| 209 | 1) | Συζήτησις ἐσόδων. | ||
| 210 | 2) | Ἐξόδων ὑπουργείων | Ἐξωτερικῶν, Στρατιωτικῶν, | |
| 211 | Ναυτικῶν κλπ. | |||
| 212 | 3) | » » | Οἰκονομικῶν, Ἐθνικῆς Οἰ- | |
| 213 | κονομίας, Συγκοινωνίας, Γε- | |||
| 214 | ωργίας κλπ. | |||
| 215 | 4) | » » | Ἐσωτερικῶν, Προνοίας, Δι- | |
| 216 | καιοσύνης, Παιδείας κλπ. |
1929.02.09
2,698 rows · 20,170 words · 1 table · 139 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70η
ΣΑΒΒΑΤΟΝ 9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1929
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ διευθυντὴς τοῦ γραφείου ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων Φ. Ρώσση ὑποβάλλει ἔκθεσιν καὶ προτάσεις περὶ τῆς πρακτικῆς λύσεως τῶν ἀπορριμάτων τῆς πόλεως καὶ παρακαλεῖ, ὅπως μελετηθῇ μετὰ προσοχῆς καὶ εὐμενείας. — Ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ πρώην ὁπλαρχηγοὶ μὴ μονιμοποιηθέντες, διὰ λόγους πολιτικοὺς παρακαλοῦν, ὅπως ληφθῇ καὶ δι’ αὐτοὺς μέριμνα, ὅπως ἀνορθωθῇ τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα διὰ τῆς μὴ μονιμοποιήσεώς των. — Πρόεδροι συνεταιρισμῶν Ἐλευθεροχωρίου, Ριολοῦ, Βενιζίου, Βραχνεΐκων, Νεοχωρίου, κλπ. διαμαρτύρονται, διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ διατάγματος περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς τῶν γεωργικῶν εἰδῶν. — Ἐπιτροπὴ φοιτητῶν τῆς νομικῆς σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἐκφράζουν τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ὑπομνήματός των, διὰ τὸ ζήτημα τῶν διαρκῶν εἰσιτηρίων τῶν τροχιοδρόμων. — Ὁ πρόεδρος τοῦ φιλανθρωπικοῦ συλλόγου Ἅγιος Νικόλαος παρακαλεῖ, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, ὅτι διὰ λόγους σκοπιμότητος μετονομάζεται τοῦτο εἰς ἀδελφᾶτον τοῦ ὁμωνύμου σανατορίου. — Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Κολιαλέξης καταθέτει αἴτησιν τῶν σεισμοπαθῶν φοιτητῶν παρακαλούντων, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀτελὴς ἐγγραφὴ αὐτῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. — Ὁ ἱερὸς κλῆρος Σαλαμῖνος παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐνοριακῶν ναῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Παπαφλέσσας, καταθέτει αἴτησιν τοῦ ἀλληλοβοηθητικοῦ συνδέσμου χηρῶν τέκνων κλπ. ἀξιωματικῶν φονευθέντων ἐν πολέμῳ ἢ θανόντων ἐκ κακουχιῶν παρακαλούντων, ὅπως ἀπαλλαγοῦν τῆς φορολογίας αἱ ψυχαγωγικαὶ παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι δίδονται πρὸς χρηματικὴν ἀνακούφισιν τῶν πενομένων μελῶν αὐτοῦ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Τσακμάνης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν προέδρων τῶν κοινοτήτων Προφήτου Ἀσσήρου, Ἀναλήψεως, Καρτερῶν, Λοφίσκου, Σοφοῦ, Λαγκαδακίων, Ἄσκου, Ὄσσης, Πλατείας καὶ Περιστερίου, παρακαλούντων, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ νομοθετικὴ λύσις τοῦ ζητήματος τῶν ἀμφισβητουμένων βοσκησίμων γαιῶν μεταξὺ τῶν ἄνω κοινοτήτων καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ Ε.Α.Π. — Ὁ σύνδεσμος ἀναπήρων Κερκύρας, διαμαρτύρεται, διότι ἡ διανομὴ τοῦ χιλιοδράχμου βοηθήματος δὲν ἐγένετο δικαίως. — Οἱ πρόεδροι τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων Καβάλλας, παρακαλοῦν, ὅπως ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις τοῦ διοικητοῦ χωροφυλακῆς Καβάλλας Ζήρου. — Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Θηβῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἀποσταλοῦν ἄνευ ἀναβολῆς 100 χιλ. δραχμαὶ ἀπὸ τὰ βοηθήματα διὰ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τὰς στερουμένας οἰκογενείας καὶ τοῦ ἄρτου λόγῳ τῆς ἐξακολουθητικῶς καταπιπτούσης χιόνος. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Πρέκας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κτηνοτρόφων ποιμένων Καλυβίων, Θορικίων καὶ Κερατέας παρακαλούντων, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἐκ τῆς φορολογίας, καθ’ ὅσον ἐκ τῆς ἐνσκηψάσης χιονοθυέλλης κατεστράφησαν τὰ ποίμνιά των. — Τριτοβάθμιοι Δημοδιδάσκαλοι Κονίτσης παρακαλοῦν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μετεκπαιδεύσεως τῶν τριτοβαθμίων διδασκάλων. — Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Α. Μάρκου, καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τῶν Συνεταιρισμῶν Βελιζίου, Ριόλου, Σαγεϊκῶν, Τσουκαλεϊκῶν, Σιχαινῶν, κάτω Ἀχαΐας, Λογοθέτη καὶ Σταφ. Τραπέζης ζητούντων τὴν κατάργησιν τοῦ Διατάγματος τῆς πρώτης Δεκεμβρίου 1926 καὶ τὴν χορήγησιν ἀτελείας τῶν λιπασμάτων, θείου, θεϊκοῦ χαλκοῦ κλπ. — Ἱεροσπουδασταὶ Ἱεροδιδασκαλείου Βασιλικῶν Χαλκιδικῆς παρακαλοῦν, ὅπως μὴ ἀποκλεισθοῦν οἱ πτυχιοῦχοι τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν ὡς δημοδιδασκάλων. — Ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικ. Συμβουλίου ἀποστράτων ἀξιωματικῶν Μακεδονίας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τοῦ προστατευτικοῦ νόμου τῶν ἐφέδρων. — Ὁ Δήμαρχος Ἐδέσσης διαμαρτύρεται διότι, ἡ Ἐμπορικὴ καὶ Στρατιωτικὴ ὁδὸς Ἰγναντίας Γιαννιτσῶν δὲν συμπεριελήφθη μεταξὺ τῶν ἐκτελεσθησομένων ὁδῶν. — Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συνοικισμοῦ Μαχμουτλῆ διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ προϊσταμένου τοῦ Ἐποικισμοῦ Σερρῶν ἀπαγορεύσαντος τὴν συνέχισιν τῆς οἰκοδομήσεως εἰς τὴν νέαν τοποθεσίαν, ἣν εἶχεν ὑποδείξει ὁ ἴδιος εἰς τοὺς πρόσφυγας. — Ὁ Σύνδεσμος Προόδου Βαρθολομιοῦ παρακαλεῖ, νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ δύκτιον τῶν ὁδῶν καὶ ἡ ὁδὸς Κάστρου Κυλλήνης. — Ἡ Κεντρικὴ Ἕνωσις Μεσσήνης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ἀγροτικοῦ Νομοσχεδίου καὶ διὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἀτελείας γεωργικῶν εἰδῶν. — Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λαυρίου διαμαρτύρεται, διότι τὴν ἀπεργιακὴν κίνησιν τῶν ἐργατῶν ἐχαρακτήρισαν ὡς δῆθεν κομμουνιστικήν. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Γιαννιτσῶν διαμαρτύρεται, διότι ἡ ἀγροτικὴ περιφέρεια ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῶν ἀρχῶν ἕρμαιον τῶν κακοποιῶν. — Ὁ ἐν Δράμᾳ Σύνδεσμος Κτηματιῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται διάφορα αἰτήματά των, τὰ ὁποῖα παρακαλοῦν νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει. — Ὁ Βουλευτὴς κ. Ν. Ἀβραὰμ καταθέτει ἀναφορὰν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν ἐξ ὁπλαρχηγῶν παραπονουμένων διὰ τὴν μὴ μονιμοποίησίν των. — Ὁ ἴδιος κ. βουλευτὴς καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως εἰσαγωγέων γαιανθράκων Πειραιῶς διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐκ Ρωσσίας εἰσαγομένων γαιανθράκων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Πολυχρονάκης καταθέτει ὑπόμνημα ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, παρακαλούντων ὅπως κατατεθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν συντάξεων αὐτῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παπαθανάσης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν καπνοπωλῶν καὶ περιπτεριούχων Ἀγρινίου παρακαλούντων ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ λιανικὴ πώλησις σιγαρέττων ἐκ κυτίων φερόντων τὴν νόμιμον ταινίαν. — Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως ἀπαλλοτριώσεως ἐπὶ τῶν Μοναστηριακῶν καὶ Ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων»· καὶ 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1928 συμβάσεως περὶ προμηθείας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ λογαριασμὸν καὶ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου μέχρις 70.000 ὀκάδων ἀραβοσίτου πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς κατοίκους τῆς περιφερείας Μαργαριτίου–Ἠπείρου». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ συστάσεως γενικῆς διευθύνσεως γεωργίας». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Ἀλαβάνος καὶ Π. Εὐριπαῖος, ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου, «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων νομοθεσίας». — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ζωγράφος, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νόμου, «περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀναπήρων καὶ τῶν οἰκογενειῶν θυμάτων πολέμου». — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Α. Πολυχρονάκης, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου, «περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 43, 44 καὶ 47 τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς 18 Ὀκτωβρίου, περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς». Ὁ κ. Ι. Κανναβὸς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου 280 «περὶ Γεωργικῶν Ἐπιμελητηρίων». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων. 1) «Περὶ συστάσεως παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως θέσεως Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Ἐθνικῶν Θρησκευτικῶν καὶ Γλωσσικῶν»· καὶ 2) Περὶ κυρώσεως τῆς προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν συνθήκην ἀποκηρύξεως τοῦ πολέμου τὴν ὑπογραφεῖσαν ἐν Παρισίοις τὴν 27ην Αὐγούστου 1928». Ὁ κ. Κ. Γόντικας (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου ΒΧΚΑʹ ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Νόμου 2476. Οἱ κ. κ. Α. Καραπᾶνος (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν), Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Ι. Κανναβὸς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας), ὑποβάλλουν Σχέδιον Νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν μεταξὺ Ἀγγλίας, Ἰταλίας καὶ Βελγίου περὶ ἐξαγορᾶς κτημάτων τῶν ὑπηκόων αὐτῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Σχεδίου Νόμου «περὶ προσθήκης ἑνὸς λεπτοῦ παρὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς διατιμήσεως τῶν ἀλεύρων εἰς τὰ παρ’ αὐτῆς κανονιζόμενα ἀλεστικὰ ἔξοδα ἑκάστης ὀκᾶς ἀλεθομένου σίτου καὶ ἑνὸς λεπτοῦ παρὰ ταύτης καὶ τῶν κατὰ τόπους Πρωτοδικειακῶν Ἐπιτροπῶν διατιμήσεως ἄρτου εἰς τὰ ἀρτοποιητικὰ ἔξοδα ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς ἀλεθομένου ἀλεύρου ὑπὲρ τῶν ἱδρυθησομένων ταμείων προνοίας Μυλεργατῶν καὶ Ἀρτεργατῶν».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Κυρέλλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε ἀθρόα δυστυχῶς καταφθάνουν τηλεγραφήματα ἐκ τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν παριστῶντα τὴν ἐνσκήψασαν ἐκ τῆς χιόνος βαρυτάτην συμφοράν. Ἐκτὸς τούτου καὶ τηλεγραφήματα τοῦ προέδρου κοινότητος Θηβῶν ἐλάβομεν καὶ νεώτερον τηλεγράφημα ἐκ μέρους ὅλων τῶν συνεταιρισμῶν καὶ σωματείων ἐν Θήβαις ἔχον οὕτω: (ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ καὶ ἐξώδικοι πληροφορίαι εἶναι τραγικώταται. Διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι ἀπὸ 8ημέρου, ἐσημειώθησαν δὲ καὶ τὰ πρῶτα κρούσματα εἰς τὰς τάξεις βιοπαλαιστῶν θανάτων ἐξ ἀσιτίας.
§5Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶπα εἰς τὸν ὑπουργὸν Προνοίας νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, διετέθησαν δὲ 200.000 δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Ὅ,τι μποροῦμε θὰ κάνωμε.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ κωδικοποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς νομοθεσίας περὶ σιδηροδρόμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροφοδοσίας τῶν πληρωμάτων τῶν ἐμπορικῶν πλοίων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως αὐτονόμου ὀργανισμοῦ ἀγροτικῆς πίστεως ἐν Κερκύρᾳ». (ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν 1928–1929.
| 1) | Συζήτησις ἐσόδων. | |
| 2) | Ἐξόδων ὑπουργείων | Ἐξωτερικῶν, Στρατιωτικῶν, |
| Ναυτικῶν κλπ. | ||
| 3) | » » | Οἰκονομικῶν, Ἐθνικῆς Οἰ- |
| κονομίας, Συγκοινωνίας, Γε- | ||
| ωργίας κλπ. | ||
| 4) | » » | Ἐσωτερικῶν, Προνοίας, Δι- |
| καιοσύνης, Παιδείας κλπ. |
Ὁ κ. Μ. Αἰλιανὸς ἔχει τὸν λόγον.
§8Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προβῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ γενικὸν αὐτοῦ μέρος, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῶν ἐσόδων. Ὀφείλω ἐν ἀρχῇ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ἐν σχέσει πρὸς τὴν διανεμηθεῖσαν μικρὰν ἔκθεσιν περὶ τῶν ἐσόδων καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν συμβαίνει, ὅπως κατὰ τὰ εἰωθότα, νὰ περιλαμβάνῃ λεπτομερεῖς πίνακας, συγκρίσεις καὶ ἀριθμούς, ὡς εἰκός, ἀλλὰ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξ ὀνόματος τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην, μὴ συμφωνήσασα πρὸς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν προσήγαγεν ὁ ἀρχικῶς ὁρισθεὶς εἰσηγητὴς βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου κ. Ροδόπουλος, ἀνέθηκεν εἰς ἐμὲ τὴν γενικὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐσόδων, μὲ προθεσμίαν μόλις 48 ὡρῶν, ὅπως ἐμφανισθῶ ἐνώπιόν σας. Ἰδοὺ διατὶ ἡ μὴ ἐγκριθεῖσα ἔκθεσις τοῦ ἀρχικοῦ εἰσηγητοῦ βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου ἐμφανίζεται ὡς ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας, ἡ δὲ πλειοψηφία τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἐκπροσωπηθῇ μὲ τὰ ὅσα ἔχω νὰ σᾶς εἴπω. Ταῦτα πρὸς ἐξήγησιν τοῦ διατὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις δὲν περιλαμβάνει πίνακας καὶ λεπτομερεῖς ἀναλύσεις καὶ συγκρίσεις. Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ κύριον θέμα. Φυσικὸν εἶναι νὰ γεννηθῇ εἰς ὅλους τὸ ἐρώτημα, πῶς ὁ προϋπολογισμὸς ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τόσον ἀργὰ καὶ δὴ λήγοντος τοῦ τρίτου τριμήνου τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο εἶναι εἰς ἄκρον εὔκολος, ἐφ’ ὅσον ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1928–1829 ὑπεβλήθη διὰ δευτέραν φορὰν δεδομένου ὄντως, ὅτι ἡ πρὶν Βουλή, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη εἶδε τερματιζόμενον τὸν βίον της καὶ ἔπρεπεν, ὡς καὶ συνέβη, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβῇ εἰς δευτέραν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν ἐκλεγεῖσαν νέαν Βουλήν. Θὰ ἠδύνατο ὅμως νὰ ἐρωτηθῇ, διατὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1928– 1929 λήγοντος τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, ἐνῷ αἱ ἐργασίαι τῆς παρούσης Βουλῆς ἤρχισαν πολὺ πρότερον. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, κύριοι, ἐκτιμᾷ, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὑπάρχουν πλήρεις καὶ ἀπόλυτοι δικαιολογίαι, αἱ δικαιολογίαι ἐκεῖναι τὰς ὁποίας δίδει εἰς τὴν εἰσήγησίν του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ προϋπολογισμός, διὰ δευτέραν φορὰν κατατιθέμενος θὰ ὤφειλε νὰ εἶναι συγχρονισμένος πρὸς τὴν ἐν τῷ μεταξὺ σημειωθεῖσαν ἐφαρμογὴν καὶ πρὸς γεγονότα ἀτυχῆ γενικωτέρας φύσεως, τὰ ὁποῖα συνέβησαν. Ἦσαν δὲ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα οἱ σεισμοὶ τῆς Κορίνθου, ἡ ἐπιδημία τοῦ δαγκείου καὶ ἄλλαι διάφοροι αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι παρενέπεσαν. Συνεπῶς πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ γενικῶς, ὅτι οὐδεμία εὐθύνη δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὴ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν δευτέραν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τόσον ἀργά. Βεβαίως ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ αἰσθάνεται ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν καὶ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ πέραν αὐτῆς θὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἰδίαν ἱκανοποίησιν διὰ τὴν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου, δήλωσιν ἀφορῶσαν τὸν ἐπικείμενον νέον προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1929– 1930, ὁ ὁποῖος παρὰ τὴν μεγάλην ἐργασίαν, ἡ ὁποία γίνεται πρὸς συγκρότησιν νέων βάσεων καταρτισμοῦ του, θὰ καταβληθῇ παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν φροντὶς ὅπως προσαχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐγκαίρως, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε πλὴν τῆς ἐπιδιώξεως τῆς πραγματικῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τῆς Ἑλλάδος, νὰ τηρηθοῦν καὶ οἱ τύποι ἐκεῖνοι οἱ ἐκ τοῦ Συντάγματος κατωχυρωμένοι, οἱ τύποι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιτρέψουν, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς ᾖ πάντοτε ἐν κυριολεξίᾳ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμὸς ἄγεται ἐγκαίρως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐπαληθεύονται αἱ προβλέψεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τούτου δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ παραμικρὸν παράπονον εἴς τινα καὶ ὁ παραμικρὸς δισταγμός, ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐν ἀπολύτῳ τάξει καὶ δὲν ὑπάρχει εὐθύνη διὰ τὴν καθυστερημένην ταύτην κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κύριοι, ἐκ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὃν κατέθηκεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκ τῶν δηλώσεων εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, μελετήσασα τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἐκτιμήσασα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα προσήχθησαν ἐνώπιόν της, συνήγαγε τὴν ἑδραίαν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν προσεβλήθη ἀπὸ τὴν συνήθη εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν νόσον, τὴν νόσον τῆς ἀμέτρου αἰσιοδοξίας, ἀλλ’ ὑπελόγισε κατὰ τρόπον σώφρονα καὶ συνετὸν καὶ κατέληξεν εἰς συμπεράσματα μεμετρημένα καὶ συνετὰ τόσον, ὥστε δύναται κανεὶς ἀδιστάκτως νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ πρόβλεψίς του, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ καταλήξῃ εἰς πλεόνασμα, εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν συμβῇ τοῦτο, θὰ ἔχωμεν πάντως ἐξησφαλισμένον ἰσοζύγιον. Συμπεραίνω ὅθεν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οἱ στηριζόμενοι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ οἱ ὑπολογισμοί του θὰ δικαιωθοῦν ἀπὸ τὰ πράγματα, φυσικά, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι τὰ βεβαιούμενα ἔσοδα θὰ ἀποδῶσιν σύμφωνα πρὸς τὰ εἰσπραχθησόμενα τοιαῦτα. Κύριοι, ἡ Ἑλλάς, ὑποστᾶσα δεινὰς πολιτικὰς τρικυμίας, ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον τὸ εὐτυχὲς τοῦ νὰ ἔχῃ ἀποκτήσῃ ἀπό τινος χρόνου τὴν ἀπόλυτον πολιτικὴν ἠρεμίαν, τὴν πολιτικὴν ἠρεμίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς τὴν χώραν τὴν ἥσυχον σκέψιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν της πραγμάτων, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν νὰ τακτοποιήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ οἴκου της κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ τὰς πληγὰς τοῦ παρελθόντος ἀργὰ–ἀργὰ νὰ ἐπουλώσῃ καὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον νὰ προσανατολισθῇ. Βεβαίως τὸ ἔργον τοῦτο δὲν εἶναι εὐχερές. Οὐδεὶς δύναται νὰ διατυπώσῃ ἀξίωσιν, ὅπως ραγδαίως ἐπέλθῃ ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις τοῦ τόπου καὶ δὴ ὅταν ἡ κατεδάφισις διήρκεσε χρόνον μακρόν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικὸν σχετικὸν πολιτικὸν ἀνέκδοτον τοῦ Μπριάν. Ὅταν κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1926 ὁ ἐπιφανὴς ἐκεῖνος Γάλλος πολιτικὸς ἀνέλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀφηγήθη εἰς φιλικόν του κύκλον τὸ ἑξῆς ἀλληγορικὸν ἀνέκδοτον: «Ἡμέραν τινα εἶπεν», εἰς κατάστημα εἰδῶν πορσελάνης εἰσῆλθε καλοενδεδυμένος κύριος καὶ ἀργὰ–ἀργὰ καὶ μετ’ ἐπιμελείας, διὰ τῆς ῥάβδου του ἔθραυσεν, ὅτι εὗρεν εἰς τὸ κατάστημα. Τὸ πλῆθος τῶν περιέργων συγκεντρωθέν, ἐθαύμαζε, διεσκέδαζε καὶ ἔλεγε: τὶ τολμηρὸς τύπος! Δύο ἡμέρας μετὰ ταῦτα, εἰσῆλθεν εἰς τὸ κατάστημα πολιὸς γέρων, ὁ ὁποῖος ἤρχισε μεθ’ ὑπομονῆς νὰ συγκολλᾷ τὰ θραύσματα τῆς πορσελάνης. Κανεὶς δὲν ἐπρόσεξε πόση ὑπομονὴ ἐχρειάζετο διὰ τὸ ἔργον του. Κανεὶς δὲν ἐθαύμασε τὸ μέγεθος τῆς ἐργατικότητος, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ νὰ συγκολληθοῦν τὰ συντρίμματα! Αἴ, συνεπέρανεν ὁ Μπριάν, καθ’ ὅλον μου τὸν βίον ἐπέπρωτο νὰ παίζω τὸν ρόλον τοῦ συγκολλητοῦ τῶν θραυσμάτων τῆς πορσελάνης! Εἶναι φυσικὸν κ. Βουλευταί, νὰ ἐγκαταστήσω ὡρισμένην ἀναλογίαν παραλληλισμοῦ μεταξὺ τοῦ ἀνεκδότου τούτου καὶ τοῦ ρόλου, ὁ ὁποῖος ἔλαχεν εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ρόλου βαρυτάτου συνισταμένου εἰς τὸ νὰ διατηρήσῃ τὸ ἰσοζύγιον χωρὶς νὰ βαρύνῃ περισσότερον τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος κύπτει ὑπὸ φορολογικὰ βάρη τεράστια χωρὶς περιπλέον νὰ τὸν βαρύνῃ, λέγω, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ δύναται καὶ οἰκονομίας σημαντικὰς νὰ πραγματοποιήσῃ, διότι δὲν πρέπει νὰ κλονίσῃ τὴν διοικητικὴν μηχανήν, χωρίς, τέλος, νὰ δύναται ν’ ἀποφύγῃ νέας ἀνοιγομένας ἐθνικὰς ἀνάγκας. Αἴ, λοιπόν, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι εὔκολον ἔργον. Ὁ προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν εἶναι προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον δὲν ἔζησεν ἐξ ὁλοκλήρου ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, εἶναι προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἐκλήθη νὰ συνεχίσῃ, συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ συμπεράσματα νὰ ἐξαγάγῃ τις ἐξ αὐτοῦ ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀπομένει ἕν μόνον σημεῖον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐθίχθη εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀπομένει νὰ ὑποβοηθήσωμεν διὰ τῶν ὑποδείξεών μας τὰς γραμμάς, αἱ ὁποῖαι δημοσίᾳ ἐγένοντο γνωσταί, ὅτι ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν κατάστρωσιν τοῦ προσεχοῦς προϋπολογισμοῦ, καὶ αἱ ὁποῖαι μαρτυροῦν, ὅτι ἔχει πλήρη συναίσθησιν, ὅτι μία σοβαρὰ οἰκονομικὴ ἐργασία πρέπει νὰ συντελεσθῇ, ἐργασία τοιαύτη ὥστε οὔτε ἡ ζωτικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ πληγῇ, οὔτε ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία νὰ ὑποστῇ λύγισμα περισσότερον τοῦ ὅσου ὑπέστη, ἀλλὰ καὶ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ νὰ μὴ πάθωσι διαταραχὴν ἐν τῷ ἰσοζυγίῳ αὐτῶν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι, ὅπως εἶπον, δυσχερὲς καὶ διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν προσπάθειαν ταύτην, ἔχομεν νὰ προβῶμεν εἰς μερικὰς ὑποδείξεις συντονισμένας ἀπολύτως καὶ μὲ σχετικὰς ἀναγνώσεις, εἰς ἃς προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος τὸν παρόντα προϋπολογισμόν. Αἱ συστάσεις μας αὗται ἀποβλέπουν εἰς δύο τινά: πρῶτον τὴν ἁπλούστευσιν τῆς διαδικασίας τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ δεύτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα καὶ τὴν σκοπιμότητα τῆς ἐλαττώσεως τῶν φορολογικῶν ποσοστῶν, ὅσον ἀφορᾷ τινὰς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων. Βεβαίως ὁ ρόλος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν προκειμένῳ κάθε ἄλλο ἢ εὐχερὴς εἶναι. Θὰ πρέπῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ὑπολογίζῃ, ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία ἔχῃ καμφθῇ καὶ βάρη νέα δὲν ἀντέχει, ἀλλ’ ὅτι ἐξ ἄλλου δὲν δύναται νὰ γίνῃ παραδεκτὴ οἱαδήποτε μείωσις ἐσόδων. Ὅσον ἀφορᾷ πρωτίστως τὴν ἁπλούστευσιν τῆς διαδικασίας κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀπὸ μακροτάτου χρόνου, κύριοι, ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ὁ πρόχειρος τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεβλήθησαν αἱ φορολογίαι, ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ηὐξάνοντο τὰ ποσοστὰ αὐτά, κατέληξεν εἰς τὴν δημιουργίαν, πλὴν τῶν ἄλλων, καὶ μιᾶς φορολογικῆς δικονομίας τοσοῦτον πολυσυνθέτου, ὥστε ὁ φορολογούμενος ἔχει νὰ πληρώσῃ αὐτὸ τοῦτο δύο φοράς: ἕνα τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἕνα τὸν οὐχὶ μικρότερον φόρον τὸν ὁποῖον θὰ καταβάλῃ εἰς τοὺς διαφόρους δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ καταρτίσουν τὰς δηλώσεις του καὶ θὰ ὑπερασπισθοῦν τὰς ἐνστάσεις του, δηλαδὴ περιεφρονήθη πλέον ἡ τετάρτη ἀρχὴ τοῦ Ἄδαμ Σμίθ, ἡ ὁποία θεσπίζει, ὅτι ὁ φόρος ὁ εἰσαγόμενος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, πρέπει νὰ εἶναι ἴσος πρὸς τὸν φόρον τὸν ὁποῖον πληρώνει ὁ φορολογούμενος. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ δικαιώτερον. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχει νὰ σκεφθῇ ὁ φορολογούμενος, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσῃ χιλίας δραχμὰς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ φόρον, λ. χ. ἐπιτηδεύματος, ἀλλὰ ὅτι πρέπει νὰ πληρώσῃ καὶ τὸν δικηγόρον τὸν παραστάντα κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἐνστάσεως ἄλλας χιλίας δραχμὰς ὁ φόρος διπλασιάζεται εἰς βάρος τοῦ φορολογουμένου ἀλλὰ καὶ εἰς βάρος τοῦ Κράτους.
§9Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Φαίνεται, ὅτι δικηγόροι ἔκαμαν τὴν δικονομίαν αὐτήν.
§10Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ τὸ εἴπω. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ εἰπῶ τι τὸ θίγον τοὺς δικηγόρους. Παρίστανται ἄλλως τε τόσοι ἔγκριτοι συνάδελφοί μας δικηγόροι ἐδῶ. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀποσιωπήσω τὴν ὀλεθρίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν αὕτη τοῦ Ἄδαμ. Σμὶθ συνέβη νὰ περιφρονηθῇ διὰ μακρᾶς σειρᾶς πράξεων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νομοθετικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκτελεστικῶν, τῆς φορολογίας. Νομοθετικῶς ἐσφάλαμεν, διότι ἐνομίσθη πάντοτε, ὅτι ἐὰν λ. χ. φόρος 5% ἀποδίδει 100 ἑκατομμύρια, θὰ ἀποδώσῃ 200 ἑκατομμύρια αὐξανόμενος εἰς 10%. Μεγαλειτέρα πλάνη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι πάντες ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι οὐδέποτε κατὰ λόγον ἀνάλογον αὐξάνεται ἡ ἀπόδοσις ἑνὸς φόρου πρὸς τὸ αὐξανόμενον ποσοστὸν αὐτοῦ. Οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ παρατηρεῖται πολλάκις περιέργως πως, φορολογία αὐτοῦ αὐξανομένη ἀψυχολογήτως ν’ ἀποδίδῃ ὀλιγώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπέδιδε μὲ τὸ μικρότερον ποσοστόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, τὴν ὁδηγοῦσαν εἰς τὸν λαβύρινθον τῆς φορολογικῆς δικονομίας, συμβαίνει τοῦτο τὸ τραγικόν: Ὅτι ὁ φορολογούμενος, μὴ δυνάμενος νὰ βαστάσῃ τὸ μέγα ποσοστὸν τοῦ φόρου ἢ δὲν δηλώνει, ἢ δηλώνει ὀλιγώτερα. Ἀλλὰ δηλώνει ὀλιγώτερα καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Διότι συνέβη παρ’ αὐτῷ νὰ δημιουργηθῇ μία προκατάληψις συνισταμένη εἰς τοῦτο: ὅτι ἐὰν ἐδήλωνεν ἑκατὸν δραχμὰς ὁ ἔφορος θὰ τῷ κατελόγιζε χιλίας. Καὶ εἰς τὴν διαμαρτυρίαν του, διατὶ νὰ τῷ καταλογισθῇ τοιοῦτος φόρος, ἡ ἀπάντησις τοῦ βεβαιοῦντος τὸν φόρον ἐφοριακοῦ ὀργάνου εἶναι αὐτή: «νὰ κάμετε ἔνστασιν», ὡς ἐὰν ἡ ἔνστασις νὰ ἦτο τί τὸ ἀναπόφευκτον, τί τὸ συναφὲς μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ φόρου, τί τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπισυνάπτεται εἰς τὴν δήλωσιν! Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὁ φορολογούμενος ἐρρίφθη εἰς τὴν περιπέτειαν τῶν ἐνστάσεων, τῶν ἀναθεωρήσεων, καὶ τῶν ἐφέσεων, διπλασιασθέντος τοῦ φορολογικοῦ του βάρους. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ πάντες γνωρίζουν, ὅτι ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐστράφη ἀμέριστος πρὸς τὸν κυκεῶνα αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ ἀλλεπάλληλος φορολογία καὶ τὸ πολυσύνθετον τῆς φορολογικῆς δικονομίας. Θεωρῶ ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσω τὴν σύστασιν ἡμῶν, ὅπως μελετηθῇ τὸ ζήτημα μετὰ πάσης προσοχῆς, ἵνα ἐξευρεθῇ ὁ κατάλληλος τρόπος τόσον διὰ τὴν ἁπλούστευσιν τῶν δηλώσεων τῶν φορολογουμένων, ὅσον καὶ διὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν φορολογητέων ποσῶν. Πρέπει, κύριοι, διὰ νὰ ὑπάρξῃ τάξις εἰς τοὺς προϋπολογισμούς, τὰ βεβαιούμενα ποσὰ νὰ ἀποβαίνουν ὅσον τὸ δυνατὸν σύμφωνα πρὸς τὰ εἰσπραττόμενα τοιαῦτα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν θὰ ἐβράβευα τὸν ἔφορον, ὁ ὁποῖος θὰ μοῦ ἐβεβαίωνε τὰ περισσότερα ποσά, ἀλλὰ θὰ ἐβράβευα τὸν ἔφορον ὁ ὁποῖος θὰ μοῦ ἐβεβαίωνε τόσα ποσά, ὅσα περίπου καὶ θὰ εἰσεπράττοντο πράγματι. Κατὰ τρόπον τοιοῦτον θὰ ἔχωμεν μίαν ἀλήθειαν εἰς τοὺς προϋπολογισμούς. Κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους θὰ εἶναι, ὅπως ἐμπρέπει, τὸ ἁπλοῦν πόρισμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Καὶ τότε, μόνον τότε, ἡ δημοσιονομικὴ τάξις τῶν πραγμάτων θὰ ἀπεκαθίστατο ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ. Νομίζω, ὅτι ὅλοι βλέπομεν μετὰ χαρᾶς τὴν Κυβέρνησιν προσανατολιζομένην πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἁπλουστεύσεως τῆς διαδικασίας αὐτῆς καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ δυνηθῇ μίαν σύντομον ἡμέραν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποκτήσῃ προϋπολογισμοὺς ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον πλησιάζοντας πρὸς τοὺς ἀπολογισμούς. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁπλούστευσιν τῆς διαδικασίας. Ἀλλὰ θὰ εἶχον νὰ εἴπω μερικὰ καὶ ἐν σχέσει μὲ τὰ ποσοστὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἀκόμη δὲ καὶ ἐν σχέσει μὲ τὴν παρουσίαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 1928–1929 ὡρισμένων φόρων, τοὺς ὁποίους μετὰ χαρᾶς βλέπομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ καταργήσῃ ἐφ’ ἑξῆς, λ. χ. δὲν δύναται παρὰ νὰ σημειωθῇ ἐκ μέρους μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μετ’ ἰδιαιτέρας χαρᾶς, ὡς πρόοδος σημαντικὴ ἡ ἀπόφασις εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καταργήσῃ ἕνα φόρον ὁ ὁποῖος προσβάλλει αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους. Ἕνα φόρον στηριχθέντα ἐπὶ τῆς φορολογίας τῆς ἐκπτώσεως τῆς δραχμῆς! Ὁμιλῶ περὶ τοῦ φόρου τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, φόρου ὁ ὁποῖος οὔτε βάσιν δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ οὔτε βάσιν ἀνθρωπισμοῦ τινὸς ἔχει. Διότι οἱ ἄνθρωποι κύριοι, ὅταν, συνῆλθον εἰς κοινωνίας καὶ ἐζήτησαν τὴν βοήθειαν ἀλλήλων, δὲν ἔπραξαν τοῦτο διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐλευθερίαν των, ἀλλὰ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἐλευθερίας των, τὸ ἔπραξαν χάριν τῆς ἀμύνης αὐτῶν. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ Κράτος ἀνέλαβε τὸν ρόλον νὰ προστατεύσῃ καὶ ὑπεραμυνθῇ καὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν του. Τὴν στιγμὴν λοιπὸν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐλησμόνησεν αὐτὴν ταύτην τὴν ἠθικωτέραν γραμμὴν καὶ ἐθέσπισεν φόρον ὁ ὁποῖος μόνον οὐχὶ ἐπεβλήθη καὶ φορολογεῖ τὴν ζημίαν τὴν προσγινομένην ἐπὶ τῆς περιουσίας ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς, τὸ Κράτος ἔπαυσε νὰ εἶναι Κράτος ὑπεραμυνόμενον τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου καὶ φυσικῶς ὠθεῖ τὸν πολίτην πρὸς στοιχειώδη ἀνθρωπίνην ἄμυναν. Χρεωστῶ λοιπὸν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι μετ’ ἰδιαιτέρας χαρᾶς, ὄχι τόσον διὰ τὸν καταργούμενον φόρον ὑπερτιμήματος, ἀλλὰ κυρίως πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ὑγιῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι προκύπτει ὅτι ἐνυπάρχουν παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἡ κατάργησις τοῦ φόρου αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἓν ἐλπιδοφόρον γεγονὸς διὰ τὸ μέλλον καὶ ἀπὸ ὄνυχος χαρακτηρίζει τὰς ἀρχὰς τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς πρὸς ἣν κατευθύνεται ἡ Κυβέρνησις. Συνεχίζω, κύριοι, τὴν ὁμιλίαν μου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ποσοστὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας τονίζω, ὅτι θὰ πρέπῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῇ ἐργασίᾳ τὴν ὁποίαν ἑτοιμάζει μετὰ τῶν φορολογικῶν ἐπιτροπῶν, θὰ πρέπῃ νὰ προσανατολισθῇ ἀδιστάκτως πρὸς τὴν σκέψιν, ὅτι ὡρισμένη ἐλάφρυνσις καὶ διαρρύθμισις τῶν ποσοστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας θὰ κατέληγεν ἀσφαλῶς ὄχι εἰς τὸ νὰ μειώσῃ ἀλλὰ εἰς τὸ ν’ αὐξήσῃ τὴν ἀπόδοσιν τῆς φορολογίας ταύτης. Τὰ μεγάλα φορολογικὰ ποσοστὰ οὐδέποτε ἀποβαίνουν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ συντελοῦν εἰς τὴν καταστρατήγησιν τῶν φορολογικῶν νόμων. Εἶναι δὲ στοιχειώδης ἡ ἄμυνα τὴν ὁποίαν ἀντιτάσσει τὸ ἄτομον ἐναντίον ἑνὸς μεγάλου ποσοστοῦ, διότι δὲν δύναται νὰ ἀπογυμνωθῇ περιουσιακῶν στοιχείων εἰς κλίμακα μὴ συγχωρουμένην, ἡ ὁποία ἔμφυτος ὑπάρχει εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς πολίτου. Ὁ Ὄττο Κάν, ὅστις πολλαπλὰς ὑπηρεσίας παρέσχεν κατὰ τὸν μεγάλον Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον εἰς τοὺς Συμμάχους λέγει, ὅτι «ὅστις ἀποβλέπει νὰ πείσῃ τὸν λαόν, ὅτι ἔχῃ νὰ κερδίσῃ ἀπὸ μίαν ἄμετρον φορολογικὴν αὐστηρότητα, ἢ πλανᾶται, ἢ ζητεῖ ν’ ἀπατήσῃ τὸν λαόν. Μία τοιαύτη αὐστηρότης μοιραίως καταλήγει εἰς τὴν ἀποτελμάτωσιν, καὶ τὴν οἰκονομικὴν καταστροφήν». Προσθέτω ἀκόμη καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος, νὰ ἐπικαλεσθῶ ξένους τινὰς οἰκονομολόγους, διὰ νὰ ὑποστηρίξω ὡρισμένας θεωρίας εἰς τὰς ὁποίας αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις δὲν προσηνατολίσθησαν ἀτυχῶς, ὅτι καὶ ὁ ἄλλοτε καγκελλάριος τοῦ ἀγγλικοῦ θησαυροφυλακείου Μὰκ Κέννα, ὁ ὁποῖος κατετάσσετο εἰς τὴν ῥιζοσπαστικὴν φιλελευθέραν πτέρυγα τοῦ Ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου λέγει, ὅτι «οἱ μεγάλοι φόροι δὲν καταλήγουν νὰ πλήττουν μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως τοὺς πληρώνουν, ἀλλὰ καταλήγουν νὰ πλήττουν δυνάμει τοῦ νόμου τῆς ἐπιπτώσεως ὅλον ἐν γένει τὸν λαόν». Ὁ δὲ Οὐάϊτ, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Καναδᾶ, εἰσηγούμενος τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος—καὶ ἀναφέρω τοῦτο εἰδικῶς, διότι εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ συναφείᾳ πρὸς τὸ παραγωγικὸν πρόγραμμα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως—λέγει, ὅτι «θὰ λάβωμεν ἀνάγκην ἀνθρώπων μ’ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα καὶ κεφάλαια, διὰ νὰ ἀναπτύξουν τοὺς πόρους μας. Καὶ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος δὲν πρέπει, νὰ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ν’ ἀποκλείσῃ τὰ κεφάλαια ἢ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους ἀπὸ τὸν τόπον μας». Ἀλλ’ ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου, καὶ ποία σχετικῶς σκέψις κρατεῖ εἰς τὰς ξένας χώρας. Πράγματι, τελευταίως, ἡ βάσις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἶναι ἡ τῆς ἐλαφρύνσεως τῶν ποσοστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἡ τάσις αὕτη ἐπεκράτησε, διότι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν ἀμέσων φόρων μὲ ἠλαττωμένα ποσοστά, ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρξε μικροτέρα τῆς προηγουμένης, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπερέβη. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας λ. χ. ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος κατῆλθεν εἰς 12%. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὰ incoma— taxe πρόκειται νὰ κατέλθουν ἀπὸ 4½ σελίνια εἰς τέσσαρα. Εἰς τὴν Γερμανίαν ἐπίσης ἐμειώθησαν τὰ ποσοστὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας κατὰ παράβασιν μάλιστα τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν, ἡ ὁποία προβλέπει, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται ὁ Γερμανὸς φορολογούμενος νὰ πληρώνῃ ὀλιγώτερα τῶν ὅσων πληρώνουν οἱ φορολογούμενοι τῶν ἄλλων χωρῶν. Κατὰ παράβασιν, λοιπόν, τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν, ἡ Γερμανία ὑπεβίβασε τὴν ἄμεσον φορολογίαν μετὰ πολλῆς ἐπιτυχίας δεδομένου, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων ηὔξησεν. Ἀκόμη χρεωστῶ νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ ἱσπανικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ 1928 παρουσιάζει πλεόνασμα 180, ἑκατομ. πετσετῶν, παρ’ ὅλην τὴν μείωσιν τῶν ποσοστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἔναντι 13 ἑκατομμυρίων πετσετῶν, τὰς ὁποίας ἐνεφάνισεν ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1927, ὁπότε ἴσχυον τὰ ηὐξημένα ποσοστὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας.
§11Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ καλά, τὸ πλεόνασμα αὐτό...
§12Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Τὸ πλεόνασμα αὐτὸ εἶναι πλεόνασμα ἀπολύτως ὀφειλόμενον εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἔχω δεδομένα ἐδῶ μαρτυροῦντα, ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἔχω ἀκόμη χθεσινὰς ξένας ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι λέγουν, ὅτι προῆλθεν ἡ αὔξησις αὐτὴ ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας. Κύριοι, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας φαντάζομαι, ὅτι μία ἐλάφρυνσις φέρ’ εἰπεῖν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένη. Ὁ κ. Εὐλάμπιος ἐδημοσίευσεν ἀρίστην σχετικὴν μελέτην ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι τὸ ποσοστὸν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐλαττωθῇ ἀσφαλῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἠδύναντο νὰ φορολογοῦνται, ὅσαι οἰκοδομαὶ πρέπει νὰ φορολογοῦνται. Νομίζω, ὅτι ὑπολογίζει εἰς 800 χιλιάδας περίπου τὰς ὑπαρχούσας οἰκοδομάς. Ἐξ αὐτῶν φορολογοῦνται μόνον 280 χιλιάδες περίπου καὶ λέγει μάλιστα, ὅτι δυνάμεθα, ἂν ὄχι ἀπὸ ὅλας τὰς 800 χιλιάδας οἰκοδομῶν, νὰ ἀναμένωμεν φορολογικὴν ἀπόδοσιν, δυνάμεθα πάντως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ μᾶς ἀποδίδουν αἱ ἡμίσεις ἐξ αὐτῶν. Ἄν, κύριοι, προστεθοῦν εἰς τὰς νῦν φορολογουμένας καὶ ἕτεραι 150.000 οἰκοδομαί, θὰ δυνηθῇ καὶ τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας νὰ ἐλαττωθῇ καὶ ὁ φόρος ν’ ἀποδώσῃ πολὺ περισσότερα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου πρώην διευθυνταὶ τοῦ ὑπουργείου, ἐκλήθησαν ν’ ἀναλάβουν ἀνωτέρας θέσεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπεδόθησαν εἰς τὸ νὰ εὐρύνουν τὸ φορολογικὸν ἐπίπεδον τῶν οἰκοδομῶν, δηλαδὴ νὰ ἐξακριβώσουν, ποῖαι οἰκοδομαὶ δὲν ἐδηλοῦντο ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας. Καὶ ἡ προσπάθειά των ἐπέτυχε κατὰ πολύ. Τὸ πρόγραμμα θὰ ἦτο εὐχερές, ἀφοῦ προβαίνομεν εἰς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ, θὰ ἦτο πολὺ εὐχερέστερον νὰ προβῶσι εἰς τὴν ἀπογραφὴν τῶν οἰκοδομῶν, ἀφοῦ αἱ οἰκοδομαὶ δὲν μετακινοῦνται. Θὰ ἠδύνατο τότε κανεὶς καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν, νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν, νὰ ἐλαφρύνῃ ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον ταμεῖον νὰ ὠφελήσῃ. Ἀναφέρω ταῦτα ἐνδεικτικῶς. Θὰ ἔλεγον ἀκόμη, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πράγματι ἐπιτυχοῦσαν ἐν Ἑλλάδι φορολογίαν τοῦ τέλους τοῦ ἐπιτηδεύματος, ταῦτα: Ὄτι ἡ φορολογία αὕτη, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τὰς κατατάξεις συνέβησαν ἀδικίαι, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ καταλογιστέου τέλους ἐπιτηδεύματος ὑπελογίσθη, ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦ ἐπιτηδεύματος πρέπει ν’ ἀποδίδῃ 35%, παρ’ ὅλα ταῦτα ἐπέτυχε. Νομίζω δέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διστάσῃ εἰς τὴν εὔρυνσιν κἄπως τῶν ὁρίων τοῦ φόρου αὐτοῦ, ἐπεκτείνουσα τοῦτο ἀπὸ τοῦ ὁρίου κερδῶν 150.000 εἰς τοὐλάχιστον 200.000 δραχμῶν, διαρρυθμίζουσα ταὐτοχρόνως ἐπὶ τὸ δικαιότερον καὶ ἠπιώτερον καὶ τὰς κλάσεις αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπὶ ἄλλου σημαντικοῦ σημείου. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ μέλλον δὲν πρέπει νὰ καταπονηθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἐπιδιώξεως τῶν καθυστερουμένων ἐκ τῶν παλαιῶν χρήσεων φορολογιῶν. Θὰ μοὶ ἀντείπῃ ἴσως τις: Ἀλλά, κύριε, ἠκούσθη ποτὲ φορολογικὴ δικαιοσύνη, ἐκφερομένη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μάλιστα, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ εἰσηγεῖτό τις, καὶ δὴ ἐπισήμως, ὅτι θὰ πρέπῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐπιδιώξῃ μετὰ ζέσεως τὰς καθυστερουμένας φορολογίας παλαιῶν χρήσεων τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰς φορολογίας ἐκείνας συνέβη νὰ πληρώσουν οἱ μέν, ἐνῷ ἀπέφυγον νὰ τὰς πληρώσουν οἱ δέ; Καὶ ποία ἄρα γε δικαιοσύνη ἀνθρωπίνη θὰ ἐδικαιολόγει τοιοῦτον μέτρον; Αἴ, κύριοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ἀτυχῶς δὲν ὑπάρχει τι τὸ στυγνότερον, τί τὸ ὠμότερον ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Αὐτὴ θραύει τὰ πάντα. Βεβαίως φέρουν βαρεῖαν τὴν εὐθύνην καὶ λιποτάκται ἀπέναντι τοῦ ἀγῶνος τῆς χώρας ταύτης οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξέφυγον τοὺς φόρους κατὰ τὰς παλαιὰς ἐκείνας; χρήσεις. Ἀλλά, κύριοι, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ καταλογίσω καὶ ὡρισμένας εὐθύνας εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν καθ’ ἣν στιγμὴν διέτρεχον αἱ παλαιαὶ ἐκεῖναι χρήσεις διὰ τὴν ἀσύγνωστον ἀμέλειαν τὴν ὁποίαν ἐπεδείξωντο περί τε τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, διότι μὴ λησμονεῖτε, κύριοι ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἐνημερότης. Ἐὰν ζητῆτε νὰ βεβαιωθῇ καὶ εἰσπραχθῇ φόρος μετὰ μίαν δεκαετίαν ἀλλ’ ἧς ἴσχυσεν, οὔτε τὰ στοιχεῖα τὰ ἐπαρκῆ διὰ τὴν βεβαίωσίν του θὰ ὑπάρχωσι πλέον οὔτε τὰ χρηματικὰ μέσα διὰ τὴν πληρωμὴν θὰ ἐξευρίσκωνται. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὸν φόρον τῶν ἐκτάκτων κερδῶν. Ὅλοι μετὰ πόνου παρηκολουθήσαμεν λ.χ. κατὰ ποῖον ἀπίστευτον τρόπον ἡ θάλασσα ἔφερε τόσα ἑκατομμύρια εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ πόσον ῥαγδαίως τὰ ἀπέσυρε πάλιν. Ὁμιλῶ περὶ τῶν ζημιῶν τῶν ἐφοπλιστῶν, εἰς οὓς θὰ εἶχον νὰ προσθέσω καὶ τόσους ἄλλους ἐφημέρως καταστάντας πλουσίους. Ὅταν λοιπὸν ἔλθῃ κανεὶς μετὰ μίαν δεκαετίαν νὰ βεβαιώσῃ ἓν ἔκτακτον κέρδος ἀπὸ τὸν ὑποστάντα ἐν τῷ μεταξὺ ἔκτακτον ζημίαν καὶ ἐνδεχομένως χρεωκοπήσαντα, εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ ἀγνοήσῃ μίαν δημιουργηθεῖσαν πραγματικότητα; Καὶ τί εἶναι τὸ δικαιότερον τὴν στιγμὴν αὐτήν; νὰ καταλογίσῃ τις μείζονας εὐθύνας εἰς τὸν φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδήλωσεν τὰ κέρδη του ὁλικῶς ἢ μερικῶς, ἢ εἰς τὸ κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφρόντισε νὰ φρουρήσῃ τὰ συμφέροντά του καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὴν φορολογίαν καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν εἴσπραξιν αὐτῆς κατὰ τρόπον ἐπίκαιρον; Δὲν γνωρίζω, κύριοι, τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος φέρει τὰς μεγαλειτέρας εὐθύνας. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς εὐθυνολογίας τοῦ παρελθόντος ὑπάρχει μία ἄλλη πραγματικότης πολὺ ὠμοτέρα, αὐτὴ ἡ ὁποία μὲ ὠθεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ φαίνωμαι ἐλαστικὸς ἀπέναντι τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς στοιχειωδεστέρας φορολογικῆς δικαιοσύνης, ὑπάρχει μία πραγματικότης, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τοῦτο: ὅτι ἀλλοίμονον εἰς τὸ κράτος τὸ ὁποῖον, μὴ ἐπιτυχὸν τὴν φορολογικὴν ἐνημερότητα, ἐπιμένει νὰ βεβαιώσῃ καὶ εἰσπράξῃ φόρους μὲ τοιαύτην καθυστέρησιν. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ βαδίσῃ πρὸς τὰ πρόσω τὸ κράτος αὐτό, νὰ γνωρίζῃ τὶ ἔχει νὰ εἰσπράξῃ καὶ τὶ ἔχει νὰ δαπανᾷ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπιμένει νὰ σύρῃ ὄπισθέν του τὸ βάσανον αὐτὸ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον δὲν τοῦ ἐπιτρέπῃ νὰ ἐνημερωθῇ; Εἰς τὴν Ἰταλίαν, κύριοι ἐπεβλήθη πρὸ ἐτῶν ὁ φόρος τοῦ κεφαλαίου. Καὶ συνέβη καὶ ἐκεῖ τὶ τὸ παρόμιον μὲ τὸν φόρον τοῦ κεφαλαίου ἐν Ἑλλάδι, προϋπελογίσθη, ὅτι ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ κεφαλαίου ἐν Ἰταλίᾳ θὰ εἰσεπράττοντο ἐν συνόλῳ 28 δισεκατομμύρια λιρεττῶν, τὰ ὁποῖα θὰ διετίθεντο εἰς ἀπόσβεσιν μέρους τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐν τούτοις, ἡ ἀποτυχία τοῦ φόρου ἐκείνου ἐφάνη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Αἱ Ἰταλικαὶ Κυβερνήσεις ἔφθασαν μέχρι βιαίων ἐκδηλώσεων μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε διὰ νόμου νὰ ἐπιβάλουν τὴν μετατροπὴν τῶν ἀνωνύμων τίτλων εἰς ὀνομαστικούς. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀπερίγραπτον τὶ συνέβη ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ἀθρόα ἤρξατο ἡ ἔκδοσις τῶν κεφαλαίων καὶ ἠπείλειτο νὰ μὴ ἀπομείνῃ τίποτε. Ἡ χώρα ἐκείνη ἐκινδύνευσε, ἀποστραγγισθῇ τῶν ἐν αὐτῇ κεφαλαίων ἐντὸς ἐλαχίστων μηνῶν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις τρομοκρατηθεῖσα ἠναγκάσθη νὰ καταργήσῃ τὸ νομοθέτημα τὸ ἀφορὸν τὰς κινητοὺς τίτλους καὶ βαθμηδὸν κατήργησε καὶ τὸν φόρον τοῦ κεφαλαίου. Τώρα ποῖα ἦσαν τὰ ὑλικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς του; Προϋπελογίσθησαν 28 δισεκατομμύρια λιρεττῶν, εἰσεπράχθησαν 500 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἥμισυ δισεκατομμύριον, καὶ ἡ Κυβέρνησις κατήργησε τὸν φόρον, ἀδικήσασα τοὺς πληρώσαντας καὶ ἀπαλλάξασα τοὺς μὴ πληρώσαντας. Ὀφείλω, φυσικά, κύριοι, νὰ στιγματίσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέφυγον τὴν φορολογίαν. Ἀλλ’ ὀφείλω συγχρόνως νὰ εἴπω καὶ ὅτι, χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ κράτους, ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐμπνευσθῇ ἀπὸ σκέψεις ἠπιωτέρας, ὄχι χάριν τῶν φορολογουμένων οἱ ὁποῖοι ἠπέστησαν, ἀλλά, τὸ ἐπαναλαμβάνω, χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους. Καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀποφασίσῃ, νὰ δυνηθῇ νὰ θεμελιώσῃ μίαν πραγματικὴν οἰκονομικὴν καὶ δημοσιονομικὴν πολιτικήν, διὰ νὰ γνωρίζῃ εἰς ποίαν εὐσταθῆ πραγματικότητα δύναται νὰ στηριχθῇ διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ τὸ καλὸν μέλλον. Κύριοι, οὐδεὶς πρέπει νὰ λησμονῇ, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη κατηναλώθησαν τεράστια ποσὰ κεφαλαίων εἰς τὴν χώραν ταύτην, τὴν ὁποίαν τόσαι κακουχίαι ἐξωτερικαὶ καὶ οὐ μικρότεραι ἐσωτερικαὶ ἐταλαιπώρησαν. Οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ ὅτι ὑπάρχει τὴν στιγμὴν ταύτην μία κρίσις οἰκονομικὴ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, κρίσις κατὰ τοῦτο ἰδιαιτέρως θλιβερά, διότι εἶναι κρίσις τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας τῆς ὁποίας τὰ κεφάλαια ἐξητμίσθησαν. Τονίζω τοῦτο ἰδιαιτέρως, διότι θὰ ἐπροσέξατε ὅλοι κατὰ ποῖον τρόπον ἤνθεξεν ἡ χώρα αὐτή, τόσον κατὰ τὰς ἐκστρατείας ὅσον καὶ μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν, εἰς τόσας δοκιμασίας, δυνηθεῖσα νὰ συγκρατήσῃ τὸ νόμισμά της πολὺ κάτω τῆς πτώσεως ἡ ὁποία παρετηρήθη ἐπὶ τῶν νομισμάτων γειτονικῶν καὶ ἄλλων κρατῶν. Τώρα ὅμως πλέον μέγα ποσὸν τοῦ κεφαλαίου τῆς ἰδιωτικῆς ταύτης οἰκονομίας εὑρίσκεται κατηναλωμένον, διότι τόσας δυστυχίας εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁ τόπος καὶ διότι ἐσωτερικὰ δάνεια ἐγένοντο ἀλλεπάλληλα, ἔτι δὲ καὶ φορολογίαι μεγάλαι ἐνομοθετήθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο προφανῶς αἰσθάνεται σταθερῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι εὐθὺς ὡς ἀνέλαβε τὴν ἀρχήν, ἐν μέσῳ ἐκλογῶν καὶ τόσων ἄλλων ἀσχολιῶν, ἓν καὶ μόνον μέλημα κύριον ἔσχε, τὸ πῶς νὰ αὐξήσῃ τὰ κεφάλαια ἐν τῷ τόπῳ, τὸ πῶς νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ ἐδάφη τὰ καλλιεργούμενα, ἐν συνεχείᾳ ὅμως τῆς πολιτικῆς ταύτης καὶ χάριν τῆς τονώσεως τῆς σαλευθείσης ἰδιωτικῆς οἰκονομίας, συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ ὅλην μου προσέτι τὴν ψυχὴν νὰ μὴ διστάσῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ν’ ἁπλουστεύσῃ ἀπολύτως τὴν διαδικασίαν τῆς δηλώσεως καὶ βεβαιώσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἀφ’ ἑτέρου νὰ μὴ διστάσῃ νὰ ρυθμίσῃ ἐπὶ τὸ ἠπιώτερον τὰ φορολογικὰ ποσοστὰ καὶ τρίτον ἀκόμη νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὰ χρέη τῶν παλαιῶν χρήσεων, εἰς αὐτὴν τὴν γάγγραιναν τοῦ παρελθόντος, ἡ ὁποία φόβον ἔχει νὰ μιάνῃ καὶ τὸν ἤδη ὑψούμενον νέον οἰκονομικὸν κορμόν, τὸ πῶς ν’ ἀποξηράνῃ τὰ ἕλη, ν’ αὐξήσῃ τὰς καλλιεργησίμους γαίας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ ἐργασίαν, ὑγείαν καὶ παραγωγικὴν ἀπόδοσιν εἰς τρόπον ὥστε καὶ τοὺς ἰδιώτας νὰ εὐεργετήσῃ ἀλλὰ καὶ ἀκόμη νὰ ἐνισχύσῃ τὸ οἰκονομικόν της ἰσοζύγιον τὸ ὁποῖον ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ τὸν μόνον φραγμὸν τὸν ἐξασφαλίζοντα καὶ τὴν σταθεροποίησιν, ἡ ὁποία προσφάτως ἔγινεν. Οὕτω πῶς ὀρθότατα ἐπεζήτησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν οἰκονομικὴν ἡσυχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσεχῆ χρονικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοσάκις ἐτόνισεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ εἰρηνικήν. Ἐπὶ τῶν βάσεων τούτων πρέπει νὰ στηρίξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1929–30. Κύριοι· γνωρίζω, ὅτι ταῦτα πάντα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγω, διὰ νὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογὴν παρουσιάζουν πολλὰς δυσκολίας. Αἰσθάνομαι συνεπῶς ἀπολύτως τὰς δυσχερείας πρὸς τὰς ὁποίας ἔχει νὰ παλαίσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν τοιαύτην πολιτικὴν καὶ θὰ τοῦ εἴπω ἀκόμη ὅτι, ὅπως τὸν βλέπω ἐκεῖ καθήμενον μοῦ ἐνθυμίζει μίαν εἰκόνα τὴν ὁποίαν ἔδιδε, περὶ τοῦ τὶ ἐστὶ Βεζύρης, ὁ βιογράφος τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ· ἔλεγεν ὁ βιογράφος ἐκεῖνος, ὅτι «Βεζύρης ἐστὶ πρόσωπον κατάφορτον ἀπὸ γουναρικὰ καὶ καθήμενον ἐπὶ βαρελίου πυρίτιδος». Ἀνάλογον εἰκόνα παρουσιάζει καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀληθὲς βαρέλιον πυρίτιδος καὶ πρέπει νὰ δίδῃ ὁ ὑπουργὸς πᾶσαν προσοχήν, διὰ νὰ μὴ ἀνατινάξῃ μίαν ἰσορροπίαν ἰσοζυγίου προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν μετὰ κόπου κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλὰ θέλω νὰ πιστεύω, καὶ ἔχω τὸ ἐνδόσημον ὅτι δὲν πλανῶμαι, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀκολουθήσῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1929–30, τὴν πρέπουσαν πολιτικήν. Ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ ἐμπνευσθῇ ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ φορολογικοῦ συγχρονισμοῦ, καὶ τοῦ συντονισμοῦ τῆς φορολογίας πρὸς τὴν οἰκονομικὴν δυναμικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὑπάρχει κύριοι, ἀκόμη καὶ ἄλλό τι, τὸ ὁποῖον ἐνδεικτικῶς θὰ ἤθελον νὰ τονίσω. Ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως ἑνὸς σπουδαίου ἐσόδου τοῦ Κράτους. Ἀναφέρομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ καπνοῦ. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν λεπτομερῆ, διότι ἐκκρεμεῖ ἤδη νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ προσεχῶς, θὰ ἤθελον νὰ τονίσω τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ παραχωρηθέντος εἰς τοὺς ἀναπήρους τῆς πωλήσεως σιγαρέττων εἰς τὰς πόλεις τὰς κάτω τῶν 10 χιλιάδων, καὶ ἀκόμη ἐκ τοῦ παραγωγικοῦ σιγαροχάρτου, ὡς ἐμφαίνεται στατιστικῶς, ζημιώνει ἡ χώρα 300 ἑκατομμύρια ἐτησίως. Χωρίς, λέγω, νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ὅτι τῶν 300 αὐτῶν ἑκατομμυρίων ἐτησίως ἡμεῖς οἱ πτωχοὶ ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην σήμερον, καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ἱκανοποιήσεως τῶν ἀναπήρων, τρόπος ὁ ὁποῖος νὰ ἐπεβάρυνεν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον τὸ Κράτος. Τοῦτο τὸ συνιστῶ ἐκθύμως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἤδη κύριοι, θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, μεταξὺ τῶν πρώτων δηλώσεων εἰς ἃς προέβη, συμπεριέλαβε καὶ ἔντονον σύστασιν πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ προβαίνουν εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν. Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὄντως θὰ ἐφαρμόσῃ πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν. Δὲν ἰσχυρίζομαι βεβαίως ὅτι πρόκειται ν’ ἀναμένῃ τις τυχὸν θαύματα ἐκ τῶν οἰκονομιῶν, οὔτε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ πεπλανημένη ἰδέα ὅτι σήμερον γίνεται κατασπατάλησις τοῦ Δημοσίου πλούτου, τοιαύτη ὥστε ἂν ἡ Κυβέρνησις δύναται ἢ θέλῃ νὰ κάνῃ οἰκονομίας, νὰ δύναται νὰ ἐξοικονομήσῃ 800 ἢ 1000 ἑκατομμυρίων ἐτησίως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν Κάθε ἄλλο. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ ὑπενθυμίσω τὸ ὅτι ὁ Μποκανόφσκυ εἰσηγούμενος τὸν Γαλλικὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ 1923 ἔλεγε ὅτι αἱ οἰκονομίαι δύνανται νὰ κινηθοῦν μόνον ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων καὶ θὰ ἦτο ἀσύνετον νὰ ἀναμένωμεν ἐκ μόνων αὐτῶν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ (Ι. Ο. σελὶς 1635). Φαίνεται ἡ οἰκονομία εἶνε τὶ τὸ ἐπιβαλλόμενον, τὸ δημόσιον χρῆμα βεβαίως δὲν πρέπει νὰ σπαταλᾶται, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία εἶναι τακτικὴ κοινοβουλετικὴ ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι θὰ προβῇ ποτὲ εἰς σπατάλας. Ἐν τούτοις συνιστῶ ὅπως ἀποφύγω, τὴν ὁπωσδήποτε διάθεσιν χρήματος ἐπὶ μὴ ἀμέσως ἐπιβαλλομένων ἀναγκῶν. Τονίζω ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν πολιτεύεται, παρέσχε τὴν γενικὴν ἐντύπωσιν ὅτι μετὰ πολλῆς φειδοῦς ἀποβλέπει εἰς τὴν διαχείρησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου χρήματος. Εἰς ἔνδειξιν ἀναφέρω ὅτι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ τὸ μέγα νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὰς προμηθείας τοῦ Κράτους, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὡς συνέπειαν, θὰ ἔχῃ τὴν πραγματοποίησιν μεγάλων οἰκονομιῶν. Τὸ ἐπαναλαμβάνω διὰ νὰ τονίσω, ὅτι παρὰ τῇ Κυβερνήσει ὑφίσταται ζῶσα ἡ ἐντύπωσις τῆς ἀνάγκης τῶν οἰκονομιῶν. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι αἱ οἰκονομίαι δὲν δύνανται καὶ νὰ μᾶς παράσχουν ἐλπίδας πολὺ μεγάλων ἀποτελεσμάτων, διότι ἀτυχῶς, ἐκ τοῦ φόρτου τοῦ παρελθόντος ἔχομεν δημιουργίαν νέων μεγάλων δαπανῶν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὰς ὁποίας ἐν τούτοις, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν στρέφω καὶ πάλιν ὅλας μου τὰς ἐλπίδας πρὸς τὴν παραγωγικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἁδρῶς χαραχθεῖσα παραγωγικὴ αὕτη πολιτικὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία, μετ’ ὀλίγα ἔτη, θὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα νέους μεγάλους πόρους, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία προώρισται νὰ ἑδραιώσῃ τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ταῦτα εἶχον κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι αἱ ὑποδείξεις εἰς τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προβῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι ὑποδείξεις ἀφορῶσαι τὴν κατάρτισιν τοῦ προσεχοῦς προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν στήριξιν, αὐτοῦ ἐπὶ νέων βάσεων ἐγγυωμένων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς βαδίζει στερρῶς πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως. Κατερχόμενος ὅμως, τοῦ βήματος τούτου χρεωστῶ, νὰ ὁμολογήσω καὶ ποίαν γενικὴν ἐντύπωσιν, ἔχω περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1928–1929 τὸν ὁποῖον καλεῖσθε, νὰ ψηφίσετε σήμερον. Ἡ ἐντύπωσίς μου εἶναι ὅτι εἶναι οὗτος προϋπολογισμὸς εἰλικρινής. Καὶ ἡ εἰλικρίνεια, κύριοι, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι ἡ μεγίστη ἀρετὴ ἡ ὁποία πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ μίαν Κυβέρνησιν. Διότι δὲν ὑπάρχει ἀτιμώτερον πρᾶγμα ἀπὸ τὸ νὰ ἐμφανίζεται κανεὶς μὴ σκεπτόμενος τὰς συνεπείας ἑνὸς ψευδοῦς προϋπολογισμοῦ. Ὁ τοιοῦτος ψευδὴς προϋπολογισμὸς ἀποτελεῖ μίαν δίκοπον μάχαιραν, διότι ὑπολογίζει φανταστικὰ ἔσοδα, τῶν ὁποίων ζητεῖται νὰ καλυφθοῦν πραγματικαὶ δαπάναι. Ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ εἶναι στελπνός, ὅπως ὁ καθρέπτης. Δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος γνώμη, ὅτι ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται σήμερον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ φρονῇ, εἶναι προϋπολογισμὸς εἰλικρινὴς προϋπολογισμὸς τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα, θὰ δικαιώσουν τὰς προβλέψεις. Κύριοι, ἔλεγον ἄλλοτε, ὅτι θὰ ἤθελον, ὅταν εἰς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταρτίζῃ τὸν προϋπολογισμόν, θὰ ἤθελον, λέγω, νὰ τὸν ἔβλεπον καθήμενον οὐχὶ ἐν τῷ γραφείῳ του, ἀλλὰ κάτωθεν τῆς μυθικῆς μηλέας τοῦ Βοκακκίου, ἡ ὁποία εἶχε ταύτην τὴν ἰδιότητα, ὅτι ὁσάκις ὁ κάτωθεν αὐτῆς καθήμενος ἐπρόφερεν ψεῦδος τὶ τοῦ κατέφερεν ἂν ἓν μῆλον κατὰ κεφαλῆς. Καὶ συνέβη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη νὰ παραστῶμεν εἰς τὴν πολτοποίησιν πολλῶν κεφαλῶν ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβαλόντων προϋπολογισμοὺς ψευδεῖς. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως, τὸν ὁποῖον ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ σήμερον πρὸς ὑμᾶς εἶναι προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὸ μοχθηρὸν δένδρον χωρὶς τοῦτο νὰ ἔχῃ ρίψει ἔστω ἕνα του καρπόν. (χειροκροτήματα).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροδόπουλος ἔχει τὸν λόγον ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας.
§14Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1928–1929 εἰς τόν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ κάμω μίαν συντομωτάτην εἰσήγησιν, διότι ὡς γνωρίζετε σύστημά μου εἰς τὰς συζητήσεις εἶναι ἡ βραχυλογία, παρουσιάζει τὸ ἑξῆς πλεονέκτημα ἀπὸ ὅλους τοὺς προηγουμένους προϋπολογιγμούς: ὅτι δὲν ἀναγράφει κονδύλιον ἐσόδων ἐκ συνάψεως χρεῶν· αὐτὸ δὲ εἶναι ἓν σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον δίδουν πολὺ μεγάλην σημασίαν. Τὰ ἔξοδα θὰ καλυφθῶσιν ἀπὸ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τοῦ 1920–1927 ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ εἶναι φορτωμένοι μὲ ἓν κονδύλιον ἐσόδων συνάψεως χρεῶν· καὶ ὅταν ἤρχοντο ἐδῶ μερικοὶ ὑπουργοὶ ἐκαυχῶντο, ὅτι παρουσίαζον προϋπολογισμόν, στηριζόμενον εἰς ἰσοζύγιον ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, τὸ δῆθεν ἰσοζύγιον ἐστηρίζετο εἰς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων δι’ ἐσόδων ἐκ δανείων. Αὐτὸ θεωρῶ καὶ τὸ μέγα βῆμα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἡ Ἑλλὰς ποιεῖται εἰς τὴν ὁδὸν τῆς οἰκονομικῆς ἀνοικοδομήσεώς της. Θὰ σᾶς προξενήσῃ ἐντύπωσιν κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀνάγνωσις ἑνὸς προχείρου σημειώματος, τὸ ὁποῖον ἔχω καταστρώσει περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται κατὰ τὰ πέντε τελευταῖα ἔτη, εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, ὡς ἔσοδα ἐκ συνάψεως χρεῶν. Κατὰ τὸ 1922–23 ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἔκτακτον ἔσοδον ἐκ συνάψεως χρεῶν 2.650 ἑκατομμυρίων. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1923–24 150 ἑκατομμύρα. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1925–26 1.648.000.000 δραχμῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1926–27 1.773.385.000 δραχμῶν. Ἐὰν κάνετε τὴν ἄθροισιν ὅλων αὐτῶν τῶν κονδυλίων, φθάνετε εἰς τὸ θλιβερὸν συμπέρασμα, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς ἀνωμάλου οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς χώρας τὸ Κράτος ἐκάλυψε τὰ ἔξοδά του μὲ δάνεια 7.421.000.000 δραχμῶν. Διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ ἐκφράζω τὴν χαράν μου, ὅλως ἀντικειμενικῶς, καὶ ὄχι διὰ νὰ φανῶ εὐχάριστος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀπὸ περιωπῆς ἐξετάζων τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ συγχωρῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὑπέβαλεν ἡμῖν προϋπολογισμὸν χωρὶς τὸ ἀπογοητευτικὸν κονδύλιον τῶν ἐσόδων ἐκ συνάψεως χρεῶν. Ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτου προϋπολογισμοῦ δεικνύει, ὅτι πράγματι εἰσῆλθεν ἡ Ἑλλὰς εἰς ὑγιᾶ οἰκονομικὸν βίον. Ἂν ἤθελον νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἱστορίαν, θὰ ἔλεγον ὅτι ἡ παροῦσα ἐποχὴ ὁμοιάζει μὲ τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ βίου τῶν Ἀθηνῶν τὴν μετὰ τὴν ἐν Χαιρωνείᾳ μάχην, ὅταν τὰ τείχη τῶν Ἀθηνῶν κατεκρημνίσθησαν, ὅταν τὰ πλοῖα κατεστράφησαν καὶ δειναὶ συμφοραὶ ἐβάρυνον τὴν Ἀθηναϊκὴν Δημοκρατίαν. Ἕνας οἰκονομολόγος ἀνεφάνη ἕνας πολίτης, σώφρων, ἱκανὸς καὶ λελογισμένος, τὸν ὁποῖον ἡ ἱστορία ἔχει ἀδικήσει ὁ Λυκοῦργος, ὁ ἐπὶ τρεῖς τετραετίας Ἑλληνοταμίας, ὁ ὁποῖος ἐναυπήγησε 400 πλοῖα ἀναδημιουργήσας τὴν ναυτικὴν δύναμιν τῶν Ἀθηνῶν, ἀνοικοδόμησεν τὰ τείχη καὶ ἀνόρθωσε τὰ οἰκονομικὰ τῆς πολιτείας ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οἱ Ἀθηναῖοι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐξέλεγον τὸν αὐτὸν ἄρχοντα ἐπὶ δύο περιόδους ἐξέλεξαν τὸν Λυκοῦργον ἐπὶ τρεῖς περιόδους, καταστρατηγήσαντες τὸν νόμον, (διότι εἰς μίαν μεσολαβήσασαν περίοδον ἐξέλεξαν ἄλλον), ἀλλὰ πραγματικὸς ἐπὶ τῶν προσόδων ἦτο ὁ Λυκοῦργος καὶ ἀνεκίνησαν πάλιν τὴν δύναμίν των αἱ Ἀθῆναι. Εἰς ἀνάλογον περίστασιν εὑρέθημεν ἡμεῖς κατὰ τὸ 1923, καὶ τὸ παράδειγμα τῆς σώφρονος οἰκονομικῆς διοικήσεως τοῦ Λυκούργου, δέον νὰ ὁδηγῇ καὶ διέπει τὰς σκέψεις μας τὴν δρᾶσιν μας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἤδη ἂς προέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἀριθμῶν. Ὁ κατατεθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸς ἀνεγράφει ἔσοδα 11.114.652.000 ἴσον δὲ ποσὸν ἐξόδων. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ μὲν ἔσοδα μένουν ὡς ἔχουν, τὰ δὲ ἔξοδα ἐλαττοῦνται εἰς 10.954.000.000 διότι παρουσιάσθη μία διαφορὰ 140.000.000 δραχμῶν, ἐξ ὧν 100 μὲν ἑκατομμύρια ἀπὸ ἐλάττωσιν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, 40 ἑκατομμύρια ἀπὸ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ 10.954.000.000 αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν πραγματικὴν δαπάνην διοικήσεως τοῦ Κράτους, διότι ἔχομεν πρῶτον τὸ κονδύλιον τῶν 3 ἑκατομμυρίων Ἀγγλικῶν λιρῶν τοῦ δανείου, διὰ σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος. Τοῦτο τὸ ποσὸν ἀποτελεῖ τὸ ἐκ 1.125.000.000 δραχμῶν κονδύλιον τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν κεφάλαιον 58, ἄρθρον 3 τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀποτελεῖ ἁπλῶς κίνησιν κεφαλαίων καὶ ὄχι δαπάνην, διότι τὸ Κράτος τὰ 1.124.000.000 δραχμῶν θὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ὅπου μένουν, ὡς ἀπόθεμα, διὰ τὸ κάλλυμα τῶν ἑκατομμύρια τραπεζογραμματίων. Κατὰ ταῦτα ἐκ τῶν 10.954.000.000 δραχμῶν τῶν ἐξόδων ἔχομεν μίαν ἐλάττωσιν 1.125.000.000, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ κίνησιν κεφαλαίων, πρόκειται δηλαδὴ περὶ λογιστικῆς πράξεως, ἥτις ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν, οὔτε δὲ ἐπιβαρύνεται τὸ Κράτος μὲ τὸ δάνειον αὐτό, διότι ἀποτελεῖ κεφάλαιον τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἐπίσης ἡ προκαταβολὴ 110 ἑκατομμυρίων διὰ τὸ δάνειον τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων, δὲν ἐπιβάρυναν ὁριστικῶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους, καθ’ ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ διατιθέμενον πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀπαλλοτριωθέντων ἀγροκτημάτων βαρύνει τοὺς γεωργοὺς ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος θὰ τὰ εἰσπράξῃ, θέλω νὰ ἐξηγήσω εἰς μερικοὺς ἐκ τῶν κ. βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται νὰ μὴ εἶναι ἐνήμεροι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἑξῆς 110 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπραχθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀποκατασταθέντας κληρούχους, δὲν ἀποτελοῦν βάρος τοῦ Κράτους, τὸ δημόσιον χρεώνεται μὲ 110 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα θὰ καταβάλῃ εἰς ὁμολογίας πρὸς τοὺς τέως ἰδιοκτήτας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ εἰσπράξῃ 100 ἑκατομμύρια καθὼς καὶ τοὺς τόκους τῶν ὁμολογιῶν, ἀπὸ τοὺς ἀποκατασταθέντας κληρούχους, ἕτερον κονδύλιον ἀπὸ ἓξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, εἶναι τὸ δάνειον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐλαίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδώσῃ τὸ ταμεῖον ἐλαίας, ἔχωμεν ἀκόμη ἓν κονδύλιον 63 ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 10 ἑκατομμύρια εἶναι ἀποδοτέα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀποκαταστάσεως προσφύγων καὶ 53 ἑκατομμύρια προορίζονται διὰ πρόσθετον ἀποζημίωσιν συνεπείᾳ συμφωνίας μὲ τὴν Γαλλίαν, Ἀγγλίαν καὶ τὴν ἀλλοδαπήν, τῶν ὁποίων ἀπηλλοτριώθησαν τὰ κτήματα, δι’ ἃ θὰ γίνῃ νέα ἐκτίμησις καὶ κανονισμὸς ἀποζημιώσεως. Κατ’ αὐτὸ ὅμως τὸ κονδύλιον ἀποτελεῖ κίνησιν κεφαλαίων, διότι τὸ κράτος θὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τοὺς ἀποκατασταθέντας εἰς τὰ κτήματα ταῦτα γεωργούς, ὅτι θὰ κανονισθῇ νὰ ἀποζημιώσῃ προσθέτους τοὺς ἀλλοδαποὺς ἰδιοκτήτας. Τοιουτοτρόπως ἐλαττοῦνται εἰς 9.666.000.000 δραχμὰς τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ πραγματικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ κράτους ἀναλογοῦντα εἰς τὰ ἀντίστοιχα ἔσοδα. Τώρα εἰς ἓν κεφάλαιον δὲν συνεφώνησα καὶ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω, κατὰ τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησεν, ὅτι τὰ 213 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ἀντιστοιχοῦντα εἰς τὴν ἀξίαν τῶν εἰδῶν τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποῖαν λαμβάνομεν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν εἰς εἴδη, ἀποτελοῦσι κίνησιν κεφαλαίου καὶ ὅτι δὲν ἀποτελοῦσιν ἔσοδον τοῦ κράτους, ἔχω ἀντίθετον γνώμην, ἐλάβομεν διάφορα βιομηχανήματα, λιπάσματα, φάρμακα ἢ ἄλλα εἴδη χρήσιμα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Γεωργίας, αὐτὰ ἐχρησιμοποιήθησαν ὑπὸ τῶν ἄνω ὑπουργείων καὶ φυσικὰ ἀποτελοῦσι δαπάνας τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν ἀναγκῶν δι’ ἃς ἐχρησιμοποιήθησαν. Ἐὰν δὲν εἴχαμε αὐτὰ τὰ εἴδη ἀπὸ τὴν μερίδα μας ἐκ τῶν Γερμανικῶν ἀποζημιώσεων θὰ διαθέταμε 213.000.000 δραχμῶν πιστώσεις τῶν ὑπουργείων διὰ νὰ τὰ ἀγοράσωμεν. Ἄρα εἶναι ἔξοδα τῶν ὑπουργείων ἀλλὰ καὶ οἱ ἀριθμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα καταλήγουν.
§15Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν κίνησιν τοῦ κεφαλαίου;
§16Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δὲν γνωρίζω πῶς παρεισέφρησε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας ἡ ἰδέα ὅτι τὰ 213 αὐτὰ ἑκατομμύρια, ἐπειδὴ εἶναι ἀπὸ τὰς Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις δὲν εἶναι ἔσοδα, διότι δὲν ἀνταποκρίνονται ὡς ἀνωτέρω σαφῶς ἐξηγήσω ὡς ἔξοδα. Διότι τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἐκ τῶν εἰς εἴδη Γερμανικῶν ἀποζημιώσεων χρησιμοποιοῦνται διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ τὰ ἐπλήρωναν εἰς ἄλλους προμηθευτὰς ἐὰν δὲν τὰ ἐπαίρναμε ἀπὸ τὴν Γερμανίαν.
§17Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ.
§18Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω δύο λέξεις δι’ ἓν ἄλλο κονδύλιον ἐκ 350.000.000 δραχμῶν διατεθειμένον διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς τοκοχρεωλυτικῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους ἐκδωθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων Αὐτὸ τὸ κονδύλιον θὰ ἠδύνατο καὶ αὐτὸ νὰ μὴ περιληφθῇ εἰς τὰ ἔξοδα ἂν ὑπῆρχε ἡ πιθανότης, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ ἐπιστραφῇ ἀπὸ εἰσπράξεις ἐξ εἰσοδημάτων τῆς περιουσίας τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ περιουσία τῶν ἀνταλλαξίμων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκποιηθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους καὶ τὰ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας αὐτῆς ἔσοδα φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὴν τοκοχρεωλυτικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐκδοθεισῶν ὁμολογιῶν, τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐπιβαρύνεται, προσωρινῶς ὅμως μὲ τὸ κονδύλιον τῶν 350.000.000, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἀλλὰ ἡ δαπάνη αὕτη, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δέον νὰ λογίζεται ὡς προσωρινή, ἀλλὰ μελλοντικῶς δέον νὰ ἀποδυθῇ εἰς τὸ Κράτος, ὅτι θὰ πληρώσῃ.
§19Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς σᾶς λέγω, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐγράφοντο καὶ τὰ ἐν ἀπολείψῃ. Ἐν τούτοις δὲν εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι τὸ ἔξοδον αὐτὸ τὸ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου ἀνταλλαξίμων εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ἀπὸ τὴν περιουσίαν αὐτήν. Κατὰ τὰς προβλέψεις τῆς ἀποδόσεως τῆς περιουσίας αὐτῆς θὰ εἴμεθα εὐχαριστημένοι, ἐὰν ἡ περιουσία ἀποδώσῃ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ κεφάλαιον τῶν ὁμολογιῶν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶπον, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ σκέψις ἐὰν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ καὶ τὸ κονδύλιον αὐτὸ εἰς τὸ κονδύλιον δημοσίου χρέους. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, δὲν πρόκειται νὰ τὰ ἀναλάβωμεν κατὰ τὰς προβλέψεις τοῦ σημερινοῦ τοὐλάχιστον ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§20Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ προϊὸν τῆς ρευστοποιήσεως τῆς περιουσίας τῶν ἀνταλλαξίμων δὲν θὰ καλύψῃ ὅλας τὰς ἐκ τοῦ ἐκδοθέντος καὶ ἐκδοθησομένου δανείου ὑποχρεώσεις, κεφάλαιον καὶ τοκοχρεωλυτικὰς δόσεις;
§21Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ καλύψῃ ἡ περιουσία τῶν ἀνταλλαξίμων τοὺς τόκους, γνωρίζετε πόσον πρέπει ν’ ἀποδώσῃ; 6.800.000.000, τὰ ὁποῖα ἔχουν δοθῇ μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν: 400.000.000 ἐφετεινά, τὰ περυσινὰ καὶ τοὺς μελλοντικοὺς τόκους, δηλαδὴ πρέπει ἀσφαλῶς ν’ ἀποδώσῃ περὶ τὰ 10 δισεκατομμύρια καὶ ὅπως ἐννοεῖτε δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσῃ τοιοῦτον ποσὸν ἡ περιουσία τῶν ἀνταλλαξίμων. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, ἐὰν ἡ προσφυγικὴ περιουσία ἀποδώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τῶν ὁμολογιῶν.
§22Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ἐγὼ ὤφειλον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν αὐτήν ὅτι οὐσιαστικῶς ἡ διάθεσις αὕτη τῶν 350.000.000 δραχμῶν δὲν ἀποτελεῖ, οὔτε ἔδει νὰ ἀποτελῇ ἔξοδον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ βαρύνει ὁριστικῶς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἦτο ἴσως ἐνδεδειγμένον, ἐφ’ ὅσον τὰ εἰσοδήματα τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας δὲν ἐπαρκοῦν εἰσέτι, διὰ τὴν τοκοχρεωλυτικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὁμολογιῶν, νὰ κάμῃ μίαν προκαταβολὴν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ προκαταβολὴν ἀποδοτέαν.
§23Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπον εἶναι τόσον πραγματικαί, ὥστε ἐσκέφθημεν πρὸς στιγμὴν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθοῦν εἰς τὸ κονδύλιον τοῦ Δημοσίου χρέους.
§24Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἓν κονδύλιον 216.376.458 δραχμῶν δι’ ἐπιχορήγησιν εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς σιδηροδρόμους.
§25Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει σύμβασις σχετική.
§26Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ἀναγράφετε τὸ κονδύλιον αὐτὸ ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς ἀποδοτέας καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1927–1928 ἀνεγράφετο ἕτερον κονδύλιον δραχμῶν 241.579.495, τοῦ ὁποίου τὴν ἀπόδοσιν δὲν βλέπω πουθενά, τοὐναντίον ἔχομεν ἐφέτος νέαν δωρεὰν δραχμῶν 241.579.495. Ἐρωτῶ, τὶ σημαίνει αὐτὴ ἡ νοσηρὰ κατάστασις τῆς δι’ ἐνέσεων συγκρατήσεως τῆς λειτουργίας τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων; Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ γίνῃ σοβαρὰ σκέψις περὶ τοῦ τὶ μέτρα ριζικὰ θὰ λάβωμεν διὰ τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἐὰν αὐτὰ τὰ 216 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δίδομεν ἐφέτος καὶ τὰ 241 ποὺ ἐδώσαμεν πέρυσυ ἀποτελοῦν δάνεια καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιστραφοῦν, θὰ ἀνεγράφοντο εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀναγράφονται, διότι, ὡς φαίνεται, δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ τὰ πάρωμεν πίσω. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς ἀποδόσεως αὐτῶν τῶν προκαταβολῶν καὶ ἡ πληγὴ ἔγινε γάγγραινα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπιβάλλεται νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἀναλογισθῶμεν ποῦ βαδίζομεν. Ποῦ θὰ φθάσῃ ἡ ἱστορία αὐτὴ τῶν εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ λειτουργούντων σιδηροδρόμων;
§27Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἐκτέλεσις νέων ἔργων. Δὲν πρόκειται περὶ καλύψεως τακτικῶν δαπανῶν τῶν σιδηροδρόμων.
§28Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ νέων ἔργων μόνον, θὰ ἀνεγράφετο ἄλλο κονδύλιον εἰδικόν· ἄλλως μία σιδηροδρομικὴ ἐπιχείρησις καὶ τὰς ἐπισκευὰς καὶ συμπληρώσεις ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ ἐκ τῶν ἰδίων της πόρων, ἄλλως δὲν ἔχουν καὶ σημασίαν, κ. Δεληγιάννη, ταῦτα, διότι ἐγὼ ὁμιλῶ γενικῶς ἐκτείνων τὸ θέμα ὑπὲρ τῆς ἐνδεικνυομένης σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον πρέπει ριζικῶς καὶ θετικῶς νὰ διακανονίσῃ τὸ ζήτημα αὐτό.
§29Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι.
§30Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑγιὴς σιδηροδρομικὴ πολιτικὴ εἶναι ὅτι ὀφείλει, ὅπως κάθε ἐπιχείρησις, νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰ τακτικὰ καὶ εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδά της. Ἑπομένως, εἴτε εἰς ἔργα συντηρήσεως, εἴτε εἰς ἔργα βελτιώσεως, εἴτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν διατεθῶσιν, τὸ Κράτος ἐπιβαρύνεται διὰ μίαν ἐπιχείρισιν, ἡ ὁποία εἶναι κυρίως ἰδιωτικῆς φύσεως καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἀποτελοῦντα βάσιν ἐπαρκείας αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν. Τὸ Κράτος δὲν εἶναι καλὸς διαχειριστὴς ἐπιχειρήσεων εἶναι κοινοτυπία καὶ νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Διατὶ συνεχίζει μίαν ἐσφαλμένην καὶ προφανῶς ἐπιζημίαν πορείαν νὰ διαχειρίζηται αὐτὸ τοὺς σιδηροδρόμους; Τὸ Κράτος ἄρα ὀφείλει νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ τὶ θὰ τὴν κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν· αὐτὸ δὲ ἀνάγεται εἰς τὴν καθιέρωσιν μιᾶς λελογισμένης σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ σήμερον περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Εἶναι βέβαιον ὅμως, ὅτι σιδηροδρομικὴν πολιτικὴν δὲν ἔχομεν. Ὅπως πολὺ εὐλόγως θὰ ἔλεγεν ὁ ἐκ Πειραιῶς ἔντιμος συνάδελφος κ. Σακκαλῆς, δὲν ἔχομεν χαραγμένην καὶ ναυτιλιακὴν πολιτικὴν καὶ βαδίζομεν, ἀπὸ ἀπόψεως τῶν δύο μεγαλειτέρων κλάδων τῆς συγκοινωνίας, ἐν Ἑλλάδι εἰς τὰ τυφλά. Ἄνευ συστήματος, ἄνευ μεθόδου, χωρὶς νὰ γνωρίζομεν ποῦ βαδίζομεν. Διότι, ἐὰν ἤθελον νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος τὶ δὲν θὰ εἶχον νὰ ψάλω εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, διὰ τὴν ἀνερμάτιστον συγκοινωνιακὴν πολιτικήν των; Ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ πάλιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος γεωργοκτηνοτροφικὸν καὶ ναυτιλιακόν, καὶ οἱ πλουτοπαραγωγικοὶ κλάδοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία, αἱ ὁποῖαι εἶναι συμφυεῖς καὶ συμβαδίζουν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ναυτιλία. Ποία ἡ συστηματικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἐν τῷ ζητήματι τῆς προαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας; Οὔτε μία ναυτικὴ Τράπεζα ὑφίσταται ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἀναπτύξει διὰ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας τῆς ἐμπορικῆς μας ναυτιλίας μόνον δυσχερείας καὶ ζημίας δημιουργεῖ. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ἐκ τῶν παρατηρήσεών μου ἐπὶ τῶν δύο κονδυλίων τῶν 350 ἑκατομμυρίων τῆς τοκοχρεωλυτικῆς ὑπηρεσίας τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ τῶν 216 ἑκατομμυρίων τῆς δωρεᾶς πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους ἐξηγοῦμαι, ὅτι θέλω δι’ αὐτῶν νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἐὰν δὲν μᾶς ἐβάρυνε τὸ δάνειον τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ ἐὰν οἱ σιδηρόδρομοι δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς βοηθείας τοῦ Κράτους, θὰ εἴχομεν 566.000.000 δραχμῶν διαθέσιμα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς ἀβαστάκτους φόρους ποῦ βαρύνουν τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἔχομεν καθῆκον, κύριοι βουλευταί, νὰ στρέψωμεν ὅλην τὴν μέριμνάν μας εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων. Διότι ἐγώ, κύριοι, τὰς οἰκονομίας δὲν τὰς ἐξετάζω ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν ποῦ συνήθως ἔχουν ὑπ’ ὄψει οἱ ὁμιλοῦντες περὶ οἰκονομικῶν. Δηλαδὴ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ. Τὰς οἰκονομίας τὰς ἐξετάζω, τὰς θέλω καὶ ἐπιδιώκω νὰ τὰς ἐπιτύχω, διὰ τῆς περικοπῆς καὶ ἀπαλλείψεως τῶν μεγάλων περιττῶν καὶ ἀδικαιολογήτων κονδυλίων, ὅπως διὰ τοῦ ἐξ αὐτοῦ περισσεύματος ἐλαττώσω τὰ φορολογικὰ βάρη. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐβάλαμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, νὰ ἐξακολουθήσουν ὑφιστάμενα ἐπ’ ἄπειρον. Ἐπεβάλομεν πρόσθετα ποσοστὰ 40% ἐπὶ τῶν διαφόρων φόρων, ἐπεβάλομεν πρόσθετον βάρος εἰς τοὺς ὤμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας καὶ ὄχι διὰ τακτικὴν σπατάλην καὶ ἐξόγκωσιν τῶν ἐσόδων, διὰ νὰ μᾶς παρέχηται στάδιον αὐξήσεως τῶν ἐξόδων καὶ δωρεῶν εἰς σιδηροδρομικὰς ἑταιρείας μὲ πολυτέλειαν προσωπικοῦ καθισταμένην ἀνεπαρκῆ καθ’ ἑαυτήν. Τὰ πρόσθετα αὐτὰ ποσοστὰ τῶν φόρων δὲν εἰμποροῦν νὰ μείνουν παγίως καὶ νὰ πιέζουν τὰ στήθη τῶν πολιτῶν. Αὐτὰ ἐπεβλήθησαν δυνάμει τῶν νόμων 2749, 3312 κλπ., διὰ νὰ χρησιμεύσουν πρὸς ταχεῖαν ἐξόφλησιν τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων καὶ τῶν κυμαινομένων χρεῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξωφλοῦντο εἰς μίαν πενταετίαν, καὶ οὕτω θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὸ νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους. Ἡμεῖς ὅμως ἐπήραμεν καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὸ μεῖζον μέρος διὰ τὴν κάλυψιν τακτικῶν ἐξόδων. Θὰ συνίστων δὲ ἐν παρόδῳ, γενομένου ἤδη λόγου, νὰ ἱδρύετο καὶ παρ’ ἡμῖν ὅπως καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν εἰδικὸν ταμεῖον ἀποσβέσεως χρεῶν τὸ ὁποῖον νὰ διέθετε πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν τὰ πρόσθετα ποσοστά. Ὅταν ἐπεβάλομεν πρόσθετον βάρος, 20% καὶ 30% καὶ 40% εἰς τοὺς φόρους, ἐπεβάλομεν μὲ αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν νὰ ἀποσβεσθῶσι ταχέως τὰ ἀναγκαστικὰ δάνεια καὶ τὰ κυμαινόμενα χρέη, καὶ κατόπιν νὰ καταργηθοῦν καὶ ὄχι νὰ γίνῃ μόνιμος αὔξησις τῆς φορολογίας κατὰ 40%. Δὲν θέλω νὰ θίξω περισσότερον τὸ ζήτημα, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Πάντως ὅμως τὰ πρόσθετα ποσοστὰ πρέπει νὰ χωρισθοῦν ἀπὸ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ νὰ χρησιμοποιηθοῦν πρὸς ἀπόσβεσιν ταχεῖαν τῶν χρεῶν. Τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μὲ ὀλίγας λέξεις νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὴν ἔρευναν ἐπὶ μερικῶν ἐκ τῶν ἰσχυόντων φόρων. Ἔχομεν τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν προσόδων. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγράφονται ὡς ἔσοδον δραχμαὶ 573.400.000. Ἡ αὔξησις αὕτη στηρίζεται εἰς τὴν πληρέστερον ἤδη ὠργανωμένην ὑπηρεσίαν τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, ἥτις εὑρίσκετο ἀπὸ ἐτῶν ἐν καθυστερήσει. Ἡ ἀναγραφεῖσα αὔξησις ἐν σχέσει μὲ τὸν προϋπολογισμὸν 1927–1928 εἶναι δικαιολογημένη καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἀποδόσεις θὰ εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῶν ἀκινήτων. Δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος οὗτος. Ἀπεναντίας φρονῶ, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς πρέπει νὰ λειτουργήσῃ, διότι ὅταν ἔχῃ τις μίαν οἰκίαν, ἓν οἰκόπεδον, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των εἰμὴ μικρὰν ἀξίαν καὶ χάρις εἰς τὰς μεγάλας δαπάνας τὰς ὁποίας ὑφίσταται τὸ Κράτος, διὰ τὴν διάνοιξιν ὁδῶν, τὴν βελτίωσιν τῆς συγκοινωνίας, τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τοῦ βίου κλπ. ἀποκτᾷ ἀποτόμως πολὺ μείζονα ἀξίαν, δίκαιον εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸ Κράτος ἀνάλογόν τι μὲ τὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας κατὰ τὴν ἑκάστοτε μεταβίβασιν τῆς κυριότητος. Εἶναι ἱκανοποίησις τοῦ αἰσθήματος τοῦ δικαίου, νὰ συνεισφέρουν τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ὠφελοῦνται ἐκ τῆς κανονικῆς ἐξελίξεως καὶ τῆς προόδου τῆς συγκοινωνίας, καὶ φωτισμοῦ καὶ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πολιτισμοῦ. Ἀλλ’ ἐδῶ συμβαίνει τὸ ἑξῆς παράδοξον: Δὲν ἠθέλησαν ποτὲ οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ἡ ἀνταλλακτικὴ δύναμις τοῦ νομίσματος κατὰ τὸν χρόνον τῆς πωλήσεως, ἐν ἀντιπαραβολῇ μὲ τὴν ἀνταλλακτικὴν δύναμιν αὐτοῦ κατὰ τὸν χρόνον τῆς κτήσεως, διὰ νὰ εὑρεθῇ ἂν ὑπάρχῃ πραγματικῶς ὑπερτίμημα. Ἐὰν αἴφνης ἠγόρασέ τις κατὰ τὸ 1910–1914 ἓν οἰκόπεδον ἀντὶ ὀκτὼ χρυσῶν δραχμῶν κατὰ πῆχυν, αἱ ὁποῖαι ἀναλογοῦν μὲ 120 σημερινὰς δραχμάς, καὶ πωλεῖ σήμερον τὸ οἰκόπεδόν του αὐτὸ πρὸς 70 ξεπεσμένας σημερινὰς δραχμάς, ἐρωτῶ: Ὑπάρχει ὑπερτίμησις; Ἐνῷ δὲ ζημιοῦται ὁ πωλητὴς 50 δραχμὰς κατὰ πῆχυν ἐν τούτοις ἡ κακεντρέχεια τῆς ἐφορειακῆς ὑπηρεσίας στηριζομένη εἰς τὴν ἀσάφειαν ἐπὶ τούτῳ τοῦ νόμου ἐξαναγκάζει τὸν μὲ προφανῆ ζημίαν πωλοῦντα τὸ κτῆμά του νὰ πληρώσῃ φόρον, δηλαδὴ πληρώνει φόρον ἐπὶ τῆς ζημίας τῶν 50 δραχμῶν κατὰ πῆχυν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται. Δὲν ἠκούσθη ποτέ, κύριοι, ἀπὸ καταβολῆς τοῦ κόσμου, νὰ ἐπιβάλλεται καὶ νὰ πληρώνεται φόρος ἐπὶ τῆς ζημίας.
§31Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βέβαια οὕτω τιθεμένη ἡ βάσις τοῦ φόρου ὑπερτιμήματος εἶναι ὄντως τερατώδης, ἀλλὰ δὲν ἦτο αὐτὴ καθαρῶς ἡ αἰτιολογικὴ βάσις. Ἡ βάσις ἦτο ἡ ἑξῆς: ὅτι ἐκ τῆς ἐπελθούσης ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος ὅλαι αἱ περιουσίαι αἱ κινηταὶ ἠλαττώθησαν, ὅλος ὁ κινητὸς πλοῦτος ὑπέστη μείωσιν. Ὁ ἀκίνητος δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ μείωσιν; Ἐὰν ἐκ λόγων ἰσότητος ἔπρεπε νὰ θεωρήσωμεν ὅτι καὶ ὁ ἀκίνητος πλοῦτος ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ μείωσιν τότε δὲν ἔπρεπε νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν, πέραν τῆς ὁποίας θὰ ἄρχεται τὸ φορολογητέον ποσόν, τὸ δεκαπενταπλάσιον, ἀλλὰ κάτω τούτου. Ἑπομένως, ἐὰν βεβαίως εἰς τὸ κέρδος τὸ καθαρὸν πρέπῃ νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ φορολογητέον ποσὸν ἀρχίζει πέραν τῆς ἀξίας τοῦ ἀκινήτου εἰς τὸ δεκαπενταπλάσιον τῆς προπολεμικῆς, ἀλλὰ τότε θεωροῦμεν ὅτι ἡ μόνη περιουσία ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία βαίνει εἰς μείωσιν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς ἀξίας, εἶναι ἡ ἀκίνητος. Δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς ζημίας, χωρὶς νὰ ἀρνοῦμαι ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἄδικος.
§32Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί θέλει νὰ εἰπῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὶ σχέσιν ἔχει ἐν προκειμένῳ ἡ ἐλλάττωσις τῆς ἀξίας τῶν κινητῶν καὶ τῶν ἀκινήτων. Βεβαίως ἐκ τοῦ ἐκπεσμοῦ τοῦ νομίσματος ἐζημιώθησαν οἱ ἔχοντες διατεθειμένα κεφάλαια εἰς δάνεια· ὁ δανείσας 100 δραχμὰς χρυσᾶς λαμβάνει 100 χαρτίνας καὶ ζημιοῦται 1400 δραχμὰς, ἀλλὰ δὲν πληρώνει καὶ φόρον ἐπὶ τῆς ζημίας τῶν 1400 δραχμῶν, μόνον ὑφίσταται τὴν ζημίαν, ἐνῷ ἐν προκειμένῳ ὁ ἀγοράσας γήπεδον ἀντὶ 100 δραχμῶν χρυσῶν ἰσοδυναμουσῶν μὲ 1500 σημερινὰς δραχμὰς καὶ πωλῶν ἤδη αὐτὸ ἀντὶ 1000 δραχμῶν, ζημιοῦται 500 δραχμὰς καὶ πληρώνει φόρον ἐπὶ 900 δραχμῶν, ὡς δῆθεν ἀποτελούσας κέρδος αὐτοῦ, ἤτοι ὑπερτίμημα. Ἐδῶ λοιπὸν ὁ κτηματίας εἰς τὴν ζημίαν ὑφίσταται καὶ φόρον ἐπὶ τῆς ζημίας πληρώνει. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς θεωρίας περὶ ἐλαττώσεως τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις κεφαλαίων παρ’ ἡμῖν, δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι εἶναι ἐσφαλμέναι αἱ γνῶμαι αὐταί. Τὸ κεφάλαιον δὲν ἔφυγεν, ἀπὸ τὸν τόπον, οὔτε κατά τινα τρόπον ἐπῆλθε καταστροφὴ κεφαλαίων. Ἐὰν ἔγιναν—καὶ ἔγιναν—πολλαὶ οἰκοδομαί, τὸ κεφάλαιον δὲν ἠναλώθη, μετέβαλε κατόχους ἁπλῶς, ἔφυγεν ἀπὸ τὸν κτηματίαν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν ἔμπορον, ὁ ὁποῖος ἐπώλησεν τὰ ξύλα ἐπῆγεν εἰς τὸν ἐργάτην, διὰ τὰ ἡμερομίσθιά του. Τὸ κεφάλαιον κυκλοφορεῖ ἐναλλάσσει μορφὴν καὶ κυρίους, εἰσέρχεται εἰς ἑνὸς ἄλλου εἴδους κυκλοφορίαν καὶ μεταβάλλονται αἱ καταστάσεις. Σήμερον εἶσθε σεῖς πλούσιος καὶ ἐγὼ εἶμαι πτωχός. Αὔριον ἐγὼ γίνομαι πλούσιος καὶ σὺ πτωχός. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ κατανάλωσιν ἢ στενότητα κεφαλαίου· εἶναι ἁπλῶς μεταβολὴ προσωπικῶν καταστάσεων. Μία κατανάλωσις κεφαλαίων νέου εἴδους ἀλλὰ πραγματικὴ ὑπάρχει, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδειξεν ἡ παγκόσμιος τελευταία περιπέτεια. Αἱ εἰς ὀβίδας καὶ φυσίγγια δαπάναι ἐλαττώνουν τὸ κεφάλαιον, διότι τὰ ὑλικὰ εἰς ἃ διετέθησαν τελείως ἐφθάρησαν. Αὐτὸς εἶναι πλοῦτος καταναλισκόμενος ἀπολύτως. Διότι δὲν μένει τίποτε. Πηγαίνει χαμένος. Καὶ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω μερικὰ πράγματα σχετικῶς μὲ ἀκουσθήσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θεωρίας, καθ’ ἃς ἐλέχθη, ὅτι ἠλαττώθη τὸ κεφάλαιον τὸ κυκλοφοροῦν καὶ διατιθέμενον ἐν Ἑλλάδι, διότι ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ συνολικοῦ φόρου, ὅπως ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐνεργῇ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν εἰς τὰς Τραπέζας καταθέσεων καὶ ἕνεκα τούτου πολλοὶ κεφαλαιοῦχοι ἀπέσυραν τὰ κεφάλαιά των ἐκ τῶν Τραπεζῶν καὶ τὰ ἐπῆραν καὶ ἔφυγαν. Αὐτὰ εἶναι ἀνακριβῆ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν συνέβη Ὅσοι μποροῦσαν νὰ πάρουν νὰ κεφάλαια των καὶ νὰ φύγουν καὶ νὰ τὰ διαθέσουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, τὰ ἔχουν πάρῃ πρὸ πολλοῦ καὶ τὰ ἔχουν καταθέσει εἰς ἀλλοδαπὰς Τραπέζας. Εἶναι δὲ τεράστια τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα οἱ Ἕλληνες πολυεκατομμυριοῦχοι ἔχουν καταθέσει εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ἰδίως εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας. Ἐκεῖνοι ποῦ τὰ ἔχουν ἐδῶ δὲν μποροῦν, διά τινας λόγους, ἀφορῶντας τὰ κατ’ αὐτούς, νὰ τὰ πάρουν καὶ τὰ καταθέσουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ κατ’ ἀνάγκην τὰ κρατοῦν ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα ποῦ ἐπείγει θὰ ἐξετάσω συντόμως τὸ τῶν ἐν ταῖς Τραπέζαις καταθέσεων. Νομίζετε, ὅτι ἡ συγκέντρωσις μεγάλων καταθέσεων εἰς τὰς Τραπέζας δεικνύει τὴν οἰκονομικὴν ἀκμὴν εἰς τὴν εὐρυθμίαν καὶ κανονικότητα τοῦ οἰκονομικοῦ βίου τοῦ τόπου; Ὄχι. Προχείρως μοῦ ἔρχεται εἰς τὴν μνήμην ἡ θεωρία τοῦ Γκόσεν, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὡς ἔνδειξιν δυσπιστίας τοῦ κεφαλαίου, εἰς τὸ νὰ διατεθῇ εἰς ἐπιχειρήσεις, τὸ νὰ συρρέῃ εἰς τὰ χρηματοκιβώτια τῶν Τραπεζῶν.
§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βέβαια τὸ καλλίτερον εἶναι ἡ βιομηχανία καὶ ὅλαι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας νὰ ἀπορροφήσαν ὅλα τὰ κεφάλαια καὶ νὰ μὴ τὰ ἀφήνουν εἰς καταθέσεις. Ἀλλ’ ἂν δὲν τὰ ἀπορροφοῦν, καλλίτερα εἶναι νὰ ὑπάρχουν καταθέσεις καὶ δὲν εἶναι ἔλλειψις οἰκονομικῆς εὐρωστίας ἡ ὕπαρξις καταθέσεων.
§34Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ καταθέσεις καταφεύγουν εἰς ὑπερβολικὰ ποσὰ εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς καιροὺς ἀνωμάλους, ἐνῷ ὅταν ἰδοῦν οἱ καταθέται, ὅτι μποροῦν καὶ αὐτοὶ νὰ διαθέσουν ἀσφαλῶς εἰς ἐπιχειρήσεις τὰ κεφάλαιά των, δὲν διστάζουν νὰ ἀποσύρουν τὰς καταθέσεις καὶ νὰ τὰς χρησιμοποιήσουν οἱ ἴδιοι, ὅταν μάλιστα ὑπάρχει πολιτειακὴ καὶ πολιτικὴ ὁμαλότης μὲ Κυβέρνησιν μόνιμον καὶ μὲ ἰσχυρὰν πλειοψηφίαν. Σήμερον δέ, ποὺ ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία ἐθεραπεύθη ἡ δὲ πολιτειακὴ καὶ πολιτικὴ ἐκκρεμότης ἐξέλειπεν, φυσικὸν θὰ ἦτο παρ’ ἡμῖν τὸ κεφάλαιον νὰ ἀναθαρρήσῃ καὶ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς ἐπιχειρήσεις καὶ ὄχι νὰ κατακλύζῃ πληθωρικῶς τὰ ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐρεύνης ἐπὶ τῶν φορολογιῶν καὶ ἐξετάζω τὰς εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἀκούω νὰ λέγουν μερικοί, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ πώλησις τοῦ καπνοῦ εἰς τοὺς ἀναπήρους μόνον καὶ δὲν εἶναι ἐπαρκῆ τὰ πρατήρια κλπ.· αὐτὰ εἶναι ἀστεῖα. Δὲν εἶναι ὁ λόγος αὐτός, τῆς ἐλαττώσεως τῶν εἰσπράξεων, διότι πράγματι ἔχομεν σημαντικὴν ἐλάττωσιν καίτοι ὁ φόρος ἐτριπλασιάσθη. Ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1926 ἀνῆλθεν εἰς 1.000.000 χιλιόγραμμα ὀλιγώτερον τοῦ 1925 κατὰ δὲ τὸ 27–28 ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως εἰς πλέον τῶν 200.000 χιλιόγραμμα. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι διὰ νομοθεσίας ἀντιοικονομικῆς καὶ ἀντικοινωνικῆς ἐπεβάλομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ γίνῃ πολυδάπανος καπνιστής, νὰ ἀποβῇ ὁ πολυδαπανώτερος λαὸς τοῦ κόσμου ἀφοῦ τὸν ὑποχρεώνομεν καὶ νὰ καπνίζῃ μόνον σιγαρέττα. Δηλαδὴ καὶ αὐτοὶ οἱ ἐργάται καὶ πτωχότεροι τῶν πολιτῶν νὰ καπνίζουν σιγαρέττα, ἀφοῦ κατηργήθη τὸ πακέτο τοῦ κομμένου καπνοῦ. Δὲν γνωρίζω κανὲν Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ πολὺς κόσμος νὰ καπνίζῃ σιγαρέττα. Κατηργήσαμεν τὸ πακέτο, διατί; διότι αὐτὸ ὑπέδειξαν οἱ καπνοπῶλαι, διότι αὐτὸ τοὺς συμφέρει. Ἡ κατάργησις τοῦ πακέτου ἐπέφερε τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως καὶ τὴν ἐπέφερε κατὰ δύο τρόπους. Μέγας ἀριθμὸς καπνιστῶν ἔπαυσε νὰ καπνίζῃ, τοῦτο δὲ καθ’ εἷς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ βεβαιωθῇ ἀπὸ τοὺς φίλους του, δεύτερον διότι τὸ πακέτο ἦτο ἐφθηνὸν καὶ φυσικὰ ἡ τάσις πρὸς τὸ λαθρεμπόριον ἦτο μικροτέρα, ἐνετάθη δὲ τὸ λαθρεμπόριον ἅμα ἔλειψε τὸ πακέττο. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅσῳ ἀκριβώτερον εἶναι ἕνα προϊὸν καὶ ὅσῳ βαρύτερος ὁ φόρος, τόσο μεγαλειτέρα τάσις καὶ τόσον εὐρύτερον ἔδαφος εἰς λαθρεμπόριον ὑπάρχει λόγῳ τοῦ μεγαλειτέρου κέρδους. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ πακέτο. Συμβαίνει δὲ καὶ τὸ ἄλλο ἄτοπον, διὰ τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ καπνοπαραγωγοὶ παραπονοῦνται: οἱ καπνέμποροι, ἐφ’ ὅσον δὲν κόπτεται καπνὸς κατωτέρων ποιοτήτων διὰ τὰ πακέτα, περιορίζονται εἰς τὸ νὰ προμηθεύωνται μόνον τὰ πρώτης ποιότητος τοῦ καπνοῦ, διὰ τὰ σιγαρέττα καὶ οὕτω μένουν ἀπώλητα τὰ δευτέρας ποιότητος καὶ πάσχουν δεινῶς οἱ παραγωγοὶ ἔχοντες πολλῶν ἐτῶν ἐσοδείας ἀπωλήτους τῶν κατωτέρων ποιοτήτων, αἱ ὁποῖαι ἐξοδεύοντο εἰς τὰ πακέτα.
§35Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω δύο λεπτά, διὰ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατετέθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾶ τὴν τακτοποίησιν μερικῶν ἐπιμελητηρίων, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει κἄποια ἀκυρότης, κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ὀλιγομελῆ ἐπιτροπήν, ὥστε νὰ προφθάσῃ νὰ ψηφισθῇ μέχρι τῆς τετάρτης.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ βουλὴ παρεδέχθη καὶ συνιστῶ ἐπιτροπὴν ἀπὸ τοὺς κ. κ. Πρέκαν, Δηληγιάννην, Αἰλιανόν, Σακκαλῆν τοὺς ὁποίους παρακαλῶ νὰ ὑποβάλουν ταχέως τὴν ἔκθεσίν των.
§39Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ βραχέων θὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῶν προστατευτικῶν τελωνειακῶν δασμῶν. Ὑπῆρξε μία διαφωνία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ παρέχῃ ὑπερβολικὴν προστασίαν εἰς τὴν βιομηχανίαν της καὶ ἂν δύναται νὰ ἐνασκῇ ἀσφαλῶς προστατευτικὴν πολιτικὴν ἐπὶ τῆς βιομηχανίας. Ἐγὼ ἀνέπτυξα τὴν γνώμην καὶ ἐπιμένω, ὑποστηρίζων ὅτι ἐλαττοῦνται τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἄνευ ἀνταξίου ἀντισταθμίσματος συνεπείᾳ τῶν βαρέων δασμῶν ἐπὶ ἐνίων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων προϊόντων ἰδίως βιομηχανικῶν. Οἱ δασμοὶ οὗτοι εἶναι προστατευτικοὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ φυσικὰ εἶναι ἥκιστα ταμιευτικοί. Διότι ἐφ’ ὅσον ὁ δασμὸς εἶναι βαρύς, χάριν τῆς προστασίας βιομηχανικῶν τινων ὑπηρεσιῶν, περιοριζομένων εἰς τὴν ἐσωτερικὴν περιωρισμένην κατανάλωσιν καὶ μὴ δυναμένων νὰ ἔχωσιν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, προέρχονται τὰ ἑξῆς ἄτοπα. Ὁ μὲν ἐπιχώριος καταναλωτὴς πληρώνει ἀκριβώτερα βιομηχανήματα, ἀλλὰ προστυχώτερα καὶ κατωτέρας ποιότητος ἀπὸ τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, διότι οὐδέποτε σχεδὸν τὰ Ἑλληνικὰ βιομηχανήματα ἔφθασαν ὡς πρὸς τὴν ποιότητα εἰς τὴν περιωπήν, εὐρωπαϊκῶν, τὸ κράτος χάνει τὸ ἔσοδόν του ἐκ τῶν δασμῶν ποὺ θὰ ἐπλήρωνον τὰ ἀποκλειόμενα εὐρωπαϊκὰ εἴδη, ὁ δὲ καταναλωτὴς πληρώνει τὸν δασμὸν προστυθέμενον εἰς τὴν τιμὴν τῶν ἐγχωρίων βιομηχανημάτων, τὸν ὁποῖον ἀντὶ νὰ εἰσπράξῃ τὸ κράτος τὸν ἐνθυλακώνει ὁ ἔξυπνος βιομήχανος, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε μίαν ἀσφαλῆ πρόσοδον, ἐνασκῶν μίαν καθ’ ἑαυτὴν μὴ βιώσιμον βιομηχανίαν εἰς βάρος τῶν κουτῶν, ὁ δὲ κουτότερος ἐν προκειμένῳ εἶναι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὸν ζημιωτήν του, ἐκχωρῶν εἰς αὐτόν, τὰς τελωνειακάς του προσόδους, καὶ ὑποβάλλον τοὺς πολίτας του εἰς ἀπηνῆ φορολογίαν ὑπερ’ ὡρισμένων ἀτόμων. Δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ θάρρους, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν δασμολόγιον εἶναι σκάνδαλον. Καὶ τὸ σκάνδαλον αὐτὸ πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν λεγομένων μου νὰ ἀναφέρω μερικοὺς ἀριθμούς. Κατὰ τὸ ἔτος 1898 εἴχομεν εἰσπράξεις ἐκ τῶν Τελωνείων 24.000.000 χρυσῶν δραχμῶν, τὸ 1906 εἴχομεν εἰσπράξεις 43.000.000 χρυσῶν δραχμῶν, καὶ τὸ 1911 48.000.000 χρυσῶν δραχμῶν. Σήμερον τριπλασιασθείσης τῆς Ἑλλάδος εἰς ἔκτασιν καὶ πληθυσμόν, αὐξηθέντων τῶν τελωνειακῶν τελῶν κατὰ 30 ἕως 33%, μειωθείσης τῆς μονάδος ἀπὸ ὀκᾶς εἰς χιλιόγραμμον καὶ ἐπελθούσης τεραστίας κοινωνικῆς προόδου εἰς εὐμαρέστερον βίον, γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ζῶμεν δεκάκις πολυτελέστερον καὶ δαπανηρότερον ἀπὸ ἄλλοτε, ὅτι καὶ αἱ κατώτεραι τάξεις ἐξήχθησαν εἰς βίον πολὺ ἀπὸ ἄλλοτε δαπανηρότερον καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις τοὐλάχιστον πενταπλασίας τῶν 50.000.000 χρυσῶν δραχμῶν ποὺ εἴχομεν εἰς τὸ 1911. Ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν εἰσπράξεις 250.000.000 χρυσῶν δραχμῶν. Ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου αὐτήν. Διατὶ δὲν ἔχομεν εἰσπράξεις 250.000.000 δραχμῶν; Διότι τὸ λαθρεμπόριον ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ τελωνείου κάνει καλὰ τὴ δουλειά του. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἀνέφερα (καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτων ἔχομεν τοὺς ἀριθμοὺς τῆς εἰσαγωγῆς ἐν Ἑλλάδι) τὸ ὀλιγώτερον τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν, θὰ ἦσαν 250.000.000 χρυσῶν δραχμῶν, δηλαδὴ 3.750.000.000 σημερινῶν δραχμῶν. Τὶ συμβαίνει λοιπόν; Νὰ τὸ εἴπω, κύριοι, καθαρά! τοιοῦτον γίνεται Λαθρεμπόριον, ὥστε μία ἐνδυμασία τὴν ὁποίαν διὰ νὰ προμηθευθῶμεν ἐν Ἀθήναις θέλομεν 2.500 δραχμάς, αὐτὴ εἰς κἄποιας νήσους καὶ εἰς ἐνίας πόλεις στοιχίζει μόνον 1.500 δραχμάς. Ἐντὸς τῶν τελωνείων γίνεται συστηματικὸν λαθρεμπόριον καὶ ἔτι χειρότερον καὶ θρασύτερον εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἀποθήκας διαμετακομίσεως. Τὸ δὲ Κράτος, ὅταν ἀνακαλυφθοῦν τὰ μεγάλα λαθρεμπόρια, τὶ νομίζετε ὅτι κάμνει; τὰ ἐνισχύει ἀμνηστεύων αὐτά. Ἔρχεται μὲ ἕνα νόμον καὶ λέγει εἰς τὸν λαθρέμπορον. Κάνε ἀφόβως τὸ λαθρεμπόριον. Πρόσεχε νὰ μὴ σὲ πιάσω· ἂν μπορέσῃς νὰ ξεφύγῃς ἔχει καλῶς. Ἐὰν δὲ σὲ πιάσω, πάλιν μὴ φοβᾶσαι δὲν σὲ τιμωρῶ μὲ τὸ ὀκταπλάσιον· αὐτὸ εἶναι διὰ τοὺς μικροὺς λαθρεμπόρους. Σὺ θὰ πληρώσῃς τὸν ἁπλοῦν φόρον, καὶ ξανάρχισε νὰ κάνῃς τὴ δουλειά σου. Τὰ λέγω δὲ αὐτά, διότι ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς λεγομένης Κυβερνήσεως ἐψηφίσθη νόμος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὁποίου ἡ ὑπὸ τοῦ λαθρεμπόρου καταβολὴ τοῦ ἁπλοῦ φόρου ἀποτελεῖ ἔμπρακτον μετάνοιαν ἐπιφέρουσαν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὸ ὀκταπλοῦν πρόστιμον καὶ τὴν ποινικὴν δίωξιν. Δὲν σᾶς φαίνεται ἀπίστευτον αὐτό; Καὶ θέλετε νὰ ἔχητε τίμιον ἐμπόριον μὲ τοιαύτην Κυβερνητικὴν ἠθικήν;
§40Γ. ΜΟΔΗΣ. Τὸ δικαστήριον τῶν φορολογικῶν παραβάσεων δικάζει κατὰ τὸν ἀγριώτερον καὶ ἀδικώτερον τρόπον.
§41Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τὰ καταφέρνουν· πληρώνουν τὰ σπασμένα, ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι τὰ καταφέρνουν δὲν πληρώνουν τίποτε. Τόσα μεγάλα λαθρεμπόρια ἑκάστοτε ἀναγγέλλονται ὡς συλαμβανόμενα. Τὶ ἔγιναν αἱ σχετικαὶ ὑποθέσεις; Ἁπλούστατα ἐπῆλθεν ἕνας νόμος καὶ ἐξήλειψεν σὰν σφουγκάρι ὅλες τὴς μουτζοῦρες. Πῶς θέλετε νὰ φοβοῦνται τὸν νόμον οἱ ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου πλουτίσαντες, ὅταν ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ τοὺς ἐνθαρρύνει εἰς τὸ ἀνόμημά των, καὶ τοὺς χαρίζει τὰς ποινάς; Καὶ ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου ἐλαττοῦνται αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις κατὰ τὴν γνώμην μου κατὰ 500 ἕως 600.000.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Καὶ ἄλλα 500.000.000, συνεπείᾳ τοῦ ὑπολογισμοῦ ποὺ ἐκάμαμεν μετὰ τοῦ κ. Πρέκα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δʹ. Ἐθνικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις συνεστήθη διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν δασμῶν καὶ ἐν αὐτῇ ἐργασθέντες κατηρτίσαμεν νέον δασμολόγιον μὲ τοπικὰς βάσεις εὐθυνίας τοῦ βίου, τοῦ ὁποίου ὅμως δὲν κατορθώθη ἡ ψήφισις ἐπελθούσης τῆς δικτατορίας, ἡ Κυβέρνησις τῆς ὁποίας ἀφαιρέσασα ὅλα τὰ σχετικὰ σημειώματα καὶ πρακτικὰ τῆς ἐργασίας μας τὰ ἐξηφάνισε, βεβαίως ζημιοῦται τὸ Κράτος συνεπείᾳ τῶν κυρίως προστατευτικῶν δασμῶν χάριν ὡρισμένων σκανδαλωδῶς προστατευομένων βιομηχανιῶν ὡς τὰ ἀπὸ τὴν ἀλλοδαπὴν ἀντίστοιχα εἴδη λαϊκῆς χρήσεως σχεδὸν ἀποκλείονται. Ἔχομεν λοιπὸν καθῆκον νὰ καταδιώξωμεν τὸ λαθρεμπόριον. Ἀλλὰ τὸ καταδιώκωμεν; καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ποῖος θὰ καταδιώξῃ τὸ λαθρεμπόριον εἰς τὰς πολυσχιδεῖς ἀκτάς μας; ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι τελωνοφυλακή; ἐγὼ εἴξευρα ἄλλοτε, ὅτι οἱ τελωνοφύλακες εἶχον στολὴν καὶ τουφέκια καὶ ἐφύλαττον εἰς τὰς παραλίας καὶ τὰς ἐρήμους ἀκτὰς τῶν νήσων πρὸς παρεμπόδισιν ἢ σύλληψιν τοῦ λαθρεμπορίου. Εἰς τὴν Γαλλίαν γίνονται καθημερινῶς συμπλοκαὶ μεταξὺ λαθρεμπόρων καὶ τελωνοφυλάκων. Ἐδῶ πέρα ἔγιναν οἱ ὀλίγοι τελωνοφύλακες ποῦ ἔμειναν ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου καὶ τῶν τελωνείων. Ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τίποτε δὲν ἔμεινεν ὅπως ἦτο πρῶτα μὲ τὴν ἀρχικήν του ὀργάνωσιν καὶ μὲ τὸν σκοπὸν δι’ ὃν συνέστη, ὅλα μεταβάλλονται ἐκφυλίζονται καὶ λησμονεῖται ἢ ἀγνοεῖται ἡ ἱστορία των καὶ ὁ ἀρχικὸς προορισμός των· ἐνθυμοῦμαι μίαν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ μακαρίτης καθηγητὴς Κουμανούδης προκειμένου περὶ διαφόρων σχολῶν ὅτι ὅλαι μετεβλήθησαν εἰς γυμνάσια, εἶπεν ὅτι ἐδῶ φέρομεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν σπόρους ρεπανίων ποὺ εἰς τὴν Γαλλίαν γίνονται στρογγυλὰ καὶ τοὺς φυτεύομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ῥαπάνια βγαίνουν μὲ οὐράν. Ἔχομεν πληθωρικὸν τὸ σῶμα τῶν χωροφυλάκων ἐν σχέσει μὲ τὸν ἀρχικὸν προορισμόν των, ἂς χωρίσωμεν ἓν μέγα τμῆμα τῆς χωροφυλακῆς τὸ ἥμισυ περίπου καὶ ἂς τὸ μεταβάλωμεν εἰς τελωνοφυλακὴν νὰ φυλάττῃ καὶ αὐτὸς καὶ τὰ ἔρημα μέρη ὅπου γίνεται ἡ ἀπόβασις τῶν λαθρεμπορευμάτων· αὐτὴ εἶναι μία λύσις συμβιβάζουσα πολλὰς δυσχερείας. Τὸ λαθρεμπόριον δὲν ζημιώνει μόνον τὸ Κράτος, ζημιώνει καὶ τοὺς πολίτας, καταστρέφει τὸ ἔντιμον ἐμπόριον. Πῶς μπορεῖ νὰ ζήσῃ ὁ τίμιος ἔμπορος, ὅταν τὸν συναγωνίζωνται τὰ ἀτελῶς εἰσαγόμενα διὰ τοῦ λαθρεμπορίου εἴδη; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἐν ὑπάρχει Κράτος τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ τελωνοφυλακήν. Ὑπολογίζω λοιπόν, ὅτι καταδιωκομένου τοῦ λαθρεμπορίου ἀποτελεσματικῶς καὶ τροποποιουμένου τοῦ δασμολογίου ὥστε νὰ λείψῃ ἡ ὑπερβολικὴ προστασία ὑπὲρ τῶν θνησιγενῶν βιομηχανιῶν, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίζωμεν βασίμως, ὅτι θὰ ἔχωμεν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν κατὰ 1.250.000.0000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν πρέπει νά σᾶς κουράσω περισσότερον, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα ἐξάγονται ἀρκετὰ ἐνδεικτικὰ συμπεράσματα περὶ τοῦ ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει εἰς τὸ μέλλον ν’ ἀποβλέψωμεν, διὰ νὰ ρυθμίσωμεν ἐπὶ τὸ τακτικώτερον τὰ οἰκονομικά μας. Ἐν τέλει ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1928– 1929 ἕνεκα δεδικαιολογημένων ἐν μέρει ἀφορμῶν, τὰς ὁποίας ὅλοι γνωρίζομεν, βραδέως κατετέθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ βραδύτατα ἢ μᾶλλον ὅλως ἐξώρας ψηφίζεται. Ἑπομένως οὔτε προϋπολογισμὸς εἶναι, οὔτε καὶ ἀπολογισμοῦ ἔχει προσόντα, διότι δὲν στηρίζεται οὔτε καὶ εἰς ἀπολογισμοῦ στοιχεῖα. Φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ μέλλον, θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν καὶ τὴν πρόνοιαν, ὅπως ἐγκαίρως ὑποβάλλῃ τὸν προϋπολογισμόν, ἵνα εἰς τὸν κατάλληλον χρόνον ψηφίζεται οὗτος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ εὐχαριστώτερον δὲ συμπέρασμα τῆς ἐρεύνης μου ταύτης εἶναι, ὅτι ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸν ποθητὸν λιμένα τοῦ ἰσοζυγίου. Κατὰ τοὺς λεπτομερεῖς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔκαμα, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν ἀναγινώσκω ἐδῶ, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, ἔχω πεποίθησιν ἐντελῶς ἀντικειμενικῶς ἐξετάζων τὰ πράγματα, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἔλλειμα ἐφέτος, καὶ δὲν θ’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πηγὴν τῆς συνάψεως δανείου, ἵνα καλύψωμεν τὰ ἔξοδά μας. Ἔχομεν δὲ ἐπικουρίαν ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις ἐκ τῶν ὁποίων δύναται, νά ἐξοικονομηθῇ, τὸ τυχὸν προκύψαν ἐν τῇ διαχειρίσει μικρὸν ἔλλειμμα. Ἄν καὶ μόνον ἡ περιστολὴ τῶν δαπανῶν, δηλαδὴ αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις δώσουν ἕνα περίσσευμα 8%, θὰ ἔχωμεν μίαν διαφορὰν καὶ ἐλάττωσιν ἐξόδων ἀπὸ 260 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐὰν ἀπό τινα ἔσοδα, ὅπως τὰ τοῦ καπνοῦ φέρ’ εἰπεῖν ὑπάρχῃ μικρὰ διαφορὰ εἰς τὴν εἴσπραξιν, θὰ τὴν καλύψῃ τὸ ἄνω κονδύλιον. Αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις μέχρι τοῦδε, ὡς μὴ ἐνταλθεῖσαι πληρωμαὶ παρουσιάζουν περιθώριον, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει ἐλπίδας, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα. Τὸ γενικὸν τοῦτο συμπέρασμά μου δεικνύει, ὅτι ματαία ἦτο ἡ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ διαίρεσις καὶ εἰς πλειοψηφίαν καὶ εἰς μειοψηφίαν καὶ ὁ καταρτισμὸς χωριστῶν ἐκθέσεων. Διότι κατ’ οὐσίαν καὶ τελικῶς εἴμεθα σύμφωνοι. Ἡ διαφορά μας ὑπῆρξε μόνον θεωρητική, ἐν σχέσει μὲ τὸ ζήτημα τῆς ὑπερβολικῆς προστασίας τῆς βιομηχανίας, καθ’ ὃ ἐγὼ ἀνέπτυξα, ὅτι ἡ οἰκονομική μας πολιτικὴ πρέπει, νὰ στηρίζεται ἐπὶ πρακτικῶν βάσεων καὶ οὐχὶ εἰς ἀφηρημένας θεωρίας, αἱ δὲ γνῶμαί μου αὗται ἐθεωρήθησαν ὑπό τινων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἀριστερίζουσαι. Μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς ὁμαλὸν οἰκονομικὸν βίον καὶ ὅτι ἀπεκατεστάθη ἡ πίστις τῶν πολιτῶν εἰς τὴν ὁμαλὴν πολιτειακὴν κατάστασιν, ὡς ἐκ τῆς παρουσίας Κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς, δυναμένης νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον καὶ διοικήσει μετὰ κύρους τὸ Κράτος, κατέρχομαι τοῦ Βήματος, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν ὁριστικῶς εἰς ὑγιὲς οἰκονομικὸν βίον. (χειροκροτήματα).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται ὅπως ψηφισθῇ κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν χρήσεως 1928–1929;
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1928–1929).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1928–1929». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 7 Αὐγούστου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ τῶν ἐπιβατικῶν ἀτμοπλοίων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ Ν. Δ. τῆς 5)20 Μαΐου 1926 περὶ κώδικος δικηγόρων». Ὁ κ. Α. Μάρκου ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§45Α. ΜΑΡΚΟΥ. Συζητεῖται, κύριοι, τὸ σχέδιον νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ Ν. Δ. περὶ κώδικος δικηγόρων. Εἰς τὸ Ν. Δ. αὐτὸ ὑπάρχει διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται ὁ διορισμὸς ὡς δικηγόρων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπεκράτησαν εἰς ὡρισμένας περιφερείας. Φρονῶ τὴν διάταξιν τοῦ Ν. Δ. ἀνατιθεμένην καὶ εἰς τὸ δίκαιον καὶ εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διακρίνῃ τὴν Πολιτείαν ἀπέναντι τῶν πολιτῶν. Ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δικαιολογητικὸς λόγος τῆς τοιαύτης διατάξεως εἶναι ὁ ὁ ἐξαναγκασμὸς τῶν δικαστῶν νὰ παραμένωσιν εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι διάταξις ἀπολύτως ἀνελευθέρα, εἶναι διάταξις περιορίζουσα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύγχρονος μὲ τὰς σημερινὰς συνθήκας περὶ Δικαιοσύνης. Ἄν τὸ Κράτος ἔχει ἀφορμάς τινας κατὰ τῶν δικαστῶν, ὅτι δὲν ἐκπληροῦσι, ὡς πρέπει τὸ καθῆκόν των ἔχει ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐπιβλέψεως καὶ τοῦ κολασμοῦ κατὰ τῶν παραβαινόντων τὸ καθῆκόν των δικαστῶν. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον τὸ Κράτος, νὰ ἐξαναγκάζῃ καὶ νὰ δεσμεύῃ ὡρισμένα ἄτομα, νὰ παραμένωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ν’ ἀπαγορεύῃ δὲ εἰς αὐτὰ ἐξερχόμενα τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐξασκήσωσιν ἕνα τῶν ἐλευθερωτέρων ἐπαγγελμάτων.
§46Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἰς τὸν τόπον ὅπου ὑπηρέτουν οἱ δικασταὶ μόνον.
§47Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὑποθέσατε π. χ. ὁ ἐκ Πατρῶν ἐφέτης, ἔμεινεν εἰς τὰς Πάτρας. Εἶναι δίκαιον ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, νὰ μὴ δύναται νὰ δικηγορήσῃ;
§48Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Παρασκευάζουν πελατείαν.
§49Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἄν ἔχετε τοιαύτας ἀφορμάς, ὅτι παρασκευάζουν πελατείαν, πρέπει νὰ ἐπέμβῃ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Γνωρίζω, ὅτι δὲν συμπαθεῖ πάντοτε τὰς ἀπὸ μέρους μου ποιουμένας ἐκκλήσεις.
§50Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπεναντίας μάλιστα.
§51Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὸν ἀνθρωπισμόν σας. Νομίζω, ὅτι τοιαύτη διάταξις θεσπιζομένη, θὰ εἶναι διάταξις ἀνελευθέρα. Ἐνῷ δὲν εἶναι δυνατὸν μία Βουλὴ τοῦ 1929, νὰ ψηφίσῃ μίαν τοιαύτην ἀνελευθέραν διάταξιν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Τζερμιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§53Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἀντιθέτως πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος, ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ἐπιβεβλημμένη. Ἐζητήθη μάλιστα πρὸ πολλοῦ καὶ ὑπῆρχε τοιαύτη διάταξις ἡ ὁποία κατηργήθη. Ἀπεναντίας προπαρασκευάζει ἐπίτηδες τὴν δικηγορικήν των πελατείαν κατὰ τρόπον τόσον σκανδαλώδη, ὥστε εὑρέθη δικαστικὸς ὁ ὁποῖος κατῆλθε ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ ἐφετείου, διὰ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην ἀναβολὴν ὑποθέσεως, διότι μετὰ δέκα πέντε ἡμέρας θὰ δικηγοροῦσε καὶ μάλιστα μὲ διορισμὸν ὡρισμένης ἑταιρείας τὸν ὁποῖον προπαρεσκεύασεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας. Ἐπανειλημμένως οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι διεμαρτυρήθησαν, διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ οἱ δικαστικοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι πραγματικῶς ἀποφασισμένοι νὰ ἐξασκήσουν τὰ καθήκοντά των ὅπως πρέπει καὶ ἀμερολήπτως καὶ αὐτοὶ διεμαρτυρήθησαν ἐναντίον τῆς στάσεως αὐτῆς ὡρισμένων δικαστῶν οἱ ὁποῖοι ἐπεζήτησαν νὰ μετατεθοῦν εἰς ὡρισμένα κέντρα ἐπὶ τῷ σκοπῷ, νὰ δημιουργήσουν πελατείαν καὶ κατόπιν, νὰ παραιτηθοῦν τῶν δικαστικῶν των καθηκόντων. Διότι οἱ δικασταὶ ἐμιμήθησαν εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους οἱ ὁποῖοι ἐπεδίωξαν καὶ ἔγιναν οἱ μεγαλείτεροι καταστρατηγηταὶ τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ. Καὶ ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον κ. Ροδόπουλον ἐρωτῶντα εἰς ποῖα αἴτια ὀφείλεται ἡ ἐλάττωσις τῶν φόρων καὶ τοῦ ἀπαντῶ, ὅτι ὀφείλεται κ. Ροδόπουλε, εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδημιούργησε τοὺς πρώτους καταστρατηγητὰς τῶν φορολογικῶν νόμων, διότι οἱ ἔφοροι ἰδίως τῶν μεγάλων κέντρων ἐγκαταλείπουν τὰς ἐφορίας ἀφοῦ γνωρισθοῦν μὲ τὸν κόσμον καὶ αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἰσπράττουν τὸ ἥμισυ τῶν φόρων τούς ὁποίους, θὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον. Ὄχι μόνον λοιπόν, διὰ τοὺς δικαστικούς, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἐφοριακούς, νὰ φέρῃ νόμον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ν’ ἀσκοῦν καὶ αὐτοὶ τὰ καθήκοντα τοῦ δικηγόρου καὶ τοῦ ἀντιλήπτορος τῶν φορολογικῶν ὑποθέσεων, διότι καταστρατηγοῦνται οἱ νόμοι καὶ δίδεται τὸ δεδομένον νὰ πιστεύεται ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, ὅτι ὑπάρχει μία συμπαιγνία μεταξὺ τῶν ἐλεγκτῶν τῶν οἰκονομικῶν ἐφοριῶν καὶ αὐτῶν, διότι κάμουν ἐργολαβικὰς συμβάσεις νὰ πληρώνωνται ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ κώδικος περὶ δικηγόρων, ἀλλ’ ἀναλόγως ἀπὸ τὴν κατηγορίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ κατεβάσουν τὸν φορολογούμενον πολίτην καὶ τοιουτοτρόπως μοιράζονται τὸν φόρον τὸν ὁποῖον θὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον. Μίαν λοιπὸν τοιαύτην κατάστασιν δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνεχθῶμεν καὶ διεμαρτυρήθη ἐπιμόνως ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Θεσσαλονίκης συνεγούμενος μετὰ τῶν ἄλλων συλλόγων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ τεθῇ, διότι τὴν θέλουν καὶ οἱ δικαστικοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι πραγματικῶς ἀποφασισμένοι, νὰ παραμείνουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ πολιτεία ἀπὸ ἀπόψεως ἱκανοποιήσεως μισθοῦ δὲν τοὺς παρέχει τὰ μέσα νὰ τοὺς τὰ παράσχῃ καὶ ἂς ἐπιβάλλῃ μίαν ἀκόμη φορολογίαν εἰς τὸν λαόν, διὰ ν’ ἀποκτήσῃ δικαιοσύνην.
§54Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἂν παραβαίνουν τὸ καθῆκόν των πρέπει ἡ πολιτεία νὰ τοὺς κολάσῃ.
§55Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Πῶς νὰ τοὺς κολάσῃ ἀφοῦ εἶναι ὑπὸ παραίτησιν.
§56Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν, νὰ κολάσωμεν δικαστικὸν ὁ ὁποῖος κατῆλθεν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφετείου καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην καὶ ἐζήτησε ἀναβολὴν ὡρισμένων ὑποθέσεων, διότι μετὰ 15 ἡμέρας τοῦ ἦλθε ὁ διορισμός, ὡς δικηγόρου τῆς ἑταιρείας Φαουντέσιον ἀπὸ ἐφέτου.
§57Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§58Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Εἶναι ὁ Κοκκινόπουλος ἐφέτης Θεσσαλονίκης. Δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ γίνουν αἱ ὑπηρεσίαι ἀντικείμενον ἐκμαιεύσεως πελατείας. Ἡ βιοπάλη εἶναι ἐλευθέρα. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπεφάσισε νὰ συνταυτίσῃ τὴν τύχην του μὲ τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε, δὲν τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ μεταχειρισθῇ τὸ ἀξίωμα αὐτὸ πρὸς ἀπόκτησιν πελατείας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνελεύθερον καὶ ἔχει ἡ διάταξις, ὅπως ἐτέθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἤδη πρὶν ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς καὶ 2 ἄλλοι ἐφέται τῆς Θεσσαλονίκης παρῃτήθησαν. Καὶ τοιουτοτρόπως κλείωμεν τὴν θύραν ἀπὸ τὸ νὰ ἐξέρχωνται, οἱ δικαστικοί, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποφασίσουν ἐπιτέλους νὰ παραμείνουν.
§59Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Διὰ τῆς βίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς κρατήσουμε, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἐπιτρέπωμεν, νὰ παρασκευάζουν στάδιον δικηγορικὸν ἐφ’ ὅσον εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§60Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Δὲν ἐμποδίζομεν τὸν ἀποχωροῦντα δικαστικόν, ν’ ἀσκήσῃ τὸ ἐπάγγελμά του εἰς ἄλλα κέντρα. Εἶναι ἐλεύθερος, νὰ ὑπάγῃ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ θέλει.
§61Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ αἰτία ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακή. Ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει καὶ ἔχει ἀφορμὰς νὰ πιστεύῃ, ὅτι πολλοὶ δικασταὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μετά τινα χρόνον, θ’ ἀποχωρήσωσι τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον παρασκευάζουσι τὸ ἔδαφος πρὸς δημιουργίαν πελατείας ἐν τῇ ἐνασκήσει δὲ τῶν δικαστικῶν των καθηκόντων τῶν ὑψηλῶν, τὰ ὁποῖα τοὺς ἀνετέθησαν, διὰ νὰ ἐκπληρώσωσι μὲ εὐσυνειδησίαν παρεκκλίνουσι τῶν καθηκόντων των, διὰ νὰ διευκολύνωσι τὰς ὑποθέσεις πελατῶν, τοὺς ὁποίους μέλλουσι νὰ κάμωσιν. Ἐκ τούτου ἐδημιουργήθη μία κατάπτωσις τοῦ δικαστικοῦ γοήτρου, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀφίσῃ ἀσυγκίνητον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν διάταξιν. Νομίζω, ὅτι πᾶσα συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ συνεχισθῇ, διότι ἡ διατήρησις τῆς καταστάσεως φέρει κλονισμὸν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
§62Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι· αὐτὰ ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ εἰς τὴν διὰ πασῶν μάλιστα.
§63Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Αὐτὰ εἴπατε καὶ σεῖς, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς δίδει ἐπίσημον πληροφορίαν, ὅτι ἔχει ἀφορμὰς ἡ ὑπηρεσία νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§65Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται ὡς δικαιολογιτικὸς λόγος τῆς διατάξεως αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐπαναφέρεται σχετικὴ διάταξις τοῦ κώδικος περὶ δικηγόρων, ἰσχύουσα ἄλλοτε εἰδικῶς, διὰ τὰς νέας χώρας, ὅτι δι’ αὐτῆς πρόκειται, νὰ θεραπευθῇ τὸ ἄτοπον, τὸ προκαλούμενον ἐκ τῆς παραιτήσεως δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι πρότερον προετοιμάζουν τὸ ἔδαφος τῆς δικηγορίας, διὰ τῆς ἀσκήσεως τῶν δικαστικῶν των καθηκόντων. Διατυποῦται μάλιστα ὁ λόγος αὐτὸς διὰ τῆς λίαν χαρακτηριστικῆς ἐκφράσεως «ὡς πολλοὶ νομίζουσι καὶ ἴσως οὐχὶ ἀδίκως, ὅτι συμβαίνει διά τινας» οὕτω δικαιολογεῖ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ Κυβερνητικοῦ Νομοσχεδίου τὴν δι’ αὐτοῦ θεσπιζομένην ἀγόρευσιν τῆς δικηγορίας εἰς τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς, ἐν τῷ τόπῳ ἐν ᾧ ἤσκησαν τὰ δικαστικά των καθήκοντα. Ὁρίζεται ἐπίσης ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐξαιροῦνται οἱ ἀποχωρήσαντες λόγῳ ὁρίου ἡλικίας. Ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἐτροποποίησεν, δυστυχῶς, ἐπὶ τὸ εὐρύτερον τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ προσέθηκεν διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται, νὰ δικηγοροῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποχωροῦν λόγῳ νόσου. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ δοθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα, ἵνα ἐννοήσῃ ποῖα εἶναι τὰ πραγματικὰ αἴτια ἐκ τῶν ὁποίων δικαιολογεῖται ἡ λῆψις τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὰ 9/10 τῶν παραιτήσεων τῶν δικαστῶν ἐγένοντο, διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀποχωρήσεως λόγῳ νόσου. Διότι τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον, περὶ ἀποχωρήσεως δικαστῶν εἶναι ἁρμόδιον, ν’ ἀποφαίνηται ἂν συντρέχουσιν οἱ νόμιμοι λόγοι αὐτῆς ὑπῆρξεν ἐξαιρετικῶς ἐπιεικὲς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου αὐτοῦ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν καὶ τὴν ἀποδοχὴν τῶν δικαιολογούντων τὴν ἀποχώρησιν λόγῳ ἀσθενείας. Ἔχομεν τὸ κλασσικὸν παράδειγμα ἀποχωρήσεως ἀπὸ τῆς Εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὸ 1922 δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 47 ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τοῦ Κράτους γνωστοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν.
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§67Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Λόγῳ ὀξείας νευρασθενείας ἐπηρεαζούσης τὸν χαρακτῆρα του καθοριζομένης ὡς ἐγκεφαλικῆς καταθλίψεως καὶ ἐκδηλουμένης δι’ ἀποτόμου μεταλλαγῆς τοῦ ἤθους καὶ μεταπτώσεως ἀπὸ χαρᾶς εἰς μελαγχολίαν, ἡ ὁποία λύεται διὰ δακρύων. Πρὸς θεραπείαν αὐτῆς προσθέτει ἡ ἀπόφασις, θὰ πρέπῃ ν’ ἀπέχῃ ὁ ἀποχωρῶν πάσης πνευματικῆς ἐργασίας. Εἶναι φράσεις εἰλημμέναι ἀπὸ τὸ κείμενον τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Κράτους. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων δικαιολογοῦνται ἀποχωρήσεις δικαστῶν κατὰ παρόμοιον τρόπον ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τῆς ἐξασφαλίσεως μεγαλειτέρας συντάξεως εἰς τοὺς ἐξερχομένους τοῦ σώματος δικαστάς. Καὶ εἶναι ἐξόχως χαρακτηριστικόν, ὅτι παρὰ τὸν ἐπίσημον τίτλον τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπεν ὡς εἶπον, ὁ ἀναφερθεὶς εἰσαγγελικὸς νὰ ἀπέχῃ ἐφ’ ὅρου ζωῆς ἀπὸ πάσης πνευματικῆς ἐργασίας, ἐπανῆλθεν οὗτος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μετ’ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα κατέλαβε δὲ μετ’ ὀλίγον καὶ τὸ ἀνώτατον ἀξίωμα τοῦ γενικοῦ διοικητοῦ, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ βραδύτερον εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Εὑρίσκεται δηλαδὴ παρὰ τὸ δεδικασμένον ἔχων ἀκμαίας καὶ ἴσως ἀκμαιοτέρας ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἀπῃτεῖτο, διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν δικαστικῶν καθηκόντων του τὰς πνευματικὰς δυνάμεις του ἵνα δικηγορῇ. Θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ ὀνομάσω τὰ 9)10 τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἀπεχώρησαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἐξακολουθοῦν ἀκόμη ἀποχωροῦντες πολλοὶ δικαστικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων μάλιστα τινὲς εἶναι ἄριστοι καὶ ἡ ἀπομάκρυνσίς των ἀποτελεῖ ἀπώλειαν, διὰ τὸν κλάδον. Καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ ἐξετάσῃ τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζουν τὸν δικαστὴν νὰ ἐξέρχεται τοῦ κλάδου, μετὰ μακρὰν μάλιστα ὑπηρεσίαν, θὰ εὕρῃ εὐκόλως, ὅτι εἶναι καθαρῶς οἰκονομικά. Τὰ αὐτὰ αἴτια συνέτρεχον καὶ ἄλλοτε. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ τονίσω παρεμπιπτόντως, ὅτι τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐπιβάλλει εἰς τὴν πολιτείαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσῃ τὸ ταχύτερον περὶ βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν δικαστῶν. Καὶ δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι πλέον φανερόν, ὅτι δὲν εἶναι τόσον ζηλευτὴ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως ἡ δικηγορία σήμερον, ὅσον ἦτο ἄλλοτε καὶ ἂν ἐπέλθῃ μία μικρὰ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τοῦ δικαστοῦ δὲν θὰ ἐποφθαλμιᾷ τὴν θέσιν τοῦ δικηγόρου, καὶ δὲν θὰ μετέρχεται τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μετῆλθον, ἂν μετῆλθον, ἐλάχιστοι ἐκ τῶν δικαστῶν, διὰ νὰ ἐξέλθουν τῆς ὑπηρεσίας. Διότι ἀλλοίμονον ἂν ὅλοι οἱ δικασταὶ ὅσοι ἀπεχώρησαν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς οἰκονομικῆς ἀνάγκης, μετήρχοντο αὐτὰ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ὑπαινίσσεται ἡ ἔκθεσις συνεννοούμενοι, διὰ τὴν παρασκευὴν τοῦ ἐδάφους, διὰ τὴν δικηγορίαν μετὰ τῶν πολιτῶν τοὺς ὁποίους κατεδίωκον ὡς ἀνακριταὶ ἢ μετὰ ἑταιρειῶν τῶν ὁποίων ἐδίκαζον τὰς ὑποθέσεις. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω παρὰ μίαν ἢ δύο περιπτώσεις, νομίζω δέ, ὅτι αὗται δὲν εἶναι ἱκαναί, ἵνα δικαιολογήσουν γενίκευσιν τῶν σχετικῶν συμπερασμάτων. Ἄλλως γενικώτερον ἐξετάζων τις τὸ λαμβανόμενον μέτρον, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐρωτήσῃ πόθεν ἀρύεται τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ εἰς ἕνα δικαστικὸν λειτουργόν, εἰς ἕνα νομικόν, διότι μὲ ὑπηρέτησες ἐπὶ 3, 4, 5, 10 χρόνια, θὰ σὲ κρατήσω δέσμιον εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ ὑποστῇς ταύτην τὴν μείωσιν καὶ ἂν ἀκόμη τυχὸν ἔχῃς ἐξαιρετικὰ προσόντα καὶ δύνασαι νὰ τιμήσῃς καὶ τὴν δικηγορίαν; Καὶ θὰ ἠδυνάμην παρεμπιπτόντως νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ πλειοψηφίαν οἱ ἀποχωρήσαντες κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν ἐζημίωσαν ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως τὸν δικηγορικὸν κλάδον, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη αὐτοὺς ἀσμένως εἰς τοὺς κόλπους του. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ τελευταῖον ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Τσιτσεκλῆ ἐκ μέρους τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν ὑπεβλήθησαν παράπονα, ὅτι τινες τῶν παραιτουμένων δικαστῶν φαίνεται, ὅτι ἐπηρεάζουν τοὺς τέως συναδέλφους των καὶ ἐξεδόθη τότε καὶ σχετικὴ ἐγκύκλιος.
§68Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἔχομεν τὸ γεγονός, ὅτι ὁ πρόεδρος τῶν πρωτοδικῶν ἐσηκώθηκε καὶ ἔδωσε καρέκλαν εἰς πρώην ἐφέτην δικηγόρον, νὰ καθήσῃ αὐτὸς ἐνῷ ἄλλοι 20 δικηγόροι ἵσταντο ὄρθιοι.
§69Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Αὐτὸ εἶναι μεμονωμένον παράδειγμα (θόρυβος).
§70Π. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἔτσι εἶναι.
§71Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐὰν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀγανάκτησίς σας, διὰ τὴν τυχὸν κρατοῦσαν ἀντίληψιν, ὅτι οἱ πρώην δικαστικοὶ ἐπηρεάζουν ὡς δικηγόροι τὴν δικαιοσύνην πρέπει κατ’ ἀνάγκην μὲ αὐτὴν τὴν βάσιν νὰ εἴπητε, ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ ἀσκοῦντες τὴν ἀνωτέραν ἐξουσίαν τοῦ νομοθέτου, ἴσως θὰ πρέπῃ νὰ παύσωμεν δικηγοροῦντες, διότι ὑπάρχουν τινες, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι ἐπηρεάζομεν τὴν δικαιοσύνην. Δὲν δύνασθε ἐκ μεμονωμένων παραδειγμάτων, νὰ ἄγεσθε εἰς γενικὰ συμπεράσματα. Ἐπιμένω ἰσχυριζόμενος, ὅτι τὸ μέτρον εἶναι γενικώτερον ἀνελεύθερον. Δὲν δύνασθε ν’ ἀπαγορεύσητε τὴν δικηγορίαν εἰς ἕνα δικαστὴν ὁ ὁποῖος ἔχει προσόντα ἐξαιρετικὰ καὶ ἀναγκάζεται νὰ ἐξέλθῃ τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἐπὶ παραδείγματι ἀσκῶν τὰ καθήκοντα τὰ δικαστικὰ ἐν Ἀθήναις λόγῳ οἰκονομικῶν νέων περιστάσεων εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ νὰ δικηγορήσῃ. Ἀλλ’ ἀντιλέγουν τινες νὰ πάῃ εἰς τὸν τόπον του, νὰ δικηγορήσῃ. Ὑπάρχουν ὅμως δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δεκαετίαν ὑπηρετήσαντες ἠναγκάσθησαν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν οἰκονομικῶν λόγων, νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ δικαστικὸν ἔργον καὶ νὰ δικηγορήσουν.
§72Π. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Νὰ πᾶνε εἰς τὸν τόπον τους.
§73Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὑπηρέτησαν δέ, πρὸ τῆς εἰσόδου των εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον ὡς δικηγόροι ἐν Ἀθήναις. Διατὶ νά μὴ δύνανται αὐτοὶ νὰ δικηγορήσουν;
§74Π. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὄχι εἰς τὰς νέας χώρας.
§75Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰς τὰς νέας χώρας πράγματι ἴσχυσεν ὁ νόμος αὐτὸς προσωρινῶς. Θὰ ἔπρεπεν δ’ ἴσως νὰ ἰσχύσῃ δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, διότι συνέτρεχεν ὄντως εἷς ἐξαιρετικὸς λόγος. Ἤθελε τὸ Κράτος νὰ ἐξασφαλίσῃ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοὺς ὁποίους ἔστειλεν εἰς τὰς νέας χώρας, θὰ προσηλοῦντο εἰς τὸ καθῆκον των ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ δὲν θὰ μετεχειρίζοντο τὴν ἰδιότητα αὐτῶν πρὸς παρασκευὴν τῆς ἀσκήσεως ἐπαγγελμάτων ἐλευθέρων. Διότι δὲν ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν ἐκεῖ ἵνα δικηγορήσουν. Ἀντιθέτως ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ δικηγόροι οἱ ὁποῖοι εἰσέρρευσαν εἰς τὰς νέας χώρας ἐκστρατεύσαντες ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ ἐνοχλήσαντες ἴσως τοὺς ἐκ τῶν νέων χωρῶν. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο, ἐπαναλαμβάνω τὸ αὐτὸ νὰ ἰσχύσῃ καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους καὶ ἀπορῶ πῶς ἐκδηλοῦται αὐτὴ ἡ δυσμένεια, ἡ ὁποία καὶ προχθὲς προκειμένου περὶ τῶν δικαστῶν οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς τὰ δικαστικὰ καταστήματα, ἐξεδηλώθη, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι ἐμεριμνήσαμεν ν’ ἀνυψώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ καὶ νὰ τὴν καταστήσωμεν ζηλευτὴν καὶ ὑπό τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Καὶ θὰ ἔλεγον καὶ κἄτι ἄλλο. Μὴ θέλωμεν τὰς σχέσεις τῶν δικαστῶν καὶ δικηγόρων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐξιληχθῇ καὶ ἔχουν ἀποκτήσει μίαν οἰκειότητα ἐπιβεβλημμένην, διότι εἶναι συλλειτουργοὶ εἰς τὸν ναὸν τῆς δικαιοσύνης μὴ θέλωμεν νὰ τὰς ὀξύνωμεν καὶ ν’ ἀπομακρύνωμεν τὸν δικαστὴν ἀπὸ τὸν δικηγόρον περισσότερον.
§76Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Εἶναι σύμφωνοι οἱ δικασταὶ μαζύ μας.
§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως (θόρυβος).
§78Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁμιλοῦμεν ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιζηλίας τῆς ἐπαγγελματικῆς. Αὐτὸ ὑπῆρξεν εἷς ἐκ τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸ μέτρον (διαμαρτυρίαι).
§79Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐδεχόμην αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε ἐὰν εἴχωμεν πρότασιν νόμου. Ἀλλὰ πρόκειται, περὶ νομοσχεδίου ἐρχομένου ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὁ ὑπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι ὑπηρεσιακοὶ λόγοι, ὑπηρεσιακαὶ ἐνδείξεις προεκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐκθέτετε εἶναι μὲν ἄξια προσοχῆς, ἀλλὰ δὲν εἶναι πιστευτὰ τόσῳ μᾶλλον, διότι δὲν θίγει τὸν δικαστικὸν κλάδον ἡ συζητουμένη διάταξις θὰ ἔλεγον, ὅτι τείνει νὰ τὸν προφυλάξῃ ἀπὸ ὑπονοίας πολλάκις ἀδίκους. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ὄχι μόνον, διὰ τοὺς δικαστικοὺς ἀλλὰ δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους ὁρίζεται, ὅτι ἐκεῖ ὅπου ὑπηρετοῦν δὲν μποροῦν νὰ ἐκλεγοῦν βουλευταί. Ἀνάλογον τι συμβαίνει εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ κατόπιν ἐνδείξεων τῆς ὑπηρεσίας, δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἀντίδρασις ἡ ὁποία ἠμπορεῖ διά τινας νὰ ἔχῃ καὶ ἐπαγγελματικὸν χαρακτῆρα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀντίδρασις ἐμπνέει τὸ νομοσχέδιον.
§80Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐὰν δὲν ὑψωθῇ ἡ θέσις τοῦ δικαστοῦ τὸ δικαστικὸν σῶμα θ’ ἀντιδράσῃ κατὰ τοῦ μέτρου τούτου καὶ θὰ ἴδωμεν καὶ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον ἀποδεχόμενον δι’ ὅλους τοὺς δικαστικοὺς τοὺς θέλοντας νὰ παραιτηθοῦν τὰς περιπτώσεις τοῦ νόμου περὶ ἀποχωρήσεως λόγῳ νόσου.
§81Ν. ΞΗΡΟΣ. Τότε πρέπει νὰ ζητήσετε τὴν ἀπάλειψιν τῆς περιπτώσεως τῆς νόσου.
§82Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὑπάρχει εἰς τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ πρέπει βεβαίως, ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι θ’ ἀποχωρήσουν πολλοί.
§83Κ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου κατεφέρθη κατὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, ὅτι ἐδέχθη περιπτώσεις ἀσθενείας αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον. Λοιπὸν πῶς θέλετε σεῖς...
§84Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θέλω τοῦτο νὰ τονίσω κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζουν νὰ μετέρχεται τὴν μέθοδον αὐτὴν τὴν ἥκιστα τιμητικὴν διὰ δικαστικὴν ἐξουσίαν τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον εἶναι ἁπλούστατα οἰκονομικὰ καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ πολιτεία. Θὰ ἠρώτων ὅμως τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐφ’ ὅσον δέχεται, ὅτι ὑπάρχουν δικασταὶ οἱ ὁποῖοι παραβαίνουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸ καθῆκον των διατὶ δὲν ἀσκεῖ κατ’ αὐτῶν τὸν διοικητικὸν ἔλεγχον; Διατὶ δὲν ὠθεῖ εἰς ἔντονον ἄσκησιν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν καὶ διατὶ ἀδρανοῦν οἱ εἰσαγγελεῖς ἐφετῶν; Ἐγὼ ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν θ’ ἀνορθωθῇ διὰ νομοθετημάτων. Ἡ ποθουμένη βελτίωσις δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ περισσότερον, διὰ τῆς προσηκούσης ἐντάσεως τῆς ἐποπτείας καὶ τοῦ ἐλέγχου. Καὶ θὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ ταχύτερον οἱ εἰσαγγελεῖς ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς νομοθετικὰ ἔργα νὰ μεταβοῦν εἰς τὰς θέσεις των. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν, ὅταν ἐκτελοῦν τὰ ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ὁριζόμενα καθήκοντά των ἀποτελοῦν πράγματι τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι ἔργον αὐτῶν τὸ νομοθετεῖν. Ἡμεῖς ἔχομεν ταχθῆ ἐδῶ, διὰ νὰ νομοθετοῦμεν. Καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὰ εἴπω αὐτά, διότι ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν ἀποσπῶνται ὡς νομοθέται παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἐνῷ τὸ καθῆκόν των εἶναι νὰ ἐλέγχουν καὶ ἐποπτεύουν τὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων.
§85Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζετε πολὺ καλὰ σεῖς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν τοιαῦτα νομοθετικὰ μέτρα ὅπως ἡ ἐποπτεία καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐνεργεῖται τελεσφόρως καὶ ἀποτελεσματικῶς. Διότι ἡ δικαιοσύνη ἀπὸ τὰ χάλια εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκετο πρὸ τῆς ἀνόδου τῆς Κυβερνήσεως ἤδη εὑρίσκεται καὶ πρέπει νὰ γίνῃ γνωστὸν εἰς ὅλους εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐξυγιάνσεως.
§86Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡ Εἰσαγγελία Ἐφετῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἄνευ εἰσαγγελέως.
§87Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπέβαλεν ἐρώτημα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον πρὸ μηνὸς καὶ ζητεῖ τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. Δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεταθέτῃ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ὡς γνωρίζετε, διότι ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεργοῦνται ὅλαι αἱ μεταβολαί. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἀθηνῶν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἐκπληρῶν ὑποχρέωσιν ὑπέβαλεν ἐρώτημα εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ζητοῦν τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς στέκεται εἰς τὸ ὕψος του (χειροκροτήματα). Ἐλπίζω προσεχῶς νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῆς τελικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Μοῦ ἐπιτρέπετε, νὰ προτείνω μίαν τροπολογίαν, διὰ νὰ τὴν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν. Εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2, νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς φράσις: «ἐκτὸς ἐὰν καὶ πρὸ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ὑπηρέτουν ὡς δικηγόροι εἰς τὸν αὐτὸν τόπον».
§90Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Δικαιοσύνης κ. βουλευταί, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μετέχω, διεφώνησα πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τεθεὶς μὲ τὴν γνώμην τῶν δύο προλαλησάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Πειραιῶς καὶ ἐκ Πατρῶν. Διεφώνησα πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, διότι καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ προτεινόμενον μέτρον, ἐκτάκτως ἀνελεύθερον, ἀποτελεῖ μίαν πρᾶξιν ἥκιστα συμβιβαζομένην πρὸς τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν πολίτευμα. Διεφώνησα πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, διότι νομίζω, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἡ Ἑλληνικὴ παρ’ ὅλα ὅσα κατ’ αὐτῆς ἐγένοντο κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη κατώρθωσε νὰ κρατήσῃ τὸ γόητρον αὐτῆς καὶ εἶναι ἀναξία τῆς ὕβρεως, ἡ ὁποία τῆς προσγίγνεται διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἰδίᾳ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι θὰ ἐδέχετο τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πειραιῶς, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ γνώμη τῆς ὑπηρεσίας. Διαφωνῶ πρὸς τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν. Φρονῶ, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ὑπηρεσίας ὑπῆρξε γνώμη τὰ μάλιστα ἄτυχος, ὑπῆρξε γνώμη, ἡ ὁποία προσάπτει μίαν ὕβριν εἰς τὴν δικαστικήν μας ἐξουσίαν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀναξία τοιούτων ὕβρεων. Αἱ ὑπηρεσίαι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πολλάκις ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἐκτελοῦν τὸ καθῆκον ὡς ὤφειλον νὰ τὸ ἐκτελέσουν. Καὶ ἀκόμη προχθὲς συζητουμένου ἄλλου νομοσχεδίου, εἴδατε πόσον ἀτυχὴς ὑπῆρξεν ὁ ρόλος τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ παρασυρθῇ καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς νόμου ἐπιζημίου ἀποβαίνοντος διὰ τὴν χώραν ἐξ εἰσηγήσεων ἐσφαλμένων, εἴτε ἐκ προαιρέσεως, εἴτε ἐξ ἀμελείας τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ὤφειλεν ποτέ, νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου καὶ νὰ διαλαλήσῃ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην μέτρων, διὰ νὰ προστατευθῇ.
§91Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Βάζετε μίαν βάσιν ἐσφαλμένην, διὰ νὰ κάμητε ἐντύπωσιν καὶ νὰ ἐξαγάγητε συμπεράσματα μὴ ἀκριβῆ.
§92Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδέποτε ἐπεζήτησα δι’ ἐσφαλμένης βάσεως ν’ ἀποκομίσω ἐντυπώσεις.
§93Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλάδος ἵσταται εἰς τὴν θέσιν του.
§94Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ βασίζομαι ἐπὶ ἐγγράφων καὶ συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον βασίζομαι ἐπὶ ἐγγράφων, τοῦτο γνωρίζω: ὅτι δὲν εἶναι πτερόεντα ὡς εἶναι ὁ λόγος ὑμῶν. Τὸ ἔγγραφον εἶναι ἡ αἰτιολογικὴ ὑμῶν ἔκθεσις. Τὶ λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις; λέγει τοῦτο: ὅτι τὸ μέτρον λαμβάνεται, διότι δικασταί.....
§95Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τινὲς δικασταί.
§96Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι δικαστικοὶ ἀσχολοῦνται νὰ δημιουργῶσι πελατείαν καὶ παραβλάπτουσι τὸ δικαστικὸν αὐτῶν καθῆκον.
§97Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ γνωρίζετε καὶ σεῖς αὐτό.
§98Λ. ΝΑΚΟΣ. Δυστυχῶς εἶναι ἀλήθεια.
§99Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι παραβλάπτουν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῶν, διὰ νὰ σχηματίσουν πελατείαν μετὰ τὴν παραίτησίν των ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου.
§100Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκούσατε τὴν φωνὴν τῶν νέων ἐπαρχιῶν τὶ σᾶς λέγει, τὴν φωνὴν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Φλωρίνης.
§101Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον, κύριοι, παρ’ ἡμῖν αἱ ἐξαιρέσεις ἐθεωρήθησαν κανόν. Εἴδομεν ὅτι ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη παρὰ ἀξιοτίμων καὶ ἀξιοπίστων συναδέλφων, ὅτι θὰ ὑπῆρξαν περιπτώσεις, ἄλλως τὸ γνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ὑπάρχουν. Ἀλλὰ ἡ ὕπαρξις τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀποδοχὴν ὡς κανόνος. Δὲν δικαιολογεῖ τὴν λῆψιν μέτρων, τῶν ὁποίων ἡ λῆψις καὶ μόνον, αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ἀποτελεῖ ὕβριν διὰ τὴν δικαστικήν μας ἐξουσίαν.
§102Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κ. συνάδελφε.
§103Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§104Ν. ΞΗΡΟΣ. Φρονεῖτε, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται ἢ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μένουν εἰς τὴν δικαιοσύνην;
§105Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐκπροσωπεῖται καὶ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μένουν καὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φεύγουν διὰ νὰ δικηγορήσουν. Φρονῶ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐκπροσωπεῖται τόσον καὶ ἀπὸ τοὺς δικαστὰς ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς δικηγόρους. Φρονῶ, ὅτι οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπίγνωσιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς τοῦ σταδίου των εἶναι καὶ αὐτοὶ ἐκπρόσωποι τῆς δικαιοσύνης. Φρονῶ, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐφόσον τὴν κατέχουν εἶναι μέλη τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας κατὰ πᾶσαν λογικὴν καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε τοῦτο. Φρονῶ, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ λέγητε, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς δικαστάς, ἐὰν τυχὸν θελήσωσι ν’ ἀπομακρυθῶσι τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, νὰ δικηγορῶσιν ἐν ᾧ τόπῳ ἤσκησαν τὰ δικαστικὰ αὐτῶν καθήκοντα, διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι ὑπῆρξαν ὡρισμένοι ἐστιγματισμένοι καὶ ἀνάξιοι δικαστικοὶ λειτουργοί, οἱ ὁποῖοι ἐλησμόνησαν τὸ καθῆκον αὐτῶν. Φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ἀνώτατον ἐπόπτην καὶ ἐκπρόσωπον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νὰ δέχηται, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ σήμερον, ὅτι ἀποτελεῖ κανόνα. Ἀλλοίμονον ἐὰν εἴχομεν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἡ ὁποία διὰ νὰ εἶναι ἀνωτέρα πράξεων αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν ἀτιμίαν ἔχει ἀνάγκην νόμων, νόμων περιοριστικῶν, νόμων ὑπενθυμιζόντων αὐτῇ τὸ καθῆκον της. Ἐνθυμοῦμαι, κ. Βουλευταί, ὅταν πρὸ πολλῶν δυστυχῶς ἐτῶν τὸ πρῶτον ἐγενόμην δικηγόρος, ποίαν θέσιν ἀπέναντι ἡμῶν τῶν δικηγόρων εἶχον οἱ δικασταί, ποῖον ἦτο τό γόητρον τῶν δικαστῶν, ποῖον σεβασμὸν ἐνέπνεον πρὸς ἡμᾶς. Ἀπὸ τότε παρῆλθον ὡς εἶπον πολλὰ ἔτη, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ παρελεύσει τῶν ἐτῶν αὐτῶν τὸ γόητρον τῶν δικαστῶν κατέπεσε, δὲν κατέπεσεν ἀλλὰ κατερρίφθη. Φροντίσατε ν’ αὐξήσητε τὸ γόητρον τῶν δικαστῶν, φροντίσατε νὰ φέρετε εἰς οἵαν θέσιν πρέπει νὰ ἵστανται τοὺς δικαστικούς, φροντίσατε ν’ ἀποδόσητε εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, ὅπως τοὐλάχιστον διάγουσιν βίον ὄχι ἐπαίτου, ἀλλὰ βίον ἀνθρώπου καὶ ὅταν φροντίσετε, ὅταν ἀποδώσετε εἰς τοὺς δικαστὰς τὸ γόητρον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχουν, τότε νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι οὐδεὶς δικαστὴς θὰ θελήσῃ ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς ὑψηλῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει, διὰ νὰ δικηγορήσῃ. Εἶναι ἡ δικηγορία ἔντιμον καὶ ἐλεύθερον ἐπάγγελμα, ἀλλ’ εἶναι ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πολλὰς πικρίας καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται ν’ ἀσκήσωσιν τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα παραιτούμενοι ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, δὲν τὸ πράττουν, διότι τοῦτο εἶναι εὐάρεστον εἰς αὐτούς, τὸ πράττουν, διότι ἀναγκάζονται ἐκ τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς. Διότι ἅμα καταρρίπτεται τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύναται αὐτὸ νὰ ἑλκύῃ τούτους καὶ νὰ παραβλέπωσιν τὰς ἄλλας δυσχερείας τὰς ὁποίας συναντῶσιν εἰς τὸν καθημερινὸν βίον ἐκ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ, τὸν ὁποῖον δίδει εἰς αὐτοὺς ἡ πολιτεία.......
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ξεύρετε, ποῖα εἶναι τὰ αἴτια;
§107Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω, εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχουσιν, ὡς παρετήρησεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς, περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένοντο παραβάσεις τοῦ καθήκοντος ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν, ὡς παρετήρησαν καὶ οἱ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι, οἱ προλαλήσαντες, παραβάσεις τοῦ καθήκοντος τοῦ δικαστικοῦ ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν, ὤφειλεν ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πειραιῶς, ὤφειλε νὰ ἔλθῃ τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον ν’ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ κατ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ἀντετάχθη εἰς τοῦτο, ὅτι ἤδη ἦσαν ἀπομεμακρυσμένοι οἱ δικασταὶ αὐτοὶ καὶ εἶχον γίνῃ δικηγόροι. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον τῶν δικηγορικῶν συλλόγων καὶ, ἄν τοῦτο ἤσκει τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, δὲν θὰ ἐβλέπομεν εἰς τὸ Σῶμα τῶν δικηγόρων ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι μόνον ἀνάξιοι νὰ κατέχωσιν τὴν θέσιν τῶν δικαστικῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀνάξιοι ν’ ἀποτελῶσιν μέλη τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου. Ἐὰν θελήσητε νὰ εἴπητε, ὅτι μόνον οἱ δικασταὶ ἀπομακρυνόμενοι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι δυνατόν, νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν πρώην συναδέλφων των, μὴ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ οἱ πολιτευταὶ δικηγοροῦντες εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ ἀσθενῶν χαρακτήρων. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει λαμβάνοντες τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον προτείνετε, ἐὰν γίνῃ δεκτόν, νὰ λάβετε καὶ ἕνα ἄλλο: νὰ ἀποκλείσητε τοὺς πολιτευτὰς ἀπὸ τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μ. Σαμαρᾶς ἔχει τὸ λόγον.
§109Μ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, διότι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν. Φρονῶ, ὅτι συνεδριάσεις ὁλόκληροι θὰ ἔπρεπε νὰ καταναλωθῶσιν, διὰ νὰ συζητήσωμεν εἰς τίνα αἴτια ὀφείλεται ἡ κατάπτωσις τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἀπορῶ μὲ μερικοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καταρρίπτεται τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν δικαστῶν, ἐνῷ εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ἕν ἐκ τῶν μέτρων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξυψωθῇ ἡ δικαιοσύνη, πλὴν βεβαίως τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν αὐτῶν, ἣν ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπεσχέθη νὰ πραγματοποιήσῃ θὰ πραγματοποιήσῃ, εἶναι καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου δι’ ὀλίγων θ’ ἀσχοληθῶ. Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν δὲν ὑπάρχει ὁ ζῆλος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν πρὶν εἰς τοὺς δικαστὰς· κατὰ τὰ μεταπολεμικὰ ἰδίως ἔτη πολλοὶ τῶν δικαστῶν ἤρχισαν νὰ σκανδαλίζωνται ἐκ τῶν διαδόσεων, ὅτι οἱ δικηγόροι κερδίζουν πολλὰ καὶ ἤρχισε νὰ ἐκλείπῃ ἀπὸ αὐτοὺς ἡ ψυχικὴ ἠρεμία καὶ νὰ σκέπτωνται νὰ δικηγορήσουν. Φυσικὸν δὲ ἦτο νὰ φροντίζουν τότε νὰ συνάψωσι σχέσεις διαφόρους, ν’ ἀποκτήσωσιν πελατείαν πρῶτον καὶ μετὰ ταῦτα παραιτούμενοι νὰ δικηγορῶσιν. Οἱ ἴδιοι δικασταί, οἱ ὁποῖοι παραμένουν οἱ ἴδιοι εἶναι εὐχαριστημένοι καὶ σύμφωνοι, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἔχομεν τόσα παραδείγματα δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν καὶ ἔχασεν ἡ δικαιοσύνη ἱκανοὺς δικαστάς, ἐνῷ ἂν εἶχε ψηφισθῇ ἔκτοτε τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δὲν θὰ παρῃτοῦντο. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ, νὰ φροντίσωμεν δέ, νὰ δώσωμεν μεγαλειτέρους μισθοὺς εἰς τοὺς δικαστάς. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἀείμνηστος Τσιτσεκλῆς, ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῆς Γʹ Συνελεύσεως, ἠγωνίσθη ἐπὶ νύκτας ὁλοκλήρους, διὰ νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλλει, ἀλλὰ δυστυχῶς ἕνεκα συστηματικῆς ἀντιδράσεως δὲν ἐψηφίσθη. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἄρθρον ἔχει ὑποβληθῆ σχετικὴ τροπολογία· διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καταργεῖται τὸ ἄρθρον 38 τοῦ κώδικος περὶ δικηγόρων. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡρισμέναι δικαστικαὶ πράξεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἐνώπιον συμβολαιογράφων, ἐὰν δὲν γνωματεύσῃ δικηγόρος. Τοῦτο δ’ ἐγένετο, διότι ἦτο ἀνάγκη τοιαύτη, διὰ σοβαρὰς νομικὰς πράξεις, νὰ μὴ σφαγιάζωνται τὰ διάφορα δίκαια ἀνθρώπων ἁπλοϊκῶν, οἱ ὁποῖοι καταφεύγουσιν εἰς συμβολαιογράφους μὴ κατόχους τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, δικαιολογητικὸς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καταργεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 38ου.
§110Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχω νὰ σᾶς πῶ τὸ ἑξῆς: ὅτι κανεὶς δὲν διενοήθη νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἐνδιαφερόμενον, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ συντάξῃ ἓν συμβόλαιον, νὰ προσφύγῃ εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ δικηγόρου καὶ νὰ τὸν ἀμείψῃ ὅσον θέλει. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ, ὅτι ὑποχρεωτικῶς πρέπει νὰ τὸν παίρνῃ. Αὐτὸ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ τὸ δεχθῶ, διὰ τὸ κῦρος τοῦ δικηγορικοῦ σώματος.
§111Μ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Ὑπάρχουν λόγοι σοβαροί, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὰς νέας χώρας.
§112Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶναι σωστὸ αὐτὸ ποῦ λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§113Μ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Ὑπάρχουν οἱ ἑξῆς ἰδιαίτεροι λόγοι: πρῶτον οἱ συμβολαιογράφοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν διορισθῆ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν...
§114Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Οἱ θέλοντες δύνανται νὰ καταφεύγωσιν εἰς τοὺς δικηγόρους.
§115Μ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Μὰ ὑπάρχουν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν εἰσέρχωνται εἰς τὸ συμβολαιογραφεῖον, νομίζουν, ὅτι εἰσέρχονται εἰς Δημόσιον γραφεῖον καὶ ἐμπιστεύονται εἰς ἀμορφώτους συμβολαιογράφους σοβαρώτατα συμβόλαια, οὐδεμία διαμαρτυρία ἠκούσθη ἐκ Θεσσαλονίκης ἢ τῶν νέων χωρῶν.
§116Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ Κρήτη ἀνήκει εἰς τὰς νέας χώρας. Ἠλευθερώθη διὰ τῆς αὐτῆς συνθήκης μὲ τὴν ὁποίαν ἠλευθερώθη ἡ Θεσσαλονίκη. Μάλιστα ὀλίγον ἀργότερα, διότι ἐχρειάσθη μία ἀπόφασις τῶν δυνάμεων, ἡ ὁποία ἐβράδυνεν. Εἰς τὴν Κρήτην λοιπὸν ποὺ ἔμεινα ὀλίγον ἤκουσα τὴν ἀγριωτέραν καταφορὰν κατὰ τοῦ νόμου. Δὲν ἠμπορεῖτε, μοῦ ἔλεγον, νὰ μᾶς ὑποχρεώσητε νὰ πέρνουμε δικηγόρον.
§117Μ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Πολὺ ὀρθῶς εἰς τὴν Κρήτην, ἀλλὰ εἰς τὰς νέας χώρας εἶναι διαφορετικὴ ἡ κατάστασις.
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν συνάδελφόν μου τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἐπιθεωρήσῃ τοὺς συμβολαιογράφους. Εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ δεχθῶμεν.
§119Μ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Ἄν ἠθέλατε ν’ ἀκούσετε τὰς δικαιολογίας μου, θὰ σᾶς ἔπειθα. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ ὁμιλήσω, ἀφοῦ εἰς ἰδιαιτέραν ἀκρόασιν πείσω ὑμᾶς.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαθανάσης ἔχει τὸν λόγον.
§121Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριοι βουλευταί, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰσάγονται δύο διατάξεις τελείως ἄσχετοι ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην, ἀλλὰ μὲ κοινότητα δικαιολογίας. Διότι καὶ ἡ πρώτη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ δευτέρα ἔχουν ὡς αἴτιον ἐκτροπὴν τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναφέρονται αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τῆς πρώτης διατάξεως παρατείνεται ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ κώδικος περὶ δικηγόρων περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τοῦ δικηγόρου εἰς ὡρισμένας δικαιοπραξίας ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὄχι οἱ δικηγόροι ἐξετράπησαν εἰς καταχρήσεις, ἀλλὰ διότι οἱ συμβολαιογράφοι μετέβαλον τὴν διάταξιν ταύτην εἰς μέθοδον χρηματισμοῦ. Ἐξετράπησαν οἱ συμβολαιογράφοι καὶ καταργεῖται ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τοὺς δικηγόρους. Ἐξετράπησαν ὡρισμένοι τυχὸν δικαστικοὶ εἰς συμβάσεις ἀθεμίτους μὲ ὡρισμένα πρόσωπα ἢ ἑταιρείας. Καθιεροῦται θεσμὸς αὐτόχρημα ἀνελεύθερος δι’ ὅλους τοὺς δικαστικούς. Κύριοι νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, δὲν εἶναι ἄξιον τόσον προχείρου σκέψεως, ὥστε ἀμέσως ν’ ἀχθῶμεν εἰς τὴν καταδίκην τοῦ θεσμοῦ μὲ τὴν δικαιολογίαν τὴν ὁποίαν φέρει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Διότι ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως ὑπῆρξε ὅπως ἐξασφαλίζωνται οἱ πολῖται κατά τῆς ἀτελείας τῶν νομικῶν διατυπώσεων ὄχι παντὸς συμβολαίου, ἀλλὰ ὡρισμένων συμβάσεων καὶ αὐτῶν τῶν συμβάσεων ὄχι πάντοτε, ἀλλὰ ὅταν τὸ ἀντικείμενον αὐτῶν ὑπερβαίνει τὰς 50.000 δραχμῶν. Κύριοι νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ σύνταξις ἑνὸς συμβολαίου; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐκ τῆς πείρας μου τῆς δικηγορικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς γνωρίζω, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον. Τόσον δύσκολον εἶναι, ὥστε τὸ σύνολον τῶν δικῶν ἔχουν ὡς ἀφετηρίαν τὴν κακὴν διατύπωσιν τῶν συμβάσεων ἐν τοῖς συμβολαίοις. Διότι οἱ πολῖται καὶ αὐτοὶ οἱ ἀστοὶ προσέρχονται εἰς τὸν συμβολαιογράφον μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς παρεμβάσεως αὐτοῦ δὲν θὰ ἐξασφαλίσουν μόνον τὰ ἀποδεικτικά των τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ θὰ ἐξασφαλίσουν καὶ τὴν νομικὴν αὐτῶν διατύπωσιν. Καὶ περὶ ποίων συμβάσεων πρόκειται; Πρόκειται μόνον περὶ συνυποσχετικοῦ, περὶ συμβιβασμοῦ, περὶ συστάσεως ἢ διαλύσεως ἑταιρείας, περὶ διανομῆς καὶ περὶ καταργήσεως δίκης. Περὶ πέντε συμβάσεων καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῶν σπουδαιοτέρων, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ καθιερώθη ἡ διάταξις. Καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω πόσαι εἶναι αἱ δυσχέρειαι αἱ ἀνακύπτουσαι ἐπ’ αὐτῶν τῶν συμβάσεων, σᾶς λέγω τοῦτο: ὅτι αὐτὸς ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος καθιέρωσε τὴν διάταξιν, ἠγνόει τὴν διάκρισιν τὴν στοιχειώδη ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν τῶν συμβάσεων τὰς ὁποίας περιέλαβεν εἰς τὸ νομοσχέδιόν του. Διότι τί εἶναι συνυποσχετικόν; Κατάργησις δίκης. Τί εἶναι ὁ συμβιβασμός; Κατάργησις δίκης. Τί εἶναι κατάργησις δίκης; Συμβιβασμός. Δηλαδὴ τὰ τρία εἶναι τὰ ἴδια καὶ ἐνῷ ὁ νομοθέτης ἔλαβε πρόνοιαν περὶ αὐτῶν δὲν εἶχεν ὁ ἴδιος ἐπίγνωσιν τοῦ νομοθετικοῦ ὅρου, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τὰς συμβάσεις αὐτάς. Διότι, διὰ τοὺς μὴ νομικούς, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὡς ἑξῆς ἔχουν τὰ πράγματα. Δικαστικὸν συνάλλαγμα εἶναι τὸ συνάλλαγμα τὸ ὁποῖον συνάπτεται, διὰ τῆς ἐγέρσεως μιᾶς ἀγωγῆς. Τὸ συνάλλαγμα αὐτὸ ἔχει φυσικὸν λόγον νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ πρὶν φθάσῃ ἐνδέχεται νὰ ὑποστῇ διάφορα τέρματα τὰ ὁποῖα εἶναι, ὁ συμβιβασμός, τὸ συνυποσχετικὸν καὶ ἡ κατάργησις τῆς δίκης. Αὐτὸ τὸ ἕνα ὁ νομικός, συντάξας τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ἔκαμε τρία. Καὶ ἀφοῦ ὁ νομοθέτης αὐτὸς τὰ διέκρινεν εἰς τρία, φαντασθῆτε πόσα εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ κάμῃ ὁ συμβολαιογράφος, ὁ ὁποῖος, ἀφ’ ὅτου ἅπαξ ἔλαβε τὸν διορισμόν του, πολλάκις συμβαίνει οὐδέποτε νὰ ἔλαβεν ἔκτοτε καὶ ἐμελέτησε νομικὰ βιβλία, διὰ νὰ δύναται νὰ διατυπώσῃ συμβάσεις συνυποσχετικάς. Ἠξεύρετε τί εἶναι; Τὸ ἠξεύρουν οἱ νομικοί, ἀλλὰ ἐγὼ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: ὅτι διὰ μόνην τὴν ρήτραν ἡ ὁποία τίθεται ἐν τῇ συμβάσει τοῦ συνυποσχετικοῦ, διὰ τὴν ρήτραν τὴν διαιτητικήν, διὰ τὴν διατύπωσιν αὐτῆς, ἠγέρθησαν τόσα ζητήματα, τόσαι ἔριδες, τόσαι ἀμφισβητήσεις, ὥστε ἐγράφησαν βιβλία ὁλόκληρα, εἷς δὲ συγγραφεὺς εἰς τόμον ὁλόκληρον ἀσχολεῖται εἰδικῶς περὶ αὐτῆς. Πῶς θέλετε αὐτὴν τὴν πολυσχιδῆ μορφὴν τῆς ρήτρας, νὰ τὴν ἠξεύρῃ ὁ συμβολαιογράφος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εὑρεθῇ μίαν φορὰν εἰς τὴν θέσιν νὰ τὴν διατυπώσῃ; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι, καὶ ἐκεῖνον τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος καλοπίστως καὶ πειθόμενος εἰς τὰ ἐχέγγυα τὰ ὁποῖα ἡ πολιτεία τῷ παρέχει, πιστεύει, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος εἶναι ὄχι μόνον τύποις ἀλλὰ καὶ ἄριστος νομομαθὴς καὶ ἐκτίθεται εἰς τοὺς κινδύνους τῆς ἐπισήμου αὐτῆς παρεμβάσεως, αὐτὸν τὸν πολίτην πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένον;
§122Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Τί θὰ ἐλέγετε δι’ ἕνα ἀσθενῆ, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπέβαλεν εἰς τὸν ἰατρόν του νὰ τοῦ κόψῃ τὸ πόδι;
§123Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐπέτρεψα εἰς τὸν κ. συνάδελφον τὴν διακοπήν, ἀλλὰ ἡ διακοπή του εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὸ θέμα. Διότι ὅταν λέγομεν εἰς τὸν πολίτην νὰ πάρῃ δικηγόρον, ἀληθῶς λέγει καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ὅτι ὁ πολίτης ἔχει δικαίωμα χρήσεως καὶ καταχρήσεως τοῦ παρεχομένου δικαιώματος, ἀλλὰ τοῦ δικαιώματος τούτου πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ κάμῃ χρῆσιν ἐν γνώσει ὄχι ἄνευ ἐπιγνώσεως, διότι αὐτὸ θέλομεν νὰ προλάβωμεν διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς· νὰ τῷ εἴπωμεν, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος ἐνδέχεται νὰ μὴ εἶναι ἀσφαλιστικὸς ἀπολύτως τῆς συμβάσεώς του. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ ἐξυπηρετήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, διότι αἱ συμβάσεις αὐταὶ εἶναι τόσον ἐλάχισται τόσον μετρημέναι εἰς τὰ δάκτυλα, ὥστε οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 10.000, δὲν πρόκειται νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἡμεῖς ὅμως πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι πρέπει νὰ ζητῶσι τὴν συνδρομὴν τὴν εἰδικὴν τοῦ δικηγόρου, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη.
§124Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ὑπάγῃ μόνος του ὁ διάδικος εἰς τὸν δικηγόρον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τοῦ τὸ εἴπωμεν ἡμεῖς.
§125Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη διάταξις καὶ ἡ ἀντίληψις τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν διάταξιν νομίζω, ὅτι ἔχει ἐξαντληθῇ τὸ θέμα ἐκ τῶν προλαλησάντων. Τοῦτο μόνον ἔχω νὰ εἴπω: ὅτι ἐὰν τινές ἐν τῷ παρελθόντι δικαστικοὶ ἔπταισαν, ὡς εἶπον οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμένον, διὰ 3, 4, 5, πταίσαντας καὶ τῶν ὁποίων τὰ πταίσματα ἀνάγονται εἰς τὸ παρελθόν, νὰ τιμωρήσωμεν τὸ σύνολον, ἐπιβάλλοντες ἕνα ἀνελεύθερον θεσμὸν εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα. Νομίζω μάλιστα, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ὄχι ν’ ἀποκλείωμεν τοὺς ἀποχωροῦντας δικαστὰς ἀπὸ τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, ἀλλὰ νὰ ἦτο ἐπιβεβλημμένον νὰ διέρχωνται οἱ δικηγοροῦντες ἀπὸ τὸ δικαστικὸν ἐπάγγελμα, διότι τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰσάγει τοὺς δικηγόρους καὶ εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἄσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς τοὺς ἀνυψοῖ καὶ δὲν τοὺς μειοῖ. Ἐὰν δὲ παρατηρεῖται, ὅτι τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ὑπὸ τὴν πίεσιν βιοτικῶν ἀναγκῶν ἥλκυσεν ὡρισμένους δικαστικοὺς νὰ τραπῶσιν πρὸς αὐτὸ καὶ συνέπεσάν τινες ἐξ αὐτῶν ἔχοντες ἄρτια τὰ ἐφόδια τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος νὰ εὐδοκιμήσωσιν καὶ νὰ δημιουργήσωσιν ἀντιζηλίας μεταξὺ τῶν συναδέλφων, δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι λάθος εἰσαγωγῆς μιᾶς διατάξεως, ἡ ὁποία ἐν τῷ παρελθόντι ἰσχύσασα ἐδοκιμάσθη καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδένα εἶχεν σκοπόν. Σήμερον αἱ περιστάσεις καὶ αἱ συνθῆκαι τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἑλκύσῃ εἰς αὐτὸ τοὺς δικαστικούς, παρ’ ὅλην τὴν πίεσιν τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν, ἡ ὁποία τοὺς πιέζει. Πρέπει λοιπόν, νὰ μὴ παραγνωρίζητε, ὅτι ἡ συμπάθεια τῶν δικαστῶν πρὸς τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν ἄσκησιν αὐτοῦ καὶ παραίτησιν τοῦ δικαστικοῦ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ. Ἐὰν τὸ πράττωσιν δὲν παραιτοῦνται διὰ νὰ δικηγορήσωσι, πράττουσι τοῦτο ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν. Ἄν εἶναι φυσικὸν τὸ δικαστικὸν ἐπάγγελμα νὰ δημιουργῇ ἐχθρότητας καὶ ἀντιπαθείας χωρὶς νὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν συμπάθειαν οἱ δικασταί, ὅταν παραμένωσιν ἐν αὐτῷ, ἂς μὴ θελήσωμεν νὰ τοὺς πικράνωμεν καὶ ὅταν ἀπομακρύνωνται αὐτοῦ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου λόγῳ τῶν τροπολογιῶν).
§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ψηφισθοῦν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζω πλέον ἐπείγοντα καὶ κατόπιν νὰ πᾶμε εἰς τὰ λοιπά. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατετέθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν, διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἰδίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συνεστήθη πρὸ μικροῦ, διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν γεωργικῶν ἐπιμελητηρίων, διὰ νὰ μπορέσωμεν νὰ τελειώσωμεν γρήγορα.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 3400 περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως ὁδῶν. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου)· Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνεγέρσεως Δικαστικοῦ μεγάρου Ἀθηνῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς νομοθεσίας περὶ Δήμων καὶ κοινοτήτων. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον). Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3392 καὶ τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας διὰ τὴν ἐπιδίκασιν τῶν ἐμπροθέσμων ἀνεκδικάστων δηλώσεων ἐκκαθαρίσεως δικαιούχων ὁμογενῶν ἀνταλλαξίμων».
§130Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀπουσιάζει, κ. Πρόεδρε. Ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τοῦ περὶ ἐμπροθέσμων, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ ὠφέλιμον νὰ καθορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐμπροθέσμων δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐκδικασθοῦν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν κατωρθώθη ν’ αὐξάνωνται αἱ δηλώσεις χωρὶς νὰ ξεύρωμεν πόθεν προέρχονται.
§131Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μόνον ἔτσι ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ καὶ θὰ κυττάξωμεν πῶς θὰ τακτοποιήσωμεν τὰ πράγματα κατόπιν. Ἐὰν ἔχετε ἀντιρρήσεις, ἂς διαγραφῇ.
§132Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ μ’ αὐτὴν τὴν ἱστορίαν.
§133Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν σύμφωνοι, πῶς θὰ τὸ διατυπώσωμεν. Ἀφήσατέ το νὰ ψηφισθῇ καὶ κυττάξετε ὕστερον νὰ συνεννοηθῆτε μὲ τὸ ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ.
§134Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θέλω ἐγώ κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας εἶναι, ὅτι ὕστερα ἀπὸ 6άμηνον θὰ ἔχωμεν περισσοτέρας ἐμπροθέσμους δηλώσεις ἀπὸ ὅσας ἔχομεν σήμερον.
§135Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄς ψηφισθῇ καὶ θὰ ἴδωμεν ὕστερον τί ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνεγέρσεως τῶν συνοικισμῶν Νέας Σμύρνης καὶ Νέας Καλλιπόλεως». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀνακριτικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς προκατόχου Βουλῆς ἐνεργηθεισῶν ἀνακριτικῶν πράξεων κλπ.». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παραχωρήσεως τοῦ προνομίου τοῦ γεωργικοῦ ἐνεχυρογράφου εἰς νομικὰ πρόσωπα ἀσκοῦντα ἐμπόριον λιπασμάτων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ἀπριλίου 1928 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 14 Ἀπριλίου 1928 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 5 Μαΐου 1925 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι κτημάτων τῶν ἀνταλλαγέντων Μουσουλμάνων, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ μεταγενεστέρων συμβάσεων καὶ ὡς ἐκωδικοποιήθη τῇ 28 Αὐγούστου 1927». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων πανεπιστημιακῶν νόμων ἀφορωσῶν τὸν γενικὸν γραμματέα τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας συγκοινωνιακῶν ναυτικῶν ἀερολιμένων παρὰ τῷ ὑπουργείῳ Ναυτικῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ναυτικῆς ἀεροπλοΐας». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν χωρίων Ξηροπήγαδο καὶ Τημενίου εἰς τὴν κοινότητα Βερβένων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως σανατορίου νομοῦ Μεσσηνίας ἐν θέσει Κουφοξυλιὰ Μαγουλάνων κλπ.». (Ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποθανόντων διαρκούσης τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως ἀρχηγῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου».
§136Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ κυρώσεως Ν. Δ. διὰ τοῦ ὁποίου ἀπονέμεται σύνταξις εἰς χήραν ἀξιωματικοῦ ὁ ὁποῖος διετέλεσεν ἐν πολέμῳ ἀρχηγὸς τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου. Τὸ πρᾶγμα φαίνεται διατυπωμένον γενικῶς ἐννοεῖτε ὅμως πολὺ καλά, ὅτι ἦτο διάταγμα περὶ ἀπονομῆς συντάξεως προσωπικῆς καὶ ἀφορᾷ τὴν χήραν τοῦ μακαρίτου Βασιλέως Ἀλεξάνδρου καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς. Σήμερον ζητεῖται ἡ κύρωσις τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ὥρισεν, ὅτι λαμβάνει ὡς σύνταξιν τὸν μισθόν, νομίζω, τοῦ βαθμοῦ, ζητεῖ τώρα ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ δώσῃ σύνταξιν 30.000 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Βεβαίως πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῆς ὅλως διόλου συντάξεως. Ἀλλὰ πρόκειται, κύριοι, περὶ χήρας, ἡ ὁποία διετέλεσεν σύζυγος ἑνὸς βασιλέως τῆς Ἑλλάδος καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ σύνταξις αὐτὴ διδομένη εἰς μίαν γυναῖκα ἡ ὁποία εἶχε διατελέσει σύζυγος ἑνὸς Βασιλέως. Θὰ προσθέσω ἀκόμη καὶ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι μία ἐξομολόγησις τὴν ὁποίαν κάμνω. Ὅταν ἀπέθανεν ὁ Ἀλέξανδρος, εἰς τὴν σύζυγόν του εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει — ἦτο τότε ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐνθυμεῖσθε, οὐχὶ καθωρισμένη ἐπαρκῶς—νὰ μεριμνήσῃ περὶ ὑμῶν καὶ τῶν τέκνων σας καὶ θὰ σᾶς ἐξασφαλίσῃ σύνταξιν χιλίων Ἀγγλικῶν λιρῶν ἐτησίως. Ἡ ὑπόσχεσις αὐτὴ διὰ πολλοὺς λόγους δὲν κατωρθώθη νὰ πραγματοποιηθῇ ἐπὶ τόσα ἔτη. Ἡ δικτατορικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν. Ἀλλ’ ἡ πρόνοια ἦτο ἀνεπαρκὴς καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ ὑπόσχεσις τὴν ὁποίαν ἔδωκα πρὸ 8½ ἐτῶν πραγματοποιηθῇ, ἔστω καὶ ἀργά, καὶ νὰ δώσῃ μίαν σύνταξιν σήμερον εἰς χήραν πρώην βασιλέως 30.000 κατὰ μῆνα (χειροκροτήματα).
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως θεραπευτηρίου ἐν τῷ νομῷ Λέσβου». (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως πρακτικοῦ γεωργικοῦ σχολείου εἰς Παλαιόκαστρον–Σητείας (Κρήτης)». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὸν ποιητὴν Σπ. Ματσούκαν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Μαΐου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ ὀρφανὰ τοῦ ὁμογενοῦς Ν. Εὐγενοπούλου». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 25 Μαΐου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐξαφανισθέντων ἐν Μ. Ἀσίᾳ ὑπαλλήλων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ λήξεως τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν Δημοσίων θεαμάτων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ καθορισμοῦ τοῦ πληρωτέου παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν τέλους». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ αὐξήσεως πιστώσεων ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 22ας Ἰουνίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 5 Μαΐου 1926 περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3250 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀκινήτων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ καταρτισθέντος ἐν Χάγῃ τῇ 10 Σεπτεμβρίου 1927 κανονισμοῦ διατάξεων, ἀφορωσῶν τὴν διὰ τῆς ἐναερίου ὁδοῦ μεταφορὰν ταχυδρομικῶν ἀντικειμένων, ἀλληλογραφίας καὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 2 Ἰουλίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1926 Ν. Δ. περὶ καταργήσεως θέσεων κλπ. ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀγορᾶς ἔργων Ἑλλήνων καλλιτεχνῶν πρὸς πλουτισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Πινακοθήκης». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μετεκπαιδεύσεως τῶν δημοδιδασκάλων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 22 Ἀπριλίου 1924 Ν. Δ. περὶ κωδικοποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Αὐγούστου 1923 Ν. Δ. κλπ. καὶ ἐπὶ τῆς ἀπαλλοτριωθείσης περιοχῆς παρὰ τὴν λεωφόρον Συγγροῦ δυνάμει τοῦ ἀπὸ 25 Φεβρουαρίου 1925 Ν. Δ. περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως γηπέδου πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ παρὰ τὴν λεωφόρον Συγγροῦ ἀνεγερθησομένου ἀστικοῦ συνοικισμοῦ». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «τοῦ ἀπὸ 18ης Σεπτεμβρίου 1928 Ν. Δ. περὶ μέτρων πρὸς πρόληψιν καὶ καταπολέμησιν ἐπιδημικῶν νόσων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως 2ου συγκριτικοῦ πίνακος ἀνεγέρσεως τελωνειακοῦ καταστήματος Ἀλεξανδρουπόλεως». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως, διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ κτιρίου Ἰλίου Μέλαθρον». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Ἰανουαρίου 1926 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Μαΐου 1925 ψηφίσματος, περὶ ἁρμοδίας ὑπηρεσίας πρὸς ἐπίλυσιν ζητημάτων ἰθαγενείας κλπ.» (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, διὰ τὴν Δευτέραν 4.30′ μ. μ. (ὥρα 9.15′ μ. μ.)