1930.04.07
4,917 rows · 38,927 words · 255 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69η
ΔΕΥΤΕΡΑ 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1930
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 4 45′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς Οἱ συνταξιοῦχοι ἀξιωματικοὶ Ἀθηνῶν ζητοῦν τὴν ἀνανέωσιν τοῦ χορηγηθέντος ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου δανείου. —Οἱ ἔμποροι καὶ ἐπαγγελματίαι Πειραιῶς ζητοῦν τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει τηλεγράφημα τῶν κοινοτήτων Ἁγίου Πέτρου διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἐπικειμένην διακοπὴν τῆς συγκοινωνίας Βασιλικῆς. —Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Συλλόγου πολυτέκνων Λευκάδος ζητούντων τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ πολυτέκνων. —Ἡ φιλόπτωχος ἀδελφότης ὁ «Ὅσιος Λουκᾶς» Δαδίου ζητεῖ τὴν παροχὴν ἀρωγῆς. —Ἡ Κοινότης Κεραμιδίου Βόλου ζητεῖ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ δημοδιδασκάλου Ἀρ. Παπαχατζοπούλου ὡς ἀναμιχθέντος εἰς τὴν πολιτικήν. —Οἱ βυρσοδέψαι βιομήχανοι Χίου ζητοῦν τὴν ἄρσιν τοῦ φόρου εἰσαγωγῆς ἀκατεργάστων δερμάτων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας. —Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἀγυιᾶς τῆς Σητείας ζητοῦν τὴν ἀνάκλησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1921)1930 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ ὕδατος τῆς θέσεως Γαϊτάμου τοῦ χωρίου Ρούσσα Ἐκκλησιά. — Οἱ Πρόεδροι κοινοτήτων Πολυγύρου κ. λ. π. ζητοῦν τὴν μὴ μετατροπὴν τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἁλιείας. — Ὁ Δήμαρχος τριπόλεως ὑποβάλλει ψήφισμα σχετικὸν μὲ τὴν πρότασιν νόμου 4167 κλπ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει αἴτησιν τοῦ Ι. Κατοπόδη καπνοπώλου Λευκάδος ζητοῦντος τὴν μεταφορὰν τοῦ καπνοπωλείου τοῦ Γ. Κακιούση εἰς ἕτερον σημεῖον. — Ἡ Ἐπιτροπὴ Κοινότητος Μεγάλης Κάψης Φθιώτιδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐπιβολὴν φόρου 2% ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. — Οἱ ἀρτεργάται καὶ μυλεργάται Ἀλ)πόλεως διαμαρτύρονται κατὰ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν ἀρνουμένων τὴν κρατικὴν νομοθεσίαν. — Οἱ πολύτεκνοι Ἀθηνῶν ζητοῦν τὴν ἄμεσον ἐνίσχυσιν πρὸς στέγασίν των. — Ὁ Σύνδεσμος τοῦ ἐργατοτεχνικοῦ προσωπικοῦ Ἡνωμένων Κυλινδρομύλων Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν παροχὴν 13ου μισθοῦ, ἵδρυσιν ταμείου προνοίας, συντάξεως κ. λ. π. — Τὸ Σωματεῖον Ἐμποροπαντοπωλῶν Κατερίνης ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 3157. — Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Ξάνθης διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως καπνοκαλλιεργείας εἰς βαλτώδη ἐδάφη. Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς βαθμοῦ ἢ μισθοῦ τμηματάρχου αʹ τάξεως εἰς τὸν ἀρχιερατικὸν ἐπίτροπον τῆς Ἐπισκοπῆς Ἱερᾶς καὶ Σητείας. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Σχινᾶς, Ι. Παπαφλέσσας, Π. Πετρίδης, Ι. Νικολίτσας Π. Ράλλης κ.λ.π. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μειώσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐλαιῶν κλπ. φόρου καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ φορολογίας τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιωδῶν ἐν γένει προϊόντων διατάξεων». Ὁ κ. Δ. Μπότσαρης (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεως τοῦ νόμου 4183, κυρώσαντος τὸ ἀπὸ 23)3)29 Ν. Δ. «περὶ διπλωμάτων ἱκανότητος καὶ πτυχίων εἰδικότητος ἐν τῷ ἐμπορικῷ ναυτικῷ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Μυλωνογιάννης καὶ Μ. Βολουδάκης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἄλλων τινων διατάξεων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παπαθανάσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4448 περὶ ταμείου συντάξεως νομικῶν». Ὁ κ. κ. Κ. Σπυρίδης (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4193 καὶ προσθήκης ἑτέρων τινων διατάξεων περὶ διευθύνσεως ἀνταλλαγῆς». καὶ 2) «Περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3381 περὶ προσφυγῆς κατὰ τῶν ἐκτιμητικῶν ἀποφάσεων τῶν πρωτοβαθμίων ἐπιτροπῶν καὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐκδικάσεως μεταλλείων καὶ λατομείων». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ἀπριλίου (12 Μαΐου) 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 19 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ ποινικῶν κλητήρων»· 2) «Περὶ ρυθμίσεως τῶν μισθώσεων ἀστικῶν κτημάτων». 3) «Περὶ ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας τῶν δημάρχων ὡς πρὸς τὰ πταίσματα» καὶ 4) Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16)30 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ ποινικῶν κλητήρων». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου «περὶ ἄρσεως ἀπαλλοτριώσεως τῶν κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 2948 περὶ προαγωγῆς τῆς βιομηχανίας κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταστάσεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως». —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἀναστασιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ Θεσσαλικὸν Γεωργικὸν Ταμεῖον». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Νικολίτσας, Σ. Σχινᾶς καὶ Α. Παπαθανάσης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεων τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἄλλων τινων διατάξεων τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων». Οἱ κ. κ. Κ. Σπυρίδης (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας λειτουργίας τῶν δυνάμει τοῦ νόμου 4086 πρωτοβαθμίων ἐκτιμητικῶν ἐπιτροπῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) Περὶ καταστάσεως παθόντων ἐν πολέμῳ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. 2) Περὶ ἀνεγέρσεως ἐν Πειραιεῖ νέων Φαρικῶν Ἀποθηκῶν διὰ τῆς εἰς τὸ Δημόσιον καταβολῆς ἀποζημιώσεως ὑπὸ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς λόγῳ ἀπαλλοτριώσεως τῶν νῦν ἀποθηκῶν καὶ 3) Περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ 4444 νόμου περὶ ἑκουσίας ἀποστρατείας ἀξιωματικῶν καὶ μονίμων ὑπαξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ περὶ ὁρισμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμου: 1) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3828 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ σχηματισμοῦ εἰδικοῦ Λ)σμοῦ Σιδηροδρομικῶν Συνταξιούχων καὶ 2) Περὶ χρηματιστηρίου ἐμπορευμάτων καὶ ἐμπορομεσιτῶν. Προσέρχεται εἶτα ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Στεφανόπουλος ὅστις δίδει τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον ὅρκον ἔχοντα οὕτω: «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου.»
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος! Ἄξιος.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Δύστας καὶ κατασκευῆς ἀρδευτικῶν ἔργων» (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταβολῶν κλάσεων βιομηχανικῶν τινῶν εἰδῶν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς διοικήσεως τῆς βιομηχανικῆς ἑταιρείας Κ. Α. Ἀλεξόπουλος καὶ Σια», (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23)3)29 Ν. Δ. περὶ κύρους συμβολαιογραφικῶν τινων πράξεων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4176 περὶ ἱδρύσεως πειραματικῶν σχολείων ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως κενῶν θέσεων μηχανικῶν ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν σιδηροδρόμων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2)10)1926 Ν. Δ. τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1924 περὶ ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν προσωπικοῦ πολεμικῶν πλοίων ἐκτελούντων πλόας ἐξωτερικοῦ». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Συνέχεια ἐπὶ τῆς βʹ συζητήσεως τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἐν Χάγῃ ὑπογραφεισῶν πράξεων πρὸς ρύθμισιν τῶν ζητημάτων ἐπανορθώσεων τῶν πολεμικῶν χρεῶν» ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καφαντάρης.
§5Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔλεγον, κύριοι, πρὸ τῆς διακοπῆς τοῦ λόγου μου ὅτι ἡ λύσις ἡ δοθεῖσα τὸ 1927 ἦτο λύσις γενικῆς διαιτησίας, ἐπεκτεινομένης ἐφ’ ὅλων τῶν διαφορῶν αἱ ὁποῖαι ἀνεφύησαν ἐκ τοῦ πολέμου μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γαλλίας, ὅτι εἰς τὴν λύσιν αὐτήν, τὴν καλλιτέραν ἐξ ὅλων ὅσας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εὐχηθῶμεν, δὲν θὰ ἀνέμενέ τις ὅτι θὰ προβάλλωνται ἀντιρρήσεις, ὅτι ἐν τούτοις ἀντιρρήσεις προεβλήθησαν στρεφόμεναι ἐπὶ δύο σημείων εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ νομίσματος καὶ εἰς τὸν συμψηφισμὸν τῶν προκαταβολῶν μετὰ τῶν λοιπῶν πολεμικῶν χρεῶν. Μᾶς ἔψεξαν ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ὅτι κακῶς ἐδέχθημεν νὰ θέσωμεν ἑνιαίαν βάσιν ὑπολογισμοῦ τῶν ἀπαιτήσεων καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ καθορίσωμεν δύο σταθμά, νὰ πληρώσωμεν τὴν Γαλλίαν εἰς νόμισμα χάρτινον καὶ νὰ πληρωθῶμεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν εἰς χρυσόν. Ἠρώτησα ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ γνωρίζων ὅτι ἐφηρμόσθη ἀλλουδήποτε τοιοῦτος κανὼν ἀνισότητος δι’ ἀπαιτήσεως ὁμοίας φύσεως καὶ προελεύσεως· τοιαύτη περίπτωσις οὐδέποτε ὑπῆρξε. Καὶ ὅμως θὰ ἔπρεπε ἡμεῖς νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς τὴν Γαλλίαν, νὰ δεχθῇ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀπαιτήσεών της εἰς νόμισμα χάρτινον καὶ νὰ πληρώσῃ αὕτη πρὸς ἡμᾶς τὰ χρέη της εἰς χρυσόν. Θὰ ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν εἰς νόμισμα χάρτινον, τὴν ἀξίωσιν τοῦ ὑλικοῦ τὸ ὁποῖον ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐχορήγησεν, ὑλικοῦ τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὴ ἐδανείσθη διὰ νὰ μᾶς δώσῃ ἀπὸ τὰς ξένας ἀγοράς, εἰς ἃς τὸ ἐξώφλει εἰς χρυσόν. Ἀνέφερα ὡσαύτως ὅτι δὲν εἴχομεν λάβει μόνον ὑλικὸν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, ἀλλ’ ἐπὶ ἴσοις ὅροις καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν δυνάμει μάλιστα κοινῆς συμβάσεως μᾶς ἐχορηγήθη τοιοῦτον καὶ ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεμιᾶς ἐγερθείσης ἀμφισβητήσεως κατεβάλλετο ἡ ἀξία εἰς λίρας, τοὐτέστι εἰς χρυσόν. Παρὰ ταῦτα ἡ Γαλλία ἔδει νὰ ἐξαναγκασθῇ νὰ λάβῃ μόνον τὸ πέμπτον τοῦ ποσοῦ τοῦ πληρωθέντος εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Πληρώνοντες τὴν Γαλλίαν εἰς νόμισμα χάρτινον, θὰ ἔπρεπε νὰ πληρωθῶμεν εἰς χρυσὸν τὰς ἀπαιτήσεις μας καὶ δὴ τὴν ἀπαίτησιν διὰ τὰς προκαταβολὰς τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν ὑπολογιζομένων μετὰ τῶν τόκων εἰς 308 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἢ φράγκων. Τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀπαίτησις αὕτη; Θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ἡ Γαλλία θέλουσα νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐξαγωγὴν συναλλάγματος διὰ νὰ μὴ ἐπιδεινώσῃ τὴν ἄκρως εὐπαθῆ νομισματικήν της θέσιν, παρεκάλεσε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν διευκολύνῃ προκαταβάλλουσα τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν εἰς δραχμὰς διὰ τὴν συντήρησιν ἐν Μακεδονίᾳ τῶν Γαλλικῶν στρατευμάτων καὶ ἄγουσα τὰς προκαταβολὰς εἰς χρέωσίν της. Πράγματι, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διέθεσεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον διακόσια ἑξῆντα ἑπτὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύθημεν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας, ἐν ἄλλοις λόγοις δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἐδικαιοῦτο εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν νὰ ἀποσύρῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὸ χαρτονόμισμα τῶν διακοσίων ἑξῆντα ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, καταβάλλουσα τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς δραχμὰς, τρεχούσης ἀξίας, εἰς δραχμὰς σημερινάς. Ὑπεστηρίχθη ἐν τούτοις ὅτι ἡ Γαλλία ὤφειλε νὰ καταβάλῃ ποσὸν 408 ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγκων, τοὐτέστι 6.120 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐξ οὗ ποσοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ 267 ἑκατομμύρια, ὅπως ἀποσύρῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας ἀντίστοιχον ποσὸν χαρτονομίσματος καὶ ἐξοφλήσῃ ἑπομένως τὸ χρέος της καὶ νὰ ἔχῃ ἐπὶ πλέον καθαρὸν δι’ αὐτὴν κέρδος 5.853 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Δὲν ἔχω, κύριοι, ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ὅπως ἀποδείξω πόσον ἀσύστατοι ὑπῆρξαν αἱ ἀντιρρήσεις καὶ πόσον θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὸ αἴσθημα τῆς στοιχειώδους δικαιοσύνης τὸ νὰ προβάλωμεν τοιαύτας ἀκατανοήτους καὶ προπετεῖς ἀξιώσεις, αἵτινες δὲν θὰ ἦσαν προωρισμέναι νὰ ἐνισχύσουν τὰ ἠθικὰ ἐφόδια μὲ τὰ ὁποῖα καὶ μόνα ἀπεδύετο εἰς πάλην ἡ δεινὴ ἡ μικρὰ Χώρα μας καθ’ ἑνὸς γίγαντος. Θὰ ἀπεγύμνωνε τὸν ὅλον ἀγῶνα μας τοῦ ἠθικοῦ τοῦ κύρους καὶ θὰ ἐστέρου καὶ τὰς δικαίας μας ἀπόψεις οἵας δήποτε σοβαρότητος. Δὲν ἀπεκλείετο ἀκόμη νὰ συμβῇ κἄτι χεῖρον νὰ εἴδωμεν τὰ ὅπλα τῆς ἀνισότητος, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐν τῇ ὠφελείᾳ μας θὰ εἴχομεν παρασκευάσῃ ὅπως μεταχειρισθῶμεν κατὰ τῆς Γαλλίας νὰ στραφοῦν καθ’ ἡμῶν καὶ νὰ μᾶς εἴπουν: Ἀφοῦ ἡμεῖς θὰ εἴχωμεν προτείνῃ τὴν διαστολὴν νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ εἰς χρυσόν, ἀφοῦ καὶ ἡ Γαλλία τὸν ἐξώφλει εἰς χρυσὸν καὶ νὰ πληρωθῶμεν τὴν ἀπαίτησιν τῶν προκαταβολῶν εἰς δραχμὰς χαρτίνας ἀφοῦ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν ἐξώφλει εἰς δραχμάς. Διὰ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν, ἐνεπνεύσαμεν τὸν σεβασμὸν εἰς πάντας πρὸς τὴν καλήν μας πίστιν καὶ τὴν συμπάθειαν, πρὸς τὸν ἀγῶνά μας καὶ ἐξησφαλίσαμεν τὴν ἰσότητα δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη νὰ πληρώσωμεν ἀλλὰ καὶ νὰ πληρωθῶμεν εἰς χρυσόν. Ἄλλη ἀντίρρησις εἶναι ἡ ἀπαίτησις αὕτη, ἡ ἀπαίτησις ἡ λεγομένη τῆς Τραπέζης κακῶς περιελήφθη εἰς τὸν λογαριασμὸν τῶν πολεμικῶν χρεῶν, διότι δὲν εἶναι χρέος πολεμικόν, ἀλλ’ ἀπαίτησις ἐμπορικῆς φύσεως ὀφειλομένη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὄχι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἡ ἄποψις, κύριοι, αὐτὴ ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς ἓν προηγούμενον, τὸ προηγούμενον τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπλήρωσεν τὸ 1919 ὁμοίας φύσεως χρέος της ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν Τράπεζαν. Εὐκταῖον θὰ ἦτο καὶ ἡ Γαλλία νὰ ἠκολούθη τὸ παράδειγμά της, ἀλλὰ δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ τὴν ἐξαναγκάσωμεν νὰ ἀκολουθήσῃ προηγούμενον ὅπερ ἐθεώρει οὐχὶ δεσμευτικὸν δι’ αὐτήν. Ἡ Ἀγγλία εἶχε προβῆ εἰς τὴν πληρωμὴν τὸ 1919 καὶ 1920 ἐμφορουμένη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ μέχρι τοῦ 1924 ἐξ εὐρυτάτου πνεύματος ἐν τῇ ρυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν της σχέσεων μετὰ τῶν συμμάχων ἰδίως ὀφειλετῶν της, οἱ ἄλλοι ἀτυχῶς δὲν συνεμερίσθησαν τὰς διαθέσεις της καὶ δὲν τὴν ἐμιμήθησαν. Τὸ 1922 ἡ Ἀγγλία διὰ τῆς νότας τοῦ Μπάλφουρ διεκήρυξε πανηγυρικῶς ὅτι ἡ πολιτική της θὰ ἦτο νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων της ἐκ τῶν ἐπανορθώσεων καὶ νὰ συστήσῃ δι’ ὅλων της τῶν δυνάμεων εἰς τὴν ὁλοσχερῆ διαγραφὴν τῶν διασυμμαχικῶν χρεῶν δι’ εὐρείας τινος διαρρυθμίσεως. Μετ’ ὀλίγον τὸ 1923 ἐπανέλαβεν ἐπισήμως τὰς ἀρχὰς ταύτας διὰ τοῦ σχεδίου Μπέναρ Λῶ, ὅπερ ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐν Παρισίοις συνδιάσκεψιν. Οὐδεὶς ἄλλος τὴν παρηκολούθησεν. Ἡ Ἀγγλία ἀνέγραψεν εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις τῶν χρεῶν τὴν ρήτραν τῆς ἀναλόγου αὐτῶν μειώσεως, ἐφόσον καὶ τὸ ἰδικόν της πρὸς τὴν Ἀμερικὴν χρέος θὰ ἐμειοῦτο τὴν clause de sauvagarde αἱ ἄλλαι δυνάμεις δὲν τὴν ἀνέγραψαν. Ἡ Ἀγγλία μᾶς κατέβαλεν μέγα μέρος τῶν πιστώσεων τοῦ 1918. Ἡ Γαλλία δὲν μᾶς ἔδωκεν οὔτε ὀβολόν. Ἡ Ἀγγλία ἐπλήρωσεν ἀπ’ εὐθείας τὴν ἐκ προκαταβολῶν ἀπαίτησιν πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Γαλλία ἠρνήθη τὴν πληρωμήν. Οὐδὲ αἱ διαθέσεις, οὐδὲ αἱ ἐνέργειαι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἔσχον ἀποφασιστικὴν ἐπήρειαν ἐπὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ ἐν τέλει καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπέστη ἡ ἰδία τῶν ἀρχικῶν της ἀντιλήψεων, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἄκαρποι καὶ προσηρμόσθη καὶ αὐτὴ ἀπὸ τοῦ 1924 ἐν τῷ διακανονισμῷ τῶν χρεῶν πρὸς τὰς κατευθύνσεις τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ἐξεταζομένης ἀσχέτως πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν ἀπόφασιν τῆς ἐκ προκαταβολῶν ἀπαιτήσεως θὰ ἠδυνάμεθα βασίμως νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη εἶναι ἐμπορική, ὅτι εἶναι ἀπαίτησις τῆς Τραπέζης καὶ ὄχι τοῦ Κράτους; Διατὶ εἶναι ἀπαίτησις τῆς Τραπέζης; Συνήφθη μήπως σύμβασίς τις ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ χρῆμα προκαταβληθὲν ἦτο χρῆμα τῆς Τραπέζης καὶ ὄχι χρῆμα δημόσιον; Ὄχι, κύριοι, δὲν συνήφθη οὐδεμία ἀπολύτως σύμβασις μεταξὺ Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης. Πᾶσαι αἱ συμβάσεις αἱ ὁποῖαι ὑπεγράφησαν, συνωμολογήθησαν ἀποκλειστικῶς μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς, καὶ φέρουν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐνεργοῦντος βεβαίως ὄχι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν παρίσταται ὡς συμβαλλόμενος εἰς τὰς συμφωνίας ταύτας. Εἶναι δὲ αἱ συμφωνίαι τρεῖς μία τοῦ 1918 καὶ δύο τοῦ 1919. Ἡ πρώτη λέγει, ἐκλέγει....Αἱ δύο ἄλλαι διετυπώθησαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Εἶναι λοιπὸν συμβαλλόμενος καὶ χορηγὸς καὶ δανειστὴς τὸ Κράτος καὶ ὄχι ἡ Τράπεζα ἥτις μνημονεύεται μόνον εἰς τὴν ρήτραν εἰς ἣν καθορίζεται ὅτι αἱ προκαταβολαὶ θὰ ἀχθοῦν εἰς πίστωσιν εἴτε τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου, εἴτε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ τῆς αὐτῆς μνείας ταύτης ἡ ἐξήγησις εἶναι πρόδηλος. Ἡ μνεία ἐγένετο σὺν τῇ προβλέψει τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, τοῦ ἀνοίγματος δηλαδὴ λογαριασμοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν διαχείρισιν καὶ μόνον τὴν διαχείρισιν θὰ εἶχεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐνεργοῦσα ἄνευ εὐθύνης κατ’ ἐπιταγὴν καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους λαμβάνουσα δὲ μόνον διὰ τὴν διαχείρισιν ταύτην προμήθειαν καὶ οὐδὲν πλέον. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λοιπὸν δὲν εἶχεν ἰδίαν ἀνάμιξιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν οὐδὲ διέθεσέ τι ὑπὲρ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ἀποδιδομένων τῶν προκαταβολῶν θὰ ἐξοφλεῖτο χρέος τοῦ Κράτους, μὴ ἀποδιδομένων τῶν προκαταβολῶν θὰ παρέμεινε τὸ χρέος εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, ἀποδιδομένων τῶν προκαταβολῶν εἰς χρυσὸν τὸ κέρδος ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν 5.853.000.000 δὲν θὰ τὸ ἐκαρποῦτο βεβαίως ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ θὰ περιήρχοντο ἐξ ὁλοκλήρου εἰς ὄφελος τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου. Ἀνεύθυνος ἐξ ὁλοκλήρου ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀμέτοχος εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, ἁπλοῦς διαχειριστὴς τῆς ὑποθέσεως, ὡς εἶναι διαχειριστὴς ὅλων τῶν ἐκ τῆς κυκλοφορίας λογαριασμῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἔλθῃ εἰς ἄμεσον συνεννόησιν μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ ἂν αὕτη διέθετε ἐκ τῶν ἰδίων της κεφαλαίων τὸ ποσὸν τῶν προκαταβολῶν, διότι ἡ ἔκδοσις χαρτονομίσματος εἶναι δικαίωμα καὶ χρῆμα τοῦ Κράτους, τότε βεβαίως ἡ ἀπαίτησις θὰ ἦτο ἐμπορική, θὰ ἦτο ἀπαίτησις τῆς Τραπέζης ἄσχετος ὅλως πρὸς τὸ πολεμικὸν χρέος, ὡς συνέβη μὲ τὰς πιστώσεις τὰς ἀνοιχθείσας παρὰ τῶν Ἀγγλικῶν Τραπεζῶν ἐν ὀνόματι καὶ διὰ λογαριασμὸν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Τί ἀκριβῶς συνέβη μὲ τὰς πιστώσεις ταύτας; Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις καθὼς θέλουσα, ὡς ἤδη εἶπον, νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐξαγωγὴν συναλλάγματος προῆλθε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ πολέμου εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν Τράπεζαν Ρότσιλδ καὶ μὲ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας, αἱ ὁποῖαι ἀνέλαβον νὰ καταβάλλουν τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν Γαλλικῶν προμηθειῶν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἀγορὰν, δεχόμεναι εἰς ἀντάλλαγμα βραχυπροθέσμους ἐντόκους ὁμολογίας τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὰς συνεννοήσεις ταύτας ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχε συμμετοχὴν καὶ οὐ μόνον ἀμέτοχος παρέμεινεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀλλὰ ὅταν ἔλαβε γνῶσιν αὐτῶν διαρρήδην ἀπεδοκίμασε τὴν συνεννόησιν ταύτην καὶ διεμαρτυρήθη δι’ αὐτὴν καὶ ἀπηγόρευσε τὴν συνέχισιν δασμῶν τοῦ εἴδους τούτου εἰς τὸ μέλλον, μὴ ἐπιθυμοῦσα νὰ γίνεται τοποθέτησις ξένων δανείων εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἀγορὰν ἐν ἀγνοίᾳ της. Καὶ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν: Ἐφόσον θὰ εἶχεν αὕτη ἀνάγκην εὐκολιῶν ὅτι τὰς εὐκολίας θὰ τὰς παρεῖχεν ἡ ἰδία δίδουσα ἐντολὴν ἀνοίγματος πιστώσεων ὑπὲρ αὐτῆς. Καὶ πράγματι ἔδωκε ὄντως ἐντολὴν νὰ χορηγοῦνται πιστώσεις διὰ λογαριασμόν της εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐγγυήσει ἐμβάσματος χρυσοῦ ἀντιστοιχοῦντος πρὸς τὸ ¼ τῆς ἀξίας τῶν προμηθειῶν. Ἀλλ’ αἱ οὕτω πλέον χορηγηθεῖσαι πιστώσεις δὲν ἐχαρακτηρίσθησαν κατὰ τὸν διακανονισμόν, ὡς χρέη ἐμπορικῆς φύσεως, ἐχαρακτηρίσθησαν ὅπως καὶ ἦσαν χρέη πολεμικὰ περιεληφθέντα εἰς τὴν συμφωνίαν Τσῶρσιλ–Καγιό. Εἰς ἡμᾶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν συνεβλήθη, δὲν διέθεσε ἐξ ἰδίων χρήματα διὰ τὰς προκαταβολάς, ἀλλὰ συνεβλήθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ αὕτη διέθεσε χρῆμα τοῦ δημοσίου, ὅπερ ἐπρομηθεύθη δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, ὅπερ εἶναι γνωστὸν κατὰ ὁμόφωνον ἀντίληψιν πῶς δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀπαίτησις περιουσίας καὶ χρῆμα τοῦ Κράτους. Ἔχομεν λοιπὸν σύμβασιν μεταξὺ δύο Κυβερνήσεων. Ἀπαράβατος δὲ κανὼν εἶχε τεθῇ πρὸς διάκρισιν μεταξὺ ἐμπορικῶν καὶ πολιτικῶν χρεῶν κατὰ τοὺς διακανονισμούς, ὅτι ὅλαι αἱ χορηγήσεις αἱ λαβοῦσαι χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου μεταξὺ δύο Κυβερνήσεων δέον νὰ λογίζωνται χρέη πολεμικὰ ὑπαγόμενα εἰς διακανονισμοὺς τοῦ κανόνος τούτου, μία καὶ μόνη παρουσιάσθη ἐξαίρεσις, ἐκείνη τῆς ὁποίας ἔκαμα ἤδη μνείαν, ἡ ἐξαίρεσις τῆς πληρωμῆς τοῦ Ἀγγλικοῦ χρέους πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ἡ πληρωμὴ αὐτὴ τοῦ Ἀγγλικοῦ χρέους ἔγινεν ὑφ’ οὓς ὅρους ἐξέθεσα, τὸ 1919–1920. Ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν ἰδεῶν αἵτινες μετ’ οὐ πολὺ ἔπαυσαν νὰ διέπουν τὴν Ἀγγλικὴν πολιτικὴν καὶ οὐδέποτε ἴσχυσεν εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη. Ἂν ἤθελε βραδύνει ἡ πληρωμὴ τῶν προκαταβολῶν οὐδεμία χωρεῖ ἀμφιβολία, δεδομένου ὅτι αἱ διαθέσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως εἶχον ἤδη ἄρδην μεταβληθῇ ἀπὸ τοῦ 1924, ὅτι κατὰ τὸ 1926–1927 ἐτήρει οἵαν στάσιν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐτήρησεν καὶ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις καὶ θὰ ἐπέμενεν αὕτη ἀνενδότως ὅπως καὶ τὸ χρέος τοῦτο περιληφθῇ εἰς τὸν πολεμικὸν διακανονισμόν. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ ἀντιρρήσεις, ἀντιρρήσεις στηριζόμεναι ἐπὶ τῆς σοβαρᾶς γενικῆς ἀρχῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀξιώσωμεν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν τήρησιν 2 σταθμῶν διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν χρεῶν πληρώνοντες εἰς νόμισμα χάρτινον καὶ πληρωνόμενοι εἰς χρυσόν. Τὸ ἀσύστατον τῶν ἀντιρρήσεων τούτων καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ αἱ διαφοραὶ αὗται παρεπέμφθησαν, ὡς εἶπον, εἰς διαιτησίαν μαρτυρεῖ πόσον ἀμέμπτως ἐγένετο ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος. Θὰ ὑπέθετε κανεὶς ὅτι διὰ τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης, ἡ Γαλλία ἀνεγνώρισεν ἐκ τῶν ὑστέρων τὸ βάσιμον τῶν ἐπιχειρημάτων μας, προκειμένου περὶ τοῦ χρέους τῶν προκαταβολῶν καὶ τὴν ἐμπορικότητα τοῦ χρέους, τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης, ἡ ὑπόθεσις αὕτη θὰ ἦτο τελείως σφαλερά. Ἡ Γαλλία ἐν Χάγῃ δὲν εἶχεν λόγον νὰ εἰσέλθῃ εἰς λεπτομερεῖς ἐρεύνας, δεινὴν καὶ αὐτὴ διεξάγουσα πάλην διὰ τὴν περίσωσιν τοῦ σχεδίου Γιώγκ, τὸ ὁποῖον προσεπόριζεν εἰς αὐτὴν θετικὰ καὶ ἀνυπολόγιστα πλεονεκτήματα, τὴν προσοχήν της εἶχεν εὐλόγως συγκεντρώσῃ εἰς τοῦτο: νὰ μὴν ὀγκώσῃ τὴν κατὰ τοῦ σχεδίου τούτου ἀντίθεσιν, ὑφισταμένη ἐν ἀνάγκῃ θυσίαν δευτερευούσης σημασίας. Διὰ τοῦ σχεδίου τοῦ Γιὼγκ ἐπερχομένης ὡριστικῆς πλέον τῆς διαρρυθμίσεως τῶν τε χρεῶν καὶ τῶν ἐπανορθώσεων ἐξησφάλιζε ἡ Γαλλία τὴν κάλυψιν ὁλοκλήρου τοῦ πολεμικοῦ χρέους της, καὶ πέραν τοῦ χρέους τούτου ἐτησίαν καθαρὰν εἴσπραξιν 250.000.000 ὑποθέτω χρυσῶν μάρκων. Ἐξασφαλίσασα τὴν ἄνευ ὅρων ἐτησίων δόσεων, ἀνερχομένων εἰς 622.000.000 χρυσῶν μάρκων τὴν μερίδαν τοῦ λέοντος, καὶ τὸ σπουδαιότερον τὴν εὐχέρειαν τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε πρότερον τῆς ἀμέσου κινητοποιήσεως τῶν δόσεων τούτων, κινητοποιήσεως ἀποφερούσης κεφάλαιον 50 καὶ πλέον δυσεκατομμυρίων Γαλλικῶν φράγκων. Ἑτοιμάζεται ἤδη ἡ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου Γιὼγκ ἔκδοσις καὶ τοποθέτησις διὰ τῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας εἰς τὰς διεθνεῖς ἀγορὰς δάνειον 300.000.000 δολλαρίων ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 200 ἑκατομμύρια προορίζονται διὰ τὴν Γαλλίαν, ἥτις κατέστησεν ἐν Χάγῃ ἀσφαλῆ τὴν ἀνάκτησίν της ἀσφαλῆ ἀπὸ παντὸς ἐνδεχομένου κινδύνου εἴτε ἐκ δυστροπίας εἴτε ἐξ ἀδυναμίας τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει εἰς τὸ φῶς ἀπέναντί της δικαιοῦχον τὴν Γαλλίαν, ἀλλ’ ἔχει δικαιούχους της τὰς μυριάδας τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν αἵτινες θέλουν διατεθεῖ εἰς τὰς ξένας ἀγοράς. Ὅταν τοιαῦτα θεμελιώδη πλεονεκτήματα ἐπρόκειτο νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τοῦ σχεδίου Γιὼγκ ἡ Γαλλία φαντάζεταί τις ὅτι θὰ ἄφηνε τὸ σχέδιον τοῦτο ἔκθετον, ὅτι θὰ διεκύβευε τὴν κύρωσίν του, ὅτι δὲν θὰ ἐφρόντιζε πάσῃ δυνάμει νὰ μειώσῃ ἔστω εἰς τὸ ἐλάχιστον τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀντίδρασιν καὶ τὸν ἀριθμὸν ἀντιτιθεμένων διὰ ὑποχωρήσεων ἀνεπαισθήτων; Καὶ ἐπέτυχεν ὄντως τοῦ σκοποῦ της διὰ τῆς ἐλαστικότητος καὶ τῶν ἀνωδύνων εἰς αὐτὴν συγκαταβάσεων εἰς ἃς προέβη ἀπέναντι τῶν μικρῶν κρατῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ λέγω ἀνώδυνον, διότι εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Γαλλία στέρξασα εἰς ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιώσεων τῶν μικρῶν κρατῶν καὶ ἰδίᾳ τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπεβλήθη οὐσιαστικῶς εἰς οὐδεμίαν ἐξ ἰδίων θυσίαν. Δὲν πρόκειται νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ποσόν τι ἔστω καὶ ἀσήμαντον ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ ἐν γένει τῶν χρεῶν, ἢ τοῦ χρέους τῆς Τραπέζης. Ὄχι δὲν πρόκειται νὰ καταβάλλῃ τι ἐξ ἰδίων ἀλλὰ καὶ θὰ λαμβάνῃ κατὰ τὰς συμφωνίας τῆς Χάγης ποσόν τι ἐκ τῶν χρεῶν, 125 ἑκατομμυρίων μάρκων κατ’ ἔτος τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐλάμβανεν πιθανώτατα διὰ τῆς διαιτησίας, ἥτις ἐφόσον αἱ ἀξιώσεις ἡμῶν ἀπεδεικνύοντο βάσιμοι λίαν ἐνδεχομένως θὰ κατελόγιζον εἰς βάρος της καὶ ὀφειλὴν ὄχι ἀσήμαντον. Δὲν πληρώνει λοιπὸν διὰ τὰ χρέη καὶ πληρώνεται τοὐναντίον διὰ τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης καὶ διαθέτει μόνον μέγα μέρος τῶν ποσοστῶν της, ἐκ τῶν Ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων. Ἀλλὰ τὶ ἦσαν δι’ αὐτὴν αἱ Ἀνατολικαὶ ἐπανορθώσεις; Μᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δηλώσας ὅτι ἡ Γαλλία καὶ αἱ ἄλλαι δυτικαὶ δυνάμεις ἀπὸ μακροῦ οὐσιαστικῶς δὲν ἐθεώρουν ὡς στοιχεῖον τοῦ ἐνεργητικοῦ των τὰς ἐκ τῶν Ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων ἀξιώσεις των, καὶ εἶχον κατατάξει αὐτὰς εἰς τὰς ἐπισφαλεῖς καὶ διαγεγραμμένας ἀπαιτήσεις, ἐξ ὧν οὐδὲν ἐνέμενον. Δι’ αὐτὸ ἡ Γαλλία προθύμως τὸ 1923 ἀπεδέχθη τὴν μείωσιν τῶν Βουλγαρικῶν ἐπανορθώσεων ἀπὸ 2 δισεκατομμύρια 250 ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν ὡς εἶχον ὁρισθεῖ διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Νεϊγύ, εἰς 550 ἑκατομμύρια μόνον. Δι’ αὐτὸ ἀδιστάκτως ἐπίσης καὶ ἄνευ συζητήσεως υἱοθέτησε τὴν πρότασιν περὶ προτεραιότητος τοῦ δανείου τῆς Βουλγαρικῆς σταθεροποιήσεως ἐπὶ τῶν ἐπανορθώσεων. Δι’ αὐτὸ συνῄνεσεν ἐξ ἴσου ἀσμένως εἰς ἁπάσας τὰς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη χορηγηθείσας ἀναστολὰς διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν Βουλγαρικῶν ἐπανορθώσεων, ἐξ ὧν οὐδὲν κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα εἰσέπραξεν. Ἔχουσα λοιπὸν ἡ Γαλλία ἀφ’ ἑνὸς συμφέρον ὕψιστον νὰ περιφρουρήσῃ τὸ σχέδιον Γιώγκ, ἀληθὲς θεμέλιον τῆς οἰκονομικῆς της ἀνεξαρτησίας καὶ εὐημερίας εἰς τὸ μέλον, καὶ μὴ ὑποβαλλομένη ἐξ ἄλλου εἰς οὐδεμίαν ἐξ ἰδίων θυσίαν διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς Ἑλλάδος, ἑπόμενον ἦτο νὰ μὴ λεπτολογήσῃ, οὐδὲ καὶ νὰ ἐκταθῇ εἰς ἐρεύνας τῆς φύσεως καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιώσεων. Δὲν εἶναι βεβαίως τοῦτο λόγος ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Γαλλία δὲν ὑπεβλήθη εἰς θυσίας διὰ τὴν ἱκανοποίησιν ἡμῶν, δυνάμενη νὰ ὑποτιμήσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς Χάγης. Εἶναι ἀδιάφορος εἰς ἡμᾶς ἡ προέλευσις τῶν προκαταβολῶν οὐδὲ συμμερίζομαι τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀμφίβολος ἡ ἱκανοποίησις ἡμῶν ἐκ τῶν Βουλγαρικῶν ἐπανορθώσεων, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἡ Βουλγαρία ἀνεκουφίσθη σημαντικώτατα διὰ τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης, καὶ οἰκονομικὸν συμφέρον ἔχει νὰ μὴ κλονίσῃ ἐκ νέου τὴν πίστιν της καὶ ὅτι αἱ κυρώσεις φαίνονται ἐπαρκεῖς. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν περιστάσεων ἀπέβησαν εὐχάριστα, δὲν ὑποθέτω νὰ εἶναι τοῦτο λόγος διὰ νὰ στρεφώμεθα πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ θέλωμεν νὰ ἐπιρρίψωμεν σκιὰς ἐπὶ τῶν ἔργων καὶ τῆς δράσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μοχθήσαντες τὸ καθ’ ἑαυτοὺς ὑπὸ συνθήκας αὐτόχρημα τραγικάς, κατώρθωσαν νὰ περισώσουν τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ κατοχυρώσουν τελείως τὴν ἀναγνώρισιν αὐτῶν διὰ τῆς διαιτησίας. Ἀλλ’ ἐρωτοῦν τὶ θὰ ἔκαμνεν ὁ διαιτητής; Ποία θὰ ἦτο ἡ ἀπόφασίς του; Θὰ ἀνεγνώριζε τὴν Ἑλλάδα ὡς δικαιοῦχον ἢ ὡς ὀφειλέτριαν ἢ θά προέβαινε εἰς ἀπόσβεσιν τῶν ἑκατέρωθεν ὀφειλῶν; Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἠθέλομεν εἰσέλθει διὰ νὰ ἀνεύρωμεν ἀφορμὰς ἐπικρίσεων καὶ μέχρι τοιούτου εἴδους προφητειῶν! Δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τὶ θὰ ἔπραττεν ὁ διαιτητής, ὅτι μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι ποία ἦτο ἡ ἐξουσία δι’ ἧς περιεβλήθη διὰ τοῦ συνυποσχετικοῦ. Ἐὰν ἡ ἐξουσία του ἦτο ἐπαρκής, ἐὰν εἶχεν οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἐπιδικάσῃ ὅτι ἐδικαιούμεθα νὰ λάβωμεν ἡ ἀπόφασίς του θὰ ἦτο ἔργον ἐλευθέρας συνειδήσεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον λειτουργεῖ ἡ δικαιοσύνη ἡ ἀνθρωπίνη. Καὶ εἶχεν ὁ διαιτητὴς διὰ τοῦ συνυποσχετικοῦ ἐξουσίαν εὐρυτάτην νὰ ἐπιδικάσῃ εἰς ὄφελος τῆς Ἑλλάδος καθαρὸν πιστωτικὸν ὑπόλοιπον 218 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν, ἤτοι 12½ ἑκατομμύρια λίρες Ἀγγλίας. Εἶχεν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀναλείψῃ ὁλόκληρον τὸ ἐξ ὑλικοῦ πολεμικὸν χρέος τῆς Ἑλλάδος Εἶχεν ἀκόμη τὴν ἐξουσίαν νὰ προσμετρήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς ὅλας ἐκείνας τὰς προσωρινὰς ὑποχωρήσεις εἰς ἃς προέβη αὕτη κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν πιέσεων, αἱ ὁποῖαι ἠσκήθησαν ἐπ’ αὐτῆς, πιέσεων ἐπισήμως καὶ ἐγγράφως διαπιστουμένων. Καὶ εἶναι νομίζω τὸ ποσὸν τῶν 12½ ἑκατομμυρίων λιρῶν Ἀγγλίας τὸ ἀνώτερον ὅριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν καὶ νὰ ἐλπίζωμεν νὰ λάβωμεν παρὰ τῆς Γαλλίας τὸ 1927, ὁμόφωνος ἦτο ἡ γνώμη ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε Γαλλικὴ Κυβέρνησις, θὰ ἔστεργε ποτὲ νὰ ὑπογράψῃ συμφωνίαν, ἡ ὁποία δὲν θὰ τὴν ἀνεγνώριζε δικαιοῦχον τῶν ἐξισουμένων παρ’ αὐτῆς ποσῶν καὶ ἔτι μᾶλλον συμφωνίαν ἡ ὁποία θὰ καθίστα αὐτὴν ὀφειλέτιδα ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος —ἡ διαιτησία εἶχε καὶ τοῦτο τὸ ἀγαθόν, ὅτι καθίστα ἀδύνατον τὴν δυστροπίαν—οὐδεὶς ὡσαύτως ἐν Ἑλλάδι τὸ 1927 ἐπίστευεν ὅτι ὁ κ. Πουανκαρὲ θὰ ἐνέδιδε ποτὲ καὶ θὰ ἐδέχετο τὴν λύσιν τῆς διαιτησίας, πάντες ἐθεώρουν ὅτι θὰ ἐξηναγκαζώμεθα ἐν τέλει εἰς πλήρη ὑποχώρησιν. Κατωρθώσαμεν νὰ διαψεύσωμεν διὰ τῶν πραγμάτων τὰς ἀπαισιοδόξους προβλέψεις. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὑπέμνησε προχθὲς ὅτι αὐτὸς ὑπεστήριξε πάντοτε, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ ἡ σταθεροποίησις.
§6Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν προσέξατε καλά. Νὰ σᾶς τὸ διασαφήσω. Ὑπεστήριξα, ὅτι ἐθεώρουν ἀναγκαίαν τὴν σταθεροποίησιν, ἀλλὰ ἐνόμιζα ὅτι προώρως συντελεῖται, διότι ὑπάρχουν ἀσφαλεῖς οἱ ὅροι οἱ ἀπαιτούμενοι διὰ τὴν σταθεροποίησιν. Τοῦτο εἶπα καὶ ἐν ἀπουσίᾳ σας.
§7Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶπα τίποτε διάφορον.
§8Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ σχετικῶς πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν δὲν ἀνεμίχθην εἰς τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον εἰς τοῦτο, ὅτι ὅταν σεῖς ἐλείπατε καὶ ἐγένετο μία προσφορὰ δανείων, εἶπα νὰ σᾶς τὰ καταστήσουν γνωστὰ διὰ νὰ τὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει.
§9Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Προχθὲς ἀνεφέρατε, ὅτι αἱ ὑποχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν ἦσαν ἀπόρροια τῆς πολιτικῆς τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν χάριν τῆς σταθεροποιήσεως.
§10Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶπα τοῦτο, ὅτι σεῖς ὅτε διεπραγματεύεσθε εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, εὑρίσκεσθε κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῶν Γαλλικῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος λογαριασμῶν εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν ἐξόχως δυσμενῆ. Εἶπον ὅτι ἦτο ἐξόχως δυσμενὴς ἡ ἀτμόσφαιρα καὶ δι’ αὐτὸ ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀκόμη ἡ σταθεροποίησις διὰ νὰ μὴ ἐκτεθῇ ἡ οἰκονομική σας πολιτική.
§11Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος ὅτι μετήλθομεν μίαν πολιτικὴν ἡ ὁποία διὰ νὰ ἐπιτύχῃ εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, καὶ τῆς συμπράξεως τῆς Γαλλίας καὶ ἀκριβῶς τοῦτο εἶπον ὅτι σεῖς ἐνομίζετε ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Δὲν θὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἄποψιν αὐτὴν σήμερον. Τὴν ἐξητάσαμεν πλειστάκις. Ἐντούτοις δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λησμονῶμεν ὅτι κατὰ τὸ 1927 δὲν διηνοίγοντο ἐνώπιον ἡμῶν εἰμὴ μόνον δύο ὁδοί, ἢ νὰ σπεύσωμεν ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν πολεμικῶν χρεῶν, τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως καὶ τὴν σταθεροποίησιν, ὅλα δὲ τὰ μέτρα ταῦτα ἦσαν ἀλληλένδετα, μὴ ἐννοουμένου τοῦ ἑνὸς ἄνευ τοῦ ἄλλου, ἢ νὰ ὠθήσωμεν τὴν Χώραν πρὸς τὴν πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἀναρχίαν. Δὲν διστάζω καὶ σήμερον νὰ διακηρύξω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου ὅτι ἐὰν εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῶ καὶ μείζονας ὑποχωρήσεις, εἰς ὑποχωρήσεις ὄντως ὄχι κατὰ φαντασίαν βαρείας, μὲ αἱμάσσουσαν βεβαίως τὴν ψυχὴν θὰ τὰς ἐδεχόμην διότι ἐγνώριζον καλῶς ὅτι ἡ διαρρύθμισις τῶν χρεῶν καὶ τῶν ἐπανορθώσεων δὲν ἦτο ἀκόμη ὁριστικὴ ὅτι ἡ ἀποκρυστάλλωσις θὰ ἐβράδυνεν, ὅτι θὰ ἐπήρχοντο σὺν τῷ χρόνῳ βαθεῖαι ἀλλοιώσεις αἱ ὁποῖαι θὰ μας ἐπέτρεπον νὰ ἀποσείσωμεν τὰ βάρη ἀπὸ τῶν ὤμων μας. Ἐνῷ ἂν ἠθέλομεν ἀφίσει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν Χώραν ἀκαθοδήγητον καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἀναρχουμένην ἡ καταστροφὴ θὰ ἦτο ἀνεπανόρθωτος. Ἀλλὰ δὲν εὑρέθημεν ἐνώπιον τοῦ σκληροῦ τούτου διλήμματος. Ὁ διακανονισμὸς τοῦ Ἀμερικανικοῦ χρέους ἔτυχε τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας. Εἶναι καὶ τοῦτο ἔργον μας ἐπιτελεσθὲν μὲ τὴν βοήθειαν πολυτίμων συνεργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνήργουν ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν καὶ τὰς ὁδηγίας καὶ τὴν εὐθύνην ἡμῶν. Ὁ διακανονισμὸς τοῦ Ἀγγλικοῦ χρέους δὲν ἐπεκρίθη. Ὁ διακανονισμὸς μὲ τὴν Γαλλίαν εἶναι ὁ ἄριστος ὅλων, εἶναι ἡ διαιτησία. Δὲν ὑψώσαμεν βεβαίως τὴν χεῖρα ὅπως ἐπιβάλωμεν διὰ τῆς δυνάμεώς μας—ποίας δυνάμεως—τὰς θελήσεις μας ἐπὶ τῆς Γαλλίας, κατωρθώσαμεν ὅμως νὰ σχηματίσωμεν πέριξ αὐτῆς ἀδιάσπαστον ἠθικὸν κλοιόν, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὴν πανίσχυρον αὐτὴν δύναμιν εἰς ἴσην μοῖραν μετὰ τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῆς πλάστιγγος τῆς διαιτησίας. Ἔχομεν, κύριοι τὴν συνείδησιν ἤρεμον ὅτι ἐπετελέσαμεν πιστῶς τὸ καθῆκόν μας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. (χειροκροτήματα).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§13Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ὑποθέτω ὅτι ὅλοι θὰ ἀναγνωρίσετε ὅτι εἰσηγούμενος ἢ μᾶλλον ἐκθέτων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἀποτελέσματα τῆς Ἑλλην. ἀντιπροσωπείας εἰς τὴν Χάγην ἀπέφυγα μὲ τὴν μεγαλυτέραν προσοχὴν καὶ μὲ τὴν μεγαλυτέραν λεπτότητα νὰ εἴπω τι τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ θίξῃ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν. Ἤλπιζα καὶ ηὐχόμην ὅτι τὸ παράδειγμά μου θὰ ἐμιμεῖτο καὶ ἐκεῖνος. Μολονότι δὲ ἡ ὑγεία του εἶναι πολύτιμος διὰ τὴν χώραν, καὶ ἰδιαιτέρως ὁσάκις εἶναι ἀσθενὴς μὲ ἀνησυχίαν καὶ ἐνδιαφέρον θέλω νὰ μανθάνω ὅτι πηγαίνει καλύτερα, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀποκρύψω ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἤλπιζον ὅτι θὰ εἶχε δύο–ἕως τρία δέκατα πυρετοῦ περισσότερον, διὰ νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μᾶς ἀφίσῃ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, χωρὶς ν’ ἀναγκασθῶμεν νὰ κάμωμεν τὴν ἀναδρομὴν αὐτὴν εἰς τὸ παρελθόν. Τώρα ἡ ἀναδρομὴ αὐτὴ εἰς τὸ παρελθὸν θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὀφείλεται εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διότι ἐκεῖνος κατὰ τὴν προχθεσινήν του ὁμιλίαν ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, καὶ ὅσον καὶ ἂν διαμαρτύρεται ὅτι δὲν ἤθελε νὰ θίξῃ κανένα, ἦτο προφανὲς ὅτι ἐπέκρινε τὰς γενομένας τότε ἐνεργείας διὰ τὸν διακανονισμὸν τοῦ γαλλικοῦ χρέους. Ἀλλ’ εἶμαι ἐξ ἴσου βέβαιος ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν δὲν ἐξηναγκάσθη νὰ φέρῃ τὸν λόγον εἰς τὸ παρελθόν, διότι πρὶν ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἦλθεν ἐδῶ ἑτοιμασμένος νὰ φέρῃ τὸν λόγον εἰς τὸ παρελθόν, διότι δὲν μοῦ συγχωρεῖ ποτέ, ὅτι ἐνῷ εἴμεθα φίλοι καὶ ἀνήκομεν εἰς τὸ ἴδιον κόμμα, ἐκεῖνος ὡς ἀρχηγὸς αὐτοῦ καὶ ἐγὼ ὡς ὀπαδός, ἐγὼ ἐτόλμησα νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν εἰς δύο σημεῖα τοῦ πολιτικοῦ του προγράμματος, καὶ ἐνῷ ἐξεδήλου ὁλόκληρον τὸν θαυμασμόν μου καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην μου, δι’ ὅσα καλὰ εἶχεν ἐπιτύχει ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἰδίως διὰ τὸ θάρρος τὸ ὁποῖον ἔδειξε νὰ ἐπιβάλῃ βάρη δυσβάστακτα εἰς τὸν λαὸν διὰ τὸ ἰσοζύγιον, εἶχον ὅμως ἐπιφυλάξεις ὅτι ἐπὶ δύο σημείων εἶχον διαπραχθῆ σφάλματα. Τὰ δύο σημεῖα τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν ὅλοι εἶναι τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων καὶ τὸ τῆς ρυθμίσεως τοῦ γαλλικοῦ χρέους μὲ τὴν Γαλλίαν. Τὸ πρῶτον δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον μᾶς ἀπησχόλησεν εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις καὶ ἔγεινεν ἀντικείμενον μακρᾶς καὶ ἐξονυχιστικῆς συζητήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§14Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἴπατε ὅτι δὲν σᾶς συγχωρῶ τὴν διαφωνίαν σας ἐπὶ τῶν δύο σημείων καὶ δι’ αὐτὸ ἔφερα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμένω ὅπως ἀπαντήσω κατὰ τὴν δευτερολογίαν μου, διὰ νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις, ἀλλ’ εἶναι τόσον βαρεῖα ἡ ἔκφρασις, ὥστε πρέπει νὰ ὁμιλήσω. Εἶμαι τόσον ἀπηλλαγμένος ἐντελῶς παθῶν, ὥστε καὶ ἀπέναντι τῶν πραγματικῶν μου ἐχθρῶν νὰ μὴ αἰσθάνωμαι κακίαν. Ἀλλά, ἠθέλατε κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐφόσον ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς συμφωνίας τοῦ 1927 νὰ ἀφίσω τὴν Βουλὴν εἰς τὸ σκότος καὶ νὰ εἶμαι ἐγὼ ὑπὸ τὴν κατηγορίαν χωρὶς νὰ δώσω ἐξηγήσεις; Δὲν εἶμαι συνηθισμένος εἰς τοιαύτας ὑπεκφυγάς. Εἶναι δυνατὸν ἡ συζήτησίς μας νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἔσφαλλον, ἂν καὶ δὲν τὸ ὑποθέτω, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ σιωπή μου θὰ ἦτο ὑπεκφυγή. Αὐτὸς δὲ ἦτο ὁ λόγος τῆς ἀναδρομῆς μου εἰς τὸ παρελθόν.
§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πιθανὸν νὰ ἔχετε δίκαιον καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ὡμίλησα ἕως τώρα διὰ νὰ σᾶς μεμφθῶ.
§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὴ μοῦ ἀποδίδετε τόσον ταπεινὰς διαθέσεις.
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὡμίλησα διὰ νὰ σᾶς μεμφθῶ, ὡμίλησα διὰ νὰ δικαιολογήσω τὸν ἑαυτόν μου ὅτι ἀπομακρύνομαι ἀπὸ τὴν μέχρι τοῦδε πολιτικήν μου καὶ ὅτι ἀναγκάζομαι σήμερον διὰ ζητήματα τοῦ παρελθόντος νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Δὲν ἰσχυρίζομαι κἂν ὅτι ἔχετε ταπεινὰ πάθη ἢ καμμίαν ἐγωπάθειαν ἐναντίον μου. Πιστεύω μάλιστα, ὅτι μέσα εἰς τὴν ψυχήν σας ὑπάρχει συμπάθεια εἰλικρινὴς δι’ ἐμέ, ὅπως ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν εἰδικήν μου ψυχήν. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι μόνον ὅτι δυστυχῶς, μέσα εἰς τὰ κολοσσιαῖα πλεονεκτήματά σας, τὰ ὁποῖα σᾶς φέρουν εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ τὰ ὁποῖα κάμνουν νὰ περιμένῃ τὸ Ἔθνος καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀπὸ σᾶς ἄλλας ὑπηρεσίας, ἔχετε ἕνα ἐλάττωμα, (ἐγὼ ἔχω πολλά, ἄλλοι ἔχουν πλεῖστα, σεῖς ἔχετε ἕνα) ὅτι διεκδικεῖτε διὰ τὸν ἑαυτόν σας τὸ ἀλάθητον. Ἔχετε τὸ ἐλάττωμα νὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι σὰν νὰ σᾶς σκοτώνῃ κανεὶς τὸν πατέρα, κατὰ τὴν λαϊκὴν ἔκφρασιν, ἐὰν σᾶς εἴπῃ, ὅτι εἰς κἄτι τι ἐκάματε λάθος ἐνῷ εἶναι φυσικὸν ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες κάθε ἡμέραν νὰ κάμνωμεν λάθη τὰ ὁποῖα ὅμως ἀναγνωρίζομεν, ἄλλα πού παρέρχονται ἀπαρατήρητα, ἄλλα ποὺ γίνονται γνωστὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ἄλλα ποὺ διαφεύγουν ἐντελῶς τὴν παρατήρησιν τῶν ἄλλων. Λοιπὸν περὶ μὲν τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων διεξήχθη ἄλλοτε συζήτησις ἐδῶ καὶ δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔχω μόνον ἥσυχον τὴν συνείδησιν ὅτι διώρθωσα τὸ γενόμενον λάθος κατὰ τρόπον μὴ θίξαντα διόλου τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ὅλοι γνωρίζομεν ἐκ τοῦ τελευταίου ἰσολογισμοῦ της, ὅτι εἶναι σήμερον οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς πολὺ ἰσχυρότερος παρ’ ὅ,τι ἦτο πρὸ τοῦ χωρισμοῦ καὶ προτοῦ καταβληθοῦν τὰ 500.000.000 εἰς ἡμᾶς. Λοιπὸν ἔχομεν σήμερον νά ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ διακανονισμοῦ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν, διότι ἐθίχθη τοῦτο ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν καὶ διότι εἶναι τόσον ἀλληλενδέτως συνδεδεμένον μὲ τὴν ἐργασίαν μου ἐν Χάγῃ. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐπεκαλέσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τὴν ἀτμόσφαιραν τὴν κακὴν ἐνώπιον τῆς ὁποίας εὑρέθη κατὰ τὸ 1927, τὸ πνεῦμα τῆς ἀδικίας τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει ἀκόμη τότε καὶ εἶμαι σύμφωνος εἰς τοῦτο μὲ αὐτόν, καὶ κινεῖ ὅλην τὴν συμπάθειάν μου ἡ κατάστασις πρὸ τῆς ὁποίας εὑρέθη ὅταν ἐζήτει νὰ ρυθμίσῃ τὰ χρέη. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ μόνον ἐπειδὴ ἐμνημόνευσε καὶ τὴν ἐπιτυχίαν μου ἐν Λονδίνῳ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ διακανονισμοῦ τῶν Ἀγγλικῶν χρεῶν νὰ δόσω μίαν ἐξήγησιν σχετικὴν μὲ τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶχα κληθῆ ἀπὸ τὸν Δικτάτορα νὰ μεταβῶ, διὰ νὰ ἐργασθῶ πρὸς καλυτέραν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῶν πολεμικῶν μας χρεῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν. Δὲν ἐδίστασα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ πάρω τὴν ὁδοιπορικήν μου ράβδον καὶ νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Ἀγγλίαν μολονότι ἤκουον πολλὰς ἐπικρίσεις ἐξ Ἑλλάδος, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσω τὸν Δικτάτορα ἐνισχύων αὐτόν, ἴσως καὶ διὰ μιᾶς καλῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Ἐτέθην λοιπὸν ἐν Λονδίνῳ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διετύπωσα τὴν ἀξίωσιν δι’ ἐγγράφων, τινὰ τῶν ὁποίων καὶ ἐδημοσιεύθησαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι ἡ Ἀγγλία ὀφείλει νὰ καταβάλῃ εἰς ἡμᾶς τὰς ὑπολοίπους τῶν πιστώσεων τὰς ὁποίας μᾶς ὑπεσχέθη καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου. Ὑπεστήριξα ἐν τούτοις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτηθοῦν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα περισσότερα ἀπὸ 75.000 λίρας κατ’ ἔτος καὶ νὰ μεταχειρισθοῦν τὴν Ἑλλάδα χειρότερον ἀπὸ ὅ,τι μετεχειρίσθησαν μίαν μεγάλην δύναμιν ὅπως ἡ Ἰταλία ἡ ὁποία καὶ νικήτρια ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν πόλεμον καὶ δὲν ὑπέστη τὴν συμφορὰν τῆς προσφυγικῆς συρροῆς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους της. Ἠγωνίσθην ἐπὶ πολύ, ἀλλ’ ἔφθασαν αἱ θεριναὶ διακοπαί, αἱ ὁποῖαι ἀπομακρύνουσιν ἀπὸ τὸν Λονδῖνον ὅλους ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὸν νὰ συνεννοηθῇ κανεὶς ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων συνεφωνήσαμεν τότε μὲ τὸν κ. Οὐΐλσων Τσῶρτσιλ ὅτι θὰ ἀνεβάλλομεν τὰς περαιτέρω συζητήσεις διὰ τὸν Ὀκτώβριον, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν εἴχομεν φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα, ὅτε θὰ ἐπαναλαμβάνοντο καὶ πάλιν αἱ διαπραγματεύσεις. Ἀπῆλθον ἐκ Λονδίνου εἰς Παρισίους καὶ μετὰ 1½ μῆνα ἐμάνθανον ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἀθηνῶν διέταξε τὸν ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι διατεθειμένη νὰ πληρώσῃ πρὸς διακανονισμὸν τῶν πολεμικῶν χρεῶν ὄχι 75.000 λίρας, ὅπως ἐπέμενα ἐγώ, ἀλλὰ 250.000 λίρας. Προσετέθη μάλιστα ὅτι δύναται νὰ ἀνέλθῃ ἡ δόσις αὕτη καὶ εἰς 300.000 λίρας ἐτησίως. Σημειωτέον ὅτι ἐκ φόβου φαίνεται μήπως ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τὰς 250.000 εἰς 300.000 λίρας δὲν ἐγένετο δεκτὴ εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκιον, ἐδημοσιεύετο εἰς τὰς ἐφημερίδας ἡ εἴδησις, ὅτι αὐτὰς καὶ αὐτὰς τὰς ὁδηγίας ἐδώσαμεν εἰς τὸν ἐν Λονδίνῳ Πρεσβευτήν μας, νὰ προσφέρῃ 250.000 λίρας, ἐν ἀνάγκῃ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν 300.000 λιρῶν εἰς τρόπον ὥστε ὅταν Πρεσβευτής μας ἐπῆγε νὰ κάμῃ τὰς προτάσεις του, τοῦ εἶπαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον «δὲν φθάνεις ἀμέσως εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποφασισμένη ἡ Ἑλλὰς νὰ δώσῃ διὰ νὰ μὴ κάμωμεν ματαίας συζητήσεις;» Βέβαια, κύριοι, τὴν εὐθύνην τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν φέρει ἡ Κυβέρνησις Εὐταξία, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἀναφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μίαν ὑπόθεσιν ἡ ὁποία δι’ ἐμὲ εἶναι ἠθικὴ βεβαιότης. Ἡ Κυβέρνησις Εὐταξία εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐνεπνεύσθη ὅπως βραδύτερον καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συνασπισμοῦ, δηλαδὴ ἀπὸ τὰς γνώμας τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ ὁποῖοι ἐπίστευον ὅτι μὲ κάθε τρόπον ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ τελειώσουν διὰ νὰ ἀνοιχθῇ ἡ ὁδὸς τῆς σταθεροποιήσεως διότι καμμία θυσία δὲν θὰ ἦτο πολὺ μεγαλυτέρα, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς αὐτός. Ὅταν ἔμαθα ὅτι ὅλη ἡ ἐργασία μου ἐπὶ τόσους μῆνας εἰς τὸ Λονδῖνον ἀπεδοκιμάσθη ἐμφατικῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ποὺ μοῦ εἶχεν ἀναθέσει τὴν ἐντολήν, κατελήφθην ἀπὸ εὔλογον δυσφορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ εἶπα ὅτι δὲν εἶναι ν’ ἀνακατεύωμαι σὲ τέτοιες δουλειές, ἀλλὰ ἕνα μῆνα βραδύτερον ὁ Πάγκαλος ἀνετρέπετο καὶ ὁ διάδοχός του Στρατηγὸς Κονδύλης ἀπετάθη πάλιν εἰς ἐμέ, διὰ νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Λονδῖνον διὰ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς διακανονισμὸν τῶν χρεῶν μας. Τοῦ ἀπήντησα ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάγω εἰς τὸ Λονδῖνον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλον τὸ κῦρος ποὺ μποροῦσα νὰ εἶχα ὅταν ἀντεπροσώπευον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὸ ἀνέτρεψαν. Καὶ πράγματι πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ νὰ μεταβῶ διὰ νὰ συζητήσω, ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Εὐταξία εἶχεν εἰπῆ ἄλλα. Ἀλλὰ ὁ Στρατηγὸς Κονδύλης διὰ νέων τηλεγραφημάτων του μοῦ ἀπήντησε ὅτι ἡ ἄρνησίς μου θὰ ἀπεγοήτευε τὸν προσφυγικὸν κόσμον καὶ ἔκαμεν ἔκκλησιν εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντός μου εἰς τὸν τόπον ὅπως δεχθῶ. Ἐδέχθην. Ἐννοεῖτε εἰς πόσον ὑποδεῆ θέσιν ἤμην, ἐχώρουν πλέον ὡς βάσιν ὅτι ἦτο ξεκαθαρισμένον ὅτι θὰ ἐπληρώναμεν 300.000 λίρας. Δὲν τὰ λέγω αὐτὰ διὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἄνευ αὐτῶν ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τοῦ κανονισμοῦ τῶν πολεμικῶν χρεῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν θὰ ἦτο διάφορος. Δὲν ἠμποροῦσα νὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ κατώρθωνα τὸ πρᾶγμα. Εἶχον πολλὰς ἐλπίδας. Εἶχον ὀργανώσει τὴν ἐκστρατείαν μου, εἶχον ἀποταθῆ διὰ νὰ ζητήσω τὴν σύγκλισιν συνελεύσεως τῶν τριῶν μεγάλων κομμάτων εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐπήγαινα νὰ ἐκθέσω τὴν ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος ἀδικίαν καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν κοινὴν Ἀγγλικὴν γνώμην νὰ μὲ βοηθήσῃ ὅπως ἐπιτύχω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἀγγλίας ἕνα δίκαιον διακανονισμὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν χρεῶν. Ἀλλὰ δὲν ὑποστηρίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἐξηρχόμην νικητής, ξεύρω μόνον ὅτι ἡ ἀποτυχία δὲν θὰ ὠφείλετο ἰδιαιτέρως εἰς ἐμέ. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, ἀναγνωρίζω ὅτι τὴν στιγμὴν ποὺ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβῇ εἰς διαπραγμάτευσιν διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῶν οἰκονομικῶν σχέσεών μας μὲ τὴν Γαλλίαν, τῶν προελθουσῶν ἐκ τοῦ πολέμου, ἡ ἀτμόσφαιρα ἦτο δυσμενής, καὶ δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὅλα τὰ δίκαια θὰ τὰ εἶχεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἐφόσον ἐπεκαλεῖτο αὐτὴν καὶ μόνον τὴν δυσμενῆ ἀτμόσφαιραν. Ἀναγνωρίζω ὅλην τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλε διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ καλύτερον. Ἂν θέλετε δύναμαι νὰ ὀνομάσω ἀκόμη τὴν προσπάθειαν αὐτήν, πρὸς χάριν του, προσπάθειαν ἡρωϊκήν, ἀλλὰ ἡ προσπάθειά του δὲν ὑπῆρξε διὰ τοῦτο ὀλιγώτερον ἀτυχὴς καὶ ὀλιγώτερον ἐπιζημία διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Αἰτία τοῦ κακοῦ ὑπῆρξε πρώτη ἀλλὰ καὶ θεμελιώδης, ὅτι ὁ κ. Καφαντάρης δὲν ἐγνώριζε τὸ ζήτημα τοῦ πολεμικοῦ χρέους πρὸς τὴν Ἰταλίαν οὔτε ἄλλως τε καὶ πρὸς τὴν Ἀγγλίαν. Ἔχω τὰς ἀποδείξεις ἀπὸ ἠθικῆς βάσεως τὰς ὁποίας θὰ πορισθῆτε ἐκ τῆς ὅλης ἐκθέσεώς μου, βεβαρυμένος δὲ μὲ ὄγκον ἄλλων ἐργασιῶν τεράστιον, ἠρκέσθην εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀντιλήψεις τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Γνωρίζω, κύριοι κατὰ τὸν κανονισμὸν ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἀνάγνωσις λόγων ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ σᾶς ζητήσω ὅπως μὲ συγχωρήσητε ἂν εἴς τινα σημεῖα ὡρισμένα τεμάχια θὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω. Τοῦτο θὰ εἶναι ξεκουραστικὸν καὶ διὰ τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον. Γνωρίζω ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν θὰ διαμαρτυρηθῇ ἐντόνως. Δικαίωμά του εἶναι νὰ ἀναλάβῃ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τούτου. Ἄλλως τε τιμᾷ τὸν χαρακτῆρά του. Ἀλλ’ ἐγὼ εἰλικρινῶς πιστεύω ὅτι εἶναι ἀρκετὸν τὸ ἐλαφρυντικὸν ποὺ εὑρίσκω εἰς τὴν ἐνέργειάν του καὶ ποὺ ἐκεῖνος ἀπέκρουσε. Ἡ τότε λοιπὸν διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἤγετο ἀπὸ δύο θεμελειώδεις ἀρχάς. αʹ) Ὅτι ἡ ἐπιδιωκομένη σταθεροποίησις ἦτο ἀξία πάσης θυσίας καὶ τῆς πλέον σημαντικῆς. Ὁ κ. Καφαντάρης ὡμολόγησε σήμερον ὅτι καὶ ἐκεῖνος ἐσκέπτετο μὲ τὸν αὐτὸν τρόπον. βʹ) Ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως οὐδέποτε θὰ κατωρθώνετο νὰ εἰσπραχθῇ καὶ ἑπομένως, ὅτι εὐτυχεῖς ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶμεν ἂν συνεψήφιζε πρὸς αὐτὴν τὸ πολεμικὸν χρέος μας πρὸς τὴν Γαλλίαν. Ὅπως παρακολουθήσατε κύριοι βουλευταὶ καλύτερον, εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπί τινα χρόνον ἐκθέτων τὸ ἱστορικὸν τῶν σχέσεών μας τῶν οἰκονομικῶν μὲ τὴν Γαλλίαν τῶν προελθουσῶν ἐκ τοῦ πολέμου. Ὅτε μετέβην κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1918 τὴν ἐπιοῦσαν τῆς μάχης τοῦ Σκρᾶ, εἰς τὴν Γαλλικὴν πρωτεύουσαν διὰ νὰ ζητήσω τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν ἐκ μέρους τῶν συμμάχων, ὅπως δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ εἰσέλθῃ μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις εἰς τὸν πόλεμον ἔφθασα μετὰ μακρὰς διαπραγματεύσεις εἰς συμφωνίας αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συμψηφισθοῦν εἰς τὰ ἑξῆς: Αἱ τρεῖς Κυβερνήσεις Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς ἀνέλαβον νὰ μᾶς δώσουν μίαν προκαταβολὴν δανειακὴν ἐκ 30 ἑκατομ. λιρῶν, 10 ἑκατομ. λιρῶν ἑκάστη εἰς τὸ οἰκεῖον ἐννοεῖται νόμισμα ἑκάστης Χώρας, ἵνα δι’ αὐτῶν καλυφθοῦν τὰ ἔξοδα τοῦ πολέμου κατὰ τὸ ἔτος 1918 ὅσα ἔμελλον νὰ γίνουν ἐν Ἑλλάδι. Αἱ δύο Κυβερνήσεις Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας ἀνέλαβον νὰ χορηγήσουν εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα χρόνου ἀναγκαῖον διὰ τὸν πόλεμον ὑλικὸν. Καὶ διὰ μὲν τὸ δάνειον τῶν 30 ἑκατομμυρίων λιρῶν ἀνεγνώρισαν ὅτι εἶναι δάνειον τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσωμεν βραδύτερον, καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐκανονίζετο μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου, οὔτε θὰ ἐδεχόμην δὲ νὰ μοῦ δοθοῦν ὡς ἐπίδομα διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν—ὑποδεῆ αὐτὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν εἶπον περίπου τὰ ἑξῆς: Κύριοι, βλέπετε ὅτι πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν πόλεμον δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων εἰς στιγμὴν κρίσιμον τοῦ συμμαχικοῦ ἀγῶνος. Ἐὰν ἡ ἔκβασις τοῦ συμμαχικοῦ ἀγῶνος εἶναι ἀτυχής, διότι ἀπεκλείετο ἐντελῶς ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἡττηθοῦν οἱ σύμμαχοι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, θὰ εἶναι μία γενικὴ εἰρήνη, ὅπως ἐλέγετο παρὰ πολλῶν ἢ ἄν, ὅπως ἐφοβούμην ἀκόμη, νικήσετε μὲν ἀλλὰ δὲν κατορθώσετε νὰ ἐπιδικάσετε εἰς τὴν Ἑλλάδα ὠφελήματα ἐδαφικὰ ἢ ἄλλα πολιτικά, ἄντικρυς τῶν θυσιῶν της, διότι γνωρίζετε, ὅτι κατὰ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐφήρμοσα, δὲν ἐζήτουν ἀπὸ πρωτήτερα τί θὰ μοῦ δόσουν, ἀλλὰ τὸ ἐπεφύλασσα νὰ τὸ διαπραγματευθῶ μετὰ τὴν εἰρήνην, καὶ δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο ἀπέβη κακὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα... Εἶπον, λοιπόν, ὑποθέσατε ὅτι δὲν κατορθώνετε νὰ μᾶς δόσετε πλεονεκτήματα ἐδαφικά, καὶ ἡ θέσις εἶναι πολὺ δύσκολος νὰ μοῦ τὰ δόσετε—διότι ἤξευρα ὅτι καὶ διὰ τὰ Δωδεκάνησα εἶχον ἀναλάβει ὑποχρεώσεις—δὲν νομίζετε ὅτι, ἂν ἐκ τοῦ πολέμου ἐξέλθει ἡ Ἑλλὰς ηὐξημένη, ὄχι κακῶς, διότι αὐτὸ ἦτο καὶ τὸ δίκαιον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτήσητε τὴν πληρωμὴν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐζήτησα διὰ νὰ τὸ μεταχειρισθῶ κατὰ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, διὰ στρατοῦ Ἑλληνικοῦ ἀντὶ ἰδικοῦ σας; Ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιον τῆς παρατηρήσεως καὶ διετυπώθη τότε. Πῶς θὰ γίνῃ; πῶς θὰ κάμωμε; τοὺς εἶπον ἐγώ. Σεῖς αἱ δύο Δυνάμεις μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου θὰ ἀποφασίσετε, ἂν καὶ κατὰ τὶ μέτρον ἡ ἀξία τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ—τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν συμφωνίαν ἐφέρετο εἰς ἴδιον λογαριασμὸν καὶ ὄχι εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος ἀπ’ εὐθείας—ἂν καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἡ ἀξία τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ θὰ ἐπεβάρυνε τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλά, συγχρόνως, ἐπειδὴ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο ἐποχὴ ἀκμῆς διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ νόμισμά μας ἦτο καλλίτερον καὶ ἀπὸ τὸ Γαλλικὸν φράγκον καὶ ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν λίραν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς ὑποτίμησιν 10% ἀπέναντι τοῦ νομίσματός μας, μοῦ ἐζητήθη ἀπὸ τὰς δύο Κυβερνήσεις, Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, ὅπως εἴτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπευθείας, εἴτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος δι’ ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως δανείσουν προκαταβολικῶς εἰς αὐτοὺς τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐν Μακεδονίᾳ συντήρησιν τῶν Γαλλικῶν καὶ Ἀγγλικῶν στρατευμάτων ἔξοδα, μέχρι ποσοῦ 250 ἑκατομμυρίων, νομίζω, δραχμῶν χρυσῶν διὰ τὸ ἔτος 1918, δι’ ἑκάτερον τῶν δύο χρόνων. Διὰ τὸ χρέος τοῦτο συνωμολογεῖτο διὰ τῆς συμφωνίας ἐκείνης τόκος, ἀρχίζων νὰ τρέχῃ ἀμέσως ἀπὸ ἑκάστης προκαταβολῆς, 5%, καὶ προσετίθετο, ὅτι τὸ χρέος τοῦτο θὰ ἀποδοθῇ ἀπὸ τὰς δύο Δυνάμεις δύο, ἔτη μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου, ἢ καὶ πρότερον εὐθὺς ὡς ἡ λίρα ἡ Ἀγγλικὴ καὶ τὸ φράγκον τὸ Γαλλικὸν θὰ ἔφθαναν νὰ εἶναι ἰσότιμα μὲ τὴν Ἑλληνικὴν δραχμήν. Εὐθὺς ὡς θὰ ἔφθανεν αὐτὴ ἡ ἰσοτιμία, θὰ εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν τὴν πληρωμὴν τῶν ποσῶν τούτων. Διὰ μεταγενεστέρας συμφωνίας τὸ 1919, αἱ δύο Κυβερνήσεις, Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας ἀνελάμβανον νὰ μᾶς δώσουν πολεμικὸν ὑλικόν, δύο ἑκατομμυρίων λιρῶν ἑκάστη, διὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι ἔξοδα τοῦ στρατοῦ μας, μέχρι τῆς πλήρους ἀποστρατεύσεως, διότι αὐτὸ ἔγινε πολὺ πρὶν γεννηθῇ ἡ ἰδέα τῆς ἐκστρατείας εἰς Μικρὰν Ἀσίαν, καὶ ἐθεωρήθη τότε ὅτι θὰ ἐπηγαίναμεν εἰς ταχεῖαν ἀποστράτευσιν. Νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα σᾶς δίδω ἐκ τῶν συμφωνιῶν τοῦ 1918 καὶ 1919 εἶναι ἀρκετὰ διὰ τὴν περαιτέρω παρακολούθησιν τῆς συζητήσεως. Ἐὰν παρέλειψα στοιχεῖα τινὰ ἀναγκαῖα θὰ σᾶς τὰ εἴπω βραδύτερον. Καὶ ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου. Εἶπον ἤδη προηγουμένως ποῖαι ἦσαν αἱ ἀντιλήψεις τῆς τότε διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ τῶν πολεμικῶν χρεῶν καὶ ὅτι τὰς ἀντιλήψεις της αὐτὰς μετέδωκαν καὶ εἰς τὸν κ. Καφαντάρην, μὴ ἔχοντα ἰδίαν γνῶσιν τοῦ ζητήματος. Τοῦτο ἐξηγεῖ διατί, ὅταν ἦλθεν ὁ κ. Μαρὲν εἰς Ἀθήνας, ὁ κ. Καφαντάρης τὸν ἔθεσεν εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν τότε ὑποδιοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ νὰ θέσουν τὰς βάσεις τῆς συνεννοήσεως. Τὸ ζήτημα ἦτο ἄξιον τῆς ἰδικῆς του αὐτοπροσώπου ἐπιμελείας. Ἦτο τόσον σπουδαῖον ὥστε ὤφειλε νὰ συζητήσῃ αὐτοπροσώπως, ἐὰν ἐγνώριζε προσωπικῶς τὸ ζήτημα. Ἀντὶ τούτου ἀνέθεσε τὴν συζήτησιν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κανὲν ἄμεσον συμφέρον δὲν εἶχεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὸ δάνειον πρὸς τὴν Γαλλίαν τὸ εἶχεν δώσει δι’ ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων. Ταῦτα δὲ ἔμειναν εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Τὶ δὲ συνέβη κατὰ τὴν μίαν καὶ μόνον συνάντησιν μεταξὺ τοῦ κ. Μαρὲν, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦ ὑποδιοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Διενεμήθη πρὸ μικροῦ εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς μετάφρασις τοῦ πρακτικοῦ τὸ ὁποῖον συνετάχθη διὰ τὴν συνάντησιν ταύτην. Ἐξ αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐπὶ τῶν τριῶν οὐσιωδεστέρων σημείων τῆς διαφωνίας, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐγκατέλειψεν ἄνευ μάχης καὶ ἄνευ οἱασδήποτε κἂν συζητήσεως τὰς μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης Ἑλληνικὰς ἀντιλήψεις. Τὸ πρῶτον τῶν τριῶν τούτων σημείων ἦτο ἡ ἀξία τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τοῦ χορηγηθέντος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας τῆς 10 Φεβρουαρίου 1918. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποστηρίξει μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅτι δὲν ὀφείλει τὴν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ ἐκείνου, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου. Κατὰ τὴν συνάντησις μετὰ τοῦ κ. Μαρὲν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος χωρὶς καμμίαν ἐπὶ τούτου συζήτησιν ἀνεγνώρισεν τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀξίας τοῦ ὑλικοῦ τούτου, καὶ ἐξέφρασε μόνον τὴν προσδοκίαν ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὸν ὅρον τῶν συμφωνιῶν τοῦ 1918, καθόσον ἀφορᾷ τὴν παροχὴν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, καθὼς καὶ τὴν προσπάθειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὑπὲρ τοῦ συμμαχικοῦ ἀγῶνος, θὰ μειώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ χορηγηθὲν εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Γαλλίας πολεμικὸν ὑλικόν. Τὸ δεύτερον σημεῖον ἦτον ἡ Ἑλληνικὴ ἀξίωσις, ὅτι, καὶ ἂν κατεδικάζετο ἡ Ἑλλὰς νὰ πληρώσῃ τὸ ὅλον εἴτε μέρος τῆς ἀξίας τοῦ ὑλικοῦ τούτου, ἡ πληρωμὴ θὰ ἐγίνετο εἰς τὸ νόμισμα τῆς πιστωτρίας, εἰς σημερινὰ δηλαδὴ Γαλλικὰ φράγκα, ὄχι ποτὲ εἰς χρυσόν, διότι οὐδέποτε εἶχε συμφωνηθῇ τοιοῦτόν τι. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καμμία ἐναντιοφωνία δὲν ἐξεδηλώθη κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἁπλῶς παρετηρήθη ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου, ὅτι ἀφοῦ ἡ πληρωμὴ τῆς ἀξίας τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ πρόκειται νὰ γίνῃ εἰς χρυσόν, εἰς χρυσὸν πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζα Γαλλικοῦ χρέους. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μαρὲν ἔσπευσε νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἀπολύτως σύμφωνον μὲ τὰς Γαλλικὰς ἀντιλήψεις. Τὸ τρίτον σημεῖον ἦτο τὸ ἀφορῶν τὸ χρέος τοῦτο τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡ Ἑλληνικὴ ἄποψις ὑπῆρξε πάντοτε ὅτι τὸ χρέος τοῦτο ὠφείλετο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἦτο χρέος ἰδιωτικόν, δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ συμψηφισθῇ πρὸς τὸ πολεμικὸν χρέος μας, ἀπέναντι τῆς Γαλλίας καὶ ἡ ἄποψις αὕτη ἐγκατελείφθη ἄνευ τινὸς συζητήσεως μὲ τὴν ἑπομένην δήλωσιν τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου. «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι δικαιοῦται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ αὗται ἀποτελοῦν χρέος τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἰδιωτικοῦ χαρακτῆρος. Ἐν τούτοις θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ τὸν συμψηφισμὸν αὐτῶν πρὸς τὰς Γαλλικὰς ἀπαιτήσεις ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι αἱ προκαταβολαὶ αὗται θὰ ὑπολογισθοῦν εἰς τὸ ἴδιον νόμισμα, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὅλαι αἱ λοιπαὶ Γαλλοελληνικαὶ ἀπαιτήσεις». Ποίαν θυσίαν ὑφίσταντο τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα διὰ τῶν συνεννοήσεων τούτων εἶναι προφανές. Ἐνῷ τὸ χρέος μας πρὸς τὴν Γαλλίαν ἐπενταπλασιάζετο διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως ὅτι πρέπει νὰ πληρωθῇ εἰς χρυσόν, τὸ χρέος τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικήν μας Τράπεζαν ὑπεβιβάζετο εἰς τὸ ⅓ διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὐτοῦ ὡς πολεμικοῦ, ἐνῷ δηλαδὴ ἀνεγνωρίζετο ὅτι ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τὸ πολεμικὸν ὑλικόν, ἡ ὀφειλή μας πρὸς τὴν Γαλλίαν ἀνήρχετο τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1927 εἰς 704.7 ἑκατομμύρια σημερινῶν φράγκων καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐν Μακεδονίᾳ ζημιῶν εἰς φράγκα 636.200 χιλιάδες ἤτοι εἰς λίρας Ἀγγλίας 5.131.000 καὶ ἡ ὀφειλὴ τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς δραχμὰς 409 ἑκατομμύρια ἤτοι λίρας Ἀγγλίας 19.320.000 καὶ ἑπομένως προέκυψεν ἐντεῦθεν πιστωτικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα ὑπόλοιπον λίρες 11.489.000. Διὰ τῆς συμφωνίας Μαρὲν τὸ πιστωτικὸν τοῦτο δι’ ἡμᾶς ὑπόλοιπον μετεβάλλετο εἰς χρεωστικὸν ὑπόλοιπον 8.900.000 περίπου. Μόνη ἀπέμεινε δι’ ἡμᾶς ἐλπὶς τὸ νὰ ἀποφανθῇ ὁ διαιτητής, ὅτι δὲν ὑποχρεούμεθα νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἔτους 1918 ἢ μᾶλλον ὅτι ὑποχρεούμεθα νὰ πληρώσωμεν αὐτὸ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ ἐξοφληθῇ τοῦτο διὰ συμψηφισμοῦ τοῦ Γαλλικοῦ χρέους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐννοεῖται ὅτι πλὴν τούτου ἡ ἀπαίτησις ἡμῶν ἐκ τῶν εἰς Μακεδονίαν προξενηθεισῶν ὑπὸ τῶν Γαλλικῶν στρατευμάτων ζημιῶν διατιμηθεισῶν ἐν ἀρχῇ εἰς 666 ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν ὑπεβιβάσθη βαθμηδὸν εἰς δραχμὰς 270 ἑκατομμύρια ἔπειτα εἰς 139 διὰ νὰ καθορισθῇ τέλος εἰς 68.4 ἑκατομμύρια. Τὸ μόνον λοιπὸν ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπομένει ἐπίμαχον ἦτο τὸ τῆς ἀξίας τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τοῦ 1918. Τὸ ποσὸν τῆς ἀξίας αὐτῆς ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ μειώσῃ διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν συμψηφισμὸν τῶν ἀμοιβαίων ἀπαιτήσεων, ὅταν δὲ ἐπιτύχαμεν τοῦτο, ἐζητήσαμεν νὰ ὑποβληθῇ εἰς διαιτησίαν τὸ ζήτημα τοῦτο, μόνον δηλαδὴ ἐὰν ὀφείλωμεν κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, καὶ ἐν καταφατικῇ ἀπαντήσει τοῦ διαιτητοῦ, κατὰ ποῖον μέτρον δέον νὰ πληρώσωμεν αὐτήν. Τοῦτο καὶ μόνον τὸ ζήτημα ἐκαλεῖτο διὰ τοῦ συνυποσχετικοῦ νὰ λύσῃ ὁ διαιτητής. Κανὲν ἄλλο, προσετίθετο δὲ μόνον εἰς τὸ συνυποσχετικὸν ὅτι διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποφανθῇ ὁ διαιτητὴς ἐν γνώσει τοῦ θέματος καὶ ἐν πάσῃ δικαιοσύνῃ θὰ ἀνακοινωθῶσιν αὐτῷ αἱ ἐπὶ τῶν ἀρχικῶν ἀπαιτήσεων ἑκάστης τῶν δύο Κυβερνήσεων γενόμεναι ἑκατέρωθεν πάσης φύσεως παραχωρήσεις. Αἱ παραχωρήσεις λοιπὸν αὗται δὲν ἦσαν προσωριναὶ ὡς τὰς ἐχαρακτήρισε προχθὲς ὁ κ. Καφαντάρης, ἀλλὰ ὁριστικαί, ὤφειλε δὲ μόνον νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ διαιτητὴς διὰ νὰ ἐκδώσῃ δικαιοτέραν ἀπόφασιν. Ὁ κ. Καφαντάρης διὰ νὰ παραστήσῃ δικαιολογημένην τὴν γαλλικὴν ἀξίωσιν ὅπως πληρωθῇ ἡ ἀξία τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ εἰς χρυσὸν προέβαλε τρία ἐπιχειρήματα α) ὅτι ἡ Γαλλία ἠγόρασεν ἔκτοτε τὰ πρώτας ὕλας, ἐξ ὧν κατεσκεύαζε τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν καὶ ἐπλήρωνε αὐτὰ εἰς χρυσόν, ὥστε δὲν ἦτο δίκαιον νὰ πληρωθῇ αὕτη εἰς σημερινὰ φράγκα β) ὅτι τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ ποὺ μᾶς εἶχε χορηγήσει ἡ Ἀγγλία ἐπληρώσαμεν εἰς χρυσόν. Καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο πιστωτῶν μας. «Τὴν ἀξίωσιν ταύτην εἶπε προχθὲς ὁ κ. Καφαντάρης δὲν ἐσκέφθημεν νὰ διατυπώσωμεν». γ) Ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι δύο χρέη μεταξὺ τῶν αὐτῶν προσώπων θὰ πληρωθοῦν μὲ διάφορον νόμισμα. Ἀλλὰ τὰ μὲν δύο πρῶτα ἐπιχειρήματα εἶναι σαθρά, τὸ δεύτερον ἐξ αὐτῶν ἐξ ὁλοκλήρου, τὸ πρῶτον κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἡ Γαλλία ἠγόρασε βεβαίως ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μέρος τῶν πρώτων ὑλῶν τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν πολεμικὴν της βιομηχανίαν ἀλλὰ εἶχε καὶ ἐπὶ τόπου ἱκανὸν μέρος τῶν πρώτων τούτων ὑλῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ βιομηχανικὴ κατεργασία τῶν πρώτων ὑλῶν ἐγένετο εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐντὸς γαλλικῶν ἐργοστασίων, μὲ γαλλικὰς ἐργατικὰς χεῖρας, καὶ ὑπὸ τὴν τεχνικὴν διεύθυνσιν Γάλλων. Ὅταν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ πρώτη ὕλη ἀντιπροσωπεύει 11–14% τῆς ἀξίας τῶν ὅπλων καὶ πυροβόλων, 22% τῶν πυρομαχικῶν πυροβολικοῦ καὶ μόνον διὰ τὰ φυσίγγια τοῦ πεζικοῦ ἀντιπροσωπεύει πέραν τοῦ ἡμίσεως τῆς ἀξίας τοῦ φυσιγγίου, καὶ ὅτι ὅπως εὑρέθη μέρος μόνον τῶν πρώτων ὑλικῶν εἰσῆγεν ἡ Γαλλία ἔξωθεν, θὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ἡ ἀξία τῆς πρώτης ὕλης τῆς ἔξωθεν εἰσαχθείσης ὑπὸ τῆς Γαλλίας διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ χορηγηθέντος ἡμῖν ὑλικοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπολογισθῇ ποτὲ ἀνωτέρα τοῦ 20% τῆς ὅλης ἀξίας τοῦ ὑλικοῦ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂν ἦτο εὔλογον νὰ πληρώσωμεν ⅕ τῶν 629 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήρχετο ἡ ἀξία τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τὴν 1 Σεπτεμβρίου 1927 μετὰ τῶν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης τόκων, τὰ λοιπὰ ὅμως ⅘ ὑπὸ οὐδενὸς δικαστηρίου καὶ ὑπὸ οὐδενὸς δικαστοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ πληρώσωμεν εἰς χρυσόν, ἀφοῦ ἡ Γαλλία ἐπλήρωνε ταῦτα εἰς σημερινὰ φράγκα, διὰ τῶν ἐσωτερικῶν δανείων τὰ ὁποῖα ἐξέδωκε διαρκοῦντος τοῦ πολέμου. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ἀντὶ τῶν 626 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσαμεν τόσον εὐκόλως, νὰ πληρώσωμεν εἰς χρυσὸν τὸ χρέος μας ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ ἂν ἀκόμη ἀνεγνωρίζετο ὡς ἐξ ὁλοκλήρου βαρῦνον ἡμᾶς θὰ περιωρίζετο εἰς 226 ἑκατομμύρια χρυσᾶ φράγκα περίπου. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ἀφοῦ ἐπληρώσαμεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ εἰς χρυσόν, ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν καὶ τὸ Γαλλικὸν πολεμικὸν ὑλικὸν εἰς χρυσόν, εἶναι ἀπολύτως σαθρόν. Τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ ἐπληρώσαμεν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν ὄχι εἰς χρυσὸν ἀλλ’ εἰς λίρας στερλίνας, ἤτοι εἰς τὸ νόμισμα τοῦ δανειστοῦ καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν ὅπως πληρωθῇ εἰς ἄλλο νόμισμα. Ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ λίρα εἶναι σήμεραν ἰσότιμος μὲ τὸν χρυσὸν δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα. Σημειωτέον ὅτι ἀπὸ τὸ δεύτερον αὐτὸ ἐπιχείρημα μανθάνομεν, ὅτι ὁ κ. Καφαντάρης ὅπως ἐβεβαίωσε κατὰ τὴν προχθεσινὴν του ἀγόρευσιν, οὔτε ἐσκέφθη κἂν νὰ διατυπώσῃ τοιαύτην ἀξίωσιν ὅπως τὸ χρέος πρὸς τὴν Γαλλίαν πληρωθῇ εἰς σημερινὰ φράγκα. Τὸ τρίτον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Καφαντάρη εἶναι ἀκόμη παραδοξώτερον, δημιουργεῖ δὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη πιστεύει οὗτος ὅτι τὸ χρέος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν προκαταβολῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι χρέος ὀφειλόμενον πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Καὶ ὅμως ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ τοῦ νόμου ὑπ’ ἀριθ. 1235 τῆς 4 Ἀπριλίου τοῦ 1918 ὑποκατέστησε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς πηγάζουσας ἐκ τῶν συμφωνιῶν τοῦ 1918. Ὅτι τὴν μεταβίβασιν ταύτην ἐκοινοποίησε πρὸς τὰς δύο δυνάμεις Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν αἵτινες ἦλθον εἰς ἀπ’ εὐθείας σχέσιν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ παρ’ αὐτῆς ἐδανείσθησαν τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὰ ἐν Μακεδονίᾳ στρατεύματά των ποσὰ καὶ αὐτὴν ἐπίστωσαν εἰς τὰ βιβλία των. Ἔχω εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Καφαντάρη τὴν μεταξὺ ὑπουργείου Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σχετικὴν ἀλληλογραφίαν ἐξ ἧς προκύπτει ἄνευ τινὸς ἐνδοιασμοῦ ὅτι δανειστὴν της ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρει τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Τελευταῖον ἐπιχείρημα τῆς Γαλλικῆς ἀξιώσεως, ὅπως ἡ ἀξία τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ πληρωθῇ εἰς χρυσόν, ἔφερεν ὁ κ. Καφαντάρης τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἄλλοι μικροὶ σύμμαχοι τῆς Γαλλίας, ἡ Ρουμανία, καὶ ἡ Γιουκοσλαυΐα, ἐπλήρωσαν τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ τούτου ὑλικοῦ εἰς χρυσόν Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ Γαλλία ἔκανεν ἐν Χάγῃ τοιαύτας ἐκπτώσεις ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ πρὸς αὐτὴν πολεμικοῦ χρέους τῶν ἐν λόγῳ Κρατῶν, ὄχι μόνον τοῦ πηγάζοντος ἐκ πολεμικοῦ ὑλικοῦ ἀλλὰ καὶ ἐκ μετρητῶν ὥστε δὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Καφαντάρη ἡ ἐπίκλησις τοῦ παραδείγματος αὐτῶν. Χρησιμώτερον διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα θὰ ἦτο ἐὰν ὁ κ. Καφαντάρης, ὅταν διεξῆγε διὰ τοῦ ὑποδιοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὰς μετὰ τοῦ κ. Μορὲν διαπραγματεύσεις, ἐνεθυμεῖτο ὅτι ὄχι πλέον πολεμικὸν χρέος συμμάχου ἀλλὰ προπολεμικὸν χρέος τῆς Βουλγαρίας πρὸς αὐτήν, συνωμολογημένον εἰς χρυσόν, ἀπεδέχθη ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις νὰ καταβληθῇ ὄχι ἀκεραίως εἰς χρυσὸν ἀλλὰ μὲ κλίμακα ἡ ὁποία ἤρχιζεν ἀπὸ 35% διὰ νὰ φθάσῃ μετὰ παρέλευσιν ἱκανῶν ἐτῶν εἰς τὸ ἄρτιον. Ἐὰν εἶχεν καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο αὐτοπροσώπως καὶ δὲν ἐξεχώρει τὴν ὑπεράσπισιν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θὰ εὕρισκε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο διὰ νὰ τὸ ἀντιτάξῃ νικηφόρως, ὑποστηρίζων ὅτι δὲν εἶναι θεμιτόν, ἐνῷ ἀπὸ τὸ χθεσινὸν ἐχθρὸν δὲν ἀπαιτεῖται ἡ εἰς χρυσὸν ἀκεραία πληρωμὴ προπολεμικοῦ χρέους του, ν’ ἀπαιτῆται ἀπὸ χθεσινὸν σύμμαχον ἡ ἀκεραία εἰς χρυσὸν πληρωμὴ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιήσαμε κατὰ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πληρωμὴ δὲν εἶχε συνωμολογηθῇ εἰς χρυσόν, καὶ τοῦ ὁποίου μάλιστα ὁ ὁριστικὸς καταλογισμὸς εἰς βάρος μας ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν γενικὴν οἰκονομικὴν καὶ δημοσιονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου. Κανένα λοιπὸν ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ προέβαλε ὁ κ. Καφαντάρης δὲν ὑποστηρίζει τὸν ἰσχυρισμόν του, ὅτι δικαία ἦτο ἡ ἀξίωσις τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ὅπως πληρωθῇ τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ εἰς χρυσόν. Ὅταν κανεὶς ἔχει ὑπ’ ὄψει τὸ συμφωνητικὸν τῆς 10 Φεβρουαρίου 1918 κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἀξία τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ δὲν ἐφέρετο ἀμέσως εἰς τὴν χρέωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ κατεχωρεῖτο εἰς ἴδιον λογαριασμόν, καὶ μόνον μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου θὰ ἀπεφάσιζαν αἱ δύο Κυβερνήσεως τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας κατὰ ποῖον μέτρον ἡ ἀξία τοῦ πολεμικοῦ τούτου ὑλικοῦ θὰ ἐφέρετο εἰς χρέωσιν τῆς Ἑλλάδος, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς καταστάσεως αὐτῆς, δὲν ἠμπορεῖ οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν νὰ πιστευθῇ ὅτι θὰ εὑρίσκετο διαιτητὴς ὁ ὁποῖος νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Ἑλλάδα νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ τούτου ὑλικοῦ εἰς χρυσόν. Καὶ κατὰ τὴν πλέον δυσμενῆ δι’ ἡμᾶς κρίσιν τοῦ διαιτητοῦ δὲν ἠμπορούσαμε νὰ καταδικασθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ τούτου παρὰ εἰς τὸ νόμισμα τοῦ πιστωτοῦ καὶ τὸ πολὺ τὴν ἀξίαν μόνον τῶν πρώτων ὑλῶν θὰ μᾶς ὑπεχρέωνε νὰ πληρώσωμεν εἰς χρυσόν. Καί, ὡς εἶπον ἤδη, ἡ ἀπαίτησις ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀπὸ 629 ἑκατομμύρια εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήρχετο κατὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1927, θὰ περιορίζετο εἰς μόνον 226 ἑκατομμύρια χρυσᾶ φράγκα. Ἡ λύσις δὲ αὕτη ἦτο τόσον μᾶλλον ἐξησφαλισμένη, καθ’ ὅσον μέρος τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, ἀξία, 88 ἑκατομμυρίων φράγκων, ἐχορηγήθη ἐντὸς τοῦ ἔτους 1919, καθ’ ἣν ἐποχήν, λήξαντος ἤδη ἀπὸ ἑξαμήνου τοῦ πολέμου, τὸ Γαλλικὸν φράγκον ἦτο ὑποτετιμημένον κατὰ 20% ἀπέναντι τοῦ δολλαρίου. Οὔτε τοῦτο ὅμως ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς δικαιολογοῦν ἡμᾶς νὰ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τῆς ἀδίκου ἀξιώσεως, ὅπως πληρώσωμεν εἰς χρυσόν. Ὅπως ἐξέθηκα ἀνωτέρω τὴν ἀξίωσιν τοῦ Γάλλου ἀντιπροσώπου, ὅπως ἡ ἀξία τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ πληρωθῇ εἰς χρυσόν, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Καφαντάρη ἐδέχθη ἄνευ ἀντιρρήσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως καὶ τὸ χρέος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πληρωθῇ εἰς χρυσόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀμέσως καὶ προθύμως ἐδέχθη καὶ ὁ κ. Μαρέν. Διότι εἶναι τῷ ὄντι τραγικὸν ὅτι ὄχι μόνον ὁ κ. Καφαντάρης ὁ ὁποῖος ἦτο τόσον ὑπερβεβαρημένος τότε ἀπὸ πολυσχιδῆ ἐργασίαν δὲν ἐγνώριζε τὸ πολύπλοκον ἄλλως τε ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν σχέσεών μας μὲ τὴν Γαλλίαν, τὸ ὁποῖον εἶχεν γεννηθῇ ἀπὸ τὰς συμφωνίας τοῦ 1918 καὶ τοῦ 1919, ἀλλ’ οὔτε οἱ διοικοῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐγνώριζον τοῦτο. Πεπεισμένοι οὗτοι, ὡς ἤδη εἶπον, ὅτι οὐδέποτε θὰ κατώρθωνεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ εἰσπράξῃ τὴν ἀπαίτησιν αὐτήν, γνωρίζοντες ἄλλως τε ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν εἶχεν οὐσιαστικῶς ἐνδιαφέρον διότι καλὴ ἢ κακὴ λύσις τοῦ ζητήματος θὰ ἐβάρυνεν ἢ θὰ ὠφέλει τελικῶς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ ὄχι τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν εἶχον ποτὲ φαίνεται ἐγκύψει εἰς τὴν μελέτην τοῦ φακέλλου τοῦ σχετικοῦ μὲ τὸ χρέος αὐτὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Γνωρίζοντες δὲ ὅτι τὸ χρέος τοῦτο ἦτο χρέος εἰς δραχμὰς καὶ νομίζοντες ὅτι ἡ ἔκπτωσις τῆς δραχμῆς ἠδύνατο νὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς τὴν Γαλλίαν νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος τοῦτο εἰς χαρτίνας δραχμάς, μόλις τοὺς ἐπροτάθη νὰ πληρώσωμεν τὸ χρέος ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ εἰς χρυσόν, ἔσπευσαν νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν πρότασιν ταύτην διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν ὅτι καὶ τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπληρώνετο εἰς χρυσόν. Ἀλλ’ ἐὰν εἶχον μελετήσει τὸ σχετικὸν φάκελλον θὰ ἐμάνθανον ὅτι ὅταν συνωμολογήθη ἡ συμφωνία τοῦ Φεβρουαρίου 1918 ἡ Ἀγγλικὴ λίρα καὶ συνεπῶς τὸ Γαλλικὸν φράγκον εὑρίσκοντο ἐν ὑποτιμήσει 10% ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς δραχμῆς, καὶ οὗτος ἦτο κυρίως ὁ λόγος δι’ ὃν παρεκλήθην νὰ παρέμβω ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα χορηγήσῃ εἰς τὰς δύο ταύτας δυνάμεις τὰς ἀναγκαίας διὰ τὰ ἔξοδα τῶν ἐν Μακεδονίᾳ στρατῶν των δραχμάς, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ζημίας ἣν θὰ ὑφίσταντο αὗται ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματός των ἀπέναντι τῆς δραχμῆς, ὑποτιμήσεως ἡ ὁποία θὰ ηὐξάνετο οὐσιωδῶς ἐὰν αἱ δύο αὗται Δυνάμεις ἠγόραζον τὰς ἀναγκαιούσας εἰς αὐτὰς δραχμὰς ἐκ τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλ’ ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἐντεῦθεν ζημία εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σχέσις τῆς λίρας καὶ τοῦ Γαλλικοῦ φράγκου πρὸς τὴν δραχμὴν ἤθελε βραδύτερον μεταβληθῇ, συνεφωνήθη ὅτι τὸ χρέος τοῦτο τῶν δύο Δυνάμεων θὰ ἀπεδίδετο κανονικῶς δύο ἔτη μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου ἢ καὶ πρότερον εὐθύς ὡς ἡ τιμὴ τῆς λίρας ἢ τοῦ φράγκου θὰ ἀνήρχετο ὅπως φθάσῃ εἰς τὴν ἰσοτιμίαν τῆς δραχμῆς. Ἦτο λοιπὸν φανερὸν ὅτι τὸ χρέος τῆς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ Γαλλία δὲν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ εἰς χαρτίνας δραχμάς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ εἰς χρυσόν, οὔτε ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι, μὴ πληρώσασα τὴν ὀφειλήν της ἐγκαίρως καὶ γενομένη ὑπερήμερος, ἀρνηθεῖσα δὲ ἐξ ἄλλου νὰ καταβάλῃ τὸ ὑπεσχημένον δάνειον τῶν 250 ἑκατομμ. χρυσῶν φράγκων διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ πολέμου κατὰ τὸ ἔτος 1918, συνετέλεσεν οὕτω τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῆς Ἑλληνικῆς δραχμῆς. Ἀλλὰ καὶ παρὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς πλάνης ταύτης τῆς προελθούσης ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν μελέτης τοῦ φακέλλου πάλιν δι’ ἐμὲ ὑπῆρξε πάντοτε ἀκατανόητον πῶς ἐδέχθημεν μὲ τόσην εὐκολίαν νὰ ὑπολογισθῇ τὸ χρέος ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ εἰς χρυσόν, ὑπὸ τὸν μόνον ὅρον νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι καὶ τὸ χρέος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν θὰ ἐπληρώνετο εἰς χρυσόν. Ὅπως παρετήρησα εἰς ἕνα τῶν ὑπευθύνων τῆς συμφωνίας ἐκείνης, εἶναι ἄπορον πῶς δὲν ἐσκέφθησαν ὅτι συμφέρον εἴχομεν νὰ χωρίσωμεν ἐν ἀνάγκῃ ὁλόκληρον τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν Γαλλικὸν χρέος διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ὅπως τὸ πρὸς τὴν Γαλλίαν χρέος μας ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ πληρωθῇ εἰς σημερινὰ φράγκα. Τῷ ὄντι κατὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1927 τὸ μὲν χρέος μας πρὸς τὴν Γαλλίαν μετὰ τῶν τόκων ἀνήρχετο εἰς φράγκα 704.6 τὸ δὲ χρέος τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς δραχμὰς 476.4. Ἐφ’ ὅσον καὶ τὰ δύο χρέη ὑπελογίζοντο εἰς χρυσὸν ἀπέμενεν εἰς βάρος μας ποσὸν 282,2 ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγκων ἤτοι ἐννέα καὶ πλέον ἑκατομμυρίων Ἀγγλικῶν λιρῶν, τὸ ὁποῖον θὰ κατεδικαζόμεθα νὰ πληρώσωμεν ὁλόκληρον ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ διαιτητὴς ἐθεώρει ἀβασίμους τὰς ἀντιρρήσεις μας κατὰ τοῦ χρέους ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τοῦ 1918. Ἐνῷ ἂν ἐχαρίζαμεν τὸ χρέος τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπληρώναμεν δὲ τὸ χρέος μας ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ εἰς σημερινὰ φράγκα, καὶ εἰς περίπτωσιν ἀκόμη καθ’ ἣν ἡ διαιτησία θ’ ἀπέβαινεν ἐντελῶς καθ’ ἡμῶν θὰ εἴχωμεν νὰ πληρώσωμεν τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1927 πρὸς τὴν Γαλλίαν 704.6 ἑκατομμύρια σημερινὰ φράγκα ἤτοι λίρας Ἀγγλίας 5.682.000, ἤτοι λίρας Ἀγγλίας 4.318.000 ὀλιγώτερον, παρὰ μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς πληρωμῆς τῶν δύο χρεῶν εἰς χρυσόν. Διὰ νὰ μὴ χωρήσῃ παρεξήγησις τονίζω ὅτι δὲν ὑποστηρίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ χαρίσωμεν τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Κάθε ἄλλο. Ὑποστηρίζω ἁπλῶς ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων αἵτινες ἤγαγον εἰς τὴν συμφωνίαν μὲ τὸν κ. Μαρὲν, ἦτο προτιμώτερον νὰ χαρίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου τὸ χρέος τοῦτο, παρὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πληρωμὴν τοῦ ἰδικοῦ μας χρέους εἰς τὴν Γαλλίαν. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν κατόπιν τῆς μετὰ τοῦ κ. Μαρὲν συμφωνίας ἡ διαιτησία τὴν ὁποίαν μὲ τόσους πραγματικοὺς μόχθους ἐπέτυχεν ὁ κ. Καφαντάρης δὲν ἠμποροῦσε παρὰ νὰ ἀποβῇ κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Διότι ὅλα τὰ ἄλλα ἐκκρεμῆ ζητήματα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γαλλίας εἶχον ἤδη λυθῇ ἐναντίον ἡμῶν καὶ μόνον ἐπίμαχον ζήτημα ἔμενε τὸ ἂν ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν, καὶ κατὰ τίνα μοῖραν, τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τοῦ 1918. Πρέπει δὲ νὰ μὴν ἔχῃ κανεὶς καμμίαν πεῖραν τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους διεξάγονται αἱ διεθνεῖς διαιτησίαι καὶ τοῦ πνεύματος τὸ ὁποῖον διέπει αὐτὰς διὰ νὰ φαντάζεται ὅτι ἡ διαιτησία αὕτη ἠδύνατο καὶ ὑπὸ τὴν καλλιτέραν ἐκδοχήν, νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔκβασιν παρὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν 178.000.000 τὰ ὁποῖα μᾶς ἐζήτησεν ἡ Γαλλία ὡς ὑπόλοιπον τῆς ἀμοιβαίας πιστωχρεώσεως. Ὅτι ἄλλως τε ὁ κ. Καφαντάρης δὲν ἐπερίμενε τίποτε καλλίτερον ἀπὸ τὴν διαιτησίαν ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι, πρὶν συνομολογήσῃ αὐτήν, ἐδέχθη τὴν ὁλοσχερῆ ἀπόσβεσιν τῶν ἀμοιβαίων ἀπαιτήσεων. Καὶ τὴν ἀπόσβεσιν ταύτην ἀπέκρουσεν ὁ κ. Πουανκαρὲ προτιμήσας τὴν διαιτησίαν προφανῶς διότι ἀπὸ τὴν ἔκβασιν αὐτῆς ἐπερίμενε καλλίτερα διὰ τὴν Γαλλίαν ἀποτελέσματα. Ὁ κ. Καφαντάρης κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν μᾶς περιέγραψε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐπροκάλεσεν ὅλην τὴν συμπάθειάν μου, τὰς δυσχερείας κατὰ τῶν ὁποίων ἐπάλαισεν ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν διαιτησίαν ἐπὶ τῶν διαφορῶν μας μετὰ τῆς Γαλλίας. Τὸ δυστύχημα εἶνε ὅτι, πρὶν φθάσῃ νὰ ἐπιζητῇ, διὰ νὰ μὴ εἴπω νὰ ἐκλιπαρῇ, τὴν διαιτησίαν εἶχον διὰ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς συμφωνίας Μαρὲν καταστήσει ἀπέλπιδα τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιον τοῦ διαιτητοῦ. Οὔτε κατέστησαν ἄλλως τε διὰ τῶν ὑποχωρήσεών του τούτων εὐκολωτέραν τὴν ἀποδοχὴν τῆς διαιτησίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Πουανκαρέ, ὁ ὁποῖος ἀπέκρουσεν αὐτήν, μέχρι τῆς στιγμῆς ποὺ ἀνεγνώρισεν ὅτι δὲν ἦτο ἠθικῶς δυνατὴ ἡ περαιτέρω ἐπιμονή. Καὶ ἂν δὲν εἶχον γίνει αἱ ὑποχωρήσεις ποὺ ἔγινεν διὰ τῆς συμφωνίας Μαρὲν, καὶ ἂν ἠρνούμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι τὸ πολεμικὸν χρέος πρὸς τὴν Γαλλίαν ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ εἰς χρυσόν, καὶ ἂν ἠρνούμεθα τὸν συμψηφισμὸν μεταξὺ τοῦ χρέους ἡμῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν καὶ τοῦ χρέους τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικήν μας Τράπεζαν, καὶ πάλιν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ μέχρι τέλους τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραπομπῆς εἰς διαιτησίαν ὅλων τῶν μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῆς ἐκκρεμουσῶν διαφορῶν. Ἡ Γαλλία εἶχε γίνῃ εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. ὁ σημαιοφόρος τῆς ἰδέας τῆς διαιτησίας, ὥστε τῆς ἦτο ἠθικῶς ἀδύνατον νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ καταγγελθῇ δημοσίᾳ ὡς ἀρνουμένη νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν διὰ νὰ ἀποσπάσῃ διὰ τῆς δυνάμεώς της ἀπὸ ἓν μικρὸν Κράτος οἰκονομικὰ ὠφελήματα, διὰ τὸ δίκαιον τῶν ὁποίων εἶχε σοβαρὰς ἀμφιβολίας, ἀφοῦ ἠρνεῖτο νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Καφαντάρης ἠτοίμαζεν ἐγγράφως ἕνα λόγον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξέθετεν εἰς τὴν κατὰ Σεπτέμβριον συνεδριάζουσαν Συνέλευσιν τῆς Κ.Τ.Ε. τὸ ἱστορικὸν τῶν οἰκονομικῶν μας διαφορῶν μὲ τὴν Γαλλίαν, τὴν ἄρνησιν αὐτῆς νὰ δεχθῇ διαιτησίαν καὶ τὴν περαιτέρω ἄρνησιν νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ συνάψωμεν δάνειον, ἀπαραίτητον κατὰ τὴν κρίσιν τῆς δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κ. Ε. πρὸς συμπλήρωσιν τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως, ἐὰν τὸ κείμενον τοῦ λόγου τούτου, τὸν ὁποῖον ἐπροτίθετο νὰ ἀπαγγείλῃ, καθίστα γνωστὸν εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀντιπροσωπείαν ἐν Γενεύῃ, ἠμπορεῖ νὰ εἶνε βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ τοῦ ἐδίδετο εὐκαιρία νὰ ἀπαγγείλῃ τὸν ἑτοιμασθέντα λόγον του, διότι πρὸ τῆς ἀπαγγελίας αὐτοῦ ἡ διαιτησία θὰ ἐγίνετο δεκτή. Ὁ κ. Καφαντάρης δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἡ θέσις μου εἰς τὴν Χάγην ἦτο εὐνοϊκωτέρα ἀπὸ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη αὐτὸς εἰς τὴν Γενεύην. Ἐζήτουν νὰ δοθοῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα ποσὰ 2½ φορὰς μεγαλείτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανε διὰ τοῦ σχεδίου Γιὸγκ καὶ διὰ τοῦ σχεδίου Ντώζ. Καὶ ὅταν τὴν αἴτησίν μου ταύτην ἐστήριξα κυρίως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλύψωμεν τὸ πρὸς τὴν Γαλλίαν χρέος, τὸ ὁποῖον εἶχε πληρωθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον διὰ συμψηφισμοῦ τῆς ἀπαιτήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τοῦ Γαλλικοῦ δημοσίου, μοῦ ἀντετάσσετο, ὅτι τὸ χρέος τοῦτο εἴχομεν ἀναγνωρίσει ἤδη, ὅτι εἶνε χρέος πολεμικὸν καὶ ὅτι πρέπει νὰ συμψηφισθῇ τὸ χρέος ἡμῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν καὶ ἑπομένως μόνον διὰ τοῦ μετὰ τὸν συμψηφισμὸν ὑπολοίπου τοῦ χρέους μας πρὸς τὴν Γαλλίαν δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως καλυφθῶμεν. Ὅταν δὲ ἀντέτασσα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι τὸ χρέος τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζάν μας δὲν ἀνῆκεν εἰς τὰ πολεμικὰ χρέη, ἐπεκαλούμην δὲ πρὸς τοῦτο τὸ προηγούμενον ὁμοίου χρέους τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζάν μας καὶ ἐδήλουν ἐπισήμως, ὅτι θὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόρριψιν τῆς ὑπογραφείσης συμβάσεως περὶ διαιτησίας, μοῦ ἀντετάσσετο, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ χρέος τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Τράπεζαν δὲν ἀνήκει εἰς τὰ πολεμικὰ χρέη τὸ χρέος τοῦτο ὀφείλει νὰ πληρωθῇ διὰ χρημάτων τῆς Γαλλίας ὄχι διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς ὅλους τοὺς δικαιούχους τῶν ἐπανορθώσεων. Ἐνώπιον τοῦ ἀδηρίτου αὐτοῦ διλήμματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διέξοδος δὲν ἐφαίνετο οὐδεμία, κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἄλλο δὲν μοῦ ἔμενε παρὰ ν’ ἀπέλθω ἐκ τῆς Χάγης καὶ νὰ μεταβῶ εἰς Γενεύην ὅπου μετ’ ὀλίγας ἡμέρας συνήρχετο ἡ συνέλευσις τῆς Κ. Ε., ὅπως ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα αὐτῆς καὶ ἐκθέσω κατὰ τινα τρόπον αἱ πρώην σύμμαχοι μεγάλαι Δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος μετεχειρίσθησαν τὴν μικρὰν σύμμαχόν των. Καὶ μόνη ἡ ἀπόφασις αὕτη, χωρὶς κἂν νὰ τὴν ἀνακοινώσω δημοσίᾳ καὶ χωρὶς νὰ ἑτοιμάσω τὸν λόγον ποὺ ἐσκόπευα ν’ ἀπαγγείλω, καὶ μόνη λέγω ἡ ἀπόφασις αὕτη μοῦ ἔδωσε τὴν δύναμιν νὰ ἐπιτύχω ἀπὸ τοὺς πρώην συμμάχους ὅτι ἐπέτυχα, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι ζωηρῶς εὐγνώμων πρὸς αὐτοὺς λυπούμενος διότι τὸ καθῆκον τῆς ἐκκαθαρίσεως ἑνὸς ἐσωτερικοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν ἔκαμα κάθε τι διὰ νὰ μὴ προκαλέσω, μὲ ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην σήμερον νὰ ἐνθυμηθῶ διὰ τελευταίαν ὡς ἐλπίζω φορὰν τὴν λυπηρὰν ἱστορίαν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου γεννηθεισῶν οἰκονομικῶν σχέσεων πρὸς τοὺς πρώην συμμάχους μας. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Ἤδη θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγας συντόμους ἀπαντήσεις εἴς τινα σημεῖα τοῦ σημερινοῦ λόγου του. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἓν σημεῖον τοῦ προχθεσινοῦ λόγου, ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἄλλως τε καὶ σήμερον ὡμίλησα, ὅτι ἐν τῇ Γενεύῃ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ συνυποσχετικοῦ ἐθεωρεῖτο ἐπιτυχία μεγάλη, καὶ ἦτο πράγματι ἐπιτυχία μεγάλη ἀφοῦ ἔγεινε δεκτὴ ἡ διαιτησία. Ἀλλὰ ὑπῆρξαν ἐπικριταί, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι εἰς τὴν διαιτησίαν μετέβαινεν ἡ Ἑλλάς, ἀφοῦ εἴχομεν ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τῆς παραιτήσεως ὅλων τῶν ἀξιώσεών μας. Ἐὰν τὸ ἐγνώριζαν ἀπὸ τότε ἡ κρίσις των δὲν θὰ ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία ἦτο τότε. Ἀλλ’ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ὑπέπεσε σήμερον εἰς ἕνα παράπτωμα, τὸ ὁποῖον ἦτο περισσότερον ἀσυγχώρητον δι’ αὑτόν, διότι ἀποτελεῖ οἰκονομικὴν αἵρεσιν, ἐφόσον ἀναφέρεται εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ, καὶ δικαίως, ὅτι ἔχει μεγαλειτέραν εἰδικότητα. Εἶπε σήμερον: πῶς ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ σκεφθῶ νὰ διατυπώσω τὴν τερατώδη—δὲν μετεχειρίσθη τὴν λέξιν—ἀξίωσιν ὅτι πρέπει ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 17 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια λιρῶν Ἀγγλικῶν διὰ τὸ χρέος της πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Διότι εἰς τόσον ποσὸν ἀνέρχεται μέχρι σήμερον τὸ χρέος τοῦτο. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπώσω τοιαύτην τερατώδη ἀξίωσιν—τὸ ἐπίθετον εἶναι δικόν μου—ὅταν ἐγνώριζον ὅτι θὰ εἴχωμεν νὰ πάρωμεν τόσας χιλιάδας ἑκατομμύρια διὰ 280 ἑκατομμύρια χάρτινες Ἑλληνικὲς ψωροδραχμὲς τὰς ὁποίας τώρα ποὺ κανονίσαμε τοὺς λογαριασμούς μας μὲ τὴν Τράπεζαν θὰ ἔχωμεν εἰς βάρος μας; Πράγματι τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ χρέους μᾶς ἐκόστισε 280 ἑκατομμύρια ψωροδραχμὲς σημερινὲς καὶ ἔκαμε αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν αἵρεσιν νὰ μᾶς εἴπῃ: πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ ἕνα τέτοιο ποσὸν νὰ ἔχω τὴν θρασύτητα νὰ ἀξιώσω τὰς 5 χιλιάδας ἑκατομμύρια δραχμῶν; Κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν τὸ ἀνεῦρεν ὁ κ. Καφαντάρης, δὲν τοῦ ἀνήκει δικαίωμα εὑρεσιτεχνείας, τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ μοῦ ἀντετάχθη ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς συμβούλους τῆς οἰκονομικῆς ἀντιπροσωπείας ἐν Χάγῃ, διὰ νὰ προκαλέσῃ ἐκ μέρους μου ἔκκρηξιν ἀγανακτήσεως, ὅτι ἄνθρωποι σοβαροὶ ἐτόλμων νὰ μοῦ εἰποῦν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐζημιώθη μόνον 280 ἑκατομμύρια χάρτινες δραχμὲς καὶ ζητεῖ σήμερον νὰ καταπλεονεκτήσῃ ἀπέναντι τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐχρειάσθη παρὰ νὰ ἴδουν τὴν ἀγανάκτησίν μου ταύτην καὶ τὸ ἐπιχείρημα ποὺ τοὺς εἶπον: ξεχνᾶτε ὅτι μὲ αὐτὰ ποὺ ἐκάνατε μὴ δώσαντες εἰς ἡμᾶς τὰ 250 ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπεσχέθητε, καὶ τὰ 280 ἑκατομμύρια τῶν χρυσῶν φράγκων, ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπὸ τὰς προκαταβολάς, ὅτι ἀρνηθέντες νὰ τὰ δώσετε ἐγίνατε αἰτία νὰ σωρευθῇ εἰς ἐρείπια τὸ νόμισμα καὶ νὰ ὑποστῇ ἡ Ἐθνικὴ Οἰκονομία ὄχι 5 χιλιάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν ζημίαν, ἀλλὰ ἀμετρήτων ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Καὶ δὲν ἐχρειάσθη νὰ ὁμιλήσω οὔτε ὀλίγα λεπτὰ διὰ νὰ εἴπουν: ἔχετε δίκαιον κύριε καὶ ἀποσύρομεν τὸ ἐπιχείρημά μας. Δὲν ἐφανταζόμην, κύριοι, ὅτι θὰ μοὶ ἐπεφυλάσσετο ἡ εὐτυχία νὰ ἀκούσω τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν δοκιμασμένων οἰκονομολόγων πολιτικῶν μας. Ἐγὼ κύριοι, δὲν διενοήθην ποτὲ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, οὔτε ἐκθέτων τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας μου εἰς τὴν Χάγην, διά νὰ σᾶς εἴπω ὅτι διὰ 280.000.000 χαρτίνων δραχμῶν θὰ ἐξασφαλισθῇ ἕνα ποσὸν 7½ περίπου ἑκατομμυρίων χρυσῶν μάρκων κατ’ ἔτος καὶ τοῦτο ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Δὲν ἐτόλμησα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐπλούτισα τὴν Ἑλλάδα, διότι διὰ ζημίας 280.000.000 δραχμῶν θὰ πάρῃ σήμερον τριάμιση δισεκατομμύρια περίπου, δὲν ξέρω πόσο ποσὸν ἀκριβῶς, αὐτὸ θὰ τὸ καθορίσω μετ’ ὀλίγον μετὰ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἀλλὰ θὰ εἴπω τοὐλάχιστον ὅτι βέβαια δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τίποτε ἄλλο δὲν κατορθώνομεν νὰ κάμωμεν παρὰ μόνον νά καλυφθῶμεν διά τό γεγονός ὅτι ἡμεῖς ὑπέστημεν τὴν ζημίαν τῆς πληρωμῆς τοῦ χρέους αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δὲν διεξεδίκησα περισσότερα ἐκείνου. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, καυχόμενος διὰ τὸ ἔργον του μᾶς λέγει ὅτι δεχθέντες νὰ πληρώσωμεν τὸ πολεμικόν μας ὑλικὸν εἰς χρυσόν, δεχθέντες τὸν συμψηφισμὸν τοῦ χρέους μας πρὸς τὰ χρέη τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δεχθέντες νὰ συμψηφίσωμεν ἕνα χρέος πληρωμένον μετὰ ἑξῆντα χρόνια, μὲ ἕνα χρέος τὸ ὁποῖον καθυστερεῖται ἀπὸ ἑπταετίας, κατορθώσαμεν νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς ὅλους τὸν σεβασμὸν διὰ τὴν καλήν μας πίστιν. Δὲν θέλω νὰ εἶμαι αὐστηρός. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ κρίνῃ ἂν τοιαύτη ἐνέργεια ἀποσπᾶ τὸν σεβασμὸν διὰ τὴν καλὴν πίστιν. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τὸ χρέος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν Τράπεζαν, ὀφείλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπ’ εὐθείας, εἰς τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἀπευθύνεται. Ἀπήντησα ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ προηγουμένως, ἀλλὰ ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ προσθέσω μόνον τοῦτο: Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀκόμη σήμερον ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νά ὑποστηρίζῃ ὅτι τὸ χρέος τοῦτο τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως εἶναι χρέος πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἐγὼ κατώρθωσα εἰς τὴν Χάγην νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι τὸ χρέος αὐτὸ δὲν εἶναι πολεμικὸν καὶ ὅτι ἀδίκως ἐζημιώθη ἡ Ἑλλάς; Πῶς δύναται νὰ ὑποστηρίζῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ λόγια, ὅταν ἐγὼ δὲν ἐκέρδισα εἰς λόγια ἀλλ’ ἐκέρδισα εἰς χρήματα, θὰ πέρνωμεν 350.000 λίρες κατ’ ἔτος διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὰς ζημίας ποὺ ἐπάθαμεν (χειροκροτήματα). Διότι ἀνεγνωρίσθη εἰς τὴν Χάγην ὅτι δὲν εἶναι χρέη πολεμικὰ καὶ ὅτι εἶναι χρέη ἰδιωτικά. Ἀνεγνωρίσθη συνάμα ὅτι αὐτὴ ἡ μικρὰ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀναγκάσῃ μίαν μεγάλην δύναμιν νὰ τῆς πληρώσῃ τὸ χρέος, δίκαιον εἶναι ἐν τούτοις ἡ ὅλη ὁμὰς τῶν ἀποζημιώσεων ν’ ἀποζημιώσῃ τὴν κακομοίρα τὴν Ἑλλάδα διὰ τὰς ζημίας αὐτὰς τὰς θετικὰς τὰς ὁποίας ὑπέστη. Πῶς εἶναι δυνατὸν καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ χρέος αὐτὸ ἦτο χρέος πολεμικὸν, ὀφειλόμενον ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν, καὶ ὄχι πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη δ’ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ ρύθμισις τῶν σχέσεων τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὴν Γαλλίαν ἦτο ἡ ἀρίστη. Ἦτο ἡ χειρίστη ἡ ὁποία μποροῦσε νὰ γίνῃ. Ἐδημιούργησε δὲ κινδύνους τοὺς ὁποίους μόνον ἡ καλὴ τύχη ἔκαμε τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀποσείσῃ ἀπὸ τὸν ὦμον της. Ἂν κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1928 πρὸ τῆς μεταβολῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ κύρωσις τοῦ συνυποσχετικοῦ, εἰς τὴν Χάγην δὲν θὰ τολμούσαμε πλέον νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ μᾶς καλύψουν διὰ τὸ χρέος ποὺ ἐπληρώσαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι χρήματα Ἑλληνικὰ ἐπλήρωσαν τὸ χρέος τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Διότι γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν Χάγην βάσις ἐτέθη, καὶ κατὰ τρόπον μάλιστα ἐπίσημον, νὰ καλυφθοῦν αἱ μέλλουσαι ὑποχρεώσεις τῶν διαφόρων πιστωτῶν, ὄχι αἱ παρελθοῦσαι. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ Ἀγγλία ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ τῶν ἀπαιτήσεών της καὶ τῆς Ἀμερικῆς, διότι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ παρελθόντος. Μολονότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς πρώτης νότας τοῦ Μπάλφουρ εἶχεν εἴπει, ὅτι ἐγὼ χαρίζω ὅσα μοῦ ὀφείλετε ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μοῦ δώσετε ὅ,τι μοῦ χρειάζεται διὰ νὰ καλύψω τὰ χρέη μου πρὸς τὴν Ἀμερικήν, καὶ ὅμως ἠναγκάσθη νὰ μὴ συζητήσῃ τὸ ζήτημα, ὅταν 150.000.000 λίρες ἔμειναν ὁριστικῶς εἰς βάρος της. Ἄν λοιπὸν ἐτύχαινε νὰ μὴν ἐπικυρωθῇ ἡ σύμβασις ἐκείνη ἵνα καθυστερηθῇ ἐπὶ ὀλίγους μῆνας ἡ σύνοδος τῆς διασκέψεως τῆς Χάγης καὶ ἠναγκαζόμην ἐγὼ νὰ ζητήσω τὴν κύρωσιν τῶν συνυποσχετικῶν, διότι καὶ ἐγὼ εἶχα ἀναλάβει τοιαύτην ὑποχρέωσιν, δὲν εἶναι εὔκολον ἕνα μικρὸν Κράτος νὰ συνάψῃ σύμβασιν μὲ μίαν μεγάλην δύναμιν, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἄλλως τε ἀνταλλάγματα, καὶ νὰ ἔρχεται ὕστερα μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς συνάψεώς του νὰ τὴν ἀποκηρύττῃ, ἂν λοπὸν δὲν εἶχα τὴν καλὴν τύχην, πρὶν ἐπικυρωθῇ ἡ σύμβασις αὐτὴ τοῦ συνυποσχετικοῦ, ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, κύριοι; Ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος θά ἦτο ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ἦτο ἀπολύτως χαμένον καὶ αἱ 500.000 λίραι ποὺ πέρνομεν κατ’ ἔτος ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἦσαν ἀνύπαρκτοι δι’ ἡμᾶς καὶ ἡ μόνη μας ἐλπὶς θὰ ἦτο ὅτι ἀπὸ τὴν διαιτησίαν αὐτήν, θὰ ἐπεριμέναμεν δηλαδὴ ὅτι δὲν θὰ ἐπληρώναμεν καὶ τοῦτο ὑπὸ τὰς καλυτέρας περιστάσεις τὰς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν. Κύριοι βουλευταί, ἐκφράσω τὴν εἰλικρινῆ λύπην μου, διότι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς διευθετήσεως τῶν Γαλλικῶν χρεῶν. Θὰ εἶσθε δίκαιοι πρὸς ἐμέ, ἀναγνωρίζοντες ὅτι ὅταν ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν τ’ ἀποτελέσματα τῆς συνδιασκέψεως τῆς Χάγης ἀπέφυγα ἐπιμελέστατα νὰ θίξω, ἔστω καὶ πόρρωθεν, τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ ἐφόσον αὐτὸς ἠθέλησε νὰ προκαλέσῃ τὴν συζήτησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ νὰ καταγγείλῃ διὰ δευτέραν ἤδη φοράν, μετὰ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, ὅτι εἶμαι ἐν ἀδίκῳ ἀμφισβητῶ τὴν ὀρθότητα τῆς λύσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε φθάσει. Αἰσθάνομαι πλέον καθῆκον νὰ ὁμιλήσω διὰ νὰ πείσω ὅλον τὸν κόσμον ὅτι ἂν διεφώνησα πρὸς τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἔπραξα, διότι ἡ συνείδησίς μου μοῦ τὸ ἐπέβαλλεν ὡς ὑπέρτατον καθῆκον. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ παρωνυχίδος, καὶ ὅμως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μίαν ὁμολογίαν ἡ ὁποία θὰ ἐκθέσῃ τὴν πλευρὰν ταύτην εἰς ἐπιθέσεις ἰσχυρὰς καὶ ἀγρίας. Ἀποφασισμένος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ μὴ ἐπανέλθω πλέον εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνήν, διότι προπάντων ἐφοβούμην ὅτι τοῦτο θὰ ἐξῆπτε περισσότερον τὰ μόλις ἀρχίζοντα νὰ κατευνάζωνται πολιτικὰ πάθη, ἔχων δὲ τὴν οἵαν ἔχω σήμερον ἀπεριόριστον ἐκτίμησιν καὶ πρὸς τὸν χαρακτῆρα καὶ πρὸς τήν ἱκανότητα τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ σκεπτόμενος ὅτι τὸ μὲν ζήτημα τῶν καλυμμάτων εἶχε τερματισθῇ διὰ μιᾶς συμβάσεως, τὸ δὲ ζήτημα τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ὁμοίως διά συμβάσεως τῆς ὁποίας τὴν ἀπόρριψιν θὰ ἦτο δυσχερέστατον νὰ τὴν ζητήσῃ κανεὶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν πετάξῃ εἰς τὰ μοῦτρα τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, περιωριζόμενος νὰ ἐκφράσω τὰς κρίσεις μου εἰς στενότατον φιλικὸν κύκλον. Ἀλλὰ ἡ εὐτολμία μου αὐτὴ ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν τότε ἀρχηγὸν ἀνήκουστος, πῶς δηλαδὴ ἐγὼ ἀνήκων εἰς ἓν κόμμα ἐτόλμησα νὰ κρίνω τὰς ἐνεργείας τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος. Καὶ ἔλεγα, «πῶς εἶναι δυνατὸν εὑρισκόμενος ἐδῶ νὰ μὴ συζητῶ μετὰ τῶν ἄλλων φίλων μου τὰ ζητήματα τῆς ἡμέρας καὶ νὰ ἐκφέρω τὰς ἐπ’ αὐτῶν κρίσεις μου κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ φθάνουν μέχρι τῆς δημοσιότητος. Καὶ ἔλεγα, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦν ἀπὸ ἐμέ, νὰ μὴν ὁμιλῶ περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ παρὰ μόνον ἐὰν αὐτοεξορισθῶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ καταστῶ ἀγνώστου διαμονῆς, διότι καὶ πάλιν εἰς Παρισσίους θὰ ἔλθουν Ἕλληνες νὰ μὲ πληροφορήσουν καὶ θὰ ὁμιλήσω μὲ αὐτοὺς διὰ τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος.
§18Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διετύπωσα ἐγὼ τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ὁμιλήσετε δημοσίως περὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν;
§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βέβαια.
§20Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπεστήριξα αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσετε περὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν δημοσίᾳ ἢ κατ’ ἰδίαν;
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἰδίαν σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὴν τὴν συζήτησιν τὴν ἔκαμα μὲ τοὺς φίλους μου.
§22Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἦλθον ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσετε ἐπὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν;
§23Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤλθατε νὰ μὲ εὕρητε μίαν ἡμέραν διὰ νὰ μοῦ τὸ εἴπητε. Μὰ αὐτὸ ἦτο ζήτημα ἐκκρεμὲς μεταξὺ μας ἀπὸ πολλοῦ χρόνου. Ἀλλ’ ὅταν τελευταίως τὰ πράγματα ἐξήρθησαν, ἐγὼ σᾶς εἶπον τί θέλετε νὰ κάμω. Δὲν μοῦ εἴπατε βεβαίως φύγε, ἀλλὰ δὲν μοῦ εἴπατε βεβαίως ὅτι δὲν πρέπει νὰ φύγῃς.
§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάμνησιν τῶν γεγονότων. Θὰ τὰ ὑπενθυμίσω ἐγώ.
§25Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε ὅτι εἶχεν ἀναφυεῖ ἕνα ζήτημα τὸν Ἰούνιον τοῦ 1927 τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἀποτάκτων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν τὰς ὁποίας μοῦ εἶχεν δώσει εἷς ἀξιωματικὸς εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον πολλὴν ἐκτίμησιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἶχον γράψει ἕνα ἄρθρον τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ἐδυσχέραινε τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγκαίρως ἀντιληφθεὶς τὰ πράγματα ἐξ ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Πλαστήρα καὶ ἄλλων ἔκαμα ὅτι ἠμποροῦσα διὰ νά ἀποτρέψω τὴν βλάβην τὴν ὁποίαν ἐκινδύνευσα νὰ φέρω ἀθελήτως. Ἀλλὰ ἔγραψα καὶ τότε μίαν ἐπιστολὴν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, τότε ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, διὰ νὰ τοῦ δώσω ἐξηγήσεις καὶ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἐκφράζω τὴν λύπην μου καὶ διὰ τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν σᾶς ἐπροξένησα εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἀλλὰ ἀφοῦ ἐκφράσω τὴν λύπην μου δι’ αὐτὴν τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν ἀθελήτως ἐπροξένησα ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀντίληψίν μου. Βλέπετε ποία ἡ διαφορά μας. Ὅτι ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ ἔχω γνώμην ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Σοῦ δίδω μόνον τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἐφόσον εἶσθε ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐγὼ θὰ ὑποτάσσω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ ἐλεύθερος βέβαια ὅταν θὰ φθάσω νὰ ἴδω ὅτι ἡ τοιαύτη μου ὑποταγὴ δύναται νὰ φέρῃ ζημίας ἀνηκούστους εἰς τὴν χώραν νὰ ἀποσπασθῶ. Καὶ θὰ ἀποσπώμην ἀπὸ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ θὰ ἀπέκτων τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας μου.
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὰ πότε ἐλέχθησαν;
§27Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὸ ἐπεισόδιον τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἀποτάκτων καὶ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ἄρθρου εἰς τὸν τύπον.
§28Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀνεφέρατε αὐτὰ τὰ πράγματα;
§29Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ναί.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὔτε νύξιν ἐκάματε.
§31Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ὑποθέσω ἐὰν δὲν ἐλάβατε τὸ γράμμα, ἀλλὰ τὸ ἔστειλα μὲ ἐπιβάτην...
§32Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγώ σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι οὔτε νύξιν ἐκάματε.
§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Φέρατέ το εἰς τὴν Βουλὴν ἢ δημοσιεύσατέ το.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὰ εἶναι μεταγενέστερα, εἶναι τοῦ 1928 δὲν ἔχουν σχέσιν.
§35Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι πολὺ πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν σύγκρουσιν ἡ ὁποία μᾶς ἐχώρισεν σεῖς διετυπώσατε τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἐγὼ ὤφειλα νὰ μὴ ἐκφράζωμαι τέλος πάντων κατὰ τρόπον ποὺ μπορεῖ νὰ σᾶς φέρῃ εἰς δυσχέρειαν, νὰ μὴ λέγω τὴν γνώμην μου, ἔστω καὶ ἰδιαιτέρως, καὶ σᾶς εἶπα δὲν μπορῶ νὰ μὴν ἔχω τὴν γνώμην μου. Ἄλλως τε ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μόνον ἐκείνην τὴν φορὰν παρουσιάσθην δημοσίᾳ νὰ ἐκθέσω γνώμας, διότι ἐνόμιζα, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω· ἀλλ’ οὐδέποτε ἄλλοτε. Γνωρίζετε ἄλλως τε, κύριοι, ὅτι ὅταν κατελύθη ἡ δικτατορία τοῦ Παγκάλου καί, νομίζω, ἐγὼ πρῶτος εἰσηγήθην διὰ συνεντεύξεως δοθείσης πρὸς ἕνα τῶν συντακτῶν τῆς «Ἑστίας» τὴν γνώμην, ὅτι δέον νὰ γίνῃ μία Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, κατέστησα γνωστὸν ὅτι εἰς τοιαύτην Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν θὰ ἐδεχόμην καὶ ἐγὼ νὰ λάβω μέρος ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἐκτεθῶ ὡς βουλευτής, καὶ εἶπα, δὲν θέλω νὰ ἐκτεθῶ ὡς βουλευτής, θὰ εἶμαι ἁπλοῦς ὑπηρεσιακὸς ὑπουργὸς μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ ἐν ἐπαφῇ μὲ τὸν ἀντιπολιτευόμενον πολιτικὸν κόσμον νὰ ἐνεπιστευόμην τὴν διοίκησιν αὐτῆς εἰς μίαν κυβερνητικὴν μεταβολήν. Αὐτὸ ἐθεωρήθη ἐπιτρέψατέ μου, τὴν φράσιν ὡς θρασεῖα ἀξίωσις ἐκ μέρους μου, ὅταν ἦλθα πίσω καὶ εἶδα, ὅτι δὲν μπορῶ νὰ χρησιμεύσω εἰς τὸν τόπον. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ εἶχα προβεῖ καὶ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν, ὅτι ἡ ὑγεία μου ἦτο πολὺ καλλιτέρα ἀπὸ ὅ,τι ἐνόμιζα καὶ ἔλεγα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἡ ὑγεία μου νὰ εἶμαι ἐγὼ δεσμευμένος μὲ τὰς δυσχερείας εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος μου. Ὅταν λοιπὸν ἐπροτάθη νὰ παραιτηθῇ κἄποιος ἐκ τῶν φίλων μου διὰ νὰ ἐκλεγῶ βουλευτὴς ἐφρόντισα νὰ γνωστοποιήσω τὴν γνώμην αὐτὴν εἰς τοὺς κύκλους τοὺς ἁρμοδίους διὰ νὰ ἴδω ποία θὰ ἦτο ἡ ἐντύπωσις. Μοῦ ἐδηλώθη ὅτι δὲν μπορῶ νὰ τὸ κάμω αὐτὸ διότι ἄν τὸ κάμω θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ παραίτησις ἄλλων ἁρμοδίων κύκλων ἀπὸ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, διότι καὶ τοῦτο ἐθεωρεῖτο ὅτι δὲν ἥρμοζε. Κύριοι μὲ ὅλα ταῦτα ἔκαμα ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ προλάβω τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Καφαντάρη ἀπὸ τῆς ἀρχηγίας τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἔκαμα ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν. Καὶ ὅταν εἶδα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγορασθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπίστευον, παρὰ μόνον διὰ νέας ἀναχωρήσεώς μου ἐξ Ἑλλάδος, καὶ ὅταν ἐγνώριζον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πιστεύω ἐγὼ θετικῶς, ὅσον καὶ ἄν τὸ ἠρνήθη πάντοτε ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι ἡ ἀναχώρησίς μου ἐξ Ἑλλάδος θὰ ἐξέθετε εἰς κίνδυνον τὸ κυβερνητικὸν καθεστώς, τότε μόνον εὑρέθην εἰς τὴν κατάστασιν νὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνήν. Ἐξέθηκα αὐτὰ κύριοι βουλευταί, διότι δὲν θέλω νὰ ἀφίσω νὰ πιστευθῇ ἀπὸ τὴν νέαν γενεὰν ἡ ὁποία ἔρχεται ὕστερα ἀπὸ ἡμᾶς ὅτι ἄνθρωποι σὰν καὶ μένα ἔφθασαν εἰς αὐτὴν τὴν ἡλικίαν καὶ ἠθέλησαν νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν οὐχὶ δι’ εὐθέων δρόμων ἀλλὰ ὑποσκάπτοντες τὴν θέσιν ἐκείνου ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἦτο ἀρχηγός του, ὑποσκάπτων τὴν θέσιν ἐκείνου καὶ δημαγωγῶν τὸ λαὸν διὰ τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων καὶ διὰ τοῦ ζητήματος τῶν Γαλλικῶν χρεῶν. Μέχρι τῆς στιγμῆς ὅπου παρῃτήθη ἐκ τῆς ἀρχηγίας τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς νῦν τῶν Προοδευτικῶν καὶ τότε τῶν Φιλελευθέρων, μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν εἶχον κάμῃ καμμίαν ἐκδήλωσιν δημοσίᾳ περὶ τῶν διαφωνιῶν μας, παρὰ μόνον εἰς ὡρισμένους κύκλους φίλων μας. Ἀλλὰ δὲν εἶχεν γίνει καμμία ἐκδήλωσις τῶν διαφωνιῶν μας, ὅταν ματαίως προσεπάθησα νὰ ἐπιτύχω τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἀποφάσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἤδη εἶχε φθάσει ὁ τότε ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ νῦν ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, ὅταν ἐπέμενον ἀπολύτως εἰς αὐτό, ἐπανῆλθον εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνήν, ἐπανῆλθον ὅπως σᾶς εἶπον βέβαια μὲ κἄποιαν καλλιτέραν γνώμην περὶ τῆς ὑγείας μου, ἀλλὰ χωρὶς κἄποιαν ἀνησυχίαν ὅτι ἡ ἐργασία ἡ ὀγκώδης καὶ αἱ συγκινήσεις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν ἀνώτεραι τῶν δυνάμεών μου, ἐπανῆλθον ἐκ τούτου διότι ἐνόμιζον ὅτι ἦτο καθῆκόν μου καὶ τοῦτο μακρὰν τοῦ νὰ σημειώσω τὴν ἐπάνοδόν μου εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν διὰ τῆς δημαγωγίας. Ἔσπευσα τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Καφαντάρη ἐκ τῆς ἀρχηγίας τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων νὰ τοῦ ἀπευθύνω μίαν ἐπιστολὴν μὲ ὅλην μου τὴν καρδιά, ἐν τῇ ὁποίᾳ τοῦ ἐξέφραζον ὅλον τὸν θαυμασμόν μου καὶ ὅλην τὴν εὐγνωμοσύνην μου διότι εἶχεν ἐπιβάλλει βαρείας φορολογίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξήγειρε τὸν κόσμον ἦσαν κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ οἰκονομικὰ βάρη τὰ ὁποῖα κατήντησαν νὰ εἶναι δυσβαστακτώτερα ἐκ τοῦ λόγου ὅτι δυστυχῶς ὅσον ἀφορᾷ τὰ πολεμικὰ χρέη ἠρνήθη ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δείξῃ κἄποιαν χαλάρωσιν ἀφοῦ εἶχεν ἐξασφαλίσει τὸ ἰσοζύγιον. Εἶχε τὸ θάρρος νὰ κάμῃ αὐτὰ τὰ πράγματα διὰ τὰ ὁποῖα ἐξέφρασα πρῶτος ὅλον τὸν θαυμασμόν μου καὶ τοῦ εἶπα δὲν ἐπανῆλθον εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν δημαγωγῶν ἀλλ’ ἐπανῆλθον ὄπισθεν τοῦ κ. Καφαντάρη διὰ νὰ τοῦ εἴπω εὖγε κύριε, ἔχεις τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην διότι εἶχες τὸ θάρρος νὰ ἐπιβάλλῃς αὐτὰ τὰ βάρη.
§36Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἂν δὲν ἤρχεσθε θὰ ἐπληρώναμεν ἀκριβὰ τὰ βάρη.
§37Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ προσθέσω ἀκόμη κύριοι, ὅτι ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διὰ νὰ χαράξω πολιτικὸν πρόγραμμα ἤρχιζον ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τὸ οἰκονομικόν, ἀλλὰ δεύτερον ἔλεγα δὲν σᾶς ὑπόσχομαι καμμίαν ἐλάττωσιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν ὑπόσχομαι μόνον νὰ φροντίσω ἄν εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιοῦνται μὲ τρόπον ὀλιγώτερον ὀχληρόν. Εἰς τὰς παραμονὰς τῶν Γερουσιαστικῶν ἐκλογῶν ἔλεγα πρὸς τὸν προσφυγικὸν κόσμον, μὴ περιμένῃς ἀπὸ ἐμὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσω τὴν ἀξίωσίν σου ὅτι δύναται νὰ πληρωθῇ ἡ ἀξία τῶν κτημάτων τὰ ὁποῖα ἔχασες ἀπὸ τὴν Τουρκίαν ἀπὸ τὸ ἀτυχὲς Ἑλληνικὸν Κράτος, διότι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ. Καὶ βέβαια δὲν ἔκαμα δημαγωγικὴν πολιτικὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Καὶ θὰ μὲ ἐρωτήσετε τὶ ἀνάγκη νὰ τὰ λέγετε αὐτά; Δὲν τὰ λέγω κύριοι διὰ τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ εὑρισκομένους. Τὰ λέγω διὰ τὴν νεωτέραν γενεάν. Διότι καθῆκον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι καὶ τοῦτο ἀκόμη νὰ δίδουν παραδείγματα εἰς τοὺς κατόπιν αὐτῶν ἐρχομένους τίποτε δὲν ἀξίζουν αἱ ὡραῖαι αὐτῶν διδασκαλίαι, τίποτε δὲν ἀξίζει τὸ νὰ λέγῃς εἰς τὴν νεωτέραν γενεὰν τοῦτο εἶναι τὸ σωστὸ καὶ ἐκεῖνο εἶναι τὸ σωστό, ἂν δὲν δίδῃς τὸ παράδειγμα, ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιδράσῃς ἐπὶ τῶν ἐρχομένων κατόπιν (χειροκροτήματα). Αὐτὸ τὸ παράδειγμα ἠθέλησα νὰ δώσω. Ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ἐτελείωσα, ἀλλὰ βλέπω μόνον μὲ τὸν κ. Καφαντάρην, ὄχι μὲ τὸν κ. Τσαλδάρην.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 10 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§40Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἤθελα νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ συνεχίσω τὸν λόγον μου, ἀλλὰ παραχωρῶ τὴν σειράν μου εἰς τὸν κ. Καφαντάρην.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἰσηγούμενος τὰς συμφωνίας τῆς Χάγης ἠθέλησε νὰ μοῦ φεισθῇ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἐπωφελούμενος τῆς σιωπῆς του καὶ τῆς ἀσθενείας μου δὲν θὰ ἔφερον τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν ὑπὸ συζήτησιν. Εἶναι φανερὸν ὅτι αἱ ὑφιστάμεναι μεταξὺ ἡμῶν παρεξηγήσεις εἶναι πολὺ σοβαρώτεραι ἢ ὅσον ὑπέθετα ἀφοῦ καὶ πρὸς στιγμὴν ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἦτο ἴδιον τοῦ χαρακτῆρος νὰ θελήσω νὰ ρίψω τὸν πέπλον τῆς λήθης ἐπὶ ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν ὡς ὑπεύθυνος ὑπουργὸς διεχειρίσθην καὶ δι’ ἣν ἔχω λόγους νὰ καυχῶμαι ὅτι προσέφερα εἰς τὸν τόπον μου πραγματικὴν ὑπηρεσίαν. Διατηρῶ ἀδιάσειστον τὴν συναίσθησιν ὅτι αἱ λύσεις αἱ παρ’ ἐμοῦ δοθεῖσαι τόσον εἰς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων ὅσον καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ἦσαν τελείως σύμφωνοι πρὸς τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς Χώρας. Τίνα σημασίαν ἔχει ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀναδιαρρύθμισις τῆς ὑποθέσεως τῶν καλυμμάτων ἐφ’ ὅσον δὲν ἐστηρίχθη αὕτη ἐπὶ τοῦ δικαίου ἀλλ’ ἐπεβλήθη βία, ὡς ἀνωμολογήθη ἐν αὐτῇ τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ὑπόθεσις ἀπὸ τῆς ἠθικῆς της ἀπόψεως δὲν ἐλύθη βεβαίως διὰ τοῦ τρόπου τούτου οὐδὲ τὸ σήμερον λεχθὲν ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 500.000,000 παραμένει ἰσχυρὸς προσθέτει κῦρος τι εἰς τὰ ἐκτρόπως γενόμενα δεδομένου ὄντος ὅτι ἡ διατήρησις τῆς δυνάμεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὀφείλεται εἰς ἀπρόβλεπτον καὶ ἐπιγενόμενον γεγονὸς ὅπερ συνετέλεσε εἰς τὸ νὰ αὐξήσουν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς μετὰ τὸν χωρισμὸν καὶ διότι συνεκεντρώθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην αἱ καταθέσεις αἱ ἀποσυρόμεναι ἀπὸ τὰ ἄλλα τὰ τραπεζιτικὰ ἱδρύματα συνεπείᾳ τοῦ κλονισμοῦ τῆς πίστεως. Δὲν ἐξεδηλώθη λοιπὸν ἔκτοτε γνώμη τις ἔγκυρος καὶ ἀμερόληπτος οὔτε γεγονός τι κλονίζον τὴν ὀρθότητα τῆς γενομένης παρ’ ἐμοῦ διαθέσεως τῶν καλυμμάτων. Ἐξ ὅλης τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἕν καὶ μόνον μὲ ἐνδιαφέρει σημεῖον, ὁ ἰσχυρισμός του ὅτι προσεπάθησα οὐκ οἶδα κατὰ τίνα τρόπον, νὰ ἐπιτύχω τὴν σιωπήν του ἐπὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν.
§43Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἐπὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν εἶπον, νὰ μὴ μεταχειρισθῶ ἐκφράσεις αἱ ὁποῖαι σᾶς ἔφερον εἰς δύσκολον θέσιν.
§44Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς ὡς ἔμαθον ὅτι κατ’ ἰδίαν ἐλέγετο παρ’ ὑμῶν καὶ εἰς ἐφημερίδας φιλικῆς πρὸς ὑμᾶς διακειμένας ἐγράφη ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ὑφίστατο διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὅτι τυπικαὶ μόνον δυσχέρειαι σᾶς ἠμπόδιζον νὰ προέλθητε εἰς δημοσίας ἀνακοινώσεις ἔσπευσα αὐθωρεὶ νὰ σᾶς ἐξαγάγω ἐκ τῆς δυσχερείας διὰ δηλώσεων ἐν τῷ τύπῳ εἰς τὰς ὁποίας ἔλεγον ὅτι οἱ φάκελλοι εἶναι ἐδῶ, ὁ κ. Βενιζέλος ἐπίσης καὶ ὅτι ἡ δημοσία συζήτησις ἐπεβάλλετο. Δὲν ἀπέφυγα λοιπὸν τὴν δημοσίαν συζήτησιν οὐδέποτε, αἰσθανθεὶς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποφυγῆς, ἀλλὰ τὴν προεκάλεσα.
§45Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς εἶπον διὰ τὸ ζήτημα τῶν Γαλλικῶν χρεῶν νὰ μὴ κάνωμε δημοσίαν συζήτησιν. Σᾶς εἶπον νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις διὰ τὰ δημόσια πράγματα τῆς χώρας, διότι σᾶς ἔφερον εἰς δύσκολον θέσιν.
§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ αὐτὸ κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡ διαφωνία μας ὑπῆρξε πολὺ προγενεστέρα τῆς ἐκδηλώσεώς της, ἡ διαφωνία προέκυψε τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1928 ἐνῶ ἡ ἐκδήλωσίς της ἐγένετο μετὰ μῆνας πολλούς, τὸν Ἰούνιον τοῦ 1928. Ἡ διαφωνία ἦτο μᾶλλον τυχαία. Εἰς συνομιλίαν μας λαβοῦσαν χώραν εἰς τὸ ξενοδοχεῖόν σας ὑπεθέσατε ὅτι ἐδυσφόρουν διὰ τὴν ἔστω καὶ κατ’ ἰδίαν ἀνάμιξίν σας εἰς τὰ κοινὰ καὶ διεκόψατε ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, ἦτο ἡ ἐντύπωσίς σας, ἐντύπωσις ἐκ μορφασμοῦ μὴ γενομένου, καθαρὰ πλάνη. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς μὲ ἔφερεν εἰς σκέψεις καὶ τὴν ἑπομένην ὄχι χολωθεὶς ἐκ τῆς στάσεώς σας ἀλλ’ ἠρέμως ἐκτιμήσας τὴν κατάστασιν ὅλως ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἰδικήν μου ἰδιοσυγκρασίαν, σᾶς ἀπηύθυνα ἐπιστολὴν ἐν ᾗ κατηγορηματικῶς ἐδήλουν, ὅτι δὲν θὰ ἠδυνάμην τοῦ λοιποῦ νὰ παραμείνω εἰς τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κόμματος. Θὰ ἠδυνάμην νὰ παραμείνω στρατιώτης ἁπλοῦς τοῦ κόμματος, ἀλλ’ οὐχὶ ἀρχηγὸς μὴ ἐνεργῶν κατ’ ἀπόλυτον πρωτοβουλίαν ἢ ἐκτιθέμενος εἰς συνεχεῖς προσπαθείας πρὸς ἐπηρεασμὸν ἐκ τῶν παρασκηνίων. Δὲν ἐχολώθην ἀλλ’ ἐξετίμησα τὴν ἰδίαν μου ἰδιοσυγκρασίαν. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καμμία ἀπολύτως δὲν διετυπώθη ἐπιφύλαξις ἐκ μέρους σας διὰ τὰς οἰκονομικάς μου ἐνεργείας, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐδέχθην πάντοτε τὰ ἀνεπιφύλακτα συγχαρητήριά σας διὰ τὴν δρᾶσίν μου. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ὑπενίχθητε διετυποῦτο καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι ἀναγνώρισις τῆς ὀρθότητος τῆς στάσεώς μου ἔναντι τῶν εἰσηγήσεων πρὸς ἀνατροπὴν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς δημοσίᾳ ὑπεστηρίξατε ὡς ἀπαραίτητον πρὸς πρόληψιν τοῦ μελετωμένου κινήματος, ἀλλὰ δὲν ἐξετείνετο ἐπὶ ἄλλου τινος θέματος. Οὐδέποτε εἶχον ἐκδηλώσει ἀφοῦ ἄλλωστε δὲν εὑρίσκεσθε εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν πρόθεσιν ν’ ἀποκλείσω ὑμᾶς ἀπὸ τὸ νὰ ἔχετε γνώμην ἐπὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων. Καὶ πῶς ἄλλωστε θὰ ἠδυνάμην νὰ τὸ πράξω; Τοὐναντίον ἐρωτηθεὶς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν ἐν Γαλλίᾳ παρὰ προσώπων ἐπισήμων, ἐὰν ἐξακολουθῇ ἔχων ἐπιρροὴν ἐν Ἑλλάδι ὁ πρώην ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶπον ὅτι εὐθὺς ὡς θελήσῃ νὰ ἐπανέλθῃ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν ἠκολούθουν εἰς τὸ παρελθὸν θὰ ἐτίθεντο εἰς τὸ πλευρόν του. Εἴχατε λοιπὸν δικαίωμα καὶ καθῆκον μάλιστα ἐφόσον ἡ πεποίθησίς σας ἦτο ὅτι κακῶς διεχειρίσθην τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο ζήτημα, νὰ ἀνακοινώσητε δημοσίᾳ τὰς σκέψεις ἀδιαφόρως τῶν προσωπικῶν σας σχέσεων καὶ αἰσθημάτων. Οἱ διαχειριζόμενοι τά κοινὰ ὀφείλουν εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ κατακρίνωνται διὰ τάς ἐπιβλαβεῖς των ἐνεργείας, καὶ οἱ δυνάμενοι νὰ ἐπεμβαίνουν ἐπωφελῶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀδρανοῦν. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὅλη αὐτὴ ἡ καταφορὰ ἐναντίον τῶν συμφωνιῶν τοῦ 1927, περὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ἔχει ὑπόστασίν τινα. Ἠθέλησα νὰ δώσω ἰδέαν τινα ποῖαι ἦσαν αἱ πραγματικαὶ οἰκονομικαί μας μετὰ τῆς Γαλλίας σχέσεις, ποῖαι αἱ ἄλλαι ἀξιώσεις μας ἐφ’ ὧν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν, καὶ τίνες πρὸ τῶν ὁποίων μοιραῖον ἦτο νὰ προσκόψωμεν. Καὶ μοῦ εἴπατε σήμερον ὅτι ἂν ἤθελον ἐμφανισθῆ ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν κατὰ τὸ 1928 καὶ νὰ εἴπω αὐταὶ εἶναι αἱ σχέσεις μας ἐκ τοῦ πολέμου μετὰ τῆς Γαλλίας καὶ ἀνέπτυσσα ταύτας καὶ ἔδιδα σαφῆ εἰκόνα τοῦ λογαριασμοῦ καὶ μάλιστα ἔδιδα μόνον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως τὸ ὑπόμνημα τὸ ὁποῖον θὰ ἀνέπτυσσα πρὸ τοῦ συμβουλίου θὰ ἤρκει τοῦτο καὶ ἡ Γαλλία θὰ ὑπεχώρει καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἀντελαμβανόμην ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διεξαγάγω δημοσία συζήτησιν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν μετὰ τῆς Γαλλίας, ἠθέλησα νὰ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἔλεγον θὰ εὕρισκον πραγματικὴν ἀπήχησιν, καθόσον θὰ ἐστηρίζωντο προδήλως ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ τῆς καλῆς πίστεως. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν διὰ τὸν λόγον τοῦτον νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν προκειμένου περὶ διακανονισμοῦ χρεῶν, μεταξὺ δύο Κυβερνήσεων καὶ νὰ κραυγάσω μεθ’ ἱερᾶς φρίκης, παρατηρήσατε κατὰ ποῖον τρόπον ἡ Γαλλία θέλει νὰ στραγγαλίσῃ τὰ δίκαια τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος. Ζητεῖ νὰ τὴν πληρώσωμεν καὶ νὰ πληρωθῶμεν εἰς χρυσόν, ἐνῷ ἡμεῖς τὶ ζητοῦμεν; Ζητοῦμεν διὰ χρέη ὁμοίας φύσεως τὴν πληρωμὴν εἰς χρῆμα χάρτινον, καὶ νὰ πληρωθῶμεν παρ’ αὐτῆς εἰς χρυσόν. Ἔ, βέβαια, ἐὰν ἐνεφανιζόμην μὲ τοιαύτας ἀξιώσεις ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀναμφιβόλως, θὰ κατεβαράθρωνον ἐν μέσῳ τῶν γενικῶν συμφερόντων τὰ πραγματικὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος καὶ καθῆκον εἶχον νὰ ἀναμετρήσω ποῖαι ἦσαν αἱ ἀξιώσεις αἱ βάσιμοι καὶ ταύτας νὰ ἐμφανίσω εἰς δημοσίαν συζήτησιν καὶ ποῖαι ἦσαν αἱ σαθραί, ἵνα προφυλαχθῶμεν, ὅπως μὴ αὗται συμπαρασύρουν καὶ τὰς ἄλλας εἰς κοινὴν τύχην. Σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ὅλην του αὐτὴν τὴν μακρὰν ἐπιθετικὴν ἀγόρευσιν, τὶ ἔπραξε; Τὸ κύριον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐν πλάτει ἀνέπτυξα, σχεδὸν τὸ παρέκαμψε, ὅλα δὲ τὰ ἐπιχειρήματα καὶ αἱ προσπάθειαι συνεκεντρώθησαν εἰς τὸ σημείωμα τὸ συνταχθὲν μεταξὺ τοῦ ὑποδιοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, τὸν Αὔγουστον τοῦ 1927. Δὲν ἔστρεψε τὴν πολεμικήν του εἰς τὴν τελικὴν συμφωνίαν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γαλλίας, ἀλλ’ εἰς μίαν ὅλως προκαταρκτικὴν συμφωνίαν ἡ ὁποία εἶχεν ὑπογραφῇ μεταξὺ τοῦ κ. Τσουδεροῦ καὶ τοῦ κ. Μαρέν. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ὑπερβολικῷ του ζήλῳ εὗρεν ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα τὰ κυρίως ἐνδιαφέροντα τὴν Χώραν μας, ἐλύθησαν κατὰ τρόπον δυσμενῆ καὶ τὸ ζήτημα τοῦ νομίσματος καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαιτήσεως ἐκ προκαταβολῶν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν Γαλλικῶν στρατευμάτων, καὶ ἐλύθησαν δυσμενῶς διότι κατ’ αὐτόν, στηριζόμενον ἐπὶ μιᾶς φράσεως τῆς συμφωνίας Τσουδεροῦ–Μαρὲν ὁ διακανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπετο νὰ φθάσῃ πέραν τῆς μειώσεως μόνον τοῦ ζητουμένου παρὰ τῆς Γαλλίας ποσοῦ. Κύριοι βουλευταί, προδήλως ὁ κ. πρωθυπουργὸς οὐχὶ εὐθέως ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν εἶναι ἄξιον αὐτοῦ νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ φράσις «ὅπως μειώσωσι» τὸ χρέος ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, εἶναι φράσις ἀποσκοποῦσα τὴν ἰδέαν τῆς πλήρους τῶν χρεῶν διαγραφῆς ἢ καὶ τῆς πληρωμῆς παρὰ τῆς Γαλλίας χρεωστικοῦ ὑπολοίπου ἂν τοιοῦτον προέκυπτε. Ἰσχυρισμὸς τοιοῦτος γεννᾷ ἀληθῆ κατάπληξιν. Ἦλθεν ποτὲ ἡ Γαλλία νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ φράσις τῆς συμφωνίας Μαρὲν–Τσουδεροῦ; Οὐδέποτε. Τὶ λέγει τὸ συνυποσχετικόν;
§47Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Συμφωνῶ διὰ τὸ συνυποσχετικόν.
§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλὰ πῶς φαντάζεσθε ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις θὰ ἐδέχετο διὰ τοῦ συνυποσχετικοῦ νὰ γίνῃ ὀφειλέτης ἂν ἡ συμφωνία τοῦ 1929 ἀπέκλειε τοιοῦτον ἐνδεχόμενον; Τὶ λέγει τὸ συνυποσχετικὸν τῆς 9)12)27; λέγει «ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων τοῦ παρόντος συνυποσχετικοῦ τὰ ὑψηλὰ συμβαλλόμενα μέρη θὰ προβῶσι κοινῇ συμφωνίᾳ εἰς τὴν ὑπόδειξιν διαιτητοῦ ὅστις θὰ ἔχῃ ὡς ἀποστολὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου ζητήματος: Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς γενικῆς, οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὀφειλέτης ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν Γαλλίαν τῆς ἀξίας τοῦ ὑλικοῦ τὸ ὁποῖον ἔλαβε παρ’ αὐτῆς εἰς ἐκτέλεσιν τῆς συμφωνίας τῆς 10 Φεβρουαρίου 1918;» Ὁ διαιτητὴς δηλαδὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι ὀφειλέτης. Καὶ ἐξακολουθεῖ ἐν καταφατικῇ περιπτώσει κατὰ ποῖον μέτρον αἱ δαπάναι αἱ ἀχθεῖσαι εἰς χρέωσιν τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς συμφωνίας ταύτης διὰ νὰ καταλογισθῇ ὁριστικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ διαιτητὴς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν διατάξεων τῆς συμφωνίας VII τῆς 10 Φεβρουαρίου 1918, τῶν σχετικῶν πρὸς τὰς ἀνωτέρω ἀναφερομένας χορηγίας ὑλικοῦ. Διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποφανθῇ ὁ διαιτητὴς ἐν γνώσει τοῦ θέματος καὶ ἐν πάσῃ δικαιοσύνῃ, θὰ ἀνακοινωθῶσιν αὐτῷ (συμφώνως πρὸς τὴν κοινὴν πρόθεσιν τῶν δύο Κυβερνήσεων) αἱ ἐπὶ τῶν ἀρχικῶν ἀπαιτήσεων ἑκάστης τῶν δύο Κυβερνήσεων γινόμεναι ἑκατέρωθεν πάσης φύσεως παραχωρήσεις». Μόνον λοιπὸν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν κατ’ ἀρχὴν ἤθελεν ἀναγνωρισθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὀφειλέτης ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, ὁ διαιτητὴς θὰ ἐκαλεῖτο νὰ ἐκτιμήσῃ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῆς ὀφειλῆς. Ἡ ἰδία λοιπὸν Γαλλικὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἠμφισβήτησε ὅτι ἡ φράσις τοῦ σημειώματος τοῦ 1927, πέριξ τῆς ὁποίας ἐστράφη ἡ κατάκρισις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀπηγόρευε τὴν ὁλικὴν τῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα χρεῶν διαγραφὴν ἢ καὶ τὴν χρέωσιν τῆς Γαλλίας ἐφόσον κατόπιν τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ θὰ προέκυπτε χρεωστικὸν εἰς βάρος της ὑπόλοιπον. Πῶς λοιπόν, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα σήμερον καὶ ἀντλοῦντες σαθρὰ ἐκ τυπικῆς φρασεολογίας ἑνὸς σημειώματος ἐπιχειρήματα νὰ λέγωμεν ὅτι καὶ τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶχον λυθῇ διὰ τοῦ σημειώματος ἐκείνου τοῦ 1927 δυσμενῶς διὰ τὴν χώραν μας; Δὲν ἐννοῶ κύριοι βουλευταί, διατί καὶ πάλιν ἐθεώρησεν ἐπιτετραμμένον νὰ παρεμβάλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς συζήτησιν κοινοβουλευτικὴν πρόσωπα ἀνεύθυνα καλυπτόμενα παρὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ πολιτικὴ ἣν ἠκολούθησα εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν δὲν ἦτο τῆς ἰδικῆς μου ἐμπνεύσεως, ἦτο τῆς ἐμπνεύσεως τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι προσωπικῶς ἐγὼ ὡς ἐκ τῶν ἀσχολιῶν εἰς τὰς ὁποίας τότε περιεσπώμην, δὲν εἶχον κἂν ἀναγνώσει τὴν ἱστορίαν καὶ τὰς λεπτομερείας τῶν Γαλλικῶν χρεῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καθιστῶμεν ὑπολόγους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι οὐδὲ νὰ ὁμιλήσουν δικαιοῦνται, οὐδὲ εὐθύνην ὑπέχουν διὰ διαχείρισιν τῶν ζητημάτων. Ἡ ἐφαρμοσθεῖσα πολιτικὴ εἰς τὰ χρέη ἦτο πολιτικὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ μὲ βαρύνει ἐξ ὁλοκλήρου. Κάθε ἄλλος ὀφείλει νὰ τεθῇ κατὰ μέρος. Ἡ διαιτησία ἐπιτευχθεῖσα ἐν Γενεύῃ θεωρεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι περιορίζεται εἰς μόνον τὸ χρέος τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Γαλλίαν ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καίτοι ἐπὶ τῶν ἄλλων σημείων ὁ διαιτητὴς δὲν ἔχει γνώμην. Καὶ ἐὰν ὄντως κύριοι βουλευταί, ἐπ’ αὐτοῦ μόνον τοῦ σημείου περιωρίζετο κατὰ τὸ συνυποσχετικὸν ἡ ἀπόφασις τοῦ διαιτητοῦ θὰ ἔλεγον ὅτι αὐτὸ τὸ σημεῖον δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐπουσιωδεστέρων καὶ θὰ ἤρκει νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα πιστώτριαν κολοσσιαίων ποσῶν. Ἐὰν δηλαδὴ ὁ διαιτητὴς πειθόμενος εἰς τὰς δικαίας τῆς Ἑλλάδος παραστάσεις ἤθελεν ἐκδόσει ἀπόφασιν ἀπαλλάσουσαν τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον τῆς πληρωμῆς τῶν 540 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ ἡ ἀπόφασις αὕτη θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ καταλογισθῇ ἐν τῷ συνόλῳ τῶν χρεῶν πιστωτικὸν ὑπόλοιπον εἰς ὄφελος τῆς Ἑλλάδος 312 ἑκατομμύρια χρυσᾶ φράγκα, ἤτοι 12½ ἑκατομμύρια Ἀγγλικῶν λιρῶν. Ἡ διαιτησία λοιπὸν ἡ ἐπιτευχθεῖσα δὲν ἀνεφέρετο εἰς παρωνυχίδα τινὰ ἀλλ’ εἰς τὴν κυριωτέραν τῶν Γαλλικῶν ἀπαιτήσεων καὶ εἰς τὴν βασιμωτέραν τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιώσεων καὶ καλῶς διενεργουμένην θὰ ἔλυε τὸ ὅλον πρόβλημα τῶν χρεῶν κατὰ τὸν ἱκανοποιητικώτερον δι’ ἡμᾶς τρόπον, ἀλλ’ ἡ διαιτησία δὲν περιορίζετο εἰς αὐτὸ καὶ μόνον τὸ σημεῖον, καθόσον ἐν τῷ συνυποσχετικῷ περιλαμβάνεται ρήτρα ἡ ὁποία δὲν ἐτέθη εἰς αὐτὸ μόνον ὅπως προστεθῇ μία τρίτη παράγραφος ἀλλ’ ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν καὶ θετικὰς συνεπείας. Ἡ τρίτη παράγραφος ἀναφέρει ὅτι «ὁ διαιτητὴς θὰ λάβῃ...» Θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς συμφωνίας τῆς ἀφορώσης τὸ πολεμικὸν ὑλικόν. Ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ περεταίρω «ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀποφανθῇ ὁ διαιτητής....παραχωρήσεις». Ἐάν, κύριοι, ἔχουν ἀξίαν αἱ ρῆτραι εἰς τὰς συμφωνίας εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ ἔννοια, τὸ περιεχόμενον καὶ ἡ σημασία τῆς διατάξεως ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθοῦν ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ ὅτι ἡ ρήτρα αὕτη ἐπιβάλλει εἰς τὸν διαιτητὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ποῖαι ἦσαν αἱ ἀρχικαὶ ἀπαιτήσεις ἑκατέρας τῶν Κυβερνήσεων ἐφ’ ὅλων τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεφύησαν ἀρχεῖθεν μεταξὺ αὐτῶν, νὰ ἐκτιμήσῃ ποῖαι παραχωρήσεις ἐγένοντο παρὰ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου μέρους καὶ νὰ ἀποφανθῇ μετὰ πάσης δικαιοσύνης ποῖος προέβη εἰς θυσίας ὅπως αἱ θυσίαι αὗται ὑπολογισθοῦν. Ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ οὐσία διὰ ποῖον τότε λόγον θὰ ἐθεσπίζετο ἡ πλατωνικὴ οὕτως εἰπεῖν ἀναγνώρισις τῶν ἑκατέρωθεν παραχωρήσεων; Ὄχι, ἡ ἔννοια εἶναι πασίδηλος. Αἱ γενόμεναι παραχωρήσεις θεωροῦνται ὅτι ἐγένοντο, ὡς ἔχει ἄλλωστε καὶ τὸ πρᾶγμα ὡς προσωριναὶ καὶ ὡς τελοῦσαι ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς τελικῆς ἐν φιλικῷ πνεύματι διευθετήσεως τοῦ συνόλου τῶν διαφορῶν ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἴσχυον. Καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν θὰ ἐξέδιδε ὁ διαιτητὴς θὰ ἐλάμβανε ὑπ’ ὄψιν τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ θὰ ὑπελόγιζε τὰς παραχωρήσεις ὅπως καθορίσῃ τὸ ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ τοῦ συνόλου τῶν λογαριασμῶν. Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ διευκρινίσθη πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ συνυποσχετικοῦ καὶ ὅλοι ἔμειναν σύμφωνοι, ἐπ’ αὐτῆς εἰς τὴν Γενεύην καὶ οἱοσδήποτε διαιτητὴς ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποδώσῃ καὶ οὗτος τὴν ὀρθὴν εἰς τὴν ρήτραν ταύτην ἔννοιαν. Περιεβλήθη λοιπὸν οὗτος δι’ εὐρυτάτων δικαιωμάτων ὅπως ἐκτιμήσῃ ἐὰν πράγματι ἐγένοντο αἱ παραχωρήσεις ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας ἢ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐὰν ἤθελεν συμπέσει ἡ γνώμη του πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἤθελεν δεχθῇ οὗτος τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ὑπεστήριξεν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τοῦ νομίσματος, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρέος τῆς Τραπέζης θὰ κατελόγιζε τελικῶς ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Ἑλλάδος τὴν ἀξίαν τῶν παραχωρήσεων τούτων. Ἀλλ’ ὑπῆρχε πιθανότης τις διαιτητικὴ καλόπιστος νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς χαρτὶ τὸ χρέος της, καὶ νὰ πληρωθῇ εἰς χρυσόν. Σᾶς ἀνέφερα νομίζω ἤδη ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις διὰ νὰ δώσῃ πυροβόλα καὶ κάρβουνο δι’ αὐτῶν τῶν δύο κυρίως ὑλικῶν ἐφοδιάσθημεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν ἠναγκάσθη αὐτὴ νὰ τὰ προμηθευθῇ ἀπὸ ξένας ἀγορὰς εἰς τὰς ὁποίας εἰς χρυσὸν ἐχρεώθη τὴν ἀξίαν των, καὶ τὴν κατέβαλεν εἰς χρυσόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠμφισβήτησεν τὴν ἄποψιν ταύτην σήμερον εἰπὼν ὅτι ἡ Γαλλία εἶχεν καὶ αὐτὴ εἰς τὸν τόπον της πρώτας ὕλας καὶ τὰς πρώτας αὐτὰς ὕλας τὰς κατηργάζετο εἰς τὰ ἐργοστάσιά της, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἐπεξειργάζετο καὶ τὰ ὑλικὰ τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύετο ἔξωθεν. Τοῦτο εἶναι ἀναληθέστατον καθόσον δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ὅτι ἡ Γαλλία προκειμένου περὶ πυροβόλων ἠναγκάσθη νὰ ἀγοράσῃ διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἰδίων της μέσων καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἰδίου της στρατοῦ ἔξωθεν καὶ ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν.
§49Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Γαλλία ἔδωσε πυροβόλα μετρητὰ εἰς τὴν Ἀμερικήν.
§50Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πότε;
§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὸν πόλεμον. Ἀφῆστε τοὺς ἐγωϊσμούς.
§52Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουν οἱ ἐγωϊσμοί; Τὰ γεγονότα ἐνδιαφέρουν. Λοιπὸν ἡ Γαλλία εἶχε προμηθευθῆ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ ἄνθρακας καὶ πυροβόλα ἔξωθεν διὰ τὰς ἀνάγκας της καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ ἀγοράσῃ ἄλλοθεν, καὶ πράγματι ἠγόρασε καὶ τὰ πυροβόλα καὶ τὸ κάρβουνο τὸ ὁποῖον διέθεσεν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον αὕτη ἐχρεοῦτο εἰς χρυσὸν καὶ ἐξώφλει τὸ χρέος της εἰς χρυσόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν ὅτι τὰ κονδύλια ταῦτα ἀπετέλουν ἴδιον λογαριασμόν. Δὲν ἐχρεοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μὲ τὴν ἀξίαν τῶν πυροβόλων, ἀλλ’ ἐχρεοῦτο ἴδιος λογαριασμός, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἐκκαθαρισθῇ μετὰ τὸν πόλεμον ἀποφαινομένων τῶν δυνάμεων ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ καὶ δημοσιονομικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐπέτρεπον τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους της τούτου. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταί, ποίαν σχέσιν ἔχει τὸ ὅτι ἔγινεν ἴδιος λογαριασμός, ὁ ὁποῖος θὰ ξεκαθαρίζετο μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐχθροπραξιῶν; Αἱ ἀγοραὶ δὲν ἦσαν ἀγοραὶ τῆς Ἑλλάδος; Αἱ προμήθειαι δὲν ἦσαν τῆς Ἑλλάδος; Ἐπρόκειτο ὁ λογαριασμὸς αὐτὸς νὰ δημιουργήσῃ ἰδίους πόρους διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους; δὲν θὰ ἐγένετο ἡ ἐξόφλησις ἐὰν εὑρίσκετο ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὴν πρὸς τοῦτο ἀναγκαίαν οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν; Δὲν θὰ ἦτο τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ προέβαινε εἰς τὴν πληρωμήν; Εἶναι ἐπιχείρημα τὸ ὅτι ἐσχηματίσθη ἴδιος λογαριασμὸς πρὸς λογιστικὴν ἁπλῶς εὐκολίαν περὶ τοῦ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο ὑποχρεωμένη διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους αὐτοῦ εἰς τὸ προσῆκον νόμισμα; Ἡ συμφωνία ἔλεγε ὅτι ἡ πληρωμὴ τοῦ χρέους αὐτοῦ θὰ ἐγένετο εἰς φράγκα μὴ καθοριζομένου ἀκριβῶς ἐὰν εἰς φράγκα χάρτινα ἢ φράγκα χρυσᾶ, θὰ ἐπληρώνετο τὸ χρέος μετὰ τὸν πόλεμον ἀλλὰ πρὸ τοῦ πέρατος τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν ἐχθροπραξιῶν αἱ δύο δυνάμεις δι’ ἀποφάσεώς των εἶπον ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς οἰκονομικῆς της θέσεως νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, ἀποφάσεως κατὰ τῆς ὁποίας διεμαρτυρήθημεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι λογικὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι καὶ αἰρωμένης τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ὡς ἦρθεν αὕτη διὰ τοῦ συνυποσχετικοῦ θὰ ἔφθανε ποτὲ κριτὴς ἀμερόληπτος νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Γαλλίαν νὰ δεχθῇ πληρωμὴν πολεμικοῦ ὑλικοῦ χρεωστουμένου παρ’ αὐτῆς εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καὶ δὴ εἰς χρυσόν, νὰ δεχθῇ λέγω αὕτη ἐξόφλησιν εἰς νόμισμα χάρτινον. Ἀνέφερα, ὅτι δυνάμει τῆς αὐτῆς ἀρχικῆς συμφωνίας, εἴχομεν προμηθευθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν ὅμοιον ὑλικὸν καὶ ὅτι θὰ ἐπληρώναμεν τὸ ὑλικὸν τοῦτο εἰς χρυσόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρνήθη καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ τὸ ἠρνήθη κατὰ τίνα τρόπον; Τὸ ἠρνήθη ἰσχυρισθεὶς ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ἐπληρώνετο ὁ λογαριασμὸς οὗτος εἰς χρυσὸν ἀλλ’ εἰς λίρας. Θὰ ἤθελον νὰ μάθω ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ χρυσοῦ καὶ λιρῶν; Ὁ πρῶτος λογαριασμὸς ἦτο φράγκα, διότι τὰ φράγκα εἶναι τὸ νόμισμα εἰς τὴν Γαλλίαν, χρυσᾶ ἢ χάρτινα δὲν ἦτο καθωρισμένον. Ὁ ἄλλος λογαριασμὸς ἀνέφερε λίρας. Ἡ ἀξία τοῦ χορηγηθέντος ὑλικοῦ ἦτο ἴση δι’ ἀμφότερα τὰ Κράτη καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαῖον. Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ ὑλικὸν τὸ ὁποῖον ἐπρομηθεύθημεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν νὰ τὸ πληρώσωμεν εἰς νόμισμα ἀκέραιον, εἰς λίρας, τὸ δὲ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐπρομηθεύθημεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν νὰ τὸ πληρώσωμεν εἰς νόμισμα ἠλαττωμένον κατὰ τὰ ⅘ τῆς ἀξίας του; Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία ἐδόθη ἀπάντησις διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀπάντησις. Εἴχομεν καὶ ἡμεῖς δύο ἀπαιτήσεις ἀπέναντι τῆς Γαλλίας. Εἴχομεν τὴν ἀπαίτησιν, τῆς ὁποίας τὸ ἱστορικὸν ἐξήγησα εἰς τὴν προηγουμένην μου ὁμιλίαν. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶχε ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν, παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ δηλαδὴ Κράτους νὰ διαθέτῃ προκαταβολὰς εἰς δραχμὰς διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἐν Μακεδονίᾳ στρατευμάτων της πρὸς ἀποφυγὴν ἐξαγωγῆς συναλλάγματος, ἥτις θὰ συνετέλει εἰς ἐπιδείνωσιν τῆς νομισματικῆς της καταστάσεως. Καὶ πρὸς ρύθμισιν τῶν προκαταβολῶν ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐγένοντο τρεῖς συμβάσεις ἐξ ὧν ἡ πρώτη εἶναι τοῦ 1918, αἱ δύο ἄλλαι τοῦ 1919. Ἡ πρώτη σύμβασις τοῦ 1918 ἔλεγε τὰ ἑξῆς: Θὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους νὰ παράσχουν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὅλην των τὴν προσοχήν. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ χορηγήσῃ εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ τῆς Γαλλίας τὰς ἀπαιτουμένας δραχμὰς διὰ τὰς δαπάνας τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων καὶ τὰς λοιπὰς τρεχούσας δαπάνας τῶν εἰρημένων Κυβερνήσεων ἐν Ἑλλάδι». Ἡ διατύπωσις τῶν δύο ἑπομένων συμβάσεων εἶναι ὁμοία. Ἡ Ἑλληνικὴ λοιπὸν Κυβέρνησις κατὰ τὰς συμφωνίας ταύτας ὤφειλε νὰ διαθέσῃ τὰς προκαταβολὰς διὰ τὴν συντήρησιν τῶν Γαλλικῶν στρατευμάτων καὶ τὰς διέθεσεν οὕτως διὰ τῆς ἐκδόσεως, ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χαρτονομίσματος. Ἀνέγνωσε σωρείαν ἐγγράφων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ πίστωσις ἐγένετο ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ πρὸς δημιουργίαν ἀπατηλῶν ἐντυπώσεων ἀνέφερε ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπιστώθη διὰ τοῦ καταβληθέντος ποσοῦ. Ἀλλὰ πρὶν ἀναγνώσῃ τόσον στομφωδῶς τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶχον ἤδη δώσει τὴν ἐξήγησιν τοῦ μηχανισμοῦ ὅστις ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὴν καταβολὴν τῶν πιστώσεων, μηχανισμοῦ ὅστις εἶχε ὡς συνέπειαν τὴν τυπικὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πίστωσιν, διὰ τῶν καταβαλλομένων ποσῶν. Καὶ εἶπον ὅτι εἰς τὰς συμφωνίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι συμβαλλομένη ἀλλ’ ἀναφέρεται ἐν αὐταῖς δι’ ὃν λόγον θὰ ἐκθέσω πάλιν ὅτι πίστωσις θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἴτε ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου εἴτε ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ σχετικὴ ρήτρα ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον ἢ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, θὰ πιστωθῇ ὑφ’ ἑκάστης δανειζομένης Κυβερνήσεως, εἰς τὸ Ἐθνικὸν νόμισμα τῆς Κυβερνήσεως ταύτης διὰ τῶν ἀντιστοιχούντων πρὸς τὰς προκαταβαλλομένας δραχμὰς ποσῶν, τῶν νομισμάτων λογιζομένων εἰς τὸ ἄρτιον. Τὰ ποσὰ δι’ ὧν πιστωθήσεται τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον Ταμεῖον ἢ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ φέρωσι τόκον 5% ἐτησίως». Ἦτο ἀρκετὸν νὰ ἀναγνώσητε τὴν ρήτραν αὐτὴν ὅπως ἀποφύγητε τὸν κόπον τῆς ἀναγνώσεως τῆς σωρείας τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ ἐφαρμογὴ τοῦ ὅρου τούτου τῆς συμφωνίας, ὅρου δυνάμει τοῦ ὁποίου πίστωσις ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ καὶ διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐφ’ ὅσον κατὰ τὰς ἀντιλήψεις αἵτινες ἐκράτουν κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμφωνιῶν ἡ χορήγησις τῶν προκαταβολῶν θὰ ἐπραγματοποιεῖτο, ὡς καὶ πράγματι συνέβη, διὰ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, τοὺς δὲ λογαριασμοὺς τοὺς ἐκ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος προερχομένους τοὺς ἐτήρει, ὡς γνωστὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐχὶ ἐξ ἰδίου δικαιώματος ἀλλ’ ὡς διαχειριστὴς καὶ ἐντολοδόχος τοῦ Κράτους. Αὐτὴ ἡ Ἐκδοτικὴ δηλαδὴ Τράπεζα κρατεῖ εἰς τὴν πιστωτικὴν κυκλοφορίαν, τὸν λογαριασμὸν τῶν δανείων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τὸν λογαριασμὸν δυνάμει τοῦ διατάγματος τοῦ 1923 διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ὡσαύτως ἔκδοσις χαρτονομίσματος ἔχοντος ὡς κάλυμμα ἀντίστοιχον ποσὸν συναλλάγματος καὶ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος μὲ κάλυμμα τῆς πιστώσεως τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐνήργει δι’ ἴδιον αὑτῆς λογαριασμόν; Προέβαινε ἡ Τράπεζα εἰς τὸ ἄνοιγμα τῶν λογαριασμῶν τούτων ἐξ ἰδίου δικαιώματος, ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας; Ἐχορήγησεν ἡ Τράπεζα τὸ χρῆμα αὐτὸ ἐκ τῶν κεφαλαίων της; Διέθεσε καὶ ὀβολὸν ἡ Τράπεζα ἐξ ἰδίου ὑπὲρ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως; Τὶς θὰ ἐτόλμα νὰ ἰσχυρισθῇ τοιοῦτόν τι. Τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον διέθεσε τὸ ἠρύσθη ὄχι ἐκ τῶν ταμείων της ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, διὰ τῆς ἀσκήσεως δηλαδὴ δικαιώματος ἀνήκοντος εἰς τὸ Κράτος καὶ διὰ χρήματος ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἄν ἀνοίγεται ἕνας λογαριασμὸς τοῦ ὁποίου τὴν διαχείρισιν μόνον ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τοῦτο τὸ πράττει ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὑτῆς ὡς ἀντιπροσώπου καὶ ὡς ἐντολοδόχου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Τράπεζα ἀπὸ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν δὲν ἐλάμβανεν τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον προμήθειαν καὶ τὰς δαπάνας της χωρὶς καμμίαν εὐθύνην χωρὶς κέρδος ἢ ζημίαν. Εἶναι λοιπὸν καθαρὰ ἡ συμφωνία ἡ ὁποία συνεμολογήθη μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γαλλικῆς, μεταξὺ πάντοτε τῶν δύο κυβερνήσεων καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα παίζει ρόλον καθαρῶς μηχανικὸν μὴ οὖσα συμβαλλόμενον μέρος, ἢ χρηματοδότης, ἢ χορηγός, ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ὑπεύθυνος. Τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντεταχθῇ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Τράπεζα κρατεῖ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ φέρεται τυπικὴ ἡ προκαταβολὴ εἰς πίστωσιν αὐτῆς; Δὲν φέρεται εἰς πίστωσιν καὶ χρέωσιν τῆς Τραπέζης ὁ λογισμὸς τοῦ Διατάγματος τοῦ 1928 Εἶναι λογαριασμοὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Ὅπως τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν θὰ ἠδύνατο νὰ τὴν διεξαγάγῃ ἓν δημόσιον ταμεῖον τὴν διεξήγαγεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀσκοῦσα ἀποστολὴν δημοσίου ὀργάνου. Ἠδύνατο νὰ διεξαχθῇ ἡ ἐργασία αὕτη, ὡς καὶ πᾶσα ἔκδοσις χαρτονομίσματος ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ κεντρικὸν Ταμεῖον ἀλλὰ κατὰ κανόνα αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι ἀναλαμβάνουν καὶ ὀρθῶς τὰς δημοσίας λειτουργίας τὰς σχετικὰς πρὸς τὴν κυκλοφορίαν. Τὸ γεγονὸς λοιπὸν ὅτι ἤχθησαν οἱ λογαριασμοὶ εἰς πίστωσιν τῆς Τραπέζης δὲν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ἡ διαχείρησις ἐγένετο ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χωρὶς τοῦτο ποσῶς νὰ ἐπιρρεάζῃ τὰς οἰκονομικὰς μεταξὺ τῶν Κρατῶν σχέσις. Ἡ συμφωνία καὶ ἡ χρηματοδότησις καὶ αἱ προκαταβολαὶ ἀφοροῦν μόνον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὐχὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὸ χρέος συνήφθη μεταξὺ δύο Κυβερνήσεων καὶ οὐδεμία ἐχορηγήθη πραγματικὴ πίστωσις ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Σᾶς ἐξήγησα ποία ὑφίσταται ριζικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν πιστώσεων τούτων καὶ τῶν πιστώσεων αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὰς Ἀγγλικὰς Τραπέζας. Πῶς λοιπὸν ὅταν ἡ συμφωνία συνομολογήθη μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων τὸ χρῆμα κατεβλήθη ἐκ κεφαλαίων τοῦ Κράτους καὶ ἡ Τράπεζα δὲν ἐλάμβανεν εἰμὴ μόνον τὴν προμήθειαν καὶ τὰς δαπάνας της, θὰ ἠθέλατε νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον τῆς Κ.Τ.Ε. καὶ νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι ἡ πίστωσις αὐτὴ εἶναι ἐμπορικῆς φύσεως ὀφειλομένη εἰς τὴν Ἐθνικὴν μόνον Τράπεζαν ὡς ἰδιωτικὸν πιστωτικὸν ὀργανισμὸν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν; Ἐὰν ἡ ὀφειλὴ ἦτο πράγματι ὀφειλὴ Κυβερνήσεων, πᾶσα ἐμμονὴ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ χρέους τούτου ὡς ἐμπορικοῦ, θὰ ἦτο καθαρὰ ἀπώλεια χρόνου προωρισμένη νὰ ἐξασθενήσῃ τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ ὄχι νὰ ἐνισχύσῃ τὰς ἀπόψεις μας.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχετε πίστιν εἰς τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος.
§54Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφήσατε τὰς ἀοριστολογίας. Πίστιν ἔχει πάντοτε εἰς τὰς δικαία ὑποθέσεις (Θόρυβος, διάλογος). Συνδέει ἢ δὲν συνδέει ἡ σύμβασις τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μετὰ τῆς Γαλλικῆς; Εἶνε χορηγὸς τὸ Κράτος ἢ ἡ Τράπεζα; Εἶναι τὸ χρῆμα τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, χρῆμα ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἢ χρῆμα ἀνῆκον εἰς τὴν Τράπεζαν; Εἶναι ἢ δὲν εἶνε ὁ μόνος διαχειριστὴς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῶν λογαριασμῶν, τῶν προερχομένων ἐκ τῆς κυκλοφορίας; Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα καὶ κανεὶς ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ χρῆμα, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς κυκλοφορίας χαρτονομίσματος ἀνῆκεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ὄχι χρῆμα ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος. Εἶναι λοιπὸν συνομολογουμένη ἡ σχέσις ἡ γεννηθεῖσα ἐκ τῶν προκαταβολῶν σχέσις δύο Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ἔχομεν κυρίως, καὶ ἄλλην ἐπίκρισιν, λέγουν δηλαδὴ ὅτι, τὸ χρέος αὐτὸ ὄχι μόνον ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ καὶ νὰ καταβληθῇ εἰς χρυσόν. Ἡ σύμβασις, ἡ σχετικὴ μὲ τὰς προκαταβολάς, περιέχει τὴν ἑξῆς μνείαν, σχετικῶς πρὸς τὸ εἶδος τοῦ νομίσματος (ἀναγιγνώσκει) «τὰ δυνάμει τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ παρόντος ἄρθρου προκαταβαλλόμενα ποσά, θὰ ἐξοφληθοῦν εἰς δραχμάς». Θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζω ἐὰν ἔχει γνῶσιν τῆς ρήτρας ταύτης καὶ θὰ ἐπαναλάβω τὴν ἀνάγνωσίν της.
§55Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν εἶπα καὶ τὴν ἀνέφερα ὅτι, ἐπειδὴ τὸ χρέος ἦτο συνωμολογημένον εἰς δραχμὰς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον τὴν ὑπόθεσιν, ἐπίστευαν ὅτι θὰ ἐξοφληθῇ εἰς χαρτίνας δραχμάς. Ἐξήγησα διότι ἠσφαλίσθημεν κατὰ τοῦ κυνδύνου· διότι ὡρίζετο ὅτι καθίστατο ἀπαιτητὸν τὸ χρέος καὶ καθιστάμενον ἀπαιτητόν, ἦτο πληρωτέον εἰς τὸ νόμισμα τῆς ἰσοτιμίας.
§56Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος εἴμεθα εἰς τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως· θὰ ἔλθω μετ’ ὀλίγον εἰς τὴν ἄλλην παρατήρησιν. Τὸ γράμμα εἶνε σαφὲς «τὰ δυνάμει τῆς 1ης παραγράφου τοῦ παρόντος ἄρθρου προκαταβαλλόμενα ποσὰ θὰ ἐξοφληθῶσιν εἰς δραχμὰς ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς παύσεως τῶν ἐχθροπραξιῶν». Ἔπρεπε κατά τινα οἱονδήποτε τρόπον νὰ μετατρέψωμεν τὰς δραχμὰς εἰς χρυσᾶ φράγκα. Πῶς; Εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτὴν ὁρίζεται, ὅτι «καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ συνάλλαγμα τῶν δανειζομένων ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὸ ἄρτιον ἢ ὑπὲρ τοῦ δανειζομένου, τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον ταμεῖον ἢ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος θὰ δύνανται νὰ πληρωθῶσιν οἱ ἴδιοι χωρὶς νὰ ἀναμένωσιν τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας, διὰ τραβηγμάτων ὡρισμένων ἐπὶ τῶν ἐν τῇ 2ᾳ παραγράφῳ διαλαμβανομένων πιστώσεων. Ἡ εὐκολία τῆς πραγματοποιήσεως τοιούτων τραβηγμάτων ἤθελε παύσῃ ἐὰν τὸ συνάλλαγμα μεταξὺ τῶν δύο εἰρημένων νομισμάτων ἐπανήρχετο ὑπὲρ τῆς δραχμῆς». Δοθέντος δὲ λέγει ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ ἰσοτιμία ἀπεκατέστη τὴν 1ην Ἀπριλίου 1921 ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ δραχμὴ μετετράπη εἰς νόμισμα ὑγιὲς κατὰ τὴν ἀναλογίαν τὴν ἰσχύουσαν τότε μεταξὺ Γαλλικοῦ φράγκου καὶ δραχμῆς. Ἀλλὰ οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι ὅλαι αἱ συμφωνίαι αἱ ρυθμίζουσαι τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν συμμαχικῶν Κυβερνήσεων ὥριζαν προθεσμίας πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν ἀλλ’ οὐδεμία τῶν προθεσμιῶν τούτων ἐτηρήθη εἰς τὴν πρᾶξιν· ἡ μετὰ τὸν πόλεμον προκύψασα οἰκονομικὴ κατάστασις ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ μὴν εἶναι δυνατὴ ἡ ἄμεσος τῶν χρηματικῶν δοσοληψιῶν ἐκκαθάρισις. Ἐὰν οἱ κανόνες περὶ ὑπερημερίας ἤθελον ἰσχύσῃ ἐν προκειμένῳ ὅλα τὰ Κράτη θὰ ἦσαν ὑπερήμερα καὶ θὰ ὑφίσταντο τὰς συνεπείας τῆς ὑπερημερίας. Ἀλλ’ ἐφηρμόσθησαν καὶ εἰς μίαν ἔστω περίστασιν οἱ νομικοὶ κανόνες τῆς ὑπερημερίας; οὐδὲ ἐφηρμόσθησαν αὐτοὶ καὶ δυνατὸν ἦτο νὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς σχέσεις μεταξὺ Κρατῶν, σχέσεις καλῆς πίστεως. Ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἰσχύουν τὰ δικονομικὰ μέσα τῶν συνήθων συναλλαγῶν. Τότε τὰ Κράτη εὑρέθησαν εἰς ὑπερημερίαν, μεταβάλλει τὴν φύσιν καὶ τὰς βάσεις τῶν συμφωνιῶν. Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ 1921 ἠδύνατο νὰ κάμῃ τραβήγματα, ἐκ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἡ Ἑλλὰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔκαμε, ὄχι διότι δὲν θὰ ἐπεθύμει νὰ τὰ κάμει ἀλλὰ διότι συνεισθάνετο ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν κρατοῦσαν τάξιν εἰς τὰς ἰδιωτικὰς συναλλαγάς, ἐκ τοῦ γεγονότος λέγω τούτου τί ἠμπορεῖ σοβαρῶς νὰ προβάλω ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πληρωμῆς εἰς δραχμὰς μετρητὰς εἰς ὑποχρέωσιν πληρωμῆς εἰς χρυσόν; Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι δὲν ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν ἡ πληρωμὴ τοῦ χρέους καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ 1927 ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἠντλήσαμεν δικαιώματα ἀντίθετα πρὸς τοὺς ρητοὺς τῆς συμβάσεως ὅρους ἃς εἶχε ὁ ὅρος τῆς ἐξοφλήσεως εἰς δραχμάς; ὅπως ἐνισχύσῃ ἐπιχειρηματολογίαν ἐξεζητημένην καὶ καταφέρει ἀσύστατον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ εἶπεν ὅτι ἀντί, νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν βάσιν τῶν ἀξιώσεών μας, θὰ ἔπρεπε, ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, προκειμένου περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν Βουλγαρικῶν. Ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις μετὰ τὸν πόλεμον ἐπλήρωσε εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς οὐχὶ εἰς χρυσὸν ἀλλ’ εἰς νόμισμα χάρτινον, ὅταν δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς θὰ ἠρνεῖτο καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ νὰ πληρώσωμεν τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν εἰς χαρτί; Ἀλλὰ λησμονεῖται ἀπὸ σκοποῦ ἢ ἐξ ἀγνοίας ἓν θεμελιῶδες γεγονὸς ὅτι ὁ διακανονισμὸς τοῦ Βουλγαρικοῦ χρέους, δὲν ἦτο διακανονισμὸς χρεῶν συνωμολογηθέντων μεταξὺ Κυβερνήσεων ἀλλὰ διακανονισμὸς χρεῶν τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ξένους ἰδιώτας, Γάλλους ἢ Ἀμερικανούς, χρεῶν πρὸς τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν εἶχεν σχέσιν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις. Ὅταν μετὰ τὸν πόλεμον ἡ Βουλγαρία ἐδήλωσε, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἀδυναμίαν, νὰ πληρώσῃ τοὺς πιστωτάς της εἰς νόμισμα ὑγιές, οἱ ἰδιῶται πιστωταί της διεξήγαγον διαπραγματεύσεις καταληξάσας εἰς συμβιβασμόν, ἐπιτρέποντα εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ἐμπορικόν της χρέος πρὸς τὰς ξένας ἀγορὰς κατὰ ποσοστὸν ὀφειλομένων ποσῶν εἰς νόμισμα ὑγιές. Ὑποχρέωσιν ὁμοίας φύσεως εἴχομεν καὶ ἡμεῖς πρὸς τὰς ξένας ἀγορὰς, τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης– Μοναστηρίου. Καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐπράξαμεν καὶ ἡμεῖς ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις καὶ ἤλθομεν εἰς συμφωνίαν κατ’ ἀρχὴν μὲ τοὺς πιστωτάς μας δεχθέντας νὰ πληρωθοῦν μὲ 60% μόνον. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀσυγχώρητος ἡ σύγχυσις τελείως ἀνομοίων χρεῶν καὶ ἡ ἰδέα ὅτι θὰ εἴχομεν τὴν δύναμιν, τὴν αὐτὴν νὰ μετέλθωμεν τακτικὴν καὶ ἀπέναντι τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ζητοῦντες μάλιστα ταὐτοχρόνως παρ’ αὐτῆς νὰ ἱκανοποιήσῃ ὅλας μας τὰς ἀξιώσεις. Θὰ ἀπεδείκνυε τοῦτο ἀνωφελὲς κακὸν καὶ θὰ ἔστρεφε καθ’ ἡμῶν ὅλους τοὺς ἠθικοὺς παράγοντας ἐφ’ ὧν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς κατίσχυσιν τοῦ δικαίου μας. Τὰ κείμενα τῶν συμφωνιῶν ἦσαν ἐναντίον τῶν ὑπερφιάλων ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας βεβιασμένως θέλει νὰ ἐξάρῃ σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅπως δημιουργήσῃ ἀφορμὰς σαθρῶν καθ’ ἡμῶν κατηγοριῶν. Τὸ οὐσιαστικὸν δίκαιον πάντες ἐναντίον τοιούτων ἀξιώσεων, μία ἦτο ἡ ὁδὸς ὅπως ἀποτρέψωμεν καθ’ ἡμῶν ἀδικίας, ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐνεπνεύσαμεν εἰς πάντας τὴν πεποίθησιν πρὸς τὴν καλήν μας πίστιν καὶ τὴν ἀμέριστον συμπάθειαν πρὸς τὸν ἀγῶνα μας. Ἄλλη πολιτικὴ δὲν θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα εἰμὴ νὰ ὑποσκάψῃ ἀθεραπεύτως τὰς ἠθικὰς τάσεις τῆς προσπαθείας ἡμῶν. Καὶ κατάσχεσιν ἡ προσπάθειά μας. Εἰς καμμίαν αὐθαίρετον τῆς Γαλλίας ἀξίωσιν ὑπεχωρήσαμεν πᾶσαν ὑποχρέωσίν μας ἐξηρτήσαμεν ἐκ τῆς συνολικῆς διευθετήσεως τῶν διαφορῶν. Τὸ σημείωμα Τσουδεροῦ–Μαρὲν δὲν ἔθιξεν τὸ παράπαν τὰ δικαιώματά μας, ἀκέραια παραμένουν μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ ἐφ’ ὅλων τῶν σημείων συμβιβασμοῦ. Ἀλλ’ εἴχομεν σαφῆ γνῶσιν ποῖαι ἀξιώσεις μας ἦσαν πραγματικαὶ καὶ ποῖαι δὲν ἦσαν καὶ ἐκ τῶν πρώτων ἐστηρίχθημεν ὅπως φθάσωμεν ὡς ἐφθάσαμεν εἰς γενικὴν διαιτησίαν. Ἐὰν ὑπάρχει τι τὸ ἐκπληκτικὸν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶναι ἡ στάσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅστις σὺν τοῖς ἄλλοις ἐπιζητεῖ νὰ ἀρυσθῇ ἐπιχειρήματα περὶ τῆς ἐμπορικότητος δῆθεν τῆς χρήσεως τῆς Τραπέζης ἐκ τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης. Ἀλλ’ εἰς τὴν Χάγην, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἀπαιτήσασα ἤδη προκαταβολικῶς δὲν ἔγινε συζήτησις ἐπὶ τῶν διαφορῶν τούτων, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχε κανὲν συμφέρον, κανένα λόγον ἡ Γαλλία νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἐρεύνας μὴ ἐνδιαφερούσας αὐτήν. Εἰς τὴν Χάγην ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὰς κρισίμους στιγμὰς καθ’ ἃς διεκυβεύοντο κολοσσιαῖα συμφέροντά της, ὅταν ὑπὸ τὰ πλήγματα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας ἐσείετο ἐκ βάθρων ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τοῦ σχεδίου Γιώγκ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριζε τὴν οἰκονομικήν της ἀνασυγκρότησιν θὰ ἦτο ἀφελὲς νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ ἐλεπτολόγει αὕτη καὶ θὰ ἀπησχολεῖτο περὶ τῆς ἐμπορικότητος ἢ μὴ τοῦ χρέους τῆς Τραπέζης. Συμφέρον εἶχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ προσελκύσῃ μὲ τὸ μέρος της ἢ νὰ μὴ ἀφίσῃ νὰ ταχθῇ μὲ τὴν ἀντίθετον πλευρὰν ἡ χορεία τῶν μικρῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ἠθικοῦ των ὄγκου θὰ ἠδύναντο νὰ βαρύνουν τὴν πλάστιγγα ὑπὲρ τῶν Ἀγγλικῶν ἀπόψεων. Διεξάγουσα τοιούτου εἴδους πάλην, φανερὸν ἦτο ὅτι πᾶν συμφέρον εἶχε νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τοὺς μικροὺς καὶ νὰ κάμῃ θυσίας ὑπὲρ αὐτῶν καὶ δὴ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἔστω καὶ φαινομενικὰς χωρὶς νὰ τὴν θίγουν. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἰσχυρίσθη ὅτι εἰς τὴν Χάγην δὲν εὑρέθη ὑπὸ συνθήκας εὐνοϊκωτέρας ἐκείνων ὑφ’ ἃς ἡμεῖς εὑρέθημεν διεξάγοντες τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν, διότι, ἐὰν εἶχε συμφέρον ἡ Γαλλία νὰ εἶναι ὑποχωρητικὴ ἀπέναντί μας, αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συνεμερίζοντο τὰς πληρωμὰς ἐκ τῶν ἐπανορθώσεων τοῦ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέους δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ συμμερισθοῦν τὴν ἀντίληψιν ταύτην ὑφιστάμεναι θυσίας διὰ παράλογον τῆς Ἑλλάδος ἀπαίτησιν. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν δὲν εἴμεθα εἰς τὴν Χάγην, ἡ κοινὴ ἀντίληψις καὶ ἡ στοιχειώδης λογικὴ μᾶς φανερώνει τί κατὰ τὴν Διάσκεψιν ἐκείνην ἔλαβε χώραν. Τί ἁπλούστερον τούτου; Τὰ ἄλλα Κράτη εἶχον καὶ αὐτὰ ἐπιδιώξῃ καὶ εἶχον συγκεντρώσῃ τὴν προσοχήν των εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεών των καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐπραγματοποιεῖτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσέλθουν εἰς λεπτομερείας ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἠγνόουν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν τὰ ἔθιξεν καιρίως. Ἰσολογισμὸν ἔκαμεν ἓν ἕκαστον τῶν Κρατῶν τῶν ἰδίων του συμφερόντων ἐκ τοῦ διακανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγίνετο καὶ ἂν ἐκ τούτου ἤντλει ὠφελήματα ἔναντι ἔστω καὶ μικρῶν θυσιῶν ὅπως γίνεται εἰς πάντα διακανονισμὸν τοῦτο ἤρκει ὅπως μὴ ἡ πολυπραγμοσύνη τῶν ἀντιπροσώπων του εἰσέλθει εἰς διονύχισιν ξένων ζητημάτων, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδὲ χρόνος οὐδὲ ἐνδιαφέρον ὑπῆρχε ἐνώπιον τῶν ἄλλων κεφαλαιωδῶν σημείων, ὑπάρχει τούτου τι προφανέστερον; Ἀλλ’ ἡ πληρωμὴ τῆς Ἑλλάδος ἔγινε κυρίως διὰ τῆς ἐκχωρήσεως τῶν ποσοστῶν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἡ δὲ συμμετοχὴ τῶν ἄλλων Κρατῶν εἶναι ἐντελῶς μηδαμινὴ ἡ δὲ ἐκχώρησις τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως γενομένη ἐπὶ τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων δὲν ἀπετέλεσε διὰ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν θυσίαν τινά, ἔστω καὶ μικροῦ δοθέντος ὅτι ἡ Γαλλία καθ’ ἃ ρητῶς ὁ ἴδιος πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισεν εἰς τὰς ἀνατολικὰς ἐπανορθώσεις καὶ δὴ τὰς Βουλγαρικὰς ἀπὸ πολλοῦ ἡ Γαλλία εἶχε παύσει ν’ ἀποβλέπῃ σοβαρῶς. Περὶ πλατωνικῆς λοιπὸν μόνον ἐπρόκειτο θυσίας, ἐξασφαλιζούσης εἰς αὐτὴν τὴν ἐτησίαν πληρωμὴν κολοσσιαίων ἐκ τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων ποσῶν. Δὲν ἐπετρέπετο λοιπὸν εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ θέσῃ εἰς τὴν αὐτὴν τὴν πλάστιγγα τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξήχθη ὁ διακανονισμὸς τῶν χρεῶν πρὸς τὰς περιστάσεις ὑφ’ ἃς οὗτος εὑρέθη εἰς τὴν Χάγην. Διότι κατὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη μόνη ἀντιμέτωπος Μεγάλης Δυνάμεως, ἐπικαλουμένη ὅπως φθάσῃ εἰς δικαίαν λύσιν τὰ ἠθικά της μόνον ἐφόδια. Εἰς τὴν Χάγην ἡ Ἑλλὰς πᾶν ἄλλο ἢ μόνη ἦτο, ἀμφοτέρων τῶν ἀντιθέτων στρατοπέδων ἀγωνιζομένων πρὸς προσεταιρισμὸν τῶν μικρῶν Κρατῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος συνεπῶς. Ὅταν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸ σχέδιον Γιὸγκ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνατροπὴν του, ἢ τὴν ριζικήν του μεταρρύθμισιν, ἀντελαμβάνετο καλῶς ὅτι θὰ ἦτο ἀφροσύνη νὰ εὑρεθῇ καὶ αὐτὴ παρὰ τὴν ἰσχύν της ἀντιμέτωπον ὅλων τῶν ἄλλων ἐνδιαφερομένων χωρῶν. Ἤθελε καὶ αὐτὴ νά ἔχῃ πρὸς τὸ μέρος της τὰ Κράτη τοὐλάχιστον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο ὅτι ἠδικοῦντο ἐκ τῶν ἐπανορθώσεων καὶ μεταξὺ τῶν Κρατῶν αὐτῶν ἦτο βεβαίως καὶ ἡ Ἑλλάς. Εἶχε λοιπὸν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Ἑλλὰς σύμμαχον κραταιότατον τὴν Ἀγγλίαν ὄχι δὲ μόνον αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μικρὰ Κράτη ὁ συνασπισμὸς τῶν ὁποίων τῆς ἐξησφάλιζε δύναμιν ἀκαταμάχητον. Ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἰταλία κυρίως, αἱ ὁποῖαι προσπορίζονται τὰ μεγαλύτερα ὠφελήματα ἐκ τοῦ σχεδίου τοῦ Γιόγκ, εἶχον ζωτικότατον συμφέρον νὰ μὴ ἀφίσουν νὰ γίνῃ ἡ ἐναντία σύμπραξις τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν μικρῶν Κρατῶν ὅπως μὴ ὑπὸ τὰ κοινὰ πλήγματα καταρρεύσῃ ἡ βάσις τοῦ σχεδίου τῶν ἐμπειρογνωμόνων. Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν εἰς τὴν Χάγην δὲν ἦτο μόνη, ὅπως εἴμεθα ἡμεῖς εἰς τὴν Γενεύην. Κύριοι, λυποῦμαι ἀναγκαζόμενος νὰ ἐπανέλθω εἰς ἐξηγήσεις ἤδη δοθείσας. Καὶ λυποῦμαι ἔτι μᾶλλον διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνατρέξω καὶ πάλιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς δῆθεν ἐμπορικότητος τοῦ χρέους τῆς Τραπέζης ὅπως ἀνασκευάσω τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Τράπεζα ἦτο ὁ δικαιοῦχος ἐκ τῶν προκαταβολῶν καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις. Μεταξὺ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων ἦτο καὶ εἷς νόμος, ψηφισθεὶς νομίζω τὸ 1918 δυνάμει τοῦ ὁποίου τὸ ἑλληνικὸν Κράτος ἐξεχώρησεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ ἐκ τῶν πιστώσεων δικαιώματα του, νόμος ὅστις ἀνεκοινώθη εἰς τὴν γαλλικὴν Κυβέρνησιν, μὴ ἐκφράσασα ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος ὅστις ὡς πρᾶξις ἐσωτερικῶς καθαρᾶς φύσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροήν τινα διὰ τὸν διακανονισμὸν διεθνῶν διαφορῶν, δὲν εἶχε δὲ καὶ ὑπὸ τὴν ἀκριβῶς ἐσωτερικήν του ἄποψιν, οἱανδήποτε σημασίαν καθόσον ὁ νόμος ψηφισθεὶς πρὸς ρύθμισιν τῶν σχέσεων Κράτους καὶ Τραπέζης, διὰ τὸ ἄνοιγμα δηλαδὴ τῶν λογαριασμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ προήρχοντο ἐκ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος ἦτο νόμος τυπικός, πρὸς ὅλα τὰ νομοθετήματα τὰ ἀπαραιτήτως θεσπιζόμενα εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ὁσάκις ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα πρόκειται νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν χαρτονομίσματος ψηφίζεται πάντοτε νόμος δυνάμει τοῦ ὁποίου τὴν διαχείρισιν τοῦ σχετικοῦ λογαριασμοῦ ἀναλαμβάνει ἡ Τράπεζα. Ἀκριβῶς τοῦτο ἔγινε καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τῆς Τραπέζης ἀναλαβούσης τὴν διαχείρισιν τοῦ σχετικοῦ λογαριασμοῦ ἐπὶ προμηθείᾳ φερομένων τῶν προκαταβολῶν εἰς πίστωσιν τῆς Τραπέζης. Ὁ νόμος ὅθεν ἦτο τὸ ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τῆς ἐνεργείας, δι’ ἧς ἐπρομηθεύθημεν τὸ χρῆμα τῶν προκαταβολῶν, δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος. Ἕτερον ἐπιχείρημα προεβλήθη ἀναφερόμενον εἰς τὸ παρ’ ἐμοῦ λεχθὲν ὅτι ὁ λογαριασμὸς τῆς Τραπέζης, λογαριασμὸς δραχμῶν ἀνέρχετο εἰς τὸ ποσὸν τῶν 267.000.000 καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἀποδίδουσα τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος της, καὶ ὅτι ἑπομένως, ζητοῦντες ἀπὸ τὴν Γαλλίαν νὰ μᾶς πληρώσῃ μετὰ τῶν τόκων 408.000.000 χρυσᾶ φράγκα, ἐπρόκειτο νὰ λάβωμεν 6.120 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐξ ὧν ἀφαιρουμένων τῶν 267.000.000, θὰ ἔμενε καθαρὸν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κέρδος 5.853 ἑκατομμυρίων, κέρδος ἀδικαιολόγητον, ὅπερ οὐδεὶς θὰ ἠνείχετο νὰ πορισθῶμεν. Εἰς ἀπάντησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ ὑπέμνησεν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὅτι ἐλησμόνησα ὅτι διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν 267 ἑκατομμυρίων αὐτῶν χαρτονομίσματος κατὰ τὸ 1918 τὸ Ἐθνικόν μας νόμισμα ὑπέστη κλονισμὸν ἐξ οὗ σημαντικαὶ καὶ ἀνυπολόγιστοι προέκυψαν ζημίαι τῆς ὅλης Ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Εἶναι ἐκπληκτικὸν νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Εἶναι ἐκπληκτικὸν νὰ ἰσχυρίζεται οὗτος ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα εἰς λογαριασμόν, μεταξὺ Κρατῶν, συμφωνηθέντα εἰς δραχμὰς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς κέρδος 5.835 ἑκατομ. δραχ. ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ὄχι τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ εἶναι ἐκπληκτικὸν διότι αἱ ζημίαι τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐκ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι μεγάλαι, οὐδέποτε καθορίζουν τὴν εὔνοιαν τῶν οἰκονομικῶν συμφωνιῶν μεταξὺ Κρατῶν οὐδὲ εἶναι ἱκαναὶ νὰ μεταβάλουν τὸ γράμμα καὶ τὸ νόημά των. Ἄλλως τε δὲν βλέπω ποῖος ποτὲ θὰ κατώρθωνε νὰ προσδιορίσῃ ἐν ἀκριβείᾳ τὴν ἀναλογίαν ἥτις ἀνήκει εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν 250 ἑκατομμυρίων ὡς πρὸς τὴν ἐπελθοῦσαν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς. Τὰ 267.000.000 ἐπέδρασαν βεβαίως ἔν τινι μέτρῳ ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν ἀποφασιστικὴν ἐπὶ τῆς νομισματικῆς καταστάσεως ἐπίδρασιν δὲν ἦτο ἡ ἔκδοσις αὕτη ἀλλὰ τὰ γεγονότα καὶ αἱ καταστροφαὶ αἵτινες ἐπηκολούθησαν καὶ δι’ ἃ δὲν θὰ ἐδικαιούμεθα τῆς ἀποζημιώσεως παρ’ ἄλλου. Ἐπανέλαβεν ὡσαύτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἕτερον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὡς εἶπε κάποτε εἰς τοὺς διοικητὰς τῆς Τραπέζης καὶ τοὺς ἀπεστόμωσε, ὅτι τοὐτέστι ἀντὶ νὰ κάμωμεν τοὺς λογαριασμούς μας ἑκατέρωθεν εἰς χρυσὸν θὰ μᾶς συνέφερε καλλίτερα νὰ χαρίσωμεν ὁλόκληρον τὴν ἀπαίτησίν μας ἐκ προκαταβολῶν, τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῶν 405 ἑκατομμυρίων καὶ νὰ πληρώσωμεν τὰ 704 ἑκατομμύρια, τὸ σύνολον δηλαδὴ τῶν Γαλλικῶν ἀπαιτήσεων εἰς φράγκα Γαλλικά, καθόσον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ διαφορὰ ἥτις θὰ προέκυπτεν θὰ ἦτο πολὺ μικροτέρα εἰς βάρος μας ἐκείνης ἥτις ἐδημιουργεῖτο μεταξὺ τῶν δύο λογαριασμῶν εἰς χρυσόν. Ἀλλόκοτος καὶ καταπληκτικὸς συλλογισμὸς ὡς πάντες ἄλλως τε οἱ συλλογισμοὶ ὅσοι ἀπετολμήθησαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐν πρώτοις, ἂν ὄντως ἡ λύσις ἦτο συμφέρουσα δι’ ἡμᾶς διατὶ τὸ ἕτερον μέρος θὰ ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ τὴν δεχθῇ; Πῶς ὅμως ἠμπορεῖ νὰ ἐννοηθῇ ὡς συμφεροτέρα ἡ λύσις δι’ ἧς ὁπωσδήποτε θὰ ὑπεχρεούμεθα νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν Γαλλίαν 704 ἑκατομμύρια Ἀγγλικῶν φράγκων, δηλαδὴ πλέον τῶν δύο δισεκατομμυρίων δραχμῶν, Ἀντὶ τῆς διαιτησίας δι’ ἧς βάσιμον ἐλπίδα εἴχομεν ὅτι θὰ εἴμεθα τελικῶς δικαιοῦχοι μέχρι 12½ ἑκατομμυρίων Ἀγγλικῶν λιρῶν. Πῶς ἠμποροῦν νὰ χαρακτηρισθοῦν τοιαῦται ἐμπνεύσεις; Καὶ διατὶ μετὰ τὸν χαρισμὸν δὲν θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ ἀξιώσεως πληρωμῆς τῆς ἀξίας τῶν 704 ἑκατομμυρίων τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ εἰς χρυσόν; Ἡ ἰδέα τῆς σταθεροποιήσεως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ὤθησεν εἰς ὑποχωρήσεις, ἐθεώρουν ὄντως τὴν σταθεροποίησιν ἀπαραίτητον, καὶ ὡς ἕνα οὐσιωδέστατον μέρος τῆς οἰκονομικῆς μας πολιτικῆς, μέρος ἄνευ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ὁποίου ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θὰ ἦτο ματαία τοῦ λαοῦ θυσία, ἐφόσον μάλιστα ἡ ἰσοσκέλισις θὰ ἀπῄτει νέα φορολογικὰ βάρη. Εἰς τὶ θὰ ὠφέλουν ταῦτα ὅταν μία τοῦ νομίσματος πτῶσις θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ ἀνατρέψῃ τοὺς ὑπολογισμούς μας καὶ νὰ μεταβάλλῃ τὸ περίσσευμα εἰς μέγα ἔλλειμμα; Καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω δύο ἐξηγήσεις σχετικὰς πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθην μὴ παρασταθεὶς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ παράσχω ἐγκυρότερον. Ἡ πρώτη εἶναι εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ καὶ ἡ ἑτέρα εἰς ἀνασκευὴν παρατηρήσεως γενομένης εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Γερουσίας, καίτοι δηλώσεις ἐδημοσιεύθησαν διαπιστοῦσαι ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἔκθεσις δὲν ἐξεπροσώπει τὰς γνώμας τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μόνον τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, γνώμας τὰς ὁποίας θὰ παρηρχόμην ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ὑπογραφῆς τὴν ὁποίαν φέρει ἡ ἔκθεσις, ἂν δὲν εἶχον τὴν ἐντύπωσιν ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς υἱοθετεῖ ταύτας καὶ πρεσβεύει ὅτι ἀπὸ τοῦ 1923 καὶ ἐντεῦθεν ὅλαι αἱ ἀλληλοδιάδοχοι Κυβερνήσεις προέβησαν εἰς αὔξησιν δαπανῶν. Ἂν ὄντως τοιαύτην ἔχει ἰδέαν ὁ ἔντιμος συνάδελφος θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ ὑποδείξῃ τὰ στοιχεῖα ἐξ ὧν ἀρύεται τὸ συμπέρασμα τοῦτο ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν 1927– 28. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφος δὲν ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν εἰδικωτέρας ἐρεύνης καὶ διὰ τοῦτο παρέχω εἰς αὐτὸν τὴν αὐθεντικὴν πληροφορίαν ἣν ἔδωσα καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτι ἡ χρῆσις 1927–28 οὐ μόνον αὔξησιν ἐξόδων δὲν προεκάλεσε ἀλλὰ παρουσιάζει μείωσιν ἀπέναντι τῆς προηγουμένης. Αἱ πραγματοποιηθεῖσαι δαπάναι τῆς χρήσεως 1927–28 περιλαμβανομένων τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων ἐξ 7.84 ἑκατομμυρίων ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 8.300 ἑκατομμυρίων ἔναντι 8.500 ἑκατομμυρίων τοῦ 1926–27. Ἔχομεν λοιπόν, πραγματικὴν κατὰ τὴν χρῆσιν ἐκείνην ἐλάττωσιν δαπανῶν, τῆς ὁποίας ἡ σημασία πολλαπλασιάζεται ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι παρὰ τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ εὕρομεν καὶ ἀνηλειμμένας ὑποχρεώσεις ἑνὸς δισεκατομμυρίου, αἵτινες ἀναβιβάζουν τὰς ἐπελθούσας οἰκονομίας εἰς ποσὸν ὄντως σημαντικώτατον ἀποδεικνῦον πόσον ἕωλος καὶ ἀσύστατος εἶναι καὶ ἡ μομφὴ περὶ τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ ἰσοζυγίου διὰ φόρων. Φόροι ἐπεβλήθησαν μόνον καθ’ ὃ μέτρον ἡ συμπλήρωσις τῶν κενῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἦτο κατορθωτὴ δι’ οἰκονομιῶν.
§57Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἕνα δισεκατομμύριον ἑξακόσια.
§58Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι. Ὁ ὑπολογισμός σας εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου εἶναι ἀνάγκη, φρονῶ ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία πρέπει νὰ γωρίζῃ καὶ νὰ ἐκτιμᾷ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἐπιβάλλουν τοὺς φόρους, δὲν τοὺς ἐπιβάλλουν οἱ μὴ δημιουργοῦντες δαπάνας, ἀλλὰ οἱ μειοῦντες αὐτάς, τοὺς φόρους τοὺς ἐπιβάλλουν οἱ προκαλοῦντες δαπάνας αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ καλυφθοῦν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἔνοχοι τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων. Καὶ διὰ νά ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν ταύτην ἀπεβλέψαμεν οὐχὶ ἐκ κενοδοξίας, ἀλλὰ διότι ὡς εἶπον εἰς τὸ σύστημα τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως καὶ ἡ σταθεροποίησις ἀπετέλει ἓν ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀλληλένδετα καὶ ἀπαραίτητα διὰ τὸν σκοπόν μας. Ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Κράτους θὰ ἦτο ἀφροσύνη νὰ φαντασθῶμεν ὅτι θὰ ἐπετυγχάνετο ἄνευ τῆς σταθεροποιήσεως, τῆς ἰσοσκελίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν ἐν μέσῳ τῆς οἰκονομικῆς τῆς Ἑλλάδος ἀπομονώσεως, ἄνευ σταθερᾶς βάσεως, ἄνευ πίστεως. Ἐξέθεσα εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὑπὸ ποίους ὅρους διεξήχθησαν αἱ συνεννοήσεις μας μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, πῶς ὑπεγράφη τὸ σημείωμα Τσουδεροῦ–Μαρέν, σημείωμα προσωρινῆς φύσεως μὴ ἰσχύον ἄνευ τελικῆς συμφωνίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ πάλη θὰ διεξήγετο προφανῶς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γαλλίας εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Ἐὰν εἰς αὐτὸ δὲν ἠρχόμεθα εἰς συμφωνίαν πᾶσα προγενεστέρα συνεννόησις θὰ ἔπιπτε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια καὶ ὅπως συνοψίσω τὸ ὅλον ζήτημα λέγω ὅτι ἦτο ἀδύνατον λογικῶς νὰ ἀξιώσωμεν νὰ καθιερωθοῦν δύο μέτρα πληρωμῆς εἰς χρυσὸν διὰ τὰς πρὸς ἡμᾶς ὀφειλὰς καὶ εἰς χαρτὶ διὰ τὰ χρέη μας, ὅτι διὰ τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶχε χρεωθῆ διὰ τὴν προμήθειαν αὐτοῦ ἀπὸ τὰς ξένας ἀγορὰς καὶ ἐξώφλει τὸ χρέος της εἰς χρυσόν, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἰσότιμον ὑλικὸν ἐξωφλήσαμεν εἰς χρυσὸν ἐπίσης πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ὅτι ὡς πρὸς τὰς προκαταβολὰς ἡ συμφωνία ὑπεγράφη μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐνήργει ὑπὸ εὐθύνην καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ὅτι τέλος ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ἐπετύχομεν εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀρίστη ὅλων τῶν λύσεων τὰς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιζητήσωμεν. Διότι ποία ἄλλη λύσις καλλιτέρα ἠδύνατο δι’ ἡμᾶς νὰ δοθῇ ἀπὸ τὴν διαιτησίαν, τὴν ὁποίαν καθιερώνει ἡ συμφωνία μας μὲ τὴν Γαλλίαν, διαιτησίαν γενικὴν ἐφ’ ὅλων τῶν σημείων τῶν διαφορῶν μας; Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἡ συμφωνία διαιτησίας νὰ ὑφίσταται κατάκρισιν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, προσπαθοῦντος πάσῃ δυνάμει νὰ μειώσῃ τὴν σημασίαν τῆς ἰδικῆς κῆς μου ἐργασίας καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, ἀποτελεσμάτων ἐπιτευχθέντων ἐναντίον ἰσχυροτάτης δυνάμεως πεισμόνως προσπαθησάσης, χωρὶς καὶ νὰ τὸ ἐπιτύχῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀξιώσεις της καὶ ἀναγκασθείσης νὰ δεχθῇ μετ’ ἀσυγκαλύπτου δυσφορίας, τὴν διαιτησίαν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπίστευεν ὅτι θὰ ἐπετυγχάνομεν.
§59Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε τὴν εἰσήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ τίποτε.
§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὰ ἀναφέρω ἐγὼ διότι δὲν ἐσυνήθισα νὰ κρύπτωμαι δι’ ὑπεκφυγῶν.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ προσβάλλων καὶ ὁ ἐπιτεθεὶς εἶσθε σεῖς.
§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπίθεσιν ἐνεργεῖ ὁ παρέχων ἐξηγήσεις εἰς μομφὰς ἀπευθυνθείσας ἐναντίον του. Ἰδοὺ ἄλλη παραδοξολογία. Εἶμαι ἐγὼ ἐπιτιθέμενος καὶ ὄχι ὁ πρόεδρος, ὁ ρίψας τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατ’ ἐμοῦ.
§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ συνεχίσετε;
§64Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ποῖος ἠξίωσε τὴν συνέχισιν;
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τότε διατὶ λέγετε ὅτι ρίπτομεν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος; Σεῖς τὰ εἴπατε αὐτὰ καὶ ἐγὼ ἀποδεικνύω τὸ ἀσύστατον.
§66Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ρίπτετε τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος καὶ ὅτι εἴπατε ὅτι ὑπῆρξα ἐργάτης ζημιῶν διὰ τὸ Κράτος. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα. Δὲν παραπονοῦμαι, δὲν ἐσυνήθισα νὰ παραπονοῦμαι, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποκρύψω τὴν κατάπληξίν μου ὅτι ἐπικρίνεται συμφωνία διαιτησίας μεταξὺ μικρᾶς χώρας καὶ μεγάλης δυνάμεως, συμφωνίας διαιτησίας. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ ἀποσείω τὰς εὐθύνας, πολλάκις δὲ ἀποδέχομαι καὶ εὐθύνας αἵτινες δὲν μοῦ ἀνήκουν.
§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ τὸ ἐβεβαίωσα καὶ ἐγώ.
§68Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ἄν ἐσώθησαν τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα εἰς Χάγην, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ συμφωνία τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑπογράψαμεν δὲν εἶχεν κυρωθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καθόσον ἄλλως δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προσέλθωμεν εἰς τὴν Χάγην διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐμπορικότητα τοῦ χρέους τῆς Τραπέζης. Καὶ ἡ ἀντίληψις αὐτὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σφαλερά, σκοπίμως σφαλερά. Εἶναι σφαλερὰ διότι προδήλως ἡ κύρωσις δὲν θὰ μετέβαλλεν τὸ παράπαν τὴν θέσιν ἡμῶν δοθέντος μάλιστα ὅτι ἡ κύρωσις δὲν ἔλυε ὁριστικῶς τὰ ζητήματα μεταξὺ τῶν δύο κρατῶν. Ἀλλὰ παρέπεμπε ταῦτα εἰς διαιτησίαν, παραμένοντος οὕτω ἐκκρεμοῦς καὶ τοῦ χρέους τῆς Τραπέζης καὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ πάσης διαφορᾶς μας μετὰ τῆς Γαλλίας. Κατά τί λοιπὸν ἡ κύρωσις θὰ ἠμπόδιζε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποστηρίξῃ κατὰ τὴν ὁριστικὴν διαρρύθμισιν τῶν ἐπανορθώσεων ὄχι τῶν χρεῶν, τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ διεκδικήσῃ νὰ ὁρισθοῦν αἱ ἀποζημιώσεις αὐτῆς κατὰ τρόπον καλύπτοντα ὁλοσχερῶς τὰς ἐκ πολεμικῶν χρεῶν ὑποχρεώσεις της περιλαμβάνουσα, πῶς ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄλλως μεταξὺ τῶν χρεῶν τούτων καὶ τὸ χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν; Ἡ λύσις καὶ ἐὰν εἶχε γίνῃ ἡ κύρωσις θὰ ἦτο ἡ αὐτή. Ἐφόσον ἐν Χάγῃ θὰ ἐλαμβάνετο ἀπόφασις διατυπώσεως πρακτικωτέρας βάσεως, ἑνὸς γενικωτέρου συστήματος ἐξοικονομοῦντος τὰς ἀνάγκας τῶν τε νικητῶν καὶ τῶν ἡττημένων. Ἐὰν ἡ Γαλλία εὑρίσκετο εἰς ἣν εὑρέθη θέσιν θὰ ἀπέφευγε ἐν πάσῃ περιπτώσει λεπτολογίας ἀσυμφόρους καὶ ἀσημάντους δι’ αὐτὴν ὡς καὶ ἤδη τὸ ἔπραξε ἀρκεσθεῖσα ὡς εἶπον εἰς τὴν ἐκχώρησιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν Ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων τὰς ὁποίας δὲν ἐπρόκειτο ποτὲ νὰ εἰσπράξῃ. Αἱ συμφωνίαι τῆς Χάγης εἶναι συμφωνίαι ἂς μὴ τὸ λησμονῶμεν ἐπανορθώσεων καὶ ὄχι χρεῶν ἅτινα ὀφθαλμοφανὲς εἶναι ὅτι καὶ ἄλλοτε εἶχον ρυθμισθῇ διὰ τῆς διαιτησίας. Διὰ τῶν ἐπανορθώσεων ἐπῆλθε καὶ εἰς ἡμᾶς ὡς εἰς ὅλα τὰ ἄλλα κράτη βελτίωσις ὡς δύναται νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη καὶ βραδύτερον διὰ τῆς τελείας διαγραφῆς τῶν διασυμμαχικῶν πολεμικῶν χρεῶν. Ἐὰν βεβαίως διατηρηθοῦν αἱ ἐπανορθώσεις διαγραφομένων τῶν χρεῶν.
§69Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν διαγράψωμεν τὰ χρέη θὰ χάσωμεν καὶ τὰς ἐπανορθώσεις.
§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄμεσος μεταξὺ των σχέσις. Τὰ χρέη ἀφοροῦν τὰς σχέσεις μεταξὺ συμμάχων, αἱ ἐπανορθώσεις τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἡττημένων κρατῶν. Εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθοῦν ἐν μέρει ἔστω αἱ ἐπανορθώσεις καὶ νὰ μὴ καταβληθοῦν τὰ χρέη;
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὸ σύμφωνον Γιὼγκ ὑπάρχει ἕνας ὅρος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐὰν τὰ χρέη τῶν νικητριῶν δυνάμεων χαρισθοῦν θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει διὰ τὰς ἐπανορθώσεις τῶν ἡττημένων.
§72Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μόνον διὰ τὴν Γερμανίαν.
§73Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅλαι αἱ συνθῆκαι ἔχουν ὁμοίαν διάταξιν.
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλὰ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ἐὰν δὲν ὑπάρχει διὰ τὰς Ἀνατολικὰς ἐπανορθώσεις, ἡ ἐξέγερσις τῆς κοινῆς γνώμης θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐφαρμοσθοῦν.
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κατά τινα τρόπον θὰ ἐφαρμοσθοῦν ἐπὶ τοῦ μέρους τῶν ἐπανορθώσεων τῶν ὁποίων κινητοποιεῖτε διὰ τὴν ἔκδοσιν δανείων;
§76Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου.
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει ἕνα κέρδος καθαρὸν ἐὰν αὔριον κατορθώσωμεν νὰ κινητοποιήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἕνα μέρος τῶν Ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων καὶ μᾶς χαρισθοῦν τὰ χρέη.
§78Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Δὲν πρόκειται νὰ κινητοποιήσωμεν κανένα μέρος.
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁπωσδήποτε δὲν ἀποκλείεται κατ’ ἀρχὴν ἐνδεχομένη περαιτέρω βελτίωσις. Ἡ ἐξέλιξις τῶν συνεννοήσεων μεταξὺ τῶν Κρατῶν σημειώνει διαρκῶς πρόοδον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγινε πρὸ διετίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀντιλήψεων αἵτινες ἐπέβαλλον τὰς ριζικὰς μεταβολὰς ἐν τῇ ρυθμίσει τῶν ἐπανορθώσεων διὰ τὰς συμφωνίας τῆς Χάγης. Ἐὰν ἡ συμφωνία τῆς Χάγης ὑπῆρξε εὐεργετικὴ δι’ ὅλους τοὺς μικροὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς μεγάλους λαοὺς ἐνῷ τὸ πνεῦμα τοῦ 1927 ἦτο σκληρὸν διὰ πάντας καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν εἰς τὸ 1927 διὰ νὰ ἐπιτύχουν διαιτησίαν κατήγαγον ἀληθῶς νίκην ἐξυπηρετήσασαν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπερηφάνως φέρω τὴν εὐθύνην καὶ τὴν τιμὴν τῆς διαρρυθμίσεως ἐκείνης. Δὲν ἐκαυχήθην ποτὲ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μου, ἀλλὰ ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ταῦτα ὅπως μὴ ἀφήσω ἔκθετον ἔργον πολλάκις ἀποδειχθὲν χρήσιμον εἰς τὸν συστηματικὸν διασυρμόν.
§80Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχων ἐδῶ ἕνα βιβλίον τοῦ νῦν πρωθυπουργοῦ τῆς Γαλλίας κ. Ταρντιέ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὡς γνωρίζετε ὁ κυριώτερος συνεργάτης τοῦ μακαρίτου Κλεμανσὼ κατὰ τὴν συνδιάσκεψιν τοῦ πολέμου καὶ ὁ συντάκτης τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν. Ἀναφέρει δὲ εἰς τὸ βιβλίον του ποίας ἐπιχορηγήσεις εἰς πολεμικὰ εἴδη ἔκαμε ἡ Γαλλία πρὸς τοὺς συμμάχους της. «7.000 πυροβόλα». (ἀναγινώσκει). Κύριοι βουλευταὶ τὸ νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς γνῶσιν ζητήματός τινος εἶναι μία ἔλλειψις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀξιοκατάκριτος. Ἀλλὰ τὸ νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς γνῶσιν θέματός τινος καθόλου καὶ νὰ μεγαλαυχῇ ὅτι εἶναι ὁ μόνος γνώστης ἐν τῷ κόσμῳ καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν ἰδέαν αὐτὸ εἶναι ἀξιοκατάκριτον. Δίδω μίαν ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅταν κατὰ τὸν ἐλευσόμενον προϋπολογισμὸν θὰ λάβω τὸν λόγον θὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν ἦσαν 800.000.000 ἀλλὰ ὑπὲρ τὰ χίλια ἡ τεθεῖσα φορολογία, θὰ ἀποδείξω δὲ ἀκόμη ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως κατὰ μὲν τὴν βάσιν του ἦτο μία μεγαλομανὴς φαντασιοπληξία, κατὰ δὲ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἕνα πέρασμα θεομηνίας ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα.
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτής.
§82Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι τοῦ κ. Ταρντιέ.
§83Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν σημαίνει. Δὲν τὰς γνωρίζω ἀλλὰ πάντως δὲν εἶναι ἀκριβεῖς ὡς ἐξετέθησαν.
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε νὰ μὴ λέγετε ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν ἰδέαν καὶ ὅτι ἔχετε μόνον σεῖς, διότι καὶ οἱ ἄλλοι ἔχουν μελετήση συγγράμματα καὶ τὸ ἀπέδειξαν πλειστάκις ἐνῷ εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν ἀπεδείξατε τίποτε.
§85Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν μὲ ἐκπλήσσει ὁ τόνος καὶ αἱ φράσεις τοῦ νεοεκλεγέντος βουλευτοῦ Οἰτύλου, ὅστις συνεπείᾳ τῆς μακρᾶς του ἀπουσίας ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης ἀπέμαθε τὸν Κοινοβουλευτικὸν τρόπον τοῦ συζητεῖν ἀλλὰ καὶ διότι καὶ ἐὰν παραμείνῃ ἐπ’ ἄπειρον ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς δὲν θὰ εἶναι φαντάζομαι δυνατὸν εἰς αὐτὸν νὰ ἀνεύρῃ ἄλλον τὸν προσήκοντα εἰς αὐτὸν τόνον καὶ τὸ προσῆκον ἦθος. Ἰσχυρίσθη ὅ,τι εἶναι πασίγνωστον ὅτι τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν τὸ ὁποῖον ἡ Γαλλία μᾶς ἐχορήγησεν ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τῆς ἰδίας παραγωγῆς της καὶ τό ἐπρομηθεύθη καὶ αὐτὴ ἀπὸ ξένας ἀγορὰς εἰς χρυσόν, τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν εἶναι κανένα ἄγνωστον, δὲν εἶναι εἰς κανένα ἄγνωστον, ὅτι ἡ Γαλλία ἠναγκάσθη νὰ προμηθευθῇ πυροβόλα καὶ ἄνθρακα ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὴν Ἀγγλίαν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐχορήγησε καὶ εἰς ἡμᾶς ὡς καὶ εἰς ἄλλα σύμμαχα κράτη τὴν Γιουγκοσλαυΐαν καὶ τὴν Ρουμανίαν ἐπὶ πιστώσει τὰ εἴδη ταῦτα. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔδωσε εἰς δεδομένην στιγμὴν καὶ εἰς τὸν Ἀμερικανικὸν στρατὸν πυροβόλα ἡ Γαλλία διότι ὁ Ἀμερικανικὸς στρατὸς ὅταν ἀπεβιβάσθη εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν εἶχεν ἴσως ἐπαρκῆ ἐφόδια, ἀλλὰ κατὰ τὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ προκύψαν εἰς τὸ τέλος τοῦ πολέμου ἀποκλείει τὰς προγενεστέρας ἐπὶ πιστώσει πρὸς τὴν Γαλλίαν χορηγήσεις ὑλικοῦ, αἵτινες μόνον παρ’ ἡμῖν ἐτολμήθησαν νὰ τεθοῦν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν; Διότι καὶ τὶ δὲν ἀμφισβητεῖται παρ’ ἡμῖν; Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ μία μικρὰ παρένθεσις σχετικὴ πρὸς ἄλλο ἀσύστατον ἐπιχείρημα.
§86Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὴ κάμνετε κατάχρησιν τῆς προτιμήσεως ποῦ σᾶς ἔδωσα.
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐφαντάσθην ὅτι ἡ ἀσήμαντος μεταβολὴ τῆς σειρᾶς τῶν ρητόρων εἶχεν ὡς προϋπόθεσιν τὸν στραγγαλισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης καὶ τῆς ἀληθείας.
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι κατάχρησις.
§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κατάχρησις εἶναι ἡ διαστροφὴ τῶν γεγονότων. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀφήσω ἀναπάντητον τὸ ἐπιχείρημά σας ἔτι καὶ ἡ Γιουγκοσλαυΐα κατὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν της, ἐπλήρωσεν καὶ αὐτὴ τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν εἰς χρυσόν. Τίνα σχέσιν ἔχει τοῦτο πρὸς τὸ θέμα μας; Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ ἀπάντησιν.
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι τοῦτο δὲν εἶχε καθόλου κανονισθῇ εἰς τὴν Χάγην.
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τοῦτο οὐδὲν ἐξηγεῖ. Ἡ Ρουμανία ὑπεχρεώθη καὶ αὐτὴ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ εἰς χρυσὸν ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἀνατρέπεται ἐκ τῶν γενομένων συμφωνιῶν τῆς Χάγης. Ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς ἐξήνεγκεν τὴν ἀπειλὴν ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς διαρρυθμίσεως τοῦ 1927. Θέλω νὰ τὸν πληροφορήσω πρὸς ἡσυχίαν του ὅτι ἀναμένω νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας του καὶ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὄντως τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν παρ’ ἡμῶν ἦσαν μεγαλείτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζομεν ὅτι ἐπεβλήθησαν, καὶ ὅτι ἐφηρμόσαμεν πρόγραμμα ἀνελεύθερον. Τὸν ἀναμένω νὰ δώσῃ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς καὶ θὰ λάβῃ τὴν πρέπουσαν ἀπάντησιν. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶμαι βέβαιος οὐδέποτε θὰ ἔλθῃ, θά μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τὸν πληροφορήσω ὅτι θὰ εἶμαι πάντα ἥσυχος, δὲν θὰ εἶναι ὅμως οὗτος ἐξ ἴσου ἥσυχος ἐὰν ἤθελον ἀπασχοληθῇ ἐπὶ ἄλλου τινὸς ζητήματος, ἐνδιαφέροντος αὐτὸν καὶ τὴν παρ’ αὐτοῦ διαχείρισιν τῶν δημοσίων συμφερόντων.
§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ χαρίσατέ μου το σήμερα.
§93Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι δικαίωμά μου καὶ ἡ δυσφορία σας εἶναι ἄτοπος.
§94Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ναί, ἀλλὰ μοῦ πήρατε τὴν θέσι μου.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σᾶς ἀπήντησα ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου διεχειρίσθη καὶ αὐτὸς ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ χρεῶν ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος πλησίον τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως καὶ προῆλθεν καὶ οὗτος εἰς μίαν συμφωνίαν τῆς ὁποίας καλὸν θὰ ἦτο νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή.
§96Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ αὐτὰ εἶναι ξένα μὲ τὴν συζήτησιν εἶναι ζητήματα προσωπικά.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλατε τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως θὰ ἠδύνασθε νὰ προλάβητε τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου. Τὴν ἀπάντησιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν προλάβητε. Διότι ἐπιβάλλεται νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ πῶς ἄλλοι διεχειρίσθησαν τὰ ζητήματα τῶν χρεῶν, σχετικώτατα πρὸς τὴν προκειμένην συζήτησιν, πῶς τὰ διεχειρίσθη ἰδίως ὁ βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ὅστις μετὰ μακρὸν ἐπίτηδες ταξείδιον πέραν τοῦ Ὠκεανοῦ ὑπέγραψε μίαν συμφωνίαν, τῆς ὁποίας ἡ ἰσχὺς θὰ ἦτο ἀληθὴς θεομηνία κατὰ τῆς Ἑλλάδος.
§98Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω ὅτι κάνετε κατάχρησιν τῆς καλωσύνης τὴν ὁποίαν εἶχα νὰ σᾶς παραχωρήσω τὴν θέσιν μου, ἐνῷ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ συμπληρώσω τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἐγὼ σᾶς παρεχώρησα τὴν θέσιν μου διότι μοῦ εἴπατε ὅτι δὲν σᾶς ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνετε ἐν τῇ Βουλῇ. Τώρα διακόψατε τὴν συζήτησιν ἄνευ λόγου καὶ τρέχετε καὶ πρὸς τὴν Ἀμερικὴν καὶ δὲν ξεύρω πότε θὰ ξεμπερδέψουμε! Ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ.
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ξένος πρὸς τὴν συζήτησιν ὁ διακανονισμὸς τῶν Ἀμερικανικῶν χρεῶν.
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ εἶναι προσωπικὰ ζητήματα.
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πᾶν ἄλλο. Δὲν ρυθμίζετε σεῖς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἄλλων.
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχω κάποιον δικαίωμα νομίζω νὰ ὁμιλήσω, μὲ παρεκαλέσατε νὰ σᾶς δώσω τὴν θέσιν μου διότι ἠθέλατε νὰ ἀπέλθητε ταχύτερον ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ τώρα βλέπω ὅτι παρατείνεται ἡ συζήτησις τόσον πολὺ ὥστε δὲν πρόκειται κυρίως περὶ τοῦ ζητήματος τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης.
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Περὶ αὐτῶν ἐν σχέσει πρὸς τὰ χρέη πρόκειται.
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Θὰ ἔπρεπε τότε νὰ ὁμιλήσετε μετ’ ἐμοῦ. Ἐνῷ σεῖς μοῦ εἴπατε ρητῶς, ὅτι βιάζεσθε νὰ φύγετε, ἂν θέλετε μὴ δίδετε ἀφορμάς, ἀφῆστε νὰ ξεκαθαρισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἄλλοτε, ἀλλὰ μὴ παρεμβάλλετε προσκόμματα εἰς τὴν ψήφισιν τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης.
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ συζήτησις τῶν συμφωνιῶν δὲν ἀποκλείει ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τὴν ἀναδρομὴν καὶ τὰς συγκρούσεις σχετικῶν περιπτώσεων.
§106Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀρχίζουν αἱ ἀνακρίβειαι. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω, μὲ κατακρίνετε διὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν Ἀμερικανικῶν χρεῶν;
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ναί.
§108Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχετε ἀντίρρησιν.
§109Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφῆστε ἐμὲ νὰ συνεχίσω τὸν λόγον μου.
§110Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Φαίνεται κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὅλοι οἱ ἄλλοι ρυθμίζουν τὰ τῆς τάξεως τῶν συζητήσεων ἐκτὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν θέλει νὰ παρέμβῃ ὅταν γίνεται συζήτησις μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζει ὅτι εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ρυθμήσητε τὴν συζήτησιν.
§112Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐποπτείαν τοῦ κανονισμοῦ ἔχει ἀναλάβει καὶ πλῆθος ἄλλων συναδέλφων.
§113Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δικαίωμά μου εἶνε νὰ ζητήσω τοῦτο. Κάθε βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§114Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μεθ’ ὅσα συμβαίνουν δὲν ἔχουν λόγον νὰ ἐπιμένουν ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς συμφωνίας τοῦ κ. Κουλουμβάκη.
§115Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπὸ ἐμένα ἀντίρρησις δὲν ὑπάρχει.
§116Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε.
§117Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὰ μὴ θυμώνετε καὶ μεταχειρίζεσθε τὸ ὕφος αὐτό.
§118Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ ἄμεσον τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου θέλῃ νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὴν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν θὰ τὸ δεχθῶ καὶ θὰ κατέλθω τοῦ βήματος διαμαρτυρόμενος δι’ ὅλης μου τῆς δυνάμεως διὰ τὸν καθιερωθέντα τρόπον τῶν συζητήσεων εἰς τὴν Βουλήν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§120Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι ἡ δευτερολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, θὰ μὲ κάμῃ νὰ μείνω κάπως περισσότερον εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ βραδύνω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἀλλ’ ὅπως ἐξηλίχθη ἡ συζήτησις, τὸ πρᾶγμα κατέστη ἀναπόδραστον. Δὲν ἰσχυρίσθην εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος, διετύπωσε τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ὁμιλήσω ἢ νὰ μὴ φέρω εἰς τὴν δημοσιότητα τὸ ζήτημα τοῦ χρυσοῦ τῶν χρεῶν τῶν Γαλλικῶν ἢ καὶ ἀκόμη τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Εἶπον ὅτι ἀφορμὴ τῆς συγκρούσεώς μας, ἡ ὁποία ἔγινε μὲ τὴν παραίτησίν μου ἐκ τῆς πολιτικῆς, ἦτο ἡ ἀξίωσις ἡ ὁποία διετυποῦτο, ὅτι ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωμαι εἰς τὰ πράγματα τοῦ τόπου. Καὶ ἀληθῶς ἔχει δίκαιον ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, λέγων ὅτι ἡ τελευταία συνάντησίς μας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος παρίστατο ὡς ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος καὶ ἐγὼ ὡς ὀπαδὸς αὐτοῦ, ἦτο τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1928, ὅτε μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μου ἐκ Γαλλίας τὸν ἐπερίμενα ἐδῶ ἐπὶ 2 μῆνας, τοῦ ἀνεκοίνωσα καὶ ὅσα εἶχον μάθει κατὰ τὴν ἀπουσίαν του, τὸν εἶδα δυσπιστοῦντα, εἰς μίαν στιγμὴν μάλιστα κατὰ τρόπον καταφανῆ, ὥστε ἀντελήφθην ὅτι δὲν ἔπρεπε πάρα πολὺ νὰ προχωρήσῃ ἡ ὁμιλία καὶ τοῦ εἶπα: Φίλτατε Πρόεδρε, σταμάτησε· διότι βλέπω ἐκ τῆς στάσεώς σου ὅτι δυσφορεῖς τρομερὰ καὶ ὅτι αὐτὴν τὴν δυσφορίαν τὴν ἐξηγῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ ἀνακατεύωμαι εἰς τὰ πράγματα τοῦ τόπου. Τοῦ ἔγραψα καὶ ἀπὸ τὴν Κρήτην καὶ τοῦ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν μπορῶ, ἐφ’ ὅσον πνευματικῶς τοὐλάχιστον αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου καλά, δὲν μπορῶ παρὰ νὰ ἔχω γνώμην ἐπὶ τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου. Ἐφ’ ὅσον εἶσαι ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, ἂν νομίσῃς καμίαν φορὰν ὅτι ἡ διαφωνία μας εἶναι τόσον μεγάλη, τότε ἐγὼ θὰ φύγω ἀπὸ τὸ κόμμα καὶ θὰ εἴπω ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου. Ἀλλ’ ἀξιῶ ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σοῦ τὰ λέγω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἐξηκολούθει, τοὐλάχιστον ὅπως ἐνθυμοῦμαι ἐγώ, νὰ κρατῇ μίαν στάσιν τοιαύτην, τοῦ εἶπα, ἄκουσε ἐδῶ φίλτατε Πρόεδρε ἂν δὲν θέλεις....
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Περιωρίσθην καὶ μοῦ....
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ δὲν ἔχουν μεγάλην σημασίαν, λέγω ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι εἶμαι σύμφωνος μαζύ του ὅτι πάντοτε οὐδεμίαν ἔχει διατυπώσει ἀξίωσιν πρὸς ἐμέ, ὅπως μὴ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων. Ἄλλωστε εἶναι γνωστὴ ἡ μαχητικότης του διὰ νὰ μὴ ὑποθέσῃ κανεὶς ὅτι ἐκεῖνος ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ μίαν συζήτησιν. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὑπεστήριξε καὶ πάλιν κατὰ τὴν δευτερολογίαν του, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ διατυπώσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ρυθμίσεως τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν μποροῦσαν νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως, καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ ἔβλαπτον διὰ τοῦτον τὸν λόγον τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ἀξιώσεις αἱ ὁποῖαι θὰ διετυποῦντο καὶ αἱ ὁποῖα θὰ ἦσαν κακῆς πίστεως, εἶναι ἡ ἀξίωσις νὰ πληρώσωμεν τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδόθη, ἡ ἀξίωσις νὰ μὴ θεωρηθῇ τὸ χρέος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πολεμικόν, ἀλλὰ ἐμπορικὸν καὶ ἡ ἀξίωσις νὰ μὴ συμψηφισθῇ τὸ χρέος τὸ ἰδικόν μας, τὸ ἐκ τῆς παραχωρήσεως πολεμικοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι πληρωτέον εἰς 62 ἔτη, εἶναι ἓν χρέος τὸ ὁποῖον εἶναι πληρωτέον πρὸ ἑπτὰ ἐτῶν καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ ὀφειλέτης εὑρίσκεται ἐν ὑπερβάσει ἀπὸ ἑπτὰ ἐτῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν κύριοι βουλευταί, νὰ δεχθῆτε ὅτι αἱ ἀξιώσεις αὐταὶ ἀποτελοῦν ἐκ μέρους μας κακῆς πίστεως ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων μας. Τὸ δὲ καταπληκτικὸν τῆς θεωρίας τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, εἶναι ὅτι λέγει αὐτὰ τὰ πράγματα σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ ἀξιώσεις μας αὗται ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ὀρθαὶ εἰς τὴν Χάγην καὶ ἔρχεται καὶ ἐπιμένει. Βεβαίως, εἶναι βέβαιος ὅτι εἶναι εὐτύχημα τὸ νὰ κατορθώσωμεν νὰ πάρωμεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπήραμε, ἀλλ’ ἔχει ἓν αἴσθημα, νομίζει ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἡ ἐπιτυχία τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Χάγης, ἀποτελεῖ προσωπικήν του προσβολήν.
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καμμίαν.
§124Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν. Ἔτσι ἐγὼ τὸ ἀντελήφθην.
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἐπὶ 2 ἔτη δὲν ἔβγαλα μιλιὰ ἀπὸ τὸ στόμα μου, ἐνῶ ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐπικρίσεις ἐπὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν, διότι δὲν ἤθελον νὰ παραβλαφθῶσιν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ὑπέμενα ὅλους τοὺς διασυρμούς.
§126Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἐκ μέρους μου.
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι ἐκ μέρους σας.
§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἰς τὸ σημείωμα Μαρὲν καὶ τὰ πρακτικὸν ποῦ συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας μεταξὺ Γαλλίας καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν δίδει οὐδεμίαν ἀξίαν. Ὅλαι αἱ ἀντιπαραχωρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δι’ αὐτοῦ τοῦ σημειώματος ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας ἦσαν προσωριναί. Εἰς τὸ σημείωμα αὐτὸ ἀναφέρεται ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τῆς ὑποχρεώσεώς μας πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀξίας τοῦ ὑλικοῦ τοῦ 18, δὲν διετύπωσαν τὴν ἀξίωσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώσωμεν, ἐζήτησαν μόνον νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον μᾶς ζητεῖ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει καὶ τοῦ ὅρου ἐκείνης τῆς συμφωνίας τοῦ 18 καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τὰς ὁποίας προσέφερεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Σημειωτέον ὅτι, ὡς πρὸς τὸν ὅρον ποὺ περιεῖχεν ἡ σύμβασις τοῦ 18, ὁ Μαρὲν, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ τυπικὸν κείμενον τῆς συμφωνίας, ἔφερεν ὡς ἀντίρρησιν, ἀβάσιμον κατ’ ἐμέ, ὅτι ἂν σεῖς κατεστράφητε ἐκ τοῦ πολέμου, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν ἰδίαν σας πολιτικήν, κατὰ τῆς ὁποίας διεμαρτυρήθη ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, δηλαδὴ ὅτι χωρίζουμε τὰ πιάτα μας. Καὶ ἔρχεται ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ ζητεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ λέξις «μείωσις» σημαίνει ἄφεσιν, καὶ εἶναι βέβαιος ὅτι, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐμειδίασα κατὰ τρόπον ὄχι καλόν, διότι ἐγύρισα εἰς τὸν συνάδελφόν μου καὶ τοῦ εἶπα, ὅτι προσπαθεῖ νὰ κάμῃ τὸν ἥσσονα λόγον μείζονα. Δὲν εἶναι κακὸν αὐτό. Τώρα ὁ λόγος ὅτι εἰς τὸ συνυποσχετικὸν τὸ ὁποῖον ἔγινε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠμφισβήτει καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποχρεωτικῆς πληρωμῆς, καὶ ὁ διαιτητὴς θά ἀποφανθῇ ἐπὶ δύο πραγμάτων καὶ μόνον, πρῶτον, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ αὐτὸ τὸ ὑπόλοιπον καὶ δεύτερον ἄν εἶναι ὑποχρεωμένη, μέχρι ποίου σημείου θὰ τὸ πληρώσῃ. Πόθεν ἐξάγεται αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς συμφωνίας τοῦ Μαρὲν καὶ τοῦ συνυποσχετικοῦ; Ἡ ἐξήγησις εἶναι σαφής. Ὅταν ἐγένετο ἡ συνεννόησις μὲ τὸν κ. Μαρὲν κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεπε εἰς τὸ νὰ ἔλθῃ εἰς μία συνεννόησιν μὲ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ὥστε ὄχι νὰ ὑπάγῃ εἰς μίαν διαιτησίαν, ἀλλ’ εἰς μίαν συνεννόησιν. Ἔκαμε λοιπὸν ὅλας τὰς ἀναγκαίας θυσίας καὶ ἐπὶ τέλους εἴπομεν εἴμεθα διατιθέμενοι νὰ πληρώσωμεν. Ὅταν βέβαια δὲν ἐπετεύχθη ἐκ τούτου τοῦ λόγου ἡ συνεννόησις, ἡ ὁποία ὅπως γνωρίζομεν ἐκ τῶν ὑπομνημάτων τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συνίστατο εἰς τὴν ὁλοσχερῆ ἀπόσβεσιν τῶν ἀμοιβαίων ἀπαιτήσεων, ὅταν δὲν ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα τότε ἡ Κυβέρνησις παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς διαιτησίαν, παρέπεμψε δηλαδὴ τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα καὶ κανένα ἄλλο. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἐκπλήττομαι πῶς ἐτόλμησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι, αἱ παραιτήσεις τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς συζητήσεις μὲ τὸν κ. Μαρὲν, ἦσαν προσωριναὶ καὶ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐπιτυχίας μιᾶς συνεννοήσεως. Ἡ μόνη παραχώρησις, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς μπορῶ νὰ δεχθῶ ὅτι εἶναι ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐπιτυχίας τῆς συνεννοήσεως, ἦτο ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη νὰ πληρώσωμεν ἐπὶ τέλους τὸ ὑπόλοιπον καὶ ἓν μέρος, ἀλλ’ ἐζήτησεν νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἀπαιτήσεως τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ ἦτο μία παραχώρησις πραγματική, ἀλλ’ ὅλα τὰ ἄλλα ὅτι θὰ πληρώσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Γαλλίας εἰς Γαλλικὰ φράγκα, ὅτι τὸ χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν εἶναι χρέος ἐμπορικόν, ὅτι τὸ χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν εἶναι συστατικὸν χρέος πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται συμβιβασμὸς μεταξὺ τῶν δύο ἀπαιτήσεων ἐκ τῶν ὁποίων, ἡ μία εἶναι ὑπὸ ὅρον πληρωμὴ εἰς 62 ἔτη καὶ ἡ ἄλλη ληξιπρόθεσμος. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἔγιναν ὑπὸ ὅρον. Κανένας ὅρος. Οὔτε τὸ συνυποσχετικὸν ἔλεγεν ὅτι αὐτὰ ἐγένοντο ὑπὸ ὅρον. Τί λέγει τὸ συνυποσχετικόν; Ἀφοῦ δικάσῃ ὁ διαιτητὴς ἄν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρέπει νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ 1918 καὶ ὁρίσῃ ἐν καταφατικῇ κρίσει τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ, ὤφειλε διὰ τὴν δικαίαν κρίσιν του ἐπὶ τῆς ὅλης ὑποθέσεως ἢ μᾶλλον ἀκριβέστερον πρὶν ὁ διαιτητὴς προβῇ εἰς αὐτὰς τὰς ὁδηγίας, ὤφειλεν ἵνα ἐκδώσῃ δικαιοτέραν ἀπόφασιν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ ὅλας τὰς ἄλλας ἀμοιβαίας παραχωρήσεις. Ἀλλὰ φρονεῖ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ τολμᾷ νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σοβαρῶς, ὅτι θὰ μποροῦσεν ὁ διαιτητὴς νὰ φθάσῃ νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ ἔκρινα ὅτι ἐσυμφωνήσατε νὰ πληρωθῇ τὸ χρέος τὸ ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ εἰς χρυσόν, ὅτι ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐσυμφωνήσατε καὶ ἐθεωρήσατε τὸ χρέος τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν ὡς ἐμπορικόν, ὅτι ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐθεωρήσατε ὅτι δύνανται αὐτὰ νὰ συμβῶσιν; Πιστεύει ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ σοβαρότητος, ὅτι εἶχεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ αὐτὸ ὁ διαιτητής. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον μποροῦσε νὰ κάμῃ ἦτο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του ὅλας τὰς παραχωρήσεις ἵνα βγάλῃ μίαν δικαιοτέραν ἀπόφασιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν ὁ διαιτητὴς κατὰ τὴν κρίσιν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν θὰ εὕρισκεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκαμε καμμίαν παραχώρησιν πρὸς τὴν Γαλλίαν, διότι ὁ ἴδιος μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀξιώσεις τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐθεώρει ὅτι ἦσαν κακῆς πίστεως. Πῶς αὐτὰς τὰς ἀξιώσεις τὰς ὁποίας χαρακτηρίζει ὅτι ἦσαν κακῆς πίστεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ διαιτητὴς ἵνα ἀποφανθῇ εὐνοϊκώτερον δι’ ἡμᾶς εἰς τὸ κύριον ζήτημα ἐὰν ὑποχρεούμεθα νὰ πληρώσωμεν τὸ ὑλικὸν καὶ ἔν τινι μέτρῳ; Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἐπεισόδιον μεταξὺ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν καὶ τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου, ὅτι εἶναι βεβιασμένα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρὸς ἀπάντησιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὅτι τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν δὲν περιεῖχε πρώτας ὕλας ἐν μέρει εἰσαχθείσας, ἀλλὰ περιεῖχε ἐργασίαν βιομηχανικὴν καὶ ἐργατικῶν χειρῶν καὶ διανοίας τεχνικῆς καὶ ἑπομένως ὅτι ποσοστὸν μένει, καὶ ὅτι τὴν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις θὰ ἐπλήρωνεν εἰς χρυσὸν καὶ θὰ ἤθελεν νὰ τὸ πληρώσωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ποτὲ μᾶς ἔστειλεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις Ἀμερικανικὰ κανόνια. Εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς φέρω τὴν πληροφορίαν αὐτήν ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος κατὰ 99% ὅτι δὲν μᾶς ἔστειλεν Ἀμερικανικὰ κανόνια ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις. Ὅταν δὲ ἐδέχθην νὰ φθάσω εἰς τὸ νὰ ὑπολογίσω τὸ 20% τῆς ἀξίας τοῦ ὅλου ὑλικοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὰς ἔξωθεν εἰσαχθείσας πρώτας ὕλας διὰ τὰς ὁποίας ἐπλήρωσε, νομίζω ὅτι ἐδείχθην πολὺ γενναιόδωρος, ἵνα ἀνταποκριθῶ περισσότερον πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Ὁ ἴδιος ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν διὰ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἰσχυρισμόν μου, ὅτι τὸ χρέος τὸ ἐκ τῶν προκαταβολῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῶν στρατευμάτων εἰς τὴν Μακεδονίαν, ὅτι αὐτὸ τὸ χρέος ὀφείλεται πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὄχι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀνέγνωσε τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ σχετικοῦ συνυποσχετικοῦ τοῦ 1918, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Παρέλειψεν ὅμως νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ βʹ ἐδαφίου. Μὲ κάμποση ὥραν ἐπῆγε καὶ ἐκεῖ διὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ δι’ ἄλλον σκοπόν. Ἀλλ’ ὅταν ἀνέφερε τὴν σχετικὴν συμφωνίαν ἵνα κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ πράγματος εἶχε καθῆκον νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ βʹ ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐδῶ τίθεται ὅτι τὰ χρήματα μπορεῖ νὰ τὰ δώσωμεν ἀπ’ εὐθείας, μπορεῖ νὰ τὰ δώσωμεν καὶ διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ προετιμήσαμεν διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ διὰ τοῦτο ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τοῦ 1918, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ ἀναγκαῖος, διότι περιεῖχε μεταβολὴν τοῦ νόμου ΓΧΜΒ, ἀλλ’ ἐψηφίσθη συγχρόνως ἵνα ἐξουσιοδοτηθῶμεν νὰ ἐκχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰς ἀπαιτήσεις κατὰ τῶν Κυβερνήσεων Γαλλίας, Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς ἐκ τῶν 30.000.000 λιρῶν τῶν ἐξόδων τοῦ 1918 καὶ συγχρόνως διὰ νὰ ἐξουσιοδοτηθῶμεν νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ χορηγήσῃ αὐτὰς τὰς προκαταβολὰς γενομένη αὐτὴ πιστωτὴς τῶν δύο Κυβερνήσεων, ὅπως ἀνεγνωρίσθη καὶ ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν καὶ σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου ὅλην τὴν ἀλληλογραφίαν ἡ ὁποία διεξήχθη. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπεν ὅτι: Μὰ τί σημαίνει πῶς ἐπιστώνετο ἡ Τράπεζα; Τί σημαίνει αὐτό; Δὲν σημαίνει ὅτι αἱ δύο Κυβερνήσεις ἀνεγνώριζον ὅτι πιστωτής των ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα; Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Ἀφοῦ ἀναφέρεται ὅτι ἢ ἡ Τράπεζα ἢ ἡ Κυβέρνησις θὰ τὰ δώσῃ, διατί δὲν ἐπιστώνετο ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐπιστώνετο ἡ Τράπεζα καὶ ἐξηκολούθει νὰ πιστώνεται ἐπὶ ὁλόκληρον σειρὰν δέκα ἐτῶν; Μέχρι τοῦ 1928 ἐπιστώνετο καὶ εἶναι γραμμένη εἰς τὰ κατάστιχα τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας. Καὶ λέγει τί σημασίαν ἔχει αὐτό; Ἀφοῦ ἡ Τράπεζα ἐπὶ τέλους μοῦ τὰ ἔδωκε αὐτὸ τὸ δάνειον μὲ τραπεζογραμμάτια τὰ ὁποῖα ἐξέδωκε, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦ εἶπον ὅτι κάμνει οἰκονομικὴν αἵρεσιν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, λέγων ὅτι τὸ τραπεζογραμμάτιον εἶναι γραμμάτιον εἰς τὸν κομιστὴν φέρον τὴν ὑπογραφὴν τῆς Τραπέζης καὶ πληρωτέον ὑπ’ αὐτῆς. Βέβαια, οὐσιαστικῶς ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἔγινε ἐν τῷ συμφέροντι καὶ πρὸς ζημίαν ἐνδεχομένην τοῦ Κράτους. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν τὴν Τράπεζαν νὰ ζημιωθῇ ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Τράπεζα ἦτο κάτι τι, ἂς τὸ εἴπωμεν εἰς τὴν νομικὴν γλῶσσαν, δὲν ἦτο εἰκονικὴ εἶχε σημασίαν μεγάλην. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀπαντῶν εἰς τὴν ἰδικήν μου παρατήρησιν: Πῶς, κ. ὑπεχώρησες εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ ὅτι τὸ χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν ἦτο ἐμπορικὸν καὶ πῶς τοὐλάχιστον δὲν ἐδέχθης μίαν συζήτησιν δι’ αὐτό; Εἶπεν ὅτι θὰ ἦτο πᾶσα ἐμμονὴ εἰς τὸ ὅτι τὸ χρέος δὲν ἦτο ἐμπορικόν, θὰ ἦτο ἀπώλεια χρόνου καὶ πῶς δὲν ἐτόλμα νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν τοιοῦτόν τι. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς φαινομένου ἀξίου προσοχῆς. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἤδη ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν κατείχετο διηνεκῶς ὑπὸ τῆς ἀνησυχίας μήπως κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ ζητήματος τῶν σχέσεών μας τῶν ἐκ τοῦ πολέμου μετὰ τῆς Γαλλίας, μήπως διατυπώσῃ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ παρεξηγηθοῦν ἀπὸ τὸν ἀντίπαλον καὶ ἀπὸ τὴν δημοσίαν γνώμην. Ἐπειδὴ σᾶς ἀνέγνωσα τὴν σύμβασιν πρὸ ὀλίγου τὴν σχετικὴν μὲ τὰς προκαταβολὰς καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ὑποστηριχθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι κανεὶς διαιτητὴς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι τὸ χρέος αὐτὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν θὰ πληρωθῇ εἰς δραχμὰς σημερινάς, δραχμὰς χαρτίνας, ἐπειδὴ ἀνέφερα αὐτό, θὰ σᾶς διαβάσω τὸ δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι: (ἀναγινώσκει). Θέλετε μίαν πρόσθετον ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δραχμῶν εἰς χρυσόν; Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἡ λίρα ἡ Ἀγγλικὴ καὶ τὸ φράγκον τὸ Γαλλικὸν εἶχον 10% ἔκπτωσιν. Καὶ ὅμως ἐὰν ἡ Τράπεζα ἡ ἰδική μας θὰ ἔδιδε δραχμὰς ἂς εἴπωμεν 25, διὰ κάθε 25 δραχμὰς θὰ ἐχρεώνετο ἡ Ἀγγλία μὲ μίαν λίραν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τὴν χρεώσῃ μὲ περισσότερα. Διατὶ ἐχρεώνετο ἔτσι; Διότι συνεφωνήθη ὅτι ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ θεωρήσωμεν ὅτι ἀντιπροσωπεύουν τὸν χρυσόν, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ εἶχε νὰ πληρωθῇ δύο χρόνια μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἐν ἀνάγκῃ καὶ προηγουμένως, πότε; Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ συνάλλαγμα τοῦ δανειζομένου Κράτους ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὸ ἄρτιον ἢ ὑπὲρ τοῦ δανειζομένου. Μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ σαφεστέρα ἐξήγησις ὅτι τὰ χρήματα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ πληρωθοῦν εἰς χρυσόν; Καὶ θὰ μποροῦσε ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἔγινε μία ἀπὸ τὰς αἰτίας τῆς καταστροφῆς τοῦ νομίσματός μας νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ κατώρθωσα νὰ πληρώσω τὰ 250.000.000 καὶ νὰ μὴ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ πληρωθῆτε εἰς ἄλλο νόμισμα, οὔτε μὲ τὸ ἰδικό μου ποὺ εἶμαι χρεωμένη, ἀλλὰ μὲ τὸ ἰδικόν σου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀξίαν 6%; Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μᾶς ἔδωκεν καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν γενικευομένην. Ὅλα τὰ Κράτη ἦσαν μετὰ τὸν πόλεμον εἰς ὑπέρθεσιν. Ἑπομένως ἦτο καὶ ἡ Γαλλία εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Μετὰ τὸν πόλεμον τὰ Κράτη ἦσαν εἰς ὑπέρθεσιν διὰ τὰ πολεμικά των χρέη καὶ ἑπομένως δὲν ἦσαν εἰς ὑπέρθεσιν, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς χορηγήσεως διότι ὡρίζετο ὅτι μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου θὰ ἐγίνετο συνεννόησις πῶς θὰ πληρωθοῦν αὐτά. Θὰ ἐξετίθετο εἰς κίνδυνον νὰ εὑρεθοῦν εἰς ὑπέρθεσιν ἐὰν ἀφοῦ ἐκανόνιζον τὸ χρέος των μετὰ τὸν πόλεμον δὲν τὸ ἐπλήρωνον εἰς τὰς ὡρισμένας προθεσμίας. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐμπορικοῦ χρέους ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εὑρίσκετο ἐν ὑπερθέσει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν τὸ νόμισμά της ἔφθασεν εἰς ἰσοτιμίαν μὲ τὸ ἰδικόν μας. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν του καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν διαπνέεται ἀπὸ ἓν Λάϊτ Μοτέφ, καὶ ὅτι ἐὰν ὑπέβαλλε τοιαύτας αὐθάδεις ἀξιώσεις, θὰ ὑπεσκάπτετο ἀθεραπεύτως ἡ ἠθικὴ ἀξία τῆς ὑποθέσεως ἡμῶν. Ἔ, κύριοι, αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρει ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν δυναμένας νὰ κλονίσωσι τὴν ἠθικήν μας θέσιν, τὰς αὐθάδεις αὐτὰς τὰς ἰδίας ἀξιώσεις τὰς διετύπωσα εἰς τὴν Χάγην εὑρισκόμενος ἕνεκα τῆς ὑπογραφῆς τοῦ συνυποσχετικοῦ, εἰς πολὺ δυσχερεστέραν θέσιν παρὰ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἐκεῖνος πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ συνυποσχετικοῦ καὶ εἶχον τὴν ἱκανοποίησιν νὰ τὰς ἴδω ἀναγνωριζομένας ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο εἰς τὴν Χάγην θὰ ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν ὅτι ἐκεῖ δὲν ἐγένετο καμμία οὐσιαστικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ Γαλλία σᾶς εἶπεν εἶχε κάθε ἐνδιαφέρον νὰ ρυθμίσῃ τὴν ὑπόθεσίν της. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ Γαλλία εἶχε κάθε ἐνδιαφέρον νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κράτη εἶχον συμφέρον ἀνάλογον ἢ ἀντίστοιχον. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο μόνη. Πλάνη, πλάνη τεραστία. Ἀνέφερε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ὡς σύμμαχον μὲ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ ζητήματα αὐτά. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τῶν συμφερόντων τῶν Ἀγγλικῶν δὲν ὑπῆρχεν οὔτε τὸ ἐλάχιστον σημεῖον ἐπαφῆς. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ἔλεγεν καὶ ὑπεστήριζεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν αἱ Ἀγγλικαὶ ἐπανορθώσεις περιοριζομένη εἰς ἓν 10%, δὲν ἐγένετο δεκτὴ ὑπ’ αὐτῆς καὶ ἐπέμενε νὰ μὴ κυρωθῇ τὸ σχέδιον τοῦ Γιὼγκ εἰς τὸ σημεῖον τοὐλάχιστον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ παραμείνῃ ἐν ἰσχύει τὸ σχέδιον Ντώζ. Ἦτο ὁμοία ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος; Θὰ μπορούσαμε καὶ ἡμεῖς νὰ πᾶμε μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι πρέπει νὰ μὴ κυρωθῇ τὸ σχέδιον Γιὼγκ, ἀλλὰ νὰ παραμείνῃ τὸ σχέδιον Ντώζ; Πῶς τολμᾶτε νὰ ὑποστηρίζητε τοιοῦτόν τι; Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν συνεζητήθησαν ἐκεῖ αὐτὰ τὰ ζητήματα κατ’ οὐσίαν. Ὄχι μόνον δὲν εἴχομεν σύμμαχον τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ εὑρέθημεν εἰς ἀντίθεσιν καὶ πρὸς τοὺς μικροὺς ἄλλους πιστωτάς, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον καὶ μερίδιον ἐκ τῶν Ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων. Καὶ μόνον ἡ ἐξήγησις τοῦ δικαίου τῆς Ἑλλάδος κατώρθωσεν, οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ πολὺν χρόνον, νὰ ἄρῃ τὰς ἀντιρρήσεις αὐτάς. Ὁ φίλος μου, ὁ ἰδιαίτερός μου φίλος κ. Τιτουλέσκο μέχρι τῆς παραμονῆς τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης παρετήρει: «μὰ δίδετε πολλὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἱκανοποιούμεθα ἀναλόγως». Δὲν εἴχομεν λοιπὸν συμμάχους καὶ θὰ πρέπῃ νὰ ἐξηγήσητε ὅτι, ἂν ἐπετύχομεν εἰς τὴν Χάγην εἰς τὰ σημεῖα αὐτά, ἐπετύχαμεν διότι εὕρομεν ἐν Χάγῃ συμμάχους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔλειπον, ὅταν εἴχετε μεταβῆ σεῖς εἰς τὴν Γενεύην. Ἐπετύχομεν διότι εἴχομεν συναίσθησιν τῆς βαθείας ἀδικίας ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Ἑλλάδα· εἴχομεν τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας καὶ δὲν ἐφανταζόμεθα ποτὲ ὅτι ὑποστηρίζοντες τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας αὐτῆς, διατυποῦμεν ἀξιώσεις αὐθάδεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας μποροῦσε νὰ κινδυνεύσῃ ἡ καλή μας πίστις, νὰ παρεξηγηθῇ. Ἐπετύχαμεν εἰς τὴν Χάγην διότι, μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ἐδηλώσαμεν ὅτι εἴμεθα μικροί, δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιβάλλωμε τὰς ἀντιλήψεις μας· δύνασθε οἱ λοιποὶ νὰ κάμετε τὴν συμφωνίαν, καὶ τοῦ Γιὼγκ διότι εἶχεν ἀποφασισθῆ, ὅτι ἂν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις συμφωνήσουν καὶ ὑπάρχουν τινὲς ἐκ τῶν μικρῶν ἀτακτοῦντες, τὸ σχέδιον Γιὼγκ θὰ ἐτίθετο εἰς ἐνέργειαν, καὶ θὰ κατετίθετο εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὰς μικρὰς δυνάμεις καὶ ὅταν ἀπεφάσιζαν νὰ δεχθοῦν καὶ ἐκεῖναι τὰ ποσοστά των θὰ τὰ ἔπαιρναν. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν ὅτι, ὅταν διηγεῖτο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ τὶ ἔγινεν εἰς τὴν Χάγην—ἔχω στὸ σημείωμά μου γραμμένο ὅ,τι μᾶς διηγεῖτο ὁ κ. Καφαντάρης—εἶναι ἀληθινὸ μυθιστόρημα. Εἶπα προηγουμένως ὅτι ἀπορῶ πῶς ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ὅτι, διὰ 267 ἑκατομ. δρχ. χάρτινες δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ τολμήσω νὰ ζητήσω 5 χιλ. ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ὅταν τοῦ διηγήθηκα τὶ ἔγινε εἰς τὴν Χάγην καὶ ὅτι τὸ ἐπιχείρημά του αὐτὸ προσβληθὲν ἀπὸ τοὺς τεχνικοὺς συμβούλους τῆς Γαλλικῆς ἀντιπροσωπείας, ἀπεσύρθη ἀμέσως μόλις ἐγὼ ἐξηγέρθην καὶ εἶπα ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ ἐκθέσω καὶ εἰς αὐτοὺς τὴν οἰκονομικὴν αἵρεσιν διὰ τὴν ὁποίαν σᾶς κατηγορῶ, ὅταν λέγω εἰς τὴν Χάγην ὑπεστήριξα τὴν ἄποψιν ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ χρέους πρὸς τὴν Τράπεζαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι πολεμικὸν καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε ὅτι θὰ μοῦ δώσετε 267 ἑκατομ. δραχμὲς διὰ νὰ τὸ ἐξοφλήσωμεν ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ σήμερον, ἀπεσύρθη ἀπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Γαλλικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μοῦ εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος: καλά· βέβαια ἡ ἄρνησις τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως νὰ πληρώσῃ τὰ 267 ἑκατομ. τὰ ὁποῖα ἐχρεώστει εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ τὰ 250 ἑκατομ. τὰ ὁποῖα ἐχρεώστει εἰς τὴν Τράπεζαν ἐξ ἐκχωρήσεως Κράτους διὰ τὰς πιστώσεις τοῦ 1918, βέβαια ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ πέσῃ τὸ νόμισμα μας, ἀλλὰ ποῖος ἠμπορεῖ νὰ μοῦ εὕρῃ κατὰ ποίαν ἀναλογίαν ἔπεσε τὸ νόμισμα διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ εὕρωμεν τὴν ζημίαν; Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐτόλμα νὰ τὸ κάμῃ αὐτὸ θὰ ἦτο ὁ μεγαλείτερος ἄνθρωπος. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ αὐτό; Δὲν ἦτο ἁπλούστερον νὰ εἴπομεν εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον ὅτι ἔγινε ἀφορμὴ νὰ πέσῃ τὸ νόμισμά μου ἀπὸ τὴν τιμὴν ποὺ εἶχε, ποὺ ἦτο καλύτερο ἀπὸ τὸ δικό σου καὶ σήμερον ποὺ ἔπεσε τὸ νόμισμά μου ἔρχεσαι καὶ μοῦ λές, ἀφ’ οὗ συνέπραξες καὶ σὺ νὰ πέσῃ, νὰ μὲ πληρώσῃ εἰς τὸ νόμισμά μου αὐτό. Πληρῶσέ με εἰς τὴν ἀξίαν ποὺ εἶχε τότε τὸ νόμισμά μου, εἰς τὴν χρυσῆν του ἀξίαν. Διατὶ νὰ κάμωμε ὅλους τοὺς ἄλλους λογαριασμούς; Ἀλλὰ διατί, κύριοι, ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν δὲν ἐτόλμα νὰ διατυπώσῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι τὸ χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν ἦτο ἐμπορικὸν καὶ διατὶ ἐπιμένει καὶ σήμερον ὅτι καλὰ ἔκαμεν καὶ δὲν ἔρχεται ἁπλούστατα νὰ εἴπῃ: Κύριοι ἐπλανήθην, ἀφοῦ εἰξεύρει τώρα ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τεθὲν εἰς τὴν Χάγην ἐλύθη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος; Βέβαια δὲν θὰ πληρωθῶμεν τὸ χρέος αὐτὸ τὸ ἐμπορικὸν ἀκεραίως εἰς χρυσόν. Καὶ δι’ ἄλλους λόγους θὰ ἦτο δύσκολον, μᾶλλον ἀδύνατον νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς αὐτὸ τὸ θέμα διότι μᾶς ἔλεγαν ὅλα τὰ χρέη καὶ ὅσα ἦσαν εἰς χρυσὸν τὰ πολεμικὰ ὁ καθένας θὰ τὰ πληρωθῇ εἰς ἕνα ποσοστὸν καὶ αὐτὸ εἶναι περίπου 35%, βέβαια τὰ μὴ πολεμικὰ δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν φειδώλευσιν, ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμένετε εἰς τὰς ἀπόψεις σας. Ἡ πρώτη διατύπωσις τὴν ὁποίαν μοῦ ἔκαμε τὸ λογιστήριον ἦτο δι’ ὁλόκληρα τὰ 17 ἑκατομ. λίρας. Ὅταν ἐπῆγα καὶ εἶδα τὰ πράγματα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ διατυπωθῇ αὐτὴ ἡ ἀξίωσις, δὲν τὴν διετύπωσα καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἀπαίτησιν, διότι — κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν— ἐπιβάλλεται εἰς τὰς διεθνεῖς πρὸ πάντων σχέσεις νὰ εἶναι κανεὶς ἀπολύτως καλῆς πίστεως καὶ νὰ μὴ διατυπώνῃ ἀξιώσεις ἀπαραδέκτους, διότι ζημιώνει τὴν ὑπόθεσίν του. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ξέρῃς ποὺ ἀρχίζουν αἱ ἀξιώσεις νὰ εἶναι ἀπαράδεκται καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐπλανήθη καὶ ἐξακολουθεῖ πλανώμενος ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Διὰ τὸ χρέος αὐτὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν, τὸ ὁποῖον ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν δὲν ἐτόλμα νὰ ζητήσῃ νὰ θεωρηθῇ ἐμπορικόν, σκεπτόμενος ἐπὶ τέλους κατ’ οὐσίαν ὅτι ἐζημιώθημεν 268 ἑκατομ. δρχ. καὶ πράγματι τόσα ἐπληρώσαμεν εἰς τὴν Τράπεζαν, διὰ τὸ χρέος αὐτὸ ποὺ δὲν τολμοῦσε νὰ τὸ θεωρήσῃ ἐμπορικὸν ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία εἰς τὴν Χάγην ἐδικαιώθη νὰ λάβῃ ποσόν, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον ἔτος εἶναι 350.000 λίρες, τὸ δεύτερον ἔτος 550.000 λίρες, τὸ τρίτον 600.000 λίρες, τὸ τέταρτον 650 καὶ κἄτι χιλιάδες λίρες, τὸ 5ον, 6ον, 7ον, 8ον καὶ 9ον εἶναι 700.000 λίρες καὶ κἄτι κατ’ ἔτος, τὸ 1940–1941, 1941–1942 ἀπὸ 750.000 λίρες, τῷ 1942–1943 καὶ 1943–1944 ἀπὸ 800.000 λίρας κατ’ ἔτος. Ἔπειτα ἐπειδὴ τελειώνουν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο αἱ δόσεις τῆς Οὐγγαρίας πέφτει ἡ μετοχή μας, ἀλλὰ τῷ 1944–1945 καὶ 1945–1946 καὶ 1946–1947 δι’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων πέρνομεν 350.000 λίρας, διὰ τὸ ἔτος 1947–1948 καὶ 1948–1949 πέρνομε 330 χιλιάδας λίρες, διὰ τὸ ἔτος 1949–1950 πέρνομεν 320 χιλ. λίρες, διὰ τὸ ἔτος 1951–1952 μέχρι τοῦ ἔτους 1964–1965 κατὰ τὰ 13 αὐτὰ ἔτη πέρνομεν κατ’ ἔτος 350.000 λίρες καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος 1965–1966 πέρνομεν 340.000 λίρες. Τὸ ὅλον δὲ αὐτὸ ποσὸν μᾶς δίδει διὰ τὸ διάστημα τῶν 36 αὐτῶν ἐτῶν 14 ἑκατομ. περίπου λίρες, δηλ. 278.865 χιλ. χρυσᾶ φράγκα. Ἀφοῦ λοιπὸν ὑποστηρίζω τὴν γνώμην, ὅτι πρόκειται περὶ ἐμπορικοῦ χρέους εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα πῶς τολμᾷ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ μοῦ δίδῃ τὸ μάθημα αὐτό, ὅτι πρέπει, νὰ προσέχω, ὅταν εὑρίσκομαι εἰς διεθνῆ συνέδρια, νὰ μὴν ὑποβάλλω ἀξιώσεις αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν, νὰ μοῦ ἐκθέσουν τὴν καλήν μου πίστιν καὶ πρὸ παντὸς τὴν καλὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος; Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὡμίλησε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς σταθεροποιήσεως. Ποῖος ἔψεξε τὸν Ἡρακλῆ, ἀλλ’ ὑπάρχει σημεῖόν τι ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον χωριζόμεθα ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν λέγει, ὅτι ἄνευ σταθεροποιήσεως ἦτο ἀδύνατος ἡ οἰκονομικὴ ἐξυγίανσις. Ἀληθές, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ σταθεροποίησις δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ διὰ θυσιῶν ὑπερόγκων, διότι ἤρκει πραγματικὴ σταθεροποίησις, ἡ ὁποία ἔγινε ἀπὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους, συνδυαζομένη μὲ τὴν ἐπάρκειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὲ τὴν ἀπόλυτον ἐξασφάλισιν τοῦ ἰσοζυγίου. Ἐφόσον λοιπὸν ἠθέλομεν ἐπιτύχει τὴν πραγματικὴν σταθεροποίησιν καὶ εἴχομεν καὶ τὴν ἐπάρκειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ σταθεροποίησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κινδυνεύσῃ. Ἑπομένως δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶμεν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως εἰς ὑπέρογκα βάρη. Ἕνα ἀπὸ τὰ ὑπέρογκα βάρη εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθημεν ἦτο τὸ ποσὸν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τοῦ Γαλλικοῦ δημοσίου τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς 17 ἑκατομμύρια λίρες, διότι, ἐὰν ἀποτυφλούμενοι ἀπὸ τὸν πόθον τῆς σταθεροποιήσεως ἐθυσιάζαμεν τὰ πάντα εἰς αὐτήν, ὡς ἐὰν ἦτο σκοπὸς καὶ ὄχι μέσον διὰ τὴν ἐξυγίανσιν, ἐκινδυνεύαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τοιαῦτα βάρη εἰς τὴν χώραν, ὥστε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ κλονισθῇ καὶ ὅταν κλονισθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τότε δὲν ἀξίζει ἡ σταθεροποίησις, ἐνῷ ἠμποροῦσε ἡ σταθεροποίησις νὰ μᾶς ἀρκέσῃ ἐπ’ ὀλίγον καιρὸν μέχρι τοῦ σημείου κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὰς πιστώσεις τῆς Τραπέζης κατὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, τὰς πιστώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας κατώρθωσα νὰ περισώσω εἰς τὴν Χάγην τοὐλάχιστον κατὰ 35%. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ἐξέφερε τὴν ἀπορίαν του, διότι ὃν κατέκρινα αὐστηρῶς καὶ ἔρριψα κατ’ αὐτοῦ λίθον ἀναθέματος, λίθον ἀναθέματος δὲν ἔρριψα κατ’ αὐτοῦ. Τοῦ ἀνεγνώρισα καὶ πάλιν τὰς μεγάλας του ἀρετάς, δὲν ρίπτει λίθον ἀναθέματος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπικρίνει μίαν ἢ δύο ὡρισμένας πράξεις ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, οὔτε εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπικρίνω, διότι ἐὰν ὑπάρχῃ τι ἀσθενὲς εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, ἐὰν ὑπάρχῃ τι τὸ ὁποῖον δύναται καὶ νὰ ἐξουδετερώσῃ ὅλας τὰς ἄλλας ἀρετάς του εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἰδέα εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι προσηλωμένος, ὅτι εἶναι ἀλάθητος, ὅτι ὅλα ἠμποροῦν νὰ συμβοῦν, ἀλλὰ λάθος δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἐκεῖνος. Αὐτὸ εἶναι ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀποβῇ εἰς βλάβην τῆς χώρας, καὶ θὰ ἦτο κρῖμα πράγματι ἐὰν τόσα ἐξαίρετα πολιτικὰ χαρίσματα ἐξουδετεροῦντο ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ λάθους. Δὲν ἔρριψα λίθον ἀναθέματος, ἀλλὰ ἐπέκρινα καὶ ἐπικρίνω ὄχι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπικρίνω. Ὅλοι σας γνωρίζετε, πῶς ὡμίλησα κατὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνεκοίνωσα τὰ ἀποτελέσματα τῆς Χάγης. Ἔχω ἐδῶ τὴν ἐφημερίδα πρόχειρον κατὰ τὴν ὁποίαν διακοπεὶς ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν εἰπόντα μίαν ἀνακρίβειαν τοῦ ἀπήντησα τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Τὴν διακοπήν σας τὴν ἤκουσα.» Οὔτε κρίσιν οὔτε ἐπίκρισιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς βλέπετε εἰς ποίαν ψυχολογικὴν κατάστασιν περιῆλθεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ὥστε ἀκόμη καὶ ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ μέρους μου πρὸς τὰς πρώην συμμάχους μεγάλας δυνάμεις, ἐθεωροῦντο ὡς σχεδὸν προσωπικαὶ κατ’ αὐτοῦ ὕβρεις ἀφοῦ βεβαίως ἐκεῖνος ἐμφανίζεται ὑποστηρίζων τὰς ἀπόψεις ἐκείνας καὶ ἀφοῦ ἐκεῖνοι ὑπὲρ τῶν ὁποίων μάχεται, τὰς ἀπόψεις αὐτὰς τὰς ἐγκατέλειψαν καὶ μᾶς ἐβοήθησαν νὰ πάρωμεν ἀρκετὰς λίρας. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως μοὶ εἶπεν ὅτι ὑπέπεσα καὶ εἰς ἓν ἄλλο σφάλμα, ὅταν ἰσχυρίσθην κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ὅτι ἂν εἶχε κυρωθῇ εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἴτε ὑπὸ τῆς ἰδικῆς μου βραδύτερον, ἐὰν εἶχε κυρωθῇ ἡ σύμβασις τοῦ συνυποσχετικοῦ εἰς τὴν Χάγην ἡ θύρα θὰ ἦτο κεκλεισμένη καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκ μέρους μας οὐδεὶς λόγος περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ μᾶς δώσουν τὰ μέσα ὥστε νὰ καλύψωμεν τὰ χρέη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ ἠμφισβήτησε καὶ αὐτὸ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος, διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος μαχητικὸς ὅπως εἶναι δὲν διστάζει πρὸ οὐδενὸς, οὔτε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας τὸν σταματᾶ. Ἀλλ’ ἐγὼ τὸ ἐξήγησα ἀρκετὰ σαφῶς εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου, ὅτι εἰς τὴν Χάγην ἔγεινε δεκτόν, ὄχι ἐπιφανειακῶς, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος νὰ δοθοῦν τὰ μέσα εἰς διαφόρους πιστωτάς, νὰ καλυφθοῦν διὰ τὰ χρέη τὰ ὁποῖα ἔχουν πληρώσῃ εἰς τὸ μέλλον καὶ διὰ τοῦτο ὅπως εἶπον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐθυσίασε ἑκατὸν τεσσαράκοντα τόσα ἑκατομμύρια λίρας τὰ ὁποῖα εἶχε πληρώσει μέχρι τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης περὶ πλέον ἀφ’ ὅτι ἐλάμβανε ἀπὸ τοὺς συμμάχους διότι ταῦτα ἀνεφέροντο εἰς τὸ παρελθόν, καὶ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἦτο τόσον σταθερῶς ἐρριζωμένη εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων, ὥστε ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν διετύπωσε κἂν τοιαύτην ἀξίωσιν. Διηγήθην δὲ ἐπίσης νομίζω εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου, ὅτι ὅταν διετύπωσα αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν μοὶ ἀντετάχθη ἀμέσως, ὅτι αὐτὰ ἀνάγονται εἰς τὸ παρελθόν, πῶς δὲν ἔχετε κανονίσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα μὲ τὴν Γαλλίαν; Διὰ συνυποσχετικοῦ ἀνεγνωρίσθη ὅτι αὐτὸ εἶναι πολεμικὸν χρέος. Τὸ μόνον ποσὸν διὰ τὸ ὁποῖον δύνασθαι νὰ ἀναγγελθεῖτε ἐδῶ εἶναι τὸ χρέος πρὸς τὴν Γαλλίαν τῶν...... Καὶ εὑρέθην τότε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω ὅτι ἂν καὶ ἤμην ἕτοιμος νὰ ζητήσω τὴν ἐπικύρωσιν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς συνεκλήθη ἡ διάσκεψις τῆς Χάγης ἀνεγνώρισαν τοὐλάχιστον σιωπηρῶς ὅτι εἶναι ἠθικόν, ὅλοι οἱ πρώην σύμμαχοι νὰ καλυφθοῦν διὰ τὰ πολεμικὰ χρέη, ἐγὼ σήμερον δηλῶ ὅτι θὰ ὑποβάλλω τὴν σύμβασιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ζητήσω τὴν ἀπόρριψιν αὐτῆς. Καὶ μοῦ λέγει ὁ κ. Καφαντάρης ὅτι δὲν ἐπείραζε, πάλιν θὰ ἤρχοντο εἰς συζήτησιν. Δὲν γνωρίζω ποίαν συζήτησιν. Ὁ κ. Καφαντάρης ἐν τούτῳ ὑπερβάλλει καὶ τὴν ἰδικήν μου αἰσιοδοξίαν καὶ εἶπεν. «Ἐγὼ περιμένω ἄλλα καλλίτερα ποὺ θὰ γίνουν βραδύτερον». Ἐγὼ εὔχομαι νὰ εἶναι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ νὰ κατορθώσῃ νὰ βελτιώσῃ καὶ τοὺς ὅρους αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐδέχθημεν εἰς τὴν συνδιάσκεψιν τῆς Χάγης. Κύριοι, λυποῦμαι πολύ, διότι σᾶς ἀπησχόλησα τόσον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ὅσα εἶπον καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἤδη νὰ στραφῶ πρὸς τὴν δεξιὰν πτέρυγα. Κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ κυρώσῃ τὰς συμφωνίας τῆς Χάγης, ἐπιβάλλεται νομίζω, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ ἐκθέσω καὶ πάλιν δι’ ὀλίγων τὶ ἐπέτυχα εἰς Χάγην καὶ ποῖα εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς θέσεως ἡμῶν σήμερον μετὰ τὰς ἐν Χάγῃ συμφωνίας. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου Γιώγκ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἐπολεμήσαμεν διὰ νὰ ἔχωμεν σύμμαχον τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας, ἀλλ’ ἐδηλώσαμεν ἐπιμένω ὅτι δὲν ἐπεμβαίνομεν εἰς τὸν ἀγῶνα μετὰ τῶν μεγάλων, δὲν ἐπολεμήσαμεν τὸ σχέδιον Γιώγκ, ἀλλ’ ἀπεδέχθημεν αὐτὸ διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς δίδονται δόσεις ἐπὶ 59 ἔτη, αἱ ὁποῖαι κατὰ μὲν τὰ πρῶτα 37 ἔτη ἔχουν μέσην ἀξίαν 350.000 λιρῶν ἐτησίως, διὰ δὲ τὰ τελευταῖα 22 ἀξίαν 450.000 λιρῶν ἐτησίως καὶ μέσην ἀξίαν 390.000 λιρῶν. Μᾶς ἀνεγνωρίσθη ἐπίσης νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν ἐπὶ 36 ἔτη ἐτησίως 341.000 λιρῶν. Μᾶς ἀνεγνωρίσθη ὅτι θὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν Οὐγγαρίαν ἐπὶ 14 ἔτη ἐτησίως 363.000 λιρῶν, μᾶς ἀνεγνωρίσθη ὅτι θὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν Τσεχοσλοβακίαν ἐπὶ 37 ἔτη ἐτησίως 87.000 λιρῶν. Θὰ λαμβάνωμεν δηλαδὴ μέσην ἐτησίαν δόσιν κατὰ μὲν τὰ 37 πρῶτα ἔτη 1.188.000 λιρῶν κατὰ δὲ τὰ τελευταῖα ἔτη 819.000 λιρῶν δηλαδὴ μέσην ἐτησίαν δόσιν 1.000.000 λιρῶν. Ἀπὸ αὐτὰ θὰ πληρώνωμεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν διὰ τὸ χρέος μας μέσην δόσιν ἐτησίαν 386.710 λιρῶν, εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἐτησίαν δόσιν 64.000 λιρῶν, εἰς τὴν Γαλλίαν μέσην ἐτησίαν δόσιν 25.300 λιρῶν, δηλαδὴ θὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος 476.000 λιρῶν καὶ ἑπομένως περισσεύουν κατὰ μὲν τὰ πρῶτα 14 ἔτη ἐτησίως τὸ ποσὸν τῶν 700.000 περίπου λιρῶν, κατὰ δὲ τὰ τελευταῖα 22 ἔτη 264 περίπου χιλιάδας λιρῶν. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐν Χάγῃ γενομένων ἀφοῦ ἀνέφερα αὐτὰ εἰς δραχμάς, ἀνέφερα συγχρόνως ὅτι ἡ μέση ἀξία αὐτῶν ἡ σημερινὴ εἶναι 10.000.000 λιρῶν, διότι ἡ ὅλη ἀξία των εἶναι 5–6.000.000 καὶ εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ κυτάξωμεν ποία εἶναι ἡ σημερινὴ ἀξία. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἔκανε καὶ ἐκεῖνος τοὺς λογαριασμούς του, τὰ ἔβγαλε ὀλιγώτερα, νομίζω, 6.900.000. Φαίνεται ὅτι οὔτε ἐγὼ ἔδωσα τοὺς ἀκριβεῖς ἀριθμοὺς οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐν τούτοις ἐγὼ ἔχω τὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι προσήγγισσα περισσότερον πρὸς τὴν ἀλήθειαν, δηλαδὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οὔτε 10 ἑκατομμύρια εἶναι οὔτε 6.900.000, ἀλλ’ εἶναι 9.316.938 λιρῶν ἡ ὠφέλεια τὴν ὁποίαν ποριζόμεθα ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι...
§129Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ μίαν διαφορὰν ὅτι σεῖς εἰς τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν περιλαμβάνεται καὶ τὸ δεύτερον δάνειον τῆς Ἀμερικῆς, ἐνῷ ἐγὼ δὲν τὸ περιλαμβάνω.
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Οὔτε ἐγὼ τὸ περιλαμβάνω, σεῖς ἂν τὸ περιλαμβάνετε....
§131Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἕνα ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἀναγνώσω, μοῦ τὸν ἔδωσε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον.
§132Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ τὸ σημείωμα τοῦ λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐδόθη εἰς τὸ ἴδιον ἀντίγραφον. Ἴσως πρόκειται περὶ λάθους.
§133Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ λάθους, ἡ ἀκρίβεια τοῦ λογαριασμοῦ εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν εἶδα ἐγὼ καὶ θὰ ἴδητε ὅτι κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ λογιστηρίου εἶναι ἀκόμη κάτω.
§134Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δίδω ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωσε τὸ λογιστήριον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως καὶ ἂν εἶναι ἐσφαλμένοι οἱ λογαριασμοὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ ἀκούσω. Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι τὸ χρέος πρὸς τὴν Ἀμερικὴν τὸ δεύτερον τῶν 12½ ἑκατομμυρίων δολλαρίων, τὸ ὁποῖον ἔγινε διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων, σᾶς ἐξήγησα καὶ ἄλλοτε ὅτι δὲν ἐθεωρήθη ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ χρέος τοῦ πολέμου καὶ δυστυχῶς μολονότι ἀπὸ ἐκεῖ προέρχεται τὸ χρέος αὐτό, μοῦ παρουσιάσθη τὸ κείμενον τῆς νέας συμβάσεως, ἐκ τῆς ὁποίας δυστυχῶς ἀποδεικνύεται ὅτι ἐχώρησεν ἡ λεγομένη λατινιστὶ novatio ἤτοι ἀνανέωσις τοῦ χρέους. Ἐπομένως μοὶ ἀντετάχθη ὅτι: Κύριε, εἶναι νέον χρέος καὶ ἠναγκάσθην νὰ ὑποχωρήσω. Νὰ μὴ τὸ ἀναφέρωμεν λοιπόν τὸ χρέος αὐτὸ διότι δὲν εἶναι χρέος πολεμικόν. Πλέον αὐτῶν ὅπως εἶπον καὶ ἐκθέτων τὰ τῆς συνδιασκέψεως τῆς Χάγης, μᾶς ἐδόθησαν 19 ἑκατομμύρια μάρκα χρυσᾶ διὰ τὴν κάλυψιν ἀπέναντι τέλος πάντων, διὰ τὴν μερικὴν τοὐλάχιστον κάλυψιν τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπροξενήθησαν ὑπὸ τῆς Γερμανίας κατὰ τὸν χρόνον τῆς οὐδετερότητος. Τὰ 19 ἑκατομμύρια μάρκα εἶναι πληρωτέα ἐντὸς τῆς ἀνοίξεως ἐφόσον κυρωθοῦν αἱ συμφωνίαι τῆς Χάγης καὶ τεθοῦν ἐγκαίρως εἰς ἐφαρμογήν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐλπίζομεν ὅτι δὲν θὰ προσκόψῃ. Ἡ Βουλγαρία ἐπεκύρωσεν ἤδη, ἡ Γαλλία τὰς ἐπεκύρωσε προχθές, ἡ Αὐστρία ἀνέλαβε νὰ μᾶς πληρώσῃ 8 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ πληρωτέα εἰς 7 ἐτησίας δόσεις, ἡ Οὐγγαρία 3 ἑκατομμύρια εἰς 5 ἐτησίας δόσεις. Valeure actuelle τῶν δόσεων τούτων εἶναι 1.321.000 λιρῶν, δηλαδὴ 41.600.175, ἐξ ὧν τὰ 340 ἑκατομμύρια εἶναι πληρωτέα ἐντὸς τοῦ ἔαρος τούτου. Τώρα ἀφοῦ τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν καλυπτόμεθα οὔτε διὰ τὰ πολεμικά μας χρέη ἀφοῦ τὸ χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν δὲν πληρώνεται εἰς ἀκέραιον. Διὰ τὰ πολεμικά μας χρέη καλυπτόμεθα ἐξ ὁλοκλήρου, τὸ χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν δὲν ἦτο χρέος πολεμικὸν ἦτο χρέος ἐμπορικόν. Βέβαια αὐτὸ τὸ καθιστᾶ ἄξιον περισσοτέρας προσοχῆς. Εἰμπορεῖτε νὰ μὲ μεμφθῆτε ὅτι δὲν κατώρθωσα, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν μάλιστα τοῦ συνυποσχετικοῦ, νὰ ὑποχρεώσω τὴν Διάσκεψιν νὰ μοῦ δώσῃ καὶ τὰ 17.000.000 λίρες. Ἐκεῖνα πού κατώρθωσα νὰ πάρω ἐγὼ τὰ νομίζω ἀρκετὰ καὶ δὲν ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ν’ ἀμφισβητήσῃ, κατὰ τοῦτο, τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας.
§135Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ὁμιλία μου δὲν εἶχε βάσιν οὔτε νὰ κρίνῃ οὔτε νὰ ἐπικρίνῃ οἱονδήποτε ἐκ τῶν διαχειρισθέντων τὸ ζήτημα αὐτὸ δηλ. τὰ οἰκονομικὰ τῶν ἐξωτερικῶν μας λογαριασμῶν. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἤθελον νὰ ἐκθέσω ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ νὰ γνωρίζῃ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τὸ οἰκονομικόν. Ἑπομένως δὲν θὰ σᾶς εἴπω ἐὰν ἐκάνατε καλὰ ἢ κακά. Ἀπέφυγα τελείως καὶ καθαρώτατα νὰ εἴπω τοιοῦτόν τι. Ἁπλῶς ἤθελα νὰ θέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ποῖα εἶναι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Καὶ μάλιστα, ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, ἐτόνισα ὅτι καὶ ἐὰν κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου δειχθῇ ἐπίκρισίς τις, παρακαλῶ νὰ μοῦ παρατηρηθῇ τὸ πρᾶγμα.
§136Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διὰ τὴν δήλωσίν του. Ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπῆρξεν ἡ γλῶσσα του ἀπολύτως σεμνὴ καὶ ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν χροιὰν ἐπικρίσεως. Ἐγὼ ἐπανέρχομαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ σᾶς λέγω ὅτι δι’ ὅσων ἐπέτυχα εἰς τὴν Χάγην ἐξασφαλίζω τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν μας τῶν πολεμικῶν καὶ ἐπὶ πλέον ἐξασφαλίζω καὶ αὐτὰς τὰς ἑκατοντάδας τῶν ἑκατομμυρίων καὶ ἔρχεσθε σεῖς καὶ λέγετε: Διάβασα καὶ ἐγὼ τὰ χαρτιά. Αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν εἶναι ἔτσι, εἶναι ἔτσι. Νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκρισις αὐτό; Ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν συμφωνοῦμεν, χωρὶς νὰ ἔχετε καμμίαν ἐπιθυμίαν ἐπικρίσεως. Μοῦ λέγετε ὅτι δὲν καλύπτονται τὰ χρέη μας. Δὲν τὸ ἐννοῶ. Καὶ ἤθελον νὰ μοῦ εἴπητε τὶ ἄλλα χρέη ἐκτὸς τοῦ πρὸς τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἀγγλίαν τὴν Ἀμερικὴν ἔχομεν; Ἀλλὰ παρετήρησε ὅτι δὲν καλυπτόμεθα κἂν οὔτε διὰ τὰ χρέη τῆς Βουλγαρίας, πρὸς... ἠξεύρετε τὶ συμβαίνει εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, κ. Βουλευταί; Ἡ Βουλγαρία ὅπως ἠξεύρετε, εἶχεν εἰσβάλη εἰς τὴν ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ ἔκανε ἐκεῖ ζημίας μεγάλας. Ἐπειδὴ αἱ réparations ἐδίδοντο μόνον διὰ τὰς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου γενομένας ζημίας ἐπιδιώξαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ παρὰ τῆς Βουλγαρίας, εἰ δυνατόν, τὴν πληρωμὴν τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ἐπροξένησαν κατὰ τὴν οὐδετερότητα. Διωρίσθη κάποιος νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ ὑλικὸν μέρος τῶν ζημιῶν. Ἀπεδείχθη ὅτι αἱ ζημίαι αὐταὶ ἦσαν ἓν μέγα ποσόν.
§137Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. 54.200.000.
§138Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Νεϊγύ. Ἡ ὑπόθεσις ἤχθη ἐνώπιον τοῦ διεθνοῦς δικαστηρίου τῆς Χάγης καὶ εἰς αὐτὸ ἡ Βουλγαρία ἐκέρδισε. Δὲν εἰμπορεῖτε λοιπὸν νὰ μοὶ ἀπαιτεῖτε ὅτι ἐγὼ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνω παρὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν νὰ πληρώσῃ ἡ Βουλγαρία αὐτὰ τὰ 54.200.000. Ἀλλ’ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος μοῦ εἶπεν ὅτι τί εἶναι αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια ποὺ μᾶς φέρνεις ἐπὶ πλέον; Τί εἶναι αὐτὰ ἀπέναντι τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς εἰσελθοῦσα εἰς τὸν πόλεμον; Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή, κ. Βουλευταί. Ἐπήγαμεν εἰς τὴν Χάγην διὰ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ ἐκεῖ νὰ μᾶς ἐπανορθώσῃ ὅλας τὰς ζημίας τὰς ὁποίας μᾶς ἔφερεν ἡ ἀνάμιξίς μας εἰς τὸν πόλεμον καὶ ὅλας τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπέφερεν ἡ ἰδική μας ἀποικία καὶ ὅλας τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπέφερον αἱ περιστάσεις; Δι’ αὐτὸ ἐπήγαμε εἰς τὴν Χάγην; Ὄχι βέβαια. Ἐὰν βέβαια ὑπολογίσωμεν τὸ τί ἐχάσαμεν ἐκ τῶν σφαλμάτων μας θὰ εὕρωμεν τὰς ζημίας ἀφαντάστους. Εἴχομεν μίαν ὑπόσχεσιν παροχῆς 30.000.000 λιρῶν διὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι ἔξοδα τοῦ 1918. Καὶ μᾶς ἐδόθησαν ἀπ’ αὐτὰ μόνον 13. Ἐχάσαμε τὰ 17. Καὶ λέγω αὐτὰ δὲν ἦσαν δάνειον; Δὲν θὰ τὰ ἐπληρώναμεν; Βέβαια, ἀλλὰ θὰ ἦτο πολεμικόν μας χρέος καὶ θὰ μᾶς εὕρισκεν ἡ περίστασις τώρα τῆς ρυθμίσεως τῶν πολεμικῶν χρεῶν καὶ θὰ μᾶς ἐδίδοντο τ’ ἀναγκαῖα ποσὰ διὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦμε δι’ αὐτὸ τὸ χρέος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐχάσαμεν αὐτὰ τὰ 17.000.000 λίρας εἶναι ἀληθές, θετικὴ ζημία διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ βέβαια δὲν ἐπῆγα εἰς τὴν Χάγην διὰ νὰ ἐπανορθώσω τέτοιου εἴδους ζημίας. Ἐξοδεύσαμε διὰ τὴν προσφυγικὴν ἐγκατάστασιν δεκάδας ἑκατομμυρίων. Δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσω ἀπὸ τὴν Διάσκεψιν τῆς Χάγης νὰ μοῦ ἐπανορθώσῃ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστην, τὰς δαπάνας δηλ. ἂς μὴ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν ζημιῶν. Ὁ κ. Τσαλδάρης εἶχε δίκαιον ὅταν ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ὅλων μας καὶ τοῦ λαοῦ, ὅτι μὲ αὐτὰ ποὺ ἐπετύχαμεν εἰς τὴν Χάγην νὰ μὴ πιστεύῃ κανεὶς ὅτι παραπλουτίσαμε, ἢ ἁπλῶς πλουτίσαμε. Πρῶτος ἔσπευσα νὰ ἐνθυμίσω, ἐκθέτων τὰ τῆς Χάγης ὅτι τὸ σκιερὸν μέρος τῆς ὅλης ὑποθέσεως εἶναι, ὅτι φοβοῦμαι μήπως νομίσῃ ὁ κόσμος ὅτι ἐπλουτίσαμε καὶ ἀρχίσουν νὰ ἔχουν ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐξανεμίσουν αὐτὰ εἰς μίαν στιγμήν. Ὥστε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου δὲν εἴμεθα σύμφωνοι εἶναι ὅταν ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν ἐβελτιώσαμεν τὴν θέσιν μας διότι ἀπεχωρίσθημεν ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ λαμβάνομεν περισσότερα ἀπὸ τὰς ἀνατολικὰς ἐπανορθώσεις καὶ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰς γερμανικάς. Τὸν ἐρωτῶ καὶ πάλιν, καὶ δὲν εἶναι σχῆμα λόγου, ἤθελεν εἰς τὴν Χάγην νὰ μὴ ἀκολουθήσω ἣν ἠκολούθησα πολιτικήν, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι οὔτε τὸ σχέδιον Γιὼγκ ἤθελον, οὔτε τὸ σχέδιον Ντὸζ ἀλλὰ θέλω νὰ ὑποχρεώσω τὴν Γερμανίαν νὰ μοῦ δώσῃ καὶ ἐμένα ἂν ὄχι ὁλόκληρον τὴν ἀπαίτησίν μου, τοὐλάχιστον ἀνάλογον μὲ ὅ,τι δίδει εἰς σᾶς; Τὸν ἐρωτῶ ἤθελε νὰ ὑποβάλω τοιαύτην ἀξίωσιν; Εὐτυχῶς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τοὐλάχιστον μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν ἐμείναμε σύμφωνοι, ὅτι εἶναι βελτιωμένη ἡ θέσις μας, διότι ἔχομεν περισσότερας ὠφελείας. Εἶνε βελτιωμένη ἡ θέσις μας, διότι εἷς ἐκ τῶν ὀφειλετῶν τούτων ἡ Οὐγγαρία θὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ πρὸς ἡμᾶς χρέος της εἰς 14 καὶ μόνον χρόνια. Εἶναι βελτιωμένη ἡ θέσις μας διότι εἷς ἐκ τῶν ὀφειλετῶν μας εἶναι ἡ Τσεχοσλοβακία τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελε καθ’ ἕνας νὰ ἔχῃ ὀφειλέτην. Εἶναι βελτιωμένη ἡ θέσις μας καὶ διότι ἔχομεν τὴν Βουλγαρίαν ὀφειλέτην. Διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ πρὸς ἡμᾶς χρέος τῆς Βουλγαρίας ἐκ τῶν ἐπανορθώσεων ἔγινεν διὰ τῆς συμφωνίας εἰς τὴν Χάγην imondicionel καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατηργήθη ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐπανορθώσεων ἡ ἑδρεύουσα ἐν Σόφιᾳ, ἡ ὁποία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ ἀναστολὰς εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς εἴμεθα ὀφειλέται πρὸς τὴν Βουλγαρίαν σημαντικοῦ ποσοῦ ἀπὸ τὴν σύμβασιν Καφαντάρη–Μολλώφ, εἴμεθα ἐξησφαλισμένοι ὅτι θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν εἰς κάθε περίστασιν ἐνδεχομένης καθιστερήσεως ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας, νὰ ἀντιτάξωμεν εἰς συμψηφισμὸν τὰς ἀπαιτήσεις μας διότι ἂν ἐνθυμῆσθε ἡ ἀντίστασις ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶναι κατὰ τῆς ἀποδοχῆς τοιούτου συμψηφισμοῦ ἐστηρίζετο δὲ εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ χρέος ἐκεῖνο ἐκ τῆς συμβάσεως Καφαντάρη–Μολλὼφ εἶναι καθωρισμένον ἐνῷ ἡ ἀπαίτησίς μας κατὰ τῆς Βουλγαρίας εἶνε ἀκαθώριστος ἀφοῦ δὲν εἶναι βεβαία καὶ ἀφοῦ δύναται νὰ μεταβληθῇ ἑκάστοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπαιτήσεων τῆς διασυμμαχικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, χωρὶς νὰ μὲ μεμφθῇ εἰδικῶς, παρετήρησε ὅμως ὅτι τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν ἀντὶ τῶν 12,7% ποῦ εἴχαμεν νὰ παίρνωμεν κατορθώσαμεν καὶ παίρνωμεν 76,73%. Τρομερὴ συμφορὰ ἐφ’ ὅσον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος φαίνεται ὅτι ἔχει μίαν ἰδιαιτέραν προτίμησιν νὰ ἔχῃ χρεώστην τὴν Γερμανίαν.
§139Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐξακολουθῶ ἐπὶ τούτου νὰ εἶμαι Γερμανόφιλος.
§140Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπα αὐτό, ἀλλ’ εἶπα ὅτι προτιμᾶτε νὰ ἔχετε χρεώστην τὴν Γερμανίαν. Ἐφόσον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὐλάχιστον δὲν μοῦ ἀπήντησε πρωτήτερα εἰς τὴν ἐρώτησίν μου καὶ δὲν ὑποστηρίζει ὅτι ὀφείλω νὰ ἀκολουθήσω ἄλλην πολιτικὴν εἰς τὴν Χάγην, νὰ εἴπω ὅτι δὲν δέχομαι οὔτε τὸ πλὰν Γιοὺγκ οὔτε τὸ πλὰν Ντὼζ καὶ ἐπιμένω νὰ τὰ ἀλλάξετε ὅλα καὶ νὰ μοῦ δώσετε τὸ μερίδιόν μου ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, ἐφόσον δὲν ὑποστηρίζει τοιοῦτόν τι θὰ δεχθῇ ὅτι δὲν ἦτο ἄλλος τρόπος νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ ὀφειλόμενα εἰς ἡμᾶς παρὰ αὐτὸς τὸν ὁποῖον ἠκολούθησα. Ἐπῆρα τὰ χρήματα ὅπου τὰ ηὗρα καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἦτο μεγάλη μου ἐπιτυχία τὸ ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς δὲν ἐμπῆκα εἰς τὸν ἀγῶνα μεταξὺ τῶν μεγάλων. Ἐννόησα ὅτι μὲ αὐτὰ τὰ πλὰν Γιὼγκ καὶ Ντὼζ εἶναι τελειωμένη ἡ ὑπόθεσίς μας. Ἐκύτταξα ὅτι μποροῦσα νὰ πάρω ἐκεῖ διὰ τοὺς καϋμένους τοὺς ζημιωθέντας κατὰ τὴν περίοδον τῆς οὐδετερότητος καὶ ἐπεδίωξα νὰ πάρω ὅλα τὰ ἄλλα ἀπὸ τὰ διάφορα συρτάρια τὰ ὁποῖα εἰμποροῦσα νὰ ἀνοίξω ἐκ τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων, ἐκ τῶν...... καὶ ἐκ τῶν ἐκχωρηθέντων κτημάτων. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος χωρὶς πάλιν νὰ μὲ μεμφθῇ, παρετήρησε ἕνα ἄλλο ἐλάττωμα τῶν γενομένων ἐπανορθώσεων. Ἡ Γερμανία λέγει ὅτι ἕως τώρα ἦτο ἀλληλέγγυος καὶ διὰ τὰ χρέη τῶν ἄλλων, τώρα τὴν ἀλληλεγγύην αὐτὴν τὴν ἐσβύσατε. Μὴ ὑποθέσετε, κύριοι, ὅτι τὴν ἔσβυσα ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἀλληλεγγύην τῆς Γερμανίας πρὸς τοὺς ἄλλους ἢ ὅτι αὐτὴ ἐσβύσθη ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος μόνον. Ἡ Ἰταλία, ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία ὅλος ὁ κόσμος ἐδέχθη ὅτι μὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐδέχθη νὰ πληρώσῃ ἡ Γερμανία δὲν εὐθύνεται πλέον διὰ τοὺς πρώην συμμάχους της. Εἶχε τὴν ἀξίωσιν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι ἐγὼ θὰ ἔπρεπε νὰ δηλώσω: κάμετε πολὺ καλὰ ἐσεῖς ἐγὼ δὲν ὑπογράφω αὐτὸ ἄν δὲν ἐξακολουθήσῃ ἡ Γερμανία νὰ εἶναι ἀλληλέγγυος μετὰ τῶν ἄλλων συμμάχων, δὲν εἰμποροῦσα νὰ κάμω αὐτό, διὰ νὰ φανῶ εὐχάριστος ἔστω καὶ εἰς τὸν φιλογερμανισμὸν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, δὲν ἦτο δυνατόν. Ἀλλὰ παρετήρησε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι διὰ τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης δὲν ἐχάσαμεν μόνον αὐτὴν τὴν ἀλληλέγγυον ὑποχρέωσιν τῆς Γερμανίας, ἀλλ’ ἐχάσαμεν καὶ τὴν ἀλληλεγγύην ἡ ὁποία ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν Βαλκανικῶν λαῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θὰ ἤθελεν ἂν ἦτο δυνατὸν εἰς τὰς Βουλγαρικὰς ἐπανορθώσεις νὰ μετέχουν ἐξ ἴσου καὶ ἡ Γιουγκοσλαβία καὶ ἡ Ρουμανία, θὰ τὸ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ ἐδέχετο ἡ Γερμανία ἔξω ἀπὸ τὸ σχέδιον Γιὼγκ καὶ Ντὼζ νὰ μοῦ δώσῃ τὰ ὑπόλοιπα. Θὰ προτιμοῦσα νὰ ἔπερνα καὶ ἐγὼ 33 καὶ ἡ Γιουγκοσλαβία 33 καὶ ἡ Ρουμανία 33, ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τὶ ἄλλο εἰμποροῦσα νὰ κάμω παρὰ νὰ πάρω ἔστω καὶ αὐτὸ τὸ 76 καὶ 73%. Ἀληθινὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μειώσῃ κανεὶς τὴν ἐπιτυχίαν τὴν ὁποίαν ἦρεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν συνδιάσκεψιν τῆς Χάγης. Τὸ ποῖος ἀντιπροσώπευσεν τὴν Ἑλλάδα εἶναι ζήτημα δευτερεῦον. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία εἶχε μίαν μεγάλην ἐπιτυχίαν, δὲν θέλω νὰ κάμω ψευδομετριοφροσύνην διὰ νὰ εἴπω ὅτι δὲν συνετέλεσα εἰς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτήν. Βέβαια ἄν ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας διεπνέετο ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, βέβαια δὲν θὰ ἦτο εὔκολον νὰ εἴχαμεν αὐτὴν τὴν ἐπιτυχίαν εἰς τὴν Χάγην. Ἀλλὰ τὴν ἐπιτυχίαν τὴν εἴχομεν ἁπλῶς καὶ μόνον διότι τὰ Ἑλληνικὰ δίκαια ὑπεστηρίχθησαν μετὰ σθένους, ἀλλὰ πρὸ παντός, διότι ἡ Ἑλλὰς ἤρχισε ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῆς δικτατορίας μὲ σταθερὸν βῆμα νὰ ἀνακτᾷ τὴν θέσιν της εἰς τὴν διεθνῆ ἐκτίμησιν. Αὐτὸς ὑπῆρξε τὸ κυριώτερον κεφάλαιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθην, διὰ νὰ ἔχω τὴν ἐπιτυχίαν αὐτήν. Πρὶν κατέλθω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ ἐπιστρέψω μίαν στιγμὴν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν διὰ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι δὲν ἦτο ἐν ἀκριβείᾳ ὅταν ἔλεγε ὅτι κυρίως αἱ παραχωρήσεις ἡμῶν μᾶς ἔγειναν μόνον ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία εἶχε κάθε συμφέρον νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ὑπόθεσις τῶν Ἑλληνοβουλγαρικῶν χρεῶν μας, εἶπεν ὅτι κυρίως ἡ Γαλλία σᾶς ἐξεχώρησε τὰς ἀπαιτήσεις της ἐπὶ τῆς Βουλγαρίας. Καὶ ὅμως, κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Γαλλία ἐλάμβανε πρὶν ἐπὶ τῶν Βουλγαρικῶν ἀποζημιώσεων 26%. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ἡ Ἰταλία ἐλάμβανε 21%. Ὅτι ἡ Ἀγγλία ἐλάμβανεν 11%. Λοιπὸν τὰ 26 αὐτὰ ἀποτελοῦν τὰ 76 καὶ 75% ποὺ θὰ πάρωμεν ἡμεῖς καὶ ἄν βγάλετε τὰ 12%, εἶναι 65% ἐπὶ πλέον. Αὐτὰ δὲν θὰ ἀποτελεσθοῦν ἀπὸ τὰ 26% τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα μερίδια. Ἐφαλκιδεύθη τὸ μερίδιον τῆς Ἰταλίας, ἐφαλκυδεύθη τὸ μερίδιον τῆς Ἀγγλίας, τῆς Ρουμανίας, ὅλα ἐφαλκιδεύθησαν διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ τὰ πάρωμεν. Δὲν ἦτο λοιπὸν αὐτὸ ἀκριβὲς ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν ἐνδιαφέρονται δι’ αὐτὰς τὰς παραχωρήσεις. Καὶ δὲν πρέπει νὰ στηριχθῆτε τόσον εἰς ὅσα εἶπον, ἐκθέτων τὰ τῆς Χάγης, ὅτι αἱ ἐπανορθώσεις αἱ ἀνατολικαὶ εἶχον σχεδὸν ἐξανεμισθῇ εἰς τὴν φαντασίαν ὅλων διὰ νὰ μοῦ λέγουν ὅτι αὐτὰ δὲν ἀξίζουν τίποτε, δὲν ἀξίζουν τίποτε σχεδὸν αἱ ἀνατολικαὶ ἐπανορθώσεις. Μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία τὰς ἔφερε ἐπὶ τοῦ τάπητος τῆς συνδιασκέψεως τῆς Χάγης καὶ ἐξεβίασε τὸν κανονισμὸν καὶ τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων, μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἴχομεν ἤδη τὶ συνέβαινεν ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διασυμμαχικὴ τῆς Σόφιας κάθε χρόνο ἀπεφάσιζε καὶ ἔδιδεν ἀναστολήν. Βέβαια κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐὰν ἐξηκολούθει τὸ ζήτημα τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων, μετ’ ὀλίγον χρόνον δὲν θὰ ἤξιζα μεγάλα πράγματα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεφασίσθη νὰ ἔλθουν μέσα νὰ μποῦν εἰς τὸ χαρτὶ εἶναι χρήματα αὐτά, εἶναι χρήματα πραγματικά. Δὲν εἰμπορεῖ λοιπὸν νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα τὰ ἔδωσε μόνον ἡ Γαλλία διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπόν της, αὐτὰ τὰ ἔδωσαν ὅλοι. Σημειώσατε ἀκόμη ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ Τσεχοσλοβακικὸν χρέος ὅλοι ἐπίσης ἐνδιαφέρονται μεγάλως καὶ εἶναι τὸ χρέος τὸ Τσεχοσλοβακικὸν ἕνα ἀπὸ τὰ ἀσφαλέστερα. Κύριοι, εἶπα ὅσα εἶχα νὰ εἴπω. Καὶ τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ψηφίσετε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχω ὑποβάλει καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ζητῶ νὰ ἐγκριθοῦν αὐταὶ αἱ συμφωνίαι τῆς Χάγης. Αὐτὰ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα εἶπα ὅτι παίρνομεν ἐπὶ πλέον τῶν χρεῶν ποὺ πληρώνομεν καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 258 ἑκατομμύρια μάρκα ἢ 14 ἑκατομμύρια λίρας, αὐτὰ τὰ ποσὰ δὲν τὰ παίρνομεν ὅλα διὰ τὸ χρέος τὸ Γαλλικόν, τὰ παίρνομεν διὰ τὸ χρέος τὸ Γαλλικὸν καὶ διὰ τὰς ἐπανορθώσεις.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§142Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν διὰ βραχέων ὅλως εἰς ὅσα προχθὲς ἐξέθεσα σχετικῶς πρὸς τὴν συνθήκην τῆς Χάγης. Θὰ τὸν μιμηθῶ ἀπολύτως. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ κυρίου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Μόνον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θίξω ζητήματα, ἐφόσον συνδέονται μὲ ἐμὲ καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, ὁ ὁποῖος κυρίως διεξῆγε τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα εὑρέθημεν ἐν διαφωνίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς σταθεροποιήσεως. Ἐνόμιζον ὅτι τότε ἐπεβάλλετο νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν διότι οἱ ὅροι ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε οἱ βασίζοντες ταύτην δὲν ἦσαν ἀπολύτως ἀσφαλεῖς. Οὔτε ἡ πολιτικὴ σταθερότης εἶχεν ἐπέλθει, οὔτε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι ἦτο ἐσφαλισμένον, διότι ὅσον καὶ ἄν συντελεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς μὲ ἰσοζύγιον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καθίσῃ εἰς τὴν σταθεροποίησιν. Ἐπὶ τέλους τελείως ἀβέβαιον καὶ ἀμφίβολον ἦτο τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξωτερικῶν πληρωμῶν. Καὶ γνωρίζεται ἀκόμη ὅτι ἐὰν ἐπιμελούμεθα τῆς τακτοποιήσεως τῶν ὅρων τῶν ἀπαιτουμένων διά τὴν σταθεροποίησιν καὶ ἐφροντίζαμεν, ὡς εἶχεν ἐπιτευχθῇ ἀληθῶς, νὰ ἔχωμεν πραγματικὴν σταθεροποίησιν ἐφ’ ὡρισμένου χρόνου, θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν μὲ ὅρους ἀσφαλεστέρους, καὶ ἀκόμη ἴσως βελτιοῦντες τὴν βάσιν τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος τὸ ὁποῖον δι’ ἐμὲ ἀποτελεῖ ἀπόλυτον ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον εἰς χεῖρας των τὸ ἐθνικὸν νόμισμα. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔναρξις τῆς διαφωνίας τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη τῆς τότε Κυβερνήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν. Ἡ περαιτέρω συζήτησις ἔφερεν τὰς ἄλλας διαιρέσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Τραπέζης καὶ τελευταίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος σήμερον συζητήσεως περὶ τῆς Οἰκουμενικῆς νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἐγὼ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι διπλῆν αἰσθάνομαι τὴν ἱκανοποίησιν, πρῶτον ὅτι τὸ ἴδιον κόμμα τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο τότε ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ νῦν ἡγεῖται ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεγνώρισε κυρίως τὴν ὀρθότητα τῶν γνωμῶν μου ὅσον ἀφορᾷ τὰ καλύμματα. Μόνον ἕνα λάθος ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι διέπραξεν ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἐφ’ ὅσον ἐνόμιζεν καὶ δικαίως ὅτι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τὸν παρακωλύσῃ εἰς τὸ νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ πράγματα τῆς χώρας, δὲν ἠδύνατο τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντελήφθη ὡς ὁ ἴδιος εἶπεν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅταν ἀντελήφθη ὅτι ἡ διαρρύθμισις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων ὡς ἐγένετο τότε ἀπὸ τὸν τότε ἡγούμενον τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὡς λέγω ἀντελήφθη ὅτι ἡ διαρρύθμισις ἐκείνη ἦτο κακή, εἶχεν ὑποχρέωσιν καὶ εἰς τοὺς φίλους του νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ διὰ τῆς κοινῆς γνώμης ἀκόμη νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ γνώμη ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους εἶχεν καὶ μίαν πολιτικὴν μερίδα πάντως ἀγωνιζομένων ὑπὲρ τῆς γνώμης ἐκείνης.
§143Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἀληθῶς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων δὲν μοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ τὸ μελετήσω παρὰ μόνον ὅταν ἐπέστρεψα ἐκ Κρήτης εἰς τὰς Ἀθήνας κατὰ τὸ 1928, τότε κύριοι, ἦλθα εἰς σύγκρουσιν μετὰ τοῦ κ. Καφαντάρη, διότι δὲν ἐδιάβαζα τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας, ἦτο δὲ πολύπλοκον τὸ ζήτημα.
§144Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τοῦτο θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε χωρὶς νὰ θέλω νὰ σᾶς ἐπικρίνω, διατί δὲν κάματε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, διότι εἴχομεν ἀναγνώσει ὅτι σεῖς τὴν ἐνεκρίνατε τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Καφαντάρη καθ’ ὁλοκληρίαν. Πλὴν ἐὰν εἴχατε ἐπιφυλάξεις ἐγὼ δὲν τὸ ξεύρω, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἐὰν πραγματικῶς εἶσθε ἐν γνώσει, ὡς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος διεχειρίσθη τὰ πράγματα τῆς χώρας τότε εἴχατε τὴν ὑποχρέωσιν....
§145Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὄχι.
§146Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς ὅσα ἀνεπτύχθησαν. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τὴν ἰδικήν σας δὲν θὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Θὰ εἶχον εὔλογον τὴν αἰτίαν νὰ εἴπω ὅτι πολιτικὸς ἀνὴρ ὁ ὁποῖος ἐχειρίσθη ὅλα τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς Χώρας καὶ αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπόρροια ὅλων ἐκείνων τῶν μεγάλων προβλημάτων, ἀντὶ τοῦ Θουκιδίδη θὰ ἠδύνατο νὰ προσέξῃ εἰς τὰ τότε συμβαίνοντα ἐδῶ. Ἀκόμη ἔχω καὶ τὴν ἀθώαν ἱκανοποίησιν ὅτι καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἠκολούθη ἦτο ἡ ὀφειλομένη πολιτικὴ ὅτι δηλ. δὲν ἔπρεπε νὰ στραφῶμεν εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ὁ διακανονισμὸς ἐγένετο ὅταν ἐγὼ δὲν ἤμην μέλος τῆς Κυβερνήσεως εἰς δὲ τὴν Βουλὴν δὲν ἤχθη τὸ ζήτημα ὥστε νὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου. Θὰ εἶναι περιττὸν ἄλλως νὰ εἰσέλθω καὶ νὰ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου ἐπὶ τούτου διότι νομίζω ὅτι ὁ ἀγὼν ὁ ὁποῖος διεξήχθη μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ἦτο ἀρκετὰ εὐρὺς ὥστε ἕνας ἕκαστος καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἐκτὸς ταύτης νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην ποὺ εἶναι τὸ δίκαιον. Ἄλλωστε ἡ ἀπασχόλησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἔχῃ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν Βουλὴν καθαρῶς φιλολογικὴν σημασίαν, ἔχει δὲ μόνον πολιτικὴν σημασίαν διὰ τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ θὰ ἀπαντήσω διὰ βραχέων ἐπίσης εἰς τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν προχθὲς λεχθέντων παρ’ ἐμοῦ. Ἐδήλωσα τότε κατηγορηματικῶς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν θὰ εἶχε καμμίαν σημασίαν ἡ ἐπίκρισις εἴτε παρ’ ἐμοῦ εἴτε παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου τῶν τελεσθέντων ἐν Χάγῃ, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς ἐγένοντο ἀφοῦ ταῦτα δὲν δύνανται ἄλλως νὰ ρυθμισθοῦν καὶ ἀφοῦ πάντως δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσουν κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἀντικείμενον πολιτικῆς διαμάχης ὥστε νὰ φέρωμεν εἰς κλονισμὸν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐνόμισα καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην καθὼς καὶ σήμερον ἀπολύτως ἀναγκαῖον ὄχι νὰ ἐπικρίνωμεν ἢ νὰ κρίνωμεν ἀλλὰ νὰ μάθωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, κατὰ πόσον τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα μᾶς ἀπεζημίωσαν ἀπέναντι ὅλων τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ἔσχομεν ἐκ τοῦ πολέμου. Ἐνθυμεῖσθε μάλιστα ἔτι καὶ ὅταν εἰσηγήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἐν Χάγῃ τελεσθέντα, ρητῶς καὶ τότε ἐδήλωσα ὅτι διὰ νὰ κρίνωμεν ἐπ’ αὐτῶν πρέπει συγχρόνως νὰ κανονίσωμεν τοὺς ἐν γένει λογαριασμούς μας. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς ὁμιλίας μου ἐκείνης εἰς τὸν ὁποῖον θὰ περιορισθῶ καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν βραχεῖάν μου ἀπάντησιν. Εἶπον ἐν πρώτοις ὅτι τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ὑπελόγισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν λόγον ὅταν ὡμίλησεν περὶ τῶν ἐν Χάγῃ, ὅτι παραμένουν 10 ἑκατομμύρια λίρες Ἀγγλίας ἀνακεφαλαιουμένων τῶν διαφόρων ποσῶν μὲ 5½% τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὑπεστήριξα ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι μόνον 6.900.000 λίρες. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν εἶχον πλήρη τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον διὰ νὰ ἀναθεωρήσω πλήρως τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς ἔκαμα τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι τόσον τὸ κατ’ ἐμὲ θὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ νὰ κάμῃ ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν. Πράγματι ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τὴν ὁποίαν μοῦ ἔκαμεν προκύπτει ὅτι ἔχομεν νὰ λάβωμεν 17.489.000 λίρας τὸ σύνολον.
§147Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔτσι εἶναι.
§148Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ σημερινὴν ἀξίαν.
§149Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λογαριασμὸς κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνακεφαλαιουμένων τῶν διαφόρων δόσεων μὲ 5½% καὶ ὑπολογιζομένου ποία θὰ εἶναι ἡ ἀξία τῶν διαφόρων τιμῶν ἐγὼ ὑπολογίζω 18.671.039 λίρες, ἐνῷ τὸ γενικὸν λογιστήριον ὑπολογίζει 17.489.000 δηλαδὴ ἔχει ὀλιγώτερον ποσὸν ἀπὸ ὅτι ἐγὼ ὑπελόγιζα καὶ μάλιστα εἰς αὐτὰ προστίθεται καὶ ἕνα κονδύλιον τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπολογίζω ὅτι ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν εἰδικῶς τῶν ἀποζημιώσεων τὸ ποσὸν τῶν 860.000 λιρῶν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐφάπαξ καταβολὴν τῆς Τσεχοσλοβακίας, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς ἄλλας ἀποζημιώσεις, ὄχι διὰ τὴν ἐξόφλησιν χρέους. Λοιπὸν συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ἔχομεν 18. 489.000. Τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ πληρώσωμεν εἰς Ἀγγλίαν, εἰς Γαλλίαν καὶ εἰς Ἀμερικὴν ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ εἰς 8172000 λίρες ἑπομένως παραμένει πλεόνασμα 9136000 λίρες τὸ ὁποῖον προσεγγίζει περισσότερον πρὸς τὸν λογαριασμὸν του κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παρὰ πρὸς τὸν ἰδικόν μου μὲ τὴν διαφορὰν τὴν ἑξῆς: ὅτι εἰς τὸν ἰδικόν μου εἶναι ἀκόμη ὀλιγώτερα. Ἐγὼ προχθὲς εἶπον τὸ ἑξῆς: Ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὸν λόγον σας ποὺ εἴπατε ὅτι πληρώνομεν ὅλα τὰ χρέη...
§150Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ὄχι.
§151Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος σας. Εἰς τὴν Χάγην τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ σχέδιον Γιὼγκ πληρώνομεν τὰ χρέη πρὸς τὴν Ἀγγλίαν τὴν Ἀμερικὴν τὸ πρῶτον δάνειον διότι τὸ δεύτερον δὲν ἦτο πολεμικὸν καὶ ἐπὶ πλέον ἕνα ποσὸν διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη πρὸς τὴν Γαλλίαν ἐκ τῆς ὁποίας θὰ λάβωμεν ἡμεῖς ἕνα ποσὸν διὰ τὴν διανομὴν τῶν ἀπαιτήσεών μας. Ἄν εἶναι μάλιστα ἀκριβὲς ὅπως ἀνέγνωσα ¾ θὰ πάρωμεν ἡμεῖς καὶ ¼ ἡ Γαλλία, 375.000 λίρες ἡμεῖς καὶ 125.000 λίρες ἡ Γαλλία.
§152Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ μέση ἑπομένως δόσις τὴν ὁποίαν πέρνομεν ἡμεῖς εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀπέφερα ἐγώ.
§153Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐδῶ εἰς τὸν λογαριασμὸν τόν ὁποῖον κάνετε λέγετε τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα πέρνομεν καὶ τὰ ὁποῖα ἀναβιβάζετε ἀρχικῶς τόσα τὰ πρῶτα ἔτη καὶ τόσα τὰ τελευταῖα χρησιμεύουν νὰ καλύψουν τὰ χρέη μας πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, τά χρέη μας εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ τά...
§154Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀσφαλῶς δὲν τὰ εἶπα.
§155Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς τό διαβάσω.
§156Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ἄν τὸ διαβάσετε δὲν εἶναι ἀκριβές. Πῶς ἀφοῦ εἶπα ρητῶς ὅταν παρουσιάσῃ τὰς ἀπαιτήσεις...
§157Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴπατε ἀκόμη ὅτι αὐτὰ τὰ ὑπελόγισαν ὡς πολεμικὰ χρέη. Ἀλλ’ ὅταν ὑπελογίσατε τὶ ἐπήρατε, λέγετε ὅτι ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἐπῆρα καταλήγει νὰ μείνῃ τοῦτο. Καὶ ἀκούσατε νὰ σᾶς ἀναγνώσω πῶς τὰ λέγετε. (ἀναγινώσκει).
§158Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἴθε νὰ ἦτο ἔτσι. Εἶναι τὸ πρῶτον χρέος αὐτό πρὸς τὴν Ἀμερικήν.
§159Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε εἶναι 6½ ἑκατομμύρια δολλάρια καὶ τότε θὰ σᾶς μένουν ἀκόμη ὀλιγώτερα. Ἄν δὲ παρατηρήσητε θὰ ἴδητε ὅτι αἱ 14.000 λίρες δὲν εἶναι ἀναλογία διὰ 62 ἔτη ἐν σχέσει μὲ τὴν δόσιν τῶν 6½ ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Δὲν ἔχετε παρὰ ἁπλῆν ἀριθμητικὴν νὰ κάμητε.
§160Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς ὑπολογίζομεν τὶ πληρώνομεν κατὰ μέσον ὅρον.
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αἱ δόσεις τὰς ὁποίας λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει εἶναι μέσαι δόσεις καὶ τὸ πάγιόν μας χρέος φέρει μέσην δόσιν 64.000 δολλάρια.
§162Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἅμα ὑπελογίσατε τὰς μέσας δόσεις καὶ περιλάβετε καὶ τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ Ἀμερικανικοῦ χρέους μας δὲν μένουν παρὰ τὰ 6.800.000 δολλάρια.
§163Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). 12.000.000 δολλάρια εἶναι τὸ πρῶτον χρέος καὶ μαζὶ μὲ τὸ δεύτερον γίνονται 30.000.000 δολλάρια ὁπότε ἔχομεν τοκοχρεωλύσιον μόνον 500.000 δολλάρια.
§164Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς βεβαιῶ κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι διὰ τὸ χρέος μας τὸ πρῶτον τὸ παλαιὸν τὸ πολεμικὸν πληρώνομεν μέσην δόσιν 14.000 δολλάρια δηλαδὴ 1.250.000 φράγκα χρυσᾶ, ὥστε σταθῆτε εἰς αὐτό.
§165Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό. Ἔχω καὶ μίαν ἔκθεσιν ἐδῶ ἐπίσημον εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε ὅτι εἰς τὰ 64.000 δολλάρια περιλαμβάνονται καὶ τὰ δύο χρέη μας. Ἐγὼ δὲ ὑπολογίζω καὶ τὸ δεύτερον χρέος τῆς Ἀμερικῆς.
§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ ὑπολογίσητε.
§167Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ὑπολογίζω διὰ νὰ ἴδω τὶ θὰ γίνῃ.
§168Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Τότε διατὶ δὲν ὑπολογίζετε καὶ τὸ δάνειον τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τὸ προσφυγικόν.
§169Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ πολεμικὰ χρέη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐξ ὅσον ἐγὼ συνάγω ἐδῶ ὑπολογίζονται καὶ τὰ δύο. Τώρα μετὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχομεν νομίζω ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ λογαριασμοῦ μας καὶ ποῖα χρέη ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἴχομεν ζητήσει δὲν μᾶς πληρώνουν καὶ δὲν βλέπω διατὶ δὲν ἐθεωρήσατε τοῦτο ὀρθόν. Λοιπὸν καλύπτετε τὸ χρέος τῆς Τραπέζης, πρὸς τὴν Ἑλλάδα τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται μὲ τοὺς τόκους εἰς 16.000.000 δολλάρια ἕως τὸν Φεβρουάριον 1928; Δὲν καλύπτεται τοῦτο, ὅταν λέγωμεν ὅτι παραμένει ἕνα χρέος μας ἀπλήρωτον μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν πολεμικῶν χρεῶν. Σεῖς ἀπόψε διεξοδικώτατα ἀνεπτύξατε ὅτι αὐτὰ ἔπρεπε νὰ πληρωθοῦν καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι τὸ χρέος αὐτὸ ἔπρεπε νὰ μᾶς πληρωθῇ. Λοιπὸν αὐτὰ δὲν μᾶς πληρώνωνται ἐκ τῶν ὑπολοίπων τὰ ὁποῖα μένουν. Ἔρχομαι τώρα εἰς δεύτερον κονδύλιον.
§170Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ποσὸν τῶν 16.000.000 λιρῶν τὸ ἐπλήρωσεν μὲ 38%.
§171Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ λέγω ὅτι ὀφείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ κάμω τὸν καθορισμὸν αὐτόν. Δὲν μέμφομαι ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο οὗτος. Ἔχομεν λοιπὸν τὰ 68.000.000 τῶν ἀποζημιώσεων.
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ αὐτὰ ἐπληρώθησαν διὰ συμψηφισμοῦ.
§173Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς λέγω ἕνα ἄλλο τὸ ὁποῖον δὲν ἐθίγη καθόλου.
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν κυττάζετε εἰς ἄλλας μεγαλειτέρας ζημίας ποὺ ὑπέστημεν.
§175Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὰ αὐτὸ λέγω.
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ μοῦ πῆτε ἔχουμε νὰ πληρώσουμε τὰ πολεμικὰ χρέη.
§177Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχουμε 1.200.000 λίρας νὰ πληρώσουμε εἰς τὴν Ἀγγλίαν δι’ ἀποζημιώσεις τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωσεν καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπήραμε τίποτε διότι συνεψηφίσθησαν μὲ τὸ πολεμικὸν χρέος τὸ ὁποῖον εἴχομεν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν.
§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει ρυθμισθῇ ἀπὸ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1927 καθ’ ὃν ἐποχὴν σεῖς εἶσθε μέλος τῆς Κυβερνήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς, πῶς μπορεῖτε νὰ ἀμφισβητῆτε τὸν γενόμενον τότε διακανονισμὸν τοῦ χρέους πρὸς τὴν Ἀγγλίαν καὶ νὰ μᾶς λέτε ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσουμε 1.200.000 λίρες, αἱ ὁποῖαι ὑπελογίσθησαν τότε αἱ ζημίαι καὶ ἐγένετο ὁ συμψηφισμός.
§179Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀμφισβητῶ τὸν συμψηφισμὸν ἀλλὰ λέγω ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀποτελεῖ μέρος τοῦ πολεμικοῦ χρέους.
§180Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ χρέος τὸ ὁποῖον ὅμως συνεψηφίσθη.
§181Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐχάσαμεν ἕνα μέρος.
§182Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ὑπολογίσετε τὰ χασίματα, τὰ χασίματα εἶναι πολλὰ εἶναι 100.000.000 λίρας. Δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως νὰ ὑπολογίσωμεν ὅλα αὐτὰ διὰ νὰ μειώσωμεν τὴν σημασίαν τῆς ἐπιτυχίας τῆς Χάγης.
§183Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἐπιτυχία τῆς Χάγης θὰ εἶναι ἐπιτυχία ἢ ἀποτυχία κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἑνὸς ἑκάστου. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἔπρεπε εὐρύτερον νὰ ἀναλυθῶσι ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ γνωρίσῃ ἐπὶ τέλους καὶ ὁ κόσμος ὅτι ἐχάσαμε πολλά, ὅτι ἔχουμε ζημίας καὶ νὰ μὴ νομίζῃ ὅτι ὅλα ἱκανοποιήθησαν, καὶ νὰ μὴ νομίζῃ ὅτι δυνάμεθα ἀφειδῶς νὰ δαπανῶμεν. Νομίζω ὅτι περισσοτέραν σημασίαν θὰ εἶχε νὰ ἀναπτύξωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα παρὰ τὸ ζήτημα ποιὸς ἔφταιξε εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν μετὰ τῆς Γαλλίας ζητήματα τὰ ὁποῖα ἦσαν μᾶλλον προσωπικῆς φιλοτιμίας καὶ τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς δὲν ἔχουν κατ’ ἐμὲ καμμίαν σημασίαν.
§184Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σεῖς πρῶτοι ἐθίξατε τὸ ζήτημα αὐτό.
§185Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν τὸ ἔθιξα ἐγὼ τοὐναντίον μάλιστα προσεπάθησα ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ τὸ ἀποφύγω. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν μᾶς πληρώνουν ὅλα τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐδικαιούμεθα νὰ πάρουμε. Θὰ σᾶς ἀναφέρω κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως ὑπομνήματα ἰδικά σας εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἴδετε ὅτι ὑπάρχουν πλεῖστα ὅσα ἄλλα κονδύλια τὰ ὁποῖα δὲν ἀρκοῦν νὰ μᾶς ἱκανοποιήσουν καὶ τὰ ὁποῖα θὰ τὰ εἴχατε ὑποβάλλει καὶ θὰ τὰ εἴχατε ζητήσει ἀλλὰ δὲν μπορούσατε νὰ τὰ πάρετε. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι οἱ ἄλλοι οὕτως εἰπεῖν αὐτομάτως θὰ ἠδύναντο νὰ τὰ πάρουν, ἀλλ’ ὅτι ὑπέστημεν ἐκ τούτου οἰκονομικὰς ζημίας ἐκ τοῦ πολέμου τὰς ὁποίας δὲν ἱκανοποιεῖτε μὲ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐλάβατε ἐκ τῆς Χάγης καὶ τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνω δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει τις ὑπεύθυνος οὔτε κρίνω ἐπὶ τούτου. Ἐγὼ νομίζω ἐπίσης ὅτι τὸ ὅτι ἡμεῖς κατορθώσαμεν νὰ ἔχωμεν μεγαλειτέρας ποσότητας ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν δὲν εἶναι ἐποικοδομητικόν. Πρὸ παντὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς εἶναι νὰ μὴ γίνῃ τοῦτο ἀφορμὴ προστριβῶν μὲ τὴν Βουλγαρίαν καὶ ὅτι δίδομεν ἀφορμὰς εἰς ἐνθουσιασμούς.
§186Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι εὔκολον νὰ παραιτηθῶμεν τῶν ἀπαιτήσεων μας πρὸ τὴν Βουλγαρίαν;
§187Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι τοῦτο δὲν τὸ θεωρῶ πλεονέκτημα.
§188Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἠρώτησα καὶ δὲν μοῦ ἀπαντήσατε ἐὰν θέλετε νὰ ἐζητοῦσα περισσότερα ἀπὸ τὴν Γερμανίαν.
§189Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι διότι δὲν ἠδύνασθε νὰ τὸ κάμετε. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἐπικρίνω τίποτε ἀλλὰ λέγω ὅτι ὅπως ἐγένετο ἡ διευθέτησις γεννᾷ τοιαῦτα ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ παραβλέπωνται, διότι ἡ Βουλγαρία, ἡ Σερβία καὶ ἡ Τσεχοσλοβακία εἶναι χῶραι γειτονικαὶ πρὸς τὰς ὁποίας ἐρχόμεθα εἰς ἐπαφὴν καὶ στενὴν σχέσιν καὶ θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἔχωμεν ὀλιγωτέρας ἀφορμὰς προστριβῶν. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο ποὺ ἐκάνατε δὲν ἦτο τίποτε καλόν, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦτο τὸ ἀπολύτως καλλίτερον.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§191Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὴν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ διεξαγάγῃ μετὰ νευρικότητος καὶ σπουδῆς μὴ ἁρμοζούσης εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους καταντᾷ ὁ ρόλος τῶν ἀνερχομένων εἰς τὸ βῆμα ὅπως ὁμιλήσουν πρὸ δυστροπούντων ἀκροατῶν δυσάρεστος. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐλέχθησαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἀπέδωκε καὶ πάλιν τὸ θεμελειῶδες ἐλάττωμα τῆς οἰήσεως τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ πιστεύω δῆθεν ὅτι εἶμαι ἀλάθητος καὶ μὲ παρασύρει εἰς ὀλισθήματα δυνάμενα ν’ ἀποβοῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐπικίνδυνα. Πιστεύει, λοιπόν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι μόνον ὁ ἔχων τὴν οἴησιν τοῦ ἀλαθήτου εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόλμην νὰ ἔρχεται εἰς συμφωνίαν πρὸς τὰς ἰδικάς του ἀντιλήψεις, ἄλλως εἶναι σοφιστὴς ζητῶν νὰ μεταβάλῃ τὸν ἥσσονα λόγον εἰς κρείσσονα καὶ τὴν νύκτα εἰς ἡμέραν, ἡ ἔπαρσις τοῦ ἀλαθήτου εἶναι ἐκείνη ἥτις μὲ κάμνει νὰ ἀρνοῦμαι τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ συνυποσχετικὸν κατὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐμπορικότητα τῶν λογαριασμῶν τῆς Τραπέζης καὶ τὸ δυνατὸν τῆς ἐξοφλήσεως τῶν ὑποχρεώσεών μας πρὸς τὴν Γαλλίαν εἰς νόμισμα χάρτινον καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἀπαιτήσεών μας εἰς χρυσὸν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν καὶ νὰ ὑποστηρίζω ὅτι διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ συνυποσχετικοῦ ἐπετρέπετο εἰς τὸν διαιτητὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς πληρωμῆς τῆς ἀξίας τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ συνυπολογίζων εἰς τὴν τελικὴν του ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἀξίαν τῶν γενομένων ἐπὶ τῶν ἄλλων κεφαλαίων ἑκατέρωθεν παραχωρήσεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὑποστηριχθῇ τοιαύτη τις ἐκδοχή, ὅτι δηλαδὴ δυνάμει τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1ου, θὰ ἠμποροῦσε ὁ διαιτητὴς νὰ ἀκυρώσῃ τὴν συμφωνίαν Τσουδεροῦ–Μαρὲν, καὶ θεωρῶν τὸ χρέος τῆς Τραπέζης ἐμπορικὸν νὰ καταλογίσῃ εἰς ὄφελος τῆς Ἑλλάδος τὴν διαφοράν, ὡς καὶ τὴν διαφορὰν ἐκ τοῦ νομίσματος, ἐφόσον θὰ ἔκρινε βασίμους τὰς Ἑλληνικὰς ἀπόψεις. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἔννοια τοῦ συνυποσχετικοῦ; Ὅταν ρητὴ ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ ὑποχρέωσις διὰ τὸν διαιτητὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς ἑκατέρωθεν παραχωρήσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ ἐκτιμῶν τὴν ἀξίαν αὐτῶν νὰ τὴν συνυπολογίσῃ ὑπὸ ἕνα βεβαίως ἐξυπακουόμενον περιορισμόν, ὅτι τὸ τελικὸν ποσὸν τὸ δυνάμενον νὰ καταλογισθῇ εἰς ὄφελος τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ ὑπερέβαινε τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, τὰ 740 δηλαδὴ ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν; Ὑποθέτω ὅτι εἶμαι σαφὴς καὶ ἂν συμφωνοῦμεν εἰς αὐτὸ δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ πρακτική τις διαφωνία.
§192Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει διαφωνία οὐσιώδης, ὅταν λέγετε ὅτι ἐκεῖναι αἱ παραχωρήσεις ποὺ ἔγιναν κατὰ τὴν συμφωνίαν Τσουδεροῦ–Μαρέν, ὅτι ἦσαν ὑπὸ αἵρεσιν, ὅτι ἦσαν προσωριναί. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἦσαν συμφωνίαι καὶ παραχωρήσεις τὰς ὁποίας θὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει ὁ διαιτητὴς ἵνα κρίνῃ καλλίτερον τί ποσὸν θὰ πληρώσωμεν.
§193Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂς ἐξηγηθῶμεν καὶ πάλιν τῆς ἐννοίας τῆς τελευταίας παραγράφου.
§194Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι συμφωνοῦμεν ὅτι εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ διαιτητὴς ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ὅλας τὰς ἑκατέρωθεν παραχωρήσεις, ἵνα εἶναι ἡ ἀπόφασις συμφωνοτέρα πρὸς τὸ δίκαιον. Ἐπ’ αὐτοῦ εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ σεῖς εἴπατε ὅτι ἐκεῖναι αἱ παραχωρήσεις ἦσαν προσωριναί, ἦσαν ὑπὸ αἵρεσιν.
§195Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω διότι ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα.
§196Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Δὲν τὸ πιστεύω διότι εἶναι τόση ἡ ἀπόστασις ποὺ μᾶς χωρίζει, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα.
§197Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἀποβλέπω εἰς τὴν συνεννόησιν πρὸ πολλοῦ, καὶ δὲν ἀποβλέπω εἰς διευκρίνησιν.
§198Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§199Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅ,τι ἐνδιαφέρει εἶναι, ὄχι νὰ τελειώσωμεν ὅπως–ὅπως ἀλλὰ νὰ μὴν ἀφήσωμεν σκοτεινὰ σημεῖα.
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πῶς νὰ συνεννοηθῶμεν τώρα, μετὰ τόσας διαφωνίας; Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν συνάδελφόν μου, νὰ μὴ διακόπτει διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§201Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ πράττητε τὸ πᾶν ὅπως ἡ συζήτησις διεξαχθῇ μετὰ πάσης σπουδῆς καὶ νευρικότητος.
§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρεκάλεσα τώρα ποὺ ἀνήλθατε εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ τριτολογήσετε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, ἐπειδὴ εἶμαι κάθιδρος, νὰ ἀποσυρθῶ. Ζητῶ ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου νὰ μὴ σᾶς διακόψῃ καμμίαν ἄλλην φοράν.
§203Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ συζήτησις διεξήχθη μεθ’ ὑμῶν καὶ ὤφειλε νὰ τελειώσῃ μαζύ σας.
§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ εἶπα νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί.
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἄς μὴ γίνωνται. Λοιπὸν ἂς ἐξηγηθῶμεν χωρὶς καὶ νὰ συνεννοηθῶμεν, ἐπὶ τῆς σημασίας τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ συνυποσχετικοῦ, ὡς εἶπον, καθ’ ἡμᾶς δὲν ἔχει ὁ διαιτητὴς τὸ δικαίωμα νὰ ἀκολουθῇ, ὅτι ὄντως ἡ Ἑλλὰς ὑπεβλήθη εἰς θυσίαν ἀναγνωρίσασα τὸν πολεμικὸν χαρακτῆρα τοῦ χρέους τῆς Τραπέζης, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ παραχώρησιν ἐκ μέρους αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλει οὗτος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει; Δὲν δικαιοῦται ἐπίσης νὰ εἴπῃ ὅτι ἀνεγνωρίσασα ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ σημειώματος Τσουδεροῦ–Μαρὲν τὴν πληρωμὴν εἰς χρυσὸν τῆς ἀξίας τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, προέβη ὡσαύτως εἰς θυσίαν καὶ παραχώρησιν ὑπολογιστέαν πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ καθαροῦ ὑπολοίπου τῶν δοσοληψιῶν; Δὲν ἐδικαιοῦτο λ. χ. ὁ διαιτητὴς νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐντεῦθεν θυσία τῆς Ἑλλάδος εἶναι 200 ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων καὶ νὰ ἐκπέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ ἐὰν ἤθελε κρίνει ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπεχρεοῦτο εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτῆς; Τὸ εἶχεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ διαιτητὴς ἢ δὲν τὸ εἶχε; Ἐὰν τὸ εἶχε καὶ τὸ ἀναγνωρίζετε καὶ σεῖς ὅτι τὸ εἶχε τότε πῶς ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι αἱ παραχωρήσεις δὲν εἶχον τὸν χαρακτῆρα τῆς προσωρινότητος; Πῶς εἰμπορεῖτε νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἐὰν ὁ διαιτητὴς ἔφθανε εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Ἑλλὰς λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς της καταστάσεως δὲν ἦτο ὑπόχρεως εἰς πληρωμὴν οἱουδήποτε ποσοῦ ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ ὅτι προέβη αὕτη εἰς παραχωρήσεις ἐπὶ τῶν λοιπῶν κεφαλαίων ἀνερχομένας κατὰ τὴν κρίσιν του εἰς 200 ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ ἀποφανθῇ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποτελεῖ χρεωστικὸν διὰ τὴν Γαλλίαν ὑπόλοιπον; Πῶς ἠμπορεῖ νὰ τίθενται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν αὗται, ὅταν συνομολογεῖται, ὡς πρὸ ὀλίγου συνομολογήθη ὅτι ὁ διαιτητὴς ὑπόχρεως ἐκ τοῦ συνυποσχετικοῦ ἦτο νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν τῶν ἑκατέρωθεν ἐκ τῶν ἄλλων κεφαλαίων παραχωρήσεων; Εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἐπὶ τούτου συζήτησις καὶ εἶμαι ἐγὼ ὁ ταῦτα τὰ ἀναντίρρητα ὑποστηρίζων, ὁ ἔχων τὴν ἰδέαν τοῦ ἀλαθήτου ἢ οἱ ἀρνούμενοι καὶ τῶν προδηλοτέρων γεγονότων τὴν ἀληθῆ σημασίαν; Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀρκεσθῶ εἰς ταῦτα καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἐπὶ τέλους καὶ ἐὰν ἔγιναν παραχωρήσεις ὡρίσθη διαιτησία γενικὴ καὶ ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ διαιτητοῦ ἐξηρτᾶτο ἡ τελικὴ ἀναγνώρισις, ἡ ἐπελθοῦσα συμφωνία θὰ ὤφειλε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀληθὴς τῆς Ἑλλάδος νίκη καὶ ὄχι ἐνέργεια ἐπιδεκτικὴ ἐπικρίσεων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε ἄνευ λόγου νὰ εἰσέλθῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων σημείων ἐκ τῶν ὁποίων ἐδόθησαν εὐρύταται ἐξηγήσεις οὐδεμίαν ἀφίνουσαι ἐν ἀμφιβολίᾳ πτυχὴν, θὰ τὰ παρακολουθήσωμεν διότι εἶναι ἀνήκουστον νὰ λέγεται μετὰ τοιαύτην ἔκβασιν ὅτι μετέβημεν εἰς τὴν Γενεύην μὲ τὸ σθένος ἡμῶν ἠλαττωμένον, ἄνευ πίστεως ἐπὶ τοῦ δικαίου τῆς Ἑλλάδος, τῆς πίστεως ἐκείνης ἡ ὁποία δῆθεν κατίσχυσεν τὴν Χάγην. Ἆ! Ὄχι. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγεται καὶ νὰ πιστεύεται, ὡς ἐπιστεύθη ἐπὶ μίαν διετίαν καθ’ ἣν ἐσίγησα ἐξ ὑπερτέρας συναισθήσεως διὰ νὰ μὴ ἐξασθενήσω τὰς ἀπόψεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν διαιτησίαν. Ἀλλ’ ὑπέμεινα ἄνευ ἀμύνης τὰς ἐπιθέσεις διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ ἀποδώσουν τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἀμυνόμενος ἐπεδείνωσα ἐνώπιον τοῦ διαιτητοῦ τὴν θέσιν. Ἀλλ’ ἤδη ὁ λόγος τῆς σιωπῆς μου ἐξέλιπε, ἀπήντησα καὶ ἀπαντῶ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦλθεν καὶ πάλιν καὶ εἶπε πῶς ἐτόλμησα νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς Τραπέζης εἶναι ἀπαίτησις πολεμικοῦ χρέους καὶ ὄχι ἐμπορικῆς φύσεως, ὅταν εἰς τὴν Χάγην ἡ ἰδία ἡ Γαλλία ἀνεγνώρισε τὴν βασιμότητα τῶν ἰσχυρισμῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἐμπορικότητος τῆς ὀφειλῆς της, καὶ προσέθεσεν ὅτι ὅπως δικαιολογήσω τὴν ἄποψίν μου ταύτην καίτοι ἀπὼν ἐκ τῆς Χάγης, δὲν ἐδίστασα νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ ἄδυτα τῶν μυστηρίων της καὶ νὰ ἐκθέσω ὁλόκληρον ἱστορίαν μὴ βασιζομένην ἐπὶ τῆς πραγματικότητος. Δὲν οἰκειοποιοῦμαι δύναμιν μαντικὴν διὰ νὰ γνωρίζω τί κατ’ ἰδίαν ἔλαβον χώραν εἰς Χάγην, ἀλλ’ εἶχον τὴν θέλησιν νὰ παρακολουθῶ τὰ διατρέξαντα εἰς αὐτὴν καὶ ἤρκει μία τοιαύτη παρακολούθησις διὰ νὰ ἀρρυσθῶ ἀκριβῆ στοιχεῖα περὶ τῶν ἐκεῖ γενομένων, καὶ τῆς πορείας ἣν ἠκολούθησεν ἡ ἐξέλιξις τῶν ζητημάτων μας σύμφωνα πρὸς τὰς θεμελιώδεις βάσεις, αἵτινες διέπνεον τὴν συνδιάσκεψιν. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ εἶναι τις παρὼν εἰς τὴν Χάγην, διὰ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὄχι τὰ ζητήματα τῶν πολεμικῶν χρεῶν ἀλλὰ τὰ ζητήματα τῶν ἐπανορθώσεων ἐλύθησαν εἰς αὐτήν. Τὰ ζητήματα τῶν πολεμικῶν χρεῶν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὡς ἀριθμοὶ δεδομένοι, οἵτινες ἀπετέλουν τὸ παθητικὸν τὸ χρῇζον καλύψεως διὰ τῶν ἐπανορθώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐρρυθμίζοντο κατὰ τὰς ἀνάγκας ἑκάστου Κράτους. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ διεξαχθῇ ἐν Χάγῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν πολεμικῶν χρεῶν, ἀλλ’ ἔρευνα ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου Κράτους ἐπὶ τῶν ἐπανορθώσεων διὰ τὰς ἀνάγκας του, καὶ ἂν κατ’ ἐξαίρεσιν οὐχὶ πιθανὴν ἔγινε συζήτησις μεταξὺ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν φύσιν τοῦ χρέους πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἡ συζήτησις αὐτὴ περιωρίσθη εἰς γενικωτέρας παρατηρήσεις, ἐντελῶς ἀβαθεῖς καὶ φευγαλέας, τῆς Γαλλίας ὡς καὶ τῶν ἄλλων δυνάμεων οὐσῶν ἀπερροφημένων ἐπὶ κεντρικῶν σημείων καιρίως θιγόντων τὰ ζωτικά των συμφέροντα. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ καὶ αἱ γενόμεναι τυχὸν παρατηρήσεις ἐκ τοῦ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέους παρεμερίσθησαν εὐθὺς ἀμέσως. Ἐφ’ ὅσον ἡ Γαλλία κατώρθωσε μὲ ἐλαχίστας θυσίας, κατ’ ἀκρίβειαν ἄνευ οὐδεμιᾶς θυσίας, καὶ κατασίγαση τὴν κατὰ τοῦ σχεδίου ἀντίδρασιν, διὰ παραχωρήσεων αἱ ὁποῖαι ποσῶς δὲν τὴν ἔθιγον, μᾶς ἐπληροφόρησε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ συμμετοχὴ τῆς Γαλλίας εἰς τὰς ἐπανορθώσεις ἦτο 26%. Τόσον τὸ καλλίτερον διὰ τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω. Διότι ἐὰν εἶναι 26% μόνον ἡ θυσία τῆς Γαλλίας εἰς τὰς Βουλγαρικὰς ἐπανορθώσεις, καὶ τὰς Ἀνατολικὰς ἐπανορθώσεις εἶναι τελείως ἀσήμαντος καὶ δὲν εἶχε ὡς ἐκ τούτου λόγον νὰ καθήσῃ νὰ συνάψῃ μάχην ὁμηρικὴν περὶ τῆς φύσεως τοῦ χρέους τῆς Τραπέζης, ὅταν ὅλως ἀζημίως ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ κάλυψις τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἰς τὴν Χάγην συνήντησε δυσχερείας. Καὶ ἂν συνήντησε δυσχερείας, αἱ δυσχέρειαι δὲν ἦσαν τοιαῦται ὥστε νὰ ἐπιτρέπεται καὶ μακρόθεν σύγκρισις τῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ 1930 εἰς τὴν Χάγην μὲ τὴν θέσιν αὐτῆς κατὰ τὸ 1927 εἰς τὴν Γενεύην. Διὰ νὰ πεισθῇ δὲ τελείως ἡ Βουλὴ τὶ εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἐν Χάγῃ ἀνεγνωρίσθη ἡ ἐμπορικότης τοῦ χρέους πρὸς τὴν Τράπεζαν ἀρκεῖ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἡ Ἰταλία συμμετέσχε εἰς τὸν ἔρανον οὕτως εἰπεῖν τῶν μεγάλων Κρατῶν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν μικρῶν. Διατί προέβη εἰς θυσίαν ἡ Ἰταλία; Διότι ἀνεγνώρισε τὴν πραγματικότητα τοῦ χρέους τῆς Τραπέζης; Εἶναι δυνατὸν εὐσχήμως νὰ λέγεται, ὅτι ἐκάθησε ἡ Ἰταλία ἐν Χάγῃ καὶ ἐξήτασε καὶ ἐπείσθη ὅτι τὸ χρέος εἶναι ἐμπορικὸν καὶ δι’ αὐτὸ μᾶς ἀπεζημίωσε; Ἡ Ἰταλία ὡς καὶ αἱ ἄλλαι μεγάλαι δυνάμεις προέβησαν εἰς παραχωρήσεις ἀνεπαισθήτους πρὸς διάσωσιν τῶν ἀνυπολογίστων ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξησφάλιζεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου Γιώγκ. Καμμία ἐξ αὐτῶν δὲν ἐλεπτολογοῦσε ἐπὶ τῆς φύσεως τῶν χρεῶν καὶ τῶν ἄλλων συναφῶν πρὸς ταῦτα περιστάσεων. Ἐπρόκειτο ἐν Χάγῃ ὡς εἶπον νὰ γίνῃ ἡ ὁριστικὴ διαρρύθμισις τῶν ἐπανορθώσεων καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐπετεύχθη γενικὸς συμβιβασμὸς δι’ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων διὰ τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ Κράτη ἐβελτίωσαν σημαντικώτατα τὴν θέσιν των καὶ αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος ἀκόπως ἔτυχον ἱκανοποιήσεως. Διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὰς ἀπόψεις του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανέλαβε καὶ πάλιν τοὺς γνωστοὺς ἰσχυρισμοὺς περὶ τῆς ὑπερημερίας τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἀπέμεινεν εἰς αὐτόν, ὅτι δηλαδὴ ἐφόσον προέκυψεν ὑπέρθεσις αἱ δραχμαὶ αἱ ὁποῖαι συνεφωνοῦντο διὰ τῆς συμβάσεως, αἱ δραχμαὶ μετετράπησαν εἰς χρυσόν.
§206Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὰ λέγει ἡ συμφωνία εἰς τὸ ἄρτιον.
§207Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν λέγει κανὲν ἄρτιον.
§208Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λέγει νόμισμα τῆς πιστωτρίας εἰς τὸ ἄρτιον.
§209Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς ποῖον ἄρτιον; Λέγεται μόνον ὅτι, «τὸ χρέος θὰ πληρωθῇ εἰς δραχμάς.
§210Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λέγει «ἄρτιον».
§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν λέγει διόλου ἄρτιον ποὺ τὸ εὕρατε αὐτό; Λέγει ὅτι ἡ ἐξόφλησις θὰ γίνῃ εἰς δραχμὰς καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀναγνωρίζει ἐν τούτοις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ ἡ ὑπερημερία θὰ εἶχεν ἐπήρειαν μόνον προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεως ἐμπορικῆς φύσεως, καθόσον ἐπὶ τῶν πολεμικῶν χρεῶν αἱ ὑπερθέσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσαν ὅλα τὰ Κράτη δὲν ἐγέννησαν νομικὰς συνεπείας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τὸ χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν εἶναι χρέος ἐμπορικὸν — λέγω «χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν» διὰ συντομίαν λόγου — ἢ εἶναι χρέος πολεμικόν; Ἐπ’ αὐτοῦ ὑποθέτω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔδωκε ἀπάντησιν εἰς ὅσα ἤδη ἀνέπτυξα καὶ δὲν ἠμφισβήτησε ἡ σύμβασις δυνάμει τῆς ὁποίας ἔγινεν ἡ χορήγησις αὐτή, ἔχει ὑπογραφῆ μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ὑπῆρξε συμβαλλομένη, καὶ ὅτι ἡ χορήγησις ἔγινε διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Ἐνέμεινεν εἰς τὸ ἀνασκευασθὲν ἤδη ἕωλον ἐπιχείρημα ὅτι, ἐπειδὴ ἡ πίστωσις ἐνεγράφη παρὰ τῆς Γαλλίας ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πιστωτὴς τοῦ χρέους ἦτο ὄχι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐδόθη προηγουμένως παρ’ ἐμοῦ ἀποστομωτικαὶ ἐξηγήσεις. Εἶπον ὅτι ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ δημιουργηθῇ εἷς ἀνοικτὸς λογαριασμὸς παρενεβλήθη ἡ Τράπεζα ἐν ἀγνοίᾳ της μάλιστα. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ πιστωθῇ ἡ Τράπεζα ἀπὸ ξένους, ἀπὸ τρίτους διὰ λογαριασμὸν ἀφορῶντα τὸ Κράτος. Ἔδωκεν καὶ αὐτὴ καὶ μίαν δραχμὴν ἐξ ἰδίων; Ἔγινεν ἡ χορήγησις ἢ δὲν ἔγινε, δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος καὶ εἶναι ἢ δὲν εἶναι τὸ χαρτονόμισμα περιουσία καὶ ἐν ταὐτῷ χρέος τοῦ Κράτους; Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ ἀπάντησις;
§212Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶμαι διατεθειμένος καθόλου νὰ ἀπαντήσω· ἀλλ’ ὅταν ἐπανειλημμένως ἐρωτᾶτε ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ ἀπάντησις, ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ ἀπάντησις; Ὑπάρχει βέβαια· ὅτι ἡ Τράπεζα ἔδωκε τὰ χρήματα διὰ τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων τὰ ὁποῖα φέρουν τὴν ὑπογραφήν της καὶ εἶναι πληρωτέα εἰς ὄψιν. Βέβαια δὲν ἄφησαν τὴν Τράπεζαν νὰ ὑποστῇ τὰς ζημίας καὶ τὰς ἐπήραμε ἐπάνω μας, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἐξέδωκε τραπεζογραμμάτια, δὲν ἐξέδωκε χαρτονόμισμα. Ἐγὼ καὶ πάλιν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε διότι εἶμαι τρομερὰ ἱδρωμένος καὶ θὰ κρυώσω, νὰ ἀπέλθω· σᾶς παρεχώρησα προηγουμένως τὴν θέσιν μου διότι εἴχατε ἀνάγκην· ἀφήσατέ με καὶ μένα νὰ φύγω (ἀπέρχεται τῆς αἰθούσης).
§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι ἡ συζήτησις διὰ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως χάνει μέρος τοῦ ἐνδιαφέροντος αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐννοῶ τὴν στενοχωρίαν του. Περιουσία τῆς Τραπέζης εἶναι μόνον τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ ἐκδιδόμενα διὰ λογαριασμόν της, τραπεζογραμμάτια περὶ ὡρισμένου ποσοῦ, δι’ ἅ συνάπτονται συμβάσεις μετὰ τοῦ Κράτους παρέχοντος τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως ἀντὶ μεγάλων ἀνταλλαγμάτων. Ὑπάρχει τοιαύτη σύμβασις ἐν προκειμένῳ; Ὄχι· ἡ Τράπεζα ἐνταῦθα ἔλαβε προμήθειαν. Διατὶ θὰ ἐλάμβανε προμήθειαν δι’ ἔκδοσιν γινομένην διὰ λογαριασμόν της; τὴν ἔλαβε ὡς λαμβάνει τοιαύτην δι’ ὅλας τὰς ἐκδόσεις τοῦ Κράτους, ὡς ἀποζημίωσιν οὕτως εἰπεῖν διὰ τὴν τυπικὴν μεσολάβησίν της ἥτις ὡς γνωστὸν κρίνεται χρήσιμος πρὸς δημιουργίαν εὐνοϊκῆς παρὰ τῆς κοινῆς ψυχολογίας. Ἡ Τράπεζα ἐν τῇ ἐκδόσει τοῦ χαρτονομίσματος καὶ περὶ τούτου πρόκειται δὲν ὑπέχει καμμίαν εὐθύνην, ὑπάρχει περὶ τούτου ἀμφισβήτησις;
§214Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πῶς ἀνεγνώρισεν ἡ Γαλλία;
§215Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἀνεγνώρισε τίποτε.
§216Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔτσι εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος.
§217Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἀπεχώρησε. Ὅταν βάλλω ἕνα διαχειριστὴν τῆς περιουσίας μου δὲν μεταθέτω ὑποθέτω τὸ γεγονὸς τοῦτο τὴν περιουσίαν μου εἰς τὸν διαχειριστήν. Ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶπε ἡ πληρωμὴ τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους νὰ γίνῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διατὶ θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν ἡ Γαλλία;
§218Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν τὴν ἐπαύριον ἤρετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ποῖος θὰ τὰ ἐπλήρωνε τὰ τραπεζογραμμάτια...
§219Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ Κράτος, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν.
§220Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι χίλιες φοραῖς ὄχι καὶ ἐπειδὴ ἡ Τράπεζα εἶναι ὑπόχρεως δι’ αὐτὸν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴν ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν;
§221Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι χίλιες φορές; Ἀλλ’ εἶνε ἐκπληκτικὸς ὁ ἰσχυρισμός σας. Ποῖος πληρώνει τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους; Κατὰ τύπους ἡ Τράπεζα πράγματι τὸ Κράτος. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν γίνεται ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἂν τὸ Κράτος δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ προβῇ εἰς ἐξόφλησιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῶν κυκλοφορία χρέους του, εἰς ἀπόσβεσιν δηλαδὴ τῶν τραπεζογραμματίων. Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν θὰ ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ τὸ κράτος 497 ἑκατομμύρια ἄρα διὰ νὰ ἀποσβέσῃ ἡ Τράπεζα τὰ γραμμάτια εἰς τοὺς κατόχους των.
§222Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴπατε ὅτι εἰς ἀντίκρυσμα αὐτῶν, ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν, ὅταν ὅμως, θὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Θὰ ἀνακύψῃ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης, νὰ τὰ ἐξοφλήσῃ; Δεύτερος λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς, ὅτι ἐθεωρήθη κάλυμμα αὐτό, ἡ πίστωσις παρὰ ταῖς δυνάμεις, ἐὰν δὲν ἐξετέλει τὴν ὑποχρέωσίν της ἡ Γαλλία, νὰ δώσῃ τὸν χρυσὸν αὐτὸν τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθημεν εἰς τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τραπεζογραμμάτια εἶναι σαφὲς αὐτό;
§223Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν ἀμέσως, παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ δώσῃ ὀλίγην προσοχήν. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἔκδοσις τραπεζογραμματίων διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης δέον νὰ τηρηθῇ μία οὐσιώδης καὶ ἀναγκαία προϋπόθεσις, ἡ διὰ νόμου ἐπέκτασις τοῦ προνομίου της. Πρέπει δηλαδὴ τὸ Κράτος νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων καὶ τὸ Κράτος νὰ τὴν ὑποχρεώσῃ εἰς τὴν τήρησιν ἑνὸς ποσοστοῦ, ἑνὸς καλύμματος. Αὐτὴ εἶναι ἔκδοσις τραπεζογραμματίων διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης, ὅταν ὅμως ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ λέγει ἐπιθυμῶ νὰ ἐκδώσω χαρτονόμισμα 77 ἑκατομ. τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς κάλυμμα τὰς Γαλλικὰς πιστώσεις καὶ θὰ λάβῃς τῆς ἐκδόσεως ταύτης τὴν προμήθειάν σου, ἀσφαλῶς ἀπὸ Κράτος καὶ μόνον, θὰ γίνῃ ἡ ἐξόφλησις.
§224Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Προκαταβολικῶς λέγετε, ὅτι θὰ ἔχῃ τὸν κίνδυνον τὸ Κράτος.
§225Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὰ ἀσφαλῶς. Διὰ τοῦ νόμου ὁρίζεται, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐνεργεῖ ἐπὶ προμηθείᾳ. Ἠξεύρετε, κύριε ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως πῶς γίνεται ἡ ἔκδοσις τραπεζογραμματίων διὰ λογαριασμὸν τῶν Τραπεζῶν ἐπὶ προμηθείας.
§226Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι.
§227Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὰ τότε λοιπὸν, τὶ ἰσχυρίζεσθε; Ὅταν ἡ Τράπεζα ἐνήργησε ὡς ἐντολοδόχος τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ προμηθείᾳ μόνον εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαμφισβητεῖται ὅτι ἡ ἐνέργειά της αὐτή, ἐνέργεια γενομένη κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Κράτους καὶ διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἡ Τράπεζα δὲν θὰ εἶχε κέρδος, ἦτο ἁπλῶς διεκπεραιωτικὴ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει ἢ ἁπλῆν προμήθειαν;
§228Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ ὠφέλειά της.
§229Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ κάμῃ μίαν πιστωτικὴν ἐργασίαν.
§230Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἡ προμήθεια τὴν ὁποίαν πάντοτε λαμβάνει διὰ τὴν ἔκδοσιν χαρτονομίσματος, καὶ διὰ τὴν συνωμολόγησιν ἀναγκαστικῶν δανείων.
§231Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι χαρτονόμισμα τοῦ Κράτους, ἐκάματε καὶ τὸν διακανονισμὸν τῶν Ἀγγλικῶν χρεῶν, ἡ Ἀγγλία ἐπλήρωσε;
§232Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι.
§233Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπλήρωσε διὰ τὴν Τράπεζαν, διατὶ γίνεται ἡ διάκρισις;
§234Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπλήρωσε ὡς ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ καὶ ἡ Γαλλία. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι κατὰ τὸ 1919.
§235Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λέγω τοῦτο Ἐφόσον ἡ σύμβασις τῆς Γαλλίας, ἢ τῆς Ἀγγλίας ἦσαν αἱ αὐταὶ μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἀγγλία ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Τράπεζαν εἶναι τοὐλάχιστον ἰσχυρότατον ἐπιχείρημα.
§236Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπλήρωσε διότι ἡ Ἀγγλία τὸ 1919 εἶχεν υἱοθετήσῃ ἐν γένει καὶ ἀπέναντι ἰδίως τῶν μικρῶν Κρατῶν στάσιν γενναιόφρονα.
§237Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ γενναιοδωρία τῆς Ἀγγλίας θὰ ἦτο ἐὰν δὲν συνεψήφιζε τὰ 1250 ἑκατομμύρια εἰς ἕν πολεμικὸν χρέος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξοφλεῖτο ἐπὶ 62 ἔτη καὶ εἰς τὸ ἄρθρον δὲν περιελήφθη αὐτό, ὅπως εἴπατε προηγουμένως.
§238Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐξετάζομεν σήμερον τὴν στάσιν καὶ τὰς διαθέσεις μιᾶς ἑκάστης τῶν Δυνάμεων, ἀλλὰ τὰ πράγματα, λέγουν ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἐνήργησεν ἐν προκειμένῳ εἰμὴ ὡς ἐντολοδόχος καὶ κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Κράτους. Δὲν φρονῶ ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη περαιτέρω ἀναπτύξεως διὰ νὰ ἐξηγηθῶ διατὶ εἰς τὴν Χάγην ἡ Γαλλία ἀσμένως προέβη εἰς ἀναγνώρισιν ὅλως ἀζημίαν δι’ αὐτήν, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν δῆθεν εἰς τὴν Χάγην ταὐτότης τις συμφερόντων μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Εἶχον εἴπῃ εἰς προηγουμένην μου ἀγόρευσιν ὅτι ἐν Χάγῃ ἀνεφύη διάστασις μεταξὺ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ἄλλων συμμαχικῶν δυνάμεων, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας, ἀφ’ ἑτέρου, τῆς Ἀγγλίας ζητούσης τὴν ριζικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ σχεδίου Γιὼγκ καὶ τῶν ἄλλων ἀμυνομένων ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς βάσεως τῆς ἐκθέσεως τῶν ἐμπειρογνωμόνων. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: Τί κοινὸν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ἀγγλίας, ὅταν ἡ μὲν Ἀγγλία ἔτεινεν εἰς ἀποκατάστασιν τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἠρύετο ἀπὸ τὸ σχέδιον Ντὼζ ἡμεῖς δὲ καταφερώμεθα κατὰ τοῦ σχεδίου Ντὼζ τὸ ὁποῖον μᾶς ἠδίκη, ἂν ὄχι εἰς τόσον βαθμόν, ἀλλ’ ἐπίσης θεμελιωδῶς; Ἀλλ’ τίς ὑπεστήριξε τοιαύτην τινα ἐκδοχήν; Ἡ συνάντησις μας μετὰ τῆς Ἀγγλίας ἦτο οὐσιαστικωτέρα. Ἐφόσον ἡ μὲν Ἀγγλία συμφέρον εἶχε νὰ διασείσῃ καὶ ἀνατρέψῃ εἰ δυνατὸν τὰ θεμέλια τοῦ σχεδίου Γιὼγκ, κάθε δύναμις μικρὰ ἢ μεγάλη, ἥτις τυχὸν καὶ αὐτὴ κατεφέρετο κατὰ τῶν ἀδικιῶν τοῦ σχεδίου Γιὼγκ ἦτο καὶ ἀνάγκη νὰ εἶναι συμπράκτωρ καὶ συμπαραστάτης της. Τί θὰ ἐγένετο μετὰ τὸ σχέδιον Γιὼγκ, τοῦτο εἶνε διάφορον. Ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ριζικὴ τροποποίησις τοῦ σχεδίου Γιὼγκ ἡ Ἀγγλία ὅπως μὴ περιέλθῃ εἰς τελείαν ἀπομόνωσιν, καὶ ἀρνηθῇ μείζονας ἠθικὰς δυνάμεις τῶν μικρῶν, ἔρεισμα ἰσχυρότατον εὕρισκε τὴν συνδρομὴν παντὸς ὅστις ἐθεώρει ἑαυτὸν ἀδικηθέντα ἐκ τοῦ σχεδίου Γιώγκ, καὶ ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν σύμπραξιν ταύτην πρόδηλον ἦτο ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πάντα λόγον εἶχε νὰ φαίνεται εὐνοϊκῶς διατεθειμένη ἀπέναντι τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιώσεων ὡς καὶ τῶν ἀξιώσεων τῶν ἄλλων μικρῶν Κρατῶν τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο αὕτη νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας διὰ τὴν ἱκανοποίησίν των. Ἦτο φυσικωτάτη ἡ σύμπραξις αὕτη ὅπως ἐπίσης φυσικὴ ἦτο ἐξ ἄλλου καὶ ἡ προσπάθεια τῆς Γαλλίας, ὅπως μειώσῃ εἰς τὸ ἐλάχιστον τὴν κατὰ τοῦ σχεδίου Γιὼγκ ἀντίδρασιν. Ἐξ αὐτοῦ λοιπὸν διεμορφώθη ἐξαιρετικῶς εὐνοϊκὴ ἡ θέσις τῶν μικρῶν κρατῶν, καὶ τῆς εὐνοϊκῆς ταύτης θέσεως θά ἦτο ἀλλόκοτον νὰ μὴν ἐπωφεληθῇ καὶ ἡ Ἑλλάς. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οὐδὲν τὸ κοινὸν εἶχεν ἡ θέσις ἡμῶν ἐν Χάγῃ μὲ τὴν θέσιν μας ἐν Γενεύῃ κατὰ τὸ 1927, ὅπου ἐν τούτοις εἰς οὐδεμίαν ὑπεβλήθημεν θυσίαν δοθέντος ὅτι εἰς διαιτησίαν ἀπελήξαμεν καὶ τὸ χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν ἦτο ὄντως πολεμικόν, ἡ σπουδή μας πρὸς τὴν σταθεροποίησιν ὠφελειῶν μόνον ἐγένετο πρόξενος καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλων ζημίαν τά συμφέροντα τοῦ Κράτους τόσον ἐπὶ τῶν ἄλλων σημείων, ὅσον καὶ κατά τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν. Ἡ διαρρύθμισις τοῦ Ἀμερικανικοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον ἔτυχε τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας, τοῦ Ἀγγλικοῦ καθ’ οὗ οὐδεμία διετυπώθη ἐπίκρισις καὶ τοῦ Γαλλικοῦ ἐφ’ οὗ ἡ ὁριστικὴ ρύθμισις παρεπέμφθη εἰς διαιτησίαν δὲν ἐπεβάρυναν τὸ δημόσιον ἀλλ’ ἀνεκούφισαν καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Ἴσως ἐὰν ἤθελον εὑρεθῇ πρὸ ἐπιμόνου τῶν μεγάλων Κρατῶν πιέσεως παρατεινομένης ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ κινδύνῳ τῆς Ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως, ἴσως λέγω νὰ ἐδεχόμην τελικῶς καὶ ὅρους βαρεῖς ἐν τῇ προόψει, ὅτι ἐν τῇ διαρκεῖ ἀνανεώσει τῶν συμφωνιῶν κατὰ τὸν ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν ἐπανορθώσεων, θὰ μᾶς ἐδίδετο εὐκαιρία ν’ ἀποσείσωμεν τὰ βάρη ταῦτα ἀπὸ τῶν ὤμων μας, ἐνῷ ἄλλως θὰ ἐξετιθέμεθα εἰς κινδύνους ἀνεπανορθώτους. Ἂς μὴν ὁμιλῶμεν περὶ πραγματικῆς σταθεροποιήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος μόνον καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἄλλοθεν ἠκούσθη συνηγορία μέχρι τοῦδε. Σήμερον μόνον ἐλέχθη καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἠμπορούσαμε νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν πραγματικὴν σταθεροποίησιν, χωρὶς ὅμως νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, πῶς ἐννοῶ τὴν πραγματικὴν σταθεροποίησιν οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτήν. Ἡ πραγματικὴ σταθεροποίησις ἐὰν ὑπάρχει τοιαύτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ εἰμὴ ὡς γεγονὸς στηριζόμενον ἐπὶ ψυχολογικῶν παραγόντων, ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως τῆς ἐμπνεομένης ἐπὶ χρόνον τινὰ διὰ τὴν μονιμότητα τῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐὰν κλονισθῇ διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον, βάσιμον ἢ μή, ἀδιάφορον, ἡ πεποίθησις αὕτη, ἡ πράγματι σταθεροποίησις ἐξαφανίζεται καὶ αὕτη ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ καὶ ἐπακολουθοῦν ὅλα τὰ κακὰ τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Καὶ ἦτο λοιπὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις κατὰ τὸ 1927 καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1928 τοιαύτη ὥστε νὰ δικαιούμεθα νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ ὁμαλότης εἶχεν ἀποκατασταθῇ διὰ παντὸς ἀκλόνητος;
§239Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπε κανεὶς ἐπ’ ἄπειρον.
§240Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπὶ χρόνον ἔστω μακρόν, δύο ἔτη, τρία ἔτη διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν μας καθ’ ὃν τρόπον φαντάζεται ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν κατὰ τὸν χρόνον τοῦτο ἤθελε προκύψῃ γεγονός τι δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ ἀνησυχίαν τῆς κοινῆς γνώμης θὰ εἴχομεν ἄμεσον τοῦ νομίσματος πτῶσιν καὶ διαιώνησιν τῆς νομισματικῆς ἀσταθείας. Ἡ νόμῳ σταθεροποίησις τοῦτο ἀκριβῶς ἔχει τὸ ἰδιάζον ὅτι δὲν βασίζεται ἐπὶ ἐφημέρων ψυχολογικῶν συνθηκῶν ἀλλὰ ἐπὶ θετικῶν βάσεων.
§241Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν γίνῃ μία πολιτικὴ ἀνωμαλία...
§242Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν δὲν θὰ παρασυρθῇ ἡ νόμιμος σταθεροποίησις ὡς δὲν παρεσύρθη κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1860 ἕως τὸ 1864 ὁπότε ἐὰν δὲν ὑπῆρχε νόμιμος σταθεροποίησις τὸ νόμισμά μας θὰ εἶχε περιπέσῃ εἰς ἐκμηδένισιν. Μόνον ἐφ’ ὅσον ἤθελον εὑρεθῆ ἐνώπιον νέου, ὡς ὁ παγκόσμιος πόλεμος θὰ ἐγεννᾶτο ὁ φόβος κλονισμοῦ.
§243Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ τοῦτο, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία θὰ ἐπιρρεάσῃ τὴν κίνησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου.
§244Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι οὐδεμία σταθεροποίησις κατάρρευσεν ἐκ τοιούτων γεγονότων. Ὅτι σταθεροποιήσεις καταρρέουν διὰ τῆς δημιουργίας παγίων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐλλειμάτων, δημιουργίας κυμαινομένου χρέους δημιουργοῦντος τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, τῆς ἐπιβολῆς τοὐτέστι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Δύο λέξεις ἀκόμη, εἶναι ἀκριβῶς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι εὑρέθη σύμφωνος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ ζητήματι τῶν καλυμμάτων.
§245Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι, ἐγὼ ὑπεστήριξα νὰ μὴ ἐγίνετο αὐτὸ ποὺ ἔγινε διὰ τὰ καλύμματα καὶ ὑπεστήριξα τὴν γνώμην ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Δὲν ἤμην καθόλου σύμφωνος μὲ τὴν ἀνατροπήν.
§246Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εὑρέθη κατ’ ἀκρίβειαν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον μὲ ὑπεστήριξεν εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα, συμφωνοῦν κατόπιν μὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἐνῷ λοιπόν, εὑρέθην εἰς διαφωνίαν καὶ μὲ τὸ κόμμα τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι καθ’ ὃν χρόνον ἐνήργησα τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος.
§247Γ. ΜΟΔΗΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων μετὰ δισταγμοῦ σᾶς ἠκολουθήσαμεν.
§248Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε βουλευτὰ ἐκ Φλωρίνης, ἐὰν φαντάζεσθε, ὅτι θὰ ἐσκεπτόμην ποτὲ νὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῆς εὐθύνης ὑμῶν ἢ ἄλλου τινος εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην δεινήν. Δὲν ἐπεκαλέσθην ποτὲ τὰς πράξεις οὔτε τὴν σιωπὴν οὐδενὸς διὰ νὰ μειώσω τὰς ἰδικάς μου εὐθύνας ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ κοινοῦ. Δὲν τὴν ἐπεκαλέσθην καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπῆρχον θετικαὶ ἐνδείξεις ἐγκρίσεως τῶν ἐνεργειῶν μου διότι ἔχω τὴν ὑπερηφάνειαν νὰ θεωρῶ ὅτι ἡ εὐθύνη ἡ ἰδική μου εἶναι ἀρκετή. Δὲν ἐξέφρασα οὐδὲ τὴν ἑσπέραν αὐτὴν διότι συνέπεσε νὰ μεταβάλουν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀντιλήψεις, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε μὲ ὑπεστήριξαν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὑπογραμμίσω τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων εὑρέθην βαλλόμενος καὶ ἐκ τῶν ἔμπροσθεν καὶ ἐκ τῶν νώτων. Ἀλλ’ ὅσοι δήποτε καὶ ἂν εἶναι οἱ βάλλοντες δὲν θὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἡ γενομένη παρὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ρύθμισις ἀποτελεῖ τὴν ἠθικὴν τοῦ ζητήματος λύσιν. Δὲν θὰ ἐδίσταζα νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν ταύτην μόνον ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ ἐνώπιον ἀποφάσεως ἀμερολήπτου καὶ ἐγκύρου διαιτησίας.
§249Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατὶ δὲν τὸ ἐκάματε;
§250Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι εἶχον δεδομένα τὰ ὁποῖα μὲ ἔπειθαν ὅτι δὲν ἔσφαλα εἰς τὰς ἀντιλήψεις μου. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀλλοίαν εἶχον γνώμην προκειμένου νὰ ἀνατρέψουν κεκυρωμένας συμβάσεις εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ στηρίξουν τὴν ἀνατροπὴν ἐπὶ ἀντικειμενικῆς ἐξονυχίσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ ἀποφάσεως ἐμπνεούσης ἀπεριόριστον κῦρος. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε χρῆσιν ἁπλῶς τῆς δυνάμεως καὶ τῆς βίας. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἠθικῆς του ἀπόψεως παραμένει ἐκκρεμὲς καὶ τὸ δίκαιον εὑρίσκεται πρὸς τὸ μέρος μου καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ὡς καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων ζητημάτων τὰ ὁποῖα διεχειρίσθην. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν δύναμιν, θὰ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς τὸ δίκαιον ὑπῆρχε μὲ τὸ μέρος τὸ ἰδικόν μου, δὲν ὑπῆρχε μὲ τὸ μέρος τὸ ἰδικόν των.
§251Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅταν ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει προέκυψεν τὸ ζήτημα, συνέστησα ἐπανειλημμένως εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐμπεδοῦται ἐπὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τὴν ὁποίαν εἶχε προκαλέσει, ἀντίθετα συμφέροντα ἡ ἔχουσα πρὸς τὸ Κράτος Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ νὰ παραπέμψῃ αὐτὸ εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν κυριωτέρων Τραπεζῶν τῆς Εὐρώπης.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χρηματικῶν ἀμοιβῶν διὰ τὴν καταστολὴν τῆς ληστείας». (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ. κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 1.45′ πρωϊνὴ)