1929.06.11
2,718 rows · 21,158 words · 94 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 101η
ΤΡΙΤΗ 11 ΙΟΥΝΙΟΥ 1929
Προεδρία αʹ ἀντιπροέδρου κ. Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΥ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Μακρινίτσης διαμαρτύρεται, διὰ τὴν παράνομον ὑλοτομίαν εἰς τὸ δάσος τῆς κοινότητος αὐτοῦ. — Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Ὀμβριακῆς παρακαλεῖ, ὅπως παραχωρηθῇ τὸ ἥμισυ τῶν ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Ξυνιάδος γαιῶν πρὸς ἵδρυσιν ταμείου κοινωφελῶν ἔργων. — Ὁ πρόεδρος ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου Ἠπείρου παρακαλεῖ, ὅπως κατατεθῇ τάχιστα τὸ περὶ μειώσεως εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν ἀλεύρων νομοσχέδιον. — Οἱ ἀρτεργάται Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 4103. — Συνταξιοῦχοι Πόρου παρακαλοῦν, ὅπως ψηφισθῇ τάχιστα τὸ περὶ συντάξεων νομοσχέδιον. — Δημοτικοὶ ὑπάλληλοι Ρεθύμνης παρακαλοῦν, ὅπως ψηφισθῇ τάχιστα τὸ περὶ καταστάσεως τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων νομοσχέδιον. — Ἰδιοκτῆται γηπέδων Κάτω Λιοσίων πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς γνωματεύσεως τῆς διευθύνσεως μηχανικοῦ ἀναφέρουν τοὺς λόγους, οἵτινες καθιστοῦν ἐπιβαλλομένην τὴν ἀνέγερσιν στρατώνων εἰς Λιόσα. — Οἱ εἰρηνοδῖκαι, πταισματοδῖκαι κλπ. Θεσσαλονίκης παρακαλοῦν, ὅπως συμπεριληφθοῦν καί οὗτοι εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιδόματος λόγῳ ἐνοικίου. — Ὁ κυνηγετικὸς καὶ σκοπευτικὸς σύλλογος Λαρίσσης, διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ νέου περὶ θήρας νόμου. — Χορηγηταὶ τροφίμων σανατορίου Ἀσβεστοχωρίου παρακαλοῦν, ὅπως σταλῶσιν αἱ καθυστερούμεναι ὑπὲρ αὐτῶν πιστώσεις. — Ἐξόριστοι Ἴου παρακαλοῦν, ὅπως χορηγηθῇ αὐτοῖς τὸ νενομισμένον δι’ αὐτοὺς ἐπίδομα. — Ὁ Μ. Παπαδόπουλος τέως ἐφοριακὸς Καβάλλας διαμαρτύρεται, ὅτι ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἀρνεῖται νὰ χορηγήσῃ αὐτῷ ἀντίγραφον τοῦ πρακτικοῦ τῆς ἀπολύσεώς του. — Διδάσκαλοι θεωρητικῶν μαθημάτων Ἰωαννίνων, διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ σχετικοῦ ἐκπαιδευτικοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου παραγνωρίζονται αἱ πολυετεῖς αὐτῶν ὑπηρεσίαι. — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ροδόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν ὑπαλλήλων Ἀγγλοαμερικανικῆς Τραπέζης παρακαλούντων, ὅπως δοθῇ αὐτοῖς ἡ κατὰ νόμον ὀφειλομένη ἀποζημίωσις. — Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Μεσσήνης ἀναφέρων τὰς ἐκ τῆς χαλάζης καταστροφὰς παρακαλεῖ, ὅπως ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ ἥμισυ ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Τηλικίδης καὶ Ν. Τζερμιᾶς καταθέτουν ἀναφορὰν ἐφέδρων Θεσσαλονίκης παρακαλούντων, ὅπως ἡ ἑταιρεία τροχιοδρόμων κλπ. ὑποχρεωθῇ νὰ προσλάβῃ αὐτοὺς εἰς τὰς πρὸ τῆς στρατεύσεώς των θέσεις. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Ἐγκλουβῆς καὶ πολλοὶ συνεταιρισμοὶ παρακαλοῦν, ὅπως νομοθετικῶς θεσπισθῇ ἀποζημίωσις διὰ τὰ ὑπ’ ἀγνώστων φονευόμενα ζῶα αὐτῶν. — Δικαστικοὶ ὑπάλληλοι Δράμας παρακαλοῦν, ὅπως διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν σχετικοῦ νομοσχεδίου τὸ Πρωτοδικεῖον Δράμας ὑπαχθῇ εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν. — Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ὑπουργείου Συγκοινωνίας, τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Καλογερᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Κολιαλέξης, Κ. Γκότσης, Γ. Παπανδρέου κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου τῶν ἀξιωματικῶν».
§3Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§5Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπειδὴ εἶχε ταχθῇ προθεσμία εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς, ἡ ὁποία ἔληξεν, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἔγινε Κυβερνητικὴ μεταβολὴ καὶ οἱ νέοι ὑπουργοὶ πρέπει νὰ λάβουν γνῶσιν τῶν νομοθετημάτων, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ νέα προθεσμία νὰ μελετήσουν τὰ νομοθετήματα οἱ νέοι ὑπουργοὶ καὶ νὰ ἀρχίσῃ πάλιν ἡ ἐργασία τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν, ἄλλως θὰ εἶναι ματαιοπονίας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§7Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ μᾶς πληροφορήσουν αἱ ἁρμόδιοι ἐπιτροπαὶ καὶ ὑμεῖς θὰ δηλώσωμεν ἐὰν εἴμεθα ἕτοιμοι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σίδερη.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως διατάξεων περὶ φάρων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Μαρτίου 1929 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς νομοθεσίας περὶ τῆς ἐφ’ ἅπας φορολογίας τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης Ξυνιάδος». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως δραχ. 425.000 ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων τῆς χρήσεως 1929–30 διὰ τὴν ἀναστήλωσιν τοῦ Παρθενῶνος». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταρτίσεως νέων πινάκων δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
§11Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 3 γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὴν προσθήκην, ὅτι «ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει καὶ τὸν χρόνον τῆς δικηγορικῆς ὑπηρεσίας». (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου λόγῳ τῶν τροπολογιῶν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 13)11)27 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22)4)26 Ν.Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4258 περὶ ταμείου προνοίας προσωπικοῦ ἐφημερίδων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Σ)βρίου 1926 Ν.Δ. περὶ προπαρασκευαστικῆς σχολῆς ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτικῆς σχολῆς τεχνιτῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ σχολῆς Εὐελπίδων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προπαρασκευαστικῆς σχολῆς ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτικῆς σχολῆς τεχνιτῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ προτελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ ἀπὸ 1ης Ἰουλίου 1927 Ν.Δ. περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως συναφθείσης συμβάσεως κατασκευῆς ἐν τῷ νομῷ Εὐβοίας ὁδὸς Βατώντος–Στενῆς» ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς.
§12Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἡ σύμβασις αὐτὴ ἀφορᾷ τὴν κατασκευὴν ἑνὸς δρόμου ὁ ὁποῖος ἔχει γίνει κατὰ τὸ ἥμισυ. Οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως εἶναι τόσον εὐνοϊκοὶ διὰ τὸ Δημόσιον, ὥστε ἀπορῶ πῶς εἰσάγεται νομοσχέδιον πρὸς κατάργησιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Πρόκειται περὶ 8 χιλιομέτρων ἀποστάσεως. Θὰ εἶναι ἄδικον νὰ χαθῇ ἡ εὐκαιρία αὐτὴ καὶ νὰ μείνῃ ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς ἕνας μεγάλος πληθυσμὸς ἀποκεκομμένος ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν μὲ τὴν ὁποίαν δὲν συγκοινωνεῖ σχεδὸν καθόλου. Ἡ ἐπιτροπὴ παρουσιάσθη πρὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ἡμερῶν ὁ ὁποῖος ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προσέξῃ τὸ ζήτημα.
§13Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑφυπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἴπομεν καὶ χθὲς νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἕως ὅτου τροποποιηθῇ συμφώνως μὲ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. συναδέλφου. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἀναγραφῇ καὶ αὔριον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐμφανίσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι παρατηρήσατε τὸ πρᾶγμα, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα δὲν παρίστατο εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καθόλου. Ἐμάθαμεν κατόπιν, ὅτι ἐγίνετο σκέψις, ὅπως τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀποχωρήσῃ τῶν συνεδριάσεων. Ἔκτοτε πραγματικῶς δὲν προσῆλθε καὶ χθὲς ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ κόμματος, καθ’ ἃ μανθάνομεν ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, ὁριστικὴ ἀπόφασις, ὅπως μὴ προσέρχονται τοῦ λοιποῦ εἰς τὰς συνεδριάσεις. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἰς δηλώσεις του δημοσιευομένας εἰς τὰς σημερινὰς ἐφημερίδας ἐξήγησε τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι, νομίζει ὅτι δικαιολογοῦν τὸ Λαϊκὸν κόμμα νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφεθῇ ἀπαρατήρητος μία τόσον σπουδαία πράξις ἑνὸς ἐκ τῶν μεγάλων πολιτικῶν κομμάτων τῆς χώρας. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, κύριοι βουλευταί, ὅτι κατὰ τὰ τέλη Ἰανουαρίου, ἑβδομάδας πολλὰς πρὸ τῆς ἐπικειμένης τότε διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν καὶ ἀληθῶς μῆνας πρὸ τῆς πραγματικῆς διεξαγωγῆς αὐτῶν, ὅταν μία τῶν φιλικῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐφημερίδων εἶχε δημοσιεύσει τὴν εἴδησιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκλεχθῇ ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας, ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922, ὡς εἷς ἐκ τῶν 10 γερουσιαστῶν τῶν ἐκλεγομένων ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος μοῦ εἶχεν ἀπευθύνει τότε μίαν ἐπιστολὴν ἀμέσως ἐρωτῶν με ἄν εἶναι ἀληθὴς ἡ εἴδησις αὕτη. Εἰς τὴν ἐπιστολήν του ἀπήντησα λέγων, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ πρᾶγμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε καθόλου ἀφορμὴν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος ποίους θὰ ὑποδείξῃ ὡς μέλλοντας νὰ ἐκλεχθοῦν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ Γερουσίαν, προσέθεσα ὅμως εἰς τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην, ὅτι ἡ ἀπάντησις αὐτὴ δὲν εἶναι ἀρκετὴ διότι (ἀναγινώσκει) ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος λαβὼν τὴν ἀπάντησίν μου μοῦ ἀπηύθυνε νέαν ἐπιστολὴν εἰς τὴν ὁποίαν μεταξὺ ἄλλων λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει) ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διεμαρτυρήθη, διότι εἶχον ὑποθέσῃ πρὸς στιγμήν, ὅτι ἐκεῖνος ἠμπορεῖ νὰ φαντάζεται, ὅτι πολῖται Ἕλληνες δύνανται νὰ στερηθοῦν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτικῶν, ὅπως θὰ ἐστεροῦντο ἐὰν ἐθεωρεῖτο, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Πλαστήρας νὰ ἐκλεχθῇ μεταξὺ τῶν ἄλλων 10 γερουσιαστῶν. Ἀλλὰ εἰς τὴν ἐπιστολήν του αὐτὴν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀνακινεῖ ἓν ἄλλο ζήτημα. Ἐνῷ δηλαδὴ ἀναγνωρίζει, ὅτι πραγματικῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ νοηθῇ, ὅτι ὡρισμένοι πολῖται ἔχουν κεκτημένα τὰ πολιτικά των δικαιώματα λέγει ὅμως, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ τοῦ κ. Πλαστήρα, θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς ἐπιβράβευσις μιᾶς πράξεως, τὴν ὁποίαν σεῖς τὴν ὀνομάζετε σφάλμα καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θεωροῦμεν ἔγκλημα». Προσθέτει λοιπὸν εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος (ἀναγινώσκει). Ἡ τελευταία αὐτὴ περίοδος τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Τσαλδάρη μὲ ἔκαμε νὰ πιστεύσω, ὅτι παρουσιάζεται μία εὐκαιρία πρὸς μίαν ἐξήγησιν μεταξὺ τοῦ Δημοκρατικοῦ κόσμου καὶ τοῦ παλαιοῦ Βασιλικοῦ κόσμου. Ἐθεώρησα καθῆκον μου, νὰ καλέσω ὅλους τοὺς Δημοκρατικοὺς ἀρχηγοὺς, διὰ νὰ τοὺς εἰσηγηθῶ μίαν ἀπάντησιν καὶ τὴν ὁποίαν ἔκρινα, ὅτι ἔπρεπε νὰ στείλω εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην, ὅπως μοῦ ἐπιτρέψουν τὴν ἀπάντησιν αὐτήν, νὰ στείλω ἐκ μέρους ὅλου τοῦ Δημοκρατικοῦ κόσμου, τουθ’ ὅπερ καὶ ἔγεινε. Τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν τὴν ἐνθυμεῖσθε. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε μόνον, νὰ ἀναγινώσω μερικὰς περικοπὰς ἐξ αὐτῆς (ἀναγινώσκει)..... Διότι εἰς αὐτό, ὁ κ. Τσαλδάρης ἔδιδε πολλὴν σημασίαν. Ἔλεγε δηλαδή, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ διαφωνοῦμεν, ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ ἡμεῖς πιστεύωμεν, ὅτι μὲ τὴν ἐνέργειάν σας αὐτήν, ἔρχεσθε νὰ μᾶς θίξετε εἰς ἓν σημεῖον, ποῦ εἴμεθα πολὺ εὔθικτοι, δηλαδὴ ἔρχεσθε σεῖς ὁ πολιτικὸς Δημοκρατικὸς κόσμος, νὰ ἐγκρίνητε σφάλματα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θεωροῦμεν ἐγκλήματα. Ἔλεγον λοιπὸν τότε εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, (ἀναγινώσκει). Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ἐδόθη ἀπάντησις, ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἀλλ’ ὅλοι εἴχομεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι διὰ τῆς ἀνταλλαγῆς τῆς ἀλληλογραφίας αὐτῆς, ἐτερματίσθη ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑποκινεῖ σήμερον πάλιν τὸ Λαϊκὸν κόμμα, καὶ ὅτι ὁ τερματισμὸς αὐτὸς ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς ἑξῆς βάσεως, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος ἀνεγνώρισεν, ὅτι οἱ πολιτικοὶ τοῦ 1920 δὲν διέπραξαν προδοσίαν, οὐδὲ ἐν γνώσει ἐπεδίωξαν, νὰ ζημιώσουν τὴν χώραν. Ἐξ ἄλλου ὁ Βασιλικὸς κόσμος ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ὅλου ἔργου τῆς ἐπαναστάσεως, εἶναι φυσικὴ ἡ διαφορὰ γνώμης, μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων. Ἦτο λοιπὸν φυσικόν, νὰ πιστεύωμεν, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐτελείωσεν καὶ ἑπομένως, ὅταν παρουσιάσθη ἡ περίστασις μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ νέου ὑπουργείου, νὰ ἀνασυγκροτηθῇ ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν ἐφαντάσθην, οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, ὅτι οἱ πρόσφυγες ὡς ὑπουργοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μετάσχει, ὁ μὲν ὡς ἀρχηγῶν, ὁ δὲ ὡς δικαστὴς εἰς τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ λυπηρά, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ θεωρηθῇ ὡς πρόκλησις πρὸς τὸ κόμμα τὸ Λαϊκόν. Εἰς τὰς σημερινάς του δηλώσεις ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος λέγει: Μὰ ἡμεῖς ἀφίσαμεν τόσην καλὴν συνεργασίαν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν δεικνύει ἀνάλογον συμπεριφορὰν πρὸς τὴν ἰδικήν μας. Κύριοι βουλευταί, ἔχω καθῆκον, νὰ εἴπω, ὅτι πρῶτον μὲν δὲν πρόκειται περὶ συνεργασίας, μεταξὺ Λαϊκοῦ κόμματος καί Κυβερνήσεως.
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐννοεῖ μεταξὺ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως. Αὐτὸ ἐννοεῖ.
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ναί, ἀλλ’ οὐδέν τι συμβαίνει. Ἡ συνεργασία μεταξὺ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ τῶν προσώπων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ παρουσία εἰς τὴν Κυβέρνησιν θίγει τὸ Λαϊκὸν κόμα, εἶχε γίνει ἤδη ἀπὸ τὸν Νοέμβριον 1926. Κατ’ ἐπανάληψιν δύο μέλη τοῦ δικαστηρίου τοῦ 1925 παρεστάθησαν εἰς τὰς ἐπιτροπάς, δέν γνωρίζω ἂν καὶ ὡς πρόεδροι, πάντως ὅμως ὡς εἰσηγηταὶ καὶ συνέπραξαν μετὰ τῶν βουλευτῶν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς μεταξὺ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι, ἡ τοιαύτη εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς συνεργασία ὅτι εἶναι στενωτέρα, ὅτι εἶναι οἰκειοτέρα ἀπὸ τὴν λεγομένην συνεργασίαν, μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως. Διότι ὡς διατυποῦται, τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, περὶ συνεργασίας μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Λαϊκοῦ κόμματος στερεῖται πάσης βάσεως. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι Κυβέρνησις Οἰκουμεικὴ καὶ δὲν συμπεριλαμβάνει εἰς τοὺς κόλπους της μέλη τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὥστε νὰ δύνανται ταῦτα νὰ παραπονοῦνται ὅτι ἡ ἀνασυγκρότησις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀντιλήψεις των ἢ τὰ αἰσθήματά των.
§18Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ὁ κ. Δοξιάδης ἦτο ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεώς σας καὶ συνειργάσθη μετὰ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἦτο μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔγειναν αἱ ἐκτελέσεις.
§20Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ἦτο.
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἐγνώριζον. Ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ συνεργασία εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐγένετο καθ’ ἡμέραν ἐπὶ 2½ ἔτη καὶ ἑπομένως ἦτο φυσικὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ ὑφυπουργοῦ τῆς συγκοινωνίας δὲν μποροῦσε ν’ ἀναγκάσῃ τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα ν’ ἀπόσχουν ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις, τῆς Βουλῆς διότι δὲν δέχονται συνεργασίαν. Θὰ προσθέσω ἕνα ἄλλο ἀκόμη, διότι ὅλοι ἔχομεν καθῆκον νὰ λογοδοτήσωμεν πρὸς τὴν λαϊκὴν γνώμην, διότι πρέπει νὰ γνωρίζῃ αὐτή, ἂν ὑπάρχῃ ὑπαιτιότης καὶ εἰς ἕνα ἐκ τῶν Δημοκρατικῶν κομμάτων καὶ μάλιστα εἰς τὸ κυβερνοῦν κόμμα. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἐπικαλεῖται εἰς τὰς σημερινάς του δηλώσεις τὴν μετριοπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε καὶ τὸ συνδιαλλακτικόν του πνεῦμα. Ἀλλὰ ἀπαντῶ: Μήπως δὲν ἐπεδείχθη ὁμοία μετριοπάθεια καὶ ὅμοιον συνδιαλλακτικὸν πνεῦμα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς μέχρι τοῦδε δράσεώς της. Μήπως τὸ Λαϊκὸν κόμμα μπορεῖ, νὰ παραπονεθῇ, ὅτι τὸ νομοθετικὸν μέτρον ἢ μία διοικητικὴ πρᾶξις ἔτεινε ν’ ἀδικήσῃ τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἢ νὰ τὸ ἐξοργήσῃ; Νομίζω ὄχι. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ἐπανελθὼν εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν δὲν περιελούσθην ἁπλῶς ἀπὸ τὸν Τύπον τῶν Λαϊκῶν ὄχι πλέον μὲ τὰς πλέον ἀπιθάνους ὕβρεις, ἀλλ’ ἐξωθεῖτο ὁ κόσμος καὶ μέχρις ἐγκλήματος ἐναντίον μου, διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν παρουσίαν μου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι δὲν ἤνοιξα τὸ στόμα μου καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐκλογικῆς ἐκείνης περιόδου, νὰ ἐκφράσω οὔτε ἁπλοῦν παράπονον. Τίποτε ἀπολύτως. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, μὲ τὴν συνήθη εὐσυνειδησίαν του, ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ μετριοπάθεια καὶ διαλλακτικότης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἤρχισε νὰ ἐπιδεικνύεται μόνον μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἀφ’ ἧς αὗται ἀπέβησαν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ναί, ἀλλὰ ἐγώ, προτοῦ ἀποφανθῇ ἡ λαϊκὴ γνώμη, ἐφέρθηκα καὶ ἐγὼ καλὰ καὶ μάλιστα ὑπὸ περιστάσεις ἀληθῶς πολὺ δυσκόλους καὶ ἐπὶ ἕνα ὅλον καὶ ἥμισυν μῆνα καθ’ ὃν διήρκεσεν ἡ ἐκλογικὴ περίοδος. Ἔπειτα εἶπα, ὅτι οὔτε μέτρον νομοθετικὸν οὔτε πρᾶξις διοικητικὴ ἔγινε, ἡ ὁποία νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ὡς πρᾶξις ἀδικοῦσα αὐτὸ ἢ τείνουσα ἁπλῶς, νὰ τὸ δυσαρεστήσῃ. Ἔχω τὸ δικαίωμα, νὰ ἐπικαλεσθῶ, ὅτι ὅταν ἱδρύσαμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὅλοι ἀνωμολόγησαν, ὅτι κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια, ὅπως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας γίνῃ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμπνέῃ εἰς τὸν κόσμον τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐζήτησεν νὰ κάμῃ ἕνα συμβούλιον τὸ ὁποῖον ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὰς κομματικάς της βλέψεις. Εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν 10 γερουσιαστῶν τῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἡ Κυβέρνησις περιέλαβε ἀντιπροσώπους τοῦ ἀντιθέτου πολιτικοῦ κόσμου εἰς εὐρεῖαν κλίμακα καὶ πέραν τῆς ἀριθμητικῆς του ἀναλογίας καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει τὴν εὐκταίαν συνδιαλλαγὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας, ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ φίλου μου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδέχθην νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς μειοψηφίας. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτό μόνον, ὑπῆρξε καὶ ἕνα ἄλλο ζήτημα πολὺ σπουδαιότερον. Ὅταν ἀνέλαβα τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας ἐκ νέου ἐπανελθὼν εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνήν, εὑρῆκα ἓν ζήτημα ἐκ τῶν πλέον σοβαρῶν καὶ ἐκ τῶν πλέον ὀξέων, τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ. Πολλοὶ ἐπίστευαν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ εἶχε λυθῇ μὲ τὴν λύσιν, ἡ ὁποία εἶχε δοθῇ ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Οὐδὲ πόρρωθεν ἐσκέφθην ποτὲ νὰ ἐπικρίνω τὴν λύσιν, ἡ ὁποία ἐδόθη ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Βεβαιῶ ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶχε θεωρηθῆ λῆξαν ἀπὸ τὸν δημοκρατικὸν στρατιωτικὸν κόσμον; Εἰς πρώτην εὐκαιρίαν θὰ ἐθεωρεῖτο ἀναγκαία πάλιν ἐκκαθάρισις τοῦ στρατεύματος. Εἰργάσθην τότε καὶ εἰργάσθην ὄχι μόνον μὲ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ καὶ ἐπιτυχῶς, ὅπως τερματισθῇ ἐντελῶς τὸ ζήτημα αὐτὸ. Τοῦ λοιποῦ δὲν εἶναι κατ’ ἐπίφασιν μόνον ἀνύπαρκτον τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ζήτημα αὐτὸ κατ’ οὐσίαν δὲν ὑπάρχει πλέον. Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐπανελθόντες τότε ἐκ τῆς ἀποτάξεως, ὅλοι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των χωρὶς νὰ ἔχουν καμμίαν ἀνησυχίαν, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦ ὅτι ἦσαν ἀπότακτοι μπορεῖ, νὰ τοὺς μειώνῃ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν προϊσταμένων των. Μία ἄλλη ἀπόδειξις αὕτη, πόσον τὸ πνεῦμα τῆς συγκαταβατικότητος καὶ τῆς ἐξομαλύνσεως ἐμπνέει κάθε πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὄχι μόνον τοῦτο, κύριοι βουλευταί. Εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογάς, εἰς τὸν λόγον μου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἐθεώρησα καθῆκόν μου ὄχι μόνον, νὰ ἀπονείμω τὸν προσήκοντα ἔπαινον εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ του, ἀλλὰ καὶ νὰ παρασκευάσω ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἐνδεχομένην ἄνοδον τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ διαλυθῇ ἡ ἀνησυχία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπεκράτει εἰς τὸ πνεῦμα τῶν Δημοκρατικῶν, ὅτι μία Κυβερνητικὴ μεταβολὴ φέρουσα εἰς τὴν ἀρχὴν τὰ τέως ἀντιδημοκρατικὰ κόμματα ἠδύνατο, νὰ σημάνῃ ἔναρξιν καταδιώξεως καὶ ἔξαψιν παθῶν. Τὰ εἶπα αὐτά, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐὰν ὁ κ. Τσαλδάρης δικαιοῦται, νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἔκανε, ὅ,τι ἠμποροῦσα, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὁμαλότης εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας, δὲν μπορεῖ, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἀντεπεκρίθημεν καὶ ἡμεῖς καθ’ ὅλον τὸ μέτρον τῶν δυνάμεών μας εἰς τὴν πορείαν αὐτήν. Τώρα, ὁ κ. Τσαλδάρης εἰς τὰς δηλώσεις του φαίνεται ἐνδεικνύων, ὅτι ἐὰν ἤρχετο τὸ Λαϊκὸν κόμμα εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἐπάθαινε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι θὰ εἴχομεν σκηνὰς μέσα εἰς τὴν Βουλήν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Τσαλδάρης ἐπίστευσε τοῦτο, καὶ κατ’ ἐμὲ εἶναι τοῦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι τὸν ἔκαμαν, νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀποχῆς. Διότι ἐὰν πραγματικῶς ἐφοβεῖτο ἕνα τέτοιο πρᾶγμα ἴσως ἦτο ὀρθὴ ἡ ἀπόφασις αὕτη. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, ὑπῆρχε τοιοῦτος λόγος ἐξάψεως τῶν παθῶν; Θὰ μποροῦσε πολὺ καλὰ ὁ κ. Τσαλδάρης, νὰ χειρίζεται ἄριστα τὸν λόγον καὶ μὲ τὴν σεμνότητα, ἡ ὁποία διακρίνει πραγματικῶς τὰς ὁμιλίας του μποροῦσε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ εἰπῇ ὅτι αὐτὸ ποῦ ἐκάματε δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ ὅ,τι συνεφωνήθη τὸν Φεβρουάριον. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπῆρχε κανεὶς φόβος ἐξάψεως τῶν παθῶν. Ἄλλωστε εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ κ. Τσαλδάρης, θὰ ἠμποροῦσε, νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, διά τινος προσώπου καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι φοβοῦμαι, ὅτι ἐὰν ἔλθω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ πράγματα, θὰ ἐξαφθοῦν καὶ ἐγὼ τότε, θὰ ἀνελάμβανα τὴν ὑποχρέωσιν, ὥστε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνητικῆς φάλαγγος, νὰ μὴ ἐλάμβανε κανεὶς τὸν λόγον, ὥστε νὰ μὴ ὑπῆρχε δυνατότης ἐξάψεως τῶν παθῶν. Ἀλλὰ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἰς τὰς σημερινάς του δηλώσεις ὑποστηρίζει (ἀναγινώσκει). «ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα τὴν ἀποχὴν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.» Διαμαρτύρομαι λοιπόν, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον μοὶ ἀποδίδει ὁ κ. Τσαλδάρης πρόθεσιν, ὅτι ἐνήργησε σκοπίμως, ἐνῷ ἐγνώριζον ὅτι ἐνήργουν οὕτως θὰ προκαλέσω νέαν θύελλαν. Ἐγὼ σᾶς ἀνέγνωσα τὰς ἐπιστολάς, διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἐκ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν ἐγὼ εἶχον τὸ δικαίωμα, νὰ πιστεύω, ὅτι ἐρρυθμίσθη αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθῃ πλέον πρὸς συζήτησιν. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἄλλωστε, ὅταν ἑβδομάδας πολλὰς πρὸ τῶν ἐκλογῶν, μῆνας μᾶλλον ἀνέγνωσεν εἰς μίαν ἐφημερίδα, ὅτι πρόκειται νὰ περιληφθῇ μεταξὺ τῶν δέκα καὶ ὁ κ. Πλαστήρας, ἐθεώρησε ἀναγκαῖον, νὰ μοῦ στείλῃ, διὰ νὰ μὲ ἐρωτήσῃ ἂν ἡ εἴδησις αὐτὴ εἶναι ἀληθής. Εἰς τὴν παροῦσαν ὅμως περίστασιν ἐπὶ 15 ἡμέρας πρὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἐγράφετο τακτικὰ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι εἰς τὴν νέαν συγκρότησιν, θὰ προσληφθοῦν ἀπὸ τὴν Γερουσίαν πρόσωπα καὶ τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἐλέγετο, ὅτι θὰ εἶναι πάντοτε δύο, ὁ κ. Γονατᾶς καὶ ὁ κ. Ρωμᾶνος, λέγω ἐγράφετο τοῦτο τακτικά. Καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω πῶς ὁ κ. Τσαλδάρης, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται, ὅτι συνειργάζετο μὲ τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποστείλῃ κἄποιον, διὰ νὰ μοῦ εἴπῃ περίπου τὰ ἑξῆς: Διὰ τῆς ἀλληλογραφίας τὴν ὁποίαν ἀντηλλάξαμεν τὸν Φεβρουάριον, νομίζω, ὅτι ἐθέσαμεν ἕνα τέρμα εἰς ὅλον αὐτὸν τὸν ἐσωτερικὸν ψυχικὸν διχασμὸν τῆς χώρας. Βέβαια, ἐννοῶ πολὺ καλά, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα, νὰ γίνουν ὑπουργοὶ καὶ Σὺ ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς πάρῃς· ἀλλὰ δὲν νομίζεις, ὅτι εἶναι λίγο πρόωρα αὐτὰ καὶ ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ὀλίγας ἀκόμη μῆνας ὁ διορισμός των, ὡς ὑπουργῶν; Βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἐὰν ὑπὸ τοιοῦτον τύπον παρουσιάζετο τὸ πρᾶγμα, θὰ ἔλεγα ἐγώ, πολὺ φυσικὸν μπορεῖ τὸ πρᾶγμα ν’ ἀναβληθῇ ἐπί τινας μῆνας. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο καμμία τοιαύτη ἀνακοίνωσις. Μοῦ λέγουν ὅτι κἄποια ἐφημερὶς ἔγραφε περὶ τοῦ πράγματος, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ τὰ βλέπω αὐτὰ εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔπρεπε, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ, ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Τώρα, κύριοι βουλευταί, δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐδιαβάσατε τὰς σημερινάς του δηλώσεις. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ὅλη ἡ ἐλάσσων καὶ ἡ μείζων πρότασις τῶν συλλογισμῶν τοῦ κ. Τσαλδάρη φέρει κατ’ ἐμὲ ἀκριβῶς εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνήγαγε. Ἀναγνωρίζει, ὅτι ὑπὸ τὸ Κοινοβουλευτικὸν καὶ Δημοκρατικὸν πολίτευμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ὅλοι οἱ πολῖται ἔχουν τὰ ἴδια δικαιώματα καὶ ὅτι βεβαίως μποροῦσαν, νὰ γίνουν ὑπουργοὶ καὶ βεβαίως ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν τὸ δικαίωμα, νὰ τοὺς πάρῃ, συνυπουργούς του, ἀλλὰ προσθέτει, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἰδικήν των θέσιν. Ναί, ἀλλὰ ἐγὼ τὴν ἔλαβα πρὸ 4 μηνῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ ἐπλανήθην, διατὶ δὲν μὲ ἐξήγαγε ἀπὸ τὴν πλάνην ὁ κ. Τσαλδάρης. Ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα, διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀρχηγοῦ του λέγει, ὅτι εἶναι ἐναντίον πάσης ἐκδικήσεως. Λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν τὴν δήλωσιν αὐτὴν μὲ μόνην τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν τολμῶ νὰ ὑποβάλλω, ὅτι θὰ ἦσαν συμφωνότεροι αἱ ἐπαγγελίαι πρὸς τὰ πράγματα, ἐὰν δὲν ἐγίνετο αὐτὴ ἡ ἀποχή. Ἡ ἀποχὴ παρ’ ὅλην τὴν διδομένην διαβεβαίωσιν γεννᾷ δίδει ὑπόνοιαν, διὰ τὸ μέλλον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εὐτυχῶς καὶ εἰς τὸ τέλος τῶν δηλώσεών του ὁ κ. Τσαλδάρης λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει). Μὲ ὅλον τὸν ἐνδοιασμὸν τὸν ὁποῖον ἔχω, ἐὰν αἱ δηλώσεις αὗται ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀποχῆς, ἐὰν δηλαδὴ δικαιολογοῦν τὴν ἀποχήν, ἐν τούτοις περὶ τῆς ἀγαθῆς προθέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν ἔχω κανέναν λόγον νὰ ἀμφιβάλλω. Τοὐναντίον πιστεύω ὅτι ἐκεῖνος νομίζῃ, ὅτι διὰ τῆς ἀποχῆς του ἐξυπηρετεῖ τὸ κοινὸν συμφέρον καὶ εἰς ἐμὲ δὲν ἀπολείπεται παρὰ νὰ προσθέσω μίαν εὐχήν, τὴν εὐχήν, ὅπως ὅταν παρέλθουν αἱ πρῶται ἐντυπώσεις τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἔχει καθῆκον ὄχι ἁπλῶς πρὸς τὴν χώραν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρὸς τοὺς ἐντολεῖς του, πρὸ παντὸς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του, νὰ ἔλθῃ νὰ καταλάβῃ καὶ πάλιν τὰς θέσεις του, διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ὅταν ὅπως νομίζω εἰς χρόνον ὄχι μακρὸν ἐπέλθῃ τοῦτο τότε, θὰ δυνηθῶμεν καὶ πάλιν νὰ ἐργασθῶμεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης πρὸς τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Δὲν μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν νὰ συνεργασθῶμεν, διότι ἔφερε εἰς ἐσφαλμένα συμπεράσματα αὐτὴ ἡ λέξις, διότι ἔφερε εἰς παρεξηγήσεις ἀλλὰ νὰ ἐργασθῶμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην πρὸς τὸ συμφέρον τῆς χώρας τοῦ ὁποίου τὴν ἱκανοποίησιν οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅταν ἐπιδιώκει καὶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα. (χειροκροτήματα).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀποχὴ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπὸ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ζήτημα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἔχει γενικώτερον χαρακτῆρα καὶ δι’ αὐτὸ θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἀντίληψιν, τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν ἦσαν οἷαι ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἀπέναντι ἀντιπολιτεύσεως νομιμοφρόνως ἐργαζομένης εἰς τὴν Βουλήν, νομίζω, ὅτι ἔδωκεν ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Πράγματι ἐξ ὅλης τῆς σειρᾶς τῶν πραγμάτων καταφαίνεται, ὅτι οὐδὲ πόρρωθεν ὑπῆρξε πρόθεσις, νὰ θιγῇ, ὅπως δήποτε ἔστω καὶ ἐλάχιστα ἡ εὐαισθησία τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι γενικώτερον καὶ πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν σαφῶς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τὸ Λαϊκὸν κόμμα κατ’ ἀρχὰς ἀσθενῶς καὶ ὄχι συνεχῶς, ἔπειτα ἐμφανέστερον καὶ σταθερότερον ἠκολούθησε διαλλακτικὴν πολιτικὴν προσχωρῆσαν πρὸς τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως τὰ ἄλλα κόμματα εἶχον ἀναγράψει ὡς δόγμα τῆς πολιτικῆς αὐτῶν, εἰς τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ στάσις ἡ πολιτικὴ τῶν κομμάτων δὲν ἦτο πλέον ἐπιτετραμμένον, νὰ προδιορίζεται ἀπὸ τὰς ἀντιθέσεις τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τὰς διαφορὰς ἀντιλήψεων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμοστέαν εἰς τὸ μέλλον πολιτικήν, ἀπὸ τὰ ζητήματα τοῦ παρόντος καὶ νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν προσήλωσιν εἰς τὸ μέλλον. Καὶ οὕτω προσχωρῆσαν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν τὸ Λαϊκὸν κόμμα συνέβαλε τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου. Εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ὑπεβλήθη εἰς θυσίας, ἀλλ’ εἰς θυσίας ὑπεβλήθησαν ὅλα τὰ κόμματα. Ἡ σκληρὰ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι στηρίζοντας τὰς ἀντιθέσεις μας εἰς τὸ παρελθόν, ὄχι μόνον δὲν γινόμεθα πρόξενοι ἀγαθοῦ τινός, εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ τοὐναντίον γινόμεθα ὑπαίτιοι συμφορῶν εἰς τὸν Λαὸν καὶ εἰς τὸ Κράτος. Ἱστορικὰ γεγονότα μεγάλα συνέβαλλον, ὥστε νὰ γίνῃ μία μεταπολίτευσις εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὑπὸ τὸ νέον πολίτευμα καλῶς ἐφαρμοζόμενον εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ καὶ νὰ εὐημερήσῃ ὁ λαός. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, νὰ μὴ ἀναξέωμεν τὰς πληγὰς τοῦ παρελθόντος, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀφίσωμεν τὸ παρελθόν, νὰ τὸ κρίνῃ ἡ ἱστορία εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, νὰ μὴ ἐπιδιώκωμεν διώξεις, διὰ τὸ παρελθὸν νὰ μὴ θέλωμεν ἀντεκδικήσεις καὶ ἐξ ἄλλου, νὰ κάμωμεν οἵας δήποτε δυνατὰς ἐπανορθώσεις τῶν ἀδικιῶν τοῦ παρελθόντος. Καὶ τοιαύτας ἐπανορθώσεις τῶν ἀδικιῶν τοῦ παρελθόντος προσπαθήσαμεν νὰ κάμωμεν ὅλοι ἐν πνεύματι συνεργασίας καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν τὸ ἐπιτύχομεν. Ἔγιναν ὅμως εἰς τὸ παρελθὸν διωγμοὶ τραγικοί, διὰ τοὺς ὁποίους, φεῦ, δὲν ἦτο δυνατὴ καμμία ὑλικὴ ἐπανόρθωσις σήμερον. Περὶ ἠθικῆς ἐπανορθώσεως δὲν ἔγεινε λόγος, διότι αὐτὸ τοῦτο τὸ Λαϊκὸν κόμμα δὲν ἠθέλησε νὰ καταβιβάσῃ τὸ ζήτημα τοῦ διωγμοῦ τοῦ τραγικοῦ τῶν ἀρχηγῶν του εἰς μίαν συζήτησιν ἀπὸ τὸν σύγχρονον πολιτικὸν κόσμον, περὶ τῶν ἀγαθῶν των προθέσεων. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἠθέλησε, νὰ γίνῃ κριτὴς τῆς δράσεως τῶν ἀρχηγῶν του ἡ ἱστορία. Ἐν τούτοις, ὅταν παρουσιάσθη μία εὐκαιρία, τὴν ὁποίαν ὑπέμνησεν, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὰ δημοκρατικὰ κόμματα, διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐδίστασαν νὰ διακηρύξουν, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν των δὲν ὑπῆρξεν ἐκ μέρους τῶν Κυβερνητῶν, τῆς περιόδου 1920–1922, δολία πρόθεσις, ὅτι δὲν ὑπῆρχε προδοσία. Ἐν τούτοις τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ἂν καὶ ὅπως εἶπα, ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ ὑψηλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἠθικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀρχηγῶν του, ἐπανειλημμένως παρὰ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἀπὸ κοινοῦ διαγράψαμεν ἠξίωσε τὸ παρελθὸν νὰ πληρωθῇ ἔστω εἰς περιωρισμένα μέτρα εἰς τὸ πρόσωπον ὡρισμένων ἀτόμων. Ἐνθυμεῖσθε τὸ ζήτημα τοῦ στρατηγοῦ Ὀθωναίου. Τὸ ὑπέμνησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι καὶ τότε ἀφοῦ ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ στράτευμα καὶ ἀξιωματικοὶ ὄχι δημοκρατικοί, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶχον ἐπανειλημμένως ἀναμιχθῆ εἰς πολιτικὰ κινήματα, ἀφοῦ ἔγινε λέγω αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις, ὑπὲρ ἀξιωματικῶν μὴ δημοκρατικῶν, ἐδήλωσα καὶ ἐγὼ τότε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι θὰ ἐθεώρουν ἄδικον τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κ. Ὀθωναίου, ὁ ὁποῖος ἦτο δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι εἶχεν ἀνεμιχθῆ καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ὅτι ἐὰν χάριν τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος χάριν τῆς διατηρήσεως, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποχωρήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κ. Ὀθωναίου, ὅμως, ὡς ἐδήλωσα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐθεώρουν πάντοτε καθῆκον μου εἰς πρώτην παρουσιασθησομένην εὐκαιρίαν νὰ συμβάλω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ κ. Ὀθωναίου εἰς τὸ στράτευμα. Διότι, ὅσον καὶ ἂν ἐννοοῦμεν τὸν πόνον τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅσον καὶ ἂν ὁ πόνος αὐτὸς μᾶς προκαλεῖ καὶ τὴν συμπάθειαν καὶ τὸν σεβασμὸν δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι οἱ ἄνδρες τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 22 δὲν ἐνεφοροῦντο ἀπὸ πατριωτικὰ αἰσθήματα καὶ ὅτι κυρίαρχος τῶν πράξεων αὐτῶν δὲν ὑπῆρξεν ἡ μέριμνα περὶ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος (χειροκροτήματα). Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸν κρατικὸν δημοκρατικὸν κόσμον νὰ δεχθῶμεν, ἀδιάφορον ἂν ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπαναστάσεως γενικῶς ἢ μερικῶς ἠμπορῇ νὰ κριθῇ εὐμενῶς ἢ δυσμενῶς. Καὶ ἡμεῖς ἤλθομεν πολλάκις εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν ἀσκουμένην ὑπ’ αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἄνδρες τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 22 πρέπει νὰ ἔχουν σήμερον μειωμένα δικαιώματα. Καὶ τοῦτο ὄχι μόνον, διότι τιμῶμεν τοὺς ἄνδρας αὐτούς προσενεγκῶντας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ καὶ διότι ἀφεύκτως μία τοιαύτη ἀξίωσις προβαλλομένη καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἀποτελοῦσα ἀντεκδίκησιν, ὅσον καὶ ἂν διὰ ἠπίας φρασεολογίας τὸ Λαϊκὸν κόμμα θέλει νὰ ἀπολήξῃ ἀπὸ τοῦ νὰ τοὺς δώσῃ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα ἐκ λόγου ἱκανοποιήσεως, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ συμβάλῃ εἰς δημιουργίαν ἀνωμαλίας, εἰς ἀναμόχλευσιν ὅλου τοῦ παρελθόντος εἰς ἀνάξεσιν τῶν πληγῶν τοῦ παρελθόντος ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον οὔτε τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἐπιδιώκει, ἀφοῦ διακηρύσσει, ὅτι ἐπιθυμεῖ πάντοτε νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν παγίωσιν τῆς ὁμαλότητος τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, θέλει καὶ αὐτὸ νὰ συντείνῃ, ὥστε ὅλοι προσηλωμένοι εἰς τὸ μέλλον, νὰ ἐργασθῶμεν μὲ τὰς ἰδίας ἕκαστος ἀντιλήψεις, διὰ τὸ καλὸν τοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τοῦ σημείου λοιπὸν τούτου τῆς ἀδυναμίας ἀποδοχῆς ἀξιώσεως περιορισμοῦ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ σημείου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία εἰς τὰς τάξεις τῶν λεγομένων δημοκρατικῶν κομμάτων. Λέγω λεγομένων δημοκρατικῶν κομμάτων, διότι σήμερον ὕστερα ἀπὸ τὴν πρακτικὴν ἀναγνώρισιν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐκ μέρους τῶν ἄλλων κομμάτων, ὅλα τὰ κόμματα πρέπει νὰ θεωροῦνται δημοκρατικά. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ὅμως δὲν ἀποδέχεται τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν περὶ τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐπαναστάσεως, δὲν τοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Τοῦτο εἶναι δικαίωμά του, τὸ ἀναγνωρίζομεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμεν πῶς ἐπιδιώκει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν διαφωνίαν του αὐτὴν διὰ τῆς ἀποχῆς του ἀπὸ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἀποχὴ ἑνὸς κόμματος, ἐφ’ ὅσον ἡ δρᾶσις του ἀφίεται ἐλευθέρα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι δικαιολογημένη. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὅτι ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἐντολὴν ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς ἕναν ἕκαστον ἐξ ἡμῶν ἀπὸ τὸν λαόν. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀντιτίθεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀποτελεῖ ἀντιπολίτευσιν. Διαφωνεῖ σφόδρα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ πλείστων σημείων τῆς πολιτικῆς της. Ἕνα ἐπὶ πλέον σημεῖον τῆς διαφωνίας εἶναι καὶ ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως. Ἠδύνατο καὶ ὤφειλε τὸ Λαϊκὸν κόμμα νὰ ψέξῃ τὸν σχηματισμὸν αὐτὸν ἠδύνατο ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Δύναται ἐξ αἰτίας τοῦ τοιούτου σχηματισμοῦ νὰ καταστήσῃ πλέον ἔντονον τὴν ἀντιπολίτευσίν του, ἀλλὰ δὲν δικαιολογεῖται ν’ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡμεῖς εὑρέθημεν πολλάκις εἰς ὀξεῖαν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ πολλὰ ζητήματα, ἰδιαιτέρως ἐσχάτως καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ σώματος. Κατηγορήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐνῷ καὶ ὤφειλε καὶ ἠδύνατο λόγῳ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ ἐξωθήσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἔκαμεν ὅ,τι ἠμποροῦσε διὰ νὰ τὰς ὑποβιβάσῃ, διὰ νὰ πνίξῃ ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ κανείς, τὴν ψυχὴν αὐτῆς τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία ἐὰν ἠμποροῦσε νὰ ἀποδώσῃ πολὺ καλλιτέραν ἐργασίαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ποῦ ἀποδίδει σήμερον. Διεμαρτυρήθημεν ἐντόνως, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐκπροσωποῦμεν κολοσσιαῖον ἀριθμὸν ἐκλογέων, ἠθέλησε νὰ μᾶς ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐμμένωμεν εἰς τὰς γνώμας καὶ τὴν διαμαρτυρίαν μας τὴν ἐξεδηλώσαμεν καὶ δι’ ἀποχωρήσεως ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, ὅταν μᾶς εἶπαν, ὅτι δὲν ἐσκόπευαν νὰ μεταβάλουν γνώμην, ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ἐλέγωμεν. Ἀλλὰ τώρα σκεπτόμενος ψυχραιμότερον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ αὐτὸ ἦτο σφάλμα, ὅτι καθῆκον ἡμῶν, ἦτο νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅταν ἡμεῖς ἐκθέτομεν τὰς ἀπόψεις μας δὲν τὰς ἐκθέτομεν ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ τὰς ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, τὰς ἐκθέτομεν διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὸν λαὸν ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ οἱ φίλοι του θὰ ἠδύναντο ἐντονώτερον ν’ ἀσκήσουν τὸν ἔλεγχον αὐτὸν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ καὶ δι’ ἡμᾶς θὰ ἦτο πλέον εὐχάριστον καὶ θὰ ἠμπόδιζε ν’ ἀναπτύσσωνται μεταξὺ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως τρυφεραὶ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι γεννοῦν ὑπερευαισθησίας ποῦ ὁδηγοῦν βέβαια καὶ εἰς ἀποχήν. Διότι αἱ τρυφεραὶ σχέσεις προϋποθέτουν μεγαλείτερον σεβασμὸν πρὸς τὴν γνώμην ἑνὸς ἑκάστου ἐνῷ ὀρθὸν εἶναι ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὴν Κυβέρνησιν τόσον πρόθυμον εἰς ἀποδοχὴν τῶν ἀπόψεών της. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι καὶ αἱ διαθέσεις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἦσαν εἰλικρινεῖς καὶ ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ὀφείλεται περισσότερον εἰς παρεξήγησιν τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς κακὸν ὑπολογισμὸν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα τυχὸν θὰ εἶχεν ἡ παρουσία τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπὸ τὴν σημερινήν της σύνθεσιν. Εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος, ὅτι αἱ σκέψεις καὶ οἱ φόβοι τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν εἶναι βάσιμοι. Εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ὅτι ἡ ἐπιθυμία ὅλων, τόσων ἡμῶν ἐδῶ, ὅσον καὶ τοῦ λαοῦ εἶναι ὅπως τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ἀναγνωρίζον, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ παράσχῃ τὴν πολύτιμον συμβολὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, θὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν του μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀπὸ ὅλας τὰς μερίδας θὰ δειχθῇ προθυμία, ὥστε νὰ μὴ πραγματοποιηθοῦν καὶ πόρρωθεν κἂν οἱ φόβοι τοὺς ὁποίους ἐξεδήλωσε (χειροκροτήματα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἤλπιζα ἕως χθές, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα συνεπὲς πρὸς τὴν σώφρονα καὶ πατριωτικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐτήρησεν καὶ ἀρκούμενον εἰς τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ ἐκ τῶν συνεδριάσεων κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς προσελεύσεως τῶν νέων ὑπουργῶν δὲν θὰ ἔφθανε μέχρι ἀποφάσεως ὁριστικῆς ἀποχῆς. Θέλω νὰ πιστεύω ἀκόμη καὶ σήμερον ἐνθαρρυνόμενος ἐκ τῶν σημερινῶν δηλώσεων τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, αἱ ὁποῖαι φέρουν τὴν σφραγίδα, τῆς συνέσεως καὶ τῆς μετριοπαθείας τῆς διακρινούσης τὸν κ. πολιτευτὴν ἐκ Κορινθίας, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα μετὰ τὴν πάροδον, ὡς ἐλέχθη, τῶν πρώτων ἐντυπώσεων, θὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι ἡ ἀποχή του θὰ εἶναι ἐλαχίστης διαρκείας καὶ θὰ χρησιμεύσῃ ὄχι εἰς ἔξαψιν τῶν πνευμάτων, ἀλλ’ εἰς κατευνασμὸν αὐτῶν εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον καὶ ὁμαλὴν ἐξακολούθησιν τῶν συζητήσεων συμμετεχούσης καὶ τῆς μείζονος μερίδος τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Αἱ ἐξηγήσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη πρὸ ὀλίγου, ὁ κ. Πρωθυπουργός, διαπνεόμεναι καὶ αὗται ἐκ τῶν μᾶλλον διαλλακτικῶν διαθέσεων ὑποθέτω, ὅτι θὰ διευκολύνουν τὴν ὁλοσχερῆ διάλυσιν τοῦ νεφιδρίου, τὸ ὁποῖον πρὸς στιγμὴν ἐσκίασε τὴν αἰθρίαν τοῦ πολιτικοῦ ὁρίζοντος. Ἐξεδήλωσα ἐξ ἀρχῆς ἀπεριφράστως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐπὶ τοῦ ἐγερθέντος ζητήματος. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω σοβαρόν τινα λόγον δικαιοῦντα τὴν ἀποχὴν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἔναντι ἐκνόμων Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν προέρχονται ἐκ τῆς λαϊκῆς ψήφου, ἀλλὰ σφετερίζονται τὴν ἀρχὴν παρὰ τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ἡ ἀποχὴ ἢ ἀποφυγὴ ἐν τούτοις οἱασδήποτε ἐπαφῆς, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ τὴν ἀπατηλὴν ἐντύπωσιν τῆς νομιμότητος εἶναι καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον τῶν κομμάτων. Ἡ ἀποχὴ ὅμως ἐπὶ ἁπλῆς διαφορᾶς ἀντιλήψεων, δι’ ἐνεργείας ἀναγομένας εἰς τὸ παρὸν ἢ τὸ παρελθόν, εἶναι πρᾶξις κατὰ τὴν γνώμην μου ἥκιστα ἐναρμονιζομένη πρὸς τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀποστολὴν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, τῶν ὁποίων τὴν οὐσίαν ἀποτελεῖ ὁ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀσκούμενος ἔλεγχος. Καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑπόκειται καὶ αὐτὴ ἡ σύνθεσις τῆς Κυβερνήσεως ὁσάκις θεωρεῖται αὕτη, ὡς μὴ ἀνταποκρινομένη πρὸς τὸ δημόσιον αἴσθημα, τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους προκειμένου περὶ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ὑφυπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, οὐδεὶς ποτε ὑποθέτω ἐσκέφθη, νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν χρηστότητα ἢ τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν ἐπάρκειαν αὐτῶν ὡς πολιτευτῶν, διὰ τὴν διαχείρησιν τοῦ ἀνατεθέντος εἰς αὐτοὺς ὑπουργήματος. Ἡ κατ’ αὐτῶν ἐπίθεσις ἀνάγεται εἰς ζήτημα διάφορον. Ἀνάγεται ἐπὶ ἑνὸς εἰδικοῦ σημείου τῆς δράσεως, κατὰ τὴν ὀξυτέραν περίοδον τῆς ἱστορικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία συνετάραξε τὸ Ἔθνος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὑποθέτω ἡ λήθη καὶ ἡ μὴ ἀναμόχλευσις εὐθυνῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐθεωρήθη παρὰ πάντων καὶ εἶναι ὁ ὅρος ὁ ἀπαραίτητος, διὰ τὴν συνδιαλλαγὴν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ψυχικῆς τοῦ λαοῦ ἑνότητος, τὴν ὁποίαν πάντες θεωροῦμεν ἀναγκαίαν, διὰ τὴν περαιτέρω Ἐθνικήν του διαδρομίαν. Δὲν συμβάλλει εἰς τὴν γαλήνην τοῦ τόπου, νὰ ἐρχόμεθα μετὰ πάροδον τόσου χρόνου, νὰ ζητοῦμεν εὐθύνας τοιαύτης φύσεως καὶ νὰ ἀξιοῦμεν, κἄτι πλέον, νὰ ἀπαγγελθῇ ἡ βαρυτέρα τῶν ποινῶν ὁ ἠθικὸς καὶ πολιτικὸς θάνατος καθ’ ὡρισμένων προσώπων, ἐφ’ ὅσον μάλιστα οὐδείς ποτε ἀπέδωκεν εἰς αὐτοὺς ταπεινὰ ἐλατήρια ἢ δολίαν προαίρεσιν ἢ προσωπικὴν κακεντρέχειαν. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφευχθῇ ἡ τοιαύτη ἀναζήτησις εὐθυνῶν καὶ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὅτι βαθειὰ ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη, εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν ἀντιλήψεων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922, μεταξὺ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ἡμῶν, οἵτινες ὅπως δήποτε καὶ ἂν εἴχομεν ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως ἐν ταῖς λεπτομερείαις του, ἐθεωροῦμεν ὅτι θὰ ἦτο ἄρνησις δικαιοσύνης, νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν τὰς ὑψίστας Ἐθνικὰς ὑπηρεσίας τὰς παρασχεθείσας ὑπ’ αὐτῆς εἰς ἡμέρας Ἐθνικῆς ἀληθῶς ἀπογνώσεως. Ἔπρεπε ἑπομένως διὰ πάντας, νὰ θεωρηθῇ εἰς τὸ τέρμα καὶ ἡ κατακλεὶς τῆς ἐσωτερικῆς διχοστασίας ἡ ὁμόθυμος εἰλικρινὴς ἀναγνώρισις ἡ γενομένη πρό τινος τῆς φιλοπατρίας τῶν πολιτευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν κατὰ τὴν ἀτυχῆ περίοδον τῆς Ἐθνικῆς καταστροφῆς. Θὰ ἔπρεπε ἤδη πάντες, νὰ ἀναβλέψωμεν πρὸς τὸ μέλλον καὶ νὰ θελήσωμεν εἴτε ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἴτε ἐν ἀντιπολιτεύσει εὑρισκόμενοι νὰ ἐργασθῶμεν ἡνωμένοι, ὅπως αἱ χαίνουσαι πηγαὶ τοῦ παρελθόντος ἐπουλωθοῦν, διὰ νὰ προέλθουν ἐκ τῆς προσπαθείας αὐτῆς καλλίτεραι ἡμέραι εἰς τὸ μέλλον. Ἐπαναλαμβάνω καταλήγων τὴν πεποίθησίν μου ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀναθεωροῦν τὰς σκέψεις του, μὴ παρασυρόμενον ἐξ ἀνευθύνων ὑποδείξεων, θὰ θελήσῃ καὶ πάλιν νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀληθῶς πατριωτικὴν ἐργασίαν τὴν ἀρξαμένην ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1926, ὅτε ἐτέθησαν, διὰ τῆς συμπράξεως τῶν κομμάτων, τὰ θεμέλια τῆς Ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως, κοινῷ τῷ πνεύματι τὸ ἔργον τῆς ἀρξαμένης ἀνορθώσεως νὰ διακοπῇ ἐξ ἀτυχῶν ἐπεισοδίων, ἀλλὰ ἀχθῇ καὶ διὰ τῆς προθυμίας καὶ τοῦ ζήλου πάντων εἰς πέρας. (χειροκροτήματα).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§27Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω παρὰ ὀλίγας λέξεις νὰ εἴπω. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ συνετή, ἡ μετριοπαθὴς καὶ πατριωτικωτάτη στάσις τῶν ἀρχηγῶν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, συνετέλεσεν εἰς τὴν παγίωσιν τῆς σημερινῆς τάξεως τῶν πραγμάτων, ἐκ τῆς ὁποίας προσδοκῶμεν πάντες κρείττονας διὰ τὸ Ἔθνος ἡμέρας. Οὐδεὶς ἐπίσης δύναται νὰ φιλονεικήσῃ, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως αἰσθηματικῆς ὑπῆρξε πολυτιμωτέρα ἡ συμβολὴ εἰς τὴν γαλήνην τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διότι στερηθὲν ἀρχηγῶν καὶ ἐπιλέκτων μελῶν αὐτῶν, ἦτο φυσικόν, ὅτι ᾐσθάνετο ὀδύνην βαθείαν, τὴν ὁποίαν πᾶς τις ἐξ ἡμῶν ἠννόει. Ἔχω νὰ ὑπενθυμήσω, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συνέλευσιν τὴν μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος καὶ εἰς ἡμέρας κατ’ ἐξοχὴν δυσχερεῖς διὰ τὸν ὁμιλοῦντα δὲν ἀπώκνησα νὰ ζητήσω ὅπως δοθῇ ἠθικὴ ἱκανοποίησις εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Ἐπρότεινα τότε εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἐγένετο κατόπιν, κατ’ ἄλλην διαδικασίαν δεκτόν, μίαν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν διὰ τῆς κατὰ τινα τρόπον ἀναθεωρήσεως τῶν πεπραγμένων καὶ ἀναγνωρίσεων τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως τῶν ἐκτελεσθέντων. Ἐνῷ τοῦτο εὐηρέστει τότε δυσηρέστησε κατόπιν, ὅτε ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶπον ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1922 ἔσωσεν ἀληθῶς τὴν κατάστασιν ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως καὶ ὅτι ὅσοι εἶχον τὴν σκληρὰν μοῖραν νὰ εὑρίσκωνται ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἐν Λωζάνῃ καὶ παρακολουθῶσιν τὰς αὐθάδεις ἀξιώσεις τῶν Τούρκων νικητῶν, ἐκεῖνοι μόνον δύνανται καλῶς νὰ ἐννοήσουν πόσον πολύτιμος ὑπῆρξεν ἡ ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἀναδιοργάνωσις Κράτους καὶ στρατοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀναδιοργάνωσις ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν εἰς τὸν τότε χειριζόμενον τὰς ὑποθέσεις ἀξιότιμον νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον νὰ ἀποκρούσῃ μετὰ σθένους τὰς ἀξιώσεις τῆς πληρωμῆς 4 δισεκατ. φράγκων χρυσῶν ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀξιώσεις τῆς διεξαγωγῆς δημοψηφίσματος διὰ τὴν Δυτικὴν Θράκην καὶ παραδόσεως τμήματος τοῦ ἐμπορικοῦ στόλου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἤθελον νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, δὲν παρέλειψα ὅμως νὰ ἐξάρω τὸ ἔργον τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐπαναστάσεως. Σήμερον, κύριοι, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ὡρισμένης πράξεως, εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἀποχῆς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Τὴν ἀποχὴν ταύτην δὲν ἔχω νὰ ἐξετάσω παρὰ μόνον ἀπὸ ἀπόψεως κοινοβουλευτικῆς. Αἱ Βουλαὶ δὲν εἶναι ἰνστιτοῦτα ἱστορικῶν ἐρευνῶν οὔτε μελετῶν ψυχολογικῶν συναισθημάτων διὰ νὰ δύναταί τις νὰ κρίνῃ ἐὰν τὰ ἐλατήρια τῆς πολιτικῆς πράξεως εἶναι δικαιολογημένα ἢ ὄχι. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς καθαρῶς πολιτικῆς, τῆς κοινοβουλευτικῆς, ἐξετάζων τὴν ἀποχήν, παρατηρῶ ὅτι ἡ αἰτιολογία, ὅτι ὑπάρχει συνεργασία συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἣν εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἔννοια ἄντικρυς ἀντικειμένη εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν. Δὲν ὑπάρχει καμμία συνεργασία, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν ὄχι μόνον πρόσωπά τινα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ σύμπασα ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνεπιθύμητος καὶ τοῦτο, διότι φρονεῖ βέβαια ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κακῶς χειρίζεται τὰ τοῦ τόπου ἢ τοὐλάχιστον, ὅτι ἐκείνη θὰ τὰ ἐχειρίζετο καλλίτερον παρὰ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐφρόνει, θὰ ἦτο συμπολίτευσις καὶ ὄχι ἀντιπολίτευσις. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει τοιαύτη συνεργασία, τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν κοινοβουλευτικῶς νὰ ὑπαγορεύῃ αὐτὴ τὴν σύνθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὔτε πολὺ οὔτε ὀλίγον, ἀποκλειομένων ὡρισμένων προσώπων, θὰ πρέπῃ ἡ σύνθεσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ γίνεται κατὰ τρόπον οὐχὶ ἀρεστὸν καὶ ἐξυπηρετοῦντα τὰ λαϊκὰ συμφέροντα, ὅσον ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ ἐκπροσωπεῖ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τρόπον ἀρεστὸν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἰς τὴν μειοψηφίαν, πρᾶγμα ἀναμφισβητήτως ἀντικοινοβουλευτικόν. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τοιαύτας ἀντικοινοβουλευτικὰς ἀντιλήψεις, ὅταν ἀνασυνεκρότησα τὴν Κυβέρνησίν μου, τὰ 1925, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος νῦν ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἐγένετο τότε ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ εἰς τὸν ἕτερον ἐκ Λέσβου βουλευτὴν ἀπετάνθην τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν τὸ ὄνομα ἐπίσης ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν, ὡς εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐγένετο ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Θὰ ἦτο δὲ ἀνακόλουθον κ. Πρόεδρε, νὰ λέγωμεν ἀφ’ ἑνὸς ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦμεν ἐκδικήσεις καὶ ἐξ ἑτέρου νὰ θέλωμεν νὰ καταδικάσωμεν ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἴσως οὔτε 2, οὔτε 3, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν πόσος θὰ εἶναι ὁ κύκλος τῶν προσώπων αὐτῶν, εἰς μίαν πολιτικὴν capitis diminutio. Διότι ἐκεῖ καταλήγομεν ὅταν λέγομεν: κύριοι δύνασθε νὰ φθάσητε μέχρι τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ φθάσητε περαιτέρω, δὲν δύνασθε νὰ προσφέρητε μείζονας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα. Ἡ κοινοβουλευτικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος εἶναι καθαρῶς, ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω, δὲν ὑπάρχει δὲ καμμία ἀμφιβολία, ὅτι δὲν διέλαθε ποσῶς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἐν μέσῳ τῶν γραμμῶν τῆς ἀνακοινώσεώς του αἰσθάνεταί τις τὴν στενοχωρίαν τοῦ ἐντίμου πολιτευτοῦ, προσπαθοῦντος νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα, νὰ δικαιολογήσῃ πρᾶξιν ἡ ὁποία εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀντικοινοβουλευτική. Ἐκφράζω καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τὴν πεποίθησιν, ἂν ὄχι τὴν πεποίθησιν, τὴν ἐλπίδα τὴν θερμήν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, μετὰ τὴν παρένθεσιν αὐτὴν τῆς ἀποχῆς, τὴν ὁποίαν διά τινας μόνον ἡμέρας δύναταί τις νὰ ἐκλάβῃ ὡς ὑπαγορευθεῖσαν ἀπὸ συναίσθημα, οὗτινος δὲν ἐκράτησε ἡ ψυχρὰ κοινοβουλευτικὴ λογική, μετὰ τὴν παρένθεσιν, λέγω, αὐτὴν θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἐχάραξε καὶ διὰ τὴν ὁποίαν, ἂς εἶναι βέβαιος, ὅτι μίαν ἡμέραν ἡ ἱστορία θὰ ἀναγράφῃ τὸ ὄνομά του μεταξὺ τῶν συντελεστῶν τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος (χειροκροτήματα).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ 5 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δύο ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας (Δ)σις Τ.Τ.Τ.) καὶ αʹ) τοῦ διαχειριστοῦ τοῦ ἀτμοπλοίου «Μάννα» καὶ β) τῆς ἀτμοπλοΐας Ἀποστόλου Κ. Ρίγγα». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκχωρήσεως μισθωμάτων των εἰς τὸν ἐνοριακὸν ναὸν ὁ «Ἅγιος Βασίλειος» τοῦ χωρίου Σουδενῶν Καλαβρύτων ἀνηκόντων λειβαδίων κειμένων εἰς θέσεις Χελμὸς καὶ Βάλτος πρὸς ἐξυπηρέτησιν δανείου διὰ τὴν διοχέτευσιν ὕδατος ἐκ τοῦ ὄρους Ἀροάνεια εἰς τὸ χωρίον Σουδενά». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς αἰτήσεως Θ. Παγκάλου περὶ ἀποφυλακίσεώς του ἐπὶ ἐγγυήσει. Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§31Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ αἰτῶν κύριοι βουλευταί, ἔχει προφυλακισθῆ δυνάμει ἐνταλμάτων τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν παρὰ τῶν ἁρμοδίων εἰσηγητῶν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ὑπαίτιος τῶν ἀδικημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα τῷ ἀπηγγέλθη κατηγορίας ὑπὸ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς συμμορφουμένης πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγγέλθη ἡ συνέχισις τῆς διώξεως αὐτῶν. Εἶναι ἀναγκαῖον προκειμένου ἡ Βουλή, νὰ κρίνῃ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει τόσον αὐτοῦ ὅσον καὶ τῶν ἄλλων συγκατηγορουμένων του ὑπουργῶν ἢ ὑφυπουργῶν τῆς δικτατορίας, νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν λόγων, τόσον τῶν νομικῶν ὅσον καὶ τῶν οὐσιαστικῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριχθεῖσα ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν. Ἡ συνέχισις τῆς διώξεως τῶν κοινῶν ἀδικημάτων τῆς δικτατορίας ἔχει τὴν ἀφετηρίαν της, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διερμηνεύθη εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεώρησε σκόπιμον, νὰ ἀμνηστεύσῃ μόνον τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν κατὰ τὴν θλιβερὰν δικτατορικὴν περίοδον. Τονίζεται εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἐκείνην ἔκθεσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀμνηστεύουσα τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα δὲν ἐννοεῖ, νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν λήθην τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, διὰ τῶν ὁποίων κατηγορεῖται τὸ δικτατορικὸν ἐκεῖνο καθεστώς, ὅτι κατήσχυνεν ἑαυτό. Μετὰ τὸ διάταγμα τὸ ἀμνηστευτικὸν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἔντιμος ἐκ Κορινθίας πολιτευτὴς κ. Πετρίδης, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει, ὅπως δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐκδικάσεως τῶν κοινῶν ἀδικημάτων ὑπουργῶν προβῇ οὗτος εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐσυνέχιζε τὴν δίωξιν τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν. Ἐγεννήθη τότε τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ συγκροτηθῇ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἢ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ πρότασις, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 20 βουλευτῶν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ζητῆται ἡ δίωξις ὡρισμένων ἀδικημάτων τῶν ὁπωσδήποτε θεωρηθέντων ὑπουργῶν τῆς Δικτατορίας. Διότι εἰρήσθω, ἐν παρόδῳ ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν νομικὴν ἔννοιαν καὶ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς κοινοβουλευτικὰς παραδόσεις καὶ τὰ θέσμια δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑποστηριχθῇ μετὰ σπουδαιότητος, ὅτι ὑπῆρξαν ὑπουργοὶ οἱ ἅρπαγες τῶν τίτλων τῶν ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ περιμαχήτου αὐτοῦ ζητήματος ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη κατὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ἰσχύουσαν εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον περὶ ψευδεπιτρόπων, ὅτι ἔδει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ δι’ αὐτοὺς ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν ὁ ὁποῖος βεβαίως ἐψηφίσθη ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς ἀντιλήψεως καὶ ἀνωτέρας ἠθικῆς ἀρχῆς, ὅτι προκειμένου περὶ ποινικῆς εὐθύνης πραγματικῶν ὑπουργῶν πρέπει νὰ ἰσχύῃ καὶ ἐφαρμόζηται μία ἐξαιρετικὴ δικαιοδοσία. Ἐκρίθη, ὁπωσδήποτε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ πρότασις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ ὑπεβλήθη ἡ τοιαύτη πρότασις περὶ συνεχίσεως τῆς διώξεως τῶν κοινῶν τούτων ἐγκλημάτων. Εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τῆς προτάσεως ταύτης τονίζεται, ὅτι οἱ προτείνοντες τὴν δίωξιν δὲν κρίνουσιν ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον, νὰ ἀμνηστευθῶσιν τὰ κοινὰ ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν εἰδικῶς κατὰ τὴν συνομολόγησιν διαφόρων συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν παράνομοι καὶ σκανδαλώδεις. Καθορίζονται, δηλαδή, ἀκριβῶς καὶ σαφῶς αἱ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας ἐζητεῖτο ἡ δίωξις ἐκ μέρους τῶν προτεινόντων βουλευτῶν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ προέβη ἀμέσως εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία καὶ ἐπελήφθη τοῦ ἔργου αὐτῆς. Ἐὰν κύριοι βουλευταί, συνέπεσεν ὁ ἔχων τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνεται τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ εὑρεθῇ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἐκρίθη ὑπὸ τῶν σχόντων τὴν πρωτοβουλίαν, ὅτι εἶχε ποιάν τινα ἁρμοδιότητα, λόγῳ τῆς προτέρας του δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἢ τῆς ἐπαγγελματικῆς του ἰδιότητος. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, ὁπωσδήποτε νὰ λεχθοῦν ἀπὸ μέρους τῶν κατηγορουμένων, ὅτι περὶ ἐμοῦ ἐλέχθη καὶ ὀφείλω, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, νὰ διατυπώσω ζωηρὰν τὴν διαμαρτυρίαν μου, διὰ τὴν σχετικὴν ἀνακρίβειαν. Διότι ἔχω πλῆρες καὶ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα, νὰ εἴπω μεθ’ ὑπερηφανείας, ὅτι συναισθάνομαι ἐμαυτὸν ἀπολύτως καθαρόν, ὡς ἔλεγον καὶ οἱ ἀρχαῖοι ἀπὸ πάσης προσωπικῆς αἰτίας, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο, νὰ παράσχῃ βάσιν, εἴτε λελογισμένης, εἴτε ἀλογίστου ἐπικρίσεως, διὰ τὸν λόγον δῆθεν, ὅτι ὑφίσταται περίπτωσις οἱαδήποτε προσωπικῆς δυσμενοῦς προκαλήψεως ἐναντίον τῶν προσώπων τῶν κατηγορουμένων. Ὁμολογῶ—καὶ δὲν τὸ ἀπέκρυψα ποτέ,—ὅτι ἀνήκω μεταξὺ τῶν νέων πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι τρέφουσι βαθεῖαν καὶ ζωηρὰν ἀντιπάθειαν πρὸς τὰ τυραννικὰ συστήματα καὶ ὑπὸ τὸ αἴσθημα τοῦτο καὶ τὴν πίστιν ταύτην ἀντετάχθην καὶ θ’ ἀντιταχθῶ ἐν τῇ δημοσίᾳ ζωῇ, εἴτε ἐντός, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κατὰ παντὸς τοιούτου συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐστραγγάλιζε τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ καὶ θὰ ἀνέτρεπε τοὺς αἰωνίους κανόνας τῆς ἠθικῆς τάξεως, οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν τὴν λειτουργίαν τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου ἑνὸς ἐλευθέρου καὶ Δημοκρατικοῦ Λαοῦ. (χειροκροτήματα). Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι καὶ ἐκ προηγουμένης σταδιοδρομίας μου γνωρίζω, ὅτι οἱ εἰς τὰς φυλακὰς εὑρισκόμενοι παραπονοῦνται κατ’ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ ἐκπληρῶσι κατ’ αὐτῶν τὰ σκληρὰ πράγματι εἰσαγγελικὰ καὶ δικαστικὰ καθήκοντα. Καὶ ἀντιπαρέρχομαι, ὡς τετριμμένον τὸ τέχνασμα τῆς ἀποδόσεως προσωπικῶν ἀφορμῶν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἐκλήθησαν, νὰ ἐκπληρώσουν τὸ βαρὺ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς ἡ Βουλή, εἶχον τὴν σκέψιν των καὶ τὴν συνείδησίν των ἀποκλειστικῶς προσηλωμένην πρὸς τὸν νόμον καὶ πρὸς τὴν ἀνωτέραν ἠθικὴν ἀντίληψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε, νὰ συνεχισθῇ ὁ κολασμὸς τῶν κοινῶν ποινικῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν κατὰ τὴν δικτατορικὴν περίοδον. Ἔλαβεν βεβαίως ὑπ’ ὄψει της, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐπὶ 4μηνον σχεδόν, μετὰ ζήλου ἐξαιρετικοῦ ὅλων τῶν μελῶν της, συνεδριάζουσα τρὶς καὶ τετράκις τῆς ἑβδομάδος ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους καὶ ἐρευνῶσα φακέλλους καὶ μελετῶσα ἔγγραφα καὶ ἐξετάζουσα μάρτυρας ἔλαβε, λέγω, ὑπ’ ὄψει της καὶ τὸ γεγονός, ὅτι αἱ ὑποθέσεις αὐταὶ ἔχουν προσλάβει ἕνα χαρακτῆρα χρόνιον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸν ψυχολογικὸν παράγοντα, τὸν παρέχοντα λαβὴν εἰς ἀνευθύνους κριτὰς πρὸς διατύπωσιν, πάντως ἀδικαιολογήτων καὶ προχείρων ἐπικρίσεων. Ὅταν οἱ εἰσηγηταί, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν δι’ ἀποφάσεως τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀνακρίσεως ἐξήτασαν νέους μάρτυρας, ἐζήτησαν καὶ ἔλαβον παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργείων τοὺς σχετικοὺς φακέλλους ἐμελέτησαν αὐτούς, ἐκάλεσαν πρὸς ἀπολογίαν κατηγορουμένους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον μέχρι τοῦδε ἐμφανισθῆ οὔτε ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς προκατόχου Βουλῆς, οὔτε ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, διότι ἐφυγοδίκουν καὶ ἤκουσαν αὐτοὺς ἐπὶ ὥρας, ἐγένετο ἐμφάνισις αὐτῶν ἐνώπιον καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ὁλοκλήρου, ἡ ὁποία συνεζήτησε πρὸς αὐτούς, ἐξετίμησε τὰς ἀπαντήσεις των ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν καὶ εὐσεινυδήτως παρὰ τῶν μελῶν της, καὶ ὅταν ἔφθασεν αὕτη εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς προφυλακίσεως τῶν κατηγορουμένων, ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ διστάσῃ πρὸ τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἐφέροντο ὁπωσδήποτε κάτοχοι ἑνὸς τίτλου πρώην ὑπουργοῦ καὶ ὅτι ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ, θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ προκληθῇ συγκίνησίς τις ἰδιαιτέρα εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην. Διότι θὰ εἶχεν ἐντελῶς ἀντιδημοκρατικὸν χαρακτῆρα τοιαύτη τις συγκίνησις τῆς δημοσίας συνειδήσεως, ἡ ὁποία, θὰ παρήγετο ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἄνθρωποι πρώην τιτλοῦχοι, κατηγορούμενοι καὶ ἀποδεικνυόμενοι ὑπαίτιοι τοιούτων ἀδικημάτων ἐκρίθησαν ὑπὸ μιᾶς δικαστικῆς ἐπιτροπῆς ἄξιοι νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰς φυλακάς. Ἐνῷ, ἀντιθέτως, δὲν ἐκδηλοῦται τοιαύτη συγκίνησις τοῦ δημοσίου αἰσθήματος εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἄλλοι πολῖται Ἕλληνες μὴ φέροντες τοιούτους τίτλους προφυλακίζονται, διὰ κοινὰ ἀδικήματα. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπηγγέλθη, κύριοι βουλευταί, κατηγορία κατὰ τῶν αἰτούντων φέρουν χαρακτῆρα κακουργήματος. Λέγει δὲ ὁ νόμος, ὅτι ὁ «κατηγορούμενος ἐπὶ κακουργήματι προφυλακίζεται». Προκειμένου εἰδικῶς περὶ τοῦ αἰτοῦντος κ. Παγκάλου εἶναι γνωστόν, ὅτι διετέλεσεν οὗτος πράγματι ἐπὶ μακρὸν ἐν προφυλακίσει. Τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐτόνισα καὶ τὴν πρώτην φοράν, ὅταν εἰσηγούμην τὴν πρότασιν περὶ διώξεως τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο ὠφείλετο εἰς τοὺς γενικωτέρους ὅρους τῆς τότε πολιτικῆς καταστάσεως. Ἀπεφυλακίσθη ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως δι’ ἑνὸς πρακτικοῦ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τοῦ Ἰουλίου 1928. Μετὰ τὴν ἀποφυλάκισίν του ὅμως ὑπέπεσεν εἰς ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον φέρει τὸν χαρακτῆρα κακουργήματος καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 3258 βουλεύματος τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν παρεπέμφθη εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ Κακουργιοδικείου, ὡς ὑπαίτιος ἀνθρωποκτονίας, ἤτοι ἀναιρέσεως τὴν ὁποίαν, ὡς εἶναι γνωστόν, διέπραξε κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν τελευταίων βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Καὶ λέγει ἡ ποινικὴ δικονομία, ὅτι «ἐὰν ὁ διατελῶν ἐν ἀπολύσει ἐπὶ ἐγγυήσει διαπράξῃ ἄλλο ἀδίκημα ἀνακαλεῖται ἡ ἀπόλυσίς του ἐπὶ ἐγγυήσει. «Ἢ μᾶλλον ἀκριβέστερον, ὁρίζει ὅτι ἐὰν γεννηθῇ ἁπλῆ ὑποψία κακουργήματος κατὰ τὴν χρονικὴν διάρκειαν, κατὰ τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἐν ἀπολύσει ἐπὶ ἐγγυήσει ἐπέρχεται ἡ ἀνάκλησις τῆς ἀπολύσεως. Συντρέχει, δηλαδὴ εἰδικῶς, διὰ τὸν κατηγορούμενον αὐτόν, ὁ ἐξαιρετικὸς οὗτος ποινικοδικονομικὸς λόγος, ἐκτὸς τῶν οὐσιαστικῶν τοιούτων. Διὰ τοὺς ἄλλους κατηγορουμένους συνέτρεχον, κύριοι βουλευταί, λόγοι οὐσιαστικοὶ τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ βεβαίως ὀφείλουσα, νὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν δικαστικοῦ συμβουλίου, θ’ ἀκούσῃ καὶ θὰ ἐκτιμήσῃ. Ὅταν καὶ ἐγώ, ὡς εἰσηγητὴς ὡρισμένων ὑποθέσεων καὶ οἱ λοιποὶ εἰσηγηταὶ κ. κ. Λαδᾶς, Μπακόπουλος, Ἀσκούτσης καὶ Βουδούρης ἀναπτύξουν τὰς λεπτομερείας ἑκάστης ὑποθέσεως καὶ τὰ πραγματικὰ γεγονότα, θὰ ἐκτιμήσητε, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἦσαν ἐπαρκῆ τὰ στοιχεῖα, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ προφυλάκισις. Ἡ γνώμη τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ὑπῆρξε δεδικαιολογημένη ἀπολύτως. Ἀναμφισβητήτως δ’ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, διότι τὸ παρέχει ρητὴ διάταξις τοῦ νόμου 3398. Εἶχεν ὅμως ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ἓν ἄλλο δικαίωμα τὸ τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν κατηγορουμένων, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς αὐτὴν δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς τῇ προτάσει ἡμῶν, διότι εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν εἶχεν ἐγερθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολύῃ τοὺς ὑπ’ αὐτῆς προφυλακιζομένους, καθ’ ὅσον ὁ νόμος προέβλεπε μόνον τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποφυλακίσεως τῶν δυνάμει ἐντάλματος τοῦ ἀνωτάτου ἀνακριτικοῦ συμβουλίου προφυλακισμένων. Ἀλλ’ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, κύριοι βουλευταί, ἔκρινεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὰς αἰτήσεις ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, διὰ λόγους νομικούς, τοὺς ὁποίους ἐν τῇ σχετικῇ ἀποφάσει της ἀναφέρει, λόγους στηριζομένους εἰς τὸ ἄρθρον 237 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, ὅταν πρόκειται περὶ ἀδικήματος ἀπιστίας περὶ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν κλοπῆς κλπ. δὲν ὑποχρεοῦται ἀλλὰ δύναται ν’ ἀπολύσῃ ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἔκρινε λοιπὸν ἐν τῇ δυνητικῇ καὶ διακριτικῇ της ἐξουσίᾳ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ παράσχῃ τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει εἰς τοὺς κατηγορουμένους λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει, ὅτι διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπιστίας ἀπηγγέλθη κατηγορία εἰς τοὺς κατηγορουμένους καὶ συνέτρεχον ἰσχυροὶ οὐσιαστικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν παράτασιν τῆς προφυλακίσεως αὐτῶν. Γεννᾶται ἤδη τὸ ζήτημα. Δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀπολύσῃ ἐπὶ ἐγγυήσει τοὺς προφυλακισθέντας ὑπὸ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς; Ὁ νόμος πράγματι παρουσιάζει εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἓν τυπικὸν κενόν. Προκειμένου περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Γερουσίας δικαιουμένης, νὰ ἐνεργήσῃ συμπληρωματικὴν ἀνάκρισιν ὁρίζει ρητῶς εἰς τὸ ἄρθρον 20, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου. Διὰ τὰς προφυλακίσεις τὰς ἐνεργουμένας ὑπὸ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς δὲν περιέχει πράγματι ρητὴν διάταξιν, καθορίζουσαν τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς πρὸς ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει. Ὑπάρχει ὅμως ἡ μεταβατικὴ καὶ προσωρινὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ προβλέποντος τὸν τρόπον τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀδικημάτων τῆς δικτατορίας. Κατ’ αὐτὴν ἡ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσις, δύναται προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καίτοι αὕτη ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν τῶν προφυλακισμένων ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἦτο τότε ὁ Πάγκαλος. Παρὰ τὸ κενὸν ὅμως αὐτὸ τοῦ νόμου, ἔχω τὴν προσωπικὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀπολύῃ τοὺς κατηγορουμένους, ἐπὶ ἐγγυήσει, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἔχει μείζονα αὐτοῦ δικαιώματα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 13 καὶ 14, ἡ Βουλὴ δύναται, ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτάσεων τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τὴν παραπομπήν, ἂν δὲ δὲν δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἄρσιν τῆς διώξεως. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχει τὸ κυριαρχικὸν τοῦτο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι προφανῶς μεῖζον, ἀναμφισβητήτως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ν’ ἀπολύσῃ ἐπὶ ἐγγυήσει τοὺς κατηγορουμένους, τοὺς ὁποίους δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ νομικῶς, συνεπῶς, δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἔχει πλήρη τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν ἡ Βουλή. Ἐγὼ ἐξήγησα δι’ ὀλίγων τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ τοὺς ἔκρινε προφυλακιστέους καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τοῖς παράσχῃ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει Ὑπῆρχεν ἀκόμη καὶ εἷς ἀκόμη λόγος γενικωτέρας σημασίας. Καθ’ ὃν χρόνον ἐπροφυλάκιζεν αὐτοὺς ἡ ἐπιτροπή, κατὰ τὴν αὐτὴν δηλαδὴ συνεδρίασιν, ἀπεφάσιζε νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὰς προτάσεις, περὶ παραπομπῆς αὐτῶν, διότι ἐπεκράτησεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ἀντίληψις, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπισπεύσεως τῆς διεξαγωγῆς τῆς δίκης αὐτῆς. Ἐφ’ ὅσον ἔκρινεν, ὅτι ἐκ τῶν ἐνεργηθεισῶν τριῶν ὅλων ἀνακρίσεων ἔχουν προκύψει στοιχεῖα ἱκανά, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον, ἀποτελοῦν τὰς λεγομένας ἐπαρκεῖς ἐνδείξεις, διὰ τὴν παραπομπὴν τῶν κατηγορουμένων. Ἡ διεξαγωγὴ τῆς δίκης κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ ἦτο ζήτημα εἰμὴ ἐλαχίστου χρόνου, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐτηροῦντο αἱ προθεσμίαι, τὰς ὁποίας τάσσει ὁ νόμος, διὰ τὴν ἐνέργειαν, ἔστω καὶ συμπληρωματικῆς ἀνακρίσεως παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Γερουσίας καὶ τὴν διεκπεραίωσιν ὅλων τῶν διατυπώσεων, διὰ τὴν σύστασιν τοῦ δικαστηρίου καὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν δικασίμων. Εἰς τὴν Βουλὴν βεβαίως ὡς κυρίαρχον ὑπόκειται, νὰ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως καὶ ἰδιαιτέρως καὶ τὸν λόγον αὐτόν. Ἐπὶ τῆς ἀπόψεως ταύτης τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐκτίμησις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτίμησις γενομένη ἐν ἐλευθέρᾳ καὶ καθαρᾷ συνειδήσει καὶ ἐν τῇ ἀκραδάντῳ πεποιθήσει, ὅτι ἡ διατήρησις τῆς προφυλακίσεως τῶν κατηγορουμένων, θ’ ἀποτελέσῃ τὸν παράγοντα ἐκεῖνον τὸν ἰσχυρόν, τὸν ἀντικειμενικόν, τὸν ψυχολογικόν, ὁ ὁποῖος θὰ προωθήσῃ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης, δίκης τὴν ὁποίαν ἐπιμόνως ζητοῦν καὶ οἱ κοπτόμενοι ἐκ τῶν φυλακῶν καὶ διαμαρτυρόμενοι, διὰ τὴν αὐστηρότητα δῆθεν καὶ τὰς δῆθεν παρανομίας οἱ παράνομοι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ὁμιλοῦν ἀκόμη, περὶ παρανομιῶν, τὰς ὁποίας διέπραξεν, ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή. Ἔχω, κύριοι βουλευταί, καὶ πάλιν περαίνων, νὰ τονίσω τοῦτο. Ὅτι εἶναι ἀπολύτως κυρίαρχος ἡ ἐξουσία τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποφασίσῃ, περὶ ἀποδοχῆς τῆς αἰτήσεως τῶν κατηγορουμένων, ἐκτιμῶσα τὰ πράγματα καὶ κρίνουσα ἰδιαιτέρως καὶ ἑκάστου τῶν κατηγορουμένων τὸν χαρακτῆρα. Θὰ ἦτο βεβαίως προτιμότερον καὶ ὀρθότερον, νὰ ἠκούοντο προηγουμένως οἱ εἰσηγηταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξέθετον λεπτομερῶς τὰ περιστατικὰ καὶ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διεπράχθησαν τὰ ἀδικήματα τῶν κατηγορουμένων, διὰ τὰ ὁποῖα προὐφυλακίσθησαν. Ἐφ’ ὅσον ἐκρίθη προέχουσα ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν αἰτήσεων, περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, βεβαίως ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα, ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ θὰ ἐφίστων ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν νομικῶν καὶ οὐσιαστικῶν λόγων, τοὺς ὁποίους δι’ ὀλίγων ἐξέθηκα καὶ τοὺς ὁποίους, διὰ μακρῶν, θὰ ἐκθέσουν οἱ εἰσηγηταί, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ εὐθὺς ἀμέσως τῆς συζητήσεως, ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐφ’ ἑκάστης προτάσεως παραπομπῆς τῶν κατηγορουμένων, ἡ ὁποία συζήτησις, θὰ ἦτο ἀπαραίτητον νὰ προηγηθῇ, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφασίσει ἐπὶ τῇ βάσει πλήρους ἐκθέσεως τῶν ἀναγκαίων νομικῶν καὶ πραγματικῶν στοιχείων.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§33Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι βλέπω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν ἀποδίδει εἰς τὰ ὑπὸ συζήτησιν θέματα τὴν σημασίαν ἐκείνην τὴν μεγάλην καὶ τὴν ὑψηλὴν τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή. Λέγω τοῦτο λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ μικροῦ σχετικῶς ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦν ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον, θὰ κληθοῦν μετ’ ὀλίγον, νὰ δώσῃ ἕκαστος ἐμπεριστατωμένην δικαστικὴν ψῆφον.
§34Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις τώρα γίνεται, διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν πρόκειται...
§35Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω καὶ τὸ ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι εὐσυνείδητον ἔργον ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει χωρὶς προηγουμένως, νὰ λάβῃ πλήρη γνῶσιν ἐπὶ τῶν εἰσηγήσεων ἢ νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων αἱ ὁποῖαι τίθενται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς· περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ τυπικὸν ζήτημα τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς, ὅπως χορηγήσῃ τὴν ἀποφυλάκισιν ἐπὶ ἐγγυήσει ἐγὼ τουλάχιστον διαφωνῶ μὲ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Πειραιῶς τὸν ἄρτι τοῦ βήματος κατελθόντα, διότι εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ὁ νόμος 3398 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Γερουσία καθορίζει εἰς ἕκαστον ἐκ τῶν δημοσίων τούτων ὀργάνων σαφῶς τὰ ὅρια ἐντὸς τῶν ὁποίων δικαιοῦται ἕκαστον τούτων νὰ κινῆται. Ὁ νόμος 3398 καθορίζει τὴν ἑξῆς διαδικασίαν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς. Εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ ὡρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν προτάσεις πρὸς δίωξιν πρώην ὑπουργῶν, σχηματίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς μία 15μελὴς ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, τὰ καθήκοντα τῆς ἀνακριτικῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς διαγράφονται σαφῶς εἰς τὸν νόμον τοῦτον. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὑποβάλλει προτάσεις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας ἐξήτασεν. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου ἔχει τὸ δικαίωμα ἢ νὰ ἀποδεχθῇ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ἂν τὰς δεχθῇ παραπέμπεται ἡ περαιτέρω ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν Γερουσίαν. Σχηματίζεται μία τριακονταμελὴς ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἐπίσης καθορίζονται σαφῶς τὰ δικαιώματα. Εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν τὴν προελθοῦσαν ἐκ τῆς παρελθούσης Βουλῆς εἶχον καὶ ἐγώ, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τὴν λέξιν, τὸ ἀτύχημα, νὰ λάβω μέρος. Λέγω τὸ ἀτύχημα, διότι μοιραῖον εἶναι τοιαῦται ἀποστολαί, τοιαῦται ἐντολαί, νὰ προκαλέσουν προσωπικὰς ἐχθρότητας αἱ ὁποῖαι ποτὲ δὲν εἶναι εὐχάριστοι εἰς ἐκεῖνον κατὰ τοῦ ὁποίου μοιραίως στρέφονται. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ἤμην ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν χορήγησιν τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει ὅσους κατηγορουμένους ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἶχε προφυλακίσει, διότι ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ ἀπόλυσις ἐπὶ ἐγγυήσει εἶναι ἓν μέτρον καὶ συγχρονισμένον καὶ ἀνθρωπιστικόν, μέτρον τὸ ὁποῖον παρὰ τὴν ἀσάφειαν τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ τότε ὁ νόμος 3398, δὲν ἔπρεπε ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἀσκοῦσα τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς ἐκ τοῦ νόμου δικαιώματα, νὰ ἀρνηθῇ εἰς τούς αἰτοῦντας κατηγορουμένους. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος 3398 εἶναι ἀσαφής, ἀσαφέστατος εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, διότι δὲν καθώριζε εἰς οὐδὲν ἄρθρον ἂν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἢ ἡ Βουλή, ἐν τῇ ὁλότητί της εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ χορηγήσωσι τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει τοὐναντίον ὑπῆρχε μία σαφὴς διάταξις τοῦ ἄρθρου 20 λέγουσα, ὅτι καθ’ ἃς περιπτώσεις τὸ δικαστικὸν συμβούλιον ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν προκυπτουσῶν λόγων διώξεως (ἀναγινώσκει). Ὡς γνωρίζεται, ὅσοι ἐξ ὑμῶν εἶσθε νομικοί, ἡ πορεία τῆς ποινικῆς διώξεως εἶναι ἡ ἑξῆς: ὑποβάλλεται μία μήνυσις εἰς τὸν εἰσαγγελέα· ὁ εἰσαγγελεὺς τὴν διαβιβάζει εἰς τὸν ἀνακριτήν, ὁ ἀνακριτὴς ἐρευνᾷ τὴν δικογραφίαν. Ἂν συμφωνήσουν εἰσαγγελεὺς καὶ ἀνακριτὴς ἐπὶ τῆς ἀποφυλακίσεως ἢ μὴ τοῦ κατηγορουμένου ἔχει καλῶς, ἂν ὄχι ὅλα τὰ ζητήματα καὶ αἱ διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ γεννηθοῦν μεταξὺ εἰσαγγελέως καὶ ἀνακριτοῦ λύονται ἀπὸ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον. Ἑπομένως εἰς τὸ ζήτημα τῆς χορηγήσεως τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει εἰς κοινὰς ποινικὰς διώξεις ἀπομένει κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν ἄρθρον 251 καὶ ἐπέκεινα εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον. Ὁ νόμος δὲ 3398 λέγει σαφῶς ὅτι καθ’ ἃς περιπτώσεις γεννηθοῦν τοιαῦτα ζητήματα καὶ εἰς τὴν δίωξιν τῶν πρώτων ὑπουργῶν τὰ ζητήματα αὐτὰ θὰ λυθοῦν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Γερουσίας ἐπεχούσης πλέον θέσιν δικαστικοῦ συμβουλίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἰσχύει καὶ τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης ἀσκούσης Συντακτικὴν ἐξουσίαν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχε συγκροτηθῇ ἡ Γερουσία, τὰ δικαιώματά της δὲ ἐξήσκει ἡ Βουλή, ἐν πνεύματι εὐρυτάτης ἐπιεικίας, ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς παρελθούσης Βουλῆς ἀνεγνώρισεν εἰς ἑαυτὴν δικαιώματα καὶ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην καὶ ἐχορήγησε τότε τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Τὸ κενὸν τοῦτο, διὰ προτάσεως τῆς σημερινῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπλήρωσεν ἡ σημερινὴ Βουλὴ ψηφίσασα τὸν νόμον ἐκεῖνον ἐν τῇ ἀρχῇ τῶν συνεδριάσεών της, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐχορηγήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν σαφῶς πλέον τό δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν προφυλακισμένων κατηγορουμένων. Ἡ ἀνακριτικὴ λοιπὸν ἐπιτροπὴ εἶχε πλέον ἐκ τοῦ νεωτέρου νόμου σαφῶς τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα, νὰ ἀποφανθῇ περὶ χορηγήσεως τοῦ εὐεργετήματος τούτου, ἢ περὶ ἀπορρίψεως αὐτοῦ. Κατωτέρω θὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, ἐπὶ τῇ βάσει, τῶν ὁποίων ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, ἠρνήθη τὴν χορήγησιν ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἐν προκειμένῳ νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν, ὅτι ἡ αἴτησις περὶ ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει εἶναι ἀπορριπτέα καὶ τὴν ἀπέρριψεν, δὲν δικαιοῦται ἡ Βουλή, νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ ἀντίρρησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἀκυρώσῃ ἀκόμη τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὄχι νὰ ἀκυρώσῃ δὲν εἶναι ἡ φράσις, νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ παραπέμψῃ καὶ νὰ κηρύξῃ ἀθώους τοὺς κατηγορουμένους τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐνέχει τὸ πλέον, δηλαδή, τὴν ἀθώωσιν ἐνέχει καὶ τὸ ἔλασσον δηλαδή, τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν σαφῆ διάταξιν τοῦ ἄρθρου 20, ὅτι τὰ δικαιώματα ἀπονέμονται μόνον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Γερουσίας, τὰ δικαιώματα τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἡ ἐμὴ σκέψις, ἡ ἐμὴ γνώμη δὲν γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἑτέρα ἄποψις, ὅτι δικαιοῦται ἡ Βουλή, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς οὐσίας τῆς ἐξετάσεως τῆς αἰτήσεως τῶν κατηγορουμένων καὶ νὰ χορηγήσῃ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἔργον δικαιοσύνης καὶ ὀρθόν, νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ μεμονωμένως καὶ προκαταβολικῶς τοῦ ζητήματος τούτου, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἐν πάσῃ δικαίᾳ λεπτομερείᾳ, ἢ ἔστω τοὐλάχιστον εἰς τὰς γενικὰς αὐτῶν γραμμὰς τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι βαρύνουσι τοὺς κατηγορουμένους τὰς πράξεις, ὅπως αὗται ἐμφανίζονται, ἐκ τῶν σχετικῶν δικογραφιῶν, ὅπως δ’ εἶπεν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι μία, δύο, εἶναι πλείονες αἱ βαρύνουσαι τούτους πράξεις. Εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτηρίσθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἀπάτη, ἀπιστία, εἰς βαθμὸν κακουργήματος, ὡς παραβίασις καὶ ἄλλων ἐπικουρικῶν νόμων, ἐπιβαλλόντων ἐλαφροτέρας ποινάς. Δὲν εἶναι ἔργον μου βέβαια, νὰ ἐκφράσω κρίσιν, περὶ τοῦ ἔργου τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Παραπονοῦμαι ὅμως, διὰ τὴν εὐκολίαν μετά, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρό τινων ἡμερῶν, ὅταν τὸ πρῶτον ἦλθον εἰς συζήτησιν αἱ σχετικαὶ αἰτήσεις ἠθέλησε δὲν γνωρίζω, διατί, νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τοῦ ἔργου τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰπὼν ἀφοριστικῶς πρὸ πάσης συζητήσεως, ὅτι δὲν βλέπει τὸν λόγον τῆς μὴ χορηγήσεως τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀποφυλακίσεως.
§36Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀπέδωκα μείωσιν τοῦ ἔργου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς;
§37Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ἐν τῷ μέτρῳ ναί.
§38Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε καὶ σεῖς ὅτι ἔχετε τὸ ἀλάθητον ὑπὲρ ὑμῶν.
§39Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ ἀλάθητον, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε ν’ ἀκουσθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις καὶ δὴ αἱ εἰσηγήσεις.
§40Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀκόμη δὲν ἀπεφάνθημεν, διατὶ ἐνοχλεῖσθε ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι θ’ ἀποφυλακισθοῦν; Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις περὶ ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κυρίως, ὅτι παρετάθη ἡ προφυλάκισις καὶ ἡ προδικασία ἐπὶ τόσον καιρὸν καὶ κινεῖται οὕτω ἡ συμπάθεια διά τινας τοὐλάχιστον τῶν κατηγορουμένων. Τὴν ἐπιφύλαξιν αὐτὴν τὴν κάμνω διὰ τὸν κ. Νίδερ. Διατὶ τὰ εἴπατε αὐτά; Ἐγὼ τοὐναντίον ἔχω σκοπὸν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστείας αὐτῆς, διὰ τὴν κολοσσιαίαν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν μὲ τόσην εὐσυνειδησίαν.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὄντως ἡ ἐργασία ἦτο καὶ μεγάλη καὶ ἄχαρις.....
§42Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα σύμφωνοι.
§43Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει καὶ ἡ Βουλὴ ἔτσι νὰ εἴπῃ ἂς τοὺς ἀπολύσωμεν ἐπὶ ἐγγυήσει, χωρὶς νὰ ἀκούσωμεν διατὶ κατηγοροῦνται, τί τοὺς βαρύνει.
§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐκφράζεται τὴν γνώμην σας.
§45Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν γνώμην μου.
§46Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διότι καὶ ἂν τοὺς ἀπολύσωμεν οὔτε θὰ φύγουν, ἀφοῦ δὲν ἔφυγαν τόσον καιρὸν ποῦ ἦσαν ἔξω καὶ τὴν πορείαν τῆς ἀνακρίσεως δὲν θὰ ἐμποδίσουν, διότι ἡ ἀνάκρισις ἐτελείωσε. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐγώ, δὲν προβαίνω εἰς ἄλλας λεπτομερείας, ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ σκόπιμον τὸ νὰ εἶναι προφυλακισμένοι.
§47Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἄν πρόκειται νὰ βραδύνῃ ἡ δίκη...
§48Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐσκέφθητε, ὅτι θὰ τελειώσῃ ἡ δίκη αὐτὴ πρὸ τῆς παρελεύσεως 6–7 μηνῶν;
§49Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντὸς ἑνὸς μηνός.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποφανθῶμεν καὶ ἡ Γερουσία ὠφείλει νὰ ἐργασθῇ τὸ καλοκαῖρι.
§51Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πιστεύεται σεῖς, ὅτι ἅμα φύγωμεν ἡμεῖς, θὰ καθίσῃ ἡ Γερουσία τὸ καλοκαῖρι ἐδῶ νὰ ἐργασθῇ;
§52Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. 30 γερουσιασταὶ κ. Πρόεδρε θὰ μείνουν.
§53Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τί τοὺς θέλετε εἰς τὴν φυλακήν;
§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἀποφανθῇ ἡ Γερουσία ἐπ’ αὐτοῦ.
§55Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ βέβαια αὐτὴ τὴ στιγμὴ ὁμιλῶ ὄχι βέβαια ὡς δικαστὴς καὶ μόνον, ἀλλὰ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν πολιτικὴν ἄποψιν καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ παράτασις τῆς προφυλακίσεως θὰ κινήσῃ τὴν συμπάθειαν τῆς κοινῆς γνώμης ὑπὲρ ὡρισμένων τοὐλάχιστον ἐκ τῶν κατηγορουμένων.
§56Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς ἀπεφάνθημεν γνωρίζοντες τὴν σκληρότητα τοῦ μέτρου. Ἀλλ’ ἐσκέφθημεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς καὶ εἴπομεν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο σκόπιμος ἡ ἐπανάληψις αὐτοῦ τοῦ παιγνιδίου τὸ ὁποῖον ἐπαίζετο εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν μιὰ ἔμεναν εἰς τὴν φυλακὴν καὶ μιὰ ἔβγαιναν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο δεδικαιολογημένον τότε, διότι καὶ ἡμεῖς ἐβλέπαμεν, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἦγον εἰς ταχεῖαν ἀπομάκρυνσιν τῆς δίκης Καὶ μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ ἀποπεράτωσις αὐτῆς τῆς δίκης, ἡ ὁποία πανταχόθεν ζητεῖται, ἀπὸ ἄλλους, δὲ διὰ τὴν ἐντύπωσιν, ἐβλέπαμεν, ὅτι ἡ δίκη αὐτὴ θὰ ἠμποροῦσε τώρα νὰ χωρήσῃ ταχέως καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐχορηγήσαμεν τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ τῆς ἐπὶ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως. Σήμερον ὅμως ὑπάρχει ἡ ἐπιμελημένη ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἀπομένει παρὰ νὰ ὁρίσετε τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Γερουσίας καὶ κατὰ τὰς διακοπὰς νὰ γίνῃ ἡ δίκη. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐκηρύχθημεν ἡμεῖς κατὰ τῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως ἐνομίσαμεν, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξυπηρετεῖται τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἠθικῆς. Ἕκαστος βεβαίως ἐκτελεῖ τὸ καθῆκον του, ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνεται. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον μας βεβαίως ὅπως ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὸ ἀντιλαμβάνεται, χωρὶς καμμίαν ἀντιπάθειαν κατ’ οὐδενός.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§58Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον δικαίωμα τῆς Βουλῆς καὶ κατ’ ἐμέ, κ. βουλευταί, νὰ ἐπιληφθῇ καὶ ἐξετάσῃ τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τῶν κατηγορουμένων αἰτήσεις τῆς ἀπολύσεώς των ἐπὶ ἐγγυήσει· εἶναι ἀναμφισβήτητον δικαίωμα προκῦπτον καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ νόμου τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3338. Διότι ὅταν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ συμπληρωματικὸς νόμος ῥητῶς καθορίζων, ὅτι δικαιοῦται ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀποφυλακίζῃ τοὺς ὑπ’ αὐτῆς προφυλακιζομένους καὶ ἴσχυε ὁ νόμος 3388, ἠγέρθη ὑπὸ τοῦ τότε βουλευτοῦ Λέσβου κ. Λαζανᾶ, τὸ ζήτημα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφυλακίζῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοὺς ὑπ’ αὐτῆς προφυλακιζομένους. Δηλαδή, ἕως τότε δὲν ἠμφισβητήθη ποτὲ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ὅτι δύναται νὰ ἐπιλαμβάνηται καὶ ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ αἰτήσεων προσωρινῆς ἀπολύσεως, ἀλλ’ ἠμφισβητεῖτο, ἐὰν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ εἶχεν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀνακριτική. Καὶ δυνάμει τοῦ νεωτέρου νόμου ἔγινε δεκτόν, ὅτι δύναται καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀπολύῃ. Ὁ νόμος λοιπὸν αὐτὸς δὲν ἔγινε, διὰ ν’ ἀποκλείσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον οὐδέποτε τῆς ἠμφισβητήθη, ἀλλὰ ὅπως μέρος αὐτοῦ νὰ χορηγηθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Περαιτέρω νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀκανονίστως εἰσάγεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν αἰτήσεων ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Καὶ τονίζω, ὄχι διὰ νὰ φέρω ἔνστασίν τινα, μολονότι προκειμένου περὶ δικαστικῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, θὰ ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ περισσότερον ἡ ἐφαρμογὴ τῶν κειμένων νόμων, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀκουσθῇ μία ἐπιστημονικὴ τοὐλάχιστον διαμαρτυρία κατὰ τῶν κατὰ περίεργον δικονομικὸν τρόπον συντελουμένων. Ἀκανονίστως εἰσάγονται αἱ αἰτήσεις ὄχι μόνον, διὰ τοὺς λόγους τοὺς οὐσιαστικούς, ὅτι δὲν δύναται ποτὲ νὰ νοηθῇ δι’ ἕνα δικαστήν, νὰ κρίνῃ αἰτήσεις ἀπολύσεως χωρὶς νὰ θέλῃ, νὰ μάθῃ προηγουμένως τὴν οὐσιαστικὴν ἄποψιν τῆς κατηγορουμένης ὑποθέσεως, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα δικαστὴν νὰ ἀποφαίνεται ἐπὶ αἰτήσεως προσωρινῆς ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τί ἀπεκόμισεν ἡ ἀνάκρισις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ ἀντικανονικόν, ὅτι δηλαδὴ οὐσιαστικῶς δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ δικαιολογηθῶμεν παρὰ προβάλλοντες τὸν κορεσμόν. Ἀλλ’ εἶναι κάτι τι ἀκόμη σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σημειωθῇ. Τὸ γεγονὸς ὅτι εἰσάγεται ἡ αἴτησις ἀπολύσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχει ὁριστικὴ πρότασις περὶ παραπομπῆς. Τώρα ὅτι εἰσάγονται αἱ αἰτήσεις ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει ὑπάρχει ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἀσκούσης τὰ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα, ἡ ὁποία προτείνει τὴν οὐσιαστικὴν παραπομπήν. Φαντασθῆτε τώρα, ἂν μάλιστα ἐπιτρέψητε νὰ προσέλθουν οἱ κατηγορούμενοι νὰ ἀκουσθοῦν ἐπὶ τῶν αἰτήσεών των—ὑπὲρ ὧν ἐγὼ τάσσομαι — πόσον περίεργον, θὰ εἶναι ν’ ἀκούωνται αἱ ἀπόψεις τῶν κατηγορουμένων χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὰ τὰ δεδομένα τῆς ἀνακρίσεως. Καὶ πόσον περίεργος πρέπει νὰ εἶναι ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς, κρινούσης μόνον ἐξ ἑτέρας πλευρᾶς.
§59Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη σας εἶναι ὅτι εἶναι καλύτερον νὰ συζητηθοῦν μαζί; Ἀκοῦτε ’δῶ. Διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας φέρετέ τα, νὰ τὰ συζητήσωμεν μαζί. Πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν.
§60Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὀρθῶς ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπρότεινεν οἰκονομίαν χρόνου. Καὶ χαίρω διότι τὸν ἔπεισα.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ εἰξεύρει ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ ἔλθῃ, θὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς παραστήσῃ τὰ πράγματα, ὅπως θέλῃ ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὰ ἀκούσωμεν.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν ἡμεῖς δεχθῶμεν τὴν παραπομπήν, τότε παύομεν νὰ ἔχωμεν δικαιοδοσίαν. Ἡ δικαιοδοσία περιέρχεται εἰς τὴν Γερουσίαν.
§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρίν ἢ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς παραπομπῆς, θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως. Αὐτὰ τὰ δικηγορικὰ τὰ ἔχω περάσῃ, τὰ εἰξεύρω καὶ ἐγώ.
§64Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ ἀρχίσω εἰσηγούμενος μίαν ἐκ τῶν δικογραφιῶν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐσυνέχισα τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συσταθεῖσα δυνάμει τῆς συντακτικῆς πράξεως τοῦ κ. Κονδύλη καί μετέπειτα ἐσυνέχισεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς προηγουμένης Βουλῆς μὲ ἐμὲ πάλιν, ὡς εἰσηγητήν. Ὀφείλω προκαταβολικῶς νὰ γνωρίσω ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην φορὰν εὑρέθην ἐν εὐτυχεστέρα θέσει παρ’ ὅσον ἐν τῇ προηγουμένῃ, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς παρελθούσης Βουλῆς. Διότι, εἴτε διότι ἀπηλπίσθησαν, ὅτι ἦτο δυνατόν, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ δικτάτωρ, εἴτε διότι ἡ πάροδος τοῦ χρόνου ἔφερεν εἰς ὀρθοτέρας σκέψεις, κατωρθώθη πλέον νὰ προσκομισθοῦν ἁπταὶ ἀποδείξεις. Θὰ ἐνόμιζον, κύριοι, ἐν τῷ σημείῳ τῆς συζητήσεως αἰτήσεως προσωρινῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν, νὰ τονίσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομίσωμεν, ὅτι συζητοῦμεν περὶ πολιτικῶν πράξεων τῶν κατηγορουμένων, ἀλλὰ περὶ κοινῶν ἀδικημάτων περὶ παραβάσεων τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαμαρτυρία τις, διότι εἷς πολιτικὸς ἐγκληματίας παραμένει ἐπὶ μακρὸν εἰς τὰς φυλακάς, ἕ, κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ κανεὶς εἰς καμμίαν κοινὴν γνώμην οὐδενὸς Κράτους. Ὅταν μάθῃ ἁπτότατα πλέον ὁποία ὑπῆρξεν ἡ σύλληψις τῶν Δημοσίων ταμείων κατὰ τὴν περίφημον καὶ περίπτυστον ἐκείνην ἐποχὴν τῆς δικτατορίας, ὁ ὁποῖος, νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν εἷς κοινὸς κλέπτης 5 ἢ 10 δραχμῶν παραμένει ἐπὶ πέντε ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς προφυλακισμένος, ὅτι εἶναι σκληρὸν καὶ ἀπολίτιστον, νὰ παραμείνουν εἰς τὰς φυλακὰς ἐπί τινας μῆνας ἢ καὶ πλέον ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐκρέμασαν ἀνθρώπους, διότι ἔκλεπτον ψυχία ἔναντι ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι κυβερνῶντας τὸ Κράτος ἀφῄρουν κατὰ ἑκατομμύρια ἀπὸ τὰ Δημόσια ταμεῖα, διὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς ὀρέξεις καὶ τὰς ἐπιθυμίας τῶν παλακίδων των. (χειροκροτήματα). Σημειώσατε δὲ κύριοι, ὅτι δὲν τοὺς ἐχαρίσθησαν καὶ ὀλίγα. Ἕνα μόνον κονδύλιον βαρύνει 500 ὅλα ἑκατομμύρια τὸν προϋπολογισμόν, διὰ νὰ πληρωθῇ μία ἀχαλίνωτος ψευδολογία τοῦ δικτάτορος. Ἐνθυμεῖσθε τὴν προέλασιν εἰς τὰ Ἑλληνοβουλγαρικὰ σύνορα. Ἄς μὴ ὁμιλοῦμεν λοιπὸν περὶ τοῦ κορεσμοῦ καὶ περὶ τῶν ἀδικιῶν τὰς ὁποίας ἐπεσώρευσε ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ καὶ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, διὰ τῆς παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως τοιούτων ἀνθρώπων. Ὁ διαμαρτυρόμενος, κύριοι, ἂς σταθῇ νὰ ἀκούσῃ ποῖα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὄχι ἁπλῶς οἱ μάρτυρες, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ συνυπουργοί των ρίπτουν κατὰ πρόσωπον τῶν κατηγορουμένων χωρὶς νὰ δύνανται πλέον νὰ τὰ ἀρνηθοῦν, διότι ἀπεδείχθησαν ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων τὰ ὁποῖα κατασχέθησαν καὶ τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὰς δικογραφίας. Ἀλλ’ ἂς περιορισθῶμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος μόνον εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ καζίνου τῆς Ἐλευσῖνος. Ὅταν, κύριοι, ἐγένετο εἰς τὸ περίφημο ἐκεῖνο γεῦμα, ἡ ἀνακήρυξις τῆς δικτατορίας, τὰ καζίνα ἦσαν κλειστά. Εἶχον πρυτανεύσει καὶ τότε αἱ ἀρχαὶ τὰς ὁποίας μετὰ τοιαύτης θέρμης ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσχεν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ βίου τῆς παρούσης Βουλῆς ἐξαγγείλει, εἶχον λέγω πρυτανεύσει αἱ ἀρχαί, ὅτι τὰ καζίνα χάριν προστασίας τῆς κοινωνίας πρέπει νὰ εἶναι κλειστὰ καὶ ὑπῆρξε ὁ νόμος 3081, ὁ ὁποῖος πράγματι ἔκλεισε τὰ καζίνα. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀνάγκην, νὰ ἀναρρηχηθοῦν εἰς τὴν ἀρχὴν ὄχι διὰ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ διὰ τῆς ψήφου τῶν διαφόρων εἰς τὰ παρασκήνια εὑρισκομένων, εἶχον ἀνάγκην τῶν χαρτοπαικτῶν ἐκείνων, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ καταθέσεις ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνεργάται των. Ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν κατάθεσιν τοῦ στρατηγοῦ Παναγιωτοπούλου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν 19ην Αὐγούστου ὑπῆρξεν ἀντίπαλος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον εὑρίσκονται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σύμμαχος ἐν τῷ συνδυασμῷ τοῦ κατηγορουμένου Παγκάλου, τὰ καζίνα ἠνοίχθησαν ἀπὸ τὸν στρατηγὸν Πάγκαλον συνεπείᾳ ἀνειλλημένων ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς χαρτοπαίκτας. Ἰδού, κύριοι, τί λέγει ἐν τῇ καταθέσει του ὁ στρατηγὸς Παναγιωτόπουλος, θὰ ἴδητε δὲ περαιτέρω πῶς προεκλήθη εὐτυχῶς, διὰ τὴν ἀνάκρισιν ἡ ἐξέτασίς των. (ἀναγινώσκει). Αὐτὰ λέγει ὁ στρατηγὸς Παναγιωτόπουλος ἐξετασθεὶς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπ’ ἐμοῦ ὡς ἁρμοδίου εἰσηγητοῦ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ δὲν τὴν εὑρίσκετε μόνην, τὴν εὑρίσκετε στηριζομένην ἀπὸ τὴν κατάθεσιν τοῦ Κοντζαμάνη, ὁ ὁποῖος ἐνῷ ἐξητάσθη εἰς τὸ παρελθὸν ἐπανειλλημένως δὲν ἔλεγε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε τώρα, ὅτε τὰ καζίνα εἶναι κλειστὰ καὶ δὲν ἔχει συμφέρον νὰ ἀποκρύψῃ τὴν ἀλήθειαν. Λέγει ὁ Κοτζαμάνης, ὅτι αὐτὸς λόγῳ τοῦ ὅτι τὸν εἶχε καταστρέψῃ ὁ Πάγκαλος κλείων τὸ Ἀκταῖον ἠναγκάσθη δι’ ὑπομνημάτων του, νὰ παρακαλέσῃ τὸν Πάγκαλον, ὁ ὁποῖος καὶ ἐνέδωκε νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ ἄνοιγμα τοῦ καζίνου. Ὁμολογεῖ τὰ ἴδια πράγματα καὶ ὁ συνταγματάρχης Καρακούφας ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ ὁποίου προεκλήθη καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ Παναγιωτοπούλου. Δὲν παραμένει λοιπὸν καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ νόμου 3081 εἶναι ἔργον προεπαναστατικῆς ὑποσχέσεως τοῦ Παγκάλου πρὸς τοὺς ὑποστηρίξαντας αὐτὸν, διὰ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ὕπατον ἀξίωμα τοῦ Κράτους ἀπὸ χαρτοπαίκτας. Εἶναι εἰς τὰς δικογραφίας ἐξ ἐγγράφου ἀποδεδειγμένον, κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, ὅτι δύο ὑπῆρξαν οἱ πρωταγωνισταὶ εἰς αὐτό, ὁ Δ. Κοτζαμάνης καὶ ὁ Α. Μεταξᾶς.
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ Πειραιῶς Μεταξᾶς;
§66Χ. ΛΑΔΑΣ. Εὐτυχῶς δι’ αὐτόν, ὄχι, κ. Πρόεδρε. Ἄς ἀφίσωμεν ὅμως αὐτὸ πρὸς στιγμὴν καὶ ἂς προχωρήσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν μὲ πόσην περισσὴν εὐγένειαν ἀντήμειψε τὰς ὑπηρεσίας ταύτας ὁ δικτάτωρ. Τὰ γνωμοδοτικὰ συμβούλια τῶν λεσχῶν, ἅμα ἐγένετο ἡ ἐπανάληψις τῆς λειτουργείας τῶν καζίνων σύμφωνα μὲ ὡρισμένας ρητὰς διατάξεις τῶν νόμων, τὰς ὁποίας ἀναγράφω μίαν πρὸς μίαν εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τῶν τόπων ὅπου, θὰ ἱδρύοντο τὰ καζίνα καὶ πράγματι ἐγνωμοδότησεν, ὅτι τὰ καζίνα πρέπει νὰ γίνουν εἰς τὸν Ἅγιον Ἀνδρέαν καὶ τὸν Διόνυσον. Ἐνῷ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις τοῦ συμβουλίου καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν σύμφωνον μὲ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ συμβουλίου, ἀρχίζει ἀπ’ ἐδῶ τὸ κομβολόγιον τῶν ἀξιοποίνων πράξεων περὶ τῶν ὁποίων, θὰ ἀσχοληθῶ περαιτέρω καὶ αἱ ὁποῖαι εἶχον προσλάβει καὶ ἱλαροτραγικὴν πλέον χροιάν, διότι ἀνεμίχθησαν καὶ γυναῖκες, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἀναφέρονται καὶ περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσω, χωρὶς νὰ εἴπω τὰ ὀνόματά των. Ὁρίζει λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοιοῦτος ἦτο κατηγορούμενος Βογόπουλος, παραβιάζει τὸν νόμον, ὡς τόπον λειτουργίας τῶν καζίνων τὸν Διόνυσον καὶ τὴν Ἐλευσῖνα. Τότε ἁρμόδιος ὑπουργός, διὰ νὰ κάμῃ τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας ἦτο ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Τανταλίδης. Παρακαλῶ κρατήσατε σημείωσιν, δὲν εἶναι κατηγορούμενος εἰς αὐτό, θὰ ἴδητε πολλὰ περίεργα πράγματα. Καὶ ἐδῶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκαμε τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας καὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον ὤφειλε νὰ ὁρίσῃ ἐγγύησιν τὸ ¼ τοῦ συνόλου τοῦ προσφερομένου ποσοῦ κατὰ τὴν δημοπρασίαν. Ἡ δημοπρασία ἐγένετο καὶ κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Μεταξᾶ, διὰ τὸν Διόνυσον διὰ τὴν Ἐλευσῖνα ἐπλειοδότησε ὁ Κοντζαμάνης, προσενεγκὼν δραχμὰς 2.300.000. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Τανταλίδης παρὰ τὸν νόμον, ἐνῷ ἔπρεπε, νὰ περιμένῃ τρεῖς ἡμέρας, μήπως τοῦ γίνῃ μεταπροσφορά, ἐντὸς 24 ὡρῶν ἐνέκρινε τὴν δημοπρασίαν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Μεταξᾶ καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐνέκρινεν, ἐπὶ ἐγγυήσει οὐχὶ τοῦ ¼ ἐπὶ τοῦ ὅλου προσφερουμένου ποσοῦ, ἀλλὰ μόνον τοῦ ¼ ἐπὶ τοῦ τέλους τῆς ἀδείας, δηλαδὴ μόνον 200.000 δραχμῶν, ἀντὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πλέον. Τὸ πρᾶγμα φαίνεται οὕτω μικρόν, οὐσιαστικῶς ἔχει ἄπειρον ἀξίαν, διότι τὸ δημόσιον ταμεῖον μὴ εἰσπράξαν ὅπως συνήθως συμβαίνει μὲ τὰ χαρτοπαίγνια τὸ ποσὸν τῆς δημοπρασίας κατασχὸν τὴν ἐγγύησιν κατέσχε μόνον 200.000 δραχμάς.
§67Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καλὰ νὰ πάθῃ, διότι τὸ Κράτος ἔκανεν ἔργα προαγωγοῦ.
§68Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐννοεῖται ὅτι δι’ αὐτὰς τὰς πράξεις τοῦ Τανταλίδου δὲν ἔχομεν κατηγορίαν καὶ τὴν ἀφίνομεν. Ὁ Τανταλίδης διὰ τὴν δημοπρασίαν τοῦ καζίνου Ἐλευσῖνος, ἐπειδὴ ἐγένετο ἀμέσως ἀντιπροσφορὰ ἠκύρωσε τὴν δημοπρασίαν καὶ προεκήρυξε νέαν τοιαύτην. Καὶ παρατηροῦνται τὰ ἑξῆς περίεργα. Τότε ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο ὁ κ. Βογόπουλος, ὅστις τὸ λέγουν ὅλοι οἱ μάρτυρες ἀπὸ τοῦ Γεωργιάδη μέχρι τοῦ τελευταίου γραφέως, (ἀλλὰ δὲν χρειάζωνται ἄλλως οἱ μάρτυρες, διότι ἡ τροποποίησις εἶναι γραμμένη, ὡς ἀνεγνώρισε δι’ ἰδίας χειρός, ἐπὶ τῆς διακηρύξεως τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν), ὁ ὁποῖος, λέγω, Βογόπουλος, μεταβαίνει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λαβὼν τὴν διακήρυξιν τῆς νέας δημοπρασίας τὴν συνταχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Τανταλίδη, διὰ τὰς 29 Δεκεμβρίου 1926 τὴν διορθώνει ἰδίαις χερσὶν εἰς τὸ πρωτότυπον τὴν ἐγγύησιν ἀπὸ τοῦ ¼ τοῦ συνόλου τοῦ προσφερομένου ποσοῦ καὶ τὸ ¼ τοῦ τέλους τῆς ἀδείας, δηλαδὴ ἐμείωσε τὴν ἐγγύησιν, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, εἰς ἐλάχιστον ποσόν. Καὶ μάλιστα διὰ πλαστογραφίας ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως εἰς ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὰ χέρια τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἑπομένως ἔχωμεν μίαν δευτέραν παράβασιν τοῦ νόμου ἐκ μέρους τοῦ Βογοπούλου. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Βογόπουλος κατὰ τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, εἰσηγεῖται διάταγμα δι’ οὗ γίνεται αὐτὸς ἁρμόδιος διὰ τὰς δημοπρασίας τῶν καζίνων καὶ ἐν τῇ σπουδῇ λησμονοῦν εἰς τὸ διάταγμα νὰ περιλάβουν καὶ διάταξιν περὶ ἐλαττώσεως τῆς ἐγγυήσεως καὶ ἑπομένως ἔχομεν μίαν διακήρυξιν μὲ ἐγγύησιν πολὺ μικροτέραν τῆς πραγματικῆς. Οὕτω δὲ εἰς τὴν δημοπρασίαν ἡ ἐγγύησις ἀντὶ νὰ ὁρισθῇ 940 χιλιάδες ὁρίζεται 50 χιλιάδες, ὡς πρώτης εἰσφορᾶς ὁρισθείσης τῆς μεταπροσφορᾶς. Ἡ οὐσιαστικὴ μείωσις τῶν ἐγγυήσεων ἐγένετο ὡς προκύπτει ἐξ ὅλης τῆς δικογραφίας διὰ νὰ δοθῇ τὸ καζῖνον εἰς τὸν Κοντζαμάνην, διότι ὁ Κοντζαμάνης ἐντελῶς κατεστραμμένος ἐκ τοῦ κλεισίματος τοῦ Ἀκταίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς 940 χιλιάδας.
§69Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ τὶς μπανάνες;
§70Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ δι’ αὐτάς. Οἱ ἄλλοι συναγωνισταί, κυκλοφορούσης τῆς φήμης καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Κουτζαμάνη, λέγοντος, ὅτι ἐγὼ θὰ πάρω τὸ Καζῖνο καὶ ἔχοντες τὸ προηγούμενον τοῦ Μεταξᾶ κάνουν συμβούλιον 3 ἢ 4 καὶ λέγουν εἰς τὰς καταθέσεις των ὅτι ἐπειδὴ ἀντελήφθημεν, ὅτι γίνεται λοβιτοῦρα......
§71Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε τότε ἡ λέξις αὐτή.
§72Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἔτσι λέγουν τώρα εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Αὐτοί λοιπόν, κάνουν μίαν ἑταιρίαν μὲ σκοπόν, νὰ κτυπήσουν, ὅσῳ μποροῦν τὴν δημοπρασίαν, διὰ νὰ ξεμασκαρέψουν τὸν ὑπουργόν. Κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς δημοπρασίας ἐμφανίζεται, ὁ ὑπουργὸς περιέργως εἰς τὴν Νομαρχίαν. Τὸ τοιοῦτον προκύπτει ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ μάρτυρος ὑπερασπίσεως Λεκοπούλου, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι μετέβη ὁ Βογόπουλος εἰς τὴν Νομαρχίαν, διότι ἐνεθυμήθη, ὅτι εἶχε ν’ ἀνταποδώσῃ ἐπίσκεψιν εἰς τὸν Νομάρχην Παπαδόγιαννην ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε συγχαρή. Ἂς ἀφίσωμεν μίαν στιγμήν, τὸν Βογόπουλον εἰς τὸ δωμάτιον τῆς Νομαρχίας καὶ ἂς παρακολουθήσωμεν τὴν δημοπρασίαν. Ἐκεῖ προσῆλθον μερικοὶ πλειοδόται. Ὁ Κοτζαμάνης διὰ πρώτην φορὰν προσφέρει 3.325000 προχωρεῖ εἰς 6.950.000. Τέλος ἔρχεται ὁ Τουρῆς μὲ 7.000.000. Παρελθούσης τῆς 12ης ὥρας λέγει ἡ ἐπιτροπή, ὅτι πρέπει νὰ κατακυρωθῇ ἡ δημοπρασία ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Πουρῆ. Τὰ πρακτικὰ τῆς ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ περιέργως δὲν φθάνουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας δὲν ὑπεβλήθησαν ὑπηρεσιακῶς. Τὸ καταθέτουν ὁ Γεωργιάδης, ὁ Τζεράχης καὶ ὅλοι οἱ δικαστικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὴν ἀγορανομίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μᾶς τὸ εἴπουν, διότι δι’ ἁπλοῦ ὀφθαλμοῦ ἐξέτασις τοῦ πρωτοτύπου τῆς ἀποφάσεως, τὸ ὁποῖον δὲν εἴχομεν, ἀλλ’ ἠναγκάσθημεν νὰ κατάσχωμεν, ἀποκαλύπτει, ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν εἶναι γραμμένη, οὔτε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε ἀπὸ τὸν Γεωργιάδην, οὔτε ἀπὸ τὸν Τζεράχην, οὔτε κἂν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ εἶναι γραμμένη, διὰ γραμμάτων τοῦ διευθυντοῦ τῆς Νομαρχίας Λεκοπούλου, ὁλόκληρος ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τέλους. Τοῦτο τί σημαίνει; Σημαίνει, ὅτι ὁ Βογόπουλος ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ τὰ ὑπέβαλεν ὑπηρεσιακῶς, ψεύδεται· ἐξ ἀντιθέτου δὲ ἐπιβεβαιοῦται ἡ κατάθεσις τῶν μαρτύρων ὑπαλλήλων καὶ ἀφίνει πλήρη τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι τὰ πάντα κατεσκευάσθησαν εἰς τὴν Νομαρχίαν ὅπου ἐκεῖ εἶχε μεταβῆ ὁ Βογόπουλος καὶ ἔγινεν ἡ εἰκονικὴ δημοπρασία. Τὶ λέγει ἡ ἀπόφασις; Ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐγράφη ἀπὸ τὸν Λεκόπουλον, ὁ ὁποῖος εἶναι τώρα διευθυντὴς τῆς Νομαρχίας, φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βογοπούλου ἔχει δύο δικαιολογητικά. Πρῶτον ὅτι ὑπάρχει παντελὴς ἔλλειψις ἐγγυήσεων τοῦ δημοσίου, καὶ τὰ λέγει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, διὰ παραβάσεως τοῦ νόμου καὶ διὰ πλαστογραφήσεως τοῦ ἐγγράφου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἠλάττωσε τὴν ἐγγύησιν εἰς 50.000 μόνον δραχμάς. Φέρει καὶ δευτέραν δικαιολογίαν, ὅτι ἡ δημοπρασία ἔφθασε εἰς ἀσυλλόγιστα ποσά, πρόκειται δὲ περὶ συναγωνιζομένων ἀφερεγγύων καὶ προχωροῦσα λέγει, ὅτι ἐπειδὴ εἰς τὰ ὀνόματα τῶν μετασχόντων τῆς δημοπρασίας, ἀνακαλύπτεται ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον συγκεντρώνει ὅλα τὰ προσόντα τῆς φερεγγυότητος ὁ Δ. Κοτζαμάνης κατακυρώνεται εἰς τὸν Κοτζαμάνη καὶ ἐπειδὴ δὲν θὰ ἠδύνατο τὸ ποσὸν τῶν 7.000.000 νὰ τὸ δώσῃ, τὸ κατακυρώνει ἀντὶ 3.925.000. Καὶ τὰ περίεργα ἕνα μὴ λέγω ἐγκληματικὰ συνεχίζονται. Καλεῖται ἐπὶ τέλους ὁ Γεωργιάδης, ὅστις ματαίως ἀνέμενε τὸν φάκελον, νὰ τῷ ὑποβληθῆ ὑπηρεσιακῶς, ἵνα κάνῃ τὴν δέουσαν εἰσήγησιν καὶ τοῦ λέγει, ὁ ὑπουργός, ὁρίστε ὁ φάκελος τῆς δημοπρασίας, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀνακοινώσῃς εἰς οὐδένα τὶ ἔκανα. Ἐν τῷ μεταξύ, πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ ἡ ἀπόφασις εἰς τὸν Κοτζαμάνη, οὐδεὶς δὲ γνωρίζει ποῦ εἶναι ὁ Κοτζαμάνης. Καλεῖται ὁ δικαστικὸς κλητὴρ Παυλᾶτος καὶ ὡς καταθέτει ὁ ἴδιος ἤδη, ὅτι αὐτὸς ὁ Βογόπουλος, τοῦ ὑπέδειξε τὸ μέρος, ὅπου ἔμελλε νὰ συναντήσῃ τὸν Κοτζαμάνη, ὅπου πράγματι τὸν εὗρε καὶ τοῦ ἐκοινοποίησε τὴν ἀπόφασιν. Δὲν εἶναι μόνον ἡ παράβασις τῆς κατακυρώσεως τῆς δημοπρασίας, εἰς τὸν μειοδότην, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ Βογόπουλος ἔκανε καὶ ἄλλην παράβασιν, ὅτι ἐνῷ εἶχεν ὁρίσῃ τὴν ἐγγύησιν μόνον εἰς δραχμὰς 50.000 δὲν ἐπῆρεν, οὔτε τὰς 50.000 δραχμὰς καὶ κατεκύρωσε τὴν δημοπρασίαν εἰς τὸν Κοτζαμάνην, ἐνῷ ὁ Κοτζαμάνης εἶχε δώσῃ μόνον 30.000 δραχμάς. Αὐτὸ προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ ὅτι μόλις ἔφυγεν ὁ Βογόπουλος, ὁ Σπυρίδωνος εἶχεν ἐκδώσῃ διαταγήν, εὑρισκομένην ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ἐν ᾗ κανονίζει τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ μέχρι συμπληρώσεως τῶν 50.000 δραχμῶν. Αἱ δικαιολογίαι τῶν ἀνομιῶν τοῦ Βογοπούλου κατ’ αὐτὸν εἶναι δύο κατηγοριῶν. Αἱ πρῶται δικαιολογίαι εἶναι ἐκεῖναι ποῦ ἔχει εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἀφ’ ἑνὸς δηλαδή, ὅτι καὶ ἦτο ἀφερέγγυος ὁ τελευταῖος πλειοδότης. Ἀλλὰ ὅλοι οἱ συναγωνισταί, καὶ αὐτὸς ὅμως ὁ Κοτζαμάνης λέγει, ὅτι ὁ Περίχαρος καὶ ὁ Παναγούλιας ἦσαν οἱ φερεγγυότεροι Ἑπομένως διαψεύδεται πανηγυρικῶς ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ Βογοπούλου, ὅστις ἂν ἤθελε νὰ κηρύξῃ τὸν Τουρῆν ἀφερέγγυον, εἶχεν ὅμως ἄλλους φερεγγύους. Ἀλλὰ καὶ ὁ Τουρῆς, ὁ τελευταῖος πλειοδότης εἶχε κληρονομήσῃ ἀπὸ τὸν πατέρα του μέρος οἰκίας, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ὡγίγου, κατὰ σχετικὸν πιστοποιητικόν. Τόσον δὲ εἶναι βέβαιον αὐτό, ὥστε ὅταν μετέπειτα ἔγινε ἀνάδοχος δημοπρασίας τοῦ Καζίνου Ἁγίου Ἀνδρέου καὶ ἔδωσε ἐγγύησιν 1.000.000 ἔχασεν ὄχι μόνον τὸ 1.000.000, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη τοῦ κατέσχον καὶ τὸ μερίδιον τῆς οἰκίας του. Ἐὰν λοιπὸν ἀντὶ νὰ τὰ δώσῃ εἰς τὸν Κοτζαμάνην, τὰ ἔδιδεν εἰς τὸν Τουρῆν, βεβαίως θὰ εἶχεν ἐξασφαλίσῃ τὸ ποσὸν τῆς δημοπρασίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν ἦτο γνωστόν, ὅτι αὐτὸς ὁ Βογόπουλος εἶχε καὶ μάλιστα παρανόμως καταβιβάσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως, εἰς τὸ ἐλάχιστον ποσὸν καὶ συνεπῶς μόνον αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ὁμιλῇ περὶ ἀφερεγγυότητος. Ἄλλως τε, ἂν ἦτο εἰλικρινής, ὤφειλε νὰ διατάξῃ νέαν δημοπρασίαν. Ἔβλεπε λοιπὸν καὶ ὁ Βογόπουλος, ὅτι αὐτὰ δὲν στέκωνται καὶ δι’ αὐτὸ προσέθηκε τὴν δικαιολογίαν, ὅτι τὸ καζῖνο τῆς Ἐλευσῖνος, δὲν ἦτο δυνατόν, νὰ ἀποδώσῃ περισσότερον ἀπὸ 3.900.000 καὶ τόσα τὸ ἔδωσεν. Ἐλησμόνησε ὅμως τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐκ τῆς κατασχέσεως τῶν ἐγγράφων, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἀποκαλύπτεται τὸ ἑξῆς ἔγγραφον. Μία δήλωσις τοῦ Κοτζαμάνη κοινοποιηθεῖσα, διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, πρὸς τὸν Βογόπουλον, ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἐγὼ δέχομαι νὰ ἀναλάβω μετὰ τὴν ἀκύρωσιν καὶ ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ κάμητε καὶ νέον διαγωνισμόν, ἐγὼ δέχομαι ἀντὶ 4.300.000, ἐνῷ αὐτὸς τὸ δίδει 3.600.000. Ἔφερε καὶ ἄλλην δικαιολογίαν ὁ Βογόπουλος: ὅτι τὸ μικρὸν ποσόν, δι’ ὃ τὸ κατεκύρωσεν εἰς τὸν Κοτζαμάνην ὀφείλεται, εἰς τὸ ὅτι ὁ Βογόπουλος κατέβαλεν ὑπερανθρώπους προσπαθείας καὶ ἐπέτυχε τέλος, νὰ πείσῃ τὸν Κοτζαμάνην νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀποζημιώσεώς του ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου, διὰ τὸ παράνομον τοῦ κλεισίματος τοῦ Ἀκταίου. Καὶ ὅταν ἔφερα τὸν Βογόπουλον, εἰς ἀντιπαράστασιν πρὸς τὸν Πάγκαλον, οὗτος ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἔγεινε καμμία παρανομία εἰς τὸ κλείσιμον καὶ συνεπῶς, ὅτι οὐδεμία ὠφείλετο ἀποζημίωσις. Ἀλλὰ διὰ τὴν κακὴν τύχην τοῦ Βογοπούλου εὑρῆκα ἕνα ἄλλο ἔγγραφον: αἴτησιν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κοινοποιουμένην τὸ 1924, διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, διὰ τῆς ὁποίας αἰτήσεως, ὁ κ. Κοτζαμάνης, παραιτεῖται πάσης ἀποζημιώσεως ἐναντίον τοῦ δημοσίου, διὰ τὸ κλείσιμον τοῦ Ἀκταίου, ἐπὶ ἐλαττώσει κἄποιου ποσοστοῦ. Τὶ νὰ εἰπῇ τότε ὁ Βογόπουλος, ὅταν οὔτε ἔγγραφον παραίτησιν ἐπὶ τῆς ὑπουργείας ὑφίσταται, οὔτε ἦτο δυνατόν, νὰ ὑφίστατο, ἀφοῦ ἤδη εἶχε γίνει εἰς τὸ 1924. Εὑρῆκε τότε ἕνα τρόπον ὑπερασπίσεως, ὅτι τὰ δύο ταῦτα ἔγγραφα τοῦ τὰ ἔκρυψεν ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ ἡ ὑπηρεσία, πῶς τοῦ τὰ ἔκρυψεν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀριθμὸς πρωτοκόλλου. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου, τὶ πταίει ἡ ὑπηρεσία, ἀφοῦ κάθεται εἰς τὴν Νομαρχίαν, ὁ πρώην ἀνώτερος δικαστικὸς καὶ νομικὸς σύμβουλος καὶ κάνεις αὐτὰς τὰς σειρὰς τῶν παρανομιῶν, χωρὶς νὰ συμβουλευθῇς ἢ νὰ ἀκούσῃς εἰς ὤφελος τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, ἀφ’ ἧς ἐπὶ ἡμέρας εἶχες ἀποκρύψῃ τὸν φάκελλον; τοὐναντίον μάλιστα ἄνευ καὶ τῆς προϋπογραφῆς τῶν ἁρμοδίων. Διὰ τοῦτο ὁ Βογόπουλος βλέπων πόσον ἕωλα ἦσαν τὰ ἐπιχειρήματα ἐπροχώρησεν εἰς νέον εἶδος ὑπερασπίσεως, ἐπειδὴ εἶχε στενοχωρηθῇ, ἰδίως τὰ διάφορα ἔγγραφα. «Μὲ διέταξε, λέγει, ὁ Πάγκαλος» καὶ ἐδῶ ἀρχίζει τὸ κωμικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως. Ὅταν τὸν ἠρώτησα πῶς σὲ διέταξε; τότε μοῦ ἔκαμε μίαν τροπολογίαν καὶ λέγει, ὅτι ὁ Πάγκαλος μᾶς ἐξέφρασε ἐπιμόνως τὴν ζωηρὰν ἐπιθυμίαν, ὅτι πρέπει νὰ δώσω τὸ καζῖνο στὸν Κοντζαμάνην καὶ οὐχὶ πέραν τῶν 4 ἑκατομμυρίων. Καθ’ ἣν ὑποχρέωσιν εἶχα, ἐκάλεσα τὸν κατηγορούμενον Πάγκαλον. Σημειωτέον, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐγὼ ὑπῆρξα μεταξὺ τῶν μειοψηφούντων ἐν τῇ προηγουμένῃ ἐπιτροπῇ καὶ εἶχα ὑποστηρίξει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ Πάγκαλος εἶναι ἐντελῶς ἀθῶος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ ὅτι ὁ Βογόπουλος δὲν ἰσχυρίζεται ἀληθῶς ὅτι τὸν διέταξε ὁ Πάγκαλος. Ὅταν δ’ ἔγινε καὶ συζήτησις περὶ διώξεως πάλιν ἐγὼ εἰς τὴν ὑπόθεσιν εἶπα, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ Πάγκαλος. Ὅταν ἦλθον οἱ δύο κατηγορούμενοι κατ’ ἀντιπαράστασιν ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ κατηγορούμενος Βογόπουλος κατετροπώθη ἀπὸ τὸν Πάγκαλον. Τὸ θάρρος τοῦ Παγκάλου ἔναντι τοῦ ὑπουργοῦ του μὲ κατέπληξε, διότι ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὁ Πάγκαλος εἶχε παίξει τὸν σπουδαιότερον ρόλον καὶ ἀπέναντί του εἶχεν τὸ θῦμα του, θῦμα διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ νὰ διακηρύξω μὲ τὸν κατηγορηματικότερον τρόπον, ὅτι ἐπείσθην, ὅτι ὁ κατηγορούμενος Βογόπουλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν διέπραξεν μὲν μίαν ἀπὸ τὰς ἀφθάστου ἀνοησίας ἐγκληματικάς του πράξεις, ἀλλὰ περὶ τῆς διαχειριστικῆς του ἐντιμότητος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοὐλάχιστον αὐτὴν δὲν μοῦ ἀπέμεινε οὔτε ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία. Ἀλλὰ μὴ γνωρίζων ἐγὼ τότε ἀκόμη, ὅτι ὁ Πάγκαλος εἶχε ἀπέναντί του τὸ θῦμά του καὶ βλέπων τοιαύτην ἀνατροπὴν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ Βογοπούλου, πραγματικῶς πειστικήν, ὁμολογῶ κύριοι, ὅτι ἠσθάνθην ἀνακούφισιν, ὅτι δὲν τὴν εἶχα πάθει ὅταν ὑπεστήριζα τὴν ἀθωότητα τοῦ Παγκάλου. Ἀλλὰ ὑπάρχει κάποτε φαίνεται καὶ ἡ θεία ἐπέμβασις. Ὁ Βογόπουλος τοῦ λέγει: Κύριε Πρόεδρε δὲν μοῦ εἴπατε, νὰ δώσω εἰς τὸν Κοντζαμάνην τὸ καζῖνο ὄχι πέραν τῶν 4 ἑκατομμυρ. καὶ ὁ Πάγκαλος λέγει ἐγὼ κ. εἰσηγητὰ νὰ ἐπέμβω εἰς τὰς ὑποθέσεις τῶν ὑπουργῶν μου; Θὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα. Ποῖον τοῦ λέγω; Καὶ μοῦ λέγει, ὅτι ὁ Καρακούφας εἶχε ζητήσει ἕνα κτῆμα εἰς τὴν Βέρροιαν καὶ ὁ κ. Χαριτάκης μοῦ εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ κακοηθείας καὶ ἐγὼ τοῦ εἶπα κάμε τὸ καθῆκον σου καὶ τὴν ἑπομένην ὁ Καρακούφας ἐπανεστάτησεν. Ὅταν ἐγὼ ἐψήφισα ἕνα δημοκρατικὸν τάγμα, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ τῆς δυνάμεως ποῦ ἐστηρίζετο ἡ δικτατορία τὸ ὡμολόγησε βλέπετε, ὅτι δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ λαοῦ κατὰ τίνα τρόπον θὰ διέτασσα τὸν Βογόπουλον διὰ νὰ εὐχαριστήσω ἕνα χαρτοπαίκτην; Ἐγὼ κατεχώρησα ταῦτα καίτοι ὁ Πάγκαλος μοῦ εἶπεν, ὅτι εἶχον λεχθῇ ἐπεισοδιακῶς. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ συνήγορος τοῦ Βογοπούλου συνήντησε τὸν Καρακούφαν καὶ τοῦ εἶπε ὅ,τι εἶπεν ὁ Πάγκαλος καὶ τὴν ἑπομένην λαμβάνω μίαν ἐπιστολὴν δι’ ἧς μὲ παρεκάλει ὁ Καρακούφας νὰ ἐξετασθῇ ἐπειδὴ τὰ κατατεθέντα ἦσαν ψευδέστατα. Πράγματι τὸν ἐκάλεσα διὰ νὰ μὴ παραπονεθῇ καὶ αὐτὸς μοῦ κατέθεσε ὡρισμένα πράγματα σαφῆ ρητὰ καὶ κατηγορηματικὰ περιεχόμενα εἰς τὴν κατάθεσίν του. (ἀναγινώσκει). Μοῦ προσέθηκεν ὅτι αὐτὰ τὰ εἶπεν καὶ εἰς τὸν στρατηγὸν Παναγιωτόπουλον ἔκτοτε. Μετὰ τὴν τοιαύτην κατάθεσιν ἔστειλε κλητήρας τῆς Βουλῆς καὶ μοῦ ἔφεραν τὸν Βογόπουλον, τὸν συνήγορόν του, τὸν Κοντζαμάνην, τὸν Κατσαρὸν καὶ τὸν Παναγιωτόπουλον καὶ ἕναν–ἕναν τοὺς ἐξήτασα χωρὶς νὰ δυνηθοῦν νὰ ἐπικοινωνήσουν μεταξύ των. Ὁ Παναγιωτόπουλος μοῦ ἐπεβεβαίωσεν ὅσα μοῦ κατέθηκεν ὁ Καρακούφας, εἰπὼν ὅτι ἔκτοτε εἶχε μάθει ταῦτα παρ’ αὐτοῦ. Ἡ κατάθεσίς του ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Καλῶ μετὰ ταῦτα τὸν Κατσαρόν, τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἦτο λεπτὴ ἡ θέσις, διότι ἦτο ὑπασπιστὴς τοῦ Παγκάλου καὶ ἐννοεῖται, ὅτι δὲν τοῦ ἔκαμα τὴν ἐρώτησιν ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ τοῦ λέγω ἔκανες ποτὲ φυλακὴ μὲ τὸν Καρακούφαν συνεδέθης μετ’ αὐτοῦ; Μάλιστα μοῦ λέγει ὅταν εἴμεθα μαζὶ εἰς τὰς φυλακὰς ποῦ κατηγορήθημεν, ὅτι εἴχομεν κάμει κίνημα ὑπὲρ τοῦ Παγκάλου. Ἤκουσες ποτὲ νὰ γίνεται λόγος περὶ τῆς κυρίας τάδε, ἡ ὁποία πῆρε 300.000 δραχμὰς διὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ καζίνου Ἐλευσῖνος; Διατὶ μοῦ λέγει; Διότι τοῦ ἀπήντησε ὁ Καρακούφας ἰσχυρίζεται, ὅτι ἔμαθε αὐτὰ παρὰ τοῦ καὶ τοῦ ἀνέγνωσα τὸ σχετικὸν μέρος τῆς καταθέσεως Καρακούφα. Τότε αὐτὸς μοῦ ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Βλέπετε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν καταθέσεων πόσον διαφαίνεται ἡ ἀλήθεια τῶν καταθέσεων Παναγιωτοπούλου καὶ Καρακούφα». Καὶ ἦλθεν ἡ σειρὰ τοῦ Βογοπούλου. Ὅταν τοῦ ἀνεκοίνωσα ὅτι εἶχεν ἤδη καταθέσει μοῦ ἐδήλωσεν: ὅτι εἶχεν ἀποφασίσει νὰ κρατήσῃ στάσιν κυρίου καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ Πάγκαλος δὲν ἐννόει νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, δὲν εἶχεν ἀποφασίσει καὶ αὐτὸς νὰ τὸν θίξῃ τώρα μοῦ λέγει, ἐφ’ ὅσον ἀπεκαλύφθησαν ὅλα ὀφείλω νὰ κανονίσω τὰ ἑξῆς: Ὅτι πράγματι ὑπῆρχον δύο ὁμάδες μία ὑπὸ τὴν κ. Παγκάλου καὶ ἡ ἑτέρα ὑπὸ τὴν ἄλλην κυρίαν, ὅτι εἶχε ἀκούσει πόσα λεπτὰ ἐπῆραν, ὅτι ἡ κ. Παγκάλου τοῦ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κοτζαμάνη κατακύρωσιν ὅτι ὁ Βογόπουλος εἶπε, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ, διότι εἶναι ἐπιθυμία τοῦ κ. Προέδρου καὶ ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ τοῦ εἶχε παραπονεθεῖ ἐξ ὀνόματος τοῦ τέως συζύγου τῆς ἄλλης κυρίας, διὰ τὶ εἶχε κάμει χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τῆς κυρίας του. Αὐτὸς δ’ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν τὸ ἀνεκοίνωσεν ἐκείνοις ἀλλ’ ἡ ὁμὰς τῆς κ. Προέδρου. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ παραμικροτέρα ἀμφιβολία ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ Παγκάλου εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶναι πλήρης χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ τὴν εὐθύνην τοῦ Βογοπούλου, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ λάβῃ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἐπειδὴ τὸν διέταξεν ὁ Πρωθυπουργός. Ἡ εὐθύνη τοῦ Παγκάλου λοιπὸν εἶναι πλήρης καὶ αἱ ἐνδείξεις περὶ τῆς ἐνοχῆς πλέον ἢ ἱκαναί. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔχει προφυλακισθῇ ὁ Πάγκαλος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁ Κοτζαμάνης μοῦ προσεκόμισε—οὐσιαστικῶς τὸ ἐπῆρα—καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ ἡμερολόγιον τοῦ καζίνου. Μοῦ εἶχε περάσει ἡ ἰδέα, ὅτι κάτι θὰ εἶναι περασμένο εἰς τὰ βιβλία τοῦ καζίνου. Νὰ κάνω κατάσχεσιν εἰς τὸ σπῆτι τοῦ Κοτζαμάνη; Τὶ κατάσχεσιν νὰ κάνω ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια. Μοῦ ἔφερεν λοιπὸν μόνος του ἕνα βιβλίον τὸ ὁποῖον εἶναι συντεταγμένον καθ’ ὃν τρόπον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη συντάσσονται τὰ ἐμπορικὰ βιβλία, διὰ νὰ ἀπατοῦν τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον. Περὶ τούτου δὲν μοῦ ἔμεινε καμμιὰ ἀμφιβολία. Τὸ μὲν διότι σημειώνει εἰς αὐτὸ 400 δραχμὰς τὴν ἡμέραν ἀμοιβήν, διὰ τὸν λογιστήν, 400 δραχμὰς τὴν ἡμέραν διὰ νὰ ἐγγράφῃ 3000 ἐγγραφὰς ἐν συνόλῳ. Δεύτερον, διότι εἶναι γραμμένο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀπὸ τὸ ἴδιον μελάνι μὲ τὸν ἴδιον γραφικὸν χαρακτῆρα καὶ κατὰ συνέχειαν ἐνῷ ὡς γνωρίζετε τὸ ἡμερολόγιον γράφεται «ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν» καὶ ἑπομένως ἀλλάζει μελάνι, χαρακτῆρα κλπ. Ἑπομένως δὲν μοῦ μένει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ βιβλίον αὐτὸ ἀποκρύπτει τὰ ἀληθῆ ποσά. Παραθέτω, ὅτι ὁ Βογόπουλος ἀπολογούμενος κατέθηκεν ὅτι τόσον εἶναι ἀληθές, βέβαιον ὅτι τὸ διέταξεν ὁ Πάγκαλος, ὥστε ἐνοικίασεν ὁ Κοτζαμάνης τὴν ἐν Ἐλευσίνι οἰκίαν τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Παγκάλου Σουλάκου, ὅταν δὲ κἄποτε ἐπῆγα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Σουλάκου εὗρον ἐκεῖ τὸν Σουλᾶκο καὶ τὸν Κοντζαμάνη καὶ ὁ Πάγκαλος μὲ ἐκράτησε εἰς τὸ πρόγευμα, ἐνθυμοῦμαι, δι’ ὅτι εἶπεν ἐφάγαμε γουρουνόπουλο ψητό. Ἂς ἀφήσωμε αὐτὸ τὸ ψητὸ καὶ ἂς ἔλθουμε στὸ ἄλλο ψητό. Πράγματι ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγραφῶν τοῦ Κοτζαμάνη ὅτι ὁ Σουλᾶκος ἐπῆρε δι’ ἐνοίκιον δι’ ὀλίγους μῆνας 200.000 δραχμάς. Καὶ ὄχι μόνον 200.000 ἐπῆρεν ὁ Σουλᾶκος, ἀλλὰ σὰν νὰ μὴν ἤρκει μία οἰκία φαίνεται ὅτι εἶχεν ἐνοικιασθῇ καὶ ἡ οἰκία τοῦ πρώην συνταγματάρχου τῆς χωροφυλακῆς Γκίνου ἀνεψιοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ Παγκάλου, ὁ ὁποῖος ἐπῆρε ἄλλας 60.000 δραχμάς. Λοιπὸν 200.000 δι’ ἐνοίκια ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν παρουσιάζονται ἐγγραφαὶ διαφόρων δανείων, οὕτω τοῦ Σουλάκου δραχμὰς 122.000 ἐκ τῶν ὁποίων παραμένει χρέος δραχ. 52.000 ὁ ἄλλος ἀνεψιὸς τοῦ Παγκάλου ἐκτὸς τῶν 60.000 δραχμῶν πέρνει καὶ δάνειον μὲ διαφόρους ἐγγραφὰς 13.275 οὐδόλως ἀποδοθέν. Ἕτερος συγγενὴς τοῦ Παγκάλου Λάσκος ὀνόματι φαίνεται εἰς τὰ βιβλία μὲ τρεῖς ἐγγραφὰς ἐκ 5000 ἤτοι 15.000 δραχμάς. Σημειοῦται ἐν τέλει ὑπ’ ἀριθμὸν 794 τῆς 13 Ἀπριλίου 1926 ἔξοδα διαδηλώσεως ὑπὲρ τοῦ Παγκάλου 13.290: Αὐτὰ δὲν πιστεύω νὰ εἶναι ἡ «μπανάνες», ἀλλὰ καὶ ἀκόμη ὡραιότερον, σημειοῦται ἕνα κονδύλιον εἰς τὸ «δέον», διότι εἰς τὸ τέλος γίνεται μία διόρθωσις καὶ λέγει, διὰ πράξεως γενομένης πρὸ τῆς 10ης Αὐγούστου 1926. Ἔξοδα τῶν ὁποίων τὰ δικαιολογητικὰ κρατεῖ ὁ Κοτζαμάνης. Αὐτὸ εἶναι τὸ κονδύλιον εἰς τὸ «δέον» ἐκ δραχμῶν 53.000. Αὕτη εἶναι ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν προεφυλακίσθησαν οἱ κατηγορούμενοι Πάγκαλος καὶ Βογόπουλος. Βλέπετε, ὅτι ἡ εὐθύνη των δὲν στηρίζεται εἰς καμμίαν προκατάληψιν. Κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ γεγονότα, ὡμολόγησαν οἱ συγκατηγορούμενοι ἀπεδέχθησαν τὰ πάντα. Ἡ κατηγορία εἶναι κατηγορία ἀπιστίας, ὁ νόμος τὸν ὁποῖον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐφαρμόσωμεν, ὅταν πρόκειται περὶ ἀπιστίας εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἑνὸς οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, ἑνὸς κατωτάτου γραφέως οἱουδήποτε ὑπουργείου, ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ συμβούλιον νὰ μὴ ἐξετάσῃ ἂν θὰ μείνῃ πολὺ ἢ ὀλίγον χρόνον εἰς τὴν φυλακήν, νὰ μὴ ἐξετάσῃ ἂν θὰ βραδύνῃ ἢ δὲν θὰ βραδύνῃ ἡ δίκη του, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ συμβούλιον νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει, διότι ὑπάρχει ἀδίκημα κατὰ τῆς δημοσίας πίστεως. Καὶ ὅταν ἀποτελεῖ ἀδίκημα κατὰ τῆς δημοσίας πίστεως καὶ ἀρνῆται τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει εἰς ἕνα πτωχὸν κατώτερον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἴσως πεινῶν καὶ ῥιγῶν, βλέπει τὰ παιδιά του ἀσθενῆ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ μὲ τὸν γλίσχρον μισθόν, τὸν ὁποῖον τοῦ δίδει ἡ πολιτεία, ὅταν εἰς αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος παίζει μὲ τὰ ἑκατομμύρια καὶ ἐγκληματεῖ ἡ δικαιοσύνη τοῦ τόπου ἀρνεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐγνώριζεν, ὅτι ἔπινε πικρὸν ποτήριον, διότι συνεδέετο καὶ αὐτὴ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους καὶ εἶχεν καὶ αὐτὴ τὰς σχέσεις της καὶ τὰς συμπαθείας της, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, λέγω, ἐνόμισεν, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου ἀπέναντι τῶν διαφόρων κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι θὰ φωνάζουν κατὰ πρόσωπον τῶν δικαστῶν των. Πηγαίνετε νὰ βάλετε φυλακὴ τοὺς μεγάλους ἐγκληματίας, οἱ ὁποῖοι ἐσύλησαν τὰ δημόσια ταμεῖα καὶ μὴ κρατεῖτε ἡμᾶς τοὺς μικροὺς καὶ πεινῶντας. Καὶ συνεκινήθη πολλάκις μέχρι δακρύων ἡ ἐπιτροπή, ἀλλ’ ἐκράτησεν εἰς τὰς φυλακὰς ἐκείνους τῶν χειρῶν τῶν ὁποίων τὰ ἴχνη καὶ τῶν ἐγκληματικῶν διανοήσεων αἱ συνέπειαι εἶναι ἀκόμη ἐξωγραφισμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χώρας. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἔπραξε τὸ καθῆκον της. Ἀπομένει νὰ ἴδωμεν ἂν καὶ ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐχαρίσατε εἰς τὸν Πάγκαλον ὅλον αὐτὸν τὸν διασυρμὸν ὅ,τι ἱεροῦ καὶ τιμίου ἔχει ὁ τόπος, οἱ ὁποῖοι τὸν ἠνέχθητε ἐξ ἀνάγκης ν’ ἀναγράφῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὰ κονδύλια τῶν ἀναγκῶν του, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐμνηστεύσατε ἐνῷ ἔσυρεν εἰς τὴν ἐξορίαν ὅ,τι ἐπίλεκτον ἔχει ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι τὸν εἴδατε νὰ σᾶς καταλύει ὅλους μαζὶ καὶ μαζὶ μὲ σᾶς τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ νὰ ἀναγορεύῃ ὡς πολιτικὸν ἀξίωμα τὸ Θόδωρος κερνᾶ καὶ Θόδωρος πίνει (χειροκροτήματα) οἱ ὁποῖοι τὸν εἴδατε νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον σήμερον ἐννοεῖ νὰ χρησιμοποιῇ ἵνα παραπονεῖται ἐναντίον τῆς φυλακίσεώς του, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀπομένει νὰ ἴδωμεν ἐὰν καὶ ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι τοῦ ἐχαρίσατε ὅλην τὴν σειρὰν αὐτὴν τῶν βαρυτάτων ἐγκλημάτων, ἂν θὰ πράξητε τὸ καθῆκον σας διὰ κοινὰ πλέον ἀδικήματα ἀπέναντι ἐκείνου ὅστις ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης, διότι ἐκρατήθη ὀλίγους μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς ὅταν ποδοπατεῖ Σύνταγμα καὶ νόμους καὶ τὰς στοιχειωδεστέρας ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου καὶ ἐφήρμοζε ἀναδρομικὴν ποινὴν θανάτου, στιγματίζων τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, καθ’ ἣν στιγμὴν αὐτὸς καὶ ἡ συμμορία του ἐσύλουν τὰ δημόσια ταμεῖα (χειροκροτήματα). Ἑτοιμασθῆτε, κύριοι, νὰ πράξητε καὶ σεῖς τὸ καθῆκον σας ἀπέναντι τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου· κλείσατε τὰ ὦτα εἰς τὰς συμπαθείας καὶ ἐφαρμόσατε τὸν νόμον, τὸν νόμον ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει εἰς τοὺς μικροὺς ὑπαλληλίσκους καὶ ἀρνηθῆτε καὶ σεῖς τὸ δικαίωμα τὸ ἴδιον καὶ διὰ τοὺς μεγάλους, διότι ἀπέναντι τῆς ἱστορίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, δὲν ὑπάρχουν ὑπουργοὶ καὶ πρωθυπουργοὶ καὶ μάλιστα κατὰ τοιοῦτον τρόπον γενόμενοι ὑπουργοί, ἀλλ’ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἐγκληματίαι καὶ ἄνθρωποι τίμιοι. Ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων τῶν ὁποίων ἡ ἐγκληματικότης κατὰ τοιοῦτον τρόπον ζωγραφίζεται εἰς τὰ ἔγγραφα ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἔπραξε τὸ καθῆκον της. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὑμεῖς θὰ πράξητε τὸ ἰδικόν σας, διότι ἄλλως διαγράφετε τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην καὶ ἑτοιμασθῆτε νὰ δρέψητε τὰ μειδιάματα, ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀκούουσιν, ὅτι θ’ ἀρχίσῃ ἐπὶ τέλους ὁ καθαρμὸς τῶν ἀνομημάτων χωρὶς ποτὲ νὰ τὸν βλέπωσι (παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀβραάμ.
§74Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι βουλευταί, ἐφ’ ὅσον δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπεξετάθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν ὑποθέσεων, διὰ τὰς ὁποίας διετέλουν προφυλακισμένοι οἱ ζητοῦντες τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσίν των, εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος νὰ προβῶ εἰς εὐρυτέραν ἀνάλυσιν τῶν νομικῶν καὶ οὐσιαστικῶν λόγων, τοὺς ὁποίους διὰ βραχέων ἔθιξα προηγουμένως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἡ Ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὴν πρότασίν της περὶ παραπομπῆς τῶν κατηγορουμένων διὰ κακουργήματα καὶ περὶ διατηρήσεως τῆς προφυλακίσεων αὐτῶν. Ἀληθὲς εἶναι κ. βουλευταί, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως τῶν ὑπουργῶν συνεζητήθη διὰ μακρῶν ἀλλαχοῦ, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὰς κατηγορούσας Βουλὰς. Ὁ πρῶτος νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὁ γενόμενος κατὰ τὸ 1876, χωρὶς νὰ συζητηθῇ ἐπαρκῶς, δὲν παρέχει πράγματι τὸ δικαίωμα τοῦτο οὔτε εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν οὔτε εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ τελευταῖος ὅμως νόμος ἀναμφισβητήτως τὸ παρέχει. Κατηρτίσθη οὗτος κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1889, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὴν διαδικασίαν τὴν τηρουμένην κατὰ τὴν ἀνάκρισιν καὶ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ὑποθέσεων ἐνώπιον, τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τῆς Γερουσίας, παρέχει δὲ ἅμα τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως εἰς μόνον τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ τοῦ ρυθμίζοντος τὴν ἐξαιρετικὴν διαδικασίαν τῆς ἐκδικάσεων τῶν κοινῶν ἀδικημάτων τῶν ὑπουργῶν ἀνεπτύχθησαν ἀντιρρήσεις, ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προφυλάκισιν, καθ’ ἃς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ἐξ 9 Γερουσιαστῶν ἐπιτροπή, νὰ προφυλακίζῃ. Ἐπεκράτησεν ὅμως ἡ γνώμη, ὅτι ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ εἰσαγγελέως, τὰ προβλεπόμενα ἀπὸ τὴν κοινὴν ποινικὴν δικονομίαν, θὰ δύναται καὶ νὰ προφυλακίζῃ. Κατ’ ἀπομίμησιν αὐτῆς τῆς διατάξεως τοῦ Γαλλικοῦ νόμου ἐτέθη τὸ πρῶτον εἰς τὸν τελευταῖον ἰδικόν μας νόμον, περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἀνακριτικὴν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προφυλακίζῃ. Τὰ λέγω αὐτά, κύριοι βουλευταί, διότι θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποδηλώσω, ὁπόσον λεπτομερῶς ἐξήτασεν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως. Οἱ γράψαντες παρ’ ἡμῖν διὰ τὰ ἀδικήματα τῶν ὑπουργῶν καὶ διὰ τὴν ποινικὴν εὐθύνην αὐτῶν δὲν εἶναι πολλοί. Ὑπάρχει τὸ γνωστὸν κλασικὸν ἔργον τοῦ Ι. Ἀραβαντινοῦ, ὁ ὁποῖος πράγματι ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὰς πολλὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰς ξένας Βουλάς, ἐπὶ τῶν σχετικῶν νόμων, στηριζόμενος δ’ εἰς τὸν Αὐστριακὸν νόμον ἀποκλείνει ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι προκειμένου περὶ ὑπουργῶν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως οὔτε εἰς τὴν κατηγοροῦσαν καί τὴν παραπέμπουσαν ἀκόμη Βουλήν. Ὁ νόμος, ὁ ἰσχύων, παρέχει ὡς εἶπον τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἐπίσης ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε ὑποβληθῆ τότε ἀπὸ τὸν μέγαν Χαρ. Τρικούπην μὲ μίαν μακροτάτην αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσονται σοφώταται πράγματι γνῶμαι, δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν Βουλήν. Οὐχ’ ἧττον εἰς τὸν νόμον ΧΕʹ, ὁ ὁποῖος ἰσχύει καὶ σήμερον καὶ διὰ τοῦ ὁποίου μετερρυθμίσθη ὁ ἀρχικὸς νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἀνεγνώρισεν εἰς σχετικὴν συζήτησιν ὁ Τρικούπης ὅτι καλῶς ἐτέθη τὸ ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ὑπουργοὶ καὶ καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι δὲν φέρουν τὴν αὐστηρῶς ἐννοουμένην ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἂν κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὑποπέσουν εἰς τὰ λεγόμενα delictapropria, τὰ εἰδικὰ ἀδικήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διώκονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου τὰς καθοριζούσας τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα. Λέγω καὶ ἀναφέρω ταῦτα κύριοι βουλευταί, διότι ὑπεβλήθη ἀπὸ μέρους τῶν κατηγορουμένων σχετικὴ ἔνστασις ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν δύνασθε, εἶπον, νὰ μᾶς ἀπαγγείλητε κατηγορίαν ἐπὶ ἀπιστίᾳ περὶ τὴν δημοσίαν διαχείρισιν, διότι ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ τὸ ἄρθρον 482 τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου ὁμιλεῖ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς δημοσίας περιουσίας ἠλάττωσαν ταύτην. Εἰδικώτερον ἀκόμη διϊσχυρίσθησαν οἱ ἐνιστάμενοι, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁμιλεῖ μόνον περὶ τῶν μικρῶν διαχειριστῶν καὶ ταμειακῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι διαχειριζόμενοι προσόδους τοῦ Κράτους ἠλάττωσαν ταύτας κατὰ τὴν εἴσπραξιν καὶ οὕτως ἐπέφεραν ζημίαν καὶ ἐλάττωσιν εἰς τὴν δημοσίαν περιουσίαν τῆς ὁποίας εἶναι ἐμπεπιστευμένοι τὴν διαχείρισιν. Δι’ ἀποφάσεώς της ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε τὴν ἔνστασιν ταύτην, παραθέτει δ’ εἰς τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως ταύτης τὴν διάταξιν τοῦ νόμου Χ. Ε. ἡ ὁποία εἶναι τόσον σαφὴς καὶ κατηγορηματική, ὥστε δὲν ἀφήνει καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ αὐστηρῶς, δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι πάντως ἀνώτερος δημόσιος λειτουργὸς κατὰ τὴν κρατοῦσαν θεωρίαν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπέπεσεν εἰς παράβασιν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, δύναται νὰ κατηγορηθῇ ὡς ὑπαίτιος τῆς παραβάσεως αὐτῆς. Εἰς τὴν ἔνστασιν ὑπάρχει ἐπίσης ἡ παρατήρησις, ὅτι εἰς τὴν πρότασιν περὶ διώξεως δὲν περιλαμβάνεται τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπιστίας. Καὶ θεωρῶ ἀναγκαῖον καὶ ἐπὶ τούτου νὰ δώσω πλήρη ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὴν πρότασιν περὶ διώξεως τῶν κατηγορουμένων ἀναφέρεται μόνον, ἰδίᾳ εἰς τὸ ἱστορικὸν αὐτῆς, ὅτι ζητεῖται ἡ συνέχισις τῆς διώξεως τῶν παραβάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐτελέσθησαν κατὰ τὴν σύναψιν ρητῶς ὁριζομένων συμβάσεων, ἤτοι τῶν συμβάσεων τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων, τῶν στρατιωτικῶν αὐτοκινήτων, τῶν τηλεφώνων τοῦ καζίνου Ἐλευσῖνος, τῶν σιτηρῶν ὡς καὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀντιγραφήν, ἡ ὁποία πράγματι ἐγένετο παρὰ τοῦ ἔχοντος τὴν τιμήν, νὰ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἐκ τῶν προηγουμένων βουλευμάτων τοῦ ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸ αἰτιολογικὸν τῆς προτάσεως ἀναφέρεται διά τινας περιπτώσεις μόνον ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἡ ὁποία καθορίζεται ἀντικειμενικῶς ὡς βλάβη τῶν συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας ἐκ προθέσεως, διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως. Θὰ ἠδύνατο σχετικῶς νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ παράβασις αὕτη, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, δὲν εἶναι αὐστηρῶς ποινικὴ παράβασις ἀλλ’ εἶναι παράβασις ὑπουργική. Εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ δίωξις καὶ ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑποβληθῆ ὡς σχέδιον ψηφίσματος ὑπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1927, ἐξηγεῖται ἡ ἔννοια τῆς ὑπουργικῆς παραβάσεως. Παρατίθενται μάλιστα αἱ γνῶμαι ξένων συνταγματολόγων καὶ εἰδικῶς τοῦ Esmein καὶ ἀναφέρονται τὰ γενόμενα κατὰ τὴν τελευταίαν ἐν Γαλλίᾳ δίκην τοῦ Μαλβύ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Γερουσία ἐδημιούργησεν, ἐκτὸς τῆς ποινῆς καὶ ἀδίκημα ἄσχετον πρὸς κατηγορητήριον ἵνα ὑποστηριχθῇ ὅτι αἱ ὑπουργικαὶ παραβάσεις δὲν εἶναι στενῶς ποινικαὶ παραβάσεις διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον δικάζονται καὶ παρὰ τοῦ πολιτικοῦ σώματος τῆς Γερουσίας. Εἶναι τρόπον τινὰ πολιτικαὶ πειθαρχικαὶ παραβάσεις, ἐν ταῖς ὁποίοις περιέχεται καὶ ἡ ἔννοια τῆς ποινικῆς εὐθύνης. Εἰς τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος εἰς τὸ κεφάλαιον, τὸ ἀφορῶν τὴν διαδικασίαν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ὁρίζεται πράγματι, ὅτι ἡ Γερουσία δὲν εἶναι δεσμευμένη ἐκ τῶν κειμένων ποινικῶν νόμων, ὡς καὶ ἐκ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν κατ’ ἀναλογίαν δὲ πρὸς τὰ ἐφαρμοζόμενα καὶ ἰσχύοντα ἐν Γαλλίᾳ, δύναται νὰ χαρακτηρίζῃ καὶ νὰ δημιουργῇ τὸ ἀδίκημα καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινήν. Ἡ διάταξις ὅμως αὐτὴ δὲν περιελήφθη εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐτέθη διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόφασις τῆς Γερουσίας δὲν κηρύσσει τὸν κατηγορούμενον ἔνοχον τοῦ ἐν τῷ ἐγκλητηρίῳ περιεχομένου ἀδικήματος, ὡς ὁρίζεται εἰς τὴν κοινὴν ποινικὴν δικονομίαν, θεωρουμένης ἄλλως τῆς διαδικασίας καὶ τῆς ἀποφάσεως ἀκύρου, ἀλλ’ ὅτι δύναται ἡ Γερουσία νὰ κηρύξῃ τὸν κατηγορούμενον ἔνοχον ὡρισμένου ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ ἀδικήματος.
§75Λ. ΝΑΚΟΣ. Καὶ μὴ ὡρισμένου ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ.
§76Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰς τὴν Γαλλίαν ναί, ἀλλ’ ὁ ἰδικός μας νόμος ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Διὰ τῆς ἀποφάσεώς της ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Γερουσίας ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ἂν κρίνῃ τὸν κατηγορούμενον ἔνοχον ἢ μὴ ὡρισμένου κατὰ τοὺς ποινικοὺς νόμους ἀδικήματος καὶ περὶ τῆς ἐπιβλητέας εἰς αὐτὸν ποινῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους». Ἐκ τῆς τοιαύτης διατυπώσεως προκύπτει σαφῶς, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος, τοῦ μετατραπέντος εἰς νόμον, δὲν ἠθέλησεν, ὁ νομοθέτης, νὰ ἀφήσῃ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὸ δικάζον δικαστήριον, νὰ δημιουργῇ τὸ ἀδίκημα καὶ τὴν ποινήν, ἀλλ’ ἠθέλησεν ὁπωσδήποτε, νὰ τὸ περιορίσῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν κειμένων ποινικῶν νόμων, χωρὶς πάλιν, νὰ θέσῃ καὶ τὸν αὐστηρὸν καὶ ρητὸν περιορισμὸν τῆς ποινικῆς δικονομίας, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ τις ἔνοχος ἄλλου ἀδικήματος εἰμὴ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ ἐγκλητηρίῳ. Θὰ ἠδύνατο ἴσως, ἐξ αὐτοῦ, κατ’ ἀντιδιαστολήν, νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἀφίνει ποιάν τινα ἐλευθερίαν καὶ ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀδικήματος, ἄλλως τε καὶ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὁ παλαιός, ὁμιλεῖ περὶ βλάβης ἐκ προθέσεως, διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως τῶν συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας, χωρὶς νὰ καθορίζῃ τὴν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ἐκ προθέσεως ἡ βλάβη αὕτη τῶν συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας. Εἶχε συνεπῶς τὸ δικαίωμα ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, κύριοι βουλευταί, νὰ χαρακτηρήσῃ καὶ ἄλλως τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ δίωξις καὶ νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν καὶ δι’ ἄλλην ποινικὴν παράβασιν, διὰ προσβολὴν δηλαδὴ ἄλλης ποινικῆς διατάξεως ἡ ὁποία συνετελέσθη κατὰ τὴν συρροὴν πρὸς τὴν ἐν τῇ προτάσει ἀναφερομένην παράβασιν, ἐφ’ ὅσον τὰ αὐτὰ πραγματικὰ γεγονότα συγκροτοῦν καὶ τοῦ ἀδικήματος καὶ τῆς ἀπιστίας τὴν ἀντικειμενικὴν ὑπόστασιν. Εἶναι, λοιπὸν ἀναμφισβήτητον ὅτι ὀρθῶς ἀπηγγέλθη καὶ ἡ ἐπὶ ἀπιστίᾳ κατηγορία καὶ ὅτι συντρέχουν τόσον οἱ νομικοὶ ὅσον καὶ οἱ πραγματικοὶ ὅροι πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῶν ὑπουργῶν τοῦ περὶ ἀπιστίας ἄρθρου τοῦ ποιν. νόμου. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου Χ Ε, ἣν ἀνέφερα ἀνωτέρω, ὡς ἐτόνιζε καὶ ὁ μακαρίτης Τρικούπης, ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν δημοκρατικήν, τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ ἔδαφος εἶναι αὐχμηρὸν εἰς κοινωνικὰς διακρίσεις καὶ προνόμια, ὡς καὶ λίαν γόνιμον εἰς τὰς ἀντιλήψεις, περὶ ἰσότητος. Διότι δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ νὰ εἶναι νοητόν, ὅτι ὁ τίτλος τοῦ ὑπουργοῦ δημιουργεῖ προνόμιον ὑπὲρ τῶν ὑπουργῶν καὶ τοποθετεῖ, αὐτούς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ποινικῆς εὐθύνης ὑπὲρ τῶν κατωτέρων ὑπαλληλίσκων, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν κατὰ τὴν διαχείρησιν τῆς δημοσίας περιουσίας ζημιώνουν 5 ἢ 10 χιλιάδες δραχμὰς τὸ δημόσιον, διώκονται ὡς ὑπαίτιοι κακουργήματος καὶ τιμωροῦνται μὲ ἀδυσωπήτους ποινάς, τὰς ὁποίας προβλέπουν αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου· Εἶχεν εἴπει τότε ὁ μακαρίτης Δεληγιάννης, ἡ εἰδικὴ δωσιδικία τῶν ὑπουργῶν δὲν εἶναι προνόμιον ὑπὲρ αὐτῶν ἐξασφαλίζον ὑπὲρ αὐτῶν, ἄλλον τρόπον κρίσεως κατὰ παράδασιν τῶν ἀρχῶν τῆς ἰσότητος. Εἶναι ἐπιταγὴ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας εἰς τὴν προστασίαν αὐτῶν ἀποβλέπουσα, διὰ τῆς ἀποδόσεως τοῦ ἀναλόγου βαθμοῦ εὐθύνης, παρὰ τῶν διαχειριζομένων τὰ ὑπέρτατα ἀξιώματα. Καὶ εἶναι πράγματι ἀληθές, ὅτι ἐὰν ἤθελέ τις ὑποστηρίξει τὸ ἀντίθετον, θὰ προσέβαλλε τὰς αἰωνίους ἀρχὰς τῆς ἰσότητος καὶ τῆς εὐθύνης, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν ἄλλοτε εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Διότι ὀρθῶς παρετηρήθη, ὅταν κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν ἐλέχθη, ὅτι ἐδανείσθημεν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ἀπὸ τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν, ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν ρητόρων. Λησμονεῖτε, ὅτι ἐδῶ παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν ἔχει λεχθῆ, «τὸ οὐδείς ἐστὶν ἀνυπεύθυνος τῶν καὶ ὁπωσοῦν πρὸς τὰ κοινὰ προσεληλυθότων». Διότι ὑπῆρχον τότε οἱ λογισταὶ καὶ οἱ ἐλεγκταὶ τῶν ἀρχόντων, οἱ ὁποῖοι πάντες ὑπεβάλλοντο ὑπὸ δοκιμασίαν, ἀμείλικτον καὶ αὐστηράν, ὅταν μάλιστα τὰ ἀδικήματα αὐτὰ ἀφεώρων τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου πλούτου. (χειροκροτήματα). Ὑπὸ τὸ γενικὸν αὐτὸ πνεῦμα, κύριοι βουλευταί, ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἀπήγγειλε κατηγορίαν κατὰ τῶν κατηγορουμένων καὶ διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπιστίας, περὶ τὴν δημοσίαν διαχείρισιν. Διότι τὴν μὲν ἀντίρρησιν, ὅτι δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, ἐξουδετεροῖ ἀπολύτως ἡ διάταξις τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, τὴν δὲ ἀντίρρησιν, ὅτι δὲν εἶναι διαχειρισταί, ἐξουδετεροῖ ὁ λογιστικὸς νόμος. Σύμφωνος εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ διδασκαλία ὅλων τῶν ἐπ’ αὐτοῦ ἀσχοληθέντων, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς διαχειρίζεται, ἐκδίδει ἐντάλματα, διαθέτει τὰς δημοσίας δαπάνας, τὰς πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν ὑπογραφῇ ἓν ἔνταλμα καὶ διαθέτῃ μίαν δαπάνην, ὡς εἰς τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξω εὐθεὶς ἀμέσως, ἐκ 15 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δίδονται ὡς προκαταβολὴ κατεσπευμένως εἰς τὸν προμηθευτὴν Μπίρκφελδ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὁ ἴδιος συντάξῃ τὴν σύμβασιν καὶ τὴν εἶχεν ὑποβάλει, ἐντελῶς ἰδιαιτέρως, εἰς τὸν Ὑπουργόν, κ. Τανταλίδην, σπεύσαντα νὰ τὴν ὑπογράψῃ χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην οὐδενός, δὲν ἔχομεν διαχείρησιν δημοσίου πλούτου; ὅταν δυνάμει αὐτῆς τῆς ἐντολῆς......
§77Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ ποῖον λόγον πράγματι ἐγένετο ἡ προκαταβολή.
§78Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θὰ τὸ ἐξηγήσω εὐθὺς ἀμέσως. Ὅταν λέγω δυνάμει τῆς ἐντολῆς αὐτῆς ἐξέρχονται ἀπὸ τὸν δημόσιον κορβανᾶν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, εἶναι φανερόν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς δὲν ἐλαττοῦται ἡ περιουσία τοῦ Δημοσίου. Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ προσωπικῶς εἶχον ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως.
§79Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἄν θέλῃς ἀνάλαβε τὴν διαχείρισιν. (ἱλαρότης).
§80Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὴν ἀνακριτικήν, εἶπον, μόνον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς προμηθείας 505 αὐτοκινήτων στρατιωτικῶν. Εἰς ταύτην φέρονται κατηγορούμενοι ὁ τότε πρωθυπουργὸς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Πάγκαλος, ὁ τότε ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Νίδερ καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τανταλίδης. Μετὰ τὴν περαίωσιν τῆς ἀνακρίσεως κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν παρέστησαν καὶ οἱ κατηγορούμενοι ὁ στρατηγὸς Νίδερ καὶ Τανταλίδης, ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν ὁμοψήφως— κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν ὁπωσδήποτε—εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε, νὰ προφυλακισθῇ ὁ κατηγορούμενος Τανταλίδης, ὁ ὁποῖος βραδύτερον ἀπελύθη ἐπὶ ἐγγυήσει, προσωρινῶς δὲ ἐκρίθησαν ἀπολυτέοι οἱ κ. κ. Πάγκαλος κ. Νίδερ. Διὰ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν περὶ παραπομπῆς καὶ τῶν τριῶν κατηγορουμένων ἐκ συστάσεως, ζητεῖται ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως τοῦ κατηγορουμένου Τανταλίδου καὶ διατήρησις τῆς ἰσχύος τῆς ἀποφάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀπελύθη ἐπὶ ἐγγυήσει, συγχρόνως δὲ καὶ ἡ προφυλάκισις τῶν δύο ἄλλων. Διότι κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς προτείνεται ἡ παραπομπή των, ὡς ἐκ συστάσεως ὑπαιτίων τοῦ ἀδικήματος τῆς ἀπιστίας εἰς βαθμὸν κακουργήματος καὶ κατ’ ἀνάγκην δέον νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ σύλληψις καὶ ἡ προφυλάκισις αὐτῶν.
§81Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν τοὺς ἔχουμε πράγματι προφυλακίσῃ δι’ αὐτό.
§82Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν τοὺς εἴχαμεν κρίνει τότε προφυλακιστέους, καίτοι ὡς θὰ ἴδητε εἶναι ἀπολύτως ἐπαρκεῖς, οἱ οὐσιαστικοὶ λόγοι, οἱ δικαιολογοῦντες τὴν παραπομπὴν καὶ τῶν τριῶν κατηγορουμένων. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης δὲν εἶχεν ἐνεργηθῆ ἀνάκρισις ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς προκατόχου Βουλῆς. Εἶχεν ὅμως ἐνεργηθῆ μία ἐπιμελεστάτη ἀνάκρισις ἀπὸ τὸν κρατίστον δικαστικόν, τὸν εἰσαγγελέα ἐφετῶν κ. Κασσίμην καὶ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, παμψηφεὶ ληφθείσης εἶχε προταθῆ ἡ παραπομπὴ καὶ τῶν τριῶν κατηγορουμένων ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀνέφερα προηγουμένως, τῆς ἐκ προθέσεως βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ πραγματικὸν τῆς ὑποθέσεως, κύριοι βουλευταί, ἔχει ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1925 τὸ γενικὸν ἐπιτελεῖον δι’ ἐγγράφου του εἶχεν ὑποδείξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς προμηθείας στρατιωτικῶν αὐτοκινήτων. Κατόπιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, ἡ τότε ὑφισταμένη ἐπιτροπὴ τῶν Κρατικῶν Προμηθειῶν, προεκήρυξεν Δημόσιον συναγωνισμὸν κατὰ τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι περιέχοντο εἰς τὴν διακήρυξιν, ὅστις ὅμως ἐματαιώθη. Ἐπῆλθεν ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἀνατροπὴ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἦλθεν ἡ νέα Δικτατορικὴ κατάστασις. Ἅμα τῇ ἀνόδῳ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Κυβερνήσεως Παγκάλου περὶ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1926 ὑποβάλλεται μία προσφορὰ ἀπὸ τὸν προμηθευτὴν Μπίρκφελ, ἐμφανιζόμενον, ὡς ἀποκλειστικὸν ἀντιπρόσωπον Γερμανικῶν ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα ὡς ἰσχυρίζετο καὶ μόνον ἠδύναντο, νὰ προμηθεύσωσιν στρατιωτικὰ αὐτοκίνητα ἔναντι τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων. Ὡς θὰ βεβαιωθῇ ὅμως κατωτέρω ὁ ἰσχυρισμός του οὗτος δὲν ἦτο ἀκριβής. Ἡ προσφορά του αὕτη δὲν ἐξητάσθη τότε. Σημειωτέον, ὅτι κατὰ τὰ κεκανονισμένα ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν αἱ προσφοραὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον ἐκεῖθεν δὲ διαβιβάζονται εἰς τὴν ἁρμοδίαν διεύθυνσιν τῆς μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας καὶ κρατοῦνται εἰς τὰ ἀρχεῖα αὐτῆς. Ὑποβάλλεται ἀκολούθως δευτέρα καὶ τρίτη τοῦ αὐτοῦ κυρίου ἀντιπροσώπου Γερμανικῶν ἐργοστασίων Μπίρκφελδ. Ὁ τότε ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Νίδερ ἀναθέτει τὸν Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον τοῦ 1925, εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας, τὸν ἔντιμον ἐκεῖνον στρατιώτην τὸν μακαρίτην Σγουρὸν καὶ εἰς τὸν συνταγματάρχην τῆς ἐπιμελητείας Θεολόγου νὰ μελετήσωσι τὰς σχετικὰς προσφοράς. Πράγματι οὗτοι ἐμελέτησαν τὰς προσφορὰς καὶ ὑπέβαλλον σημειώματα, εἰς τὰ ὁποῖα διὰ μακρῶν—εὑρίσκονται συνημμένα εἰς τὴν δικογραφίαν—ἐκθέτουν τὰς ἀντιλήψεις τῆς ὑπηρεσίας περὶ τῆς προμηθείας αὐτῆς. Εἰς τὰ σημειώματα ταῦτα προυτείνετο, νὰ γίνῃ συναγωνισμὸς ἐπὶ ἴσοις ὅροις μεταξὺ τῶν προσφερόντων τὰ Γερμανικὰ αὐτοκίνητα εἰς βάρος τῶν ἐπανορθώσεων καὶ νὰ γίνῃ καὶ δοκιμὴ ἀντοχῆς, διότι ἄνευ τοιούτων δοκιμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Κράτος, νὰ προμηθευθῇ αὐτοκίνητα τοιούτης φύσεως. Αἰφνηδίως κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1926 ὁ ὑφυπουργὸς κ. Νίδερ καλεῖ τὸν ἐπιτελάρχην κ. Σαρηγιάννην καὶ τῷ ἀνακοινοῖ ὅτι ἀπεφασίσθη ἡ προμήθεια τῶν αὐτοκινήτων Μπίρκφελδ καὶ τῷ δίδει ἐντολὴν νὰ συντάξῃ τοὺς τεχνικοὺς ὅρους μετὰ τοῦ κ. Στρίμπερ εἰδικοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ἐπιτελείου καὶ νὰ τῷ ὑποβάλῃ τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως. Σημειωτέον, ὅτι προσέθηκε τότε τὰ ἑξῆς: «Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, ὅπως μοῦ εἶπεν καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Τανταλίδης ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν ἠμποροῦμεν, νὰ δώσωμεν προκαταβολήν. Διότι ἡ προμήθεια αὐτὴ γίνεται ἔναντι τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων ἀκριβῶς, διότι δὲν ἔχομεν, νὰ δώσωμεν χρήματα μετρητά». Ὁ ἁρμόδιος ἀξιωματικὸς Στρίμπερ ἤρχισε νὰ μελετᾷ τὰς προσφορὰς καὶ νὰ ζητῇ νὰ εὕρῃ τὸν προμηθευτὴν αὐτὸν Μπίρκφελδ. Ὁ κ. Νίδερ ἐρωτηθεὶς κατὰ τὴν ἀπολογίαν του ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐνώπιόν μου, διατὶ ἀνέθεσεν εἰς τὸ ἐπιτελεῖον τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως κατὰ τοὺς τεχνικοὺς ὅρους. Εἶχε τὴν ἀφέλειαν νὰ ἀπαντήσῃ διότι τοῦ εἶπεν ὁ Μπίρκφελ—ὁ ἐνδιαφερόμενος—δηλαδὴ—ὅτι ὁ Σγουρὸς... ὁ Κωσταντάρας καὶ οἱ λοιποὶ τῆς Μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας δὲν τὸν καταλαβαίνουν διότι δὲν εἶναι εἰδικοὶ καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ τὸν παρακολουθήσουν εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν τεχνικῶν ὅρων, ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως. Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων οἱ τῆς μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας ἦσαν οἱ μόνοι ἁρμόδιοι ἵνα προβοῦν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν τεχνικῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Βεβαίως οἱ Σαρηγιάννης καὶ Στρίμπερ εἶχον ἀσχοληθῆ εἰδικῶς εἰς τὰ ζητήματα τῶν αὐτοκινήτων, ἀλλὰ μήπως καὶ αὐτοὶ κατήρτισαν τὴν σύμβασιν; Δὲν εἶχον ἀκόμη αὐτοὶ συναντήσει τὸν Μπίρκφελ, ὁπότε ἐμφανίζεται οὗτος μὲ ἓν σχέδιον συμβάσεως κατηρτισμένον ἀπὸ τὸν ἴδιον καὶ ὑπογεγραμμένον, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τανταλίδην. Εἰς αὐτὸ ἀναγράφεται ὁ ὅρος τῆς πληρωμῆς τῆς προκαταβολῆς ἀμέσως μὲν εἰς μετρητὰ τοῦ ¼ διὰ συναλλαγματικῶν δὲ τῶν ¾ τριτεγγυημένων ὅμως ὑπὸ τῆς ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπίσης δὲ καὶ ὁ ὅρος ἐκδόσεως ἀνεκκλήτων ἐπιταγῶν ἐπὶ τοῦ ἐν Παρισίοις πράκτορος τῶν ἐπανορθώσεων. «Μὰ πῶς ὑπεγράφη αὐτὴ ἡ σύμβασις ἐρωτοῦν ἔκπληκτοι καὶ ὁ κ. Σαρηγιάννης καὶ ὁ κ. Στρίμπερ. Ὁ κ. Νίδερ μᾶς εἶχεν εἰπῇ ὅτι διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους θὰ συνεννοούμεθα μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πληρώσωμεν μετρητά». «Σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑπογραφῇ ἔρχομαι ἐκ μέρους τοῦ κ. Παγκάλου—ἀπαντᾶ ὁ κ. Μπίρκφελ—συνεννοήθη αὐτὸς μὲ τὸν κ. Τανταλίδην καὶ τὴν ὑπέγραψεν». Σηκώνεται τότε ὁ Στρίμπερ καὶ πηγαίνει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἐρωτᾷ: Ὁ κ. Νίδερ μᾶς εἶχεν εἴπει ὅτι δὲν θὰ δώσωμεν προκαταβολὴν, σεῖς πῶς ὑπεγράψατε μὲ τοὺς ὅρους αὐτούς; «Μοῦ τὴν ἔφεραν—λέγει ὁ κ. Τανταλίδης— κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Παγκάλου νὰ τὴν ὑπογράψω καὶ τὴν ἐμονογράφησα». Αὐτὰ λέγει ὁ Στρίμπερ, κ. βουλευταὶ ἐνῷ ὁ Τανταλίδης ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἐπιτελίου καὶ τῆς Μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας ἦσαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ τεθῇ ὁ ὅρος τῆς προκαταβολῆς καὶ ὅτι μετέβη δῆθεν εἰς τὸ γραφεῖον του ὁ κ. Νίδερ ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ ἐτόνισεν ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ προκαταβολὴ τῶν 15.000.000. Τὰ 15 αὐτὰ ἑκατ. ὁ μηνυτὴς κ. Μεταξᾶς, λέγει εἰς τὴν κατάθεσίν του ὅτι ἐμοιράσθησαν ἐδῶ πέρα μεταξὺ τῶν μεσαζόντων. Καὶ ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ μεσάζοντες; Δὲν ἠμπορῶ νὰ κατονομάσω τὸ πρόσωπον, λέγει ὁ Μεταξᾶς πάντως εἶναι πρόσωπον προσκείμενον τότε εἰς τὸ πολιτικὸν γραφεῖον, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐπρότεινεν ἀμοιβὴν 1000 λιρῶν νὰ ἀποσύρω τὴν μήνυσίν μου—διότι συνεπείᾳ μηνύσεως τοῦ κ. Μεταξᾶ ἐκινήθη ἡ δίωξις ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Καὶ δὲν κατωνόμασε πράγματι τὸ πρόσωπον καίτοι ἐπιέσθη παρ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ τότε ὑφυπουργὸς Μακρῆς ἐξεταζόμενος καὶ ἐρωτηθεὶς διατὶ ὅταν ἀντελήφθη τὰς ἀνωμαλίας αὐτὰς εἰς τὴν σύμβασιν δὲν ἀνεκοίνωσε τὰς ἀντιλήψεις του εἰς τὸν Πάγκαλον, ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἀνεμιγνύετο εἰς τὰς συμβάσεις, καὶ ὑπηνίχθη ὅτι εἰς τὸ Πολιτικὸν γραφεῖον ὑπῆρχε τμῆμα συμβάσεως, τὸ γνωστὸν τμῆμα, τὸ ὁποῖον διηύθυνε κἄποιος ἀξιωματικὸς Παναγόπουλος. Ὅταν μετέβη ὁ Στρίμπερ εἰς τὸν κ. Τανταλίδην τότε ἐνεθυμήθη οὗτος ὅτι ὑπῆρχεν ἓν τμῆμα ἁρμόδιον εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους. Τοῦ τμήματος τούτου προΐστατο ὁ κ. Χανδράκης, πρὸς τὸν ὁποῖον καὶ ἀπετάνθη ὁ κ. Στρίμπερ. Σημειωτέον ὅτι διὰ τὸν ὅρον τῆς τριτεγγυήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἅμα ὡς ἔθεσε τὴν μονογραφήν του ὁ κ. Τανταλίδης εἶχεν ἀπευθύνει ἐπιστολὴν πρὸς τὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλεγεν ὅτι «εἰς ἀπάντησιν ἐρωτήσεως τὴν ὁποίαν τοῦ διεβίβασεν ὁ Μπίρκφελ διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου του, δηλοῖ ὅτι ὡς ἀντίκρυσμα τῆς τριτεγγυήσεως αὐτῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ χρησιμεύσουν τὰ ποσοστὰ 10% καὶ 20% ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ του, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου, τὰ ὁποῖα ὡς βεβαιοῦν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθοῦν διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν διὰ τὸν ὁποῖον παρείχοντο. Ἡ ἐπιστολὴ δὲ αὕτη, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδόθη προφανῶς, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ὅσον οἷον τε ταχυτέρα ἀνάληψις τῆς προκαταβολῆς παρὰ τοῦ Μπίρκφελδ. Σημειωτέον, ὅτι ὅταν ἀπελογεῖτο, ὁ κ. Τανταλίδης ὡμολόγησεν, ὅτι πράγματι μετέβη εἰς τὸ γραφεῖον του, ὁ κ. Μπίρκφελδ καὶ αὐτὸς ἔθεσεν τὴν μονογραφήν του εἰς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ προσαχθὲν σχέδιον. Ὅταν δ’ ἠρωτήθη, διατὶ δὲν ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας ἀπήντησεν, ὅτι ἡ μονογραφὴ δὲν εἶναι ὑπογραφή, ἰσχυρίσθη δὲ κατ’ ἀρχάς, ὅτι τοῦ ὑφηρπάγη ἡ μονογραφή, ὅταν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἔφερε τὰς ἀντιρρήσεις, διὰ τὸν ὅρον τῆς προκαταβολῆς καὶ τῆς τριτεγγυήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς καὶ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐγγυοδοσίας. Χαρακτηριστικὸν εἶναι ἐπίσης, τὸ παρ’ αὐτοῦ ὁμολογηθὲν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι συνεζήτησε πρὸς τὸν Μπίρκφελδ, διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τῆς προκαταβολῆς καὶ ὅτι ἐνῷ ἔμειναν σύμφωνοι, κατὰ τὴν δευτέραν των συνάντησιν, ὁ Μπίρκφελδ τοῦ ὑπέβαλε σχέδιον παρὰ τὴν συμφωνίαν, ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν τῆς προκαταβολῆς συντεταγμένον. Δηλαδή, παρετήρησε τότε ἓν μέλος τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπεπειράθη, νὰ σᾶς ἀπατήσῃ καὶ σεῖς ἐξακολουθήσατε τὴν συζήτησιν μὲ αὐτὸν καὶ ἐθέσατε τὴν μονογραφήν σας; Τὴν ἔθεσα ἀπήντησε. Διατὶ δὲν ἐνομίσατε, ὅτι ὠφείλατε νὰ τὸν ἁρπάξητε ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ νὰ τὸν στείλητε εἰς τὸν εἰσαγγελέα; Δὲν τὸ ἐσκέφθην ἦτο ἡ ἀπάντησις, εἰς τὸ ἀμείλικτον αὐτὸ ἐρώτημα.
§83Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐλησμονήσατε, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τὴν σύμβασιν τὴν περιέφερε μόνος του ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐργοστασίου, χωρὶς νὰ συνοδεύηται ἀπὸ κανένα ἁρμόδιον ὑπάλληλον καὶ τὸ ἴδιον ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ τὴν ἀπάτην.
§84Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Πράγματι ὁ ἴδιος ὁ προμηθευτὴς μετέβη εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον συνήντησε τὸν κ. Χανδράκην καὶ ἠξίωσεν ἐπιμόνως ὅπως μελετήσῃ οὗτος ἀμέσως τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους, ἐφ’ ὅσον τοὺς εἶχεν ἐγκρίνει ὁ κ. ὑπουργὸς μετεχειρίζετο δὲ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Παγκάλου. Ὁ κ. Χανδράκης παρετήρησεν, ὅτι θὰ ἐχρειάζετο τοὐλάχιστον μίαν ἡμέραν διὰ νὰ μελετήσῃ τοὺς ὅρους μιᾶς τοιαύτης συμβάσεως, κατόπιν ὅμως τῆς ἐπιμονῆς τοῦ προμηθευτοῦ, ἐξήτασεν ἐν σπουδῇ τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους. Μετὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν εἶδε τὸν κ. Τανταλίδην καὶ διετύπωσε τὰς ἀντιρρήσεις του. Ὁ κ. Τανταλίδης τοῦ ἐδήλωσε χωρὶς νὰ τῷ γνωρίσῃ, ὅτι εἶχε στείλει ἐπιστολὴν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι δέχεται ὅπως ὁ ὅρος τῆς τριτεγγυήσεως ἀπαλειφθῇ. Ὡς πρὸς τὴν προκαταβολὴν τοῦ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐπιθυμία τοῦ κ. Παγκάλου. Τὸ ἴδιον ἐπανέλαβε εἰς τὸν κ. Μαυρίκην καὶ εἰς τὸν κ. Σωφρονόπουλον, ὡς βεβαιοῦν καὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ μάρτυρες. Δὲν εἶναι δὲ ἡ μόνη περίπτωσις, καθ’ ἣν ἐξωμολογήθη, ὅτι ἐξετέλει τοιούτου εἴδους διαταγάς. Διὰ τὰς ὑποθέσεις τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων, ὅταν πάλιν τοῦ ἔφεραν οὗτοι ἀντιρρήσεις διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 20 χιλιάδων λιρῶν, εἶπεν ὅτι ἦτο ἐπιθυμία τοῦ κ. Παγκάλου. «Τὸ ὑπεσχέθη, προσέθηκεν, εἰς τὸν κ. Καδαφάκην». Εἰς μίαν ἄλλην ὑπόθεσιν γαιανθράκων ἔλεγε πάλιν «μὲ πνίγει ὁ Καδαφάκης, ἔρχονται ἐδῶ μοῦ λέγουν θὰ σὲ ἀναδείξωμεν Καβούρ, ὑπέγραψα αὐτὴν τὴν σύμβασιν». Διὰ τὸ συνάλλαγμα ἐπίσης ἔλεγε τὰ ἴδια. Ὡς πρὸς τὸν κατηγορούμενον κ. Νίδερ ὑπάρχει ἓν ἐξαιρετικῶς χαρακτηριστικὸν γεγονός. Εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον καταθέτουν ὅλοι οἱ μάρτυρες, στρατιωτικοὶ πάντες ἀνώτεροι, ὁ Σαρηγιάννης, ὁ γενικὸς τότε ἐπιτελάρχης, ὁ Λαμπρακάκης, ὁ Θεολόγου, ὁ ἰδιαίτερος φίλος τοῦ στρατηγοῦ Νίδερ, ὁ Στρίμπερ καὶ οἱ ἄλλοι. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εἷς μάρτυς, βεβαίως δὲ καὶ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀντίθετον ἀντίληψιν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ ὁποῖος δὲν ἐξῆρε τὸ ἄσπιλον καὶ τὴν λευκότητα τοῦ κατηγορουμένου Νίδερ, διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ πράγματι τὸ παρελθόν του. Ἀλλ’ ὀφείλω ὡς ἀνακριτής, ὡς δικαστής, ἀπηχῶν τὴν ὠμότητα καὶ τὴν σκληρότητα τῶν πραγμάτων νὰ εἰσηγηθῶ ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι μάρτυρες βεβαιοῦν ὡς διατρέξαντα ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐνέργειαν τοῦ κατηγορομένου Νίδερ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ὅταν ἡ σύμβασις ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Σαρηγιάννη καὶ τοῦ Στρίμπερ, τοῦ Σγουροῦ διαμαρτυρημένου, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ σύμβασις ἄνευ ἐγγυοδοσίας καὶ νίπτοντος τὰς χεῖρας του, ὡς καὶ τοῦ Ψαλίδα καὶ Κωνσταντάρου, εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Νίδερ λαμβάνει χώραν σκηνὴ χαρακτηριστική, παρουσίᾳ ὅλων αὐτῶν τῶν μαρτύρων. Μὴ τὴν ὑπογράψῃς κ. ὑπουργέ, τὴν σύμβασιν εἶναι σκανδαλώδης, χωρὶς δοκιμήν, χωρὶς διαγωνισμόν, χωρὶς νὰ ξέρωμεν ἂν θὰ ἔλθουν, πότε θὰ ἔλθουν νὰ δώσωμεν λεπτά, προκαταβολάς, εἶναι ἀκατανόητον, μὴ κηλιδωθῆτε κ. ὑπουργὲ τοῦ λέγουν ὅλοι. Ἐπίσης καὶ ὁ κ. Λαμπρακάκης ὁ ὁποῖος εὑρέθη ἐκεῖ τυχαίως. Μὴ σᾶς λέγω καὶ ἐγώ, κ. ὑπουργέ, μὴ τὴν ὑπογράφετε. Νὰ τὴν ὑπογράψω; ἐξεγείρεται τότε ὁ κ. Νίδερ καὶ ἐκδηλώνεται εἰς μίαν ὡραίαν εἰκόνα ἠθικῆς ἀγανακτήσεως καὶ λέγει: δὲν τὴν ὑπογράφω ἡ γυναίκα τοῦ Καίσαρος δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀλλὰ καὶ φαίνεται τιμία, δὲν θέλω ἐγὼ νὰ λερώσω τὸ κούτελό μου, τὸ ἔχω καθαρό, δὲν θέλω νὰ μοῦ εἰποῦν, ὅτι ἐπῆρα λεπτά. Θὰ πάω νὰ ἰδῶ ἂν εἶναι ἐπιθυμία τοῦ Παγκάλου, ἂν ἔχει γνῶσιν...
§85Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ πάω νὰ τοῦ πῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι σκάνδαλον.
§86Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ κ. Νίδερ ἐξερχόμενος τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον διετυπώθησαν τόσον ἔντονοι καὶ τόσον κατηγορηματικαὶ διαμαρτυρίαι παίρνει μαζί του καὶ τὸν Στρίμπερ καὶ ἀντὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Πάγκαλον πηγαίνει εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Τανταλίδου καὶ εἰσέρχεται μόνος ὁ Νίδερ καὶ παραμένει ἔξω ὁ Στρίμπερ, συνομιλεῖ ἰδιαιτέρως μὲ τὸν Τανταλίδην καὶ ἐξελθὼν λέγει πρὸς τὸν Στρίμπερ Θὰ ὑπογραφῇ, εἶναι διαταγὴ τοῦ Παγκάλου. Ἐπιστρέφει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπου ἀνέμενον συζητοῦντες καὶ σχολιάζοντες οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ καὶ τοῖς λέγει. Θὰ ὑπογραφῇ, εἶναι ἐπιθυμία τοῦ Παγκάλου. Μάλιστα, εἶπεν, εἶναι διαταγὴ τοῦ Παγκάλου. Ὡς πρὸς τὴν λέξιν διαταγὴ διεξήχθη κατόπιν καὶ ἀλληλογραφία μεταξὺ Τανταλίδου καὶ Νίδερ, διότι ὅταν ἔλαβε γνῶσιν ὁ Τανταλίδης ὅτι εἰς τὴν πρώτην ἀπολογίαν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου ὡμίλησεν ὁ Νίδερ περὶ διαταγῆς προεκάλεσεν ἐπιστολήν του τὴν ὁποίαν καὶ ἔστειλεν οὗτος, ἐκδηλώνων ἐν τούτῳ καὶ ἕνα ἐξαιρετικὸν ἱπποτισμόν, ἀνάλογον τοῦ παρελθόντος του, καὶ εἰς τὴ ὁποίαν λέγει «δὲν ἐβεβαίωσα διά σᾶς ὅτι μοῦ εἴπατε, ὅτι ἦτο διαταγὴ τοῦ Παγκάλου, ἀλλ’ ἐγὼ ὡς στρατιωτικὸς μετεχειρίσθην τὴν λέξιν αὐτήν, ἤμην δ’ ἐν γνώσει ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπιθυμίας τοῦ Παγκάλου». Καὶ εἰς ἀπάντησιν τῆς ἱπποτικῆς ταύτης βεβαιώσεως ὁ Τανταλίδης ἰσχυρίσθη ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του ὅτι δῆθεν ὁ Νίδερ ἦτο ὁ ἐνδιαφερόμενος διὰ νὰ σωθῇ ἡ προκαταβολὴ καὶ ὅτι δῆθεν ἠξίου οὗτος μαζί μὲ τὸν Στρίμπερ καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι αὕτη μόνο 10 ἀλλὰ 20%. Βέβαια αὐτὸ δὲν τὸ ἐπίστευσεν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ οὔτε ἄλλος τις θὰ πιστεύσῃ ὅτι εἶχεν ὁ Νίδερ τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν κατάρτισιν καὶ δημιουργίαν τοιούτων ὑπόπτων καὶ ἁμαρτωλῶν ὅρων τῆς συμβάσεως.
§87Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναφέρεται δύο ἐρωτήσεις καὶ δύο ἀπαντήσεις του. Ἠρωτήθη: ἀφοῦ ἐφύγατε ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ὑπογράψῃ ἐπήγατε εἰς τὸν Πάγκαλον; Καὶ μᾶς εἶπε: δὲν ἐπῆγα εἰς τὸν Πάγκαλον — Καὶ διατί; Διότι δὲν θὰ μὲ ἐδέχετο ὁ Πάγκαλος. Ἠρωτήθη ἀκόμη: Πῆγες εἰς τὸν Τανταλίδην τοῦ εἶπες ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σοῦ εἶπαν, ὅτι εἶναι σκανδαλώδης ἡ σύμβασις; — Δὲν τοῦ τὰ εἶπα — Διατί; Δὲν ἔμπαζες μέσα εἰς τὸν Τανταλίδην τὸν Στρίμπερ νὰ τοῦ τὰ εἰπῇ; — Περιωρίσθην νὰ ἐρωτήσω τὸν Τανταλίδην: θέλει ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις καὶ μοῦ εἶπεν ὁ κ. Τανταλίδης: θέλει.
§88Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀκριβῶς αὐταὶ ἦσαν αἱ ἀπαντήσεις του εἰς τὰς ἐρωτήσεις ταύτας καὶ εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν εἶναι οὔτε στοιχειωδῶς ἱκανοποιητικαί. Διότι ὅλοι τοῦ παρετηρήσαμεν στρατηγέ, δὲν μποροῦσες αὐτὴν τὴν ἡμέραν νὰ ἰδῇς τὸν Πάγκαλον δὲν ἠμποροῦσες τὴν ἑπομένην; οὔτε ὑπεγράφη πράγματι ἡ σύμβασις ἐκείνην τὴν ἡμέραν καίτοι φέρεται ἡ σύμβασις ὑπογραφεῖσα τὴν ἡμέραν αὐτὴν κατὰ προχρονολόγησιν, ὅπως καὶ τὰ διατάγματα τὰ νομοθετικὰ τὰ κυρωτικὰ τῆς συμβάσεως διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὑπῆρξε προσφορὰ ἑνὸς προμηθευτοῦ Κοτρότσου, ὁ ὁποῖον ἐνεφανίσθη ὡς ἀντιπρόσωπος γερμανικοῦ ἐργοστασίου παρέχοντος ἄνευ προκαταβολῆς καὶ ἔναντι τῶν γερμανικῶν ἐπανορθώσεων, ἡ ὁποία προσφορὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκρυβῇ. Καὶ περὶ τοῦ ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη προσφορὰ μαρτυροῦν ὁ Σγουρὸς, ὁ Στρίμπερ καὶ ὁ Σαρηγιάννης. Ὁ Νίδερ λέγει, ὅτι ἦλθε κἄποιος Κοτρότσος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀξιωματικὸς καὶ ὁ ὁποῖος ὡμίλησε μὲ τρόπον ὡς νὰ ἤθελον νὰ ἐλέγξῃ. Ὅλοι οἱ μάρτυρες βεβαιοῦσιν ὅτι δὲν ὑπῆρχε μόνον ἡ προσφορὰ τοῦ Κοτρότσου ἀλλ’ ἠπῆρξαν καὶ ἄλλαι προσφοραὶ ἔναντι τῶν γερμανικῶν ἐπανορθώσεων καὶ ἄνευ προκαταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν κατὰ τοῦτο ἀνώτεραι, ἀλλὰ καὶ κατὰ ἄλλα τινά, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ὑποβάλλοντες τὰς προσφορὰς εἶχον ὑπ’ ὄψιν των τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως τοὺς ὁποίους εἶχε καταρτίσει ἡ Ἐπιτροπὴ Προμηθειῶν κατὰ τοὺς ὁποίους ἦσαν εἰς βάρος τοῦ μειοδότου τὰ χαρτόσημα, τὰ τέλη ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, τὰς ἐγγυήσεις, τὰ ὁποῖα ὅμως ὁ Μπρίκφελδ ὁ ὁποῖος εἶχε κάμει τὴν δουλειά του ἐντελῶς ἰδιαιτέρως, δὲν τὰ εἶχεν περιλάβει, καί δι’ αὐτὸ ἐφένοντο κατώτεραι αἱ τιμαί του. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμὴν ὑπάρχει καὶ ἓν σκανδαλωδέστερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον τονίζεται ἐν τῇ ἐκθέσει. Προκειμένου περὶ 150 βαρέων αὐτοκινήτων εἰς τὴν προσφορὰν ὁρίζεται ἡ τιμὴ αὐτῶν κατὰ 500 χρυσᾶ μάρκα κατωτέρα εἰς τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ὑπεγράφη καὶ ἐδημοσιεύθη τὸ ποσὸν αὐτὸ ηὐξήθη κατὰ 500 ὅλα χρυσᾶ μάρκα. Καὶ ἐρωτῶνται οἱ ἁρμόδιοι, ποῖος τὸ ηὔξησεν; Ὁ Μπίρκφελδ λέγει, ὅτι ἐγένετο ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς συνεπείᾳ αὐξήσεως τῆς χωρητικότητος. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές, διότι εἰς τὴν προσφορὰν ὁρίζεται ἡ χοριτικότης 3½–4½ τόννων. Καὶ ὡς ἐξηγεῖται, διὰ μακρῶν ἐν τῇ ἐκθέσει ὁ ἴδιος Μπίρκφελδ, ὁ συνθέσας τὸ μονογραφηθὲν σχέδιον ἀνέγραψεν οὕτως ηὐξημένον τὸ τίμημα. Εἶναι λοιπὸν φανερόν, κ. βουλευταί, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη κατηρτίσθη κατόπιν προαποφάσεως καὶ συνεννοήσεως ἰδιαιτέρας, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ τοῦ Παγκάλου καὶ τοῦ Νίδερ κατ’ ἀρχάς, βραδύτερον δὲ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὡς τονίζει εἰς τὴν ἀπολογίαν του, ὅταν εἶδεν ὅτι γίνεται λόγος περὶ προμηθείας, ἔναντι τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων ἐνεθυμήθη, ὅτι αἱ Γερμανικαὶ ἐπανορθώσεις εἶχον καλυφθῇ μέχρι τοῦ 1928, διότι ὑπῆρχε κἄποια ἄλλη σύμβασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε ὁ Φίλανδρος, διὰ τὰς ξυλίνας οἰκίας καὶ ἔκαμε σχετικῶς λόγον εἰς τὸν κ. Πάγκαλον, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε, νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἠνοίχθη πράγματι μέσῳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, σχετικὴ ἀλληλογραφία καὶ ἐδέχη τέλος ὁ οἶκος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβῃ τὴν προμήθειαν τῶν ξυλίνων οἰκιῶν, νὰ κάμῃ μίαν ἀβαρίαν καὶ νὰ μείνουν ὑπὲρ αὐτοῦ, μόνον τὰ 65% τὸ δὲ ὑπόλοιπον τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων, νὰ διατεθῇ διὰ τὴν σύμβασιν αὐτήν. Θὰ ἐρωτήσητε, κύριοι βουλευταί, ποία ὑπῆρξεν ἡ περαιτέρω τύχη τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατηρτίσθη αὕτη ὑπὸ ἕνα καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς καθεστὼς de facto ἀνεπτύχθησαν σχετικῶς ὅλαι αἱ γνωσταὶ θεωρίαι, περὶ τῆς διεθνοῦς ἐξ αὐτῶν δεσμεύσεως τοῦ Κράτους καὶ αἱ διάδοχοι Κυβερνήσεις εὑρέθησαν εἰς δύσκολον θέσιν. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις προσεπάθησεν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Τὴν εἰσήγαγε πρὸς τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἠκύρωσεν κοινοβουλευτικῶς, ἐπίσης δέ δι’ ἀγωγῆς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ἐπέτυχε τὴν ἔκδοσιν δικαστικῆς ἀποφάσεως, δι’ ἧς ἐκυρήχθη αὕτη ἄκυρος. Ἀλλ’ οἱ ξένοι βεβαίως δὲν εἶχον ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγνωρίσωσι τοιαύτην ἀκύρωσιν. Οὕτω ἐγνωμοδότησε σχετικῶς, ὁ κ. Πολίτης, ὁ ἐν Παρισίοις πρεσβευτής, προσήχθη δὲ ὁμοία γνωμοδότησις καὶ τοῦ καθηγητοῦ Zeze, καθ’ ἣν θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ ἀκύρωσις, ἄνευ συνεπειῶν ὑπὲρ τοῦ προμηθευτοῦ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐννοεῖται, ὡς λέγει ὁ μάρτυς Χατζηπέτρος παρουσιάζεται εὐκαιρία προμηθείας αὐτοκινήτων Berliez, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἐδίδοντο κατὰ 50 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια ἐπὶ ἔλαττον. Τὸ μανθάνουν οἱ διάφοροι Μπίρκφελδ σπεύδουν εἰς Παρισίους ἐπιστρατεύουν τοὺς ἐνδιαφερομένους ἐκεῖ, ἐνεργοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐπανορθώσεων καὶ ἐπιτυγχάνουν, νὰ κυρηχθῇ ἔγκυρος ἡ σύμβασις. Τηλεγραφήματα καὶ ἔγγραφα τῆς πρεσβείας τῆς ἰδικῆς μας, ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ τοῦ ἀδυνάτου τῆς ἀκυρώσεως καὶ ἐπὶ τέλους δέχεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις συμβιβασμόν, μὲ μίαν ἔκπτωσιν 10% καὶ αὐτὸ ὄχι εἰς χρῆμα, ἀλλὰ εἰς ἀνταλλακτικὰ ὡς ἠθέλησεν ὁ προμηθευτής. Τελευταίως πράγματι ἠρχίσαμεν, νὰ παραλαμβάνωμεν καὶ τὰ αὐτοκίνητα αὐτά, τὰ ὁποῖα ὅπως λέγουν οἱ ἰδικοὶ μάρτυρες εἶναι καλά.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἠμποροῦμεν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε;
§90Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ζήτημα εἶναι. Ἔχομεν ν’ ἀναπτύξωμεν ἄλλες τρεῖς προτάσεις.
§91Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλετε τότε νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὰς 10½ καὶ ὅταν ἐγὼ τελειώσω τὴν δουλιά μου νά ἐπανέλθω.
§92Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§93Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά, ἄς διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5ην μ. μ. (Ὥρα 9.10′ μ. μ.)