἐφ’ οὗ ἰδίᾳ ἐστηρίζετο ὁ Πλαστήρας ἀπετελεῖτο ἀπὸ Κρῆτας ἀξιωματικοὺς τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ κ. Βενιζέλου. Καὶ ἂν δὲν σᾶς πείθῃ καὶ τοῦτο, σκεφθῆτε περαιτέρω, ὅτι ὅταν τὴν πρωΐαν ἔστεργεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν λύσιν τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἀντιστρατήγων, στέλλει ἁπλῶς τὸν Σοφοκλῆν Βενιζέλον, υἱόν του, διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Πλαστήρα «παράδωσε τὴν ἐξουσίαν». Καὶ μόλις —κατὰ τὴν κατάθεσιν τῶν κ. κ. Μαζαράκη καὶ Τσιμικάλη—ἐλάμβανε τὴν ἐντολὴν ταύτην ὁ Πλαστήρας λέγει μὲν ὅτι «ἐχάθη ἡ εὐκαιρία νὰ σώσω τὴν Ἑλλάδα» μεμψιμοιρεῖ καὶ δυσφορεῖ, ἀλλὰ καὶ δηλοῖ αὐτοστιγμεὶ ὅτι παραιτεῖται. Αὐτὰ μὲ τὴν ἁπλῆν πρόσκλησιν τοῦ Σοφοκλῆ! Φαντασθῆτε ἂν εἶνε πλέον δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι, ἂν καθ’ ἥν στιγμὴν ἐνώπιον τοῦ Βενιζέλου ἔλεγεν ὁ Πλαστήρας ὅτι θὰ κάμῃ ἐπανάστασιν, ὁ δὲ κ. Βενιζέλος ἁπλῶς τὸν ἐθεώρει μετ’ αὐστηρότητος, χωρὶς κἂν ρητῶς νὰ τὸν διατάξῃ νὰ μὴ κάμῃ τίποτε, θὰ ἔπραττέ τι ὁ Πλαστήρας; Ἁπλούστατα θὰ ἔβαζεν, ὡς πειθήνιος κύων τὴν οὐράν του ὑπὸ τὰ σκέλη, καὶ τὸ πᾶν θὰ εἶχε προληφθῇ. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο δὲν σᾶς ἀρκεῖ, Κύριοι, θὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι τὴν ἑπομένην ἡμέραν μετέβη ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ ἔσφιξε καὶ τὸ χέρι· τὸ χέρι τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο πλέον ματωμένο ἀπὸ τὰ αἵματα τὰ παλαιὰ, ἦτα ἀπὸ τὰ πρόσφατα αἵματα τῶν προσφύγων ἐκ τῶν πυροβολισμῶν τοῦ Βʹ Ὀρειβατικοῦ, ἀπὸ τὰ αἵματα ἐκ τῆς συγκρούσεως τοῦ Αʹ Πεζικοῦ Συντάγματος καὶ τῆς Ἐπιθεωρήσεως Μηχανικοῦ, ἀπὸ τὰ αἵματα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔπιπτον θύματα τῶν θωρακοφόρων αὐτοκινήτων, ἀπὸ τὰ αἵματα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξήρχετο εἰς τὰς ὁδοὺς διὰ νὰ ψάλῃ τὴν ὡραίαν του νίκην καὶ ὁ ὁποῖος εὕρισκε τὸν θάνατον ἀπὸ τὰ θωρακοφόρα αὐτὰ αὐτοκίνητα. Τὸ χέρι αὐτὸ τὸ ματωμένο τὸ ἔσφιξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, συγχαίρων τὸν κ. Πλαστήραν. Διατὶ νομίζετε; Ἀναγνώσατε τὴν κατάθεσίν του. Διότι ηὐδόκησε νὰ παραιτηθῇ τῆς περαιτέρω ἐπαναστάσεως ὁ Πλαστήρας. Φαντασθῆτε δηλαδὴ, Κύριοι Βουλευταί, Εἰσαγγελέα συλλαμβάνοντα τὸν δολοφόνον μὲ τὸ περίστροφον εἰς τὸ χέρι καὶ μὲ δύο σφαῖρες ριγμένες καὶ ποὺ ἔχει ἄλλες τέσσαρες τὸ περίστροφο φαντασθῆτε τὸν Εἰσαγγελέα αὐτὸν νὰ λέγῃ εἰς τὸν φονέα: «Τὰ θερμά μου συγχαρητήρια, ποὺ δὲν ἐσκότωσες καὶ τοὺς ἄλλους ἀφοῦ εἶχες τέσσαρες σφαῖρες ἀκόμη, ἀλλὰ σκότωσες τοὺς δύο μόνον» (γέλωτες). Αὐτὴ εἶνε ἡ ἔννοια τοῦ σφιξίματος τοῦ χεριοῦ καὶ τῆς δικαιολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δίδει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων (χειροκροτήματα). Τὰ γεγονότα αὐτὰ, Κύριοι, ἀποδεικνύουν τελείως ὅτι αἱ ἔννοιαι Πλαστηρισμὸς καὶ Βενιζελισμὸς εἶνε ἄρρηκτοι καὶ ἀδιαχώριστοι. Ὅ,τι σκεφθῇ ὁ τελευταῖος καὶ συλλάβῃ ἐν τῷ νῷ του, ἡ χεὶρ καὶ τὸ ὄργανον θὰ ὑπάρξῃ ὁ Πλαστήρας καὶ ὅ,τι ὁ Πλαστήρας ἐπιτελέσῃ ἐγκληματικόν, συλλήπτωρ τῆς ἰδέας καὶ ἐμπνευστὴς αὐτῆς θὰ εἶναι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Ταῦτα ἐπεκυρώθησαν καὶ ἀπὸ τὴν μετὰ ταῦτα στάσιν ὁλοκλήρου τοῦ Φιλελευθέρου κόσμου καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Φιλελευθέρου τύπου. Διότι γνωρίζετε καλῶς ὅτι ἔκτοτε δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλα, παρὰ νὰ προστατεύουν τοὺς συμμετασχόντας εἰς τὸ κίνημα αὐτό, καθυβρίζουν τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς διότι ἐτόλμησαν νὰ καταδιώξουν τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι, παραβάντες τὸ καθῆκον των, παραβάντες τὸν ὅρκον των, ἐπετέλεσαν τὴν πρᾶξιν τὴν ἐγκληματικὴν, νὰ καθυβρίζουν τὴν Κυβέρνησιν. Διότι συνεκρότησε τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια εἰς πειθαρχικὴν αὐτῶν δίωξιν, νὰ δημιουργοῦν παντοειδεῖς ἀντιδράσεις διὰ τὴν ταχεῖαν τῆς δίκης διεξαγωγὴν καὶ νὰ ψάλουν παιάνας νίκης χαρμοσύνου, διότι κατώρθωσε νὰ φύγῃ ὁ Πλαστήρας καὶ νὰ φυγαδευθῇ ὡς μοῦτσος, εἰς τὴν Ρόδον (χειροκροτήματα). Ἀπόδειξις, τοῦ ὅτι αἱ ἔννοιαι αὗται εἶνε ἀδιαχώριστοι καὶ ἄρρηκτοι καὶ ὅτι πρόκειται περὶ παλαιῶν δεσμῶν, εἶνε καὶ τὸ σφίξιμο τῆς χειρὸς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκείνην προσέγγισιν τῶν δύο συνενόχων, ἀρραβὼν τῆς διαρκοῦς μεταξὺ αὐτῶν συνεργασίας!. Δὲν θὰ διστάσητε ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς, Κύριοι, παμψήφως νὰ ἀποφανθῆτε περὶ τῆς παραπομπῆς εἰς δίκην τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ. Δὲν θὰ διστάσητε εἰς τοῦτο παρορῶντες καὶ τὰς ὑστερικὰς κραυγὰς ὅτι ρίπτομεν ἔλαιον εἰς τὴν πυρὰν καὶ ὅτι ἐξαπολύομεν εἰς τὴν Χώραν τὸν ἐμφύλιον σπαραγμόν. Διακινδυνεύω τὴν πρόρρησιν ὅτι ἁπλῶς ἐπιζητοῦμεν μετὰ μίαν τρικυμίαν τὴν γαλήνην, ἀλλὰ τὴν ὁριστικὴν γαλήνην. Διότι ἕν ἀπὸ τὰ δύο θὰ συμβῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ψηφίσητε: ἢ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα εἶνε παρεξηγήσεις, ὅτι τίποτε δὲν συνέβη καὶ ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶνε ξένος καὶ ἀμέτοχος πρὸς τὰ συμβάντα, ὁπότε δόξα καὶ τιμὴ πρὸς τὸν Κοινοβουλευτισμὸν, τιμὴ ὅτι ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος ὀρθοῦται ἀντιμέτωπος πρὸς τὸ κίνημα, ὁπότε εἶνε πλήρως ἐξησφαλισμένη ἡ ἡσυχία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Διότι ἡ ἀνησυχία αὕτη, ἡ ἀνησυχία τῆς δημοσίας γνώμης δὲν προῆλθεν ἀπὸ τὸ κίνημα τὸ Στρατιωτικόν. Γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι τὰ κινήματα τὰ στρατιωτικά, ὅτι ὄπισθεν αὐτῶν δὲν εἶνε τοὐλάχιστον μία μερὶς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, εἶνε ἀκίνδυνα, ὅτι καταπνίγονται εὐχερέστατα, ὅτ’ εἶνε προωρισμένα εἰς ἀποτυχίαν. Ὁ φόβος ὁ μεγάλος, ὁ φόβος ὁ συγχέων τὸν ἑλληνικὸν λαόν, εἶνε διότι ἔχει τὴν ἰδέαν, ἔχει τὴν ὑπόνοιαν, ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὄπισθεν τῶν στρατιωτικῶν στοιχείων τοῦ κινήματος εὑρίσκεται ὁ ὄγκος ὁλοκλήρου τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἄν, ἄρα, λέγω τοῦτο δὲν ἀποδειχθῇ γαλήνη εἰς τὸν τόπον, διότι ὁ κόσμος θὰ εἶνε βέβαιος ὅτι, ἐμπιστευόμενος εἰς τοὺς πολιτικούς του ἄνδρας τὰς τύχας του, εἰς ἀσφαλεῖς χεῖρας ἐμπιστεύεται ταύτας. Ἄν δὲ ἤθελε συμβῆ νὰ ἀποδειχθοῦν τὰ γεγονότα ταῦτα, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀδιαφορῶ ἂν θὰ δικασθῇ ὑπὸ τῆς Γερουσίας καὶ ἂν θὰ καταδικασθῇ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Ὄταν βεβαιωθοῦν τὰ γεγονότα αὐτά, τότε καὶ πάλιν γαλήνη εἰς τὴν χώραν μας, διότι ἂν ταῦτα ἀποδειχθοῦν, ἠκούσατε τί εἶπεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. «Ὁ τοιαῦτα διαπράττων πολιτικὸς αὐτοκτονεῖ, καὶ ὑπογράφει τὸν πολιτικὸν θάνατόν του». Ἄν ἄρα, τοῦτο συμβῇ καὶ πάλιν ἡ γαλήνη εἰς τὴν Χώραν, διότι ἅμα ὡς ἐκλείψῃ ἀπὸ τῆς σκηνῆς ὁ μοιραῖος αὐτὸς πολιτικός, ὁ καθιερῶν ὡς δόγμα ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἢ κυβερνήτης, ἢ ἐπαναστάτης, βέβαια τότε θὰ ἡσυχάσῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἑπομένως, οὔτε κίνημα οὔτε δικτατορία, οὔτε τίποτε ἄλλο, θὰ διαταράξῃ τὴν γαλήνην τῆς. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀποστολίδης.
§134Β. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι κ. Πρόεδρε τοῦ λόγου.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκανδαλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§136Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κουρασμένη καὶ θὰ προσπαθήσω διὰ τοῦτο νὰ εἶμαι σύντομος κατὰ τὸν ἀνθρωπίνως δυνατὸν τρόπον. Τὰ γεγονότα, Κύριοι Βουλευταί, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἀπὸ ἡμερῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔστω καὶ ἀπούσης τῆς ἀντιπολιτεύσεως—ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ὁμιλοῦμεν μόνον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ πρὸς ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν λαόν καὶ ἴσως πέραν τούτου—τὰ γεγονότα, λέγω, ταῦτα εἶνε ὑψίστης σημασίας. Ὑψίστης σημασίας καὶ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ λαμβανόμενα, ἀλλὰ πρὸ παντός, κατ’ ἐμὴν γνώμην, λόγῳ κυρίως τοῦ ἐσωτερικοῦ συνδέσμου, τοῦ ὁποίου ἔχουν πρὸς ἄλλα γεγονότα ὁμοίας φύσεως, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον δεκαπενταετίαν συνετάραξαν τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν καὶ ἀνεκίνησαν τὴν Ἐθνικὴν ψυχήν του μέχρι τοῦ βάθους αὐτῆς. Χρειάζονται διὰ τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν ἀνάλογοι τόνοι σοβαρότητος. Ἂς εὐχηθῶμεν καὶ ἂς ἐλπίσωμεν ὅπως ὁ κύκλος τῶν γεγονότων, ποὺ συνετάραξαν τὴν Ἑλλάδα κλείσῃ ὁριστικῶς, Κύριοι, ἀλλὰ διὰ νὰ κλείσῃ ὁριστικῶς πρέπει νὰ ἐκριζωθῇ τὸ κακόν ἐκ τῆς ρίζης του. Διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ὅμως τοῦτο. Χρειαζόμεθα πλήρη διάγνωσιν τῆς καταστάσεως, διότι μόνον οὕτω θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν ἀνάλογα θεραπευτικὰ μέτρα. Θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀπήντησεν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶπε τὴν μόνην λέξιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, τὴν λέξιν δηλονότι «καταδικάζω» τὸ κίνημα, ὅπως ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἀλλὰ καὶ κατόπιν εἰς τὴν δευτέραν του ἀγόρευσιν δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ εἴπῃ, ἄλλοι φίλοι του παρελθόντες ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου, εἶπον ὅτι θὰ τὴν ἔλεγεν, ἀλλ’ αὐτὸς ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ τὴν εἴπῃ. Φαντασθῆτε, Κύριοι Βουλευταί, ὁποῖοι λόγοι ὀργίλοι θὰ ἐξήρχοντο τῶν εὐφραδῶν χειλέων τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁποίους ρητορικοὺς μύδρους θὰ ἐξέπεμπεν ἡ φλογερά του ἰδιοσυγκρασία ἄν ἄλλος τις καὶ οὐχὶ ὁ Πλαστήρας ἔκαμνε τὸ κίνημα. Ἀλλ’ ἐπί τέλους ἡ συζήτησις ἀρχίζει καὶ ὀφείλομεν, ἀναζητοῦντες τοὺς ὑπαιτίους τοῦ κινήματος, ν’ ἀνεύρωμεν τὰ βαθύτερα αἴτια, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν εἰς αὐτό. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, τὰ αἴτια εἶνε φύσεως διττῆς, δυνάμεθα νὰ τ’ ἀναγάγωμεν εἰς δύο γενικωτάτας κατηγορίας: Εἰς αἴτια σύγχρονα, ἀναγόμενα δηλονότι εἰς τὴν νύκτα τῆς ἐκρήξεως τοῦ κινήματος καὶ ὀλίγας ἑβδομάδας ἢ ὀλίγους μῆνας πρὸ αὐτῆς καὶ εἰς αἴτια ἀπώτερα. Ταῦτα δέον ν’ ἀναζητήσωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, καθ’ ὅ ὁ κ. Βενιζέλος ἐκαλλιέργησεν ἐμμόνως τὸ πνεῦμα τῆς ἀνταρσίας, τῆς ἀσεβείας πρὸς τοὺς νόμους εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτοῦ, ὅπως θέτῃ διαρκῶς φυσίγγια δυναμίτιδος εἰς τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἀπὸ δεκαπενταετίας, ὅτε ἔκαμε τὸ πρῶτον του κίνημα, τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης προσπαθεῖ νὰ φονεύσῃ τὴν πίστιν πρός κάθε ἠθικὴν ἔννοιαν τῆς ζωῆς. Καρπὸς καὶ συνέπειαι τοῦ κινήματος ἐκείνου εἶνε ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὅλοι ἐβιώσαμεν ἐπὶ μίαν 15ετίαν. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἀπόψε τοὺς πολιτικοὺς σκοποὺς τοῦ κινήματος ἐκείνου, οὐδὲ τὰ ἐλατήρια ἐξ ὧν ἐκινήθησαν πρὸς δημιουργίαν αὐτοῦ, δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι πλεῖστοι ὡρμήθησαν ἐξ εὐγενεστάτων ἐλατηρίων καὶ ἂς δεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι καὶ οἱ σκοποὶ αὐτοῦ ἦσαν ὀρθοί. Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τούτου: ὅτι ἕνας πολιτικὸς ἐπιτελεῖ πρᾶξιν πλήρως καὶ τελείως ἀφιλοσόφητον ὅταν ἐξαπολύῃ κατὰ τοῦ ἔθνους τὰς θυέλλας τῶν κινημάτων, διότι καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐπιτυγχάνει προσωρινῶς εἰς τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ καὶ πάλιν τὰ ἀποτελέσματα διὰ τοὺς λαοὺς εἶνε χείριστα, ὅταν κλονίζῃ τὴν πίστιν τῶν λαῶν εἰς τὰς ἠθικὰς ἀξίας τῆς ζωῆς, ἀφοῦ ὁ βίος τῶν λαῶν δὲν εἶνε ὅπως τῶν ἀτόμων, δὲν ἀριθμεῖται εἰς ἑβδομάδας καὶ μῆνας, ἀλλ’ ἔχει διάρκειαν μακροτάτην. Καὶ ὁ πολιτικὸς ἀνήρ, ὁ ἄξιος προσοχῆς, προσπαθεῖ πρὸ παντὸς νὰ βοηθήσῃ τὸ ἔθνος του εἰς τὰς ἐξελικτικὰς αὐτοῦ τάσεις καὶ οὐχὶ νὰ θέτῃ φυσίγγια δυναμίτιδος εἰς τὰ θεμέλια αὐτοῦ, ὅπως ἔπραξεν ὁ κ. Βενιζέλος Ἐλευθέριος. Καρπὸς καὶ συνέπεια τοῦ κινήματος ἐκείνου εἶνε ὅλη ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν, ἡ δικαστικὴ δολοφονία τῶν ἕξ, ἡ δικτατορία τοῦ Παγκάλου καὶ ἀκόμη καρπὸς τοῦ κινήματος ἐκείνου, θέλω νὰ εἴπω, τῆς ψυχοσυνθέσεως καὶ νοοτροπίας, ποὺ ἐδημιούργησε τὸ κίνημα ἐκεῖνο, εἶναι ὅτι εἰς τὰ 1928 ἕνας ἁπλοῦς ἰδιώτης, ὅπως ἦτο τότε ὁ κ. Βενιζέλος, ἀνέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν, κατέλυσε πᾶσαν ἔννοιαν τοῦ Κράτους, ἔκαμεν ἐκλογάς, παραβιάσας τὸ Σύνταγμα, καὶ διῴκησε δικτατορικῶς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τετραετίαν. Καὶ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, διὰ νὰ ἀφήσωμε τὰ ἀπώτερα αἴτια, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἠλιθιώτερος τῶν ἀνθρώπων ἐξετάζων, διακρίνει τὸν μυστικὸν ἐσωτερικὸν σύνδεσμον, ὁ ὁποῖος συνδέει ταῦτα πρὸς τὰ ἄλλα κινήματα καὶ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ σύγχρονα αἴτια. Κατ’ ἐμέ, Κύριοι, ταῦτα ἀρχίζουν ἀπὸ τοῦ θέρους τοῦ 1932 ὅταν συνεπήχθη ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τότε τῆς Χώρας ἐνέκρινε τὸ πρωτόκολλον τοῦ Συνδέσμου, ἀπαλείψας μάλιστα μερικὰ ἄρθρα αὐτοῦ, εἶτα δὲ παρέδωσε τοῦτο εἰς τὸν συνταγματάρχην Τζανακάκην. Αὐτὸ θὰ τὸ καταθέσω ἐπισήμως εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Εἶνε ἀναμφισβήτητον ἀκόμη τοῦτο, συναντηθεὶς μεθ’ ἑνὸς ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ πέρυσι, ὅτε ἐπανήρχετο ἐξ Εὐρώπης — ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς τώρα — τὸν ἠρώτησε «πόσοι ἀξιωματικοὶ ἐνεγράφησαν εἰς τὸν σύνδεσμον;» αὐτοῦ δὲ ἀπαντήσαντος «τόσοι», ἀνταπήντησεν (ὁ Βενιζέλος): «Μά, μόνον τόσοι κ. Μοσχοβίτη;» διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Θὰ κατατεθῇ καὶ αὐτό. Μοῦ τὸ εἶπεν ὁ συνταγματάρχης Ματάλας καὶ μοῦ ἐπέτρεψε νὰ κάμω χρῆσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τοῦ τὸ ἐβεβαίωσεν ἀξιωματικὸς γνωστότατος μὲ βαθμὸν στρατηγοῦ, δὲν κάμνω χρῆσιν τοῦ ὀνόματός του, ἐφόσον δὲν ἐρωτῶμαι, ἀλλὰ ἂν ἐξετασθῶ θὰ τὸ καταθέσω. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν, Κύριοι Βουλευταί, καμμία ἀπολύτως ἀμφιβολία, ὅτι ἐπὶ τῇ προόψει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκλογικῶν, τὰ ὁποῖα ἐπίστευεν ὅτι θὰ ἦσαν δυσμενῆ δι’ αὐτὸν ὁ κ. Ἐλευθέριος Βενιζέλος δι’ ἑκατομμυριοστὴν φορὰν —διότι ἐγὼ ἐξέχασα πόσα κινήματα ἔχει κάμει μέχρι σήμερον— δημιουργεῖ τὸν στρατιωτικὸν σύνδεσμον, ἀνατρέπει τὴν τότε Κυβέρνησιν, κάμνει νέας ἐκλογάς. Πῶς τὰ ἔκαμεν αὐτὰ τὸ γνωρίζομεν ὅλοι καὶ ἐν συνεχείᾳ ὅλων τούτων τὴν νύκτα τῆς 6ης Μαρτίου ἐξερράγη τὸ κίνημα. Ὑπάρχει διαταγή, τὴν ὁποίαν καὶ θὰ καταθέσω εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, καθ’ ἣν δύο ἡμέρας μόλις πρὸ τοῦ κινήματος ἔγιναν ἀθρόαι μεταθέσεις ἀξιωματικῶν. Ἡ διαταγὴ αὕτη εἶνε ἐπίσημος, ἔφερε δὲ ἐδῶ δι’ αὐτῆς Κρῆτας ἀξιωματικοὺς καὶ χωροφύλακας ὁ κ. Κατεχάκης. Τὸ κίνημα τὸ γνωρίζουν ὅλοι. Ὁ κ. Ματάλας, ἐπειδὴ ἀνέφερα τοῦτον, εἶχε γράψῃ εἰς τὴν Λάρισαν ὅτι, «ἐδῶ ἀκοῦμε ὁ Πλαστήρας θὰ κάμῃ κίνημα» ὑπάρχει δὲ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Μαυρογιάννη ἐκ Λαρίσης ὅτι «εἴμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀντιμετωπίσωμε τὸ κίνημα». Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα γεγονότα τῆς νυκτὸς, δηλονότι, τῆς ἐκρήξεως τοῦ κινήματος, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω, τὰ εἶπε τόσον θαυμάσια ὁ κ. Μεταξᾶς, ὥστε καὶ ἐὰν ἤθελον δὲν θὰ ἠμποροῦσα νὰ τὰ εἴπω ἐγὼ τόσον ὡραῖα. Καὶ ἐπειδὴ ὡμίλησα περὶ τοῦ κ. Μεταξᾶ, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος ὅλην τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν ἔντιμον Ἀρχηγὸν τῶν Ἐλευθεροφρόνων διὰ τὸ ἀνδρικὸν θάρρος καὶ τὴν ἀνωτέραν σκέψιν, ἡ ὁποία τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεώς του περὶ παραπομπῆς, διότι διὰ τούτου ἐπέφερε τὴν ἐσωτερικήν μου λύτρωσιν, συναίσθημα, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς δοκιμάζουν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ βραβεύεται μέσα εἰς τὴν ζωὴν τὸ καλὸν καὶ νὰ καταδιώκεται τὸ κακόν, ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ τίθεται ὑπὲρ τὴν ἀδικίαν ἡ δικαιοσύνη. Τὰ γεγονότα εἶνε τόσον προφανῆ καὶ διὰ πάντα μὴ νομικόν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Τσουκαλᾶς ὡμίλησεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, περὶ τῆς μεθεπομένης συνεργίας τοῦ ἄρθρου 74 καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἐξάγεται δηλονότι ἐκ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Καθίσταται σαφὲς καὶ διὰ τοὺς ἔχοντας στοιχειώδεις νομικὰς γνώσεις τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται περὶ μεθεπομένης συνεργίας. Ὑπάρχουν, βέβαια, καὶ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μεταβάλουν τὸ κατηγορητήριον, ἀλλὰ κατ’ ἐμέ, ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Βενιζέλου, ὑπάρχει ἐν συνειδήσει ἀμέλεια, ἡ ὁποία προσεγγίζει πρὸς τὸ Dolus eventualis, περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀμφιβολία. Συνεπῶς εἴτε περὶ ἠθικῆς αὐτουργίας πρόκειται, εἴτε περὶ τῆς ἐν συνειδήσει ἀμελείας. Νόμῳ εὐσταθεῖ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Διὰ προσπαθειῶν τιμίων ἐπὶ ἕνα αἰῶνα, Κύριοι Βουλευταί, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὡδηγήθη ἀπὸ τὴν σφαῖραν τῆς δυνάμεως καὶ τῆς βίας εἰς τὴν σφαῖραν τῆς δικαιοσύνης μὲ τάσιν νὰ ὑπερβῇ καὶ ταύτην καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ διὰ τῶν κινημάτων καὶ ὅλων τῶν ἐκδηλώσεων τοῦ αὐταρχισμοῦ καὶ τῆς βίας ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν, ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Κρήτης πολιτευτοῦ, μετεφέρθη καὶ πάλιν εἰς τὴν σφαῖραν τῆς δυνάμεως καὶ τῆς βίας. Κάποτε, Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν Ρώμην ὁ φιλόσοφος Καρνεάδης, ὁ ὀξυνούστερος τῶν σκεπτικιστῶν φιλοσόφων, συνεκάλεσε τὴν νεολαίαν τῆς Ρώμης καὶ ὁμιλήσας εἰς αὐτὴν διὰ μακρῶν ἀπέδειξεν ὅτι τὰ πράγματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ διέπονται ὑπὸ νόμων δικαίου. Κατεχειροκροτήθη. Συνεκάλεσεν ἐκ νέου τὴν ἑπομένην τὴν ἰδίαν νεολαίαν καὶ ἀπέδειξεν εἰς αὐτὴν ὅτι τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, διέπονται ἀπὸ τὴν ἀδικίαν. Κατεχειροκροτήθη καὶ πάλιν. Ἀλλ’ ὁ Κάτων καὶ ὁ Γάϊος Ἀκίλιος, πιστοὶ αὐτοὶ εἰς τὰς ἠθικὰς ἀξίας τῆς ζωῆς, συνεκάλεσαν αἰφνηδίως τὴν Γερουσίαν καὶ ἐζήτησαν τὴν ἀπέλασιν τοῦ Καρνεάδου ἐκ Ρώμης. Εἴθε, ἔντιμε Ἀρχηγὲ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, σεῖς νὰ ἔχετε διὰ τῆς προτάσεώς σας προκαλέσει τὴν ἀπέλασιν ἐξ Ἑλλάδος τοῦ νεωτέρου τούτου πολιτικοῦ Καρνεάδου. Ἡ ἐπιβολὴ τῶν γραπτῶν νόμων, Κύριοι, διὰ τοῦ κολασμοῦ τῶν ἐνόχων, εἶνε ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ γίνῃ ὄχι μόνον, διότι οὕτω ἀπαιτεῖ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὄχι μόνον διότι τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς φυλῆς, ἀλλὰ πρὸ παντός, διότι τοῦτο θὰ εἶνε θρίαμβος τοῦ αἰωνίου ἠθικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν κατεπάτησε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Καταστρέφων τὸν λόγον, Κύριοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀκόμη. Δὲν ἠξεύρομεν, ἐὰν ὁ Πλαστήρας εἶνε ἔνοχος, δὲν ἠξεύρομεν ἐὰν ὁ Βενιζέλος εἶναι ἔνοχος, ἐφόσον δὲν ἔγινεν ἀκόμη δίκη, ἐκεῖνο ὅμως διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλομεν ἡμεῖς —διότι οἱ Βενιζελικοὶ ἐὰν ἦσαν ἐδῶ ἠμποροῦσαν νὰ τὸ ἀμφισβητήσουν καὶ αὐτό, ὅπως ὁ Μπέρκλεϋ τὸν χῶρον—εἶνε τοῦτο· ὅτι τὸ κίνημα ἐγένετο. Καὶ διὰ νὰ τελειώνωμεν. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Κύριοι, ἐπίστευον ὅτι κἄποτε ὁ Ζεύς, ὁ πατὴρ θεῶν καὶ ἀνδρῶν, κατελθὼν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων δύο δῶρα ἐδωρήσατο εἰς αὐτοὺς διὰ τὴν θεμελίωσιν ἀληθοῦς καὶ ὑγιεινοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου. Τὴν Αἰδὼ καὶ τὴν Δίκην. Ἐὰν ἡ Αἰδὼς ἀπέλειπεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐξεφράσθη ἐναντίον αὐτῶν ἠθέλησαν νὰ καταλύσουν τὰς ἐλευθερίας του καὶ νὰ αἱματοκυλίσουν τὸν τόπον, εἶνε διὰ τοῦτο προφανὴς ἡ ἀνάγκη ὅπως εἰσαγάγωμεν τὸ ταχύτερον εἰς δίκην ὅλους ἐκείνους τοὺς ἐμφανεῖς καὶ ἀφανεῖς καταλυτὰς τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Ἰδοὺ διατὶ θὰ ψηφίσω μὲ τὰ δύο χέρια ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζηδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§138ΕΜ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς. Ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες προσεπάθησαν νὰ ἀποδείξουν τὴν ἐνοχὴν τοῦ κ. Βενιζέλου, ἰδιαίτατα δὲ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. Τσουκαλᾶς, ἐξέθηκαν πλεῖστα ἐπιχειρήματα, ἵνα ἀποδείξουν τὴν ἐνοχὴν τοῦ κ. Βενιζέλου εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου. Νομίζω ὅμως ὅτι ὑπάρχει κάτι τι ὑπέρτερον τῶν ὑλικῶν ἀποδείξεων περὶ ἠθικῆς αὐτουργίας. Ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶνε πεπεισμένος ὅτι πράγματι ἠθικὸς αὐτουργὸς τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου εἶνε ὁ Ἐλ. Βενιζέλος. Ὅλοι γνωρίζουν ποῖαι εἶνε αἱ σχέσεις τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κινήματος, τοῦ Πλαστήρα, μὲ τὸν Βενιζέλον. Τὰς γνωρίζουν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, ἐκτὸς μόνον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶνε τυφλοὶ τὸν νοῦν ἢ ἐθελοτυφλοῦν. Ὅσοι γνωρίζουν ὅτι ὁ Πλαστήρας εἶνε σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός του καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων τοῦ Βενιζελισμοῦ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ παραδεχθοῦν οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, ὅτι ἦτο δυνατὸν ὁ Ν. Πλαστήρας νὰ διανοηθῇ νὰ ἀποτολμήσῃ ἓν τοιοῦτον κίνημα χωρὶς τὴν παρόρμησιν ἢ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ε. Βενιζέλου. Ἀλλὰ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, δειλὸς κατὰ τοῦτο, ἠρνήθη ἐπιμονώτατα καὶ ἐντονώτατα τὴν ἐνοχήν του, τὴν γνώμην δὲ αὐτὴν ὑποστηρίζουν καὶ οἱ δύο ὑπαρχηγοί του, δηλαδὴ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος. Ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Τσουκαλᾶς, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ὁ Ε. Βενιζέλος ὡμολόγησε τὴν ἐνοχήν του, ὡς πρὸς τὴν ἠθικὴν αὐτουργίαν, ἐγὼ νομίζω ὅτι μᾶλλον τὸ ἀντίθετον συνέβη. Ὅσοι ἠκούσατε τὴν ἀπολογίαν του, εἴδατε μὲ πόσην ἐπιμονὴν ὑπεστήριξεν ὅτι ἐκεῖνος δὲν ἤθελε τὸ κίνημα, ὅτι δὲν ἦτο ἠθικὸς αὐτουργός, ἔρχονται δὲ καὶ οἱ ὑπαρχηγοί του, ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ὁ κ. Καφαντάρης καὶ ὑποστηρίζουν καὶ αὐτοὶ ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἤθελε καθόλου τὸ κίνημα, οὔτε τὸ ὑπεστήριξεν, οὔτε τὸ ἐνέπνευσεν, οὔτε παρώτρυνε τὸν Πλαστήραν. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι τὰ πράγματα ἔγιναν ἔτσι. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀφοῦ εἶδεν ὅτι ἔχανε τὰς ἐκλογάς, παρώτρυνε τὸν Πλαστήραν νὰ κάμῃ τὸ κίνημα καὶ τοῦ εἶπε: πήγαινε μὲ τὴν εὐχήν μου καὶ ἔκαμε τὴν ἑξῆς ὑστερόβουλον σκέψιν· ἐὰν ἐπιτύχῃ τὸ κίνημα, ἔχει καλῶς. Ἐὰν ἀποτύχῃ ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ πάθω τίποτε. Ἄλλοι θὰ εὕρουν τὸν μπελᾶ τους· αὐτοί, ποὺ εἶνε τώρα εἰς τὰς φυλακάς. Εἶνε δυνατόν, Κύριοι Βουλευταί, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ποῖος εἶνε ὁ Πλαστήρας καὶ ποῖος εἶνε ὁ Βενιζέλος, νὰ μὴ παραδεχθῇ, ὅτι πράγματι ὁ Βενιζέλος τὸν παρώτρυνε νὰ διαπράξῃ τὸ μέγιστον κατὰ τῆς Πατρίδος ἔγκλημα; Αὐτὸ ἠμποροῦν νὰ τὸ ὑποστηρίζουν κάλλιστα οἱ κ. κ. Ὑπαρχηγοί, ἀλλὰ νομίζω ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ παραδεχθῇ. Οἱ κ.κ. Ὑπαρχηγοὶ λέγουν ὅμως, ὅτι καὶ ἐὰν τὸ ἔκαμεν, ὑπερτάτη ἀνάγκη τῆς Πολιτείας εἶνε ἡ ὁμαλότης καὶ ὅτι εἶνε ἀνάγκη, χάριν τῆς ὁμαλότητος, νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς δίκην ὁ Ε. Βενιζέλος. Νομίζω ὅτι, ὅταν τὸ λέγουν αὐτό, ὑποκρίνονται φαρισαϊκώτατα. Διότι γνωρίζουν πολὺ καλὰ ὅτι ἡ ὁμαλότης δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε, τοὐναντίον ἡ ὁμαλότης θὰ ἐκινδύνευεν ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας διότι ἡ ἀτιμωρησία θὰ ἀπεθράσυνε τοὺς ἐγκληματίας. Οἱ κ.κ. Ὑπαρχηγοὶ θέλουν νὰ περισώσουν τὸ γόητρον τοῦ Ἀρχηγοῦ των, τὸν ὁποῖον περισαίνουν χάριν τῆς κομματικῆς του κληρονομίας, ἀλλὰ τοιαύτη δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ εἶνε ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ τὸν Ε. Βενιζέλον, ὅπως δικασθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶνε γνωστὴ ἡ σύνθεσις τῆς Γερουσίας οὐδεμία ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ πεισθῇ ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος εἶνε ἔνοχος ὁσαιδήποτε καὶ ἂν ὑπάρξουν ἀποδείξεις. Οἱ κ. κ. Γερουσιασταὶ δὲν θὰ πεισθοῦν ὅτι ὁ Ε. Βενιζέλος εἶνε ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς ἢ ὁ ἀναγκαῖος συνεργός, ὅπως τὸν θέλει ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Διὰ νὰ εἶνε λοιπὸν βεβαία ἡ καταδίκη τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν πρότασιν καὶ ἐκείνη ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὡμολόγησε, ὅτι δηλαδὴ τὸ ἀδίκημα ἐσχεδιάσθη καὶ ἔλαβεν ἀρχὴν ἐνώπιόν του, εἶνε δὲ ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ Π. Ν. τὴν ὁποίαν ἔχει παραλείψει νὰ παραθέσῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Ἰδοὺ τί λέγει, Κύριοι Βουλευταί, τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐδάφ. 6 (ἀναγινώσκει).... Ὁ ἴδιος ὁ κ. Βενιζέλος ὡμολόγησεν πληρέστατα τὴν παράβασιν ταύτην. Ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον του; Ἦτο Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τὸ καθῆκον του ἦτο νὰ συλλάβῃ τὸν Πλαστήραν καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πραξικοπήματος. Δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἄρα ὑπέπεσεν εἰς τὴν παράβασιν τοῦ ἐδαφίου 6 τοῦ ἄρθρου 72 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἄν ἡ Γερουσία τὸν ἀθωώσῃ διὰ τὴν παράβασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὡμολόγησε, θὰ ἀποδείξῃ ἡ Γερουσία ὅτι δὲν εἶνε Σῶμα αὐτόβουλον καὶ ὄργανον τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ ὄργανον καὶ παράρτημα τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων. Ὑποστηρίζω λοιπὸν ὅτι ἐπικουρικῶς πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ τὸ ἐδάφ. 6 τοῦ ἄρθρου 72 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ νὰ παραπεμφθῇ ὁ Ε. Βενιζέλος ἐπὶ ἁπλῇ συνεργίᾳ.
§139Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ συμπληρώσῃ τὴν πρότασίν μου ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή.
§140ΕΜ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἀμφιβάλλω περὶ τούτου καὶ καλύτερον καὶ ὀρθότερον εἶνε νὰ συμπληρωθῇ ἡ πρότασίς σας ἀπὸ τοῦδε, ἵνα μὴ δύναται ἡ Γερουσία νὰ τὸν ἀθωώσῃ. Δὲν εἶνε δυνατόν, Κύριοι Βουλευταί, νὰ τύχουν προσοχῆς τὰ ὑποκριτικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου οἱ ὑπαρχηγοὶ τῶν Φιλελευθέρων. Ὁ ἐντιμότατος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐντιμότατος ὑπὸ τὴν ἑλληνικὴν καὶ ὄχι ὑπὸ τὴν βενιζελικὴν σημασίαν τῆς λέξεως, ὑπεσχέθη νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν Χώραν εἰς τὸν ἠθικόν της ρυθμόν. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ἐπανέλθῃ ὁ ἠθικὸς ρυθμός, ἄνευ τοῦ ἠθικοῦ καθαρμοῦ καὶ εἶνε ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ ὁ ἠθικὸς καθαρμὸς ἄνευ τῆς τιμωρίας τῶν ἐγκληματιῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπετόλμησαν τὸ μέγιστον κατὰ τῆς πατρίδος καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ ἔγκλημα. (Χειροκροτήματα).
§141Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἂν συναινῇ νὰ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ Συνεδρίασις αὔριον, ὁπότε ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγα τινά.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως θεωρηθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις;
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5 μ.μ. (Ὥρα 12 μ.μ.)