1932.11.11
1,198 rows · 9,987 words · 31 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3Η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1932
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως: «Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ὅπως εὐαρεστούμενοι ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διὰ Διατάγματος ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν Αὐτῷ παραίτησιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Ἐλευθ. Κ. Βενιζέλου καὶ νὰ διορίσῃ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Π. Τσαλδάρην. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν Αὐτῷ παραίτησιν τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἀνδρ. Μιχαλακοπούλου. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν Αὐτῷ παραίτησιν τῶν Ὑπουργῶν Δικαιοσύνης κ. Ι. Μπουρνιᾶ, Ἐσωτερικῶν κ. Ι. Τσιριμώκου, Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων κ. Π. Πετρίδη, Οἰκονομικῶν κ. Κυρ. Βαρβαρέσσου, Ἐθνικ. Οἰκονομίας κ. Στ. Κωστοπούλου, Συγκοινωνίας κ. Λουκᾶ Κουτσοπετάλου, Γεωργίας κ. Ι. Βαλαλᾶ, Ὑγιεινῆς κ. Β. Βαρδοπούλου, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως κ. Ι. Ἀποστόλου, Στρατιωτικῶν κ. Θ. Χαβίνη καὶ Ναυτικῶν καὶ Ἀεροπορίας κ. Γ. Βασιλειάδου. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν Αὐτῷ παραίτησιν τῶν Ὑπουργῶν Γενικῶν Διοικητῶν Μακεδονίας κ. Σ. Γονατᾶ, Κρήτης κ. Μ. Καταπότη, Θράκης κ. Δ. Φλωριᾶ καὶ Ἠπείρου κ. Ι. Τσιγκόλη. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν Αὐτῷ παραίτησιν τοῦ Ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ κ. Λ. Μακκᾶ. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν Αὐτῷ παραίτησιν τῶν Ὑφυπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Π. Εὐριπαίου καὶ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Λ. Κογεβίνα. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Ι. Ράλλην, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν κ. Ἀθ. Παπαθανάσην, ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν κ. Ι. Μεταξᾶν, ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων τὸν κ. Δ. Χατζῖσκον, ἐπὶ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας τὸν κ. Γ. Πεσματζόγλου, ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας τὸν κ. Γ. Στράτον, ἐπὶ τῆς Γεωργίας τὸν κ. Ι. Θεοτόκην, ἐπὶ τῆς Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως καὶ προσωρινῶς τῆς Ὑγιεινῆς τὸν κ. Σ. Κοτζαμάνην, ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κ. Γ. Κονδύλην καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ προσωρινῶς τῆς Ἀεροπορίας τὸν κ. Ἀλ. Χατζηκυριᾶκον. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ὑφυπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Μιχ. Εὐλάμπιον, ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὸν κ. Στέφανον Στεφανόπουλον καὶ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας τὸν κ. Πέτρον Ράλλην. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ὑφυπουργὸν Γενικὸν Διοικητὴν Ἠπείρου τὸν κ. Σπ. Τρικούπην. Δέχθητε, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξαιρέτου πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Π. Τσαλδάρης».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§3Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Προσερχομένη τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ὁρκωμοσίας της, ἐλπίζει ὅτι δὲν θὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος της τὸ βραχὺ τοῦτο χρονικὸν διάστημα, ὅπερ ἦτο ἀπαραίτητον διὰ τὸν κατατοπισμὸν αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν τῆς Χώρας ζητημάτων καὶ ὅτι πάντως θὰ τύχῃ τῆς συγγνώμης τῆς Βουλῆς. Εἶναι γνωσταὶ εἰς πάντας ὑμᾶς, Κύριοι Βουλευταί, αἱ ἐκτάκτως δυσμενεῖς δημοσιονομικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι τῆς Χώρας, ὑφ’ ἃς ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν Ἀρχήν. Περιττὸν ὅθεν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τούτων. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ σημειώσω ὅτι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐμφανίζεται ἀνισοσκελὴς καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον μὲ παθητικὸν εἰς βάρος τῆς Χώρας, καὶ συναλλαγματικὴ ὑφίσταται στενοχωρία καὶ ἀνωμαλία τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἀσθένεια τοῦ τραπεζιτικοῦ μας ὀργανισμοῦ, καὶ ἀκανόνιστοι παραμένουσι, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἀτυχῶς ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν, αἱ μετὰ τῶν ξένων πιστωτῶν σχέσεις τῆς Χώρας ἐπὶ πλέον δὲ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς πληρωμὴν 30% εἰς συνάλλαγμα διὰ τοὺς τόκους τῶν δύο τελευταίων τοκομεριδίων, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Πρὸ τοιαύτης, ὀδυνηρᾶς τῷ ὄντι καταστάσεως, κατανοεῖ πᾶς τις πόσον δυσχερὲς καὶ ἐπίμοχθον εἶναι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνομεν. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις μετὰ θάρρους καὶ πίστεως ἀντιμετωπίζει τὸν ἀγῶνα, διὰ τὸν ὁποῖον, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς Χώρας, θέλει ἐξαντλήσει ὅλας αὐτῆς τὰς δυνάμεις. Πρὸ παντὸς κύριον καὶ πρώτιστον αὐτῆς μέλημα θὰ ἔχῃ τὴν ἰσοζύγισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ τὸν οὐσιώδη συντελεστὴν πάσης ὑγιοῦς δημοσιονομικῆς καὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως. Δυστυχῶς, ὡς ἐκ τῆς δυσπραγίας τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἐπιβαρυνούσης αὐτὸν δεινῆς φορολογίας, πᾶσα νέα ἐπιβάρυνσις ἀπολύτως δυσχερὴς καθίσταται, ἀλλὰ καὶ ἐλάχιστα δύναται νὰ ἀποβῇ ἀποδοτική. Συνεπείᾳ τούτου ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει πρὸ παντὸς εἰς τὴν μείωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν θέλει ἐνασκήσει εἰς εὐρυτάτην δυνατὴν κλίμακα. Πρὸς τοῦτο καὶ εἰδικὴν θέλει συστήσει ἐπιτροπὴν ὅπως μελετήσῃ τὰς ἐφαρμοστέας δυνατὰς οἰκονομίας ἄνευ βλάβης τῶν γενικωτέρων τῆς Χώρας συμφερόντων καὶ θέλει χρησιμοποιήσει καὶ τοὺς ὑπάρχοντας σχετικοὺς νόμους διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομιῶν, καὶ νέα νομοθετικὰ μέτρα, ἐφόσον κριθῶσιν ἀναγκαῖα, θὰ ὑποβάλῃ ἐν καιρῷ εἰς τὴν ψῆφον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων. Μεταξὺ τῶν διαφόρων οἰκονομιῶν ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει καὶ εἰς τὴν σύμπτυξιν ἢ κατάργησίν τινων ἐκ τῶν ὑφισταμένων Ὑπουργείων μετὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν ἐν αὐτοῖς ὑπηρεσιῶν, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν μείωσιν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς θητείας, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας καὶ δαπάνης θέλει ἀπαλλαγῇ τὸ Κράτος καὶ ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία θέλει ὠφεληθῇ. Ἐπὶ πλέον εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων θὰ πραγματοποιήσῃ πάσας τὰς δυνατάς, ἄνευ μειώσεως τῆς ἀμυντικῆς δυνάμεως τῆς Χώρας, συμπτύξεις, θὰ ἀποβλέψῃ δὲ προσέτι εἰς τὴν ἀνεξάρτητον ἀπὸ τοῦ Κράτους διαχείρισιν τῶν κρατικῶν σιδηροδρόμων ὡς καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Τ.Τ.Τ. ἐφόσον καὶ ἐντεῦθεν δύνανται νὰ ἐπέλθουν οἰκονομίαι ἄνευ βλάβης ἄλλων γενικωτέρων συμφερόντων. Ὡς ἀρχὴν δὲ ἀπαράβατον θὰ θέσῃ τὴν μὴ ἀντικατάστασιν τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ πάντα τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα διὰ τὴν καλυτέραν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἀμέσων φόρων ὡς καὶ τὴν μὴ διαφυγὴν τῶν ἐμμέσων τοιούτων, καὶ πᾶσαν θὰ καταβάλῃ προσπάθειαν πρὸς περιφρούρησιν τοῦ δημοσίου χρήματος. Ἐφόσον δὲ τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἤθελον ἀποδειχθῆ ἐπαρκῆ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ διστάσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν μονοπωλιακὴν διαχείρισιν ὡρισμένων εἰδῶν ἢ καὶ τὴν διαρρύθμισιν φορολογιῶν τινῶν, ὡς τῶν τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ τῶν οἰκοδομῶν, κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ μείζων εἴσπραξις νὰ ἐπέρχηται ἐκ τῆς δικαιοτέρας κατανομῆς καὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου ἐπιβολῆς τοῦ φόρου. Ὀφείλει ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ κάλυψις τοῦ ἐλλείμματος τῆς τρεχούσης χρήσεως, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται περὶ τὰ 700 ἑκατ., καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔλαβε ἐγκαίρως πρόνοιαν, δὲν δύναται νὰ εἶναι εὐχερής, δεδομένου ὄντος ὅτι μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τῶν παρ’ ἡμῶν προτεινομένων μέτρων, θὰ ἔχωσιν ἤδη παρέλθει τὰ ⅔ τῆς χρήσεως. Ἐν οὐδεμιᾷ δὲ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ στραφῇ πρὸς νέαν φορολογίαν τῶν ἐργαζομένων λαϊκῶν καὶ ἐργατικῶν τάξεων, εἰς τὰς ὁποίας μετ’ ἐξαιρετικῆς συμπαθείας ἀποβλέπει καὶ διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν ὁποίων ἐκ τῶν ὑφισταμένων ἤδη βαρῶν θέλει καταβάλει πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, ἰδιαιτέρως δὲ ὅπως ἄρῃ τὴν ἀντιεπιστημονικὴν καὶ ἀναχρονιστικὴν φορολογίαν τῆς ἐγγείου παραγωγῆς καὶ ἀντικαταστήσῃ ταύτην δι’ ἄλλης μὴ θιγούσης τὰς τάξεις ταύτας, ὡς δύναται ἐπὶ παραδείγματι, νὰ εἶναι ἡ ἐλαχίστη αὔξησις τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐπὶ εἰδῶν μὴ πρώτης ἀνάγκης. Ἡ Κυβέρνησις θέλει προσέτι λάβει πάντα τὰ προσήκοντα μέτρα διὰ τὴν μείωσιν τῆς παθητικότητος τοῦ οἰκονομικοῦ τῆς Χώρας ἰσοζυγίου. Πρὸς τοῦτο πρὸ παντὸς ἀποβλέπει εἰς τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς καὶ εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως τῶν προϊόντων τῆς Χώρας εἰς τὰς ξένας ἀγοράς, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιδιώξει ἰδίᾳ διὰ τῆς προσηκούσης λειτουργίας τῶν συμφωνῶν ἀνταλλαγῆς, εἰδικώτερον πρὸς τοῦτο ὀργανουμένων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, αἵτινες θὰ πλουτισθῶσιν διὰ καταλλήλων πρὸς τοῦτο προσώπων καὶ διὰ τῆς ἐνισχύσεως πάσης εἰς τοῦτο ἀποβλεπούσης ἱκανῆς ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἐν ταυτῷ δὲ καὶ κατὰ τὰς διαφόρους μετὰ τῶν ξένων Κρατῶν συνεννοήσεις μας καὶ διὰ τῶν μετ’ αὐτῶν συναπτομένων συνθηκῶν θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ρύθμισιν τοῦ ἐκ τοῦ ὑπερπληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος δημιουργουμένου δημογραφικοῦ προβλήματος. Οὐσιωδέστατον σημεῖον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ἄλλου, θὰ εἶναι ἡ λῆψις τῶν ἀπαιτουμένων μέτρων ἀπέναντι τῆς ὁσημέραι αὐξανομένης στενοχωρίας ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα. Ἀφ’ ἧς ἤρθη ἡ σταθεροποίησις τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος, διὰ τῆς ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς, τὸ ὑπάρχον ἀπόθεμα τοῦ συναλλάγματος σχεδὸν ἐξηντλήθη καὶ οἱ ἄδηλοι πόροι οὐσιωδῶς ἐμειώθησαν καὶ τὸ εἰσαγόμενον γενικῶς κατὰ μῆνα συνάλλαγμα δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὸ ἀντιστοίχως ἐξαγόμενον. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς καταστάσεως ταύτης θεωρεῖ ἐπιτακτικὸν αὐτῆς καθῆκον νὰ λάβῃ πάντα τὰ προσήκοντα ὅσον καὶ αὐστηρὰ μέτρα πρὸς περιορισμὸν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ συναλλάγματος, διατιθεμένου τούτου πρὸ παντὸς διὰ τὰς ἀπαραιτήτους τῆς Χώρας ἀνάγκας καὶ ἰδίᾳ τὴν διατροφήν. Θὰ ἐπιδιώξῃ ἀκόμη ὅπως ἄλλαι τῆς Χώρας ἀνάγκαι ἱκανοποιοῦνται δι’ ἐγχωρίων ἀναλόγων εἰδῶν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει. Ἐν παραδείγματι ὁ ἄνθραξ καὶ ἡ βενζίνη δύνανται νὰ ἀντικατασταθῶσιν ἢ ἐνισχυθῶσιν διὰ τοῦ λιγνίτου καὶ τοῦ οἰνοπνεύματος ὡς ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς παρομοίαν πρὸς ἡμᾶς θέσιν εὑρεθέντα. Πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀποβλέψῃ, ὅπως τὸ ἀπομένον ἤδη μικρὸν ἀπόθεμα τοῦ συναλλάγματος διατηρηθῇ ἀνέπαφον διὰ τὸν ἐπισιτισμὸν τῆς Χώρας, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν καὶ μέχρι τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς λῆψιν μέτρων μονοπωλιακῶν, ὡς πρὸς τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ εἰδικώτερον τοῦ σίτου. Ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀπαραίτητον νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ὁμαλότητος ἐν τῇ πιστωτικῇ κυκλοφορίᾳ, διὰ τὴν ὁποίαν ἀναγκαία καθίσταται ἡ ρύθμισις τοῦ τραπεζικοῦ ὀργανισμοῦ, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀναγκαστικὴ συγχώνευσις τῶν δύο Τραπεζῶν Ἑλλάδος καὶ Ἐθνικῆς, ὑπὸ τινα νέαν μορφὴν, ἥτις κατὰ τύπους μόνον θὰ παρουσιάζῃ ὡς αὐτοτελῆ τὰ δύο ταῦτα ἱδρύματα. Ἡ Κυβέρνησις βαθυτάτην αἰσθάνεται λύπην ὅτι ἡ Χώρα περιῆλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τοὺς ξένους δανειστὰς ὑποχρεώσεών της, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς πιστεύω δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πραγματικῆς ἀδυναμίας εἰς ἣν περιῆλθεν αὕτη. Ἡ ἀδυναμία αὕτη τῆς Χώρας, ἥτις καθ’ ἑκάστην ἐπιτείνεται, περιάγει ταύτην εἰς πολλὴν δυσχέρειαν πρὸς πληρωμὴν καὶ αὐτοῦ τοῦ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποσχεθέντος ποσοῦ 30% διὰ τοὺς τόκους τῶν δύο τοκομεριδίων μὲ μεταφορὰν ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, παρὰ πᾶσαν τὴν δυσχέρειαν τῆς Χώρας, θέλει πάσῃ δυνάμει προσπαθήσει νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἐλπίζει δὲ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι καὶ οἱ ξένοι πιστωταὶ καὶ αἱ οἰκεῖαι αὐτῶν Κυβερνήσεις θ’ ἀναγνωρίσωσι τὴν ὑφισταμένην πλήρη ἀδυναμίαν τῆς Χώρας, πρὸς περαιτέρω καταβολὴν τοιούτου ποσοῦ, καὶ θὰ στέρξωσιν εἰς δίκαιον συμβιβασμὸν, ἀπέναντι τῶν τοκομεριδίων τῶν ὀφειλῶν ἀναλόγως πρὸς τὴν δυναμικότητα τῆς Χώρας. Ἡ Κυβέρνησις ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ θὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν πιστωτῶν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα πρὸς ἔρευναν τῆς δυναμικότητος ταύτης, ἥτις πλήρως ἄλλως τε ἀποδεικνύεται ὑπ’ αὐτῶν τῶν λαμβανομένων μέτρων αὐστηροτάτων οἰκονομιῶν καὶ περιορισμῶν τῆς ἐξαγωγῆς συναλλάγματος. Θὰ προσπαθήσῃ δὲ ἐπὶ πλέον ἡ Κυβέρνησις νὰ πείσῃ τοὺς δανειστὰς καὶ τὰς οἰκείας αὐτῶν Κυβερνήσεις νὰ συνδράμωσι τὴν Χώραν, ἵνα ἐξέλθῃ τῆς δυσχεροῦς θέσεως εἰς ἣν διατελεῖ, βοηθοῦσαι ταύτην, τὸ μὲν πρὸς διάδοσιν τῶν προϊόντων αὐτῆς, τὸ δὲ πρὸς ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τῶν ὑπὸ ἐκτέλεσιν παραγωγικῶν ἔργων, συνδυαζομένων τῶν συμφερόντων αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν. Πάντως ἡ Κυβέρνησις θὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν δύο κυρίως παραγωγικῶν ἔργων τῆς Μακεδονίας, ἐπισπεύδουσα κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἑνὸς πρῶτον, ὅπως ἐκ τῶν πόρων τούτου βοηθηθῇ καὶ ἀσφαλισθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἑτέρου. Ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπὶ πλέον μεριμνήσει διὰ τὴν κατὰ πάντα τρόπον ἀποκατάστασιν τῆς τρωθείσης πίστεως τοῦ Κράτους, κατόπιν τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου ληφθέντων διαφόρων μέτρων καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἀφορῶντος τὴν δραχμοποίησιν τῶν καταθέσεων, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον, μὴ δυνάμενον πλέον νὰ ἀνακληθῇ, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιδιώξῃ ἐν καιρῷ καὶ ἐφόσον αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας ἤθελον τὸ ἐπιτρέψει σχετικὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἐκ τούτου ὑποστάντων ζημίας. Ὡς πρὸς τὰς μετὰ τῶν ξένων ἐπικρατειῶν σχέσεις ἡμῶν, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν στερέωσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν εὐτυχῶς ἤδη ὑφισταμένων φιλικῶν δεσμῶν, ὡς καὶ τὴν διευθέτησιν τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων ἐν πνεύματι ἀμοιβαίας συνεννοήσεως. Ἡ δεινὴ οἰκονομικὴ κρίσις, ἥτις συνταράσσει σήμερον σύμπαντα τὸν κόσμον, ἔσχε μεταξὺ τόσων ἄλλων κακῶν τὸ παρήγορον ἀποτέλεσμα, ὅτι κατέστησεν ἔτι μᾶλλον νοητὴν τὴν στενὴν μεταξὺ τῶν Κρατῶν ἀλληλεγγύην εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς διεθνοῦς ζωῆς. Ἐν τῇ κοινῇ δυστυχίᾳ τὰ Κράτη ἐνόησαν ὅτι, οὐ μόνον ἀνώτερα πνευματικὰ ἰδεώδη καὶ ἄμεσα οἰκονομικὰ συμφέροντα ἐπιβάλλουσι τὸ πνεῦμα τῆς συνδιαλλαγῆς, τοῦ ὁποίου ἐκδήλωσις χρήσιμος εἶναι ἡ ἰδέα τῆς Βαλκανικῆς προσεγγίσεως, πρὸ παντὸς ὅμως ὁ θεσμὸς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν πρὸς τὸν ὁποῖον μετὰ τόσης εὐγνωμοσύνης καὶ πεποιθήσεως προσβλέπει ἡ Ἑλλάς. Ἐπὶ τῶν σημείων τούτων ἄλλως τε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ὡς καὶ τὰ συνεργαζόμενα ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματα, ἔχουσιν ἐπανειλημμένως διαδηλώσει τὴν ἀπόλυτον συμφωνίαν των πρὸς τὴν ἀπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως τῷ 1926 χαραχθεῖσαν καὶ ἔκτοτε συνεχισθεῖσαν γενικὴν κατεύθυνσιν ἐν τῇ ἐσωτερικῇ πολιτικῇ τῆς Χώρας. Ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπιδιώξει ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς εὐρείας τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ διοικητικῆς ἀποσυγκεντρώσεως καὶ κατὰ τρόπον ὅπως συντελεσθῇ καὶ ὁμοιομορφία ἐν τῇ διοικήσει ὅλων τῶν τμημάτων τῆς Χώρας, καὶ θὰ διοργανώσῃ τὴν ἐν γένει διοίκησιν κατὰ τρόπον ὥστε προθύμως καὶ ταχέως τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν νομίμων ἀξιώσεων τῶν πολιτῶν. Ἐπίσης θὰ λάβῃ πάντα τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἰς τὰς πόλεις καὶ ἐν τῇ ὑπαίθρῳ ὡς καὶ κατὰ πάσης ἀπειλῆς κατὰ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ἰδιαιτέρως θὰ καταβάλῃ μέριμναν ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν ἀγορανομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὅπως διατηρήσῃ τὸ κόστος τῆς ζωῆς εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν χαμηλὸν ἐπίπεδον. Ἡ βιομηχανία, καὶ ἰδίως ἡ χρησιμοποιοῦσα ἐγχωρίους πρώτας ὕλας, θὰ ἐφελκύσῃ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ λεγομένη βιομηχανία τῶν ξένων. Ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ πεδίου θὰ ἀκολουθήσῃ πρόγραμμα εὐρειῶν μεταρρυθμίσεων ἀποβλεπουσῶν εἰς τὴν ἐξύψωσιν τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς στάθμης τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Θὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν παντὸς κινδύνου ἀνεργίας καὶ θὰ ἐπιδιώξῃ νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐργάτου εἰς πάσας τὰς μετὰ τοῦ δημοσίου συμβάσεις δι’ ἔργα ἐκτελούμενα ἐν Ἑλλάδι. Μὲ ἰδιάζουσαν ἐπίσης συμπάθειαν προσβλέπει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου «περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων», καταλλήλως διαρρυθμιζομένων καὶ διαμορφουμένων τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν εὐόδωσίν του ὅρων. Ἡ γεωργία καὶ ἡ ναυτιλία θὰ ἐφελκύσωσι τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἥτις καὶ θὰ παράσχῃ πᾶσαν δυνατὴν ἐνίσχυσιν. Ἰδιαιτέρως ὡς πρὸς τὴν γεωργίαν θὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ καλλιέργεια ἀνὰ πάσας τὰς καλλιεργησίμους ἐκτάσεις καὶ ἰδιαιτέρως ἀνὰ τὰς νεωστὶ ἀποκαλυφθείσας γαίας ἐν Μακεδονίᾳ, πρὸ παντὸς δὲ θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ καλλιέργεια τοῦ σίτου. Ἡ τόνωσις τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς παιδείας πρὸ παντός, ὡς πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, θὰ τύχωσι τῆς ἰδιαιτέρας μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐσχηματίσθη, ἀφοῦ ἀπεδείχθη ὅτι ὁ σχηματισμὸς πάσης ἄλλης Κυβερνήσεως καθίστατο ἀδύνατος. Ἐὰν τὰ ἐν τῇ Κυβερνήσει συμπράττοντα κόμματα δὲν ἀνελάμβανον τὸ βαρύτατον ἔργον, ὅπερ ἀνέλαβον, θὰ ἐβαίνομεν πρὸς νέας ἐκλογάς, αἵτινες κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας στιγμὰς θὰ προεκάλουν ἀσύγγνωστον ἀπώλειαν χρόνου. Ἐπράξαμεν πᾶν ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἐξ ἡμῶν ὅπως κατὰ τὴν κρίσιν μας προασπίσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας καὶ μὴ ἐπιτρέψωμεν ἀναβολὴν λήψεως τῶν ἐπιβαλλομένων σωστικῶν καὶ σκληρῶν μέτρων. Πιστεύομεν ὅτι ἐπράξαμεν μετ’ αὐταπαρνήσεως τὸ καθῆκον ἡμῶν. Εἰς ὑμᾶς, ἤδη κύριοι Βουλευταὶ ἀπόκειται νὰ κρίνητε καὶ νὰ ἐπιτελέσητε τὸ ἰδικόν σας. (Χειροκροτήματα).
§4Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ κύριε Πρόεδρε νὰ διακόψωμεν εἰ δυνατὸν ἐπ’ ὀλίγον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 20′.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων.
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἠκούσαμεν τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν προσοχήν, ἡ ὁποία ὠφείλετο εἰς αὐτάς, ἀλλὰ καὶ μὲ μίαν ἐπιφύλαξιν, διότι ἡ προσοχὴ αὕτη ἦτο κάπως περιωρισμένη ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος θορύβου. Δὲν πρόκειται βέβαια σήμερον νὰ εἰσέλθωμεν ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν, τῶν οὐσιαστικῶν σημείων τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιφυλασσόμεθα, ὅταν τὰ προαγγελλόμενα μέτρα διατυπωθοῦν εἰς νομοσχέδια καὶ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ εἴπωμεν ἐπ’ αὐτῶν τὰς γνώμας μας. Ἐφ’ ἑνὸς σημείου μόνον, καίτοι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην, θὰ ἤθελον ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω ὅτι δὲν συμφωνῶ καθόλου μὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο Τραπεζῶν, συγχωνεύσεως, ἡ ὁποία θὰ καθίστα τὴν ὕπαρξιν τῶν Τραπεζῶν αὐτῶν μόνον κατ’ ἐπίφασιν ὑπάρχουσαν, καὶ θὰ ἄφηνεν νὰ ὑφιστάμεθα ὅλας τὰς δαπάνας τῆς ὑπάρξεως δύο καταστημάτων, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰς προβλέψεις αἵτινες θὰ προέκυπτον ἐκ τοῦ διχασμοῦ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Τὴν ἑσπέραν ταύτην θὰ ὁμιλήσω διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τὸ Φιλελεύθερον Κόμμα λαμβάνει ἀπέναντι τῆς συγκροτήσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, Κύριοι, ἐξακολουθεῖ νὰ πιστεύῃ, ὅτι μόνον Κυβέρνησις Οἰκουμενικὴ δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἡ Χώρα. Ἐγὼ αὐτός, Κύριοι Βουλευταί, μολονότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἡγούμην πλειονοψηφίας, ἡγούμην ἀριθμοῦ βουλευτῶν 189, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀνεγνώρισα, ἀπὸ τὸν Μάρτιον τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν, καὶ μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπίσω ἐπιτυχῶς τὰ προβλήματα ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρίσκετο ἡ Χώρα καὶ ἐζήτησα ἔκτοτε νὰ συγκροτηθῇ Κυβέρνησις Οἰκουμενική, ἡ ὁποία ὅμως δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ δι’ ὡρισμένους λόγους. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, Κύριοι Βουλευταί, χρειάζεται, ὄχι ἁπλῶς διὰ νὰ ἑνωθοῦν ὅλαι αἱ ἱκανότητες τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Χώρας, ἀλλὰ προπαντὸς ἵνα δοθῇ εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν τὸ αἴσθημα, ὅτι δύναται νὰ προβῇ εἰς κάθε μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔκρινεν ἀναγκαῖον, χωρὶς νὰ φοβῆται ὅτι αἱ δυσαρέσκειαι, αἱ ὁποῖαι φυσικῶς ἐντεῦθεν θὰ ἐδημιουργοῦντο, θὰ ὠφέλουν ἕνα ὡρισμένον κόμμα, τὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκετο ἐκτὸς τῆς Ἀρχῆς. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐπίσης θὰ εἶχε τὸ πρόσθετον πλεονέκτημα, ὅτι δυσκόλως θὰ ἠδύνατο τοῦ λοιποῦ μία μερὶς τοῦ Τύπου νὰ ἀντιδράσῃ κατὰ τῶν λαμβανομένων μέτρων, καὶ νὰ δημοσιεύσῃ εἰδήσεις, αἵτινες εἶναι γνωστόν, ὅτι δύνανται νὰ ἐπηρεάσουν ἐπιζημίως τὸ ἐθνικόν μας νόμισμα. Ἐάν, Κύριοι Βουλευταί, ἐγώ, ἐπὶ κεφαλῆς ἰσχυρᾶς πλειονοψηφίας εἰς τὴν Βουλήν, ἔκρινα, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀντιμετωπίσω τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ὠρθοῦντο ἐνώπιον τῆς Χώρας, πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ πιστεύῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μὲ τὴν σύνθεσίν της, ὅτι δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ προβλήματα αὐτὰ ἐπιτυχῶς; Τὸ γεγονὸς μήπως ὅτι εἶναι Κυβέρνησις μειονοψηφίας τῇ ἐγγυᾶται ὅτι θὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἀποτελεσματικώτερον τὰ προβλήματα ταῦτα; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἀκόμη νὰ προσθέσω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα σκοπὸν νὰ θίξῃ τὸν Ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν ἐρωτῶ. Πιστεύει, ὅτι μὲ ὅλον τὸν ὄγκον τῆς ἐργασίας, ὁ ὁποῖος ἐπίκειται ἐπ’ αὐτοῦ ὡς Ἀρχηγοῦ μιᾶς Κυβερνήσεως, πιστεύει, ὅτι δύναται νὰ εἶναι καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ἀλλὰ διετυπώθη, Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀπορία πῶς, ἐνῷ ἐπίστευα ὅτι μόνον Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, πῶς ὑπεσχέθην νὰ δώσω ψῆφον ἀνοχῆς εἰς Κυβέρνησιν μειονοψηφίας; Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, Κύριοι Βουλευταί, ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Διὰ νὰ δώσω ὅμως τὴν ἐξήγησιν αὐτήν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἐκθέσω τὸ ἱστορικὸν τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἐν σχέσει πρὸς τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα. Ἐπίστευα βέβαια, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ὅτι, μόνον Κυβέρνησις Οἰκουμενικὴ ἠδύνατο νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ἀλλ’ ἡ θέσις μου ἦτο δυσχερής, διότι, ὡς ἐκ τοῦ συστήματος μὲ τὸ ὁποῖον ἔγιναν αἱ ἐκλογαί, ἐὰν παρουσιαζόμην ζητῶν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, θὰ μοῦ ἐλέγετε βέβαια, ὅτι τὸ κάμνω αὐτό, διὰ νὰ προσεγγίσῃ ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ νὰ συγκαλυφθοῦν τὰ ἀνομήματα, τὰ ὁποῖα κατηγγέλθησαν ἐναντίον μου. Διὰ τοῦτο τὴν πρώτην στιγμὴν ἀπέβλεψα εἰς συγκρότησιν Κυβερνήσεως ἀπὸ τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ταύτην ὑπεστήριξα, ἀλλὰ Κυβέρνησις ἀπὸ τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκρίθη ἀπὸ αὐτὰ ταῦτα τὰ κόμματα — τινὰ τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, τὰ κυριώτερα τῶν παλαιοδημοκρατικῶν κομμάτων — ἐκρίθη ὡς μὴ ἐπαρκὴς διὰ τὰς περιστάσεις. Ὡς τοιαύτη δὲ ἐκρίθη καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ὁ ὁποῖος ἀπηύθυνε τὴν γνωστὴν ἐπιστολήν του πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, κάμνων ἔκκλησιν πρὸς αὐτούς, ὅπως δώσουν τὰς χεῖρας διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν τόπον τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας εἶχεν ἀνάγκην. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξέφρασε κατ’ ἐπανάληψιν τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ὠφείλετο εἰς εἰσήγησιν ἰδικήν μου. Δύναμαι ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου αὐτοῦ βήματος νὰ τὸν διαβεβαιώσω μὲ τὸν πλέον κατηγορηματικὸν τρόπον, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Προῆλθεν ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη ἐξ ἀπολύτου πρωτοβουλίας τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. (Ψίθυρος ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ τι). Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ μοῦ γίνωνται διακοπαὶ τοιαύτης φύσεως. Εἶναι πιθανὸν ἢ μᾶλλον εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας εἶδον προτοῦ ἀπευθύνῃ τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην καὶ συνεζητήσαμεν ἐπὶ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐκ τῶν ἐκλογῶν. Καὶ εἶναι, φυσικὰ πιθανώτατον, διὰ νὰ μὴ εἴπω βέβαιον, ὅτι ἐξέθεσα τὰς ἀντιλήψεις μου, ἐρωτηθεὶς ἀπὸ ἐκεῖνον, ἐὰν δὲν θὰ ἦτο καλλιτέρα ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Ἐξέφρασα τὴν γνώμην, ὅτι βεβαίως θὰ ἦτο καλιτέρα ἡ λύσις αὐτή, ἀλλὰ δὲν τοῦ συνέστησα νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Οἰκουμενικῆς. Τὸ πρᾶγμα μάλιστα δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν καὶ ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ἀντιπαρέλθωμεν διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν μας. Ἐθεώρησα ὅμως, ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ δώσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ταύτην. Ὅταν ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη ἐστάλη εἰς τοὺς πολιτικοὺς Ἀρχηγοὺς μὲ εὑρῆκεν διαμένοντα εἰς τὸ Λουτσάκι, ἀπήντησα δὲ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ἐκθέτων διὰ μακρῶν τὰς ἰδέας μου, καὶ ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, διὰ νὰ διευκολύνω καὶ τὴν συγκρότησιν τῆς Οἰκουμενικῆς, καὶ νὰ διευκολύνω τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἤδη ἐκφρασθῆ κατ’ αὐτῆς, ὅτι μοῦ ἐπεβάλλετο, χρησιμοποιῶν τὰ γραφέντα ὑπὸ ὀργάνων τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐκ τῶν ἐγκυρότερον διερμηνευόντων τὰς γνώμας του, νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν Οἰκουμενικὴν παρεμποδίζει μόνον ὁ φόβος, ὅτι αὕτη δὲν θὰ ἐπέτρεπε σύνταξιν ἀπογραφῆς τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως, καὶ τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκληματησάντων συναδέλφων μου, ἤμην πρόθυμος νὰ δεχθῶ, ὅπως γίνῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ Οἰκουμενική, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἀπογραφή, τὴν ὁποίαν ἐζήτει τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τῆς δημοσιονομικῆς καταστάσεως, καὶ ἡ καταδίωξις ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο ἔναντι τῶν συναδέλφων μου νὰ προχωρήσῃ ἀπροσκόπτως. Ἀλλ’ ὅταν, καὶ μετὰ τὴν δήλωσίν μου αὐτήν, ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐξηκολούθει νὰ ἀποκρούεται ἐπιμόνως ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἔκρινα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ ἄλλη πράγματι λύσις τῆς δυσχερείας, καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ μὴ χάνωμεν περαιτέρω πολύτιμον χρόνον, ἀλλὰ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ πάλιν, ἀναγνωρίζοντες ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ βιώσιμον Κυβέρνησιν. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος διὰ κοινοῦ φίλου καὶ πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ κόμματος διὰ τηλεγραφήματος, σταλέντος πρὸς τὴν Πρεσβείαν τοῦ Βουκουρεστίου, ὅπου τότε εὑρίσκετο ὁ κ. Παπαναστασίου. Ἀνεκοίνωσα τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ πᾶμε εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐπρότεινα νὰ προχωρήσωμεν εἰς αὐτὰς κατερχόμενοι εἰς συνασπισμὸν τῶν κομμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζουν, ὅτι μόνον Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Καὶ ὁ μὲν κ. Παπαναστασίου ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου αὐτὴν πρὶν ἐπανέλθῃ εἰς Ἀθήνας, διότι ἤδη πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις τοῦ κόμματος του, ὅπως μὴ μετάσχῃ εἰς καμμίαν Κυβέρνησιν συνασπισμοῦ ἐκτὸς τῆς γενικῆς, δηλαδή, τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Καφαντάρης μᾶς εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς ἓν τελευταῖον διάβημα πλησίον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ, ἂν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν δημιουργηθεῖσαν δυσχέρειαν ἀποφεύγοντες τὰς ἐκλογάς. Μοῦ εἶπεν ὅτι μόνον εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐματαιοῦτο καὶ ἡ τελευταία αὐτὴ ἀπόπειρα, ἦτο διατεθειμένος νὰ ἐξετάσῃ τὴν εἰσήγησίν μου ἣν κατ’ ἀρχὴν ἐθεώρει ὡς τὴν μόνην ἴσως εἰς τὴν ὁποίαν θὰ κατελήγομεν. Ὅτε, συνεπείᾳ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος, ἐγένετο ἡ δευτέρα ἀνταλλαγὴ σκέψεων ἐν τῷ Προεδρικῷ Μεγάρῳ μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων κομμάτων, ἐγὼ ἐκ καθήκοντος δὲν ἐγκατέλιπον τὴν ἰδέαν τῆς συγκροτήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀπηύθυνα θερμὴν ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς σκέψεις του. Διὰ νὰ τὸν διευκολύνω δὲ εἰς τοῦτο, τοῦ εἶπον ὅτι, μολονότι εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ μὴ μετάσχω προσωπικῶς εἰς καμμίαν Κυβέρνησιν μετὰ τὰς ἐκλογάς, καὶ δι’ ἄλλους γενικωτέρους λόγους καὶ διότι εἶχον ἀνάγκην ἀναπαύσεως, ἀλλὰ καὶ διότι ἐθεώρουν, ὅτι ἡ μὴ συμμετοχή μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν διηυκόλυνε κατὰ τὸν πλέον ὁμαλὸν τρόπον τὴν ἀνάθεσιν τῆς προεδρίας τῆς Οἰκουμενικῆς εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην, ἐπαναλαμβάνων νὰ τὸν διευκολύνω εἰς τὴν κατάστασιν, τοῦ εἶπον ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ὑπὸ τὸν κ. Τσαλδάρην Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν ὡς ἁπλοῦς Ὑπουργός, ἄνευ μάλιστα χαρτοφυλακίου, ἵνα ἐργάζωμαι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον Ὁ κ. Τσαλδάρης ὅμως ἀπέκρουσε καὶ τὴν ἔκκλησίν μου αὐτήν, μολονότι ἐγένετο φανερὸν ἐκ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησεν, ὅτι θὰ ἐπεθύμει νὰ τὴν δεχθῇ ἐὰν δὲν εὑρίσκετο ἐνώπιον ὁμοθύμου γνώμης τοῦ κόμματός του, ἐναντίον τῆς συνεργασίας μου αὐτῆς. Ὁ κ. Τσαλδάρης ὑπεστήριξεν ὅτι, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ λύσις ἀποκλείεται, δὲν ἀπέμενε παρὰ νὰ συγκροτηθῇ μία Κυβέρνησις ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀντιπολιτευθῇ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ἐθεώρησα τότε ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ προσέλθω ἐπίκουρος τοῦ κ. Τσαλδάρη καὶ νὰ εἴπω ὅτι, βέβαια, μία τοιαύτη Κυβέρνησις θὰ ἦτο κατ’ ἐξοχὴν κοινοβουλευτική, μολονότι φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ μία τοιαύτη Κυβέρνησις τὴν Οἰκουμενικήν Ἐὰν βέβαια ἐκ τῆς ἐπιμόνου ἀρνήσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ δεχθῇ τὴν Οἰκουμενικὴν φθάσωμεν εἰς τὸ δίλημμα ἀμέσων ἐκλογῶν ἢ Κυβερνήσεως συνασπισμοῦ τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προτιμῶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, καὶ διὰ νὰ τὴν διευκολύνω ἔρχομαι νὰ δηλώσω, ὅτι εἰς μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ δεχθῇ ὅπως χορηγηθῇ, ὄχι ψῆφος ἀνοχῆς, ἀλλὰ καὶ εὐρυτάτη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, διακοπτομένων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἓξ καὶ ὀκτὼ μῆνας. Μετὰ τὴν δήλωσίν μου αὐτὴν ἡ περαιτέρω συνεννόησις ἀνεβλήθη διὰ τὴν μεθεπομένην, ὁπότε ἀνεμένετο νὰ φθάσῃ ἐκ Βουκουρεστίου καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου. Κατὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν συνάντησίν μας ἐν τῷ Προεδρικῷ Μεγάρῳ, ὁ κ. Καφαντάρης ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ κόμμα του, ἀφοῦ ἐμελέτησε μετὰ προσοχῆς τὸ ζήτημα τῆς συγκροτήσεως τοιαύτης Κυβερνήσεως, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν δύναται νὰ μετάσχῃ αὐτῆς, διότι ἐπιμένει εἰς τὴν γνώμην του ὅτι μόνον Οἰκουμενικὴ δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις πρὸ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα, ἐδήλωσεν ὅμως ὅτι θὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τοιαύτην Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ περιελάμβανεν ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἐδήλωσεν, ὅτι δέχεται κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν αὐτήν, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν πρὶν ἢ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν φίλων του. Ἐδήλωσεν ὅμως ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ δεχθῇ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μακράν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον προτείνει εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, διότι ἐθεώρει ὅτι τοῦτο ἀπετέλει οὐσιαστικῶς κατάλυσιν τῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς. Σημειωτέον ὅτι καὶ ὁ κ. Τσαλδάρης εἶπε τὸ ἀπόγευμα, ὅτι τοιαύτη μακρὰ παράτασις δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ὑπῆρξεν εὐτυχὴς διότι εἶδε κατὰ τὴν δευτέραν συνεδρίασιν ὅτι θὰ ἤμην ἀποφασισμένος νὰ δηλώσω ὅτι, ἐὰν δὲν συγκροτηθῇ Κυβέρνησις ἀπὸ ὅλα τὰ ἀντιπολιτευόμενα κόμματα—διότι αἱ πρωϊναὶ ἐφημερίδες ἀνεκοίνουν αὐτὰς τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος—ἐὰν, λέγω, δὲν μετεῖχον τῆς Κυβερνήσεως ὅλα τὰ κόμματα, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν εὐρεῖαν αὐτὴν ἐξουσιοδότησιν καί, μάλιστα, τὸ πολύμηνον κλείσιμον τῆς Βουλῆς. Εἶπον δὲ ὅτι χαίρω πολύ, διότι καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροεργατικοῦ ἀναγνωρίζουν ὅτι τοιαύτη ἐξουσιοδότησις μακροχρόνιος δὲν εἶνε ὀρθὸν νὰ δοθῇ». Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συμπεριφερθῶ κατὰ διάφορον τρόπον ἀπέναντι Κυβερνήσεως περιλαμβανούσης ὅλα τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ Κυβερνήσεως περιλαμβανούσης τινὰ μόνον ἐξ αὐτῶν, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἦτο, διότι ἡ μὴ μετοχὴ τοῦ κ. Καφαντάρη εἰς τοιαύτην Κυβέρνησιν, ἄφηνεν αὐτὴν χωρὶς οὐσιαστικὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑπομένως, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδεχόμην νὰ δώσω εἰς Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας θὰ μετεῖχεν ὁ κ. Καφαντάρης, Κυβέρνησιν ἡ ὁποία, κυριώτατα, εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ καθαρῶς οἰκονομικὰ ζητήματα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ δώσω εἰς Κυβέρνησιν στερουμένην οὐσιαστικῶς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐδήλωσα ὅμως ὅτι καὶ εἰς τοιαύτην Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας θὰ μετεῖχον τὰ ἄλλα κόμματα πλὴν τοῦ Προοδευτικοῦ, καὶ εἰς τοιαύτην, λέγω, ἀκόμη Κυβέρνησιν, ἐδήλωσα, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω ψῆφον ἀνοχῆς, ὄχι βεβαίως ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν ἐπρόκειτο πλέον νὰ δοθῇ καὶ ἐξουσιοδότησις μὲ μακρὰν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Σημειωτέον ὅτι τὴν αὐτὴν ἡμέραν, τὴν Κυριακὴν δηλαδή, ὁπότε συνήλθομεν διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὸ Προεδρικὸν Μέγαρον, εἶχον συνεδρίασιν μετὰ τῶν φίλων μου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸ ἀπόγευμα, ἵνα ἐξουσιοδοτηθῶ παρ’ αὐτῶν εἰς τὸ νὰ κάμω τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας εἶχα ἤδη κάμει εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν. Καὶ ὡμίλουν εἰς τοὺς φίλους μου ἀπὸ χειρογράφου καὶ εἶπον ὅτι καὶ εἰς τοιαύτην ἀκόμη Κυβέρνησιν μειονοψηφίας, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν θὰ μετεῖχεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἂν μὲν μετεῖχεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν θὰ ἐσχηματίζετο πλειονοψηφία κυβερνητική, μὲ τὴν συμμετοχήν του δὲ δὲν θὰ ἐσχηματίζετο—εἶπα εἰς τοὺς φίλους μου, καὶ εἰς τοιαύτην Κυβέρνησιν μειονοψηφίας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ψῆφον ἀνοχῆς, ἀναλαμβάνοντες μάλιστα νὰ ψηφίζωμεν κάθε νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιδιώκετο ὁ περιορισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα βέβαια νὰ προχωρήσωμεν περισσότερον, δεχόμενοι νὰ παραδώσωμεν τὴν Χώραν εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον διακυβέρνησιν μιᾶς μειονοψηφίας.
§8Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πλειονοψηφία θὰ ἐσχηματίζετο. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ Προοδευτικὸν Κόμμα ἐδήλωσεν ὅτι θὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
§9Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον. Μένει τότε ἡ ἔλλειψις Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κατὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν συνεδρίασιν ἐπεφυλάχθη ὡς γνωστὸν νὰ ἐξετάσῃ, ἐάν, μὲ τὴν μὴ συμμετοχὴν τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δύναται νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὴν μεθεπομένην, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἡ ἀπόπειρα σχηματισμοῦ τοιαύτης Κυβερνήσεως ἐκ τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θὰ μετεῖχε μόνον ὁ κ. Καφαντάρης, καὶ αὐτὴ ἐματαιώθη, διότι δὲν ἐπῆλθε συνεννόησις μεταξὺ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἀγροτοεργατικοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἠρωτήθην τότε ὑπὸ τῶν δημοσιογράφων· «ἀφοῦ δὲν μετέχει οὔτε ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ἀφοῦ κατ’ οὐσίαν ἡ Κυβέρνησις ποὺ θὰ σχηματισθῇ θὰ εἶναι Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ποία θὰ εἶναι ἡ στάσις σας; Ἰσχύει ἡ δήλωσίς σας περὶ ψήφου ἀνοχῆς»; Καὶ ἐδήλωσα τότε· «βεβαίως ἰσχύει. Καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Κυβέρνησιν θὰ δώσω ψῆφον ἀνοχῆς». Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐζήτησε νὰ μὲ ἴδῃ ἰδιαιτέρως καὶ συνηντήθημεν εἰς μίαν αἴθουσαν τοῦ Βουλευτηρίου. Ὁ κ. Τσαλδάρης μὲ ἠρώτησε, ποία θὰ εἶναι ἡ στάσις μου, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, κυρίως ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως θὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐδήλωσα τότε, ὅτι, ὅπως ἐξ ἀρχῆς ἄλλωστε εἶχα δηλώσει, θὰ ψηφίσω κάθε μέτρον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπροτείνετο ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν συμφωνῶ εἰς τὰ μέτρα ταῦτα. Ἀλλὰ προσέθηκα ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ προχωρήσω καὶ περαιτέρω, δηλ. νὰ ψηφίσω, ὄχι μόνον τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠλαττοῦντο τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰ μέτρα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ηὐξάνοντο τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐπὶ τοῦ σημείου κυρίως τούτου ἤθελε νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην μου ὁ κ. Τσαλδάρης.
§10Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχουν ἐπακριβῶς τὰ ἐκτιθέμενα εἴς τινα σημεῖα, οὐδὲ εἰς αὐτό, ὡς τὰ παριστάνετε. Δὲν ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ σᾶς διακόπτω, διότι πάντως θὰ ἀπαντήσω καὶ θὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα.
§11Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶπα λοιπὸν εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην, ὅτι ἂν αἱ ἀνάγκαι τῶν περιστάσεων — διότι ὁ κ. Τσαλδάρης τοῦτο μοῦ εἶπεν: «ἂν ἡ ἀνάγκη τῶν περιστάσεων μὲ ἀναγκάσουν νὰ λάβω αὐτὰ τὰ μέτρα, ποία θὰ εἶναι ἡ στάσις σας;» σᾶς ἀναγκάσουν νὰ λάβητε αὐτὰ τὰ μέτρα, τὸ πρῶτον ποὺ ἔχω νὰ κάμω εἶναι νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ νὰ σᾶς συγχαρῶ διὰ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ αὐξήσητε τὰ ἔσοδα, ἐφόσον πραγματικῶς παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Εἰς τὰς λεπτομερείας ἐπιφυλάττομαι νὰ συζητήσω ἐλευθέρως καὶ νὰ εἴπω ὅτι κακὴν διεύθυνσιν παίρνετε, διότι δύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων καὶ δι’ ἄλλης διευθύνσεως. Ἀλλ’ ἂν ἐπιμείνετε, θὰ ψηφίσω αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα φέρετε πρὸς ψήφισιν. Κατόπιν τούτων ὁ κ. Τσαλδάρης προέβη εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Τώρα, εἰς τοὺς ἀποροῦντας διατὶ ἐδέχθην καὶ ψῆφον ἀνοχῆς νὰ δώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, νὰ διευκολύνω πάσῃ δυνάμει τὴν ψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῶν σχετιζομένων μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ διατὶ ἐδέχθην νὰ δώσω αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν, ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Πρὸ τούτου, ὅμως νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὅτι, ὅταν εἶπα αὐτὰ εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην, τοῦ εἶπα συγχρόνως ὅτι ἄλλα νομοσχέδια, σχετιζόμενα μὲ τὸ νόμισμα ἢ μὲ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ὑποσχεθῶ ὅτι θὰ τὰ ψηφίζω καὶ ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς μου. Ἡ ὑπόσχεσις αὕτη, τοῦ νὰ σᾶς βοηθήσω, ἀφορᾷ μόνον τὰ νομοσχέδια τὰ σχετιζόμενα μὲ τὸν προϋπολογισμόν, ἀφορᾶ τὸν περιορισμὸν δαπανῶν ἢ αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Ὁ πρῶτος λοιπὸν λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνόμιζα ὅτι μοῦ ἐπεβάλλετο νὰ τηρήσω αὐτὴν τὴν τακτικήν, διευκολύνων καθ’ ὅλον τὸ μέτρον, τοῦ δυνατοῦ τὴν συγκρότησιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἦτο τὸ γεγονὸς ὅτι μετὰ τὴν αἰσίαν λύσιν τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος, διὰ τὴν ὁποίαν εὐγνωμοσύνη ὀφείλεται εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην ἐκ μέρους τῆς Χώρας, συμφέρον γενικώτερον ἐπιβάλλει νὰ ἔλθῃ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἰς τὴν Ἀρχὴν διὰ νὰ ἐκδηλωθῇ καὶ ἐμπράκτως ὅτι πλέον δὲν ὑπάρχει τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ διαφοροποιῇ τὰ διάφορα κόμματα, τὰ ὁποῖα συναγωνίζονται εἰς τὸν στίβον τῆς ἑλληνικῆς σκηνῆς. Ἄλλος, λόγος, ὁ δεύτερος, εἶναι ὅτι ἐπίστευον καὶ πιστεύω ὅτι ἡ ἐπί τινα χρόνον, ὅσον τὸ δυνατὸν μακρότερον, ἄσκησις τῆς Ἀρχῆς ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὸν χρόνον παρέμενεν ἐκτὸς τῆς Ἀρχῆς, θὰ φέρῃ τοῦτο εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὴν πραγματικότητα, καὶ αὐτὸ θὰ ὠφελήσῃ τὴν Χώραν διότι τὸ Λαϊκὸν κόμμα θὰ δύναται εἰς τὸ μέλλον, εἴτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὑρισκόμενον εἴτε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ ἔχῃ ἀσφαλεστέραν γνῶσιν τοῦ πῶς παρουσιάζονται ὅλα τὰ μεγάλα μεταπολεμικὰ προβλήματα ἐνώπιον ὅλων τῶν Χωρῶν, καὶ εἰδικώτερον ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ τρίτος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἤγαγεν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, μολονότι ὁ λόγος αὐτὸς συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὸν δεύτερον, εἶνε συνέπεια αὐτοῦ, δηλαδὴ ὅτι παραμονὴ τῆς κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀρχὴν μετά τινα χρόνον, ὄχι μακρόν, θὰ ηὐχόμην ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύτερον, θὰ τὴν φέρῃ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλως παρὰ νὰ συγκροτηθῇ μία Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Ἡ ἐλπὶς αὐτή, Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε ὅτι δὲν διεψεύσθη, διότι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς πρώτας, νομίζω, δηλώσεις του πρὸς τὸν τύπον, ἐχαρακτήρισε τὴν κυβέρνησιν αὐτοῦ ὡς σταθμὸν πρὸς τὴν Οἰκουμενικήν. Ἐξήγησα οὕτω τὸ ἱστορικὸν τῆς στάσεως τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀπέναντι τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος, καὶ εἰδικώτερον ἀπέναντι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τώρα, ἡ Κυβέρνησις, κατὰ ρητὴν Συνταγματικὴν διάταξιν, μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως αὐτῆς, θὰ ζητήσῃ φυσικῶς νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος, γνωρίζει ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐκ μέρους τοῦ ὁποίου καὶ μόνον δύναμαι νὰ ὁμιλήσω, δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης. Καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν δώσῃ, διότι θεωρεῖ ὅτι κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις καμμία Κυβέρνησις κομματική, ἀκόμη δὲ ὀλιγώτερον Κυβέρνησις μειονοψηφίας, ὁσηδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀξία τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν προσώπων, δὲν δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ προβλήματα πρὸ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα. Ἐὰν λοιπὸν ἀρνοῦμαι νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς δυσπιστίαν πρὸς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εἰς τὸ ὅτι θεωρῶ ὅτι πᾶσα κομματικὴ Κυβέρνησις σήμερον, καὶ ἰδίᾳ Κυβέρνησις μειονοψηφίας, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὡς πρὸς τὰς παρούσας περιστάσεις, καὶ δὲν δύναμαι ἑπομένως διὰ τῆς ψήφου μου τῆς ἐμπιστοσύνης νὰ ἐγκρίνω τὴν σύστασιν τοιαύτης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὡς Προέδρου πλέον τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον προτοῦ γίνῃ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε δοθῆ ρητὴ ἐξήγησις ὅτι τὸ Φιλελεύθερον κόμμα θὰ δώσῃ ψῆφον ἀνοχῆς πρὸς τὴν συγκροτηθησομένην Κυβέρνησιν. Βεβαίως, Κύριοι Βουλευταί, τοιαύτην ψῆφον τὸ Σύνταγμά μας δὲν προβλέπει, οὐδὲ κἂν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ζῶμεν εἰς περιστάσεις ἐξαιρετικάς, ἀνωμάλους, καὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμπνευσθῶ ἀπὸ παράδειγμα ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, τὸ παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις δέχεται νὰ ἐγκρίνῃ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν κυρώνει ὁ κανονικὸς νόμος, ἀλλ’ ἐγκρίνει αὐτὰ κατ’ οἰκονομίαν. Κατ’ οἰκονομίαν λοιπόν, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τοιαύτας περιστάσεις, ἐκτάκτως δυσχερεῖς, τὸ Φιλελεύθερον κόμμα θεωρεῖ ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν παραμονὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη τὴν ψῆφον αὐτὴν τῆς ἀνοχῆς, καὶ στηριζόμενος εἰς αὐτὴν συνεκρότησε τὴν Κυβέρνησίν του, οἱ περὶ αὐτὸν ἐπεδίωξαν τὰς τελευταίας ἡμέρας νὰ τὸν φέρουν εἰς παλινῳδίαν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ κόμμα μας νὰ δώσῃ ψῆφον ἀνοχῆς. Ἔχει καθῆκον, εἶπον οἱ φίλοι του, καὶ θὰ προσθέσω μάλιστα καὶ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει καθῆκον τὸ φιλελεύθερον κόμμα, ἂν θέλει νὰ μείνωμεν Κυβέρνησις νὰ μᾶς δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Εἶδον ὅτι τὸ πρᾶγμα, ὅπως παρουσιάζετο, ἦτο ὀλίγον δύσκολον, διότι ὑπῆρχε ρητὴ συμφωνία νὰ ἀρκεσθοῦν εἰς τὴν ψῆφον τῆς ἀνοχῆς καὶ τότε μετέθεσαν τὸ ζήτημα εἰς τοῦτο. «Δὲν πειράζει ὅτι θὰ μᾶς δώσετε ψῆφον ἀνοχῆς. Πρέπει νὰ τὴν δεχθοῦμε καὶ αὐτὴν ἀφοῦ συνεφωνήθη, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι σᾶς ζητοῦμε νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι ἡ ψῆφος τῆς ἀνοχῆς, ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἰδίαν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης». Θὰ ἦτο ἀγὼν περὶ λέξεων. Εἰδικῶς ὑπεστήριξαν, αὐτοὶ τοὺς ὁποίους ὑπαινίττομαι, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς ἀνοχῆς δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα, καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς. Τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν, Κύριοι Βουλευταί, οἱ Φιλελεύθεροι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δεχθῶμεν, διότι δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἑρμηνείας, ἀλλὰ περὶ παρερμηνείας, ὅταν ἠθέλαμεν νὰ ἐξομοιώσωμεν τὴν ψῆφον τῆς ἀνοχῆς, πρὸς τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης. Εἴμεθα διατεθειμένοι οἱ Φιλελεύθεροι νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, συναινοῦντες εἰς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ὄχι ἐπὶ 20 ἡμέρας, ὡς ἀνεγράφη εἰς τὸν τύπον, ὡς ἐὰν τάχα νὰ εἴχομεν ἀντίγραφον διὰ τὴν διακοπὴν τῶν 20 ἡμερῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ 30 ἡμέρας. Θὰ ἔλεγα ἀκόμη σήμερον καὶ ἐπὶ 40 καὶ ἐπὶ 50 καὶ 60 ἡμέρας, ἐὰν βεβαίως ὅλος ὁ χρόνος αὐτὸς εἶναι ἀναγκαῖος εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ παρασκευάσῃ τὴν νομοθετικήν της ἐργασίαν. Καὶ φοβοῦμαι ἢ μᾶλλον εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ διάστημα τοῦ ἑνὸς μηνὸς εἶναι ἀπολύτως ἀνεπαρκὲς διὰ τὴν παρασκευὴν αὐτήν, ἐὰν λάβω μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τὰς σημερινὰς δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν ἐπιδιωκομένων οἰκονομιῶν θὰ συγκροτηθῇ μία ἐπιτροπὴ ὅπως μελετήσῃ αὐτὰς καὶ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐννοεῖ ὁ καθεὶς ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἐντὸς ἑνὸς μηνός. Εἴμεθα λοιπὸν πρόθυμοι νὰ συναινέσωμεν εἰς πολὺ μακροτέραν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο θὰ ἰσχύῃ ἡ διάταξις, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει πληθὺς προηγουμένων, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται, ἐὰν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, εἴτε κατ’ αἴτησιν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε καὶ ἐξ ἰδίας κρίσεως, ἂν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας, διὰ τὴν ὁποίαν διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι της. Ἀντιτάσσεται εἰς τοῦτο, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς ἀνοχῆς, θὰ ἐμείωνε τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ κανείς, Κύριοι Βουλευταί, διατὶ θὰ ἐθεωρεῖτο μείωσις τῆς Κυβερνήσεως ἡ συμμόρφωσις αὐτὴ πρὸς τόσα σταθερὰ προηγούμενα, διατὶ θὰ ἐθεωρεῖτο, ὅτι εἰδικῶς μειοῦται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐὰν γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγινε τοσάκις εἰς τὸ παρελθόν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, θεωρῇ μειούμενον τὸ κῦρός της, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, μὲ ὅλην τὴν εὐλάβειαν τὴν ὀφειλομένην πρὸς τοὺς Κυβερνήτας τῆς Χώρας, ὅτι αὐτὸ θὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ὅτι εἶναι Κυβέρνησις μειονοψηφίας. Βέβαια, δὲν ἠμπορεῖ μία Κυβέρνησις μειονοψηφίας νὰ ἔχῃ τὸ αὐτὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἔχει μία Κυβέρνησις πλειονοψηφίας. Ἡ μείωσις τοῦ κύρους ἔγκειται εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, ὄχι εἰς τὴν κακήν μας διάθεσιν. Αὐτὰ θὰ εἶναι ἡ αἰτία, καὶ ἂς μὴ τὴν ἀποδίδωμεν ἀλλοῦ. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ προχωρήσω ὀλίγον περαιτέρω. Μία Κυβέρνησις μειονοψηφίας ἀνέρχεται εἰς τὴν Ἀρχήν, ὄχι δυνάμει τῆς ἐντολῆς τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἀκριβῶς κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Δὲν ἠμπορεῖ ἄλλως νὰ ἐννοηθῇ ἄνοδος Κυβερνήσεως μειονοψηφίας εἰς τὴν Ἀρχήν, ἐναντίον ἀκριβῶς τοῦ θεμελιώδους κανόνος τῆς πλειονοψηφίας. Ὑπάρχουν βέβαια περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας μία μειονοψηφία μικρά, ὁ Ἀρχηγὸς μειονοψηφίας μικρᾶς, ἐκλήθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ δὲν ἐθεώρησε καμμίαν ἐν τούτοις ὑποχρέωσιν νὰ προέλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς ἀποτελοῦντας τὴν πλειονοψηφίαν. Τοιοῦτο παράδειγμα ἔχομεν εἰς τὴν ἰδικήν μας πρόσφατον ἱστορίαν. Κατὰ τὸ 1885 διενηργήθησαν ἐκλογαί, αἱ ὁποῖαι ἐνεφάνισαν τὸ Τρικουπικὸν κόμμα ὡς συντετριμμένον. Νομίζω, ὅτι δὲν περιεσώθησαν παρὰ 17 μόνον βουλευταὶ Τρικουπικοί. Ἕν ἔτος βραδύτερον, νομίζω ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι ἐγένοντο τὸν Ἀπρίλιον, δὲν ἐπέρασεν ἕνας χρόνος καὶ κακὴ πολιτικὴ τῆς τότε Κυβερνήσεως ὡδήγησε τὴν Χώραν εἰς τὸ —πῶς νὰ τὸ ὀνομάσω, αἶσχος τὸ ὠνόμασαν τότε—ἴσως ἡ λέξις εἶναι βαρεῖα, ἂς τὴν εἴπωμεν ἀτυχίαν, εἰς τὴν ἀτυχίαν τῆς Κούτρας καὶ εἰς τὸν διεθνῆ ἀποκλεισμόν. Ὁ Τρικούπης ἐκλήθη καὶ ἐδέχθη τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, προσῆλθε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπου δὲν ἠρίθμει παρὰ 17 φίλους, ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμά του, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει ἀπὸ τοὺς βουλευτάς, πλὴν ἄλλων, νὰ καταργηθῇ τὸ σύστημα τῆς στενῆς περιφερείας, νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἰς 150 ἕδρας ἀπὸ 200, τόσους ποὺ ἦσαν τότε—ἦσαν πέρα τῶν 200 νομίζω—ἀπέκλεισε, διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας νὰ ψηφίσουν, τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν, ἔκαμε μίαν πολιτικὴν μεταρρυθμιστικὴν καὶ ριζικὴν, πειθήνιος δὲ ἡ Βουλὴ τὸν ἠκολούθησε καὶ ἐψήφισεν ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα. Δὲν ὑποστηρίζει βέβαια ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἀναλόγους περιστάσεις. Ὁ λαός, κληθεὶς εἰς τὰς κάλπας πρὸ 47 ἡμερῶν διὰ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς ἀντιθέσεως τῶν πολιτικῶν κομμάτων, δὲν ἔδωκεν εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν τὸ ἔφερε κἂν πλειονοψηφοῦν οὐδὲ ἔναντι ἑνὸς τῶν κομμάτων, τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Πρὸς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα θεωροῦμεν καθῆκον μας νὰ λησμονήσωμεν τὴν ὀξεῖαν ἀντίθεσιν ἡ ὁποία μᾶς ἐχώριζεν κατὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἐννοοῦντες μάλιστα καλῶς ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσωμεν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα νὰ λησμονήσῃ τὴν ὀξεῖαν ἐπίθεσιν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἐκάμαμεν κατὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Τὸ μόνον ποὺ δὲν ζητοῦμεν νὰ λησμονήσῃ εἶναι, ὅτι ὑπεσχέθη εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν νὰ κατηγορήσῃ ὡρισμένους Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεώς μου διὰ παραπτώματά των. Αὐτὸ δὲν ἐπιθυμοῦμεν, οὔτε ἐκεῖνος νὰ λησμονήσῃ, καὶ δηλῶ ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ τὸ λησμονήσωμεν. Ἀλλ’ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποθέτω ὅτι σήμερον ἠμπορεῖ νὰ θίξῃ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, διότι ἐλπίζω νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ὁμιλίαν μου ἐπιμελῶς θέλω νὰ ἀποφύγω κάθε τι τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ θίξῃ προσωπικῶς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἢ τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ, δὲν ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἀφοῦ λησμονηθῇ ἑκατέρωθεν ἡ ὀξύτης τῶν ἐπιθέσεων, τὸ Λαϊκὸν κόμμα πρέπει νὰ πιστεύσῃ ὅτι εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἐξετάζωμεν μετὰ συμπαθείας κάθε εὔλογον ἀξίωσίν του. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἐπίμονον ἀξίωσίν του ὅπως ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἔστω καὶ ὡς κόμμα μειονοψηφίας, ὑπεκύψαμεν τελικῶς μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ὄχι ὡς ἡττηθέντες, ἀλλὰ δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα ἤδη. Ἀλλ’ ὅπως εἶπα, διὰ νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν Ἀρχὴν Κυβέρνησις μειονοψηφίας ἔχει ἀνάγκην νὰ προέλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοηθῇ ἄλλως, ὅτι δύναται νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν ὡς συνταγματικὴ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις. Ἡ συνεννόησις δὲ προϋποθέτει ἀμοιβαίας παραχωρήσεις. Ἀπὸ τοῦ μέρους τοῦ ἰδικοῦ μου, τοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος, ἐξ ὀνόματος τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ, νομίζω ὅτι ἐκάμαμε μεγάλας παραχωρήσεις, δεχόμενοι, ὅπως, ὄχι μόνον βοηθήσωμεν τὴν παραμονὴν εἰς τὴν Ἀρχὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ψηφίσωμεν καὶ παρὰ τὴν γνώμην μας ὅλα τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδιά της, τὰ ἀφορῶντα τὸν περιορισμὸν τῶν ἐξόδων ἢ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Ζητοῦμεν εἰς ἀντάλλαγμα ἀπὸ τὸ Λαϊκὸ Κόμμα νὰ μὴ μᾶς ἀποστείλῃ εἰς τὰς ἑστίας μας ἄνευ συναινέσεώς μας, καὶ νὰ δεχθῇ ὅπως εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἰσχύσῃ τὸ προηγούμενον, τὸ μακρόν, τὸ παγίως δύναμαι νὰ εἴπω, καθιερωθὲν εἰς τὸ παρελθόν, ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἴτε τῇ αἰτήσει τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε αὐτεπαγγέλτως, δύναται νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν.
§12Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμιλεῖτε περὶ προηγουμένου, σχετικῶς πρὸς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, συνεπείᾳ Διατάγματος;
§13Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§14Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνεπείᾳ πράξεως τῆς Βουλῆς;
§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς ἀνοχῆς τὴν ὁποίαν σᾶς δίδομεν, δὲν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅπως ζητήσητε ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας τὴν διὰ Διατάγματος ἀποστολήν μας εἰς τὰς ἑστίας μας. Σᾶς λέγω, ὅτι εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δώσωμεν ὄχι μόνον τὴν προθεσμίαν τῶν 30 ἡμερῶν, ἀλλὰ καὶ διπλασίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη παραχώρησις, τὴν ὁποίαν σᾶς ζητοῦμεν, στηριζόμενοι εἰς τὸ προηγούμενον διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὸν σάλον τῶν νέων ἐκλογῶν τόσον ταχέως μετὰ τὰς προηγουμένας, καὶ διότι ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι ἡ παραμονή σας εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐπί τινα χρόνον, θὰ σᾶς φέρῃ νὰ λάβητε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συγκροτήσεως Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§16Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, εἴπετε ὅτι ἔχετε προηγούμενα, κατὰ τὰ ὁποῖα, ὅταν εἰς Κυβέρνησιν παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εὑρέθη πρόθυμος αὕτη νὰ δεχθῇ νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ καὶ ἄνευ τῆς συναινέσεώς της, ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἤθελε καλέσει αὐτήν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ. Θέλετε τώρα τοιαύτη συμφωνία νὰ γίνῃ μεταξύ μας ἢ ζητεῖτε ὅπως ἡ σχηματισθησομένη Κυβέρνησις, ἐνασκοῦσα τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, ζητήσῃ παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ ἕνα μῆνα, ὁπότε θὰ ὑποχρεούμεθα νὰ προσερχώμεθα ἐνταῦθα καὶ νὰ διακόπτωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ὅταν ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, βεβαίως καθ’ ὑπόδειξιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἤθελε ζητήσει τοῦτο;
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ ἀποδίδετε τοιαύτην πρόθεσιν, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶ τοιοῦτό τι. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἂν πρόκειται νὰ ἀσκηθῇ τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαίωμα τῆς διὰ Διατάγματος διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ παρεμβάλωμεν ἡμεῖς ἕνα ἄλλο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠμπορῇ νὰ ἐξουδετερώσῃ τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαίωμα; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, εἶναι τοῦτο· ὅτι, διὰ νὰ συγκροτήσητε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἤλθετε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέλετε νὰ μάθετε τὶς θὰ εἶναι ἡ στάσις τῶν ἄλλων κομμάτων ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς. Σᾶς ἐδήλωσαν ὅλοι τὴν στάσιν των, σᾶς ἐδήλωσα καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀλλὰ ψῆφον ἀνοχῆς. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ εἴπω ὅτι ἡ ψῆφος τῆς ἀνοχῆς δὲν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα — κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου— καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δώσω ἐγὼ τὴν ἑρμηνείαν, ἐφόσον ἐγὼ θὰ δώσω τὴν ψῆφον, δὲν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς διὰ Διατάγματος. Ὅταν λοιπὸν λέγω ψῆφος ἀνοχῆς — σημειώσατε ὅτι ὁμιλῶ μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν θὰ λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι ὅταν λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὅλα αὐτὰ εἶναι περιττὰ κατ’ ἐμέ— ὅταν λέγω ψῆφον ἀνοχῆς, αὐτὰ κυρίως ἔχω εἰς τὸν νοῦν μου, διατὶ δὲν βλέπω καμμίαν ἄλλην διάκρισιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ ψήφου ἀνοχῆς καὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης ἀφοῦ σᾶς ὑπόσχομαι νὰ ψηφίσω ὅλα τὰ οἰκονομικὰ σᾶς νομοσχέδια, ἔστω καὶ ἐὰν ἔχω ἀντίθετον γνώμην, σᾶς δίδω κἄτι περισσότερον ἀπὸ ἐμπιστοσύνην, σᾶς προεξοφλῶ καὶ τὸ μέλλον, καὶ σᾶς λέγω ὅτι τὰ νομοσχέδιά σας τὰ οἰκονομικὰ θὰ τὰ ψηφίζω καὶ ἐὰν ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Ποία λοιπὸν διάκρισις ἄλλη μεταξὺ ψήφου ἐμπιστοσύνης καὶ ψήφου ἀνοχῆς; Καὶ λέγω μάλιστα ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δέχεται νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διὰ Δ)τος διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐθεωρεῖτο ἐκ μέρους μας ὅτι μᾶς πειράζει, ἐφόσον ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι διατεθειμένη ἡ ἰδία δι’ ἀποφάσεώς της νὰ δώσῃ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν, ἐγὼ δὲν θὰ εἶχα κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνω νὰ δώσω ψῆφον ἀνοχῆς· θὰ ἔδιδα καὶ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἀνοχὴ τίποτε ἄλλο δὲν σημαίνει παρὰ μόνον αὐτὸ τὸ δικαίωμα, καὶ μὴ ζητεῖτε νὰ τὸ θυσιάσωμεν καὶ αὐτό. Εἶναι σὰν νὰ μοῦ λέγετε, δὲν ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ψῆφον ἀνοχῆς. Θέλομεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς ἐξηγήσεώς μου θὰ συνεννοηθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ θὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ ἡμεῖς, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι καὶ Κοινοβουλευτικὴ καὶ Συνταγματικὴ καὶ ὄχι Κυβέρνησις ἀνοχῆς. Νομίζω ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐξαντλῶ ὅλον τὸ πνεῦμα τῆς συμβιβαστικότητος τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται συνήθως, ἀλλ’ ἰδιαίτατα εἰς τόσον ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ὅπως εἶναι αὐταὶ τὰς ὁποίας διερχόμεθα, καὶ ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἕνα μικρὸν μέρος ἐνδείξεως πνεύματος συνδιαλλαγῆς καὶ πνεύματος συμβιβασμοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ, Κύριοι Βουλευταί, διὰ τῆς δηλώσεώς μου αὐτῆς, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω καὶ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶπον, ἐνῷ ἐξαντλῶ τὸ πνεῦμα τοῦ συμβιβασμοῦ, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτυχία τῆς προτάσεώς μου θὰ ἐξυπηρέτει κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας. Αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς ἐπιβάλλουν τὴν ἄνευ ἀναβολῆς συγκρότησιν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἔχομεν ἤδη ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἑπτὰ σχεδὸν ἑβδομάδας, καὶ κινδυνεύομεν νὰ χάσωμεν πολλὰς ἀκόμη, χωρὶς νὰ δυνάμεθα τὰ πρὸ ἡμῶν προβλήματα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν, καθ’ ὃν τρόπον δύνανται μόνον νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἀπὸ τὴν συνένωσιν ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Χώρας. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἡ συγκρότησις τῆς Κυβερνήσεώς του εἶναι σταθμὸς πρὸς αὐτήν, διατί νὰ μὴ φθάσωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς αὐτήν, ἐξερχόμενοι τοιουτοτρόπως καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν ἡ ὁποία μᾶς ἐγεννήθη μὲ τὴν ὑπεσχημένην ψῆφον τῆς ἀνοχῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ὅμως ἐγεννήθη ζήτημα ἑρμηνείας; Πρέπει νὰ παρακάμψωμεν αὐτὴν τὴν δυσκολίαν. Ὁ κ. Τσαλδάρης φοβεῖται, τὸ ἐδήλωσεν ἄλλωστε καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συνεδρίασιν ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὅτι ἐὰν ἠκολούθει τὴν ὁδὸν αὐτὴν δὲν θὰ συνωδεύετο ἀπὸ τοὺς φίλους του καὶ θὰ ἐπήρχετο διάσπασις τοῦ κόμματός του. Εἰς ἀνάλογον θέσιν εὑρέθη καὶ πρὸ 15 μηνῶν ὁ Πρωθυπουργὸς Μὰκ Ντόναλ, καὶ δὲν ἐδίστασεν καθόλου νὰ ἀποφασίσῃ τὶ τοῦ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκόν του, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. Μολονότι ἐγκατελείφθη ἀπὸ τὰ 9)10, πλέον ἀπὸ τὰ 9)10, τῶν φίλων του, ἐδέχθη, ἀκολουθούμενος ἀπὸ δωδεκάδα περίπου ἐξ αὐτῶν, νὰ δώσῃ τὰς χεῖρας εἰς τοὺς ἀντίπαλους του καὶ νὰ συγκροτήσῃ μετ’ αὐτῶν Κυβέρνησιν ἐθνικοῦ συνασπισμοῦ, ἡ ὁποία εἰς βραχύτατον διάστημα χρόνου γνωρίζετε ὅλοι, ποία θαυμαστὰ ἀποτελέσματα ἔφερε. Σπανίως ἡ Ἀγγλία ἵστατο τόσον ὑψηλὰ εἰς τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν ὅσον σήμερον, ἀφοῦ ἐπέτυχεν μετατροπὴν πολεμικῶν δανείων 2000 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων λιρῶν, δι’ ἧς τροπῆς ὑποβιβάζεται ὁ τόκος ἀπὸ 5 εἰς 3%. Προχθὲς ἀκόμη ἐξεδόθη νέον δάνειον 300.000.000 λιρῶν, τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη εἰς δύο ὥρας μὲ 3% μόνον τόκον. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τὸν ἐρωτήσω μὲ ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς τὴν θέσιν του εὐλάβειαν, διατὶ δὲν θὰ εἶχεν καὶ ἐκεῖνος τὴν φιλοδοξίαν νὰ γίνῃ ὁ Μὰκ Ντόναλ τῆς Ἑλλάδος; Ἂς ἀναλάβωμεν τὸν σχηματισμὸν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ πυκνώσωμεν ὅλοι τὰς τάξεις πέριξ του, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν περιστάσεων καὶ τῆς κοινῆς γνώμης ἐπιβλητικῶς ἐκδηλουμένης. Τὴν προσφοράν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμα κατὰ τὴν δευτέραν σύσκεψιν εἰς τὸ Προεδρικὸν Μέγαρον, ὅπως, ἐὰν τὸ ζητήσῃ, ὑπηρετήσω ὑπ’ αὐτὸν ὡς ἁπλοῦς Ὑπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἥτις γνωρίζετε ὅτι ἀπερρίφθη τότε, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον μὲ τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὄχι ἄλλο αἴσθημα, ἀλλ’ ἡ φιλαρχία μὲ ἐξωθεῖ εἰς τὸ νὰ ἐκλιπαρῶ, ἔστω καὶ ἕνα μικρὸν καὶ μειωμένον μέρος τῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία διέφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας μου. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοῦτο κάμνων ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου πρὸς τὴν Χώραν καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ κοινὴ προσπάθεια ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου θὰ ἐστέφετο, ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι Βουλευταί, ἐνδεχόμενον ἡ νέα αὕτη ἔκκλησίς μου νὰ θεωρηθῇ κινουμένη ἀπὸ ἐλατήρια ὄχι εὐγενῆ, διὰ νὰ μὴ τὰ ὀνομάσω καταχθόνια, ὅτι δηλαδὴ ἀποβλέπω κυρίως εἰς τὸ πῶς θὰ διασπάσω καὶ διαλύσω τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Κατὰ τῆς ὑπονοίας αὐτῆς, Κύριοι Βουλευταί, ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ δώσω τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ εἰς τοιοῦτόν τι ἀποβλέπω. Καὶ πρῶτον δὲν πιστεύω, ὅτι ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀντιλήψεις του ὅπως εἶναι καθῆκον κάθε πολιτικοῦ Ἀρχηγοῦ, κανεὶς ἀπὸ τὸ κόμμα του δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ αὐτό, ἐναντίον τῆς ἐκδήλου κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία ἔχει ἐπιστρατευθῆ ὑπὲρ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι πλανῶμαι εἰς τοῦτο καὶ ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἀναλαμβάνων τὴν πρωτοβουλίαν νὰ συγκεντρώσῃ περὶ αὐτὸν ὅλον τὸν πολιτικὸν κόσμον, θὰ ἴδῃ αὐτὸν μὴ ἀκολουθούμενον ἀπὸ τοὺς 96 ἢ 97, δὲν γνωρίζω πόσους βουλευτάς, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν τὸν ἠκολούθουν οὔτε 80, οὔτε 70, οὔτε 60, οὔτε 50, οὔτε 40, οὔτε 30, οὔτε 20, οὔτε 10. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐσχηματίζετο ὑπ’ αὐτὸν ὡς Πρόεδρον, ἔστω καὶ μὲ τοὺς ὀλίγους αὐτοὺς φίλους ποῦ θὰ τὸν ἠκολούθουν, θὰ ἦτο Κυβέρνησις Οἰκουμενική, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ ὅλον ἐκεῖνο τὸ δυσχερὲς ἔργον, τὸ ὁποῖον πρόκειται πρὸ ἡμῶν σήμερον. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅμως ὅτι βέβαια, ὡραῖα εἶναι ὅλα τὰ πράγματα αὐτά. Θὰ σώσωμεν ἴσως τὸν τόπον, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν διαλελυμένον τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν θὰ διαλυθῇ ἂν πραγματοποιηθῇ αὐτὴ ἡ τόσον ἀπαισιόδοξος πρόβλεψις, διότι φρονῶ, ὅτι κανεὶς φίλος δὲν θὰ ἐγκατέλιπε τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν ὅτι γίνεται ἡ ἀπαισιόδοξος αὐτὴ πρόβλεψις. Ποία θὰ ἦτο ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων; Ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐσχηματίζετο ἀπὸ τὰ ἄλλα κόμματα καὶ μὲ τοὺς 10 μόνον βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠκολούθουν τὸν Ἀρχηγὸν τῆς νῦν Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ εἰς τόσον στενὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι θὰ ἐπεβάλλετο νὰ κατέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὰς ἐκλογὰς συνησπισμένος ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος. Εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς θὰ ἀνεγνωρίζετο τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην νὰ φέρῃ ἴσον ἀριθμὸν φίλων εἰς τὴν νέαν Βουλήν, καθορίζων αὐτὸς τοὺς φίλους του, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν πραγματικοὶ φίλοι του (χειροκροτήματα). Ὑπάρχει κανείς, Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀμφιβάλλων (χειροκροτήματα), ὑπάρχει κανεὶς ὅτι ἂν προχωρήσωμεν εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν, ὅτι οἱ συνδυασμοί, τοὺς ὁποίους θὰ σχηματίσῃ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, θὰ ἐξέλθουν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠξεύρω ἴσως εἰς μίαν μικρὰν περιφέρειαν, εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Ψαρρῶν, νὰ μὴ ἐξέλθουν, ἀλλὰ εἰς ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα οἱ συνδυασμοὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔλθουν ἀπολύτως πλειονοψηφοῦντες, ἀφήνοντες κάθε ἄλλον ἀντίπαλον ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε νὰ παρουσιασθῇ καὶ ἰδίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ εἶχον ἀπολείψει τῶν τάξεών των καὶ θὰ ἐγκατέλιπον τὸν Ἀρχηγόν των καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἔκαμνε τὴν γενναιοτέραν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ σημειώσῃ ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος μας τῶν νεωτέρων χρόνων; Δὲν θέλω, Κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, νὰ ἀποφασίσῃ, νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς νέας αὐτῆς προτάσεώς μου. Ἡ συζήτησις ἀπόψε δὲν εἶναι δυνατόν, δυστυχῶς, νὰ τερματισθῇ, διότι θὰ λάβουν τὸν λόγον ὅλα τὰ κόμματα, βεβαίως δὲ θὰ δευτερολογήσῃ ὁ κ. Τσαλδάρης, θὰ δευτερολογήσωμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ κατ’ ἀνάγκην ἡ συνεδρίασις θὰ ἀναβληθῇ, ἐλπίζω, διὰ τὴν αὔριον. Συνήθως δὲν ἐργαζόμεθα τὸ Σάββατον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο σωστὸ καὶ δὲν θὰ τὸ ἐδέχετο ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρατείνωμεν μέχρι τῆς Δευτέρας, ὥστε νὰ συνέλθωμεν αὔριον. Ἐν τῷ μεταξὺ δύνανται νὰ γίνουν καὶ αἱ ἀπαιτούμεναι συνεννοήσεις καὶ ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς, καὶ νὰ εἶναι βέβαιος ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καὶ ὅλον τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ὅτι ἐὰν ἠρχόμεθα αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ δώσωμεν τὰ χέρια διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις, θὰ μᾶς ἐχειροκρότει ὁλόκληρος ὁ λαός, καὶ ἡ ψυχολογικὴ ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία θὰ ἐδημιουργεῖτο ἐκ μιᾶς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, θὰ ἦτο τὸ καλλίτερον ἔρεισμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Ἑλλάδος. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τοῦ κέντρου).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις;
§19Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω, νὰ ὁμιλήσῃ καὶ εἷς ἐκ τῶν ἄλλων κυρίων Ἀρχηγῶν τοὐλάχιστον, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις δι’ αὔριον ἐξ ὀνόματος ὅλων, ἴσως δὲν θὰ περατωθῇ. Γνωρίζετε δὲ ὅτι τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρατείνωνται ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα αἱ συζητήσεις. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι ἢ ἐν τῷ Κανονισμῷ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ περατοῦται ἐντὸς 48 ὡρῶν.
§20Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀντίθετος διάταξις ὑπάρχει, ὅτι δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως δυσπιστίας ἐπὶ 48 ὥρας.
§21Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθ.). Ὑπάρχει διάταξις ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ περατωθῇ.
§22Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως ἐπὶ 48 ὥρας.
§23Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπ.). Ἀνεξαρτήτως τῆς διατάξεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπικαλεῖσθε, ἢ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὑπάρχει, ἠξεύρετε ὅτι μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἐπανειλημμένως ταύτην τὴν ἑσπέραν ἀπεκλήθη Κυβέρνησις μειονοψηφίας ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης τόσον ἐκτεθειμένη, ἀφοῦ τόσον ἐπανειλημμένως καὶ ρητῶς ἐδηλώθη ὅτι εἶναι ζήτημα μειονοψηφίας, ἠμφισβητήθη δὲ καὶ ἡ ἀνοχὴ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μεγαλείτερον κόμμα. Διὰ τοῦτο, ναὶ μὲν δὲν ἐπιμένω εἰς τὸ νὰ συνεχισθῇ ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρέπει πάντως αὔριον νὰ περατωθῇ, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ὅπως ὁμιλήσῃ ταύτην τὴν ἑσπέραν εἷς ἐκ τῶν ἄλλων Ἀρχηγῶν διὰ νὰ ἔχωμεν ἐπαρκῆ χρόνον δι’ αὔριον νὰ περατώσωμεν ἀμέσως τὴν τοιαύτην συζήτησιν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ δισταγμὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως στέρξῃ εἰς τὴν ἄμεσον διακοπὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον, ὀφείλεται εἰς μίαν παρεξήγησιν, τὴν παρεξήγησιν τοὐτέστιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διατελεῖ τρόπον τινὰ εἰς ὑποδικίαν καὶ ὀφείλει νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν θέσιν της ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἑσπέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν τίθεται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ καθαρᾶς πλάνης, διότι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν διατελεῖ ὑπὸ καμμίαν μορφήν. Πρόκειται περὶ ρυθμίσεως μόνον τῶν πολιτικῶν ζητημάτων. Καὶ ὅτι περὶ τούτου πρόκειται, εἶναι πρόδηλον ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἀνέβαλε τὴν προσέλευσίν της εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὀκταήμερον, μὴ φανταζομένη βεβαίως ὅτι μειώνει τὸ κῦρος αὐτῆς ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐμφανίσεώς της ἐπὶ ὀκταήμερον. Ἐκεῖ ὅπου ἀνεβλήθη ἡ κρίσις περὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας, εἶναι δίκαιον ν’ ἀναβληθῇ ἀκόμη ἐπὶ ἓν εἰκοσιτετράωρον. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει ἀντίληψίς τις ἐκ παραδόσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀντίστροφος πρὸς τὰ καθιερωθέντα διὰ τοῦ νέου ἡμῶν Συντάγματος. Εἰς τὸ νέον Σύνταγμα τοὐναντίον ἐθεσπίσθη διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν, ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως ἐπὶ προτάσεως δυσπιστίας, δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ 48 ὁλοκλήρους ὥρας, καὶ ἑτέρα διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία....
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι «δύναται». Εἶναι ὑποχρεωτική.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. ..... ἐπὶ προτάσεως ἐπὶ δυσπιστίας ἐπὶ ἓν ἀκόμη εἰκοσιτετράωρον. Ἑπομένως ἐντελῶς νέαι ἀρχαὶ κρατοῦν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἄμεσον διακοπήν, διότι δὲν ὠφελεῖ τίποτε νὰ συνεχισθῇ ἐπ’ ὀλίγον ἡ συζήτησις ἀπόψε, ἐφόσον ἐδέχθη ἤδη ἡ Κυβέρνησις νὰ συνεχισθῇ καὶ αὔριον. Ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον μὲ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἐντὸς τῆς αὔριον ὀφείλει νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις, καὶ θὰ πράξωμεν πᾶν τὸ καθ’ ἡμᾶς διὰ νὰ ἀποπερατώσωμεν αὐτήν. Δὲν ἔχομεν νὰ σταματήσωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνώπιον στενῶν τύπων. Πρόκειται νὰ ρυθμισθοῦν ὕψιστα συμφέροντα τῆς Χώρας καὶ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἀνάγκην διευκρινίσεών τινων διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι ἐπιζημία, ἀλλὰ χρήσιμος καὶ ἐπωφελὴς διὰ τὸν τόπον. Ἐφόσον ζητεῖται μία τοιαύτη προθεσμία 24 ὡρῶν, εἶναι δυνατὸν νομίζω ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν παραχωρήσῃ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι οὐσιώδης διαφωνία δὲν ὑφίσταται, διότι, μολονότι προηγήθη μία συμφωνία περὶ διακοπῆς τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον, τοῦ τερματισμοῦ αὔριον τῆς συζητήσεως τῆς ψηφοφορίας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι θὰ διηυκολύνετο ὁ τερματισμὸς τῆς συζητήσεως αὔριον ἂν εἷς ἐκ τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀκόμη ἐλάμβανε τὸν λόγον καὶ ἐξέθετε τὰς ἀπόψεις του. Νομίζω ὅτι ἡ οἰκονομία αὕτη δὲν ἀξίζει νὰ μᾶς φέρῃ εἰς διαφωνίαν, διότι δὲν πρόκειται ἡμεῖς ν’ ἀπασχολήσωμεν διὰ μακρῶν τὴν Βουλήν. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσεν ὁ κ. Καφαντάρης, διὰ νὰ μελετήσωμεν, τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ἐν τῷ συνόλῳ των δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ παρακολουθήσωμεν λόγῳ τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτει, ἀλλὰ, καὶ διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διευκρινίσωμεν μερικὰ πράγματα. Ἡ ἀναβολὴ δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ δυσχεράνῃ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως· τοὐναντίον ἔχει σκοπὸν νὰ καταστήσῃ ἀκόμη εὐχερεστέραν τὴν θέσιν της. Καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ πιστεύσῃ εἰς τὴν δήλωσίν μου αὐτήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τοῦ Συντάγματος τίθεται προθεσμία τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως ἐπὶ προτάσεων ἐμπιστοσύνης. Τοιαύτη προθεσμία δὲν τίθεται. Ἀντιστρόφως τίθεται ὑποχρεωτικὴ προθεσμία διήμερος πρὸς ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ προτάσεων δυσπιστίας. Τὸ ἄρθρον 89 ρητῶς λέγει ὅτι ἡ συζήτησις, ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς δυσπιστίας, δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ (ἀναγινώσκει). Ὥστε βλέπετε, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰ ἴδια πράγματα, προκειμένου περὶ ζητημάτων δυσπιστίας, δὲν ὑπάρχει κανὲν συνταγματικὸν κώλυμα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ στηριχθῶμεν ἐδῶ εἰς τοὺς τύπους. Συνεννοούμεθα διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν καλλίτερον τρόπον λύσεως, διευκρινίσεως, ἀποσαφηνίσεως τῶν γνωμῶν μας, ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφοῦ τόσον ἐπιμόνως ζητεῖται παρὰ τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως, βεβαίως δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἔλλειψις ἁβρότητος, προκειμένου μάλιστα περὶ τόσον σοβαρᾶς πολιτικῆς συνεννοήσεως, ἐὰν ἐγὼ ἤθελον ἐπιμείνῃ ὅπως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Οὐχ ἧττον ὅμως θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προσήχθησαν, δὲν εἶναι σοβαρά, διότι δὲν νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ἰσχυρισθοῦν οἱ ἀντιφρονοῦντες ὅτι δὲν ἤκουσαν τὰ προγραμματικὰς δηλώσεις μου. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ἔδωκα τὸ ἴδιον τὸ κείμενον τῶν δηλώσεων αὐτῶν καὶ εἶχον μίαν ὥραν εἰς τὴν διάθεσίν των νὰ τὸ μελετήσουν καὶ νὰ ἀπαντήσουν, νὰ εἴπῃ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἄλλως τε τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι τόσον γνωστά, ὥστε δὲν χρειάζεται ἰδιαιτέρα μελέτη. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ γίνῃ περαιτέρω συζήτησις καὶ ἀδίκως κουράζεται ἡ Βουλή, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ συμφωνῶ εἰς τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως, ἂς διακοπῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ συζήτησις. Θὰ παρακαλέσω ὅμως, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τερματισθῇ αὔριον ἡ συζήτησις.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.).