1930.02.13
3,293 rows · 24,457 words · 339 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36η
ΠΕΜΠΤΗ 13 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1930
Προεδρία αʹ. Ἀντιπροέδρου κ. Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΥ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Μπακόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας ἐπαγγελματιῶν Τριπόλεως, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀνάρμοστον συμπεριφορὰν τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ὁμοσπονδίας, καὶ παρακαλοῦν ὅπως ἀποσταλῇ ἀνώτερος κρατικὸς ὑπάλληλος πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μπουρνιᾶς καταθέτει τηλεγράφημα τῶν αὐτοκινητιστῶν Εὐβοίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν εἰς ἣν ἔχουσι περιέλθει αἱ ὁδοὶ τῆς ἐπαρχίας των. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀργοστολίου Α. Ἀσπρογέρακα καὶ Α. Κτενᾶ, δι’ ἧς οὗτοι αἰτοῦνται τὴν ἀποφυλάκισίν των λόγῳ τῶν ἑορτῶν τῆς ἑκατονταετηρίδος. — Οἱ κάτοικοι τοῦ ἀγροτικοῦ συνοικισμοῦ Γλύφας «Ἁγίας Ἐλεούσης Βλαχερνῶν Βαρθολομιοῦ Ἠλείας» ζητοῦν τὴν παραχώρησιν καὶ τοῦ ὑπολοίπου κτήματος Ἁγίας Ἐλεούσης. — Τὸ προσωπικὸν τοῦ Νοσοκομείου ἡ «Ἐλπὶς» ζητεῖ ὅπως εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον περὶ καταστάσεως τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων συμπεριληφθῇ ἅπαν τὸ προσωπικὸν τοῦ Νοσοκομείου ἡ «Ἐλπίς». — Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Α. Μάρκου καταθέτει ὑπόμνημα τῶν ἐν Πάτραις μεσιτῶν συναλλάγματος, ζητούντων νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ αὐτῶν. — Ὁ ὁπλαρχηγὸς καὶ ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς Σ. Μαρῖνος, ζητεῖ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως, ἐφόσον ἔτυχον τοιαύτης ὑπ’ αὐτὸν ὁπλῖται. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παπαθανάσης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ γραμματέως Δ. Κλαπανιστῆ, αἰτουμένου τὴν παραγωγήν του λόγῳ δεκαπενταετοῦς ὑπηρεσίας. — Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς καταθέτει αἴτησιν καραγωγέων Ἀγρινίου διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ εἰσέτι πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεώς των. — Ἡ Σ. χήρα Ἀθανασίου Θεοφιλάτου ζητεῖ τὴν παροχὴν συντάξεως διὰ τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της ἐπισυμβάντα λόγῳ κακουχιῶν ἐν τῷ στρατῷ. — Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν φόρων τοῦ Ἡρακλείου αἰτοῦνται τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ καταβαλλομένου ὑπ’ αὐτῶν φόρου λόγῳ τῆς καταστροφῆς τῆς παραγωγῆς ἐκ τῶν βροχῶν. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἡρακλείου αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τοῦ χρεωστασίου κατὰ τρόπον προστατεύοντα τοὺς ἐμπόρους καὶ ἐξασφαλίζοντα τὴν ἐγγύησιν τῶν ἀπαιτήσεών των, ὁμοίαν μὲ τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ νόμου 3740. — Αἱ διδασκάλισσαι Λέσβου δι’ ὑπομνήματός των ὑποβάλλουσι διάφορα αἰτήματα σχετικὰ μὲ τὴν χορήγησιν συντάξεων μετὰ τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀποχώρησίν των καὶ ζητοῦν τὴν νομοθετικὴν αὐτῶν κύρωσιν. — Οἱ ἔμποροι σιτηρῶν κάτοικοι Κατερίνης παρακαλοῦν ὅπως διαταχθοῦν τὸ Β καὶ Γ Σῶμα στρατοῦ νὰ παραλάβωσι τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις εὑρισκόμενα σιτηρά των εἰς τὴν τιμὴν τοῦ κόστους. —Οἱ ἐργοστασιάρχαι σταφιδοεξαγωγεῖς σουλτανίνας Ἡρακλείου Κρήτης διαμαρτύρονται διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου Κεντρικῆς Ἑνώσεως παραγωγῶν σουλτανίας Ἑλλάδος, καθ’ ὅσον πλήττει βιομηχανίαν Ἡρακλείου, θαυμασίως ὠργανωμένην. —Ὁ Γ. Καραγιῶργος κατάδικος φυλακῶν Συγγροῦ αἰτεῖται τὴν μετάθεσίν του εἰς τὰς φυλακὰς Ἀβέρωφ, ὡς τυγχάνων ἀρτοποιός. —Ἡ Πανηπειρωτικὴ Ὁμοσπονδία ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου ζητεῖ τὴν υἱοθέτησιν τῶν αἰτημάτων τῆς Γενικῆς Ὁμοσπονδίας ἀναπήρων θυμάτων πολέμου τῆς Ἑλλάδος. —Ὁ Γεωργικὸς Πιστωτικὸς Συνεταιρισμὸς Ἱεράπετρας «ἡ Δήμητρα» ὑποβάλλει διάφορα αἰτήματα καὶ αἰτεῖται τὴν ἀποδοχὴν τούτων. —Ὁ Δ. Νησιώτης κατάδικος φυλακῶν Ἰωαννίνων αἰτεῖται τὴν παροχὴν ἐνισχύσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ προστίμου πρὸς ἀποφυλάκισίν του. —Ὁ ἔφεδρος φυματικὸς λοχίας Μισερλῆς αἰτεῖται τὴν παροχὴν προθεσμίας διὰ τὴν ὑποβολὴν δηλώσεως πρὸς παροχὴν συντάξεως. —Οἱ κάτοικοι Μεσενικόλα αἰτοῦνται τὴν κατάργησιν τοῦ ἰσχύοντος δεσμευτικοῦ νόμου στεμφυλοπνεύματος καὶ ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τῶν ἀμβύκων. —Οἱ κάτοικοι Ἐδέσσης παρακαλοῦν ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἡ λῆψις ἀποφάσεων διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ὑδάτων Ἐδέσσης. —Ἡ κοινότης Ἐλευθεριάνης ὑποβάλλει ψήφισμα σχετικὸν μὲ τὴν ἁμαξιτὴν ὁδὸν Ναυπάκτου–Ἰτέας–Λαμίας. —Οἱ κάτοικοι Ἀγουλινίτσης παρακαλοῦν ὅπως εἰς τὴν σύμβασιν ἀποξηραντικῶν ἔργων Ἠπείρου περιληφθῇ καὶ ἡ ἀποξήρανσις τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Ἀλφειοῦ. —Οἱ κάτοικοι Κηφισσοχωρίου διαμαρτύρονται κατὰ τῶν κοινοτήτων Ἀμφικλείας καὶ Μενδενίτσης αἰτουσῶν τὴν μεταρρύθμισιν τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Τιθορέας–Σουλέμπεγ–Ρεγκινίου–Καμένων Βούρλων. —Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Δαδίου καὶ περιχώρων διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Καμμένων Βούρλων εἰς σταθμὸν Τιθορέας, ὡς μὴ ἐξυπηρετούσης οὐδένα σκοπόν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Πριμίδης καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συνδέσμου ἐργατριῶν ἱματισμοῦ Στρατοῦ «ἡ Αὐγὴ» ζητουσῶν σχετικὴν ἀποζημίωσιν συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 17 τῆς συμβάσεως Κυρκίνη. —Οἱ Σύλλογοι ἐφέδρων τέως δήμων Πραΐσου καὶ Ρουκάκας διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην συγχώνευσιν τῶν ἐφεδρικῶν ταμείων μετὰ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης. —Ὁ Συνοικισμὸς Νέας Πέτρας Σερρῶν αἰτεῖται τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου. —Ὁ Ἐμπορικός, Ἐπιστημονικὸς καὶ Ἐπαγγελματικὸς κόσμος ἐπαρχίας Καρδίτσης, παρακαλεῖ ὅπως χωρισθῇ ἡ ἐπαρχία Καρδίτσης τοῦ νομοῦ Τρικκάλων καὶ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομὸν μετὰ τῆς ἐπαρχίας Φαρσάλων. —Ἡ «Ἐργατικὴ Βοήθεια» Ξάνθης αἰτεῖται τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ ἰδιωνύμου, τὴν μὴ διάλυσιν τῶν ταξικῶν ὀργανώσεων, κλπ. —Τὸ Γεωργικὸν Ἐπιμελητήριον Ἀττικοβοιωτίας αἰτεῖται τὴν ἀποδοχὴν τῶν αἰτημάτων τοῦ Ἐλαιοπαραγωγικοῦ κόσμου, ὑποβληθέντων διὰ ψηφίσματος τοῦ Βʹ Ἐλαιοκομικοῦ Συνεδρίου. —Τὸ Γεωργικὸν Ἐπιμελητήριον Ἀττικοβοιωτίας αἰτεῖται τὴν ἀποδοχὴν τῶν αἰτημάτων τῶν γεωργῶν κωμοπόλεως Ψαχνῶν Εὐβοίας. —Οἱ ἰδιῶται γραφεῖς Δημόσιοι ὑπάλληλοι διοικήσεως Χωροφυλακῆς Πέλλης αἰτοῦνται τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ ὀργανισμοῦ Χωροφυλακῆς καὶ τὴν ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ Αʹ νομοσχεδίου. —Ἡ Κοινότης Δίβρης αἰτεῖται τὴν παροχὴν πιστώσεως 100 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ἑτοιμορρόπου σχολικοῦ κτιρίου. —Οἱ Μακεδονομάχοι Θεσσαλονίκης, Μακρακώμης καὶ Γουμενίτσης παρακαλοῦν ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος 4413. —Ὁ Πανηπειρωτικὸς Σύνδεσμος τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀναπήρων ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς νόμου 2588, υἱοθετεῖ τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀναπήρων ἀξιωματικῶν. —Ἡ Καπνεργατικὴ Ἕνωσις Βόλου διαμαρτύρεται διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ ἑτέρων 9 ἐργατῶν καὶ ἐργατριῶν, κινδυνευόντων ἤδη ν’ ἀποθάνωσι τῆς πείνης. —Οἱ ἐμποροϋπάλληλοι Δράμας αἰτοῦνται τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων καὶ τροποποίησιν τοῦ νόμου 2112. —Οἱ Ἕλληνες ὁπλαρχηγοὶ αἰτοῦνται τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου 12 περὶ καταστάσεως τῶν ἐν πολέμῳ παθόντων ἀξιωματικῶν κλπ. εἰς τὸ Νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλήν. —Τὸ σωματεῖον «ἡ Ἕνωσις» τῶν εἰς χρυσᾶς δραχμὰς ἠσφαλισμένων ὑπὸ τῆς ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρείας ζωῆς ἡ «Ἀνατολὴ» παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ μέλη τοῦ Σωματείου κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ ὑποχρεώσεων εἰς χρυσόν. Ὁ κ. Β. Καραπαναγιώτης (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 30 Ἰανουαρίου συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως ἀποκλειστικοῦ προνομίου ἐκμεταλλεύσεως τῆς ραδιοφωνίας πρὸς μόρφωσιν καὶ τέρψιν τοῦ κοινοῦ». Ἡ ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Διοικητικοῦ Συμβουλίου παρὰ τῷ ὑπουργείῳ Ὑγιεινῆς καὶ τοῦ παρ’ αὐτῷ νομικοῦ συμβούλου». Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς δι’ ἀνταλλαγῆς διακοινώσεων μεταξὺ τῆς ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ χρονολογίαν 2 καὶ 9 Ὀκτωβρίου 1929 συνομολογηθείσης συμφωνίας περὶ ἀμοιβαίας ἀπαλλαγῆς τῆς τελωνειακῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποσκευῶν τῶν ἐμμίσθων προξενικῶν ὑπαλλήλων κλπ.». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Βιέννῃ τὴν 25 Ὀκτωβρίου 1921 ὑπογραφέντος σχεδίου διεθνοῦς συμβάσεως περὶ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἰατρικῆς ἐξετάσεως παίδων καὶ ἐφήβων ἐργαζομένων ἐπὶ πλοίων. 2) Περὶ ἱδρύσεως ταμείου προνοίας ἐργατῶν θαλάσσης, καὶ 3) Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4410 περὶ ναυτικῆς στρατολογίας. Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ μειώσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐλαιῶν κλπ. φόρου καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ φορολογίας τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιοδῶν ἐν γένει προϊόντων διατάξεων». Ὁ κ. Α. Παπᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς) καταθέτει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου. 1) Περὶ ὑποχρεωτικοῦ διαγωνισμοῦ δι’ τὴν κατάληψιν θέσεων ἐμμίσθων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν βοηθῶν ἰατρῶν Κρατικῶν, Δημοτικῶν, Κοινοτικῶν καὶ Πανεπιστημιακῶν Νοσοκομείων, ὡς καὶ τοιούτων ἀποτελούντων νομικὰ πρόσωπα δημοσίου ἢ ἰδιωτικοῦ δικαίου. 2) Περὶ τῶν κατεχόντων ἢ καταλαμβανόντων καὶ διατηρούντων συγχρόνως πλείονας τῆς μιᾶς θέσεως ἰατρῶν. 3) Περὶ καταργήοεως τοῦ ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου 1922 Ν. Δ. περὶ ἀσκήσεων ἰατρικῶν ἐπαγγελμάτων ἐν Ἑλλάδι παρὰ προσφύγων, καὶ 4) Περὶ χορηγίας πιστώσεων διὰ τὴν καταπολέμησιν τοῦ τραχώματος τῆς λέπρας καὶ τῆς φυματιώσεως. Οἱ κ. κ. Α. Παπᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καταθέτουν τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) Περὶ καταρτισμοῦ μονίμου ἐπιτροπῆς πρὸς κατεύθυνσιν τοῦ ἀντιελονοσιακοῦ ἀγῶνος καὶ ἀναγραφῆς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου Ὑγιεινῆς πιστώσεως δραχμῶν 24.000.000 πρὸς καταπολέμησιν τῆς ἑλονοσίας. 2) Περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἰατρείων τῆς ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων εἰς τὸ ὑπουργεῖον Ὑγιεινῆς, καὶ 3) Περὶ δωρεὰν καὶ κατὰ κυριότητα παραχωρήσεως τοῦ οἰκοπέδου, ἐφ’ οὗ εὑρίσκεται τὸ κατάστημα τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ λειτουργοῦντος «Ἀσύλου τοῦ Παιδιοῦ». Οἱ κ. κ. Γ. Παπανδρέου (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας), Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), καὶ Α. Παπᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς) καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ ἐνισχύσεως τοῦ Πανεπιστημιακοῦ Ἰνστιτούτου «Ραδίου». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ταμειακῶν ὑπολόγων στρατοῦ καὶ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ὀργάνων εἰς ἃ ἀνατίθεται ἡ διαχειριστικὴ ὑπηρεσία». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Λούβαρης, Σ. Νικολαΐδης, Δ. Δημάδης, Γ. Βοραζάνης κλπ. ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 20 παραγράφου 1 τοῦ νόμου 4275 περὶ τηλεφωνικῆς ἀνταποκρίσεως». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Πολυχρονάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως ἐν Κρήτῃ τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 955 τῆς πολιτικῆς Δικονομίας». Οἱ κ. κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Γ. Σίδερης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπογραφείσης τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1929 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Δήμου Θεσσαλονίκης περὶ παροχῆς δανείου τοῦ πρώτου πρὸς τὸν δεύτερον ἐκ δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν (10.000.000) διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν καὶ προστατευτικὴν ἐπένδυσιν τοῦ δικτύου τῶν ὑπονόμων Θεσσαλονίκης, ὡς καὶ τὴν ἔναρξιν λειτουργίας αὐτῶν». Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 10 Δεκεμβρίου 1929 δανειακῶν συμβάσεων μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων καὶ Ταχυδρομικῶν Ταμιευτηρίων καὶ χορηγήσεως ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς σύναψιν ὁμοίας συμβάσεως μετὰ τοῦ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ». Ὁ κ. Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) καταθέτει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1930–1931. Ὁ κ. Κ. Σπυρίδης (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν ἐγγύων βελτιώσεων». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3616 περὶ στρατιωτικῆς ἱεραρχίας καὶ προβιβασμῶν». Οἱ κ. κ. Π. Βουρλούμης (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) καὶ Δ. Δίγκας (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς ἀναστειλάσης τὰς πληρωμὰς ἀνωνύμου Ἑταιρείας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Τράπεζα Μεσσηνίας Ἀνώνυμος Ἑταιρεία». Αἱ κάτωθι ἀπαντήσεις εἰς ἐρωτήσεις τῶν κ. κ. βουλευτῶν: Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀπὸ 28)1)30 ὑπ’ ἀριθ. 81 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Λούλη ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν ὅτι ἡ περὶ ἧς ἡ ἐρώτησις αὕτη ὑπόθεσις ἐτερματίσθη πειθαρχικῶς διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς 100δράχμου προστίμου εἰς τὸν Διοικητὴν τοῦ τμήματος Γεν. Ἀσφαλείας ἀστυνόμον αʹ Ἀρ. Κουτσουμάρην. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 60 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Γ. Βασιλειάδου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν ὅτι διὰ ταὐταρίθμου ἐγγράφου ἡμῶν συνεστήθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ὅπως προβῇ εἰς χορήγησιν καλλιεργητικῶν δανείων εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Λοκρίδος. Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 102 τῆς 3)2)1930 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν Π. Λεβαντῆ, Δ. Ἰασωνίδη, Σ. Νικολαΐδου καὶ Κ. Μουζενίδου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ κατάργησις ἢ ὁ περιορισμὸς τοῦ προσθέτου ἐπὶ τῆς βενζίνης φόρου 80% εἶναι ζήτημα ἀμέσως συνδεδεμένον πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ δὲν δύναται νὰ λυθῇ μονομερῶς. Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 77 τῆς 27)1)1930 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Γρηγοράκη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Εἰς τοὺς ἐλέγχους τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων τοῦ ταμείου Γυθείου ὑπάρχει ἡ συνταξιοῦχος Τελέσιδα χήρα καὶ ὀρφανὴ Μαρία Παναγιώτου Ἀλιτζερινάκου καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη κατάστασις πληρωμῆς τῆς συντάξεώς της ἀπὸ 3)12)1927 μέχρι 30)6)1928. Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 314)1929 ἀποφάσεως τῆς Ἐμελείας, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπερρίφθη προσφυγὴ τῆς Χρυσάνθης Π. Ἀλιτζερινάκου κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3358)1927 πράξεως τοῦ II τμήματος, καθόσον ἠσκήθη ἐκπροθέσμως μετὰ τὴν πάροδον δηλαδὴ τῆς ἐνιαυσίου προθεσμίας ἣν δίδει ὁ νόμος, Αἴτησις δὲ τῆς αὐτῆς χήρας περὶ κανονισμοῦ τῆς εἰς αὐτὴν ἀνηκούσης συντάξεως λόγῳ τοῦ θανάτου τοῦ συζύγου της δὲν φαίνεται περιελθοῦσα εἰς τὸ Συνέδριον, ὅπερ δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ τὴν σύνταξίν της ἄνευ ὑποβολῆς ἐπισήμων στοιχείων δικαιολογούντων τὸ βάσιμον τοῦ δικαιώματος. Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 111 τῆς 5)2)1930 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπουρνιᾶ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι καθ’ ἃ πληροφορούμεθα ἐκ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου συνεπείᾳ ἀποφάσεως τούτου διετάχθη ἀναστολὴ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου μέχρι ἐκδικάσεως τῆς ἐφέσεως τῶν ἀδελφῶν Ἐμπειρίκου, δι’ ἑτέρας ἀποφάσεως παρετάθη ἡ προθεσμία πρὸς ἐνέργειαν πραγματογνωμοσύνης μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1930. Ἐπέμβασις εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τοῦ Συνεδρίου, καθαρῶς δικαστικόν, δὲν εἶναι δυνατή. Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 101 τῆς 3)2)1930 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Λύρα ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς ἵνα εἰδοποιηθῇ ὁ κ. βουλευτὴς νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ ποίων καταχρήσεων πρόκειται εἰς τὰ Τελωνεῖα Πειραιῶς καὶ Πατρῶν, ἐφ’ ὅσον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει γνῶσιν ὅτι λαμβάνουσι χώραν τοιαῦται καταχρήσεις. Ἀπαντῶντες εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 108 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Σχοινᾶ καὶ Μαντᾶ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἀπελύθησαν εἰσέτι τῆς ὑπηρεσίας οἱ συμπληρώσαντες τὸ ὅριον ἡλικίας ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοί, οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰ Σχολεῖα τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας, διότι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας, εἰς ὃ ἐκοινοποιήθη ἤδη παρ’ ἡμῶν ἡ σχετικὴ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, δὲν ὑπέβαλεν ἀκόμη τὰ ἀποδεικνύοντα τὴν ἡλικίαν των στοιχεῖα, ληξιαρχικὰς πράξεις κ.λ.π. Ἐπὶ τῇ ὑπ’ ἀριθμ. 95 ἀπὸ 31)1)30 ἐρωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Δ. Ἡρακλείδου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Βουλὴν ὅτι αἴτησις ὑπὸ χρονολογίαν 3 Ἀπριλίου 1928 τῆς Βασιλικῆς Δ. Φλώρου καὶ Σ. Δαρούση ἐκ Σκήτης Ἁγυιᾶς δὲν περιῆλθεν εἰς τὸ ὑφ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον, τὸ δὲ ὑπ’ ἀριθμ. 97762 ἀπὸ 19)9)27 ἔγγραφον ἀφορᾷ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 120 ἔτος 1927 ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Σκήτης, διαβιβασθεῖσαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀπονομῆς πολεμικῶν συντάξεων τοῦ Πρωτοδικείου Λαρίσης, ὅπως παράσχῃ πληροφορίας σχετικὰς μὲ τὴν ὑπόθεσιν Μαρίας χήρας Σ. Δορούση, μέχρι τῆς διαλύσεώς της ὅμως δὲν ἀπήντησεν ἡ Ἐπιτροπὴ καίτοι ἐγένετο ὑπόμνησις. Ἐν τούτοις ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 42458 ἀπὸ 3 Ἰουνίου 1927 ἐγγράφου πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς ἀνωτέρω Κοινότητος εἰδοποίησε τοὺς ἐνδιαφερομένους ὅπως ὑποβάλωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα δικαιολογητικὰ ἅτινα ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν ὑπεβλήθησαν εἰσέτι. Ὁ Ἀνθυπομοίραρχος Γνεσούλης Ἰωάννης ἐτέθη εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως διὰ πταίσματα δι’ ἃ ἐκρίθησαν ἀνεπαρκεῖς καὶ οὐχὶ τελεσφόροι αἱ κατώτεραι πειθαρχικαὶ ποιναί, ἤτοι διότι κρατήσας ἐκ τῆς μισθοδοσίας ὑφισταμένου τοῦ ὁπλίτου δραχμὰς 400, ἵνα τὰς ἀποστείλῃ εἰς ἕτερον ὁπλίτην εἰς ἐξόφλησιν χρέους, δὲν ἀπέστειλε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰ μὴ μετὰ πάροδον ἀρκετοῦ χρόνου καὶ κατόπιν μακρᾶς ἀπασχολήσεως τῆς ὑπηρεσίας, ἣν ψευδῶς ἐβεβαίου ὅτι εἶχεν ἀποστείλει τοῦτο εἰς τὸν δικαιοῦχον, ἔτι δὲ διότι κρατήσας ἐκ τῆς μισθοδοσίας ἑτέρου ὁπλίτου δραχμὰς ἑξακοσίας ἵνα τὰς ἀποστείλῃ πρὸς ἐξόφλησιν χρέους εἰς ἔμπορον κατεκράτησεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τὸ ἀπέστειλε μετὰ ἑπτάμηνον κατόπιν ὀχλήσεως τοῦ δικαιούχου. Τὸ σχετικὸν Π. Διάταγμα τῆς τιμωρίας ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 227 τῆς 30 Δεκεμβρίου 1929 φύλλον (Τεῦχος Γʹ) τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκοινοποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 228629 τῆς 17 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. διαταγῆς του πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον καὶ ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὰς λοιπὰς Ἀρχὰς Χωροφυλακῆς διὰ τῆς ἀπὸ 2 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. διαταγῆς του. Κατὰ τὸν νόμον 3542 «περὶ καταστάσεως τῶν Ἀξιωματικῶν» τὸ Διάταγμα τοῦτο θεωρεῖται κοινοποιηθὲν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον ἐπὶ ἀποδείξει κοινοποιήσεως, ἢ ἂν τοῦτο δὲν κατέστη ἐφικτὸν μετὰ 20ήμερον ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, Συνεπῶς ὁ ἀνωτέρω ἀξιωματικὸς λογίζεται κατὰ Νόμον ὡς διατελῶν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως ἀπὸ τὴν 20ης Ἰανουαρίου, ὅτε παρῆλθε ἡ 20ήμερος προθεσμία ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος. Ἐὰν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης δὲν ἀπέσχε τῆς ὑπηρεσίας ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Βουλευτὴς τοῦτο δέον νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν λόγῳ τῆς ἀποστάσεως καὶ τῶν μέσων συγκοινωνίας καθυστέρησιν τῆς ἀποστολῆς τοῦ σχετικοῦ φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν προϊσταμένην Ἀρχὴν εἰς Λευκάδα καὶ εἰς τὴν τήρησιν τῶν ἀπαιτουμένων διατυπώσεων διὰ τὴν δημοσίευσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν διὰ τῶν σχετικῶν πράξεων τῆς Διοικήσεως κοινοποίησιν τῶν παρομοίας φύσεως Διαταγμάτων. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ξηρός.
§3Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, κ. Πρόεδρε, ἐπ’ ἐλάχιστον δι’ ἓν προϊόν τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην σημασίαν διὰ τὸν τόπον, τὸ προϊὸν τῆς ἐλαίας. Ὑφίστανται οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ πίεσιν μεγάλην διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἐλαιῶν των. Οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ τῆς Ἀμφίσσης ἑνωθέντες εἰς συνεταιρισμὸν ἵδρυσαν πρατήρια εἰς Πειραιᾶ Ἀθήνας καὶ ἀλλαχοῦ εἰς τὰ ὁποῖα πωλοῦσι ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν κατανάλωσιν τὸ προϊόν των, εἰς εὐθυνοτέραν τιμήν. Δυστυχῶς ὅμως εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς ἀσκεῖται μία πίεσις τρομακτική, διότι τὰ ἐργατικὰ εἶναι ὑπερβολικά. Οὕτω ἡ παραγωγὴ διὰ ἓν βαρελάκι ἐλαιῶν τῶν 50 ὀκάδων εἰς ὃ μεταφέρεται, εἰσπράτονται ὑπερβολικὰ ἐκφορτωτικὰ εἰς Πειραιᾶ. Ὅταν ἐπιβαρυνθῇ ἡ ἐλαία μὲ τόσα ἐκφορτωτικὰ ἐν Πειραιεῖ, εἶναι ἀδύνατον νὰ παρέχεται εὐθυνὴ εἰς τὴν κατανάλωσιν ἥτις κυρίως εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν, διότι κατὰ ἕνα καθορισμὸν τιμολογίου, τὰ φορτωτικά, δηλαδή, διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ ἐργάτου ἀπὸ τὴν παραλίαν ποὺ θὰ τὴν μεταφέρῃ πληρώνει ἡ ἐλαία, ἀδιαφόρως τοῦ μεγέθους τοῦ βαρελίου δραχμὰς 15, ἤτοι λεπτὰ 30 κατ’ ὀκάν, ὅσον δὲ πληρώνει διὰ νὰ μεταφερθῇ ἀπὸ τὴν Ἄμφισσαν εἰς τὸν Πειραιᾶ. Τὸ ἄτοπον αὐτὸ πρέπει νὰ λείψῃ καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς νὰ λάβῃ μέτρα.
§4Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν πληρώνουν 30 λεπτὰ τὴν ὀκάν;
§5Ν. ΞΗΡΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐνόμιζα ὅτι εἶναι 3 δραχ. καὶ εἶπα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτό. Ἐφόσον πρόκειται περὶ 30 λεπτῶν σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι τὴν Δευτέραν εἰσάγωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ τὰ κανονίσωμεν ὅλα αὐτά.
§7Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὸ δεύτερον εἶναι τὸ ἑξῆς: Αἱ ἐλαῖαι αἱ παραγόμεναι εἰς τὴν περιφέρειαν Στυλίδος ἐξάγονται ὅλαι διὰ τοῦ λιμένος Βόλου διότι ἐκεῖ γίνεται τὸ ἐμπόριον τῶν εἰδῶν αὐτῶν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ συγκοινωνία μεγαλειτέρα καὶ εὐκολωτέρα. Ἐκεῖ ὁ τελώνης Βόλου, ἔκαμε τὸ ἑξῆς, διότι ἐφέτος δὲν ἐνοικιάσθη ἡ ἐλαιοδεκάτη. Ἐπῆγε καὶ τοὺς ἐκλείδωσε εἰς τὶς ἀποθῆκες τῆς κάσες μὲ τὶς ἐληὲς μὲ τέσσαρες κλειδωνιὲς καὶ δὲν ἠμποροῦν οὔτε νὰ ἐπεξεργασθοῦν τὸ πρᾶγμα.
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι διὰ νὰ μὴ τὰς ἀνακατεύετε μὲ τὶς ἐληὲς τοῦ Βόλου. Γιατὶ δὲν πηγαίνετε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διὰ νὰ συνεννοηθῆτε μὲ τὸν κύριον Μαρῆ ἢ Δεληγιάννη διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.
§9Ν. ΞΗΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων Ὁ κ. Ἀνθρακόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀγοραστῶν ἀνταλλαξίμων Σερρῶν.
§11Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀγορασταὶ τῶν ἀνταλλαξίμων κτημάτων οἱ πρὸ τῆς τελευταίας συμβάσεως ἀγοράσαντες τὰ κτήματα ζητοῦν ὅπως ὑπαχθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀγορασάντων μετὰ τὴν τελευταίαν σύμβασιν. Ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλων ἡμῶν εἶναι, ἐφ’ ὅσον διερχόμεθα μίαν τεραστίαν κρίσιν οἰκονομικὴν ὁ δὲ προϋπολογισμὸς καὶ ἐκεῖνος θὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας ἔχομεν δὲ καὶ ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου, ἡ προσπάθειά μας, λέγω, εἶναι νὰ τροποποιήσωμεν περισσότερον τὴν σύμβασιν ἐπὶ τὸ ὠφελιμώτερον, ὥστε ν’ ἀπαλλαγῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὴν τεραστίαν δαπάνην τὴν ὁποίαν ὑφίσταται. Τὸ αἴτημά των ὅπως ἐξοφλήσωσι τὸ τίμημα τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἀγορασθέντων ἀκινήτων μὲ ὁμολογίας τόκου 6% εἶναι ἀπολύτως δίκαιον καί.
§12Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι αὐτοὶ ἀνέλαβον νὰ πληρώσουν μὲ ὁμολογίας 8%, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πολὺ ἀνωτέραν ἀξίαν ἀπὸ τὰς ὁμολογίας τῶν 6%. Ἐδέχθημεν νὰ πληρώσουν μὲ ὁμολογίας. Εἶναι μία παραχώρησις τὴν ὁποίαν ἐκάναμεν. Δὲν εἶναι ζήτημα ὅτι ἂν ἡ προκήρυξις εἶχε τὴν δυνατότητα πληρωμῆς δι’ ὁμολογιῶν 6% θὰ ἐπετυγχάνετο τὸ ἀνώτατον τίμημα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει λόγοι δικαιοσύνης διὰ τὴν προσφορὰν θὰ ἐδικαιολόγουν καὶ δευτέραν παραχώρησιν.
§13Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν, διότι οὕτω θὰ δύνανται νὰ πληρώνωνται τακτικώτερον. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἀπαλλάξῃ τὰ κτήματα ἐπὶ μίαν 5ετίαν καὶ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἂν τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 15 ἔτη τὸ κάνετε 20 ἔτη βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ δυνηθῆτε, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας ἐντὸς 3ετίας νὰ πωλήσετε τὰ κτήματα καὶ νὰ ἀπαλλάξητε τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τὸ βαρύτατον φορτίον τὸ ὁποῖον ἔχει.
§14Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν μπορῶ νὰ κάμω ἄλλην παραχώρησιν...
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Βόλου καὶ τοῦ Γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης.
§16Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαθανάσης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Μεσολογγίου περὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων τῶν δικαστῶν τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
§18Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ ἐκ μέρους τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Μεσολογγίου ζητοῦντος τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Πρωτοδικείου ἐκ δικαστῶν. Εἶναι τοιαύτη ἡ ἔλλειψις δικαστῶν εἰς τὸ δικαστήριον αὐτὸ ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ δικαστήριον αὐτὸ ἀπονέμει πολιτικὴν δικαιοσύνην. Ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς ὑπεσχέθη τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ, δυστυχῶς ὅμως ἡ ὑπόσχεσις αὐτὴ ἔμεινεν ἀνεκπλήρωτος. Ἤδη τὸ δικαστήριον ἔχει τὸν Πρόεδρον καὶ 4 δικαστάς. Ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου εἶναι ὑποχρεωμένος καθ’ ἑκάστην νὰ εἶναι εἰς τὸ ἀκροατήριον, οἱ δὲ ἄλλοι δύο διότι ὁ τέταρτος ἀπεχώρησεν, εἶναι ἀπησχολημένοι εἰς τὰ ἀνακριτικὰ καθήκοντα. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους παρ’ ὅλας τὰς καταβαλλομένας φιλοτίμους ὑπηρεσίας ὑπὸ τούτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀποστείλητε δύο δικαστὰς ἀκόμη, διότι ἀγωγαὶ αἱ ὁποῖαι ἐπεδόθησαν πρὸ ἑνὸς ἔτους δὲν ἔχουν συζητηθῆ ἀκόμη. Φαντάζεσθε δὲ τὰ παράπονα καὶ τὰς διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων καὶ τῶν δικηγόρων ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει μέτρα, ἂν καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καταβάλλει προσπαθείας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ν’ ἀποστείλῃ ἐκεῖ δύο δικαστάς.
§19Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶχον καὶ ἄλλοτε τὴν τιμὴν, ἐξ’ ἀφορμῆς ὁμοίας συστάσεως νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουν εἰς τὸν κλάδον τῶν πρωτοδικῶν κενά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τεθειμένων νόμων νὰ συμπληρωθῶσι, διότι δὲν ὑπάρχουν οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴν θέσιν. Εἰς τὸ Μεσολόγγιον εἶναι ὁ πρόεδρος καὶ 3 πρωτοδίκαι.
§20Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἀπεχώρησεν ὁ 4ος.
§21Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει γνῶσιν ὅτι ἀπεχώρησεν. Ἡ ὑπηρεσία βεβαίως εἶναι ἐπαρκὴς ἐν σχέσει πρὸς τὸ προσωπικὸν τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ διαθέσωμεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει συνεπλήρωσε τὸν χρόνον τῆς προαγωγῆς ἡ πρώτη τάξις τῶν παρέδρων καὶ προεκλήθησαν τὰ σχετικὰ κατὰ νόμον ἐρωτήματα καὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἀναμένωμεν δὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου περὶ προαγωγῆς των εἰς πρωτοδίκας. Ἔχομεν 43 κενὰς θέσεις πρωτοδικῶν εἰς τὸ Κράτος, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀνάγκην κατανέμονται εἰς τὰ παλαιὰ Πρωτοδικεῖα. Τώρα ἔχομεν τὴν προαγωγὴν 11 παρέδρων.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος Δ. Κοροτζῆ αἰτουμένου τὴν προαγωγὴν εἰς γραμματέα δευτέρας τάξεως.
§23Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἀφορᾶ τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ πλέον, κ. ὑπουργέ, ἐνηργήθη διαγωνισμὸς πρὸς πρόσληψιν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων γραμματέων δευτέρας τάξεως. Οἱ ἐπιτυχόντες ἀνήρχοντο εἰς 180, ἐξ αὐτῶν διωρίσθησαν 120 ἀλληλοδιαδόχως καὶ ὑπελείφθησαν 60 προσληφθέντες ὡς εἰσπράκτορες. Θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ἐφ’ ὅσον φαίνεται ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ ὅτι ἦσαν ἐπαρκεῖς διὰ τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως βʹ.
§24Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ἂν καὶ ἡ θέσις τοῦ εἰσπράκτορος εἶναι ἀρκετὰ ἐξυψωμένη τελευταίως, ἡ πρόσληψις δὲ αὐτῶν ἀποτελεῖ πρᾶξιν εὐνοίας ἀπέναντι τῶν ἐνδιαφερομένων.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς ἐπὶ ἀναφορᾶς ὑποκαταδίκων τῶν φυλακῶν Συγγροῦ.
§26Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§27Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ταλιαδοῦρος καὶ ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Κτημενῆς (Δρανίτσης).
§29Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι τῶν ὀρεινῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης ἠναγκάσθησαν ἕνεκα τῆς πείνης, ἡ ὁποία τοὺς ἐμάστιζε κατὰ τὸ 1927– 1928 καὶ συνέταξαν συμβόλαιον διὰ τοῦ ὁποίου τὴν ξυλείαν τῶν δασῶν τὴν μετεβίβασαν εἰς ἐκμεταλλευτάς. Ὅταν συντάσουν συμβόλαια καὶ παρέχουν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχουν ἐπὶ τῆς ξυλείας, αὐτὰ τὰ συμβόλαια κατ’ ἔθος δικηγορικὸν καὶ συμβολαιογραφικὸν ὀνομάζονται μισθωτήρια συμβόλαια. Ἀλλὰ ὅπως γνωρίζετε τὸν νομικὸν χαρακτῆρα τῆς συμβάσεως τὸν δίδει ὁ νόμος. Ἑπομένως αἱ συμβάσεις αὗται δὲν ἦσαν μισθώσεις: ἦσαν πωλήσεις ξυλείας. Τὸ ὅτι δὲν ἦσαν μισθώσεις τὸ ἀποδεικνύει ἡ πρακτικὴ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ἔτη πολλά, διότι οὐδεμία ἐφορία τοῦ Κράτους, οὔτε ἐν Καρδίτσῃ οὔτε ἐν Τρικκάλοις οὔτε ἐν Καλαμπάκᾳ οὔτε ἐν Μακεδονίᾳ, φορολογεῖ μὲ τὸν νόμον τῶν καθαρῶν προσόδων κατηγορίας δευτέρας τοὺς τοιούτους πωλητάς, ἐκτὸς τῆς ἐφορίας Καρδίτσης ἡ ὁποία κατόπιν τόσον ἐτῶν ἐφέτος ἐνόμισε ὅτι ἡ σύμβασις δὲν εἶναι μίσθωσις καὶ ἔκαμε πρωτόκολλον καὶ ἐθεώρησε καλὸν νὰ φορολογήσῃ αὐτοὺς μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου περὶ καθαρῶν προσόδων (ἀναγινώσκει) «...φορολογεῖται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει εἰσοδήματα». Τώρα ἐγὼ πωλῶ τὴν ξυλείαν τοῦ δάσους· εἶναι μίσθωσις; Θὰ σᾶς εἴπω πῶς ἔγινεν ἡ ἐνέργεια. Οἱ κάτοικοι τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν χρημάτων τούτων τὰ κατηνάλωσαν διὰ κατασκευὴν δημοσίων καὶ κοινωφελῶν ἔργων, π.χ. εἰς κρήνας, δρόμους, σχολεῖα κλπ. Τώρα καλοῦνται ὕστερα ἀπὸ 3 χρόνια, ἀφοῦ ἔφαγαν τὰ χρήματα καὶ ἐνῷ στεροῦνται καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου των, καλοῦνται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ πληρώσουν φόρους καὶ διώκονται δι’ ἐνταλμάτων, καὶ ἐδημιουργήθη οὕτω μία κατάστασις πρωτοφανὴς ἐν Καρδίτσῃ. Τώρα αὐτὸ ἐγένετο διότι ὁ ἔφορος Καρδίτσης ἠρώτησε τὸ ὑπουργεῖον σας ἂν πρέπῃ νὰ φορολογηθῇ, τὸ δὲ ὑπουργεῖον σας ἀπήντησεν ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῇ. Νὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα: Ἔχω ἕνα ἀγρὸν τὸν ὁποῖον ἐκαλλιέργησα κ’ ἔσπειρα μὲ σῖτον καὶ σᾶς λέγω: «ἐκ τοῦ ἀγροῦ μου σᾶς πωλῶ τὸν σῖτον ἢ σᾶς ἐκμισθώνω τὸν σῖτον» εἶναι μίσθωσις αὐτὴ ἡ πρᾶξις; εἶναι πώλησις τοῦ προϊόντος: Τὸ προϊὸν τοῦ τόπου εἶναι τὸ ξύλο. Λοιπὸν τὸ Συμβούλιον εἶπεν ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι μίσθωσις· καὶ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ὅτι δὲν εἶναι μίσθωσις, εἶναι ὅτι ἡ πρακτικὴ τῶν ὑπηρεσιῶν σας οὐδέποτε τὸ ἐχαρακτήρισε μίσθωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ Καρδίτσης ἡ ἐκδικαστική, κατόπιν τοῦ ἐγγράφου τὸ ὁποῖον ἐστείλατε ἡμεῖς κατ’ Ἰούνιον τοῦ τοῦ 1929, μὴ δυναμένη νὰ ἑρμηνεύσῃ ἄλλως τὸν νόμον ἀπέρριψε τὴν προσφυγὴν ταύτην. Τώρα ἂν ἐξετάσητε θὰ ἴδετε ὅτι αὐτὸ τὸ προϊὸν— καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ζητῶ, οὔτε ὁμιλῶ περὶ σεισαχθείας καὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὸν φόρον—τὸ δάσος, δηλαδὴ τὰ προϊόντα τοῦ δάσους πληρώνουν τοὺς ἑξῆς φόρους: φόρον ὑλοτομίας, στρεμματικὸν φόρον καὶ ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ ἐπιβάλλει καὶ νέαν φορολογίαν καθαρᾶς προσόδου. Ἔχω στατιστικὴν ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται ὅτι ἕκαστον στρέμμα παράγει.... (ἀναγινώσκει). Αὐτὴ δὲ ἡ φορολογία ἡ ὁποία εἶναι πρωτοφανὴς εἰς μίαν ἐφορίαν ἐφαρμόζεται ἐκ Καρδίτση. Ἔκαμαν συλλαλητήρια, κύριε Πρόεδρε, προχθὲς οἱ κάτοικοι καὶ ἐδήλωσαν ἀδυναμίαν πληρωμῆς τοιαύτης ἀδίκου φορολογίας καὶ ἀπὸ νομικῆς καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς φορολογικῆς ἀπόψεως. Ἐὰν οἱ δικηγόροι ἐγνώριζον ὅτι θὰ ἐβαρύνοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τοιαύτην φορολογίαν, τὰ συμβόλαια θὰ συνετάσσοντο διαφορετικῶς καὶ θὰ ἔγραφον ὄχι «ἐκμισθώνω δάσος» ἀλλὰ «πωλῶ ξυλείαν» καὶ τότε δὲν θὰ φορολογοῦντο βεβαίως. Τὴν συνήθειαν ταύτην τῶν δικηγόρων καὶ συμβολαιογράφων δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκμεταλλευθοῦν αἱ ἀρχαί, διότι τὰ συμβόλαια ὠνομάσθησαν μισθωτήρια καὶ ὄχι πωλητήρια. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ἢ νὰ ἑρμηνεύσητε τὸ πρᾶγμα ὑπηρεσιακῶς, ἀνακαλοῦντες τὴν προτέραν διαταγὴν, ἢ νὰ λάβητε νομοθετικὰ μέτρα, διότι πρόκειται περὶ βεβαιώσεως φόρου 3 ἑκατομμυρίων.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν καὶ τηλεγραφήματα σωματείων Ἑλλήνων ὑπηκόων προσφύγων σχετικὰ μὲ τὸ δάνειον τῶν 50 ἑκατομμυρίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§31Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ἀναφορῶν καὶ ἀλλεπαλλήλων τηλεγραφημάτων τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος διαφόρων σωματείων τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων διατυποῦνται παράπονα καὶ παράπονα ἐντόνου διαμαρτυρίας, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐπιδιώκει διὰ παντὸς τρόπου καὶ διὰ προσωπικῆς ἀκόμη κρατήσεως, δι’ ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων τὴν εἴσπραξιν τοῦ δανείου τῶν 50 ἑκατομμυρίων τὸ ὁποῖον ἐχορηγήθη εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου 3934. Τὸ παράπονον αὐτὸ εἶναι δικαιότατον, συνεκδοχικῶς δὲ προκειμένου καὶ περὶ τοῦ δημοσίου, διότι ὅπως γνωρίζετε οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἔλαβον τὸ δάνειον αὐτὸ πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀναγκῶν των πρὸ τῆς συμβάσεως τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1926, τὸ ἔλαβον δὲ ὑπὸ τὸν ὅρον τὸν συμβιβαστικὸν καὶ τὴν προϋπόθεσιν τῆς καταβολῆς τοῦ δανείου τούτου ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ καὶ τῇ ἀναλήψει παρ’ αὐτῶν τῶν ἐν Τουρκίᾳ κτημάτων ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἄρσεως τῆς μεσεγγυήσεως ἡ ὁποία ἐβάρυνε τὰ κτήματά των ἐν Τουρκίᾳ. Διότι σᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὰ ἄρθρα 65 καὶ 66 τῆς συμβάσεως τῆς Λωζάννης οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἐδικαιοῦντο νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς οἰκίας των καὶ νὰ κατοικήσωσιν ἐκεῖ. Ἀλλὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μὴ δυναμένου νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν ὑποχρεώσεις του, νὰ ἐπιστρέψῃ δηλαδὴ τὰ κτήματα τῶν Τούρκων ὑπηκόων ὡς καὶ τῶν τῆς 9ης δηλώσεως, οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ δικαιώματά των ἐπὶ τῆς ἀκινήτου αὐτῶν περιουσίας, τὰ ὁποῖα περιῆλθον συμψηφιστικῶς ὑπὸ τὴν κυριότητα τῆς Τουρκίας. Πρὸς προσωρινὴν λοιπὸν ἀνακούφισίν των ἐχορηγήθη τὸ δάνειον τοῦτο εἰς αὐτούς. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Τουρκίαν ἐκχώρησις τῶν κτημάτων τούτων τῶν Ἑλληνικῶν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀποξενοῦνται οὗτοι τῆς περιουσίας των. Κατ’ ἀκολουθίαν ἀτονεῖ ἐξ ὁλοκλήρου ἡ ὑποχρέωσις πρὸς παραλαβὴν τῶν κτημάτων, συμψηφιστικῶς δὲ καὶ ὁ ὅρος τῆς ἄρσεως τῆς μεσεγγυήσεως. Μὴ αἰρουμένης τῆς μεσεγγυήσεως δὲν ἔχει διόλου τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ εἰς τὴν καταβολὴν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, τὸν ὁποῖον θὰ ἀναφέρω. Οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι παρέλαβον τὸ δάνειον αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν ὅρον τῆς ἐπιστροφῆς τῶν κτημάτων των, ὅτε καὶ μόνον θὰ ἐπλήρωνον ἐν τῇ ἀρτιότητι τῆς τὸ ποσὸν τοῦ δανείου. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δι’ ἐσωτερικοῦ δανείου ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ἕνα ποσοστὸν σήμερον ἔναντι τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων των, δηλαδὴ τὸ 20%, οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλωσι τὸ δάνειον τοῦτο τὸ ὁποῖον παρέλαβον ὑφ’ ὡρισμένον ὅρον, παρὰ τότε μόνον ὅταν ὑπεισέλθουν εἰς τὰ δικαιώματά των, τοὐτέστιν ὅταν λάβουν τὸ 100%. Πάντως δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλλωσι δάνειον τὸ ὁποῖον ἔλαβον ὑφ’ ὡρισμένους ὅρους. Θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὅταν τὸ δάνειον τοῦτο συνήπτετο, συνήφθη δὲ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, συνήφθη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ ἀκόμη τὸν ὅρον τῆς καταβολῆς....
§32Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποῖος ἔδωσε τὸ δάνειον; τὸ Κράτος ἢ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα;
§33Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔδωκε τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος ἀντιμετωπίζον τὴν ἀνάγκην τῆς πληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τῶν προσφύγων, ἔδωκε τὴν ἐγγύησιν αὐτήν.
§34Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄν ἔδωσε τὴν ἐγγύησίν του, δὲν ἔδωσε ὅμως καὶ τὸ δάνειον.
§35Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔδωσε τὸ Κράτος.
§36Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄν ἔδωσε τὴν ἐγγύησιν τὸ Κράτος, δὲν θὰ ἔδωσε καὶ τὸ δάνειον· τὸ δάνειον θὰ τὸ ἔδωσε ἡ Τράπεζα.
§37Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· τὸ Κράτος ἔδωσε τὸ δάνειον διὰ τῆς Τραπέζης.
§38Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἔδωσεν, ἀφοῦ ἐγγυήθηκε; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἔδωσε;
§39Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἀνέλαβε νὰ χορηγήσῃ δάνειον 50.000.000 εἰς τοὺς πρόσφυγας τὸ ὁποῖον διὰ τῆς Τραπέζης ἐχορηγήθη εἰς αὐτοὺς βραδύτερον, ἀναλαβόντων τῶν ὀφειλετῶν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς καταβολῆς, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους, ὡς ἐγγυητοῦ, νὰ τὸ καταβάλῃ. Θὰ τὰ κατέβαλλον δέ, ὅταν θὰ παρελάμβανον τὰ κτήματά των ἐκ Τουρκίας.
§40Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ Τράπεζα ἡ ὁποία ἔδωσε τὸ δάνειον ἐδέχθη τοιούτους περιορισμούς;
§41Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§42Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τότε διατὶ μᾶς ἀπασχολεῖτε εἰς τὴν Βουλὴν ἀφοῦ τὰ συμβόλαια τὰ δικαστικὰ ἀναφέρουν αὐτὸν τὸν ὅρον;
§43Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὀφειλέται ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλουν εἰς τὴν Τράπεζαν, τὸ Κράτος δὲ ἀνέλαβε τὴν ἐγγύησιν ἀπέναντι τῆς Τραπέζης. Οἱ ὀφειλέται εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νά...
§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ συμβόλαιον πρὸς τὴν Τράπεζαν τὸ λέγει αὐτό;
§45Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διότι τὸ Κράτος, κ. Πρόεδρε, δέχεται νὰ μὴ ἐκπληρώσῃ τὴν σύμβασιν τῆς Λωζάννης, δέχεται.
§46Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὶ νὰ μὴ ἐκπληρώσῃ τὴν σύμβασιν τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης;
§47Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐξετόπισε τὴν σύμβασιν ἐκείνην διὰ τῆς ὁποίας.
§48Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀκοῦτε ἐδῶ· φέρετέ το ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἔτσι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκκαθαρίσωμεν ἕνα ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νά ἐκκαθαρισθῇ. Φέρετέ το ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως.
§49Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σκοπὸς τοῦ ἐπερωτῶντος δὲν εἶναι νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν.
§50Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν δέχομαι νὰ κατηγορῆται τὸ Κράτος ὅτι παραβαίνει τὰς ὑποχρεώσεις του· εἶναι ἄδικον αὐτό. Δὲν δύναμαι νὰ ἀνέχωμαι αὐτὴν τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ Κράτους· δὲν εἶναι δίκαιον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§51Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύμβασις τῆς 2 Δεκεμβρίου τοῦ 1926 δὲν ἐγένετο ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§52Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἔκαμον τὸ κατὰ δύναμιν. Αὐτὸ ἰσχυρίζομαι. Μὴ κατηγορῆτε λοιπὸν τὸ Κράτος. Ἀλλὰ ἂν θέλετε νὰ τὸ κατηγορήσετε, εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ὄχι δι’ ἐρωτήσεως ἀλλὰ δι’ ἐπερωτήσεως.
§53Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως. Δεδομένου ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν σήμερον νὰ καταβάλουν τὸ δάνειον, ἔκαμαν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως αὕτη διευκολύνῃ τὸ ζήτημα τοῦτο μέχρι τοῦ διακανονισμοῦ τῶν συνεννοήσεων μὲ τὴν Τουρκίαν. Ἡ παρατήρησις τῆς Κυβερνήσεως ὑπ’ αὐτὴν τὴν μορφήν, κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ λογικὴ καὶ ταυτοχρόνως ἐξοικονομεῖ τὰ πράγματα.
§54Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόεδρος συνήφθη ἐκ μέρους ὡρισμένων Ἑλλήνων ὑπηκόων ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ ἀναφορικῶς μὲ τὴν ἀποζημίωσιν ἢ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν κτημάτων. Ἐγένετο μία εὐκολία, ὅπως ἐγένετο καὶ εἰς τοὺς ἀνταλλαξίμους πρόσφυγας ἄλλοτε μέχρις ὅτου λάβωσιν ἀποζημίωσιν.
§55Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, δὲν πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως ἀλλὰ πρόκειται περὶ συμβάσεως ἀνταλλαγῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀποζημίωσις κτημάτων, ἀλλὰ ἐπιστροφὴ κτημάτων.
§56Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει, λέγω, ἀποζημίωσις κτημάτων.
§57Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, διότι ἡ σύμβασις τῆς Λωζάννης τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν προβλέπει περὶ ἐπιστροφῆς.
§58Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν ἐκάμαμεν τὴν συμφωνίαν, τὶ εἴχαμε εἰπῇ εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς συμβάσεως;
§59Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ 1926, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶσθε ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων.
§60Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἐγένετο μία προσωρινὴ εὐκολία εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐγένετο χάριν εὐκολίας. Τῇ παρακλήσει τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐπενέβην παρὰ τῇ Τραπέζῃ καὶ παρεκάλεσα νὰ μὴ συμψηφίσῃ ὑποχρεωτικῶς.....
§61Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀναφέρεται εἰς τὴν σύμβασιν μέσα ὅτι θὰ παραχωρηθῇ τὸ δάνειον αὐτό;
§62Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι· δὲν ἀναφέρεται τίποτε ἀπὸ αὐτό. Δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ εἰς τὴν σύμβασιν καμμία ρήτρα ἐξαρτῶσα τὴν ἐξόφλησιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων ἢ τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων.
§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔστω· ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει οὐδένα περιορισμόν. Ὑπάρχει πουθενὰ ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους νὰ πληρώσῃ ἐφ’ ὅσον τοῦ ζητοῦν τὰ χρήματα ὡς ἐγγυητής;
§64Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τούτοις ἡ Τράπεζα τῇ παρακλήσει των ἐδέχθη νὰ μὴ συμψηφίσῃ τὴν ὀφειλήν των πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις των διὰ νὰ ἐξοφληθῇ ἀνετώτερον· ἐπίσης δὲ τῇ παρακλήσει τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐδέχθη ὅπως παύσῃ ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον καταβάλλεται ὁ τόκος. Δὲν νομίζω ὅτι εὑρίσκονται ἐν δικαίῳ παραπονούμενοι διότι τοῖς ἔγινε πᾶσα δυνατὴ εὐκολία.
§65Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Παρέλαβον τὸ σύνολον ἐπὶ τῇ βάσει θετικῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ἀντιτίμου τῶν κτημάτων. Τὰ 50 ἑκατομμύρια νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προκαταβολή.
§66Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις: Οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι οἱ ἔχοντες κτήματα ἐκτὸς τῆς περιφερείας Κωνσταντινουπόλεως, οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι χάνουν τὰ κτήματά των· καὶ κινδυνεύουν νὰ τὰ χάσουν, διὰ ποῖον λόγον; Διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀποδώσῃ τὰ κτήματα τῶν Τούρκων ὑπηκόων τῆς 9ης δηλώσεως εἰς τὴν Τουρκίαν, εὑρέθησαν αἱ δύο Κυβερνήσεις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπουν: τὶ θὰ γίνῃ; καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν συμφωνίαν ἐν Ἀθήναις ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι ἐπειδὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπῆρε τὰ κτήματα τῶν Τούρκων τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τ’ ἀποδώσῃ, συνεφωνήθη μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων νὰ κρατήσῃ καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις κτήματα Ἑλλήνων ὑπηκόων κείμενα εἰς τὴν Τουρκίαν, ἔξω τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μέχρι τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ καλύψῃ τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων τὰ ὁποῖα δὲν ἐδώσαμεν. Ἀλλ’ ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως ποία εἶναι ἀγαπητὲ κ. Μιχαλάκη; Ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι —οἱ νομικοὶ τύποι δὲν ἔχουν σημασίαν—εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, δὲν πρόκειται περὶ προσφύγων, τὸ Κράτος ἔρχεται καὶ λέγει: Ἀκοῦστε ἐδῶ· μὲ τὴν σύμβασιν τῆς Λωζάννης εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποδώσωμεν τὰ κτήματα εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ δὲν μποροῦμεν νὰ τὰ δώσωμεν. Κατ’ οὐσίαν αὐτὰ τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα εἴχατε εἰς τὴν Τουρκίαν εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἔχετε εἰς τὴν Θρᾴκην. Ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι ὁ Α Ἕλλην ὑπήκοος ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ εἶχεν ἓν κτῆμα, ὑποθέσατε ὅτι τὸ εἶχεν εἰς τὴν Θρᾴκην. Τί θὰ εἶχε συμβῆ; Θὰ τοῦ τὸ εἴχαμεν ἀπαλλοτριώσει ἀναγκαστικῶς διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων καὶ θὰ τοῦ ἐδίδαμεν τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, καὶ ξεύρετε ποία εἶναι ἡ ἀξία αὐτοῦ. Διατί ὁ Ἕλλην ὁ ὁποῖος εἶχεν ἓν κτῆμα εἰς τὴν Τουρκίαν θὰ εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔχῃ μεγαλείτερα πλεονεκτήματα ἀπὸ τὸν Ἕλληνα ὁ ὁποῖος ἔχει κτῆμα εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ποῖος Ἕλλην ὑπάρχει ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαντάζετο ὅτι τὸ Α κτῆμα ἦτο καλλίτερον νὰ ἦτο εἰς τὸ Τουρκικὸν ἔδαφος παρὰ εἰς τὸ Ἑλληνικόν; Τὸ πρᾶγμα εἶναι καθαρόν. Ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς τὸ εἴπω καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα. Οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἐπῆραν 20% ἐπὶ πλέον τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων των. Ἠξεύρετε πολὺ καλά, ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις αὐταὶ αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μαρτυρικῶν καταθέσεων δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἀληθῆ ἀξίαν τῶν κτημάτων εἶναι φυσικόν. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἡ πεποίθησίς μου εἶναι ὅτι τῶν κτημάτων αὐτῶν ἡ ἀξία εἶναι μεγαλειτέρα τῶν 20%. Ἴσως δέ, πιθανόν, νὰ εἶναι καὶ διπλασία, 40%. Ἐν πάσῃ περιπτώσει 20% θὰ εἶναι. Ἐὰν ἦσαν αὐτὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἀπηλλοτριοῦντο δυνάμει τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
§67Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀστικὰ τὰ 9)10, κ. Πρόεδρε.
§68Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅταν ὁ ἀντιπρόσωπός των ἐν τῇ Βουλῇ κατακρίνῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὅτι συμπεριεφέρθη κακὰ εἰς τοὺς ὑπηκόους του, τοῦ λέγω ὅτι δὲν ἔχει κανένα δίκαιον.
§69Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Αἱ ἀπόψεις τὰς ὁποίας ἐξεθέσατε, κ. Πρόεδρε ἦσαν σοφώταται καὶ λογικώταται ἐὰν πρόκειται περὶ ἀγροτικῶν κτημάτων. Δὲν φανταζόμεθα ὅμως ὅτι θέλετε νὰ ἐπεκτείνετε τὸν ἀγροτικὸν νόμον καὶ εἰς τὰ ἀστικά.
§70Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δέχομαι τὴν παρατήρησίν σας, ὅτι ὅσα εἶπον ἀφορῶσι τὰ ἀγροτικὰ κτήματα.
§71Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ τάξις τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἡ ὁποία ἔρχεται καὶ ζητεῖ ἀποζημίωσιν εἶναι ἡ τάξις ἐκείνη ἡ ὁποία δὲν ζητεῖ οὔτε διὰ τὰ σωθέντα ἀκίνητά της, οὔτε διὰ τὰ καέντα. Ζητεῖ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγινε διὰ τοὺς Ἕλληνας τῆς Θρᾴκης, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον ἔλαβον τὰ κτήματά των, βεβαίως τὰ πωληθέντα καὶ τὰ καέντα. Ἡμεῖς τὶ ζητοῦμεν; Ἀκριβῶς τὰ καέντα ἢ διαρπαγέντα. Ἀκόμη δὲ περισσότερον πρὸς τούς Ἕλληνας τῆς Θρᾴκης ἔρχεται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ τοὺς ἀποζημιώνει καὶ διὰ τὰ πωληθέντα καὶ καταστραφέντα καὶ πολὺ δικαίως μάλιστα.
§72Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποίους ἀποζημιώνει;
§73Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Τοὺς πολεμοπαθεῖς.
§74Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ τοὺς πολεμοπαθεῖς, κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τὴν περιουσίαν των κατὰ τὸ 1916 καὶ 1917, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν ἐμερίμνησε παντάπασι μέχρι τοῦ παρελθέντος χειμῶνος. Δὲν τοὺς ἔδωσεν ἀκόμη τίποτε. Τοὺς ὑπόσχεται νὰ τοὺς δώσῃ τὸ 1)15, καὶ αὐτὸ ὄχι εἰς μετρητὰ ἀλλ’ εἰς ὁμολογίας, ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματός των.
§75Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Οὔτε αὐτὸ δὲν ζητοῦμεν.
§76Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποζημιώσεων τῶν Δυνάμεων.
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι περίστασις νὰ τὸ συζητήσωμεν σήμερον. Ζητῶ κἄποια ἀναλογία νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων.
§78Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Αὐτὸ καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν 50 ἑκατομμυρίων. Εἴπατε πολὺ ὀρθῶς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐδῶ, ἐγένοντο....
§79Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μαρτυρικῶν ἀποδείξεων μόνον.
§80Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Ὑπὸ ἐπιτροπῶν ὅμως, αἵτινες ἀπετελοῦντο ἀπὸ ἕνα ἀνώτατον δικαστικὸν ἕνα οἰκονομικὸν καὶ ἕνα μόνον πρόσφυγα. Ἐὰν λάβετε τὴν στατιστικὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ρίψετε ἕνα βλέμμα εἰς τὰ δελτία τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐνταῦθα, θὰ ἰδῆτε ὅτι εἰς πολλὰ ἔρχονται ἐν ἰσοψηφίᾳ, εἰς πολλὰ κάτω τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς καὶ μόνον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὑπερβαίνουν τὰ 15–20%. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ 50 ἑκατομμύρια. Ὅταν ἐδόθησαν αὐτὰ δὲν ὑπῆρχεν ἡ συμφωνία τῶν Κρατῶν Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ὑπῆρχεν ἡ διεθνὴς σύμβασις τῆς Λωζάννης καὶ πρὸς ἀνακούφισιν ἐδόθησαν ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως τὰ ποσὰ ταῦτα τοῦ δανείου, εἰς ἣν περίπτωσιν δὲ ἐγένοντο κάτοχοι τῶν κτημάτων των, ἀργότερον, θὰ ἐκρατεῖτο τὸ ποσὸν αὐτό. Ἐπῆλθεν ἡ συμφωνία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ ὁ συμβιβασμός, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσωρινῶν ἐπιτροπῶν νὰ δοθῇ 20% ἐπὶ τῆς περιουσίας, μέχρι τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἀνωτέρω ὅρων ζητοῦσιν τὴν ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου τώρα πρέπει νὰ γνωρίζετε κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχουσιν 300 ἐντάλματα συλλήψεως.
§81Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκάμαμεν παράκλησιν, παραπάνω, δὲν μποροῦμε νὰ κάμωμε.
§82Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀνασταλῶσι τὰ ἐντάλματα.
§83Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κάμωμεν αὐτό. Οἱ πολεμοπαθεῖς τῆς Μακεδονίας δὲν ἐπῆραν οὔτε μιὰ πεντάρα.
§84Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Ἐπῆραν τὰ κτήματά των ὅμως ὀπίσω.
§85Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅσοι εἶχαν οἰκίας, τὰς ἐπῆραν καμμένας.
§86Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Μήπως ἡ Σμύρνη δὲν ἐκάη; καὶ ἡμῶν δὲν ἐκτιμῶνται οὔτε τὰ ἔπιπλα οὔτε τὰ σκεύη, οὔτε τὰ πάντα.
§87Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ λογαριάσετε καὶ ἐκείνους ποὺ ἦσαν ἐδῶ καὶ ἔπαθαν ζημίας. Πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν μίαν δικαιοσύνην. Πάντως ἡ συζήτησις δὲν θὰ ἐπροκαλεῖτο σήμερον, ἐὰν ὁ φίλος μου καὶ ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ἀργυρόπουλος δὲν ἐπετίθετο κατὰ τοῦ Κράτους ὅτι δῆθεν ἀδικεῖ. Εἶχον καθῆκον νὰ προστατεύσω τὸ Κράτος εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν καὶ νὰ εἴπω ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἔκαμαν πᾶν τὸ δυνατόν.
§88Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Δέχομαι τὴν δήλωσιν ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων καὶ ἐκφράζομεν τὴν εὐχὴν ὅπως μέχρι τῆς λήξεως τῶν διαπραγματεύσεων τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν ἀνασταλῶσι τὰ ἐντάλματα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν μελέτην καὶ ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, Ἠπείρῳ καὶ Κρήτῃ». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώ-
σεως τῆς Ἐπαγγελματικῆς Ἐλπαιδεύσεως εἰς τὰ
Τ.Τ.Τ.».
(ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου 3555 περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 12 Αὐγούστου 1926 περὶ συστάσεως ταμείου Ἀλληλοβοηθείας βοηθητικοῦ προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ.». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως ἀναδρομικῶς τοῦ νόμου 3857 περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 2230». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Μπούτης.
§90Ι. ΜΠΟΥΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον, κύριοι βουλευταὶ ἐπιτρέψατέ μοι δὲ ἐπὶ πλέον νὰ προκαλέσω τὴν ὑμετέραν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου, νὰ προκαλέσω δὲ τὴν προσοχήν σας, ἐπὶ τὴν ἀλληλουχίαν τῶν σκέψεων αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν νομοθέτην τὴν ἀνάγκην τοῦ νόμου 2230 καὶ 3857, ἵνα ἐν ἐπιγνώσει τῶν σκέψεων, αἵτινες ὤθησαν τὸν νομοθέτην, καταταχθεῖτε εἰς τὴν ἡμετέραν κρίσιν. Ὡς γνωστὸν μέχρι τοῦ 1920 ὁ ἐπιζῶν σύζυγος δὲν ἐκαλεῖτο εἰς τὴν ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχὴν καὶ ἦλθεν ὁ νόμος 2220 ὅστις ἐκάλεσε τὴν ἐπιζῶσαν χήραν ἢ τὸν ἐπιζῶντα σύζυγον εἰς τὴν διαδοχὴν καὶ ἐρρύθμισεν καθ’ ὃν τρόπον ἐρρύθμισε ὁ νόμος οὗτος τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιζῶντος, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος δὲν προέβλεψε διὰ τὴν ἀπὸ διὰ διαθήκης διαδοχήν. Ἡ ἄπορος καὶ ἄπροικος χήρα κατὰ τὰς Ρωμαϊκὰς διατάξεις ἐκαλεῖτο εἰς τὴν κληρονομίαν ἐπὶ τοῦ ¼ τῆς περιουσίας τοῦ ἀποβιώσαντος συζύγου καὶ ὑπὸ τὸν περιορισμὸν ὅτι τὸ ¼ τοῦτο δὲν ἦτο ἀνώτερον τῶν 100 λιτρῶν χρυσοῦ ἡ δὲ χήρα ἦτο ἄπορος καὶ ἄπροικος. Ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ εἴδους τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπόρου καὶ ἀπροίκου χήρας, ἐκαλεῖτο αὕτη δικαιώματι κληροδόχου ἢ δικαιώματι κληρονόμου; Ὑπῆρχεν ἐπίσης ἀμφισβήτησις ἐὰν ὁ περιορισμὸς τῶν 100 λιτρῶν χρυσοῦ ἴσχυε καὶ μέχρι τοῦ 1920. Οἱ παρ’ ἡμῖν ἔγκριτοι νομοδιδάσκαλοι ὁμοφώνως σχεδὸν ἀποφαίνονται ὅτι ὁ περιορισμὸς τῶν 100 λιτρῶν χρυσοῦ ὑφίσταται διότι ὁ περιορισμὸς οὗτος περιελήφθη εἰς τὰς νεαρὰς 22 καὶ 117, αἵτινες ρητῶς καὶ σαφῶς ἀναγράφουν τὸ εἰς τὴν χήρα ἀπονεμόμενον ποσοστὸν ὑπὸ τὸν περιορισμὸν τῶν 100 λιτρῶν χρυσοῦ. Αἱ διατάξεις αὗται περιελήφθησαν ὕστερον καὶ εἰς τὰ Βασιλικά.
§91Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ νεαρὰ 117 δὲν ἔχει τὸν περιορισμὸν τοῦτον.
§92Ι. ΜΠΟΥΤΗΣ. Ἡ νεαρὰ 117 δὲν ἀναφέρει τὸν περιορισμόν, ἀκριβῶς καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἀμφισβήτησις.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε ἡ νεαρὰ 22 καὶ 117.
§94Ι. ΜΠΟΥΤΗΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν διόρθωσιν· καὶ ἡ νεαρὰ 55 εἰσήγαγε τὸν περιορισμόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αἱ διατάξεις περιελήφθησαν εἰς τὰ Βασιλικά· περιέλαβε αὐτὰς καὶ ὁ Ἁρμενόπουλος εἰς τὴν Ἑξάβιβλόν του καὶ συνεπῶς ἰσχύουν ὡς νόμοι. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην συνετάχθησαν ἅπαντες οἱ παρ’ ἡμῖν νομοδιδάσκαλοι Καλλιγᾶς, Παπαρρηγόπουλος καὶ ἄλλοι παγκοσμίου φήμης ξένοι συγγραφεῖς, καὶ τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια σχεδὸν ὅλα ἀποφαίνονται καὶ ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῆς. Βεβαίως ὑπάρχει καὶ ἐλαφρά τις ἐναντιοφωνία, ἀλλ’ ἡ πλειονότης τῶν ἀποφάσεων καὶ ἡ νομολογία τοῦ ἀνωτάτου παρ’ ἡμῖν δικαστηρίου ὑπῆρξε σύμφωνος πρὸς τὴν ἄποψιν αὐτήν. Προφανῶς ὁ νομοθέτης εἶναι παντοδύναμος καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ ὑποχρέωσιν νομικῶς τὰς διαφόρους σχέσεις τὰς ἰδιωτικὰς αἱ ὁποῖαι νομίζει ὅτι ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν σύγχρονον κοινωνικὴν συνείδησιν. Ὡς τοιοῦτος ὁ νομοθέτης τοῦ 2230 νόμου ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τάμῃ νέαν ὁδὸν καὶ νὰ καθορίσῃ ρητῶς καὶ σαφῶς ὅτι ἡ ἄπορος καὶ ἄπροικος χήρα καλεῖται εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ ἀποβιώσαντος συζύγου δικαιώματι κληρονομικῷ καὶ ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ τῶν 100 λιτρῶν χρυσοῦ. Τοῦτο ἦτο δικαίωμά του. Μάλιστα ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν κοινὴν περὶ δικαίου συνείδησιν καὶ διότι αἱ σχέσεις αἱ κοινωνικαὶ δὲν εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἀναλλοίωτοι, ἀλλ’ ἀλλοιοῦνται σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἀντὶ ὁ νομοθέτης ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐνδεικνυομένην ὁδὸν ἠκολούθησεν ἄλλην. Ἠθέλησεν νὰ καθορίσῃ τοῦτο, ἀλλὰ δὲν περιεβλήθη τὸν καθαρῶς νομοθετικὸν μανδύαν· περιεβλήθη τὴν στολὴν τοῦ ἑρμηνευτοῦ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας. Καὶ πορευθεὶς διὰ μέσου 15 αἰώνων διεῖδεν ὁποῖον ἦτο τὸ πνεῦμα τοῦ μακαρίτου Ἰουστινιανοῦ, καὶ τοῦτο τελείως διϊδὼν καθώρισε: ὅτι αἱ νεαραὶ 55 καὶ 12 ἐνέχουν τὴν θέλησιν τοῦ νομοθέτου ὅτι ἡ ἄπορος καὶ ἄπροικος χήρα καλεῖται δικαιώματι κληρονομικῷ καὶ ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ τῶν 100 λιτρῶν χρυσοῦ. Προφανῶς, κύριοι βουλευταί, ὁ δρόμος τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ὁ νομοθέτης κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο ἦτο δρόμος ἀντενδεικνυόμενος, ἦτο ὄχι ὁ πρέπων Πάντως ἐγένετο νόμος καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτὴν ἐπέσυρε τὰ πικρόχολα σχόλια τῶν διαφόρων παρ’ ἡμῖν συγγραφέων καὶ περὶ τὰ νομικὰ ἀσχολουμένων. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1359 ἀπὸ 28–11 –28 ἐγγράφου του πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐξέφερε τὴν περὶ τούτου γνώμην του. Τὸ σφαλερὸν τῆς ἀντιλήψεως ταύτης ἤγαγε τὸν νομοθέτην κατὰ τὸ 1928 καὶ ὑπέβαλε ὑπὸ ψήφισιν καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος 3587 περὶ καταργήσεως τῆς ἀναδρομικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου 2230.
§95Χ. ΛΑΔΑΣ. Περὶ ἀναδρομικῆς ἑρμηνείας τῆς ἀναδρομικῆς ἑρμηνείας, καὶ ὄχι καταργήσεως τῆς ἀναδρομικῆς ἑρμηνείας.
§96Ι. ΜΠΟΥΤΗΣ. Μάλιστα. Βλέπετε εἶναι περιπεπλεγμένα ἀναδρομὴ τῆς ἀναδρομῆς. Καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος ἀποκαταστήσας τὴν σφαλερότητα τοῦ ψηφισθέντος νόμου καὶ ἐπέσυρε τὴν ἐπιδοκιμασίαν, παρ’ ὅλας τὰς ἐπικρίσεις ὅτι δῆθεν δὲν ἐψηφίσθη κατὰ τρόπον κανονικόν. Ὁπωσδήποτε ἐγένετο νόμος περιβληθεὶς τὴν διατύπωσιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ πολίτευμα διὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἐξωτερικὴν μορφὴν τοῦ νόμου. Ἐγένετο νόμος καὶ ἐξηκολούθησεν ἰσχύον ἐπὶ συναπτὰ δύο ἔτη. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπεβλήθη σχέδιον νόμου περὶ καταργήσεως ἀναδρομικῶς τοῦ νόμου 3587 περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 2230. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμφθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὴν σφαλερότητα τῆς ἀκολουθηθείσης ὁδοῦ, εὗρεν ὅμως διέξοδον καὶ εἶπεν, ὅτι ἐπειδὴ ἴσχυσεν ἐπὶ 7 συνεχῆ χρόνια, δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος ἂν ἐξακολουθήσῃ ἰσχύων. Ὁ εἰσηγητὴς ὅμως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γορτυνίας συνάδελφος κ. Γιαννόπουλος ἐμειοψήφισε καὶ ἀνέφερεν εἰς τὴν ἔκθεσίν του τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι συνέτρεχον διὰ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅπως ποτ’ ἂν ᾖ τὸ νομοσχέδιον ἦλθεν πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ. Συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λαβὼν τὸν λόγον εἶπεν ἐπὶ λέξει τὰ ἀκόλουθα: (ἀναγινώσκει). «Ἀλλὰ βεβαίως ἂν μοῦ ἐφιστᾶτο ἡ προσοχή μου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κτλ.». Αὐτὰ εἶπε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὰ ἀπεφήνατο ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, οὕτως ἐγνωμοδότησεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Δηλαδὴ οἱ πάντες ὡμολόγησαν ὅτι ὁ ἀκολουθηθεὶς δρόμος ἦτο σφαλερός, κατὰ πρότασιν δὲ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ μετὰ μελέτην κατήχθη εἰς μίαν σκέψιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὡμολόγησε καὶ αὕτη ὅτι τοῦτο ἦτο σφαλερόν, ὡμολόγησε καὶ αὕτη ὅτι ὁ νομοθέτης κατὰ τὸ 1920 ἠκολούθησεν ἐσφαλμένην ὁδόν, ἐν τούτοις ὡς μόνην δικαιολογίαν καὶ ὡς μόνην διέξοδον εὑρίσκει ὅτι ἐπειδὴ ὁ νόμος ἴσχυσεν ἐπὶ μίαν ἑπταετίαν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύων. Ἐπελάθετο ὅμως, ὅτι μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπηκολούθησεν ὑπερδιετία καθ’ ἣν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος 3587 καὶ ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ ὁποίου ἐτελειώθησαν εἴτε ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως εἴτε συμβατικῶς διάφοροι σχέσεις. Ἀποφαίνεται ἡ Νομικὴ σχολή, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετ’ ἐξαιρετικῆς προσοχῆς καὶ μετὰ φειδοῦς πρέπει νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ εἰδικῶς ὑπὸ τοῦ συντάγματος ἀπονεμηθέντος αὐτῇ προνομίου τοῦ ἑρμηνεύειν αὐθεντικῶς τοὺς ἰσχύοντας νόμους, εἰδικῶς δὲ ἐν προκειμένῳ ὁ νόμος 2220 ἅπαξ ἐκδοθεὶς καὶ ἰσχύσας χωρὶς νὰ γεννήσῃ ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ βʹ θέματος, δέον νὰ διατηρηθῇ ὡς εἶχεν. Αὐτὴ ἦτο ἡ σκέψις τῆς ἐπιτροπῆς.
§97Χ. ΛΑΔΑΣ. Τῆς πλειονοψηφίας;
§98Ι. ΜΠΟΥΤΗΣ. Βεβαίως τῆς πλειονοψηφίας, μειοψηφήσαντος τοῦ προκοσμήτορος τῆς σχολῆς κ. Πολυγένους, ὅστις διὰ μακρᾶς ἐναντιοφωνίας, στηριζομένης ἐπὶ ἀναντιρρήτων βασίμων καὶ σταθερῶν ἐπιχειρημάτων ἀντικρούει καὶ ἀνασκευάζει τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν ἐνδιατρίβω, κύριοι βουλευταί, περὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γνώμης αὐτῆς, διότι, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ μειοψηφήσας κ. καθηγητὴς ἦτο καὶ εἶναι γνώμη ὅλων τῶν παρ’ ἡμῖν νομοδιδασκάλων ὅλων τῶν ἐγκρίτων καθηγητῶν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου τῶν ξένων Πανεπιστημίων, εἶναι γνώμη τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν παγίως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια. Κύριοι βουλευταί, ἐπαναφέρεται πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου εἰσάγεται κατὰ τρόπον παράτυπον, διότι ἀφοῦ πρόκειται περὶ νέου νομοσχεδίου, νέος εἰσηγητὴς ὑπουργός, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ Πανεπιστημίου μετερρύθμισε τοῦτο κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος τὸ καθιστᾷ ἀγνώριστον δὲν θὰ ἔπρεπε, ἀφοῦ ἐπέσυρε τόσας καὶ τόσας ἐπικρίσεις, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἵνα ἐκεῖ ὑποστῇ τὴν πρέπουσαν κάθαρσιν;
§99Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρεβάλατε τὸ ἓν νομοσχέδιον πρὸς τὸ ἄλλο, διὰ νὰ λέγετε ὅτι κατέστη ἀγνώριστον;
§100Ι. ΜΠΟΥΤΗΣ. Μάλιστα, κ. ὑπουργέ. Καὶ λέγω: Θέλετε νὰ χορηγήσωμεν μίαν ἐπὶ πλέον αἰτίαν ἐπικρίσεως, τὴν παράτυπον εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐψηφίσθη ὁ νόμος 3587, ἀρκεῖ δι’ ἐμὲ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς φέρει ὅλας τὰς διατυπώσεις ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ὁ καταστατικὸς ἡμῶν χάρτης ἵνα ἔχῃ ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν.
§101Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν τὰς φέρῃ. Ἐκεῖ εἶναι τὸ ζήτημα.
§102Ι. ΜΠΟΥΤΗΣ. Τὰς φέρει· ἀφοῦ ἴσχυσεν ἐπὶ τριετίαν καὶ ἐφηρμόσθη παρὰ τῶν δικαστηρίων, ἀναμφισβητήτως τὰς φέρει.
§103Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἡ κατηγορία, ὅτι λαθραίως ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη.
§104Ι. ΜΠΟΥΤΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ θίξωμεν τὴν οὐσίαν ὑπὲρ τῆς ὁποίας μάχεται ὁ νόμος αὐτός. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς διώρθωσε μίαν ἀταξίαν, ἡ ὁποία εἰσήχθη διὰ τοῦ νόμου 2230 ἡμεῖς δὲ δὲν ἔχομεν οὔτε δικαίωμα ὑποθέτω οὔτε ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο ὁ νόμος αὐτὸς ἀφοῦ περιεβλήθη τὰς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένας διατυπώσεις. Ἕν εἶναι τὸ ζήτημα: Ὀρθῶς ὁ νόμος 2230 ἦλθε καὶ ἐπενεδύθη τὸ ἔνδυμα τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας; ἢ οὐχὶ ὀρθῶς; Καὶ ὡς προεῖπον περὶ τῆς μὴ ὀρθότητος αὐτοῦ οἱ πάντες εἶναι σύμφωνοι. Καὶ δὲν ἔχει, κύριοι βουλευταί, ἀξίαν τὸ πρᾶγμα, διότι ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν οἱαδήποτε σχέσις καὶ ἂν γεννηθῇ θὰ ρυθμισθῇ καὶ θὰ κανονισθῇ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ ἐλαχίστων λειψάνων ὑποθέσεων ἀναγομένων εἰς τὴν πρὸ τοῦ 1920 ἐποχήν. Εὐλογοφανῶς ἡ Βουλὴ καταργοῦσα τὸν νόμον 3587 κατὰ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ περὶ καταργήσεως τῆς ἀναδρομικῆς τοῦ νόμου περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας ἰσχύος δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν γνώμην ἐκείνην ἡ ὁποία κρίνεται παρὰ πάντων σφαλερά. Ἐπὶ πλέον κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μὴ καὶ ἐπὶ πλέον αἰτιάσεις φέρει εἰς τὴν ράχην του τὸ νομοθέτημα τοῦτο, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διότι ὅπως σᾶς εἶπα εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν παρηλλαγμένον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ Πανεπιστημιακὴ ἀποφαίνεται ὅτι πρέπει νὰ τηρηθοῦν ἐν ἰσχύϊ τὰ τελεσιδίκως καὶ ὁριστικῶς κριθέντα ἢ αἱ συμβατικῶς τελειωθεῖσαι σχέσεις. Τοῦτο, τὸ ἀποτελοῦν κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον μίαν νέαν μορφὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ δημιουργηθῇ εἰς τὰς τόσας ἐπικρίσεις αἱ ὁποῖαι προεκλήθησαν ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, εἰς τὰ διάφορα σχόλια τῶν διαφόρων παρ’ ἡμῖν συγγραφέων καὶ νομομαθῶν ἐπανερχομένου καὶ καταργηθέντος, ὅτι ἐδημιούργησε ὁ νόμος ἐκεῖνος κατὰ τὸν ὁποῖον διωρθώθη ὅ,τι διὰ νόμου 2230 ἦτο σφαλερόν. Θὰ ἐφρόνουν, ὅτι οὔτε ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ἵνα ἐκ νέου ὑποστῇ τὴν ἀπαιτουμένην κάθαρσιν εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐμφανισθῇ μὲ εὐπρεπέστερον τὸ ἔνδυμα ἐνώπιον τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυλωνογιάννης.
§106Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ Ἰουστινιανὸς ρυθμίζων τὸ δικαίωμα τῆς ἀπόρου καὶ ἀπροίκου χήρας, ἀναμφισβητήτως ὥρισε κατὰ τὰ ἄλλα, ὅτι λαμβάνει τὸ ¼ ταυτοχρόνως δὲ ὥρισεν ὅτι τὸ τέταρτον αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 100 λίτρας χρυσοῦ. Καὶ ἐνῷ ἦτο ρητῶς θεσπισμένη ἡ διάταξις αὐτὴ, ἠγέρθη ἀμφισβήτησις παρὰ Γερμανοῦ συγγραφέως, ὅτι δὲν ἰσχύῃ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς διότι δὲν ἐπανελήφθη εἰς τὴν νεαρὰν 117. Ἀλλ’ ἡ νεαρὰ 117 συμπληρωματικῶς ἐρύθμισε τὰ ὅσα ρυθμίζει ἡ νεαρὰ 22 καὶ 53. Δηλαδὴ εἶπεν ἡ νεαρὰ 117, ὅτι ἐὰν ἡ χήρα συντρέχῃ μετὰ τριῶν τέκνων ἐκ τοῦ αὐτοῦ γάμου, τότε τὸ τέταρτον τὸ λαμβάνει μετ’ ἐπικαρπίαν καὶ ὅτι ἐὰν συντρέχῃ μετὰ πλειόνων λαμβάνει κεφαλικὴν μερίδα. Ἡ ἀμφισβήτησις λοιπὸν τοῦ Γερμανοῦ συγγραφέως δὲν ἔχει ἔρεισμα. Ἐπίσης καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ Κρασᾶς ἠμφισβήτησεν τὴν ἰσχὺν τῆς περιοριστικῆς αὐτῆς διατάξεως ὄχι διότι δὲν ἐθεσπίσθη εἰς τὴν νεαρὰν 117, ἀλλὰ διότι ἐξέλιπον αἱ προϋποθέσεις, τοῦ ἀντέταξαν ὅμως οἱ ἄλλοι νομοδιδάσκαλοι. Ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ Παπαρηγόπουλος, ὁ Καλλιγᾶς, ὁ Πολυγένης καὶ τελευταίως ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ μιᾶς ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθ. 424 –1910 παγίως ἔθεσεν, ὅτι ἰσχύει ὁ περιορισμός. Ἀλλ’ εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ἡ πλειοψηφία τῆς νομικῆς σχολῆς, οἱ διάδικοι εἶπον ὅτι δυνάμει ἐθίμου κατηργήθη ὁ περιορισμὸς αὐτὸς καὶ τὸ δικαστήριον διέταξεν ἀποδείξεις, ἐξητάσθησαν δὲ ὡς μάρτυρες ὁ μακαρίτης Τσιτσεκλῆς, ὁ Δημητρακόπουλος ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ἄλλοι.
§107Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τὸ γνωρίζω· εἶναι πολὺ σαφὲς καὶ εἶναι ἄσχετον πρὸς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν.
§108Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον προσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν θὰ καταργήσωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος περιώρισεν ἕνα δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρ’ ὅλων ἐκρίθη ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν. Ἦτο ὀρθὸν νὰ γίνῃ μὲ ἀναδρομικὴν δύναμιν ὁ νόμος 2230; Ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοῦ εἴπῃ ἐὰν ἀπὸ 30ετίας ὑπάρχῃ τοιοῦτον παράδειγμα. Τὰ δικαστήρια, κύριοι συνάδελφοι, λύουν ὅλας τὰς ἀμφισβητήσεις τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, εἶναι δὲ πρωτοφανὲς τὸ παράδειγμα τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸς καὶ σὺν τοῖς ἄλλοις ἔχει καὶ μίαν ἀναδρομικὴν κατάργησιν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶμαι δικηγόρος καὶ δὲν ἐδικηγόρησα μέχρι στιγμῆς ἂν δικηγορήσω θὰ εἴπω νὰ μὴ καταφύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια ἀλλὰ νά πᾶμε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§109Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅπως ἔγινε μὲ τὸν νόμον τοῦ ὁποίου ἀμφισβητεῖτε τὴν κατάργησιν.
§110Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι τόσον μικρὸν τὸ πρᾶγμα.
§111Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ξεύρετε, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἔγινε χάριν μιᾶς δίκης. Ὅταν γνωρίζωμεν ὅτι ὑπάρχουν Κυβερνήσεις ἱκαναὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὸ σθένος νὰ ἀντιταχθοῦν εἰς τὴν ψήφισιν νόμων δι’ ὡρισμένους ἀνθρώπους, τότε δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς φόβος.
§112Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος μὲ ἀναδρομικὴν δύναμιν συνέπεσε νὰ εἶμαι δικαστὴς καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω στὴν τιμὴν μου ποῖα ἦσαν τὰ σχόλια καὶ καθ’ ὅλης τῆς Κυβερνήσεως καὶ προσωπικῶς καθ’ ὑμῶν.
§113Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ δεύτερος νόμος ποῖα ἦσαν τὰ σχόλια;
§114Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ πρῶτος νόμος ἦτο ἀνώμαλος μόνον δι’ ἀνωμάλου νόμου ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ.
§115Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματά σας μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τοῦτο: Διατί κύριοι ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος νὰ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν;
§116Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ πρωτοφανές.
§117Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καθόλου δὲν εἶναι πρωτοφανές. Σεῖς εἴπατε κάτι τὶ ποὺ μοῦ ἔκαμε ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ νομολογία ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίθετος ἀπόφασις. Ἠρώτησα λοιπὸν τὸν τότε συνάδελφόν μου καὶ ἤδη Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διατὶ ἐβάλαμεν τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν καὶ δὲν περιωρίσθημεν νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον ἰσχύοντα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του καὶ μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι ἡ κρατοῦσα νομολογία ἐκυμαίνετο καὶ ἔβγαιναν ἀποφάσεις πότε ἔτσι καὶ πότε ἀλλοιῶς. Λοιπὸν ἦλθεν ὁ νόμος νὰ ρυθμίσῃ τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν μία κακὴ ἀρχή. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι δηλαδὴ εἰς μίαν ὑπόθεσιν ἐπεμβαίνει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦτο ἔγινε διὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν. Ὁ δεύτερος ὅμως νόμος ἐγένετο κατόπιν ἀποφάσεως τῆς νομικῆς σχολῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ ἐπιφανεστάτους νομικοὺς καὶ τώρα νομίζω, ὅτι τόν νόμον αὐτὸν τὸν ὑποστηρίζει. Δικαίωμά σας εἶναι νὰ ὑποστηρίζετε τὰς ἀπόψεις σας, ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἔχω καταδικάσει τὴν ἀποψινὴν ἑσπέραν διὰ νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς καὶ νὰ διορθωθῇ ἕνα σκάνδαλον. Κατὰ τὰ ἄλλα καὶ ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ.
§118Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον, ὅτι ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις καὶ εἰς τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον καὶ ἐκυμαίνετο ἡ νομολογία. Εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις;
§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις.
§120Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν πλεῖστα ὅσα ζητήματα ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων διὰ τὰ ὁποῖα ἡ νομολογία κυμαίνεται; Εἴπατε ὅτι ἐζητήθη ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι τὸ 1926, ἀφοῦ ἔλαβε Χώραν ὁ νόμος οὗτος, ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἔκαμεν ἓν νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου τὸ 3 ἄρθρον λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: λέγεται αὐτὸς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος;
§121ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§122Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὸ ὄνομά του. Τὴν πληροφορίαν αὐτὴν τὴν ἐπῆρα ἀπὸ τὴν «Θέμιδα». Δύναται νὰ λέγεται αὐτὸς εἰσηγητὴς τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος; Ἐπίσης εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος διὰ τὸ λεχθέν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς 3587 δὲν ἐψηφίσθη ἢ μόνον εἰς μίαν συζήτησιν καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἔγκυρος. Ἔχω νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι καλῶς ἐψηφίσθη συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἐξαιρετικῶς ἐπιτρέπεται ἡ εἰς μίαν μόνην κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ψήφισις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅταν τὸ ζητῇ ὁ ὑπουργός, ὁ ὁποῖος προτείνει τὸν νόμον. Τοιοῦτόν τι ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ φέρει ἀριθ. 10362 τῆς 6 Ἀπριλίου 1928, ὁπότε ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτει νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος.
§123Α. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς παράσχω μίαν πληροφορίαν. Ἐγὼ προήδρευον τότε τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης. Εἰσήχθη κατ’ ἐπανάληψιν τὸ νομοσχέδιον, παρεκλήθη μάλιστα νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἦλθε. Ἕνα ἀπόγευμα εἰσήχθη καὶ πάλιν τὸ νομοσχέδιον, παρηκολούθησα τὸ νομοσχέδιον, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἦτο ὁ κ. Λαδᾶς καὶ κατὰ παμψηφίαν σχεδόν, μειοψηφούντων τῶν κ. κ. Καμπάνη, Σαγιᾶ καί τινων ἄλλων ἀπερρίφθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν. Εἰσήχθη λοιπὸν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, καὶ ἐνῷ παριστάμεθα εἰς τὴν Βουλὴν ἀνελλιπῶς δὲν ἀντελήφθημεν τὸ νομοσχέδιον ψηφιζόμενον.
§124Χ. ΛΑΔΑΣ. Συμπληρωματικῶς. Τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ἐκυρώθησαν ὑπ’ εὐθύνῃ τοῦ Προέδρου καὶ ἐνῷ ἐψηφίσθησαν 5 νομοσχέδια τότε, ἐφάνησαν ψηφισθέντα 30.
§125Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Ποῖος Προήδρευεν;
§126Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος Προήδρευεν τὸ εὑρίσκετε ἀπὸ τὰ πρακτικά.
§127Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσαι σχέσεις ἦσαν ἐκκρεμεῖς ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, πρέπει νὰ δικασθῶσι μὲ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον. Ὅσαι ἐγεννήθησαν ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ ἄλλου, νὰ δικασθῶσι μὲ αὐτόν. Αὐτὸ τὸ γνωρίζει καὶ ὁ τελευταῖος πολίτης· ἐὰν τὸν ἐρωτήσωμεν, θὰ εἴπῃ «μὲ τὸν Ρωμαϊκὸν νόμον» θὰ δικασθῶσιν. Δὲν ἦλθε ὁ νόμος ἐκεῖνος νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου 2230. Καθόλου δὲν ἔθιξεν αὐτόν. Ἁπλῶς μόνον εἶπε αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ ἰσχύουν. Δὲν ἀποβλέπω εἰς τὸν σκοπὸν καὶ τὰ ἐλατήρια τοῦ σπεύσαντος νὰ κάμῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἠθικώτερον εἶναι νὰ ρυθμίζωνται αἱ σχέσεις αὐταὶ σύμφωνα μὲ τὴν σύγχρονον τοῦ δικαίου ἀντίληψιν.
§129Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τὸ τροποποιήσωμεν, καὶ διὰ τὸ παρελθὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει.
§130Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ καθηγητὴς Πολυγένης καταγγέλλει ὡρισμένα γεγονότα, λέγει δηλαδή, ὅτι ὀλίγον χρόνον προτοῦ γίνῃ ὁ νόμος αὐτὸς προσεκλήθη ὡς μάρτυς μαζὶ μὲ τὸν ἀείμνηστον Τσιτσεκλῆν καὶ τὸν ἀείμνηστον Δημητρακόπουλον καὶ ἐξητάσθησαν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἐφ’ ὡρισμένης ὑποθέσεως σχετικῶς πρὸς τὴν ὕπαρξιν ἐθίμου ἀφορῶντος τὴν κατάργησιν μιᾶς διατάξεως· λέγει λοιπὸν ὅτι συνεπεία τῆς μνησθείσης δίκης ἐξεδόθη ὁ νόμος αὐτός. Λοιπόν, ἦτο κοινὸν μυστικόν, καὶ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰ προσχήματα, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτή ἦτο ὑπόθεσις Εὐλαμπίου. Ἐρωτῶ, λοιπόν, νὰ μοῦ εἴπετε ἐὰν ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ Εὐλαμπίου ἐξακολουθῇ, νὰ εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων.
§131Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα εἶναι ἐκκρεμής.
§132Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν θέλω τίποτε ἄλλο, διά νὰ κριθῇ διὰ ποῖον λόγον ἔγινεν αὐτὴ ἡ τροπολογία. Αὐτὰ τὰ λέγω, ἐπειδὴ λέγουν ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς διὰ τὴν ὁποίαν ἔγινεν εἰδικῶς αὐτὴ ἡ τροπολογία.
§133Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπίσης ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι εἰς τὰς 25 Ἰουνίου ἐξεδόθη ἕνας νόμος 2310 ὁ ὁποῖος ρυθμίζει τὰ δικαιώματα τῆς ἀπόρου καὶ ἀπροίκου χήρας καὶ λέγει ὅτι: «ἄν δὲν ὑπάρχῃ τέκνον....» (ἀναγινώσκει). Τὸ ὀρθώτερον θὰ ἦτο νὰ ἔλεγεν ὁ νόμος «ἐπὶ δὲ τῆς ἐκ διαθήκης διαδοχῆς ἡ χήρα θὰ ἐλάμβανε τὸ τέταρτον». Εἰς τὰς 24 Ἰουνίου ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος ὁ πρῶτος καὶ εἰς τὰς 25 ὁ ἄλλος.
§134Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἕνας νόμος ἐψηφίσθη καὶ ὁ ἄλλος ἐκλάπη.
§135Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ ἄν ἰσχύῃ αὐτὸς ὁ νόμος μὲ ἀνατρεπτικὴν δύναμιν. Αὐτὰ λέγει ὁ ἁμαρτωλὸς νόμος: αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2«...» (ἀναγινώσκει). Αὐτὸς εἶναι ὁ ἁμαρτωλὸς νόμος τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ καταργήσωμεν. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ὑπάρχει νομικὸς σεβόμενος ἑαυτὸν ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ὀρθῶς ἐγένετο ὁ νόμος αὐτός.
§136Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ νομικὴ σχολὴ τὶ λέγει; Ἡ νομικὴ σχολὴ ἔχει ἀντίθετον γνώμην.
§137Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι σεῖς ὁ ἴδιος ἐζητήσατε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Πανεπιστημίου δὲν εἴπομεν ν’ ἀποφανθῇ ἡ νομικὴ σχολὴ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ὁ νόμος 2230, περὶ τούτου δὲν ἀπεφάνθη ἡ νομικὴ σχολή. Ἀπεναντίας ἐμμέσως ἀπεφάνθη κατὰ τοῦ νόμου 2230, διότι τὶ μᾶς λέγει ἡ νομικὴ σχολή; Μᾶς λέγει ὅτι εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις πρέπει νὰ γίνωνται ἑρμηνευτικοὶ νόμοι.
§138Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λέγει ἡ γνωμοδότησις τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι αὐτὴ ἡ περίπτωσις δὲν ἦτο ἐξαιρετική;
§139Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· λέγει ἁπλῶς, ὅτι ἐπειδὴ ἴσχυσεν ἐπὶ μίαν ὀκταετίαν καὶ διότι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀποτίμησις τῶν 100 λιτρῶν χρυσοῦ, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δύναται ὁ διάδικος νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν...
§140Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κ’ ἐὰν ἀκόμη ὁ παλαιὸς νόμος κακῶς ἐτέθη, ἔχω νὰ εἴπω ὅτι ἔγινεν διότι τότε ἐκυμαίνετο ἡ νομολογία εἰς τὸ ζήτημα αὐτό.
§141Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἑρμηνεία δύναται βεβαίως νὰ δοθῇ διὰ τῆς Βουλῆς εἰς ἀμφισβητουμένην ἔννοιαν διατάξεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέχωμεν εἰς τὰ κεκτημένα δικαιώματα.
§142Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κ’ ἐγὼ θὰ ἐθεώρουν τὸν νόμον τὸν πρῶτον ὡς ἀσυγχώρητον, ἐὰν ἡ νομολογία ἦτο σαφής· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκυμαίνετο, εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ κεκτημένων δικαιωμάτων.
§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα κεῖται ἂν θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν διότι ἡ ἀμφισβήτησις ἐξέλειπεν.
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, θὰ σᾶς παρακαλέσω ἀφοῦ τελειώσῃ ὁ ρήτωρ καὶ ἀφοῦ ὁμιλήσῃ ὁ κ. ὑπουργός, ν’ ἀνέλθητε εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀναπτύξητε τὰς ἀπόψεις σας.
§145Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἐπίσης ὅτι ὁ ἴδιος τότε ὑπουργὸς ὑπέβαλε καὶ νομοσχέδιον περὶ οἰκογενειακοῦ καταπιστεύματος, τὸ ὁποῖον ἐσχολίασεν ὄχι εὐμενῶς τὸ περιοδικὸν «Θέμις».
§146Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ νομοθέτης ἠθέλησεν νὰ λύσῃ συγκεκριμένην κατάστασιν.
§147Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ σύνταγμα ἀπαγορεύει τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν τῶν νόμων καί πᾶσα θεσπιζομένη τοιαύτη καταστρατηγεῖ τὸ σύνταγμα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ πρῶτον ζήτημα, κύριοι ποὺ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἶναι ἂν ὑπάρχῃ ὁ νόμος 2230 τοῦ 1928. Διότι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι καταφέρονται κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὡμολόγησαν ὅτι ἐψηφίσθη εἰς μίαν καὶ μόνον ἀνάγνωσιν. Ἔγεινεν τὸ ζήτημα ἂν ἡ μία καὶ μόνη ἀνάγνωσις ἦτο ἀρκετὴ διὰ νὰ γίνῃ ἕνα νομοσχέδιον νόμος. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι πλὴν τῆς αἰτήσεως τοῦ ὑποβάλλοντος τὸ νομοσχέδιον ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν, ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ἔγκρισις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ὄχι μόνον δὲν ἐδέχθη νὰ γίνῃ ὑπηρεσιακόν, ἀλλὰ καὶ ἀπέρριψε τὸ νομοσχέδιον καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ κατ’ ἀρχήν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δημοσιευθῇ. Μ’ ὅλα ταῦτα ἐψηφίσθη, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑπὸ παραίτησιν. Τοῦτο ἀποτελεῖ σκάνδαλον πρωτοφανές. Ἂς ἀφήσωμεν τὰ δικαστήρια νὰ λύσουν τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ τὰ δικαστήρια δὲν εἰσέρχονται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσωτερικῶν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύνανται τὰ δικαστήρια νὰ μὴ ἐφαρμόσουν ἕνα νόμον δημοσιευθέντα. Τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ παρακάμψῃ κανεὶς ἀπολύτως, εἶναι ἂν ὑφίσταται νόμος. Καὶ ἐφ’ ὅσον πιστοποιεῖται ἀναμφισβητήτως ὅτι ὑπάρχει μία πλαστογραφία, ὅτι νόμος δὲν ὑπάρχει, ὅτι ὑπάρχει ἕνα νομοθετικὸν σκάνδαλον, προφανῶς ἡ Βουλὴ ἔχει ἕνα καθῆκον: νὰ ἄρῃ τὸ σκάνδαλον. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, πρέπει νὰ θιχθῇ ὁ προηγούμενος νόμος; Θὰ ἦτο ἴσως περιττὸν νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, ἀφοῦ τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα εἶναι ἀρκετὸν ὅπως κάμῃ ἀποδεκτὸν τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ἔρχομαι καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος τοῦ νόμου τοῦ 1920. Ἔλεγον, κύριοι, εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰς σκέψεις τοῦ νομοθέτου πρὸ 1400 ἢ 1500 ἐτῶν; Καὶ μήπως ὁ δικαστὴς ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζει καθημερινῶς τὸν νόμον δὲν λέγει ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοθέτου ἐνῷ κατ’ ἀκρίβειαν πολλὲς φορὲς μὲ τὴν φρασεολογίαν του ὁ δικαστὴς δὲν λέγει τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν σύγχρονον περὶ δικαίου ἀντίληψιν; Ἀλλοίμονον ἂν αὐτὸ εἰς τὴν ζωὴν τοῦ δικαίου δὲν ἴσχυε, διότι τότε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζεται τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον καὶ τὸ Βυζαντινὸν δίκαιον. Τὸ δίκαιον δὲν εἶναι κάτι τι τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτὸς τῆς ζωῆς, εἶναι ἡ ζωὴ τῆς κοινωνίας· καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἡ ζωὴ τῆς κοινωνίας, ἐπηρεάζεται ἀπὸ κάθε κοινωνίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζεται. Εἶναι πλέον αὐτὸ κοινὸς τύπος διὰ τὴν ζωὴν τοῦ δικαίου, ἡ ὁποία ἑρμηνεύει ὄχι μόνον τὰς συνταγματικὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι μεταβάλλονται συχνότατα διὰ τῆς ἑρμηνείας, ὄχι μόνον τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ δικαίου αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς ἑρμηνείας λαμβάνουν ἄλλην ἔννοιαν, ἀλλὰ καὶ τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Καὶ ἂν μὲ ἐρωτήσετε, θὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς: Οἱ δικασταὶ οἱ ἑρμηνεύοντες τὰς διατάξεις τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἐὰν συναισθάνωνται τὴν ἀποστολήν των ὀφείλουν φυσικὰ νὰ δώσουν εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν θέλει ἡ σύγχρονος περὶ δικαίου ἀντίληψις. Καὶ ποία εἶναι ἡ σύγχρονος περὶ δικαίου ἀντίληψις; Τὴν ἔθεσεν ὁ νόμος τοῦ 1920 ὁ καθορίζων τὴν ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχήν. Πολὺ ὀρθῶς λέγει ἡ νομικὴ σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος 2230 ἀσφαλῶς τὰ δικαστήρια καὶ μόνον μὲ τὸν νόμον περὶ ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς καὶ μόνον μὲ αὐτὸν τὸν νόμον θὰ ἔδιδον λύσιν εἰς τὴν ἀμφιβολίαν συμφώνως πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τοῦ νόμου 2230. Ἀλλὰ ὁ νομοθέτης δὲν ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ἐκκρεμῆ καὶ ἔκαμε τὸ δίκαιον καὶ εἶπεν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία. Ἰσχυρίζονται ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὅτι προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας μιᾶς διατάξεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὑπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα ὀρθῶς περιεβλήθη τὴν μορφὴν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου καὶ ἔκαμε τὸ δίκαιον.
§150Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λανθάνεσθε εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἀντίληψιν τοῦ πράγματος.
§151Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῦ;
§152Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω κατόπιν.
§153Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφήνω τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1920 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν προπαρασκευῆς καὶ γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπὶ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος ἐπιτροπῆς. Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι, ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀναφέρει σειρὰν νομοδιδασκάλων, ὅπως τὸν διακεκριμένον καθηγητὴν κ. Μπαλῆν, οἱ ὁποῖοι τάσσονται μὲ τὴν γνώμην ὅτι ἡ διάταξις τῆς παλαιοτέρας νεαρᾶς, ἡ περιορίζουσα τὸ ¼ εἰς τοὺς 100 χρυσοὺς μόνον, δὲν ἰσχύει πλέον. Ἀφήνω καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχομεν τὴν γνωμοδότησιν τῆς νομικῆς σχολῆς ἡ ὁποία μολονότι ἀναγνωρίζει ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν εἰς ζητήματα τοῦ ἀστικοῦ δικαίου νὰ γίνεται χρῆσις τῆς μορφῆς τῆς ἑρμηνευτικῆς εἰς τοὺς νόμους, ἐν τούτοις ἐξαιρετικῶς ἀναγνωρίζει ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ γίνεται χρῆσις τῆς ἑρμηνευτικῆς μορφῆς τοῦ νόμου. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καταλέγει καὶ τὴν προκειμένην περίπτωσιν; διότι, λέγει, ὑπάρχουν ἀμφισβητήσεις καὶ διότι ὀρθῶς δίδεται ἡ λύσις ἡ ὁποία δίδεται διὰ τὰ νομοσχέδια. Ἑπομένως, νομίζω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ὀρθῶς ἐτέθη· καὶ ἀφοῦ ἐτέθη καὶ ἴσχυσεν ἐπὶ 8 ἔτη, δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὅτι κατηργήθη δι’ ἑνὸς πλαστογραφηθέντος νόμου.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§155Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἔρχεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀντικείμενον ἔχει τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 3587, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν καταργήσασαν τὴν ἑρμηνευτικὴν ἰδιότητα τοῦ νόμου 2230. Ὅπως ὀρθῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νομίζω ὅτι τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἶναι ποία ἡ προέλευσις τοῦ νόμου 3587 καὶ ἐὰν πράγματι, ὅπως ἐλέχθη, ὑπάρχεί τι τὸ ἐπίψογον κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ· καὶ δεύτερον ἐὰν τὸ ἀντικείμενον τοῦ νόμου αὐτοῦ ἦτο πράγματι......
§156Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ ἐπίψογον. Ἐὰν ὑφίσταται Νόμος.
§157Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν τὸ ἀντικείμενον τοῦ νόμου τούτου ἦτο δεδικαιολογημένον, ἐὰν ὄντως ὁ νόμος εἶχέ τι τὸ ἀξιοκατάκριτον, ὁ νόμος δηλαδὴ 2230 εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθη ἑρμηνευτικὴ δύναμις. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ δεύτερον ζήτημα, ἐὰν ὀρθῶς ὁ νόμος 2230 ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἑρμηνευτικός. Διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ εἷς νόμος ὡς ἑρμηνευτικὸς καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ κατακριθῇ ὅτι ἁπλῶς περιέχει διατάξεις μὲ ἀναδρομικὴν δύναμιν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὑπῆρχεν πράγματι ἐν τῷ δικαίῳ προηγουμένη ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἑρμηνευομένης διατάξεως τοῦ νόμου. Ἡ ἐξέτασις καὶ τῆς νομολογίας καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν συγγραφέων ἀποδεικνύει ὅτι πράγματι ἐν τῷ θέματι τὸ ὁποῖον ἐρρύθμισεν ὁ Νόμος 2230 ὑπῆρχε οὐσιωδεστάτη ἀμφισβήτησις. Ἡ δὲ ἀμφιβολία αὐτὴ ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπαντῶσιν αἱ διατάξεις αὐταὶ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ Ἰουστινιανείῳ δικαίῳ. Ὑπάρχουν αἱ Νεαραὶ 23 καὶ 56, αἱ ὁποῖαι ἐρρύθμισαν τὸ θέμα τοῦτο ἀρχικῶς καὶ αἱ ὁποῖαι πράγματι ὥρισαν ὅτι ἡ χήρα λαμβάνει τὸ ¼ καὶ μὲ τὸν περιορισμὸν τῶν 100 λιτρῶν. Ἡ νεαρὰ 56 ἀπονέμει τὸ δίκαιον τοῦτο ὄχι μόνον εἰς τὴν χήραν ἀλλὰ εἰς ἀμφοτέρους τοὺς συζύγους. Καὶ ἂν ἀπέβλεψε καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπείαν αὐτὸ ὀφείλεται διότι θέλει νὰ κανονίσῃ καὶ ἡ Νεαρὰ 23 καὶ ἡ Νεαρὰ 56 τὰς συνεπείας τοῦ ὑπαιτίου τῆς διαλύσεως τοῦ γάμου· ὁρίζει δηλαδὴ ὅτι αἱ συνέπειαι ἐφαρμόζονται καὶ διὰ τὸν σύζυγον ὁ ὁποῖος ἀποπέμπει ἀναιτίως τὴν σύζυγόν του. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐνόμισεν ὁ νομοθέτης τῆς Νεαρᾶς 23 καὶ κατόπιν τῆς Νεαρᾶς 56 ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ λόγῳ φιλανθρωπίας νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀποπεμπόμενον σύζυγον νὰ λάβῃ τὸ ¼ τῆς περιουσίας ἀλλὰ μὲ τὸν περιορισμὸν τῶν 100 λιτρῶν. Ἐπηκολούθησεν κατόπιν ἡ Νεαρὰ 117 τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἡ ὁποία δὲν περιέλαβε τὸν περιορισμὸν τῶν 100 λιτρῶν. Ἡ ἀμφιβολία ὅμως δὲν γεννᾶται ἐκ μόνου τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ νεαρὰ 117 παρέλειψε τὸν περιορισμὸν τῶν 100 λιτρῶν τὸν ὁποῖον εἶχον αἱ προηγούμεναι Νεαραὶ ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ Νεαρὰ 117 ἐρρύθμισε τὸ γεγονὸς τοῦτο κατ’ ἐντελῶς διάφορον τρόπον ἀπὸ ἐκεῖνον μὲ τὸν ὁποῖον τὸ ἐρρύθμιζον αἱ ἄλλαι. Δηλαδὴ ἐνῷ κατὰ τὰς προηγουμένας Νεαρὰς τὸ δικαίωμα τοῦ ¼ ἀναγνωρίζεται ἐξ ἴσου καὶ διὰ τὸν σύζυγον καὶ διὰ τὴν σύζυγον, ἡ Νεαρὰ 117 ἀναγνωρίζει τοῦτο μόνον διὰ τὴν σύζυγον. 2) Ἐνῷ διὰ τῶν προηγουμένων διατάξεων τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα ἀναγνωρίζεται εἰς τὴν χήραν καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει τέκνα καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει τέκνα καὶ ἀνεξαρτήτως πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν τέκνων καὶ ἐνῷ πάντοτε τὸ ¼ ἀπονέμεται εἰς τὴν χήραν κατὰ κυριότητα, διὰ τῆς νεαρᾶς 117 γίνεται ἡ διάκρισις τῆς περιπτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν τέκνα ἐκ τοῦ μετὰ τοῦ κληρονομουμένου γάμου καὶ τῆς περιπτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ τέκνα εἶναι πλείονα ἢ ἐλάσσονα τῶν τριῶν. Καὶ λέγει ἡ Νεαρὰ 117 ὅτι, ἂν μὲν μετὰ τοῦ συζύγου συντρέχουν καὶ τέκνα, τότε λαμβάνει τὸ ¼ καὶ ἂν εἶναι πλείονα τὰ τέκνα κατ’ ἐπικαρπίαν· ἂν δὲ δὲν συντρέχουν καὶ τέκνα, λαμβάνει τὸ ¼ κατὰ πλήρη κυριότητα. Ἑπομένως εἶναι σπουδαῖον ὅτι ἡ Νεαρὰ 117 δὲν ἠθέλησεν οὔτε νὰ συμπληρώσῃ οὔτε νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διατάξεις τῶν προηγουμένων Νεαρῶν, ἀλλὰ ἠθέλησε νὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα τοῦτο κατὰ ἕνα τρόπον ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ ἐκεῖνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐρρύθμισαν τὸ θέμα τοῦτο αἱ προηγούμεναι Νεαραί. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δηλαδὴ θέλω νὰ προσθέσω εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ παράλειψις τοῦ περιορισμοῦ τῶν 100 λιτρῶν, ἐν τῇ Νεαρᾷ 117 ἦτο ἀπολύτως καὶ θεωρητικῶς δικαιολογημένη, διότι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑπῆρχεν ὁ περιορισμὸς οὗτος ἀνεφέρετο ρητῶς ἐν τῇ προηγουμένῃ Νεαρᾷ 23 ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγεται ὅτι ὁρίζεται ὁ περιορισμὸς τῶν 100 λιτρῶν, διότι αὐτὴ ἦτο ἡ μεγίστη πρᾶξις ἡ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διαδεδομένη. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι οὔτε τὰ μέτρα τοῦ χρυσοῦ εἶναι πάντοτε ἀναλλοίωτα, διότι μεταβάλλεται ἑκάστοτε ἡ ἀνταλλακτικὴ ἀξία τοῦ Χρυσοῦ καὶ αἱ συνθῆκαι αἱ κοινωνικαὶ δὲν εἶναι πάντοτε αἱ αὐταί, οὕτως ὥστε ἡ μεγίστη θεωρουμένη τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πρᾶξις νὰ παραμένει πάντοτε ἡ αὐτή. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον πολὺ ὀρθῶς ὁ Ἰουστινιανὸς ἐν τῇ Νεαρᾷ 117 ἀπήλειψε τὸν περιορισμὸν τῶν 100 λιτρῶν Ἕνεκα δὲ τῆς τοιαύτης διαστάσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου ἐπηκολούθησεν ἀναμφισβητήτως διαφωνία καὶ μεταξὺ τῶν συγγραφέων καὶ ἑρμηνευτῶν τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου. Παρ’ ἡμῖν ἔχομεν διῃρημένους τοὺς συγγραφεῖς εἰς δύο στρατόπεδα. Ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς ὅτι ἰσχύει καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ περιορισμὸς τῶν 100 λιτρῶν ἐτάχθησαν οἱ Παπαρρηγόπουλος, Καλλιγᾶς καὶ Πολυγένης· ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου ἐκδοχῆς ἐτάχθησαν οἱ Κρασσᾶς, Δημητρακόπουλος, Μπουρνόζος καὶ Δεμερτζῆς. Διαφωνία εὐρυτάτη ἐπίσης ὑπάρχει καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων καὶ εἰς τὴν νομολογίαν. Ἀλλ’ ἡ διαφωνία δὲν ἐγεννήθη μόνον ἐν Ἑλλάδι. Ἡ διαφωνία αὐτὴ ὑπάρχει καὶ μεταξὺ τῶν συγγραφέων τῶν Γερμανῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον βεβαίως, ὅτι ἡ πλειονότης τῶν Γερμανῶν τάσσεται ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι ἰσχύει καὶ παρ’ ἡμῖν σήμερον ὁ περιορισμὸς τῶν 100 λιτρῶν, ἀλλὰ ὑπάρχουν ἐπιφανέστατοι συγγραφεῖς οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ὑποστηρίζουν τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἰσχύει πλέον παρ’ ἡμῖν αὐτὸς ὁ περιορισμός, ἀναπτύσσοντες τὰς γνώμας τὰς ὁποίας διὰ βραχέων εἶπον πρὸ ὀλίγου πρὸς ἡμᾶς. Τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς ἀμφισβητήσεως τοῦ δικαίου εὑρῆκεν ὁ νόμος 2230 καὶ ἠθέλησε, καθ’ ὃ δικαίωμα εἶχε, νὰ δώσῃ ἕνα τέρμα εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν αὐτήν. Βεβαίως, ὡς ἑρμηνευτικὸς νόμος, ὁ νόμος 2230 εἶχεν ἀναδρομικὴν δύναμιν τοῦτο λέγεται ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ νόμου. Ἐλέχθη ὅτι ὡς ἑρμηνευτικὸς ὁ νόμος αὐτὸς καὶ ἔχων ἀναδρομικὴν δύναμιν προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις δὲν εἶναι ὀρθή. Διότι ἂν μὲν πρόκειται περὶ δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα προστατεύονται ὑπὸ τῆς τελεσιδικίας, τότε τὸ δεδικασμένον τὰ προστατεύει τὰ δικαιώματα αὐτὰ καὶ ὁ ἀνωτέρω ἑρμηνευτικὸς νόμος δὲν θίγει τὰ ἐκ τοῦ δεδικασμένου κεκτημένα δικαιώματα. Ἂν δὲ δὲν πρόκειται περὶ δεδικασμένου καὶ δὲν πρόκειται περὶ τελεσιδικίας, τότε δὲν ἔχομεν παρὰ μίαν ἐλπίδα μίαν ἁπλῆν προσδοκίαν, τότε δὲν ἔχομεν κεκτημένα δικαιώματα καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ κεκτημένου δικαιώματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπῆρξεν ὁ νόμος 2230 καὶ περιέλαβε ἀναμφισβητήτως ἑρμηνευτικὴν διάταξιν ὡς πρὸς τὰ δύο σημεῖα τὰ ὁποῖα περιέχει ὡς ἑρμηνευτικὸς νόμος καὶ ἴσχυσε ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον 8ετίαν ἀπὸ τοῦ 1920 ἕως τοῦ 1928. Τὸ ἔτος 1928 ἔρχεται ὁ νόμος 3587 ὁ ὁποῖος τιτλοφορεῖται καὶ αὐτὸς «περὶ ἑρμηνείας αὐθεντικῆς τοῦ νόμου 2230» καὶ προσπαθεῖ διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τούτου νὰ καταργήσῃ ἀναδρομικῶς τὴν ἑρμηνευτικὴν ἰδιότητα τοῦ νόμου 2230. Δὲν ἐγεννήθη ποτὲ ἀμφιβολία οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ, ὅτι ὁ νόμος 2230 δὲν ἔλυσε σαφῶς τὸ θέμα. Δὲν ἀφίνει οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἠθέλησε νὰ μὴ ἰσχύῃ ὁ περιορισμὸς τῶν 100 λιτρῶν ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἑπομένως ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νόμου 3587 ὡς περιέχοντος αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου 2230 ἐξηγεῖ μόνον τὴν πρόθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου τούτου ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἀναδρομικὴν δύναμιν δὲν θὰ ἠδύνατο κατὰ διάφορον τρόπον νὰ δικαιολογήσῃ. Ἐλέχθη καὶ προηγουμένως καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νόμου 3587 δὲν εἶναι οὐδόλως κανονικὴ ὡς ἐγένετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον συνεζητήθη καὶ ἔχω τὸ ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐξ οὗ ἐμφαίνεται ὅτι κατὰ μεγίστην πλειοψηφίαν ἀπερρίφθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἦτο πολὺ φυσικὸν, ἡ ἐπακολουθήσασα συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ νὰ προκαλέσῃ πραγματικὴν συζήτησιν καὶ ὄχι νὰ παρέλθῃ ὁ νόμος ἀβρόχοις ποσί, χωρὶς νὰ ἀντιληφθοῦν αὐτὰ ταῦτα τὰ μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ὅτι συζητεῖται ὁ νόμος αὐτός, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον δὲν ἠδύνατο τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν καὶ μόνην συζήτησιν, διότι δὲν εἶχε κηρυχθῇ ὑπηρεσιακὸν, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν. Ἑπομένως ὑπάρχουν καὶ τυπικοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦν τὴν ἀκυρότητα τοῦ νόμου 3587. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ κρίσιν....
§158Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν νομίζετε κ. ὑπουργέ ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐπιλαμβάνεται τώρα τοῦ ζητήματος ἡ Βουλή, προέχει ζήτημα εἶναι ὄχι ἂν αὐτὸς ὁ νόμος ἀντικανονικῶς ἐψηφίσθη, διότι βεβαίως ἀντικανονικῶς ἐψηφίσθη, ἀλλὰ ἂν τὸ περιεχόμενον εἶναι ὀρθὸν ἢ ὄχι;
§159Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀναμφισβητήτως. Ὁ νόμος 3587 τίποτε ἄλλο δὲν λέγει, παρὰ καταργεῖ ἀναδρομικῶς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου 2230. Ἑπομένως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου τὸν θεωρῶ ἄκυρον. Δὲν ἦτο δυνατόν, μετὰ πάροδον μιᾶς 8ετίας ὁλοκλήρου νὰ ἔλθωμεν νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν ἔννοιαν ἣν εἰσήγαγεν ὁ νόμος 2230 καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατάργησιν ἡ ὁποία ἴσχυε πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§160Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐὰν εἶναι ὀρθὸν τὸ περιεχόμενον, διατὶ νὰ μὴ τὸ καθιερώσετε;
§161Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐξήγησα προηγουμένως ὅτι τὸ περιεχόμενον τοῦ Νόμου 2230 ἦτο ὀρθὸν καὶ ἐπὶ πλέον ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἑρμηνευτικόν, διότι ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ἐν τῇ Νομολογίᾳ καὶ ἀκριβῶς χωρεῖ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία διότι ὑπάρχει ἀμφισβήτησις.
§162Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ πρέπῃ νὰ κάμῃ νέον νόμον καὶ νὰ ἀρθῇ ὑπεράνω τῶν συμφερόντων καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἰσχύει τοῦτο ἢ καὶ ἐκεῖνο.
§163Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θέλετε σεῖς νὰ καταργήσωμεν τὴν ἑρμηνευτικὴν ἰδιότητα τοῦ νόμου 2230; Τὶ θὰ εἶναι ὁ νόμος αὐτός; Ὁ νόμος 2230 λέγει καὶ ὁ νόμος 3587 τὸν ἀφίνει νὰ λέγῃ, διότι ὁ νόμος 3587 δὲν καταργεῖ τὸν νόμον 2230 ἀλλὰ καταργεῖ τὴν ἑρμηνευτικὴν ἰδιότητα τοῦ νόμου 2230· καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ὀρθῶς στηρίζεται ἡ ἑρμηνευτικὴ ἰδιότης τοῦ νόμου 2230, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ περιεχομένου δικαίου. Τώρα, μετὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς παρεπέμφθη εἰς τὴν νομικὴν σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ νομικὴ σχολὴ τὸ ἐξήτασε καὶ δι’ ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν μοῦ ὑπέβαλε, καὶ ἡ ὁποία διατυπωθεῖσα διενεμήθη, ἀποφαίνεται ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου 3587 διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν τῇ γνωμοδοτήσει ταύτῃ τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου ὑπῆρχε καὶ μειοψηφία, τοῦ καθηγητοῦ κ. Πολυγένους. Ἀλλ’ ἐὰν παρατηρήσητε, κύριοι βουλευταί, τὴν μειοψηφίαν ταύτην, θὰ ἴδητε ὅτι στηρίζεται ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ γεγονότος τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει, διότι ἡ μειοψηφία αὕτη λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος 2230 διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἐννοίας τοῦ δικαίου πρὸ τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχει ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ δικαίου, φαίνεται ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ κ. Πολυγένους, ὁ ὁποῖος ἐν σχετικῇ αὐτοῦ παραγράφῳ ἀναφέρει ὁλόκληρον τὴν ἀμφισβήτησιν ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ἐν τῇ νομολογίᾳ ἐν τῷ προκειμένῳ θέματι.
§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω κατόπιν.
§165Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τώρα, πρὸ τοῦ πρώτου ὁμιλήσαντος, ἐπανεφέρθη τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἔχει ἔλθει κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸ ὑποβληθὲν τοῦτο νομοσχέδιον θὰ ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν, διότι ἔχει παραπεμφθῆ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προὐτάθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τὸ ἔχει ἀποδεχθῆ καὶ μετὰ τοῦ περιορισμοῦ ἀκόμη τοῦ ὁποίου τὴν ἐξάλειψιν προέτεινεν ἡ νομικὴ σχολὴ καὶ τὴν ὁποίαν ἐξάλειψιν ἀπεδέχθην καὶ ἐγώ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ περιέχει ἐλαφρὰν τροπολογίαν ἀπαλείφουσαν τὴν διάταξιν ἐκείνην ἡ ὁποία περιεῖχε περιορισμὸν ὡς πρὸς τὴν ἰσχὺν τῶν τελεσιδίκων ἀποφάσεων καὶ τῶν συμβιβασμῶν τῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 3587. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. (χειροκροτήματα).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἔχει τὸν λόγον.
§167Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν καὶ ἀρκετὰ ἀνεπτύχθησαν ὡς πρὸς τὸ τόσον ἀμφισβητούμενον καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ κατὰ τὴν νομοθετικὴν αὐτοῦ ρύθμισιν θέμα. Ἀλλ’ ἐπεκράτησαν, δύναμαι νὰ εἴπω, τοιαῦται κατευθύνσεις πρὸς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἄποψιν, ὥστε ἐλησμονήθη ποῖον εἶναι πραγματικῶς τὸ κατὰ τὴν νομοθετικὴν του ρύθμισιν θέμα. Καὶ θὰ ἀρχίσω ἀπὸ ἓν τελευταῖον ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶπεν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν αὐτὸς ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐρχόμεθα σήμερον νὰ καταργήσωμεν ἐψηφίσθη κακῶς. Καὶ ἐκατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ καὶ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁ ὁποῖος ἀπετέλει μέλος τῆς Κυβερνήσεως διότι ἦτο ὁ κ. Σοφούλης ὁ ὁποῖος καὶ προήδρευε ὡς φαίνεται καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν καὶ εἶπον ὅτι αὐτὸ ἦτο μία ὑφαρπαγὴ τοῦ νόμου καὶ ἑπομένως ὁ νόμος αὐτὸς ὄχι μόνον πρέπει νὰ καταδικασθῇ ὡς ἄκυρος, ἀλλὰ φυσικὸν ἦτο νὰ λεχθῇ ὅτι ἀφοῦ ἐπλαστογραφήθησαν τὰ πρακτικὰ ἔπρεπε νὰ ἐπακολουθήσουν καὶ ἄλλαι συνέπειαι κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὴν εὐθύνην τῶν πρακτικῶν. Ἀλλὰ μία περισσοτέρα προσοχὴ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ἐκείνων θὰ καταρρίψῃ ὅλην τὴν τάσιν αὐτῆς τῆς φοβερᾶς ἀληθῶς κατηγορίας, διότι δὲν ἐψηφίσθη εἰς μίαν ἀνάγνωσιν ὁ νόμος ἀλλὰ εἰς δευτέραν. Τοῦτο ἀναφέρουν τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ἴδετε ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη εἰς δύο ἀναγνώσεις.
§168Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει πρώτη.
§169Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ βλέπω τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα λέγουν ὅτι ὑπάρχουν δύο ἀναγνώσεις. Τὸ ἠρωτήσατε; Εἶσθε πεπεισμένος περὶ αὐτοῦ; Θὰ σᾶς εἴπω τότε, ὅτι σεῖς ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλέσητε τὸν εἰσαγγελέα διότι δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι ὑπάρχει πρώτη.
§170Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐὰν τὰ πρακτικὰ λέγουν ὅτι ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, δὲν μποροῦμε νὰ καταγγείλωμεν τὰ πρακτικὰ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, διότι ἐψηφίσθη ἡ πρώτη.
§171Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐψηφίσθη ἐξ ὑφαρπαγῆς καὶ ἐδημοσιεύθη παρανόμως.
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐψηφίσθη εἰς μίαν ἀνάγνωσιν καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν, δὲν εἶναι ἐν τάξει βέβαια τὰ πρακτικὰ ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ οὐσιῶδες ὥστε νὰ καταγγελθοῦν.
§173Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύο συνεδριάσεων πρακτικὰ τὸ ἀναφέρουν.
§174Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχω κανένα λόγον ἰδιαίτερον πολιτικὸν νὰ ὑπεραμυνθῶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς ὁποίας δὲν ἀπετέλουν μέλος ἀλλὰ ἀνῆκον καὶ τότε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλ’ ὅταν παίρνω καὶ βλέπω δύο συζητήσεις, νομίζω ὅτι γίνεται πολὺ σπουδὴ καὶ ἡ σπουδὴ εἶναι ἀκόμη περισσοτέρα ὅταν πρόκειται νὰ καταγγείλωμεν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ τὸν ὑπουργὸν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἀλλὰ καὶ πρόεδρον τῆς Βουλῆς τότε παρόντα καὶ ἀποτελοῦντα μέλος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ κάνω τὴν συζήτησιν αὐτήν, διότι νομίζω καθῆκον μου νὰ τὴν κάνω. Ἀλλά προχωρῶ καὶ περαιτέρω. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι ἡ διαδικασία τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων δὲν ἐπηρεάζει τὸ κῦρος αὐτῶν. Ἄν ὅμως ὁ ὑπουργὸς ἔβλεπε τότε τὸ πρᾶγμα, ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναφέρῃ διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη ἀκύρως, διὰ νὰ ὑπάρχῃ καιρὸς νὰ ἐλεγχθῇ ἄν ἐψηφίσθη ἀκύρως ἢ ὄχι ἵνα καὶ ἡμεῖς ἐρχώμεθα περισσότερον ἐφοδιασμένοι καὶ μὴ ἀκούωμεν διαφόρους δυσφημήσεις καὶ ἀτοπήματα κατὰ διαφόρων ὑπουργῶν. Δὲν ἀναφέρεται τίποτε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας καὶ διὰ τοῦτο ἐπικρίνω τὸν τρόπον· διότι ἂν ἀνεφέρετο εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσίν σας, ἠδυνάμεθα νὰ ἐρευνήσωμεν. Θεωρῶ λοιπὸν τὸν νόμον ὅτι εἶναι πραγματικός. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, κ. Νάκος, εἶπεν νομίζω μίαν σοφὴν κρίσιν: «Τί ἀναφέρετε τὴν μίαν γνώμην ἢ τὴν ἄλλην; Ἐλᾶτε νὰ κάνωμεν ἕναν νόμον». Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπήντησεν «τοῦτο κάνομεν». Καὶ ἀληθῶς τοῦτο γίνεται. Κάμνετε ἕναν νόμον καὶ τέμνετε μίαν ἀμφισβήτησιν κρατοῦσαν ἐν τῷ δικαίῳ. Ἀληθῶς ὑπῆρξεν ὄντως ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπόρου καὶ ἀπροίκου χήρας καὶ ὑπῆρξεν ἀμφισβήτησις διπλῆς φύσεως. Πρῶτον περὶ τῆς φύσεως τοῦ δικαιώματος, ἂν τοῦτο εἶναι κληρονομικὸν ἢ κληροδοτικόν, καὶ τὸ δεύτερον περὶ τοῦ ποσοῦ εἰς ὃ ἐκτείνεται ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν φύσιν τοῦ δικαιώματος σχετικῶς πρὸς τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν, παρ’ οὐδενὸς ἐδόθη προσοχὴ ἂν ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν ἢ ὄχι, διότι κανένα δὲν ἐνδιέφερε πῶς τὸ παίρνει ἡ χήρα, ὡς κληρονόμος ἢ ὡς κληροδόχος, ἐνῷ ἐδόθη μεγάλη προσοχὴ τὶ παίρνει διότι αὐτὸ ἀφορᾷ οὐσίαν. Ἐκεῖνο ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν τῆς νομικῆς σχέσεως ἄνευ ἀποτελεσμάτων οἰκονομικῶν· ἐνῷ τὸ δεύτερον ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν μὲ ἀποτελέσματα οἰκονομικά.
§175Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ τὸ πρῶτον εἶχεν οἰκονομικοὺς λόγους, ἂν θὰ φαλκιδευθῇ.
§176Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὴ κάνετε νομικὰς συζητήσεις. Τὰ κατὰ νόμον κληροδοτήματα δὲν φαλκιδεύονται. Διότι ἐκεῖνο ποὺ παίρνει ἡ χήρα δὲν τὸ παίρνει διότι θέλει ὁ σύζυγος ἀλλὰ διότι εἶναι ὑποχρέωσις ἀπὸ τὸν νόμον· καὶ ἑπομένως φαλκίδευσις δὲν χωρεῖ. Λοιπὸν δὲν εἶχε καμμίαν ἄποψιν οἰκονομικήν, εἶχεν ἁπλῶς νομικὴν σημασίαν καὶ ἑπομένως οὐδένα ἐνδιέφερε. Ἀλλὰ τὸ ἄλλο εἶναι οἰκονομικὸν καὶ ἐνδιέφερεν. Ἄν ἡ χήρα θὰ πάρῃ 100 χρυσοὺς ἢ θὰ πάρῃ 1 ἑκατομμύριον, ἐνδιαφέρει ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ τὰ πάρῃ, τοὺς κληρονόμους. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἕνα ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδιάφορον καὶ δι’ αὐτὸ κάνει ὅλην τὴν ἀντίθεσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, διότι ὑπάρχουν συμφέροντα ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγορεῖ ἡ μία λύσις καὶ συμφέροντα ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγορεῖ ἡ ἄλλη. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέπτυξεν ἀληθῶς μὲ ἐπιστημονικότητα τὴν ὑπάρχουσαν διαφωνίαν, καὶ ὑπερυμήνθη κατὰ τρόπον ὥστε θὰ ἐκέρδιζεν ἂν ἦτο ἐνώπιον δικαστηρίου τὴν δίκην, ὅτι ἡ γνώμη ἡ κρατοῦσα εἶναι ἐκείνη ἡ ὀρθὴ ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ περιορισμός. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔχει ἐνταῦθα δὲν εἶναι νὰ ὑπεραμυνθῇ ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς λύσεως, ἀλλ’ ἂν ἦτο ὀρθὴ κατὰ νόμον. Ἡ θέσις του εἶναι, πῶς αὐτὸς νομοθετῶν δὲν θ’ ἀδικήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέμενον περισσοτέραν προσοχὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Διότι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ἔχουν ἀναπτυχθῆ καὶ εἰς τὰ συγγράμματα ὅλων τῶν νομικῶν οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν περὶ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ εἰς μονογραφίας καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, σωρεία δὲ προτάσεων δικηγορικῶν ἔχουν γραφῆ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων ὑπερασπίζουσαι πότε τὴν μίαν καὶ πότε τὴν ἄλλην γνώμην. Ἡ ἀνάπτυξις λοιπὸν αὐτὴ ἡ γενομένη ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως κατὰ τὸ κρατοῦν Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, ποία ἦτο τοὐτέστιν ἡ ὀρθωτέρα γνώμη, νομίζω δὲν προάγει τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ εἴπω μόνον, κ. ὑπουργέ, διὰ νὰ ἐξηγήσω καὶ τὴν γνώμην ἑνὸς τῶν κ. καθηγητῶν, ὅτι ἡ ἀμφισβήτησις δὲν ἦτο περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ποτέ. Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ἦτο σαφής, σαφεστάτη. Καὶ ἡ διάταξις τοῦ κώδικος καὶ αἱ διατάξεις τῶν παλαιοτέρων νεαρῶν ἔλεγον ὅτι λαμβάνει τὸ ¼ μὲ τὸν περιορισμὸν τῶν 100 χρυσῶν. Ἡ τελευταία νεαρά, ἡ 117, δὲν ἀναφέρει τίποτε, ἐνῷ κάμνει διαφόρους ἄλλας τροποποιήσεις περὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς ἀπόρου καὶ ἀπροίκου χήρας· τὶ συμβαίνει ἂν εἶναι τέκνα καὶ τὰ λοιπὰ καὶ δὲν εἶπεν τίποτε περὶ τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ. Ἐγεννήθη λοιπὸν ἡ ἀμφισβήτησις οὐχὶ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὶ ἴσχυε μεταξὺ δύο ἀντιφασκόντων νόμων. Δὲν ἠγέρθη ποτὲ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Καὶ οἱ δύο νόμοι εἶναι σαφεῖς. Ἐγεννήθη μόνον ἀμφισβήτησις τὶς ἐκ τῶν δύο νόμων ἰσχύει, καὶ ἡ ἀμφισβήτησις ἦτο εἰς τοῦτο: Ὁ δεύτερος νόμος ὁ ὁποῖος παρέλειπε τὸν περιορισμόν, τὸν παρέλειπε διότι δὲν τὸν ἤθελον καὶ τὸν παρέλειπεν ἐξ ἀπροσεξίας. Διότι τὸ κύριον ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ρυθμίσῃ ἦτο τὶ ποσοστὸν θὰ ἐλάμβανεν ἀναλόγως τῶν περιπτώσεων ἂν συνέτρεχε μὲ κατιόντας ἢ ἐκ πλαγίου κλπ. Εἰς τοῦτο ἤριζον οἱ συγγραφεῖς.....
§177Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς νεαρᾶς 117;
§178Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κατ’ ἐμὲ ὄχι. Εἰς τοῦτο ἤριζον, λέγω, οἱ συγγραφεῖς οἱ ὑπερασπιζόμενοι κατόπιν τὴν γνώμην ὅτι ἡ νεαρὰ 117 αὐτὴ καὶ μόνον ἴσχυε καὶ ὄχι ἡ προηγουμένη νερά. Ὁ περιορισμὸς αὐτὸς τῆς παλαιοτέρας διατάξεως τοῦ κώδικος εἶχεν ἕνα λόγον, ὅτι ἐπροστάτευε τὴν χήραν καὶ ἐκανόνιζε τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ πάρῃ, διότι κατὰ τὰ κρατοῦντα εἰς τὴν τότε ἐποχὴν καὶ ἡ πλουσιωτέρα νύμφη δὲν ἐλάμβανε περισσότερα τῶν 100 χρυσῶν. Εἰς τὴν νεωτέραν ὅμως κοινωνίαν τοιοῦτοι περιορισμοὶ δὲν ἰσχύουν, διότι γνωρίζετε ὅτι σήμερον ὑπάρχουν νύμφαι μὲ προῖκες ὑπερμεγέθεις. Ἀλλ’ ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν δὲν ὑφίσταται σήμερον, ἀλλὰ καὶ ἂν ἔπαυσε νὰ ἰσχύῃ ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὸν νόμον, ὁ νόμος δὲν παύει ἰσχύων «Cessante ratione legis non cessat ipsa». Θὰ σᾶς εἴπω ἀκόμη καὶ τοῦτο ὅτι εἰς τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ προσῆλθον καὶ οἰκονομολόγοι οἱ ὁποῖοι ἐξήτασαν ποία ἦτο ἡ ἀγοραστικὴ δύναμις τῶν 100 χρυσῶν· καὶ ἐὰν πάρωμεν τὴν ἀγοραστικὴν δύναμιν τῶν τότε χρυσῶν, πρέπει νὰ πάρωμεν 100 χρυσοὺς μὲ τὴν ἀγοραστικὴν δύναμιν τὴν σημερινήν. Ἡ ἀμφισβήτησις εἶναι οὐχὶ περὶ τῆς ἐννοίας, ἀλλὰ ποῖος νόμος θὰ ἰσχύσῃ καὶ ἐάν, διότι ἔπαυσεν ὁ λόγος τοῦ νόμου, πρέπει νὰ παύσῃ νὰ ἰσχύῃ καὶ αὐτὸς ὁ νόμος. Θὰ ἦτο δι’ ἐμὲ ἡ περίστασις τὴν ὁποίαν εὗρεν ὁ Ἰουστινιανὸς ὅταν ἔκαμε τὴν συλλογήν. Ὅταν ὁ Ἰουστινιανὸς διὰ τῆς περιφήμου ἐκείνης ἐπιτροπῆς μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Τριβωνιανὸν ἔκαμε τὴν συλλογὴν τῶν Πανδεκτῶν, τοῦ Κώδικος καὶ τῶν Νεαρῶν, εὗρεν ὅτι μέσα εἰς αὐτὴν ὑπῆρχον πολλαὶ ἀντιφάσεις καὶ ἀνέθεσε πάλιν εἰς τὸν ἴδιον τὸν Τριβωνιανὸν νὰ ἴδῃ ποῖαι ὑπῆρχον διατάξεις ἀντιφατικαὶ καὶ προσθέτως νὰ ἴδῃ ποῖαι ἔπρεπε νὰ ἀλλάξουν, καὶ οὕτω ἔκαμε τὰς 52 ἀποφάσεις. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργός, ὡς συνεβουλεύθη τὰ κείμενα καὶ τοὺς ἑρμηνευτὰς τοῦ νόμου, συνεβουλεύετο τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνομοθέτησεν ὁ Ἰουστινιανός, δὲν λέγω μόνον διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν ἀλλὰ δι’ ὅλους τοὺς νομοθετήσαντας, θὰ ἔλεγεν ὅτι ἰσχύει καὶ ὁ δεύτερος νόμος καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἰσχύουν. Ὅλα αὐτὰ ἰσχύουν. Ἑπομένως, εἶπεν, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις ἰσχύει. Δὲν εἶπεν ὅτι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα δὲν πρέπει νὰ ἰσχύουν. Ἔκαμε μίαν ἑρμηνείαν. Τώρα θὰ μοῦ πῆτε: Δὲν εἶχεν δικαίωμα νὰ κάμῃ ἑρμηνείαν; Ἀναμφισβητήτως ναί, εἶχε δικαίωμα νὰ κάμῃ μίαν ἑρμηνείαν καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὸν νομοθέτην ἀναγνωρίζεται παρ’ αὐτοῦ τοῦ συντάγματος, διότι τὸ Σύνταγμα ῥητῶς λέγει ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἑρμηνεύειν τὸν νόμον, καὶ κατὰ τοῦτο βεβαίως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἤσκησε δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ἐδῶ ἔρχεται ἕνα «ἀλλά». Δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀσκῇ μὲ ἀπόλυτον κυριαρχίαν αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἢ πρέπει νὰ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς σχέσεις ἐκείνας τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ῥυθμίσῃ; Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ τὰς λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν, διὰ νὰ μὴ προσκόψῃ ἀπέναντι τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ νὰ μὴ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ κακίζουν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὡς καταχρωμένην τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ Συντάγματος παρεχωρήθη.
§179Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐκακίσθη καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως νομίζω ὅτι....
§180Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ μὲ διακόψητε διὰ νὰ εἴπητε αὐτά, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε τὸν λόγον μετά.
§181Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§182Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρέπει πάντοτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀσκῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ θίγῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους καθ’ ὃν τρόπον δὲν ἔπρεπε νὰ τοὺς θίξῃ.
§183Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του ἀνατρέχει.
§184Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὴν χρῆσιν τὴν νομοθετικὴν τοῦ δικαιώματος τούτου πρέπει νὰ τὴν κάμωμεν κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ θίγωνται πρόδηλα συμφέροντα καὶ πρὸ παντὸς νὰ μὴ θίγωνται κεκτημένα δικαιώματα. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καθὼς καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νομίζω ὅτι ὑπέπεσαν εἰς ἕνα σφάλμα ἐπιστημονικὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικαιολογίαν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ἀληθῶς δὲ ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχύν, ἀλλ’ ἀκριβῶς δι’ αὐτό, διότι ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχύν, πρέπει νὰ γίνεται μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις. Τοῦτο δὲ εἶπε καὶ ἡ οἰκεία Νομικὴ σχολὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεστάλη τὸ νομοσχέδιον· εἶπεν ὅτι ἐξαιρετικῶς πρέπει νὰ δίδεται ἡ ἀναδρομικὴ ἰσχύς. Διατί; Διότι ἐὰν δώσητε σεῖς μίαν ἑρμηνείαν, θὰ καταργηθῇ ἓν δικαίωμα· καὶ εἰς τοῦτο ἐπλανήθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι λέγει ὅτι διὰ τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως δὲν καταργεῖται οὐδὲν κεκτημένον δικαίωμα. Ἐλπὶς δικαιώματος ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει ὅμως μόνον ἐλπίς, ὑπάρχει πληρέστατα κεκτημένον δικαίωμα μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα. Πῶς κτᾶται τὸ δικαίωμα; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω καὶ 2 νομικά. Τὸ δικαίωμα θεωρεῖται κεκτημένον εὐθὺς ἅμα συντρέχουν τὰ πραγματικὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἱδρύεται τὸ δικαίωμα τοῦτο. Πότε δὲ ὑπάρχουν τὰ πραγματικὰ στοιχεῖα τὰ θεμελιοῦντα τὸ δικαίωμα τῆς ἀπόρου καὶ ἀπροίκου χήρας; Εὐθὺς ὡς ὁ σύζυγος καταστῇ μακαρίτης, εὐθὺς ἀμέσως ἡ χήρα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ γίνῃ κληρονόμος.
§185Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὀρθόν, ἀλλὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ δικαιώματος ποῖον εἶναι;
§186Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ δικαίωμα ἐκτήθη ἀπὸ τότε· δὲν πρόκειται περὶ ἐλπίδος. Ἅμα ἀποβιώσῃ, εἶναι ἀμέσως κληρονόμος. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ δικαιώματος; Τὸ περιεχόμενον τοῦ δικαιώματος τούτου κανονίζεται σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ μεταβάλωμεν τὸν νόμον, διότι ἂν ὁ δικαστὴς θεωρήσῃ ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ περιορισμός, διατὶ θὰ ἔλθῃ ὁ νομοθέτης νὰ τῆς ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα αὐτό; Αὐτὸ τὸ δικαίωμά της εἶναι κεκτημένον.
§187Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀνατρέπετε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου.
§188Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Δὲν θὰ ἀφήσω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν. Τὸ δικαίωμα τῆς χήρας εἶναι κεκτημένον εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἀποβιώσεως τοῦ συζύγου καὶ ἅμα αὐτὴ δηλώσῃ ὅτι εἶναι κληρονόμος ἢ ὄχι. Τὸ περιεχόμενόν της θὰ κανονισθῇ ἀπὸ τὸν νόμον. Δὲν εἶναι ἐλπίς. Ὁ νόμος ὑφίσταται. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε εἰς τὸν νόμον. Ποῖος εἶναι τεταγμένος νὰ δίδῃ τὴν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον; Τὴν ἑρμηνείαν εἶναι τεταγμένος νὰ τὴν δώσῃ ὁ δικαστής.
§189Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ὁ νομοθέτης.
§190Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περιμένετε. Δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε, ἔχετε προκατάληψιν.
§191Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι προκατάληψιν. Θέλω νὰ διαφωτισθῶ.
§192Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὴν ἑρμηνείαν ὀφείλει νὰ τὴν κάμῃ ὁ δικαστής, διότι αὐτὸς ἐτάχθη παρὰ τῆς πολιτείας διὰ τὰ ἀμφισβητούμενα δίκαια.
§193Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατὶ παρεδέχθητε πρὸ ὀλίγου ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων;
§194Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἐξηγήσω καὶ αὐτὸ καὶ θὰ σᾶς εἴπω τί σημαίνει τὸ ἐξαιρετικῶς. Λοιπὸν τὸ δικαίωμα ὅταν ἐγεννήθη καὶ ἐκτήθη εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ὑπῆρχεν. Ὑπάρχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα. Ἐὰν ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ δικαιώματος, ὁποῖον τι πρέπει νὰ εἶναι καὶ ὁποῖον τι εἶναι, τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ δικαστοῦ. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τούτου τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη, ἐὰν ὑφίσταται. Διὰ νὰ σᾶς λύσω τὴν ἀπορίαν. Μοῦ λέτε ὅτι καὶ ὁ νομοθέτης ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ ἑρμηνείαν. Ναί, ἔχει δύναμιν ἑρμηνευτικήν, πολλάκις μάλιστα ἡ Βουλὴ ἔκαμε τοιαύτην χρῆσιν τοῦ δικαιώματος νὰ κάμῃ νόμον καὶ νὰ τοῦ δώσῃ ἑρμηνευτικὴν δύναμιν. Δὲν ἐμποδίζεται αὐτὴ ἡ παντοδυναμία τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ τί λέγει ἡ ἠθικὴ πολιτικὴ, ἡ γενικωτέρα; Ὅτι ὀφείλετε νὰ σέβεσθε ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποκτηθῆ. Δὲν μπορεῖτε νὰ καταργήσητε αὐτὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὅλα τους τὰ πραγματικὰ στοιχεῖα τῆς ὑπάρξεως. Δύνασθε νὰ τὸ ρυθμίσετε, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰς χήρας αἱ ὁποῖαι θὰ ἔλθουν μετά, ὅταν ἀποθάνουν οἱ σύζυγοί των.
§195Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἑρμηνείαν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ αὐθεντικῶς τοὺς νόμους, διότι δέχεσθε ὅτι ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία πρέπει νὰ γίνεται διατηρουμένων τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Θεωρεῖτε δὲ ὡς κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὅτι μετὰ τὴν ἐπαγωγὴν ἡ κληρονομία ἀπεκτήθη παρὰ τῶν κληρονόμων. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἀπέκτησαν τὴν κληρονομίαν, τὸ δικαίωμά των εἶναι κεκτημένον. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ δικαιώματος; Ἐὰν βέβαια εἴχομεν τοὐλάχιστον μίαν παγίαν νομολογίαν......
§196Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἑρμηνείας. Καταργεῖτε τὰ δικαστήρια.
§197Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἑρμηνεύῃ αὐθεντικῶς τοὺς νόμους, ἐνῷ λέτε ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ δίδῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον. Ἐὰν μοῦ εἴπετε ὅτι ζήτημα πολιτικῆς εἶναι νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν συχνὰ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, νὰ μοῦ εἴπετε καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι ἐὰν μία ὑπόθεσις εἶναι ἤδη ἐκκρεμὴς εἰς τὰ δικαστήρια ἡ παροχὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρέπει νὰ εἶναι μεγαλειτέρα. Μάλιστα, ἀλλὰ μὴ ἀρνῆσθε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσωμεν νόμον διὰ τὸ παρελθόν.
§198Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἅμα δὲν μποροῦμε νὰ κανονίσωμεν γεγεννημένας σχέσεις, τί θὰ κάμωμεν τότε;
§199Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λέγω τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος ὁ ἑρμηνευτικὸς ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν· καὶ μάλιστα ξεύρετε καὶ ποῦ φθάνει; Φθάνει μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, δηλαδὴ καὶ ἀποφάσεις τελεσίδικοι κριθεῖσαι, ἐὰν δὲν ἔχουν κριθῇ ἀμετακλήτως παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Δηλαδὴ αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Ἀλλὰ λέγω ἐνῷ τοιαύτην δύναμιν ἔχει ὁ νομοθέτης, νὰ δίδῃ ἀναδρομικὴν ἰσχὺν εἰς τοὺς νόμους καὶ νὰ καταργῇ ἀναντιρρήτως κεκτημένα δικαιώματα, δύναται ἐκ τῆς φύσεώς του ὁ νόμος ὁ ἑρμηνευτικὸς νὰ καταργῇ κεκτημένα δικαιώματα. Διότι κεκτημένον εἶναι τὸ δικαίωμα.
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ κεκτημένον εἶναι τὸ νὰ γίνῃ κληρονόμος· τὸ περιεχόμενον τοῦ δικαιώματος ποῖον εἶναι;
§201Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν δέχονται οἱ συγγραφεῖς......
§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀμφίβολος εἶναι. Ὁ ἑρμηνευτὴς ἔρχεται νὰ κανονίσῃ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος.
§203Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν κανονίζει τὸ περιεχόμενον, κανονίζει τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου.
§204Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅλοι οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι δὲν εἶναι ἔτσι; Ἐὰν μοῦ εἴπητε ὅτι εἰς τοὺς νόμους δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμωμεν ἑρμηνευτικὰς διατάξεις, αὐτὸ μάλιστα, εἶναι συζητήσιμον. Ἀλλ’ ὅταν λέγετε ὅτι ὁ νόμος θὰ θίξῃ σχέσεις, εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν θὰ τὰς θίξῃ· διότι ἄλλως ἵνα μὴ τὰς θίξῃ πρέπει νὰ εὕρωμεν τὴν στιγμὴν ἐκείνην καθ’ ἣν νὰ μὴ ἔχῃ ἀποθάνει κανεὶς καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ χήρα. Πρέπει νὰ εὕρωμεν αὐτὸ τὸ δευτερόλεπτον.
§205Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀντὶ νὰ ἀμφισβητῆτε ὅλα αὐτά, θὰ σᾶς ἔλεγον ἁπλούστατα: διατὶ τάχα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χθές, πρὶν δημοσιευθῇ ὁ νόμος, ἐπῆρε μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἰσχύουσαν, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἐπρόφθασε νὰ δικάσῃ τὴν ὑπόθεσίν του, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν τοῦ ἔδωσε προτίμησιν, ἐκείνου τὰς σχέσεις ρυθμίζετε ἄλλως ἐνῷ ταὐτοχρόνως ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα;
§206Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε εἶναι θετικὸν δίκαιον, εἶναι δίκαιον τοῦ μέλλοντος. Θέλετε νὰ εἴπετε ὅτι τὰς ἑξῆς σχέσεις μὴ τὰς κανονίζετε δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου.
§207Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὅταν σᾶς λέγω ὅτι κάμνετε κακὴν χρῆσιν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου, αὐτὸ ἐννοῶ. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ τὸν κάμετε ἑρμηνευτικὸν χωρὶς νὰ κάμετε κακὴν χρῆσιν, λέγοντες ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς....
§208Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς) Τότε δὲν πρέπει νὰ τὸν εἴπωμεν ἑρμηνευτικόν, θέτει δίκαιον τότε.
§209Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μήπως ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος δὲν θέτει δίκαιον;
§210Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ρυθμίζει τὸ περιεχόμενον κεκτημένων δικαιωμάτων.
§211Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω τὶ μπορεῖτε νὰ κάμετε μὲ τὴν κατάστασιν αὐτήν: Νὰ δώσητε μίαν ἑρμηνείαν εἰς μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἐκρίθη ἐφ’ ἅπαξ. Δὲν νομίζετε ὅτι θέτετε δίκαιον ἢ ὄχι; Καὶ ξέρετε τὶ λέγουν οἱ ἑρμηνευταί; Ὅτι κάθε ἀπόφασις θέτει δίκαιον. Σήμερον δὲν ἐπικρατεῖ ἡ θεωρεία ὅτι τὸ δεδικασμένον οὔτ’ ἀληθείας λαμβάνεται, ἀλλ’ ἐπικρατεῖ ἡ θεωρεία ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ ἐφαρμοζομένη ἐπὶ τῆς παρούσης καταστάσεως.
§212Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλοίμονον ἐὰν ἐφαρμόζωμεν νομοθεσίαν 2.000 ἐτῶν χωρὶς νὰ τὴν προσαρμόζωμεν πρὸς τὰς ἑκάστοτε συνθήκας.
§213Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ αὐτὸ ἐγὼ σήμερον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κρατοῦσα γνώμη, ὅτι ὁ δικαστὴς εἰς κάθε ἀπόφασιν δημιουργεῖ ἐξ ἀντικειμένου δίκαιον, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοὺς ὁποίους ὁ δικαστὴς ὀφείλει νὰ σέβηται. Λοιπὸν λέγω ὅτι ἐνῷ ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἴσως καὶ πρωτόδικοι ἴσως καὶ ἐφέσιμοι, ἔρχεσθε σήμερον μὲ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ λέγετε ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπόφασις εἶναι ὀρθὴ ἐνῷ ἡ ἄλλη ὄχι. Αὐτή εἶναι κακὴ χρῆσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ νομοθέτης.
§214Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) Μπορεῖ μὲν νὰ γίνεται νόμος ἑρμηνευτικὸς, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γίνεται.
§215Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποῖος ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ γίνεται ἑρμηνευτικὸς νόμος; Δὲν μπορεῖται ὅμως, προκειμένου μάλιστα περὶ μεγάλων ὑποθέσεων, διότι ὑπάρχει ἐδῶ ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις, εἴτε διὰ τὴν μίαν ἄποψιν εἴτε διὰ τὴν ἄλλην νὰ μπῆτε σεῖς σήμερον μέσα καὶ νὰ εἴπητε ὅτι «ἐγὼ κάμνω χρέος δικαστοῦ». Διότι τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ δικαστὴς, τὴν κάμνετε σεῖς. Εἶναι περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἐνασκήσετε τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχετε. Δὲν δύναται νὰ γίνεται τοῦτο. Εἶναι κατάχρησις τῆς ἑρμηνευτικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλή. Ὅλας τὰς ἐκκρεμεῖς διαφορὰς θὰ τὰς λύσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, διότι ἂν ἔλθετε νὰ τὰς λύσητε σεῖς διὰ τῶν νόμων, κάμνετε μίαν ἄλλην παράβασιν οἰκειοποιεῖσθε, ἰδιοποιεῖσθε μᾶλλον ἐξουσίαν ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς σᾶς, ἀλλ’ εἰς τὰ δικαστήρια. Καὶ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι προκειμένου περὶ ἰδιωτικῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων δὲν εἶναι συμφέρον εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἐπεμβαίνῃ, ἔστω καὶ ἐξ ἀπείρου καλῆς θελήσεως, εἰς τὴν λύσιν τῶν ἐκκρεμῶν διαφορῶν, διότι ταλαντεύει καὶ ἐκμηδενίζει, δύναμαι νὰ εἴπω, τὸ κῦρος τῆς πεποιθήσεως τοῦ λαοῦ εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, θὰ ἔλεγον δὲ καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν περίοδον τὴν ὁποίαν ζῶμεν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν ἀνώμαλον περίοδον παρουσιάζοντο ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων νομοθετικὰ διατάγματα, τῶν ὁποίων δὲν εἶχε γνῶσιν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· καὶ μοῦ ἀνέφεραν παράδειγμα κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνεβλήθη ὑπόθεσις καὶ ἐν τῷ μεταξύ, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δικασθῇ ἐκ νέου, εὑρέθη ὁ δικαστὴς πρὸ Νομοθετικοῦ Διατάγματος κατὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὴν ἀντίθετον λύσιν. Ὅταν μάλιστα ζῶμεν εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὸ δίκαιον καὶ ἐπὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐκλονίσθη τόσον πολὺ, πρέπει τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ πολιτικῶς πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐντελῶς ἐξαιρετικόν, πρέπει νὰ τὸ ἐνασκῇ μετὰ μείζονος ἀκόμη φειδοῦς, διότι οὐδένα θέλετε πείσῃ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ὁ ἑρμηνευτικὸς δὲν εἶχε κάποιαν ἄλλην ἀφορμὴν καὶ διότι ἐγράφησαν καὶ εἰς ἐπισήμους ἐκθέσεις ταῦτα. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσητε νὰ ἀποσείσετε τοῦτο εἴτε ἀπὸ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον νόμον θὰ εὑρεθῆτε πρὸ τῶν ὑπονοιῶν τοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχήν τὴν ὁποίαν διήλθομεν εἶναι εὔκολοι. Θὰ ἔλεγον λοιπὸν νὰ ἀφήσετε τὰ πράγματα ὡς ἔχουν, τὰ ὁποῖα κανονίζουν διὰ τὸ μέλλον, λύουν τὰς ἀμφιβολίας διὰ τὸ μέλλον, ἀφήνουν δὲ τὰς ἐκκρεμεῖς σχέσεις νὰ τὰς κανονίσουν οἱ δικασταὶ ὡς αὐτοὶ ἠξεύρουν. Ἴσως καὶ ὁ νέος νόμος ὁ ὁποῖος ἐγένετο δώσῃ νέα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης γνώμης, ἀλλὰ δὲν πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ δώσῃ λύσεις. Ἡ ἑρμηνεία ἡ ὁποία ἔγινε διὰ τοῦ πρώτου νόμου καὶ ἡ ὁποία ἔδωσεν ἀναδρομικὴν δύναμιν, κατέστησεν ἐπισφαλὲς τὸ δίκαιον, ἔθιξε κεκτημένα δικαιώματα. Ἀναντιρρήτως ὁ δεύτερος νόμος, ὁ ὁποῖος κακῶς χαρακτηρίζεται ὡς ἑρμηνευτικός...
§216Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἴδιος ἑαυτὸν ἐχαρακτήρισεν.
§217Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἠξεύρετε ποίαν σημασίαν ἔχουν αἱ ἐπιγραφαί. Δὲν ἔχει ἑρμηνευτικὴν δύναμιν· λέγει ἁπλῶς ὅτι καταργεῖ τὴν ἑρμηνευτικὴν ἔννοιαν τοῦ πρώτου. Δὲν ἔχει καμμίαν ἑρμηνευτικὴν ἔννοιαν καὶ ἀπορῶ πῶς ἐχαρακτηρίσθη καὶ ἀπὸ τὴν νομικὴν σχολὴν ὡς ἑρμηνευτικός.
§218Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸς δὲν ἀρκεῖται νὰ ρυθμίσῃ τὰ μετ’ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ τὰ πρὸ αὐτοῦ.
§219Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι, κύριε ὑπουργέ· κάνετε λάθος. Ὁ νόμος αὐτὸς ἕνα εἶχε σκοπὸν: νὰ καταργήσῃ τὴν ἔννοιαν τὴν ἑρμηνευτικήν.
§220Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ νόμος 3587 εἶχε σκοπὸν νὰ καταργήσῃ τὴν ἀναδρομικότητα τοῦ 2230.
§221Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ νόμος τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ καταργήσετε δὲν εἶναι νόμος ἑρμηνευτικός. Κακῶς ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἑρμηνευτικός. Δὲν ἔδωσε καμμίαν ἔννοιαν εἰς τὸν παλαιὸν νόμον, ἐκανόνισε μόνον τὴν ἰσχὺν τοῦ πρώτου νόμου.
§222Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸς ὡς ἐκ τοῦ περιεχομένου του, ἀλλ’ ἔδωκεν ἀντιχαρακτηρισμὸν ὁ ἴδιος ὁ εἰσηγητὴς χαρακτηρίσας τὸν νόμον ὡς αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν διὰ νὰ καλύψῃ τὴν ἀναδρομικότητα.
§223Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἂν ὁ νομοθέτης ὑπῆρξεν ἀνόητος καὶ ἔδωκε χαρακτηρισμὸν εἰς τὸν νόμον, αὐτὸ δὲν ὑποχρεοῖ οὔτε τὰ δικαστήρια οὔτε ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἑρμηνευτικός. Ὁ νόμος οὐδὲν ἄλλο ἤθελε νὰ εἴπῃ, παρὰ ὅτι ὁ προηγούμενος νόμος δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸς δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἂν μετεχειρίσθη ἄλλην διατύπωσιν αὐτὸ εἶναι μία ἀτέλεια εἰς τὸν νομοθετεῖν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ βάλωμεν τὸν λίθον, διότι ἀπὸ ἀτελείας εἰς τὸ νομοθετεῖν δὲν εἶναι οὔτε τὸ πρῶτον οὔτε τὸ τελευταῖον παράδειγμα τὸ ὁποῖον παρέχομεν. Πράγματι λοιπὸν ὁ νόμος εἶναι ἁπλούστατα νόμος ὁ ὁποῖος καταργεῖ τὴν ἑρμηνευτικὴν ἔννοιαν τοῦ παλαιοτέρου νόμου.
§224Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀναδρομικῶς τὴν καταργεῖ;
§225Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἅμα λέγει ὅτι καταργεῖ τὴν ἀναδρομικὴν ἔννοιαν, σημαίνει νὰ μὴ ἔχῃ ἀναδρομικὴν ἰσχύν· καταργεῖ τὴν ἔννοιαν τὴν ἀναδρομικὴν τοῦ νόμου. Λοιπὸν καταλήγω. Ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἐν τάξει ἀπὸ ἀπόψεως δικαιοσύνης, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς χρήσεως τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ἑρμηνευτικοὺς νόμους διὰ τὰς ἀμφισβητουμένας διατάξεις τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Ἂν αἱ περιστάσεις μᾶς ὑπαγορεύουν νὰ ρυθμίσωμεν τὸ δίκαιον, οὕτω πως νὰ τὸ ρυθμίσωμεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν ἄλλα τὰ ὁποῖα δὲν πίπτουν ἐντὸς τῆς περιόδου τοῦ νόμου διὰ τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν τὸν κανόνα τοῦ δικαίου νὰ τὰ ἑρμηνεύσουν τὰ δικαστήρια. Τοιουτοτρόπως ρυθμίζεται τὸ δίκαιον ὡς κρίνεται πρέπον σήμερον νὰ ρυθμισθῇ, συγχρόνως δὲ δὲν προσκρούετε εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἀφήνετε νὰ τὰ λύσῃ ἡ δικαιοσύνη, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν ὅτι θὰ τελειώσῃ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης. Πᾶσα ἄλλη ὁδὸς θὰ ἦτο ἐπιβλαβὴς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐπιδράσεως τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς κοινωνίας ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπεγένθη εἰς διαφορὰς αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως τὸ ἐξετάζω. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ δικασθοῦν νὰ μὴ δύνανται νὰ λέγουν ὅτι ἡμεῖς ἐκερδίσαμεν διότι ἔχομεν τοὺς φίλους μας καὶ οἱ ἄλλοι νὰ λέγουν ὅτι ἔχασαν διότι ἔχουν τοὺς ἐχθρούς των. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὰ πράγματα.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος.
§227Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐν ἀπολύτῳ καλῇ πίστει διατελῶν, διότι ἐστηρίχθη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ὅπως ἔχουν δημοσιευθῆ καὶ τὰ ὁποῖα ἀναφέρουν ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται νόμος, ὁ 3587, ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐμέμφθη τόσον τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅσον καὶ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι κακῶς ὡμίλησαν περὶ ἀνυπάρκτου νόμου, κακῶς ἐχαρακτήρισαν τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι τάχα τὸ νομοσχέδιον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1928 ἐψηφίσθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ὅτι κακῶς ἐχαρακτήρισαν τὴν τοιαύτην ἀναγραφὴν ὡς σκάνδαλον καὶ σκάνδαλον πρωτοφανές. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὁμολογῶ ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ ἀτομικῶς ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ τοιαύτη ἀντίθεσις μεταξὺ βεβαιώσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ εἶπον ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ καλῇ πίστει, διότι εἶδε τὰ πρακτικά, ἐστηρίχθη εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ὡμίλησεν ὅπως ὡμίλησεν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὡς ψηφισθὲν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν ἀναγραφὴν ἔγκειται τὸ σκάνδαλον, καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ ἐτόνισε τόσον ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅσον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὅτι δὲ εἶναι ἀληθὴς ἡ αἰτίασις, τοῦτο, κύριοι, ἐμφαίνεται ἐξ ἐπισήμου ἐγγράφου, ἐκ τοῦ ἐπισήμου βιβλίου τῶν νομοσχεδίων τὸ ὁποῖον κρατεῖται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπίσημον βιβλίον εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγράφονται εἰς διαφόρους στήλας ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἡμέρα τῆς ὑποβολῆς των εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ἡμέρα τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ἡμέρα τῆς ἐπιψηφίσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἡ ἡμέρα τῆς ἐπιψηφίσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἡ ἡμέρα τῆς ἀποστολῆς του. Ἀνεζήτησα λοιπὸν πρὸ ὀλίγου εἰς τὸ ἐπίσημον τοῦτο βιβλίον τὶ ἔχει ἀναγραφῆ περὶ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη καθ’ ὃν τρόπον ἐψηφίσθη, καὶ εἶδον ὅτι ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν 3587 καὶ ἀναγράφη. (ἀναγινώσκει). Ἀναγράφεται λοιπὸν εἰς τὸ ἐπίσημον βιβλίον τῶν νομοσχεδίων τῆς Βουλῆς ὅτι ἐψηφίσθη εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν τὴν 27ην Ἰουνίου 1929 ὡς ὑπηρεσιακὸν νομοσχέδιον.
§228Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχω εἰς χεῖρας μου ἀντίγραφον ἐγγράφου τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τὸ ὁποῖον φέρει ἀριθ. 10.362 τῆς 6–4–1928, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ὑπουργὸς τότε τῆς Δικαιοσύνης ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐζήτει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Ἢ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἶναι ἀκριβὲς ἢ εἶναι ἀνακριβὴς ἡ σημείωσις τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωσαν.
§229Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω τὶ ἀνεγράφη εἰς τὰ ἐπίσημα βιβλία τῆς Βουλῆς. Καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα βιβλία τῆς Βουλῆς ἀνεγράφη ὅτι ἐψηφίσθη εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν εἰς τὰς 27 Ἰουνίου 1928. Ἀκριβῶς ἐδῶ ἔγκειται τὸ σκάνδαλον, ὅτι ἐνῶ ἐψηφίσθη εἰς μόνην ἀνάγνωσιν τὰ πρακτικὰ γράφουν εἰς 2αν ἀνάγνωσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σκάνδαλον. Ἀλλὰ κατὰ τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὑπηρεσιακὸν δὲν εἶναι φθάνει μόνον νὰ τὸ ζητήσῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου καὶ ἡ ἐπιτροπή. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε τὸ νομοσχέδιον· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς ὑπηρεσιακόν;
§230Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ πῶς ἐψηφίσθη ὡς ὑπηρεσιακόν, ἀφοῦ δὲν συνεφώνησεν ἡ ἐπιτροπή;
§231Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ σκάνδαλον. Οἱ κ. συνάδελφοι ὑπεστήριξαν ὅτι ἐψηφίσθη εἰς 2αν ἀνάγνωσιν καὶ ἐγὼ ἀποδεικνύω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων βιβλίων τῆς Βουλῆς ὅτι ἐψηφίσθη εἰς μόνην ἀνάγνωσιν. Καὶ εἰς αὐτὸ ἔγκειται τὸ σκάνδαλον.
§232Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ μεγαλειτέρα ἀταξία εἶναι ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ψηφισθῇ οὔτε εἰς μίαν ἀνάγνωσιν ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχε συμφωνία τῆς ἐπιτροπῆς.
§233Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ εἴπω, κ. ὑπουργέ.
§234Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ διαφωνία μας συνίσταται εἰς τοῦτο: Ἡμεῖς μὲν θεωροῦμεν τὰ πρακτικὰ ὡς μὴ πλαστά, σεῖς δὲ τὰ θεωρεῖτε ὡς πλαστά.
§235Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω τὰ ἐπίσημα βιβλία τῆς Βουλῆς τὶ λέγουν. Δὲν εἶμαι ἀπολογητὴς τῶν πρακτικῶν. Πλαστὰ θέλετε νὰ τὰ πάρετε; πάρτε τα. Λελανθασμένα θέλετε νὰ τὰ πάρετε; πάρετέ τα λελανθασμένα.
§236Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἅπαξ ἀναφέρεται ἡ ψήφισις εἰς τὰ πρακτικά;
§237Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαξ ἀναφέρεται εἰς τὸ ἐπίσημον βιβλίον τῆς Βουλῆς.
§238Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μοὶ ἐδηλώθη ἀπὸ ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας ὅτι δὲν ὑπάρχουν πρακτικὰ ἄλλης συνεδριάσεως.
§239Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεξαρτήτως τῶν δηλώσεών σας, λέγω τὶ λέγουν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα. Τώρα μοῦ λέγετε ὅτι τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα εἶναι πλαστογραφημένα. Ὅπως δήποτε καὶ ἄν τὰ πάρετε, πάντως πρόκειται περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν. Τούτων λοιπὸν οὕτως ἐχόντων, παραμένει ἀκέραιον τὸ ζήτημα τῆς κατὰ τὸ Σύνταγμα......
§240Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν βάσιν.
§241Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν βάσιν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει ἡ Βουλὴ ἐχομένη στερρῶς τῆς ἠθικῆς τάξεως ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικρατῇ εἰς τὰς ἐργασίας, πρέπει νὰ πατάξῃ μίαν ἀτασθαλίαν γενομένην. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς θυσίας, ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ τονίσω, εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐτόνισεν, ὅτι εἰς ζητήματα γενικωτέρας σημασίας, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω καθολικῆς σημασίας διὰ μίαν χώραν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προέχῃ εἶναι ἡ κοινὴ περὶ δικαίου ἀντίληψις· καὶ συμφώνως πρὸς τὴν κοινὴν ταύτην ἀντίληψιν ἐπιβάλλεται ἡ ρύθμισις τῶν γενικῶν αὐτῶν ζητημάτων. Ἐπικαλοῦμαι δὲ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς τοιαύτης ἀπόψεως μίαν περικοπὴν ἀπὸ τὸν ἐναρκτήριον λόγον, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν, εἰς τὸν ὁποῖον τονίζει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Διδάσκει λοιπὸν ὅτι διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀντίληψιν περὶ δικαίου καὶ περὶ ἐννόμου εἰς πᾶσαν δεδομένην περίστασιν, δὲν θὰ ἀρκεσθῶμεν μόνον εἰς τὸ νὰ ἐρευνήσωμεν ποία ἦτο ἡ βούλησις τοῦ νομοθέτου ὅταν οὗτος ἐνομοθέτει, ἀλλὰ καὶ ποία ἦτο ἡ περὶ δικαίου ἀντίληψις τὴν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσθη ἡ περὶ δικαίου διάταξις. Τονίζω δὲ τοῦτο, διότι οἱ ἀντιτιθέμενοι εἰς τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον λέγουν: πῶς ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ 1920, νὰ ἔλθῃ ὁ νομοθέτης καὶ νὰ δώσῃ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν νομοθετικῆς πράξεως γενομένης πρὸ πολλῶν ἑκατονταετηρίδων; Καὶ ἀπαντῶ: Τὴν αὐτὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἔχει πᾶς νομοθέτης νὰ τακτοποιήσῃ ἕνα νομικὸν ζήτημα, ἀναμφισβητήτως ὑποχρεοῦται νὰ τὴν ἔχῃ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐννοίας τὴν ὁποίαν ἐνδεχομένως ἤθελε νὰ δώσῃ εἰς τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοθέτημα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸ ἐνομοθέτει πρὸ ἑκατονταετηρίδων. Ἡ δὲ κοινὴ ἀντίληψις περὶ δικαίου, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα, νομίζω ὅτι εἰς οὐδενὸς ἐξ ὑμῶν τὴν συνείδησιν ἐπιτρέπει τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὀρθῶς διερρύθμισε τὰς σχέσεις ἐκείνας ὁ νόμος τοῦ 1920. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 3587 καὶ ἐκ τῶν σημερινῶν συζητήσεων, διότι οὐδεὶς ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ ἄπορος καὶ ἄπροικος χήρα ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἕρμαιον τῶν Ρωμαϊκῶν διατάξεων, ἀλλ’ ὑπεστήριξαν ὅτι ἡ σημερινὴ περὶ δικαίου ἀντίληψις δὲν ἐπιτρέπει τοιαύτας ἀναχρονιστικὰς ἀντιλήψεις. Ἑπομένως εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσιαστικῆς ἀντιλήψεως οὐδεμία ἀμφισβήτησις δὲν γεννᾶται. Ἐγεννήθη μόνον μία ἀμφισβήτησις, ἡ ὁποία διετυπώθη ὄχι ὡς κυρία ἐπίθεσις, ἀλλ’ ὡς ἐπιθετικὴ ἄμυνα, διὰ νὰ μεταχειρισθῶμεν στρατιωτικὴν ἔκφρασιν, ὅτι κακῶς πολὺ κακῶς ἦτο ὁ νόμος 3587 ἀλλὰ κακῶς ἦτο καὶ ὁ νόμος τοῦ 1920, διότι ἔδιδεν ἀναδρομικὴν δύναμιν ἐφ’ ὅσον αὐθεντικῶς ἡρμήνευσεν τὰς διατάξεις. Ἑπομένως τὸ πρῶτον κακὸν ἐδικαιολογήθη δι’ ἑτέρου κακοῦ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι πρέπει ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποτρέπεται ἡ ψήφισις νόμων μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχύν, πιστεύω ὅμως ἀπολύτως, ὅτι ὑπάρχει μία βασικὴ διάκρισις μεταξὺ νόμων εἰς τοὺς ὁποίους δίδεται ἀναδρομικὴ ἰσχὺς καὶ διατάξεων περὶ τῶν ὁποίων δίδεται αὐθεντικὴ ἑρμηνεία. Μία διάταξις εἰς τὴν ὁποίαν δίδεται ἀναδρομικὴ ἰσχὺς θέλει νὰ θεραπεύσῃ διάφορα συμφέροντα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει ὅταν πρόκειται περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας. Διαφωνῶ δὲ πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔν τινι μέτρῳ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι «ναί, ἠμποροῦν νὰ γίνουν αὐτὰ τὰ πράγματα ἐφ’ ὅσον δὲν θίγουν κεκτημένα δικαιώματα, ἀλλὰ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ κεκτημένων δικαιωμάτων ἀλλὰ περὶ τῆς ἐννοίας τῶν πραγμάτων». Ἐφ’ ὅσον θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, βεβαίως εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ λέγῃ, ὅτι ἐδῶ πρόκειται ὄχι περὶ τῆς οὐσίας τοῦ δικαιώματος. Νομίζω, ὅμως, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη δὲν θελήσωμεν νὰ κρίνωμεν τὴν περίπτωσιν αὐτὴν μὲ πλήρως ἥσυχον τὴν συνείδησιν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν νόμου, ἐκ τῆς ἑρμηνείας δὲ ταύτης νὰ καθορίζηται καὶ ἡ γνῶσις τοῦ δικαίου.
§242Α. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ χρόνος δὲν παίζει ρόλον;
§243Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐμὲ δὲν παίζει κανένα ρόλον ὁ χρόνος, διότι ὑπάρχουν πολλαὶ σχέσεις καὶ πολλαὶ συνθῆκαι αἱ ὁποῖαι μεταβάλλονται εἰς ὡρισμένον χρόνον, καὶ ἄλλαι αἱ ὁποῖαι μεταβάλλονται εἰς μακρύτερον χρόνον. Προτιμῶ δὲ τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν νόμων, παρὰ νόμους μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Διότι νόμος ἀποβλέπων εἰς αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν ἑτέρου νόμου δὲν ἀποβλέπει ρύθμισιν ὡρισμένης σχέσεως· ἐνῷ ὁ νόμος μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχύν, εἰς ρύθμισιν ὡρισμένης σχέσεως θὰ ἀποσκοπῇ. Δὲν λέγω δὲ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀρθότητα τοῦ νομοθετήματος τοῦ 1920, ἅπαξ ὅμως καὶ ἐγένετο, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς ἐγένετο, εἴτε καθὼς ἐδήλωσεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἐγένετο ἐὰν τότε διετυποῦντο αἱ σήμερον διατυπούμεναι ἀντιρρήσεις, ὁ νόμος πάντως ἐγένετο καὶ ἔρχεται βραδύτερον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ καταργήσῃ ἀναδρομικῶς τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ 1920. Δεδομένου δὲ ὅτι ἡ ἔκτασις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τοῦ 1920 εἶναι τόσον μεγάλη, ἐδημιούργησε σχέσεις εὐρυτάτας καὶ ἐνῷ ρίπτεται ἡ μομφὴ ὅτι ἐγένετο μὲ βάσιν μιᾶς δίκης, διὰ τὸν νόμον τοῦ 1927 ἐμνημονεύθησαν ἤδη ἐνταῦθα δύο ὑφιστάμεναι δίκαι. Λοιπὸν πιστεύω ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τύπων πρέπει νὰ παταχθῇ ἡ γενομένη ἀτασθαλία περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου 3587· ἀλλὰ καὶ ἀπόψεως οὐσίας, νομίζω ὅτι ἔργον δικαιοσύνης καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς νέας περὶ δικαίου ἀρχὰς εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 2230.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος.
§245Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ προσθέσω τίποτε ὑποστηρίζων τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἄποψιν εἰς ὅσα ἐλέχθησαν. Καὶ αἱ δύο ἀπόψεις ὑπεστηρίχθησαν μὲ τὸ πάρα πάνω, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπολείπεται τίποτε τὸ ὁποῖον νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἐξ αὐτῶν. Ἀλλὰ μετὰ λύπης παρατηροῦμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι νόμοι ἐκδοθέντες ἐνῷ εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἐκκρεμεῖς δικαστικῶς ὑποθέσεις. Δὲν θέλω οὔτε πόρωθεν νὰ δεχθῶ τοιαύτας ὑπονοίας, νομίζω ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ τῶν νόμων αὐτῶν δὲν εἶναι ἄξιοι τοιούτων ὑπονοιῶν, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπιλαμβανόμενοι τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μίαν τοιαύτην γνώμην. Ὅτι ὁ νόμος ὁ πρῶτος ἠδύνατο νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν Ρωμαϊκὸν νόμον, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Περὶ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἀντιγνωμία. Ἦτο ἕνα ζήτημα ἐκκρεμές, ἠδύνατο νὰ ἑρμηνεύσῃ καθ’ ὃν τρόπον ἤθελεν, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο καὶ περὶ ζητήματος ἀμφισβητουμένου. Ἀλλά, κύριοι, ἐκ τοῦ ὅτι ἠδύνατο καὶ ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἐκ τοῦ συντάγματος νὰ τὸ πράξῃ, δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὀφείλει καὶ νὰ τὸ πράξῃ. Εἰς τὴν χρῆσιν τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εἶναι αὐστηρά, πρέπει νὰ εἶναι αὐστηροτάτη. Ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος θίγει κεκτημένα δικαιώματα καὶ τὰ θίγει ἀσφαλῶς, διότι θίγει καὶ τὴν τελεσιδικίαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ὁ Ἄριος Πάγος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποφαίνεται ὅπως ὁ νόμος ἠθέλησεν καὶ ὅταν ἀποφαίνεται κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, ἀσφαλῶς προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα. Δι’ αὐτὸ νομίζω, κύριοι, καὶ ἀνεξαρτήτως πρὸς τὸ ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα—διότι τὸ ἔχει—νὰ κάμῃ αὐτὸν τὸν νόμον, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν κάμῃ, κυρίως διότι ἐπρόκειτο περὶ ζητημάτων τοῦ ἀστικοῦ δικαίου ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτῶνται δικαιώματα περιουσιακὰ μεγάλα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὄχι μόνον πρέπει νὰ εἶναι εὐλαβὴς ἡ Βουλή, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀφίνῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν ὅτι ἐνεργεῖ μεροληπτικῶς. Ἀλλ’ ἂν ὑπῆρξε, κύριοι, ὁ νόμος ἐκεῖνος ἄστοχος, ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ τὸν καταργήσῃ ὑπῆρξεν ἀστοχώτερος· ὄχι μόνον διότι δι’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ τῆς ἑρμηνευτικῆς ἠθέλησε νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο ἀλλὰ διότι ἀσφαλῶς, κύριοι, ταχυδακτυλουργικῶς ἐξῆλθον ἐκ τῆς Βουλῆς ταῦτα. Διὰ τοῦτο νομίζω εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθε τὸ πρᾶγμα ἡ συζήτησις, δὲν ἔπρεπε νὰ εἶχε περιορισθῇ ἐκεῖ ὅπου περιωρίσθη· δὲν ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἢ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἑρμηνευτικὸν νόμον, ἂν ὁ πρῶτος ἦτο καλὸς ἢ ὄχι, ἂν ὁ δεύτερος ταχυδακτυλουργικῶς ἐψηφίσθη ἢ ὄχι, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο: Εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπάρχῃ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀστικοῦ δικαίου; Ἂν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπάρχῃ ὁ περιορισμὸς νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ· καὶ ἂν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τὸν καταργήσῃ. Καὶ ἂν κρίνῃ ἀκόμη περαιτέρω ὅτι ὁ περιορισμὸς αὐτὸς καταργούμενος πρέπει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, καὶ αὐτὸ νὰ τὸ πράξῃ ἡ Βουλή. Αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ τώρα.
§246Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ σύγχρονος περὶ δικαίου ἀντίληψις τὶ ἄλλο εἴπομεν;
§247Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο: ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἢ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ νόμος οὗτος. Καὶ ἂν δεχθῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ περιορισμὸς αὐτός, ὅπως καὶ ἐγὼ δέχομαι, καθότι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀντίληψιν τὴν σημερινὴν τοῦ δικαίου, νὰ τὸν καταργήσῃ χωρὶς νὰ κάμῃ χρῆσιν ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Καὶ ἂν νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, νὰ τὴν δώσῃ χωρὶς νὰ ἐπηρεάζεται οὔτε ἀπὸ τὸν ἕνα νόμον οὔτε ἀπὸ τὸν ἄλλον.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§249Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Μετέχω τῆς συζητήσεως, κύριοι, μόνον διότι ἐν ἔτει 1920 εἰσηγήθην τὸν νόμον 2230. Τότε ἐπεκράτει ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἡ γνώμη ὅτι οἱ νόμοι οἱ πεπαλαιωμένοι, οἱ νόμοι περὶ τῶν ὁποίων ἡ κοινὴ συνείδησις ἔχει ἤδη ἀποφανθῇ, πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῶσι. Καὶ διὰ τοῦτο προσῆλθεν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς καὶ ἐγένετο νόμος. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ὁ νόμος περὶ διαζυγίου καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ὁ νόμος ὁ κατηγορούμενος σήμερον.
§250Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὁ περὶ διαδοχῆς· τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου.
§251Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Τότε λοιπὸν ὑπέβαλα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ καταργήσεως τοῦ φαλκιδείου νόμου καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπόρου χήρας. Δικαιολογῶν τὴν διάταξιν τὴν ἑρμηνευτικὴν ἔλεγον: «Ἐν τῷ 21 ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου...» (ἀναγινώσκει). Αὐτὴ ἦτο ἡ αἰτιολογία ἐν τῇ ἐκθέσει διὰ τῆς ὁποίας εἰσήγετο ἡ διάταξις ἡ ἑρμηνευτικὴ τοῦ νομοσχεδίου. Πῶς εἶχον τὰ πράγματα τότε; Οἱ μὲν συγγραφεῖς διΐσταντο καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ Κρασσᾶς, ὁ Παπαρρηγόπουλος, ὁ Καλλιγᾶς, ἦσαν ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι ὑφίσταται ὁ περιορισμός, ἀφ’ ἑτέρου ὁ Δεμερτζῆς, ὁ Δημητρακόπουλος, ἦσαν ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι δὲν ὑφίσταται ὁ περιορισμὸς τῶν 100 λιτρῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ὑφίσταται ἐν τῇ νομολογίᾳ ἀγρία διαίρεσις. Καὶ ἦσαν πρόσφατοι αἱ ἀποφάσεις πρὸ τοῦ 1920. Ἐν ἔτει 1917 τὸ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Προξενικὸν δικαστήριον, εἰσηγουμένου τοῦ ἐπιφανοῦς δικαστοῦ κ. Λάμπρου, ἀπεφάνθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 67 τοῦ 1917 ἀποφάσεώς του ὅτι ὁ περιορισμὸς δὲν ἰσχύει ἀπολύτως. Τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, ἐξέδωκε ἀπόφασιν καὶ διέταξε ἀπόδειξιν ἐπὶ ἀντιρρήσει τοῦ δημοσίου ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ κατηργήθη ἕνεκα ἐθίμου. Τὸ δημόσιον ἦτο ἀντίδικον καὶ ἔφερε τὴν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ περιορισμὸς, καὶ διέταξεν ἀποδείξεις τοῦτο τὸ δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν. Ἐνῷ λοιπὸν ἦτο τοιαύτη κατ’ ἀρχὴν ἡ νομολογία, ἐνῷ οἱ συγγραφεῖς διΐσταντο οὕτω πως, ὁ νομοθέτης χωρὶς νὰ ἴδῃ ἂν θὰ θιγῶσι συμφέροντα καὶ χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τοιούτου εἴδους μικρότητας, ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὸ δίκαιον καὶ ἐν ἀμφισβητήσῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι: ἐγὼ ὡς νομοθέτης ἔρχομαι νὰ ἑρμηνεύσω τὸν νόμον αὐθεντικῶς καὶ νὰ εἴπω ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ ἰσχύωσιν αἱ διατάξεις αὗται αἱ αὐθεντικῶς ἑρμηνευόμεναι. Ἀλλὰ εἶπον, ὅτι: ἂν εἴπῃς ὅτι αὐθεντικῶς ἑρμηνεύεις θίγεις καὶ τὰ κεκτημένα δικαιώματα. Καὶ ἔγινεν ἡ συζήτησις κεκτημένων δικαιωμάτων καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διακόπτων τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος τοῦ λέγει: τὸ περιεχόμενον τοῦ δικαιώματος ποῖον εἶναι; Διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀμφισβητεῖται τὸ περιεχόμενον, δηλαδὴ δὲν γνωρίζει ἐὰν τὰ δικαστήρια θὰ εἴπουν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο καὶ ἐὰν συνταχθῶσι μὲ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, ἐὰν ἀμφισβητηθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει δῆθεν ὡς δικαίωμα μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἐκδοθῇ καὶ ἀπόφασις......
§252Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ δικαίωμα εἶναι κεκτημένον καὶ κατὰ τὸ περιεχόμενον. Δὲν ἀμφισβητεῖται τὸ περιεχόμενον· ἀμφισβητεῖται μόνον ὁ νόμος καὶ περὶ τούτου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἄρῃ ὁ δικαστὴς τὴν ἀμφισβήτησιν. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀναγινώσκω εἰς ἑρμηνευτὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, «ὅτι ἑρμηνεία τοῦ νόμου γενομένη καὶ περιλαμβάνουσα ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις θεωρεῖται ὡς ἀντισυνταγματική, διότι προσβάλλεται ἡ διοικητικὴ ἐξουσία». Εἶναι ὁ κ. Σαρίπολος. Θὰ σᾶς εἴπω ὅτι θὰ ἔλθουν σήμερον καὶ θὰ σᾶς εἴπουν: κακῶς ἀφῄρεσες τὴν περιουσίαν· καὶ οὕτω θὰ φέρετε μίαν ἀνωμαλίαν.
§253Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θίγει τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔθιγε πολλοὺς τῶν κυρίων βουλευτῶν, εἶναι μόνον, ὅτι διὰ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου θίγονται συμφέροντα καὶ ἑπομένως ὁ νομοθέτης ἔπρεπε νὰ εἶναι προσεκτικός. Κύριοι, οὐδεὶς κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον προσῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει δίκη τις ἐκκρεμὴς τοιαύτη καὶ δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος. Οὐδεὶς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις, διότι τότε ἦσαν τρεῖς αἱ συζητήσεις, ἀντέλεξεν εἰς τοῦτον. Ὀψίμως, μετὰ 8 ὁλόκληρα ἔτη ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἔρχονται αἱ ἀντιρρήσεις κατ’ αὐτοῦ. Ἔρχονται δὲ ἀντιρρήσεις βεβαίως πρὸς ἐξασφάλισιν δικαιωμάτων ὑποτιθεμένων, δικαιωμάτων τρίτων τὰ ὁποῖα ἐκπροσωποῦσι διάφοροι κύριοι. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχουν νὰ ἀμύνωνται καὶ νὰ ἀγωνίζωνται. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἀφίνουν ὑπαινιγμούς, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου 2230 παρωρμήθη ἀπὸ τοιαύτας ταπεινότητας δὲν εἶναι προσῆκον. Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἦτο ἀνώτερος πάσης μομφῆς τοιαύτης. Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἦτο ἀληθὴς νομοθέτης, σύμφωνος μὲ τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία εἰσηγεῖτο τὸν νόμον, σύμφωνος μὲ τὸ ὅλον πρόγραμμα τῆς τότε Κυβερνήσεως. (χειροκροτήματα).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§255Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ νομοθέτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ αὐθεντικῶς τοὺς νόμους δὲν τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, τὸ ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν πρέπει νὰ χρησιμοποιῇ τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ, ἵνα προσβάλλῃ κεκτημένα δικαιώματα· εἶναι κανὼν πολιτικός. Δὲν πρέπει βεβαίως ὑπὸ τὸν τύπον ἑρμηνευτικοῦ νόμου νὰ ἐρχώμεθα νὰ προσβάλλωμεν δικαιώματα ρυθμιζόμενα ἀπὸ τὸν παλαιὸν νόμον. Καὶ ἑπομένως, ἐὰν τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον ἡρμηνεύετο μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν εἰσήχθη ὁ νόμος 2230, ἐὰν ἡρμηνεύετο ὁμοφώνως, ὡς δίδον εἰς τὴν ἄπορον χήραν τὸ τέταρτον ἢ τὸ τρίτον κατ’ ἐπικαρπίαν μόνον καὶ ὄχι κατὰ κυριότητα, ἡ ψήφισις τοῦ νόμου 2230 μολονότι θὰ ἦτο ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας θὰ ἦτο νόμος ὄχι ἠθικός. Ἀλλὰ ἰσχυρίζομαι κύριοι ὅτι ὅταν εἰσήχθη ὁ νόμος 2230, τὸ δίκαιον τῆς ἀπόρου χήρας δὲν ἦτο νομικῶς καθωρισμένον, ὄχι μόνον ὡς ἑρμηνεία, ὄχι μόνον ὡς διδασκαλία τοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαστήρια ἤριζον περὶ τῆς ἐννοίας τῶν κειμένων νόμων· καὶ ἄλλοι μὲν ἐθεώρουν ὅτι ἡ νεαρὰ 117 εἶχε καταργήσει τὸν περιορισμὸν ἐκεῖνον—κατὰ πλάνην ἀνέφερα ἂν ἡ χήρα λαμβάνει κατὰ κυριότητα ἢ κατ’ ἐπικαρπίαν, ἐνῷ πρόκειται διὰ τὸν περιορισμὸν τῆς χήρας εἰς τούς 100 χρυσοῦς—. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσήχθη ὁ νόμος δὲν ἦτο γνωστὸν ἀντικειμενικῶς καὶ ἀναμφίρρηστον τὸ δικαίωμα τῆς ἀπόρου χήρας. Ἑπομένως, ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίσῃ διὰ τὸ μέλλον τὸ πρᾶγμα, εἶχεν ἐπίσης τὸ δικαίωμα, καὶ θὰ προσθέσω εἶχε καὶ τὸ καθῆκον, νὰ ρυθμίσῃ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, χαρακτηρίζων τὸν νόμον ἑρμηνευτικὸν διὰ νὰ παύσῃ τὸ σκάνδαλον τοῦ νὰ ἐκδίδωνται ἀλλεπάλληλοι ἀποφάσεις ὑπὸ τῶν δικαστηρίων διοφόρως ρυθμίζουσαι τὰ πράγματα. Θὰ ἦτο καὶ πάλιν ὁ νόμος καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὄχι ἠθικὸς, ἂν πραγματικῶς αἰτίαν εἶχε τὴν ὑποστήριξιν ὡρισμένων συμφερόντων τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐπίδικα. Ἀλλὰ κύριοι, ὑπενθυμίζω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτι ὁ ἑρμηνευτικὸς αὐτὸς νόμος παρεσκευάσθη ὑπὸ τῆς μεγάλης παραυκευαστικῆς τότε ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἠσχολεῖτο εἰς τὴν ἐκπόνησιν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ἡ ὁποία ἀπὸ ἐτῶν ἤδη εἶχε παρασκευάσει τμήματά τινα καὶ τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ νομοθετήσωμεν. Ὑποστηρίζω, ὅτι ὄχι μόνον κατὰ τὴν ψήφισιν κατ’ ἀρχὴν ἡ ὁποία ἐγένετο τότε δὲν ἀνεφύει καμμία ἀντίρρησις, ὄχι μόνον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ὅπου παρεπέμφθη κατὰ τὰ τότε κρατοῦντα, μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν, δὲν ἀνεφύει καμμία ἀντίρρησις, ἀλλὰ οὔτε κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν οὔτε κατὰ τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, διότι ἡ ἐπεξεργασία τοῦ νόμου τότε ἦτο πολύ λεπτομερεστέρα. Ἐὰν τότε ἤρχετο εἰς γνῶσιν, ποὺ ἤμουν καὶ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἤρχετο εἰς γνῶσιν μου ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρόκειται νὰ θίξῃ ὡρισμένα συμφέροντα, βεβαίως θὰ ἀντετασσόμην κατὰ τῆς ψηφίσεως τοιούτων νομοσχεδίων. Ἀλλὰ καμμία τοιαύτη ἀντίρρησις δὲν παρουσιάσθη. Ἐψηφίσθη λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ὁ ὁποῖος ἀνταπεκρίνετο ἐντελῶς πρὸς τὸ σημερινὸν αἴσθημα τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ὀρθότατα ἐπεκαλέσθη ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἐψηφίσθη λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος καὶ ἴσχυσεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, μέχρις ὅτου ἦλθεν ὁ νόμος 3587 νὰ τροποποιήσῃ αὐτὸν κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ ὅτι ἦτο ἑρμηνευτικός, δηλαδὴ κατὰ τὴν ἀναδρομὴν αὐτοῦ εἰς τὸ παρελθόν. Ἐὰν λοιπὸν μὲ βλέπετε εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑποστηρίζοντα τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὑποστηρίζω διότι γνωρίζω ὅτι ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος 2230 οὐδεμία ἠγέρθη ἀμφισβήτησις καὶ καμμία δὲν ἐξεφράσθη ὑπόνοια ὅτι ἠμπορεῖ ὁ νόμος αὐτὸς νὰ ἀποβλέπῃ εἰς ἐξυπηρέτησιν ὡρισμένων συμφερόντων. Δυστυχῶς ὁ νόμος τοῦ ὁποίου τὴν κατάργησιν ζητεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη, δι’ ὑπόθεσιν ἡ ὁποία ἦτο ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων Κυττάξετε δὲ ποίας ἀνωμαλίας ἔχει ἡ ψήφισις τοῦ νόμου 3587. Εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητεῖται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπηρεσιακὸν νομοσχέδιον. Πρῶτον σκάνδαλον, νομοσχέδιον ἀστικοῦ δικαίου νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας ἔρχεται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπηρεσιακόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη ἀνωμαλία κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀφοῦ ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία τὸ ἀπέρριψε καὶ ἑπομένως δὲν μποροῦσε νὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν ἀνάγνωσιν, ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία τὸ ἐπεξειργάσθη, ἐν τούτοις ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ψηφίζεται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν —ὅτι ἐψηφίσφη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, γράφεται ὅμως εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν— Τὰ πρακτικὰ κύριοι, δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς πλαστά, ἐὰν ἀναφέρουν ὅτι ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἢ δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ βλέπετε ὅλην τὴν ἀνωμαλίαν περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐνῷ λοιπὸν δὲν εἶχεν ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι δύναται νὰ ψηφισθῇ ὡς ὑπηρεσιακόν, ἐνῷ δὲν εἶχεν οὐδένα χαρακτῆρα ὑπηρεσιακὸν καὶ ὁ εἰσηγούμενος τὸν νόμον δὲν ἐτόλμα νὰ τὸν ψηφίσῃ ὡς ὑπηρεσιακὸν τὸν ψηφίζει ὅμως μίαν φορὰν καὶ εὑρίσκεται εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ψηφιζόμενος διὰ δευτέραν φοράν. Ὅταν κύριοι, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅλα αὐτά, τότε εὑρίσκω ὅτι ἡ ἀτασθαλία ἡ νομοθετική, ἐνῷ δὲν ὑφίσταται παντάπασιν εἰς τὸν πρῶτον νόμον 2230 διότι δὲν ἠγέρθη τότε οὐδεμία ἀμφισβήτησις ὑφίσταται ὅμως αὕτη ἀκεραία εἰς τὸν νόμον 3587. Καὶ τότε ζητῶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ συμφωνήσῃ μὲ ἐμέ, ὅτι διὰ νὰ ἐμπεδώσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς κοινωνίας εἰς τοὺς νόμους, ἔχομεν καθῆκον ἐφ’ ὅσον ἔρχεται ἐνώπιόν μας τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ πατάξωμεν τὰς ἀτασθαλίας καταργοῦντες τὸν νόμον 3587. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον βεβαίως δὲν εἶναι κυβερνητικὸν νομοσχέδιον ἀφορᾷ ἰδιωτικὰ συμφέροντα καὶ καθένας εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἀλλὰ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ποία εἶναι ἡ ἰδική μου γνώμη καὶ συγχρόνως νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν καλόν μου φίλον κ. Μυλωνογιάννην, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διότι ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θέλῃ νὰ ρίπτῃ εἰς τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον γνώμην ὑπονοίας καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ κλονίσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κόσμου εἰς τὴν ἰδικήν μας ἀρετήν. Τοὐναντίον ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον θὰ πατάξωμεν τὰς ἀτασθαλίας, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου 3587. Θὰ ἐπαναφέρωμεν δὲ εἰς ἰσχὺν ἕνα νόμον ὁ ὁποῖος ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τῆς χώρας καὶ ὁ ὁποῖος ὅταν ἐψηφίσθη δὲν διεβλήθη ἀπὸ κανένα, δὲν ἐτέθη εἰς ἀμφισβήτησιν ἀπὸ κανένα καὶ δὲν ἠμποροῦσε ἑπομένως κανεὶς νὰ ὑποπτεύετο ὅτι ἠδύνατο νὰ θίξῃ συμφέροντα, τὸ ὅτι βεβαίως θὰ ἔθιγε καὶ ἐνδεχόμενα συμφέροντα, αὐτὸ τὸ ἠξεύραμεν διότι τὸν ἐκάναμε ὡς νόμον ἔχοντα δύναμιν ἀναδρομικὴν ἀλλὰ δὲν ἀπεβλέπομεν εἰς καμμίαν ἐκκρεμῆ δίκην. Τὸ ἠξεύραμεν ὅτι θὰ ἐφηρμόζετο καὶ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων θὰ ἐφηρμόζετο καὶ ἐπὶ τῶν ἐπαχθεισῶν κληρονομιῶν. Ἀλλὰ ποῖον ἦτο τὸ περιεχόμενον τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἡ εἰσαχθεῖσα κληρονομία δίδει εἰς τὸν κληρονόμον; Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ρυθμισθῇ καὶ ἐπειδὴ ἦτο ἀμφισβητούμενον δι’ αὐτὸ ἐκάναμεν τὸν νόμον 2230. (χειροκροτήματα).
§256Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐσκόπουν —οὔτε τὸ ἔπραξα ἄλλως τε—νὰ ἐξετάσω πῶς ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ ποίας ἀτασθαλίας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ φέρῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κατάργησις. Ἐὰν ὁ δεύτερος νόμος ἀφορᾷ ἀτασθαλίας ὡς ἐντεῦθεν ὑποστηρίζεται καὶ τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, καθῆκον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ πατάξῃ τὰς ἀτασθαλίας ἀλλὰ καὶ πατάσσουσα τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐξετάσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἐγένοντο ἀτασθαλίαι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κατάργησις ἀλλὰ νὰ ἐπανορθώσῃ καὶ τὸ δίκαιον τὸ ὁποῖον εὑρίσκω θιγόμενον διὰ τοῦ νόμου τούτου, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ὅταν ἐρχώμεθα καὶ λέγομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θέλομεν νὰ πατάξωμεν μίαν ἀτασθαλίαν ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ μίαν Βουλὴν καὶ ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν παρελθοῦσαν. Ἐν τούτοις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦτο θέλομεν νὰ ἀνακόψωμεν μίαν προσπάθειαν εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ δικαίου ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐκ τοῦ νόμου τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κατάργησις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανέλαβεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ δικαίωμα δὲν ἦτο κεκτημένον δυνάμει τοῦ Ρωμαϊκοῦ νόμου. Ὄχι κ. Πρόεδρε· ἦτο βεβαιότατα κεκτημένον.
§257Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶπαν ὅτι δὲν ἦτο καθωρισμένον κατὰ τὸ περιεχόμενον.
§258Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἦτο καὶ κατὰ τὸ περιεχόμενον ἀπολύτως καθωρισμένον.
§259ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε ἀμφισβήτησις εἰς τὰ δικαστήρια.
§260Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπῆρχε διὰ τοῦ νόμου ἀμφισβήτησις καὶ ταύτην τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ νόμου δὲν ἔχει δικαίωμα διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς διαφορὰς νὰ τὴν τάμῃ ἡ Βουλή. Τὴν ἀμφισβήτησιν ταύτην τὴν διέπει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦτο ἐτέθη ὑπὸ τοῦ συντάγματος διὰ νὰ τέμνῃ τὰς ἐκκρεμεῖς διαφοράς. Ὅταν ἐγεννήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀπόρου καὶ ἀπροίκου χήρας, ἐγεννήθη μὲ τὸν περιορισμὸν μεταξὺ τῶν διαδίκων ὄχι πλέον ἐν τῇ κοινωνίᾳ· δὲν ἐπρόκειτο νὰ ρυθμίσῃ γενικὰς σχέσεις μεταξὺ δύο ὡρισμένων προσώπων, ἀλλά μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶχον νὰ δώσουν τὴν μερίδα εἰς τὴν χήραν καὶ τῆς χήρας ἡ ὁποία εἶχε νὰ λάβῃ. Ὑπῆρχε μία διαφορὰ κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου ὁ ἕνας ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ κάτι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ὁ ἄλλος δικαιοῦται νὰ λάβῃ. Αὐτὴν τὴν διαφορὰν τὴν τέμνει ὑποχρεωτικῶς ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Πᾶσα ἐπέμβασις ἥτις γίνεται κατὰ τῆς δικαστικῆς, ἐξουσίας εἶναι πολιτικῶς ἀσύμφορος διὰ τὴν δικαιοσύνην μιᾶς χώρας. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν ἐγένοντο διαμαρτυρίαι ἢ ἀντιρρήσεις. Δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ λέγετε σεῖς εἶμαι βέβαιος.
§261Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ λέγουν τὰ πρακτικά, δὲν τὸ λέγω ἐγώ.
§262Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἐλειτούργει τότε ἡ Βουλή.
§263Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βλέπετε ὅτι καὶ τώρα ἡ ἀντίδρασις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπάρχει ἐξ αὐτῆς τῆς πτέρυγος. Οἱ πρῶτοι ἀγορεύσαντες ρήτορες ἦσαν ἀπὸ τὸ κόμμα ἡμῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, κυρίως δὲ δὲν ἔχει πολιτικὴν σημασίαν.
§264Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω αὐτό, κ. Πρόεδρε. Ὄχι ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἦτο μονομερὲς αὐτό, ἀλλὰ γενικῶς ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους διετέλει ὁλόκληρον τὸ Κράτος ἡμῶν. Ἀλλὰ τὸ ὅτι δὲν εἴχομεν ἀντίρρησιν, δὲν νομίζω ὅτι ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἀρκεῖ τὸ ὅτι προσεβλήθησαν δικαιώματα τὰ ὁποῖα θὰ ἐκανόνιζεν ὁ νόμος. Τοῦτο δὲν πρέπει νὰ σᾶς διαφεύγῃ.
§265Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σεῖς καταργεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν ἑρμηνευτικοὺς νόμους.
§266Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως καταργῶ τοῦτο.
§267Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τότε καλά· ἀφοῦ τὸ καταργεῖτε, καλά. Ἀκόμη δηλαδὴ καὶ εἰς τὴν περίστασιν ποὺ τὸ ἰσχῦον δίκαιον εἶναι ἀμφιβαλλόμενον; διότι ὅπου εἶναι ἀμφιβολία ἐκεῖ δὲν εἶναι δίκαιον.
§268Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω κ. Πρόεδρε, ὅτι κάποτε ἐχρηματίσατε καὶ σεῖς δικηγόρος....
§269Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἴσως.
§270Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ νομίζω ὅτι θὰ συνηντήσατε πολλάκις, ὄχι εἰς αὐτὸ τὸ θέμα ἀλλὰ εἰς πλεῖστα θέματα, ἀμφισβητήσεις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου· διότι ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, τὶ θὰ ἐχρησίμευεν ὁ Ἄρειος Πάγος; Ὁ Ἄρειος Πάγος χρησιμεύει διὰ νὰ κρατῇ μίαν ὁμοιομορφίαν περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, δυστυχῶς δέ, παρ’ ὅλας τὰς ἐργασίας τὰς ὁποίας κάμνει δὲν κατώρθωσεν, καὶ οὐδέποτε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ ὥστε ἡ ἔννοια τῶν νόμων νὰ μὴν ἀμφισβητῆται. Θὰ ἦτο οὐτοπία νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξουν ἀμφισβητήσεις νόμων. Ἀμφισβητήσεις νόμων ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρχουν μὲ ὁσηνδήποτε προσοχὴν καὶ ἂν συνταχθῶσιν οὗτοι.
§271Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὶ ὑποστηρίζετε; ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τὸ μέλλον; Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐπεβάλετο νὰ ρυθμισθῇ.
§272Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος.
§273Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶσθε σύμφωνος νὰ κάμωμεν ἕνα τοιοῦτον νόμον ρυθμίζοντες τὸ ζήτημα διὰ τὸ μέλλον. Θὰ σᾶς πῶ ὅμως, τὶ θὰ κάμετε δι’ ἀμφισβητήσεις ὅταν εἰς τὸ παρελθὸν ἴσχυεν ἄλλο δίκαιον; Ρυθμίζετε εἰς τὸ μέλλον τὸ ζήτημα ἐνῷ εἰς τὸ παρελθὸν θὰ ἦτο ἄλλο; Ἄν ἦτο ἀμφισβήτησις, θὰ μοῦ πῆτε ὅτι μπορούσατε κύριοι, εἰς τὸν νόμον μέσα νὰ βάλετε «προσέξατε κ. δικασταὶ μὴ πιστεύετε ὅτι βάζομεν τό δίκαιον αὐτὸ διὰ τὸ μέλλον». Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: γιατὶ ἀφοῦ τοῦτο ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ δίκαιον, γιατὶ ἀφοῦ ἠξεύρετε ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων εἶναι ἀντιφατικαὶ διατὶ θέλετε νὰ ἀφήσετε νὰ ἐξακολουθῇ τὸ γενόμενον, τὸ ὁποῖον δὲν συντελεῖ εἰς ἐμπέδωσιν τῆς περὶ δικαίου πεποιθήσεως τοῦ λαοῦ; διατὶ αὐτό; Γιατὶ νὰ ἐκδίδωνται ἀποφάσεις ἀντιφατικαὶ καὶ μία χήρα νὰ παίρνῃ περιεχόμενον προικὸς μέχρις ἑκατὸν χρυσῶν καὶ ἄλλη νὰ παίρνῃ ἄλλα;
§274Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω ἀμέσως. Ἐγὼ Σᾶς λέγω νὰ κανονίσετε νὰ παίρνῃ καὶ αὐτὴ ἕνα ὡρισμένον ποσοστόν.
§275Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ τὸ παρελθόν; Ἐὰν βγαίνουν ἀποφάσεις ἀντιφατικαί;
§276Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς πρὸ τοῦ κανονισμοῦ ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἀφήσετε νὰ τὰς κανονίσουν οἱ δικασταί. Ἐπιμένω κ. Πρόεδρε διότι τέμνετε διαφορὰν διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶσθε τεταγμένος ἐδῶ.
§277Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχετε τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον ἑρμηνευτικὸς νόμος;
§278Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑποθέτω νὰ ἔδωσα ποτὲ ἀφορμὴν νὰ νομίζετε ὅτι σκέπτομαι πέραν ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐγὼ βλέπω καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ κρίνω. Δὲν μπορῶ νὰ τὸ πῶ αὐτό. Διατὶ ἄλλοι θὰ εἶχαν τὸ μονομερὲς συμφέρον καὶ δὲν θά εἶχαν ἄλλοι ἀντίθετον; Αὐτὸ δὲν μπορεῖτε νὰ τὸ εἰπῆτε. Ἐγὼ λέγω τοῦτο, διότι εὑρίσκω ὅτι προσκόπτει ἡ πεποίθησις τοῦ κόσμου, διότι λέγετε ὅτι ἐκείνην τὴν διαφορὰν ποὺ ἔχω εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ἀναμένω τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστοῦ μοῦ λέγετε ὅτι «ἐγὼ σοῦ ἀφαιρῶ τὴν κρίσιν αὐτήν.»
§279Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὴ τὸ γενικεύετε τὸ ζήτημα ὅμως, διότι κατ’ οὐσίαν ὑποστηρίζετε ὅτι εἰς τοὺς ἀστικοὺς Νόμους δὲν ἐπιτρέπεται ἑρμηνευτικὸς νόμος.
§280Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑποστηρίζω αὐτό. Λέγω ὅτι δὲν μπορῶ νὰ ὑποστηρίξω ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν τὸ πιστεύω. Καὶ δὲν τὸ πιστεύω, διότι πάντοτε ὑπῆρξαν ὅλαι αἱ Νομοθετικαὶ ἐξουσίαι αἱ ὁποῖαι ἐδέχοντο τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν Νόμων διὰ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τόσον δὲ τοῦτο εἶναι καθαρὸν καὶ σαφὲς, ὥστε καὶ συνταγματικῶς ἀνεγνωρίσθη παρ’ ἡμῖν καὶ εἴπομεν ὅτι δύναται νὰ γίνῃ. Ἀλλ’ ἄλλο εἶναι τὸ ἔχειν δικαίωμα καὶ ἄλλο τό πρεπόντως ἀσκεῖν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἠσκήθη πρεπόντως, διότι περιλαμβάνει ἐκκρεμεῖς σχέσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἁρμόδια μόνον εἶναι τὰ δικαστήρια.
§281Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πάντοτε ὁ νόμος θὰ περιλαμβάνῃ ἐκκρεμεῖς σχέσεις καὶ θὰ ἀναφέρεται εἰς τὸ παρελθόν.
§282Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ προσέχουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ θίξουν συμφέροντα οἰκονομικά, νὰ μὴ κάμωμεν ἑρμηνευτικοὺς νόμους. Δὲν λέγω ὅτι καταργῶ τὸν ἑρμηνευτικὸν νόμον. Καὶ σᾶς εἶπα ἐγὼ τὸ παράδειγμα ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου καὶ βλέπετε ὅτι ὅσον ἀφορᾶ τὴν πρώτην ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν κάνομεν περὶ τῆς σχέσεως τῆς νομικῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεισέρχεται ἡ χήρα εἰς τὴν κληρονομουμένην περιουσίαν τοῦ συζύγου, δὲν ἐγείρεται καμμία ἀμφισβήτησις, ἀκριβῶς ὅμως διότι κανονίζει διαφορὰν ἀμφισβητουμένην, καὶ δὲν θίγῃ οἰκονομικὰ συμφέροντα. Ὅταν θίγωνται οἰκονομικὰ συμφέροντα λέγω ὅτι οὐχὶ τρεπόντως ἀσκεῖται ἡ ἑρμηνευτικὴ ἐξουσία. Πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἑξῆς: Ἠξεύρετε ἂν αὔριον δὲν θὰ γεννηθῶσιν ἄλλαι διαφοραί; Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκανόνισαν τὰς σχέσεις των ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἀλλὰ διὰ συμβολαίων καὶ διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος αὐτὸς μὲ τὴν ἀναδρομικὴν ἔννοιαν, διατὶ αὔριον δὲν θὰ γεννηθῶσιν ἄλλα ζητήματα καὶ δὲν θὰ εἴπωσιν «κύριοι κακῶς ἐπήρατε αὐτά, διότι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι αὐτή: Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἀσφαλίσετε τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις θὰ τὰς δυσχεράνετε ἀκόμη περισσότερον οὐχὶ διὰ τὸ μέλλον ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ παρελθὸν ὁλόκληρον. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ τὸ ψηφίσῃ, ἐγὼ δὲν ἐπιμένω περισσότερον.
§283Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐτέθη ζήτημα Κυβερνητικόν.
§284Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ εἴπω τὰς ἀντιρρήσεις μου.
§285Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐπέμεινεν πολὺ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ Νόμου καὶ εἶπεν καὶ ὑπεστήριξεν σοβαρώτατα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀμφισβήτησις τῆς ἐννοίας τοῦ Νόμου, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις τῆς ἐννοίας τοῦ Νόμου, διότι αἱ παλαιότεραι Νεαραὶ ἀναφέρουσιν ὅτι ὑπάρχει εἷς περιορισμός.
§286Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐπέμεινα εἰς τίποτε τοιοῦτον.
§287Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπατε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις τῆς ἐννοίας τοῦ Νόμου.
§288Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ ὑποχρεώνετε νὰ κάμω καὶ ὀλίγην νομικὴν ἀνάπτυξιν. Ὅταν ἔκαμεν ὁ Ἰουστινιανὸς τὰς συλλογάς του, εἶπεν ὅτι θὰ ἰσχύουν ὡς μία καίτοι ἐξεδόθησαν κατὰ διαφόρους χρόνους. Μολονότι εἶπεν ὅτι θὰ ἰσχύσουν ὡς μία, ἡ ἀνωτέρω εἶπε θὰ ἰσχύσῃ κατὰ σειράν.
§289Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ Νεαρὰ 117; Καταργεῖ τὸν περιορισμὸν ἢ ὄχι; Κατὰ συνέπειαν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ἀπορῶ πῶς νομομαθὴς τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Τσαλδάρη ἔρχεται νὰ μᾶς λέγῃ ὅτι ὑπάρχει κάτι ἄλλο καὶ ὄχι ἀμφισβήτησις περὶ ἐννοίας τοῦ νόμου. Ἄλλο πάλιν ζήτημα νομικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν εἰς σφᾶλμα ὁ κ. Τσαλδάρης, εἶναι τὸ ἑξῆς: Προσβάλλετε λέγει, κεκτημένα δικαιώματα, διότι τὸ κεκτημένον δικαίωμα ὑπάρχει ὅταν συνετελέσθησαν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θεωροῦνται στοιχεῖα ἑνὸς δικαιώματος, ἀλλ’ ἐλησμόνησε ὅτι διὰ νὰ ὑπάρχῃ κεκτημένον δικαίωμα ἀπαιτοῦνται προφανῶς τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ὁ νόμος.
§290Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ κυριώτερον δικαίωμα εἶναι ὅταν γίνει κληρονόμος, ἀλλὰ κατὰ ποίαν ἔκτασιν;
§291Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ αὐτὴ ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ δὲν εἶναι ὀρθὴ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα αὐτά, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀμφισβήτησις ἐὰν τὰ στοιχεῖα αὐτὰ γεννοῦν κἄν δικαίωμα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα, ἀλλ’ ἀμφισβητεῖται ἐὰν αὐτὰ τὰ στοιχεῖα δημιουργοῦν δικαίωμα ὡρισμένης ἐκτάσεως. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ γενικῶς ὅταν ὁμιλῶμεν ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει κεκτημένον δικαίωμα, ὅταν ὑπάρχῃ ἕνας νόμος καὶ ὅταν τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὁ νόμος ἀπαραίτητα πρὸς δημιουργείαν ἑνὸς δικαιώματος ἔχουν γεννηθῇ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀμφισβήτησις, διὰ ποῖον λόγον δὲν θὰ ἔλθῃ ὁ νομοθέτης νὰ ἑρμηνεύσῃ; Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται κακὴ χρῆσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν τὴν εἰσήγησιν τῆς συντακτικῆς ἐπὶ τοῦ κώδικος ἐπιτροπῆς, ὅταν ἔχωμεν τὴν γνώμην τῶν τῆς νομικῆς σχολῆς καθηγητῶν, δὲν νομίζω ὅτι μποροῦμε νὰ ἀνασκαλεύωμεν καὶ νὰ φανταζώμεθα ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου δημιουργοῦμεν κανὲν ἄδικον, ἐνῷ ἀντιστρόφως ἔχομεν χειρόπιαστα τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ὑπάρχει ἕνας σκανδαλωδῶς δημοσιευθεὶς νόμος καὶ ἔχομεν τὴν καταγγελίαν τὴν δημοσίαν ὅτι ὑπάρχει μία ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις. Ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς; καὶ πότε παγιοῦται ἡ πίστις εἰς τὸν νόμον; ὅταν γίνωνται αἱ αὐταί; ἢ ὅταν προσαρμόζωμεν μίαν διαφορὰν εἰς τὰς κρατούσας ἀντιλήψεις τοῦ δικαίου καὶ θέτωμεν εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν τὰς χήρας ἐκείνας τῶν ὁποίων οἱ σύζυγοι ἀπέθανον εἰς τὰ 1919 μὲ τὰς χήρας ἐκείνας τῶν ὁποίων οἱ σύζυγοι ἀπέθανον εἰς τὰ 1920;
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν; δέχεται τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου;
§293ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη (Γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ψηφίσεως δαπανῶν ἀποπερατώσεως ἐπισκευῆς καὶ ἐπιπλώσεως δικαστικῶν τινων μεγάρων καί μισθώσεως δικαστικῶν γραφείων ἐν Ἰωαννίνοις κλπ.» Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μάρκου.
§296Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἰσέρχεται, κύριοι, πρὸς ψήφισιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν χορήγησιν ὡρισμένων πιστώσεων διὰ τὴν ἐπίπλωσιν καὶ ἀποπεράτωσιν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου Πατρῶν, δεύτερον δραχμῶν 800.000 διὰ τὴν προσθήκην ὡρισμένων δωματίων εἰς τὸ ὑπάρχον δικαστικὸν μέγαρον Ἀθηνῶν, τρίτον καὶ τέταρτον ζητεῖται πίστωσις 600.000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐγκατάστασιν κεντρικῆς θερμάνσεως εἰς τὰ δικαστικὰ μέγαρα Θεσσαλονίκης καὶ Τριπόλεως, πέμπτον πίστωσις 180.000 δραχμῶν διὰ τὴν διασκευὴν τῶν Στρατώνων Ἡρακλείου τῆς Κρήτης ἔνθα ὑπάρχουν τὰ δικαστήρια καὶ ἕκτον πίστωσις 300.000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐπίπλωσιν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου Ἰωαννίνων. Τὸ σχέδιον νόμου εἰσήχθη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν διὰ τὸ δικαστικὸν μέγαρον Πατρῶν ζητουμένην πίστωσιν ἔκρινεν αὐτὴν χορηγητέαν. Ἡ μειοψηφία ὅμως τῆς Κ. Ἐπιτροπῆς διεφώνησε κατὰ τοῦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ χορηγηθῇ πίστωσις δι’ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον καθωρίσθη ὡς ἀπαραίτητον ἀπὸ μέρους τοῦ Νομομηχανικοῦ καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Δημοσίων Ἔργων τῆς τρίτης περιφερείας. Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὰς Πάτρας ἔχει ἀνεγερθῇ ἓν δικαστικὸν μέγαρον, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἐδαπάνησε περὶ τὰ 12.000.000. Ἤδη κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομομηχανικοῦ καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς ΙΙΙ περιφερείας ἀπαιτεῖται ἓν ποσὸν 4.000.000 δραχμῶν περίπου διὰ νὰ ἀποπερατωθῇ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὸ γενικὸν λογιστήριον ἐφαλκίδευσαν τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ καθώρισαν τὴν χορηγητέαν πίστωσιν εἰς δρχ. 2.000.000 περίπου μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν αἱ ἐπείγουσαι ἐργασίαι, νὰ ἀπομείνῃ δὲ διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον ἡ ἐκτέλεσις τῶν μὴ ἐπειγουσῶν τοιούτων. Ἡ σκέψις αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ ἰδιαιτέρως ὁ συνάδελφός μου κ. Γκότσης καὶ ὅλοι οἱ ἐκ Πατρῶν βουλευταὶ παρεστήσαμεν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι οὔτε δικαία οὔτε πρακτικὴ ἦτο ἡ ἀπόφασίς του, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς ὑπηγόρευσε πνεῦμα κακῶς ἐνοουμένης οἰκονομίας, διότι ἀφ’ οὗ ἅπαξ τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησεν τόσον ποσὸν διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Δικ. Μεγάρου, δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἡμιτελὲς ἢ νὰ τὸ κακοφτειάσουμε. Ὀρθὸν λοιπὸν ἦτο νὰ δοθῇ ὁλόκληρος ἡ αἰτουμένη πίστωσις.
§297Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας πόσον ἐκόστισε;
§298Α. ΜΑΡΚΟΥ. 13.000.000 περίπου καὶ ᾠκοδομήθη ἓν δικαστικὸν μέγαρον τιμῶν ἀληθῶς τὸ Κράτος.
§299Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πόσα μᾶς ἐζητήσατε εἰς τὴν ἀρχήν;
§300Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἦτο τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Γκότσης καὶ ὄχι σεῖς, ὥστε δὲν σᾶς ἐζητήσαμέν τι.
§301Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν ἤρχισε, ἤμην ἐγὼ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ἀνώτατον ὅριον θὰ ἦσαν 7.000.000. Τοῦτο δὲν εἶναι ἰδικόν μας πταῖσμα.
§302Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἡ διαφορά μας εἶναι εἰς δύο κονδύλια. Εἰς τὸ πρῶτον ἐφάνητε συγκαταβατικὸς καὶ ἐστέρξατε νά αὐξηθῇ εἰς 1.000.000 καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς εὐχαριστοῦμεν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ δεύτερον, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν 150 δωμάτια περίπου νὰ χρισθοῦν δι’ ἀσβέστου, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν μιζέριες εἰς ἓν μέγαρον τὸ ὁποῖον ἐστοίχισε 13.000.000, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ στέρξετε ὅπως δοθῇ πίστωσις δι’ ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον καθορίζει ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοσίων ἔργων εἰς τὴν ἀναφοράν του.
§303Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς αὐτὸ δὲν θὰ μὲ εὐχαριστήσητε.
§304Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς δώσητε τὸ ἥμισυ;
§305Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν θὰ εὕρητε εὐκαιρίαν νὰ μὲ εὐχαριστήσητε δι’ αὐτό.
§306Α. ΜΑΡΚΟΥ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. ὑπουργέ, νὰ ἔλθητε εἰς Πάτρας καὶ ἴδητε εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ. Ἂς ἀναγραφῇ τοὐλάχιστον ἡ πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 1931–1932.
§307Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν εἶναι διὰ τὸν προϋπολογισμὸν 1931–1932, βλέπω.
§308Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἂς τὸ βάλωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ μᾶς πιστώνει ἐν ἀνάγκῃ ὁ ἐργολάβος. Εἶναι ἓν μέγα ἄδικον τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ ἡ ἐπιμονή σας καὶ πρὸς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὰς Πάτρας.
§309Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔλθω ἐπίκουρος εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι εἶμαι πολὺ γείτων καὶ συχνάκις ἐπισκέπτομαι τὰς Πάτρας. Τὸ δικαστικὸν μέγαρον τῶν Πατρῶν ἀληθῶς ἀποτελεῖ ἓν κόσμημα ὀφειλόμενον εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἀλλ’ ὅταν ἐπῆγα καὶ τὸ ἐπεσκέφθην μοῦ παρεπονέθησαν ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ ὁποῖαι παρεχωρήθησαν εἶναι ἀνεπαρκεῖς καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συμπληρωθῇ τὸ μέγαρον.
§310Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πότε ἐπήγατε;
§311Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πέρυσι.
§312Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ μεταξὺ ἔγιναν μερικὰ πράγματα.
§313Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως, κ. ὑπουργέ, θέλω νὰ τονίσω καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω νὰ λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι πρέπει νὰ δώσετε κἄτι διὰ τὴν θέρμανσιν. Γνωρίζετε πόσης μεγάλης ἀνάγκης εἶναι ἡ ἐγκατάστασις θερμάνσεως εἰς γραφεῖα εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρχαὶ καθήμεναι καὶ ὑπάρχουν ὑπάλληλοι διαρκῶς γράφοντες. Δὲν μπορεῖτε νὰ ἀφήσετε ἕνα δικαστικὸν μέγαρον νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἀναγκαίαν θέρμανσιν. Δὲν μπορεῖ εἰς ἓν γραφεῖον νὰ κάθηνται εἴτε δικασταί, εἴτε ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴν ἔχουν θέρμανσιν. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἀπὸ τὰς ἀναγκαιοτέρας δαπάνας.
§314Α. ΜΑΡΚΟΥ. Μετὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§315Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἤθελα καὶ ἐγὼ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἂν δὲν ἐφοβούμην νὰ παρεξηγηθῶ ὅτι τὸ κάμνω διὰ νὰ μὴ τὸν ἀφήσω νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν συνηγορίαν· ἀλλ’ ἐὰν μὲ βεβαιώσητε ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος, τότε συνηγορῶ καὶ ἐγώ.
§316Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τότε εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ.
§317Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ τεθῇ διὰ διατάγματος διὰ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν.
§318Α. ΜΑΡΚΟΥ. Περαιτέρω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν 800.000 δραχμῶν, ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πρότασιν τοῦ προέδρου αὐτῆς ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ χορηγηθῇ. Ἀφορᾷ τὸ δικαστικὸν μέγαρον τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο μειοῦται εἰς 200.000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τὴν πρόχειρον.
§319Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ σᾶς πῶ ἕνα πρᾶγμα. Ἐγὼ φοβοῦμαι ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐπτοήθη ἐκ τοῦ δημοσιογραφικοῦ θορύβου καὶ ἐγκατέλειψεν, ἀτυχῶς, τὴν κατ’ ἐμὲ πολὺ σωστὴν ἰδέαν νὰ κτίσωμεν εἰς τὸ ἤδη ὑπάρχον πρωτοδικεῖον ἕνα ὄροφον εἰς τὴν μίαν πλευρὰν αὐτοῦ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μπορέσωμεν νὰ στεγάσωμεν καλλίτερον τὰ δικαστήρια. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ δικαστικὸν μέγαρον, τοῦ ὁποίου ἐλπίζω ὅτι θὰ κατορθώσωμεν νὰ κάμωμεν τὰ ἐγκαίνια καὶ νὰ θέσωμεν τὰ θεμέλια κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον ἢ Σεπτέμβριον, θέλει πέντε χρόνια νὰ τελειώσῃ· ἀλλὰ κατὰ τὰ 5 αὐτὰ χρόνια τὶ θὰ γίνῃ; Κατ’ ἀνάγκην θὰ γίνῃ κἄτι εἰς τὸ ὑπάρχον Πρωτοδικεῖον. Δὲν πρόκειται νὰ καλυφθῇ ὁλόκληρος ἡ ἔκτασις ἀλλὰ ἡ μπροστινὴ πλευρά. Φοβοῦμαι ὅτι ἀπὸ τὸν θόρυβον ἐσταμάτησεν αὐτὴ ἡ δαπάνη καὶ θὰ μᾶς κοστίσῃ περισσότερον ὅτι κάνομεν ἀλλοῦ.
§320Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας πιστώσεις τὰς ζητουμένας τὰς ἔκρινεν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπολύτως δεδικαιολογημένας. Ὑπῆρχον μόνον ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους τῆς διευθύνσεως τοῦ Δημοσίου λογιστικοῦ διὰ τὸ ἄρθρον 3ον σχετικῶς μὲ τὴν ἐπισκευήν, ἥτις ἐπιτρέπεται εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις νὰ γίνεται κατὰ παράβασιν τῶν περὶ δημοσίων ἔργων διατάξεων. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀντιρρήσεις τῆς Γεν. Διευθύνσεως τοῦ Δημοσίου λογιστικοῦ, διότι πρόκειται περὶ ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν αἱ δὲ διατυπώσεις τῶν νόμων εἶναι πολλαὶ ἀπαιτοῦσαι τὴν πάροδον μακροῦ χρόνου, πρόκειται ἐν προκειμένῳ περὶ τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου Ἰωαννίνων εἰς τὸ ὁποῖον τρέχουν τὰ ὄμβρια ὕδατα, καθ’ ἃ ἀνέφερον οἱ ἁρμόδιοι.
§321Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§322Α. ΜΑΡΚΟΥ. Μετὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ κατ’ εἰσήγησιν μελῶν αὐτῆς, ἔκρινεν ὅτι διὰ τὴν συντήρησιν καὶ ἐπίπλωσιν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου Πατρῶν ἔπρεπε νὰ καταρτισθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπαρτιζομένη ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, τὸν Πρόεδρον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, τὸν νομομηχανικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς κρίσεως ταύτης διετυπώθησαν τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Παρέχω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν ὅτι αἱ διατάξεις αὗται εἶχον ἐγκριθῆ καὶ ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν. Ὑπάρχει πᾶσα ἐγγύησις. Ὥστε πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ σχέδιον νόμου ὡς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐτροπολογήθη.
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντᾶς.
§324Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ Πρωτοδικεῖον τῶν Ἀθηνῶν, θὰ παρακαλέσω ὅπως παραμείνῃ τὸ ποσὸν τῶν 800 χιλ. δραχμῶν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἡ ἐπισκευὴ τοῦ Πρωτοδικείου, διότι εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νά μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ εἴπω ὅτι εἶναι αἶσχος διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον. Πρὸ παντός, κ. ὑπουργέ, ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συστήσητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον σας, εἶναι νὰ παραχωρηθῇ πίστωσις θερμάνσεως εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, διότι σήμερον οὐδὲν γραφεῖον εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον ἔχει θέρμανσιν, οἱ δὲ ὑπάλληλοι παραμένουν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας χωρὶς νά ὑπάρχῃ οὔτε ἡ παραμικρὰ θέρμανσις. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται, κ. ὑπουργέ, εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον εἶναι ἓν πρᾶγμα πρωτάκουστον, νὰ μὴ ὑπάρχει οὔτε ἡ ἐλαχίστη θέρμανσις, διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι παρήλασαν ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον ἔφυγαν οἱ περισσότεροι φυματικοὶ λόγῳ τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Πρέπει πρὸ παντὸς ἀμέσως νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐπισκευή.
§325Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶμαι σύμφωνος ὅτι ἡ πρόχειρος ἐπισκευὴ ἡ ὁποία θὰ μεταβάλῃ τὴν ὄψιν τοῦ Πρωτοδικείου, ὥστε νὰ τὸ κάμῃ ὑποφερτόν, πρέπει νά ἀρχίσῃ ἀμέσως. Ριζικωτέραν ἐπισκευὴν ἢ προσθήκην ὀρόφου δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν κατὰ τὰς διακοπάς, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας τοῦ Πρωτοδικείου. Δέχομαι τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ ψηφισθῇ ὡς βʹ ἐδαφ. τοῦ ἄρθρου 1 τὸ ἀφορῶν τὴν πίστωσιν τῶν 800.000 δραχ. ὅπως εἶχε προστεθῆ ὑπ’ ἐμοῦ.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν: δέχεται τὴν ψήφησιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ;
§327ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ).
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προχωρήσωμεν;
§330Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως.
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔλαβε τὴν βεβαίωσιν ὅτι δὲν θὰ γίνῃ τίποτε.
§332Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂς ψηφίσωμεν ἐκεῖνα τὰ τυπικὰ διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει ἀντίρρησιν τὸ Λαϊκὸν κόμμα.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νόμου σχεδίου «περὶ ἀγορᾶς καὶ ἐπισκευῆς ἀνταλλαξίμων ἀκινήτων πρὸς στέγασιν τῶν ἐν Ἀρδέᾳ δημοσίων ὑπηρεσιῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 1 Μαρτίου 1929 Ν. Δ. περὶ καταργήσεως τῆς φορολογίας τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας καὶ ἐπιβολῆς εἰδικοῦ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτων».
§334Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ, ὑπουργός.
§335Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, (Γίνεται δεκτὸν εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροπολογήθη ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 3185 καὶ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 5 τοῦ Ν. Δ. τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1924 «περὶ ἀποδοχῶν τῶν Δημοσίων πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ταχυδρομικῆς ἀνταποκρίσεως».
§337Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δέχομαι μίαν τροπολογίαν καὶ ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀλληλογραφίαν. (Ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ λοιπὰ ἀναβάλλονται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 10ην π. μ. (Ὥρα 9.15′ μ. μ.)