1929.05.28
2.781 στίχοι · 21.288 λέξεις · 196 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 92α
ΤΡΙΤΗ 28 ΜΑΪΟΥ 1929
Προεδρία αʹ. Ἀντιπροέδρου κ. Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΥ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ δικηγόρος Ι. Συμεωνίδης διαμαρτύρεται, διότι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων διέταξε καὶ κατεδαφίσθη ἡ οἰκία του διὰ λόγους κατὰ τὴν γνώμην του προσωπικούς. — Ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Ἀμαρίου Κρήτης ἐν συλλαλητηρίῳ παρακαλεῖ ὅπως ἐνισχυθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια τῆς ἐπαρχίας των. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Κουτσίνας, Σ. Ἀναστασιάδης καὶ Γ. Ροδόπουλος, καταθέτουν τηλεγράφημα ἀγροτῶν περιφερείας Λαρίσσης, παρακαλούντων ὅπως ἀνασταλοῦν αἱ εἰσπράξεις τῶν φόρων μέχρις ἁλωνισμοῦ. — Οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι Ἄρτης καὶ Λαυρίου παρακαλοῦν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. — Οἱ βουλευταὶ Ἰωαννίνων καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ συλλόγου ὁπλαρχηγῶν Ἠπείρου παρακαλούντων ὅπως ἐκ παραλλήλου τὰ ληφθέντα εὐεργετικὰ μέτρα ὑπὲρ ὡρισμένων κατηγοριῶν ὁπλαρχηγῶν ληφθῶσιν γενικῶς δι’ ὅλους. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Σταυρόπουλος καὶ Κ. Κατσαδήμας, καταθέτουν τηλεγράφημα κοινότητος Ἄνω Ρεβενῶν Ἠπείρου, παρακαλούσης ὅπως πρὸς ἀνακούφισιν ἐκ τῆς τελευταίας θεομηνίας ἀπαλλαγῶσιν πάσης φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως. — Ἡ ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ ὑποδειχθεῖσα τροπολογία ἐπὶ σχετικοῦ σχεδίου νόμου διὰ τὴν ἀντιπροσώπευσιν τῆς ἐπαγγελματικῆς τάξεως εἰς τὰς ἐπιτροπὰς διατιμήσεων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Κουτσοπέταλος καταθέτει: ψήφισμα τῆς κοινότητος Ἀσπροπύργου παρακαλούσης ὅπως ἐνεργηθῇ τάχιστα ἀποζημίωσις αὐτῶν διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν τελευταίαν θεομηνίαν. — Οἱ πρόσφυγες τοῦ συνοικισμοῦ τσιμεντοκτιστῶν Ξάνθης παρακαλοῦν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν προσφύγων τοῦ συνοικισμοῦ των. — Ὁ σύνδεσμος τραπεζιτικῶν ὑπαλλήλων Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως ἐφέδρων κλπ. ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν προτεινομένη ὑπ’ αὐτῶν τροπολογία. — Ὁ σύλλογος προσφύγων Ἰωαννίνων ἀναφέρει, ὅτι ὁ δῆμος οὐδόλως ἀντενήργησεν διὰ τὴν ἀνέγερσιν συνοικισμοῦ, ὡς παρεστάθη καὶ παρακαλεῖ ὅπως ὑποδειχθῇ χῶρος διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀνεγέρσεως αὐτοῦ. — Ὁ ἀνάπηρος πολέμου Σεραφεὶμ Κατσαδήμας διαμαρτύρεται, διότι ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης τοῦ ὑπουργείου Προνοίας δι’ ὅλως προσωπικοὺς λόγους ἀρνεῖται νὰ ὑπογράψῃ τὸ δελτίον ταὐτότητος αὐτοῦ. — Ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Γρεβενῶν ἐν συλλαλητηρίῳ, παρακαλεῖ ὅπως πρὸς ὄφελος καὶ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας ἀκόμη ἡ ἐθνικὴ ὁδὸς Γρεβενῶν–Ἰωαννίνων διέλθῃ διὰ Περιβολίου – Ζαγορίων. — Τὸ σωματεῖον ἀρτεργατῶν Καβάλλας ὑποβάλλει ψήφισμα ἐν ᾧ περιλαμβάνονται διάφορα αἰτήματα πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς τάξεώς των, καὶ παρακαλεῖ διὰ τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν. — Ὁ διευθυντὴς τῶν ἐγκληματικῶν φυλακῶν Αἰγίνης ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν ἐν αὐταῖς καταδίκων παρακαλούντων ὅπως ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς χάρις. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Παπαφλέσσας καταθέτει αἴτησιν Ἐρασμίας Περλεπὲ, παραπονουμένης, διότι καίτοι δικαιοῦται στρατιωτικῆς συντάξεως δὲν τῆς ἀπονέμεται αὕτη. — Ἁμαξοκαρραγωγεῖς Λαμίας ὑποβάλλουν αἴτησιν δι’ ἧς παρακαλοῦν ὅπως ἡ ἑταιρεία ἐξαγοράσῃ τὰ ὀχήματα αὐτῶν ἢ δοθῇ αὐτοῖς ἱκανὴ προθεσμία πρὸς διάθεσιν αὐτῶν. Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) Περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως δραχμῶν 425.000 ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου Παιδείας καὶ θρησκευμάτων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1929–1930, διὰ τὴν ἀναστύλωσιν κλπ. τοῦ Παρθενῶνος. 2) Περὶ ἐτησίας χορηγίας δραχμῶν 200 χιλιάδων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Χριστιανικὴν Ἀδελφότητα τῶν νέων Ἀθηνῶν (Χ.Α.Ν.). 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 17 Δεκεμβρίου 1925, περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων τῆς 30 Μαρτίου καὶ τῆς 29 Ἰουλίου 1925 περὶ ἐκτελέσεως γνωμοδοτήσεων τῆς ἐπιτροπῆς οἰκονομιῶν, ἀφορωσῶν τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐκκλησιαστικῶν κλπ. 4) Περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν τῶν μαθητῶν τῶν σχολείων τῶν σεισμοπαθῶν πόλεων καὶ χωρίων Κορίνθου κλπ. 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου 1925 Ν.Δ. περὶ χορηγίας συνδρομῆς ἐκ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ κατασκευῆς κλπ. διδακτηρίων μέχρι 50.000 δραχ. πρὸς τὸν ἐν Ἄργει φορολογικὸν σύλλογον «Δαναὸς» κλπ. 6) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 23 Μαρτίου 1926 περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κλπ. καὶ τοῦ ἀλλοδαποῦ λεπτομηχανουργοῦ Ἑρρίκου Πάσκεβιτς συμβάσεως. 7) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1926 Ν.Δ. τοῦ δημοσιευθέντος εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 172 τῆς 28 Μαΐου ἰδίου ἔτους φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως (τεῦχος Αʹ) περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ διὰ τοῦ ἀπὸ 18 Μαρτίου 1915 διατάγματος κυρωθέντος κανονισμοῦ τοῦ ἄθλου Ὄθωνος Α. Σταθάτου. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ζωγράφος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως μονίμου ὑγιεινομικῆς ἐπιτροπῆς διατιμήσεως κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Ἀσκεπίδης καὶ Μ. Σαμαρᾶς καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποσπάσεως χημικοῦ παρὰ τῇ διευθύνσει τῆς ἀγορονομίας ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν καὶ συνθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς διατιμήσεων ἀλεύρων ἄρτου ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς». Ὁ κ. Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) καταθέτει τὴν κάτωθι ἀπάντησιν ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Βλαχοθανάση (ἀναγινώσκει). Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔγινε τὸ διὰ νοσοκομεῖον τῶν ἀξιωματικῶν προορισθὲν κτίριον τῆς Ἀμερικανικῆς περιθάλψεως ἀποσκοποῦν τὴν ἀνθρωπίνην νοσοκομειακὴν περίθαλψιν τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὰ καθ’ ἡμέραν νοσήματα, δι’ ἃ συμφύρονται εἰς τοὺς θαλάμους τῶν νοσοκομείων ὁπλιτῶν ἀνὰ 5 καὶ 7 νοσηλευόμενοι ἀξιωματικοὶ ἀνεξαρτήτως βαθμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασισθῶσι δαπάναι διὰ νοσοκομεῖον λουτροθεραπείας, τὸ ὁποῖον λειτουργῆσαν ἄλλοτε ἐξέκλινε τοῦ προορισμοῦ του καὶ κατέστη κέντρον πολυδάπανον διὰ τὸ δημόσιον διασκεδάσεως τῶν νεαρῶν ἀπολέμων λόγῳ ἡλικίας ἀνθυπομοιράρχων, ἀνθυπολοχαγῶν, οὓς ἀπέστειλε καθ’ ὁμάδας ἡ διεύθυνσις ὑγιεινομικῆς ὑπηρεσίας χωρὶς νὰ εὑρίσκεται θέσις διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τοὺς πολέμους καὶ ἔπαθον ἐκ τούτων καὶ δι’ οὓς κυρίως ὑποβάλλετο τὸ δημόσιον εἰς δαπάνας συντηρήσεως τοῦ νοσοκομείου εἰς Αἰδηψόν. Διὰ τοὺς ἀναπήρους πολέμου ὁπλίτας δὲν εἶναι ἁρμόδιον πλέον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι διὰ τούτους μὲ τὴν κατάταξίν των εἰς συνταξιούχους ἱδρύθη εἰδικὴ ὑπηρεσία μὲ εἰδικὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Προνοίας, καὶ αἱ ἀναφερόμεναι δαπάναι 362.000 δραχμῶν διὰ βοήθημα πρὸς τοὺς ἀναπήρους πέρυσι πρὸς λουτροθεραπείαν ἐγένοντο παρὰ τοῦ ὑπουργείου Προνοίας ἁρμοδίου καὶ ἔχοντος καὶ εἰδικὸν προϋπολογισμὸν πρὸς τοῦτο, τὸ δὲ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν οὔτε προϋπολογισμὸν ἔχει πρὸς τοῦτο οὔτε δύναται νὰ χειρισθῇ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου Προνοίας διὰ νὰ μετριασθῶσιν αἱ πρὸς ἵδρυσιν στρατιωτικοῦ νοσοκομείου ἐν Αἰδηψῷ δαπάναι του.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Ἀνθρακόπουλος.
§4Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐπνίγη κυριολεκτικῶς ἡ περιφέρεια τῶν Σερρῶν, ἀπὸ τὰς συνεχεῖς πλημμύρας. Αἱ τελευταῖαι πλημμύραι, κατὰ τὰ τηλεγραφήματα τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκεῖθεν, παρουσιάζουν τὴν κατάστασιν ἀρκετὰ σοβαράν, διότι καὶ αἱ τελευταίως ἐσπαρμέναι ἐκτάσεις τῶν γεωργῶν ἔχουν κατακλυσθῆ καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ἔκτακτα μέτρα ὑπὲρ τῆς προστασίας αὐτῶν. Εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ Κράτος γενικὰ μέτρα διὰ τὴν προστασίαν τῆς περιοχῆς ἐκείνης ἔλαβε, ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα, ὅπως γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσουν παρὰ μετὰ μίαν πενταετίαν ἢ ἑξαετίαν τοὐλάχιστον, δηλαδὴ τότε μόνον θὰ ἔχουν τελειώσῃ τὰ ὁριστικὰ ἔργα τοῦ Στρυμῶνος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν περίοδον τῆς πενταετίας ταύτης, αἱ πλημμύραι θὰ εἶναι συνεχεῖς, αἱ καταστροφαὶ θὰ εἶναι ἐπίσης πολλαί. Ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου, ὅταν τὸ πρῶτον ἔλαβον χώραν αἱ πλημμύραι, τὸν Μάρτιον, ὅταν τὸ δεύτερον ἔλαβον χώραν αἱ πλημμύραι καὶ τώρα τελευταίως ὑπεδείξαμεν διὰ τηλεγραφημάτων ἡμεῖς ἐκεῖθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτική, νὰ ληφθοῦν μέτρα ἔκτακτα ἀφορῶντα τὴν ἐκτέλεσιν προσωρινῶν ἔργων. Δυστυχῶς παρὰ τὰς ὑποδείξεις, ὅπως ληφθοῦν μέτρα, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν προσωρινῶν φραγμάτων, ἀξίας ἑνὸς ἕως 2½ καὶ 5.000.000 ἀκόμη δραχμῶν, δὲν ἔχουν ληφθῆ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται, καὶ ἑπομένως, διὰ τρίτην φορὰν ἔχομεν καταστροφάς. Τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποδείξω, καὶ θὰ παρακαλέσω ἐξαιρετικὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προσέξῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποδείξωμεν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν προσωρινῶν ἔργων, διὰ τὴν περίφραξιν τοῦ Στρυμῶνος εἶναι τὰ ἑξῆς. Πρῶτον ἐπιβάλλεται, νὰ γίνουν ἀναχώματα κατὰ μῆκος τοῦ Στρυμῶνος, ἀπὸ τῆς γεφύρας τοῦ Σιδηροκάστρου μέχρι καὶ πέραν τοῦ συνοικισμοῦ τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ. Αἱ δαπάναι ὑπελογίσθησαν, ὅτι θὰ εἶναι περίπου 4 ἑκατομμύρια. Μὲ τὰς δαπάνας αὐτάς, θὰ δυνηθῶμεν νὰ προλάβωμεν ἐπὶ μίαν πενταετίαν ὁλόκληρον τὰς καταστροφάς, νὰ προλάβωμεν δηλαδὴ μίαν καταστροφὴν 200.000.000 ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ μέχρις ὅτου, θὰ ἐκτελεσθοῦν τὰ ἔργα. Ἀφ’ ἑτέρου ὑπεδείξαμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποσταλῶσι βορβοροφάγοι, διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐκβάθυνσις τῆς κοίτης τοῦ Στρυμῶνος, διὰ νὰ παύσῃ νὰ καταστρέφῃ ὁ Στρυμὼν ὁσάκις πλημμυρίζει. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της πρὸς τὸν πληθυσμὸν τὸν πάσχοντα, διότι ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς μετὰ τὰς τελευταίας καταστροφὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκομίσῃ καμμίαν ἐσοδείαν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρακαλέσω, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐστάλησαν χρηματικὰ ποσά, κατὰ τοῦτο τὸ ἔτος εἶμαι ὑποχρεωμένος, ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μόνον 1.000.000 δραχμῶν διετέθησαν εἰς ἕνα πληθυσμὸν περίπου 3.000 οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι κατεστράφησαν ἀπὸ τὰς πλημμύρας. Θὰ παρακαλέσω ἐπὶ πλέον τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀποστείλῃ ἱκανοὺς μηχανικοὺς νὰ μελετήσουν, ποῖα μέτρα εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθοῦν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προσωρινῶν τούτων ἔργων, διότι δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι ἀνθρώπινον νὰ βλέπωμεν, ὅτι ἐνῷ μὲ ἐλαχίστην δαπάνην ἠμποροῦμεν κἄτι νὰ κάνωμεν, νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὰς ἀντιλήψεις τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε, ἐνῷ ἡ πεῖρα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν πέριξ τοῦ Στρυμῶνος, λέγει, ὅτι εἶναι δυνατόν, νὰ γίνουν προσωρινὰ ἔργα, ὥστε νὰ προλαμβάνωνται αἱ πλημμύραι. Ὅπως δήποτε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω νὰ λάβῃ μέτρα ἡ Κυβέρνησις· ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐπιδείξῃ ἐνδιαφέρον καὶ δὲν θὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ φέρῃ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, διὰ τὰς καταστροφάς αἱ ὁποῖαι θὰ λάβουν χώραν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων Ὁ κ. Σ. Ἀνθρακόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς ἑνώσεως ἀναπήρων πολέμου.
§6Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἀφορᾶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Προνοίας καὶ τὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι μία αἴτησις ἀναπήρων πολέμου, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα καὶ τὸ 1916–1917 ἐπολέμησαν ἐναντίον τῶν Βουλγαρογερμανῶν. Δυστυχῶς δι’ αὐτοὺς τοὺς τραυματίας τοῦ πολέμου τὸ Κράτος δὲν ἔλαβεν πρόνοιαν, ὅπως χαρακτηρίσῃ αὐτοὺς ὡς συνταξιούχους ἢ περιπτεριούχους. Νομίζω, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν υἱοθέτησεν τὸ Κράτος τὰς κινήσεις αὐτὰς τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τοὺς Βουλγαρογερμανούς οἱ ὁποῖοι κατέλαβον τὴν χώραν μας, νομίζω, ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν ἡ πρωτοπορεία τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐδημιούργησεν καὶ περιέσωσεν τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, νομίζω ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, νὰ μὴ κάνῃ ἐξαιρέσεις καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι οἱ μέχρι τοῦ 1917 προσελθόντες ὡς ἐθελονταὶ καὶ ἂν ἀκόμη ἔγιναν κουρέλια εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν δικαιοῦνται μερίμνης· οἱ δὲ μετὰ τὸ 1917 δικαιοῦνται. Νομίζω ὅτι εἶναι δικαία ἡ αἴτησις αὕτη καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. ὑπουργοὺς Προνοίας καὶ Οἰκονομικῶν, νὰ λάβουν μέτρα διὰ τὴν ἐλαχίστην αὐτὴν αἴτησιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§7Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Τὴν χρονικὴν αὐτὴν περίοδον ἡμεῖς τὴν θεωροῦμεν πολεμικήν, ἀλλὰ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον τὴν θεωρεῖ εἰρηνικήν. Τὸ πρᾶγμα ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον. Ἄν ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην του, δὲν μένει παρὰ νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ φροντίς, διότι εἶναι ὁμολογουμένως δίκαιον, ἡ ἐποχὴ αὐτὴ νὰ θεωρηθῇ ὡς περίοδος πολεμική.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μακᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Πρακτορείου.
§9Λ. ΜΑΚΑΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ τοῦ συστήσω θερμότατα τὴν ἀνάγκην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὅπως ἀναδιοργανώσωμεν τὸ Ἀθηναϊκὸν Πρακτορεῖον ἐπὶ βάσεων ἰσχυροτέρων, ἀπὸ ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας ἑδράζεται σήμερον. Τὸ ζήτημα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Πρακτορείου εἶναι βεβαίως ζήτημα πολιτικὸν καί δὲν θέλω νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης καὶ οἰκονομικόν. Διὰ τῆς σημερινῆς ὀργανώσεως τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Πρακτορείου δημιουργοῦνται σπατάλαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι θὰ ἠδύναντο πολλαχῶς, νὰ περιορισθοῦν καὶ νὰ ἐξαφανισθοῦν ἐντελῶς καὶ θὰ πραγματοποιεῖτο δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου μία σεβαστὴ οἰκονομία εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Λαμβάνω τὴν τιμήν, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, βέβαιος ὤν ὅτι θὰ τύχῃ τῆς ἀμερίστου του μερίμνης καὶ ἐξετάσεως.
§10Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ζήτημα εὑρίσκεται ὑπὸ μελέτην, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι εἶναι μήπως ἀντὶ μειώσεως δαπάνης, φθάσωμεν εἰς αὔξησιν.
§11Λ. ΜΑΚΑΣ. Μοῦ φαίνεται, κ. ὑπουργέ, ὅτι ὑπάρχει τρόπος, ἀντὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, νὰ ἔχωμεν μείωσιν αὐτῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κεραμᾶ ἐνοικιαστοῦ φόρου Τρικκάλων.
§13Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§15Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων, διότι ἡ κτηνοτροφία ἔπαθε μεγάλας καταστροφάς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Π. Φλῶρος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Ἀριέλλας Βλασίου Γαβριηλίδου.
§17Π. ΦΛΩΡΟΣ. Ἡ αἰτοῦσα εἶναι θυγάτηρ τοῦ ἀποθανόντος ἀειμνήστου Βλασίου Γαβριηλίδου. Λόγῳ τῆς πενίας ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχεται προσφεύγει εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ, ζητοῦσα νὰ τύχῃ μικρᾶς τινος συντάξεως. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ὑπηρεσίαι τὰς ὁποίας προσέφερεν ὁ πατὴρ αὐτῆς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν. Ἡ «Ἀκρόπολις» καθ’ ὅλην τὴν σταδιοδρομίαν της ἀπετέλει τίτλον τιμῆς διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἦτο ὁ διδάσκαλος ὅλων τῶν σημερινῶν δημοσιογράφων καὶ ὁ δημιουργὸς πολλῶν πολιτικῶν οἱ ὁποῖοι ἐκλέϊσαν τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ προσέξουν τὴν αἴτησιν αὐτὴν καὶ νὰ ἐκφράσουν τὴν εὐχήν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις φανῇ ἀρωγός.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. ὑπουργόν.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαθανάσης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς ὁμοσπονδίας ἐργατῶν οἰκοδομῶν περὶ παρανόμου ἀπελάσεως τοῦ γραμματέως τῆς ἑνωτικῆς ὁμοσπονδίας τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος.
§21Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, κατὰ τὴν αἴτησιν καὶ τὴν ὁμαδικὴν ὑποβολὴν παραπόνων ἐκ μέρους τῶν καπνεργατῶν κατὰ τοῦ συστήματος τῆς παροχῆς ἰατρικῆς περιθάλψεως ἔλαβεν χώραν μία ἐπέμβασις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἡ συγκέντρωσις ἀπέβλεπεν εἰς ἄλλον σκοπόν. Εὐτυχῶς ἡ ἐπέμβασις αὐτὴ δὲν εἶχεν ἄλλην συνέπειαν πλὴν μιᾶς διαταραχῆς τῆς τάξεως. Ἀλλ’ εἰς τὴν συγκέντρωσιν αὐτὴν παραδόξως ἐδόθη χαρακτὴρ κομμουνιστικός. Περὶ τοὺς 25–30 συνελήφθησαν καὶ κρατοῦνται. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ μέριμναν, ὅπως ἐφαρμόζουν μὲν αἱ ἀρχαὶ τοὺς ὑφισταμένους νόμους, ἀλλὰ μὴ παρεκτρέπωνται καὶ μὴ ἀποδίδουν εἰς τὰς συγκεντρώσεις αὐτὰς χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον δὲν φέρουν.
§22Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου εἶχε λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τοῦ τὶ θὰ ἐγίνετο καὶ τοῦ τὶ ἔγινε. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἐνδεικτικὸν τῆς καλῆς παρακολουθήσεως τῆς καταστάσεως ἐκ μέρους τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπληροφορήθησαν ἐγκαίρως, ὅτι θὰ ἐγίνοντο αὐταὶ αἱ σκηναὶ ὡς ἐγένοντο. Ὁ χαρακτήρ των ἦτο ἀναμφισβητήτως κομμουνιστικὸς καὶ ἐφηρμόσθη ὁ σκληρός, ἂν θέλετε, νόμος περὶ ἐκτοπίσεως.
§23Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι τὴν τοιαύτην συγκέντρωσιν τῶν ἐργατῶν καὶ τὸ αἴτημά των εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν αὕτη ὁλόκληρος ἡ πόλις τοῦ Ἀγρινίου τὴν περιέβαλε μὲ τὴν συμπάθειάν της. Νομίζω, ὅτι ὅταν τοιαῦτα παράπονα ὑποβάλλονται νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὰ ἐξετάζωμεν μετὰ προσοχῆς καὶ εὐμενείας, ἵνα μὴ ἀχθῶμεν εἰς τὴν ἀντίθετον πλευράν, διότι ἄλλως πράττοντες, θὰ τοὺς ὠθήσωμεν πρὸς τὸν κομμουνισμόν.
§24Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν συζητῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν παραπόνων, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐξεφράσθησαν ταῦτα ἀπὸ ἀνθρώπους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀστυνομία εἶχε τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἶναι κομμουνισταί.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Νικολίτσας ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Καινουρίου.
§26Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος αὐτῆς παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰδικῶς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ν’ ἀναστείλῃ προσωρινῶς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, διότι καὶ ἂν θέλουν νὰ πληρώσουν, εἶναι ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς τοῦτο λόγῳ τῆς καταστροφῆς ἐκ τῆς χαλάζης. Παρακαλῶ, νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§27Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ μοῦ σταλῇ ἡ ἀναφορά, ἀλλὰ σᾶς δηλῶ, ὅτι ἔχω δώσει δι’ αὐτὰ τὰ ζητήματα γενικὰς διαταγάς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαθανάσης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§29Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρέπει, νὰ διαβιβασθῇ καὶ εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Συγκοινωνίας, διότι οἱ κάτοικοι πρὸ μηνὸς ὑπέβαλον μίαν αἴτησιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτουν, νὰ ἐγερθῇ ἡ γέφυρα ἡ καλύπτουσα ἕνα χείμαρρον, ὁ ὁποῖος διέρχεται διὰ μέσου τοῦ χωρίου. Τὰς καταστροφὰς τὰς ἐπροξένησαν ἡ χάλαζα καὶ ἡ πλημμύρα. Ὄχι μόνον λοιπὸν ἡ ἄμεσος ἀναστολὴ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων ἐπιβάλλεται, ἀλλὰ καὶ ἡ ταχεῖα ἀντικατάστασις τῆς γεφύρας διὰ μεγαλειτέρου ἀνοίγματος. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως ἀποσταλῇ εἰδικὸς γεωπόνος, ὁ ὁποῖος θὰ συστήσῃ εἰς τοὺς κατοίκους κατὰ τίνα τρόπον δύνανται ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὰς καταστροφάς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Ἀναστασίου ἐζήτησεν, ἵνα ὁμιλήσῃ διὰ τὰ καταληφθέντα πρὸς ἐγκατάστασιν προσφύγων οἰκόπεδα Γαστούνης.
§31Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ ἀτυχεῖς ἰδιοκτῆται τῶν οἰκοπέδων Γαστούνης δὲν ἀπηύδησαν ἀναφερόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὑπουργεῖον Προνοίας, διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς καταληφθείσης περιουσίας των. Τὸ ζήτημα εἶναι παλαιὸν καὶ ἀνεπτύχθη πολλάκις καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν καὶ εἰς τὰς προγενεστέρας ἀπὸ τοῦ 1923 καὶ ἐντεῦθεν χωρὶς νὰ συγκινηθῇ κανεὶς διὰ τὴν γενομένην ἀπροκάλυπτον ἀδικίαν εἰς πτωχοὺς ἀνθρώπους τῶν ὁποίων τὸ Κράτος κατέλαβε τὰς περιουσίας χωρὶς ποτὲ νὰ αἰσθανθῇ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων πρὸς ἀποζημίωσιν αὐτῶν. Ἅμα τῇ καταστροφῇ τοῦ 1922 τὸ Κράτος εὑρεθὲν εἰς τὴν ἀνάγκην κατέλαβε τὰ οἰκόπεδα ὡρισμένων δυστυχῶν πολιτῶν τῆς Γαστούνης, διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἐκεῖ προσφυγικοῦ συνοικισμοῦ. Καὶ ἐγένετο πράγματι προσφυγικὸς συνοικισμὸς ἐκ τῶν ἀρίστων. Ἐπηκολούθησεν ἡ διαδικασία τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν οἰκοπέδων ἐκείνων καὶ ἐξεδόθησαν ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1926 ὁριστικαὶ καὶ τελεσίδικοι ἀποφάσεις ὁρίζουσαι τὴν ἀξίαν τῶν ἀπαλλοτριωθέντων οἰκοπέδων. Ἀπὸ τοῦ 1926 ὅμως μέχρι σήμερον, καίτοι παρῆλθεν ὁλόκληρος τριετία ἔκτοτε τὸ Κράτος οὐδὲν μέτρον καὶ οὐδεμίαν μέριμναν ἔλαβε διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τούτων καὶ ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Πρέπει δὲ νὰ τονισθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τσιφλικιούχων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πτωχῶν χωρικῶν τῶν ὁποίων κατελήφθησαν τὰ οἰκόπεδα ἐντὸς τῆς κωμοπόλεως τῆς Γαστούνης καὶ ἐστερήθησαν τῆς ἰδιοκτησίας των χωρὶς ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον παρελθοῦσαν ἤδη ἑπταετίαν, νὰ ἀποζημιωθῶσιν ἀπὸ τὸ Κράτος ὡς ἔπρεπεν. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι τὸ ζήτημα πολλάκις ἀνεπτύχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διαρκῶς ἀνεβάλλετο καὶ ἐδίδετο ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι θὰ λυθῇ τάχιστα. Αὐτὸς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἐχαρακτήρισεν τὴν κατάστασιν αὐτὴν εἰς ἐμὲ ὡς ἀποτελοῦσαν αἶσχος διὰ τὸ Κράτος καὶ ἠσθάνετο ἐντροπήν, νὰ εἶναι ὑπουργὸς τοιούτου Κράτους, ποιουμένου τοιαύτην κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς του καὶ μὴ ἐκπληροῦντος τὰς ὑποχρεώσεις του ἀπέναντι τῶν πολιτῶν καὶ ὑπεσχέθη πολλάκις, ὅτι θὰ ἀνέγραφεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡρισμένην πίστωσιν, διὰ τὰς ἀποζημιώσεις αὐτάς. Ἀλλ’ ἀτυχῶς καὶ πάλιν δὲν ἐλήφθη καμμία μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν οἵτινες εἶναι μικροϊδιοκτῆται δυστυχῶς καὶ πενόμενοι φθάσαντες εἰς ἐσχάτην ἀπόγνωσιν ἐκ τῆς στερήσεως τῆς περιουσίας αὐτῶν καὶ τῆς ἀναλγησίας τοῦ Δημοσίου. Πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπάς τινας τῆς τελευταίας ἀναφορᾶς αὐτῶν, διὰ νὰ ἴδητε τὸν σπαραγμὸν ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατέχονται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. (ἀναγινώσκει). «Εἶναι δίκαιον, νὰ παραμένωμεν εἰσέτι ἀναποζημίωτοι πτωχότατοι οἰκογενειάρχαι, οἵτινες ἐπὶ δέκα ἔτη ἐδώσαμεν καὶ χρῆμα καὶ αἷμα καὶ παιδιὰ καὶ ἡμᾶς αὐτούς, διὰ τοὺς Ἐθνικοὺς ἀγῶνας; Αὐτὴ εἶναι ἡ στέψις τῶν ἀγώνων μας αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς μικρᾶς μας ἰδιοκτησίας; Ἀλλ’ ἡμεῖς ὑπετάχθημεν εὐχαρίστως εἰς τὴν γενικὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως ἀδελφῶν δυστυχισάντων; Εἶναι δίκαιον, νὰ μεταβληθῶμεν ἡμεῖς εἰς πρόσφυγας. Τὸ Κράτος, ὅταν ὁ πολίτης ἀφαιρεῖ τίποτε ἀπὸ αὐτὸ ν’ ἀρνῆται τὴν πληρωμὴν φόρων ἢ τοῦ αἵματός του τὴν θυσίαν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς ἀνάγκης, νὰ τὸν φυλακίζῃ ἢ νὰ τὸν τουφεκίζῃ ἀκόμη. Ἡμεῖς ὅμως τὶ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν κατὰ τοῦ Κράτους, ὅταν τοῦτο αὐθαιρέτως μᾶς ἀφαιρεῖ τὰς περιουσίας μας;». Πρέπει δὲ νὰ τονισθῇ καὶ πάλιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τσιφλικούχων, ἀλλὰ περὶ πτωχῶν βιοπαλαιστῶν, τῶν ὁποίων ἡ μόνη περιουσία ἀφῃρέθη παρὰ τοῦ Κράτους ἀσκοῦντος βίαν πλέον, ἀφοῦ καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος παραβιάζεται καὶ ἡ ἔννοια τοῦ Κράτους ὡς ἠθικοῦ προσώπου καταρρίπτεται. Πρέπει λοιπὸν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος διέπει γενικώτερον τὰ ζητήματα αὐτά, νὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διατελοῦν εἰς κατάστασιν ἀπελπισίας καὶ τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον δὲν εἶναι ἐπιτετραμένον πλέον τὸ Κράτος νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς του ἀρνούμενον τὰς ὑποχρεώσεις του ἀπέναντι πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἠρνήθησαν τὰς ἰδικάς των καὶ ἔδωσαν καὶ χρῆμα καὶ αἷμα ὅταν τοὺς ἐζητήθη. Φοβοῦμαι ἐπὶ πλέον μὴ ἐγερθῇ καὶ ἄλλο ζήτημα, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον αὐτοὶ ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ των νὰ στραφοῦν κατὰ τῶν προσφύγων ζητοῦντες νὰ ἀναλάβωσι τὰς περιουσίας των καὶ ἐντεῦθεν προκληθῶσι γεγονότα, τὴν εὐθύνην τῶν ὁποίων θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς, νὰ ἐπιστήσουν τὴν προσοχήν των ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσεριώνης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§33Η. ΤΣΕΡΙΩΝΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ περιμένουσιν ἤδη ἑπτὰ χρόνια καὶ ἐξηντλήθη ἡ ὑπομονή των.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σπηλιάδης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§35Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα, διότι ἐπιμελῶς καὶ μετὰ μεγάλου πόνου τὸ ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἀναστασίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Προνοίας εἶναι ἂν εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ ρητῶς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἂν ἐλήφθη ἢ πότε θὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα πληρωθοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ τελεσιδίκων ἀποφάσεων. Θὰ ἤθελα τοὐτέστιν, νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ὑποσχέσεις, ἃς καὶ ἄλλοτε μᾶς ἔδωσεν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μάρκου ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§37Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐγὼ λυποῦμαι, διότι ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ μέτρον εἶναι τόσον σκληρόν, ὥστε χρήζει τῆς αὐτοπροσώπου ἐπεμβάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους νὰ τὰς πληρώνουν μόνον μερικοὶ πολῖται. Τὸ Κράτος εἶχεν ὑποχρέωσιν, νὰ στεγάσῃ τοὺς παθόντας καὶ τοὺς εὕρῃ καὶ κατάλυμα. Δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ λέγῃ τὸ Κράτος «ἐστέγασα μὲν αὐτούς, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ ἐγγράψω πίστωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, δὲν ἐννοῶ νὰ σὲ πληρώσω καὶ ἐννοῶ σὺ νὰ βαστάξῃς τὸ βάρος». Βέβαια ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας σήμερον δὲν εἶναι νέα ἦτο παλαιά, ἀλλ’ εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἕν ἀγαθὸν ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἷς ἄνθρωπος ζῇ καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ νοηθῇ Κράτος ἐκπληροῦν τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν ὁμοεθνῶν του εἰς βάρος τῆς περιουσίας πτωχῶν ἀστῶν. Ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ἀναστασίου, κ. πρόεδρε κατελήφθησαν τὰ οἰκόπεδα μικρῶν ἰδιοκτητῶν ἐξ 100–200 πήχεων ἕκαστον καὶ ἐπέρασαν 7 ὁλόκληρα ἔτη, χωρὶς νὰ ἀποζημιωθοῦν. Θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δώσῃ μίαν λύσιν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐνέχει τὴν ἑξῆς ἐξαιρετικὴν σημασίαν, ὅτι πρόκειται περὶ παμπτώχων πολιτῶν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§39Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πράγματι δὲν εἶναι ἀβάσιμον τὸ παράπονον τῶν κατοίκων Γαστούνης, ἀλλὰ δὲν εἶναι οἱ μόνοι δικαιούμενοι νὰ παραπονοῦνται, διότι καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἔχουν λαμβάνειν ἀπὸ μακροῦ ἀποζημιώσεις, διὰ καταληφθέντα κτήματα. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ καθυστέρησις τόσων ἐτῶν δὲν βαρύνει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία τοὐναντίον ἐζήτησε, νὰ λύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τόσα ἔτη ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τῶν ἑκάστοτε καταλαμβανομένων κτημάτων συνεσώρευσεν ἀπαιτήσεις ἀνερχομένας εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, τῶν ὁποίων τὴν ἄμεσον πληρωμὴν δὲν δυνάμεθα νὰ καταβάλωμεν εἰς μίαν χρῆσιν. Διὰ τοῦτο ἀπεφασίσθη ἡ ἔκδοσις δανείων ὁμολογιακῶν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν δικαιούχων, τοῦ ὁποίου δανείου ἡ ὑπηρεσία θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Τούτου ἕνεκα δὲν ἐνεγράφη πίστωσις μέχρι τοῦδε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Κυρέλλος ἐπὶ ἀναφορᾶς καλλιεργητῶν Κωπαΐδος.
§41Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, οἱ ἐκ τοῦ χωρίου Μαυρομμάτι καλλιεργηταί, διὰ τηλεγραφήματός των ἀπευθυνομένου εἰς ἐμὲ ζητοῦν, νὰ πληροφορηθοῦν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζωτικώτατον ζήτημα τῆς ἐξαγορᾶς τῆς Κωπαΐδος ἀπὸ μέρους τοῦ δημοσίου πρὸς τὸν σκοπὸν ν’ ἀποκατασταθοῦν οἱ μικροϊδιοκτῆται ἐπὶ καταβολῇ τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγορᾶς τῆς Κωπαΐδος εἶναι ζήτημα ἀφορῶν ὄχι μόνον τοὺς συμπολίτας μου, ἀλλὰ τρεῖς ὁλοκλήρους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ἀπὸ τὰς μᾶλλον παραγωγικὰς καὶ ἂς τὸ προσθέσω, ἀπὸ τὰς μᾶλλον φορολογουμένας, τῶν Θηβῶν, τῆς Λεβαδείας καὶ τῶν Μεγάρων θὰ παρεκάλουν ἐπειδὴ ἐπίσης ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα καὶ τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Κωπαΐς εἰς χείρας ἰδιοκτητῶν θέλει ἀποδώσῃ πολὺ περισσότερα, ἐκείνων τὰ ὁποῖα σήμερον ἀποδίδει εἰς χείρας ἐνοικιαστῶν στεναζόντων καὶ καμπτομένων ὑπὸ τὸν δυσβάστακτον ζυγὸν ἐπαχθοῦς ἐκμεταλλεύσεως, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα.
§42Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς γνωρίζει πολὺ καλὰ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ κουράσωμεν τὴν Βουλήν.
§43Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἔχω βέβαια γνῶσιν, ἀφ’ οὗ εἴχατε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ δώσητε ἰδιαιτέραν συνέντευξιν—καὶ σᾶς ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου δι’ αὐτό —, ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρεία ἵνα ἐκχωρήσῃ τὴν Κωπαΐδαν εἰς τὸ δημόσιον ζητεῖ τίμημα ἀνώτερον τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν καθώρισεν ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω, ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ τῆς Κωπαΐδος, οἱ ὁποῖοι ἔμαθον τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία χωρίζει τὸ ἓν τίμημα ἀπὸ τὸ ἄλλο, εἶναι διατεθειμένοι, νὰ καλύψωσι τὸ τίμημα αὐτό.
§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Φροντίσατε, νὰ τὸ καλύψουν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαθανάσης, ἵνα καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν καταθετῶν εἰς Ναύπακτον τῆς Ἀγγλοαμερικανικῆς Τραπέζης.
§46Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἔχει παρέλθη μὴν, κύριοι, ἀφ’ ὅτου μία Τράπεζα ἡ Ἀγγλοαμερικανικὴ ἐλειτούργει ὑπὸ τὴν πίστιν τὴν ὁποίαν παρεῖχεν εἰς τὸ κοινὸν ἡ ἰδέα τῆς ἀσκήσεως ἐλέγχου ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἔπαυσε δὲ τὰς πληρωμὰς αὐτῆς, μὲ παθητικὸν ὑπερβαῖνον κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων. Ἐν τούτοις καίτοι παρῆλθε μήν, οὔτε εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως ἐκηρύχθη εἰσέτι ἡ Τράπεζα αὕτη, ἀλλ’ ἀφίεται νὰ διαχειρίζεται ἀκόμη τὰς ὑποθέσεις της, ἀλλ’ οὔτε ἐξεδηλώθη κίνησίς τις τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, πρὸς σύλληψιν καὶ δίωξιν ἐκείνων τῶν διοικητῶν αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι προφανῶς καὶ ἀναμφισβητήτως εὑρίσκονται ἐν δόλῳ, δόλῳ, ὁ ὁποῖος προκύπτει ἐκ τῆς προχειροτέρας μελέτης τῶν βιβλίων αὐτῆς. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ ἔκθεσιν συνταχθεῖσαν ἐκ μέρους ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνῷ ἡ Τράπεζα αὕτη, εἶχε μετοχικὸν κεφάλαιον 12½ ἑκατομμυρίων κατ’ ἀρχάς, μὴ κατατεθειμένων τούτων, ὅπως προκύπτῃ ἐκ τῆς ἐκθέσεως, εἰς δάνεια ἠσφαλισμένα, ἀλλ’ εἰς δάνεια πρὸς μέλη τοῦ διοικητικοῦ αὐτῆς συμβουλίου καὶ εἰς ἐπιχειρήσεις πρὸς ἄλλας ἑταιρείας ἐκ τῶν ὁποίων μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ἦσαν τὰ ἴδια μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Τραπέζης, κατόπιν δὲ 42.000.000 διέθεσεν πρὸς τοῦτο, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 36.000.000 εἶναι τὸ ποσὸν εἰς ὃ ἀνέρχονται αἱ καταθέσεις τοῦ λαοῦ. Δηλαδὴ διέθεσεν ἡ Τράπεζα αὕτη, ἡ ὁποία εἶχε προορισμὸν καὶ σκοπὸν μόνον τὴν ἐνέργειαν τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν κατὰ τὸ καταστατικόν της διέθεσεν 15.600.000 εἰς προσωπικὸν λογαριασμὸν τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ της Α. Μανταφούνη κατὰ τὴν ἔκθεσιν τὴν ἐπίσημον τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. 2) Εἰς τὴν Τράπεζαν Σάμου 12.000.000, τῆς ὁποίας τὰ μέλη ἦσαν τὰ ἴδια μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Τραπέζης. 3) Εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν ἑταιρείαν Σάμου, τῆς ὁποίας ἐπίσης μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου καὶ ἱδρυταὶ ἦσαν πάλιν τὰ ἴδια μέλη 3.600.000. 4) Εἰς τὴν ἀνώνυμον ἑταιρείαν ἐξωραϊσμοῦ Λυκαβητοῦ 3.000.000. Εἰς Γ. Πράον 2½ ἑκατομμύρια, μέλη δὲ τῆς ἑταιρείας ἦσαν τὰ αὐτὰ μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Ἐν συνόλῳ δηλαδὴ 42.000.000 ἐνῷ τὸ ὅλον της κεφάλαιον ἦτο 25.000.000 δραχμαί. Ποῖα ἦσαν κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ἐπισήμους τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὰ μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ἀναφέρει τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 30136 ἔγγραφον ἀπὸ 16 Μαΐου 1929 τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρείας εἶναι: Πρόεδρος Γ. Βεντούρης, γενικὸς διευθυντής, Σ. Μανταφούνης ἀντιπρόεδρος, Γκίκας· καὶ μέλη, οἱ Ζαχαρίας, Κεσίσογλου, Τσαμπηρᾶς, Κουτούπης, Μαλτσινιώτης. Τώρα ἱδρυταὶ καὶ μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Τραπέζης Σάμου: Μανταφούνης (ἀναγινώσκει). Ἐρχόμεθα εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν ἑταιρείαν Σάμου. Μέλη εἶναι: Γ. Βεντούρης, Μανταφούνης, Τράπεζα Σάμου, Τράπεζα Ἀγγλοαμερικανική. Εἰς τὴν ἀτμοπλοΐαν Μανταφούνη. Ἱδρυταὶ: Σ. Μανταφούνης, Ι. Μανταφούνης, Βεντούρης καὶ λοιποί. Τέταρτον. Εἰς τὴν ἑταιρείαν Ἴκαρος. Μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου: Σ. Μανταφούνης, Τράπεζα Ἀγγλοαμερικανική, Τράπεζα Σάμου. Διοικητικὸν δὲ Συμβούλιον: Βεντούρης, Μαρκάκης, Μανταφούνης. Πέμπτον. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἀνώνυμον ἑταιρείαν ἐξωραϊστικῶν ἔργων Λυκαβητοῦ, καὶ ἐκεῖ βλέπομεν πάλιν τὰ ἴδια πρόσωπα. Δηλαδὴ οἱ κύριοι αὐτοὶ συνῆλθον, συνέστησαν μίαν Τράπεζαν καὶ ἐκάλεσαν τὸ κοινὸν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς νὰ καταθέσῃ τὰς οἰκονομίας του. Κατετέθησαν δὲ πλεῖσται τοιαῦται. Φαντασθῆτε, ὅτι εἰς 2.000.000 ἀνέρχονται αἱ καταθέσεις τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, καταθέσεις ἀνήκουσαι εἰς πτωχοὺς βιοπαλαιστάς. Δηλαδὴ ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας προκύπτει, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ δὲν ἀπωλέσθησαν εἰς ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ τὰ χρήματα αὐτὰ τὰ ἐνοσφίσθησαν οἱ κύριοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι περιφέρονται ἐλεύθεροι ἐνῷ εἶναι ἄξιοι νὰ φυλακισθοῦν κλπ. Δὲν γνωρίζω κύριοι τί διάφορον καὶ τί βαρύτερον ἔγκλημα τούτου διέπραξαν καὶ οἱ Κουμπαῖοι καὶ οἱ ἄλλοι λησταὶ οἱ ὁποῖοι προσήλκυσαν κατὰ τὴν δίκην των τόσον τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος δι’ ἓν ἔγκλημα τὸ ὁποῖον ἔπραξαν, ἀγράμματοι καὶ ἀμόρφωτοι, ἀπέναντι ἀνθρώπων τῶν πόλεων οἱ ὁποῖοι ἐλήστευσαν ὑπὸ τὴν αἰγίδα, ὄχι ὑπὸ τὴν αἰγίδα ἀλλὰ τέλος πάντων ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς πολιτείας, ἐλήστευσαν τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον βαρεῖα ἡ εὐθύνη, ὄχι μόνον ἡ ἠθική, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀστικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διότι ἐνῷ ὑπῆρχε κείμενος νόμος, ὁ νόμος περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ ἐλέγχῃ τὴν λειτουργίαν τῆς Τραπέζης αὐτῆς, τὸ ὑπουργεῖον οὐδὲν ἔπραξε. Δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ καὶ δὲν ἠξίωσε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ὅπως εἰς τὰς γενικὰς συνελεύσεις παρίσταται καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου. Ἐπίσης τῆς διατάξεως κατὰ τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην γενικὴν συνέλευσιν ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρεία ἢ Τράπεζα, νὰ ὑποβάλλῃ ἀντίγραφον τῆς γενικῆς συνελεύσεως. Τοιοῦτον οὐδέποτε ὑπεβλήθη. Ἂν δὲ ὑπεβάλλετο τοιοῦτον, θὰ ἔβλεπε τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅτι αἱ γενικαὶ συνελεύσεις ἦσαν εἰκονικαί, διότι οἱ παριστάμενοι ὡς μέτοχοι ἦσαν οἱ ἴδιοι ὑπάλληλοι, καὶ τραπεζιτικοὶ ὑπάλληλοι μισθοδοτούμενοι μὲ 1000 καὶ μὲ 1500 δραχμὰς ἕκαστος καὶ οἱ ὁποῖοι παρίσταντο διὰ ψευδῶν πιστοποιητικῶν ἐκδιδομένων ὑπὸ τῆς αὐτῆς Τραπέζης, ὡς μέτοχοι ἔχοντες εἰς χεῖράς των 300 καὶ 400 χιλιάδας δραχμὰς ἕκαστος. Τοιαῦτα ἦσαν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὰς γενικὰς συνελεύσεις. Ἐπίσης ὑπάρχει διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἰσολογισμοὶ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, καὶ ἤδη εἶναι Μάϊος καὶ δὲν ἔχει ὑποβληθῆ ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Τραπέζης. Δὲν ἀφίεται δὲ ὄχι μόνον τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ποινικοῦ δικαίου διάταξις τὴν ὁποίαν νὰ μὴν παρεβίασε τὸ διοικητικὸν συμβούλιον. Διὰ τοιούτων παραβάσεων κατώρθωσαν, νὰ ὑπεξαιρέσουν καὶ νὰ καταχρασθοῦν τεράστια ποσὰ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 50 ἑκατομμύρια ἐνῷ αὐτοὶ δὲν φαίνονται ὡς λέγει ἡ ἔκθεσις ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ ὑπουργείου, ὅτι κατέθεσαν παρὰ ἐλάχιστα ποσά, καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς παύσεως τῶν πληρωμῶν ἀπὸ αὐτὰ τὰ τεράστια ποσὰ τῶν καταθέσεων ὑπῆρχον εἰς τὸ ταμεῖον 4600 εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα Ἀθηνῶν καὶ 17.000 εἰς ὅλα τὰ ὑπόλοιπα, διότι ἔσπευδαν τὰς καταθέσεις ἅμα ἐγένοντο, νὰ τὰς ἀπομυζοῦν καὶ νὰ τὰς διαθέτουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον χάριν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τῶν οὕτώ πως ληστευθέντων, ὄχι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς καθησύχασιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τὴν περιουσίαν των καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου. Διότι εἶναι ἐξωφρενικὸν, ἄνθρωποι καταχρασθέντες τοιαῦτα ποσὰ νὰ περιφέρωνται ἐλεύθεροι καὶ ἡ δικαιοσύνη νὰ βραδυπορῇ εἰς τὰς κινήσεις της καὶ ἀπὸ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς καταχρήσεως, νὰ μὴ ἀφαιρῇ τὴν διαχείρισιν ἀπὸ τὰ πρόσωπα ταῦτα.
§47Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ θέμα συνεζητήθη διὰ μακρῶν καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη, νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐλέχθησαν. Εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον, ὅπως σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, μὲ ἕνα τμηματάρχην, μὲ ἕνα γραφέα καὶ ἕνα εἰσηγητήν, τὸ ὑπουργεῖον, νὰ ἐλέγχῃ καὶ νὰ ἐποπτεύῃ 456 ἀνωνύμους ἑταιρείας. Θὰ μοῦ εἰπῆτε, διατὶ δὲν κάνετε 456 ὑπαλλήλους; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὡς ὑπουργὸς δὲν θὰ τὸ ἔκαμα, διότι τότε θὰ εἶναι ἀδύνατον, νὰ ζήσῃ οἱαδήποτε ἀνώνυμος ἑταιρεία ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ἕνα κρατικὸν ὑπάλληλον εἰς τὸ κεφάλι της, ὁ ὁποῖος θὰ ἐρρύθμιζε τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διῳκεῖτο. Λοιπὸν ἀπὸ τὸ θέμα τὸ συζητούμενον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν νὰ μάθῃ εἶναι εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ὁ ἔλεγχος. Ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐπελήφθη ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι ὁ γενικὸς διευθυντὴς τῆς ἑταιρείας ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ ὁ αἴτιος ὅλης τῆς καταστροφῆς, εἶναι εἰς τὰς φυλακάς· τὰ βιβλία τῆς ἑταιρείας κατεσχέθησαν καμμία συναλλαγὴ δὲν γίνεται ἀπολύτως καὶ ἑπομένως καμμία πρᾶξις διαχειριστική. Βεβαίως ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ. Δυοῖν θάττερον: ἢ θ’ ἀφήσωμεν τὴν λειτουργίαν τῶν κειμένων νόμων καὶ θὰ ἀφήσωμεν τοὺς δανειστάς, νὰ κηρύξουν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως τὴν ἑταιρείαν ἢ θὰ λάβωμεν μέτρα ἐξαιρετικὰ καὶ τὰ μέτρα ταῦτα ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, ἑτοιμάσαμεν δὲ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ δὲ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ εἶναι δυνατόν, νὰ μοῦ τὸ ἐπιστρέψῃ ἀπόψε. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνονται ἐξαιρετικὰ μέτρα ἐκκαθαρίσεως, διότι ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν συνήθη διαδικασίαν τῆς πτωχεύσεως, εἶναι ἀμφίβολον ἂν θὰ μείνουν ἐλάχιστα ποσά, διὰ τοὺς δανειστάς. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι συμφέρον διὰ τοὺς δανειστάς, νὰ ληφθοῦν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ εἰσηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν ταχέως.
§48Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν ἐζήτησα νὰ ἐπέμβῃ ἡ διοικητικὴ ἐξουσία εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς, ἀλλὰ ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων ὑποθέσεων, ὄχι μόνον τὴν πίστιν τοῦ κοινοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ὑποθέσεων αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουν ὁλόκληρον τὸν κόσμον ληστευόμενον ἀπὸ μίαν σπεῖραν ἀνθρώπων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ συνίστων εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, θὰ ἦτο νὰ συστήσῃ εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς, διότι νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς ἡ ἐπέμβασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅπως τὸ ἔργον των ἐπιταχυνθῇ καὶ ἐπιληφθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν προσώπων ἐφ’ ὅσον προκύπτει, ὅτι ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου μετέσχον τῆς διοργανώσεως πρὸς λήστευσιν τῶν ποσῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο προκύπτει, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανοποιητικὸν μόνον ὁ γενικὸς διευθυντὴς νὰ εἶναι εἰς τὰς φυλακάς. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπῆρχε συνεννόησις, νὰ τεθῇ ἕνας εἰς τὴν φυλακήν. Ἐκτὸς δὲ τούτου προκύπτει, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ δὲν ἀπωλέσθησαν, ἀλλὰ τὰ ἐπῆραν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι καὶ τὰ ἐλήστευσαν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμένον νὰ παραμένουν αὐτοὶ ἐλεύθεροι καὶ νὰ μὴ φυλακίζωνται καὶ νὰ μὴ ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν καταθέσεων. Διότι πτώχευσις θὰ εἰπῇ ἀφαίρεσις τῆς διαχειρίσεως καὶ ἱκανότης τῶν πιστωτῶν. Ἀλλ’ ἐδῶ τὸ χρῆμα ἔχει μεταφερθῆ εἰς τὰ ποικίλλα ἀνώνυμα ταμεῖα καὶ εἰς τὰ θυλάκια τῶν ἱδρυτῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἶναι νὰ συστηθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, νὰ ἐπιληφθῇ ταχέως τοῦ ποινικοῦ αὐτῆς ἔργου καὶ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ποινικὴ δίωξις τῶν προσώπων ἐκείνων καὶ ἡ σύλληψις αὐτῶν.
§49Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἐσκέπτετο σοβαρώτερον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν, δὲν θὰ διετύπωνε τὴν παράλογον ἀξίωσιν, νὰ διατάξωμεν ἡμεῖς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς, νὰ βάλουν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν φυλακήν. Ἀπὸ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἕνα πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν: νὰ συστήσωμεν, διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν εἰσαγγελέα, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ὄχι νὰ εἴπωμεν εἰς τὰ δικαστικὰς ἀρχὰς νὰ βάλουν ὡρισμένους ἀνθρώπους εἰς τὴν φυλακήν.
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος εἶναι καὶ δικηγόρος καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὸ σφάλμα αὐτό. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ ὑπουργείου, εἶναι, ὅπως αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ ἢ οἱαιδήποτε ἄλλαι ἀρχαὶ προβῶσι ταχύτερον εἰς τὸ ἔργον των καὶ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, διὰ τοῦ εἰσαγγελέως πρὸς μείζονα ἀσφάλειαν τῆς περιουσίας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν αὐτήν.
§51Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Αὐτὰ ἐλήφθησαν καὶ θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὸν νομοσχέδιον.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας τῶν ἀναφορῶν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§53Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἤθελα νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀποτελοῦντας τὰς ἐπιτροπὰς εἰς τὰς ὁποίας ἔχουν παραπεμφθῆ διάφορα νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν παραπεμφθῆ πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τοῦ δευτέρου τμήματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ φέρουν τὰς ἐκθέσεις των εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς 7 ἡμερῶν, ἄλλως θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅσα εἶναι ἐπείγοντα νὰ τὰ συζητήσωμεν.
§54Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν περιλαμβάνεται βέβαια ὁ Ποινικὸς νόμος;
§55Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια;
§57Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ τὰ ἐκπαιδευτικά, ἐὰν δὲν θέλετε ἐντὸς 7 ἡμερῶν, τότε ἐντὸς 10 ἢ 15 ἡμερῶν. Ἀκοῦτε ἐδῶ· ἀμφισβητεῖτε ὅτι πρέπει νὰ τὰ ψηφίσωμεν τόσον ἐγκαίρως, ὥστε νὰ διακόψωμεν;
§58Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀπὸ ἔλλειψιν προθυμίας, ἀλλὰ ἀπὸ περισσὴν προθυμίαν, διὰ νὰ τελειώσουν.
§59Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Συνεννοηθῆτε μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διὰ τὸ ζήτημα τῶν 6ταξίων σχολείων καὶ τῆς καταργήσεως τῶν σχολαρχείων. Εἶναι τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα καὶ πρέπει νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἐγκαίρως. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ ἔχομεν πάρα πολλὴν ἐργασίαν καὶ διὰ νὰ μὴ παραταθοῦν αἱ ἐργασίαι μας πέραν τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Ἰουλίου, θὰ παρακαλέσω νὰ περιορίσωμεν δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, λαμβανομένης τὴν Παρασκευήν, τὸν ἔλεγχον εἰς μίαν ἡμέραν ἀντὶ τῶν δύο, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τελειώσωμεν εἰς τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Ἰουλίου, ἐπίσης δὲ καὶ νὰ περιορίσωμεν καὶ τὰς ἐρωτήσεις εἰς δύο ἡμέρας ἀντὶ τῶν 5. Δὲν σᾶς ζητῶ σήμερον ἀπόφασιν· τὴν Παρασκευὴν θὰ τὸ συζητήσωμεν. Δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς αὐτό· ἐὰν δὲν τὸ θέλετε δὲν τὸ κάμνομεν, διὰ νὰ μὴ εἴπητε πάλιν, ὅτι καταργοῦμεν τὰς ἐλευθερίας. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ ἀποσύρω.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν ἠμπορέσωμεν νὰ κάμωμεν τὸ ἑξῆς: τὴν ἡμέραν τῶν ἐπερωτήσεων, νὰ ὑπάρχῃ καὶ μία ὥρα δι’ ἐρωτήσεις.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν Παρασκευὴν τὸ συζητοῦμεν. Δὲν παραπονοῦμαι ὅτι γίνεται σκόπιμος παράτασις τῶν ἐργασιῶν, ἀλλ’ εἶναι τόση πολλὴ δουλειά, ὥστε πρέπει νὰ μείνωμεν σύμφωνοι, νὰ διευκολύνωμεν τὴν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων.
§62Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν ἀπόφασιν ἥτις θὰ ληφθῇ τὴν Παρασκευὴν ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς οὐδεμία παρεσχέθη δυσκολία εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ρυθμισθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρίστανται κατ’ αὐτὰς καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοί, διότι ἐξ ἀπουσίας αὐτῶν ἀναβάλλονται αἱ ἐπερωτήσεις. Εἰς τὰ ζητήματα τῶν ἀναφορῶν, ἐὰν ἐδίδετο ἔγγραφος ἀπάντησις, δὲν θὰ εἴχομεν μείζονας συζητήσεις. Ἐξ ἄλλου πολλάκις γίνονται συζητήσεις ἐκ πολλῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες θὰ παρεῖλκον· καὶ ἂν τοῦτο περιωρίζετο, θὰ ἔμενεν ἐπαρκὴς χρόνος διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Θὰ συνίστων ἐπίσης, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐξήλεγχε τὰ ἐκκρεμῆ νομοσχέδια, πολλὰ τῶν ὁποίων δὲν θὰ εἶναι τόσον ἀναγκαῖα καὶ οὕτω θὰ ἠλαττώνετο ὁ φόρτος τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὥστε ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς Παρασκευῆς, θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ρυθμίσῃ τὰ πράγματα.
§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα σύμφωνοι.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ περιορισθοῦν αἱ ἀναφοραὶ εἰς δύο ἡμέρας.
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ εἴπω ὅτι δὲν θὰ ψηφισθοῦν ὅλα τὰ ἐκκρεμῆ νομοσχέδια, ἀλλὰ νομοσχέδια, ὅπως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, Χωροφυλακῆς, κομμουνιστικὸν κλπ. πρέπει νὰ ψηφισθοῦν καὶ δὲν μᾶς μένουν πολλαὶ ἡμέραι πρὸς συζήτησιν. Δι’ αὐτὸ ὅλοι πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ κερδίσωμεν χρόνον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τάσσεται προθεσμία εἰς τὰς ἐπιτροπὰς πρὸς ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεών των 7ήμερος μὲν δι’ ὅλα τὰ νομοσχέδια πλὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν δι’ ἃ τάσσεται δεκαήμερος καὶ τοῦ Ποινικοῦ νόμου δι’ ὃ δὲν τάσσεται προθεσμία. Ἐρωτῶ δὲ τὴν Βουλήν, δέχεται τοῦτο;
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§68Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Καὶ τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν.
§69Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι σπουδαιότατον.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ταχθῆ καὶ δι’ αὐτὸ προθεσμία. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων ΤΟΔʹ ΥΙΕʹ καὶ ΩΞΗʹ περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας κλπ.». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Μαρτίου 1929 Ν. Δ. περὶ καταργήσεως τῆς φορολογίας τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας καὶ ἐπιβολῆς εἰδικοῦ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1929 Ν. Δ. περὶ ἀκυρώσεως συμβάσεως ἀφορώσης τὸ Λαχεῖον τοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Ράλλης.
§71Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι μετά τινος δυσφορίας ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ὅπως λάβω τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἡ δυσφορία μου αὕτη ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸν τρόπον, μετὰ τοῦ ὁποίου διεξήχθη μέχρι σήμερον ἡ περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο συζήτησις καὶ εἰς τὸν μακρὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθην νὰ διεξαγάγω ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 77, τοῦ Συντάγματος, ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος, παρ’ ὅλην τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν τὴν ὁποίαν τρέφω, ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένος ἐκ τοῦ δικαίου ἔμεινεν ἄκαρπος καὶ τοῦτο, διότι κατωρθώθη ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ἀπεκλείετο εἰς ἐλεύθερα πολιτεύματα, κατωρθώθη νὰ δημιουργηθῇ ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἐλευθέραν ἐκδήλωσιν τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν γνώμης, διότι ἠπειλεῖτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον, νὰ θεωρηθῇ πράττων τι σκανδαλῶδες. Ἐν τῇ ἀπολύτῳ πεποιθήσει, ὅτι θὰ ἔπραττόν τι σκανδαλῶδες σιωπῶν, ἔλαβον τὸν λόγον ἐν τῇ ἁρμοδίᾳ ἐπιτροπῇ, λαμβάνω τὸν λόγον καὶ σήμερον. Ἀδιαφορῶ, ἐὰν κατωρθώθη διὰ τῶν μεθόδων τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, νὰ ὑπάρχῃ δυσμένειά τις τῆς κοινῆς γνώμης κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον δικαίου, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἐπιτελῶ. Ἀδιαφορῶ λέγω, διότι φρονῶ, ὅτι ἔργον τοῦ πολιτευτοῦ τοῦ σεβομένου τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, δὲν εἶναι νὰ συμμορφοῦται πρὸς τὰς ἰδιοτροπίας τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλ’ εἶναι νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅταν εἶναι πικρὰ δι’ ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνεται. Ἡ σύμβασις αὕτη συνήφθη κατὰ τὸν χρόνον, ὄχι τῆς δικτατορίας, ἀλλὰ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Παγκάλου καὶ ἔχει ἀναμφισβητήτως τὸ ἐλάττωμα, ὅτι ἐγεννήθη εἰς ἐποχὴν λίαν δυσμενῆ. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον δὲν ἀρκεῖ, ὅπως καταδικασθῇ ἡ σύμβασις αὕτη. Διὰ νὰ καταδικασθῇ, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ περιεχόμενον αὐτῆς εἶναι ἄξιον καταδίκης, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ ἀκόμη, ὅτι νομικῶς εἶναι δυνατὴ ἡ καταδίκη αὕτη. Ὅταν συνῆλθεν ἡ πρώτη Βουλή, μετὰ τὴν δικτατορικὴν περίοδον ἐψηφίσθη τὸ ψήφισμα τοῦ Φεβρουαρίου 1927, τό ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ἐπίσης ἐπικυροῦνται, τροποποιοῦνται, ἀκυροῦνται, καταργοῦνται (ἀναγινώσκει). Καὶ τὸ ψήφισμα τοῦτο ὑπῆρξε σαφὴς καὶ ρητὴ διάταξις μεταξὺ τῶν συντακτικῶν πράξεων, τῶν πράξεων τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, τῶν διαταγμάτων καὶ τῶν συμβάσεων τῆς περιόδου αὐτῆς ἀπὸ 26 Ἰουλίου 1926 μέχρι τῆς 4 Δεκεμβρίου 1927. Αἱ συντακτικαὶ ἀποφάσεις, πράξεις, διατάγματα καὶ νομοθετικὰ διατάγματα κυροῦνται, ἀκυροῦνται, τροποποιοῦνται, καταργοῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς πρώτης παραγράφου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς συμβάσεις, ὑπῆρξε ρητὴ ἡ διάταξις ἡ ἐκδήλωσις τῆς βουλήσεως τῆς Βουλῆς ἐκείνης· δηλαδὴ τί εἶπεν; Ὅτι μόνον ἐκεῖναι αἱ συμβάσεις αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἂς ὀνομάσω τοῦτον ὕποπτον κατὰ παράβασιν τῶν προϋφισταμένων νόμων καὶ διαταγμάτων, μόνον ἐκεῖναι αἱ συμβάσεις, δύνανται ν’ ἀκυρωθοῦν, τροποποιηθοῦν ἢ καταργηθοῦν. Ὅλαι αἱ ἄλλαι αἱ ὁποῖαι δὲν συνήφθησαν κατὰ παράβασιν προϋφισταμένων νόμων καὶ διαταγμάτων ἐκυρώθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος. Καὶ ἦλθεν κατόπιν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς τοῦ Αὐγούστου 1927, ἡ ὁποία ἐπανέλαβε τὴν αὐτὴν διάταξιν καὶ ἡ ὁποία ὥρισεν ἐπὶ πλέον τὰ ἑξῆς, ἠκυρώθη αὕτη διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος ἐκδοθέντος κατὰ τὴν αὐτὴν ὡς ἄνω περίοδον ὡς καὶ τὰ κυρώσαντα ταύτην νομοθετικὰ διατάγματα. Πρόκειται λοιπὸν καθαρὰ περὶ διακρίσεως γενομένης, ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν μιᾶς ἐπιταγῆς, ὡς πρὸς αὐτήν. Ὅταν λέγῃ, ὅτι εἶναι ἰσχυρὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος ποῖα ἐννοεῖ; Ἐκεῖναι αἱ συμβάσεις αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν συμφώνως πρὸς προϋφισταμένους νόμους. Ἐκεῖναι, αἱ συμβάσεις καταργοῦνται δὲ αἱ ὁποῖαι δὲν συνήφθησαν συμφώνως πρὸς προϋφισταμένους νόμους. Ἐν τῇ συζητήσει περὶ τῆς συμβάσεως τοὐλάχιστον ἐγεννήθη μακρὰ συζήτησις ἐκ τῆς διατάξεως τῆς περιλαμβανομένης ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει καὶ ἡ ὁποία ἔχει οὕτω. «Ἡ ἰσχὺς τῆς παρούσης συμβάσεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως τοῦ διατάγματος (ἀναγινώσκει)». Διότι τὸ ἄρθρον 14 τῆς συμβάσεως ἀναφέρει τοῦτο ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος. Λέγει «εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν ἀνατίθεται ἡ δημοσίευσις καὶ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος νομοθετικοῦ διατάγματος οὗτινος ἡ ἰσχὺς ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως (ἀναγινώσκει)». Καὶ ἐγεννήθη ἕνα ζήτημα νομικόν, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον ἐὰν τὸ κυρῶσαν τὴν σύμβασιν εἶναι νομοθετικὸν διάταγμα ἢ εἶναι διάταγμα κατὰ τὴν νομοθετικὴν ἐπιταγὴν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ΓΤΟʹ ἐκδοθέντος. Λέγω, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι ἀκατανόητος ἡ τοιαύτη συζήτησις, διότι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου δύο (2) τοῦ νόμου, πρόκειται περὶ νομοθετικοῦ διατάγματος. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο παρεδέχθημεν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς κανεὶς ἐκ τῶν ἀσχοληθέντων, ἐκ τῶν ἐντεταλμένων ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὸ νομικὸν ζήτημα, οὐδεὶς ἔθιξε τὸ ζήτημα τὸ νομικόν, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διότι ἡ μακρὰ γνωμοδότησις τῆς ὁλομελείας τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάλογος τῶν προσδοκιῶν πάντων ἡμῶν. Διότι διὰ μακρῶν ἀσχολεῖται ἡ ὁλομέλεια τοῦ νομικοῦ συμβουλίου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν εἶναι νομοθετικὸν διάταγμα ἢ δὲν εἶναι νομοθετικόν διάταγμα, καὶ ἂν ἡ διόρθωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο δὲν ἠξεύρω πῶς εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κακῶς ἐδημοσιεύθη, ἀποτελεῖ ἢ δὲν ἀποτελεῖ νομικὸν χαρακτηρισμόν, ὅτι τὸ διάταγμα εἶναι ἐκτελεστικὸν τοῦ νόμου ΓΤΟʹ ἢ διάταγμα νομοθετικόν. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο, τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τὸ κυρῶσαν τὴν σύμβασιν ἔμεινεν ἀκύρωτον, ἢ ἐκυρώθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοῦ 1926. Καὶ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ἐπὶ τῇ βάσει καὶ τῶν διατάξεων τοῦ ψηφίσματος τοῦ Φεβρουαρίου 1927 καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς τοῦ Αὐγούστου 1927, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ ἐκυρώθη ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ψηφίσματος τοῦ Φεβρουαρίου 1927. Τοῦτο δέ, διότι τὸ διάταγμα πρῶτον ἐθεώρησεν ὅλας τὰς συντακτικὰς πράξεις, τὰς ἀποφάσεις, τὰς πράξεις, τὰ νομοθετικὰ διατάγματα καὶ τὰ διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα καὶ τὰ ὑποκείμενα ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὴν ἀκύρωσιν πρὸ τὴν τροποποίησιν κλπ. Δεύτερον ὡς πρὸς τὰς συμβάσεις τῆς ἐργολαβίας, τότε μόνον θὰ ὑπεβάλοντο εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν ἐν παραγράφῳ 1 καὶ πράξεων καὶ διαταγμάτων, ὅταν κατὰ παράβασιν τῶν ὑφισταμένων νόμων ἢ διαταγμάτων ἐξεδόθησαν. Ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι, ὅταν ἐξεδόθησαν συμφώνως πρὸς τοὺς ὑφισταμένους νόμους ἢ διατάγματα, τότε εἶναι ἔγκυρα.
§72Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε ἔχουν περισσοτέραν ἰσχὺν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ δώσουν οἱ συμβαλλόμενοι. Αὐτὸ ὑποστηρίζετε, ὅτι διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐδόθη εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν περισσοτέρα ἰσχὺς ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ δώσουν οἱ συμβαλλόμενοι;
§73Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπῆρξα σαφής. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ἔχετε μίαν σύμβασιν. Αὐτὴ ἡ σύμβασις ἐκυρώθη διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος. Αὐτὸ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ κυρῶσαν τὴν σύμβασιν, τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Ἔπρεπε νὰ κυρωθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ναὶ ἢ οὔ; Ἕως ἐδῶ ἐλπίζω, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐγὼ λέγω, ἐκυρώθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Φεβρουαρίου 1927, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι, ἐὰν αἱ συμβάσεις αὐταὶ συνήφθησαν σύμφωνα πρὸς τοὺς προϋφισταμένους νόμους, αὐταὶ δὲν θίγονται. Μένουσιν ἰσχυραί. Δὲν τίθενται οὔτε ὑπὸ ἀκύρωσιν, οὔτε ὑπὸ κύρωσιν, οὔτε ὑπὸ τροποποίησιν, οὔτε ὑπὸ κατάργησιν. Τί θὰ εἰπῇ αὐτό;
§74Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτι ἂν συνήφθησαν παρὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἔχουσι τὴν ἰσχύν, την ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ δώσουν εἰς αὐτάς τὰ συμβαλλόμενα μέρη.
§75Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν συνήφθησαν πρὸς τοὺς ὑφισταμένους νόμους, τὰ νομοθετικὰ διατάγματα τὰ κυρώσαντα αὐτὰς κυροῦνται.
§76Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπαιτεῖται μία ἰδιαιτέρα κύρωσις δι’ αὐτὰ τὰ ἰδιαίτερα διατάγματα.
§77Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, πάρετε τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Ποία ἦτο αὕτη; Ἡ Βουλὴ τοῦ 1927 εὑρέθη πρὸ σωρείας νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ συνταγματικῶν πράξεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῆς εὐνοήτου. Εὑρέθη ἐπὶ πλέον καὶ πρὸ συμβάσεων καὶ ἐργολαβιῶν τῆς περιόδου ἐκείνης. Τί ἔκαμεν; Ὀρθῶς ἔκαμε μίαν διάκρισιν καὶ εἶπεν: Ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὰς συνταγματικὰς πράξεις, τὰ νομοθετικὰ διατάγματα κλπ., αὐτὰ ἐγὼ τὰ θεωρῶ, ὅτι πρέπει ὅλα νὰ ταχθοῦν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἢ νὰ κυρωθοῦν ἢ νὰ καταργηθοῦν ἢ νὰ τροποποιηθοῦν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ θεωρῶ, ἐκ μόνου τοῦ λόγου ὅτι ἐγεννήθησαν κατὰ τὸν ὕποπτον χρόνον, ὕποπτα. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς συμβάσεις, ἐπειδὴ αὐταὶ γεννοῦν δικαιώματα καὶ ἐπειδὴ εἶναι πιθανὸν νὰ παρεμβληθοῦν κεκτημένα δικαιώματα, ἐκείνας μόνον θεωρῶ ὑποκειμένας εἰς τὴν αὐτὴν διαδικασίαν, ὅσαι συνετάγησαν κατὰ παράβασιν τῶν ὑφισταμένων νόμων. Ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι συνετάγησαν συμφώνως πρὸς τοὺς ὑφισταμένους νόμους καὶ μόνον ἐκεῖναι εἶναι ἔγκυροι. Διότι δὲν δύνανται νὰ προσβάλλωνται τὰ κεκτημένα δικαιώματα, κτηθέντα οὐχὶ λόγῳ τῆς ἐνεργείας τοῦ ὑπόπτου χρόνου, ἀλλὰ διὰ νομοθετικῶν διατάξεων. Ὑποθέτω, ὅτι ὑπῆρξα λίαν σαφὴς καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τούτου. Ἀντιθέτως, ἡ νομικὴ συζήτησις ἡ ὁποία διεξήχθη καὶ τὴν ὁποίαν ἐπεβράβευσεν διὰ τῆς μακρᾶς συσκέψεως ἡ ὁλομέλεια τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, εἶναι ἀκατανόητος. Ὑπάρχει ὁ νόμος ΓΤΟʹ τοῦ 1909 καὶ ὁ νόμος αὐτὸς εἰς τὸ ἄρθρον 7 ἀναγράφει τὴν διάταξιν, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν σύναψιν συμβάσεως, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ ἐκχωρῇ τὰ δικαιώματα αὐτῆς εἰς τρίτον. Ἡ σύμβασις ἡ ὁποία ἐγένετο, δὲν ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιταγὴν αὐτῆς τῆς νομοθεσίας; Δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν ἐπιταγὴν αὐτήν; Ἀλλ’ ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ΓΤΟ καὶ συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως. Δὲν ὑπάρχει, δηλαδὴ οὐδὲν τὸ ἄτοπον ἐκ τοῦ ὅτι ἐξεχωρήθησαν τὰ δικαιώματα εἰς ἰδιώτην ἢ εἰς ἑταιρείαν, διότι αὐτὴ ἡ ἀρχὴ εἶχε τεθῆ. Καὶ ταῦτα μέν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομικὸν μέρος. Ἀλλὰ δι’ ἐμὲ ὅλως δευτερεύουσαν σημασίαν ἔχει τὸ νομικὸν μέρος, ὅταν ὑπάρχῃ τὸ μέρος τὸ οὐσιαστικόν. Ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ λαχείου ἀπὸ ἀπόψεως γενικῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1924 καὶ κατὰ τὸ 1925, εἰς τὰς παραμονὰς τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως; Εἰς τὰ 1924 ὁλόκληρον τὸ ἐκ τοῦ λαχείου ἔσοδον τοῦ Κράτους ἀνῆλθεν εἰς 1.800.000. Ἀφαιρουμένων δηλαδὴ τῶν δαπανῶν, μένει κέρδος τοῦ Δημοσίου δραχμαὶ 400.000 περίπου. Τὸ 1925, δηλαδὴ τὸ ἔτος τὸ ἀμέσως πρὸ τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως, διότι ἡ σύμβασις συνήφθη τὴν 27)1)26, τὸ 1925 τὸ ὁλικὸν ἔσοδον ἐκ τοῦ λαχείου ἀνῆλθεν εἰς 2.000.000 δραχμάς, καὶ εἰσέπραξε τὸ Κράτος μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν δραχμὰς 500.000. Καὶ κατὰ τὸ 1924 καί κατὰ τὸ 1925 ἡ δραχμὴ εὑρίσκετο εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον, ἴσως μάλιστα κάπως ἐπὶ τὰ χείρω, διότι τὸ συνάλλαγμα ἦτο πρὸς τὰς 400 δραχμάς. Συνήφθη ἡ σύμβασις τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1926. Ἡ σύμβασις αὐτὴ ἀναμφισβητήτως ἐνεῖχε τό ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ὑπηγορεύθη ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν προσόδων τῶν ἀμέσως προηγηθέντων ἐτῶν. Διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνεζήτησαν τήν σύμβασιν, εἶχον ὑπ’ ὄψει των τὰ ἔσοδα αὐτὰ τοῦ 1924–1925, 1.800.000 κατὰ τὸ 1924 καὶ 2.000.000 κατὰ τὸ 1925. Καὶ βεβαίως ἦτο γνωστότατον ὅτι πᾶν Κράτος, ἰδιαίτατα δὲ τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι κάκιστος ἐπιχειρηματίας, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ φαντασθῶσιν ὅτι ἡ γνώμη αὐτή, θὰ εἶχε τοιαύτην περιφανῆ ἐπιβράβευσιν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.
§78Χ. ΛΑΔΑΣ. Πόσον εἶχε τὸ λαχεῖον;
§79Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει ἐλάττωμα τῶν διαχειρισθέντων τὸ λαχεῖον. Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὰ τὰ προσέφερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν ἐπιχείρησιν αὐτήν. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὰ τὰ προσέφερε τὸ κοινὸν τὸ ἀγοράσαν τὸ λαχεῖον.
§80Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ προσόδων.
§81Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τῆς τιμῆς τοῦ λαχείου εἴπατε. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν πρόνοιαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπεκατεστάθησαν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος μέχρι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν ἐσκέφθη νὰ κάμῃ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ ἑταιρεία. Εἰς τὰ 1924 καὶ 1925 εἶχεν 1.800.000 καὶ 2.000.000 maximum καὶ καθαρὸν ἔσοδον 400.000 δραχμάς. Αὐτὸ εἶναι τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ διανεμηθῇ τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου μετὰ τῆς ἑταιρείας τῆς ἀρχαιολογικῆς. Εἰς τὰ 1926 ἀνέλαβε τὸ ἔργον συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν ἡ ἑταιρεία. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος αἱ εἰσπράξεις τοῦ λαχείου ἀνέρχονται εἰς 36 ἑκατομμύρια. Τὸ δεύτερον ἔτος—ἡ τιμὴ τῶν λαχνῶν ἦτο ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ πρώτου ἔτους—αἱ συνολικαὶ εἰσπράξεις τοῦ 1927 ἀνῆλθον εἰς 56 ἑκατομμύρια καὶ εἰς τὰ 1928 αἱ γενικαὶ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ λαχείου ἀνῆλθον εἰς 62 ἑκατομμύρια. Δηλαδὴ τὰ ἐκ τοῦ λαχείου ἀκαθάριστα ἔσοδα ἀπὸ τοῦ 1925 ὅπου διεχειρίζετο τὸ Κράτος τὸ λαχεῖον μέχρι τοῦ 1928, ἐντὸς μιᾶς τριετίας, ἐτριακονταπλασιάσθησαν. Ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν, παρετήρησεν, ὅτι ὅταν εἴχομεν εἰσπράξεις 1.800.000 καὶ 2 ἑκατομμύρια maximum, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶχε λαχνοὺς πρὸς δύο δραχμάς. Ἀπήντησα ἤδη ὅτι καὶ τοῦτο ἦτο ἔλλειψις προνοίας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ ἀπόδειξις, ὅτι τὸ Κράτος ἦτο κακὸς ἐπιχειρηματίας, ἀλλὰ σᾶς προσθέτω, ὅτι τῷ 1926, 1927 καὶ 1928 ἦσαν αἱ αὐταὶ τιμαὶ τῶν λαχνῶν καὶ ἐν τούτοις εἰς τὰ 1926 ἔχομεν εἰσπράξεις 36 ἑκατομμύρια καὶ εἰς τὰ 1928 ἔχομεν 62 ἑκατομμύρια. Ἄν τέλος πάντων κἄπου πρέπει νὰ ἀποδοθῇ αὐτὴ ἡ καταπληκτικὴ αὔξησις τῶν γενικῶν εἰσπράξεων, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν ὄντως ἀξίαν παντὸς ἐπαίνου ἐνέργειαν τοῦ διευθύνοντος τὴν ἑταιρείαν ταύτην, ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη καὶ ἱκανώτατος καὶ ἐντιμώτατος ἀνήρ. Τόσον ἔντιμος καὶ τόσον ἱκανός, ὥστε νὰ θεωρῶ, ὅτι θὰ ὑπῆρχε παράλειψις καθήκοντος ἐκ μέρους μου ἂν δὲν διαμαρτυρηθῶ ὑπὲρ αὐτοῦ, διὰ τὴν σκανδαλοποίησιν εἰς βάρος του τῆς ὑποθέσεως. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐρώτησίν σας κ. Λαδᾶ. Κατὰ τὴν σύμβασιν 55 ἑκατοστὰ διατίθενται ἐκ τῶν γενικῶν εἰσπράξεων ὑπὲρ τῶν λαχείων, 25 ἑκατοστὰ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ στόλου, 9 ἑκατοστὰ ὑπὲρ τῶν μεταπρατῶν, 2½ ἑκατοστὰ δι’ ἐκτυπωτικὰ καὶ ἔξοδα ἀποστολῆς εἰς ἐπαρχίας, δηλαδὴ 91½ ἑκατοστὰ διατίθενται ὑπὲρ τοῦ ἀγοραστικοῦ κοινοῦ καὶ τοῦ στόλου τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τῶν ὑπολοίπων 8½ ἑκατοστῶν, πάλιν κατὰ τὴν σύμβασιν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δι’ ἔξοδα διαφημίσεως, ἐνοικίων κλπ., τὸ ἀπομένον διανέμεται μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τοῦ Κράτους. Ποῖαι ἦσαν αἱ εἰσπράξεις τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1928; Συμφώνως πρὸς αὐτὴν τὴν κλίμακα τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τῆς συμβάσεως ἐπὶ 62.000.000 δραχμῶν γενικῶν εἰσπράξεων διετέθησαν 56.730.000 δραχμῶν διὰ τὸ ἀγοραστικὸν κοινὸν καὶ διὰ τὸ Κράτος, τὸ δὲ ὑπόλοιπον διενεμήθη μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τοῦ Κράτους πάλιν. Καὶ ἔλαβε τὸ Κράτος τὸ ὅλον 23.000.000, ἡ δὲ ἑταιρεία τὸ ὅλον 2.000.000. Καὶ ἐρωτῶ: ποῦ εἶναι τὸ σκάνδαλον, ὅταν εἴχατε μίαν ἐπιχείρησιν ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία σᾶς ἀπέδιδε κέρδος 400.000 δραχμῶν καὶ ἔχετε μίαν ἑταιρείαν, ἡ ὁποία σᾶς δίδει κέρδος 23.000.000 δραχμῶν; θεωρεῖτε, ὅτι εἶναι σκάνδαλον, ὅταν λάβῃ ἡ ἑταιρεία 2.000.000 δραχμῶν; Ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ. Ἀλλ’ ἐδῶ συμβαίνει καὶ κἄτι ἄλλο. Ἐδῶ ὑπομιμνήσκω τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ἀνέφερα ὅταν ἔλαβον τὸν λόγον ἐν ἀρχῇ, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις εἶχον ὑπ’ ὄψει ἀμφότεροι οἱ συμβαλλόμενοι τό τε Κράτος καὶ ὁ ἀνάδοχος τὰς ἀποδόσεις τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Κράτος ἐκ τοῦ λαχείου, τὰς ἀμέσως πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως καὶ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του 1.800.000–2.000.000. Ἐσκέφθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι δεκαπλάσια τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ ὅτι εἷς καλὸς ἐπιχειρηματίας καὶ ὄχι κακὸς ὅπως εἶναι τὸ Κράτος, θὰ κατωρθώσῃ, νὰ ὀργανώσῃ τὴν ἐπιχείρησιν καλλίτερον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων αὐτῶν κατενεμήθησαν τὰ ποσοστά, τὰ δικαιώματα ἑκάστου. Ἦλθον τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ὑπερέβαλον πάντα ὑπολογισμόν. Ἀπέδειξαν τόσον κακὸν ἐπιχειρηματίαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὥστε νὰ εἰσπράττῃ 400.000 δραχμάς. Διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς ἑταιρείας εἰσέπραξε 23.000.000 καθαρὸν κέρδος, καὶ τότε ἦλθεν ἡ ἑταιρεία καὶ εἶπεν: ἐγὼ δέχομαι νὰ συζητήσω τὴν μείωσιν αὐτῶν τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα ὡρίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἀποδειχθέντων ἐσφαλμένων ἐκ τῶν πραγμάτων. Διατί, κ. ὑπουργέ, ἀντὶ νὰ συζητήσετε τὰς προτάσεις αὐτάς, ἀντὶ νὰ προβῆτε εἰς λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν προτάσεων αὐτῶν, ἀντὶ νὰ ἀσκήσητε ὅλην σας τὴν ἐπιρροήν ὅπως ἐπιβάλετε τὰς γνώμας ὑμῶν, διὰ τὴν μείωσιν τὴν κατὰ κρίσιν ὑμῶν μέχρι τοῦ ποσοῦ κατὰ τὸ ὁποῖον κρίνετε σεῖς νόμιμον, τῶν ποσοστῶν, διατὶ προσηγάγετε ἓν νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἀκυροῦται ἡ σύμβασις αὐτή; Διαπράττετέ τι, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς εἶναι ἄτοπον ἐκ μέρους τοῦ Κράτους διαπραττόμενον. Καὶ συγχρόνως εἶναι πιθανόν, νὰ ἐπιφέρετε μεγάλας ζημίας. Διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εὐθὺς ὡς καὶ πάλιν ἀναλάβῃ τὸ Κράτος ὡς ἐπιχειρηματίας, τὴν διαχείρισιν τοῦ λαχείου, αἱ ἀποδόσεις τοῦ λαχείου θὰ φθάσωσιν εἰς τὰ κωμικὰ ποσὰ τοῦ 1925 καὶ ἀναμφισβητήτως θέλουσι καταλήξει εἰς 50% ἢ 60% κατώτερα τῶν σημερινῶν εἰσπράξεων. Εἶναι πολλὰ τὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν τὰ μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου; Ἐλαττώσατέ τα. Εἶναι μεγάλοι οἱ μισθοί, τοὺς ὁποίους λαμβάνουν οἱ διευθυνταί, εἶναι πολλοὶ οἱ δύο διευθυνταί; Ζητήσατε τὴν κατάργησιν τοῦ ἑνός, δεχθῆτε τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἑτέρου καὶ ἀξιώσατε; νὰ μειωθῇ ὁ μισθὸς αὐτοῦ. Ἀλλὰ μὴ γίνεσθε συνένοχοι μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀδίκημα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσω ἐγὼ τοὐλάχιστον ἠθικὴν τήν γνώμην, τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δύναται νὰ ἀδικῇ τὸ Κράτος, διότι ὑπάρχει τὸ νομικὸν πλᾶσμα, ὅτι τὸ Κράτος οὐδέποτε ἀδικεῖ. Ὡραία ἠθικὴ ἀρχή, ἐπειδὴ ὑπάρχει τό νομικὸν πλᾶσμα, ὅτι τὸ Κράτος οὐδέποτε ἀδικεῖ καὶ συμφώνως πρὸς τὸ νομικὸν αὐτὸ πλᾶσμα δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ καταδικασθῇ, δύναται τὸ Κράτος νὰ ἀδικοπραγῇ! Ἄνδρες νομικοὶ κατέχοντες ὑψίστας ἐν τῇ πολιτείᾳ θέσεις, ἐκπλήττομαι πῶς ἔρχονται νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι ἐπειδὴ ὑπάρχει νομικὸν δόγμα ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἀδικοπραγεῖ, εἶναι ἠθικὸν τὸ Κράτος νὰ ἀδικῇ τὰς ὁμάδας τῶν ἀποτελούντων αὐτό. Ἐπαναλαμβάνω ἀδιαφορῶν, δι’ ὅλην τὴν σκανδαλοποίησιν τῆς ὑποθέσεως, ὅτι φρονῶ, ὅτι ἐκτελῶ καθῆκον ὑπὲρ τοῦ δικαίου. Ἔλαβον τὸν λόγον καί νομίζω, κ. ὑπουργέ, ὅτι θὰ πράξητε καὶ σεῖς πρᾶξιν δικαίαν, ἐὰν δὲν θελήσητε νὰ δεχθῆτε τὰ δόγματα αὐτὰ τὰ νεοφανῆ δόγματα τοῦ νομικοῦ συμβουλίου καὶ δὲν θελήσητε νὰ ἐπιμείνετε εἰς ψήφισιν μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἂν ὄχι τι ἄλλο, μίαν πρᾶξιν ἀληθῶς τερατώδη.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§83Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶμαι κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἀπεδέχθη τὴν εἰσήγησιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως, τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως τῶν ἀντιρρήσεων τὰς ὁποίας διετύπωσεν καὶ ἡ ἑταιρεία τοῦ Λαχείου καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ράλλης, καὶ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου περισσότερον ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς καὶ ὀλιγώτερον ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς. Τὸ βασικὸν ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ὅτι κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦ Φεβρουαρίου 1927, τὸ ὁποῖον ἐπανέλαβε ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς τοῦ Αὐγούστου 1927, αἱ συμβάσεις αἱ ὁποῖαι ἔχουν συναφθῆ κατὰ παράβασιν τῶν προϋφισταμένων διατάξεων τῶν νόμων, ἠδύνατο νὰ τροποποιηθῶσιν, καταργηθῶσιν ἢ ἀκυρωθῶσιν φερόμεναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὅτι ἑπομένως κατ’ ἀντιδιαστολὴν ὁ ἀξιότιμος ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἐξέφερε τὴν γνώμην, ὅτι ἐφ’ ὅσον αἱ κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τῶν προϋφισταμένων νόμων γενόμεναι συμβάσεις ὑφίστανται αὐτὴν τὴν ἀνακάθαρσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξ ἀντιδιαστολῆς αἱ γενόμεναι κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν ὑφισταμένων διατάξεων ἢ κατ’ ἐξουσιοδότησιν προϋφισταμένων διατάξεων συνεπείᾳ νόμων, αὐταὶ θεωροῦνται κατ’ ἅλμα νομικὸν τὸ ὁποῖον ἔκαμε, ὅτι ἐκυρώθησαν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ψηφίσματος τοῦ Φεβρουαρίου 1927. Ἡ σύμβασις αὐτὴ μετὰ τῆς ἑταιρείας τοῦ Λαχείου κατεχωρήθη εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 20 τῆς 18ης Ἰανουαρίου 1926 φύλλον τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸν τίτλον «Νομοθετικὰ διατάγματα» καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἀφορώσης τὸ Λαχεῖον Ἐθνικοῦ στόλου καὶ τῶν ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος». Φέρει χρονολογίαν δημοσιεύσεως 16 Ἰανουαρίου 1926, εἶναι δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ἄμεσα τέκνα τῆς ἀνακηρύξεως τῆς δικτατορίας, διότι ὅπως ἐνθυμεῖσθε εἰς τὴν ἁγίαν Παρασκευὴν ἐγένετο ἡ ἀνακήρυξις τῆς δικτατορίας κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1926. Ἐκυρώθη δὲ ἡ σύμβασις διὰ Νομοθετικοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐν ἄρθρῳ 2, τοῦ πρώτου περιλαμβάνοντος τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως, ἀναφέρει ὅτι «εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν ἀνατίθεται ἡ δημοσίευσις κλπ.,» καὶ συγχρόνως ὅτι «ὑποβληθήσεται ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς μελλούσης Βουλῆς». Ἐκ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος συνήγαγε τὸ συμπέρασμα ὅτι δῆθεν αἱ δύο αὐταὶ πλησίον εὑρισκόμεναι φράσεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν, διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις ὅταν λέγῃ τὸ ἄρθρον ὅτι «ἀνατίθεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν ἡ δημοσίευσις τῆς συμβάσεως»; Νομίζω ὅτι δὲν χρήζει ἀνασκευῆς κἂν τὸ ἀβάσιμον τῆς γνώμης αὐτῆς διότι ἡ σύμβασις κεκυρωμένη ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος ἐκτήσατο ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κυρώσεως προσωρινὴν ἰσχύν, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὁποίας προσωρινῆς ἰσχύος ἀνετίθετο διὰ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ ἡ δημοσίευσις εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἑπομένως οὐδεμία ἀντίφασις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἀμφότεραι εἰς τὸ ἄρθρον 2. Παραμένει δὲ ὡς διάταξις ἔχουσα σοβαρωτάτην σημασίαν ὡς περιλαμβάνουσα πλήρη τὴν θέλησιν τῶν συμβαλλομένων ἡ διάταξις, ὅτι ἡ σύμβασις καὶ τὸ διάταγμα τὸ ὁποῖον τὴν κυροῖ ὑποβληθήσονται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς μελλούσης νὰ συνέλθῃ Βουλῆς. Τώρα ποῖον εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τὸ βασικὸν τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ὑμῶν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς; Εἶπεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἐγένετο κατὰ παράβασιν τῶν ὑφισταμένων διατάξεων, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ipso jure κυρωθεῖσα ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὸ ψήφισμα τοῦ Φεβρουαρίου 1927. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτως καὶ ὀρθῶς τὸ νομικὸν συμβούλιον δὲν ἀπησχολήθη ἐπὶ τῆς ἀντιρρήσεως ταύτης.
§84Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀπησχολήθη τὸ νομικὸν συμβούλιον, διότι οὐδέποτε ἀπησχολήθη ἐπ’ αὐτοῦ.
§85Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ νομικὸν συμβούλιον ἠσχολήθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ δὲν ἠσχολήθη ἐπ’ αὐτοῦ καὶ δὲν τὸ ἀνέφερε, διότι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Διότι τὸ ψήφισμα τοῦ Φεβρουαρίου 1927, καθὼς καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς τοῦ Αὐγούστου 1927 δὲν ὁμιλοῦσι περὶ συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι περιέχουσι ἐν ἑαυταῖς τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ὑποβάλῃ αὐτὰς ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς μελλούσης νὰ συνέλθῃ Βουλῆς, διότι προκειμένου περὶ τοιούτων συμβάσεων, αὐτοὶ οἱ συμβαλλόμενοι καθώρισαν αὐτὰς ὡς ἐχούσας προσωρινὴν καὶ ὑπὸ καταλυτικὴν αἵρεσιν ἰσχύν.
§86Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ νομικὸν Συμβούλιον καὶ ἂν δὲν ἀνέφερε τὸ ψήφισμα ἔλυσε τὸ ζήτημα, ὅταν εἶπεν, ὅτι εἶναι νομοθετικὸν διάταγμα.
§87Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὀρθότατα. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερον σημεῖον τῆς γνωματεύσεως τοῦ νομικοῦ συμβουλίου.
§88Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Καὶ δὲν εἶναι ἐκτελεστικὸν διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ παλαιοτέρου.
§89Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ πρῶτον σημεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἠσχολήθη τὸ νομικὸν συμβούλιον εἶναι, ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦ Φεβρουαρίου 1927 εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν, διότι ἀμφότερα τὰ ψηφίσματα Φεβρουαρίου καὶ Αὐγούστου 1927, ἀφοροῦν τὴν περίπτωσιν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει σύμβασις, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῇ ἡ εὐχέρεια νὰ ἐπέμβῃ ἡ Βουλή. Ὅταν ἐτέθη τὸ πρόβλημα τῶν πολλῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον συναφθῆ ἐπὶ δικτατορίας, ἐνώπιον τῆς Συντακτικῆς Βουλῆς ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατόν, νὰ ἐπανέλθωμεν πρὸς ἀναθεώρησιν εἰς τὰς συμβάσεις, αὐτάς, ὧν πολλαὶ εἶχον ἤδη διὰ δημοσίας κραυγῆς καταδιωχθῆ ὡς σκανδαλώδης, παρὰ τὴν θεωρίαν, ὅτι αἱ πράξεις των de facto Κυβερνήσεων εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι δεσμεύουσι τὸ Κράτος. Καὶ εἶπε τὸ ψήφισμα, ὅτι ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦται συμβάσεις, κατὰ παράβασιν γενόμεναι καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν μᾶς δίδουν τὸ δικαίωμα, κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ τὰς κρίνωμεν, αὐταὶ αἱ συμβάσεις ἔρχονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται περὶ μιᾶς συμβάσεως, ἡ ὁποία ρητῶς ἐτέθη ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐγκρίσεώς της. Ἑπομένως κατ’ οὐδένα λόγον ὑπάρχει σχέσις, ἡ ὁποία νὰ συνδέσῃ τὰ ψηφίσματα αὐτά μὲ τὴν σύμβασιν, περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω τὸ νομικὸν συμβούλιον, ἔκρινεν ἐξ ἄλλης ἀπόψεως τὸ ζήτημα καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ κυρωτικὴ τῆς συμβάσεως πρᾶξις εἶναι ἓν διάταγμα νομοθετικὸν καὶ οὐχὶ διάταγμα ἐκδοθὲν πρὸς ἐκτέλεσιν προγενεστέρου νόμου, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. συνάδελφος.
§90Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀναντιρρήτως πρόκειται περὶ νομοθετικοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ΓΤΟ καὶ ἑπομένως δὲν ἐγένετο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου.
§91Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριε συνάδελφε. Δὲν εἶναι δυστυχῶς δυνατόν, νὰ διαφύγῃ τις τοῦ λογικοῦ κλοιοῦ. Ἐδῶ ἢ ἔχομεν Ν. Δ. ἢ ἔχομεν διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν ἑνὸς ὡρισμένου νόμου. Νομοθετικὸν διάταγμα ἐκδιδόμενον πρὸς ἐκτέλεσιν πνεύματος νόμου δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω οὔτε ἐγὼ οὔτε κανεὶς ὑποθέτω νομικός. Λέγετε, ὅτι ἐπειδὴ τὸ ψήφισμα λέγει, ὅ,τι γίνει κατὰ παράβασιν ὡρισμένης διατάξεως, αὐτὸ μόνον ὑπάγεται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς......
§92Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι νομοθετικὸν διάταγμα. Εἶπον ὅμως, ὅτι εἶναι νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ σύμβασιν συναφθεῖσαν συμφώνως πρὸς διατάξεις προϋφισταμένου νόμου, καὶ εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦ Φεβρουαρίου, αὐταὶ αἱ συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ προϋφισταμένου νόμου δὲν τίθενται πλέον ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ἀλλὰ κυροῦνται. Πληροῦται δὲ οὕτω καὶ ἡ διάταξις αὐτῆς τῆς συμβάσεως, διότι ἐκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Φεβρουαρίου.
§93Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς ταῦτα, ὅτι τὰ ψηφίσματα τοῦ Φεβρουαρίου καὶ Αὐγούστου 1927 οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μὲ αὐτά, διότι ἀφοροῦν συμβάσεις μὴ ἀφ’ ἑαυτῶν διὰ ρητῆς διατάξεως ὑπαχθείσας ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αἱ συμβάσεις νὰ κατηρτίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει προϋφισταμένου νόμου, εἴτε συμφώνως, εἴτε κατὰ παράβασιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔχομεν τοιαύτην διάταξιν; Εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ἔχομεν μίαν ἐξουσιοδοτοῦσαν διάταξιν προϋφισταμένου νόμου. Ποία δὲ εἶναι ἡ διάταξις αὕτη; Μία διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1909. Ἀλλ’ ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις, ὅπως ἐξ αὐτῆς ταύτης προκύπτῃ, δὲν ἐγένετο πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐγένετο μὲ ρητὴν διάταξιν, νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς μελλούσης, νὰ συνέλθῃ Βουλῆς. Δὲν λέγει «ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον τάδε τοῦ νόμου 1909», ἀλλὰ λέγει «προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν» καὶ περαιτέρω λέγει, ὅτι εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀνατίθεμεν κλπ. Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ ὑφισταμένη διάταξις συμφώνως ἢ κατὰ παράβασιν τῆς ὁποίας κατηρτίσθη ἡ σύμβασις, διὰ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν τὸ ψήφισμα; Οὐδεμία, διότι τοὐναντίον ὑπάρχει ρητὴ καὶ σαφὴς καὶ κατηγορηματικὴ ἔγγραφος δήλωσις βουλήσεως τῶν συμβαλλομένων, ὅπως ἡ σύμβασις αὕτη ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς μελλούσης νὰ συνέλθῃ Βουλῆς.
§94Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ὑπάρχει ἓν ψήφισμα, καὶ ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτὸ κάμνει μίαν διάκρισιν. Σᾶς ἐρωτῶ: διατὶ κάμνει τὴν διάκρισιν αὐτήν;
§95Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ μὲ ἐννοήσητε; Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συνεννοηθῶμεν, σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἤθελε, νὰ κυρώσῃ τὰς συμβάσεις τὰς συναφθείσας δυνάμει προϋφισταμένων νόμων, πάντως δὲ δὲν ἀφεώρα τὰς συμβάσεις εἰς ἃς περιελήφθη ὡς κοινὴ θέλησις, ἡ αἵρεσις τῆς ὑποβολῆς των εἰς τὴν Βουλήν. Ἐδῶ δὲ ἔχομεν τοῦτο, ὄχι μόνον διότι ἡ σύμβασις δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰς προϋφισταμένας διατάξεις, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπάρχει ἐξ ἐναντίου ρητῶς ἐκπεφρασμένη ἡ δήλωσις τῶν συμβαλλομένων, νὰ ἔλθῃ τὸ διάταγμα εἰς τὴν Βουλήν.
§96Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ἦλθεν τὸν Φεβρουάριον 1927.
§97Χ. ΛΑΔΑΣ. Πῶς ἦλθε; Τότε ἐκρίναμεν τὰς συμβάσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι εἶχον γίνει ἐπὶ τῇ βάσει προϋφισταμένων νόμων κατὰ παράβασιν ἢ συμφώνως πρὸς αὐτάς. Αὐτὴ εἶναι ἀνεξάρτητη προϋφισταμένης διατάξεως σύμβασις ἡ ὁποία περιέχει τὴν βούλησιν αὐτῶν τῶν συμβαλλομένων νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς.
§98Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κατ’ ἀντιδιαστολὴν συνάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἦτο ὑποχρεωτικὴ ἡ διέλευσις τῆς συμβάσεως διὰ τῆς Βουλῆς.
§99Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ καλλιτέρα δὲ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι συνέβησαν δύο γεγονότα ἀποδεικνύοντα, ὅτι ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία διετέλει ἐν γνώσει ὅτι ἔπρεπε, ἡ σύμβασις νὰ ἔλθῃ πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Πρῶτον φαίνεται, ὅτι ἐπεχείρησαν τὴν ἄστοχον ἐκείνην διόρθωσιν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τυπικῶς διασώσουν τὸ κῦρος τῆς αἱρέσεως. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο γεγονὸς ἐξ οὗ φαίνεται, ὅτι διετέλουν οἱ ἐν τῇ ἑταιρείᾳ ἐν γνώσει ὅτι ἐκλονίζετο τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως αὐτῆς, τὸ γεγονός, ὅτι ἂν αὐτοὶ οἱ κύριοι ἦσαν πεπεισμένοι περὶ τοῦ κύρους τῆς συμβάσεως δὲν θὰ συνεζήτουν, δὲν εἶχον ἀνάγκην ποτὲ νὰ συζητήσουν περὶ τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ἡ ἐκ μέρους αὐτῶν ἔναρξις συζητήσεως καὶ αἱ δηλώσεις των περὶ ἀποδοχῆς τροποποιήσεων τῆς συμβάσεως δεικνύει μίαν φορὰν ἀκόμη, ὅτι αὐτοὶ διετέλουν ἐν γνώσει, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ δὲν εἶχεν ἢ προσωρινὸν κῦρος, καὶ ὅτι διὰ ν’ ἀποκτήσῃ ὁριστικῶς καὶ διαρκῶς κῦρος θὰ ἔπρεπε νὰ κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ νομικὸν μέρος. Εἰς τὴν οὐσίαν δὲν θ’ ἀναμιχθῶ πολύ, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μοῦ ἀρέσει ν’ ἀναμιγνύωμαι εἰς συζήτησιν ἔρων συμβάσεων. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ σημειώσω, ὅτι δι’ ἑνὸς φυλλαδίου τὸ ὁποῖον ἐκυκλοφόρησεν ἡ ἑταιρεία προσεπάθησε, νὰ παραπλανήσῃ καὶ τὸν λαὸν καὶ ἡμᾶς εἰς τοὺς ὁποίους τὸ ἔστειλε καὶ παρέσυρεν εἰς τὴν πλάνην καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον κ. Ράλλην. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 10 τῆς συμβάσεως τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν κατανομὴν τῶν κερδῶν καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς μίαν συζήτησιν ἡ ὁποία εἶχε γίνει (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 10). Νομίζετε, ὅτι κατόπιν αὐτῶν ἠδύνατο νὰ γίνῃ πλέον σοβαρῶς λόγος περὶ τοῦ ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ σύμβασις αὕτη, διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι εὑρέθη ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐπέδειξεν ἱκανότητα, ὁ διευθυντὴς τῆς ἑταιρείας, ὁ ὁποῖος τέλος πάντων βοηθούσης καὶ τῆς ἀμεριμνησίας περὶ τὸ χρῆμα καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν λαχνῶν ἀπὸ τὸ ἓν ποσὸν εἰς τὸ ἄλλο κατώρθωσε ν’ αὐξήσῃ φαινομενικῶς τὰ ἔσοδα; Φρονεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ σύμβασις αὕτη, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ηὔξησαν αἱ πρόσοδοι τοῦ ταμείου τοῦ στόλου καὶ πρέπει νὰ παροραθοῦν ὅλαι αὐταὶ αἱ ὑπομνήσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη εἰς τεχνικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία τοὺς ἐξήτασεν; Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἓν ἄλλο: Εἰς τὸ ἄρθρον 10 ὑπῆρχεν καὶ ἡ ἑξῆς σημείωσις (ἀναγινώσκει) Αὐτὸ ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν: Ὅταν ἡ ἑταιρεία μᾶς λέγει, ὅτι διατίθενται ὑπὲρ τῶν λαχνῶν τὰ 55%, δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀκριβείᾳ. Ἡ διάταξις αὐτῶν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν λαμβάνει μόνον τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γράφει ὅτι λαμβάνει, ἀλλὰ ἔχει καὶ τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ μὴ διατεθέντος ¼ τῶν λαχνῶν, τῆς συμμετοχῆς της τ. ἔ. εἰς τοὺς λαχνούς, διότι πωλεῖ τὰ ¾ τῶν λαχνῶν. Αὐτὸ δὲν ἔχει μόνον τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐλαττοῦται ἡ ἀκαθάριστος εἴσπραξις ἐξ αὐτοῦ τῆς ἑταιρείας, διότι λέγει ἡ σύμβασις (ἀναγινώσκει).
§100Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διατίθενται ἐκ τῶν εἰσπράξεων 55 ἑκατοστά. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι εἴτε πωληθῇ τὸ ¼, εἴτε 2)4, εἴτε ¾, πάντοτε ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις θὰ ἀφαιρεθοῦν 55%. Δὲν ἔχει λοιπὸν σημασίαν.
§101Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄλλη εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ 25.
§102Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον 8 λέγει: (ἀναγινώσκει). Ἐνῷ εἰς τὸ ἄλλο δὲν λέγει τὸ ἴδιον: Λέγει τὸ ἀντίτιμον τῶν πράγματι πωληθέντων. Βλέπετε λοιπὸν τὶ διαφορὰ ἠμπορεῖ, νὰ ὑπάρξῃ ἀπ’ ἐκεῖ. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἐφεύρεσις τῶν σχηματισάντων γνώμην περὶ ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ τὸ λέγει καὶ τὸ βιβλίον αὐτό τῆς ἑταιρείας, διότι λέγει: «Τέλος πάντων δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἐλέγξητε γιατὶ κάμνομεν αὐτό, διότι πρέπει νὰ κερδίσωμεν. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς τοῦ λαχείου». Ἤθελα ἀκόμη συμπληρῶν νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ὁποῖα προέβησαν καὶ εἰς ἀποφάσεις ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, ὅπως ἠγέρθη τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος ἐστάθμισαν ὅλα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον λίαν ἐξονυχιστικόν. Ἐπὶ δύο ἡμέρας ἠσχολούμεθα μὲ τὴν σύμβασιν αὐτὴν καὶ ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐξεδώκαμεν, ἦτο μία ἀπόφασις, τόσον δι’ ἐμέ ὅσον καὶ διὰ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιταγῆς τῆς συνειδήσεώς μας. (χειροκροτήματα).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ρεδιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§104Π. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως τοῦ λαχείου δὲν φαίνεται πρώτην φορὰν ἤδη ἀπασχολοῦν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Μερλόπουλος ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐζήτησεν ὅπως ἡ σύμβασις μὴ ᾖ μεταξὺ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, διότι ἐθεώρει τὴν σύμβασιν ὡς ἐπιβλαβῆ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐπηκολούθησεν ἕτερον ἔγγραφον τοῦ ἰδίου ὑπουργοῦ καὶ εἰς τοῦτο ἀπάντησις τοῦ κ. Μυλωνᾶ ὑφυπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι πράγματι καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκει, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ Κράτος. Κατόπιν τούτου ἐσχηματίσθη μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁρμοδίους καὶ κατόπιν ἐπηκολούθησεν ἄλλη ἐπιτροπὴ πρὸ μηνῶν τινων. Ἀμφοτέρων ἡ γνώμη ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ σύμβασις δέον νὰ ἀκυρωθῇ. Τέλος τὸ νομικὸν συμβούλιον ἐν ὁλομελείᾳ ἐξέδωκε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 57 ἀπόφασίν του ἀποφαινόμενον, ὅτι δύναται ν’ ἀκυρωθῇ ἡ σύμβασις. Ἠκούσθη ἐν τούτοις ἓν ἐπιχείρημα ἀρκετὰ σοβαρὸν κατὰ τῆς ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ράλλης, ὅτι δηλαδὴ ἡ σύμβασις αὐτὴ εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπέκτησαν μόναι των κῦρος, διότι δὲν εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κειμένων νόμων. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἐξητάσθη καὶ ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα κ. Λαδᾶν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις δύναμαι νὰ εἴπω ἐπιπροσθέτως, ὅτι πράγματι ἡ σύμβασις αὐτὴ συνήφθη καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κειμένων νόμων, ὥστε καὶ ἂν ἴσχυεν ἡ θεωρία τοῦ κ. Ράλλη, διὰ τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἁρμοδιοτέρων νὰ συζητήσω, πάλιν ἡ σύμβασις εἶναι ἀκυρωτέα, διότι πράγματι ἐξεδόθη καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κειμένων νόμων, διὰ τὸν ἑξῆς βάσιμον λόγον: Ἐὰν δὲν εἶναι τύποις καθ’ ὑπέρβασιν, εἶναι οὐσίᾳ, διότι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου τοῦ 1909 τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ συνάπτῃ συμβάσεις εἰς ἑταιρείαν εἰς τὴν ὁποίαν ἐκχωρεῖ τὴν διαχείρισιν τοῦ λαχείου τὸ ἄρθρον αὐτὸ θέτει ἕνα κατώτερον ὅριον ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Λέγει τὸ ἄρθρον, ὅτι ἡ σύμβασις ὅταν συναφθῇ μὲ μίαν ἑταιρείαν πρέπει νὰ ἐξασφαλίζῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στόλον ἕνα ἑκατομμύριον δραχμῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅριον. Ἕν ἑκατομμύριον δραχμῶν κατὰ τὸ 1909, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἦτο μισὴ ἀποτελεῖ βεβαίως σήμερον τοὐλάχιστον 15 ἢ κατὰ τὸν τιμάριθμον εἴκοσι ἑκατομμύρια· καὶ θὰ ἔπρεπεν ἑπομένως κατ’ ἀναλογίαν ἡ σύμβασις, ἐὰν ἦτο σύμφωνος μὲ τὸν νόμον, νὰ ἐξασφαλίζῃ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου ὡς κατώτερον ὅριον τὸ ποσὸν αὐτὸ ἢ τοὐλάχιστον ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν εἰς χρυσὸν ἀξίαν τοῦ ἑκατομμυρίου, δηλαδὴ 15– 20 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἡ σύμβασις ὁμιλεῖ μόνον περὶ δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὡς ἐλάχιστον ὅριον.
§105Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ χρυσῶν δραχμῶν;
§106Π. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Ἡ δραχμὴ τότε ἦτο χρυσῆ. Ὅταν λοιπὸν ὁρίζεται, ὅτι τὸ κατώτερον ὅριον πρέπει νὰ εἶναι ἕνα ἑκατομμύριον δραχμῶν, ἀντὶ δὲ τῶν δραχμῶν τούτων χρυσῶν τότε τῷ 1909, ἔχομεν δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν χαρτίνων τῷ 1926 ὡς ἐλάχιστον ὅριον, ἀντὶ τῶν 15–20 ἑκατομμυρίων. Τὴν θεωρίαν σας ἠμπορεῖτε, νὰ ἐφαρμόσητε γιὰ κάθε ἄλλο παρὰ διὰ τὰ ἱερὰ χρήματα τοῦ στόλου. Προφανῶς ἡ σύμβασις γίνεται καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ νόμου. Δὲν εἶναι ἑπομένως δυνατὸν νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι οὐσίᾳ ἡ σύμβασις δὲν εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κειμένων νόμων. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνῷ εἶχε τὴν εὐχέρειαν δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος, νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου τοῦ 1909 τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ κατωτέρου τούτου ὁρίου ἀπέφυγε νὰ πράξῃ τοῦτο ἀλλὰ τὸ ἐξήρτησε ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Θὰ ἤθελον ἤδη νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους τοὺς οὐσιαστικοὺς ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ σύμβασις αὕτη κρίνεται ἀσύμφορος πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ταμείου τοῦ στόλου. Ὅπως γίνῃ ὅμως κανεὶς ἐνήμερος ἀκριβῶς τῆς σοβαρότητος τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι πείθουν ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ ταμείου τοῦ στόλου παραβλάπτεται ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης, θὰ ἦτο ἀνάγκη, νὰ εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν μίαν μαθηματικὴν ἔκθεσιν περὶ τοῦ λαχείου τοῦ στόλου τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι κατάλληλος τόπος καὶ ὥρα νὰ κάμωμεν πρὸ ὑμῶν τὴν ἔχω ὅμως ἑτοίμην καὶ δύναμαι νὰ τὴν θέσω εἰς τὴν διάθεσιν τῶν συναδέλφων. Θὰ ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ ἐν πρώτοις, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἔχει τὸ μειονέκτημα, νὰ ἐφαρμόζεται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος νὰ μειοῖ τὸ κῦρος τοῦ λαχείου τοῦ στόλου, διότι ἡ σύμβασις δὲν διευκρίνισε τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν λαχνῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀντὶ ἡ ἑταιρεία, νὰ διαθέτῃ ὁλόκληρον ἀριθμὸν διαθέτει τὰ ¾ τοῦ αὐτοῦ ἀριθμοῦ εἰς τρόπον ὥστε, ἐὰν θελήσῃ κανεὶς νὰ δοκιμάσῃ τὴν τύχην του, νὰ πάρῃ ὁλόκληρον τὸν ἕνα ἀριθμὸν μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ κερδίσῃ ὁλόκληρον τὸν πρῶτον ἀριθμόν, εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ τοῦτο, διότι τὸ ¼ παρακρατεῖται ὑπὸ τῆς ἑταιρείας κατὰ κανόνα ἀπαράβατον.
§107Λ. ΝΑΚΟΣ. Αὐτὸ νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἐκορόϊδευε τὸ κοινόν.
§108Π. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Μὲ τὴν μαθηματικὴν μέθοδον ἀποδεικνύεται, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἑταιρεία εἶχεν τὴν μεγίστην πιθανότητα, ὅτι τὸ μέγιστον ποσὸν ποῦ ἠμποροῦσε νὰ διαθέσῃ διὰ πληρωμὴν λαχνῶν ἦτο 4 ἑκατομμύρια περίπου ἀντὶ τῶν ὁριζομένων 53 ἑκατομμυρίων ὑπὸ τῆς συμβάσεως. Ἐὰν ὅμως διέθετεν ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς τὸ λαχεῖον τότε θὰ ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ περὶ τὰ 5–6 ἑκατομμύρια. Προφανῶς λοιπὸν ἡ ἑταιρεία θέλουσα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς νὰ χειρίζεται τὰς εἰσπράξεις τὰς ὁποίας ἐκ τῶν λαχνῶν εἰσέπραττε ἐμείωνε...
§109Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἤθελον νὰ εἴπω τό ἑξῆς: Εἴπατε, ἐὰν ἐπώλει ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς, ἠδύνατο νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τὸ διανεμόμενον διὰ λαχνοὺς καὶ πέραν τῶν 5.000.000.
§110Π. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. 5.500.000.
§111Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἠμποροῦσαν νὰ ὑπάρξουν περιπτώσεις κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ κατὰ τὰς ὁποίας τὸ πράγματι εἰς τὸ κοινὸν διανεμόμενον ποσόν, νὰ εἶναι κατώτερον διὰ τῆς ἄλλης μεθόδου;
§112Π. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Ὑπῆρχεν πιθανότης μάλιστα πληρωμῆς μόνον 4.000.000, ὡς εἶπον ἤδη.
§113Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ταῦτα πρὸς διασάφησιν τοῦ ζητήματος. Ἐξασφαλίζεται κατὰ πάσης ζημίας.
§114Π. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ μειοῦται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τό κῦρος τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὸν λαὸν τὸ λαχεῖον καὶ συνεπῶς καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ ταμείου τοῦ στόλου. Περαιτέρω ἡ ἑταιρεία σύμφωνα μὲ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς ἄρθρον 27, ὀφείλει νὰ διαθέσῃ εἰς ὡρισμένα ἄτομα ὡρισμένον ἀριθμὸν μετοχῶν. Τοῦτο δὲν ἔπραξε, διότι ἄλλοι μὲν ἔλαβον ὀλιγοτέρας ἄλλοι δὲ περισσοτέρας· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἔλεγχον τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρείας ἄλλοι μὲν τῶν μετόχων ἐπλήρωσαν ὑπὲρ τὸ ἄρτιον ἄλλοι δὲ κάτω τοῦ ἀρτίου τὰς μετοχὰς τὰς ὁποίας ἠγόρασαν. Ἢ τοῦτο ἔχει συμβῆ ἢ ὑπάρχει τις ἐκ τῶν μετόχων τῆς ἑταιρείας, ὁ ὁποῖος χρεωστεῖ εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ πρόκειται, νὰ ἀποπληρώσῃ τὸ χρέος του, διὰ τῶν ποσοστῶν τὰ ὁποῖα λαμβάνει κατ’ ἔτος.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κάνει καὶ δάνεια ἡ ἑταιρεία;
§116Π. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Κάνει παρὰ τὸν νόμον. Κύριος μέτοχος τῆς ἑταιρείας, εἶναι ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία κατέχει τὸ ὅλον σχεδὸν τῶν μετοχῶν. Ἡ ἑταιρεία αὐτὴ δὲν διέθεσε χρήματα παρὰ μόνον ἐλάχιστα· εἷς ἐκ τῶν μετόχων μόνον ἐπλήρωσεν ἑκατοντάδες τινὰς χιλιάδων. Ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον καλύπτεται ἀπὸ μίαν ἐγγυητικὴν ἐπιστολὴν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς: μέρος τῶν χρημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ καταθέσῃ εἰς ἐκ τῶν μετόχων τὰ ἐδανείσθη ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν μετοχῶν τῆς ἰδίας ἑταιρείας. Ἔκτοτε ἡ σύμβασις ἥτις συνετάχθη ὑπουργοῦντος τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κ. Κοφινᾶ, δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐπικυρωθῇ παρὰ μόνον κατόπιν ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Τανταλίδη, μὲ κἄποιαν ἐλαφρὰν τροποποίησιν, ἡ ὁποία ἔγινεν παρὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἥτις πρὸς ἐξέτασιν τῆς συμβάσεως εἶχε συσταθῇ, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε 2.500.000 ὡς ἐλάχιστον ὅριον καὶ τοῦτο κακῶς, ἐνῷ ὁ ὑπουργὸς ἐδέχθη μόνον 2.000.000. Ἡ ἑταιρεία ἐπὶ πλέον κρατεῖ ἀποθεματικὸν ὑπὲρ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ὑπὸ τῆς συμβάσεως, ἐκράτησε δηλαδὴ εἰς μὲν τὸ 1926 17% εἰς δὲ τὸ 1927 19%.
§117Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δὲν ἔχει ἀποθεματικόν, ὡς εἴπατε.
§118Π. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχει μετοχικὸν κεφάλαιον, ἔχει διαμορφώσει ἀποθεματικὸν τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρεία ἐφρόντισε μετὰ τὴν διάλυσίν της, νὰ διαμοιρασθῇ μεταξὺ τῶν μετόχων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Δημοσίου ἀφ’ ἑτέρου ἐν ἀναλογίᾳ ½. Εἶναι καὶ διάφοροι ἄλλαι λεπτομέρειαι ἀποδεικνύουσαι τὸ ἀσύμφορον τῆς συμβάσεως, ὅπως εἶναι τὰ τεράστια γενικά της ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναφέρονται ὡς ἀποτελοῦντα ποσοστὸν τῶν εἰσπράξεων. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐκδίδεται τὸ λαχεῖον τοῦ στόλου εἶναι ζήτημα, ἐὰν εἶναι τὸ καταλληλότερον. Βεβαίως ἕνα λαχεῖον ἀποτελεῖ ἕνα δικαίωμα, ἀποτελεῖ δὲ ἕνα δικαίωμα διὰ τὸ Κράτος τὸ λαχεῖον, διότι στηρίζεται εἰς τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἀπαγορεύῃ ὡρισμένας πράξεις καὶ νὰ τὰς ἐπιτρέπῃ ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους τοὺς ὁποίους αὐτὸ θεσπίζει. Ἡ σύμβασις ἡ ὁποία συνήφθη δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔγινεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνων τῶν λαχείων, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουν τὸ μεγαλύτερον κέρδος εἰς ἀντάλλαγμα τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐκχωρεῖ εἰς τὴν ἑταιρείαν. Τοὐναντίον ἕτερον σύστημα τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Δανίαν στηρίζεται ἐπὶ ἄλλης βάσεως δίδουν δὲ 50% ἐπὶ τῶν κερδῶν των εἰς τὸ Κράτος. Τὸ Ἰταλικὸν δίδει 50%, τὸ Αὐστριακὸν δίδει 40% ἐδῶ τὸ δικό μας ἔδωσεν εἰς τὰ 1926 32% καὶ εἰς τὰ 1927 μόνον 31%. Ἡ σύμβασις εἶναι ἐπίσης οὕτω συντεταγμένη, ὥστε προφανῶς ἀφίεται καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ ὁρίσῃ τὰ γενικά της ἔξοδα, δηλαδὴ τῆς λειτουργίας τῆς διαφημίσεως, ἄνευ τινὸς ἐλέγχου τοῦ Κράτους. Συνέπεια τούτου εἶναι, ὅτι ἐπειδὴ τὸ δεύτερον μέρος τῶν κερδῶν τὰ ὁποῖα λαμβάνει τὸ Κράτος εὑρίσκεται μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν διαφόρων τούτων κονδυλίων ἀνερχόμενον εἰς 50% τοῦ ὑπολοίπου, δύναται τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο νὰ μειωθῇ κατ’ ἀρέσκειαν τῆς ἑταιρείας εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε τὸ Κράτος νὰ μὴ μπορῇ νὰ πάρῃ τίποτα. Διότι τὰ γενικὰ ἔξοδα μπορεῖ νὰ αὐξήσῃ ἐπ’ ἀόριστον ἡ ἑταιρεία κατὰ τὴν σύμβασιν. Οὕτω δι’ ἐνοίκια ἐπλήρωσε 211.000 δραχμάς, διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς ἑταιρείας 295.000 δραχμάς. Αὐτὰ δὲ ἀπεσβέσθησαν ἐντὸς διετίας, διότι εἶχε τὴν εὐχέρειαν ἡ ἑταιρεία ἐκ τῆς ἀτελείας τῆς συμβάσεως νὰ ἀποσβέσῃ ταῦτα καὶ ὅσα ἤθελε. Εἶναι δὲ καὶ ἄλλαι 400.000 αἱ ὁποῖαι αὐξάνουν σὺν τῷ χρόνῳ δι’ ἄλλων ἐξόδων ἐγκαταστάσεως καὶ δι’ ἄλλων ἀποσβέσεων. Εἶναι λίαν ἐπηυξημένα ἐπίσης τὰ ποσὰ τῆς διοικήσεως 10% καὶ τὸ μέρισμα ¼%. Ἐνῷ δὲ εἶναι ὡρισμένον τοῦτο, ἐν τούτοις εἰς τὸ 1926 ἐπλήρωσε 19%. Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἀτελείας τῆς συμβάσεως καὶ τῆς εὐχερείας τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἑταιρεία, νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην ἐλαττοῦται τὸ παρὰ τοῦ Κράτους λαμβανόμενον ποσὸν εἶναι, ὅτι τοῦτο ἀνήρχετο τῷ 1926 εἰς 2.500.000, τῷ 1927 εἰς 4.800.000 ἢ 96% ἐνῷ διὰ τὴν διοίκησιν ἄλλων λαχείων, ὅπως τὸ Δανικόν, δαπανῶνται 10–12%. Ἐδῶ 28% διὰ τὸ 1927, ὄχι ἐπὶ τῶν ἀποδοθέντων εἰς τὸν στόλον, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς ἑταιρείας. Οἱ ἑταῖροι τῆς ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ μόνοι μέτοχοι, διότι αἱ μετοχαὶ τῆς ἑταιρείας δὲν κυκλοφοροῦν εἰς τὸ χρηματιστήριον ἀπεκόμισαν κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Σταυριανοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ὡρίσθη πρὸς ἔλεγχον τῆς ἑταιρείας ἀπεκόμισαν κατὰ τὸ 1926 3.046.000, ἤτοι 60% ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, τὸ δὲ 1927 129% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου. Αὐτὰ εἶναι κέρδη τοῦ 1927, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸ διοικητικὸν συμβούλιον καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸ παντός. Δὲν νομίζω κατόπιν τούτων, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἀπέμενε νὰ κριθῇ εἶναι, τὸ κατὰ πόσον ἁρμόδιον διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ λαχείου εἶναι τὸ Δημόσιον, ἢ ἄλλη τις ἑταιρεία. Ἡ φύσις τοῦ λαχείου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀποκλείῃ τὴν ἀνάγκην ὑπάρξεως ἑταιρείας. Ἡ ὕπαρξις ἑταιρείας προϋποθέτει, ὅτι ὑπάρχουν κεφάλαια διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς ἐπιχειρήσεως ἀπαραίτητα. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τοῦ λαχείου ἡ ἑταιρεία δὲν διαθέτει κανὲν κεφάλαιον οὔτε εἶναι ἀνάγκη κεφαλαίου, παρὰ μόνον εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν ποὺ οἱ λαχνοὶ τοὺς ὁποίους θὰ πληρώσῃ, θὰ ἀντιπροσωπεύουν ποσὸν ἀνώτερον τῶν εἰσπράξεων τοῦ λαχείου. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ περίπτωσις εἶναι ἐντελῶς ἀπίθανος, ἀντικρύζεται δὲ διὰ τοῦ ἀποθεματικοῦ. Εἰς ὅλας τὰς ἄλλας περιπτώσεις δὲν χρειάζεται νὰ ὑπάρχῃ ἑταιρεία, διότι δὲν θὰ ὑπάρχουν χρήματα τὰ ὁποῖα νὰ διαχειρισθῇ. Θὰ ὑπάρχουν μόνον ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι νὰ διαχειρίζωνται τὰ χρήματα ταῦτα σύμφωνα μὲ ὡρισμένους κανόνας. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη συστάσεως ἑταιρείας ὠργανομένης συμφώνως πρὸς τὰ κρατοῦντα ἀφοῦ καμμία ἐκ τῶν ἐργασιῶν αἱ ὁποῖαι χρειάζονται, διὰ νὰ γίνῃ μία ἑταιρεία, δὲν λαμβάνει χώραν εἰς τὴν ἑταιρείαν τοῦ Λαχείου. Τὸ Λαχεῖον ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς ὀργανωτοῦ καὶ ὑπαλλήλων ἐκτελούντων τὸ καθῆκον των. Εἶμαι τῆς ἰδέας ἑπομένως ὅτι, ἀντὶ μιᾶς ἑταιρείας ἰδιωτικῆς, ἕν νομικὸν πρόσωπον δυνάμενον ἐν ἀνάγκῃ νὰ καταθέσῃ ὅσα χρήματα θὰ ἐχρειάζοντο εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν ποὺ ἀνέφερα, ἕνα τοιοῦτον πρόσωπον νομικὸν θὰ ἦτο ἐπαρκὲς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἐξ ἄλλου ἐὰν ἐξετάσωμεν μαθηματικῶς τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἑταιρείας, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἕνα μεγάλο ποσὸν τὸ ὁποῖον καταναλίσκεται διὰ μερίσματα, ἀποθεματικά, ἀποζημιώσεις δικαστῶν, συμβούλων κλπ., τὰ ὁποῖα ἐξυπακούουν τὴν ὕπαρξιν μιᾶς ἑταιρείας καὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἀνάγκην ἕνα νομικὸν πρόσωπον. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως ἀνάγκη ὑπάρξεως μιᾶς ἑταιρείας ἡ ὁποία νὰ διαχειρίζηται τὸ λαχεῖον ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἐπιχείρησις. Εἶμαι ἐπίσης βέβαιος, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι κακὸς διαχειριστής, κακὸς ἔμπορος, κακὸς ἐπιχειρηματίας. Τοῦτο ἔχει ἀποδείξει ἥ τε θεωρεία καὶ ἡ πεῖρα ἐπὶ τῶν ἐπιχειρήσεων τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβῃ τὸ Κράτος, αἱ ὁποῖαι ἐφυτοζώουν καὶ ἐνῷ ἤνθουν κατεστράφησαν, ἤνθησαν δὲ πάλιν μόλις περιῆλθον εἰς χεῖρας νομικῶν προσώπων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι μεταξὺ τῶν νομικῶν προσώπων τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο ἱκανῶς καὶ ἐπωφελῶς ν’ ἀναλάβωσι τὴν διαχείρισιν τοῦ Λαχείου τοῦ Στόλου θὰ ἦτο ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, κεχωρισμένον ἀπὸ τὸ δημόσιον. Ἡ λέξις δημόσιον πράγματι ἐξυπακούει τὸν καθορισμὸν μιᾶς ὑπηρεσίας δημοσίας, οὔτε ἐννοεῖται γενικῶς ὡς δημοσία ὑπηρεσία μόνον τὸ δημόσιον ταμεῖον. Διὰ τοῦτο εἰδικώτερον ἡ ὑπόδειξις τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως τὸ λαχεῖον ἀνατεθῇ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Στόλου, προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ τὰ χρήματα αὐτά, αὕτη προσήκει, νὰ μεριμνᾷ ἡ ἰδία διὰ τὴν προσπόρισιν τῶν χρημάτων, διότι θεωρῆται, ὅτι θὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς χρησιμότητος τῶν χρημάτων αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου εἶναι ναυτικὸν ταμεῖον, θὰ παρέχῃ τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸ κοινόν, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ δὲν θὰ πηγαίνουν εἰς τὸν κοινὸν Κορβανᾶν, ἀλλὰ θὰ διατίθενται διὰ τὸν στόλον ἀποκλειστικῶς. Τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ Π. Ν. ἔκαμε μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ ἀναλαμβάνῃ αὐτό, ἔχον ὡς συνεπίκουρον, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ διὰ τὰς διαφημίσεις, τὰς ἑταιρείας τῶν ἐφημερίδων. Ἔκαμε δηλαδὴ πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀναλαμβάνει αὐτὸ τοῦτο τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τὴν διαχείρισιν τοῦ λαχείου τοῦ Στόλου, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ μᾶλλον συμφέρον. Περαίνων, ἤθελον νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν εἰσήγησιν ταύτην ἔκαμον μὲ κἄποιον κόπον, προκειμένου νὰ θίξω πρόσωπα καὶ συμφέροντα, ἀλλ’ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην σκέψιν, ὑπερίσχυσεν εἰς ἐμὲ ἡ συναίσθησις, ὅτι καὶ μία πεντάρα, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη διὰ τὸν Στόλον, πρέπει νὰ ἐξοικονομῆται καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ὅπως αὕτη διασπαθίζεται καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, διότι κάθε πεντάρα διατεθειμένη διὰ τὸν στόλον, διατίθεται διὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας καὶ διὰ τὴν δόξαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ δόξα τῆς Πατρίδος.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σακκαλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§120Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, μάλιστα μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου κ. Λαδᾶ, ἀλλὰ καὶ πρὸ ταύτης, ὅτι οὔτε μακρά, οὔτε βραχεῖα ἐδικαιολογεῖτο συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ τῆς προκειμένης συμβάσεως. Ὅ,τι ἑπομένως ἀπομένει πρὸς ἐξέτασιν, εἶναι μόνον τοῦτο: ἂν τὸ δημόσιον συμφέρον ὑπαγορεύῃ τὴν κύρωσιν ἢ τὴν ἀπόρριψιν τῆς συμβάσεως. Εὐκταῖον βεβαίως θὰ ἦτο, νὰ μὴ ἀπησχολεῖτο ἡ Βουλὴ τὸ παράπαν μὲ θέματα ὡς τὸ λαχεῖον. Ἀλλὰ τὸ λαχεῖον ὑφίσταται. Ὑφίστανται μάλιστα παρ’ ἡμῖν ὅλων τῶν μορφῶν τὰ τυχηρὰ παιγνίδια ὡς μέσα, ὄχι κατὰ πάντα θεμιτά βεβαίως, πορισμοῦ δημοσίων προσόδων. Ὑφίστανται καζῖνα, ἱπποδρόμια, λαχεῖα, χρηματιστήρια, τὰ κατὰ ἕνα τομέα τῆς δράσεώς των καὶ ταῦτα μὲ τὰ κέντρα τῆς τύχης ἐξομοιούμενα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν ἀθεμίτων τούτων τρόπων πορισμοῦ δημοσίων προσόδων ὁ διὰ τῶν λαχείων εἶναι ὁ ὀλιγώτερον φαῦλος. Διότι ἡ διευθύνουσα εἰς αὐτὰ δύναμις δὲν εἶναι ἡ πικρία, ὡς συμβαίνει κατὰ κανόνα εἰς ὅλα τὰ ἄλλα κέντρα παιγνιδίου, ἀλλὰ ἡ τύχη, ἡ ὁποία ὡς τυφλὴ ἀπονέμει τὴν εὔνοιαν αὐτῆς ἐπὶ ἀδίκους ἢ δικαίους καὶ ὄχι ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τοὺς πονηρούς. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου. Τὸ μέγα ἐλαφρυντικὸν τῶν Κρατικῶν λαχείων εἶναι, ὅτι δι’ αὐτῶν ἀποφράσσεται ἢ παρακωλύεται σοβαρῶς ἡ συμμετοχὴ τοῦ κοινοῦ εἰς τὰ ξένα λαχεῖα, τὰ εἰς ὅλα τὰ Κράτη σχεδὸν λειτουργοῦντα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν ὕπαρξιν ἐγχωρίου λαχείου δύσκολα εἰσρέουν εἰς τὴν χώραν. Πρὸς ἐξυλασμὸν ὅμως τῆς πολιτείας, τῆς μὴ ἀπαξιούσης νὰ πορίζεται προσόδους καὶ διὰ τῶν λαχείων, διὰ νὰ εἶναι ἀνεκτὴ τῶν λαχείων ἡ λειτουργία, εἶναι ἀπαραίτητον, νὰ πληροῦνται οἱ ἑξῆς ὅροι: Ἡ ἐκ τῶν λαχείων πρόσοδος προσήκει, νὰ διατίθεται ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ σκοπῶν φιλανθρωπικῶν, ἀφοῦ καὶ ὑπὲρ τούτων ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ τὸ Κράτος καὶ ἀφοῦ ἡ μεγίστη πελατεία τῶν λαχείων ἀγρεύεται εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις, εἰς τοὺς κόλπους τῶν ὁποίων ἀπαντῶνται οἱ ἀφελεῖς καὶ οἱ ἀπεγνωσμένοι, οἱ ἀναθέτοντες εἰς τὴν τύχην τὴν πᾶσαν ἐλπίδα των. Ἄλλως τε στερεῖται σοβαρότητος, ἂν θέλῃ τὸ Κράτος νὰ πορίζεται διὰ τῶν λαχείων τὰ μέσα, τὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει πενιχρά, πρὸς ἀνάπτυξιν ἕως τῶν πολυτιμοτάτων καὶ δαπανηροτάτων συγχρόνως ἐθνικῶν ὀργάνων, ὡς εἶναι ὁ στόλος.
§121Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἡ Ἰταλία ἔχει μεγάλας προσόδους ἀπὸ τὰ λαχεῖα.
§122Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἀσημάντους διὰ Κράτος μέγα, ὡς ἡ Ἰταλία. Ἔπειτα μὴ λησμονῆτε, ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅπου ὑφίσταται Κρατικὸν Λαχεῖον, παρατηρεῖται τὸ ἀξιοθρήνητον φαινόμενον, ὅτι τὴν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος καθ’ ἣν ἐκκυβεύεται τὸ μπάντιο λόττο, ἐλαττώνεται ἡ κατανάλωσις τοῦ ψωμιοῦ, κύριε συνάδελφε. Δὲν νομίζω συνεπῶς καὶ ἀξιόλογος ἂν ἐξησφαλίζετο διὰ τοῦ λαχείου πρόσοδος, ὅτι πρόκειται περὶ μεθόδου ἀξιομιμήτου. Ἀλλὰ εἶναι καὶ τραγικόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ θέλωμεν νὰ ἀντλῶμεν ἀπὸ τὴν γύρω μας ἀθλιότητα καὶ ψυχία ἀκόμη, διὰ τῆς μεθόδου τοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὅταν διὰ τὴν ναυτικὴν ἡμῶν παρασκευὴν ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν πηγήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν χωρὶς καμμίαν περαιτέρω ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ, δυνάμεθα ν’ ἀρυσθῶμεν δαψιλεῖς πόρους. Ἡ πηγὴ αὐτή, ὡς θὰ γνωρίζῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶναι αὐτὸς ὁ προϋπολογισμός, ὁ προβλέπων τὰ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Καθὼς εἶναι συντεταγμένος ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, παρέχει κατὰ γνώμας ἐγκυροτάτας ἔδαφος πρὸς ἄνετον ἐξοικονόμησιν 150 ἐτησίως ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐκρέουν κυριολεκτικῶς εἰς τὴν θάλασσαν. Ἀλλὰ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ λαχεῖον ὑφίσταται. Εἷς τῶν ἐξιλαστηρίων τῆς ὑπάρξεώς του ὅρων εἶναι λοιπὸν οὗτος — ἡ ἐξ αὐτοῦ πρόσοδος, νὰ διατίθεται ὑπὲρ σκοπῶν φιλανθρωπικῶν, πρὸς μερικὴν δηλαδὴ ἀνακούφισιν τῆς ἀθλιότητος, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ ἡ πρόσοδος κατὰ τὸ πλεῖστον προέρχεται. Ἐκτὸς τοῦ ὅρου τούτου πρέπει, νὰ συντρέχῃ ἀπαραιτήτως καὶ ἄλλος ἕνας, διὰ νὰ δικαιολογῆται ἡ διατήρησις τοῦ λαχείου. Ἐπὶ προσόδων, ὡς ἐκ τοῦ λαχείου, ἐπιβεβλημμένον εἶναι, ὅπως τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως περιορίζονται ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς μικρότερον ποσὸν καὶ νὰ μὴ διατίθεται οὐδὲ δραχμὴ πέραν τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαιοῦντος πρὸς ἱκανοποίησιν παρασίτων, τὰ ὁποῖα, ὅσον καὶ ἂν εἶναι λυπηρά, δὲν ἀποστέργουν ἐν τούτοις ν’ ἀπομυζοῦν καὶ αὐτὸ τὸ ὑστέρημα τῶν ἐκ τῆς δυστυχίας ἀθλίων, οἵτινες παγιδευόμενοι ἀπὸ τὴν ἀπατηλὴν ἐλπίδα, στεροῦνται καὶ τὸ ψωμί των ἀκόμη, διὰ ν’ ἀγοράσουν γραμμάτια τοῦ λαχείου. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἁμάρτημα, τὸ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ λαχείου προσόδων, ἀφίεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ ἄρῃ, μεταφέρουσα, ταύτας ὅταν ἡ ὥρα ἐπιστῇ ὑπὲρ τῶν φιλανθρωπικῶν σκοπῶν. Ἀλλά, ὅτι ἐπείγει νὰ πραγματοποιηθῇ, ἄνευ ἀναβολῆς οἱασδήποτε, εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν ἐξόδων διαχειρίσεως τοῦ λαχείου εἰς τὸ ἐλάχιστον. Καὶ τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνεται διαφορετικὰ παρὰ μὲ τὴν ἀκύρωσιν τῆς προκειμένης συμβάσεως καὶ μὲ τὴν ἀνάληψιν τῆς διαχειρίσεως ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, διὰ μιᾶς τῶν ἱκανῶν πρὸς τοῦτο ὑπηρεσιῶν του, ἄνευ τῆς προσθήκης οὐδὲ ἑνὸς ὑπαλλήλου, οὐδὲ κλητῆρος, ἀφοῦ μὲ περίσσειαν ὑπαλλήλων εἶναι προικισμένον. Ὑπάρχουν βεβαίως δημόσιαι πρόσοδοι, τῶν ὁποίων ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις ἀνατίθεται κατ’ ἀνάγκην, ὡς κοινῶς πιστεύεται ἢ καθ’ ἕξιν ἁπλῶς, ἐὰν μὴ καὶ δι’ ἄλλους τινὰς λόγους, εἰς τὸ ἀπὸ παλαιοῦ διαβεβαιωμένον γένος τῶν τελωνῶν, ἤγουν τῶν φορατζήδων, οἵτινες μάλιστα πολλῶν συμπαθειῶν ἀπολαύουν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὡς ἐπανειλημμένως ἐμαρτυρήθη ἀκόμη, δὲ καὶ χθές. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τοῦ λαχείου, ἑνὸς φόρου ἐκ τῶν ἱερωτέρων διὰ τὴν προέλευσίν του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν προορισμόν του, οἷος προσήκει νὰ εἶναι φαντάζομαι, ὅτι δὲν ὑφίσταται καμμία ἀπολύτως ἀνάγκη, ὅπως τὸ Κράτος προσφεύγῃ εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν μεσαζόντων, δηλαδὴ τῶν φορατζήδων. Διότι περὶ φορατζήδων καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται. Καὶ δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἀλλαχοῦ μόνον συμβαίνοντα εἰς παρρομοίας περιπτώσεις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἱκανότητα τοῦ Κράτους, ὅπως αὐτὸ ἀπ’ εὐθείας διαχειρίζηται τὸ λαχεῖον. Ἔχομεν καὶ τὴν ἐγχώριον πεῖραν, πεῖραν μακροχρόνιον καὶ ἀπολύτως ἐνθαρρυντικήν. Ἐὰν θεωρῆται καὶ δικαίως θεωρεῖται, ὅτι τὸ Κράτος καὶ μάλιστα τὸ ἡμέτερον δὲν εἶναι καὶ τόσον ἱκανὸς διαχειριστὴς ὑποθέσεων ἐμπορικοῦ χαρακτῆρος, ἐν τούτοις τὸ Κράτος διεχειρίσθη ἐπιτυχῶς τὸ λαχεῖον κατὰ τὸ παρελθόν, ἀσυγκρίτως ἐπωφελέστερον διὰ τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἢ ὅσον τό διαχειρίζεται σήμερον διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ἡ γνωστή ἑταιρεία. Ἡ ἐπιτυχία τοῦ Κράτους ἐν τῇ διαχειρίσει ταύτῃ ὀφείλεται ἁπλούστατα εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἔχει ὅλως διόλου ὑποτυπώδη τὸν ἐμπορικὸν χαρακτῆρα ἡ διαχείρισις τοῦ λαχείου, μὴ ἀπαιτοῦσα καμμίαν ἐξειδιασμένην ἐμπορικὴν ἐμπειρίαν. Εἰς τὰ 1906 ἀπεδόθησαν ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ λαχείου εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων 1.255.000 δραχμαί.
§123Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δραχμαὶ ἐννοεῖται χρυσαί.
§124Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κάτι καλλίτεραι μάλιστα, φίλε κ. ὑπουργέ, ἀπὸ τὰ σημερινὰ Ἑλβετικὰ φράγκα. Καὶ ἂς ὑπῆρχεν εἰς τὰ 1906 μία μικρὰ εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς δραχμῆς ἐπικαταλλαγή. Ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομίσματος, εἰς τὴν ἀγοραστικήν του δύναμιν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ δραχμὴ τοῦ 1906 εἶχε δύναμιν 25 ἴσως φορὰς μεγαλειτέραν τῆς σημερινῆς, ἐνῷ τὸ Ἑλβετικὸν φράγκον ἔχει τοιαύτην μόνον 20 φορὰς μεγαλειτέραν. Διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὰ 1906 ἡ εὐθηνία τοῦ βίου παρ’ ἡμῖν ἦτο μεγάλη, ἤρχισε δὲ ν’ ἀκριβαίνῃ ὁ βίος μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, ἐφ’ ὅσον, δηλαδὴ ἐπλουτίζαμεν. Συνεπῶς, ἡ ἐκ τοῦ λαχείου καθαρὰ πρόσοδος ἐκ δραχμῶν 1.255.000 τοῦ 1906 ἀντιστοιχεῖ πρὸς 30.000.000 σημερινῶν δραχμῶν. Ἀλλὰ πάλιν, ἡ πελατεία τοῦ λαχείου εἰς τὰ 1906 ἦτο δυόμισυ φορὰς μικροτέρα τῆς σημερινῆς, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς εἶχε τότε πληθυσμὸν 2.600.000, ἐνῷ τώρα ἔχει 6.200.000. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐὰν τὸ λαχεῖον ἐλειτούργει καὶ σήμερον ὡς ἐλειτούργει καὶ εἰς τὰ 1906, ἡ ἐτησία καθαρὰ ἐξ αὐτοῦ πρόσοδος ὑπὲρ τοῦ στόλου καὶ τῶν ἀρχαιοτήτων, ἔπρεπε νά ἀνέρχεται εἰς 70.000.000 περίπου, ἐνῷ δὲν ἀνέρχεται εἰμὴ εἰς τὸ ἓν τρίτον τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, εἰς εἴκοσι τόσα ἑκατομμύρια. Σχετικῶς μὲ τὴν φύσιν τοῦ κυρώσαντος τὴν προκειμένην σύμβασιν διατάγματος, ἐπίκαιρον εἶναι ἤδη νὰ σημειώσω, ὅτι καὶ ἂν δὲν αὐτοεχαρακτηρίζετο τοῦτο νομοθετικόν, δὲν ἦτο πάλιν δυνατόν, νὰ ἐθεωρεῖτο ἐκτελεστικόν, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Ὁ νόμος τοῦ 1909 ὁρίζει, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἐκχωρηθῇ τοῦ λαχείου ἡ ἐκμετάλλευσις, διὰ συμβάσεως κυρουμένης, διὰ διατάγματος, ἀντὶ ἐτησίου μισθώματος ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ τὸ ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τοῦ ἔτους 1909 μίσθωμα, καθὼς ἐδείξαμεν, μεταφερόμενον εἰς τὸ ἔτος 1925 ὅτε συνήφθη ἡ σύμβασις, ἀναβιβάζεται, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τῆς τότε δραχμῆς πρὸς τὴν νῦν, εἰς δραχμὰς 25.000.000. Συνυπολογιζομένης δὲ καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς σημερινῆς πελατείας, ἤτοι τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἰς 60.000.000. Ἔναντι τοῦ ποσοῦ τώρα τούτου, εἰς ποῖον τάχα ποσὸν ὁρίζεται, διὰ τῆς περιφήμου συμβάσεως τὸ ἠγγυημένον μίσθωμα τοῦ δημοσίου; Εἰς 2.000.000 μόνον. Εἰς τὸ ἓν τριακοστὸν τοῦ προσήκοντος δηλαδή. Ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ καθαρὰν περιγραφὴν τῆς οὐσίας τοῦ νόμου, πρᾶξιν ἀντιβαίνουσαν αὐτόχρημα εἰς τά χριστὰ ἤθη, νὰ ἐκθάπτεται ἡ κεκοιμημένη ἀπὸ τοῦ 1909 διάταξις περὶ ἐκχωρήσεως τοῦ λαχείου καὶ νὰ στηρίζεται εἰς τὸ γράμμα της ἐκεῖνο, φαρισαϊκῶς, σύμβασις, ὡς ἡ σύμβασις τοῦ 1925; Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἄσκοπον νὰ σημειωθῇ καὶ ἡ παρατηρουμένη ἀσυμφωνία μεταξὺ τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ κειμένου τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυρώθη. Εἰς μὲν τὴν σύμβασιν γίνεται μνεία τοῦ νόμου τοῦ 1909, πρὸς ἐκτέλεσιν, τοῦ ὁποίου δῆθεν συνήπτετο αὕτη. Τὸ διάταγμα ὅμως διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυρώθη, αὐτοχαρακτηρίζεται νομοθετικόν. Ἡ παρατηρουμένη αὐτὴ ἀτασθαλία εἰς τὸ ἐκ τῆς συμβάσεως καὶ ἐκ τοῦ διατάγματος ἀπαρτιζόμενον κατασκεύασμα δὲν χρειάζεται μεγάλην φαντασίαν, ὅπως ἑρμηνευθῇ. Ἡ νομικὴ ἀτασθαλία προέκυψε, διότι ἄλλος παρεσκεύασε τὴν σύμβασιν καὶ ἄλλος τὴν ἐκύρωσε. Ὁ παρασκευάσας τὴν σύμβασιν εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ συντάκτης τοῦ νόμου τοῦ 1909, τῆς περιφήμου διατάξεως τοῦ ὁποίου ἦτο μνήμων, ὁ καὶ διαχειριστὴς τοῦ λαχείου ἀπὸ τῆς γενέσεώς του, ὅστις δὶς ἀνερριχήθη εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 καὶ ἐπὶ τῆς δικτατορίας τοῦ 1925. Καὶ διατὶ μὲν δὲν ἐπωφελήθη τῆς ἐκ τοῦ νόμου 1909 εὐχερείας, ὅπως ἐπεχείρει ἀπὸ τῆς πρώτης του ὑπουργίας τὴν ἀπεμπόλησιν τῆς ἐκ τοῦ λαχείου δημοσίας προσόδου, αὐτὸ εἶναι εὐεξήγητον. Διότι ἁπλούστατα ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως δὲν ηὐνοοῦντο αἱ ἐμφανεῖς τοὐλάχιστον ὑπουργικαὶ ἐπιχειρήσεις, ἐνῷ τοῦτο δὲν συνέβαινε καὶ εἰς τοὺς καιροὺς τῆς δικτατορίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ κἄποτε καὶ τὸν νοικοκύρην, δὲν ἐπρόλαβεν ὁ παρασκευάσας τὴν σύμβασιν καὶ νὰ τὴν κυρώσῃ. Τὸ ἔργον τοῦτο διεξεπεραίωσεν ὁ διάδοχός του, ὁ Τανταλίδης, ὅστις πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ἔχει περιλάβῃ εἰς τὸ κυρωτικὸν τῆς συμβάσεως διάταγμα τὴν ρήτραν, καθ’ ἣν τοῦτο ἔδει νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἂν καὶ δὲν ἦτο βεβαίως ἀπαραίτητος ἡ ἐν λόγῳ ρήτρα, διὰ νὰ ἐπιληφθῇ ἐγκαίρως ἡ Βουλὴ τῆς ἐπιβλαβοῦς συμβάσεως, ἐφ’ ὅσον καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ μάλιστα εἰς πολιτισμὸν καὶ εἰς εὐνομίαν προηγμένα, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἀποσκοπεῖ νὰ ἀκυρώνῃ συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν ὑπὸ ἀνωμάλους διὰ τὴν χώραν συνθήκας, ἐπιβούλους διὰ τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς προκειμένης συμβάσεως. Ἐνῷ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων ἀπεδίδοντο εἰς τὰ 1906 ἀπὸ τὰς προσόδους τοῦ λαχείου 1.255.000 δραχμαί, τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρήσεώς του ἀνήρχοντο μόνον εἰς 83.000. Ἤτοι ἡ μεταξὺ τῶν δύο κονδυλίων σχέσις ἦτο 94 πρὸς 6. Τὸ ἀπορροφώμενον ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως μικρὸν αὐτὸ ποσοστὸν δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσσῃ κανένα. Ἡ φύσις τοῦ ἔργου τούτου δὲν ἀπαιτεῖ παρὰ ἐλάχιστα ἔξοδα. Ἀφ’ οὗ γίνῃ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ καταλληλοτέρου ἐκ τῶν πολλῶν συστημάτων λαχείου, δὲν ἀπομένει ἄλλη ἐργασία λόγου ἀξία, παρὰ ἡ κυκλοφορία του. Αὐτὴ δὲ γίνεται διὰ τῶν ἐφημεριδοπωλῶν τῇ παρεμβάσει μιᾶς ἢ περισσοτέρων ὀργανώσεων. Ἐμπορικὸν δαιμόνιον δὲν ἀπαιτεῖται, οὐδὲ κίνδυνος ζημίας οἱοσδήποτε ὑφίσταται. Οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματείων τοῦ λαχείου δὲν παραλαμβάνουν τὰ γραμμάτια, εἰ μὴ ἀφοῦ καταβάλουν τὸ ἀντίτιμον. Ἐγκαίρως δὲ ἐπιστρέφουν τὰ ἀπομείναντα ἀπώλητα. Εἰς αὐτὰς τὰς ἐνεργείας συνίσταται ὁλόκληρος ἡ διαχείρισις τοῦ λαχείου.
§125Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ διαφήμισις εἶναι ἐκείνη.....
§126Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἂς μὴ ἀπατώμεθα, κύριε ὑπουργέ. Δὲν λέγω πὼς δὲν ἀπαιτεῖται κανὲν ἀπολύτως ἔξοδον πρὸς διαφήμισιν τοῦ λαχείου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι διὰ τὴν διαφήφισίν του χρειάζεται σοβαρὰ δαπάνη. Ἡ διαφήμισις, ἡ ὁποία εἰς τὸ ἐμπόριον ἀσκεῖ οὐσιώδη ἐπιρροήν, πολὺ περιωρισμένον ρόλον παίζει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ ἄριστος διαφημιστὴς τοῦ λαχείου εἶναι ὁ λιανοπωλητής του, ὁ ἐφημεριδοπώλης. Συνεπικουρεῖ δὲ μεγάλως ἡ πρὸς τὸ παίζειν τάσις τοῦ κοινοῦ. Διὰ τὴν διαφήμισιν τοῦ λαχείου, σπατάλη καθαρὰ καὶ μεγάλη θὰ εἶναι ἂν δαπανᾶται ἓν τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων. Ἐνῷ λοιπὸν εἰς τὰ 1906 ἡ μεταξὺ καθαρᾶς προσόδου τοῦ Λαχείου τοῦ Στόλου καὶ ἐξόδων διαχειρίσεως τοῦ λαχείου σχέσις ἦτο 94 πρὸς 6, ἡ σχέσις αὐτὴ σήμερον, καθὼς ἐξάγεται ἀπὸ τὴν τόσον διαφωτιστικὴν καὶ ἐμπεριστατωμένην ἔκθεσιν τοῦ διακεκριμένου οἰκονομικοῦ ἐφόρου κ. Σταυριανοῦ, εἶναι 72 πρὸς 28 ἢ 75 πρὸς 25. Τὰ ἔξοδα δηλαδὴ ἐτετραπλασιάσθησαν. Αὐτὰ δὲ τὰ ἀδικαιολόγητα καὶ μεγάλα ἔξοδα γίνονται εἰς ἱκανὸν μέτρον, πρὸς ὠφέλειαν ἑνὸς λίαν περιωρισμένου κύκλου προσώπων. Καὶ νὰ συλλογίζεται κανείς, πὼς μὲ τὰ ἐπὶ πλέον τοῦ προσήκοντος ἔξοδα αὐτὰ, ἠμπορεῖ νὰ ὑπηρετηθῇ κεφάλαιον ἱκανὸν διὰ τὴν ἵδρυσιν ἐπαρκῶν σανατορίων εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν λυμαίνεται ἡ φυματίωσις ἐκτὸς τῶν ἄλλων νόσων. Διὰ τὴν προφύλαξιν τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν μάστιγα αὐτὴν ἀξίζει νομίζω νὰ στερηθῶσι τῶν ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ λαχείου ἀδικαιολογήτων προσόδων των ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε ὡς ἦτο φυσικὸν δὲν συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ἀπόρων. Αἱ παραχωρούμεναι ἄλλως τε εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα πρόσοδοι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς καμμίαν χρήσιμον ὑπηρεσίαν των, ἀφοῦ αἱ ὑπηρεσίαι των ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ὅλως διόλου περιτταί. Δὲν εἶναι δὲ καθόλου παράξενον, ὅτι μεταξὺ τῶν δημιουργηθέντων διὰ τοῦ λαχείου εἰσοδηματιῶν, συγκαταλέγεται καὶ ὁ ἀρχιμάγειρος τῆς συμβάσεως, ὁ ἐπὶ δικτατορίας πρῶτος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακάθηται καὶ αὐτὸς μὲ ὅλην τὴν ἄνεσιν φαρδὺς πλατύς, μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρείας, εἰς τὴν ὁποίαν κατ’ εἰσήγησίν του ἐξεχωρήθη τοῦ λαχείου ἡ ἐκμετάλλευσις.
§127ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ κύριος;
§128Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἐκ τοῦ σχετικοῦ φακέλλου φωρᾶται, ὅτι μεταξὺ τῶν μετόχων καὶ τῶν συμβούλων τῆς ἑταιρείας εἶναι καὶ ὁ κ. Κοφινᾶς. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἑταιρεία ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ παρέμβασίς της εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λαχείου ὄχι ἐπιζήμιος δὲν εἶναι, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπωφελεστάτη διὰ τὸ Δημόσιον. Ἀφοῦ ἐκ τοῦ λαχείου, λέγει, τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε 500.000 δραχμὰς μόνον, ἐνῷ τώρα εἰσπράττει εἴκοσι τόσα ἑκατομμύρια. Αὐτά, κύριοι, εἶναι ἀπολύτως ἀληθῆ. Ἀλλὰ εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου εἰς βάρος ἐκείνων, οἵτινες ἐμηχανεύθησαν, ὅπως τὰ πράγματα συμβῶσιν οὕτω. Τὸ γεγονός, ὅτι αἱ καθαραὶ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ λαχείου εἶχον καταπέσει εἰς 500.000 σημερινὰς δραχμὰς ὑπῆρξεν ἁπλούστατα καὶ καθαρώτατα, ἀποτελέσματα τῆς ἐνέδρας ἡ ὁποία εἶχε στηθῇ κατὰ τοῦ λαχείου, κατὰ τῆς δημοσίας ἐκ τοῦ λαχείου προσόδου. Διότι προσέξατε, κύριοι συνάδελφοι. Αἱ εἰσπράξεις εἶχον καταπέσει εἰς εὐτελέστατα πράγματι ποσὰ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἐκείνου, ὅστις τὸ διεχειρίζετο ἀπὸ τῆς γενέσεώς του, ὅστις ἄλλοτε εἶχε κατορθώσει ὅπως ἡ ἐξ αὐτῆς καθαρὰ εἴσπραξις ἀνέλθῃ εἰς 1.255.000 δραχμάς, αἱ ὁποῖαι ἀντιστοιχοῦν, ὡς ἐξεθέσαμεν, εἰς 70.000.000 σημερινὰς δραχμὰς, μὲ τὴν σημερινὴν Ἑλλάδα τῶν 6.200.000 κατοίκων. Ἄφησε δὲ νὰ καταρρεύσῃ ὁ πόρος οὗτος τοῦ Δημοσίου καθ’ ὃν χρόνον ὑπουργὸς γενόμενος ἐφήρμοσε τὴν ἡρωϊκὴν δημοσιονομικὴν πολιτικὴν καὶ ἐξεπάτωσε μὲ τὴν ἐπαχθεστάτην φορολογίαν τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Πῶς ἐλησμονοῦσε τὸν ἐκ τοῦ λαχείου πόρον, τὸν ἀνωδυνώτερον ὅλων, τὸν ὁποῖον εἴπέρ τις καὶ ἄλλος ἐγνώριζε κάλλιστα, διότι ὁ ἴδιος καὶ τὸν ἐδημιούργησε καὶ τὸν διεχειρίζετο ἐπὶ δύο δεκαετηρίδας; Τὸν ἄφησε νὰ καταρρεύσῃ, διὰ νὰ καταστῶσιν εὐπρόσδεκτοι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ λαχείου, ὅροι συμφερώτατοι διὰ τοὺς ἐκμεταλλευτὰς καὶ ἐπιζημιώτατοι διὰ τὸ Δημόσιον. Θὰ παρεκάλουν ἤδη τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ περιορίσῃ καὶ πάλιν τὸ δίδαγμα τὸ ἐκ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἀπορρέον. Νὰ μὴ θελήσῃ νὰ διδαχθῶμεν ἐξ αὐτῆς μόνον πόσα κακὰ δύνανται νὰ προέλθουν εἰς τὸν τόπον, ὅταν οὗτος ἐκτρέπεται τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ παραδίδεται εἰς τὰς δικτατορίας. Οἱ κίνδυνοι ἐκ τῶν δικτατοριῶν εἶναι ἀναμφιβόλως πολλοὶ καὶ δεινοί. Ἀλλὰ ἔχουν εὐτυχῶς αἱ δικτατορίαι μέσα τους καὶ τὸ σπέρμα τῆς ταχείας αὐτοφθορᾶς. Καὶ οὕτω τὰ ἐκ τῶν δικτατοριῶν δεινὰ ὁμοιάζουν μὲ τὰ ἐκ τῶν ἐπιδημιῶν. Εἶναι λίαν ἔντονα, ἀλλὰ καὶ μεταβατικά. Ἐνῷ ἐκ παραλλήλου ὑπάρχουν αἱ χρόνιαι νόσοι, αἱ μεταδιδόμεναι ἀπὸ τὰς μονίμους Δημοσίας ὑπηρεσίας. Τὸν κίνδυνον αὐτὸν παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ παρορᾷ. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ προκειμένη σύμβασις καθὼς καὶ ἄλλαι παρεμφεροῦς ὑφῆς συμβάσεις, ἂν ἐξεκολάφθησαν ἐπὶ δικτατορίας εἰς τοὺς κόλπους ὅμως τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἐπῳάζοντο. Εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῶν ἀναμφισβητήτως ἀνήκει καὶ ἡ προκειμένη σύμβασις. Τὸ κλώσσημά της εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ τὰ 1909. Εἰς τὴν Δημοσίαν ὑπηρεσίαν ὀφείλεται ἐπίσης καὶ τὸ κατόρθωμα, ὅπως παρασύρῃ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν εἰς τὴν ἁμαρτωλὴν διόρθωσιν τῆς δῆθεν ἡμαρτημένης δημοσιεύσεως τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν μετάταξιν δηλαδὴ τοῦ διατάγματος τοῦ κυρώσαντος τὴν προκειμένην σύμβασιν, ἐκ τοῦ τμήματος ὅπου καταχωροῦνται τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, εἰς τὸ τμῆμα τῶν ἐκτελεστικῶν διαταγμάτων. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν θὰ θελήσῃ, ἐλπίζω νὰ μὴ διακρίνῃ ἀκρισίαν μόνον εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς περιφήμου διευθύνσεως τῶν ἐμμέσων φόρων, τῆς ὁποίας ἡ ἐκπροσώπησις ἔχει διαμορφωθῇ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ ἐπὶ δικτατορίας ὑπουργοῦ τοῦ παρασκευάσαντος τὴν προκειμένην σύμβασιν, τῆς ὁποίας διευθύνσεως ὁ προϊστάμενος παρακάθηται καὶ εἰς τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς ἑταιρείας, ὡς ἐπίτροπος τοῦ Κράτους ἐπὶ μισθῷ. Τοῦ κινδύνου λοιπὸν τούτου, τοῦ μονίμως ἐμφωλεύοντος εἰς πολλὰς ἢ εἴς τινας τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν, κρούω τὸν κώδωνα. Εἰς πολλὰς ἢ εἴς τινας τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν αἱ κεφαλαὶ νοσοῦσι καταφανῶς πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου συμφέροντος, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀπειλὴν διηνεκῆ τοῦ πολιτικοῦ ἰδιαιτέρως κόσμου.
§129Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ νομίζω γενικεύετε τὸ ζήτημα.
§130Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Εἶπον, τὰ κακὰ στοιχεῖα εὑρίσκονται μεταξὺ τῶν ἰθυνόντων πολλὰς ἢ μερικὰς ὑπηρεσίας. Ὁ ἐξ αὐτῶν δὲ κίνδυνος, ὁ ἀφορῶν τὸν πολιτικὸν κόσμον, συνίσταται εἰς τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι: ὅτι ἀπειλεῖ τὴν ὑπόληψίν του. Διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, ἀρκεῖ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει ἓν ὀλίσθημα, ὡς ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον παρεσύρθη ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, κατ’ εἰσήγησιν τοῦ διευθυντοῦ τῶν ἐμμέσων φόρων, ἂν ἦτο ἢ δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ κλονίσῃ, ἐὰν ὄχι καὶ νὰ κρημνίσῃ, τὴν ὑπόληψιν πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἔχοντος τὸ ἠθικὸν ἀνάστημα ὀλιγώτερον ἐπιβλητικὸν ἐκείνου. (χειροκροτήματα).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγώ, ὡς ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος, γενικωτέραν περὶ τοῦ λαχείου γνώμην, θὰ ἔλεγον, ὅτι δὲν αἰσθάνομαι πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦτον ὅσην ἐξεδήλωσα ἄλλοτε ἀποστροφὴν πρὸς τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν χαρτοπαιγνίων, δὲν τρέφω ὅμως καὶ πρὸς αὐτὸν καμμίαν ἀπολύτως συμπάθειαν. Τὸ λαχεῖον δὲν προκαλεῖ βεβαίως τὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας συνεπάγεται τὸ χαρτοπαίγνιον, παρασύρει ὅμως καὶ τοῦτο εἰς ἠθικὰς καὶ οἰκονομικὰς ἀποπλανήσεις τὸν λαὸν καὶ ἐπιβάλλει φορολογίαν ἐπὶ τοῦ πάθους τοῦ παιγνιδίου, τὸ ὁποῖον ὑποδαυλίζει ἡ ἀνέχεια καὶ ἡ κακοδαιμονία τῶν λαϊκῶν τάξεων. Δὲν θὰ συστήσω λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προβῇ ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ λαχείου ἐπὶ τοῦ παρόντος τουλάχιστον, καθ’ ὅσον φρονῶ, ὅτι ἐὰν τὰ μέσα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτρέπουν τὴν ἀφαίρεσιν ἢ τὴν μείωσιν ἐσόδων, ἡ ἀφαίρεσις αὐτὴ ὀφείλει νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν θεραπείαν ἄλλων ἀναγκῶν μᾶλλον ἐπειγουσῶν, εἰς ἀνακούφισιν βαρῶν ἐπαχθῶν καὶ νὰ ἐπιδιωχθῇ κατὰ πρῶτον λόγον, ἐφ’ ὅσον, ἐπαναλαμβάνω, οἱ πόροι τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουν καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ προϋπολογισμὸς σήμερον παρουσιάζει ἀρκοῦσαν πρὸς τοῦτο εὐρύτητα, ἡ κατάργησις τῶν δύο κυριωτέρων ἀγροτικῶν φόρων, τοῦ φόρου τῆς δεκάτης καὶ τοῦ φόρου τῶν αἰγοπροβάτων ἢ τουλάχιστον ἡ μείωσις αὐτῶν εἰς βαθμόν, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ τὸ βάρος των ἀνεπαίσθητον εἰς τὴν παραγωγήν. Ἐὰν ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ καταργήσεως τοῦ λαχείου νομίζω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει νὰ παύσωσι νὰ ἀποβλέπωσιν εἰς αὐτὴν διὰ τὸ μέλλον ἢ τοὐλάχιστον νὰ τείνωσιν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ λαχείου καὶ τὸν μετασχηματισμὸν αὐτοῦ εἰς θεσμὸν κοινωνικῆς προνοίας, εἴτε ὑφ’ ὃν τύπον ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πειραιῶς, διὰ τῆς διαθέσεως δηλαδὴ τῶν ἐκ τοῦ λαχείου κερδῶν ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν σκοπῶν, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον, κατ’ ἐμὲ προτιμότερον, διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν ἐκ τοῦ λαχείου, κερδῶν εἰς ὑποχρεωτικὴν κατάθεσιν. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν βεβαίως τὸ Κράτος θὰ στερηθῇ τοῦ ἐσόδου τῶν 15–20 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ἀπὸ τὸ λαχεῖον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν θέλει νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς καταργήσεως, διότι πρέπει ὡς ἐλέχθη νὰ ἐμποδισθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ξένων λαχείων. Παρ’ ἡμῖν θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ διαθέσῃ τὸ λαχεῖον τὸ ποσόν τὸ ὁποῖον θέλει ὑπολειφθῇ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν κερδῶν τῶν κληρουμένων λαχνῶν καὶ τῶν δαπανῶν τῆς διαχειρίσεως, νὰ τὸ διαθέσῃ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν παικτῶν, ὑπὲρ τῶν ἀγοραστῶν τῶν γραμματίων καὶ νὰ μετατρέψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς ὑποχρεωτικὴν κατάθεσιν διὰ τῆς ὀργανώσεως ἑνὸς εἴδους λαϊκῆς ἀποταμιεύσεως. Θὰ ἔχωμεν τοιουτοτρόπως τὸ ἀγαθόν, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ ξένων λαχείων θὰ ἐμποδισθῇ παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ εἰς ἀντάλλαγμα ἑνὸς καλοῦ θεσμοῦ, καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ ἐνισχυθῇ ὁπωσδήποτε τὸ πνεῦμα τὸ ἀποταμιευτικὸν παρ’ ἡμῖν. Ἀναφέρω ταῦτα διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν μὲ ἐνθουσιάζει ποσῶς ἡ αὔξησις περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τῆς εἰσφορᾶς τοῦ λαοῦ ἀπὸ δύο ἑκατομμύρια εἰς 62.000.000 εἰς ὅσα ἀνήρχοντο πρό τινων ἐτῶν αἱ ἀκαθάριστοι τοῦ λαχείου εἰσπράξεις· οὔτε θὰ θλιβῶ ἰδιαιτέρως ἐὰν ἐπέλθῃ μείωσις τῶν εἰσπράξεων τούτων. Ἀλλὰ ἐπίσης ὅπως ὑποδηλώσω, ὅτι τοιαύτην ἔχων περὶ τοῦ λαχείου γνώμην, εἶναι φυσικὸν ν’ ἀποκρούω πάσῃ δυνάμει τὴν παραχώρησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ εἰς ἰδιωτικὴν ἑταιρείαν. Ἐὰν ἡ ἐκ τοῦ λαχείου πρόσοδος εἶναι κατακριτέα κατ’ ἀρχὴν καὶ ὅταν περιέρχεται εἰς τὸ Κράτος, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ οὐδεμίαν δικαιολογίαν ἡ χρησιμοποίησις αὐτοῦ δι’ ἄκοπον πλουτισμὸν ὀλίγων ἰδιωτῶν. Πρέπει τουλάχιστον αἱ εἰσπράξεις νὰ περιέρχωνται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους, εἰς ὄφελος τῆς ὁλότητος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, τὸ μέτρον τὸ προτεινόμενον εἶναι μέτρον τυγχάνον τῆς ἀμερίστου ἐπιδοκιμασίας μου. Εἶναι εὐτύχημα, ἀληθῶς, ὅτι διὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν παρεμβάλλεται οὐδὲν νομικὸν κώλυμα, οὐδὲν ἐμπόδιον τυπικῆς φύσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὑφίσταται τοιοῦτον ἐμπόδιον, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, θεωρούσης ὡς ὁριστικῶς κυρωθείσας τὰς συμβάσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν οὐχὶ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κειμένων νόμων, δὲν νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχει εἰς τοῦτο δίκαιον. Διότι ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως εἶχε σαφῆ σκοπὸν ἵνα προφυλάξῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς ὁριστικῆς ἰσχύος τῶν συμβάσεων τῆς δικτακτορίας, αἱ ὁποῖαι ἀντέβαινον εἰς τοὺς κειμένους νόμους. Εἶπε δηλαδὴ ἡ συνέλευσις, ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἰσχύσουν αἱ συμβάσεις τῆς δικτατορίας αἱ σύμφωνοι πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς κειμένης νομοθεσίας, δὲν ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ περιβληθοῦν ἰσχὺν ὁριστικὴν καὶ αἱ συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν ὑφισταμένων νόμων. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς παρούσης συμβάσεως, τὸ ζήτημα λύεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ κυρωτικοῦ διατάγματος, ἐν ᾧ ῥητῶς ἀναφέρεται, ὅτι ἡ σύμβασις κυροῦται οὐχὶ δι’ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου 1909, ἀλλὰ διὰ Ν.Δ., τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ἔχῃ ὁριστικὴν ἰσχύν, ὀφείλει νὰ ὑποβληθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως τύχῃ τῆς κυρώσεως αὐτῆς. Ἡ πρᾶξις τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως δὲν αἴρει ποσῶς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ κυρωτικοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον θέτει τὴν ὁριστικὴν τῆς συμβάσεως ἰσχὺν ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κυρώσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἰς ἓν φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον διενεμήθη πρό τινος χρόνου ὑπὸ τῆς ἑταιρείας τοῦ λαχείου διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ γνώμη, ὅτι τὸ κυρωτικὸν τῆς συμβάσεως διάταγμα εἶναι ἐκτελεστικόν, ὄχι νομοθετικόν, ὑπάρχει ἐν τούτῳ διαφορὰ γνώμης τῆς ἑταιρείας μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτήν. Ἐπικαλεῖται ἡ ἑταιρεία ἓν σημείωμα τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 7 Σεπτεμβρίου 1927, τὸ σημείωμα περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας συνάδελφος. Εἶχον λάβει καὶ ἐγὼ γνῶσιν τῆς σχετικῆς τοῦ φυλλαδίου τῆς ἑταιρείας περικοπῆς. Ἐνόμισα ὅμως, ἐπειδὴ τὸ φῦλλον τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε χρονολογίαν 7 Σεπτεμβρίου 1927 κατὰ τὴν ἐποχὴν δὲ ἐκείνην ἐγὼ δὲν εὑρισκόμην εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλ’ ἔλειπον εἰς τὴν Γενεύην, ἐνόμισα λέγω, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὑπηρεσιακῆς ἐνεργείας, λαβούσης χώραν κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου. Τυχαίως δὲ εἰς μίαν τῶν τελευταίων τῆς Βουλῆς συνεδριάσεων ἐν συνομιλίᾳ μετὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, ἀσχοληθέντος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν, ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ ἔγγραφον ἔφερε τὴν μονογραφήν μου. Τὴν ἑπομένην ἀπὸ πρωΐας ἔσπευσα νὰ προβῶ πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, ἐβεβαιώθην δέ, ὅτι ὄντως τὸ ἔγγραφον ἔφερε γνησίαν μονογραφήν μου. Ἠσχολήθην ὡς ὤφειλον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ σημείου τούτου καὶ εἶμαι εἰς θέσιν σήμερον, νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων καὶ τῶν πληροφορειῶν, αἵτινες μοῦ ἐδόθησαν ὑπὸ τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τῆς ὑποθέσεως, κύριοι, τοῦ λαχείου κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας μου δὲν ἔσχον τὸν χρόνον νὰ ἐπιληφθῶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, λόγῳ τῶν περισπασμῶν μου εἰς ἄλλας σοβαρωτέρας ἀσχολίας μέχρι τέλους, νομίζω, Ἀπριλίου 1928, οὐδὲ ὅμως ἡ ὑπηρεσία προέβη ποτὲ εἰς εἰσήγησίν τινα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἢ καὶ ἁπλῆν περὶ αὐτῆς νύξιν. Τὸ ἐν λόγῳ σημείωμα προσήχθη κατὰ πρῶτον κατὰ τὰ εἰθισμένα, εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα πρὸς θεώρησιν, εἰσήχθη δὲ μετὰ τοῦτο ἐνώπιόν μου, ἀλλ’ ὑπὸ ποίαν μορφήν; Εἰσήχθη ὑπὸ τὸν τύπον ἁπλῆς διορθώσεως παροράματος, καθ’ ὅσον τὸ σημείωμα τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ λέξει ἀναφέρει (ἀναγινώσκει) «τὸ ἐκ παραδρομῆς εἰς τὴν στήλην τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθὲν διάταγμα, λογίζεται δημοσιευθὲν εἰς τὴν τῶν διαταγμάτων τοιαύτην, ὡς ἐκδοθὲν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ΓΤΟʹ τοῦ 1909 ἄρθρον 7». Ἐπρόκειτο τουτέστιν, ὡς ἐνεφανίσθη τὸ ζήτημα, περὶ διορθώσεως ἑνὸς ἁπλοῦ παροράματος τῆς δημοσιεύσεως διατάγματος εἰς μίαν στήλην τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ ἄλλης, περὶ ἐξόχως ἐν ἄλλαις λέξεσιν τυπικῆς ἐνεργείας, ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας σωρηδὸν ὑπογράφουν οἱ ὑπουργοὶ καθ’ ἑκάστην ἄνευ περαιτέρω ἐρεύνης, ὑπὸ τὴν εὐθύνην πάντοτε τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τὸ περιθώριον τοῦ σχεδίου τοῦ ἐν λόγῳ ἐγγράφου ὑπῆρχε σημείωσις τοῦ γενικοῦ γραμματέως, τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔχουσα ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἀπολύτως ὀρθόν». Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν ἡ τυπικότης τῆς πράξεως καὶ ἐξ ἄλλου ἡ σημείωσις αὕτη, τοῦ γενικοῦ γραμματέως, εἰς ὃν εἶχον καὶ ἔχω ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην, μὲ ἔκαμε, καὶ εὐλόγως, νὰ μὴ θεωρήσω ἀναγκαίαν μείζονα ἀπασχόλησίν μου καὶ ἔθεσα τὴν μονογραφήν μου, ὡς θὰ τὴν ἔθετε ὑποθέτω πᾶς, καὶ ὀλιγώτερον πολυάσχολος ὑπουργός. Εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα, πῶς προσήχθη τὸ ἔγγραφον; Προσήχθη ὑπὸ τὴν αὐτὴν μορφήν, ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ Κυβερνητικοῦ ἐπιτρόπου παρὰ τῇ ἑταιρείᾳ, συνοδευόμενον καὶ μὲ τὸ κείμενον τοῦ νόμου ΓΤΟʹ τοῦ 1909, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 7 παρεῖχεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκχωρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ λαχείου εἰς ἰδιώτας διὰ συμβάσεως, κυρουμένης δι’ ἁπλοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος. Παρουσίασεν ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νόμου διαβεβαιώσασα, ὅτι δυνάμει τούτου συνήφθη ἡ σύμβασις διὰ διατάγματος, ὅπερ προδήλως εἶχε χαρακτῆρα ἐκτελεστικοῦ διατάγματος. Εὐλογώτατα δὲ ὁ γενικὸς γραμματεὺς συνυπογράψας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσαχθέντων ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας στοιχείων τὸ ἔγγραφον, προσέθεσεν ἐν τῷ περιθωρίῳ τὴν ἰδιόχειρον σημείωσιν περὶ τῆς ἀπολύτου ὀρθότητος τῆς τυπικῆς διορθώσεως. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία παρέλειψε, νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψει τοῦ γενικοῦ γραμματέως αὐτό τοῦτο τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, δι’ οὗ ἐκυρώθη ἡ σύμβασις, καὶ τὸ ὁποῖον εἰς τὸ ἄρθρον 2 ῥητῶς ἀξιοῖ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κύρωσιν.
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀνάκρισις πρέπει νὰ γίνῃ.
§134Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ἔγγραφον τὸ οὕτω μονογραφηθὲν δὲν δημιουργεῖ καὶ αὐτὸ εὐτυχῶς κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν ὁμόφωνον τῆς ὁλομελείας τοῦ νομικοῦ συμβουλίου γνώμην καὶ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ διὰ τοιαύτης ἐνεργείας ἓν διάταγμα ἀπὸ νομοθετικὸν εἰς ἐκτελεστικόν. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ ἔγγραφον συνέπεσε νὰ μὴ ἔχῃ ἐπιζημίους συνεπείας, ἡ ἐνέργεια τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἀξία ὅλης τῆς προσοχῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ ρίψω θετικὰς ὑπονοίας δολίας προθέσεως δὲν δύναμαι οὐχ’ ἧττον νὰ ἀποκρύψω, ὅτι ἐκ τῆς ἐνεργείας ταύτης γεννῶνται σοβαρώταται ἀπορίαι χρῄζουσαι ταχείας, ταχίστης διευκρινίσεως. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ πρῶτον: Διὰ ποῖον λόγον καὶ ἐκ τίνος εὐκαιρίας ἡ ὑπηρεσία ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην, μετὰ πάροδον διετίας ὁλοκλήρου ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως καὶ τῆς ἰσχύος τοῦ διατάγματος, νὰ προβῇ εἰς τὴν διόρθωσιν ἑνὸς δῆθεν παροράματος. Δεύτερον: διατὶ ἡ ὑπηρεσία πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχουσα τὴν ἐπιβληθεῖσαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐκκαθάρισιν τῶν Ν. Δ. δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ζητήσῃ ἐν προκειμένῳ ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου περὶ τῆς φύσεως τοῦ διατάγματος καὶ διατὶ εἰσήγαγε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς διορθώσεως ἀνυπάρκτου παροράματος καὶ διατὶ ἐπίσης δὲν προσεκόμισεν εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα καὶ τὸν ὑπουργὸν μετὰ τοῦ κειμένου νόμου ΓΤΟ τοῦ 1909 καὶ τὸ κυρωτικὸν διάταγμα καὶ τὸ ἄρθρον 2 αὐτοῦ. Ἔλαβον χθὲς παρὰ τοῦ γενικοῦ γραμματέως τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ προϊστάμενος τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας ὁ εἰσηγηθεὶς τὴν ὑπόθεσιν, εἰς σχετικὴν ἐρώτησιν ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς αὐτὸν ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ διατάγματος. Διότι ἂν εἶχε τοῦτο ὑπ’ ὄψει δὲν θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς οἵαν προέβη εἰσήγησιν.
§135Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Πόσα ἄρθρα ἔχει τὸ διάταγμα;
§136Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δύο. Ἀποφεύγω νὰ ἐκφέρω γνώμην καὶ ἐπὶ τῆς ἐξηγήσεως ταύτης, ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ σημειώσω ὅτι ὁ διευθυντὴς τῶν ἐμμέσων φόρων εἶναι καὶ Κυβερνητικὸς Ἐπίτροπος παρὰ τῇ ἑταιρείᾳ τοῦ λαχείου ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου, νομίζω, 1926. Τρίτον: διατὶ ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔκρινεν ὀρθόν, νὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψει τοῦ γενικοῦ γραμματέως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τὸ ζήτημα τοῦ λαχείου ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτοῦ οὐδὲ ὡς εἶπον, εἰς νῦξίν τινα προέβη περὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἂν ἦσαν οὗτοι συμφέροντες ἢ ἀσύμφοροι εἰς τό Κράτος. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας μου ἡ ὑπηρεσία ἐσίγησεν ἀπολύτως, ἔλαβον δὲ γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ἐξ ἐγγράφου τοῦ συναδέλφου κ. Μερλοπούλου ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπιστήσαντος τὴν προσοχήν μου ἐπ’ αὐτῆς. Μετὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐδόθη ἐντολή, διὰ τῆς ὁποίας συνέστη ἐπιτροπὴ ὅπως ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λαχείου καθ’ ὅλας της τὰς ἀπόψεις. Καὶ ἐτέθη εἰς ταύτην τὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέστη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, διὰ διαταγῆς ὑπογραφείσης τὴν 3 Μαΐου 1928, ἔκτοτε δὲ αἱ ἐργασίαι αὐτῆς συνεχίσθησαν καὶ ἀπέληξαν εἰς πορίσματα ἐφ’ ὧν ἐβασίσθη τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς περὶ καταργήσεως τῆς συμβάσεως. Πρέπει, τέταρτον, νὰ ἐξηγήσῃ, διατὶ ἡ ὑπηρεσία ἐξέλεξεν ὅπως φέρῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τοῦ γενικοῦ γραμματέως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λαχείου, ὑφ’ ὃν τύπον τὴν ἔφερεν εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος καὶ ἰδίᾳ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ὅσον ποτὲ ἐπιβεβαρυμένος δι’ ἐργασίας κολοσσιαίας ὄντως εἰς ὄγκον καὶ σημασίαν. Εἶχε προηγηθῆ πρὸ ὀλίγου μόλις ἡ Κυβερνητικὴ κρίσις, διὰ τῆς ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς Οἰκουμενικῆς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ ἐπιδίδεται μετὰ τῶν λοιπῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων εἰς τὸν διακανονισμὸν καθ’ ἑκάστην τῶν ἀκανθωδῶν πολιτικῶν ζητημάτων. Ἦτο ὑπόχρεως ταὐτοχρόνως νὰ μεταβῇ εἰς Γενεύην κατὰ τὰ τέλη Αὐγούστου, διὰ τὴν σύνοδον τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1927 τοῦ συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθοῦν αἱ τελευταῖαι διαπραγματεύσεις καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ πρωτοκόλλου διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, τῆς σταθεροποιήσεως, τῆς συνάψεως τοῦ τριμεροῦς δανείου καὶ ἔπρεπε νὰ παρασκευάσῃ ὅλην τὴν πρὸς τοῦτο ἀναγκαίαν ἐργασίαν καί νὰ διεξαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πεισματώδεις ὁλονυκτίους οἰκονομικὰς συζητήσεις. Εὑρίσκετο ὡσαύτως κατὰ τὰ τέλη Αὐγούστου ἐν Ἀθήναις εἰδικὸς ἀπεσταλμένος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν ἄμεσον ρύθμισιν τῶν πολεμικῶν χρεῶν πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς συνόδου τοῦ συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Κατὰ τὴν στιγμὴν τοιούτων ἀσχολιῶν ἐνόμισεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἰσηγηθῇ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς συμβάσεως τοῦ λαχείου ὑφ’ ἣν μορφὴν σᾶς ἀνέφερα; Μοῦ εἶναι δὲ ἀδύνατον σήμερον νὰ γνωρίζω καὶ αὐτὴν τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἔθεσα τὴν ὑπογραφήν μου, διότι τὸ σχέδιον τοῦ ἐγγράφου φέρει ἡμερομηνίαν 30 Αὐγούστου· εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι τὴν 30 Αὐγούστου δὲν εὑρισκόμην ἐδῶ, διότι εἶχον ἤδη ἀναχωρήσει ἀπὸ τῆς 28 διὰ τὴν Γενεύην. Ἀφέθη προφανῶς, ὡς συνήθως γίνεται, ἡ ἡμερομηνία ἀνοικτὴ εἰς τὸ σχέδιον καὶ ἡ συμπλήρωσις ἐγένετο ἐκ τῶν ὑστέρων ἐσφαλμένως, πρόκειται ὅμως περὶ λάθους τὸ ὁποῖον μὲ ἐμποδίζει νὰ ἀναπολήσω τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς ἀκριβῶς διετέλουν καθ’ ἣν ἡμέραν ἐμονογράφησα τὸ ἔγγραφον. Αὐτὰ εἶναι αἱ ἀπορίαι αἱ ὁποῖαι ἀναποτρέπτως προκύπτουν. Δὲν συνειθίζω νὰ ἐκφράζω μομφάς ἢ ὑπονοίας κατὰ τῶν ἄλλων, καθόσον μοὶ εἶναι δύσκολον νὰ πιστεύω, ὅτι οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ ἢ Δημόσιοι ἄνδρες καταχρῶνται τῆς θέσεώς των. Ἀκριβῶς ὅμως διὰ τοῦτο ζητῶ ἄμεσον διαλεύκανσιν τῶν ἀποριῶν, ὅπως μὴ βαρύνουν μομφαὶ καὶ ὑπόνοιαι τὰς Δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν. Θὰ ἦτο λίαν ἐπισφαλὲς νὰ δεχθῶμεν τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Πειραιῶς καὶ νὰ ρίψωμεν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατὰ τῶν προϊσταμένων ἐν γένει τῶν Δημοσίων κλάδων καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι νοσοῦν ἐν γένει αἱ ὑπηρεσίαι εἰς τὰς κεφαλάς των.
§137Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Αἱ πλεῖσται.
§138Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μερικαὶ καλλίτερα.
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προβαίνωμεν μετὰ περισκέψεως καὶ νὰ ἀποδίδωμεν εὐθύνας ἐκεῖ ὅπου μόνον ἀνήκουν αὗται. Ὁπωσδήποτε θεωρῶ ἐπάναγκες, νὰ ἐπέλθῃ ἡ διαλεύκανσις τῶν σημείων τὰ ὁποῖα ἀνέφερα τὸ ταχύτερον, διότι ὅλας τὰς Δημοσίας ὑπηρεσίας ὀφείλει νὰ περιβάλλῃ ἡ πίστις καὶ ἡ ἐκτίμησις τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς κοινωνίας πρέπει νὰ εἶναι ἀμείωτος, πολὺ περισσότερον διὰ τὰς οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας καὶ ἰδίως διὰ τάς κεντρικὰς τοιαύτας, διότι δι’ αὐτῶν διεξάγονται καὶ διευθετοῦνται ζητήματα ἄμεσον ἀσκοῦντα ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν τιμαλφεστέρων ὑλικῶν τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἀτόμων καὶ προκαλοῦνται ζημίαι ἢ ὠφέλειαι. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἀνάγκη νὰ μὴ αἰωρῆται ὑπεράνω αὐτῶν πᾶν ἴχνος ὑπονοίας ἢ δυσπιστίας. Περιμένω νὰ γίνῃ διαλεύκανσις κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικόν, διὰ τὴν καλὴν τοὐλάχιστον πίστιν τῶν ὑπηρεσιῶν αἵτινες ἐν προκειμένῳ ἐνήργησαν νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ ἂν πρόκειται περὶ σφάλματος ἡ πρόθεσις εἰς ὑπόθεσιν ὁμοίας φύσεως ὑπῆρξεν ἀγαθή. (χειροκροτήματα).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ὑπάρχουν οὔτε τυπικοὶ λόγοι, οὔτε ἠθικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς ἐπέβαλον, νὰ σεβασθῶμεν τὴν σύμβασιν τοῦ λαχείου, διὰ ποῖον λόγον θὰ τὴν ἐσεβόμεθα; Ἡμᾶς ἐνδιαφέρει, νὰ εἶναι αἱ δαπάναι τοῦ λαχείου ὀλιγώτεραι, ἐν προκειμένῳ δὲ ἀνεπτύχθη, ὅτι πρόκειται περὶ 7–8 ἑκατομμυρίων ἐτησίως. Καὶ ἐρωτῶ: εἶναι δίκαιον νὰ δαπανῶνται, διὰ μίαν ἐργασίαν, ἡ ὁποία δὲν ἀπαιτεῖ, οὔτε ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα, οὔτε κεφάλαια, οὔτε ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὸν ἐπιχειρηματίαν, εἶναι δικαιολογημένον νὰ διαθέτωμεν 8.000.000; Βεβαίως αὐτὰ εἶναι ἐλάχιστα ἐν συγκρίσει μὲ τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ὅταν θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν ἠθικὴν τάξιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δίδωμεν δωρεὰν κέρδη εἰς μερικοὺς ἀνθρώπους. Δὲν θέλω νὰ καυτηριάσω μὲ τὰς ἁρμοζούσας λέξεις τὴν σύμβασιν αὐτήν, ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι εἶναι τὰ ἐλατήρια, ὅτι ἀπέβλεψαν δηλαδὴ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων, δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἀνεχθῶμεν νὰ προσπορίζωνται οἱ ἰδιῶται, ἄνευ καταβολῆς οἱασδήποτε προσπαθείας, νὰ προσπορίζωνται ὁλόκληρα ἑκατομμύρια. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἂν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ τι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, εἶναι νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐβράδυνε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ μέτρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον πρόκειται νὰ κυρώσωμεν. Τὸ λαχεῖον δὲν γίνεται ἠθικώτερον, ἐὰν προορίσωμεν τὰ ἔσοδα αὐτοῦ εἰς ὡρισμένους σκοπούς, ὅσον καὶ ἂν ἀναγνωρίζω, ὅτι ἔχει δικαιολογίαν, ἡ ἄποψις αὐτή, ὅτι ἔπρεπε νὰ διατεθοῦν διὰ φιλανθρωπικὸν σκοπὸν τὰ ἔσοδα τοῦ λαχείου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἰπῶ εἶναι, ὅτι ἀπὸ τὸν Νοέμβριον ὑπάρχει γνωμοδότησις τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτή εἶχεν ἀνάγκην κυρώσεως καὶ πρὸ αὐτοῦ μία ἐπιτροπὴ μικτὴ συγκροτηθεῖσα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἀσύμφορος. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπικρίνω τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν βραδύτητα, καὶ νὰ ζητήσω τὴν κύρωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§142Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι δὲν ἀναμένει ἡ Βουλὴ κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, νὰ φωτισθῇ ἀπὸ ἐμὲ οὔτε περὶ τοῦ συμφόρου τῆς συμβάσεως, οὔτε περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους, νὰ καταργήσῃ τὴν σύμβασιν. Νομίζω, ἐὰν ὀρθῶς ἀντελήφθην, ὅτι πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἀμφιβάλω, ἐὰν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὑποστηρίζοντες, ὅτι τὸ Κράτος, ἐὰν ἔχει δικαίωμα νὰ καταργήσῃ τήν σύμβασιν αὐτὴν δὲν πράττει ὀρθῶς μὴ προβαῖνον εἰς τὴν κατάργησιν.
§143Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο. Εἴπομεν τὴν γνώμην μας καὶ περίεργον εἶναι, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν τῶν δύο καὶ ἀπεφάνθη κατὰ τῆς γνώμης ὅλων ὑμῶν.
§144Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομικὸν ἐπιχείρημα τό ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ὅτι τάχα ἐκ τοῦ ψηφίσματος τῆς συνελεύσεως κωλυόμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διατάγματος, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Διότι τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο τῆς συνελεύσεως ἕνα εἶχε σκοπόν: νὰ ἐπιτρέψῃ, νὰ δώσῃ τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατόπιν ὡρισμένης διαδικασίας, νὰ ἴδῃ ποῖα θὰ ὑφίσταντο ἀκυρώσεις ἐκ τῆς σωρείας τῶν νομοθετικῶν ἐκείνων διαταγμάτων τῆς συμβάσεως, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκτελέσει ἡ δικτατορία. Δὲν εἶχε ποτὲ ἐν νῷ νὰ δώσῃ εἰς τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ δικτατορία περισσοτέραν ἰσχὺν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν διὰ τῆς θελήσεως τῶν συμβαλλομένων εἶχε.
§145Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῦ εἶναι θέλησις τῶν συμβαλλομένων;
§146Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σαφῶς ἐκδηλοῦται διὰ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος, τοῦ ἐπικυροῦντος τὴν σύμβασιν. Δεχόμεθα νὰ ἰσχύῃ ἡ σύμβασις ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐξαρτηθῇ ὅμως ἀπὸ τὴν μέλλουσαν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Διότι ἐφ’ ὅσον μία σύμβασις κυροῦται διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην κυρώσεως τῆς Βουλῆς συνέπειαι κατ’ ἀνάγκην ἀναπότρεπτοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ καταργήσῃ τὸ διάταγμα τοῦτο. Καὶ τὸ δικαίωμα αὐτό ἀναγνωρίζει καὶ ἡ συμβληθεῖσα ἑταιρεία. Δὲν ὑπάρχει λοιπόν ζήτημα, ὅτι δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ καταργήσῃ τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ διάταγμα καὶ ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν τὸ ἀπηλλοτρίωσε καθόλου τὸ ψήφισμα. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς...
§147Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε τὴν γνώμην σας καὶ τὴν σέβομαι χωρὶς νὰ τὴν παραδέχομαι. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὸ νομοθετικὸν διάταγμα δηλοῖ τὴν γνώμην τῶν συμβαλομένων;
§148Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ μετὰ τό νομοθετικὸν αὐτὸ διάταγμα ἄρχεται ἡ ἐκτέλεσις τῆς συμβάσεως, σᾶς ἐρωτῶ: ἡ συμβαλλομένη ἑταιρεία ἡ ἐκτελοῦσα τὴν σύμβασιν γνωρίζει, ὅτι ὑπὸ τὴν αἵρεσιν αὐτὴν ἐκτελεῖται σύμβασις;
§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἔχετε δίκαιον ἀπολύτως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέλησιν τῆς ἑταιρείας, διότι δικαίωμα τῆς ἑταιρείας θὰ ἦτο, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δέχομαι τὴν σύμβασιν ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν καὶ νὰ ἀπέχῃ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως.
§150Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τώρα εἰς ἕνα ἄλλο σημεῖον θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτήν. Εἶπεν διατὶ δὲν ἐπεζήτησα νὰ τροποποιήσω τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ ἐδείχθην τόσον ἄδικος πρὸς μίαν ἑταιρείαν. Δὲν θέλω ν’ ἀσχοληθῶ οὔτε ἐπί τῆς θετικῆς βάσεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ λαχείου, οὔτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἄν δύνανται νὰ αὐξάνωνται ἐξ αὐτοῦ οἱ πόροι. Θέλω ν’ ἀποκρούσω τὴν κατηγορίαν, ὅτι ὑπῆρξα ἄδικος πρὸς μίαν ἑταιρείαν καὶ θέλω νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπεζήτησα πράγματι νὰ ἐπιβάλω εἰς τὴν ἑταιρείαν τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ καθίστων ἀνεκτὴν τὴν σύμβασιν. Παρ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐδέχθη πάσας τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι θὰ ἐθεώρουν συμφορωτέρας, διὰ νὰ θεωρήσωμεν ἀνεκτὴν τὴν σύμβασιν. Ἀλλ’ ὁ διευθύνων τὴν ἑταιρείαν ἐξέφρασεν τὴν ἔκπληξίν του πῶς ἐγὼ διενοήθην ἐνῷ αὐτὸς εἶναι ὁ ἀνάδοχος τῆς ἑταιρείας ὅστις ἐξεχώρησε τὸ δικαίωμα. Ἑπομένως δὲν ἔδειξα αὐστηρότητα ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας. Ἴσως μάλιστα μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ἐφάνην ἐπιεικής, διότι δὲν γνωρίζω ἂν ἡ διάθεσις τῶν ¾ καὶ ὄχι τῶν 4)4 ἐπὶ ἑκάστου ἀριθμοῦ, ἄν δὲν ἀποτελεῖ παράβασιν τῆς συμβάσεως, συνεπαγομένην τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἐγγυήσεως. Διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἐξεταστέον, φρονοῦν δὲ νομικοὶ σύμβουλοι, ὅτι τοῦτο, ἀποτελεῖ παράβασιν, διαφωνεῖ δὲ ἡ τεχνικὴ ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν συνέστησα, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω αὐστηροτέραν στάσιν.
§151Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς τὴν τεχνικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἔλαβεν 3–4 ἀποφάσεις, ἔλαβεν μέρος καὶ ὁ κ. Ράμος, ὡς Κυβερνητικὸς Ἐπίτροπος, περὶ τοῦ ὁποίου τόσα ἐλέχθησαν. Ποία εἶναι ἡ γνώμη του;
§152Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν φαίνεται τίποτε. Ἤμην καὶ ἐγὼ περίεργος, ὅταν εἶδον τὸ σημείωμα, περὶ διορθώσεως ἡμαρτημένων καὶ ἠθέλησα βέβαια νὰ πληροφορηθῶ, διατὶ μετὰ 1½ ἢ δύο ἔτη ὁλόκληρα, ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως, ἐδημοσιεύθη τὸ σημείωμα ἐκεῖνο, εἰς τὴν ἐπίσημον ἐφημερίδα. Αἱ ἐξηγήσεις αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐδόθησαν, εἶναι, ὅτι τότε ἐγένετο ἡ διαλογὴ τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, ἀπὸ τὰ ἐκτελεστικὰ διατάγματα, εἰς ἐκτέλεσιν τῆς Αὐγουστιανῆς ἀποφάσεως. Δηλαδὴ ἡ ἐπιλογὴ τῶν διαταγμάτων ἐκείνων τῶν ὁποίων, θὰ ἐζητεῖτο ἡ ἀκύρωσις, ἢ ἐπικύρωσις. Καὶ ὅτι κατὰ τὴν διαλογὴν ταύτην, χωρὶς νὰ δοθῇ προσοχή, εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος, τοῦ ἀναφέροντος, διὰ τὴν ὑποβολὴν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν ἐδόθη μόνον προσοχὴ εἰς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Δ. τῆς συμβάσεως.
§153Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ διάταγμα ἔχει 2 ἄρθρα μόνον;
§154Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ διάταγμα ἀρχίζει μὲ ἕνα, ἐπακολουθοῦν τὰ 14 ἄρθρα τῆς συμβάσεως καὶ ἐπακολουθεῖ καὶ δεύτερον. Βεβαίως αὐτὴ ἡ ἐξήγησις δὲν ἦτο ἱκανοποιητική, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων.
§155Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὴ ἦτο ἄποψις τῆς ὑπηρεσίας.
§156Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου δὲν εἶχε καμμίαν γνῶσιν, διότι συνυπέγραψε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰσηγήσεως.
§157Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ γενικοῦ γραμματέως.
§158Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνέμενον τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν θὰ ἔδιδεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Διότι δὲν ἤθελον νὰ διατάξω ἀνακύρωσιν πρὶν ἢ ἀκούσω καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι ἐπλανήθη. Ἤδη μετὰ τὴν δήλωσιν αὐτήν.
§159Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐπλανήθην, ἀλλὰ παρεπλανήθην.
§160Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἤδη θὰ διατάξω βεβαίως ἀνακρίσεις καὶ θὰ ἐξακριβωθῇ ἂν εἶναι ἀληθὴς ἡ δήλωσις τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω περὶ τίνος πρόκειται, διότι πρέπει νὰ εἴμεθα διστακτικοὶ ὅταν πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἐκτάκτους ὑπαλλήλους ἔστω καὶ ἂν τὰ φαινόμενα εἶναι κατ’ αὐτῶν... Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι βεβαία ἡ Βουλή, ὅτι θὰ γίνῃ ἀνάκρισις αὐστηρά, διὰ νὰ φανῇ ἀπὸ ποῖα ἐλατήρια ὁρμωμένη...
§161Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς προσωπικῶς ἐζητήσατε ἐξαιρέσεις.
§162Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ εἴπῃ πῶς τέλος πάντων ἔγινεν αὐτό;
§163Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ σᾶς ἀπήντησε;
§164Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μοῦ εἶπε κ. ὑπουργέ, ὅτι ἔκανε λάθος. Καμμιὰ φορὰ μὲ τόσα διατάγματα νομοθετικὰ καὶ ἐκτελεστικά. Λοιπὸν μὲ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, ὅτι εἶναι ἐκτελεστικὰ διατάγματα δὲν ἔδωκε σημασίαν καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωσε. Μὲ ἐρώτησε ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ διατάξω ἀνακρίσεις, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν τοῦτο ἐγένετο ἐν δόλῳ. Αἰσθάνομαι ὅμως τὴν ἀνάγκην ἐκ τοῦ ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γίνῃ ἀνάκρισις κατὰ ἑνὸς ὑπαλλήλου, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς γενικότητος τῆς ἐκφράσεως τὴν ὁποίαν ἠθέλησε ν’ ἀπευθύνῃ ὁ ἐκ Πειραιῶς κ. συνάδελφος κατὰ τῆς ἐν γένει Δημοσίας ὑπηρεσίας.
§165Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Μὲ τὴν φράσιν μου, ὅτι «ἐνεδρεύουν κίνδυνοι ἐκ τῶν ἀνωτέρων κύκλων Δημοσίων ὑπαλλήλων» ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ἀβελτηρία.
§166Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τώρα προτείνω μίαν προσθήκην εἰς τὴν σύμβασιν. Ἐπειδὴ εἶναι δυνατὴ ἐκ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος εἶναι πιθανὸν νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις, ἂν μποροῦμεν νὰ πάρωμεν προσωπικὸν εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀπεφασίζετο.
§167Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δὲν χρειάζεται.
§168Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν χρειασθῇ. Δι’ αὐτὸ προσθέτω καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον, νὰ ἐχρειάζετο, δι’ αὐτὸ τροποποιοῦμεν τὸν νόμον Γ.Τ.Ο. καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμὴν τῶν γραμματίων.
§169Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι τότε ἡ φράσις «ἀποκλειομένη....».
§170Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ διάταξις ἐκείνη ὁρίζει ἁπλῶς, ὅτι δύναται διὰ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος ἡ Κυβέρνησις. Ἑπομένως δὲν ἀποκλείεται διὰ νόμου.
§171Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ νόμου.
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις, θὰ εἴπω, κύριοι βουλευταί, πρῶτον ἵνα εἴπω καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς ὑπῆρξεν ἄδικος μὲ τὴν γενίκευσιν τῆς φράσεώς του, ἔστω καὶ μὲ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν τῆς ἐνδεχομένης ἀβελτηρίας. Ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἀπὸ τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχω τῆς καθ’ ἡμᾶς ὑπηρεσίας, ὅτι ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν ὑπάλληλοι καὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι μόνον μεταξὺ τῶν κατωτέρων ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ παραβληθῶσιν πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους ὑπαλλήλους τῶν Κρατῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν καλλιτέραν ὑπηρεσίαν.
§173Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅταν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει μάλιστα, ὅτι ἀλλοῦ οἱ ὑπάλληλοι ἀμείβονται ἁδρὰ καὶ παρ’ ἡμῖν μετρίως, πρέπει νὰ εἴμεθα πραγματικῶς εὐτυχεῖς διότι κατωρθώσαμεν ὕστερα ἀπὸ τοιαύτας περιπετείας πολιτειακὰς τὰς ὁποίας ἐπεράσαμεν καὶ ὁποῖαι ἦτο φυσικὸν νὰ παρασύρουν τὴν ὑπαλληλίαν μας εἰς κάποιαν διαφθοράν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι στέκουν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον στέκουν σήμερον. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον, τῆς ἐνεργείας δηλαδὴ ἑνὸς ἐκ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, νομίζω, ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, ἐὰν παρακαλέσω τὸν συνάδελφόν μου αὔριον ἀμέσως, νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν περὶ οὗ ὑπάλληλον, διότι οὔτε ἀνάκρισις χρειάζεται οὔτε ἔρευνα. Τὰ πράγματα εἶναι σαφῆ. Πρέπει νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ διατὶ τὸ ἔκαμε, νὰ τὸ δώσῃ ἐγγράφως. Νὰ τὸν καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν καὶ ἂν ἡ ἀπολογία φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς καὶ ὅλα ἔχουν καλῶς, νὰ μᾶς τὴν φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα πείσῃ καὶ ἡμᾶς περὶ τοῦ πράγματος. Ἐὰν εὕρῃ ὅμως, ὅτι ἡ ἀπολογία εἶναι ἀνεπαρκής, νὰ τὸν παραπέμψῃ ἐνώπιον τοῦ πειθαρχικοῦ συμβουλίου μὲ τὸ ἐρώτημα τὸ ἀνάλογον, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον, νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του ταχέως τόσον, ὥστε σὲ δεκαπέντε ἡμέρες νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόφασιν τοῦ συμβουλίου ἢ νὰ μᾶς φέρῃ τὴν ἰδικήν του μέσα σὲ 3 ἢ 4 ἡμέρες, ἐὰν τὴν θεωρήσῃ ἐπαρκῆ τὴν ἀπολογίαν του. Λοιπὸν ἢ θὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὴς ἡ ἀπολογία του ἢ σὲ 15 ἡμέρες, θὰ μᾶς λέγῃ τὶ τιμωρίαν πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἕνα ἀνώτερον ὑπάλληλον ἐνεργοῦντα οὕτω πως, ὅπως τοὐλάχιστον ἡ ἀπόφασις τὸν παρουσιάζει. Διότι καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μαρτυρήσω ἐναντίον του διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου καὶ καταστήσω τὴν θέσιν του δυσχερεστέραν. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα. (χειροκροτήματα).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ ἐξόδων καὶ διὰ χρησιμοποίησιν ἁμάξης καὶ λέμβου τῶν ἀποστελλομένων εἰς ἀλλοδαπὴν πρὸς ἐκτέλεσιν οἱασδήποτε ὑπηρεσίας ἢ δι’ ἐκπαίδευσιν ἀξιωματικῶν καὶ πληρωμάτων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ναυτικῆς ἀεροπλοΐας». Ἄρθρον 1ον). (ἀναγινώσκει). (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1ον ἄρθρον, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται τ’ ἄρθρα 2, 3, 4, 5).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6ον.
§180Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ ἡ λέξις «ἀποφάσεις» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «γνωμοδοτήσεις». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἐτροποποιήθη ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 15 καὶ 16).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17ον. (ἀναγινώσκει).
§182Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ μία τροπολογία. Ὑπάρχουν σήμερον σημαιοφόροι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσι 2½ ἔτη, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἐγένετο καμμία κατάταξις εἰς τὸ ἀεροπορικὸν σῶμα ἔχουσι δὲ τὴν διάθεσιν νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὴν ἀεροπορίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δοθῶσι μεγαλείτεραι προθεσμίαι.
§183Δ. ΑΦΘΟΝΙΔΗΣ. Ἀντὶ ἐτησία νὰ γίνῃ τριετής.
§184Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ γίνῃ δεκτὴ αὐτὴ ἡ τροπολογία, διότι ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη εἰς τὸ ἀεροπορικὸν σῶμα.
§185Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ προτείνω, νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει καὶ νὰ τεθῇ αὐτό, ὡς μεταβατικὴ διάταξις.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διατυπωθῇ ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν. Ἑπομένως γίνεται δεκτόν, ὡς ἐτροπολογήθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17ον ἀναγινώσκονται δὲ καὶ καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 18–63).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 64.
§188Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Θὰ τεθῇ ὅπως ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν.
§189Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ τὸ ἐδέχθην, διὰ τοὺς ὑποπλοιάρχους ἀεροπόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ προαχθοῦν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλοιάρχου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 64 ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 220.000 καὶ δραχμὰς 280.000 διὰ τὴν ἐπισκευὴν καὶ διαρρύθμισιν τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ Ἀλεξανδρουπόλει δικαστικῶν μεγάρων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 12 Αὐγούστου 1927 συμβάσεως, περὶ συγκεντρώσεως καὶ διαθέσεως τοῦ ἐγχωρίου σίτου». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης 2ου ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου 2228 περὶ διαζυγίου». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§192Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ ἡ πρότασις αὐτὴ νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἔχω εἰσαγάγει τὸ ζήτημα τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ τὸ συνδυάσω μὲ τὴν ὅλην νομοθεσίαν.
§193Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ, νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασις αὕτη, ἂν δὲ τὴν φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς ἰδικόν της νομοσχέδιον, διότι τὸ ἐστείλαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ζητήματα τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, νὰ κανονίζωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται.
§195ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὔριον ὥραν 5ην μ. μ. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.)