1929.12.05
2,861 rows · 20,971 words · 256 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
ΠΕΜΠΤΗ 5 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1929
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐνοριακῶν ἐπιτροπῶν τῶν ἱερῶν ναῶν Λαμίας αἰτοῦνται ὅπως μὴ γίνωσι δεκταὶ αἱ ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας ὑποβληθεῖσαι τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καὶ περὶ ἐνοριῶν. —Ἡ Ἕνωσις ἐφέδρων ὑπαξιωματικῶν Ἠλείας αἰτεῖται τὴν ψήφισιν τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ὑπαλλήλων νομοσχεδίου. —Οἱ πολύτεκνοι Ζευγολατίου αἰτοῦνται τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ πολυτέκνων. —Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ξυλαγανῆς καὶ ἡ ἐκεῖ Προσφυγικὴ Ὁμὰς αἰτοῦνται τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς των καὶ διαμαρτύρονται διὰ τὸ σύστημα τῆς διανομῆς τῶν ἀγρῶν. —Οἱ ἀλευροβιομήχανοι Πατρῶν αἰτοῦνται τὴν μείωσιν τοῦ ἰσχύοντος δασμοῦ. —Ὁ σύνδεσμος τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων Τριπόλεως συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ὑπὸ τοῦ Συνδέσμου βοηθῶν φαρμακοποιῶν Θεσσαλονίκης ὑποβληθέντος αἰτήματος περὶ κατοχυρώσεως τῆς θέσεως προσωπικοῦ φαρμακείων. —Τὰ Σωματεῖα καπνεργατῶν Ἀλιστράτης, Πετριτσίου καὶ Σερρῶν αἰτοῦνται τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἐπιδομάτων, τὴν διατήρησιν τοῦ συστήματος χορηγήσεως αὐτῶν, τὴν κατάργησιν τοῦ κανονισμοῦ ἀνεργίας, καὶ τὴν σύνταξιν νέου τοιούτου. —Ὁ σύλλογος τῶν ποιμένων Ἀττικῆς αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Γάλλου Ρεθύμνης αἰτοῦνται τὴν σύνδεσιν τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Ρεθύμνης–Χανίων μετὰ τοῦ χωρίου των. — Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ ταγματάρχης Μάμπου, κάτοικος Λαμίας, αἰτεῖται τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεώς του. — Ὁ κ. Θ. Μουλίνος αἰτεῖται τὴν παρὰ τοῦ Κράτους ἐξαγορὰν τοῦ ἐκ 14 χιλιάδων σελίδων καὶ τόμων 24 ἐκκλησιαστικοῦ συγγράμματος, ἐγκεκριμένου ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τοῦ ἀποθανόντος ἀδελφοῦ του. — Ὁ σύνδεσμος προσφύγων Σητείας αἰτεῖται τὴν ταχεῖαν καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως, ὁριστικὴν παραχώρησιν τῶν κλήρων, καὶ ἀναβολὴν πληρωμῆς τῶν πρὸς τὴν Ε.Α.Π. χρεῶν των. — Οἱ κάτοικοι τοῦ συνοικισμοῦ Ἁγίας Φωτεινῆς Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται διὰ τὴν κατεδάφισιν τῶν οἰκημάτων των ἄνευ ἀποζημιώσεώς τινος. — Οἱ ἱεροσπουδασταὶ τῆς ἱερατικῆς σχολῆς Χανίων Κρήτης αἰτοῦνται τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ λειτουργίας τῶν ἱερατικῶν σχολῶν. — Οἱ κάτοικοι τοῦ συνοικισμοῦ Βεγώρας Σόροβιτς καταγγέλουσι τοὺς ἐποικιστικοὺς ὑπαλλήλους ἐπὶ βανδαλισμῷ καὶ σατραπηκότητι καὶ αἰτοῦνται τὴν τιμωρίαν αὐτῶν. — Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀποστέλλει τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 1940 πρᾶξιν ἐπὶ τοῦ ἐκδοθέντος ὑπ’ εὐθύνην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν χρηματικοῦ ἐντάλματος ἐκ δραχμῶν 220.000 διὰ τὴν προμήθειαν ἑνὸς αὐτοκινήτου πρὸς θεώρησιν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ἀλαβᾶνος καταθέτει ὑπόμνημα τῶν πλοιάρχων καὶ μηχανικῶν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ συνταξιούχων τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, διαμενόντων ἐν Σύρῳ καὶ Ἄνδρῳ. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Παπαναστασίου καὶ Γρ. Τηλικίδης καταθέτουν ἀναφορὰν πτυχιούχων φιλολογίας, θεολογίας καὶ φυσικομαθηματικῶν, αἰτουμένων τὴν χρησιμοποίησίν των. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μάρκου καταθέτει ἀναφορὰν τῆς χήρας Κλεοπάτρας Μ. Καφρίτσα. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει: α) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Ἁγίου Νικήτα Λευκάδος αἰτουμένων ἀνασύστασιν τοῦ τελωνοσταθμαρχείου των· καὶ β) Ὑπόμνημα τῶν ὀρφανῶν θυγατέρων τοῦ ἀποβιώσαντος συμβολαιογράφου Λευκάδος Κοντωπίδη, αἰτουμένων τὴν ἀπονομὴν συντάξεως. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Γερογιάννης, Ι. Κοκκινᾶτος, καὶ Θ. Χαβίνης καταθέτουν αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ συνεταιρισμοῦ Δουβιάνων. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Ἀποσκίτης, Ι. Μπούτης, Ι. Γιαμούζης, Δ. Κουντούρης, Ταρσούλης, Ι. Ἀποστόλου, Ἀθ. Ζωγράφος, καὶ Κ. Βλαχοθανάσης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς». Ὁ κ. Α. Παπᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς) καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ὀργανώσεως τοῦ δημοσίου ψυχιατρείου Κερκύρας». 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 4061 περὶ ὑγιεινῆς καὶ προστασίας τῆς μητρότητος καὶ τῶν παιδικῶν ἡλικιῶν καὶ 4061 περὶ Πατριωτικοῦ Ἱδρύματος Προστασίας τοῦ Παιδιοῦ», καὶ 3) «Περὶ διοικητικοῦ συμβουλίου παρὰ τῷ ὑπουργείῳ Ὑγιεινῆς καὶ παρ’ αὐτῷ νομικοῦ συμβούλου». Ὁ κ. Π. Βουρλούμης (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. τῆς 17 Ἰουλίου 1923 περὶ εἰδικῶν διατάξεων ἐπὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν». Οἱ κ. κ. Π. Βουρλούμης (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας), Κ. Σπυρίδης (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας), καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Σεπτεμβρίου 1929 Ν. Δ. περὶ ἱδρύσεως Γραφείου Προστασίας Ἑλληνικῶν Σύκων». Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ταχυδρομικῆς ἀνταποκρίσεως». Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων»· καὶ 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 16 Νοεμβρίου 1929 συμβάσεως μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ ἀναθέσεως αὐτῇ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων 6% τοῦ 1923 (ἑλληνοβουλγαρικῆς μεταναστεύσεως) καὶ 6% τοῦ 1929 (δι’ ἀποζημίωσιν τῶν ἐκ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ὑποστάντων ζημίας) κλπ.». Οἱ κ. κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Σ. Γονατᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 25 Νοεμβρίου 1929 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Οἱ κ. κ. Δ. Μπότσαρης (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχ. 954.598.60 εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων Ὁ κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως δημοδιδασκάλων Ἠπείρου καὶ ἐπιτροπῆς γεωργικῶς μετεκπαιδευομένων δημοδιδασκάλων.
§3Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Οἱ δημοδιδάσκαλοι τριτοβάθμιοι εἰς τοὺς ὁποίους ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα τῆς μετεκπαιδεύσεως ὑποβάλλουν ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦν ὅπως μετεκπαιδευόμενοι κατατάσωνται μὲ τὰ προσόντα καὶ τὸν χρόνον ὑπηρεσίας, τὸν ὁποῖον κέκτηνται. Τὸ αἴτημα εἶναι δίκαιον ὡς καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὁ προστάτης τῶν δημοδιδασκάλων θὰ θελήσῃ νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του.
§4Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ εὑρίσκεται δίκαιον;
§5Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δικαιότατον.
§6Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἔχουν προϋπηρετήσει καὶ ἔχουν προσφέρει ὑπηρεσίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοηθῇ ἡ προηγουμένη ὑπηρεσία.
§7Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Καθόλου δὲν ἀγνοεῖται· ἕως τώρα δὲν μποροῦσαν νὰ πᾶνε παραπάνω ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ γραμματέως αʹ ἂν θέλετε αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν νὰ ὑπολογισθοῦν ὁμοίως μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπολυτήριον γυμνασίου καὶ διδασκαλείου θὰ κάμωμεν κἄτι τι ἄτοπον.
§8Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Εἶναι δῶρον ἄδωρον, διότι ἂν ἔχουν 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ζητεῖτε τὴν πενταετίαν....
§9Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Αὐτὸ τὸ τροποποιοῦμεν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωγράφος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§11Π. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ ὑπηρεσία ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν πλέον τῶν 20 ἐτῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἐπὶ τῆς αὐτοῦ ἀναφορᾶς.
§13Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ κυριώτερον τῶν αἰτημάτων εἶναι νά πληρώνωνται ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι οἱ Πρόεδροι τῶν κοινοτήτων δὲν στέργουν νὰ δώσουν τὸ πεντακοσιόδραχμον ἐπίδομα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουπαροῦσος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§15Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Οἱ Πρόεδροι τῶν κοινοτήτων ὄχι μόνον ἀρνοῦνται τὴν πληρωμὴν τῶν μετεκπαιδευομένων δημοδιδασκάλων ἀλλ’ ἀντιδροῦν κατὰ τῆς λειτουργίας τῶν σχολῶν. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲ εἰς τὰ χωρία δὲν ὑπάρχουν μαθηταὶ κάτω τῶν 14 ἐτῶν οὕτω δὲ τὰ τωρινὰ σχολεῖα δὲν καθίσταται δυνατὸν νὰ λειτουργήσουν.
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ φοίτησις εἶναι ἑξαετὴς, ὅπως γνωρίζετε, 6+6=12. Μένουν μαθηματικῶς 12 χρόνια, ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλὰ παιδιὰ συμβαίνει νὰ μένουν εἰς τὴν ἰδίαν τάξιν, συμβαίνει ἕνα μέρος μεγάλο τῶν μαθητῶν νὰ μένῃ ἔτσι. Δι’ αὐτὸ οἱ διδάσκαλοι ζητοῦν ν’ αὐξηθῇ τὸ ὅριον εἰς 16 ἔτη.
§17Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Ζητοῦν δύο ἔτη.
§18Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Περιλαμβάνεται εἰς τὰς τροποποιήσεις.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωστόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς συνομοσπονδίας τῶν ἀγροτῶν Μεσσηνίας.
§20Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ κυριώτερα τῶν αἰτημάτων τῆς Συνομοσπονδίας τῶν ἀγροτῶν Μεσσηνίας γνωρίζει ἡ Βουλὴ ἀπὸ παρελθούσας συζητήσεις ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἄνοιξιν οἱ παγετῶνες κατέστρεψαν ὁλόκληρον τὴν παραγωγὴν τῶν σταφιδαμπέλων ὄχι μόνον τῆς Μεσσηνίας ἀλλὰ καὶ ἑνὸς μεγάλου τμήματος τῆς Πελοποννήσου. Οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ σήμερον εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἄνευ οὐδενὸς εἰσοδήματος ὄχι μόνον τὸ πρόβλημα τοῦ ἐπιουσίου των ἄρτου, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς μεγάλας πρὸς βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας των δεδομένου ὅτι αἱ καταστροφαὶ αὗται κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας θὰ ἔχουν σπουδαίαν σημασίαν καὶ ἐπὶ τῆς προσεχοῦς καὶ μεταπροσεχοῦς ἐσοδείας. Χάρις εἰς τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη ἕνας τρόπος ἀποζημιώσεως τῶν παραγωγῶν αὐτῶν χωρὶς τὸ Κράτος νὰ ἐπιβαρυνθῇ διόλου διὰ τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ αὕτη κατεκρατήθη παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἀπόσβεσιν παλαιῶν καλλιεργητικῶν δανείων καὶ συνεπῶς αὐτοὶ εὑρίσκονται λαμβάνοντες ἀποζημίωσιν καὶ συγχρόνως ἄνευ οὐδενὸς πόρου διὰ ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὰς διαφόρους ἀνάγκας αὐτῶν. Ἐλέχθη ἐσχάτως ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπέσπευσε τὰς ἐργασίας διὰ τὴν χορήγησιν τῶν καλλιεργητικῶν δανείων, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὰ δάνεια αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ ὠφελήσουν τὴν κατάστασιν, διότι θὰ διατεθοῦν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν παγοπαθῶν καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ ν’ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος. Τοιουτοτρόπως, ἂν χορηγηθοῦν αὐτὰ τὰ δάνεια, ἐφ’ ὅσον δὲν ληφθῇ ἓν μέτρον, ἡ μὲν Τράπεζα ταχέως θὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τὰ παλαιὰ δάνεια, οἱ παραγωγοὶ θὰ παραπονοῦνται διαρκῶς καὶ ἡ σταφὶς θὰ παραμένῃ ἐγκαταλελειμμένη. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ σύστασις ὅπως ἐνισχυθοῦν οἱ παραγωγοὶ εἶναι ζήτημα σχετιζόμενον ἀμέσως πρὸς αὐτὴν τὴν τύχην τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ ἐθνικοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔδειξε τόσον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν πρόοδον τῆς γεωργικῆς μας παραγωγῆς, δὲν δύναται νὰ παρίδῃ τὴν σταφίδα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὰ αἰτήματα τῶν παραγωγῶν. Τὸ συνέδριον τὰ συνοψίζει καὶ κυρίως ζητοῦν τὴν χορήγησιν μακροπροθέσμων τοκοχρεωλυτικῶν δανείων ὥστε νὰ ἀποσβεσθοῦν εἰς μακρότερον χρονικὸν διάστημα. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἀλλὰ λυποῦμαι διότι οὐδὲν ἀποτέλεσμα μέχρι τοῦδε εἴδομεν. Θὰ ἐπεθύμουν καὶ πάλιν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τονίσω τὴν ἀνάγκην ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπιμεληθῇ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ μᾶς ἀναγγείλῃ ταχύτερον μίαν λύσιν, διότι ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἀγροτῶν αὐτῶν εἰς τὴν τύχην των θὰ εἶναι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου ζήτημα δημοσίας τάξεως δι’ ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βερδέλης ἐπ’ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§22Α. ΒΕΡΔΕΛΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν, διότι εἶναι τραγικὴ ἡ κατάστασις, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Παμμακεδονικοῦ φοιτητικοῦ συλλόγου περὶ ὁλοκληρώσεως τῶν σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ὄχι μόνον τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ καὶ ὅλων σχεδὸν τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων τῆς Μακεδονίας, αἱ ὁποῖαι ζητοῦν τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γνωρίζω τὰς μέχρι τοῦδε σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως αἱ ὁποῖαι ἐγνώσθησαν δι’ ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰς ἀνακοινώσεις αὐτὰς ἡ Κυβέρνησις μὴ ἐπιθυμοῦσα ν’ αὐξηθῇ τὸ ρεῦμα πρὸς τὰς ἐπιστήμας, δὲν εἶναι εὐνοϊκὴ πρὸς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ Πανεπιστημίου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι ἡ ὁλοκλήρωσις τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δὲν ἔχει ἀναγκαίαν συνέπειαν τὴν αὔξησιν αὐτοῦ τοῦ ρεύματος εἰς τὰς θεωρητικὰς ἐπιστήμας. Ὅταν συνεστήσαμεν τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὴν Μακεδονικὴν πρωτεύουσαν πλῆρες Πανεπιστήμιον καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἔχουν τὴν εὐκολίαν πρὸς ἀνωτέρας σπουδὰς οἱ κάτικοι τῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης καὶ διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν προσωπικὸν κατάλληλον διὰ τὴν διοίκησιν τῶν Νέων Χωρῶν, αἵτινες θεωροῦνται τόποι ἐξορίας, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διὰ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι εἴχομεν πεισθῇ ὅτι μὲ ἓν μόνον Πανεπιστήμιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθοῦν ἐπιστῆμαι εἰς τὸν τόπον ὅπου πρέπει νὰ προαχθοῦν, εἶναι δὲ ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ ἐπίδοσις εἰς τὰς θεωρητικὰς ἐπιστήμας εἶναι ἐπιβλαβὴς καὶ εἰς τὸν πρακτικὸν βίον. Δὲν εἶναι ἐπιβλαβής, διότι καὶ αἱ θεωρητικαὶ ἐπιστῆμαι καλῶς ἀσκούμεναι, ἀσκοῦσι μεγίστην ἐπίδρασιν εἰς τὴν παραγωγικὴν ζωήν. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιστημόνων, ἐνῷ δὲν ἔχομεν τόσην ἀνάγκην αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστημόνων, δὲν εἶναι βάσιμος, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσαγωμένων εἰς τὸ Πανεπιστήμιον σπουδαστῶν. Ἂν ἐξετάσετε πόσοι εἶναι οἱ σπουδασταὶ ἐκ τῶν νέων χωρῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, θὰ πεισθῆτε ὅτι ὑπάρχει μεγάλος ἀριθμὸς ἐκ Θεσσαλονίκης, Μακεδονίας, Θράκης καὶ Ἠπείρου φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι κάλλιστα ἠδύναντο νὰ μορφωθῶσιν εἰς Θεσσαλονίκην. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ἓν ὅριον σπουδαστῶν καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἓν ἄλλο ἐμπόδιον: Ἡ ἐξεύρεσις τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, ὅπως συνέβη ἄλλωστε πολλάκις εἰς τὸ Ἀθηναϊκὸν Πανεπιστήμιον, εἶναι δυνατὸν τὰ κενὰ ν’ ἀναπληρωθοῦν ἀπὸ τοὺς ἄλλους καθηγητὰς ἢ μὲ ἐκτάκτους καθηγητάς, παρεχομένης οὕτω τῆς εὐκαιρίας εἰς τοὺς νέους ἐπιστήμονας ὅπως δοκιμασθοῦν. Ἡ ἀναφορὰ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν σύστασιν τῆς Νομικῆς Σχολῆς ἀλλ’ ὅλας τὰς σχολὰς τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος εἶναι πληρέστερος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Ἀθηνῶν, διότι περιλαμβάνει καὶ σχολὰς πρακτικῆς ὅπως ἡ δασοκομικὴ καὶ ἡ γεωπονικὴ καὶ ἄλλας. Καὶ διὰ τὴν ἰατρικὴν ἀκόμη σχολὴν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν κατωρθώσῃ νὰ λειτουργήσῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, διότι, ὡς λειτουργεῖ ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ εἰς τὰς Ἀθήνας, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ λαμβάνουν ἄδειαν ἰατροῦ ἄνθρωποι μὴ ἀσκηθέντας ἐπαρκῶς εἰς τὰ νοσοκομεῖα, λόγῳ τῆς μεγάλης πληθώρας τῶν σπουδαστῶν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τῆς ὀλιγωτέρας ἀνέσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ νοσοκομεῖα. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὑπάρχουσι νοσοκομεῖα ἐπαρκεῖ, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν ἱκανὰ νὰ μορφώσουν ἑκατοντάδας φοιτητῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν ταῦτα καὶ φροντίσῃ τὸ ταχύτερον ὅπως λειτουργήσῃ τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης. Ὑπάρχει ἀκόμη καὶ μιὰ μικρὰ ἀντίρρησις ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐπιδιώκεται νὰ ὀργανωθῇ ὁ βίος τῶν φοιτητῶν κατὰ σύστημα κἄπως διάφορον τῆς ὀργανώσεως τοῦ βίου τῶν φοιτητῶν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ κώλυμμα, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ παρασχεθοῦν τὰ μέσα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ὥστε οἱ ἐκεῖ σπουδασταὶ νὰ ἀπολαμβάνουν ὄχι μόνον ἐπιστημονικῆς μορφώσεως, ἀλλὰ καὶ κοινωνικῆς διαπαιδαγωγήσεως. Ἤθελα νὰ ἴδω ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ διατὶ ἐπὶ τέλους ἐνῷ ἔπρεπε νὰ λειτουργήσῃ ἐφέτος ἡ φαρμακευτικὴ σχολὴ ἐπὶ παραδείγματι δὲν ἐλειτούργησεν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ τὸ λέγω διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὅπως ὀργανωθοῦν τὰ ἐργαστήρια διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς κτηνιατρικῆς σχολῆς, δὲν ἐλήφθη ἀκόμη καμμία πρόνοια διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῶν τῶν ἐργαστηρίων.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουπαροῦσος ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Ν. Χωρῶν διὰ τὴν μὴ λειτουργίαν τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Πανεπιστημίου.
§26Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Εἶναι, κύριοι, βουλευταί, πραγματικῶς πικρὸν τὸ παράπονον τοῦ Μακεδονικοῦ καὶ Θρακικοῦ λαοῦ, διότι παρεμβάλλονται προσκόματα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Θεσσαλονίκης τὸ ὁποῖον ἔγινε μὲ τόσας μεγάλας ἐλπίδας καὶ ἐκ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἐλπίζομεν νὰ ἐξυπηρετηθῶσι πολλαπλοὶ σκοποὶ καὶ νὰ προοδεύσῃ ὁ ἐν γένει βίος τῶν κατοίκων τῶν Νέων Χωρῶν. Ὅταν ἀπεφασίσθη παρὰ τῶν προκατόχων κυβερνήσεων ἡ ἵδρυσις τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἐγένετο εὐρυτάτη συζήτησις ἐνταῦθα καὶ ἐθεωρήθη ὡς κάτι ἀναγκαῖον νὰ ἱδρυθῇ τὸ Πανεπιστήμιον τοῦτο διὰ πλείστους λόγους. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἵνα μὴ ἐπιβαρυνθοῦν οἰκονομικῶς οἱ ἐν ταῖς χώραις φοιτηταὶ διότι ὁ βίος ἐν Ἀθήναις εἶναι πολὺ ἀκριβὸς ἐνῷ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην εἶναι εὐθυνότερος καὶ σὺν τῷ χρόνῳ ἀποκτήσουν αἱ Νέαι Χῶραι ὅλο ἐκεῖνο τὸ ὑλικὸν ποὺ τοὺς χρειάζεται διὰ νὰ προοδεύσουν. Ἐπίσης ἡ θέσις τῆς Θεσσαλονίκης εὑρισκομένης πλησιέστερον πρὸς τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, πρὸς τὴν Σερβίαν, πρὸς τὴν Ἀλβανίαν καὶ πρὸς τὴν Τουρκίαν ἐπιβάλλει ὅπως ἱδρυθῇ τὸ Πανεπιστήμιον τοῦτο, δεδομένου μάλιστα ὅτι μεταπολεμικῶς νέαι ἰδέαι ἐπικρατοῦν εἰς ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, νομίζομεν δὲ ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Θεσσαλονίκης θὰ εἶναι τὸ κέντρον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ συναγωνίζωνται περὶ τοῦ καλλυτέρου μέλλοντός των. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους εἶναι ἀναγκαῖον ὅπως ὁλοκληρωθῇ τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἓν Πανεπιστήμιον τὸ ὁποῖον νὰ συναγωνίζεται μὲ τὸ Πανεπιστήμιον τῶν Ἀθηνῶν τὸ ὁποῖον δυστυχῶς κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας, ὅπως γνωρίζωμεν ἅπαντες, δυστυχῶς δὲν μᾶς δίδει ἐπιστήμονας καὶ δὲν μᾶς δίδει ἐπιστήμονας διότι, ὅπως πλεῖστοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον, ἔχει τόση σαπήλα μέσα του ὥστε νά μὴ εἶναι δυνατὸν νά καθαρισθῇ. Καὶ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα τὸ πῶς σκέπτονται οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης. Διῆλθον ἐκ Θεσσαλονίκης ὅπου συνήντησα τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου κ. Μαραβελάκην καθηγητὴν τῆς Γεωλογίας καὶ ἐνῷ τὸν παρεκάλεσα νά ἔλθῃ εἰς Κοζάνην διά νά μᾶς δώσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς ἱδρύσεως καὶ τοῦ προσεφέραμεν καὶ 100 χιλιάδας δραχμὰς διά τρεῖς ἡμέρας μᾶς εἶπεν ὅτι ἔχω ἄλλην ἐργασίαν ἐδῶ, εἶμαι προωρισμένος δι’ ἄλλον σκοπόν. Μὲ τοιούτους καθηγητάς ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἔχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι θά παρουσιάσωμεν τὴν νέαν γεννεάν καλλιτέραν ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας. Ὁ συναγωνισμὸς αὐτὸς τῶν δύο Πανεπιστημίων ἀσφαλῶς θὰ προαγάγῃ ὄχι μόνον τοὺς νέους τῶν Νέων Χωρῶν ἀλλὰ καὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ θὰ ἀναγκάσῃ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἐργασθοῦν καλλίτερον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ παρεκαλοῦσα καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον τὰ καταγγελθέντα ἐκ Θεσσαλονίκης ἔχουν ἀληθείας, διότι τηλεγραφοῦν ἐκ Θεσσαλονίκης ὅτι οἱ χωροφύλακες δὲν συμπεριεφέρθησαν τόσον καλῶς πρὸς τὴν φοιτητικὴν τάξιν τῆς Θεσσαλονίκης ἥτις παρ’ ὅλας τὰς ἀριστερὰς ἰδέας ποὺ ἐπιπολάζουν ἐν Θεσσαλονίκῃ λόγῳ τῶν ἀναρχικῶν στοιχείων εἶναι νομοταγὴς καὶ ἐπιμελεστάτη. Καὶ θὰ παρεκάλουν τὴν κυβέρνησιν ἐὰν’ δύναται νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις κατὰ πόσον τὰ καταγγελθέντα ἐκεῖθεν ὅτι ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκον της ἔχουσι ἀληθείας, καὶ νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπαιτίων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶχα νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔχει ὑποχρέωσιν διότι εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ Θράκην κατετάχθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη οὔτε λίγο οὔτε πολὺ 1.000 φοιτηταὶ οἱ ὁποῖοι στεροῦνται ἀκόμη τῶν ἐπιστημόνων των. Ἔχουσι καὶ αὐτοὶ δικαιώματα ἐπὶ τῆς ζωῆς ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὸ δικαίωμα νά ἔχουν τοὺς ἐπιστήμονάς των.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωγράφος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§28Π. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε εἰς ὅσα εἶπον οἱ προλαλήσαντες παρὰ τὰ ἑξῆς μόνον τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὴν Μακεδονίαν καὶ Θράκην περισσότερον. Πρέπει νὰ ὀργανωθῇ ἡ σχολὴ τῶν Πολιτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ εἶναι τὸ φυτώριον τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων τῶν Ν. Χωρῶν διότι ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν δὲν ἔρχονται ὑπάλληλοι εἰς τὰς Νέας χώρας. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρηστομᾶνος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§30Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Δὲν φρονῶ ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Θεσσαλονίκης ἐγένετο ἐπὶ σκοπῷ τῆς οἰκονομικωτέρας διαβιώσεως τῶν φοιτητῶν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην παρὰ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος, διότι τότε θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν παντοῦ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας Πανεπιστήμια. Ὁ σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τοῦ Πανεπιστημίου ἦτο ἄλλος. Ἦτο νὰ γίνῃ δεύτερον Πανεπιστήμιον, δεύτερον πνευματικὸν κέντρον εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκείνην ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν ἄμεσον μὲ τοὺς Βαλκανικούς μας γείτονας καὶ εἰς τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ προκαλέσωμεν ἀνωτέραν καὶ ζωηροτέραν πνευματικὴν κίνησιν. Αὐτὸς ἦτο ὁ εἷς τῶν σκοπῶν τῆς ἱδρύσεως τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ δεύτερος σκοπὸς ἦτο νὰ δοθῇ εὐκαιρία ἁμίλλης μεταξὺ τῶν δύο Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐγένετο ἅπαξ καὶ ἡ ἵδρυσις τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν νὰ φυτοζωῇ μὲ τὸ νὰ μὴ παρέχωνται εἰς αὐτὸ τὰ μέσα νὰ ζήσῃ. Καὶ νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὸ προαγάγωμεν εἰς βαθμὸν τοιοῦτον καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ ζήσῃ καὶ νὰ εὐημερήσῃ. Διότι ὅταν κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη τῶν σπουδῶν των οἱ φοιτηταὶ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἐργάζωνται εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ νὰ συμπληρώσουν τὰς σπουδάς των, τότε ἀσφαλῶς τὸ Πανεπιστήμιον δὲν ἐπιτελεῖ τὸν προορισμόν του καὶ συνεπῶς εἶναι καταδικασμένον εἰς μαρασμόν. Καὶ οὕτω θὰ δικαιολογηθοῦν καὶ οἱ καθηγηταὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦν μόλις λήξουν καθ’ ἑβδομάδα τὰ μαθήματα τοῦ πανεπιστημίου τὴν Παρασκευὴν νὰ ἔρχωνται εἰς τὰς Ἀθήνας, κατὰ Σάββατον καὶ Κυριακὴν καὶ νὰ ἐπιστρέφουν πάλιν κατάκοποι τὴν Δευτέραν εἰς Θεσσαλονίκην. Ἀποδεικνύουν οὕτω ὅτι δὲν αἰσθάνονται ἑαυτοὺς συνδεδεμένους εὐχαρίστως πρὸς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ θερμάνωμεν περισσότερον τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτὴν φιλίαν εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ νεωτέρα γεννεὰ τῶν βορείων ἐπαρχιῶν. Καὶ πρὸς τοῦτο νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθοῦν αἱ ἕδραι ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι οἰκονομικῶς δυνατόν. Καὶ νομίζω ὅτι εἶναι τοῦτο οἰκονομικῶς δυνατὸν—διότι τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ἔχει τὰ μέσα πρὸς τοῦτο. Ἔχει ἀπὸ τὰ τελωνεῖα εἰσπράξεις ἀρκετὰς ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ συμπληρώσῃ τοὺς ἐλλείποντας καθηγητάς, ἄλλωστε θὰ ἦτο δυνατόν, ν’ ἀποσταλοῦν ἂν τὸ τοιοῦτον ἦτο ἀναγκαῖον καὶ ἐντεῦθεν καθηγηταί τινὲς ἐκεῖ, ἵνα διδάξουν ἐπί τινα χρόνον. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν φοιτητῶν, ὅτι τ. ἔ. δὲν πρέπει νὰ γίνουν περισσότεροι διανοούμενοι, αὐτὸ ὅπως πολὺ ὀρθὰ εἶπε ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφευχθῇ διὰ τοῦ περιωρισμένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσαγομένων φοιτητῶν ὅπως γίνεται εἰς τὰ ἄλλα πανεπιστήμια, διότι ὁ τόπος δὲν ἔχει ἀνάγκην περισσοτέρων ἐπιστημόνων καὶ τά μὲν ⅔ νά εἶναι ὑποχρεωμένα νά σπουδάζουν εἰς τάς Ἀθήνας καὶ τὸ ⅓ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φοιτητῶν εἶναι δυσχερὲς νά ἐπιτευχθῇ διά τῶν εἰσαγωγικῶν ἐξετάσεων ὡς καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα περὶ τῶν εἰσαγωγικῶν ἐξετάσεων αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν θεσμὸν πολὺ κακὸν καὶ δυσφημιστικὸν αὑτοῦ τοῦ Κράτους, διότι ἀναγνωρίζει μόνον του ὅτι ἐξαπατᾷ τοὺς μαθητὰς κατά τὴν εἰς αὐτοὺς παροχὴν γυμνασιακῶν σπουδῶν καὶ γυμνασιακοῦ ἀπολυτηρίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰατρικὴν σχολήν, ἡ ἵδρυσίς της δὲν εἶναι δυσχερής. Διά τῆς ἱδρύσεως ταύτης ἐν Θεσσαλονίκῃ θά εἶναι δυνατὸν οἱ φοιτηταὶ τῆς ἰατρικῆς νὰ σπουδάζουν πρακτικῶς περισσότερον καὶ νὰ ἔρχωνται εἰς ἐπαφὴν μὲ μεγαλείτερον ἀριθμὸν ἀρρώστων δεδομένου ὅτι ἐν Θεσσαλονίκῃ ὑπάρχουν πλεῖστα νοσοκομεῖα δημόσια καὶ δημοτικὰ καὶ ὅτι οἱ φοιτηταὶ τῶν Ἀθηνῶν τοὐναντίον ἔχουσιν ὡς ἅπαν διὰ τὴν πρακτικὴν ἐξάσκησίν των μόνον τὰς 30 κλίνας τοῦ Πολιτικοῦ Νοσοκομείου, πληρουμένας μάλιστα ὄχι πάντοτε ἀπὸ ἀσθενεῖς πάσχοντας ἀπὸ νοσήματα ἐνδιαφέροντα τὴν διδασκαλίαν καὶ τοὺς φοιτητάς, διότι τὸ Πολιτικόν μας νοσοκομεῖον δὲν εἶναι νοσοκομεῖον πανεπιστημιακὸν εἶναι νοσοκομεῖον πόλεως καὶ ἡ πόλις ἔχει ἀνάγκην νοσοκομείου ὄχι μόνον διδασκαλίας, ἀλλὰ καὶ περιθάλψεως. Πολὺ δικαίως δὲ οἱ ἑκάστοτε δήμαρχοι ἀπαιτοῦν ὅπως τὸ νοσοκομεῖον αὐτὸ περιέλθῃ εἰς τὸν δῆμον. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν κατορθωθῇ ἡ ἵδρυσις Assistence publique δέον τοὐλάχιστον νὰ χρησιμοποιηθοῦν τὰ ὑπάρχοντα εἰς τὴν Θεσσαλονίκην πολυάριθμα νοσοκομεῖα καὶ ἐργαστήρια ἱκανὰ ἵνα ἐπαρκέσουν εἰς τὴν πρακτικὴν ἐξάσκησιν καὶ μόρφωσιν τῶν νέων ἰατρῶν, ἡ ὁποία ὅπως γίνεται τώρα εἶναι ἀνεπαρκής.
§31Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Σεῖς ὁ ὁποῖος γνωρίζετε τὴν κατάστασιν συνιστᾶτε νὰ γίνῃ ἀμέσως τώρα ἰατρικὴ σχολὴ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην;
§32Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Ὄχι τώρα ἀμέσως ἀλλ’ ὡς προετοιμασθοῦν τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα.
§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς ἐρωτῶ διὰ τοὺς τριτοετεῖς καὶ τεταρτοετεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦνται εἰς τὰ νοσοκομεῖα ὑπάρχει τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν διὰ νὰ μορφωθοῦν;
§34Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Ἀσφαλῶς ὑπάρχει. Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ μὴ νεκρωθῇ τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Θεσσαλονίκης.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἡ ἰατρικὴ σχολὴ διὰ τριτοετεῖς καὶ τεταρτοετεῖς μόνον, ἐφ’ ὅσον τώρα γίνεται τὸ χημεῖον.
§36Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Αὐτὸ εἶναι ἀνάποδον, νὰ ἔρχωνται εἰς τὰς Ἀθήνας τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἔτος καὶ νὰ πηγαίνουν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην τὸ τρίτον καὶ τέταρτον ἔτος. Ἔχω νὰ κάμω καὶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Δὲν εἶπον ποτὲ κύριοι, ὅτι ἀντιτιθέμεθα εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης. Πάντοτε εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς τὴν ἄμεσον ὁλοκλήρωσιν τοῦ Πανεπιστημίου ἔχω ἀντιρρήσεις. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θὰ ἀφίσωμεν τὸ Πανεπιστήμιον νὰ νεκρωθῇ. Ὄχι ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι ἀκόμη παρασκευασμένα τὰ πράγματα ὥστε νὰ ὁλοκληρωθῇ ἀπολύτως τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, ἐὰν λυθοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ προσωπικὸν τὸ ἀπαιτούμενον, ἐὰν ἀποφασισθῇ καὶ κανονισθῇ ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν φοιτητῶν εἰς τὰς διαφόρας σχολάς, τότε βεβαίως εἶναι ἄλλο ζήτημα. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἀντιτιθέμεθα ἀπολύτως εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἄμεσον ὁλοκλήρωσιν, διότι δὲν θεωροῦμεν ὅτι εἴμεθα παρασκευασμένοι. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν εἶναι μόνον τὰ ὑλικὰ μέσα, δὲν εἶναι μόνον ἡ ἔλλειψις τῶν ἐργαστηρίων, δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις τοῦ χημείου, δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις ὅλων τῶν ἐργαστηρίων ὅσα ἀπαιτοῦνται καὶ βλέπετε ἐπὶ πόσα χρόνια εἰς τὰς Ἀθήνας πόσας ἐλλείψεις ἔχομεν ὄχι μόνον ἐργαστηρίων, ἀλλὰ καὶ συγγραμμάτων καὶ δαπανῶμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνοικοδόμησις ἐργαστηρίων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ κανεὶς ἄνευ γνώσεως τῆς καταστάσεως καὶ μὲ τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχομεν σήμερον νὰ δημιουργήσωμεν ἰατρικὴν σχολὴν ἀποτόμως ἐν Θεσσαλονίκῃ ἄνευ τῶν μέσων; Θὰ κάμωμεν μίαν θεωρητικὴν διδασκαλίαν ἀδιάφορον μὲ ποῖα πρόσωπα, ἐὰν ὑπάρχουν δὲν θέλω νὰ τὸ συζητήσω αὐτὴν τὴν στιγμήν, χωρὶς τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν ἐπιστημόνων. Καὶ θὰ ἦτο διπλοῦν τὸ λάθος μας, διότι ἔχομεν τὴν πεῖραν τῶν τόσων ἐτῶν καὶ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πεπεισμένος τις ὅτι ἀφθονεῖ τὸ διδακτικὸν προσωπικόν, αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοὐλάχιστον, ἐν Ἑλλάδι. Ὑπάρχουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν ἕδραι σπουδαῖαι κεναὶ ὅπως εἰς τὴν Νομικὴν σχολὴν ἡ ἕδρα τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας καὶ ἡ ἕδρα τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Λέγετε ὅτι ἂν γίνουν αἱ σχολαὶ θά παρασκευασθῇ τὸ προσωπικὸν. Τὸ Πανεπιστήμιον ἱδρύθη τί θὰ κάμωμεν; Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅταν δημιουργηθοῦν αἱ σχολαὶ θὰ παρασκευασθῇ τὸ προσωπικόν. Εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως μὲ ἐκτάκτους καθηγητὰς νὰ λειτουργῇ τὸ Πανεπιστήμιον. Δὲν εἶμαι καθόλου ἐναντίος ὄχι μόνον τοῦ θεσμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν. Ἀλλὰ οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ εἶναι χρήσιμοι καὶ ἐπωφελεῖς ὅταν ὑπάρχῃ μεγάλος ἀριθμὸς φοιτητῶν. Διότι, ἐὰν ἕνα Πανεπιστήμιον λειτουργεῖ μὲ ἐκτάκτους καθηγητὰς μόνον, διατρέχομεν σοβαρώτατον κίνδυνον. Ἐὰν ἐνθυμεῖται ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως κατὰ τὴν συζήτησιν εἶπεν νὰ προσέξωμεν πολὺ μήπως καὶ εἰς τὸ μέλλον κατορθώσωμεν ἡμεῖς ἢ συντελέσωμεν, ὥστε τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης θεωρηθῇ δεύτερον Πανεπιστήμιον κατώτερον τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Δι’ αὐτὸ φροντίζομεν μετὰ φρονήσεως, ὥστε νὰ κατορθωθῇ νὰ δημιουργηθῇ τὸ προσωπικὸν τὸ διδακτικὸν ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ μέλλον ὥστε τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, ὅταν συμπληρωθῇ νὰ εἶναι ἂν ὄχι ἀνώτερον, τοὐλάχιστον νὰ ἁμιλλᾶται. Συνεπῶς, αὐτὴν τὴν δυσκολίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Εἴπατε ὅτι διατὶ δὲν ἐγένετο ἡ σχολὴ τῶν φαρμακοποιῶν. Ἐλάβαμε καὶ διαμαρτυρίας καὶ ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν φαρμακοποιῶν ἐν Ἑλλάδι εἶναι πλέον ἢ πλήρης καὶ ὅτι ἡ δημιουργία νέων ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν συντελεῖ εἰς τὸ νὰ καταστραφοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δυστυχῶς, διότι δὲν εὑρίσκουν ἐργασίαν ὅπως δὲν εὑρίσκουν ἐργασίαν καὶ οἱ χημικοί, διότι ὑπάρχουν δύο σχολαί, εἰς τὰς Ἀθήνας μία εἰς τὸ Πολυτεχνεῖον καὶ μία εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἔχομεν μίαν ἀνεργίαν. Λοιπὸν νομίζομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ συντελέσωμεν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν δημιουργίαν ἑτέρων ἐπιστημόνων. Ἀναγνωρίζω τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐκ Μακεδονίας πρὸς ταχὺν τερματισμὸν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συστήσω καὶ εἰς τοὺς διαμαρτυρομένους φοιτητὰς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν ὑπομονὴν ὥστε ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ γίνουν μετὰ συνέσεως ἀφ’ ἑνός, ἀλλὰ καὶ μετὰ προσοχῆς ἀφ’ ἑτέρου. Διαμαρτύρονται ἐπίσης καὶ διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς σχολῆς τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Ὑπάρχει σχολὴ πολιτικῶν ἐπιστημῶν καὶ λειτουργεῖ. Παραπονοῦνται οἱ φοιτηταὶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀποκτήσουν τὸ δίπλωμα τοῦ δικηγόρου. Νομίζω, ἐὰν πραγματικῶς εἶναι ὁ σκοπὸς ὅτι πρέπει νὰ δημιουργηθοῦν ἄνδρες διὰ νὰ καταλάβουν θέσεις ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν τὸ δίπλωμα τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Ἐξ ἄλλου διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου ἐφροντίσαμεν, ὥστε νὰ ἀποσπασθοῦν ἐντεῦθεν δύο καθηγηταὶ τακτικοὶ ἵνα μεταβαίνουν καὶ διδάσκουν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν σχολὴν πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ, καὶ ἐκάμναμεν καὶ σχετικὸν ἔγγραφον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους δὲν προβαίνωμεν ἀμέσως καὶ ἀποτόμως εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ τελευταία πληροφορία τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι διὰ τοὺς τακτικοὺς καθηγητὰς οἵτινες θὰ μεταβαίνουν καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην διὰ νὰ διδάσκουν καὶ ἐκεῖ ἀποδεικνύει, ὅτι ἐὰν ἐλειτούργει ἡ νομικὴ σχολὴ θὰ ἐλειτούργει κακῶς ἐλλείψει προσωπικοῦ, δὲν εἶναι ἀβάσιμος.
§38Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Μόνον τοῦ ἀστικοῦ δικαίου.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠξεύρω τοὺς καθηγητὰς καὶ εἶχον τὰς πληροφορίας αὐτὰς πρὸ μακροῦ χρόνου. Ἤδη εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ὑπάρχουν καθηγηταὶ κατὰ τὰ ⅔ ἐκ τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν λειτουργίαν μιᾶς νομικῆς σχολῆς, διότι ὑπάρχουν καὶ ἀστικοῦ δικαίου καθηγηταὶ καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς ποινικῆς δικονομίας νὰ ὑπάρχῃ ὁρισμένος καθηγητής. Εἰς ἄλλο Πανεπιστήμιον διδάσκουν οἱ καθηγηταὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου τὴν ποινικὴν δικονομίαν. Αὐτὸς ποὺ διδάσκει πολιτικὴν δικονομίαν μπορεῖ νὰ διδάξῃ καὶ ποινικὴν δικονομίαν. Ἐὰν δὲ ὑπάρχει καὶ μία μικρὰ ἔλλειψις ἑνὸς μικροῦ μαθήματος οἱ φοιτηταὶ κ. ὑπουργὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν μίαν 6μηνίαν εἰς τὰς Ἀθήνας οἰκοιοθελῶς ὅπως συμπληρώσουν τὰς σπουδάς των εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔστω καὶ μία μικρὰ δυσχέρεια δὲν ἕπεται ὅτι θὰ λειτουργήσῃ ἡ σχολὴ καλῶς. Διότι ἐὰν περιμένωμεν νὰ λειτουργήσῃ ἡ Ἰατρικὴ σχολὴ κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ τότε νὰ φροντίσωμεν διὰ τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, ποτὲ δὲν θὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἐπιθυμία μας, διότι ποτὲ δὲν θὰ ἐπέλθῃ μία συμπλήρωσις ἐπιθυμητή. Καὶ ἄλλοτε ὅταν συνεζητήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπέμεινα ὅπως ἀντὶ τῆς διαθέσεως τοῦ κληροδοτήματος διὰ τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν γίνῃ δεύτερον Πανεπιστήμιον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἡ ὁποία εἶχε γενικοὺς λόγους ὑποστηρίξεως καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἱδρύσεως καὶ δευτέρου ἐπιστημονικοῦ κέντρου. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ σήμερον καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ δυσκολεύεται νὰ θέσῃ εἰς λειτουργίαν μίαν σχολὴν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι θὰ ὑπάρχῃ πληθώρα φοιτητῶν, διότι μπορεῖτε νὰ περιορίσητε τοὺς φοιτητάς. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖτε ἂν ὑπάρχει μία σχολή, ὑπάρχει ὄχι μόνον χάριν ὡρισμένων φοιτητῶν ἀλλὰ χάριν τῆς προόδου τῆς ἐπιστήμης. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ παραπονοῦμαι διότι δὲν ἐλειτούργησε Φαρμακευτικὴ σχολὴ καὶ δὲν ἔγειναν τὰ ἐργαστήρια.
§40Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μετατραπῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς σύστασιν διὰ νὰ ἐγγραφῇ καὶ συζητηθῇ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι κανονικός. Ἐπὶ ἀναφορᾶς δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐπερώτησις, καὶ δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ζητήσητε τὴν μετατροπὴν τῆς ἀναφορᾶς. Ὁ κ. Ταλιαδοῦρος ἐπὶ ἀναφορᾶς συνεταιρισμῶν Καρδίτσης.
§42Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν ἀπέλπιδα κραυγὴν τὴν ὁποίαν ἀπευθύνουν πρὸς τὴν Βουλὴν οἱ ἐκ θεομηνίας κάτοικοι τῆς Καρδίτσης. Ὁλόκληρος ἡ σπορὰ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καρδίτσης κατεστράφη ὑπολογίζουν ὅτι μόνον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καρδίτσης ἡ παραγωγὴ τῶν ὀψίμων καρπῶν ὑπερβαίνει τὰ 60 ἑκατομ. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πεδινοὶ πληθυσμοὶ οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐζήτησαν ἀναστολὴν καταβολῆς φόρων πένονται κυριολεκτικῶς. Τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τὰ γενόμενα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφελήσουν Φρονῶ διὰ μιᾶς δαπάνης 2–3 ἑκατομ. εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ἡμιμόνιμα ἀντιπλημυρικὰ ἔργα τά ὁποῖα θά ὠφελοῦσι ὄχι μόνον τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ τοὺς χωρικούς. Ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν προσοχὴν τοῦ Θεσσαλοῦ ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας νὰ μεταβῇ καὶ νά λάβῃ ἐπείγοντα μέτρα. Φαίνεται ὅτι αἱ καταστροφαὶ συνεχίζονται, δι’ αὐτὸ διὰ μιᾶς τοιαύτης δαπάνης εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρατήσωμεν τὴν ὀργὴν αὐτὴν ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἄμεσος ἐνέργεια καὶ νά εἰδοποιηθοῦν οἱ νομομηχανικοί.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστούλας.
§44Π. ΧΡΙΣΤΟΥΛΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ μερίμνῃ τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς εὐρυτάτην κλίμακα λάβῃ διὰ τοῦ νόμου περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑδραυλικῆς ὑπηρεσίας πρὸς προστασίαν τῆς Γεωργίας ἔχει θεσπίσει καὶ διάταξιν ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρεται ὅτι ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας εἰδικῶς θὰ ληφθῇ καὶ μέριμνα διὰ τῆς συστάσεως αὐτοῦ περὶ κατασκευῆς ἔργων μικρῶν ὑδραυλικῶν καὶ ἀρδευτικῶν ὑπάρχει λοιπὸν μία περίπτωσις κατ’ ἐξοχὴν νὰ γίνῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως καὶ νὰ προληφθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα φέρνουν ἑκάστοτε τὴν Κυβέρνησιν εἰς θέσιν νὰ ἔρχεται ἀρωγὸς διὰ παροχῆς ἐπιδομάτων, εἰς τὸν περιφέρειαν ἐκείνην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασταθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ οἰκτρὸν θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ Θεσσαλία ἀπὸ τὴν ἐκχείλισιν τῶν χειμάρρων καὶ τῶν ποταμῶν, ἥτις ἐκχείλισις εἶναι ἀπότοκος τῆς ἀποψιλώσεως τῶν δασῶν καὶ τῆς ἐγκαταλείψεως ὅλων αὐτῶν τῶν χειμάρρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπερβῆ τὴν ἐπιφάνειαν τῶν ἀγρῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁ νόμος αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ ἀπὸ πολλοῦ καὶ ὁ ὁποῖος παρέχει εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας τὴν εὐκαιρίαν νὰ προβῇ εἰς κατασκευὴν μερικῶν τοιούτων ἔργων, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύῃ ἡ διάταξις αὐτή, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπιτελέσῃ ἔργον ὑψίστης προνοίας καὶ θὰ ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος τῆς εὐτελοῦς καταστροφῆς τῆς παραγωγῆς.
§45Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι θὰ στείλω ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν μηχανικὸν διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ληφθοῦν σχετικαὶ ἀποφάσεις.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ὑπουργείου Ἀεροπορίας» ὁ κ. Βασιλειάδης ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
§47Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον, περὶ συστάσεως ὑπουργείου Ἀεροπορίας, ἔρχεται ὅπως συμπληρώσῃ ἕνα σοβαρὸν κενὸν τὸ ὁποῖον ὑφίστατο ἔτι ἐν Ἑλλάδι διὰ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας, ἀλλὰ συγχρόνως ὅπως δώσῃ τὴν πρέπουσαν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν βιομηχανικὴν καὶ ἐμπορικὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῆς ἀεροπλοΐας καὶ καταλάβει οὕτω τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν εἰς τὴν καθόλου οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας. Εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐτυχής, κ. βουλευταί, ὅτι ἔτυχε εἰς ἐμὲ νά εἶμαι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ σχεδίου τούτου νόμου, ἵνα τονίσω ἀφ’ ἑνὸς τὴν μεγάλην σπουδαιότητα καὶ χρησιμότητα αὐτοῦ, τὸ δὲ διότι ἀπὸ ἐτῶν ὑπεστήριξα τὴν πλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος ὅτι καὶ σοβαραὶ οἰκονομίαι θέλουσι ἐπέλθει ἐκ τῆς ἑνιαίας διοικήσεως τῶν ἀεροπορικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Ἀλλὰ τὸ σοβαρώτερον ὅλων εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς λήψεως τοῦ μέτρου τούτου, ἀποδεικνύει κατὰ τὸν τρανώτερον τρόπον ὁπόσην σημασίαν ἀποδίδει εἰς τὸ νέον τοῦτο ὅπλον, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ κυριαρχήσῃ εἰς τὸ μέλλον, καὶ μετὰ πόσης προσοχῆς ἐπιμελεῖται διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας, διὰ τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἀδίκως τῆς ἐγένετο τελευταίως ἐξωκοινοβουλευτικὴ ἐπίθεσις χάριν δημοκοπίας. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην ὅτι καὶ σοβαραὶ οἰκονομίαι δύναται νὰ ἐπέλθουν διὰ τῆς μετὰ περισκέψεως διοικήσεως τοῦ νέου τούτου ὑπουργείου πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγγυᾶται ἡ ἀνάληψις αὐτοῦ παρὰ τοῦ ἑκάστοτε Πρωθυπουργοῦ, οἰκονομίαι ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ τεχνικοῦ προσωπικοῦ, οἰκονομίαι ἐκ τῶν κέντρων ἐκπαιδεύσεως, οἰκονομίαι ἐκ τῶν ἐργοστασίων κατασκευῶν καὶ ἐπισκευῶν καὶ ἐν τέλει σοβαραὶ οἰκονομίαι ἐκ τῆς ὁμοιογενείας τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ. Ἄν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ προϋπολογισμοῦ 1929–30, ἀναγράφεται δαπάνη διὰ τὴν ναυτικὴν μὲν ἀεροπορίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 40 ἑκατομμύρια περίπου, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς μισθοτροφοδοσίας τοῦ προσωπικοῦ, εἰς δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τὰ 70–80.000.000 ἐτησίως χωρὶς νὰ συμπεριλαμβάνωμεν εἰς αὐτὸ καὶ ὅλα τὰ κονδύλια τὰ ὁποῖα διετέθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐκ μέρους τοῦ ταμείου τῆς ἀεροπορικῆς ἀμύνης διὰ τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ, ἔχομεν σύνολον δαπανῶν περὶ τὰ 120 ἑκατομμύρια. Καὶ τοῦτο διὰ τὴν συντήρησιν ἑνὸς ἀεροπορικοῦ στόλου τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἐντελῶς περιωρισμένης ἐνεργείας. Διὰ τῶν θυσιῶν δὲ αὐτῶν τῶν χρηματικῶν εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἀσφαλῶς δύνανται νὰ ἐξοικονομηθοῦν αἱ ἀνάγκαι καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, συγχρόνως δέ, νὰ δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ ἀεροπορικὴ δύναμις ὅπως σήμερον γενικῶς ἐμφανίζεται εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὡς ὅπλον ἀπολύτως αὐτοτελὲς ἰσχυρόν, κατόπιν τῆς μηχανικῆς προόδου ἥτις ἐπετελέσθη, ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν δύναμιν εἷς ἵππους τῶν κινητήρων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πρόοδος τοῦ χημικοῦ ἐργαστηρίου ἐν περιπτώσει πολέμου. Ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκομεν ἐντελῶς δικαιολογημένον τὸ μέτρον τὸ λαμβανόμενον ὅπως, ὁ ἑκάστοτε Πρωθυπουργὸς ἀναλαμβάνει καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ καὶ τοῦτο διότι τὸ νεαρὸν τοῦτο ὑπουργεῖον κατὰ τὰ πρῶτα του ἔτη θά ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ἰδιαιτέρας μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κύρους τοῦ ἑκάστοτε Πρωθυπουργοῦ καὶ διά τὴν ἀπρόσκοπτον πρόοδον αὐτοῦ, ἀλλὰ κυρίως, διὰ τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως αὐτοῦ. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἐτύγχανον εἰσηγητής, εὗρε τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅλα σκόπιμον καὶ συνιστᾶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ὡς ἔχει. Δύναται μόνον νὰ παρατηρήσῃ τις, ἐπειδὴ κατὰ συζήτησιν ἐγράφη καὶ εἰς τὸν καθημερινὸν τύπον τὰ ἑξῆς δύο ζητήματα, τὸ ζήτημα ἀφ’ ἑνὸς τῆς ἀντιαεροπορικῆς ἀμύνης καὶ τὸ ζήτημα τῆς μετεωρολογικῆς ὑπηρεσίας ὅτι δέον νὰ ὑπαχθῶσι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἀέρος καὶ εἶναι αὐτονόητον ὅτι ἡ μετεωρολογικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους βεβαίως θὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἀεροπορίας διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀντιαεροπορικῆς ἀμύνης δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἀεροπορικὴ ἄμυνα τῆς χώρας δύναται νὰ ἀνατεθῇ ἀπολύτως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἀεροπορίας. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Ἀέρος θὰ ἔχῃ τὴν ἐπιθετικὴν Ἀεροπορικὴν ἄμυναν. Καὶ διὰ νὰ γίνῃ περισσότερον ἀντιληπτὸν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἀεροπορίας θὰ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ διαθέσῃ ἀνάλογον στολίσκον ἢ σμήνη πρὸς ἄμυναν ἐναντίον ἐπερχομένου ἐχθροῦ αἱ δὲ ἀντιαεροπορικαὶ ἐγκαταστάσεις τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης θὰ ὑπαχθῶσι εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα τῶν μετεωρολογικῶν σταθμῶν, αὐτὸ εἶναι ζήτημα διατυπώσεως τοῦ διατάγματος τοῦ κανονίζοντος τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῆς ἀεροπορίας. Ἡ μετεωρολογικὴ ὑπηρεσία εἰς ὅλα τὰ Κράτη ποὺ ὑπάρχει ὑπουργεῖον Ἀέρος, ὑπάγεται εἰς τοῦτο. Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς, κύριοι βουλευταί, προτοῦ κατέλθω τοῦ βήματος: Νομίζω ὅτι ἡ ἑνιαία διοίκησις τῶν ἀεροπορικῶν δυνάμεων θὰ ἦτο καὶ ἰδεώδης λύσις, διότι τότε θὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκπληροῦται ἀπολύτως ὁ σκοπὸς διὰ τὸ ὁποῖον συνεστήθη τὸ ὑπουργεῖον αὐτό, διότι τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσῃ μία ἑνιαία ἀεροπορικὴ συνείδησις μεταξὺ τῶν στελεχῶν τῆς ἀεροπορίας, ἥτις σήμερον ἀτυχῶς δὲν ὑπάρχει ἐλπίζω ὅμως τοῦτο θὰ ἐπέλθῃ σὺν τῷ χρόνῳ.
§48Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἐπέλθῃ.
§49Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Καὶ τότε μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν θετικὰς καὶ οὐσιαστικὰς οἰκονομίας, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑπάρχῃ μία ἑνιαία διοίκησις τῆς πολεμικῆς ἀεροπορίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην αὐτὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν κανονιστικῶν διαταγμάτων, δηλαδὴ ὅπως ὑπάρχουν μὲν πρὸς τὸ παρὸν δύο διάφοροι διευθύνσεις διοικήσεων, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχουν ὑπὸ ἕνα γενικὸν ἐπιτελεῖον τὸ ὁποῖον νὰ μεριμνᾶ καὶ νὰ ἐπιβλέπῃ διὰ τὰς ἑκάστοτε ἀνάγκας, προμηθείας πρὸς ὑλικὸν κλπ. Ἐθεώρησα ὑποχρέωσίν μου κ. βουλευταὶ ὡς εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ἡμῶν τὰς σκέψεις μου αὐτάς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλογερᾶς.
§51Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου μὲ εὑρίσκει συμφωνότατον, θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ μόνον ὅτι ὀλίγον βραδέως λαμβάνεται τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀναγκαιότατον διότι τόσον αἱ διαθέσεις τῶν πιστώσεων, ὁ καταρτισμὸς τῶν ἀεροπορικῶν δυνάμεων καὶ ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν, ἀπαιτοῦν ἑνιαίαν διεύθυνσιν. Καὶ ἑπομένως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομίας τῆς χώρας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος, τὸ μέτρον εἶναι χρησιμώτατον. Ἔχω μόνον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. εἰσηγητής, τὸ περὶ ἀντιαεροπορικῆς ἀμύνης. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ὑπουργεῖον Ἀεροπορίας τὸ ὁποῖον θὰ σκοπῇ τὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας πρὸς πόλεμον, ἀπὸ ἀπόψεως ἀεροπορικῶν δυνάμεων καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ μέριμναν περὶ ἀντιαεροπορικῆς ἀμύνης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὔτε ἐν τῇ ἐκθέσει διαφαίνεται οὔτε ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου καὶ τὸ ὁποῖον τὸ θεωρῶ σοβαρὸν καὶ νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ ἔλλειψιν τοῦ σχεδίου νόμου, εἶναι ὅτι ἐνῷ ἡ ἐν γένει Ἐθνικὴ ἄμυνα τῆς Χώρας εἶναι ἐμπεπιστευμένη εἰς τὸ ἐπιτελεῖον τὸ ὁποῖον παρασκευάζει τὴν ἐν γένει ἄμυναν τὴν Ἐθνικήν, δὲν διαφαίνεται οὐδαμοῦ ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἀεροπορικῶν δυνάμεων, τουτέστιν ἐπὶ τῆς προμηθείας, τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτῶν, δὲν διαφαίνεται οὐδαμοῦ, ὅτι λαμβάνεται μέριμνα ὅπως ὀργανωθῇ ἐπιτελεῖον...
§52Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι ἔκαμα ὑπουργεῖον Ἀεροπορίας χωρὶς ἐπιτελεῖον ἀεροπορίας;
§53Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι δὲν ἠδύνατο, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ν’ ἀποτελέσῃ ἡ ἀεροπορία ἰδιαίτερον κλάδον παρασκευῆς τῆς Χώρας πρὸς πόλεμον.
§54Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρασκευὴν τῆς Χώρας πρὸς ἄμυναν.
§55Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Αὐτὸ θὰ ἦτο ἀκριβέστερον. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἡ παρασκευὴ τῆς Χώρας, ὅπως π. χ. ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν τόσον στρατὸν καὶ τοιαύτας ἀεροπορικὰς δυνάμεις καὶ τοιαύτην χρησιμοποίησιν αὐτῶν, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ὡρισμένου σχεδίου. Καὶ τὸ ἐπιτελεῖον τῆς ἀεροπορίας ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι κλάδος τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Ἴσως βεβαίως ἡ ἀνάγκη αὕτη πληροῦται...
§56Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν ἄδειαν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ὀργανώσωμεν ἓν ὑπουργεῖον Ἀεροπορίας τὰ περαιτέρω θὰ κανονισθοῦν διὰ διατάγματος.
§57Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐπίσης μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου, εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ ἀναγραφόμενον ὅτι ἑκάστοτε ὑπουργὸς τοῦ ὑπουργείου τούτου θὰ εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω ὅτι μία τῶν ἐξοχωτέρων, ἰδιοτήτων τοῦ Κυβερνήτου τῆς Χώρας εἶναι ἡ χρησιμοποίησις τῶν προσώπων. Τίποτε δὲν μᾶς ἐμποδίζει καὶ αὐτὸ νὰ ἔχῃ τὴν γενικὴν κατεύθυνσιν. Ἑπομένως θὰ ἐφρόνουν ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ὁ περιορισμὸς αὐτός. Φρονῶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι δεσμευμένος νὰ χρησιμοποιῇ καὶ ὑφυπουργόν.
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ λέγει αὐτὸ ὁ νόμος;
§59Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τὸ σχέδιον νόμου λέγει ὅτι δύναται νὰ διορίζεται ὑφυπουργός.
§60Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προσωρινῶς. Εὐνόητον εἶναι αὐτό· ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν διεύθυνσιν.
§61Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Λέγω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ ἐξυπηρετεῖτο ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ δύναται νὰ χρησιμοποιῆται ὑφυπουργός, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διαστολή. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ τετάρτου ἄρθρου, ἔχω νὰ ἐπιφέρω μίαν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν θεωρῶ οὐσιωδεστάτην. Τὸ προσωπικὸν τὸ ὑπάρχον σήμερον θὰ περιέλθῃ φυσικὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἀεροπορίας καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς ἀεροπορίας θὰ ἐνασκῇ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους. Ξέρετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι τόσον ἐν τῷ στρατῷ, ὅσον καὶ ἐν τῷ ναυτικῷ, ἔχουν δημιουργηθῆ παραδόσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὑπάρχει μία πειθαρχία καὶ μία παράδοσις, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦν ἑκάστοτε νὰ μεταβάλλωνται. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν οἱοσδήποτε πολιτικὸς νὰ εἶναι ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὑπουργὸς τῆς ἀεροπορίας καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμόζῃ τὸν ἔλεγχον, καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὰς ἀμοιβάς. Ὑπάρχουν τὰ ἀνώτατα ναυτικὰ συμβούλια ὑπὸ τὰ ὁποῖα ὑπάγονται σήμερον πάντες. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων αὐτῶν παρ’ ἑτέρων προσώπων, οὐχὶ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, δύναται νὰ προξενήσῃ ζημίαν.
§62Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατί περιορίζεσθε εἰς τὰς λέξεις «στρατὸς καὶ ναυτικὸν» καὶ διατὶ σᾶς φαίνεται κατωτέρα ἡ λέξις «ἀεροπορία». Εἶναι ἓν τρίτον ὅπλον ἀμύνης ὅπως εἶναι καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικόν. Διατὶ σᾶς ἐμποδίζει, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι πολιτικὸν πρόσωπον, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἐπίσης πολιτικὸν πρόσωπον καὶ τῆς ἀεροπλοΐας θὰ εἶναι ἐπίσης πολιτικόν. Διατὶ νομίζετε ὅτι θὰ ξεπέσῃ ἡ πειθαρχία διότι θὰ διευθύνεται τὸ ὑπουργεῖον τῆς ἀεροπορίας ἀπὸ τὸν Βενιζέλον, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν κ. Σοφούλην. Διατὶ θὰ ξεπέσῃ; Μήπως ἐγὼ δὲν θὰ πάρω εἰδικὰ πρόσωπα διὰ νὰ διευθύνουν; Καὶ ἐκ τῆς ἀεροπλοΐας τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, θὰ πάρω ἀπὸ τὰ σώματα αὐτὰ ἀνθρώπους εἰδικοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους θὰ διαλλέξω. Βεβαίως τότε δὲν θὰ ἔχω ἀνάγκην νὰ πηγαίνω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νὰ τοῦ ζητήσω τὴν ἄδειαν. Οὔτε θὰ ἐξομοιωθῇ τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ ὅσον ἀφορᾶ τὰς σχέσεις του μὲ τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι καθαρῶς πολιτικὰ ὑπουργεῖα. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὸν καὶ πολιτικὸν συγχρόνως. Ἐλπίζω ὅτι τὸ πολιτικὸν μέρος τῆς ἀεροπορίας θὰ λάβῃ ἀνάπτυξιν καὶ θὰ κάμωμεν ὅ,τι μποροῦμε δι’ αὐτήν. Ἀλλὰ μὴ παραγνωρίζετε καὶ τὸν χαρακτῆρα τὸν στρατιωτικόν, τὸν καθαρῶς στρατιωτικὸν τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ὑπουργεῖον αὐτό.
§63Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶχον αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν καὶ ἐφοβούμην μήπως ἡ παράδοσις ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ σώματα τὰ στρατιωτικά.
§64Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ἀεροπλοΐα θὰ προβαδίζῃ καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ καὶ ὅτι θὰ προηγῆται τῶν σωμάτων τούτων.
§65Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον διότι ἰδίως κατὰ τὸ στάδιον τῆς συγκεντρώσεως τῶν δυνάμεων, ἐκεῖνο τὸ ὅπλον τὸ ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ ἐπιφέρῃ ταραχὴν ἀλλὰ καὶ συγχρόνως νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς ἄλλους νὰ ἔρχωνται πρὸς αὐτό, ἀναμφισβητήτως εἶναι τὸ ὅπλον τῆς ἀεροπορίας. Οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῶν ἀνησυχιῶν τὰς ὁποίας μοῦ ἐνέπνευσε τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγοράκης.
§67Ι. ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ. Τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον συμπληρώνει μίαν ἔλλειψιν ἡ ὁποία πρὸ πολλοῦ θὰ ἔδει νὰ εἶχε συμπληρωθῇ. Ἐγένοντο διπλαῖ διευθύνσεις, στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, διπλὰ ἐπιτελεῖα, διπλοῖ μισθοί, διπλαῖ διοικήσεις, ἐργασία ἄστοχος γενομένη πρὸς ἄλλον ἀντικειμενικὸν σκοπὸν εἰς τὴν ξηρὰν καὶ ἄλλον εἰς τὴν θάλασσαν, κατεύθυνσις ἀόριστος. Ἐγένετο ἐργοστάσιον εἰς τὸ Παλαιὸν Φάληρον διὰ τὴν κατασκευὴν ἀεροπλάνων, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ καταστραφῇ εἰς τὴν πρώτην σύρραξιν. Βλέπομεν εἰς τὸ Τατόϊον ναυτικὸν ἀεροδρόμιον. Εἴχομεν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ παρατηρητάς, οἱ ὁποῖοι λόγῳ ἐλλείψεως εἰδικῆς μορφώσεως δὲν ἀπέδωσαν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποδώσουν.
§68Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν. Θίγετε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τὸ ναυτικὸν καὶ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ ναυτικοῦ διότι ἂν καὶ ἐξεπαιδεύετο διὰ τὴν θάλασσαν, συνετέλεσεν καὶ εἰς τὴν ξηράν.
§69Ι. ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐνῷ ἦτο ἄλλος ὁ προορισμός των εἰς τὴν θάλασσαν, ἡ καλὴ διεύθυνσις τοὺς ἔρριξε εἰς τὴν ξηράν. Ὅλα αὐτὰ τὰ διορθώνει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ θεωρῶ εὐτύχημα ὅτι σήμερον ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς ψηφίσεώς του. Θὰ χαιρετίσωμεν τὸ νέον Ὑπουργεῖον ὡς μίαν νέαν καὶ οὐσιώδη προσπάθειαν πρὸς διοργάνωσιν τῆς πολεμικῆς ἀμύνης. Ἐλπίζομεν ὅτι ἰδία μέριμνα θὰ καταβληθῇ καὶ διὰ τὰς ὑπολοίπους δυνάμεις τῆς χώρας εἰς τὴν θάλασσαν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ μέχρι τοῦδε ὁμιλήσαντες ἐξῆρον τὴν σκοπιμότητα τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ πολεμικῆς ἀπόψεως. Θὰ τὴν ἐξάρω ἀπὸ ἐμπορικῆς ἀπόψεως καὶ νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι κυρίως ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀναπτύξῃ μὴ ὑπάρχουσαν ὅπως τώρα ἀεροπορίαν ἐμπορικήν, ἀπαραίτητον διὰ τὸν τόπον μας. Ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἔχει γεωγραφικὴν θέσιν ἐντελῶς εὐνοϊκὴν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν, ἐνῷ ὁ πληθυσμός της, ὅπως ἀπέδειξεν ἡ ἐπίδοσίς του εἰς τὴν θάλασσαν ἡ ὁποία εἶναι μία συγγενὴς ἀπασχόλησις, ἔχει μίαν ἰδιοφυΐαν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀεροπορικῆς συγκοινωνίας, ἕως τώρα δὲ δὲν ἐκάμαμε τίποτε διὰ νὰ ἀναπτύξωμεν μίαν Ἑλληνικὴν ἀεροπορικὴν συγκοινωνίαν. Ἐφροντίσαμεν ἕως τώρα διὰ τὴν πολεμικὴν ἀεροπλοΐαν, εἴτε στρατιωτικὴν εἴτε ναυτικήν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν ὅτι δὲν μπορεῖ εἰς ἕνα τόπον στρατιωτικὴ πολεμικὴ ἀεροπλοΐα ἂν δὲν ὑπάρχει ἐμπορικὴ ἀεροπλοΐα. Ἀλλ’ ἐλπίζομεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ δώσῃ τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν καὶ θὰ ἀποβλέψῃ πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ἰδιωτικῆς ἐμπορικῆς ἀεροπορίας. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς πολεμικῆς ἀεροπλοΐας βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἐκτὸς τῆς ἐνισχύσεως τὴν ὁποίαν θ’ ἀποκτήσῃ ἡ πολεμικὴ ἀεροπορία διὰ τῆς δημιουργίας ἀεροπλάνων καὶ ἀεροπόρων ἐκ τῆς ἐμπορικῆς ἀεροπλοΐας, θ’ ἀποβῇ χρησιμώτατον τὸ νομοσχέδιον διότι θὰ συνταυτίσῃ τὰς ἐνεργείας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ καὶ θὰ προκαλέσῃ μίαν ἑνοποίησιν εἰς τοὺς μηχανικοὺς τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἀγαθὴν χρησιμοποίησιν τῶν δυνάμεων καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ ἀπὸ τῶν δύο ἀπόψεων χαιρετίζω μὲ ἐνθουσιασμὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ χαίρω πολὺ διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλοῖ ὅτι ἡ μορφὴ τοῦ νομοσχεδίου ἔχει προσωρινὸν χαρακτῆρα καὶ ἀποβλέπει μόνον νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ ἐφ’ ὅσον τοῦ μένει διαθέσιμος χρόνος νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀεροπορίας. Αὐτὸ εἶναι πολὺ εὐχάριστον καὶ ἡ δήλωσις καθιστᾷ περιττὴν οἱανδήποτε παρατήρησιν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πῇ ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Καλογερᾶ ἔχει κἄποιαν πρακτικὴν ἀξίαν. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε, ἐὰν πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ σήμερον ἓν Ὑφυπουργεῖον Ἀεροπορίας τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, αὔριον ἂν εἶναι σκόπιμον νὰ ὑπαχθῇ εἰς ἕναν ἄλλον ὑπουργὸν κατάλληλον εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, νὰ ἀφεθῇ ὅμως ἡ ἐλευθερία κατόπιν νὰ δημιουργηθῇ, διατηρουμένου τοῦ Ὑφυπουργείου τῆς Ἀεροπορίας, ἕν Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον νὰ συμπεριλάβῃ μόνον τὴν ἀεροπλοΐαν, τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν.
§72Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ στρατιωτικὸν μέρος τῆς ἀεροπλοΐας τὶ βάσιν θὰ ἔχῃ;
§73Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε δὲν ἔγινα ἀντιληπτὸς Εἶπον προκειμένου νὰ ὑπάρξῃ Ὑφυπουργεῖον. E. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἱδρύομεν Ὑφυπουργεῖον, ἱδρύομεν Ὑπουργεῖον. Δὲν μποροῦμε λοιπὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ νὰ ὑπαγάγωμεν αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας.
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὰ κατ’ ἐξοχὴν κ. Πρόεδρε τὸ Ὑπουργεῖον Ἀεροπορίας θὰ χρησιμεύῃ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐμπορικῆς συγκοινωνίας.
§75Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Πῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπάγεται ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία;
§76Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κακῶς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως αὐτὰ τὰ πράγματα ἔχουν προσωρινὸν χαρακτῆρα, δύναται νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει ἄνευ τροπολογιῶν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς.
§78Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως μὲ ἐπρόλαβεν εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἐμπορικὴν ἀεροπορίαν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι σκοπὸς τοῦ Ὑπουργείου πρέπει νὰ εἶναι κυρίως ἡ ἐμπορικὴ ἀεροπορία. Εὐελπιστοῦμεν ὅτι διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν οἱ πόλεμοι θὰ ἐξαλειφθοῦν καὶ διότι δὲν ἔχομεν τὰ χρηματικὰ μέσα νὰ ἐπιμεληθῶμεν τῆς πολεμικῆς ἀεροπορίας. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν διὰ νὰ ἀναπτύξωμεν ἀεροπορίαν πολεμικήν, πρέπει νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν ἐμπορικήν, διὰ νὰ ὑπάρξουν εἰς τὸ μέλλον τὰ στοιχεῖα τῆς πολεμικῆς τοιαύτης. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ κατεύθυνσιν καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ διαγράφεται αὐτό, ὅτι κυρίως ἀποβλέπει εἰς τὸ μέλλον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐμπορικῆς ἀεροπορίας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ Ὑφυπουργεῖον, τὸ Ὑφυπουργεῖον αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι διὰ τὴν ἐμπορικὴν ἀεροπορίαν. Ἕως τώρα δὲν ἐλήφθη, καθ’ ὅσον γνωρίζω, κανένα μέτρον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐμπορικῆς ἀεροπορίας.
§79Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ὅρος πολιτικὴ ἀεροπορία; Τὸ νομοσχέδιον λέγει ἐμπορικὴ ἀεροπορία.
§80Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἵδρυσις τοῦ Ὑπουργείου, ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι θὰ γίνουν οἰκονομίαι, πρόκειται νὰ βαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν μὲ δαπάνας σημαντικὰς ὑπολογιζομένων τῶν ἐγκαταστάσεων ἀεροπλάνων καὶ ἀερολιμένων, διότι χωρὶς αὐτὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι θὰ ἀναπτύξωμεν ἐμπορικὴν ἀεροπορίαν. Ἄλλως τε ἡ θέσις μας εἶναι τοιαύτη, ὥστε μᾶς ἐπιβάλλει ἀπαραιτήτως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρόσκτησιν αὐτῶν τῶν μέσων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξυπηρετήσουν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πολεμικῆς ἀεροπορίας καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἐμπορικῆς τοιαύτης· Εἶναι προφανές, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ μείνουμε ἡμεῖς τόσο πίσω μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν, προκειμένου δι’ ὅπλον τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι εἶναι προωρισμένον εἰς μεγάλην ἀνάπτυξιν καὶ μεγάλην πρόοδον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις πιστεύει ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς δαπάνας αὐτὰς χωρὶς νὰ βαρύνωμεν τὰ οἰκονομικά μας.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18)26 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 4 Νοεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀποδόσεως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης περιελθόντων αὐτῇ κτημάτων καὶ τροποποιήσεις καὶ συμπληρώσεις τοῦ νόμου ΔΥΙΔʹ περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§84Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) Κατόπιν τῆς προχθεσινῆς συζητήσεως ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, τοὐλάχιστον διὰ τὸ ἱστορικὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν καὶ ἀπόφανσιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1925, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς δικτατορίας, ἐγένετο ἓν Νομοθετικὸν Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐπέφερε ριζικὴν μεταβολὴν καὶ ἀνατροπὴν τῆς μέχρι τότε ὑπαρχούσης καταστάσεως ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος αὐτοῦ ἐγεννήθησαν παρανομίαι, ἂν ὄχι παρανομίαι τοὐλάχιστον ἀταξίαι, εἰς τοὺς νόμους καὶ κατάχρησις τοιαύτη ὥστε ἐξήγειραν τὴν κοινὴν γνώμην τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς δικτατορίας, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ἀπὸ τὴν ἀμέσως διαδεχθεῖσαν ταύτην Κυβέρνησιν, νὰ ἐκδώσῃ Νομοθετικὸν Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖ τὸ ὑπάρχον καὶ καθορίζει τὸ διάταγμα κατ’ ἄλλον, ἐξαλείφασα τὰς περισσοτέρας διατάξεις τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν δικτατοριῶν, κανονίζει τὰ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης καὶ ἐκκλησίας, διὰ τὰς συντελεσθείσας πράξεις ὁρίζει τόσον τοῖς ἑκατὸν εἰς τὰς ἐκκλησίας, τόσον εἰς τὴν Ἀεροπορικὴν Ἄμυναν, καὶ πολλὰς ἄλλας διατάξεις τὰς ὁποίας περιέχει τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ 1924. Τὸ Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη τὸ 1924, Νομοθετικὸν Διάταγμα καὶ τοῦτο, εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν ὅπως ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου. Ἐπὶ Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, παρεπέμφθη δυνάμει ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶχεν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ συντάγματος, εἶχε νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη νὰ ἐξετάσῃ τὰ δικτατορικὰ διατάγματα καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Παγκάλου καὶ τοῦ Κονδύλη, καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασίν της, νὰ ὑποβάλλῃ ταύτην πρὸς μίαν καὶ μόνον κρίσιν πρὸς τὴν Βουλήν. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἡ ὁποία εἶχε καὶ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἐπὶ Κυβερνήσεως Οἰκουμενικῆς συνελθοῦσα διερρύθμισε καὶ ἐτροποποίησε τὸ διάταγμα τοῦ 1926 τουτέστιν τὸ διάταγμα τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη τὸ τροποποιῆσαν τὸ διάταγμα τοῦ 1925 ἐπὶ Κυβερνήσεως Παγκάλου. Λοιπὸν ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἰσχύσῃ ὡς νόμος ἔπρεπε νὰ ἐγκριθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ τότε Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐγκρίνουσα τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐχούσης νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἐπιτροπῆς, ἐνέκρινε τὴν ἀπόφασίν της καὶ τὸ διάταγμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως φέρον τὰς ὑπογραφὰς καὶ ὑμῶν κύριε ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ὅλων τῶν ἀποτελούντων τὴν τότε Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Τὸ τονίζω τοῦτο. Λέγω ὅτι ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἀλλὰ λέγω ὄχι μόνον ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀλλὰ ἡ τότε Κυβέρνησις ἐνέκρινε κατὰ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ καθ’ ἑαυτὴν τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τότε κατηρτίσθη πλήρης νόμος. Συνεπῶς καὶ σεῖς κύριε ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ὅλοι οἱ ἀποτελέσαντες τὴν Κυβέρνησιν τότε, συνετελέσατε ὥστε ὁ νόμος νὰ γίνῃ πλήρης ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κυρωθῇ ἐφ’ ἅπαξ. Λοιπὸν ἡ τότε Κυβέρνησις ἐδέχθη ὅπως τὸ ἄρθρον 14 περὶ τοῦ ὁποίου ἔγινεν σήμερον συζήτησις, διατηρηθῇ ὅπως εἶναι εἰς τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον τὸ ἄρθρον 14 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει) «τὰ κτήματα τῶν μονῶν κλπ., ἀκτημόνων καλλιεργητῶν κλπ.» Καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχε τὴν γνώμην ὅτι προκειμένου περὶ ἀδίκου ρυθμίσεως τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐνδεχομένως, τῶν ἀπομεινάντων ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, ἔπρεπε καὶ δυνάμει τοῦ συντάγματος νὰ γίνῃ εἰδικὸς νόμος, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο νόμος καὶ ἔκτοτε ἐλειτούργησε. Ὑπεβλήθη πρὸς κύρωσιν αὐτὸ τὸ διάταγμα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρεπέμφθη εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν δυστυχῶς ὅμως ἐβράδυνε νὰ ἀποφασίσῃ, κατέληξεν δὲ τέλος νὰ δεχθῇ τὸ διάταγμα ὅπως εἶχε ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν προσθήκην μόνον ὅτι, αὐτὸ τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς ἀκτήμονας, τὰ τῆς ἑκουσίας δηλαδὴ ἀπαλλοτριώσεως, δοθῇ καὶ εἰς τὰ γεωργικὰ σχολεῖα, γεωργικοὺς καὶ κτηνοτροφικοὺς σταθμούς. Δὲν κατωρθώθη ὅμως κύριοι νὰ ψηφισθῇ μέχρι τοῦ Ἰουλίου τοῦ τρέχοντος ἔτους ἡ κύρωσις τοῦ νέου αὐτοῦ διατάγματος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ἐτροποποίησεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς παρούσης Βουλῆς. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἡ Βουλὴ ἔδωσεν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅπως ἐπιληφθῇ καὶ πάλιν διὰ δευτέραν φορὰν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ νὰ ἀποφανθῇ. Κατὰ τὸ θέρος δὲ ἡ παροῦσα Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀξιεπαίνως ἐργασθεῖσα ἐπεξειργάσθη τὸ διάταγμα τοῦτο, ἐξέδωκε δὲ καὶ πέμπτην ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὴ τὸ διάταγμα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, μὲ μικρᾶς τινας βελτιώσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπέφεραν καμμίαν βλάβην. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν εὑρισκόμεθα σήμερον. Τὸ διάταγμα τοῦτο ὑπεγράφη καὶ παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διὰ τρίτην φορὰν καὶ ἀνεγνωρίσθη καὶ παρὰ τῆς παρούσης ὅπως καὶ παρὰ τῆς Οἰκουμενικῆς ὡς νόμος ἰσχύων, ὅπως ἴσχυεν ἀπὸ τοῦ 1926, δυνάμει τοῦ ὁποίου ρυθμίζονται αἱ σχέσεις τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐν γένει τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, ζητοῦμεν δὲ παρ’ ὑμῶν τὴν κύρωσιν τὴν τυπικήν, δύναμαι νὰ εἴπω, διὰ νὰ εἶναι πλήρης ὁ νόμος. Εἴπομεν ὅτι δὲν δεχόμεθα τροποποιήσεις καὶ τὸ ἄρθρον 14 δι’ ὧν ζητεῖται παρὰ τῶν ἀξιοτίμων ὑποβαλλόντων τὰς τροπολογίας ὥστε νὰ ἰσχύσῃ ὁ ἀγροτικὸς νόμος, διὰ μιᾶς παραγράφου ἡ ὁποία δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὰς προηγουμένας ἐπιτροπὰς ὅλας, παραγράφου, ἡ ὁποία νομίζομεν ὅτι ἀντίκειται καὶ εἰς διάταξιν τοῦ συντάγματος, διότι τὸ σύνταγμα λέγει ὅτι δι’ εἰδικῶν νόμων κανονισθήσονται τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ μοναστηριακῶν κτημάτων. Καὶ λέγουν ὅτι ἂν ψηφίσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν ἡ διάταξις εἶναι ὁ εἰδικὸς νόμος, ἐγὼ λέγω ὅτι χρειάζεται νὰ εἶναι ἀποκλειστικὸς νόμος διὰ τοῦτον τὸν σκοπόν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν τὸ ἔλεγε τὸ σύνταγμα πάλιν θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ σωστὸν ὄχι νὰ ρυθμίσωμεν τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς τροπολογίας ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ νὰ τὸ ρυθμίσῃ δι’ εἰδικοῦ νόμου παραπεμπομένου εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Τὸ νὰ εἴπωμεν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος ἀγροτικοῦ Νόμου, σημαίνει πλήρη ἀφαίρεσιν τῆς ἀπομεινάσης δυστυχῶς ἐλαχίστης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Δὲν ἀρνεῖται κανεὶς ἐδῶ, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία ἀκόμη, ἡ ὁποία δὲν χρησιμεύει ἀπολύτως πρὸς ἐξυπηρέτησιν καλλιεργείας ἀτομικῆς ἐκ μέρους τῶν μοναχῶν ἢ δὲν χρησιμεύει ὡς ἀπόλυτος ἀνάγκη διὰ τοὺς μοναχούς, ὅτι δὲν ἀρνεῖται λέγω κανεὶς πρέπει νὰ διατεθῇ εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην ἀκτήμονας γεωργοὺς καὶ καλλιεργητάς, ἀλλὰ συζητεῖται ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διατεθῇ. Ὁ τρόπος δηλαδὴ πρέπει νὰ εἶναι δυνάμει τοῦ ἀρχικοῦ ἀγροτικοῦ Νόμου, τοὐτέστιν νὰ ἀφαιρεθῇ; ἢ πρέπει νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ὥστε ἀφαιροῦσα τὴν περιουσίαν αὐτὴν κατὰ τὸν ἄλφα νόμιμον τρόπον, νὰ μεριμνήσῃ ταυτοχρόνως ὥστε τὸ τίμημα νὰ εἶναι ἂν ὄχι ἀνάλογον, ἂν ὄχι σύγχρονον πρὸς τὴν τρέχουσαν ἐμπορικὴν τιμήν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ εἶναι, διὰ νὰ εἶναι λογικόν, τοιοῦτον, ὥστε νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐκκλησίας;
§85Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Καὶ τῶν ἄλλων ἀπαλλοτριώσεων τὸ τίμημα δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι λογικόν;
§86Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Σήμερον κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις παρὰ μόνον μὲ τίμημα δίκαιον. Δὲν λέγω ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ θεραπεύονται ὅλα τὰ παρελθόντα καὶ ὅλα τὰ λάθη. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς ἐκκλησίας, ἔγινεν ὅ,τι ἔγινε. Ἀφῃρέθησαν πλέον ἀπὸ τὰ ¾ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καὶ ζήτημα εἶναι ἐὰν ἔμεινεν ¼, ἀλλὰ καὶ τὸ ¼ δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἀφῃρέθησαν τὰ ἄλλα. Αὐτὰ καὶ μόνα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 14 εἶχον νὰ εἴπω καὶ νὰ ἐπιμείνω συνιστῶν νὰ κυρώσῃ ἡ Βουλὴ τὸ διάταγμα τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ καταστάσεως ἐκκρεμοῦς ἀπὸ πενταετίας καὶ ἑξαετίας καὶ ναὶ μὲν ἰσχύει ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν τελειωτικὴν κύρωσιν, ὡς ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα. Διότι ὑπάρχουν διάφοροι ὑποθέσεις ἐν ἐκκρεμότητι συζητούμεναι εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κυρωθῇ διότι μεγαλείτερον βάσανον δὲν ὑπέστη ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀπὸ τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀφ’ οὗ βασανίζεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπὶ μίαν πενταετίαν καὶ ἀπὸ τρεῖς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς εἴτε γνωμοδοτικὰς εἴτε νομοθετικὰς κατ’ ἐξουσιοδότησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ ἄρθρου 14. Ἡ ἄλλη εἶναι τοῦ ἄρθρου 20, τὴν ὁποίαν ἔχουν ὑποβάλλει οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι περὶ μισθοδοσίας τοῦ ἐπιτρόπου καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Εἰς τὸ ἀρχικὸν διάταγμα τοῦ 1926 ἡ μισθοδοσία τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καθωρίζετο ὡς μισθοδοσία θέσεως γενικοῦ γραμματέως. Ἡ θέσις ὅμως τοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρατείας ἀνέκαθεν ἦτο θέσις ἀνωτέρα, ὁμοία πρὸς τὴν τοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρατείας εἴτε εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον εἴτε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἴτε παντοῦ ὅπου ὑφίσταται θέσις ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρατείας. Ὁ μισθὸς τοῦ βʹ ἐπιτρόπου εἰς τὰ 1852 προσδιωρίζετο εἰς δραχμὰς 6.000 κατ’ ἔτος. Αἱ 6.000 δραχμαὶ μηνιαίως ἦτο εἷς ἀνώτερος μισθὸς τὸν ὁποῖον ἔπαιρναν οἱ ἐπίτροποι τῆς ἐπικρατείας. Κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1921 ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος καθωρίζετο εἰς βαθμὸν διευθυντοῦ αʹ τάξεως, διότι ὁ διευθυντὴς αʹ τάξεως ἐλάμβανε ἀνώτερον μισθὸν καὶ εἰς αὐτὸν ὑπήγαγε καὶ τὸν ἐπίτροπον τῆς ἐπικρατείας.
§87Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν ἐγενόμην ἀντιληπτὸς ὅταν ὑπεστήριξα τὴν τροπολογίαν μου. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ὅτι ἠθέλησα νὰ ἐπανέλθουν τὰ πράγματα εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκοντο ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ διάταγμα τοῦ Νοεμβρίου 1927, τὸ ὁποῖον μετέβαλε τὰ πράγματα. Νὰ ἐπανέλθουν ἐκεῖ, θὰ εἶναι δίκαιον. Δὲν θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ ἐπιζητῶσι νὰ κατακτῶσι μισθόν, ὁ ὁποῖος δὲν τοὺς ἀνήκει καὶ ὅταν αἱ νομοθετικαὶ ἐξουσίαι εὑρίσκονται πρὸ τετελεσμένου γεγονότος νὰ λέγουν «τὶ νὰ κάμωμεν».
§88Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἰς τὰς 31 Δεκεμβρίου 1923 ὁ ἐπίτροπος τῆς ἐπικρατείας εἶχε βαθμὸν εἰσαγγελέως τῆς ἐπικρατείας, ἐλάμβανε τὸν μισθὸν ὃν ἐλάμβανε ὁ ἐπίτροπος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἦλθε τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ 1925 τὸ ὁποῖον ὥρισε τὸν διευθυντὴν εἰς βαθμὸν γενικοῦ γραμματέως. Ἔρχεται κατόπιν τὸ διάταγμα τοῦ 1926 τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνει τοῦτο καὶ λέγει ὅτι ὁ βαθμὸς τοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρατείας καὶ τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ εἶναι βαθμὸς ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρατείας παρὰ τῷ ἐλεγκτικῷ συνεδρίῳ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐπίτροπον τῆς ἐπικρατείας παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πάντοτε ἦτο βαθμὸς ἐπιτρόπου ἐπικρατείας. Πρώτην φορὰν ὁμολογουμένως εἰς τὰ 1926 ὡρίσθη ὅτι καὶ ὁ διευθυντὴς ὁ ὁποῖος εἶχεν ἕως τότε βαθμὸν γενικοῦ γραμματέως, ὡρίζετο εἰς βαθμὸν ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρατείας Λοιπὸν ἔρχεται κατόπιν τὸ διάταγμα τοῦ 1926 πρὸς κύρωσιν, ἐπέρασε ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἔχουσαν τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν ἐπὶ Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως χωρὶς καμμίαν ἀντίρρησιν, ἦλθε πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν, παρεπέμφθη εἰς μίαν ἐπιτροπὴν γνωμοδοτικὴν ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ τὸ ἐνέκρινε.
§89Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἡ γνωμοδοτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἐνέκρινε τὸν βαθμὸν αὐτόν· εἶπεν ὅτι ὁ παρὼν διευθυντὴς θὰ ἔχῃ.....
§90Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Αὐτὸ λέγει καὶ τὸ παρόν, δηλαδὴ ἀνέχεται. Αὐτὸ ἐλύθη. Δηλαδὴ ἀνέχεται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ παίρνει τὸν μισθὸν αὐτὸν ἕνας ὁ ὁποῖος ὅλην τὴν ζωήν του τὴν ἐκανόνισε συμφώνως μὲ τὸν μισθόν του. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν γνωμοδοτικήν. Ἔρχεται καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἄλλη ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῶν προηγουμένων διαταγμάτων καὶ λέγει, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις τῆς γνωμοδοτικῆς διὰ τὸν διευθυντὴν καὶ τὸν ἐπίτροπον τῆς ἐπικρατείας, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως ὅτι ἡ νέα ἐπιτροπὴ ἀφῄρεσε κάτι τι ἀπὸ τὸν διευθυντήν, περὶ τὰς δύο χιλιάδας δραχμὰς τὸν μῆνα, διότι ὁ διευθυντὴς ἕως τώρα ἦτο καὶ μέλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπιτροπῆς.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πόσα παίρνει; Εἶχε τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρατείας ...
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἑπτάμισυ χιλιάδες ἔπαιρνε.
§93Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἀκριβῶς δὲν ξεύρω πόσα ἔπαιρνε. Ἔπαιρνε καὶ τὸ ἐπίδομα τὸ ὁποῖον παίρνουν τὰ μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου. Τὸ ἐπίδομα αὐτὸ εἶναι δύο χιλιάδες δραχμὲς τὸν μῆνα. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ κατ’ ἐξουσιοδότησιν ἐξήρεσεν τὸν διευθυντὴν ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸν συμβούλιον, διότι ὁρμωμένη ἀπὸ οἰκονομίας ἔκαμε τὸ ἐκκλησιαστικὸν συμβούλιον ἀπὸ ἐννεαμελὲς εἰς πενταμελὲς καὶ μέσα εἰς τοὺς πέντε δὲν περιέλαβε καὶ τὸν διευθυντήν.
§94Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ ἐζήτησεν ὁ ἴδιος κ. ὑπουργέ.
§95Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν ἠξεύρω Τοῦ ἀφήρεσε τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι μέλος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου. Μετὰ ὅμως τὸν ὑπεχρέωσε νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν συμβούλιον ὑποχρεωτικῶς, ὡς εἰσηγητὴς ἄνευ ἀμοιβῆς. Διὰ τοῦτο κ. βουλευταί, ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη, ὅτι ἐνόσῳ ὑπάρχει ὁ διευθυντὴς νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον τοῦ ἔδωσε τὸ διάταγμα ἐκεῖνο. Τοῦ ἀφήρεσε δύο χιλιάδες δραχμὲς τὰς ὁποίας ἔπαιρνε καὶ εἰς ἀντάλλαγμα ἐδέχθη νὰ λαμβάνῃ τὸν μισθὸν τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ παλαιὸν διάταγμα εἶχε.
§96Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Αὐτῆς τῆς γνώμης εἶσθε καὶ σεῖς κ. ὑπουργέ;
§97Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὴν ἀπεδέχθην διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου, διότι ὁ νόμος διὰ νὰ ἰσχύῃ πρέπει νὰ ἔχῃ σύμφωνον καὶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος ὑπέγραψε τὸ διάταγμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶχε ὑπογράψει καὶ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις καὶ αἱ δύο ἄλλαι μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν ἀνάκλησιν τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἔκαμε εἰς τὰς ἀποδοχὰς τοῦ διευθυντοῦ. Νομίζομεν, ὅτι ἀρκετὸν εἶναι αὐτό, διότι ὑπάρχει μία ἀρχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅσον καὶ ἄν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὁ αʹ καὶ ὁ βʹ πρέπει νὰ λαμβάνουν περισσότερον μισθόν, ἐν τούτοις ἀναγνωρίζεται καὶ ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ οἰκονομίας. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχε ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπεκύρωσεν τὸ διάταγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον συζητεῖται διὰ πολλοστὴν φορὰν καὶ ἐπεξεργάσθη παρὰ πέντε κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν καὶ παρὰ τριῶν Κυβερνήσεων ἐνεκρίθη καὶ παρὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἀντιπροσώπευε ὁλόκληρον τὸν ὑπάρχοντα τότε ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικὸν κόσμον. Αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ἐπιφυλλασσόμενος, ἐὰν ληφθῇ ἀνάγκη, νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ ἐκ δευτέρου. Ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ οἱ ἄλλοι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ θὰ λάβουν τὸν λόγον νὰ ἐκφέρουν τὰς ἀντιρρήσεις των.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§99Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ, ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔκαμε μίαν ἱστορικὴν ἀναδρομὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετικοῦ διατάγματος, ἀλλ’ ἡ ἀναδρομὴ αὕτη δὲν ἦτο καθόλου ἐξυπηρετικὴ τῶν ἐπιχειρημάτων του. Πράγματι ἐπῆλθον τροπολογίαι εἰς τὸ διάταγμα τὸ δικτατορικὸν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν διαδεχθεῖσαν τὴν δικτατορικὴν καὶ πράγματι ἐπεκυρώθη ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, τὸ ἄρθρον 14 ἐπὶ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν τροπολογίαν. Ἀλλὰ γνωρίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι πρὶν κυρωθῇ τὸ διάταγμα τοῦτο ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν εἶχεν ἤδη ὑποβληθῇ παρ’ ἐμοῦ εἰδικὸς νόμος, ὅστις ἀποκαθίστα τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, χάριν ἀποκαταστάσεως καλλιεργητῶν καὶ προσφύγων. Ὁ εἰδικὸς ὅμως αὐτὸς νόμος δὲν κατορθώθη νὰ ψηφισθῇ, διότι, ὅταν ἦλθε ἡ στιγμὴ νὰ ψηφισθῇ ἐπῆλθε διαφωνία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἡ διαφωνία ὅμως αὐτὴ δὲν ἐλύθη ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὀλίγον κατόπιν ἀπεσύρθην ἐγὼ ἀπὸ ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει καμμία συνέπεια καὶ ὡς πρὸς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν καί, ὡς πρὸς ἐμὲ ὡς ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, διότι ἤδη εἶχεν ὑποβληθῇ σχέδιον νόμου δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐξηροῦντο τὰ μοναστηριακὰ κτήματα ἀπὸ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα δὲν εἶναι βάσιμον. Τὸ ἐπιχείρημα τὸ Συνταγματικόν, διότι τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 199, τὸ ὁποῖον εἶναι νομοθετικὴ ἐξαίρεσις τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι προκειμένου περὶ μοναστηριακῶν κτημάτων δὲν ἔχομεν δέσμευσιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν γενομένην χάριν κοινωφελῶν σκοπῶν. Δηλαδὴ ἐννοεῖ ἡ διάταξις αὐτή, ὅτι τὰ μοναστηριακὰ κτήματα καὶ μετὰ τὴν πάροδον πενταετίας δύνανται νὰ ἀπαλλοτριωθῶσι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ διατάξεις περὶ ἀπαλλοτριώσεως τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἔχουσιν ὡρισμένην χρονικὴν ἰσχὺν δι’ αὐτὸ λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι εἰδικαὶ νομοθετικαὶ διατάξεις καθορίζουσιν τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος, ὅτι αὐταὶ αἱ νομοθετικαὶ διατάξεις ἠμπορεῖ νὰ εἶναι εἴτε νέος νόμος εἴτε εἰδικὴ διάταξις ἄλλου νόμου. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι θέλει καλὰ καὶ σώνει ὁ νομοθέτης, νὰ ὑπάρχῃ χωριστὸς νόμος. Λοιπὸν καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας δὲν εἶναι βάσιμον. Σᾶς εἶπα ἀνωτέρω, ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὠθούμενος ἀπὸ τὴν φροντίδα διὰ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς Ἐκκλησίας ἤθελε διὰ τροποποιήσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν διοίκησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. Ἐγὼ δὲ ὡς ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἤθελον τὴν ἐλευθερίαν κινήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἔγιναν καὶ δύο νομοσχέδια. Διοικητικῶς εἴμεθα ἀκόμη ἐν τάξει, διότι εἰδικῶς τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ξένον πρὸς τὴν νομολογίαν, ἀφοῦ εἶχε ρητὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν, δι’ εἰδικοῦ νόμου θὰ καθορισθοῦν τὰ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Κατὰ συνέπειαν, εἴμεθα ἐν πλήρει τάξει ὑποβάλλοντες τὰς τροπολογίας. Τώρα ποῖος εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἐμποδίζῃ τὴν συζήτησιν τῆς ἰδικῆς μας τροπολογίας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ὁμιλεῖ, λέγει, θὰ περιμένῃ νομοσχέδιον, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει τυπικὸς νόμος, ὁ μόνος νόμος εἶναι ἡ διαφωνία ὡς πρὸς τὸν ἀρχικὸν νόμον. Διαφωνεῖ ἡ Κυβέρνησις;
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βέβαια, Βέβαια.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε εἴμεθα ἐν τάξει διαφωνοῦντες ριζικῶς. Δὲν μὲ παραξενεύει αὐτὴ ἡ ἀντίθετος γνώμη, διότι καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις ὁμοίας γνώμας ἐξεδήλωσε ἡ Κυβέρνησις. Ποία λοιπὸν εἶναι αὐτὴ ἡ δικαιολογία; Ἂς προεξοφλήσω τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ διὰ τὴν ἀντίθετον γνώμην του ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον τὰ μοναστηριακὰ κτήματα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ἐθεωρήθησαν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν κατὰ πρῶτον λόγον εἰς ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Καὶ διατί νὰ ὑπαχθοῦν εἰς ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν; Καὶ διότι δὲν διοικοῦνται καλῶς καὶ διότι προέρχονται ἀπὸ ἀφιερώσεις ἀλλὰ καὶ τρίτον, διότι ὁ σκοπὸς τῆς ἐκκλησίας εἶναι ἀνθρωπιστικὰς καὶ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων εἶναι ἐντελῶς ἀνθρωπιστικὴ καὶ πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὡρισμένας τάξεις ἀνθρώπων καὶ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ πνεῦμα τῶν δωρητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδιδον τὰ κτήματά των εἰς τὴν ἐκκλησίαν διὰ νὰ τὰ περιφρουρήσουν ἀπὸ τὰς ἁρπαγὰς καὶ συγχρόνως ἐκτελέσουν μίαν φιλανθρωπικὴν πρᾶξιν. Λοιπὸν ἐκ λόγων τῆς γεννέσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν καὶ τῆς μορφώσεως αὐτῶν εἶναι κάτι τι τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει εὐθὺς τοὺς νόμους ἀπαλλοτριώσεως καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιεροῦνται. Τί εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ συμβαίνῃ ὥστε νὰ δικαιολογεῖται μία παρέκκλισις ἀπὸ τὴν μέχρι τοῦδε ἐφαρμοσθεῖσαν πολιτικήν; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πράγματι συμβαίνει εἶναι τοῦτο ὅτι καὶ ὁ κλῆρος ὠργανώθη παρουσιάζεται καὶ αὐτὸς ὡς μία δύναμις καὶ λέγει ὅτι διεκδικεῖ αὐτὰ τὰ ζητήματα διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Αὐτὴ εἶναι εἰς τὸ βάθος ἡ δικαιολογία. Τὸν καιρὸν ποῦ ἔγινεν ἡ ἀπαλλοτρίωσις ὁ κλῆρος δὲν ἐζήτει ἀποζημίωσιν διὰ τὰ μοναστηριακὰ κτήματα. Τώρα ἀπειλεῖ καὶ αὐτὸς ἀπεργίαν καὶ κλείσιμον τῶν ἐκκλησιῶν.
§102Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν εἶδον τοιαύτην ἀπειλήν.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀπειλὴ ἔγινεν ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ εὐρυτέρου Συνασπισμοῦ.
§104Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν τὸ γνωρίζω.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπειλήθη τὸ κλείσιμον τῶν ἐκκλησιῶν καὶ ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ ἐκ μέρους τῆς ἐκκλησίας εἰς τὴν Βουλήν. Ἡμεῖς δὲν ἀντιτιθέμεθα εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλισθῇ οἰκονομικῶς ὁ κλῆρος, ἀλλ’ ἐρωτῶμεν: Θὰ ἐξασφαλισθῇ οἰκονομικῶς ἡ τάξις τοῦ κλήρου εἰς βάρος ὡρισμένων ἀτυχῶν καλλιεργητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον νὰ εἶναι ἐγκατεστημένοι εἰς τὰ Μοναστηριακὰ κτήματα;
§106Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁμιλεῖτε διὰ τοὺς κολλήγους; Αὐτοὶ εἶναι ἄξιοι συμπαθοῦς μερίμνης.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκάματε ἤδη ὑποχώρησιν καὶ χαίρω πολὺ δι’ αὐτό.
§108Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ὑποχώρησις αὐτό.
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ γίνεται αὐτὴ ἡ ἀναγνώρισις σύμφωνα μὲ τὰς ἀντιλήψεις ἄλλωστε τῆς κυβερνήσεως, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ ἐκεῖ ἡ ἀναγνώρισις, διότι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι συντρέχουν διὰ τοὺς κολλήγους, οἱ αὐτοὶ συντρέχουν καὶ διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ἀκτήμονας τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, οἵτινες ἔχουν δικαίωμα ἀποκαταστάσεως. Ὅλοι ζητοῦν νὰ πάρουν περισσότερα καὶ οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται ζητοῦν νὰ τύχουν μεγαλειτέρας ἀποζημιώσεως, διότι ἡ πτῶσις τοῦ νομίσματος συνετέλεσεν ὄχι ὁ νόμος ὁ ἀγροτικός, συνετέλεσε νὰ ζημιωθοῦν, ὅπως ἐζημιώθησαν πολὺ μεγαλείτερα ποσὰ ὅλοι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν μετρητά, εἴτε ἐκ καταθέσεων εἰς τὰς τραπέζας εἴτε ἐκ δανείων. Ὅλοι αὐτοὶ ἐζημιώθησαν καταπληκτικῶς.
§110Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐπῆλθεν ἡ ζημία διότι ἐκάματε μίαν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν πληρώσαντες τὴν ἀποζημίωσιν ἐντὸς 30 ἐτῶν ἐνῷ ἔπρεπε νὰ προπληρωθῇ κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἐκάματε.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐδώσαμεν καὶ μίαν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἴσχυσε καὶ θὰ ἰσχύσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὅτι ἀποζημίωσις εἶναι καὶ ἡ πληρωμὴ διὰ χρεωγράφων τοῦ Δημοσίου τοκοφόρων. Ἡ ἀποκατάστασις ἄλλως θὰ ἦτο ἀδύνατος καὶ σήμερον θὰ ἦτο ἀδύοατος καὶ σήμερον θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ κινδύνου ἐξαπλώσεως τοῦ κομμουνισμοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸν ἀκόμη τὸν λόγον ἐπιμένομεν ὅπως μὴ γίνῃ καμμία ἐξαίρεσις, διότι ἡ μία ἐξαίρεσις εἶναι κίνδυνος μὲ μίαν μεταβολὴν τῆς συνθέσεως τῆς Βουλῆς νὰ ἔλθῃ καὶ δευτέρα καὶ πέσῃ εἰς τὴν ράχην τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Βουλὴν ἀκούωμεν ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας: Ἐπὶ τέλους τὶ θέλετε; Διὰ τοὺς ξένους ἰδιοκτήτας ἔγινεν ἡ ἐξαίρεσις, διὰ τὰ Μοναστηριακὰ ἔγινεν ἐξαίρεσις. Τὶ ἀπομένει; Ἀπομένουν οἱ ἰδιῶται. Θὰ τεθοῦν εἰς ἥσσονα μοῖραν οἱ ἰδιῶται ἀπὸ τὰ Μοναστηριακὰ καὶ τοὺς ξένους. Ἐγὼ δὲν ἀντιτίθεμαι νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα ἀποζημίωσις εἰς αὐτούς, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν νὰ μὴ κινδυνεύσῃ ἡ ἀγροτικὴ ἀποκατάστασις. Πολλὰς φορὰς τὸ ἐπανέλαβον ὅτι ἡ ἀποκατάστασις δὲν ἔχει συντελεσθῇ, κ. Πρόεδρε τῆς κυβερνήσεως.
§112Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατὶ δὲν ἔχει συντελεσθῇ;
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι ὁ κλῆρος εἶναι μικρός, διότι δὲν διωργανώθη ἡ πίστις καὶ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα.
§114Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἰς τὴν Ἐθνικὴν συνείδησιν ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἐγένετο.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο.
§116Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὄχι δι’ ἐκτιμήσεως.
§117Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ διακηρύττετε, κ. συνάδελφε, σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶσθε τὰ πλέον ἀκίνδυνα ἀρνιά, οὐδεὶς κίνδυνος, διότι εἰς τὴν Ἐθνικὴν συνείδησιν ἔχει ριζοβολήσει ἡ ἰδέα ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν δι’ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως.
§118Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Ἀλλὰ ἴδια πληρωμὴ ἀναλόγου τιμήματος.
§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀντετάχθη εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν. Μὰ δὲν ἀπομένουν πολλὰ κτήματα ἀκόμη, διατὶ νὰ γίνῃ τόσος θόρυβος; Ἐγὼ δὲν γνωρίζω πόσα μένουν. Ἐνῶ εἶχον γίνει ἐπιτάξεις καὶ μισθώσεις πολλῶν κτημάτων, μερικὰ διατάγματα ἀνέτρεψαν τὰς πράξεις αὐτὰς καὶ εἶναι τὸ Κράτος ἐκτεθειμένον ἀπέναντι τῶν καλλιεργητῶν. Δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα σοβαρὰν ἀξίαν, διότι ἐγὼ γνωρίζω ἐκτάσεις ποὺ εἶναι ἀκόμη ἀναπαλλοτρίωτοι. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν εἶναι μεγάλη ἡ ἔκτασις τότε εἶναι ζήτημα μᾶλλον ἀρχῆς.
§120Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι ἐλάχιστοι.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δέχομαι ὅτι εἶναι ἐλάχιστοι, τότε ποῖος κίνδυνος ὑπάρχει ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Ἐνῷ ἡ ἠθικὴ βλάβη εἶναι προφανής. Εἶναι ἐπαναλαμβάνω ζήτημα ἀρχῆς καὶ ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐφαρμόσῃ δὲν εἶναι μόνον ἐπικίνδυνος διότι ἐνισχύει ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν ν’ ἀνατρέψουν τὴν βάσιν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ἀλλὰ διότι καὶ τὰ δικαστήρια ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν ἀγροτικὸν νόμον. Δυστυχῶς δὲ τὰ Δικαστήρια ἀπεμακρύνθησαν καὶ ἀπομακρύνονται διότι ἤρχισε ἐπικρατοῦσα αὐτὴ ἡ ἀντίληψις, ἀντίληψις ἀντίθετος πρὸς τὸν ἀγροτικὸν νόμον καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ ν’ ἀνατραποῦν διότι εἶναι προφανῶς ἀντίθετοι πρὸς τὸν νόμον. Μία λοιπὸν τοιαύτη ἀπομάκρυνσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὰς ἀρχὰς αἱ ὁποῖαι ἔχουν καθιερωθῇ θὰ εἶχε καὶ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Δυστυχῶς θὰ ἐνεθάρρυνε τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὴ ἔχοντες ἐπαρκῆ κοινωνικὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ ἀνωτέρου σκοποῦ ἐπέβαλον τὴν ψήφισιν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἀντὶ νὰ ἐφαρμόζουν τὸν ἀγροτικὸν νόμον καὶ κάμνουν ἐκτιμήσεις ἐντελῶς ὑποκειμενικὰς κατ’ ἰδίαν ἀντίληψιν ἢ ἐκτίμησιν, ἀπομακρινόμενοι ἀπὸ τὰς αὐστηρὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Δὲν θέλω συνεπῶς νὰ ἐνισχυθῇ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἡ ἀντίληψις ὅτι ἐκφεύγομεν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἀλλ’ ἀντιθέτως θέλω νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἀντίληψις περὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ.
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τὸ μετατοπίζετε ἀπὸ ζήτημα νομοθετικὸν εἰς ζήτημα δικαστικόν. Νομίζετε ὅτι θὰ μὲ πτοήσετε μὲ αὐτὰς τὰς ἐνδεχομένας συνεπείας διὰ νὰ μὴ κάμω ἐγὼ τὸ καθῆκον μου ὡς ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας;
§123Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ σημασία τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ καὶ ν’ ἀναλογισθῇ ποίας συνεπείας δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ τροπολογιῶν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιάνος.
§125Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου κ. βουλευταί, διετύπωσα τὴν γνώμην ὅτι ἡ διαστολὴ ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν διατάγματος μεταξὺ κτημάτων ἀνηκόντων εἰς τὰ μοναστήρια καὶ κτημάτων ἀγροτικῶν, δὲν ἦτο ποσῶς δικαιολογημένη. Ἐνθυμοῦνται οἱ κύριοι βουλευταὶ καὶ κυρίως οἱ κύριοι βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον τοῦ σώματος ὅταν ἐψηφίσησαν οἱ σχετικοὶ νόμοι, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποδεχθῆ ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ὀρθὸν τὸ μέτρον ὅτι ἀπαλλοτρίωσις τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων τῶν ἰδιωτῶν. Βεβαίως δὲν εἶχε τεθῆ ἡ διάταξις καὶ εἰς τὸν σχετικὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐτέθη μία ἄλλη διάταξις ἀρκετὰ ἐνδεικτικὴ τοῦ πνεύματος τῆς ὅλης κοινωνίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία συνέτυχε νὰ προέρχεται ἐκ τοῦ αὐτοῦ κόμματος ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ σήμερον προέρχεται ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἔδει διὰ τὰ ἰδιωτικὰ κτήματα νὰ ἐδίδοντο ἐξαιρέσεις, προκειμένου περὶ μοναστηριακῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ἐθεωρήθησαν ὅτι αὐτὰ ἠδύναντο ἐξ ὁλοκλήρου ν’ ἀπαλλοτριωθοῦν. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν μόνον τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας τὸ πνεῦμα αὐτό, τὸ πνεῦμα αὐτὸ ἐπεκράτησε παντοῦ ὅπου ἐγένοντο ἀναγκαῖαι ἀπαλλοτριώσεις. Εἰς τὴν Ρουμανίαν ἐπὶ παραδείγματι πρὸ πάσης ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀγροτικῶν κτημάτων, ἀπαλλοτρίωσαν τὰ κτήματα τοῦ Δημοσίου, τὰ κτήματα τοῦ στέμματος καὶ τὰ κτήματα τὰ ἐκκλησιαστικά. Ἔκρινε δηλαδὴ ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ προβῇ εἰς ἀπαλλοτριώσεις ἰδιωτικῶν κτημάτων ἐφ’ ὅσον ἐκράτει τὸ Κράτος, ἡ Ἐκκλησία, τὸ Στέμμα ἔστω καὶ μίαν λωρίδα γῆς. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐπεκράτησε καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ μόνον δικαιολογημένον. Ἀτυχῶς διὰ τοῦ συζητουμένου διατάγματος παρεισάγεται ἐξαίρεσις. Ἠκούσαμεν τὴν Ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργός ἀλλ’ ἡ ἱστορία αὐτὴ δὲν παίζει κανένα ρόλον καὶ δὲν ἐξασκεῖ οὐδεμία σημασίαν διότι τὸ πρᾶγμα....... ὅτι τὰ μοναστήρια δὲν θὰ τεθοῦν εἰς μοῖραν κατωτέραν, ὅπως ἐτέθησαν εἰς ξένας νομοθεσίας, ὅπως ἦτο καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἰδικῆς μας νομοθεσίας, ἀλλὰ θὰ τύχουν εὐνοίας ἐξαιρετικῆς. Ἡ διαστολὴ αὐτὴ ἦτο ἀπολύτως ἀδικαιολόγητος, ἀλλ’ ἀσφαλῶς δὲν στηρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα ὅπως ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁμολογῶ δὲ ὅτι δὲν ἀνέμενον νὰ δώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ἄνθρωπος τῆς νομικῆς μορφώσεως καὶ τῆς εὐφυΐας τοῦ κ. Γόντικα.
§126Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Μὲ συγχωρεῖτε, πρῶτον δὲν ἀνακαλῶ τίποτε ἀπ’ ὅτι εἶπον. Ἀλλὰ δὲν ἔδωκα ἐγὼ τὴν ἑρμηνείαν. Εἶπον ὅτι ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τεθεῖσα φράσις εἶναι ἡ φράσις τοῦ Συντάγματος.
§127Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὥστε δὲν φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον, ἢ μᾶλλον οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα εἶναι ὑποχρεωμένοι καὶ εἰς αὐτὸ πλήρως δικαιολογημένοι ἐν πρώτοις νὰ νομιμοποιήσουν ὅτι παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικὸν ἐγένετο καὶ περὶ αὐτοῦ ἐτέθη μία ὡρισμένη διάταξις· ἀλλ’ ἐσκέφθησαν καὶ κάτι ἄλλο ἐπίσης ὀρθόν, ὅτι αἱ ἀπαλλοτριώσεις τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων ἐπειδὴ δὲν εἶχον γίνῃ ὁλόκληροι, ἔβαλον μίαν διάταξιν ὅτι ἐπὶ μίαν πενταετίαν δὲν θὰ ἰσχύουν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ ἦτο συνεπές. Ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ἠκολούθει μίαν πολιτικὴν τοιαύτην, ὤφειλε νὰ τὴν φέρῃ εἰς πέρας καὶ λίαν ὀρθῶς ἔθεσεν εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτὰς τὰς δύο διατάξεις. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ παρεισάγει καὶ διάταξιν δυσμενῆ διὰ τὰ μοναστηριακὰ κτήματα, ὄχι μόνον δηλαδὴ δὲν εἶναι εὐμενὴς δι’ αὐτά, εἶναι διάταξις δυσμενής, δηλαδὴ ἐνῷ διὰ τὰ ἄλλα κτήματα τῶν ἰδιωτῶν δύναται τὸ Κράτος μετὰ τὴν πενταετίαν νὰ τὰ ἀπαλλοτριώσῃ παρὰ μόνον σεβόμενον τὴν διάταξιν 19 τοῦ Συντάγματος, εἰδικῶς διὰ τὰ μοναστηριακὰ κτήματα δύναται ἐπ’ ἄπειρον νὰ μὴ σέβεται τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος. Ὥστε ὄχι μόνον δὲν εἶναι διάταξις εὐμενὴς ἀλλὰ εἶναι διάταξις δυσμενής. Δι’ αὐτὸ ὑπῆρξε κύριοι ἀναμφισβήτητον ὅτι συνετελέσθησαν ἀδικήματα συνετελέσθησαν δημεύσεις. Δὲν ὑπάρχει ἕνας ἰδιοκτήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ ὁποῖος νὰ εἰσέπραξεν ὡς κεφάλαια ἀποζημιώσεως οὔτε ἕνας δὲν ὑπῆρξε ὁ ὁποῖος εἰσέπραξε ὡς κεφάλαια ἀποζημιώσεως ἔστω καὶ ἑνὸς ἔτους εἰσόδημα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις. Ὅτι πρόκειται περὶ ἀδικήματος εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι προηγήθησαν δημεύσεις εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐὰν αἱ δημεύσεις αὐταὶ ἦσαν ἐπιβεβλημέναι διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον, ἐδῶ συζητεῖται τὸ ζήτημα. Ἡ μερὶς λοιπὸν τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διερμηνεύω τὰς γνώμας δὲν ἐσκέφθη νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀντετάχθη εἶναι ἡ δήμευσις. Κατὰ τῆς δημεύσεως καὶ μόνον ἠθελήσαμεν νὰ ἀντιταχθῶμεν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ εἰδικῶς διὰ ἕνα λόγον ἄνευ τοῦ ὁποίου ἴσως δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Δὲν γνωρίζω ἐκδοθείσας ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν ἀξίαν μεγαλειτέραν εἰς αὐτὰ τὰ κτήματα ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ ἰσχύων ἀγροτικὸς νόμος. Ἀλλ’ ἡ συμβολὴ τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως εἶναι συμβολὴ ἡ ὁποία μοῦ ἐπιβάλει στοιχειώδη ὑποχρέωσιν νὰ ὑπενθυμίσω τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας θὰ εἶχεν ἡ ἀρχὴ τοιούτου μέτρου. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπεμβαίνει εἰς ὅλας τὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις διὰ νὰ κρίνῃ ἑκάστοτε ἂν θὰ ἰσχύσουν ἢ δὲν θὰ ἰσχύσουν αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς, αἱ συνέπειαι θὰ ἦσαν ὀδυνηραί θὰ ἦσαν ὀλέθριαι.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει σειρὰ νόμων οἱ ὁποῖοι ἀνέτρεψαν δικαστικὰς ἀποφάσεις.
§129Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἀρκετά, κ. βουλευταί, περιωρίσθη ἡ διαδικασία εἰς τὰς δίκας ἐκείνας μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ μὴ ἀποφαίνεται παρὰ ἕνας βαθμὸς δικαστικός. Ἀλλοίμονον ἂν πλὴν τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς ἤθελε τολμήσῃ ἀποφασίσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ λάβῃ μέτρον νομοθετικὸν διὰ γὰ ἀκυρώσῃ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, διότι κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος. Τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν θὰ ἔκαμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀσκῇ μίαν τυραννίαν ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ τότε οἱ νόμοι θὰ ἔμενον γράμμα νεκρὸν διὰ νὰ κερδίσουν ὀλίγους ψήφους ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠκολούθησαν τὴν ὁδὸν αὐτήν. (χειροκροτήματα).
§130Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας περαίνων τὸν λόγον του ἔκαμεν ὑπαινιγμὸν ὁ ὁποῖος εἶναι προσβλητικὸς δι’ ἡμᾶς. Ὀφείλει νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ.
§131Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἀπέβλεπον εἰς ὑμᾶς. Μὲ συγχωρεῖτε. Πρὸς Θεοῦ Γνωρίζω ὅτι σεῖς περισσότερον...
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ἄλλοι βουλευταὶ χάριν ἰδίων ὠφελειῶν ὑποστηρίζουν τὰς ἀπόψεις του.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαδᾶς.
§134Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι ἡ ἐξιστόρησις τῶν προηγηθέντων τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἡ ὁποία εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβής, δὲν πιστεύω νὰ ἐγένετο μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου διότι αὐτὴ ἡ ὑποβολή του ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶχε αὐτὴν τὴν διάθεσιν ὁ κ. ὑπουργός. Καὶ ἐπὶ μὲν τῆς τροποποιήσεως τῆς ἀφορώσης τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον νομίζω ὅτι ἡ φράσις τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ἡ ἐπιτροπὴ ἦτο λίαν ἐπιτυχής, διότι ἡ φράσις αὕτη εἶναι ἡ αὐτὴ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου 119 τοῦ συντάγματος. Καὶ ἐν τούτοις παρεξηγήθη ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος ἐνομίσθη ὅτι κατέφυγε εἰς τὸ σύνταγμα διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκ τοῦ συντάγματος ἀπαγορεύεται ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ καθιέρωσις διατάξεως διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἀπαλλοτρίωσις. Δὲν εἶπε τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργός. Ἡ κυριωτέρα ἀντίρρησις ἡ ὁποία προβάλλεται κατὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως δὲν εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποκατασταθῶσιν οἱ ἀκτήμονες ἀλλὰ ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ ἐκκλησία εἰς ἀκτήμονα. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ ζήτημα συνδέεται πρὸς τὴν ἐν γένει ἐξέτασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κλήρου, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτυχὴς ἡ φράσις τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ ὅτι ἐκ τῆς ὑπάρξεως μοναστηριακῶν κτημάτων ὁ μόνος ποὺ δὲν ὠφελεῖται εἶναι ἡ ἐκκλησία. Διότι τὰ κτήματα αὐτὰ ἐνοικιάζονται ἀντὶ πινακίου φακῆς εἰς διαφόρους ἐκμεταλλευτὰς οἱ ὁποῖοι μεταβάλλονται ταχέως εἰς ἑκατομμυριούχους. Καὶ προχθὲς ἐπληροφορήθην ἀπὸ δικηγόρον ἀξιόπιστον ὅτι ὑπάρχει ἕνας ἄνθρωπος εἰς τὰ περίχωρα τῶν Ἀθηνῶν μισθώσας κτῆμα μοναστηριακὸν ἀντὶ 6 χιλ. δρ. ἐνῷ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὑπεξεμισθώθη μόνον μὲ τὰς βοσκὰς του ἀντὶ 15 χιλιάδων. Ἑπομένως δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν περιουσίαν αὐτὴν διὰ νὰ σωθῇ ἡ ἐκκλησία ἀλλὰ πρέπει καὶ δι’ εἰδικῶν νόμων νὰ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ νὰ ὠφελεῖται πράγματι ἐξ αὐτῶν ἡ ἐκκλησία.
§135Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα εἶναι ὑπὸ μελέτην συμφώνως πρὸς ὅσα ἐξέθεσα.
§136Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἄλλην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 20 ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἡ τροπολογία τῶν κ. κ. συναδέλφων διαφωνῶ διότι ναὶ μὲν εἶναι δικαιολογημένη ἀπολύτως ἡ διαμαρτυρία ἡ ὁποία ἠκούσθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Πατρῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπωμεν εἰς τοὺς συντάκτας ἑκάστου νομοσχεδίου νὰ αὐτοπροάγωνται διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸν διευθυντὴν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου διότι διὰ τὸν ἐπίτροπον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οὗτος εἶχε πάντοτε βαθμὸν καὶ μισθὸν ἐπιτρόπου τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὴν θέσιν αὐτῆς κατεῖχον πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐτίμησαν αὐτήν, ἐκεῖνο λέγω ποὺ μοῦ κάνει ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν διὰ τὸν διευθυντήν, εἶναι ὅτι τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον εἶναι κολοσσιαῖος ὀργανισμός, τοῦ ὁποίου ὁ διευθυντὴς διαχειρίζεται ὁλόκληρον περιουσίαν ἔχων ὅλως ἐξαιρετικὴν εὐθύνην καὶ ἔχων ἀνάγκην ἐξαιρετικωτάτης ἐπιμελείας. Καὶ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν κάποιαν ἐξασφάλισιν πρέπει ὁ διευθυντὴς νὰ μὴ ἀμοίβεται μὲ γλίσχρον μισθόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν περιφρουρήσωμεν διὰ νὰ ἔχει κἄποιαν δύναμιν νὰ κρατεῖται εὐπρεπής. Εἰς τὴν ἐξαίρεσιν λοιπὸν ὑπὲρ τοῦ διευθυντοῦ, μολονότι δὲν συμμερίζομαι τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς συμφωνῶ τόσῳ μᾶλλον ὅπως εἰς τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον ὑπάρχει εἷς μόνον διευθυντὴς παρὰ τὸ ἐξαιρετικὸν καὶ πολύπλοκον τῆς ὑπηρεσίας. Ἤθελα ἐπίσης νὰ προσθέσω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀνατρέπονται κεκτημένα δικαιώματα διότι ἡ Ἀεροπορικὴ Ἄμυνα ἐνήργησε διαφόρους πράξεις καὶ τὰς πράξεις αὐτὰς τὰς θεωρεῖ τὸ νομοσχέδιον ὡς μὴ ὑπαρχούσας, διὰ τοῦτο χρειάζεται νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως μὴ παγιδευθῶσι οἱ τρίτοι. Οὕτω λόγου χάριν εἰς τὸ ἄρθρον 2 λέγει (ἀναγινώσκει) «θεωρεῖται αὐτοδικαίως ἄκυρος»; Καὶ ὅμως εἰς τὸ ἄρθρον δὲν περιλαμβάνεται καμμία διάταξις περὶ μεταγραφῆς. Ἐὰν δὲν διαταχθῇ μεταγραφὴ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀσφάλεια τῶν τρίτων.
§137Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἔχετε δίκαιον. Νὰ προστεθῇ.
§138Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐπίσης εἰς τὸν ἀριθμὸν 2 τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν δικάζει ὁ Πρόεδρος καὶ κατὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τοῦ Προέδρου ἀσκεῖται ἐπίσης ἐνώπιον τοῦ ἐφετείου δύναται ὅμως νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἑξῆς ἀμφιβολία. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 λέγει (ἀναγινώσκει) ..... Καὶ πραγματικῶς ὅταν εἶναι κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 634 Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ ἀπόφασις τοῦ Προέδρου ἔχει προσωρινὴν ἰσχύν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ τὸ διασαφήσωμεν; Διότι προκύπτει ἀμφιβολία. Ἐπὶ τοῦ ἐν τέλει ἄρθρου 11 δ. ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διάταξις τὴν ὁποίαν πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν (ἀναγινώσκει).
§139Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νὰ βάλωμεν νὰ ἀποφαίνεται ὁ Πρόεδρος.
§140Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 νὰ τὴν βάλετε καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 2.
§141Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὀρθῶς.
§142Χ. ΛΑΔΑΣ. Τώρα εἰς τὸ ἄρθρον 11 πρόκειται περὶ κτημάτων μονῶν ἢ ναῶν. (ἀναγινώσκει). Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου δὲν ἔχουν ἐφαρμογὴν κτλ. Ἡ διάταξις εἶναι ὀρθή, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λείπει εἶναι τὸ ποῖος θὰ κρίνῃ ὅτι εἶναι ἀνάπηρος. Αὐτὸ σᾶς τὸ λέγω διότι ἐνδιαφέρει τὰς Ἀθήνας, διότι εἰς τὴν μονὴν Πετράκη ἔχει γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις. Ἂν θέλετε βάλετε ὅτι θὰ κρίνῃ ὁ Πρόεδρος.
§143Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Αὐτὸ ἐννοεῖται.
§144Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐννοεῖται ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ βάλωμεν. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 12 πρέπει νὰ διαταχθῇ μεταγραφὴ ἡ ὁποία λείπει. Τὸ ἄρθρον 15 κ. ὑπουργὲ λέγει. (ἀναγινώσκει). Ἐδῶ ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ καθορισθῇ ἡ ἀξία τῶν διαφόρων οἰκοπέδων διότι παρουσιάζονται ἄτοπα. Ἐπίσης εἰς τὴν μισθοδοσίαν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸν χρόνον τῆς μισθώσεως, ὄχι τὸ μίσθωμα. Διότι λέγεται ὅτι ὅταν εἶναι μίσθωμα πέραν αὐτοῦ ὑπάγεται ὑπὸ τὴν κρίσιν σας.
§145Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Νὰ βάλωμεν ἀντὶ τοῦ «καὶ» «τὸ» ἤ.
§146Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ ἡ τελευταία παρατήρησις: Ἡ μόνη διαφωνία τὴν ὁποίαν ἔχω μὲ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι, ὅτι ἄφισε μόνον τοὺς παπάδες εἰς τὸ γενικὸν συμβούλιον ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἁρμόδιον πρόσωπον τὸ ὁποῖον νὰ κρίνῃ, καὶ οὐχὶ δεσποτάδες οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἰδέαν ἀπὸ ἐγκόσμια πράγματα. Πρέπει νὰ εἶναι κάποιος εἰδικός, ἕνας μηχανικὸς οἱοσδήποτε ὁ ὁποῖος νὰ γνωρίζῃ πόσον εἶναι τὸ μίσθωμα ἑνὸς κτήματος καὶ πόσον πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ στρέμμα εἰς ἐκεῖνο μέρος.
§147Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἔχομεν τρεῖς καὶ τρεῖς καὶ αὐτὴ ἡ σύνθεσις ἔφερε θαυμάσια ἀποτελέσματα.
§148Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὶ σᾶς βλάπτει νὰ βάλετε ἕναν εἰδικὸν ἔστω καὶ ἄνευ ψήφου;
§149Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἔχουν ὅλον τὸν καιρὸν νὰ διορίσουν πραγματογνώμονας, καὶ τὸ κάνουν.
§150Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω μίαν περίπτωσιν. Μοῦ κατηγγέλθη παρὰ συμπολίτου μου, ὅτι ἕνα κτῆμα ἐνοικιάσθη εἰς κάποιον ἀντὶ 70.000 δρ. διὰ τόσα χρόνια, καὶ εἰς ὀλιγώτερον χρόνον ἡ μίσθωσις μικροῦ λειβαδείου εὑρισκομένου μέσα εἰς τὸ κτῆμα ἀπέφερεν 60.000 δρ. Θὰ ἐγένετο αὐτὸ ἂν οἱ ἁρμόδιοι εἶχον μηχανικὸν νὰ τὸν στείλουν ἐκεῖ καὶ νὰ ἰδῇ τὴν ἀξίαν τὴν ὁποία εἶχε;
§151Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Αἱ δημοπρασίαι γίνονται ἐπὶ τόπου ἀπὸ τὸ συμβούλιον τῆς μονῆς. Τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ἔρχεται νὰ κρίνῃ ἂν ἡ δημοπρασία ἐγένετο καλῶς καὶ κατὰ τύπους.
§152Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἔτυχε πρὸ ἑνὸς ἔτους νὰ εὑρίσκωμαι εἰς Λειβαδειὰν καὶ ἐγένετο δημοπρασία ταὐτοχρόνως εἰς τὴν μονὴν καὶ τὴν Λειβαδειάν.
§153Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐδιορθώθη.
§154Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀλλὰ πρὶν τὸ διορθώσετε τὶ ἐγένετο; Ἔδινε μίαν δραχμὴν τιμὴν εἰς τὸ μοναστῆρι καὶ εἰς Λεβάδειαν τὸ ἀνέβαζε λίγο παρὰ πάνω καὶ τὸ ἔπαιρνε. Κατηργήθη δὲ ὅταν διεμαρτυρήθη ὁ βουλευτής.
§155Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὐδεὶς διεμαρτυρήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ καταργηθῇ.
§156Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποδίδω καμμίαν εὐθύνην εἰς τὸν διευθυντὴν ἀλλὰ θέλω νὰ τὸν περιχαρακώσω καθὼς καὶ τὸ συμβούλιον.
§157Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰσῆλθεν διάταξις συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ὁρίζεται ὅτι αἱ δημοπρασίαι ἐνεργοῦνται ἀποκλειστικῶς ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς περιφερείας τοῦ κτήματος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρακάμπτεται κάθε κίνδυνος.
§158Χ. ΛΑΔΑΣ. Κατὰ τὰ λοιπὰ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. ὑπουργὸν διότι συνεφώνησε μὲ τὰς τροπολογίας μου. (χειροκροτήματα).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§160Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἀπασχολεῖ τὴν Κυβέρνησιν τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν τῆς ἐκκλησίας, καὶ ὅταν λέγω ἐκκλησίας δὲν ἐννοῶ μόνον τὸν ἀνώτερον κλῆρον ἀλλὰ καὶ τὸν κατώτερον. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει ὅτι ἡ ἐκκλησία ἀποτελεῖ ἀκόμη δύναμιν μεγάλην ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ εὐεργετικὴ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πατρίδα, πιστεύει ὅτι ἡ ἐκκλησία δὲν ἔδωσεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν ἀκόμη ὅ,τι ἔλεγε νὰ δώσῃ, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει μόνον τὴν ἐκκλησίαν ἀλλὰ βαρύνει καὶ τὴν Πολιτείαν. Ὁπωσδήποτε διὰ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν κλῆρον νὰ μᾶς παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας ἔχει παράσχει ἀλλοῦ ὁ κλῆρος, ἔχομεν καθῆκον νὰ δώσωμεν καὶ εἰς αὐτὸν τὰ ὑλικὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ πολλοῦ ἀσχολουμένη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἔφθασε εἰς συμπεράσματα τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς προσεχῶς καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν εἰδικὸν νόμον τὸν προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ συντάγματος. Ἡ κυβέρνησις ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ διαχείρησις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἐγένετο καὶ ἐξακολουθεῖ ἴσως νὰ γίνεται ἀκόμη κατὰ τὸν χειρότερον δυνατὸν τρόπον, πιστεύει ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλισθῶμεν ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ διορθωθῇ ἡ διαχείρισις τῆς μοναστηριακῆς αὐτῆς περιουσίας κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ διὰ τῆς ἐκποιήσεως αὐτῆς. Τὴν ἐκποίησιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἐπιβάλλουν καὶ κοινωνικοὶ λόγοι, ἐπιβάλλουν καὶ οἰκονομικοὶ λόγοι γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος. Κτήματα τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τοιαῦτα νομικὰ πρόσωπα εἶναι ἀδύνατον νὰ καλλιεργηθοῦν ὅπως πρέπει ἐὰν εἶναι ἀγροτικὰ εἴτε νὰ γίνεται ἡ διαχείρισις ὅπως πρέπει ἐὰν εἶναι ἀστικά. Πρέπει ἑπομένως τὰ κτήματα αὐτὰ νὰ περιέλθουν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν τὸ πρῶτον ἡ ἐκκλησία μοῦ ἐζήτησε τὴν παρέμβασίν μου διὰ νὰ ρυθμίσῃ τὰ τῆς ἐκκλησίας, τῆς ἐδήλωσα ὅτι θέλω τὴν συγκατάθεσίν σας, ὄχι διότι θὰ εἶχε νομικὴν ἀξίαν αὕτη, ἀλλὰ διὰ τὴν ἠθικήν της ἀξίαν. Θέλω τὴν συγκατάθεσίν σας ὅτι ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκποίησιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, καὶ ἡ συγκατάθεσις ἐδόθη. Πῶς ὅμως σκεπτόμεθα ὅτι θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐκποίησις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας διὰ νὰ ἀποφευχθοῦν αἱ καταχρήσεις κατὰ τὴν ἐκποίησιν αὐτῆς, ὅμοιαι πρὸς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἔγιναν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας; Ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία ἀπογραφὴ καὶ ἀποτίμησις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας τῆς ἀποτελούσης πρόσοδον — εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν σκέπτομαι νὰ ἐκποιήσω τοὺς ναοὺς καὶ ἱεροὺς τόπους—πρέπει λοιπὸν νὰ γίνῃ μία γενικὴ ἀπογραφὴ καὶ ἐκτίμησις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἡ δὲ ἐκτίμησις πρέπει νὰ γίνῃ ὑπὸ μιᾶς τοιαύτης ἐπιτροπῆς ὥστε νὰ ἔχωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρας πιθανότητας καὶ βεβαιότητας, ὅτι τὸ αὐτὸ μέτρον ἐτηρήθη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς κατὰ διαφόρους τόπους μοναστηριακῆς περιουσίας. Ἀφοῦ γίνῃ τοῦτο, θὰ ἐπροτείναμεν νὰ μειώσωμεν τὴν ἐκτίμησιν ὅλων αὐτῶν τῶν κτημάτων κατὰ 10 ἢ ἂν θέλετε κατὰ 15%, νὰ δημοσιεύσωμεν τὸν πίνακα αὐτὸν τῆς ἀπογραφῆς καὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κτημάτων μὲ τὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία θὰ στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ὅτι οἱοσδήποτε παρουσιασθῇ ἀγοραστὴς δηλῶν ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀγοράσῃ ἕνα ἀπὸ τὰ κτήματα ταῦτα εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἀποτιμήσεως τὸ κτῆμα τίθεται εἰς δημόσιον διαγωνισμὸν διὰ δημοπρασία εἰς τὸν ὁποῖον τίθεται προθεσμία 2–3 μηνῶν, δημοπρασία γινομένη δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν μὴ δεκτικῶν μεταβολῆς διὰ τὴν προσφορὰν τοῦ μεταγενεστέρου καὶ κατακυροῦται εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὴν καλιτέραν προσφοράν, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη τότε κατακυροῦται εἰς τὸν δηλώσαντα ὅτι θέλει νὰ ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ποτὲ δὲν θὰ κατακυρωθῇ κανὲν κτῆμα μὲ τιμὴν ὀλιγωτέραν ἀπὸ τῆς πραγματικῆς ἀξίας καὶ μεῖον τοῦ 10–12% ποὺ θὰ ἐλαττώσωμεν ἡμεῖς τὴν τιμήν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον κύριοι, πιστεύω ὅτι ἐντὸς 5ετίας, 6ετίας, 7ετίας· δὲν ξέρω πόσος καιρὸς θὰ χρειασθῇ διότι δὲν μποροῦν νὰ ἐκποιηθοῦν διὰ μιᾶς, διότι εἶναι πολλὰ τὰ κτήματα, καὶ τὰ περισσότερα εἶναι ἀστικὰ—πιστεύω, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν νὰ ρευστοποιήσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας καὶ νὰ ἔχωμεν ἕνα κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον τοποθετούμενον εἰς χρεώγραφα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἀποφέρουν ἂς εἴπωμεν 8%, θὰ δώσῃ εἰσόδημα ποὺ δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ἂν τὸ ὑπολογίσω ὅτι θὰ εἶναι 4 φορὲς ἀνώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδουν σήμερον καὶ ἀσκανδάλιστον εἰσόδημα. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὴν μέριμναν αὐτὴν περὶ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας θὰ περιορισθῶμεν, ἀλλ’ ὅτι διὰ καταλλήλου ἐπιτροπῆς θὰ μελετήσωμεν καλλίτερον καὶ τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως τῶν διαφόρων ναῶν ἡ ὁποία διαχείρισις εἶναι μεγάλη καὶ κολοσσιαία ἐπίσης. Καὶ ὅταν κατορθώσωμεν αὐτὰ τὰ δύο ζητήματα νὰ τὰ ρυθμίσωμεν καλῶς ἠμπορεῖτε νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἔχωμεν ὅλον τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ νὰ μισθοδοτήσωμεν, καὶ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκκλησίας ἀλλὰ καὶ νὰ μισθοδοτήσωμεν ἐπαρκῶς τὸν κλῆρον, τὸν ἐπαρχιακόν μας κλῆρον. (χειροκροτήματα). Καὶ ἑπομένως τότε νὰ περιμένωμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ ἐνοριακὸν κλῆρον. Ἔχομεν καὶ ἤδη καλὸν ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, ἐνῶ τότε θὰ ἔχωμεν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐνοριακὸν κλῆρον προερχόμενον ἀπὸ σχολὰς ἐκκλησιαστικάς. Ζητῶ ἀπόψε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει καὶ νὰ περιμένῃ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς αὐτὴν τὸ νέον νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ρυθμίζῃ τὰ τῆς περιουσίας τῆς ἐκκλησίας. Τότε θὰ μοῦ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ συζητήσωμεν μὲ τὸν ἀγαπητὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅλας τὰς λεπτομερείας αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐμφανισθοῦν. Τοῦ ἐδήλωσα ἤδη ὅτι ἂν ὑπάρχουν κολλῆγοι εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐπιτύχω τὴν συγκατάθεσιν καὶ τῆς ἐκκλησίας ἀκόμη διὰ νὰ τοὺς ἀποκαταστήσωμεν ὑπὸ τοὺς καλλιτέρους δυνατοὺς ὅρους χωρὶς νὰ θυσιάσωμεν καὶ τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ὅτι κολλῆγοι τοιοῦτοι δὲν ὑπάρχουν ἢ θὰ εἶναι πολὺ ὀλίγοι. Αἱ πληροφορίαι μου μάλιστα εἶναι, ὅτι τὰ μοναστηριακὰ κτήματα τὰ ἀγροτικὰ εἶναι πολὺ ὀλίγα, αὐτὰ ποὺ ὑπολείπονται πλέον κυρίως εἶναι ἀστικὰ κτήματα. Τότε ἐπαναλαμβάνω θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσωμεν τὰς λεπτομερείας. Σήμερον δηλῶ ὅτι δὲν δέχομαι ἐξ ὑφαρπαγῆς νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, διότι μὲ κανένα τρόπον δὲν θὰ δεχθῶ ὅπως τὰ κτήματα τὰ μοναστηριακὰ ἐκποιηθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου τοῦ σημερινοῦ. Θὰ γίνῃ εἰδικὸς νόμος ἐπὶ τῶν βάσεων τὰς ὁποίας σᾶς ἐμνημόνευσα, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὅταν τὸ νομοσχέδιον ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συζητηθῇ, ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ ἐν μεγάλῃ πλειοψηφίᾳ σύμφωνος μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος τῆς λύσεως τῶν ζητημάτων. Ἂς μὴ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ συμφέρον τὸ ἐνδεχόμενον 5 ἢ 10 χωριῶν ποὺ ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν μοναστηριακὰ κτήματα τὰ ὁποῖα τοὺς σκανδαλίζουν καὶ δικαίως τοὺς σκανδαλίζουν διότι γνωρίζομεν μὲ τί κακὸν τρόπον γίνεται ἡ διαχείρισίς των. Δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὰ 5 ἢ 10 χωριὰ ποὺ ἔχουν τοιαῦτα μοναστηριακὰ κτήματα, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ χωριὰ αὐτὰ ὑπάρχουν 8000 ὀρθόδοξοι ἱερεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ τὸ μέλλον τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὥστε πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν καλλιτέραν ρευστοποίησιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας καὶ τὴν καλὴν διοίκησιν τῆς ἐνοριακῆς ἐκκλησίας. Εὐτυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ τὸν κλῆρον δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίθεσιν. Τοὐναντίον ὁ κλῆρος ὑπῆρξεν εἰς τὸ πλευρόν μας πάντοτε εἰς ὅλους τοὺς Ἑλληνικοὺς ἀγῶνας. Ὁ λόγος ὅτι ὁ ἕνας φορεῖ ράσο καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ φορέματα ποὺ φορῶ ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι τοὺς κάμνουν ὀλιγώτερον ἀξίους τῆς συμπαθείας μας. Ἔχομεν μπροστά μας 8000 ἱερεῖς καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν διὰ τὸ μέλλον των, καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας περιμένομεν ἀπὸ αὐτούς. Ἐλπίζω ὅτι ὅλοι θὰ εὑρεθῆτε σύμφωνοι διὰ νὰ ὑποστηρίξητε τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν θὰ εἰσηγηθῶ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις δὲν μπορεῖ νὰ δεχθῇ τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ σήμερον, ὅπως προτείνῃ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου.
§162Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, εἶχον βεβαίως τὴν πρόθεσιν νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, ἀλλ’ εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ χρόνος παρῆλθε καὶ τὸ θέμα περίπου ἐξηντλήθη κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιθυμῶ συντόμως νὰ συνοψίσω τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατελήξαμεν καὶ ἰδιαιτέρως ἐγὼ προσωπικῶς καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὡς εἰσηγητὴς ὅλων τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν. Χαίρομεν εἰλικρινῶς διότι ἡ κυβέρνησις ἔκρινεν ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα πρὸς ριζικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος τῶν οἰκονομικῶν τῆς ἐκκλησίας. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων καὶ τῆς διαχειρίσεως εἶναι ἡ χειροτέρα ἀπὸ ὅσας μποροῦν νὰ γίνουν. Ὑπάρχουν δηλαδὴ ὑπέρογκα ἔξοδα, ἔσοδα ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ καὶ ἡ χειροτέρα διαχείρισις. Ἐπιβάλλεται ἑπομένως πρὸς ριζικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος νὰ ἰσχύσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ ἁπλῆ οἰκονομικὴ ἀρχὴ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐξόδων καὶ τῆς καλῆς διαχειρίσεως. Τὰ ἔξοδα, κύριοι βουλευταί, εἶναι πολλά· πρῶτον διότι ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα 90 Μητροπόλεις. Βεβαίως ἀπετέλεσεν μέτρον μερίμνης, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ μόνον ἀναγνώρισιν νὰ εὕρῃ ἐκ τῶν ὑστέρων, διότι τὸ Κράτος ἀντελήφθη τὸ καθῆκον αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν ἱεραρχῶν τῆς Νέας Ἑλλάδος καὶ τοὺς ἔδωσε Μητροπόλεις. Ἀλλὰ τὸ καθεστὼς αὐτὸ πρέπει νὰ θεωρηθῇ προσωρινὸν καὶ νὰ λήξῃ ἑπομένως νὰ τερματισθοῦν αἱ χειροτονίαι καὶ ταὐτοχρόνως νὰ καθορισθῇ ὀργανικὴ θέσις Μητροπόλεως· καὶ προσωρινὴ καθ’ ἡμᾶς ὀργανικὴ θέσις Μητροπόλεων εἶναι μία κατὰ νόμον. Εἰς τὴν Ρουμανίαν εἶναι 17, τόσαι εἰς τὴν Σερβίαν, τόσαι εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Ἡμεῖς ἔχομεν 90. Τὸ πρῶτον ἑπομένως μέτρον, εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν Μητροπολιτικῶν ὀργανικῶν θέσεων. Μητρόπολις μία κατὰ νόμον. Αἱ ἄλλαι προσωριναί. Ἐν τῷ μεταξὺ καμμία χειροτονία. Τὴν γνώμην ταύτην δέχεται καὶ ἡ Ἐκκλησία, δὲν εἶναι μόνον ἁπλῶς λαϊκή. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία πλευρὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐξ ἴσου οὐσιώδης ἄποψις. Ἔχομεν 235 μονὰς ἐκ τῶν ὁποίων 165 τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ 70 εἰς τὰς Νέας χώρας. Τὸ σύνολον τῶν μοναχῶν εἶναι περίπου 1200. Ἑπομένως ἀναλογοῦν 5 περίπου κατὰ Μονήν, δηλαδὴ ἀριθμὸς ἀνεπαρκὴς πρὸς καταρτισμὸν Ἡγουμενοσυμβουλίου καὶ ὀλιγώτερον καὶ ἀντιπολιτεύσεως, δηλαδὴ ἔχομεν σπατάλην. Ὅ,τι ἐπιβάλλεται ἀπολύτως, εἶναι ἡ συγχώνευσις τῶν Μονῶν διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν σπατάλην γενικῶς ἐξόδων. Πρέπει νὰ περιοριστοῦν εἰς τὸ ⅓ τὸ πολύ, δηλαδὴ πρέπει...
§163Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καμμία.
§164Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ πολιτεία νὰ τεθῇ ἀντιμέτωπος πρὸς ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν καὶ νὰ καταργήσῃ τὸν Μοναστηριακὸν βίον. Εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἡ πολιτεία καθ’ ὅλην τὴν διαδρομὴν τῶν αἰώνων ἐβάδισε παραπλεύρως καὶ παραλλήλως πρὸς τὴν ἐκκλησίαν. Δὲν ἔχομεν διάθεσιν ἀντιδράσεως, ἔχομεν διάθεσιν στηρίξεως καὶ θέλομεν νὰ τὴν προφυλάξωμεν καὶ καθοδηγήσωμεν, καὶ ἡ σύστασις τοῦ περιορισμοῦ τῶν Μητροπόλεων καὶ τῆς συγχωνεύσεως τῶν Μονῶν γίνεται οὐχὶ ἐναντίον ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐκκλησίας. Συνιστῶμεν ἑπομένως τὸν περιορισμὸν κατὰ τὰ ⅔, εἰς τρόπον ὥστε δύο Μοναὶ νὰ εἶναι κατὰ Μητρόπολιν. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας κολοσσιαία θὰ εἶναι ἡ οἰκονομία ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ. Περαιτέρω σπεύδω εἰς τὴν διατύπωσιν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ διατυπώσω τὰ συμπεράσματα καὶ ἐπιθυμῶ ἐπίσης, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐνέκρινε λῆψιν μέτρων, νὰ ἐπιληφθῶ τῆς εὐκαιρίας συντομώτατα νὰ ὑποδείξω τὰ συμπεράσματα, ὄχι τὰς σκέψεις ἁπλῶς, τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα ἁπλῶς κατελήξαμεν. Προτείνω περαιτέρω, ἅπασαι αἱ περιουσίαι τῶν Μονῶν αἱ ὁποῖαι συγχωνεύονται νὰ περιέλθουν εἰς τὸ κέντρον—ποῖος θὰ εἶναι τὸ κέντρον, θὰ ὁμιλήσω κατόπιν—ἅπασα ἡ περιουσία τῶν συγχωνευομένων Μονῶν, τῶν καταργουμένων Μονῶν νὰ περιέρχηται εἰς τὸ κέντρον· ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, πρέπει ν’ ἀποκτήσουν αἱ διατηρούμεναι Μοναὶ μίαν παγίαν ἀναπαλλοτρίωτον περιουσίαν. Πρέπει δηλ. ἡ Ἱερὰ σύνοδος, συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τῶν κειμένων νόμων περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, πρέπει νὰ καθορίσῃ ἕνα πάγιον ἀριθμὸν μοναχῶν τῶν διατηρουμένων Μονῶν. Πρέπει κατόπιν νὰ γίνῃ ὑπολογισμὸς τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν συντήρησιν διὰ τὴν αὐτάρκειαν τῆς Μονῆς. Κατὰ τὴν προσωπικήν μου γνώμην, εἷς γεωργικὸς κλῆρος πλήρης κατὰ μοναχὸν εἶναι ἐπαρκής. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν 70–80 διατηρουμένας μονάς. Θὰ καθορισθῇ παγία περιουσία ἑκάστης μονῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποκλείσωμεν πᾶσαν κεντρικὴν διαχείρισιν, νὰ εἶναι πρῶτος βαθμὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον, δεύτερος βαθμὸς τὸ μητροπολιτικὸν συμβούλιον καὶ νὰ τελειώνωμεν. Καὶ θὰ ὑπολειφθῇ πᾶσα ἡ περιουσία τῶν συγχωνευομένων μονῶν. Πᾶσα ἡ περιουσία τῶν διατηρουμένων μονῶν θὰ περιέλθῃ εἰς τὸ κέντρον καὶ θὰ ρευστοποιηθῇ. Ὅ,τι ὑπολείπεται ἑπομένως, εἶναι ἡ ἐξέτασις τοῦ κεντρικοῦ ὀργανισμοῦ ὁ ὁποῖος θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκποίησιν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐποπτεύῃ τὴν ἐκποίησιν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ θεσμὸς τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἐχρεωκόπησε. Ἡ σύνοδος εἶναι ἀναρμοδία. Ἡ καλλιτέρα θέλησις ὑφίσταται ἀλλ’ ἐξουδετεοώνεται ἀπὸ τὴν ἀπόλυτον ἀναρμοδιότητα καὶ διὰ τοῦτο φρονοῦμεν ὅτι ὁ θεσμὸς πρέπει νὰ καταργηθῇ καὶ πρέπει νὰ συσταθῇ διεύθυνσις ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων εἰς τὸν νέον ὀργανισμὸν τῆς διοικήσεως τῶν δημοσίων κτημάτων, διεύθυνσις ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων μὲ παράπλευρον συμβούλιον εἰδικόν. Ὅπως ὑπάρχει συμβούλιον διὰ τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων κτημάτων θὰ ὑπάρχῃ συμβούλιον καὶ διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων καὶ θὰ ἔχωμεν κρατικὸν ὑπάλληλον καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει κοινὴν εὐθύνην. Καὶ εἶναι βέβαιον τότε ὅτι ἐντὸς 5–10 ἐτῶν θὰ ἔχωμεν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως. Καὶ τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν εἰς ἐπάρκειαν. Δὲν συμμερίζομαι τὴν ἀπόλυτον αἰσιοδοξίαν ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη ὡς πρὸς τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐδόθησαν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ μόνοι ὑπάρχοντες, διότι οὔτε κτηματολόγιον ὑπάρχει οὔτε ἐπαρκὴς κατάλογος κτημάτων ἀλλ’ οἱ μόνοι ὑπάρχοντες εἶναι αὐτοί, ἀνέρχεται περίπου ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία εἰς χίλια ἑκατομμύρια. Ἐκ τούτων 400 χιλιάδες εἶναι ἡ ἀστικὴ καὶ 600 εἶναι ἡ ἀγροτική.
§165Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Οἱ ἀριθμοὶ ποικίλλουν μεταξὺ χιλίων καὶ τριῶν χιλιάδων.
§166Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ὅ,τι ἔχω εἶναι ἡ ἐπίσημος ἔκθεσις τοῦ...
§167Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀγροτικὴ περιουσία ἐκκλησιαστικὴ ἀξίας 600.000.000 δραχμῶν;
§168Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μάλιστα, εἶναι ὑπολογισμὸς τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ὁποίου δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ κτῆμα εἶναι ἀπρόσοδον.
§169Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ πληροφορία σας εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος. Ὑποστηρίζει ἡ ὑπηρεσία ὅτι ὑπάρχει σήμερον ἀγροτικὴ περιουσία ἀνήκουσα εἰς διαλελυμένας μονὰς ἢ ἔστω καὶ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξίας 600.000.000;
§170Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀναλυτικῶς. (ἀναγινώσκει). «Ἀξία μοναστηριακῶν κτημάτων. Σύνολον 630.000.000 κτλ.». Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπολογισμὸς τῆς ἀξίας τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων.
§171Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πόση εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν;
§172Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. 400.000.000 ἀξίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ μόνοι ὑπάρχοντες ὑπολογισμοί.
§173Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μήπως ἐζητήσατε πληροφορίας τί εἴδους κτήματα εἶναι αὐτά;
§174Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐζήτησα ὑπεύθυνα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον, καὶ αὐτῶν ἐκάμαμε χρῆσιν.
§175Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν εἶναι τοῦ ὑπουργείου αὐτὸς ὁ πίναξ.
§176Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑποστηρίζει ἡ διεύθυνσις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ὅτι ἔχει ἐπαρκῆ κατάλογον κτημάτων. Κατὰ τὴν γνώμην μου ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἀτελής. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἂν αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀκριβεῖς δὲν πρόκειται περὶ κανενὸς κολοσσιαίου ποσοῦ, ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ διατηρούμεναι μοναὶ θὰ κρατήσουν 200.000.000 περιουσίαν διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μονῶν.
§177Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποίους μοναχοὺς ὑπολογίζετε ὅτι θὰ διατηρήσωμεν;
§178Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπάρχουν ἤδη 1200.
§179Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ὁ περιορισμός. Θὰ σᾶς δώσω ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἔχει κἄποιαν ἀξίαν. Εἰς τὴν Κρήτην ὅταν ἐγίναμε καὶ ἡμεῖς αὐτόνομοι μᾶς ἐγεννήθη αὐτὸ τὸ ζήτημα. Εὑρήκαμε ἐκεῖ μοναστήρια ὅσα θέλετε. Εἴπαμε ὅτι θὰ φυλάξουμε εἰς κάθε νομὸν 2 μοναστήρια, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον ἱστορικὴν σημασίαν, τὰ ὁποῖα ἔτυχε νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ τὰ μεγαλείτερα μοναστήρια, ὅπως τοῦ Ἀρκαδίου, τῆς Γωνιᾶς, τῶν Ἀσωμάτων κ.λ.π. Εἴπομεν λοιπὸν ὅτι θὰ διατηρήσωμεν δύο μοναστήρια ἡ δὲ ἄλλες μονὲς θὰ διαλύωνται, εὐθὺς ὡς ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν κατήρχετο κάτω τῶν 5. Λοιπόν, κάτι ἀνάλογον μποροῦμε νὰ κάνουμε καὶ ἐδῶ. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ διατηρήσωμεν χιλίους μοναχοὺς οἱ χίλιοι αὐτοὶ μοναχοὶ δὲν πιστεύω ὅτι θὰ μᾶς κοστίζουν τὸ ἔτος περισσότερα ἀπὸ 2.000.000 ὅλοι μαζί.
§180Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν ἔχουν δαπάνας. Ὁ ἡγούμενος τρώγει, οἱ ἄλλοι μένουν νηστικοί.
§181Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πολὺ μικρὸν μέρος τῆς περιουσίας αὐτῶν θὰ ἀφεθῇ διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν. Ὑποθέτω ὅτι 2 ἕως 3 τὸ πολὺ ἑκατομμύρια τὸν χρόνον εἶναι καλά. Τὰ ὑπόλοιπα λοιπὸν θὰ τὰ ρευστοποιήσωμεν καὶ θὰ μᾶς δώσουν μίαν περιουσίαν χιλίων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα μὲ 8% ἢ μὲ 7% τὸ ἔτος θὰ μᾶς δίδουν περὶ τὰ 70 ἢ καὶ 65 ἑκατομμύρια καθαρά, ἐνῷ συγχρόνως ἐκεῖνοι ποὺ θὰ τὰ ἀγοράσουν εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν δὲν θὰ ἔχουν εἰσόδημα τόσον μόνον, ἀλλὰ τριπλάσιον καὶ τετραπλάσιον. Αὐτὸς εἶναι ὁ μηχανισμὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν.
§182Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα καὶ μέλλουσα κατεύθυνσις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσωμεν διὰ τὸ μέλλον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλπίδα διὰ τὴν ἐνοριακὴν περιουσίαν καὶ ἡ ἐλπὶς αὐτὴ δὲν εἶναι ἐντελῶς βάσιμη, διότι αἱ ἀποδόσεις τῆς ἐνοριακῆς περιουσίας εἶναι αἱ ἀκόλουθοι: 1) αἱ εἰσπράξεις τῶν ναῶν τῆς περιφερείας τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ σημαντικώτεραι, εἶναι 25.000.000 ἐτησίως. Εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰ εἰσοδήματα τῶν ναῶν ἐπαρκοῦν διὰ τὰς δαπάνας τῶν ἐφημερίων καὶ τὰς λοιπάς. Ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἐνοριακῶν καὶ τῶν χωρικῶν ναῶν ἔχει προϋπολογισμὸν ἀπολύτως ἀνεπαρκῆ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν δαπανῶν τούτων· κατ’ ἀνάγκην ἑπομένως θὰ γεννηθῇ ζήτημα, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν. Φρονοῦμεν λοιπόν, ὅτι ὁ ἐνοριακὸς κλῆρος τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἀνάγκην κρατικῆς ἐπικουρίας, διότι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἐνοριακῶν ναῶν ἔχει εἰσοδήματα ἀνεπαρκῆ. Ἐὰν βεβαίως ἡ ἐκποίησις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἀποδώσῃ εἰσοδήματα τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰς δαπάνας τῶν μητροπολιτῶν καὶ ἱεροκηρύκων, ὁ τρίτος προορισμὸς τὸν ὁποῖον ἔχουν εἶναι νὰ ἐπικουροῦν τὸν ἄπορον κλῆρον.
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ πρῶτος, ὁ πρῶτος, ὁ πρῶτος εἶναι αὐτός!
§184Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καλά, τότε ἂς τοὺς καταργήσωμεν. Εἰς περίπτωσιν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν τυχὸν τὰ εἰσοδήματα ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας δὲν θὰ ἤρκουν, ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι καὶ τὸ Κράτος δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διστάσῃ νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον, διότι καὶ καθῆκον ἀποτελεῖ καὶ συμφέρον τῆς Πολιτείας νὰ ἔχῃ κλῆρον δυνάμενον νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του. (χειροκροτήματα)
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάρκου.
§186Α. ΜΑΡΚΟΥ. Οὐδεὶς ποτέ, κύριοι συνάδελφοι, ἠμφισβήτησεν τὴν χρησιμότητα τῆς ἐκκλησίας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχει ἡ πολιτεία πρὸς αὐτήν. Καὶ δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ πολιτεία δὲν πρέπει νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς ἐκκλησίας καὶ περὶ τοῦ κλήρου. Ἀλλὰ πρόκεινται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δύο σοβαρώτατα ζητήματα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ μέριμνα τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸ Κράτος ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ μέριμνα τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ὅλων ἐκείνων τῶν πολιτῶν οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον μένουσιν ἄνευ γεωργικῆς ἀποκαταστάσεως, μένουσιν ἄνευ σχεδὸν πόρου ζωῆς, πενόμενοι. Διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καθίσταται ἄφευκτος ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἀγροτικῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχοντες ἀνάγκην ἀποκαταστάσεως νὰ ἀναμένωσιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, μέχρις οὗ ἐφαρμοσθῶσιν τὰ ἀποφασισθησόμενα μέτρα ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας τῶν ὁποίων τὴν προσεχῆ λῆψιν ἐξήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Μέτρα ὅμως, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην θὰ παρεμποδίσουν τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ προσφύγων. Διότι ἐὰν ἡ ἐκποίησις τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων, καὶ λέγων μοναστηριακὰ κτήματα ἐννοῶ τὰ ἀγροτικά, γίνῃ καθ’ ὃν τρόπον ἐξήγγειλε ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι θὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων ἐλλείψει ἐπαρκῶν κτημάτων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ Κράτος τὰ ἀγορασθέντα ἀπὸ τὰ φυσικὰ πρόσωπα μοναστηριακὰ κτήματα διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ ἀκτήμονας καλλιεργητὰς δι’ αὐτῶν. Ὑπάρχουν, κύριοι, εἰς τὴν Πελοπόννησον ἱκαναὶ ἐκτάσεις μοναστηριακῶν κτημάτων διὰ νὰ ἀποκατασταθοῦν ἐν αὐτοῖς πρόσφυγες καὶ ἀκτήμονες γηγενεῖς, ἐνῷ ἀντιθέτως ὑπάρχει παντελὴς ἔλλειψις κτημάτων ἰδιωτικῶν διὰ τὴν τοιαύτην ἀποκατάστασιν. Τότε πῶς θὰ γίνῃ αὕτη; Ἂν τὰ μοναστηριακὰ κτήματα ἐκποιηθῶσιν διὰ πλειστηριασμοῦ, ὡς ἐξήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μείνουν ἄνευ ἀποκαταστάσεως οἱ πρόσφυγες καὶ οἱ ἀκτήμονες. Κύριοι, ἡ Πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἡ ἀγροτικὴ ὑπῆρξεν πάντοτε, ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐν τῇ διοικήσει τῶν τῆς χώρας ὑπῆρξεν πάντοτε λέγω ἡ αὐτὴ καὶ δὲν μετεβλήθη. Δὲν εἶναι συνεπῶς οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον νὰ μεταβληθῇ ἤδη. Ὑπάρχουν δύο τάξεις ἀγροτῶν, πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν ἡ μία νὰ ἔχῃ ἀπακατασταθῇ ἡ δὲ ἄλλη νὰ πένεται; Ἐνθυμοῦμαι καὶ θὰ ὑπενθυμίσω καὶ εἰς τὸν κ. Σίδερην, τοῦτο: ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1924 ἡ Δʹ συνέλευσις συνέστησεν τὴν μεγάλην Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ἐνθυμεῖται ὁ κ. Σίδερης, ὅστις προήδρευε τῆς ἐπιτροπῆς τὶ ὑπεστήριξα τότε; Παρεπονέθην ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων καὶ ἔλεγον πρὸς τὴν ἐπιτροπήν: «Κύριοι, ἐὰν σεῖς ἔρχεσθε σήμερον νὰ ἀπαλλοτριώσετε τὰ κτήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὰ φυσικὰ πρόσωπα πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων, κατά τίνα τρόπον καὶ κατὰ ποῖον δίκαιον, θὰ πλήξετε τὰ φυσικὰ πρόσωπα, ἐνῷ εἶναι ἔργον ὑψίστης δικαιοσύνης, νὰ προτιμῶνται κατὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν πρῶτον τὰ κτήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ Κράτος, Ἐκκλησίαν, Μονὰς καὶ νομικὰ πρόσωπα καὶ κατόπιν, κατὰ δεύτερον λόγον καὶ ἐλλείψει τούτων, τὰ ἀνήκοντα εἰς φυσικὰ πρόσωπα;» Καὶ τότε ἡ ἐπιτροπὴ δεχθεῖσα τὰς ἀπόψεις μου διετύπωσεν τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, καθ’ ὃν τρόπον ἀνωτέρω σημειῶ μιᾶς γενομένης μόνον ἐπιφυλάξεως, καθ’ ἣν ἡ τοιαύτη οἱονεὶ νομοθετικὴ ἐπιταγὴ δὲν θὰ δημιουργῇ λόγον ἀκυρώσεως τῶν τυχὸν γενομένων ἐπιτάξεων ἢ ἀπαλλοτριώσεων κτημάτων ἀνηκόντων εἰς φυσικὰ πρόσωπα ὅταν εἰς τὴν αὐτὴν περιφέρειαν ὑπάρχουν καὶ ἐκκλησιαστικὰ τοιαῦτα. Ἐξεδηλώθη καὶ τότε ἔκδηλος ἡ ἐπιθυμία τοῦ Κράτους, εὑρισκομένου ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐκκλησίας ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸ τῆς ἀναποτρέπτου ἐπιτακτικῆς κοινωνικῆς ἀνάγκης τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καὶ τῶν προσφύγων τῶν ὁποίων ἀκόμη μυριάδες παραμένουν ἄνευ ἀγροτικοῦ κλήρου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ κεχωρισμένως. Νομίζω δηλαδὴ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀγροτικὰ κτήματα ὧν νὰ ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις τὸ δὲ ζήτημα τοῦ ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς ἐκκλησίας οὐδένα θὰ εὕρῃ ἀντίθετον διότι πάντες φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα ὑπὲρ αὐτῶν. Θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ λυθῇ, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως τῶν προσφόρων πρὸς τοῦτο μέτρων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὰς δαπάνας τῆς τοιαύτης μερίμνης εἶναι ὀρθὸν καὶ πρέπον νὰ τὰς ὑποστῇ ἡ ὁλότης τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ μία μόνον τάξις, οἱ ἀκτήμονες πρόσφυγες καὶ καλλιεργηταὶ οἱ ὁποῖοι δὲν κατώρθωσαν οὐχὶ ἐξ ἀμελείας των ἢ ὑπαιτιότητός των ἀλλ’ ἐξ ἀκηδίας τοῦ Κράτους, μέχρι σήμερον νὰ ἀποκατασταθοῦν.
§187Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. συνάδελφε, τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν χωριστά. Δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν ἀντίρρησιν τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐξετασθῇ εἰς τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, διότι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§188Α. ΜΑΡΚΟΥ. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νόμου. Κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20. Εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἤχθην ἀπὸ μίαν διδασκαλίαν τὴν ὁποίαν μετ’ ἐπιμονῆς ὑπέστην ἄλλοτε ὅτε κατὰ πρώτην φορὰν ἐξεπλήρουν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ τὰ καθήκοντά μου, ἀπὸ αὐτὸν τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Τότε ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, συζητουμένων τῶν διατάξεων τοῦ συντάγματος εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν τῆς ὁποίας καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ἐγὼ εἴμεθα μέλη, μετ’ ἐπιμονῆς ὑπεστήριξεν ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος συνταγματικὸς καθιερῶν ἢ οὕτως εἰπεῖν ἀσφαλίζων τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν παρεμβολὴν διατάξεων προσωπικῶν διὰ τὸν Α ἢ τὸν Β λόγον εἰς τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια.
§189Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κατὰ τὸ 1926.
§190Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὑπεστήριξα καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ φρονῶ καὶ ἤδη, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 20 ἦτο καὶ ἀντίθετος πρὸς τὴν τακτικὴν τὴν νομοθετικὴν ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Ἐὰν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς φρονεῖ ὅτι ἕνας οἱοσδήποτε ὑπάλληλος, ἀμειβόμενος καθ’ ὃν τρόπον ἀμείβεται, δὲν ἀμείβεται ἐπαρκῶς, οὗτος ὀφείλει νὰ εἰσηγηθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν νομοθετικὸν μέτρον δι’ οὗ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ὡς παρέχων τόσον μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ κράτος, δέον νὰ ἀμειφθῇ περισσότερον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ νὰ ἐπιβραβευθῇ μία προσπάθεια γενομένη, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ὄχι ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἀλλὰ εἰς ἀνώμαλον πολιτικὴν κατάστασιν, δι’ ἧς διὰ παρενθέτου διατάξεως αὐξάνεται κατὰ τρόπον ἀντικανονικὸν καὶ ἀντισυνταγματικὸν μισθὸς ὑπαλλήλου.
§191Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Καὶ ὁμαλήν.
§192Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν ἦτο ὁμαλὴ. Ἡ πρᾶξις ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς τότε ἦτο μία προπαρασκευὴ· εἶχον καὶ ἐγὼ ἀντιρρήσεις καὶ τὰς διετύπωσα. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν ἐφόσον δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ εἴπω τὰς ἀντιρρήσεις μου. Περιέμενον λοιπὸν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ ἤρχετο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοθετικὸν διάταγμα πρὸς κύρωσιν διὰ νὰ τὰς ἐκφράσω, ὅπερ καὶ πράττω. Καὶ βλέπετε ὅτι περιέμενον μέχρις σήμερον διότι ἤθελον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ στηλιτεύσω μίαν κακὴν συνήθειαν, μίαν ἄτοπον πρᾶξιν, μίαν ἀντισυνταγματικὴν ἐνέργειαν.
§193Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὄχι τόσον τρομερὰν διὰ νὰ τὴν στηλιτεύσετε.
§194Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν παρίστατο δὲ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη συνταγματικῆς διατάξεως. Ἤρκει ἀλλὰ νὰ πράττωμεν ὅλοι ὅ,τι πράττω καὶ ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμὴν προτείνων τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης· καὶ ὅταν φρονοῦμεν ὅτι εἷς ὑπάλληλος δὲν ἀμείβεται ἐπαρκῶς, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ εἰσηγούμεθα διάταξιν σαφῆ καὶ ρητήν, αὐξάνουσαν τὰς ἀποδοχάς του. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται σήμερον ὅτι ἐγένετο διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δι’ οὗ συγκεκαλυμμένως προτείνομεν καὶ ψηφίζομεν αὔξησιν μισθοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ἀποδοχῶν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ταμείου, διότι ὁ μισθὸς τοῦ ἐπιτρόπου τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου δὲν μεταβάλλεται παραμένων, οἷος ἦτο ἐξ ἀρχῆς. Κατ’ ἐμὲ δὲ ἡ ἐπαύξησις τοῦ μισθοῦ τοῦ Διευθυντοῦ δὲν δικαιολογεῖται ποσῶς, διὰ μυρίους ὅσους λόγους.
§195Ν. ΞΗΡΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐπαύξησις αὕτη;
§196Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς πόση εἶναι ἡ ἐπαύξησις, δὲν ἐξετάζω πόση εἶναι αὕτη κ. συνάδελφε, ἐκεῖνο ποὺ ἐξετάζω· καὶ κατακρίνω εἶναι ὅτι δὲν δύνανται καὶ δὲ δικαιοῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ συντάξουν ἕνα νόμον, νὰ θέτουν διατάξεις προσωπικὰς καὶ συγκεκαλυμμένας. Αὐτὰ θέλω. Διότι ἐπιμένω ὅτι οἱ συντάκται τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος διὰ νὰ χρυσώσουν τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ τὴν συγκαλύψουν προσέθηκαν καὶ τὸν ἐπίτροπον Ταμείου διότι ὁ ἐπίτροπος τῆς ἐπικρατείας εἶχεν ἐξ ἀρχῆς τὸν αὐτὸν βαθμὸν καὶ παρέλκει ἡ τοιαύτη προσθήκη. Μὲ τὴν τροπολογίαν μου τὶ ὑπεστήριξα; Νὰ ἐπανέλθῃ τὸ καθεστὼς οἷον ἦτο πρὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1926 καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἀποδεχόμενον τὰς ἀπόψεις αὐτάς. Ἀπόψεις συμφώνους πρὸς τὰς διακηρυχθείσας ἀρχὰς τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Προσέτι ἤθελον νὰ κάμω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν μίαν ἁπλῆν ἐρώτησιν. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἐδ. βʹ ὑπάρχει ἡ (ἀναγινώσκει). «Λογίζονται ἐπίσης ἔγκυροι τοῦ παρόντος ἄρθρου κλπ» Ἡ διάταξις αὐτὴ ἔχει προφανῶς τὴν ἔννοιαν ὅτι πρόκειται περὶ τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν κτηνοτρόφων.
§197Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶναι γενικὴ ἡ διάταξις. Δι’ ὅλους, ἀρκεῖ νὰ ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
§198Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἶναι μία ἀοριστία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ καθορισθῇ.
§199Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ποῦ τὴν εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν ἀοριστίαν; Ὅ,τι λέγει ἡ παράγραφος αὐτὸ εἶναι.
§200Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀρκεῖ νὰ ἔγινε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
§201Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἂς γραφῇ δήλωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία.
§202Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ δήλωσις θὰ γραφῇ ὡς ἑξῆς: ὅ,τι ἡ παράγραφος αὕτη δὲν νομίζω ὅτι περιέχει ἀοριστίαν.
§203Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅτι ἀφορᾷ καὶ τοὺς καλλιεργητὰς καὶ τοὺς κτηνοτρόφους.
§204Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν γνωρίζω ποίους ἀφορᾷ.
§205Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἡ δήλωσις περιέχει ἀοριστίαν.
§206Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἡ δήλωσις δὲν εἶναι ἀόριστος ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς δέχεται ὅτι ἀφορᾷ καὶ τοὺς καλλιεργητὰς καὶ τοὺς κτηνοτρόφους.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§208Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μᾶς εὑρίσκει, κύριοι, καθ’ ὅλα συμφώνους ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ κλήρου, ὁ ὁποῖος πολλὰς καὶ σπουδαιοτάτας παρέσχε μέχρι τοῦδε ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος καὶ πολὺ μεγαλειτέρας δύναται νὰ προσφέρῃ, συγχρονιζόμενος, εἰς τὸ μέλλον. Σύμφωνοι ἐπίσης εἴμεθα μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐξευρέσεως τῶν μέσων διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς οἰκονομικῆς τοῦ κλήρου ἐπαρκείας. Ἐπ’ αὐτῆς ἄλλως τε τῆς ἀρχῆς εἴχομεν καὶ ἡμεῖς κινηθῇ προηγουμένως δηλαδὴ εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς πόρους τῆς μισθοδοσίας καὶ τοῦ ἀνωτέρου καὶ τοῦ κατωτέρου κλήρου διὰ τῆς ρευστοποιήσεως τῆς ἀρκούντως σημαντικῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Ἀλλ’ ἡ πρόνοια αὐτή, ἡ ὁποία εὑρίσκει συμφώνους ὅλους ἡμᾶς δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ προχωρήσῃ πέραν ἑνὸς δεδομένου σημείου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔθιγε μίαν ἄλλην ἀνάγκην, τῆς ὁποίας ἡ κοινωνικὴ σημασία ἀνεγνωρίσθη ἐπίσης παρ’ ὅλων, τὴν ἀνάγκην δηλαδὴ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων τῆς ὑπαίθρου πληθυσμῶν, τὴν ἀνάγκην τῆς συμπληρώσεως τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως εἰς ὅλην τὴν Χώραν. Οἱ δύο αὐτοὶ σκοποὶ ἀντιτίθενται πρὸς ἀλλήλους; Δηλαδὴ θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ ἐξοικονόμησις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κλήρου μέσων ἐὰν ἀποκαθίσταντο κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ οἱ ὑπολειπόμενοι ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν; Ἐπ’ αὐτοῦ δυστυχῶς αἱ πληροφορίαι αἱ ὁποῖαι μᾶς προσήχθησαν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν τελείως ἀνεπαρκεῖς. Ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Λακωνίας κ. Μπακόπουλος εἰς προηγηθεῖσαν συνεδρίασιν ἐβεβαίωσεν ὅτι ὑπολείπονται εἰσέτι ἀπέραντοι ἐκκλησιαστικαὶ ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδόθησαν εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἑσπέραν αὐτήν, δυστυχῶς δὲν παρέστη εἰς τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν, ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐλάχιστα ἐκκλησιαστικὰ κτήματα ὑπολείπονται πρὸς διανομήν.
§209Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἔδωσα τοιαύτην πληροφορίαν. Εἶπον ὅτι ἀκούω ὅτι τὰ κτήματα τὰ κολληγικὰ εἶναι ὀλίγα.
§210Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγὼ ὅτι ὑπολείπονται ὀλίγα ἐκκλησιαστικὰ κτήματα πρὸς διανομήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πληροφορία σας.
§211Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ εἶπον ὅτι δι’ αὐτοὺς εἴτε πολλὰ εἶναι εἴτε ὀλίγα πρέπει νὰ λάβωμεν μίαν πρόνοιαν.
§212Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν κολληγικῶν κτημάτων ὑπάγονται καὶ τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ ἐμφύτευσιν;
§213Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§214Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὰ οἱ ἐμφυτευταὶ ἔχουν περισσότερα δικαιώματα τῶν κολλήγων. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, θὰ ἦτο ὀλισθηρά. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀντίληψις ὅτι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποκείμενα εἰς ἀπαλλοτρίωσιν κατὰ τὴν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν εἶναι μικρᾶς ἐκτάσεως. Ἡ ἀντίληψις αὐτὴ εἶναι καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§215Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν παίρνω καμμίαν εὐθύνην· εἶπον ὅτι ἀκούω.
§216Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀντιθέτως ὁ ἔντιμος πολιτευτὴς ἐκ Λέσβου μᾶς ἐπληροφόρησεν οὔτε πολὺ οὔτε ὀλίγον ὅτι ὑπολείπονται κτήματα ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἀξίας τετρακοσίων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀποτελούμενα ἐξ ἐκτάσεων καλλιεργησίμων.
§217Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ξεχωριστὰ τὰ ἀμπέλια.
§218Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀναμφισβητήτως καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἔκτασιν αὐτὴν καὶ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα διατελοῦν ὑπὸ μετεμφύτευσιν.
§219Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Μέσα εἶναι.
§220Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ πληροφορία αὐτὴ γεννᾷ, ὅπως ἐδήλωσα καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον βαθυτάτην ἔκπληξιν, ἐὰν πράγματι ὑπολείπονται εἰσέτι 400 ἑκατομμύρια ἀξίας κτήματα ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐκκλησίαν πρὸς διανομήν. Εἶναι βεβαίως καθαρὰ ἀκατανόητον τὸ ὅτι ὁμολογοῦμεν ἐπὶ πολὺν ἤδη χρόνον περὶ στενότητος γῆς διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Ἐκτάσεις καλλιεργήσιμοι ἀξίας 400 ἑκατομμυρίων ὑποθέτω ὅτι ἀντιπροσωπεύουν ἀναμφισβητήτως περὶ τὰ 150 κτήματα μεγάλα, δηλαδὴ μίαν ἔκτασιν ὑποθέτω 2 ἑκατομμυρίων στρεμμάτων. Δηλαδὴ ἔχομεν πραγματικῶς μίαν πλησμονὴν γῆς ἀδιανεμήτου, εἰς τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ τοποθετήσωμεν τὸν ἀγροτικόν μας πληθυσμὸν νὰ συμπληρώσωμεν τὴν ἀγροτικήν μας ἀποκατάστασιν καὶ νὰ λύσωμεν ἐν μέρει τὸ πρόβλημα τῆς παραγωγῆς μας, διότι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κατευθύνωμεν τὴν παραγωγήν μας κατὰ βούλησιν χωρὶς νὰ ἀναμέναμεν νὰ συμπληρωθῇ ἡ ἀποκάλυψις νέων γαιῶν διὰ νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας, διὰ νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐὰν πράγματι ὑπάρχουν κτήματα τόσης ἐκτάσεως ἐκκλησιαστικά.
§221Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μακάρι νὰ εἶναι τόσα.
§222Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ παρὸν νομοσχέδιον χωρὶς ἡ Κυβέρνησις εἰλικρινῶς νὰ δηλώσῃ ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία.
§223Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλλάσσεται.
§224Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀντίληψίς μου εἶναι.
§225Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχουν κολλῆγοι, εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν εἰδικώτερα μέτρα. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν αὐτὴν τὴν σκέψιν......
§226Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην ἀπολύτως τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Νὰ ἀφεθῇ τὸ ζήτημα καὶ νὰ λυθῇ διὰ τοῦ νέου εἰδικοῦ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον θὰ προνοήσῃ περὶ τῆς οἰκονομικῆς τοῦ κλήρου ἀποκαταστάσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο νὰ νομοθετήσωμεν τὴν ἑσπέραν αὐτὴν καὶ διὰ τὰ δικαιώματα τῶν ἄνευ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγκατάστασιν αὐτῶν ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων. Ἀλλ’ ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων. Ἐὰν στέργετε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή, ἀναμφισβητήτως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ κειμένη ἀγροτικὴ νομοθεσία διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων, νὰ ἀναβάλωμεν δὲ τὴν ὁριστικὴν τοῦ ζητήματος λύσιν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὁριστικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπαγγέλεται νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐκ τῆς ἀπαλείψεως αὐτῆς, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ὑπονοεῖται ὅτι ἐφαρμόζεται ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, δὲν πρόκειται νὰ προκύψῃ τίποτε τὸ ἄτοπον. Ἀνήκει εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἑπομένως νὰ κρίνουν ἐὰν συντρέχουν ἢ δὲν συντρέχουν περιπτώσεις ἐπειγούσης ἢ μὴ φύσεως διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων. Ἐνῷ σήμερον καὶ ἐὰν ἤθελεν παρουσιασθῇ τοιαύτη περίπτωσις, ἐπιβραδυνομένης τυχὸν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι δεσμευμένη καὶ δὲν θὰ δύναται νά προβῇ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν εἰμὴ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως. Ζητῶ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἡ περιττὴ καθ’ ὁλοκληρίαν δέσμευσις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας προκειμένου περὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, δικαίωμά της εἶναι νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν αὐτῶν. Αἱ διατάξεις περὶ ἀκουσίας ἀπαλλοτριώσεως ἐφαρμόζωνται εἰς πᾶσαν περίστασιν.
§227Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει μίαν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Ἑπομένως δὲν ἀρκεῖ νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 14.
§228Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τότε νὰ τεθῇ διάταξις ἀπολύτως ἀκίνδυνος, τὴν ὁποίαν δύνασθε νὰ τροποποιήσετε εἰς πᾶσαν στιγμήν.
§229Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ τροπολογία μας αὐτὴ εἶναι.
§230Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν καὶ ἰδίως, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄχι ἐξ ἰδίου των πταίσματος καθυστέρησαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποκαταστάσεως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν βαρυτέρους κανόνας, ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐφηρμόσαμεν δι’ ὅλους τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητάς. Αἱ μέγισται αὐταὶ ἐκτάσεις εἶναι μεγάλαι, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὑπάρχουν καλλιεργηταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτυχον ἀκόμη ἀποκαταστάσεως καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν καὶ διάταξιν καθ’ ἣν θὰ ἀπηγορεύετο ἡ ἀπαλλοτρίωσις.
§231Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι νέα, εἶναι διάταξις ἰδικοῦ σας νόμου.
§232Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι εἶναι διάταγμα τῆς δικτατορίας.
§233Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ὁποῖον ἐκυρώσατε.
§234Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σήμερον ἐπιστώθη ἡ προσοχή μας ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§235Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶχον ὑποβάλει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποκατέστησε τὰ πράγματα.
§236Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Βεβαίως, λέγω λοιπὸν ὅτι, ἂν ὑπολείπεται τόσος ἀγροτικὸς πληθυσμὸς πρὸς ἐγκατάστασιν, ἂν ἠθέλαμεν ἀπαγορεύσει νὰ ἀπολαύσουν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τοὺς παρέχει ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία, δὲν θὰ ἀφήσωμεν ἓν τεράστιον ὑπόλοιπον, δὲν θὰ ἀφήσωμεν ἀσυμπλήρωτον τὴν ἀγροτικήν μας ἀποκατάστασιν, ἂν εἶναι ἑκατομμύρια στρεμμάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐργάζονται κολλῆγοι ἢ ἀκτήμονες καλλιεργηταί; Φρονεῖτε ὅτι δυνάμεθα νὰ παρακάμψωμεν τὸ ζήτημα, ὡς ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κλήρου νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀφήνομεν ἓν ζήτημα ἐκκρεμὲς ἀγροτικὸν εἰς τὸ μέλλον; Ἡ πρόθεσίς μας ὅλων εἶναι νὰ τελειώσωμεν μὲ τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν καὶ νὰ μὴ τὸ ἔχωμεν τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν ὀξεῖαν μορφήν. Ἂν ἀντιθέτως αἱ ἐκτάσεις αὐταί, ὡς φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντοι, δὲν φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἄλλους καὶ νὰ φανῶμεν ἐξαιρετικῶς σκληροὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ προφθάσουν νὰ τύχουν τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως. Καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίστασιν, ἐφ’ ὅσον νομοθετοῦμεν τὸ νὰ θέλομεν νὰ δεσμεύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν αὐτὸ ἀποτελεῖ παρέκκλισιν ἀρκετὰ ἀντιτιθεμένην εἰς τὴν ἀγροτικὴν πολιτικὴν τὴν χαραχθεῖσαν ἀπὸ τοῦ 1911 τὸ νὰ ἀφήσωμεν ἀσυμπλήρωτον τὴν ἀποκατάστασιν μεγάλου πληθυσμοῦ τῆς ὑπαίθρου χώρας, ἐν ᾧ ὑπάρχουν κτήματα ἐκκλησιαστικά. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο σύμφωνον οὐδὲ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάγματος, διότι πνεῦμα τοῦ συντάγματος δὲν καθώρισεν, ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη, καθ’ ἃ μοὶ εἶπον, διότι ἐγὼ δὲν ἤμουν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, δὲν ὑπάρχει ἡ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 19 ἡ εἰδικὴ διάταξις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκλησίαν πρὸς περιφρούρησιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἐναντίον ἐνδεχομένης ἐφαρμογῆς ἀγροτικοῦ νόμου, τοὐναντίον ἡ διάταξις αὐτὴ καθιερώνει μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν σταθερὰν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη μέχρι σήμερον τῆς κατὰ προτίμησιν διαθέσεως διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως τῶν κτημάτων ἀνηκόντων εἰς νομικὰ πρόσωπα ἢ μοναστήρια καὶ ὄχι εἰς τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἀπαλλοτριώσεως σχεδὸν καταστρέφονται, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ διὰ τοῦτο λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος ὅτι ἐνῷ περὶ ὅλων τῶν ἄλλων κτημάτων αἱ ἀπαλλοτριώσεις, ὡς ἐφηρμόσθησαν μέχρι τοῦδε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθοῦν πέραν μιᾶς πενταετίας, εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὰ κτήματα τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἡ προθεσμία αὐτὴ δὲν ἰσχύει. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ συντάγματος νὰ ἐφαρμοσθῇ βαρυτέρα ἀναλογία διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ἐκείνης ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται διὰ τὴν τῶν ἰδιωτικῶν κτημάτων, διότι ἡ προστασία περέχεται κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὰ ἄτομα καὶ κατὰ δεύτερον εἰς τὰ νομικὰ πρόσωπα. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετοὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι συντρέχουν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἑδραιώσῃ, ὡς τὸ εἴπωμεν, μίαν διάταξιν δεσμευτικὴν δι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν, ἀλλὰ νὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας της, καὶ ἐλευθέρα εἶναι νὰ μὴ τὴν ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, ἐὰν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης αἱ κυβερνητικαὶ ἀντιλήψεις εἶναι δυσμενεῖς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπωμεν καὶ τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν εἶναι νὰ ἀρθῇ ἡ δέσμευσις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως.
§237Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ δυσαρεστηθῶ διότι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ἠθέλησε νὰ λύσῃ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω τοῦτο: ὅτι δὲν ἐρχόμεθα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ζητήσωμεν νὰ δεσμεύσωμεν τὰς χεῖρας μας ἀλλὰ νὰ τῆς εἴπωμεν ὅτι θέλωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὸ ὑπάρχον καθεστὼς τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἐκώλυσε πρὸ τινος καιροῦ νὰ παραλάβωμεν δύο κτήματα.
§238Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ ἔγινε ἀφοῦ συνέβησαν πολλοὶ διαπληκτισμοί.
§239Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἀφορᾷ ἡμᾶς ὡς Κυβέρνησιν. Λοιπὸν σᾶς ζητῶ νὰ ἀφήσετε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀπογραφὴν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Τότε μόνον θὰ γνωρίζωμεν τίνα ἀξίαν ἔχουν οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἔδωσαν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Λέσβου. Μακάρι νὰ εὑρεθῶσιν 400.000 κτήματα ἀγροτικὰ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσουν εἰς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων ἀγροτῶν. Ἐδήλωσα ἤδη εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι ἂν ὑπάρχουν κολλῆγοι διὰ τοὺς κολλήγους αὐτοὺς θὰ ληφθῶσιν ὅλως ἐξαιρετικὰ μέτρα. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐδεχόμην νὰ κάμω σήμερον ἕνα νόμον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐνέκρινα τὸν νόμον τὸν ἀγροτικόν. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὄχι πολιτικὸς φίλος μου βέβαια, ὁ βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας μοὶ ὑπενθύμισε τὴν κοινὴν γεωργικὴν πολιτικὴν ποὺ ἐφηρμόσαμεν. Τοῦ λέγω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ποὺ ἀρχίσαμεν νὰ ἐφαρμόζωμεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην συνίστατο εἰς τοῦτο. Τὰ μεγάλα κτήματα νὰ τὰ ἐκτιμούσαμεν εἰς τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ τὰ πέντε ἔτη τὰ πρὸ τοῦ πολέμου, διότι δὲν ἠθέλομεν νὰ ὠφεληθοῦν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεγάλων κτημάτων ἐκ τῆς μεγάλης ἀξίας τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανον κατὰ τὸν πόλεμον. Θὰ δίδωμεν τὴν μέσην τιμὴν τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ κτῆμα κατὰ τὰ πέντε ἔτη τὰ πρὸ τοῦ πολέμου. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἐκάμομεν καὶ ἐθίξαμεν τὴν ἰδιοκτησίαν, ὡς λέγει ὁ ἄλλος φίλος μου ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς εἶναι, ὅτι εἴπομεν, ὅτι θὰ δώσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν ὄχι εἰς μετρητὰ ἀλλ’ εἰς ὁμολογίας. Ἀλλὰ ὅλοι θὰ ἀνομολογήσητε, ὅτι ἦλθον πολλὰ γεγονότα ὄχι τόσον μὲ τὸ μέρος μας. Ἔπειτα ἦλθον τὰ πράγματα ὅπως ἦλθον, ἐπῆλθε τὸ μέγα κατρακύλισμα τοῦ νομίσματος καὶ κατήντησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ λαμβάνουν πολλάκις οὐσιαστικῶς μόνον τὸ εἰσόδημα διὰ τὴν περιουσίαν ἑνὸς ἔτους. Πιστεύω, ὅτι διὰ τὴν ἐκκλησίαν, διὰ τὰ οἰκονομικὰ τῆς ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν μετ’ ἐνδιαφέροντος. Σᾶς ζητῶ νὰ ἀφήσητε τὸν νόμον ὅπως εἶναι τώρα καὶ νὰ ἀφήσητε τὴν Κυβέρνησιν ὅταν θὰ σᾶς παρουσιάσῃ τὰς προτάσεις της περὶ ρυθμίσεως τῶν πραγμάτων τῆς ἐκκλησίας, τότε νὰ σᾶς παρουσιάσῃ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς προτείνῃ νὰ ληφθοῦν διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἐγκατάστασις τοῦ λοιποῦ πληθυσμοῦ ὁ ὁποῖος ἐργάζεται εἰς τὰ κτήματα. Σᾶς λέγω ἀπὸ τοῦδε ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ διευκολύνω τὴν ἐγκατάστασιν τῶν κολλήγων ὅσον εἶναι δυνατόν, θὰ σᾶς ζητήσω νὰ ἐπιβάλητε εἰς βάρος τοῦ Κράτους τὰς θυσίας τὰς ὁποίας θὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐγκατάστασιν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὸ δεχθῆτε, ἀλλὰ σᾶς ζητῶ μόνον νὰ περιμένωμεν, ἐντὸς ὀλίγου δὲ θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἔλθωμεν πρὸ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ σᾶς παράσχωμεν αὐτὰ τὰ ὁποῖα θέλομεν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀφήσατε τὸ καθεστὼς ὅπως ἔχει.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαστρατῆς ἔχει τὸν λόγον.
§241ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί θὰ εἴπητε τώρα, ἐπέρασεν ἡ ὥρα.
§242Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἤθελα νὰ παρακαλέσω μόνον νὰ ληφθῇ μία πρόνοια διὰ τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν κολλήγων. Περὶ τούτων ὑπέβαλον τροπολογίαν. Τῆς τροπολογίας παραιτοῦμαι ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 14 διότι εἰς αὐτὸ στηρίζομεν κυρίως τὰς τύχας μας.
§243Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, κἄπως μὲ ἐνεθάρρυνε ἡ γλῶσσα τῆς τελευταίας ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅλη ἡ διαδικασία τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν εἰδικὸν τρόπον τὸν ὁποῖον προβλέπει τὸ ἄρθρον 14.
§244Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγωμεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν;
§245Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπὸ τὴν δευτέραν ἀγόρευσιν ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν εἶσθε πλέον εὐνοϊκῶς διατεθειμένος, ὅπως αἱ γαῖαι περιέρχονται εἰς τοὺς καλλιεργητάς, ὅπως χρησιμοποιήσωμεν τὰς μεγάλας ἐκτάσεις εἴτε ὑπὲρ τῶν κολλήγων, εἴτε ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν.
§246Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶμαι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν δὲν μετέβαλλον σκέψεις.
§247Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐγίνατε συντηρητικώτερος σεῖς ἀπὸ τὸν κ. Ζαβιτσιάνον.
§248Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἤμην πάντοτε συντηρητικός.
§249Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπὸ ἐμὲ ναί. Ἐνθυμεῖσθε πῶς ἀρχίσατε τὸν ἀγροτικὸν νόμον καὶ ἐλησμονήσατε πῶς ἐξελίχθη οὗτος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.
§250Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπα τί ἔκαμα· δὲν κατηγορῶ σᾶς.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀνθρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§252Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα ἀπολύτως ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ὑπὸ κύρωσιν νομοθετικοῦ διατάγματος, διότι, ὅπως ἐτονίσθη παρὰ πάντων, τὸ ἄρθρον 14 θίγει κατὰ βάσιν τὸν ἀγροτικὸν νόμον, ἐνῷ ὡς ὡμολόγησαν ὅλοι καὶ ἐπιστοποίησαν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐθεωρήθη ἐπιτακτικὴ πρῶτον διὰ τὰ μοναστηριακὰ κτήματα. Ἡμεῖς θὰ ἠθέλομεν νὰ ὑπενθυμίσωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὅταν προχθὲς εἰς τὸ Τοψὶν ὡμίλει πρὸς τὸν ἀγροτικὸν λαόν, οὗτος ἀπηυθύνθη πρὸς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Κύριε Πρόεδρε, θέλουμε χωράφια». Καὶ μόνον ἡ δήλωσις αὐτὴ τῶν ἀγροτῶν ὅτι ἐζήτουν ν’ ἀποκτήσουν γαίας νὰ καλλιεργήσουν διὰ νὰ ζήσουν, εἶναι ἱκανὴ νὰ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι πᾶσα παρέκκλισις ἀπὸ τὸν ἀγροτικὸν νόμον καὶ πᾶσα ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει καὶ μᾶς προσκομίσῃ ἓν ἄλλον νόμον βραδύτερον, δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδικαιολόγησε τὸ μέτρον εἰπὼν ὅτι τὸ ἔλαβε διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν ὅτι ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἀμείβωνται καλλίτερον ἀπὸ ὅ,τι σήμερον, ἀλλ’ ἂν ἐξετάσωμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῶν Βυζαντινῶν, ὅταν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας περιῆλθον εἰς τὴν ἀποστολὴν νὰ δημιουργήσουν περιουσίας ἀπὸ ἐκείνην τὴν στιγμὴν οἱ πραγματικοὶ σκοποὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶχον πραγματικῶς παραλύσει, δὲν ὑφίσταντο, οὐδὲ ἠδύναντο νὰ δημιουργήσουν κανόνα, ὅπως τοὺς ἔταξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡμεῖς δὲν νομίζομεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὰ μοναστηριακὰ κτήματα περιῆλθον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὡς ἀφιερώματα τοῦ Λαοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νά ἐπανέλθουν παρὰ εἰς τὸν Λαὸν διὰ νὰ ἀποκατασταθοῦν οἱ ἀγρόται. Ὀφείλει νὰ μάθῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἰς τὴν Μακεδονίαν ὑπάρχουν ἄνευ ἀποκαταστάσεως 5–10 χιλιάδες οἰκογένειαι εἰς συνοικισμούς. Ὁ μέσος ὅρος ἐπὶ 1.000 συνοικισμῶν τῆς Μακεδονίας εἶναι 7.000 οἰκογένειαι, ἑπομένως ὑπάρχει ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ δοθοῦν ἀμέσως αἱ γαῖαι καὶ ὄχι ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κλήρου, διότι ὁ κλῆρος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔπρεπε κατὰ τὴν γνώμην μας νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸ ἄρθρον 14. Δὲν δικαιολογεῖται, διότι ἂν ἐξετάσῃ ὁ ἴδιος ὁ κλῆρος θὰ ἴδῃ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῶν διδαγμάτων τῆς Ἐκκλησίας νὰ παραδώσῃ τὰ κτήματα τῶν Χριστιανῶν. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τὶ εἴδους ἱεραπόστολοι εἶναι αὐτοί, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ δόγμα τὸ ἐκκλησιαστικὸν τοὺς ἐδίδαξε ν’ ἀρνοῦνται νὰ ἔχουν καὶ σάκκον ἀκόμη. Ἑπομένως καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως δὲν εἶναι δεδικαιολογημένοι. Εἶναι ἱκανὸς ὁ προϋπολογισμὸς νὰ πληρώσῃ 5–10.000.000 διὰ τὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐφαρμόζωμεν μίαν ἐξαιρετικὴν διαδικασίαν διὰ τὰ μοναστηριακὰ κτήματα. Ὀρθῶς παρετήρησαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐξαιρετικὴ διαδικασία διὰ τὰ μοναστηριακά, ὅτι οἱ ἰδιῶται ἀπώλεσαν τὴν περιουσίαν των καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἀπώλεσαν, διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ μία τάξις ἀνθρώπων, ἡ ὁποία ἀπώλεσε τὰ πάντα. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νὰ διαμαρτυρηθῶμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν γίνεται τοῦτο, καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τρίτην φορὰν παραβιάζει τὸν ἀγροτικὸν νόμον, διότι ἐδημιούργησεν εἰδικὸν νόμον: Τὴν πρώτην φορὰν διὰ τὰ 3 ἀγροκτήματα διὰ νὰ κάμῃ αὐτοκαλλιέργειαν, τὴν δευτέραν μὲ τὰ ἀνταλλάξιμα κτήματα καὶ τὴν τρίτην φορὰν μὲ τὰ Ἐκκλησιαστικὰ κτήματα.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαναστασίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι)
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀπορριπτομένης τῆς τροπολογίας γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας — ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου). Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1929 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓΝΙΔʹ περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§255ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 9 μ. μ.)