1931.02.10
2.016 στίχοι · 15.049 λέξεις · 61 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34η
ΤΡΙΤΗ 10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1931
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Πλακίδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑπαγωγήν των δικαστικῶς εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον καὶ Πρωτοδικεῖον Καστορίας. —Ὁ Γρηγόριος Ἀράβογλου καὶ Χρυσῆ Λασκαρίδου διαμαρτύρονται διὰ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας ὑπεβληθὲν νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς δωρηθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οἰκίας εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ ἀποθανόντος Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Θεολογίτης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ προέδρου τοῦ ἐπαγγελματικοῦ συλλόγου Ἐλευθερουπόλεως διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ ταμίου Παγγαίου ἐκδίδοντος ἐντάλματα προσωπικρατήσεως κατὰ τῶν εὐπολήπτων ἐμπόρων τῆς πόλεώς των, καὶ ζητοῦν τὴν ἀπομάκρυνσιν τούτου. —Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Μυστεγνῶν ζητεῖ τὴν παροχὴν προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν των καὶ τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς προστασίαν τῆς τιμῆς τοῦ ἐλαίου. —Ὁ σύλλογος ἁμαξοκαρραγωγέων Ἰωαννίνων «ὁ ἅγιος Γεώργιος» ζητεῖ τὴν πληρωμὴν τῆς ἐπιδικασθείσης ἀποζημιώσεως πρὸς δημιουργίαν νέας ἐργασίας. —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Μαντᾶς καταθέτει αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μπρανιάτες Βερροίας διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου Ἐποικισμοῦ. —Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Λεβαδείας καὶ αἱ διάφοροι ὀργανώσεις ἀποδοκιμάζουν τὴν στάσιν τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων καὶ τάσσονται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως. —Ἡ ἕνωσις ὑπαλλήλων κρατικῶν ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων ζητεῖ τὴν πλήρη μισθολογικὴν καὶ διοικητιτὴν ἀφομοίωσίν των πρὸς τοὺς ὁμοιοβάθμους των ὑπαλλήλους τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων. —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Ἀκρίτα ὑποβάλλει ἀπόφασιν τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μεταφορὰν ὕδατος ἐκ τῆς λίμνης Δοϊράνης εἰς τὸ ἀγρόκτημα Κιλινδὶρ ὑπὸ τοῦ κ. Χρυσάφη. —Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Ἁγίας Παρασκευῆς Λέσβου διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Μυτιλήνης Θεοδοσιάδου, ἀρνουμένου νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον σχετικῶς πρὸς τὴν σφράγισιν τῶν ταγαρελαίων τοῦ ἐργοστασίου του. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Κουπαροῦσος ὑποβάλλει: 1) Ἀναφορὰν τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Γρεβενῶν πρὸς ἐπίλυσιν ὡρισμένων ζητημάτων. 2) Ὑπόμνημα ἀκτημόνων Βοΐου αἰτούντων τὴν ἐξαγορὰν τῶν ὑπ’ αὐτῶν τῶν καλλιεργουμένων ἀγρῶν τῶν διαχειριζομένων παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. —Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Κριμπᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 4576 περὶ μειώσεως ἀμέσων φόρων». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Μιαούλης, Γ. Κουλούρης καὶ Α. Δαμιανὸς ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 4464, 4562 καὶ 4591 περὶ ἀποζημιώσεως τῶν πολεμοπαθῶν». Οἱ ὑπουργοὶ κ. κ. Δ. Δίγκας (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον «Περὶ συμπληρώσεως τῆς νομοθεσίας τῆς Διευθύνσεως Σιδηροδρόμων τοῦ ὑπουργείου Συγκοινωνίας».
§3Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Φίλιε.
§5Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Διαμαρτύρονται, κύριοι βουλευταί, οἱ κάτοικοι τῶν πλημμυροπαθῶν χωρίων ὅτι δὲν τοὺς ἔστειλαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας οὔτε ὀλίγον σπόρον ἐφ’ ὅσον κατεστράφη ὅλη ἡ σπορά. Θὰ ἤθελον νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, τί ἔκαμεν.
§6Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της.
§7Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρουμε καὶ μεῖς τί θὰ ποῦμε. Ἦλθεν ὁ ὑπάλληλος; Ἐστάλη σπόρος; Θὰ ἤθελα νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ἐὰν ὁ μεταβὰς ἐκεῖ ὑπέβαλεν τὴν ἔκθεσίν του καὶ τὶ λέγει αὕτη· ἔγιναν καταστροφαὶ ἢ δὲν ἔγιναν;
§8Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κάμετε ἐπερώτησιν νὰ μάθετε. Ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκον της.
§9Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Τότε νὰ κάμω ἐπερώτησιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων Ὁ κ. Ἡσαΐας ἐπὶ ἐρωτήσεώς του πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας σχετικῶς μὲ τὸν δασοκόμον Πάρνηθος κλπ.
§11Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ὑποβληθέντα τρία ἐρωτήματα ἀνὰ ἓν διὰ τοὺς ὑπουργοὺς Γεωργίας, Δικαιοσύνης, καὶ ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι συναφῆ καὶ ἀλληλένδετα. Κατὰ συνέπειαν θὰ ἀναπτύξω ταῦτα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην. Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ἐὰν σκέπτεται νὰ τιμωρήσῃ ἐκ νέου τὸν δασοφύλακα Χαντί, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θράσος ἀφοῦ ἐτιμωρήθη ἐλαφρῶς (ὁμολογῶ κατὰ παράκλησιν ἰδικήν μου) ἀπὸ τὴν προϊσταμένην του ἀρχὴν διὰ τὸν αὐθάδη του τρόπον πρὸς ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ Κράτους, εἶχεν, λέγω, τὸ θράσος ἐνθαρρυνθεὶς ἀπὸ τὴν ἐλαφρὰν τιμωρίαν νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν, ψευδῆ ἐναντίον μου ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ; Ἐννοεῖτε κ. Πρόεδρε τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἐπροξένησε εἰς τοὺς συμπολίτας μου διότι εἶναι φυσικὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ἐγὼ διέταξα ἀνθρώπους μου νὰ κόπτουν τὰ δάση λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι διευθύνω ἐργασίας κειμένας πλησίον πρὸς ταῦτα. Ἐλπίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ θὰ ἔχω εὐμενῆ ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Γεωργίας ὑπουργόν. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ τῶν λεχθέντων καὶ δι’ ὅσα θὰ ἐκθέσω θὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ πῶς δημιουργοῦνται αἱ μηνύσεις ἐναντίον τῶν βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν. Ὅταν ἀποπερατώθη ὁ δρόμος Πάρνηθος ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ κάμω τὸν περίπατον αὐτὸν ἐνοικίασα ἕνα ταξὶ καὶ ἐπῆγα μὲ τὴν οἰκογένειάν μου μέχρις τοῦ τέρματος ὅτε καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ εἶχον κατέλθει τοῦ ταξὶ περιπατῶν ὁ σωφὲρ τοῦ ὑπὸ ἐνοικίασιν αὐτοκινήτου ἔκοψε ἕνα κλαράκι τὸ ὁποῖον ἔδεσε εἰς τὸ αὐτοκίνητόν του, χωρὶς ἐγὼ νὰ δώσω προσοχήν. Ὅταν κατεβήκαμε εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα ἐκεῖ ποὺ συνήθως μαζεύεται ὁ κόσμος διὰ νὰ διασκεδάσῃ, εὑρέθη ἕνας ἀρειμάνιος δασοφύλαξ ὁ ὁποῖος ἔκοψε ἕνα κλαρὶ καὶ ἤρχισε νὰ κτυπᾷ τὸ αὐτοκίνητο. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐξεπλάγην λυπηθεὶς συγχρόνως τὸ αὐτοκίνητο τοῦ πτωχοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐπενέβην δηλώσας τὴν ταὐτότητά μου συνεβούλευσα δὲ τὸν δασοφύλακα νὰ μὴ καταστρέψῃ ξένην περουσίαν, καὶ δὴ πτωχοῦ βιοπαλαιστοῦ δι’ ἀσήμαντον ἀφορμήν. Οὗτος εἰς ἀπάντησιν ἀμέσως ἐσφύριξεν, καὶ μαζεύθηκαν ὅλοι οἱ φρουροὶ δημιουργήσας ἐπεισόδιον χωρὶς λόγο καὶ λογαριασμό. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς ἀστυνομικῆς δυνάμεως ἐφέρθη εὐγενέστατα καὶ μοῦ εἶπε, κ. βουλευτά, μείνατε ἥσυχος καὶ ἐγὼ θὰ κανονίσω τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ ὁ ἐν λόγῳ δασοφύλαξ εἶχεν τὸ θράσος παρ’ ὅλην τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἀστυνομικῆς δυνάμεως νὰ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου καὶ νὰ ἀρχίσῃ νὰ ὑβρίζῃ τὸν σωφὲρ ἐμὲ καὶ τὴν οἰκογένειάν μου. Ὅτε ἐγὼ χάσας τὴν ὑπομονήν μου τὸν ἐξεδίωξα. Αὐτὸ κύριοι βουλευταί, ἦτο τὸ ἐπεισόδιον, ἐκ τοῦ ὁποίου προέκυψεν ἡ μήνυσις ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ. Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, συνήντησα τὸν διευθυντὴν τῶν δασῶν κ. Δαμιανὸν εἰς τὸν ὁποῖον κατήγγειλα τὴν πρᾶξιν. Ὁ κ. Δαμιανὸς μοῦ εἶπε ἔχετε δίκαιον, διότι τὸ ἴδιον ἐπεισόδιον ὁ ἴδιος ὁ δασοφύλαξ τὸ εἶχε ἐπαναλάβῃ καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑπουργοῦ, καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ δημάρχου Ἀθηνῶν καὶ ὅτι θὰ στείλῃ ἕνα ἐπιθεωρητὴν διὰ νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι πρὸ τῆς ἰδέας νὰ χάσῃ τὴν θέσιν του ἔστω ἕνας αὐθάδης ἔλαβον οἶκτον διὰ τὸν πτωχὸν αὐτὸν ἄνθρωπον καὶ εἶπον δὲν θέλω νὰ τὸν παύσετε ἀλλὰ νὰ τὸν διδάξετε πῶς πρέπει νὰ φέρεται. Κατόπιν τῆς συστάσεώς μου ταύτης τοῦ ἐπέβαλλον πρὸς τιμωρίαν του μόνον 20 ἡμέρας παῦσιν καὶ αὐτὸς ὡς ἀντίποινα ἔκαμε τὴν μήνυσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπεισόδιον τὸ ὁποῖον δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἔχει τὸ πρᾶγμα κἄποιαν ἄλλην σημασίαν μεγαλειτέραν. Ἐνθυμεῖσθε πάντες τὴν ἡμέραν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθησαν μηνύσεις ἐναντίον εἴκοσι βουλευτῶν καὶ ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἄδεια διώξεως, ἄλλοι δι’ ἕνα ζήτημα, καὶ ἄλλοι διὰ τὸ ἄλλο καὶ ἐξηντλήθη ὁλόκληρον τὸ reperloriuns τοῦ Π. Κώδικος. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν μπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι δίδομεν λαβὴν εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους νὰ βάλουν ἕνα ἄνθρωπον οἱονδήποτε νὰ μηνύσῃ ἕνα βουλευτήν, πότε διὰ τὸ ἓν ζήτημα καὶ πότε διὰ τὸ ἄλλο.
§12Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἔκφρασις εἶναι ἀτυχής.
§13Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Τὸ δεύτερον ἐρώτημα κ. Πρόεδρε, ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργόν. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν διὰ νομοσχεδίου νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν ὅπως ἔχει τὸ δικαίωμα προτοῦ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ μίαν προανάκρισιν. Ἐὰν ἐκ τῆς προανακρίσεως εὑρίσκει στοιχεῖα διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ διωχθῇ ἕνας βουλευτής, ἢ γερουσιαστής, τότε καὶ μόνον μὲ μίαν λεπτομερῶς δικαιολογημένην ἔκθεσιν νὰ ζητῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν διώξεως καὶ ὅτε ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ θὰ ἔχῃ κἄποια εὐθύνην ὅταν θὰ συζητῆται ἄνευ λόγου ἡ δίωξις ἑνὸς βουλευτοῦ.
§14Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δηλαδή, θέλετε, νὰ καταργήσετε αὐτὴν τὴν προστασίαν;
§15Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Κύριοι, φρονῶ προτιμώτερον νὰ καταργηθῇ ἡ ἀσυλία, παρὰ νὰ γίνεται ἄνευ λόγου θόρυβος, δι’ αὐτὸ ἐρωτῶ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εἶναι δυνατὸν μὲ τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα καὶ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ, νὰ διευθετηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἄλλως ὅταν θὰ ἐπέλθῃ ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν τὸ Σύνταγμα νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀσυλίαν τῶν βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πριμίδης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§17Ε. ΠΡΙΜΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου κ. Ἠσαΐας εἶναι σπουδαιότατον. Ἀφορᾶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Καὶ πρὸ δύο περίπου μηνῶν ὅταν ἐζητήθη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς διὰ διαφόρους αἰτήσεις διώξεως βουλευτῶν ἀπέβη ἀντικείμενον συζητήσεως τὸ προκείμενον ζήτημα, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλης τινὸς ἀπόψεως. Τότε ἀνακινήθη τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἀφοῦ ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ κρίνει ὅτι δὲν χωρεῖ περίπτωσις ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια διώξεως βουλευτοῦ, κατὰ πόσον δέον νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Τότε παρὰ τὸ ἐπικληθὲν Κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον ἐθεωρήθη ὅτι ὄντως δυνάμει εἰδικῆς διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ ὀφείλει ὁ Πρόεδρος τοῦ σώματος, μολονότι ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι δὲν συντρέχει λόγος νὰ δοθῇ ἄδεια διώξεως, ὅπως καὶ πάλιν ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἔρχεται σήμερον ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταστατικοῦ ἡμῶν χάρτου, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ περιφρουρηθῇ ἔτι μᾶλλον ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ βουλευτοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ δοθῇ εἰς τοῦτο ἡ ἀπάντησις δέον νὰ ἐξετασθῇ τί δικαιοῦται καὶ τί ὑποχρεοῦται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ λαμβάνουσα μηνύσεις στρεφομένας κατὰ ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ ἐπερώτησιν. Νὰ ὑποβάλητε μίαν πρότασιν καὶ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς. Εἶναι ὅλως διόλου ἀντικανονικόν. Νὰ ὑποβάλλετε πρότασιν νόμου διὰ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἀπὸ πάσης ἀπόψεως.
§19Ε. ΠΡΙΜΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ἀξίζει τὸν κόπον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, διότι ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ βουλευτοῦ καὶ Γερουσιαστοῦ. Ἄς ἐξετάσωμεν τὶ δικαιοῦται καὶ τὶ ὑποχρεοῦται νὰ πράξῃ ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ λαμβάνουσα μηνύσεις στρεφομένας κατὰ βουλευτοῦ ἢ Γερουσιαστοῦ. Πρῶτον ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν εἶναι νόμῳ βάσιμος καὶ ὑποστατὴ ἡ μήνυσις, δηλαδὴ κατὰ πόσον ἡ πρᾶξις προβλέπεται καὶ τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κατ’ οὐσίαν βάσιμον τῆς μηνύσεως γεννᾶται ἡ ὑποψία μή τυχὸν κωλύεται ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ κατ’ οὐσίαν βασίμου τῆς μηνύσεως. Ὡς γνωστὸν κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος «Ὁ βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται οὔτε συλλαμβάνεται οὔτε φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος». Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν μπορεῖ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ προβῇ εἰς ἀνάκρισιν ἂν προηγουμένως δὲν ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ σώματος. Δὲν δύναται ὅθεν διὰ νομοθετικῆς προνοίας νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον παρὰ μόνον διὰ τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς συναφὲς πρὸς τὸ ὑποβληθὲν ἐρώτημα τοῦ κ. συναδέλφου. Θεωρῶ ὅθεν ὅτι ἐνδείκνυται ἡ διόρθωσις διὰ νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὸν διασυρμὸν τὸν ὁποῖον ὑφίστανται παρὰ τοῦ τυχόντος οἱ βουλευταὶ, ἐναντίον τῶν ὁποίων εἴτε ἐκ κομματικῆς ἀντιπαθείας εἴτε ἐκ πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως εἴτε ἐκ κακοβουλίας ὑποβάλλονται μηνύσεις ἀβάσιμοι.
§20Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ προβῶ εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ.
§21Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς ἀνεγνώρισεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας κ. Πριμίδης, τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου τὴν εἰσήγησιν ζητῇ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Ἠσαΐας προσκρούει εἰς ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ συζήτησις ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Εἶναι γνωστὸν ὅτι μετὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν ηὐρύνθη ἡ ἔννοια τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τῆς ποινικῆς, διότι ἐπεξετάθη ἡ ἀσυλία καθ’ ὅλην τὴν περίοδον· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ ὡρίσθη ὅτι καὶ εἰς περίπτωσιν τῆς συλλήψεως τοῦ βουλευτοῦ διὰ κακούργημα ἐπ’ αὐτοφώρῳ δύναται συνερχομένη ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ καὶ νὰ εἰσηγηθῇ τὴν διακοπὴν τῆς διώξεως. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι τόσον σαφὲς τὸ κώλυμα τὸ Συνταγματικόν, ὥστε δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ, διότι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι ρητή, οὔτε ἐξέτασις τῆς μηνύσεως οὐσιαστικὴ δύναται νὰ γίνῃ παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως, διότι ἀφ’ ἧς ὑποβληθῇ ἡ μήνυσις, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς ἰδιότητος τοῦ κατηγορουμένου ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, ἵνα κατόπιν αὐτῆς προβῇ εἰς δίωξιν ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχή.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαστρατῆς ἵνα καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν περὶ κυκλοφορίας κουκουλοσπόρου.
§23Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ σηροτροφικὴ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἔχει ὡς κύριόν της μέλημα, μὲ τὰς ἐνεργείας εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει τὴν ἐξόντωσιν τῶν ἐγχωρίων κουκουλοσπόρων. Εἶναι ἔμμονος ἡ προκατάληψίς της. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ περισσότερον εἰς τὰς αἰτιάσεις μου αὐτάς. Ἡ ἔμμονος αὐτὴ προσπάθεια τῆς ὑπηρεσίας τῆς σηροτροφικῆς τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας χρονολογεῖται ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ὡς μόνον δὲ δικαιολόγημα φέρει ἐπιστημονικοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐπιστήμονες, ὅλοι ἀνεγνωρισμένης ἀξίας καὶ ἱκανότητος, ἀποκρούουν καὶ ἀρνοῦνται ἐντελῶς καὶ κατὰ βάσιν. Ἐπιτρέπει τὴν κυκλοφορίαν τῶν σπόρων τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἀνεξαρτήτως χρόνου, καὶ ἀπαγορεύει τὴν κυκλοφορίαν τῶν σπόρων τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἐπιτρέπει δὲ αὐτὴν μόνον ἀπὸ τῆς 20ῆς Φεβρουαρίου. Ἡ πρόθεσις μάλιστα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς ὡς βεβαιοῦμαι καὶ τὴν ὁποίαν διετύπωσε εἰς ἄλλο διάταγμα τὸ ὁποῖον εἶχεν καταρτίσει, ὥριζε χρονολογίαν ἀδείας κυκλοφορίας πέραν τῆς 15ης Μαρτίου διὰ τοὺς κουκουλοσπόρους τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Ἡ δικαιολογία τὴν ὁποίαν προβάλλει εἶναι, ὅτι λόγῳ τῶν καιρικῶν μεταβολῶν οἱ κουκουλόσποροι μεταφερόμενοι εἰς τὰ διάφορα μέρη εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποστοῦν βλάβας. Οἱ ἐπιστήμονες οἱ ἀνεγνωρισμένοι εἰς τοὺς ὁποίους κατεφύγομεν, μᾶς λέγουν ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ ψύχους καὶ ἰδίως εἰς τὴν χειμερινὴν περίοδον οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ καιρικὴ κατάστασις, τὸ περίβλημα μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι περιβεβλημένος ὁ κουκουλόσπορος εἶναι ἀδιαπέραστον καὶ οὐδεμίαν μεταβολὴν φέρει, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ χρονολογία αὐτὴ τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ διάταγμα τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς σηροτροφικῆς ὑπηρεσίας, χρονολογία κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἡ μεταφορὰ τῶν κουκουλοσπόρων εἶναι ἡ κρισιμωτέρα διὰ τοὺς σπόρους ἐκείνους διότι εἶναι εἰς μεταβατικὴν περίοδον καθ’ ἣν ἀρχίζει ἡ ἐκκόλαψις καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ εὐπάθειά του ἀκόμη μεγαλειτέρα. Συνιστοῦν οἱ ἐπιστήμονες εἰς τὴν σποροπαραγωγὴν ὅπως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὑρίσκεται ὁ κουκουλόσπορος ἀκριβῶς εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα θὰ γίνῃ ἡ ἐκκόλαψις, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγκλιματίζεται ὁ σπόρος ἐκεῖνος, δὲν παθαίνει τὰς μεταβολὰς ἀπὸ τὴν μεταφορὰν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁπωσδήποτε καὶ ἂν μεταφερθῇ—εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τὰ ταχυδρομεῖα δὲν εἶναι τόσον χαϊδευτικὰ εἰς κάθε εἶδος— δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ βλαβῇ ἀπὸ τὰ κτυπήματα καὶ τὰς ἀλλαγὰς τῆς ἀτμοσφαίρας ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Τὸ ὅτι αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῆς παραγωγῆς. Ἐφ’ ὅσον ἔλειπεν ἡ ἀγρία αὐτὴ στοργὴ τῆς σηροτροφικῆς ὑπηρεσίας ἡ παραγωγὴ ἦτο ἀπείρως μεγαλειτέρα. Τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ σηροπαραγωγοὶ εἶναι ἐνδιαφέρον ἀτομικὸν τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξίν τους αὐτήν. Ἑπομένως ἡ σηροτροφικὴ ὑπηρεσία εἰς κάθε ἄλλο μέρος μποροῦσε ν’ ἀσχολῆται, παρὰ εἰς τὸ πῶς θὰ μεταφερθῇ καὶ πῶς θὰ διατεθῇ ὁ κουκουλόσπορος. Ἡ σηροτροφικὴ ὑπηρεσία δὲν φανερώνει τὴν ὕπαρξίν της σὲ κανένα ἄλλο σημεῖον παρὰ μόνον εἰς αὐτό Οὐδεμία διδασκαλία γίνεται, ἐνῷ τὸ κύριον μέλημά της θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ καθῆκον της αὐτό. Τὸ κοινὸν ἀπέδειξεν ὅτι οἱ Εὐρωπαϊκοὶ κουκουλόσποροι μένον διὰ τῆς ἐφθηνίας καὶ μόνον διὰ τῆς εὐκολίας τῆς πωλήσεως γίνονται δεκτοὶ ἀπὸ τοὺς παραγωγούς, ἐνῷ ὁ ἐγχώριος καὶ ἀκριβώτερος εἶναι καὶ εὐπροσδεκτότερος εἶναι, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι λόγῳ τῶν ἐμποδίων τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται εἰς τὴν πώλησιν οἱ παραγωγοὶ σπεύδουν νὰ προμηθεύωνται τοὺς Εὐρωπαϊκοὺς κουκουλοσπόρους. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, κ. ὑπουργὲ χρονολογεῖται ἀπὸ πολλοῦ. Εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος ὅτι σεῖς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπογράψητε καὶ ἐγκρίνητε τοιαύτην ἀπαγόρευσιν. Δὲν ξεύρω εἰς ποίαν ψυχολογικὴν κατάστασιν εὑρέθη ὁ προκάτοχός σας κ. Σπυρίδης κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἀποχωρήσεώς του ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ ὑπέγραψε τὸ διάταγμα ἐκεῖνο. Ἀσφαλῶς δὲν θὰ ὑπέγραφε ἂν ἐσκέπτετο ὀλίγον περισσότερον. Τὸ διάταγμα αὐτὸ ὑπεβλήθη κατ’ ἐπανάληψιν εἰς ὅλους τοὺς πρὸ ὑμῶν ὑπουργούς, ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι κατὰ τὴν ὑπουργείαν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐγένετο μία σύσκεψις πολλῶν εἰδικῶν ἐπὶ τούτου, ἀνεπτύχθησαν ὅλων αἱ γνῶμαι τόσον δὲ καταφανὲς ἦτο τὸ δίκαιον τῶν αἰτούντων τὴν ἀνάκλησιν τοῦ διατάγματος, ὥστε ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας τότε ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἠγανάκτησε καὶ συμπεριεφέρθη πρὸς τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἰσηγεῖτο κακοπίστως μέτρα τοιαῦτα ἐναντίον τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς καὶ ἐναντίον τοῦ Ἐθνικοῦ πλούτου, συμπεριεφέρθη λέγω ὅπως ἔπρεπε νὰ τοῦ συμπεριφερθῇ. Μᾶς ἐγεννήθη λοιπὸν βάσιμος ὑπόνοια ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον δὲν εἶναι διὰ τὴν παραγωγήν, ἀλλὰ δι’ ὡρισμένους Εὐρωπαϊκοὺς οἴκους. Θὰ ἤθελα νὰ ἀσχοληθῆτε εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ σοβαρόν, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὸ ζήτημα τῆς κουκουλοπαραγωγῆς τὸ θεωροῦν μικρόν. Ἀλλὰ σεῖς ὡς εἰδικὸς γνωρίζετε ὅτι εἶναι ἕνας Ἐθνικὸς πλοῦτος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἱ χωρικοί μας δύνανται νὰ ἱκανοποιήσουν ὅλας τὰς οἰκογενειακάς των ἀνάγκας χωρὶς νὰ ἔχωσι καμμίαν δαπάνην διὰ τὸν πλοῦτον αὐτὸν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸν περιφρονήσητε. Τολμῶ μάλιστα νὰ ζητήσω τὴν κατάργησιν ἐντελῶς τῆς σηροτροφικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία κακοποιὸς δύναμις κατὰ τοῦ Ἐθνικοῦ αὐτοῦ πλούτου. Ἤθελα νὰ συστήσω καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως καταργήσῃ τὴν μικρὰν αὐτὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία ἐμποδίζει ἐπίσης καὶ ἐκείνη τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς. Ὁ ἔγγειος δὲ φόρος εἶναι ὁ ἐγκληματικώτερος καὶ μηδὲν ἀποδίδων. Δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ βάζῃ εἰς ἀντεγκλήσεις τοὺς παραγωγοὺς καὶ τοὺς ἐφοριακοὺς ὑπαλλήλους. Ἀναμένω ἀπὸ σᾶς, κ. ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, τὴν διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου τούτου.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐξήτασα καὶ ἔξω τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἐβεβαιώθην ὅτι οἱ περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι τίθενται δὲν εἶναι πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς σηροτροφίας. Περιορίζουν τὴν δρᾶσιν τῶν ἰδιωτῶν αὐτῶν ἐμπόρων οἱ ὁποῖοι συντελοῦν τὰ μέγιστα εἰς τὴν διάδοσιν τῆς μεταξουργίας εἰς τόπον. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα εὐνοϊκῶς καὶ νὰ ἀρθοῦν αὐτοὶ οἱ περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι συντελοῦν εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἀναπτύξεως τῆς σηροτροφίας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἀντικειμένων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναβάλλεται. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τρία μεγάλα ζητήματα συνεκέντρωσαν τὴν διεθνῆ προσοχὴν κατὰ τὴν 62αν σύνοδον τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν τοῦ Ἰανουαρίου. Πανευρώπη–Ἀφοπλισμὸς–Μειονότητες. Τέταρτον θέμα ἀπασχολῆσαν εἰδικῶς ἡμᾶς ὑπῆρξεν ἡ προσπάθεια ἐν Γενεύῃ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Μεγάλης Δυνάμεως, ὅπως μεσολαβήσῃ φιλικῶς καὶ ἀμερολήπτως πρὸς ἐπίλυσιν τῶν Ἑλληνο– Βουλγαρικῶν διαφορῶν. Τέλος διελθόντες ἐκ Παρισίων, κατὰ τὴν ἐπιστροφήν, ἐρρυθμίσαμεν ζήτημα ἱκανῆς σπουδαιότητος, τὸ τῶν σχέσεων τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Πρακτορείου πρὸς τὰ Πρακτορεῖα Χαβᾶς καὶ Ρώϋτερ. Θεωρῶ σκόπιμον νὰ ἀναλύσω συντόμως καὶ τὰ δύο τελευταῖα ταῦτα, σημαντικὰ δι’ ἡμᾶς, ζητήματα, ἀλλὰ καὶ πρὸ αὐτῶν τὰ ἀναφερθέντα παγκόσμια προβλήματα, ὧν τὸ δεύτερον, ἰδίως, ἐλθὸν μὲ σφοδρὰν ζωηρότητα ἐπὶ τάπητος προώρισται διὰ τῆς κατὰ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διεύθυνσιν ἐξελίξεως ἣν θὰ λάβῃ νὰ ἀσκήσῃ μεγίστην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν τυχῶν τῆς ἀνθρωπότητος, οὕτως ὥστε ἢ θὰ ἑδραιωθῇ παγίως πλέον μία κατάστασις εἰρήνης ἁρμονικῆς καὶ διεθνοῦς συνεργασίας ἀνὰ τὸν κόσμον ἢ θὰ ἐπέλθουν νέαι ἀνυπολογίστου ἐκτάσεως ἐπιπλοκαί. Ἡ ἰδέα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, ἐμφανισθεῖσα ὑπὸ ἐπίσημον ἔνδυμα κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1929, καὶ λαβοῦσα τὸ βάπτισμα διαρκούσης τῆς ΙΑʹ Συνελεύσεως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν τοῦ Σεπτεμβρίου 1930 ἐσημείωσε τὰ πρῶτα αὐτὰ βήματα ἐφέτος τὸν Ἰανουάριον. Ἡ αὐτὴ παγκοσμίου αὐθεντίας προσωπικότης ἥτις ὑπῆρξε πατὴρ καὶ ἀνάδοχος τῆς προτάσεως ἐστήριξε καὶ καθωδήγησε καὶ τὰ πρῶτα ταῦτα βήματα. Δὲν γνωρίζομεν πότε θὰ καρποφορήσῃ ἡ προσπάθεια αὕτη, ἀλλ’ ὅταν καρποφορήσῃ, διότι θὰ γίνῃ τοῦτο κἄποτε κατ’ ἀνάγκην ἐὰν ἡ Εὐρώπη δὲν θέλει πραγματικῶς νὰ μαρανθῇ, θὰ ἀναμιμνήσκεται εὐγνωμόνως τὸ κοινὸν τῶν Εὐρωπαίων τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀριστείδου Μπριὰν ὡς Προδρόμου καὶ πρωτεργάτου τοῦ μεγαλειτέρου καὶ εὐγενεστέρου ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν ἔργου. Ἐνθυμοῦνται ὅλοι πῶς, εἰς τὸ ἱστορικὸν πρόγευμα τῶν 27 ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν μελῶν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1929, ἀντηλλάγησαν προκαταρκτικαὶ γνῶμαι ἐπὶ τῆς ριφθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Μπριὰν ἰδέας. Κατὰ κοινὴν πάντων συγκατάθεσιν ἀνέλαβεν ὁ κ. Μπριὰν νὰ ἀπευθύνῃ ὑπόμνημα συνοψίζον τὴν πρότασίν του περὶ Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως. Τοῦτο ἐγένετο, ὑπὸ τύπον δὲ ἀπαντήσεως τὰ διάφορα Κράτη ὑπέβαλαν τὰς παρατηρήσεις των μηδεμιᾶς Κυβερνήσεως ἀποκρουσάσης τὴν ἀρχὴν καὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μπριάν. Ἡ Ἑλληνικὴ ἀπάντησις εἶχε τότε κριθῆ ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Κοινῆς Γνώμης ὡς σαφής, σύντομος καὶ θετική. Ἐτασσόμεθα εἰλικρινῶς ὑπὲρ πάσης προσπαθείας πρὸς ὅσον οἷόν τε στενοτέραν προσέγγισιν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν καὶ προσεθέτομεν ὅτι ἐθεωροῦμεν λίαν ἐπιθυμητὴν τὴν μετοχὴν τῆς Τουρκίας, σημαντικοῦ μεσογειακοῦ παράγοντος, εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἕνωσιν. Μία ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας δυσχερείας, ἣν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς συνήντησεν ἡ ἰδέα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, ὑπῆρξεν ἡ ἑξῆς: Θὰ ἦτο νέος ὁ ὀργανισμὸς ἀνεξάρτητος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἐξηλίσσετο μοιραίως εἰς ἀνταγωνιστὴν τοῦ παγκοσμίου τούτου θεσμοῦ; Ὁ σκόπελος παρεκάμφθη κατ’ εὐχὴν τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον. Ἀπεφασίσθη ὁμοφώνως ὅπως ἡ ὅλη προεργασία γίνῃ ὑπὸ τὴν αἰγίδα καὶ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Οἱ δύο κύκλοι δράσεως τῆς Πανευρώπης καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν δὲν ἦσαν ἀνεξάρτητοι ἀλλήλων, οὐδὲ κἂν ἀλληλοτεμνόμενοι, ἀλλ’ ὁμόκεντροι, καὶ ὁ πρῶτος ἐντὸς τοῦ δευτέρου. Ἠνοίγετο οὕτως ἡ θύρα εἰς τὴν πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ποθητοῦ εὐχερεστέραν συνεννόησιν μετὰ τῶν ἐξωευρωπαϊκῶν μελῶν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν Κρατῶν. Οὕτω ἡ πρώτη Σύνοδος τῆς κληθείσης «Ἐπιτροπῆς μελετῶν διὰ τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἕνωσιν» καίτοι εἰς μίαν καὶ μόνην βραχεῖαν συνεδρίασιν ἀπασχοληθεῖσα σχεδὸν ἀποκλειστικῶς μὲ τὸ βάπτισμα τοῦ ἀρτιγεννήτου θεσμοῦ, ἐξεκαθάρισεν ἐν τούτοις λίαν ἐπωφελῶς τὸ ἔδαφος τῶν περαιτέρω συσκέψεων, καθορίσασα κατὰ τρόπον σαφῆ καὶ ἱκανοποιητικὸν τὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὸν παλαιότερον καὶ γενικώτερον ὀργανισμὸν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἡ δευτέρα Σύνοδος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως εἶχεν ἤδη μὲ οὐσιαστικώτερα ζητήματα νὰ ἀσχοληθῇ. Ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῆς ἐτίθεντο τὰ ἑξῆς στοιχεῖα, πρῶται βάσεις τῶν ἀρχείων ἅτινα τις εἶδε ποίαν ἔκτασιν πρόκειται νὰ λάβουν μίαν ἡμέραν: αʹ) Ἔκθεσις τῆς Γραμματείας τῆς Κ.Τ.Ε. περὶ τοῦ ἐπιτελεσθέντος μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Κ.Τ.Ε. σχετικοῦ πρὸς τὰ εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα ἔργου. βʹ) Ἀνάλογον ὑπόμνημα τοῦ Διεθνοῦς Γραφείου Ἐργασίας διὰ τὸ εἰς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιτελεσθὲν ἔργον. γʹ) Ἐκτάκτως ἐνδιαφέρουσα ἔκθεσις τοῦ προέδρου τῆς τελευταίας οἰκονομικῆς συνδιασκέψεως, λαβούσης ὡς γνωστὸν χροιὰν ἀποκλειστικῶς εὐρωπαϊκήν, περὶ τοῦ ἔργου καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς. δʹ) Ὑποδείξεις τινὲς τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς συνόδου. εʹ) Σημειώματα τῆς Γερμανικῆς καὶ τῆς Γιουγκοσλαυικῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὧν ἐδηλοῦτο, ὅτι αὗται θὰ ἀνέπτυσσον τὰς ἀπόψεις των κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου. στʹ) Πρότασις τῆς Δανικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τηρητέας διαδικασίας. Ἡ κατόπιν μελέτης τῶν ὡς ἄνω κειμένων κατάρτισις τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς συνόδου ἀνετέθη ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως αὐτῆς, κατόπιν προτάσεως τοῦ Προέδρου κ. Μπριάν, γενομένης ὁμοφώνως δεκτῆς, εἰς ὑποεπιτροπὴν ὀκταμελῆ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Προέδρου, τῶν ἀντιπροσώπων τῶν τριῶν λοιπῶν μεγάλων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, Μ. Βρεττανίας, Γερμανίας, Ἰταλίας καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Βελγίου, τῶν Κάτω Χωρῶν, τῆς Ἰσπανίας καὶ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ δευτέρα συνεδρίασις κατηναλώθη μὲ τὴν ἀνάπτυξιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς τελευταίας εὐρωπαϊκῆς οἰκονομικῆς Διασκέψεως τῆς ἀνωτέρω μνημονευθείσης ἐκθέσεώς του. Ὁ κ. Κόλϊϊν ἔκρουσεν ἰσχυρῶς τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου διὰ τὴν ὅλην Εὐρωπαϊκὴν οἰκονομίαν, εἰς ἣν περίπτωσιν τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη θὰ ἐξηκολούθουν νὰ τηροῦν τὴν ἰδίαν ἐπιφυλακτικὴν καὶ παθητικὴν στάσιν εἰς πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς οἰκονομικὴν συνεννόησιν. Ὑπέμνησε τὴν ἀποτυχίαν τῆς Συνδιασκέψεως περὶ καταστάσεως τῶν ξένων, τὰ πενιχρὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς Συνδιασκέψεως, τὰς δυσχερείας περὶ τὴν ἄρσιν τῶν πληττόντων τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἐξαγωγὴν περιορισμῶν· Ἐξώρκισε τοὺς ἀντιπροσώπους νὰ καταβάλουν πᾶσαν προσπάθειαν περὶ τὴν οἰκονομικὴν συνεννόησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀσφαλὴς πάσης ἄλλης ἑνωτικῆς προσπαθείας βάσις. Εἰς τὴν τρίτην συνεδρίασιν τῆς 17ης Ἰανουαρίου ἦλθεν ἐπὶ τάπητος σπουδαῖον καὶ ἐπίμαχον ζήτημα, τὸ τῆς μετοχῆς τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἕνωσιν, περὶ οὗ εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως εἶχε κάμει νῦξιν ὁ Ἰταλὸς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Παντοῖαι ἀνεπτύχθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπόψεις, τινῶν ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων ἀποκρουσάντων τὴν πρόσκλησιν τῶν δύο τούτων Κρατῶν, ἄλλων ὑποστηριξάντων αὐτὴν, καὶ ἄλλων ἀκολουθησάντων μέσην ὁδὸν διὰ τῆς αἰτήσεως ἀναβολῆς τῆς προσκλήσεως. Ἡμεῖς, συνεπεῖς πρὸς τὰς ἤδη ἐκδηλωθείσας διὰ τῆς προαναφερθείσης ἀπαντήσεως ἡμῶν πεποιθήσεις, ὑπεστηρίξαμεν τὴν ἀνάγκην τῆς προσκλήσεως τῆς Τουρκίας, χώρας ἀπὸ οἰκονομικῆς καὶ γεωγραφικῆς ἔτι ἀπόψεως μᾶλλον συνεχομένης πρὸς τὴν Εὐρώπην παρὰ πρὸς τὴν Ἀσίαν, χωρὶς ποσῶς νὰ ἀποκλείσωμεν καὶ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως τὴν συμμετοχήν. Δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνομίσαμεν, μικρὰν χώραν, νὰ προέλθῃ συνήγορος εἰδικὸς εἰς ὅ,τι ἀφεώρα τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν. Κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν ἡ συνεργασία τῶν Κρατῶν τούτων δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἁπλῶς συμβουλευτική, ἀλλὰ πλήρης καὶ ἀκεραία. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Δανίας ἐζήτησεν ὅπως προσκληθῇ καὶ ἡ Ἰσλανδία, Κράτος ὡς γνωστὸν συνδεδεμένον διὰ προσωπικῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς Δανίας, πλὴν τελείως ἀνεξάρτητον καὶ μὴ μέλος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἡ σχετικὴ συζήτησις, ἐπεκταθεῖσα καὶ εἰς μεταγενεστέρας συνεδριάσεις, ἀπέληξεν εἰς ὁμόψηφον ἀπόφασιν, καθ’ ἣν ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει διὰ τῆς Γραμματείας καλέσει τὴν Ἰσλανδίαν, τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν, ὅπως μετάσχωσι τῆς μελέτης τῆς παγκοσμίου οἰκονομικῆς κρίσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ Εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα. Ἐπανελθοῦσα ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Κόλιϊν, ἡ συζήτησις ἔλαβεν ὅλως ἰδιαιτέραν εὐρύτητα εἰς τὸ εἰδικὸν θέμα τῶν ἀγροτικῶν πιστώσεων. Ἡ μελέτη τοῦ θέματος τούτου ὑπὸ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀνεγνώριζε τὴν ἀνάγκην διεθνοῦς ὀργανώσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, ἰδίᾳ λόγῳ τῆς ὀξυτάτης κρίσεως τῆς παρατηρουμένης εἰς τὰ Κράτη τῆς Κεντρικῆς καὶ Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Ἡ Πανευρωπαϊκὴ Ἐπιτροπὴ ὄχι μόνον υἱοθέτησε τὰς ἀπόψεις τῆς Δημοσιονομικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐψήφισεν ἀπόφασιν, καθ’ ἣν λαμβάνει ὑπὸ σημείωσιν ὅτι ἡ Δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς μελέτας της καὶ ὁρίζει ἑνδεκαμελῆ ὑποεπιτροπὴν ἥτις καὶ θὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς Δημοσιονομικῆς πρὸς σύνταξιν πλήρους καὶ νομικῶς καὶ δημοσιονομικῶς σχεδίου, ὅπερ θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ συμβούλιον τοῦ προσεχοῦς Μαΐου. Οὐδεὶς παραγνωρίζει τὴν μεγίστην δυσχέρειαν τῆς ἐγκαθιδρύσεως διεθνοῦς ἀγροτικῆς πίστεως. Αὕτη ἐκτὸς τῶν ἐξαγουσῶν δημητριακὰ καὶ πασχουσῶν δεινὴν κρίσιν χωρῶν, θὰ δύναται νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι μόνον διὰ κοινῆς μελέτης καὶ κοινῆς συνεργασίας εἶναι δυνατὸν νὰ προσδοκήσῃ τις τὴν διοχέτευσιν τῶν περισσευόντων ἐνιαχοῦ κεφαλαίων εἰς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἀγροτῶν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, εἰς ἐπαύξησιν τῆς καταναλωτικῆς δυνάμεως αὐτῶν, τοῦθ’ ὅπερ θέλει προδήλως ἐπαυξήσῃ τὴν εὐημερίαν καὶ τῶν βιομηχανικῶν χωρῶν. Δὲν παρέρχεται μία ἡμέρα, χωρὶς μία ἀκόμη βαρεῖα νὰ προστίθεται κύρωσις τῆς ἀδιασείστου ἀληθείας τῆς οἰκονομικῆς ἀλληλεξαρτησίας καὶ ἀλληλεπιδράσεως τῶν διαφόρων χωρῶν. Ἡ αὐτὴ ἀπόφασις τῆς Πανευρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς, περιλαμβάνει δύο ἀκόμη ὑποδείξεις ὑπὲρ τῶν ἀγροτικῶν Κρατῶν: Πρῶτον, σύντομον σύγκλησιν τῇ φροντίδι τοῦ κ. Μπριάν, τῶν ἐνδιαφερομένων Κρατῶν, τόσον τῶν ἐξαγωγικῶν, ὅσον καὶ τῶν εἰσαγωγικῶν, πρὸς ἔρευναν τοῦ τρόπου διαθέσεως τοῦ περισσεύματος τῆς ἐφετεινῆς ἀγροτικῆς παραγωγῆς τῶν χωρῶν τῆς Νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης, μὲ δυνατότητα ἐφαρμογῆς τῶν ἐνδεχομένων πορισμάτων ἄνευ νέας προσφυγῆς εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἐπιτροπήν, δεύτερον, εὐχὴν μετοχῆς καὶ τῶν ἐξωευρωπαϊκῶν Κρατῶν εἰς τὴν Συνδιάσκεψιν τοῦ σίτου, ἥτις θὰ λάβῃ χώραν εἰς Ρώμην κατὰ Μάρτιον, καὶ ὅπου τελειότερον καὶ ὑφ’ ὅλας αὑτοῦ τὰς ἀπόψεις θὰ ἐξετασθῇ τὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη ὀξυνθὲν παγκόσμιον τοῦτο πρόβλημα. Ἐκτὸς τῆς τριμεροῦς ταύτης διὰ τὰ ἀγροτικὰ ζητήματα ἀποφάσεως, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐψήφισεν ἄλλας δύο ἀποφάσεις: μίαν συνιστῶσαν τὴν ταχεῖαν διὰ προσχωρήσεως τῶν καθυστερούντων εἰσέτι Κρατῶν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τῆς Διεθνοῦς Ἐμπορικῆς Συμβάσεως τοῦ παρελθόντος Μαρτίου, ἧς ἡ ἐφαρμογὴ θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος, τοῦ ὁποίου σὺν τῇ ὑπογραφῇ τῆς Συμβάσεως ταύτης ἐτέθησαν αἱ βάσεις ἐπίσης κατὰ Μάρτιον τοῦ 1930, ἑτέραν τονίζουσαν τὴν σοβαρότητα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ προβλήματος τῆς ἀνεργίας καὶ ζητοῦσαν ἀπὸ τὴν Γραμματείαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὅπως κατὰ τὴν Σύνοδον τοῦ προσεχοῦς Μαΐου γνωσθοῦν τὰ πορίσματα τῆς σχετικῆς ἐρεύνης, ἣν ἀνέλαβε νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἡ οἰκονομικὴ καὶ Δημοσιονομικὴ ὀργάνωσις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλ’ ἡ σπουδαιοτέρα ἡ πρωτότυπος ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ προφανοῦς σπουδαιότητος, ἠθικὴ καὶ πολιτικὴ πρᾶξις, ἐπεφυλάσσετο ὡς κατακλεὶς τῶν ἐργασιῶν τῆς Πανευρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς. Οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, Γερμανίας, Μεγάλης Βρεττανίας, Γαλλίας καὶ Ἰταλίας ἀπηύθυναν προκήρυξιν κοινήν, ἣν ὡς εἰκὸς μετ’ ἐνθουσιασμοῦ υἱοθέτησαν καὶ οἱ λοιποί. Ἀξίζει νὰ μεταφέρωμεν ἐνταῦθα ἐπὶ λέξει αὐτήν: Ἐμελετήσαμεν καὶ συνεζητήσαμεν μεταξύ μας, κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, τὰ τεθέντα ἐνώπιον τῶν Κυβερνήσεών μας προβλήματα, καὶ ἀντελήφθημεν σαφῶς ὅτι ἓν τῶν προσκομμάτων πρὸς οἰκονομικὴν ἀναδιοργάνωσιν εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ μέλλον, ἡ ὀφειλομένη εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν, περὶ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, ἀγωνίαν. Ἡ ἀγωνία αὕτη ἐνετάθη ἕνεκα φημῶν προερχομένων ἀπὸ ἀνευθύνους κύκλους περὶ τῆς δυνατότητος ἑνὸς διεθνοῦς πολέμου. Ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχουσι νῦν ἐν Εὐρώπῃ πολιτικαὶ δυσχέρειαι καὶ ὅτι αὗται ηὐξήθησαν ἀκόμη διὰ τὰς ἀσταθείας καὶ τῆς οἰκονομικῆς δυσφορίας ἣν προυκάλεσεν ἡ γενικὴ κρίσις. Τὸ καλλίτερον τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ πράττωμεν πρὸς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως εἶναι νὰ μὴ ἀφίνωμεν ἀμφιβολίας περὶ τῆς στερεότητος τῆς εἰρήνης ἐν Εὐρώπῃ. Ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ἡμῶν ὡς ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὑπευθύνων ἀντιπροσώπων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἐννοοῦμεν νὰ διακηρύξωμεν, (nous tenons à proclamer) ὅτι εἴμεθα πλέον ἢ ποτὲ ἀποφασισμένοι νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸν μηχανισμὸν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, διὰ νὰ ἐμποδίσωμεν πᾶσαν προσφυγὴν εἰς τὴν βίαν». Ἡ ἐκδήλωσις αὕτη ἀποβαίνει τοσούτῳ μᾶλλον σημαντική, καθόσον τὴν προτεραίαν ἐν τῷ Συμβουλίῳ ἀγορεύων ὁ κ. Χέντερσον εἶχεν εἴπει τὰ ἑξῆς ἐν τῷ ἰδίῳ πνεύματι βαρυσήμαντα: «Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀληθὴς κίνδυνος, ἐν τῇ σημερινῇ καταστάσει, δὲν εἶναι οὗτος, φρονῶ, ὁ κίνδυνος πολέμου εἰς προσεχὲς μέλλον, ἀλλ’ εἶναι μᾶλλον τὸ ὅτι ἐν περιπτώσει ἀδυναμίας ἐκτελέσεως τῆς πολιτικῆς περὶ ἧς ἤδη συζητοῦμεν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πέσωμεν ἐκ νέου εἰς τὴν ὑφισταμένην πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1914 κατάστασιν. Ἤδη ὑπάρχουσιν οἱ βεβαιοῦντες ὅτι ἡ κίνησις αὕτη ἤρχισεν, ὅτι πίπτομεν ἐκ νέου εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα τῶν ἐπὶ πολεμικοῖς σκοποῖς συμμαχιῶν, καὶ ὅτι αἱ συμμαχίαι αὗται ὑπονομεύουν τὸ κῦρος τοῦ συμφώνου καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Οὗτοι εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, λόγοι κινδυνώδεις.... Ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεώς μου, δηλῶ ἀδιστάκτως ὅτι δὲν γνωρίζομεν οὐδεμίαν συμμαχίαν καὶ οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν, πλὴν τῆς ἐξ αὐτοῦ τοῦ συμφώνου, τῆς μεγάλης συμμαχίας ὅλου τοῦ κόσμου κατὰ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τῶν ἐξοπλισμῶν, οἱ ὁποῖοι παρασκευάζουν καὶ ἐπιτρέπουν τὸν πόλεμον. Ἡμεῖς, μέλη τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, εἴμεθα ὅλοι σύμμαχοι ἐν τῷ δικαίῳ σκοπῷ τοῦ ἀφοπλισμοῦ. Ἐν ὀνόματι τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Βρεττανικοῦ λαοῦ, δηλῶ ὅτι φίλοι ἡμῶν εἶναι μόνον ὅσοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ συνεργασθῶσι μεθ’ ἡμῶν, ὅπως θριαμβεύσῃ ὁ σκοπὸς οὗτος». Περατοῦσα τὰς ἐργασίας της ἡ δευτέρα σύνοδος τῆς Πανευρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς ἀπεφάσισε νὰ ἀναθέσῃ τὴν σύνταξιν τόσον λεπτομεροῦς προγράμματος τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ὅσον καὶ ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ, εἰς δωδεκαμελῆ ὑποεπιτροπήν, εἰς ἣν ὡρίσθημεν καὶ ἡμεῖς ὅπως μετάσχωμεν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Γερμανίας, Μεγάλης Βρεττανίας, Γαλλίας, Ἰταλίας, Ἱσπανίας. Ἑλβετίας, Γιουγκοσλαυΐας, Δανίας, Φιλανδίας, Πολωνίας καὶ Πορτογαλλίας. Ἡ τρίτη σύνοδος τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ λάβῃ χώραν κατὰ τὸν προσεχῆ Μάϊον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ καταστατικοῦ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν συμφώνου τὰ μέλη αὐτῆς «ἀναγνωρίζουν ὅτι ἡ διατήρησις τῆς εἰρήνης ἀπαιτεῖ τὸν περιορισμὸν τῶν ἐξοπλισμῶν εἰς τὸ κατώτατον ὅριον, ὅπερ ἐπιτρέπει ἡ Ἐθνικὴ ἀσφάλεια καὶ ἡ ἐκτέλεσις διεθνῶν ὑποχρεώσεων διὰ κοινοπραξίας ἐπιβαλλομένων». Τὸ πρόβλημα εἶναι, βεβαίως, καὶ ψυχικῶς καὶ τεχνικῶς ἀπὸ τὰ πλέον δύσκολα καὶ πολύπλοκα. Ἐπὶ πλέον ὁ ἀφοπλισμὸς δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν νὰ γίνῃ οὐδὲ προχείρως οὐδὲ ἐσπευσμένως. Ἔπρεπε πρῶτον νὰ παγιωθῇ ἡ ἐκ τῶν μεταπολεμικῶν συνθηκῶν δημιουργηθεῖσα νέα ἐν Εὐρώπῃ πολιτικὴ κατάστασις, καὶ νὰ λάβῃ ἡ διεθνὴς ἀτμόσφαιρα τὴν διαύγειαν καὶ τὴν ἠρεμίαν ἐκείνην, ἥτις θὰ καθίστα τὸν ἀφοπλισμὸν ἀποτελεσματικῶς εἰρηνευτικὸν καὶ ὄχι πείραμα δυνάμενον χειροτέρας νὰ φέρῃ ἐπιπλοκάς. Μόλις τὸ 1926, κατόπιν τῆς εἰσόδου τῆς Γερμανίας εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἐγένετο ἀρχὴ ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου, διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς προπαρασκευαστικῆς κληθείσης ἐπιτροπῆς, ἧς ἔργον ὡρίσθη ἡ προετοιμασία σχεδίου συμβάσεως περὶ ἀφοπλισμοῦ, ὅπερ θὰ συνεζητεῖτο εἶτα ἐν γενικῇ συνδιασκέψει ὅλων τῶν Κρατῶν τοῦ κόσμου, μελῶν ἢ μὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ πέντε ὅλα ἔτη, εἰς ἕξ συνόδους, διακοπτομένας ἐνίοτε, ὁσάκις αἱ ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεις μεταξὺ ἐνδιαφερομένων τινῶν Κρατῶν παρεῖχον τὴν ἐλπίδα ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἐδάφους δι’ ἐπιτεύξεως εἰδικῆς ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων συμφωνίας. Οὕτως αἱ ἐργασίαι τῆς ἕκτης καὶ τελευταίας συνόδου τῆς προπαρασκευαστικῆς διεκόπησαν τὸ 1929, ἐν ἀναμονῇ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐν Λονδίνῳ διασκέψεως τῶν πέντε μεγάλων ναυτικῶν δυνάμεων. Ἡ διάσκεψις τοῦ Λονδίνου δὲν ὁλοκλήρωνε, βεβαίως, τὸν σκοπόν της, ἀφοῦ ἀτυχὴς διάστασις ἀπόψεων μεταξὺ δύο ἐκ τῶν πέντε δυνάμεων ἠμπόδισε τὴν σύναψιν γενικῆς συμφωνίας. Ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἤδη σπουδαῖον κατόρθωμα ὅτι, ἔστω καὶ τρεῖς ἐκ τῶν συσκεπτομένων καὶ δὴ αἱ μεγαλείτεραι ναυτικαὶ δυνάμεις ἔφθασαν εἰς πλήρη συμφωνίαν, χωρὶς νὰ ἀποκλείωνται αἱ ἐλπίδες βραδυτέρας συμβιβάσεως καὶ προσχωρήσεως καὶ τῶν λοιπῶν δύο. Οὕτως ἐνθαρρυνθεῖσα, ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐπιτροπὴ ἐσυνέχισε τὸ ἔργον της καὶ παρὰ πᾶσαν δυσχέρειαν, χάρις εἰς τὸ ἀνώτερον πνεῦμα συνδιαλλαγῆς ὅπερ ἐν αὐτῇ ἐπεκράτησεν, ἀντιληφθέντων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων Ἐθνῶν τὴν βαρεῖαν πολιτικὴν καὶ ἠθικὴν εὐθύνην ἣν ἔφερον ἀπέναντι τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τῆς ἱστορίας, κατέληξεν εἰς τὴν περάτωσιν τῆς συντάξεως τοῦ προσχεδίου συμβάσεως, ψηφισθέντος κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν. Τὰ κεφαλαιώδη σημεῖα τοῦ προσχεδίου δύνανται νὰ συνοψισθῶσιν εἰς τὰ ἑξῆς: αʹ) Ἀπαγόρευσις αὐξήσεως, ἐνδεχομένως δὲ καὶ ἐλαττώσεως τῶν κατὰ ξηράν, θάλασσαν καὶ ἀέρα, ἐν ἐνεργείᾳ, στρατιωτικῶν δυνάμεων καὶ τῆς διαρκείας τῆς θητείας αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐν ἐφεδρείᾳ δυνάμεις, ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας, ἐξαιρέσασα ταύτας τοῦ ὡς ἄνω κανόνος, ἀλλ’ αἱ μειοψηφοῦσαι δυνάμεις, Γερμανία καὶ Σοβιετικὴ Ἕνωσις, διετύπωσαν ρητὰς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐπιφυλάξεις. βʹ) Ἀπαγόρευσις αὐξήσεως, ἐνδεχομένως δὲ καὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐν χρήσει στρατιωτικοῦ ὑλικοῦ, ἀμέσως μὲν διὰ τὸ ναυτικὸν (ὡς ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν σχετικῶν περιορισμῶν τῆς συμβάσεως τοῦ Λονδίνου) καὶ τὴν ἀεροπορίαν (διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἀεροπλάνων), ἐμμέσως δὲ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς (διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν σχετικῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ μὴ ἐν χρήσει ἐναποθηκευμένον ὑλικόν, ἡ πλειοψηφία ἐξήρεσε τοῦτο τοῦ ὡς ἄνω κανόνος τῆς Γερμανίας διατυπωσάσης, ὡς καὶ εἰς τὴν προηγουμένην περίπτωσιν, ρητὰς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐπιφυλάξεις. γʹ) Ἀπαγόρευσις τοῦ χημικοῦ καὶ βακτηριολογικοῦ πολέμου. δʹ) Ἵδρυσις μονίμου ἐπιτροπῆς πρὸς παρακολούθησιν τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν ἀναληφθησομένων ὑποχρεώσεων καὶ ὑποχρεωτικὴ μεταξὺ τῶν Κρατῶν ἀνταλλαγὴ πάσης ἀφορώσης τοὺς ἐξοπλισμοὺς πληροφορίας διὰ μέσου τῆς γραμματείας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Τὸ εἰρηνικὸν αὐτῆς πνεῦμα διεδήλωσεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὄχι μόνον διὰ τῆς προσχωρήσεώς της εἰς εὐρείας ἀπόψεις, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐνεργοῦ συμμετοχῆς ἑνὸς ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων διπλωματῶν της, τοῦ ἐν Παρισίοις πρεσβευτοῦ, εἰς τὴν διευθέτησιν τῶν ἀναφυομένων πολλαπλῶν δυσκολιῶν. Τὸ συμβούλιον τοῦ Ἰανουαρίου ἐξετάσαν τὰ πορίσματα τῶν ἐργασιῶν τῆς προπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς, ἠσχολήθη καὶ μὲ τὰ ἑξῆς τρία ζητήματα: τὸ τοῦ χρόνου συγκλήσεως, τὸ τῆς ἕδρας καὶ τὸ τοῦ Προέδρου τῆς Συνδιασκέψεως. Ὡς πρὸς τὸν χρόνον, δύο ἐγεννήθησαν ρεύματα, τὸ Γερμανικόν, ζητοῦν τὴν ὅσον οἷόν τε τάχιστα, καὶ δὴ ἐντὸς τοῦ προσεχοῦς Νοεμβρίου, σύγκλησιν τῆς συνδιασκέψεως καὶ τὸ τῆς πλειοψηφίας, τασσόμενον ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς αὐτῆς μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ προσεχοῦς ἔτους. Τὸ τελευταῖον καὶ ἐπεκράτησε, ληφθέντος ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ πρώτη ἡμερομηνία, ἐσφηνωμένη μεταξὺ τοῦ πέρατος τῶν ἐργασιῶν τῆς προσεχοῦς συνελεύσεως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τῶν ἑορτῶν Χριστογέννων καὶ Νέου ἔτους, ἦτο ἥκιστα ἐνδεδειγμένη, ἐνῷ μετὰ τὰς ἑορτάς καὶ μέχρι τῆς συνελεύσεως τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1932, ἡ Συνδιάσκεψις θὰ ἀπήλαυε πλήρους χρονικῆς ἀνέσεως, λίαν χρησίμου, ἵνα διὰ διπλωματικῶν συνομιλιῶν τῶν μᾶλλον ὑπευθύνων διὰ τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου Κρατῶν, προλειανθῇ ἡ λύσις τῶν δυσκολωτέρων σημείων. Ὡς πρὸς τὴν ἕδραν, διάφοροι προεβλήθησαν ὑποψηφιότητες πόλεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων σπουδαιοτέρα ἡ τῆς Βιέννης, προτάσσουσα τὰ ἐπιχειρήματα τῆς κεντρικότητος καὶ εὐρυχωρίας. Ἀλλ’ ἡ Γενεύη ἀφ’ ἑτέρου ἔχει τὸ ἀνεκτίμητον προσὸν τῆς ἐν αὐτῇ ὑπάρξεως οὐ μόνον κῶν πολυτίμων καὶ δυσκινήτων ὡς ἐκ τοῦ ὄγκου τῶν ἀρχείων τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ λίαν χρησίμου βοηθητικοῦ ὑλικοῦ διὰ τὴν μελέτην καὶ παρακολούθησιν παντὸς συναφοῦς πρὸς τὴν Συνδιάσκεψιν ζητήματος. Ἐφ’ ᾧ καὶ τὸ Συμβούλιον ἀποφάσισεν ὅπως λάβῃ ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατὰ τὸν προσεχῆ Μάϊον, ἵνα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδιωτικὰς ὀργανώσεις τῆς Γενεύης νὰ παράσχωσι πᾶσαν ἐγγύησιν ὡς πρὸς τὴν δυνατότητα στεγάσεως τοῦ πελωρίου ἀριθμοῦ ξένων, ὅστις θὰ εἰσρεύσῃ (ἄνω τῶν χιλίων θὰ εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι, πολιτικοὶ καὶ τεχνικοί, καὶ μόνον, τῶν κρατῶν καὶ δέον νὰ ὑπολογίσῃ τις τοὐλάχιστον ἴσον ἀριθμὸν δημοσιογράφων, παρακολουθητῶν, κλπ). Ἡ Κυβέρνησις θέλει ἄνευ ἀναβολῆς προβῆ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἵνα αὕτη μελετήσῃ τὰ σχετικὰ ζητήματα ἀπὸ τοῦδε. Ὅσον ἀφορᾷ τέλος τὴν προεδρείαν, εἶναι πρωτοφανὴς ἡ σπουδαιότης τοῦ σημείου τούτου, ὅταν ἀναλογισθῇ τις ποῖον ρόλον ἔπαιξεν ἡ προσωπικότης τοῦ κ. Χιοὺς ἐν τῇ προεδρείᾳ τῆς Συνδιασκέψεως τῆς Οὐασιγκτῶνος τοῦ 1921 καὶ τοῦ κ. Μακδόναλδ ἐν τῇ προεδρείᾳ τῆς τελευταίας Συνδιασκέψεως τοῦ Λονδίνου, ἐγεννήθη προδικαστικὸν ζήτημα: εἶναι ἁρμόδιον τὸ Συμβούλιον νὰ ὁρίσῃ τὸν Πρόεδρον, ἢ θὰ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ὁρίσῃ τοῦτον αὐτὴ αὕτη ἡ Συνδιάσκεψις, ἀφοῦ μάλιστα θὰ μετέχουν αὐτῆς καὶ κράτη μὴ μετέχοντα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὡς αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις καὶ ἡ Τουρκία; Ἡ τελευταία ἄποψις εἶναι ἴσως ἀπὸ στενῆς νομικῆς ἀπόψεως ἡ ὀρθοτέρα, ἀλλ’ εἶναι πάλιν δυνατὸν νὰ μείνῃ ἡ Συνδιάσκεψις ἄνευ κεφαλῆς μέχρι τῆς συγκλήσεώς της, ἐνῷ ὁ Πρόεδρος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ φέρῃ εἰς πέρας ὅλην τὴν σπουδαίαν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν; Τὸ Συμβούλιον θὰ προβῇ εἰς ὁριστικὴν λύσιν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον αὐτοῦ. III. Ὅτι ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν μειονοτήτων, τοῦτο δὲν ἔλαβε κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τοῦ Συμβουλίου τὴν γενικὴν μορφὴν ἥν εἶχε λάβει πέρυσιν κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ Σεπτεμβρίου, οὐχ ἧττον προεκάλεσε τὴν ζωηρὰν προσοχὴν τῆς Διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, λόγῳ τῆς ζωηρότητος μεθ’ ἧς ὁ γερμανὸς ἀντιπρόσωπος ἐν τῷ Συμβουλίῳ ὡμίλησε περὶ τῆς ὑπὸ τῶν Πολωνῶν μεταχειρίσεως τῆς γερμανικῆς μειονότητος, τῆς Ἄνω Σιλεσίας. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὰς γενικῶς περὶ μειονοτήτων ἰσχυούσας ἀρχάς, δὲν δύνανται τοιαῦτα ζητήματα νὰ ἔρχωνται πρὸ τοῦ Συμβουλίου, πρὶν ἢ διέλθουν τὸ στάδιον μακρᾶς καὶ ἐξαντλητικῆς παρ’ εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν ἐξετάσεως, οὐδὲ δύνανται νὰ ὀρθοῦνται ὡς συνήγοροι τῶν φερομένων ὡς δεινοπαθουσῶν μειονοτήτων τὰ ὁμοεθνῆ ἀκριβῶς τῶν μειονοτήτων τούτων ξένα κράτη. Τοῦτο ἀντὶ παγιώσεως φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ὁμόρων Κρατῶν θὰ ἐπέφερε διηνεκεῖς προστριβὰς καὶ ἔριδας. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τὰς λοιπὰς μειονότητας αἱ ὑποθέσεις αὐτῶν ἀποτελοῦν ζήτημα μεταξὺ τῆς μειονοτικῆς χώρας καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν μὴ ὑπαρχουσῶν διμερῶν συμβάσεων, καὶ ἐφαρμοζομένων τῶν γενικῶν περὶ μειονοτήτων διατάξεων τῶν πολυμερῶν γνωστῶν συνθηκῶν, διὰ τὴν γερμανικὴν μειονότητα τῆς πολωνικῆς Ἄνω Σιλεσίας, καὶ διὰ τὴν πολωνικὴν τοιαύτην τοῦ παραμείναντος εἰς τὴν Γερμανίαν τμήματος, τῆς ἐν λόγῳ ἐπαρχίας, ἰσχύουν διὰ δεκαπέντε ἔτη, αἱ ἐξαιρετικαὶ διατάξεις τῆς σχετικῆς μεταξὺ Γερμανίας καὶ Πολωνίας συνθήκης, ἥτις ἐπηκολούθησε τὴν κατόπιν τοῦ γνωστοῦ δημοψηφίσματος διανομὴν τῆς ἐπαρχίας μεταξὺ τῶν δύο κρατῶν. Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, αἱ μειονοτικαὶ ὑποθέσεις τῆς Ἄνω Σιλεσίας ἀκολουθοῦσαι κατὰ πολύ συντομωτέραν τοῦ συνήθους διαδικασίαν, δύνανται εὐχερῶς νὰ ἀχθῶσι πρὸ τοῦ Συμβουλίου καὶ ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἀπασχολοῦσι τοῦτο. Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην ἡ μεταξὺ τῶν δύο ἐθνοτήτων διάστασις, ὑπερέβαινε τὸ ὅριον μιᾶς συνήθους ἀντιδικίας. Ὁ γερμανὸς ἀντιπρόσωπος παρεπονεῖτο, ὅτι ἀσκεῖται πολιτικὴ ἀπογερμανισμοῦ τοῦ γερμανικοῦ στοιχείου τῆς πολωνικῆς Ἄνω Σιλεσίας, διὰ πιέσεων. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Πολωνίας δεξιῶς χειρισθεὶς τὴν ὑπόθεσιν, ἀνεγνώρισε μὲν ὅτι συνέβησαν ἔκτροπά τινα, ἀλλ’ ἀντέταξεν ὅτι ταῦτα ἔλαβον χώραν εἰς στιγμὰς ἐκλογικοῦ ὀργασμοῦ καὶ μεγίστης, οὐχὶ δὲ ἀσυνήθους κομματικῆς ἐξάψεως, ἐπεκταθείσης καὶ μεταξὺ ὁμογενῶν ἐξ ἴσου, ὧν μάλιστα ἀνεφέροντο καὶ θύματα, συνεπῶς ὑπεστήριξεν ὅτι τὰ συμβάντα εἶχον μορφὴν κομματικήν, πολιτικὴν καὶ ὄχι ἐθνικήν, ὅτι ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς πολωνικῆς Κυβερνήσεως, οἴκοθεν καὶ ἄνευ ἀναβολῆς πάντα τὰ ἐνδεικνυόμενα διοικητικὰ καὶ δικαστικὰ μέτρα καὶ ἐπεβλήθησαν ποιναὶ καὶ ὅτι τέλος ἡ Γερμανία ἐπωφελεῖται τῶν γεγονότων τούτων, ἵνα δώσῃ εἰς αὐτὰ χροιὰν ἀλλοίαν τῆς ἧς πραγματικῶς ἔχουν. Εἶναι φανερὸν ὅτι διὰ τῆς ἀντιμωλίας ταύτης, καίτοι ἐπὶ εἰδικοῦ θέματος διεξαγομένης, τίθενται καὶ αὖθις ἐπὶ τάπητος πᾶσαι αἱ βασικαὶ ἐκεῖναι ἀρχαί, ὧν ἡ κατὰ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην διεύθυνσιν ἑρμηνεία γίνεται ἀφορμή, ὅπως τὸ ζήτημα τῶν μειονοτήτων ἐμφανίζηται ἀείποτε ὡς πρόβλημα πολύπλοκον καὶ ἀκανθῶδες. Ποῖον τὸ ἀκριβὲς κριτήριον τοῦ δικαίου τῶν μειονοτήτων καὶ εἰς ποῖον σημεῖον σταματᾷ τοῦτο, ἐὰν ἐξ οἱασδήποτε περιστάσεως πάσχῃ ὡρισμένον τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ μιᾶς χώρας, δικαιοῦται ἡ μειονότης νὰ τυγχάνῃ μεγαλειτέρας προστασίας, παρὰ αὐτὴ ἡ πλειονότης, καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, διαφεύγων τις τὴν Σκύλλαν τῆς ὑπὸ τῆς κυριάρχου κυβερνήσεως κακομεταχειρίσεως τῆς μειονότητος, νὰ μὴ πέσῃ εἰς τὴν Χάρυβδιν τῆς ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐπιτρεπομένου ἐλέγχου, ἀφορήτου ξενικῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰ ἐσωτερικὰ μιᾶς χώρας; Ἡ λύσις, ἣν θὰ δώσῃ τὸ Συμβούλιον εἰς τὸ ἀνωσιλεσιανὸν ζήτημα δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ συνεισφέρῃ χρήσιμα στοιχεῖα εἰς τὴν μελέτην καὶ ἐξέλιξιν τῶν γενικωτέρων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἐθίξαμεν ἀνωτέρω. Κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν ἡ Ἑλλὰς ἀνέκαθεν καὶ διὰ τῶν ἀλληλοδιαδόχων συνταγμάτων καὶ διὰ τῶν πραγμάτων μετελθοῦσα ἀληθῶς φιλελευθέραν πολιτικὴν ἔναντι τῶν πολυαρίθμων μειονοτήτων τῆς χώρας, τοῦθ’ ὅπερ οὐχὶ ἅπαξ ἀνεγνωρίσθη κατὰ τρόπον ἐπίσημον ἀπὸ τὰς σχετικὰς ὑπηρεσίας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀφόβως δύναται νὰ παρακολουθήσῃ τὴν γενικωτέραν ἐξέλιξιν τοῦ ζητήματος τούτου. IV. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐν Γενεύῃ ἀπουσίας μου, φίλη μεγάλη Δύναμις ἐν τῷ πόθῳ αὐτῆς πρὸς ἀπομάκρυνσιν πάσης διαφωνίας καὶ παγίωσιν φιλικῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῆς Βουλγαρίας, προέβη εἰς φιλικὴν μεσολάβησιν ὑποδείξασα λύσιν δυναμένην ἐν συντομίᾳ νὰ διατυπωθῇ εἰς τὴν παραπομπὴν εἰς Διαιτησίαν τῶν ἐκκρεμῶν διαφορῶν. Ἡ φιλικὴ ὑπόδειξις ἐγένετο τόσον ἐν Σόφιᾳ ὅσον καὶ ἐν Ἀθήναις, συγχρόνως δὲ καὶ πρὸς ἐμὲ ἐν Γενεύῃ. Ἡ ὑπόδειξις κατ’ οὐδὲν διέφερε τῆς ἀρχῆς τῆς χαραχθείσης ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος πολιτικῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἀπεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν τῆς Διαιτησίας. Παρετηρήθη ὅμως ἄλλοθεν ὅτι θὰ ἀπετέλῃ ὑπέρμετρον ἐπιβάρυνσιν τοῦ δικαστηρίου τῆς Χάγης ἡ εἰς αὐτὸ παραπομπὴ ὑποθέσεων μικροτέρου ἐνδιαφέροντος. Ἡ Ἑλλὰς τότε ἐπρότεινεν ὅπως ἐλάχισται τὸν ἀριθμὸν ἀξιώσεις καὶ ἀνταξιώσεις, παρουσιάζουσαι μείζονα σπουδαιότητα ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς καὶ ποσοῦ, ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Χάγην, αἱ δὲ λοιπαὶ δικασθῶσι διαιτητικῶς ἀπὸ ἕνα ἢ τρεῖς διαιτητὰς διοριζομένους, εἴτε ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δ.Δ.Δ. Δ. εἴτε ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐλβετικῆς Ὁμοσπονδίας, δὲν ἀπέκλειε δὲ καὶ τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν ἀπὸ τὰ δύο οὐδέτερα μέλη τῆς Μ. Ε. ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ προσετίθετο ὡς τρίτον μέλος προεδρεῦον εἷς διακεκριμένος οὐδέτερος δικαστής. Πρότασιν τῆς Βουλγαρίας, καθ’ ἣν θὰ ἦτο καλόν, ὅπως οἱ παρὰ τῇ Μ. Ε. ἀντιπρόσωποι τῶν κυβερνήσεων συνομιλήσωσι πρὸς ἀλλήλους ἐπὶ σκοπῷ διευθετήσεως τῶν διαφορῶν ὑπὸ τὴν αἰγίδα καὶ τὴν βοήθειαν τῶν οὐδετέρων μελῶν προϊουσῶν δὲ τῶν συνομιλιῶν κριθῇ δι’ ἑκάστην ὑπόθεσιν, ἂν εἶναι ἀνάγκη παραπομπῆς εἰς διαιτησίαν, ἐχαρακτηρίσαμεν ὡς καταδικασμένην εἰς ἀσφαλῆ ἀποτυχίαν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελε ρητῶς ἐκ τῶν προτέρων συνομολογηθεῖ, ὅτι δι’ ἃ ζητήματα δὲν θὰ κατωρθοῦτο συμφωνία εἶναι ὁριστικὴ ἀμετάκλητος ἡ εἰς Διαιτησίαν παραπομπή. Τῷ ὄντι ἐπὶ τριετίαν σχεδὸν ἐγένοντο συνομιλίαι ἐν Σόφιᾳ μεταξὺ τοῦ ἡμετέρου ἀντιπροσώπου καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ κατέληξαν μόνον εἰς τὸ λίαν ἰσχνὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἀναγνωρίσεως, τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Βουλγαρίας, ὅπως πληρώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ ἀναλογοῦν ἥμισυ τῶν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος προκαταβληθέντων εἰς τὸν κοινὸν διαιτητὴν κ. Βουκρὲν μισθῶν. Προὐτάθη κατόπιν ἡ ἕδρα τῶν συνομιλιῶν νὰ μεταφερθῇ εἰς Ἀθήνας, ἤρχισαν δέ, ἐν ὁμολογουμένως φιλικῷ πνεύματι, ὁμιλίαι μεταξὺ τοῦ ἐνταῦθα ἀντιπροσώπου τῆς Βουργαρίας καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Πρὸς τίνα σκοπὸν καὶ ἐπὶ τίνι ἐλπίδι θὰ διεξήγοντο ἤδη ἐκ νέου παράλληλοι συνομιλίαι μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δύο Κυβερνήσεων παρὰ τῇ Μικτῇ Ἐπιτροπῇ, εἰς ἃς θὰ ἐμβολιάζωντο αἱ συμβουλαὶ τῶν τρίτων ἐπιφορτισμένων ἤδη μὲ τὸ ἀρκετὰ βαρὺ ἔργον τῆς ὁριστικῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀνταλλαγεισῶν περιουσιῶν καὶ δὴ τῶν κοινοτικῶν. Αἱ ἀπόψεις ἡμῶν ἀνεγνωρίσθησαν ὡς δίκαιαι ἀπὸ τοὺς μεσολαβοῦντας, προὐτάθη ὅμως εἰς αὐτοὺς ἡ ἀντίρρησις ὅτι ὑπῆρξε ζήτημα ὅπερ ἤδη ἔλυσε διαιτητικῶς ἡ Χάγη, τὸ ἀφορῶν τὰς ἀποζημιώσεις τῶν Ἑλλήνων, δι’ ἃς εἶχεν ὁρισθῆ διαιτητὴς ὁ κ. Βουκρέν. Τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρεῖ ἡ Βουλγαρία λελυμένον, Ἀντιπαρετηρήσαμεν ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐξ ἄλλου θεωροῦμεν λελυμένον ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως τὸ ζήτημα τῶν προβαλλομένων ἀξιώσεων ἀποζημιώσεως ἐκπροθέσμων μεταναστῶν, οὓς ἡ Βουλγαρία ἀναβιβάζει εἰς 6000. Ἀνεπτύξαμεν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους, κατόπιν τῆς γνωστῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν τοῦ 1926, δι’ ἧς ἠνοίχθη μονομερῶς ἡ πύλη τῆς ἐξετάσεως ἀξιώσεων ἐκπροθέσμων Βουλγάρων μεταναστῶν κατόπιν τοῦ ἀτυχοῦς ἐπεισοδίου τοῦ Πετριτσίου, κατεδικάσθη δὲ ἡ Ἑλλὰς εἰς προσθέτους ἀποζημιώσεις πρὸς 4250 ἐκπροθέσμους κατὰ προσέγγισιν ὑπολογιζομένας εἰς 400 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐνῷ λόγῳ τῆς δυσμενοῦς ἀτμοσφαίρας, ἥτις ὑπῆρχε τότε διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀπεκλείσθη πᾶσα ἐξέτασις ἀξιώσεων Ἑλλήνων, κατόπιν λέγω τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τῆς ἐνώπιον τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν, παρετηρήσαμεν ὅτι ἐκλείσθη ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ἡ θύρα πρὸς πᾶσαν νέαν ἔρευναν, ἥτις ἄλλως θὰ μετεβάλλετο εἰς ἀληθῆ βιομηχανίαν ἀενάων ἀποζημιώσεων εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος. Ἐξ ἄλλου δὲ ἀνελύσαμεν τόσον τὸ κείμενον τῶν ἀποφάσεων τῆς Χάγης, ὧν ἐγένετο ἐπίκλησις ἐναντίον τῶν ἀπαιτήσεων Βουαρέν, ὅσον καὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης τοῦ 1930, ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ὁποίων ἀπεδεικνύετο ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ λελυμένον οὐσιαστικῶς ἦτο τὸ ζήτημα ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Τῷ ὄντι ἡ μὲν Χάγη ἀπεφάνθη τὸ 1924 καὶ 1925 ἐπὶ ὑποβληθέντος εἰς αὐτὴν ἐρωτήματος, ἐὰν ὁ κ. Βουαρέν ἦτο ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ καὶ τὰς ζημίας τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, ὅτι ἦτο ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν ἀποζημιώσεων θὰ ἐλαμβάνετο ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 2.250.000.000 φράγκων χρυσῶν, ἅτινα διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Νεϊγὺ ὡρίσθησαν ὡς κατ’ ἀποκοπὴν ἀποζημίωσις καταβλητέα ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας. Ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ἐπὶ τοῦ δευτέρου τούτου σημείου ἡ Χάγη ἀπεφάνθη χωρὶς τοῦτο νὰ ὑποβληθῇ ρητῶς εἰς αὐτήν, ἵνα ἑκάτερον τῶν μερῶν ἀναπτύξῃ τὰ ἐπιχειρήματά του. Δὲν εἶναι ἄσκοπον ἐπίσης νὰ ὑπομνησθῇ ὅτι ἐνῷ διὰ τὰς ἄλλας ἡττηθείσας χώρας δὲν προσδιωρίσθη κατ’ ἀποκοπὴν ποσόν, διὰ τὴν Βουλγαρίαν ἐγένετο τοῦτο. Εἶπε λοιπὸν ἡ Χάγη, δικαιοῦσαι μὲν σὺ Ἑλλὰς νὰ ἀποζημιωθῇς διὰ τὰς ζημίας τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ λάβῃς ἀπὸ τὸ ὅλον ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας καταβληθησόμενον ποσὸν τῶν 2.250.000.000. Αἱ συμφωνίαι ὅμως τῆς Χάγης τοῦ 1930 ὑπεκατεστάθησαν εἰς τὴν κατ’ ἀποκοπὴν ὑποχρέωσιν τῆς Βουλγαρίας πρὸς πληρωμὴν 2.250.000.000 καὶ ὥρισαν 36 ἐτησίας δόσεις 10 περίπου ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ συγχρόνως ὥρισαν ρητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ὅτι ἐκτὸς πλέον τῶν πληρωμῶν τῶν καθορισθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2, ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις θὰ βαρύνηται δι’ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις της ἔναντι τῶν ὑπηκόων τῶν πιστωτριῶν Δυνάμεων, ὑπηκόων ὧν τὰ δικαιώματα οἷα ὑφίστανται ἤδη δὲν θίγονται κατ’ οὐδὲν διὰ τῆς παρούσης Συμφωνίας. Γνώμη λοιπὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως στηριζομένη ἐπὶ νομικῶν συλλογισμῶν ὀρθοτάτων εἶναι, ὅτι αἱ συμφωνίαι τοῦ 1930 ἐλαττώσασαι σημαντικώτατα τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Βουλγαρίας, ἐπέβαλον εἰς βάρος αὐτῆς τὰς ἀπαιτήσεις Βουαρέν. Νομίζω ὅτι κατέδειξα καὶ εἰς τὰ δύο ἐπίμαχα σημεῖα τῶν τε ἐκπροθέσμων καὶ τῶν ἀπαιτήσεων Βουαρέν ὅτι, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ νομιμότητι. Διὰ νὰ ἀποδείξῃ οὐχ’ ἧττον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατὰ τρόπον ὁλοφάνερον τὴν εἰλικρινῆ αὐτῆς θέλησιν καὶ ἐπιθυμίαν, ὅπως διευθετήσῃ φιλικῶς τὰς διαφορὰς ταύτας, ἀποτελούσας μοιραῖον πρόσκομμα πρὸς περαιτέρω ἀνάπτυξιν φιλικωτέρων σχέσεων μετὰ τῆς βορειοανατολικῆς γείτονος δὲν περιεχαρακώθη εἰς ἰσχυρὰ νομικὰ ἐρείσματα τῶν ἀντιλήψεών της. Ἐπρότεινεν ἵνα προδικαστικῶς ὑποβληθῶσι φιλικῶς καὶ ταῦτα τὰ ζητήματα, καὶ εἴτι ἄλλο προσόμοιον εἰς τὸ Δ.Δ.Δ.Δ. μὲ τὸ ἐρώτημα: ἐκλείσθη ἢ εἶναι ἀνοικτὴ ἡ θύρα πρὸς συζήτησιν ἑνὸς ἢ πλειόνων ἐξ αὐτῶν; Καὶ ἐφ’ ὅσον τυχὸν ἡ Χάγη ἤθελεν ἀποφανθῆ ὅτι ἡ θύρα εἶναι ἀνοικτὴ πρὸς συζήτησιν, νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ σχετικὴ ἔρευνα καὶ κρίσις. Οὕτω λοιπὸν ἐν Γενεύῃ διεξήχθησαν αἱ συνομιλίαι μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ ἐμοῦ. Συνήγοροι ὑπὲρ τῆς τοιαύτης μεσολαβήσεως ὑπῆρξαν συσχετικαὶ δηλώσεις καὶ ἐνέργειαι τῆς Γαλλίας καὶ Ἰταλίας ὑπὸ τὸ αὐτὸ πάντοτε πνεῦμα. Κατακλεὶς δὲ τῶν ἐν Γενεύῃ συνομιλιῶν ὑπῆρξεν ἐπιστολὴ τοῦ κ. Χένδερσον, ἣν ἔλαβον ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ μου εἰς Ἀθήνας καὶ ἀνάλογον τῆς ὁποίας ἀπηύθυνεν οὗτος καὶ εἰς Σόφιαν, ἐπιστολὴ δι’ ἧς ἐκφέρει τὴν γνώμην του περὶ τοῦ δυνατοῦ τρόπου τῆς ἐπιλύσεως τῶν διαφορῶν, καὶ τῆς ὁποίας τὰ κυριώτερα σημεῖα εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) παραπομπὴ εἰς τὸ Δ.Δ.Δ.Δ. τῆς Χάγης τοῦ τύποις παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῶν ἀξιώσεων ἐκ τῶν διωγμῶν τοῦ 1906 (Ἀγχιάλου) καὶ τῶν ἐκπροθέσμων δηλώσεων Βουλγάρων μεταναστῶν. 2) Ἐν περιπτώσει συμφωνίας τῶν δύο Κυβερνήσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀξιώσεων, περὶ ὧν ἡ διαιτησία Βουκρέν, παραπομπὴ αὐτοῦ εἰς τὴν εἰδικὴν διαιτησίαν τοῦ ἄρθρου 14 τῆς ἀφορώσης τὴν Βουλγαρίαν Συμφωνίας τῆς Χάγης τοῦ 1930. 3) Παραπομπὴ τῶν λοιπῶν ζητημάτων εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν οὐδετέρων μελῶν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Ἑλληνοβουλγαρικῆς συμπληρουμένης διὰ τῆς προσλήψεως νομομαθοῦς. Αἱ καλαὶ διαθέσεις ἡμῶν ἀνεγνωρίσθησαν, ἐπιθυμοῦμεν δὲ νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι ταχέως τὰ ζητήματα, ὅσα δὲν λυθοῦν συντόμως διὰ συνομιλιῶν, θὰ διακανονισθῶσι διὰ τοῦ εἰρηνικωτέρου καὶ ἐπικρατήσαντος ὡς τοῦ πρακτικωτέρου καὶ ἐντιμωτέρου μέσου εἰς τὰς διεθνεῖς διαφοράς, ἤγουν τῆς διαιτησίας. Θὰ ἦτο ἄλλως ἀνεξήγητον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν νὰ βλέπῃ τὰς μὲν κατ’ αὐτοῦ ἐγειρομένας ἀξιώσεις πραγματοποιουμένας, τὰς δὲ Ἑλληνικὰς ἀξιώσεις μὴ ἐκδικαζομένας. Καὶ πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ἀνισομερείας, τῆς αὐτόχρημα ἀδικίας ταύτης, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μετέλθῃ πᾶν νόμιμον μέσον ἀναγνωριζόμενον ὑπὸ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἵνα παραλλήλως προβαίνωσιν αἱ ἐξετάσεις καὶ ἱκανοποιήσεις ἀμοιβαίων ἀξιώσεων. V. Θὰ ἐπανελάμβανον ἀλήθειαν παλαιὰν καὶ παγκοίνως γνωστήν, ἐὰν ἔλεγον ὅτι ὁ Τύπος εἶναι μία δύναμις, ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, σημασίας μεγίστης. Θὰ διέπραττον ὅμως ἐξ ἄλλου παράλειψιν ἀσύγνωστον, ἐάν, ἐν τῇ ἁρμοδιότητι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν κατέβαλον πᾶσαν μέριμναν, ὅπως βελτιωθῇ καὶ τονωθῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς δράσεως τοῦ Τύπου τὸ ἀφορῶν τὴν ἐπικοινωνίαν ἡμῶν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ δρᾶσις αὕτη διὰ δύο κυρίως μεγάλων ὀργάνων ἀναπτύσσεται ἀφ’ ἑνὸς ἑνὸς ἐπισήμου τοῦ Γραφείου τοῦ Τύπου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου μιᾶς πρακτορειακῆς ὀργανώσεως, ἰδιωτικῆς μὲν καὶ ἀνεπισήμου, πλὴν ἐχούσης ἀπέναντι τῆς ἐλευθέρας πάντοτε ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας τὰ πλεονεκτήματα μιᾶς πλήρως ὠργανωμένης ὑπηρεσίας, ἥτις ἐν τῇ ἐπαφῇ αὐτῆς μετὰ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ περισσότερον καὶ εὐαισθητότερον ἀνεπτυγμένον τὸ συναίσθημα τῆς εὐθύνης διὰ τὰς ὑπ’ αὐτῆς διδομένας εἰς τὴν δημοσιότητα εἰδήσεις. Ἡ ὅλη ἀνοργανωτικὴ κίνησις, ἥτις τελεῖται νῦν εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἐπέβαλεν ὅπως καταβληθῇ ὅλως ἰδιαιτέρα προσοχὴ καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Μακρὰ καὶ ἐνδελεχὴς προεργασία, γενομένη ἄνευ ἀκαίρου σπουδῆς κατέδειξεν ὅτι σύστημα ὁλόκληρον καινοτομιῶν, θὰ ἠδύνατο καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γραφείου Τύπου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Πρακτορείου οὐσιωδῶς νὰ βελτιώσῃ. Ἡ λῆψις διαφόρων ἐκ τοῦ παρελθόντος δεσμεύσεων ἐπιτρέπει νῦν ὅπως ἀρχίσωμεν ἐφαρμόζοντες τὸ μελετηθὲν πρόγραμμα, καὶ ἤδη ἡ ἀνακαίνισις ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Πρακτορείου παρέχει ἐλπίδας, ὅτι τοῦτο θὰ παράσχῃ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου σημαντικὴν συμβολήν. Ὡς γνωστόν, τὸ ἔργον τοῦ Πρακτορείου εἶναι διττόν, νὰ μεταδίδῃ ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν ξένην τὰς πληροφορίας ἐκείνας ὧν ἡ διάδοσις ἐξασφαλίζει τὴν ἐνημερότητα τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ ζητήματα ἡμῶν, νὰ συγκεντρώνῃ ἀφ’ ἑτέρου τὰς πληροφορίας, αἵτινες προώρισται νὰ καταστήσουν ἐνήμερον τὸ ἰδικόν μας κοινόν. Ἀνάγκη εἶναι συνεπῶς στενῆς καὶ εἰλικρινοῦς συνεργασίας μετὰ τῶν ξένων μεγάλων πρακτορείων, τοῦτο μὲν ἵνα ἀναλαμβάνωσι ταῦτα τὴν μετάδοσιν τῶν ἡμετέρων εἰδήσεων, τοῦτο δὲ ἵνα μεταδίδωσιν ἡμῖν τὰς ἰδικάς των. Ἡ ἐπελθοῦσα ἐν τῷ Ἀθηναϊκῷ Πρακτορείῳ μεταβολὴ ἐπέβαλε τὴν συνεννόησιν μετὰ τῶν πρακτορείων τούτων, καὶ δὴ τοῦ Χαβᾶς, ἐκπροσωποῦντος καὶ τὸ ἕτερον μέγα πρακτορεῖον, τοῦ Ρώϋτερ. Αἱ διεξαχθεῖσαι ἐν Παρισίοις συνομιλίαι, κατέληξαν εἰς πλήρη συμφωνίαν ἐξασφαλισθείσης πλήρους μετὰ τοῦ Ἀθηναϊκοῦ ἀνταποκρίσεως τῶν πρακτορείων τούτων, ἄνευ προσθέτου τό γε νῦν ἔχον, ἐπιβαρύνσεως τῶν μέχρι σήμερον οἰκονομικῶν ὅρων τῆς μετ’ αὐτῶν συνεργασίας. Ἐπετεύχθη μέχρι τοῦδε λυσιτελεστέρα λειτουργία τοῦ ἑνὸς τῶν ὡς ἄνω δύο σκελῶν τῆς δημοσιογραφικῆς ἡμῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐμφανίσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κοινοβουλίου νέου ὀργανισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ παράσχῃ τὴν δυνατότητα ἀναδιοργανώσεως καὶ τοῦ Γραφείου Τύπου. Διότι τότε μόνον ἐν πλήρει συστοιχίᾳ πρὸς τὰ ὑπὸ ἀναδιοργάνωσιν ἐπίσης πολιτικὰ τμήματα τοῦ ὑπουργείου δύναται νὰ φθάσῃ τὸ ἀνώτατον δυνατὸν ὅριον τῆς ὑπηρεσιακῆς ἀποδόσεως. Ταῦτα κύριοι βουλευταί, ἐθεώρησα καθῆκον νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς. Εἶναι πρόδηλον ὅτι ἡ πολιτική, ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὅλων τῶν μερίδων τῶν πολιτικῶν, ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολιτικὴ σαφής, διαυγής, ὡς ὁ κρύσταλλος πολιτικὴ εἰλικρινὴς καὶ ἀνυστερόβουλος, εἰρηνικὴ πολιτική, ἐπιδιώκουσα ὅπως ἐγκαθιδρύσῃ ὄχι μόνον ὁμαλὰς ἀλλὰ καὶ φιλικὰς σχέσεις στενωτέρας συνεργασίας μετὰ τῶν λοιπῶν λαῶν εἰδικώτερον μετὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν καὶ στενώτερον μετὰ τῶν γειτόνων αὐτῆς τῆς Ἐγγὺς Ἀνατολῆς. Εἶναι μία πολιτικὴ ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει ἀδίρητον τὴν ἀνάγκην, ὅπως διὰ τῆς συνεργασίας τῶν λαῶν, διὰ τῆς ἐγγυτέρας συνεργασίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν χωρῶν καὶ διὰ τῆς στενωτάτης συνεργασίας τῶν λαῶν τῆς Ἐγγὺς Ἀνατολῆς, κατορθωθῇ ὅσον οἷόν τε ταχύτερον, ἡ ἐπούλωσις τῶν μεγάλων πληγῶν, τὰς ὁποίας ἤνοιξεν ἡ παγκόσμιος καταστροφή. Πολιτικὴ ἐμπνεομένη ἀπὸ τὴν στερεὰν πεποίθησιν ὅτι ἄνευ τῆς στενωτάτης ταύτης συνεργασίας εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ ἴδωμεν ἀνατελούσας διὰ τὴν ἀνθρωπότητα καλλιτέρας ἡμέρας πολιτισμοῦ, καὶ εὐημερίας. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη τυγχάνει τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ διεξαχθῇ συζήτησις. Ἀλλ’ ἓν σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι τὸ ἀφορῶν τὸν διακανονισμὸν τῶν μετὰ τῆς Βουλγαρίας σχέσεων τῆς Ἑλλάδος. Τελευτῶν ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀληθῶς σαφὴς καὶ πρόδηλος. Διὰ ταύτης ἡ Ἑλλὰς ἐπιδιώκει νὰ συντελέσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς εἰρήνης καὶ πρὸς τοῦτο συνῆψε διάφορα σύμφωνα φιλίας μετ’ ἄλλων Κρατῶν καὶ εἰδικώτερον μετὰ τῶν γειτονικῶν, καὶ ἄλλας ἐπίσης συμβάσεις διὰ τῶν ὁποίων προσπαθεῖ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐξυπηρέτησιν ἀμοιβαίων συμφερόντων ταύτης καὶ ἑκάστου τῶν συμβληθέντων Κρατῶν. Καὶ ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ἡ Ἑλλὰς βαίνει εἰς τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ἐξ ὅσων ἐξέθεσεν ὁ κ. ὑπουργ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐπιτακτικὸν ἐπίσης καθῆκον πρὸς ἑαυτὴν καὶ χάριν τῆς εἰρηνικῆς πολιτικῆς αὐτῆς, τὰς σχέσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῆς γείτονος ἐπικρατείας νὰ τὰς διακανονίσῃ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν δικαιοσύνην τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ὑπὸ διαπραγμάτευσιν ζητημάτων, καὶ θὰ προσθέσω ἀκόμη, ὄχι μόνον νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν δικαίαν λύσιν, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τοῦ τοιούτου διακανονισμοῦ νὰ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ εἶναι πεπεισμένος ὅτι θὰ δοθῇ ἡ δικαία καὶ προσήκουσα λύσις τῶν διαφορῶν τῶν ὑφισταμένων μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν ἄνευ ζημίας οὐδενὸς τούτων. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔκαμε μίαν ἔκθεσιν τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον τὰ κόμματα δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ ἐκφέρουν τὴν γνώμην των, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ εἰς ἄλλην ἡμέραν εὐρυτέρα συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἤθελον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ μέρους τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπῶ, ὅτι εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι μὲ τὴν πολιτικὴν τὴν ποίαν ἐχάραξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως καὶ εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα. Εἰδικῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἕνωσιν, ἔχω νὰ δηλώσω τὰ ἑξῆς: Ἐπειδὴ ἀνεμίχθην περισσότερον εἰς τὰς προσπαθείας αἱ ὁποῖαι καταβάλλονται πρὸς στενωτέραν προσέγγισιν τῶν Βαλκανικῶν Ἐθνῶν, δὲν νομίζομεν οὐδὲ πόρρωθεν, ὅτι ἡ ἐπιδιωκομένη Εὐρωπαϊκὴ ἕνωσις εὑρίσκεται εἰς καμμίαν ἀντίρρησιν μὲ τὰς προσπαθείας αὐτὰς πρὸς στενωτέραν προσέγγισιν τῶν Βαλκανικῶν Ἐθνῶν. Τοὐναντίον, νομίζομεν ὅτι εἶναι παράλληλοι αἱ ἐνέργειαι. Καὶ ἂν ἀκόμη κατορθωθῇ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἰδέα τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἑνώσεως, πάλιν, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ στενωτέρα ἀκόμη συνεργασία καὶ προσέγγισις τῶν Βαλκανικῶν λαῶν θὰ εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ παραστῇ ἴσως ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω διὰ μακρῶν τὰ γενόμενα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαφορὰς μας μὲ τὴν Βουλγαρίαν δὲν μπορῶ παρὰ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ πρότασις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰς μακρὰς προσπαθείας ὅπως καταλήξωμεν εἰς μίαν ἀπ’ εὐθείας συμφωνίαν, ἡ πρότασις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅπως ὑπαχθῶσι τὰ ζητήματα εἰς τὴν διαιτησίαν καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῶν προτάσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ὅπως ἄλλα μὲν ζητήματα ὑπαχθῶσιν εἰς ὡρισμένην διαιτησίαν συμμετεχόντων οὐδετέρων μελῶν, ἄλλα δὲ εἰς τὸ δικαστήριον τὴν Χάγης, νομίζω ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεχθείσης τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ἐμπνέεται ἀπὸ πνεῦμα διαλλακτικότητος καὶ ἐμπνέομαι καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἐλπίδα ὅτι καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος θὰ ἐπιδειχθῇ ἀνάλογος διαλλακτικότης διὰ νὰ μπορέσωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀκόμη στενωτέραν συνεργασίαν μὲ τὸ Βουλγαρικὸν Κράτος.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§32Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς τὰς λεπτομερεῖς ἀνακοινώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῶν πεπραγμένων εἰς τὴν Γενεύην διὰ τὴν διευθέτησιν γενικωτέρων ζητημάτων ὡς ἡ ἵδρυσις τῆς Πανευρώπης, ἡ ἐπίτευξις τοῦ ἀφοπλισμοῦ καὶ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῶν μειονοτήτων, καὶ ἐπὶ τῆς πορείας τῶν διαπραγματεύσεων αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν πρὸς διακανονισμὸν τῶν μετὰ τῆς Βουλγαρίας οἰκονομικῶν ὑποθέσεων. Ὁ ρόλος τῆς Ἑλλάδος ὡς χώρας μικρᾶς ἐν τῇ ρυθμίσει τῶν γενικωτέρων ζητημάτων εἶναι κατ’ ἀνάγκην περιωρισμένος. Ὁσονδήποτε ὅμως καὶ ἂν εἶναι περιωρισμένος δὲν θὰ παραλείψῃ οἱαδήποτε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ πᾶν τὸ καθ’ ἑαυτήν, ἵνα παράσχῃ ὅλην τὴν ἠθικήν της συμβολὴν εἰς ἐξομάλυνσιν ζητημάτων ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ ὀργάνωσις τῆς εἰρήνης ἐπὶ ἑδραίων βάσεων καὶ ἡ εὐημερία τῆς ἀνθρωπότητος. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ σφαίρᾳ τῶν ζητημάτων τούτων ἡ συμβολὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ εἶναι μικρὰ ἐφ’ ὅσον ἤθελε συντελέσῃ, ὡς τὸ πράττει, εἰς διαμόρφωσιν μονίμου εἰρηνικοῦ καθεστῶτος ἐν τοῖς Βαλκανίοις, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον δὲν ἀντιτίθεται, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, εἰς τὴν ἰδέαν, ἀλλὰ καὶ προλειαίνει εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Πανευρώπης. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαφοράς μας μετὰ τῆς Βουλγαρίας, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐπανέλαβον, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὅπως τὸ ταχύτερον διαλυθοῦν τὰ ἐλαφρὰ νέφη τὰ ὁποῖα ἀκόμη ἐπισκιάζουν τὸν ὁρίζοντα τῶν Βαλκανίων ἐπικροτοῦμεν ἐκθύμως πᾶσαν προσπάθειαν ἡ ὁποία εἰλικρινῶς θὰ ἔτεινεν εἰς ἐπίτευξιν στενῆς μεταξὺ αὐτῶν συνεννοήσεως καὶ συνεργασίας. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης γνωστὴ ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν πολλάκις διετυπώσαμεν ὅτι ἡ δημιουργία σταθεροῦ καθεστῶτος ὀφείλει νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ἰσότητος τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἀμοιβαιότητος τῶν θυσιῶν ὅλων τῶν Κρατῶν. Θεωροῦμεν λίαν ἀκροσφαλεῖς, ὄχι μόνον διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τῆς εἰρήνης, παραχωρήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐδημιούργουν πεπλανημένην ἐντύπωσιν ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αἱ ὁποῖαι διεξάγονται παρέχουν κατάλληλον εὐκαιρίαν διὰ τὴν κάρπωσιν ἰδιαιτέρων ὠφελημάτων ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς τῶν Κρατῶν, ἢ διὰ τὴν ἐπιβολὴν μονομερῶν βαρῶν εἰς βάρος τοῦ ἄλλου. Ἐκ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ὁρμώμενοι ἐξεδηλώσαμεν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν συμφωνιῶν μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ ἐπὶ τῶν τελευταίων συμφωνιῶν τῆς Ἀγκύρας. Καὶ μετὰ λύπης παρατηρῶ ὅτι αἱ ἐπιφυλάξεις μας αὐταὶ ἐδικαιώθησαν ταχύτερον παρ’ ὅσον ἐφαντάσθημεν. Βλέπομεν ἤδη εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὸν Βουλγαρικὸν Τύπον νὰ ἐκφράζῃ τὴν ἔκπληξίν του καὶ νὰ διαμαρτύρεται διατὶ ἡ Ἑλλὰς, ἡ δειχθεῖσα τόσον πρόθυμος εἰς παραχωρήσεις πρὸς τὴν Τουρκίαν, δὲν ἐπιδεικνύει τὴν αὐτὴν προθυμίαν καὶ δὲν προβαίνει εἰς παρομοίας θυσίας ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας. Ὑπάρχει βεβαίως ἀπόστασις μεγάλη μεταξὺ τῶν δύο περιπτώσεων, δοθέντος ὅτι ὑπὸ ἄλλας ἐντελῶς προϋποθέσεις ἡ Ἑλλὰς προέβη εἰς ὅσας προέβη παραχωρήσεις πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν αὐτοῦ τὸ ὁποῖον λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγωνται ἐπιμελῶς ἀδικαιολόγητοι παραχωρήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐδημιούργουν δυσαρέστους παρεξηγήσεις καὶ τὴν ἐντύπωσιν προηγουμένου τοῦ ὁποίου ἡ συνέχισις δὲν ἐπετρέπετο, καθ’ ὅσον οὐδεὶς ὑποθέτω σκέπτεται ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς παγίωσιν τῆς εἰρήνης ἀναλώμασιν ἑνὸς καὶ μόνον Κράτους. Εἶναι λοιπὸν κοινὸς ὁ πόθος τῆς παγιώσεως τῆς εἰρήνης ἐν πνεύματι δικαιοσύνης ἐπιλυομένων τῶν διαφορῶν πρὸς ταχεῖαν μετὰ τῆς Βουλγαρίας σύσφιγξιν τῶν φιλικῶν μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν σχέσεων. Διὰ τοῦτο καίτοι θεωροῦμεν ὅτι τὸ δίκαιον ἡμῶν εἰς τὰς ἐκκρεμούσας ὑποθέσεις εἶναι ὀφθαλμοφανὲς ἐκθύμως ἐπικροτοῦμεν τὴν πρότασιν τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως περὶ παραπομπῆς ὅλων τῶν ζητημάτων εἰς γενικὴν διαιτησίαν. Θὰ ἐπιστήσωμεν οὐχ’ ἧττον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως πᾶσαν καταβάλῃ μέριμναν, ὥστε ἡ διαιτησία, ἡ ὁποία πρόκειται νά γίνῃ νὰ περιβληθῇ δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν ἠθικῶν ἐγγυήσεων ὁπότε ἡ ἐκδοθησομένη ἀπόφασις θὰ εἶναι ἀπόρροια ἀμερολήπτου κρίσεως, ἀπηλλαγμένη ἐπιρροῆς ἐκ δεσμῶν ἢ προκαταλήψεων. Ἐγώ θὰ προετίμουν ὅπως ὅλα τὰ ζητήματα παραπεμφθοῦν εἰς τὴν διαιτησίαν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Χάγης, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος εἶναι ἀπεριόριστον. Δὲν φαντάζομαι δὲ ὅτι εἶναι ἀνυπέρβλητος ἡ προβληφθεῖσα ἀντίρρησις, ὅτι τὸ Λικαστήριον θὰ ἐβαρύνετο μὲ ὑπερβάλλουσαν ἐργασίαν. Ἀλλὰ ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἔγινε δεκτὴ ἡ συμβατικὴ λύσις τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποστῶμεν αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ προχωρήσωμεν πέραν τούτου ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διαιτησίας καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ διαιτητοῦ. Αἱ συνέπειαι περαιτέρω ὑποχωρήσεως θὰ ἐβάρυνον τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον διότι τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα τὰ τιθέμενα ἐπὶ τάπητος εἶναι σπουδαιότατα, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπιθυμοῦμεν ὅπως μὴ δι’ ἀστόχων ἐνεργειῶν ἐκπέσῃ ἡ ἰδέα τῆς διαιτησίας εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ἐξυψοῦται αὕτη διαρκῶς ἐφ’ ὅσον ὁ θεσμὸς τῆς διαιτησίας θὰ εἶναι τοῦ λοιποῦ ὄργανον τῆς ἐξομαλύνσεως τῶν διεθνῶν σχέσεων, καὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν μικρῶν Κρατῶν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐπιδοκιμάζω τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καταλήγων δὲν θέλω παραλείψῃ νὰ ἐκφράσω καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τὴν ὀφειλομένην εἰς τὴν Βρεττανικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰς δύο ἄλλας χώρας αἱ ὁποῖαι συνεμερίσθησαν καὶ ἐνέκριναν τὴν πρωτοβουλίαν τῆς διὰ τὴν μεσολάβησιν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Βουλγαρίας. Εἶναι ἡ μεσολάβησις αὐτὴ εὐοίωνον σύμπτωμα τῆς βαθείας ἐξελίξεως τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ ἀντίληψις τῶν μεγάλων δυνάμεων περὶ τῆς θέσεως αὐτῶν ἀπέναντι τῶν μικρῶν Χωρῶν. Ὅχι πρὸ πολλοῦ χρόνου αἱ μεγάλαι Δυνάμεις δὲν ἠσχολοῦντο, ἢ εἰς τὸ νὰ ἀναπτύξουν σφαῖραν ἐπιρροῆς εἰς τὰ μικρὰ Κράτη καὶ νὰ καταστήσουν τοὺς Λαοὺς των ὑποχειρίους. Ἤδη εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μεταπολεμικῆς ἀντιλήψεως ἐπιβαλλούσης εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις νὰ ἐξαντλήσουν τὴν ἠθικήν των δύναμιν ὄχι διὰ τὴν διαίρεσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν ὅσον ἔνεστι στενωτέραν συνεργασίαν. Ὀφείλομεν νὰ χαιρετίσωμεν τὸ γεγονὸς τοῦτο ὡς μίαν ἐπὶ πλέον ἐγγύησιν τῆς εἰρήνης τῶν μικρῶν Λαῶν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιάνος.
§34Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἑνώσω εἰς τὰς συστάσεις τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων καὶ τὰς εἰδικάς μου. Εἶναι ὑποχρέωσις ἄλλως τε τῆς Κυβερνήσεως ὅπως κατὰ τὰς διεξαγομένας διαπραγματεύσεις λάβῃ ὅλα τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα, ἵνα ἀπόψεις ἀπολύτως δίκαιαι τύχουν καὶ δικαίας διευθετήσεως. Ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ εἶναι τόσον ἐπιβεβλημένη καὶ τόσον ἐπιτακτικὴ ὥστε περιττεύει πᾶσα ἄλλη συζήτησις. Ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου σημείου ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργόν, ἐὰν νομίζῃ ἀναγκαῖον νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, δηλαδὴ ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἐνέργειαι καὶ ποῖαι αἱ ἐλπίδες τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγωγῆς τῶν Ἑλληνικῶν οἴνων εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἐπληροφορήθην ὅτι ἔσχε καὶ συνάντησιν μετὰ τοῦ Γάλλου ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας κ. Ταρντιὲ καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τὶ σκέπτεται ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος πραγματικὰ ζωτικοῦ διὰ τὴν Χώραν.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν νὰ κάμω καὶ τὰς σχετικὰς δηλώσεις.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφοῦ συνέκρινα τὴν γενικὴν γραμμὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅπως δώσῃ μίαν διευκρίνισιν ἐπὶ λόγων του τινῶν κατὰ τὸ συνέδριον τοῦ Σεπτεμβρίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν ἀφορμὴν πρὸς παρεξηγήσεις ἐπὶ βλάβῃ τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος. Ὅπως εἶχον ἀναγνώσει τότε, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐφέρετο εἰπὼν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν μειονοτήτων χωρὶς νὰ ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἀφομοίωσιν. Γνωρίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι αὐτὴ ἡ λέξις, αὐτὸς ὁ ὅρος παρεξηγεῖται. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἰδέαν τῶν μειονοτήτων ἀντιτίθενται ὄχι μόνον εἰς τὴν παραβίασιν τῶν συνθηκῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς συστηματικὰς προσπαθείας πρὸς ἐθνικὴν ἀφομοίωσιν τῶν μειονοτήτων Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὅταν ἔκαμεν λόγον περὶ ἀφομοιώσεως. Δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του συστηματικὰς ἐνεργείας τεινούσας εἰς τὸ νὰ μεταβάλουν τὴν ἐθνικότητα μιᾶς μειονότητος. Καὶ παρακαλῶ νὰ δώσῃ τὰς ἐξηγήσεις αὐτάς, διότι πραγματικῶς ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς παρεξήγησιν οἱ λόγοι του.
§37Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μολονότι, κύριοι βουλευταί, θὰ ἦτο εἰς ἄλλην ἡμέραν εὐθετώτερον νὰ ἀναπτύξω τὰ τοῦ θέματος τούτου, ἐν τούτοις εὐγνωμονῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας διότι μοῦ ἔδωσεν ἀφορμὴν νὰ προβῶ εἰς διασάφησιν παρεννοήσεως προελθούσης ἐξ ἐσφαλμένων τινῶν πληροφοριῶν αἱ ὁποῖαι μετεδόθησαν εἰς τὸν τύπον, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ ἀποφευχθοῦν ἁπλούστατα ἐὰν ἀνεγινώσκοντο τὰ στενογραφήματα τοῦ λόγου μου, τὰ ὁποῖα τὴν ἑπομένην ἡμέραν διενέμοντο ἀπὸ τὸ Γραφεῖον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἐγένετο, κύριοι, τὸν Σεπτέμβριον σφοδρὰ συζήτησις περὶ μειονοτήτων. Εἰς τὴν σφοδρὰν ἐκείνην συζήτησιν ἐγένετο ἀνάπτυξις ὑπό τινος ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ ὑποχρεώσεως τῶν Κρατῶν πρὸς διατήρησιν τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως εἰς τὰς μειονότητας ὅσαι συνέπεσαν νὰ ἀπονεμηθῶσιν εἰς χώρας γειτονικάς. Τὰ κείμενα τῶν συνθηκῶν τὰ ἀφορῶντα τὰς μειονότητας, δὲν ὁμιλοῦν εἰς καμμίαν των διάταξιν περὶ ἐθνικῆς συνειδήσεως τῶν μειονοτήτων. Ὁμιλοῦν περὶ μειονοτήτων, γλώσσης, θρησκείας ἢ φυλῆς, ἀλλὰ δὲν ὁμιλοῦν περὶ διατηρήσεως τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως αὐτῶν. Ὄχι διότι εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀποπνιγῇ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ἀλλὰ διότι οἱ συντάξαντες τὰ κείμενα τῶν διατάξεων τούτων διαπρεπεῖς πολιτικοὶ ἄνδρες μετὰ προσοχῆς προέθησαν εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτῶν ὅπως οὐδεμία φράσις, οὐδεμία λέξις εἰς τὸ μέλλον νὰ παρερμηνευθῇ ὡς δυναμένη νὰ ἐγκαθιδρύσῃ ἕνα ἰδιαίτερον σύστημα προστασίας τῶν Κυβερνήσεων τῶν χωρῶν ἐκείνων ὧν μειονότητες ὁμογενεῖς ἤθελεν ἀπονεμηθῶσιν εἰς ἄλλας χώρας, προστασίας εἰδικοῦ ρυθμοῦ ἡ ὁποία θὰ παρεῖχεν τοῦτο τὸ ἐξωτερικὸν καὶ λίαν ἐπικίνδυνον φαινόμενον ὅτι μία ὡρισμένη κατηγορία πολιτῶν ὑπηκόων ἑνὸς Κράτους θὰ ἠδύνατο, διὰ παράπονα τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν τυχὸν κατὰ τῶν διοικητικῶν, τῶν δικαστικῶν ἢ ἄλλων ἀρχῶν, νὰ ἀποτελέσῃ ἰδιαιτέραν προνομιοῦχον τάξιν ἔχουσαν τὸ εὐεργέτημα ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικαλῆται τὴν βοήθειαν ξένης Κυβερνήσεως, ἂς εἴπωμεν τῆς ὁμοιογενοῦς Κυβερνήσεως, δυναμένην νὰ ἐναγάγῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας τῆς μειονότητος ἐνώπιον οἱονεὶ ἀνωτάτου δικαστηρίου, τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Δὲν ἦτο ποτὲ ἡ πρόθεσις, ἡ ἔννοια τῶν συνταξάντων τὰς διατάξεις ἐκείνας, ὅτι τὸ Κράτος τὸ ἔχον ὁμοιογενεῖς μειονότητας εἰς ἑτέραν χώραν θὰ ἠδύνατο διὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ἐλέγχῃ οὕτως εἰπεῖν τὴν διοίκησιν τῆς γείτονος χώρας διὰ τὴν μεταχείρισιν τῶν μειονοτήτων τούτων. Καὶ τρανὴ ἀπόδειξις τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων μου εἶναι ἡ ὅλη ἀνέλιξις τὴν ὁποίαν ἔλαβεν τὸ ζήτημα τῶν μειονοτήτων ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ παρὰ τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν. Ὁσάκις ἤχθησαν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ζητήματα μειονοτήτων, ἀνεγνωρίσθη ὅτι οὐχὶ οἱαδήποτε Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀγάγῃ τὸ ζήτημα ἀπ’ εὐθείας ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ γίνεται προέλεγχος καὶ πρέπει ἓν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου νὰ υἱοθετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Τοῦτο ἔχει γίνει παγίως δεκτὸν καὶ δὲν ἠγέρθη καμμία ἀντίρρησις διότι οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς μίαν Κυβέρνησιν θέλουσαν νὰ προστατεύσῃ ὁμοιογενεῖς ὑπηκόους ἄλλου Κράτους νὰ δημιουργήσῃ οὕτως εἰπεῖν μίαν κατάστασιν, ἕνα καθεστὼς προσόμοιον, ἐὰν ὄχι πρὸς τὰς καπητουλασιόν, πρὸς τὸ σύστημα τῆς ὑπάρξεως πολιτῶν προτεζέ, οἷον ἐκράτει ἐν τῇ παλαιᾷ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ. Ἡ δημιουργία μιᾶς καταστάσεως τοιαύτης ἥκιστα θὰ συνετέλη εἰς τὸ πνεῦμα τὸ εἰρηνικόν, ποὺ ἠθέλησαν νὰ ἐμπνεύσουν αἱ διατάξεις τῶν μειονοτήτων. Περαιτέρω ἀναλύων τὰς πρώτας περὶ μειονοτήτων διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν εἰς τὴν συνθήκην περὶ ἱδρύσεως τοῦ Πολωνικοῦ Κράτους—δυστυχῶς δὲν ἔχω τὴν στιγμὴν ταύτην προχείρους—εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ ὅλου πνεύματος τῶν διατάξεων ἐκείνων ἀποδεικνύεται ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ διεθνὴς θεσμοθέτης νὰ ἐξασφαλίσῃ, εἶναι νὰ μὴ γίνῃ ἀπόπειρα βιαίας ἀφομοιώσεως τῶν μειονοτήτων. Βιαία δὲ ἀφομοίωσις, ὅπως γνωρίζετε, γίνεται καὶ διὰ συστηματικῆς ὑπούλου ἢ δολίας ἐνεργείας. Ἡ λέξις βιαία δὲν σημαίνει τὴν χρῆσιν μόνον μέσων εἰδικῆς βίας, ἀλλὰ καὶ τὴν χρῆσιν οἱωνδήποτε συστηματικῶν μέσων τεινόντων εἰς ἀκουσίαν ἀφομοίωσιν. Εἶπον ἐκεῖ ὅτι ἀντιπροσωπεύω Λαὸν ὅστις ἀπὸ τῶν ἀπωτάτων χρόνων τῆς ἀρχαιότητος εἶδε διαρρέοντα καὶ ἀποβάλλοντα τὴν ἐθνικότητά των τὰ τέκνα αὐτοῦ, ὄχι κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων ἀλλὰ κατὰ ἑκατομμύρια καὶ δεκάδας ἑκατομμυρίων, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει ἐπὶ πόσους αἰῶνας μεταναστεύει τὸ Ἑλληνικὸν γένος εἰς ξένας ἰδίως χώρας ὅπου συνέπεσεν νὰ ὑπάρχουν δεσμοὶ κοινῶν ἀγώνων εἴτε, ὅπερ τὸ σπουδαιότερον, μέχρι τοὐλάχιστον ἀναδρομικῶς δεκάδων τινῶν ἐτῶν κοινῆς θρησκείας δι’ ἐπιγαμιῶν διὰ θανάτων ἐπιτρεπόντων τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἀνάπτυξιν νεαρῶν τέκνων ὑπὸ συγγενῶν ἀλλογενῶν, εἴδομεν βραδέως ἀλλ’ ἀσφαλῶς συντελουμένην μίαν ἑκουσίαν φυσικὴν ἀφομοίωσιν. Πόσοι, κύριοι βουλευταί, Ἕλληνες δὲν μετηνάστευσαν ἔκπαλαι εἰς Ρουμανίαν καὶ σήμερον ἔχουν καθαρῶς ρουμανικὴν συνείδησιν; Ὑπῆρχεν ἓν ἑκατομμύριον Ἑλλήνων εἰς τὴν Ρωσσίαν πρὸ ἑνὸς αἰῶνος καὶ διότι ὑπῆρχεν ὁ κοινὸς δεσμὸς τῆς θρησκείας ἐπῆλθον ἑκούσιαι ἀφομοιώσεις καὶ περὶ τὸ τέλος τοῦ πολέμου ἦσαν μόλις 400 χιλιάδες. Τὶ ἔγιναν οἱ ὑπόλοιποι καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν; Ἀφομοιώθησαν. Ἡ ἱστορία, εἶπον, μᾶς διδάσκει ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἀνώτερος ἢ ἴσος τοὐλάχιστον πολιτισμὸς καὶ ὅπου αἱ θρησκευτικαὶ δοξασίαι δὲν ἐπιφέρουν ἀντίθεσιν μεγάλην, τοῦτο, ἡ ἑκουσία δηλαδὴ ἀφομοίωσις, παρατηρεῖται ὡς φαινόμενον αὐτόματον, γενικόν, φυσικόν. Δὲν γνωρίζω ἐκ τῆς ἱστορίας, καὶ ὑποθέτω ὅτι κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν γνωρίζει, νὰ διεμαρτυρήθη κανένα ἔθνος διότι τέκνα του ἀποδημήσαντα καὶ ἐγκατασταθέντα ἐν ἄλλῃ χώρᾳ συνέπεσεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἑκουσίως καὶ ἄνευ τῆς παραμικρᾶς ἐνεργείας νὰ ἀποβάλουν τὸν ἐθνισμόν των. Προσέθεσα, ἀπαντῶν εἰς ἐπιθετικὸν ὑπαινιγμὸν γενόμενον ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος ὅτι ἡ Ἑλλὰς μὲ τὸ στανιὸ δὲν θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἀνήκουσαν εἰς ὡρισμένην φυλὴν μίαν μειονότητα, προσέθεσα ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ποτὲ δὲν παρεπονέθη, διότι ἑκουσίως ὑπέστη καὶ ὑφίσταται τὴν αἱμοραγίαν αὐτὴν τῆς ἑκουσίας ἀφομοιώσεως εἰς τὴν πρώτην δευτέραν καὶ τρίτην γενεάν, ἐν τούτοις βαρύτατα συνησθάνθη τὸ ὅτι διὰ βιαίων μέτρων ἐξώσθησαν καὶ ἐδέχθημεν εἰς διάστημα βραχύτατον γυμνοὺς ἐνταῦθα 60 χιλιάδας ὁμογενεῖς μας, διότι δὲν ἤθελον νὰ ὑποστοῦν τὴν ἀπώλειαν τοῦ ἐθνισμοῦ των, τῆς γλώσσης των, τῶν θρησκευτικῶν δοξασιῶν των, καίτοι αἱ δεκάδες τῶν χιλιάδων τούτων Ἑλλήνων δὲν ἀντιπροσωπεύουν παρὰ σταγόνα εἰς τὸν ὅλον ὠκεανὸν τῶν Ἑλλήνων τοὺς ὁποίους ἔχομεν χάσει ἀπὸ ἀπωτάτων χρόνων διὰ τῆς φυσικῆς ἀφομοιώσεως. Συμπέρασμα, εἶπον, ἐξανίσταται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κατὰ παντὸς παρανόμου καὶ ἀθεμίτου μέσου τῆς ἀφομοιώσεως, ἀλλὰ τὴν ἑκουσίαν ἀφομοίωσιν, ὅταν ὑπάρχῃ καὶ ἀνώτερος ἢ ἴσος πολιτισμός, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνθρωπίνη δύναμις νὰ τὴν ἀναχαιτίσῃ. Φαίνεται ὅτι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι παρεξηγήθησαν καὶ μοῦ ἐγένετο μία ἀπάντησις εἰς τὴν ὁποίαν λαβὼν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἤμουν ἀντιπρόσωπος μικροῦ Κράτους δὲν ἠθέλησα νὰ δώσω ἀπάντησιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας ἠπόρησε πῶς ὑποστηρίζει ἕνας τόσον εὐγενὴς λαὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἑκουσίας ἀφομοιώσεως. Δὲν τὴν ὑπεστήριξα, κύριοι βουλευταί· τὴν ἐπιστοποίησα ὡς ἓν φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι χαρακτηριστικὸν τῆς μεταναστεύσεως τῶν λαῶν. Ἐὰν ἤθελον νὰ δώσω ἀπάντησιν, θὰ ἔδιδον τὴν ἑξῆς: Γνωρίζετε τὶς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων στρατηγῶν ὡδήγησε τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα ὅταν ἐπολέμουν εἰς τὸν μεγάλον πόλεμον καὶ κατὰ τῆς Γερμανίας; ὁ στρατηγὸς Νίδερ, τοῦ ὁποίου ὁ πάππος ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς Βαυαρός. Ἐὰν τὸν ἐρωτήσητε, θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ὑπέστη φυσικὴν ἑκουσίαν ἀφομοίωσιν καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν μετῆλθεν κανὲν μέτρον βίαιον διὰ νὰ τὸν κάμῃ νὰ ἀποβάλῃ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ νὰ γίνῃ εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Δὲν ἔδωσα ὅμως τὴν ἀπάντησιν αὐτήν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὶ ἠδυνάμην ν’ ἀπαντήσω, διότι τώρα εὑρισκόμεθα εἰς οἰκογενειακὴν οὕτως εἰπεῖν συνεδρίασιν καὶ οὐχὶ εἰς τὸν διεθνῆ στίβον, ὅπου ἕκαστος ὀφείλει καὶ τοὺς λόγους καὶ τὴν ὥραν τῶν ἀγορεύσεών του νὰ προσμετρᾷ πρὸς τὸ μέγεθος τῆς σπουδαιότητος τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει. Νομίζω, κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς γενομένας δηλώσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀσάφεια περὶ τῶν ὅσων εἶπον. Κατηγόρησα τὴν βιαίαν—ὑπὸ τὴν λέξιν δὲ βιαίαν ἐννοῶ τὴν ἀκουσίαν ἀφομοίωσιν—ἀλλὰ εἶπον ὅτι ἡ ἑκουσία ἀφομοίωσις εἶναι ἱστορικὸν φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀποκρύψωμεν, θὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἀκρίβειαν τοῦ παρελθόντος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη ἀφομοίωσιν ἑκουσίαν τῶν τέκνων της, ὅτι τοῦτο παρατηρεῖται ἀκόμη καὶ σήμερον εἰς τοὺς Ἕλληνας τῆς Ἀμερικῆς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν δευτέραν ἢ μᾶλλον τὴν τρίτην γενεὰν ὑφίστανται τὴν ἀφομοίωσιν αὐτήν. Καὶ δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ ἐπὶ αἰῶνας μακροὺς ἕνας λαὸς νησίδας διαφόρους κατεσπαρμένας εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου ὅταν δὲν ὑφίσταται διαφορὰ πολιτισμοῦ ἢ θρησκευτικῶν ἀντιλήψεων...
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἤθελον νὰ μάθω: ποῖος λόγος σᾶς ἠνάγκασε νὰ κάμετε αὐτὰς τὰς διευκρινίσεις εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν περὶ τῆς ἑκουσίας ἀφομοιώσεως;
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, τὸ ζήτημα συνεζητήθη εὐρύτατα ἀπὸ ὅλων αὐτοῦ τῶν πλευρῶν. Οἱ ὁμιλήσαντες ἔκαμον ἱστορικὴν ἀναδρομὴν καὶ εἶπον ὅτι ὑπάρχουν Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν κάμουν τίποτε διὰ νὰ βοηθήσουν τὰς μειονότητας, ἢ νὰ διατηρήσουν τὴν μειονοτικὴν αὐτῶν ὑπόστασιν. Ἦτο ἀνάγκη νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν ἣν ἔκαμα. Αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐκ τῶν διατάξεων τῶν μειονοτικῶν συνθηκῶν δὲν ἐκτείνονται μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ὀφείλῃ τὸ μειονοτικὸν Κράτος, ἵνα διὰ συστηματικῶν μέτρων καλλιεργῇ καὶ διατηρῇ τὰς ἰδιότητας τῶν μειονοτήτων ἄνευ ρητῆς θελήσεως αὐτῶν. Τὸ νὰ ἀντιταχθῇ τις κατὰ φυσικῆς καὶ ἀβιάστου ἀφομοιώσεως, θὰ ἀντέκειτο κατ’ ἐμὲ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου καὶ τὴν συνείδησιν. Ἐὰν τις θέλῃ ἑκουσίως νὰ προσαρμοσθῇ, νὰ ἀφομοιωθῇ πρὸς τὸ περιβάλλον εἰς τὸ ὁποῖον ζῇ καὶ ἐργάζεται καὶ εἶναι εὐχαριστημένος, τὸ δὲ Κράτος μετέρχεται μέτρα ἀντίθεται συστηματικά, φρονῶ ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἦτο οὔτε δίκαιον, οὔτε ὀρθόν. Αἱ διατάξεις τῶν μειονοτήτων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἐσεβάσθη καὶ γνωρίζετε ἀπὸ πόσον χρόνον ὑπάρχουν στοιχεῖα μειονοτικὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι σαφεῖς. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχουν μειονότητες συμπαγεῖς καὶ ζητοῦν νὰ ἔχουν σχολεῖον, ἐκκλησίαν κλπ., τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ τὰ ἐπιτρέψῃ καὶ μάλιστα καὶ νὰ προικοδοτήσῃ ταῦτα. Ἐὰν δὲ ζητοῦν ἀλλογενεῖς τινες μειονότητες νὰ ἔχουν ἐκπαίδευσιν ἰδιαιτέραν, ἐὰν θέλουν τὴν ἐκπαίδευσιν τῆς χώρας ὅπου ζοῦν, ἐρωτᾶται: Ἐκτείνεται ἀρά γε τοῦ Κράτους ἡ ὑποχρέωσις μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ τοὺς ἐπιβάλῃ νὰ ἔχουν αὐτὴν τὴν ἰδιαιτέραν ἐκπαίδευσιν; ὄχι βέβαια.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρεξήγησις γεννᾶται, διότι σεῖς μὲν κάμνετε χρῆσιν τοῦ ὅρου ἑκουσία ἀφομοίωσις, ὡς φαινομένου ὑποκειμένου εἰς τὴν φιλοσοφίαν τῆς ἱστορίας, ἐνῶ ἐκεῖ ἐγένετο συζήτησις τοῦ ὅρου τούτου, ἐν σχέσει μὲ τὴν σημερινὴν ἐμφάνισιν αὐτοῦ καὶ μὲ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ ἀφομοιώσεως καὶ προστασίας τῶν μειονοτήτων. Κατὰ δὲ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς ὅλα τὰ συνέδρια τῶν μειονοτήτων, ὅταν γίνεται λόγος περὶ ἀφομοιώσεως, σημαίνει πάντοτε συστηματικὰ μέτρα ἑνὸς Κράτους πρὸς ἀφομοίωσιν μιᾶς μειονότητος Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; λέγει ὅτι ἀποκρούει ὄχι μόνον τὰ βίαια μέτρα, ἀλλὰ καὶ τὰ συστηματικὰ μέτρα πρὸς ἀφομοίωσιν, δὲν ὑπάρχει παρεξήγησις.
§41Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι......
§42Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸ ζήτημα δι’ ἡμᾶς εἶναι ὅτι, ἐνῶ προστατεύομεν ὅλας τὰς μειονότητας ἡμεῖς πρὸς βορρᾶν δὲν προστατεύομεν τὰς μειονότητας τὰς ἡμετέρας πρὸς μεσημβρίαν. Δὲν δυνάμεθα νὰ παρέμβωμεν ἡμεῖς βέβαια, ἀλλὰ πρόκειται περὶ διαμερισμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὑποστοῦν ποτὲ ἀκουσίαν ἀφομοίωσιν, ἂν δὲν γίνῃ αὐτὴ συστηματική. Αἱ μὴ συστηματικαὶ ἀφομοιώσεις εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταβάλλουν τὰ διαμερίσματα ταῦτα, καὶ ἑπομένως γίνεται συστηματικὴ ἡ ἀφομοίωσις, καὶ οὕτω δὲν μᾶς προστατεύει κανείς. Δὲν ζητοῦμεν νὰ μᾶς προστατεύσουν, ἀλλὰ παρατηροῦμεν τὸ πρᾶγμα μόνον. Μόνον οὕτω δύνανται νὰ ἀποκατασταθοῦν ἁρμονικαὶ ψυχικαὶ σχέσεις τῶν λαῶν, αἱ ὁποῖαι συντελοῦν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς φιλικῆς καὶ ἐγκαρδίου συνεργασίας τῶν Κρατῶν.
§43Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι διότι ἂν ἐγνώριζον ὅτι θὰ γίνῃ τοιαύτη συζήτησις, θὰ εἶχον φέρει τὰ πρακτικὰ μιᾶς ὡρισμένης συνεδριάσεως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, καὶ θὰ σᾶς ἀνέφερα αὐτολεξεὶ τοὺς λόγους τοῦ ἄλλοτε ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μ. Βρεττανίας, τοῦ Σὲρ Ὄστερ Τσάμπερλαιν, ἐν σχέσει μὲ τὰς διαφόρους ὄψεις τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ σπουδαιοτάτου. Θὰ ἐβλέπατε ὅτι κατ’ οὐδὲν οὐσιαστικῶς διέφερον αἱ ἰδικαί μου ἀντιλήψεις τῶν δηλώσεων ἐκείνων. Ὀφείλω νὰ προσθέσω καὶ τὰ ἑξῆς: Ὡμίλησα ἂν δὲν ἀπατῶμαι τέταρτος ἢ πέμπτος εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, οὔτε εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις δὲν εἶχε γίνῃ δεκτὸν ὅτι ὡς τεχνικὸς ὅρος ἐσάκις ὁμιλοῦμεν περὶ ἀφομοιώσεως, δέον νὰ ἐννοοῦμεν τὴν βιαίαν καὶ τὴν ἑκουσίαν.
§44Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συστηματικὰ μέτρα δὲν σημαίνει βιαίαν.
§45Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Βιαίαν θεωρῶ ὄχι μόνον τὴν δι’ ὑλικῆς βίας ἀλλὰ καὶ τὴν ἀκουσίαν. Καὶ ἐδήλωσα προηγουμένως ὅτι ἀκουσία εἶναι ὅταν διὰ παντὸς συστηματικοῦ μέτρου παρὰ τὴν θέλησιν τῶν μειονοτήτων τείνουσιν ὅπως ἀποβάλουσιν αὗται τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα ἔχουν τῆς καλλιεργείας τῆς γλώσσης των, τῆς θρησκείας κλπ. Εὐθὺς δὲ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ λόγου μου ἐκείνου μετά τινα ἱστορικὴν προεισαγωγὴν ἔκαμα τὴν διάκρισιν ἀμέσως ὅτι ὑπάρχει μία ἀφομοίωσις ἡ φυσικὴ ἑκουσία καὶ ἀνέφερα τὴν ἐπὶ αἰῶνα συντελουμένην ἀφομοίωσιν ἑκατοντάδων χιλιάδων, ἑκατομμυρίων ἀκόμη Ἑλλήνων, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους εἰς βάρος αὐτοῦ. Ἔπειτα ἀνέφερα καὶ ἀντιδιέστειλα τὴν ἀκουσίαν ἀφομοίωσιν καὶ εἶπον ὅτι, αὕτη ὁσάκις ἔγινεν ἐπλήγωσεν τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὄχι ἡ πρώτη, μολονότι ἡ πρώτη ἀπὸ ἀπόψεως ποσότητος, ἀριθμοῦ ἀτόμων, ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα. Ἔκαμα λοιπὸν σύντομον διάκρισιν μετὰ τῆς ἑκουσίας καὶ ἀκουσίας ἀφομοιώσεως, ἡ ὁποία γίνεται, καὶ τῆς ἀφομοιώσεως ἡ ὁποία γίνεται διὰ τῆς χρήσεως μέτρων μὴ νομίμων, εἴτε ταῦτα συνίστανται εἰς ἐνάσκησιν τρομοκρατίας εἴτε ἄλλων συστηματικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνδιαφέρουσι τῆς τρομοκρατίας, εἰμὴ κατὰ τὸ μέγεθος καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐμφανίσεως. Καὶ ἀνέφερα τὶ ἡ Ἑλλὰς ἔκαμε ἔκπαλαι διὰ τὰς μειονότητας. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν διὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν ἐπανειλημμένως ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν μειονοτήτων δὲν δύναται οὔτε τὸ παράπαν νὰ κατηγορηθῇ ὡς πράξασα τινα ἀντικείμενα πρὸς τὰ διεθνῶς συμπεφωνημένα. Ἄλλως τε τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον τῆς παρούσης μόνον Κυβερνήσεως οὔτε τινὸς τῶν ἐγγὺς προκατόχων Κυβερνήσεων, διότι ἀείποτε εἰς τὴν χώραν ἡμῶν τὸ μᾶλλον φιλελεύθερον πνεῦμα ἐπεκράτησεν, εἰς τὴν μεταχείρησιν τῶν μειονοτήτων τούτων. Προσέθεσα μόνον ὅτι ὑπάρχει μία θεμελιώδης διαφορὰ σχέσεων καὶ σχέσεων, ἡ ὁποία ἐμπνέει ἐνιαχοῦ τὴν δυσπιστίαν εἰς χώρας γειτονικὰς πρὸς ἀλλήλας. Ὑπάρχει μία θεμελιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῶν σχέσεων Ἑλλάδος καὶ τῶν σχέσεων ἄλλων χωρῶν. Θέλετε, εἶπα, χωρὶς φυσικὰ νὰ ἀπευθύνωμαι πρὸς οὐδένα ἰδιαιτέρως, αἱ μειονότητες νὰ μὴ ἐγείρουν ὑπονοίας, καχυποψίας, ἀνησυχίας πλησίον τῶν γειτόνων ὑμῶν; Πρέπει νὰ προσπαθήσητε ὥστε νὰ ἀποκαταστήσητε ὁμαλάς, φιλικὰς σχέσεις πρὸς τοὺς γείτονάς σας κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐγείρῃ παρ’ αὐτοῖς τὴν ὑπόνοιαν ὅτι τὴν ὑπόθεσιν τῶν μειονοτήτων θέλετε νὰ χειρισθῆτε ἁπλῶς ὡς μοχλὸν διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῆτε εὐχερέστερον νὰ ἀνατινάξητε τὰς συνθήκας. Εἶπα ὅτι ἀφ’ ἧς μετὰ τῆς Τουρκίας ἐμείναμεν σύμφωνοι ἡ δυσπιστία, ἡ ὁποία ὑπῆρχε διὰ τὰς ἑκατέρωθεν μειονότητας, κατηνάσθη, διότι ἡ πρώτη βάσις ὑπῆρξεν ἡ ἀναγνώρισις τῶν συνθηκῶν, ἀναγνώρισις τῶν συνόρων τῶν χαραχθέντων ὑπὸ τῶν συνθηκῶν. Ἄνευ αὐτοῦ, ἐτόνισα, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐλπὶς διὰ τὴν γαλήνην, τὴν Εὐρωπαϊκήν. Ἐφόσον ὅμως ὑπάρχει ἐπιφύλαξις διὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν συνόρων, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ γαλήνη καὶ τοὐναντίον οἱ μειονότητες θὰ χρησιμεύσουν πάντοτε ὡς μία ἑστία ὑποψιῶν καὶ ἐρίδων, διχονοιῶν σφοδρῶν καὶ ἀναμφισβητήτως θὰ παριστάμεθα ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι κάθε ἄλλο παρὰ τὸ φιλικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν καλλιεργοῦν. Νομίζω ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀκρίβεια. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μία χώρα θὰ ἔχῃ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν γείτονά της, ὡς μὴ ἐπιβουλευομένην ἐδαφικὴν ἐπέκτασιν, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν παραμικρὰν δυσκολίαν νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος ὅλας τὰς ὑποψίας, καὶ τὸ ζήτημα τῶν μειονοτήτων θὰ λυθῇ καὶ θὰ καταρρεύσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ. Ἔχομεν παραδείγματα ἀρκετά, δύναμαι νὰ εἴπω, διὰ νὰ κάμῃ κανεὶς σύγκρισιν τῆς μεταπολεμικῆς μεταχειρίσεως τῶν μειονοτήτων καὶ τῶν ἐρίδων τῶν μειονοτήτων τῶν εἰς τὰς χώρας ἐκείνας τὰς γειτονικάς, ὅπου τὰ σύνορα ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ὁριστικά, καὶ εἰς χώρας ὅπου διατυποῦνται ἀεννάως ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τοῦτο. Μία διαφορὰ παρατηρεῖται καταπληκτική, ἀλλ’ εὐεξήγητος. Διότι ἐφ’ ὅσον δὲν καλλιεργεῖται πνεῦμα ὁριστικῆς εἰρήνης καὶ φιλικότητος, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ φιλικὴ διαβίωσις τῶν γειτονικῶν λαῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων πλέον ἀπομεμακρυσμένων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι διάφορος. Καὶ εἶμαι εὐτυχὴς διότι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ μειονότητες νὰ χρησιμοποιοῦνται ὡς ἕνα ἔρεισμα, διὰ τοῦ ὁποίου καλλιεργοῦνται καὶ ὑποθάλπονται ἐδαφικαὶ βλέψεις καὶ κατακτήσεις. (Χειροκροτήματα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3138 ὡς συνεπληρώθη διὰ τοῦ ἀπὸ 13 Ἰουλίου 1923 νομοθετικοῦ διατάγματος περὶ παραχωρήσεως γηπέδου ἐν Θεσσαλονίκῃ διὰ τὸν συνοικισμὸν Ποντίων καὶ Καυκασίων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως ἐκμεταλλεύσεως τοῦ δημοσίου μεταλλείου μαγγανίου τῆς περιφερείας Πρωσοτσάνης Δράμας». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζαβιτζιάνος.
§47Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω, κύριοι βουλευταί, ὅτι σφαλερὰ εἰσήγησις οὐχὶ ἐπιμελῶς ἐρευνηθεῖσα ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν ἀπετέλεσε τὴν αἰτίαν τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐμὴν ἀκράδαντον ἀντίληψιν προσβάλλει τὴν νοημοσύνην τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ τροποποίησις μιᾶς συμβάσεως, ἡ ὁποία συνωμολογήθη κατόπιν ἐνεργείας δημοπρασίας. Ἀποτελεῖ τὸ μέτρον τοῦτο κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ ἀφορμὴν καὶ θὰ ἐνισχύσῃ καὶ ἰσχυροὺς καὶ ἐπιτηδείους, ὅπως προσέρχωνται εἰς τὰς δημοπρασίας καὶ ἀποδέχωνται οἱουσδήποτε ὅρους μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι διὰ μεταγενεστέρων διατάξεων, διὰ μεταγενεστέρων νόμων θὰ τροποποιοῦνται αἱ συμβάσεις ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο καὶ μόνον. Ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ ἐρευνήσῃ, πῶς, ὑπὲρ τίνος καὶ διὰ τίνων μέτρων ἐπιδιώκεται ἡ τροποποίησις τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Διὰ τῆς δημοπρασίας, κύριοι βουλευταί, παρεχωρήθη ἡ ἐκμετάλλευσις ἑνὸς μεταλλείου ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον. Παρήλθε δεκαετία καὶ πλέον ὁλόκληρος ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως αὐτῆς, καὶ ὁ μισθωτὴς δὲν ἐξεπλήρωσεν οὐδεμίαν ἀπολύτως τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὸν ὑποχρεώσεων. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὁ μισθωτὴς ἐκεῖνος ὄχι μόνον δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ὡς στοιχειωδῶς ὤφειλε νὰ ἔχῃ κηρυχθῇ, ὄχι μόνον δὲν ὡδηγήθη εἰς τὰς φυλακάς, ὡς ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ, ὄχι μόνον δὲν ἐστερήθη τῆς ἐγγυήσεως τὴν ὁποίαν κατέθηκεν ὡς ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ὁ νόμος καὶ ἡ ἠθικὴ τάξις, ἀλλὰ μειοῦται εἰς τὸ ἥμισυ κάτω τοῦ τελευταίου ὁρίου τὸ παρ’ αὐτοῦ συνομολογηθὲν μίσθωμα. Καὶ ἀναγράφεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὅτι τὸ μίσθωμα αὐτὸ ἐμειώθη, καθ’ ὃν τρόπον μειοῦται, ἐκ λόγων ἐπιεικείας. Ἀλλ’ ἐξ ἐπιεικείας δύναταί τις νὰ διαθέσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ περιουσίαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ διαθέτῃ καὶ ἐπιεικῶς δύναται καὶ χαριστικῶς, ἀλλ’ οὔτε ἐπιεικῶς, πολὺ ὀλιγώτερον χαριστικῶς, δικαιοῦται νὰ διαθέτῃ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀναφέρει ὅτι ἠλάττωσε κατὰ τὸ ἥμισυ τὸ μίσθωμα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δεκαετίαν. Ποῖον μίσθωμα; τοῦ τελευταίου ὁρίου Εἶναι τοῦτο μόνον; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ παρημέλησε κάθε προσπάθειαν περὶ αὐξήσεως τοῦ κατωτάτου ὁρίου τὸ ὁποῖον εἶχε καθῆκον νὰ διώξῃ τὸ Δημόσιον. Καὶ οὕτω πως καταλήγομεν εἰς τὸ νὰ ἐπιπληρώνῃ ὁ μισθωτὴς ὡς μίσθωμα καὶ συνάγεται πάντως ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὶ ποσὸν νομίζετε; 22.000 δραχμὰς σημερινὰς κατ’ ἔτος, δηλαδὴ 1400 φράγκα χρυσὰ προπολεμικά. Ἀλλὰ προκύπτει καὶ κἄτι ἄλλο. Προκύπτει ὅτι 2 λίρας στερλίνας εἶχεν ὁ τόννος ὄχι ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ μόνον ἐφ’ ὅσον τὸ μετάλλευμα εἶχε περιεκτικότητα κάτω τῶν 40– 45%. Ποία εἶναι ἐκείνη ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία πιστοποιεῖ καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ μετάλλευμα εἶχε τοιαύτην περιεκτικότητα καὶ δὲν εἶχε μεγαλειτέραν; Παρ’ ὅλα ταῦτα τίθεται ὡς βάσις αἱ 2 στερλίναι, δηλαδὴ νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀξία τοῦ μεταλλεύματος τοῦ ἔχοντος περιεκτικότητα 40–45%. Ἀπέναντι ἑνὸς τοιούτου μισθωτοῦ, οὐδεμίαν ἀπολύτως ὑποχρέωσιν ἐκπληρώσαντος, ἀλλὰ σφετερισθέντος τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ προτείνουν τροποποιήσεις τῆς συμβάσεως. Ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις; μία τροποποίησις εἶναι ὅτι παρατείνεται ἐπὶ τριετίαν ἡ σημερινὴ κατάστασις, ποία δὲ εἶναι ἡ κατάστασις; Ἡ κατάστασις τῆς παραλείψεως ὅλων αὐτῶν τῶν ὑποχρεώσεων. Περίεργον εἶναι ὅτι αἱ τροποποιήσεις αὗται ὑποστηρίζονται παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὡς τροποποιήσεις ἐξασφαλίζουσαι καὶ ἐξυπηρετοῦσαι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ποῦ εἶναι αὐτὰ τὰ συμφέροντα; Ἁπλούστατα, ἰδοὺ ποῦ εἶναι. Διὰ τῆς νέας, λέγει, συμβάσεως ἐξασφαλίζεται κατώτατον ὅριον μισθώματος 45.000 δραχμῶν ἐτησίως. Αὐτὸ εἶναι τὸ κέρδος τοῦ Δημοσίου. Ἐνῷ, λέγει μὲ τὴν προηγουμένην εἴχομεν 22.000 δραχμὰς ἐτησίως κατώτατον ὅριον μισθώσεως, ἤτοι διπλασιάζεται τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλά, κύριοι, 22.000 δραχμὰς εἶχε τὸ Κράτος ἐξ αὐτῆς τῆς συμβάσεως, 22.000 δραχμὰς εἰσέπραξεν ἢ ἐπεδίωξε νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος, διατί; Ἁπλούστατα, διότι παρεβίασαν ὁλόκληρον τὴν σύμβασιν. Ἐὰν ἡ σύμβασις ἐτηρεῖτο..... (δὲν ἠκούσθη). Ὑπὸ τὸ ἴδιον πνεῦμα θὰ ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ μειώσῃ ἐπιεικῶς τὸ μίσθωμα εἰς μίαν δραχμὴν φερ’ εἰπεῖν ἐτησίως, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τροποποίησιν δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ εἴπῃ τὴν μίαν δραχμὴν τὴν κάνω δύο, διπλασιάζω τὸ δικαίωμα. Ἰδοὺ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου πῶς ἱκανοποιοῦνται. Καὶ ἐνῷ, κύριοι, ἡ παλαιὰ μίσθωσις ὥριζε διὰ μίσθωμα 5% ἐκ τοῦ ἀκαθαρίστου μεταλλεύματος, ἐνῷ λέγω ὥριζε μίσθωμα τοιοῦτον, διὰ τὰς νέας μισθώσεις ὁρίζεται ὡς μίσθωμα τὶ ποσόν; ἢ τὸ ¼ τοῦ συμφωνηθέντος ἐκείνου ἢ τὸ ⅐ αὐτοῦ καὶ αὗται εἶναι αἱ τροποποιήσεις αἱ συμφέρουσαι εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι τροποποιήσεις ἐξυπηρετοῦσαι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ μισθωτὴς εἰς τὸ διάστημα τῆς τριετίας νὰ κάμῃ ἓν ἐργοστάσιον, διὰ τὸ ὁποῖον νὰ δαπανήσῃ 1.800.000 δραχμάς, καὶ τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συμβάσεως θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἀμέσως τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ποίας ἐγγυήσεις ἔχει ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ αὐτὸ τὸ ἐργαστάσιον; Καὶ δὲν διατρέχει τὸν κίνδυνον ἀπὸ ἕνα μισθωτήν, τοσαύτας ὑποχρεώσεις παραλείψαντα, δὲν διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ παραλείψῃ καὶ τὴν στοιχειώδη αὐτὴν ὑποχρέωσιν, διὰ ν’ ἀπολαύσῃ ἐπὶ μίαν ἄλλην τριετίαν ἀκόμη τὸ μίσθιον ὑφ’ οὓς ὅρους ἀνεπιθυμήτους τουλάχιστον διὰ τὸ Κράτος τὸ εἶχε μέχρι σήμερον; ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Τὶ ἀξίαν ἔχει, κύριοι, τὸ ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Κράτος κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συμβάσεως δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ μεταλλεύματος; Εἶναι προφανῶς δῶρον ἄδωρον. Ἀλλά, κύριοι, ὅλα αὐτὰ θὰ ἦσαν τίποτε, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο διὰ τῶν τροποποιήσεων τούτων ἡ ἀπάλειψις μιᾶς διατάξεως τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι εὐτυχῶς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμέναι κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ καὶ κατὰ τὸν κανονισμόν, καὶ αἱ τροποποιούμεναι διατάξεις. Εἰς τὰς διατάξεις τὰς τροποποιουμένας, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διάταξις. (ἀναγινώσκει). Αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι διάταξις ἡ ὁποία περιφρουρεῖ, ἐξασφαλίζει τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι μόνον διὰ τοιαύτης διατάξεως θὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐνέργεια αὐτή. Τὸ μεταλλεῖον ἐκεῖνο θὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν ἀπόδοσιν. Θὰ ἐξασφαλισθῇ ἐργασία μεγαλειτέρα, διότι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον θὰ παίρνῃ ποσοστὸν ἐκ τοῦ ἐξαγομένου μεταλλεύματος, θὰ παίρνῃ περισσότερα, θὰ εἰσπράττῃ περισσοτέρους φόρους, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Οἰκονομία, δηλαδὴ ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία, ἔχει νὰ κερδίσῃ ἐξ αὐτοῦ διότι εἶναι ἡ μόνη διάταξις ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ καὶ ἐξασφαλίζει τὴν παραγωγήν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι βουλευταί, θὰ ἦτο εἰλικρινέστερος ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐὰν ἔλεγε καθαρὰ: «αὐτὸ τὸ μεταλλεῖον θέλω νὰ τὸ δωρήσω ἀντὶ πινακίου φακῆς εἰς τὸν μισθωτὴν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πρὸ 10ετίας τὸ κατέχει». Θὰ ἦτο εἰλικρινέστερος ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτήν. Θὰ ἐπρόκειτο περὶ δωρεᾶς ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο ὑπὲρ ἑνὸς ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος παρεβίασεν ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις του, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ὁ ὁποῖος ἠμπόδισε τὴν δημοπρασίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο. Θὰ ἐγίνετο δωρεὰ ὑπὲρ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος καὶ ἔκπτωτος θὰ ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ εἶχε κηρυχθῇ καὶ τῆς ἐγγυήσεώς του νὰ στερηθῇ, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀσφαλῶς ἐν μεγαλειτέρᾳ τάξει, διότι θὰ ἀνταποκρίνετο πρὸς τὴν ἀλήθειαν τοῦ πράγματος καὶ πρὸς τὴν κατάστασιν. Διὰ τοῦτο λέγω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἠθικὴν τάξιν, δηλαδὴ δὲν εἶναι ἠθικῶς ἐν τάξει. Ἡ Βουλὴ δύναται βεβαίως νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§49Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ἐχρησιμοποίησε καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τὴν συνήθη αὐτοῦ τολμηρὰν ἔκφρασιν, καὶ παρέστησε τὰ πράγματα ὡς τραγικά. Ὡμίλησε περὶ ἠθικῆς τάξεως, ὡσὰν ἡ ὑπηρεσία καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἦλθον νὰ ὑποκλέψουν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ κάμουν δωρεάν, δὲν ἠξεύρω ποίας πολυτίμου περιουσίας τοῦ Δημοσίου. Ὅσοι εἴχατε τὴν ἐπιμέλειαν ν’ ἀναγνώσητε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν θὰ εἴδατε περὶ τίνος πρόκειται. Ἔν μεταλλεῖον μαγγανίου εἶχε διὰ συμβάσεως παραχωρηθῇ εἰς ἕνα κ. Γεωργίου, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβῃ ὡρισμένας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, εἴτε ἐξεμεταλλεύετο εἴτε δὲν ἐξεμεταλλεύετο αὐτὸ τὸ μεταλλεῖον. Δυστυχῶς καθ’ ὅλην τὴν περίοδον τῆς δεκαετίας αὐτὸ τὸ μεταλλεῖον δὲν παρεῖχεν ἔδαφος πρὸς ἐκμετάλλευσιν. Διότι ἐνῷ ἡ σύμβασις ἐγένετο τὸ 1921, εἰς τὰ 1923 οὐδεμία ἐγένετο ἐξαγωγὴ μεταλλεύματος, εἰς τὰ 1924 ἐγένετο ἐξαγωγὴ μεταλλεύματος 500 τόννων, ἀπὸ δὲ τοῦ 1925 καὶ ἐντεῦθεν οὐδεμία ἐκμετάλλευσις ἐγένετο. Αὐτὸ τὸ πολύτιμον μεταλλεῖον, τὸ ὁποῖον ἐρχόμεθα νὰ δωρήσωμεν εἰς αὐτὸν τὸν ἐνοικιαστὴν δὲν παρέχει εἰς αὐτὸν τὸν ἐνοικιαστὴν οὐδὲν ἀπολύτως κέρδος, διὰ νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντα ἔχοντα καὶ στοιχειώδεις ἀκόμη πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τῶν μεταλλευτικῶν ἐπιχειρήσεων, ὅτι ὅλαι σχεδὸν αἱ μεταλλευτικαὶ ἐπιχειρήσεις ἵστανται ἐπὶ ξηροῦ ἀκμῆς. Τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο τὰ διάφορα μεταλλεῖα κλείνουν καὶ αὐτὸ δὲ ἀκόμη τὸ μεταλλεῖον τῶν Χαλάρων, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909 ἐθεώρησεν ὡς μίαν πηγὴν μεγάλην πλούτου διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ αὐτὸ ἔπαυσαν νὰ τὸ ἐκμεταλλεύωνται, ὁ δὲ ἐνοικιαστὴς αὐτοῦ ζητεῖ σήμερον ἀπὸ τὸ Δημόσιον καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἔκαμε διὰ τὴν ἐγκατάστασιν, διότι ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ ἐξηντλήθη. Τὸ Δημόσιον εἰσπράττει ἕνα ἐλάχιστον ἐνοίκιον διὰ μεταλλεῖον, τὸ ὁποῖον ὡς σᾶς εἶπον δὲν ἐξεμεταλλεύετο. Ὁ ἐνοικιαστὴς ἦλθε καὶ μᾶς εἶπε: κύριοι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐκμεταλλευθῶ τὸ μεταλλεῖον, διότι οὐδὲν παρέχει κέρδος. Θέλετε νὰ μὲ κάμητε ἔκπτωτον, κάμετέ με, ἐγὼ ὅμως σᾶς κάμνω μίαν πρότασιν: νὰ ἐξοδεύσω 1800.000 διὰ νὰ τὸ καταστήσω ἐκμεταλλεύσιμον». Αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν ἀπεδέχθη ἡ ὑπηρεσία καὶ κατηρτίσθη τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον. Δὲν ἔχομεν κανένα δεσμὸν ἀπέναντι τοῦ ἐνοικιαστοῦ καὶ ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν θέλῃ εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸν κηρύξω ἔκπτωτον, καὶ νὰ κάμω μίαν νέαν δημοπρασίαν ἡ ὁποία ὅμως θὰ εἶναι ἀπολύτως ἄκαρπος, διότι οὐδεὶς θὰ ἐμφανισθῇ νέος ἐνοικιαστής, εἶμαι βέβαιος, ἡ γνώμη τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως εἶναι, φαίνεται, ὅτι τὰ μεταλλεῖα τὰ διαχειρίζεται τὸ Κράτος, μόνον διὰ νὰ εἰσπράττῃ ἕνα ἐνοίκιον, τὰ μεταλλεῖα χρειάζονται διὰ νὰ προάγουν τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν της, διὰ νὰ δίδουν ἐργασίαν εἰς ἐργάτας, δὲν ἔχουν σκοπὸν τὰ μεταλλεῖα τοῦ Κράτους νὰ εἰσπράττῃ ὁ προϋπολογισμὸς 22 χιλ. δραχ. ἐνοίκιον λ. χ. ἢ 45 χιλ., ἀλλὰ νὰ δώσουν ψωμὶ εἰς τὸν ἐργατικὸν κόσμον. Δυστυχῶς δὲν ἔχομεν μεγάλους κεφαλαιούχους εἰς τὸν τόπον μας, διὰ νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὰ μεταλλεῖα. Αἱ τιμαὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν μεταλλευμάτων ἔχουν ἐκπέσει τεραστίως. Ἔχω κατὰ σύμπτωσιν σημείωμα τῶν τιμῶν τῶν διαφόρων μεταλλευμάτων. Ἰδοὺ αὗται. Τὴν 27)12)30 κατὰ πίνακα τῶν «Καιρῶν» τοῦ Λονδίνου, ὁ χαλκὸς ὁ ὁποῖος κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1929 ἐτιμᾶτο 67 λίρας, κατῆλθεν εἰς τὰς 46, ὁ λευκοσίδηρος ὁ ὁποῖος ἐτιμᾶτο 180 λίρας κατῆλθεν εἰς 116 καὶ ὁ μόλυβδος ὁ ὁποῖος εἶχεν φθάσει 33 λίρας κατῆλθεν εἰς 13½. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ ἐπιχείρισις ἡ μεταλλευτικὴ τόσον ἐπικερδὴς ὅπως ἐπιστεύετο κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν Λαυριακῶν. Σήμερον ἡ μεταλλευτικὴ ἐπιχείρησις εἶναι Γολγοθᾶς, τὸ δὲ Κράτος ζητεῖ μὲ τὸ κερὶ τοὺς ἐκμεταλλευτὰς τῶν μεταλλείων, δὲν εἶναι ἔργον του πῶς θὰ εἰσπράξῃ ἐνοίκιον 10 ἢ 20 χιλ. δραχ. ἢ καὶ πάρα πάνω, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ ἀφήνω ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὴν Βουλήν, ἂν πείθεται ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ἀποπείρας τὴν ὁποίαν κάνωμεν νὰ καταστήσωμεν ἐκμεταλλεύσιμον τὸ μεταλλεῖον· ἐὰν ἡ Βουλὴ προτιμᾶ εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸν κηρύξω ἔκπτωτον τὸν ἐνοικιαστήν, τὸν ὁποῖον ἄλλωστε ἀπὸ τοῦ 1921 οὐδεμία Κυβέρνησις, ἐκ τῶν προκατόχων ἐκήρυξεν ἔκπτωτον, διὰ νὰ εὕρῃ νέους κεφαλαιούχους διὰ δημοπρασίας. Αὐτὴ εἶναι κύριοι βουλευταὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἦτο περιττὸν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως νὰ λάβῃ τὸ τραγικὸν ὕφος καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἠθικὴν τάξιν.
§50Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐστηρίχθη ἐπὶ τῶν παραλείψεων τοῦ μισθωτοῦ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράλειψιν τοῦ ὑπουργείου. Εἶπε δηλαδὴ, ἐφόσον ὁ μισθωτὴς δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ δὲν ἐξήγαγεν ἐπὶ τόσα ἔτη μετάλλευμα ἄρα τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει νὰ πάρῃ τίποτε, ἐφόσον δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις του, ὀφείλετε κ. ὑπουργὲ νὰ τὸν κηρύξητε ἔκπτωτον, ἔχομεν ὅμως μίαν ἀρχὴν μήπως καὶ αἱ ὑποχρεώσεις δὲν ἐξεπληρώθησαν διότι εἶναι πτωχὸν τὸ μεταλλεῖον; Εἶναι καὶ αὐτὸ πιθανὸν, ἂν αὐτὸ τὸ μεταλλεῖον εἶναι πτωχὸν διατὶ ἐπιμένει τότε ὁ μισθωτὴς καὶ προσφέρεται νὰ δώσῃ 1.800.000 δραχμὰς διὰ νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ; καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ὁδηγήσῃ τὸν πτωχὸν αὐτὸν βιοπαλαιστὴν εἰς τὸν Γολγοθᾶν ὅπως εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διὰ νὰ ὑποστῇ τὰ μαρτύρια ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα μία ἀτυχὴς σύμβασις τὸν περιέλαβε; Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει δικαιολογία. Ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ ἐκάκισε καὶ εἶπεν ὅτι ἔδωσα τὴν ἐντύπωσιν ὅτι φαντάζομαι ὅτι τὰ μεταλλεῖα τὰ ἔχει τὸ Κράτος διὰ νὰ εἰσπράττῃ μισθώματα, ὄχι: δὲν τὸ ἐσκέφθην αὐτὸ ποτέ, ἠξεύρω ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀποστολὴ τῶν μεταλλείων καὶ ποία ἀκριβῶς εἶναι οἰκονομικὴ ἀποστολὴ τῶν μεταλλείων. Ἐνόμισα ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ καυτηριάσω μίαν κατάστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μισθωτὴς παρέλειπεν ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις του, δηλαδὴ δὲν ἐξάγει τὸ μετάλλευμα τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἐξαγάγῃ δὲν πράττει τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἀλλὰ ζημιοῖ καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν, εἰς αὐτὸ καὶ μόνον ἀπέβλεπον ὅταν ὑπεστήριζα τὰς ἀπόψεις μου. Τὸ εὐχάριστον εἶναι ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§51Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὄχι ἀφίνω τὴν Βουλὴν ἐλευθέραν.
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν θεωρεῖ δηλαδὴ ζήτημα φιλαυτίας τὴν ψήφισίν του.
§53Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δύνασθε νὰ πράξητε ὅ,τι θέλετε· ἡ εὐθύνη δι’ ὅ,τι ἐπιδιώκετε διὰ νόμου ἢ τροποποιήσεως μιᾶς συμβάσεως ἀνήκει εἰς ὑμᾶς, καὶ πιστεύσατε ὅτι ἐπιμένετε εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἔχει κάκιστα καὶ τὸ ὁποῖον θέτει κακὴν ἀρχήν.
§54Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὀφείλω νὰ σᾶς προσθέσω καὶ τοῦτο ἐν σχέσει πρὸς τὰ μεταλλεῖα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν μεταλλευτικὴν πολιτικὴν μίαν καταβάλλει πρὸ μακροῦ χρόνου προσπάθειαν, πῶς τὰ μεταλλεῖα νὰ ἐκμεταλλεύωνται καὶ νὰ μὴ μένουν νεκρά. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἐγγυηθῇ πρό τινος διὰ τὴν ἑταιρείαν Λαυρίου δανείου 20.000.000, διὰ νὰ προαχθοῦν τὰ ἔργα διότι καὶ αὐτὴ εὑρίσκεται εἰς ἀδυναμίαν, τὴν πολιτικὴν ταύτην ἀκολουθοῦμεν διότι, ὅπως δύνανται νὰ σᾶς πληροφορήσουν συνάδελφοι ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουν μεταλλεῖα, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ σταματήσουν αἱ μεταλλευτικαὶ ἐργασίαι καὶ νὰ μείνῃ πολὺς κόσμος ἄνευ ἐργασίας. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1921 ὁ μισθωτὴς ἔμενε ἀδρανὴς, κανεὶς δὲν ἐσκέφθη νὰ διεκδικήσῃ αὐτὸν τὸν δῆθεν πακτωλὸν—ὑπὲρ οὗ μάχεται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαστρατῆς.
§56Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἔχει χαρακτῆρα χαριστικόν, ἀλλ’ ἐὰν πράγματι συμβαίνῃ τοιοῦτον τί, θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ συγχαρῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω θερμῶς, ὅπως ἐπεκτείνῃ τὴν τακτικήν του ταύτην, δεδομένου μάλιστα ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν Εὔβοιαν 12 ὅλα μεταλλεῖα, κύριοι συνάδελφοι, δὲν λειτουργοῦν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν δέχεται τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου:
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τὸ πρῶτον ψηφισθέντος σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Κρητικῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κρητικοῦ Κώδικος». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 8.10′ μ. μ.)