1930.01.31
2.527 στίχοι · 19.198 λέξεις · 179 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1930
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 4.50′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ κ. Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) Περὶ τρόπου συνθέσεως ἐπιτροπῆς τοῦ νόμου 4313 περὶ καταρτισμοῦ πινάκων Μακεδονομάχων, καὶ 2) Περὶ καταρτισμοῦ ἐπιτροπῆς ἀναθεωρήσεως πινάκων ὀνομασίας ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐξ ὁπλαρχηγῶν καὶ χορηγήσεως αὐτοῖς συντάξεως. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) Περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὸν τέως Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας Ναύαρχον Κουντουριώτην παρεχομένης συντάξεως, καὶ 2) Περὶ ἐκπαιδεύσεως οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Οἱ κ. κ. Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) καὶ Δ. Δίγκας (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ ὑποχρεώσεως τῶν ἐπὶ στρατιωτικῶν πειθαρχικῶν ὑποθέσεων ὡς μαρτύρων καλουμένων πρὸς προσέλευσιν καὶ μαρτυρίαν». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου καταρτήσεως πινάκων προβιβασμῶν ἐνωμοταρχῶν διὰ τῶν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ κατά τὰς ἐνεργηθείσας τὴν 17 Ὀκτωβρίου 1929 ἐξετάσεις. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Μαρτίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 22 Νοεμβρίου 1923 περὶ ἀμέσου ἐκδικάσεως πλημμελημάτων τινων καὶ ἐπὶ ἁπλῶν πλημμελημάτων ἰδίᾳ ἐργατικῶν διαφορῶν κλπ». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) Περὶ διαβαθμίσεως τῶν βοηθῶν καθηγητῶν τῆς σχολῆς Ναυτικῶν Δοκίμων. 2) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 50. 598.60 εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ 3) Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῆς παραγράφου 18 τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ κωδικοποιουμένου νόμου 2740 τῆς 28)12)27 περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Συριόπουλος, Ι. Τσεριώνης καὶ Τ. Ἀναστασίου ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταστάσεως παθόντων ἐν πολέμῳ ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Κουπαροῦσος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἱδρύσεως σανατορίου ἐν Αἰτωλοακαρνανίᾳ». — Ἐπὶ τῆς αὐτῆς προτάσεως νόμου ὑποβάλλει τροπολογίαν καὶ ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Τερζόγλου. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Καλαντζᾶκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν κειμένων διατάξεων περὶ λιμενικῶν ταμείων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Βελλιανίτης κ. Π. Συρογιάννης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου 4441 περὶ συγκροτήσεως κλπ. τῶν στελεχῶν τοῦ Π. Ν.». — Πολλοὶ βουλευταὶ ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεων εἰς τὴν νομοθεσίαν περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων». Ἡ Γερουσία ἀποστέλλει τὸ παρ’ αὐτῆς ψηφισθὲν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 9)13 Νοεμβρίου 1925 περὶ ἐφέσεως ποινικῶν ἀποφάσεων». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑνώσεως τῶν Σοβιετικῶν Σοσιαλιστικῶν Δημοκρατιῶν συμβάσεως περὶ ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας, ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰουνίου 1929». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) Περὶ ἀγορᾶς καὶ ἐπισκευῆς ἀνταλλαξίμου ἀκινήτου πρὸς στέγασιν τῶν ἐν Ἀδρέᾳ δημοσίων ὑπηρεσιῶν. 2) Περὶ ἐκτελέσεως προσθέτων ἔργων ἐπισκευῆς τοῦ διοικητικοῦ μεγάρου Χανίων. 3) Περὶ ἐσωτερικῶν ἀνακαινίσεων τοῦ διοικητηρίου Θεσσαλονίκης. 4) Περὶ παραγραφῆς τῶν κατὰ τῆς τέως Ἑλληνικῆς Διοικήσεως Σμύρνης ἀπαιτήσεων, καὶ 5) Περὶ συστάσεως Εἰδικοῦ Ταμείου Παμβώτιδος. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) Περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἐμπρησμοῦ διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων, καὶ 2) Περὶ τιμωρίας λιπομαρτύρων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Σπηλιάδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Νικολάου Νικητοπούλου αἰτοῦντος σύνταξιν διὰ τὸν ἐκ τορπιλλισμοῦ ἀπωλεσθέντα υἱόν του Ἰωάννην Νικητόπουλον. — Πολύτεκνοι νομοῦ Λασσηθίου αἰτοῦνται τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν τέκνων των τῆς πληρωμῆς ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. —Ὁ κτηνοτροφικὸς σύλλογος Βερροίας διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἄδικον φυλάκισιν τῶν κτηνοτρόφων Λεωνίδα Καροφαλᾶ καὶ αἰτεῖται τὴν ἀποφυλάκισίν του ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν καταβολὴν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τοῦτον τῶν καταβληθέντων ὑπ’ αὐτοῦ 53.000 δραχμῶν. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ἀσκεπίδης καὶ Σαμαρᾶς καταθέτουσιν ὑπόμνημα τῶν Ἐπαγγελματιῶν καὶ τοῦ Γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης αἰτουμένων τὴν ἀνάλογον ἐκπροσώπησίν των παρὰ τῷ Ἀνωτάτῳ Οἰκονομικῷ Συμβουλίῳ. —Τὸ σωματεῖον καπνεργατῶν Δράμας ὑποβάλλει διὰ ψηφίσματός του διάφορα αἰτήματα καὶ αἰτεῖται τὴν ἀποδοχήν των. —Οἱ καταναλωταὶ σπορελαίου καὶ παθόντες ἐκ τῆς χρήσεως ἐλαιολάδων παρακαλοῦν ὅπως ἡ πώλησις σπορελαίου διενεργεῖται ἐφεξῆς ὑπὸ τῶν φαρμακείων. —Οἱ ἐνοικιασταὶ φόρου ἐλαίου ἐπαρχίας Ἄργους αἰτοῦνται τὴν ἐπὶ δίμηνον ἀναστολὴν τῶν δόσεων φόρου ἐλαίου. —Ὁ σύνδεσμος τῶν σιδηροδρομικῶν Θεσσαλίας διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων μὴ καταβαλλούσης τὸ ὁρισθὲν χρηματικὸν ποσὸν διὰ τὸ ταμεῖον συντάξεως Σιδηροδρομικῶν, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐξαγκάσῃ ταύτην νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις της. —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θρᾴκῃ ὑπαλλήλων τέως δημοσίων ὑπαλλήλων Τουρκίας ὑποβαλλόντων διαφόρους ἐνστάσεις ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων τοῦ νόμου 4097 περὶ ἀποζημιώσεώς των. —Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Πλατάνων Ναυπάκτου ὑποβάλλει ψήφισμα σχετικὸν μὲ τὴν ἁμαξιτὴν ὁδὸν Ναυπάκτου–Λαμίας. —Ὁ Εὐάγ. Παπαδόπουλος τέως δημοδιδάσκαλος αἰτεῖται τὴν παροχὴν συντάξεως. —Τὸ ταμεῖον παραγωγῆς Πηλίου καὶ ὁ πρόεδρος κοινότητος Σκιάθου αἰτοῦνται τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου περὶ ἐπανιδρύσεως τοῦ νομοῦ Μαγνησίας. —Ὁ πρόεδρος ἀναπήρων Ξάνθης διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατάθεσιν νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως καπνοβιομηχανικοῦ τράστ. —Ἡ ἐργατικὴ βοήθεια Θεσσαλονίκης αἰτεῖται τὴν ἀπόδοσιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ κατάργησιν τοῦ νόμου ἰδιωνύμου. —Οἱ πρόεδροι τῶν συλλόγων πολυτέκνων καὶ καρραγωγέων καὶ τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Τυρνάβου αἰτοῦνται τὴν καταβολὴν τῶν φόρων οἰκοδομῶν παρελθουσῶν χρήσεων 1926, 1927, 1928 καὶ 1929 κατὰ δόσεις. —Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀφεντούλης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐργατῶν τῶν ἐργοστασίων Βόλου. —Ὁ βοηθητικὸς Ἐμμ. Μπαληλάκης κλάσεως 1913 αἰτεῖται τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας διὰ τὴν ὑποβολὴν δικαιολογητικῶν πρὸς παροχὴν συντάξεως. —Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ποντισμένης Σερρῶν αἰτοῦνται τὴν διάλυσιν τῆς κοινότητός των καὶ τὴν ὑπαγωγὴν ταύτης εἰς τὴν κοινότητα Ἡρακλείας. —Τὸ ἐπαγγελματικὸν ἐπιμελητήριον Θεσσαλονίκης αἰτεῖται τὴν ἀντιπροσώπευσίν του παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ ἐλευθέρας ζώνης Θεσσαλονίκης. —Ὁ μηχανικὸς Σ. Στυλιανίδης ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας ΣΙΕΤ διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως τηλεφώνων μετὰ τῆς ἑταιρείας Σίμενς. —Οἱ πρόεδροι κοινοτήτων Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τῶν κοινοτικῶν βοηθῶν ταμιῶν καὶ κοινοτικῶν εἰσπρακτόρων. —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀναπήρων περιπτεριούχων Λευκάδος αἰτουμένων τὴν παροχὴν βοηθήματος. —Οἱ κάτοικοι τοῦ τέως δήμου Δωρίου αἰτοῦνται τὴν κατὰ δόσεις ἀποπληρωμὴν τῶν φόρων τῶν παλαιῶν χρήσεων. —Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Ἐλευθερουπόλεως, Σιατίστης, Σερρῶν, καὶ Θεσσαλονίκης καὶ ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Σερβίων αἰτοῦνται τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν, βάσει τοῦ τιμαρίθμου καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τῶν ὑπαλλήλων. —Ἡ κοινότης Γαρδικίου Ὁμιλαίων αἰτεῖται τὴν ἄμεσον ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Κουτσίνας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ νομοῦ Λαρίσσης ἀπολυθέντων τὴν 15–12–29 καὶ αἰτουμένων τὴν χορήγησιν ἐπιδόματος διὰ τὰς ἑορτάς. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κεντούρης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἱερέως Κοσμαδίων Δημητρίου Ἀναγνώστου Τριανταφύλλου αἰτουμένου τὴν παροχὴν ἀποζημιώσεως διὰ τὴν καταστραφεῖσαν οἰκίαν. —Ὁ ἀπόστρατος ἀνθυπομοίραρχος Σταῦρος Α. Σταύρου αἰτεῖται τὴν παροχὴν συντάξεως ἀνθυπομοιράρχου. —Οἱ μετεκπαιδευόμενοι δημοδιδάσκαλοι Λαμίας αἰτοῦνται τὴν τροποποίησιν, τοῦ νόμου 4374 περὶ διαβαθμίσεως τῶν δημοδιδασκάλων. —Ἡ Παμφθιωτικὴ Ἕνωσις πολεμοπαθῶν Γκαΐρλιτς αἰτεῖται τὴν παροχὴν τῆς ἐκ δραχ. 30 ἡμερησίας ἀποζημιώσεως κατὰ τὸν χρόνον τῆς αἰχμαλωσίας των. —Οἱ κυνηγετικὸς προοδευτικός, οἰνοποιητικός, φιλολογικός, φαρμακευτικός, ἰατρικός, πολυτέκνων σύλλογοι καὶ τὸ ταμεῖον προνοίας παραγωγῆς Κύμης διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Καρυστίας. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Χριστούλα ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν τὸ κάτωθι ἐρώτημα. (ἀναγινώσκει). Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου μέμφεται τὸν πολιτικὸν κόσμον ὅτι ἀπὸ 25ετίας καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἐλήφθη σοβαρὰ πρόνοια περὶ ἐθνικῆς ἀμύνης καὶ ὅτι δὲν ἐπικρατεῖ σύστημα διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ σπασμωδικαὶ ἐνέργειαι διέπουν τὴν ἐν γένει διεξαγωγὴν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἄρθρα εἰδικῶν τοὐναντίον ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος παρέχει πάντοτε τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις, ἀλλ’ ὅτι ἐὰν ἔλαβον χώραν σπασμωδικαὶ ἐνέργειαι καὶ σπατάλαι τὴν εὐθύνην ὑπέχει κυρίως ὁ ἀρθρογραφήσας ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Ἰδιαίτατα δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπιρρίπτει τὴν εὐθύνην τῆς νοσηρότητος εἰς τὸν ἀρθρογραφήσαντα ἀρχηγὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, διότι οὗτος ἔθεσε τὰς βάσεις τῆς ποσοστικῆς συνθέσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ δυσαναλόγως πρὸς τὰς δυνατότητας τῆς χώρας, ὥστε νὰ μὴ δύναται αὕτη νὰ ἐπαρκῇ καὶ διὰ τὴ συντήρησιν τῆς προσωπικῆς ταύτης συνθέσεως καὶ διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν. Ἕνεκα τούτων ἐγεννήθη σύγχυσις καὶ ἐνεπνεύσθη ἀνησυχία εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ὅστις ἐπίστευσεν, ὡς ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος, καὶ ἰδιαίτατα ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων οὔτε παρημέλησε, οὔτε παραμελεῖ τὸ οὐσιωδέστατον πρὸς τὴν χώραν καθῆκον. Ἀλλὰ καθίσταται ἀναγκαῖον ὅπως τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἀκούσῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ὑπευθύνως κυβερνῶντος τὴν χώραν.
§3Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις νὰ προταθῇ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι πρότασις, εἶναι ἐρώτησις πρώτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὅπως γνωρίζετε κατὰ τὸν κανονισμὸν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀνταπαντᾷ καὶ πάλιν ὁ ἐρωτῶν.
§5Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι σήμερον ἡμέρα ἐρωτήσεων.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτήσεων ἡμέρα εἶναι κάθε ἡμέρα ἀλλὰ κατὰ συνήθειαν παραλείπονται Δευτέραν καὶ Παρασκευὴν, ἐξαρτᾶται δὲ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν θὰ ἀπαντήσῃ ἢ ὄχι.
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κάθε ἡμέρα εἶναι ἡμέρα ἐρωτήσεων δυστυχῶς.
§8Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι κ. Πρόεδρε.
§9Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, κάθε ἡμέραν. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἔλεγον τὸ ἑξῆς, ἐὰν θέλετε νὰ ἀναβάλωμεν ἄλλην ἡμέραν διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§10Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις δι’ ἐπερωτήσεως διὰ νὰ γενικευθῇ διότι ὡς ἐρώτησις δὲν εἶναι κατορθωτὴ ἡ γενίκευσις. Δεδομένου δέ, ὅτι σήμερον ἡμέραν ἐπερωτήσεων, ὑπάρχει μία συναφὴς ἐπερώτησις ἐγγεγραμμένη καὶ προερχομένη ἐκ μέρους τοῦ λαϊκοῦ κόμματος ἡ σχετιζομένη πρὸς τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ συνδυασθοῦν αἱ δύο καὶ νὰ συζητηθοῦν ἀπὸ κοινοῦ σήμερον.
§11Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι στάσις ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ δώσουν τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν βιαζόμεθα δέ, διότι δὲν νομίζωμεν, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἀνησυχῇ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ παρίσταται ἀνάγκη νὰ τὴν καθησυχάσωμεν. Ἄν θέλετε θὰ ἔλεγον τὸ ἑξῆς: ἐδῶ, εἶναι ἕνα κόμμα τὸ Ἐθνικὸν Δημοκρατικὸν καὶ τὸ Λαϊκὸν, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπερωτήσεις διὰ τὴν στρατιωτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν θέλετε θὰ ἔλεγον νὰ τὰς ἑνώσωμεν τὰς ἐπερωτήσεις αὐτάς.
§12Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Βεβαίως ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ εἶπον.
§13Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τοῦτο μόνον θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐζήτησε ἀφθονίαν στοιχείων ἐπὶ τῇ βάσει, τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐρώτησίν του. Ἔθεσα τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν διάθεσιν νὰ τὰ ἐκλέξῃ καταγίνεται δὲ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸ νὰ κάμῃ τὰ ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἂν εἶναι ὥριμος ἡ στιγμὴ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως ἄλλως θὰ ἔπρεπε νὰ ὡρισθῇ ἄλλη ἡμέρα.
§14Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ διατάξητε τὰς ὑπηρεσίας σας, ὅπως μοῦ καταθέσουν τὰ ἔγγραφα αὐτά, διότι λόγῳ τῆς σωρείας τῶν ἐγγράφων δὲν κατορθώθη νὰ μοῦ παραχωρηθοῦν. Ἐπειδὴ δὲ παρίσταται αὐτὴ ἡ δυσκολία τῆς ἐξευρέσεως τῶν ἐγγράφων διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν ἂν θέλετε νά χωρισθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις.
§15Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Διὰ τὸ ζήτημα τῶν στρατιωτικῶν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω, διὰ τὸ ναυτικὸν ὅμως ἔχομεν ὅλην τὴν πρόθεσιν νὰ σᾶς διευκολύνωμεν.
§16Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τὴν δευτέραν νὰ συζητηθοῦν καὶ αἱ δύο.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφοῦν πρῶται αἱ ἐρωτήσεις ὡς ἐπερωτήσεις τὴν Δευτέραν, διὰ νὰ γενικευθοῦν αἱ ἐρωτήσεις.
§18Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλονται αἱ ἐρωτήσεις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἀναγραφομένων ὡς ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§20Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη διάταξις τοῦ κανονισμοῦ κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀποκλείεται τῆς Βουλῆς βουλευτὴς μὴ ὁρκισθεὶς μετὰ ὡρισμένας τινὰς προϋποθέσεις. Ὁ βουλευτὴς οὗτος ἀνήκει εἰς τὴν ἀντίθετον τῆς Κυβερνήσεως πτέρυγα. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ αἰτιαθῶ ἀπὸ τοιαύτης τινὸς ἀπόψεως τὴν διάταξιν, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη τὴν διάταξιν τῆς μεταβολῆς τοῦ κανονισμοῦ, τὴν εἰσηγήθη βεβαίως ἀποβλέπων εἰς τὸ εὔρυθμον τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς καὶ οὔτε εἶχον τὴν ἀξίωσιν ὅπως ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀπουσίας τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν ἐξηκολούθη τὴν νομοθετικήν της ἐργασίαν, εἴτε δὲν ἐρρύθμιζεν τὸν κανονισμὸν ὡς ἐνόμιζεν. Τοσούτῳ δὲ περισσότερον δὲν ἔχω λόγον νὰ παραπονεθῶ διὰ τοῦτο καθόσον κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, πρὸ τῶν διακοπῶν λόγῳ τῶν ἑορτῶν, ὅτε περίπου ἔλαβον γνῶσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, συνεπεία εἰδήσεως εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι θὰ ἐξεδίδετο καὶ σχετικὸν διάταγμα περὶ προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, μόλις ἠθέλησα νὰ φέρω τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτηθεὶς ὄχι μόνον ἐδέχθη τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ εἶπεν νὰ μείνῃ ὅπως γίνῃ μετὰ τὰς ἑορτὰς καὶ ἐν τῷ μεταξὺ οὐδὲν θὰ ἐνηργεῖτο. Εἶπον ταῦτα μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω διατὶ τοσοῦτον βραδέως ἔρχομαι νὰ ἐπιληφθῶ ζητήματος διὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἤδη διάταξις ψηφισθεῖσα νομίμως κατὰ τοὺς ὡρισμένους κανόνας παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ διάταξις ἡ ψηφισθεῖσα τοῦ κανονισμοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Βουλευτὴς ἀπέχων ἐπὶ τρίμηνον ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου νὰ δώσῃ τὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 42 τοῦ συντάγματος διατασσόμενον ὅρκον, ἄνευ δεδικαιολογημένης αἰτίας, θεωρεῖται παρῃτημένος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐὰν καλούμενος μετὰ παρέλευσιν τῆς τριμήνου προθεσμίας ἐγγράφως παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, δὲν προσῆλθεν ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσκλήσεως νὰ ὁρκισθῇ». Εἰς τοὺς ὅρους συνεπεία τῶν ὁποίων θεωρεῖται ὅτι ἐπῆλθε παραίτησις τοῦ βουλευτοῦ περιλαμβάνεται ὁ βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλης. Βεβαίως ἡ διάταξις δὲν ἀφορᾷ αὐτὸν μόνον, ἀλλὰ ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ προῆλθε καὶ θὰ ἀποτελῇ πλέον κανονισμὸν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἑπομένως ἡ διάταξις πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τῆς γενικῆς αὐτῆς φύσεως: Ἐάν εἶναι ὀρθὸν εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς. Ἀπὸ τὰς δύο αὐτὰς ἀπόψεις θέλω ἐξετάσσει τὸ ζήτημα. Γνωρίζετε πάντες ὅτι ἡ παραίτησις βουλευτοῦ εἴτε καὶ γερουσιαστοῦ ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον ἔλαβε συνεπείᾳ τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς ἠμφισβητήθη ἄν κατ’ ἀρχὴν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἄν ἐγένετο δεκτή. Παλαιότερον ἐπρεσβεύετο ὅτι παραίτησις ἐκ μέρους τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς βουλευτὴν εἴτε εἰς γερουσιαστήν. Ἔχει ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ καὶ ὀφείλει νὰ ἐξακολουθῇ ἔχων τὴν ἐντολὴν αὐτὴν τῆς ὁποίας δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπεκδυθῇ καὶ ἄν ἤθελε. Ἡ ἀρχὴ αὕτη τηρεῖται καὶ σήμερον ἀπαρεγκλήτως ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τῆς Ἀγγλίας, Ἐκεῖ παραίτησις δὲν ἐπιτρέπεται.
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εὑρῆκαν τὸν τρόπον.
§22Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ τὸ εἴπω ἀμέσως. Καὶ ὁσάκις βουλευτὴς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραιτηθῇ εὑρίσκει μίαν διέξοδον καὶ ἡ διέξοδος εἶναι νὰ ἀποδέχεται μίαν ὑπηρεσίαν συνεπείᾳ τῆς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ βουλευτής. Ἀναλαμβάνων τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν θεωρεῖται ἔκπτωτος τῆς θέσεως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ κατόπιν ἀφοῦ τελειώσει τὴν δουλειά του παραιτεῖται καὶ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβε. Εἶναι δηλαδὴ ἐντελῶς θέσις τιμητική. Αὐτὸ πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι μία καταστρατήγησις τοῦ νόμου ἀλλ’ εἶναι ἀπόρροια μιᾶς γενικωτέρας ἀρχῆς, ἡ ὁποία διέπει τὸν Ἀγγλικὸν Λαὸν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως εἴτε συνταγματικῆς εἴτε νομοθετικῆς. Εἶναι τὸ αὐτὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον ἴσχυε καὶ εἰς τοὺς Ρωμαίους ἡ συντηρητικότης εἰς τοὺς νόμους. Δὲν ἤθελον νὰ μεταβάλλεται ἕνας νόμος διότι παρουσιάζετο μία περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν ἦτο πρόδηλος ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία ἐξαίρεσις τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐφεῦρον οἱ Ρωμαῖοι τὸ λεγόμενον fictio, τὸ πλᾶσμα τοῦτο ἐστερεῖτο ὡς νὰ ἦτο ἐκεῖνο, διὰ νὰ τηρήσουν τὴν διάταξιν μὴ ἔχοντες τὴν διάθεσιν ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους καὶ τὴν ὁποίαν ἐδῶ σήμερον κατὰ κόρον ἀπολαμβάνομεν εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν καὶ καταντήσαμεν νὰ μὴ ἠξεύρωμεν ποῖος εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἰσχύει. Ἐνθυμοῦμαι εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν ὅτε ὁ μακαρίτης Οἰκονομίδης ἔδιδε γνωμοδοτήσεις σχετικῶς πρὸς νεωτέρους νόμους, ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐὰν ὁ νόμος δὲν μετεβλήθη, ἐὰν ἔζη σήμερον βεβαίως δὲν θὰ τὸν ἤρκει οὔτε αὐτὴ ἡ δικαιολογία διὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχεν. Ἡ συντηρητικότης αὐτὴ ἄς ἐμπνεύσῃ καὶ ἡμᾶς σήμερον. Δὲν μποροῦμεν μὲ αὐτὴν τὴν πληθώραν τῆς νομοθεσίας νὰ ζήσωμεν καὶ νομίζω ὅτι προέρχεται τοῦτο ἀπὸ μίαν ὀλιγωρίαν, ἀπὸ μίαν ἀμέλειαν, διότι ἐὰν οἱ νόμοι δὲν ἐγίνοντο συμπτωματικῶς ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει γενικῶν τινων ἀρχῶν δὲν θὰ κατελήγαμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ εἶναι παρέκβασις καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Πρόκειται ἐκεῖ ὅπου ἐγένετο δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν ἡ παραίτησις ἐγεννήθη καὶ δεύτερον ζήτημα. Ἡ παραίτησις εἶναι ἁπλῶς δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ ἢ εἶναι καὶ δικαίωμα τῆς Βουλῆς; Εἰς τὰ πλεῖστα Κοινοβουλευτικὰ Κράτη ἔχει γίνει δεκτὸν ὅτι ἡ παραίτησις δὲν εἶναι ἁπλῶς δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Ὁ βουλευτὴς ὑποβάλλει τὴν παραίτησίν του ἀλλ’ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ περὶ τούτου κρίνει ἡ Βουλή. Καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν εἶναι ἄμοιρος σημασίας, διότι πολλάκις βουλευταὶ εὑρέθησαν ὑπὸ ἐξαιρετικοὺς ὅρους καὶ ἔφθασαν νὰ ὑποβάλλωσι τὴν παραίτησιν, ἐνῷ πραγματικῶς δὲν θὰ ὑπέβαλον, εἴτε πιεζόμενοι, εἴτε ἔκ τινος ἄλλης περιστάσεως θεωροῦντες ἑαυτοὺς ὅτι θίγονται, ἔφθασαν νὰ ὑποβάλωσι παραίτησιν καὶ ἐὰν ἦτο ἁπλῶς δικαίωμά των θὰ ἐγένετο δεκτὴ εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτή. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου παράδειγμα κατὰ τὸ ὁποῖον βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του ἐν τῇ Βουλῇ διότι εἰς ἀγόρευσίν του ἐν προηγουμένῃ συζητήσει, ἐπεκαλέσθη περιστατικὰ τὰ ὁποῖα πράγματι ἐθεώρησεν ὅτι θίγεται ἐν τῷ προσώπῳ του, ὅτι ὑπῆρξεν αἰτία νὰ θίξῃ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα εἰς τρόπον ὥστε αἰσθάνεται ὅτι δὲν τοῦ ἐπιτρέπεται πλέον νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του. Ἡ Βουλὴ ἀντιληφθεῖσα τὴν αἰτίαν τῆς παραιτήσεώς του, ἀνεγνώρισεν ὅτι ἐν πλάνῃ εὑρίσκεται ἐπικαλεσθεὶς ἀναληθῆ γεγονότα καὶ δὲν ἐδέχθη τὴν παραίτησιν ἐκείνην παρὰ τοὐναντίον εἶπεν ὅτι βουλευτὴς ὁ ὁποῖος τόσον βαθύτατα αἰσθάνεται τὰ καθήκοντά του εἶναι ἀπαραίτητον νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἐνῷ ἂν ἦτο ἡ περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο ἁπλοῦν δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ βεβαίως θὰ ἔπαυε νὰ ἦτο οὗτος βουλευτής. Ἐνῷ ἀληθῶς, ἀνεγνώρισε καὶ ἡ Γαλλικὴ Βουλή, ἐπρόκειτο περὶ πολιτευομένου ἠθικοῦ καὶ ἀπολύτως ἔχοντος ἐπίγνωσιν τοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατεῖχε. Πολλὰ παραδείγματα συνέβησαν ἐπίσης εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν. Ἀναφέρω τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμὰς βουλευτῶν ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν της ὅτε ἡ Γαλλία κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870 ἡττήθη καὶ ἀπώλεσε τὰς δύο ἐπαρχίας ὅτε οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι ἐθεώρησαν, ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ παραμένουν βουλευταί. Καὶ ἐκεῖ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησίς των ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ἐπέδρασεν τὸ αἴσθημα συνεπεία τοῦ ὁποίου ὑπέβαλλαν τὴν παραίτησίν των καὶ ἀφ’ ἑτέρου μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι δὲν εἶναι βουλευταὶ ὡρισμένης τινὸς περιφερείας ἀλλ’ εἶναι βουλευταὶ ὅλου τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ἡ Γαλλία ἐστερήθη τῶν ἐπαρχιῶν της δὲν ἔπρεπε νὰ στερηθῇ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Ἀλλὰ τοιαῦτα παραδείγματα πολλὰ ἀναφέρονται εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῶν διαφόρων Κρατῶν, δὲν στερεῖται δὲ τοιούτων παραδειγμάτων καὶ ἡ ἡμετέρα Βουλή. Γνωρίζετε ἐν τῷ παρελθόντι ποσάκις ὑπεβλήθησαν παραιτήσεις ἐν τῇ Βουλῇ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο δεκταί. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ δήλωσις ὅτι παρετήθη, ἀλλὰ πρέπει νά ἐξετάζῃ καὶ ἡ Βουλὴ τὴν παραίτησιν ἐκείνην κατὰ πόσον πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Εἶναι διάταξις ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον γνωρίζω εἰς ὅλα τὰ Κοινοβουλευτικὰ Κράτη. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοὺς δημοσιολόγους ὑπεστηρίχθη ὡς ἡ ὑγιεστέρα πολιτικὴ ἀρχὴ διὰ τὴν ἔννοιαν τῆς παραιτήσεως. Βαθμηδὸν ἡ διευθέτησις τοῦ ζητήματος προῆλθεν εἰς ἄλλην θέσιν. Εἶπον, ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, κύριοι, εἶναι μία ἐντολὴ τὴν ὁποίαν λαμβάνει οὗτος παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ ἑπομένως αὐτὸς ἔχει καὶ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδεμίαν ἔρευναν τῆς Βουλῆς, δικαίωμά του εἶναι νὰ παραιτηθῇ. Ἀλλ’ ἐνεφανίσθη τὸ ζήτημα κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ δηλωθῇ αὐτὴ ἡ παραίτησις τοῦ βουλευτοῦ. Δύναται ὁπωσδήποτε νὰ δηλωθῇ; Τοῦτο βεβαίως ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν κειμένων νόμων, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει ρητὴ διάταξις περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ δήλωσις περὶ παραιτήσεως ὅλοι οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὸ Κοινοβουλευτικὸν δίκαιον καὶ ἡ πρακτικὴ τῶν βουλῶν καθιέρωσεν, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ρητὴ κατηγορηματικὴ καὶ ἀπόλυτος ἡ δήλωσις. Δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ περιστάσεων οἱωνδήποτε συναχθῇ τὸ ἐνδεχόμενον τῆς παραιτήσεως, πρέπει τοῦτο νὰ προκύπτει σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς. Εἰς τὴν πρᾶξιν τὴν Κοινοβουλευτικὴν καὶ εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν δίκαιον ἀναφέρονται πλεῖσται ὅσαι τοιαῦται περιστάσεις, ἡ περίστασις τοῦ ὅτι βουλευτὴς συστηματικῶς ἐκ τῆς Βουλῆς ἀπουσιάζων ἢ εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀπουσιάζων, ἐδέχθη ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ δήλωσιν παραιτήσεως, οὔτε δύναται νὰ συναχθῇ ἡ δήλωσις τῆς παραιτήσεως ἐκ τοιούτου περιστατικοῦ. Ἤθελον τὴν δήλωσιν νὰ εἶναι κατηγορηματική· θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα περιστατικὸν ἀρκετὰ περίεργον τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Δύο βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς τὸ Ράϊχσταγ, εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γερμανίας, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ὄχι μόνον δὲν μετέβησαν εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Γερμανικῆς αὐτοκρατορίας ἀλλὰ τοὐναντίον μετέστησαν εἰς τοὺς ἀντιπάλους καὶ ἐθεωρήθη τοῦτο ὡς πρᾶξις ἀντικειμένη εἰς τὰ καθήκοντά των ὡς πολιτῶν Γερμανῶν καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν οἱ βουλευταὶ οὗτοι δύνανται νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι βουλευταὶ ἢ ὄχι. Ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ κάποια ποινικὴ δίωξις διὰ νὰ ἀποβληθοῦν. Ἀλλὰ τοῦτο φαίνεται ὅτι προσέκοψεν ἴσως εἰς ἄλλο ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου θὰ σᾶς ὁμιλήσω εὐθὺς ἀμέσως, καὶ κατέληξαν ὅτι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἀρνοῦνται τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον ἀλλ’ ἀντιτίθενται, δὲν ὑπάρχει ἄλλη φανερωτέρα δήλωσις ὅτι δὲν θέλουσι νὰ εἶναι βουλευταί. Ἐν τούτοις καὶ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὲς περιστατικόν, ἀλλ’ ἔπρεπε διὰ νὰ συναχθῇ τοῦτο νὰ ἐξακριβωθῇ καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν παραιτεῖται τις ἐν σχέσει πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Καὶ εἶπον ὅτι ἐφ’ ὅσον αὐτοὶ ἔλεγον ὅτι ἦσαν πρώην βουλευταί, εἶναι φανερὰ ἡ δήλωσις των περὶ παραιτήσεως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐθεώρησαν ὅτι βεβαίως ὑπάρχει κατηγορηματικὴ δήλωσις. Εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἂν ὄντως παρῃτήθη ἢ ὄχι ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ νόμου δὲν διαγράφεται ὡρισμένος τρόπος τῆς παραιτήσεως, βεβαίως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσιν ἄτοπα καὶ ἄτοπα πολλά. Ὑποθέσατε μίαν Βουλήν, ἡ ὁποία καταχρᾶται τῆς πλειοψηφίας τὴν ὁποίαν ἔχει τὶ δύναται νὰ κάμῃ εἰς μίαν περίστασιν οἱανδήποτε ὅταν εἷς βουλευτὴς δηλώσῃ κατηγορηματικῶς ὅτι δὲν θέλει νὰ εἶναι βουλευτής; Διὰ τοῦτο καὶ οἱ συγγραφεῖς συμβουλεύουν καὶ τὰ Συντάγματα ἔφθασαν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ὁρίσουν ἕνα ὡρισμένον τρόπον παραιτήσεως καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ συναχθῇ σιωπηρῶς ἡ θέλησις τοῦ βουλευτοῦ πρὸς παραίτησιν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ὡρισμένος τύπος. Εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ κύριοι βουλευταὶ ἔφθασε καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα. Τὸ ἄρθρον 41 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει τὸ ἑξῆς. (ἀναγινώσκει). Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἀναχωροῦν ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ πηγάζει ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως ἡ ὁποία λαϊκὴ θέλησις πρέπει νὰ εἶναι σεβαστὴ ἀπέναντι παντὸς καὶ πρὸ παντὸς ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὴν θέσιν των ἔχουσιν ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδίας ἐντολῆς, ἤθελε νὰ περιφρουρήσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦτο ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον καὶ διὰ τοῦτο καθώρισεν μὲν ὅτι ἡ παραίτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ καὶ δύναται αὐτὸς νὰ παραιτηθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ παραίτησις ἀπαιτεῖται ὡρισμένη κατηγορηματικὴ δήλωσις τῆς ὁποίας νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἡ τύχη ἐξ οἱασδήποτε ἑρμηνείας καὶ πράξεως τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶπον ὅτι ἡ παραίτησις δὲν θὰ γίνεται συνεπείᾳ κατηγορηματικῆς ἐγγράφου δηλώσεως ἐπιδιδομένης εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Μετά, κύριοι, τὴν διάταξιν ταύτην νομίζω ὅτι παρ’ οὐδενὸς δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ εἶναι τελείως ἀντισυνταγματική. Δὲν νομίζω ὅτι χρῄζει περαιτέρω οἱασδήποτε ἀναπτύξεως ὅτι δὲν χωρεῖ ἄλλος τρόπος παραιτήσεως, διότι ὅταν παρ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου καὶ μάλιστα παρὰ τοῦ Συντάγματος διαγράφεται ὡρισμένος τύπος, δὲν χωρεῖ νομίζω οἱαδήποτε ἄλλη ἑρμηνεία. Ἀλλὰ ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρω καὶ πέραν τῆς ῥητῆς διατάξεως καὶ ἕτερα ἐπιχειρήματα θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ παραβάλλεται τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 41 μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39 τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ βουλευτοῦ ἕνεκα λόγων ἐπερχομένων καὶ καθιερούντων τὸ ἀσυμβίβαστον.
§23Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) Ὄχι ἀπολύτως. Συμφώνως μὲ τὸ ἐδάφιον 1 τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§24Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Ἐκεῖ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησίς τις ἐὰν ὅπως ἐκλεγῇ τις βουλευτὴς λέγει τὸ ἄρθρον. (ἀναγινώσκει) Τὸ ἄρθρον 39 ὁμιλεῖ περὶ ἐκπτώσεως καὶ λέγει ὅτι ἐὰν ἐπέλθει ἡ περίπτωσις τῆς παραιτήσεως ἡ ὁποῖα διαγράφεται εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἐδάφιον 1 βεβαίως τότε ὁ βουλευτὴς γίνεται ἔκπτωτος. Ἀλλὰ εἶναι πραγματικὰ αὐτὰ τὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ ἄρθρον 41 καὶ ἂν ὑπάρξουν ἀμφισβητήσεις τὶ γίνεται; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁρίζει ὅτι ἀποφασίζει ἡ Βουλή. Τοῦτο τὸ λέγει ἁπλῶς διὰ νὰ διαστείλῃ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 39 ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 41. Τὸ ἄρθρον 41 ἐδάφιον 2 δὲν ἐννοεῖ καμμίαν ἐπέμβασιν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἐπεμβάσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς παραιτήσεως, διὰ νὰ παραιτηθῇ εἶναι δικαίωμα ἀπόλυτον τοῦ βουλευτοῦ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὴν παραίτησιν οὐδαμῶς δὲν ὑπάρχει περίπτωσις τοιαύτη, οὔτε διὰ τὸν τρόπον τῆς παραιτήσεως, διότι τὸ σύνταγμα καθώρισεν ὡρισμένον πανηγυρικὸν τύπον διὰ τὴν παραίτησιν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἐπέμβῃ ἐκεῖ τοὐναντίον περὶ τῆς περιπτώσεως ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 39 περὶ ἐκπτώσεως ἐκεῖ εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ μία ἀμφισβήτησις ἂν ὑπάρχει ἢ ὄχι περίπτωσις ἐκπτώσεως καὶ λέγει ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν κατὰ πόσον ὑπάρχει τὸ πραγματικὸν περιστατικὸν θὰ τὸ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή. Δὲν νομίζω μετὰ τὴν σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 41 ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39 δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, ὅτι σιωπηρὰ παραίτησις, παραίτησις τεκμαιρομένη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἶναι ἐκτὸς τοῦ γράμματος, ἐκτὸς τοῦ πνεύματος τοῦ συντάγματος. Καὶ τόσον εἶναι φανερόν, τόσον εἶναι κατάδηλον τοῦτο ὥστε πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπερβολικὸς ζῆλος τοῦ εἰσηγηθέντος τὴν διάταξιν του κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἵνα κανονίσῃ ὅπως αὐτὸς νομίζει εὐκολώτερον τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τὸν ἤγαγε νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κατηγορηματικὴν αὐτὴν διάταξιν, διότι δὲν ἐπιδέχεται ἑρμηνείαν ἄλλου. Θὰ ἔλεγον περιπλέον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐὰν ἠδύνατο ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ ἔχῃ σημασίαν τινά, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σημασίαν μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως ἐπέρχεται ὡρισμένη περίπτωσις παραιτήσεως. Ἀλλὰ τοιαύτη σημασία δὲν δύναται νὰ δοθῇ εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, καὶ ἂν ἐδίδετο θὰ ἦτο ἐπίσης ἀντισυνταγματική. Διότι ὅταν ὁ νόμος διαγράφῃ τὸν τρόπον τῆς παραιτήσεως τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἄλλος τρόπος ἐκτὸς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὸ σύνταγμα, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠδυνάμεθα νὰ νομοθετῶμεν καὶ νὰ κανονίζωμεν τὰ ζητήματα τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ὄρεξίν μας καὶ ὅπως θέλωμεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ κανονισθῇ, καὶ ἂν ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ τοῦτο θὰ ἦτο ἄκυρον. Καὶ θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πλουσίαν Γαλλικὴν νομολογίαν ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν καὶ θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγεννήθη ἓν ζήτημα τὸ ἑξῆς: Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα κατὰ πόσον θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ λόγῳ ἐκπτώσεως, ἀδίκημα διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ποινικὸς νόμος δὲν διαγράφει εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, ἐὰν δύναται δηλαδὴ διὰ διατάξεως τοῦ ποινικοῦ νόμου νὰ ὁρισθῇ ὅτι τὸ Αʹ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ βουλευτοῦ δὲν ἐπέβαλλε τὴν ἔκπτωσιν, ἐὰν ἠδύνατο διὰ μεταγενεστέρου νόμου νὰ ὁρισθῇ ὅτι τοῦτο ἐπιφέρει τὴν ἔκπτωσιν. Καὶ ὁμοθύμως ἀπεφάνθησαν ὅτι «ὄχι». Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ μεταγενεστέρου νόμου νὰ ὁρίζεται ποινὴ ἐκπτώσεως διὰ τοὺς ὑφισταμένους βουλευτάς, διότι τοῦτο δὲν θὰ ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἀναίρεσις λόγῳ ποινῆς τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Ἐὰν λοιπὸν τοῦτο ἦτο ἐπιτετραμμένον, νὰ εἴπουν ὅτι διὰ μεταγενεστέρας διατάξεως ἠμπορεῖ νὰ δημιουργηθῇ εἰδική τις περίπτωσις, ἐὰν καὶ τοῦτο ἦτο δυνατόν, πάλιν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν θὰ ἴσχυεν διὰ τοὺς βουλευτὰς τῆς ὑφισταμένης Βουλῆς. Διότι τὸ σύνταγμα ὥρισε αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπήρχετο ἡ ἀπώλεια τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Αὐτά, κύριοι βουλευταί, εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἀπὸ ἀπόψεως νομολογικῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ κανονισμὸς αὐτός, ἡ μετατροπὴ ἡ ὁποία ἐγένετο. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες αἰσθανόμεθα ὅτι ὁ Κοινοβουλευτισμὸς εὑρίσκεται ἔν τινι μειώσει τῆς δυνάμεώς του καὶ πάντες αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὸν Κοινοβουλευτισμόν. Αἰσθάνομαι ὅτι ἡ ἰδέα αὐτὴ δύναται νὰ ἀγάγῃ καὶ εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, δύναται ὅμως κατ’ ἐμὴν κρίσιν, νὰ ἀγάγῃ καὶ εἰς τὸ ἀντίθετον. Βεβαίως μία διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ ἀκολουθῇ πιστῶς τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὸν ἀνετέθησαν, ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τοῦτο ἐνισχύει τὸν κοινοβουλευτισμόν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι μία τοιαύτη γνώμη θὰ ἦτο πεπλανημένη διότι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρουσίας, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πίστεως τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ βουλευτὴς πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν ἡ ὁποία ἐπιβάλλει ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν κυρίαρχον ἀπέναντι τῶν ἀντιπροσώπων τοὺς ὁποίους ἐξέλεξε, ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν λαϊκὴν θέλησιν ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ ἐν τῷ μέλλοντι ἐὰν ὁ βουλευτὴς ὁ ἐνταλθεὶς παρ’ αὐτῆς, ἂν αὐτὸς ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντά του. Δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ τὸν ἀποκλείσωμεν ἐκ τοῦ βουλευτηρίου, ἂν ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι κακῶς, ἀνελειπῶς ἐκπληροῖ ἢ ὁλοτελῶς δὲν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του. Τὰ καθήκοντά του ὁ βουλευτὴς δὲν τὰ ἔχει ἀναλάβει ἀπέναντι τῆς αἰθούσης ταύτης, τὰ ἔχει ἀναλάβει ἀπέναντι τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν ὁποῖον θὰ κληθῇ μίαν ἡμέραν νὰ λογοδοτήσῃ καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὸν λαὸν νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐφάνη ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἢ δὲν ἐφάνη ἄξιος αὐτῆς, διότι καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως εἶναι ὀρθὸν νὰ δίδῃ τὸν λόγον ἀπέναντι ἐκείνου ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ ἐνεργήσῃ ὡρισμένην πρᾶξιν. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὸν λαὸν νὰ κρίνῃ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ βουλευτοῦ τὸν ὁποῖον ἐξέλεξε καὶ νὰ μὴ θελήσωμεν ἡμεῖς ἐδῶ νὰ οἰκειοποιηθῶμεν δικαιώματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι πρέπει νὰ ἀναλάβωμεν τοιαῦτα δικαιώματα, διότι ποίαν διαφορὰν θὰ εὕρητε βουλευτοῦ ὁ ὁποῖος δὲν ἔρχεται καὶ σαφῶς δηλοῖ ὅτι δὲν ἔρχεται καὶ βουλευτοῦ ὁ ὁποῖος δὲν ἔρχεται καίτοι ὁρκισθείς. Πάντες γνωρίζομεν ὅτι ὅλοι οἱ βουλευταὶ δὲν παρακολουθοῦν τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας τοῦ σώματος ὅπως πολλοὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι δὲν τὰς παρακολουθοῦσι ποσῶς, εἰς οὐδενὸς ὅμως τὴν διάνοιαν ἦλθε ποτὲ ὅτι τούτους ἔχομεν ἡμεῖς δικαίωμα νὰ τοὺς ἐξαναγκάσωμεν καὶ νὰ ἐπιφέρωμεν τὸ τέλειον. Τοῦτο μόνον ὁ λαὸς ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ εἴπῃ, θὰ εὑρεθῶμεν δὲ ἐὰν θελήσωμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἐργασιῶν τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς κάμνει καὶ ἐκ τούτου νὰ συναγάγῃ κατὰ πόσον αὐτὸς ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του ἢ δὲν τὰ ἐκπληροῖ καὶ τότε αὐτὸς θὰ εἶναι ἐξάρτημα τῆς πλειονοψηφίας ἁπλοῦν καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ στηριχθῶμεν εἰς τοιαύτην βάσιν. Ἄλλως τε πῶς θὰ δυνηθῆτε νὰ κρίνητε ἂν ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἐπιτελεῖ ὁ βουλευτὴς μὴ ἀκολουθῶν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ μὴ προσερχόμενος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς εἶναι πρᾶξις πολιτικὴ σκόπιμος ἢ ὄχι. Βεβαίως ὅταν καθιερώθη ἡ διάταξις αὐτὴ διὰ τὸν βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, καὶ κατὰ τὸ σκεπτικὸν καὶ τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἐκθέσεως, ἀπεδείχθη ὅτι ὁ εἰσηγητὴς ὑπέβαλε καὶ ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία ἐψήφισεν, ἔκρινε τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Καὶ πῶς γνωρίζετε ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἐπιτελεῖ ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι ὀρθή; Εἶναι βεβαίως πρᾶξις πολιτική, περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, δύναται νὰ κρίνῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς τὴν πολιτικὴν πρᾶξιν τῶν ἀντιπάλων της καὶ νὰ ἀποφασίσῃ αὐτὴ πότε πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὁ βουλευτής; Σταθμίσατε καλῶς τοιαύτην κρίσιν καὶ ἀπόφασιν. Ἐάν, λοιπὸν ἡ κυβερνῶσα μερὶς ἀπεφάσιζεν αὐτὴ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν πολιτικῶν πράξεων τῶν ἀντιπάλων καὶ συνεπῶς αὐτὴ ἀπεφάσιζε, νὰ τοὺς ἀποβάλῃ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης σκεφθῆτε, κύριοι, εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ καταλήξητε. Θὰ δύνασθε νὰ καταργήσητε τὴν ἀντιπολίτευσιν διὰ λόγους τοὺς ὁποίους, θὰ θέτετε διὰ τοῦ κανονισμοῦ. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ κρίνω τὴν πρᾶξιν τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἐὰν εἶναι σκόπιμος, διότι οὔτε ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ κρίνω, οὔτε τὸ ἀναγνωρίζω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα. Αὐτὸ θὰ τὸ κρίνῃ ὁ λαός. Διότι δὲν γνωρίζετε ποίους λόγους ἔχει, καὶ ποῖοι, θὰ προκύψουν αὔριον καὶ ποίους θὰ προβάλῃ αὐτὸς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Δὲν προσῆλθεν ἐνώπιον ὑμῶν αὐτός, νὰ σᾶς ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης πολιτικῆς του ἐνεργείας, σχηματίζεται ὅμως σεῖς ἐν τῇ διανοίᾳ σας τοὺς λόγους καὶ λέγετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραστῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἂς φυλάξωμεν τὸν Κοινοβουλευτισμὸν κύριοι. Δὲν ἀγορεύω ὑπὲρ ἐμοῦ αὐτοῦ οὔτε τῆς πολιτικῆς μου μερίδος. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης τελευταίως, κύριοι, καθώρισεν ἰδίαν πολιτικήν. Ἀλλὰ θὰ ὡμίλουν οὕτω καὶ ἂν ἄντικρις ἀντίθετός μου ἦτο, διότι ὡς γνωρίζετε σαφῶς ταύτην τὴν στιγμὴν προασπίζω τὸν Κοινοβουλευτικὸν θεσμόν. Νομίζω, ὅτι πρέπει, νὰ εἴμεθα ὅλοι προσεκτικοί, ὅταν πρόκειται, νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις τοιαῦται καὶ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς αὐτῶν ἀπόψεως εὑρίσκω, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἄκρως ἀντικοινοβουλευτική. Καὶ κακίζω τόσον περισσότερον τὴν πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία προῆλθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην διότι δὲν εἶχε καὶ κανένα λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐδικαιολόγη μίαν ἄλλην αἰτιολογίαν τὴν ὁποίαν ἀνέφερε ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐν τῇ ἀποφάσει, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κανονίζωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς διότι λείπει ἕνας βουλευτής. Αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Δὲν δύναμαι, ν’ ἀντιληφθῶ, τίνι τρόπῳ ἔφθασε καὶ ὁ εἰσηγητὴς καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ἀφοῦ βέβαια ὁ ἀποκλεισμὸς ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ ἡ ἐκλογὴ ἑνὸς ἄλλου εἴτε εἰς τὴν μερίδα τὴν ἰδικήν σας ἤθελε ὁ νέος βουλευτὴς παρακαθήσει, εἴτε εἰς μίαν ἰδικήν του μερίδα, ξένος πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς σᾶς ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ εἶχε. Ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς σήμερον εὑρίσκεται ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὥστε εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων ἕνας βουλευτὴς εἶναι βεβαίως ἄνευ ἀξίας. Τὸ λέγω τοῦτο καὶ τὸ τονίζω, διὰ νὰ εἴπω ἀκριβῶς, ὅτι ἡ διάταξις ἡ ψηφισθεῖσα εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη ὄχι βέβαια ἐκ πολιτικῶν λόγων, διότι δὲν ὑπάρχει πολιτικὸς λόγος, κατόπιν τῶν ὅσων εἶπον, εἶναι μία διάταξις ἡ ὁποία ἐψηφίσθη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, ἠξεύρω ἐγώ, ἠμπορεῖ, νὰ εἶναι καὶ ὑποψήφιοι, οἱ ὁποῖοι λέγουν, δὲν ἔρχεται ἐκεῖνος, κάμετε, νὰ ἔλθῃ ἕνας ἄλλος. Πάντως ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν εἶχε πολιτικοὺς λόγους διὰ νὰ ἐνδυναμώσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀδυνατήσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Τοῦτο ἐγὼ τὸ ἀποκλείω. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ διάταξις εἶναι προφανῶς ἀντικοινοβουλευτικὴ καὶ θὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀκυρώσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, νὰ μὴ στηριχθῇ εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἔχω ὅλον τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην ταύτην, διότι τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω εὑρέθη ἄλλωτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ παρομοίαν ὄχι ἁπλῆν ἀλλὰ διπλῆν περίπτωσιν ἐμφανισθεῖσαν εἰς τὴν ἀντίθετον τότε μερίδα τὴν σήμερον κρατοῦσαν. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920 ἐπεκράτησε τὸ κόμμα τὸ Λαϊκὸν μὲ μεγίστην πλειοψηφίαν καὶ ἦσαν ἀνώμαλοι περιστάσεις. Μεταξὺ τῶν ἐκλεγέντων εὑρίσκοντο δύο βουλευταὶ εἰς τὴν μερίδα ἐκείνην τὴν μειοψηφοῦσαν οἱ ὁποῖοι οὔτε ὅρκον ἔδωσαν οὔτε προσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐσκέφθη τὸ κόμμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τότε ἦτο ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ εἶχε τὴν πλειοψηφίαν, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ Λαϊκὸν κόμμα, οὔτε διὰ διοικητικῶν μέτρων οὔτε διὰ μέτρων ἀναλόγων οὔτε ὁπωσδήποτε νὰ ἀποκλείσῃ τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν παρὰ τοῦ λαοῦ,. Ἀφῆκε τούτους νὰ λογοδοτήσωσιν ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων των περὶ τοῦ πῶς μετεχειρίσθησαν τὴν ἐντολήν των. Καὶ θὰ εἴπω ἀκόμη ὅτι τότε δὲν ἦσαν ὅμοιαι περιστάσεις μὲ αὐτὰς εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα σήμερον. Τότε ἦτο μία κατάστασις ἐντελῶς διάφορος, αἱ ἀντίθετοι μερίδες ἦσαν πλέον ἀντίθετοι δὲν τὰς ἐχώριζεν μόνον ἁπλῆ ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ βαθυτάτη ἀντίθεσις. Καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὰς ἀνωμάλους αὐτὰς περιστάσεις δὲν ἐσκέφθη ποτὲ τὸ Λαϊκὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον σέβεται πάντοτε τὰς Κοινοβουλευτικὰς ἀρχάς, νὰ κάμῃ διάταξιν τοιαύτην, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀπέκλειεν τοὺς βουλευτάς, εἶχε δὲ τότε μείζονα λόγον νὰ τὸ κάμῃ, ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἔχει σήμερον ἡ πλειοψηφοῦσα μερίς. Διότι τότε ἴσχυε Σύνταγμα κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ὁποίου δὲν καθωρίζετο ὡρισμένος τρόπος δηλώσεως τῆς παραιτήσεως, ἑπομένως ἠδύνατο νὰ συναγάγῃ τὴν παραίτησιν καὶ ἐκ περιστατικῶν τινῶν, ὅτι θέλουν νὰ μὴ εἶναι βουλευταί. Διότι τότε ἔλεγεν ἁπλῶς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὅτι ἡ παραίτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Μολονότι ὅμως καὶ τοιαύτην εἶχεν εὐχέρειαν καὶ ὑπὸ τοιαύτας ἐξαιρετικὰς εὑρίσκετο περιστάσεις, οὐδέποτε ἐσκέφθη νά δημιουργήσῃ ἐκ τῆς ἀπουσίας τῶν βουλευτῶν αὐτῶν παραίτησιν ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Καὶ θὰ εἴπω ἀκόμη διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι θὰ ἦτο συμφέρον ἀκριβῶς διότι ἡ διαφορὰ τοῦ ἀριθμοῦ δὲν ἦτο τόσον μεγάλη οἵα εἶναι σήμερον καὶ τὸ κέρδος ἴσως δύο ἀκόμη ἑδρῶν.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ κέρδος αὐτὸ ἦτο ἀδύνατον.
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ἐὰν ἦτο. Δὲν γνωρίζομεν. Καὶ λέγω τοῦτο διότι δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἐξελέγετο ἐκ τῆς μερίδος ἐκείνης ἢ τῆς ἄλλης. Ἀλλὰ μὴ θέλετε νὰ συναγάγετε σεῖς ἀποτελέσματα ἀπὸ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχετε πρόχειρα. Ἐγὼ· λέγω ὅτι δυνατὸν νὰ ἐπιτύγχανον πάλιν οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ ἂν ἐξ αὐτῆς τῆς σκέψεως ὁρμᾶσθε, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κερδίσετε ἀκόμη ἕνα βουλευτήν, καὶ διὰ τοῦτο ὠθεῖσθε εἰς αὐτό, τότε δὲν ἔχω πλέον νὰ ὁμιλήσω.
§27Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὸ συμφέρον. Διότι ἐνῷ ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀπεχωρίσθη καὶ ἐργάζεται ἰδιαιτέρως, ἔχει τὸ προηγούμενον ὅτι τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην ἐκέρδισεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὡς ὑποψήφιος τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ εἰς ἄλλην ἐκλογὴν νὰ τὴν διεκδικήσω. Ἀλλὰ τοιαύτη σκέψις δὲν ἦλθε ποτὲ εἰς τὴν διάνοιάν μου οὔτε δύναμαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ τοιαύτης τινὸς ἀπόψεως, καὶ θὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομικῆς ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετος καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς, ἡ ὁποία ἐπίσης κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀντίθετος.
§29Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία παρεξήγησις ὡς πρὸς τοὺς ἀπωτέρους πολιτικοὺς σκοποὺς τῆς διατάξεως, κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι ἂν γίνῃ ἐκλογὴ εἰς τὸν νομὸν τῆς Λακωνίας, τό Φιλελεύθερον κόμμα δὲν θὰ παρουσιάσῃ ὑποψήφιον.
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῦ τὸ ἠξεύρετε;
§31Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Φιλελεύθερον κόμμα εἶπον (γέλωτες).
§32Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν δήλωσίν σας αὐτήν, ὅτι ἂν ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ εἰς τὴν Λακωνίαν, δὲν θὰ ἔχῃ ἴδιον ὑποψήφιον τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὴν ὁποίαν καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν μοῦ ἐκάματε καὶ μάλιστα ἐγγράφως, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶμαι καθόλου σύμφωνος. Δὲν εἶμαι σύμφωνος δηλαδὴ πρὸς τὴν ἰδέαν ἐκ τῆς ὁποίας ἀπορρέει ἡ δήλωσίς σας αὐτή. Εἶναι ἡ ἰδέα ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετος πάλιν πρὸς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἐρείδεσθε ἐπὶ μιᾶς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχετε καὶ ἐρειδόμενος ἐπὶ τῆς δυνάμεως αὐτῆς νὰ λέγετε: ἐγὼ ἀφήνω εἰς σᾶς νὰ πάρητε τὰ ψυχία. Διότι οἱ βουλευταὶ ὑποδεικνύουν καὶ κατὰ τὸ σύνταγμα καὶ κατὰ τὸν νόμον παρὰ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡρισμένας ὑποχρεώσεις καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λέγεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅταν ὅλοι ἀγωνιζώμεθα μὲ μίαν ἰδέαν νὰ ἐνδυναμώσωμεν τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὅτι αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ χέρια μας. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἰδέαι κοινοβουλευτικαὶ αἱ ὁποῖαι πρέπει ν’ ἀναπτύσωνται ἐνταῦθα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§34Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ὡς πάντοτε καὶ σήμερον μετὰ πολλῆς σεμνότητος καὶ μετὰ πολλῆς ἐπιστημονικῆς δεξιότητος διεχειρίσθη τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον προὐκάλεσεν. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὁμιλῶν ὑπέπεσε εἰς μίαν βασικὴν σύγχισιν καὶ ἤρξατο τὸν λόγου του καὶ ἐτερμάτισε τοῦτον ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ παραίτησις τοῦ βουλευτοῦ, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς δὲν ἦτο δικαίωμα, οὐδὲ κἂν αὐτοῦ, κατέληξεν νὰ εἶναι δικαίωμα αὐτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποβάλλεται καθ’ ὡρισμένον τρόπον καὶ ἐγγράφῳ δηλώσει. Καὶ ἐπὶ τῆς διατάξεως περὶ παραιτήσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐστήριξε τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῆς διατάξεως. Λέγω, λοιπόν, πρὸς αὐτὸν καὶ ὀφείλει νὰ μὲ πιστεύσῃ ὅτι ἀκριβῶς ἐνεπνεύσθη ὁ εἰσηγητὴς τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ κανονισμοῦ ἐκ τοῦ Συντάγματος τὴν ἰδέαν νὰ θέσῃ ἐν τῷ κανονισμῷ τὴν διάταξιν. Ἡ διάταξις εἶναι συνταγματικὴ καὶ ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ δὲν ἐσκόπει παρὰ νὰ διαγράψῃ τὴν διαδικασίαν καὶ θὰ εἴπω τὴν διαδικασίαν ὑπὲρ τοῦ ἀμελοῦντος νὰ προσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ, ὑπὲρ τοῦ μὴ βουλομένου νὰ προσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ. Δὲν ἐσκέφθη τὴν προσωπικότητα τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, λυποῦμαι μάλιστα, διότι συνέπεσε ν’ ἀνήκῃ εἰς πλευρὰν ἀντίθετον τῆς πλειοψηφίας. Καὶ ἂν ἐκ τῆς πλειοψηφίας προήρχετο βουλευτὴς μὴ προσερχόμενος νὰ ὁρκισθῇ ἡ διάταξις ἤθελε καὶ πάλιν τεθῇ. Τουλάχιστον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἤθελον εἰσηγηθῆ τὴν διάταξιν.
§35Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ἐψηφίζετο ποτέ.
§36Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Σεῖς ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε, κ. βουλευταί, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ πιστεύσητε εἰς ὅσα λέγω.
§37Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡμεῖς πιστεύομεν.
§38Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Λυποῦμαι μάλιστα, τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἀνήκει εἰς ἀντίθετον πλευράν. Διότι ὁ κανονισμὸς δὲν ἐσκόπει παρὰ νὰ ρυθμίσῃ τοὺς τρόπους τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὁ κανονισμὸς δὲν ἐσκόπει παρὰ νὰ διαγράψῃ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐφαρμοσθῇ ρητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἐπαναλαμβανομένης ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τὸ Σύνταγμα ἠξίωσε διὰ νὰ ἀποκτηθῇ ἡ ἰδιότης τοῦ βουλευτοῦ πλήρως, ὄχι μόνον νὰ κυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ, ἀλλὰ πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, νὰ δώσῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον Ὁ δὲ μὴ δίδων τὸν ὅρκον δὲν ἀναλαμβάνει τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ, δὲν εἶναι συνεπῶς βουλευτής. Τὶ μοῦ ὁμιλεῖτε περὶ παραιτήσεως; Ὁμιλεῖτε περὶ παραιτήσεως τοῦ βουλευτοῦ τοῦ ἀναλαβόντος καὶ ἀσκοῦντος τὰ καθήκοντα αὐτοῦ; Ἐδῶ πρόκειται περὶ βουλευτοῦ ἀρνουμένου νὰ προσέλθῃ καὶ δώσῃ τὸν ὅρκον.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ ὄντως βουλευτοῦ.
§40Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ὁμιλεῖτε λοιπὸν περὶ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἐξελέγη μὲν διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν ἐπαρχίαν του, ἀλλὰ δὲν ἐδέχθη νὰ προσέλθῃ καὶ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν ἐπαρχίαν του. Καὶ ἂν περιέχῃ τι τὸ λεκτικῶς ἐσφαλμένον ἡ διάταξις, εἶναι ὅτι ἀντὶ τοῦ νὰ θεωρεῖται παραιτηθεὶς ἔπρεπε νὰ ἀναγράφηται μὴ ἀποδεχόμενος τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Ὅταν εἰς τὸ 1864 εἰσηγεῖτο καὶ εἰσηγοῦντο διαπρεπεῖς συνταγματολόγοι τὴν διάταξιν περὶ ὅρκου τοῦ βουλευτοῦ, δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Τσαλδάρης, διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ, ἀφοῦ τόσον ἐνδιατρίβει περὶ τὰ συνταγματικὰ ζητήματα καὶ τὴν νομοθεσίαν, ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Συντάγματος ὥρισαν ὅτι οὐσιώδης ὅρος διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ εἶναι ἡ δόσις τοῦ ὅρκου. Ὁ δὲ ἕτερος ἐκ τῶν δύο συνταγματολόγων τῶν εἰσηγητῶν, εἰσηγηταὶ δὲ ἦσαν ὁ πατὴρ Σαρίπολος καὶ Διομήδης Κυριακός, ὁ δεύτερος τούτων, ὁ Διομήδης Κυριακός, γράφει εἰς τὸ σύγγραμμά του «ἐννοεῖτε ὅτι ἐὰν ἀρνηθῇ βουλευτὴς νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον ὑπολαμβάνεται ὡς παραιτούμενος ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος». Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Συντάγματος τοῦ 64 εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν ἄλλην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911· εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ 42 τοῦ Συντάγματος τοῦ ἰσχύοντος σήμερον τοῦ 1927. Θὰ παρεκάλουν τοὺς βουλευτὰς τῆς πλευρᾶς ἐκείνης νὰ μὲ ἀκούσουν ἐν ὑπομονῇ, ὅπως εἶχα ἐγὼ ἀνεξάντλητον τὴν ὑπομονὴν καὶ ἤκουσα ὅλην τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Τσαλδάρη.
§41Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα ἐγὼ σᾶς ζητῶ συγνώμην. Δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ.
§42Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἐνῷ δὲ ἀπὸ τὸ 64 ἐπαναλαμβάνεται ἡ αὐτὴ διάταξις περὶ ὅρκου καὶ ἐνῷ τὰ συντάγματα θέτουσιν ὡς οὐσιώδη στοιχεῖα τῆς ἀποκτήσεως τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου, κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἀδιαφορήσει ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν προέκυψε ζήτημα μὴ δόσεως τοῦ ὅρκου ἀπὸ μέρους βουλευτοῦ; Διότι βεβαίως αἱ διατάξεις τῶν κανονισμῶν μεταβάλλονται ἀναλόγως τῶν προκυψουσῶν περιστάσεων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προΐδῃ κανεὶς ὅτι θέλει ὑπάρξῃ τοιαύτη περίπτωσις. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ δὲ τῇ Ἑλληνικῇ γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι βουλευταὶ δημοκρατικοὶ καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπῆρχε Βασιλεία ἐν Ἑλλάδι, προσήρχοντο καὶ ἔδιδον τὸν ὅρκον κάμνοντες τὰς ἐπιφυλάξεις των ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐθνικὴ κυριαρχία ἠνείχετο τὸν Βασιλικὸν θεσμόν. Ἐνθυμεῖσθε τὸν βουλευτὴν Χοϊδᾶν καὶ ἄλλους. Δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις ἀρνήσεως βουλευτοῦ νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, διότι ἄρνησις τοῦ βουλευτοῦ νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον εἶναι ἄρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν· εἶναι ἄρνησις τῆς κυριαρχίας τῆς λαϊκῆς, διότι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, ὁ Λαὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκλέγει τὸν βουλευτήν, δὲν τὸν ἐκλέγει παρὰ διὰ νὰ προσέρχεται καὶ τὸν ἀντιπροσωπεύῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, νὰ λέγῃ τὴν γνώμην του, ἐὰν ἔχει τοιαύτην. Ἄλλο τὸ ζήτημα ἐὰν μερικοὶ βουλευταὶ κρίνουσιν ἐπιβεβλημμένον ν’ ἀπόσχωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὡς κόμμα. Εἶναι πρᾶξις πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία βεβαίως ἀπέχει νὰ κρίνῃ κατὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν κρίνει ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Ἐὰν ἤθελε, καὶ δὲν ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ ἐὰν ἤθελεν ἡ πλειοψηφία φαντάζομαι νὰ πλήξῃ τὴν μειοψηφίαν, δὲν θὰ τὴν ἔπληττεν διὰ διατάξεως τοιαύτης προκειμένου περὶ ἑνὸς βουλευτοῦ. Θὰ τὴν ἔπληττεν ὅταν βουλευταὶ ἀπέσχον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ θὰ τοὺς ἐκάλη διὰ τοῦ κανονισμοῦ νὰ προσέλθωσι νὰ ἀσκήσωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Ἀλλὰ τότε θὰ ἦτο κρίσις περί....
§43Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Θὰ ἦτο Συνταγματικὸν αὐτό;
§44Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἀφήσατέ με νὰ ἀπαντήσω. Ἀλλὰ θὰ ἦτο πρᾶξις ἀντιπολιτικὴ ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ συνεπείας δυσαρέστους. Προκειμένου ὅμως περὶ βουλευτοῦ μὴ ἀναλαμβάνοντος τὰ καθήκοντά του, μοῦ λέγετε, καὶ τὶ ἀφοῦ εἶναι εἷς βουλευτής; Καὶ ἐρωτῶ ἐγώ. Ἐπεδίωξεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰσηγηθεὶς τὴν διάταξιν αὐτὴν νὰ αὐξήσῃ τὸ κόμμα τῆς πλειοψηφίας κατὰ ἕνα βουλευτήν; Ἀλλὰ σᾶς ἀντερωτῶ, ἐὰν δὲν εἶναι εἷς βουλευτὴς μὴ προσερχόμενος νὰ ὁρκισθῇ, ἀλλ’ ἐὰν αὐτὸ τὸ παράδειγμα ἀκολουθήσουν καὶ δὲν προσέρχονται νὰ ὁρκισθοῦν 5, 10 ἢ καὶ 50, θὰ ἀφίνωμεν νὰ κρίνῃ ὁ Λαός, ὁ δυστυχὴς αὐτὸς Λαός, ὁ ὁποῖος φανταζόμεθα ὅτι ἐξέλεξε τὸν βουλευτὴν διὰ νὰ ἀσκῇ τὰ καθήκοντα κατὰ τὰς σκέψεις ἢ τὰς ἰδέας του; Τὸν βουλευτὴν τὸν ἐξέλεξε ν’ ἀναπτύσσῃ τὰς γνώμας του ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τὸν ἐξέλεξε νὰ προσέλθῃ καὶ νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του. Ὅλαι λοιπὸν αἱ γνῶμαι περὶ παραιτήσεως ἢ μὴ τοῦ βουλευτοῦ δὲν ἔχουν ἐφαρμογὴν ἐν προκειμένῳ. Τοὐναντίον μάλιστα, τὸ ὅτι τὰ νεώτερα συντάγματα ἀπεδέχθησαν ὡς δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ τὴν παραίτησιν, εἶναι ἐνδεικτικὸν τῆς θελήσεως τῶν συνελεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐψήφισαν τὰ Συντάγματα, διευκολύνσεως τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἀσκήσωσι τὰ καθήκοντά των διὰ πληρεστέραν ἀντιπροσώπευσιν, τῆς Ἐθνικῆς θελήσεως διὰ τὴν εὐρυθμοτέραν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Ὑπάρχουν Συντάγματα, τὰ νεώτερα μάλιστα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτοῦν τὴν ὅρκισιν τοῦ βουλευτοῦ, καὶ ἅμα τῇ εἰσόδῳ αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ἄρχεται ἀσκῶν τὰ καθήκοντα αὐτοῦ Ἀλλὰ ὅπου τὰ συντάγματα ἀπήτησαν τὴν ὅρκισιν τοῦ βουλευτοῦ, ὁ ὅρκος ἦτο στοιχεῖον τῆς ἰδιότητος τοῦ βουλευτοῦ. Σεῖς πολὺ καλὰ γνωρίζετε ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐν Ἀγγλίᾳ ἤρχισε περὶ τὸ 1588. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι ἀπῃτοῦντο τρεῖς ὅρκοι νὰ δοθοῦν. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι κατέληξαν τελευταίως εἰς τὸν ἕνα ὅρκον καὶ γνωρίζετε πολὺ καλὰ ἐπίσης ὅτι ὁ ἀνώμοτος βουλευτὴς θεωρεῖται παραιτηθεὶς καὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐφ’ ὅσον ὑφίστατο ἡ διάταξις περὶ ὅρκου, διότι σήμερον δὲν ὑφίσταται, ἠξιοῦτο ἡ δόσις τοῦ ὅρκου. Ἐὰν δὲ δὲν ἐδίδετο ὅρκος ἀπεβάλλετο τῆς Βουλῆς.
§45Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν οὐδέποτε ἐγένετο, ἐὰν μάλιστα ἀκούσετε τοὺς παλαιοτέρους συνταγματολόγους θὰ ἴδητε ὅτι διερρήγνυον τὰ ἱμάτιά τους ὅταν ἐθίγετο τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα.
§46Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Εἶναι δὲ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἐκ τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος καὶ ἀπανταχοῦ νὰ κανονίζῃ τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐκπίπτῃ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ ὁ βουλευτής. Ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει δικαίωμα νὰ καθορίσῃ ὅτι διὰ τὸν τάδε τάδε λόγον καὶ διὰ τοῦ κανονισμοῦ ἀποβάλλεται ὁ βουλευτὴς ἔστω καὶ προσωρινῶς τῶν συνεδριάσεων δὲν τοῦ ἀφαιρεῖτε τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ καὶ δὲν προσβάλλετε τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν κατὰ τὰς σκέψεις τὰς ὑμετέρας; Ὥστε τὸ συνέδριον τοῦτο δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑπαχθῇ εἰς κανένα κανόνα; Καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἀσκοῦνται τὰ καθήκοντα τῶν βουλευτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὰς σκέψεις σας νὰ διαγράφεται οὐδαμοῦ; Εἰς τὰ 1890 25 Φεβρουαρίου ὑπεβλήθη πρότασις εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Derouléde μετὰ δύο ἄλλων, ὅπως ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ περὶ προσωρινῆς ἀποβολῆς τοῦ βουλευτοῦ, ὡς ἐναντία πρὸς τὸ δικαίωμα τῶν ἐκλογέων οἵτινες δὲν συγχωρεῖται ὅπως στερηθῶσι τοῦ ἀντιπροσώπου των ἀπαλειφθῇ, ἡ πρότασις αὐτὴ ἀπερρίφθη, ἐγένετο δὲ δεκτὸν ὅτι ὁ ἀποβαλλόμενος βουλευτὴς ἀπώλεσε τὴν ἰδιότητα καὶ παύει νὰ εἶναι βουλευτής. Ὁ δὲ πολὺς Γαμβέττας πρόεδρος τότε τῆς Βουλῆς εἰς τὰ 1879 ἔλεγεν (ἀναγινώσκει). «Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ βουλευτὴς ἀπεβλήθη ὅλοι οἱ λόγοι του ἀπετέλουν πλημμέλημα τοῦ κοινοῦ δικαίου καὶ θ’ ἀνεφέροντο πρὸς τὸν Εἰσαγγελλέα. Θέλω νὰ εἴπω περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Βουλὴ προκειμένου περὶ τῆς θέσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἡμεῖς δὲ δι’ ὅλων τῶν διατάξεων καταδηλοῦμεν σαφῶς ὅτι ἐκπίπτει ὁ βουλευτὴς διὰ τὸν τάδε ἢ τάδε λόγον καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἵνα δημιουργήσῃ καὶ ἕτερον ἀσυμβίβαστον. Εἶναι τάχα ἀντισυνταγματικὴ διάταξις ἀφ’ οὗ διὰ τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλεται; Ἂν λοιπὸν αὐτὴ δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ διάταξις πῶς ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος παρορᾶται ἡ ὁποία ἀξιοῖ τὴν ὅρκισιν τοῦ βουλευτοῦ; Καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον δύναται ὁ βουλευτὴς νὰ μὴ προσέρχεται; Τὶ ἐκάμαμεν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ; τὸν περιφρουροῦμεν; Δὲν ἀρκεῖ μόνον ὅτι δὲν προσῆλθε νὰ ὁρκισθῇ, καλεῖται νὰ ὁρκισθῇ καὶ νὰ ὑποβάλῃ δικαιολογίαν. Ἡ δικαιολογία αὐτὴ κρίνεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἂν εὕρῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δεδικαιολογημένως δὲν προσέρχεται, δὲν καλεῖται κἂν ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, ἂν περιφρονήσῃ τὸ Σῶμα ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου καλεῖται νὰ προσέλθῃ νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λογίζεται ὡς μὴ ἀποδεχόμενος τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στερῆται ἡ ἐπαρχία, ἡ ὁποία τὸν ἐξέλεξε, καὶ τὸν ἐξέλεξε μὲ τὴν τοιαύτην προϋπόθεσιν, νὰ στερῆται ἐπ’ ἄπειρον τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέρχεται περίοδος ὁλόκληρος χωρὶς νὰ διερμηνεύῃ τὸ φρόνημα τῆς ἐπαρχίας του ὁ βουλευτής. Ὅτι δὲ ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἐξεδήλωσε τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ εἶναι σαφές, διότι δὲν ἐδίστασε δι’ ἐπιστολῆς του ἐνυπογράφου πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του νὰ εἴπῃ (ἀναγινώσκει), ὡς θὰ ἀναγνώσετε εἰς τὰς ἐφημερίδας, κατόπιν προσθήκης εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ζητεῖται νὰ δώσω ὅρκον ἢ νὰ κηρυχθῶ ἔκπτωτος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα πρὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου· ἑπομένως ἔχομεν καιρὸν νὰ λάβωμεν μίαν ἀπόφασιν. Ἐκ πρώτης ὄψεως δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἦτο ἀνάξιον ἐμοῦ καὶ τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τῆς οἰκογενείας μου, ὑπὸ τὸν πέλεκυν τῆς ἐκ τῆς Βουλῆς ἀναγκαστικῆς ἀποχωρήσεώς μου, νὰ δώσω τὸν πρὸς τὴν Δημοκρατίαν ὅρκον. Δεύτερον ὁ ὅρκος τὸν ὁποῖον θὰ ἔδιδα θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς ἡμετέρας ἰδεολογίας διὰ τὴν ὁποίαν τοσαύτας ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς θυσίας ὅλοι μας ὑπέστημεν. Εἶναι λοιπὸν προφανὴς ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν προσέρχεται νὰ ὁρκισθῇ ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Δὲν θέλει νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον εἰς τὸ Δημοκρατικὸν πολίτευμα. Ἀλλ’ οἱ πολῖται οἱ ὁποῖοι δὲν δίδουσι τὸν ὅρκον εἰς τὸ πολίτευμα τὸ δημοκρατικόν, τὸ ὁποῖον ἰσχύει καὶ κρατεῖ, οἱ πολῖται αὐτοὶ εἶναι στασιασταί. Δὲν εἶναι πολῖται πειθαρχοῦντες εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ κρατοῦν, δὲν εἶναι πολῖται σεβαζόμενοι τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἐθνικὴν θέλησιν.
§47Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐξελέγη ὅμως παρὰ μιᾶς μερίδος τοῦ λαοῦ.
§48Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Δὲν πρόκειται νὰ κρίνῃ κανεὶς τὰς ἰδέας τοῦ κ. βουλευτοῦ. Δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ἰδέας του, διότι ὅλοι σεβόμεθα πάσας τὰς ἰδέας τὰς ἀντιθέτους ἢ καὶ τὰς συγγενεῖς πρὸς τὰς ἰδικάς μας, ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ὀφείλει καλούμενος, δέον νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι βουλευτής. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι ρητή. Ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐδόθη ὅταν ἐψηφίσθη, εἶναι σαφὴς καὶ πλήρης καὶ ἐδόθη ἀπὸ τοὺς μᾶλλον ἁρμοδίους τοὺς διαπρεπεῖς εἰσηγητὰς τοῦ Συντάγματος, ἐπανελήφθη δὲ καὶ εἰς τὰ δύο ἐπακολουθήσαντα Συντάγματα... Κατὰ τίνα τρόπον θέλετε νὰ φθάσωμεν εἰς ἀντίθετον συλλογισμόν; Ὄχι λοιπὸν ἀντισυνταγματικὴ δὲν εἶναι, ἀλλ’ εἶναι ρύθμισις τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνταγματικῆς διατάξεως ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ. Ἐγὼ μάλιστα προσθέτω, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχε διάταξις τοῦ κανονισμοῦ εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα τὸ σῶμα, ἡ βουλὴ νὰ καλέσῃ τὸν κ. Μαυρομιχάλην ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος νὰ προσέλθῃ νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, καὶ ἐὰν δὲν δώσῃ τὸν ὅρκον, εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ ἐκλογὰς διὰ νὰ ἀποφανθῇ ὁ λαὸς περὶ τοῦ ἀντιπροσώπου του, ἀφοῦ ἐκεῖνος δὲν δέχεται νὰ εἶναι ἀντιπρόσωπός του. Τὸ μέρος λοιπόν, τὸ ἀφορῶν τὴν συνταγματικότητα τῆς διατάξεως, νομίζω ὅτι δὲν στηρίζεται, καὶ αἱ θεωρίαι τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος περὶ παραιτήσεως, ἢ μὴ παραιτήσεως εἶναι ξέναι πρὸς τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ὁ εἰσηγητὴς τῆς διατάξεως ταύτης.
§49Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι κανεὶς ἐκ τῶν ἐκλεγομένων δὲν ἔδιδε τὸν ὅρκον θὰ κατελήγαμεν εἰς τὸ ἄτοπον, ὅτι δὲν ἔχομεν Βουλήν, καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ ἀναθεώρησιν καὶ θὰ ἐφθάναμεν εἰς πλήρη κατάργησιν τῆς Βουλῆς.
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι ἐπανάστασις.
§51Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην σας καταλύονται ὅλα.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε ἀποτελεῖ ἐπανάστασιν.
§53Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κάθε δικαίωμα ἔχει μίαν πηγήν. Ἡ πηγὴ αὐτοῦ ποία εἶναι; Ἡ λαϊκὴ θέλησις ἐκδηλοῦται διὰ τοῦ Συντάγματος. Πέραν τοῦ Συντάγματος δύνασθε ν’ ἀντλήσητε δικαιώματα;
§54Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ παρατήρησίς σας θὰ εἶχε λόγον ἐὰν ἐστρέφετο πρὸς ἐμὲ διατελέσαντα ποτὲ μέλος ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ διὰ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος ἐπικαλεῖται τὴν νομιμότητα; Τὸν ἠρώτησα· ἐὰν δὲν ὡρκίζετο κανεὶς τὶ θὰ ἐγίνετο καὶ μοῦ λέγει: ἐπανάστασις.
§55Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς συμβουλεύω νὰ μὴ ἐξακολουθήσητε νὰ ἔχητε τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐπαναστατικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρετήσατε.
§56Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπ’ ἐναντίας, προσχωρῶ πρὸς τὰς ἰδικάς σας, τῆς νομιμότητος.
§57Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Προσχωρεῖτε, ἀλλὰ ὄχι ὑπὸ τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν.
§58Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σκοπιμότητα αὐτῆς τῆς διατάξεως μόνον δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω, εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Δὲν πιστεύω βεβαίως νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ἐνισχύεται τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἄν περιφρονοῦνται ἀπὸ ἕνα ἢ πλείονας βουλευτὰς αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Μείωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἀποτελεῖ ἡ ἔλλειψις τοῦ θάρρους τοῦ σώματος νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν βουλευτὴν: ἄν δὲν προσέλθῃς ν’ ἀναλάβῃς τὰ καθήκοντά σου δὲν δύνασαι νὰ ἀντιπροσωπεύῃς τὴν ἐπαρχίαν ἐκ τῆς ὁποίας ἐξελέγης. Δὲν ἐνισχύεται τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ τοιούτων συμβιβασμῶν καὶ ὑποχωρήσεων. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐνισχύεται διὰ τῆς ἀκραιφνοῦς καὶ διὰ τῆς πιστῆς τηρήσεως αὐτοῦ. Ἄν ὑφίσταται ἀνευλάβεια πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀνευλάβεια πρὸς τὸ μέρος ἐκείνου ὅστις διακηρύττει ἀναφανδὸν ὅτι ἐγὼ δὲν δίδω ὅρκον εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ δὲν προσέρχομαι εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τοὺς 249 ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι αὐτοὺς θεωρῶ ὡς ἀναξίους νὰ βουλεύωνται μετ’ ἐμοῦ. Ἡ διάταξις ἐτέθη ἐν ἰσχύει ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς της. Ἐτηρήθησαν ὅλαι αἱ νόμιμαι διατυπώσεις, ἐκλήθη ὁ κ. βουλευτὴς ἀφοῦ δὲ παρῆλθον τεσσαράκοντα ὅλαι ἡμέραι ὄχι ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς προσκλήσεως, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Τὴν 28 Δεκεμβρίου μόνον εἰδοποίησε τὸ Προεδρεῖον καθ’ ἣν εἶχε ὑποχρέωσιν, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν ἀπήντησεν, καὶ ἑπομένως θεωρεῖται παραιτηθεὶς διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν νόμιμον ἐνέργειαν. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ μέριμνα τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος περὶ μεταβολῆς τῆς διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ δύναται νὰ κανονίσῃ τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου. Ἡ μεταβολὴ θὰ ἀφορᾷ τὸ μέλλον. Ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ, ἐτέθη ἐν κινήσει. Ἄν δὲ ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας ἐνέδωκε ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, ἐνέδωκε χάριν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ Κυβέρνησις ἤδη εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προβῇ εἰς ἐκλογάς. Καὶ ἂν πρόκειται εἰς τὸ μέλλον νὰ κριθῇ ὅτι, ἡ διάταξις αὐτὴ πρέπει νὰ μεταβληθῇ θὰ ἀφορᾷ τοὺς μέλλοντας νὰ μὴ ὁρκίζωνται βουλευτάς, ἀλλ’ ὄχι τὸν περὶ οὗ πρόκειται κ. Μαυρομιχάλην. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι, δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἡ ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθὸν ὅτι δηλαδὴ δύο βουλευτὰς φιλελευθέρους μὴ ὁρκισθέντας δὲν ἠθέλησε τὸ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τότε κόμμα, νὰ τοὺς ἀποκλείσῃ διὰ τοῦ κανονισμοῦ δὲ εἶναι ἐπιχείρημα κατὰ τῆς τεθείσης διατάξεως. Ἠδύνατο ἐκ πολιτικῆς σκοπιμότητος ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ μὴ ἤθελε νὰ προκληθῶσιν ἐκλογαὶ ἐν Κρήτῃ, ὅθεν οὗτοι προήρχοντο.
§59Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ προσέλθουν αὐτοὶ οἱ βουλευταὶ ἐν τῇ Βουλῇ.
§60Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἄλλο τὸ ζήτημα τοῦ ἂν ἠδύναντο νὰ προσέλθουν, ἀλλὰ τὸ πιθανώτερον εἶναι ὅτι δὲν ἐπεθύμει νὰ ἐπαναλειφθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐν Κρήτῃ, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐκλογῶν θὰ ἐσήμαινε καταδίκην τοῦ κρατοῦντος συστήματος καὶ τῶν μεθόδων διὰ τῶν ὁποίων ἐννοοῦσαν νὰ κυβερνηθῇ ἡ χώρα ἀπὸ τὸ κόμμα ἐκεῖνο (χειροκροτήματα).
§61Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὶ εἴπατε κ. Πρόεδρε διότι δὲν σᾶς ἤκουσα.
§62Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Εἶπον ὅτι αἱ ἀναδρομαὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα εὑρισκόμενον ἐν τῇ ἀρχῇ, δὲν ἐσκέφθη περὶ διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ διὰ νά ἀποκλεισθῶσι 2 βουλευταὶ μὴ ὁρκισθέντες, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσιν ὡς βάσιν τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα. Διότι δὲν θὰ ἐπεθύμει τὸ κόμμα ἐκεῖνο νὰ ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκ τῶν ὁποίων κατήγοντο οἱ δύο βουλευταὶ ἐκεῖνοι, διότι ἂν ἐπαναλάμβανε τὰς ἐκλογὰς ἡ ἀπάντησις τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων θὰ ἦτο βεβαίως δυσμενὴς διὰ τὸ κρατοῦν κόμμα. Ἄν ὅμως ἐκ πολιτικῆς σκοπιμότητος δὲν ἐσκέφθη νὰ κάμῃ ἐκλογὰς τὸ τότε κρατοῦν κόμμα καὶ δὲν προέβλεψε συνεπῶς περὶ τοιαύτης διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ δὲν σημαίνει δι’ αὐτὸ ὅτι ἐξεπλήρωσεν τὸ καθῆκόν του, διότι καὶ ἂν εἰσηγεῖτο τοιαύτην διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ οὐδεὶς θὰ εἶχε νὰ μεμφθῇ τοῦτο. Θὰ τὸ ἐμέμφετο δι’ ἄλλας μεθόδους διοικήσεως καὶ διὰ τὸν ἄλλον τρόπον τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος.
§63Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὴ εἰσέρχεσθε εἰς αὐτὸ τὸ ἐπίπεδον τῆς συζητήσεως, διότι ἂν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἀπὸ τὴν παράταξιν τὴν ἰδικήν μας καὶ ἀπὸ τὴν παράταξιν τὴν ἰδικήν σας, θὰ ἀνοίξωμεν μίαν μεγάλην ἱστορίαν ἡ ὁποία δὲν συμφέρει οὔτε εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, οὔτε καὶ εἰς τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον σεῖς ἀνήκετε.
§64Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ κ. Πρόεδρε· δὲν θέλω νὰ ἀφήσω ἀναπάντητον κἄποιον ὑπαινιγμὸν τὸν ὁποῖον ἔκαμε ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος Οὐδέποτε θὰ ἐδίσταζα νὰ δεχθῶ συζήτησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἀντελήφθημεν τὸ πολίτευμα τὸ ἐλεύθερον καὶ ἡμεῖς καὶ τὸ ἀντίθετον κόμμα. Ἀλλὰ εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ κάμωμεν ἀναδρομὴν εἰς τὸ παρελθόν, μένωμεν σύμφωνοι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου εὐτυχῶς καὶ ἐλπίζω ὅτι.
§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος.....
§66Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος ἀμύνεται· ἐπεκαλέσθητε ἕνα προηγούμενον καὶ σᾶς λέγει ὅτι δὲν ἔχει τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν τοῦ ἀποδίδετε.
§67Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπεκαλέσθημεν μόνον τὸ προηγούμενον καὶ περιωρίσθημεν εἰς τὰ ὅρια. Ἀλλὰ ἔκαμε μίαν παρέκβασιν ὁ κ. βουλευτής.
§68Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἂν ἔκαμον λόγον περὶ αὐτοῦ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ἔκαμον, διότι σεῖς μὲ προεκαλέσατε Σεῖς κρίνοντες τὴν ἐνέργειάν μου, ἀφήσατε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡς μέλος ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος εἰσηγήθη τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ ὄχι ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠξεύρετε μετὰ πόσης προσοχῆς ὁμιλῶ διὰ τὰ θέματα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δώσωσι ἀφορμὴν πάλιν ἀναξέσεως τῶν παθῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐγώ.... δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα. Καὶ σᾶς ἐτόνισα κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εὕρω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὠθήθητε νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Διότι δὲν πρόκειται νὰ κερδίσητε τίποτε ἀπὸ τῆς μεταβολῆς. Ἀλλὰ λέγω ὅτι ἴσως ἀπὸ διαφόρους παρακλήσεις καὶ λιποψυχίας θὰ ἐδίστασεν τὸ τότε κρατοῦν κόμμα. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ εἶπον μὰ δὲν ἀφήνετε νὰ πάῃ αὐτὸ ἔτσι. Δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω μὴν εἰσέρχεσθε εἰς θέματα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀπέκλεισα, ἂν θέλετε νὰ ἐπιμείνετε εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀπαντήσω.
§70Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ συμφωνήσω μαζὶ σας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς μὴ ἀνακινήσεως τῶν ἐν τῷ παρελθόντι γενομένων. Ἀπήντησα ἁπλῶς εἰς τὸν ὑπαινιγμὸν τὸν ἰδικόν σας ὅτι ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ ὑπ’ ἐμοῦ λόγῳ πολιτικῆς σκοπιμότητος. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα δὲν ἔχει οὐδένα λόγον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς ἰσχυούσης ἤδη διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἔχω τὴν πληροφορίαν τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ σᾶς μεταδώσῃ ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου καὶ δι’ ἄλλους λόγους εἶναι ἔκπτωτος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. (χειροκροτήματα).
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐσυνήθισα πάντοτε νὰ ἐκθέτω τὰς γνώμας μου μὴ ἐπιδιώκων οὐδὲν νὰ καλύψω, ἀλλὰ νὰ τὰς στηρίζω ἐπὶ ἀκλονήτων πεποιθήσεων τὰς ὁποίας ἔχω. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Κοινοβουλευτισμὸν εἶμαι τόσον πολὺ ἐμπεποτισμένος, παρ’ ὅλα ὅσα συνέβησαν, ὥστε νὰ θεωρῶ ὅτι εἶναι τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν νὰ τὸ διατηρήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἄθικτον. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ εἴπω εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα ὡρμήθη ἀπὸ τὰς ἀρχὰς αὐτὰς διὰ νὰ μὴ εἰσηγηθῇ διάταξιν τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς σημερινῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θεωρεῖται παραιτηθεὶς ὁ βουλευτὴς δι’ ὡρισμένους λόγους. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, διὰ τὸ κόμμα τὸ Λαϊκὸν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο εὐχερὴς ἡ εἰσήγησις μιᾶς τοιαύτης διατάξεως διότι δὲν ὑπῆρχε διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία νὰ παρακωλύῃ τὸν καθορισμὸν τρόπου παραιτήσεως. Δὲν εἶχε δὲ οὐδὲν νὰ φοβηθῇ, ὅπως ἠθέλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ νὰ εὕρῃ ἐπιχείρημα, ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐνδεχομένων ἐκλογῶν ἐκείνων, διότι αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι τὶ θὰ ἀπέδιδον; Θὰ ἔδιδον ἴσην τὴν πλειοψηφίαν πάλιν εἰς τοὺς ἰδίους βουλευτάς, δὲν ἔκαμε τίποτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διότι τὸ τμῆμα ἐκεῖνο ἐξέλεξε πάλιν τοὺς ἰδίους βουλευτάς. Ἐὰν ὅμως δὲν ξεύρω διὰ τίνας λόγους ἐξέλεγε ἐκείνους θὰ εἶχε ἕνα κέρδος. Εἶχε λοιπὸν ἕνα ἐνδεχόμενον νὰ ἀποκτήσῃ κἄτι ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη διότι δὲν τὸ ἐθεώρει ὀρθόν. Καὶ ἀναφέρω τὸ πρᾶγμα ὄχι ἁπλῶς διὰ νὰ παραλληλίσω τὰς σκέψεις τοῦ κόμματος ἐκείνου πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῆς σημερινῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ ἕνα δεδομένον ἐκ τῆς παρελθούσης Βουλῆς. Τὰ δεδομένα δὲ δὲν ἔχετε νὰ τά ἐξετάζετε μὲ ἐνδεχόμενα. Πιστοποιῶ ἕνα γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐν τῷ παρελθόντι συνέβη καὶ λέγω ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον ἐν τῷ παρελθόντι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων εἶχε παραμείνῃ ὑπὸ τὴν σημερινὴν περίπτωσιν, δηλαδὴ εἶχε βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν καὶ δὲν ὤμοσαν, καὶ ἡ Βουλὴ—διότι ὁ κανονισμὸς πρέπει νὰ σᾶς εἴπω δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα κόμματος, ἀλλὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία δὲν πρέπει εἰς αὐτὸ νὰ ἔχῃ ἰδίας κομματικὰς ἀντιλήψεις—καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἐπεχείρησε νὰ κάμῃ διάταξιν νὰ ἀποκλείσῃ τοὺς βουλευτάς. Τοῦτο πιστοποιεῖται μὲ ἓν δεδομένον ἐκ τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος. Τώρα, διατὶ καὶ ποίαν ἔχει σήμερον βάσιν, γνωρίζομεν ποίαν σημασίαν ἔχουν τὰ δεδομένα εἴτε τὰ δικαστικά, εἴτε τὰ πολιτικά, εἴτε ἄλλα. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠθέλησε νὰ ἀνατρέψῃ καὶ νὰ ἀνατάμῃ διανοίας. Καὶ τοῦτο σχετικῶς πρὸς τὴν περίστασιν ἐκείνην. Δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα εἰς οὐδὲν σύμφωνοι μὲ τὰς ἀντισυνταγματικὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ λυποῦμαι πολὺ ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἐκλεγεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὁ προεδρεύων ταύτης ἐμφορεῖται ὑπὸ ἰδεῶν συνταγματικῆς τοιαύτης φύσεως πρὸς τὰς ὁποίας διΐσταται οὐχὶ μόνον πρὸς ἐμέ, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους.
§72Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπατε ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ συμφωνήσητε μὲ τὰς ἀντισυνταγματικὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§73Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι, μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἤθελα νὰ εἴπω. Εἶπα ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὰς ἀντισυνταγματικὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ λυποῦμαι πολὺ διὰ τὰς ἀντιλήψεις ταύτας διότι προέρχονται ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον τὸ σῶμα ἐξέλεξε. Εἶναι δὲ τοιούτων ἰδεῶν πρὸς τὰς ὁποίας ὅλο τὸ σῶμα δὲν συμφωνεῖ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ ὁποία δὲν συμφωνεῖ. Ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν τοὐλάχιστον ἕως ὅτου ἴδω ἀλλοίαν ἐκδήλωσιν ὅτι καὶ σεῖς δὲν εἶσθε σύμφωνος. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι κύριοι ἐκφράζω προσωπικήν μου γνώμην καὶ λέγω ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ αὐτὴ νὰ κάμῃ ἕνα κανονισμὸν καὶ ὅταν τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀπεῖχε τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀποβάλω.
§74Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπεν ὅτι εἶναι ἰδική του γνώμη.
§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λέγω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τοιαύτας ἀντιλήψεις ἐκ τοῦ παρελθόντος.
§76Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν.
§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ εὐχαριστηθῶ ἂν μοὶ δώσητε μίαν ἐξήγησιν.
§78Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Διεστράφησαν οἱ λόγοι. Δὲν εἶχον τὴν ἔννοιαν αὐτὴν, εἶπα ὅτι αὐτὸ ἐὰν ἐγένετο ἦτο ἄτοπος πολιτικὴ πρᾶξις καὶ αὐθαίρετος, ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθην ποτὲ νὰ κάμω μίαν τοιαύτην πρᾶξιν.
§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλετε νὰ διορθώσητε τὴν φράσιν αὐτὴν μὲ εὐχαριστεῖ, διότι ἐπιθυμῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ μὴ ἐκφράζονται τόσον ἄντικρυς ἀντισυνταγματικαὶ ἰδέαι καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ θέλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀποδέχομαι αὐτὸ ποὺ σᾶς εἶπα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν τῇ οὐσίᾳ τοῦ ζητήματος εὑρέθη περιπεπλεγμένος διότι εἶπε ὅτι μὲ τὴν παραίτησιν αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ διάταξίς του νὰ σταθῇ, ἀντίκειται κατηγορηματικῶς καὶ διαρρήδην εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ μέσον σωτηρίας. Νομίζω κύριοι βουλευταὶ ὅτι εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν πῶς νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ μίαν δυσχερῆ περίστασιν εἰς τὴν ὁποίαν περιεπέσαμεν καὶ τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰσηγήθη καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν. Δὲν ὑπῆρχε ἐδῶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανε ἀφορμὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἐψηφίσθη ἡ διάταξις. Νομίζω εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν θὰ ἦτο ὀρθόν, θὰ ἦτο ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἐπιβεβλημμένον, νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἔτσι. Ἀλλὰ ἐξηκολούθησε καὶ μᾶς εἶπε τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν ἐτήρησε. Μὰ τὶ σημασίαν ἔχει ἡ διαδικασία τὴν ὁποίαν ἐτήρησε προκειμένου περὶ μιᾶς διατάξεως ἀντισυνταγματικῆς. Καὶ ἐγὼ βεβαίως ἀναγνωρίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ ἔκαμε ἄνευ ἐρεύνης καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι μία πρᾶξις πολιτική. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε ὅτι ἐὰν πραγματοποιεῖτο καὶ εἰς οἱανδήποτε ἀντίρρησιν ἰδικήν μας καὶ προελάμβανεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα καὶ νὰ κηρύξῃ ἐκλογάς, ὅτι θὰ ἐκαλύπτετο ἡ ἀνωμαλία; Τοὐναντίον θὰ ἐδημιουργοῦμεν μίαν δευτέραν ἀνωμαλίαν. Διότι βεβαίως ἐγένετο ἕνας νέος βουλευτὴς ἐπὶ τῇ βάσει ἀντισυνταγματικῆς διατάξεως. Τότε δὲν εἴχομεν τὸ ζήτημα ποῖος ἀπὸ τοὺς δύο εἶναι βουλευτής.
§80Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα, διότι δὲν θὰ ἤρχετο ὁ εἷς.
§81Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα δι’ ἐκεῖνον ποὺ ἤρχετο διότι θὰ τοῦ ἐλέγαμε ὅτι κακῶς εἶναι βουλευτής. Ἴσως θὰ ἐφθάναμε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πάλιν, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπω ὅτι τοῦ ἀρκοῦν αἱ διοικητικαὶ πράξεις. Νὰ μὴ τοῦ δίδωμεν ἀφορμὰς διὰ παραβάσεις τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὸ ὁποῖον φορτώνωμεν ἀρκετὴν ἐργασίαν. Διότι ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠσχολήθη μὲ νόμους ψηφισθέντας ὡς συνταγματικοὺς καὶ τοὺς ὁποίους ἐθεώρησε ἀντισυνταγματικούς. Λοιπὸν δὲν θὰ ἔχει καμμίαν σημασίαν καὶ ἂν ἐψηφίζετο καὶ ἂν ἐγίνετο ἐκλογή. Τὸ ζήτημα θὰ ὑφίσταται ὁλόκληρον. Καὶ εἶναι εὐτύχημα ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγὼ ἐλάβομεν ἐγκαίρως γνῶσιν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προθύμως ἐδέχθη νὰ κάμωμεν τὴν συζήτησιν πρὶν ἢ ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν. Διότι εἶναι ἀντισυνταγματική, καὶ αἱ ἐκλογαὶ ἑπομένως ποῦ θὰ γίνουν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης, θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικαί. Ἀλλὰ πῶς ἐπιζητεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ διαφύγῃ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸν ἔχει περιδέσει μὲ ἕνα ἰσχυρὸν κλοιὸν σιδηροῦν ὅπως εἶναι ἡ διάταξις 41 τοῦ Συντάγματος. Εἶπον ὅτι θὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ παραιτήσεως. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται περὶ περὶ μὴ ἀποδοχῆς; Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς: ποὺ εὗρε τὴν διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἀποδοχὴ τῆς ἐντολῆς ἐκ μέρους τοῦ λαβόντος; Μὰ ἡ ἐντολὴ δὲν δίδεται κ. Πρόεδρε ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἡ ἐντολὴ δίδεται παρὰ τοῦ λαοῦ.
§82Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μόνον ἡ λέξις ἐντολὴ ποὺ μεταχειρίζεσθε κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀποδεικνύει ὅτι ὑπάρχει μία τυχὸν σύμβασις μὲ ἐντολέα καὶ ἐντολοδόχον.
§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ τὸν λαόν.
§84Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ παράξενον θὰ ἦτο νὰ ἐπεβάλλετο ἡ ἐντολή.
§85Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ τὸ ἀποδείξωμεν μὲ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κομματικῆς δυνάμεως τότε θὰ ἦτο περιττὸν αὐτό. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον συζητεῖται δὲν πρέπει ν’ ἀποτελῇ ἀντικείμενον κομματικῆς δυνάμεως. Διότι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ αὐτῆς καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀντιλήψεως. Δι’ αὐτὸ ἐζήτησα ὁπωσδήποτε νὰ χωρήσω τὸ ζήτημα ἀπὸ τοιαύτης χροιᾶς. Ἴσως ἐμὲ νὰ ἐνδιαφέρῃ νὰ ἀκυρωθῇ παρὰ νὰ κυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ ἀλλὰ δὲν ἐξετάζω αὐτό. Ἐντολεὺς καὶ ἐντολοδόχος εἶναι ὁ λαὸς κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶσθε σεῖς, δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ἡ Βουλή, δὲν εἶναι κανείς.
§86Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει κάποιος ἐντολοδόχος.
§87Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ λαός.
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἐντολοδόχος καὶ ἐντολεὺς μαζί;
§89Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι ἀπέναντι τοῦ λαοῦ.
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τότε πολὺ σωστά.
§91Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τὴν Βουλήν. Σᾶς λέγει σεῖς δὲν ἐκπροσωπεῖτε τὸν λαόν, διότι τὸν λαὸν ἐκπροσωπεῖ ἡ μερὶς ἡ ὁποία λέγεται ἐκλογικὸς σύλλογος. Διὰ νὰ θεωρήσετε ὅτι εἶναι μὴ ἀποδοχὴ πρέπει νὰ εὕρετε μίαν διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ δηλοῦται ὅτι ἀπαιτεῖται ἀποδοχή. Καὶ ὅπου ἐδέχθησαν ὅτι ὅρκος εἶναι ἀποδοχὴ ἐκεῖ ὁρίζεται. Ἐπεκαλέσθην τὸν Γαλλικὸν νόμον. Ὁ Γαλλικὸς νόμος ἔχει αὐτὴν τὴν διάταξιν. Καὶ σήμερον τὶ κάμνει στὸ Γαλλικὸν σύνταγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ὅρκον. Εἶναι βουλευταὶ χωρὶς ὅρκον· ὁ ὅρκος εἶναι ἐκδήλωσις τῆς ἀναλήψεως τοῦ καθήκοντος. Ὁ βουλευτὴς εἶναι βουλευτὴς ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξελέγη. Δὲν ἦτο ἀνάγκη δὲ νὰ δημιουργηθῇ μία πρᾶξις ὥστε νὰ τοῦ εἰπῆτε ὅτι εἶναι βουλευτής, διότι ἂν ἀπαιτεῖται ἀποδοχὴ τότε μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐκδηλώσει δι’ ὡρισμένης πράξεως τὴν ἀποδοχὴν δὲν εἶναι βουλευτής. Ἠμπορεῖτε νὰ τοῦ εἰπῆτε τίποτε ἄλλο ὅτι διὰ νὰ εἶσαι βουλευτὴς πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ: Ἄν τοῦτο ἀπῃτεῖτο τότε ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ἐπιτακτικῶς ἐπιβεβλημμένον καὶ τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ ὁρίσῃ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀποδοχὴ αὐτὴ καὶ νὰ προκύπτει ἐκ τοῦ Συντάγματος ὅτι πρὸ τῆς ἀποδοχῆς δὲν εἶναι βουλευτής. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ξεφυλίσσετε ὅλας τὰς διατάξεις καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ὅταν ὁμιλεῖ περὶ βουλευτοῦ τὸν ἐννοεῖ ὡς βουλευτὴν ὑφιστάμενον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς.
§92Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁ ὅρκος;
§93Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι μία διαβεβαίωσις διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ θείου ἐφ’ ἧς ἡ συνείδησίς σας πιστεύει ὅτι ἐνόρκως θὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του. Ἀλλὰ τὸν ἔχετε βουλευτὴν πρὶν δώσει τὸν ὅρκον. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ὅτι «οἱ βουλευταὶ ὀμνύουν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος. Δὲν λέγει ὅτι ἀπαιτεῖται διὰ νὰ εἶναι βουλευτὴς ἀλλ’ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων. Τὸ ἄρθρον 56, «βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται...» καὶ πάρα κάτω ὅσον ἀφορᾷ τὴν καταδίωξιν τῶν βουλευτῶν Γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν βουλευτὴς δύναται νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς ὅταν δὲν ἔχει δώσει τὸν ὅρκον. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι ἀφ’ ἧς ἐξελέγη αὐτὸς δὲν καταδιώκεται καὶ ἂν δὲν δώσῃ τὸν ὅρκον διότι εἶναι βουλευτής. Ἡ ἔννοια τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος ἔγκειται ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ λαοῦ. Λάβετε τοῦτο ὑπ’ ὄψει διότι ἂν δὲν λάβετε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν θὰ δύνασθε νὰ κάμετε οἱασδήποτε διατάξεις ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐκάμετε ἀλλὰ δὲν θὰ διατηρήσετε τὸν Κοινοβουλευτισμὸν οὔτε θὰ εἶσθε κοινοβουλευτικός. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν ὅτι: μὰ θὰ ἰσχύσῃ διὰ τώρα καὶ ἂν θέλετε νὰ τὸ μεταβάλετε μόνον διὰ τὸ μέλλον. Ἐγὼ λέγω ἀντιθέτως ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ κάμετε πρὸ τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς δι’ ἑνὸς νόμου ὄχι παραίτησιν ἀλλὰ κάτι τὶ τὸ ἀνάλογον. Μετὰ τὴν ἐκλογὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξελέγη καὶ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις δὲν δύνασθε σεῖς διὰ διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ νὰ μεταβάλλετε τὸ περιεχόμενον τῆς βουλευτικῆς ἐντολῆς.
§94Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης τὰς συνταγματικὰς διατάξεις;
§95Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὰς ἐγνώριζεν καὶ δὲν θέλει νὰ τὰς ἐκτελέσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτα.
§96Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ὅταν τοῦ ἐδόθη ἡ ἐντολὴ δὲν εἴξευρεν ὅτι πρέπει νὰ ὁρκισθῇ;
§97Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ὁμιλῶ περὶ τοῦ τί ἤξερε καὶ τί δὲν ἤξερε ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Πιθανὸν νὰ μὴ ἤξερε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγετε σεῖς. Ἐγὼ λέγω τί τὸν ὑποχρεώνει ὁ νόμος καὶ τί δικαιοῦσθε σεῖς νὰ κάνετε. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τί ἤξερε ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἤξερε, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἕνα ὅρκον, τὸν ὁποῖον δὲν θέλει νὰ δώσῃ. Καὶ σεῖς ἔπρεπε νὰ γνωρίζετε, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποβάλετε ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅταν ὁ νόμος λέγει πῶς ἀποβάλεται. Καὶ σᾶς ἀπαντῶ. Ὅτι σεῖς διὰ νόμου προσπαθεῖτε νὰ δημιουργήσητε ἕνα λόγον ἀσυμβίβαστον, διότι τὸ ἀσυμβίβαστον ἐὰν δὲν προϋπῆρχε τῆς ἐκλογῆς δὲν δύναται νὰ δημιουργηθῇ κατόπιν. Τουλάχιστον τοῦτο σᾶς εἶπα ὅτι γίνεται καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην παρὰ νὰ ζητήσητε πληροφορίας μέσα εἰς τὸ βιβλίον τοῦ Γ... ὁ ὁποῖος ἔχει γράψει τὸ Κοινοβουλευτικὸν δίκαιον ἐν Γαλλίᾳ, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν δύναται δι’ ὑστέρου νόμου νὰ δημιουργηθῇ ἀσυμβίβαστον. Λοιπόν, αὐτὴν τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων ἐφευρεθεῖσαν διόρθωσιν τῆς διατάξεώς σας νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς νὰ τὴν στηρίξετε. Καὶ δὲν εἶναι ἐπαρκής, διότι σημαίνει τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπῆρχε οὐδεμία διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ ὁποία νὰ ὥριζε τὶ γίνεται. Τοὐναντίον ὑπάρχουν πλεῖσται ὅσαι κατὰ τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς εἶναι βουλευτὴς ἀφ’ ἧς ἐξελέγη. Μάλιστα ἐὰν παρετηρήσατε τὸν παλαιότερον ἐκλογικὸν νόμον θά ἴδητε, ὅτι λέγει ρητῶς ἐκεῖ, ὅτι «οἱ ἐκλεγέντες βουλευταί», διότι ἐγεννήθη κἄποιο ζήτημα ἄλλοτε, ὅτι οἱ ἐκλεγέντες βουλευταί, καὶ δὲν λέγει «οἱ ἀνακηρυχθέντες βουλευταὶ», παραιτοῦνται κατὰ τοὺς ὅρους τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Δὲν ὡμίλησε κανεὶς περὶ ὁρκισθέντων βουλευτῶν. Μοῦ ἔδωσαν οἱ κύριοι ἀπὸ ἐκεῖ τὸν κανονισμόν σας, ὁ ὁποῖος λέγει: «οἱ ἀνακηρυχθέντες βουλευταὶ ἀναλαμβάνουν τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων των ἀφοῦ ὀμόσουν...» Οἱ ἀνακηρυχθέντες. Ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως εἶναι βουλευταί.
§98Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἐπικαλεῖσθε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης σας, ὅτι οἱ ἀνακηρυχθέντες βουλευταὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀναλάβουν τὰ καθήκοντά των παρὰ ἀφοῦ δώσουν τὸν ὅρκον των;
§99Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ νόμος λέγει τοῦτο καὶ τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν θέλετε νὰ προσέξετε, διότι βλέπω, ὅτι τὸ ζήτημα λαμβάνει μίαν ἄλλην τροπήν, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς δυνάμεως τῆς πλειοψηφίας.
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε οὐδὲν δικαίωμα νὰ λέγετε αὐτό. Ἐδῶ συζητοῦμεν μετ’ ἀπαθείας. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν γνώμην σας, διὰ νὰ εἴπητε ὅτι κάμνομεν κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς μας.
§101Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι τοὺς ἀνακηρυχθέντας λέγει βουλευτάς.
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τί νὰ τοὺς πῇ; Εἶναι αὐτὸ ἑρμηνεία σοβαρὰ τοῦ νόμου;
§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σοβαρωτάτη, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ διεκφύγωμεν μίαν περίστασιν.
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἴδητε, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις θὰ μείνῃ θεωρητική. Ἀλλὰ δὲν μπορῶ, ὅταν μοῦ ἐπικαλεῖσθε τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ μὴ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰ λέγετε αὐτά, διότι ἔχομεν τόσην ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν νομικήν σας ἱκανότητα καὶ ἀποροῦμεν, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὸ στόμα σας τοιαῦτα ἐπιχειρήματα.
§105Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸς εἶναι βουλευτής. Καὶ σᾶς εἶπα, ὅτι ἔχετε τὸ δεδομένον ναὶ ἢ ὄχι, ὅτι δὲν καταδιώκεται διὰ ποινικὸν ἀδίκημα προστατευόμενος διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος; Σᾶς λέγω, ὅτι ἔχετε τοῦτο, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἀφ’ ἧς ἐκλεγῇ δὲν καταδιώκεται συνεπείᾳ διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§106Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Φυσικὰ αὐτὸ ἔλειπε νὰ καταδιώκεται.
§107Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν καταδιώκεται δι’ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς καὶ ἐὰν τὸ διέπραξε μετὰ τὰς ἐκλογάς.
§108Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὀρθῶς ὡρίσθη τοῦτο. Αὐτὸ ἔλλειψε ἀφοῦ σταματᾷ πᾶσα εἴσπραξις φόρων ἐπὶ δέκα ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, αὐτὸ ἔλλειπε τὸν βουλευτὴν κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς τὰς δέκα νὰ τὸν καταδιώκομεν χωρὶς τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς.
§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε δὲν εἶναι αὐτό· ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐὰν ὁ βουλευτὴς ἀφοῦ ἐκλεγεῖ καὶ πρὶν δώσῃ τὸν ὅρκον προστατεύεται ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ βουλευταὶ δὲν καταδιώκονται.
§110Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι καθορισμένον πολὺ ὀρθῶς ὅτι δὲν διώκονται.
§111Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διότι εἶναι βουλευτής.
§112Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποθέσατε ὅτι ἕνας ἐκλέγεται βουλευτής, ὅτι διαπράττει ἓν ἀδίκημα κατὰ τὰς δέκα ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι ἔρχεται ἡ ὥρα τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ὁρκισθῇ καὶ αὐτὸς λέγει: ἐγὼ δὲν δέχομαι τὴν ἐκλογὴν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, νομίζετε ὅτι διὰ νὰ καταδιωχθῇ διὰ τὸ ἀδίκημα ποῦ ἔκαμε 10 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς; Εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν βουλευτὴς ὁ ἀνακηριχθεὶς βουλευτής.
§113Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μοῦ δίδεται ἕνα ὅπλον μὲ τὸ ὑπὸ αἵρεσιν. Ἐὰν εἴπῃ δὲν δέχομαι ἔπαυσεν ἡ ἀσυλία, ἐφ’ ὅσον δὲν λέγει ὅτι εἶναι βουλευτής.
§114Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται βουλευτὴς κ. Μαυρομιχάλης ὅστις δὲν ἀνέλαβεν τὰ καθήκοντά του διαπράττει ἀδίκημα, παράβασιν τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ζητεῖται ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα ἢ ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς ἄδεια πρὸς δίωξιν τί θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή;
§115Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅτι θὰ ἔλεγεν καὶ ἐὰν ἦτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§116Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς ἔθεσα τὸ ζήτημα καθαρῶς. Διαπράττει ἓν ἀδίκημα 10 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐκλέγεται βουλευτὴς καὶ λέγει· κύριοι, ἀφήσατέ με ἥσυχον ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ γίνω βουλευτής, αὐτὸς θὰ διωχθῇ ἄνευ παρεμβάσεως τῆς Βουλῆς ἢ χρειάζεται ἄδεια τῆς Βουλῆς;
§117Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐδῶ κάμετε λάθος. Μοῦ λέγετε δὲν ἀπαιτεῖται ἄδεια διότι δὲν εἶναι βουλευτής. Τὸ ζήτημα εἶναι πότε εἶναι βουλευτής. Αὐτὸ σᾶς λέγω ἐγώ· δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ἢ εἰς κανένα νόμον κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ ὁρίζεται ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἰδιότης ἄρχεται ἀπὸ τότε.
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε κ. Τσαλδάρη· ὑποστηρίζετε ὅτι ἐὰν ὁ Α ἐκλεγεὶς βουλευτὴς καὶ δηλώσει ὅτι δὲν δέχεται τὴν βουλευτικὴν ἐντολήν....
§119Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποῦ νὰ δηλώσῃ;
§120Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπου θέλετε. Χρειάζεται νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν πρόκειται νὰ παραιτηθῇ. Ὑποθέσατε, ὅτι αὐτὸ δηλοῖ ὅτι δὲν δέχεται καθόλου καὶ κάνει ἕνα ἀδίκημα δέκα ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὑποστηρίζετε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς διὰ νὰ καταδιωχθῇ;
§121Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως, βεβαιότατα.
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶσθε σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην μας.
§123Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διότι ἐὰν θέλετε ἔτσι νὰ συνάγετε πρᾶξιν ἀποδοχῆς ἢ μὴ ἀποδοχῆς ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἐὰν θέλετε νὰ εὕρετε πρᾶξιν ἀποδοχῆς, ὑπάρχει πανηγυρική, διότι εἰς τὸν κ. Μαυρομιχάλην κατὰ τῆς ἐκλογῆς του ἐγένοντο ἐνστάσεις καὶ προσῆλθεν εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ ἐκλογοδικεῖον καὶ ὑπεστήριξεν τὴν ἐκλογήν του ὁ κ. πῶς θὰ τοῦ πῆτε ὅτι δὲν θέλει νὰ εἶναι βουλευτής, διότι ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν δύνασθε νὰ δώσετε τοιαύτην ἔννοιαν, ἐὰν δὲ οὕτω πως ἐξαρτῶμεν τὴν ἔννοιαν τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς λέγω ὅτι τοῦτο εἶναι πολὺ ἐπισφαλὲς διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Ὑποθέσατε ἕναν βουλευτὴν ὁ ὁποῖος, νὰ εἶναι ἀσθενὴς ἔξω, καὶ τοῦ λέγουν ὅτι ἐξελέγει βουλευτής, αὐτὸς ἀπαντᾷ δέ, δὲν μὲ ἀφίνετε κάτω! Ἐγὼ δὲν βλέπω ἂν θὰ ζήσω, δὲν θέλω νὰ εἶμαι βουλευτὴς αὐτοῦ τοῦ βουλευτοῦ θὰ τοῦ εἰπῆτε ὅτι παρῃτήθη; κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν σας, καὶ τὴν ὁποίαν ἤκουσα ὑποστηριζομένην ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀρκεῖ νὰ δηλώσῃ ὁπωσδήποτε τὴν παραίτησιν καὶ αὐτὴ εἶναι δήλωσις παραιτήσεως. Οὕτω πως θέλετε νὰ ὑποστηρίξετε τὴν ἔννοιαν τοῦ βουλευτοῦ. Νομίζω ὅτι θέτετε ἐντελῶς ἐπισφαλῆ βάσιν. Σᾶς λέγω ὅτι ἐὰν ἀκολουθήσετε τὴν θεωρίαν, σᾶς λέγω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἀρκετή, ὅτι εἶναι κατηγορηματικὴ καὶ ρητῶς δεδηλωμένη ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ὅτι ἀπεδέχθη τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος διότι προσῆλθεν ἐνώπιον τοῦ ἐκλογοδικείου καὶ ὑπεστήριξεν τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς.
§124Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ εἶπον ἐν σχέσει πρὸς τὸν κ. Μαυρομιχάλην. Τὸ εἶπον γενικῶς.
§125Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑποστηρίζω μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις τὴν θεωρίαν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἀποδοχὴ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἀποδοχὴ δύναται πλέον ἡ βουλὴ κατὰ τὸν κανονισμὸν τὸν ὁποῖον ἔταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἴτε κατὰ οἱανδήποτε ἄλλον κανονισμὸν νὰ φέρῃ 2 μάρτυρας καὶ νὰ εἴπετε ὅτι τὸν τάδε ἐκλεγέντα βουλευτήν, ὅτι δὲν θέλει νὰ εἶναι βουλευτής. Δὲν πρόκειται περὶ ὡρισμένου βουλευτοῦ καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς βουλευτὰς παρὰ τὴν μερικὴν ὀξύτητα τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συζήτησις νὰ μὴ λάβωμεν τὸ ζήτημα καθόλου πολιτικόν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συστήσῃ ὅτι ἐὰν ἀποφασισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι μᾶς κρατοῦσιν ἐδῶ, δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ ἔννοιαν παραιτήσεως, ἔννοιαν μὴ ἀποδοχῆς διότι ἐν γένει καθιστῶσι ἐπισφαλῆ τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, καὶ διὰ τοῦ ἐπισφαλοῦς τῆς θέσεως τοῦ βουλευτοῦ αἴρεται ἡ ὕπαρξις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Τώρα μοῦ εἴπατε τὶ θὰ γίνῃ τὸ μέρος ἐκεῖνο. Λυποῦμαι. Καὶ ἐγὼ λυποῦμαι διότι τὸ μέρος ἐκεῖνο εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν θὰ ἔχῃ τὸν ἀντιπρόσωπόν του. Ἀλλὰ ἡ περίστασις αὐτὴ δὲν συμβαίνει μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἀλλὰ δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς ἄλλας. Π. χ. εἶναι ἀσθενὴς καὶ δὲν δύναται νὰ προσέλθῃ ἐδῶ. Μὴ παραγνωρίζετε καὶ μὴ ἀδιαφορεῖτε πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία τὸν βουλευτὴν δὲν τὸν θέλει ἀντιπρόσωπον τῆς περιφερείας εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλέγεται ἀλλὰ τὸν θεωρεῖ ἀντιπρόσωπον ὅλου τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἡ περιφέρεια τῆς Οἰτύλου θὰ ἐκπροσωπεῖται παρ’ ὅλων ἡμῶν οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ ἐὰν δὲν ἔχει τὸν ἰδικόν της βουλευτὴν θὰ διδάξῃ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν τὸν ἀντιπρόσωπον τὸν ὁποῖον ἐξέλεξεν ἐν τῷ μέλλοντι περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς πράξεως αὐτοῦ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐξεπλήρωσεν τὴν ἐντολήν. Ἀλλὰ ἀφίσατε νὰ κανονίσῃ μόνος τὰ τῆς ἐντολῆς του καὶ μὴ θελήσετε νὰ δημιουργήσετε περίπτωσιν ἀποδοχῆς ἢ μὴ ἀποδοχῆς ἢ διάφορον ἔννοιαν τῆς ὑπαρχούσης ἐν τῷ Συντάγματι ἥτις ἤθελε εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἥτις καθιστᾶ ἐπαναλαμβάνω ἐπισφαλῆ καὶ τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὴν θέσιν τοῦ κοινοβουλίου.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶπεν ὅτι δὲν θέλει νὰ κρίνῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου μὴ θελήσαντος νὰ κυρώσῃ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Λαόν. Ἀλλ’ ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ νοηθῇ ποίαν ἐκτίμησιν ὡς πρὸς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπέναντι τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐστήριξεν τὰς ἀντιρρήσεις του ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ, περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν, εἰς γενικωτέραν θεωρίαν περὶ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ὡς δικαιώματος καὶ ἐμνήσθη ρητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ὑπεστήριξεν δηλαδὴ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Λαοῦ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ ἐκλέγεται ἀποκτᾷ ἕνα δικαίωμα δικαίωμα ἀναφαίρετον τὸ ὁποῖον συμφώνως μὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν οὗτος, εἶναι τρόπον τινὰ δικαίωμα ὑπάρχον χάριν τοῦ βουλευτοῦ καὶ ὄχι χάριν τῶν ἐκλογέων οἱ ὁποῖοι τὸν ἀπέστειλαν. Ἀλλ’ αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι διαστροφὴ τρόπον τινὰ τῆς ἐννοίας τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Τὸ βουλευτικὸν δικαίωμα ὑπάρχει καὶ χάριν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐντολέων οἱ ὁποῖοι ἐκλέγουν καὶ χάριν ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον ἔχει φροντίσει ὅπως ὅλα τὰ διαμερίσματα τοῦ Κράτους ἀντιπροσωπεύωνται, ὅπως ἀκούεται ἡ γνώμη τῶν βουλευτῶν ἄνευ βεβαίως ἐπικρατήσεως ἐντολῆς τινος ἀλλὰ πάντοτε εὑρισκομένων εἰς ἐπαφὴν καὶ ἐπηρεαζομένων ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς των, νὰ ἀκούεται ἡ γνώμη τῶν βουλευτῶν καὶ εἰς τὰ γενικώτερα ζητήματα ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ νὰ ὑποστηρίζουν καὶ τὰ εἰδικώτερα συμφέροντα ἑκάστης περιφερείας. Λέγει τὸ Σύνταγμα ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκπροσωποῦν ὅλοι τὸ Κράτος· ἀλλὰ συγχρόνως λέγει ὅτι ἐκλέγουν κατὰ περιφερείας, ὅπερ σημαίνει ὅτι τὸ Σύνταγμα θέλει οἱ βουλευταὶ νὰ ἐκλέγωνται κατὰ περιφερείας καὶ ὄχι ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκπροσωποῦν τὸ Κράτος καὶ ὄχι τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν, δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν ἔχουν κυριαρχικὸν δικαίωμα ἐκπροσωπήσεως τῆς ἰδιαιτέρας των ἐπαρχίας, ἀλλ’ ὅτι πάντως διὰ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐξετάζει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἐπίσης ἁρμόδιοι πάντες οἱ βουλευταὶ τοῦ Κράτους. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν ἀντιπροσωπεύουν τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλέγονται εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῆς ἰδέας τῆς ἑνότητος Κράτους. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος προσέθεσεν, ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις ἀπαγορεύσεως ἐκφράσεως, ἐπιδιώξεως ὡρισμένων πολιτικῶν ἀρχῶν. Τοιαύτη πρόθεσις δὲν ὑπάρχει ἀσφαλῶς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν καὶ οὐδεὶς θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου νὰ ἐκθέσῃ ὑποψηφιότητα ὑποστηρίζων οἱανδήποτε ἀρχὴν καὶ τὴν ἀρχὴν ἀκόμη ὅτι ἐκλεγόμενος δὲν θὰ προσέλθῃ ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του. Ἀλλ’ ὁ βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἐξηπάτησεν τοὺς ἐκλογεῖς του, διότι οὐδέποτε εἶπεν ὅτι ἐκλεγόμενος δὲν θὰ ἐξεπλήρου τὰ καθήκοντά του.
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε ἀρχηγὲ τῆς Δ. Ἑνώσεως πόθεν ἀρύεσθε τὰς πληροφορίας, καὶ πῶς γνωρίζετε ὅτι ἐξηπάτησε τοὺς ἐκλογεῖς του; Ἐὰν ἐξακολουθήσητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ μᾶς ἀναγκάσετε νά ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν βουλὴν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῶμεν καὶ ἡμεῖς πάντα τὰ μέσα δι’ ὧν νὰ ἐπιβάλωμεν τὰς ἀντιλήψεις μας.
§129Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος....
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὀρθὸν θὰ ἦτο ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὅταν ἐξέθεσε τὴν ὑποψηφιότητά του νὰ ἔλεγεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του: ζητῶ νὰ μὲ ἐκλέξητε, ἀλλὰ νὰ ξεύρετε ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ πάω στὴ βουλὴ διότι ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω τὸ πολίτευμα. Νὰ ἔκαμνεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμα ἐγὼ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1916 κενωθείσης θέσεως εἰς τὴν.... Ἐξέθεσα τότε ὑποψηφιότητα ἀλλὰ ρητῶς ἐδήλωσα: «παρακαλῶ νὰ μὲ ψηφίσητε ἀλλὰ νὰ ξεύρετε ὅτι δὲν θὰ πάω μὲ κανένα τρόπον εἰς τὴν βουλήν, τῆς ὁποίας δὲν ἀναγνωρίζω τὸν συνταγματικὸν χαρακτῆρα ἀλλὰ σεῖς δύνασθε νὰ μοῦ δώσητε μίαν ψῆφον ὡς ψῆφον διαμαρτυρίας. Ἐψήφισαν 17 χιλιάδες ἐκ τῶν ὁποίων ἐπῆρα τὰς 16.500 καὶ εὑρέθησαν μόνον 500 μαῦρα. Ὥστε νομίζω ὅτι ὀρθῶς λέγει ὁ κ. Παπαναστασίου ὅτι αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάμῃ ὁ κύριος Μαυρομιχάλης.
§131Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἦτο μία λεπτότης ἰδική σας.
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἦτο λεπτότης, εἶναι ὑποχρέωσις. Ἔχετε ἐσφαλμένην ἀντίληψιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας.
§133Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν μπορεῖτε ὅμως νὰ λέγετε ὅτι ὁ κύριος Μαυρομιχάλης μὴ εἰπὼν τοῦτο ἐξηπάτησε τὴν Βουλήν.
§134Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι δὲν ἐσυνήθισα νὰ ὑβρίζω κανένα, δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ δεδομένα. Ἐπίσης νομίζω ὅτι δὲν κάμνω καμμίαν κατάχρησιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας διὰ νὰ κάμνω ἐπιθέσεις προσωπικάς. Εἶπον ὅμως ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου ἐξηπάτησε τοὺς ἐκλογεῖς του, διότι δὲν ἐδήλωσε ρητῶς ὅτι ἐκλεγόμενος δὲν θὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, διότι θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἡ ὄμωσις τοῦ ὅρκου καὶ ἡ προσέλευσις εἰς τὴν Βουλὴν θὰ ἀπετέλει παράβασιν τῶν παραδόσεων τῆς οἰκογενείας του καὶ ἀπομακρυσμὸν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τὰς βασιλόφρονας ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἔχει.
§135Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐὰν εἶχε δηλώσει τοῦτο, θὰ ἦτο ἐν τάξει;
§136Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως.
§137Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Καὶ ὁ κανονισμὸς θὰ ἦτο ἐν τάξει;
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κανονισμοῦ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι μπορεῖ κανεὶς νὰ εἶναι βασιλόφρων καὶ νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὰ ἄλλα κράτη. Διότι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἕνα πραγματικὸν καθεστὼς καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἐκλογεῖς ἔχοντες βασιλικὰ φρονήματα, ἔχουν καὶ αὐτοὶ συμφέρον νὰ ἀσκοῦν τὴν ἐπιρροήν των καὶ νὰ προστατεύουν ὅσον δύνανται, ἀγωνιζόμενοι, τὰ δικαιώματά των καὶ νὰ κάμουν καὶ προπαγάνδα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐδῶ ὅπως γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὰ ἄλλα κράτη. Δὲν νομίζω δηλαδὴ ὅτι αἱ ἀρχαὶ αἱ βασιλικαὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμποδίζουν ἕνα βουλευτὴν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἄλλο ἐὰν αἱ παραδόσεις τῆς οἰκογενείας δὲν συμβιβάζονται μὲ τοιαύτην ὑποχώρησιν νὰ δώσῃ κανεὶς τὸν ὅρκον εἰς τὸ πολίτευμα.
§139Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς οἰκογενείας ἦτο κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικὸς εἰς τὴν ἐπανάστασιν, αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης.
§140Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν νομίζω ὅτι καμμία νεωτέρα συνταγματικὴ ἀρχὴ ἀποκλείει τοῦ νὰ τεθοῦν διατάξεις δυνάμει τῶν ὁποίων νὰ στερῆται ὁ ἐκλεγεὶς ἀπὸ τὸν λαὸν τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν θέλει νὰ ἐκπληροῖ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ. Διότι ὅπως σᾶς εἶπον, εἶναι συμφέρον καὶ τῶν ἐκλογέων καὶ τοῦ Κράτους νὰ ἐκπληροῖ ὁ βουλευτὴς τὰ καθήκοντά του. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη διάταξις τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἡ τοῦ ἄρθρου 41. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 41 καὶ ἡ ἱστορία του;—διότι ἀπὸ τὴν ἱστορίαν του θὰ ἐξαγάγω σαφῆ ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως αὐτῆς.— Ἡ ἱστορία της εἶναι γνωστή, ἁπλουστάτη. Εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο χρῆσις τῆς παραιτήσεως ὡς εἴδους ῥητορικοῦ σχήματος. Ἦτο ἡ παραίτησις ἕνα εἶδος ῥητορικοῦ σχήματος, καὶ ἐὰν ἐνόμιζεν βουλευτής τις ὅτι ἡ ἐπαρχία του ἠδικεῖτο ἢ δι’ ἄλλον λόγον, ὑπέβαλεν μίαν παραίτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς στηριζόμενος εἰς τὴν γενναιοφροσύνην τῶν συναδέλφων οἱ ὁποῖοι λόγῳ συναδελφότητος δὲν ἐδέχοντο τὴν παραίτησιν. Ὑπάρχουν ἄπειρα παραδείγματα βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι πρὸς ἐπίδειξιν ὑπέβαλον παραιτήσεις αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἐγίνοντο δεκταί. Διὰ νὰ κοπῇ λοιπὸν ἡ θεατρικὴ αὐτὴ ἐπίδειξις τῆς γενναιότητος ἐτέθη αὐτὴ ἡ διάταξις· καὶ ἐτέθη τόσον αὐστηρά, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ καμμία ὑποχώρησις. Δηλαδὴ οἱ συντάξαντες τὴν διάταξιν αὐτὴν ἠθέλησαν νὰ μὴ ἔλθῃ κἂν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μόλις δοθῇ ἡ παραίτησις νὰ θεωρῆται αὐτοδικαίως ἀποδεκτή. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως. Ἑπομένως κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 41 τοῦ συντάγματος ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ, δὲν ἔχει δὲ προφανῶς κανένα σκοπὸν πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ πράγματος ὡς πολὺ ὀρθῶς ἐτόνισεν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὁ ὁποῖος εἶπεν: ὅτι καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κερδίσῃ ἕνα βουλευτὴν ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ εἶχε νὰ κερδίσῃ κἄτι τι σπουδαῖον, οὔτε πρόκειται διὰ τῆς ἐκλογῆς εἰς Οἴτυλον νὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι δημοκρατικὸς ἢ δὲν εἶναι δημοκρατικός. Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὅτι ἐκ τῶν διακοσίων πενῆντα βουλευτῶν εὑρέθη εἷς καὶ μόνον βουλευτὴς νὰ φαντασθῇ ὅτι θὰ διεξαγάγῃ τελεσφόρον ἀγῶνα κατὰ τῆς δημοκρατίας ἀρνούμενος νὰ προσέλθῃ καὶ δώσῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον, καὶ μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύει πόσον στερεὰ εἶναι ἡ δημοκρατία καὶ ὅτι κανένα λόγον δὲν ἔχει νὰ φοβῆται ἀπὸ μίαν οἱανδήποτε ἀντίδρασιν. Ὥστε δὲν ἔχει κανένα σκοπὸν πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται νὰ θεωροῦνται παρῃτημένοι οἱ μὴ ὀμώσαντες τὸν ὅρκον ἐπὶ ἓν τρίμηνον ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μπορεῖ νὰ ἐξετασθῇ εἶναι τοῦτο καὶ εἰς αὐτὸ προσεγγίζω τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐὰν δηλαδὴ εἶναι γενικώτερον συμφέρον διὰ νομοθετικῶν διατάξεων, συνταγματικὴν διάταξιν ἀφορῶσαν τὸ ἀξίωμα τὸ βουλευτικὸν νὰ τὴν συμπληρώσωμεν ἐκεῖ ὅπου τὸ σύνταγμα ρητῶς δὲν ἀφίνει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ζήτημα τὸ ὁποῖον μπορεῖ νὰ ἐξετασθῇ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παραιτήσεως κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ περὶ μὴ ἀποδοχῆς. Πράγματι δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ὑπάρχει μία μικρὰ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἀποδοχῆς καὶ παραιτήσεως, μικρὰ διαφορὰ διότι κατ’ ἐμὲ ἡ μὴ ἀποδοχὴ εἶναι μία παραίτησις. Καὶ συμφωνῶ πρὸς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας βουλευτής, ὅτι καὶ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς καὶ μὴ ὀμώσας τὸν ὅρκον δὲν δύναται νὰ καταδιωχθῇ πρὶν δώσῃ τὴν ἄδειαν ἡ Βουλή. Διότι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἓν κεκτημένον δικαίωμα καὶ προστατεύεται ἀπὸ ὅλα τὰ προνόμια τά ὁποῖα ἔχει ὁ βουλευτὴς ὧν δὲν δύναται νά στερηθῇ. Ὑπάρχει βεβαίως μία διαφορά μεταξὺ μὴ ἀποδοχῆς καὶ παραιτήσεως. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρόκειται ὅμως περὶ μὴ ἀποδοχῆς σιωπηρῶς ἐκδηλουμένης· πρόκειται περὶ πανηγυρικῶς ἐκδηλουμένης μὴ ἀποδοχῆς, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς εἶναι ταυτόσημος πρὸς μίαν ἔγγραφον καὶ ἐπίσημον παραίτησιν. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ἐγὼ νομίζω ὅτι θά ἔπρεπε νά προσέξωμεν περισσότερον εἰς αὐτὴν τὴν ἄποψιν, εἰς τὸ ὅτι δηλαδὴ θά ἦτο συμφέρον νά μὴ καθιερώσωμεν προηγούμενον συμπληρώσεως τῶν συνταγματικῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ διά μέτρων νομοθετικῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν οὐδεμία κατάχρησις ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν παρετηρήθη καὶ ὅταν τά πάθη ἦσαν πολὺ ἐξημμένα, στερήσεως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος δι’ ὡρισμένης νομοθετικῆς διατάξεως. Ἀλλά διά νά ἐνισχύσωμεν τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀντίληψιν ὅτι αὐταὶ αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις δὲν πρέπει νὰ συμπληροῦνται διὰ νομοθετικῶν διατάξεων, θὰ ἐπρότεινα νὰ τροποποιηθῇ ὁ κανονισμός, ὄχι διότι εἶναι ἀντισυνταγματικός, ὄχι διότι ἀπεσκοπεῖτο διὰ τῆς διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ καμμία πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις, ὄχι διότι καμμία ἀνωτέρα συνταγματικὴ ἀρχὴ ἐπιβάλλει νὰ μὴ στερῆται τοῦ ἀξιώματός του ὁ βουλευτής ὅταν δὲν ἐκπληρώνῃ τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, διότι εἶναι συμφερώτερον ἡ διατύπωσις τοιούτων διατάξεων νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸ σύνταγμα. Εἶναι σφάλμα τοῦ συντάγματος ὅτι δὲν περιέλαβε τοιαύτην διάταξιν. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ὅτι βουλευταὶ μὴ ἐκπληροῦντες τὰ καθήκοντά των πρέπει νὰ στεροῦνται τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν, διότι δὲν ἐκπληροῦν ἐντολὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτούς, διότι διὰ τῆς συμπεριφορᾶς των βλάπτουν τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ συμπληρώσωμεν τὸ χάσμα. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὅλοι οἱ βουλευταὶ νὰ μὴ ἐκπληροῦν τὰ καθήκοντά των. Βεβαίως τοιαύτη περίπτωσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, διότι μόνον ἡ μειοψηφία ἀπέχει ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, ἡ πλειοψηφία δὲν ἀπέχει ποτὲ καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ κωλυθῇ ἡ λειτουργία τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἐξ ἀποχῆς βουλευτῶν· ἀλλ’ ἀσφαλῶς αὐτὸ δημιουργῇ μία ἀνωμαλίαν, διότι τὸ πολίτευμα θέλει νὰ ἐκπροσωποῦνται ὅλαι αἱ περιφέρειαι τοῦ κράτους καὶ αἱ ἐργασίαι νὰ γίνωνται συμμετεχόντων ὅλων τῶν βουλευτῶν. Αὐτὸ θέλει τὸ πολίτευμα. Διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ὅμως καὶ αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς τονώσεως τῶν Κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, θὰ ἐπρότεινα νὰ τροποποιηθῇ ὁ κανονισμός. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκόμη περισσότερον ἀκίνδυνον, ἂν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου μετέχει τῆς διοικήσεως ἑταιρειῶν δημοκρατικῶς διοικουμένων.
§141Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ ὅτι ἅμα τῇ ἐκλογῇ του ὑπέβαλε παραίτησιν, τὸ ὁποῖον καὶ σημαίνει ἀποδοχήν.
§142Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: εἴτε ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τὰς ἑταιρείας εἴτε δὲν ὑπέβαλε, εἴτε πρόκειται νὰ γίνῃ ἐκλογὴ εἴτε δὲν πρόκειται νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ τροποποιήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ, ἵνα μὴ δημιουργήσωμεν ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀντίληψιν μιᾶς μερίδος θίγει τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§144Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἀνεξαρτήτως τοῦ συζητουμένου εἰδικοῦ ζητήματος, τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου εἶναι λελυμένον ἐξ ἄλλης διατάξεως τοῦ Συντάγματος ρητῆς, σαφοῦς, κατηγορηματικῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 40 ἐδαφ. 3 τοῦ Συντάγματος «τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ Διευθυντοῦ ἢ ἄλλου διοικητικοῦ ἀντιπροσώπου ἢ διοικητικοῦ ἢ νομικοῦ συμβούλου καὶ ὑπαλλήλου ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν ἢ ἐπιχειρήσεων ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων ἢ τακτικῶν ἐπιχορηγήσεων δυνάμει εἰδικῶν νόμων. Οἱ διατελοῦντες εἴς τινα τῶν κατηγοριῶν τούτων ὀφείλουν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς αὑτῶν νὰ δηλώσουν ἐπιλογὴν μεταξὺ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τῶν ὡς ἄνω ἔργων. Ἐν παραλείψει δὲ τοιαύτης δηλώσεως, ἐκπίπτουν αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ». Ὁ ἐκλεγεὶς ὡς βουλευτὴς Οἰτύλου, κ. Μαυρομιχάλης, κατὰ δήλωσιν δημοσιευομένην εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ προερχομένην ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας (ἀναγινώσκει) «Ὁ κ. Π. Μαυρομιχάλης... ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ὡς πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας». Εἰς τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς Ἑταιρείας διατυποῦται ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι αὐτὸς δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία δὲν ἀπολαύει κανενὸς προνομίου. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία ἀπολαύει εἰδικῶν προνομίων διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν τῶν Δήμων Χαλκίδος καὶ Καλαμῶν, τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς εἰδικὸν νόμον. Καὶ ἀναφέρω συγκεκριμένως ὅτι διὰ τοῦ ΒΧϞΘʹ νόμου ἐπετράπη εἰς τὸν ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα (ἀναγινώσκει) «ἵνα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ Δήμου Χαλκιδέων συμβληθῇ...». Κατὰ διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14 τῆς σχετικῆς συμβάσεως. «Ὁ Δῆμος ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας ὑποχρέωσιν ἀποκλειστικῆς κτλ.». Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 24—καί αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνδιαφέρουσα, διότι συνιστᾷ τὸ εἰδικὸν προνόμιον— (ἀναγινώσκει). «Πᾶσα ἐγκατάστασις κτλ.»
§145Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι προνόμιον αὐτό;
§146Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται εἰς οἱονδήποτε ἄλλον ὁ φωτισμός.
§147Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μονοπώλιον.
§148Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι μονοπώλιον. Δι’ ἑτέρου νόμου ἔχει κυρωθῆ σύμβασις περὶ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῶν Καλαμῶν, δι’ ἧς παραχωρεῖται τὸ μονοπώλιον τοῦ φωτισμοῦ Καλαμῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης κατ’ ἔγγραφον τῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας διατελεῖ πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρείας ἀπὸ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1922 συνεχῶς· συνεπῶς ὑπάρχει ῥητὴ δήλωσις τῆς ἑταιρείας αὐτῆς ὅτι ἦτο πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ὢν δὲ τοιοῦτος καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐνηργεῖτο ἡ ἐκλογὴ δὲν ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του καὶ συνεπῶς εἶναι ἔκπτωτος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἶχε γίνει ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων αὐτῶν θὰ ἀποφαίνεται ἡ Βουλή. Τοῦτο δὲν ἐπανελήφθη εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τούτων διαπιστοῦται ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς Οἰτύλου κατέστη ἔκπτωτος τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ οἰκείου διατάγματος διὰ τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῆς.
§149Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔφερε ζήτημα ξένον πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα!
§150Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶς Ἐσωτερικῶν). Διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι ἐπιζητεῖται διὰ τῆς διατάξεως νὰ φύγῃ ὁ κ. Μαυρομιχάλης σᾶς λέγω ὅτι....
§151Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω· καὶ σήμερον εἶδον σχετικὴν δημοσίευσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον ὅτι θὰ ἤρχετο τοιοῦτον ζήτημα. Νομίζω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἀπόψε. Ἐὰν θέλετε αὔριον, τὸ συζητοῦμεν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§153Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀρχῆς, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς εἰδικώτερον τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ ἐκλεγέντος βουλευτοῦ δὲν μὲ ἀφορᾷ, θεωρῶ δὲ ἀναμφισβητήτως ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς διέπραξε πολιτικὴν παράλειψιν ὅπως ἐπίσης παρέλειψε καὶ τὸ καθῆκον του μὴ προσερχόμενος εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἐπεκτείνω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου ζητήματος, διότι δὲν θὰ ἤθελον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι συμμερίζομαι τὰς ἐκτεθείσας ἀντιλήψεις περὶ τῆς ἐννοίας τῶν συνταγματικῶν διατάξεων αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ κανονισμοῦ, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς. Ἡ ὅλη συζήτησις νομίζω ὅτι δύναται εἰς τοῦτο καὶ μόνον νὰ περιορισθῇ, ἂν δηλαδὴ ἡ παραίτησις τοῦ βουλευτοῦ δύναται νὰ ἐξαχθῇ καὶ ἄλλως, ὄχι μόνον κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς ὁποίους διαγράφει ὁ καταστατικὸς ἡμῶν χάρτης καὶ δεύτερον ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἄλλη δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς δύναται νὰ κηρυχθῇ ἀπόβλητος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος τὸ κατ’ ἐμὲ ὅτι ἡ ὅρκισις τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ὁποία παρίσταται ὡς συστατικὸν στοιχεῖον τοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, δὲν εἶναι τοιοῦτον στοιχεῖον· ὑφίσταται ἡ ἰδιότης ἡ βουλευτικὴ καὶ ἄνευ τῆς ὁρκίσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἡ ὅρκισις εἶναι ἁπλῆ προϋπόθεσις διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, ἡ παράλειψις τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν ἄλλο τί, εἰ μὴ μόνον ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐν ὅσῳ δὲν ἔδωσε τὸν ὅρκον δὲν δύναται νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐνώπιον αὐτῆς, δὲν δύναται νὰ δώσῃ ψῆφον ἐπὶ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ψηφίζονται, δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἴσως τὴν ἀποζημίωσιν τὴν βουλευτικήν. Αὐταὶ εἶναι αἱ κυρώσεις ἐκ τῆς παραλείψεως τῆς ὁρκίσεως αἱ ὁποῖαι δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐκταθοῦν καὶ ἐπὶ τῆς ἀσυλείας τῆς βουλευτικῆς, διότι ταύτης δὲν δύναται οὔτε τῇ συνενέσει του νὰ στερηθῇ ὁ βουλευτής. Ἑπομένως ἡ μὴ ὅρκισις ἔχει ὡρισμένας συνεπείας, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε δύνανται νὰ εὐρυνθῶσιν εἰς στέρησιν τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος. Δὲν εἶναι μόνον ἡ βάσις αὐτὴ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη τοῦ κανονισμοῦ ἡ τροποποίησις. Ὑπεστηρίχθη ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὴν παράλειψιν τοῦ βουλευτοῦ ὅπως προσέλθῃ καὶ δώσῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον ἐπὶ ὡρισμένον διάστημα, ὡς παραίτησιν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἔθεσεν ἐντελῶς τέρμα, νομίζω, εἰς πᾶσαν ἀμφισβήτησιν, διότι ὁρίζει ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς παραιτήσεως καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἡ παραίτησις. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὴν διάταξιν ταύτην εἶναι διττῆς φύσεως. Τὴν ὑπηγόρευσεν ἡ ἀνάγκη, ὅπως μὴ ἡ παραίτησις ἐξηγηθῇ ὡς ἀφορμὴ πρὸς δημοκοπίαν, ὅπως μὴ ἡ παραίτησις γίνεται μετὰ ἐλαφρᾶς ἑκάστοτε καρδίας, ἀλλὰ ὁ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος ἀπεφάσισε νὰ εἴπῃ ὅτι «παραιτοῦμαι τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος» νὰ πρέπῃ νὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι θὰ εἶχεν ἡ σκέψις του αὕτη συνεπείας. Δεύτερον, ὅπως μὴ δημιουργηθοῦν τεκμήρια ὑπὲρ τῆς παραιτήσεως, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ ἀγάγουν εἰς κατάχρησιν ὑψίστης σοβαρότητος καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ Σύνταγμα διαγράφεται: «ἐπιβάλλεται, ὅπως ἡ παραίτησις ὑποβάλλεται ἐγγράφως εἰς τὴν Βουλήν». Δὲν ἠμπορεῖ δηλαδὴ κατ’ οὐδένα λόγον ἡ Βουλὴ ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος νὰ ἐξαγάγῃ ἐξ οἱασδήποτε ἐνεργείας τὸ τεκμήριον τῆς παραιτήσεως. Ἡ παραίτησις δὲν ἔχει ἰσχύν· πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἐγγράφως. Καὶ μόνον ὅταν ὑποβληθῇ ἐγγράφως πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. Ἐὰν ἠθέλωμεν καθορίσῃ τὸ ἀντίθετον, ὑποθέτω ὅτι ὁ δρόμος θά ἦτο εἰς ἄκρον ὀλισθηρός. Θὰ ἐφθάναμεν μάλιστα εἰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι συσκοτίζουν ἐντελῶς τὴν τάξιν τῆς Βουλῆς, τὴν πρόνοιαν ἡ ὁποία ἐλήφθη εἰς τὸν κανονισμὸν αὐτῆς διά τὴν ἐπιβολὴν μιᾶς εὐρυθμίας εἰς τάς ἐργασίας σώματος πολυμελοῦς, εἰς τὰς ἐργασίας μιᾶς συνελεύσεως πολυμελοῦς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι στέρησις τὴν ὁποίαν ἀπαγγέλλει ἡ Βουλή, τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, στέρησις ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι πλήρους ἀφαιρέσεως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν δυσκολίαν σήμερον, κύριοι, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις. Ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ καταφύγῃ εἰς τοιαῦτα μέτρα σήμερον, τὸ γνωρίζομεν αὐτό, ἀλλὰ τίς μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ μέλλον πρὸ ἀθρόων παραιτήσεων; Καὶ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖς θὰ κρίνῃ αὐτό; Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς; Ἀφήνομεν δηλαδὴ τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν ἔκθετον εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς σήμερον δικαίας, αὔριον ἀδίκου πλειοψηφίας. Καὶ αὐτὸ εἶναι εἰς ἄκρον ἐπισφαλὲς καὶ ἐπικίνδυνον. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ συμπληρώσω τὴν γνώμην μου ἀκόμη, θὰ ἔλεγον, ὅτι οὔτε ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη ἡ διάταξις αὐτὴ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἦτο ὁ ὀρθός, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ εἰσάγωνται τοιαῦται διατάξεις διὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι καὶ αὐτὸς νόμος ἀλλὰ νόμος περιωρισμένης ἐκτάσεως, ρυθμίζων μόνον τὴν διαδικασίαν καὶ τὴν τάξιν τῆς Βουλῆς, νόμος ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἀπονέμῃ ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ οὐσιαστικὰ δικαιώματα πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἄσκησιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Εἶναι ὀρθὸν νά ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κεκανονισμένην τροχιάν. Κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει, καὶ εἰλικρινῶς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος τὸ ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνεμίχθη καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τήν κατάθεσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς ἢ καὶ ἀναμιχθεῖσα δὲν εἶχε βεβαίως ποτὲ τήν ἔννοιαν τῆς ἀποστερήσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐξ ἑνὸς τῶν μελῶν της. Αὐτή ἡ ἰδέα ἀποκλείεται ἀπολύτως. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, ὅταν νομοθετοῦμεν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀκινδύνους διά τήν τύχην τῶν θεσμῶν, ὑπὸ ὅρους πραγματικῶς σήμερον ἀνευθύνους διά τήν τύχην τῶν θεσμῶν, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἐκτείνωμεν τὸ βλέμμα μας βαθύτερον, πρὸς ὁρίζοντας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν διαύγειαν τῆς σημερινῆς καταστάσεως, εἰς τοὺς ὁποίους πᾶσα πρόφασις θὰ εἶναι δυνατὴ ὅπως ἔχωμεν πραγματικὴν ὑπονόμευσιν τῶν ἐλευθεριῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀφείλει ἡ ἰδία Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς καταργήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς, καὶ εἶναι εὐτύχημα —ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἐφ’ ὅσον αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀκριβεῖς, ὅτι ὑπάρχει διὰ τὸν βουλευτὴν περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο συζήτησις ἕτερος λόγος ὥστε νὰ μὴ ἀποστερηθῇ ἕνα τμῆμα τῆς Χώρας ἑνὸς ἀληθοῦς του ἀντιπροσώπου, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἴδιος ἐδημιούργησεν ἀσυμβίβαστον· καὶ τότε ἂς ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα κίνδυνον. Ἄς παραμείνῃ ὅμως ἀπόλυτος ἡ ἑρμηνεία τοῦ καταστατικοῦ ἡμῶν χάρτου κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ὀφείλουν νὰ ἔχουν ὅλαι αἱ διατάξεις αἱ τείνουσαι εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῆς Ἐθνικῆς ἐντολῆς. Αἱ διατάξεις αὗται ὀφείλουν νὰ εἶναι στενῆς, στενωτάτης ἑρμηνείας καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ πολίτευμα ἡμῶν ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς ὑποβολῆς τῆς παραιτήσεως, ὁρίζει δὲ καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐπέρχεται ἡ ἔκπτωσις, ὀφείλομεν εἰς αὐτὰ καὶ μόνον τὰ στοιχεῖα νὰ περιορισθῶμεν, πᾶσα παράκλησις δέ, ἐπαναλαμβάνω, θὰ εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνος. (χειροκροτήματα).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος.
§155Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἡ Βουλὴ κύριοι, διὰ μακρῶν ἠσχολήθη ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ζητήσαντος μεταρρύθμισιν τῆς διατάξεως, καθ’ ὃ θεωρήσαντος ταύτην ὡς ἀντισυνταγματικήν. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐζήτητε τὴν κατάργησιν αὐτῆς διὰ λόγους οὐσιαστικούς, ὁ δὲ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἐθεώρησεν καὶ οὗτος τὴν διάταξιν ὡς ἀντισυνταγματικήν. Καὶ κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ διάταξις εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, διότι προσθέτει αὕτη ἕνα λόγον ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐνῷ οἱ λόγοι οὗτοι ἀπαριθμοῦνται περιοριστικῶς εἰς ὡρισμένον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ὁ βουλευτὴς ἐκπίπτει κατὰ τοὺς ὡρισμένους τούτους λόγους εἰς οὓς δὲν περιλαμβάνεται ἡ περίπτωσις περὶ ἧς ἡ ἐπικρινομένη διάταξις. Ὑπεστηρίχθη ὅτι πρὸ τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου δὲν ὑφίσταται βουλευτικὴ ἰδιότης ἀλλ’ αὕτη ὑφίσταται ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς, ἡ δὲ ὅρκισις εἶναι μόνον διὰ νὰ ἀσκῇ τὰ καθήκοντά του ὁ ἐκλεγόμενος. Καὶ ἄνευ τῆς ὁρκίσεως ὁ ἐκλεγεὶς ἀπολαύει ὅλων τῶν ἄλλων προνομίων καὶ τῆς εἰσπράξεως μάλιστα τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, καὶ εἴχομεν περὶ τούτου ἐπανειλημμένα παραδείγματα εἰς τὸ παρελθόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ βουλευτὴς εἶναι βουλευτὴς καὶ ἐὰν δὲν ὁρκισθῇ· καὶ ἐκπίπτει μόνον ὅταν συμπέσουν οἱ λόγοι οἱ ἀναγραφόμενοι εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος λόγος οὔτε δυνάμεθα νὰ θεσπίσωμεν τοιοῦτον λόγον ἐκπτώσεως τοῦ βουλευτοῦ, διότι ἀλλοίμονον ἂν ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ αὕτη τὸν τρόπον τῆς συνθέσεώς της, διότι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ ὀλιγοήμερος ἀπουσία τοῦ βουλευτοῦ συνεπάγεται ἔκπτωσιν. Ἡ σύνθεσις τοῦ Σώματος κανονίζεται ἄνωθεν καὶ ὄχι διὰ τῆς πλειοψηφίας. Λέγων ταῦτα, δὲν ἀποδίδω βέβαια καμμίαν πρόθεσιν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς σχετικῶς μὲ τὴν θέσπισιν τῆς διατάξεως ταύτης. Ἐγὼ ἀτομικῶς δὲν ἔχω κανένα σύνδεσμον μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Οἰτύλου, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ στάσις του εἶναι ἥκιστα συμπαθής, ἀλλὰ ὀφείλει ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ εἶναι ἀνωτέρα, διότι ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ σύνθεσίς της στηρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα ὅπερ ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις. Διὰ τοῦτο, συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ διστάσῃ νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν, διότι δὲν πρέπει ἡ παροῦσα Βουλὴ καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὸ σύνθημα τῆς καταργήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ὑπάρχουν λόγοι ἀσυμβιβάστου, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλουν νὰ ἐνεργηθοῦν τὰ περαιτέρω νόμιμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ διάταξις περὶ ἧς ἡ συζήτησις εἶναι ἀντισυνταγματική.
§156Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Εἶναι εὐνόητος ἡ σημερινὴ ὁμιλία τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διότι ὅταν συνεζητεῖτο ἡ τροποποίησις ἦτο ἀπών. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διατὶ οἱ ἀσχοληθέντες σήμερον μὲ τὴν τεθεῖσαν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ὅταν ἐψηφίζετο αὕτη.
§157Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἤμην ἀσθενὴς καὶ ὑπὸ παραίτησιν ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συνάγετε ἐκ τῆς σιωπῆς μας συμπεράσματα. Ἐν προκειμένῳ δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, οἱ δὲ βουλευταὶ ἐκφράζουν τὰς γνώμας των διὰ τῆς ψήφου των.
§159Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δηλῶ ὅτι δὲν ἐπρόσεξα τὴν διάταξιν αὐτήν.
§160Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Νὰ τὴν προσέξουν τὰ κόμματα ἂν δὲν τὴν ἐπρόσεξαν οἱ ἀρχηγοί.
§161Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι ψηφισθέντες διὰ τοὺς ὁποίους ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν αὐτῶν.
§162Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Εἶναι ἕνα εἶδος παραπόνου, διατὶ οἱ διαφωνοῦντες δὲν εἶπον τὰς γνώμας των ὅταν συνεζητεῖτο ἡ τροποποίησις, δεδομένου μάλιστα ὅτι κ. βουλευτὴς Κερκύρας ἐτύγχανε καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἤδη ἡ συζήτησις ἔρχεται ἀκαίρως, διότι ἡ διάταξις εἶναι κειμένη καὶ ἰσχύουσα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μὲ τοὺς ὑποστηρίξαντας τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως, οὐδὲ μὲ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, περιορίσαντα τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν ἄποψιν τῆς ἁπλῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις διότι δὲν δημιουργεῖ ἀσυμβίβαστον ὡς ὑπεστήριξαν οἱ προλαλήσαντες. Τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει ρητῶς τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἐκλεγέντων πρὸς ὅρκισιν, ἄνευ μάλιστα προσκλήσεως. Διαφωνῶ εἰς τὴν ἄποψιν καθ’ ἣν πρέπει νὰ χωρισθῇ ἡ ἰδιότης τοῦ βουλευτοῦ ἀπὸ ἐκείνην τῆς λειτουργίας τοῦ ἀξιώματός του, τῆς ἀσκήσεως δηλαδὴ αὐτοῦ, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ρύθμισις καὶ διαδικασία τῆς πρὸς ὅρκισιν ὑποχρεώσεως. Ἐκεῖνοι ἄλλως τε οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν εἰσηγηταὶ τοῦ Συντάγματος, εἶχον τὴν ἰδίαν καὶ αὐτοὶ γνώμην. Σεῖς λέγετε ὅτι ἕνας τρόπος ἀποχωρήσεως τοῦ βουλευτοῦ ὑπάρχει, ἡ παραίτησις καὶ τὸ ἀσυμβίβαστον, λησμονοῦντες ὅτι ταῦτα δύναται νὰ τὰ πολλαπλασιάσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Τοῦτο μάλιστα τὸ τελευταῖον δὲν σᾶς φοβίζει, καὶ σᾶς φοβίζει ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ. Βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρξουν συχνὰ περιστάσεις ἐφαρμογῆς αὐτῆς, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ, ὅτι ἡ διάταξις ὄχι μόνον δὲν καταστρατηγεῖ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ ἔρχεται καὶ εἰς ἐνίσχυσιν αὐτοῦ. Καὶ τοιαῦται, κύριοι, ἐπιδείξεις ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος δὲν φαντάζομαι ὅτι ἐνισχύουν τὸν Κοινοβουλευτισμόν, διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι ἔχουν ὑπὲρ αὐτῶν τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς κοινῆς γνώμης. Οὐδέποτε ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν στάσιν τοῦ βουλευτοῦ τοῦ ἀρνουμένου νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του.
§163Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐκπροσωπεῖ τὸν λαὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν τῆς ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ βουλευτάς.
§164Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ὁρίζει τὸ Σύνταγμα νὰ μὴ ἐκτελοῦν οἱ βουλευταὶ τὰ καθήκοντά των;
§165Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ δώσῃ λόγον ὁ βουλευτὴς εἰς τὸν διορίσαντα αὐτόν.
§166Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἡ ἐντολὴ δίδεται ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του. Εἶναι ἀντικειμενικὸς σκοπὸς αὐτῆς ἡ λειτουργία τοῦ ἀξιώματος.
§167Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ὁ κανονισμὸς ὁρίζει τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς.
§168Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Τὸ γνωρίζω. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ κανονισμοῦ συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη ἐν συνειδήσει καὶ ὄχι ἀνεπιγνώτως. Τοῦτο δὲν δύνανται ν’ ἀμφισβητήσουν οὔτε οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν συζήτησιν οὔτε ἡ Κυβέρνησις.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§170Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἐπεκαλέσθη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι δὲν ἐπροσέξαμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν ἡ ὁποία ἐψηφίσθη. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν γνῶσιν τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς καὶ ἑπομένως εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνος μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι ὅτι θὰ εἴπω ὅτι ὁ μεγαλείτερος ὑπεύθυνος δι’ αὐτὴν τὴν τροποποίησιν ἡ ὁποία ἔγινεν εἶναι ὁ κ. Τσαλδάρης. Ἄν τὸ Λαϊκὸν κόμμα παρίστατο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο ἡ τροποποίησις τοῦ κανονισμοῦ ἡ προταθεῖσα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον προεκάλει τὴν συζήτησιν αὐτὴν καὶ ἠκούομεν ὅλα τὰ λεχθέντα ἐδῶ σήμερον, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι δὲν θὰ ἐψηφίζαμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἡ εὐθύνη λοιπὸν εἶναι ἀκεραία εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην. (χειροκροτήματα).
§171Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ εὐθύνη, διότι ἐπί τινα χρόνον ἔπαυσα μετέχων τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, βεβαίως ὑφίσταται. Ἀλλὰ ὅταν ποτὲ ἐξετασθῇ, θὰ ἴδωμεν ποῖος μὲ ἐξηνάγκασε νὰ κάμω τοῦτο. (γέλωτες).
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὴ πηγαίνωμεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἀφοῦ ὅμως ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὄχι διὰ μακρῶν τὴν γνώμην μου ἀκριβέστερον. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ βουλευτοῦ δὲν δημιουργεῖ ὑποχρέωσιν διὰ τὸν ἐκλεγόμενον νὰ εἶναι βουλευτής, πιστεύω δηλαδὴ ὅτι ἡ λειτουργία αὐτὴ ἡ ὁποία ἀνατίθεται εἰς τὸν βουλευτὴν διὰ λαϊκῆς ἐκλογῆς δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ βουλευτής. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ὅταν ὁ βουλευτὴς δηλώσῃ ἐξ ἀρχῆς ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν ἐντολήν, δὲν ὑπῆρξεν ποτὲ βουλευτής. Ἀλλὰ ἡ θεωρητικὴ αὐτὴ γνώμη δὲν μὲ κάμνει νὰ παραγνωρίζω καὶ τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις—αἱ ὁποῖαι κάμνουν τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ ἀντιτίθεται κατ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως—καὶ τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι ἡ γενομένη τροποποίησις δὲν ἐγένετο καλῶς, γενομένη ἁπλῶς διὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Βέβαια μὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, χωριζόμεθα· καίτοι ἔν τινι μέτρῳ ἔχομεν κοινοὺς ἐχθρούς, ἐγὼ συμφωνῶ. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ κατὰ τὴν ἐσωτέραν του οὐσίαν δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρωμεν ποὺ διέστημεν καὶ ποῖος ἔχει δίκαιον—διότι εἴπομεν νὰ τὰ ξεχάσωμεν τὰ παλαιά—ἁπλῶς μόνον ὑποβάλλω ἕνα γεγονὸς ὅτι πιθανὸν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ αὐτοῦ δὲν εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι. Ἀλλὰ δεχόμεθα ὅτι ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἀποκλείεται ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος ἕνα μέλος τοῦ νομοθετικοῦ σώματος παρουσιάζει κινδύνους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω καὶ πάλιν ὅτι, ἂν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος παρίστατο ἐδῶ καὶ προυκάλει τὴν συζήτησιν αὐτὴν ὅταν ἐψηφίζετο, δὲν θὰ ἐψηφίζετο αὐτὴ ἡ διάταξις. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑποστηρίζω ὅτι διὰ νόμου ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τότε τοιαύτη διάταξις. Δὲν τὴν συνιστῶ νὰ ψηφισθῇ οὔτε διὰ νόμου. Ἦτο δυνατὸν ὅμως νὰ ψηφισθῇ τοιαύτη διάταξις, διότι ὁ νόμος ἔρχεται νὰ συμπληρώσῃ τὰ πολιτεύματα· ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ὑπάρχει ρητὴ ἀντίθετος διάταξις ἀπαγορεύουσα τοιαύτην συμπλήρωσιν θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ διὰ νόμου. Ἀλλ’ οὐδέποτε συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν διὰ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἑνὸς τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων νὰ συμπληρώσωμεν τὸ πολίτευμα ἐφ’ ὅσον θὰ περιορισθῶμεν διὰ τῆς τροποποιήσεώς μας νὰ ρυθμίσωμεν τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς. Δὲν συμφωνῶ δέ, διότι τὸ ἄρθρον 45 τοῦ Συν)τος λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ κανονισμοῦ ἔχοντος ἰσχὺν νόμου ὁρίζει τὸν τρόπον καθ’ ὃν θέλει νὰ ἐνασκῇ τὰ ἔργα αὐτῆς καὶ ρυθμίζει τὰ ἀφορῶντα τὸ προσωπικὸν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν γραφείων τῆς Βιβλιοθήκης (ἀναγινώσκει). Δὲν ἠμποροῦμεν λοιπὸν προφανῶς διὰ τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς νὰ ὑπερβῶμεν τὴν ἰσχὺν τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα δίδει εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἐκπτώσεως ἑνὸς βουλευτοῦ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, δηλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι κατόπιν τῆς συζητήσεως αὐτῆς εἶμαι πρόθυμος νὰ εἰσηγηθῶ τὴν τροποποίησιν τῆς τροποποιήσεως διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς παλαιὸν κεθεστώς. Δὲν συνιστῶ δὲ οὔτε διὰ νόμων νὰ συμπληρώσωμεν τὸ πρᾶγμα. Θὰ προσθέσω ὅτι εἶναι ἥκιστα συμπαθὴς ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Οἰτύλου καὶ χωρὶς νὰ μεταχειρισθῶ καμμίαν ἔκφρασιν διὰ νὰ τὴν χαρακτηρίσω, διότι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι καθῆκον του ἦτο, ὅταν ἐζήτησεν τὴν ψῆφον τῶν ἐκλογέων του ρητῶς νὰ τὸ δηλώσῃ, ὅπως ἔκαμα ἐγὼ ὅταν μοῦ ἔθεσαν ὑποψηφιότητα τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1916 εἰς Μυτιλήνην ἐγὼ τοὺς εἶπα ὅτι δὲν θὰ ὑπάγω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑπερασπίσω τὰ συμφέροντα σας καὶ νὰ σᾶς ἀντιπροσωπεύσω. Τὸ εἶπον τότε καὶ τὸ ἐγνώριζον αὐτοί. Ἐνῶ τώρα δὲν γνωρίζουν. Ἄς περιμένωμεν λοιπὸν νὰ παρέλθουν τὰ 5 ἔτη ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος ὁπότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν τροποποίησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ τότε θὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἐνδείκνυται ἢ ὄχι συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅπως διὰ τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος καθιερώσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Βουλευτοῦ νὰ προσέρχηται καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον καθιερεῖ τὸ πολίτευμα. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν τότε. Δὲν λέγω ἀπὸ τώρα ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῆς, διότι εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγετε ὄχι μόνον νὰ δίδετε ἀληθεῖς αἰτίας παρεξηγήσεων, ἀλλὰ οὔτε σκιὰς τοιαύτης αἰτίας οὔτε πρόφασιν παρεξηγήσεως. Αὐτὴ κ. βουλευταί, εἶναι ἡ γνώμη μου. (χειροκροτήματα). Ἐλέχθη ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ συνάδελφός μου δὲν ἔχουν σχέσιν, δὲν ἀφοροῦν τὴν Βουλήν. Ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐπικρίσεως, ἐπερωτήσεως.
§173Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμιλῶν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἶπεν ὅτι ἐπληροφορήθη ὅτι θὰ γίνῃ ἕνα τέτοιο πρᾶγμα. Ὁ κ. Ράλλης εἶπεν....
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν μέμφομαι διότι ὁ συνάδελφός μου τὸ εἶπεν. Ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπῃ, διὰ νὰ δειχθῇ ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι θεωρητικῆς σημασίας καὶ ὄχι πρακτικῆς σημασίας.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς.
§176Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὁ λόγος τοῦ ἀσυμβιβάστου, ἐκτὸς τῆς ἀποποιήσεως τοῦ ἀξιώματος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐμὲ εἶναι καὶ αὐτὸς λόγος ἐκπτώσεως, εἶναι ἀρκετὸς ἐν προκειμένῳ ἵνα θεωρηθῇ ὅτι ὁ περὶ οὗ ἡ συζήτησις βουλευτὴς ἐξέπεσε τοῦ ἀξιώματός του. Προεβλήθη ὅμως παραδόξως ὑπὸ πολλῶν ἀντισυνταγματικότης μιᾶς διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ πλέον ἢ συνταγματικῆς. Καὶ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς ὑπενθυμίσω μίαν διάταξιν τοῦ συντάγματος ἐκ τῆς ὁποίας ἕπεται ἡ συνταγματικότης τῆς τοῦ κανονισμοῦ. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ συντάγματος § 3 καὶ λέγει ὅτι «ἕδραι κενούμεναι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου πληροῦνται κλπ.». Ὁρίζει δηλαδή, ὅτι ἅμα κενωθῇ θέσις βουλευτοῦ πληροῦται· ἀλλὰ δὲν ὁρίζει ποσῶς τὰς περιπτώσεις τῆς κενώσεως τῆς θέσεως αὐτῆς. Ἄλλαι διατάξεις τοῦ συντάγματος εἰδικαὶ ὁρίζουν περιπτώσεις τινὰς τοιαύτης κενώσεως, ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐταὶ δὲν ἐξαντλοῦν ὅλας τὰς περιπτώσεις. Τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις τῆς παραιτήσεως, ἡ διάταξις τῆς ἐκπτώσεως καὶ τόσα ἄλλα. Ἡ περίπτωσις τοῦ θανάτου εἶναι ἀναμφισβητήτως περίπτωσις κενώσεως τῆς θέσεως αὐτοῦ, ἐν τούτοις οὐδεμία διάταξις εἰδικὴ ὁρίζει αὐτὴν ὡς τοιαύτην. Ἐκ τούτου ἕπεται ὅτι ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις κενώσεως θέσεως βουλευτοῦ περὶ ὧν ἡ διάταξις τοῦ συντάγματος προνοεῖ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 36 § 3 τοῦ Συντάγματος ἔχει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς μὲν καὶ τὰς δὲ ὅταν διατάσσει ὅτι αἱ κενούμεναι θέσεις πληροῦνται. Περὶ ἐκείνων τῶν περιπτώσεων περὶ ὧν δὲν ὁρίζει εἰδικῶς τὸ Σύνταγμα εἶναι ζητήματα ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος πότε ὑπάρχουν, ἤτοι πότε θεωρεῖται κενὴ ἡ θέσις βουλευτοῦ καὶ ὅταν δὲν πρόκειται περὶ περιπτώσεως εἰδικῶς ὁριζομένης ὑπ’ αὐτοῦ, περὶ ἀποποιήσεως του ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ τὸ Σύνταγμα εἰδικῶς δὲν προνοεῖ. Ἐν τῷ ἄρθρ. 41 § 2 αὐτοῦ ὁμιλεῖ περὶ παραιτήσεως. Ἀλλ’ ἄλλο εἶναι ἀποποίησις καὶ ἄλλο παραίτησις. Αὐτὸ μᾶς λέγει ἡ λογική. Δὲν ὑπάρχει ἄλλωστε νόμος τοῦ Κράτους σχετικὸς μὲ ἀξιώματα ἢ δικαιώματα, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ παραιτήσεως καὶ ἀποποιήσεως. Καὶ γίνεται ἡ διάκρισις αὕτη εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ δημόσιον. Οὕτω ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 118 «περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων» προνοεῖ περὶ ἀποποιήσεως τοῦ κοινοτικοῦ συμβούλου ἀπὸ τοῦ ἀξιώματός του, ἡ δὲ παράγραφος 4 τοῦ ἰδίου προνοεῖ περὶ παραιτήσεως αὐτοῦ. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μάλιστα ἔχει δεχθῆ ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς σύμβουλος ὁ μὴ ὁρκισθεὶς δὲν μπορεῖ νὰ παραιτηθῇ ἀλλὰ μόνον νὰ ἀποποιηθῇ τὸ ἀξίωμά του. Ἄλλο λοιπὸν ἀποποίησις καὶ ἄλλο παραίτησις. Περὶ τῆς παραιτήσεως προνοεῖ τὸ Σύνταγμα ὡς ἄνω εἰδικῶς, περὶ τῆς ἀποποιήσεως τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ ὅμως περὶ ἧς ἤδη πρόκειται εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας πότε ὑπάρχει ἢ καὶ ζήτημα ὅπερ νόμος ἢ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ δύναται νὰ καθορίσῃ, ὡς ἔπραξεν ἢ ὡς ἀντισυνταγματικὴ ἤδη προσβαλλομένη. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα ἂν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐξελέγη βουλευτὴς εἶναι ἢ ὄχι βουλευτὴς πρὶν νὰ ὁρκισθῇ, ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν κατὰ τὸ Σύνταγμα ὅτι εἶναι τὶς βουλευτὴς ἅμα ἐκλεγῇ καὶ πρὶν νὰ ὁρκισθῇ, δι’ ὃ καὶ ἀπολαμβάνει ὅλων τῶν προνομίων τοῦ βουλευτοῦ. Μόνον κατὰ τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται τὰ καθήκοντά του νὰ ἐνασκήσῃ πρὸ τῆς ὁρκωμοσίας του. Θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς ἅμα ἐξελέγη βουλευτὴς πρὶν νὰ ὁρκισθῇ εἶναι βουλευτὴς ἀτελής, μετὰ δὲ τὴν ὁρκωμοσίαν καθίσταται πλήρως βουλευτής. Ἢ ὅτι εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ ἐπήχθη αὐτῷ εἰς τὴν δευτέραν ὅτι τὸ ἀπεδέχθη οὗτος καὶ ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπαγωγῆς χωρεῖ ἀποποίησις· πότε δὲ ὑπάρχει ἀποποίησις, ἡ ἑρμηνεία τοῦ συντάγματος δύναται νὰ τὸ ὁρίσῃ ἢ καὶ εἰδικὸς νόμος ἢ ἀκόμη καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὅστις ἰσχύει ὡς νόμος καὶ ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ κανονίζῃ τοιαύτας περιπτώσεις οὔσας σχετικὰς μὲ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 45 τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὴν περίπτωσιν δὲ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἀξιώματος διὰ τῆς γενομένης ὁρκοδοσίας χωρεῖ μόνον παραίτησις, ἥτις ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἀποποίησιν ἥτις δὲν καθορίζεται εἰδικῶς πότε ὑπάρχει καὶ πῶς γίνεται, ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἄρθρον 41 ὅτε εἶναι συντετελεσμένη. Αὐταὶ εἶναι αἱ ὀρθαὶ ἑρμηνεῖαι τοῦ Συντάγματος. Πρέπει νὰ δεχθῶμεν αὐτὰς τὰς ἑρμηνείας διότι συντρέχουν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς κατὰ τὸ Σύνταγμα λαϊκῆς ἐντολῆς. Ἐνῷ αἱ ἀντίθεται ἑρμηνεῖαι παραβιάζουν τὴν ἐντολὴν αὐτήν. Ἐπὶ πλέον, κύριοι βουλευταί, ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει ὁ ἀποποιούμενος βουλευτὴς δὲν ἀποποιεῖται τὸ ἀξίωμά του ἁπλῶς ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἀχαρακτήριστον, ἀποποιεῖται αὐτὸ διὰ νὰ ἀσεβήσῃ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα. Εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δεχθῶμεν ἑρμηνείαν συντρέχοντες οὔτε ὥστε οἱ βουλευταὶ νὰ ἀσεβοῦν καὶ νὰ παραβιάζουν τὸ Σύνταγμα; Τέλος, κύριοι βουλευταί, κι’ ἂν παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι αἱ ἑρμηνεῖαι ποὺ δίδομεν δὲν στηρίζονται διάταξίν τινὰ τοῦ Συντάγματος, πρέπει καὶ πάλιν νὰ τὰς δεχθῶμεν διότι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι τι νεκρὸν ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνεται τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Τὸ Σύνταγμα εἶναι ὀργανισμὸς ζῶν, ἐξελισσόμενος. Αἱ ἀνάγκαι τῆς ζωῆς του ὄχι μόνον τὰ κενά του ἐπιβάλλουν νὰ συμπληρῶνται ἀλλὰ καὶ αἱ διατάξεις του νὰ τροποποιῶνται καὶ διὰ τῆς ἑρμηνείας μόνης. Οὕτω τὸ Ἀμερικανικὸν Σύνταγμα συνεπληρώθη, ἐτροποποιήθη, ἐξειλίχθη καὶ εἶναι ὅλως ἀγνώριστον διὰ τῆς ἑρμηνείας μόνον.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη.
§178Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Τρίτης τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως ἀγροφυλακῆς.»
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 8.15′ μ. μ.)