| 562 | 1) | ἐξ οἰκοδομῶν ἐν Ἀθήναις | 35,38% | |
| 563 | 2) | » » λοιπῆς Ἑλλάδος | 25,98% | |
| 564 | 3) | ἐκ κινητῶν ἀξιῶν | 27,04% | |
| 565 | 4) | ἐξ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων | 27,71% | |
| 566 | 5) | ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν (ἀτομ. ἐπιχειρήσεων) | 23,82% | |
| 567 | 6) | ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν ἀνων. Τραπεζιτικῶν | 25,63% | |
| 568 | 7) | ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν ἀνων. μὴ Τραπ. Ἑταιρ. | 24,38% | |
| 569 | 8) | ἐξ εἰσοδήματος ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων | 24,93% |
1929.07.02
4.247 στίχοι · 32.076 λέξεις · 1 πίνακας · 266 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 116η
ΤΡΙΤΗ 2 ΙΟΥΛΙΟΥ 1929
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Σύλλογος συνοικίας Ἁγίας Παρασκευῆς Καβάλλας παρακαλεῖ, ὅπως μειωθῇ τὸ τίμημα τῶν ἐν τῇ συνοικίᾳ αὐτῶν οἰκοπέδων τῆς Ἀεροπ. Ἀμύνης. — Διδασκάλισσαι Θεσσαλονίκης, πτυχιλοῦχοι Κεντρικοῦ Παρθεναγωγείου Θεσσαλονίκης, παρακαλοῦν ὅπως τροποποιηθῇ τὸ Ν. Δ. τῆς 21 Ἀπριλίου 1926, κατὰ τρόπον ἐξισώνοντα αὐτὰς πρὸς τὰς ἐκ τῶν Γυμνασίων προερχομένας. — Οἱ κάτοικοι Φαναρίου ἀδελφοὶ Ντοϊλιάνου παρακαλοῦν, ὅπως δοθῇ ἱκανοποιητικὴ δι’ αὐτοὺς λύσις διὰ διεκδικούμενον κτῆμα. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει αἴτησιν τέως χωροφύλακος Π. Ρουρζῆ, αἰτουμένου ὅπως βελτιωθῇ ἡ σύνταξις αὐτοῦ. — Καταθέται τῆς Ἀγγλοαμερικανικῆς Τραπέζης δι’ ὑπομνήματός των ὑποβάλλουν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν τῆς Τραπέζης καὶ παρακαλοῦν νὰ ληφθοῦν αὗται ὑπ’ ὄψει. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Χωριστῆς ὑποβάλλουν αἰτήματα διὰ τήν ἀνακούφισιν αὐτῶν καὶ παρακαλοῦν νὰ γίνουν ταῦτα δεκτά. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἀβραὰμ καταθέτει ὑπόμνημα καταστηματαρχῶν βιβλιοδετῶν Ἀθηνῶν παραπονουμένων κατὰ τῆς διευθύνσεως τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, διότι ἐγκατέστησεν ἐντὸς αὐτῆς δύο βιβλιοδέτας καὶ ἐστέρησεν οὕτω πάντας τοὺς λοιποὺς βιβλιοδέτας τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν προσέφερεν εἰς αὐτοὺς κατ’ ἀναλογίαν. — Ἡ Ἑνωτικὴ ὁμοσπονδία καπνεργατῶν καὶ στιβαδόρων Σερρῶν ὑποβάλλει ψήφισμα περιλαμβάνον διάφορα αἰτήματά των καὶ παρακαλεῖ ὅπως γίνουν ἀποδεκτά. — Ἡ ἕνωσις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Χαλκιδικῆς παρακαλεῖ ὅπως καταβληθῇ ἡ δέουσα ἐνέργεια, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνανέωσις τῶν κατὰ τὸ λῆγον γεωργικὸν ἔτος 1928– 1929 παρὰ τῶν Τραπεζῶν χορηγηθέντων καλλιεργητικῶν δανείων. — Οἱ ἐν Λέσβῳ ἐργολάβοι δημοσίων ἔργων παρακαλοῦν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα προσλήψεως αὐτῶν εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν παρὰ τῆς ἑταιρείας Μακρῆ, ἥτις ἄγνωστον διὰ τίνας λόγους παρεμέρισεν αὐτούς. — Κάτοικοι τῆς Νέας Στενήμαχος Δράμας διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἔξωσιν τῆς οἰκογενείας Κοσμᾶ Μαχούλη ὑπὸ τοῦ διεκδικοῦντος τὴν ἐν τῷ συνοικισμῷ ἔκτασιν Ι. Χαντζηαντωνίου καὶ παρακαλοῦν ὅπως ἀποκατασταθῇ τὸ δίκαιον. — Τὸ σωματεῖον Καπνεργατῶν «Ἕνωσις» Ξάνθης ὑποβάλλει ψήφισμα περιλαμβάνον διάφορα αἰτήματά του καὶ παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει. —Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ἐγκλουβῆς παρακαλοῦν, ὅπως παταχθῇ ἡ πληγὴ τῆς ζωοκτονίας καὶ τῆς δενδροφθορᾶς δι’ αὐστηρῶν μέτρων. — Οἱ κάτοικοι Μαραντοχωρίου παρακαλοῦν, ὅπως ἐνεργηθοῦν τὰ δέοντα διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐνταλμάτων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει αἴτησιν τοῦ Φραγκίσκου Ἀκουαβίβα τεχνίτου ἐλαιοκόμου, ὑπηρετήσαντος εἰς πολλὰς περιφερείας καὶ παρακαλοῦντος ὅπως προσληφθῇ ὡς ὑπάλληλος εἰς τὸ ὑπουργεῖον Γεωργίας. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει αἴτησιν τοῦ Ν. Κατοπόδη κατοίκου Λευκάδος, παρακαλοῦντος ὅπως τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον μεσιτεύσῃ παρὰ τῷ Ἀμερικανικῷ Προξενείῳ διὰ νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν σειρὰν τῶν μεταναστῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει αἴτησιν τοῦ κ. Κ. Μπάκα κατοίκου Φιλιππιάδος παρακαλοῦντος ὅπως τοῦ χορηγηθῇ δίμηνος ἄδεια ἐκ Νάξου ὅπου παραμένει ἐξόριστος πρὸς τακτοποίησιν τῶν οἰκογενειακῶν του ἀναγκῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Κωστόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς ἑνώσεως ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου, παρακαλούντων ὅπως ἐπιτραπῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ πώλησις καπνοῦ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Θεολογίτης καταθέτει ἀναφορὰν Δ. Καξαρτζῆ ἐκθέτοντος ὅτι δανείσας εἰς τὸν αἰφνιδίως θανόντα στρατηγὸν Τσιρογιάννην 127.000 δρ., δὲν κατώρθωσε μέχρι τοῦδε νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, καίτοι ἀπηυθύνθη εἰς Μετοχικὸν ταμεῖον καὶ εἰς τὸ ταμεῖον ἀλληλοβοηθείας τῶν ἀξιωματικῶν· παρακαλεῖ δὲ τήν Βουλὴν ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ τοῦτο· διὰ νὰ μὴ ἀδικηθῇ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μαρσέλος καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων τῆς Πειραϊκῆς Χερσονήσου, παρακαλούντων ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ νὰ μὴ κλεισθῇ τὸ νοσοκομεῖον Προσφύγων Πειραιῶς εἰς ὃ καταφεύγουν πρὸς θεραπείαν καὶ νοσηλείαν ἑκατοντάδες προσφύγων. — Οἱ κ. κ. Ε. Πριμίδης, Γ. Σακκαλῆς, Π. Ρεδιάδης, Ν. Ἀβραάμ, Γ. Ἠσαΐας, Κ. Πανοῦτσος καὶ Ε. Μαχαίρας ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναδοχῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ καταβολῆς εἰς τὸν Πειραϊκὸν Σύνδεσμον τῆς δαπάνης ἀνεγέρσεως Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου». — Ὁ κ. Σ. Ταλιαδοῦρος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποζημιώσεων τῶν πολεμοπαθῶν». — Οἱ κ. κ. Γ. Μαρῆς (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Θ. Σοφούλης (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν» — Οἱ κ. κ. Σ. Γονατᾶς (ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) καὶ Β. Δεληγιάννης (ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μισθώσεως κτιρίου τοῦ Νηπιακοῦ Ἐπιμελητηρίου Μελᾶ, πρὸς ἐγκατάστασιν ἐν αὐτῷ τῶν ἐν Ἀθήναις Τ.Τ.Τ. ὑπηρεσιῶν». — Οἱ κ. κ. Ρ. Λιβαθινόπουλος, Η. Ἀποσκίτης, Η. Τσεριώνης, Π. Ἀραβαντινός, Θ. Κολιαλέξης, Λ. Μακᾶς, Δ. Φλωριᾶς, Σ. Κωστόπουλος, Λ. Κουτσοπέταλος, Γ. Σακκαλῆς, Ι. Γιαμούζης, Ν. Συριόπουλος καὶ λοιποί, ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 20ῆς Ὀκτωβρίου 1925 «περὶ καθορισμοῦ πόρων καὶ μετόχων τοῦ Ταμείου Συντάξεως Ἠθοποιῶν, Μουσικῶν καὶ τεχνιτῶν Θεάτρου». — Οἱ κ. κ. Κ. Ζαβιτζιᾶνος (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν), Γ. Μαρῆς (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), Π. Βουρλούμης (ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας), Θ. Σοφούλης (ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας), καὶ Δ. Μπότσαρης (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ κ. Δημ. Κολύμβα περὶ ἐνεργείας ἁλιευτικῶν τινων ἐκμεταλλεύσεων καὶ ἱδρύσεως συναφῶν ἐργοστασίων καὶ ἐγκαταστάσεων». — Ὁ κ. Π. Βουρλούμης (ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως κουκουλοσπόρου». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοιν. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου 3713 περὶ Συβουλίου Ἐπικρατείας». — Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοιν. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου 3182 περὶ Διδασκαλείων τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως». — Ἡ ἐπὶ τῆς Προνοίας Κοιν. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μικρῶν ὑγιεινῶν οἰκιῶν». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοιν. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμου: 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10)13 Σεπτεμβρίου 1926 Ν.Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 1)14 Αὐγούστου 1920 Β. Δ. περὶ κωδικοποιήσεως κλπ.» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10)13 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 1)14 Αὐγούστου 1920 Β. Δ. περὶ κωδικοποιήσεως εἰς ἓν ἑνιαῖον κείμενον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΓΟΔʹ «περὶ ἐκδικάσεως τῶν μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν διαφορῶν κλπ.». — Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοιν. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς νεοδμήτων οἰκοδομῶν ἀπὸ τοῦ φόρου κλπ». — Οἱ κ. κ. Ν. Κουπαροῦσος, Μ. Σαμαρᾶς, Ν. Ζαρίφης, Η. Παπαδόπουλος καὶ λοιποὶ ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῆς δικαιοδοσίας τῶν γενικῶν διοικητῶν κ.λ.π.». — Οἱ κ. κ. Σ. Κωστόπουλος κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ νομαρχιακῶν ἐκλογῶν καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς δημοτικῆς νομοθεσίας». — Οἱ κ. κ. Γ. Μαρῆς (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), Π. Ἀργυρόπουλος (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν), Σ. Γονατᾶς (ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) καὶ Κ. Ζαβιτζιᾶνος (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως αὐτονόμου ὀργανώσεως ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὴ Θαλασσία Ἕνωσις». — Ἡ Γερουσία ἀποστέλλει τὸ ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθὲν καὶ παρ’ αὐτῆς κατὰ τὴν συνεδρίαν ΙΗʹ τῆς 26 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ψηφισθὲν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 208 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ καθορισμοῦ χρόνου διαρκείας προφυλακίσεως». — Ὁ κ. Κ. Γόντικας (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν δικαιώματος ἐγγραφῶν, ἐξετάσεων κλπ. Μέσης Ἐκπαιδεύσεως» — Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοιν. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ταμείου ἀσφαλίσεως τάξεών τινων ἐργαζομένων ἐφημεριδοπωλῶν, μυλεργατῶν καὶ ἀρτεργατῶν κλπ». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 2 Ἰουλίου 1926 περὶ συστάσεως κεντρικοῦ Ταμείου ἀσφαλείας κατὰ χαλάζης καὶ παγετῶν» (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δωρεᾶς εἰς τὸ Γερμανικὸν ἀρχαιολογικὸν Ἰνστιτοῦτον δημοσίου γηπέδου ἐν Ἀθήναις». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2387 περὶ πνευματικῆς ἰδιοκτησίας». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ταμείου συντάξεων τῶν ἐκτελωνιστῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιστημονικῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοκαλιεργουμένων κτημάτων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 3978 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Δεκεμβρίου 1925 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 17 Ἰουλίου 1923 Ν. Δ. περὶ σχεδίου πόλεων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑνιαίου συντελεστοῦ προσθέτων εἰσαγωγικῶν τελῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς ἀξιοχρέου ἐν γένει ἐγγυήσεως πρὸς παραλαβὴν νημάτων ταπητουργίας ἐπὶ προσωρινῇ ἀτελείᾳ». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης διὰ τὴν ῥυμοτομίαν καὶ διαμόρφωσιν τῆς ἐν Καβάλλᾳ πλατείας Μωχαμὲτ Ἀλῆ». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκαταστάσεως καὶ κινήσεως ἀλλοδαπῶν ἐν Ἑλλάδι, ἀστυνομικοῦ ἐλέγχου διαβατηρίων, ἀπελάσεων καὶ ἐκτοπίσεων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ταμείου ἀσφαλίσεως τάξεών τινων ἐργαζομένων ἐφημεριδοπωλῶν, μυλεργατῶν καὶ ἀρτεργατῶν».
§3Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη εἰς μόνην συζήτησιν, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου λόγῳ τῶν τροπολογιῶν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§4Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ παρακαλέσω τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἔχει ἀρκετὰ νομοσχέδια τοῦ ὑπουργείου μου ἀπὸ 10–15 καὶ πλέον ἡμερῶν, νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις της. Θὰ παρακαλέσω, ἰδίᾳ διὰ τὴν ραδιοφωνίαν, νὰ τεθῇ μία προθεσμία 48ώρου.
§5Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν μέχρι τῆς Παρασκευῆς δὲν προσκομισθοῦν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν, θὰ ἐγγραφοῦν ὅλα τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν συναινῇ νὰ ταχθῇ τριήμερος προθεσμία, δι’ ὅλα τὰ νομοσχέδια.
§7ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους 1929 –1930. Συζήτησις τῶν ἐξόδων ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν, Προνοίας, Δικαιοσύνης, Παιδείας κλπ. Ὁ κ. Γ. Ροδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§9Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἄλλοτε ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἦτο εἰς βάρος τῶν δήμων. Ὅτε τὸ Κράτος ἀνέλαβεν, ἐπέβαλεν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορευμάτων ὡρισμένον δημοτικὸν φόρον εἰδικῶς διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἑπομένως ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἔχει ἤδη κονδύλιον χωριστὰ ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν ἀναγράφονται διὰ τήν ἐπιθεώρησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 7.390.000 διὰ τὰ διδασκαλεῖα, 13.666.500 διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα 342.927.000 καὶ διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Μουσουλμάνων 200.000. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνέρχεται εἰς 364.000.000. Ἀνασκοπῶ καὶ βλέπω, ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ εἰδικὰ τὰ πληρωνόμενα ἀπὸ τὸν κόσμον διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, εἶναι 529.000.000. Πέρισυ εἰσεπράχθησαν διὰ τό δωδεκάμηνον 509.000.000, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ὁ ἐφετεινὸς ἀναγράφει κατὰ συντηρητικὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. ὑπουργοῦ 520.000.000. Ἀπέναντι τῶν 529.000.000 ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐξωδεύσαμεν μόνον 364.000.000. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους νὰ κερδοσκοπῇ εἰς βάρος τῆς ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχα νὰ κάμω, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν πρέπει νὰ ἐξοδεύσωμεν περισσότερα, παρὰ ὀλιγώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰσπράττομεν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μακᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§11Λ. ΜΑΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν εἰσήγησιν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἠθέλησα σκοπίμως νὰ λάβω τὸν λόγον τῶν ἐπὶ πλέον δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Παιδείας ζητεῖ ν’ ἀναγραφοῦν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐρχομένου ἔτους, διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ ἰδίως διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Σκοπίμως ἀπέφυγα τοῦτο, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός, εἶχε τὴν ἐλπίδα τὴν σταθεράν, ὅτι πάντως, ἀφοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν ἐν συννενοήσει μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας νὰ ἀποφασίσῃ μίαν ἐνίσχυσιν εὐνοϊκωτέραν διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἐπιδιωκομένην ὑπὸ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων λύσιν καὶ μεταρρύθμισιν καὶ ὅτι θὰ ἐπετυγχάνετο τοὐλάχιστον τὸ μικρὸν ποσὸν τῶν 8.500.000 ἐπὶ πλέον, τὸ ὁποῖον ζητεῖται ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀναλύεται εἰς 850.000 δραχμὰς διὰ τὰ νηπιαγωγεῖα, διὰ τὴν ἵδρυσιν 50 ἐπὶ πλέον νηπιαγωγείων, 1.500.000 διὰ τὸν τετραπλασιασμὸν τῶν σχολικῶν κήπων καὶ 6.500.000, διὰ τὴν ἵδρυσιν 100 νέων δημοτικῶν σχολείων, τῶν ὁποίων ἡ σύστασις θεωρεῖται ἀπαραίτητος καὶ διὰ τὴν δημιουργίαν 500.... Αὐτὴν τὴν δαπάνην μετὰ πάσης θερμότητος παρακαλοῦμεν νὰ χορηγηθῇ.
§12Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄν ἴδητε τὸν προϋπολογισμόν, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἔχει περιθώριον. Διὰ τὰ νηπιαγωγεῖα καὶ τοὺς σχολικοὺς κήπους συνιστῶ, νὰ γίνῃ τὸ ποσὸν 2.000.000. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἀποκτήσωμεν καλὰ σχολεῖα καὶ ἔπειτα νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰ νῦν ὑπάρχοντα.
§13Λ. ΜΑΚΑΣ. Ἀφοῦ ἐπετεύχθη ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ διὰ τὰ νηπιαγωγεῖα καὶ τοὺς σχολικοὺς κήπους, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἐκφράσωμεν τὰς εὐχαριστίας μας ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς ἔχει τὸν λόγον.
§15Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸ αὐτὸ ὑπουργεῖον, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου στρέφονται πρὸς ἄλλον κλάδον. Κατάγομαι, κύριοι, ἀπὸ Λευιτικὴν οἰκογένειαν παλαιάν. Ἡ πρώτη στέγασίς μου ἦτο ἡ μόνη ἱερατικὴ σχολὴ καὶ δὲν σᾶς κρύβω ἕνα μυστικὸν πόθον, ὁ πόθος μου ἦτο νὰ γίνω κληρικός.
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἐξηγεῖ τὰ πράγματα.
§17Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ὅλα αὐτὰ φανερόνουσιν, ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ ἐχθρότητα ἔχω πρὸς τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο. Σέβομαι τοῦτο ἴσως περισσότερον ἀπὸ ὅλους ὑμᾶς καὶ δι’ αὐτὸ θεωρῶ τὸ ἀξίωμα αὐτὸ ὡς ἀξίωμα καὶ ὄχι ὡς ἐπάγγελμα. Δυστυχῶς ὅμως κατήντησεν ἐπάγγελμα. Μετὰ τὴν παρένθεσιν αὐτήν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συνεχίσω. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Θρησκευμάτων καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας μανθάνω, ὅτι μεταβάλλουν ἕναν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος μετετράπη κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ὑπάρχει ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Ὁ ὀργανισμὸς, ὁ ὁποῖος φαίνεται τόσον κακοποιὸς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς του, ἀπὸ τῆς διοικήσεως τῆς περιουσίας του μὲ τοὺς ἐπισκόπους ἀποκλειστικῶς ἐν συνεργασίᾳ μὲ τοὺς νομάρχας. Καὶ τώρα τελευταῖα μὲ τὸν τύπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει, ὅλοι παραδεχόμεθα, ὅτι αὐτὸς ἐναυάγησεν καὶ δὲν ἐκτελεῖ τὸν προορισμόν του. Ἐν τούτοις ὅλοι τὸν περιβάλλομεν μὲ τόσην στοργήν, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου ἕνας ἄλλος ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος ἀντικατέστησεν αὐτὸν μόλις ἐδημιουργήθη, περιέσωσε μεγάλην ἐθνικὴν περιουσίαν, καταπολεμεῖται ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, ὁ θεσμὸς τῆς Ἀ. Ἀμύνης, ὁ ὁποῖος διεφύλαξε καὶ περισυνέλεξε τὴν περιουσίαν ἡ ὁποία εὑρέθη. Μᾶς ἀφῆκε μίαν περιουσίαν τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνωρίζομεν, δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν μας. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἰδέας σας, δύναται ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς νὰ κάμνῃ μερικὰς ὑπερβολάς· ἐγὼ ὅμως τοῦ ἀναγνωρίζω, ὅτι φροντίζει διὰ τὴν περιουσίαν τὴν ἐθνικήν.
§18Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διατὶ ἐναυάγησε τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον;
§19Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Διαρκῶς δάνεια ζητεῖ.
§20Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διατὶ ὅμως;
§21Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζετε σεῖς. Διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ διοικοῦν δὲν εἶναι προωρισμένοι δι’ αὐτό.
§22Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Πρῶτον δὲν ἐναυάγησε. Τὰ δάνεια γίνονται, διότι ἀπηλλοτριώθησαν καί ἀπαλλοτριοῦνται τὰ κτήματα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἀπὸ δεκαετίας.
§23Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εὑρίσκεται εἰς δυσχερῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἐπὶ πλέον ἐδημιουργήθη καὶ σωρεία μισθοδοτουμένων παρὰ τοῦ Γεν. Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ σωρεία μητροπολιτῶν.
§24Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον κάμνει καὶ Μητροπόλεις;
§25Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι δὲν πταίει καὶ ἡ πολιτεία....... Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ φροντίσητε νὰ λυθῇ τελικῶς τὸ ζήτημα αὐτό. Τὴν περιουσίαν αὐτὴν δώσατέ την εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν καλλιεργοῦν. Δώσατε τὴν κτηματικὴν περιουσίαν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται. Ἡ παράτασις τῆς καταστάσεως αὐτῆς δὲν δύναται, παρὰ νὰ ἀποτελματώνῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἔχομεν τὴν Καρυστίαν, ὁλόκληρο μοναστῆρι....
§26Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν πταίει τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον.
§27Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ποῖος πταίει;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§29Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι θὰ εὕρω σύμφωνον τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τοὺς ἀποτελοῦντας τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι καίτοι ἀπησχολημένοι εἰς ἄλλας Ἐπιτροπὰς κατώρθωσαν νὰ καταστήσουν ὥριμον τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων. Τὸ γεγονὸς εἶναι διττῶς εὐχάριστον, ὄχι μόνον διότι δὲν ἐμφανίζεται πλέον τὸ ἄτοπον τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν συμπλήρωσιν πλέον τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, ἀλλὰ καὶ διότι αἴρεται πᾶν κώλυμα διὰ τὴν ἔγκαιρον ὑποβολὴν καὶ ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1930–1931. Δύναται οὕτως ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποσχεθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν τῶν Σωμάτων ὑποβάλλουσα τὸν τρίτον ἤδη Προϋπολογισμὸν ἐντὸς δεκαπενταμήνου ἀπὸ τῆς ἀναλήψεως τῆς ἀρχῆς, θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεθειμένων ὁρίων, τὰ ὁποῖα χρονικὰ ὅρια δὲν ἔχουν μόνον τυπικὴν ἀξίαν ἀλλὰ ἀνάγονται καὶ εἰς βαθυτέρους λόγους, τῶν ὁποίων τὴν σημασίαν δὲν ἀγνοεῖ ἡ Βουλή. Τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διατυπωθέντα εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε τόσον εὐγλώττως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν, συμπίπτουν ἀπολύτως πρὸς τὰς σκέψεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀνομολογεῖται διὰ τῆς ἐκθέσεως ἡ συντηρητικότης καὶ ἡ σύνεσις μετὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ τονίζεται ἡ ἀσφάλεια τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἰσοζυγίου τὴν ἐξαιρετικὴν σημασίαν ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας ἀντιλαμβάνεται ἡ Ἐπιτροπή, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε εἰς ὅσα λέγει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, θὰ ἤθελα μόνον ἐνισχύων τὴν πεποίθησιν αὐτήν, ἡ ὁποία ὑποθέτω εἶναι καὶ τῆς Βουλῆς ἡ πεποίθησις, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν δύο μηνῶν Ἀπριλίου καὶ Μαΐου τῆς τρεχούσης χρήσεως δικαιολογοῦσι πλήρως τὰς προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποδεικνύουσι τὴν συντηρητικότητα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐσόδων, διότι οἱ δύο οὗτοι μῆνες ἀπέδωκαν ἑκατὸν δέκα ἑκατομμύρια περισσότερα τῶν δύο μηνῶν τοῦ ἀντιστοίχου ἔτους, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην κανεὶς εἰδικὸς λόγος. Ἀνομολογεῖ ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ τὸ πνεῦμα τῶν οἰκονομιῶν τὸ ὁποῖον διεῖπε τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ καταρτίσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πράγματι ἡ Κυβέρνησις, κ. βουλευταί, κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν διὰ νὰ ἐπιφέρῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας οἰκονομίας καίτοι τὸ ἔργον τοῦτο δὲν ἦτο εὐχερές. Δὲν ἦτο εὐχερές, διότι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ σήμερον καθ’ ἣν ἐπιχειροῦνται οἰκονομίαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὅπως γνωρίζει ἡ Βουλή, ὅταν πρὸ ἐτῶν ἤρχισε νὰ μορφοῦται καὶ παρ’ ἡμῖν κοινὴ γνώμη περὶ τοῦ ἀπαραιτήτου τῶν οἰκονομιῶν, ἐσχηματίσθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομιῶν, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐπὶ ὀκτάμηνον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι καὶ ἐπέφερεν οἰκονομίας ἀρκετάς. Ἐπηκολούθησε μὲν ἡ Δικτατορία, ἀλλὰ μετ’ αὐτὴν ἔγινεν ἡ ἐπιτροπὴ Ἐμπειρογνωμόνων, ὑποδείξασα καί αὐτὴ οἰκονομίας, μετὰ τὴν ἔκθεσιν δὲ τῶν ἐμπειρογνωμόνων ἐπηκολούθησεν ἡ σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ 1927–1928, ἡ ὁποία ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν ἐπέφερε τὰς οἰκονομίας αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθουν τότε. Ἐξεδόθη καὶ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἔδιδεν ἰδιαίτερα δικαιώματα ἐπὶ ἑξάμηνον εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν πάσης οἰκονομίας, οὕτω δὲ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἔγιναν αἱ ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἐπιτρεπόμεναι οἰκονομίαι. Ἀλλὰ κατόπιν τούτων εἶναι προφανὲς διατὶ δυσκολώτερον ἠδύναντο νὰ γίνωνται αἱ οἰκονομίαι ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Διότι ὅσον στενεύει τὸ στάδιον τῶν δυναμένων νὰ περικοπῶσι δαπανῶν, ὅσον βαθύτερον ἐμπήγνυται ἡ χειρουργικὴ μάχαιρα, τόσον μεγαλείτεραι εἶναι αἱ φυσικαὶ ἀντιδράσεις αἱ ὁποῖαι ἐξεγείρονται κατὰ πάσης προσπαθείας πρὸς περικοπὴν δαπανῶν. Παρὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις πέρυσιν ἐξοικονόμησεν, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, 140.000.000 ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν Πολεμικῶν ὑπουργείων καὶ ἐφέτος ἐπέφερεν ὅπου ἠδυνήθη οἰκονομίας. Εἰδικῶς δὲ ἐπέφερε 200.000.000 νέας οἰκονομίας εἰς τὰ Πολεμικὰ ὑπουργεῖα. Τὰς οἰκονομίας ταύτας ἀναφέρω λεπτομερῶς ἐν τῇ εἰσηγήσει μου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνω σήμερον ἀναλυτικῶς. Δὲν λέγω ὅτι μὲ τὰς οἰκονομίας αὐτὰς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις τὴν τελευταίαν της λέξιν. Τοὐναντίον, ἡ Κυβέρνησις παρακολουθεῖ τὴν ἔγκρισιν τῶν ἐξόδων μετ’ ἰδιαιτέρας αὐστηρότητος, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ δαπάνη ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ταὐτοχρόνως δὲ μελετᾷ κάθε συνδυασμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέτρεπεν οἰκονομίαν τινα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν· πρέπει ὅμως νὰ εἴπωμεν, ὅτι θέλομεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν σπουδαίας ἀνακουφίσεις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀπὸ οἰκονομίας, διότι, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, ἀσπλάχνως ἐκινήθη ἡ ψαλλὶς ἐπὶ τῶν διαφόρων κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει ἀντίθετος γνώμη, ἡ ὁποία φρονεῖ ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ 1915. Δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ ν’ ἀσχοληθῇ κανεὶς εἰς ἀντίκρουσιν τῆς γνώμης αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀγνοεῖ ὅλας τὰς διαφορὰς μεταξὺ τῶν δύο ἐποχῶν.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὴν ὑποστηρίζει ὅμως ὁ καθηγητὴς τῆς δημοσίας οἰκονομίας εἰς τὸ πανεπιστήμιον.
§31Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν)...... ἡ ὁποία δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὰ κοινωνικὰ πολιτικὰ καὶ ἱστορικὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα ἀναγκαίως αὔξησιν δαπανῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία ἄλλη μερίς, ἡ ὁποία φρονεῖ ὅτι εἰς ἕνα Προϋπολογισμὸν 9.000.000.000 δὲν εἶναι δύσκολον νὰ κάμωμεν οἰκονομίας μερικῶν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες λησμονοῦν, ὅτι διὰ νὰ περιορισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὰ 9.000.000.000 ἔγιναν πρότερον αἱ οἰκονομίαι καὶ ὅτι ὑπάρχουν κονδύλια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδέχονται καμμίαν ἀπολύτως περικοπήν, ὅπως τὸ Δημ. Χρέος, οἱ μισθοί, αἱ συντάξεις, συμβατικαὶ ὑποχρεώσεις κλπ. τῶν Πολεμ. ὑπουργείων κλπ., ταῦτα δ’ ἀντιπροσωπεύουν τὸ ἥμισυ περίπου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἄλλου ἡμίσεος ἠμποροῦσε κατ’ ἀρχὴν νὰ κινηθῇ ἡ ψαλλὶς τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλ’ εἶπον ἤδη ὅτι ἐκινήθη ἐπανειλημμένως, καὶ ὅλα τὰ πράγματα ἔχουν τὰ ὅριά των. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ ἐφορμόσωμεν οἰκονομίας εἰς πολιτικὰ ὑπουργεῖα. Οἰκονομίας αἱ ὁποῖαι θὰ καθίστων ἀναπήρους τοὺς ὀργανισμοὺς τοὺς πολιτικοὺς καὶ ἀνικάνους πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ των, οὔτε ὅτι εἰς τὰς οἰκονομίας τῶν Πολεμικῶν ὑπουργείων θὰ προχωρήσωμεν πέραν τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν ἡ πρόνοια διὰ τὴν στοιχειώδη ὀργάνωσιν τῶν ἀμυντικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Βεβαίως εἶναι δυνατὸς ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς αὐτός, καὶ ἂν ἐπέλθῃ, δὲν θὰ ἀνακουφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, διότι τὸ ἐξ’ αὐτῶν ἐξοικονομηθησόμενον ποσὸν θὰ διατεθῇ, καὶ πρέπει νὰ διατεθῇ, εἰς βελτίωσιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν σοβαρὰς ἀνακουφίσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξ οἰκονομιῶν. Παραμένει πάντοτε ὅμως ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρακολουθῇ τὸν προϋπολογισμὸν μετὰ πάσης φειδοῦς, νὰ δαπανᾷ μετὰ πόνου τὸ χρῆμα τὸ προερχόμενον ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ καὶ νομίζομεν, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ὑστερεῖ, τοὐναντίον μεθ’ ὑπερβολικῆς ἴσως γλισχρότητος χορηγεῖ τὰς πιστώσεις, ὅπου παρίσταται ἀνάγκη. Ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰς οἰκονομίας. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνέκρινεν καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ περισσεύματος τῆς χρήσεως 1927–1928, ἐνέκρινε ἐπίσης τὰς γενομένας μειώσεις καὶ φορολογικὰς διευκολύνσεις καὶ τονίζει τὸ δυσχερὲς αὐτῶν διὰ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκτὸς τῶν φορολογικῶν ἀνακουφίσεων, ταὐτοχρόνως νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ ἀντιμετωπίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ δύναται νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα διὰ φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἡ δυσχέρεια Κυβερνήσεως ἐπιδιωκούσης πάντα ταῦτα εἶναι προφανής, διότι τὰ πράγματα αὐτὰ δυσκόλως συμβιβάζονται, ὅπως ἀντιλαμβάνεται ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλὴν ὅσον ἀφορᾷ τὰ πορίσματα τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, τὰ κυριώτερα πορίσματα αὐτῆς συμφωνοῦν ἀπολύτως μὲ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὅσον ἀφορᾷ τὰς προτάσεις περὶ φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπή, ἐφ’ ὅσον διερμηνεύει, καὶ νομίζω ὅτι διερμηνεύει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν τὴν γνώμην αὐτῆς, ἡ ἐπιτροπὴ μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ἄμεσος φορολογία εἶναι βαρεῖα, εἶναι ἐπαχθής, ὅτι αἱ μικραὶ μειώσεις τῆς φορολογίας δὲν ἔχουν τὸ πλεονέκτημα οὔτε τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν φορολογουμένων νὰ ἐπισύρουν, καὶ διὰ τοῦτο ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω εἰς τὰς μειώσεις, φθάνοντες εἰς τὸ ἥμισυ τῶν σημερινῶν ποσοστῶν διὰ τὸν συνθετικὸν φόρον, τὸν φόρον τῶν κερδῶν ἐξ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ τὸν φόρον οἰκοδομῶν. Πράγματι, κ. βουλευταί, τ’ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ ἄμεσος ἡμῶν φορολογία, ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου, εἶναι βαρεῖα, βαρεῖα δὲ παραμένει καὶ μετὰ τὰς μειώσεις εἰς ἃς προέβη ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐκ συγκρίσεως τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐπὶ εἰσοδήματος 500.000 δραχμῶν ἔχομεν τὰ ἑξῆς φορολογικὰ ποσοστὰ ἀναλυτικοῦ καὶ συνθετικοῦ φόρου ἂν προέρχεται:
| 1) | ἐξ οἰκοδομῶν ἐν Ἀθήναις | 35,38% |
| 2) | » » λοιπῆς Ἑλλάδος | 25,98% |
| 3) | ἐκ κινητῶν ἀξιῶν | 27,04% |
| 4) | ἐξ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων | 27,71% |
| 5) | ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν (ἀτομ. ἐπιχειρήσεων) | 23,82% |
| 6) | ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν ἀνων. Τραπεζιτικῶν | 25,63% |
| 7) | ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν ἀνων. μὴ Τραπ. Ἑταιρ. | 24,38% |
| 8) | ἐξ εἰσοδήματος ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων | 24,93% |
Τὸ αὐτὸ εἰσόδημα 500.000 δραχμῶν ἢ λιρῶν 1333 φορολογεῖται ἐν Ἀγγλίᾳ μὲ 16% μόνον, διὰ τοῦ καλουμένου φόρου προσόδου ἐκ τοῦ κεφαλαίου, ἀντιστοιχοῦντος πρὸς τὸν ἡμέτερον τῶν κατηγοριῶν οἰκοδομῶν, γαιῶν καὶ κινητῶν ἀξιῶν· ὀλιγώτερον δὲ καὶ τῶν 16% φορολογεῖται τὸ αὐτὸ εἰσόδημα διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς προσόδου ἐξ ἐργασίας, ἀντιστοιχοῦντος πρὸς τὸν ἡμέτερον φόρον προσόδου ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ἡ πρόσοδος 500 χιλιάδων πληρώνει φόρον 2,60%. Ἐν Γερμανίᾳ πρόσοδος 500 χιλ. δραχμῶν ἢ μάρκων 27.778 καταβάλλει φόρον 16%. Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Ἡνωμέναις Πολιτείαις δὲν ὑπάρχει συνθετικὸς φόρος, ἀλλ’ ἀναλυτικὸς μὲ προοδευτικὸν συντελεστὴν πέραν τῶν 2 χιλιάδων λιρῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, καί 10 χιλιάδων δολλαρίων ἐν Ἀμερικῇ. Ἐπίσης ἐν Γερμανίᾳ, δὲν ὑπάρχει συνθετικὸς φόρος ἀλλ’ ἀναλυτικὸς μὲ προοδευτικὸν συντελεστήν. Ἐν Γαλλίᾳ μὲ ἀναλυτικὸν ἐπὶ παγίῳ καὶ συνθετικὸν ἐπὶ προοδευτικῷ συντελεστῇ ἔχομεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ εἰσοδήματος 500 χιλ. δραχ. ἢ φράγκων 167 χιλιάδων φορολογίαν ἐπὶ οἰκοδομῶν 16,94%, ἐπὶ κινητῶν ἀξιῶν 22,80%. ἐπὶ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων 16. 09%, ἐπὶ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων 20,27%. Λαμβάνοντες τὸν μέσον ὅρον τῆς φορολογίας καθαρᾶς προσόδου εἰς τὰ Κράτη ταῦτα, εὑρίσκομεν: Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι 2,60%, Ἀγγλία 16,28%, Γερμανία 16,09%, Γαλλία 18,90%, Ἑλλὰς 26,65%. Ἀλλ’ ἀκριβέστερος θὰ ἦτο ὁ ὑπολογισμὸς ἐὰν δὲν ὑπελογίζομεν τὸν φόρον τῆς Οὖλεν, ὡς φόρον εἰδικόν, διατιθέμενον δι’ εἰδικὸν σκοπὸν καὶ ἂν ἐκπέσωμεν καὶ τὰς δύο μειώσεις κατὰ 20% τὰς ὁποίας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπέφερεν ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ συνθετικοῦ καὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἀλλὰ καὶ πάλιν μειοῦται μὲν ὀλίγον ἡ διαφορά, πάντοτε ὅμως ἐρχόμεθα πρὸ τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βαρύτερον φορολογοῦσα ὅλων τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ὑπερβαίνομεν τὴν Γαλλικὴν φορολογίαν καὶ πάλιν κατὰ 4.90%. Εἰς τὰ μεγαλείτερα εἰσοδήματα ἐλαττοῦται ἡ διαφορά, διότι εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ἀρχίζει ὁ προοδευτικὸς συντελεστὴς ἀπὸ τὰς 2.000 λίρας καὶ ἀπὸ τὰ 10.000 δολλάρια καὶ ἄνω. Ἀλλὰ πάλιν εἴμεθα οἱ βαρύτερον ὅλων φορολογοῦντες καὶ μέχρις εἰσοδήματος 2 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθῇ, ὅτι τοῦτο συμβαίνει μόνον εἰς τὰ φυσικὰ πρόσωπα, διαφέρουν δὲ τὰ πράγματα προκειμένης φορολογίας τῶν νομικῶν προσώπων. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὡς παράδειγμα Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἔχει κεφάλαιον 10.000.000 δραχμῶν καὶ ὑποθέσωμεν ὅτι ἔχει κέρδη 3.000.000 δραχμῶν – περίπτωσις σπανία – καὶ ὅτι διανέμει μέρισμα 2.000.000 δραχμῶν θὰ ἴδωμεν ὅτι φορολογεῖται αʹ) μὲ δύο ἐπὶ τοῖς χιλίοις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου διὰ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος καὶ διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ μερίσματος 26%, ἂν εἶναι τραπεζιτική, καὶ 23,40% ἂν δὲν εἶναι τραπεζιτική. Τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα εἶναι εὐνοϊκὸν διὰ τὰς ἑταιρείας, διότι σπανία περίπτωσις θὰ εἶναι νὰ πραγματοποιήσῃ μία ἀνώνυμος ἑταιρεία κέρδη 3.000.000 δραχμῶν ἐπὶ κεφαλαίου 10.000.000 δραχμῶν καὶ σπανιώτερον βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν 3.000.000 αὐτῶν νὰ διανείμῃ τὰ δύο ἑκατομμύρια εἰς μέρισμα. Ἡ πραγματαποίησις παρουσιάζει συνήθως διανομὴν μερίσματος τοῦ ¼ τῶν κερδῶν, ἐὰν δὲ τοῦτο λάβωμεν καὶ ἐδῶ ὡς βάσιν θὰ ἴδωμεν ὅτι φορολογεῖται ἡ ἀνώνυμος ἐπὶ τῶν κερδῶν της μὲ 6.75% ἂν εἶναι τραπεζιτικὴ καὶ μὲ 6.10% ἂν δὲν εἶναι τραπεζιτική. Ἀντιστοίχως ἐν Ἀγγλίᾳ φορολογεῖται μὲ 20% ἐπὶ τῶν κερδῶν, ἐν Γερμανίᾳ ὑφίσταται διττὴ φορολογία, ἀνερχομένη ἐπὶ μὲν τοῦ ὅλου τῶν κερδῶν εἰς 26.28%, ἐπὶ δὲ τοῦ μερίσματος εἰς 39%· καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ μὲν τοῦ συνόλου τῶν κερδῶν μὲ 27% ἐπὶ δὲ τοῦ μερίσματος μὲ 40.5%. Καὶ δύναταί τις μὲν ν’ ἀντείπῃ ὅτι εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην πρέπει νὰ συνυπολογίσωμεν καὶ τὸν φόρον τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσῃ τὸ νομικὸν πρόσωπον κατὰ τὴν διάλυσίν του, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι κολοσσιαῖον εἶναι τὸ ὄφελος ὅπερ ἔχουν τὰ νομικὰ ταῦτα πρόσωπα καταβάλλοντα τὴν φορολογίαν τοῦ μέρους τούτου τῶν κερδῶν των εἰς τὸν ἀπομεμακρυσμένον χρόνον τῆς διαλύσεως αὐτῶν. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι ἀποκερδαίνουν πολὺ πλέον τοῦ ½ τοῦ φόρου ὃν θὰ κατέβαλλον, ἂν ἀπὸ τοῦδε ἐπὶ ὅλων τῶν κερδῶν ἐπεβάλλετο ὁ φόρος καὶ οὐχὶ μόνον ἐπὶ τοῦ μερίσματος. Δὲν πρέπει δὲ νὰ παραλείψω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχουν, δυστυχῶς, παραδείγματα Ἑταιρειῶν, καὶ δὴ ἀποτελουμένων ἀπὸ πρόσωπα συγγενῆ, αἱ ὁποῖαι κατορθώνουν νὰ ὑπεκφύγουν τὰς φορολογικάς των ὑποχρεώσεις, διὰ τῆς μὴ διανομῆς μερισμάτων καὶ τῆς ἀποκρύψεως τῶν κερδῶν ὑπὸ τύπον διαφόρων ἀποσβέσεων καὶ αἱ ὁποῖαι κατορθώνουν διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου νὰ ὑπεκφύγωσι καὶ τὰς ἐκ τοῦ φόρου τῶν κληρονομιῶν ὑποχρεώσεις τῶν ἀποτελούντων αὐτὰς οἰκογενειῶν. Ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις καθ’ ἃς διττῶς φορολογεῖται τὸ αὐτὸ κέρδος, ἤτοι φορολογεῖται τὸ πρῶτον ὅταν διανέμεται ὡς μέρισμα τῆς πραγματοποιησάσης αὐτὸ Ἑταιρείας καὶ φορολογεῖται ἐκ δευτέρου ὅταν τὸ αὐτὸ φορολογητέον κέρδος διανέμεται μετ’ ἄλλου κέρδους ὡς μέρισμα ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῆς ἐχούσης μετοχὰς ἄλλων Ἑταιρειῶν. Τοῦτο κυρίως συμβαίνει εἰς τὰς ἡμετέρας Ἑταιρείας καὶ δὲν εἶναι βεβαίως συντελεστικὸν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν παρ’ ἡμῶν τοῦ θεσμοῦ ἰσχυρῶν ἢ γενικῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν δυναμένων, νὰ δημιουργήσωσι καὶ χρηματοδοτήσωσιν ἄλλας μερικωτέρας ἀνωνύμους Ἑταιρείας. Ὀρθὸν ἑπομένως θὰ ἦτο, καὶ εἰς τοῦτο καταλήγει ἡ Κυβέρνησις, νὰ διορθωθῇ μὲν τὸ ἄτοπον τῆς διπλῆς φορολογίας τῶν Ἑταιρειῶν ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὰ μερίσματα, ἀλλὰ νὰ ληφθῇ καὶ μέριμνα, ὥστε τηρουμένου τοῦ ἰδίου φορολογικοῦ συστήματος νὰ μὴ ἐπέρχηται ἡ προμνημονευθεῖσα καταστρατήγησις τῶν φορολογικῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐνῷ, κ. βουλευταί, φορολογοῦμεν βαρύτερον τῶν ἄλλων ὅσον ἀφορᾷ τὰ φυσικὰ καὶ δὲν φορολογοῦμεν ἐλαφρῶς τὰ νομικὰ πρόσωπα, ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀμέσου φορολογίας τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου εἶναι μικρά. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου πίνακα τῆς ἀποδόσεως ἀπὸ τοῦ 1914 μέχρι σήμερον τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἐξ οὗ προκύπτει ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀμέσου φορολογίας, καίτοι αὐξηθεῖσα ἐσχάτως δὲν ὑπερβαίνει ἐν τούτοις τὰ 170 ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν ἀπέναντι 158 ἑκατομμυρίων τοῦ 1919–1920 καὶ 59 ἑκατομμυρίων τοῦ 1914. Συγκρίνοντες δὲ τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἀμέσου φορολογίας ἀπέναντι τῆς ἐμμέσου παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, παρατηροῦμεν ὅτι ἡ ἄμεσος παρ’ ἡμῖν εἶναι τὰ 26% τῆς ὅλης φορολογίας, ἐν ᾧ ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι 57%, ἐν Ὁλλανδίᾳ 54%, ἐν Γαλλίᾳ 42%, ἐν Ἰταλίᾳ 34%, ἐν Τσεχοσλοβακίᾳ 23%, ἐν Ρουμανίᾳ 20% καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ 20%. Ἡ ἀναλογία δηλαδὴ τῆς ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας μᾶς φέρει κάτω ὅλων τῶν Κρατῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καὶ προηγούμεθα μόνον τῆς Ρουμανίας τῆς Τσεχοσλοβακίας καὶ Βουλγαρίας. Ἡ ἀναλογία αὕτη πρέπει νὰ ἀποδοθῇ καὶ εἰς ἄλλα μὲν αἴτια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποδοθῇ καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν μεγάλων εἰσοδημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων κυρίως ἀσκεῖται ἡ ἄμεσος φορολογία. Τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς ἀμέσου φορολογίας μὲ βαρέα ποσοστὰ καὶ μικρὰν σχετικῶς ἀπόδοσιν προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ θεραπεύσωμεν, διὰ τῆς μεθόδου τῆς μειώσεως εἰς τὸ ἥμισυ τῶν ποσοστῶν ὡρισμένων ἀμέσων φόρων, δηλαδὴ τοῦ φόρου τοῦ συνθετικοῦ τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἀποτέλεσμα κατὰ τὴν Ἐπιτροπὴν θὰ εἶναι, ὅτι θὰ προσελκύσωμεν τὰ κεφάλαια καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν μεγαλειτέραν ἀπόδοσιν. Ἀληθῶς, κ. βουλευταί, ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἶναι νὰ διαπλάσῃ τοὺς ἀπαιτουμένους ὅρους διὰ τὴν ἐπικερδῆ καὶ ἀσφαλῆ τοποθέτησιν ἐν Ἑλλάδι κεφαλαίων ξένων καὶ Ἑλληνικῶν, καὶ μοὶ ἐδόθη ἐπανειλημμένως ἀφορμὴ ν’ ἀναπτύξω ποίαν σημασίαν ἀποδίδει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προσέλκυσιν κεφαλαίων ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ δὲν θέλωμεν νὰ προσελκύσωμεν κεφάλαια, μὲ καταστροφὴν τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν φαίνεται ἀποδίδων σημασίαν εἰς τὴν θεωρίαν, ὅτι ἐν τῇ αὐξήσει τῆς ἀποδόσεως τῶν ἐμμέσων φόρων ἔγκειται ἡ προσέγγισις πρὸς τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην. Τοὐναντίον φαίνεται ἀσπαζόμενος τὰς νεωτέρας ἐπιστημονικὰς δοξασίας, κατὰ τὰς ὁποίας, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν ὡρισμένους φόρους, τοὺς φόρους τῶν κληρονομιῶν, τῶν λαχείων, τὸν συνθετικὸν ὑπό τινας περιορισμούς, ὅλοι οἱ ἄλλοι φόροι ὑποστηρίζεται ὅτι ἐπιπίπτουσιν εἰς βάρος τοῦ καταναλωτοῦ καὶ δὲν εἶναι ἄξιοι τοῦ ὀνόματός των. Ἀντιθέτως δὲ ὑποστηρίζει ὁ κ. εἰσηγητὴς ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι ἔχουν τὸ πλεονέκτημα ὅτι εἶναι ψυχολογικῶς ἀνεκτοὶ ἀπὸ τὸν φορολογούμενον, ὡς συγχωνευόμενοι μὲ τὴν τιμὴν τοῦ πράγματος. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος, κύριοι βουλευταί, νὰ διαμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῆς νέας αὐτῆς θεωρίας, ἀλλὰ ἀναντιρρήτως πολὺ δύσκολον εἶναι νὰ πεισθῇ ἡ λαϊκὴ συνείδησις περὶ τοῦ δικαίου μιᾶς τόσον σοβαρᾶς ἐλαττώσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ὥστε καὶ ἄν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπέτρεπε, δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μειώσωμεν τὴν ἄμεσον φορολογίαν, καθ’ ἥν στιγμὴν δὲν ἀποδίδει ὅσα ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ καὶ καθ’ ἥν στιγμὴν ἀφήνομεν ἀμείωτον τὴν ἔμμεσον φορολογίαν τῆς ὁποίας κυρίως τὸ βάρος ἐπιπίπτει εἰς τὰς μέσας καὶ πτωχοτέρας τάξεις. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομισθῇ ὅτι δίκαιον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ νεωτέρα θεωρία ὑποστηρίζει, ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ κοινὴ συνείδησις πιστεύει. Ἡ δὲ κοινὴ συνείδησις καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ πιστεύει, ὅτι ἡ ἄμεσος φορολογία, ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου πλήττει κυρίως τὰς εὐπορωτέρας τάξεις. Ἀλλ’ οὐδ’ εἰς αὔξησιν τῆς ἀποδόσεως δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, κατόπιν μιᾶς τοιαύτης μειώσεως. Διότι εἶναι ζήτημα ἐὰν καὶ πότε θὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν ὥστε τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς εἰς τὸ ἥμισυ μειώσεως, νὰ τὸ ἀναπληρώσωμεν διὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀποδόσεως. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ὀρθή. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Δηλαδὴ ἀναγνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι βαρέα τὰ ποσοστὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας ἀλλ’ εἰς τὴν ἐλλάττωσιν ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν βαθμηδὸν καὶ ὑπὸ τὸν περιορισμόν, ὅτι ἡ αὐξάνουσα ἀπόδοσις διὰ τῆς καλυτέρας βεβαιώσεως τῶν φόρων θὰ δικαιολογῇ τὴν μείωσιν, ἡ δὲ γενομένη μείωσις θὰ ἐξασφαλίζῃ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἀπόδοσιν οὐχὶ κατωτέραν τῆς τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἀλλὰ μεγαλυτέραν, διότι μόνον οὕτω θὰ προσεγγίσωμεν τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην. Τὴν τακτικὴν ταύτην ἐφαρμόζοντες δὲν ἀποβλέπομεν, βεβαίως, νὰ φθάσωμεν ποτὲ εἰς τὸ ἥμισυ τῶν σημερινῶν ποσοστῶν, ἐλπίζομεν ὅμως, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς ἕν λογικὸν ποσοστὸν φορολογικοῦ βάρους ἀνεκτοῦ καὶ μὴ ἐμποδίζοντος τὴν κανονικὴν ἀπόδοσιν τῶν ἀμέσων φόρων. Τὴν τακτικὴν ταύτην ἐφήρμοσε μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις, μειώσασα κατὰ 20% τὸν συνθετικὸν φόρον καὶ τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος εὐθὺς ὡς ἐπείσθη, ὅτι διὰ τῆς μειώσεως αὐτῆς δὲν ὑπῆρχε κίνδυνος ἡ ἀπόδοσις κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ ἦτο μικροτέρα, ἀλλὰ θὰ ἦτο μεγαλυτέρα κατὰ πᾶσαν λογικὴν πρόβλεψιν. Διότι οὕτω εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ἂν δὲν αὐξήσῃ ἡ ἀπόδοσις ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ποσοστῶν ἀμέσως, δὲν ὑπάρχει κίνδυνος μειώσεως τῆς ἀποδόσεως τῆς ἀναγκαίας διὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὴν τακτικὴν ταύτην πιστεύω ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν, ἐλπίζω δὲ ὅτι τὸ προσεχὲς μέλλον θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν ποσοστῶν καὶ ἄλλων ἀμέσων φόρων· καὶ τὴν ἐλπίδα ταύτην στηρίζω εἰς τὴν προϊοῦσαν καλὴν βεβαίωσιν τῆς φορολογίας. Διότι ἐφέτος, ἀντὶ προβλεφθέντων κυρίων φόρων 1.599.000.000 καὶ προσθέτου δεκατημορίων 423 ἑκατομμυρίων, ἤτοι ἀντὶ προβλεφθέντων ἐν ὅλῳ 2.022.000.000, εἴχομεν βεβαιωθέντας ἐκ τῶν κυρίων φόρων 2.047 ἑκατομμύρια καὶ ἐκ τῶν προσθέτων δεκατημορίων 505 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐν ὅλῳ 2.552 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πιθανὸν ν’ αὐξήσουν ἀκόμη. Σημειώσατε, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1929–1930 ὑπάρχει κάθε λόγος νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἡ ἀπόδοσις θὰ εἶναι μεγαλυτέρα, διότι ὅσον προχωροῦμεν τοσοῦτον ἐλαττοῦται ὁ φόρος τῆς βεβαιώσεως τῶν παλαιῶν φόρων· ἐξ ἄλλου οἱ ἔφοροι, μὴ ἔχοντες νὰ βεβαιώσωσιν ἐφέτος φόρον ἐπιτηδεύματος οὔτε φόρον οἰκοδομῶν, θὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιτέραν βεβαίωσιν τῶν λοιπῶν ἀμέσων φόρων, ὥστε νὰ δικαιούμεθα νὰ ἐλπίζωμεν πολὺ καλλίτερα ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινομένην μείωσιν εἰς τὸ ἥμισυ ὡρισμένων ἀμέσων φόρων, πρόδηλον εἶναι ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν οὐδὲ τὴν φορολογίαν τοῦ κύκλου ἐργασιῶν πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ, ὅπερ θὰ ἐπέφερεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, πραγματοποιουμένη τυχὸν ἡ μείωσις ὡρισμένων φόρων τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ ἡ κατάργησις τοῦ φόρου τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Ἀληθῶς ὁ φόρος τοῦ κύκλου ἐργασιῶν εἶναι ἄξιος πολλῆς προσοχῆς. Ἀρχαιότατος φόρος, ἐφευρεθείς, καθ’ ὃ πιστεύεται, ὑπὸ ἀνθρώπων ἀποστρεφομένων τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου ἔχει μὲν πολλὴν ὁμοιότητα πρὸς τὸν φόρον τῶν κερδῶν ἐξ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, εἶναι ὅμως ἔμμεσος φόρος. Θεωρεῖται μάλιστα ὁ εὐρύτερος καὶ ὁ ἁπλούστερος τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ ὁ μᾶλλον ἐλαστικὸς καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ὁ ἀποδοτικώτερος. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου κυρίως εὐδοκιμεῖ ἀποδίδει ὑπὲρ τὰ ὀκτὼ δισεκατομμύρια, ἤτοι περισσότερον ὅλου τοῦ φόρου καθαρᾶς προσόδου ἀναλυτικοῦ καὶ συνθετικοῦ. Ἀλλ’ ἔχει τὸ ἐλάττωμα ὁ φόρος οὗτος νὰ πλήττῃ πολλάκις τὸ αὐτὸ προϊὸν εἰς τὰ διάφορα στάδια τῆς μεταμορφώσεως, μηχανοποιήσεως καὶ τῆς κατοχῆς του, συντελεῖ δὲ διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἀκρίβειαν τοῦ βίου. Ἀλλὰ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς του παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας. Θὰ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ σκεφθῶμεν περὶ εἰσαγωγῆς αὐτοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχεν στάδιον αὐξήσεως τῆς ἐμμέσου φορολογίας, ἐπετρέπετο δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαύτη αὔξησις. Ἀλλ’ οὐδετέρα τῶν προϋποθέσεων τούτων συντρέχει σήμερον, διότι καὶ ἡ ἔμμεσος φορολογία εἶναι βαρεῖα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποσχεθῆ νὰ μὴ αὐξήσῃ τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ λαοῦ. Ἀντικατάστασιν ὅμως ἄλλου φόρου διὰ τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἐπιχειρήσωμεν, διότι ἂν ὁ ἀντικαθιστώμενος φόρος ἦτο ἔμμεσος δὲν θὰ ἤξιζε τὸν κόπον ἡ μεταβολή, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις ἑνὸς φόρου δι’ ἄλλου εἶναι ἔργον λεπτὸν καὶ πρέπει νὰ γίνεται κατόπιν ἀποχρῶντος λόγου καὶ μετὰ προσοχῆς καὶ χωρὶς νὰ λησμονῆται τὸ δημοσιονομικὸν ἀξίωμα, καθ’ ὃ εἷς φόρος κακῶς τεθειμένος, εἶναι πολλάκις ἀνώτερος ἑνὸς νέου φόρου ἔστω καὶ καλοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἀντιθέτως ὁ ἀντικαθιστάμενος φόρος ἦτο ἄμεσος, ἦτο ἐκ τῶν φόρων καθαρᾶς προσόδου, ὡς προτείνει ἡ ἐπιτροπή, οἱ δισταγμοὶ ἡμῶν θὰ ἦσαν πολὺ μεγαλύτεροι. Διότι ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ὀρθότητα πολλῶν ἐπιχειρημάτων, δι’ ὧν ὑποστηρίζεται, ὅτι ὀλίγοι ἄμεσοι φόροι εἶναι ἄξιοι τοῦ ὀνόματός των καὶ ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν κατ’ οὐδὲν διαφέρουσι τῶν ἐμμέσων ὡς πρὸς τὴν ἐπίπτωσιν εἰς βάρος τοῦ καταναλωτοῦ, οὐχ’ ἧττον ὅμως ἡ περὶ δικαίου φορολογικοῦ κοινὴ συνείδησις δέχεται ὅτι ἐν τῇ αὐξήσει τῆς ἀμέσου φορολογίας, τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου εὕρηται ἡ προσέγγισις πρὸς τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην, θὰ ἦτο ἄσκοπος ἡ τοιαύτη ἀντικατάστασις, θὰ ἐξήγειρε δὲ τοὺς καταναλωτάς, οἱ ὁποῖοι πληττόμενοι σήμερον βαρέως, θὰ ἐπλήττοντο ἀκόμη περισσότερον διὰ τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν καὶ δὴ ἐπὶ ἀνακουφίσει ἐκείνων, οὓς ἡ κοινὴ συνείδησις θεωρεῖ ἀνεπαρκῶς συνεισφέροντας εἰς τὰ φορολογικὰ βάρη. Διὰ ταῦτα δὲν δυνάμεθα νὰ υἱοθετήσωμεν τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, καίτοι μετὰ πολλῆς δεξιότητος ὑπεστήριξε ταύτας ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς αὐτῆς, ἂν καὶ ἐπὶ σκοπῷ μειώσεως τοῦ φόρου ἐγγείου παραγωγῆς ἡ πρότασις ἀξίζῃ νὰ συζητηθῇ. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀντιπροσωπεύῃ μειοψηφίαν, οὔτε καὶ ποίαν, ἢ ἂν ἀντιπροσωπεύει ἁπλῶς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τυρνάβου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ μειοψηφία ὁμολογεῖ καὶ ἐκείνη τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν. Τονίζει μάλιστα τὸ εὐχάριστον γεγονός, ὅτι δὲν ἀναφέρει ὁ προϋπολογισμὸς προσόδους ἐκ δανείων, ἀλλὰ μᾶς μέμφεται, διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§32Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς μέμφομαι, ἀλλὰ ὑποδεικνύω.
§33Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, ὅτι μόλις ἔληξεν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους, ὑποβάλομεν τὸν νέον καὶ προφανῶς ἦτο ἀδύνατον νὰ τὸν ὑποβάλωμεν πρότερον· ἀλλ’ εἶπον ἀκόμη, ὅτι ἐντὸς δεκαπενταμήνου ἀφ’ ἧς ἀνελάβομεν τὴν ἀρχήν, θὰ ἔχωμεν ὑποβάλει τρεῖς προϋπολογισμούς, διὰ νὰ φέρωμεν τὴν χώραν ἐντὸς τῶν Συνταγματικῶν προθεσμιῶν. Ὥστε μομφὴ ἐπὶ βραδύτητι κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ στηριχθῇ. Ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ ὑπάρχει παρατήρησις. Τὸ παράπονον τοῦτο εἶναι δίκαιον, ἀλλὰ δὲν ἀφορᾷ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι παρ’ ἡμῖν παρωράθη τελείως ἡ σημασία τοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ ἔμεινε νεκρὸν γράμμα ἡ ἐπιταγὴ ἡ Συνταγματική, διὰ τὴν ψήφισιν καθ’ ἕκαστον ἔτος τοῦ ἀπολογισμοῦ. Τὸ Σύνταγμα, ὅπως γνωρίζετε, ἐπιβάλλει, ἓν ἔτος μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸν ἀπολογισμόν. Ἀλλ’ ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, δὲν ἐψηφίσθη κανεὶς ἀπολογισμός, πρὸ πολλῶν δεκαετηρίδων.
§34Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀκταετίας ἔπαυσαν νὰ ψηφίζωνται.
§35Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καθόσον τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, πολλῶν δεκάδων ἐτῶν ἀπολογισμοὶ δὲν ἔχουν ψηφισθῇ.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μιὰ φορὰ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐψηφίσθησαν ἀπολογισμοί.
§37Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ μακαρίτης ὁ Σιμόπουλος εἶχεν ὑποβάλει διὰ τριῶν νομοσχεδίων τοὺς ἀπολογισμοὺς μέχρι τοῦ 1895, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι ταύτην τὴν στιγμὴν ἂν ἐψηφίσθησαν.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν θὰ ἔχωμεν ἀπολογισμόν, ἂν δὲν συμπέσῃ τὸ ἔτος τῆς ψηφίσεως μὲ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος.
§39Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτὸ καμμίαν διὰ τὸν ἀπολογισμόν. Δὲν θεραπεύει καθόλου τὴν κατάστασιν, διότι χρειάζεται προηγούμενος ἔλεγχος, διότι ὁ ἀπολογισμὸς εἶναι ἔνδειξις τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ λογοδοσία ἐκτελέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν ἀποδεχθῶμεν τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἀπόδοσις τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ θεωρῆται ἐκείνη ἡ ὁποία γίνεται ἐντὸς τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους καὶ ὄχι νὰ μεταβιβάζεται εἰς τὴν ἄλλην χρῆσιν.
§41Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὰ δὲν μεταβιβάζονται σήμερον εἰς τὴν ἑπομένην χρῆσιν ὡς νομίζετε τὰ ἔσοδα· ὅλα τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα ἀνήκουσιν εἰς τήν εἰς ἣν ἐβεβαιώθησαν χρῆσιν καὶ διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς εἰσπράττονται οὐ μόνον κατὰ τὴν τετράμηνον παράτασιν ἀλλ’ ἀπεριορίστως· ἐπίσης δὲ καὶ τὰ ἔξοδα εἰς βάρος αὐτῆς πληρώνονται. Τοῦτο γίνεται διὰ τῶν λογαριασμῶν τῶν ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν ὑπολοίπων. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ λογαριασμὸς οὗτος, πάλιν θὰ ἐχρειάζετο ἰδιαιτέρα ἐργασία ἐλέγχου διὰ τὸν ἀπολογισμόν. Πρέπει ὅμως νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ ἀπολογισμοῦ ἔχει σήμερον ὀλιγωτέραν σημασίαν καὶ ἡ ἔλλειψίς του εἶναι ὀλιγώτερον αἰσθητὴ ἢ ὀλιγώτερον ἐπιζημία. Διότι ὁ ἀπολογισμὸς περιέχει λογοδοσίαν ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, ἀλλὰ ἀφ’ ἑτέρου ἀποδεικνύει τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ περιέχει τὰ στοιχεῖα διὰ τὰς μελλούσας προβλέψεις. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπομνησθῇ, ὅτι ἀπὸ ἑνὸς ἔτους περίπου δημοσιεύεται τακτικὸς καὶ σαφὴς ἰσολογισμὸς τοῦ δημοσίου ταμείου, ὁ ὁποῖος περιέχει τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ τῶν πληρωμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν χρηματικῶν λογαριασμῶν· καὶ ἐκτὸς δ’ αὐτοῦ δημοσιεύεται καὶ ἡ μηνιαία κατάστασις, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ μῆνα. Παραμένει ὅμως πάντοτε ἡ σημασία τοῦ ἀπολογισμοῦ διὰ τὴν καλὴν ἐκτέλεσιν καὶ θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον, νὰ φθάσωμεν ταχέως νὰ ψηφίζωμεν τακτικὰ ἀπολογισμόν. Σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἑξῆς καταστάσεως. Ἐν πρώτοις δὲν ἔχομεν ψηφίσει κανέναν ἀπὸ τῆς συστάσεως Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἔχομεν καταρτίσει ἀπολογισμοὺς μέχρι τοῦ 1913 τοὺς ὁποίους καὶ ἔχομεν δημοσιεύσει· καὶ εἶναι ἕτοιμος πρὸς ἐκτύπωσιν ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1914, ὁ δὲ τοῦ 1915 θὰ εἶναι ἕτοιμος μέχρι τοῦ Αὐγούστου. Ἄν περιορισθῶμεν εἰς τὸ σήμερον ὑπάρχον προσωπικόν, δὲν δυνάμεθα, παρὰ νὰ ἔχωμεν τρεῖς ἀπολογισμοὺς κατ’ ἔτος, ἑπομένως μέχρι τοῦ 1932 θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ψηφίσωμεν ὅλους. Ἐξ ἄλλου τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, ἔχει διαδηλώσει καὶ μέχρι τοῦ ἔτους 1917. Δέν ἔχει ὅμως ἐλέγξει τὴν χρῆσιν 21–22 ἀλλὰ ἔχει ἐλέγξει τὰς χρήσεις 1923–29. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐὰν χρησιμοποιήσωμεν προσωπικὸν ἔκτακτον δυνάμεθα νὰ ἐνημερωθῶμεν ἐντὸς ἔτους ἄλλως θὰ περιμένωμεν μέχρι τοῦ 1932. Ἐν τῷ μεταξύ, κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων θὰ ὑποβάλλωμεν τοὺς ἀπολογισμοὺς μέχρι τοῦ 1915, ὥστε νὰ ἔχωμεν 80 ἐτῶν ἀπολογισμοὺς ψηφισμένους, θὰ εἰσηγηθῶμεν δ’ εἰς τὴν Βουλὴν τρόπον συντομωτέρας, κατὰ τὸ δυνατὸν καταρτίσεως καὶ τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ὑπολοίπων ἐτῶν. Ἀλλ’ ἡ μειοψηφία, ἢ μᾶλλον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τυρνάβου φρονεῖ, ὅτι τὸ ἰσχύον φορολογικὸν σύστημα εἶναι κεφαλαιοκρατικόν. Ἀνέφερε δὲ ὡς παράδειγμα τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας, τὰς κατορθούσας διὰ τῆς μὴ διανομῆς τῶν κερδῶν ν’ ἀποφεύγουν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τὴν φορολογίαν τῶν κερδῶν. Ὡμίλησα περὶ τούτου προηγουμένως. Ὡς πρὸς τὸ παράπονον περὶ τῶν προστατευτικῶν δασμῶν, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἡ προστατευτικὴ πολιτικὴ ἡ ἰσχύουσα ὑπὲρ ὡρισμένων βιομηχανιῶν ἀπὸ τοῦ 1925 ηὐξήθη, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ, διὰ τοῦ νέου δασμολογίου τοῦ ἰσχύοντος ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1926, διότι τὸ νέον τοῦτο δασμολόγιον, καταρτισθὲν καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχον καταγγελθῇ αἱ μετὰ τῶν ξένων Κρατῶν ἐμπορικαὶ συμβάσεις, ἀνέγραψε δασμοὺς μεγαλειτέρους τῶν μέχι τοῦ 1925 ἰσχυόντων συμβατικῶς, διὰ νὰ ὑπάρχῃ περιθώριον πρὸς ὑποβιβασμὸν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις. Τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦτον ἐματαίωσαν ἔμμονοι προσπάθειαι τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐπιτυχοῦσαι νὰ διατηρήσωσιν εἰς ἀρκετὰ εἴδη δασμοὺς ἴσους ἢ καὶ ἀνωτέρους τῶν μέχρι τοῦ 1925 ἰσχυόντων. Βεβαίως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν προστατευτικὴν πολιτικήν. Ὑπάρχουν βιομηχανίαι ἐθνικαὶ (οἰνοποιΐα, ἐλαιουργία, σαπονοποιΐα, οἰνοπνευματοποιΐα), διὰ τὰς ὁποίας δικαιολογεῖται καὶ ἀποκλειστικὸς δασμὸς. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἐμφανὴς εἶναι ἡ ἀπόκλισις καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς νομοθεσίας πρὸς τὸ προστατευτικὸν δασμολόγιον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν ἐντελῶς ἀπροστατεύτους τὰς ἄλλας βιομηχανίας διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔχωμεν τὴν πρώτην ὕλην, διότι ναὶ μὲν μεταξὺ τῶν συντελεστῶν τῶν καθιστώντων κοινωφελῆ καὶ ἑπομένως προστατεύσιμον μίαν βιομηχανίαν ἀσφαλῶς ὁ κυριώτερος συντελεστὴς εἶναι ἡ πρώτη ὕλη, ἀλλὰ καὶ πρώτης ὕλης μὴ ὑπαρχούσης, δυνατὸν ἐξ ἄλλων λόγων συνδεομένων μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπασχολουμένων ἐργατῶν, μὲ τὴν καταναλωτικὴν δύναμιν τῆς χώρας, μὲ τὴν γεωγραφικὴν θέσιν αὐτῆς, μὲ τὴν ἀστυφιλίαν τῶν πολιτῶν, νὰ δικαιολογῆται καὶ προστασία βιομηχανιῶν μὴ χρησιμοποιουσῶν ἐγχωρίαν πρώτην ὕλην. Ἀλλ’ ἡ παρεχομένη δασμολογικὴ προστασία, ἀποσκοποῦσα εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας ἀπέναντι συναγωνισμοῦ ἀλλοδαπῶν βιομηχανιῶν, δὲν πρέπει νὰ παρερμηνεύεται, δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς χορηγοῦσα εἰς τὴν βιομηχανίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαυξάνῃ τὴν τιμὴν τοῦ βιομηχανικοῦ εἴδους του κατὰ τὸ σύνολον τοῦ ἐπιβαλλομένου δασμοῦ. Τοῦτο ἐκφυλίζει τὴν προστατευτικὴν φορολογίαν εἰς φορολογίαν τοῦ λαοῦ ὑπὲρ τῶν βιομηχάνων. Ἡ παρεχομένη προστασία δὲν πρέπει ἐπίσης νὰ εἶναι ὑπερβολική, ὡς συμβαίνει εἴς τινας περιπτώσεις παρ’ ἡμῖν. Γενικῶς θεωρεῖται ὅτι πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἡμεδαπῶν ἑταιρειῶν, τῶν ἀξίων πρὸς προστασίαν διὰ τὸν συναγωνισμὸν ἔναντι τῶν ἀλλοδαπῶν ἑταιρειῶν, ἀρκεῖ δασμὸς 30% ἐπὶ τῆς ἀξίας. Ἀλλὰ τὸ ὅριον τοῦτο πολλάκις ὑπερέβημεν, πολλαὶ δὲ εἶναι αἱ περιπτώσεις καθ’ ἃς ὁ δασμὸς εἶναι πολλαπλάσιος τοῦ ὁρίου τούτου, ὑπερβαίνων ἐνίοτε καὶ τὰ 100 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας. Δὲν πρέπει δὲ νὰ παρίδωμεν, ὅτι παρηρμηνεύθη οὕτω ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τῆς προστασίας ταύτης σκοπὸς καὶ κατέληξε κατ’ οὐσίαν εἰς φορολογίαν τῶν καταναλωτῶν ὑπὲρ τῶν βιομηχάνων. Δεδομένου μάλιστα ὅτι βιομηχανίαι τινες παρὰ τὸν προστατευτικὸν δασμὸν δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀνδρωθῶσιν, ἀλλὰ καὶ κινδυνεύουσι νὰ ἐκλείψωσιν ὑποβιβαζομένων τῶν δασμῶν εἰς τὰ κανονικὰ ὅρια, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μείνωσιν ἀπροστάτευτοι. Καὶ ἡ κατανάλωσις θὰ ὠφεληθῇ καὶ τὸ δημόσιον. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι, διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν ποῦ ἐπιβάλλεται ἄρσις ἢ μείωσις τῶν προστατευτικῶν δασμῶν ἀπαιτεῖται εἰδικὴ μελέτη, καθ’ ἣν ἐκτὸς τῶν ἄλλων συντελεστῶν περὶ ὧν ἀνωτέρω εἴπομεν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ καὶ ποία ἐπιβάρυνσις προκύπτει διὰ τὸ ἐγχώριον προϊόν, ἐκ τῆς δασμολογήσεως τῶν πρώτων ὑλῶν ἃς χρησιμοποιεῖ διὰ τὴν παρασκευήν του. Τὴν μελέτην ταύτην, χωρὶς νὰ παραγνωρίζωμεν τὰς δυσκολίας τοῦ ἔργου, σκεπτόμεθα νὰ ἀναθέσωμεν εἰς ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν καὶ μετὰ τὸ πόρισμα αὐτῆς νὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοθετικὸν μέτρον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ροδόπουλος ἀσχολεῖται καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς ἐγγείου παραγωγῆς καὶ συντηρητικώτερος ἄλλων, καίτοι ἀντιπροσωπεύει γεωργικὴν περιφέρειαν, δὲν προτείνει τὴν κατάργησιν, τοὐναντίον προτείνει σύστημα στρεμματικῆς φορολογίας διὰ τοῦ ὁποίου ἐλπίζει ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν ἕν δισεκατομμύριον δραχμῶν. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐλέγξωμεν τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν του. Παρατηρῶ μόνον τοῦτο, ὅτι ἡ φορολογία τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου κατὰ τῆς ὁποίας παραπονεῖται, ὑπάρχει εἰς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν. Εἶναι δὲ γεγονὸς ὅτι ἡ φορολογία τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου δὲν ἐξέλιπεν ἀπὸ κανὲν Κράτος, πλὴν τῆς Ἀγγλίας, ὅπου τοῦτο κατωρθώθη λόγῳ τῆς τελειότητος μετὰ τῆς ὁποίας λειτουργεῖ ἐκεῖ ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἀλλὰ οὔτε ἡ Γαλλία οὔτε ἡ Ἰταλία κατώρθωσαν νὰ ἀποφύγωσιν τὴν φορολογίαν τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ἐν τῇ γεωργικῇ παραγωγῇ. Τὸ πλεονέκτημα μόνον τῆς στρεμματικῆς φορολογίας εἶναι, ὅτι ἀναγκάζει πρὸς καλλιέργειαν, ὡς φορολογοῦσα καὶ τὴν μὴ καλλιεργηθεῖσαν γῆν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς εὑρίσκεται ὑπὸ συζήτησιν εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν κατήρτισα καὶ ἡ ὁποία τὸ μελετᾷ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς μελέτης αὐτῆς θὰ σχηματισθῇ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν γνώμην ταύτην θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν της.
§42Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὑπάρχει νόμος.
§43Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν εἰσαγάγωμεν. Εἶναι πιθανὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτὸ ἢ καί εἰς ἄλλο.
§44Γ. ΜΟΔΗΣ. Σήμερον ἰσχύει τὸ σύστημα τῆς ἐγγείου παραγωγῆς. Κοντεύουν νὰ στείλουν εἰς τὴν φυλακὴν ὅλα τὰ κοινοτικὰ συμβούλια, διότι τὰ βάζουν εἰς τὸν πειρασμόν.
§45Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν νομίζω ὅτι ἡ στρεμματικὴ φορολογία θὰ ἐλαττώσῃ τὸ κακόν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι οἱονδήποτε σύστημα φορολογικὸν διὰ τὴν ἔγγειον παραγωγὴν θὰ ἐγείρῃ παράπονα. Τὸ καλλίτερον σύστημα θὰ ἦτο τὸ ἀφορολόγητον. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὴν μειοψηφίαν. Ἤδη πρέπει νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς ὅσα εἶπον οἱ ρήτορες οἱ ὁμιλήσαντες ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὴ εἰς σημεῖά τινα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς ἑνώσεως καὶ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς ἑνώσεως μᾶς συνέστησε μείωσιν ἐν γένει τῆς ἐγγείου φορολογίας. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ μειώσωμεν τήν ἔγγειον φορολογίαν καὶ οὐδεὶς περισσότερον τῆς Κυβερνήσεως εὔχεται αὐτό. Ἀλλὰ ἐὰν μειώσωμεν τὴν ἔγγειον φορολογίαν, πόθεν θὰ ἀναπληρώσωμεν τὸ κενόν;
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ εἶπον γενικῶς, ὅτι ἡ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἡ ἐνδεικνυομένη ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Καὶ τὸν δασμὸν τοῦ σίτου ἐλαττώσατε καὶ τὴν ἔγγειον φορολογίαν διατηρήσατε. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν κατάργησιν τῆς ἐγγείου φορολογίας κατὰ τὰ 50 αὐτὰ ἑκατομμύρια.
§47Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐζητήσατε καὶ τὴν ἐλάττωσιν ὅλων τῶν ἐγγείων φόρων καὶ τοῦ ἐλαίου. Ἀλλὰ δὲν μᾶς πληροφορεῖτε, πόθεν θὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα; Διότι εὔκολον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ μειώσεως, ἀλλὰ ἐὰν δὲν πρόκειται ν’ ἀναπληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα ἀπὸ τὰ θυλάκιά μας, δὲν γνωρίζομεν πῶς δυνάμεθα νὰ μειώσωμεν τὴν ἔγγειον φορολογίαν εἰς σοβαρὸν βαθμόν. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως ὁ μόνος τρόπος τῆς μειώσεως τῆς φορολογίας τῆς ἐγγείου παραγωγῆς θὰ ἦτο ἡ ἐπιδίωξις τῆς καλλιτέρας ἀποδόσεως τῶν κειμένων φόρων, εἰς ποσὸν ἐπιτρέπον καὶ τὴν κάλυψιν τῶν ἐμφανιζομένων νέων δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ ἀφῆνον περιθώριον διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς ἐγγείου παραγωγῆς. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εὑρίσκομεν ἄλλην πιθανότητα σοβαρᾶς μειώσεως τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, ὄχι μικρᾶς μειώσεως, διότι μικρὰν ἐκάμαμεν, ἠλαττώσαμεν τὰ 2% τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, ἠλαττώσαμεν τὴν τιμὴν τοῦ ἐλαίου ἀπὸ 32 εἰς 25 δραχμὰς ὁσάκις ἡ φορολογία ἐγένετο εἰς χρῆμα, ἠλαττώσαμεν τὴν τιμὴν τοῦ οἴνου ἀπὸ 6 εἰς 5 δραχμάς, τὸ ὁποῖον ἐλαττώνει φυσικὰ τὴν φορολογίαν κατὰ ἴσον ποσοστόν. Ἀλλὰ περὶ μεγάλης μειώσεως τῆς ἐγγείου φορολογίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἐλπίς, πρὶν ἢ αἱ ἀποδόσεις τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐπιτρέψουν καὶ τὴν κάλυψιν τῶν δαπανῶν ὁλοκλήρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἀφήσουν περιθώριον ἱκανὸν νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἐγγείου φορολογίας ἔλλειμμα.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ σᾶς ἔκαμα ὑπολογισμὸν διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ ἀπόδοσις τῆς φορολογίας τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς εἶναι περιωρισμένης διὰ τὸ δημόσιον ἐκτάσεως.
§50Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Παπαναστασίου συνέστησε μείωσιν τοῦ φόρου τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, ἐν γένει καὶ οὐχὶ μόνον τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς· καὶ ἑπομένως πρόκειται περὶ σοβαρᾶς ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων.
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἐζήτησα μείωσιν τοῦ φόρου τῆς ἐγγείου παραγωγῆς; Ἐγὼ κ. ὑπουργέ, σᾶς ἐζήτησα τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς ἐγγείου παραγωγῆς καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἀπὸ τὰς στατιστικὰς ἀποδεικνύεται ὅτι μαστιζόμεθα ἀπὸ ἀπόψεως λαθρεμπορίου ὅσον ἀφορᾷ τὸν καπνόν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μίαν μείωσιν τοῦ λαθρεμπορίου αὐτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ. Θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα νὰ σᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ἐλαττώσητε καὶ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν ἄλλων.
§52Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὥστε εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μειώσωμεν τὴν φορολογίαν τῆς ἐγγείου παραγωγῆς πρὶν ἢ εὑρεθῶμεν πρὸ καλλιτέρας ἀποδόσεως, ἐπιτρεπούσης τὴν ἀντιμετώπισιν καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν καὶ ἀφηνούσης περιθώριον.
§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τοῦτο θὰ ἐπέφερε μείωσιν τῶν ἐσόδων κατὰ 90 ἑκατομμύρια.
§54Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποῖα 90 ἑκατομμύρια; τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς; Ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς διὰ τὸ δημόσιον εἶναι ἐκτάσεως περιωρισμένης.
§55Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον ὅτι θὰ ἀναμείνωμεν τὴν αὔξησιν τῆς ἀποδόσεως τῶν ἐγγείων φόρων, ἀλλὰ τὴν αὔξησιν ἐν γένει τῆς ἀποδόσεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων· καὶ εἶπον ἤδη διὰ τοὺς ἀμέσους φόρους ὅτι ἐφέτος θὰ ἐπιδιώξωμεν τήν καλλιτέραν βεβαίωσιν καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν καλλιτέραν ἀπόδοσιν εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος, τότε δὲ μόνον δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα περὶ σοβαρᾶς ἐλαττώσεως τῶν φόρων τῆς ἐγγύου παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἐπίσης θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῶν ἐμμέσων φόρων διὰ τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου· καὶ εἶναι ἤδη γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ νόμου τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πρό τινων μηνῶν ἱδρύσαμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τμῆμα διώξεως τοῦ λαθρεμπορίου, τμῆμα τὸ ὁποῖον ἐπροικίσαμεν διὰ τῆς ἁρμοδιότητος νὰ συμπληρῇ ἑαυτὸ καὶ δι’ ἀξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας καὶ δι’ ἰδιωτῶν καὶ διὰ μυστικῶν πρακτόρων καὶ τὸ ὁποῖον ἤρχισε πράγματι συνεργαζόμενον καὶ μὲ ἀξιωματικοὺς τῆς ἀστυνομίας τῶν πόλεων καὶ μὲ τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὸ ὁποῖον, καίτοι ὑφίσταται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὀργανώσεώς του, κινεῖται ἱκανοποιητικῶς. Παρηγγείλαμεν ὅπως, γνωρίζῃ ἡ Βουλή, 6 βενζινόπλοια διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου καὶ θὰ παραγγείλωμεν καὶ ἄλλα ἐκτὸς αὐτῶν. Μέχρι δὲ τῆς ἀφίξεως αὐτῶν ἐξωπλίσαμεν 5 κατεσχημένα βενζινόπλοια, τὰ ὁποῖα διεθέσαμεν διὰ τὴν δίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου εἰς τὰς ζώνας ἐκείνας, ἀπὸ τὰς ὁποίας κυρίως διενεργεῖται τὸ λαθρεμπόριον. Ἕτερα δὲ πέντε ἑτοιμάζομεν νὰ παραλάβωμεν αὐτὰς τὰς ἡμέρας, ὥστε νὰ ἔχωμεν εἰς κίνησιν 10 τοιαῦτα πλοῖα. Ἠλαττώσαμεν τὴν τιμὴν τοῦ παραγωγικοῦ σιγαροχάρτου καὶ περιωρίσαμεν τὰ διαμερίσματα εἰς τά ὁποῖα ἡ χρῆσις του ἐπιτρέπεται. Ηὐξήσαμεν τὰς ἀμοιβὰς τῶν μηνυτῶν λαθρεμπορίας. Παρέχομεν ἤδη τὸ δικαίωμα εἰς τὸ τμῆμα αὐτὸ νὰ παρέχῃ νέας ἀμοιβὰς εἰς τοὺς καταδίδοντας λαθρεμπόριον. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ληφθέντα μέτρα. Ὅλα ταῦτα πρέπει νὰ συμπληρωθῶσι βεβαίως δι’ ὀργανώσεως μιᾶς ἀστυνομίας ὡς τελωνειακοῦ σώματος, κατ’ ἀπομίμησιν τῆς ἀστυνομίας πόλεων. Καὶ θὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν της. Ὅταν συμπληρωθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τότε θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν πλῆρες τὸ ἀμυντικὸν σύστημα κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε κινήσεως τοῦ τμήματος τῆς διώξεως τοῦ λαθρεμπορίου καὶ τῆς μέχρι τοῦδε καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου ἔχομεν ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα. Οὕτω κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας ἔχομεν ἐπανειλημμένας συλλήψεις λαθρεμπορικῶν πλοίων μετὰ φορτίων λαθρεμπορίων, ἰδίᾳ σιγαροχάρτου καὶ οἰνοπνεύματος· καὶ ἀναφέρω τὸ βενζινόπλοιον «Ἅγιος Νικόλαος», τὸ βενζινόπλοιον «Ταξιάρχαι», τὸ ἱστιοφόρον «Ἀσπασία», τὸ βενζινόπλοιον «Παξοί», τὸ ἱστιοφόρον «Ἅγιος Νικόλαος», τὰ ὁποῖα συνελήφθησαν εἰς τὰς διαφόρους ἀκτάς μας. Ἐπίσης ὑπὸ τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων τοῦ ὑπουργείου συνελήφθησαν εἰς διάφορα μέρη διάφορα λαθρεμπόρια, χαβάνια κοπῆς καπνοῦ, ποσότητες σιγαροχάρτου, συνελήφθησαν δὲ καὶ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας Ὑπεγγύων Προσόδων, οἱ ὁποῖοι τὰ εἰς καταστροφὴν ὑποκείμενα σιγαρόχαρτα, πυρεῖα, παιγνιόχαρτα καὶ λοιπὰ τὰ ἠμπορεύοντο. Ἐξ ἄλλου δυνάμεθα νὰ σημειώσωμεν ὅτι κατὰ τοὺς δύο πρώτους μῆνας τοῦ τρέχοντος οἰκονομικοῦ ἔτους ὑπερέβησαν τὰ ἔσοδα τοῦ καπνοῦ τὰ ἔσοδα τῶν δύο ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους κατά 15.000.000. Ἐπίσης ἐσημειώθη αὔξησις καὶ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ· ὁμοίως ἡ κατανάλωσις τοῦ παραγωγικοῦ σιγαροχάρτου ἡ ὁποία κατὰ τοὺς δύο μῆνας τοὺς περισυνοὺς ἀνῆλθεν εἰς 760 χιλιάδας, ἀνῆλθεν ἤδη εἰς 1.800.000 κατὰ τοὺς δύο μῆνας, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι τὰς εἰσπράξεις τὰς ὁποίας ὑπελογίσαμεν εἰς 4 ἑκατομμύρια δυνάμεθα νὰ ἀναβιβάσωμεν εἰς 12.000.000 ἐὰν ἐξακολουθῇ ἡ αὐτὴ αὔξησις καταναλώσεως. Ἀλλὰ ἐκτὸς τοῦ λαθρεμπορίου πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ τὴν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου. Ἐπιτροπὴ ἀποτελεσθεῖσα ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν συμβολαιογράφων, τῶν δικηγορικῶν συλλόγων καὶ τοῦ ὑπουργείου Δικαιοσύνης κλπ. ἐργάζεται πρὸς τροποποίησιν τοῦ κώδικος περὶ χαρτοσήμου, μὲ κατεύθυνσιν τὸν περιορισμὸν τοῦ χαρτοσήμου τοῦ κινητοῦ καὶ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ διὰ σφραγιστοῦ φύλλου χαρτοσήμου διότι ἀπεδείχθη ὅτι τὸ καλλίτερον μέσον πρὸς ἀποφυγὴν καταδολιεύσεων εἶναι ὁ σφραγιστὸς χάρτης. Τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἤλπιζον ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως καὶ τὸν κώδικα ὁλόκληρον, πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, ἀλλὰ δὲν κατέστη τοῦτο δυνατὸν μέχρις ὥρας ἕνεκα μακρᾶς ἀσθενείας τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκτὸς ὅμως τῆς τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου ἀπαιτεῖται ἀκόμη νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἀναμφισβητήτως, καὶ περὶ τῆς παραγγελίας καὶ τῆς φυλάξεως τῶν διαφόρων ἐνσήμων καὶ ταινιῶν κ.λ.π., διότι τὸ μέχρι τοῦδε σύστημα τῆς παραγγελίας ὑπὸ τῆς Δ.Ο.Ε. δὲν νομίζομεν ὅτι παρέχει ἀσφαλῆ ἐχέγγυα. Ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἡ φύλαξις τῶν ἀφικνουμένων ἐνσήμων δὲν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ προσήκουσα. Πρόκειται δὲ περὶ ἐνσήμων ὧν πολλὰ ἔχουσιν ἀξίαν χιλιάδων δραχμῶν ὡς εἶναι αἱ ταινίαι οἰνοπνεύματος. Περὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ διεξήχθη μακρὰ ἀλληλογραφία μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ἡ ὁποία κατέληξε μέχρι τοῦδε εἰς συμφωνίαν κοινῆς παραγγελίας. Ἀλλ’ ἐλπίζομεν ὅτι θὰ συμφωνήσῃ ἡ Δ.Ο.Ε. ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν ἄλλα μέτρα διαφυλάξεως καὶ διὰ τὰ ἔνσημα καὶ διὰ τὰς ταινίας, μέτρα ἐξασφαλίζοντα ἱκανοποιητικῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς τοῦ χαρτοσήμου πηγὴ διαφυγῆς δασμῶν εἶναι καὶ τὸ σύστημα τῶν ἀτελειῶν, καθ’ ὃν τρόπον δίδεται καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐφαρμόζεται. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ὑπερέβημεν τὰ ὅρια ὅσον ἀφορᾷ τὴν χορήγησιν ἀτελειῶν καὶ ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία νὰ παρακολουθῇ τὴν προμήθειαν τῶν εἰδῶν τούτων τῶν ἀτελῶς εἰσαγομένων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη πρέπει καὶ νὰ ἐπανεξετάσῃ τὰς δοθείσας ἀτελείας, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσαι πρέπει νὰ παραμείνουν καὶ πόσαι νὰ καταργηθοῦν. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι θὰ εὑρεθοῦν πολλαὶ τοιαῦται, τῶν ὁποίων ἡ περαιτέρω διατήρησις δὲν εἶναι δικαιολογημένη. Ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διαφυγὴν τῶν φόρων. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐνεθυμήθη καὶ πάλιν νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου. Μᾶς εἶπε καὶ πάλιν, ὅτι ἐλαττώσαντες τὸν δασμὸν τοῦ σίτου ἠσκήσαμεν ἀντιαγροτικὴν πολιτικήν. Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἀνεπτύχθησαν ἐπαρκῶς οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ μέτρου τούτου, ἡ ἐλάττωσις δηλαδὴ τοῦ δασμοῦ, ἐνῷ ἐλαφρύνῃ τὰς πτωχὰς ἀστικὰς τάξεις ἐλαττοῦσα τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου, κατ’ οὐδὲν θέτει εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῆς παραγωγῆς. Διότι ναὶ μὲν ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ εἶναι μέτρον προστατευτικὸν τῆς σιτοπαραγωγῆς, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον δὲν εἶναι καὶ τὸ δικαιότερον. Ὑπάρχουν ἐκτὸς αὐτοῦ καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἐνῷ εἶναι ἐξ ἴσου ἀποτελεσματικὰ εἶναι καὶ δικαιότερα. Καὶ ἠρώτησα τότε καὶ ἐρωτῶ καὶ σήμερον τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως νὰ μοῦ εἴπῃ ἂν δυνάμεθα ἢ δὲν δυνάμεθα κινοῦντες τὸν νόμον περὶ ἀγορᾶς σίτου νὰ κρατήσωμεν μίαν τιμὴν ἱκανοποιητικὴν διὰ τὴν ἀγοράν. Τὸ παρελθὸν λέγει ὅτι δυνάμεθα διότι τὸ ἐφηρμόσαμεν τότε καὶ τίποτε δὲν μᾶς κωλύει νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐφέτος, ἐφόσον παρουσιάζεται περίπτωσις. Ἑπομένως δυνάμεθα δι’ ἑνὸς μέτρου δικαίου νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν κατανάλωσιν πέραν τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον χρειάζεται διὰ τὴν προστασίαν τοῦ σίτου· ἐνῷ αὐξάνοντες τὸν δασμὸν τοῦ σίτου προστατεύομεν μὲν καὶ πάλιν τὴν σιτοπαραγωγὴν ἀλλὰ βαρύνομεν παρὰ πάνω ἀπὸ ὅ,τι χρειάζεται τὸν καταναλωτήν. Καίτοι δὲ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ βλέπω δυσαρέστως μίαν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου δὲν τὴν ἐπιζητῶ, διότι τὴν προστασίαν τῆς σιτοπαραγωγῆς ἐπαναλαμβάνω δυνάμεθα νὰ τὴν ἔχωμεν, ὡς ἀπέδειξε τὸ παρελθόν, ἐκ μόνης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἀγορᾶς ἢ περὶ συγκεντρώσεως σίτου. Δὲν ἐννοῶ ἑπομένως, διατὶ ὁ κ. Παπαναστασίου ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιμένῃ ὅτι μένει ἀπροστάτευτος ἡ ἐγχώριος σιτοπαραγωγή. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν παραπόνων διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐνεθυμήθη καὶ τὴν διάταξιν περὶ ἀπορρήτου τῶν Τραπεζῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐμέμφθη τὴν Κυβέρνησιν.
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐμέμφθην. Ἐγὼ εἶπον τὸ ἑξῆς: Εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἀποδίδετε, κ. ὑπουργέ.
§57Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει καλῶς. Ἀφοῦ δὲν ἐμέμφθητε τὸ μέτρον, δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, ἠσχολήθη περὶ τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησαν ἔξω τῆς Βουλῆς ταύτης ὡς εἶπε, νὰ ἐπισκιάσωσιν καὶ νὰ ὑποτιμήσωσιν. Εὑρίσκω ἀπολύτως δεδικαιολογημένην τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν διὰ τὴν κατὰ τῆς πολιτικῆς του ἐπίθεσιν, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν κατὰ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἢ μᾶλλον τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐξέλεξεν αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, δὲν ἦτο οὔτε εὐχερές, οὔτε εὐχάριστον. Διαδεχθεὶς τὴν δικτατορίαν, ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν κάλυψιν ἑνὸς ἐλλείμματος τῶν μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1926–27 καὶ ταύτης σαμπεριλαμβανομένης, τὸ ὁποῖον καὶ μετὰ τὴν διευθέτησιν τῶν κυμαινομένων χρεῶν ἄφηνεν ἕνα ἔλλειμμα πρὸς ἄμεσον τακτοποίησιν ἄνω τοῦ δισεκατομμυρίου. Ἦτο ὑποχρεωμένος ἐπίσης, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς συμπληρώσεως τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ ἀπομένον εἰς τὴν Ε.Α.Π. ἐκ τοῦ πρώτου προσφυγικοῦ δανείου ποσὸν τοῦ 1.400.000 λιρῶν δὲν ἦτο ποσῶς ἐπαρκὲς ἀπέναντι τῶν ἀναγκῶν τῶν προσφύγων. Εἶχεν ἀκόμη νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἰσοσκελίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος ἠπείλει νὰ ἔχῃ μικρὸν ἔλλειμμα. Εἶναι γνωστὸν κατὰ τίνα τρόπον ἀντιμετώπισε τὴν κατάστασιν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔργου μποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἐπιφυλάξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὰς θυσίας δι’ ὧν ἐπετεύχθη, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι διὰ τοῦ ἔργου τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν καὶ τὸ παρελθὸν ἐξεκαθαρίσθη καὶ τὸ νόμισμα ἐσταθεροποιήθη καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἰσοσκελίσθη καὶ ἡ πίστις ἡ Ἑλληνικὴ ἠνορθώθη σημαντικῶς. Δὲν ἔχω νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τῶν μέτρων, εἰδικώτερον, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Θὰ ὁμιλήσω μόνον ἐπὶ τοῦ τρόπου διὰ τοῦ ὁποίου κατήρτησε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1927–28, διότι τὸ μέρος τοῦτο χρειάζετε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τινῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἰδικῶν μου ἀπαντήσεων. Τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1927–1928 ἀντιμετωπίσθη, καθὼς εἶναι γνωστόν, πρῶτον δι’ οἰκονομιῶν, δεύτερον διὰ μεταθέσεως βαρῶν, τρίτον διὰ φορολογιῶν καὶ τέταρτον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔδιδε, καὶ ὀρθῶς, διδακτορικὰ δικαιώματα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐφαρμόζων τὸ πρόγραμμα τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἐπηγγέλθη κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διαφόρους οἰκονομίας, ἀνερχομένας νομίζω εἰς 390.000.000. Ἀλλ’ ἐκ τούτων πολλαὶ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἐπραγματοποιήθησαν μόνον περὶ τὰ 200 ἑκατομμύρια. Μετεφέρθη εἰς τὴν ἑπομένην χρῆσιν τοῦ 1928–29 βάρος 200 ἑκατομμυρίων, καὶ διὰ τροποποιήσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου μετετέθη εἰς τὴν προηγουμένην χρῆσιν βάρος 293 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν μεταθέσεων τούτων δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ὑποβολὴ ἰσοσκελισμένου προϋπολογισμοῦ, δι’ ὃ ἐπεβλήθησαν νέα βάρη φορολογικὰ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἤτοι διὰ διαφόρων αὐξήσεων τοῦ δασμολογίου ἐγένετο αὔξησις τῶν δασμῶν κατὰ χίλια ἑκατὸν ἑκατομμύρια. Ἐπίσης ἐπεβλήθη ἓν πρόσθετον δεκατημόριον ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, τῶν τε τρεχόντων καὶ τῶν καθυστερουμένων, τὸ ὁποῖον ὑπελόγιζεν ὁ κ. Καφαντάρης εἰς 295 ἑκατομμύρια. Ἐπίσης ηὐξήθησαν τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεφωνικὰ τέλη κατὰ 40 ἑκατομμύρια ἐτησίως. Ἐγένοντο δὲ καὶ διαρρυθμίσεις εἰς τὸν φόρον τῶν ἀμβύκων, εἰς τὰ σιγαρέττα κλπ. Δὲν ἀνέφερα τὰς φορολογίας ταύτας, διὰ νὰ κατηγορήσω τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν· τοὐναντίον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἐπαινέσω, διὰ τὸ πολιτικὸν θάρρος τὸ ὁποῖον τὸν ἤγαγε νὰ ἀψηφίσῃ τὴν ἀντιδημοτικότητα, ἡ ὁποία συνοδεύει πάντοτε τὰς αὐξήσεις τῆς φορολογίας. Εἶναι δὲ τοσοῦτον μᾶλλον ἀξιέπαινος, ὅσον δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐπιπίπτουν κυρίως ἐπὶ τῶν πτωχοτέρων τάξεων, παρὰ τὴν ἀναμφισβήτητον συμπάθειαν τὴν ὁποίαν τρέφει πρὸς τὰς λαϊκὰς μάζας· καὶ ἐπέβαλε φορολογίας, αἱ ὁποῖαι αὐξάνουσαι τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐμμέσων φόρων ἐκτείνουσι τὴν ὑπάρχουσαν φορολογικὴν ἀνισότητα. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πολλάκις ὑποχρεωμένος ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, νὰ φορολογῇ καὶ παρὰ τὰς συμπαθείας καὶ παρὰ τὰς ἐπιστημονικάς του δοξασίας. Ἀλλ’ ἐξακολουθῶ. Ὁ οὕτω καταρτισθεὶς προϋπολογισμὸς ἐξετελέσθη, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, μετὰ μεγάλης αὐστηρότητος, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐγκρίσεις τῶν δαπανῶν. Ἐγένετο χρῆσις αὐστηρὰ τοῦ ψηφίσματος, τόσον αὐστηρά, ὥστε ἔμειναν πολλαὶ πιστώσεις ἀδιάθετοι, πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνταπεκρίνοντο εἰς ἀναμφισβητήτους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἔμειναν πιστώσεις ἀδιάθετοι, αἱ ὁποῖαι ἐβάρυνον οὕτω τὴν ἑπομένην χρῆσιν οὐσιαστικῶς. Διότι, ὅταν ἐξαντλοῦνται τὰ διάφορα ἀποθέματα ἢ ὅταν κενοῦνται αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ εἰς μίαν χρῆσιν, βεβαίως ἡ ἑπομένη εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὰ ἀναπληρώσῃ ἀμέσως. Ἔχω σημείωσιν τῶν πιστώσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι πράγματι ἠδύναντο καὶ ὤφειλον νὰ ἐπιτελεσθῶσιν, ἐὰν ἔλειπε τὸ ψήφισμα ἢ ἄν ὑπῆρχε δικαία καὶ οὐχὶ ὑπερμέτρως αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς ἀναφέρω, ἄν θέλετε, διαφόρους τοιαύτας πιστώσεις, αἵτινες ἔδει κανονικῶς νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς τῆς χρήσεως 1927–1928. Ὑπολογίζω, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον 200 ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον δὲν ἐδαπανήθησαν λόγῳ τῆς αὐστηρότητος μετὰ τῆς ὁποίας ἐγένετο χρῆσις τοῦ ψηφίσματος, τὰ ὁποῖα ὅμως 200 ἑκατομμύρια αὐτὰ ἀνταποκρίνονται εἰς ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους καὶ τὰ ὁποῖα οὐσιαστικῶς μετετέθησαν εἰς τὴν ἑπομένην χρῆσιν. Ἐκτελεσθεὶς ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, κύριοι βουλευταί, ἀφήνει περίσσευμα 563 ἑκατομμύρια μέχρι τῆς στιγμῆς. Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος λέγοντα, ὅτι τὸ περίσσευμα τοῦτο εἶναι οὐσιαστικῶς πολὺ ἀνώτερον, ὅτι εἰς τὸ περίσσευμα αὐτὸ πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰ 192 ἑκατομμύρια τῆς συμφωνίας Σουκρῆ καὶ ἄλλα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα θὰ μείνουν ἀδιάθετα ἐκ τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν οὐσιαστικὴν σημασίαν τοῦ περισσεύματος, τὴν δυναμικότητα δηλαδὴ τοῦ περισσεύματος, θὰ εὕρωμεν πολὺ διάφορον, παρὰ ὅ,τι τὴν λέγουν οἱ ἀριθμοί. Διότι ἐὰν ὑπολογίσωμεν, ὅπως σᾶς εἶπον ἤδη, ὅτι 200 ἑκατομμύρια μετετέθησαν εἰς τὴν ἑπομένην χρῆσιν, ὅτι ἕτερα 293 ἑκατομμύρια μετετέθησαν εἰς τὴν προηγουμένην χρῆσιν, διὰ τροποποιήσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου, καὶ προσέτι, ἄν μόνον εἰς 200 ἑκατομμύρια ὑπολογίσωμεν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας κανονικῶς ἐκτελούμενος ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ὑφίστατο, ἔχομεν 693 ἑκατομμύρια βάρη· ὥστε καὶ ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰ 192 ἑκατομ. τῆς συμφωνίας τοῦ Σουκρῆ, ἡ δυναμικότης τοῦ περισσεύματος κατέρχεται πολὺ χαμηλά, κατέρχεται κάτω καὶ τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος, ὅτι βέβαιος ὢν περὶ τοῦ περισσεύματος ἠσχολεῖτο πῶς νὰ ἐλαφρύνῃ τὴν μέλλουσαν χρῆσιν. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἦτο βέβαιος ποτέ περὶ τοῦ περισσεύματος ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος, ἀλλὰ ἐὰν κρίνω ἐξ ὅσων εἶπεν καὶ ἐξ ὅσων θὰ εὕρητε εἰς τὴν εἰσήγησίν του, τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν τὸν ὑπέβαλε καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ὅταν συνεζήτει τὸν προϋπολογισμόν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πιστεύσω, ὅτι πράγματι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Προοοδευτικοῦ κόμματος ἐφοβεῖτο μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ὅτι μόλις θὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἰσοζύγιον. Διότι δὲν δύναται ἄλλως νὰ ἐξηγηθῇ, διατὶ ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς μὲ ἔλλειμμα 49 ἑκατομμυρίων; διατὶ ἐψηφίσθη μὲ ἔλλειμμα ὑπὲρ τὰ 800 ἑκατομμύρια; διατὶ ἐξετελέσθη μετὰ τοσαύτης αὐστηρότητος, ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, ἀναμφισβήτητοι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσιν, ὥστε ἡ αὐστηρότης νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς ἀρνήσεως διορισμοῦ διδασκάλων, διότι διδάσκαλοι δὲν διωρίσθησαν εἰς πολλὰ χωρία. Δὲν θέλω δὲ ποτὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος θὰ ἄφηνε σχολεῖα κενά, καθ’ ἥν στιγμὴν ἦτο βέβαιος περὶ περισσεύματος. Ἄλλως τε εἰς τὴν ἀγόρευσίν του κατὰ τήν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ παρατηρήσητε, ὅτι ἀποκρούει τὴν κατηγορίαν, ὅτι ὑπεσχέθη ποτὲ πλεόνασμα.... «ἐγώ, κύριοι, λέγει ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος οὐδέποτε ὑπεσχέθην πλεόνασμα, οὐδέποτε ἐβεβαίωσα, ὅτι θ’ ἀφήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς πλεόνασμα». Ἀγωνίζεται δηλ. δι’ ὅλης τῆς ἀγορεύσεώς του νὰ πείσῃ, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἐξησφαλισμένον, τοῦτο δὲ κατὰ τὸν δωδέκατον τοῦ προϋπολογισμοῦ μῆνα. Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐλαφρύνῃ τὴν ἑπομένην χρῆσιν καὶ ἄλλως τε δὲν τὴν ἠλάφρυνε, διότι ἀντὶ τῆς ἐλαφρύνσεως, ὅπως εἴδατε, μετέθεσεν εἰς τὴν ἑπομένην χρῆσιν τὴν ὁποίαν ἐθεώρει ὀλιγώτερον βεβαρυμένην 200 ἑκατομμύρια ὡς σᾶς ὑπέδειξα ἢ τοὐλάχιστον 171 ἑκατομμύρια, τὸ ὁποῖα ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ἐν τῇ εἰσηγήσει του ὡς ὀφειλόμενα εἰς τοὺς Μπρέτα, Χότσκις κλπ. Ἀλλὰ ὁμιλῶν περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ περισσεύματος ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν παρετήρησεν ὅτι διὰ τῆς ἐγγραφῆς τῶν πιστώσεων διὰ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἠλάφρωσα τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσον, ἀλλὰ πάντως τὸν ἠλάφρωσα κατὰ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ἀπαιτούμενα δι’ ἐπισκευὰς κτιρίων. Δὲν ἀνέγραψα εἶπεν ἐπισκευὰς κτιρίων. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ παρατήρησις ὀφείλεται εἰς ἐσπευσμένην μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἀναγράφονται πράγματι πιστώσεις δι’ ἐπισκευὰς 14 ἑκατομμυρίων περίπου, αἱ ὁποῖαι μὲ τὰς πέρυσι δαπανηθείσας εἶναι ὅσαι περίπου καὶ τῆς προηγουμένης διετίας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος δὲν συμφωνεῖ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατ’ ἀρχὴν διάθεσιν τοῦ περισσεύματος δηλ. ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι εἶπεν, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο τὸ περίσσευμα τοῦτο νὰ μὴ δαπανηθῇ ἀλλὰ νὰ μείνει ὡς περιθώριον ἀσφαλείας διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ παρατήρησις αὐτὴ ὀφείλεται εἰς ἀτελῆ ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν διέθεσε μόνον τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως 1927–28, διέθεσε καὶ ἄλλα, διέθεσε 1120 ἑκατομμύρια περίπου, δηλ. 500 ἑκατομμύρια τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως 1927–28 καὶ 560 ἐκ τῶν καλυμμάτων ἐξ ὧν 450 ἑκατομμύρια διὰ τὴν γεωργικὴν πίστιν καὶ 110 διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην· διαθέτουσα ὅμως πάντα ταῦτα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἐπίσης νὰ ἀφήσῃ καὶ ποσὸν ἀσφαλείας διὰ τὸ μέλλον, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει τῆς ὅτι θὰ ἀφήσῃ περίσσευμα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς 1928–29 ὑπὲρ τὰ διακόσια ἑκατομμύρια, ἀσφαλῶς, ὑπάρχει δὲ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ τμήματος τοῦ δανείου τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ὑπερβῇ τὰ 300 ἑκατομμύρια. Ἑπομένως ὑπῆρχεν ποσὸν ἄνω τῶν 500 ἑκατομμυρίων, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς περιθώριον ἀσφαλείας. Διὰ τοῦτο εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν εἶπα ὅτι δαπανῶμεν μὲν τὰ πρῶτα, δὲν θίγομεν ὅμως τὰ δεύτερα, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀπόθεμα ἱκανὸν νὰ κατασφαλίσῃ τὸ μέλλον. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑποστηρίζει ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κρατήσωμεν ὡς ἀπόθεμα ὅλα ταῦτα τὰ 1600 ἑκατομμύρια. Θὰ ἦτο τοῦτο καλὴ τραπεζιτικὴ πολιτικὴ ἴσως. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὀρθὴ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐκράτη ὡς ἀπόθεμα 1600 ἑκατομμύρια, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχουν ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι ἀξιοῦσαι ἄμεσον θεραπείαν, ἀναγόμεναι εἰς τὴν ὑγείαν τοῦ Στρατοῦ, εἰς τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων κλπ. Ἄλλως τε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ὁ ἴδιος ὁμιλῶν περὶ τοῦ περισσεύματος τὸ ὁποῖον θὰ εἶχεν, ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ ἀντιφορολογικὴ κίνησις, εἶπεν ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς πλεόνασμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησίμευεν ὡς περιθώριον ἀσφαλείας διὰ τὸ μέλλον ἢ ὡς ἀπόθεμα διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀμεσωτέρων μας ἀναγκῶν.
§58Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τὸ ἀντίθετον;
§59Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἑπομένως δὲν βλέπω ποῦ διαφωνοῦμεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου Δέν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ κατὰ τίνα τρόπον ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ἐννοεῖ τὸν κατάλληλον χειρισμὸν τοῦ ἀποθέματος τούτου, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἐπέτρεπε νὰ προβῶμεν καὶ εἰς μειώσεις φορολογικάς. Προσωρινὰς μήπως; Θὰ γίνῃ μείωσις τοῦ φόρου τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἀπὸ τοῦ 1929–30; Ἀλλὰ τὸ 1929–30 τὸ εὑρίσκει ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ἱστάμενον ἐπὶ ξηροῦ ἀκμῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἰσοζύγιον. Θὰ γείνῃ ἀπὸ τὸ 1930–1931; Ἀλλ’ ἡ προοπτικὴ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος εὑρίσκει νέα βάρη 500 ἑκατομ. Ἑπομένως δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα ἐκ τοῦ ἀποθέματος νὰ προβῶμεν εἰς φορολογικὰς μειώσεις καί δὴ εἰς τήν κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐρωτήσω διατί, ἂν πραγματικῶς ἐνόμιζεν ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, διατὶ δὲν κατήργησεν ὁ ἴδιος ἐνῷ ἦτο βέβαιος ὅτι θὰ εἶχε περίσσευμα, καὶ διατὶ καίτοι ὑποσχεθεὶς πρεκλογικῶς τὴν κατάργησίν του, καίτοι τὸν εὗρε κατηργημένον, τὸν εἰσήγαγε πάλιν; Δὲν ὑποθέτω βέβαια ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος εἶναι αὐστηρὸς μόνον ὅταν εἶναι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶναι γενναιόδωρος ὅταν εἶναι ἀντιπολιτευόμενος. Ἀλλ’ ἀσχολούμενος ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ἐνεθυμήθη τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως περὶ μειώσεως τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων, προσπάθειαν, ἡ ὁποία ἂν ἐπετύγχανε καὶ τὸν προϋπολογισμὸν σπουδαίως θὰ ἀνεκούφιζεν, ὄχι μόνον κατὰ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἀντεστοίχει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, ἀλλὰ κατὰ πολὺ ἀνώτερον καὶ θὰ ἦρεν ἀκόμη τὴν οἰκονομικὴν ἀντινομίαν τὴν ὁποίαν ἐνεφάνιζεν ἡ Ἑλλὰς, δανειζομένη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὲ 6% καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μὲ 8%. Ἐνεθυμήθη, λέγω, τὴν προσπάθειαν περὶ μειώσεως τοῦ τόκου, τὴν ὁποίαν ὡμολόγησεν ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ ἐπιχείρει διὰ τὰς ἀνεκδότους ὁμολογίας, ἂν ἠδύνατο, τὴν ἐνεθυμήθη διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐκλονίσθη ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦ κλονισμοῦ τούτου ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε καὶ τὸ δάνειον τοῦ Χάμπρο καὶ ἡ σύμβασις τοῦ Σέλικμαν. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπατῶμαι κ. βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ κλονισθῇ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, ἀκριβῶς διὰ νὰ παραμένῃ ἄθικτον τὸ γόητρον τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως, παρητήθη τῆς προσπαθείας ἐκείνης ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκδεδομένας ὁμολογίας τῶν ἀνταλλαξίμων. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἡ πίστις ἡ Ἑλληνική, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς ἀνόδου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν ἐνισχύθη, εἶναι ἡ σταθερότης τὴν ὁποίαν διετήρησαν τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Λονδίνου, παρὰ τὸν γνωστὸν θόρυβον τὸν προκληθέντα ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, ἀπόδειξις τῆς διατηρήσεως ἀθίκτου τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως εἶναι προσφορὰ κεφαλαίων πρὸς δανεισμὸν γενομένη ἀμέσως μετὰ τὴν προσπάθειαν πρὸς ὑποβιβασμὸν τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων. Διότι τίς ἆρά γε ὑπῆρξεν ὁ κλονισμὸς τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ Ἄγγλοι τραπεζῖται, οἱ ἀνέκαθεν διαπραγματευόμενοι τὰ δάνεια μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἔρχονται μετὰ τὰ γεγονότα ταῦτα εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ διαπραγματευθοῦν δάνειον; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ὑπῆρξε κλονισμὸς τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως, ὅταν ὁ τραπεζίτης ὁ ὀφείλων καὶ ἐκ συμφέροντος καὶ ἐκ καθήκοντος νὰ παρακολουθῇ τὴν πορείαν τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως, ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ προσφέρῃ δάνειον καὶ ὅταν ἀνελάμβανε τοῦ δανείου τούτου τὰς ὁμολογίας εἰς βάρος του καὶ ἀπεφάσιζε μάλιστα νὰ τὸ ἐκδώσῃ ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως τῆς Δ.Ο.Ε.; Ποῦ εἶναι λοιπὸν ὁ κλονισμὸς τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως, τὸν ὁποῖον δὲν εὑρίσκουν οἱ τραπεζῖται τοῦ Λονδίνου καὶ τὸν ὁποῖον ἀνακαλύπτει ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος διὰ νὰ ἐπιρρίψῃ μομφὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλ’ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τοῦ παραγωγικοῦ δὲν ἐκαλύφθη ἐπαρκῶς λέγει ὁ κ. Καφαντάρης. Ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγησε διὰ ποίους λόγους ἐνῷ ἡ δανειακὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως κατηυθύνετο εἰς λῆψιν μιᾶς προκαταβολῆς καὶ ἀναβολὴν τῆς συνάψεως τοῦ δανείου δι’ εὐθετώτερον χρόνον, πῶς ἐν τούτοις ἐδέχθη νὰ συνάψῃ δάνειον τῇ ἐπιμόνῳ προτάσει τῶν τραπεζιτῶν τοῦ Λονδίνου. Ἐξηγήθη ἀκόμη διὰ ποίους λόγους ἀσχέτους πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πίστιν σχετικοὺς δὲ μόνον πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν χρηματαγοράν, δὲν ὑπῆρξεν ἱκανοποιητικὴ ἡ κάλυψις τοῦ δανείου. Ἐκτὸς τῆς διὰ γενικοὺς λόγους ὑπαρχούσης ἔκτοτε ἀπροθυμίας τοῦ κοινοῦ, συνέπεσεν ἡ ἀσθένεια τοῦ βασιλέως τῆς Ἀγγλίας, συνέπιπτον αἱ ἑορταὶ τῶν Χριστουγέννων, συνέπεσε τὸ δάνειον Φόρτ. Ἀπόδειξις δὲ ὅτι δὲν ὠφείλετο ἡ ἀνεπαρκὴς κάλυψις εἰς τὸν κλονισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς ἂν μίαν ἑβδομάδα πρὸ ἢ μετὰ Ἀγγλικὸν δάνειον δὲν ἐκαλύφθη ἐπαρκῶς εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ δὴ δάνειον διὰ τὸ ὁποῖον παρείχετο ἡ εὐχέρεια μέρος αὐτοῦ νὰ μὴ καταβάλλεται εἰς μετρητά, ἀλλὰ νὰ καλύπτεται συμψηφιστικῶς δι’ ὁμολογιῶν προηγουμένου δανείου. Ἦτο ἆρά γε κλονισμένη καὶ ἡ Ἀγγλικὴ πίστις κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν; Δὲν εἶχον ἐμπιστοσύνην οἱ Ἄγγλοι εἰς τὴν Ἀγγλικὴν πίστιν καὶ ἠρνήθησαν νὰ καλύψουν τὸ δάνειον τὸ Ἀγγλικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκαλύφθη οὐδ’ ἅπαξ οὐδὲ κατὰ τὰ ¾; Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι καὶ τὸ συμπέρασμα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος εἶναι ὀρθὸν ὅσον ἀφορᾷ τὸν κλονισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εὑρίσκει καὶ δευτέραν συνέπειαν τοῦ κλονισμοῦ τῆς πίστεως τῆς Ἑλληνικῆς. Ἀφοῦ ἐκλονίσατε λέγει τὴν Ἑλληνικὴν πίστιν, ἠναγκάσθητε νὰ συνάψητε τὸ δάνειον Σέλιγκμαν. Πρῶτον δὲν μᾶς ἠνάγκασε κανεὶς νὰ συνάψωμεν τὸ δάνειον Σέλιγκμαν. Πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀνάγκην νὰ τὸ συνάψωμεν. Ἠδυνάμεθα, ἐὰν ἠθέλαμεν, νὰ προέλθωμεν εἰς συμφωνίας δι’ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ δανείου μὲ τὸν Χάμπρο, προθύμως προσφερόμενον. Ἀλλὰ συνήψαμεν τὴν σύμβασιν μετὰ τοῦ οἴκου Σέλιγκμαν, διότι διεπραγματευόμεθα μετὰ τοῦ οἴκου τούτου πολὺ πρὶν ἔλθῃ ὁ Χάμπρο.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴχατε ἀναλάβει, ὡς εἴπατε, ὑποχρέωσιν ἠθικήν.
§61Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐθεωρήσαμεν ἠθικὸν νὰ ἐγκαταλείψωμεν ἕνα οἶκον μὲ τὸν ὁποῖον διεπραγματευόμεθα πρὸ τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Χάμπρο· καὶ ἐκτὸς τούτου ἠθέλομεν νὰ συνάψωμεν δάνειον εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν ἀγοράν, διότι ἠθέλαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοποθέτησιν ἑλληνικῶν χρεωγράφων εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν ἀγοράν. Δὲν μᾶς ὤθησε λοιπὸν καμμία ἀνάγκη καὶ ἑπομένως ἡ εὐθύνη ἐκ τῶν δεσμευτικῶν ὅρων μᾶς ἀνήκει, χωρὶς κανὲν ἐλαφρυντικόν. Ἀλλὰ ποῖοι ἆρά γε εἶναι οἱ βαρεῖς καὶ οἱ δεσμευτικοὶ ὅροι τῆς συμβάσεως Σέλιγκμαν; Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς εἴπῃ.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὡμίλησα καὶ ἐγὼ τότε, ὅταν ἐψηφίζετο τὸ δάνειον.
§63Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν ὡμιλήσατε, σᾶς ἀπήντησα. Ἀπαντῶ τώρα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε χθὲς καὶ ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι οἱ ὅροι εἶναι βαρεῖς, ἀλλὰ δὲν ἐξήγησε διατὶ εἶναι βαρεῖς. Καὶ διερωτῶμαι ἆρά γε εἶναι ὁ τόκος βαρύς; Ἀλλ’ ὁ τόκος εἶναι ὁ ἴδιος τὸν ὁποῖον συνάπτομεν πάντοτε διὰ τὰς προκαταβολὰς καὶ τὸν ὁποῖον τόκον θὰ ἔδιδε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν, ὅπως θὰ ἐνθυμῆται, ἐγένετο νόμος. Εἶναι μήπως βαρεῖς οἱ ὅροι, διότι ἀντὶ νὰ δίδωμεν ἡμεῖς τὰς ὁμολογίας τοῦ 1914 ἐκ τῶν προτέρων, ὅπως ἐδίδοντο εἰς ἄλλας ἐποχὰς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, τὰς δίδομεν ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ μόνον ἐὰν δὲν ἐξοφλήσωμεν τὴν προκαταβολήν; Εἶναι μήπως ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως μικρά; Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι κανονική, 6% κάτω τοῦ δανείου τῆς σταθεροποιήσεως, εἶναι 5% κάτω τοῦ παραγωγικοῦ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ τιμὴ δι’ ἀγοράν, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ πρῶτον ἐμφανίζονται Ἑλληνικὰ χρεώγραφα καὶ εἰς τὴν ὁποίαν αἱ δαπάναι τοῦ τραπεζίτου αἱ ὁποῖαι εἶναι μεγαλεῖτεραι εἰς τὴν Ἀμερικὴν παρὰ εἰς τὸ Λονδῖνον, καθ’ ἃ λέγουν οἱ εἰδότες, αἱ δαπάναι αὗται θὰ ἦσαν κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν πολὺ μεγαλεῖτεραι.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ εἴπομεν τότε. Εἴπομεν πρῶτον, διότι ἐξηρτᾶτο ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως.
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνεται διαλογικὴ συζήτησις.
§66Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἤκουσα τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ δέσμευσις εἶναι διότι ἐξαρτᾶται ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως ἐκ τῆς τότε τιμῆς τῶν χρεωγράφων μας. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατανοηθῇ πόσον παράδοξος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, σᾶς λέγω ὅτι ὁ Χάμπρο οὔτε νὰ τὸν ἀκούσῃ δὲν ἤθελε τοιοῦτον ὅρον καὶ ἠπόρει μάλιστα πῶς ὁ Σέλιγκμαν τὸν ἐδέχετο. Διατί; Διότι δὲν δεσμεύεται ἡ Ἑλλάς· δεσμεύεται ὁ τραπεζίτης διὰ τοῦ ὅρου αὐτοῦ, κ. βουλευταί.
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἐξήγησα τότε, ὅτι αὐτὰ ὑπόκεινται εἰς διαφόρους ἐπιρροάς.
§68Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποίας ἐπιρροάς; Ἡ συμφωνία στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἑξῆς βάσεως: Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Τραπεζίτης νὰ ἀγοράσῃ εἰς ὡρισμένην τιμήν, ὡρισμένην κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν τότε τιμὴν τοῦ δανείου σταθεροποιήσεως. Ἀντιθέτως ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ μὴ ἐκδώσωμεν τὰς ὁμολογίας ἄν δὲν μᾶς ἀρέσῃ ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως, ἡ ὁποία θὰ προκύπτῃ ἐκ τῆς τότε τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου σταθεροποιήσεως. Τοῦτο εἶναι δέσμευσις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τοῦ Τραπεζίτου; ἢ εἶναι δέσμευσις τοῦ Τραπεζίτου ἀπέναντι τοῦ Κράτους;
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν δυνάμεθα νὰ συνάψωμεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν δάνειον.
§70Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄλλο ζήτημα εἶναι αὐτό. Ἀλλὰ σεῖς ἐνομίσατε, καὶ ἀπορῶ πῶς τὸ ἐνομίσατε, ὅτι ἐπειδὴ ὁ τραπεζίτης ἀναλαμβάνει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀγοράσῃ εἰς ὡρισμένην τιμὴν τὰς ὁμολογίας εἰς τιμὴν καθορισμοῦ των ἐκ τῆς συνδρομῆς ὡρισμένων παραγόντων, τότε εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἂν δὲν μᾶς ἀρέσῃ ἡ τιμὴ καὶ δὲν ἐκδώσωμεν τὰς ὁμολογίας, πράγματι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδώσωμεν τὸ ἴδιον δάνειον εἰς τὴν Ἀμερικὴν μὲ ἄλλον τραπεζιτικὸν οἶκον. Φοβερὰ δέσμευσις! Μὰ ἂν τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικὰ δὲν ἔχουν τιμὴν ἱκανοποιητικὴν καὶ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ φύγωμεν καὶ δὲν ἐκδώσωμεν τὸ δάνειον μὲ τὸν οἶκον Σέλιγκμαν, ποία εἶναι ἡ θυσία εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβαλλόμεθα, δεχόμενοι νὰ μὴ συνάψωμεν τὸ ἴδιον δάνειον εἰς τὴν ἀγοράν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποδεικνύεται ὅτι λόγῳ τῆς θέσεως τῶν χρεωγράφων μας δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν δάνειον;
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν ἡ ἀγορὰ εἰς τὴν Ἀμερικήν.....
§72Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν ἡ ἀγορὰ τῆς Ἀμερικῆς εἶναι εὐνοϊκή, θὰ δειχθῇ εἰς τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων.
§73Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον. Ἀπόδειξις εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν τιμῶν τοῦ τριμεροῦς δανείου εἰς τὴν Ν. Ὑόρκην καὶ εἰς τὸ Λονδῖνον.
§74Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς Ν. Ὑόρκης.
§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπόδειξις εἶναι.......
§76Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ λέγει καὶ ὁ κ. Μαρῆς, ὅτι ἡ μόνη ὑποχρέωσίς μας εἶναι, νὰ μὴ τὸ ἐκδώσωμεν εἰς τὴν Ν. Ὑόρκην.
§77Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἰδικῶς τὸ δάνειον δὲν δικαιούμεθα νὰ τὸ ἐκδώσωμεν μὲ ἄλλους Τραπεζίτας εἰς τὴν Ἀμερικήν· καμμίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν δὲν ἀναλαμβάνομεν ἀπέναντι τοῦ δεσμευομένου τραπεζίτου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἂν ἡ πίστις μας διατιμᾶται τόσον χαμηλὰ ὥστε δὲν συμφέρει εἰς τήν Κυβέρνησιν νὰ πωλήσῃ τάς ὁμολογίας, ποία εἶναι ἡ θυσία εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβαλλόμεθα καὶ τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χάνομεν, δεχόμενοι νὰ μὴ συνάψωμεν τὸ δάνειον εἰς τὴν Ἀμερικὴν μὲ ἄλλους; Ποῦ λοιπὸν οἱ ὅροι οἱ βαρεῖς; Ἕν μόνον ἠδύνατο νὰ λεχθῇ διὰ τὴν σύμβασιν ταύτην. Ὅτι ἀποπειρᾶται νὰ ἐκδώσῃ δάνειον εἰς ἀγορὰν εἰς τὴν ὁποίαν τὰ χρεώγραφά μας δὲν εὑρίσκουν τὴν τοποθέτησιν τὴν ὁποίαν ἔχουν εὕρει μέχρι σήμερον ἐν Λονδίνῳ. Ἀλλ’ ἡ οὐσία ὁλοκλήρου τῆς συμβάσεως αὐτῆς εἶναι, νὰ ἀνοιχθῇ καὶ δευτέρα ἀγορὰ διὰ τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα. Ἄν ἀποτύχῃ δὲν νομίζω ὅτι ἐχάσαμεν τίποτε. Ἀλλ’ ἄν ἐπιτύχῃ, ἡ σημασία τῆς δευτέρας ἀγορᾶς εἶναι μεγάλη. Τὴν σημασίαν δευτέρας ἀγορᾶς δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, διότι ἂν εἶχε τὴν εὐχέρειαν ν’ ἀποταθῇ καὶ εἰς δευτέραν ἀγορὰν ὅταν διεπραγματεύετο τὸ δάνειον τῆς σταθεροποιήσεως ἀσφαλῶς θὰ ἐπετύγχανε καλλιτέρους ὅρους.
§78Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλὰ θεωρεῖτε βαρεῖς τοὺς ὅρους τῆς ἐκδόσεως τοῦ τριμεροῦς δανείου;
§79Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν ὅρους θεωρεῖτε μόνον τὸν τόκον καὶ τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως, εἴμεθα σύμφωνοι, δὲν εἶναι βαρεῖς. Ἀλλ’ ὅπως καλῶς γνωρίζετε αἱ διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ θυσίαι δὲν περιορίζονται εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως καὶ εἰς τὸν τόκον· ὑπέστημεν χάριν τῆς ἐπιτυχίας αὐτοῦ πολλὰς ἄλλας θυσίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ συζητήσωμεν σήμερον.
§80Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ δάνειον τοῦ Χάμπρο δὲν τὸ ὑπεβάλατε ἀρχικῶς εἰς τὸν Διεθνῆ ἔλεγχον καὶ δι’ αὐτὸ ἔχει δυσμενεστέρους ὅρους ἀπὸ τὸ τριμερές.
§81Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζετε, ὅτι ἂν ὑπεβάλωμεν τὸ δάνειον εἰς τὸν Δ.Ο.Ε. θὰ εὑρίσκετο Τραπεζίτης ὁ ὁποῖος θὰ ἠγόραζε τὰς ὁμολογίας εἰς τὴν τιμὴν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ τριμεροῦς; Ἀλλὰ γνωρίζετε βεβαίως, ὅτι τὸ δάνειον τὸ τριμερὲς προηγεῖται εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὑπεγγυότητος τῶν προσόδων ἔχει δὲ προσθέτως καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι νεώτερον δάνειον, ἀκόμη καὶ ἂν ἔχῃ τὰς αὐτὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς ἐγγυήσεις μὲ προηγουμένως ἐκδοθὲν δάνειον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκδοθῇ εἰς ἣν τιμὴν διατιμῶνται αἱ ὁμολογίαι τῶν προηγουμένων δανείων εἰς τὸ χρηματιστήριον. Ὥστε καὶ ἂν ἀκόμη τὸ δάνειον τὸ παραγωγικὸν εἶχε τήν ἐγγύησιν τῆς κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τὴν αὐτὴν σειρὰν ἐπὶ τῆς ὑπεγγυότητος τῶν προσόδων κλπ. ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ εἰς τιμὴν κατά τι χαμηλωτέραν τῆς τιμῆς τοῦ δανείου σταθεροποιήσεως διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσελκύσῃ ἐπενδυτάς, οἱ ὁποῖοι τότε μόνον θὰ ἐπενδύσουν τὰ χρήματά των εἰς τὸ νέον δάνειον, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκουν κἄποιον κέρδος· ἄλλως θὰ προτιμήσουν, ἂν ἔχουν χρήματα διαθέσιμα, νὰ ἀγοράσουν ὁμολογίας τοῦ πρώτου δανείου ἀπὸ τὸ χρηματιστήριον καὶ ὁμολογίας ἐχούσας πλέον παγίαν τιμήν, μὲ ἠλαττωμένους δηλαδὴ κινδύνους. Καὶ ἐκτὸς τῆς ἀσφαλείας ταύτης θ’ ἀπαλλαχθοῦν καὶ ἀπὸ τὴν ἀπασχόλησιν τῆς ἐγγραφῆς καὶ τὴν ἀβεβαιότητα τοῦ ποσοῦ τῶν ὁμολογιῶν τὸ ὁποῖον θὰ τοὺς ἀναλογήσῃ. Δοθέντος δ’ ὅτι τὸ δάνειον τὸ παραγωγικὸν ὄχι μόνον εἶναι μεταγενέστερον τοῦ τριμεροῦς ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχει τὰς αὐτὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς ἐγγυήσεις, ἡ τιμή τῶν 89, εἰς ἣν ἐξεδόθη, ἀπέναντι τῆς τιμῆς τῶν 90 περίπου τῶν ὁμολογιῶν τοῦ τριμεροῦς εἶναι ἀπολύτως ἱκανοποιητική.
§82Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βενιζέλος ὁμολογεῖ εἰς τὰς δηλώσεις του, ὅτι παρεσύρθη ἀπὸ τοὺς Τραπεζίτας εἰς ἔκδοσιν ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Δ.Ο.Ε.
§83Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πράγματι οἱ Τραπεζῖται προέτειναν καὶ ἐπέμειναν εἰς ἔκδοσιν ἄνευ τοῦ Δ.Ο.Ε., ἀλλὰ δὲν πιστεύω ὅτι ἀλλοία θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς ἐκδόσεως ἂν τὸ δάνειον εἶχε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δ.Ο.Ε. διότι εἶχε πάντοτε τὴν παρέμβασιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐκτελούσης ἐν προκειμένῳ διὰ τοὺς δανειστὰς τὴν μεσολάβησιν, ἣν ἐξετέλει ὁ Δ.Ο.Ε. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ δάνειον, ἀλλ’ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἐξετάζων τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων προέβη καὶ εἰς μίαν σύστασιν. Συνέστησε, νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα τῆς προηγουμένης χρήσεως. Πρέπει νὰ παρατηρήσω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον ἢ μᾶλλον δὲν εἶναι δυνατὸν ὅταν κανονικῶς ὑποβάλλεται ὁ Προϋπολογισμός. Διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ὑποβάλλεται ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς συνόδου τῆς πρὸ τῆς χρήσεως. Ἀλλὰ τότε εἶναι γνωστὰ μόνον τὰ ἀποτελέσματα 6 μηνῶν ἐκ τῆς προηγουμένης χρήσεως. Ἑπομένως, ἂν θέλωμεν ἐξ ὁλοκλήρου τὰ εἰσπεπραγμένα ἔσοδα πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν προηγουμένην χρῆσιν ὅπως γίνεται καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Κατ’ ἀνάγκην ἑπομένως ἐφ’ ὅσον στηριζόμεθα ἐπὶ τῆς προηγουμένης (δηλαδὴ ἐπὶ τῆς ὑπὸ ἐκτέλεσιν χρήσεως) ἐν τῇ καταρτίσει τοῦ ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἀνάγκην, λέγω, θὰ στηριζώμεθα ἐπὶ προβλέψεων ἐσόδων ἐν μέρει τοὐλάχιστον καὶ οὐχὶ ἐπὶ εἰσπεπραγμένων ἐσόδων.
§84Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τότε ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς εἰσπράξεις τῆς τρεχούσης χρήσεως μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§85Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Μόνον αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἢ πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν πρὸ προηγουμένην χρῆσιν, ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ κ. βουλευταί, ὑποβάλλοντες τὸν Προϋπολογισμὸν οὐχὶ ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν, ἀλλὰ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ δωδεκάτου μηνὸς τῆς χρήσεως, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας τὰς εἰσπράξεις 11 μηνῶν, ἠδυνάμεθα δὲ ἐκ τούτων ἀσφαλῶς πλέον νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς ὑπολοίπους εἰσπράξεις τῆς χρήσεως 1928–1929. Χάριν ἀσφαλείας ὑπελογίσαμεν τὰς εἰσπράξεις ταύτας κατὰ ἑκατὸν ἑκατομ. ὀλιγωτέρας τῶν εἰσπράξεων τοῦ ἀντιστοίχου χρονικοῦ διαστήματος τῆς χρήσεως 1927–1928. Ἐδέχθημεν, δηλαδὴ χάριν τῆς ἀσφαλείας τῶν προβλέψεων ἡμῶν ὅτι ἡ χρῆσις 1928–1929 θὰ ἀπέδιδεν ἀπὸ 1 Μαρτίου καὶ ἐφεξῆς ἑκατὸν ἑκατομ. ὀλιγώτερα παρ’ ὅσα ἡ χρῆσις 1927 1928 ἀπὸ 4 Μαρτίου καὶ ἐφεξῆς· καὶ τοῦτο, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1928–1929 ἐδοκιμάσθη δεινῶς. Δοθέντος ὅμως ὅτι τὸ 1929–30 δὲν εἶναι καθόλου πιθανὸν ὅτι θὰ ὑποστῇ τὰς αὐτὰς δεινὰς δοκιμασίας, ὑπελογίσαμεν ὡς εἰσπράξιμα ἔσοδα ὅσα καὶ ἡ χρῆσις 1928–29 ἀπέδωκεν, ἄνευ τῆς ἐκπτώσεως τῶν 100 τούτων ἑκατομμυρίων διὰ τὸ ἀπὸ 1ης Μαρτίου καὶ ἐφεξῆς διάστημα δεχθέντες ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἡ χρῆσις 1929–30 θὰ ἀποδώσῃ ὅσα καὶ ἡ χρῆσις 1927–28 κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἀπέδωκεν. Ἤτοι κατ’ οὐσίαν ὑπελογίσαμεν ὡς ἔσοδα τοῦ 1929–30 κατὰ 100 ἑκατομμύρια περισσότερα τῶν προβλεφθέντων διὰ τὸ 1928–29, καὶ τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ἐπικίνδυνος ἢ ἐσφαλμένη πρόβλεψις. Ἀλλὰ τί συνέβη, κ. βουλευταί; Συνέβη, ὅτι ἡ χρῆσις 1928–29, τὴν ὁποίαν χάριν ἀσφαλείας ὑπελογίσαμεν ὅτι θὰ ἀποδώσῃ ἀπὸ 1 Μαρτίου καὶ ἐφεξῆς 100 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα τοῦ 1927–28, ἀποδεικνύεται σήμερα, ὅτι θὰ ἀποδώσῃ τὰ αὐτὰ ὅσα καὶ ἡ χρῆσις 1927–28 κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἡ χρῆσις 1929– 30 προβλέπει πλέον ἔσοδα, οὐχὶ κατὰ 100 ἑκατομμύρια ἀνώτερα τῆς χρήσεως 1928–29, ἀλλὰ τὰ αὐτὰ ἀκριβῶς. Ἀντιλαμβάνεσθε πόσον ἡ πρόβλεψις αὕτη εἶναι ἀσφαλὴς ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει τήν σειρὰν τῶν ἀντιξόων περιστάσεων, τὰς ὁποίας διῆλθεν ἡ χρῆσις 1928–29. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον κ. βουλευταί. Διὰ ν’ ἀντιληφθῆτε πληρέστερον τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐπὶ τῶν ἐσόδων προβλέψεων ἡμῶν σᾶς πληροφορῶ, ὅτι κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε δεδομένα οἱ 3 πρῶτοι μῆνες τῆς τρεχούσης χρήσεως, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς ἱκανοποίουν πλήρως ἐὰν ἀπέδιδον ὅσα καὶ οἱ τρεῖς μῆνες τοῦ 1928–29, ἀποδίδουν 110 ἑκατομμύρια περισσότερα. Ἐὰν εἰς ταῦτα ὑπολογίσωμεν τὰ 30 ἑκατομμύρια ἔσοδον ἐκ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ πρῶτον τρίμηνον 1928–29, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τοῦ πρώτου τριμήνου τῆς παρούσης ἀνέρχεται εἰς 140 ἑκατομμύρια· ἤτοι ἡ παροῦσα χρῆσις κατὰ τὸ πρῶτον τρίμηνον αὐτῆς ὑπερβαίνει τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα κατὰ 140 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὅταν τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ καὶ ὑπὸ συζήτησιν ἡ ἀσφάλεια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων; Ἀλλ’ ὅμως ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ τὸ ἀποθεματικὸν εὑρίσκει ἀνεπαρκὲς διότι περιωρίσθη εἰς 300 ἑκατομμύρια ἀπέναντι τῶν 400 τῆς χρήσεως 1928–29. Ἀλλὰ κ. βουλευταί, πρέπει νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι τὸ ἐφετεινὸν ἀποθεματικὸν τῶν 300 ἑκατομμυρίων εἶναι οὐσιαστικῶς ἀνώτερον τοῦ περυσινοῦ ἀποθεματικοῦ ἐκ 400 ἑκατομμυρίων. Πρῶτον διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1928– 29, οὗτινος τὰ στοιχεῖα ὡς γνωρίζητε εἶχον συγκεντρωθῆ ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, περιεῖχεν ἐσφαλμένην πρόβλεψιν εἰς τὰ ἔσοδα κατὰ 105 ἑκατομμύρια, τὴν ὁποίαν ἦτο φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ἐλέγξω κατὰ τὴν πρώτην κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, κατάθεσιν γενομένην 5 ἡμέρας μετὰ τὴν ἄνοδον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τὸ λάθος προῆλθεν ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ὄντως σκέψεως ὅτι ὅλοι οἱ μῆνες, τόσον οἱ χειμερινοὶ ὅσον καὶ οἱ λοιποὶ ἀποδίδουν ἐξ ἴσου εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους, ἐνῷ ἀναμφισβητήτως ἡ χειμερινὴ περίοδος εἶναι γονιμωτέρα. Δεύτερον. Ἐκ τοῦ περυσινοῦ ἀποθεματικοῦ 50 ἑκατομμύρια ἐδόθησαν εἰς συμπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου ἀνταλλαξίμων ἐσφαλμένως ὑπολογισθείσης, ὅπερ ἐφέτος δὲν συμβαίνει. Τρίτον. Ἕτερα πεντήκοντα ἑκατομμύρια ἐδαπανήθησαν εἰς θεομηνίας καὶ συμπλήρωσιν βοηθείας ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν Κορίνθου, ὅπερ ἐπίσης ἐλπίζομεν ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ ἐφέτος. Τέταρτον. Ἄλλα πεντήκοντα ἑκατομμύρια διετέθησαν ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ διὰ τακτοποίησιν παλαιῶν λογαριασμῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωμεν ἐφέτος. Ἑπομένως καὶ ἂν ἠθέλωμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἐξ 105 ἑκατομμυρίων λάθος ἐπὶ τῶν ἐσόδων χρήσεως 1928– 29, δὲν ἐλαττώνει τὸ ἀποθεματικὸν τῆς χρήσεως ἐκείνης, πάντως ὅμως δὲν δυνάμεθα, παρὰ νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τὰ ἕτερα 150 ἑκατομμύρια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα ἀνωτέρω, πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ τῆς χρήσεως 1928–29, ὅταν θέλομεν νὰ τὸ συγκρίνωμεν πρὸς τὸ ἀποθεματικὸν τῆς παρούσης χρήσεως. Καὶ ἑπομένως, κ. βουλευταὶ εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ἡ χρῆσις 1928–29 εἶχεν οὐσιαστικῶς ἀποθεματικὸν οὐχὶ ἀνώτερον τῶν 250 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ἡ χρῆσις 1929–30 ἔχει ἀποθεματικὸν 300 ἑκατομμυρίων· δηλαδὴ ἔχει ἀνώτερον ἀποθεματικὸν καὶ ἔχει ἀκόμη τὸ πρόσθετον πλεονέκτημα, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν λάθος εἰς τὰς προβλέψεις περὶ ἐσόδων, ἐξ ἄλλου δὲ τὰ ἔξοδά της ὑπελογίσθησαν ὅπως ἀκριβῶς διεμορφώθησαν αἱ πιστώσεις, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀρκετὴ ἀσφάλεια. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν ἕνα προϋπολογισμὸν τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν συντηρητικώτατα, ὅταν ἔχωμεν προϋπολογισμὸν τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα ὑπελογίσθησαν βάσει τῆς πραγματικότητος, ὅταν τὸ ἀποθεματικὸν του εἶναι οὐσιαστικῶς ἀνώτερον τοῦ ἀποθεματικοῦ τοῦ 1928–29, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θεωρῶμεν ἀκλόνητον τὸ ἰσοζύγιον αὐτοῦ; Πῶς δυνάμεθα ν’ ἀμφισβητήσωμεν ὅτι κατὰ πάντα εἶναι καλλίτερον ἐφοδιασμένος ὁ προϋπολογισμὸς 1929–30 παρὰ ὁ προϋπολογισμὸς 1928–29; Δὲν δύναμαι ἑπομένως κ. βουλευταὶ ν’ ἀντιληφθῶ, ποῦ στηριζόμενος ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εὑρίσκεται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς· καὶ ἡ ἀπορία εἶναι τοσούτῳ μεγαλειτέρα ὅσον ἴδιος εἶπεν, ὅτι καὶ μόνον ὁ κίνδυνος, μόνον ὁ φόβος περὶ εὐσταθείας τοῦ προϋπολογισμοῦ ζημιοῖ προεξοφλητικῶς τὴν δημοσίαν πίστιν. Πῶς λοιπὸν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι ἵσταται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς Προϋπολογισμὸς τόσον σταθερῶς θεμελιωμένος; Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς φορολογικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀσχοληθεὶς ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἀνεκάλυψε μίαν φορολογίαν τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε τάχα ἡ Κυβέρνησις, τὴν φορολογίαν τοῦ κεφαλαίου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας, κ. βουλευταὶ διότι ἀφ’ ἧς διὰ νεωτέρας συμβάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης αἱ καταθέσεις ὑπελογίσθησαν εἰς χρυσὸν καὶ διὰ τὴν φορολογίαν ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς χρυσόν, διότι ἄλλως θὰ ἦτο χαριστικὴ πρᾶξις. Ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ δὲν ἐκάμομεν τίποτε ἄλλο εἰ μὴ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὸν τερματισμὸν μιᾶς ἀπορίας περὶ τοῦ τρόπου τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν κεφαλαίων τούτων. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐνθυμεῖται τὸ ἰδικόν μου νομοσχέδιον, τὸ μὴ ψηφισθέν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὄντως φορολογίαν, ἀλλὰ τὴν φορολογίαν ἐκείνην δὲν τὴν ἀπανελάβομεν ἡμεῖς. Ἑπομένως ἡ ἀνακάλυψις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν δὲν ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται βασίμως νὰ λέγῃ ὅτι οὐ μόνον τὴν ὑποχρέωσίν της περὶ μὴ αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐτήρησε πιστῶς, ἀλλ’ ἀντιθέτως χωρὶς νὰ ὑποσχεθῇ μείωσιν προέβη εἰς μειώσεις σοβαρὰς καὶ ἐπὶ τῶν τρεχόντων φόρων καὶ ἐπὶ τῶν παλαιῶν φόρων, μειώσεις τὰς ὁποίας δυσκόλως θ’ ἀπεφάσιζεν ἄλλη Κυβέρνησις ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας. Σᾶς εἶναι γνωσταὶ αἱ μειώσεις αὗται κ. βουλευταί, καὶ ἐξακολουθοῦν ἀκόμη. Καὶ χθὲς ἀκόμη κατετέθη νομοσχέδιον περὶ διαφόρων ἐκπτώσεων εἰς τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαβεβαιοῖ, ὅτι πιστῶς ἐτήρησε τὴν ὑπόσχεσίν της περὶ μὴ ἐπιβολῆς φορολογίας καὶ ὅτι χωρὶς νὰ ὑποσχεθῇ ἐνήργησεν μειώσεις, τὰς ὁποίας δυσκόλως θὰ ἐτόλμα νὰ κάμῃ ἄλλη Κυβέρνησις, εὑρισκομένη ὑφ’ ἃς εὑρέθη ἡ ἡμετέρα συνθήκας. Δὲν νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχολήσω περαιτέρω τὴν Βουλήν. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἄλλως τε συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρέχονται πλήρη τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ μορφώσῃ ἡ Βουλὴ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τὴν κρίσιν της ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀμφιβάλω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνεπιφυλάκτως θὰ ἐγκρίνῃ τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον, μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἐνισχύει οὕτω τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς βελτίωσιν καὶ τὸ δημοσιονομικὸν καὶ οἰκονομικόν μας πρόβλημα κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον, προσπάθειαν ἥτις ἀνταποκρίνεται κατὰ τὸν σωφρονέστερον τρόπον εἰς τὰς σημερινὰς δυσκόλους περιστάσεις. Εἶπον δυσκόλους περιστάσεις, διότι δὲν παραδέχομαι ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ ἀληθοῦς κρίσεως, ὡς ὑπεστηρίχθη ὑπό τινων ἐκ τῶν ἀγορευσάντων. Δὲν νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ κρίσιν οἰκονομικὴν τὸ γεγονὸς ὅτι ὡρισμένα ἐπαγγέλματα ἀστικὰ διέρχονται δύσκολον περίοδον ὀφειλομένην εἰς τὴν ἀστυφιλίαν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκπαιδεύσεως. Πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναγκαία ἀπορρόφησις. Δὲν πρέπει δὲ νὰ παρορῶμεν ὅτι δὲν ἀντιμετωπίζομεν εὐτυχῶς πρόβλημα ἀνεργίας, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλας χώρας καὶ ὀξέως ἐμφανίζεται καὶ πολυδαπάνως ἀντιμετωπίζεται. Οὐδὲ δημιουργεῖ οἰκονομικὴν κρίσιν τὸ γεγονὸς ὅτι διέρχονται δυσκόλους στιγμὰς ἐπιχειρήσεις ἱδρυθεῖσαι ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας καὶ ἐπὶ ταύτης στηρίζουσαι μεγάλα ἔξοδα διατηρήσεως καὶ ἐλπίδας κερδῶν. Θ’ ἀναγκασθοῦν καὶ αὐταὶ ὅσαι θέλουν νὰ ζήσουν, νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν πραγματικότητα καὶ νὰ περικόψουν τὰς δαπάνας των καὶ τὰς ἐλπίδας μεγάλων κερδῶν ἢ νὰ συγχωνευθῶσι μετ’ ἄλλων εἰς ἰσχυροτέρους ὀργανισμούς. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ γενικὴ προσαρμογὴ εἰς τὴν νέαν κατάστασιν, τὴν ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως, ἐγένετο μὲ ὀλιγώτερον κλονισμὸν παρὰ εἰς ἄλλα κράτη. Οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ κρίσεως χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ὅλας ἐκείνας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν εἰς σφυγμομέτρησιν αὐτῆς, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς προϋπολογισμούς, τὴν ἀπόδοσιν τῶν φόρων, τὴν κίνησιν τὴν ἐμπορικήν, τὴν ναυτιλιακήν, τῶν βιομηχανιῶν κλπ. Ἀλλ’ ὅταν ταῦτα ἐξετάσωμεν κ. βουλευταὶ συνάγομεν συμπεράσματα κάθε ἄλλο παρὰ ἀπαισιόδοξα. Διότι ἐὰν ἐξετάσωμεν λ. χ. τὴν δημοσιονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν παρατηροῦμεν τὸ παρήγορον φαινόμενον τριῶν συνεχῶν τελευταίων προϋπολογισμῶν ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο πρῶτοι κλείουν μὲ περίσσευμα, ὁ δεύτερος δὲν ἐπέβαλε φόρους ἀλλὰ καὶ μειώσεις φόρων ἐδέχθη, ὁ δὲ τρίτος παρὰ τὰς νέας μειώσεις τὰς φορολογικὰς παρουσιάζει ἀκλόνητον ἰσοζύγιον καὶ ἐλπίδας σοβαροῦ περισσεύματος. Ἐξ ἄλλου ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων παρέχει πλέον σταθερὰν βάσιν ὑπολογισμῶν καὶ ὅπερ ἀξιοσημείωτον ἐπέρχεται ἄνευ ἰδιαιτέρων πιέσεων. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς καταθέσεις παρὰ Τραπέζαις, παρατηροῦμεν, ὅπως καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπιστοποιήθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ηὔξησαν σημαντικῶς κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος· ἐνῷ δὲ αὐξάνουν αἱ καταθέσεις αὐξάνει παραλλήλως καὶ ἡ κίνησις πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, διότι ἐνῷ εἴχομεν 500 ἑταιρείας κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1927 μὲ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον πέντε χιλιάδων τριακοσίων ἑκατομμυρίων κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1928 ἔχομεν 528 ἑταιρείας μὲ κεφάλαιον 6 δισεκατομμυρίων. Ἐπίσης, ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν Γεωργικήν μας παραγωγὴν παρατηροῦμεν σοβαρὰν αὔξησιν διότι ἐνῷ εἴχομεν κατὰ τὸ 1926 παραγωγὴν ἀξίας 10.825 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1927 ἡ ἀξία τῆς παραγωγῆς ἀνέρχεται εἰς 11.568 ἑκατομμύρια διὰ νὰ ἀνέλθῃ κατὰ τὸ 1928 εἰς 14.500 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐπίκειται δὲ καὶ αὔξησις αὐτῆς ἐκ τῶν ἐκτελουμένων παραγωγικῶν ἔργων καὶ τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπίσης, ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν βιομηχανικὴν παραγωγὴν βλέπομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1925 ἦτο ἀξίας 4.980 ἑκατομ. κατὰ τὸ 1926 5.475 ἑκατομ. κατὰ τὸ 1927 6.500 ἑκατομ. καὶ ἀνέρχεται κατὰ τὸν 1928 εἰς 9.500 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ναυτιλίαν, διαπιστοῦμεν ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους 1928 ἡ ἀτμήρης αὐξάνει κατὰ 187 χιλιάδας τόννους καί τα ἰστιοφόρα κατὰ 58 χιλιάδας τόννους. Ἐπίσης ἡ κίνησις τοῦ ἐξαγωγικοῦ μας ἐμπορίου εἶναι ἐφέτος καὶ αὐτὴ ἐνθαρρυντική· ἱκανοποιητικὴ δὲ εἶναι καὶ ἡ κίνησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ὅταν ταῦτα ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας δὲν δικαιούμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ κρίσεως οἰκονομικῆς. Διὰ τοῦτο, ἀποκρούοντες τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς κρίσεως, ὑποστηρίζομεν ὅτι διερχόμεθα ἀκόμη μίαν δύσκολον περίοδον, ἀλλὰ τὴν ἀνερχόμεθα μὲ βῆμα σταθερὸν καὶ τὴν ἀνερχόμεθα μὲ ὁλονὲν μεγαλυτέρας δυνάμεις. Δὲν εἶναι δὲ ζήτημα ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα ἀσφαλῶς, ἐὰν ὅλοι καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ καὶ λαὸς ἐμμείνωμεν εἰς μίαν συνετὴν πολιτικὴν φειδοῦς καὶ οἰκονομίας, ἐὰν ἐμμείνωμεν εἰς τὴν σώφρονα πολιτικὴν τὴν ὁποίαν κατοπτρίζει ὁ προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν. (χειροκροτήματα).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Αἰλιανὸς ἔχει τὸν λόγον.
§87Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνέρχομαι τὸ βῆμα διὰ νὰ εἴπω μόνον ὀλίγας λέξεις ἐπὶ ὡρισμένου σημείου τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ σημεῖον τοῦτο ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ βάρους τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργός, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ βάρος τὸ ὁποῖον ἐπικάθηται διὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας εἰς μίαν χώραν, θὰ πρέπῃ νὰ ἐκτιμήσῃ ταὐτοχρόνως τὴν κατάστασιν τῆς ἀγορᾶς, δηλαδή, ποία εἶναι ἡ κίνησις τῶν συναλλαγῶν, ποία ἡ ταχύτης τῆς κυκλοφορίας τοῦ χρήματος. Κρίνων τὰς ἐπὶ τούτου δηλώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κακῶς ἐξετίμησεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἀγορὰ δὲν διατρέχει κρίσιν οἰκονομικήν. Ἡ Ἑλληνικὴ ἀγορὰ ἀπό μακρῶν ἤδη ἐτῶν διέρχεται κρίσιν οἰκονομικὴν δευτερογενοῦς μορφῆς καὶ ἡ κρίσις αὐτὴ προφανῶς δὲν βαίνει ἀμβλυνομένη. Εἶναι γεγονὸς τοῦτο. Ἡ κρίσις δὲ αὐτή ἡ οἰκονομικὴ ἐνισχύεται καὶ κατὰ μέγα μέρος δημιουργεῖται ἀπὸ τὰ ποσοστὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ ἀπὸ τὰς τυραννικὰς διατάξεις τῆς φορολογικῆς δικονομίας, ἡ ὁποία ἰσχύει εἰς τὴν χώραν ταύτην. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὑπενθυμίζω τὴν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅταν κατέθετε τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι ἡ χώρα διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν ὑπάρχουσαν κατάστασιν ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως, διὰ τῆς προσελκύσεως κεφαλαίων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ.
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ εἶπεν, ὅταν εὑρισκόμεθα εἰς μίαν δύσκολον περίοδον.
§89Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Σύμφωνοι.
§90Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔφερα ὅλα τὰ στοιχεῖα. Ἐὰν δὲν ἀμφισβητῆτε ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔφερα ἐπὶ τῶν διαφόρων ἐκδηλώσεων τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς χώρας, εἴμεθα σύμφωνοι.
§91Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἤθελα ἐγὼ νὰ παρασυρθῶ εἰς τὴν σκέψιν σας, περὶ τῆς ρυθμίσεως τῶν γενικωτέρων ὅρων τῶν κεφαλαίων τῆς χώρας. Θὰ ἤθελα νὰ μελετήσω κάπως συμπαθέστερα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ κατέληγον νὰ κατασφαλίσουν τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου.
§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ διευκόλυνσις ποία θὰ εἶναι, ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὴν ἄμεσον καὶ ἐπιβαρύνωμεν τὴν ἔμμεσον;
§93Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Ἀνέπτυξα προχθές, διὰ μακρῶν, ποῖον τὸ ἐντεῦθεν ἀνυπολόγιστον κέρδος.
§94Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. Μαρῆς, ὅτι θεωρητικῶς συμφωνεῖ μὲ σᾶς, ἀλλὰ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ἓν ἐπιχείρημα σπουδαῖον, τὴν ψυχολογικὴν ἐντύπωσιν τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος δὲν θὰ τὸ ἐδέχετο.
§95Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Θὰ ἔλεγα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως ὅτι σεῖς, ἔχοντες τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἔχετε καὶ προκειμένου νὰ θεσπίσητε τὸ ἄρθρον, δὲν θὰ εἴχατε νὰ ἐπηρεασθῆτε ἀπὸ τὰς ἐντεῦθεν ἐντυπώσεις. Θὰ ἤθελα, τέλος, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μοῦ εἴπῃ δύο λέξεις, ποίας σκέψεις ἐμόρφωσεν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο τελευταῖα σημεῖα τῆς εἰσηγήσεώς μου, ἐξ ὧν τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὸ λαχεῖον καὶ τὸ δεύτερον ἀφορᾷ τὴν ἵδρυσιν τοῦ μονοπωλείου τῶν ἀσφαλειῶν.
§96Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι πράγματι ἄξια μελέτης, ἀλλὰ τώρα δὲν μπορῶ, νὰ εἴπω τίποτε.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατ’ ἐξουσιοδότησιν αὐτῆς κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς διαρρύθμισιν τῶν κεφαλαίων τῶν κανονισμῶν τῆς Βουλῆς καὶ Γερουσίας, περὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν, τῆς μὲν Βουλῆς ἐκ τῶν κ. κ. Φ. Μανουηλίδου, Α. Μπακάλμπαση, Π. Εὐριπαίου καὶ Γ. Σακκαλῆ καὶ τῆς Γερουσίας ἐκ τῶν κ. κ. Ι. Γκέκα, Ι. Μανέττα καὶ Κ. Φούμη. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης, ἔχει τὸν λόγον.
§98Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Παρηκολούθησα, κύριοι, μετὰ τῆς μεγαλυτέρας προσοχῆς, ἡ ὁποία ἦτο καθ’ ὅλα ἀξία ἄλλως τε, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· τὴν παρηκολούθησα ἄνευ διακοπῆς τινὸς καίτοι θὰ εἶχον ἐπὶ πολλῶν σημείων ἀφορμὰς ἀμέσου παρεμβάσεως. Θὰ παρεκάλουν εἰ δυνατόν, νὰ ἀκουσθῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὸ ἴδιον μέτρον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι τελείως σύμφωνος πρὸς τὴν τάξιν ἡ κατάπαυσις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ ἐπανάληψις αὐτῆς μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς μοναδικῆς ἐξαιρέσεως, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ὡς προηγούμενον καὶ ἡ ὁποία δὲν θὰ διηυκόλυνε εἰς τὴν ἀπάντησιν.
§99Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ καθυστέρησις τῆς ἀπαντήσεως νομίζω, ὅτι εἶναι ἰδική σας παράκλησις.
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ τὶ συμβαίνει Μᾶς εἴπατε νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν τῶν ἐσόδων καὶ εἶπα, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν καιρόν, νὰ ψηφισθοῦν τὰ ἔσοδα καὶ τότε ἐμείναμεν σύμφωνοι, πότε νὰ κάμωμεν τὰ ἔσοδα.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συγκατετέθημεν εἰς αὐτό, ἀλλὰ τὸ ὅτι εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συγκατατεθῶμεν, αὐτό ἀναγνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι εἶναι μία ἀνωμαλία.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ σημειῶ ἁπλῶς, διὰ νὰ μὴ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὴν δημιουργίαν προηγουμένου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀπολύτως ἄτοπον.
§103Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὡμίλησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τὴν ἐπαύριον μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀνταποκρίνεται αὐτὸ πρὸς τὴν ἰδικήν σας γνώμην.
§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁπωσδήποτε, κύριοι, δὲν θὰ ἐπρότεινα ἐγὼ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου διακοπὴν τῆς συζητήσεως διότι ὑποθέτω ὅτι τὰ πρόχειρα στοιχεῖα ποὺ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου θὰ ἀρκέσουν εἰς τὴν ὑποστήριξιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα κατὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου καὶ εἰς ἀντίκρουσιν τῶν σημείων ἐκείνων τὰ ὁποῖα νομίζω ἄξια ἀντικρούσεως ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὴν συνοπτικήν μου ἐπισκόπησιν τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους καταστάσεως, βλέπεται ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς εἶναι ἐπὶ τούτου σύμφωνος, ὄχι ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως οὐδὲ κἄν ἐντονωτέρας κριτικῆς τῆς ἀκολουθουμένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πολιτικῆς, ὄχι διότι θὰ εἶχον λόγους νὰ φεισθῶ τῆς Κυβερνήσεως ἐφόσον θὰ ἐθεώρουν τὸ πρόγραμμα ἄξιον ἐπικρίσεως, ἀλλὰ διότι ἀντιθέτως ἐθεώρουν ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς ἐμὲ οὐδὲ καὶ λόγον εἶχον νὰ σταθῶ ἀντιμέτωπος μιᾶς πολιτικῆς τῆς ὁποίας αἱ βάσεις ἐτέθησαν κατὰ τὸ 1927, πολιτικῆς ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον βαδίζουσα ἡ Κυβέρνησις. Λοιπὸν θὰ ἦτο εὐχή μου νὰ ἴδω τὴν πολιτικὴν ἀγομένην εἰς πλήρη εὐόδωσιν καὶ δικαιουμένας ἐκ τῶν πραγμάτων ἐξ ὁλοκλήρου τὰς προβλέψεις της. Καὶ διὰ τοῦτο ἠρκέσθην εἰς παρατηρήσεις καὶ συστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνόμιζον ὅτι θὰ συνέτειναν εἰς τὴν διευκρίνισιν σημείων τινων ἐχόντων ἀνάγκην διευκρινίσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν λῆψιν μέτρων ἀπαραιτήτων κατ’ ἐνδεχομένων ἔστω καὶ ἀπωτάτων φόβων, ἀδυναμίας παρακολουθήσεως τῶν ἐξόδων ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων, τοῦ κινδύνου δηλαδὴ τῆς ἀνακύψεως ἐκ νέου τῶν ἐλλειμμάτων εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις καὶ αἱ συστάσεις μου φαίνεται ὅτι προὐξένησαν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν χόλον τινα.
§105Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰλικρινῶς ὄχι!
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ νομίζω ὅτι ὑπῆρξε χόλος τις, ὥστε νὰ ἀχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι τοῦ σημείου μετὰ τὸ πέρας τοῦ λόγου μου νὰ μὲ ἐρωτήσῃ «διατί, ἐφόσον θεωρεῖτε ὅτι ὁ φόβος ἐνδεχομένων ἐλλειμμάτων δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς μίαν κρίσιν τῆς κοινῆς ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τὴν σταθερότητα τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, προεξοφλουμένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν σφαῖραν, διατὶ εἴπατε ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς παρούσης χρήσεως ἵσταται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς. Οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ; ἠθελήσατε νὰ μοῦ ἀποδώσητε τὴν κατηγορίαν ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ὑπονομεύσω τὴν δημοσίαν πίστιν ρίπτων ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἀπολύτου σταθερότητος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς τρεχούσης χρήσεως. Μίαν ἄλλην ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία ἐὰν ἦτο ὀρθή, βεβαίως τότε θὰ ἀπηγορεύετο οἱαδήποτε παρατήρησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι οἱ ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἀνερχώμεθα ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ ψάλλωμεν αἴνους εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν θὰ ἦτο ἔργον Βουλῆς ἀλλὰ θὰ ἦτο ἔργον ἐγκαθέτων οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἶχον γνώμην καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ φόβου μήπως διεταράσσομεν τὴν δημοσίαν πίστιν θὰ ἐσίγουν καὶ ὄχι μόνον θὰ ἐσίγουν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔλεγον καὶ τὰς πραγματικάς των πεποιθήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους κατάστασιν. Ὅταν ἐγὼ ἤμην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἐπάλαια ἐναντίον ὅλων τῶν κραυγῶν ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ 1927–1928 θὰ ἀπέδιδεν ἕν ἔλλειμμα τεράστιον, τὸ ὁποῖον ἔλλειμμα ἀνεβίβαζον εἰς 1.500.000 τὴν μίαν χρῆσιν εἰς 1.000.000 τὴν ἄλλην καὶ εἰς 800.000 τὴν ἑπομένην. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο καὶ δὲν θὰ εἴπω ὅτι οἱ ταῦτα λέγοντες τείνουν εἰς τὸ νὰ κλονίσουν τὴν δημοσίαν πίστιν. Ἐξέφραζον ἐλευθέρως τήν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶχον καθῆκον νὰ τὴν ἐκφράσω, ἐφ’ ὅσον τοιαύτη ἦτο ἡ πεποίθησίς μου. Ὑπῆρξε λοιπὸν χόλός τις εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ χόλος αὐτὸς τὸν ὤθησεν καὶ εἰς μίαν ἄλλην παρατήρησιν καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἔρευναν, εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1927 καὶ 1928 ὅπως ἀποδείξῃ διὰ στοιχείων τὰ ὁποῖα προσήγαγεν, ὅτι ἡ χρῆσις ἐκείνη οὐσιαστικῶς ἐξεταζομένη, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔποψιν μόνον τῆς λογιστικῆς της ἐμφανίσεως ἀλλὰ καὶ τὴν ἔκφρασιν τῆς πλήρους δυναμικότητος, δὲν θὰ ἐνεφάνιζε ὄχι τὸ περίσσευμα τῶν 850 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔφερα ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ οὐδὲ τὸ περίσσευμα τῶν 561 ἑκατομμυρίων καὶ οὐδὲν ἄλλο περίσσευμά τι ἴσως ἐλάχιστον. Καὶ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐγὼ διὰ νὰ φέρω τὰ περισσεύματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἦλθον κατὰ τὴν χρῆσιν ἐκείνην, προέβην εἰς ἀλλοιώσεις καὶ μεταθέσεις βαρῶν, περικοπάς, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς τὰ βάρη τῆς χρήσεως ἐκείνης μετέφερον εἰς ἄλλας ἑπομένας. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ περίσσευμα τῶν 870 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τὸ ἐστήριξα ἐπὶ τῶν ἑξῆς ὑπολογισμῶν: Ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ περισσεύματος τοῦ βεβαιουμένου ἤδη τῶν 501 ἑκατομμυρίων ἀναβιβασθέντος εἰς 564 ἑκατομμύρια ὑποθέτω ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ 100 ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ προκύψουν ἐκ περαιτέρω εἰσπράξεων τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων καὶ τῶν διαγραφῶν τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων καὶ εἰς 210 περίπου ἐκ παραλείψεων τῶν ὑποχρεώσεων εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1927–1928, ὑποχρεώσεων μὴ εὑρισκομένων πρὸς αὐτὴν εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν. Προσέθεσεν ἐδῶ μάλιστα, ὅτι ἡ ἀνάληψις αὐτῶν τῶν ὑποχρεώσεων γίνεται παρὰ τὰς ἐντόνους διαμαρτυρίας τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἐξ ἰδικῆς μου πρωτοβουλίας, διὰ λόγους πρακτικῆς σκοπιμότητος διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν ὑπολοίπων ἐτῶν. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ ἠρώτησεν «εἶσθε σεῖς εἰς θέσιν νὰ σκεφθῆτε περὶ μεταθέσεων βαρῶν εἰς ἑπομένας χρήσεις διὰ τὴν ἀνακούφισιν αὐτῶν; Καὶ δὲν εἶσθε εἰς τοιαύτην θέσιν διότι ἡ πρόγνωσις ὑμῶν ἀπ’ ἀρχῆς ἦτο ὅτι ἐπρόκειτο ἡ χρῆσις ἐκείνη νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα καὶ ὁ φόβος αὐτὸς σᾶς κατεῖχε μέχρι τέλους, δι’ αὐτὸ ὑπέβαλεν προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 49 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ ἐψήφισε τὸν προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 300 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ προέβητε εἰς ἐφαρμογὴν μέτρων, δυνάμει τοῦ ψηφίσματος τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη τῇ εἰσηγήσει σας, τοσαύτης αὐστηρότητος ὥστε κατέστη ἐπιτακτικὸν νὰ μὴ ἐκπληρώσητε δυνάμει τῆς ἀρνησικυρίας τὴν ὁποίαν διαθέτετε διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου. Πῶς, λοιπόν, σεῖς κάμετε σκέψεις περὶ μεταθέσεως βαρῶν τῆς ἑπομένης χρήσεως καὶ διὰ 290 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν σᾶς κατεῖχεν ὁ φόβος τῶν ἐλλειμμάτων;» Ἔχω, κύριοι, τὸ ἐλάττωμα νὰ ἐπισύρω κατ’ ἐμοῦ τὰς παραδοξωτέρας καὶ μᾶλλον ἀντιφατικὰς κατηγορίας. Εἰς τὴν χρῆσιν 1927–28 ὑπέστην βιαιοτάτας λαύρους ἐπιθέσεις διότι κατεχόμενος, ὡς λέγεται, ἀπὸ ἕνα ἄστρον ἀκατασχέτου ἀπαισιοδοξίας, ἠθέλησα νὰ παραστήσω τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ὡς ἐξόχως ἀνθηράν, τοῦτο δὲ συνετέλεσε, νὰ μὴ ἀντλήσωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον ἐκ τῶν ὑποχωρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑπέκυπτον ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων διεπραγματεύθην τὴν σύναψιν τῶν συμφωνιῶν ἐπὶ τῶν πολεμικῶν χρεῶν. Καὶ ἔγινα παραίτιος ζημιῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν μὲ ἐκατηγόρησεν, ὅτι κατηχόμην ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀπὸ μίαν ἀπεριόριστον ἀπαισιοδοξίαν, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπέβαλα προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα ἀσφαλὲς καὶ μέχρι τέλους προέβην εἰς μέτρα ἀποδεικνύοντα ἕνα φόβον παμμέγιστον, ὅτι ἡ χρῆσις 1927–1928 θὰ ἔκλειεν μὲ λογαριασμοὺς παθητικούς. Πράγματι, κύριοι ἐὰν θέλῃ τις μὲ ἤρεμον νοῦν νὰ ἐξετάσῃ πόσα ἔγιναν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ ἀνεύρῃ, ὅτι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη κατηγορία εἶναι ἐξ ἴσου ἀβάσιμος. Εἶναι ἀβάσιμος ἡ κατηγορία ὅτι κατηχόμην ἀπὸ αἰσιοδοξίαν ὑπέρμετρον καὶ ὅτι ἡ αἰσιοδοξία αὐτὴ ἐδημιούργησεν ζημίας, κατὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν πολεμικῶν χρεῶν. Θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονῇ ὁ ἰσχυριζόμενος ταῦτα, ὅτι ὁ διακανονισμὸς τῶν Ἀγγλικῶν χρεῶν δὲν προηγήθη, ἔγινε πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1927–1928 εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν Ἀγγλικῶν χρεῶν ὁμόφωνος ἐξεδηλώθη ἀποδοκιμασία καὶ ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν διακανονισμὸν τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐν καιρῷ θὰ συζητήσωμεν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ὅλη ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς διαιτησίαν. Δὲν προέκυψε λοιπόν, οὐδεμία ἀπολύτως βλάβη εἰς βάρος τοῦ Κράτους, ἐκ τῆς αἰσιοδοξίας, τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως δὲν εἶχον. Δὲν εἴχομεν τὴν αἰσιοδοξίαν αὐτήν, διότι ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν ἡμεῖς παρελάβομεν, ἦτο κατάστασις ἀληθοῦς οἰκονομικοῦ χάους καὶ ἐπρόκειτο δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων, νὰ δώσωμεν, εἰς αὐτήν, μορφὴν καὶ βάσιν, διὰ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ὑπεβάλομεν προϋπολογισμοὺς μὲ ἔλλειμμα καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν ἐπαύσαμεν, νὰ διεκτραγωδῶμεν τὰ ἀφόρητα βάρη, τὸ ἀφόρητον φορολογικὸν βάρος καὶ τὰς πιέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἔκυπτεν ὁ πενόμενος καὶ δυστυχῶν ἀληθῶς Ἑλληνικὸς λαός· εἰς τὸ ἐσωτερικόν, ἐπίσης δὲν ἔπαυσα νὰ θέλω νὰ ἐμπνεύσω καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους μου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὸν φόβον τῶν ἐλλειμμάτων, εἰς ὅλους δηλαδὴ ἐκείνους, ἡ δρᾶσις τῶν ὁποίων θὰ εἶχεν ἄμεσον ἐπίδρασιν εἴτε εἰς τὰ ἔσοδα, εἴτε εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγον πρὸς τοὺς μὲν καὶ ἤθελα ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο νὰ ρυθμίσω, εἰ δυνατόν, τὰς ἐνεργείας των, ἐκ τῆς ἄλλης πλευρᾶς δὲν ἔπαυσα οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, μόνος πιστὸς, νὰ παλαίω ἐναντίον τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, διαβεβαιούσης μεθ’ ἱερᾶς συγκινήσεως, ὅτι ἡ ὅλη κατάστασις εἶχε φθάσει εἰς ἀληθὲς ἀδιέξοδον καὶ ὅτι ἡ χρῆσις 1927–28 θὰ κατέληγεν εἰς ἓν ἔλλειμμα τεράστιον. Ἐπίσης μέχρι τέλους ὑπεστήριξα, ὅτι οἱ φόβοι οὗτοι ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦσαν ἐντελῶς ἀδικαιολόγητοι καὶ ὅτι αἱ προβλέψεις θὰ ἐπραγματοποιοῦντο μέχρι κεραίας. Πολλάκις καὶ τὸ ἐδήλωσα καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν εἶπον, ὅτι, καταρτίζων τὸν προϋπολογισμόν, εἶχον τὴν ἐλπίδα τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι πεποίθησιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἀπέληγεν εἰς ἓν περίσσευμα μέγα ἢ μικρόν, πάντως ἓν πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν ἀπαραίτητον διὰ τὴν περαιτέρω οἰκονομικὴν ἀσφάλειαν τοῦ τόπου. Εἶχον τὴν ἐλπίδα, πάντοτε, περὶ ἑνὸς περισσεύματος, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ὁσάκις μοῦ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία, τὴν ἐνδεχομένην ταύτην ἐλπίδα ἐξεδήλωνα. Δὲν ἤθελα βεβαίως νὰ γίνῃ κατάχρησις τῆς ἐλπίδος ταύτης ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸν προϋπολογισμὸν κατήρτισα ἐπὶ τοιαύτης βάσεως ὥστε αἱ προβλέψεις νὰ μὴ διατρέξουν οὐδένα κίνδυνον διαψεύσεως, νὰ δικαιοῦμαι δὲ ν’ ἀποβλέπω ἐπὶ περισσεύματος, ἐπὶ πραγματοποιήσεως αὐτοῦ, μετὰ τελείας ὑπερηφανείας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθές, οὔτε ὅτι κατειχόμην ἀπὸ φόβον ἀξιοσημειώτου ἐλλείμματος, οὔτε ὅτι ἤθελον νὰ διαχύσω ἀνὰ τὸν κόσμον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς μίαν πρωτοφανῆ οἰκονομικὴν ἀκμήν. Ὄχι, ἐζήτουν δι’ ὅσων ἔλεγον νὰ δημιουργήσω μίαν ἰσόρροπον μεμετρημένην ψυχολογίαν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι μόνον ἔτσι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ὑγιὴς κατάστασις. Ὄταν ἔγινεν ἡ μεταφορὰ τῶν βαρῶν εἰς τὰς ἑπομένας χρήσεις, ἦτο πλέον εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως, ὅταν δηλαδὴ κατέστη πλέον ἐμφανές, ὅτι ἡ χρῆσίς μου θὰ ἔληγε μὲ περίσσευμα καὶ δὴ ἀληθῶς κολοσσιαῖον περίσσευμα, μόνον τότε ἔκαμα τοὺς λογαριασμοὺς καὶ μετεφέρθησαν αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις μὴ βαρύνουσαι τὴν χρῆσιν 1927–28, ὅπως ἀναμφισβητήτως δὲν τὴν ἐβάρυναν, καὶ περὶ τούτου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠσχολήθη, δὲν τὴν ἐβάρυνεν ἡ πληρωμὴ τῆς προκαταβολῆς τῶν Τουρκικῶν πιστώσεων, διότι ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναληφθῆ ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς αὐτῆς, ὅπως ἐπίσης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν ἐβάρυνεν πληρωμὴ πρὸς τὴν Δ.Ο.Ε., ἡ ὁποία δὲν ἔγινεν. Εἶπον λοιπὸν τότε, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αἱ δαπάναι δὲν ἤχθησαν εἰς ὁριστικὴν χρέωσιν τῆς χρήσεως 1927–28. Κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ὁμιλίαν, ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐδήλωσα ρητῶς, ὅτι ἀνέφερα μόνον τὰς δαπάνας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ οὐδεμία ἀμφισβήτησις ὅτι ἀποτελοῦν ἓν παθητικὸν ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον μετεφέρθη εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1927–28, διότι ὑπάρχουν μεταφοραὶ καὶ ἄλλαι εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1927–28 καὶ ὑπάρχουν καὶ ἀναλήψεις ὑποχρεώσεων εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1927–28 ἀπὸ τὰς ὁποίας παρελείψαμεν νὰ ὠφεληθῶμεν καίτοι τοῦτο θ’ ἀπεδείκνυεν, ὅτι τὸ πραγματικὸν περίσσευμα θὰ ηὔξανεν ἐξ αὐτοῦ ἀκόμη περισσότερον. Καὶ ἐξακολουθῶ ἀμέσως. Εἶπον, ὅτι ἐκ τῆς χρήσεως 1927–28 μετηνέχθη εἰς βάρος τῆς προηγουμένης χρήσεως 1926–27 εἷς ἀριθμὸς 293.000.000. Γνωρίζω καλῶς, αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄλλο τι, ὅτι πράγματι μετεφέρθησαν εἰς βάρος τῆς προηγουμένης χρήσεως ὑποχρεώσεις 156.000.000. Καὶ τοῦτο, ὄχι διὰ νὰ ἀνακουφισθῇ ἡ χρῆσις 1927–28, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρουσίαζε πλεόνασμα, ἀλλὰ δι’ ἕνα ἄλλον πρακτικώτατον λόγον, διὰ μίαν ἀνάγκην....
§107Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν τῆς μεταφορᾶς;
§108Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. .... διότι εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ τμῆμα τοῦ τριμεροῦς δανείου, τὸ προωρισμένον, διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους, δὲν ἐπρόκειτο νὰ διατεθῇ ἐξ ὁλοκλήρου. Θὰ ἔμενε λοιπὸν ἓν πλεόνασμα, καὶ διὰ τὸ πλεόνασμα αὐτὸ θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἀναμφισβητήτως, συνεννοήσεως μετὰ τῆς Κ.Τ.Ε. διὰ μίαν εὐθετωτέραν διάθεσιν αὐτοῦ. Εἶπον λοιπὸν τότε ὅτι δυνάμεθα νὰ μεταφέρωμεν εἰς βάρος τοῦ τμήματος αὐτοῦ τοῦ τριμεροῦς δανείου ὑποχρεώσεις τινὰς διὰ τὴν ἐξόφλησιν αὐτοῦ, δοθέντος ὅτι ἡμεῖς ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις ἄλλας εἰς βάρος τῆς χρήσεως αὐτῆς καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἄλλων. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεστήριξεν ὅτι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη μετάθεσις χρεῶν, τοῦ οἴκου Μπρέντα διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ὅπλων, τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ καλικοποιείου καὶ ἄλλων τινων. Ἔκαμον περὶ αὐτοῦ λόγον κατὰ τὴν εἰσήγησιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἶπον ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν ὁπωσδήποτε εἰς μίαν κατανόησιν ἄμεσον, ἦτο ἀνάγκη διαρρυθμίσεως πληρωμῶν τινων καὶ προέβημεν εἰς μίαν συνεννόησιν μετὰ τοῦ οἴκου Χότσκινς καὶ τοῦ ἐργοστασίου καλυκοποιείας ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν ἀναβολὴν τῶν πληρωμῶν αὐτῶν. Ἐπίσης περιεκόψαμεν τὰς πιστώσεις τοῦ οἴκου Μπρέντα, διότι δὲν προεβλέπετο ἀκόμη ἡ παράδοσις τῶν ποσοτήτων τῶν προβλεπομένων διά τῆς συμβάσεως. Καὶ ἀνήγγειλα ἐγὼ ὁ ἴδιος τὰς ἀναβολὰς ταύτας τῶν πληρωμῶν, διὰ τῆς διαβαθμίσεως αὐτῶν κατὰ τρόπον προσφορώτερον διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐκείνην χρῆσιν. Ἀλλὰ τὶ συνέβη; Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦτο πλεονάζον. Διατί; Διότι δὲν ἔγινεν μετὰ τὴν χρῆσιν οὐδεμία παράδοσις ὅπλων ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ἐργοστασίου. Ἑπομένως πράγματι ἡ χρῆσις τοῦ 1927 δὲν θὰ ἐβαρύνετο δι’ οὐδεμιᾶς πληρωμῆς διὰ τὴν παράδοσιν ὅπλων Μπρέντου καὶ ἡ πίστωσις ἡ ἀναγραφεῖσα παρ’ ἡμῶν ὑπῆρξεν ὑπερβολικὴ καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων πλεονάζουσα. Καὶ τὶ ἔγινεν ἡ πίστωσις ἐκείνη, θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ παραλείψωμεν τελείως· ἀνελάβαμεν ὅμως τὴν πίστωσιν ἐκείνην εἰς χρῆσιν τοῦ παθητικοῦ ὑπολοίπου τοῦ ἔτους 1927–28. Ἐβαρύνθημεν δηλαδὴ δὲν μεταφέραμεν πιστώσεις εἰς μεταγενεστέρας χρήσεις. Ἐβαρύναμεν ἐπὶ πλέον τὴν χρῆσιν 1927–28 μὲ τὴν προμήθειαν τῶν ὅπλων τοῦ οἴκου Μπρέντα. Μὲ τὴν σύμβασιν ἐπίσης τοῦ ἐργοστασίου τῆς καλυκοποιείας ἔγινε τὸ ἴδιον, ἀνεγράψαμεν καὶ ἐκεῖ μίαν πίστωσιν περίπου 20 ἑκατομμυρίων. Αὐτὰ δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν καθολοκληρίαν. Διεθέσαμεν αὐτὰ εἰς ἀνάγκας ἄλλας τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ σύμβασις δὲ τοῦ καλυκοποιείου δὲν ἐβάρυνε καμμίαν ἄλλην. Ἐκ τῶν πραγμάτων ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὰς δηλώσεις μου κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, ὑποθέτω ὅτι ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τὴν γεννηθεῖσαν μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν τὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, δὲν θὰ ἔλεγεν ὅσα εἶπεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐκ τῶν πιστώσεων ἐκείνων τοῦ Μπρέντα ἀνεβάλαμεν τὴν ἐγγραφὴν πιστώσεων εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνεγράψαμεν ἕνα ποσὸν ὅμως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτόν. Τὶ ἔγινε τὸ ποσὸν αὐτό; ἀπεδείχθη κύριοι, ἔμεινεν πλεόνασμα, διότι ἡ σύμβασις τῆς καλυκοποιείας ἠκυρώθη ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἔγινεν ἔκτοτε οὐδεμία προμήθεια φυσιγγίων. Ὡς πρὸς τὰς προμηθείας ἐπίσης τοῦ οἴκου Φός, ἔγινεν ἡ παράδοσις κατὰ τὴν χρῆσιν 1927–28, ἀλλὰ λογιστικῶς ἦτο ἀδύνατος ἡ εἰσαγωγὴ τῶν δαπανῶν εἰς βάρος τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἐν τούτοις καὶ πάλιν ἀνελάβομεν τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγραφεῖσαν εἰς χρῆσιν τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων τοῦ ἔτους ἐκείνου. Συνετελέσαμεν διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ὥστε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐπὶ πλέον κατὰ ἕν ποσὸν 100 ἑκατομμυρίων ἡ χρῆσις 1927–28 καὶ δὲν ὑπελογίσαμεν τὸ ποσὸν αὐτό.
§109Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῖον ποσόν;
§110Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὰς τὰς ἀναλήψεις χρημάτων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον ἁπλοῦν!
§111Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μετεφέρατε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1928–1929.
§112Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν. Ἐγένοντο προβλέψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν. Σεῖς ὁμιλῆτε ἐπὶ τῶν βάσεων τῶν προβλέψεων τῶν ἰδικῶν μου. Σεῖς καθῆκον εἴχατε, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα καὶ ὄχι τὰς προβλέψεις μου. Εἴπομεν μόνον ἡμεῖς, ὅτι θὰ κάμωμεν μεταφορὰν πιστώσεων, ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς λόγος πρὸς τοῦτο· σεῖς δὲν ἠδύνασθε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰς δηλώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀνακριβεῖς. Ἐβαρύνθη λοιπὸν ἡ χρῆσις ἐκείνη, δὲν ἀνεκουφίσθη. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐπεβαρύνθη ἀκόμη ἡ χρῆσις 1927–1928 δι’ 150 ἑκατομμυρίων, διὰ στρατιωτικὰς προμηθείας αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἐτέθησαν καὶ αὐτὰ εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1927–1928 ἐκτὸς τῶν ἄλλων.
§113Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πῶς κατέστη δυνατόν ἀφοῦ δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, νὰ βαρύνουν τὴν χρῆσιν ἐκείνην;
§114Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι ἀνεγράφησαν αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι εἰς βάρος τῆς χρήσεως ἐκείνης, ἐνῶ δὲν ἐξετελέσθησαν κατ’ αὐτήν.
§115Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἠμποροῦν καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως νὰ δαπανηθῶσιν αὐτά;
§116Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, διότι χρεοῦνται εἰς τὴν χρῆσιν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας γίνεται ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ· δὲν χρεοῦνται εἰς τὰς προγενεστέρας χρήσεις. Λοιπὸν κατὰ τὴν χρῆσιν τὴν ἰδικήν μας τοῦ 1927–28, ἀνεγράφησαν πιστώσεις διὰ τὰς στρατιωτικὰς προμηθείας, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθησαν ὅμως, δὲν κατεβλήθη οὐδὲν ποσὸν διὰ νὰ ἀνακουφισθοῦν οἱαιδήποτε ἑπόμεναι χρήσεις, ἀνεγράψαμεν εἰς βάρος τῆς ἑπομένης χρήσεως 150.000.000.
§117Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Οὔτε μεταγενεστέρως δὲν ἐπληρώθησαν.
§118Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ πληρωθῶσιν εἰς μεταγενεστέρας χρήσεις. Ἔχουν δηλ. οἱ ἑπόμενοι ὑπουργοὶ ἕν ποσὸν 156.000.000, τὰ ὁποῖα ἀφήνομεν εἰς τὴν πάντα, διὰ πληρωμὴν στρατιωτικῶν προμηθειῶν αἱ ὁποῖαι δὲν κατεβλήθησαν κατὰ τὸ 1927–28.
§119Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, δὲν τὸ κάμνω διὰ νὰ σᾶς διακόψω, θέλω μόνον νὰ διαφωτισθῶ. Ἀπὸ ὅσα ξεύρω ἀπὸ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλογισθῇ εἰς μίαν χρῆσιν μία δαπάνη ἡ ὁποία δὲν θὰ δημιουργηθῇ κατ’ αὐτὴν ἢ τοὐλάχιστον δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς. Δι’ αὐτὰς τὰς πιστώσεις τῶν 156.000.000 διὰ στρατιωτικὰς δαπάνας λέγετε, ὅτι δὲν ἔγινεν, διαρκούσης τῆς χρήσεως ἡ πληρωμὴ τῶν ποσῶν αὐτῶν· δὲν ἀνελήφθη ἡ ὑποχρέωσις;
§120Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἐχρεώσαμεν τὰ παθητικὰ ὑπόλοιπα 1927–28.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ ἔχητε ἐνεργητικὰ ὑπόλοιπα.
§122Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὰ ἐνεργητικὰ ὑπόλοιπα ἔχω εἰς τὴν πίστωσιν Σουκρῆ.
§123Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἤθελον νὰ διαφωτισθῶ. Ἄν αὐταὶ αἱ δαπάναι τῶν 156.000.000 δὲν ἔγιναν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1927–28, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὰ παθητικὰ ὑπόλοιπά της. Ἢ γίνεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ στρατιωτικοὶ μὲ ἐπεσκέφθησαν καὶ μοῦ ἐζήτησαν ὅπως τοῦ λοιποῦ αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ μένουν εἰς τὰς δημοσίας ἀρχὰς ἀλλὰ νὰ κατατίθενται εἰς ἕν ταμεῖον. Ἀλλὰ τοὺς εἶπον, ὅτι ὅλαι αἱ πιστώσεις θὰ ἠμποροῦν νὰ δαπανηθοῦν εἰς τὸ ἑπόμενον.
§124Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἕνα Ὑπουργεῖον κάμνει ἀνάληψιν ἀθρόων πιστώσεων. Δηλοῖ εἰς τὸ λογιστήριον ὅτι χρειάζονται τόσα, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι θὰ τὰ χρησιμοποιήσουν, ἀποδεικνύεται ὅμως ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι αἱ πιστώσεις αὐταὶ δὲν χρησιμοποιοῦνται. Δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν τῶν πιστώσεων, καὶ νὰ τὰς ρίψῃ εἰς τὰς μεταγενεστέρας χρήσεις, ὅπως ἔγινεν μὲ τάς πιστώσεις Σουκρῆ.
§125Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἐκάμαμεν εἰς τὴν περίπτωσιν Σουκρῆ;
§126Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ σᾶς πῶ τὸ διατί. Διότι διαρκούσης τῆς χρήσεως ἐκείνης ἀνελήφθη ὑποχρέωσις, συνεπείᾳ μιᾶς συμφωνίας μὲ τὴν Τουρκίαν, ὅπως καταθέσωμεν ἀπὸ τοῦδε 500.000 λίρες ὡς ἐγγύησιν ἐνδεχομένης ἀπαιτήσεως τῆς Τουρκίας ἐκ τῆς συμβάσεως ἐκκαθαρίσεως τῶν ἰδικῶν της ἀστικῶν κτημάτων. Λοιπὸν ἦτο μία ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία ἀνελήφθη ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις δὲν βαρύνει τὸν προϋπολογισμόν σας καὶ ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἦτο μέγιστον. Ἀλλ’ ὀρθῶς εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγράψητε τὴν πίστωσιν αὐτὴν εἰς τὸν προϋπολογισμόν σας, ἀφοῦ ἐκάματε τὴν κατάθεσιν.
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως αὐτῆς εἰς βάρος τῆς χρήσεως αὐτῆς.
§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἀνελάβατε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσετε καὶ τὰ κατεθέσατε τὰ χρήματα ἐκεῖνα, ἠμπορούσατε νὰ μὴ τὰ γράψετε εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Πῶς θὰ ἐγίνετο ἡ κατάθεσις; Δὲν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ ἡ κατάθεσις αὐτὴ ἄνευ ἀναγραφῆς εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἔχω δίκαιον ἐγώ.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τώρα, κύριε Πρόεδρε, μίαν παράκλησιν θὰ σᾶς ὑποβάλω, νὰ ἀφήσητε καὶ ἐμέ, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου.
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, μὲ συγχωρεῖτε.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀνελήφθη εἰς βάρος οἱουδήποτε οἰκονομικοῦ ἔτους οἱαδήποτε δαπάνη, οἱαδήποτε πίστωσις. Δὲν εἶναι ἀνάληψις ὑποχρεώσεως γενομένη κατὰ τὸ ἔτος 1927–28· ἡ σύμβασις ἀνεγράφη τὸ 1926, ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, διότι οὐσιαστικῶς δὲν ἔγινε μέχρις αὐτῆς τῆς ὥρας ἀνάληψις εἰς βάρος οἱασδήποτε χρήσεως... Δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ εἰς βάρος οἱασδήποτε χρήσεως, οὔτε τοῦ 1928–29, οὔτε τοῦ 1929–30. Διατί; Διότι δὲν ὑπῆρξε καμμία πραγματικὴ ὑποχρέωσις. Ὑπάρχει μόνον μία προκαταβολὴ λόγῳ ἐγγυήσεως. Ἄν αὔριον ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ περιουσίαι αἱ Ἑλληνικαὶ αἱ καταλειφθεῖσαι ἐν Τουρκίᾳ ἔχουν μεγαλειτέραν ἀξίαν τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐγκαταλειφθησῶν Τουρκικῶν, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐγένετο οὐδεμία χρῆσις αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐπεστρέφετο. Θὰ ἦτό τι λογιστικῶς ἀκατανόητον...... Αὐτὰ ἄγονται εἰς λογαριασμὸν τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ ἰσολογισμοῦ. Ἄγονται εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ ταμείου τοῦ Κράτους, θεωροῦνται ταμειακὰ στοιχεῖα. Διατὶ ἐγράφησαν; Διότι ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία ἐπέμενε νὰ μὴ γραφῶσι καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθοῦν εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ δημοσίου ταμείου, διὰ νὰ γίνῃ ἡ πληρωμὴ ἡ λογιστική, ἐγὼ ἐπέμεινα νὰ κάμωμεν μίαν λογιστικὴν παρατυπίαν καὶ εἶπον, αὐτὰ νὰ μὴ τὰ θέσητε εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ ταμείου, ἀλλ’ εἰς βάρος τοῦ. Τοιουτοτρόπως ἔγινε καὶ διὰ τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις· ἔκαμα τὴν μεταφορὰν τῶν πιστώσεων αὐτῶν, διὰ νὰ καλυφθῇ ἕν μέρος τῆς δαπάνης ἀπὸ τὸ τίμημα τοῦ τριμεροῦς δανείου. Παρέμεινεν ὅμως ἕν παθητικὸν εἰς βάρος, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς χρήσεως 1927–28, ἐκ 255 ἑκατομμυρίων καὶ αὐτὸ ὑπελογίσθη διὰ τὴν πλήρη ἐξακρίβωσιν τοῦ περισσεύματος τῆς χρήσεως 1927–28. Αὐτὸν τὸν ὑπολογισμὸν ἔκαμα ἐν πάσῃ μετριοπαθείᾳ καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι τὸ περίσσευμα θὰ κατέλθῃ κάτω τοῦ ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ τὸ ἀνήγαγον. Ματαία λοιπὸν ἡ προσπάθεια τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ φροντίσῃ νὰ μειώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον μετὰ πάσης εἰλικρινείας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν καὶ τὸ ἄλλο: ὅτι τόσος ἦτο ὁ φόβος μου περὶ τῶν ἐλλειμμάτων, ὥστε ἔσπευσα νὰ ἐπιβάλω τόσους δασμοὺς κάμνων χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔλαβον τοῦ νὰ ἀρνοῦμαι οἱανδήποτε πίστωσιν τὴν ὁποίαν δὲν ἐθεώρουν χρήσιμον, καὶ ἐπέβαλα περιορισμοὺς σκληροτάτους εἰς πάσας τὰς ὑπηρεσίας καὶ μοῦ ἀνέφερεν σειρὰν τοιούτων περικοπῶν. Θὰ ἦτο περίεργον ἐὰν εἶχα ὅλην τὴν ἀνάμνησιν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν τῶν κονδυλίων, ἔχω ὅμως μίαν ἀνάμνησιν, ἵνα δώσω ἀπάντησιν ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ γενικευθῇ καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν περιπτώσεων, τὴν περίπωσιν ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῆς ὁδοποιΐας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ ἠρώτησεν, ἐν πλήρει πεποιθήσει ὅτι θὰ ἔμενα ἄναυδος. «Διατὶ περικόψατε τὰ 45.000.000 τῆς ὁδοποιΐας; Διατὶ ἀφήσατε ἀδιαθέτους πιστώσεις ἐκ τῆς ὁδοποιΐας; Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη κατασκευῆς ὁδῶν; Ἦσαν τόσαι ἀνάγκαι, ὥστε οἱονδήποτε ποσὸν καὶ ἄν διεθέτατε ὑπὲρ αὐτῶν θὰ ἦτο ἴσως ἀνεπαρκές». Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀφ’ ὅτου ἐρρυθμίσαμεν τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ ἀνεγράφετο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐπὶ τῇ προβλέψει τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως καὶ τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως περὶ ὁδοποιΐας, καθωρίσαμεν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἀπῃτεῖτο διὰ τὰ ἔργα τοῦ 1927–28. Δὲν ἠρνήθημεν ποτὲ οὐδεμίαν πίστωσιν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ οὐ μόνον δὲν ἠρνήθημεν ἀλλὰ προανηγγείλαμεν ὅτι δὲν θὰ ἀρνηθῶμεν. Εἴμεθα δηλαδὴ πρόθυμοι εἰς αὔξησιν τῶν πιστώσεων τῆς ὁδοποιΐας. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ὄχι μόνον ἐδώσαμεν ὅλας τὰς πιστώσεις αἱ ὁποῖαι ἦσαν διατεθειμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλὰ θὰ εἴμεθα πρόθυμοι ἐὰν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις περὶ ὁδοποιΐας, νὰ προβῶμεν εἰς αὔξησιν τῶν πιστώσεων ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀνάγκην τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του ὅλας αὐτὰς τὰς πιστώσεις. Ἀλλὰ τὶ συνέβη; Προέβημεν καὶ εἰς μίαν ἄλλην δύναμαι νὰ εἴπω ἐπίσης λογιστικὴν ἀταξίαν, διὰ τὴν διευκόλυνσιν τοῦ ὑπουργείου Συγκοινωνίας. Ποίαν; Ἐνῷ ὡς γνωρίζετε κανὼν λογιστικὸς εἶναι ἡ εἰδικότης τῶν πιστώσεων, νὰ χορηγοῦνται αἱ πιστώσεις δι’ ἕκαστον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ κεχωρισμένως διὰ τὸν ἔλεγχον καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, διότι δὲν ἐπετρέπετο μεταφορὰ ἀπὸ ἑνὸς κεφαλαίου εἰς ἄλλο, ἡμεῖς διὰ μιᾶς λογιστικῆς πράξεως ἐκάμαμεν μίαν χορήγησιν ἀθρόων πιστώσεων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας 50 ἑκατομμυρίων ἄνευ διαστολῆς κεφαλαίου καὶ ἄρθρου. Εἴπομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας «λάβε 50 ἑκατομμύρια καὶ δαπάνησε αὐτὰ κατὰ τὰς ἀνάγκας σου διὰ τὴν ὁδοποιΐαν». Ἐκάμαμεν καὶ αὐτὴν τὴν παρεκτροπὴν ἵνα ἀποφύγωμεν τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις. Πῶς προέκυψαν αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις; Προέκυψαν, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἠσχολεῖτο, κατετρίβετο μᾶλλον εἰς τὴν μελέτην τῶν συμβάσεων τῆς Δικτατορίας διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων. Δὲν εἶχε καταλήξει εἰς συμπέρασμα καὶ ἔμενον ὅλαι αἱ ἐργολαβίαι τοῦ Κράτους ἐκκρεμεῖς. Δὲν ἠρνήθημεν καμμίαν πίστωσιν. Ἤρκει νὰ μᾶς ζητήσουν, ἵνα τοὺς δώσωμεν. Ὥστε δὲν προέβημεν εἰς περικοπὴν πιστώσεων διὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας. Τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν θὰ εἶχον νὰ δώσω καὶ δι’ ὅλα τὰ ἄλλα κονδύλια. Μοῦ ἀνέφερον ὅτι ἠρνήθην ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν διορισμὸν ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος βεβαίως ἠρνούμην καὶ τῶν μᾶλλον ἀπαραιτήτων.
§132Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διδασκάλων εἶπον.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ τῶν διδασκάλων βεβαίως, διότι καθ’ ἥν στιγμὴν διεξήγετο αὐτὴ ἡ ὑπεράνθρωπος πάλη διὰ τὴν ἀποκατάστασιν μιᾶς ἰσορροπίας εἰς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ καὶ πανταχόθεν κατηγγέλετο ὅτι προεβαίνομεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρων καὶ ὅτι δὲν ἐπεχειρήσαμεν ὅλας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων ἦτο μέγας, ἔπρεπε νὰ λάβωμεν μίαν στερρὰν ἀπόφασιν, νὰ μὴ παροξύνωμεν ἀκόμη τὴν εὔλογον ἀντίδρασιν τὴν προερχομένην καὶ ἀπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀπὸ τῶν λαϊκῶν στρωμάτων νὰ μὴ τὴν παρατείνωμεν αὐτήν. Ὑπῆρξαν δαπάναι τὰς ὁποίας ἠρνήθημεν, καίτοι ἀνεγνωρίζετο ὅτι καὶ δίκαιοι ἦσαν καὶ ἐπιβεβλημέναι. Ὑπεχρεώσαμεν ὅλους τοὺς συναδέλφους μας ὑπουργοὺς νὰ περιέρχωνται ἐπὶ ἕν ἔτος ἐπὶ αὐτοκινήτων, τὰ ὁποῖα πράγματι ἦσαν ἐπικίνδυνα δι’ οἱονδήποτε ἄνθρωπον. Τὸ ἰδικόν μου αὐτοκίνητον ἐλλείψει φρένων, ἀνετράπη δίς. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἦτο. Ἀλλ’ ἠθέλατε νὰ ἀγοράσωμεν ἡμεῖς αὐτοκίνητον; Αἱ δαπάναι εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβάλλετο τὸ δημόσιον δὲν ἦσαν μικρότεραι, διότι τὰ πεπαλαιωμένα εἶχον φθαρῇ καὶ αἱ δαπάναι τῆς βενζίνης ἦσαν μεγαλύτεραι. Ἀλλὰ τὶ ἠθέλατε, νὰ ἐμφανισθῶμεν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ καινουργῶν αὐτοκινήτων, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν λαὸν τὰς βαρυτάτας θυσίας, τὰς ὁποίας καὶ σεῖς κατ’ ἐπανάληψιν ἀνεφέρατε ἀπὸ τοῦ βήματος; Ἠρνήθημεν ἐπίσης τὴν προαγωγὴν τῶν δέκα στρατηγῶν, καίτοι ἀπειληθέντες τότε νὰ ἴδωμεν ἐπερχομένην μίαν ἀκαταστασίαν κυβερνητικήν, τὴν ὁποίαν πάσῃ θυσίᾳ ἠθέλαμεν νὰ ἀποφύγωμεν, καίτοι ἀνεγνωρίζετο ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν τὴν προαγωγήν, κατόπιν τῶν προαγωγῶν αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ἐπὶ Δικτατορίας, εἶχον δίκαιον. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τηροῦμεν μίαν αὐστηράν, σχεδὸν ἀσκητικὴν γραμμήν, νὰ ἔχωμεν ὅλο τὸ δικαίωμα νὰ ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν λαὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ εἰσφέρῃ ὄχι βεβαίως διὰ τὴν κυβέρνησιν, ὄχι βεβαίως διὰ τὴν δημοτικότητα ἡμῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ σωτηρίαν. Δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθημεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν μποροῦν νὰ διορίζωνται ὑπάλληλοι αὐτὴν τὴν στιγμήν. Δὲν δυνάμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς αὐξήσεις προσωπικοῦ καὶ τὰς πλέον ἀναγκαίας ἕως ὅτου δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παράσχωμεν καὶ τὰ ἄλλα ἀνταλλάγματα τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν δαπανῶν εἰς τὸν λαόν. Εἴχομεν ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἦτο παράλογος καὶ ἀκατανόητος ἡ ἀξίωσις περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον εἴχομεν κατὰ τὸ 1914, ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν διετύπωσε κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων ὁ περίεργος καθηγητὴς τῆς δημοσίας οἰκονομίας. Διαρκῶς παρεκίνει τὸν λαόν, διαρκῶς ἐνέπνεεν εἰς αὐτὸν ὅτι διὰ τοῦ χρήματος αὑτοῦ τρέφει 26 ὁλοκλήρους χιλιάδας ἀργομίσθους ὑπαλλήλους. Περιορίσατε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, ἔλεγε, κατὰ 26 χιλιάδας. Αὐτὰ τὰ ἔλεγεν ὁ καθηγητὴς τῆς δημοσίας οἰκονομίας, φανταζόμενος ὁ περίεργος ἄνθρωπος ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς διοικήσεως τὴν ὁποίαν εἴχομεν κατὰ τὸ 1914. Ἦτο αὐτὸς ὁ καθηγητὴς τῆς δημοσίας οἰκονομίας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ὅταν ὅμως συνέστησα τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐμπειρογνωμόνων, ἔθεσα αὐτὸν πρῶτον ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης καὶ ὅταν εἰς τὴν πρώτην σύσκεψιν τοῦ εἶπον· «κύριε καθηγητά, δὲν εἶμαι ἐγὼ κατηγορούμενος διὰ τὴν σπατάλην αὐτὴν τῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν ὑπάρχῃ σπατάλη, σᾶς ἔθεσα ὅμως εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα λόγῳ τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον κατέχετε, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ ἀγῶνος τοῦ δημοσιογραφικοῦ τὸν ὁποῖον διεξηγάγετε καί δὲν ἐπαύσατε διεξάγοντες, λέγοντες εἰς τὸν λαὸν ὅτι πληρώνομεν 26 χιλιάδας ἀργομίσθους ὑπαλλήλους, σᾶς ἔθεσα, ἵνα ἔλθητε εἰς τήν ἐπιτροπὴν καὶ ὑποδείξητε τὸν πλεονάζοντα αὐτὸν ἀριθμόν. Ἔλθετε νὰ τακτοποιήσητε σεῖς ὁ ἴδιος τὰς περικοπὰς αὐτὰς μὲ τὰς ὁποίας διαβουκολεῖτε τὸν λαόν, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς περικοπῆς τῶν θέσεων τὰς ὁποίας θὰ κάμητε, εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθανθῇ μίαν ἀνακούφισιν». Καὶ ὁ περίεργος καθηγητὴς μοῦ ἀπήντησεν ὅτι δὲν μπορῶ νὰ μείνω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν «διότι ἔχω νὰ κάμω διαλέξεις εἰς τὴν Χάγην». Καὶ ἀπῆλθεν ὁ περίεργος καθηγητὴς παρὰ τὴν ἐπιμονήν μου, εἰς τὴν Χάγην, ἀφίνων τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ πιστεύῃ διὰ τῶν διδαγμάτων αὐτοῦ ὅτι πληρώνει 26 χιλιάδας ἀργομίσθους. Τότε ἐσκέφθημεν, ὅτι ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν μέχρι τῆς ἀπονιᾶς αὐτῆς ὥστε νὰ θελήσωμεν 26 χιλιάδας ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἐνσαρκώνουν τὴν πρόοδον καὶ τὴν ζωὴν μιᾶς φοβερᾶς περιόδου, μιᾶς δεκαπενταετίας ὁλοκλήρου κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη τὰς ῥιζικωτέρας τῶν μεταβολῶν, νὰ θελήσωμεν νὰ ἐξαγάγωμεν αὐτοὺς τῶν ὑπηρεσιῶν, ἐὰν δὲν ἐφθάνωμεν μέχρι τῆς ἀπονιᾶς αὐτῆς, τοὐλάχιστον νὰ μὴ αὐξήσωμεν ἐπὶ πλέον τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, νὰ καθορίσωμεν δηλαδὴ τὴν ἀπαιτουμένην δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν δύναμιν. Ἐλάβομεν λοιπὸν τὸ μέτρον, νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς νέον διορισμὸν ἕως ὅτου καθορισθῇ τὸ ζήτημα ποία ἦτο ἡ ἀναγκαία δύναμις δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν. Ἐὰν εἴχατε, εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, τὴν εὐχέρειαν τῆς μεταθέσεως τῆς πιστώσεως εἰς βάρος προηγουμένης χρήσεως διατί ἀφήσατε διὰ τῶν μέτρων ὅλων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα μετὰ τόσης αὐστηρότητος ἐθέσατε εἰς ἐφαρμογὴν ἕνα ποσὸν τεράστιον ἀδιαθέτων πιστώσεων; Αἱ πιστώσεις αἱ ἀδιάθετοι κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1927–1928 ἀνῆλθον εἰς 692 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐκ τῶν 692 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τὰ 80–90 ἑκατομμύρια ἀφορῶσιν ἀδιαθέτους πιστώσεις ὀφειλομένας εἰς τὴν διαφορὰν συναλλάγματος. Τὸ εἶπον καὶ προχθὲς ὅτι ὑπελογίσαμεν ἀρχικῶς τὰς πληρωμὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὲ τιμὴν λίρας 375 δραχμάς. Ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ μέσον ἐπίπεδον τῆς τιμῆς τῆς λίρας ἦτο πολὺ μικρότερον καὶ προέκυπτεν μία διαφορὰ 80 ἑκατομμυρίων. Εἴχομεν πράγματι ἀδιαθέτους πιστώσεις κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο 600 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Λέγει ὁ κ. ὑπουργός: Ἔπρεπε νὰ περιορίσητε τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις κατὰ 250 ἑκατομμύρια. Δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος 1927–1928, τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς οἰκονομικοῦ προγράμματος, περιθώριον 250 ἑκατομμυρίων ἀδιαθέτων πιστώσεων μᾶς ἀφίνει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὸ ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐξήρχετο μόλις ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν λογιστικὴν εὑρίσκετο εἰς πλήρη ἀναρχίαν. Ποῖον ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων ἄφησε κατὰ τὴν χρῆσιν 1928–1929 ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ἄφησε 350 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, εἰς ἐποχὴν πλήρους ὁριστικῆς τάξεως καὶ ὁμαλότητος. Δὲν μποροῦν νὰ ἀπευθύνωνται τοιαῦται κατηγορίαι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐξετάσας, κύριοι, μετὰ τῆς αὐτῆς ψυχραιμίας, μεθ’ ἧς ἠθέλησα νὰ ἀναλύσω καὶ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους τοῦ 1929–1930, ἔσπευσα νὰ ἀπονείμω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅλην μου τὴν ἐπιδοκιμασίαν, ὅλον τὸν ὀφειλόμενον ἔπαινον διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον κατήρτισε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοῦ ἀπέδωκε περισσῶς τὸν ἔπαινον τοῦτον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διὰ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα κατὰ τὸ ἔτος 1927–1928. Πράγματι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων συνετάχθη μετὰ πάσης δυνατῆς περισκέψεως, μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς συναινέσεως. Ἔχων ὑπ’ ὄψει ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ὅτι ἐλήφθησαν μᾶλλον πρὸ ὀφθαλμῶν αἱ βεβαιώσεις, συνέστησα δὲ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς μίαν κανονικὴν ὁδὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόβλεψιν τῶν ἐσόδων, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀναγραφὴν αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων. Ἐὰν ἠκολούθησε τὴν βάσιν αὐτὴν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, θὰ εἶμαι ἀπολύτως εὐτυχὴς νὰ ἐκφράσω καὶ δι’ αὐτὸ ὅλην μου τὴν ὀφειλομένην τέλος πάντων ἀναγνώρισιν μιᾶς πράξεως ὄντως ἀξιεπαίνου. Ἔχω ἐπιφυλάξεις ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ ἔχω τὰς ἐπιφυλάξεις αὐτὰς ὄχι διὰ νὰ εἴπω ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1928–1929 θὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα, ἀλλὰ ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποτρέψω τὸν κίνδυνον οἱουδήποτε ἐλλείμματος ἐκ τῆς ἀνακύψεως ἐνδεχομένων νέων ἀναγκῶν. Καὶ θὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἀπόθεμα τῶν 200.000.000 δραχμῶν τὸ ἐθεώρουν ἐπαρκές, ἐφ’ ὅσον ἤθελον προκύψῃ περιστάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέβαλον προσθέτους δαπάνας. Καὶ ἀναφέρω τὰς περιστάσεις αὐτάς, καὶ ἀναφέρω τὴν ἐνδεχομένην αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῶν δύο πολεμικῶν ὑπουργείων διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν, διότι πάντως θὰ γίνῃ μία αὔξησις τῶν δαπανῶν τῶν δύο πολεμικῶν ὑπουργείων διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν, διότι θὰ γίνῃ μία αὔξησις τῶν δαπανῶν αὐτῶν σήμερον ἢ αὔριον. Ἡ δαπάνη αὐτὴ θὰ καθορισθῇ εἰς ἕνα ὁλικὸν ποσόν, αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ θὰ ἀρχίσῃ ἡ κατανομὴ ἀπὸ τῆς χρήσεως αὐτῆς ἢ ἀπὸ τῆς ἑπομένης, αὐτὸ εἶναι ζήτημα καθαρῶς Κυβερνητικόν. Ἐὰν θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς μίαν οὐσιαστικωτέραν παρασκευήν, εἰς μίαν μεγαλειτέραν αὔξησιν τῆς δαπάνης, καὶ ἡ ἔναρξις τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν πιστώσεων τῶν προσθέτων αὐτῶν πρέπει νὰ γίνῃ ἀπὸ τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως τὸ ἀπόθεμα τῶν 400.000.000 θὰ ἀπεδεικνύετο ἀνεπαρκές. Ἐπίσης εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει μερικὴ πρόβλεψις δαπανῶν καὶ ὅτι ἕνα ποσὸν ἄλλης δαπάνης ἐκαλύφθη διὰ τῆς διαθέσεως τῶν πλεονασμάτων τῆς χρήσεως 1927–1928. Ἀπηλείφθησαν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ὅλαι αἱ πιστώσεις, αἱ συνήθεις καὶ κανονικαὶ πιστώσεις διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν κτιρίων.
§134Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὰ ὑπάρχουν.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀνεῦρον ἀναγεγραμμένην οὐδεμίαν σχετικὴν πίστωσιν. Ἐπίσης δὲν ὑπάρχει πρόβλεψις ἄλλης δαπάνης διὰ τὴν ἐφαρμογὴν γνωστῶν μέτρων τοῦ Κυβερνητικοῦ προγράμματος, τῶν μέτρων τῶν ἀφορώντων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ γεωργικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπίσης τὰς αὐξήσεις τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Δι’ αὐτὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοι ἀπήντησεν, ὅτι περὶ τούτου δὲν ἐλήφθη πρόνοια διότι ἐδημιούργησεν ἀντίστοιχον ἔσοδον. Δὲν ἤθελον προχθὲς νὰ δώσω ὀξύτητά τινα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν πράγματι τὰ 9.000.000 αὐτά, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν, ἐκαλύφθησαν, ἀντιμετωπίσθησαν διὰ τῆς δημιουργίας νέων ἐσόδων. Αὐτὸ δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν εἰμὴ ὅτι τείνομεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς καλύψεως τῶν νέων δαπανῶν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων.
§136Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τελῶν.
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Πρόκειται περὶ φορολογικοῦ βάρους τοῦ λαοῦ. Μὴ κάμετε αὐτὴν τὴν διαστολήν, διότι τότε ἔχετε ἕνα εὐρύτατον στάδιον καταστρατηγήσεως τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Εἴτε τέλη εἶναι εἴτε φόροι, ἀναμετροῦμεν τὸ φορολογικὸν βάρος τὸ ὁποῖον ἐπιπίπτει ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ λέγομεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι μία καθαρὰ αὔξησις τῆς φορολογίας τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἀπαριθμῶ μεταξὺ τῶν φορολογικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, δοθέντος ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας ἐπὶ τῆς μεταβιβάσεως τῆς ἀκινήτου περιουσίας ἐγὼ ἤμην ὑπερασπιστὴς τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ διαβεβαίωσις τὴν ὁποίαν ἔδωκε περὶ μὴ αὐξήσεως τῶν φάρων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ τμηματικῶς, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ κριθῇ ἐν τῷ συνόλῳ της. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἀλλαχοῦ μὲν αὔξησιν ἀλλαχοῦ δὲ μείωσιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ηὔξησεν τὸ φορολογικὸν βάρος ἐν τῷ συνόλῳ τῶν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, καὶ ἀπέδειξα ταύτην ἁπαντῶν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι ὑπάρχουν φορολογικαὶ αὐξήσεις χωρὶς νὰ ἀποτελῇ παράβασιν τοῦ Κυβερνητικοῦ προγράμματος καὶ ἀνέφερον μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴν αὔξησιν, τὴν ἀναμφισβήτητον αὔξησιν τῆς φορολογίας διὰ τοῦ φόρου τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας κατὰ 25.000.000 δραχμῶν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ἡ ὁποία εἶναι βάρος ἐφ’ ἅπαξ. Ἐγὼ ὑπέβαλον τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐδικαιολόγουν τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται αὔξησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται αὐτὸ τὸ πρόσθετον βάρος.
§138Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι εἰς τὸν λαόν, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ὠφελοῦνται ἐκ τῆς μεταβολῆς ποὺ ἔγινε.
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε τῆς Κεβερνήσεως, εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τοῦ λαοῦ.
§140Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς ὡρισμένους.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οἱ φόροι ἐπιβάλλονται κατὰ τμήματα εἰς τὸν λαόν, δὲν ἐπιβάλλονται ὅλοι εἰς ὅλους. Δὲν ἐπιβάλλονται ἀνεξαιρέτως εἰς ὅλους τοὺς πολίτας· σήμερον ἐπιβάλλεται εἷς φόρος εἰς ἓν τμῆμα πολιτῶν καὶ αὔριον ἐπιβάλλεται ἐπὶ ἄλλου τμήματος.
§142Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ γεγονός, ὅτι δὲν πρόκειται μία κατηγορία πολιτῶν νὰ πληρώσῃ 25.000.000 δραχμῶν, ἰσχυούσης τῆς προηγουμένης φορολογίας, καὶ θὰ τὰς ἐπλήρωνε μὲ τὸ νέον νομοσχέδιον......
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ πληρώσουν, διότι ἔγινε νόμος, ὁ ὁποῖος ἐβελτίωνε τὴν θέσιν των.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1923· τότε ἐγένετο ἡ ρύθμισις αὐτὴ καὶ ἐπλήρωσαν τὸν φόρον των ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀρτίου.
§146Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ σεῖς ἔχετε κάμει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε τὴν Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι αὔξησις βαρῶν δεδικαιολογημένη. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀρνεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι αὔξησις βαρῶν. Εἶναι αὔξησις βαρῶν καὶ μάλιστα ἐπειδὴ ἐπιμένετε σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι αὔξησις βαρῶν οὐσιαστικὴ καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω ἀμέσως διότι πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας. Ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι φόρος προσωπικός, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιβάλλεται, κ. ὑπουργέ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν περιουσίαν τινος. Ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν καθαρῶν ἐξαγομένων τοῦ συνόλου τῆς περιουσίας. Ἐὰν ἔχετε μίαν περιουσίαν 6 δισεκατομμυρίων δραχμῶν καὶ χρεωστᾶτε 6 δισεκατομμύρια δραχμῶν, δὲν θὰ πληρώσετε οὐδὲ ὀβολὸν εἰς τὸ Κράτος.
§148Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῖος τὸ ἀμφισβητεῖ αὐτό;
§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς τὸ ἀμφισβητεῖτε καὶ θὰ σᾶς εἴπω πῶς τὸ ἀμφισβητεῖτε. Ἔρχεσθε καὶ λέγετε «κύριε, σᾶς ὑπολογίζω τὴν τιμὴν τῆς λίρας εἰς δραχμὰς 325, ὅπως τὸ ὑπελογίζατε τὸ 1923». Ἀλλά, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τοῦ 1923 καὶ ἐντεῦθεν αἱ περιουσίαι ὑπέστησαν ῥιζικὴν ἀλλοίωσιν.
§150Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω πὼς ὑπάρχει παρεξήγησις. Ἐπιμένετε νὰ νομίζετε, ὅτι ὑπεστήριξα τὸν νόμον σας. Ὁ νόμος σας τὸ λέγει αὐτό.
§151Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τὴν ἀνατίμησιν τῆς λίρας, διὰ τὸν ὑπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῆς λίρας.
§152Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐνθυμεῖσθε πῶς ἔχει τὸ ζήτημα;
§153Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς δώσω πλήρη ἐξήγησιν. Θέλετε νὰ τὴν δώσετε σεῖς; Προτιμῶ ἀμέσως νὰ τὴν δώσω ἐγὼ ὁ ἴδιος. Ὁ ἡμέτερος νόμος τὶ λέγει; Λέγει ἔχετε καταθέσει εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς χρυσόν, θὰ σᾶς τὰς ὑπολογίσω εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς περιουσίας σας, διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ φόρου τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας σας ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς 25 δραχμῶν. Γίνεται ἡ καταγραφὴ τῶν περιουσιῶν καὶ εὑρέθη, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῶν 25 δραχμῶν, εἶχεν ἐνεργητικὸν Χ καὶ παθητικὸν ἐπίσης Χ· αὐτὸς δὲν θὰ πληρώσῃ καθόλου φόρον. Ἔρχεσθε σεῖς ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ λέγετε: κύριε, θὰ πληρώσῃς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῆς λίρας. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ περιουσία, καὶ ἂν εἶχεν ἐνεργητικόν, περιέστη εἰς παθητικὸν καὶ αὐτὸς θὰ πληρώσῃ ἐντελῶς ἀχρεωστήτως.
§154Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σεῖς τὸ ἀνεγνωρίσατε ὡς δικαιολογημένον.
§155Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κατ’ ἀρχήν, εἶπον ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένον. Ἡμεῖς, προκειμένου νὰ ἐφαρμώσωμεν σειρὰν φορολογικῶν μέτρων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ προσφύγωμεν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἐψήφισεν ἡ Βουλή, ὡς ἀφορῶν καὶ αὐτὸ αὔξησιν φορολογικήν. Τὸ ἐψήφισεν τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν.... αὔξησιν τῶν φορολογιῶν. Ἐγὼ δὲν ἐκάκισα τὴν Κυβέρνησιν· διότι ἐγὼ ἀποβλέπω εἰς τὸ σύνολον τῶν βαρῶν. Ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν φόρων καὶ ἀντιληφθῶ τὴν αὔξησιν εἰς τὴν ὁποίαν κατ’ ἀνάγκην προέβη ἡ Κυβέρνησις καὶ εὕρω, ὅτι ὑπάρχει βάρος προσπῖπτον εἰς τὸν λαόν, τότε βέβαια θὰ εἴπω, ὅτι καλῶς ἔπραξε, δὲν ἔμεινεν ὅμως πιστὴ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός της. Ἦτο λοιπὸν περιττὸν νὰ τὰ διαψεύσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἡ διάψευσίς του δὲν ἐστηρίζετο πουθενά, ἦτο ἀπολύτως ἀστήρικτος. Αἱ παρατηρήσεις μου, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους δὲν ἀπέβλεπον, καθὼς κατ’ ἐπανάληψιν ἐδήλωσα, εἰς τὴν χρῆσιν αὐτήν, ἀπέβλεπον κυρίως εἰς τὴν μέλλουσαν χρῆσιν· εἰς τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὑπελόγισα, καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ὑπολογισμοί μου, ὅτι ἡ μέλλουσα χρῆσις θὰ εἶναι δυνατόν, νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ βαστάξῃ ἕνα πρόσθετον βάρος ἐξόδων 450–500 ἑκατομμυρίων. Ἴσως οἱ λογαριασμοί μου νὰ εἶναι ὑπερβολικοί, ἴσως νὰ εἶναι ἀνεπαρκεῖς· περὶ αὐτοῦ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς πληροφορήσω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγώ, ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν ὑπελόγισα τὸ πρόσθετον βάρος εἰς 450 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐγὼ εἶπον κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε σεῖς τὴν ἑσπέραν αὐτήν, σχεδὸν δύναμαι ἐπὶ λέξει νὰ σᾶς τὸ εἴπω. Ἡ Κυβέρνησις, εἴπατε τὴν ἑσπέραν αὐτήν, ἔχουσα νὰ ἀντιμετωπίσῃ νέας δαπάνας δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ἐπιβολὴν φόρων, δὲν ἀναμένει τι σοβαρὸν ἀπὸ τὰς οἰκονομίας καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ ἀληθῶς δυσχέρειαν. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν, ἔχων ἀκριβῶς πρὸ ὀφθαλμῶν πόσον εἶναι δυσεπίτευκτος ἡ πραγμάτωσις οἰκονομιῶν, ἔστω καὶ παρὰ Κυβερνήσεως ὁμοιογενοῦς, συγκεντρούσης, οἷαν συγκεντρώνει δύναμιν ἡ Κυβέρνησις, ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος συνήντησα, τὴν εὔλογον ἀντίδρασιν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν οἰκονομιῶν εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὰς ἄλλας. Ἔχων ἐπίσης πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἐπιβολὴ νέων φόρων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὄχι μόνον διότι τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι δὲν θὰ ἦτο ἀνεκτὴ ἡ αὔξησις τοῦ φορολογικοῦ βάρους ἀπὸ τὸν λαόν. Ἔχων ἀκριβῶς ὑπ’ ὄψιν τὴν δυσχέρειαν αὐτήν, συνέστησα, νὰ γίνῃ μετὰ προσοχῆς χρῆσις τοῦ ἀποθέματος, τὸ ὁποῖον εἰς χεῖρας της ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ πλεονάσματος τοῦ τριμεροῦς δανείου, διὰ τὴν ἐξόφλησιν ἑνὸς ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη εἰς 1250 ἑκατομμύρια, ἐφ’ ὅσον δὲν εἴχαμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν αὔξησιν τῶν καλυμμάτων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὁριστικὴ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχει ἤδη ἡ Κυβέρνησις διαθέσιμον ἕν ποσὸν 1250 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Συνέστησα τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ κεφαλαίου μετὰ πάσης φειδοῦς καὶ προσοχῆς. Διότι ἡ περίοδος τὴν ὁποίαν σήμερον διανύομεν, εἶναι περίοδος μεταβάσεως ἀπὸ τῆς οἰκονομικῆς ἀναρρώσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἰσῆλθε τὸ Κράτος εἰς τὸ στάδιον τῆς πλήρους ὑγείας. Ὑπολογίζω, ὅτι τὸ στάδιον αὐτὸ τὸ μεταβατικὸν δὲν θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ μακρόν. Πόσον ἀκόμη θὰ χρειασθῇ διὰ νὰ ἀνακτήσῃ ὁ λαὸς ὅλας του τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις; Θὰ ἐχρειάζοντο ἀκόμη 2–3 ἔτη τὸ πολύ. Θὰ ἦτο τότε δυνατὴ ἡ ἀντιμετώπισις οἱασδήποτε νέας δαπάνης ἐκ τῆς φυσιολογικῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τὰ ὁποῖα θὰ εἰσήρχοντο πολλαπλάσια εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ τῆς μεγαλειτέρας καταναλωτικῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατὰ τὴν μεταβατικὴν λοιπὸν περίοδον τῶν 2 ἢ 3 ἐτῶν ἐγὼ συνέστησα πᾶσαν προσοχήν, ὥστε οὐδὲ πόρρωθεν νὰ μὴ κλονισθῇ τυχὸν καὶ ἐν τῇ ἰδέᾳ τοῦ κοινοῦ ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν οἰκονομικὴν εὐστάθειαν τοῦ Κράτους· καὶ εἶπον: τὸ ποσὸν τῶν 1.250 ἑκατομ. δραχμῶν δύνασθε νὰ τὸ διαθέσητε εἰς πᾶσαν ἀνάγκην, διότι τὸ χρῆμα τοῦ Κράτους διατιθέμενον εἰς οἱανδήποτε κοινωνικὴν ἀνάγκην παρέχει μίαν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν μεταβατικὴν αὐτὴν περίοδον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφύγῃ τοὺς πειρασμοὺς τῆς διαθέσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελον ἐξασφαλισθῆ δύο τινά, πρῶτον μία σχετικὴ ἀνακούφισις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ δεύτερον μία ἐξασφάλισις ἐναντίον οἱουδήποτε κινδύνου ἐλλείμματος εἰς τὸ μέλλον· δηλ. ἔπρεπε νὰ διαθέσωμεν ἓν μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου διὰ τὴν ἐλάττωσιν φορολογιῶν τινῶν ἀπολύτως πιεστικῶν διὰ τὸν λαὸν, αἱ ὁποῖαι παρεμποδίζουν τὴν παραγωγικήν του ἀνάπτυξιν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς ἀσφάλιστρα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν προσθέτων νέων δαπανῶν. Ἀπέκλεισα τὴν χορήγησιν καὶ ὑπὲρ οἱωνδήποτε ἄλλων κοινωνικῶν ἀναγκῶν; Ποσῶς. Ἐὰν τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν 1250 ἑκατομμυρίων θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσωσιν, ἀφ’ ἑνὸς διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν πιεστικωτέρων ἐκ τῶν φόρων καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ ἀσφαλίστρου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀπαραίτητον διὰ τὸ μέλλον, τὸ περισσεῦον ποσὸν ἀσφαλῶς πρέπει νὰ διατεθῇ διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀμεσωτέρων κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Ποῖον εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ χρειασθῇ δι’ ἀσφάλιστρον; Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ καθορίσω. Ἐὰν ἔχητε τὴν πρόβλεψιν ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος τις ἐλλείμματος, καὶ θὰ πείσετε περὶ τούτου τὴν κοινωνίαν, οὔτε εἰς τὸ ἑπόμενον οὔτε εἰς τὸ μεθεπόμενον ἔτος δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ θέσητε κατὰ μέρος οἱονδήποτε ποσὸν δι’ ἀσφάλειαν τοῦ κινδύνου τούτου καὶ θὰ χρησιμοποιήσετε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν διὰ τὰς φορολογικὰς ἀνακουφίσεις τὰς ἐπιβεβλημένας καὶ διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἄλλων ἀναγκῶν. Ποῖαι εἶναι αἱ φορολογικαὶ ἀνακουφίσεις; Ἂν δὲν θέλετε νὰ καταργήσετε τὴν φορολογίαν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ἠμπορεῖτε νὰ τὴν μεταρρυθμίσετε κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ εἶναι ἀνεπαίσθητος εἰς τὸν λαόν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀπέστεργον νὰ συστήσω ὅπως κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς μεταβάσεως, καθ’ ἣν ὁ λαὸς ἔχει ἀνάγκην μιᾶς προσκαίρου ἐνισχύσεως, μιᾶς τονώσεως διὰ νὰ ὑπερβῇ τὰς μεγάλας δυσχερείας πρὸ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται, ἡ ἀνακούφισις τῆς γεωργικῆς τάξεως διὰ τὸ 1929–1930 καὶ διὰ τὸ ἑπόμενον θὰ ἦτο ἀπολύτως ἐνδεδειγμένη ἐκ τοῦ ἀποθέματος αὐτοῦ τοῦ εὑρισκομένου εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν μετὰ διετίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀντιμετώπιζε τὸ ὅλον φορολογικὸν πρόβλημα, θὰ ἦτο εἰς θέσιν, ἐφ’ ὅσον ἡ γεωργικὴ τάξις ἤθελεν ἀνακύψῃ ἐκ τῶν μεγάλων βαρῶν ὑπὸ τὰ ὁποῖα κύπτει, νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν φόρον αὐτὸν ὑπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μορφήν. Ἂν ἐξακολουθῇ ὁ λαὸς νὰ κύπτῃ, θὰ ἀπέβλεπεν εἰς μεγαλειτέραν καὶ βαθυτέραν ἀνακούφισιν, δοθέντος ὅτι ἡ φυσιολογικὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων θὰ ἐπήρκει εἰς οἱασδήποτε δαπάνας. Αὐταὶ ἦσαν αἱ συστάσεις διὰ τὴν διάθεσιν καὶ προσέθεσα, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ἡ ἀναμέτρησις ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων νὰ γίνῃ μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ διότι δυστυχῶς δὲν εἶναι τὰ ἐλλείμματα μόνον τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τῶν ὁποίων τὸν φόβον ὀφείλομεν νὰ αἰσθανόμεθα, εἶναι καὶ ἡ ἐνδεχομένη ὑπόνοια εἰς τὴν κοινὴν γνώμην περὶ παθητικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτὴν ἀπόλυτον τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἀπέναντι οὐδεμιᾶς περιπτώσεως δὲν θὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον τοῦ ἐλλείμματος τὸ ἑλληνικὸν Κράτος ἐφεξῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἓν περιθώριον, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀσφάλιστρον· διότι τότε μόνον ἡ πίστις τοῦ Κράτους δὲν θὰ διέτρεχε τὸν κίνδυνον κλονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀνεπτεροῦτο, διὰ νὰ ἔχωμεν ὅλα τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀναμενόμενα ὀφέλη. Καὶ προσέθεσα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ θελήσωμεν νὰ δώσωμεν μείζονα προσοχὴν εἰς τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, ἡ ὁποία τελευταῖα ὑπέστη μίαν ὀπισθοδρόμησιν. Ὑπῆρξε δυσπιστία, ὀφειλομένη εἰς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐθεώρουν ὡς προϊόντα ἀτυχοῦς ἐμπνεύσεως καὶ εἰς γεγονότα ἄλλα τὰ ὁποῖα εὑρίκονται ἐντελῶς ἔξω τοῦ κύκλου τῆς Κυβερνήσεως, καί ἀνέφερα μεταξὺ ἄλλων καὶ ἐνδεικτικὰ τῆς ὀπισθοδρομήσεως καὶ ὡς αἴτια τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα εἰδικῶς διὰ τὰ ἀνταλλάξιμα. Ἐπίσης ἀνέφερα, ὡς γνωρίσματα τοῦ κλονισμοῦ τὸν ὁποῖον ὑπέστη ἡ πίστις του, τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου Χάμπρο καὶ τὴν σύναψιν ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεῖς, ἐπαχθεστάτους, τοῦ δανείου Σέλιγκμαν. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι, εἰλικρινῶς νὰ μὴ ἐπανέλθω ποσῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐστηρίχθη ἐπὶ μιᾶς καθαρᾶς οὐτοπίας, ὑπέθεσεν ὅτι ἐξ αὐτῆς ἦτο δεκτὸν νὰ ἀρυσθῇ τεράστια ὀφέλη ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ κατεῖδεν εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι ἡ πραγμάτωσις τῶν κερδῶν τούτων ἦτο καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνέφικτος καὶ ἀνέκρουσεν, ὀρθῶς, πρύμνην. Ἀλλ’ ἡ ἐξαγγελία τοῦ μέτρου αὐτοῦ ἦτο τοιαύτης φύσεως, ὥστε ἀδύνατον θὰ ἦτο νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀντίκτυπος ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης, οὔτε ἦτο δυνατὸν ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ματαίωσις τῆς μειώσεως τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς πλήρη ἄμεσον ἀναστήλωσιν τῆς δημοσίας πίστεως. Αὐτὰ τὰ πράγματα χρειάζονται χρόνον τινὰ διὰ τήν πλήρη ἀποκατάστασιν καὶ νέας προσθέτους ἀποδείξεις ἀπολύτου εἰλικρινείας τοῦ Κράτους εἰς τὰς ἐνόμους του σχέσεις, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ κοινοῦ πρὸς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Ὑπῆρξε λοιπόν, οὔτε ἠδύνατο νὰ μὴ ὑπάρξῃ, ἀντίκτυπος τῆς διαχειρίσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἐπὶ τῆς γενικῆς τοῦ τόπου πίστεως. Ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου Χάμπρο εἶχε σχέσιν. Ὁ ἀντίκτυπος εἶχεν ἐκδηλωθῆ καὶ παρέμεινε μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου τοῦ Χάμπρο κατόπιν καὶ ὅτι παρέμεινεν εἶναι πρόδηλον, διότι τὸ βλέπομεν εἰς τὴν τιμὴν αὐτὴν τῶν χρεωγράφων τῶν ἀνταλλαξίμων, διότι ἐνῷ πρὸ τῆς ἐξαγγελίας τῆς μειώσεως τῶν τόκων τῶν ἀνταλλαξίμων ὑπῆρχε μία ἀκατάσχετος ροπή, πρὸς ὕψωσιν τῶν ὁποίων ἐφοβήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ....
§156Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Φυσικά.
§157Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Φυσικὰ λέγω καὶ ἐγώ.
§158Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἐτελείωσε τὸ ζήτημα, διατὶ σταματᾷ ἡ αὔξησις;
§159Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε τὰ πράγματα νὰ τὰ θέσωμεν ἀπολύτως ἐπὶ μιᾶς ἀνατομικῆς τραπέζης, ἡ ὁποία νὰ στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ὑπολογισμῶν; Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ πίστις διαφεύγει τοὺς πραγματικοὺς αὐτοὺς ὑπολογισμούς. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς Αἰγύπτου ἤρχοντο ἐδῶ καὶ προσέφερον τὸ χρῆμα των διὰ τὴν ἀθρόαν ἀγορὰν ἀνταλλαξίμων, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἡ ἐπένδυσις αὐτὴ ἦτο συμφέρουσα, ὅταν εἶδον ὅτι τὸ Κράτος δὲν θεωρεῖ ὅτι εἶναι ὑπόχρεον νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ ἠδύναντο νὰ τρέξουν τὸν κίνδυνον τῆς περικοπῆς, σήμερον αὐτῆς καὶ αὔριον ἄλλης καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ καταληφθοῦν ὑπό τινος δισταγμοῦ καί ἄλλοι νὰ ἀποσύρουν τὸ τὸ χρῆμα των, νὰ δώσουν δηλαδὴ εἰς πώλησιν τὰ ἀνταλλάξιμα, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ προδοῦν, ὡς θὰ προέβαινον ὑποθέτω, εἰς τὴν ἀγορὰν τίτλων ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς χρηματαγορᾶς. Ἡ πίστις εἶναι πρωτίστως ἐντύπωσις καὶ δευτερεύοντως πραγματικαὶ συνθῆκαι. Ἔμεινε λοιπὸν ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἀπολύτως ἀσφαλὲς ἡ τοποθέτησις εἰς χρεώγραφα τὰ ὁποῖα ἀποφέρουν μεγάλον τόκον καὶ ἀποφεύγει οἱοσδήποτε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ χρήματός του, νὰ τὸ ἐκθέσῃ εἰς ἀγορὰς ὅπως δήποτε ἐπισφαλεῖς. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ πολιτικὴ αὐτὴ νὰ μὴ συνετέλεσεν ἔν τινι μέτρῳ τοὐλάχιστον, καὶ εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου ἡμῶν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἀγοράν, ὄχι μόνον, διότι ὑπάρχουν θετικώτερά τινα δεδομένα περὶ τούτου, διότι καθὼς γνωρίζετε ὑπάρχει ἕν ἀσφαλιστικόν.... ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ τοποθέτησις, τὸ ὁποῖον δὲν ἠθέλησε νὰ ἀγοράσῃ.
§160Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατί;
§161Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω.
§162Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διότι εἴπομεν πρὸς στιγμήν, νὰ κατεβάσωμεν τὸν τόκον ἀπὸ 8 εἰς 6, ἢ ἕνεκα τῆς ὑποθέσεως τῆς Πάουερ;
§163Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἕνεκα τῆς ὑποθέσεως Πάουερ καὶ ἕνεκα τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων.
§164Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀποκλειστικῶς δι’ αὐτὸ μᾶς ἔκαμε πόλεμον καὶ προσεπάθησε νὰ βελτιώσῃ τοὺς ὅρους τῆς Πάουερ.
§165Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπῆρξεν ἔν τινι μέτρῳ....
§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπ’ οὐδενὶ μέτρῳ....
§167Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. .... δυσπιστία, γεννηθεῖσα ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀξίας καὶ αὐτὸ ἀπέτρεψε τοὺς συνήθεις πελάτας νὰ προσέλθουν. Εἴχομεν ἕνα ἀντίκτυπον, ὁ ὁποῖος προσετέθη καὶ εἰς τοὺς ἄλλους παράγοντας τοὺς καθαρῶς ἐγχωρίους καὶ δι’ αὐτὸ ἐδημιουργήθη ἡ ἀποτυχία, παρὰ τὰς προβλέψεις τοῦ ἀναδόχου οἴκου. Ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι εἰς τὸ δάνειον ἐκεῖνο μὴ στηριζόμενον εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἐλέγχου ἐνεφανίζετο ὑπὸ ὅρους πλημμελεῖς εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἀγορὰν δυσθύμως διατεθειμένων διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν. Ὁ Χάμπρο ὑπελόγισεν ἐπὶ τῶν συνήθων πελατῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν, ἀλλ’ οἱ πελάται αὐτοί, διὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον λόγον, δὲν ἠθέλησαν τὴν τοποθέτησιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν χρηματαγορὰν καὶ βλέποντες ὅτι δὲν ἦσαν ἐξησφαλισμένοι μὲ τὴν ἐξυπηρέτησιν ὑπὸ τοῦ Δ.Ο.Ε., δὲν προσῆλθον καὶ εἴχομεν αὐτὴν τὴν ἀποτυχίαν, ἡ ὁποία ἐσημείωσε προσωρινήν, προσωρινωτάτην, θέλω νὰ τὸ πιστεύσω ἀπολύτως......... Καὶ ὀφείλω ν’ ἀναφέρω ἐπιπροσθέτως, κύριοι, ὅτι εἰς τοῦτο δὲν δύναται παρὰ νὰ λεχθῇ ὅτι ὀφείλονται ἔν τινι μέτρῳ καὶ οἱ ἐπαχθεῖς ὅροι. Ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ ἠρώτησεν: ὑπάρχουσιν ἐπαχθεῖς ὅροι; Ποῖοι εἶναι αὐτοί; Θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἀμέσως. Οἱ ὅροι εἶναι ἀπολύτως ἐπαχθεῖς ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ ἐσχάτου. Εἶναι ἐπαχθὴς ὁ ὅρος τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τούτου εἰς τὴν Ἀμερικανικήν ἀγοράν, διότι ὁρίζεται τιμὴ ἐκδόσεως, διότι λαμβάνεται ὡς βάσις ἐκδόσεως ἡ τιμὴ τοῦ τριμεροῦς δανείου εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Νέας Ὑόρκης, μεῖον 6 μονάδας. Καὶ εἶναι πασίγνωστον, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν καὶ τοῦ τριμεροῦς ἑπομένως εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην εἶναι πολὺ κατωτέρα ἀπὸ τὴν τιμὴν ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, ἡ ὁποία ἰσχύει εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Λονδίνου. Ἔχομεν λοιπὸν ἐπὶ πλέον ἐπιβάρυνσιν, λόγῳ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τοῦ τριμεροῦς εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν ἀγοράν, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ ἀξίαι ἡμῶν διαπραγματεύονται ἐπὶ ἐπιπέδων κατωτέρων τῆς Ἀγγλικῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ τιμὴ τοῦ τριμεροῦς, ἡ ὁποία ὁρίζεται ὡς βασικὴ τιμὴ ἐκδόσεως, διὰ τὸ δάνειον Σέλιγκμαν ἡ τιμὴ ἡ τρέχουσα τοῦ τριμεροῦς· θὰ μειωθῇ κατὰ τὴν διαφορὰν τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τῆς προθεσμίας τῆς λήξεως τοῦ παραγωγικοῦ δανείου καὶ τοῦ τριμεροῦς. Ὅσον πλησιάζομεν πρὸς τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας ἑνὸς χρέους, ἐπί τοσοῦτον καὶ αἱ τιμαὶ τῶν χρεωγράφων ὑψοῦνται περισσότερον.
§168Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Γνωρίζετε τὴν διαφορὰν τῆς ἀγορᾶς μεταξὺ τῆς Νέας Ὑόρκης καὶ τοῦ Λονδίνου. Εἰς τὴν πρώτην ἀγορὰν ὁ τόκος λαμβάνεται εἰς τὴν τιμὴν τὴν τρέχουσαν, ἐνῷ εἰς τὴν ἄλλην ὄχι.
§169Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς τὸ δάνειον Σέλιγκμαν ὁρίζεται, ὅτι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ διαφορά, ἡ προερχομένη ἐκ τῶν δεδουλευμένων τόκων καὶ τῆς προθεσμίας τῆς λήξεως ἑκατέρων τῶν χρεῶν.
§170Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) Εἶναι ἐπαχθὲς αὐτό;
§171Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἕτερος ὅρος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπολύτως ἐπαχθής. Ὑπάρχει ὁ ὅρος κατὰ τὸν ὁποῖον ὁρίζεται, ὅτι ἐνῷ τὸ δάνειον συνάπτεται εἰς ὡρισμένον νόμισμα, τὸ δολλάριον ἡ ἐξόφλησις θὰ γίνῃ εἰς τὸ νόμισμα τὸ ὁριζόμενον ὑπὸ τῆς ἀναδόχου Τραπέζης.
§172Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς ὅλα τὰ δάνεια εἶναι αὐτό.
§173Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς οὐδὲν δάνειον κατ’ αὐτῶν ὁρίζεται, ὅτι ἡ διαφορὰ ἡ ὁποία θὰ προέκυπτεν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ δανείου κατὰ τὰ 40 ἔτη ὅτι θὰ ἐπιρριφθῇ εἰς βάρος τοῦ ὀφειλέτου. Ὑπάρχει ἕτερος ὅρος ἐπίσης ἐπαχθὴς κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία μὴ ἀρκουμένη εἰς ὅλας τὰς ἐγγυήσεις τὰς παρεχομένας ἀπὸ τὴν Δ.Ο.Ε. ἀπὸ τὰς ὑπεγγύους προσόδους, μὴ ἀρκουμένη εἰς τὰς ἐγγυήσεις αὐτάς, ζητεῖ ἐγγυήσεις ἀναλόγους πρὸς τὰς τοῦ προσφυγικοῦ δανείου τοῦ 1924, δηλ. τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐνυποθηκεύσεως ὅλων τῶν ἀποκαλυφθησομένων γαιῶν ἐκ τῶν ἀποξηραντικῶν ἔργων. Ὅροι ἀπολύτως δεσμευτικοὶ εἰς βάρος τοῦ Κράτους, προσφέροντες τὴν ἀκίνητον αὐτοῦ περιουσίαν. Ὑπάρχει ἕτερος ὅρος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀνάδοχος οὗτος δύναται ἀνὰ πᾶσαν ὥραν καὶ στιγμὴν ν’ ἀποσυρθῇ ἄνευ ζημίας τινὸς ἀπὸ τὴν σύμβασιν αὐτήν. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀντιθέτως τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν δίδεται. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἤθελεν ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, τότε εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μὴ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν ἀγοράν.
§174Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν ἀγορὰν διὰ τὸ ἄνω δάνειον.
§175Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα ἐπὶ ὡρισμένην χρονικὴν διάρκειαν.
§176Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δι’ αὐτὸ τὸ δάνειον.
§177Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἡ χρονικὴ περίοδος, ἡ ὁποία ἔχει τὴν στενοχωρίαν. Ἂν αὔριον μεταβληθοῦν οἱ ὅροι τῆς Ἀμερικανικῆς ἀγορᾶς;
§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγει ὅτι ἀκυροῦται ἡ σύμβασις.
§179Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν δέχεσθε σεῖς τούς ὅρους, ἀποσύρεσθε ἐκ τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ὁ μὲν Χάμπρο ἐν περιπτώσει ἀποχωρήσεως δὲν ὑφίσταται καμμίαν ζημίαν, σεῖς δὲ ἐὰν θελήσητε νὰ ἀποσυρθῆτε, δὲν δύνασθε νὰ τὸ πράξητε εἰμὴ διὰ τοῦ ἰδίου οἴκου.....
§180Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§181Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν αἱ πρόσθετοι δεσμεύσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν εἰς ὅλα τὰ προηγούμενα δάνεια τὰ ὁποῖα συνήψαμεν προσφάτως· δι’ αὐτὸ οἱ ὅροι εἶναι ἀπολύτως ἐπαχθεῖς. Αἱ παρατηρήσεις μου ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγένοντο ἐκ μιᾶς ἀγαθῆς προθέσεως νὰ συμβάλλω καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον διὰ τῆς ὑποδείξεως μέτρων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ὅπως παύσουν αἱ διαταράξεις τῆς δημοσίας πίστεως, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο πρὸ παντὸς νὰ προέλθουν ἐκ τῆς ὑποψίας περὶ ἐνδεχομένων κενῶν εἰς τὸν Δημόσιον προϋπολογισμόν. Εἰς αὐτὸ ἔτεινεν ὁλόκληρος ἡ ὁμιλία μου καὶ εἰς αὐτὸ θὰ στρέψω τὴν κατακλεῖδα τοῦ λόγου μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ φρονῶ ἀπαραιτήτως ὅτι ὀφείλει νὰ γίνῃ, εἶναι ἡ πρόβλεψις περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ πλεονάσματος τοῦ ἀποθέματος. Ἄν ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι παρὰ πάσας τὰς δυσχερείας αἱ μέλλουσαι χρεώσεις δὲν θὰ παρουσιάσουν τὸν κίνδυνον οἱουδήποτε ἐλλείμματος, καὶ ἂς πιστεύσῃ ὅτι δύναται περὶ τούτου νὰ ἐμπνεύσῃ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν δημοσίαν ἐν γένει γνώμην, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη τῶν ἐξασφαλίσεων· ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως ὑφίσταται καὶ ὁ ἀπώτερος φόβος, δὲν θὰ παύσω καὶ πάλιν νὰ συστήσω εἰς αὐτὴν ὅπως ἡ πρώτη μέριμνα τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ λάβῃ, εἶναι νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Λαὸν ὅτι ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ἄρτι ἀποκατασταθεῖσα δὲν θὰ διατρέξῃ τοῦ λοιποῦ κανένα ἀπολύτως κίνδυνον, ἐπὶ θυσίᾳ οἱασδήποτε ἄλλης ἀνάγκης, οἱασδήποτε καὶ ἂν εἶναι φύσεως διότι ἡ θεραπεία τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτελεσθῇ καὶ μετά τινα χρόνον, ἐνῷ αἱ ζημίαι αἱ τεράστιαι αἱ ὁποῖαι θὰ ἤθελον προκύψῃ καὶ ἐκ τοῦ κλονισμοῦ μόνον τῆς πίστεως τοῦ Κράτους θὰ εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ καταστήσουν τὸ ἔργον αὐτὸ πολὺ ἐπαχθέστερον, τὸ μᾶλλον καὶ πολὺ δυσχερέστερον. (χειροκροτήματα).
§182Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, πολὺ ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Θέλω νὰ ἀπαντήσω πρῶτον εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸν κλονισμὸν τῆς δημοσίας πίστεως τὸν ὁποῖον ἔφερεν ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερήσεως, ὅπως καταγγέλλει ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν πιστεύει, ὅτι ἡ προσπάθεια τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰδικῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντελῶς ὑπεύθυνος ὅλης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως τῶν ἀνταλλαξίμων, ὅτι ἐκλόνισε τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀρνοῦμαι, κύριοι, ἀπολύτως τοῦτο, διότι τὸ ἀποτέλεσμα ὅλης τῆς προσπαθείας μου ὅπως ἐλαφρώσω τὸν προϋπολογισμὸν ὑπῆρξε τοιοῦτον, ὥστε νὰ δώσῃ πλήρη ἱκανοποίησιν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀκριβῶς μόλις ἐβεβαιώθημεν ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον νὰ θιχθῇ ὁ τόκος τῆς πρώτης σειρᾶς τῶν ἀνταλλαξίμων, ἐδήλωσα ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις νὰ θίγῃ ἀνειλημμένας νομίμους ὑποχρεώσεις. Τὴν στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξηγέρθησαν κατὰ τῆς συστάσεως ταύτης, ἐδόθη ἡ πλέον ἐπίσημος βεβαίωσις ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, ὅτι ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα δὲν δυνάμεθα νὰ φοβούμεθα ὅτι θὰ παραβιάσῃ νομίμους ὑποχρεώσεις της. Ὅτι δὲ τὸ πρᾶγμα οὕτω ἔχει, ὅτι δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐξακρίβωσιν ὅτι δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ θίξωμεν τὸν τόκον καὶ τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας ἡ πίστις μας δὲν ἐκλονίσθη καθόλου, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Χάμπρο, ὁ ὁποῖος ὅταν διεπραγματεύετο τὸ δάνειον μὲ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τελευταίου συνασπισμοῦ διὰ τὰ ἔργα τοῦ Στρυμῶνος εἶχεν ἀναχωρήσει, ὅπως εἴπομεν ἄλλοτε, ὁ Χάμπρο ἐπέστρεψε καὶ κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως συνάψῃ νέαν σύμβασιν, δευτέραν αὐτήν, δανείου καὶ ἐδήλωσα ὅτι ἱκανοποιημένοι ὅπως εἴμεθα ἀπὸ ὅλην τὴν παλαιὰν ὑπηρεσίαν τοῦ οἴκου Χάμπρο, εἴμεθα δυσαρεστημένοι δι’ αὐτὴν τὴν στάσιν του, ὅπως εἶπεν, ἀλλὰ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι προσέφερε ἐπὶ μακρὸν χρόνον μάλιστα πολλὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἄλλωστε προσεφέροντο μὲ ἀνάλογα ἀνταλλάγματα. Ἀλλὰ ἀναγνωρίζοντες ὅτι καλῶς μᾶς ἐξυπηρέτησεν, εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ κάμωμεν νέον δάνειον· καὶ δὲν εἶναι πλέον θεμιτὸν σήμερον τὴν τελευταίαν ὥραν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Σέλιγκμαν καὶ ὕστερα ἀπὸ τόσων μηνῶν διαπραγματεύσεις νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ ἐκανονίσαμε μὲ τὸν Χάμπρο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ προηγουμένως εἶναι τοῦτο: ὅτι ἐνῷ σεῖς εἴπατε τότε εἰς τὸν Χάμπρο ὅτι σᾶς παρακαλοῦμεν μὴ μᾶς ζητῆτε αὐτό, νὰ μὴ ἐπιμένετε νὰ σᾶς δώσωμεν ἐνέχυρον, ὁ Χάμπρο εἶπεν «ἂν εἶναι ἔτσι, θὰ φύγω» καὶ ἔφυγε. Σημειωτέον, ὅτι δὲν τὰ λέγω αὐτὰ διὰ νὰ κατηγορήσω καὶ τὸν Χάμπρο. Πρέπει νὰ εἴπω μάλιστα αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πρὸς τὸν κ. Χάμπρο αἰσθάνομαι μίαν ὑποχρέωσιν, διότι ἐνῷ ἐπάνω εἰς τὸ βῆμα αὐτὸ τέλος πάντων εἰς μίαν ὥραν συζητήσεως, ὅπου πολλάκις γινόμεθα θερμότεροι εἰς τὸ αἷμα καὶ λέγομεν καὶ λόγους ἴσως τοὺς ὁποίους ἂν εἴμεθα ψυχραιμότεροι δὲν θὰ τοὺς ἐλέγομεν, ὁ κ. Χάμπρο ὅταν τελευταῖον ὡμίλησεν ὡς Πρόεδρος μιᾶς μεγάλης συγκεντρώσεως εἰς τὸ Λονδῖνον ὡμίλησεν, καὶ περὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς ἕνα τζέντλεμαν Ἄγγλον. Εἶπα ὅτι ὁ Χάμπρο ἠρνήθη εἰς σᾶς νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν. Αὐτὸ μᾶς ἠνάγκασεν ἡμᾶς νὰ ἀπευθυνθῶμεν εἰς ἄλλους. Ἐργαζόμεθα 5–6 μῆνες πρότερον, καὶ ὅταν ὁ Χάμπρο ἦλθε νὰ μᾶς ἴδῃ τοῦ εἶπον «βεβαίως θέλω νὰ ἀνασυνδέσω τὰς σχέσεις, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ διώξω τὸν Σέλιγκμαν, διότι εἴμεθα ἐπὶ τόσους μῆνας ποὺ διαπραγματευόμεθα». Ὁ ἄνθρωπος τὸ ἀνεγνώρισεν καὶ συνῄνεσε νὰ δώσωμε τὸ ½ δάνειον εἰς αὐτὸν καὶ τὸ ἥμισυ εἰς τὸν Σέλιγκμαν. Ἀλλὰ τὸ καλλίτερον ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἐκλονίσθη ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ὅτι ὁ Χάμπρο, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους Τραπεζίτας τοῦ Λονδίνου, ἦλθε καί μᾶς εἶπεν: Κύριοι, σᾶς προτείνω νὰ κάμω ἐγὼ αὐτὸ τὸ δάνειον, αὐτὴν τὴν στιγμὴν σᾶς προτείνω νὰ μὴ τὸ ὑποβάλετε εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ σᾶς λέγω, ὅτι μολονότι λείπει ἡ ἀνάμιξις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ θὰ δώσῃ ἕνα τοὐλάχιστον πόντο περισσότερον εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Σᾶς λέγω νὰ μὴ τὸ ὑποβάλετε εἰς τὸν ἔλεγχον διότι αὐτὸ θὰ σᾶς κοστίσῃ περισσότερον κατὰ ἕνα πόντο· νομίζω, ὅτι εἶναι μέγα συμφέρον σας νὰ μὴ πληρώσουν καὶ αὐτὸν τὸν πόντο, διότι αὐτὸ θὰ ὑψώσῃ τὴν πίστην σας διὰ τὰ δάνεια τῶν δήμων καὶ ἄλλων νομικῶν προσώπων. Αὐτὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι ἡ ὅλη ὑπόθεσις αὐτὴ τῶν ἀνταλλαξίμων οὐδαμῶς ἐκλόνησε τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, διότι ὁ Χάμπρο ἐπῆρε τὸ δάνειον. Εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἀπέτυχεν ἡ ἔκδοσις. Τοῦτο συνέβη καὶ διότι δὲν ἔλαβε χώραν ὁ ἔλεγχος καὶ διότι ἡ περίοδος ἦτο ἀνεπιτηδεία πρὸς ἔκδοσιν, διότι εἶχε γίνει ἕν μέγα δάνειον τὴν ἐπιοῦσαν καὶ διότι ἦτο ἡ ἀσθένεια τοῦ βασιλέως καὶ ἡ καλλιτέρα ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἐξεδόθη ἓν δάνειον Ἀγγλικὸν καὶ δὲν ἐκαλύφθη ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Αὐτὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι δὲν ἐκλονίσθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, κ. ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν. Ἀλλὰ καὶ μία ἄλλη ἀπόδειξις, ὅτι ἡ προσπάθειά μου ὅπως ἐλαττώσω τὸν τόκον τῶν ἀνταλλαξίμων δὲν ἐκλόνισε τὴν πίστην, εἶναι ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξηκριβώθη ὅτι δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις νὰ τὰ ἐλαττώσωμεν, διότι δὲν ἠμπορούσαμε νὰ τὰ ἐλαττώσωμεν, εἶναι τὸ χρηματιστήριον. Βεβαίως, ὅταν εἶπον ὅτι θὰ κόψω τὸν τόκον, ἔπεσαν τὰ ἀνταλλάξιμα καὶ δι’ αὐτὸ παρενέβημεν τότε, διὰ νὰ συγκρατήσωμεν τὰς τιμάς, εἰς τὰς 800 δραχμάς. Ἀλλὰ μόλις ἐξηκριβώθη ὅτι εἶναι ἰσχυρὰ τὰ ἀνταλλάξιμα, ἐτράβηξαν τὸν δρόμον των καὶ σήμερον ἀκόμη εἶναι εἰς πολὺ καλλιτέραν τιμήν. Ἄν ἐσταμάτησεν ἡ ἄνοδός των περαιτέρω, ἐσταμάτησε, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους γνωρίζετε ὅλοι: ὑπάρχει μία κίνησις ντεφακτισμοῦ ἀναμφισβητήτως ἐδῶ, ἡ ὁποία ἐπηρεάζει καὶ τὰ ἀνταλλάξιμα. Ὑπάρχει καὶ μία κρίσις χρηματιστηριακὴ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι πολλαὶ ἐκ τῶν ἀξιῶν εἶχον ὑψωθῇ εἰς ὕψος δυσανάλογον πρὸς τὴν ἐσωτερικήν των ἀξίαν καὶ αἱ ὁποῖαι ὕστερα, ὅπως συνέβη συχνὰ εἰς τὴν Ἀμερικὴν μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Χοῦβερ ὡς Προέδρου τῆς Ἀμερικῆς, ἀναλόγως δὲ συμβαίνει καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅλοι αὐτοὶ ἔκαμαν ὥστε αἱ ἀξίαι νὰ μὴ ἠμποροῦν ν’ ἀναλάβουν ἐπάνω των οὐσιωδῶς. Ἐν τούτοις τὰ ἀνταλλάξιμα ἔχουν ἀνωτέραν ἀξίαν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχον προτοῦ γεννηθῇ τὸ ζήτημα τῆς μειώσεως τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ καλυτέρα ἀπόδειξις ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας δὲν ἐμειώθη ἡ πίστις τοῦ Κράτους.
§183Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὴ ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν... ........ ἦτο ὀρθή. Ἡ ἀνάκλησις τῆς παρατηρήσεως ἦτο πλημμελής.
§184Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀρκεῖ νὰ δηλώσητε, ὅτι δὲν θὰ ξανακανακαλέσητε τὴν ἀνάκλησιν.
§185Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν θὰ τὴν ἀνακαλέσω καθ’ ὁλοκληρίαν.
§186Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, νὰ μοῦ κάμῃ τὴν χάριν νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ ἰδίως μὲ ἀγορεύσεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι σχετικαί. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν γνωρίζει πόσον ἐξετίμησα πάντοτε τὴν ἡρωϊκὴν προσπάθειάν του διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας, τὴν δημοσιονομικὴν πρὸ πάντων ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας. Γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον λόγον νὰ εἶμαι πικραμένος, ἀδιάφορον, δικαίως ἢ ἀδίκως, αὐτὸς νομίζει ἀδίκως, ἐγὼ δικαίως, ἀπὸ τὴν στάσιν του ἀπέναντί μου κυρίως, διότι μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν, ἐνθυμεῖται τὴν στιγμὴν ἐκείνην ποὺ κατέθετε τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κόμματος, ὅτι τοῦ ἔστειλα μίαν ἐπιστολήν, καλυτέραν τῆς ὁποίας δὲν φαντάζομαι νὰ τοῦ ἀπηύθυνεν ὁ καλύτερός του φίλος. Ἀνεγνώριζον, ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων τοῦ ὤφειλε καὶ εὐγνωμοσύνην καὶ θαυμασμόν. Διὰ τὸ ἔργον ἐκεῖνο πάντοτε εἶχον μερικάς ἐπιφυλάξεις· τὰς ἠξεύρει, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰς ἐπαναλάβω. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἴμεθα θνητοὶ ἄνθρωποι καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποφύγωμεν νὰ κάνωμεν καὶ σφάλματα. Ἀλλ’ ἡ ὅλη προσπάθεια ἦτο τόσον μεγάλη καὶ τόσον ἐπιτυχής, ὥστε νὰ εἴπω ὅτι προκαλεῖ καὶ τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην. Δὲν ἤλλαξα καθόλου τὴν γνώμην μου ἔκτοτε. Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν του ὁμολογῶ ὅτι ἠσθάνθην κἄποιαν ἀπογοήτευσιν, ὄχι χόλον — θὰ μοῦ ἦτο δύσκολον νὰ αἰσθανθῶ εὔκολα ἀπέναντι τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν χόλον — ἠσθάνθην ὅμως κάποιαν ἀπογοήτευσιν διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀπὸ βήματος τούτου μὲ ὅλον τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον τοῦ ἀνήκει εἶπεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους ἵσταται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὁμολογῶ μὲ διέθεσε δυσθύμως ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως αὐτῆς. Αὐτὸς δὲ ὑποθέτω ὅτι εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος διέθεσε δυσθύμως καὶ τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀποδίδων τὰ ἴσα ἐκύτταξε νὰ ἐλαττώσῃ τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε νὰ αὐξήσῃ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν.
§187Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἔρευναν τῆς δυναμικότητος τῶν περισσευμάτων. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι τὸ περίσσευμα αὐτὸ τοῦ 1928–29.......... Ἅπαξ εἰσῆλθεν εἰς τὴν δυναμικότητα τῶν περισευμάτων νὰ κρίνωμεν καὶ διὰ τοὺς δύο προϋπολογισμοὺς χωρὶς κανένα χόλον.
§188Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι καὶ αὐτὸ ἀλήθεια, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ περισσεύματος, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ τὸ αὐξήσῃ, εἶναι φυσικὸν νὰ περιμένῃ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὴν βεβαίωσιν ὅτι τὸ περίσσευμα εἶναι 560 ἑκατομμύρια, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ ἐκύταζε νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ περισσεύματος. Ὁπωσδήποτε, κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν ἦτο, νὰ δηλώσῃ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους εὑρίσκετε ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς. Διότι ὁ ἴδιος πρῶτα εἶπεν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡμεῖς νὰ κάνωμεν ὅ,τι χρειάζεται, διὰ νὰ εἶναι βέβαιον ὅτι τὰ δημόσια οἰκονομικά μας θὰ πηγαίνουν καλά, ἀλλὰ πρέπει καὶ ὁ κόσμος νὰ τὸ πιστεύῃ· ὡς ἐκ τοῦ κύρους δὲ τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν δὲν πρέπει νὰ κάνῃ τὸν κόσμον νὰ πιστεύῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς ἵσταται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς. Δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι σήμερον ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐπανέλαβεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ προχθὲς καὶ εὐτυχῶς παρήτησε τὴν καταγγελίαν τῆς στάσεως ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς καὶ ἐζήτησε μόνον, ὅπως ἀποφύγωμεν νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀδυναμία τῆς παρακολουθήσεως τῶν ἐξόδων ὑπὸ τῶν ἐσόδων. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἤθελον μόνον νὰ εἴπω, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων, δηλαδὴ τῶν εἰσπράξεων μέχρι τῆς στιγμῆς ἀκόμη αὐτῆς ποὺ ψηφίζομεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠξεύρομεν τώρα ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶναι κατὰ 100 ἑκατομμύρια ἀνώτερα παραπάνω ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἠξεύραμεν ὅταν ὑπεβάλομεν τὸν προϋπολογισμόν, καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἔσοδα ἀπὸ τότε μέχρι σήμερον ἀποδυκνείεται ὅτι θὰ εἶναι κατὰ 100 ἑκατομμύρια ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, διότι ἀπὸ περισσὴν ἐπιφυλακτικότητα ὑπελογίσαμεν τὰ ἐφετεινὰ κατὰ 100 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ περισυνά, ἐνῷ εἶναι τὰ ἴσα τοὐλάχιστον, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἔχῃ ἀνησυχίαν διὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ὅταν δὲ σᾶς προσθέσω ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως καλῶς ποιεῖ, τὸ φυλάττει ἐμπιστευτικόν, ἀλλὰ σᾶς τὸ προδίδω ἐγώ, ὅταν προσθέσω ὅτι αἱ εἰπράξεις τῶν δύο πρώτων μηνῶν τοῦ τρέχοντος ἔτους, Ἀπριλίου καὶ Μαΐου, εἶναι κατὰ 120 ἑκατομμύρια ἀνώτερα ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῶν δύο ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, τότε θὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ὁ ἐλάχιστος κίνδυνος κατὰ τὰς δυνατὰς ἀνθρωπίνας προβλέψεις διὰ νὰ πᾶμε σ’ ἕνα ἔλλειμμα κατὰ τὸν τρέχοντα προϋπολογισμόν. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης μᾶς ἐμέμφθη πρὸς τούτοις διὰ τὴν διάθεσιν τῶν πλεονασμάτων. Μᾶς εἶπε δηλαδὴ ὅτι θὰ ἐπροτίμα, ἀντὶ νὰ διαθέσωμεν αὐτὰ τὰ πλεονάσματα διὰ νὰ πληρώσωμεν ἐπειγούσας τινὰς ἀνάγκας, θὰ ἐπροτίμα νὰ τὰ κρατήσωμεν ὡς ἕν ἀσφάλιστρον δι’ ἐνδεχόμενα ἐλλείμματα τοῦ μέλλοντος καὶ ἐν ἀνάγκῃ διὰ ν’ ἀναπληρώσωμεν ἐλάττωσιν ἔστω καὶ προσωρινὴν ἐπὶ διετίαν φόρων τινῶν, ἰδίως τοῦ φόρου τῆς ἐγγείου παραγωγῆς. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐχαρακτήριζεν εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ τρέχοντος ἔτους ὡς εὑρισκόμενον ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ὀρθῶς ἀνέφερεν ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ προσεχοῦς ἔτους θὰ εἶναι ἀνώτεραι τῶν τοῦ τρέχοντος κατὰ 300 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ πλέον, θ’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἄνθρωπον συντηρητικὸν οἰκονομικῶς τόσον ὅσον ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, νὰ συστήσῃ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ φορολογίαν ἔστω καὶ προσωρινὴν ἡ ὁποία ἠξεύρει ὅτι θὰ ἔδιδε τὸ αἴσθημα μετὰ 2–3 ἔτη, ὅταν θὰ τὸν ξαναβάζαμεν, ὅτι βάζομεν καινούριον φόρον· ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἴμεθα ἀπολύτως βέβαιοι εἰς τὴν... ποὺ θέλει ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐλαττώσωμεν φόρους. Ὅταν ἐπανῆλθον καὶ πάλιν εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν καὶ ἐπαρουσιάσθην ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ζητῶν τὴν ψῆφον του, ἀπὸ τὰ πρῶτα μέρη τοῦ προγράμματός μου εἰς τὴν Θεσ)νίκην ἦτο νὰ εἴπω, δὲν ὑπεσχέθην καμμίαν ἐλάττωσιν τῶν ὑπαρχόντων φόρων καὶ μόνον ὅτι δὲν ἀπέκλειον ἐνδεχομένας μερικὰς μεταρρυθμίσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἔτεινον εἰς δικαιοτέραν κατανομήν, θὰ ἦτο παράξενον νὰ ἀπέκλεια καὶ τοιαύτας μεταρρυθμίσεις, ἐν τούτοις τὸ μόνον ποὺ ὑπόσχομαι εἶναι, ὅτι θὰ κυττάξω ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων νὰ γίνεται κατὰ τρόπον καλλίτερον καὶ ὀλιγώτερον σκληρὸν καὶ ἡ εἴσπραξις νὰ γίνεται ἀνθρωπινωτέρα. Δὲν ἔχει λοιπὸν κανένα λόγον ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ἥν στιγμὴν εὑρίσκεται ἐν πλήρει τάξει ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ κάμῃ μίαν πολιτικὴν ἐπιδείξεως, νὰ καταργήσῃ, ἔστω καὶ προσωρινῶς, φόρους· καὶ μὴ γνωρίζουσα ἐὰν δὲν λάβῃ ἀνάγκην αὐτῶν μεταγενεστέρως, δὲν ἀποκλείεται μετά τινα χρόνον νὰ εἶναι ἡ κατάστασις τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ κάνωμεν καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔρχεται ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ προτείνῃ. Ὅταν μὲ τὸν συνάδελφόν μου ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν κατάρτισιν τῆς Κυβερνήσεως διεξήλθομεν τὰ οἰκονομικά μας διὰ νὰ μείνωμεν σύμφωνοι περὶ τῆς πορείας μας, τοῦ εἶπον: Κύτταξε πρῶτον νὰ μὴ μ’ ἀφήσῃς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ κανὲν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ παραβῶμεν τὰς ὑποσχέσεις μας περὶ μὴ ἐπιβαρύνσεως διὰ νέων βαρῶν. Κύτταξε νὰ ἠμπορέσῃς νὰ πᾶνε τὰ πράγματά μας τόσον καλά, ὥστε νὰ ἐλαττώσωμεν φόρους καὶ πρὸ πάντων τὸν φόρον τῆς ἐγγείου παραγωγῆς καὶ μάλιστα τοῦ εἶπον ἐὰν ἠμποροῦμεν νὰ τὸν καταργήσωμεν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐξήγγειλα ποτὲ καὶ τὸ λέγω μόνον σήμερον. Καὶ δὲν θὰ ἦτο σοβαρὸν νὰ τὸ κάμωμεν, ὅταν δὲν ἠξεύρομεν ποίας δυσκολίας θὰ εὕρωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἑπομένης χρήσεως. Τώρα ποῖαι εἶναι αἱ δυσκολίαι αὐταί; Ἐὰν ἐπιτρέπετε εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἐκ τοῦ χαρακτῆρος αἰσιόδοξος καὶ δι’ αὐτὸ ἀπέφυγα πάντοτε νὰ πάρω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ ὁποῖον βάζω ἀνθρώπους μᾶλλον ἀπαισιοδόξους διότι θεωρῶ ὅτι αὐτὴ εἶναι μία ἀσφάλεια καὶ διὰ τὸν πολίτην καὶ διὰ τὴν πολιτείαν καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ἐμὲ ὁ ὁποῖος εἶμαι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λοιπὸν ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς ἐμὲ τὸν αἰσιόδοξον νὰ εἴπω τὰς προβλέψεις μου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος, θὰ ἔλεγον ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος ν’ ἀνησυχοῦμαι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν οἱ δύο πρῶτοι μῆνες τοῦ τρέχ. ἔτους ἔδωκαν 120 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν διὰ τῆς καταπολεμήσεως τοῦ λαθρεμπορίου ἠμποροῦμεν μετὰ πεποιθήσεως ν’ ἀποβλέψωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν μίαν οὐσιώδη αὔξησιν τῶν προσόδων μας, αὐτὴν τὴν στιγμὴν λέγω δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα ἀνήσυχοι διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἀλλ’ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπεν, ὅτι θὰ ἐπροτίμα τὴν ἐλάττωσιν τῆς φορολογίας, ἔστω καὶ διὰ δύο ἔτη. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶπεν μᾶλλον ὡς σχῆμα ρητορικὸν καὶ ὄχι διότι πιστεύει, ὅτι μπορεῖ νὰ γίνῃ τοιαύτη ἐλάττωσις, ἀφοῦ προβλέπει διὰ τὸν μέλλοντα προϋπολογισμὸν νέας δαπάνας 450 ἑκατομμύρια δραχμάς. Κυρίως ἐπιμένει εἰς τὸ νὰ κρατήσωμεν τὰ περισσεύματα ὡς ἓν ἀσφάλιστρον κατὰ τῶν μελλόντων ἐνδεχομένων ἐλλειμμάτων καὶ κυρίως, διὰ νὰ ἐμπνεύσωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κόσμον, ὅτι τὸ ἐνδεχόμενον τῶν τοιούτων ἐλλειμμάτων εἶναι ἀδύνατον. Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν, κύριοι, μίαν τοιαύτην πολιτικήν, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴχωμεν εἰς τὰ ταμεῖα μας τὰ 560 ἑκατομμύρια τοῦ περυσινοῦ περισσεύματος, τὰ 250 ἑκατομμύρια τοῦ ἐφετεινοῦ περισσεύματος καθ’ ὅλας τὰς πιθανότητας μέλλοντος ν’ ἀνέλθῃ εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν, τὰ 300 ἑκατομμύρια τοῦ περισσεύματος τοῦ τριμεροῦς δανείου δηλαδὴ 1100 ἑκατομμύρια.
§189Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποτὲ δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§190Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Εἴπατε, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ κάνῃ κανεὶς κοινωνικὰς δαπάνας ἐπιβεβλημένας, ἀλλὰ κυρίως εἴπατε νὰ κρατήσωμεν, διότι κρατοῦμεν τώρα τὸ περυσινὸν περίσσευμα καὶ τὰ 300 ἑκατομμύρια τοῦ παραγωγικοῦ. Δὲν σᾶς ἐπαρκοῦν αὐτά; Ἐὰν δὲν σᾶς ἐπαρκοῦν τότε θέλετε καὶ τὰ 560 ἑκατομμύρια τὰ ἰδικά σας καὶ τὰ 550 ἑκατομμύρια τῶν καλυμμάτων........
§191Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοιοῦτον πρᾶγμα.
§192Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ εἴπατε καὶ προχθές. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφίνομεν τὸ περίσσευμα τοῦ ἐφετεινοῦ ἔτους καὶ τὸ περίσσευμα τοῦ τριμεροῦς δανείου καὶ δὲν μένετε εὐχαριστημένος ἐγὼ δὲν ἔχω παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτό. Ποῦ τὰ διαθέτομεν αὐτὰ τὰ περισσεύματα. Ἀκοῦστε: 100 ἑκατομμύρια διὰ σχολικὰ κτίρια, 90 ἑκατομμύρια διὰ νοσοκομεῖα καὶ στρατῶνας, δαπάναι πρωτίστης ἀνάγκης, δαπάναι ἀπὸ τὰς μᾶλλον ἐπειγούσας, διότι ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἔπρεπε τὰ σχολεῖα ποὺ δὲν ἔχουν καλὰ κτίρια νὰ τὰ κλείωμεν καὶ νὰ μὴ ἀφίνομεν τὰ παιδιὰ νὰ καταστρέφουν ἐκεῖ μέσα τὴν ὑγείαν των καὶ τοὺς στρατιώτας νὰ τοὺς ἐλαττώσωμεν καὶ νὰ κρατοῦμε ἐκείνους μόνον ποὺ μποροῦμε νὰ τοὺς στρατωνίσωμεν σὲ στρατῶνας ἀνθρωπινούς. Διότι τώρα τί κάμνομεν; Κρατοῦμεν τὰ παιδιὰ 6 χρόνια σὲ σχολεῖα ποὺ δὲν εἶναι ὑγιεινὰ καταστρέφομεν τὴν ὑγείαν των καὶ μόλις φύγουν ἀπ’ ἐκεῖ καὶ βγοῦν στὴν κοινωνίαν καὶ ὑπάγουν στὸ χωριό των καὶ διορθωθοῦν λιγάκι τὰ τραβοῦμε εἰς τὸν στρατὸν τὰ βάζομεν εἰς ἐλεεινοὺς στρατῶνας, ἐλλείπουν καὶ νοσοκομεῖα καὶ ἀποτελειώνομεν ἐκεῖ τὴν ὑγείαν των. Ἠμπορεῖ λοιπὸν ποτὲ ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι αὐτὴ ἡ δαπάνη εἶναι ἀπὸ τὰς πλέον ἐπειγούσας; καὶ τὴν στιγμὴν ποὺ εἴδαμεν ὅτι ἐμαζεύσαμεν περισσότερα χρήματα ἀπ’ ὅτι ἦσαν ἀπολύτως ἀναγκαῖα δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ δώσωμεν γι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Καὶ ἐξακολουθῶ: 100 ἑκατομμύρια διὰ συνοικισμοὺς προσφύγων. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μᾶς ἐμέμφθη ὅτι ὁ προϋπολογισμός μας δὲν εἶναι κατὰ τοῦτο εἰλικρινὴς διότι μετέθεσεν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν περισσευμάτων δαπάνας τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ μόνον ποὺ ἠμποροῦσε νὰ μᾶς εἴπῃ εἶναι ὅτι ἀπεκόψαμεν δαπάνας κτιρίων. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ εἶπε ποῦ εὑρίσκονται αἱ δαπάνα αὗται. Τὶ ἐκάναμεν ὅμως ἐπὶ ἑνὸς κονδυλίου σπουδαίου, ὅπου θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ ..... τὸ βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ μας, τὸ τῆς προσφυγικῆς ἐγκαταστάσεως; Ἐνῷ διαθέτομεν 100.000.000 ἀπὸ τὰ περισσεύματα δι’ ἔκτακτον προσπάθειαν πρὸς οἰκοδομὴν οἰκημάτων τῶν προσφύγων, ἐβάλαμεν εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ 400.000.000 ποὺ εἶχεν ὁ περυσινὸς προϋπολογισμὸς διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν προσφυγικῶν συνοικισμῶν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι οὔτε ἡ κατηγορία, ὅτι δὲν εἶναι εἰλικρινὴς ὁ προϋπολογισμὸς ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας, δὲν ἔχει ἀπολύτως καμμίαν βάσιν. Δαπάναι περαιτέρω: Δι’ ἔξοδα γεωργικῶν ἐν γένει ἐγκαταστάσεων 60.000.000. Ἠμπορούσαμεν νὰ μὴ κάμωμεν τὴν δαπάνην αὐτὴν διὰ τὰς ἐγκαταστάσεις αὐτὰς αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ἀναδιοργανώσωμεν τὸν τόπον καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν γεωργικὴν πρόοδον. Αὐταὶ θὰ ἦσαν ἴσως αἱ μόναι δαπάναι, τὰς ὁποίας θὰ ἠμπορούσαμε νὰ ἀναβάλωμεν κατὰ ἕν ἢ δύο χρόνια. Δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐπικριθῇ βασίμως αὐτὴ ἡ δαπάνη τὴν ὁποίαν ἐκάναμεν. Τὰ ἄλλα εἶναι 20 ἑκατομμύρια διὰ καθυστερουμένας τῆς χρήσεως 1927–28 ἀποδόσεις εἰς τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων. Καὶ αὐτῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ χρησιμότης.
§193Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι χρέος αὐτό.
§194Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω λοιπὸν κύριοι ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ μετὰ τὴν διάθεσιν αὐτῶν τῶν ποσῶν ἀκόμη 580 ἑκατομμύρια περισσεύματα ἀπὸ τὰ διαθέσιμα τοῦ τριμεροῦς δανείου καὶ τὸ περίσσευμα τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ 300 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα περισσεύουν ἀπὸ τὸ παρελθόν, νομίζω ὅτι ἔχομεν ἀρκετὸν περιθώριον διὰ ν’ ἀντιμετωπίσωμεν κάτι τὶ τὸ ἀπρόοπτον, τὸ ὁποῖον μποροῦσε νὰ μᾶς συμβῇ. Ἄλλως τε ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι τὴν μεταβατικὴν περίοδον τὴν θεωρεῖ ἐκτεινομένην εἰς δύο ἢ τρία χρόνια. Τὶ ἠμπορεῖ νὰ μᾶς συμβῇ εἰς δύο ἢ τρία χρόνια; Τὸ τρέχον ἔτος θὰ ἔχῃ περίσσευμα, ἐπειδὴ εἶμαι αἰσιόδοξος μᾶς μένουν ἀκόμη 1 ἢ 2 χρόνια. Ἄλλως τε πρέπει νὰ εἴπω ὅτι θὰ εἶχον τὴν διάθεσιν μέχρις Ὀκτωβρίου ἴσως νὰ σᾶς ζητήσω ἐφ’ ὅσον θὰ εἶχον ὁριστικῶς γνωστὸν καὶ τὸ περίσσευμα τοῦ τρέχοντος ἔτους, νὰ σᾶς ζητήσω τὴν διάθεσιν αὐτοῦ τοῦ περισσεύματος πάλιν διὰ τὴν προσφυγικὴν ἐγκατάστασιν ἡ ὁποία μένει ἐκκρεμὴς δυστυχῶς καὶ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠμποροῦμεν δυστυχῶς νὰ περιμένωμεν εὐκόλως τὴν σύναψιν ἰδιαιτέρων δανείων πλὴν τῶν παραγωγικῶν. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς διέρχεται ἀπὸ μίαν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν. Ὑπῆρξε συζήτησις μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν πρέπῃ νὰ τὴν ὀνομάσωμεν οἰκονομικὴν κρίσιν ἢ οἰκονομικὴν στενοχωρίαν. Ὀνομάσατέ την ὅπως θέλετε. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ τόπος, ἐκ τοῦ μακροῦ πολέμου ὁ ὁποῖος ἔρριψε μίαν καταστροφὴν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῶν ἐμφυλίων σπαραγμῶν καὶ ἐκ τῆς ἀφίξεως ἐπὶ τοῦ ἐδάφους μας ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὁμογενῶν, εἶναι βέβαιον, ὅτι διέρχεται πραγματικὰς στενοχωρίας, πραγματικῶς ὅμως διότι ἐφτώχυνε, καὶ ἑπομένως θέλομεν καιρὸν διὰ νὰ φύγῃ αὐτὴ ἡ φτώχεια. Ἀλλὰ τώρα εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ὁδὸν πρὸς τὰ ἄνω. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερεν ὡς ἔνδειξιν τῆς πρὸς τὰ ἄνω ἀναβάσεως. Μὲ τὴν προσπάθειαν δὲ τὴν ἰδιαιτέραν, ἡ ὁποία καταβάλλεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὠθηθῇ ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς περισσοτέραν ἀκμήν, προσπάθειαν περὶ τῆς ὁποίας αὔριον θὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ἰδιαιτέρως εἰς τὴν Βουλήν, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς σχετικῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἱδρύεται ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα, μὲ αὐτὰ τὰ μέσα ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐντὸς τοῦ ὑπολειπομένου ἀκόμη χρόνου, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νὰ ἐφαρμόσω τὸ πρόγραμμά μου, θὰ βαίνωμεν σταθερῶς πρὸς τὰ ἄνω· καὶ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν λῆξιν τῆς τετραετίας, ὁπότε θὰ λογοδοτήσω πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω, ὅτι θὰ μοῦ εἴπῃ «σὲ εὐχαριστοῦμεν δι’ ὅ,τι ἔκαμες καὶ παρακαλῶ νὰ παραχωρήσῃς τὴν θέσιν σου καὶ σὲ κανένα ἄλλον» ἐλπίζω ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι τὰς ὁποίας ἔδωσα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐξεπληρώθησαν κατὰ γράμμα. (χειροκροτήματα).
§195Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην, κύριοι, ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ἐλαχίστας λέξεις, ἴσως δύο μόνον λέξεις. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοὺς εὐμενεῖς λόγους, τοὺς ὁποίους καὶ ἄλλοτε μοῦ ἀπηύθυνε διὰ τὴν προσπάθειαν τὴν ὁποίαν κατέβαλα, καθ’ ὃν χρόνον διηύθυνα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶμαι, εἰλικρινῶς, ὑπερήφανος διὰ τὴν ἐκτίμησιν ταύτην καὶ εὐγνώμων πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ λύπη του εἶναι μεγαλυτέρα, διότι διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐνέπνευσα εἰς αὐτὸν ποίαν τινα ἀπογοήτευσιν, διὰ τῶν δηλώσεων τὰς ὁποίας ἔκαμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς τρεχούσης χρήσεως ἵσταται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς. Ὑπέθετα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶχε πληρεστέραν τὴν ἀνάμνησιν τῶν λεχθέντων παρ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν. Διότι τὸ ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, τὸ ὁποῖον εἶπα, ἦτο, ὅτι δὲν ἔχομεν κανὲν δεδομένον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν θέλει καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς παρέχει σημεῖα τινὰ δισταγμοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, καὶ ὅτι καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα θὰ ἐξαρτηθοῦν ἐντελῶς ἐκ πολλῶν καὶ τυχαίων περιστάσεων. Εἶναι δηλαδή, ἕνας προϋπολογισμὸς ἱστάμενος ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς. Τὸ ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς πρέπει νὰ συναχθῇ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ ἴδιος ὁ προϋπολογισμὸς δὲν παρουσίασε περίσσευμα 8 ἑκατομμύρια. Ἑπομένως, εἶναι προϋπολογισμὸς στηριζόμενος ἐπὶ πολλῶν δισταγμῶν καὶ τοὺς δισταγμοὺς αὐτοὺς ἠθέλησα νὰ διερμηνεύσω καὶ νὰ εἴπω, ὅτι αὐτοὶ οἱ δισταγμοὶ προέρχονται ἐκ τῶν δαπανῶν, διότι ἐγὼ εἶχον τὴν πρόβλεψιν δημιουργίας νέων δαπανῶν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν χρῆσιν. Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς καταρτισθῇ μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει καταλήξῃ εἰς ἰσοζύγιον ἢ καὶ εἰς περίσσευμα.
§196Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀποτελεῖ ἐγγύησιν.
§197Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρώτην προσωρινὴν κατάστασιν τῆς τρεχούσης χρήσεως τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ἡ ὁποία ἔφερεν ἕν πλεόνασμα 1 ἑκατομμυρίου ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν παρελθοῦσαν χρῆσιν.
§198Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ ἕν ἔτος δὲν σᾶς ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην;
§199Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ἤθελε συνταχθῆ μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ ἐντὸς τοῦ πλαισίου, τοῦ..... ἐὰν ἀποφεύγοντο οἱ κίνδυνοι αὐτοί. Εἶναι ὅμως εἷς προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος δὲν παρέχει πολὺ περιθώριον, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἐκ τῆς στάσεως τὴν ὁποίαν ἐτήρησε κατ’ αὐτὰς κατὰ τὴν διαχείρησιν αὐτῆς τῆς χρήσεως. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων μου, καὶ ἔπρεπε μετὰ νὰ ὑποδείξω τὴν ἀνάγκην μιᾶς προνοίας, ἀπὸ τοῦδε, διὰ τὰς ἑπομένας χρήσεις. Βαρύνεται ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς διὰ προσθέτων δαπανῶν 400 ἑκατομμυρίων καὶ δὲν γνωρίζω τὶ θὰ γίνῃ. Καὶ λαμβάνω ἀκριβῶς τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν προσέθεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ τῶν προσθέτων βαρῶν. Αὐταὶ αἱ περιστάσεις μὲ ἔκαμαν ὅπως, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἀποθέματος τῶν 250 ἑκατομμυρίων ληφθοῦν κατὰ δύο περιστάσεις. Αἱ συστάσεις μου ἀφοροῦν εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς σειρᾶς τῶν ἀναγκῶν. Ποῖαι ἀνάγκαι κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι αἱ προέχουσαι, τὸ ἐδήλωσα ρητῶς, ὥστε ἀπορῶ πῶς ἐγεννήθη ἐπ’ αὐτοῦ παρεξήγησις. Ἡ σειρὰ τῶν ἀναγκῶν εἶναι: πρῶτον νὰ ἔχωμεν ἕν ἀσφάλιστρον δι’ ἀντιμετώπισιν ἐνδεχομένης ἀνεχείας οἰκονομικῆς. Δὲν τὸ προσδιώρισα.
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μένει ἀσφάλιστρον.
§201Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὰς μεθεπομένας χρήσεις. Ἐὰν εἶναι 450.000.000 πρόσθετα βάρη, εἶναι διὰ τὴν ἑπομένην χρῆσιν· δὲν γνωρίζω τὶ θὰ γίνῃ διὰ τὴν μεθεπομένην χρῆσιν. Αὐτό, λέγω, τὸ ποσὸν νὰ τεθῇ κατὰ μέρος καὶ νὰ μὴ θιγῇ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν οἰκονομικῆς ἀνεχείας.
§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει περιθώριον.
§203Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δεύτερον, εἶπον ὅτι παράλληλος ἀνάγκη εἶναι ἡ ἀνακούφισις ἐκ τοῦ πλεονάσματος τούτου τῶν κατὰ τὸ μᾶλλον πιεζομένων διὰ τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι πάντες ἀνεγνώρισαν, ὅτι ἀποτελοῦν βάρος τῶν παραγωγικῶν τάξεων, καὶ δὴ τῶν φόρων τῆς ἀγροτικῆς τάξεως. Διότι τὶ ποσὰ θὰ διατεθοῦν διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων αὐτῶν; Θὰ διατεθῇ ποσὸν 250 ἑκατομμυρίων καὶ 300 ἑκατομ. διὰ μίαν διετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπολογίζω, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ποιά τις οἰκονομικὴ καχεξία εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἀδυναμία ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν του δυνάμεων.
§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν φοβεῖσθε τὴν ἐντύπωσιν ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ, ὅτι ὁ προϋπολογισμός μας δὲν ἔχει ἰσοζύγιον μὲ τὰ τακτικά του ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἀλλὰ ἀναγκαζόμεθα νὰ πάρωμεν ἀπὸ τὰ περισσεύματα;
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ νὰ καταργήσω φόρους; Διατί, ἐφ’ ὅσον ἔχω ἕν ἀπόθεμα 450 ἑκατομ. δραχμῶν; Θὰ δηλώσω, ὅτι ἔχω 450 ἑκατομμύρια ὡς ἀσφάλιστρον καὶ διαθέτω 200 ἑκατομμύρια διὰ μίαν ἀνακούφισιν τῶν γεωργικῶν τάξεων. Τὰ ἄλλα, ἐὰν περισσεύουν καὶ ἐφ’ ὅσον περισσεύουν θὰ διατεθοῦν διὰ τὰς ἄλλας οἰκονομικὰς ἀνάγκας. Οὐδέποτε ἐγὼ ἐσκέφθην νὰ ἀμφισβητήσω τὴν χρησιμότητα τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν προσφυγικῶν ἀναγκῶν. Διότι θὰ ἔλεγον, ὅτι εἰς αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν τὸ περιθώριον τῶν ἀποθεμάτων δὲν εἶναι οἷον παρουσιάζεται σήμερον, διότι ἐγὼ θεωρῶ τὰς δαπάνας διὰ τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν, δαπάνας ἀνακουφίσεως μιᾶς ἐξόχως παραγωγικῆς τάξεως. Ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ καταστήσω ταχυτέραν τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως. Ἑπομένως δέν ὡμίλησα ἐγὼ περὶ αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν. Ὡμίλησα ἐφ’ ὅσον τὸ πλαίσιον τοῦ ἀποθέματος κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλαβε μίαν ἀναβολὴν διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν προσφυγικῶν τάξεων. Ἠρωτήθην πῶς συνίστουν ἐγὼ ἐλάττωσιν φόρων, ὅταν ἐγὼ προέβλεπον αὔξησιν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον ὅτι πρωτίστως θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν αὐτῆς τῆς περιπτώσεως καὶ θὰ καλυφθῇ καὶ τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον καθ’ ὑπόθεσιν ἤθελεν προκύψῃ εἰς τὸ μέλλον διὰ τῆς βεβαιώσεως ἑνὸς μέρους τοῦ περισσεύματος αὐτοῦ. Κατόπιν θὰ γίνουν αἱ φορολογικαὶ ἀνακουφίσεις καὶ κατόπιν θὰ γίνῃ ἡ ἱκανοποίησις τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ σειρὰ τὴν ὁποίαν ἐξέλεξα ἐγὼ διὰ τὴν διάθεσιν τοῦ πλεονάσματος κατὰ τὸν συμφερότερον τρόπον. Αὐτὸ δὲν ἀποκλείει ποσῶς τὴν φορολογικὴν ἀνακούφισιν ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τὸ ἀσφάλιστρον. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ εἶναι μία στοιχειώδης πρόνοια πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένων περιπετειῶν. Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς διὰ τὴν σταθερὰν πρόοδον τοῦ τόπου ἡ δὲ ἀπαισιοδοξία μου εἶναι τρόπος ἐνεργείας, εἶναι ἕν μέσον πειθοῦς ὑποβολῆς καὶ ἐπιβολῆς τῶν ἀντιλήψεών μου. Καὶ ὑποθέτω μάλιστα ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἤρχετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἔλεγεν ὅτι πλέομεν εἰς ὠκεανοὺς χρημάτων, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ συνιστῶ ὅτι ἀπαιτεῖται ποιά τις μετριότης κυρίως εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐξόδων, ὅτι αὐτὰ λέγονται ἀπὸ μέρους ἑνὸς πολιτευτοῦ ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ ἐξασθένησιν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἤμην εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἤρχετο τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν παρήλασαν οἱ ρήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἤκουσα συστάσεις πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Καὶ ἔρχομαι ἐγὼ σήμερον ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἀντιπολιτεύσεως εὑρισκόμενος ἔξω τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγω ὅτι αὐτὸ δὲν θεωρεῖται ὡς ἐξασθένησις τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι νομίζω ἡ ἀντίληψις αὕτη ἄδικος.
§206Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ὅτι τὸ κάνετε ἐπίτηδες, ἀλλ’ ἦτο λάθος νὰ εἰπῆτε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἵσταται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς.
§207Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ ἔκφρασις ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς εἶναι συνήθης, ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐκτελέσεως.
§208Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἐκτελέσεως.
§209Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι ὑπάρχει πάντοτε ἕνα περιθώριον διαθέσιμον εἰς τὸ ὁποῖον περιστρέφεται ἡ ἐνέργεια τοῦ κυβερνήτου. Ἄν ἔχετε ἕνα περιθόριον μεγαλύτερον δύνασθε ν’ ἀφήσετε τὰς δαπάνας. Ἂν τὸ περιθόριον εἶναι στενὸν, ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς ἐπιβάλλεται, ἵσταται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς καὶ χρειάζεται ἔντονος προσοχὴ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὴ ἦτο ἡ σκέψις μου. Δὲν εἶπον τίποτε ἐπὶ πλέον. Καὶ ἔρχομαι τώρα νὰ εἴπω δύο λέξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὅρον τὸν ὁποῖον ἀνεκάλυψαν. Ὑπῆρξε λάθος μου, διότι τὴν λῆψιν τῆς ὡς βάσεως τῆς ἐκδόσεως τῆς τιμῆς τοῦ τριμεροῦς μὲ μείωσιν προερχομένην ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς δεδουλευμένης περιόδου ποία λαμβάνεται ὡς βάσις; Θὰ ληφθῇ ὡς βάσις ἡ τιμὴ τοῦ τριμεροῦς τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Λονδίνου κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκδόσεως τοῦ παραγωγικοῦ. Αὐτὴ ἡ τιμὴ τοῦ παραγωγικοῦ δὲν θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ μειωθῇ κατὰ ἕξ μονάδας ἀλλὰ θὰ ἐλαττωθῇ καὶ αὐτὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ μία ἰσορρόπησις ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐκδόσεως· ἑπομένως ἡ τιμὴ τοῦ τριμεροῦς θὰ θεωρηθῇ ἀνωτέρα τῆς πραγματικῆς διότι διὰ τὸ τριμερὲς διέρρευσεν καὶ μία τριετία ἡ ὁποία δὲν διέρρευσε διὰ τὸ παραγωγικόν. Ἑπομένως τὸ τριμερὲς δάνειον ὡς προσεγγίζον πρὸς τὴν λῆξιν τοῦ ἔχει μίαν τιμὴν ἀνωτέραν, αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς βάσις διότι ὀφείλεται εἰς τὴν περίοδον τῆς τριετίας, αὐτὸ θὰ μειωθῇ ἀπὸ τὴν τρέχουσαν τιμήν· αὐτὸ εἶναι ἀναντίρρητον. Ἀλλ’ ἔχετε καθῆκον σεῖς κ. ὑπουργέ, ν’ ἀναγνωρίσετε τὴν πλάνην σας, διότι ἐγὼ χθὲς εἰς μίαν στιγμὴν εἶπον ὅτι ἐπλανήθην, δὲν ἐπλανήθην ὅμως· ἔχετε ὅμως καθῆκον καὶ μετὰ τῆς ἰδίας εἰληκρινείας ν’ ἀναγνωρίσητε ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα.
§210Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ἂν δὲν τὸ ἀνεγνώριζεν ἀπὸ μέσα του;
§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δέν ὑπάρχει τρόπος νὰ μὴ τὸ ἀναγνωρίσῃ, ἐγὼ βάζω σᾶς κριτὴν, τῆς τιμῆς τοῦ πρό τοῦ τριμεροῦς δανείου· ἡ τιμὴ αὐτοῦ εἶναι ηὐξημένη διότι διὰ τὸ τριμερὲς δάνειον ἔχει διαρρεύσῃ μία τριετία, ὑπολείπονται δὲ διὰ τὴν ἐξόφλησίν του 37 ἔτη. Τὸ παραγωγικὸν δάνειον θὰ ἔχῃ νὰ διανύσῃ 40 ἔτη. Λοιπὸν λέγει ὁ ἀνάδοχος, λέγει ἡ σύμβασις: κύριοι δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀναλογίσω τὴν τιμὴν ἀπὸ τὸ τριμερὲς διότι εἶναι ηὐξημένον ἐκ τῆς παρόδου τῆς τριετίας, καὶ θὰ λάβω καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ἀναλογίαν τῶν 40 ἐτῶν. Ἑπομένως τὴν τιμὴν αὐτὴν θὰ τὴν ἐλαττώσῃ κατὰ τὸ ποσὸν τὸ ἀντίστοιχον καὶ αὐτὸ θὰ λάβω ὡς βάσιν διὰ τὴν μείωσιν τῶν ἕξ μονάδων· ἑπομένως ἡ βασικὴ τιμὴ εἶναι κατωτέρα τῆς τρεχούσης κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδόσεως εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Ν. Ὑόρκης. Ἐγὼ ἔχω ἀπολύτως δίκαιον εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτήν.
§212Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ σύμβασις Σέλιγκμαν δὲν ἀναφέρει τοιούτους ὑπολογισμούς.
§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πῶς; ἀναφέρει ὅτι ὁ χρόνος τῆς διαρρεύσεως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μείωσιν τῆς βασικῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως μειοῦται δηλαδὴ καὶ κατὰ τῆς τρεχούσης ἀξίας.
§214Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δηλαδὴ ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ μετὰ πενταετίαν;
§215Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ἀκριβὴς, ἀλλὰ δὲν θέλετε σεῖς ν’ ἀνομολογήσητε τὴν ἀκρίβειαν ὅπως ἐγὼ ἀνωμολόγησα πεισθεὶς πρὸς στιγμὴν τὴν ἀκρίβειαν τῆς παρακλήσεώς σας.
§216Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὀρθή.
§217Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια τῶν πραγμάτων. Ἐγὼ εὔχομαι, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπολύτως εὔχομαι, ὅλα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως νὰ συντείνουν εἰς τὴν κραταίωσιν τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους ἀντοχῆς καὶ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς χώρας. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ θὰ ἀχθῇ εἰς πέρας. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος διὰ νὰ φοβοῦμαι ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἀχθῇ εἰς ὀπισθοδρόμησιν πρὸς ἀποφάσεις, πρὸς τὰς ὁποίας αἰσθάνεται ἀκαταγώνιστον ἀποστροφήν. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς παρακολουθεῖ πᾶσαν ἀνταγωνιστικὴν προσπάθειαν μεθ’ ὅλης τῆς ζέσεως, μεθ’ ὅλης τῆς πίστεως, διὰ τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ περιβάλλῃ ἕνα τοιοῦτον ἔργον. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόκειται νὰ δικαιολογήσῃ πραγματικῶς τὰς προσδοκίας τὰς ὁποίας ἐστήριξεν εἰς αὐτὰς ὁ ἑλληνικὸς λαός. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ τὸ πράξῃ, θὰ εὐχηθῶ ἐγὼ ὁ ἴδιος μετὰ τὴν πάροδον τῆς τετραετίας νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω, ὅτι πράγματι ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τῆς νέας Κυβερνήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων κατέστη ἀληθῶς ἀγνώριστος.
§218Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ἔχω δύο λέξεις νὰ προσθέσω, κ. βουλευταί. Δὲν θ’ ἀπαντήσω γενικῶς, διότι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη ἀλλὰ μόνον ὅσον ἀφορᾶ τὰς αἰτήσεις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω καὶ θ’ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν ἀρχήν, διότι δὲν μοῦ ἐπετρέψατε τὴν διακοπήν. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν προκαταβολήν· ἔχει τὶ τὸ ἐπαχθές;
§219Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς προκαταβολῆς, δὲν ἔχει σημασίαν.
§220Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει ὅρους ἐλαφρυτέρους, διότι σεῖς μὲν δίδετε τὰς ὁμολογίας ἀμέσως, ἐνῷ ἡμεῖς τὰς δίδομεν ἂν δὲν ἐξοφλήσωμεν τήν προκαταβολήν. Εἶναι προφανὴς διαφορά.
§221Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ἐνέχυρον.
§222Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ ὁμολογίαι αἱ διδόμεναι ἀπ’ ἀρχῆς δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι διατρέχουν κίνδυνον εἰς χεῖρας τοῦ Χάμπρο, ἀλλὰ δημιουργοῦν πλεονέκτημα ὑπὲρ τοῦ Τραπεζίτου εἰς συναγωνισμόν, ὅτι δὲν δύναται Τραπεζίτης ἄλλος νὰ τολμήσῃ νὰ ἐκτεθῇ εἰς δάνειον, ὅταν γνωρίζει, ὅτι ὁ Α τραπεζίτης εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ ὁμολογίας τοῦ 1914, προηγουμένας κατὰ πολὺ εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὑποθήκης, καὶ δύναται νὰ τὰς ρίψῃ εἰς τὴν ἀγοράν.
§223Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καμμίαν ἀπολύτως.
§224Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πῶς εἶναι εἰς τὴν ἰδίαν μοῖραν ὁ Τραπεζίτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰς χεῖρας του ὁμολογίας καὶ δύναται νὰ τὰς ρίψῃ εἰς τὴν ἀγορὰν εἰς ἕνα συναγωνισμὸν μὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τίποτε; Δεύτερον πλεονέκτημα εἶναι, ὅτι εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν εἶναι κάτω 4 μονάδες τῆς μέσης τιμῆς τοῦ Λονδίνου, ἐνῷ τοῦ οἴκου Σέλιγκμαν, μὲ τοὺς ἐπαχθεῖς ὅρους, εἶναι τρεῖς μονάδες κάτω.
§225Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ χαρτοσήμου μεταξὺ Ν. Ὑόρκης καὶ Λονδίνου, διότι ἐβγῆκε μισὸ τῆς Ν. Ὑόρκης καὶ μισὸ στὸ Λονδῖνον.
§226Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οἱ ὅροι οἱ ἰδικοί σας ἦσαν ὅροι βαρεῖς, οὔτε διατρέχουν κανένα κίνδυνον αἱ ὁμολογίαι νὰ περιέλθουν εἰς χεῖρας τῶν τραπεζιτῶν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ περὶ αὐτοῦ συζήτησις ὅτι θὰ διέτρεχε ποτὲ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὸν κίνδυνον, εὑρισκόμενον εἰς ἥν εὑρίσκεται οἰκονομικὴν κατάστασιν, νὰ ἀποξενωθῇ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ 1914.
§227Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διατὶ τὰς ἔδωσε; Διότι τὰς ἐζήτουν διὰ μίαν προκαταβολήν, ἡ ὁποία θὰ διήρκει ἕν ἔτος καὶ κατόπιν θὰ ἐξωφλεῖτο.
§228Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι μία ἀσφάλεια ἡ ὁποία ἐδόθη ἀπὸ ἡμᾶς.
§229Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ διὰ νὰ εἶναι ἀσφάλεια διὰ τὸν τραπεζίτην, θὰ εἰπῶ, ὅτι ὁ τραπεζίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰς χρησιμοποιήσῃ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀμφισβητήσετε ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν πρώτην δίδετε τὰς ὁμολογίας ὡς ἐνέχυρον κατὰ τὴν λῆξιν τῆς προκαταβολῆς, ἐκτὸς δὲ μόνον ἄν δὲν ἐξοφληθῇ ἡ προκαταβολὴ ἐντὸς τριετίας. Ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀμφισβητήσετε, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν Χάμπρο, ὁ Χάμπρο ἀγοράζει τὰς ὁμολογίας 4 μονάδας πάρα κάτω. Ἐνῷ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπαχθοῦς συμβάσεως τοῦ οἴκου Σέλιγκμαν, 3 μονάδας πάρα κάτω. Ἀλλὰ ὡμιλήσατε περὶ τῆς τιμῆς καὶ εὑρίκατε τὴν τιμὴν αὐτῆς τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν πολὺ μεγάλην. Διατὶ ἆρά γε; Εἴχατε μήπως τὴν ἀξίωσιν, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτευτικοῦ κόμματος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ γίνῃ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου Σέλιγκμαν 5 μονάδας κάτω τοῦ τριμεροῦς, καθ’ ἥν στιγμὴν πρὸ τοῦ δανείου Σέλιγκμαν ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας εἰς τιμὴν 81;
§230Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχει ὑπαχθῆ εἰς τὸν ἔλεγχον.
§231Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλετε σοβαρῶς νὰ ἀρχίσωμεν νὰ μετρῶμεν 5 μονάδας κάτω τοῦ τριμεροῦς καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 90. Ἀλλὰ 6 μονάδες κάτω τοῦ τριμεροῦς εἶναι 84. Δηλαδὴ ἡ τιμὴ τοῦ παραγωγικοῦ εἰς τὸ Λονδῖνον. Ἀλλὰ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ παραγωγικὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν τιμήν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἀριθμοῦμεν 5 μονάδας κάτω τοῦ τριμεροῦς, διότι κατ’ ἀνάγκην τὸ παραγωγικὸν ἐκδίδεται κάτω τοῦ τριμεροῦς· οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι μπομοῦσε δεύτερον δάνειον, ὅπως ἦτο τὸ παραγωγικόν, μὲ ἠλαττωμένας τὰς ἐγγυήσει τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, καὶ μόνον ἐκ τοῦ ὀνόματος ὅτι ἦτο νέον δάνειον, ὅτι μποροῦσε νὰ ἐκδοθῇ εἰς τὴν τιμὴν τὴν αὐτὴν τοῦ προηγουμένου δανείου. Ἀπόδειξις δὲ ὅτι ἦτο ἀδύνατον, τοῦ τριμεροῦς εὑρισκομένου εἰς τὴν τιμὴν τῶν 90 νὰ γίνῃ ἔκδοσις παραγωγικοῦ εἰς τὴν τιμήν τῶν 90 εἶναι ὅτι...
§232Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συγκατετέθη ὁ ἔλεγχος νὰ πάρετε τὸ δάνειον;
§233Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) Δὲν ἔχει διασαφηνισθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἑπομένως, τὶ συνέβη; Ἡ τιμὴ εἶναι κατ’ οὐσίαν 5. Εἶχε ληφθῇ πρόνοια, ἐὰν ἡ τιμὴ μεταξὺ ἐκδόσεως καὶ ἀγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν ὑπὸ τοῦ τραπεζίτου ὑπερβῇ τὰ 5, εἶχε ληφθῇ πρόνοια, ὥστε νὰ μὴ μπορῇ νὰ ὑπερβῇ τὰ 5. Διέτρεχε κίνδυνον ὁ τραπεζίτης νὰ ἐκδώσῃ εἰς τιμὴν πολὺ κατωτέραν, ἐνῷ εἶχε δεσμευμένας τὰς χεῖρας νὰ ὑπερβῇ τὰς 5½ μονάδας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, ὅτι πρόκειται περὶ ἀγορᾶς εἰς τὴν ὁποίαν πρώτην φορὰν εἰσήγοντο τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικὰ καὶ ἦτο δίκαιον ὁ τραπεζίτης ὁ ὁποῖος ἀνελάμβανε τὰς περισσοτέρας δαπάνας τῆς τοποθετήσεως τοῦ δανείου νὰ ἔχῃ κἄποιο περιθώριον, ἔστω καὶ τιμὴν ἡμισείας μονάδος, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγῃ χρεώγραφα εἰς ἀγορὰν νέαν. Ἀλλὰ εἶπεν καὶ κἄτι τὶ ἄλλο ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι εὑρίσκει δεσμευτικὴν τὴν ὑποθήκην τῶν γαιῶν. Δὲν γνωρίζω ποῦ ἀνεῦρε τὴν ὑποθήκην τῶν γαιῶν καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν ὑποθήκην τῶν γαιῶν ἐννοῇ τὸ γεγονὸς ὅτι δι’ ἔκτακτον χρεωλύσιον δίδομεν τὸ περίσσευμα ποὺ θὰ μείνῃ ἀπὸ τὰς γαίας μετὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἐὰν αὐτὸ εἶναι δέσμευσις βαρεῖα διὰ τὴν Ἑλλάδα, πταίω ἐγὼ ποὺ δὲν τὴν ἐννοῶ.
§234Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν ὅρον.
§235Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸν ἀναγνώσω ἐγώ.
§236Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἅμα θέλετε νὰ κάμητε ἀγροτικὴν πολιτικήν, ἵνα διανείμητε γαίας εἰς πρόσφυγας καὶ ἀκτήμονας, φυσικὸν εἶναι ὅτι ἀποτελεῖ μία δέσμευσιν.
§237Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νὰ δώσωμεν τὸ περίσσευμα. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν ὅρον. (ἀναγινώσκει). Ἑπομένως ἐὰν εἰσπράττομεν καθ’ ἑκάστην ἑξαμηνίαν ποσὸν ὑπερβαῖνον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, ὄχι μόνον τούτου, ἀλλὰ τοῦ ὅλου δανείου καὶ τῶν 54 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, τότε ἔχομεν ὑποχρέωσιν τὸ περίσσευμα αὐτὸ νὰ δίδωμεν εἰς ἔκτακτον ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου, εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἀποσβέσεως τοῦ δανείου. Καλεῖται τοῦτο ὑποθήκη γαιῶν τὴν ὁποίαν ἀνεῦρεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ τὴν ἐξωμοίωσε πρὸς τὸ προσφυγικὸν δάνειον, ποὺ εἶναι ἡ μισὴ Ἑλλὰς ὑποθήκη; Ἀλλ’ εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν βαρεῖς εἶναι οἱ ὅροι, διότι ὁ τραπεζίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φύγῃ. Ἀλλὰ ποῦ ἠκούσθη ὅτι μπορεῖ νὰ ἀναλάβῃ τραπεζίτης ὑποχρεώσεις, χωρὶς τὸν στοιχειωδῶς ἀπαραίτητον ὅρον τοῦ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἐν περιπτώσει κρίσεως ἐμπορικῆς ἢ πολεμικῆς, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ φεύγῃ. Προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ εἴπῃ ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ τραπεζίτης ἔχων σώας τὰς φρένας καὶ δυνάμενος νὰ συνάψῃ σύμβασιν, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ θέση τὸν ὅρον αὐτὸν τὸν στοιχειώδη ὅλων τῶν συμβάσεων. Εἶναι ὁ στοιχειώδης ὅρος τῆς συμβάσεως τοῦ τριμεροῦς διὰ 15 ἡμέρας μόνον. Ἀλλ’ ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι αὐτολεξεί. Αὐτολεξεὶ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἐμερίμνησα νὰ εἶναι αὐτολεξεί. Εὑρισκόμενος εἰς τὸ δάνειον Χάμπρο διὰ 15 ἡμέρας, ἐνῷ δὲν εἶναι τίποτε, εἰς τὸ δάνειον Σέλιγκμαν εἶναι ὅρος δεσμευτικός. Καὶ λέγει ταῦτα σοβαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν ὁ Σέλιγκμαν εἶναι ὑποχρεωμένος διὰ διάστημα χρόνου ἄγνωστον καὶ ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὰς διαθέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καλεῖται τοῦτο δέσμευσις;
§238Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν, διότι πρόκειται περὶ καθαρᾶς σκιαμαχίας. Οὐδεὶς ἔψεξε τὸν ὅρον μονομερῶς. Ἐψέχθη ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν ἄλλον. Ἐνῷ ὁ ἀνάδοχος εἶναι ἐλεύθερος εἰς ἀποχώρησιν, τὸ δημόσιον δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§239Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ἴδιον δικαίωμα ἔχει.
§240Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς παρακαλῶ. Ἀποκαλεῖτε τοῦτο τὸ δικαίωμα ἀποχωρήσεως ἄνευ ὅρων; Ἀποκαλεῖτε, ὅτι ὁ ὅρος τῆς κρίσεως τῆς ἐμπορικῆς ἢ τῆς πολιτικῆς εἶναι ὅρος δεσμευτικός;
§241Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὴ ἐπιμένετε ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς ἐψέχθη ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν ἄλλον ὅρον, ὁ ὁποῖος δὲν ὑφίσταται εἰς καμμίαν προηγουμένην σύμβασιν· δηλαδή, εἰς τὸ ὅτι ἐνῷ ὁ Τραπεζίτης ἔχει δικαίωμα ἀποχωρήσεως, ὅπως τὸ ἔχῃ καὶ εἰς τὴν ἄλλην σύμβασιν εἰς τὴν σύμβασιν, Σέλιγκμαν κατ’ ἐξαίρεσιν τὸ δημόσιον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθυνθῇ διὰ τήν σύναψιν τοῦ δανείου, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ τραπεζίτου ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον, πρὸς ἄλλον εἰς τὴν ἰδίαν ἀγοράν. Αὐτὸς ὁ ὅρος δὲν ὑπάρχει εἰς κανένα ἄλλο δάνειον, ὅτι δὲν δύναται τὸ δημόσιον, ἀρνουμένου τοῦ τραπεζίτου νὰ εἰσάγῃ τὸ δάνειον, νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν ἰδίαν ἀγοράν.
§242Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§243Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν φεύγει. Ἠθέλατε τὸν τραπεζίτην δέσμιον νὰ ἀγοράσῃ μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη τὰς ὁμολογίας εἰς τὴν Α τιμὴν κάτω τῆς τιμῆς τοῦ τριμεροῦς καὶ τὸ δημόσιον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ φεύγῃ ἐὰν δὲν τοῦ ἀρέσῃ ἡ τιμή; Εἶναι ὀψιὸν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ἠθέλατε νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ φεύγετε ἀπὸ ἐμὲ καὶ νὰ ὑπάγετε δίπλα εἰς τὸν Σπάγερ νὰ κάμετε τὸ δάνειον; Ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω τὸ δάνειον, θὰ ἀναλάβω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράσω τὰς ὁμολογίας εἰς τὴν Α τιμὴν καὶ σεῖς θὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φεύγετε καὶ νὰ συνάπτετε τὸ δάνειον μὲ τὸν Σπάγερ. Αὐτὸ ἠθέλατε. Τότε δὲν θὰ ἦσαν βαρεῖς οἱ ὅροι. Διατὶ κάμετε σύγκρισιν μὲ προϋγούμενα δάνεια εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει δέσμευσις τοῦ τραπεζίτου μελλοντικῆς ἀγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν;
§244Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις ὑπάρχει δέσμευσις.
§245Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὴν σύμβασιν τῆς ὁδοποιΐας Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀνάδοχος νὰ προσφέρῃ τὸ δάνειον εἰς τὴν τιμὴν τοῦ τριμεροῦς δανείου;
§246Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κάμετε λάθος. Κανεὶς τραπεζίτης δὲν τὰ ἀναλαμβάνει αὐτά, νὰ σᾶς προσφέρῃ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ τριμεροῦς. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προσφέρῃ δάνειον μὲ τοὺς ὅρους τῆς ἀγορᾶς.
§247Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τοῦ τριμεροῦς δανείου.
§248Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Περιμένετε νὰ τελειώσω. Ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς προσφέρῃ δάνειον μὲ τοὺς καλλιτέρους ὅρους τῆς ἀγορᾶς καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς προσφέρῃ δάνειον μὲ τοὺς ὅρους τοῦ τριμεροῦς· εἶναι τὸ ἴδιον; Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνετε σοβαρῶς δέσμευσιν τοῦ δημοσίου τὸ γεγονός, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει, καὶ θέλω νὰ τὸ ἀντιληφθῇ καλῶς ἡ Βουλή, δὲν εἶναι ἡ πίστις μας καλὴ ἐν Ἀμερικῇ, δὲν εἶναι τὰ χρεώγραφά μας εἰς ἱκανοποιητικὴν τιμὴν καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ συνάψωμεν δάνειον, διότι ἡ τιμὴ ἡ προκύπτουσα δὲν θεωρεῖται ἱκανοποιητική, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ τρομερὰ δέσμευσίς μας ποία εἶναι; Ποῦ θὰ φύγωμεν; Δὲν μποροῦμεν νὰ κάμωμεν δάνεια ἐν Ἀμερικῇ, πρὶν τελειώσωμεν τὸ ἄλλο. Δηλαδὴ τὶ θυσιάζομεν παρακαλῶ; Τὴν εὐχέρειαν νὰ συνάψωμεν δάνεια εἰς χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν μποροῦμεν νὰ συνάψωμεν;
§249Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀγοραία ἀξία τῶν χρεωγράφων μας εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν εἶναι ἀπόδειξις περὶ τῆς πίστεώς μας εἰς τοὺς τραπεζικοὺς κύκλους.
§250Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ εἶναι ἱκανὸς ὁ τραπεζίτης διὰ τῶν ἐνεργειῶν του νὰ φέρῃ τὰ χρεώγραφά μας εἰς ἱκανοποιητικὸν ἐπίπεδον; Θὰ γίνῃ τὸ δάνειον. Δὲν εἶναι ἱκανός; δὲν γίνεται τὸ δάνειον. Τί χάνομεν; Ἐπιστρέφομεν τὴν προκαταβολὴν καὶ δὲν μποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἐπὶ δύο ἔτη τὸ αὐτὸ δάνειον ἐν Ἀμερικῇ. Εἶναι αὐτὸ δέσμευσις; Αὐτὰ εἶχα νὰ παρατηρήσω.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μηδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν οἱ δεχόμενοι τὴν ψήφισιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑπουργείων: Ἐσωτερικῶν, Ὑγιεινῆς, Προνοίας κλπ. παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸς δι’ ἀναστάσεως ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ὑπουργείων: Ἐσωτερικῶν Ὑγιεινῆς, Προνοίας, Δικαιοσύνης, Παιδείας καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων, Κληροδοτημάτων, Δικαστηρίων καὶ τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας).
§253Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν ψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου «περὶ ἐπιστημονικῆς ἐκμεταλλεύσεως καλλιεργουμένων κτημάτων».
§254Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ μπορεῖτε νὰ συζητήσετε καὶ νὰ ἐκφέρετε τὰς ἀντιρρήσεις σας εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§255Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ.
§256Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ δὲν θὰ μὲ ἀφήσετε νὰ τελειώσω τὴν δουλειά μου;
§257Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐμποδίσω εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ ζητῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἔχομεν σοβαρὰς ἀντιρρήσεις.
§258Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καλά, τὰς ἀντιρρήσεις σας εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§259Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ πάντως διαμαρτύρομαι, κ. Πρόεδρε διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ τετελεσμένου γεγονότος.
§260Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ εἴμεθα σύμφωνοι, εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ὑποβάλετε τὰς ἀντιρρήσεις σας.
§261Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου τῆς Ἀγγλοαμερικανικῆς Τραπέζης.
§262Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου ἔχω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν ἑρμηνευτικήν, ὅτι αἱ ποινικαὶ εὐθύναι τῆς ἑταιρείας παραμένουν ἀμείωτοι.
§263Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐγὼ χθὲς ἐπρότεινα τὴν δήλωσιν ταύτην, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§264Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Μοῦ τὸ ἐζήτησαν χθὲς καὶ τὸ ἐβάλαμεν.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου ἐκκαθαρίσεως τῆς ἀναστειλάσης τὰς πληρωμὰς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἀγγλοαμερικανικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος Ἀνώνυμος Ἑταιρεία» καὶ καταργήσεως τοῦ νόμου 3519 περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς Τραπέζης Παύλου». (ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἄλλου θέματος, λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 4 μ. μ. (Ὥρα 10 μ. μ.)