1930.04.04
2.565 στίχοι · 19.757 λέξεις · 168 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 4 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1930
Προεδρεία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Γ. Τσουρίδης παρακαλεῖ ὅπως εἰς τὸ ὑποβληθησόμενον νομοσχέδιον περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων ληφθῇ πρόνοια καὶ ἀπαλλαγῶσι τὰ κτήματα τοῦ πτωχοκομείου Ἀθηνῶν ἀπὸ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐνοικιαστῶν διὰ τῆς ἄρσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου κλπ. —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Μαντᾶς καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ συνδέσμου ἐπαγγελματιῶν γηγενῶν καὶ προσφύγων «Παναγία τῶν Βλαχερνῶν» Πειραιῶς, καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς πυροπαθῶν Πλατείας Καραϊσκάκη καὶ παραγκούχων Πειραιῶς. —Τὸ γεωργικὸν ἐπιμελητήριον Ἀττικοβοιωτίας ζητεῖ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου 3416 περὶ ἀμβύκων μετά τινας τροποποιήσεις. —Οἱ φαρμακευτικοὶ σύλλογοι Σερρῶν καὶ Βόλου ζητοῦν τὴν μὴ τροποποίησιν τοῦ νόμου 3601. —Οἱ ἰδιοκτῆται τῆς λίμνης Δύστος τῆς Εὐβοίας ζητοῦν ὅπως ληφθῶσι μέτρα πρὸς ἀνάκλησιν τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει τὰ δικαιώματα αὐτῶν. —Ὁ ἰατρικὸς σύλλογος Καρδίτσης ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ δημοσιευθέντος εἰς τὸ περιοδικὸν «Κλινικὴ» προσχεδίου νόμου περὶ ταμείου συντάξεως καὶ ἀσφαλίσεως ὑγειονομικῶν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει αἴτησιν τοῦ Εὐαγγέλου Καββαδᾶ, παρακαλοῦντος ὅπως ὁ διορισμός του ὡς παρέδρου παρὰ τῷ εἰρηνοδικείῳ Λευκάδος λήξῃ τὴν 31 Αὐγούστου 1932. —Ὁ κτηματικὸς σύλλογος Φιλιατρῶν ζητεῖ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν ἁπασῶν τῶν διατάξεων τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. —Ἡ διδασκαλικὴ ὁμοσπονδία Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν διδασκαλισσῶν Μεσολογίου. —Τὸ γεωργικὸν ἐπιμελητήριον Ἡρακλείου παρακαλεῖ ὅπως μὴ φορολογηθῶσι οἱ παραγωγεῖς σουλτανίνας ἐπὶ μίαν διετίαν. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεων εἰς τὴν νομοθεσίαν περὶ δήμων καὶ Κοινοτήτων». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν ἐγγείων βελτιώσεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξωγάμων τέκνων». Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ φονευθέντος ἐν συμπλοκῇ μετὰ τῶν λῃστῶν ἀνθυπασπιστοῦ χωροφυλακῆς Δαφέρμου Ἰωάννου». Ὁ Γ. Σίδερης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ χρηματικῶν ἀμοιβῶν διὰ τὴν καταστολὴν τῆς λῃστείας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Καρασεβδᾶς, Α. Παπαθανάσης καὶ Ι. Νικολίτσας ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3970 «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου γεφυρώσεως τοῦ Ἀχελώου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Γαλανάκης, Γ. Κοκκινάκης, Κ. Πολυχρονάκης, Ι. Περδικογιάννης, Μ. Κουρῆς, Κ. Παπαδάκης, Μ. Βολουδάκης, καὶ Ι. Γοβατζιδάκης ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 3394 καὶ 3622 περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας καὶ ἀγροφυλακῆς Κρήτης» Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ γεωργικὸν ταμεῖον Θεσσαλονίκης». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Μιχαὴλ, Ν. Τζερμιᾶς, Ε. Ζούκας, Γ. Τηλικίδης κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4173 περὶ δασικοῦ κώδικος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Σχινᾶς, Ι. Παπαφλέσσας, Ι. Ἀνδρεόπουλος καὶ Α. Παπαθανάσης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων φορολογίας τοῦ οἴνου» Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σακελλαρίου, Σ. Κωστόπουλος καὶ Ι. Μπούτσης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 9ης Ἰανουαρίου 1930 περὶ συνεπειῶν ὑπερημερίας τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Γρηγοράκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κυρώσῃ τὴν σύμβασιν περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς Ε.Α.Π. καὶ ρυθμίσῃ τὰ ἐκ ταύτης ἀπορρέοντα ζητήματα». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ γενικῆς Στατιστικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος νόμων». Οἱ κ. κ. Δ. Μπότσαρης (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ καταστάσεως παθόντων ἐν πολέμῳ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ» Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως βιβλίων διεκδικήσεως.» Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγκροτήσεως ἐπιτροπῶν πρὸς ἐκπόνησιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τούτου νόμου».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ τὴν κάτωθι ἀπάντησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. ὑφυπουργοῦ. (ἀναγινώσκει) «Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142 ἐ. ἔ. ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μόδη ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς ἐκδικάσεως τῶν αἰτήσεων ἀποζημιώσεων τῶν πολεμοπαθῶν συνεχίζεται κανονικῶς τῶν ἐπιτροπῶν συνεδριαζουσῶν δὶς τῆς ἑβδομάδος. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐκδοθεισῶν μέχρι τοῦδε ἀποφάσεων τῶν ἐπιτροπῶν θέλει ἀρχίσει εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἀνεκχωρήτου καὶ ἀκατασχέτου τῶν ἀποζημιώσεων τούτων. Ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἀποτελεῖ ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν πληρωτέας τῷ δικαιούχῳ ἀποζημιώσεως, τὸν τόπον τῆς πληρωμῆς κλπ.» Ὁ κ. Σακαλῆς ἔχει τὸν λόγον ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸν λιμένα Πειραιῶς.
§3Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἡ σχηματισθεῖσα ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τὸν λιμένα Πειραιῶς ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμά της. Ἡ Βουλὴ ἔκρινεν ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, κατόπιν τῆς συζητήσεως περὶ διαρρυθμίσεως τοῦ λιμένος, ἐξ ἧς προέκυψεν ἡ πιθανότης ὅτι διὰ τῆς διαρρυθμίσεως ταύτης ἠπειλεῖτο νὰ γείνῃ ἔργον ἐλλειπὲς καὶ στρεβλόν, ἔργον δὲ δαπάνης 3½ ἑκατομμυρίων λιρῶν καὶ μέλλον νὰ ἀσκήσῃ κρίσιμον ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, ἀφοῦ ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς μὲ ὅλας του τὰς ἀτελείας συγκεντρώνει σήμερον τὰ 60% τοῦ ἀπὸ θαλάσσης ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ἐσωτερικοῦ τοιούτου. Ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ πλήρη ἔχουσα συναίσθησιν τῆς σοβαρότητος τῆς ἐντολῆς, ἥτις τῆς ἀνετέθη, κατέβαλε πᾶσαν ἐπιμέλειαν ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς ταύτης. Ὁ προκείμενος ἆθλος ἦτο ὁμολογουμένως δύσκολος. Ἐπρόκειτο περὶ ἐρεύνης ἔργου τεχνικοῦ μεγάλου καὶ πολυπλόκου προερχομένου δὲ ἀπὸ τὰ ἐργαστήρια τοῦ Κράτους ἐπὶ μᾶλλον ἀπέβαινε δύσκολον τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, καθόσον δὲν ἐτέθησαν πρὸ αὐτῆς ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ζητηθέντα συγκεκριμμένως ἓν πρὸς ἕν. Ἐζήτησε π. χ. τὴν μελέτην τοῦ ἔργου τὴν καθορίζουσαν τὰ ἔργα καὶ τὰς ἱκανότητας τοῦ λιμένος καὶ αὕτη δὲν κατετέθη. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικὸς ὁ διαμειφθεὶς διάλογος κατὰ τὴν ζήτησιν αὐτῆς. Ἠρωτήθη ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ποῦ εὑρίσκεται ἡ μελέτη καὶ ἀπήντησεν ὑποθετικῶς καὶ ἀορίστως. Ὁ φάκελλος μᾶς εἶπεν εἶναι ὀγκώδης καὶ χρειάζεται πολὺ ἐργασία διὰ νὰ ἐρευνηθῇ. Ὑπὸ τοιαύτας ἀντιλήψεις συνετάχθη τὸ σχέδιον τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἔργου καὶ οὕτω συνεχίζεται ἡ ἐκτέλεσίς του. Παρὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐζήτησε ἡ ἐπιτροπὴ καὶ δὲν τῆς ἐδόθησαν κατώρθωσε νὰ διευκρινήσῃ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν καὶ κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον διὰ τὰ πορίσματα αὐτῆς. Ἐκ τῆς ὅλης ἐρεύνης δυστυχῶς ἐπαληθεύθη ὅ,τι ἐπιθανολογήθη κατὰ τὴν περυσινὴν συζήτησιν, ὅτι δηλαδὴ τὸ προκείμενον ἔργον θὰ εἶναι ἔργον ἐλλειπὲς ἀπὸ ἀπόψεως ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀναγκῶν δι’ ἃς ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ στρεβλόν, ἀφ’ οὗ καὶ ὅ,τι θὰ συντελεσθῇ θὰ ἐπιτυγχάνεται δι’ ὑπερμέτρων δαπανῶν, ἐπὶ πλέον δὲ θὰ κατέληγε εἰς τὴν διάσπασιν εἰς δύο τοῦ λιμένος καὶ εἰς τὴν διατάραξιν τῆς οἰκονομικῆς ἰσορροπίας τοῦ Πειραιῶς. Κατὰ τοῦ προγραμματικοῦ σχεδίου ἠσκήθη κριτικὴ ἐπίμονος. Ὅσον δὲ ἐνεφανίζοντο καθαρώτερα τὰ σφάλματα τοῦ σχεδίου τόσον ἐπείσμοναν οἱ κριταὶ οἵτινες ἦσαν καὶ οἱ συντάκται αὐτοῦ. Τὸ εὐτύχημα ἦτο ὅτι τὰ σφάλματα δὲν ἔθιγον μόνον τὴν τύχην τοῦ λιμένος καὶ τὸ δημόσιον χρῆμα, ἀλλ’ ἔθιγον καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἐργολαβίας καὶ ἡ ἐπιμονὴ αὐτὴ συνετέλεσε ὅπως ἀναγνωρισθοῦν ἐν μέρει μερικὰ ἐκ τῶν βαρέων σφαλμάτων. Οὕτω ἐπετεύχθη ἐλαφρὰ τροποποίησις τῶν κρηπιδωμάτων τοῦ προλιμένος τῆς Ἠετιωνείας ἀκτῆς, γωνίας τινὸς τῶν Ἁλῶν, ἅτινα θὰ ἀπερρόφων τὸ ἥμισυ τῆς ὅλης δαπάνης. Δυστυχῶς ἐξ ὅλων τῶν ἀναπτυχθέντων σφαλμάτων δὲν ἀνεγνωρίσθη τὸ κυριώτερον πάντων. Τὸ σφᾶλμα αὐτὸ εἶχεν ἐνδειχθῇ καὶ ἐντεῦθεν ὅπως εἶχεν ἐνδειχθῇ καὶ παρὰ τοῦ ἐπιφανοῦς λιμενολόγου Κέλενεκ. Μόλις μάλιστα ἐγένετο γνωστὴ ἡ ὑπόδειξις τούτου ἡ Ἐπιτροπὴ ἔσπευσε νὰ κάμῃ ὅτι ἠμποροῦσε διὰ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Πάντως τὰ κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ σχεδίου ἔργα ἐσταμάτησαν διὰ νὰ στραφῇ ἡ ἐργολαβία εἰς τὰ ἀρχικὰ ἔργα. Ἡ δὲ παραχώρησις νέων κατ’ ἐπέκτασιν ἔργων σκοπὸν εἶχε νὰ σταματήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑποδείξεων Κέλενεκ. Τὰ κατ’ ἐπέκτασιν δὲ ἔργα παρεχωρήθησαν ἄνευ δημοπρασίας καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως ἀμεταβλήτους, ἐνῷ ἦτο φυσικὸν νὰ ἐπεζητῆτο μετριασμὸς τὶς τῶν ποσοστῶν τῆς ἐργολαβίας. Τοῦτο θὰ ἦτο εὔκολον, διότι ἡ Ἑταιρεία ὅταν ἡμεῖς ἐδιοικοῦμεν τὸν λιμένα κατὰ τὸ 1924, εἶχε δηλώσει ὅτι θὰ ἔκαμνε μείωσιν 4% καὶ τοῦτο ἦτο γνωστὸν καὶ εἰς τὴν διοικοῦσαν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Κεντρικὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ ἠλάττωσε τότε εἰς πρώτην βολιδοσκόπησιν ἡμῶν τὰς τιμὰς κατὰ 4% κατὰ τὸ 1924 καὶ 25, ἐνῷ σήμερον ποὺ ἔχουν ἀλλάξει αἱ συνθῆκαι ἡ μείωσις τῶν ποσοστῶν θὰ ἦτο πολὺ ἀνωτέρα. Ἐν τούτοις τὰ κατ’ ἐπέκτασιν ἔργα ἐξεχωρήθησαν μὲ ἀμείωτα τὰ ἀρχικὰ ποσοστὰ τῆς ἐργολαβίας. Ἡ ἔκθεσις, τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι τόσον ἀναλυτική, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται μακρὰ ἀνάπτυξις. Ὑποσημειῶ μόνον χαρακτηριστικὰ τινὰ σημεῖα. Πρῶτον κεφαλαιῶδες σφάλμα ὑπῆρξε ἡ πλήρης ἀπὸ μέρους τῶν κατὰ καιροὺς σχεδιαστῶν τοῦ λιμένος παραγνώρισις τῆς ἀποστολῆς τῶν μεγάλων λιμένων. Οὗτοι ἠσχολήθησαν μόνον διὰ τὰς καθαρῶς ἐμπορικὰς ἀνάγκας τοῦ λιμένος, ἐνῷ οἱ λιμένες εἶναι καταφύγια τῶν χειμαζομένων πλοίων ἢ τῶν ἀνεργούντων τοιούτων. Κεφαλαιώδη ἀποστολὴν ἔχουν νὰ κέκτηνται τὴν ἱκανότητα, ὅπως προσφέρουν τὴν δυνατότητα τῆς ἐπισκευῆς τῶν πλοίων. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἰδιαίτερον ρόλον ἔχει νὰ παίξῃ ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς, διότι εὑρίσκεται εἰς ἐπίκαιρον γεωγραφικὸν σημεῖον, ἡ δὲ ναυτικὴ βιομηχανουργία δύναται νὰ ἀποβῇ μέγας παράγων ἐργασίας. Δυστυχῶς ὅμως ὁ τοιοῦτος ρόλος τοῦ λιμένος Πειραιῶς διέλαθε καὶ τοὺς σχεδιαστὰς τοῦ λιμένος καὶ τοὺς διοικητὰς αὐτοῦ. Τοὐναντίον μάλιστα ἐξετοπίσθησαν καὶ τὰ μικροναυπηγεῖα καὶ συνιστᾶ νὰ διωχθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ἀρχαῖον ναυπηγεῖον Βασιλειάδη, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει μελέτη ἢ σχέδιον ξένου εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ λαμβάνεται μέριμνα περὶ ναυπηγείων καὶ ἐργοστασίων ἐπισκευῆς πλοίων. Ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι ὁ ἰδιοτυπώτερος πάντων τῶν λιμένων. Εἰς κανένα λιμένα δὲν εἶναι τόσον πυκνὴ ἡ εἴσοδος καὶ ἔξοδος πλοίων ὅση εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ τοῦτο εἶναι χαρακτηριστικόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του κάθε σχεδιαστὴς τοῦ λιμένος. Ἄλλο χαρακτηριστικὸν εἶναι ἡ συσσώρευσις τῶν πλοίων ἐν Πειραιεῖ. Ἡ φύσις τῆς λειτουργίας τοῦ λιμένος δεικνύει ὅτι μηδαμινὴν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συσσωρεύσεως τῶν πλοίων θὰ ὑποστῇ ἀνακούφισιν ὁ λιμὴν μὲ τὴν διαρρύθμισιν αὐτοῦ. Ἕνεκα δὲ τῆς παραγνωρίσεως τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτοῦ χαρακτῆρος ἐσχεδιάσθη ὁ λιμὴν μὴ δυνάμενος νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν κίνησιν. Πέραν τῶν βασικῶν σφαλμάτων αὐτῶν εἶναι καὶ σειρὰ ἄλλη τεχνικῶν καὶ οἰκονομικῶν σφαλμάτων, ἅτινα θὰ συνεχίζοντο ἂν συνεχίζετο τὸ ἀρχικὸν σχέδιον. Ἐπεξετάθη φερ’ εἰπεῖν ὁ μῶλος Θεμιστοκλέους κατὰ 100 μέτρα καὶ ἐδαπανήθησαν 9½ ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀντὶ τῶν 4 ποῦ προϋπελογίσθη ἡ ἐπέκτασις. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης καταπληκτικὸν τὸ σφάλμα τὸ σημειωθὲν ἐπὶ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ βάθους τοῦ λιμένος, ὅπερ ἔχει μεγάλην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς δαπάνης, διότι αὕτη βαίνει ἀναλόγως τοῦ κύβου τοῦ βάθους. Εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἔργου βλέπομεν τμῆμα τοῦ λιμένος ἐκβαθυνθὲν εἰς 10 μέτρα καὶ προωρισμένον δι’ ἱστιοφόρα, τὰ ὁποῖα ἐχρειάζοντο βάθος 3 ἢ 4 μέτρα. Ἐξεβαθύνθη ἐξ ἄλλου ἄλλο τμῆμα εἰς τὸ μέγιστον βάθος ἐκεῖ ποῦ δὲν πρόκειται νὰ ἔλθουν πλοῖα μεγίστου βυθίσματος. Ὅ,τι ἐμφανίζεται, τονίζω, ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς, εἶναι μία ἀπόπειρα κανονικῶν γεωμετρικῶν σχημάτων διὰ νὰ παραλληλίζωνται λόγου χάριν ἀκταὶ ἀπέχουσαι ἀπ’ ἀλλήλων 1000 μέτρα. Καὶ ἐνῷ τὸ ναυτικὸν Συνέδριον τοῦ Λονδίνου ἐδέχθη ὅτι ὁ λιμὴν βάθους 30 ποδῶν εἶναι πρώτης τάξεως, ἡμεῖς ἐδέχθημεν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον εἰς τὸν λιμένα τὸ βάθος τῶν 10 μέτρων. Καὶ τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη κατὰ τὰ 20% μόλις μένει εἰς τὴν χώραν κατὰ δὲ τὰ ἄλλα 80% ἐξέρχεται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἀνεσκαλεύθησαν ἐπίσης ὅλα τὰ κρηπιδώματα καὶ ὅλος ὁ πυθμὴν ἄνευ λόγου καὶ ἀνάγκης. Ἡ κακὴ ἀφετηρία ἀφ’ ἧς ἐκινοῦντο οἱ σχεδιασταὶ τοῦ λιμένος ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει των καμμίαν σαφῆ ἰδέαν περὶ τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως αὐτοῦ. Μᾶς εἶπαν ὅτι εἶχε κίνησιν ἐμπορικὴν 1.800.000 τόννων, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας πολὺ ἀκριβεστέρα μᾶς λέγει ὅτι ἡ κίνησις κατὰ τὸ 1928 ἀνῆλθεν εἰς 2.432.000 τόννους. Ἔκανε δηλαδὴ λάθος ἡ Ἐπιτροπὴ 519.000 τόννους, ὅση ἀκριβῶς εἶναι ἡ κίνησις τοῦ λιμένος Θεσσαλονίκης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ διαφυγή. Διότι ἂν προσθέσωμεν καὶ 400.000 τόννους δι’ ἐξερχομένους γαιάνθρακας καὶ ἄλλους 100 δι’ ἐμπορεύματα τῶν πλοιαρίων ἡ κίνησις ὑπερβαίνει τοὺς 2.800.000 τόννους ἤτοι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπελόγισεν κατὰ 1.000.000 τόννους ὀλιγώτερον. Ἡ κίνησις τοῦ 1929 ἀνῆλθεν εἰς 3.100.000 τόννους καὶ ὅταν ἠρωτῶντο οἱ ἁρμόδιοι περὶ τῆς προβλεπομένης ἀναπτύξεως τῆς κινήσεως τοῦ λιμένος μας εἶπον ὅτι τὴν ὑπολογίζουν δι’ ὡρισμένην μόνον κατηγορίαν ἐμπορευμάτων εἰς 3% ἤτοι ἐπὶ τοῦ συνόλου 1%. Καὶ ὅμως οἱ ἀριθμοὶ τῆς ἰδίας Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἔλεγον ὅτι τὸ μὲν 1926 εἴχομεν 1.600.000 τόννους, τὸ 1927, 1.760.000 τόννους, τὸ 1928, τόννους 1.823.000 καὶ τὸ 1929 2.453.000 τόννους, ἤτοι ἔφθασε μέχρι 34% καὶ αὐτοὶ ὑπελόγιζον 1%. Δὲν ὑπάρχει κεφάλαιον ἀφορῶν τὸν λιμένα Πειραιῶς ποὺ νὰ μὴ διεπράχθη σφάλμα. Λόγος πολὺς ἔγινε διὰ τὰ Σιλώ. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ τὰ ἔλεγε χωρητικότητος 15–50 χιλ. τόννων καὶ τὰ ἐτοποθέτει εἰς τὸ χεῖλος τοῦ κρηπιδώματος καὶ διέθετεν κρηπίδωμα 150 μέτρων, ἐνῷ τὰ Σιλὼ ἠδύναντο νὰ εἶναι ἀρκετὰ ἐνδότερον διὰ νὰ μένῃ τὸ κρηπίδωμα ἐλεύθερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κίνησιν τῶν γαιανθράκων προσδιώρισαν κρηπίδωμα 450 μέτρων, διότι δῆθεν ἐπρόκειτο περὶ κινήσεως 600.000 τόννων, ἥτις ὅμως ἀνῆλθεν εἰς 1.200.000 τόννων, διότι ἁπλούστατα ἐλησμονήθη κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν ἡ ἐξαγωγή. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ εἴδη τῆς οἰκοδομικῆς διατίθεται λέγουν κρηπίδωμα 340 μέτρων, ἐνῷ πράγματι εἶναι μόνον 310. Τὸ ὑπελόγιζον καὶ αὐτὸ διὰ 335.000 τόννους, λησμονήσαντες ὅμως πάλιν τὴν ἐξαγωγὴν ἐξ 76.000 τόννων. Οὕτω ἐρευνῶντες μετὰ τὴν διαρρύθμισιν, ἡ ὁποία θὰ στοιχίσῃ ὑπὲρ τὰ χίλια ἑκατομμύρια, εὑρίσκομεν ὅτι δὲν ἀπομένει διὰ τὸ μέλλον περιθώριον περισσότερον τῶν 110.000 τόννων, ἤτοι 4% ἐπὶ τῆς σημερινῆς κινήσεως, ἐνῷ κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ἡ μέση αὔξησις ἀνῆλθεν εἰς 12%. Ἐν πάσῃ περιπτώσει βέβαιον εἶναι ὅτι θὰ παραλάβωμεν ἔργον οὗτινος ἡ ἱκανότης θὰ εἶναι ἐξηντλημένη. Διὰ πᾶσαν δυσκολίαν, ἣν συνήντων αἱ τεχνικαὶ ὑπηρεσίαι ἐξεύρισκον μίαν διέξοδον νὰ τὰ στέλλουν δηλαδὴ ὅλα εἰς τὸν ὅρμον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου κατὰ τὸ παντοροϊκὸν σύστημα. Ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν χωρεῖ οὐδὲ τὸ τρίτον ὅσων τοῦ στέλλουν. Καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα θὰ προκύψῃ μὲ τὴν διαρρύθμισιν, θὰ ἔχωμεν δηλαδὴ αὔξησιν τοῦ κόστους ὡρισμένων ἐμπορευμάτων ἀντὶ τῆς ἐνδεικνυομένης ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἐλαττώσεως. Τὰ ἱστιοφόρα τὰ στέλλουν εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον ἀλλὰ ταῦτα κομίζουν καὶ ἀποκομίζουν 300.000 τόννους ἐγχωρίων προϊόντων πρώτης ἀνάγκης, ὑπηρετοῦν δηλαδὴ τὰ λαϊκώτερα ἐμπορεύματα καὶ οὕτω θὰ παύσῃ καὶ ἡ λειτουργία τῶν μεγάλων λαϊκῶν ἀγορῶν ποὺ ἐδημιουργήθησαν ἀνέκαθεν εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ δι’ ὧν ἐχαλιναγωγεῖτο ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν μεταπρακτῶν. Κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἐν Πειραιεῖ ἐφαρμοζόμενα εἰς Θεσσαλονίκην μελετᾶται καὶ λίαν ὀρθῶς ὅπως τὰ ἱστιοφόρα εἰ δυνατὸν εἰσχωροῦν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν καρδίαν τῆς Θεσσαλονίκης. Εἰς τὸν Πειραιᾶ τὰ ἐξορίζομεν εἰς τὸν Ἁγ. Γεώργιον παραγνωρίζοντες καὶ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ὅρμου τούτου ὅστις ὤφειλε νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀσφαλὲς ἀγκυροβόλιον διὰ τὰ πρὸς ἐπισκευὴν πλοῖα, διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ναυτικῶν μηχανουργείων καὶ ἄλλων βιομηχανιῶν. Ἡ διοίκησις τοῦ λιμένος ἠθέλησε νά μετατρέψῃ τὸν Ἅγιον Γεώργιον δι’ ἐμπορικοὺς σκοπούς, ἐνῷ προκειμένου περὶ λιμένων ἀσυνδέτων διὰ θαλάσσης τοῦτο ἀντεκδείκεται, διότι χρειάζονται διπλαῖ ἐμπορικαὶ ἐγκαταστάσεις, Ἡ διάσπασις αὕτη εἶναι προφανές, ὅτι γίνεται μὲ περισσὴν ἐλαφρότητα. Κατόπιν ὅλων τούτων, δὲν ἦτο δύσκολον ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην ὅτι τὸ ἀρχικὸν σχέδιον καὶ ὡς τροποποιεῖται δὲν ἀνταποκρίνεται τὸ παράπαν εἰς τὰς ἀνάγκας δι’ ἃς προορίζεται καὶ διὰ τοῦτο ὁμοφώνως ἀπεδοκιμάσθη καὶ ἀπεκρούσθη. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπεφυλάχθη νὰ ἐκφέρῃ κατηγορηματικὴν γνώμην περὶ τῆς ἐνδεικνυομένεις λύσεως τοῦ λιμενικοῦ προβλήματος, μολονότι ἀνεπτύχθημεν ἐνώπιον αὐτῆς σχετικαὶ γνῶμαι ἄξιαι προσοχῆς, ἐμπιστευομένη τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ὁριστικῆς λύσεως εἰς τὴν σύνεσιν τῆς Κυβερνήσεως (χειροκροτήματα).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων
§5Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Ἡ παροῦσα ἐπερώτησις, Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλ’ ἀφορᾷ πρὸ παντὸς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον καὶ ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν θ’ ἀναφέρω διαφαίνεται καὶ ἡ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἡ ἐκ μέρους αὐτῶν καλὴ θέλησις καὶ καλὴ πίστις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὑπηρεσιῶν, ὅπως ἀκολουθηθῇ ἡ τάσις ἡ κρατοῦσα τελευταῖον, ὅπως ἡ ἐκτέλεσις τῶν διαφόρων ἔργων γίνηται, οὐχὶ κατὰ τοὺς λογιστικοὺς νόμους, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διέπουν τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλ’ ὅπως ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων γίνηται ἄνευ συναγωνισμοῦ. Ἡ ἱστορία τῆς παρούσης ὑποθέσεως ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸν Σεπτέμβριον τοῦ προπαρελθόντος ἔτους 1928 ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τῶν διοδίων τῶν Μονίμων ὁδοστρωμάτων Ἀθηνῶν ἐζήτησε βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς μισθώσεως ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης τότε ἐπιδημίας τοῦ Δαγγείου.
§6Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως, διότι εἰς τὴν ἐπερώτησιν σαφῶς τίθεται τὸ ζήτημα. Διότι τὸ Ταμεῖον τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων ἀκολουθεῖ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν διοδίων. Σᾶς ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ Κανονισμοῦ συμφώνως πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ συζήτησις περιορίζεται ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐπερωτήσεως, ἀπαγορευομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ ὁμοίου ἢ συναφοῦς θέματος. Μετὰ συνεννόησιν, ἐὰν ἠθέλετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος ποῦ ὁμιλεῖτε θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπερωτήσητε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ Ταμείου ὁδοστρωμάτων. Ἐπίσης δέον νὰ ὑποβληθῇ καὶ ἐπερώτησις. «Διατὶ τὸ ταμεῖον τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων προέβη εἰς σύναψιν συμβάσεως ἄνευ δημοπρασίας;» Κατὰ συνέπειαν νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἐπερωτῶντα νὰ περιορισθῇ σαφῶς εἰς τὸ θέμα. Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως τίθηται, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὰ στοιχεῖα ποῦ ἔχω διὰ νά ἀπαντήσω ἀφορῶσι τὸ θέμα τῆς παρούσης ἐπερωτήσεως.
§7Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτῶντος εἶναι νὰ κανονίσῃ αὐτὸς τὴν ἀγόρευσίν του καὶ νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐπὶ θέματος συναφοῦς. Ἡ δὲ ἰδική μου ἐπερώτησις εἶναι γενική.
§8Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως ἀφορᾷ ἄλλως τε ἐνέργειαν ἐν μέρει χρονολογουμένην ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μου ὑπουργείας καὶ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δηλ. θέλω νὰ ἐμφανίσω τὸν τρόπον τῆς πολιτείας τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου τούτου ἔναντι τοῦ Ταμείου τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων.
§9Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ μία τάξις εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Σεῖς δὲν διευθύνετε τὴν συζήτησιν.
§10Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῆς τηρήσεως τοῦ κανονισμοῦ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακολουθῶ τὸν ρήτορα καὶ ἐὰν ἐξέλθῃ τοῦ θέματος θὰ τὸν ἐπαναφέρω εἰς αὐτό.
§12Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Τὴν 6ην λοιπὸν Σεπτεμβρίου ἐζήτησεν ὁ ἐνοικιαστὴς μείωσιν τοῦ ἐνοικίου τοῦ φόρου τῶν ὁδοστρωμάτων. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων ἐνεργεῖται δι’ εἰδικοῦ Ταμείου, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν πράγματι χάριτας. Εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατώρθωσε νὰ ἐπιστρώσῃ διὰ μονίμου ὑλικοῦ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν ὅλας τὰς ὁδοὺς καὶ διὰ τῆς δράσεως τοῦ ὁποίου ἔχομεν καλὰς ὁπωσδήποτε περιφερειακὰς ὁδούς. Ὁ ἐνοικιαστὴς λοιπὸν οὗτος ἐζήτησε τὴν μείωσιν τοῦ μισθώματος τοῦ ἔτους ἐκείνου ἕνεκα τῆς ἐπιδημίας τοῦ Δαγγείου. Ὑπεστήριξε ὅτι συνεπεία τοῦ Δαγγείου ἠλωττώθησαν αἱ εἰσπράξεις του, ὅτι συνεπεία τοῦ Δαγγείου ἠσθένησαν πολλοὶ ὑπάλληλοί του καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ ἐκεῖνο τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ. Τὸ Ταμεῖον τῶν Μονίμων ὁδοστρωμάτων ἀπήντησε καὶ τὴν ἀπάντησιν ταύτην διεβίβασα ἐγὼ πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν τοῦ ἔλεγε δὲ ὅτι θὰ τοῦ δοθῇ ἀπάντησις ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς του ταύτης μόνον μετὰ τὸ τέλος τῆς μισθώσεως. Ἡ ἀπάντησις αὕτη τῷ ἀπεδόθη τὴν... Κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐνοικιάσεως ὑπεννοοῦντες τὴν πρώτην Ἀπριλίου τοῦ 1929. Πράγματι δὲ ἐπεφυλάχθη ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ὑποβάλῃ τότε τὴν νέαν του αἴτησιν. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ λήξῃ ἡ ἐνοικίασις ἔπρεπε βεβαίως νὰ γίνῃ νέα ἐνοικίασις διὰ τὸ ἔτος 1929–1930. Ἡ νέα αὕτη σύμβασις ἐνοικιάσεως φέρει ἡμερομηνίαν 30ης Μαρτίου. Ἐνῷ λοιπὸν ἔληγεν ἡ ἐνοικίασις τὴν 31 Μαρτίου καὶ κατὰ πᾶσαν πρόβλεψιν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ληφθῇ πρόνοια ἐνοικιάσεως πολὺ ἐνωρίτερον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθοῦν αἱ κατὰ κυριακὴν συνήθως γινόμεναι μειοδοσίαι, νὰ ἐπαναλαμβάνωνται μέχρις ὅτου ἤθελεν ἐπιτευχθῇ ποσὸν μισθώσεως ἁρμόζον καὶ ἱκανοποιητικὸν εἰς τὸ Ταμεῖον, οὐδεμία μέριμνα εἶχε ληφθῆ μέχρι τῆς προηγουμένης λήξεως τῆς ἐνοικιάσεως. Φαίνεται ὅτι κατόπιν τῆς γενομένης δημοπρασίας κατεκυρώθη ἡ ἐνοικίασις εἰς τὸν προϋπάρχοντα ἐνοικιαστὴν τὴν 30 Μαρτίου, τὴν προηγουμένην μόνον τῆς λήξεως τῆς παλαιᾶς ἐνοικιάσεως. Τὴν ἰδίαν δὲ ἡμέραν ἐγένετο παραδόξως καὶ ἡ κύρωσις ἀπὸ ἐμὲ Ὑπουργὸν τότε ὄντα καὶ συγχρόνως τῇ ἰδίᾳ ἡμέρᾳ ἐγένετο καὶ ἡ ἀνακοίνωσις πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν ὅτι τοῦ παρείχετο ἡ ἐνοικίασις ἀντὶ 12.700.000 δρ. Ἐν ἔτει 1926 εἶχεν ἐνοικιασθῇ ὁ φόρος τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων ἀντὶ 11.200.000 δρχ. ἐν ἔτει 1927 ἀντὶ 12.500.000 δρχ. καὶ 1928 πάλιν ὅπως καὶ διὰ τὸ 1929 ἀντὶ 12.700.000 δρχ. Καὶ τοῦτο ἐνῷ, ὡς γνωστόν, τὰ αὐτοκίνητα ηὐξήθησαν κατ’ ἀριθμὸν τόσον καταπληκτικῶς καὶ ἐξ ἄλλου κατεσκευάσθησαν ἐν τῷ μεταξὺ τόσαι ὁδοὶ ἀσφαλτοστρωμέναι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ηὐξήθη κατὰ πολὺ ἡ κίνησις καὶ αἱ ὁποῖαι λαμπρύνουν τὰς Ἀθήνας, ὡς λ.χ. ἡ Λεωφόρος Συγγροῦ, Κηφισσιᾶς, ἡ ὁδὸς Μεσογείων, κλπ. καὶ συνεπῶς θὰ ἐνόμιζέ τις ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ κατὰ πολὺ τὸ μίσθωμα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν διοδίων, οὕτως ὥστε ἀπὸ 12.500.000 εἰς ὃ ποσὸν ἀνήρχετο τοῦτο τὸ 1927, τὸ ἔτος 1928 νὰ μὴ ἀποδίδῃ μόνον 12.700.000 δρχ. Ἐν τούτοις ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ταμείου τῶν Μονίμων Ὁδοστρωμάτων κατεκύρωσεν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ κ. Καλογήρου, παλαιοῦ ἀναδόχου τὴν ἐνοικίασιν ἀντὶ 12.500.000 δρχ. Ἐγὼ ὅμως αὐθαιρέτως, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα ηὔξησα τὸ ποσὸν εἰς 12.700.000 δρχ. ἵνα μὴ εἶναι τοὐλάχιστον μικρότερον τοῦ ἐνοικίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, σημειώσας παρὰ τὸ κατακυρωτικὸν ἔγγραφον, ὅτι ἐὰν δὲν ἐδέχετο ὁ Ἀνάδοχος τὴν μικρὰν ταύτην αὔξησιν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δημοπρασία. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι τὴν χειρονομίαν ταύτην ἔκαμα μὲ φόβον τινά, διότι ἦτο ἤδη ἡ 30 Μαρτίου ἤτοι ἡ παραμονὴ τῆς λήξεως τῆς περιόδου τῆς ἐνοικιάσεως. Καὶ ἐὰν δὲν συνῄνει ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ δεχθῇ τὴν μικρὰν αὔξησιν θά διετρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῶμεν τὴν 1ην Ἀπριλίου ἄνευ εἰσπρακτόρων ἐπὶ τῶν διοδίων.
§13Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐνθυμεῖσθε πόσες φορὲς ἐπανελήφθη ἡ δημοπρασία;
§14Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§15Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τέσσαρες φορές.
§16Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Φρονῶ ὅτι ὄχι, διότι τῆς 30ῆς Μαρτίου τὰ πρακτικὰ δὲν ἀνέφερον ὅτι εἶχον γίνει προηγουμένως δημοπρασίαι. Θὰ εἴπω ἀμέσως κατόπιν ποῖον εἶναι τὸ σφάλμα εἰς ὅλην τὴν δημοπρασίαν ταύτην. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἐνοικιαστὴς εἶδεν ὅτι ἐπέτυχεν εὐκόλως τὴν νεωτέραν ἐνοικίασιν διὰ τὸ ἔτος 1929–1930, ὑπέβαλε καὶ νέαν αἴτησιν περὶ μειώσεως τοῦ ἐνοικίου τοῦ Δαγγειοπλήκτου ἔτους 1928–1929, εἰς ὑπόμνησιν τῆς παλαιᾶς του αἰτήσεως τῆς 6ης Σεπτεμβρίου. Τὴν αἴτησιν ταύτην ὑπέβαλε τῇ 29ῃ Ἀπριλίου 1929 καὶ δι’ αὐτῆς ἐζήτει, ἐπειδὴ ὑπέστη τὰς ἐκ τοῦ Δαγγείου ζημίας, νὰ τοῦ χαρισθῶσι 800.000 περίπου δρχ. καὶ ὄχι 1.500.000, περὶ ὧν ἀνέφερεν εἰς τὴν πρώτην του αἴτησιν. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ζημίαν ἣν ὑπέστη ἐκ τοῦ Δαγγείου καὶ τὴν αἰτουμένην διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀποζημίωσιν, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ὁ Δάγγειος δὲν ἐπηρέασε μόνον τὰς ἐκ τῶν ὁδοστρωμάτων εἰσπράξεις. Ἀλλὰ εἰς πολὺ μεγαλυτέραν βεβαίως ἀναλογίαν καὶ τὰς ἐκ τῶν Δημοσίων θεαμάτων τοιαύτας. Ἀσφαλῶς ἐλάχιστοι θὰ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ τὸν χρόνον τοῦ Δαγγείου μετέβαινον εἰς τὰ δημόσια θεάματα καὶ ἑπομένως βεβαίως αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐκείνων ἐμειώθησαν. Ὁ ἐνοικιαστὴς τοὐναντίον τοῦ φόρου τῶν ὁδοστρωμάτων δὲν ὑπέστη τὸ ἴδιον, διότι ὁ προσβληθεὶς ὑπὸ τοῦ Δαγγείου ἠσθένει μὲν ἐπὶ 6–8 ἡμέρας, ἀλλ’ εὑρίσκετο ἐν ἀναρρώσει ἐπὶ 15 ἂν ὄχι ἐπὶ 20 ἡμέρας. Καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀναρρώσεως ἀσφαλῶς θά εἶχεν ἀνάγκην μεταφορικῶν μέσων καὶ αὐτοκινήτου διὰ νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἰς τὸ ἄλλο διὰ τὰς ἐργασίας του ἢ καὶ χάριν ἀναψυχῆς. Καὶ οὕτω ὑποθέτω ὅτι δὲν ἐπῆλθε σημαντική τις ζημία εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τοῦ φόρου τῶν ὁδοστρωμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐπῆλθε τοιαύτη τις, δὲν ὑποθέτω ὅτι θά ἦτο καὶ ὑπερβολικὴ καὶ ἀνάλογος πρὸς τὰς τῶν ἄλλων ἐνοικιάσεων ἐξαρτωμένων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν ἔδωσεν σημασίαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ταμείου ἐνδίδει ὅμως εἰς τὴν δευτέραν ταύτην αἴτησιν τοῦ ἀναδόχου, μειοῖ τὸ μίσθωμα καὶ τοῦ καθορίζει μείωσιν τοῦ ἐνοικίου 500.000 δρχ. παμψηφεί, ὅπως ἀποφύγῃ, ὡς λέγει, τὸ πρακτικὸν αὐτῆς, ἀποζημιώσεως. (ἀναγινώσκει). Βεβαίως δικαιώματα ἀποζημιώσεως δὲν θά ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγνωρισθῶσιν εἰς τὸν ἀνάδοχον, πρᾶγμα, ὅπερ ἀναγνωρίζει καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ταμείου, ὁ ὁποῖος λέγει (ἀναγινώσκει)... Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀναγνωρίζει εἰς τὸν ἀνάδοχον δικαιώματα ἀποζημιώσεως καὶ λέγει (ἀναγινώσκει) ὅτι κακῶς αὐτὸς ζητεῖ τὴν μείωσιν τοῦ ἐνοικίου, βάσει δῆθεν δικαιώματος ὅπερ ἔχει οὗτος, ὡς ζημιωθεὶς ἐξ ἀνωτέρας βίας, Οὐχ’ ἧττον ἐπειδὴ ἐζημιώθη πάντως ὁ ἀνάδοχος συνεπεία τοῦ Δαγγείου, συνιστᾷ τὴν μείωσιν τοῦ ἐνοικίου κατά 500.000 δρχ. Ἐγὼ τότε ἠρνήθην νά ἐγκρίνω τὸ τοιοῦτον καὶ ἀπέρριψα τὴν αἴτησιν περὶ μειώσεως τοῦ ἐνοικίου. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸ ἔγγραφον δι’ οὗ ἀπέρριπτον τὴν αἴτησιν (ἀναγινώσκει) ὅτι τοῦτο δὲν ἐκοινοποιήθη πρὸς τὸν ἐνδιαφερόμενον, καὶ τοῦτο ἦτο ὑπογεγραμμένον ἤδη ὑπ’ ἐμοῦ καὶ φέρει ἀριθμόν πρωτοκόλλου. Ἴσως διότι κάτωθεν τοῦ κειμένου ὑπάρχει σημείωμα ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, ἐν ᾧ οὗτος λέγει, ὅτι δὲν διεξεπερέωσε τὸ ἔγγραφον λαβὼν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ μάθῃ πόσα αὐτοκίνητα κυκλοφοροῦν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο πλειότερα τοῦ προηγουμένου ἔτους. Φαίνεται ὅτι προφορικῶς θὰ εἶπον εἰς τὸν κ. Τμηματάρχην, ὅτι ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν αὐτοκινήτων ηὐξήθη ἀρκούντως σημαντικῶς, ν’ ἀποστείλῃ τὸ ἔγγραφον, ἐὰν δὲ τοὐναντίον ἡ ἐπελθοῦσα αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κυκλοφορούντων αὐτοκινήτων δὲν ἦτο σημαντική, τότε νὰ λάβω καὶ πάλιν γνῶσιν. Τὸ ἔγγραφον δι’ οὗ ἀπέρριπτον τὴν περὶ μειώσεως τοῦ ἐνοικίου αἴτησιν τοῦ ἀναδόχου ἐγένετο τῇ 16ῃ Μαΐου ὁπότε ἦτο ἤδη γνωστὸν ὅτι θὰ ἐπήρχετο μεταβολή τις εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἐνῷ τὴν 16 Μαρτίου γίνεται ἡ ἐνέργεια αὕτη καὶ ἐνῷ εἰς τὸν αὐτὸν ὄροφον ὅπου εὑρίσκεται τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἐγκατεστημένον καὶ τὸ γραφεῖον τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Σιδηροδρόμων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ὁ ἔλεγχος τῆς κινήσεως καὶ ἡ κυκλοφορία τοῦ ἀριθμοῦ τῶν αὐτοκινήτων, τὴν 29ην μόλις Μαΐου, ἀπευθύνεται ἔγγραφον τοῦ κ. Μπάτσα, διευθύνοντος τότε τὰ Δημόσια ἔργα, πρὸς τὸ μηχανολογικὸν Τμῆμα τῆς Διευθύνσεως τῶν Σιδηροδρόμων, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ τῷ γνωρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν τεθέντων εἰς κυκλοφορίαν νέων ἐπιβατικῶν καὶ φορτηγῶν αὐτοκινήτων καὶ ὁ τῶν ἀποσυρθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1928– 1929 τοιοῦτος. Ἀλλ’ ἡ Διεύθυνσις τῶν Σιδηροδρόμων ἀπαντᾷ μόλις τὴν 15ην τοῦ ἑπομένου μηνὸς Ἰουνίου, ὁπότε εἶχον ἤδη ἀποχωρήσει τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ἀπάντησις αὕτη λέγει (ἀναγινώσκει)...... ὥστε ὁ ἴδιος ὁ ὑπογράφων παραπέμπει διὰ τοῦ ἐγγράφου του τούτου ἕνα μῆνα μετὰ τὸ αἰτοῦν τὴν πληροφορίαν περὶ τῆς κινήσεως τῶν αὐτοκινήτων ἔγγραφον τῆς Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων ἔργων πρὸς τὸν προϊστάμενον τοῦ Ταμείου Προνοίας Αὐτοκινήτων. Ἐπανέρχεται δηλαδὴ τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν διὰ νὰ ἐρωτήσῃ οὗτος ἐκ νέου τὸν αὐτὸν Διευθυντὴν τῶν Σιδηροδρόμων, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἄλλην αὐτοῦ ἰδιότητα, τὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Ταμείου Αὐτοκινήτων, διότι τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἔχει καὶ τὰς δύο ἰδιότητας. Διὰ τῶν λεχθέντων μου τούτων θέλω ν’ ἀποδείξω τὴν γραφειοκρατίαν ἥτις ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν αἱ ὑποθέσεις δὲν προχωροῦσι. Ἔκαμε ἕνα μῆνα νὰ δοθῇ μία ἀτελεστάτη ἀπάντησις ἀπὸ τὸ ἓν δωμάτιον εἰς τὸ ἕτερον ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, ἐκεῖ ὅπου διὰ τηλεφωνικῆς συνεννοήσεως καὶ αὐτοστιγμεὶ πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ζητούμενον. Κατόπιν ἀνέλαβεν ὁ καὶ σήμερον Διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ταμ. Μον. ὁδοστρωμάτων ὑπέβαλε τὴν περὶ μειώσεως τοῦ ἐνοικίου παλαιὰν ἀπόφασιν αὐτῆς ἐκ νέου τὴν ὑποβληθεῖσαν καὶ εἰς ἐμέ, καθ’ ὃν χρόνον ἐτύγχανον ὑπουργός, καὶ τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπορρίψει ὡς μὴ στηριζομένην ἐπὶ τοῦ νόμου. Ὑπέβαλλον δὲ τὴν ἀπόφασιν ταύτην χωρὶς ἴσως ν’ ἀναφέρωσιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τὴν παρ’ ἐμοῦ γενομένην ἀπόρριψιν, διότι ἐν τοῖς ὑπ’ ὄψιν μου ἐγγράφοις οὐδαμοῦ βλέπω νὰ γίνεται μνεία περὶ τούτου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τὴν ἐπανέφερε καὶ πάλιν εἰς τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων, ἵνα ἀποφανθῇ καὶ πάλιν τοῦτο, ἂν ἔπρεπε νὰ ἐγκριθῇ ἡ μείωσις τοῦ ἐνοικίου κατὰ 500.000 δρχ. ἢ ὄχι.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε ποῖον συμπέρασμα ἐκάματε ἐκ τῆς....
§18Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Τὸ συμπέρασμα ἐξήγαγον μόνος καὶ ἐντὸς ἡμισείας ὥρας διὰ τοῦ τηλεφώνου. Ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν αὐτοκινήτων ἦτο τεραστία. Ἀλλὰ ἦτο ἀνάγκη ἴσως νὰ ἐβεβαιοῦτο ἐπισήμως αὕτη καὶ ἐγγράφως καίτοι τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι ἀπεριόριστον νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ ἀποφεύγῃ τὰς ὑποβληθείσας ἀποφάσεις τοῦ ταμείου.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐρωτήσατε ἂν ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν αὐτοκινήτων διὰ νὰ βγάλετε συμπέρασμα, ὅτι ἡ κίνησις εἶναι μεγαλειτέρα; Δὲν εἶναι ἀπόλυτον αὐτό, ἠμπορεῖ νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν αὐτοκινήτων καὶ ἡ κίνησις νὰ εἶναι μικροτέρα.
§20Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ὅστις μεταβαίνει ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὰ Φάληρα, εἰς τὴν Κηφισσιὰν κλπ. βλέπει τὴν καθ’ ἡμέραν μείζονα καθισταμένην αὔξησιν τῆς κινήσεως. Εἰδικῶς εἰς τὴν ὁδὸν Πειραιῶς δυσκόλως δύναται νὰ προχωρήσουν τ’ αὐτοκίνητα, διότι τόσα εἶναι τὰ τροχοφόρα, ὥστε τὸ ἓν αὐτοκίνητον εὑρίσκεται ὄπισθεν τοῦ ἄλλου καθ’ ὅλην τὴν διαδρομὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πειραιῶς. Βλέπει τις ὅθεν ὅτι ἡ κίνησις ηὐξήθη καταπληκτικῶς. Ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἀποφαίνεται τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων καὶ πάλιν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ μείωσις τοῦ ἐνοικίου δικαιολογεῖ δὲ τὴν ἀπόφασιν ταύτην. (ἀναγινώσκει).... Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ταμείου λέγει ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν αὐτοκινήτων εἶναι κανονική, προβλέπεται κατὰ τὴν διενέργειαν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ὅτι διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ τὸ μίσθωμα αὐξάνεται σὺν τῷ χρόνῳ καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐφ’ ὅσον συνέπεσεν ἀπρόβλεπτος μείωσις τῶν εἰσπράξεων λόγῳ τῆς νόσου τοῦ δαγγείου, συνιστᾷ αὐστηρῶς κρίνουσα, ὅπως ἐπὶ τοῦ ὁλικοῦ μισθώματος 12.700.000 δρχ. ἐγκριθῇ μείωσις 500.000 δρχ. Ἐδῶ πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἐνοικιαστὴς διὰ τῆς αἰτήσεώς του ἐζήτει μείωσιν τοῦ ἐνοικίου κατὰ 800.000 δρχ. καὶ οὐχὶ κατὰ 1.500.000 δρχ. ἐν τούτοις ἡ μείωσις ὑπεβιβάσθη καὶ κατόπιν τῆς κυρώσεως τῆς πράξεως τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ συνετελέσθη ἡ ὁριστικὴ μείωσις τοῦ μισθώματος ἀπὸ 12.700.000 εἰς 12.200.000, ἐκπιπτομένων τῶν 500.000 δρχ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἐνοικιαστὴς ὑπέβαλε προτάσεις νέας συμβάσεως ἐνοικιάσεως, ὄχι πλέον διὰ δημοπρασίας ἀλλὰ δι’ ἀπ’ εὐθείας ἐνοικιάσεως, ἐρχόμενος εἰς ἄμεσον σύμβασιν μετὰ τοῦ Κράτους, 5 μῆνας πρὸ τῆς λήξεως τῆς συμβάσεως αὐτοῦ, ἐνῷ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας μου ὁ διαγωνισμὸς τῆς ἐξευρέσεως ἐνοικιαστοῦ ἔλαβε χώραν τὴν παραμονὴν μόλις τῆς λήξεως τῆς ἐνοικιάσεως. Πρὸς δικαιολογίαν δὲ τῆς προτάσεώς του ταύτης ὁ ἐνοικιαστὴς λέγει τὰ ἑξῆς. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ 1929 πάντα σχεδὸν τ’ αὐτοκίνητα τὰ διερχόμενα τὴν νύκτα πρὸ τοῦ φυλακείου τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ, τοῦ εὑρισκομένου εἰς τὸ τμῆμα τῆς Λεωφόρου Παλαιοῦ Φαλήρου–Βουλιαγμένης, διήρχοντο μὲ ἐσβεσμένους τοὺς φανοὺς χωρὶς νὰ καταβάλωσι τὰ νόμιμα διόδια. Εἶχον δὲ σημειωθῆ καὶ συμπλοκαὶ ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἦτο ἐπαχθὴς ἡ πληρωμὴ διοδίων εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τῆς Λεωφόρου, διότι διὰ νὰ μεταβῇ τις ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Κηφισσιὰν ἐπλήρωνε ἅπαξ μόνον διόδια, διὰ νὰ μεταβῇ ὅμως διὰ τῆς Λεωφόρου Π. Φαλήρου εἰς τὴν Γλυφάδα ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ δὶς τὰ διόδια. Ὁ ἐνοικιαστὴς φέρων τὴν δικαιολογίαν ταύτην ζητεῖ μείωσιν τοῦ ἐνοικίου κατὰ 1.000.000 δρχ. ἐτησίως, ὡς ἀντάλλαγμα δὲ τῆς ζημίας ταύτης, ἣν ἰσχυρίζεται ὅτι ὑπέστη ζητεῖ νὰ τοῦ χορηγηθῇ ἡ παράτασις τῆς ἐνοικιάσεως ἐπὶ διετίαν ἄνευ συναγωνισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἐνοικιαστοῦ, καθ’ ὃν ἐκ τῆς Λεωφόρου Παλαιοῦ Φαλήρου–Βουλιαγμένης διέρχονται τόσα αὐτοκίνητα καὶ τροχοφόρα μὲ ἐσβεσμένους τοὺς φανούς, ὥστε νὰ χάνῃ ὁ ἐνοικιαστὴς ἐκ διοδίων μὴ καταβαλλομένων 1.000.000 δρχ. εἰς τὸ διάστημα τὰς ἐτησίας ἐνοικιάσεως, δηλαδὴ τὸ 1)12 τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ συνόλου φόρου τῶν διοδίων, τοῦτο ἀσφαλῶς τυγχάνει ὑπερβολικόν. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελεν ὑποτεθῆ, εἰς τὴν σχετικῶς μικρὰν ἐκείνην ἔκτασιν Ἁγ. Κοσμᾶ–Βουλιαγμένης ὑπῆρχεν ὅλη αὐτὴ ἡ κίνησις τῶν αὐτοκινήτων, πάντως τὰ αὐτοκίνητα ταῦτα δὲν διέρχονται ὅλα τὴν νύκτα καὶ δὲν περνοῦν ὅλα βέβαια μὲ ἐσβεσμένους φανούς. Ἀλλὰ εἰς τὸ κάτω τῆς γραφῆς τὸ Κράτος δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν ἐνοικιαστήν, διότι αὐτὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ ἢ φωτισμοῦ μὲ ἀσετυλίνην εἰς τὸ φυλάκειον ἐκεῖνο, ἵνα διακρίνῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν διερχομένων αὐτοκινήτων, ἵνα δύναται νὰ καταγγέλλῃ τοὺς ἀνυποτάκτους ὁδηγούς. Ἡ δὲ δικαιολογία δι’ ἣν ζητεῖ τὴν ἀποζημίωσιν εἶναι ὅτι τὴν νύκτα δὲν βλέπει τούς ἀριθμοὺς τῶν αὐτοκινήτων διὰ νὰ καταγγείλλῃ τοὺς ὁδηγοὺς αὐτῶν. Αὐτομάτως ἐπέρχεται τότε ὁ ἑξῆς συλλογισμός. Ἐὰν θὰ ἔπρεπε τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν Ἀνάδοχον διὰ ποσοῦ 1.000.000 δρχ. κατ’ ἔτος διὰ ἀποζημίωσιν τῶν διαφυγόντων τὴν πληρωμὴν διοδίων κατὰ τὴν νύκτα, ὡς διερχομένων μὲ ἐσβεσμένους φανοὺς πρὸς Γλυφάδα αὐτοκινήτων εἰς ποῖον κολοσσιαῖον ποσὸν θ’ ἀνέρχεται τὸ ὅλον ποσὸν τῶν διοδίων; Ἀλλὰ πῶς συμβαίνει νὰ κατακυροῦνται τὰ διόδια διὰ τόσον ἐξευτελιστικὸν ποσόν; Αἱ δημοπρασίαι γίνονται συνήθως ὡς ἑξῆς. Λαμβάνουν χώραν συνεννοήσεις, αἵτινες χαρακτηρίζονται ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν δημοσιευμάτων τοῦ ταμείου ὡς ἀνήθικοι. Ἐδημοσιεύθη δὲ ἐπανειλημμένως εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ συνεννοούμενοι μεταξὺ των ἀναθέτουν εἰς ἕνα ἐξ αὐτῶν, ὅπως προσφέρῃ τιμήν τινα ἐξευτελιστικὴν καὶ οἱ ἄλλοι ἀποσύρονται, λαμβάνοντες κατόπιν ἀνάλογον ἀποζημίωσιν «ἀέρα». Οὕτως ἐπιτυγχάνουν μικρὸν μόνον ἐνοίκιον νὰ καταβάλλουν. Τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων ἐσκέφθη λοιπόν, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν ἐκ τῆς ἀπάτης ταύτης προσγενομένην ζημίαν, νὰ προτιμήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ προταθεῖσαν λύσιν, συνάψεως συμβάσεως ἄνευ δημοπρασίας καὶ νὰ προσαυξήσῃ οὕτω τὸ παλαιὸν ἐνοίκιον τῶν 12.700.000 ἢ διὰ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου τὸ ὁποῖον διενέμοντο οἱ δῆθεν συναγωνισταὶ μεταξὺ των εἰς ἀέρα, διδόμενον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ταμεῖον τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πῶς νοεῖτε αὐτό; Νομίζετε ὅτι ἠμποροῦσε τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν σύμβασιν;
§22Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Ἠμποροῦσε τὸ Κράτος νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ δώσουν τὸ πρέπον ἐνοίκιον κατὰ τὸν συναγωνισμόν. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ἡ ὑπηρεσία περίπου τὴν βασικὴν τιμὴν τοῦ ἐνοικίου, ἣν ἔπρεπε νὰ ὑπερβῶσιν οἱ συναγωνισταί. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κάμνουν πάντες οἱ προκηρύσσοντες πλειοδοτικοὺς συναγωνισμοὺς καὶ ὅπερ πράττει ἡ ἐπιτροπὴ κρατικῶν προμηθειῶν. Ἀλλοίμονον ἂν καὶ ἡ μεγάλη ἐπιτροπὴ τῶν κρατικῶν προμηθειῶν ἤθελε, φοβουμένη τὰς συνεννοήσεις τῶν διαφόρων συναγωνιστῶν προμηθευτῶν, τὰς μηχανοραφίας αὐτῶν στέρξει εἰς τὴν ἄνευ διαγωνισμοῦ προμήθειαν τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τὸ Κράτος καὶ ἐὰν ἕνεκα τοῦ λόγου μόνον τούτου ἤθελε προβῆ εἰς τὰς προμηθείας τοῦ Κράτους δι’ ἀπ’ εὐθείας συμβάσεων. Φανερὸν λοιπὸν ὅτι τὸ ταμεῖον ἔπρεπε νὰ ἐμποδίζῃ καὶ νὰ προβλέπῃ, ὅτι οἱ συναγωνισταὶ συνεννοοῦνται πιθανὸν μεταξὺ των καὶ πρὸς παρακώλυσιν τούτου ὤφειλε νὰ ἔχῃ παρατηρητὰς εἰς τὰ φυλάκια, ἐλέγχοντας τὰς εἰσπράξεις. Δὲν φαντάζομαι δὲ ὅτι δὲν ἐπέτρεψεν ὁ ἀνάδοχος εἰς τὸ ταμεῖον νὰ ἔχῃ παρατηρητάς, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον εἰς τὰς προκηρύξεις τῆς ἐνοικιάσεως τῶν διοδίων εἷς τῶν ὅρων ὑποχρεώνει τὸν ἀνάδοχον νὰ δέχεται τοὺς παρατηρητὰς τούτους τοῦ ταμείου. (ἀναγινώσκει). Ἠδύνατο δὲ τὸ ταμεῖον ν’ ἀπαιτῇ, ὅπως ὁ ἀνάδοχος χρησιμοποιῇ διπλότυπα ἠριθμημένα καὶ σφραγισμένα ἀπὸ τὸ ταμεῖον καὶ ὅπως γίνεται ἔλεγχος αὐτῶν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ὡς καὶ τῶν στελεχῶν αὐτῶν, ἂν ὄχι καθ’ ἑκάστην, ἀλλ’ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἔστω δὲ ἅπαξ τοῦ μηνός. Οὕτω θὰ ἐγνώριζε τὶ ἀκριβῶς εἰπράττει ὁ ἐνοικιαστής, τὶ ἀποφέρει ἐν γένει ὁ φόρος τῶν διοδίων καὶ δὲν θὰ εὑρίσκετο ἡ ἐπιτροπὴ εἰς θέσιν νὰ χαρίζῃ ἑκκτομμύρια, τὰ ὁποῖα διανέμονται οἱ δῆθεν ἀνταγωνισταί, ὡς «ἀέρα» μεταξὺ των, ὁ ἀνάδοχος δὲν θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ εἰρωνεύαται τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως λέγει αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ταμείου. Κατόπιν ὁ Πρόεδρος τοῦ ταμείου τῶν ὁδοστρωμάτων κατορθώνει ν’ αὐξήσῃ διὰ συνεννοήσεων του πρὸς τὸν ἀνάδοχον τὸ τίμημα τῆς ἐνοικιάσεως ἔτι μᾶλλον, μέχρι τῶν 15.000.000 ἐτησίως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι φανερὸν εἶναι ὅτι κατορθώνεται πράγματι ἀντὶ τῶν 12.700.000, τὰ ὁποῖα ἐλαμβάνοντο μέχρι τοῦδε νὰ εἰσπραχθοῦν 13.900.000 καὶ κατόπιν κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος 15.000.000 Μοὶ κάμει ὅμως ἐντύπωσιν, ὅτι εἰς γενομένην συζήτησιν τοῦ ταμείου τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων, λέγει τὰ ἑξῆς. «...(ἀναγινώσκει) ἀκολούθως ὁ κ. Ἰατρίδης......». Μετὰ τὰ λεχθέντα τοῦ κ. Νομικοῦ συμβούλου συμφωνεῖ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἄνευ δημοπρασίας ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν διοδίων. Εἶναι δὲ ὁ κ. Ἰατρίδης εἷς τῶν διαπρεπεστέρων νομικῶν συμβούλων. Μοὶ κάμει ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ κ. νομικὸς σύμβουλος κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν κατὰ πρῶτον γίνεται λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐνοικιάσεως τῶν διοδίων ἐπισήμως, εἶναι ἤδη εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰς γνώμας ὁλοκλήρου τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ὡς γνωστόν συνήθως βραδέως μόνον ἀπαντᾷ. Φαίνεται συνεπῶς ὅτι εἶχε γίνει ἐξώδικος συνομιλία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου προηγουμένως καὶ οὕτως ἐπῆλθεν ἡ ἀπάντησις τοῦ νομικοῦ συμβουλίου ταχύτερον τοῦ συνήθους.
§23Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐμεσολάβησαν μεταξὺ τῶν δύο συνεδριάσεων 18 ἡμέραι.
§24Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Κατὰ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων ἀρξαμένης τῆς συνεδριάσεως ὁ Πρόεδρος ἐγκρίνει τὴν αἴτησιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ περὶ παραχωρήσεως ἐπὶ διετίαν ἄνευ συναγωνισμοῦ τοῦ φόρου τῶν διοδίων. Ἡ αἴτησις ὑπεβλήθη τῇ 8ῃ Ὀκτωβρίου καὶ τῇ 30ῃ εἶχεν ἤδη ἀποφανθῆ τὸ νομικὸν συμβούλιον καὶ ἐγκριθῆ ἡ παραχώρησις. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπερίμενα ἐπὶ ἐρωτημάτων τοῦ ὑπουργοῦ σχετικῶς μὲ τὰ ζητήματα τῆς Πάουερ ἐπὶ 6 μῆνας, ἐνῶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἕνας ἰδιώτης προκαλεῖ τόσῳ γρήγορα τὴν γνωμοδότησιν τοῦ νομικοῦ συμβουλίου! Κατόπιν ὑπογράφεται ἡ σύμβασις εἰς τὴν ὁποίαν βλέπει τις ὅτι κατορθοῦται τῇ ἐπεμβάσει τοῦ διευθυντοῦ δημοσίων ἔργων κ. Οἰκονόμου τὸ μίσθωμα νὰ φθάσῃ ἀπὸ 12.700.000 εἰς 15.000.000., δι’ ἕκαστον τῶν δύο ἐτῶν. Πρὸ τούτου παρατηρῶ ὅτι μεταξὺ ἄλλων ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἀνέλαβον ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι καὶ ἐκεῖναι, καθ’ ἃς θὰ διέρχωνται καὶ 3 ἰδιόκτητα ἐπιβατικὰ αὐτοκίνητα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἄνευ καταβολῆς διοδίων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει λόγον τινά.
§25Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐδικαιοῦτο νὰ τὰ ζητήσῃ ἡ Τράπεζα δυνάμει τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης.
§26Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Ἄλλο τὸ ἀφορολόγητον τῆς Τραπέζης καὶ ἄλλο τὸ τοῦ Διοικητοῦ της. Ἕτερον ζήτημα, φαινομενικῶς διακανονιζόμενον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν ὑστέρων λίαν δυσμενὲς διὰ τὸ Ταμεῖον ἐπὶ πλέον (ἀναγινώσκει). Δηλαδὴ ἐνῷ ἐξηκολούθη ἔτι ἡ ἰσχὺς τῆς παλαιᾶς συμβάσεως ἐπέρχονται ἤδη ἀποτελέσματα τῆς νέας συμβάσεως, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὴν σύμβασιν ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸ Κράτος ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς. Τῇ 6ῃ Νοεμβρίου ὑπεγράφη μὲ τὸν παλαιὸν ἐνοικιαστὴν τὸ συμβόλαιον τῆς νέας διετοῦς ἐνοικιάσεως. Τῇ 9ῃ Νοεμβρίου ὑποβάλλεται ὅμως ἀναφορὰ τρίτου τινὸς Ζαφειρίου ὀνόματι, πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατόπιν καὶ ἑτέρα πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, διὰ τῶν ὁποίων ὁ αἰτῶν, ὅστις φαίνεται ὅτι ἦτο ἄλλοτε συνεταῖρος τοῦ κ. Καλογήρου τοῦ ἐπιτυχόντος τὴν κρινομένην σήμερον σύμβασιν, προτάσεις ἐνοικιάσεως τῶν διοδίων, ὄχι ἀντὶ 15.000.000, ἀλλ’ ἀντὶ 20.000.000 δρχ., συγχρόνως δὲ κατατίθεται καὶ ἐγγυητικὴ ἐπιστολὴ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος 5.000.000. -Τὸ ὑπουργεῖον ἀποστέλλει τότε τὴν αἴτησιν ταύτην πρὸς τὸ Ταμεῖον τῶν Μονίμων Ὁδοστρωμάτων, ἵνα τοῦτο ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς, κατὰ ποσὸν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ τοῦτο καίτοι εἶχεν ὑπογραφῇ ἤδη τὸ συμβόλαιον τῆς διετοῦς ἐνοικιάσεως. Τὸ δὲ Ταμεῖον τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων ἀπαντᾷ ὡς ἑξῆς πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν «Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ταμείου. (ἀναγινώσκει).
§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ζήτημα νομίζω εἶναι νομικὸν κατὰ πρῶτον λόγον δηλαδὴ εἶναι ἀποριπτέα ἡ σύμβασις;
§28Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς ἤθελον νὰ τονίσω. Ἡ πρᾶξις τοῦ Ταμείου τῶν Ὁδοστρωμάτων ἡ διαβιβαζομένη πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν δὲν ἀναφέρει οὔτε ὅτι εἶναι ἄκυρος, οὔτε ὅτι εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐνοικίασις, ἀλλ’ ἀφήνει τὸν αἰτοῦντα νὰ ἐλπίζῃ ὅτι θὰ εἶναι ἴσως δυνατὸν νὰ ἀκυρωθῇ ἡ μετὰ τοῦ κ. Καλογήρου σύμβασις, ἐὰν ηὔξανε τὴν ἐγγυητικήν του κατάθεσιν εἰς 10.000.000, ὁπότε θὰ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίαν μὲ αὐτόν, διότι δὲν λέγει εἰς τὸν αἰτοῦντα ὅτι εἶναι ἀργὰ πλέον καὶ ὅτι ἔχει ὑπογραφεῖ τὸ ὁριστικὸν συμβόλαιον, ἀλλ’ ἀποφαίνεται ὅτι ἡ ὑποβαλλομένη προσφορὰ (ἀναγινώσκει), καὶ συνεπῶς εἶναι ἀπορριπτέα.
§29Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εὐθύνομαι ἐγὼ διότι τοὺς εἶπον νὰ μή βγάλωσιν ἀποφάσεις καί θεωρηθῶσιν ἔγκυροι αἱ προηγούμεναι ἀποφάσεις.
§30Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως τὶ ἐγένετο. Τὸ πρακτικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ταμείου Μονίμων Ὁδοστρωμάτων δὲν λέγει ὅτι εἶναι ἔγκυρος ἡ σύμβασις καὶ μὴ κοπιάζεις, ἀλλὰ τοῦ λέγει δὲν ἔχεις ἀρκετὴν ἐγγύησιν.
§31Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Πόσην ἐγγύησιν εἶχε;
§32Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Πέντε ἑκατομμυρίων ἐγγυητικὴν ἐπιστολὴν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Σπεύδει λοιπὸν συμμορφούμενος πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ταμείου τῶν Ὁδοστρωμάτων νὰ καταθέσῃ ἐγγύησιν καὶ ἑτέρων 5.000.000 δρχ. τὴν δευτέραν ταύτην αἴτησιν στέλλει πάλιν ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ τὴν φορὰν ταύτην ἀπαντᾶ, οὐχὶ δίδουσα ἐλπίδας, ὅπως κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς πρώτης αἰτήσεως, ἀλλ’ ὁριστικῶς πλέον τὴν φορὰν ταύτην, ὡς ἑξῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη παμψηφεί. (ἀναγινώσκει). Καὶ συνεπῶς τώρα μόλις ἠγγέλθη εἰς τὸν αἰτοῦντα ἡ πραγματικότης. Ἀλλὰ πότε; Τὴν 21 Φεβρουαρίου 1930. Πότε ἐγένετο ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως; Τὴν 2 Νοεμβρίου. Εἶχεν ἤδη παρέλθῃ τὸ δίμηνον χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ ἐνδιαφερόμενος θὰ ἠδύνατο νὰ προστρέξῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας τοῦ ὑπουργοῦ κατὰ τὴν διενέργειαν διοικητικῆς τάξεως. Ὁ ἐνδιαφερόμενος ἀσφαλῶς θὰ προσέφευγε ἐνωρίτερον πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξεν ἐλπίζων πάντοτε, ὅτι τὸ συμμορφούμενος πρὸς τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Ταμείου τῶν Ὁδοστρωμάτων, δι’ ἧς ἐκαλεῖτο ἐμμέσως ν’ αὐξήσῃ τὴν ἐγγύησίν του, θὰ εὕρισκε τὸ δίκαιόν του. Ἡ ἐλπὶς αὕτη ἐγένετο αἰτία νὰ τῷ διαφύγῃ ἡ κατάλληλος προθεσμία διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προσφυγῆς πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ὁ ὑπουργὸς ἐπισημειωτικῶς γράφει πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς πρὸς ταύτην διαβιβασθεῖσαν αἴτησιν τοῦ κ. Ζαφειράκη, ὅτι δι’ εἰδικῆς διατάξεως νόμου θὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μόνον κατόπιν δημοπρασίας ἐνοικίασιν τῶν διοδίων». Κατόπιν τούτου εἶχεν ἐλπίσει οὗτος, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ὑπογραφεῖσα ἤδη μετὰ τοῦ κ. Καλογήρου σύμβασις. Τὸ τοιοῦτον ὅμως δὲν θὰ ἦτο ἠθικόν, οὐδ’ ὑπάρχει ὅμως ἐξ ἄλλου ἀνάγκη ἑρμηνείας διὰ Νόμου διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου περὶ μονίμων Ὁδοστρωμάτων, οὔτε τῶν τοῦ λογιστικοῦ Νόμου. Διότι καὶ ἐγώ, ὅστις δὲν εἶμαι νομικὸς ἀντιλαμβάνομαι ἀμέσως, ὅτι δὲν χρειάζεται καμμία ἑρμηνεία πρὸς ἐξήγησιν τῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ Νόμου. Φαίνεται δ’ ὅτι καὶ αἱ ὑπηρεσίαι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐστεναχωρήθησαν ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Ζαφειράκη, δι’ ἧς προσέφερεν οὗτος 8 ὅλα ἑκατομμύρια πλέον τῶν ἐπιτευχθέντων διὰ τῆς διετοῦς συμβάσεως, καίτοι διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης εἶχεν ἐπιτευχθῆ σημαντικὴ ὠφέλεια τοῦ Ταμείου Μονίμων Ὁδοστρωμάτων. Ἐν τούτοις τόσον ἐστεναχωρήθησαν, ὥστε σπεύδουν νὰ καλέσουν τὸν ἐνοικιαστὴν κ. Καλογήρου καὶ τοῦ λέγουν πρέπει νὰ προσθέσῃς ἀκόμη κἄτι, διότι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς πρὸς σὲ κατακυρώσεως τῆς ἐνοικιάσεως τῶν διοδίων καὶ τῆς προσφορᾶς τοῦ ἀντιπάλου σου εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ τοιοῦτον ἀνεκτόν. Σὺ κερδίζεις ἀσφαλῶς πολὺ περισσότερα, ἀλλὰ δὲν μᾶς τὰ ἐμαρτύρησες ἂν καὶ εἰς τοῦτο πταίει τὸ Ταμεῖον τῶν Ὁδοστρωμάτων, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε παρατηρητὰς καὶ διπλότυπα θεωρημένα δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προσθέσῃς καὶ ἄλλα ποσὰ διὰ τὸ ἐνοίκιον τοῦ φόρου τῶν διοδίων. Τὴν ἀπαίτησίν του ταύτην διατυπώνει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ εἰς ἔγγραφόν του πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν καὶ πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν, πρὸς ὃν λέγει «κατὰ πόσον εἶσθε διατεθειμένος» (ἀναγινώσκει)... δι’ ἕκαστον οἰκονομικὸν ἔτος κεχωριμένως... Ἐπὶ τῷ Ὑπουργικῷ τούτῳ ἐγγράφῳ τὸ Ταμεῖον Μονίμων Ὁδοστρωμάτων συνέρχεται ἐκτάκτως καὶ ἐκδίδει ἀπόφασιν ἡ ὁποία, ὁμολογῶ, εἶναι τὸ πλέον παράδοξον σημεῖον τῆς ὅλης μέχρι τοῦδε ἐκτεθείσης ὑποθέσεως, διότι ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ λέγονται τὰ ἑξῆς. «ἐπιλαμβάνεται.... ὑφισταμένης διαφορᾶς (ἀναγινώσκει)...». Ἀλλὰ πουθενὰ δὲν φαίνεται προηγουμένως ὑφισταμένη διαφορά τις μεταξὺ Δημοσίου καὶ Καλογήρου, ὑπάρχουν συμβόλαια μόνον ἔγκυρα καὶ ἐγκύρως ὑπογεγραμμένα καὶ ἀπόλυτος σύμπνοια... (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Διὰ τὸ ποσὸν τοῦ συμφωνηθέντος... τοῦ συμφωνητικοῦ ἐγγράφου», ἐνῷ οὐδεὶς ποτὲ ἐγένετο ὑπολογισμός, ἐλλείψει βεβαίως παρατηρητῶν καὶ στοιχείων. Ἐγένετο ἁπλούστατα συμφωνία, ἄνευ οὐδενὸς ὑπολογισμοῦ (ἐξακολουθεῖ)... «κατόπιν συζητήσεων ἡ Ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίσασα... τῶν 1.000.000 δρχ. δι’ ἕκαστον ἔτος». Οὕτω τῇ προσθήκῃ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἰσέτι τὸ ὅλον τοῦ ἐτησίου ἐνοικίου ἐγένετο 16.000.000 δρχ. Συνεπῶς ἔρχεται τὸ ἐρώτημα ὑφίσταται συμβόλαιον ὁριστικὸν ἐνοικιάσεως μὲ τὸν κ. Καλογήρου; Εἶναι εὐεργέτης τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ταμείου Ὁδοστρωμάτων ὁ κύριος οὗτος; ἢ κατὰ τίνα παράδοξον τρόπον ἐξαναγκάζεται οὗτος νὰ καταβάλῃ 2.000.000 δρχ. ἐπὶ πλέον τῶν ὅσων συμβολαιογραφικῶς ὑπεχρεοῦτο; «Ἐπὶ πλέον δὲ ἐπειδή... (ἀναγινώσκει)... τὰς ἐπιστολὰς ταύτας». Καὶ συνεπῶς ὁ ἐνοικιαστὴς προσκαλεῖται νὰ καταβάλῃ καὶ «ἀέρα», οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸν ἀντίπαλόν του δι’ ἀποζημίωσίν του διὰ τὰς γινομένας ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὸν ἀνταγωνισμὸν δαπάνας. Ἐδῶ τελειώνω τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων καὶ δὲν ἔχω σχετικόν τι νὰ προσθέσω. Θὰ ἐπεθύμουν οὐχ ἧττον νὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων τὸν νόμον, ὅστις διέπει τὸ ταμεῖον τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων. Ὁ Νόμος οὗτος σχετικὸς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐνοικιάσεως λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀνωτέρω φορολογία εἰσπράττεται πάντοτε... ἐνοικίασιν χρόνον». Ὁ νόμος οὗτος προβλέπει, ἵνα ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου διοδίων γίνεται πάντοτε δι’ ἐνοικιάσεως, ἀλλ’ ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ ἑκάστοτε ἀποφασίσῃ. Ἐννοεῖται βεβαίως ἐντὸς τῶν ὁρίων πάντοτε τοῦ λογιστικοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ρητὸς καὶ δὲν ἐπιτρέπει καμμίαν ἀπ’ εὐθείας ἐνοικίασιν διὰ κρατικὰς προμηθείας ἢ διὰ μεταφορὰς καὶ δι’ ἐργασίας παρὰ μόνον διὰ μέσου δημοπρασίας. Προβλέπει πράγματι ὡρισμένας περιπτώσεις ἐξαιρέσεως. Μία μόνη περίπτωσις πλησιάζει πρὸς τὴν ἐνδιαφέρουσαν ἡμᾶς σήμερον περίπτωσιν, εἶναι δὲ ἡ ἑξῆς... (ἀναγινώσκει) «ἢ διὰ προμηθείας...» Πάντως ὅμως καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἔδει νὰ εἶχε προκηρυχθῆ διαγωνισμός, ἀλλ’ ἐδῶ δὲν εἶχε προκηρυχθῆ τοιοῦτος, ἵνα εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀπέτυχεν οὗτος ἢ ὅτι αἱ γενόμεναι προσφοραὶ δὲν ἦσαν ἱκανοποιητικαί. Μόνον εἰς τὸ παρελθὸν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ταμείου τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων εἶχε προκηρύξει συναγωνισμοὺς εἰς οὓς ἀφοῦ προσήρχοντο ἐν ἀρχῇ ἀθρόοι πλειοδόται ἔφευγον εἶτα καὶ παρέμενεν εἷς καὶ μόνος οὗτος δ’ ἀνελάμβανε τὸ προνόμιον μὲ ἐξευτελιστικὸν τίμημα καὶ ἐμοίραζεν «ἀέρα» κατόπιν εἰς τοὺς ὑπολοίπους ἀποσυρθέντας. Διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ὅθεν ὁ τοιοῦτος ἐμπαιγμός, προὐτιμήθη ἡ διὰ συμβάσεως ἐνοικίασις. Ἀλλ’ ὁ νόμος ρητῶς ἀναφέρει ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ γίνῃ διαγωνισμὸς ὄχι πρὸ τῆς λήξεως τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως δι’ ἑκάστην ἐνοικίασιν καὶ δι’ ἑκάστην σύμβασιν καὶ κατ’ αὐτὸν ἐὰν δὲν παρουσιασθῶσι πλειοδόται.....τιμάς. (ἀναγινώσκει). Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἐγένοντο κἂν προσφοραὶ οὔτε συμφέρουσαι, οὔτε μὴ συμφέρουσαι. Ἁπλούστατα ὁ ἐνοικιαστὴς ἦλθε καὶ εἶπεν «ἀντὶ νὰ δώσητε τὴν ἐνοικίασιν διὰ δημοπρασίας, σᾶς δίδω 13.000.000 διὰ τὸ πρῶτον ἔτος καὶ 13.900.000 δραχμὰς διὰ τὸ δεύτερον». Ἐγὼ φρονῶ τοὐναντίον ὅτι διὰ τῆς προσφορᾶς ταύτης ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἀπέκτα τὴν σταθερὰν ἐκείνην βάσιν, ἐφ’ ἧς θὰ ἠδύνατο νὰ κτίσῃ τὸ νέον τιμολόγιόν της, θεωροῦσα αὐτὴν ὡς πρώτην προσφορὰν διὰ μελλοντικὰς ἐνοικιάσεις, ἀκριβῶς καθ’ ὃν τρόπον σκέπτεται νὰ πράξῃ σήμερον ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ταμείου διὰ τὸ μέλλον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσενεχθέντων 16.000.000 δραχμῶν τῆς διετοῦς συμβάσεως. Διατὶ ὅμως νὰ πράξῃ τοῦτο μετὰ διετίαν οὐχὶ ἤδη ἀπὸ τοῦ 1930, ὅταν ὁ μὲν κ. Καλογήρου προσέφερε 13.000.000 δραχμὰς ὁ δὲ κ. Ζαφειράκης 20.000.000 ἠσφαλισμένων καὶ δι’ ὀγκώδους ἐγγυήσεως 10 ἑκατομμυρίων. Τὸ συμπέρασμά μου, εἶναι ὅτι θὰ ἤθελα, ὅπως ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, διότι τὰ γινόμενα δὲν ἀπογίνονται, νὰ μὴ γίνῃ ποτὲ ἐνοικίασις φόρου διοδίων, ἄνευ συναγωνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄνευ παρατηρητῶν, ἤτοι ἄνευ ἐλέγχου τῶν εἰσπράξεων τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντᾶς ἐπὶ ἐπερωτήσεώς του σχετικῶς μὲ τὴν ἐνοικίασιν τῶν διοδίων.
§34Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρόμοιον ζήτημα καὶ ἄλλοτε καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης Βουλῆς παρουσιάσθη ἐνώπιον ἡμῶν καὶ σχετικὸν νομοσχέδιον εἶχεν ὑποβληθῇ περὶ παρατάσεως τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρηκολούθουν νυχθημερὸν τὴν Βουλὴν διὰ νὰ μὴ κατορθωθῇ καὶ ψηφισθῇ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάζετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ψήφισιν ἀπουσίαζεν τῆς Βουλῆς, ὁπότε μίαν ἑσπέραν κατὰ τὴν ὁποίαν παρευρίσκετο ἐνταῦθα ἔκαμα πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐρώτησιν ἐὰν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο νὰ παραταθῇ ὁ φόρος τῶν δημοσίων θεαμάτων ἐπὶ μίαν τριμηνίαν δηλαδὴ τὸν Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον, τοὺς τρεῖς μῆνας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποδίδουν τὰ περισσότερα, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπήντησεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι καὶ τὸ Γενικὸν λογιστήριον εἶχε γνωμοδοτήσει ὅτι ἐπήρχετο ζημία εἰς τὸ Κράτος περὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια καὶ κατόπιν τῆς δηλώσεως ταύτης τὸ νομοσχέδιον ἀπεσύρθη, καὶ διὰ τῆς ἐπεμβάσεώς μου τότε ἀσφαλῶς τὸ δημόσιον δὲν ἐζημιώθη, ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐνθυμοῦμαι ἀποτανθεὶς πρὸς τὸν παραπλησίον του καθήμενον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἐὰν οἱ ἐνοικιασταὶ εἶχον εὐλόγους ἀξιώσεις μειώσεως τοῦ μισθώματος δύναται νὰ κάμῃ μειώσεις ἐὰν γίνῃ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων καὶ ἐὰν πραγματικῶς οὕτω ζημιοῦνται ἐκ τῆς ἐπιδημίας τοῦ δαγκείου. Σήμερον κύριοι συνάδελφοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τίθεται ἕνα ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ὄχι μόνον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον, ὅτι τὸ Κράτος ζημιοῦται 10 ἑκατομμύρια. Ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ παλαιοτέραν ἐποχὴν κύριοι συνάδελφοι, ποὺ διάφοροι πολιτευόμενοι καὶ ὑπουργοὶ ἐξ ἀμελείας αὐτῶν ἢ ἐξ ἄλλων λόγων εἰς διάφορα νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὑπέβαλλον ἐπήρχετο ζημία εἰς τὸ δημόσιον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῆς περιωπῆς τοῦ μακαρίτου Σιμοπούλου, ἐνθυμεῖσθε τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην ἡ ὁποία τὸν ἠνάγκασεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Ἀκριβῶς κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἐκείνη ἡ ὑπόθεσις ἦτο ἀστεῖα δὲν πρόκειται περὶ ἀστείου ἀλλὰ πρόκειται περὶ 10 ἑκατομμυρίων. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τῶν διοδίων, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐνοικιαστὴς ἑνὸς ποσοῦ 12 ἑκατομμυρίων 500 χιλιάδων δραχμῶν τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπέβαλλε μίαν αἴτησιν κατὰ πρῶτον πρὸς τὸ ταμεῖον τῶν ὁδοστρωμάτων καὶ ἐζήτει μείωσιν τοῦ μισθώματος λόγῳ τοῦ δαγγείου. Ὁ τέως ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὁ ὁποῖος εἶναι πασίγνωστον πόσον φειδωλῶς ἐφάνη σχετικῶς πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, μετὰ ψύχραιμον ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων προσεπάθησε νὰ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὰ αἰτήματα τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἦσαν δίκαια καὶ ἐπανειλημμένως τὴν αἴτησίν του ταύτην τὴν ἀπέρριψε. Ἀλλὰ ἀτυχῶς ἀπεχώρησε τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Πάντως ἂν δὲν εἶχε ἀποχωρήσῃ ἀσφαλῶς δὲν θὰ εἴχωμεν τὴν ζημίαν τοῦ δημοσίου τῶν 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἅμα τῇ ἀποχωρήσει ἐπανέλαβε τὴν αἴτησιν ταύτην ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ ἡ αἴτησις αὐτὴ ἐγένετο ἀποδεκτὴ καὶ ἐμειώθη ὁ φόρος κατὰ 500 χιλιάδας δραχμάς. Ἀλλὰ λέγει μία λαϊκὴ παροιμία «τρώγοντας ἔρχεται ἡ ὄρεξις». Ἀφοῦ κατώρθωσε καὶ ἔλαβε τὴν μείωσιν τῶν 500 χιλιάδων δραχμῶν, ἔκαμεν καὶ μίαν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δημοσίου καὶ εἶπεν, κύριοι, ὑποχρεοῦσθε νὰ μοῦ καταβάλλετε 1 ἑκατομμύριον δραχμὰς, διότι τὰ αὐτοκίνητα τὰ ὁποῖα μεταβαίνουν εἰς τὴν Γλυφάδα εἰς τὸ 2ον φυλάκιον διέρχονται μὲ ἐσβυσμένους τοὺς φανοὺς καὶ οἱ ἐπιστάται δὲν δύνανται νὰ εἰσπράξουν τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλουν. Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ἂν ὑπάρχῃ καὶ εἷς ἐξ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ διῆλθε ποτὲ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὁδὸν καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἐρωτήσω ἐὰν ποτὲ κανεὶς ἐκ τῶν σωφὲρ ἔφυγε χωρὶς νὰ σταθῇ νὰ πληρώσῃ, δὲ λέγουν τὰ ἔγγραφα τοῦ ταμείου τῶν ὁδοστρωμάτων, ὅτι λόγῳ τῶν συχνῶν συμπλοκῶν αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο αὐτὴ ἡ ἀξίωσις τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἦτο εὔλογος. Λοιπόν, κύριοι, ἡ ὑπηρεσία τοῦ ταμείου τῶν ὁδοστρωμάτων καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δὲν εἶχον τίποτε ἄλλο νὰ κάμουν παρὰ νὰ ἐρωτήσουν τὸ τμῆμα τῆς ἀσφαλείας καὶ θὰ ἔβλεπον ὅτι εἰς τὸ φυλάκιον αὐτὸ οὔτε φόνοι ἐγέγοντο οὔτε συμπλοκαὶ ἐγένοντο μεταξὺ σωφὲρ καὶ ἐνοικιαστῶν. Ἐπηκολούθησε μετὰ τοῦτο ἡ αἴτησις τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐζήτει παράτασιν τῆς μισθώσεως ἐπὶ μίαν διετίαν καὶ ἔλεγεν, ὅτι προσφέρει ἕνα ὡρισμένον ποσόν, ἔκαμε δὲ τὴν προσφορὰν αὐτὴν ἀπὸ τὸν μῆνα Νοέμβριον καὶ ἐζήτα νὰ τοῦ δοθῇ ἡ παράτασις αὕτη. Τὸ ταμεῖον ὁδοστρωμάτων τὸ ὁποῖον ἐπεμβαίνει εἰς τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις μεταξὺ διαφόρων ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων πραγμάτων τὰ ὁποῖα συμβαίνουν εἰς ἑκάστην διαχείρησιν, λέγει διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράτασιν τῆς συμβάσεως ταύτης, ὅτι κατὰ τὰς διαφόρους δημοπρασίας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρακολουθεῖ ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς ὑπηρεσίας ἐκβιάσεις τῶν διαφόρων ἄλλων ἐνοικιαστῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοπρασίαν. Καὶ ἐρωτᾶται, κύριοι, ἀπὸ πότε τὸ δημόσιον ἀνέλαβεν νὰ γίνῃ ὁ ὑποστηρικτὴς τῶν δικαιωμάτων τῶν διαφόρων ἐνοικιαστῶν, ὥστε νὰ παρακολουθῇ αὐτοὺς κατὰ τὰς διαφόρους δημοπρασίας, ἵνα μὴ ὁ ἕνας ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ θηλάκια τοῦ ἄλλου; Συμφέρον ἔχει νὰ παρακολουθῇ πῶς ν’ ἀσφαλίσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ θέτουν τὴν χεῖραν ἐπὶ τοῦ θυλακίου τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ θὰ ἠρώτων τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ μοῦ εἰπῇ: ἐκ τοῦ νόμου ὑπάρχει διάταξις ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἄνευ δημοπρασίας χορήγησιν τῶν διοδίων. Διότι εἶναι γνωστὸς ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεων δημοσίων ἐσόδων, καὶ ὅτι οὐδὲν ἔσοδον δύναται νὰ εἰσπραχθῇ ἄνευ δημοπρασίας. Εἰς τὴν περίπτωσιν ὅμως ταύτην συνέβη κάτι τι τὸ ἀντίθετον καὶ τὸ παράδοξον καὶ διὰ τοῦτο ἐλέγχομεν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας κύριοι συνάδελφοι. Ὁ ἐνοικιαστὴς συνέταξεν τὸ συμβόλαιον τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ ἐνέκρινε κατόπιν τῆς συναχθείσης ἀποφάσεως. Ἐγένετο τὸ συμβόλαιον ὁ δὲ ἐνοικιασττὴς κατέθεσεν ὡς ἐγγύησιν, ἐκ τῶν 30.000.000 δραχμῶν 1.000.000 δραχμάς. Ἦτο κύριοι, ἄλλος πλειοδότης ὁ ὁποῖος ἔκαμεν αἴτησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν μὴ φανταζόμενος ποτὲ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν πρὸ ἑξαμήνου, ἢ πρὸ τετραμήνου νὰ προέβαινον εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας μίσθωσιν τοῦ φόρου τῶν διοδίων, καὶ προσέφερεν τὸ ποσὸν τῶν 5.000.000 ἐπὶ πλέον. Καὶ ἔρχεται, ὅπως ἠκούσατε, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν προηγουμένως ἀγορεύσαντα, τὸ ταμεῖον ὁδοστρωμάτων καὶ ἐθεώρησεν ὅτι ἡ προσφορὰ αὐτὴ δὲν ἦτο σοβαρά, δὲν ἦτο ἐπαρκής. Ἐπαρκεστάτη ὅμως ἐθεωρήθη ἡ προσφορὰ τοῦ 1.000.000. Ἐδῶ, κύριοι συνάδελφοι, ἤλλαξαν καὶ οἱ ἀριθμοί. Ἐὰν δώσῃς 1 εἶναι ἐπαρκές, ἐὰν δώσῃς 5 δὲν δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Εἶναι ἡ λογιστικὴ πρὸς τὰ κάτω. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος προσέφερεν τὰ 5.000.000, διότι τοῦ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ καταθέσῃ ὅλον τὸ ὑπερβολικὸν ποσὸν τὸ ὁποῖον προσέφερεν, οὗτος προσέφερεν καὶ ἄλλα 5.000.000. Μεταβαίνει λοιπὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ προσφέρει ἄλλα 5.000.000 ἀκόμη, δηλαδὴ προσέφερεν 10.000.000. Κατόπιν τῆς προσφορᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία ἐγένετο, σύγχισις ἐπηκολούθησεν καὶ ἤρχισαν μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ταμείου ὁδοστρωμάτων αἱ συνεννοήσεις. Πιεσθεὶς ὁ ἐνοικιαστὴς ὁ ὁποῖος εἶχεν πάρει τὴν σύμβασιν τῶν διοδίων προσφέρει 7.500.000 ἐπὶ πλέον ἐκείνου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶχε δώσει. Καὶ μετὰ τὴν τροποποίησιν τῆς συμβάσεως ἐπέβαλεν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν νὰ πληρώσῃ τὰ διάφορα ἄλλα ἔξοδα τοῦ ἑτέρου ἀνταγωνιστοῦ. Τώρα μπορεῖτε νὰ μοῦ πῆτε σεῖς οἱ νομικοὶ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθετε νὰ πῆτε εἰς τὸν ἕτερον συμβαλλόμενον καὶ νὰ τὸν ὑποχρεώσητε νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν τρίτον. Αὐτὸς μπορεῖ ἀξιόλογα νὰ σᾶς πῇ, κύριοι ἐγὼ δὲν πληρώνω. Ἀλλ’ ἐκεῖνο κύριοι συνάδελφοι τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν μεγαλειτέραν σημασίαν διὰ τὴν Βουλὴν, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐστέρησαν τὸν ἕτερον ἀνταγωνιστὴν διὰ τῆς παρατάσεως ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διότι παρῆλθον ἀπὸ τῆς πρώτης προσφορᾶς μέχρι τῆς 21)2)30 3–4 μῆνες. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν καὶ εἶπεν εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, ὅτι ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα, παρ’ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα μοῦ δίδεις δὲν εἶναι ἔγκυρος. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν πρὸς τὸν δεύτερον ἀνταγωνιστὴν ὅτι θὰ ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἑρμηνευτικὸν τῆς συμβάσεως ταύτης. Ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν καὶ τὴν βεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὁ πολίτης αὐτὸς, τὸν ὁποῖον κύριοι, δὲν γνωρίζω οὔτε κατ’ ὄψιν, διότι ἐγὼ εἶδα τὴν ἐπερώτησιν ἐγγεγραμμένην, βλέπω δὲ ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἂν καὶ ἦτο ἐγγεγραμμένη δὲν ἠδύνατο νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἠναγκάσθη καὶ ἐνεγράφην καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἡ ἐπερώτησις αὕτη προταχθῆ.
§35Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν ἦτο τὸ ὅτι δὲν ἠθέλαμεν νὰ ἴδῃ τὸ φῶς.
§36Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Καὶ ὁ πολίτης αὐτὸς ἔχανε τὴν προθεσμίαν τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Οὐδεὶς δὲ ἐξ ἡμῶν ἀναμφισβητήτως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν θὰ ἀκύρωνε τὴν σύμβασιν ταύτην. Καὶ ἐρωτᾶται κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀνεχθῇ τοιαύτην ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ἐνέργειαν, ἥτις ἐζημίωσε τὸ δημόσιον 10.000.000; Διατὶ κ. ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας δὲν εἴπατε εἰς τὸν πολίτην αὐτὸν, ὅτι κύριε, ἡ σύμβασις αὐτὴ ἡ ὁποία ἐγένετο εἶναι ἰσχυρὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὴν μεταβάλω. Παρὰ ἔρχεσθε καὶ λέγετε εἰς τὸν πρῶτον ἐνοικιαστήν, ξέρετε ὁ Α προσφέρει ἐπὶ πλέον, ἔλα νὰ βάλῃς καὶ ἐσὺ κάτι τὶ παραπάνω. Ἐνῷ τὸ δημόσιον ἐφόσον ἔκαμε μίαν σύμβασιν, ἔπρεπε νὰ εἰπῇ ὅτι ἐμμένω εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἔρχομαι εἰς συμφωνίαν μὲ ἄλλους. Καὶ ὄχι νὰ ἔρχεται τὸ Δημόσιον καὶ νὰ λέγῃ σὲ ὑποχρεώνω κ. ἐνοικιαστὰ κατὰ τὴν μεταβολὴν τῆς συμβάσεως, νὰ δώσῃς καὶ τὰ ἔξοδα εἰς τὸν ἄλλον τὸν ἀνταγωνιστήν σου. Ἐξ ὅσων κύριοι συνάδελφοι ἐξέθεσεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Σερρῶν καὶ ἐξ ὅσων ἠκούσατε παρ’ ἐμοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι ἄγρυπνος φρουρὸς καὶ φύλαξ ἐν τῷ ὑπουργείῳ του τῶν Δημοσίων συμφερόντων ἐπροξένησεν ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον 10.000.000 δραχ., διότι προέτρεξεν προτοῦ λήξῃ ἡ δημοπρασία καὶ προέβη εἰς σύμβασιν διὰ τῆς ὁποίας ἐπῆλθε ἡ ζημία αὐτή. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πείσῃ ὁποιονδήποτε ὅτι ἐκ τῆς πράξεως αὐτῆς δὲν ἐζημιώθη τὸ δημόσιον, ἐφόσον ἡ ἐγγύησις, τῶν 10.000.000 εὑρίσκεται κατατεθειμένη ἀκόμη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν δύναται τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, μὴ κάμνετε τίποτε καὶ ἐγὼ θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νόμον ἑρμηνευτικὸν τῆς συμβάσεως καὶ οὕτω ἐγένετο πρόξενος ὥστε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ μὴ ὑποβάλουν αἴτησιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Κύριοι συνάδελφοι, κατόπιν τούτου, νομίζω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἔγινε πρόξενος τοιαύτης ζημίας, δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ ὡς ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἐφόσον ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του ἐγένετο πρόξενος τοιαύτης ζημίας.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔχει τὸν λόγον.
§38Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριοι βουλευταί, τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν μόνον ἐκ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως, διότι ἀπετέλεσεν καὶ ἀντικείμενον ἀρκετὰ εὐρείας συζητήσεως καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ «Ἡμερησίου Τύπου» καὶ πρὸ μηνός, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας. Ἐν πρώτοις ἔχω νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Σερρῶν βουλευτὴν διότι μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου νὰ ἀναπτύξω ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, διότι ὄντως τὸ ἱστορικὸν αὐτῆς ἀνεπτύχθη ἐκ μέρους αὐτοῦ, μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν. Δὲν θὰ συμφωνήσω μόνον μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε, ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἀπευθύνεται πρὸς τὴν διοικοῦσαν ἐπιτροπὴν τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων, διότι διὰ τὰς πράξεις τοῦ ταμείου τούτου, ἐφόσον αὗται ἐγκρίνονται παρ’ ἐμοῦ, τὴν εὐθύνην ἀκεραίαν τὴν φέρει ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ κατὰ συνέπειαν αἱ πράξεις τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων, ἐφόσον εἴς τινας περιπτώσεις ἔχουν ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι πράξεις κατακυρωτικαὶ καὶ ὁριστικαί, ἀλλ’ εἶναι πράξεις γνωμοδοτικαὶ διὰ τὸν ὑπουργόν. Κατὰ συνέπειαν τὴν εὐθύνην διὰ τὸ σήμερον ἐπερωτώμενον ζήτημα φέρω ἀποκλειστικῶς ἐγὼ καὶ οὐχὶ ἡ διοικοῦσα ἐπιτροπὴ μονίμων ὁδοστρωμάτων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχουν ὑποβληθῆ τρεῖς ἐπερωτήσεις. Ἡ πρώτη ἐπερώτησις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Σερρῶν ἔχουσα οὕτω, τὴν μνημονεύω διὰ τὸν λόγον κυρίως τοῦ περιεχομένου, εἶναι διάφορος πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς 2 ἐπερωτήσεως. (ἀναγινώσκει). Ἡ δευτέρα ἐπερώτησις ἔχει οὕτω: Παρακαλεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν. (ἀναγινώσκει). Καὶ ἡ τρίτη, ἐκ μέρους τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἐπερωτᾶται ὁ κ. ὑπουργός. (ἀναγινώσκει). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον θέμα, ποῖα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἵνα παρεμποδίσῃ τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ φόρου τῶν διοδίων νὰ παύσωσιν ἐμπαίζοντες τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων, ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ θέμα, ὅπως ἐτέθη ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Σερρῶν, εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὴς διὰ τὴν δημοπρασίαν, ὡς διεξάγεται αὐτή, εἴτε παρὰ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων, εἴτε ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ διὰ τὴν δημοπρασίαν τῶν φόρων τῶν δημοσίων θεαμάτων, ἥτις διεξάγεται κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος προφανῶς ἀποτελεῖ ἕνα ἐμπαιγμὸν τῆς ὅλης ἐνοικιάσεως. Ἔχω νὰ ἀναφέρω ὅτι καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη, ἡ ἐνοικίασις τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων ἐγένετο διὰ δημοπρασίας. Ἐπεχείρησαν οἱ προκάτοχοί μου νὰ ματαιώσουν ὅλην αὐτὴν τὴν συνεννόησιν, ἡ ὁποία διεξάγεται μεταξὺ τῶν διαφόρων ὁμάδων τῶν ἐνοικιαστῶν, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι παρὰ ὁμάδες ἐκβιαστικαί, αἱ ὁποῖαι προσέρχονται μόνον κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς δημοπρασίας προσφέρουν ἓν ἀρχικὸν ποσόν, συνεννοοῦνται ἀκολούθως εἰς τοὺς διαδρόμους τοῦ ὑπουργείου, διανέμουν μεταξὺ των ἕν ποσόν, κατὰ ἐξηκριβωμένον δὲ στοιχεῖον τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διενεμήθη κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν δημοπρασίαν τοῦ φόρου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας μεταξὺ μιᾶς μόνον ὁμάδος, ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀπεχώρησαν αἱ λοιπαί, εἰς τὸ τέλος δὲ παρέμεινεν μία μόνον ὁμάς, οὕτως ὥστε ἔχομεν κατὰ τὰ τὰ τελευταῖα ἔτη —1928–29–30— τὴν ἰδίαν ὁμάδα, τὴν ὁμάδα Καλογήρου, νὰ εἶναι ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τῶν διοδίων. Ποῖα μέτρα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ ὁ ὑπουργός; Πιθανὸν νὰ προβαίνῃ, εἴτε τὸ δημόσιον, εἴτε τὸ εἰδικόν ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν διοδίων ἀπ’ εὐθείας δι’ ἰδικοῦ του προσωπικοῦ. Ἀπόπειρα τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰσπράξεως ἐγένετο κατὰ τό δεύτερον ἔτος τῆς συστάσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων, ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἐκ τοῦ συστήματος τῆς ἀπ’ εὐθείας εἰσπράξεως τῶν διοδίων, ὑπῆρξε διὰ τὸ ταμεῖον τοιαύτη, ὥστε ἤδη ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους, ἔθεσεν εἰδικὴν διάταξιν εἰς τὸν νόμον τόν διέποντα τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπ’ εὐθείας εἴσπραξις τῶν διοδίων, παρὰ μόνον εἰς τό ἐνδιάμεσον διάστημα, τό ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ νέου ἐνοικιαστοῦ καὶ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς ἐνοικιάσεως ἀπό τὸν παλαιόν, μέχρι τοὐτέστιν τῆς ἐγκρίσεως τῆς νέας δημοπρασίας. Ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σερρῶν βουλευτὴς ἔθιξε τὸ ζήτημα, τί σκέπτεται νὰ κάμῃ διὰ νά... (ἀναγινώσκει). Θὰ εἴπω τὶ προετιθέμην, καὶ ὡς ὑπουργοῦ, ποία εἶναι ἡ σημερινή μου ἀντίληψις. Ἴσως μάλιστα αὐτό τό σημεῖον εἶναι ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁμολογῶ ὅτι εἶναι δυνατόν νὰ μοῦ ἀποδοθῇ μομφὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, εἰς τό σημεῖον, ὅτι συνήφθη σύμβασις, ἐγκύρως γενομένη, κατὰ τὰς γνωματεύσεις τῶν ἐπισήμων νομικῶν συμβούλων τοῦ Κράτους, τήν ὁποίαν ἠκύρωσε. Τὸ νομικόν συμβούλιον ἐσκέφθη ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν τὴν σύμβασιν αὐτὴν νὰ ἀκυρώσω, ὅτε τὸ πρῶτον μοὶ ὑπεβλήθη, πρίν ἢ εἰσαχθῇ εἰς τὸ εἰδικόν ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων, ἡ αἴτησις τοῦ ἐνοικιαστοῦ διὰ τοῦ ὁποίου προσεφέρετο νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου τῶν διοδίων διὰ 12 ἔτη μὲ ηὐξημένον μίσθωμα ἔναντι τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ὅτε μοὶ ἀνεκοινώθη τὸ πρᾶγμα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶχα νὰ σκεφθῶ δύο πράγματα: Πρῶτον τὸ ζήτημα τὸ νομικόν, τοὐτέστιν τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν σύναψιν συμβάσεως διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν διοδίων ἄνευ δημοπρασίας ἢ ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ ἀκολουθήσῃ τὰς κειμένας διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ; Δεύτερον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οὐσίας, ἡ ἐνοικίασις ἀπ’ εὐθείας ἄνευ διαγωνισμοῦ, ἄνευ δημοπρασίας, συμφέρει εἰς τὸ ταμεῖον τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων ἢ θὰ ἦτο προτιμώτερον ἂν καί ἐγὼ ἠκολούθουν τὴν χαραχθεῖσαν ἐκ μέρους ὅλων τῶν προκατόχων μου πολιτικὴν ἵνα μόνον διὰ δημοπρασίας ἐνοικιάζοντο τὰ διόδια; Ὡς πρὸς μὲν τὸ ζήτημα τὸ νομικὸν ἐκάλεσα τὸν νομικὸν σύμβουλον τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας τὸν κ. Ἰατρίδην καὶ τοῦ ἔθηκα τὸ ζήτημα νὰ μοῦ εἴπῃ τὴν γνώμην του καί ὄχι μόνον δὲ τοῦτο ἀλλὰ νὰ ἐρωτήσῃ καί τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, ἐὰν τὸ εἰδικὸν ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς εἰσπράξεως τῶν διοδίων διέπεται ἀπὸ τὰς κειμένας διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἢ οὔ; Ὁ κ. Ἰατρίδης, ἐμελέτησε τὸ πρᾶγμα, ἦλθε τὴν ἑπομένην καί μοῦ εἶπεν ὅτι κατὰ τὴν γνώμην του σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 § 5 τῆς κωδικοποιήσεως τῶν διαταγμάτων τῶν διεπόντων τὰ τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων, ἡ ὁποία λέγει ὅτι... (ἀναγινώσκει). Ἐκ τούτου ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τό ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συμβληθῇ ἀπ’ εὐθείας ἄνευ διαγωνισμοῦ, ἄνευ δημοπρασίας, ἐφ’ ὅσον καθορίζεται ὅτι ἡ εἴσπραξις θὰ γίνεται κατὰ τὰ ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ἀποφασιζόμενα, ἐπὶ πλέον δὲ ὅτι ὅπου θίγονται αἱ διατάξεις τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων γίνεται εἰδικὴ περὶ τούτου εἰς τοὺς νόμους τοὺς διέποντας τὸ ταμεῖον μνεία. Καὶ πράγματι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὸ ζήτημα τῆς καταθέσεως καὶ ἀναλήψεως τῶν καταθέσεων ἐκ τῶν Τραπεζῶν, εἰς δύο σημεῖα ἀναφέρει ὅτι ἐνταῦθα ἰσχύουν αἱ σχετικαὶ διατάξεις περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Εἶπον ὅτι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου τρέφω μεγάλην πεποίθησιν, ἀλλὰ θὰ ἤθελον καὶ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου. Δι’ αὐτὸ ἐκάλεσα τὸν διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τοῦ εἶπον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ νομικὸν θὰ περιμένῃ παρὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ἰατρίδη καὶ τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβουλίου καὶ ἀκολούθως νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων ἵνα ληφθῇ γενικὴ ἀπόφασις. Αὐτὰ ὡς πρὸς τὸ νομικὸν μέρος. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, δὲν εἶχον παρὰ νὰ ἴδω τὶ συνέβη κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἄς λάβωμε ὑπ’ ὄψει τὰς χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1925 μέχρι σήμερον, χρήσεις πέντε ὁλοκλήρων ἐτῶν. Εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐξηκριβωμένον ἐπὶ τῇ βάσει στατιστικῶν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1925 μέχρι σήμερον τὰ κυκλοφοροῦντα εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ αὐτοκίνητα ἐδιπλασιάσθησαν κατ’ ἀριθμόν. Ἐνῷ τὰ αὐτοκίνητα ἐδιπλασιάσθησαν κατ’ ἀριθμόν, ποῖα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν διοδίων διὰ δημοπρασίας, καθ’ ὅλα τὰ διαρρεύσαντα πέντε προηγούμενα ἔτη; 1925–26 11.570.000, 1926–27 10.271.000, 1927–28 ἐπίσης. Ἐπὶ τρία συνεχῆ ἔτη μολονότι ὁ ἀριθμὸς τῶν αὐτοκινήτων ηὐξήθη ὁ φόρος τῶν διοδίων ἔμεινεν σταθερὰ καθηλωμένος εἰς τὸ ποσὸν τῶν 12.500.000, ἄνευ οὐδεμιᾶς αὐξήσεως, πλὴν τῆς αὐξήσεως τὴν ὁποίαν ὁ προκάτοχος μου ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας κ. ἐκ Σερρῶν βουλευτὴς ἐπέτυχεν μετὰ τὴν διενέργειαν τοῦ διαγωνισμοῦ ζητήσας μετὰ τὴν κατακύρωσιν ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν κατὰ 200.000 δραχμάς. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ μήπως καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐπετεύχθησαν διὰ μιᾶς μόνον δημοπρασίας τὴν παραμονὴν τῆς ἐνοικιάσεως; Ὄχι. Ἀνέφερε ὅτι εἰς τὰ 1926–7, ἔλαβον χώραν 6 ἐπαναληπτικαὶ δημοπρασίαι καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο καθηλωμένον εἰς τὰ 10.700.000. Εἰς τὰ 1927– 28, 5 ἐπαναληπτικαὶ δημοπρασίαι μὲ 12.500.000. Αὐτὰ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, ἀπέβλεπα ὄχι εἰς τὴν τυπικήν μου εὐθύνην, ἀλλά πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ οὐσιαστικοῦ συμφέροντος τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πεῖρα τῶν 5 προηγουμένων ἐτῶν μοῦ ἔλεγε ὅτι μὲ 5 συνεχεῖς ἢ 6 συνεχεῖς διαγωνισμοὺς, ὁ φόρος τῶν δημοσίων διοδίων δὲν τὸ ἐκούνα ἀπὸ τὴν θέσιν του. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρῇ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι ἀπετέλει συμφέρον τοῦ ταμείου τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων καὶ ἐδέχθημεν μίαν πρότασιν ἡ ὁποία ηὔξανε ἀρκετὰ σημαντικὰ τὸ κατ’ ἔτος καταβαλλόμενον ποσόν, ὅταν μάλιστα συνδιάζεται τοῦτο οὐχὶ μὲ αὐξήσεις τῶν φυλακείων, ἀλλὰ καὶ μείωσιν, μὲ κατάργησιν τοῦ φυλακείου τῆς Γλυφάδας, τὸ ὁποῖον ἄν ὄχι 1.000.000, ἀλλὰ 800.000 κατ’ ἔτος ἀπέδιδε, μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ φυλακείου διὰ τὰ αὐτοκίνητα τὰ ἐξερχόμενα ἐκ τοῦ Ψυχικοῦ μὲ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν διοδίων τῶν αὐτοκινήτων, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εἰς τὴν Λεωφόρον Συγγροῦ, ἀλλὰ δὲν τὴν διανύουσιν καθ’ ὅλον τὸ μῆκος, εἰσέρχονται δὲ εἰς τὸν συνοικισμὸν τῆς Νέας Σμύρνης καὶ ἐπὶ πλέον καὶ τοῦ Ψυχικοῦ, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι μεταβαίνουν εἰς Ψυχικὸν πληρώνομεν μία φορὰ ὅταν βγαίνομεν ἀπὸ τὸ Ψυχικὸν νὰ πᾶμε εἰς τὴν Κηφισιὰν πληρώνομεν καὶ ἄλλη φορά. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς καταργήσεις αὐτὰς καὶ τὰς ἀπαλλαγὰς τὰς ὁποίας ἠθελήσαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς θὰ μειώνουν τὰς προσόδους του κατὰ 1.500.000 δραχμάς, δικαίως ἐσκεπτόμην ὅτι ἐὰν ἐπαναλαμβάνετο ὁ διαγωνισμὸς δὲν θὰ εἶχον οὔτε 12.500.000, συνεπεία τῆς μειώσεως τῶν φυλακείων, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ συγκρίνοντες τὴν προσφοράν των, μὲ τὴν προσφορὰν τῶν προηγουμένων ἐτῶν θὰ ἔδιδον προσφορὰν ὀλιγωτέραν διότι τοὺς κατηργήσαμεν ὡρισμένας εἰσπράξεις 1.500.000. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οὐσίας ἀπέβλεπα εἰς τὴν οὐσιαστικήν μου εὐθύνην καὶ ὄχι τὴν τυπικήν. Ἵνα ἔχω καὶ ἐγὼ ἥσυχο τὸ κεφάλι μου, μποροῦσα νὰ ἀκολουθήσω τὴν τακτικὴν τῆς δημοπρασίας καὶ νὰ ἐνεργήσω 10 δημοπρασίας. Τί μὲ ἐνδιέφερε, ἂς ἔφθανε ὁ φόρος τῶν διοδίων 11.000.000 δραχμάς, θὰ εἶχον τὴν ἱκανοποίησιν ὅτι ἠκολούθησε τὰ κεκανονισμένα καὶ δὲν θὰ εἶχον τὴν σημερινὴν περιπέτειαν νὰ ἔρχωμαι ἐλεγχόμενος ὅτι ἐζημίωσα τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων κατὰ 8.000.000 καὶ συγχρόνως ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ζητεῖται πρὸς ἐξιλέωσιν νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τῶν καθηκόντων τὰ ὁποῖα τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐνασκῶ. Αὐταὶ ἦσαν αἱ ἀντιλήψεις μου ὡς πρὸς τὸ νομικὸν μέρος καὶ αὐταὶ αἱ ἀντιλήψεις μου ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος. Τὸ ζήτημα ἐτέθη πρὸ τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων καὶ τὸ ταμεῖον κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτοῦ τῆς 23 Σεπτεμβρίου ἔλαβεν σχετικὴν ἀπόφασιν. Προηγουμένως ὁ νομικὸς σύμβουλος παρουσιάσθη ἐνώπιον μου καὶ μοῦ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι τὸ εἰσήγαγεν ἐνώπιον τοῦ νομικοῦ συμβουλίου καὶ εὗρε συμφέρον αὐτὸ πρὸς τὰς ἀντιλήψεις του. Πράγματι ὁ κ. Ἰατρίδης νομικὸς σύμβουλος τῶν ὑπουργείων καὶ μέλος τοῦ εἰδικοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ ἡ σχετικὴ ἀπόφασις ἀνεκοίνωσε τὰ ἑξῆς. (ἀναγινώσκει). Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Ὀκτωβρίου ἡ ἐπιτροπὴ παμψηφεὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως ἀνέθηκε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ καλέσῃ τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν μίσθωσιν μὲ ποσὸν 14.000.000 κατ’ ἔτος. Ὄντως ὁ πρόεδρος τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων ἐκάλεσε τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ ἀντὶ 14 ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα περιωρίζετο ἡ ἀπόφασις ἐπέτυχεν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ εἰς 15.000.000 κατ’ ἔτος. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων προτάχθη ἐνώπιόν μου καὶ ἐγὼ σύμφωνα μὲ τὰς ἀντιλήψεις ἀφ’ ἑνὸς τοῦ νομικοῦ συμβουλίου πρὸς τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ σύμφωνα μὲ τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τῆς οὐσίας, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἐνοικιαστοῦ καὶ ἡ σύμβασις ὡς συνήπτετο εἶναι συμφέρουσα ἀπολύτως διὰ τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων, ἐνέκρινα τὴν σύμβασιν. Ἡ συνέχεια τῆς ὑποθέσεως, μετὰ πάροδον τριῶν ἡμερῶν, ἡ ἑταιρεία μᾶς ὑπέβαλε διαμαρτυρίαν, κατὰ πρῶτον μὲν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀκολούθως δὲ μετὰ δύο ἡμέρας εἰς ἐμέ, διὰ τῆς ὁποίας διεμαρτύρετο διὰ τὸν ἀντικανονικὸν τρόπον τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως. Καὶ ὑπέβαλε καὶ ἐγγυοδοτικὴν ἐπιστολὴν 5.000.000 τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος μὲ προσφορὰν 20.000.000 κατ’ ἔτος ἀντὶ τῶν 15.000.000, μὲ τὰ ὁποῖα συνήφθη ἡ πρώτη σύμβασις. Ἡ πρότασις αὐτὴ μοῦ παρεῖχε καὶ τὴν ἐγγύησιν. Εἶχε δὲ καὶ διαφορὰν πέντε ἐν συνόλῳ ἑκατομμυρίων δραχ. Ὄντως διὰ τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων ἦτο δελεαστικὴ καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἐδειλίασα καὶ ἐγώ. Διὰ τοῦτο ὅταν παρουσιάσθησαν οἱ προσφέροντες ἐνώπιόν μου δὲν ἐδίστασα νὰ τοὺς εἴπω, ὅτι μολονότι τὸ νομικὸν συμβούλιον φρονεῖ, ὅτι τὸ εἰδικὸν ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συμβληθῇ ἀπ’ εὐθείας, λαμβάνων ὅμως ὑπ’ ὄψει πρῶτον ὅτι ἡ προσφορά, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλετε σεῖς εἶναι ἀπολύτως συμφερωτέρα, διότι πρόκειται νὰ κερδίσωμεν 10.000.000, 5 διὰ κάθε χρόνον καὶ ὅτι μολονότι τὸ νομικὸν συμβούλιον τὸ λέγει, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον ἐκ μιᾶς ἑρμηνείας νὰ προκύψῃ, ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων ἑκάστοτε ἀποφασιζόμενα δὲν σημαίνουν καὶ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ἐσκέφθην ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θελήσω διὰ μιᾶς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως νὰ ἀνατρέψω τὴν σύμβασιν. Φυσικὰ διὰ τὴν σκέψιν μου αὐτήν, τὴν ὁποίαν εἰλικρινῶς ὁμολογῶ, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμολογήσω, διότι τὴν διετύπωσα ἐγγράφως καὶ πρὸς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων εἶναι προφανὲς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῶ ὅτι ἐσκέφθην νὰ ἀνατρέψω μίαν σύμβασιν νομίμως γενομένην. Τὸ ἐλαφρυντικὸν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἶναι τοῦτο. Ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συμβάσεως μετὰ τοῦ δημοσίου ἠθικῆς, θὰ ἦτο ἀνήθικος μία τοιαύτη πρᾶξις. Τὴν στιγμὴν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν εἴχομεν μία τοιαύτην ἐκμετάλλευσιν ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν εἰς βάρος τοῦ χρήματος τοῦ εἰδικοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων, νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαφρύνῃ τὴν κατάκρισιν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ ἀπευθυνθῇ, ὅτι ἐσκέφθην νὰ ἀκυρώσω ἐγὼ ὁ ἴδιος ὅ,τι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐνέκρινα. Ὁπωσδήποτε αὐταὶ ἦσαν αἱ ἀρχικαί μου σκέψεις. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐκαλυπτόμεθα δι’ ὅλην τὴν διαφορὰν τῶν 10.000.000 ἐζήτησα νὰ μοῦ προσκομίσουν ἐγγυοδοτικὴν ἐπιστολὴν καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τῶν 5.000.000. Ἐκ μέρους τοῦ δικηγόρου των μοῦ ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν τὸ ἀπέκλεισα. Τοὺς εἶπον ὅτι σκέπτομαι νὰ τὸ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἐὰν θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τὰς ἀπόψεις μου καὶ νὰ κάμῃ μίαν τοιαύτην κατάχρησιν τῶν νομοθετικῶν της δικαιωμάτων, οὕτως ὥστε δι’ ἑρμηνείας νὰ ἀνατραπῇ νόμος, ἐκεῖ ὅπου τοιαύτη ἑρμηνεία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρέσῃ. Μοῦ προσεκομίσθη καὶ ἡ ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν διεβίβασα πρὸς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων. Εἶναι τὸ ἔγγραφον μου διὰ τοῦ ὁποίου λέγω. (ἀναγινώσκει). Ἡ δὲ διατύπωσις τὴν ὁποίαν ἔκαμα ὡμίλει καὶ περὶ ἀκυρώσεως ἑρμηνευτικῆς πάσης συμβάσεως, ἡ ὁποία εἶχε συναφθῆ κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι τὰς σκέψεις μου αὐτὰς καὶ τὰς προθέσεις μου ἤρχισα νὰ τὰς συζητῶ ἀμέσως καὶ μὲ τοὺς νομικούς μου συμβούλους, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐκείνους, εἰς τὴν κρίσιν τῶν ὁποίων καὶ τὸ κῦρος, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἔχω περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην παρὰ εἰς τὰς ἀτελεστάτας ἰδικάς μου νομικὰς ἀντιλήψεις. Τὸ ἔθεσα ὑπὸ τὴν κρίσιν, καὶ οὐδεὶς εὑρέθη, ὁ ὁποῖος νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην πάντων ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν ἐγὼ ὁ ἴδιος ὁ ἐγκρίνας νὰ ὑποβάλω ἐγὼ ὁ ἴδιος ἑρμηνείαν περὶ ἀκυρώσεως. Ὁμολογῶ ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ σημεῖον, σημεῖον τι καταχρήσεως, εἶναι αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑπέβαλλον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μίαν τοιαύτην πρότασιν, ἡ πρότασις αὐτὴ θὰ συνεκρούετο πρὸς ἐπανειλημμένας σαφεῖς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε προβῆ ἐπὶ τῆς καταχρήσεως, ἡ ὁποία γίνεται πολλάκις ἐκ μέρους τῶν νομοθετικῶν σωμάτων τῆς ἀναδρομικῆς ἰσχύος τῶν νόμων διὰ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας αὐτῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ καὶ προτοῦ παρέλθῃ τὸ δίμηνον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, μὲ ἐπεσκέφθησαν ἐπανειλημμένως οἱ προσφέροντες τὸ μεῖζον ποσὸν λέγοντες, μὰ τὶ γίνεται τέλος πάντων, ἀργεῖ ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Τοὺς εἶπον ὅτι ἐγὼ προτείνω νὰ τὸ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἡ πρόθεσις ἡ ἰδική μου δὲν σημαίνει καὶ τὴν κατ’ ἀνάγκην ἀποδοχὴν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἐὰν ἐνόμιζον ὅτι διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἦτο δυνατὸν νὰ προβοῦν εἰς τὴν ἀκύρωσιν, ἢ ἀκύρωσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κλονισθῇ, οὔτε νὰ παρεμποδισθῇ παρ’ ἐμοῦ. Ἀφ’ οὗ ὅμως κατέληξα ἤδη εἰς τὴν ἀπόφασιν—καὶ ἐδῶ ἔρχεται καὶ ἕτερον σημεῖον κατακρίσεως— ἀφ’ οὗ κατέληξα εἰς τὴν ἀπόφασιν, κατόπιν τῶν γνωμῶν ὅλων ἐκείνων τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθην, νὰ μὴ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑρμηνείαν, καθ’ ὃν τρόπον σᾶς τὴν ἐξέθεσα, ἐσκέφθην ὅτι θὰ ἦτο ἁμαρτία ἐὰν ὁπωσδήποτε δὲν ἐπωφελούμην τῆς μεγαλυτέρας αὐτῆς προσφορᾶς. Διὰ τοῦτο ἐκάλεσα τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ τοῦ εἶπον ὅτι θὰ ζητήσω ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε ἡ συναφθεῖσα σύμβασις νὰ καταπέσῃ ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ὅτι ὁ μόνος τρόπος νὰ μὲ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὴν τοιαύτην πρότασιν θὰ ἦτο νὰ προσφέρῃ ποσὸν μεῖζον, οὕτως ὥστε νὰ πλησιάσῃ τὴν μείζονα προσφοράν. Καὶ ἐδῶ ἀποδέχομαι τὴν κατάκρισιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἡ ἐνάσκησις τῆς ψυχολογικῆς βίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἦτο δεδικαιολογημένη ὁπωσδήποτε, συνεπείᾳ τοῦ ἱστορικοῦ τῆς ὑποθέσεως, τὸ ὁποῖον τόσον ἐκτενῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐξετέθη ἐνώπιον ἡμῶν.
§39Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ὁ προτείνας τὸ μεγαλείτερον ποσὸν προηγουμένως δὲν συνέπραττε μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, διότι εἶναι ἀνάγκη καὶ αὐτὸ νὰ γνωσθῇ διὰ τὸ ἠθικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως.
§40Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὁπωσδήποτε εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον εἰς τὸ παρελθὸν ὅτι αἱ δύο ὁμάδες αἱ σήμερον ἀνταγωνιζόμεναι, εἰς τὸ παρελθὸν ἦσαν ὁμάδες συμπράττουσαι, διανέμουσαι μεταξύ των ὅλας τὰς διαφορὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐκερδίσαμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ἀπ’ εὐθείας συνάψεως τῆς συμβάσεως. Καὶ τώρα ὅταν ἔρχωνται καὶ μοὶ λέγουσιν: ἐζημίωσες τὸ δημόσιον ἐκ τῆς πράξεως, ἐρωτῶ! τὸ δημόσιον ἐζημίωσα ἢ τοὐναντίον ὠφελήθη τὸ εἰδικὸν ταμεῖον ὁδοστρωμάτων, διότι ἂν δὲν ἐγένετο ἡ ἀπ’ εὐθείας μίσθωσις ἀσφαλῶς δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἀντιπροσφορὰ τῶν 20 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, ἀλλὰ ἁπλούστατα ἡ διαφορὰ τὴν ὁποίαν ἐπωφελοῦντο οἱ προσφέροντες τὸ μεῖζον ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνεθυλάκευον κατὰ τὴν διακωμῴδησιν τῶν δημοπρασιῶν εἰσῆλθεν, ἀντὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ θυλάκιον τῆς δευτέρας ὁμάδος, εἰσῆλθεν εἰς τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων. Κατὰ συνέπειαν σχῆμα λόγου εἶναι ὅταν λέγωμεν ὅτι ἐζημιώθη τὸ δημόσιον κατὰ 8 ἑκατομμύρια, διότι οὐδεμίαν πραγματικὴν ζημίαν ὑπέστη, διότι, ἂν διεξήγετο ἡ δημοπρασία, ἔχομεν πλήρη τὰ στοιχεῖα νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι τὸ ποσὸν δὲν θὰ ἀνήρχετο οὔτε εἰς τὰ 10 ἑκατομμύρια τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§41Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔγινεν ἓν σφᾶλμα, τὸ ἑξῆς. Ἐφόσον ἐπείθεσθε ὅτι ἡ κίνησις τῶν αὐτοκινήτων ἦτο ἀσυγκρίτως τῷ λόγῳ μεγαλειτέρα, νομίζω ὅτι εἴπατε ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ διπλάσιον.
§42Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀπὸ τὸ 1925 ἕως σήμερον.
§43Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἔπρεπε νὰ προκηρύξετε μίαν δημοπρασίαν, ὁρίζοντες τὸ κατώτερον ὅριον, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίζατε σεῖς καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπέτρεπεν αὐτὰ τὰ παιγνίδια εἰς τοὺς διαφόρους.
§44Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Καὶ δὲν θὰ τὸ προσέφερε κανείς.
§45Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§46Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὅταν ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει μία βάσις δὲν εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ τὴν λάβουν ὑπ’ ὄψιν, δεδομένου ὅτι εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ξέρουν τὴ δουλειά, διότι μὲ τὴν σκέψιν αὐτὴν πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὰς δημοπρασίας. Εἰμποροῦμεν νὰ τὰ κάμωμεν;
§47Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἴσως αὐτὰ ἠμποδίζοντο ἂν ἐγένοντο οἱ συναγωνισμοὶ διὰ μυστικῶν προσφορῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἀναγομένων ἐνώπιον ἐπιτροπῆς δημοσίᾳ συνεδριαζούσης.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν προκαλεῖ συναγωνισμὸν πολλῶν κεφαλαιούχων, διότι ἀπαιτεῖ μίαν ὀργάνωσιν ἰδιαιτέραν καὶ χρησιμοποίησιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς ἐπιχειρηματίου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶναι ὀλίγοι οἱ προσερχόμενοι καὶ ἡ σύμπραξις καὶ ἡ συμπαιγνία εἶναι εὔκολος καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἴχομεν ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα τῶν συναγωνισμῶν. Αὐτὴ ἡ σύμβασις εἶχε τὸ καλὸν ὅτι ἔσπασεν αὐτὴ ἡ συμπαιγνία καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ γίνεται σοβαρῶτερος ὁ συναγωνισμὸς καὶ εἴχομεν καὶ μίαν σοβαρὰν αὔξησιν.
§49Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ συνάδελφος καλύπτει καὶ ὀρθῶς πράττει τὸ συμβούλιον τοῦ ταμείου ἀπὸ τῆς εὐθύνης, ἀλλ’ εἰς ἕν σημεῖον νομίζω ὅτι κάποια ἐπίκρισις ἀνήκει εἰς τὸ συμβούλιον μονίμων ὁδοστρωμάτων, διότι, ἐνῷ ἐκ τῆς συμβάσεως εἶχε δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ παρατηρητάς, τὸ παρέλειψεν. Ἂν ὑπῆρχον θὰ εἰξεύρωμεν τὸ τί εἰσεπράττετο.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι δύσκολον ὁ παρατηρητὴς νὰ παρακολουθήσῃ.
§51Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ θὰ μποροῦσαν καὶ τὰ μπιλλιέτα νὰ εἶναι ἐσφραγισμένα ἀπὸ τὸ δημόσιον διὰ νὰ ἠξεύρωμεν τί εἰσπράττεται, καὶ ὅταν αὐτὸ ἠξεύρομεν καὶ ἀνακοινοῦμεν ὅτι ἀπὸ τὸν φόρον αὐτὸν εἰσεπράχθησαν π. χ. 25 ἑκατομμύρια καὶ ἐθέτομεν εἰς πλειοδοσίαν τὸν φόρον θὰ προσήρχοντο βεβαίως εὐκολώτερα εἰς τὸν συναγωνισμόν.
§52Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω πρᾶξιν τοῦ ὑφυπουργοῦ κ. Δεληγιάννη, ὁ ὁποῖος ἐξέθηκεν εἰς συναγωνισμὸν τὸν φόρον δημοσίων θεαμάτων μὲ βάσιν τὰ 32 ἑκατομμύρια καὶ δὲν παρουσιάζετο κανείς· ἔβαλε 40 καὶ ἔφθασε τὰ 42 ἑκατομμύρια.
§53Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Αὐτὸ ὑπῆρξε συνέπεια τῆς διασπάσεως τῶν ὁμάδων, ἡ ὁποία προῆλθε συνεπείᾳ τῆς ἐνοικιάσεως ἀπ’ εὐθείας τοῦ φόρου τῶν διοδίων. Ἂν δὲν διεσπῶντο αἱ ὁμάδες καὶ ἂν ἐξηκολούθουν συνεργαζόμεναι, οὔτε τὸ ταμεῖον τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων θὰ ἐλάμβανε περισσότερα τῶν 12 ἑκατομμυρίων οὔτε καὶ εἰς τὸν φόρον τῶν δημοσίων θεαμάτων θὰ ἐπιτυγχάνοντο τὰ θαυμάσια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπετεύχθησαν. Καὶ ἐπὶ πλέον προσθέτω ὅτι ἡ προσφέρουσα τὸ μεῖζον ποσὸν ὁμάς, ἤρχετο συνεχῶς εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ λέγουσα εἰς αὐτόν: ἐγκατάλειψε τὰ δημόσια θεάματα νὰ σὲ ἀφήσω ἥσυχον εἰς τὸν φόρον τῶν διοδίων. Οὕτως ὥστε, νὰ μὴν ἔχῃς συναγωνιστὴν εἰς τὴν δημοπρασίαν τοῦ φόρου τῶν θεαμάτων, νὰ μὲ ἀφήσῃς δὲ ἐμένα ἥσυχον εἰς τὴν δημοπρασίαν τῶν διοδίων, διότι ὁ ὑπουργὸς σκέπτεται νὰ μὲ ἀνατρέψῃ.
§54Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι προσήκει νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἑρμηνείαν τῆς συμβάσεως.
§55Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὁπωσδήποτε, κύριοι βουλευταί, ἀφ’ ἧς ἐγκατέλειψα τὴν ἀρχικήν μου πρόθεσιν, νὰ ζητήσω τὴν ἑρμηνείαν τῆς συμβάσεως, ἐκάλεσα τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ τοῦ ἀπηύθυνα ἔγγραφον, ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀκυρώσεως καὶ νὰ μὴ προσθέσῃ περισσότερα. Μετὰ πολλὰς διαπραγματεύσεις κατελήξαμεν εἰς τὸ νὰ πληρώνῃ ἕνα ἑκατομμύριον περισσότερα ἐτησίως. Τοῦ εἶπα: «φέρε μου τὴν σχετικὴν δήλωσιν» μοῦ εἶπε «θὰ τὴν φέρω», ὁπότε τὴν ἑπομένην παρουσιάσθη συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν νομικὸν σύμβουλον, ὁ ὁποῖος μοῦ λέγει: Θὰ πληρώσωμεν μὲν τὸ ἕν ἑκατομμύριον ἐπὶ πλέον, ἀλλὰ τὴν δήλωσιν δὲν τὴν δίδομεν, διότι ἐξηγήθη ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως θὰ ἐσήμαινε ἀναγνώρισιν τῆς ἀκυρότητος ἐκ μέρους τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῆς συμβάσεως. Δι’ αὐτό, μοῦ εἶπε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ καλέσετε τὸν ἐδικόν σας νομικὸν σύμβουλον καὶ νὰ τοῦ πῆτε νὰ εὕρῃ ἐκεῖνος τὴν διατύπωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μοῦ πάρῃ τὸ ἕν ἑκατομμύριον δραχμάς, διότι μίαν δήλωσιν τοιαύτην ἐκεῖνος εἶπεν ὅτι δὲν τὴν θέλει. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, συνεκάλεσα ὁ ἴδιος εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων, τοὺς ἔκαμα τὴν ἐξιστόρησιν ἀκριβῶς ὅπως τὴν κάμνω σὲ σᾶς τώρα, καὶ τοὺς εἶπα ὅτι κατελήξαμεν εἰς τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν νὰ ἀφήσωμεν τὴν σύμβασιν ὅπως ἔχῃ. Τότε ὁ κ. Πατρίδης ἐφεῦρε τὴν δικαιολογίαν ὅτι πρόκειται περὶ λογιστικοῦ λάθους, καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάζεται τὸ ἀνώμαλον ὅτι ἔκαμε καὶ τὸ ταμεῖον καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς ἕνα λογιστικὸν λάθος ἑνὸς ἑκατομμυρίου κατ’ ἔτος, ἐν συνόλῳ. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι βουλευταί, ὅλον τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς πολυθρυλλήτου αὐτῆς ὑποθέσεως, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Τύπος ἀπησχολήθη κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ὁλόκληρος συνεδρίασις καταναλίσκεται σήμερον—καὶ θὰ καταναλωθῇ ἐξ ὁλοκλήρου ὅπως φαίνεται — διὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὡς κατακλεῖδα θὰ εἶχον νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι οὐδόλως μετανοῶ διὰ τὴν ἀρχικὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον, τοῦ νὰ ἐγκρίνω δηλαδὴ τὴν πρᾶξιν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἐνοικιάσεως ἀπ’ εὐθείας τοῦ φόρου τῶν διοδίων, ἄνευ διαγωνισμοῦ, διότι νομίζω ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ εἰδικοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων ἐκανονίσθησαν κατὰ τὸν καλλίτερον δυνατὸν τρόπον. Κατόπιν τῆς τελευταίας προσφορᾶς, δὲν νομίζω νὰ φαντάζεται κανεὶς ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐνοικίασις διὰ δημοπρασίας. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀποτελεῖ στοιχεῖον πρὸς κατάκρισίν μου, εἶναι, καθὼς μοῦ εἶπεν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐσκέφθην σύμβασιν συναφθεῖσαν συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβούλου, νὰ εὕρω τρόπον νὰ τὴν ἀκυρώσω. (χειροκροτήματα).
§56Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὑπὸ συζήτησιν ἐπερώτησις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ τύχῃ γενικωτέρας ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως.
§57Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρὶν προχωρήσωμεν, κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελον νὰ δηλωθῇ ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐὰν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Μαντᾶ περὶ ἀποδόσεως μομφῆς εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἀντιπροσωπεύῃ γνώμην τοῦ κόμματος ὁλοκλήρου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ θέσω ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ θέλω νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ παραμείνουν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν.
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί. Φρονῶ ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ μίαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς ἡ τοιαύτη ἐνέργεια νὰ θεωρηθῇ ὡς θέλησις ὁλοκλήρου τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον οὗτοι ἀνήκουν.
§59Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὴν ἀπόδοσιν μομφῆς, κύριοι βουλευταί, ἀπαιτεῖται νὰ διατυπωθῇ δυσπιστία ἐκ μέρους ὡρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν.
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητον· δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει οὔτε ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς βουλευτῶν. Ἔγινεν ἁπλῶς μία ἐπερώτησις ἐκ μέρους ἑνὸς βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει δικαίωμα πρὸς τοῦτο, δὲν νομίζω δέ, ὅτι κάθε ἐπερώτησις βουλευτοῦ, δύναται νὰ περιβληθῇ τὸν τύπον ἐπερωτήσεως ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον οὗτος ἀνήκει. Ἐὰν θεωρῆτε ἀναγκαῖον νὰ προκαλέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἶναι δικαίωμά σας. Πάντως ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὸ χαρακτηρίσω οὕτως.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἀρκεῖ αὐτό. Δὲν ὑπάρχει λόγος περαιτέρω συζητήσεως. Οὔτε ἐσκόπουν νὰ θέσω τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν. Μετὰ τὴν ἐπερώτησιν ὅμως, ἐπεθύμουν νὰ μοῦ πῆτε, ἂν τὸν Λαϊκὸν κόμμα υἱοθετῇ τὴν πρότασιν τῆς μομφῆς, καὶ τοῦτο διὰ νὰ παρακαλέσω τοὺς φίλους μου βουλευτὰς νὰ μείνουν εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἡ ὁποία ἀναγκαίως θὰ ἐπηκολούθη. Ἐφόσον ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν τὴν υἱοθετεῖ δὲν γεννᾶται ζήτημα ψηφοφορίας.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν δύναται νὰ διατυπωθῇ μία τοιαύτη πρότασις. Εἰς τὸ παρελθόν, συχνὰ εἴχομεν πολιτικὰ ζητήματα καὶ συχνὰ ἐπροκαλεῖτο ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν δυσπιστίαν ἑνὸς βουλευτοῦ. Διὰ νὰ παύσουν αὐτὲς ἡ ἱστορίες παρεδέχθημεν εἰς τὸ 89 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὅτι γιὰ νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις μομφῆς, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἀπὸ ὡρισμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν, διότι μόνον ὅταν ὑποστηρίζηται ἀπὸ πολλοὺς βουλευτὰς ἀποκτᾶ κἄποιαν σοβαρότητα. Τὴν Κυβέρνησιν βεβαίως δὲν τὴν ἐμποδίζει τίποτε νὰ θέτῃ ὁποτεδήποτε ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ νὰ κάνῃ ψηφοφορίας, πάντως ὅμως δὲν συντελεῖ εἰς τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας, ἐὰν εἰς κάθε διαφωνίαν ἑνὸς βουλευτοῦ, προκαλῇ ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Κατόπιν διὰ νὰ ἀποφεύγεται ἡ ἔγγραφος πρότασις ὡρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἐγένετο δεκτὸν νὰ τίθεται ζήτημα ἐπιστοσύνης, ὅταν ἡ πρότασις ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἓν κόμμα.
§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζήτησα νὰ μοῦ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐὰν θέλῃ νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν.
§64Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα δὲν σκέπτεται νὰ θέσῃ τοιαύτην πρότασιν, ἂν θέλῃ νὰ τὴν θέσῃ ἡ Κυβέρνησις, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἰδικόν της. Ἄλλως τε τὸ Λαϊκὸν κόμμα δὲν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν βουλευτῶν διὰ νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν.
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἐρωτῶ: θεωρεῖτε ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ ψηφοφορία;
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸ κανονίσω αὐτό, ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸ κανονίσῃ.
§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐφόσον δὲν τὸ θέτει τὸ Λαϊκὸν κόμμα, δὲν τὸ θέτει καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαθανάσης.
§69Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθω, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος, νομίζω ὑποχρέωσίν μου νὰ σημειώσω, ὅτι ὑπῆρξε πεπλανημένη ἡ γνώμη καὶ ἡ ἀντίληψις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ὅτι διὰ νὰ δώσῃ, ἢ νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις ἐλεγχόμενος ἐπὶ μιᾶς πράξεως ὡρισμένης ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου του, πρέπει ἡ πρᾶξις αὕτη νὰ φέρῃ τὴν ἔγκρισίν του. Νομίζω ὅμως, ὅτι παρὰ τὴν ἐξενιχθεῖσαν τοιαύτην γνώμην τὴν ἀληθῶς πεπλανημένην, θὰ ἔπρεπε, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ἐλεγχόμενος διὰ μίαν πρᾶξιν τῆς ὑπηρεσίας, ἡ πρᾶξις αὕτη νὰ φέρῃ τὴν ἔγκρισίν του. Ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θέματος προκύπτουν δύο ζητήματα, πρῶτον τῆς μειώσεως τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ μισθοῦ του, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἴτε εἶναι συμβιβασμός, εἴτε εἶναι δωρεά, εἶναι ἄκυρον. Ἡ δικαιολογία ἡ ὁποία ἀνεγράφη, ὅτι ἐπῆλθε ἡ μείωσις, διότι πλεῖστα αὐτοκίνητα διέρχονται μὲ ἐσβυσμένους τοὺς φανοὺς πρὸς τὴν Βουλιαγμένην, εἶναι ἀστήρικτος.
§70Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Μείωσις λόγῳ τοῦ ὅτι διήρχοντο αὐτοκίνητα μὲ ἐσβυσμένους τοὺς φανοὺς δὲν ἔγινε καμμία. Ἔγινε μείωσις συνεπείᾳ τοῦ δαγγείου. Παρηρμηνεύσατε τὰ γεγονότα.
§71Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ δεύτερον ζήτημα τὸ τῆς μισθώσεως ἄνευ δημοπρασίας, καὶ ἥτις μίσθωσις ἄκυρος.
§72Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐλέχθη ὅτι ὁ ἐνδιαφερόμενος, ὁ ὑποβαλὼν ὕστερα τὴν προσφορὰν τῶν 20 ἑκατομμυρίων, ἔχασε τὴν προθεσμία του, νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.
§73Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἀσχέτως τούτων ἡ δημοπρασία αὕτη εἶναι ἄκυρος, διότι εἶναι σαφεῖς αἱ διατάξεις τοῦ σχετικοῦ νόμου.
§74Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τί σημασίαν ἔχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ἔννοια τοῦ νόμου;
§75Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἔχει σημασίαν διὰ τὸ κῦρος ἢ μὴ τῆς ἐνοικιάσεως.
§76Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐκτὸς ἐὰν εἷς ἐκ τῶν ἐνοικιαστῶν λέγει, ὅτι ἀκύρως ἐγένετο ἡ ἔγκρισις τῆς δημοπρασίας. Ἂν νομίζετε, ὅτι ἐκ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου προκύπτει, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ σύμβασις ὑποβάλετε πρότασιν νόμου. Δηλῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέχεται νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, τὴν ὁποίαν πρότασιν θὰ συζητήσωμεν καὶ ἂν γίνῃ δεκτή, θὰ ἀκυρώσωμεν τὴν σύμβασιν.
§77Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων ἐνήργησε σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἐξετελέσθη συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, διότι πρόκειται περὶ νομικοῦ προσώπου, καὶ τὰ νομικὰ πρόσωπα δὲν δύνανται νὰ κάμωσι συμβάσεις ἄνευ δημοπρασίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὰ τὰ διοικητικὰ συμβούλια ἔστω διὰ λόγους γενικούς, διὰ λόγους ἐπιδιώξεως κέρδους νὰ ἀναθέτωσι τὴν ἐνοικίασιν ἄνευ δημοπρασίας. Τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὰ συμβούλια αὐτὰ ἀπομακρύνουσι κάθε εὐθύνην μόνον ὅταν προβαίνουσι εἰς δημοπρασίαν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται γενικῶς ἐφ’ ὅλων τῶν προσώπων καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον ὑπῆρχε ὑποχρέωσις τῆς διὰ δημοπρασίας ἐνοικιάσεως. Τότε καὶ μόνον θὰ ἠδύνατο ἄνευ δημοπρασίας νὰ χορηγηθῇ ἡ ἐνοικίασις ὅπου ὑπῆρχε εἰδικὴ διάταξις ἐπιτρέπουσα τοῦτο. Τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἐφόσον δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, ἀντιθέτως δὲ καὶ ἐκ τῆς φράσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου ρητῶς ἐνδεικνύεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐνεργείας δημοπρασίας καὶ τῆς συμμορφώσεως πρὸς τὸν λογιστικὸν νόμον, εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ἄκυρος. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον νομίζω ὅτι ὁ διακεκριμμένος νομικὸς σύμβουλος τὸν ὁποῖον γνωρίζω καὶ ἐκτιμῶ, περιέπεσε εἰς διπλοῦν σφάλμα, 1) σφάλμα εἶναι ὅτι ἔδωσε γνώμην ἐπὶ ὑποθέσεως εἰς τὴν εὐθύνην τῆς ὁποίας μετεῖχε, διότι διετέλει καὶ αὐτὸς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, τῆς προβαινούσης εἰς τὴν τοιαύτην μίσθωσιν ἄνευ δημοπρασίας.
§78Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅπως ἐξήγησε τὸ πρᾶγμα ὁ κ. ὑπουργός, νομίζω ὅτι ὁ νομικὸς σύμβουλος ἐξέφρασε γνώμην πρὶν γίνῃ ἡ πρᾶξις.
§79Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἕνας λόγος ἐπὶ πλέον κύριε Πρόεδρε.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ γνώμη ἐξεφράσθη μετὰ τὴν πρᾶξιν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἀκριβείᾳ τῶν πραγμάτων.
§81Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι προηγήθη ἡ γνωμάτευσις τοῦ νομικοῦ συμβούλου.
§82Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Μάλιστα προηγήθη.
§83Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὑπάρχει μία διάταξις ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν δημοπρασίαν ἐν τῷ εἰδικῷ νόμῳ.
§84Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὁ νόμος λέγει τὰ ἑξῆς: Ἐφαρμόζονται γενικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν.
§85Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.
§86Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐγὼ ἔχω πάντως τὴν γνώμην ὅτι ἡ σύμβασις ἡ γενομένη εἶναι ἀναμφισβητήτως ἄκυρος καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀκυρώσῃ.
§87Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ κάμετε τὴν πρότασιν νόμου καὶ νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τοὺς καλλιτέρους νομικοὺς διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ὄχι νὰ χάνωμεν τὴν ὥραν μας ἐδῶ.
§88Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ὑποστηρίξω τὴν τοιαύτην πρότασιν, διότι ἂν καθένας ἐνοικιαστὴς κατόπιν μιᾶς πεπλανημένης ἐνεργείας τῶν ἀρχῶν ἔρχεται καὶ ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῶν ζημιῶν του.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀντιθέτως πρὸς ὅτι λέγεται ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει εὐθύνην. Ἀλλ’ ἂν ἔγινε μία παρανομία εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ τὴν ἄρωμεν. Ἂν σεῖς ὅμως πιστεύετε τὸ ἐναντίον, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα εἰς ἐπιτροπήν.
§90Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τί λέγει τὸ ἄρθρον 3; Δὲν λέγει τίποτε. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἐκεῖ ποῦ ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἀναφέρεται ρητῶς.
§91Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω τοῦτο. Ἐκ τῶν γενικῶν τοῦ δικαίου ἀρχῶν πᾶν νομικὸν πρόσωπον.
§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη τοῦ δικαίου ἀρχή.
§93Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὑπάρχει αὐτή, ὅτι πᾶν νομικὸν πρόσωπον μὴ ἔχον ἐλευθέραν τὴν διάθεσιν τῆς περιουσίας του, δὲν δύναται νὰ τὴν διαθέσῃ ἄνευ δικαστικῆς ἐπεμβάσεως. Καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν δικονομίαν θὰ τὸ εὕρετε αὐτό, καὶ εἰς τὸ ἐνοχικὸν δίκαιον περὶ κυρώσεως πράξεων συμβιβαστικῶν.
§94Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ συμβιβασμοῦ. Ὁ νόμος λέγει ὅτι ἡ ἐκμίσθωσις γίνεται καθ’ ὃν τρόπον ἀποφασίζει τὸ ταμεῖον.
§95Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐγὼ διαβλέπω ὅτι εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ ταμείου αὐτοῦ ὑπῆρχε ἡ σύγχισις, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ δὲν ἦτο οἵα ἔδει νὰ εἶναι. Διότι τὸ ταμεῖον ἐνῷ εἶχε μίαν σύμβασιν ἐνώπιόν του καὶ εἶχε τὴν συνείδησιν ὅτι δὲν εἶναι ἔγκυρος, ἐν τούτοις προέβαινεν εἰς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν ὑπογράψαντα.
§96Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐγὼ προέβην καὶ ὄχι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν τοὺς εἶδε τοὺς προσφέροντας, μόνον ἐγώ.
§97Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τότε θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι παρέβητε μίαν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἴχατε, πρὶν ἢ προέλθητε εἰς ἀποδοχὴν τῶν προτάσεων αὐτῶν νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα τοῦ κύρους τῆς συμβάσεως. Καὶ ἀντὶ νὰ τὴν ἀπορρίψητε τελείως τὴν αἴτησιν αὐτῶν τὴν ἀπεκρούσητε ἁπλῶς...
§98Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὴν ἀπέκρουσε.
§99Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τὴν τροποποίησε. Ἔβαλε τὴν πρόσθετον ὑποχρέωσιν νὰ αὐξήσῃ τὴν ἐγγύησιν ἀπὸ 10 ἑκατομμύρια εἰς 12½ καὶ ἂν ἐκεῖνος συνεμμορφοῦτο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει.
§100Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν τοῦ εἶπον ἐγώ, δέχομαι τὴν πρότασίν σου, τοῦ εἶπον, κύριε, θὰ ἐξετάσω τὴν πρότασίν σου.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρὶν προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν ὁ κ. ὑπουργὸς εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρευνήσῃ διὰ τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως, ἐὰν εἶναι ἔγκυρος ἢ ὄχι. Ἐπὶ πλέον ὅτι ὑπῆρχε παρ’ αὐτῷ τῷ μισθωτῇ τῷ γενομένῳ τοιούτῳ διὰ τῆς συμβάσεως, ἡ ἔνοχος συνείδησις, ὅτι κἄτι τὸ ἐλαττωματικὸν ἔχει ἡ σύμβασις, τοῦτο ἐξάγεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν πρότασιν, γενομένην εἰς αὐτόν, προσφέρεται νὰ δώσῃ 1.200.000 εἰς τὸν ἄλλον, τὸν μὴ γενόμενον μισθωτήν.
§102Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν προέκυψε τοιοῦτον τι· μόνον τὰ ἔξοδα τῶν ἐγγυοδοτικῶν ἐπιστολῶν. Αὐτὰ τοῦ ἐπέβαλον ἐγώ.
§103Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Πῶς; μὲ ποῖον δικαίωμα.
§104Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Αὐθαιρέτως τοῦ εἶπα: θὰ μοῦ δώσῃς 1.200.000. Ἐνήσκησα ψυχολογικὴν βίαν.
§105Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐὰν ἔχετε τὴν δύναμιν, κύριε ὑπουργέ, πάντας τοὺς συμβαλλομένους μὲ τὸ Δημόσιον νὰ τοὺς ὑποχρεώνετε νὰ δίνουν ἀποζημίωσιν, ἐγὼ θὰ ἔλεγα ὅτι αἰωνίως πρέπει νὰ εἶσθε ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ μάλιστα νὰ ἀναλάβητε καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ἐὰν ἀληθῶς προέκυψε ζημία εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅμως τούτου δὲν εἶμαι ἑτοιμασμένος δυστυχῶς ἐκ τῆς προχείρου αὐτῆς συζητήσεως νὰ ἐκφέρω γνώμην ἀσφαλῆ, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἤκουσα ἀπὸ τὰ διαπιστούμενα ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ, προκύπτει ὅτι ἐπηκολούθησε κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν 5ετίαν μία αὔξησις οὐσιώδης τῆς κινήσεως τῶν αὐτοκινήτων. Καὶ ἐνῷ ἐπῆλθε καὶ ἐξακολουθεῖ τοιαύτη αὔξησις, ἐν τούτοις τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ηὐξήθησαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ; Νὰ κύψῃ τὸ δημόσιον μοιρολατρικῶς εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δέχεται ὅτι προσφέρει ὁ Αʹ ἢ ὁ Βʹ ἢ διὰ παντὸς τρόπου, καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἡ δημοπρασία νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐνοικίασις τοῦ φόρου, διὰ νὰ φανῇ ἐὰν τὸ μίσθωμα τὸ προσφερόμενον διὰ τῆς συμβάσεως ἀνταποκρίνετο πρὸς τὴν τοιαύτην βεβαιουμένην τεράστιαν αὔξησιν τῆς κινήσεως τῶν αὐτοκινήτων; Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι προφανὴς ἡ ζημία ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ δημόσιον, ἀφοῦ μάλιστα ὡμολογήθη καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι προφανὴς καὶ διεπιστώθη καὶ ἡ παράβασις τοῦ νόμου, τὴν εὐθύνην τῆς ὁποίας βεβαίως φέρει ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ τὸ χειρότερον εἶναι ὅτι ὁ κ. ὑπουργός, ἐνῷ ἀναγνωρίζει ὅτι ἐπῆλθε μία ζημία εἰς τὸ δημόσιον.....
§106Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν τὸ ἀναγνωρίζω αὐτό. Οὐδεμία ζημία εἰς τὸ δημόσιον ἐπῆλθε. Ἀπ’ ἐναντίας τὸ εἰδικὸν ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων ἐκέρδισε τὴν διαφορὰν διότι ἀπέδειξα ὅτι ἐὰν ἐγίνετο ἡ δημοπρασία ἡ προσφορὰ θὰ ἔφθανε 5.000.000 ἐνῷ ἔφθασε 11.000.000.
§107Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὥστε ὁ προσφέρων θὰ ἔφευγε;
§108Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὄχι, διότι ἦτο μαζύ.
§109Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ σημεῖα περὶ τὰ ὁποῖα ἐστρέφετο ἡ ἐπερώτησις, νομίζω ὅτι διεφωτίσθησαν κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον ὥστε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ δύναται νὰ ἐκφέρῃ ἀσφαλῶς βεβαίαν γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζερμιᾶς.
§111Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Τὰ πράγματα ἐξιστορήθησαν ἀπὸ τὴν πραγματικήν των ἄποψιν καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπερωτῶντας καὶ ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Τίθεται τὸ ζήτημα καθαρῶς εἰς ἡμᾶς. Ἡ ἐπερώτησις ἔχει ἀντικείμενον μόνον πολιτικοῦ ἐλέγχου τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅστις ἐξ ἀμελείας ἢ δολιότητος ἐζημίωσε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. ὑπουργὸς ὀχυροῦται ὄπισθεν τῆς ἀποφάσεως τοῦ νομικοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ ἐλέχθη ὅτι εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου, διὰ νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς τάσεως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ ἦλθε νόμος ἑρμηνευτικὸς καὶ ἐξηγέρθη αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἁπλούστατα, θὰ μεταφέρωμεν ἐν τῇ Βουλῇ τὰ δικηγορικά μας γραφεῖα.
§112Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ἐγὼ νὰ κάνωμεν ἑρμηνευτικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ παρερμηνεύῃ τὸν νόμον. Ἐγὼ εἶπον κάνετε μίαν ἐπιτροπὴν καὶ ἄν...
§113Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ ἑξῆς: ἐὰν ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ ὑπερβάλλοντι ζήλῳ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ εἰδικοῦ ταμείου, αὐθαιρέτησε. Διότι ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὅταν συνεζητεῖτο μία τοιαύτη προσφορὰ εἰς τὸ συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ 15 πρόσωπα, ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον αὐτῆς γνῶσιν καὶ δὲν θὰ ἐπήγαιναν πρὶν κλείσῃ ἡ συμφωνία νὰ εἰποῦν ὅτι θὰ κάνωμεν καὶ ἡμεῖς μίαν προσφοράν, καὶ ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς θὰ πιστεύσῃ ὅτι τὰ μέλη αὐτὰ δὲν θὰ ἐδέχοντο συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ; Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδέχθη νὰ συζητήσῃ μετ’ αὐτῶν. Ἰδοὺ ποῦ εἶναι τὸ σημεῖον τῆς ἐπικρίσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, διότι ἡ πρότασις εἶναι ἐκβιαστική...
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πόθεν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ νέα σύμβασις;
§115Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι παρακολουθοῦν. Ἀντὶ λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τοὺς στείλῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα ἔκανε συζήτησιν περὶ τοῦ κύρους μιᾶς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν τὸ νομικὸν συμβούλιον τὴν ἔκρινεν ἄκυρον. Αὐτοὶ εἶναι ἐκβιασταὶ καὶ ἡ πρᾶξις των θίγει τὰ ὅρια τοῦ ποινικοῦ νόμου. Αὐτοὶ ἦσαν συνεταῖροι, ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καθορίζῃ τοὺς μὲν διὰ τῶν δέ. Ἐδῶ τὸ δεύτερον ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ἀποτελεῖ ἐκβιασμόν, τιμωρούμενον ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον παρακολουθήσας τὴν συζήτησιν ἀμερολήπτως τοῦτο εἶδον. Ὅτι τὸ ὑπερβολικὸν ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ἔδειξε ὁ κ. ὑπουργὸς τὸν ὤθησε νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον.
§116Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψετέ μου μίαν διακοπὴν κ. συνάδελφε, ἐπειδὴ καὶ παλαιότερος ὑμῶν δικηγόρος εἶμαι καὶ δὴ εἰς τὰ ποινικά, σᾶς λέγω ὅτι ὁ ἰσχυρισμός σας θὰ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τρίτου τινός. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἦτο ὁ διαπραγματευόμενος. Καὶ ὁ διαπραγματευόμενος ἔχει δικαίωμα καὶ συμφέρον νὰ ἐπιτύχῃ καλλιτέρους ὅρους. Εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν τοὺς ἐπέτυχε τοὺς ὅρους αὐτοὺς ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ εἶναι ἄξιος ἐπαίνων, διότι ἡ ὑπόθεσις ἔχει πραγματικὸν μέρος καὶ νομικόν. Τὸ πραγματικὸν μέρος εἶναι ὅτι ὁ κ. ὑπουργός, διαπραγματευθεὶς ἐπέτυχε 6.600.000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον. Τὸ νομικὸν μέρος εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀπὸ τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς σημαίνει τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ νομικὴ διχογνωμία; Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβουλίου; Διότι ὁ κ. ὑπουργὸς ἀποδεχθεὶς τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβουλίου καὶ ἐπιτυχὼν ὑπὲρ τοῦ ταμείου 6.600.000, διὰ τοῦτο εἶναι κατακριτέος;
§117Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὁ ὁποῖος καλύπτει διὰ τῆς ὑπογραφῆς του τὴν εὐθύνην τοῦ συμβουλίου τοῦ ταμείου τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων ἔπρεπε νὰ εἴπῃ: Κύριοι ἐγὼ ἔχω κάμει μίαν σύμβασιν, ὅπως ἐξηγῆται ἀπὸ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν καὶ μάλιστα διὰ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου, καὶ συνεπῶς δὲν δύναται νὰ γίνῃ οὐδεμία συζήτησις. Ἑπομένως ἡ ἐπίκρισις ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπὸ τὸ μέρος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν ἐκ τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ἢ ὄχι ἀπὸ τὸ μέρος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς ὑπέβαλον μίαν αἴτησιν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἔχουν ἕνα ἔδαφος διὰ νὰ διαπραγματευθοῦν αὐτό. Ὁ ἔλεγχος συνεπῶς ἔπρεπε νὰ στραφῇ ἐναντίον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἐνῷ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ συμβουλίου τοῦ ταμείου τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων, δὲν τοὺς εἶπε ὅτι ἐγὼ ἔχω κάνει μίαν σύμβασιν ἡ ὁποία εἶναι κανονικὴ καὶ ἰδοὺ ἐὰν θέλετε ἡ ὁδὸς τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀνοικτή.
§118Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Καὶ σήμερον ἀκόμη εἶναι ἀνοικτή.
§119Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Μάλιστα δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις νὰ ἑρμηνεύῃ ἡ Βουλὴ νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ κατεστρατήγουν συμφέροντα πολιτῶν τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐξασφαλισθῇ διὰ συμβάσεων. Διότι αὐτὸ θὰ ἦτο τὸ ἐπικινδυνωδέστερον παιχνίδι ποὺ ἐκάμαμεν νὰ μεταφέρωμεν τὰς δικηγορικάς μας ὑποθέσεις εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἑρμηνεύοντες τὸν ἑκάστοτε νόμον, ἀναλόγως τῶν συμφερόντων μας.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλιώτης.
§121Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα κύριοι βουλευταί, ὄχι διὰ νὰ ἐλέγξω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑπουργὸν διὰ τὴν ὑπόθεσιν τὴν τεθεῖσαν ὑπὸ ἔλεγχον Κοινοβουλευτικόν, διότι ἡ ἀγόρευσίς του ὑπῆρξεν τοσοῦτον διαφωτιστικὴ ὥστε νὰ μὴ ἀφίνῃ εἰς κανένα τὴν ἀμφιβολίαν ὅτι ἐν πλήρει καλῇ πίστει ἐνήργησεν ὀχυρωθεὶς ὄπισθεν μιᾶς γνωμοδοτήσεως τοῦ νομικοῦ συμβούλου τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ἢ τοῦ νομικοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος κύριοι, νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομικὸν συμβούλιον μετὰ πολλῆς σπουδῆς ἀπεφάνθη, ὅπως ἀπεφάνθη, ὅτι ἠδύνατο δηλαδὴ τὸ εἰδικὸν ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων νὰ συνάψῃ σύμβασιν ἐνοικιάσεως κατὰ παράλειψιν τοῦ δημοσίου συναγωνισμοῦ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι κανεὶς διαπρεπὴς νομικός, νομίζω μάλιστα ὅτι πάντες οἱ ὁπωσδήποτε οἰκείως ἔχοντες πρὸς τοὺς νόμους εἶναι εἰς θέσιν ἀναγιγνώσκοντες τὰ σχετικὰ κείμενα νὰ πεισθοῦν ἀπολύτως καὶ ἀκραδάντως ὅτι τὸ νομικὸν συμβούλιον γνωμοδοτῆσαν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐκμισθωθῇ ὁ φόρος τῶν δημοσίων ὁδοστρωμάτων ἄνευ διαγωνισμοῦ ἔσφαλε κατά τρόπον ἀσύγγνωστον καὶ ἀδικαιολόγητον, διότι παρεῖδε ὡρισμένας διατάξεις τοῦ σχετικοῦ νόμου, ἐξ ὧν ἀσφαλῶς θὰ ἤγετο εἰς ἀντίθετον ἑρμηνευτικὸν συμπέρασμα. Ἰδού, ὅτι παρεῖδε, κ. ὑπουργέ, τὸ νομικὸν συμβούλιον, ὅταν κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ μονίμων ὁδοστρωμάτων ἀπέβλεψε μόνον εἰς τὸ ἐδάφιον 5 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ σχετικοῦ κώδικος καθ’ ὃ «ἡ ἀνωτέρω φορολογία διατίθεται πάντοτε, δι’ ἐνοικιάσεως κατὰ τὰς ὑπὸ τῆς διοικούσης αὐτὸ ἐπιτροπῆς ἑκάστοτε ἀποφασιζόμενα». Παρεῖδε τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου 4 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ αὐτοῦ Κώδικος καθ’ ἣν «τὸ ταμεῖον εἰς ἁπάσας τὰς δικαστικὰς καὶ ἐξωδίκους πράξεις αὐτοῦ ἐξομοιοῦται πρὸς τὸ νομικὸν πρόσωπον τοῦ δημοσίου καὶ περαιτέρω.
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι περαιτέρω. (ἀναγινώσκει). Ἐξομοιοῦται καὶ ἀπολαμβάνει...
§123Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Μάλιστα. Καὶ περαιτέρω «ἀπολαμβάνει πάντων τῶν πλεονεκτημάτων καὶ προνομίων αὐτοῦ κλπ». Αὐτὰ ὅμως ὅλα τὰ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναγραφόμενα διάφορα προνόμια τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης ἅτινα ἐδόθησαν καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο εἶναι, ἄλλα μὲν εὐμενῆ καὶ ἄλλα δυσμενῆ—ἐπὶ παραδείγματι μεταξὺ τῶν ἄλλων ἡ Ἀεροπορικὴ Ἄμυνα, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐξομοιοῦται ἡ πίστις καὶ τὸ ταμεῖον τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων, δὲν δικαιοῦται νά καταργηθῇ ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ νομικοῦ συμβουλίου. Αὐτὸ ἀποτελεῖ περιορισμὸν τῆς πρὸς δικαιοπραξίαν ἱκανότητος, εἶναι δὲ προνόμιον δυσμενές. Ὅταν δὲ ὁ νόμος ἐξομοιώνῃ τὸ εἰδικὸν ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων καθ’ ὅλας τὰς ἐξωδίκους καὶ ἐκδικαστικὰς πράξεις πρὸς τὸ νομικὸν πρόσωπον τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι πᾶν ὅ,τι ἰσχύει διὰ τὸ Δημόσιον ἔχει ἀπόλυτον ἐφαρμογὴν καὶ ἐν προκειμένῳ.
§124Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ διὰ τὰ πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Δημόσιον.
§125Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Σᾶς ὡμίλησα ἤδη περὶ τοῦ ἄρθρου τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι ὄχι μόνον εὐμενῆ ἀλλὰ καὶ δυσμενῆ. Ἐκ παραλλήλου κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 34 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καθορίζει ὅτι: «οὐδεμία συμφωνία ἐκ μέρους τῆς Ἐπικρατείας, δύναται νὰ εἶναι ἰσχυρὰ ἄνευ δημοσίου διαγωνισμοῦ, εἰμὴ μόνον εἰς ὡρισμένας ἐξαιρέσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ συγκαταλεχθῇ καὶ ἡ περίπτωσις αὕτη. Ὅταν λοιπὸν διὰ ρητῆς διατάξεως τὸ νομικὸν πρόσωπον τοῦ εἰδικοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων ἐξομοιοῦται καθ’ ὅλας τὰς δικαστικὰς καὶ ἐξωδίκους του πράξεις πρὸς τὸ νομικὸν πρόσωπον τοῦ Δημοσίου, ἕπεται ὅτι ἐφαρμογὴν ἔχει καὶ διὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο ἡ διάταξις καθ’ ἥν, οὐδεμία συμφωνία ἐκ μέρους τῆς Ἐπικρατείας δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ δημοσίου διαγωνισμοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι δημόσιος διαγωνισμὸς ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὸ ταμεῖον ὁδοστρωμάτων.
§126Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε κανένα δίκαιον.
§127Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἔχω ἀπόλυτον δίκαιον καὶ ἐπὶ πλέον σᾶς λέγω καὶ τοῦτο διὰ νὰ πεισθῆτε καὶ σεῖς ἀπολύτως, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ νόμου ὡς προκύπτει καὶ ἀπὸ αὐτὴν ταύτην τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5, τὴν ὁποίαν κακῶς ἑρμηνεύει τὸ νομικὸν συμβούλιον, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγράφεται ὅτι «δύναται ἡ εἰδικὴ φορολογία νὰ εἰσπραχθῇ καὶ διὰ προσωπικοῦ, προσλαμβανομένου ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου, ἀλλὰ μέχρις ἀναδείξεως ἐνοικιαστοῦ». Διότι ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς αἱ λέξεις «ἀνάδειξις ἐνοικιαστοῦ» δὲν σημαίνουν τὴν διὰ δημοπρασίας ἀνάδειξιν, ἀφοῦ ἐν τῇ πρακτικῇ ἡ λέξις ἀνάδειξις ἐνοικιαστοῦ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν δημοπρασίαν;
§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν ἀνάδειξιν ἐνοικιαστοῦ κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ ταμείου ἀποφασιζόμενα. Εἶναι σαφέστατον.
§129Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἡ ἔννοια τῆς φράσεως κατὰ τὰ ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ταμείου ἀποφασιζόμενα, εἶναι πρόδηλος. Ἔχει ἡ διάταξις τὴν ἔννοιαν, ὅτι αἱ λεπτομέρειαι τῆς ἐνοικιάσεως ἤτοι ὁ χρόνος τῆς διαρκείας αὐτῆς, τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως, ἡ ἔγκρισίς της καὶ γενικῶς οἱ ὅροι τῆς ἐνοικιάσεως ἀποφασίζονται ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου ὁδοστρωμάτων, ὄχι ὅμως καὶ ὁ τρόπος καὶ ἡ μέθοδος τῆς ἐνοικιάσεως, διότι ἡ μέθοδος εἶναι μία, ἡ ἰδία μέθοδος ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ συμμορφοῦται καὶ τὸ ταμεῖον ὁδοστρωμάτων. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἀντίληψιν ταύτην καὶ πιστεύω βαθύτατα, ὅτι ὑπάρχει μία παρερμηνεία τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἀποδεικνύει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὸ ταμεῖον ὁδοστρωμάτων οὐδέποτε διενοήθη νὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλην ὁδὸν ἐνεργείας παρὰ μόνον τὴν ὁδὸν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ὅτι συνεπείᾳ τῆς παρερμηνείας ταύτης ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ νομικοῦ συμβουλίου ἤχθη ἡ διοικητικὴ τοῦ ταμείου ἐπιτροπὴ εἰς τὴν κατάρτισιν μιᾶς ἀκύρου συμβάσεως. Αἰσθάνομαι συνεπῶς τὸ καθῆκον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν παρέμβασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως γίνῃ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν κειμένων διατάξεων, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς νομιμότητος ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς περιουσίας τοῦ ταμείου ὁδοστρωμάτων. Διότι ἀσχέτως, κύριοι, πρὸς τὸ κατ’ ἐμέ, ἀναμφισβήτητον γεγονὸς εἶναι ὅτι ὑποχρέωσιν εἶχε τὸ ταμεῖον ὁδοστρωμάτων διὰ δημοσίου διαγωνισμοῦ νὰ καταρτίσῃ τὴν σύμβασιν, ὑποχρέωσιν προκύπτουσαν ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων, θέλω νὰ προσθέσω ἐπὶ πλέον ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἐπιτευχθέντων οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ δὲν ἔχει σημασίαν. Δὲν θέλω νὰ θίξω οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι θὰ ἠδυνάμην πολλὰ νὰ εἴπω. Ὅτι πρῶτον δὲν ἐγένετο κἂν ἀπόπειρα δημοπρασίας ὥστε, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς νὰ ματαιωθῇ πᾶσα ἐλπὶς αὐξήσεως τοῦ ἐνοικίου καὶ δικαιολογηθῇ οὕτως ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ διαγωνισμοῦ, θὰ ἠδυνάμεθα ἐπίσης νὰ ὑποδείξωμεν ὅτι, ἂν ὑπῆρχε συνεννόησις τῶν πλειοδοτῶν ἀντικειμένη εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἂν ὑπῆρχε δηλαδὴ ἡ μέθοδος τῆς ἀπὸ κοινοῦ συνεννοήσεως τῶν μεγάλων κεφαλαιούχων, θὰ ἠδύνατο αὕτη νὰ ματαιωθῇ διὰ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου κατὰ τμήματα, ὁπότε θὰ ἐπετυγχάνετο νὰ προκληθῇ ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν μικρῶν κεφαλαιούχων, ἡ ἀθρόα προσέλευσις τῶν ὁποίων θὰ καθίστα ἀδύνατον τὴν μεταξύ των συνεννόησιν. Ἀλλ’ ἀφήνω κατὰ μέρος τὰς σκέψεις καὶ ἀντιρρήσεις ταύτας. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ δημοσίου διαγωνισμοῦ ἐπιβάλλεται νὰ τηρῆται καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ, διότι εἶναι θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν Δημοκρατικός, ἀπορρέων ἐκ μιᾶς ἀνωτέρας ἠθικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν πάντοτε αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι. Ἡ ἠθικὴ δ’ αὕτη ἀρχὴ συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ὁ διαγωνισμὸς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνον διαχειριστὴν πᾶσαν, οἱανδήποτε ὑπόνοιαν περὶ ἰδιοτελοῦς ἢ ἀμελοῦς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ διοικουμένου νομικοῦ προσώπου καὶ ἔχει ὑψίστην ἀξίαν, διότι εἶναι ἱκανὴ νὰ κατοχυρώσῃ τοὺς δημοσίους ἄνδρας, τοὺς διοικοῦντας πρόσωπα δημοσίου δικαίου ἀπὸ πᾶσαν κακόβουλον σπερμολογίαν, διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον ἐπιβάλλεται ἀπολύτως ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἀναγράφεται σαφῶς εἰς τὸν νόμον μας, ἵνα διατηρῆται οὕτω πάντοτε ἀμείωτος ὁ κοινωνικὸς σεβασμὸς πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται δημόσια συμφέροντα. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου ἑρμηνευτικοῦ καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ στέρξουν, ὅπως κηρυχθῇ κατεπείγουσα αὕτη, ὥστε νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ συντόμως καὶ τελικῶς ἐπ’ αὐτῆς.
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μόνον ἂν υἱοθετηθῇ ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν τότε μόνον θὰ δεχθῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἐφόσον προέρχεται ἀπὸ τὴν Κυβερνητικὴν πτέρυγα τὴν ἀποκρούω.
§131Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν ἀποσύρω, διότι ἐγὼ δὲν τὴν ὑποβάλλω ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλ’ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς.
§133Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἀνέφεραν ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζουν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δημοπρασίας δὲν ἐπιβάλλει δημοπρασίαν, ἀλλ’ ἐνοικίασιν μόνον. Ἄλλο εἶναι ἐνοικίασις καὶ ἄλλο εἶναι ἐνοικίασις διὰ δημοπρασίας. Ὑποθέτω ὅσοι μειδιᾶτε δὲν καταλαβαίνετε καὶ τὰ στοιχειώδη. Ἰσχυρίσθησαν οἱ ὁμιλήσαντες ὅτι ὁ νόμος ἐπιβάλλει δημοπρασίαν πρὸς ἐνοικίασιν, ἐγὼ νομίζω ὅτι οὐδεμίαν ἐπιβάλλει. Ἐὰν ὁ νόμος ὁμιλεῖ μόνον περὶ τοῦ ὅτι γίνεται ἐνοικίασις δὲν ἕπεται ὑποχρεωτικῶς πῶς ἐνεργεῖται δημοπρασία, διότι δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἐνοικίασις καὶ ἄνευ δημοπρασίας. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω εἶναι στοιχειώδη καὶ ὅποιος ξέρει γραμματικὴν μπορεῖ νὰ τὰ καταλάβῃ. Ἐπίσης ὑπάρχει διάταξις ἡ ὁποία λέγει ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ εἰσπράττῃ μέχρι τῆς ἐνοικιάσεως τοὺς φόρους διὰ τῶν ὀργάνων του. Ἐξ αὐτοῦ δὲν ἕπεται βέβαια ὅτι ἐπιβάλλεται δημοπρασία. Ἐπομένως μέχρι ὅτου γίνῃ ἡ ἐνοικίασις ὄχι δημοπρασία, τὸ Κράτος εἰσπράττει διὰ τῶν ὀργάνων του τὴν φορολογίαν. Οὔτε λοιπὸν ἐκ τῆς πρώτης παραγράφου, οὔτε ἐξ ἄλλης ἐξάγεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς δημοπρασίας. Κατὰ τοῦτο εἶναι ἔγκυρος ἡ δημοπρασία ἐνδεχόμενον νὰ προσβληθῇ δι’ ἄλλους λόγους, δηλαδὴ διὰ τὴν συμπαιγνίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ δύο ἐνοικιασταί. Καὶ καλῶς ὁ κ. ὑπουργὸς ὅταν εὑρέθη πρὸ ἐνοικιαστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμπαιγνίαν μεταξὺ τους διὰ νὰ ἐξαπατήσουν τὸ δημόσιον καλῶς λέγω ὁ κ. ὑπουργὸς ἔπραξε καὶ ἔκαμε τὴν ἐνοικίασιν ἄνευ δημοπρασίας διότι ἂν ἐγένετο διὰ δημοπρασίας θὰ πήγαινε πάρα κάτω. Ἔπρεπε νὰ τοὺς διασπάσῃ καὶ τοὺς διέσπασε. Ἀποτέλεσμα τῆς διασπάσεως τότε ἦτο ἐκεῖνο ποῦ δὲν πῆρε λουφὲ διὰ νὰ τὴν δώσῃ 20 ἑκατομ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ πρώτη ἐνοικίασις ἦτο ἄκυρος, οὐχὶ διότι δὲν ἔγεινε δημοπρασία ἀλλὰ διὰ ἄλλους λόγους, τὸ ὑπουργεῖον εἶχε δικαίωμα νὰ στραφῇ κατ’ αὐτῆς, διότι ἡ συμπαιγνία ἐστρέφετο κατ’ αὐτοῦ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ λέγω καὶ πάλιν ὅτι ἡ πρώτη σύμβασις ἦτο ἄκυρος μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς συμπαιγνίας ἡ ἀνανεωθεῖσα σύμβασις προσπορίσασα 5 ἑκατομ. εἰς τὸ δημόσιον ἦτο ἔγκυρος. Αὐτὰ εἶχα νὰ εἴπω καὶ τίποτε ἄλλο.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντᾶς.
§135Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, παρ’ ὅλην τὴν ἀγόρευσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε ἀπὸ τοῦ βήματος, μὲ ὅλα τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιστοποίησε ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμε δὲν ἦτο σύμφωνον οὔτε πρὸς τοὺς κειμένους νόμους οὔτε πρὸς τὰς κειμένας διατάξεις. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν ὅ,τι συνέβησαν κατὰ τὸ διάστημα τὸ μεταξύ, χωρὶς νὰ μᾶς εἴπῃ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἔσπευσε πρὸ τῆς λήξεως τῆς δημοπρασίας πρὸ πενταμήνου νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄνευ δημοπρασίας ἐνοικίασιν ὡς ὁ νόμος κελεύει διὰ τὴν μίσθωσιν καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου διὰ τὴν ἐνοικίασιν τῶν διοδίων. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, διατί πρὶν ἀκόμη συντάξῃ τὸ συμβόλαιον δὲν ἠρώτησε τὸ νομικὸν συμβούλιον, ἵνα τοῦτο τοῦ εἴπῃ ἐγγράφως τὴν γνώμην του; Εἰς τὸν φάκελλον τὸν κατατεθέντα δὲν εἴδομεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομικοῦ συμβουλίου. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας τοῦ νομικοῦ συμβουλίου; Ὄχι. Μόνον ἡ γνώμη τοῦ νομικοῦ συμβούλου τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ὑπάρχει.
§136Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τὰ πρακτικὰ τοῦ συμβουλίου ἔχουν ὡς ἑξῆς: «Ὁ νομικὸς σύμβουλος τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας λαβὼν τὸν λόγον εἶπεν τὰ ἑξῆς: Εἶμαι τῆς γνώμης...(ἀναγινώσκει).
§137Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ κύριε ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ νομικοῦ συμβουλίου. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἐρώτημα πρὸς τὸν νομικὸν σύμβουλον, ὁ δὲ νομικὸς σύμβουλος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο πρὸς τὸ νομικὸν συμβούλιον, τοῦτο δὲ νὰ ὑποβάλῃ ἐγγράφως τὴν γνώμην του εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Τοιαύτη ἔγγραφος ἀπόφασις καὶ γνώμη τοῦ νομικοῦ συμβουλίου δὲν ὑπάρχει κύριοι συνάδελφοι. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἰς ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Τριχωνίας, ἀπήντησεν ὅτι «αὐθαιρέτως ἀξιότιμε βουλευτὰ ἔκαμα αὐτό».
§138Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ποιὸ «αὐτό»;
§139Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὅτι αὐθαιρέτως ἐπεβάλετε εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν νὰ πληρώσῃ τοὺς συναγωνιστάς του.
§140Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Συμφωνῶ.
§141Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Εἰς τοιαύτας αὐθαιρεσίας ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, μᾶς ἔχει συνειθίσει. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀπὸ τῆς ὑπουργίας του μέχρι σήμερον ἐγένοντο καὶ ἄλλαι δημοπρασίαι τοιαῦται καὶ ἄλλαι συμβάσεις ἄνευ δημοπρασιῶν.
§142Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Πρὸ μιᾶς αὐθαιρεσίας ὑποβάλατε σεῖς ἐπερώτησιν τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθητε νὰ ἐγκαταλείψητε μολονότι σᾶς προσεκάλεσα πεντάκις νὰ τὴν ἀναπτύξητε, ὑποβάλατε τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἔμεινε ἐκκρεμὴς ἐπὶ πέντε μῆνες, ἐγὼ σᾶς προσεκάλεσα νὰ τὴν ἀναπτύξητε καὶ σεῖς ἐζητούσατε ἀναβολὴν· καὶ ἐν τέλει ἠναγκάσθητε νὰ τὴν ἐγκαταλείψητε. Αὐτὸ εἶναι αὐθαιρεσία;
§143Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἀξιότιμε κ. ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἐκείνη δὲν εἶχε ὑποβληθῆ ὑπ’ ἐμοῦ ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριχωνίας.
§144Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν ἐζήτησε ποτὲ σχετικῶς ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας.
§145Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Τὰ σχετικὰ τὰ εἶχε ὁ κ. βουλευτὴς Τριχωνίας, διότι ἂν εἶχον ἐγὼ τὰ σχετικὰ θὰ σᾶς ἤλεγχον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὸν ἔλεγχον ἐγὼ δὲν φείδομαι οὐδενός, πολλῷ μᾶλλον ὑμῶν.
§146Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Διατὶ τότε ἐγκαταλείψατε τὴν ἐπερώτησιν τῶν ὁδοστρωτήρων;
§147Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Διότι δὲν τὴν εἶχα ἐγγράψῃ ἐγώ, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριχωνίας.
§148Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Οὐδέποτε εἶχε ὑποστηρίξῃ τοιαύτην ἐπερώτησιν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας.
§149Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Σᾶς ἐζήτησε νὰ τὴν ἀναβάλητε διὰ νὰ τὴν ἀναπτύξῃ βραδύτερον καὶ σεῖς τοῦ εἴπατε, ὅτι δὲν δύνασθε ἐπ’ ἄπειρον νὰ βλέπετε μίαν ἐπερώτησιν γραμμένην εἰς τὰ πρακτικά.
§150Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἐκείνη διεγράφη, διότι καθ’ ὃν χρόνον ἦτο ὥριμος πρὸς συζήτησιν, ἡμεῖς εἴχομεν χάσει τὰ χαρτιὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐκάναμε τὴν ἐπερώτησιν καὶ τώρα εὕρομεν τὰ χαρτιὰ καὶ θὰ τὴν ἀναγράψωμεν πάλιν.
§151Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τὰ χαρτιὰ τὰ ἠρύσθητε ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας.
§152Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τὰ χαρτιὰ τὰ ἠρύσθημεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Μόνον σεῖς λαμβάνετε χαρτιὰ ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ φέρετε τοιαύτας συμβάσεις ἐν τῇ Βουλῇ.
§153Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἐξακολουθῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐπιμένω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἀνῆλθε εἰς τὸ βῆμα καὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει ἀπόφασιν τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, ἐνῷ δὲν ἔχει τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ νομικοῦ συμβουλίου.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς ἀνέπτυξε τὸ πρακτικόν, τίποτε ἄλλο δὲν ἔχει. Εἰς τὰ πρακτικὰ ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ νομικοῦ συμβουλίου τὴν ὁποίαν ἐπεκύρωσεν ὁ νομικὸς σύμβουλος. Ἑπομένως ἐξακολουθεῖτε νὰ λέγητε ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβές.
§155Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπιμένω εἶναι τοῦτο: ὅτι ὀφείλει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ φέρῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, ὁπότε θὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, ἐὰν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν εἶναι ὀρθὸν καὶ ὅτι ἐὰν δὲν ὑπάρχει καὶ θέλει ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ στηριχθῇ ὄπισθεν τῆς πράξεως τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην φέρει ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δύναται ὁ καθένας νὰ ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ λέγῃ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ὑπεστήριξεν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι διὰ τῆς πράξεώς του ταύτης ἔδωσε εἰς τὸ δημόσιον ἑκατομμύρια. Διατί; διότι, λέγει, εἰς τὸ μέλλον τὰ διόδια θὰ ἐνοικιάζωνται 10.000.000 ἐπὶ πλέον. Ἐνῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κάμετε ἦτο νὰ θέσετε τὸ τελευταῖον ὅριον ἀντὶ νὰ θέσετε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐθέσατε, νὰ κάνετε τὴν δημοπρασίαν καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παρουσιάζεται κανεὶς ἐνοικιαστὴς καὶ ἐπαναλαμβάνετο καὶ αὖθις ἡ δημοπρασία, τότε θὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μᾶς εἴπητε κύριοι, ἔκαμα δημοπρασίαν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν προσῆλθεν κανείς, δικαίωμά μου ἦτο λοιπὸν νὰ κάμω τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ ἀντὶ τούτου σεῖς ἐσπεύσατε 5 μῆνας πρὸ νὰ κάμετε τὴν μίσθωσιν. Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον νὰ λάβω μίαν ἀπάντησιν κ. ὑπουργέ. Νὰ μοῦ εἴπετε διατὶ ἐκάματε τὴν μίσθωσιν, ἀλλὰ οἱανδήποτε ἀπάντησιν καὶ ἂν δώσῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. συνάδελφοι, καὶ ὁσαδήποτε ἑκατομμύρια καὶ ἐὰν ζημιώσῃ τὸ Κράτος, βέβαια θὰ ἐπισύρῃ τὰ χειροκροτήματα ὑμῶν. (θόρυβος).
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀνακαλέσῃ.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐννοεῖτε κ. βουλευτὰ μὲ τὸ νὰ ἐπισύρῃ τὰ χειροκροτήματα;
§158Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχε τὴν ἔννοιαν ὅτι πᾶσα πρᾶξιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τὴν ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ καὶ ἂν εἶναι παράνομος;
§160Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὄχι δὲν εἶχε αὐτὴν τὴν ἔννοιαν. Ἡμεῖς ὅμως μίαν ὑποχρέωσιν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἴμεθα ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους δὲν μπορεῖ νὰ κατηγορήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅτι ἐζημιώθη, καὶ οὐδέποτε δύναται νὰ μᾶς κατηγορήσῃ δ’ οἱανδήποτε ἀτασθαλίαν τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἐνῶ τοὐναντίον ὑμεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχετε εἰμὴ τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου, ὅπως ἔχετε ἀποδείξει μέχρι σήμερον. Ἡ ἱστορία τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν τὰ ὁποῖα ὑποβάλλετε οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ σπατάλη τοῦ πλούτου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἡμεῖς διαμαρτυρόμεθα καὶ δι’ ἡμῶν διαμαρτύρεται ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§162Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις κ. βουλευταί. Ὁ ἄρτι κατελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος βουλευτὴς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἀπηύθυνεν δεινὴν ὕβριν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, λέγων ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ μὲ χειροκροτήματα οἱανδήποτε διασπάθησιν τοῦ πλούτου εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προέβαινε ἕνας ὑπουργός. Ἡ πλειοψηφία δὲν ἐζήτησεν διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν ὁ κ. βουλευτής, διότι θεωρεῖ ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ θίξῃ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. (χειροκροτήματα). Θεωρῶ ἐν τούτοις καθῆκον μου κ. βουλευταὶ νὰ εἴπω διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὀλίγας λέξεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶμαι βέβαιος ὅπως ὑπεστήριξεν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, οὐχὶ μόνον δὲν ἔβλαψεν τὸ δημόσιον, βλάβην 8 ἑκατομ. ὅπως ὑπεστηρίχθη, ἀλλὰ τοὐναντίον προσεπόρισεν εἰς τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων καὶ ὠφέλειαν ἀνερχομένην εἰς 3–4–5.000.000 δρχ. Εἶναι φανερὸν ἀπὸ τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον ἀνεγνώσατε τῶν διαφόρων πλειοδοσιῶν ποὺ ἔγιναν διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν διοδίων, εἶναι φανερὸν ὅτι στρέφεται τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον πληρώνεται κατ’ ἔτος, τὸ πρῶτον ἔτος ἦτο. (ἀναγινώσκει). Καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ λεωφορεῖα καὶ τὰ αὐτοκίνητα τὰ ἐπιβατικὰ ἀνήρχοντο εἰς τὰ 1926 εἰς 13.000 εἰς τὰ 1927 εἰς 16.000 καὶ τὸ 1929 εἰς 24.000. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὁ διαγωνισμὸς δὲν ἔδιδεν τίποτε περισσότερον. Διατί; Διότι ὅλοι αὐτοί, καὶ δὲν εἶναι καὶ πολλοὶ ποὺ κάνουν αὐτὴν τὴν δουλειά, εἶναι συνεννοημένοι μεταξύ των, προσέρχεται ἕνας πλειοδοτεῖ καὶ ὁ ἄλλος παίρνει τὰ ὠφελήματα εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, ὁ στερηθεὶς τῶν ὠφελημάτων αὐτῶν ἐξηγέρθη καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου ἤθελεν νὰ προσφέρῃ 20.000.000, Ἀλλ’ ἦτο δυστυχῶς ἀργὰ ὅταν τὸ προσέφερεν ὁ τότε ἐνοικιαστὴς ὁ παλαιὸς προσέφερεν 3½.000.000 περισσότερα περίπου ἀπὸ τὴν πρώτην προσφοράν. Τὸ ταμεῖον τῶν ὁδοστρωμάτων, τὸ ὁποῖον διοικεῖται ἀπὸ ἐπιτροπὴν ἀξίαν πάσης τιμῆς καὶ πάσης ἐμπιστοσύνης ἔκρινεν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν προσφορὰν διότι αὐξάνει κατὰ 2½.000.000 κατ’ ἔτος τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει καὶ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον, ὅτι ἂν κάνωμεν δημόσιον διαγωνισμὸν θὰ πέσουμε κάτω. Καὶ τὰ 2.500.000 θὰ τὰ μοιράσωμεν εἰς τοὺς ἄλλους συναγωνιστάς. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρακτικὸν μέρος, ὅπως εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας τοῦ ζητήματος. Τὸ νομικὸν εἶναι κατ’ ἐμέ, ἐδῶ ὅπου μοῦ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ νὰ τὸ διαβάσω, σαφὲς καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζαβιτζιάνου.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος.
§164Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πιστεύω ἀδιστάκτως εἰς ὅσα ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἔσφαλε τὸ νομικὸν συμβούλιον, ἀλλὰ προσθέτω ὅτι ἐὰν ἤθελε εὑρεθῆ πρὸ μιᾶς προτάσεως νέας ἡ ὁποία θὰ ἔδιδεν τὴν ἑρμηνείαν ἡ ὁποία ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἀληθής, θὰ τὴν κατεψήφιζα θὰ τὴν κατεψήφιζα διότι ἐπὶ ζητήματος τόσον ἀμφισβητουμένου δὲν ἐπιτρέπεται, ἄνευ κλονισμοῦ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους νὰ προσάγωνται αἱ συμβάσεις. Θέλω ὅμως νὰ προσθέσω κἄτι ἄλλο. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἠμπορεῖ νὰ ἀγάγῃ εἰς μίαν ἄλλην σκέψιν. Ἄνευ οὐδενὸς Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ νομοθετικῶς. Καὶ διὰ τοῦτο προκειμένου περὶ παραπόνων κατὰ ἐνοικιάσεως δημοσίων προσόδων ἢ προσόδων νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου ἡ προθεσμία προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ εἶναι μεγαλειτέρα. Διότι ὅπως εἶπεν δηλῶ ἀδιστάκτως ὅτι δὲν ἀμφισβητῶ τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἴσως οὔτε τὸ ἀποτέλεσμα. Νομίζω ὅμως ὅτι ἐὰν ἐγὼ δικαιώνω αὐτὸν εἰς κάτι, τὸν δικαιώνω εἰς τὸ ὅτι διὰ μίαν ὁλόκληρον διμηνίαν ἐπίστευεν ὅτι διὰ νόμου θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκτήσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Λοιπὸν ἡ προθεσμία αὐτὴ πρέπει νὰ παραταθῇ διὰ νόμου εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας ποὺ εἶπα, δηλαδὴ ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐνοικιάσεως δημοσίων προσόδων ὅπου μὰ τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ εἶναι περιστάσεις πολὺ σοβαραὶ καὶ ὅπου καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ὀφείλει νὰ εἶναι προσεκτικωτέρα.
§165Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς δὲν μᾶς ἔδωσε καμμίαν πρακτικὴν λύσιν ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε πράγματι νὰ προφυλάξῃ τὸ δημόσιον ἐξ ἐνδεχομένων ζημιῶν. Ὁ ἐνδιαφερόμενος ἔχει ὅλην τὴν προθεσμίαν νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διότι ὡς μὲ βεβαιοῖ ὁ συνάδελφός μου ἡ πρότασις ὑπεβλήθη τὴν 30ην Φεβρουαρίου, ἑπομένως ἔχει ἄλλας 25 ἡμέρας ἀκόμη καιρὸν διὰ νὰ πάῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν προθεσμίαν, ἀφοῦ ἡ δίμηνος προθεσμία ἀρχίζει ἀφ’ ἧς κοινοποιηθῇ εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον ἡ πρᾶξις τῆς διοικήσεως. Ἔρχομαι εἰς τὸ νομικὸν ζήτημα. Ἐγὼ εἶχον στηριχθῆ, καθ’ ὅσον ἐπενέβην εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, εἰς τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου τοῦ νομικοῦ, γνώμην ἡ ὁποία ἀναφέρεται ρητῶς εἰς τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσε ὁ κ. ὑπουργός. Δὲν ἐξεύρω ἂν ὑπάρχῃ ἰδιαίτερον ἔγγραφον. Δι’ ἐμὲ μοῦ ἀρκεῖ ἡ βεβαίωσις ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ πρακτικὸν τοῦ συμβουλίου τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβουλίου καὶ ὅτι ἐκείνη συμφωνεῖ. Ἀλλὰ σήμερον ποὺ ἔγινε συζήτησις, προκληθεῖσα μάλιστα εἰδικώτερον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου βουλευτὴν ἐκ Θηβῶν, βλέπω ὅτι εἶμαι βέβαιος ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔδωκε ὁ νομικὸς σύμβουλος καὶ τὸ νομικὸν συμβούλιον. Τὸ ἄρθρον 5ον ἐδάφιον 5ον λέγουν ὅτι ἡ φορολογία εἰσπράττεται πάντοτε δι’ ἐνοικιάσεως κατὰ τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ἑκάστοτε ἀποφασιζόμενα, σαφῶς ἐνδεικνύει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ δημοπρασία, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον λέγει πάρα κάτω, ὅτι δύναται καὶ χωρὶς νὰ ἐνοικιάσῃ, νὰ τὴν εἰσπράξῃ δι’ αὐτεπιστασίας. Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι πρόκειται περὶ νομικοῦ προσώπου δημοσίου δικαίου δὲν ἕπεται ὅτι ἀπαραιτήτως ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξάγονται ἐκ τοῦ νόμου, εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑπάρχει ρητὴ διάταξις τοῦ ἰδίου νόμου ὅπως ἡ τοῦ ἄρθρου 8 τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι «πᾶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ ταμείου πληρωνόμενον. (ἀναγινώσκει). Ἡμεῖς δὲ ἠναγκάσθημεν νὰ ἱδρύσωμεν γεωργικὸν ταμεῖον τὸ ὁποῖον εἶναι ταμεῖον δημοσίου δικαίου, μόνον καὶ μόνον, ἵνα κατορθώσωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ἵνα μποροῦν νὰ γίνουν δαπάναι ἐλευθέρως, διότι εἶναι μία διαχείρισις ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ στενὰ αὐτὰ ὅρια. Ὥστε εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος εἶναι καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἡρμήνευσε τὸ νομικὸν συμβούλιον καὶ τὸ πρακτικὸν μέρος τοῦ ζητήματος εἶναι ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐξυπηρέτησε τὰ συμφέροντα τοῦ ταμείου ὁδοστρωμάτων. Ὅπως ἐλέχθη καὶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι ἂν ὑπάρχῃ τι διὰ τὸ ὁποῖον μπορεῖ νὰ ἐλεγχθῇ ὁ συνάδελφός μου, εἶναι ὄχι ὅτι ἐνέκρινε τὴν ἀπόφασιν τοῦ ταμείου τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων, ἀλλ’ ὅτι ἐπεζήτησε ν’ ἀποσπάσῃ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ὠφελήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν νόμιμα καὶ ὅπως τοῦ εἶπα καὶ ἰδιαιτέρως, δὲν ξέρω ἂν ἐμπίπτει καὶ εἰς ἄλλας τινὰς ἀρχάς. Ἀλλὰ βεβαίως ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο ἀπὸ ἀγαθῆς προαιρέσεως. Ἐγὼ ὅμως ὅταν μοῦ ἐλέχθη ἡ πρότασις, διότι ἐγὼ ἔλαβον γνῶσιν ἀπὸ μίαν ἀναφοράν, νομίζω, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Θηβῶν, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχήν μου, τὴν ἔστειλα εἰς τὸν συνάδελφόν μου. Λέγει ὅτι ζημιοῦμεν τὸ δημόσιον τόσα ἑκατομμύρια. Καὶ μοῦ εἶπε: ἕνας τρόπος ὑπάρχει διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν περισσότερον τὸ δημόσιον, νὰ κάμωμεν νόμον ἑρμηνευτικόν. Καὶ τοῦ εἶπον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμένον, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβουλίου νὰ κάμωμεν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἄλλως. Εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἐρχόμεθα δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου νὰ δίδωμεν νέαν ἑρμηνείαν, ὄχι μόνον ὅταν ὁ νόμος ἔχει ἑρμηνευθῇ, ὅπως ἐν προκειμένῳ, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ νόμος εἶναι ἀμφίβολος. Μποροῦμε νὰ ἐρχόμεθα καὶ νὰ ζητοῦμεν νὰ διατυπώσωμεν σαφέστερον αὐτά, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐρχόμεθα καὶ νὰ τοῦ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ὥστε ἡ μόνη ἐνέργεια διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικριθῇ ὁ συνάδελφός μου, εἶναι ὄχι ἐκείνη ἀκριβῶς εἰς τὴν ὁποίαν στρέφεται ἡ ἐπερώτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§167Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν, οὔτε ἤδη λαμβάνω τὸν λόγον ἵνα ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ἐν ἀρχῇ, μεμφόμενος τοῦ βουλευτοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διὰ φρᾶσιν τὴν ὁποίαν εἶπεν σχετικῶς πρὸς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ φρᾶσις αὕτη ἡ διατυπωθεῖσα ἴσως νὰ ἦτο ζωηρὰ ἀλλὰ δὲν ἦτο καμμία ἄλλη διατύπωσις παρὰ μόνον ὅτι ἡ Βουλή, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀναλόγως τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς ζωηρότητος τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος βουλευτής, δύναται νὰ μεταβιβασθῇ οὕτως ἢ ἄλλως. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ κ. βουλευτὴς εἰς ἐρώτησιν εἰδικήν σας, σᾶς εἶπεν ποίαν ἔννοιαν εἶχεν ἡ φρᾶσις, ὥστε νὰ μὴ λάβῃ τυπικὴν ἀνάγκην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μεμφῇ τοῦ κ. βουλευτοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἦτο μικρᾶς σημασίας ἡ φρᾶσις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐλέχθη ὅτι ἡμεῖς αὐθαιρέτως ἐπράξαμεν. Δὲν δύναται μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς, οὕτω πως νὰ ἐκφράζεται περὶ τῶν πράξεών του καὶ ἂν ἦτο φρᾶσις εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ δώσῃ μείζονα προσοχήν, νομίζω ὅτι ἦτο ἐκείνη. Ἐγὼ ἔχω λόγους νὰ μὴ θέλω νὰ προσέχω εἰς τοιαύτας φράσεις, ἀλλὰ μὲ ἐξαναγκάζει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἵνα ἐπιστήσω καὶ ἐγὼ ποῦ ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ προσοχὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπερίττευεν ὅλως, μετὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ βουλευτὴς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 9.30 μ. μ. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.).