1932.11.12
5,363 rows · 44,732 words · 296 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4η
ΣΑΒΒΑΤΟΝ 12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1932
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καφαντάρης.
§3Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς ὀλίγα μόνον σημεῖα αἱ προγραμματικαὶ τῆς Κυβερνήσεως δηλώσεις ἐπεξετάθησαν, προκειμένου περὶ τῶν σπουδαίων προβλημάτων καὶ δὴ τοῦ σπουδαιοτέρου ἐξ αὐτῶν, τοῦ οἰκονομικοῦ εἰς μνείαν συγκεκριμένων ἀποφάσεων καὶ μέτρων. Μεταξὺ τῶν σημείων τούτων δύο εἶναι, νομίζω, τὰ κυριώτερα, ἡ μελετωμένη συγχώνευσις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἡ παραχώρησις τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν Κρατικῶν Σιδηροδρόμων καὶ τῆς Ὑπηρεσίας τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγραφείων εἰς ἰδιωτικὰς Ἑταιρείας. Μετὰ λύπης εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὅτι, καὶ πρὰς τὰ δύο ταῦτα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως διαφωνῶ ἄρδην, θεωρῶν, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ ἀμιγοῦς ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος θὰ σημειώσῃ ἐπικίνδυνον ὀπισθοδρόμησιν τῆς πιστωτικῆς ἡμῶν ὀργανώσεως, καὶ ἡ παραχώρησις τῶν Κρατικῶν Σιδηροδρόμων καὶ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγραφείων εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις θὰ ἀφαιρέσῃ οὕτω, οὐδεμιᾶς ἀξίας λόγου ὠφελείας διὰ τὸ Κράτος, τὴν ἀνωτέραν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀντίληψιν ἀπὸ λειτουργίας, ἀρρήκτως συνδεδεμένας πρὸς τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν τῆς Χώρας πρόοδον. Ἄλλο σημεῖον, ἐφ’ οὗ σαφῶς διετυπώθησαν αἱ ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὸ σημεῖον τὸ ἀφορῶν τὴν ἀποζημίωσιν τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται ὅτι θὰ ἐπιδιώξῃ κατὰ πάντα τρόπον ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοὺς ὑποστάντας ζημίας ἐκ τῆς δραχμοποιήσεως τῶν καταθέσεων. Εὐχὴ παντὸς Ἕλληνος καὶ ἰδική μου βεβαίως, εἶναι νὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος εἰς θέσιν νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς ζημίας ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπλήγησαν ἐκ τῶν ληφθέντων, κατ’ ἀνάγκην αὐθαιρέτων κατὰ παντὸς μέτρων του. Θὰ ἤθελον οὐχ ἧττον νὰ γνωρίζω, ποῖον εἶναι τὸ ποσόν, εἰς ὃ ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀνέρχεται τὸ σύνολον τῶν ζημιῶν τούτων, καὶ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον κατὰ τὸ ὁποῖον φρονεῖ ὅτι θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ χορήγησις τῶν ἀποζημιώσεων, ὅπως μὴ γεννῶμεν ἀδίκως ματαίας εἰς τὸν κόσμον ἐλπίδας. Κατὰ τὰ λοιπὰ σημεῖα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, αἱ κυβερνητικαὶ δηλώσεις περιωρίσθησαν εἰς ἀπόψεις γενικωτάτας περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καταπολεμήσεως τῆς ἀνεργίας, ἐφαρμογῆς μέτρων αὐστηρᾶς περισυλλογῆς καὶ ριζικῶν οἰκονομιῶν, ἀπόψεις, δηλαδή, ὁμοίας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται σήμερον εἰς τὰ χείλη πάντων. Τούτων ὅμως ἡ πρακτικὴ ἀξία θέλει κριθῆ, ὅταν εἰσέλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐφαρμογῆς, ἥτις, δυστυχῶς, ὡς εἶναι γνωστόν, πόρρω ἀπέχει ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἀπὸ τὴν θεωρίαν. Δὲν θέλω λέγων τοῦτο, νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἀτόπως περιορισθεῖσαν εἰς γενικὰς μόνον κατευθύνσεις· τοὐναντίον θεωρῶ, ὅτι ὑπῆρξε μέτρον φρονήσεως ἐκ μέρους αὐτῆς νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς λῆψιν καὶ ἀναγγελίαν σπασμωδικῶν ἀποφάσεων προτοῦ ὑποβάλῃ εἰς τὴν βάσανον τῶν ἐπισήμων στοιχείων τὸ σύστημα ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναμφιβόλως ὑπ’ ὄψει του τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ πρὸ τῆς ἀναλήψεως τῆς Ἀρχῆς διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ ἐξηγήσω, ὅτι ἐπὶ τῶν λοιπῶν σημείων δὲν ἀνοίγεται σήμερον στάδιον εὐρείας πολιτικῆς συζητήσεως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἐπιφυλαχθῶμεν κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐκφέρωμεν λεπτομερῶς τὴν γνώμην μας, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, παρασκευάζουσα τὴν ἐργασίαν αὐτῆς, θέλει φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν σειρὰν τῶν νομοσχεδίων της. Θὰ ἀρκεσθῶ ἑπομένως εἰς τὸ νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινὰς ἢ ἀκριβέστερον νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν οἰκονομιῶν, ἐξηγήσεις, τῶν ὁποίων μία μὲ ἀφορᾷ προσωπικῶς. Ὁ ἀξιότιμος Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἀνακοινώσεις του γενομένας πρὸς τὸν τύπον, εὐθὺς μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, προκειμένου περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς συνεχοῦς τῶν δαπανῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, διατί γίνονται αὗται. Βεβαιώνει δηλαδὴ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1926 ἐτηρήθη μία πολιτικὴ ἀντίστροφος πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς περισυλλογῆς, καὶ ὅτι ἑπομένως, καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1927–1928, ἐσημείωσεν αὔξησιν δαπανῶν, καὶ αὔξησιν μάλιστα ἀδικαιολόγητον. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ποῖον ποσὸν ἀναβιβάζει τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τὴν παρατηρηθεῖσαν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1927–1928, καὶ θὰ ἤθελον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ ἔχω εἰ δυνατὸν ἄμεσον ἀπάντησιν.
§4Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔθιξα ζήτημα 1927–1928. Ἔθιξα τὸ ζήτημα ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα, ὅτι δηλαδὴ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων αὐτῶν, ἡ ὁποία φυσικὰ ἐν τῷ μεταξὺ ἐβάδισε πρὸς τὰ ἄνω, θὰ ἐδημιούργει τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Δὲν ὡμίλησα ἐπακριβῶς, συγκεκριμένως, διὰ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν 27–28. Ὡμίλησα γενικῶς διὰ τὴν πενταετίαν ἀπὸ τὸ 26–27 ἕως 31– 32. Καὶ ἔχω ἐδῶ συγκεκριμένον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ηὐξήθησαν κατὰ 8.500 περίπου...
§5Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πότε ηὐξήθησαν κατὰ 8.500;
§6Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν)... ἐν τῷ συνόλῳ.
§7Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Ὑφυπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων συμβαίνει νὰ εὑρίσκωνται οἱ παρακαθήμενοι τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὴ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς ἐν ἀλληλεγγύῃ πρὸς ἡμᾶς, τὴν ὁποίαν χωρὶς νὰ τὴν ἐπικαλοῦμαι, ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ τὴν διασπάσουν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Θὰ ἐδεχόμην ἄλλως τε εὐχαρίστως καὶ τὴν διάσπασιν. Ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων βαρύνει ὁλόκληρον τὴν οἰκουμενικήν, καὶ ὑπῆρξε πρᾶξις ἐξαιρετικῆς ὠφελιμότητος. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ὁμιλεῖτε ἐνταῦθα περὶ τῶν ἐσόδων.
§8Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῶν ἐσόδων ὁμιλῶ.
§9Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς τὸ γράμμα τῶν δηλώσεών σας εἶναι τελείως ἀντίθετον, διότι λέγετε: «Σχετικὴν συζήτησιν περὶ οἰκονομικῶν ἔσχομεν κατὰ τὸ 1926, ἐὰν δὲ ἔκτοτε ἐφηρμόζετο πρόγραμμα περισυλλογῆς, ἀσφαλῶς σήμερον τὰ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ προβλήματα θὰ ἦσαν εὐχερέστερα. Βαδίσαντες ὅμως τὴν ἀντίστροφον ὁδὸν.......», ὁδὸν ἑπομένως αὐξήσεως δαπανῶν.
§10Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν περιορίζομαι εἰς τὴν χρῆσιν 1926–27.
§11Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω κ. Ὑφυπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου νὰ προβαίνητε εἰς δηλώσεις ἀπὸ τῆς ὑπευθύνου θέσεώς σας, νὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ δίδητε προσοχὴν μεγαλειτέραν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν στοιχείων, διὰ νὰ μὴ διοχετεύωνται εἰς τὸ κοινὸν ἐπίσημοι ἀνακρίβειαι, ἀνώδυνοι σήμερον, ἐνδεχομένως ὅμως λίαν ἐπικίνδυνοι αὔριον.
§12Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Οὐδέποτε ἔκαμον ἀνακριβεῖς δηλώσεις. Αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἐξηκριβωμέναι, καὶ ἡ ἔννοιά μου εἶναι, ὅτι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ 1927–28, ἀλλὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῶν τελευταίων πέντε ἐτῶν.
§13Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κρίνοντες, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, παρεμβάλλετε μίαν δημοσίευσιν γενομένην εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο κατ’ ἀρχὴν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τακτικόν.
§14Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατί;
§15Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι δὲν εἶναι τακτικὸν νὰ λαμβάνητε πληροφορίας τῶν ἐφημερίδων καὶ νὰ ἔρχεσθε νὰ ὁμιλῆτε εἰς τὴν Βουλήν..............
§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφοῦ δὲν διεψεύσθησαν;
§17Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικῶς ὀρθὸν νὰ φέρετε τοιαῦτα ζητήματα εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ μίαν δημοσίευσιν τῶν ἐφημερίδων, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶναι καὶ σύμφωνος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑφυπουργός. Ἐὰν ἠκολουθεῖτο αὐτὴ ἡ τακτική, τὸ Κοινοβούλιον τότε θὰ ἐπερίττευεν. Ἐπειδὴ ὅμως ἀνεμίξατε, ἐσχετίσατε τὸ ζήτημα μὲ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἧς συμμετεῖχε βεβαίως τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὁποῖος τότε συνετάχθη, ἐγένετο δεκτὸς ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Κατόπιν ἐγὼ ἀπεχώρησα. Τοῦτο βέβαια δὲν σημαίνει τίποτε ὅσον ἀφορᾷ τὸν καταρτισθέντα προϋπολογισμόν, σεῖς δὲ ἔκτοτε, ὄχι βεβαίως κατὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξηκολουθήσατε τὴν ἰδικήν σας Κυβέρνησιν, κατεκρίνατε τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, καὶ εἰς τοῦτο συμφωνοῦμεν. Κατακρίνω καὶ ἐγὼ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις. Εἶπον δέ, κατ’ ἐπανάληψιν ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἡ μέθοδος τῶν περισσευμάτων δημιουργεῖ δαπάνας, διότι, ὅταν μία Κυβέρνησις χειρίζεται ἕνα προϋπολογισμὸν μὲ ἄφθονα τὰ ἔσοδα, εὐκολώτερον ἐπεκτείνεται εἰς δαπάνας. Διότι εἶναι φυσικόν, πῶς τὸ θέλετε, ἕκαστος τῶν κ. Ὑπουργῶν μιᾶς τοιαύτης Κυβερνήσεως νὰ ἐπιθυμῇ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀναδειχθῇ περισσότερον ἀπὸ ἔργα τὰ ὁποῖα θὰ κατασκευάσῃ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας του καὶ δαπανᾷ περισσότερον. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι προϋπολογισμοὶ οἱ ὁποῖοι συντάσσονται μὲ ἄφθονα περισσεύματα, ἄγουσιν ὄχι εἰς οἰκονομίας ἀλλ’ εἰς σπατάλας. Ἀλλὰ τώρα δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ κατηγορίας τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ, ὅτι εἶπεν ὅτι δὲν ἐγένοντο οἰκονομίαι. Μὰ μήπως σεῖς δὲν εἴπετε κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι δὲν ἐγένοντο οἰκονομίαι; Τίνα σχέσιν ἔχει αὐτὸ μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε; Ἦτο ἡ ἐξέλιξις τῆς καταστάσεως τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀγάγῃ εἰς πολλὰς δαπάνας. Καὶ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν τὴν ὁποίαν εἶχε νὰ κάμῃ οἰκονομίας, δὲν ἔπραξε τοῦτο, διότι ὠθεῖτο ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναπτύξῃ ἕνα μεγαλύτερον πολιτισμὸν εἰς τὸν τόπον, καὶ ἐπεδόθη εἰς δαπάνας τὰς ὁποίας σήμερον, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν στενόχωρον θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία καὶ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τὰς θεωρεῖ πολυτελεῖς. Δὲν ἐπεκράτησε δυστυχῶς τότε, καὶ δὲν ἐπικρατεῖ πάντοτε εἰς περιστάσεις περισσευμάτων ἡ συναίσθησις τοῦ μέλλοντος, καὶ ἀνέλαβεν αὕτη τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, τὰ ὁποῖα σήμερον εἴμεθα ἠναγκασμένοι, εἴτε νὰ τὰ ἐγκαταλείψωμεν τελείως, εἴτε νὰ τὰ ἀφήσωμεν ἡμιτελῆ.
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐρύνεται ἡ συζήτησις πολὺ νομίζω.
§19Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, δὲν ὤφειλε νὰ ἀναμίξῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καλύτερον θὰ ἔκαμνε ἐὰν περιωρίζετο ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ εἴπῃ τὰς ἀντιρρήσεις του, τὰς ὁποίας ἔχει.
§20Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐπακριβῶς τί ἐδήλωσα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἔλαβον ὡς ἀφετηρίαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προηγουμένου ἔτους τῆς σταθεροποιήσεως. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ ἀπαρχὴ τῶν γενομένων ἐπὶ πλέον δαπανῶν ὠφείλετο εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς φορολογικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἄρχεται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτόν. Δὲν ἤθελα τότε νὰ εἴπω, οὔτε μοῦ φαίνεται ὅτι ἐπαναλαμβάνεται ἐκεῖ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι προϋπολογισμὸς μὲ ηὐξημένας δαπάνας, διότι ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὑπῆρχεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν αἱματηρῶν οἰκονομιῶν. Λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν κανεὶς νὰ προϋποθέσῃ, ὅτι τὸ ἔτος αὐτό, ἦτο ἔτος σπατάλης, ἀλλὰ λόγῳ τῶν μεγάλων πλεονασμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον, δὲν ἐφαίνοντο ταῦτα ὡς δημιουργία μεγάλων δαπανῶν.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη ἀπὸ τῆς θέσεώς του νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς μαθήματα κοινοβουλευτικῆς τάξεως, κρούσας μάλιστα τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, συνεπείᾳ τῆς ἐκ τῶν κεκανονισμένων δῆθεν παρεκκλίσεώς μου. Ἔχω πράγματι ἀρκετὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν διὰ νὰ δικαιοῦμαι νὰ ἰσχυρίζωμαι ὅτι εἶναι τελείως ἀβάσιμος ἡ ἔνστασις τοῦ ἀπαραδέκτου, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐναντίον τῆς παρεμβολῆς εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις ζητήματος, τελείως πρὸς αὐτὰς συναφοῦς. Ὑποχρέωσις τῶν ὁμιλούντων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως περιορίζωνται ἐντὸς τῶν ὁρίων, στενῶς καθωρισμένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑφίσταται. Δικαιοῦνται οἱ ὁμιλοῦντες νὰ ἀρύωνται τὰ στοιχεῖα τῶν συλλογισμῶν των ἐξ ὅλων τῶν αὐθεντικῶν δεδομένων, ἐπίσημα δὲ ὅσον καὶ ἐπακριβῆ εἶναι καὶ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχονται ὡς δηλώσεις, μὴ διαψευσθεῖσαι, τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἃς ἀναληθῶς λέγεται ὅτι ἀπὸ τοῦ 1926 ἠκολουθήθη ἡ πολιτικὴ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, κατηγορία εἰς ἣν περιλαμβάνεται καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1927–28. Ἦτο περιττὸν νὰ ὑπομνήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐμὲ ποῖος κίνδυνος ἔγκειται ἐκ τῆς συσσωρεύσεως περισσευμάτων. Ὅσα εἶπε σήμερον, δὲν εἶναι ἢ ἐπανάληψις ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρῶτος ἐγὼ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν διεκήρυξα, ἰσχυρισθεὶς ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ πολιτικὴ τῶν μεγάλων περισσευμάτων, ὡς ἐξωθοῦσα εἰς σπατάλας. Ἐξήγησα ὅμως ἐν ταὐτῷ πλειστάκις ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1927–28, μὴ ἔχουσα ἀσφαλῆ δεδομένα διὰ τὰς προβλέψεις της καὶ ἠναγκασμένη νὰ ἀποβλέπῃ εἰς ἑδραιοτέραν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ἰσορρόπησιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσμετρήσῃ μετὰ τῆς ἀπολύτου ἀκριβείας τὰς μελλούσας εἰσπράξεις, κατὰ τρόπον προφυλάσσοντα καὶ ἀπὸ τῶν ἐλλειμμάτων καὶ ἀπὸ τῶν μεγάλων περισσευμάτων. Τὰ περισσεύματα δὲν ἔβλαψαν τὸν τόπον. Ἡ παρεμβολὴ τῆς χρήσεως τοῦ 1927–28 εἶναι ἄλλως τε συναφὴς πρὸς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις καὶ κατὰ τοῦτο δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1927–28 ἐπέτυχε τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἐνῷ τὰ ἔξοδα τοῦ 1926–27 εἶχον ἀνέλθει, ἀφαιρουμένων τῶν λογιστικῶν, εἰς 8.449 ἑκ., τὰ ἔξοδα τοῦ 1927–28, συμψηφιστικῶν τοιούτων, περιωρίσθησαν εἰς 8393 ἑκ., ἤτοι κάτω τῶν ἐξόδων τοῦ 1926–27.
§22Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθ.). Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτά.
§23Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ἔχει φαίνεται ὁ πρωθυπουργικὸς θῶκος. Ὅταν κάθηται κανεὶς εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, νὰ μὴ ἀφήνῃ ἄλλους νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ θέτῃ ἐκποδὼν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς....
§24Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθ.). Κύριε Πρόεδρε, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ μεγαλύτερον κόμμα ἀνεγνώρισε τὴν οἰκονομικήν σας ἱκανότητα καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην ἐδῶ νὰ σᾶς τὸ εἴπω.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. .. καὶ νὰ ρυθμίζῃ ἀκόμη καὶ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀντιπάλων του. Ἔλεγον λοιπόν, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὴν χρῆσιν 1927–1928 προσετέθησαν δαπάναι μὴ ἀνήκουσαι ποσῶς εἰς αὐτήν, 423 ὅλων ἑκατομμυρίων ἀναληφθέντων παρ’ ἐμοῦ πρὸς ἀνακούφισιν μόνον τῶν μεταγενεστέρων χρήσεων, βλέπομεν ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1927–28 περιορίζονται εἰς 7.970 ἑκατομμύρια ἤτοι 479 ὅλα ἑκατομμύρια κάτω τοῦ 1926–27. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἀκόμη ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν εἴχομεν ἡμεῖς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν μόνον τὰς δαπάνας τοῦ 1926– 1927, ἀλλ’ εἴχομεν ἐπίσης νὰ καλύψωμεν καὶ ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις παρὰ τοῦ προκατόχου μας, δεσμευτικὰς δι’ ἡμᾶς, ἑνὸς δισεκατομμυρίου δρχ. τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζει τὰς ἐπιτευχθείσας κατὰ τὸ 1927–28 οἰκονομίας εἰς 1300 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Θὰ ἤμην ἀπολύτως εὐτυχὴς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀναλαβοῦσα ἤδη τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως, ἤθελε καταλήξει εἰς ἀποτέλεσμα παρόμοιον. Διότι εἶναι κοινὴ ὅλων ἡμῶν ἡ ἀναγνώρισις ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἄσπλαγχνος οὕτως εἰπεῖν περικοπὴ τῶν δημοσίων ἐξόδων. Ἀλλὰ εἰς πόσον ποσὸν ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ ἀνέλθουν, ἂν ὄχι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀλλὰ διὰ τὸν προσεχῆ προϋπολογισμὸν αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους; Τὸ ἔλλειμμα τῆς τρεχούσης χρήσεως ὑπελογίσθη χθὲς ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς 700 ἑκατομμ. δραχ., ὅσον περίπου τὸ εἶχον ὑπολογίσει καὶ ἐγὼ πρὸ ἀρκετῶν ἑβδομάδων. Τὴν πληροφορίαν ταύτην συνώδευσε κατηγορηματικὴ τῆς Κυβερνήσεως διαβεβαίωσις ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ στέρξῃ αὕτη εἰς τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος διὰ αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν ἐσόδων. Ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν οἰκονομιῶν συμποσουμένων εἰς 750.000.000 δρχ. Ἀλλὰ εἶναι τοῦτο μόνον; Ἂν ἠθέλομεν πιστεύσει, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ καὶ τοῦτο, ἄλλας προχθεσινὰς τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δηλώσεις.......
§26Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Δὲν τὰς ἔκαμα.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἴπετε δηλαδὴ ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὸ ἐπίπεδον τῶν ἐσόδων εἰς τὸ ὅριον τῶν ἐσόδων τοῦ 1926, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει κατὰ τὴν κρίσιν σας τὸ ἀκριβὲς μέτρον τῆς δυναμικότητος τοῦ τόπου;
§28Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Βαθμηδόν, ὄχι διὰ μιᾶς.
§29Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον διὰ μιᾶς. Διὰ τὸν κ. λοιπὸν Ὑφυπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ δημόσια ἔσοδα εἶναι ἀνάγκη νὰ περιορισθοῦν ἀπὸ τῆς προσεχοῦς κρίσεως εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν δημοσίων ἐσόδων τοῦ 1926–27, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν ἐκπροσωπεῖ τὴν πραγματικὴν τοῦ τόπου ἀντοχήν, διὰ νὰ ἔχωμεν ἀσφαλῶς τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους ἰσορροπίαν εἰς τὸ μέλλον. Ὁ κατατεθεὶς προϋπολογισμὸς τῆς τρεχούσης χρήσεως ἀναβιβάζει τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων εἰς 8.552.000.000, τὰ δὲ ἔσοδα τοῦ 1926–1927 ἀνῆλθον εἰς 7.433.000.000 δραχ. ἤτοι πρέπει κατὰ τὸν Ὑφυπουργὸν τὸ Κράτος, διὰ νὰ ἔχῃ ἑδραῖον ἰσοζύγιον νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας κατὰ 1.111.000.000 δραχμῶν. Θὰ εἶναι πράγματι ἐγχείρημα θαυμάσιον καὶ πειστικὸν καὶ ἀξία ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐὰν κατορθώσῃ τοιαύτην κολοσσιαίαν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων. Δὲν τρέφω κανένα δισταγμὸν περὶ τῶν ἀγαθῶν της προθέσεων, ἀλλὰ θέλω διὰ νὰ τὴν διευκολύνω νὰ τονίσω τὰς μεγάλας δυσκολίας, καθ’ ὧν ἔχει ν’ ἀντιπαλαίσῃ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τόσην ἐξοικονόμησιν, ὁπότε θὰ χρειασθῇ νὰ βυθίσῃ τὴν χειρουργικὴν μάχαιραν μέχρι μυελοῦ ὀστέων, καὶ νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὴν τὴν χαλαρωτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀπαραιτήτων τοῦ λαοῦ ἀναγκῶν. Ἔχων ἀκριβῶς ἀντίληψιν τῶν δυσχερειῶν τούτων, τὰς ὁποίας οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἔπαυσα νὰ τονίζω, ἔσπευσα ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῶν ἐκλογῶν νὰ εἴπω ὅτι μία εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη, ἡ εὐρυτάτη ἐθνικὴ συνεργασία, ὁ σχηματισμὸς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία, συγκεντρώνουσα εἰς ἑνιαῖον μέτωπον ὅλας τὰς πολιτικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις, θὰ ἠδύνατο ἀπερίσπαστος καὶ ὑπεράνω κομματικῶν ἀδυναμιῶν νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς τῆς Χώρας ἀνασυγκροτήσεως. Ἡ γνώμη μου αὕτη ἀπεκρούσθη ἀπὸ μέρους τοῦ λαϊκοῦ κόμματος, διὰ λόγους εἰς τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ εἰσέλθω τὴν ἑσπέραν αὐτήν, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ δημιουργήσω ἀφορμὰς πολεμικῆς ὀξύτητος καὶ ἀκαίρων προστριβῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἐπιζητεῖται παρ’ ὅλων ἡ συνεννόησις μεταξὺ τῶν κομμάτων. Καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μετεκλογικῶν γεγονότων, μολονότι συστηματικῶς διεβλήθη ἡ πολιτικὴ τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος μετὰ τὰς ἐκλογάς, πολιτικὴ ἐν τούτοις, ἥτις ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῶν ἐκλογῶν ὑπῆρξε μία καὶ ἀπαρέγκλιτος, σταθερῶς τείνουσα εἰς τὴν ἐπίτευξιν ἐθνικῆς ἑνότητος, πολιτικὴ πρὸς τὴν ὁποίαν προσηρμόσθησαν ἔκτοτε ὅλαι αἱ κατὰ μέρους ἐνέργειαι τοῦ κόμματος ἡμῶν. Θεωρῶ δι’ ἐμὲ ἀρκοῦσαν ἱκανοποίησιν ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἅμα τῷ σχηματισμῷ τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δι’ ὅλων μας τῶν δυνάμεων ὑπεδείξαμεν, καὶ νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του δὲν εἶναι εἰμὴ σταθμὸς ἁπλοῦς εἰς τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν εὐρυτέραν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου συνεργασίαν. Ὁπωσδήποτε, ματαιωθείσης τῆς Οἰκουμενικῆς, συνεκροτήθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ πρόθεσις ἡμῶν δὲν εἶναι νὰ παρεμβάλλωμεν εἰς αὐτὴν προσκόμματα· τοὐναντίον πρόθεσις ἡμῶν εἶναι νὰ παρακολουθήσωμεν τὸ ἔργον της μετ’ εὐμενοῦς, ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις, ἀντικειμενικότητος ἄνευ βεβαίως ἀλληλεγγύης τινὸς πρὸς τὰς κυβερνητικὰς εὐθύνας ἢ χρονικῆς ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως δεσμεύσεως. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια τῆς ψήφου ἀνοχῆς τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθημεν εὐθὺς ὡς, μετὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ Κόμματος πρὸς συμμετοχὴν εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, κατέστη ἐμφανὴς ὁ στενώτερος καὶ σχεδὸν μονομερὴς χαρακτὴρ τῆς συνθέσεώς της. Τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας ἠγέρθη ζήτημα ἕτερον, τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον κατὰ πλάνην, ἐξ ὅσων εἶχον δημοσιευθῆ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὡς ὁριστικῶς διευθετηθὲν διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἡ διακοπὴ διὰ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον πρὸς παρασκευὴν τῶν μέτρων της δοθῇ οὐχὶ διὰ Προεδρικοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος αὐτῆς εἰς ταχυτέραν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν, ἐν περιπτώσει ἀπολύτου ἀνάγκης. Ἀπὸ προχθὲς οὐχ ἧττον ἡ Κυβέρνησις φαίνεται ἀποκρούουσα τὴν διευθέτησιν αὐτὴν καὶ ὑποστηρίζουσα ὅτι, ἐφόσον ἤθελεν τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἐννοεῖ νὰ διατηρήσῃ ἀπεριόριστον ἐλευθερίαν πρὸς ἐνάσκησιν ὅλων τῶν δικαιωμάτων, τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τοῦ Συντάγματος, καὶ μεταξὺ τούτων καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διὰ Προεδρικοῦ Διατάγματος διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Ἀδυνατῶ εἰλικρινῶς νὰ ἐννοήσω ποῖος εἶναι ὁ πρακτικὸς σκοπὸς τῆς ἐπιμονῆς ταύτης, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Βουλὴ προσφέρεται ἡ ἰδία νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλον τὸν ζητούμενον χρόνον διὰ τὴν ἄνετον τοῦ ἔργου της προπαρασκευὴν ἕνα μῆνα, ἐὰν δὲ κρίνωμεν ἐκ τῶν χθεσινῶν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων δηλώσεις, καὶ πέρα τοῦ ὁρίου τούτου καὶ μέχρις ἀκόμη δύο μηνῶν. Τούτου δοθέντος, δὲν ἐννοῶ διατὶ πρέπει νὰ ἐξαντλώμεθα καὶ νὰ διαφωνῶμεν εἰς πλατωνικάς, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, συζητήσεις ὅταν ἡ οὐσία ἐξυπηρετεῖται πληρέστατα καὶ δὴ κατὰ τὸν κανονικώτερον τρόπον. Διότι ἀσφαλῶς κατὰ τὴν γνώμην μου, μόνος τακτικὸς τρόπος διακοπῆς τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν, μετὰ τὴν ἔναρξιν μάλιστα τῆς Συνόδου, εἶναι ὁ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅπως ἀπομακρύνῃ αὐτοπροαιρέτως τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, εἶναι ἀνώμαλος ἐξαίρεσις, προσφυγὴ ἡ ὁποία εἶναι ἀνεκτὴ μόνον εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς καὶ σπανιωτάτας περιπτώσεις. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐξ ἱστορικῶν λόγων εἶναι ἀπεριόριστον, δὲν ἔγινε, ἂν καλῶς γνωρίζω, οὐδέποτε χρῆσις αὐτοῦ. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐν ᾗ θεσπίζεται διὰ τοῦ Συντάγματος ἐπίσης τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς εἰς κλίμακα μάλιστα εὐρυτέραν ἢ παρ’ ἡμῖν, μόνη περίπτωσις ἀναφέρεται ἀσκήσεως αὐτοῦ τὸν Μάϊον τοῦ 1877, ὅτε δηλ. τὸ Δημοκρατικὸν καθεστὼς εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς τὴν διαμόρφωσίν του. Εἶναι πλάνη μεγάλη νὰ πιστεύωμεν ὅτι ὅλων τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐπιτρέπεται ἡ ἄσκησις κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον τῶν ἑκάστοτε κυβερνήσεων κρίσιν. Ἂν ἠθέλομεν ὑποθέσει ὅτι διεξάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἔλεγχος δριμὺς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀποδεδειγμένας καὶ βαρυτάτας παρανομίας, τίς θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ νὰ ματαιώσῃ τὸν ἔλεγχον, καὶ τὴν βεβαίαν αὐτῆς καταδίκην, κλείουσα τὴν Βουλὴν διὰ Διατάγματος; Εἶναι λοιπὸν ἡ βιαία τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀπομάκρυνσις, πρᾶξις πάντοτε ἔκρυθμος, ἐπιτρεπομένη, ὡς εἶπον, εἰς σπανιωτάτας περιπτώσεις καὶ διὰ Κυβέρνησιν ἀκόμη ἀπολαύουσαν ἀμερίστου τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ διαθέτουσαν εἰς αὐτὴν τὴν πλειονοψηφίαν, ἰδίᾳ προερχομένην ἀπὸ τὸν λαόν. Καὶ εἶναι ἔτι μᾶλλον ἡ πρᾶξις αὕτη, ὄχι ὁμαλὴ διὰ Κυβέρνησιν μὴ διαθέτουσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἰδίαν πλειονοψηφίαν, ἀλλ’ ἀνελθοῦσαν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ παραμένουσαν εἰς αὐτὴν διὰ τῆς ἀνοχῆς ἢ καὶ τῆς θετικωτέρας ὑποστηρίξεως τῶν ἄλλων κομμάτων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν συντρέχει λόγος ὅπως ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐξάσκησιν ἐκπτώτου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον περιττεύει εἰς τὰς παρούσας στιγμάς. Ἀλλ’ ἠγέρθη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας διαμφισβήτησις καὶ ἐπὶ ἄλλου σημείου, ἐπὶ τοῦ ζητηθέντος δικαιώματος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐν περιπτώσει διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν δι’ ἀποφάσεως αὐτῆς, εἰς ταχυτέραν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν εἰς περίπτωσιν ἐσχάτης ἀνάγκης. Ἀπεκρούσθη ὁ ὅρος οὗτος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅρος τελείως δι’ αὐτὴν ἀδιάφορος, ὁ ὁποῖος εἰς τίποτε ἄλλο δὲν χρησιμεύει εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐναρμονίσῃ περισσότερον τὰς σχέσεις Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις τότε θὰ ἦτο Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὰς πρώτας ἡμέρας ἀπὸ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, θὰ ὤφειλεν νὰ καθορίσῃ τὴν θέσιν της, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν πλήρη ἐκκαθάρισιν τοῦ παρελθόντος. Μία τοιαύτη Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἔχει νὰ διεξαγάγῃ ἕνα σκληρὸν ἀγῶνα. Ἀλλὰ ἂν ζήτημα ἠθικῆς τάξεως χωρίζει τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ὁ συγχρωτισμὸς μεταξὺ αὐτῶν, καὶ ἐπεβάλλετο νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ ὑψώσῃ ὡς σημαίαν τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἐρωτῶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα, τὶ γίνεται αὐτὴ ἡ σημαία κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτήν; Τί ἔγινεν ἡ σημαία αὕτη τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν; Ποῦ ὑπάρχει εἰς τὰς προγραμματικάς σας δηλώσεις ἴχνος ἐπιδιώξεως τῆς ἠθικῆς αὐτῆς καθάρσεως; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῆτε περὶ ζητημάτων ἠθικῆς τάξεως, τὰ ὁποῖα, δῆθεν, σᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὅταν ὅλας σας τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις διετυπώσατε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ στηριχθῆτε ἐπὶ τῆς ἀνοχῆς καὶ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τρὶς χειροτέρας τῆς συμπράξεως μετ’ αὐτοῦ εἰς κοινὴν Κυβέρνησιν; (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀλλ’ εἶχον τὴν πληροφορίαν, πληροφορίαν ἔγκυρον, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα, καὶ τὰς πληροφορίας αὐτὰς τὰς ἐπεβεβαίωσεν, ὡς θὰ εἴπω εὐθὺς ἀμέσως ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι μεγάλη μερὶς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, εἰς τὴν ὁποίαν περίπου ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις ἤρχισε νὰ προσχωρῇ ὁ κ. Τσαλδάρης, δὲν θὰ ἀπέστεργεν ἀπολύτως τὴν συνεργασίαν τῶν δύο μόνον μεγάλων κομμάτων εἰς ἑνιαίαν κυβέρνησιν. Διότι ἔχω λέγω τὴν πληροφορίαν αὐτὴν ἐξ ἐγκύρου πηγῆς, ὁ κ. Τσαλδάρης, ὅτε διεβιβάσθη εἰς αὐτὸν συνεννόησις γενομένη μεταξὺ δύο ἐπιτελῶν τῶν δύο κομμάτων, ὅτε διεβιβάσθησαν εἰς αὐτὸν αἱ ἀξιώσεις αὗται δίς, ἐζήτησε νὰ διευκρινισθῇ ἐὰν αἱ προτάσεις αἱ γενόμεναι προέρχονται ἐκ μέρους μόνον τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἐξ Ἡρακλείου ἢ προέρχονται ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἰς τὴν σύσκεψιν, τὴν γενομένην εἰς τὸ Προεδρικὸν Μέγαρον, εἶπεν, ὅτε ἠγέρθη ἀμφισβήτησις ποῖος ἔκαμε τὸ πρῶτον βῆμα ἐκ τῶν δύο, ἐὰν δηλ. ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐξ Ἡρακλείου ἐζήτησε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησε τὸν ἀξιότιμον πολιτευτὴν ἐξ Ἡρακλείου, ὅτε ἠγέρθη λέγω τοιαύτη ἀμφισβήτησις, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μάθω ἐὰν αἱ προτάσεις αὗται προήρχοντο ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἢ προήρχοντο μόνον ἀπὸ τὸν κ. Μαρῆν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κ. Βουλευταί, ἐὰν ὑπάρχῃ τόσον ἀσυμβίβαστον....
§30Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅταν λαμβάνετε τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁμιλεῖτε περὶ τοιούτων πραγμάτων, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εἶσθε εὐλαβέστερος πρὸς τὰ πράγματα. Οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, διότι οὐδέποτε ἐγὼ μετέβην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μεταβιβάσω εἰς αὐτὸν προτάσεις οἱασδήποτε. Δὲν μετεβίβασα οὐδεμίαν πρότασιν. Ἀλλά, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος, εἶμαι πολιτευόμενος ἀπὸ μακροῦ καὶ ἐπολιτεύθην εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδίδοντο διδάγματα κοινοβουλευτισμοῦ, τὰ ὁποῖα καὶ ὑμεῖς ἐδέχεσθε, καὶ ἔμαθα ὅτι τὸ νὰ ἀνήκῃ τις εἰς κόμμα, δὲν σημαίνει ὅτι ὑποδουλοῦται, δὲν σημαίνει ὑποδούλωσιν. Ὅταν διατηρεῖ ὁ πολιτευόμενος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του, τὴν συνείδησιν τῶν εὐθυνῶν του αὐτῶν, διατηρεῖ ἀκεραίαν τὴν ἐλευθερίαν του. Δύναται νὰ συζητῇ μεθ’ οἱουδήποτε, ἐπὶ οἱασδήποτε λύσεως ἀφορώσης ὕψιστα συμφέροντα τῆς πατρίδος μας, χωρὶς νὰ παρασύρῃ εἰς τὴν συνεννόησιν αὐτὴν τὴν εὐθύνην ἄλλων προσώπων καὶ συνεπῶς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος τυγχάνει καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω. Εἶναι συνεπῶς ἀνακριβέστατον, καὶ τὸ διαψεύδω κατὰ τὸν κατηγορηματικώτατον τρόπον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρ’ ἐμοῦ ἔλαβε γνῶσιν τῶν πραγμάτων ἄλλως παρὰ ὡς ἁπλῆν εἴδησιν. Εἶναι ἀναληθὲς ὅτι ἔκαμα πρὸς αὐτὸν πρότασιν. Οὐδεμίαν πρότασιν ἔκαμα πρὸς αὐτόν, πρῶτον, διότι οὐδεμία ὑπάρχει τοιαύτη πρότασις, δεύτερον διότι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κάμω τοιαύτην πρότασιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τότε Ἀρχηγὸν μόνον, τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Συνεπῶς θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐφόσον μάλιστα περὶ ἐμοῦ, ὁμιλεῖτε, νὰ ὁμιλῆτε συμφώνως μὲ τὰ πράγματα, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόλυτον ἀλήθειαν.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τελευταίας ἐκλογῆς ἐπροκάλεσεν ἀπογοήτευσιν, διότι ἡ ἐκλογὴ δὲν ἀνέδειξεν ἰσχυρὰν ὁμοιογενῆ πλειονοψηφίαν, ἰσχυρὰν πλειονοψηφίαν ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἡ ὁμοιογενὴς Κυβέρνησις. Ἡ γνώμη μου περὶ τῆς χρησιμότητος μεγάλης πλειονοψηφίας καὶ ὁμοιογενοῦς Κυβερνήσεως εἶναι γνωστή. Ἐτόνισα πολλάκις, ὅτι τοιαῦται ὁμοιογενεῖς μεγάλαι πλειονοψηφίαι, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ προβοῦν εἰς μεγάλας καὶ ριζικὰς μεταρρυθμίσεις, εἶναι μᾶλλον βλαβεραί, βλαβεραὶ διότι νοθεύουν τὸ πολίτευμα, εἶναι βλαβεραὶ διότι ἀπολήγουν εἰς κακὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας, εἶναι ἀκόμη βλαβεραὶ διότι κατ’ οὐσίαν προκαλοῦσι καταδυνάστευσιν τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι τὸ ἐλάττωμα τῆς σημερινῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι δὲν ἔχει ὁμοιογενῆ μεγάλην πλειονοψηφίαν, τὸ ἐλάττωμα τοῦτο θὰ ἠδύνατο καὶ ὀφείλει νὰ ἀποβῇ εἰς ὄφελος ἐθνικὸν, διότι ἀναδεικνύει ὡς ὀρθωτέραν λύσιν τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος τὴν συνένωσιν ὅλων τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Αἱ περιστάσεις τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἀναγνωρίζεται ἤδη ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, εἶναι τόσον δειναί, ὥστε κατ’ ἐξαίρεσιν θὰ ἐπεβάλλετο ὅπως ὅλα τὰ κόμματα συνεισφέρουν ὅ,τι θὰ ἠδύναντο, ὄχι μόνον ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ληφθοῦν τὰ μέτρα τὰ ἐπιβαλλόμενα διὰ νὰ λυθοῦν τὰ μεγάλα προβλήματα ποῦ ὀρθοῦνται ἐνώπιόν μας. Καὶ ὅταν ἐγὼ κηρύσσομαι, ὄχι μόνον ὑπὲρ γενικωτέρας συνεργασίας εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις τῶν κομμάτων, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως τῶν συμμαχικῶν Κυβερνήσεων ὡς τοῦ καλλιτέρου κυβερνητικοῦ συστήματος διὰ τὸν τόπον, ἀντιλαμβάνεσθε πολὺ καλά, πιστεύω, ὅτι δὲν ἀποβλέπω καθόλου εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς εἶναι ἀναγκαῖος διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, διὰ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ καὶ διὰ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Ἀλλὰ ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἠμπορεῖ νὰ διεξάγεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Δὲν ἕπεται ὅμως ὅτι ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς καθιστᾷ ἀπαραίτητον τὴν ἀδυναμίαν τῆς συνεργασίας ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ἡ ἀντίληψις αὐτὴ ἐπεκράτει, θὰ εἴχομεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Βουλὴ μεγαλυτέραν ἀνεξαρτησίαν, νὰ δεικνύῃ μεγαλυτέραν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Κυβέρνησις μεγαλυτέραν σταθερότητα, μεγαλυτέραν συνάφειαν. Ἡ ἔλλειψις τῆς σταθερότητος, ἡ ἔλλειψις τῆς συναφείας εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐπικρίνεται τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι ἕνας τοιοῦτος χωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν παρουσίαν κοινοβουλευτικῆς συναφείας, ὅτι ἕνας τοιοῦτος χωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν θ’ ἀνταπεκρίνετο περισσότερον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος. Ἐν τούτοις, ἡ ὀρθοτέρα λύσις, τοῦ συνασπισμοῦ τοῦ ἐθνικοῦ, δὲν κατωρθώθη δυστυχῶς νὰ ἐπιβληθῇ, καὶ ὡς μόνη, καὶ ὡς ἐγγυτέρα πρὸς αὐτὴν λύσις τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος, παρουσιάσθη ὁ σχηματισμὸς κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐν συνεργασίᾳ μὲ μερικὰ ἀπὸ τὰ κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως τὸ Ἀγροτικὸν καὶ Ἐργατικὸν κόμμα τὴν ἐπέκρινε κατὰ τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν πρὸς λύσιν τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος, καὶ τὸν ἐπέκρινε διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πρῶτον, διότι αὐτὴ ἡ λύσις μετὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐθνικοῦ Συνασπισμοῦ, ἦτο ἡ ὀλιγώτερον ἀπομακρυνομένη ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ διῃρημένος εἰς πολλὰ κόμματα, κατὰ πλειοψηφίαν δὲν ἐνέκρινε τὴν παραμονὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀρχήν. Δεύτερον διότι ἐνομίζομεν, καὶ νομίζομεν, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ἀποτελεῖ μίαν δικαίωσιν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διὰ τὴν ἐκ μέρους αὐτοῦ εἰς ἐπίσημον ἀναγνώρισιν τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος. Λέγω καὶ τονίζω ἀναγνώρισιν, διότι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα πολὺ πρὸ τῆς τελευταίας του δηλώσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνώρισε καὶ ἐπισήμως τὸ πολίτευμα, πολὺ πρὸ αὐτῆς, λέγω, εἶχε προσαρμοσθῆ πρὸς τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα, ἀναγνωρίζον, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ λαοῦ, αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου ἐπιβάλλουν τὸν τερματισμὸν κάθε καθεστωτικῆς ἀντιθέσεως. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὁ σχηματισμὸς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ μεγαλυτέρα πρᾶξις ποῦ ἔγινεν ἐκ μέρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου πρὸς ἐξαφάνισιν καὶ τοῦ τελευταίου ἴχνους τῆς παλαιᾶς ἐμφυλίου διαιρέσεως ἡ ὁποία τόσας συμφορὰς ἐπεσώρευσεν εἰς τὸν τόπον, τόσας ἀδικίας ἐπροκάλεσεν. Εἷς ἄλλος λόγος ποῦ μᾶς ἔκαμε νὰ ἐγκρίνωμεν τὸν σχηματισμὸν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ὅτι νομίζομεν, ὅτι δὲν θὰ ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ τοῦ τόπου ἡ ἄμεσος ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν καὶ μὲ τὸ πλειονοψηφικὸν σύστημα, δὲν θὰ ἀνταπεκρίνετο, διότι οἱονδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῶν, ἐὰν ἦτο διάφορον ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τελευταίας ἐκλογῆς, θὰ ἐθεωρεῖτο ἀποτέλεσμα αὐθαίρετον καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν πραγματικὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐκτὸς τούτου, διότι πρὸ τῆς διεξαγωγῆς νέων ἐκλογῶν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ διαπιστωθῇ ποῦ κεῖνται αἱ μεγάλαι ἀντιθέσεις τῶν κομμάτων, αἱ μὴ στηριζόμεναι πλέον εἰς τὰς παλαιὰς διαιρέσεις καὶ διαφωνίας, οὔτε εἰς τὴν μεγαλυτέραν πιθανότητα σχηματισμοῦ παγίας πλειονοψηφίας ἀπὸ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο μέρος, ποῦ κεῖται ἡ ὀρθοτέρα λύσις τῶν πολιτικῶν προβλημάτων τοῦ τόπου. Τέλος ἐνεκρίναμεν τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τρέφομεν ἐλπίδας ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶναι πιθανὸν, καὶ ἐν τούτῳ μᾶς ἐδικαίωσαν μερικαὶ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξελιχθῇ εἰς Κυβέρνησιν ἐθνικοῦ συνασπισμοῦ, καὶ διότι ἔχομεν ἀκόμη τὴν ἐλπίδα ὅτι, ὅσον περισσότερον ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὰ δημόσια πράγματα, τόσον περισσότερον πείθεται καὶ θὰ πεισθῇ ἀκόμη ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν ριζικὰ μέτρα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Ποῖα περίπου θὰ εἶναι τὰ μέτρα αὐτὰ ἐξεθέσαμεν εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν μᾶς ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ καλέσῃ τὸ κόμμα ἡμῶν πρὸς συνεργασίαν μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Τὰ μέτρα αὐτὰ θὰ πρέπῃ νὰ ἀποβλέπουν, ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν ἐνδυνάμωσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, καὶ τέλος εἰς τὴν μεγαλυτέραν ἀνακούφισιν καὶ προστασίαν τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Καὶ ἡ ἐλπίς μας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δὲν φαίνεται νὰ εἶναι ἀβάσιμος, διότι, ἐνῶ κατ’ ἀρχὰς ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐφάνη ἐντελῶς ἀπρόθυμος ν’ ἀποδεχθῇ, ὡς δυνάμενα νὰ ληφθοῦν ἐπειγόντως, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑπεδείξαμεν, διὰ τῶν χθεσινῶν του δηλώσεων ἔδειξεν ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ἀναγκαιότητα πολλῶν ἐξ αὐτῶν. Ὡμίλησε περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως τῶν κυριωτέρων εἰδῶν εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Ὡμίλησεν ἐπίσης περὶ μονοπωλήσεως τῶν κυριωτέρων εἰδῶν καταναλώσεως. Ὡμίλησεν ἐπίσης, μετ’ εὐχαριστήσεως τὸν ἠκούσαμεν, περὶ τῆς καταργήσεως τῶν φόρων τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, καὶ ὡμίλησε μὲ συμπάθειαν, ἀλλὰ μόνον μὲ συμπάθειαν, διὰ τὸν θεσμὸν τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων. Τὰς δηλώσεις αὐτὰς τὰς κρίνομεν ὡς ἀπαρχὴν πρὸς λῆψιν ἀμέσως τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπεδείξαμεν, διότι πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς ὅτι ἂν καὶ παλαιότερον, εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν καὶ κατὰ τὸ προεκλογικὸν στάδιον, καὶ τώρα ἐτονίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς ὀργανώσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως τοῦ καπνοῦ, καὶ τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ λοιπῶν, τὸ πράττομεν διότι ἡ κρίσις ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὑποφέρομεν, εἶναι κρίσις ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξαγωγῶν μας καὶ τῆς πτώσεως τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν μας προϊόντων. Αἱ συμβάσεις τὰς ὁποίας συνήψαμεν, τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν προϊόντων, τῆς διευκολύνσεως τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν προϊόντων, δὲν ἀπέδωκαν ὡς τώρα ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα, καὶ μόνον μὲ τὴν συγκέντρωσιν τῆς προσφορᾶς, μὲ τὴν συγκέντρωσιν τῆς ζητήσεως, τῶν κυριωτέρων εἰδῶν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν αὔξησιν τῆς ἐξαγωγῆς μας, πρὸς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν προϊόντων μας καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς τιμῆς τῶν ἄλλων. Ἡ διαχείρισις αὐτὴ ἔχει καὶ τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα ὅτι καὶ τὴν ποιότητα τῶν εἰδῶν ποὺ εἰσάγομεν καὶ ἐξάγομεν βελτιώνει, καὶ θὰ τονώσῃ τὰ δημόσια οἰκονομικά. Πόσον μεγάλως στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν ὁ ἰσχυρισμός μας αὐτός, ἀποδεικνύουν οἱ ἀριθμοὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ κυριωτέρου προϊόντος μας, τοῦ τουρκικοῦ καπνοῦ. Ἀπὸ τὸν καπνὸν εἰσήχθη συνάλλαγμα εἰς τὰ 1929 10.000.000 λιρῶν στερλινῶν, εἰς τὸ 30,9 ἑκατομ. εἰς τὰ 31 6 ἑκ. στερλ. καὶ εἰς τὰ 32 προβλέπεται ὅτι δὲν θὰ εἰσαχθῇ περισσότερον ἀπὸ 3 ἑκ. στερλ. Εἶναι ὅπως βλέπετε καταπληκτικὴ ἡ πτῶσις τῆς εἰσαγωγῆς καὶ πολὺ μεγαλυτέρα ἡ πτῶσις τῆς ἐξαγωγῆς, ὡς τιμὴ τοῦ σπουδαιοτέρου προϊόντος μας. Συνέπεια τῆς ἐλλαττώσεως αὐτῆς τῆς ἐξαγωγῆς, εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία ὑπερέβη κάθε ὅριον. Εἰς τὰ 1929 παρήχθησαν 79 ἑκ. κιλά, εἰς τὰ 1930, 64 ἑκ. εἰς τὰ 1931, 42 ἑκ. καὶ εἰς τὸ 1932, 27 ἑκατομ. μόνον. Καὶ αὐτὰ ἐνῷ ἡ παραγωγὴ ἀνατολικῶν καπνῶν δὲν ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ παρὰ μόνον κατ’ ἐλάχιστον τὴν κατανάλωσιν τῶν ἀνατολικῶν καπνῶν. Καὶ ἐνῷ αἱ τιμαὶ τοῦ καπνοῦ εἰς ἄλλας ὁμόρους περιφερείας εἶναι ἀκόμη εἰς ἱκανοποιητικὰ ὕψη, ἐδῶ εἰς τὸν τόπον μας αἱ τιμαὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος τοὐλάχιστον ἀφήνω τὰ προηγούμενα ἔτη, ἔχουν καὶ αὐταὶ κατέλθει εἰς ἓν ὅριον ἀπελπιστικόν, διότι ἀπὸ τὰ ἐπίσημα δελτία φαίνεται ὅτι αἱ προαγοραί, αἱ πρῶται ἀγοραί, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ἐπὶ τῇ βάσει τιμῶν καπνῶν ξένων ἔγιναν μὲ 30–35 δρ. τὴν ὀκᾶ καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἡ Ξάνθη παράγει τὰ ἐκλεκτώτερα καπνά, ἐνῷ ἀντιστρόφως αἱ τιμαὶ τῶν καπνῶν, ὄχι τῆς αὐτῆς ἀξίας, εἶναι ὑποτριπλάσιαι, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὑπερτετραπλάσιαι. Βλέπετε λοιπὸν τίνα σημασίαν ἔχει διὰ τὴν οἰκονομίαν μας, ὄχι ἀνόρθωσιν, ἀλλὰ τὴν οἰκονομικήν μας ζωὴν ἡ ἀναδιοργάνωσις ἐν γένει τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς ἰδιωτικὰς χεῖρας εἰς ἀτομικὰς ἐπιχειρήσεις, τὴν διαχείρισιν αὐτῶν τῶν κυριωτέρων προϊόντων μας. Ἐὰν εἴχομεν καθιερώσει τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, θὰ ἦτο εἰς θέσιν—καὶ ὅταν λέγω μονοπώλιον ἐννοῶ μὲ χαρακτῆρα κοινωφελῆ— θὰ ἦτο εἰς θέσιν τὸ μονοπώλιον αὐτὸ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν μεγάλην αὐτὴν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν καπνῶν.
§32Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἔχουν λάβει ἄλλοι αὐτὰ τὰ μέτρα;
§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Τουρκία τὰ ἔχει λάβει.
§34Α. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ. Εἴπετε, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται μονοπώλιον τῆς ἐξαγωγῆς.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι τῆς ἐξαγωγῆς. Ἐπιβάλλεται ἡ μονοπώλησις τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως.
§36Α. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ τῆς ἐξαγωγῆς;
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι! Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξαγωγὴν εἶπον ὅτι ὁ ὀργανισμὸς θὰ ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐξαγωγῆς.
§38Α. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ ὀργανισμὸς τῆς ἐξαγωγῆς, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄλλο μέτρον, θὰ εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος, θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω δὲ ἐν καιρῷ.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς, κ. Παπαστράτε, διὰ τῆς δράσεώς σας ἔρχεσθε νὰ μὲ δικαιώσετε, διότι σεῖς ἐπιδιώκετε, ὄχι μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἐσωτερικῶς, ἀλλὰ ἰδιωτικὸ μονοπώλιον.
§40Α. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ. Κάθε ἄλλο παρὰ αὐτό, διότι τὴν στιγμὴν ποὺ ἡ Ἑλλὰς θὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ποὺ δὲν τὸ πιστεύω καὶ κάμῃ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ἀσφαλῶς θὰ μετανοήσῃ πικρῶς. Ἀλλ’ ἐὰν φθάσῃ καὶ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐξαγωγῆς τότε θὰ συντελέσῃ.....
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν λέγω ὅτι σεῖς παρασκευάζετε, καὶ παρασκευάζετε ἀσφαλῶς, μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, τοῦτο θὰ εἶναι μονοπώλιον ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας...
§42Α. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἀποκρούω ἀπολύτως.
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. .. ἐνῷ ἐγὼ θέλω αὐτὸ τὸ μονοπώλιον νὰ εἶναι κοινωφελοῦς χαρακτῆρος καὶ νὰ μὴ εἶναι εἰς τὰ χέρια ἀτομικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἐὰν ὑποστηρίζω νέαν σύστασιν μονοπωλίου τοῦ οἰνοπνεύματος, θὰ ὑπεστήριζον πράγματα καινοφανῆ, πράγματα μὴ ἐφαρμοσθέντα εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, ἢ πράγματα τουλάχιστον μὴ ἐφαρμοσθέντα εἰς τόπους ποὺ παράγουν καπνόν. Θὰ εἴχετε τότε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κατακρίνετε, ἀλλ’ ὅταν αὐτὴ ἡ ὀργάνωσις ἐπεβλήθη εἰς πλεῖστα Κράτη, καὶ ἐκεῖ κατευθύνονται καὶ τὰ ὑπόλοιπα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν κατώρθωσαν ἀκόμη νὰ μονοπωλήσουν τὸν καπνόν, νομίζω ὅτι οἱαδήποτε ἀντίδρασις δὲν εἶναι δικαιολογημένη. Ἡ μεταρρύθμισις αὐτὴ τοῦ ἐμπορίου μας, ὅπως εἶπον, θὰ συνέβαλεν καὶ εἰς τὴν τόνωσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ἀπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ καὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ ἀπὸ τὴν συγκεντρωμένην διαχείρισιν τῆς ἐξαγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν προϊόντων μας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς αὐστηρῶν οἰκονομιῶν, καὶ εὔχομαι ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομιῶν, χωρὶς ὅμως αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι νὰ ἀποτελοῦν ὑποβιβασμὸν τοῦ ἐπιπέδου τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ ἀποτελοῦν στέρησιν στοιχειωδῶν του ἀναγκῶν. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ περιορισμοῦ κατὰ τὸ δυνατὸν τῶν εἰσαγωγῶν διότι εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν στενοχωρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν περιέστημεν, νὰ καταστήσωμεν λιτότερον τὸν βίον μας, χωρὶς νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ ἡ πτῶσις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἀκριβείας τῶν προϊόντων, ἡ ὁποία πλήττει ἀνίσως τὰς διαφόρους τάξεις, δηλαδὴ στερεῖ ἀπολαύσεων ἀνίσως τὰς διαφόρους τάξεις, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστήσωμεν λιτότερον τὸν βίον μας. Ἐν τούτοις νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη χωρὶς ἀναβολήν, χωρὶς νὰ ἀναμένωμεν τὸ πόρισμα ἐπιτροπῶν οἰκονομιῶν, εἶναι ἀνάγκη χωρὶς ἀναβολὴν νὰ χωρίσωμεν εἰς αὐτὰς τὰς μεγάλας μεταρρυθμίσεις, διότι ὁ καιρὸς εἶναι πολύτιμος καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τῆς παρακολουθήσεως αὐτῆς τῆς κατευθύνσεως, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ βαδίσῃ μὲ γοργὸν βῆμα πρὸς αὐτὴν ἐὰν θέλῃ πράγματι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς νὰ ἀποβῇ εὐεργετικὴ διὰ τὸν τόπον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναφέρῃ τίποτε ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐλάφρυνσιν, μὲ τὸν περιορισμὸν τῶν χρεῶν τῶν ἀγροτῶν προσφύγων ἀφ’ ἑνός, καὶ τὴν τακτοποίησιν ἐν γένει τῶν χρεῶν τῶν ἀγροτῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι τυχαία ἡ παράλειψις ἢ ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν νομίζει εὔθετον τὴν περίστασιν διὰ τοιαύτας μεταβολάς. Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι, ἐὰν μελετήσῃ περισσότερον τὰ πράγματα, θὰ πεισθῇ ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σκοπιμότητα νὰ αὐξάνωνται αἱ χρεώσεις τῶν ἀγροτῶν προσφύγων, ἐνῷ εἶναι βέβαιον ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ οἰκονομική των ἀντοχή, ἡ παραγωγή των, νὰ εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐνταθῇ ἡ παραγωγή, ἐὰν θέλωμεν οἱ γεωργοὶ νὰ ἀφοσιωθῶσι μὲ μεγαλυτέραν ἐπιμονὴν εἰς τὸ ἔργον των, εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀνεξάρτητον τῶν γεωργῶν προστασίαν. Καὶ ἡ γεωργικὴ προστασία τῶν ἀγροτῶν προσφύγων δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένη ὅταν ἡ χρέωσις ἔχει φθάσει τὰ ὅρια εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει φθάσει, καὶ τῶν ἄλλων ἀγροτῶν, ὅταν ἐπίσης ἡ χρέωσις ἀπὸ τὰς τοκογλυφικὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβον ἔχει φθάσει εἰς τὰ ὅρια εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει φθάσει. Ἀνέφερα παραδείγματα ἄλλων Βαλκανικῶν Χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον ριζικὰ μέτρα. Δὲν εἶναι στιγμὴ νὰ συζητήσωμεν μέχρι ποίου σημείου θὰ φθάσωμεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω εἶναι ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον, δὲν εἶναι πρακτικὸν νὰ αὐξάνωνται αἱ χρεώσεις τῶν ἀγροτῶν προσφύγων πέρα τῆς ἀντοχῆς αὐτῶν. Ἡ ἐγκατάστασις τῶν ἀγροτῶν προσφύγων δὲν ἀπετέλεσε τραπεζικὴν ἐπιχείρησιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀπετέλεσε κοινωνικὴν πολιτικήν, καὶ ὁλόκληρος ἡ κοινωνική μας οἰκονομία στηρίζεται εἰς αὐτὰς τὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις ποὺ ἐγκατεστήσαμεν ἐξ ἐντοπίων καὶ προσφύγων καὶ τῶν ἄλλων 500 ἢ 600 ἢ 700 χιλιάδων ἀγροτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁλόκληρος ἡ κοινωνική μας οἰκονομία. Ἐὰν αὐτὴ ἡ γεωργικὴ οἰκονομία κλονισθῇ, κλονίζεται ὁλόκληρος ἡ κοινωνική μας οἰκονομία, κλονίζεται ὁλόκληρον τὸ καθεστὼς τὸ σημερινόν. Εἶναι ἀνάγκη καὶ εἰς αὐτὴν νὰ ἀποβλέψωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ μίαν ἠρεμίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας. Τὸ ἴδιον ἔχω νὰ εἴπω προκειμένου περὶ τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε μετὰ συμπαθείας, καὶ ὡμίλησε περὶ ἐξαιρέσεως, περὶ διαρρυθμίσεως τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι θὰ καταστήσουν ὠφέλιμον τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλ’ ὁ νόμος ὁ σχετικὸς ἐψηφίσθη καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὸν πρέπει ὁ θεσμὸς νὰ λειτουργήσῃ ἀπὸ τὸν Μάρτιον. Εὐχαρίστως θὰ συζητήσωμεν οἱαδήποτε μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποδείξῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν καλυτέραν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων δηλοῦμεν ὅτι δὲν εἴμεθα καθόλου διατεθειμένοι νὰ συμφωνήσωμεν εἰς οἱανδήποτε ἀναβολὴν τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ. Ἀπετέλεσεν ὁ νόμος τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων τὸ μόνον εὐεργέτημα, ἂς εἴπωμεν, τὴν μόνην ἐνίσχυσιν ἄνευ θυσίας τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν παρέσχε τὸ Κράτος ὀργανικῶς πρὸς τὰς ἐργατικὰς τάξεις κατὰ τὸν τελευταῖον καιρόν, λόγῳ τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ὡς ἀντιστάθμισμα τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων των, τὴν μόνην, λέγω, ὠφέλειαν, τὸ μόνον εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον παρέσχεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ὡς Κράτος σύγχρονον, ἀντιλαμβανόμενον τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, νὰ μὴ διαψεύσωμεν τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν ὡς Κράτος. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος νὰ ἐνστερνισθῇ τὰς ἰδικάς μου πεποιθήσεις, νὰ ἐνστερνισθῇ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι κάθε ἡμέραν τὸ Κράτος πρέπει νὰ σκέπτεται πῶς νὰ ἄρῃ τὰς ἀντινομίας τοῦ ὅλου κοινωνικοῦ καθεστῶτος, πῶς νὰ περιορίσῃ τὰς οἰκονομικὰς ἀνισότητας, πῶς νὰ περιορίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν ἀνθρώπου ἀπὸ ἄνθρωπον, καὶ πῶς καθημέραν νὰ συντελέσῃ ὥστε νὰ προάγωνται οἰκονομικῶς καὶ κοινωνικῶς αἱ βιοπαλαίουσαι τάξεις, καὶ πῶς ἡ κοινωνία καὶ τὸ Κράτος θὰ καταρτισθῇ εἰς μίαν δικαιοτέραν καὶ ἀνθρωπιστικωτέραν ὀργάνωσιν. Δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχω μόνον τὴν ἀξίωσιν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθημεν, νὰ τὸ ἐκπληρώσωμεν. Καὶ δὲν πιστεύω νὰ παρίσταται ἀνάγκη τῆς παρουσίας τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς πραγματικὰς ἑλληνικὰς συνθήκας............
§44ΕΜΜ. ΜΑΝΩΛΕΑΣ. Ζήτω τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα!
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τοῦ κόμματος τοῦ ὑπάρχοντος, λόγῳ τῆς ἐνισχύσεως μιᾶς ξένης προπαγάνδας, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ παρουσία αὐτοῦ τοῦ κόμματος νὰ διδάξῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ συντηρητικὰ κόμματα ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις μας, καὶ ποῖος ὁ κίνδυνος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠθέλομεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν, ἔστω καὶ εἰς τὰ ἐλάχιστα αὐτὰ σημεῖα ποὺ ὑπεδείξαμεν, τὰ δίκαια τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου. Ἐπὶ τῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ἡ Κυβέρνησις, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω μερικὰς ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν χρησιμότητα αὐτῶν. Καὶ αὐτὰ εἶναι κατὰ πρῶτον ἡ ἀνάθεσις, ἂν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἀντίληψις, τῶν ὁποίων ἔχει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις τῶν Κρατικῶν Σιδηροδρόμων καὶ τῶν Ταχυδρομείων. Δὲν φαντάζομαι νὰ εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τῆς ὑποβολῆς μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ παρεχώρουν εἰς καρχαρίας τινὰς ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτὰς τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Καὶ αἱ ἐπιχειρήσεις αὐταὶ δὲν εἶναι ἐπιχειρήσεις. Εἶναι ὑπηρεσία, χάριν τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ ἡ χρησιμότης αὐτῶν δὲν δύναται νὰ κρίνεται ἐπὶ τῇ βάσει εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν. Ἐπίσης ἔχω ἀμφιβολίας καὶ ὡς πρὸς τὴν πρακτικότητα τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο μεγάλων Τραπεζῶν. Ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι ἦτο πρόωρος ἡ σύστασις τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ὅτε συνεστήθη, σήμερον, μετὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, μετὰ τὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Ἐθν. Τράπεζα, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο σφάλμα ἡ συγχώνευσις αὐτῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀναπτύσσεται, καθημέραν καὶ περισσότερον, εἰς μίαν Τράπεζαν Κρατικήν, διότι μετέχει τὸ Κράτος τῶν κερδῶν, διότι δὲν δύναται νὰ κινηθῇ ἄνευ τῆς ἐφορείας τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐκ τοῦ ἐλέγχου τοῦ αὐστηροῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἀναπτύσσεται εἰς ἕνα μεγάλον τραπεζικὸν ἵδρυμα ἐνισχύσεως τῆς βιομηχανίας, καὶ τοῦ ἐμπορίου. Θὰ ἦτο ἀδικία καὶ ἐναντίον τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τῆς λειτουργίας τῆς διαχειρίσεως τῶν νομισματικῶν ζητημάτων καὶ τῆς γενικωτέρας ρυθμίσεως τῆς κυκλοφορίας τοῦ νομίσματος καὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν πιστωτικῶν ἀναγκῶν ἡ συγχώνευσις τῶν δύο Τραπεζῶν. Εὔχομαι ἡ Κυβέρνησις νὰ μὲ πείσῃ ὅτι ἔχω ἄδικον. Ἐὰν μὲ πείσῃ, εὐχαρίστως θὰ τὸ ἀναγνωρίσω. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ζημιωθέντων ἐκ τοῦ νόμου τῆς δραχμοποιήσεως, καὶ προεκλογικῶς ὡμίλησα περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ ἄρωμεν τὰς ἀδικίας αὐτὰς ὄχι μόνον χάριν τῆς ἀφῃρημένης ἐννοίας τοῦ δικαίου, ἀλλὰ χάριν καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ πίστις ἐκλονίσθη ἐκ τοῦ μέτρου ἐκείνου, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην θεσπίσεως διὰ νὰ εἰσρεύσουν εἰς τὸν τόπον κεφάλαια ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλ’ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἡ ἱκανοποίησις αὐτῶν τῶν ἀδικηθέντων θὰ πρέπῃ νὰ ἐπιδιωχθῇ κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν. Ἡ φρασεολογία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως φανερώνει τὴν πρόθεσιν νὰ ἐπιρρίψῃ εἰς βάρος τοῦ Κράτους ὅλην αὐτὴν τὴν ἱκανοποίησιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ σκέψις καὶ φροντὶς πῶς εἰς βάρος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἱκανοποίησις, καὶ ἔπειτα θὰ ἴδωμεν, ἐὰν εἶναι ἀδύνατος ἔν τινι μέτρῳ ἡ κάλυψις αὐτῆς τῆς ἱκανοποιήσεως ἐκ μέρους τῶν ὠφεληθέντων, θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον τὸ Κράτος θὰ κληθῇ νὰ εἰσφέρῃ καὶ αὐτὸ πρὸς πλήρη ἱκανοποίησιν τῶν ζημιωθέντων.
§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ποῖαι Τράπεζαι ὠφελήθησαν;
§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχουν Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι ὠφελήθησαν. Ὅταν ἓν Τραπεζικὸν Ἵδρυμα διὰ τῶν τραπεζιτικῶν του ἐργασιῶν ὠφελεῖται, ἢ ἔχει κεφάλαια καὶ συνεπείᾳ τῶν τραπεζιτικῶν του ἐργασιῶν κατόπιν τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν, ἀπηλλάγη ζημιῶν, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον αἱ ζημίαι αὐταὶ νὰ μὴ ἐπιρριφθοῦν ὁλόκληροι εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ νὰ μετάσχῃ τῶν ζημιῶν αὐτῶν κατὰ μέτρον σχετικὸν καὶ τὸ Τραπεζικὸν Ἵδρυμα ἢ αὐτοὶ οἱ ὀφειλέται ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεριληφθοῦν. Οἱ ὀφειλέται αὐτοὶ ὅλοι, πλὴν μερικῶν ἐξ αὐτῶν, ὠφελήθησαν ὑπερμέτρως. Γνωρίζω ὅτι ὁ εὐκολώτερος τρόπος, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ ἐπιρριφθοῦν εἰς τὸ Κράτος αἱ ζημίαι αὗται, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ὁ δικαιότερος, ὁ ὁποῖος συμβιβάζεται μὲ τὴν πολιτικήν σας τῶν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν.
§48Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κάθε ἄλλο. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ κατεύθυνσις ἡ ἰδική μου δὲν στρέφεται πρὸς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ βάρη εἰς τὸ Κράτος.
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε διατὶ μὲ διακόπτετε;
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶπον, ἐὰν ἠξεύρετε ποῖοι ὠφελήθησαν;
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπὸ τὴν φρασεολογίαν τῆς ἀγορεύσεώς σας συνεπέρανα ὅτι ἀποβλέπετε εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ ἡ ἱκανοποίησις αὐτὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ ἀπέθεσαν τὰ κεφάλαιά των ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ ἰδίᾳ τῶν ὁμογενῶν μας ἐξ Ἀμερικῆς, ἀλλ’ ὄχι ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἰδιαιτέρως μὲ ηὐχαρίστησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀνεγνώρισεν ὡς ὠφέλιμον τὴν ἕνωσιν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ θεωρήσῃ ἁπλῶς ὠφέλιμον τὴν ἕνωσιν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, ἀλλ’ ἀναγκαίαν. Βεβαίως ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἶναι ὁ ἀνώτερος παγκόσμιος ὀργανισμός, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ ἔχει ἤδη διαπιστωθῆ ὅτι διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν του αὐτόν, εἶναι ἀπαραίτητον τὰ Κράτη τὰ γειτονικὰ νὰ συνασπισθοῦν, καὶ περισσότερον ἀπαραίτητον εἶναι νὰ συνασπισθῶμεν ἡμεῖς οἱ λαοὶ τῆς Βαλκανικῆς, οἱ ὁποῖοι συνδεόμεθα μεταξύ μας μὲ δεσμοὺς αἵματος, πολιτισμοῦ καὶ κοινῶν συμφερόντων. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Παρ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις μου εἰς ὡρισμένα σημεῖα, καὶ τῶν μὴ ἐπαρκῶν ἱκανοποιήσεών μου ὡς πρὸς ἄλλα σημεῖα, δηλῶ ὅτι τὸ Ἀγροτοεργατικὸν κόμμα θὰ δώσῃ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη, ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ὁποία εἶναι, ὡς γνωρίζετε, ψῆφος ἀνοχῆς. Ψῆφος ἀνοχῆς κατὰ τύπους ὅταν δίδεται, δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸν τύπον ἐμπιστοσύνης, διαφέρει ὅμως κατ’ οὐσίαν, ὅταν καθίσταται γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ποῖοι εἶναι οἱ περιορισμοί, ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει διαφωνία γνώμης μεταξὺ τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον δίδει τὴν ψῆφον τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὁποίαν παρέχεται αὐτὴ ἡ ψῆφος. Συμβαίνει μὲ ἄλλα λόγια, ψῆφος ἀνοχῆς, παροχὴ πιστώσεως χρόνου, μὲ τὴν ἐλπίδα πληρεστέρας ἱκανοποιήσεως τοῦ κόμματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δίδει τὴν ψῆφον τῆς ἀνοχῆς. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι ἡ ψῆφος αὐτὴ τῆς ἀνοχῆς θὰ ἔπρεπε τυπικῶς νὰ περιορίζῃ τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης ὅτι αἱ λύσεις, αἱ ὁποῖαι προυτάθησαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, καὶ αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν Ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, εἶναι λύσεις τὰς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐγίνοντο δεκταί, διότι κατ’ οὐσίαν δὲν ἀποτελοῦν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐκδηλοῦται ἡ προθυμία ἐνισχύσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἔργον της, καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἔργου της, τοῦ θετικοῦ, ὅπως παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, καὶ αὐτὸ εἶναι ὁμολογουμένως πρὸς ἔπαινον τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὅπως ὁ τύπος, ὁ ὁποῖος ἐδόθη ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν ψῆφον ἀνοχῆς, νὰ ἦτο δυνατόν, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ γίνῃ ἀποδεκτός. Ἀλλ’ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι εἶναι ζητήματα αὐτὰ μᾶλλον εὐαισθησίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν θὰ ἐπεθύμει, διότι καὶ ἐγὼ εὑρέθην εἰς ἀνάλογον θέσιν ἄλλοτε, νὰ θιγῇ ἡ εὐαισθησία καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τρόπον τινά, ἐν τῷ μέτρῳ τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα, ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζει ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι προεβλήθησαν, προεκλήθησαν ἀπὸ φόβον ἀγομένων ροπῶν, εὐνοουσῶν ἀνωμαλίας εἰς τὸν τόπον. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι καὶ ἂν ὑπάρχουν τοιαῦται ροπαί, δὲν ἐμφανίζουν κανένα κίνδυνον, διότι κανείς, ἀπολύτως κανείς, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δημιουργήσῃ ἀνωμαλίας εἰς τὸν τόπον. Ἔχει τόσον ὁ λαὸς ἀηδιάσει — καὶ τονίζω τὴν λέξιν ἀηδιάσει — ἀπὸ τὰς ἀνωμαλίας αὐτάς, ὥστε ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἐγίνετο ἀπόπειρα, θὰ ἀπεκρούετο ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ δὲν θὰ ἦτο καθόλου ἀνεκτὴ ἀπὸ τὸν λαόν. Ἔχω ἀκόμη πεποίθησιν ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, ἀντιλαμβανόμενος τὰς μεγάλας του εὐθύνας, θὰ καταβάλῃ κάθε προσπάθειαν καὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν, ὄχι μόνον νὰ ἀποκρούσῃ ἐνδεχομένην ἀπόπειραν ἀνωμαλίας τινός, ἀλλὰ καὶ οἱανδήποτε ἐνέργειαν, ἀποβλέπουσαν πρὸς μελλοντικὴν δημιουργίαν ἀνωμαλιῶν. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἐκφράζω τὴν εὐχήν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τὸ ἔργον της εὐοδωθῇ.
§52Ι. Α. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν αἴσιον τερματισμὸν τῶν τελευταίων ἐκλογῶν ἐπηκολούθησαν δύο πολιτικὰ γεγονότα, σημαντικῆς πράγματι ἀξίας. Ἡ ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀνεπιφύλακτος ἀναγνώρισις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως, οἵα ἡ σημερινή, μὲ βάσιν τὸ κόμμα τῆς μέχρι τῆς χθὲς ἀξιωματικῆς, οὕτως εἰπεῖν ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἡ μὲν ἀναγνώρισις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἔστω καὶ τὴν ὑστάτην στιγμὴν συντελεσθεῖσα, αἴρει τὴν μεταξὺ τῶν δύο κόσμων ἀμοιβαίαν ἀπιστίαν, καὶ μᾶς ἐπιτρέπει, ἀπερίσπαστοι ἀπὸ κενὰς πολιτειακὰς διαμάχας, μὲ τὰς ὁποίας, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἶχεν ἀπορροφηθῆ ἡ προσοχή μας, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ πολὺ οὐσιαστικώτερα οἰκονομικὰ προβλήματα τῆς Χώρας. Ὁ δὲ σχηματισμὸς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν κομμάτων, τῶν ἀντιπολιτευθέντων τὴν μέχρι τῆς χθὲς Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, μὲ βάσιν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, εἶναι πράγματι λύσις κοινοβουλευτικῶς ἀγαθή, διότι κυρίως τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἀπετέλεσεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τὴν ἀξιωματικὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον διάχυτος ἦτο ἡ γνώμη ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ παρημποδίζετο ἀπὸ τοῦ νὰ ἀνέλθῃ καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐκλήθη, ἔστω καὶ συμβοηθούμενον, νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν ἀποστολήν του καὶ ὡς ὑπεύθυνος Κυβέρνησις. Βέβαια ὁ σημερινὸς κυβερνητικὸς συνασπισμός, ἐφόσον δὲν διαθέτει τὴν δέουσαν πλειονοψηφίαν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὐσταθήσῃ χωρὶς τὴν ὑποστήριξιν τῶν λοιπῶν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει κομμάτων. Ἐὰν δὲ κρίνῃ κανεὶς ἀπὸ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, μολονότι παρουσιάζει εἴς τινα σημεῖα προχωρημένας πως ἀντιλήψεις, ἐν τούτοις, ἐφόσον δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐξέλθῃ καθαρὰ ἀπὸ τὰ πεπαλαιωμένα πλαίσια τοῦ κρατοῦντος κοινωνικοῦ συστήματος, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τελεσφόρως τὴν κρίσιν ἡ ὁποία μᾶς μαστίζει. Καὶ ὅμως ἡ οἰκονομικὴ ἀθλιότης, εἰς τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη ἀπό τινος ἡ ἑλληνικὴ μᾶζα, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἀποτελεσματικά, ἐφόσον δὲν ἀντιλαμβανόμεθα πλήρως δύο τινά· πρῶτον ὅτι ἡ ὀργανικὴ αἰτία τῆς ἑλληνικῆς κακοδαιμονίας συνίσταται εἰς τὸ γεγονὸς τῆς συγκεντρώσεως ὅλων σχεδὸν τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ αὐτὸ ἄξενον καὶ ἄγονον ἔδαφος, καὶ δεύτερον ὅτι καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἐπιτεινομένη κακοδαιμονία, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντικρυσθῇ μὲ τὸ κεφαλαιοκρατικὸν σύστημα ποὺ καθιερώνει τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ τὸν παρασιτισμὸν ὡς κανόνα, καὶ δημιουργεῖ οὕτω τεραστίας κοινωνικὰς ἀδικίας, ἀλλὰ μὲ μέτρα ποῦ προδίδουν εὐρυτέραν ἀντίληψιν τῶν ἀναγκῶν τῆς μάζης, καὶ διαπνέονται ἀπὸ τὸ ἀξίωμα ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν ὀλίγων πρέπει νὰ συνθλιβοῦν ἐμπρὸς εἰς τὰ συμφέροντα τῶν πολλῶν καὶ τῶν ἀδικημένων τῆς ζωῆς. Εἰς Κυβέρνησιν, συνεπῶς, ἡ ὁποία, καθὼς μᾶς ἀφήνουν νὰ ἐννοήσωμεν οἱ προγραμματικαί της δηλώσεις, δὲν ἔχει βαθύτατα ἐνωτισθῆ τῶν ἀρχῶν τούτων, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν οὐδενὸς εἴδους ὑποστήριξιν. Καὶ ὅμως θὰ δώσωμεν ψῆφον ἀνοχῆς, ἀφ’ ἑνὸς διότι δὲν νομίζομεν σκόπιμον νὰ περιέλθῃ ὁ τόπος ἀμέσως εἰς νέον ἐκλογικὸν σάλον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ πείσωμεν καὶ ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης αἰθούσης τὸν ἐργαζόμενον ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι, ἀνεξαρτήτως προσώπων, οἱαδήποτε Κυβέρνησις κεφαλαιοκρατικῆς συνθέσεως ποῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαγνώσῃ κατὰ βάθος τὴν ὀργανικὴν ἀσθένειαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ποὺ κατὰ μίαν κεκτημένην ταχύτητα θὰ ζῇ καὶ θὰ κινῆται μέσα εἰς τὸ πλαίσιον συστήματος ποὺ ἀνέχεται τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν πολλῶν ἀπὸ τοὺς ὀλίγους, εἶναι προωρισμένη νὰ πέσῃ κάτω ἀπὸ τὴν ἀμείλικτον δύναμιν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν οἰκονομικῶν νόμων. Καὶ ἤδη ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ ἐν συντομίᾳ νὰ τονίσωμεν καὶ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος ὅτι ἡ παντοδαπὴ καχεξία τῆς Χώρας δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὴν ἀπό τινος σημειωθεῖσαν γενικωτέραν κρίσιν, ἀπότοκον καὶ ταύτην τῆς παγκοσμίως πιστοποιηθείσης χρεωκοπίας τοῦ καπιταλισμοῦ, ἀλλὰ κυρίως εἰς αἴτια καθαρῶς ἑλληνικά, καὶ συγκεκριμένως εἰς τὸ διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος ἐπαναλαμβανόμενον γεγονὸς τῆς συγκεντρώσεως τῶν ἔκπαλαι ἐν διασπορᾷ εὑρισκομένων Ἑλλήνων εἰς τὸ ὄχι τόσον μικρὸν εἰς ἔκτασιν ὅσον πτωχὸν εἰς ἀπόδοσιν ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ὅπως εἰς τὰ 415 π. Χ. ἡ ἰμπεριαλιστικὴ διάθεσις τῶν Ἀθηναίων πρὸς κατάκτησιν τῆς Σικελίας συνετέλεσεν εἰς τὴν γνωστὴν καταστροφὴν των καὶ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀποφύλισιν τῶν ἀνὰ τὴν Μεσόγειον ἑλληνικῶν ἀποικιῶν καὶ τὴν μοιραίαν συγκέντρωσιν τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ πτωχὸν καὶ ἄξενον ἔδαφος τῆς Μητροπόλεως, ἔτσι καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἡ ἰμπεριαλιστικὴ διάθεσις πρὸς κατάκτησιν τῆς ἀπέναντι ἀκτῆς τοῦ Αἰγαίου, συνετέλεσεν εἰς τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν, καὶ εἶχε καὶ αὐτὴ ὡς τραγικὸν ἀποτέλεσμα τὴν συγκέντρωσιν τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ αὐτὸ ἄγονον ἔδαφος.
§53ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Αἶσχος!
§54ΦΩΝΑΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΙ. Ὄρθιοι διαμαρτύρονται οἱ κ. κ. Ἀνθρακόπουλος, Μογκογιάννης, Μπούμπουλης, Μεϊμαράκης, Μαντούβαλος, Χατζηδάκης.
§55ΦΩΝΑΙ. Νὰ βγῇ ἔξω. (Ἐννοοῦν τὸν ἐκστομίσαντα τὴν λέξιν αἶσχος).
§56Ι. ΜΟΓΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Μικρασιατικὸς ἀγὼν ἦτο ἀπελευθερωτικός. Ἡ Σικελία δὲν ἦτο Σμύρνη.
§57Ι. Α. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πέρα κάθε εὐθηνολογίας, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀντικρύσωμεν τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, καὶ χωρὶς διάθεσιν πρὸς ἱερεμιάδας, νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι τώρα, ποὺ ἐτελείωσαν αἱ ἔξωθεν δανειακαὶ ἐπικουρίαι, εἰς τὰς ὁποίας τόσον ἀφθόνως εἴχομεν ἐπιδοθῆ, ὡσεὶ νὰ ἐπρόκειτο νὰ μὴ τελειώσουν ποτὲ αὗται, τώρα ποὺ κατεσπαταλήσαμεν τὰς ὀλίγας ἰδιωτικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, τώρα ποὺ ἀντικρύζομεν σταθερῶς τὴν κρίσιν τῶν εὐγενῶν μας προϊόντων καὶ τὴν προβλεπομένην στείρευσιν τῶν ἀδήλων πόρων μας, εἴπερ ποτε ὀρθοῦται γυμνὴ ἡ ἑλληνικὴ πραγματικότης. Ἡ Ἑλλάς, ἰδίους πόρους νὰ διαθρέψῃ τὰ ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων ποῦ συνεσσωρεύθησαν ἐπὶ τὸ αὐτό, δὲν διαθέτει. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν τονώσωμεν τοὺς κλάδους τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας, ἀρχίζοντες ἀπὸ τὴν γεωργίαν καὶ τελειώνοντες διὰ τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου εἰς τὸν τουρισμὸν—καὶ τοῦτο βεβαίως πρέπει νὰ γίνῃ—ἡ παθητικότης τοῦ ἰσοζυγίου πληρωμῶν θὰ εἶναι, καθὼς φαίνεται, σταθερά. Θὰ παραμείνῃ δὲ τοιαύτη, ἐφόσον, μετὰ τὴν προβλεπομένην μείωσιν τῶν ἀδήλων πόρων μας, αἱ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν προϊόντων μας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν συναλλαγματικαὶ εἰσπράξεις θὰ ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ ἰσοζυγίσουν τὰς συναλλαγματικάς μας ὑποχρεώσεις πρὸς ἀγορὰν εἰδῶν διατροφῆς καὶ ἄλλων ἀναγκαίων πρώτων ὑλῶν. Τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονὸς πρέπει νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι τὸ νόσημά μας δὲν εἶναι, ὅπως φαντάζονται τινές. Τόσον αἱ σπατάλαι τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὰς ὁποίας, δυστυχῶς, καθ’ ὑπερβολὴν ἐθήτευσαν αἱ Κυβερνήσεις τῆς τελευταίας δεκαετίας, ὅσον ἡ ὀργανική μας ἀδυναμία δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ διαθρέψωμεν τοὺς συσσωρευθέντας ἐν Ἑλλάδι πληθυσμούς. Ἀσφυκτικὴ στενότης κλήρου εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ δὴ συνοδευομένη μὲ τὴν ἀντικειμενικὴν ἀδυναμίαν οἱασδήποτε ἐντατικῆς καλλιεργείας, δεκάτισμα τῆς νομαδικῆς κτηνοτροφίας μας, χάριν τῆς γεωργικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, ἐπαγγελματικὸς πληθωρισμὸς καὶ παγία ἀνεργία εἰς τὰς πόλεις· ἰδοὺ τὰ ἐναργῆ συμπτώματα τῆς συγχρόνου ἑλληνικῆς κακοδαιμονίας. Ἐὰν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς κατ’ αὐτὴν ταύτην, τὴν πρὸ διετίας γενομένην ἐπίσημον πιστοποίησιν ἀπὸ τὸν κ. Tikier τοῦ Διεθνοῦς Γραφείου Ἐργασίας εὑρίσκετο εἰς τὸ χαμηλώτερον δυνατὸν ἐπίπεδον ζωῆς, σήμερα μὲ τὴν ἔλλειψιν σταθερῶν καὶ ἀνανεωσίμων συναλλαγματικῶν πόρων ἀντικρύζει συντομώτατα αὐτὸ τοῦτο τῆς πείνης τὸ φάσμα. Ἀπὸ λαὸν λιμώττοντα, τόκοι καὶ χρεωλύσια ἐπαχθῶν εἰς ἐξυπηρέτησιν δανείων δὲν ζητοῦνται, ἢ καὶ ἂν ζητοῦνται ἀντικρύζονται μὲ τὴν ξηρὰν ἔνστασιν τοῦ Μενίππου «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Καὶ διὰ μὲν τὰ διακυβερνητικὰ χρέη πρέπει νὰ δηλώσωμεν εἰς τὰ Κράτη—δανειστάς μας—ὅτι ἀπὸ ἕνα λαὸν τὸν ὁποῖον ποικιλοτρόπως ἐνεθάρρυναν εἰς τὴν Μικρασιατικὴν περιπέτειαν, καὶ ἀφοῦ τὴν ἐχρησιμοποίησαν ὡς μισθοφόρον τῶν συμφερόντων των τὸν ἀφῆκαν μόνον κατόπιν νὰ καταστραφῇ, δὲν εἶνε κἂν δίκαιον νὰ ζητοῦν πολεμικὰ χρέη. Διὰ δὲ τὰ λοιπὰ χρέη μας ποῦ συνήψαμεν ὡς Κράτος εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἀγορὰν διὰ τὴν γενικωτέραν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, πρέπει νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι καὶ τὰ χρέη αὐτὰ δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο παρὰ συνέπεια τῆς ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου καταστροφῆς μας, κύριοι ὑπεύθυνοι τῆς ὁποίας δὲν εἴμεθα μόνον ἡμεῖς ἀλλὰ καὶ αἱ Κυβερνήσεις τῶν δανειστῶν μας. Ὁπωσδήποτε, ὁ τόνος τῆς γλώσσης μας ἀπέναντι των, πρέπει νὰ γίνῃ διὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς σταθερᾶς ἐπιμονῆς μας πειστικός. Πρέπει δηλαδὴ νὰ τοὺς πείσωμεν ὅτι ἀπὸ τὸν τόπον αὐτόν, τῶν κατ’ ἐξοχὴν προλεταρίων τῆς Μεσογείου, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀξιώσουν πληρωμὰς χρεῶν δυσβαστάκτων. Λαός, ὡς ὁ ἑλληνικός, λιμώττων, ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ ζήσῃ καὶ κάθε ὑποχρέωσιν νὰ ἀρνηθῇ νὰ πληρώνῃ τόκους καὶ χρεωλύσια εἰς τὸ ἀργὸν κεφάλαιον. Καὶ τέλος διὰ τὰ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἰδιωτικὰ χρέη μας, πρέπει νὰ τονίσωμεν ὅτι εἰς ὃ σημεῖον συναλλαγματικῆς ἀναπηρίας περιήλθομεν, καὶ αὐτά, σμικρυνομένου πάντως τοῦ τόκου των, πρέπει νὰ ἀποπληρωθοῦν εἰς μακρὸν χρόνου διάστημα. Διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν ὅμως νὰ ὁμιλήσωμεν εἰς τοὺς ξένους δανειστάς μας τὴν ἀμείλικτον αὐτὴν γλῶσσαν τῆς εἰλικρινείας, πρέπει νὰ μὴ μεταχειρισθῶμεν προνομιακώτερον τοὺς ἐσωτερικοὺς δανειστάς μας. Μέχρις ὅτου ὅμως ἐπιτύχωμεν τὴν εἰρηνικὴν διοχέτευσιν τοῦ περισσεύοντος πληθυσμοῦ εἰς τὰς προαιωνίους ἑστίας του, καὶ ἐπαναφέρωμεν τοιουτοτρόπως τὰ πράγματα εἰς τὴν σοφὴν προπολεμικὴν ἰσορροπίαν, εἶνε ἀνάγκη νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ συνόλου, καὶ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ἐπερχομένην κοινωνικὴν θύελλαν, λαμβάνοντες μέτρα δραστικὰ καὶ ἄμεσα. Ἡ πενία καὶ ἡ ἀπαθλίωσις εἰς τὴν ὁποίαν κατεδικάσθησαν αἱ μᾶζαι τῶν χωρικῶν, καὶ γενικώτερα τῶν ἐργαζομένων, εἶναι τοιαύτη καὶ τοσαύτη, ὥστε μόνον ριζικὴ μεταλλαγὴ τοῦ σημερινοῦ πλουτοκρατικοῦ συστήματος νὰ εἶνε δυνατὸν νὰ περισώσῃ ὅ,τι ἠμπορεῖ ἀκόμη νὰ περισωθῇ. Συγκεκριμένως διὰ τοὺς ὑπὸ τὸ βάρος τῶν χρεῶν στενάζοντας χωρικούς, πρέπει νὰ θεσπισθῇ σεισάχθεια ἀπὸ τῶν πρὸς τοὺς ἰδιώτας τοκογλυφικῶν χρεῶν, νὰ διαγραφοῦν τὰ πρὸς τὸ Κράτος χρέη των καὶ νὰ παρασχεθοῦν ἀνάλογοι εὐκολίαι ἀποπληρωμῆς τῶν πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν χρεῶν των. Οἱ χωρικοὶ πρέπει ἐπιπροσθέτως νὰ ἀπαλλαγοῦν τῆς καταθλιπτικῆς ἐπὶ τῶν προϊόντων των φορολογίας, διότι ἂν καὶ χωρὶς αὐτὴν δὲν ἠμποροῦν στοιχειωδῶς κἂν νὰ ζήσουν, ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ σκεφθῇ ἐὰν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν μὲ τὴν σημερινὴν καταθλιπτικὴν φορολογίαν. Θὰ πρέπει συγκεκριμένως, ἡ μὲν φορολογία τῶν εὐγενῶν προϊόντων νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ πολὺ ἠπιώτερον ποσοστὸν ποὺ ἰσχύει καὶ εἰς τὰ γειτονικὰ κράτη, διότι ἄλλως θὰ εἶνε ἀπολύτως ἀδύνατον καὶ νὰ συναγωνισθῶμεν τοὺς γείτονάς μας εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀγοράς, ἡ δὲ φορολογία τῆς δεκάτης, μὲ τὴν ὁποίαν βαρύνεται ἡ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν παθητικὴ ἐπιχείρησις τῶν δημητριακῶν, νὰ καταργηθῇ. Διὰ τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς μισθωτοὺς τῶν πόλεων πρέπει ἀμελλητὶ νὰ καταβληθῇ φροντὶς πρὸς βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς ζωῆς των ἡ ὁποία κατήντησε πράγματι ἀθλιεστάτη. Ἡ βελτίωσις αὕτη πρέπει νὰ γίνῃ διὰ σειρᾶς μέτρων καὶ κυρίως τῆς καθιερώσεως, ὄχι μόνον κατωτάτου ὁρίου ἡμερομισθίου, ἀλλὰ καὶ ἀνωτάτου χρονικοῦ ὁρίου ἐργασίας. Περαιτέρω, ἀπὸ τοὺς ἀποχειροβιώτους τούτους δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ζητήσωμεν νὰ εἰσφέρουν εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν ἀσφαλίσεων τὸ ποσοστὸν ποὺ θεσπίζει ὡς εἰσφορὰν ἐκ μέρους των ὁ ὑπὸ ἐκτέλεσιν νόμος τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων. Μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐργαζομένων πρέπει νὰ βαρυνθῇ ἀποκλειστικῶς ὁ ἐργοδότης, ὁ ὁποῖος εἶνε καιρὸς νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι, ὅπως κρατεῖ ἀποθεματικὰ διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν μηχανικῶν του ἐγκαταστάσεων, ἔτσι πρέπει νὰ κρατῇ ἀποθεματικὰ καὶ διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ πολὺ πλέον εὐφθάρτου ἀνθρωπίνου ὑλικοῦ ποῦ χρησιμοποιεῖ. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ ψηφισθεὶς νόμος πρέπει νὰ τύχῃ ριζικῆς τροποποιήσεως. Πρέπει περαιτέρω νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸν νόμον τοῦτον ἡ ἀδικία, ἣν οὗτος ἀνέχεται, νὰ λειτουργοῦν παρὰ τὸν Γενικὸν ὀργανισμὸν τῶν ἀσφαλειῶν καὶ ἰδιαίτερα ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα, ἐξασφαλίζοντα ἡγεμονικὰς συντάξεις εἰς τοὺς δικαιούχους των. Ἡ ὑπόσχεσις περὶ μελλοντικῆς ἐξυγιάνσεως τῶν ταμείων τούτων δὲν εἶνε ἐπαρκής. Κανένας δὲν ἠμπορεῖ σήμερα νὰ ἀνεχθῇ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ ἀνώτεροι τραπεζιτικοὶ νὰ παίρνουν σύνταξιν, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ καὶ τὰς 50 χιλιάδας δραχμὰς μηνιαίως, οἱ δὲ ἀνώτεροι λειτουργοὶ τοῦ Κράτους οὔτε τὸ δέκατον, καὶ ἔτι περισσότερον οἱ ἀποχειροβίωτοι ἐργάται καὶ μισθωτοὶ τὰ ψιχία τὰ ὁποῖα τοὺς ὑπόσχεται ὁ νόμος. Πρέπει ἐπίσης νὰ θεσπισθῇ καὶ ὑπὲρ τῶν χωρικῶν τοὐλάχιστον ἀσφάλεια κατὰ τῆς ἀσθενείας, διότι ἄλλως, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀδικίας ποὺ θὰ τοὺς προσεγίνετο, θὰ ἐσημειοῦτο ἀκόμη πυκνότερον τὸ ρεῦμα τῆς ἀστυφιλίας, θὰ διεταράσσετο ἀκόμη περισσότερον ἡ οἰκονομία τοῦ τόπου, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ θεσμὸς τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλειῶν, ἀνίκανος νὰ περιλάβῃ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν, θὰ ἐχρεωκόπει ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ του. Πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὁ εἰρημένος νόμος διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς ἀσφαλείας κατὰ τῆς ἀνεργίας, ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ποσοστοῦ τῆς ὁποίας εἶναι πάντα ἐπείγει. Μάλιστα ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ τῶν κλάδων ἀναπηρίας καὶ γήρατος ἡ παροχὴ ἐπιδόματος ἀνεργείας. Περαιτέρω εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ σύνολον αἱ κατὰ τὴν κοινὴν πλέον συνείδησιν ὥριμοι πρὸς ἐθνικοποίησιν ἐπιχειρήσεις. Εἶναι δὲ ὥριμοι πρὸς ἐθνικοποίησιν, ἐκ τῶν ἐμπορικῶν μὲν ἐπιχειρήσεων πρωτίστως αἱ Τράπεζαι καὶ αἱ μετερχόμεναι τὸ ἐμπόριον τοῦ σίτου καὶ τῶν ἀλεύρων, ἐκ τῶν βιομηχανικῶν δὲ αἱ βιομηχανίαι ποὺ κατεργάζονται πρώτας ὕλας (βιομηχανία σίτου, οἴνων, οἰνοπνεύματος, καπνοῦ κλπ.), αἱ βιομηχανίαι ποὺ παράγουν ὕλας πρὸς προαγωγὴν τῆς γεωργίας (ὡς ἡ βιομηχανία τῶν γεωργικῶν λιπασμάτων) καὶ ἡ βιομηχανία τῶν μεταφορῶν (Σιδηρόδρομοι καὶ Ἀκτοπλοΐα). Ἡ ἐθνικοποίησις αὕτη θὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς μισθωτοὺς τὸ συναίσθημα ὅτι εἶναι ὑπηρέται τοῦ συνόλου καὶ ὄχι τοῦ ὀλιγαρχικοῦ κεφαλαίου, θὰ δημιουργήσῃ στοιχειώδη κοινωνικὴν δικαιοσύνην, καὶ θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν πρόκλησιν τοῦ ἀναιδοῦς πλούτου. Τὴν πολιτικὴν ὅμως αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ μετέλθῃ τὸ σημερινὸν Κράτος μὲ τὴν κεφαλαιοκρατικήν του νοοτροπίαν, ἀλλὰ τὸ Κράτος ποὺ θὰ ἀντιληφθῇ ὅτι σήμερα τεράστιαι διακρίσεις πλούτου δὲν εἶναι ἀνεκταί, καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οἱ μέν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι εἶναι ὑπάλληλοι τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας, νὰ ἀμείβωνται ἡγεμονικῶς, οἱ δέ, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου νὰ ἀμείβωνται γλίσχρως. Ἡ ἐθνικοποίησις λοιπὸν τῶν κυριωτέρων μέσων τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς διανομῆς τοῦ πλούτου θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσαγάγωμεν στοιχειώδη κοινωνικὴν δικαιοσύνην, ἑνοποιοῦντες τοὺς μισθοὺς καὶ παρέχοντες εἰς τοὺς ἀνωτέρους μὲν λογικὸν ὅριον ἀπολαυῶν, εἰς τοὺς κατωτέρους δὲ ἐπαρκὲς ὅριον ζωῆς. Καὶ ὅμως τὸ Κράτος ἀπὸ τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχομεν τοιαύτας ἀξιώσεις, οὔτε κἂν εἰς τὸν ἰδικόν του στενὸν δημοσιονομικὸν τομέα φαίνεται δίκαιον. Διότι πῶς ἄλλως νὰ χαρακτηρίσῃ κανεὶς τοῦτο, ὅτι ἀντίθετα πρὸς τὴν στοργὴν ποὺ ἐπιδεικνύει εἴς τινας ἀνωτέρους προνομιούχους λειτουργούς του, εἰς τὴν μᾶζαν τῶν μικρῶν ἐπιδεικνύει ἐγκληματικὴν ἀστοργίαν; Εἰσερχόμενοι εἰς τὸν δημοσιονομικὸν τομέα ἐπιθυμοῦμεν νὰ τονίσωμεν ὅτι εἶναι ὡς τάχιστα ἐπιβεβλημένη ἡ μετατόπισις τῶν φορολογικῶν βαρῶν ἀπὸ τῶν ὤμων τῶν ἀδυνάτων ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἰσχυρῶν, ἐπὶ πλέον δὲ νὰ δηλώσωμεν ὅτι εἶναι ἐπιτακτικωτέρα, ἀφ’ ὅ,τι ἄλλοτε, ἡ ἀνάγκη τῆς πραγματοποιήσεως οἰκονομιῶν, τόσον διὰ τῆς καταργήσεως κάθε περιττοῦ ἢ πολυτελοῦς ὀργανισμοῦ, ὅσον καὶ διὰ τῆς ἀποπομπῆς ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου τῶν ὄχι βέβαια ὀλίγων παρασίτων του. Νομίζομεν δὲ ὅτι σημαντικὴν ἐνίσχυσιν καὶ εἰς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ θέλει δημιουργήσει ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς μονοετοῦς στρατιωτικῆς θητείας, ἐφόσον θὰ συνωδεύετο τοῦτο μὲν μὲ συστηματικωτέραν τὴν ὑποχρεωτικὴν ἀθλητικὴν ἄσκησιν τῆς νεολαίας, τοῦτο δὲ μὲ τὴν κατὰ τὸ Βουλγαρικὸν πρότυπον ὑποχρεωτικὴν ἐργασίαν πρὸς ἐκτέλεσιν πάσης φύσεως δημοσίων ἔργων. Ἐντοπιζόμενοι τέλος εἰς τὸν τομέα τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι ἡ συνέχεια τῆς φιλίας πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Δύσεως δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἀντιληφθῶμεν ἐπὶ τέλους ὅτι ἀπὸ τὸν παγκόσμιον πόλεμον δὲν ἐξήλθομεν, ἔστω καὶ καταχρηστικῶς, νικηταί, ὡς ἠρεσκόμεθα νὰ πιστεύωμεν, ἀλλὰ κυριολεκτικῶς ἡττημένοι. Ποιὸς δὲν ἔχει καταλάβει σήμερα ὅτι ἡ φτωχὴ Ἑλλάς, ὅπως τὴν ἀπεκρυστάλλωσεν ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης, εἶναι ὄχι ἁπλῶς ἡττημένη, ἀλλὰ κυριολεκτικῶς καραβοτσακισμένη, ἀφοῦ καὶ πληθυσμὸν δυσανάλογον πρὸς τοὺς πόρους της ἐδέχθη καὶ μὲ χρέη βαρύτατα ἐβαρύνθη; Ποῖος ἑπομένως δὲν βλέπει πλέον ξεκάθαρα ὅτι κατηρτίσαμεν κατὰ τύπους τε καὶ οὐσίαν καθαρὸν προλεταριακὸν συγκρότημα; Ἐφόσον λοιπὸν μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν (status quo) ἡ Ἑλλὰς δὲν παρέχει πολλὰ σημεῖα ἀσφαλοῦς βιωσιμότητος, ἡ μεταλλαγὴ τῶν πραγμάτων τόσον τῶν Εὐρωπαϊκῶν ὅσον καὶ τῆς Ἐγγὺς Ἀνατολῆς εἶναι ἡ μόνη ποὺ ἠμπορεῖ, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν σώφρονα πολιτικήν, νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ ἀσφαλῆ βιωσιμότητα, διότι μὲ μίαν ἀναθεώρησιν τῶν συνθηκῶν θὰ ἠμπορέσωμεν καὶ ἀπὸ τὰ βάρη ποὺ μᾶς βαρύνουν νὰ ἐλαφρωθῶμεν, καὶ διεξόδους ὡς φυλὴ νὰ ἐξασφαλίσωμεν. Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπὸ τοὺς καθαρῶς ἑλληνικοὺς λόγους, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠμπορεῖ νὰ δείξῃ ἀδιαφορίαν ἀπέναντι τῶν ἡττημένων, οὔτε νὰ μὴ τοὺς συμπονέσῃ διὰ τῆς ἀδικίας ποὺ τοὺς ἔγιναν. Ἐὰν δὲ ἡ νικήτρια Ἰταλία, συναισθανομένη βαθύτατα τῆς ἀδικίας ποὺ τῆς ἔγιναν, καὶ ἡ ὁποῖες πράγματι δὲν τὴν ἀφήνουν νὰ ἀναπνεύσῃ, συνεταύτισε τὴν τύχην της μὲ τοὺς ἀδικημένους, ἠμποροῦμεν νὰ σκεφθοῦμεν ἐὰν ἡ Ἑλλάς, προλεταριακὸν καὶ αὐτὴ Κράτος, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κάμῃ κοινὸν μέτωπον μὲ τὰ ἄλλα προλεταριακὰ Κράτη, μικρά τε καὶ μεγάλα, ποὺ ἐδημιούργησαν αἱ μεταπολεμικαὶ συνθῆκαι. Πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν συνθηκῶν ἡ Ἑλλὰς θὰ βρῇ συμπαραστάτην τὴν σοσιαλιστικὴν κοινὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης. Περαιτέρω, ὡς πρὸς τὰς σχέσεις μας μὲ τοὺς Βαλκανικοὺς γείτονάς μας, εἶναι ἀνάγκη νὰ ξεκαθαρίσωμεν εἰς τὸ κεφάλι μας δύο τινά, πρῶτον ὅτι δημιουργία ξεχωριστῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας, ὡς πολιτικῆς ἢ καὶ ἁπλῶς οἰκονομικῆς μονάδος, εἶναι ἔννοια ἀντικειμένη εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα, καὶ δεύτερον ὅτι ἡ ἀγαθὴ γειτονία τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν δὲν θὰ τελεσφορήσῃ, ἐφόσον δὲν θὰ προστατευθοῦν αἱ μειονότητες. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἔννοιαν τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας ἐξακολουθοῦμεν νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἐφόσον ἡ Βαλκανικὴ Χερσόννησος γεωοικονομικῶς εἶναι καθαρὰ συνέχεια τῆς Μεσευρώπης καὶ Ἀνατολικῆς Εὐρώπης ἡ δὲ διήθησις τῶν δύο τούτων κορμῶν ἐπάνω εἰς τὴν Βαλκανικὴν εἶναι συνεχὴς καὶ ἀδιάστικτος, ἐφόσον συνεπῶς βαλκανικὰ καὶ ἐξωβαλκανικὰ συμφέροντα εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένα εἰς ἓν ἑνιαῖον σύνολον, ἡ δημιουργία ξεχωριστῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας ὡς πολιτικῆς ἢ καὶ ἁπλῶς οἰκονομικῆς μονάδος, εἶναι ἔννοια ἀντικειμένη εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα. Ἐὰν ὅμως ἡ δημιουργία μιᾶς τοιαύτης ὁμοσπονδίας εἶναι ἀδύνατος, ἡ στενωτέρα μετὰ τῶν γειτόνων μας οἰκονομικὴ ἐπαφὴ εἶναι ἀνάγκη πράγματι ἐπείγουσα. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀνάγκην τῆς προστασίας τῶν μειονοτήτων, ὡς τοῦ πρωταρχικοῦ ὅρου πρὸς ἀποκατάστασιν πράγματι φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν Βαλκανικῶν λαῶν, ἐξακολουθοῦμεν νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἐφόσον δὲν θεραπεύεται τὸ νευρολογικὸν τοῦτο σημεῖον, οἱαδήποτε αἰσιοδοξία εἶναι ἕωλος, καὶ οἱαδήποτε καὶ οἰκονομικὴ κἂν ἐπαφὴ — σοβαρωτέρα — δύσκολος. Χαρακτηριστικὴ εἰς τοῦτο εἶναι ἡ ἐπιμονὴ τῶν Βουλγάρων εἰς τὸ τελευταῖον Συνέδριον τοῦ Βουκουρεστίου, ἰδίως ὅπως ἡ γλῶσσα ὁλοκλήρου τοῦ Βουλγαρικοῦ τύπου. Ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, πιστεύομεν ὅτι, προστατεύουσα ἐπ’ ἀμοιβαιότητι τὰς μειονότητας, δὲν ἐκτελεῖ μόνον ἀνθρωπιστικὸν καθῆκον, ἀλλὰ καὶ ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι μιᾶς ὀλιγαρίθμου μειονότητος ποὺ ἀπέμεινεν εἰς τὸ ἔδαφός της. Ἐπιμένοντες εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς προστασίας τῶν μειονοτήτων, ἐνῷ δὲν ἔχομεν νὰ ὑποστῶμεν καμμίαν ζημίαν, ἀντιθέτως ἔχομεν νὰ ἀποκομίσωμεν θετικὴν ὠφέλειαν καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐπὶ τοῦ παρόντος μὲν διότι θὰ προστατευθοῦν ἀποτελεσματικώτερα αἱ ἀπομείνασαι Ἑλληνικαὶ μειονότητες εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὴν Ἀλβανίαν καὶ τὰ Δωδεκάνησα, εἰς τὸ μέλλον δὲ διότι θὰ τύχουν προστασίας αἱ μειονότητες ποὺ μὲ τὸν καιρὸν θὰ δημιουργηθοῦν εἰς τὰ τόσον γνώριμα εἰς τοὺς Ἕλληνας ἄλλα ἐδάφη τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου καὶ τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Τέλος, ἀπέναντι τῶν λαῶν τοῦ πρόσθεν ἀνατολικοῦ τομέως, πρέπει νὰ δείξωμεν ἐξαιρετικὴν προσοχήν. Καὶ εἰς μὲν τοὺς Τούρκους πρέπει ἐν συνεχείᾳ τῆς εὐτυχῶς ἀπό τινος χαραχθείσης νέας πολιτικῆς νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι πράγματι ἐξεχάσαμεν τὸ θλιβερὸν παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησαν βυζαντιναὶ ψευδαισθήσεις καὶ ὅτι ἐφεξῆς ἐπιθυμοῦμεν ἐφ’ ὅλων τῶν πεδίων ἀδελφικὴν συνεργασίαν εἰς δὲ τὴν Σοβιετικὴν Ρωσσίαν ὅτι ἀρκετὰ μᾶς ἐδίδαξεν ἡ μέχρι τῆς ὥρας ἀπόλυτος προσήλωσίς μας εἰς τὴν ἐπιθετικὴν κατὰ τῆς Ἀνατολῆς Δύσιν, καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς ἐπιθυμοῦμεν ἐγκάρδιον συνεννόησιν καὶ οἰκονομικὴν ἐπαφὴν στενωτάτην. Ἀπὸ τὴν Σοβιετικὴν Ρωσσίαν πολλὰ ἠμποροῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν, καὶ οἰκονομικὰς εὐκολίας ἐφοδιασμοῦ εἰς πρώτας ὕλας (στάρι, πετρέλαιο, βαμβάκι, γαιάνθρακας), καὶ ἐξακολουθητικὴν ναύλωσιν τῆς φορτηγοῦ ναυτιλίας, καὶ πρὸ παντὸς διέξοδον τῶν περισσευόντων πληθυσμῶν μας. Ὡς πρὸς τὴν διευκόλυνσιν διὰ τὴν διέξοδον τῶν περισσευόντων πληθυσμῶν θὰ ἐπαναληφθῇ, καθὼς φαίνεται, ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία. Καὶ ὅπως ἄλλοτε, μετὰ τὴν Σικελικὴν καταστροφὴν οἱ κάτω τοῦ Ὀλύμπου ἀσφυκτικῶς συμπεπυκνωμένοι Ἕλληνες μὲ τὰς ἐκκλήσεις τοῦ Ἰσοκράτους ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν τοῦ Φιλίππου τοῦ Μακεδόνος διὰ νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν διασποράν, ἔτσι σήμερα οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν τῆς Σοβιετικῆς Ρωσίας διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰρηνικὰ εἰς τὰς προαιωνίους ἑστίας μας. Αὐτὰ ὅμως τὰ τεράστια ὠφελήματα διὰ νὰ τὰ ἐπιτύχωμεν, πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ρωσσίαν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην ὅτι, συναισθανόμενοι τὰ σφάλματα τὰ ὁποῖα καὶ ἀπέναντί της διεπράξαμεν, ἐπιθυμοῦμεν εἰς τὸ μέλλον τὴν ἀδελφικὴν συνεργασίαν της, καὶ κυρίως εἰπεῖν τὴν προστασίαν της. Ὅπως δὲ ἡ Κεμαλικὴ Τουρκία ἀντελήφθη ὅτι ὁ δρόμος πρὸς τὴν Ἀνατολὴν τῆς ἤτανε ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη καὶ κατέγινεν εἰς τὸ νὰ συσφίγξῃ τὰς σχέσεις της μὲ τὰ Σοβιὲτ καὶ ἤντλησε καὶ ἀντλεῖ ἐκεῖθεν ἀκόμη πολλαπλᾶ ὠφελήματα, ἔτσι καὶ ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι ὁ δρόμος πρὸς τὴν Ἀνατολὴν τῆς εἶνε ἡ μόνη σώτειρα διέξοδος. Οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Τοῦρκοι εἶνε ἀνάγκη νὰ ἀδελφωθῶμεν, καὶ εἰς τὴν ἀδέλφωσιν αὐτὴν μοναδικὸς προστάτης καὶ ἐγγυητὴς παρουσιάζεται ἡ Εὐρασιατικὴ Δύναμις τῆς Σοβιετικῆς Ρωσσίας. Ἡ Δύναμις αὐτή, ἀδιαφοροῦσα πρὸς τὸ κοινωνικὸν σύστημα τῶν μεθ’ ὧν ἐννοεῖ νὰ συνεργασθῇ πολιτικῶς λαῶν — παράδειγμα ἡ Κεμαλικὴ Τουρκία καὶ ἡ Φασιστικὴ Ἰταλία, μετὰ τῶν ὁποίων ἀπὸ μακροῦ στενώτατα συνεργάζεται — δι’ ἓν καὶ μόνον ἐνδιαφέρεται, διὰ τὴν πύκνωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἐπαφῆς της, ἰδίᾳ μετὰ τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, καὶ τὴν λύτρωσιν τῶν ἡττημένων ἢ οἰκονομικῶς κατεστραμμένων ἀπὸ τὴν ἐξακολουθητικὴν ἀφαίμαξιν ποὺ ὑφίστανται ἀπὸ τὸ μεγάλο διεθνὲς κεφάλαιον. Ἰδοὺ αἱ ἀντιλήψεις μας διὰ τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα. Ἰδοὺ αἱ κατευθύνσεις μας διὰ τὰς ἐξωτερικάς μας σχέσεις. Ἀμφότεραι διαπνέονται ἀπὸ βαθυτάτην σοσιαλιστικὴν νοοτροπίαν. Τὸ Ἀγροτικὸν κόμμα τῆς Ἑλλάδος πιστεύει καὶ διακηρύττει ὅτι μόνον ἡ καθίδρυσις μιᾶς σοσιαλιστικῆς Κοινωνίας θὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἐργαζομένους ἀπὸ τὴν σημερινὴν οἰκονομικὴν ἀθλιότητα, θὰ συντελέσῃ εἰς τὸν λυτρωμὸν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ θὰ δημιουργήσῃ τὴν πραγματικὴν ἀδέλφωσιν τῶν λαῶν.
§58Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἡμεῖς, ἡ ἑτέρα ὁμὰς τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος, ἠκούσαμεν μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀποκρύπτομεν ὅτι εἰς γενικωτάτας γραμμὰς καὶ ἀορίστους κάπως ἀπόψεις διατυποῦνται αἱ προγραμματικαὶ αὗται δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν αὐτὰς πρὶν ἢ ἐμφανισθοῦν παραλλήλως καὶ τὰ μέτρα καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ καθορίζοντα τὰς λεπτομερείας, τὰ ὁποῖα θὰ κάμουν καὶ μᾶλλον συγκεκριμένον τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Οὐχ ἧττον ἐκ τῶν δηλώσεων τούτων ἐσημειώσαμεν μετ’ εὐχαριστήσεως ἡμεῖς οἱ ἀγροτικοί, οἱ ὁποῖοι στηριζόμεθα εἰς τὴν μεγάλην τάξιν τῶν ἐργαζομένων, τῶν μοχθούντων τόσον εἰς τοὺς ἀγροὺς ὅσον καὶ εἰς τὰς πόλεις, ἡμεῖς, λέγομεν, οἱ στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐκμεταλλευομένην αὐτὴν τάξιν, παρετηρήσαμεν μετὰ προσοχῆς ὅτι περιλαμβάνονται εἰς τὰς γενικὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ σημεῖα τινὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐγκρίνομεν, ἐφόσον ἤθελον καὶ πραγματοποιηθῆ. Δὲν ἀποκρύπτομεν τὸν φόβον, ὅτι αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀοριστείᾳ των ἀπέχουσι πολὺ τῶν πραγμάτων, καὶ εἴμεθα ὄχι πολὺ αἰσιόδοξοι περὶ τῆς ἐνδεχομένης πραγματοποιήσεως αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις ὡμίλησε περὶ προνοίας, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡμίλησε περὶ τῆς ἀνισοσκελίσεως αὐτοῦ, περὶ τῆς προσπαθείας τὴν ὁποίαν θὰ καταβάλῃ διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ μεγάλου, ὄντως, καὶ μεγεθυνομένου καθ’ ἡμέραν ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν μᾶς εἶπεν ὅμως τὸν τρόπον τῆς καλύψεως. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἀξιοῦμεν, εὐθὺς ἀμέσως, νὰ μᾶς φέρῃ τὰ συγκεκριμένα μέτρα τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ μᾶς συγχωρήσῃ διότι δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἀσφαλῆ περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς καλύψεως αὐτοῦ. Ὡμίλησεν ἡ Κυβέρνησις περὶ μεταθέσεως τῶν φορολογικῶν βάσεων, ἐφόσον ἤθελε παραστῆ ἀνάγκη, δι’ ἐπιβαρύνσεως φορολογικῆς εἰς τὰς εὐπορωτέρας τάξεις. Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἐπικροτήσωμεν τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ εὐχηθῶμεν ὅπως τοῦτο πραγματοποιηθῇ. Εἶπεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ὡς πρὸς τὸ δημόσιον χρέος, θὰ προσπαθήσῃ νὰ πείσῃ τοὺς δανειστὰς ὅτι ὡς γνώμων πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν, θὰ τεθῇ ἡ δυναμικότης, ἡ οἰκονομικὴ τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ καὶ πέραν τῆς δυναμικότητος τῆς Χώρας τὴν ἀπόδοσιν τοῦ χρεωλυσίου. Εὐχόμεθα καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ φανῇ ριζική. Καὶ ὄντως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν οἱονδήποτε δανειστὴν νὰ ἀφαιμάξῃ ἀπὸ τὴν Χώραν πλέον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ. Θὰ ἔπρεπε μάλιστα νὰ καταβληθῇ προσπάθεια ὅπως, ἐξαιρεθοῦν τῶν δανείων, τὰ πολεμικά, εἰς τὸ μέλλον δὲ νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς τοιαῦτα καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀμέσως μὲν πολεμικά, ἀλλ’ ἔχουν ἀφετηρίαν τὸν πόλεμον. Καὶ τοιαῦτα εἶναι πολλὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κύριοι, δὲν ἔχομεν ἐπίσης παρὰ νὰ ἐπικροτήσωμεν τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς ἐξαγωγῆς, τὴν μείωσιν τῶν εἰσαγωγῶν καὶ ὡς πρὸς τὸ σύστημα τῶν ἀνταλλαγῶν. Εἰς ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἐπικροτήσωμεν. Ἀλλ’ ἤθελα νὰ τονίσω, καίτοι δὲν εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀναπτύξεως προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς πρόκειται νὰ ἐκφέρωμεν κρίσιν ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων, καίτοι δὲν εἶναι ἡμέρα ἀπαριθμήσεως μέτρων ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν, θὰ ἤθελα νὰ τονίσω μίαν διαφοράν, ἡ ὁποία μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν τῆς δεξιᾶς. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, Κύριοι, ὅτι βαθυτέρα αἰτία τῆς σημερινῆς παγκοσμίου κρίσεως δὲν εἶναι ὁ πόλεμος. Βαθυτέρα αἰτία τῆς σημερινῆς κρίσεως εἶναι αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ἀνταγωνισμοῦ τῆς ὀρθοδόξου οἰκονομίας, αὐτὸς ὁ ἐλεύθερος ἀνταγωνισμός, ὁ ὁποῖος ἐπιστεύετο μὲ τοιαύτην ἀκράδαντον πίστιν ὅτι εἶναι ὁ ἐναρμονίζων τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις, εἴς τε τὰς ἐσωτερικὰς σχέσεις τῶν Κρατῶν καὶ εἰς τὰς σχέσεις τῶν Κρατῶν μεταξύ των, ἐνῷ αὐτὸς ἐπέφερε τὴν δεινὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείνωσεν ὁ πόλεμος, καὶ ὅτι ἕνεκα τοῦ ἐλευθέρου αὐτοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τῆς ἀκράτου ἐλευθερίας περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ κεφαλαίου, ἐπῆλθον αἱ συνέπειαι. Ἱδρύθησαν ἐπιχειρήσεις καθ’ ὅλον τὸν κόσμον ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ. Ἕνεκα τῆς ἱδρύσεως τῶν ἐπιχειρήσεων τούτων, συνεκεντρώθησαν πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι βραδύτερον ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι πλεονάζοντες εἰς ὡρισμένας Χώρας, ὅτε μετετοπίσθησαν τὰ κέντρα αὐτὰ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς βιομηχανίας εἰς ἄλλας Χώρας. Αὐτὸ τὸ φαινόμενον παρατηρεῖται κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον καθ’ ὅλον τὸν κόσμον, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον ἐπέφερε τὴν δεινὴν κρίσιν τὴν σημερινήν, τὴν ὁποίαν ἁπλῶς ἐπεδείνωσαν αἱ συνέπειαι τοῦ πολέμου, αἱ δημοσιονομικαὶ καὶ κοινωνικοοικονομικαὶ συνέπειαι αὐτοῦ. Πιστεύομεν ὅτι τὸ βαθύτερον αἴτιον τῆς σημερινῆς κακοδαιμονίας εἶναι ἡ ἄκρατος ἐλευθερία περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ πλούτου, καὶ δι’ αὐτὸ τὰ Κράτη τῆς σήμερον, διὰ νὰ σταματήσουν καταστροφὰς πρὸς τὰς ὁποίας φερόμεθα, πρέπει νὰ σκεφθοῦν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, παρὰ ἕνας περιορισμός, μία περιστολή, τῆς ἀκράτου αὐτῆς ἐλευθερίας χάριν τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος. Γνώμων πρέπει νὰ τεθῇ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον εἰς τὰς ἐσωτερικὰς σχέσεις τῶν Κρατῶν καὶ εἰς τὰς διεθνεῖς μεταξύ των σχέσεις. Εἶναι ἡ μόνη λύσις, ἡ ὁποία ὅμως ὡς δύσκολος δὲν πραγματοποιεῖται, καὶ δι’ αὐτὸ φερόμεθα πρὸς καταστροφάς. Ἀλλὰ πρέπει νὰ συναισθανθῶμεν, καὶ αὐτὸ ἤθελα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως νὰ τονίσω ἰδιαιτέρως, τὴν βασικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία μᾶς χωρίζει—ὅτι πρέπει νὰ στηρίζωμεν τὴν ὅλην μας πολιτικὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης καὶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι αὐτόματος συνέπεια. Θὰ ὑπάρξῃ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους χάριν τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος, ὄχι ὅμως ἐπέμβασις τοῦ Κράτους ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἄνευ συστήματος καὶ γίνεται ὁσάκις αἱ Κυβερνήσεις εὑρεθῶσι πρὸ τῆς ἀνάγκης σοβαρῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους συστηματικὴ πρὸς ρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων χάριν αὐτῆς τῆς Κοινωνίας. Τοῦτο πρέπει νὰ κατανοήσωμεν πάντες, καὶ ὅταν θέσωμεν τοῦτο ὡς ἀρχήν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὅλα τ’ ἄλλα συνέπονται. Θὰ ἴδωμεν μέχρι ποίου σημείου χάριν τοῦ γενικοῦ καλοῦ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐπέμβασις αὐτή. Ἀλλὰ θὰ πρέπῃ νὰ ὁρισθῇ καὶ μέχρι τίνος πραγματοποιήσιμου σημείου πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐπέμβασις αὐτή, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν ἑνιαίαν διαχείρισιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, νὰ ὀργανώσωμεν κοινωφελεῖς ὀργανισμούς, ὀργανισμοὺς τοιούτους οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξασφαλίσουν τὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Τὰ μονοπώλια, περὶ τῶν ὁποίων ὅλοι ὁμιλοῦν, οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοὶ οἱ αὐτόνομοι, ἡ συστηματικὴ ὀργάνωσις ὅλων αὐτῶν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους. Μὴ σᾶς φαίνονται, Κύριοι, αὐτὰ ἀνατρεπτικά. Εἶνε ἡ μόνη ἀλήθεια ἡ ὁποία ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζεται θεωρητικῶς, καθημερινῶς ἐπιβάλλεται. Ἐὰν λοιπὸν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν θέσωμεν ὡς βασικήν, τὴν ἀρχὴν καθ’ ἣν ὁ πλοῦτος καὶ ἡ ἰδιοκτησία, τὰ ὁποῖα εἶναι μὲν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζονται ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλ’ εἶναι πρὸ παντὸς δικαιώματα πρὸς ἐνάσκησιν μιᾶς κοινωνικῆς λειτουργίας, εἶναι δικαιώματα μὲ ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Κοινωνίαν, ἐάν, λέγω, ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἀναγνωρισθῇ, θὰ ἴδωμεν τότε ὅτι ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα συμβουλευόμεθα ὅπως ληφθῶσιν, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀρχῆς ταύτης. Διότι, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ὁπλίσωμεν τὸν οἰκονομικόν μας ὀργανισμὸν διὰ τῆς τοιαύτης διαμορφώσεως τῆς οἰκονομίας μας καὶ δι’ ἕνα ἄλλον σοβαρώτατον λόγον, ὄχι μόνον, διὰ λόγον κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον σοβαρώτερον λόγον, τὸν λόγον τῆς παραγωγῆς μας. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι κράτος τοῦ ὁποίου τὸ μέγιστον μέρος τῆς παραγωγῆς ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἔχει ἐξηρτημένην οἰκονομίαν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὴν παγκόσμιον οἰκονομίαν, κατ’ ἐξοχὴν ἐξηρτημένην. Ἐφόσον λοιπὸν θέλομεν νὰ συντελέσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπέλθῃ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ, μία διευθυνομένη οἰκονομία, εἰς τρόπον ὥστε, κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μία προσαρμογὴ τῆς παραγωγῆς εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῆς καταναλώσεως ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ὁπλίσωμεν τὸν κρατικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμόν μας δι’ ὀργανισμοῦ κοινῆς διαχειρίσεως τῶν προϊόντων μας. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὰ ἄλλα Κράτη πρὸς ἐπέκτασιν τῆς ἐξαγωγῆς μας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον ἄνευ συντονισμένης ἐνεργείας τὴν ὁποίαν κάποιος θὰ πρέπῃ νὰ δώσῃ, κάποιος θὰ πρέπῃ νὰ κατευθύνῃ, καὶ αὐτὸς εἶναι ἓν πεφωτισμένον Κράτος. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν πλήρη ἐλευθερίαν, δὲν πρέπει βεβαίως νὰ καταπνίξωμεν—καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρομεν οὐσιωδῶς ἀπὸ τοὺς ἄκρους,—δὲν πρέπει νὰ καταπνίξωμεν τὴν πρωτοβουλίαν, διότι ἡ πρωτοβουλία εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι τὸ κίνητρον τῆς προόδου, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν νὰ περιορισθῇ ἡ πρωτοβουλία ἡ ἄκρατος, ἡ ἐλευθερία μέχρι τοῦ σημείου τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ κοινὸν συμφέρον, τὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Διότι φρονοῦμεν, Κύριοι ὅτι ἐὰν ὁ οἰκονομικός μας ὀργανισμὸς κατοχυρωθῇ διὰ τῆς τοιαύτης διαμορφώσεως, θὰ εἶναι δυνατόν, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐξαγωγῶν, τῶν συναλλαγματικῶν δυσκολιῶν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν μεγαλυτέραν ἐξαγωγὴν τῶν ἐν γένει προϊόντων μας. Τὸ ζήτημα δὲ τὸ ἑλληνικόν, τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ζήτημα ἐξαγωγῆς εὐγενῶν προϊόντων, καπνοῦ, ἐλαίου, οἴνου, σταφίδος, διότι δὲν συμφωνοῦμεν, Κύριοι, μὲ τὸ λεχθέν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἄγονον ἔδαφος καὶ δὲν δύναται νὰ παραγάγῃ τίποτε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι παράγει. Ἀπ’ ἐναντίας φρονοῦμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πολλαπλασιασθῇ ἡ παραγωγὴ τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι καταφανὲς ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς Πελοποννήσου νὰ πολλαπλασιασθῇ ἡ φυτεία τῆς ἀμπέλου καὶ τῆς σταφιδαμπέλου. Εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ ξηρικὸν ἔδαφος νὰ πολλαπλασιασθῇ ἡ καπνοφυτεία. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐπεκτάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ τοιαύτη αὔξησις τῆς δυναμικότητος τῆς Χώρας, διότι δὲν ἔχομεν τὴν εὐχέρειαν τῆς τοποθετήσεως τῶν εὐγενῶν αὐτῶν προϊόντων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος· πῶς θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐξάγωμεν περισσότερα, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγάγωμεν περισσότερα.
§59Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἴπατε ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποθηκεύσωμεν. Ἀλλὰ πῶς θὰ γίνῃ τοῦτο, διότι εἰς τὸ νὰ παραγάγωμεν εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι.
§60Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Σύμφωνοι. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι διὰ νὰ πράξωμεν αὐτό, πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν πολιτικὴν καὶ ἰδίᾳ οἰκονομικὴν πολιτικὴν ὡς πρὸ ὀλίγου ἐξέθεσα, διότι ὄντως ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς Χώρας, νομίζομεν καὶ ἡμεῖς, καὶ ὑπεστηρίξαμεν εἰς τὰ Διεθνῆ Συνέδρια τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι ὄντως ὁ πληθυσμὸς τῆς Χώρας πλεονάζει, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναπτύξωμεν περισσότερον τὴν δυναμικότητα τῆς Χώρας, ἀλλὰ φρονοῦμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῇ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν αὐτήν. Τότε βεβαίως ὁ πληθυσμὸς θὰ εἶναι πλεονάζων, καὶ τότε πρέπει νὰ στραφῶμεν πρὸς μίαν ὀργανωμένην μετανάστευσιν καὶ ὄχι ὅπως ἐγένετο εἰς τὸ παρελθὸν ἀνοργάνωτον. Τώρα ἔκλεισεν ἡ πύλη τῆς μεταναστεύσεως καὶ πρέπει νὰ στραφῶμεν πρὸς μίαν ὠργανωμένην μετανάστευσιν διὰ γραφείων γνωστῶν μὲ τὰς Χώρας ἐκείνας, μὲ τὰς ὁποίας συναλλασσόμεθα, καὶ εἰς τὰς Χώρας αὐτὰς φρονῶ ὅτι δύνανται νὰ περιληφθοῦν καὶ ἡ Σοβιετικὴ Ρωσσία καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην χειρῶν καὶ δύνανται νὰ ἀπασχολήσουν τὰς χεῖρας αὐτάς, μὲ Κράτη δηλ. τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδεχθοῦν πληθυσμούς. Τοιαῦτα δὲ Κράτη, εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουν περισσότερα εἰς τὴν Νότιον Ἀμερικήν, καὶ εἴς τινα μέρη κατοικήσιμα τῆς Ἀφρικῆς, ὀλιγώτερα δὲ εἰς ἄλλα μέρη καὶ διὰ τοῦτο συζητεῖται εὐρέως διεθνῶς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν θεμάτων τῆς προσεχοῦς Διακοινοβουλευτικῆς Διασκέψεως. Δηλαδὴ συζητεῖται ὁ τρόπος τῆς ἀρξαμένης καὶ συμπεφωνημένης μεταναστεύσεως τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πλεονάζουν εἴς τινας Χώρας, εἰς Χώρας αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην χειρῶν. Θὰ εἶναι ἀνάγκη δυσάρεστος καὶ λυπηρὰ ἡ ἀνάγκη αὐτὴ διὰ τὴν Χώραν μας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ στραφῶμεν πρὸς αὐτήν, ἐν ᾗ περιπτώσει κατορθώσωμεν τὸ πρῶτον, τὴν μεγαλειτέραν τοποθέτησιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τῶν προϊόντων τῆς παραγωγῆς μας. Διότι πράγματι ὑπάρχει καὶ ἄλλο στάδιον διὰ τὰ προϊόντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, καταναλίσκονται μὲν εἰς τὸ ἐσωτερικόν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα εἶναι πολλὰ καὶ δύνανται ἐξ αὐτῶν νὰ καταναλωθοῦν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διότι, Κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ δὲν πειράζει ἂν τονισθῇ καὶ μίαν φορὰν ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ δεινὴ κρίσις ἡ ὁποία μαστίζει ὅλον τὸν κόσμον, μαστίζει καὶ τὴν Χώραν μας, καὶ ἐπέφερεν ἕνα κλονισμόν, μίαν ἐξαθλίωσιν τῶν πληθυσμῶν, ἐξαθλίωσιν τῶν πλείστων ἀγροτικῶν πληθυσμῶν μας, τῶν ὀρεινῶν δὲ ἰδιαιτέρως. Δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν μία στατιστικὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη θὰ ἔφερεν εἰς φῶς ἐκπληκτικοὺς ἀριθμούς. Παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουν ἄνεργοι, ἡμιάνεργοι, φυτοζωοῦντες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν εἰς βάρος ἄλλων πτωχοτάτων οἰκογενειῶν, οἱ ὁποῖοι φεύγουν ἀπὸ τὰ χωριά, διότι δὲν ἔχουν ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκουν δουλειὰ εἰς τὰς πόλεις, οἱ ὁποῖοι κοιμοῦνται καὶ μοιράζονται τὸ κρεββάτι κανενὸς συγγενοῦς των. Δι’ ὅλα αὐτὰ δὲν ὑπάρχει στατιστικὴ βέβαια, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι ὑπάρχει ἐξαθλίωσις τοῦ πληθυσμοῦ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Καὶ ὅταν κύριοι σκεφθῶμεν τὴν τοιαύτην δεινὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ Χώρα, πρέπει ὅπως καὶ ἀπὸ ἄλλους ἐτονίσθη, πρέπει νὰ ληφθοῦν κἄποια μέτρα. Δὲν παραγνωρίζω τὰς δυσκολίας τῶν μέτρων αὐτῶν, οὐδὲ ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὑποδείξω τοιαῦτα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν συναίσθησιν νὰ τείνωμεν πρὸς μίαν λύσιν τοῦ προβλήματος τούτου. Ἐπὶ πλέον πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μερικὴν ἀπόσβεσιν τῶν χρεῶν τῶν ἀγροτῶν ἐν γένει, ὅπως συνέβη καὶ εἰς ἄλλας Χώρας, εἰς τὴν Ρωμουνίαν καὶ ἐσχάτως εἰς τὴν Σερβίαν. Δὲν ὁμιλῶ δὲ περὶ τῶν τοκογλυφικῶν μόνον χρεῶν, διότι ἐπὶ τέλους ὑπάρχει καὶ ἡ κειμένη νομοθεσία ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ κτυπήσῃ τὰ ἀδικήματα, ἀλλ’ ὁμιλῶ καὶ περὶ τῶν χρεῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα δὲν προέρχονται ἀπὸ ἐκεῖ. Καὶ λέγω ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι μία μικρὰ ἐπιχείρησις δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα νὰ ἀποσβέσῃ τὰ βάρη τὰ ὁποῖα τὴν βαρύνουν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ εἰς τὴν τύχην της καὶ ὁ μικροϊδιοκτήτης μὲ δυσβάστακτα χρέη. Αὐτὸ ἐσκέφθησαν ἀλλαχοῦ. Ὁμολογῶ ὅτι εἶναι δύσκολον τὸ πρόβλημα καὶ περίπλοκον, διότι δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν στέρησιν τῶν μέσων μιᾶς Τραπέζης πρὸς δανεισμόν, διότι κἄποιος πρέπει νὰ φέρῃ τὰ βάρη, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ αὐτὸς ὁ κἄποιος, δηλαδὴ τὰ κεφάλαια, πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Κύριοι, πρέπει νὰ λάβωμεν ἐπίσης ἰδιαιτέρως ὑπ’ ὄψιν μίαν κατάστασιν ἡ ὁποία παρ’ ἡμῖν ἰδιαιτέρως ὑπάρχει. Ἡ κατάτμησις τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι τοιαύτη ὥστε ἀκριβῶς ἐπέφερεν αὐτὴν τὴν ὑποχείρωσιν τῶν κατοίκων μας. Εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἰδιοκτησίαι μὴ βιώσιμοι. Δὲν θὰ τὸ παρατηρήσετε εἰς ἄλλας Χώρας. Εἶναι πολὺ μικρὸς κατὰ μέσον ὅρον ὁ κλῆρος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιβάλλονται μέτρα ἐξαιρετικά. Δὲν θὰ συνίστων ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν εὐθὺς ἀμέσως λόγου χάριν νὰ καθορισθῇ ἕνα ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως διὰ τοὺς μικρούς, ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζουν καὶ οἱ συντηρητικώτεροι τῶν δημοσιονόμων. Λέγω δὲ ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ φορολογῆται κανείς, παρὰ μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν συντήρησίν του ἔχει ἕνα μικρὸν εἰσόδημα. Ἀλλὰ ἐὰν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν θέσωμεν ὡς γνώμονα διὰ τὸ μέλλον, θὰ πρέπει νὰ τείνωμεν πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀφορολογήτου τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας τῆς μὴ βιωσίμου, καὶ τοῦτο ἀπὸ στοιχειώδους δημοσιονομικῆς δικαιοσύνης. Βεβαίως, ἐὰν αὐτὸ ἀποτόμως ἐγένετο σήμερον, θὰ ἐκλόνιζε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελον ἄμεσον τὴν ἐπιβολὴν τοῦ μέτρου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν συναίσθησιν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν διὰ νὰ τείνωμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὅταν θέσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς φορολογίας τῶν μικρῶν, τῶν ἐργαζομένων τάξεων καὶ τῆς ἐπιβολῆς φορολογιῶν εἰς τὰς μᾶλλον εὐπορωτέρας τάξεις. Τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς ἤθελα νὰ τονίσω ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι πολλὰ ἀκόμη θὰ ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν αὐτῶν δηλώσεων νὰ λεχθοῦν. Κύριοι, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τῆς δεξιᾶς, βεβαίως δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ, ὅπως ἐπίσης δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ μία ἄλλη Κυβέρνησις τῆς δεξιᾶς νὰ μᾶς ἱκανοποιήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ εἴμεθα ἀρνητικοὶ τοῦ παντός. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἐντολὴν νὰ συμβάλωμεν εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας, τονίζοντες τὰς πεποιθήσεις μας καὶ συμβάλλοντες εἰς τὴν τροποποίησιν τῶν πεποιθήσεων τῶν ἄλλων. Καὶ μὲ τὴν ἀποστολὴν αὐτήν, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς τῆς ὁμάδος εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνήκω, παρὰ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἀνοχῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, χωρὶς νὰ θέτωμεν οὐδένα περιορισμὸν ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ Συντάγματος. (Χειροκροτήματα).
§61Σ. ΣΚΛΑΒΑΙΝΑΣ. Ὅλες οἱ ἐλπίδες γιὰ τὴν πάροδο τῆς οἰκονομικῆς κρίσης τῆς βαρειὰ πάσχουσας Ἑλλάδος, ἀποδείχθηκαν τραγικὲς ψευτιές. Εἶναι περιττὸ καὶ νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ στατιστικὲς καὶ ἀριθμοὺς γιὰ νὰ ἀποδείξουμε τὴν ἔκτασι καὶ τὸ βάθος τῆς οἰκονομικῆς κρίσης. Εἶναι ὁλοφάνερα τὰ σημεῖα της. Τὰ ἐργατικὰ μεροκάματα καὶ οἱ ὑπαλληλικοὶ μισθοὶ διαρκῶς καὶ σταθερὰ κόβονται, ἐνῷ ἡ ἐργάσιμες ὧρες πολλαπλασιάζονται. Στὰ ἐργοστάσια καὶ στὰς ἐπιχειρήσεις κυριαρχεῖ ἕνα καθεστὼς πρωτοφανοῦς ἐκμεταλλεύσεως. Οἱ ἄνεργοι μετροῦνται κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδας. Ἡ δραχμὴ ἔχασε τὰ ⅔ τῆς ἀξίας της, τὸ δὲ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι γιγάντιον. Ἡ χρεωκοπία τῆς κεφαλαιοκρατικῆς Ἑλλάδος εἶναι τετελεσμένον γεγονός. Βασικὴ καὶ πρωταρχικὴ αἰτία τῆς κρίσης, ποὺ πρῶτες ἡ ἐργαζόμενες μᾶζες αἰσθάνονται, εἶναι αὐτὸ τὸ κεφαλαιοκρατικὸν σύστημα, ὁσαδήποτε δὲ μέτρα καὶ ἂν λάβῃ καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ κάθε ἄλλη κεφαλαιοκρατικὴ Κυβέρνησις, δὲν θὰ εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐπαναφέρουν εἰς τὸν ἐργαζόμενον λαὸν μίαν ὑποφερτὴν ζωήν. Ἐμεῖς ζητοῦμεν νὰ ληφθοῦν τὰ κατωτέρω μέτρα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἐργαζομένων μαζῶν. 1) Κατάργησις τῶν δασμῶν ποὺ βαρύνουν ὅλα τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης. 2) Ἀνάκλησιν τῶν γενομένων ἀπολύσεων δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ σιδηροδρομικῶν καὶ αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας των. 3) Αὔξησιν τῶν ἐργατικῶν ἡμερομισθίων. 4) Καθολικὴ ἐπέκτασιν καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ ὀκταώρου. 5) Παροχὴν ἀπὸ τὰ πολεμικὰ κονδύλια συσσιτίων καὶ ἐπιδομάτων εἰς τοὺς ἀνέργους. 6) Μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, καὶ ψήφισιν νέου ἐξυπηρετικοῦ τῶν ἐργατῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποδείξεων τῆς Ἑνωτικῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας. 7) Ἄμεσον ἀνάκλησιν τῶν φοροεισπρακτόρων καὶ ἀκύρωσιν τῶν χρεῶν τῶν πτωχῶν χωρικῶν. 8) Ἀκύρωσιν τῶν ἐξωτερικῶν χρεῶν. 9) Γενικὴν ἀμνηστείαν εἰς τοὺς καταδίκους τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, καὶ εἰς τοὺς ἐξορίστους, ὡς καὶ ἀκύρωσιν τοῦ ἰδιωνύμου. 10) Κατάργησιν τῶν ξεχωριστῶν ἐκλογικῶν συλλόγων τῶν Ἑβραίων καὶ Τούρκων. Ξεύρουμε ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις μας αὐταὶ δὲν θὰ ἱκανοποιηθοῦν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἔχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐπιβληθοῦν ἀπὸ τὰς μᾶζας τοῦ ὠργανωμένου λαοῦ. Ἡ ὁμὰς ἡ δική μας θὰ καταψηφίσῃ τὴν Κυβέρνησιν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαγιᾶς.
§63Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἀνήκω εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα, καὶ ὡς ὑποψήφιος τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐξελέγην ἀντιπρόσωπος τοῦ Νομοῦ Ἀχαΐας κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, ὡς ὑποψήφιος τοῦ Κόμματος ἐκ τοῦ ὁποίου προέρχεται κατὰ τὴν βάσιν καὶ τὸ μέγιστον αὐτῆς μέρος ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐμφανιζομένη σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Φρονῶ ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀνάληψις τῆς Κυβερνήσεως ἀπετέλει τὴν μόνην δυνατὴν κοινοβουλευτικὴν λύσιν τῆς κυβερνητικῆς κρίσεως, τῆς δημιουργηθείσης ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἀποδοκιμασία τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων ὑπῆρξεν ἀναμφισβήτητος, καθὼς ἐπίσης φρονῶ ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀνάληψις τῆς πρωτοβουλίας τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἀπετέλει δι’ αὐτὸ ἐπιτακτικὸν καθῆκον πρὸς τὴν Χώραν καὶ πρὸς τὴν μεγίστην μᾶζαν, ὄχι μόνον τῶν ὑπερψηφισάντων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων ἀκόμη οἵτινες μὴ ὑπερψηφίσαντες τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀλλ’ ἀποδοκιμάσαντες τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, παρὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὡς τοῦ ἰσχυροτέρου ἀντιπολιτευτικοῦ παράγοντος, ἀπεξεδέχοντο τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ρυθμίσεως τῆς καταστάσεως. Ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ ἀφορῶν τὴν ἔκθεσιν τῆς καταστάσεως, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρέθη ἡ νέα Κυβέρνησις, ἀποδεικνύει τὸ μέγεθος τῆς θυσίας εἰς ἣν ὑποβάλλεται ἐκ νέου τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἀναλαμβάνον τὴν τεραστίαν προσπάθειαν καὶ τὰς συμπαρομαρτούσας αὐτῇ εὐθύνας, ἀνεύθυνον αὐτό, ὅπως ἐξαγάγῃ τὸν λαὸν καὶ τὴν Χώραν ἐκ τοῦ τέλματος ἐν ᾧ κινδυνεύει νὰ ἀποπνιγῇ καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ τὴν ἔρριψεν ἡ τετραετὴς κυβερνητικὴ διαχείρισις τῶν ἀντιπάλων. Καὶ ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ ἔργῳ, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τῶν συνεργαζομένων μετ’ αὐτῆς πολιτικῶν παραγόντων, ἔχει ἀνάγκην τῆς ὁμοθύμου ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ πολλῷ μᾶλλον τοῦ μέρους ταύτης, τοῦ ἀποτελουμένου ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν ὑπὸ τὴν κομματικὴν σημαίαν αὐτοῦ ἐκλεγέντων. Οἱοσδήποτε ἐν τούτῳ ἐνδοιασμός, ὀφειλόμενος εἰς οἱανδήποτε σκέψιν ἄσχετον πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου καὶ ἰσχυρᾶς ἀντιμετωπίσεως τῆς καταστάσεως, θὰ ἀπετέλει παρανόησιν τῆς ἐντολῆς τοῦ λαοῦ, ἥτις ἐδόθη εἰς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν. Αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸ γενικὸν διάγραμμα τῶν κατευθύνσεων τὰς ὁποίας θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ νέα Κυβέρνησις ἐν τῇ λήψει τῶν μέτρων πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπικροτῶνται καὶ ἐπεκροτήθησαν παρὰ πάντων ἡμῶν, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ ἐντίμου αὐτῆς Προέδρου καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τῶν συνεργαζομένων ἑτέρων δύο Ἀρχηγῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Ριζοσπαστικοῦ καὶ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, περιεβλήθη ἀπὸ τῆς συγκροτήσεώς της μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην ὁλοκλήρου τοῦ δεινῶς δοκιμαζομένου ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μὲ τὴν ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης ἐκπορευομένην ἠθικὴν δύναμιν. Πιστεύω ὅτι τὸ ἐξαγγελθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος πρόγραμμα, εἶναι τὸ πρόγραμμα τὸ δυνάμενον ν’ ἀντιμετωπίσῃ πλήρως τὴν κατάστασιν καὶ νὰ ἐξαγάγῃ τὸν λαὸν καὶ τὴν Χώραν ἐκ τῆς δεινῆς θέσεως εἰς ἣν περιῆλθε. Πιστεύω ἐπίσης ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τῶν δύο συνεργαζομένων μετ’ αὐτοῦ Ἀρχηγῶν, εἶναι ἡ μόνη Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὴν θέλησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱκανότητα λόγῳ τῆς μεγίστης ἠθικῆς δυνάμεως, δι’ ἧς περιβάλλεται ὑπὸ ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ Ἀρχηγός της, ἀλλὰ καὶ τὰ λοιπὰ μέλη της, ἤτοι οἱ δύο συνεργαζόμενοι Ἀρχηγοὶ καὶ τὰ ἐκ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος προερχόμενα, ὅπως ἐφαρμόσωσι τὸ πρόγραμμα τοῦτο καὶ ὁδηγήσωσι τὴν Χώραν πρὸς εὐτυχεστέρας ἡμέρας. Καὶ μολονότι κατὰ τὰ λοιπὰ ἡ σύνθεσις τῆς Κυβερνήσεως προκαλεῖ τὴν ἀνάμνησιν ὀδυνηρῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔπληξαν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καιρίως κατὰ μίαν τῶν κρισιμωτέρων περιόδων τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἀγώνων του, τόσον εἰς ἐμὲ ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἐντολεῖς μου, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ Λαϊκὸν Γουναρικὸν Κόμμα τοῦ Νομοῦ Ἀχαΐας, θὰ παράσχω ἀμέριστον εἰς αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην μου, καταθέτων τὴν ψῆφον μου εἰς τὸν βωμὸν τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, προβαίνων εἰς μίαν θυσίαν ἐπὶ πλέον ἐκείνων, αἵτινες πληροῦσι τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τοπικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπῶ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας.
§65Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω ὅτι, ἐκλεγεὶς μὲ πρόγραμμα ἀντιβενιζελικόν, τοῦ ὁποίου κεφαλαιώδη σημεῖα ἦσαν δύο, τουτέστιν ἡ νομοθέτησις τοῦ «πόθεν ἔσχες», διὰ τὸ ὁποῖον πρὸ τετραετίας κατέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σχετικὴν πρότασιν νόμου, καὶ ἡ καθιέρωσις τῆς ποινῆς τῆς ἀγχόνης διὰ τοὺς καταχραστὰς τοῦ δημοσίου χρήματος συνέπραξα προεκλογικῶς μετὰ ἄλλων πολιτευομένων καὶ μετὰ τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος. Θεωρῶν καὶ πιστεύων, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ ἐντολὴ ἑνὸς προεκλογικοῦ προγράμματος ἡ διδομένη ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ἀποτελεῖ μίαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν πολιτευομένων, πᾶσα δὲ παρέκκλισις θέτει ἀντιμέτωπον τὸν πολιτευόμενον ἀπέναντι τῶν ἐντολέων του, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσω τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς («μαντὰ ἐμπερατίφ»). Βεβαίως ἐν προκειμένῳ ἔδωκα μίαν ὑπόσχεσιν εἰς τὸν λαὸν ὅτι θὰ εἶμαι ἀντιβενιζελικὸς καὶ ὡς τοιοῦτος εἰς οὐδεμίαν συνάφειαν θὰ ἔλθω μὲ τὸ Βενιζελικὸν κόμμα. Λέγω τοῦτο, Κύριοι, διότι ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ ἀποτελεῖ μίαν ὑποχρέωσιν διὰ τὸν πολιτευόμενον. Ἑπομένως δηλῶ ὅτι ἐγκρίνω τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας θεωρῶ ὡς ἀνταποκρινομένας πρὸς τὰς ἐλπίδας τὰς ὁποίας ἐστήριξεν ἐπὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ὁ λαός, ἀδέσμευτος πάσης οἱασδήποτε κομματικῆς ὑποχρεώσεως, καὶ θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δηλῶ ταὐτοχρόνως ὅτι διατηρῶ τὴν ἔκπαλαι ἀπέναντι τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων πολιτικήν μου ἀντίθεσιν, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀντιπολιτευτικὸν στόχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βενιζέλου εἶχον τὴν τετραετῆ διακυβέρνησιν τῆς Χώρας, διακυβέρνησιν τῆς ὁποίας τοὺς καρποὺς συναπεκομίσαμεν διὰ τῆς πτωχεύσεως Κράτους καὶ λαοῦ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερκούρης.
§67Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς καὶ ἐξαιρετικῆς πολιτικῆς ἱκανοποιήσεως, εἴδομεν ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀναπτύσσοντα ἐν τῇ ἰδιότητι τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα. Προσπάθειαι σκληραὶ σειρᾶς ἐτῶν ἔφερον τέλος ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας τὸ Λαϊκὸν Κόμμα μὲ τὴν πολύτιμον συνεργασίαν τῶν δύο ἑτέρων Ἀρχηγῶν τῶν συμμετεχόντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν Κομμάτων. Φυσικώτατον αἴσθημα ἱκανοποιήσεως ὅθεν ἐπλήρωσε τὴν ψυχὴν καὶ ἡμῶν, ἀσθενῶν συντελεστῶν τοῦ εὐτυχοῦς τούτου γεγονότος, ἐφόσον μάλιστα πρὸς τὰ συναισθήματα ταῦτα συμπίπτει καὶ ἡ πεποίθησις τῆς καλυτέρας ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐξυπηρετήσεως τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς Χώρας. Αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐμπνέουν τὴν ἀκλόνητον πεποίθησιν τῆς τελείας κατατοπίσεώς της ἐπὶ τῶν ἀπασχολούντων τὴν Χώραν, ἰδίᾳ δημοσιονομικῶν καὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, ἡ δὲ ἀνάπτυξις τῶν ληπτέων μέτρων ἐμπνέει τὴν ἐντύπωσιν τῆς πλήρους ἐκτιμήσεως τῆς δυνατότητος τῆς περισυλλογῆς τῆς Χώρας. Τοιαύτην σχηματίσαντες γνώμην ἐκ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, δηλοῦμεν ὅτι θέλομεν παράσχει ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τὰ ἀντιθέτως γραφόμενα καὶ διαδιδόμενα. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἀπομακρύνομαι τῆς ἀρχικῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν πάντοτε εἶχον, ὅτι ἐκλιπούσης πάσης ἄλλης κοινοβουλευτικῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Κόμμα τὸ Λαϊκὸν ἐπεδίωξε καὶ μὴ καθισταμένης δυνατῆς τῆς παραμονῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἡ λύσις ἐκείνη τὴν ὁποίαν θεωρῶ συντελεστικωτέραν διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὴν περισυλλογὴν τῆς Χώρας. Θὰ περιώριζα, ἀγαπητοὶ κύριοι Συνάδελφοι, τὴν ὁμιλίαν μου ἕως ἐδῶ, ἐὰν ἀκριβῶς, ἐπειδὴ εἶχον πάντοτε μετεκλογικῶς τὴν ἰδέαν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἐθεώρουν καθῆκόν μου νὰ ἀπευθύνω, μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, τὴν παρατήρησιν, ὅτι χθὲς ἐν τῇ θερμοτάτῃ ἐκκλήσει, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν καὶ ὁλόκληρον τὸ Λαϊκὸν κόμμα διὰ τὸν σχηματισμὸν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὑπεστήριξεν ὅτι ἐχάθη πολύτιμος χρόνος διὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς καὶ ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην ταύτην, τόσον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὅσον καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, διότι πρὸ ἑξαμήνου κληθὲν δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν πρὸ ὀκταμήνου αἱ ἀνάγκαι τῆς Χώρας ἐπέβαλλον τὴν συγκρότησιν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὤφειλε καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων νὰ μὴ ἀναβάλῃ μέχρι τῆς 25 Σεπτεμβρίου τὰς ἐκλογάς. Ἐφόσον εἶχεν ἤδη ἀποφασίσει νὰ τὰς διεξαγάγῃ διὰ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος, νὰ τὰς διενεργήσῃ τὴν 5 Ἰουλίου, νὰ δώσῃ δὲ εἰς ταύτας τὸν ἠπιώτερον δυνατὸν χαρακτῆρα καὶ προπαρασκευάσῃ τὸ ἔδαφος διὰ μίαν Οἰκουμενικὴν, ἥτις, βασιζομένη καὶ ἐπὶ τῆς ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἀναλογίας τῶν κομμάτων, θὰ ἐβασίζετο ἐπὶ τῆς δικαιοτέρας ἀναλογικῆς βάσεως ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κυριάρχου λαοῦ καθωρισμένης. Ἂν λοιπὸν ἐχάθη πολύτιμος χρόνος, ἐχάθη καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ σχόντος τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Οἰκουμενικῆς καὶ οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀρνηθέντος τότε ὑφ’ ἃς τοῦτο ἐπροτάθη συνθήκας. Ἀλλὰ καὶ ὅταν τὴν 25 Σεπτεμβρίου ἐκηρύχθησαν αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἐπρόκειτο νὰ κατέλθωμεν ὅλοι εἰς τὰς κάλπας, προσέδωκεν εἰς ταύτας φανατικὸν χαρακτῆρα, παρὰ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπετίθετο ὅτι θὰ περιέχῃ τοὐλάχιστον τὴν ἐπιβαλλομένην ἐκ τῶν περιστάσεων διαλλακτικότητα, οὕτως ὥστε ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς νὰ διεξάγηται ὅπως κατὰ τὸ παρελθὸν καθ’ ἣν ἐποχὴν τὰ ἐσωτερικὰ πάθη δὲν εἶχον χωρίσει τὴν Ἑλλάδα εἰς δύο πολιτικοὺς κόσμους. Ἐδημιουργήθη οὕτω προεκλογικῶς μία ἀτμόσφαιρα φανατισμοῦ, ἡ ὁποία κατέστησε τὴν συγκρότησιν τῆς Οἰκουμενικῆς ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογὰς λίαν δύσκολον. Δεύτερον καταλογίζω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων διὰ τὸ ναυάγιον τῆς Οἰκουμενικῆς..........
§68Π. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν θέλει Οἰκουμενικήν.
§69Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ ἐκ μέρους τοῦ κόμματος. Ἐκπροσωπῶ τὸν ἑαυτόν μου.
§70Π. ΡΑΛΛΗΣ. Σέβομαι ἀπολύτως τὴν γνώμην σας, ἀλλ’ ἐπειδὴ καταλογίζετε εὐθύνας ἐκεῖ ποὺ δὲν ἠξεύρω ἂν εὑρίσκονται, ὡς ἐκπρόσωπος νέων πολιτευομένων, νομίζω ὅτι εἴχετε τὴν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν, ὅταν τὸ Λαϊκὸν κόμμα συνῆλθεν εἰς σύσκεψιν ἰδιαιτέρως, ν’ ἀγωνισθῆτε καὶ νὰ πείσητε ἰδίως τοὺς νέους πολιτευομένους, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Χώρας ἐπιβάλλει τὴν Οἰκουμενικήν.
§71Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Γνωρίζετε τὴν προσωπικὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ συγχωρῶ τὴν ἐπέμβασίν σας διότι ὡς ἐχαρακτηρίσατε ἑαυτόν, εἶσθε νέος πολιτευτὴς καὶ ἀγνοεῖτε διὰ τοῦτο ἴσως τὰ πολιτικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπουν νὰ φέρεται εἰς δημοσίας συζητήσεις ὅ,τι κατ’ ἰδίαν λέγεται. Μὲ προκαλεῖτε νὰ εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἠκούσατε, προσποιεῖσθε ὅτι δὲν ἠκούσατε ἢ τοὐλάχιστον δὲν τὰ ἐνθυμεῖσθε. Ἐνθυμεῖσθε τὴν τελευταίαν συνέλευσιν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, τὴν γενομένην ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Ἀρχηγοῦ αὐτοῦ, ὅτε μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ, ἐκθέσαντος τὰ τῆς καταστάσεως, εἰς τὸ ἐρώτημα τῆς καταθέσεως ἢ μὴ τῆς ἐντολῆς...
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ παρέλκουν.
§73Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τὴν συμβουλὴν σας αὐτὴν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀποτείνετε εἰς τὸν συνάδελφόν σας. Δι’ ἐμὲ δὲν παρέλκουν, διότι εἰς ὑμᾶς, ὑποστηρίξαντα τὴν ἄποψιν τῆς ἀνάγκης διὰ τὸ κόμμα νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν, εἶπα ἐγὼ τὰ ἑξῆς...
§74Π. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν διακοπήν. Ὁμιλῶ περὶ τῆς πρώτης συνελεύσεως, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀποδώσω καμμίαν μομφήν. Ἐὰν λοιπὸν ἠπατήθην ὅτι δὲν πρόκειται διὰ τὴν πρώτην συνέλευσιν, σπεύδω νὰ ζητήσω συγγνώμην.
§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον. Ὁ κ. Μερκούρης δύναται νὰ ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας του.
§76Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ γνωρίζετε ἀπὸ καιρὸν καὶ μὲ γνωρίζει καὶ τὸ κόμμα. Οὐδέποτε κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον τὴν ταπεινήν, διέπραξα ἀπρέπειαν, καὶ δὲν θὰ ἔκαμνα τὴν παρένθεσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα, τὴν ὑπομνηστικὴν πρὸς τὸν κ. Ράλλην, ἐὰν ἐκ νεανικῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δράσεώς του, δὲν ἔκαμνε τὴν ἀπρέπειαν νὰ μὲ διακόψῃ. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ εὐθύνη διὰ τὸν μὴ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης καταρτισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀνήκει οὐχὶ, ὡς χθὲς ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ἀντανακλαστικῶς ἐὰν θέλετε καὶ εἰς ἐμέ, ἀποτελοῦντα τότε μέλος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε;
§78Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ναί, διότι δὲν ἠξεύρω, ἐὰν θὰ ἀποτελῶ. Λέγω ὅτι ἡ εὐθύνη ἐπιπίπτει ἀκεραία μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἤσκησε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ἤδη, Κύριοι, εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ζητήματος τῆς παροχῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καί, ὡς ἐδήλωσα ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν θέλω περιβάλει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης μου. Ἐὰν ὡς ἐλπίζω ἡ Κυβέρνησις διατηρηθῇ ἐπὶ τὴν Ἀρχήν, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ φέρῃ εἰς πέρας τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἐπηγγέλθη, διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι τὰ ἐπαγγελλόμενα ὑπ’ αὐτῆς θὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δι’ ἕνα οἷον δήποτε λόγον ἤθελε καταθέσει τὴν ἐντολήν, διακηρύττω ὅτι εἶμαι κεκηρυγμένος ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς Οἰκουμενικῆς, διότι νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις δὲν ἐπιτρέπει τὸν σάλον τῶν ἐκλογῶν καὶ ὅτι τὰ ἀπασχολοῦντα τὴν Χώραν ζητήματα εἶναι τοσαύτης σημασίας, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται οὐδὲ μιᾶς ἑβδομάδος ἀναβολή. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ τὴν ἔκκλησιν ταύτην ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς, τὸν παλαιοδημοκρατικὸν κόσμον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις αὕτη διὰ τελευταίαν φοράν. Ἐὰν θέλετε πραγματικῶς ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀποδώσῃ τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους προσδοκῶμεν, πρέπει νὰ βασισθῇ αὕτη ἀπολύτως ἐπὶ τῆς τελείας συμφιλιώσεως καὶ τῆς τελείας γεφυρώσεως τοῦ χάσματος, τὸ ὁποῖον ἐχώρισε τὸν πολιτικὸν κόσμον κατὰ τὸ παρελθόν. Εἶπε χθὲς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὅτι τὸ ἔθνος ὀφείλει εὐγνωμοσύνην εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ εἰς τὸν Ἀρχηγὸν αὐτοῦ διὰ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ πολιτεύματος καὶ ὅτι κατόπιν τούτου οὐδὲν πλέον χωρίζει ἡμᾶς ἀπ’ ἀλλήλων. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ζητήματά τινα τῶν ὁποίων ἡ ὁριστικὴ τακτοποίησις θὰ πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε πραγματικῶς νὰ ἐπιφέρῃ τὴν τελείαν καὶ ἀποτελεσματικὴν γεφύρωσιν, καὶ ἰδίως νὰ καταστήσῃ τὴν Οἰκουμενικήν, ἔμπνευσιν καὶ ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς ψυχῆς τοῦ ὁποίου νὰ ἑδράζεται.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαφλέσσας.
§80Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Δηλῶ ὅτι θὰ παράσχω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀναμένων ἀπ’ αὐτῆς, στερεουμένης ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν πρόοδον τὴν δυστυχήσασαν Ἑλλάδα, σώζουσαν αὐτὴν ἀπὸ τῆς συμφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ἐφ’ ἡμῶν μακρὰ πολιτικὴ ἀτασθαλία. Μετὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν παρέχω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀποκρούω τὸ νέον ἐπινόημα τῆς ἀνοχῆς, ὡς ἐγκαινιάζον περίοδον κινδύνων διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ εὔχομαι νὰ ἴδω τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἔχουσαν κυρίαν βάσιν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἐξυπηρετοῦσαν καὶ προάγουσαν τὸν ἐθνικὸν βίον καὶ διὰ τῆς δημοκρατικῆς ὁδοῦ, πρὸς ἣν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐτράπη παρὰ τὴν ἱστορίαν του, ἀναγνωρίσαν ἀνεπιφυλάκτως τοῦ λοιποῦ τὴν Δημοκρατίαν. Καὶ ἀπεκδέχομαι τὰς ὑψηλὰς αὐτὰς ἐκδουλεύσεις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀκόμη καὶ διὰ τὴν Δημοκρατίαν, ἐπειδὴ ὡς πατριώτης καὶ πολιτικὸς ἕλλην ἀξιῶ καὶ θέλω πᾶν καθεστώς, οἷον δήποτε καὶ ἂν εἶναι, ἐγκαινιαζόμενον εἰς τὴν πατρίδα μου, νὰ ἀποδειχθῇ ἱκανὸν νὰ ἀνάγηται εἰς τὴν ὑπερτάτην ἐντέλειαν καὶ ἀκμήν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ κηρύξω ὡς ἀντιπρόσωπος λαοῦ, μεγαλυνθέντος καὶ ἀκμάσαντος ἐπὶ ἕνα αἰῶνα ὑπὸ δύο ἐνδόξους δυναστείας καὶ λαοῦ μνήμονος τῶν βασιλικῶν εὐεργεσιῶν, ὅτι παραμένω βασιλόφρων συνῳδὰ πρὸς τὰς ἀκραδάντους πεποιθήσεις μου, ἔχων μετ’ ἐμοῦ σύμφωνον ὁλόκληρον τάξιν πολιτῶν σταθερῶν καὶ πιστῶν εἰς τὴν ἰδέαν των, ὑπερηφανευομένων ὅτι ἡ βασιλοφροσύνη ἄγει τὴν γενναιότητα καὶ τὴν ἁγνότητα νὰ βοηθήσῃ πᾶν πολίτευμα, εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ τὴν Ἑλλάδα ὅσον ὑπάρχει.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσικλητήρας.
§82ΛΟΥΛΗΣ ΤΣΙΚΛΗΤΗΡΑΣ. Ἐπειδή, δι’ ἐνδοκομματικοὺς λόγους τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κρατήσω μίαν ἀνεξάρτητη γραμμὴ καὶ ἀπὸ τὰς δύο ὁμάδας, μέχρι τῆς ἰδεολογικῆς ἐκκαθαρίσεως αὐτοῦ, δηλῶ ὅτι συνεπὴς πρὸς τὰς θεμελιώδεις καὶ βασικὰς ἀρχὰς τοῦ ταξικοῦ ἀγροτικοῦ κινήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ δεκαετίαν ἀγωνισθήκαμε σκληρὰ καὶ ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ὁποίου ἐξελέγην καὶ τοῦ ὁποίου ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεως εὑρίσκεται εἰς τὴν πάλην κατὰ τῆς κεφαλαιοκρατίας ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ ὅλα τὰ ἀστικὰ καὶ προσωπικὰ κόμματα, ὑπὸ οἱανδήποτε ὀνομασίαν καὶ ἂν παρουσιάζονται, πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν λαϊκῶν μαζῶν, δηλῶ, λέγω, ὅτι οὔτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης οὔτε ψῆφον ἀνοχῆς, ποὺ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ ἴδιο, τὸ ἀστικὸν κοινοβουλευτικὸν λεξιλόγιον εἶναι πλούσιον διὰ νὰ τηροῦνται τὰ προσχήματα, δύναμαι νὰ δώσω, διότι δι’ ἡμᾶς αἱ ἀστικαὶ κυβερνήσεις εἴτε ὁμοιογενεῖς εἴτε στενωτέρου καὶ πλατυτέρου συνασπισμοῦ, εἴτε εἰς Οἰκουμενικὴν ἑνούμεναι, τὸ προτελευταῖον καταφύγιόν των, ἀποτελοῦν διαφόρους μορφὰς καὶ ὀνομασίας τοῦ αὐτοῦ κεφαλαιοκρατικοῦ κορμοῦ, ὁ ὁποῖος, πρὶν ἢ ἐκριζωθῇ ἀπὸ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν μαζῶν, δὲν θὰ παραλείψῃ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ τελευταῖον του στήριγμα, τὴν φασιστικοστρατιωτικὴν δικτατορίαν.
§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 10 λεπτά.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτετε ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§87Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, αἱ ἀγορεύσεις ὅλων τῶν Κυρίων Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περιεστράφησαν κυρίως εἰς τὸ ζήτημα τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐλάχιστα ἠσχολήθησαν, μὲ τὰ ἀφορῶντα τὰς κυβερνητικὰς δηλώσεις. Ἓν μόνον ἐκ τῶν ζητημάτων τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων, γενικῶς παρὰ τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνεζητήθη, τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῶν Τραπεζῶν. Βεβαίως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, γνωρίζω ἐκ τῶν προτέρων ἤδη, ὅτι μᾶς χωρίζει μία διάστασις. Καὶ λέγω ἐκ τῶν προτέρων ἤδη, διότι ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς Ἀρχηγούς, μετὰ τῶν ὁποίων συνειργάσθην ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει ἄλλοτε, ὅτι καὶ τότε διεφώνησα, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ διαφωνία μας δὲν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ χωρισθῶμεν ἀπολύτως. Συναφῆ καὶ τότε ἐγεννήθησαν ζητήματα, στρεφόμενα ὅλα περὶ τὸ ζήτημα τῆς σταθεροποιήσεως, ἀλλ’ ὅταν λάβωσι γνῶσιν τοῦ τρόπου καθ’ ὃν δύναται νὰ γίνῃ ἡ συνένωσις τῶν δύο μεγαλειτέρων Τραπεζῶν, τῆς Τραπέζης δηλ. τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἐθνικῆς, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἔχωσι τόσον ἐρριζωμένας καὶ τόσον ἀντιθέτους τὰς γνώμας ἃς φαίνεται ὅτι ἔχουν σήμερον, ἐκ προκαταλήψεως μᾶλλον. Ἡ Τράπεζα, ἡ Ἐκδοτική, δὲν ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἀναπτύξεως, ὥστε νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ρυθμίζῃ τὴν πιστωτικὴν κυκλοφορίαν τῆς Χώρας, ἡ δὲ ἕνωσις αὐτῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, ἡ ὁποία ἀληθῶς ἔχει μίαν μεγάλην δύναμιν καὶ ἐξυπηρέτησιν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπηρετῇ αὐτὴ τὰ κύρια συμφέροντα τοῦ δημοσίου, θὰ τῆς δώσῃ τὴν δύναμιν νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀρτιώτερον καὶ καλύτερον τὴν πιστωτικὴν κυκλοφορίαν μας καὶ νὰ κανονίζῃ αὐτὴν καλύτερον. Δὲν πρόκειται δέ, ὡς ἀνέφερα εἰς τὰς προγραμματικάς μου δηλώσεις, νὰ συμπτυχθοῦν καὶ νὰ συγχωνευθοῦν ἀμφότερα τὰ ἱδρύματα εἰς ἕν. Τὰ καταστήματα θὰ εἶναι κατὰ τύπον κεχωρισμένα, οὐσιαστικῶς ὅμως ἡ ἐργασία θὰ γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκτελῆται πρακτικώτερον καὶ καλύτερον ὁ σκοπὸς τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Θὰ ἔχωμεν τότε τὸ πλεονέκτημα ὅτι, ἐνῷ οὕτω καλύτερον θὰ ἐξυπηρετοῦνται τὰ γενικώτερα συμφέροντα, θὰ γίνωσι πολλαὶ οἰκονομίαι καὶ εἰς τὰς καθόλου δαπάνας τῶν Τραπεζῶν αὐτῶν. Εἰς τὰς δηλώσεις μου τὰς προγραμματικὰς ἀνέφερα τὴν ἕνωσιν τῶν δύο αὐτῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τραπεζικὴν ὀργάνωσιν, οἵαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰς δυσκόλους μάλιστα αὐτὰς περιστάσεις, τὸ μέτρον τοῦτο πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἀκόμη Τραπέζας, ἵνα ἐπέλθῃ οὕτω μία οἰκονομία καὶ εἰς τὰς δαπάνας, καὶ κατορθωθῇ νὰ ἐξυπηρετῆται ὁ κόσμος δι’ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον καὶ εὐθυνοτέρων τόκων. Διότι σήμερον, ἕνεκα τῶν μεγάλων δαπανῶν, ἕκαστον οἰκονομικὸν ἵδρυμα εἶναι ἠναγκασμένον ν’ αὐξάνῃ τὸν τόκον εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε δυσκόλως νὰ ἐξυπηρετῇ τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς καὶ ἐν γένει τὰς συναλλαγὰς τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ δὲν ἐπεκτείνομαι ἐπὶ τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἐν καιρῷ θὰ φέρῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει, εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τότε θὰ συζητήσωμεν, διότι δὲν θεωρῶ τοῦτο, οὔτε κἂν ζήτημα τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ διαιρέσῃ ἀπολύτως τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἀλλὰ ζήτημα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιζητηθῇ κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν καλλιτέραν ἐξυπηρέτησιν τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, καὶ ἐν γένει τοῦ οἰκονομικοῦ σκοποῦ τῶν διαφόρων τραπεζικῶν ἱδρυμάτων. Τοῦτο ἄλλως τε ἀπὸ κοινοῦ ἔθιξαν ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα τῆς Χώρας καὶ συνεπῶς δὲν θὰ διαφωνήσωμεν ἐν τέλει. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως παρατηρήσεις τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν, ἄλλαι τούτων ἦσαν γενικαί, ἄλλαι δὲ εἰδικαί. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν π. χ., παρετήρησεν ὅτι δὲν περιέχουν αὗται ὡρισμένα μέτρα οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ὅτι περιωρίσθημεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν χωρὶς νὰ δείξωμεν πῶς διὰ τούτου θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ τὸ μέγα ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον ἔμεινε μαζύ μας σύμφωνος, ὅτι τοῦ τρέχοντος ἔτους, εἶναι 400 ἑκατομμύρια, τοῦ δὲ προσεχοῦς προβλέπεται ὅτι θὰ ἀνέλθῃ εἰς 1 δισεκατομμύριον.
§88Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἔψεξα;
§89Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθ.). Ἐμείνατε σύμφωνος ὅτι τόσον θὰ εἶναι διὰ τὸ τρέχον ἔτος τὸ ἔλλειμμα.
§90Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀσφαλῶς. Ἀλλὰ εἴπετε ὅτι σᾶς ἔψεξα, διότι δὲν ἐμνημονεύσατε εἰδικῶς τὰ μέτρα τῶν οἰκονομιῶν.
§91Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθ.). Εἴπατε τοῦτο, ὅτι περιοριζόμεθα εἰς οἰκονομίας, ἀλλὰ δὲν εἴπομεν πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν δι’ οἰκονομιῶν νὰ θεραπευθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ χρειασθῇ ἓν δισεκατομμύριον.
§92Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶπα τίποτε ἄλλο παρὰ διὰ νὰ σᾶς διευκολύνω, ὅτι θεωρῶ ἀληθὲς κατόρθωμα διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἐπιτύχῃ δι’ οἰκονομιῶν νὰ καλύψῃ ἔλλειμμα 1.100 ἑκατομμυρίων.
§93Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθ.). Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγὼ καὶ εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι θὰ εἶναι ἀληθὲς εὐτύχημα ἂν κατορθώσωμεν δι’ οἰκονομιῶν νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο.
§94Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τί θέλετε λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω; Νὰ σᾶς εἴπω ὅτι θὰ εἶνε;
§95Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθ.). Ἀφήσατε, παρακαλῶ, νὰ τελειώσω, διότι δὲν μὲ ἐπροσέξατε. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι δι’ οἰκονομιῶν μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐξεχώρισα καὶ ἐξηκολούθησα τονίζων εἰς τὰς προγραμματικάς μου δηλώσεις τὸ ἑξῆς: Ὅτι, ἂν διὰ τῶν οἰκονομιῶν, ἂν διὰ τῆς καλλιτέρας εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν ἀμέσων φόρων, ἂν διὰ παντὸς μέσου προστασίας τῶν ἐμμέσων φόρων, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ καμμία διαφυγή, δὲν κατορθώσωμεν νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθιμένη νὰ προβῇ καὶ εἰς ἄλλα μέτρα. Ἀνέφερα δὲ σχετικῶς τὴν μονοπώλησιν εἰδῶν τινῶν, καθὼς καὶ φορολογίαν εἰς εἴδη τινά. Ἰδίως ἀνέφερα τὰ τοῦ μονοπωλίου, τὰ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, καὶ τὰ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν, διὰ τὰς ὁποίας προσέθηκα ὅτι δύναται νὰ καθορισθῇ δικαιότερος τρόπος διαρρυθμίσεως. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ πολὺ μεγαλυτέρα ἀπόδοσις, χωρὶς μεγαλυτέραν ἐπιβάρυνσιν τῶν φορολογουμένων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ μάλιστα σᾶς λέγω, συμφώνως μὲ μίαν σχετικὴν μελέτην, γενομένην διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ φορολογία πρέπει νὰ κανονίζεται οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων τινῶν δεδομένων καὶ διὰ συντελεστοῦ μικροτέρου, διότι ἕνεκα τῶν μεγάλων συντελεστῶν δὲν ἐπιτυγχάνεται πλήρης ἀπόδοσις. Εἰς τὸν φόρον ἰδίᾳ ἐπιτηδεύματος, κατέδειξεν ἡ μελέτη αὐτὴ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθοῦν καλλίτερα ἀποτελέσματα.
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μεγαλειτέρας εἰσπράξεις ἄνευ μεγαλειτέρας ἐπιβαρύνσεως εἶναι ὀλίγον δύσκολον νὰ ἐπιτύχωμεν.
§97Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο, ἀλλ’ ἐφόσον σήμερον βεβαιοῦνται εἰσπράξεις καὶ δὲν εἰσπράττονται, ἕνεκα τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία, πρέπει νὰ ληφθῇ κἄποιον μέτρον. Ἅμα δὲ κάμωμεν καὶ τὰ μονοπώλια, αἱ εἰσπράξεις θὰ εἶναι τόσαι, ὥστε, νὰ αὐξήσουν τὰ ἔσοδα. Προσέθηκα μάλιστα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ στραφῇ πρὸς νέαν φορολογίαν τῶν ἐργαζομένων λαϊκῶν καὶ ἐργατικῶν τάξεων, διότι δὲν δύναται ἡ τοιαύτη φορολογία νὰ μᾶς ἀποδώσῃ τίποτε. Δὲν λέγω δὲ τοῦτο πρὸς ἐκδήλωσιν ἰδιαιτέρας εὐμενείας, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δείξῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν τάξεων αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ λέγω, διότι ἔχομεν τόσον μικρὰν ἀπόδοσιν, ὥστε καὶ ἡ ὅλη φορολογία δὲν θὰ φέρῃ οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Προσέθηκα μάλιστα ὅτι πρέπει νὰ ἄρωμεν καὶ τὴν φορολογίαν τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ γνώμη αὕτη ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τὴν γνώμην ὅλης τῆς Βουλῆς, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἀνέστειλεν ἐπὶ δύο ἔτη τὴν φορολογίαν αὐτὴν καὶ τὴν ἐπανέφερε κατόπιν, δὲν ἐφήρμοσε ποσῶς τὴν φορολογίαν ταύτην μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐγκατέλιπε τὴν Ἀρχήν. Οὐδὲ ἐργασία ἐγένετο περὶ τῆς βεβαιώσεως τῆς φορολογίας ταύτης. Ἡ φορολογία λοιπὸν αὕτη ἀντίκειται προδήλως εἰς τὸ συναίσθημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος, διότι ἡ γεωργικὴ τάξις, ἂν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρξεν εἰδικῶς ἀφορία, δυστυχῶς, οὔτε κὰν σκέψις δύναται νὰ γίνῃ περὶ τοιαύτης φορολογίας. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ προϋπολογισμός, εἶπον ὅτι θὰ ἄρωμεν τὴν φορολογίαν ταύτην καὶ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἄλλης τινὸς φορολογίας. Ὑπέδειξα δὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ κάμωμεν μίαν μικρὰν αὔξησιν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐπὶ τῶν εἰδῶν, ὄχι τῆς πρώτης ἀνάγκης, διότι ταῦτα δὲν ἐπιδέχονται αὔξησιν, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπιτύχωμεν μίαν περισσοτέραν φορολογίαν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι κενὸν τὸ πρόγραμμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα. Τουναντίον εἶναι πλῆρες καὶ εἶπον ὅτι βαθμηδὸν ἐφαρμοζόμενον θὰ φέρῃ ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα. Προσέθεσα δέ, ἀρχόμενος, ὅτι, μέχρις ὅτου ἐφαρμοσθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα, θὰ ἔχουν παρέλθει τὰ ⅔ τῆς οἰκονομικῆς χρήσεως, ὥστε ἀπέναντι τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ δὲν γνωρίζω ἂν δύνανται νὰ ἀποδοθῶσιν ὅσα ἀπαιτοῦνται πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων. Ἔχω ὅμως ὑπ’ ὄψει ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τινὰ ἔσοδα διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, εἰδικῶς προωρισμένα, τὰ ὁποῖα ἐν ἀνάγκῃ ἠμποροῦμεν νὰ τὰ χρησιμοποιήσωμεν. Δὲν ἠμπορεῖτε κατ’ ἀκολουθίαν νὰ κατηγορήσητε κατὰ τοῦτο τὰς δηλώσεις τὰς προγραμματικάς, ὅτι ἐπαγγέλλονται μέσα ἀτελῆ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, ὥστε ἔχομεν ἀνάγκην νὰ θεραπεύσωμεν πολλὰς τοπικὰς ἀνάγκας. Ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου καὶ ὑποχρεώσεις ἐξωτερικάς, αἱ ὁποῖαι ἀρκετὰ μᾶς πιέζουν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν, ὡς θέλομεν, πρὸς πλήρη θεραπείαν τῶν ἐσωτερικῶν μας ἀναγκῶν, διότι οἱ δανεισταί μας θὰ μᾶς εἴπουν τότε, διὰ τὰ ἐσωτερικά σας εἶσθε πλούσιοι, διὰ τὰς ἐξωτερικάς σας ὅμως ὑποχρεώσεις, ἀδιαφορεῖτε. Ἔλαβον, Κύριοι ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ζητήματα ὡς ἐμφανίζονται σήμερον καὶ πρέπει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς στενόχωρον θέσιν, εἰς μεγίστην, πολὺ μεγίστην δύναμαι νὰ εἴπω, δύσκολον θέσιν. Ἔχουν ἀνάγκην πολλαὶ τάξεις νὰ ἀνακουφισθῶσι καὶ δέον νὰ ληφθῶσι πολλὰ δι’ αὐτὰς μέτρα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ παρίδωμεν. Ἤκουσα ἐνταῦθα καὶ θεωρίας κυρίων τινῶν οἱ ὁποῖοι εἶπον καὶ ὑπέδειξαν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ γίνῃ ἐκεῖνο καὶ οὕτω καθεξῆς. Ναί, πρέπει, ἀλλὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν τοῦτο εἶναι πραγματοποιήσιμον. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι: «ἠξεύρετε, ἡμεῖς ἀπὸ τὸν πόλεμον, ἀπὸ τὸν α. ἀπὸ τὸν β. λόγον ἐζημιώθημεν καὶ πρέπει νὰ μᾶς λάβετε ὑπ’ ὄψιν!» Δὲν νομίζω ὅτι ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶναι πράγματι Κράτος, δύναται νὰ στηρίζεται ἐπὶ τοιούτων δικαιολογιῶν διὰ νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἡμεῖς θὰ κάμωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὄχι μόνον διότι ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη αὐτή, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διὰ νὰ δείξωμεν εἰς τοὺς ξένους πιστωτάς μας ὅτι εἴμεθα ἐξηντλημένοι. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ πεισθοῦν ὅτι ἡμεῖς πραγματικὰ εἴμεθα ἐξηντλημένοι καὶ πραγματικῶς εὑρισκόμεθα ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις των. Θὰ καταστῇ οὕτω δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν ἕνα λογικὸν συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν μας, συμβιβασμὸν ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι καὶ ἀνάλογος πρὸς τὴν οἰκονομικὴν δυναμικότητα τῆς χώρας. Ἐγένοντο παρατηρήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ταχυδρομεῖα καὶ τοὺς Σιδηροδρόμους. Σήμερον αἱ ὑπηρεσίαι αὐταὶ φέρουσι εἰς τὸ Κράτος ζημίας. Γνωρίζετε τὶ πληρώνομεν διὰ τοὺς Σιδηροδρόμους καὶ τὶ μᾶς ἀποδίδουν οὗτοι. Τὰ Ταχυδρομεῖα, οἱ Τηλέγραφοι τὰ Τηλέφωνα δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας δι’ αὐτὰ καταβάλλομεν. Βέβαια, ἀναγνωρίζω πληρέστατα ὅτι τὸ Κράτος ἐκτελεῖ μίαν κοινωνικὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατο–αγροτικοῦ κόμματος. Ποῖος τὸ ἀρνεῖται αὐτό; Ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κόσμος ὅτι αὐταὶ αἱ κοινωνικαὶ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἐκπληρώνῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ἄνευ πληρωμῆς. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ Σιδηρόδρομοι δὲν ἔχουν κανένα λόγον νὰ ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος, καὶ μάλιστα εἰς Κράτη κοινοβουλευτικὰ ὅπου εἶναι δύσκολος ἡ διαχείρισις ἕνεκα τῶν ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ λαὸς ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις. Ὡς γνωρίζετε, τὸ σύστημα τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους διαχειρίσεως τῶν Σιδηροδρόμων, οὐδαμοῦ, πλὴν τῆς Πρωσσίας, ἐπέτυχεν. Εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου τὸ σύστημα τοῦτο ἀπέτυχε. Ἄλλως τε, διατὶ νὰ μὴ δοκιμάσωμεν τὶ δύναται νὰ κάμῃ αὐτὴ ἡ ἐπιχείρησις μόνη της; Πρέπει νὰ τὴν ἀφήσωμεν νὰ γίνῃ ἐπιχείρησις ἀνεξάρτητος. Τὴν γνώμην ταύτην ἔχω σχηματίσει ἀπὸ τοῦ 1921, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, καὶ συνέστησα εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα. Δυστυχῶς δὲν ἔμεινα τότε πολὺ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀναγκασθεὶς διὰ λόγους ὑγείας νὰ ἀποχωρήσω, καὶ ἡ μελέτη ἐκείνη δὲν συνετελέσθη. Δὲν γνωρίζω ἐὰν συνέχισεν αὐτὴν ἄλλος ἐκ τῶν διαδόχων μου, ἀλλ’ εἶναι μία μελέτη ἀξία λόγου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένον δι’ ἐπιχειρήσεις καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον δύναται τὸ Κράτος νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν ζημιῶν αὐτῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἀκόμη τὸ ζήτημα ἀρκούντως, ὄχι ἀρκούντως, ἀλλὰ καθόλου μελετηθῆ ὥστε νὰ ἔχῃ ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην ἡ Κυβέρνησις, ἐδήλωσα εἰς τὰς προγραμματικάς μου δηλώσεις ὅτι θὰ φέρω τὸ μέτρον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς εἰδικῆς μελέτης τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν, θὰ προκύψῃ ὅτι δύναται νὰ προέλθῃ ὠφέλεια χωρὶς βλάβην τῶν γενικῶν συμφερόντων, τότε θὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχει γίνει ἀκόμη μελέτη καὶ διότι ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν αὐτὰς τὰς μελέτας καὶ νὰ τὰς φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς θετικὰ μέτρα, διὰ τοῦτο ἀνέφερα ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ διακανονισθῇ ἀπὸ τὴν μελέτην ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ νομίζω, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καλὰ ἀποτελέσματα, οὕτω διαρρυθμιζομένου τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐγένετο λόγος καὶ περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν. Τοῦτο θὰ ἦτο τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ κάμῃ μία Κυβέρνησις, διότι πρόκειται μὲν νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, ἀλλὰ νὰ κάμωμεν οἰκονομίας οὐχὶ αὐθαιρέτους, ἀλλ’ οἰκονομίας λελογισμένας καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ θιγῇ ἡ κανονικὴ λειτουργία τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Πόσην προθεσμίαν προτίθεσθε νὰ τάξητε εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§99Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σᾶς εἴπω. Ἐν πρώτοις τὰς οἰκονομίας αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπέλθουν σήμερον, ἄνευ τῶν γνωμῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὰς ἐθέσαμεν ἤδη εἰς ἐνέργειαν καὶ ἐφαρμογήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑποθέτω, ὅτι εἰς ὀλιγώτερον τοῦ μηνὸς διάστημα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰς δυνατὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας, νὰ ἐπιφέρωμεν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι θὰ περιμένωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ συνεχίσωμεν τὰς οἰκονομίας.
§100ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἱκανοποιητικόν, διότι ὑπάρχει ὁ νόμος ὁ ὁποῖος σᾶς ἐπιτρέπει νὰ κάμετε...
§101Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναφέρω τοῦτο εἰς τὰς δηλώσεις μου. Εἶπον ὅτι θὰ κάμωμεν χρῆσιν ὄχι μόνον τῶν ἤδη ὑφισταμένων μέτρων, ἀλλὰ θὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλα μέτρα, ἐφόσον παρίσταται πρὸς τοῦτο ἀνάγκη. Γνωρίζομεν τὰ ὑπάρχοντα μέτρα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐκάμαμεν σήμερον εἰδικὰς ἐπιτροπάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν π. χ. συνέστησε μίαν ἐπιτροπὴν καὶ ἐργάζεται περὶ τῶν οἰκονομιῶν τὰς ὁποίας θὰ ἐπεφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον του. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀρνηθῶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ Πρεσβείας εἰς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ηὐξήθησαν καθ’ ἱκανὸν ἀριθμὸν μετὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ διατήρησις ὅλων αὐτῶν τῶν Πρεσβειῶν; Κατ’ ἀνάγκην θὰ περιορίσωμεν αὐτάς. Ἀναφέρω παραδειγματικῶς τὰς Πρεσβείας, διότι ἀκόμη δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει τὴν ἐργασίαν ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα.
§102ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αἱ καθ’ Ὑπουργεῖα ἐπιτροπαί, φυσικά, ἠμποροῦν νὰ τελειώσουν ταχέως. Ἀλλ’ ἂν θελήσετε νὰ κάμετε καμμίαν μεγάλην ἐπιτροπήν, θὰ σᾶς φάῃ πολὺ χρόνον.
§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ κατ’ ἰδίαν Ὑπουργεῖα ἐργάζονται εἰς τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας καὶ Ὑγιεινῆς ἐπίσης ἔχει συστήσει μίαν εἰδικὴν τοῦ Ὑπουργείου ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐργάζεται. Ἐννοοῦμεν τὰ μέτρα ταῦτα νὰ τὰ ἐφαρμόσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν συντομώτερον. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀποκλείει τὸ νὰ συστήσωμεν καὶ μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ δυνηθῇ νὰ ἐργασθῇ συστηματικὰ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν μέτρων τούτων. Ἀκόμη δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι θὰ χρειασθῇ καὶ μία ἄλλη περισσοτέρα ἐργασία, εἰδικωτέρα ἐργασία, διότι δὲν πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἴδωμεν τὶ ἠμποροῦμεν, συνεπείᾳ τοῦ ὑπάρχοντος ὀργανισμοῦ νὰ ἐξοικονομήσωμεν. Θὰ χρειασθῇ, καὶ ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι αὐτή, νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ συστηματοποιήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ προκύψουν καὶ θετικὰ ἀποτελέσματα. Ἑπομένως καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ μεμφθῇ τις τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν παρουσιάζει πλῆρες πρόγραμμα. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκελετὸς τῶν σκέψεων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω. Φρονῶ δ’ ὅτι θὰ ἐπέλθωσιν ἀκόμη μεγαλύτεραι οἰκονομίαι, ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐφαρμόσωμεν ἕνα σύστημα αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως.
§104Γ. ΜΑΡΗΣ. Θὰ ὑπάρχουν δαπάναι;
§105Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρξουν δαπάναι. Θὰ ὑπάρξουν τοιαῦται ἐν τῇ πρώτῃ καταστάσει, βαθμηδὸν δὲ θὰ ἐλαττωθοῦν αἱ δαπάναι αὗται καὶ θὰ ἀνακουφισθῇ ὁ λαός. Ἐὰν πρόκειται διὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως νὰ ἔχωμεν αὔξησιν δαπανῶν, θὰ συμβῇ αὐτὸ διότι τὰς δαπάνας αὐτὰς θὰ τὰς θέλει ὁ κόσμος, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν δαπανῶν αὐτῶν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του, αὐτὸς θὰ κρίνῃ ἐὰν ἠμπορῇ νὰ γίνουν αἱ δαπάναι αὗται ἢ ὄχι. Πάντως ὅμως θὰ τακτοποιηθῇ ἡ διοίκησίς μας, διότι αἱ δαπάναι μας δὲν εἶναι τακτοποιημέναι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν Γενικὰς Διοικήσεις εἰς ὡρισμένα μέρη μὲ μεγάλην ἔκτασιν καὶ εἰς ἄλλα μέρη νομαρχίας, μὲ ἕνα Νομάρχην μόνον. Πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ὁμοιομορφία διοικήσεως εἰς τὸ Κράτος.
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τίποτε δὲν ἐμποδίζει νὰ καταργηθοῦν αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις ἐντὸς δευτερολέπτου.
§107Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ καταργηθοῦν ἀμέσως.
§108Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ τὰς καταργήσετε; Πρέπει ὅμως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἔχω πικρὰν πεῖραν ἐκ τῆς ἀμέσου καταργήσεως, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἀπετέλουν μέλος ἄλλης Κυβερνήσεως τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Τῷ 1915, ὅτε ἐσχηματίσαμεν τὴν πρώτην Κυβέρνησιν, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργήσωμεν τὰς Γενικὰς Διοικήσεις, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία διάκρισις τῶν Νέων Χωρῶν ἀπὸ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Ἐξηγέρθη τότε ὅλος ὁ κόσμος ἐναντίον μας καὶ πρὸ παντὸς ἡ πατρὶς τοῦ κ. Κουνδούρου.
§109Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάντοτε ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς καταργήσεως. Δὲν εἶχον εὐκαιρίαν νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην μου.
§110Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πατρίς σας ἰδίᾳ ἐξηγέρθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μᾶς χαρακτηρίσουν ὡς ἐχθροὺς τῆς Κρήτης, διότι κατηργήσαμεν τὰς Γενικὰς Διοικήσεις. Ἡ Κυβέρνησις σήμερον ζητεῖ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ὁμοιομορφίαν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους καὶ νὰ τὴν ἐπιφέρῃ κατὰ τρόπον συντελεστικώτερον καὶ ἐξυπηρετικώτερον τῶν ἀναγκῶν τῶν πολιτῶν. Ἐγένετο, ἐπίσης, ἡ παρατήρησις, νομίζω παρὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ Κόμματος ὅτι δὲν ὡμίλησα καὶ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ ζητήματα τῶν προσφύγων καὶ τὰ ζητήματα τῶν χρεῶν τῶν ἀγροτῶν. Μάλιστα δὲ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, διὰ τοῦ τύπου, ἐγένοντο παρατηρήσεις, δύναμαι νὰ εἴπω παράπονα, ἐκ μέρους προσφύγων βουλευτῶν, ὅτι ἐλησμόνησα τοὺς πρόσφυγας. Καὶ μοῦ ἐπερρίφθη ἡ νέα κατηγορία ὡς Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι ἐγὼ ἀδιαφορῶ δι’ αὐτούς.
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προεκλογικῶς ἐκάματε λόγον δι’ αὐτούς, μετεκλογικῶς ὅμως τοὺς ἐλησμονήσατε.
§112Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς ταῦτα τὰ ἑξῆς. Μᾶς χωρίζει, δυστυχῶς, μία πολιτικὴ διαίρεσις, ἀλλὰ τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς ἄρσιν τῆς διαιρέσεως αὐτῆς ἐγένετο ἤδη. Μᾶς χωρίζουν ἀκόμη ἄλλα τινὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι, ὅσον μοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβάλω εἰς τὸ ζήτημα τοῦ νὰ ἐπέλθῃ μία ἑνότης μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰ παλαιὰ χάσματα, τὸ ἔπραξα ὄχι μόνον σήμερον, ἀλλὰ καὶ κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Καὶ γνωρίζουν καὶ οἱ ἄλλοι Ἀρχηγοὶ καὶ οἱ λοιποὶ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὅτι, ὄχι μόνον ὅτε ἤμην μέλος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὅτε ἀπετέλουν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὁποία τις ἦτο ἡ στάσις μου. Τὴν αὐτὴν στάσιν τηροῦμεν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ καὶ σήμερον. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν διαρκῶς διάκρισιν προσφύγων καὶ γηγενῶν, διότι παρῆλθον ἤδη δέκα ἔτη. Ὅλοι εἴμεθα Ἕλληνες καὶ περὶ ὅλων θὰ ἀσχοληθῇ καὶ θὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἄνευ διακρίσεως, εἴτε εἶναι ἀγρόται, οὗτοι, εἴτε πρόσφυγες, εἴτε κατάγονται ἐκ τῶν νέων Χωρῶν. Θὰ ἦτο, ἐπὶ πλέον, καὶ ἐντροπὴ ἀκόμη νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ κάμνωμεν διακρίσεις. Οὔτε ἀγνοῶ οὔτε θέτω κατὰ μέρος τὰ ζητήματα τῶν προσφύγων. Ὄχι. Ἐνδιαφέρομαι ὅπως ἐνδιαφέρεται πᾶς τις διὰ τὰς δικαίας ἀξιώσεις παντὸς Ἕλληνος, ἐὰν δὲ δὲν ἔκαμα διάκρισίν τινα εἰς τὰς προγραμματικάς μου δηλώσεις, δὲν τὴν ἔκαμα διότι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη εἰς τοῦτο, διότι καὶ πρέπει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ λείψῃ πᾶσα μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων διάκρισις. Καὶ οἱ Πελοποννήσιοι καὶ οἱ Μακεδόνες ἔχουσι δικαιώματα διάφορα. Δὲν ὡμίλησα ὅμως ἰδιαιτέρως περὶ τῶν συμφερόντων τῶν κατ’ ἰδίαν ὁμάδων. Ὡμίλησα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τάξεις ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως κυρίως ἐστράφη εἰς τοῦτο. Ὁ λαὸς ἐν συνόλῳ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ διάφορα εἰδικὰ συμφέροντα δὲν θὰ ἱκανοποιηθοῦν σήμερον μὲ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς. Ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ, ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν νὰ μᾶς λείψῃ ὁπωσδήποτε ἡ στενοχωρία διὰ τὸ συνάλλαγμα, ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὰς μετὰ τῶν δανειστῶν μας διαφοράς, ὥστε νὰ δυνάμεθα ἐλευθέρως νὰ ἐργασθῶμεν, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σήμερον λόγος περὶ τῶν ἄλλων εἰδικῶν συμφερόντων. Δὲν εἶναι βέβαια τοῦτο λόγος ὅπως ἐγκαταλειφθοῦν οἱ πρόσφυγες, ἀλλὰ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς αὐτὰ τὰ κύρια ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται καὶ τὰ προσφυγικά. Καὶ περὶ τῶν χρεῶν τῶν ἀγροτῶν, ἐὰν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατοεργατικοῦ κόμματος εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὰς δηλώσεις τὰς προγραμματικὰς τὰς ὁποίας ἔκαμα κατὰ τὰς ἐκλογάς, θὰ ἐνεθυμεῖτο ὅτι εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπασχοληθῇ σοβαρῶς. Γνωρίζω καλῶς τὴν δυσχερῆ θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οὗτοι. Εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσουν, καὶ τὸ λέγουν φανερὰ ὅτι «ἀδυνατοῦμεν» νὰ πληρώσωμεν. Καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ πληρώσουν πραγματικῶς. Εἶπα εἰς τὰς προγραμματικάς μου δηλώσεις ὅτι καθῆκον ἐμοῦ ὡς Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἦτο καὶ εἶναι, ἂν ἔλθω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐξακριβώσω ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν προσφύγων, ποῖα τὰ προσφυγικὰ χρέη, πῶς ἐγεννήθησαν ταῦτα, καὶ νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ βοηθήσωμεν τοὺς πρόσφυγας νὰ ἀπαλλαγοῦν αὐτῶν. Καὶ ἔχω σκοπὸν νὰ συστήσω μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ πῶς ἐγένοντο τὰ χρέη αὐτὰ τῶν προσφύγων, ἀπὸ τὶ προῆλθον, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν προσφύγων καὶ ἐν γένει τῶν ἀγροτῶν, διότι ἐὰν δὲν ἐξακριβώσωμεν τοῦτο προηγουμένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀνακουφίσεώς των.
§113Ι. ΜΟΥΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε, ἐὰν δὲν ἔχετε περισσεύματα, δὲν θὰ λάβητε μέριμναν περὶ τῶν προσφύγων;
§114Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν εἶναι προδιατεθειμένη νὰ ἐξετάσῃ ποῖα εἶναι τὰ χρέη αὐτὰ, πόθεν προέρχονται, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων δεδομένων νὰ προχωρήσωμεν. Ἂν ἠρχόμην μὲ ἕνα πρόγραμμα καὶ ἔλεγον ὅτι ἐγὼ θὰ προνοήσω τοῦτο περὶ τῶν χρεῶν τῶν ἀγροτῶν, αὐτὸ θὰ ἀπετέλει μίαν εἰρωνείαν πρὸς τὸν λαόν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ. Θὰ εἴπω μόνον περὶ ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις δυνατότητα πραγματώσεως, διότι χωρὶς νὰ γνωρίζῃ κανεὶς τὰ πράγματα δὲν δύναται νὰ ὑποσχεθῇ. Καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον δὲν ὑποσχόμεθα. Τώρα, ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Ἐργατῶν καὶ Ἀγροτῶν ἐγένετο ἐπίσης παρατήρησις διὰ τὰς Κοινωνικὰς Ἀσφαλίσεις. Ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Ἐργατῶν καὶ Ἀγροτῶν, ὅτι ἔχω ἕνα λόγον νὰ καυχῶμαι ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος διὰ τὰς Κοινωνικὰς Ἀσφαλίσεις, διότι προτοῦ γίνῃ λόγος εἰς τὴν Ἑλλάδα περὶ ἐργατικῶν ζητημάτων, πρῶτος ὁ Ἀρχηγὸς καὶ ἱδρυτὴς τοῦ κόμματος τούτου, ὁ ἀείμνηστος Γούναρης, εἰς τὸν λόγον του, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησεν ὅτε τὸ πρῶτον ἐπολιτεύθη ἐν Πάτραις καὶ ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν», ὡμίλησε περὶ τῶν κοινωνικῶν αὐτῶν ἀσφαλίσεων. Ἔχει λοιπὸν τὸ κόμμα τὸ Λαϊκὸν καὶ ὑποχρέωσιν, καὶ ἐντεῦθεν ἀκόμη, ἀνεξαρτήτως τοῦ κοινωνικοῦ προγράμματός του, νὰ ἐνδιαφερθῇ ἰδιαιτέρως περὶ τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων. Τὸ ὅτι ἐψηφίσθησαν αὗται καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κόμμα τὸ Λαϊκὸν ἀπουσίαζεν ἐκ τῆς Βουλῆς, τοῦτο δὲν μετέβαλε τὰ πράγματα. Ἐξωδίκως ἡμεῖς ἐξεπονήσαμεν καὶ ἐργασίαν σχετικὴν ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ ὁ νόμος περὶ τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων. Τὴν ἐργασίαν ταύτην τὴν ἔκαμεν ὁ ἁρμόδιος σήμερον νὰ προνοήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου Ὑφυπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ κ. Στεφανόπουλος. Ἡ ἐργασία του ἐδημοσιεύθη. Ἔχομεν ἀκόμη διάστημα τεσσάρων μηνῶν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν τὴν ταχθεῖσαν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ τῶν Κοινων. Ἀσφαλίσεων. Ἐλήφθη τὸ μέτρον, καὶ πολὺ ὀρθῶς ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, διότι ἐψηφίσθη, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν εἰργάζετο κανονικῶς, πλὴν δὲ τοῦ κόμματος τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι, νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε τὸ κόμμα τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Ἦτο ἀκόμη ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ δι’ ἄλλους λόγους αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν διεξήγοντο ἐν τάξει, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη παχύτατα, ἄνευ σχεδὸν ἰδιαιτέρας ἐπεξεργασίας ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ δὲ κόμμα τὸ ὁποῖον κατεῖχε τὴν Ἀρχήν, ἀνεγνώριζε διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς ὅτι ὁ νόμος εἶχεν ἀτελείας, τὸν ἐψήφισε δὲ ἀφοῦ προσέθηκε συμπληρώσεις τινὰς ἀλλὰ καὶ δὲν τὸν ἐφήρμοσε καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐφαρμογῆς του εἶχε καὶ αὐτὸν τὸν λόγον. Οὐδεὶς βεβαίως, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ κοινωνικὴ πρόνοια, ἡ διὰ τοῦ Κράτους δημιουργία μιᾶς κοινωνικῆς προνοίας, πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρα, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι μόλις ἤλθομεν πρέπει καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ποῖα θὰ εἶναι τὰ δεδομένα. Δυνάμεθα ἑπομένως νὰ ἔχωμεν δικαιώματα τοιαῦτα, ὥστε νὰ παράσχωμεν τὰς κοινωνικὰς αὐτὰς ἀσφαλίσεις ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος, ὥστε νὰ εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ πιστεύσουν ὅτι θὰ εἶναι ἀπολύτως ἐξησφαλισμένοι καὶ εἰς τὸ γῆρας των, καὶ εἰς τὴν ἀσθένειάν των καὶ διὰ τὰ ἀτυχήματά των καὶ νὰ διαψευσθοῦν ἔπειτα οἰκτρῶς ἐν περιπτώσει μὴ ἐπακριβοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ καὶ νὰ ἀποβοῦν ἐχθροὶ τοῦ Κράτους; Θὰ τοὺς ἴδωμεν νὰ δυσπιστοῦν πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους, διότι θὰ θεωροῦν ὅτι τὸ Κράτος δὲν παρέχει καμμίαν πίστιν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, λαμβάνον μέτρα διὰ πολιτικοὺς καὶ μόνον σκοπούς, χωρὶς πράγματι νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν γενικῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Τὸν νόμον αὐτὸν τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων βεβαίως θὰ φροντίσωμεν νὰ τὸν συμπληρώσωμεν καὶ νὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα. Δὲν ἔχει συνεπῶς δίκαιον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ Κόμματος νὰ θεωρῇ ἀνεπαρκῆ τὴν προσπάθειάν μας εἰς τοῦτο. Διὰ τὸν Βαλκανικὸν Σύνδεσμον ἐπίσης, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησε περισσοτέραν ἀναγνώρισιν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ Κόμματος, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἐπέστη ὁ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἀληθῶς ἡ εὐγενὴς αὕτη ἰδέα. Νομίζω ὅμως ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν πρὸς τοῦτο. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἕνωσις αὐτὴ θὰ ἐπέλθῃ ὅταν ἀντιληφθοῦν οἱ λαοὶ ὅτι οὕτω ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντά των, ὅταν αὐτοὶ πεισθοῦν ὅτι ἡ ἕνωσις αὐτὴ πράγματι θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἀμοιβαίαν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων των. Θὰ σπεύσουν τότε νὰ τὴν πραγματοποιήσουν. Ἐὰν ἐξακολουθήσουν αἱ συζητήσεις αἱ θεωρητικαί, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἄνευ βάσεως τοιαύτης, νομίζω ὅτι δὲν θὰ καταλήξωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἐπαναλαμβάνω καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν ὅτι ἡ ἕνωσις λαῶν, ὄχι μόνον ξένων μεταξύ των, ὅπως εἶναι τὰ Βαλκάνια, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν μίαν γενικωτέραν ἐπαφὴν ἐκ πολλῶν ἱστορικῶν μᾶλλον λόγων καὶ ὄχι ἐκ καταγωγῆς, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθῇ ἁπλῶς διὰ τῶν συζητήσεων, ἀλλὰ θὰ ἐπιτευχθῇ μόνον διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν συμφερόντων. Ὁ Γερμανικὸς λαὸς ἦτο εἷς καὶ κατώρθωσε νὰ ἑνωθῇ διὰ τῆς ἑνώσεως τῆς τελωνειακῆς.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε ὅτι εἶναι λαοὶ ξένοι μεταξύ των. Αὐτὸ δεικνύει πόσον μεγάλη διαφορὰ ὑφίσταται μεταξύ μας, ὡς πρὸς τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἑνώσεως τῶν λαῶν αὐτῶν.
§116Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἡ Γερμανία καὶ ἡ Αὐστρία ἐπεζήτησαν τὴν ἕνωσίν των, τὴν ἐπεδίωξαν διὰ τῆς τελωνειακῆς ἑνώσεως. Ὅταν κατορθωθῇ νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ μεταξὺ τῶν Βαλκανικῶν λαῶν, τότε καὶ μόνον θὰ κατορθωθῇ νὰ προαχθοῦν ἀσφαλῶς αἱ ἰδέαι σας. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι τοῦτο τὸ μόνον μέσον. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ ἄλλα. Πρῶτον, ἐπικοινωνία μεγαλυτέρα μεταξὺ τῶν λαῶν αὐτῶν, φύσεως ὄχι μόνον οἰκονομικῆς ἀλλὰ καὶ πνευματικῆς, καὶ κατ’ ἐμὲ ἀπὸ ἐκεῖ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν καὶ ἔπειτα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἄλλα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα ἂν ἐγένοντο ἄλλαι εἰδικαὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ μοῦ συγχωρηθῇ ἀπὸ τοὺς ὁμιλήσαντας ἐὰν δὲν ἀπαντῶ εἰς ὅλους εἰδικῶς. Τώρα πρέπει νὰ ἀναφέρω ὅτι ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα νέον κόμμα μὲ νέας ἰδέας. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος θὰ κερδίσῃ ἀπὸ τὴν ἐμφάνισιν αὐτήν.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖον κόμμα;
§118Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ἀγροτικόν. Βεβαίως ἐκπροσωπεῖ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολὺ προκεχωρημέναι, εἶναι ριζοσπαστικαί, ἵνα μὴ εἴπω σοσιαλιστικαί, ἀλλὰ παρετήρησα ὅτι τὸ κόμμα τοῦτο δὲν διεμόρφωσεν ἀκόμη μίαν κοινὴν ἰδέαν περὶ τῆς σοσιαλιστικῆς πολιτικῆς.
§119ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ τὰ λύσῃ τὸ Συνέδριον αὐτά.
§120Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἄλλας ἰδέας ἐκπροσωπεῖ ὁ κ. Σοφιανόπουλος, καὶ ἄλλας ὁ κ. Μυλωνᾶς. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ κόμμα τοῦτο θὰ δυνηθῇ πολὺ νὰ ὠφελήσῃ ὅταν κατορθώσῃ νὰ ἀποκρυσταλλώσῃ τὰς ἰδέας του ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικότητος. Εἶναι ἰδέαι ὠφέλιμοι, εἶναι ἰδέαι αἱ ὁποῖαι ἐπαγγέλλονται ὅτι ἡμέραν τινὰ ἡ Ἑλλὰς θὰ καταστῇ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἰδεῶν καὶ τῆς πραγματικότητος, ὑποθέτω ὅτι καὶ οἱ δύο Κύριοι ποὺ ὡμίλησαν, γνωρίζουν πόση ὑπάρχει ἀπόστασις μεταξὺ τῆς θεωρίας καὶ τῆς πραγματώσεως τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, διότι τοὺς διακρίνει καὶ μόρφωσις καὶ ἐπιστημονικότης. Θὰ εἴπω μόνον ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀναγνωρίζει τὴν στενότητα τῆς γῆς, ἡ ὁποία ὑπάρχει διὰ νὰ ζήσῃ ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ηὐξήθη αἰφνηδίως, διότι ἦλθον τόσοι ὁμοεθνεῖς κατοικοῦντες μακρὰν αὐτῆς καὶ ἀπεκατεστάθησαν συλλήβδην ἐν αὐτῇ. Γνωρίζουν πολὺ καλῶς οἱ κύριοι αὐτοὶ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον κανὲν Κράτος νὰ ζήσῃ τὸν ἴδιον αὑτοῦ πληθυσμόν, ἔστω καὶ ἂν εἶναι Κράτος ὑγιὲς ὅταν ὁ πληθυσμὸς αὐτοῦ αὐξάνει καὶ μάλιστα ὄχι κανονικῶς. Καὶ ἡ αὔξησις αὐτὴ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ὁ τρόπος καὶ ἡ κατάστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ζήσῃ, ἔδωκεν ἀφορμὴν καὶ εἰς ἐπεισόδια καὶ μάλιστα ἐπεισόδια ὀδυνηρά. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ παράδειγμα τῆς Γερμανίας. Ἡ Γερμανία εἶχε φθάσει εἰς τόσην ζωτικότητα, ὥστε ηὔξανεν ὁ λαός της κατὰ 900 χιλ. ψυχῶν κάθε χρόνον. Ἡ αὔξησις αὕτη, μολονότι ἡ Γερμανία εἶχε τόσην δύναμιν ἐν τῇ βιομηχανίᾳ της, ἀνέπτυξε τεραστίως τὸ ἐμπόριόν της, διότι δὲν εἶχε προλάβει τὴν πολιτικὴν τῶν ἄλλων ἐθνῶν νὰ κάμῃ καὶ αὐτὴ ἀποικίας. Ὁ σπουδαῖος πολιτικὸς τῆς Γερμανίας, ὁ Βίσμαρκ, δὲν ἀπέβλεψεν εἰς ἀποικίας καὶ διὰ τοῦτο ἡ Γερμανία εὑρέθη ἐστερημένη ἀποικιῶν καὶ ὤφειλε νὰ ζήσῃ τὸν πληθυσμόν της ἐντὸς τῶν ὁρίων της. Διὰ νὰ κάμῃ τοῦτο ἠθέλησεν ἐμπορικῶς νὰ κατακτήσῃ τὸν κόσμον. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐμπορικῆς αὐτῆς κατακτήσεως γνωρίζετε ποῦ κατέληξαν. Ὁ πόλεμος τοῦ 1914 δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀφετηρίαν εἶχε πρὸ παντὸς τὸν ἐμπορικὸν ἀνταγωνισμόν. Ἡμεῖς ηὐξήθημεν ἀποτόμως. Τί νὰ κάμωμεν; Καὶ ὄχι μόνον ηὐξήθημεν ἀποτόμως, ἀλλὰ ἔλαβε χώραν καὶ ἕνα ἄλλο περιστατικόν, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν οἱ ὁμιλήσαντες Ἦλθε τὸ περιστατικὸν τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν μεταναστεύσεων. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔζησε, Κύριοι, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ σύγχρονος καὶ ἡ παλαιὰ ἀκόμη ἱστορία, διὰ τῶν μεταναστεύσεων, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους. Εἴχομεν ἀνοικτὴν τὴν Ρωσσίαν, τὴν Ρωμουνίαν, τὴν Αἴγυπτον, τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ τὴν Ἀμερικήν. Ὁ Ἕλλην ἔφευγεν εἰς τὰ διάφορα αὐτὰ μέρη καὶ ὄχι μόνον αὐτὸς καθίστατο εὐτυχής, ἀλλὰ καθίστα εὐτυχεῖς καὶ τοὺς ἐνταῦθα διαμένοντας συγγενεῖς του, βοηθῶν καὶ τὸν τόπον γενικώτερον διὰ συναλλάγματος καὶ διὰ χρηματικῶν χορηγιῶν. Ὅλα αὐτὰ ἔκλεισαν σήμερον. Κανεὶς δὲν ἐπιτρέπει τὴν μετανάστευσιν ξένων πληθυσμῶν. Καὶ ἐκλείσθησαν αἱ χῶραι τῶν μεταναστεύσεων, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Ἑλλὰς ηὔξησε διὰ πληθυσμοῦ 1.300.000. Πῶς θέλετε νὰ μὴ ὑπάρχῃ στενοχωρία; Καλὸν εἶναι ν’ ἀνοίξωμεν νέας ἐξόδους, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν ἐπιτρέπουν αὐτὸ καὶ οἱ ἄλλοι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ μεταναστεύσωμεν καὶ νὰ συναγωνισθῶμεν, ἂν θὰ δεχθοῦν τὸν συναγωνισμόν μας διὰ τῆς ἐργασίας μας. Καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἔχει ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις της λέγει, ὅτι πρέπει κατὰ πάντα τρόπον διὰ τῶν διεθνῶν συνθηκῶν καὶ συνεννοήσεων, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ κάμωμεν μὲ τὰ ἄλλα Κράτη, ν’ ἀποκτήσωμεν μέσα κατά τι ἐλαφρύνοντα τὸ δημογραφικόν μας πρόβλημα. Βεβαίως δὲν ἔχομεν σήμερον ἐπαρκῆ κλῆρον. Ὑπάρχουν πρόσφυγες καὶ ἀκτήμονες ὁμογενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἕνα στενώτατον κλῆρον, κατὰ τὰς πληροφορίας δὲ τὰς ὁποίας ἔχω ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, φθάνει νὰ ἔχουν τινὲς κλῆρον μέχρις ὀκτὼ μόνον στρεμμάτων. Τὸ ἀποτέλεσμα γνωρίζετε βεβαίως ποῖον εἶναι. Δὲν τὰ καλλιεργοῦν διότι δὲν τοὺς ἐπαρκοῦν. Τὰ ἐγκατέλιπον ἢ τὰ ἐπώλησαν καὶ μετέβησαν εἰς τὰς πόλεις καὶ ἔγιναν προλετάριοι. Ἡ Κυβέρνησις ἔθιξε τὸ πρόβλημα αὐτὸ εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις. Θὰ εἶναι εὐτυχὴς ἐὰν καὶ μέρος αὐτοῦ ἐπιλύσῃ. Αὐτὰς τὰς ἡμέρας κατωρθώσαμεν νὰ στείλωμεν ἕνα ἀριθμὸν ἐκ τῶν Ἀρμενίων, τῶν εὑρισκομένων ἐνταῦθα, εἰς τὴν Ρωσσίαν, διότι μᾶς ἐδήλωσαν ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δύναται νὰ εὕρῃ ἐκεῖ ἀπασχόλησιν, καὶ ἀμέσως τὸ ἐπράξαμεν, πληρώσαντες καὶ τὰς δαπάνας τῆς ἀποστολῆς. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Μυλωνᾶς, συμφωνοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἀλλὰ τὰ μέσα ποῦ θὰ τὰ εὕρωμεν, καὶ μάλιστα εἰς τὴν σημερινὴν περίστασιν ὅπου ἡ Ἑλλὰς τόσον πάσχει; Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μὴ ὑποθάλπωμεν ἀξιώσεις τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ μὴ φέρωμεν ταραχὴν εἰς τὰς διαφόρους δικαίας ἐπιθυμίας καὶ δικαίας ἀξιώσεις αὐτοῦ. Νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος καὶ τὰς μεγάλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ἱκανοποιήσῃ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ἐνεργῶμεν, ἵνα πράγματι ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὰς σημερινὰς δυσχερείας. Ἀλλὰ νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα πρῶτον. Ὑποδείξατε τὰ μέσα καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ, βεβαίως θὰ εἶναι πρόθυμος νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτὰς τοῦ λαοῦ, ὅπως εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἔπραττον καὶ τὰ ἄλλα κόμματα, τὰ κυβερνήσαντα καὶ τὰ μέλλοντα νὰ κυβερνήσουν τὴν Χώραν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς εἰδικωτέραν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σοφιανόπουλος ὑπέβαλε. Τοῦτο δὲν ἀφορᾶ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀφορᾶ τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὸ ὑπ’ αὐτὸν κόμμα. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡμέρα εἰδικωτέρας συζητήσεως ἐπὶ θεμάτων τινῶν αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾶ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰς ἐπ’ αὐτῶν γενομένας παρατηρήσεις. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον προέχει ἤδη εἶναι νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἶναι πράγματι Κυβέρνησις, καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν δηλώσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, πρέπει νὰ διακρίνῃ τις τρεῖς διαφόρους γνώμας. Τὴν γνώμην τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τὴν γνώμην τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ κόμματος, ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ἀγροτικοῦ κόμματος καὶ κατὰ τὰς δύο αὐτοῦ ἐκπροσωπήσεις ἢ μᾶλλον κατὰ τὰς τρεῖς αὐτοῦ ἐκπροσωπήσεις. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κόμματος τοῦ λεγομένου Ἑνιαίου Μετώπου, διότι αὐτὸ θέλει νὰ ἐργασθῇ ἔξω τοῦ κοινωνικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος. Ἡμεῖς εἴμεθα τεταγμένοι ἐδῶ νὰ ὑπερασπίσωμεν τὸ κοινωνικὸν καθεστώς, καὶ θὰ τὸ ὑπερασπίσωμεν κατὰ πάντα τρόπον. Ἐὰν δὲν ἀρέσῃ τοῦτο εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ κόμμα τοῦτο, λυποῦμαι. Ἂς εὕρουν ἀλλοῦ ἔδαφος δράσεως. Ἐδῶ ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα ἐργάζονται πολιτικῶς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑφισταμένου κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ προαχθῇ αὐτὸ τὸ κοινωνικὸν καθεστώς, ἔχει ἕκαστον τῶν κομμάτων αὐτῶν τὰς γνώμας του. Τὸ ἓν φρονεῖ ὅτι οὕτω δύναται νὰ προαχθῇ τοῦτο, τὸ ἄλλο ἄλλως καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ πάντα τὰ κόμματα ἔχουν ὡς βάσιν τὴν ἰδίαν πολιτικήν, τὴν ὕπαρξιν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Πέρα τούτου δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξουν πραγματικὰ κόμματα, διότι αὐτά, ὡς ἐχθρικὰ πρὸς τὴν κοινωνίαν, δὲν δύνανται νὰ ἔλθουν εἰς συνεννόησιν μεθ’ ἡμῶν. Θέλω ὅμως νὰ ἐξετάσω τὴν ψῆφον καὶ τὴν ἔννοιαν αὐτῆς τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν τὰ ἄλλα διάφορα κόμματα. Καὶ θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ κόμμα τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Θ’ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ κόμμα αὐτό, ὄχι μόνον διότι πρῶτον ἔλαβε τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ διότι ἐκπροσωπεῖ τὴν μεγαλειτέραν μερίδα ἐν τῇ Βουλῇ, διότι εἶναι τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον διαδέχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον φυσικὰ θὰ εὑρεθῇ εἰς πλείονα ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ εἰς τὴν ἀντίθεσιν αὐτὴν εὑρέθη καὶ κατὰ τὰς ἐκλογάς. Τὸ κόμμα τοῦ κ. Βενιζέλου, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὑπεστήριξε μετ’ ἐπιμονῆς ὅτι μία Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον ἡ ἡ Χώρα, ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Μὲ τὴν γνώμην αὐτὴν ἐτάχθησαν ἐπίσης καὶ τὰ ἄλλα δύο κόμματα, τὸ κόμμα τὸ Προοδευτικὸν καὶ τὸ κόμμα τὸ Ἀγροτικὸν καὶ Ἐργατικόν. Τὸ κόμμα τὸ Ἀγροτικὸν δὲν ἐξεδήλωσεν οἱανδήποτε σχετικὴν πρὸς τοῦτο γνώμην. Ἀληθῶς, Κύριοι, μετὰ τὰς ἐκλογὰς εἴχομεν ἀποτελέσματα κατὰ τὰ ὁποῖα Κυβέρνησις ὁμοιογενὴς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ, διότι οὐδὲν κόμμα συνεκέντρου τὴν ἀναγκαίαν πλειονοψηφίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχήν. Καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, πῶς καὶ ποία θὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις καὶ πῶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα νὰ προσέλθῃ μετὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς κοινὴν συνεργασίαν. Ἦτο, βεβαίως, ὅτε ἐγὼ εἰσηγούμην τὴν γνώμην αὐτήν, ἦτο ναὶ σύμφωνον καὶ τὸ κόμμα μου. Ὀφείλω μάλιστα νὰ εἴπω ὅτι οὐδεὶς τῶν φίλων μου εὑρέθη ἐναντίος. Τοὐναντίον, ἐπειδὴ μὲ ἔβλεπον ὀλίγον διστάζοντα, μὲ ὤθουν εἰς τὴν σύμπραξιν αὐτήν. Ἀλλὰ τίνα σημασίαν, θὰ εἶχε τότε ἡ Οἰκουμενικὴ ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ παριστάμην ὡς Μὰκ–Ντόναλ, ἔστω, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ψυχὴ τοῦ κόσμου δὲν θὰ εἶχεν ἑνωθῆ; Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων θὰ εἶχε νὰ ἐπιτύχῃ τι διὰ τῆς Οἰκουμενικῆς. Εἶχε νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, ὅτι, ὁ λαός, βλέπων ὅτι ὅλα τὰ κόμματα εἶναι σύμφωνα πρὸς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύει οὗτος, θὰ τὸν ἔβλεπεν ἀνεκτικώτερον. Ἀλλὰ ποῦ θὰ ἐστηρίζετο αὐτὴ ἡ συνεργασία ὅταν ὅλος ὁ κόσμος θὰ ἦτο ψυχικῶς ἀντίθετος; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παρασταθῶμεν ὡς μία δύναμις ἀξία λόγου ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ τῇ Οἰκουμενικῇ, ὅταν οἱ φίλοι μας ὅλοι θὰ ἀντετίθεντο εἰς τοῦτο, ὅταν ὁ λαὸς θὰ ἠγανάκτει; Δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐξαναγκάσω ἐγὼ τὸν λαὸν νὰ δεχθῇ τοῦτο καὶ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἐγὼ ἔκαμα αὐτό, διότι καὶ ἐὰν δὲν τὸ ἔκαμνα, τὰ ἀποτελέσματα δὲν θὰ ἦσαν καθόλου εὐχάριστα. Θὰ μοῦ ἔλεγον ὅτι τὰ μέτρα αὐτά, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε, τὰ λαμβάνετε διὰ νὰ λάβητε τὸν τίτλον τῆς προεδρίας μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πρᾶξίς μου αὐτὴ θὰ ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ κανὲν εὐεργετικὸν διὰ τὴν χώραν ἀποτέλεσμα. Ἡ πρᾶξίς μου νὰ προσχωρήσω εἰς μίαν τοιαύτην Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐπιτεθῇ ἀγριώτερος κατ’ ἐμοῦ. Ἀλλ’ εἶχα ἀκόμη καὶ ἕνα ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον τότε ἀντεμετώπιζα ἰδιαιτέρως. Ἐφοβούμην, ὅτι ἡ ἕνωσις αὐτὴ τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, δὲν θὰ ἄφηνε τὴν ἀναγκαίαν δικλεῖδα, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ Κοινοβούλιον, ὅπου ὑπάρχει πλειονοψηφία καὶ μειονοψηφία, ὅπου ὑπάρχει συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις, ἵνα ἡ δυσφορία τοῦ λαοῦ ἐκσπάσῃ καὶ διαλυθῇ κατὰ τὰς μεγάλας μάλιστα οἰκονομικὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ σήμερον. Καὶ ἡ δυσφορία αὐτὴ ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, θὰ καθίστατο πολὺ μεγαλυτέρα ὅταν θὰ ἤμεθα ὅλα τὰ κόμματα ἡνωμένα καὶ θὰ εἴχομεν τὴν παντοδυναμίαν ἵνα ἐπιβάλωμεν μέτρα σκληρά, καὶ θὰ ἐξεδηλοῦτο κατὰ τρόπον ἐντονώτερον καὶ ἀπεχθέστερον. Ποῦ θὰ κατέφευγε δὲ τότε ὁ κόσμος; Κάπου καταφεύγει, ὅταν δὲν ἔχει ἀσφαλέστερον καταφύγιον. Ἐπεκαλέσθησαν οἱ ἀγορεύσαντες τὰ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα. Ποτὲ δὲν ἐπῆλθε μία τοιαύτη ἕνωσις ἀλλαχοῦ, διότι πάντοτε, καὶ ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἔμεινε κόσμος πολιτευόμενος ἔξω. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν εὑρίσκετο εἷς ἄλλος κόσμος ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ, ἔστω καὶ τὴν μερίδα τὴν ἰδικήν μου, καὶ ἐνταῦθα, ἐὰν ἀπὸ ἐμὲ ἀπεχωρίζετο. Ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι δύσκολον θὰ ἦτο τοῦτο, διότι ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μόνος δύναμαι νὰ διαχειρισθῶ τὴν ἀρχηγίαν εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ βοηθήσουν, ἀλλὰ διότι θὰ ἔχανε τὸ κῦρός του ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διότι θὰ ἐθεωρεῖτο ἀρχηγὸς ἐγκληματίσας, δυσπίστως θὰ ἔβλεπε πλέον ὁ κόσμος τὸ κόμμα αὐτό, ὡς κόμμα. Ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ διερωτώμεθα, ἂν θὰ δυνηθῇ αὐτὴ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ μίαν Κυβέρνησιν ἢ θὰ προσφύγῃ ἐκ νέου εἰς τὴν λαϊκὴν κρίσιν. Ἡ προσφυγὴ ἐκ νέου εἰς τὴν λαϊκὴν κρίσιν, γνωρίζετε ποίαν ἔννοιαν ἔχει. Ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναβληθοῦν ἐπὶ δύο τουλάχιστον μῆνας αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος, καὶ ὁ κόσμος θὰ εὑρίσκετο ἐν κινήσει διαρκεῖ διὰ τὰς ἐκλογάς, κατὰ τὸν τρόπον δὲ ποὺ διεξάγονται παρ’ ἡμῖν αἱ ἐκλογαί, παραμελοῦνται ὄχι μόνον τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα ἀλλὰ καὶ τὰ δημόσια. Πάντες γνωρίζομεν πόσον καθυστεροῦν αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰς ἐκλογάς, καὶ διὰ τοῦτο, τὰ κόμματα εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπουν ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μία λύσις, ἀδιάφορον ποία. Καὶ ἀληθῶς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὑπεστήριξεν ὡς λύσιν δυνατήν, τὴν Οἰκουμενικήν.
§121Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Οἰκουμενικὴ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν κ. Καφαντάρην πρῶτον.
§122Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Μὴ νομίζετε, ὅτι λέγων ὅτι ὑπεστηρίχθη ἀπὸ σᾶς τὸ πρῶτον, θέλω νὰ ἀποδώσω εἰς ἡμᾶς τίποτε ἰδιαίτερον.
§123Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Χάριν τῆς ἀκριβείας τὸ εἶπον.
§124Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντετάχθην κατὰ τῆς ἰδέας τῆς Οἰκουμενικῆς, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ ἄλλοτε, ὅτε σεῖς ἐν τῷ Κυβερνείῳ ἐζητήσατε τὴν Οἰκουμενικήν, ὑπεστήριξα ἐπίσης τὸ αὐτό. Ἡ ἀντίθεσίς μας, δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ τὸ ἀποκρύψω, προήρχετο ἐκ λόγων οἱ ὁποῖοι μᾶς χωρίζουν μὲ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δὲν σημαίνει ὅμως τοῦτο, ὅτι δὲν ἐκτιμῶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦν τὸ κόμμα τοῦτο. Ἦσαν ἄλλοι λόγοι, ξένοι πρὸς τοὺς διαφόρους πολιτευομένους, διὰ τοὺς ὁποίους μοῦ ἦτο ἀδύνατον νὰ μετάσχω εἰς μίαν Οἰκουμεν. Κυβέρνησιν. Ἡ ἀντίθεσις αὐτὴ ὑπῆρξεν ἀσφαλῶς καὶ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, διότι ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι, μετὰ τὴν ἀποχώρησίν μας ἐκ τοῦ Κυβερνείου, κατὰ τὸν Μάρτιον, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔδειξε μεγίστην ἐχθρότητα πρὸς τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον ἐξεπροσώπουν, ἀντιθέτως πρὸς ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ Βουλῇ ἐφροντίζομεν, ὅσον τὸ δυνατόν, ὄχι ὡς ἀντιπολίτευσις νὰ δράσωμεν, ἀλλ’ ὡς κόμμα τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ βοηθήσῃ τὸ κυβερνητικὸν ἔργον. Εἶχε βέβαια μεγάλην πλειονοψηφίαν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ ὅ,τι ἤθελεν, ἀλλ’ ἄλλο εἶναι τὸ κῦρος ποὺ δίδεται εἰς τὸ ἔργον μιᾶς πλειονοψηφίας, ὅταν ἔχῃ αὕτη καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν βοηθοῦσαν. Καὶ τὸ αἴσθημα αὐτὸ τῆς ἐχθρότητος ἐξεδηλώθη κατὰ τὸν πλέον βλαβερὸν τρόπον, διότι ὁ κ. Βενιζέλος ἐλησμόνησε τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει πρὸς ἐμὲ ἀτομικῶς, ἐλησμόνησε τὴν προηγουμένην ἐργασίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ἐθεώρησε τοῦτο ὡς δυνάμενον νὰ παραμερισθῇ. Διότι ἔλεγε: Παραιτοῦμαι. Σχηματίσατε Κυβέρνησιν καὶ ἂν θέλετε πάρετε καὶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Δηλαδή, δόστε του καὶ αὐτοῦ ἕνα ψιχίον, ἐνῶ ἐγνώριζεν ὅτι τὸ κόμμα οὐδέποτε εἶχε φιλοδοξίαν νὰ ἀναλάβῃ ψιχία τῆς Ἀρχῆς. Μίαν ἔχει φιλοδοξίαν. Νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν τόπον τοῦτον. Δὲν δύναται δὲ νὰ εἴπῃ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἔπραττεν ὅσα ἔπραττε, διότι δὲν εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸ Λαϊκὸν κόμμα τὸ Πολίτευμα. Ὡς εἶπε, νομίζω, καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ Κόμματος, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα πρὸ πολλοῦ εἶχε δείξει πολιτείαν τοιαύτην, ὥστε κατ’ οὐσίαν ἡ ἀναγνώρισις ὑπῆρχε πλήρης. Ἀλλὰ δι’ ἕνα ἄλλον ἀκόμη λόγον δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ εἴπῃ τοῦτο, διότι ὁ ἴδιος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ποῦ εἴχομεν τὴν 25 Μαρτίου ἐν τῷ Κυβερνείῳ, ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἤθελον νὰ συμμετάσχω εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν εἰς τὴν ὁποίαν μοῦ προσεφέρετο ἡ τιμὴ νὰ προεδρεύσω, ἵνα μὴ ἐξακολουθῇ ἀναμόχλευσις τῶν παθῶν.......
§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅπως συνεχίζετε καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§126Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός)... ὁ ἐξερεθισμὸς τῆς ψυχῆς, ὥστε τὰ κόμματα αὐτὰ νὰ ἐπανέλθουν καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν παλαιὰν διαίρεσιν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναλογικήν, μολονότι ἐγνώριζε, μολονότι διεκήρυττεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ἀναλογικὸν σύστημα εἶναι σύστημα ἐπιβλαβές. Τὸ ἔκαμεν ὅμως εἰς βάρος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Καὶ ἀπεδείχθη ὅτι τὸ ἔκαμε διότι ἐφοβεῖτο ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα θὰ ἀποκτήσῃ δύναμιν, καίτοι, καὶ εἰς τὰ 1929 πάλιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλῶν ἔλεγεν ὅτι ὁσονδήποτε καὶ ἂν στραφῇ ὁ λαὸς ὑπὲρ τῶν Λαϊκοῦ κόμματος, ἐγὼ δὲν θὰ μεταβάλω τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Ἦτο πλέον ἡ ἐχθρότης ἡ ὁποία τὸν ἔκαμε νὰ λησμονῇ τὰ ὑποσχεθέντα, καὶ νὰ πράττῃ ἐνάντια ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπεστήριζεν. Εἰσάγων δὲ τὴν ἀναλογικήν, καὶ τότε μᾶς κατηγόρησε καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ἐψηφίζετο αὕτη ἐδῶ, τὸ ἴδιον ἔκαμνε, καὶ ἐφθάσαμεν οὕτω εἰς ἐκλογάς, ὁπότε ἐπαναστάτησεν ὁ στρατός, διότι ἔλεγεν ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀποτελεῖ κίνδυνον τῆς Ἑλλάδος. Καὶ κατὰ τὰς ἀγορεύσεις του δὲ καὶ παντοῦ, ὡμίλει ὄχι πλέον περὶ πολιτικῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ ἐξ ἄλλων σκέψεων ὁρμώμενος διεκήρυττεν ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα νὰ καταλάβῃ τὴν Ἀρχὴν καὶ ἂν ὁ λαὸς τὸ θελήσῃ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα κατηγόρει, ἀλλὰ κατηγόρει ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς πολιτικῆς. Ἔλεγεν ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐν τῇ διακυβερνήσει τῆς Χώρας ἔπραξε διάφορα σφάλματα, ἔπραξε καὶ πέρα τῶν σφαλμάτων. Καὶ δὲν τὸ ἔλεγε μόνον τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Τὸ ἔλεγον καὶ τὰ ἄλλα κόμματα, διότι ὅταν διαβάσατε τοὺς λόγους τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, θὰ ἴδετε ὅτι τὸν κατηγόρησαν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα. Κατηγόρει, λοιπόν, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, κατηγόρει τὸ Προοδευτικόν, κατηγόρει τὸ κόμμα τὸ Ἀγροτικὸν καὶ Ἐργατικόν, κατηγόρει συνολικῶς ὅλα τὰ κόμματα. Πῶς ἦτο δυνατὸν λοιπὸν καὶ πῶς ἐφαντάζετο ὅτι μετὰ ἕνα τοιοῦτον πόλεμον, μετὰ μίαν τοιαύτην ἐχθρότητα, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητός μας, ἀλλὰ ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, πῶς ἦτο δυνατὸν, λέγω....
§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔπρεπε τὰ λησμονηθοῦν.
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ναὶ νὰ λησμονηθοῦν, λέγω ὅμως πάντα ταῦτα διὰ νὰ δείξω διατὶ δὲν ἐδέχθην τὴν Οἰκουμενικήν. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐξέλθω ἀπὸ ἐδῶ χωρὶς νὰ εἴπω διατὶ ἠρνήθην μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη ὅτι ἠδύνατο νὰ εἶναι ἡ σωτηρία διὰ τὸν λαόν. Δὲν τὸ ἔκαμα διότι δὲν ἤθελον νὰ δώσω ἀφορμὴν νὰ μοῦ εἴπουν ὅτι τὸ ἔκαμα ἵνα κερδίσω τὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ ἀποφύγω ὅλας τὰς μεγάλας εὐθύνας καὶ τὰς συνεπείας τῆς δυσκόλου καταστάσεως εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Χώρα. Ἔχω τὴν ἀπόδειξιν ἤδη ἕτοιμον, διότι ἐδέχθην νὰ σχηματίσω μετὰ τῶν ἄλλων ἀντιπολιτευομένων τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν αὐτήν. Ἔχω τὴν γνώμην, εἶναι δόγμα ἄλλως τε ἀσάλευτον διὰ τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ὅτι οἱ πολιτευταὶ δὲν πρέπει νὰ κλείωνται μέσα εἰς τὰς ὑελίνους σφαίρας, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτίθενται εἰς ὅλας τὰς περιπετείας τῆς κοινωνίας καὶ νὰ ὑφίστανται ὅλας τὰς φθορὰς αἵτινες δημιουργοῦνται ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῆς πολιτικῆς. Δὲν ἐσκέφθην τοῦτο καὶ ἔρχομαι νὰ τὸ εἴπω καὶ νὰ τὸ ἀποδείξω σήμερον, ὅτι ἔρχομαι μόνος νὰ ἀναλάβω τὰς εὐθύνας καὶ δὲν φοβοῦμαι διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ λάβω. Ἡ Οἰκουμενικὴ ἐκείνη Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ. Ὑπεστήριξα μίαν γνώμην ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ ἦτο ἡ μόνη ὀρθὴ γνώμη. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐν τῷ συνόλῳ της, ἡ τότε ἀντιπολίτευσις ἡ ὁποία ἤλεγξε τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἀντεπολιτεύθη, καὶ ἡ ὁποία εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, ἀδιάφορον ἐὰν δὲν ἦτο μεγάλη, ἠδύνατο καὶ ὤφειλε καὶ αὐτὴ νὰ ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ κατέλθῃ εἰς ἐκλογάς, διότι ἄλλως πρὸς τὶ κατερχόμεθα εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ πρόγραμμα μὲ τὸν ὁποῖον κατηγοροῦμεν μίαν Κυβέρνησιν, ὅταν δὲν θὰ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀποδώσωμεν ἡμεῖς Κυβέρνησιν; Ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κανείς, Κύριοι, ὅτι ἄλλως ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ; Μόνον Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐσχηματίζετο ἐκ τοῦ συνόλου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ τὴν πραγματικὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτε εἶπα τὴν γνώμην ταύτην, ἐφάνη διστακτικός. Ἐθεώρει ὅτι δὲν ἔχομεν ἐπαρκῆ ἀριθμὸν ὑποστηρικτῶν ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν, ἐνῷ ἀντιθέτως, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τιμήν του τοῦτο, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐφάνη πολὺ πρόθυμος πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἐσκέφθη ὅτι δὲν ἠδύνατο, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο Κυβέρνησις Οἰκουμενική, ἡ ὁποία ἦτο κατ’ αὐτὸν ἡ μόνη φυσικὴ λύσις, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἀκυβέρνητος ἡ Χώρα, καὶ ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Κυβερνεῖον διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ὅτι Κυβέρνησις Οἰκουμενικὴ δὲν ἦτο δυνατή, εἶπε: «σχηματίσατε λοιπὸν σεῖς, τὰ κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως μίαν Κυβέρνησιν καὶ σᾶς δηλῶ, ὅτι θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ μὴ σᾶς ἀντιπολιτευθῶ, ἀλλὰ νὰ συμπολιτευθῶ μαζύ σας. Θὰ συμπληρώσω τὴν ἔλλειψιν ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἐκ τοῦ μὴ σχηματισμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς ὑποστηρίξω. Θὰ σᾶς δώσω ὄχι ἀνοχήν, ἀλλὰ πλήρη ἐμπιστοσύνην. Θὰ φροντίσω νὰ λάβητε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ 6–8 μῆνας ἵνα ἐργασθῆτε καὶ φέρητε ἓν ἔργον εἰς πέρας. Μᾶς προσέθεσε μάλιστα ὅτι ἔχω κουρασθῆ καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναπαυθῶ». Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἤθελε νὰ ξεκουρασθῇ ἢ ὄχι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, προσεφέρετο πάντοτε νὰ βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησίν μας. Ὑπεστήριξα ἐγὼ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλ’ οἱ τὰ ἀντίθετα φρονοῦντες ἀπὸ ἐμέ, εἶπον ὅτι δὲν δύναται νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη Κυβέρνησις, διότι τὰ πράγματα μεταβάλλονται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν. Δὲν εἶναι Κυβέρνησις αὐτὴ τὴν ὁποίαν σεῖς προτείνετε, κ. Τσαλδάρη, καὶ δυσπιστοῦμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς, διότι θὰ ἔχῃ αὕτη μίαν ἐλαφρὰν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ καταπέσῃ εἰς τὴν πρώτην περίστασιν, εἴτε ἐξ ἀπουσίας τῶν φίλων μας εἴτε δὲν ἠξεύρω ἀπὸ τὶ ἄλλο». Σήμερον ὅμως τὰ πράγματα μεταβάλλονται. Ἔχομεν μίαν βάσιν ἰσχυρὰν πρὸς σχηματισμὸν τοιαύτης Κυβερνήσεως, διότι καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐνῷ δὲν λαμβάνει μέρος, ἀναλαμβάνει ἐν τούτοις πλήρη τὴν ὑποστήριξίν μας μὲ πλήρη ἐμπιστοσύνην, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πληρεστέρα ἐμπιστοσύνη, ὅταν λέγει ἕνα κόμμα: «Πάρτε διὰ 5 μῆνας δι’ 6 μῆνας τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ κυβερνήσετε τὴν Χώραν καὶ ἔλθετε κατόπιν καὶ φέρετέ μας τὸ ἔργον σας νὰ τὸ κρίνωμεν». Καὶ τότε ἐγὼ ἀπεδέχθην μετὰ μείζονος εὐγνωμοσύνης τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι ἦτο καὶ πρὸς τὴν ἰδίαν μου ἰδέαν σύμφωνος. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἀγροτοεργατῶν, δὲν ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρών. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, ἔλαβεν ἄλλην κατεύθυνσιν. Δὲν εἶπεν ὅτι «δέχομαι νὰ συμμετάσχω εἰς τοιαύτην κυβέρνησιν». Εἶπε: «Θὰ ἐξετάσω τὴν πρότασιν καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν δέχομαι αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὸ ποίους ὅμως ὅρους θὰ συμπράξω, θὰ σᾶς τὸ εἴπω, ἀφοῦ συνεννοηθῶ μὲ τοὺς φίλους μου». Μετὰ δύο ἡμέρας ἐπανήλθομεν εἰς τὸ Κυβερνεῖον. Δυστυχῶς εὑρέθημεν πρὸ μιᾶς νέας καταστάσεως. Εἶχεν ἐπανέλθει ὁ κ. Παπαναστασίου, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει ἀκόμη πλήρως συνεννοηθῆ μετὰ τῶν φίλων του, ὁ δὲ κ. Καφαντάρης μᾶς εἶπεν ὅτι: «Βεβαίως συμμετέχω, ἀλλὰ τὸν τρόπον τῆς συμμετοχῆς θὰ τὸν καθορίσω, καὶ τὸν καθορίζω οὕτω πως: «Οὔτε οἱ φίλοι μου, οὔτε ἐγὼ θὰ συμμετάσχω τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ σᾶς δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης». Ἐννοεῖται πόσον ὀλίγον ἦτο ἱκανοποιητικὴ δι’ ἐμὲ ἡ συμμετοχή του αὐτή! Δὲν λέγω ὅτι ὑπεσχέθη καὶ δὲν ἐτήρησεν τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην. Λέγω μόνον ὅτι ὁ τοιοῦτος τρόπος τῆς συμμετοχῆς τοῦ κ. Καφαντάρη πᾶν ἄλλο ἢ ἱκανοποιητικὸς ἦτο δι’ ἐμέ. Κατόπιν τούτου ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἀπεκαρδιώθην, διότι δὲν ἔβλεπον νὰ σχηματίζεται ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς περιστάσεις. Καὶ δὲν ἐνόμιζον τοῦτο καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ συμπράξω εἰς μίαν Οἰκουμενικὴν—διότι ἐπίστευον, Κύριοι, μετὰ πάσης πεποιθήσεως ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον τόσον εἶχε κατηγορηθῆ ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἔπρεπεν ἐπί τινα χρόνον νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐκ τῆς Ἀρχῆς, διὰ νὰ ἴδῃ τέλος πάντων καὶ ὁ λαὸς ἐὰν τὸ κόμμα αὐτὸ εἶναι ἔνοχον, ὡς κατηγορεῖτο ἢ ὄχι. Ἔπρεπε νὰ ἴδῃ ὁ λαὸς καὶ μίαν ἄλλην Κυβέρνησιν. Ἦτο ἀνάγκη καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου, μετὰ τοῦ ὁποίου τόσα εἴχομεν νὰ κανονίσωμεν ἐνδιαφέροντα ζητήματα, νὰ ἐμφανισθῇ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἴδῃ ὅτι κυβερνᾷ καὶ τὸ ἄλλο μέρος, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν ἐπὶ τέσσαρα ἔτη τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἦσαν λόγοι κατ’ ἐμὲ ἰσχυρότατοι, διὰ τοὺς ὁποίους καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ, ὥστε κατὰ πάντα δυνατὸν τρόπον νὰ συσταθῇ Κυβέρνησις ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Οὕτω τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔμεινε πλέον ἐκκρεμές. Ἀφοῦ δὲ δὲν ἐκλήθη πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, οὔτε ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν οὔτε ὁ κ. Παπαναστασίου, ὅστις δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐκκαθαρίσει τὴν θέσιν του, οἱ κ.κ. δὲ Μεταξᾶς καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ριζοσπαστικοῦ κόμματος ἦσαν σύμφωνοι νὰ σχηματισθῇ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Κυβέρνησις, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅστις εἶχεν ὑποβάλει τὴν παραίτησίν του, εἶπεν, ἂς δοθῇ ἡ ἐντολὴ πρὸς τὸν κ. Τσαλδάρην τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν. Καὶ ἔλαβον τὴν ἐντολὴν αὐτὴν μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι εὐχερῶς θὰ ἠδυνάμην νὰ σχηματίσω Κυβέρνησιν, ἀφοῦ εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας: «ἀναλαμβάνω τὴν ἐντολήν, διὰ νὰ ἀποπειραθῶ». Εἶχον ἀκόμη κἄποιαν ἀμυδρὰν ἰδέαν ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ πείσω καὶ τοὺς ἄλλους νὰ σχηματίσωμεν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ὅτε εἶδον τὸν κ. Παπαναστασίου, ὅστις μοῦ εἶπεν ὅτι κατ’ ἀρχὴν δέχεται νὰ λάβῃ μέρος, ἀλλὰ θὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν φίλων του, ὑπέδειξε δὲ ὡρισμένα σημεῖα τοῦ προγράμματός του διὰ νὰ τὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἀντελήφθην ὅτι δὲν θὰ κατελήγομεν εἰς ἀποτέλεσμα. Εἶπον εἰς τὸν κ. Παπαναστασίου ἀφήσατε νὰ τὰ μελετήσωμεν αὐτά, διότι ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι πολλὰ ἐξ αὐτῶν περιελαμβάνοντο καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μας πρόγραμμα τὸ ὁποῖον εἶχον κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἀλλὰ τοῦ προσέθηκα ὅτι δὲν δύναμαι εὐθὺς ἀμέσως νὰ εἴπω ὅτι δέχομαι ταῦτα, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, ὅπως τοῦ εἴπω τὴν ἑπομένην, ὅτι ὅταν σχηματίζεται Κυβέρνησις ἐξ ὡρισμένων κομμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερισχύσουν αἱ ἀρχαὶ ἑνὸς κόμματος, ὄχι μόνον ἐκ τῶν συμπραττόντων, ἀλλ’ οὔτε βέβαια καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν. Τοῦ εἶπον ἄφησε νὰ τὰ συζητήσωμεν μετὰ τῶν ἄλλων μαζὺ καὶ θὰ ἴδωμεν ποῖα δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις».
§129Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μοῦ εἴπετε ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ περίστασις.
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάρετε τὰς δηλώσεις μου.
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὰς Κοινωνικὰς Ἀσφαλίσεις μοῦ εἴπετε ὅτι δὲν εἶναι εὔκαιρος ἡ περίστασις, διὰ τὴν ἔγγειον παραγωγήν......
§132Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύνασθε νὰ λέγετε αὐτά. Βεβαίως ἐκ καλῆς πίστεως τὸ λέγετε. Πάντοτε ἐκτιμῶ τὴν καλὴν πίστιν σας, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγὼ σᾶς ἐδήλωσα ὅτι πολλὰ ἐκ τῶν σημείων αὐτῶν περιλαμβάνονται εἰς τὸ πρόγραμμά μου τὸ ἐκλογικόν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὰ ἀρνηθῶ, ἀλλὰ διὰ νὰ κανονίσωμεν τὸ πρόγραμμα μιᾶς Κυβερνήσεως συνασπισμοῦ, πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν ὅλοι διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς γενικὰς περιστάσεις, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσα πρέπει νὰ περιληφθοῦν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, καὶ πόσα ὄχι.
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μοῦ εἴπατε ὅτι διὰ μίαν Κυβέρνησιν συνασπισμοῦ, οἵα θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πρέπει νὰ γίνῃ συμφωνία ἐκ τῶν προτέρων. Ἀλλ’ εἰδικώτερον διὰ τὰς Κοινωνικὰς Ἀσφαλίσεις, διὰ τὸν φόρον τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, διὰ τὴν παρακράτησιν τοῦ συναλλάγματος, μοῦ εἴπετε ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμή.
§134Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ σεῖς μοῦ ἀπηντήσατε τότε ὅτι δὲν θέλετε νὰ λάβητε μέρος. Τὸ πρᾶγμα οὕτω καθίστατο ἔτι δυσχερέστατον, ὁ δὲ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐδήλου, μετὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Παπαναστασίου, ὅτι δὲν θὰ ἐδίδετο ψῆφος ἐμπιστοσύνης εἰς παρομοίαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ψῆφος ἀνοχῆς. Ὁμοίαν δὲ δήλωσιν ἔκαμε καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Διὰ τοῦτο πολὺ ἐδίστασα ἂν ἔπρεπε νὰ προχωρήσω εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διερωτώμην τί πρέπει νὰ γίνῃ τώρα. Θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς ἐκλογάς; Διότι δὲν ἔβλεπον ἄλλην διέξοδον. Καὶ ἤμην βέβαιος ὅτι πρόκειται νὰ φθάσωμεν εἰς ἐκλογάς, καὶ διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν νέαν συνεδρίασιν ποὺ συνηντήθημεν ἐν τῷ Κυβερνείῳ, ὅπου ἠρνήθησαν οἱ κ. Ἀρχηγοὶ νὰ σχηματίσωμεν Κυβέρνησιν, εἶπον ὅτι, ἐφόσον συμφωνεῖτε μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως, πηγαίνετε κάμετε σεῖς Κυβέρνησιν. Εἶπον ἐπίσης ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα θὰ σᾶς παράσχῃ πλήρη τὴν ἀνοχήν του καὶ δὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε τίποτε. Ἀφοῦ μαζὺ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν Κυβέρνησιν, σχηματίσατε σεῖς τοιαύτην διὰ νὰ μὴ πέσῃ ὁ τόπος εἰς ἐκλογάς. Ἦτο δὲ φυσικὸν νὰ καταλήξω εἰς τὰς σκέψεις αὐτάς, ὅταν ἔβλεπον ὅτι εἷς ἕκαστος ἀπεχώρει, καὶ ὁ μὲν κ. Καφαντάρης μετέβαλε τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς ψῆφον ἀνοχῆς, ὁ κ. Παπαναστασίου ἐπίσης δὲν ἤθελε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ δὲ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς δηλώσεις του καὶ αὐτὴν τὴν ψῆφον ἀνοχῆς τὴν μετέβαλεν. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κοινοβουλευτικῶς δὲν θὰ ἤμην ἐν τάξει ἐάν, σχηματίζων τὴν Κυβέρνησιν ἐκ κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ συνόλῳ δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσουν τὴν πλειοψηφίαν—διότι θὰ ἔχω τὴν πλειοψηφίαν ἀντίθετον— καὶ δι’ αὐτὸ ἐπρόσεχα καὶ προσέχω ἀκόμη εἰς τὴν ψῆφον ἡ ὁποία θὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Τίποτε ἄλλο λοιπὸν δὲν ἔμεινε παρὰ νὰ σχηματίσω τὴν Κυβέρνησιν, ἔστω καὶ μετὰ τῶν δύο Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων μετὰ τῶν ὁποίων τὴν ἐσχημάτισα, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς ἐκλογάς, ρητῶς δὲ εἶχε δηλωθῆ τοῦτο παρ’ ὅλων τῶν ἄλλων Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων μετὰ τῶν ὁποίων συνεζητοῦμεν. Ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως δὲν ἐνόμισα ὅτι ὁ τόπος ἔπρεπε νὰ ὠθηθῇ εἰς ἐκλογάς, καὶ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα τὴν Κυβέρνησιν, ἔκαμα δηλώσεις εἰς τὸν τύπον καὶ εἶπον, ὅτι «θὰ σχηματίσω Κυβέρνησιν ἵνα μὴ ριφθῇ ὁ τόπος εἰς ἐκλογάς». Καί, προσέθηκα· «ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ θὰ ἀποτελέσῃ ἕνα σταθμὸν συνεννοήσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Μάλιστα. Αὐτὰς τὰς δηλώσεις ἔκαμα, διότι ἀπέβλεπα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε, πρὸ παντὸς νὰ βαδίσωμεν εἰς ἐκλογάς». Δυστυχῶς ὁ σταθμὸς αὐτός, τὸν ὁποῖον ἐγὼ πρὸς στιγμὴν ἐφαντάσθην, ἐπυρπολήθη ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, διότι ὅταν ἐγὼ ἐδήλωσα ταῦτα, ὅλα τὰ κόμματα μετέβαλον στάσιν καὶ συνεζήτουν ἂν θὰ ἦτο τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἡ ἀνοχή.
§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴπετε ὅλα τὰ κόμματα μετέβαλον στάσιν. Ἐγὼ κατὰ τὶ μετέβαλον στάσιν;
§136Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴχετε κατ’ ἀρχὰς δηλώσει ὅτι θὰ δώσητε ψῆφον ἀνοχῆς καὶ ὅτι ταὐτοχρόνως θὰ ἐδέχεσθε καὶ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια νὰ ψηφισθῶσιν....
§137ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἴδιο λέγω καὶ ἀπόψε.
§138Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ λέγετε μόνον διὰ τοὺς φόρους, καὶ διὰ μέτρα περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν.
§139ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω κἄτι τι, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ τὸ θυμηθῆτε καλά, διότι δὲν θέλω νὰ ἔχωμεν κανένα ἐπεισόδιον ἐδῶ. Ὅτε συνηντήθημεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ μὲ ἠρωτήσατε τὶ θὰ κάμω, ὅσον ἀφορᾷ τὰ οἰκονομικά, εἶπον, ὅτι θὰ σᾶς ψηφίσω ὅλα τὰ μέτρα τὰ ἀφορῶντα οἰκονομίας, ἐὰν δὲ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσητε καὶ νέα ἔξοδα, θὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα νὰ σᾶς συγχαρῶ διὰ τὸ θάρρος σας, καὶ θὰ τὰ ψηφίσω, ἀκόμη καὶ ἐὰν θεωρῶ κακὴν τὴν ἐκλογήν των. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ προσέθεσα· «δὲν ἐπιθυμῶ ἀπὸ τοῦδε νὰ παρασχεθῇ ἡ ψῆφος αὐτή. Δὲν ἤλλαξα λοιπόν.....
§140Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ σχηματίσω τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τοῦ κ. Παπαναστασίου, συμπράττοντος καὶ τοῦ κ. Καφαντάρη, τότε παρείχετε ψῆφον....
§141ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ τὸν κύριον Καφαντάρην σᾶς ἔδιδα, ψῆφον, μὲ τὸν κ. Παπαναστασίου σᾶς εἶπα ὅτι δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω. Ἄλλωστε, καὶ ὅτε ὁ κ. Παπαναστασίου δὲν ἔλαβε μέρος, πάλιν σᾶς εἶπον ὅτι θὰ σᾶς ψηφίσω ὅλα τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων θὰ περιωρίζοντο αἱ δαπάναι. Διατὶ λοιπὸν ἄλλαξα;
§142Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλη ψῆφος ἀνοχῆς ἐδίδετο, ὅτε ἦτο καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου.....
§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βέβαια. Τὰ πράγματα ἄλλαξαν καὶ ὄχι ἡ γνώμη μου.
§144Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἐγὼ ἐφανταζόμην ὅτι τοιαύτη Κυβέρνησις θὰ ἀπέκτα ἕνα σταθμὸν συνεννοήσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, αἴφνης εἶδα ὅτι ὁ σταθμὸς αὐτὸς ἐκαίετο.
§145ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ σταθμὸς αὐτὸς ἐκτίσθη ἀπὸ σᾶς, μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αὐτὸς εἶναι μεταγενέστερος.
§146Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βενιζέλε, ἐγὼ ἔβλεπον ὅτι τὰ πράγματα ἐξειλίσσοντο δυσπίστως πρὸς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ βάσις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν σᾶς μέμφομαι διότι ἠθετήσατε μίαν ὑπόσχεσιν ἀπέναντί μου, ἀλλ’ ἔβλεπον ὅτι, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ περιωρίζετο περισσότερον εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, αἱ διαθέσεις σας ἦσαν πολὺ διάφοροι.
§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πάλιν μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὅτε εἰς τὸ Προεδρικὸν Μέγαρον διεφάνη ὅτι δὲν θὰ μετάσχῃ τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Καφαντάρης ἀλλ’ ὁ κ. Παπαναστασίου, σᾶς εἶπον ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἐξουσιοδότησιν, ἀλλὰ ψῆφον ἀνοχῆς. Βραδύτερον δέ, ὅτε συνηντήθημεν ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Προέδρου, σᾶς εἶπα ὅτι θὰ σᾶς δώσω ψῆφον ἀνοχῆς καὶ διὰ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια.
§148Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζετε διατί ἔλαβε χώραν ἡ συνάντησις καὶ πῶς ἐγένετο ἡ συνάντησίς μας.
§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω τί ἀποτέλεσμα ἔδωκεν ἡ συνάντησις. Δὲν λέγω διατί ἐγένετο.
§150Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι ἀθετεῖτε τίποτε. Λέγω τοῦτο: ὅτι ἐξεδηλοῦτο διαδοχικῶς ἐκ μέρους τῶν κομμάτων τῶν ἄλλων μία εἰδικὴ δυσπιστία πρὸς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Πῶς θέλετε, μετὰ τὴν ἐκδηλουμένην αὐτὴν δυσπιστίαν, νὰ ἐπανέρχησθε εἰς συζητήσεις τοιαύτης φύσεως; Καὶ πῶς ἐγὼ πρέπει νὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γίνω Μὰκ–Ντόναλ τῆς Ἑλλάδος, ἀπέναντι πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι τόσην ὀλίγην ἐμπιστοσύνην δεικνύουσι πρὸς τὸ Λαϊκὸν κόμμα; Θὰ ἦτο ἡ ἐσχάτη περιφρόνησις ἐμοῦ ἀπέναντι τοῦ κόμματος καὶ οἱ φίλοι μου θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ εἴπουν ὅτι δὲν εἶμαι ἐν τάξει. Ἐν τούτοις, ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς ἔφθασα εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπίστευον, καὶ πιστεύω ὅτι, μολονότι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν κοινοβουλευτικὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ, πάντως οἱ Ἀρχηγοὶ θὰ ἀνελογίζοντο τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐσχημάτισα τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, περιστάσεις διὰ τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν εὐθύνομαι, θὰ ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν των ὅτι ἀπῃτεῖτο ἡ σύμπραξις ὅλων τῶν κομμάτων διὰ νὰ ἐπιτελεσθῇ τὸ πολιτικὸν ἔργον της, θὰ ἀνεγνώριζον καὶ θὰ ἐπεδοκίμαζον ἐν τέλει τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον εἶχε ν’ ἀναλάβῃ χάριν τοῦ τόπου τὴν Ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις αὐτή. Ἐφόσον δὲν θὰ ἀνεγνώριζον τοῦτο, τότε ἔπρεπε νὰ ἔχωσι καὶ αὐτοὶ τὴν τόλμην, ὄχι νὰ λέγουν ὅτι δίδομεν ἀνοχὴν ὑπὸ τὸν α ἢ τὸν β ὅρον, ἀλλὰ νὰ καταψηφίσουν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὀφείλουν νὰ τὴν καταψηφίσουν, διότι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ δὲν κατορθώσῃ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ ἔργον της, θὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ εὐθύνας. Δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ προσωπική τις παραχώρησις. Ὅσοι πολιτεύονται ἔχουν τὰς εὐθύνας τῶν πράξεών των, καὶ δὲν δύνανται ἐκ λόγων προσωπικῶν νὰ δέχωνται τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἔχω δὲ τὸν λόγον μου, λέγων ταῦτα. Χθές, κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, εἶδον νὰ ἐμφανίζεται ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεκινήθη παρ’ οὐδενὸς ἐνταῦθα. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὅμως ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐλέχθη, κύριοι, ἡμεῖς σᾶς παρέχομεν ἀνοχήν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕνα λόγον δυσπιστίας, διότι ὅταν σεῖς θὰ πάρετε ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἴτε ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἴτε θὰ κάμετε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐκ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἠξεύρομεν τί ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε. Πρέπει νὰ σᾶς καθορίσωμεν τὸν ὅρον ὑπὸ τὸν ὁποῖον σᾶς παρέχομεν τὴν ἀνοχήν!». Τοῦτο εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ θέλω νὰ μάθω τὶς ἔθιξε τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς; Ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ τούτου. Ἀλλὰ τὰ τῶν ἐφημερίδων δὲν νομίζω ὅτι δύναται ν’ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον συζητήσεων. Καὶ θὰ ἠδύναντο τὰ κόμματα, ἐὰν προηγουμένως ἤθελον νὰ ὁμιλήσουν ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ ἐρωτήσουν τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές. Τοιοῦτο ὅμως δὲν δημιουργεῖ ἐδῶ ζήτημα χωρὶς κανέαν λόγον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐρωτῶμαι, ἐὰν θὰ ἐργασθῶ ὡς ἐργάζονται ὅλαι αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις ἢ θὰ δεχθῶ νὰ ἐργασθῶ ὑπὸ ὅρους. Διότι περὶ τούτου πρόκειται. Καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶπεν ἐνταῦθα πρὸς ἡμᾶς· ἔχετε δύο μέσα, δι’ ὧν δύνασθε νὰ ζητήσητε ἀναβολήν, διότι, βέβαια δὲν εἶναι δυνατὸν εὐθὺς ἅμα ἐσχηματίσατε Κυβέρνησιν, νὰ ἔχετε ἕτοιμα καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα χρειάζονται. Δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον σᾶς παρέχει τὸ Σύνταγμα, τοῦ ἑνὸς μηνός. Ἀλλὰ δύνασθε ἀκόμη νὰ κάμητε χρῆσιν καὶ ἑνὸς ἄλλου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐπίσης σᾶς παρέχει τὸ Σύνταγμα, τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς. Νὰ πάρετε ἀναστολήν. Σᾶς δηλῶ δὲ ὅτι ἐὰν ζητήσητε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ λάβητε τὴν ἀναστολήν, ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ συστήσω νὰ παρασχεθῇ ὑμῖν καὶ περισσότερος τοῦ μηνὸς χρόνος, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα ὅρον, ὅτι ἡ ἀνοχή μου παρέχεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅτι θὰ δεχθῆτε ὁποτεδήποτε, κατὰ τὴν κρίσιν μου—κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι τὸ ἴδιον, ἂν χρειασθῇ νὰ διακοπῇ ἡ ἀναστολὴ καὶ νὰ ἔλθητε ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ διακοπῇ ἡ ἀναστολή. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ Σύνταγμα, βεβαίως γνωρίζω ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς ἀδείας μου, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξηγῶν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνοχῆς, σᾶς λέγω ὅτι αὕτη δίδεται ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν θὰ κάμητε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Τὶ πηγάζει ἐκ τούτου Κύριοι; Εἶναι ἀνοχὴ καὶ τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ ἢ εἶναι ἐκδήλωσις δυσπιστίας; Ἐκδήλωσις δυσπιστίας εἶναι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Δηλαδὴ ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὸ θέλει. Καὶ γνωρίζομεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας. Δηλαδή, ὁσάκις ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει, ὀφείλετε νὰ ἔρχεσθε ἐδῶ, διὰ νὰ σᾶς εἴπωμεν ὅτι δὲν σᾶς ἐμπιστευόμεθα πλέον. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία. Δηλαδή, «τὴν ἀνοχήν μας τὴν ἔχετε, ἐφόσον ἀκολουθεῖτε τὴν ἐντολὴν τῶν ὅρων μας, τοῦ νὰ ἔλθετε ὅταν σᾶς καλέσωμεν εἰς τὴν Βουλήν.» Τί δὲ θέλετε νὰ κάμωμεν ἐρχόμενοι εἰς τὴν Βουλήν; Νὰ ἔλθωμεν διὰ νὰ ἀκούσωμεν τὴν καταδικαστικήν μας ἀπόφασιν; Καὶ εἶναι τοῦτο ἀνοχὴ ἢ εἶναι καθαρὰ δυσπιστία; Εἶναι τοῦτο ἀνοχή; Ὄχι βέβαια. Ὅτι δὲ οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, καθίσταται ἔκδηλον καὶ ἐκ τούτου ἀκόμη, ἐὰν εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν κάμει χρῆσιν τοῦ δικαιώματος ἐκ τοῦ Συντάγματος, τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἔχετε τὸ μέσον νὰ μᾶς τὸ στερήσητε, διότι εἶναι δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρέον, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει κάθε Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Ὅταν μᾶς ἀφαιρεῖτε τὸ δικαίωμα αὐτό, διότι τότε μᾶς λέγει ὁ κ. Βενιζέλος, ὅτι ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχετε ἢ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κάμνετε χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀνοχή μας παύει. Ὅταν λοιπὸν μία Κυβέρνησις τίθεται ὑπὸ τοιούτους ὅρους, εἶναι τοῦτο ἐκδήλωσις ἀνοχῆς, ἢ εἶναι πλήρως ἐκδήλωσις δυσπιστίας; Δι’ αὐτό, Κύριοι, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι τὴν ψῆφον τοῦ κόμματος τῶν Φιλελυθέρων δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐξηγήσω οὔτε ὡς ψῆφον ἀνοχῆς· εἶναι ἐκδήλωσις δυσπιστίας ὑπὸ ὅρους. «Θὰ ἔχετε τὴν ἀνοχήν μου μόνον μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου». Δηλαδή, ἅμα ὑπερβῆτε αὐτὰ τὰ ὅρια, εἶναι δυσπιστία». Ὀφείλω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι τὴν ἀνοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐξηγήσω ὡς ψῆφον δυσπιστίας.
§151Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Νὰ ἔλθουν ἐδῶ καὶ οἱ ἄλλοι Ἀρχηγοί, ἵνα εἴπουν πῶς ἐννοοῦν τὴν ψῆφον τῆς ἀνοχῆς.
§152Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἄλλοι Ἀρχηγοί, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἔθεσαν τὸν ὅρον τοῦτον. Πρέπει δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐλαφρά τις διάκρισις μεταξὺ τοῦ κ. Παπαναστασίου καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος εἶπεν ὅτι, «εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε δὲν εἶναι τίποτε τὸ ἀκριβές. Ἐγὼ σᾶς δίδω ψῆφον ἀνοχῆς πλήρη». Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι: «Κύριοι, κάμνετε κακόν, διότι δὲν δέχεσθε μερικὰ πράγματα. Τὰ εὑρίσκω σωστὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ ἐγώ, καὶ ἄνευ τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον θέτει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, σᾶς παρέχω τὴν ψῆφόν μου τῆς ἐμπιστοσύνης». Βεβαίως δὲν εἶναι ψῆφος δυσπιστίας αὐτή. Εἶναι ψῆφος ἀνοχῆς πράγματι. Τὸ κόμμα τὸ Ἀγροτικὸν καὶ ὑπὸ τὰς δύο αὐτοῦ ἐκπροσωπήσεις ἐδήλωσε ἀπόλυτον ἀνοχήν. Εἶπεν ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων κομμάτων — κάθε κόμμα ἔχει τὰς ἰδέας του, — ἀλλ’ ἐφόσον ἀνέχεται νὰ ἐκτελεσθοῦν αἱ ἰδέαι τὰς ὁποίας ἔχει μία Κυβέρνησις, δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ διδομένη ἡμῖν ὑπὸ ὅρους ἀνοχή, εἶναι ἀνοχή. Κύριοι, τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι βαρύ. Τὸ γνωρίζετε, καὶ θὰ ἐπεθύμουν ὅπως αὕτη ἔχῃ ἰδικήν της πλειονοψηφίαν ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ δύναται νὰ στηριχθῇ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶναι ἐλευθερωτέρα ἐν τῇ δράσει της, διότι τὰ ζητήματα εἶναι τόσον μεγάλα καὶ τόσον σπουδαῖον ἐνδιαφέρον ἔχουν, ὥστε ἐὰν κλονισθῇ εἰς μίαν στιγμὴν τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαγάγῃ τὴν ἀποστολήν της ἐπωφελῶς. Καὶ ἐὰν πράγματι δὲν θέλετε νὰ ὠθήσωμεν τὸν λαὸν εἰς νέας ἐκλογάς, νομίζω, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Χώρας ἐπιβάλλει νὰ τῆς δώσητε μεῖζον κῦρος. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶμαι, ὄχι ἁπλῶς, διότι θέλω νὰ μετέχῃ εἰς τὰ σπουδαῖα ζητήματα καὶ ὁ λοιπὸς πολιτικὸς κόσμος, ἀλλὰ διότι θέλω νὰ μετέχῃ αὐτῆς πᾶς δυνάμενος νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, γνώμην τὴν ὁποίαν νὰ ἐπωφεληθῇ καρπίμως ἡ Χώρα. Τοιαύτας δὲ γνώμας δύνανται νὰ ἔχουν ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων. Δι’ αὐτὸ εἶμαι καὶ δέχομαι τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι διὰ νὰ καλύψω καμμίαν εὐθύνην. Τὴν εὐθύνην θὰ τὴν ἔχω πλήρη καὶ ἀκεραίαν ἐγώ, ὅστις καὶ θὰ ἀποφασίζω. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν βεβαίως πρέπει νὰ ἀκολουθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι Ἀρχηγοί, διότι τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ ὡς ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι, εἰς τὰ σπουδαῖα ζητήματα τὰ ὁποῖα καὶ ἂν δὲν εἶναι τελείως ἐξαιρετικά, νὰ ὑπάρχῃ ἡ κατὰ Νόμον Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ ἐπισφραγίζῃ ταῦτα διὰ τοῦ κύρους της, ὥστε νὰ ἔχουν πάντοτε ταῦτα τὴν σημασίαν τὴν σπουδαίαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχουν διὰ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον ὅπως, τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ κυβερνᾶν, ἀκολουθοῦν καὶ τὰ ἄλλα κόμματα καὶ πᾶσα Κυβέρνησις, ὑφ’ οἱανδήποτε περίστασιν καὶ ἂν εὑρίσκεται, ὄχι διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ δειλιῶ νὰ ἔχω μόνος μου τὰς εὐθύνας, ἀλλὰ διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ ὠφέλιμον. Τὴν εὐθύνην θὰ τὴν ἔχῃ πάντοτε ἡ Κυβέρνησις μόνη καὶ ἀκεραίαν, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι εἰς τὰ σπουδαῖα ζητήματα τῆς Χώρας τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἐνδεδειγμένον καὶ πρέπει νὰ ἀκολουθηθῇ ὑφ’ ὅλων τῶν κομμάτων. Σᾶς εἶπον πῶς ἀντιλαμβάνομαι τὴν Κυβέρνησιν, σᾶς εἶπον πῶς ἀντιλαμβάνομαι τὰς δηλώσεις σας καὶ πῶς ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ἐξηγῶ τὴν ψῆφόν σας. Εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ πράξητε ὅ,τι νομίζετε χρήσιμον. (Χειροκροτήματα).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§154Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ὅτε ἀνετέθη παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας εἰς τὸν κύριον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἡ ἐντολὴ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἤρχισε ν’ ἀναγράφεται εἰς ἐφημερίδας τινας, ἀνηκούσας εἰς τὸ δημοσιογραφικὸν συγκρότημα τοῦ «Ἐλευθέρου Βήματος», ὅτι ὑπάρχουν ἀντιδράσεις ἐναντίον τῆς ἀναθέσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Ριζοσπαστικοῦ κόμματος. Κατ’ ἀρχὰς ἠδιαφόρησα, κατόπιν ὅμως ἐκ περιεργίας προσεπάθησα νὰ μάθω πόθεν αὐταὶ αἱ ἀντιδράσεις. Δὲν κατώρθωσα μέχρι τῆς στιγμῆς νὰ τὸ πληροφορηθῶ, μέχρι χθὲς τοὐλάχιστον. Σημειώσατε κ. Βουλευταί, ὅτι ὅταν ἐδήλωσα εἰς τὸν Ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι τὸ Ἐθνικὸν Ριζοσπαστικὸν Κόμμα, μὲ τοὺς ὀλίγους φίλους ποὺ διαθέτει, θὰ ὑποστηρίξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δὲν διετύπωσα καμμίαν ἀξίωσιν δι’ Ὑπουργεῖον, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§155Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ βεβαιῶ ἀπολύτως διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἄλλη συζήτησις κατόπιν. Ὁ κ. Κονδύλης μοῦ ἐδήλωσε, καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συνάντησιν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου καὶ εἰς περίπτωσιν ποὺ θὰ ἐσχημάτιζε Κυβέρνησιν, καὶ μοῦ ἀνέφερε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους γνωρίζουν καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν ἄλλων Κομμάτων, τοὺς ὁποίους ἐδήλωσε καὶ εἰς τὸ Κυβερνεῖον, καὶ ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίωσιν.
§156Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀλλ’ ἐφόσον, τέλος πάντων, αἱ ἀντιδράσεις ἐγράφοντο, ἀλλὰ δὲν ἐφαίνοντο πόθεν προήρχοντο, δὲν ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένον νὰ προβῶ εἰς κανὲν διάβημα. Εἶπον τέλος πάντων πιθανὸν «ἄνδρες», οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπεθύμουν νὰ πάρουν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους, ἔγραφον, ὅτι ὑπῆρχον ἀντιδράσεις. Ἀλλ’ οὐσιαστικῶς οὐδεμία ἀντίδρασις ὑπῆρχε. Τουλάχιστον ἐκ μέρους τοῦ στρατεύματος, ἐκ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν, ἐκ μέρους τῶν στρατιωτῶν. Δὲν εἶχον πληροφορίας ὅτι ὑπῆρχεν ὁμάς, τμῆμα, ἄτομα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ μὲ ἤθελον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Χθὲς ὅμως τὴν ἑσπέραν, αἱ ἀντιδράσεις ἦλθον ἐντός, ἂν ὄχι τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ τοῦ κτιρίου τούτου. Οἱ Ἀξιότιμοι Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διετύπωσαν διαφόρους ἀξιώσεις περὶ συμβιβασμῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς σκοπὸν θὰ εἶχον, τὸν περιορισμὸν τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθησαν εἰς τοῦτο μόνον. Προέβησαν εἰς συγκεκριμένας αἰτιάσεις ἐναντίον μου. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἐθεώρησα πλέον καθῆκόν μου νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶμαι ξένος πρὸς τὴν Δημοκρατίαν, οὔτε πρὸς τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1926 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ παρουσία μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς κίνδυνος, οὔτε διὰ τὴν Δημοκρατίαν, οὔτε διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα. Αἱ αἰτιάσεις ἦσαν ὅτι εἶχον τάσεις δικτατορικάς. Κύριοι, οὔτε εἰς κύκλον ἀξιωματικῶν, οὔτε εἰς ἄλλον, οὔτε ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου, οὔτε εἰς ἄλλο μέρος εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγουσι, καὶ ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀξιωματικοί, καὶ ἐὰν ὑπάρχουσι Κύριοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, πρέπει νὰ φέρωσι μαρτυρίαν (χειροκροτήματα) καὶ εἶμαι πρόθυμος ὄχι μόνον νὰ παραιτηθῶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ παύσω νὰ πολιτεύωμαι. Ἔμεινα κατάπληκτος, διότι οὐδέποτε ἐσκέφθην ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀσκηθῇ βία κατὰ τοῦ κοινοβουλίου. Χθὲς ἀκόμη, προκειμένου νὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν εὐταξίαν εἰς τὴν Βουλήν, συνέστησα ὅπως μόνον ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ παρουσιασθῇ ἡ ἐντεταλμένη στρατιωτικὴ δύναμις. Συνεπῶς, ἐὰν εὑρεθῇ καὶ ὁ κύκλος αὐτὸς τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εἶπον ὅτι δι’ ἑνὸς λόγου θὰ διέλυον τὴν Βουλήν, δηλῶ καὶ πάλιν ὅτι ὄχι μόνον θὰ παύσω νὰ εἶμαι Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ ὅτι θὰ παύσω νὰ πολιτεύωμαι. Ἐγράφη ἐπίσης ὅτι θὰ ἐνεργήσω ἐπιθεώρησιν τῶν μονάδων διὰ νὰ προσεταιρισθῶ ἀξιωματικούς. Κατὰ τίνα τρόπον ἡ ἐπιθεώρησις θὰ μοῦ προσεταιρίζετο ἀξιωματικούς; Καὶ τί ἔπρεπε νὰ ἔκαμνα ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Νὰ μὴ ἐπιθεωρήσω τὰ Σώματα ποτέ; Ἀκόμη λέγουν ὅτι ἀπεφάσισα διαφόρους οἰκονομικὰς διευκολύνσεις τῶν ἀξιωματικῶν. Κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ θέσις τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι αὐτόχρημα τραγικὴ λόγῳ τῆς κρίσεως καὶ τῆς γλισχρότητος τῶν μισθῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς περιθώριον διὰ δάνεια δὲν ὑπάρχει διότι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, καλῶς ποιοῦσα, ἔδωκεν ὅ,τι ἠμποροῦσε νὰ δώσῃ. Ἡ μόνη δηλ. εὐκολία, τῆς ὁποίας τὴν πρωτοβουλίαν εἶχον ἐγώ, εἶναι ὅτι συνέστησα νὰ συντάξωμεν τὰς μεταβολὰς τῶν ἀξιωματικῶν μὲ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν κατάστασιν δηλ. ἐνῷ δὲν ὑπάρχουν ὑπηρεσιακαὶ ἀνάγκαι, διότι παρετήρησα πολλάκις ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο τοῦτο, χωρὶς ὑπηρεσιακὴν ἀνάγκην μετέθετον ἕνα ἀξιωματικόν, ἀδιαφοροῦντες ἐὰν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἠδύνατο νὰ διαθρέψῃ καὶ τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὸν ἑαυτόν του. Τοιαύτην σύστασιν ἔκαμα οὐχὶ συγκεκριμένως δι’ ἄτομα, ἀλλὰ εἰς ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς· νὰ συνδυάζωνται αἱ ὑπηρεσιακαὶ ἀνάγκαι μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας. Ε! Κύριοι, οἱ ἀκούσαντες ἂς μαρτυρήσουν! Βεβαίως Κύριοι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ σοβαρὰ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων αἰτιάσεων. Ἀλλὰ ἐπ’ ἐμὲ βαρύνει μία μοῖρα. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, μὲ τὸν ὁποῖον συνειργάσθην ἀπὸ τοῦ 1916 —ἤμην τότε ἀξιωματικὸς—ἔχει τὴν ἔμμονον ἰδέαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ποὺ ἤμην λοχαγός, ὅτι θὰ ἀνατρέψω τὰς καθεστηκυίας Ἀρχάς, ὅτι θὰ ἀνατρέψω τὴν ἐξουσίαν. Ἔκτοτε παρῆλθον χρόνια καὶ χρόνια. Μὲ μετέθεσαν ἀπὸ ἕνα Σύνταγμα καὶ μὲ ἐπῆγαν εἰς τὸ Σύνταγμα τῶν Καλαμῶν. Μὲ κατεδίωξαν ἐπὶ δυσμενείᾳ τοῦ καθεστῶτος. Κατεδίωξαν καὶ τὸν ὑπασπιστήν μου, τὸν κ. Ἀναγνωστόπουλον ἐπὶ δυσμενείᾳ κατὰ τοῦ καθεστῶτος, διότι εἰς ἕνα γεῦμα ἔκαμεν μίαν πρόποσιν ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ μοῦ ηὐχήθη νὰ ἀνέλθω εἰς τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα, καὶ τὸν κατεδίκασαν εἰς 6½ μηνῶν φυλάκισιν. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐπίσης κατηγορήθην ἐπὶ δυσμενείᾳ κατὰ τοῦ καθεστῶτος. Πέρασαν αὐτὰ τὰ χρόνια χωρὶς νὰ κάμω τὴν ἐπανάστασιν αὐτήν. Ἦλθαν νέοι καιροί. Ἦλθεν ἡ μεταπολεμικὴ περίοδος, κατεστείλαμεν ἕνα κίνημα, καὶ μετὰ τὴν καταστολὴν αὐτοῦ ἀπεκτήσαμεν ἕνα γόητρον ἐξαιρετικὸν εἰς τὸ στράτευμα. Ἐν τούτοις ἐλησμονήσαμεν νὰ κάμωμεν τὴν ἐπανάστασιν. Ἔρχεται μία τυραννίς. Τὴν ἀνατρέπω καὶ ξεχνῶ νὰ μείνω εἰς τὰ πράγματα ἀλλὰ κάνω ἐκλογὰς καὶ φέρω τὸ κόμματα εἰς τὴν Βουλήν. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς διότι μία τόσον ἰσχυρὰ διάνοια ὅπως ἡ διάνοια τοῦ Ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὴν γνώμην της, καὶ ἐμπιστεύεται εἰς τὰς διαβολὰς καὶ τὰς ραδιουργίας. Διότι ἐὰν ἐνεπιστεύετο εἰς τὴν ἰδέαν της, ἐφόσον μὲ εἶχεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της καὶ γνωρίζει ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα, ὅλας τὰς πράξεις, ὅλην τὴν ἱστορίαν μου μέχρι τοῦδε, καὶ γνωρίζει, λέγω, ὅλα αὐτά, ἐξακολουθεῖ νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὸ πρόσωπόν μου. Ἀλλ’ ἐάν, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἔκαμα τὴν ἐπανάστασιν ὅτε ἀκόμη ἤμην ἄπειρος τῶν προβλημάτων τῶν κυβερνητικῶν, ὅτε ἠρχόμην ἀπὸ τὸν Κιθαιρῶνα νικητὴς καὶ μὲ ὑπεδέχετο ἕνας λαὸς ἔξαλλος, χωρὶς καμμίαν προτίμησιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν κάμω σήμερον; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐγώ, ὁ ὁποῖος γνωρίζω ἐκ πείρας, ὅτι ἄλλη δικτατορία στηριζομένη εἰς μίαν δράκα ἀξιωματικῶν ἀνετράπη ἀπὸ τοὺς ἰδίους ἀξιωματικούς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κάμω δικτατορίαν στηριζόμενος εἰς μίαν δράκα ἀνθρώπων; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσω ἐγώ ποτε ὅτι μὲ μίαν τοιαύτην δικτατορίαν θὰ κατορθώσω νὰ ἀνορθώσω τὸ Ρωμέϊκο; Κύριοι, ἐσκέφθην κατόπιν τῶν ἐκδηλωθεισῶν ἐναντίον μου ὑπονοιῶν, ὅτι ὤφειλον νὰ διευκολύνω τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐγώ, Κύριοι, κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀπέτυχα. Εἶμαι εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν παραιτήσεως τοῦ διευθυντοῦ τοῦ πολιτικοῦ μου γραφείου, ὁ ὁποῖος ἐπέτυχεν. Καὶ εἶχον ἀποφασίσει κατ’ ἀρχὴν νὰ ἰδιωτεύσω. Ὅταν ὅμως τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀνεγνώρισε τὸ πολίτευμα, οἱ δὲ Ἀρχηγοὶ τῶν παλαιοδημοκρατικῶν ὀνομασθέντων κομμάτων, καὶ πρό τινος οἱ δημοσιογράφοι συνίστων μετὰ τὴν ματαίωσιν τῆς Οἰκουμενικῆς τὴν ἀνασύστασιν τῶν παλαιῶν παρατάξεων, μεταβαπτιζομένων εἰς παλαιοδημοκρατικὰ καὶ νεοδημοκρατικὰ κόμματα, ἔλαβα τὴν ὁριστικήν μου ἀπόφασιν.
§157Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖοι Ἀρχηγοί;
§158Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Σεῖς εἶσθε εἰς τὸ Βουκουρέστιον. Ἑπομένως ὄχι σεῖς. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι θὰ διεπράττετο ἄλλο ἓν ἀκόμη ἱστορικὸν λάθος, ὅτι ἡ ἀνασύστασις τῶν παλαιῶν παρατάξεων θὰ διαιώνιζε τὴν ἱστορικὴν διαίρεσιν καὶ ὅτι ἡ ἄνοδος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐπεβάλλετο, ἀφοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἀνεθεώρησα τὰς σκέψεις μου. Τοῦτο δὲ τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον, τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα θεωρεῖται πολίτευμα ὑπερέχον τῶν ἄλλων, διότι ἐπιτρέπει τὴν ὁμαλὴν ἐναλλαγὴν ὅλων τῶν φιλοδοξιῶν, καὶ ὅλων τῶν ἱκανοτήτων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀκόμη καὶ ὅλων τῶν λαϊκῶν ὄγκων, τέλος πάντων μεμαρτυμένως τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀπὸ τοῦ δημοψηφίσματος μέχρι τοῦδε λαμβάνει ἕνα ποσοστὸν 35– 40% τῶν ψήφων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ δὲν εἶναι ποσότης ἀμελητέα καὶ ἔπρεπε μετὰ τόσα ἔτη νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἂν ἠθέλαμεν νὰ εἴμεθα βέβαιοι περὶ τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος ἐν τῷ Κράτει. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον μετέβην καὶ συνήντησα τὸν Ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἰς τὴν Κηφισσίαν καὶ ἐδήλωσα εἰς αὐτὸν ὅτι ἐγὼ μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ Πολιτεύματος θὰ ὑποστηρίξω ἐκθύμως τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ὅπως σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου θὰ παρακωλύσω τὴν ἀνασύστασιν τῶν παλαιῶν παρατάξεων, διότι τοῦτο θεωρῶ καθῆκον μου πρὸς τὴν πατρίδα. Δὲν ἐζήτησα τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε ἐσκέφθην νὰ πάρω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅταν δὲ μοὶ ἐπροτάθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν παρεκλήθην ἐπιμόνως νὰ πάρω τοῦτο, τότε ἔκαμα καὶ μίαν σκέψιν ἀκόμη, ὅτι μόνον ἡ ἀναγνώρισις τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δὲν ἀρκεῖ διὰ νὰ δώσῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ, διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ φραγμόν, νὰ πραγματοποιήσῃ δηλ. τὴν συνεννόησιν τοῦ διχασθέντος ἑλληνικοῦ κόσμου. Μόνη δὲ ἡ συνεργασία μου ἡ ὑποστήριξίς μου δηλ. ἐπίσης δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀπόδοσιν σοβαρὰν εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτῆς, ἐνῷ ἐὰν ἀνελάμβανον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσεπάθουν εἰς τὸν στρατόν, εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν νὰ ἐπαναφέρω τὸν τερματισμόν, τὴν ἐξάτμισιν τῶν καχυποψιῶν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν πλήρους ἀλληλεγγύης μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτοῦ ὅπου ἐντονώτερον, λόγῳ τῆς ἐνόπλου καταστάσεως, ἐξεδηλώθη ὁ διχασμός, τότε θὰ προσέφερα πράγματι μίαν θετικωτάτην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Χώραν. Ὑπὸ τοιαύτας λοιπὸν συνθήκας ἐδέχθην. Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδέχθην αὐτὴν τὴν ἀποστολήν, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμω τὴν ἀποστολὴν αὐτὴν μὲ δεμένα τὰ χέρια, καὶ ἐνῷ δὲν εἴχομεν πάρει ἀκόμη ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἐκάλεσα τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ ὡμίλησα περὶ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν θέλω νὰ κάμω εἰς τὸ στράτευμα καὶ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας εἶχον ἐν σχεδίῳ καὶ ἔμεινεν ἀπολύτως σύμφωνος μαζί μου, διότι ὡς μοῦ εἶπον, καὶ ὡς γνωρίζει ἄλλως τε καὶ αὐτὸς ἐν τῇ διοικήσει τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ, τῇ ἀνωτάτῃ, τὴν ἰδίαν πολιτικὴν μετέρχεται εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, δηλαδὴ ἐξ ἴσου εὐνοεῖ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς μιᾶς παρατάξεως καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἄλλης καὶ ἴσως οἱ περισσότερον ἀφωσιωμένοι εἰς αὐτὸν σήμερον εἶναι μόνον ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς παλαιοδημοκρατικῆς παρατάξεως. Ἀλλά, Κύριοι, ὡς σᾶς εἶπον παρουσιάσθησαν αἱ αἰτιάσεις αὐταί. Ἐσκέφθην τέλος πάντων ν’ ἀναλάβω ἕνα ἔργον, ἀλλὰ ἂν ἐπρόκειτο κάθε κίνησίς μου, κάθε μου ἐνέργεια, ἂν πάω νὰ δοκιμάσω τὸ συσσίτιον τῶν στρατιωτῶν νὰ θεωρηθῇ ἀρχὴ ἐπαναστάσεως, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ παραιτηθῶ διὰ νὰ διευκολύνω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ συγχρόνως νὰ ἄρω αὐτὰς τὰς καχυποψίας διὰ νὰ καταστῇ πολὺ στερεὰ ἡ Κυβέρνησις καὶ δυνηθῇ μὲ ἕνα ἄλλον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ χωρήσῃ ἐπὶ τὸ ἔργον της. Ὑπέβαλα τότε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ χθὲς προφορικῶς, καὶ σήμερον ἐγγράφως, τὴν παραίτησίν μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ παρεκάλεσε νὰ παραμείνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παραμένω. Βεβαίως λυποῦμαι, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἄρω τὰς καχυποψίας ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὰς ἔχουν. Ἐὰν ἡ ψῆφος σας εἶναι δυσμενής, αἴρονται μόναι τους, διότι θὰ πᾶμε στὰ σπίτια μας. Ἄν ἡ ψῆφος ὅμως τῆς Βουλῆς εἶναι εὐμενὴς διὰ τὴν Κυβέρνησιν μετὰ λύπης μου θὰ παραμείνω Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. (Χειροκροτήματα).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βενιζέλος.
§160Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἄρτι καταβάντα ἐκ τοῦ βήματος, ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἡ πρὸς αὐτὸν ἐκτίμησίς μου ὑπῆρξε πάντοτε ὅπως γνωρίζει, μεγάλη, καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῶν ὑπηρεσιῶν τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὴν χώραν ὑπῆρξε πάντοτε ἀνεπιφύλακτος. Ἀνεγνώρισα δὲ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ὅτι ἠδικήθη ἀπὸ ἄλλους καὶ δὲν ἔλειψα νὰ ἐκδηλώσω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν εἶναι μόνον ἡ δρᾶσις του κατὰ τοὺς πολέμους, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἐκ τῶν πλέον ἐξαιρέτων. Εἶναι καὶ ἡ ἔκτοτε δρᾶσις του. Ἡ πρὸς αὐτὸν λοιπὸν ἐκτίμησίς μου εἶναι μεγάλη, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ δὲ νὰ εἴπω καὶ ἡ προσωπική του συμπάθεια ὑπῆρξε πάντοτε ἀπεριόριστος. Ἀλλὰ ὅπως ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶχον πάντοτε τὴν ἰδέαν ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ὅτι ὁ κ. Κονδύλης θεωρεῖ ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἔχει χρεωκοπήσει, ἢ τουλάχιστον εὑρίσκεται εἰς τὰς παραμονὰς τῆς χρεωκοπίας, καὶ ὅτι κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ πᾶμε εἰς μεταβολὴν αὐτοῦ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω δὲν μειώνει καθόλου τὴν πρὸς τὸν κ. Κονδύλην ἐκτίμησίν μου, οὔτε τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διότι γνωρίζει ὅτι δὲν εὑρίσκομαι πολὺ μακρὰν ἀπὸ ἐκεῖνον εἰς τὰς ἀντιλήψεις μου περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Γνωρίζει πολὺ καλά, καὶ δὲν τὸ ἀπέκρυψα ποτὲ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅτι ἐὰν δὲν δέχομαι ἀκόμη ὅτι ἐκηρύχθη εἰς χρεωκοπίαν πλέον, ὡμολόγησα πρὸ ὀλίγου ἀκόμη χρόνου ὅτι ἀγωνιᾷ καὶ ἔχει ἀνάγκην ἐνέσεων ὀξυγόνου διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ σταθῇ στὰ πόδια του. Γνωρίζετε ἄλλωστε πὼς δὲν ἐδίστασα ποτὲ νὰ εἴπω ὅτι ἔχει μέγιστα ἐλαττώματα, καὶ ὅτι εἶναι κάκιστον πολίτευμα. Ἡ μόνη ἐπιφύλαξίς μου ἦτο ὅτι, δυστυχῶς, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι χειρότερα καὶ δι’ αὐτὸ ὡς ὀλιγώτερον κακὸν τὸ δέχομαι. Τὸ ὅτι λοιπὸν ἀπέδιδον εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀντιλήψεις τοιαύτας ἀνικοινοβουλευτικάς, δὲν μειώνει καθόλου οὔτε τὴν πρὸς αὐτὸν ἐκτίμησίν μου, οὔτε τὴν θέσιν του εἰς τὸν πολιτικόν μας κόσμον, τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ πιστεύσῃ ὅτι δὲν ἐγενόμην ὄργανον διαβολῶν, διότι ἀφοῦ ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖ ὅτι ἀπὸ μακροῦ ἤδη χρόνου τοῦ ἐξέφραζα φιλικώτατα τὴν ὑπόνοιαν....
§161Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μὰ πότε θὰ τὸ κάμω, κ. Πρόεδρε. Κοντεύω νὰ πεθάνω. Πότε θὰ τὸ κάμω; (θυμηδία).
§162Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἔλθω εἰς αὐτό. Ἀλλ’ εὐτυχῶς διευκολύνει τὴν θέσιν μου, διότι ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὁμιλῶν εἰς φιλικὴν συνομιλίαν εἶπον ὅτι ὅλα του εἶναι καλά, καὶ τὸν ὑποπτεύομαι δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Τώρα θὰ τοῦ εἴπω ἀκόμη ὅτι δὲν ἐγενόμην ὄργανον διαβολῶν. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐδημοσιεύθησαν, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς πρὸ ὀκτὼ μηνῶν, δηλώσεις ἰδικαί σας σχετικῶς πρὸς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν καὶ ἐξεφράζετε ὅλην τὴν πατριωτικὴν ἀδημονίαν σας διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ ἐλέγετε ὅτι κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πᾶμε μπροστὰ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§163Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐννοεῖτε τὴν συνέντευξιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸν κ. Νόβαν, εἰς τὴν «Πολιτείαν»;
§164Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ὑποθέτω.
§165Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶμαι σύμφωνος μὲ σᾶς. Διὰ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα τοῦ ὡμίλησα καὶ ἐγώ.
§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δηλαδὴ δὲν ἀπέδωκεν ἀκριβῶς τὰ λεχθέντα;
§167Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Τοῦ ὡμίλησα διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§168Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι πολὺ εὐτυχὴς διότι μοῦ δίδεται αὐτὴ ἡ ἐξήγησις. Ἄλλωστε θὰ ἔλεγον εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Ριζοσπαστικοῦ κόμματος, ὅτι, καὶ ἂν εἰς τὸ παρελθόν, ὁπότε τὸν ὑπωπτευόμην, φιλικώτατα ἔλεγον εἰς τὸν ἴδιον διὰ τὰς δικτατορικὰς τάσεις, καὶ ἂν ἄλλοτε εἶχον πεισθῆ, αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι δι’ ἐμὲ πλήρης ἀπόδειξις διὰ νὰ μὴ ἔχω καμμίαν ἀνησυχίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δρᾶσίν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Πρέπει ἀκόμη νὰ τοῦ προσθέσω ὅτι, ὅτε ἀνήλθομεν χθὲς εἰς τὴν ἰδιαιτέραν συνεδρίασιν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν πορείαν μας ἀπέναντι τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖνο ποὺ ἀνέφερα εἶναι ὅτι ὑπάρχουν πληροφορίαι καὶ ἀνησυχίαι διὰ τάσεις δικτατορικὰς ἐκ μέρους μελῶν τινων τῆς Κυβερνήσεως.
§169Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἄλλοι; Τότε εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζω καὶ ἐγώ, διότι ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον.
§170Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἀνεκοίνωσαν τὰς ἀνησυχίας αὐτάς, εἶπον ὅτι κανεὶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε ἐκτὸς τοῦ Κονδύλη. Ὁ μόνον ὁ ὁποῖος δύναται νὰ κάμῃ κάτι, εἶναι ὁ κ. Κονδύλης. Εἶναι ὁ κ. Κονδύλης σύμφωνος εἰς αὐτά; Αἱ πληροφορίαι ἦσαν ὄχι.
§171Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, σᾶς παρακαλῶ νὰ δηλώσητε ρητῶς ποῖον εἶναι τὸ ἄλλο μέλος τῆς Κυβερνήσεως.
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἐρωτήσατε ἂν θέλετε, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§173Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Τότε θὰ τὸ εἴπω ἐγώ. Ἐννοεῖτε ἐμέ.
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ.
§175Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ τὸ εἴπω ἐγὼ τότε.
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐξαναγκασθῶ νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ εἴπω ἐκεῖνο ποὺ δὲν θέλω. Πρέπει μόνον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, διὰ νὰ καθησυχάσετε καὶ σεῖς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀντιλήψεις τὰς προσωπικάς μου, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχα σκεφθῆ νὰ γράψω ἕνα γράμμα εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην, ὅτε ἐλέγετο ὅτι θὰ σᾶς ἀνατεθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰς τὸ γράμμα αὐτὸ ἀνέφερα καὶ ἄλλας τινὰς σκέψεις περὶ συνθέσεως τῆς Κυβερνήσεως ἀφορώσας τὰ Στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ὅτι πάντοτε ἐνδιεφερόμην. Λοιπὸν ἔλεγα ὅτι πληροφοροῦμαι ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ γίνῃ ὁ κ. Μεταξᾶς καὶ θεωρῶ εὐτυχῆ τὴν ἐκλογήν. Τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, διότι πρὶν ἢ τὴν στείλω, διὰ κοινοῦ φίλου τοῦ τὴν ἀνεκοίνωσα, ἐρωτῶν τὶ σκέπτεται ἐκεῖνος καὶ μοῦ εἶπε τὴν γνώμην, ὅτι νομίζει καλλίτερον νὰ μὴ σταλῇ, διότι ἠμπορεῖ ὁ κ. Τσαλδάρης νὰ τὸ θεωρήσῃ ἐπέμβασιν. Ἀνεγνώρισα τὸ βάσιμον τοῦ πράγματος καὶ τὴν ἐπιστολὴν τὴν ἐξέσχισα. Λοιπὸν νομίζω ὅτι αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἀρκέσῃ. Καὶ εἶπα μάλιστα — αὐτὸ δὲν τὸ ἔγραψα εἰς τὴν ἐπιστολήν — ὅτι, ἐὰν πράγματι ἀνατεθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν κ. Μεταξᾶν, θὰ τοῦ γράψω μίαν ἐπιστολὴν νὰ τοῦ ὑπενθυμίζω πῶς συνειργάσθημεν, φεῦ, πρὸ 22 ὁλοκλήρων ἐτῶν εἰς περιστάσεις ἀναλόγους, καὶ πῶς κατωρθώσαμεν, ἐὰν ἐνθυμεῖται, εἰς διάστημα ἐλαχίστου χρόνου νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν πλήρη ἑνότητα, τὴν ψυχικὴν τοῦ στρατεύματος. Καὶ θὰ τοῦ ἔλεγα ὅτι εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐμπνευσθῇ ἀπὸ τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο, διὰ νὰ κατορθώσῃ καὶ ἐκεῖνος νὰ ἐπιτελέσῃ ἐκ νέου τὸ ἔργον τοῦτο. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχετε λόγους νὰ ἐπιμείνητε περισσότερον.
§177Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τότε κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤμην μήπως ἐγώ; (Χειροκροτήματα).
§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς λέγω τοῦτο ......
§179Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μὴ μὲ διακόπτετε.
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτετε. Σᾶς εἶπα τοῦτο, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπα διὰ σᾶς ὅτι ἑτοιμάζετε κίνημα.
§181Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν εἴπετε ἢ δὲν εἴπετε, λίγο μὲ ἐνδιαφέρει.
§182ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀνατροφῆς. (Θόρυβος).
§183Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Εἶναι ζήτημα ἀνατροφῆς; Πολὺ λίγο μὲ ἐνδιαφέρει σᾶς λέγω. Τὴν ἀνατροφὴν δὲ νὰ πᾶτε νὰ τὴν μάθετε σεῖς. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι, ἀντεγκλήσεις).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§186Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Βενιζέλον), κακῶς παρεξηγήσατε τὴν φράσιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶπον. Δὲν ἐννοοῦσα νὰ σᾶς προσβάλω. Ὁμολογῶ ὅτι ἀπὸ χθὲς ἐθεώρησα ὡς μίαν πρόκλησίν σας τὸ ὅτι ὡμιλήσατε διὰ τοὺς βουλευτὰς Ψαρρῶν καὶ τοὺς ἐχαρακτηρίσατε ὡς ἀνήκοντας εἰς μίαν ἀσήμαντον περιφέρειαν. Βεβαίως τὰ Ψαρρὰ εἶναι μικρὴ περιφέρεια, ἀλλὰ εἶναι ἔνδοξος, προσέφερε δὲ μεγάλας ὑπηρεσίας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησα ἐγὼ ὡς πρόκλησιν, δὲν ἀπήντησα, διότι δὲν ἠθέλησα ἀκριβῶς νὰ ἐρεθίσω τὰ πράγματα. Ἐνόμισα ὅτι ὁ τρίτος παράγων, τὸν ὁποῖον ὑπηνίχθητε ἤμην ἐγώ. Διὰ τοῦτο ἐσηκώθηκα καὶ εἶπα τὴν φράσιν αὐτήν, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἐννόουν νὰ σᾶς θίξω καθόλου. Κατόπιν τούτου ἐλπίζω ὅτι καὶ σεῖς θὰ ἀνακαλέσετε τὴν βαρεῖαν φράσιν τὴν ὁποίαν εἴπετε ἐναντίον μου.
§187ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ συνεχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου. Θέλω νὰ βεβαιώσω τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Ριζοσπαστικοῦ κόμματος, ὅτι συμφωνῶ ἀπολύτως μαζί του, ὅτι προσέφερε μίαν μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Χώραν, θελήσας καὶ ἀποφασίσας νὰ συνεργασθῇ μετὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διότι ἡ συνεργασία αὐτὴ ἀποτελεῖ, μετὰ τὴν ἀνεπιφύλακτον ἀναγνώρισιν τοῦ πολιτεύματος, μίαν νέαν πρόοδον εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ὁμαλῶν σχέσεων εἰς τὴν Χώραν. Καὶ ἠμπορῶ νὰ τὸν βεβαιώσω ὅτι, ὅταν μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν τῆς νέας Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθησαν αἱ εἰκόνες τῶν Ὑπουργῶν, ἔλεγα εἰς τοὺς φίλους μου· κυττάξατε· τοῦτο εἶναι ἓν μέγα βῆμα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος. Ὅταν βλέπετε τὸν κ. Μεταξᾶ μὲ τὸν κ. Κονδύλην, εἶναι μία νέα πρόοδος εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ὁμαλῶν σχέσεων. Λοιπὸν κάθε ἄλλο παρὰ νὰ πιστεύῃ δύναται, ὅτι ἐπεζητήθη, ἀπὸ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἢ καὶ ἀπὸ κανένα ἄλλον ἐκ τῶν παλαιοδημοκρατικῶν Ἀρχηγῶν εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῆς παρατάξεως τῶν παλαιοδημοκρατικῶν κομμάτων, ἐλπίζω δὲ ὅτι ὁ κ. Κονδύλης θὰ ἀνομολογήσῃ ὅτι, οὔτε ἐμμέσως, οὔτε ἀμέσως τοῦ ἐγένετο καμμία πρότασις νὰ συμπράξῃ εἰς τοιοῦτον συνασπισμὸν ἢ ὅτι ἐξεδηλώθη καμμία ἐκδήλωσις δυστροφίας, διότι ἀπεφάσισε νὰ συνεργασθῇ μὲ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα.
§188Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Τὸ ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες ὅτι εἶχα περὶ αὐτοῦ μίαν συνέντευξιν μὲ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν.
§189ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιώσετε ἂν εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως σᾶς ἐγένετο καμμία πρότασις.
§190Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Δὲν μοῦ ἐγένετο.
§191ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἀρκέσουν αὐτά, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἐπεισόδιον. Πείθομαι εἰς ὅσα ἐδήλωσεν ὁ κ. Κονδύλης καὶ ἐπαναλαμβάνω, διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ὅτι ἀρκεῖ ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχω ἐκτίμησιν πρὸς τὸν λόγον του, διὰ νὰ μείνω ἥσυχος περὶ τῆς καταστάσεως. Τώρα θὰ ἔλθω εἰς βραχεῖαν ἀπάντησιν εἰς σημεῖα τινα τοῦ λόγου τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιθυμῶ νὰ παρατηρήσω ὅτι, ἓν μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν τόνον μὲ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὡμίλησα τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν. Εἰς ἓν σημεῖον, διαρκέσαν ὀλίγα λεπτά, ἐνόμισα ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς παλαιὰς ἀντιθέσεις. Ὑστερώτερα ἐμετριάσθησαν τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ διαπιστώσω αὐτὸ τὸ γεγονός: ὅτι ἡ χθεσινή μου ἀγόρευσις ἔπρεπε νὰ ἀποκλείσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην κάθε ἐπιθετικὸν χαρακτῆρα, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἠθέλησα ποτὲ νὰ μειώσω τὴν θέσιν του. Γνωρίζει πολὺ καλά, ἀπὸ δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα εἰς τὴν Θεσσαλανίκην τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1929, πῶς ὡμίλησα περὶ τῆς συμπεριφορᾶς του ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πῶς παρεσκεύαζα κατὰ τὸν ἀσφαλέστερον τρόπον τὴν ἄνοδον τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἰς τὴν Ἀρχήν, χωρὶς ἀνησυχίας τοῦ δημοκρατικοῦ κόσμου, ἐνῷ βραδύτερον αἱ σχέσεις μας ἔγιναν τραχεῖαι. Δὲν νομίζω ὅτι πρῶτος ἔδωκα ἀφορμὴν ἐγώ. Ὁ ἴδιος ὑπενθύμισε τὴν ἑσπέραν αὐτήν, μολονότι ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπεχείρησα ψιχία τῆς ἐξουσίας ὡς ἐλεημοσύνην νὰ τοῦ δώσω, ὅτι κατὰ τὸν Μάρτιον ἐπρότεινα τὴν Οἰκουμενικήν, ἐπρότεινα συγχρόνως νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἐκεῖνον ἡ Προεδρεία τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ νὰ τὸν μειώσω ἠθέλησα. Ἠθέλησα νὰ σᾶς μειώσω κατὰ τὸν Μάϊον, διότι, ἀξιότιμε Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, εἶμαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι, ἅμα τοὺς ἐπιτίθενται δὲν γυρίζουν τὴν ράχη τους. Πρὸ ὀλίγου δὲ χρόνου σεῖς μοῦ εἴπετε μέσα εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν παρακάθημαι, ὅτι: «καλὰ θὰ ἔκανα νὰ φύγω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ τὴν ἀφήσω νὰ ἡσυχάσῃ».
§192Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Διαβεβαιῶ ὅτι δὲν σᾶς εἶπα «ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα». Σᾶς εἶπον νὰ φύγετε ἀπὸ τὴν πολιτικήν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας.
§193ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὴν πολιτικήν! Μὰ πῶς θὰ τὴν ἄφηνα νὰ ἡσυχάσῃ ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον; Τόσον ὀλίγην ἐκτίμησιν ἔχετε πρὸς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱκανότητά μου, ὥστε νὰ πιστεύετε ὅτι, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔφευγα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τόσον ἄχρηστος ἄνθρωπος θὰ ἤμην, ὥστε θὰ σᾶς ἄφηνα νὰ ἡσυχάσετε;
§194Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§195Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅλοι ὑποπίπτουν εἰς σφάλματα.
§196Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι, ὅταν εἶσθε ἔξω τῆς Ἀρχῆς, δὲν ἀφήνετε νὰ ἡσυχάσουν οἱ ἀντίθετοι, καὶ διὰ τοῦτο ἐγώ, ἂν ἐσχηματίζετο μία κυβέρνησις οἰκουμενική, θὰ ἤθελα πρὸ παντὸς νὰ εἶσθε σεῖς μέσα.
§197Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Τὸ βέβαιον εἶναι κ. Τσαλδάρη, ὅτι εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ φύγω, εἴτε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἴτε ἀπὸ τὴν πολιτικήν, ὄχι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ οὔτε θὰ τὸ ἀντελαμβανόμην, ἐὰν τὰ δημοσιογραφικά σας ὄργανα δὲν ἔσπευδον νὰ τὸ ἐκμεταλλευθοῦν αὐτό.
§198Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολλὰ ὄργανα μοῦ δίδετε, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἔχω.
§199Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ λοιπὸν ἀντεπέδωκα τὴν στιγμὴν ἐκείνην αὐτὴν τὴν ἐπίθεσίν σας ἐναντίον μου; Ἐγώ, τουναντίον, ἤθελον νὰ γίνετε ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ μοῦ λέτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἐγὼ ἐπεδίωξα ἄνευ λόγου νὰ σᾶς δώσω ψιχία τῆς ἐξουσίας, ὅταν μετὰ τὰς ἐκλογὰς μόλις ἔγινε λόγος περὶ Οἰκουμενικῆς ἐγὼ καὶ πάλιν ἐδήλωσα ὅτι εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν πρέπει νὰ εἶσθε σεῖς Πρόεδρος; Δὲν ἔχετε λοιπὸν κανένα λόγον νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ σᾶς μειώσω. Τώρα, ἀφοῦ τὰ εἴπαμε αὐτά, πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι περὶ Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναμαι νὰ κάμω πλέον λόγον καὶ ὅτι αἱ προσφοραί μου νὰ ὑπηρετήσω ὑπὸ σᾶς ἀποσύρονται. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω τὴν Οἰκουμενικήν, καὶ ὅτι ἔπαυσα νὰ νομίζω ὅτι εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὰς δυσχερείας εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ποὺ μοῦ γίνεται ἐπίθεσις θὰ κάμω τὴν ἀνάλογον ἀντεπίθεσιν, ὅσον τὸ δυνατὸν μετριωτέραν καὶ τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ μὴ προκαλέσω ὑμᾶς ποτέ. Δὲν θέλετε νὰ συνεργασθῆτε μετ’ ἐμοῦ, δὲν θὰ συνεργασθῶ. Νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὅτι σᾶς θίγω μὲ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἀληθὴς λύσις τοῦ κυβερνητικοῦ προβλήματος δὲν εἶναι ἡ Οἰκουμενική. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι σκέπτομαι νὰ ἀποσύρω τὴν ὑποστήριξίν μου, παραδέχομαι καὶ πάλιν νὰ εἶσθε σεῖς ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν μοῦ παράσχητε πλήρη ἱκανοποίησιν δι’ ὅσα μοῦ εἴπετε, ἀπόψε, ἀποσύρω ἐντελῶς τὴν πρότασιν νὰ ἔλθω νὰ ὑπηρετήσω εἰς σᾶς.
§200Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω τί τὸ θίγον ὑμᾶς εἶπον ἀπόψε, διότι νομίζω ὅτι ἐκτὸς τῆς Οἰκουμενικῆς, δὲν εἴπομεν τίποτε ἄλλο, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχῃ τοιούτου εἴδους διάστασις.
§201Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοῦ εἴπετε ὅτι δὲν θέλετε νὰ συνεργασθῆτε μαζύ μου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἠμποροῦμε νὰ σταθοῦμε εἰς αὐτό. Κύριοι, τώρα ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν περὶ τῶν παρατηρήσεων αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρόγραμμά του, ἀνέφερεν ὡρισμένας παρατηρήσεις, ὑποθέτων ἴσως ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔγιναν ἄλλαι θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ πρόγραμμά του ἐγένετο δεκτόν, ἰδίᾳ ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἐγὼ ἀπέφυγα νὰ συζητήσω τὸ πρόγραμμα αὐτὸ χθὲς τὸ βράδυ, διότι ἡ προσπάθειά μου ἦτο νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν συνεννόησιν, νὰ φθάσωμεν εἰς εἰρήνην καὶ ὄχι εἰς πόλεμον. Ἐὰν εἰσερχόμην εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα, γνωρίζουν ὅλοι ὅτι θὰ ἐδημιουργοῦντο δυσκολίαι, καὶ ἐσκέφθην, ἀφοῦ ἔχομεν καιρόν. Θὰ τὰ εἴπωμεν ἀργότερα ὅταν θὰ ἔλθουν τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ τὰ γνωρίζει αὐτὰ καλῶς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ὡμίλησε λοιπὸν δι’ ἓν ζήτημα τῆς Τραπέζης, καὶ ἐπειδὴ ἔγινε λόγος περὶ αὐτοῦ, ἔχω καθῆκον νὰ τοῦ εἴπω ὅτι εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ συζητήσωμεν ἀπροκαλύπτως ὡς θέλει τὸ νομοσχέδιον. Πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζῃ ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα μακρᾶς καὶ ἐμπεριστατωμένης μελέτης τὸ πόρισμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα καὶ ἐγώ. Εἶναι ἀδύνατον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ νομίζητε ὅτι θὰ καταργήσητε τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος, διὰ νὰ ἑνώσητε αὐτὴν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἱδρύοντες τοὺς δύο ὀργανισμοὺς μόνον κατ’ ἐπίφασιν. Βέβαια ὁ Τραπεζικὸς ὀργανισμός μας χρῄζει μιᾶς μερίμνης ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι μέσα εἰς αὐτὴν τὴν παγκόσμιον κρίσιν, ὁ τραπεζικὸς ὀργανισμός μας, μὲ τὰ σχετικῶς μικρὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἔχει, ἀντέχει κατὰ τρόπον θαυμάσιον. Ἐὰν κυτάξητε πόσαι Τράπεζαι ἐπτώχευσαν εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, εἰς τὰ πλουσιώτερα. 3000 εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἀρκεταὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐὰν λάβετε αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἴδητε ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐσημειώθη ἡ πτῶσις καμμιᾶς Τραπέζης. Λέγω καμμιᾶς, διότι αἱ ἄλλαι αἱ ὁποῖαι ἐπτώχευσαν ἐδῶ δὲν ἦσαν πραγματικῶς Τράπεζαι. Ἦσαν σαράφικα μᾶλλον παρὰ Τράπεζαι. Ἐν τούτοις εἶμαι σύμφωνος ὅτι μία μέριμνα κυβερνητικὴ, ἐπιβάλλεται, καὶ τὴν μέριμναν αὐτὴν ἐζητήσαμε νὰ λάβωμεν, ἐπιζητήσαντες τὴν ἕνωσιν ὅλων τῶν ἄλλων ἐμπορικῶν Τραπεζῶν, πλὴν τῆς Ἐθνικῆς, εἰς ἕνα ὀργανισμόν. Διότι βεβαίως οὐδεὶς θὰ ἐδέχετο νὰ ἑνώσῃ ὅλας τὰς Τραπέζας εἰς μίαν, διότι εἰς Χώραν δημοκρατικήν, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ ἡ μονοκρατορία τῶν Τραπεζῶν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ διοικοῦντες τὴν Ἐθνικὴν δὲν θὰ ἐπεθύμουν ποτὲ τοιοῦτόν τι, ἂν ὄχι δι’ ἄλλον λόγον ἀλλὰ διότι γνωρίζουν ὅτι θὰ κινήσουν τὴν ἐχθρότητα μιᾶς μεγάλης μερίδος τῆς Χώρας.
§202Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπεστήριξα τοιοῦτο τι.
§203ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Κάμνω τὰς σκέψεις μου καὶ σᾶς λέγω ὅτι σᾶς ἐνθαρρύνω εἰς τὸ νὰ ἐπιδιώξητε τὴν ἕνωσιν ὅλων τῶν ἄλλων Τραπεζῶν εἰς μίαν Τράπεζαν, ὥστε, ἔχοντες δύο μεγάλους τραπεζικοὺς ὀργανισμούς, τὴν Ἐθνικὴν καὶ τὴν ἄλλην, ἔχοντες καὶ τὴν Ἐκδοτικὴν εἰς τὸ μέσον, νὰ ἔχωμεν ὠργανωμένον κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον τὸ τραπεζικὸν καὶ τὸ κυκλοφοριακόν μας σύστημα. Ὁ Ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὡμίλησε περὶ τοῦ ἐφετεινοῦ ἐλλείμματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἔκαμε λόγον εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρετήρησεν, ἐὰν ἐνόησα καλῶς, ὅτι ἀναγνωρίζεται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς βραχὺ διάστημα, ὄχι ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπαλλάσσεται μέχρι τέλους τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Δὲν μᾶς δίδεται καμμία ἐξήγησις, ἀναμένομεν ὅμως ἐν καιρῷ τὴν ἐξήγησιν αὐτήν, δὲν μᾶς δίδεται καμμία ἐξήγησις πῶς θὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ ἔλλειμμα αὐτό. Ἐλπίζομεν ἄλλωστε πάντοτε, ὅτι ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος εἶναι ἀρκετὸς διὰ νὰ περιορισθῇ ἐπαισθητῶς τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ἰδίως ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ὠχυρώσαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ προβῇ ἀπὸ τοῦδε εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς οἰκονομίας τὰς ὁποίας εἶμαι βέβαιος ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ ἀρχηγὸς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὅταν κατήγγειλεν τὴν ἰδικήν μου Κυβέρνησιν διὰ σπατάλην.
§204Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ ἐρωτᾶτε τὶ θὰ κάμω διὰ τὰ ἐλλείμματα τὰ ταμειακά. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ τὶ ἐκάματε μέχρι τοῦδε σεῖς; Λέγων τοῦτο δὲν ἤθελον νὰ ἐπεκταθῶ, διότι ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς ὑπευθύνου θέσεως αἰσθάνομαι ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ἀποτελέσματα τῶν ὁποίων δὲν θέλω νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην.
§205Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ εὔχομαι, ὅταν θὰ ἐπανέλθωμεν ἐδῶ νὰ εὕρωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντονωτέραν τὴν μέριμναν διὰ τὴν περικοπὴν τῶν δαπανῶν. Δὲν ἀποκλείω δὲ ἀσφαλῶς τὴν ἀνασύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομιῶν, διότι ἐντὸς τοῦ μηνὸς ἠμπορεῖ νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ θέλω ἐπίσης νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου σημείου, διὰ νὰ ἐκδηλώσω τὴν διαφωνίαν μου πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα, ὅσα σκέπτονται κατ’ ἐξοχὴν κομματικῶς, διότι θὰ παρατηρήσουν διατὶ ἐγώ, ἐνῷ δὲν φαίνονται νὰ εἶναι πολὺ μακρὰν αἱ ἐκλογαί, ἔρχομαι νὰ ἀντιγνωμήσω πρὸς ὅλους ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον θίγει τὰ συμφέροντα χιλιάδων πολιτῶν. Πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τῆς ἐγγείου παραγωγῆς. Ἐγὼ κ. Βουλευταί, ἐνῷ ἐπήγαινα εἰς ἐκλογάς, ἐθεώρησα καθῆκόν μου, ὅτε ὑπέβαλα τὸν προϋπολογισμόν, νὰ ἀναγράψω εἰς αὐτὸν καὶ πάλιν τὴν πρόσοδον ἐκ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς. Κατηγορήθην ὅτι τὸν ἐβεβαίωσα, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράχθη. Δὲν νομίζω ὅτι μέσῳ τοῦ ἐκλογικοῦ σάλου θὰ ἦτο κατάλληλος ὁ καιρὸς διὰ τὴν εἴσπραξιν. Ὅ,τι δὲν ἔγινε τότε, δύναται νὰ γίνῃ καὶ σήμερον. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι αὐτὸν τὸν φόρον θὰ τὸν καταργήσῃ καὶ θὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ μὲ αὔξησιν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐπὶ εἰδῶν τινῶν μὴ πρώτης ἀνάγκης. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἡ αὔξησις αὐτὴ ἐπὶ τῶν τοιούτων εἰδῶν, τῶν ὁποίων ἡ εἰσαγωγὴ ἔχει περιορισθῆ τόσον πολύ, θὰ καλύψῃ τὸ ἄνοιγμα ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ κατενόουν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν του ἐὰν εἶχεν ἕνα προϋπολογισμὸν ἰσοσκελισμένον ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἀνεγράφετο ἡ πρόσοδος τοῦ φόρου τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, καὶ μᾶς ἔλεγε ὅτι ἐγὼ θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ τὸν καταργήσω αὐτὸν τὸν φόρον, ἀλλὰ σπεύδω νὰ ἀναπληρώσω τὸ ἐντεῦθεν κενὸν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκεται εἰς θέσιν τόσον εὐχάριστον, δὲν ἔχει προϋπολογισμὸν ἰσοσκελισμένον. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπόν! καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἔχει ἰσοσκελισμένον προϋπολογισμόν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταργήσῃ ἕνα φόρον ὑπάρχοντα; Ἀλλὰ θὰ προχωρήσω ὀλίγον περαιτέρω. Ἐνῶ ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις ἔχει ἀνάγκην ὅλης τῆς συμπαθείας μας καὶ ὅλης τῆς μερίμνης μας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὅτι ἕνα ὡρισμένον τμῆμα τῆς γεωργικῆς τάξεως θὰ ἀπαλλαγῇ πάσης εἰσφορᾶς εἰς τὰ δημόσια βάρη. Διατὶ ἡ σταφὶς θὰ πληρώνῃ 7% καὶ τὸ ἔλαιον 13% καὶ ὁ καπνὸς 19% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου; Καὶ διατὶ θὰ θελήσετε εἰς τὰ σιτηρὰ νὰ μὴ πληρωθῇ τὸ 3%, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐσίαν δὲν ἀποδίδει περισσότερον ἀπὸ 60–70 ἑκατομμύρια καί, ἔστω ἐὰν καλῶς βεβαιωθῇ καὶ εἰσπραχθῇ, νὰ φθάσῃ τὰ 100; Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν ἀλήθειαν δὲν ἀντιπροσωπεύει μήτε τὰ 3% τῆς ἀξίας τῶν προϊόντων τὰ ὁποῖα βαρύνει. Καθ’ ἣν στιγμὴν παρέχεται προστασία ἐξαιρετικὴ εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν, ὄχι μόνον διὰ τοῦ βαρυτάτου εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς συγκεντρώσεως, καὶ ἑπομένως ὁ παραγωγός μας πωλεῖ τὸ περίσσευμα τῆς παραγωγῆς του εἰς τιμὴν ἱκανοποιητικήν, εἰς τιμὴν ἡ ὁποία εἶναι ὑπερδιπλασία, σχεδὸν δυόμισυ φορὰς μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πληρώνεται ὁ Βούλγαρος παραγωγός, διατὶ θὰ ἔλθωμεν νὰ ἐγκαταστήσωμεν αὐτὴν τὴν ἀνισότητα μεταξὺ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ἐγγείου παραγωγῆς τῆς γεωργικῆς; Εἴθε τὰ οἰκονομικά μας νὰ ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιτρέπουν τὴν γενναιότητα τοῦ νὰ καταργήσωμεν τὴν φορολογίαν τὴν γεωργικήν. Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν καταργήσωμεν, εἶναι πλάνη, εἶναι σφάλμα, εἶναι ἀνισότης τὴν ὁποίαν θὰ ἐδημιουργοῦμεν, ἂν ἠθέλομεν νὰ καταργήσωμεν καὶ ἕνα μόνον φόρον. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνόμιζα ὅτι θὰ ἐστρέφετο ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο εἰς τὸ νὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας.
§206Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου μελέτην γενομένην σχετικῶς πρὸς τὴν φορολογίαν.
§207Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχει γίνει ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεώς μου.
§208Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, καὶ ἡ ὁποία δι’ ἐμὲ εἶναι ἀρκετὰ ἱκανοποιητική. Διὰ τοῦτο, ὅταν εἶπον εἰς τὰς προγραμματικάς μου δηλώσεις ὅτι θὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἄλλου τινὸς φόρου, ἀνέφερα παραδειγματικῶς τὴν μεταλλικὴν δραχμήν, διότι γνωρίζω πόσον ὀλίγα θ’ ἀποδώσῃ καὶ ἐλπίζω ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι ἱκανοποιητικόν.
§209Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δηλαδὴ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας;
§210Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ναί. Μοῦ ἱκανοποιεῖ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἔχω. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν, διότι διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ ἀποκτήσωμεν καὶ μίαν διευθυνομένην γεωργικὴν πολιτικήν. Τοῦτο τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου.
§211Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Χαίρω πολὺ καὶ δὲν ἔρχομαι παρὰ νὰ σᾶς ἐνθαρρύνω.
§212Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦτο δυνατὸν τώρα νὰ φέρω ὅλας τὰς σκέψεις μου εἰς τὴν Βουλήν.
§213Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν σᾶς εἶπα τώρα.
§214Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν, κ. Πρόεδρε. Ἡ στρεμματικὴ φορολογία, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦμεν τώρα, ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν κατὰ τὸ 1926 καὶ προεκάλεσεν ἀληθῆ ἐπανάστασιν. Ἐν σχέσει μὲ τὴν φορολογίαν τῶν δημητριακῶν εἶναι σωστὰ ὅσα λέγετε, ὅτι ὑπάρχει μία ἀνισότης, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὰ δημητριακὰ καλύπτουν τὰ 90% τῆς διαίτης τοῦ χωρικοῦ, ἐνῷ ὁ καπνὸς καὶ τὰ ἄλλα εἴδη δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης.
§215Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πιστεύω ὅτι ἔχομεν τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως. Εἰσάγοντες τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐνταθῇ ἡ γεωργικὴ πολιτική, τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, — ἥτις κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀκολουθῇ τὴν πολιτικὴν τὴν ἰδικήν μου,—θὰ τείνωμεν τὴν παραγωγήν, θὰ γνωρίζῃ ὁ καλλιεργητὴς ὅτι, ἐὰν ρίψῃ εἰς τὸν ἀγρόν του λιπάσματα καὶ ἐὰν κάμῃ βαθεῖαν ἄρρωσιν, θὰ ἀποκομίσῃ τριπλασίαν καὶ τετραπλασίαν παραγωγήν, ὅπως σήμερον παντοῦ γίνεται, ὅπου ἔγινεν αὐτὴ ἡ καλλιέργεια ἰδίᾳ ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ ὅτι τὸ περίσσευμα τῆς παραγωγῆς θὰ πάῃ εἰς αὐτὸν καὶ τὸ Κράτος δὲν θὰ ζητήσῃ μερίδιον ἀπὸ αὐτὴν τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, διότι θὰ ἔχῃ κανονισθῆ ἡ φορολογία ἡ στρεμματική, ἡ ὁποία, ὅπως γνωρίζετε, μεταβάλλεται κατὰ μακρὰς περιόδους, κατὰ 5 ἔτη. Θὰ ἠξεύρῃ τουλάχιστον ὁ γεωργὸς ὅτι ἐντὸς τῆς πενταετίας, ἐὰν καλλιεργήσῃ ἀποτελεσματικώτερον τὸν ἀγρόν του καὶ διαθέσῃ τὰ ἀπαραίτητα λιπάσματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται μεγάλα δάνεια, δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ τίποτε, καὶ τὴν ὠφέλειαν θὰ ἀποκομίσῃ αὐτὸς μόνος ὁλόκληρον. Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄλλο: ὅτι θὰ ἐξαναγκασθῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ καλλιεργήσωμεν γαίας, αἱ ὁποῖαι εἴτε δὲν καλλιεργοῦνται παντάπασι σήμερον, εἴτε καλλιεργοῦνται ὅλως ἀνεπαρκῶς. Ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς φορολογίας δὲν θὰ εἶναι μόνον ἀνακούφισις τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸ ἀπηρχαιωμένον ἀληθῶς σύστημα τῆς δεκάτης, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ ὅπλον εἰς χεῖρας τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους διὰ τὴν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῆς γῆς μας, διότι κ. Βουλευταί, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ συμφωνήσω καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο μὲ πολλοὺς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν γνώμην. Εἶναι γνώμη καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ριζοσπαστικοῦ καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐργατοαγροτικῶν. Καὶ ὁ Ἀρχηγὸς δὲ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἴδιον φρονεῖ, ὅτι δηλ. ἡ γῆ μας εἶναι ἐπαρκὴς νὰ μᾶς θρέψῃ. Θεωρῶ ὅτι τοῦτο εἶναι πλάνη, καὶ πλάνη ὀλεθρία. Βέβαια, καὶ ἐγὼ πολλάκις ἐσκέφθην, ὅταν περιέρχομαι τὴν Ἑλλάδα καὶ βλέπω τὰ βουνὰ καὶ τὰς ἐκτάσεις τὰς μὴ καλλιεργημένας, τὶ διάβολο, τέλος πάντων, ὤθησε τοὺς παλαιοτέρους προγόνους μας νὰ ἐγκαταστήσουν τὴν Ἑλλάδα σὲ τέτοια μέρη.
§216Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἦσαν οἱ Θεοὶ τότε ποὺ βοηθοῦσαν.
§217Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὸν σημερινὸν τουλάχιστον πληθυσμόν μας, καὶ δι’ ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἔχωμεν ὅταν αὐξηθῇ τουλάχιστον μετὰ μίαν δεκαετίαν.
§218Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καλλιεργημένας ἐννοεῖτε ἢ μή; Διότι διὰ τὰς καλλιεργημένας εἶμαι σύμφωνος.
§219Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι ἐντὸς μιᾶς δεκαετίας πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, Κύριοι, ὅτι θὰ παρατηρηθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη εἰς ὅλα τὰ Κράτη κατὰ τοὺς τελευταίους ἰδίᾳ χρόνους, δηλ. κάποιας ἐπιβραδύνσεως τῆς πολυτεκνίας. Βέβαια, συμμορφούμενοι πρὸς τὸ Σύνταγμα, καθιερώσαμεν ὑπὲρ τῶν πολυτέκνων ἀπαλλαγὰς καὶ ἄλλας ὠφελείας. Δὲν θὰ σκεφθῶ βέβαια ποτέ, διότι δὲν εἶμαι ἠθικολόγος φιλόσοφος ἢ προφήτης, νὰ εἶναι ἀντίθετος πρὸς τοῦτο, ἐκεῖνο δηλ. ποὺ κάμνει ὁ κ. Μουσολίνι ἐν Ἰταλίᾳ καὶ νὰ λέγω ὅτι πρέπει νὰ κάμουν πολλὰ παιδιά, αἱ γυναῖκες, διότι αὐτὰ εἶναι φυσικὰ ζητήματα. Ἀλλ’ ἐκφράζω μόνον τὴν εὐχὴν μετὰ μίαν δεκαετίαν ἡ τόση αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ζωτικότητα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μᾶς εὐχαριστῇ ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μᾶς δημιουργήσῃ διὰ τὸ μέλλον κίνδυνον, πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θέλει ἀνασταλῆ καὶ τότε πιστεύω ὅτι ἡ γῆ τὴν ὁποίαν ἔχομεν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ἄριστα εἰς τὸ νὰ διαθρέψῃ τὸν πληθυσμόν. Ἄν βέβαια, ὄχι μόνον τὰς ἐκτάσεις, τὰς ὁποίας θὰ μᾶς ἀποδώσουν τὰ πραγματικὰ ἔργα, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, αἱ ὁποῖαι ἐκτάσεις εἶναι δυόμισυ ἑκατομμύρια στρεμμάτων ἀρίστης γῆς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκτάσεις γῆς, ἐξ ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου στρεμμάτων τὰς ὁποίας θὰ μᾶς ἀποδώσῃ ἡ ἀποξήρανσις τῶν μικρῶν ἄλλων ἑλῶν, τὰ ὁποῖα κατακλύζουν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ ἐκτέλεσις ὅλων τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων διὰ τῶν ὁποίων δύναται ν’ αὐξηθῇ ἡ γῆ ἐν Μακεδονίᾳ, θὰ γίνῃ κάτι τι διὰ τὴν ἐπάρκειάν μας, διότι ἐφέτος, καλῶς καλλιεργηθέντα τμήματα γῆς διὰ σπόρου ἐκλεκτοῦ, καὶ δι’ ἀρρώσεως βαθείας, ἀπέδωκαν κατὰ στρέμμα 250, 300 μέχρι 380 ὀκάδας σίτου ἢ κριθῆς. Ἄν λοιπόν, κατορθώσωμεν διὰ καλλιτέρας καλλιεργείας ν’ ἀποδίδῃ ἡ γῆ μας, ὄχι τὰ μεγάλα αὐτὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ νὰ διπλασιάσῃ μόνον τὴν σημερινὴν ἀπόδοσίν της, θὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ ψωμί μας. Ἕν μέρος τῶν ἐκτάσεων, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀποδοθοῦν εἰς τὴν καλλιέργειαν διὰ τῆς συμπληρώσεως τῶν παραγωγικῶν ἔργων, θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ ἐγκαταστήσωμεν μεγάλην κτηνοτροφίαν, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ εἰς τὴν Χώραν τὸ διὰ τὴν κατανάλωσιν κρέας. Καὶ ὅταν κατορθώσωμεν νὰ παραγάγωμεν εἰς τὸν τόπον μας καὶ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρέας, ἠμποροῦμεν, νομίζω, νὰ εἴμεθα ἡσυχώτεροι διὰ τὸ μέλλον. Οὔτε πρέπει νὰ παραγνωρίζωμεν ὅτι καὶ ἡ βιομηχανία μας εἶναι ἀκόμη δεκτικὴ ἀναπτύξεως ἀρκετῆς. Αὐτὰ ἐνόμισα κ. Βουλευταί, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰ εἴπω, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω ἀναπάντητον τὴν τόσον ἐκδηλωθεῖσαν ἐδῶ μεγάλην ἀνησυχίαν, τοῦ τὶ θὰ γίνωμεν. Δὲν μᾶς χωρεῖ ὁ τόπος μας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν αὐτὸ τὸ αἴσθημα ἐκαλλιεργεῖτο θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χάσωμεν τὴν ἠρεμίαν τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν διὰ νὰ κανονίζωμεν τὴν πολιτικήν μας, τὴν ἐθνικήν, θὰ εἴπω, πολιτικήν μας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ τώρα νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον ἓν βέλος, τὸ ὁποῖον ἐξηκόντισε κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς μου διὰ τὰς σπατάλας της. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεζητήθη ἐμπεριστατωμένως καὶ διὰ μακρῶν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, καὶ ἀπέδειξα ὅτι, ἐνῷ δὲν ἐπέβαλα καμμίαν νέαν φορολογίαν, ἠλάττωσα τοὐναντίον τὰ φορολογικὰ βάρη κατὰ 180.000.000 τὸ ἔτος καὶ κατώρθωσα νὰ ἐπαρκέσω εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ 1927–28 καὶ εἰς 1400 τόσα ἑκατομμύρια δραχμῶν τὰ ὁποῖα ἀντεπροσώπευον καὶ τὴν αὔξησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δημοσίου Χρέους, καὶ τὴν ὑπεσχημένην αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ τὴν ὑπεσχημένην αὔξησιν τῶν συντάξεων, καὶ ἄλλας ἐν γένει αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δύναται νὰ μὴ ἀποδοθῶσιν εἰς πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ κατώρθωσα συγχρόνως νὰ ἐπαρκέσω εἰς τὴν ἐφαρμογὴν πολυμεροῦς προγράμματος, ἐκδηλωθέντος ἰδίᾳ εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν τὴν στοιχειώδη, εἰς τὴν γεωργίαν καὶ εἰς τὴν ὑγιεινήν. Κατώρθωσα παρὰ ταῦτα νὰ ἔχω καὶ περισσεύματα οὐσιώδη, τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον κατὰ τὴν ἰδικήν μου διαχείρισιν εἰς 1279, νομίζω, ἑκατομμύρια δραχμῶν, μὲ τὸ περίσσευμα τῆς διαχειρίσεως τοῦ κ. Καφαντάρη 2½ ἑκατομμύρια. Ἐξήγησα δὲ πῶς διέθεσα τὰ ἑκατομμύρια αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσω κάπου, ἀφοῦ τὰ εἶχα — διότι θὰ ἦτο μωρὸν νὰ ἐλαττώσω τὴν φορολογίαν καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἠμποροῦσα νὰ εἶμαι βέβαιος περὶ τῆς αὔριον. — Ἀλλὰ διὰ τῆς δαπάνης αὐτῆς τῶν περισσευμάτων κατώρθωσα νὰ ἀντιμετωπίσω τὴν ἀνεργίαν, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1929, ὅτε ἐξερράγη ἡ μεγάλη χρηματιστηριακὴ κρίσις τοῦ Λονδίνου καὶ ἤρχισαν καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ φθάνουν τὰ τελευταῖα της κομμάτια, ἐξεδηλώθη καὶ εἰς τὸν τόπον μας. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι διὰ τῆς δαπάνης αὐτῆς ἡ ἀνεργία ἐπολεμήθη παρ’ ἡμῶν μὲ καλλίτερον τρόπον, παρὰ μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἐπολεμήθη εἰς ὁποιονδήποτε ἄλλο Κράτος, ἐκτὸς τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία ἐπολέμησε τὴν ἀνεργίαν διὰ ἐκτελέσεως μεγάλων ἔργων. Ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα ποὺ ἔκαμα, ἐκεῖνα ποὺ ἠμπορεῖτε νὰ χαρακτηρίσητε ὡς πολυτέλειαν, εἶναι ἡ χρησιμοποίησις τῶν Παλαιῶν Ἀνακτόρων διὰ τὴν ἐγκατάστασιν, τὴν ἐπαρκῆ, καὶ ἀξιοπρεπῆ, τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, καὶ ἡ ἀνοικοδόμησις τοῦ κτιρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ διὰ μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς ἐξήγησα καὶ ἄλλοτε, ὅτι ρητὴ διάταξις τῆς διαθήκης ἐπέβαλλε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν, ἄλλως θὰ ἐχάνομεν τὸ οἰκοδόμημα. Δέχομαι ἐν τούτοις, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει μία πολυτελὴς δαπάνη, καὶ τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ μεγάρου Συγγροῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς κατοικία καὶ διὰ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ δαπάνη ἡ μόνη. Καὶ εἶναι προφανές, ὅτι ἂν δὲν ἀπεφασίζετο ἡ δαπάνη αὐτὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν τῶν μεγάλων περισσευμάτων, οὐδεὶς θὰ ἐσκέπτετο νὰ τὴν κάμῃ σήμερον. Ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη δαπάνη ἡ πολυτελής. Ὅσον δὲ διὰ τὰ Νομοθετικὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα ἐγκαθίστανται εἰς τὰ Παλαιὰ Ἀνάκτορα, δηλώνω ὅτι εἴχομεν καθῆκον τὸ ἔργον αὐτὸ νὰ τὸ κάμωμεν διὰ νὰ διατηρήσωμεν ἓν κτίριον, τὸ ὁποῖον συνδέεται τόσον μὲ τὴν ἱστορίαν μας, καὶ ἰδίως μὲ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε καταστῆ ἑτοιμόρροπον. Βέβαια, ὅπως συνήθως συμβαίνει οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἀρχιτεκτόνων ἐπλανήθησαν. Κατὰ τὸν ἀρχικὸν προϋπολογισμὸν αἱ δαπάναι ὑπελογίζοντο εἰς 50–80 ἑκατομμύρια. Δυστυχῶς ὅμως ἀνῆλθον εἰς πολὺ περισσότερον ποσόν. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι ἡ χρησιμοποίησις αὐτοῦ πρόκειται νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας τοῦ μισθώματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 27 ἑκατομμύρια, νὰ ἀπαλλαγῇ δ’ οὕτω καὶ τὸ Μέγαρον τοῦ Σλῆμαν. Ἐπίσης ἀπηλλάγημεν τῆς ἐτησίας δαπάνης τῶν 17 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα ἐπληρώναμεν διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Γερουσίας εἰς ἕνα παλαιὸν θέατρον. Ἐξ ἄλλου ἀπαλλασσομένου τοῦ λαμπροῦ οἰκοπέδου τοῦ παλαιοῦ κτιρίου τῆς Βουλῆς, θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐξ αὐτοῦ περὶ τὰ 70 ἑκατομμύρια. Καλύπτονται οὕτω τὰ διατεθέντα διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν Παλαιῶν Ἀνακτόρων καὶ ἔχομεν καὶ εὐπρόσωπα Νομοθετικὰ Σώματα. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περισσότερα ἐπ’ αὐτοῦ καὶ σᾶς ζητῶ συγγνώμην, διότι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἦτο ἀντικείμενον τῆς ἑσπέρας ταύτης.
§220Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ προβῶ εἰς μίαν ἐξήγησιν. Ἐγὼ δὲν ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην συζήτησιν. Ἐὰν ἤθελον θὰ εἶχον ἀπειρίαν στοιχείων νὰ φέρω κατὰ τὴν ἀγόρευσιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν μου δηλώσεων. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτική σας ὑπῆρξεν ἡ ἀνάλογος πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Καὶ χθὲς εἶπον, δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον, ὅτι σᾶς παρεπλάνησαν πολὺ τὰ περισσεύματα καὶ ἐνομίσατε ὅτι ἠδύνασθε νὰ κάμετε πάρα πολλά. Ὡμιλήσατε καὶ περὶ τῶν σχολείων ὅτι ἐλήφθη ἕνα ἑκατομμύριον λιρῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο εἰσήγησις τοῦ νομοσχεδίου, ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν σας ὡς ἀνακεφαλαίωσις τῶν τελῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν. Καὶ ὅμως καὶ αὐτὰ ὅλα κατηναλώθησαν, χωρὶς νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς δι’ ὃν κατηναλώθησαν τὰ χρήματα αὐτά, διότι καὶ σήμερον ἀκόμη ὑπάρχουν πάμπολλα σχολικὰ κτίρια ἡμιτελῆ, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ κατορθωθῇ νὰ συμπληρωθοῦν ποτε. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν τοιαύτην.
§221ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θέλετε νὰ εἰσέλθητε, ἀφοῦ εἰσέρχεσθε.
§222Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς εἶπα τίποτε σχετικόν, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις.
§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν θέλετε, ἀφοῦ μὲ προκαλεῖτε εἰς περαιτέρω συζήτησιν, ἐμὲ δὲν μὲ μέλλει, δυνάμεθα νὰ τὴν ἀναβάλωμεν.
§224Γ. ΜΑΡΗΣ. Εἰσερχόμεθα ἢ δὲν εἰσερχόμεθα εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεώς μας; Αὐτὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ λέγωνται, ὅταν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς μίαν διακοπήν του ἐπωφελήθη διὰ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ χιλιάδων ὑπαλλήλων καὶ σπαταλῶν, χωρὶς κἂν νὰ ἠξεύρῃ πόσοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι καὶ εἰς ποίους κλάδους ἀναλογοῦν, διότι εἰς κατηγορίαν του περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκάλων καὶ τῶν ἀστυφυλάκων εἶπεν ὅτι εἶναι πλείονες οἱ διδάσκαλοι. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε ὅτι δὲν εἰσερχόμεθα εἰς συζήτησιν οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ παρεπλανήθη ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι τὰ περισσεύματα αὐτὰ ἀποτελοῦν ἕνα ποσοστὸν ἐλάχιστον τῆς ὅλης διαχειρίσεως, ὀφειλόμενον εἰς μίαν φειδωλὴν διαχείρισιν.
§225Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὁρίσῃ μίαν εἰδικὴν ἡμέραν, μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ γίνῃ ἂν θέλετε μία συζήτησις εἰδική. Τώρα ὅλα αὐτά, κυρίως εἰπεῖν, δὲν ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὰ ζητήματα ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν. Εἶπον ὅτι ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς Κυβέρνησιν μειονοψηφίας καὶ ἔχουσαν ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὰ ἄλλα κόμματα, ζητοῦμεν, λέγω, νὰ δεχθῇ ὅπως τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τὴν κάμωμεν δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Εἶπον μάλιστα μὲ τὸν πρόσθετον ὅρον ὅτι ἠμπορεῖ νὰ καλῆται ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς ὅπως ἐγένετο εἰς πᾶσαν περίστασιν εἰς τὸ παρελθόν. Πρέπει νὰ εἴπω ἀπόψε, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον κυρίως ἐγύρευα τὴν ἐπιφύλαξιν αὐτὴν τοῦ δικαιώματος, ἔχασε τὴν βάσιν του.
§226Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε τὸν ὑποπτεύεσθε πραγματικῶς;
§227Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸν ὑποπτευόμην προηγουμένως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσων αὐτὸς εἶπε.
§228Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν λόγον τὸν προεκλογικὸν ἔλεγεν ὅτι θὰ κάμῃ δικτατορίαν.
§229Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄφησέ με κ. Κούνδουρε νὰ διεξαγάγω ἐγὼ τὴν συζήτησιν. Μὴ ἀνακατεύεσθε. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς λέγει ὅτι αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητεῖτε, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν θὰ ζητήσω διὰ Διατάγματος νὰ σᾶς στείλω εἰς τὰ σπίτια σας παρὰ τὴν θέλησίν σας, μὲ θίγει ἐμένα. Τὸ θεωρῶ ὅτι εἶναι πρᾶξις ἐχθρικὴ ἐναντίον μου. Καὶ τοῦ λέγω ἐγώ, διατὶ εἶναι ἐχθρικὴ πρᾶξις, ἀφοῦ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἂν μείνωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον σύμφωνοι, τότε ἡ ἀνοχὴ τὴν ὁποίαν ἤθελα νὰ σᾶς δώσω μεταβάλλεται εἰς πλήρη ἐμπιστοσύνην; Διατὶ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα εἰς τὴν παροχὴν τῆς ψήφου μου νὰ θέσω προϋποθέσεις τινάς; Διατὶ θίγεσθε ὅταν σᾶς λέγω ὅτι ἡμεῖς θιγόμεθα περισσότερον ἂν μᾶς στείλετε εἰς τὰ σπίτια μας καὶ δὲν μᾶς ἐρωτήσετε, ἐνῷ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ σᾶς δώσωμεν ὅλην τὴν προθεσμίαν τὴν ὁποίαν μᾶς ἐζητήσατε, καὶ ἀκόμη περισσοτέραν δι’ ἰδίας μας ἀποφάσεως; Διατί; Πῶς δὲν θὰ ἦτο ἀκόμη περισσότερον ἐχθρικὸν τὸ διάβημα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει ὅτι δὲν ἔχει παρὰ νὰ μᾶς ζητήσῃ τὴν διακοπὴν καὶ νὰ στέρξωμεν εἰς αὐτήν; Δὲν ἠμπορεῖ λοιπὸν νὰ δικαιολογηθῇ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένων νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς διὰ Διατάγματος διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν μας. Ἀπόψε μᾶς εἶπε: Ποῦ ξέρετε, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ ἔχω τοιαύτας προθέσεις; Δὲν τὰ ἐδήλωσα. Δὲν θὰ τὸν κατηγόρουν, διότι εἰς τὸν ὄγκον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ προσθέσῃ καὶ τὸν ὄγκον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐλησμόνησεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γράφεται, τῇ ἐμπνεύσει του βέβαια, εἰς τὰς ἐφημερίδας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶχον δικαίωμα ὅτε χθὲς ἠγόρευον νὰ εἴπω, ὅτι, ἐνῷ ἡμεῖς ἐξηντλήσαμεν μέχρι τοῦ ἀκροτάτου ὁρίου τὸ πνεῦμα τοῦ συμβιβασμοῦ τῆς συνεργασίας τὴν ὁποίαν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ παράσχωμεν μέχρι τοῦ δυνατοῦ ἐφ’ ὅσον ἀποκρούεται ἡ Οἰκουμενική, τὸ ἀντίθετον μέρος, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔκαμεν οὔτε ἕνα βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἐδήλωσεν ἁπλούστατα τὴν ὑποσχεθεῖσαν ψῆφον ἀνοχῆς, νὰ τὴν μεταβάλῃ μόνον μερικῶς εἰς ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ ὡς περιλαμβάνουσαν καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς διὰ Διατάγματος διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα. Βέβαια, ἡ ψῆφος μας δὲν ἐπηρεάζει τὰς διαθέσεις τῶν ἄλλων ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι θὰ τοῦ δώσουν ἄλλοι ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ ἄλλοι ψῆφον ἀνοχῆς, καὶ δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην. Εἶναι δικαίωμά του νὰ μὴ θέλῃ τὴν ψῆφον ἡμῶν καὶ νὰ ζητῇ νὰ τὸν καταψηφίσωμεν. Δὲν θὰ τοῦ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ ψῆφον ἀνοχῆς μὲ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν ψῆφον τῆς ἀνοχῆς.
§230Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξηγήσω ἐγὼ τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου τῆς ἀνοχῆς.
§231Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον. Εὐτυχῶς μετὰ τὴν παρέμβασιν τὴν ἀποψινὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ριζοσπαστικοῦ Κόμματος καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις τῶν ἄλλων Ἀρχηγῶν, τῶν ἄλλων κομμάτων περὶ τῆς ψήφου τὴν ὁποίαν θὰ δώσουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν γεννᾶται ζήτημα κινδύνου ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ εἴπω ὅτι ἐὰν ἐγεννᾶτο ζήτημα, ἐγὼ θὰ μετέβαλλον γνώμην. Δίδω τὴν ψῆφον τῆς ἀνοχῆς μὲ τὴν ἔννοιαν πάντοτε ὅτι τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μόνον δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς θὰ δύναται νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Εὐτυχῶς τὸ κόμμα μου δὲν ἔχει πλειονοψηφίαν.
§232Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὰ τελευταῖα λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ πόθεν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τὸ κείμενον τῆς ἐφημερίδος τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσε δὲν ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη παρ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτε ἐδημοσιεύθησαν αἱ σκέψεις μου πρὸς τοὺς ἐρωτήσαντάς με δημοσιογράφους. Εἶχον ὑποθέτω, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πᾶν δικαίωμα, σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ σύμφωνα μὲ ὅσα ἀνέγνωσα ἐκ τοῦ βιβλίου τοῦ Μακαρίτου Ζέγγελη, νὰ ἰσχυρισθῶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἰσχυρίσθην. Δὲν λέγω οὐδαμοῦ ὅτι δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταχειρισθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὑπὸ ὅρον καὶ ποῖος πρέπει νὰ εἶναι οὗτος. Λέγω, καὶ εἶναι ὀρθόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται κατάχρησις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Ἡ ἐπέμβασις ἡ ὁποία γίνεται ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν Βουλὴν ἀναγνωρίζεται, τόσον διὰ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὅσον καὶ διὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀπόλυτος ἦτο κατὰ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ἐνῷ σήμερον εἶναι μετριασμένη καὶ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ὀρθός. Ἀλλ’ εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ ζητεῖται δι’ ὅλα αὐτὰ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, διότι ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ καλύτερον εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐργάζηται μὲ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δύναται ἐκ διαφόρων λόγων νὰ ἀρνηθῇ νὰ παράσχῃ τὸ δικαίωμα αὐτό. Τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην διὰ τὴν ὁποίαν ἐκ διαφόρων λόγων τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν ὑφίσταται; Δὲν θὰ κάμῃ αὕτη χρῆσιν τοῦ δικαιώματος ἐκείνου, ἂν προσέρχονται οἱ βουλευταὶ καὶ λέγουν: ὅτι «σᾶς δίδομεν τὴν ὑποστήριξιν, ἀλλὰ σᾶς τὴν δίδομεν ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτόν, ἢ ἄλλως δὲν σᾶς τὴν δίδομεν». Καὶ τὶ ἄλλο σημαίνει τοῦτο παρὰ δυσπιστίαν; Καὶ τὶ ἄλλο σημαίνει ὅταν τὴν ὑποστήριξιν αὐτὴν καὶ ἂν τὴν ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ δοθῇ αὕτη ὑπὸ τὸν ὅρον ἅμα θέλει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ καλῇ τὴν Βουλὴν νὰ ἐμφανισθῇ, τί ἄλλο, λέγω, σημαίνει ἢ ὅτι τὸ Κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσε τοιαύτην ἀνοχήν, θεωρεῖται ὅτι ἐμμέσως ἀναιρεῖ τὴν ἀνοχὴν αὐτήν; Διότι ταύτην τὴν ἔννοιαν δίδει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ αὐτὴν ἠθέλησα νὰ διασαφηνίσω καὶ ἐγώ, εἰπὼν εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων: Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ἀνάγκην διά τινος τῶν μελῶν της, ἢ καὶ διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὰ ζητήματα τὰ σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ποίαν ἐργασίαν θὰ ἠδύνατο ἐκεῖ νὰ κάμῃ εἰς τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν νομίσῃ ὁ ὑποστηρίζων διὰ τῆς ἀνοχῆς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει αἰφνηδίως νὰ ἄρῃ, διὰ τοῦ ἁπλουστάτου μέσου ποὺ θὰ ἔχῃ νὰ καλῇ τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν, τὴν ἀνοχήν του; Καὶ πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐργασίας της ζητήσῃ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς διὰ Προεδρικοῦ Διατάγματος; Δὲν σημαίνει τοῦτο ὅτι δὲν ἔχει κανὲν στήριγμα; Θὰ ἤθελα ταῦτα τὰ σημεῖα νὰ μοῦ διασαφήσῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Ἐὰν θέλῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν ἔχῃ εἰς κάθε φορὰν δεσμίαν, ὥστε νὰ μὴ δύναται αὕτη νὰ ἐνεργήσῃ τι, τότε αὐτὸ δὲν λέγεται ἀνοχή, λέγεται, δυσπιστία. Ἐὰν ἐπιμένῃ, ἐγὼ ὡς τοιαύτην θὰ τὴν ἐξηγήσω καὶ θὰ πράξω ὅ,τι νομίζω.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§234Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔπραξε τὸ πᾶν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅπως, διὰ συνεχῶν προκλήσεων καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν δημιουργίαν διαλλακτικῶν διαθέσεων, καὶ προεκάλεσεν ἀντιθέσεις μὴ ἐπιτρεπούσας τὴν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον μεταξὺ τῶν κομμάτων ἐπαφὴν καὶ συνεννόησιν. Ἔφθασεν ἡ προκλητικότης μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ ἀκούσω ψιθυριζομένην ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν δὲν συμμερίζομαι, ὅτι ἐπεζητήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀφορμὴ ἀποσείσεως τῶν κυβερνητικῶν εὐθυνῶν, μέχρις ἐξωθήσεως τῶν κομμάτων.....
§235Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, σᾶς λέγω, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, δὲν σκέπτεται τοιοῦτο τι. Καὶ μετὰ τὴν κατηγορηματικὴν αὐτὴν δήλωσιν δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἐξακολουθήσετε νὰ λέγετε αὐτά. Ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν ἐν γνώσει τῶν εὐθυνῶν, ἀλλ’ ἐν γνώσει τῶν εὐθυνῶν ἀναλαβὼν ταύτην, θέλω νὰ γνωρίζω καὶ ποῖαι εἶναι αἱ εὐθῦναι αὗται.
§236Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αἱ πράξεις σας εἶναι ἀντίθετοι πρὸς ὅσα λέγετε, καὶ προσπαθεῖτε δι’ ἐξωθήσεως τῶν κομμάτων τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπαλλαγῆτε τῶν εὐθυνῶν αὐτῶν. Ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν εἶπον ὅτι θὰ ἀποφύγω πᾶσαν ἐπέκτασιν ἐπὶ τῶν μετεκλογικῶν γεγονότων καὶ συνεννοήσεων διὰ νὰ μὴ προκαλέσω προστριβὰς ἀκαίρους. Ἀλλὰ σιγῶν, ὡς ἐσίγησα μέχρι τοῦδε καὶ εἰς σχετικὰς ἐπιθέσεις τοῦ τύπου τοῦ φιλικῶς προσκειμένου πρὸς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σιγήσω καὶ εἰς τὴν προκλητικότητα ταύτην καὶ εἰς ὅσα εἶπε σήμερον ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, υἱοθετήσας ἐν πολλοῖς οὕτω τὰς ἐπιθέσεις τοῦ φιλικοῦ πρὸς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα τύπου. Ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῶν ἐκλογῶν, εὐθὺς ὡς κατέστη ἀντιληπτὸν ὅτι ὁ καταμερισμὸς τῶν δυνάμεων μεταξὺ τῶν δύο μόνον μεγάλων Κομμάτων δὲν ἐπέτρεπεν ἄλλην λύσιν πρὸς ἀποσόβησιν τῶν ἐκλογῶν τὴν ὁποίαν πάντες ἐπόθουν, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Χώρα ἐπίσης ἐπεθύμει, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη λύσις εἰμὴ ἡ συνεργασία τῶν δύο τούτων κομμάτων εἰς κοινὴν Κυβέρνησιν. Εἰς περίπτωσιν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε κριθῇ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μείνουν ἀνεύθυνα καὶ τὰ μικρὰ κόμματα, ἐπεβάλλετο τότε ἡ συμμετοχὴ καὶ τῶν κομμάτων τούτων εἰς γενικὴν Κυβέρνησιν εἰς Οἰκουμενικήν. Ἐπὶ τῆς γραμμῆς ταύτης τὸ Προοδευτικὸν κόμμα ἐπέμεινεν ἀπὸ τῆς ἐπιούσης ὡς εἶπον τῶν ἐκλογῶν μέχρι σήμερον, ἀπαρεγκλίτως, καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν ταύτην προσήρμοσεν ὅλας τὰς ἐνεργείας του, διότι θὰ ἦτο πολιτικὴ ἀληθῶς ἀλλοπρόσαλλος, ἐνῷ ἠθέλομεν ὡς μόνην διέξοδον διὰ τὴν Χώραν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐνισχύσωμεν ροπὰς ἀντιθέτους πρὸς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Δὲν ἐδήλωσα τοῦτο μόνον εἰς τὸν τύπον, ἀλλὰ καὶ ὅτε περιβληθεὶς μὲ τὴν τιμητικὴν ἐντολὴν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας νὰ πράξω ὅ,τι ἐξῃρτᾶτο ἐξ ἐμοῦ διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος, ἐπεσκέφθην τὸν Ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἐπιμόνως ὑπεστήριξα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἐπιμένω καὶ ἐπέμεινα καὶ εἰς τὰς δύο ἑπομένας συναντήσεις. Ἀλλ’ ὁ τύπος ὁ προσκείμενος εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἀντιληπτὸν ὅτι δὲν ἤμην διατεθειμένος εἰς ἐνίσχυσιν τῆς τάσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἵνα σχηματίσῃ Κυβέρνησιν Συνασπισμοῦ τῶν ἀντιπολιτευομένων κομμάτων, ἐχαρακτήρισεν, οὔτε πολὺ οὔτε ὀλίγον, ὡς καθαρὰν ἀποστασίαν, ὡς καθαρὰν ἐγκατάλειψιν ἐκ μέρους μου τῆς θέσεως ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ἔταξεν ὁ ἑλληνικὸς λαός. Διεξήγαγον ἐπὶ τέσσαρα ἔτη μετὰ τῆς μικρᾶς ὁμάδος, τῆς ὁποίας προϊστάμην, κατὰ τὴν λήξασαν περίοδον ἀγῶνα ἐπίμονον κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διεξήγαγον τὸν ἀγῶνα τότε μόνος καὶ μάλιστα πολὺ ἰσχυρότερον τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διεξήγαγον τὸν ἀγῶνα πολλάκις, πλειστάκις μόνος παλαίων ἐναντίον ὅλων τῶν ἄλλων κομμάτων εἰς ἐπιθέσεις στρεφομένας ἐναντίον μου, δημιουργήσας οὕτω, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δι’ ἐμὲ καὶ τὸ κόμμα μου θέσιν ἐξαρτήσεως καὶ ὑποτελείας εἰς τὸ Κόμμα τὸ Λαϊκὸν καὶ θεωρηθεὶς ὡς στερούμενος πλέον γνώμης, ὡς στερούμενος τοῦ δικαιώματος νὰ ἰθύνω τὰ τῆς πολιτικῆς μου κατὰ τὴν ἰδίαν μου συνείδησιν. Ὤφειλον νὰ ὑπακούω τυφλῶς εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, κινδυνεύων, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, νὰ χαρακτηρισθῶ ὡς ἐγκαταλείπων τὰς τάξεις—ποίας τάξεις ἐγκατέλειψα; Θὰ ὑπάρξῃ τις ὁ ὁποῖος νὰ πιστεύῃ ὅτι ἐγκατέλειψα πρὸ τετραετίας τὴν ἡγεσίαν τοῦ μεγαλυτέρου κόμματος τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ γίνω ὑποχείριος οἱωνδήποτε ἄλλων κομμάτων, καὶ μάλιστα κομμάτων, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν μὲ συνδέει ἰδιαιτέρα τις κοινότης ἰδεῶν; Ἐχάραξα μόνος, ὡς εἶχον δικαίωμα, τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐνόμιζον συμφέρουσαν διὰ τὸν τόπον. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ζητήσω πρὸς τοῦτο τὴν ἄδειαν κανενός, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον δὲν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Εἶχον ἐλευθερίαν ἀπόλυτον κινήσεων, διότι δὲν ἐδεσμεύθην οὔτε πρότερον, οὔτε κατὰ τὸν προεκλογικὸν ἀγῶνα, καθ’ ὃν ἐπάλαισα καὶ κατὰ τῆς μιᾶς καὶ κατὰ τῆς ἄλλης παρατάξεως, προσπαθήσας νὰ δημιουργήσω τὴν λεγομένην τρίτην κατάστασιν. Καὶ εἶχον πάντα λόγον νὰ συνεχίσω τὸν ἀγῶνα αὐτὸν ὅσον ἠδυνάμην, χωρὶς νὰ παράσχω τὸ δικαίωμα εἰς κανένα, καὶ πολὺ περισσότερον εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, νὰ φαντάζεται ὅτι, ἐὰν ἐπέτυχον εἰς τὰς ἐκλογάς, αὐτὸ ἐσήμαινεν ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ εἶχον κανὲν ἄλλο δικαίωμα, ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ μοῦ ἐπέτρεπεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀλλὰ διατί ἐχάραξα τὴν πολιτικὴν αὐτήν; Διότι ἀπέκρουσα εἰς πᾶσαν περίστασιν μὲ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον τὸν σχηματισμὸν ἄλλης Κυβερνήσεως, καὶ δὴ Κυβερνήσεως Συνασπισμοῦ τῶν ἀντιπολιτευομένων Κομμάτων; Διότι τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἐκλογικόν, ἀνεξαρτήτως οἱωνδήποτε ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, διὰ νὰ μὴ φανῶ στερούμενος ἁβρότητος ἀπέναντι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ ἀναφέρω, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τῶν ἄλλων λόγων, διότι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν ἦτο τοιοῦτον, ὥστε σχηματισμὸς Κυβερνήσεως τῶν ἀντιπολιτευομένων κομμάτων δὲν θὰ ἦτο ἄλλο τι εἰμὴ λύσις ἄγουσα εὐθέως πρὸς ἐκλογάς, διότι καὶ ἐνδεχομένη ἀναβολὴ τῶν ἐκλογῶν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας θὰ παρέτεινεν, ὅπως εἶπον ἁπλῶς, τὸ προεκλογικὸν στάδιον μὲ τὴν συμπαραμαρτοῦσαν εἰς αὐτὸ ἀβεβαιότητα καὶ παραλυσίαν. Ἦτο δυνατόν, εἶπεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ σχηματισθῇ πλειονοψηφία ἢ μᾶλλον ἐσχηματίζετο πλειονοψηφία καὶ μονομερῶς ἐκ μέρους ὅλων τῶν ἀντιπολιτευομένων κομμάτων. Ἐσχηματίζετο βεβαίως μία μικρὰ πλειονοψηφία, ὑπολογιζομένης τῆς ὅλης δυνάμεως εἰς 128 ψήφους. Εἶχον ὅμως πάντα λόγον νὰ πιστεύω ὅτι τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον θὰ ἀνελάμβανε μία τοιαύτη Κυβέρνησις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐφανταζόμην, μὲ μίαν πλειονοψηφίαν τριῶν ψήφων, ἡ ὁποία θὰ καθίστα ἀπολύτως ὑποχείριον τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην εἰς πᾶσαν ἀξίωσιν. Καὶ ὑπεστήριξα τὴν λύσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Τίς ἀντετάχθη κατὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως; Ὡς ἠκούσατε τὴν ἑσπέραν ταύτην οἱ προβαλλόμενοι διὰ τὴν ἀδυναμίαν τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης λόγοι, διὰ τὴν ἀδυναμίαν τῆς συνενώσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἦσαν ἄλλοι λόγοι, ἀναφερόμενοι εἰς τὰς ἰδιαιτέρας τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος συνθήκας. Κανεὶς ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δὲν ἀφεώρα τὰ γενικὰ συμφέροντα. Ὡμίλησαν περὶ ἀδυναμίας πρὸς σύμπραξιν διὰ τὴν κατάρτισιν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων προσέφερεν εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ψιχία μόνον τῆς ἐξουσίας, ὡμίλησαν περὶ ἀδυναμίας πρὸς σχηματισμὸν τοιαύτης Κυβερνήσεως, μόνον διότι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὸ προεκλογικὸν στάδιον ἐτήρησεν ἀπέναντι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος στάσιν προκλητικήν, μόνον διότι μετὰ τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα ὡμίλησαν περὶ διαλύσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀλλ’ οἱ λόγοι οὗτοι ἀφοροῦν προσωπικῶς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Διατὶ ἐγὼ θὰ ἔπρεπε νὰ προσαρμόσω τὴν πολιτικὴν μου πρὸς τὰς ἰδιαιτέρας τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος συνθήκας; Διατὶ ἐγώ, μίαν ἔχων ὑποχρέωσιν, νὰ ἐξυπηρετήσω τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, νὰ παραβλέψω τὰ συμφέροντα ταῦτα ὅπως ἐξυπηρετήσω τὰ συμφέροντά σας;
§237Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος σᾶς ὡμίλησε περὶ τοιούτων ἀξιώσεων, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν;
§238Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφήσατέ με παρακαλῶ νὰ τελειώσω. Ἀνέφερεν ὁ Ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι κατὰ τὴν σύσκεψιν τὴν γενομένην εἰς τὸ Προεδρικὸν Μέγαρον, ὅτε ἐδηλώθη ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὅτι παρέχεται ἐξουσιοδότησις ὀκτάμηνος, ἐγὼ ἐδήλωσα προθυμίαν πρὸς συμμετοχὴν εἰς τοιαύτην Κυβέρνησιν. Ἀνέφερα χιλιάκις διὰ τοῦ τύπου, ὅτι ἐγὼ οὐδέποτε κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶπα ὅτι θὰ εἶναι ἀσφαλὴς ἡ συμμετοχὴ τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἔχω ἐδῶ τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα τῆς συσκέψεως ἐκείνης, μὴ τυχόντα οὐδεμιᾶς διορθώσεως, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται τὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶπον περὶ ἐνδεχομένης συμμετοχῆς τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν. (ἀναγινώσκει). «Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ δηλώσω ὅτι θὰ κανονίσω ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ καὶ ἐν συσκέψει μετὰ τῶν φίλων μου τὰ τῆς ἐνδεχομένης συμμετοχῆς μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν». Καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς ἐστενογραφημένης ὁμιλίας μου ἐδήλωσα κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι θὰ ἐξαρτήσω ἐκ τῆς μετὰ τῶν φίλων μου ἀνταλλαγῆς γνωμῶν τὴν ὁριστικὴν ἀπάντησίν μου διὰ τὴν ἐνδεχομένην προσωπικὴν συμμετοχήν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν καὶ τὸν τρόπον τῆς συμμετοχῆς ταύτης.
§239Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω διατὶ τὰ λέγετε αὐτά. Ἂν ὅμως εἴχετε προσέξει εἰς ὅσα εἶπον, ἀκριβῶς αὐτὰ εἶπον.
§240Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην ταύτην τὴν ἑσπέραν ν’ ἀφήσω καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀναπάντητον. Καὶ λέγω ὅτι καὶ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν καὶ εἰς ἐκείνην τὴν περίοδον ἐφάνην ἀπολύτως συνεπὴς εἰς ὅσα ἐδήλωσα καὶ εἰς σᾶς καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομάτων. Ὅταν τὴν δευτέραν φορὰν ἔλαβον τὸν λόγον, εἶπον καθαρά, ὅτι ἀδυνατῶ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι, παρέχω εἰς αὐτὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην. Καὶ ἦτο ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτή, ἀπολύτως ἐπαρκὴς διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὸ ἔργον της, διότι μὲ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι παρέχει ὀκτάμηνον προθεσμίαν καὶ μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἄλλων κομμάτων, ἐδημιουργήθη βάσις ἀναλήψεως καὶ συνεχίσεως τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου ὑπὸ τοὺς καλλιτέρους δυνατοὺς ὅρους. Ἠρνήθην νὰ λάβω προσωπικῶς μέρος ἢ δι’ ἀντιπροσώπου τοῦ κόμματός μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, διότι ἐσκέφθην ὅτι θὰ ἤμην καὶ πάλιν ἀσυνεπὴς πρὸς ἑαυτόν, ἐὰν ἀναμετρῶν τὰς περιστάσεις, προέβαινον μέχρι τοιούτου σημείου εἰς συγκατάθεσίν μου εἰς συναίνεσίν μου, καὶ κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὥστε νὰ καταστήσω πλέον ἐντελῶς ἀπίθανον τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐθεώρουν ὅτι θὰ ἤμην ἀσυνεπὴς πρὸς ὅσα ὑπεστήριξα, ὅτι πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν. Ἐδήλωσα ὅτι θὰ δώσω ἀνοχὴν ὅταν καὶ ὁ Ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ κόμματος ἐδήλωσε καὶ αὐτὸς ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ ὅτι θὰ παράσχῃ μόνον ψῆφον ἀνοχῆς. Εἶχον πᾶν δικαίωμα νὰ κάμω τοῦτο, διότι τοῦτο ἐξεπροσώπει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Θὰ ἐπιμείνω μέχρις ἐσχάτων, ὅπως μεταπεισθῇ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ θεωρήσῃ τὴν λύσιν ἐκείνην ὡς τὴν μόνην ἐξυπηρετοῦσαν τὸ γενικὸν συμφέρον. Διατὶ ἀπέκρουσε τὴν Οἰκουμενικήν; Εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀρχηγῶν ὑπεστήριξεν ὅτι εἶνε ἀδύνατος ἡ συνεργασία του μετὰ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, διότι οἱ φίλοι του κατὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν ἢ σχεδὸν κατὰ παμψηφίαν, δὲν ἐδέχοντο τὴν σύμπραξιν ταύτην. Καὶ ἀπήντησα τότε εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι σπανίως οἱ φίλοι, σπανίως οἱ ὀπαδοὶ τῶν κομμάτων, ὁσάκις οἱ Ἀρχηγοὶ ἐμπνέονται ἀπὸ ἀληθῆ πίστιν πρὸς ἕνα σωτήριον σκοπόν, σπανίως οἱ ὀπαδοὶ τῶν κομμάτων δυστροποῦν. Ἐὰν οἱ φίλοι καὶ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν ἐδέχθησαν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἦτο διότι τοιαύτη ὑπῆρχεν ἡ εἰσήγησις τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματός των καὶ δὲν θὰ ἤρκει βέβαια ἁπλῆ ἀντίθετος γνώμη αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ ἐχρειάζετο καὶ ἀγών, ὅπως ἐπιβάλῃ οὗτος, ὑπὸ τὴν ἀγαθὴν τῆς λέξεως ἔννοιαν, τὰς ἀντιλήψεις ταύτας ὡς τὰς μόνας ὀρθὰς εἰς τὸ ἀκολουθοῦν αὐτὸν κόμμα. Ἀνέφερεν ἀκόμη ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ἕτερον λόγον ἀδυναμίας, τὸν λόγον τῆς ἠθικῆς τάξεως ἡ ὁποία ἐπέβαλε κατ’ αὐτὸν ν’ ἀποφευχθῇ ὁ συγχρωτισμὸς μετ’ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τέσσαρα ὁλόκληρα ἔτη ἀπέδιδε πάσης φύσεως παρεκτροπάς. Ὅτε συνεζητεῖτο ἡ ἰδέα τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως τοῦ συνασπισμοῦ τῶν ἀντιπολιτευομένων κομμάτων, εἶπον εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἀνοχὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, διότι ἐὰν θέτετε ζήτημα ἠθικῆς τάξεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσετε παρ’ ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἀπευθύνητε βαρυτάτας κατηγορίας, νὰ ἀξιώσητε τὴν σιγήν, ἢ ν’ ἀξιώσητε τὴν ἀνοχήν;
§241Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ εἶσθε κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν εὐλαβέστερος πρὸς τὰ πράγματα. Οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε. Οὐδέποτε μετέβην παρὰ τῷ ἀρχηγῷ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ μεταβιβάσω εἰς αὐτὸν οἱανδήποτε πρότασιν. Εἶμαι πολιτικὸς ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν καὶ ἔμαθον ὅτι τὸ νὰ ἀνήκῃ τις εἰς κόμμα, δὲν σημαίνει ὑποδούλωσιν. Ἠδυνάμην λοιπὸν νὰ κάμω οἱανδήποτε συζήτησιν μεθ’ οἱουδήποτε διὰ τὸ συμφέρον τῆς Χώρας μου, χωρὶς νὰ σημαίνῃ τοῦτο ὅτι διεξάγω ἐπισήμους συζητήσεις. Εἶναι συνεπῶς ἀνακριβῆ τὰ ὅσα λέγετε καὶ διαψεύδω κατηγορηματικῶς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε γνῶσιν τῶν συζητήσεών μου ἄλλως, παρὰ μόνον ὡς ἁπλᾶς εἰδήσεις. Θὰ σᾶς παρεκάλουν λοιπὸν νὰ ὁμιλήσετε συμφώνως πρὸς τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀλήθειαν, τῆς ὁποίας δὲν ἀπομακρύνομαι καὶ δὲν ἐπιτρέπω καὶ εἰς ἄλλους νὰ ἀπομακρύνωνται. Ἐπικαλοῦμαι ἄλλως τε τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἡρακλείου βουλευτοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τέλος πάντων νὰ φέρωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σπερματολογήματα τῶν τριόδων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§242Γ. ΜΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει κάποια παρεξήγησις. Ὁ Κύριος Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος ὡμίλησε περὶ ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κατὰ τὴν συνεννόησιν εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Ταῦτα διαψεύδει ὁ κ. Ράλλης. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἠμπορῶ νὰ βεβαιώσω ἐγώ, καὶ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ράλλην, εἶναι ὅτι οὔτε ἐγὼ διεβίβασα πρότασιν πρὸς αὐτόν, οὔτε ὁ κ. Ράλλης διεβίβασε πρότασιν πρὸς ἐμέ. Ἀντηλλάξαμεν σκέψεις μόνον, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ συγκρότησις Κυβερνήσεως διὰ μόνον τῶν δύο μεγάλων Κομμάτων, συγκρότησις Κυβερνήσεως τὴν ὁποίαν ἄλλωστε ὑμεῖς, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πρῶτος εἴχετε συνυποστηρίξει, καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἀγροτῶν καὶ Ἐργατῶν τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐνόμιζον ὡς προτιμητέαν ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Αἱ συνομιλίαι ἐκεῖναι δὲν ἔλαβον συνέχειαν, δι’ οὓς λόγους γνωρίζομεν ὅλοι. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ἐγὼ διεβίβασα καμμίαν πρότασιν τοῦ κ. Ράλλη, οὔτε ὁ κ. Ράλλης μοῦ ἔφερεν πρότασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Συνωμιλήσαμεν μόνον ἐὰν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συνεννόησις. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Ράλλης εἰς τὰς συνομιλίας του εἶχεν συγκοινωνὸν τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
§243Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐπιτρέπει, προκειμένου ἰδίως περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα τὸν ἀφοροῦν, τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῶν πραγμάτων. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω τὴν ἄδειάν του διὰ νὰ ἀποκαταστήσω τὴν τρωθεῖσαν ἀλήθειαν.
§244Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφῆστε τὰ λογοπαίγνια, διότι αὐτὰ δὲν μὲ πτοοῦν.
§245Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐὰν σᾶς ἀρέσουν τὰ λογοπαίγνια. Δὲν ἔχετε δικαίωμα διακοπῆς ἐφόσον δὲν ἐπιτρέπω τὴν διακοπήν.
§246Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἶσθε εὐλαβέστερος, ὅπως γνωρίζω νὰ εἶμαι καὶ ἐγώ.
§247Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πᾶν ἄλλο κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ ἐδείξατε τὴν ἐπιβαλλομένην εὐλάβειαν ὄχι πρὸς τὸ ἄτομόν μου, ἀλλὰ πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν διακοπήν σας, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δώσω οἱανδήποτε ἀπάντησιν κρίνω ἐγὼ ἀναγκαίαν. Καὶ σᾶς πληροφορῶ ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐκεῖ ὅπου ἠθελήσατε νὰ τὸ περιστρέψετε καὶ σεῖς καὶ ὁ Ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐξ Ἡρακλείου. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ ἂν ὑπῆρχον προτάσεις ἢ ὑπῆρχον σκέψεις, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐτόνισα, καὶ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα, εἶναι ὅτι διεξήχθησαν συνομιλίαι μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων περὶ τῆς συνεννοήσεως αὐτῆς, τῆς διεξαχθείσης, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεων, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει σκέψεων, καὶ θὰ φέρωμεν καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ διὰ νὰ ἴδητε κατὰ πόσον τοῦτο εἶνε ἀκριβές. Ἐὰν αἱ σκέψεις ἢ αἱ προτάσεις ἐκεῖναι ἦσαν τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας τοῦ Ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἐξ Ἡρακλείου, ἢ προήρχοντο ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ἢ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον συνάγω ἐγὼ εἶναι ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε χάσμα μεταξὺ τοῦ κόμματος τοῦ Λαϊκοῦ, καὶ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τίς ἡ ἀνάγκη, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητῇ πληροφορίας; Ἐὰν ὑπῆρχον ἢ δὲν ὑπῆρχον ἐπίσημαι προτάσεις περὶ συνεργασίας τῶν δύο κομμάτων, ὅτι ταύτην ἐθεώρει ὡς βεβήλωσιν....
§248Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύνασθε νὰ ἐξαγάγετε οἱαδήποτε θέλετε συμπεράσματα, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ μοῦ ἐπιβάλητε νὰ δεχθῶ τὰ συμπεράσματά σας.
§249Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν δέχεσθε τὰ συμπεράσματά μου, ἀλλὰ δέχεσθε τὰ γεγονότα.
§250Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς εἶνε δυνατὸν ἡ συνομιλία αὐτὴ νὰ ἐγένετο μὲ τὴν πρόθεσιν συνεργασίας δύο κομμάτων, ἀφοῦ κατ’ ἐπανάληψιν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων μοῦ εἶπε νὰ δεχθῶ Οἰκουμενικὴν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ γίνω Πρόεδρος;
§251Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μου, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τελειώνω τὴν ἀγόρευσίν μου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ διακόπτετε ἀνὰ πᾶσαν ὥραν καὶ στιγμήν. (Ὁ κ. Ράλλης ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης). Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναμείνητε μίαν στιγμὴν διὰ νὰ λάβετε τὴν ἀπάντησιν. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι καθ’ ὃν χρόνον ἔδωκεν, ὅπως ἔδωκεν ἐξηγήσεις ὁ Ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο ταραχὴ τοσαύτη, ὥστε νὰ μὴ γίνουν ἀντιληπτὰ ὅσα ἀνεκοίνωσεν, διότι ἐὰν ἤθελον ἀκουσθῆ ὅσα ἀνεκοίνωσε, θὰ ἐσχηματίζατε τὴν σαφῆ ἀντίληψιν ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐβεβαίωσα εἶνε ἀκριβῆ μέχρι κεραίας, διότι ἐβεβαίωσεν ὁ Ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πράγματι ἐζητήθησαν αἱ πληροφορίαι αὐταί. Ἀλλ’ ὁ Ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀμφισβητεῖ μόνον τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐξάγω ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν. Αὐτὰ εἶπεν ὁ Ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ μὴ σπεύδετε νὰ συνιστᾶτε, εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας ἀνάγκην, εὐλάβειαν πρὸς τὴν ἀλήθειαν. (Χειροκροτήματα). Ἔχομεν λοιπὸν δεδομένα ὅτι ὁ Ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐζήτησεν ὄντως πληροφορίας περὶ τῆς προελεύσεως τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν. Καὶ εἶπα καὶ ἠρώτησα ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγχρωτισθοῦν οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τοὺς Σαμαρείτας, ἐὰν τὸ χάσμα ἦτο τόσον ὥστε οὐδεμίαν ἐπέτρεπε γεφύρωσιν, τί ἀνάγκη εἶνε νὰ ζητῇ πληροφορίας περὶ τῆς προελεύσεως τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν; Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἀκόμη, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ πότε ἐγεννήθη τὸ χάσμα μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν Κομμάτων, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει τὸν συγχρωτισμόν; Ἀπὸ πότε ἐνεφανίσθησαν αἱ παρεκτροπαὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, αἱ ὁποῖαι καθιστοῦν ἀδύνατον τὴν συμβίωσιν τῶν δύο Κομμάτων; Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τετραετίας ὁ Ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εὑρίσκετο εἰς συνεχεῖς τρυφερότητας πρὸς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἔφθασαν αἱ διαχύσεις μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων νὰ συγχαίρῃ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος διὰ τὴν ἄψογον αὐτοῦ στάσιν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ χρίῃ πανηγυρικῶς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὡς τὸν ἐνδεδειγμένον διάδοχόν του, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου θὰ ἐτήρει καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν ἄψογον στάσιν, ὅταν θὰ εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει (γέλωτες καὶ χειροκροτήματα). Πότε διεπράχθησαν αἱ πράξεις ἐκεῖναι, ὥστε νὰ συμβῇ τὸ ἠθικῶς ἀσυμβίβαστον μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων;
§252Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). (χειρονομεῖ). Ὅταν ἐκάμαμεν τὰς ἐπερωτήσεις καὶ σεῖς ἀπουσιάζατε.
§253Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ἐν ὀργῇ). Καθῆστε κάτω. Νὰ εἶσθε σοβαρός.
§254Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Συνάδελφε ἐκ Λασηθίου νὰ ἔχετε ὅλην τὴν καρτερίαν καὶ τὴν ὑπομονὴν ἀπέναντι τοῦ Ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος συμβαίνει νὰ εἶναι συμπολίτης μου.
§255Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξηγήσω πῶς ἐγένετο τότε ἡ συζήτησις αὐτή. Διὰ νὰ πεισθῇ ὁ Ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι πρόκειται περὶ ἄλλων γεγονότων......
§256Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἠμπορεῖτε κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀμφισβητήσετε τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα συνάγει ὁ ρήτωρ ἐκ τῶν ὅσων εἴπετε τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἰς τὸ Προεδρικὸν Μέγαρον, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀνακρίβειαι, νὰ εἴπητε ὅτι ὁ κ. Καφαντάρης εἶπεν ἀνακριβείας.
§257Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι τὸ ζήτημα εἰς τὸ Κυβερνεῖον ἦλθεν ὡς ἑξῆς, ὡς μοῦ ὑπενθύμισε ταύτην τὴν στιγμὴν ὁ κ. Κονδύλης. Εἶχε γραφῆ ἐκ μέρους σας....
§258Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Κινδυνεύω ν’ ἀγνοηθῶ ἐγώ. Ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω. Εἴμεθα μικρὰ κόμματα, ἀλλὰ ἔχομεν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς τις νὰ ἐκθέτῃ ἐλευθέρως ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς γνώμας του. Θὰ ἦτο εὐχάριστον, κύριοι Βουλευταί, νὰ χαρακτηρίζεται προχείρως ὡς ἀνακρίβεια πᾶσα δυσάρεστος ὑπόμνησις γεγονότων. Δυστυχῶς διὰ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἡ ὑπόμνησις τῶν γεγονότων ἐβεβαιώθη μέχρις κεραίας ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου, ὥστε νὰ μὴ ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἀνακριβειῶν. Τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα συνήγαγον εἶναι ἐπίσης ἀδιάσειστα, ὡς εἶναι καὶ τὰ γεγονότα αὐτὰ ταῦτα. Καὶ συνεχίζων τὸν λόγον μου, λέγω ὅτι καθ’ ὅλην τὴν τετραετίαν, ἐπεκράτησαν αἱ φιλικώτεραι τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων, καὶ ἰδιαιτέρως μεταξὺ τῶν δύο Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων. Συνέβη δὲ μάλιστα, ὅτε ἡμεῖς μετὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ προτείνῃ καὶ αὐτός, προκειμένου νὰ ὁμιλήσῃ, τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἄρτου, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος μᾶς ἔδωκε μίαν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἡρμηνεύσαμεν, ἐκ πλάνης βέβαια, ὅτι πράγματι ἐδέχετο τὴν σύστασιν. Ἀλλ’ ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα δὲν ἔκαμεν ἀπολύτως καμμίαν νύξιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Υἱοθέτησε τὴν σκέψιν ταύτην μόνον ὅταν ἡμεῖς χιλιάκις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπεμείναμεν ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑποθέσεων τούτων δι’ ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν. Ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἐπῆλθεν εἰς ζητήματα ἠθικῆς τάξεως, δὲν ἐπῆλθε κἂν ἐπὶ τῶν μεγάλων προβλημάτων τῆς Χώρας, ἀλλ’ ἀνεπτύχθη κατὰ τὸ προεκλογικὸν στάδιον ἐκ τῆς σκληρᾶς, ὡς ἐχαρακτηρίσθη τὴν ἑσπέραν ταύτην, συμπεριφορᾶς τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἀπέναντι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ὅταν ἐθίγησαν μόνον τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐξηγέρθη τὸ κόμμα τοῦτο ἐναντίον τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς παρακολουθήσωμεν ἡμεῖς εἰς τὸ στάδιον τοῦτο, καὶ δὲν εἴχετε σεῖς κανὲν δικαίωμα, ἐπικαλούμενοι λόγους ἠθικῆς τάξεως, νὰ κατηγορεῖτε ἐν ὀνόματι τοῦ δημοσίου συμφέροντος τὴν λύσιν τῆς κρίσεως τῆς Οἰκουμενικῆς. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλα ἐξίσου σαθρὰ ἐπιχειρήματα, καὶ ἄλλας, ἐξίσου σαθρὰς προφάσεις, διὰ τὴν ἀπόκρουσιν τῆς Οἰκουμενικῆς, διότι εἶπεν ὅτι ἡ συνεργασία ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἰς μίαν ἑνιαίαν Κυβέρνησιν, θὰ ἔφθειρεν ὅλα τὰ κόμματα διαμιᾶς καὶ θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν νὰ ἐνισχυθοῦν αἱ διαλυτικαὶ τάσεις τῶν ἄκρων κομμάτων, τῶν κομμάτων τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ἐπὶ βλάβῃ τῆς καθεστηκυΐας τάξεως. Καὶ ἀνέπτυξα εἰς αὐτὸν καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἄλλων, ὅτι αὐτὸς ὁ φόβος, ὁ περίφημος, ἀπὸ τὸν κομμουνισμὸν, εἶνε διὰ τὴν Χώραν κατὰ τὸ πλεῖστον χιμαιρικός. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου εἶπον εἰς αὐτόν; ποῖος εἶνε ὁ φόβος σας; Εἰς τί συνίσταται ὁ φόβος σας; Εἰς τὴν φθορὰν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου; Τί ζητεῖτε διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως; Κυβέρνησιν τῶν ἀντιπολιτευομένων κομμάτων; Ζητεῖτε νὰ ὑφίσταται τὰς φθορὰς αὐτὰς μόνον τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Εἶναι τάχα ἡ στοργή σας πρὸς τὸ κόμμα τοῦτο τόση, ὥστε ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ μείνῃ καὶ τὸ κόμμα τοῦτο ἄφθορον, καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν γενικῶν συμφερόντων; Καὶ σᾶς εἶπον ὅτι, ἐπὶ τέλους ἔστω, ἐὰν ἔχετε μίαν τοιαύτην ἀνησυχίαν, ἐὰν εἶνε εἰλικρινεῖς οἱ φόβοι σας καὶ δὲν εἶνε ὡς λέγετε, ἁπλαῖ προφάσεις, διατὶ δὲν δέχεσθε νὰ μείνουν ἓν ἢ δύο ἐκ τῶν μικρῶν κομμάτων ἐκτὸς τῆς Οἰκουμενικῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὰ πτωχὰ αὐτὰ κόμματα εὐκαιρία, διεξάγοντα ἀντιπολίτευσιν κοινὴν κατὰ ἡνωμένων τῶν δύο ἄλλων μεγάλων κομμάτων, νὰ ἐπωφεληθοῦν καὶ ταῦτα ἐκ τῆς φθορᾶς αὐτῆς; Διατὶ μόνον τὰ μικρὰ κόμματα εἶνε ἠναγκασμένα πάντοτε νὰ ὑφίστανται φθορὰν καὶ πρέπει νὰ ἐπωφελῶνται τῆς φθορᾶς ταύτης τὰ ἄλλα μεγάλα κόμματα; Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἦτο ἁπλῆ πρόφασις, διότι δὲν ἦτο ἀναμφισβητήτως ἡ στοργὴ πρὸς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία σᾶς ἠνάγκασε ν’ ἀρνηθῆτε τὴν σύμπραξιν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Διότι γνωρίζετε καλῶς κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἂν ἐφθείροντο διαμιᾶς διὰ τῆς συμπράξεώς των εἰς εὔθραυστον καὶ ἀνεπαρκῆ Κυβέρνησιν τὰ κόμματα, συγχρόνως ὅλα τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μετὰ τὴν φθορὰν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἤδη ὑποστῆ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, μοιραίως, ἐὰν πράγματι ὑπῆρχον ροπαὶ ἀνατρεπτικαὶ εἰς τὴν Χώραν μας, ροπαὶ στρεφόμεναι κατὰ τοῦ κοκκίνου καθεστῶτος, θὰ ἐνισχύοντο αὗται κατὰ πολὺ μείζονα λόγον ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ μιᾶς τοιαύτης ἀνισχύρου Κυβερνήσεως. Διότι, τοὐλάχιστον ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, θὰ εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἐπιτελέσῃ ἓν σπουδαῖον ἔργον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπέτρεπε κατὰ μέγιστον μέρος τὸν κίνδυνον αὐτόν. Ἀλλὰ τοιαύτη Κυβέρνησις ἀσθενὴς θὰ εἶχεν εἰς βάρος της ὁλόκληρον τὴν φθορὰν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν ἀνεπάρκειάν της ὅπως παρουσιάσῃ ἔργον ὠφέλιμον διὰ τὴν Χώραν. Δὲν ἦσαν λοιπόν, ὅσα προεβλήθησαν, εἰμὴ προφάσεις διὰ τὴν ἄρνησιν, προφάσεις πρὸς ἄρνησιν, προφάσεις ὑπαγορευόμεναι ἀναμφισβητήτως ἐκ λόγων ἐσωτερικῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω οὐδὲν δικαίωμα καὶ οὐδεμίαν ἀνάμιξιν. Ἀλλὰ ἂν δὲν ἔχω ἀνάμιξιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἔχω κάθε δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἐματαιώθη ἐκ τοιούτων κομματικῶν συλλογισμῶν ἡ λύσις ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Καὶ ὅταν ἐματαιώθη ἡ λύσις αὐτή, ἔχω κάθε δικαίωμα νὰ μὴ σᾶς παρακολουθήσω εἰς οὐδεμίαν σας ἐνέργειαν. Δὲν γνωρίζω τί θὰ σκεφθῇ μέχρι τέλους τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Δὲν γνωρίζω ἂν πράγματι ἀποβλέπει ἢ δὲν ἀποβλέπει, εἰς τὴν γενικωτέραν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου συνεργασίαν. Ἀλλ’ ὅτι αἱ πεποιθήσεις μου ἦσαν ἀπολύτως ὀρθαὶ καὶ ὅτι καὶ ὁ Ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος τὰς ἐπεδοκίμαζεν ἐνδομύχως, ἐδόθη περιφανὴς περὶ τούτου ἀπόδειξις διὰ τῆς κατηγορηματικῆς καὶ ἀπεριφράστου δηλώσεως εἰς τὴν ὁποίαν, καθὼς ἀνέφερα πρότερον, προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἔσπευσεν ὁ ἴδιος νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν Κυβέρνησίν του ὡς Κυβέρνησιν ἀνίσχυρον, μὴ δυναμένην νὰ διεξαγάγῃ τὸ τρομερὸν ἀληθῶς ἔργον, τὸ ὁποῖον διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον ἀνέλαβεν, ἔσπευσε νὰ καταδικάσῃ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν ἐκ τῶν προτέρων καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὸ ἑλληνικὸν κοινόν, ἐὰν ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀνήλθομεν δι’ ὀλίγον μόνον χρόνον καὶ θεωροῦμεν τὴν Κυβέρνησίν μας αὐτὴν ὡς ἕναν σκοπὸν εἰς τὴν ὁδὸν ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὸν σχηματισμὸν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Τί ἦσαν αὐτὰ παρὰ δικαίωσις τῆς πολιτικῆς μας, καὶ τίνες ἀξιώσεις ἠδύναντο νὰ προβάλλωνται καὶ διὰ τοῦ τύπου σας καὶ τὴν σημερινὴν ἑσπέραν, ὅτι ὤφειλεν ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ συνενωθῇ εἰς μίαν μόνον Κυβέρνησιν, ἀποδεχθῇ δηλαδὴ λύσιν, τὴν ὁποίαν κατεδικάσατε σεῖς ὁ ἴδιος; Αὐταὶ ἦσαν αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ δώσω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ προκαλέσω ἐριστικότητα ἀλλὰ καὶ μὴ δυνάμενος νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ τὰς προκλήσεις. Γνωρίζετε κάλλιστα ὅτι, ἐφόσον διεκηρύχθη ἤδη τὸ σφάλμα τοῦ νὰ ἀναληφθῇ ἔργον κυβ)κὸν ὑπέρτερον μιᾶς μονομεροῦς Κυβερνήσεως, εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀνεχθῶμεν τὴν λύσιν αὐτήν, διότι ἐπιβάλλεται ὄντως νὰ μὴ ριφθῇ καὶ πάλιν ἡ Χώρα εἰς τὸν ἐκλογικὸν σάλον. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ σκέψις ἐκ τῆς ὁποίας ἐκινήθημεν ὅταν ἐδώκαμεν τὴν ὑπόσχεσιν εἰς παροχὴν ψήφου ἐμπιστοσύνης εἰς Κυβέρνησιν εὐρυτέρου συνασπισμοῦ, ὅταν ἐδώκαμεν τὴν ὑπόσχεσιν ψήφου ἀνοχῆς εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Σήμερον ἔρχεται ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγει: Κύριοι, ἂν δὲν ἔχετε πίστιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, καταψηφίσατέ την, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην κύρους διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἔργον της. Ἔχει ἀνάγκην λοιπὸν κύρους διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἔργον, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία θὰ εἶχεν τὸ μέγιστον δυνατὸν κῦρος διὰ τὸν τόπον τὴν ἀπέκρουσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔρχεται σήμερον λέγων ὅτι εἶναι ὑπόχρεα τὰ κόμματα νὰ δώσουν εἰς αὐτὸν ἄκραν ἐμπιστοσύνην, πλήρη ἐνίσχυσιν διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἔργον της. Ἀλλὰ γνωρίζει ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναλαμβάνων τὸ βάρος τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου, ὅτι τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, ἦτο κῦρος ἁπλῆς ἀνοχῆς τῶν ἄλλων κομμάτων, καὶ ἂν τὸ κῦρος τοῦτο δὲν ἤρκει εἰς αὐτόν, καὶ δὲν ἐθεωρεῖτο ἐπαρκὲς καὶ διὰ τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου, ὑποχρέωσιν στοιχειώδη εἶχε ν’ ἀποφύγῃ νὰ ἀναλάβῃ τὰς κυβερνητικὰς εὐθύνας, ἀναβάλλων τὴν ἐπιβεβλημένην λύσιν ἐπὶ χρόνον ἱκανόν, καθῆκον εἶχεν, ἂν τὸ κῦρος αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἐκ τῶν προτέρων, ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ, δὲν ἐπήρκει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ τὴν ἐντολήν, περισσότερον δὲ νὰ μὴ ἀναλάβῃ καὶ νὰ δηλώσῃ ὅτι Κυβέρνησις, στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἀνοχῆς τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶναι Κυβέρνησις ἱκανὴ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον της, εἶναι ἤδη, εἰς αὐτὸν νὰ ἀνακρούσῃ πρύμναν καὶ νὰ ζητῇ παρὰ τῶν κομμάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐμπιστοσύνην περισσοτέραν. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου καὶ τῆς δεξιᾶς).
§259Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ἀνάγκην Κύριοι Βουλευταί, νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς ὅσα εἶπεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ μὲ τόνον ὁ ὁποῖος δεικνύει τὰς διαθέσεις του ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως.
§260Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὰς διαθέσεις μου ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τὰς δεικνύω, δηλῶν ὅτι θὰ τῇ παράσχω ψῆφον ἀνοχῆς. Θὰ μείνω συνεπῶς εἰς τὸν λόγον μου.
§261Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω, λέγω, ἀνάγκην νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς, διότι ἐνόμισεν ὅτι οὗτος ἐθίγη. Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἵνα μὴ τὸν θίξω δὲν εἶπον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ εἴπω. Εἶπον εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν ὅτι ἀπέκρουσε πάντοτε τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πρέπει νὰ εἴπω ὅτι παρεξενευόμην ἀληθῶς, διατὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀπέκρουσε τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως τοιαύτης Κυβερνήσεως. Ὅλος ὁ λαὸς εἶχε πεισθῆ ἐκ τοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος διεξήχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο τότε ἀπὸ τὰ τέσσαρα κόμματα, ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία παρεσκεύαζε καὶ τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν. Τόσον βέβαιον ἦτο, ὥστε τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα συνεδέοντο φιλικῶς πρὸς Κόμμα τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, τὸν ἀγῶνα τὸν ἠσθάνοντο κοινὸν μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε πάντοτε ὅ,τι ἔλεγε καὶ ἔπραττεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ταῦτα τὰ ἐφύλασσα κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφύλασσα καὶ τὰ ἰδικά μου. Καὶ ἦλθεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ συνεννοήσεις ἀκόμη ἐγένοντο μεταξύ μας πρὸς διεξαγωγὴν κοινοῦ ἀγῶνος καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τὰς μονομερεῖς ἐν Θεσ)νίκῃ καὶ εἰς τὰς γενικὰς ἐκλογὰς πρὶν ἢ εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας. Αἱ συνεννοήσεις ἐκεῖναι ἐγένοντο ἐν τῇ οἰκίᾳ μου καὶ ἐτίθεντο αἱ βάσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ διεξήγετο ἀπὸ κοινοῦ ὁ ἐκλογικὸς ἀγών. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι: οὗτος μόνος διεξήγαγεν ἐνταῦθα τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ὁ ἀγὼν διεξήγετο παρ’ ὅλης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι ζωηρότερον ὅλων διεξήγετο ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, διότι καὶ μεγαλύτερον ἀριθμὸν βουλευτῶν εἶχε τὸ κόμμα τοῦτο, καὶ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο συχνότερα νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον. Πότε ἠξίωσα παρὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τίποτε; Ἄς μοῦ εἴπῃ. Πότε τοῦ εἶπα, Κύριε Καφαντάρη, τὶ κάνετε σεῖς; Διατί ἀντιτίθεσθε καὶ δὲν μὲ ἀκολουθεῖτε;
§262Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πότε τὸ εἴπετε; Ὅταν ἐχαρακτηρίζετε ὡς ἀποστασίαν τὸ ὅτι ἐγὼ δὲν ὑπήκουον εἰς τὰ κελεύσματά σας.
§263Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἀναλαμβάνω τὰς εὐθύνας τῶν δημοσιευμάτων. Αὐτὰ ἐγράφοντο εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι σᾶς ὑπεστήριζον μέχρις ὡρισμένης ἐποχῆς. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἀντίληψις τῆς κοινῆς γνώμης. Σᾶς εἶπα ἐγὼ ποτέ, ἐλᾶτε νὰ σχηματίσωμεν μίαν κοινὴν Κυβέρνησιν; Σᾶς εἶπα τὴν γνώμην μου μόνον. Τοῦτο μοὶ ἐπεβάλλετο καὶ ὅτε τὴν πρώτην φορὰν σᾶς συνήντησα εἰς τὴν Κηφισίαν, μοῦ εἴπετε ὅτι «βλέπω ὅτι δὲν ἀφήσατε καμμία πόρτα διὰ τὴν Οἰκουμενικήν». Ἀφήσατε νὰ σκεφθῶ. Θὰ συνεννοηθῶ μὲ τὰ ἄλλα μικρὰ κόμματα νὰ κάμωμεν ἕνα γκροὺπ καὶ τότε θὰ σᾶς εἴπω τὶ θὰ κάμωμεν. Σᾶς ἐζήτησα ἐγὼ νὰ κάμετέ τι ἄλλο; Εἶπον, πολὺ καλά. Θὰ ἀναμείνω ἀπάντησίν σας; Οὐδέποτε μοῦ ἦλθεν ἡ διανόησις οὔτε διὰ σᾶς, οὔτε διὰ κανένα ἄλλον, μετὰ τοῦ ὁποίου ἦλθον εἰς ἐπαφήν, νὰ ἀξιώσω παρ’ αὐτοῦ νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ. Τὶ δικαίωμα εἶχον ἀπέναντί σας; Τὶ μὲ συνέδεεν ἐκτὸς τοῦ κοινοῦ ἀγῶνος ποῦ διεξήγομεν ἐδῶ, διὰ νὰ σᾶς εἴπω τοιοῦτόν τι; Μήπως, ὅτε μοῦ εἴπετε ὅτι δὲν θέλετε νὰ κάμετε τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀλλὰ ἐπροτιμᾶτε νὰ γίνῃ Οἰκουμενική, σᾶς εἶπα ὅτι παραβαίνετε οὕτω καμμίαν συμφωνίαν; Καθόλου. Σᾶς ἀφῆκα ἐλεύθερον. Ὥστε, πόθεν ὡρμήθητε διὰ νὰ εἴπητε μετὰ μιᾶς γλώσσης τόσον ἐπιθετικῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγὼ ἤθελον νὰ σᾶς παρασύρω, ἤθελον νὰ σᾶς κάμω ἐξάρτημα ἰδικόν μου; Τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν ἔχετε καὶ ὀφείλετε νὰ τὴν ἔχετε. Ἀλλ’ εἴπετε δὲν μὲ ἀφήνατε νὰ ἔχω ἐγὼ τὰς σκέψεις μου, δὲν ἠθέλατε σεῖς νὰ ἔχω ὡρισμένας σκέψεις. Διατὶ μοῦ λέγετε: Κύριε, διατὶ δὲν ἔγινεν ἡ Οἰκουμενική; Διότι δὲν τὴν ἤθελα, σᾶς ἀπαντῶ. Θὰ ἤρκει τοῦτο διότι δὲν τὴν ἤθελα, σεῖς ποὺ τὴν ἠθέλατε κάμετέ την. Τώρα λέγετε: Δὲν εἴχετε κανένα λόγον νὰ μὴ τὴν θέλετε, διότι ἡ ἐχθρότης, ἡ ἠθικὴ τάξις, ἡ ὁποία σᾶς ἐχώριζε δὲν ἦτο πραγματική. Καὶ πῶς δύνασθε σεῖς νὰ γνωρίζετε ἂν ἦτο πραγματικὴ ἢ ὄχι; Ἐπεκαλέσθητε ἓν γεγονός, διὰ νὰ στηρίξητε μίαν ὁμιλίαν ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ τοῦ κ. Μαρῆ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἀληθῶς ἐγένετο καὶ ἀληθῶς ἐγὼ ἔλαβον γνῶσιν. Μοῦ τὴν εἶπεν ὁ κ. Ράλλης καὶ τοῦ εἶπα, τὶ κουβέντες εἶναι αὐτὲς ποὺ κάνετε, ὅταν εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Εἶνε ὁμιλία ποὺ κάμνετε φιλικῶς μὲ τὸν κ. Μαρῆν ἢ εἶναι ὁμιλία, ἡ ὁποία ὁ κ. Μαρῆς σᾶς κάμνει ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων;» Αὐτὰ τοῦ εἶπον, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι δὲν ἦτο ἰδική μου ἀνάμιξις ἢ πρόθεσις, διὰ νὰ ἔλθω εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων ἢ μὲ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Σεῖς θέλετε νὰ βγάλετε τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον εἴπετε. Διατί τὸ βγάνετε αὐτὸ τὸ συμπέρασμα; Καὶ διατί νὰ μὴ κάμω ἐγὼ αὐτὸν τὸν σύνδεσμον ἀπευθείας, ὅταν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ἴδιος, μοῦ εἶπεν· ἐλᾶτε νὰ κάμωμεν μίαν Οἰκουμενικὴν καὶ νὰ πάρετε τὴν προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως; Τί ἄλλη τιμητικωτέρα πρότασις ἠδύνατο νὰ μοῦ γίνῃ, ὥστε ἂν ἤθελον νὰ κάμω ἐγὼ μίαν συνεννόησιν τοιαύτην, νὰ τὴν ἔκαμνα, παρὰ νὰ συνάγετε σεῖς συμπεράσματα ὅτι ἤθελον νὰ τὴν κάμω διότι ὁ κ. Ράλλης μὲ τὸν κ. Μαρῆν ὡμίλησαν; Βεβαίως, ὅταν ἕνας φίλος μου, ἕνα διακεκριμένον μέλος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος μοῦ ἔκαμε μίαν τοιαύτην ὁμιλίαν, ὤφειλον νὰ ἐξετάσω ποῖος ἦτο ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο. Καὶ μάλιστα εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Μέγαρον ἐγένετο λόγος καὶ θὰ σᾶς εἴπω τί ἐγένετο, διότι μοῦ τὸ ὑπέμνησε κατὰ τὸ πλεῖστον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τότε εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶπεν ὅτι θὰ ἦτο ἀνήθικος πρᾶξις ἡ συνεργασία τῶν δύο κομμάτων.
§264Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι συνεργασία, ἀλλὰ σύμπραξις εἰς κομματικὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ ἑνωθοῦν τὰ δύο κόμματα, κατόπιν τῶν ὅσα περὶ ἠθικῆς τάξεως ἐλέχθησαν, ἦτο ἀδύνατον βεβαίως.
§265Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Βέβαια ἐγὼ περὶ τῶν δύο κομμάτων ὁμιλῶ, καὶ λέγω ὅτι, σεῖς δὲν ἀποδέχεσθε πραγματικῶς τὴν Οἰκουμενικήν, διότι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω πολλὴν διαφορὰν νὰ ὑπάρχῃ μέσα εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἕνα, δύο ἢ τρία ἄλλα κόμματα. Πάντοτε θὰ ἐγίνετο συνεργασία τῶν δύο κομμάτων. Καὶ τότε ἦλθεν ἡ ὁμιλία ὅτι ἐγένετο συνεννόησις μεταξὺ δύο μελῶν τῶν κομμάτων, καὶ τότε ἐγεννήθη τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ποῖος ἔκαμε τὴν πρότασιν, ἂν ἦτο ὁ κ. Μαρῆς, ὁ προτείνας αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ράλλην. Πῶς θέλει λοιπὸν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ παριστᾷ, ὅτι ἐγὼ ἐπεδίωκον αὐτὴν τὴν συνεργασίαν τῶν δύο κομμάτων, ἡ ὁποία μοῦ προσεφέρετο τόσον τιμητικῶς καὶ ἐν τούτοις δὲν ἤθελα τὴν Οἰκουμενικήν; Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, δὲν πρέπει νὰ ἐξάγετε συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα οὐδαμοῦ δύνανται νὰ στηριχθοῦν. Θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττὸν τοῦτο, ἀλλὰ τὸ κάμνετε διότι ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν διευθύνω ἐγώ, εὑρίσκεσθε εἰς μίαν οὐσιώδη διαφοράν, ὅτι σᾶς ἐθεώρησε, καλὰ ἢ κακὰ δὲν γνωρίζω, δὲν μὲ μέλλει, σᾶς ἐθεώρησεν ὡς ἐγκαταλείψαντα τὸν ἀντιπολιτευτικόν σας ἀγῶνα (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ ἔδαφος νὰ θελήσητε νὰ δικαιολογηθῆτε διὰ τὴν κατηγορίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀποδίδει ἡ κοινὴ γνώμη. Οὔτε δι’ αὐτὸ σᾶς ζητῶ ἐδῶ τὸν λόγον, παρ’ ὅτι μοῦ λέγετε ὅτι θέλω νὰ σᾶς ἐξαρτήσω ἀπὸ τὴν πολιτικήν μου. Καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὅτε ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Μέγαρον εἶπεν ὅτι δέχεται νὰ σχηματισθῇ μία Κυβέρνησις ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ αὐτὸς θὰ τὴν ὑπεστήριζε μὲ πλήρη ἐμπιστοσύνην, μὲ χορήγησιν καὶ ἀδείας πρὸς νομοθετικὴν ἐπεξεργασίαν, σεῖς εἴπετε ὅτι: τώρα τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως τὸν βλέπω ὑπὸ ἐντελῶς ἄλλην μορφήν, παρὰ ὅπως τὸν ἔβλεπεν ὁ κ. Τσαλδάρης, ὅταν ἤμεθα ἡμεῖς ἡ ἀντιπολίτευσις. Καὶ ἐγὼ δέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν αὐτήν, ἀλλὰ ἂν θὰ μετάσχω καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ μετάσχω θὰ τὸ κανονίσω ἀφοῦ συνεννοηθῶ μετὰ τῶν φίλων μου. Οὐχ ἧττον δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶχα τὸ δικαίωμα πλέον νὰ φρονῶ ὅτι σεῖς, μετὰ τὴν δήλωσιν ἐκείνην, καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησίν σας ὅτι δέχεσθε κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν, θὰ ἐλαμβάνετε μέρος πραγματικῶς.
§266Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι συμπέρασμά σας.
§267Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Κάμνω καὶ ἐγὼ συμπεράσματα ὅπως κάμνετε καὶ σεῖς, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὰ ἰδικά μου συμπεράσματα ἔχουν βάσιν στερεωτέραν. Διότι ὅταν ἔρχεσθε εἰς τὴν μέσην τῆς προηγουμένης ἡμέρας καὶ μοῦ λέγετε ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ σχηματισθῇ καὶ πρέπει, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἐπαρκῆ δύναμιν νὰ στηριχθῇ, καὶ ὅταν λέγετε ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θὰ τῆς δώσῃ ὅλην του τὴν δύναμιν, λέγετε δὲ καὶ σεῖς ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχεσθε ἀλλὰ θὰ σκεφθῆτε μὲ τοὺς φίλους σας διὰ τὰς λεπτομερείας, ἀφήνετε εἰς πάντα σκεπτόμενον μὲ τὰς ἁπλᾶς ἀρχὰς τῆς λογικῆς καὶ ὄχι μὲ λοξοδρομίας, νὰ ἐννοήσῃ ὅτι λαμβάνετε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν σᾶς κατηγόρησα πάλιν διότι δὲν ἐλάβατε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀναχωρῶ ἀπὸ τῆς ἰδέας ὅτι δὲν ὀφείλω νὰ ἐλέγχω τὰς πολιτικὰς πράξεις τῶν ἄλλων. Δύναμαι πολιτικὰς ἐνεργείας νὰ κάμνω, ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἀσκήσητε σεῖς τὸν ἀγῶνά σας εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσω. Καὶ ὅμως σᾶς λέγω ὅτι ἐδικαιούμην νὰ συναγάγω τὸ συμπέρασμα τοῦτο καὶ τὸ συνήγαγον. Καὶ παρεξενεύθην ἀληθῶς ὅταν σεῖς τὴν ἄλλην ἡμέραν, ὅτε ἦλθα εἰς τὴν οἰκίαν σας, μοῦ εἴπετε καθαρὰ ὅτι ἡ συμμετοχή σας θὰ συνίστατο εἰς τὸ νὰ παράσχητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Δὲν σᾶς κατηγόρησα ὅμως. Τώρα, ἂν ἡ κοινὴ γνώμη ἐτάχθη ἐναντίον σας, τί θέλετε; Νὰ ἐτασσόμην ἐγὼ ὑπερασπιστής;
§268Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί μέτρον ἔχετε σεῖς καὶ ὁμιλεῖτε περὶ τῆς κοινῆς γνώμης; Πῶς μετρᾶτε τοὺς βαθμούς; Κάμετε ἐκλογὰς νὰ μετρηθῶμεν.
§269Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, δὲν θέλω νὰ ἐπεκτείνω αὐτὴν τὴν συνδιάλεξιν, διότι θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶ, μίαν ὁμιλίαν ἰδικήν σας.
§270Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι δικαιοῦσθε νὰ ὁμιλῆτε ἐξ ὀνόματός σας, ἀλλὰ δὲν ἔχετε κανένα τίτλον διὰ νὰ ὁμιλῆτε ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τῆς κοινῆς γνώμης. Διατί ἔχετε σεῖς τὸ δικαίωμα αὐτό, καὶ δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἐξ ὀνόματος τῆς κοινῆς γνώμης διὰ νὰ σᾶς διαψεύσω; Καὶ διὰ νὰ μὴ δευτερολογῶ, ὡς ἐπρόκειτο νὰ κάμω, θὰ σᾶς εἴπω εἰς τὴν ἀποστροφὴν ἐκείνην, τὴν τόσον χειροκροτηθεῖσαν, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη δικαίως ἐθεώρησεν ἐμέ, μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, ὡς ἐγκαταλείψαντα τὰς τάξεις μου, τὰς ἀντιπολιτευτικάς μου τάξεις, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν συνήθειαν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διεξάγω τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν Κυβερνήσεων, ὅταν εὑρίσκωνται αὗται εἰς τὴν Ἀρχήν, ἐνῷ σεῖς ἔχετε τὴν συνήθειαν νὰ τὸν διεξάγητε, ὅταν πίπτουν τῆς Ἀρχῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. (Χειροκροτήματα).
§271Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δέχομαι, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν ὅτι σεῖς διεξάγετε τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν Κυβερνήσεων, ὄχι μόνον ὅταν εὑρίσκωνται ἐν τῇ Ἀρχῇ, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸ κόμμα τὸ κυβερνῶν, μεταβαίνῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλ’ ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον διεξάγετε, εἶναι πολλαπλῆς φύσεως, καὶ ἔχω νὰ σᾶς δώσω περισσοτέρας ἐξηγήσεις. Μοῦ εἴπετε ὅτι ἐγὼ διετήρουν φιλικὰς σχέσεις μετὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἀληθῶς, ἐφρόντισα, ὅταν εἶδα τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ τύχῃ μιᾶς ὀγκώδους πλειονοψηφίας παρὰ τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ πνίξῃ οὗτος ὅ,τι ἐκ τῶν παλαιῶν αἰσθημάτων εἶχε, διὰ νὰ ἴδωμεν οὕτω μίαν καλλιτέραν ἀποκατάστασιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Καὶ ἀληθῶς διεξήγαγον τὸ ἔργον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διότι τοῦτο ἐνόμιζον συμφέρον διὰ τὴν Χώραν. Δὲν ἀνέμενον καμμίαν ἐπιβράβευσιν διὰ τὸ ἔργον μου αὐτό, καὶ ἂν μοῦ ἐγένετο ἓν φιλοφρόνημα ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, δὲν τὸ μετεχειρίσθην εἰς τίποτε. Ἀλλ’ ὁ ἀγὼν δυστυχῶς εἰς τὸ τέλος ἐπανῆλθεν ἰσχυρὸς καὶ ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἐνῷ ὁ ἰδικός σας ἀγὼν μετὰ τὰς ἐκλογὰς μετετράπη ἐν τέλει εἰς φιλικόν. Δὲν σᾶς κατακρίνω διὰ τοῦτο, διότι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς κατηγορήσω, καὶ εὔχομαι νὰ τὸν ἴδω ἀκόμη περισσότερον συνδεόμενον αὐτὸν τὸν ἀγῶνα. Δὲν ἔχετε λοιπὸν κανὲν δικαίωμα νὰ λέγητε ὅτι ἐγώ, ἐνῷ ἐπεδίωκα τὴν συνεργασίαν τῶν δύο κομμάτων καὶ ἐνῷ ἐζήτουν διὰ φίλων μου νὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ συνεργασία, συγχρόνως ἐπεδίωκον αὐτὸν τὸν ἀγῶνα. Διατὶ νὰ τὸν κάμω ὅμως, ἀφοῦ ἦτο εὐχερέστατον νὰ τακτοποιηθῶμεν κάπως περισσότερον εἰς τὴν πολιτικήν. Καὶ διετήρησα τὸν ἀντιπολιτευτικὸν ἀγῶνα, διότι δὲν μοῦ ἐπιτρέπετο νὰ κάμω ἄλλως, καὶ ἀνέμενον ἐκ τῆς περαιτέρω ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων ἵνα ὁ πολιτικὸς κόσμος ἔλθῃ εἰς καλλιτέραν συνεννόησιν. Δὲν ἔχετε λοιπὸν δικαίωμα νὰ μοῦ λέγετε διατί, ἀφοῦ ἀπέκρουσα τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀποκρούσω καὶ μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία μοῦ ἐγένετο, διὰ νὰ μὴ πάθῃ ἐξ αὐτῆς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων; Εἶναι πάλιν ἓν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον συνηγάγετε, δὲν ἠξεύρω πως. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ συμπράξουν ὅλα τὰ κόμματα μαζί, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἐκ τῆς συμπράξεως αὐτῆς θὰ λείψῃ ἡ δικλεὶς τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διὰ τὸν λαόν, καὶ τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι λίαν δυσάρεστα. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀποδείξω, διατί ἐφρόνουν ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ κακὰ ἀποτελέσματα. Εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ἀνεγνώρισεν ὅτι ἦτο βάσιμον τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις δὲν δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν τοιαῦτα γεγονότα. Καὶ ἀνέλαβον τότε τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως διὰ νὰ παράσχω μίαν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν ἀμέσως εἰς ἐκλογάς, ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην νὰ καταρτίσω Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὁποίαν πλὴν τῆς φθορᾶς ἐκ τῶν σημερινῶν ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων, νὰ ἀπειλεῖται ἀκόμη μεγαλυτέρα φθορὰ ὅτα τὰ ἀντίπαλα Κόμματα δὲν εἶνε πρόθυμα νὰ τῆς παράσχουν πραγματικὴν συνδρομὴν ἔστω καὶ δι’ ἀνοχῆς, ἀλλ’ ἕτοιμα εἰς τὴν πρώτην στιγμὴν νὰ τῆς δείξουν ποῖαι εἶναι αἱ πραγματικαί των ἰδέαι. Ἔχω δικαίωμα, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν νὰ ἀπελπίζωμαι ὅταν βλέπω, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐνῷ ἐγὼ ὑπελόγιζον ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συμπράξητε, τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἀρνεῖσθε νὰ μᾶς προσφέρετε τὴν ἐμπιστοσύνην σας καὶ ἀμέσως κατόπιν νὰ τὴν μεταβάλλετε εἰς ἁπλῆν ἀνοχήν, καὶ δὲν ἠξεύρω ταύτην τὴν ἑσπέραν μετὰ τὰς ἀγορεύσεις ποῖον χρωματισμὸν ἀκόμη δύνασθε νὰ τῆς δώσετε. (Χειροκροτήματα).
§272Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρεμπιπτόντως μόνον, κ. Βουλευταί, θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ, ἂς εἴπω, ἐπεισοδίου, τοῦ λαβόντος χώραν πρὸ ὀλίγων ὡρῶν, ὅταν ὡμίλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, διότι θ’ ἀσχοληθῶ δι’ ὀλίγων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ψήφου ἡ ὁποία πρόκειται νὰ δοθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ Ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ Ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Μοὶ ἐλέχθη, καὶ μοὶ ἐλέχθη μάλιστα κατὰ τρόπον ἐντονώτατον ὑπὸ τοῦ Ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, καθ’ ἣν στιγμὴν διέκοψα τὸν κ. Καφαντάρην, μοὶ ἐλέχθη ὅτι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως, καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔλεγον δὲν ἦτο ἀκριβές. Εἰς οὐδεμίαν περιέπεσα παρεξήγησιν. Ἐξήγησα, ὡς ἔπρεπε, λόγους ἀναμφισβητήτως λεχθέντας καὶ τοὺς ὁποίους, χωρὶς ν’ ἀπομακρυνθῇ τις τῆς ἀληθείας, καὶ τῆς πραγματικότητος, δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Εἰς μίαν στροφὴν τοῦ λόγου του μὲ τὴν εὐγλωττίαν, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει, εἰς μίαν, λέγω, στροφὴν τοῦ λόγου του εἶπε: Ποῖα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀντετάξατε κατὰ τῆς Οἰκουμενικῆς; Ποῖα ἦσαν αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα; Ἐπιχειρήματα μόνον συμφέροντος κοματικοῦ, καὶ ἐλέγατε ὅτι μετὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ τὴν ὀξύτητα τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν ἦτο ἀνήθικος ἡ σύμπραξις ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ τῶν δύο κυρίων κομμάτων. Ἀλλὰ τί ἐκάματε ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέγετε, ὅταν κατόπιν ἐπροτείνατε διὰ μελῶν τοῦ κόμματός σας, τὰ ὁποῖα σήμερον μετέχουν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐπροτείνατε τὴν συγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως;
§273Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ.....................
§274Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω διακοπάς, ὅπως δὲν μοῦ ἐπετρέψατε καὶ σεῖς. Αὐτὰ εἶνε ἐπ’ ἀμοιβαιότητι. Ἀφοῦ ἠθελήσατε νὰ μὲ μεταχειρισθῆτε, καθ’ ὃν τρόπον μὲ μεταχειρίσθητε, ἀνταποδίδω αὐτὴν τὴν ἁβρότητα καὶ δὲν σᾶς ἐπιτρέπω καμμίαν διακοπήν.
§275Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὲ διεκόψατε χιλιάκις καὶ σᾶς τὸ ἐπέτρεψα. Σεῖς δὲν ἐπιτρέπετε οὔτε μίαν διακοπήν. Εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, αὐτὰ ποὺ μοῦ ἀποδίδετε δὲν εἶναι λόγοι ἰδικοί μου, ἀλλὰ λόγοι ἐφευρέσεως ἰδικῆς σας.
§276Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἀκούω τίποτε, ὅπως δὲν ἠθελήσατε καὶ σεῖς νὰ μὲ ἀκούσετε. Δὲν σᾶς ἀκούω ὅσον καὶ ἂν φωνάζετε.
§277Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπέτρεψα τὴν χιλιοστὴν διακοπήν;
§278Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰπέτε, τί ἐκάματε ὅλας αὐτὰς τὰς περὶ ἠθικῆς ἀρχάς σας, ὅταν ἐπροτείνατε διὰ μελῶν τοῦ κόμματός σας τὰ ὁποῖα μετέχουν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐπροτείνατε Κυβέρνησιν;
§279Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λέγετε αὐτὰ τὰ πράγματα. Αὐτὰ εἶναι τῆς ἰδικῆς σας ἐφευρέσεως. Δημιουργεῖτε λόγους κατὰ τὸν ἀνακριβέστερον δυνατὸν τρόπον, κατὰ τὸν τρόπον τὸν ἀληθῶς ἀνευλαβέστερον πρὸς τὴν ἀλήθειαν.
§280Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἀνευλαβὴς καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς πᾶν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τὸν ἀνθρωπισμόν. Καὶ ἂν θέλετε θὰ σᾶς εἴπω διατί.
§281Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἀνευλαβής.
§282Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν θέλετε θὰ σᾶς εἴπω διατί.
§283Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰπέτε το.
§284Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλά, κ. Βουλευταί, ἀρκοῦν αὐτὰ τὰ ὀλίγα τὰ ὁποῖα εἶπον, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὀρθὴ καὶ ἐπιβεβλημένη ἦτο ἡ διακοπή μου, ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας, τὴν ὁποίαν εἶχε κακομεταχειρισθῆ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ, νομίζων ὅτι παρερμηνεύοντο τὰ λεχθέντα, καὶ ὅτι μόνον εἰς παρεξήγησιν ὠφείλετο ἡ ἔντονος διακοπή. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης εἶναι τὸ ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος μόνον ἐπιτρεπόμενον μέσον πρὸς παραμονὴν κατὰ τὴν κανονικὴν τῶν πραγμάτων λειτουργίαν, κατὰ τὴν κανονικὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ βίου, τὸ μόνον μέσον τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχήν. Ὑπάρχουν ὅμως περιπτώσει εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τῶν Κρατῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχή, λόγῳ σπουδαιοτάτων ἐθνικῶν συμφερόντων, νὰ γίνεται δεκτὴ καὶ ἡ λεγομένη ψῆφος ἀνοχῆς. Καὶ ὁ πολιτικὸς βίος ἔχει πλεῖστα ὅσα τοιαῦτα παραδείγματα. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀληθές, ἀφ’ ἑτέρου δύναμαι νομίζω νὰ εἴπω χωρὶς νὰ κινδυνεύσω νὰ διαψευσθῶ, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον γίνεται. Ἡ ψῆφος ἀνοχῆς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, κατὰ δήλωσιν τοῦ Ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ αὐτοῦ, ἡ ψῆφος ἀνοχῆς αὐτὴ ἔχει ὡς εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, τὴν ἔννοιαν δύο ὅρων. Πρῶτος ὅρος ὅτι δὲν ἤθελε κάμει ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἣν δίδεται ἡ ψῆφος ἀνοχῆς, χρῆσιν τῆς προνομίας τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, τῆς περιεχομένης ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος. Δεύτερος ὅρος ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦσα διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βουλῆς δεχομένης τὴν διακοπὴν αὐτήν, νὰ δεχθῇ ἐκ τῶν προτέρων νὰ διακοπῇ ἡ διακοπὴ ἡ ἐπερχομένη δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἐφόσον ἤθελε κρίνει τοῦτο σκόπιμον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν πρῶτον ὅρον, ἡ ἐμὴ πεποίθησις εἶναι ὅτι ἡ ψῆφος ἀνοχῆς οὐδένα περιέχει πραγματικὸν περιορισμόν, διότι δὲν ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως πρόθεσις καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφεται ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, τοῦ ἐκ τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος ἀπορρέοντος, ἀδιάφορον ἂν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δηλοῖ ὅτι δίδει ψῆφον ἀνοχῆς αὐτοῦ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι δὲν ἤθελεν γίνει χρῆσις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκ τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος ἀπορρέοντος. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη ἀποτελεῖ πραγματικὴν προσβολὴν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διότι εἶνε αὕτη δήλωσις ἑρμηνευτικὴ τῆς ἐννοίας ὑπὸ τὴν ὁποίαν δίδει τὴν ψῆφον του, ὁ δίδων αὐτήν, καὶ εἶναι τοῦτο δικαίωμά του. Δὲν ἀποτελεῖ συνεπῶς ἡ ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον χορήγησις τῆς ψήφου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἀποτελεῖ μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ἐνῷ τοῦτο ἰσχυρίζομαι διὰ τὸν πρῶτον ὅρον, ἀκραδάντως πιστεύω ὅτι ὁ δεύτερος ὅρος, ὁ τεθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὁ δεύτερος ὅρος καθιστᾷ τὴν ψῆφον τοῦ Κόμματός του ὄχι ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὄχι ψῆφον ἀνοχῆς ἀλλὰ ψῆφον μομφῆς. Εἶναι καιρός, Κύριοι, νὰ εἴπωμεν τὰ πράγματα ὡς εἶναι, καὶ ὄχι νὰ θέλωμεν νὰ παραστήσωμεν πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, ἄλλα τῶν ὅσα πράγματι πιστεύομεν. Γνωρίζει, ὁ τόσον ἔμπειρος εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πράγματα Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἡ ψῆφος αὐτὴ εἶναι ψῆφος μομφῆς. Καὶ ἐνῷ τοῦτο γνωρίζει, ἐπιζητεῖ δι’ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πολὺ στερεά, ἐπιζητεῖ νὰ πιστευθῇ ὅτι παρέχει ψῆφον ἀνοχῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Ἀφοῦ δὲ τοῦτο γνωρίζει, διατὶ ἔθεσε ἐκ τῶν προτέρων τὸν ὅρον αὐτόν, διατὶ ἐκ τῶν προτέρων εἶπεν ὅτι θέλει δώσει ψῆφον ἀνοχῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις δεχθῇ νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτοῦ τοῦ ἀναμφισβητήτου δικαιώματος τῆς Βουλῆς; Διότι ἠθέλησε διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ διατυπώσῃ μίαν ὑποψίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν τῇ διατυπώσει τῆς ὑποψίας αὐτῆς εὑρίσκεται ἡ ἔννοια τῆς μομφῆς τὴν ὁποίαν ἀποδίδω ἐγὼ εἰς τὴν οὕτω πως διδομένην ψῆφον ἀνοχῆς ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐπολεμήθη ὑπ’ ἐμοῦ, ἐπολεμήθη πάντοτε, διότι πιστεύω βαθύτατα ὅτι εἶναι ὁ χειρότερος τρόπος τῆς ἀσκήσεως κυβερνητικῆς ἐξουσίας. Πιστεύω δὲ τοῦτο, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ἡ πίστις μου αὐτὴ εἶναι συνέπεια ἱστορικῶν παραδειγμάτων. Εἶναι συνέπεια παραδειγμάτων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι ἀποτελοῦν ἀναμφισβήτητον ἀπόδειξιν τοῦ ζητήματος. Διότι ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ μας βίῳ ἓν καὶ μόνον παράδειγμα Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν, τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1878, τὸ τέρμα δὲ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης συνέπεσε μὲ αἱματοκύλισμα εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὸ ἦτο τὸ τέρμα τῆς Οἰκουμενικῆς, τῆς μόνης Οἰκουμενικῆς, πράγματι, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ κοινοβουλευτική μας ἱστορία. Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1926, ὄχι μόνον διότι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ πραγματικὸς Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος εὑρίσκετο ἐν ἀναμονῇ ἀναλήψεως τῆς θέσεως ἡ ὁποία τοῦ ἀνῆκεν, ἀλλὰ καὶ διότι μικρὰ κόμματα ὑπῆρχον καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἀλλὰ ἐὰν θέλετε νὰ ἀποτελέσῃ καὶ αὐτὴ τύπον Οἰκουμενικῆς, θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ δὲν ἔχει προορισμὸν νὰ περισώσῃ τὰ κινδυνεύοντα συμφέροντα τῆς Χώρας. Γνωρίζετε πῶς κατέληξεν ἡ Οἰκουμενικὴ ἐκείνη. Γνωρίζετε ποία διαφορὰ γνωμῶν, ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης συγκροτήσεώς της ὑπῆρχεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζετε δὲ ὅτι αἱ διαφοραὶ ἐκεῖναι τῶν γνωμῶν, αἱ βαθεῖαι διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον μεταξὺ τῶν κομμάτων, καθίστων ἀδύνατον τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς μηχανῆς τῆς κυβερνητικῆς. Ἀλλ’ ἂν θέλετε καὶ ἄλλα παραδείγματα διὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς Οἰκουμενικῆς ἐκείνης Κυβερνήσεως, θὰ σᾶς φέρω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠκούσατε σήμερον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπερρίφθησαν εὐθῦναι εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἔργον ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ ἄλλων Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς οὐδεμίαν εἶχον εὐθύνην, καὶ οἱ ὁποῖοι μοιραίως ἐγένοντο ὑπεύθυνοι χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἐκφράσουν ἀντίθετον γνώμην. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ εἴπω διὰ τὴν Οἰκουμενικήν. Καὶ ταῦτα λέγων διὰ τὴν Οἰκουμενικήν, δὲν ἔπαυσα νὰ ἰσχυρίζωμαι, δὲν ἔπαυσα νὰ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν πρέπει τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἐξ ὑπερτάτου ἐθνικοῦ συμφέροντος νὰ συναινέσῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Εὑρισκόμην εἰς Ὑπάτην, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ τὸ κόμμα διὰ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ μακροῦ τηλεγραφήματος ὑπεστήριξα τὴν γνώμην ταύτην. Ὅταν ἐπέστρεψα ἐξ Ὑπάτης ἐδῶ, συνήντησα μίαν ἡμέραν δημοσιογράφον, ὁ ὁποῖος μοὶ ὡμίλησε περὶ μιᾶς γνώμης τοῦ κ. Μαρῆ, καὶ εἰς τὸν δημοσιογράφον αὐτὸν ἀπήντησα, ὅτι εἶναι περίεργον, ὅτι ὁ κ. Μαρῆς, μὲ τὸν ὁποῖον ἄλλωστε συνδέομαι καὶ κοινωνικῶς, δὲν μοῦ εἶπε τίποτε περὶ τῶν σκέψεών του αὐτῶν. Μοῦ εἶπεν ὁ δημοσιογράφος, ἐὰν σᾶς ἔλεγε τὴν σκέψιν του αὐτὴν ὁ κ. Μαρῆς, θὰ εἴχετε ἀντίρρησιν; Κάθε ἄλλο, τοῦ εἶπα. Ἤκουσα τὴν γνώμην τοῦ κ. Μαρῆ, ἐσκέφθην, ὅτι ἐλλείπει ἐκ τῆς τοιαύτης λύσεως τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος αὐτὸ τὸ οὐσιῶδες ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπίστευον, ὅτι ἔπρεπε νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν μὴ σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τῆς ταὐτοχρόνου φθορᾶς τῶν κοινοβουλευτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας, διότι θὰ ἔμενεν ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτὸς τῶν εὐθυνῶν αὐτῆς, ἐκτὸς τῆς φθορᾶς τῆς μοιραίως ἐπερχομένης ἐκ τῆς ἀσκήσεως τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας ἄλλα κόμματα κοινοβουλευτικά, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατόν, ἐν περιπτώσει ἀτυχήματος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαδεχθοῦν αὐτήν, καὶ τοῦτο σκεφθείς, προσθέτως δὲ σκεφθεὶς καὶ ἄλλο τι, ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ὡς ἐπροτείνετο ἦτο μία φενάκη, διότι τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς θὰ τὴν εἶχον τὰ δύο μεγάλα Κόμματα, τὰ συγκεντροῦντα τὴν πλειονοψηφίαν, τὰ δὲ ἄλλα κόμματα θὰ ἦσαν....
§285Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἑπομένως, καθ’ ὑμᾶς, ζήτημα ἠθικῆς τάξεως δὲν ὑπῆρχε.
§286Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ περὶ αὐτοῦ. Σκεφθείς, λέγω, τοῦτο, ἐδέχθην ὡς ὀρθὰς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Μαρῆ, καὶ καθ’ ἣν εἶχον ὑποχρέωσιν, ἐκ τῆς εὐθύτητος ἐπιβαλλομένην, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀποκρύψω ἐκ τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, τὴν συνομιλίαν αὐτήν, ἣν μετέδωκα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε τὴν ἑπομένην ἐγράφη, ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ προτάσεως, ἣν ἐγὼ ἔκαμα, ἀμέσως κατέστησα γνωστὸν τοῦτο εἰς τὸν κ. Μαρῆν, ὅστις μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶπεν ὅτι ἐγὼ τοῦ ἔκαμα πρότασιν, καὶ μάλιστα ἂν θέλω νὰ διαψεύσῃ τὰ γραφέντα. Ταῦτα εἶπον διὰ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἐὰν ὑπεστήριξα ὅσα ὑπεστήριξα, ἔπραξα τοῦτο, πιθανὸν νὰ σφάλλωμαι, πιθανὸν νὰ πλανῶμαι, ἔπραξα τοῦτο, ἐξ ἀγαθωτάτου, συνειδότος καὶ διότι ἔχω τὴν πολιτικὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αὗται προώρισται, ὄχι μόνον νὰ μὴ συντελέσουν εἰς τὴν εὐτυχίαν τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργήσουν καὶ δυστυχίας. Γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, διότι τὸ ἀνέγνωσα εἰς τὰ πρακτικά, ἐχαρακτήρισε τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἀντηλλάξαμεν περὶ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως τῶν δύο Κομμάτων, ὥς τι ἀνήθικον.
§287Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι τὰς σκέψεις. Τὸν σχηματισμόν.
§288Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐχαρακτηρίσατε, λέγω, αὐτὸν ὡς ἀνήθικον. Δὲν γνωρίζω ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἀνήθικον. Ἐλέχθη, ὅτι θὰ ἦτο ἀνήθικος ἡ σύμπραξις τῶν δύο πολιτικῶν κόσμων, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς κατηγόρησε τὸν ἕτερον. Ἐγώ, Κύριοι, ὑπεστήριξα πάντοτε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ εἷς νὰ εἶναι συκοφάντης, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀθρόως καὶ συλλήβδην, χωρὶς νὰ διακρίνῃ πρόσωπα ἀπευθύνει κατηγορίας καθ’ ὁλοκλήρου κόσμου, κατηγορίας ἐπὶ ἀνηθικότητι. Τοῦτο λέγων, δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸν προεκλογικὸν ἀγῶνα προέβην πολλάκις εἰς κατηγορίας κατὰ προσώπων ἀνηκόντων τότε εἰς τὴν παράταξιν ἐκείνην, κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον παραβίασιν ἠθικῶν κανόνων. Ἀλλὰ τὸ ἔπραξα, ὄχι δι’ ἀορίστων κατηγοριῶν, ἀλλὰ διὰ συγκεκριμένων κατηγοριῶν, καὶ ἀφῆκα εἰς αὐτὰ ἐλευθέραν τὴν ὁδὸν τῆς δικαιοσύνης ἵνα ἀποδείξουν τὸ δίκαιόν των, ἐὰν ἐνόμιζον ὅτι ἐγὼ εἶχον ἀδικήσει τὰ πρόσωπα αὐτά. Ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησα ὅτι ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος περιλαμβάνεται εἰς τὰς κατηγορίας αὐτάς. Ἐθεώρουν ὑπεύθυνον τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων καὶ τότε Ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὰς πράξεις αὐτάς, ὄχι ὑπεύθυνον ἐπὶ παραβάσει ἠθικῶν κανόνων, ἀλλὰ ὑπεύθυνον ἐπὶ μὴ ἐπιδιώξει ἐγκαίρου προνοητικότητος, ἐπιβαλλομένης ἵνα ἀποφευχθοῦν ἐκεῖνα τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον. Ἤδη εὑρισκόμεθα πρὸ ψήφου μομφῆς. Ἐὰν ἡ ψῆφος τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων παρασύρῃ καὶ ἄλλο κόμμα καὶ ἀποτελέσῃ ἐκεῖνο πλειονοψηφίαν, ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔχει καθῆκον νὰ παραιτηθῇ. Δὲν νομίζω ὅτι ταῦτα λέγων πράττω τι τὸ ὁποῖον ἤθελε προσβάλει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§289Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν βλέπω διατὶ ἐκτίθεσθε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις εἶνε τι ἑνιαῖον καὶ διὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ αὐτῆς θὰ ἐκτιμήσῃ τὴν δοθησομένην ψῆφον.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε. Θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία. Οἱ ἐγκρίνοντες τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως λέγουν ναί, οἱ μὴ ἐγκρίνοντες λέγουν ὄχι.
§291ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συνήθως οἱ βουλευταὶ ἐρωτώμενοι ἀπαντοῦν εἴτε ναὶ εἴτε ὄχι. Τώρα, ἐπειδὴ ἐδόθη καὶ ἡ ψῆφος τῆς ἀνοχῆς κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ἀνοχή; Ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλαὶ ἀνοχαί, ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον κ. Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶναι γνωσταὶ αἱ δυνάμεις τῶν κομμάτων καὶ εἶναι σαφεῖς αἱ δηλώσεις τῶν κομμάτων νὰ περιορισθῶμεν νὰ θεωρήσωμεν ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας εἶναι αἱ δυνάμεις τῶν κομμάτων ὡς ἐξεδηλώθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐπιπροσθέτως, κ. Πρόεδρε, λέγω ὅτι ἡμεῖς, μολονότι δὲν συμφωνοῦμεν ὅτι παρεβιάσαμεν καμμίαν ὑποχρέωσιν, μὴ συγκατατεθέντες νὰ συμμετάσχωμεν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μολονότι δὲν ἐπιδοκιμάζομεν μερικὰς κρίσεις περὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἐπιμένομεν εἰς τὸ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἀνοχῆς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν θὰ περιορισθοῦν τὰ τυπικὰ δικαιώματά της τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§292Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ δώσωμεν καὶ ἡμεῖς ψῆφον ἀνοχῆς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, ἄνευ τοῦ ὅρου τῆς συντμήσεως.
§293Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου καθώρισα τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου ἀνοχῆς, ὅτι ἐννοοῦμεν ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς τίθεται διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων.
§294Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔννοια τῆς ψήφου ἀνοχῆς ποὺ δίδομεν εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἔννοια ψήφου ἀνοχῆς χωρὶς οὐδένα περιορισμὸν τῶν ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαιωμάτων της.
§295Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ ὅλοι ἡρμήνευσαν τὴν ψῆφόν των νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ ἴδιον. Ἡ ψῆφος ἀνοχῆς τὴν ὁποίαν δίδομεν, ἔχει ἔκτασιν εὐρυτάτην μὲ ὑποχρέωσιν ἐκ τῶν προτέρων, τῆς ψηφίσεως ἀγνώστων νομοσχεδίων τῶν σπουδαιοτέρων τῶν οἰκονομικῶν τὰ ὁποῖα θὰ ἀφορῶσι τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοιαν ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς εἴμεθα οἱ περισσότεροι, δὲν ἐννοοῦμεν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα νὰ μπορῇ νὰ μᾶς στείλῃ στὰ σπίτια μας, χωρὶς νὰ μᾶς ἐρωτήσῃ. Ὥστε παρέχεται ψῆφος ἀνοχῆς, εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐρυτάτης ἐκτάσεως χωρὶς περιορισμόν, πλὴν τῆς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ὥστε ἐὰν θέλῃ μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὅτι δι’ ἀναστάσεως ἐδόθη ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Δι’ ἀναστάσεως γίνονται δεκταὶ αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποφασίζεται ὅπως τὴν 11 πρωϊνὴν τῆς Δευτέρας γίνῃ κοινὴ συνεδρίασις τῶν δύο Νομοθ. Σωμάτων πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἀριστίνδην Γερουσιαστῶν, ἐπακολουθήσῃ δὲ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς).
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 9 μ. μ.).