1933.05.15
2,105 rows · 17,051 words · 101 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9η
ΔΕΥΤΕΡΑ 15 ΜΑΪΟΥ 1933
Προεδρία Βʹ ἀντιπροέδρου κ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ
(Ὥρα 5 καὶ 30 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Λούλη.
§4ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως διατυποῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς δὲν ἀποσαφηνίζουν τὸ ζήτημα τῆς συνεχίσεως ἢ μὴ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ καφέδων, καὶ ὑπομιμνήσκω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν κατῆλθε τοῦ Βήματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὢν πρῶτος ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντος ὅτι ἡ Βουλὴ νομίζει ὅτι θὰ συγκατανεύσῃ νὰ θεωρήσῃ λήξασαν τὴν συζήτησιν, ἔλαβον εὐθὺς μετὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸν λόγον καὶ εἶπον, ὅτι ὡς ὢν εἷς τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον πρότασιν γενικεύσεως τῆς συζητήσεως, δὲν παραιτοῦμαι τῆς ἐν λόγῳ προτάσεως καὶ παρακαλῶ νὰ κατατεθοῦν τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα τόσον τοῦ Συμβατικοῦ Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅσον καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ὁποίων θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Μοῦ ἔμεινεν ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐν λόγῳ ἐγγράφων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ σχετικὴ περικοπὴ τῶν Πρακτικῶν.
§6Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὰ Πρακτικά).
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὥστε καλῶς ἔχουν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ Ἕνωσις κατωτέρων ἀποστράτων ἀξιωματικῶν ξηρᾶς Μακεδονίας Θράκης ζητεῖ τὴν βάσει τοῦ τιμαρίθμου αὔξησιν τῆς συντάξεώς των. Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι βιομηχάνων καὶ βιοτεχνῶν ἐπεξεργασίας χάρτου περὶ ὑποβολῆς νομοσχεδίου ἀποζημιώσεως τῶν βιομηχανιῶν χάρτου. Ὁ Δήμαρχος Κομοτιναίων παρακαλεῖ, ὅπως μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ μελετωμένη κατάργησις τοῦ Ἐφετείου Θράκης. Ὁ Βουλευτὴς κ. Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πρεβέζης, ζητοῦντος τὴν ἐπέκτασιν τοῦ μέτρου συγκεντρώσεως τοῦ σίτου καὶ εἰς τὴν περιφέρειάν των. Ὁ Σύνδεσμος ὁμήρων Πραβίου ἡ «Ἑλληνικὴ Μακεδονία» ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου 4278, τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Νόμου 5173 καὶ τὴν παροχὴν προθεσμίας ὑποβολῆς αἰτήσεων ἀποζημιώσεως. Οἱ ὁπλῖται Χωροφυλακῆς δι’ ὑπομνήματός των ζητοῦν τὴν ἐξίσωσιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς ἐξ ἀνακατατάξεως ὁπλιτῶν, πρὸς τοὺς λοιποὺς ὁπλίτας τοῦ αὐτοῦ Σώματος. Ὁ Σύνδεσμος Φαρμακοϋπαλλήλων Βόλου ζητεῖ τὴν ἀναστολὴν τοῦ Ν.Δ. περὶ ἐξετάσεων τῶν βοηθῶν φαρμακείων καὶ τὴν υἱοθέτησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς φαρμακοϋπαλληλικῆς συνδιασκέψεως τῆς 17ης Ἀπριλίου 1932. Ὁ Σύλλογος Ἀρχιτεκτόνων διπλωματούχων ἀνωτάτων σχολῶν ζητεῖ τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ σεισμοπαθῶν Κορινθίας» καὶ τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τῆς τεχνικῆς ὑπηρεσίας. Οἱ ἁλιεῖς Ἱερισσοῦ καὶ περιχώρων ζητοῦν τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἁλιείας, λόγῳ τῆς καταστροφῆς ἥν ὑπέστησαν ἐκ τῶν σεισμῶν. Ὁ Σύλλογος καραγωγέων Μεσολογγίου διαμαρτύρεται, διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ταμείου Τροχαίας Κινήσεως. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Λασσηθίου ζητεῖ τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας τοῦ Νόμου 4428 περὶ τρόπου διακοπῆς παραγραφῶν. Ἡ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ἑξῆς σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἐσθονίας συμφωνίας τῆς 22 Φεβρουαρίου 1933 περὶ καταργήσεως τοῦ δασμολογικοῦ μέρους τῆς Ἑλληνο–Ἐσθονικῆς Ἐμπορικῆς Συμβάσεως τῆς 4 Ἰανουαρίου 1927». καὶ 2) «Περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας διατάξεων τῶν ἄρθρων 8 καὶ 19 τοῦ Νόμου 4952 ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη». Ὁ Βουλευτὴς κ. Λ. ΛΑΓΟΥΡΟΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ 4108». Οἱ Βουλευταί κ. κ. Α. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ, Δ. ΧΕΛΜΗΣ,
Γ. ΤΣΟΧΑΣ, Δ. ΛΟΝΤΟΣ, Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ε.
ΚΟΡΟΖΟΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν Νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς Δημοσίων Ὑπαλλήλων». Οἱ Βουλευταί κ.κ. Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ καὶ Ξ. ΜΑΥΡΟΜ-ΜΑΤΗΣ ὑποβάλλουσιν τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως Νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον 4642 περὶ ἱδρύσεως Ταμείου ἀσφαλίσεως Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΛΙΑΠΙΔΗΣ, Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥ-ΛΟΣ, Α. ΝΤΑΛΙΠΗΣ, Λ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου Νόμου 4411. Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 45 τοῦ Νόμου 8411 περὶ συγκροτήσεως, προελεύσεως, προαγωγῆς κλπ. τῶν στελεχῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ».
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ μέρους τῶν Προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἀφορῶντος τὰ γεγονότα τῆς 6ης Μαρτίου καὶ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ διώξεως τοῦ κ. Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ὁ κ. Μεταξᾶς, Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἔχει τὸν λόγον.
§10Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸ θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχε νὰ ἀποφανθῇ ὁ ἑλληνικὸς λαός, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 5ης Μαρτίου, δὲν ἦτο κανὲν ἐκ τῶν συνταρακτικῶν ἐκείνων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναστατώσει τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν κατὰ τὸ παρελθόν. Δὲν ἐπρόκειτο πλέον οὔτε περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης, δὲν ἐπρόκειτο οὔτε περὶ Βασιλείας ἢ Δημοκρατίας, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὑποστάσεως ἢ μὴ ὑποστάσεως τοῦ κρατοῦντος κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ἐπρόκειτο ἁπλούστατα ἐὰν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελε νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν τύχην τῶν περαιτέρω ζητημάτων του εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων ἢ ἤθελε νὰ παραδώσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ τῶν συμπραττόντων μετ’ αὐτοῦ κομμάτων. Ἦτο ἕν ζήτημα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάζωνται πάντοτε εἰς τὰς ἐκλογάς, ζήτημα ὅμοιον μέ τὰ ζητήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐνεργήθησαν πᾶσαι αἱ μέχρι τοῦδε ἐκλογαί. Παρ’ ὅλην τὴν ἔξαψιν τῶν παθῶν, τὴν ὁποίαν φέρει πάντοτε μία ἐκλογή, ἡ τάξις ἐτηρήθη διότι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ τὴν διαταράξῃ. Τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἐτηρήθη τάξις παντοῦ. Καὶ ἐνῷ οἱ πολῖται τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐπερίμεναν νὰ μάθωσι ποία νέα Κυβέρνησις ἐσχηματίσθη, οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, ἐξερχόμενοι τὴν πρωΐαν τῆς 6ης Μαρτίου εἰς τὰς ὁδοὺς, ἐδέχοντο κατὰ κεφαλῆς ἕνα καταιωνισμὸν προκηρύξεων ἐκ τῶν ὁποίων ἐμάνθανον ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἐψήφισε συμφώνως μὲ τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἐπίστευεν ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας, οὗτος τοῦ κατέλυε τὰς ἐλευθερίας του καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Κύριοι Βουλευταί, δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ χαρακτηρίσω ποῖος εἶνε ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας. Ἀνήκει εἰς τὴν χορείαν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα οἱ μέν θὰ τὰ ἀνυψώσουν εἰς τὸν οὐρανὸν, οἱ δὲ θὰ τὰ καταβιβάσουν εἰς τὸν Ἅδην. Ἡ ἱστορία θὰ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ, ὅπως καὶ περὶ ὅλων, οἱ ὁποῖοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὰ παρελθόντα γεγονότα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ εἶνε ὁ σύνδεσμος τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας καθ’ ὅλην τὴν δημοσίαν ζωὴν ἐπέδειξεν ἕνα βαθὺν σεβασμὸν πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, πλήρη ὑποταγῆς. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὴν μαρτυρικὴν αὐτοῦ κατάθεσιν, λέγει ὅτι ὁ σεβασμὸς τὸν ὁποῖον ἔτρεφε πρὸς αὐτὸν ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἦτο τοιοῦτος, ὥστε ἠδύνατο νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς ἠθικῆς ἐπιρροῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ σεβασμοῦ τούτου, καὶ ὅτι ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας θὰ τὸν ὑπήκουεν. Ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας εἶχε πλήρη ἀφοσίωσιν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Αἱ σχέσεις των δὲν εἶναι σχέσεις μεταξὺ δύο ἀνδρῶν ἴσων. Ἡ ἀνωτέρα διάνοια τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τὸ κῦρος του ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἡ ἐπιρροὴ ἐκυριάρχουν ἀπολύτως ἐπὶ τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα. Ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ Ἑλλάδα εὐημεροῦσαν μὴ κυβερνωμένην παρὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Εἰς μίαν μόνην περίστασιν ἀφίστατο ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὸ 1927, ὁπότε, κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἐβοήθησε τὴν τότε Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τηρήσῃ τὴν ἔννομον τάξιν. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι τότε ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων δὲν εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς. Εἶχε δηλώσει ὅτι ἀπέσχεν αὐτῆς ὁριστικῶς, εὑρίσκετο δὲ μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν, εἰς τὴν Κρήτην. Ἔκτοτε, μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας εὑρίσκετο διαρκῶς εἰς τὸ πλευρόν του. Εἶνε ὁ πρῶτος καὶ καλύτερος ὑπερασπιστής του. Καθ’ ὅλον τὸ προεκλογικὸν στάδιον ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας εὑρίσκετο παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευέρων. Ἔχει πλήρη πεποίθησιν, ὅπως καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ ἀποβῶσιν, ἀναμφισβητήτως, ὑπὲρ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀμφιβολίαι τοῦ μένουν μόνον κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, ὁπότε μεταβαίνει εἰς Θεσσαλονίκην. Αἰσθάνεται ἀνησυχίας τινὰς καὶ, κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ στρατηγοῦ Κλάδου, ὁμιλεῖ πρὸς τὸν στρατηγὸν Κλάδον περὶ ἐνδεχομένου κινήματος. Ἐπιστρέφει εἰς τὰς Ἀθήνας, εὑρίσκεται σχεδὸν καθημερινῶς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς δὲν ἀποσπᾶται ἀπ’ αὐτοῦ, τὸ ἑσπέρας τῆς ἐκλογῆς διαμένει μετ’ αὐτοῦ μέχρι βαθείας νυκτός, δεχόμενος καὶ αὐτὸς τὰ καταφθάνοντα ἀποτελέσματα. Τὰ καταφθάνοντα ἀποτελέσματα δὲν εἶνε σύμφωνα οὔτε μὲ τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκδηλώσει τότε ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, καὶ φυσικά, οὔτε μὲ τὰς πεποιθήσεις τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα. Ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην ἔρχονται αἱ ἀποτυχίαι, ὡς ἡ τῆς ἐπαρχίας τῶν Πατρῶν καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον τέλος, ἡ ἀποτυχία τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀθηνῶν. Μέχρι τῆς 2ας μεταμεσονύκτιον εὑρίσκεται ὁ Πλαστήρας παρὰ τῷ Ἀρχηγῷ τῶν Φιλελευθέρων. Τὴν 2αν μεταμεσονύκτιον ὁπότε πλέον ἡ νίκη τοῦ λαϊκοῦ κόμματος καὶ τῶν συμπραττόντων μετ’ αὐτοῦ κομμάτων εἶνε σαφής, ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἀναχωρεῖ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ μεταβαίνει μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Κατεχάκη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐκεῖθεν κηρύξει τὴν δικτατορίαν. Τὴν αὐτὴν ὥραν, 2αν μεταμεσονύκτιον, εὑρίσκοντο εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος καὶ ὁ στρατηγὸς Κωνσταντῖνος Μανέττας διοικητὴς τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ. Ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος ἐν τῇ καταθέσει του λέγει ὅτι ἐκείνην τὴν ὥραν, ἐκ τῶν καταφθανόντων ἀποτελεσμάτων πείθεται περὶ τῆς ἐπικρατήσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ λαϊκοῦ κόμματος, καὶ μὴ αἰσθανόμενος οὐδεμίαν ἐκ τούτου ἀνησυχίαν οὔτε διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν, δίδει ὁδηγίας τινὰς σχετικὰς μὲ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Σώματος Στρατοῦ καὶ ἀπέρχεται εἰς τὸν οἶκον του διὰ νὰ κατακλιθῇ ἥσυχος. Καθ’ ὁδὸν συναντᾷ τὸ αὐτοκίνητον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἷς τῶν ἐπιβαινόντων ἀξιωματικῶν τοῦ λέγει, ὅτι τὸν ζητοῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Πηγαίνει ἐκεῖ καὶ εὑρίσκεται πρὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἔλθει καὶ αὐτὸς ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεῖ καὶ ἐνώπιον τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα. Ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας λέγει πρὸς ὅλους — πιθανῶς πρὸ τῆς ἀφίξεως τοῦ στρατηγοῦ Ὀθωναίου— «ἐγὼ θὰ κηρύξω δικτατορίαν». Ἕνας ἀνθίσταται ἐναντίον τῆς ἰδέας αὐτῆς. Ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος, ὁ ὁποῖος παρουσίασε τὰ μέγιστα κακά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐγένοντο, ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ἰδέα αὐτή. Ἐπακολουθεῖ μεταξὺ τῶν παρευρισκομένων ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διαλογικὴ συζήτησις. Ὁ στρατηγὸς Κ. Μανέττας ἀκολουθεῖ καὶ αὐτὸς τὸν στρατηγὸν Ὀθωναῖον. Δὲν φθάνουν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἀναχωρεῖ, κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ στρατηγοῦ Ὀθωναίου, φαινομενικῶς ἀπογοητευμένος. Φαινομενικῶς ἀπογοητευμένος, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ παρασύρῃ εἰς τὴν ἰδέαν του τὸν στρατηγὸν Ὀθωναῖον. Ἐκεῖ ἦτο ὁ κόμβος τοῦ ὅλου ζητήματος, τὶ θὰ ἔπραττεν ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦδε, διὰ νὰ μὴ τὸ ἐπαναλάβω εἰς τὴν περαιτέρω ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἡ στάσις αὕτη τοῦ στρατηγοῦ Ὀθωναίου, ἡ ἀνένδοτος στάσις εἰς ὅλας τὰς παρορμήσεις, ὅπως βοηθηθῇ ἡ πορεία τοῦ κινήματος τούτου, ἔδωσε τὴν ἀποφασιστικὴν τροπὴν εἰς τὴν ὅλην κατάστασιν. Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα, ὁ ὁποῖος μεταβαίνει, κατὰ τὰς καταθέσεις, εἰς τὸ Αʹ Πεζικὸν Σύνταγμα, ἀποφασισμένος νὰ κηρύξῃ τὴν δικτατορίαν, ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος προπέμπει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Σώματος Στρατοῦ νὰ μεταβοῦν παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ διὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλουν τὰ συμβάντα. Μεταβαίνουσιν οὗτοι ἐκεῖ, ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος παραμένει εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀναμένει τὸ ἀποτέλεσμα. Παρέρχεται ἱκανὴ ὥρα καὶ κατόπιν ἐπιστρέφει ὁ στρατηγὸς Κωνσταντῖνος Μανέττας καὶ τοῦ λέγει, ὅτι ἀναζητεῖται ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ μετὰ τοῦτο ὁ στρατηγὸς μεταβαίνει εἰς τὸ Σῶμα Στρατοῦ. Ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος, ἀναμείνας ἀκόμη ὀλίγην ὥραν καὶ ἀνησυχῶν, μεταβαίνει καὶ αὐτὸς εἰς τὸν οἶκον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Εἶνε ἡ ὥρα τρίτη πρωϊνὴ καὶ εὑρισκόμεθα ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ἑξῆς κατάστασιν· Ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ εὑρίσκονται ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν...
§11Γ. ΜΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§12Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ Διοικητὴς τοῦ Στρατοῦ, ὁ Ἀρχιστράτηγος Ὀθωναῖος καὶ ὁ Διοικητὴς τοῦ Σώματος Στρατοῦ. Δηλαδὴ τὸ Κράτος ὁλόκληρον, ἐν ὅλῃ του τῇ δυνάμει καὶ ἐν ὅλῃ του τῇ ἐπιβολῇ, καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ ὁ Στρατηγὸς Πλαστήρας, ὁ ὁποῖος τοὺς λέγει: Θὰ μεταβῶ νὰ κηρύξω δικτατορίαν, καὶ δὲν ἀκούω τίποτε. Αὐτοὶ δὲ συνεζήτουν μετ’ αὐτοῦ ἐὰν τοῦτο εἶνε ὀρθὸν ἢ ὄχι, καὶ δὲν τὸν ἁρπάζουν νὰ τὸν κλείσουν σ’ ἕνα δωμάτιον καὶ νὰ τὸν δέσουν ὡς παράφρονα. (Χειροκροτήματα). Ἡ συζήτησις αὐτή, ἡ διαλογική, ἐκράτησεν ἕως τὰς 3½ τὸ πρωΐ. Εἰς τὰς 3½ τὸ πρωΐ ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἀπέρχεται. Καὶ οἱ μέν στρατηγοὶ Ὀθωναῖος καὶ Μανέττας ἀμφιβάλλουν ἀκόμη ἂν θὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, ὁ Ἀρχηγὸς ὅμως τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἀμφιβάλλει περὶ τούτου ποσῶς. Γνωρίζει τὶ πρόκειται νὰ πράξῃ, γνωρίζει καὶ ποῦ μεταβαίνει ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας. Ἐὰν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ Πρωθυπουργὸς μετέβαινε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰς τὸ 1ον Σύνταγμα τοῦ Πεζικοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ πλεῖστον τῶν στελεχῶν ἦτο συμπολῖται του ἀφοσιωμένοι εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς ἔλεγε: μὴ ἀκοῦτε τὰς μωρίας, τὰς ὁποίας σᾶς λέγει αὐτός, ἁρπάξατέ τον καὶ δέσατέ τον. Δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ κανεὶς ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Μ’ ὅλον τοῦτο, ἐνῷ τὸ ἐγνώριζε, δὲν ἔκαμε καμμίαν ἐνέργειαν. Ἀπόδειξις δὲ ὅτι τὸ ἐγνώριζεν εἶνε δύο συνομιλίαι, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν καὶ ὀλίγον προηγουμένως ἐν Θεσσαλονίκῃ, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ διευθύνοντος τὸ ἐκεῖ Ὑπεραστικὸν Κέντρον. Τὴν νύκτα ἐκείνην ἐγένετο ἡ ἑξῆς συνομιλία.
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὸ καταθέτει;
§14Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸ καταθέτει ὁ Διευθυντὴς τοῦ ὑπεραστικοῦ Τηλεφωνικοῦ Κέντρου ἐν Θεσσαλονίκῃ. Αἱ συνομιλίαι αὐταί, κρατοῦνται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, διότι εἶναι ζήτημα κατόπιν πληρωμῆς καὶ ἀναφέρονται εἰς τὰ συνομιλήσαντα πρόσωπα. Εἰς τὰς 2.40′ ὁμιλεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ κ. Ἐξηντάρη ἐπὶ 6′ λεπτὰ τῆς ὥρας. Τὴν 3.30′, κατὰ τὴν κατάθεσιν ἢ μᾶλλον κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ στρατηγοῦ Κλάδου, ὁ κ. Ἐξηντάρης συναντᾷ τὸν στρατηγὸν Κλάδον καὶ τοῦ ἀναγγέλλει, ὅτι ἐν Ἀθήναις ἐγένετο ἐπανάστασις, ἐκηρύχθη δικτατορία καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑφίσταται πλέον. «Ἐγὼ καταθέτω τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖράς σας!». Εἶνε προφανές τὶ ἀνήγγειλεν ὁ κ, Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν κ. Ἐξηντάρην εἰς τὰς 2.40′, εἶνε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ἐξηντάρης εἰς τὰς 3.30′ λέγει εἰς τὸν στρατηγὸν Κλάδον.
§15Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συμπέρασμα ἰδικόν σας.
§16Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὥστε εἰς τὰς 3.30′ ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πλαστήρας ἀνεχώρει ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Αʹ Σύνταγμα διὰ νὰ κηρύξῃ ὁριστικῶς τὴν δικτατορίαν, ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ κ. Ἐξηντάρης μετὰ προηγουμένην συνομιλίαν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καταθέτει τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖράς του. Ἐδῶ εἶναι αἱ ἐκθέσεις. Ἄν πράγματι δὲν εἶνε ἀκριβεῖς θὰ τὸ πιστοποιήσῃ ἡ ἀνάκρισις.
§17Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν Βουλὴν εἶνε ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐν Θεσσαλονίκῃ. Μετὰ τοῦ σεβαστοῦ μου Ἀρχηγοῦ δὲν ἐπεκοινώνησα ὅλην τὴν νύκτα προσωπικῶς. Ἐζήτησα πολλάκις τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπεκοινώνησα μόνον μετὰ τοῦ κ. Σοφοκλῆ Βενιζέλου, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα μόνον πληροφορίας περὶ τῆς ἐκβάσεως τῶν ἐκλογῶν. Διὰ πρώτην φορὰν τὸ κίνημα, τὴν στάσιν τοῦ κ. Πλαστήρα, τὴν ἔμαθα παρὰ τοῦ ἰδίου, ὅταν εἰς τὰς 3.30′ ζητῶν νὰ εὕρω οἱονδήποτε Ὑπουργόν, ποὺ δὲν εὕρισκα, ἐζήτησα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀντὶ τοῦ κ. Κατεχάκη εὗρον εἰς τὸ τηλέφωνον τὸν κ. Πλαστήραν, ὁ ὁποῖος μοῦ ἀνήγγειλεν προσωπικῶς, ὅτι ἐκήρυξε δικτατορίαν. Οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα.
§18Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Νὰ σᾶς διαβάσω τμῆμα τῆς ἐνόρκου καταθέσεως.
§19Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὥστε ὁ Κύριος Γενικὸς Διοικητὴς τῆς Μακεδονίας, κατόπιν τῆς διαταγῆς τοῦ κ. Πλαστήρα, παρέδωκε τὴν ἐξουσίαν;
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄλλο πρᾶγμα εἶνε αὐτὸ.
§21Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω κατόπιν ἐπὶ τῶν ζητημάτων.
§22Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ σᾶς παρακαλέσω πολύ, ἐννοεῖται πόσον εἶνε δύσκολος ἡ θέσις μου, ἐὰν πρόκειται ἀγορεύων περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος νὰ μὴ μὲ διακόπτετε συγχρόνως. Μόνον δύνανται νὰ μὲ διακόπτουν ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἀναφέρω.
§23Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀσφαλῶς ἔχετε δίκαιον, κ. Ἀρχηγέ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναφέρητε ἑκάστοτε καὶ τὴν πηγήν. Διότι μᾶς λέγετε ἔγινε τοῦτο, ἔγινε ἐκεῖνο, πρέπει ν’ ἀναφέρητε καὶ πόθεν προέρχονται.
§24Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Πῶς δὲν τὸ ἀκούσατε. Σᾶς τὸ εἶπα.
§25Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀρχίσατε νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἀποδείξεως μόνον διὰ τὰ γεγονότα Θεσσαλονίκης. Δι’ αὐτὰ ἀληθῶς, ἐρωτηθέντες καὶ πρὶν νὰ ἐρωτηθῆτε, μᾶς εἴπατε ὅτι τὰ ἐξάγετε ἀπὸ ἕνα σημείωμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει.
§26Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι σημείωμα, ἀπὸ τὴν ἔνορκον κατάθεσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ὑπεραστικοῦ Κέντρου Θεσσαλονίκης.
§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀπορία τοῦ Κυρίου Συναδέλφου προῆλθεν ἐκ τούτου, ὅτι ἐκθέτοντες τὰ γεγονότα τῆς Θεσσαλονίκης ἐφάνητε λέγων, ὅτι ἀντικείμενον τῆς συνδιαλέξεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ἐξηντάρη ἀφεώρα τὸ κίνημα Πλαστήρα, ἐνῷ αὐτὸ εἶνε συμπέρασμα δικό σας.
§28Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διακοπῆς, πρόκειται περὶ μιᾶς παρακλήσεως, ὅταν βγάζετε συμπέρασμα πρέπει νὰ μοῦ λέγετε ποῦ στηρίζεσθε καὶ τὸ λέγετε.
§29Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Λυποῦμαι πολύ, ποὺ ὑποβάλλετε μίαν παράκλησιν δι’ ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔχω κάμει ἤδη.
§30Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἀφήσατε τὸν ρήτορα.
§31Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν ἀνάγκην προστασίας ὁ ρήτωρ.
§32Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὲ προστατεύσῃ.
§33Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ διασαφηνίσω τοὐλάχιστον τὶ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ ἂς μὴ γίνῃ.
§34Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. (Θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§35Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὥρας σᾶς δίδω τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Αἱ ὧραι τῶν συμβάντων, τὰς ὁποίας ἀνέφερα μέχρι τοῦδε, προκύπτουν ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν στρατηγῶν κ. κ. Ὀθωναίου καὶ Μανέττα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Θεσσαλονίκην προέρχεται ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ μάρτυρος Βασαρδάνη Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπεραστικοῦ κέντρου. Σᾶς ἀναφέρω καὶ τὴν περικοπὴν τῆς μαρτυρίας ταύτης διὰ νὰ ἀπαντήσω ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ ἡ μαρτυρία εἰς τὸν κ. Ἐξηντάρην. Λέγει τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ Ὑπεραστικοῦ Κέντρου· «Εἰς τὰς 2 καὶ 40 π.μ. τῆς 6ης Μαρτίου ὁ Γενικὸς Διοικητὴς συνομίλησε μὲ τὸν Πρωθυπουργὸν ἐπὶ 6 λεπτά. Τὴν 2 καὶ 55 τῆς ἰδίας τὸ Γραφεῖον τύπου μὲ τὴν ἐφημερίδα «Πρωΐαν» ἐπὶ 6 λεπτά. Τὴν 3 καὶ 30 π.μ. τῆς ἰδίας ὁ Γενικὸς Διοικητὴς μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας ἐπὶ 9 λεπτά. Τὴν 3 καὶ 45 π.μ. τῆς ἰδίας ὁ Γενικὸς Διοικητὴς μὲ τὸν Πρωθυπουργὸν ἐπὶ 3 λεπτά. Τὴν 4 καὶ 45 π.μ. τῆς ἰδίας ὁ Γενικὸς Διοικητὴς μὲ τὸν Πρωθυπουργὸν ἐπὶ 3 λεπτά. (Θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§36Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε; Θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον νὰ μὲ βλέπετε νὰ σηκώνωμαι διὰ νὰ ἔλθω εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ρήτορος. Πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι δὲν πρόκειται εἰς τὴν συνεδρίασιν ταύτην νὰ κρίνωμεν ἐὰν εἶμαι ἢ ὄχι ἔνοχος. Πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ συσταθῇ ἡ Ἐπιτροπή. Γνωρίζετε δὲ ὅλοι καλά, ὅτι παρεκάλεσα τοὺς φίλους μου νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ συζήτησις λοιπὸν ἐπὶ τῶν γεγονότων θὰ γίνῃ μεθαύριον. Διακόπτοντες τόσον συχνὰ τὸν ρήτορα, κινδυνεύομεν νὰ προκαλέσωμεν κάποιαν ταραχήν, ἡ ὁποία ὅλοι ἔχομεν συμφέρον νὰ μὴ γίνῃ.
§37Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Λοιπὸν σᾶς ἀνέφερα τὰς ὥρας. Ἔχω δὲ εἰς τὰς χεῖρας μου μίαν ἀναφορὰν τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Γʹ Σώματος Στρατοῦ ἀντιστρατήγου Κλάδου, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀποστείλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τῆς ὁποίας ἀντίγραφον ἔχει στείλει εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν λέγει τὰ ἑξῆς· (Ἀναγινώσκει). «Περὶ τὴν 3 καὶ 30′ τῆς πρωΐας ἀφυπνίσθην ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Ἐξηντάρη, παρ’ οὗ ἔμαθον μετ’ ἐκπλήξεως ὅτι, κατόπιν τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν, ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας κατέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ἀνασυσταθέντος, ὡς φαίνεται, τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρῃτήθη καὶ συνεπῶς καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος πρέπει νὰ θεωρηθῇ παρῃτημένος». Ἐπανέρχομαι εἰς τὰ συμβάντα τῶν Ἀθηνῶν. Μεταξὺ 3–4 πρωϊνῆς ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας εὑρίσκεται εἰς τὸ Αʹ Σύνταγμα Πεζικοῦ εἰς τὸ ὁποῖον καὶ στηρίζεται. Ἐκεῖ καλεῖ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ὁμιλεῖ. Ὑπάρχουν καταθέσεις κατὰ τὰς ὁποίας τοὺς εἶπε καθαρά. Δὲν σᾶς ἀναφέρω λεπτομερῶς, διότι εἶνε ὅλα δημοσιευμένα. Τοὺς εἶπεν ὅμως ὅτι ἔχει ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Ἐγὼ ὅμως σᾶς δηλῶ, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν στηρίζομαι εἰς τὰς καταθέσεις αὐτάς, διότι δὲν δύναμαι νὰ δώσω οὐδεμίαν βάσιν καὶ ἂν ἀκόμη τὸ εἶπε ὁ Στρατηγὸς Πλαστήρας. Τὸ ἀναφέρω ἁπλῶς, διότι εἶνε γνωστόν. Καὶ ἀφοῦ ἔλαβε παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τὸν λόγον τῆς τιμῆς των ὅτι θὰ τὸν ἀκολουθήσουν, μεταβαίνει τὴν 4ην πρωϊνὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅπου καὶ κηρύσσει δικτατορίαν, ἢ μᾶλλον καλεῖ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς λέγει, ὅτι ἀναλαμβάνει αὐτὸς τὴν δικτατορικὴν ἐξουσίαν καὶ τοὺς προτρέπει νὰ ἐκτελοῦν τὰς διαταγάς του. Κατὰ τὴν αὐτὴν ὥραν μεταξὺ 3 καὶ 4, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς στρατηγὸς Κατσώνας, μεταβαίνει, 3 καὶ 15′ πιθανόν (ὅπως ἐννοεῖτε εἶνε ἀδύνατον νὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν ἀκριβῆ διαίρεσιν τοῦ χρόνου) μεταβαίνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπου δὲν εὑρίσκει τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μανθάνει ὅτι τὸν ζητοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα Πεζικοῦ. Πηγαίνει ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν μένει, καὶ μεταβαίνει εἶτα εἰς τὸν οἶκον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅπου θέλει νὰ συναντηθῇ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μεταξὺ 3½–4 τὸ πρωΐ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος τοῦ ζητεῖ διαταγὰς, λέγει, κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ ὑπομοιράρχου κ. Σαρντζεντάκη. Πηγαίνετε εἰς τὸν Πλαστήρα, ἵνα λάβητε παρ’ αὐτοῦ διαταγὰς. Ὥστε μεταξὺ 3–4 πρωϊνῆς, ἐνῷ ἀκόμη δὲν εἶχε κηρυχθῇ τὸ κίνημα, εἴχομεν πλήρη ἐγκατάλειψιν τῆς δημοσίας δυνάμεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς χεῖρας τοῦ στασιαστοῦ. Ἀλλὰ τώρα ἀρχίζει ἡ δευτέρα φάσις, ἡ ὁποία πραγματικῶς εἶνε λίαν ἀξιοπαρατήρητος, διὰ τὴν μεταβολὴν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰ πνεύματα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Μεταξὺ τετάρτης καὶ πέμπτης πρωϊνῆς καλοῦνται βαθμηδὸν οἱ ἀφυπνιζόμενοι διοικηταὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Σωμάτων. Μανθάνουν ὁ εἷς παρὰ τοῦ ἄλλου τὰ συμβάντα, διαταγὰς δὲν ἔχουσι, τὸ Κράτος ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἀργεῖ καὶ οἱ διοικηταὶ τῶν Σωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ἐν Ἀθήναις ἀποφασίζουν, ἀγόμενοι μόνον καὶ μόνον ἀπὸ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον αἰσθάνονται ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ψυχήν των, ἀποφασίζουν νὰ ἀντιδράσουν κατὰ τοῦ κινήματος καὶ νὰ μείνουν πιστοὶ εἰς τὸν ὅρκον, ποῦ ἔχουν δώσει κρατοῦντες τὴν ἔννομον τάξιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μεταβαίνουν (διὰ νὰ μὴν εἰσερχώμεθα εἰς λεπτομερείας) ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ, ὅπου ἐκεῖ συναθροίζονται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὅλοι μεταξὺ τετάρτης καὶ πέμπτης πρωϊνῆς, καὶ ἀκόμα καὶ αὐτὸς ὁ διοικητὴς τοῦ Αʹ Συντάγματος Πεζικοῦ, τοῦ μόνου στηρίζοντος τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν. Ἐκεῖ προσέρχεται ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος, τοὺς ὁμιλεῖ, τοὺς καταδεικνύει εἰς ποῖον ὄλεθρον ἄγεται ἡ Πατρὶς διὰ τοῦ κινήματος τούτου καὶ τοὺς εὑρίσκει ἄλλωστε συμφώνους ἐκ τῶν προτέρων ὅλους. Ἐκεῖ τοὺς εὑρίσκει ὁ στρατηγὸς Μανέττας, ὁ ὁποῖος ἐπίσης εἶνε σύμφωνος κατὰ τοῦ κινήματος, καὶ τοῦ λέγουσιν ὅλοι, πλὴν τοῦ συνταγματάρχου Διάμεση, ὅτι ἡμεῖς, ἀφοῦ Σὺ ὁ στρατηγὸς εἶσαι ἐναντίον τοῦ κινήματος δὲν θὰ δεχθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν διαταγὰς ἄλλου, παρὰ μόνον ἰδικάς σας, ἐφόσον εἶσαι καὶ ὁ φυσικὸς ἡμῶν Διοικητής.
§38Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ποῖον ἀφυπνίσθησαν οἱ ἀξιωματικοί;
§39Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀγγελιαφόροι τοῦ Αʹ Συντάγματος Πεζικοῦ, καθὼς καὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ. Ἐκ δύο κατευθύνσεων προέρχεται ἡ συνάθροισις αὐτή.
§40Σ. ΜΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὰ ξέρετε καλύτερα σεῖς τὰ πράγματα ἀπὸ μᾶς, γιατὶ ἐρωτᾶτε ἀσκόπως;
§41Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Πλὴν τοῦ συνταγματάρχου Διάμεση εἶπα, ὁ ὁποῖος εὑρισκόμενος πρὸ τῆς ὁμοφωνίας τῶν διοικητῶν τῶν ἐν Ἀθήναις Σωμάτων, πρὸ τῆς ἀποφασιστικότητος τοῦ στρατηγοῦ Ὀθωναίου, καὶ τὸ τονίζω τοῦτο, καὶ πρὸ τῆς στάσεως τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει ὁ στρατηγὸς Κ. Μανέττας, λέγει: «Εὑρῆτε ἕνα τρόπο νὰ βγῇ ὁ Πλαστήρας ἀπὸ τὴν μέση, διότι ἡμεῖς τοῦ ἐδώσαμε τὸν λόγον μας» ζητεῖ καὶ αὐτὸς τρόπον διαφυγῆς. Τότε ἔρχεται ἕνα τηλεφώνημα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ζητεῖ νὰ ἰδῇ τὸν στρατηγὸν Ὀθωναῖον καὶ ἀπαντᾶ ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος· «Δὲν πηγαίνω, κύριοι, δὲν ἔχω καμμιὰ δουλειά», καὶ τοῦ λέγει τοῦ στρατηγοῦ Κ. Μανέττα καὶ πρὸς ὅλους μαζὶ πηγαίνετε εἰς αὐτὸν καὶ εἴπατέ του ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις καὶ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν μέσην. Πηγαίνουν ὅλοι ἐκεῖ μὲ τὸν στρατηγὸν Μανέτταν ἐπὶ κεφαλῆς, ὅλοι δηλαδὴ οἱ διοικηταὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Σωμάτων εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ ὁποῖον παρίσταται ὁ Πλαστήρας καὶ τοῦ λέγουν, ὅτι δὲν τὸν ἀκολουθοῦν καὶ μόνον τὸ Αʹ. Σύνταγμα Πεζικοῦ τοῦ μένει πιστόν. Ἀλλ’ οὔτε αὐτὸ τὸν συνεκίνησε τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν καὶ θὰ ἰδῆτε διὰ ποῖον λόγον, ἐν συνεχείᾳ τῆς ἀγορεύσεώς μου, κρατήσατέ το ὑπὸ σημείωσιν. Ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος δὲν εὑρίσκεται, ὅπως σᾶς εἶπα, ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ Σωματάρχαι ἀποχωροῦσι, καὶ μένει ὁ στρατηγὸς Κ. Μανέττας, εὑρισκόμενος ἀφ’ ἑνὸς μὲν μὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν, μὴ ἐννοοῦντα νὰ ὑποκύψῃ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μέ τοὺς διοικητὰς τῶν ἐν Ἀθήναις Σωμάτων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐναντίον τοῦ κινήματος, καί τινες ἐξ αὐτῶν ἦσαν ἕτοιμοι νὰ βαδίσουν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ὁ Συνταγματάρχης τοῦ Μηχανικοῦ Γιαννακόπουλος, ὅπως καταθέτῃ. Μὴ γνωρίζων αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὶ νὰ πράξῃ, μολονότι δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ καθῆκον του ἦτο σαφῶς ἐνδεδειγμένον, καὶ θέλων νὰ εὕρῃ μίαν διέξοδον καλεῖ τοὺς ἐν Ἀθήναις ἀντιστρατήγους, τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, δηλαδὴ τὸν στρατηγὸν Μαζαράκην, τὸν στρατηγὸν Τσιμικάλην, τὸν στρατηγὸν Θ. Μανέτταν, οἱ ἄλλοι ἦσαν ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος καὶ ὁ Κ. Μανέττας. Ταῦτα συμβαίνουν 5½–7 — ½ πρωϊνήν. Ἐν τῷ μεταξὺ κατὰ τὰς 6¼, ὅπως ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀναφέρει εἰς τὴν κατάθεσίν του καὶ ἔν τινι δημοσιεύματι· τοῦ «Ἐλευθέρου Βήματος», τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπίσημον μορφὴν καταθέσεως, ὁ στρατηγὸς Κατεχάκης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῶν συμβαινόντων, διότι τὰ εἶχε παρακολουθήσει κατὰ μέγα μέρος, μεταβαίνει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὸν ἀφυπνίζει, καθὼς λέγει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τοῦ ἐκθέτει τὰ συμβαίνοντα καὶ δὲν εἶνε δυνατὸν παρὰ νὰ τοῦ ἐξέθεσεν ὅτι ὁλόκληρος ἡ φρουρὰ, πλὴν τοῦ 1ου Συν)τος εἶνε ἐναντίον τοῦ κινήματος. Δὲν εἶνε δυνατὸν παρὰ νὰ τοῦ ἐξέθεσεν ὅτι ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος εἶναι ἐναντίον τοῦ κινήματος, ἄλλωστε τὸ ἐγνώριζεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι τὰ Σώματα τὰ ἐν Ἀθήναις εἶχον συνταχθεῖ ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Κ. Μανέτταν καὶ δὲν ἐδέχοντο διαταγὰς ἄλλων. Ἀναμφισβητήτως τοῦ τὰ εἶπε. Καὶ τοῦ λέγει ὁ στρατηγὸς Κατεχάκης, ὅτι εἰς ἐμὲ δὲν μένει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μεταβῶ καὶ καταστείλω τὸ κίνημα διὰ τῆς βίας ἢ νὰ παραιτηθῶ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων τοῦ λέγει: «παραιτήσου», καὶ καλεῖ τὸν στρατηγὸν Κ. Μανέτταν μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχον συνταχθῆ τὰ Σώματα τὰ ἐν Ἀθήναις, καὶ συνομιλεῖ μετ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀναθέτει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τὴν ἐντολὴν, ὅπως μὴ συγκρουσθῇ μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα, ἀλλ’ ἐναρμονίζων τὰς δυνάμεις του μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα ἀντιταχθῇ κατὰ πάσης διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως. Περὶ τὸν στρατηγὸν Κ. Μανέτταν εἶχε συνταχθῆ ὅλη ἡ δύναμις, ἡ ὁποία εἶνε ἀποφασισμένη νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ κινήματος, δηλαδὴ ὅλαι αἱ δυνάμεις, πλὴν τοῦ 1ου Συντάγματος Πεζικοῦ, ὁ δὲ στρατηγὸς Κ. Μανέττας, λαμβάνων τὴν διαταγὴν, ἀκολουθεῖ ταύτην νὰ μὴ χρησιμοποιήσῃ τὴν δύναμίν του καὶ νὰ συγκρουσθῇ μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα, ἀλλὰ νὰ ἐναρμονίσῃ τὰς ἐνεργείας του μετὰ τοῦ στασιαστοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως. Καὶ ἐρωτῶ; Ποῖος θὰ ἠπείλει τὴν δημοσίαν τάξιν; Ποῖος ἄλλος, παρὰ ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξηγείρετο κατὰ τῆς τοιαύτης στασιαστικῆς ἐνεργείας, διὰ νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων του καὶ τῶν ἐλευθεριῶν του, κατ’ αὐτοῦ τοῦ κινδύνου; Ἔπρεπε ὁ στρατηγὸς Κ. Μανέττας νὰ ἐναρμονίσῃ τὰς δυνάμεις του μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα; Γνωρίζω τὶ ἐλέχθη καὶ τὶ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ: Ἡ αἱματοχυσία. Πῶς θὰ ἀποφύγουν τὴν αἱματοχυσίαν. Νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι ἡ ἰδιοσυγκρασία τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ θέλῃ διὰ παντὸς τρόπου τὴν αἱματοχυσίαν, ὁμολογῶ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ ἀπέσυρον τὴν κατηγορίαν ὁ ἴδιος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν θέλω νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν διόλου. Μὴ μὲ παρεξηγήσῃ κανείς. Δὲν θέλω νὰ ἀνατρέξω εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1930, ὁπότε ἠπειλεῖτο τὸ κίνημα τοῦ στρατηγοῦ Παγκάλου, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ θὰ μετέβαινεν εἰς τὰς νήσους, θὰ μετέφερεν ἐκεῖ τὰ Νομοθετικὰ Σώματα, ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἐνήργει πόλεμον ἐναντίον τοῦ κινήματος, ἂν ἀκόμη ἐπεκράτει εἰς ὅλην τὴν Ἠπειρωτικὴν Ἑλλάδα. Τὸ ἀναφέρω ἁπλῶς. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ σᾶς διαβάσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, διότι αὐτὸ δὲν εἶνε παρελθόν’ εἶναι παρόν. (Ἀναγινώσκει τὰς γνωστὰς δηλώσεις τοῦ κ. Βενιζέλου, ὅτι θὰ συνέτριβεν οἱονδήποτε, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπεπειρᾶτο νὰ κάμῃ κίνημα).
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπῃ;
§43Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Σύμφωνοι. Ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ἐτήρει κατὰ τὴν 6ην Μαρτίου, ἐγὼ πρῶτος θὰ τοῦ ἔσφιγγα τὸ χέρι καὶ θὰ τὸν συνεχαιρόμην, ἀλλ’ ὑπάρχει φαίνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱματοχυσία καὶ αἱματοχυσία. Τὸ αἷμα τῶν Ἑλλήνων ἴσως φαίνεται διαιρεῖται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς αἷμα τῶν φίλων, τοῦ ὁποίου πᾶσα ρανὶς εἶνε πολύτιμος καὶ εἰς τὸ αἷμα τῶν ἄλλων, τῶν μὴ φίλων, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χύνεται ἀφειδῶς. (Χειροκροτήματα).
§44Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Τοῦ ἰδίου τὸ αἷμα ἔρρευσε, κ. Μεταξᾶ.
§45Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Μετὰ τὴν συνέντευξίν του μὲ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὁ στρατηγὸς Κ. Μανέττας, μεταβαίνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπου ἀνέμενε καὶ τὴν ἄφιξιν τῶν λοιπῶν ἀντιστρατήγων, τοὺς ὁποίους εἶχε καλέσει. Τὸν ἀκολουθεῖ ὁ υἱὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Σοφοκλῆς Βενιζέλος. Προσέρχονται ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον οἱ κ. ἀντιστράτηγοι καὶ εὑρίσκονται περὶ τὰς 7 καὶ ½ τὸ πρωῒ ὅλοι συγκεντρωμένοι ἐκεῖ πλήν τοῦ στρατηγοῦ Ὀθωναίου. Ὅλοι ἀπέκρουσαν μετ’ ἀγανακτήσεως τὸ κίνημα τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα. Ὅλοι παρουσιάζουν ζωντανὰς τὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας θὰ ὑφίστατο ἡ χώρα, ἐὰν αὐτὸς ἐπέμενεν εἰς τὸ ἀπονενοημένον αὐτὸ διάβημα. Ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἐπιμένει. Ὑπάρχει κατάθεσις τοῦ στρατηγοῦ Μαζαράκη καὶ Τσιμικάλη, εἰς τὰς ὁποίας οὗτοι ἀναφέρουσι ὅτι ἐκ τῶν συνομιλιῶν μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα ἀντιλαμβάνονται ὅτι ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας τοὺς λέγει —μάλιστα ὁ στρατηγὸς Μαζαράκης προσθέτει σαφῶς —ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὸ κίνημα. Ἐὰν τὸ λέγω τώρα εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν εἶνε διότι θέλω νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τοῦτο εἶνε καὶ ἀξιόπιστος ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας, ἀλλὰ διότι ἦτο παρὼν εἰς τὰς συνδιαλέξεις καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ δὲν ἀγανακτεῖ, καὶ δὲν τοῦ κλείνει τὸ στόμα. Ὁ στρατηγὸς Μαζαράκης μάλιστα λέγει, ὅτι ἐκ τῆς στάσεως τοῦ κ. Σοφοκλέους Βενιζέλου, ἀντελήφθη ὅτι καὶ οὗτος δὲν ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὸ κίνημα. Δὲν εἶνε αὐταὶ βάσιμοι ἐνδείξεις; Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἀποκαλύπτει ὅλην τὴν ἐνδιάθετον αὐτοῦ ἐπιθυμίαν, λέγει πρὸς τὸν στρατηγὸν Θ. Μανέτταν. (Εἶναι ἡ κατάθεσίς του κ. Κούνδουρε.) ὅτι «μὰ, ἐπὶ τέλους, ἐγὼ δὲν σᾶς ζητῶ νὰ μὲ βοηθήσητε, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἀντιδράσητε», διότι βεβαίως, ὅταν ἐγνώριζεν ὅτι τὸ Σῶμα Στρατοῦ, τὸ πρῶτον, ἔχει διαταγὰς νὰ μὴ συγκρουσθῇ μὲ τὸν στασιαστήν, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι ἔχει διαταγὰς νὰ ἐναρμονίσῃ τὰς ἐνεργείας του πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, δὲν εἶχε καμμίαν ἀνάγκην νὰ τὸν βοηθήσῃ. Ἔχει τὸ 1ον Σύνταγμα Πεζικοῦ. Ἀρκεῖ νὰ μὴ τοῦ ἀντιδράσουν καὶ θὰ ἦτο κύριος τῆς καταστάσεως. Καὶ μὲ ἕνα λόχον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο κύριος τῆς καταστάσεως ὑπὸ τοιούτους ὅρους.
§46Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Δὲν ὑπελόγισεν ὅμως τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν.
§47Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Περὶ τὰς 8½ τὸ πρωΐ οἱ ἀντιστράτηγοι ἀποφασίζουσι νὰ μεταβῶσι παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ. Μεταβαίνουσιν εἰς τὴν οἰκίαν του, πλὴν τοῦ στρατηγοῦ Ὀθωναίου. Καὶ ὅλοι ἐκφράζονται ἐν ἀγανακτήσει κατὰ τοῦ κινήματος. Εἰς τὸ δωμάτιον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκοντο ἦσαν παρόντες ὁ Πρωθυπουργός, οἱ ἀντιστράτηγοι, πλὴν τοῦ στρατηγοῦ κ. Ὀθωναίου, καὶ ὁ κ. Σκουλᾶς. Ἔχω τὸν λόγον, ποὺ τὸν ἀναφέρω. Τότε ὁ στρατηγὸς Τσιμικάλης, κατὰ τὴν κατάθεσίν του, προτείνει, ὡς διέξοδον, Κυβέρνησιν ἐκ τῶν ἀντιστρατήγων. Ὁ κ. Μαζαράκης συμφωνεῖ. Καὶ συμφωνεῖ καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργός. Δὲν πρόκειται τώρα νὰ ξεκαθαρίσω ποῖος τὸ ἐπρότεινε πρῶτος, μολονότι οἱ δύο ἀντιστράτηγοι ἐπιμένουν εἰς τοῦτο. Διότι τοῦτο, κατ’ ἐμέ, εἶνε τελείως δευτερεῦον, διότι ἡ Κυβέρνησις τῶν ἀντιστρατήγων, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ σχηματισθῇ εἰς τὰς 8½ τὸ πρωΐ, δὲν εἶνε ἡ Κυβέρνησις τῶν ἀντιστρατήγων, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη εἰς τὰς 8½ τὸ βράδυ. Ἐπρόκειτο νὰ σχηματισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἀντιστρατήγων, ἡ ὁποία νὰ παραλάβῃ τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν καὶ νὰ παραμείνῃ. Καὶ μάλιστα, ὁ παρευρισκόμενος κ. Β. Σκουλᾶς προσθέτει· «Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην δύναται νὰ λάβῃ μέρος καὶ ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας», τὸ καταθέτει ὁ στρατηγὸς Μαζαράκης. Οἱ ἀντιστράτηγοι τὸ ἀποκρούουν ἀμέσως. Καὶ τώρα πρόκειται νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πείσουν τὸν στρατηγὸν Πλαστήρα νὰ τοὺς παραδώσῃ τὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ κληθῇ καὶ ὁ Ὀθωναῖος νὰ δεχθῇ νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ πεισθῇ ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ θέλησις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, συνοδεύει τοὺς ἀντιστρατήγους καὶ ὁ κ. Σοφοκλῆς Βενιζέλος, ὅπως πιστοποιήσῃ τοῦτο εἰς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν.
§48Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἡ πρώτη φορά;
§49Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶνε ἡ δευτέρα φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν μεταβαίνει—κατὰ τὰς καταθέσεις— ὁ κ. Σοφοκλῆς Βενιζέλος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν μετέβη καὶ ἄλλην φορὰν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζω, διότι δὲν τὸ ηὗρα εἰς τὰς καταθέσεις. Μεταβαίνει μετὰ τῶν ἀντιστρατήγων. Ἐκεῖ ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας πείθεται ἀμέσως, ἁπλῶς διαμαρτυρόμενος, ὅτι «κρῖμα, ποὺ ἐχάθηκε αὐτὴ ἡ περίστασις», καὶ πλέον δὲν παρουσιάσθη ἄλλη δυσκολία, παρὰ ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, βεβαιωθεὶς περὶ τοῦ σχηματισμοῦ μιᾶς τοιαύτης Κυβερνήσεως, μετέβη εἰς Φάληρον πρὸς συνάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Καὶ τώρα τὶ λέγει πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας; Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τούτου τοῦ ζητήματος ἀνάκρισιν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ παρουσιασθοῦν οἱ μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι θὰ καταθέσουν τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω τώρα. Ἄλλωστε περὶ τούτου ὑπάρχει καὶ πληροφορία ἐφημερίδος, ἡ ὁποία ἔχει τοῦτο τὸ χαρακτηριστικόν, ὅτι πάντοτε ἐξελέγχει τὰς εἰδήσεις της.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία εἶνε αὐτή;
§51Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἡ «Ἑστία». (Γέλωτες ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Κατὰ τὴν 13 Μαρτίου παρουσιάζεται ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ καὶ λέγει· «Καθώρισε δὲ σχετικῶς ὁ κ. Βενιζέλος: ἐφόσον ὅλοι γνωρίζομεν ἤδη τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὰ τρωτὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἂς κληθοῦν οἱ Ἀντιστράτηγοι νὰ σχηματίσουν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ συνεννοούμενοι μετὰ τοῦ κ. Πλαστήρα, νὰ καθορίσουν τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην τροποποιήσεως διὰ νὰ καταργήσουν ἢ νὰ τὰ τροποποιήσουν». Αὐτὸν τὸν σκοπόν, Κύριοι Βουλευταί, εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἀντιστρατήγων τῆς πρωΐας, διότι ὑπάρχει καὶ Κυβέρνησις τῶν Ἀντιστρατήγων τῆς ἑσπέρας, ἡ ὁποία εἶνε ἄλλη. Ἄν ἀμφιβάλλετε ἀκόμη, ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἔχω τοῦτο ἐκ καταθέσεως μαρτυρικῆς, δύναται ὅμως νὰ ληφθῇ καὶ τοῦτο ἐκ καταθέσεως μαρτυρικῆς. Τὸ ἀπόγευμα τῆς αὐτῆς ἡμέρας, παρουσιάζονται τὰ «Ἀθηναϊκὰ Νέα», περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀξιότιμος πτέρυξ (ἡ ἀριστερά) δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ὅτι εἶναι καλῶς πληροφορημένα, καὶ γράφουν: «Οἱ ἀντιστράτηγοι, μετὰ συζήτησιν, ἐπρότεινον ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὸν κ. Πλαστήραν ἡ πρότασις, ὅπως σχηματισθῇ προσωρινὴ στρατιωτικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ προέλθῃ εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν μὲ τὴν ἑξῆς βάσιν: Ἐπειδὴ, κατὰ τὰς τελευταίας ἰδίως ἐκλογάς, ἀπεδείχθη ἡ πλήρης χρεωκοπία τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, νὰ ἐπέλθουν αἱ ἀναγκαῖαι τροποποιήσεις εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐξουδετερωθοῦν τὰ μειονεκτήματα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος», ἰδοὺ ποῦ ἤθελαν νὰ ὁδηγήσουν τοὺς ἀντιστρατήγους, χωρὶς οὗτοι νὰ τὸ ἐννοήσουν. Ἀλλὰ τὶ μᾶς λέγει καὶ ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἐκ Ρόδου. Εἶνε δηλώσεις, ἀναγραφεῖσαι εἰς τὸ «Ἔθνος» (ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα), εἶναι καὶ αὐτὴ σοβαρὰ ἢ δὲν εἶνε σοβαρὰ ἐφημερίς; «Ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ ὀρθοποδήσῃ καὶ εὐημερήσῃ χρειάζεται ἰσχυροτάτην Κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, διαθέτουσαν πλειονοψηφίαν ἀπόλυτον εἰς τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα. Δι’ αὐτὸ καὶ κατέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὴν νύκτα τῶν ἐκλογῶν τῆς 5ης Μαρτίου. Διὰ νὰ προλάβω τὰ ἔκτροπα ἀφ’ ἑνός, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς θὰ ἐπροκαλοῦντο ἐκ μέρους τῶν ἐπιτυχόντων καὶ διὰ νὰ ἔκαμνα νέας ἐκλογὰς ἀργότερα, ὥστε νὰ προήρχετο ἐξ αὐτῶν ἰσχυρὰ καὶ βιώσιμος Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις». Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ἀποτελεσθῇ τὴν πρωΐαν τῆς 6ης Μαρτίου ἀπὸ τοὺς Ἀντιστρατήγους, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς δὲν ἐφάνησαν ἀφελεῖς ὅσον τοὺς ἐνομίζαν, δὲν μυρίζει ὅμοια μὲ τὴν ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν μὲ τὴν ὁποίαν ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας θὰ ἔκαμνε κατόπιν νέας ἐκλογὰς διὰ νὰ προέλθῃ ἐξ αὐτῶν ἡ ἰσχυρὰ καὶ βιώσιμος Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκετο ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Δημοκρατίας, μετέβαινε καὶ ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καλούμενος ὑπὸ τῶν Ἀντιστρατήγων, ὅπου τοῦ ἐπροτείνετο νὰ γίνῃ Πρόεδρος τοιαύτης Κυβερνήσεως. Καίτοι, λέγει, ἀντέταξα κατηγορηματικὴν ἄρνησιν, καθόσον ἐπίστευα ὅτι, ὑφ’ ἃς συνθήκας εὑρισκόμεθα, μία διαδοχὴ τῆς δικτατορίας παρὰ στρατιωτικῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἐπρολάμβανεν οὔτε αἱματοχυσίαν οὔτε θὰ ἦτο ὠφέλιμος. Ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος καὶ κατόπιν του οἱ ἄλλοι ἀντιστράτηγοι ἐννοοῦσιν ἤδη περὶ τίνος πρόκειται· καὶ δὲν ἀπατῶνται, διότι, ὅταν κατόπιν τὴν ἑσπέραν προτείνεται ἡ ἄλλου εἴδους Κυβέρνησις τῶν Ἀντιστρατήγων, ὁ Ὀθωναῖος τὴν δέχεται. Καὶ κατόπιν τούτου καὶ ὁ στρατηγὸς Μαζαράκης, ἀντιληφθεὶς περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἀπεχώρει καὶ αὐτὸς τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως, ἀπεχώρει καὶ ὁ Τσιμικάλης, καὶ οἱ δύο ἀδελφοὶ Μανέττα καὶ ἡ ὑπόθεσις ἔπιπτεν εἰς τὸ νερό. Εὑρισκόμεθα περίπου εἰς τὰς 10 καὶ 15′ τὸ πρωΐ. Τὴν εἴδησιν περὶ τοῦ ἀδυνάτου τοῦ σχηματισμοῦ μιᾶς Κυβερνήσεως ἐξ Ἀντιστρατήγων πληροφορεῖται ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, εὑρισκόμενος εἰσέτι παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Δημοκρατίας. Ἐκφράζει τὴν λύπην του. Δὲν ἀμφιβάλλω. Συνεννοεῖται μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὅπως ἀποστείλωσι τὸν στρατηγὸν Ταρσούλην, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ μεταπείσῃ τὸν στρατηγὸν Ὀθωναῖον καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀπέρχεται. Ἐπανέρχεται εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ μετὰ μίαν συνάντησιν μετὰ τοῦ κ. Μαξίμου, μεταβαίνει καὶ καλεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὀσφρανθεὶς ὅτι κάτι συμβαίνει, ἀποστέλλει μὲν τὸν στρατηγὸν Ταρσούλην, ὅπως συναντήσῃ τὸν στρατηγὸν Ὀθωναῖον, τοῦ λέγει ὅμως: Δὲν πᾷς νὰ δῇς καὶ τὸν κ. Τσαλδάρην; Καὶ βλέπει ὁ στρατηγὸς Ταρσούλης τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τοῦ ὁμιλεῖ περὶ στρατιωτικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῇ ἄλλου εἴδους Κυβέρνησιν ἀντιστρατήγων, παρὰ ἐκείνην, ἡ ὁποία προσωρινῶς μόνον θὰ ἐσχηματίζετο διὰ νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν καὶ ἡ ὁποία εὐθὺς ἀμέσως μόλις αὐτὸς τὸ ἐζήτει θὰ παρέδιδε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα. Ὁ στρατηγὸς Ταρσούλης, μετὰ τοῦτο, εὑρίσκει τὸν στρατηγὸν Μανέτταν, εὑρισκόμενον ἔξωθεν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τοῦ λέγει —ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις ἀντιστρατήγων, ἀλλὰ Κυβέρνησις ἀντιστρατήγων, ἡ ὁποία θὰ εἶνε καθαρῶς ὑπηρεσιακὴ, ἡ ὁποία θὰ παραδώσῃ ἀμέσως τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ πλειονοψηφίσαν κόμμα—καὶ λέγει ὁ κ. Μανέττας, ἂς πᾶμε νὰ δοῦμε τὸν Ὀθωναῖον καὶ ὁ Ὀθωναῖος τώρα βλέπει ὅτι αὐτὴ εἶνε ἄλλου εἴδους Κυβέρνησις ἀντιστρατήγων καὶ ὄχι τῆς «πρωΐας» καὶ δέχεται, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ στρατηγὸς ἀπὸ κάθε εἴδους πλάνην λέγει τὰ ἑξῆς: «θέλω νὰ τὸ ἀκούσω ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος». Τὴν εἰδοποίησε περὶ τῆς τροπῆς ταύτης τῶν πραγμάτων τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων ὁ στρατηγὸς Μανέττας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Τὸ ἀγνοῶ. Δύναμαι ὅμως νὰ τὸ ὑποθέσω, ὅτι τὸν εἰδοποίησαν. Καὶ τότε, ἐνῷ τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὁ Πρωθυπουργὸς μεταβαίνει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ λέγει, ὅτι τὸ κίνημα ἐπεκράτησε καὶ ὑποβάλλει τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ κίνημα ἐπεκράτησεν εἰς τὰς 12 τὸ μεσημέρι. Εἰς τὰς 12 τὸ μεσημέρι ἡ φρουρὰ τῶν Ἀθηνῶν, πλὴν τοῦ Αʹ Πεζικοῦ Συντάγματος, εἶνε κεκηρυγμένη ἐναντίον τοῦ κινήματος. Εἰς 12 τὸ μεσημέρι εἶχεν ἤδη φθάσει ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Ριζοσπαστικοῦ κόμματος εἰς τὴν Λάρισαν. Τὸ Σῶμα Στρατοῦ τῆς Λαρίσης εἰδοποιεῖ, ὅτι θὰ βαδίσῃ κατὰ τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν ἤθελον ἐμμείνῃ αἱ Ἀθῆναι ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Πλαστήρα. Εἰς τὰς 12 τὸ μεσημέρι ἔχουν γίνῃ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην πράγματα παράδοξα. Ὅλα τὰ Σώματα τῆς Θεσσαλονίκης ἐξαναγκάζουν τὸν στρατηγὸν Κλάδον, διστάζοντα, τὸν ἐξαναγκάζουν νὰ στείλῃ τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ὅτι τίθεται εἰς τὸ πλευρόν του πρὸς ἐξεύρεσιν Κοινοβουλευτικῆς λύσεως καὶ ἐκείνην τὴν στιγμήν, ἐνῷ ταῦτα συμβαίνουν καὶ ἔχει πλήρεις περὶ τούτων πληροφορίας, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀναφέρει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ὅτι ἐπεκράτησε τὸ κίνημα! Ἀλλὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ κίνημα, ἔστω καὶ τυπικῶς ὄχι διὰ νὰ σωθῇ ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας οὔτε διὰ νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τούτου ζήτημα ἁρμοδιότητος ἢ ὄχι τῆς δίκης. Τὸ κίνημα ἔδει νὰ ἐπικρατήσῃ διὰ παντὸς τρόπου, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, τὸν ὁποῖον ἐκθέτει ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν κατάθεσίν του: Ἐπειδὴ δὲ ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ἡ ἀπορία τὶ θὰ ἐγίνετο λοιπόν, ἐὰν ἡ μὲν νόμιμος Κυβέρνησις ἀπέστεργε μέχρι τέλους ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὸ κίνημά του, ὁ δὲ Πλαστήρας ἀπέκρουε τὴν προταθεῖσαν πρὸς αὐτὸν λύσιν, ἐπιθυμῶν νὰ διαδηλώσω ὅτι προέβλεψα καὶ τὸ ἐνδεχόμενον τοῦτο, καὶ ἡ ἀπόφασίς μου ἦτο νὰ ἀποσυρθῶ ὁριστικῶς τῆς Ἀρχῆς, νὰ ἀφήσω δὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν καὶ ἀναλάβῃ ὑπ’ εὐθύνην του ὅλην τὴν Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι πρὸ τῆς παρελεύσεως πολλῶν ἡμερῶν ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας θὰ ἐπείθετο νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἀρχὴν καὶ παραδώσῃ αὐτὴν εἰς νόμιμον συνταγματικὴν (τονίζω συνταγματικὴν καὶ ὄχι Κοινοβουλευτικὴν) Κυβέρνησιν». Ὥστε, Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἐγκαταλείπετο ὅλη ἡ κυριαρχία εἰς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν, καὶ τὸ κίνημα ἐπεκράτει, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅταν ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας θὰ ἐπείθετο νὰ καταθέσῃ τὴν Ἀρχήν, σᾶς ἐρωτῶ ποῖος θὰ ἦτο ὁ πολιτικὸς κόσμος πλέον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐλάμβανε τὴν Ἀρχήν; Σᾶς ἐρωτῶ, διότι ὁ μὲν Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶχε συλληφθῇ ἀπὸ τὴν πρωΐαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, Βουλευταὶ τῶν Ἀθηνῶν εἶχον συλληφθῇ τὴν ἰδίαν πρωΐαν, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Ριζοσπαστικοῦ κόμματος εὑρίσκετο ὑπὸ καταδίωξιν, ἡ διαταγὴ τῆς συλλήψεως εἶχεν ἐκδοθῆ ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς 6ης Μαρτίου, ἐπρόφθασεν ὅμως εὐτυχῶς καὶ μετέβη εἰς τὴν Λάρισαν, ἀμφιβάλλετε ὅτι κατὰ τὰς ἄλλας ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐκυριάρχει ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας, ὅτι δὲν θὰ ἐλαμβάνοντο μέτρα ἐξουδετερώσεως ὅλου τοῦ ἄλλου πολιτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ συνεφώνει μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα; Ἰδοὺ διατὶ τὸ κίνημα Πλαστήρα ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ κατὰ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. (Χειροκροτήματα). Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης 12ης μεσημβρινῆς καὶ πέραν εὑρισκόμεθα ἐν πλήρει ἀκυβερνησίᾳ. Ἄν ἐξηκολούθουν τὰ πράγματα σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκολουθήσητε διὰ νὰ σᾶς παραστήσω τὴν εἰκόνα εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκετο ἡ Ἑλλὰς — ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν ἕνα μόνον Σύνταγμα Πεζικοῦ στασίασαν ἡ λοιπὴ φρουρὰ τῶν Ἀθηνῶν ἐναντίον τοῦ κινήματος, ἀλλὰ ἀδρανοῦσα, μὴ δυναμένη νὰ ἐνεργήσῃ, διότι τοιαύτας εἶχε διαταγὰς ὁ Διοικητὴς τοῦ Σώματος Στρατοῦ. Τὸ 2ον Σῶμα Στρατοῦ ἕτοιμον νὰ βαδίσῃ κατὰ τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ 3ον Σῶμα Στρατοῦ, πιέζον τὸν Διοικητήν του ἐν Θεσσαλονίκῃ νὰ μεταφερθῇ εἰς Ἀθήνας —διάφορα Σώματα τὸ ἐζήτησαν καὶ αὐτὸ —αἱ φρουραὶ τῆς Πελοποννήσου ἐν πλήρει ἐξεγέρσει κατὰ τοῦ Πλαστήρα.
§52Β. ΣΑΓΙΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Πολ. Γραφείου). Ὄχι ἐν ἐξεγέρσει, ἀλλὰ ἕτοιμοι νὰ βαδίσουν κατὰ τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ μᾶς ἐσταμάτησεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
§53Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Φαντασθῆτε εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ εὑρισκόμεθα, ἐὰν ἐξηκολούθει ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἀκόμη ἡ κατάστασις ἐκείνη, φαντασθῆτε εἰς πόσα τεμάχια θὰ κατεκερματίζετο ἡ Ἑλλὰς, ἀποσπωμένη ἐκ τῶν Ἀθηνῶν. Εὐτυχῶς τὴν στιγμὴν ἐκείνην, τὸ ἀπόγευμα τῆς 6ης Μαρτίου, παρουσιάζεται ἕνας νέος παράγων: ὁ Ἀθηναϊκὸς Λαός. (Χειροκροτήματα) ὁ Ἀθηναϊκὸς Λαός, ὁ ὁποῖος ἐν πλήρει ἀγανακτήσει διὰ τὸ ράπισμα, τὸ ὁποῖον κατεφέρθη κατὰ κεφαλῆς ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, καὶ ἐκπροσωπῶν ἐν τούτῳ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἐξεγείρεται σύσσωμος καὶ πληροῖ τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν. Δὲν εἶνε ταραξίαι αὐτοί, δὲν εἶνε κομμουνισταί. Εἶναι γνήσιος Λαός, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ καὶ χύνει ἀκόμη τὸ αἷμα του διότι αὐτὸς δὲν φοβεῖται τὴν αἱματοχυσίαν. Εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος τμημάτων Στρατοῦ, διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι εἶχον δοθῇ ἀπὸ πρωΐας διαταγαὶ ὅπως τὸ Αʹ Σῶμα Στρατοῦ, τὸ ἐναντίον τῆς κινήσεως, ἐναρμονίσῃ τὰς ἐνεργείας του μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα κατὰ τῆς διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ καὶ διστάζοντες, διότι δὲν εἶνε διατάραξις αὐτὴ πραγματικὴ τῆς δημοσίας τάξεως. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καί τινες μὴ διστάζοντες, καὶ χύνεται τὸ αἷμα, καὶ ὑπάρχουν 2 νεκροὶ διὰ τὴν ὥραν καὶ 30 τραυματίαι. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἐδειλίασε τὸν Ἀθηναϊκὸν Λαόν, ποὺ εἶχεν ἐξεγερθῆ σύσσωμος. Τὸ ἐννοεῖτε ὅλοι, ὅτι αὐτὸ ὑπῆρξεν ἰσχυροτάτη πίεσις ὅπως τὴν 5 μ.μ. συναντηθῶσιν ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, διὰ νὰ λύσουν τὴν κατάστασιν. Πῶς ἐλύθη τότε ἡ κατάστασις, τὸ γνωρίζετε ὅλοι. Τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν πλέον μὲ τὴν ὑπόθεσιν, ποὺ ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου. Ἀλλὰ δύο πράγματα ἔχω νὰ σημειώσω διὰ τὰς καταθέσεις τὰς σχετικὰς μὲ τὴν συνάντησιν ταύτην. Ὅτι ἡ κατάθεσις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὰ ἀναφερόμενα κατὰ τὴν συνάντησιν ταύτην δὲν συμφωνοῦν μὲ τὴν κατάθεσιν τοῦ στρατηγοῦ Μανέττα Κ. κληθέντος καὶ παρισταμένου κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ὅπως ἐπίσης δὲν συμφωνεῖ καὶ ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ στρατηγὸς Μανέττας εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Λαϊκῶν, ἐὰν εἶνε εἰς θέσιν νὰ καταπνίξῃ τὸ κίνημα. Διότι ὁ μὲν Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων λέγει ἐν τῇ καταθέσει του, ὅτι ὁ στρατηγὸς Μανέττας ἀπήντησεν ὅτι ἐλπίδας μόνον ἔχει διὰ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, ὁ στρατηγὸς Μανέττας ὅμως, ἐν τῇ καταθέσει του λέγει ὅτι «δύναμαι νὰ ἀναλάβω καὶ ἐλπίζω νὰ τὸ ἐπιτύχω». Ἐννοεῖτε τὴν οὐσιώδη διαφορὰν μεταξὺ τῶν δύο τούτων φράσεων. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν. Ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐξέρχεται τῆς σκηνῆς. Δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεζήτει, καθὼς δὲν ἠδυνήθη νὰ σχηματίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀντιστρατήγων, ἡ ὁποία νὰ συνεχίσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνατεθῇ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἐὰν ἐξετάσετε τί ἔλεγεν ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας πρὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ κινήματος, θὰ τὰ εὕρετε ἐν πλήρει συμφωνίᾳ μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπισήμως καὶ ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου καὶ εἰς δηλώσεις διὰ τοῦ τύπου εἶχεν ἐξαγγείλῃ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἔλεγεν ὅτι φοβεῖται, ὅτι μετὰ τὰς ἐκλογὰς θὰ ἐπωφεληθῇ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Ριζοσπαστικοῦ κόμματος διὰ νὰ ἱδρύσῃ δικτατορίαν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὀλίγον πρὶν ἢ ἐξαγγείλῃ ταῦτα καὶ θέσῃ ταῦτα ὡς βάσιν τοῦ κινήματός του ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας, ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων κατήγγειλε τὸν τότε καὶ νῦν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ ἔν τινι μέτρῳ καὶ ἐμὲ ὅτι ἀποβλέπομεν διὰ νὰ ἱδρύσωμεν δικτατορίαν. Ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἐπανέλαβε τὸ αὐτό. Ἐξήγγειλεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τοῦ «Ἐλευθέρου Βήματος» δι’ ἐνυπογράφων δηλώσεων, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ δεχθῇ σχηματισμὸν ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, ἐπικειμένων τότε τῶν ἐκλογῶν, διότι δὲν δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ ὅτι μία ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις θὰ εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τοὺς μπράβους τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, οἱ ὁποῖοι θὰ διαταράξουν τὴν τάξιν καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς. Καὶ ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας γνωρίζετε ὅτι ἔλεγε, ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ κάνωμε κίνημα διὰ νὰ σώσωμε τὴν τάξιν ἀπὸ τοὺς μπράβους τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§55Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν παρακολουθεῖτε τὸν τύπον; Ἐγὼ θὰ σᾶς πληροφορήσω ποῖος τὰ εἶπε αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἐὰν δὲν τὰ γνωρίζετε τί εἴδους πολιτικὸς εἶσθε; Σᾶς ἀνέπτυξα, Κύριοι Βουλευταί, λεπτομερῶς τὰς ἐνδείξεις, τὰς βασίμους ἐνδείξεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβάσισα μετὰ τῶν ὑπογραψάντων μετ’ ἐμοῦ τὴν κατηγορίαν. Καὶ ἤδη θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν ἐρώτησιν, ἡ ὁποία μοῦ ἀπηυθύνθη ἐκ πολλῶν πλευρῶν. Διατὶ ἔφερα τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν; Σᾶς ἐρωτῶ Κύριοι Βουλευταί: ποῦ ἠθέλατε νὰ τὸ φέρω;
§56Γ. ΜΑΡΗΣ. Τὸ ἠξεύρω ἐγὼ διατὶ τὸ ἐφέρατε. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπορία.
§57Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ποῦ ἠθέλατε νὰ τὸ φέρω; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁμιλεῖ καὶ συζητεῖ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον. Δὲν ὑπάρχει πόλις ἢ χωρίον, ποὺ νὰ μὴ γίνεται συζήτησις. Δὲν ὑπάρχει συγκέντρωσις καὶ ὀλίγων πολιτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἀναφυῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ ἠθέλατε τὸ μόνον μέρος, τὸ μόνον τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς γῆς εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ γίνῃ συζήτησι» ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, νὰ εἶνε ἡ αἴθουσα αὕτη; Ὑπάρχει ἰδέα ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπιληφθοῦν τῆς ὑποθέσεως ταύτης τὰ κοινὰ δικαστήρια. Εἶνε ὑπόθεσις τῆς ὁποίας νὰ ἐπιληφθοῦν κοινὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα καὶ ὅταν ἐνήργουν ἀνάκρισιν ἐσταμάτων, ὅταν ἔβλεπον ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθῃ ἡ ἀνάκρισις εἰς ζητήματα ὑπουργικῆς εὐθύνης, εὐθύνης εἴτε τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, εἴτε ἑτέρου Ὑπουργοῦ; Καὶ ἐὰν ἀνεμένομεν τὴν ἐξέλιξιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, δηλαδὴ τὰ κοινὰ δικαστήρια νὰ ἐζήτουν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς ὅπως προβῶσιν εἰς δίωξιν, δὲν θὰ ἐμπλεκόμεθα εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν καὶ εἰς τὰς δεξιοτεχνίας, τὰς ὁποίας θὰ ἐδείκνυον οἱ συνήγοροι τῶν κατηγορουμένων καὶ ὑπερασπισταὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅπως παρατείνουν ταύτην ἐπ’ ἄπειρον; Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε μία τοιαύτη ὑπόθεσις συζητουμένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ λαμβάνουσα τὴν τροπήν, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω, ἐὰν κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς λάβῃ ποῦ θὰ φέρῃ τὴν γαλήνην καὶ τὴν ὁμαλότητα τῆς Χώρας; Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐρωτήσω ποῦ εἶνε ἀπὸ καιροῦ ἡ γαλήνη καὶ ἡ ὁμαλότης τῆς Χώρας; Μόνον εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ νὰ σᾶς ὑπομνήσω κἄτι τι ἀπὸ τὸ λίαν πρόσφατον παρελθόν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, μετὰ τοὺς ὀξεῖς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους διεξηγάγομεν ἐν Ἑλλάδι, ἀκολουθοῦντες ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὴν ἰδεολογίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐνομίζεν ὅτι ἦτο σύμφωνος μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, κατελήξαμεν εἰς τὸ 1926 εἰς μίαν συνεννόησιν. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι καὶ πρὸ τοῦ 1926 ἤδη ἀπὸ τοῦ 1924 ὑπεβοήθησα τὴν συνεννόησιν ἐκείνην, διὰ πράξεως, ἡ ὁποία μοῦ ἐστοίχισεν ὁλόκληρον τὴν πολιτικήν μου ἰσχὺν καὶ τὴν ὁποίαν ἐν ἐπιγνώσει ἐθυσίασα χάριν τῆς συνεννοήσεως ἐκείνης. (Χειροκροτήματα). Εἰς τὰ 1926 συνεννοήθημεν ὅλαι αἱ πολιτικαὶ μερίδες καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Καὶ ὅλαι αἱ πολιτικαὶ μερίδες καὶ δὴ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἔκαμε θυσίας πρὸς ἐπίτευξιν τῆς συνεννοήσεως ἐκείνης, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα κόμματα τὰ παλαιοδημοκρατικὰ ὀνομαζόμενα, ἔκαμαν ἐπίσης θυσίας πρὸς ἐπίτευξιν τῆς συνεννοήσεως ἐκείνης. Καὶ ἐκάμαμεν μεταξύ μας ἕνα συμβιβασμόν. Ἀπὼν ἦτο μόνον τότε ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, διότι ἀπεῖχε τῆς πολιτικῆς καὶ δὲν εὑρίσκετο οὔτε εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐκάμαμε, λέγω, μεταξύ μας ἕνα συμβιβασμόν, ἐκάμαμε μίαν συνθήκην εἰρήνης, συνθήκην εἰρήνης γραπτὴν καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἐζητήσαμεν ἐπ’ αὐτῆς τὴν ψῆφον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τὴν ἐδημοσιεύσαμεν. Εἶναι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Τὶ ἄλλο εἶναι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 παρὰ ἡ Συνθήκη τῆς εἰρήνης μεταξὺ ἡμῶν ἐπὶ τόσον χρόνον ἀντιμαχομένων καὶ ἀντιπαλαιουσῶν πολιτικῶν μερίδων τῆς Χώρας; Ὅποιος μελετήσῃ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο μετὰ προσοχῆς θὰ ἀνεύρῃ εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, τὰς διαφόρους, τὰ ἴχνη τῶν παρελθουσῶν διενέξεων καὶ τὸν συμβιβασμὸν διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετεύχθη ἡ λύσις αὐτῶν. Τὸ Σύνταγμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ 1927 τὸ ἐπεκύρωσεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, καὶ τὸ ἐπεκύρωσε καὶ δευτέραν φορὰν τῷ 1932, διὰ νὰ ἄρῃ πᾶσαν ἐκ τοῦ μέσου παρεξήγησιν. Τὸ Σύνταγμα αὐτό, τό ὁποῖον ἀπετέλει μεταξύ μας συνθήκην εἰρήνης καὶ τὸ ὁποῖον, τηρούμενον θὰ ἐξησφάλιζε τὴν γαλήνην καὶ ὁμαλότητα τῆς Χώρας, ὑπέστη ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων ἕν καίριον τραῦμα εἰς τὰ 1928 τραῦμα, διὰ τὸ ὁποῖον διεμαρτυρήθητε τότε, Κύριε Ἀρχηγέ τῶν Προοδευτικῶν καὶ Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ κόμματος. Καὶ ὑπέστη δεύτερον ξέσχισμα πλῆρες τὴν 6ην Μαρτίου 1933 καὶ μᾶς ἐρρίφθη, διὰ νὰ ἐπαναλάβω τὴν φράσιν, ὡς ἕνα κουρελόχαρτον κατὰ κεφαλῆς ἡμῶν. Ποῦ εἶνε ἡ γαλήνη καὶ ἡ ὁμαλότης τῆς Χώρας ὑπὸ τοιούτους ὅρους; Τὸ νὰ συζητοῦμεν ταράσσει τὴν γαλήνην καὶ ὁμαλότητα τῆς Χώρας; Αὐτὸ τὴν ταράσσει ἢ τὰ ὅσα ἔγιναν ἢ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου 1933, τὸ ὁποῖον ἦτο ἕνα ράπισμα κατὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ; Κύριοι Βουλευταί, δύο τρόποι ὑπάρχουν, κατὰ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ γαλήνη καὶ ἡ ὁμαλότης. Ἡ γαλήνη καὶ ἡ ὁμαλότης εἰς τὴν Χώραν ὅπως καὶ εἰς πᾶσαν συγκέντρωσιν καὶ εἰς πᾶσαν ἀνθρωπίνην κοινωνίαν καὶ εἰς κάθε ὁμάδα ἀνθρώπων. Ὅταν ἐγείρεται χεὶρ καὶ ραπίζει τὸν ἄλλον, ὁ ἄλλος νὰ στρέψῃ κατὰ κανόνα καὶ τὴν ἑτέραν παρειάν. Τότε δύνασθε νὰ ἔχητε πλήρη γαλήνην καὶ ὁμαλότητα. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος, ὅταν ἐγείρεται χεὶρ, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ραπίσῃ τὸν ἄλλον, νὰ γνωρίζῃ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐγείρει τὴν χεῖρα ὅτι θὰ εὕρῃ καὶ τὴν χεῖρα τοῦ ἄλλου, ἐγειρομένην καὶ τὴν χεῖρα τοῦ Νόμου καταφερομένην κατ’ αὐτοῦ καὶ τότε πάλιν θὰ ἔχετε γαλήνην καὶ ὁμαλότητα. Σᾶς ἐρωτῶ. Ποῖος ἀπὸ τοὺς δύο τρόπους εἶνε προτιμώτερος; Ἐὰν διστάζωμεν νὰ ἐφαρμόσωμε τὸν Νόμον καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς τόσοι ἀξιωματικοὶ καὶ τόσοι πολῖται, ἂν διστάζωμεν ἀπέναντι ἀνδρός, τὸν ὁποῖον φίλοι καὶ ὀπαδοί του ὠνόμασαν ἱστορικὸν τότε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὶ δημιουργοῦμεν; Τότε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὸν τόπον τοῦτον εὑρίσκεται εἷς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος καταντᾷ οὕτω νὰ εἶναι πρόσωπον ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, εἴμεθα πλέον Δημοκρατία; Ἀποτελοῦμε πλέον Κράτος δικαίου ἢ τὸ Κράτος εἶνε ἡ θέλησις ἑνὸς καὶ μόνου ἀνδρός; Ἄν θέλετε λοιπὸν νὰ εἴμεθα πραγματικὰ Κράτους δικαίου, ἂν θέλετε νὰ διδάξωμεν τοὺς πολίτας ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ εἶνε ἀνώτερος τοῦ Νόμου, ὅτι οὐδεὶς εἶνε τόσον ἰσχυρὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὕτως ὥστε νὰ ὀρρωδῇ πρὸ αὐτοῦ ἡ δικαιοσύνη, ὅτι κανεὶς δὲν εἶνε μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν, τότε, Κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ ψηφίσετε κατὰ συνείδησιν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἐφέραμεν, βέβαιοι ὄντες ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀποκαθιστᾶτε κατὰ τρόπον βάσιμον τὴν γαλήνην καὶ ὁμαλότητα, καὶ δίδετε κῦρος εἰς τοὺς Νόμους καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δίδετε κῦρος εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δύνασθε νὰ δώσετε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, τὸν ἀνησυχοῦντα κατὰ πόσον εἶνε ἐλεύθερος, τὸν ἀνησυχοῦντα κατὰ πόσον εἶνε δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζόμενος ἔχων τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, διὰ τοῦ τρόπου τούτου, λέγω, δύνασθε νὰ δώσητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὴν καταλληλοτέραν ἀπάντησιν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§59Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω ἤδη δηλώσει, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν πρότασιν κατηγορίας μου, ὡς ἠθικοῦ αὐτουργοῦ ἢ συνεργοῦ τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου, εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Παρακαλῶ νὰ σημειώσετε τοῦτο διὰ νὰ μὴν ὑποθέσητε, ὅτι ἂν δὲν ἀπαντῶ εἰς ὡρισμένα σημεῖα τοῦ λόγου του, τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ἔχω τι ν’ ἀπαντήσω. Ἀφορμὴν θὰ λάβω ν’ ἀπαντήσω, ὅταν θὰ ἔχῃ διεξαχθῆ ἡ ἀνάκρισις καὶ θὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον Ὑμῶν διὰ νὰ κρίνητε ἂν πρέπει νὰ παραπεμφθῶ, ὡς ἔνοχος τοῦ ἀδικήματος διὰ τὸ ὁποῖον κατηγοροῦμαι. Ἀνῆλθον λοιπὸν εἰς τὸ Βῆμα διὰ νὰ ἀπαντήσω ἁπλῶς εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ὅταν ἔκαμε τὰς προγραμματικάς του δηλώσεις, εἶπεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου. Νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορῶ κατ’ οὐδένα καλλίτερον τρόπον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ μόνον ἐκθέτων τὰ γεγονότα, ὅπως ταῦτα ἔλαβον χώραν καὶ ὅπως ταῦτα θὰ ἀποδειχθοῦν διὰ τῆς ἐρεύνης, διὰ τῆς ἀνακρίσεως, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν, ποὺ θὰ συστήσητε, ὅτι ἔλαβον χώραν. Τὴν ἑσπέραν τῶν ἐκλογῶν, ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας, ἀφοῦ ἐγευμάτισεν εἰς τὸ σπῆτι μου, παρέμεινε παρακολουθῶν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα συνεκεντροῦντο μολονότι ἀπεμακρύνθη δὶς ἢ τρὶς, δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω ἀκριβῶς διὰ νὰ μεταβῇ νὰ συλλέξῃ πληροφορίας καὶ ἄλλοθεν, δὲν ξεύρω, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἢ τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ ἀναφέρω εἰς τὴν διήγησίν μου ὥρας, Κύριοι Βουλευταί. Ἔχω καθῆκον ἐξ ἀρχῆς νὰ δηλώσω ὅτι αἱ ὧραι, αὐταὶ δὲν εἶνε σημειωμέναι εἰς κανὲν ἡμερολόγιον, ὥστε νὰ εἶνε ἀπολύτως ἐξηκριβωμέναι. Εἶναι ὧραι περίπου, ὡς συνήθως συμβαίνει εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἡ ἀλληλουχία ὅμως τῶν γεγονότων δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Θὰ εἶνε ἀμφίβολον μόνον ἂν ἕνα γεγονὸς ἔλαβε χώραν εἰς τὰς δύο καὶ τέταρτον ἢ εἰς τὰς δύο καὶ τρία τέταρτα ἢ καὶ τὰς τρεῖς ἀκόμη. Περὶ τὴν 2αν πρωϊνὴν ὥραν ἀνῆλθον εἰς τὸ διαμέρισμα τοῦ σπητιοῦ μου, ὅπου εἶνε ὁ κοιτών μου, διὰ νὰ ἡσυχάσω μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ἐπλειοψήφουν οἱ Λαϊκοὶ, ἐλαφρῶς, θὰ διεξεδικοῦμεν ὅμως καὶ ἡμεῖς ἕνεκα τῆς μικρᾶς διαφορᾶς ἕδρας τινὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωσθοῦν πόσαι ἦσαν. Ὑπελόγιζον ὅμως, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα μετὰ τῶν συμπραττόντων μετ’ αὐτοῦ κομμάτων θὰ ἦτο τὸ πλειοψηφοῦν μὲ μίαν μικρὰν διαφοράν, 10 τὸ πολὺ ἑδρῶν, διότι δὲν εἶχον ἔλθη τὰ ἀποτελέσματα οὔτε τῆς Θεσσαλίας, οὔτε τῆς Σάμου, οὔτε τῆς Πρεβέζης, ὅπου ἀπροόπτως ἐχάθη εἷς φιλελεύθερος Βουλευτὴς, ἐκλεγέντος τοῦ λαϊκοῦ. Θὰ σᾶς γεννηθῇ ἀμέσως ἡ ἀπορία ἴσως, πῶς ἀνέθηκα νὰ ἡσυχάσω καὶ κατακλιθῶ καὶ δὲν ἐπερίμενα νὰ ἐξακριβώσω τὰ τελειωτικὰ ἀποτελέσματα; Ἔχω μόνον νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1920, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου, τὰ ἀποτελέσματα εἶχον συγκεντρωθεῖ ἐνωρίτερον, παρὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Ὅτε δὲ τὴν 1 μεταμεσονύκτιον ἐπληροφορήθην, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἦσαν ἐναντίον μου, ἐδήλωσα τοῦτο εἰς τοὺς παρισταμένους εἰς τὸν οἶκον μου φίλους ἐκαληνύκτισα αὐτοὺς καὶ ἐπῆγα νὰ κοιμηθῶ. Ἀφοῦ ἀνέβηκα εἰς τὸν κοιτῶνα μου, σχεδὸν ἀμέσως ἀνῆλθον εἰς τὸ γραφεῖον μου, τὸ ὁποῖον παράκειται εἰς τὸν κοιτῶνα μου, ὁ υἱός μου, καθὼς καὶ ὁ κ. Σκουλᾶς. Μετ’ ὀλίγον προσῆλθε καὶ κάποιος ἄλλος τοῦ ὁποίου τὴν ἐπίσκεψιν δὲν γνωρίζετε, διότι δὲν προκύπτει ἐκ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναφέρω, ὡς πληροφορίαν ἰδικήν μου. Μετ’ ὀλίγον λοιπὸν ἀνῆλθε παρ’ ἐμοὶ καὶ ὁ Πλαστήρας. Ὁ Πλαστήρας ἀνέθηκε ἴσως ἕνα τέταρτο περίπου ὕστερα ἀπὸ ἐμένα. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἶχον ἔλθῃ ἐν τῷ μεταξὺ ἄλλα ἀποτελέσματα εἰς τὸ γραφεῖον μου κάτω ὅπου συνεκεντροῦντο αὐτὰ ἢ ἐὰν εἶχε μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν ἢ Συγκοινωνίας διὰ νὰ λάβῃ αὐτά. Εὐθὺς ὡς ἀνῆλθε μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ χάνονται καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα πλειοψηφεῖ καὶ ἤθελε νὰ μάθῃ ἀπὸ ἐμὲ ἂν τὴν ἐπιοῦσαν θὰ παρέδιδον τὴν Ἀρχὴν εἰς τοὺς πλειοψηφίσαντας. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι Βουλευταὶ, νὰ σᾶς εἴπω ποίαν ἔκπληξιν ἐξεδήλωσα ἀπέναντι τῆς διατυπωθείσης ἐρωτήσεως. (Ἀκούονται ἐν τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος ψίθυροι καὶ σχόλια). Κύριε Πρωθυπουργέ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβετε τὸν κόπον νὰ παρακαλέσετε τὴν πτέρυγά σας νὰ ἀποφεύγῃ τὰς ἐκδηλώσεις, διὰ νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐν ἀπολύτῳ ἠρεμίᾳ. Ὅλοι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποφευχθοῦν ἐνδεχόμενα ἐπεισόδια.
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Κύριε Πρόεδρε, δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην συνεννοήθην μὲ τοὺς φίλους μου καὶ διεπίστωσα ὅτι ἔχουν ὅλον τὸ ἐνδιαφέρον ὅπως ἡ συζήτησις διεξαχθῇ μὲ ὅλην τὴν ἡσυχίαν καὶ ὅτι τοῦτο θὰ γίνῃ.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Ὁ Πλαστήρας τότε μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι προβλέπει, ὅτι αὔριον θὰ ἔχωμεν ἐπανάληψιν τῶν σκηνῶν τῆς 13ης Νοεμβρίου 1920. Ὅτι θὰ ἔχωμεν εἰς τὰς Ἀθήναις ταραχάς, ὅτι θὰ ἔχωμεν προπηλακισμούς, ὅτι θὰ ἔχωμεν χίλια δυὸ κακά, καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι σκέπτεται νὰ μεταβῇ τὸ πρωΐ, ἴσως τὴν ὥραν ἐκείνην, εἰς τοὺς συνοικισμοὺς διὰ νὰ ἐξεγείρῃ τοὺς κατοίκους τῶν συνοικισμῶν καὶ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν πόλιν, ζητοῦντας τὴν ἐγκατάστασιν δικτατορίας πολιτικῆς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω τὶ ἐδήλωσα εἰς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν. Τοῦ εἶπα, ὅτι γνωρίζει καλῶς, ὅτι δὲν εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνθουσιασμένοι ἀπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Γνωρίζω ὅλα τὰ ἐλαττώματά του, ἀλλὰ τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν ἄλλων λύσεων εἶναι τόσον μεγάλα, ὥστε οὔτε ἐπὶ στιγμὴν δύναμαι ν’ ἀνεχθῶ, ὅτι ἐπιτρέπεται ν’ ἀλλάξωμεν τὸ πολίτευμά μας. Προσέθεσα ἀκόμη: Βέβαια μοῦ ἐπικαλεῖσθε συχνὰ τὸ παράδειγμα μιᾶς χώρας, ἡ ὁποία καθ’ ὅλας τὰς πληροφορίας, ἀφ’ ἧς ἐγκαθιδρύθη εἰς αὐτὴν ἡ δικτατορία, φαίνεται ὅτι πηγαίνει καλά. Ἀλλά, προσέθεσα τοῦτο: Διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία τοιαύτη δικτατορία πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δικτάτωρ, καὶ τέτοιον δικτάτορα ἐγὼ δὲν τὸν βλέπω. Ἐγὼ νομίζω, ἀγαπητὲ φίλε στρατηγὲ Πλαστήρα, ὅτι δὲν εἶσαι ἱκανὸς νὰ κάμῃς τὸν δικτάτορα. Ὄχι μόνον σὺ δὲν ἔχεις τὴν ἱκανότητα νὰ κάνῃς τὸν δικτάτορα, ὡς ὁ Μουσολίνι, ἀλλὰ δὲν ἔχεις οὔτε τὴν πλειάδα, ἑκατοντάδα ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐπὶ κεφαλῆς εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος καὶ τοὺς ὁποίους ἔχει περὶ αὐτὸν ὁ Μουσολίνι. Θὰ πάρῃς τὴν Ἀρχὴν καὶ μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας θὰ καταπέσῃς οἰκτρῶς, διότι θὰ εἶναι ἀδύνατον μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς δικτατορίας νὰ λυθῇ κανένα ἀπὸ τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς χώρας καὶ ἰδίως τὰ οἰκονομικά, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι παίζων μᾶλλον παρὰ σπουδάζων τοῦ εἶπα: Ἓνας τρόπος ὑπάρχει διὰ νὰ μὲ σύρετε καὶ ἐμὲ εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν ἐπιθυμούντων τὴν δικτατορίαν. Νὰ μεταβῆτε εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ νὰ πείσετε τὸν Μουσολίνι νὰ ἀφίσῃ τὴν Ἰταλίαν, νὰ ἔλθῃ ἐδῶ νὰ γίνῃ δικτάτωρ. Τότε ἴσως ἀποφασίσω καὶ ἐγὼ νὰ γίνω δικτατορία. Λέγω «ἴσως» διότι δὲν μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ κρίνω περισσότερον τὰ γινόμενα εἰς ἄλλην χώραν. Ὁ Πλαστήρας ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸ σπίτι μου ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ποὺ εἶχε μαζί μου. Αὐτὴ ἡ συζήτησις θὰ ἐχρειάσθη, βέβαια περὶ τὰ 20–25 λεπτά, δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς πόσα, καὶ περὶ τὴν τρίτην ὥραν ἦλθεν ὁ στρατηγὸς Κατεχάκης. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ στρατηγὸς Κ. Μανέττας, Ἀρχηγὸς τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ, ἀναχωρήσαντες ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Διατὶ ἦλθαν οἱ δύο αὐτοὶ στρατηγοὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς καταθέσεως τοῦ στρατηγοῦ Ὀθωναίου. Ὁ κ. Ὀθωναῖος λέγει (ἀναγινώσκει): «Περὶ τὴν δευτέραν ὥραν τῆς πρωΐας τῆς 5–6 Μαρτίου ἀνεχώρησα ἀπὸ τὸ Αʹ Σῶμα Στρατοῦ, ὁπόθεν εἶχον παρακολουθήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, μέ τὴν ἀντίληψιν ὅτι γενικῶς ἐπλειοψήφει τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶχε κερδίσει καὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀθηνῶν, διὰ τὴν οἰκίαν μου ὅπως ἡσυχάσω. Οὐδὲ κατὰ διάνοιαν διῆλθε καὶ ἡ ἀμυδροτέρα σκέψις ὅτι ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ χώραν οἱαδήποτε ἐπαναστατικὴ ἢ ἀνταρτικὴ κίνησις, διότι καθ’ ὅλον τὸ προεκλογικὸν διάστημα οὐδὲ λόγον εἶχα κάμει μὲ κανένα οὔτε ἐγνώριζα τίποτε περὶ παρασκευῆς κινήσεως. Καθ’ ὁδὸν καὶ πρὶν φθάσω εἰς τὴν οἰκίαν μου μὲ συνήντησε τὸ αὐτοκίνητον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ οὗ εἰδοποιήθην ὅτι μὲ περιμένει ὁ Ὑπουργὸς κ. Κατεχάκης εἰς τὸ Γραφεῖον του. Ἐπέστρεψα, μετέβην ἐκεῖ καὶ εὑρῆκα τὸν κ. Κατεχάκην, τὸν κ. Πλαστήραν καὶ τὸν κ. Μανέτταν. Ὁ κ. Πλαστήρας εἶπεν ὅτι ἐχάθησαν αἱ ἐκλογαὶ καὶ ὅτι ἦτο διατεθειμένος νὰ κάμῃ λαϊκὴν ἐπανάστασιν, νὰ ἐξεγείρῃ τοὺς πρόσφυγας καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, διὰ νὰ ματαιώσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς, ἀπήντησα, ὅτι ὄχι μόνον δὲν συνεμεριζόμην τοὺς φόβους του, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐπίστευα, ὅτι θὰ ἦτο ὀλεθρία τοιαύτη ἐνέργεια. Τὴν γνώμην μου ταύτην συνεμερίζοντο καὶ οἱ κ. κ. Κατεχάκης καὶ Κ. Μανέττας. Ὁ Πλαστήρας ἀνεχώρησε τοῦ Ὑπουργείου φαινομενικῶς ἀπογοητευμένος. Ὅταν ἐμείναμεν οἱ τρεῖς ἀπεφασίσθη νὰ μεταβοῦν οἱ Κατεχάκης καὶ Μανέττας παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοῦ ἀναφέρουν αὐτὰ καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουν νὰ ἐπέμβῃ παρὰ τῷ Πλαστήρᾳ καὶ ἐξασκήσῃ ὅλην του τὴν ἐπιρροὴν, διὰ νὰ προληφθῇ τοιαύτη ἐπαναστατικὴ ἐκδήλωσις τοῦ Πλαστήρα. Πράγματι ἀνεχώρησαν διὰ τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐπερίμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ μάθω τὸ ἀποτέλεσμα, ἐκεῖ ἦλθεν ὁ κ. Μανέττας μόνος, μοῦ εἶπεν ὅτι ἐστάλησαν ἄνθρωποι νὰ εὕρουν τὸν Πλαστήραν, ἤλπιζεν εἰς τὴν πρόληψιν καὶ μετέβαινεν εἰς τὸ Σῶμα του». Ὅταν βέβαια προσῆλθον ὁ Κατεχάκης καὶ ὁ Μανέττας καὶ μοῦ εἶπον ὅτι ὁ Πλαστήρας καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν ψυχρολουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει εἰς τὸ σπῆτι μου, μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπανέλαβε τὰ αὐτά, ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ ζητήσω νὰ ἴδω καὶ πάλιν τὸν Πλαστήραν. Ἀπέστειλα λοιπὸν τὸν μοίραρχον Χαμπίτην, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀπεσπασμένος παρ’ ἐμοὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τὴν εἰδικὴν ἀσφάλειαν, ἀπέστειλα τὸν Μοίραρχον Χαμπίτην καὶ τοῦ εἶπα: πήγαινε νὰ μοῦ βρῇς τὸν Πλαστήρα, πιθανῶς θὰ τὸν βρῇς εἰς τὸ 1ον Σύνταγμα Πεζικοῦ, ἦτο φυσικὸν νὰ μοῦ ἔλθῃ ἡ σκέψις αὐτὴ, διότι ἐὰν ἐζήτει στρατιωτικὴν ἐπικουρίαν θὰ τὴν ἐζήτει κυρίως ἀπὸ τὸ 1ον Σύνταγμα Πεζικοῦ. Πιθανῶς λοιπὸν νὰ τὸν βρῇς ἐκεῖ καὶ ἂν δὲν εἶνε ἐκεῖ θὰ μάθῃς ἀπ’ ἐκεῖ ποῦ ἔχῃ πάῃ καὶ θὰ μοῦ τὸν φέρῃς ἐξάπαντος. Ἀλλὰ περνώντας ἀπὸ τὸ 1ον Σύνταγμα Πεζικοῦ θὰ πῇς εἰς τὸν συνταγματάρχην Διάμεσιν νὰ προσέχῃ καλὰ νὰ μὴ τύχῃ καὶ παρασυρθῇ ἀπὸ τὸν Πλαστήρα εἰς κανένα κίνημα. Σημειωτέον, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ἐβράδυνεν ὁ Πλαστήρας νὰ ἔλθῃ θὰ ἐχρειάσθησαν, ἴσως, καμμιὰ εἰκοσαριὰ λεπτὰ ὡς ποὺ νὰ τὸν εὕρουν, ὁ Μανέττας μοῦ εἶπε, δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην νὰ μείνω ἐγὼ ἐδῶ, νομίζω ὅτι εἶνε καλύτερον νὰ φύγω νὰ πάω εἰς τὸ Σῶμα Στρατοῦ, ὅπου εἶνε ἡ δουλειά μου, νὰ συγκρατήσω τὴν τάξιν καὶ τὴν κατάστασιν. Φυσικὰ δὲν εἶχα καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ ἀπῆλθεν ὁ Μανέττας πρὶν ἐπανέλθῃ ὁ Πλαστήρας. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως, ὅπως διηγοῦνται εἰς τὴν κατάθεσίν του ὁ Ὀθωναῖος, βλέπων ὅτι ἀργεῖ νὰ μάθῃ τὶ ἔγινε μὲ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ συσταθεῖσαν ἔλευσιν εἰς τὸ σπῆτι μου τῶν δύο στρατηγῶν διὰ νὰ καλέσουν τὸν Πλαστήραν, ἔφυγεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἦλθεν σπῆτι μου. Καὶ μετ’ ὀλίγον — δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τὰ πόσα λεπτὰ — ἔφθασε καὶ ὁ Πλαστήρας, πιθανῶς θὰ ἦτο ἤδη ἡ ὥρα 3½ τῆς πρωΐας. Ἰδοὺ ἀκριβῶς πῶς καταθέτει τὰ γεγονότα ὁ Ὀθωναῖος (ἀναγινώσκει) «ἐπερίμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ μάθω τὸ ἀποτέλεσμα, ἐκεῖ ἦλθεν ὁ κ. Μανέττας μόνος, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπεν ὅτι ἐστάλησαν ἄνθρωποι νὰ εὕρουν τὸν Πλαστήραν, ἤλπιζεν εἰς τὴν πρόληψιν καὶ μετέβαινεν εἰς τὸ Σῶμα του. Ἐπερίμενεν ὀλίγον καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦλθεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνησύχησα καὶ ἐσκέφθην νὰ μεταβῶ ὁ ἴδιος παρὰ τῷ Βενιζέλῳ, διὰ νὰ τὸν ἐνισχύσω εἰς τὰς ἐνεργείας του, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν σύμφωνα μὲ τὰς πεποιθήσεις μου. Μετέβην πράγματι ἀμέσως παρὰ τῷ κ. Βενιζέλῳ καὶ εὗρον ἐκεῖ καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπανέλαβα τὰς γνώμας μου καὶ τὸν εὗρον σύμφωνόν μου. Ὁ Πλαστήρας ἀνεμένετο. Ἡ ὥρα ὑποθέτω ἦτο 3η πρωϊνή. Μετ’ ὀλίγον κατέφθασεν ὁ Πλαστήρας. Εἰς τοῦτον ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ κ. Βενιζέλου ἐπανέλαβα ὅσα καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Βενιζέλος ἀπολύτως σύμφωνος μαζί μου προσέθεσεν ὅτι, ἂν δεχθῶμεν ὅτι θὰ ἐπεκράτει τὸ κίνημα, ὁ τύπος ἀσφαλῶς θὰ ἐζημιώνετο, διότι ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ κανένα ἀπὸ τὰ μεγάλα ζητήματα, τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἀφορῶντα πάσης φύσεως τοιαῦτα τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Πλαστήρας ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις του, ἀλλὰ μᾶς εὗρεν ἀμεταπείστους. Ἀνεχώρησε χωρὶς νὰ μοῦ ἀφήσῃ σαφῆ τὴν ἀντίληψιν τὶ θὰ ἔκαμνε. Ἐγὼ μετ’ ὀλίγον ἀνεχώρησα διὰ τὴν οἰκίαν μου». Κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε διήγησιν ὑποθέτω ὅτι ὁ Πλαστήρας θὰ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸ σπῆτι μου τὴν δευτέραν φορὰν περὶ τὴν 4ην ὥραν. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Σώματος Στρατοῦ, ὁ ὁποῖος διέθεσεν ὅλην τὴν δύναμιν τῶν Ἀθηνῶν, εἶχεν ἀναχωρήσει μεταβαίνων εἰς τὸ Σῶμα του, ἵνα λάβῃ τὰ μέτρα του πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, διότι ἐλέχθη, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ τόπος ἔμεινε ἀδιοίκητος τὴν νύκτα ἐκείνην. Ἀλλὰ ζητῶ συγγνώμην, διότι παρεσύρθην εἰς τὸ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Μεταξᾶ. Αὐτὸ θὰ τὸ κάμω ἀργότερα. Παρακαλῶ μόνον νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοσίας δυνάμεως, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἐντεταλμένος διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, εἶχε μεταβῇ εἰς τὸ Σῶμα Στρατοῦ διὰ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του, καὶ εἰς τὴν κατάθεσίν του διηγεῖται ποῖα μέτρα ἔλαβεν.
§62Σ. ΜΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὶ ἤθελε διαρκῶς εἰς τὸ σπῆτι σᾶς ὁ Πλαστήρας;
§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσίν μου ὅτι δὲν δέχομαι διακοπάς, αἱ διακοπαὶ εἶνε ἀπρεπεῖς καὶ πρέπει νὰ λείψουν. Παρέμεινα μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Πλαστήρα συνομιλῶν μὲ τὸν υἱόν μου, μὲ τὸν κ. Σκουλᾶν καὶ μὲ τὸν κ. Κατεχάκην καὶ περὶ ὥραν 3½ περίπου ἀπεσύρθην εἰς τὸ δωμάτιον ὕπνου μου. Περὶ ὥραν 6½ τῆς πρωΐας ἦλθεν ὁ κ. Κατεχάκης καὶ ἐζήτησε νὰ μὲ ἐξυπνήσουν, ἐπειδὴ εἶπεν ὅτι εἶνε ἀνάγκη. Φυσικὰ μὲ ἐξύπνησαν καὶ ὁ κ. Κατεχάκης μοῦ εἶπεν ὅτι, ἀναχωρήσας ἀπὸ τὸ σπῆτι μου εἶχε μεταβῇ εἰς τὸ σπῆτι, ὅπου ἡ σύζυγός του ἦτο βαρέως νοσοῦσα, διὰ νὰ ἴδῃ τὶ γίνεται, καὶ μετὰ ταῦτα πάλιν νὰ ἐπιστρέψῃ, ἀλλὰ περὶ ὥραν 5¼ περίπου, ἔφθασεν ὁ ὑπασπιστής του Ζαχαράκης, ὁ ὁποῖος τὸν εἰδοποίησεν ὅτι ὁ Πλαστήρας εἶχεν ἤδη καταλάβει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Μοῦ ἐδήλωσε δὲ, ὁ κ. Κατεχάκης δηλαδὴ, μὲ ἔθεσε πρὸ τοῦ ἑξῆς διλήμματος, ἢ θὰ μοῦ ἐγκρίνετε νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, παραλαμβάνων καὶ τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν διὰ νὰ προσπαθήσω νὰ ἐκτοπίσω ἀπὸ ἐκεῖ τὸν Στρατηγὸν Πλαστήραν, ἢ παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε τὴν παραίτησίν μου. Ἐγὼ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐδίστασα ποία ἦτο ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἀκολουθήσω. Εἶπα εἰς τὸν στρατηγὸν Κατεχάκην λυποῦμαι βέβαια ὅτι αὐτὴν τὴν ὥραν μοῦ συμβαίνει καὶ αὐτό, ἀλλὰ εὑρίσκω ὅτι, ὡς στρατιωτικὸς μάλιστα ὀρθῶς σκέπτεσθε. Ἐδέχθην τὴν παραίτησίν του, διότι δὲν ἤμουν διατεθειμένος νὰ κτυπηθῶ μὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν. Ἐζήτησα τότε διὰ τοῦ τηλεφώνου τὸν στρατηγὸν Κ. Μανέτταν εἰς τὸν ὁποῖον προσελθόντα ἀνεκοίνωσα ὅσα μοῦ εἶπεν ὁ κ. Κατεχάκης, προσέθεσα δὲ ὅτι διὰ νὰ γνωρίζω ἐὰν οὐσιαστικῶς ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι Κυβερνήτης τῆς Χώρας ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ ὑμᾶς, ἐὰν τὸ Σῶμα Στρατοῦ εἶνε κύριον τῆς καταστάσεως, ἐὰν δύναται ἑπομένως ὄχι νὰ συγκρουσθῇ μὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν, ἀλλὰ νὰ ἀπομονώσῃ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν, ὥστε νὰ πεισθῇ οὗτος νὰ ἀποστῇ τοῦ ἐπιχειρηθέντος κινήματος. Καὶ ἐὰν τοῦτο ἐπετυγχάνετο, ἐξουσιοδότησα τὸν στρατηγὸν Μανέτταν νὰ δηλώσῃ εἰς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν ὅτι θὰ ἐτίθετο εἰς τὴν διάθεσιν τούτου ἀντιτορπιλλικὸν διὰ νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ὅπου ἤθελεν. Ὁ Ἀντιστράτηγος Μανέττας μοῦ ἐδήλωσεν ὅτι, πρὶν ἀπαντήσῃ εἰς τὸ τεθὲν εἰς αὐτὸν ἐρώτημα, θεωρεῖ ὀρθὸν νὰ καλέσῃ τοὺς ἡγήτορας τοῦ Στρατοῦ καὶ ὅτι θὰ μετέβαινεν ἀμέσως νὰ καλέσῃ αὐτοὺς καὶ θὰ ἐπέστρεφε νὰ μοῦ δώσῃ τὴν ζητηθεῖσαν ἀπάντησιν. Παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Μανέτταν νὰ ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνακοινώσας εἰς αὐτὸν τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κατεχάκη καὶ βεβαιώσας ὅτι μόλις θὰ ἐξημέρωνε θὰ ἐζήτουν ἔγκρισιν τῆς ἐνεργείας μου αὐτῆς ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ εἶπα, ὅπως μὲ τὸ κῦρος ὄχι πλέον μόνον τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Σ. Στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἠμπορέσῃ νὰ γίνῃ κύριος τῆς καταστάσεως. Ὁ κ. Μανέττας ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸ σπῆτι μου ὀλίγον πρὸ τῆς 8ης πρωϊνῆς συνοδευόμενος καὶ ἀπὸ τὸν υἱόν μου Βενιζέλον Σοφοκλῆν, συνταγματάρχην ἐν ἀποστρατείᾳ. Ἀλλὰ μόλις ἐτελείωσα τὰς συνδιαλέξεις μου μὲ τὸν στρατηγὸν Κατεχάκην καὶ τὸν στρατηγὸν Μανέτταν, μοῦ ἀνεκοινώθη ἀπὸ τὸν Γραμματέα μου, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ὕπνου μου ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Τσαλδάρη εἶχον ζητηθῆ διὰ νὰ μοῦ λεχθῇ κἄτι τί. Ἀμέσως ἐζήτησα τὸ σπῆτι τοῦ κ. Τσαλδάρη καὶ ἦλθα εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν ἴδιον, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλά...
§64Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθ.). Δηλαδὴ ἐγώ, ἀφοῦ κατ’ ἐπανάληψιν σᾶς ἐζήτησα καὶ μοῦ εἶπαν ὅτι ἀναπαύεσθε, εἶπα εἰς τὸν γραμματέα σας νὰ σᾶς ἀνακοινώσῃ ὅτι κάποιος ἀνατροπεὺς τῆς τάξεως, μεταχειριζόμενος τὰς δυνάμεις τῆς Χώρας, ἔκαμε διάφορα κινήματα καὶ συνελάμβανε πρόσωπα, ὅπως εἶχε προσωποκρατήσει καὶ ἐμέ, εἶχε συλλάβει τὸν κ. Ράλλην, ὅπως ἐπίσης καὶ ἄλλους. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι σεῖς μοῦ εἴπατε· μήπως ἔθεσαν φρουρὰν διὰ νὰ εἶσθε ἐν ἀσφαλείᾳ; Καὶ σᾶς εἶπα: «ὄχι, μοῦ ἔθεσαν πέριξ τῆς οἰκίας μου φρουρὰν διὰ νὰ μὴ φύγω».
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀκριβῶς ἅμα μοῦ ἐδηλώθη ὅτι εἶχα ζητηθῇ κατ’ ἐπανάληψιν, ὅπως λέγει ὁ κ. Τσαλδάρης, ἔσπευσα νὰ ζητήσω διὰ τοῦ τηλεφώνου τὸν κ. Τσαλδάρην διὰ νὰ τοῦ ὁμιλήσω, δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν εἴχετε ὁμιλήσει εἰς ἐμὲ.—πιθανῶς νὰ τὰ εἴχατε εἰπῇ εἰς τὸν γραμματέα μου καὶ τότε, ὅταν ἔμαθα, ὅτι ἦλθε φρουρὰ νὰ σᾶς συλλάβῃ, ἀλλὰ σᾶς ἐσεβάσθη.....
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ σεβασμὸς ἦτο πρὸς τὴν ἀσθένειάν μου.
§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἠρώτησα λοιπόν, μήπως ἡ φρουρὰ ἐτέθη πρὸς φύλαξιν καὶ ὅταν μοῦ εἶπαν ὄχι, ὅτι εἶνε ἐπαναστατικὴ φρουρὰ, τότε ἐκάλεσα τὸν στρατηγὸν Μανέτταν καὶ τοῦ εἶπα ὅτι αὐτὸ καὶ αὐτὸ μοῦ ἀνακοινώνει ὁ κ. Τσαλδάρης, νὰ στείλετε νὰ ἀντικαταστήσετε τὴν φρουρὰν αὐτὴν διὰ φρουρᾶς πιστῆς, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἔγινε.
§68Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθ.). Διὰ νὰ σᾶς εἴπω μάλιστα κατὰ τίνα τρόπον ἔγινε, ἦλθεν ἐκεῖ ὁ ἀξιωματικὸς τῆς Χωροφυλακῆς καὶ εἶπεν εἰς τὴν σύζυγόν μου ὅτι μὲ διέταξαν νὰ ἄρω τὴν φρουρὰν κατὰ πλάνην τεθεῖσαν, ἀλλὰ εἶπε: «πλάνη εἶναι τώρα», τότε μοῦ εἶπαν νὰ τὸν συλλάβω.
§69Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅπως ἐξέθηκα ἤδη, Κύριοι Βουλευταί, περὶ τὴν 8ην ὥραν ὁ στρατηγὸς Μανέττας ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸ σπῆτι μου καὶ ὅπως βλέπομεν ἀπὸ τὰς καταθέσεις τῶν ἀντιστρατήγων, ἐπῆγεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκάλεσεν ἐκεῖ τοὺς ἀντιστρατήγους, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον, πλὴν τοῦ στρατηγοῦ Ὀθωναίου, διότι μόλις ἀναχωρήσας ἀπὸ τὸ σπῆτι μου δὲν ἤθελε νὰ προσέλθῃ ἐκεῖ, καὶ ἀντήλλαξαν σκέψεις ἐπὶ τῆς καταστάσεως, συνομίλησαν μὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν, προσπαθοῦντες νὰ πείσουν αὐτὸν καὶ πάλιν, νὰ ἀποστῇ τοῦ κινήματος. Καὶ ἐπειδὴ, καθὼς διαβεβαιοῖ ὁ στρατηγὸς Τσιμικάλης, ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας ἠρωτήθη ἀπὸ τοὺς ἀντιστρατήγους «μὰ, καλά, δὲν μᾶς λὲς καὶ τὴν γνώμην τοῦ Πρωθυπουργοῦ» ἀπήντησε. «Μὰ, τί θέλεις νὰ σοῦ εἰπῇ ἕνας πολιτικὸς ἄνθρωπος. Ἠμπορεῖ νὰ σοῦ εἰπῇ ὅτι πρέπει νὰ κάμῃς ἐπανάστασιν; Βέβαια δὲν θὰ σοῦ εἰπῇ. Ἀλλὰ, ἄν θέλῃς νὰ μάθῃς, ἐμένα ἡ ἰδέα μου, ἡ πεποίθησίς μου εἶνε ὅτι ἡ ψυχή του εἶνε μ’ ἐμένα». Τὸ ἀναφέρω αὐτὸ, διότι, τὸ ἀνέφερεν ὁ κατήγορός μου. Εὐτυχῶς δὲν ἀπέδωσαν σημασίαν καὶ ἐκεῖνοι εἰς αὐτὰς τὰς διαβεβαιώσεις, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι πράγματι ἐγένοντο. Μολονότι πρέπει ν’ ἀναφέρω ὅτι ἀπὸ ἄλλο μέρος τῆς καταθέσεως τοῦ στρατηγοῦ Μανέττα ἐξάγεται, ὅτι πρὸς αὐτὸν εἶχε λεχθῇ ὅτι καὶ ὁ Ὀθωναῖος ἦτο σύμφωνος, ὕστερα ἐξηκριβώθη ὅτι δὲν ἦτο. Δὲν ἠμπορῶ νὰ βεβαιώσω ἐὰν αὐτὰ ἐλέχθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐλέχθησαν, ὅσοι εἶσθε στρατιωτικοὶ, ξεύρετε τὰ στρατηγήματα, ξεύρετε ὅτι, ἐὰν ἀπεδυθῆτε εἰς πόλεμον δὲν διστάζετε νὰ κάμετε κάθε τι, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ βοηθήσῃ τὸν σκοπὸν σας. Περὶ τὴν 8ην καὶ ἡμίσειαν λοιπὸν, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ συνάντησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τῶν ἀντιστρατήγων, πλὴν τοῦ κ. Ὀθωναίου, προσῆλθον οὗτοι εἰς τὸ σπῆτί μου καὶ μοῦ ἐζήτησαν νὰ μάθουν ἀπὸ ἐμένα ποῖαι αἱ ἀντιλήψεις μου περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τὶ τοὺς συμβουλεύω διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι τοὺς διατάσσω. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶπον εἰς αὐτούς: Πρὸς ποῖον ἀπευθύνεσθε; Πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ἢ τὸν κ. Βενιζέλον; ἐὰν ἀπευθύνεσθε πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ἐπιθυμῶ νὰ μάθω προηγουμένως ἀπὸ τὸν στρ. Μανέτταν τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν μοῦ δίδει εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔθεσα κατὰ τὴν προηγουμένην συνάντησίν μου. Ἐὰν δηλαδὴ εἶνε κύριος τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Ὁ στρατηγὸς Μανέττας ἀπήντησεν τότε, ὅτι ἡ κατάστασις εἶνε εἰς ἄκρον σοβαρὰ καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ λυθῇ παρὰ κατὰ δύο τρόπους. Ἢ πειθομένου τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα νὰ ἀποστῇ τοῦ κινήματος, ἢ ἐπιδιωκομένης τῆς βιαίας αὐτοῦ καταστολῆς τοῦθ’ ὅπερ ὅμως θὰ ἐπροκάλει αἱματοχυσίαν καὶ θὰ διῄρει βαθύτατα τὸν στρατόν. Ἦτο δὲ ἐνδεχόμενον τῆς ἀλληλομαχίας αὐτῆς τοῦ στρατοῦ νὰ ἐπωφεληθῶσι τὰ ἄτακτα στοιχεῖα ὅπως συνέβη κατὰ τὴν καταστολὴν τῆς στάσεως τῶν Δημοκρατικῶν Ταγμάτων, ὁπότε θὰ διέτρεχε κίνδυνον καὶ ἡ ἀσφάλεια τῶν πολιτῶν. Σημειωτέον ὅτι αἱ καταθέσεις καὶ τοῦ Ὀθωναίου καὶ τοῦ Μανέττα, συμφωνοῦν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὤθησαν τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν εἰς τὴν ἐνέργειάν του ταύτην. Μία μόνον ἠγέρθη ἀμφιβολία. Ἐὰν τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως τῶν ἀντιστρατήγων τὴν ἐπρότεινα πρῶτος ἐγώ, ἢ ἐὰν περὶ αὐτῆς εἶχε γίνει λόγος μεταξὺ τῶν ἀντιστρατήγων, ὅταν ἦσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ πρᾶγμα αὐτὸ θὰ ἀναγνωρίσητε δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Εἶνε πιθανὸν, ὅταν ὡμίλουν οἱ ἀντιστράτηγοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἶπαν καὶ τὴν ἰδέαν αὐτήν. Ἀλλὰ νομίζω, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι τὴν ἰδέαν αὐτήν, δὲν μοῦ τὴν εἰσηγήθησαν, τὴν εἶπα ἐγὼ πρῶτος. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν καὶ δέχομαι, ἂν θέλετε ὅτι ἐκεῖνοι μοῦ εἶπαν «ὅτι αὐτὴ θὰ ἦτο μία λύσις». Καὶ ἐγὼ εἶπα «ὅτι εἶνε ἀρίστη λύσις». Οἱ ἀντιστράτηγοι ἐθεώρησαν ὅτι ἡ συγκρότησις τοιαύτης Κυβερνήσεως δίδει τὴν καλυτέραν δυνατὴν λύσιν εἰς τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην θὰ συνεκρότει ὄχι ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας, ἀλλὰ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Εἶπον ρητῶς οἱ ἀντιστράτηγοι ὅλοι «βέβαια καλὴ λύσις εἶνε, ἀλλὰ δὲν θὰ πάρωμε τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν». Τοῖς ἐδήλωσα ἀμέσως ὅτι βέβαια αὐτὸ εἶνε αὐτονόητον καὶ ὁ διορισμός σας θὰ γίνῃ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Οἱ ἀντιστράτηγοι τότε ἀπῆλθον καὶ μετέβησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀλλ’ ἐζήτησαν νὰ συνοδεύσῃ αὐτοὺς καὶ ὁ Σοφοκλῆς Βενιζέλος, ἵνα μεταβιβάσῃ ἐξ ὀνόματος τοῦ πατρός του εἰς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν τὴν ἐπίμονον σύστασιν ὅπως δεχθῇ τὴν λύσιν ταύτην. Ὁ Βενιζέλος ἔδωκε τὴν ἐξουσιοδότησιν ταύτην εἰς τὸν υἱόν του προσθέσας, ὅτι εἰς τὸν Πλαστήραν θὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσίν του ἀντιτορπιλλικὸν ὅπως ἀπέλθῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν». Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπεκοινώνησα τηλεφωνικῶς μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἀνάθεσιν, τὴν προσωρινήν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν ἀντιστράτηγον Κ. Μανέτταν καὶ ἐπὶ τῇ αἰτήσει του, ὅτι εἶχε ἀνάγκην νὰ μὲ ἴδῃ μετέβην εἰς τὸ Φάληρον πρὸς συνάντησίν του. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ Φάληρον μετέβην περὶ τὴν 10 καὶ ¼ καὶ ἐξέθεσα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας τὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης διατρέξαντα. Ἐνῷ δὲ συνωμίλουν μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἔφθασεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Στρατιωτικοῦ Οἴκου στρατηγὸς Ταρσούλης, ὅστις ἐβεβαίωσεν ὅτι ἡ προταθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ λύσις ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς εἴπω ποία ὑπῆρξεν ἡ χαρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ ἡ ἰδική μου ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ ταύτῃ. Ἀλλὰ δὲν ἐπέρασαν δύο λεπτὰ καὶ ἐκλήθην εἰς τὸ τηλέφωνον ἐνῷ ἤμην εἰς τὸν κῆπον τῆς ἐν Φαλήρῳ οἰκίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὅπου ὁ υἱός μου Σοφοκλῆς μοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι δυστυχῶς ἡ προταθεῖσα λύσις, ἡ ὁποία ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸν Στρατηγὸν Πλαστήρα, ματαιοῦται διότι ὁ Ὀθωναῖος προσελθὼν ἠρνήθη ἐπιμόνως νὰ δεχθῇ καὶ νὰ προεδρεύσῃ λόγῳ τοῦ βαθμοῦ του τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς. Μετὰ τὴν ἄρνησιν δ’ αὐτὴν ὁ κ. Μαζαράκης καὶ ὁ κ. Θ. Μανέττας καὶ ὁ κ. Τσιμικάλης, ὅλοι ἐδήλωσαν ὅτι βεβαίως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω ποία ὑπῆρξε ἡ λύπη καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ πόσον μεγάλη ἦτο ἡ λύπη αὐτὴ διότι, ἐνῷ ἐνομίζομεν ὅτι εἴχομεν φθάσει εἰς λιμένα ἀσφαλῆ, τὸ ζήτημα ἔμενεν ἐκκρεμές. Εἰς τὸν Στρατηγὸν Ταρσούλην ἀπεφασίσθη ν’ ἀνατεθῇ νὰ μεταβῇ πρὸς συνάντησιν τοῦ Στρατηγοῦ Ὀθωναίου καὶ νὰ πείσῃ αὐτὸν ἐξ ὀνόματος τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ὅπως συμπράξῃ εἰς τὴν προταθεῖσαν λύσιν ἀναλαμβάνων τὴν προεδρείαν τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ ὥραν 11 1) 4 κατόπιν αἰτήσεως τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Μαξίμου εἶχον μίαν συνάντησιν μαζύ του εἰς φιλικήν του οἰκίαν. Ὅταν οὗτος μὲ ἠρώτησεν τὶ θὰ γίνῃ, τὸν κατέστησα ἐνήμερον τῆς καταστάσεως καὶ ὅλων τῶν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης γεγονότων καὶ τὸν παρεκάλεσα ν’ ἀνακοινώσῃ ταῦτα εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι τοῦ εἶπα τότε ὅτι ἴσως ἐπιτυγχανομένης τῆς κυβερνήσεως—παρακαλῶ κ. Μάξιμε ἐὰν κάμω κανένα λάθος νὰ μὲ διορθώσετε, εἶναι ζήτημα μνήμης—τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἀντιστρατήγων—καὶ τότε τὸ πρῶτον ἐλέχθη τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου ποὺ θὰ διήρκει ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἀντιστρατήγων— θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναβληθῇ ἡ παράδοσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν κ. Τσαλδάρη μέχρις ὅτου συγκληθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐκλεγῇ τὸ Προεδρεῖον, ἵνα ἐν τῷ μεταξὺ κυττάξωμεν νὰ συνεννοηθῶμεν ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωμε σύμφωνοι περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Συντάγματος ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ὁμαλῶς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ὁ κ. Μάξιμος μετέβη παρὰ τῷ κ. Ἀρχηγῷ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ νομίζω ὅτι τηλεφωνικῶς μοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι τοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅλα ὅσα εἴπομεν καὶ ἔχει καλῶς, ἀλλὰ ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ Σύνταγμα νομίζει ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως.
§70Δ. ΜΑΞΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος τὴν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεών σας περὶ τῆς στρατιωτικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι εἶσθε πολὺ λυπημένος δι’ αὐτὸ καὶ ὅτι προσπαθεῖτε νὰ κάμετε κἄτι τι διὰ νέας διαπραγματεύσεις.
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸν κ. Μάξιμον ἀνεκοίνωσα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπα καὶ εἰς ὑμᾶς ὅταν συνηντήθημεν παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Δημοκρατίας. Εἶπον δηλαδὴ ὅτι ἐγὼ ἀναδειχθεὶς ὡς τὸ πλειοψηφοῦν Κόμμα, παρὰ τοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῆς τοιαύτης ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ νὰ δεχθῶ Κυβέρνησιν στρατιωτικήν.
§72Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Τὴν μεσημβρίαν ἀκριβῶς κατόπιν προσκλήσεώς μου συνεκροτήθη εἰς τὴν οἰκίαν μου Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπουσίαζεν ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἀδιαθετῶν καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου, διότι δὲν εἶχε ἐπιστρέψει ἀκόμη εἰς Ἀθήνας. Κατ’ αὐτὸ ἐξέθηκα εἰς τοὺς συναδέλφους μου τὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης λαβόντα χώραν καὶ πάντες ἐμείναμε σύμφωνοι ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν τὰς παραιτήσεις μας εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Μολονότι δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω τὶ ἀνεκοίνωσα ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον τῆς παραιτήσεώς μου, ἐν τούτοις θὰ σᾶς τὸ ἀνακοινώσω καὶ ἀπὸ αὐτὸ θὰ ἴδητε πόσον εἶνε ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀπαντήσεώς μου. Θὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως τὴν 11 καὶ ἡμίσειαν καὶ κατόπιν εἰς τὰς 5 ὅταν συνηντήθην μαζὺ μὲ τὸν κ. Τσαλδάρην τοῦ εἶπα ὅτι ἐκάλεσα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ τὴν παραίτησίν μου δὲν εἶχον ὑποβάλῃ ἀκόμη, ἀλλὰ ἡ παραίτησίς μου ὑπεβλήθη τὴν 5. μ. μ.
§73Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν παραίτησίν σας τὴν ἀναγνώσατε καὶ εἰς ἐμὲ πρὶν ἔλθῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας.
§74Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε εἰς τὰς 5 μ. μ. ἔδωκα τὴν παραίτησίν μου, ἡ ὁποία ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε, τὴν μεσημβρίαν, ὅπως εἶχον ἤδη προείπῃ πρὸς τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα κατὰ τὴν σημερινὴν ἐπίσκεψίν μου, συνελθὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅπως ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἐφόσον τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα, τὸ ὁποῖον ἐξερράγη κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας τῆς σήμερον εἶχεν ἤδη παρασύρῃ μέγα μέρος τῆς ἐνόπλου δυνάμεως τῶν Ἀθηνῶν, ἡ Κυβέρνησις οὐσιαστικῶς κατελύθη μὴ δυναμένη πλέον ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸ κυριώτερον καθῆκον της, τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας τάξεως. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν φέρων ταῦτα εἰς γνῶσιν τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὴν τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ εὐχαριστήσω αὐτὴν διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην μὲ τὴν ὁποίαν τὴν περιέβαλε.
Μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ
Ε. Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ
Ὀλίγον βραδύτερον, νομίζω κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προσῆλθον εἰς τὸ σπῆτι μου καὶ ὁ Στρατηγὸς κ. Μανέττας καὶ ὁ στρατηγὸς κ. Ταρσούλης καὶ μοῦ ἀνεκοίνωσαν ὁ πρῶτος ὅτι ἔμαθε παρὰ τοῦ δευτέρου, καὶ ὁ τελευταῖος ὅτι τὸ ἐγνώριζεν ἀπευθείας ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ματαιωθεῖσα ἐντελῶς ἡ ἐλπὶς συγκροτήσεως Κυβερνήσεως Ἀντιστρατήγων διότι εἶνε ἐνδεχόμενον νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὀθωναῖος νὰ δεχθῇ αὐτὴν, θέτει ὅμως ὡς ὅρον τῆς ἀποδοχῆς του τὴν ἔγκρισιν ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Συγχρόνως ὁ κ. Ταρσούλης μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ συναντηθῶμεν τὴν 5ην μ. μ. καὶ ὡς τόπον συναντήσεως ὥρισεν τὸ Προεδρικὸν Μέγαρον. Φυσικὰ ἐδέχθην, καὶ τὴν ὥραν ἐκείνην μετέβην εἰς τὸ Προεδρικὸν Μέγαρον ὅπου ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐζήτησε νὰ μάθῃ ἀπὸ ἐμὲ, ὡς ὑπεύθυνον κυβερνήτην, ποίας λύσεις εἰσηγοῦμαι πρὸς ἔξοδον ἐκ τῆς κρίσεως καὶ ἐπανόδου εἰς τὴν ὁμαλότητα. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην. Μολονότι εἶνε ἀμφίβολον ἐὰν εἶμαι κυβερνήτης οὐσιαστικῶς, ἐν τούτοις ἡ εὐθύνη μου δὲν εἶνε διὰ τοῦτο μικροτέρα ἀφοῦ ἤμην πρὸ ὀλίγου κυβερνήτης, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς προτείνω ὄχι μίαν ἀλλὰ πλέον τῆς μιᾶς λύσεως πρὸς ἔξοδον ἐκ τῆς ἀνωμαλίας εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἡ πρώτη λύσις τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἦτο ἡ συγκρότησις Κυβερνήσεως Ἀντιστρατήγων. Τὴν λύσιν αὐτὴν μοῦ ἐδήλωσε ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι τὴν ἀποκρούει διότι κατ’ ἀρχὴν ἀντιτίθεται πρὸς τοιαύτας λύσεις. Εἶπεν ὅτι «ἡ λύσις αὐτὴ εἶνε ἀντίθετος πρὸς τὰς ἀρχάς μου» καὶ παρετήρησα ὅτι ἐν μέσῳ τοιαύτης ἀνωμαλίας θὰ ἠμπορούσαμεν ἴσως ν’ ἀφίσωμεν ὀλίγον τὰς ἀρχάς μας κατὰ μέρος διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς θὰ βγοῦμεν ἀπὸ τὴν ἀνωμαλίαν.
§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνθυμεῖσθε ποίας ἰδέας εἴχομεν. Εἴχομεν δύο διαφόρους ἰδέας περὶ τῆς ἀνωμαλίας.
§76Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφήσατέ με νὰ προχωρήσω. Εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅταν μοῦ ἀντετάχθη ὅτι δὲν θέλει Κυβέρνησιν Ἀντιστρατήγων, τοῦ εἶπα τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ τὴν θεωρήσετε στρατιωτικήν, νὰ τὴν θεωρήσητε ὑπηρεσιακὴν καὶ ἠμποροῦν εἰς αὐτὴν νὰ μετάσχουν ὄχι βέβαια πολιτικὰ πρόσωπα ἀλλὰ καὶ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ ἄλλοι. Νομίζω τοιοῦτόν τι ἐπρότεινα. Ἀλλὰ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐπέμενε λέγων ὅτι αὐτὴ ἡ λύσις δὲν τοῦ ἀρέσει. Τοῦ εἶπα τότε ὅτι θὰ ἔλθω εἰς τὴν δευτέραν λύσιν ἥν σᾶς ἐπρότεινα. Ἡ δευτέρα λύσις εἶνε νὰ σχηματίσετε τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν κομμάτων τῆς πλειοψηφίας εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μετάσχῃ ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ συνασπισμοῦ ὁ κ. Καφαντάρης. Τὴν λύσιν ταύτην προσέθεσα δὲν ἔλαβα τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσω μὲ τὸν κ. Καφαντάρην καὶ δὲν γνωρίζω ποία εἶνε ἡ περὶ τούτου γνώμη του, ὡς πρὸς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν ὅμως εἶχα λόγον νὰ πιστεύω ὅτι οὗτος θὰ ἐδέχετο καὶ τὴν λύσιν ταύτην καὶ τοῦτο συνῆγον ἀπὸ συνομιλίαν προσώπου, ποὺ εἶχεν ἰδῇ αὐτόν. Εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος προσέθεσα, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις φοβοῦμαι ὅτι θὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τοὺς φίλους σας ὡς Οἰκουμενικὴ καὶ θὰ ἀντιταχθῇ ἡ αὐτὴ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία ἀντετάχθη ἐπὶ ὁλόκληρον ἤδη ἔτος κατὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ σᾶς ἐνισχύσω, εἶπα εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅπως ἐπιτύχητε εἰ δυνατὸν αὐτὴν τὴν λύσιν, σᾶς δηλῶ ὅτι εἶμαι διατεθειμένος, ἐὰν ἡ λύσις αὐτὴ γίνῃ δεκτή, νὰ ἀποσυρθῶ ὁριστικῶς ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ζωήν, νομίζων ὅτι εἶναι ἕνα κἄποιο δέλεαρ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συγκατάθεσις τῶν φίλων σας». Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπέκρουσε καὶ τὴν λύσιν ταύτην. Τότε ἐπρότεινα εἰς αὐτὸν τὴν τρίτην λύσιν νὰ ἀναλάβῃ ἀμέσως τὴν Ἀρχὴν ὁ κ. Τσαλδάρης ἐγγυώμενος αὐτὸς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐλπίς, ὅτι ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας θὰ δεχθῇ τὴν λύσιν ταύτην, ἐπρότεινα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ κ. Τσαλδάρης νὰ προβῇ εἰς δήλωσιν ἐπισημοτάτου χαρακτῆρος ὅτι κανεὶς δὲν θὰ κατεδιώκετο καθ’ οἱονδήποτε τρόπον διὰ τὸ παρὸν κίνημα, οὔτε διὰ τὰ θλιβερὰ γεγονότα ποὺ μᾶς ἐχώρισαν εἰς τὸ παρελθόν, ἐξ ἄλλου δὲ νὰ ἀναθέσῃ τὰ στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα εἰς στρατιωτικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἐμπνέοντας κοινὴν ἐμπιστοσύνην. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ κάμῃ τὴν ζητουμένην δήλωσιν καὶ εἶναι ἀποφασισμένος κατὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ἀναθέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν ἀντιστράτηγον Θ. Μανέτταν, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ νὰ ἀνακοινώσω τοῦτο εἰς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν. Παρετήρησα ὅτι, ἐφόσον δὲν μοῦ δίδεται ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτὴ δὲν ὑπάρχει καμμία πιθανότης ὅτι ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας θὰ δεχθῇ καὶ δὲν θὰ ἐτερματίζετο ἑπομένως ἡ ἐπαναστατικὴ κατάστασις πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς νέας Κυβερνήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει βεβαίως καὶ ὁ κ. Τσαλδάρης, ὅτι εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεσις τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἀναλήψεως τῆς Ἀρχῆς.
§77Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τί θέλει ὁ Πλαστήρας μέσα εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας;
§78Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω, τὴν παράκλησιν, ποὺ ἀπευθύνατε εἰς τοὺς φίλους σας νὰ τὴν ἀπευθύνετε καὶ εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶνε ὑποχρεωμένα περισσότερον νὰ μὲ παρακολουθοῦν.
§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον ἓν πρᾶγμα κ. Πρόεδρε. Θὰ ἤθελα ἐγὼ νὰ παρέμβω εἰς αὐτὸ διότι μένει ὀλίγον τι ἓν ζήτημα ἀνοικτόν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ κυρία σκέψις μου εἰς εἰς προτάσεις τὰς ὁποίας μοῦ ἐκάματε. Ἀληθῶς μοῦ ἐκάματε αὐτὰς τὰς προτάσεις, ἀλλ’ ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, δύναμαι νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγὼ ἐὰν θέλετε, αὐτὸ ἀφήνει ἕνα κενόν.
§80Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, Εἶναι βέβαιον ὅτι ἐγὼ μὲν ἐνθυμοῦμαι καλύτερον τὸ τὶ σᾶς εἶπα, σεῖς δὲ ἐνθυμεῖσθε καλύτερον τὴν ἀπάντησιν, ποὺ μοῦ ἐδώσατε. Εὐτυχῶς εἰς τὸ τί σᾶς εἶπα δὲν διαφωνοῦμεν. Θὰ μοῦ εἴπητε σεῖς πῶς ἐνθυμεῖσθε αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ θὰ συμφωνήσωμεν. Εἶπα λοιπὸν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐκτοπίσωμεν ἄνευ αἱματοχυσίας τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν θὰ εἶχα νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ κάμετε μίαν τοιαύτην δήλωσιν, καὶ δεύτερον νὰ ἀναθέσετε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ἀντιστράτηγον ἐν ἐνεργείᾳ κατὰ τὸ παλαιὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχα προτείνῃ κατὰ τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Τσαλδάρης, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην, μοῦ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν εἶχε οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ κάμῃ τὴν ζητουμένην δήλωσιν.
§81Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν μοῦ ἐκάματε τὰς προτάσεις αὐτὰς περὶ τῶν τριῶν λύσεων σᾶς εἶπα ὅτι χθὲς ὁ ἑλληνικὸς λαὸς μοῦ ἔδωκε τὴν πλειοψηφίαν. Δὲν δύναμαι ἀπέναντι τῆς θελήσεως αὐτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ προσφύγω εἰς λύσεις νόθους καὶ ἀντιτιθεμένας εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀναλάβω τὴν ἐξουσίαν μόνος καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δύναμαι νὰ ἀποκαταστήσω τὴν τάξιν. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι βέβαια τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, μπορεῖ σεῖς νὰ μοῦ τὸ ἐπροτείνατε ἀλλ’ εἶχα ὑπ’ ὄψει μου νὰ τὸ δώσω εἰς ἕνα ἐκ τῶν στρατηγῶν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν σᾶς τὸν ὠνόμασα μάλιστα, διότι ἐσκεπτόμην τὸν κ. Θ. Μανέτταν καὶ σᾶς εἶπα ὅτι ἐγὼ τὰ παλαιὰ ἐδήλωσα κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι δὲν τὰ ἐνθυμοῦμαι πλέον, ὄχι δὲν σκέπτομαι τι δι’ αὐτὰ ἀλλὰ δὲν τὰ ἐνθυμοῦμαι κἄν. Μάλιστα δὲ προσέθεσα ὅτι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἂν θελήσωμεν, δυνάμεθα καὶ ἤδη νὰ καταστείλωμεν πᾶσαν ἀνταρσίαν καὶ τότε σᾶς εἶπα, μάλιστα, σεῖς εἶσθε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη, ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον μοῦ ἔδωσαν αἱ χθεσιναὶ ἐκλογαί. Ἐὰν χρειάζεσθε τὴν βοήθειάν μου, σᾶς τὴν προσφέρω προθύμως νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν τάξιν διότι ἐνόμισα ὅτι ἐὰν ἤμην καὶ ἐγὼ μαζύ, ἐὰν ἔδιδα ὅ,τι εἶχα εἰς τὰ χέρια μου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν τάξιν καὶ τότε ἐκαλέσαμεν τὸν κ. Μανέτταν. (Χειροκροτήματα).
§82Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι δὲν μοῦ ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν ἐκεῖνος καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν. Δύναμαι μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον νὰ διαβεβαιώσω—ὄχι διότι φρονῶ ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐπίτηδες μεταβάλλει τὰ πράγματα, ἀλλὰ διότι δὲν τὰ ἐνθυμεῖται προδήλως καλὰ—ὅτι καμμία σκέψις δὲν ἐγένετο περὶ ἀναλήψεως τῆς ἀρχῆς ἐκ μέρους του ἀμέσως. Μάλιστα δὲν νομίζω ὅτι πλανῶμαι ὅταν λέγω ὅτι μοῦ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν εἶνε κἄν ἕτοιμος νὰ κάνῃ κυβέρνησιν ἀμέσως. Εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀναμένῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν συνεργατῶν του.
§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπα τοῦτο ὅτι ἐπειδὴ σήμερον δὲν εἶναι ἐδῶ οἱ συνεργάται μου, ἔχω εἰς τὸν νοῦν μου καὶ ἔχω ἀποφασίσει, σχηματίζων σήμερον Κυβέρνησιν νὰ προσλάβω ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἕνα ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν σᾶς τὸ εἶπα, ἤθελα τὸν κ. Θ. Μανέτταν. Διότι ἐγὼ πράγματι κατὰ νοῦν εἶχα νὰ προσλάβω τὸν κ. Θ. Μανέτταν μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχον ἐπαφὴν ἀπὸ τὴν προηγουμένην κυβέρνησιν καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἄνθρωποι εἴμεθα καὶ οἱ δύο, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπα θὰ τὰ ἐνθυμοῦμαι καλλίτερα ὅπως σεῖς τὰ ἰδικά σας.
§84Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν εἶπεν ἐκεῖνο, ποὺ ἰσχυρίζεται πὼς εἶπεν. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς δώσω τὴν πλέον ἐπίσημον διαβεβαίωσιν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην ἐγὼ ἦτο ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν ἤθελε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν ἀμέσως. Διότι δὲν ἦτο ἕτοιμος καὶ διότι ἔλειπον οἱ συνεργάται του, ἤθελε νὰ τεθῇ ἐκποδὼν ἡ ἐπανάστασις, καὶ πῶς ἤθελε νὰ τεθῇ ἐκ ποδῶν ἡ ἐπανάστασις; Δὲν μοῦ εἶπεν ὅτι ἀνελάμβανεν ἐκεῖνος νὰ θέσῃ ἐκποδὼν τὴν ἐπανάστασιν. Διότι τότε, Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἦτο ἐκ μέρους μου ἐγκληματικόν, ἐὰν μοῦ ἐπρότεινε νὰ ἀναλάβῃ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν κυβέρνησιν ἀφοῦ ἐγὼ εἶχα παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, νὰ μὴ εἴπω εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ἀφήσατε τὸν κ. Τσαλδάρην ............
§85Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς εἴπω διατὶ δὲν τὸ εἴπατε, διότι σεῖς εἴχατε τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ καταδίωξις τοῦ ἀντάρτου κατ’ ἐμὲ Πλαστήρα ἐκ μέρους μου θὰ ἦτο αἱματηρά. Καὶ σᾶς εἶπα: Θέλετε νὰ καλέσωμεν ἐδῶ τὸν κ. Μανέτταν καὶ τὸν κ. Ὀθωναῖον γιὰ νὰ δοῦμε ἐὰν ἠμποροῦμεν ἢ ὄχι....
§86Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐγὼ δὲν ἤθελα νὰ κάμω καταστολὴν αἱματηρὰν τῆς ἐπαναστάσεως. (Φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ψίθυρος ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας). Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν εἰς τοὺς φίλους του ἀλλὰ νὰ συστήσῃ τὰ ἴδια καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργούς του.
§87Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν εἴμεθα φαντάροι ἡμεῖς.
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γεννῶνται αὐταὶ αἱ διακοπαί.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄς διακόψωμεν ὀλίγον τὴν Συνεδρίασιν διὰ νὰ ἠρεμήσωμεν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν πέντε λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα Συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔχει τὸν λόγον.
§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅταν, κύριοι Βουλευταὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπέκρουσε καὶ τὰς τρεῖς λύσεις τὰς ὁποίας τοῦ προέτεινα, τότε ἠρώτησα αὐτὸν ποίαν προτείνει αὐτὸς λύσιν τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος μοῦ ἐδήλωσε τότε ὅτι πιστεύει ὅτι ὁ Διοικητὴς τοῦ Σώματος Στρατοῦ Ἀθηνῶν ἦτο εἰς θέσιν, ὡς ἐκ τῶν ὑπερτέρων δυνάμεων, ποὺ διέθετε νὰ ἀναγκάσῃ τὸν Στρατηγὸν Πλαστήραν νὰ ἀποστῇ τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος, χωρὶς βεβαίως αἱματοχυσίαν. Τότε ἐπρότεινα εἰς τὸν Ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ καλέσωμεν τὸν στρατηγὸν Μανέτταν, διὰ νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἦτο πραγματικῶς δυνατόν. Ἐκλήθη ὁ Στρατηγὸς Μανέττας—καὶ νομίζω μάλιστα ὅτι κατὰ σύμπτωσιν ἔτυχε νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ Προεδρικὸν Μέγαρον διότι ἦλθε πολὺ ταχέως. Ὅταν προσῆλθεν ὁ στρατηγὸς Μανέττας παρεκάλεσα τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ θέσῃ ἐκεῖνος τὸ ζήτημα εἰς τὸν στρατηγὸν Μανέτταν, διὰ νὰ εἶμαι βεβαιότερος ὅτι καλῶς ἐτέθη. Πράγματι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἔθεσε τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν στρατηγὸν Μανέτταν ὁ δὲ στρατηγὸς Μανέττας ἀπήντησεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ πολιτικὸς κόσμος εἶναι σύμφωνος ὅπως κατασταλῇ διὰ τῆς βίας τὸ κίνημα, τὸ Σῶμα Στρατοῦ θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν καταστολήν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ κατόπιν μάχης διότι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἦτο ὅτι τὸ Σῶμα ὡς διαθέτων τὴν μεγαλυτέραν δύναμιν ἐκείνης τὴν ὁποίαν διέθετεν ὁ Στρατηγὸς Πλαστήρας ἠδύνατο νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν Στρατηγὸν Πλαστήραν νὰ ἀποστῇ τοῦ κινήματος χωρὶς βέβαια νὰ γίνῃ καὶ μάχη. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν τοῦ στρατηγοῦ Μανέττα ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ ἕνα ἐρώτημα εἰς τὸν Στρατηγὸν Μανέτταν καὶ τὸν ἠρώτησα—μπορεῖτε νὰ εἶσθε βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων —διότι μᾶς εἶπεν ὅτι κατόπιν μάχης εἰμπορεῖ ὁ Πλαστήρας νὰ ἐξαναγκασθῇ νὰ φύγῃ. Καὶ ὁ στρατηγὸς Μανέττας, μᾶς εἶπεν ὅτι βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς εἰς τοιαύτας περιπτώσεις νὰ ἀποφανθῇ θετικῶς ὅτι ἡ ἐπιτυχία θὰ εἶναι πρὸς τὸ μέρος τῆς Συνταγματικῆς παρατάξεως. Δὲν πλανῶμαι, βεβαίως ὑποστηρίζων τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν μὲ ἀντικρούσῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι καὶ ὁ κ. Τσαλδάρης ἐπανέλαβε τότε ὅτι καὶ ἡ ἰδική του ἐπιθυμία ἦτο, εἰ δυνατόν, νὰ ἀποφευχθῇ ἡ αἱματοχυσία, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας τότε παρεμβὰς εἶπε: «Κύριοι, παρακαλῶ νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς σχετικάς μου ἱστορικὰς καὶ ἠθικὰς εὐθύνας, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι δὲν θὰ δεχθῶ λύσιν, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσῃ εἰς αἱματοχυσίαν, ἐφόσον τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ ἀποφευχθῇ». Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπεσύρθη τότε ἐκ τοῦ Προεδρικοῦ Μεγάρου, δηλῶν ὅτι καὶ ἐκεῖνος δὲν ἐδέχετο τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, τῶν Ἀντιστρατήγων, προσθέτων ὅμως συγχρόνως ὅταν τοῦ εἴπαμεν τὶ θέλετε νὰ κάμωμεν δὲν μᾶς μένει ἄλλη λύσις, προσθέτων ὅτι δὲν τὴν ἐγκρίνει βεβαίως, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπαναστατήσῃ κατὰ τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως. Ἐγὼ τῷ παρετήρησα ὅτι δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα διότι ἂν ἐκάμαμεν μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν καὶ τὸ πρωῒ ὁ Λαϊκὸς τύπος γράφει ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἦλθε διὰ νὰ παραμερισθῇ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Νομίζω ὅτι ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶπα τότε εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος «πολὺ καλὰ σεῖς δὲν ἐγκρίνετε αὐτὴν τὴν λύσιν, ἀλλὰ ἐμεῖς τέλος πάντων εἴμεθα περισσότερον ὑπεύθυνοι—ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐγὼ—καὶ νομίζω ὅτι δὲν μᾶς μένει ἄλλη λύσις παρὰ αὐτή ἡ Κυβέρνησις καὶ νομίζω ὅτι διὰ νὰ πάρῃ χαρακτῆρα ὑπηρεσιακὸν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο καλὸν νὰ περιληφθῶσι καὶ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἠρώτησα λ.χ. ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ποίους θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ λάβωμεν, καὶ νομίζω ὅτι μοῦ εἶπε νὰ βάλωμεν τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου κ. Μαυρουδῆν». Ὕστερα διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νομίζω ὅτι εὑρέθημεν σύμφωνοι, δὲν εἰξεύρω ἐὰν ἐγὼ τὸ εἶπον πρῶτον ἢ ἐκεῖνος, τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κ. Μαντζαβῖνον. Ὕστερα ἐπήγαμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας καὶ νομίζω ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶπεν ὅτι ὁ κ. Κορώνης θὰ ἦτο κατάλληλος καὶ οὕτω καθεξῆς. Τὸ λέγω αὐτὸ διὰ νὰ εἴπω ὅτι πράγματι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν ἠρέσκετο εἰς τὴν δοθεῖσαν λύσιν, ἀλλ’ οὔτε τὴν ἀπέκρουε καὶ ἤλθαμεν εἰς συνεννόησιν καὶ περὶ διαφόρων ἄλλων προσώπων, τὰ ὁποῖα, πλὴν τῶν στρατιωτικῶν, θὰ ἐλάμβανον μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν. Διότι μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, εἰσηγήθην εἰς τὸν κ. Ζαΐμην νὰ συγκροτήσῃ ἄνευ ἀναβολῆς τὴν Κυβέρνησιν συμφώνως πρὸς τὴν προταθεῖσαν πρώτην λύσιν μετὰ τῆς παρεμβολῆς καὶ ἄλλων προσώπων πολιτικῶν, δηλαδὴ ἀνωτέρων πολιτικῶν ὑπαλλήλων, καταβαλλομένης συγχρόνως κάθε προσπαθείας ὅπως πεισθῇ νὰ ἡγηθῇ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ὁ κ. Ὀθωναῖος. Ἀλλὰ χωρὶς ὅμως νὰ ματαιωθῇ ἡ λύσις αὐτὴ ἐκ τῆς τυχὸν ἐπιμονῆς τοῦ κ. Ὀθωναίου εἰς ἄονησίν του νὰ δεχθῇ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠδύνατο νὰ ἡγηθῇ αὐτῆς ὁ κ. Τσιμικάλης ἢ ἄλλος τις, νομίζω ὅτι ὁ κ. Τσιμικάλης εἶνε μετὰ τὸν κ. Ὀθωναῖον ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἀντιστρατήγων. Ἀλλὰ καθὼς ἔμαθα ἀργότερον ὁ κ. Ὀθωναῖος εἰδοποιηθεὶς ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον περὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας νὰ συγκροτήσῃ Κυβέρνησιν καὶ παρακληθεὶς νὰ βοηθήσῃ τὴν συγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως, μετέβη παρὰ τῷ Ἀρχηγῷ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διὰ νὰ τοῦ ἀνακοινώσῃ αὐτὰ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην του, ἐὰν εἶχεν ἀντιρρήσεις δηλαδὴ διὰ νὰ δεχθῇ. Ἐπειδὴ τελικῶς ἐδέχθη ὁ στρατηγὸς Ὀθωναῖος, συνήγαγον τὸ ὀρθόν, νομίζω, συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος συνῄνεσε.
§93Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρισκόμενος παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Δημοκρατίας ὁ κ. Ὀθωναῖος ἐτηλεφώνησεν εἰς τοῦ κ. Μαξίμου ὅτι ἔμαθεν ὅτι τὸν ἐζητοῦσα καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ μὲ ἴδῃ· ὅταν μὲ εἶδε μοῦ λέγει ὅτι «ἐγὼ δὲν θὰ σχηματίσω Κυβέρνησιν ἐὰν δὲν ἔχω τὴν γνώμην σας» καὶ τοῦ εἶπον «πηγαίνετε νὰ σχηματίσετε Κυβέρνησιν διὰ νὰ ξεμπερδεύωμε». Μοῦ εἶπε δὲ «νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ἐγὼ σχηματίζω Κυβέρνησιν ἐντελῶς προσωρινὴν καὶ ὁπότε μοῦ ζητήσετε νὰ παραδώσω τὴν Ἀρχὴν θὰ τὴν παραδώσω ἀμέσως». Ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον μὲ εἰδοποίησαν ὅτι κατέλαβε τὴν Ἀρχὴν ἡσύχως.
§94Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως θὰ κατορθώναμε παραμερίζοντες τὴν ἐπανάστασιν νὰ δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἀναδειχθεῖσαν πλειοψηφίαν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχήν. Περὶ ὥραν νομίζω 7,45′ ἐκλήθην εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅπου ὡρκίσθη ἐπὶ παρουσίᾳ μου ὁ κ. Ὀθωναῖος ὡς ἀρχηγὸς τῆς νέας Κυβερνήσεως καὶ μετ’ ὀλίγον ὡρκίσθησαν καὶ τὰ λοιπὰ μέλη αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἡ ἀκριβὴς ἔκθεσις τῶν γεγονότων ἀπὸ τῆς 2ας πρωϊνῆς ὥρας τῆς 6ης Μαρτίου μέχρι τῆς 7¾ ὅτε συνεκροτήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὀθωναίου ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἀντιστρατήγων. Ἐὰν ἐλάβατε τὴν περιέργειαν νὰ ἀναγνώσατε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν εἰσάγοντος ἐνώπιον τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου τὴν σχηματισθεῖσαν δικογραφίαν τῆς ἀνακρίσεως, διότι ἐθεώρει αὐτὴν συμπληρωθεῖσαν ἤδη ὡς πρὸς ἱκανοὺς ἐκ τῶν κατηγορουμένων καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτει τὸν χωρισμὸν τῆς δίκης ὡς πρὸς αὐτοὺς, ἐὰν λοιπὸν εἴχατε τὴν περιέργειαν νὰ ἀναγνώσετε τὴν πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἐπίσημον κρίσιν τῶν γεγονότων τῆς 6ης Μαρτίου, θὰ ἴδετε ὅτι συμπίπτει, ἡ πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὴν κυβερνητικήν μου ἐνέργειαν ἀκριβῶς εἰς ὅλην τὴν γραμμὴν μὲ τὴν διήγησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα σήμερα. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς προγραμματικάς του δηλώσεις μὲ κατηγόρησεν ὅτι ἐτήρησα παθητικὴν στάσιν. Πρέπει ἴσως νὰ ἐξηγηθῶμεν ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῆς λέξεως, παθητικὴ στάσις. Ἐννοεῖ τὶ διὰ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὅτι ἐγὼ, ὅταν ἐξεδηλώθη τὸ κίνημα, ἠδιαφόρησα καὶ ἄφισα τὰ πράγματα νὰ ἐξελίσσωνται κατὰ τύχην; Δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν ἀποδίδει εἰς τὴν λέξιν παθητικὴ στάσις καὶ νομίζω μᾶλλον ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅταν ἔκαμε τὰς προγραμματικάς του δηλώσεις εἶχε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν θὰ ἐγίνετο τὸ κίνημα ἄν ἐγὼ ἀντὶ τῶν συζητήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα μὲ τὸν στρατ. Πλαστήραν διέτασσα τὴν σύλληψιν τούτου εἰς τὸ σπῆτι μου. Αὐτὸ ὅμως δὲν πιστεύω νὰ τὸ ἐσκέφθη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος· ἐὰν ἐδήλουν εἰς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν ὅτι δὲν κάμω συζητήσεις καὶ τοῦ ἔλεγον ὅτι «αὐτὸ ποὺ κάμεις εἶναι κακόν, ἄκου ἐδῶ, ἐὰν κάνῃς κίνημα, ἐγὼ θὰ τεθῶ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ μέρους τοῦ στρατοῦ, ποὺ μένει πιστὸν καὶ θὰ σὲ συντρίψω». Νομίζω ὅτι μᾶλλον αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον μὲ κατηγορεῖ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἀλλά, κύριοι, εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ἔχω νὰ ἀπαντήσω ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω εἰς τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν ὅτι θὰ τὸν συνέτριβον, εἶναι ἀδύνατον ὄχι ἁπλῶς διὰ ψυχολογικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἀρκετὰ σημαντικοί, ἀλλὰ διότι δὲν εἶμαι συνειθισμένος νὰ ψεύδωμαι, ἐφόσον δὲ ἀπόφασίς μου ἦτο νὰ μὴ συγκρουσθῶ μὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήρα, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ζητῆτε ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν ἀπειλήσω ὅτι θὰ συγκρουσθῶ μαζύ του. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κατηγορῆτε ὅτι δὲν μετῆλθον αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τῆς αἱματοχυσίας ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κατηγορῆτε ὅτι δὲν ἠπείλησα τὸν στρατηγόν. Βέβαια μὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐθνικοῦ ριζοσπαστικοῦ κόμματος ἤλθομεν εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς εἰς μίαν ἀντίθεσιν ὀξεῖαν καὶ λυπηράν, καὶ ἀντηλλάξαμεν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, κακὰ λόγια. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε, ὅπως τοὐλάχιστον ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐὰν τὸ κυβερνῶν κόμμα ἐξήρχετο τῶν ἐκλογῶν μὲ πλειονοψηφίαν ἐπειδὴ θὰ θεωρῇ ἐκεῖνος ὅτι ἡ πλειονοψηφία αὐτὴ ἦτο νόθος θὰ ἐπαναστατήσῃ κατὰ τοῦ κόμματος αὐτοῦ, καὶ τότε ἀπήντησα ἐγὼ μὲν πολλήν μου λύπην......
§95Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ κάμω μίαν διασάφησιν, διότι μία πεπλανημένη ἀντίληψις γενικώτερα ἐπεκράτησε διὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ λόγου μου ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ὅταν ὡμίλησα εἰς Θεσσαλονίκην δὲν ἠννόουν ὅτι θὰ κάμω ἀμέσως ἐπανάστασιν, καὶ ἔν τινι μέτρῳ εὑρῆκα τὸν μπελάν μου, διότι ὁ λαὸς μοῦ ἔλεγε, τὶ κάθεσαι καὶ δὲν κάνεις; Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κάμνουσα ἐκλογικοὺς νόμους ὅπως θέλει, ἐνεργοῦσα αὐτὴ πάντοτε ἐκλογάς, μὴ θέλουσα καὶ μετὰ τὴν τελευταίαν κυβερνητικὴν μεταβολὴν νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ ἀπὸ οὐδετέραν Κυβέρνησιν, ἀσεβεῖ πρὸς τὸ πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας, τὸ ὁποῖον εἶνε πολίτευμα Δικαιοσύνης· καὶ ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις νὰ μὴ μᾶς ἀφήνουν νὰ πάρωμε τὴν ἐξουσίαν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὁδηγήσωμεν τὸν λαὸν εἰς ἐπανάστασιν, διὰ νὰ γράψῃ διὰ τοῦ αἵματός του τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῶν δικαιωμάτων του καὶ τῶν ἐλευθεριῶν του. Ἠννόουν νὰ τὴν παρασκευάσω τὴν ἐπανάστασιν καὶ νὰ τὴν κάμω, ὅταν ὁ λαὸς αὐτὸς θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὴν κάμῃ καὶ θὰ ἦτο ἀποφασισμένος νὰ χύσῃ καὶ τὸ αἷμα 50.000 λαοῦ, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν συνείδησιν τῆς ἀξίας τῶν ἐλευθεριῶν του καὶ τῶν δικαιωμάτων του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§96Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ καλυτέρα ἀπόδειξις, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐκλογῶν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεώς μου θὰ ἠμπόδιζε τοὺς ἀντιπάλους μου νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἀρχήν, ἡ καλυτέρα ἀπόδειξις ὅτι αὐταὶ αἱ κατηγορίαι δὲν ἦσαν βάσιμοι καὶ κακῶς εἶχε τὴν ὑποψίαν αὐτὴν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν καὶ τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920.
§97Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶχον ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπω αὐτὸ διὰ ν’ ἀποκτήσῃ θάρρος ὁ λαός.
§98Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λοιπὸν ἦτο φυσικὸν καὶ ἐγὼ ν’ ἀπαντήσω ὅτι «μὴ φοβεῖσθε, Κύριοι, ἐὰν ἐπιχειρήσῃ κανεὶς τὴν ἐπιοῦσαν τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὰς ὁποίας ὁ λαὸς θὰ ἀποφανθῇ περὶ ἡμῶν, νὰ ἐπαναστατήσῃ, βεβαίως θὰ κτυπήσῃ τὸ κεφάλι του ἐκεῖνος». Δὲν τὸ εἶπα μάλιστα προσωπικῶς διὰ τὸν στρατηγὸν Κονδύλην, βεβαίως τὸ πρᾶγμα ἐκεῖνον ἀφεώρα, ἀλλὰ δὲν τὸ εἶπον προσωπικῶς. Ὅποιος ἐπιχειρήσῃ νὰ κάμῃ ἐπανάστασιν θὰ κτυπήσῃ τὸ κεφάλι του. Τώρα μοῦ γίνεται ἡ παρατήρησις ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ τοὺς Κυρίους Βουλευτάς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, «κύτταξε σέ ποίαν ἀντίφασιν εὑρέθη ὁ κ. Βενιζέλος, ἐνῷ ἦτο ἀποφασισμένος νὰ κτυπήσῃ, ἐν τούτοις, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὰς ἐκλογάς, μὲ τὸν Πλαστήραν ἐπῆγε νὰ κάμῃ κίνημα, ἐπανάστασιν, δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ κτυπήσῃ τὸν Πλαστήραν, ὅταν αὐτὸς ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ κίνημα». Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι Βουλευταί, νομίζετε ὅτι ὑπάρχει ὁμοιότης τῶν δύο περιπτώσεων; Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν θὰ εἶχον ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐστρέφετο κατ’ ἐμοῦ, ζητοῦσα νὰ μὲ ἐξώσῃ τῆς ἐξουσίας τὴν ἐπιοῦσαν τῶν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπέβαινον ὑπὲρ ἐμοῦ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν, εἶχον ἕνα πρώην στρατηγόν, τοῦ ὁποίου τὸ πνεῦμα, ὅπως δυστυχῶς δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅλων τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τῶν περισσοτέρων, τῶν πλείστων, εἶνε, ὡς ἐκ τῆς μορφώσεώς των, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὠργανωμένον, ὥστε νὰ πιστεύουν ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα δύνανται νὰ λυθοῦν μὲ μιὰ σπαθιά, ὡς ὁ Γόρδιος δεσμός, εἶχον λοιπὸν ἕνα στρατηγὸν ἐπαναστάτην, ὅπως μὲ κατηγόρησαν, ὁ ὁποῖος προσέφερεν ὑπηρεσίας μεγάλας εἰς τὸν τόπον... (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι, ἀντεγκλήσεις ἐκ τῆς δεξιᾶς, ὁ κ. Βενιζέλος κατέρχεται τοῦ Βήματος).
§99Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν, κατόπιν προηγουμένης συνεννοήσεως ἐμοῦ, ὡς Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν μελῶν τοῦ κόμματος, ὅπως ἡ συζήτησις διεξαχθῇ ἐν πάσῃ γαλήνῃ καὶ τάξει καὶ μὲ ὅλον τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν ἀπέναντι τοῦ προσώπου τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγὼ οὔτε τὸ κόμμα τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι, ἔχει λόγον νὰ διάκηται ἐχθρικῶς. Ἀλλὰ ὁ σεβασμὸς οὗτος ὑποτίθεται ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀμοιβαῖος (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς)· Καὶ δὲν εἶνε δυνατὸν ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων νὰ λέγηται ὅτι ἕνας ἀντάρτης, ἀκούων εἰς τὸ ὄνομα Πλαστήρας (θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶνε δυνατὸν, λέγω, παρὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων νὰ λησμονῆται, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐτουφέκισεν ἕξ μεγάλους πολιτικοὺς καὶ νὰ λέγηται ὅτι προσέφερεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ὅταν αὐτὸς εἶνε ὁ αὐτουργὸς τοῦ φόνου τῶν ἕξ πατριωτῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἄν θέλετε νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν γαλήνην εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ἀγαθῶν τῆς Χώρας, παύσατε νὰ ἀναμιγνύητε ὅ, τι μᾶς θίγει τόσον καιρίως τὰ αἰσθήματά μας. Μὴ ἀναμιμνήσκεσθε τὰς κατὰ τὸ παρελθὸν πράξεις τοῦ ἀντάρτου τῆς 6ης Μαρτίου. Γνωρίζετε πόσον δὲν ἤθελον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὐτή ἀπόψε καὶ ὅτι ἐγενόμην κακὸς μεθ’ ὡρισμένων ἐκ τῶν φίλων μου. Προσεπάθησα νὰ ἀποφύγω τὴν συζήτησιν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ ἡ συζήτησις ἑκουσίως ἢ ἀκουσίως, νὰ ἀναχθῇ εἰς τὸ παρελθόν. Πάντως ἠξεύρω ὅτι ἔχω ζωηροὺς φίλους, οἱ ὁποῖοι εἶνε φυσικὸν νὰ ἐρεθίζωνται ἐκ τοιούτων ἀφορμῶν. Δὲν ἐπίστευον ὅμως ὅτι τὴν αἰτίαν τοῦ ἐρεθισμοῦ θὰ τὴν ἔδιδεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Θὰ παρακαλέσω, χάριν αὐτοῦ τοῦ τόπου, πρὸς τὸν ὁποῖον κοινὰς ἔχομεν ὑποχρεώσεις καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ὑφιστάμεθα τὰς θυσίας, νὰ παύσουν αὐτοὶ οἱ ὑπαινιγμοὶ καὶ νὰ ἀφίσωμε τὴν διεξαγωγήν τῆς συζητήσεως, τὴν ἀφορῶσαν τὸ κακὸν ἐκεῖνο παρελθόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐχώρησεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν γενομένην πρόκλησιν ἐξ ἧς προῆλθεν ὁ θόρυβος. Ἐλπίζω ὅτι θὰ σεβασθῆτε, ὄχι ἡμᾶς, δὲν σᾶς ζητῶ τίποτε δι’ ἡμᾶς, ξεύρω νὰ ὑπερασπίζω τὸν ἑαυτόν μου, ὅταν τυχὸν προσβάλεται, ἀλλὰ νὰ σεβασθῆτε τὸν τόπον αὐτόν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἂν εἶνε ἀποφασισμένος νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου μου, τὴν πλήρη, τὴν ἀπόλυτον εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω δικαίωμα καὶ ὡς Ἀρχηγὸς ἑνὸς κόμματος καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς ἀπολογούμενος τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐναντίον δεινῆς κατηγορίας, ποὺ μοῦ ἀπευθύνεται. Μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω, βεβαίως δὲν θὰ δεχθῶ νὰ μοῦ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ νὰ ὑποβληθῶ εἰς λογοκρισίαν. Ἔχω βαθεῖαν συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν μου, ὥστε νὰ μὴ ὑποτεθῇ κἄν, ὅτι καταχρῶμαι τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ὅλη ἡ ἀγόρευσίς μου ἕως τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ἦτο προκλητική. Εὑρεθεὶς ἐνώπιον μιᾶς τοιαύτης κατηγορίας τοῦ Κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, διετήρησα ὅλην τὴν ψυχραιμίαν μου, ἀλλὰ δὲν θὰ δεχθῶ ποτέ νὰ ἐμποδισθῶ ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας εἰς τὸ παρελθὸν προσέφερεν ὑπηρεσίας.... (Θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς. Ἐν μέσῳ τοῦ θορύβου, ὁ κ. Τσαλδάρης μετὰ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀποχωρεῖ).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 5 μ.μ.