1928.12.18
4.171 στίχοι · 30.150 λέξεις · 494 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41η
ΤΡΙΤΗ 18 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1928
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΥ
(Ὥρα 4.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεύς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά)
§2Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ συμβουλίου τοῦ φυματοπαθολογικοῦ, ἐπέφερον μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἵνα μὴ ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 117 τοῦ Συντάγματος καθ’ ὃ αἱ ἀποδοχαὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ διπλάσιον τοῦ μισθοῦ. Εἰς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς ἐκτελέσεως ἐνταλμάτων, διὰ τοὺς ἀγρότας ἐν Κρήτῃ κατόπιν παρατηρήσεων τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα ἐκ νέου εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλους τοὺς ἀγρότας καὶ τῶν ἄλλων περιφερειῶν, διὰ νὰ γίνῃ καὶ δι’ αὐτοὺς ἀναστολή.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη. Νὰ δοθῇ τὸ σημείωμα, διὰ νὰ διορθωθῶσιν τὰ πρακτικά. (Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς ἐδιορθώθησαν). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Βουλευτὴς Ἠλείας κ. Α. Σπηλιάδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Μυρσίνης αἰτούντων τὴν συνδρομὴν τῶν ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Συγκοινωνίας, διὰ τὰς ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ ποταμοῦ Πηνειοῦ ζημίας. — Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Τ. Ἀναστασίου, ὑποβάλλει ψήφισμα τῆς ἐπιτροπῆς τῶν παγοπλήκτων Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας ζητούντων ἵνα ἀποσβεσθῶσι τὰ χορηγηθέντα εἰς αὐτοὺς δάνεια κατὰ τῆς θεομηνίας τοῦ πάγου 1926 καὶ 1927 ἀφοῦ ταῦτα ἐχορηγήθησαν κατόπιν εἰσφορῶν αὐτῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀργυρόπουλος, καταθέτει αἴτησιν τῆς κοινότητος Τσαπλανέϊκων παρακαλούσης ὅπως κατασκευασθῇ γέφυρα παρὰ τὴν θέσιν Μεζερίτικα πρὸς συνένωσιν τῆς ὁδοῦ Καλαβρύτων μετὰ τῆς ὁδοῦ Πατρῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βερδέλης, καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος Κρανιδίου διαμαρτυρομένου, διὰ τὴν ἐντελῆ ἐγκατάλειψίν της ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνιακῶν ὁδῶν, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται τελεία νέκρωσις πάσης ἐμπορικῆς κινήσεως, παρακαλεῖ δὲ ὅπως ληφθῇ ἡ δέουσα μέριμνα διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Σαρακηνός, καταθέτει αἴτησιν τοῦ Γ. Προβατᾶ κατοίκου Νέου Φαλήρου, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταλλείων καὶ τροποποιηθῇ οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἀδικοῦνται οἱ τὸ πρῶτον δηλοῦντες μεταλλεῖα. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπότσαρης, καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ συλλόγου πολυτέκνων παρακαλούντων ὅπως ἐξετασθῇ εὐμενῶς τὸ ὑποβληθὲν παρ’ αὐτῶν ὑπόμνημα. — Ὁ σύλλογος κρεοπωλῶν Πατρῶν «Οἱ Ταξιάρχαι» ὑποβάλλει ὑπόμνημα καὶ σχέδιον νόμου, περὶ συστάσεως ταμείου συντάξεως τῶν ἐπαγγελματιῶν κρεοπωλῶν Πατρῶν. — Τὰ Διοικητικὰ Συμβούλια τῶν ἐργατικῶν ὀργανώσεων Βόλου διαμαρτύρονται, διὰ τὴν ἐξασκουμένην κατὰ τῶν ἐργατῶν τρομοκρατίαν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν. — Ὁ Γεωργικὸς Πιστωτικὸς συνεταιρισμὸς Καρατσιλὰρ παρακαλεῖ, ὅπως παραχωρηθῇ εἰς τὸν συνεταιρισμὸν τὸ ἀγρόκτημα Μαγκυρλὶ τὸ ὁποῖον παραλόγως κατακρατεῖ ἡ Ἀεροπορικὴ Ἄμυνα ἐνοικιάζουσα αὐτὸ εἰς τοὺς βλαχοποιμένας ἀντὶ ἐλαχίστου ποσοῦ. — Οἱ ἡμερομίσθιοι ὑπάλληλοι τοῦ γενικοῦ μητρώου ἀνταλλαγῆς Ἀθηνῶν παρακαλοῦν, ὅπως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν ἑορτῶν δοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἓν ἔκτακτον ἐπίδομα λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ γλίσχρου ἡμερομισθίου μὲ τὸ ὁποῖον ἀμείβονται. — Ὁ ἀνάπηρος λοχίας Α. Ἀντωνόπουλος, παρακαλεῖ ὅπως προαχθῇ εἰς ἀνθυπολοχαγὸν συμφώνως τῷ νόμῳ ὡς παθὼν ἐκ φυματιώσεως συνεπείᾳ τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μουντζουρίδης, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς ἑνώσεως ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου Ἀργολιδοκορινθίας παρακαλούντων ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ λιανικῆς μονοπωλήσεως τῶν σιγαρέττων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μουντζουρίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ἱερατικῆς ἐφημερίδος συνδέσμου Ἀργολίδος παρακαλοῦντος ὅπως λάβῃ ἡ Βουλὴ νομοθετικὸν μέτρον πρὸς σύστασιν ἑνὸς κεντρικοῦ ταμείου ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ μισθοδοτοῦνται οἱ ἐφημέριοι καὶ παρέχεται εἰς αὐτοὺς ἀνάλογος σύνταξις. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μουντζουρίδης καταθέτει ὑπόμνημα τῶν ἐν ἀποταξίᾳ εὑρισκομένων ἀξιωματικῶν τοῦ κινήματος Γαργαλίδη–Λεοναρδοπούλου παρακαλούντων ὅπως ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ ἐπαναφορᾶς αὐτῶν εἰς τὸ στράτευμα. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μουντζουρίδης, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν Γ. Κωνσταντινίδη καὶ Γ. Διαμαντοπούλου ἀποστράτων ἀνθυπολοχαγῶν κατοίκων Ἀθηνῶν ζητούντων τὴν βελτίωσιν τῆς συντάξεώς των, ὡς ἐχόντων ἄνω τῶν 10 ἐτῶν συντάξιμον ὑπηρεσίαν. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Αἰλιανὸς καὶ Χ. Ζουμῆς καταθέτουν ὑπόμνημα τῶν κατοίκων Μεγάρων Γ. Σκινᾶ, Γ. Καστάνη καὶ Ρ. Ρήγα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκθέτουν παράπονά των καὶ παρακαλοῦν, ὅπως ἐξετασθοῦν καὶ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἀνθρακόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀναπληρωτῶν κλητήρων τοῦ ὑπουργείου Συγκοινωνίας παρακαλούντων, ὅπως καταβληθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ τελευταία αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Κοκκινᾶτος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ νομοῦ Πρεβέζης παρακαλούντων, ὅπως καταβληθοῦν εἰς αὐτοὺς αἱ ἀπαιτήσεις ἐκ στρατιωτικῶν ἐπιτάξεων γενομένων ἀπὸ τοῦ 1912–1923 ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου. — Ἡ ἐν Λαμίᾳ συνελθοῦσα γενικὴ συνέλευσις τοῦ γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου τοῦ νομοῦ, διὰ ψηφίσματός της ἐκφράζει θερμὰ συγχαρητήρια, διότι ἐτίμησαν τοῦτο, διὰ τῆς παρουσίας των ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας. — Τὸ γραφεῖον προστασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ Βόλου, ὑποβάλλει μακρὸν ὑπόμνημα ἐπὶ τῶν μελετωμένων μέτρων περὶ ἱδρύσεως αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ περὶ συγχωνεύσεως τῶν τριῶν γραφείων εἰς ἓν καὶ παρακαλεῖ ὅπως μελετηθῇ τοῦτο καὶ ἐξετασθῇ εὐμενῶς. — Ὁ σύνδεσμος σιτεργατῶν Σύρου, ὑποβάλλει ὑπόμνημα περιλαμβάνον τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ συνδέσμου καὶ παρακαλεῖ ὅπως ἐξετασθῶσιν εὐμενῶς. — Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπὴ Πανομηρικοῦ συνεδρίου ἐπὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ὁμήρων καὶ πολεμοπαθῶν Μακεδονίας καὶ Θράκης ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ὑποβολῆς δικαιολογητικῶν καὶ ἀπονομῆς συντάξεων εἰς τοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς δικαιούχους μεθ’ ὃ ἐξομοιοῦνται ὡς ἀπολέσαντες τὸν κατὰ τὸν νόμον προστάτην των ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ. — Οἱ σιδηροδρομικοὶ Τριπόλεως καὶ Κορίνθου, διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς ἑταιρίας ΣΠΑΠ ἀρνουμένης τὴν καταβολὴν τῶν ὀφειλομένων. — Ἡ ἕνωσις ἀρτεργατῶν Κομοτινῆς διαμαρτύρεται, διὰ τὰς ἀθρόας ἐκτοπίσεις τῶν ἐργατῶν. — Ἐνοριακαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἐκκλησιαστικαὶ Μεγάρων Σύρου, Πατρῶν καὶ Ναυπάκτου διαμαρτύρονται, διὰ τὰς τροποποιήσεις τοῦ ἐνοριακοῦ νόμου καὶ παρακαλοῦν, ὅπως μὴ ψηφισθοῦν τὰ ὑποβληθέντα Ν. Δ. — Κάτοικοι Περάματος, διαμαρτύρονται διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐλαιῶν καὶ ζητοῦν νὰ ψηφισθῇ ἀτροποποίητον τὸ νομοσχέδιον τοῦ εἰσηγητοῦ κ. Παπανδρέου. — Ἡ ἐπὶ τῆς Προνοίας κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως ἐν Ἀθήναις Κεντρικοῦ Ὑγειονομικοῦ Ἰνστιτούτου». — Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3221 περὶ Κτηματικῶν Τραπεζῶν». — Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Φεβρουαρίου 1926 Ν. Δ. περὶ καθορισμοῦ πόρων ταμείου ἀντιφυλλοξηρικῆς ἀμύνης καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 853 ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου 2183 τοῦ 1920, περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ὑπουργείου Γεωργίας». — Ὁ κ. Α. Γαλανάκης, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παρατάσεως ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης. — Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ διαρρυθμίσεως θέσεων τοῦ ἐφοριακοῦ κλάδου». — Ἡ ἐπὶ τῆς Προνοίας κλπ. κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10)2)28 Ν. Δ. περὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὑπουργείου Ὑγιεινῆς». — Οἱ κ. κ. Ἐλευθέριος Βενιζέλος (Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ τοῦ ἀπὸ 25 Αὐγούστου 1928 Νομοθ. Διατάγματος περὶ συστάσεως ὑφυπουργείου Ὑγιεινῆς». — Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἁρμοδιότητος τῆς Ἀστυνομίας τῶν Πόλεων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βελλιανίτης, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τροποποιήσεως καὶ κωδικοποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 17 Φεβρουαρίου 1926 περὶ αʹ) ἀμνηστείας ἀδικημάτων τινῶν βʹ) ἀναστολῆς διώξεως ἀδικημάτων τινῶν κλπ. ὡς μεταγενεστέρως ἐτροποποιήθη, διὰ τοῦ Ν. Δ. αʹ) τῆς 28 Ἀπριλίου 1926 περὶ προσθήκης εἰς τὸ Ν. Δ. τῆς 17 Φεβρουαρίου 1926 περὶ ἀμνηστείας κλπ.» καὶ βʹ) τῆς 6 Νοεμβρίου 1926 περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας κλπ». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Τσιγδέμογλου, Σ. Συμεώνογλου, Α. Γερογιάννης κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος παραχωρουμένων ὑποθηκῶν ἐπὶ ἀκινήτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Κοντοδίνας, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως, συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Συμβουλίου Φυτοπαθολογίας». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κεντούρης, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος παραχωρουμένων ὑποθηκῶν ἐπὶ ἀκινήτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». — Ὁ κ. Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν), καταθέτει τὴν κάτωθι ἀπάντησιν ἐπὶ διαμαρτυρίας κατοίκων ἀγροτῶν δήμου Κοζάνης. «Ἡ Διοικητικὴ ἀποβολὴ τῶν ἀναφερομένων κατοίκων Σερβίων διετάχθη κατόπιν ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν οἱ ἀναφερόμενοι οὐδὲν δικαίωμα κέκτηνται ἐπὶ τῶν οἰκιῶν, ἃς διεκδικοῦσι». — Ὁ κ. Π. Πετρίδης (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης), καταθέτει τήν κάτωθι ἀπάντησιν, εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Τσαρλαμπᾶ. «Κατόπιν τῆς ἐκδόσεως ὑπὸ τοῦ προέδρου Πρωτοδικῶν Λευκάδος ἀποφάσεων, ἀντιθέτως πρὸς ἀλλήλας λυουσῶν τὸ ζήτημα ἂν ἔληξεν ἢ ὄχι ἡ ἰσχὺς τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐν Λευκάδι, ἐπεζητήθη ἡ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναίρεσις ὑπὲρ τοῦ νόμου τῆς ἑτέρας τῶν ἀποφάσεων τούτων, ἵνα λυθῇ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου οὕτως ἢ ἄλλως τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐξηκριβώθη, ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἀποφάσεις αὗται εἶχον προσβληθῆ δι’ ἐφέσεως, ἑπομένως δὲν ἦσαν τελεσίδικοι καὶ δὲν ἠδύναντο οὕτω νὰ ἀσκηθῇ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν τὸ ζήτημα θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν νόμιμον δικαστικὴν ὁδόν». — Δημοσιογράφοι Κερκύρας διαμαρτύρονται διὰ τὰ γραφέντα εἰς τὴν ἐφημερίδα φιλικῶς διακειμένην πρὸς τὸν κ. ὑπουργόν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἀπεδοκίμασαν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐτονόμου ὀργανισμοῦ ἀγροτικῆς πίστεως. — Ἡ Ἕνωσις ἀναπήρων καὶ θυμάτων Κορινθίας διαμαρτύρεται, διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν πωλήσεως καπνοῦ. — Οἱ Σιδηροδρομικοὶ Μακεδονίας καὶ Θράκης, διαμαρτύρονται, διὰ τὴν μὴ καταβολὴν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τοῦ 13ου μισθοῦ. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν Συντηρητικῶν ἐργατῶν ὑδρεύσεως Θεσσαλονίκης, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν κομμουνιστῶν ἀπεργῶν καὶ τὴν παῦσιν τῶν συντηρητικῶν οἰκογενειαρχῶν ἐργατῶν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Ἀναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§4Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καρακοῦζι ἔχουν ἐγκατασταθῆ ἐκεῖ ἀπὸ ἐτῶν καὶ ξυλεύονται ἀπὸ ἕνα μικρὸ δάσος. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ οὐδεὶς ἐσκέφθη, νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰ ἐπὶ τοῦ δάσους δικαιώματα αὐτῶν, ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον 100ετίαν. Ἐφέτος τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἐξέδωκεν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν δυνάμει τῆς ὁποίας διατάσσεται ἡ ἀποβολὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰς ἐγκαταστάσεις των ἐκεῖ. Ἡ διαταγὴ αὐτὴ τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, δὲν εἶναι μόνον καταθλιπτικὴ καὶ σκληρά, ἀλλὰ καὶ παράνομος, διότι ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις καθ’ ἣν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐγκατασταθῆ καὶ ξυλεύονται ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἔχουν δικαιώματα ἐπὶ τοῦ δάσους. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ζημιοῦνται δι’ αὐτῆς τῆς ἀποβολῆς 150 οἰκογένειαι. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὸν λαὸν καὶ γνωρίζει τὰς ἀνάγκας του καὶ γνωρίζει τὴν σκληρότητα καὶ βίαν τὴν ὁποίαν μεταχειρίζονται αἱ δημόσιαι ἀρχαί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι εἶναι ἀνάγκη, ἐὰν ἀποβληθοῦν, νὰ εὑρεθῇ ἄλλη γῆ, διὰ νὰ δοθῇ εἰς αὐτούς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάρκου, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§6Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἡ κατάστασις, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀπελπιστική. Ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους χρησιμοποιεῖται τὸ δάσος αὐτὸ ἀπὸ τοὺς κατοίκους. Ἔρχεται μία διαταγή, ἡ ὁποία ἀποβάλλει τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ τοὺς μεταβάλλει εἰς πρόσφυγας. Πρέπει κ. ὑπουργέ, νὰ λάβετε σύντονα μέτρα. Δὲν πρόκειται παρὰ περὶ ἁπλῆς δασώδους ἐκτάσεως.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλιάδης.
§8Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλας τὰς ἐνεργείας τὰς διέπει ἡ σκοπιμότης καὶ ἡ νομιμότης, ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, οὔτε τὸ ἕνα ἔχει οὔτε τὸ ἄλλο. Τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ παραμένουν ἐγκατεστημένοι εἰς τὸ δάσος αὐτὸ πλέον τῶν 100 ἐτῶν ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχουν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ δίκαιον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Συριόπουλος.
§10Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ κ. Πρόεδρε.
§11Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ παρακαλῶ, νὰ μοῦ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§12Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν κ. ὑπουργόν τῆς Δικαιοσύνης, διότι αἱ ἐκδιδόμεναι ἀποφάσεις εἶναι τυραννικαί.
§13Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καθὼς γνωρίζητε, τὸ ὑπουργεῖον λαμβάνει πάντοτε ὑπ’ ὄψει τὰς ἐφέσεις. Ὀφείλει νὰ βλέπῃ μὲ τὰ μάτια τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀναγκάζεται νὰ ἐγκρίνῃ τὰς πράξεις, ὡς ἔχουν, ἕως ὅτου ἀνακαλυφθῇ τὸ ἀσύμφορον καὶ τὸ ἄδικον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον Γεωργίας. Ὁ κ. Σαμαρᾶς, ἐπὶ ἀναφορᾶς ἑνώσεως γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ Κατερίνης.
§15Μ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτὴν ἔχουν ἐγκατασταθῆ πλέον τῶν 500 οἰκογενειῶν προσφύγων καὶ ἔχει ληφθῆ ἀπόφασις νὰ ἐγκατασταθοῦν καὶ ἄλλοι καὶ δὲν ἐπαρκεῖ, διὰ τοὺς πρόσφυγας ὁ τόπος, ὁ σπουδαιότερος δὲ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου προσπαθοῦν νὰ ἐγκατασταθοῦν εἶναι ὅτι ἐκδίδουν ἀδείας πωλήσεως. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπέφερε πρὸ 15 ἡμερῶν σύρραξιν καθ’ ἣν εἴχομεν θανατηφόρα κρούσματα. Παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ παύσουν νὰ ἐκδίδωνται τοιαῦται ἄδειαι ἰδίως εἰς τὴν Αἰκατερίνην, νὰ γίνουν καταμετρήσεις καὶ ἡ ὁριστικὴ διανομὴ καὶ ἂν περισσεύσῃ τὶ νὰ ἐγκατασταθοῦν οἱ πρόσφυγες.
§16Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οὐδεμία ἄδεια ἀπολύτως ἔδωσα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρσέλος, ἐπὶ ἀναφορᾶς σωματείου δικαιούχων Ἑλλήνων ὑπηκόων.
§18Δ. ΜΑΡΣΕΛΟΣ. Σήμερον συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ εἶναι συναφὲς πρὸς τοῦτο εὐχὴ τοῦ σωματείου Θεσσαλονίκης. Καίτοι ἀπουσιάζει ὁ κ. ὑπουργός, θὰ ὑποβάλωμεν τὴν γνώμην μας εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαμαρᾶς.
§20Μ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης, ἐπὶ ἀναφορᾶς διδασκάλων Τρικκάλων.
§22Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ μονιμοποιήσεως 85 προσωρινῶν διδασκάλων τῆς περιφερείας Τρικκάλων καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει του.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ὁ κ. Ἀναστασίου, ἐπὶ ἀναφορᾶς προσφύγων Αἰγίου.
§24Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν κ. Πρόεδρε καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὰ δίκαια αὐτῶν αἰτήματα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλιάδης.
§26Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν κ. Πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλιάδης, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ γεωργικοῦ πιστωτικοῦ Ἀμαλιάδος.
§28Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἀφορᾷ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τὴν ἀναφοράν, περὶ ἑνώσεως συνεταιρισμοῦ Ἀμαλιάδος. Μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἀγροφυλακῆς εἶναι ἐκτιθεμένη. Εἰς τὰς δηλώσεις του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῆς καταργήσεως τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, εἶπεν ὅτι θὰ ὁπλίσωμεν τὰς χεῖρας τῶν γεωργῶν. Φαντάζεται, ὅτι εἶναι ὁπλισμὸς αὐτός; Παρακαλῶ λοιπόν, νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἰς τὸν κ. ὑπουργόν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασίου, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§30Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως ὁ καταργηθεὶς θεσμὸς τῆς ἀγροφυλακῆς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριποδάκης.
§32Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν κ. Πρόεδρε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ ἀναφορᾶς φοιτητῶν τοῦ πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, περὶ χορηγίας εἰς αὐτοὺς διαρκῶν εἰσιτηρίων τροχιοδρόμων, ὁ κ. Τζερμιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§34Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἀφορᾷ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ παρακαλῶ ὅπως διατάξῃ διὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ ἐπιτρόπου τὴν ἠλεκτρικὴν ἑταιρίαν Θεσσαλονίκης, ὅπως χορηγήσῃ τὰ δωρεὰν εἰσιτήρια τὰ ὁποῖα ζητοῦν οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται περὶ μιᾶς ὀλιγαρίθμου ὁμάδος εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παραχωρηθοῦν αὐτὰ τὰ εἰσιτήρια, διότι τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης εἶναι νεοσύστατον καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προστατευθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι πτωχοὶ καὶ δὲν ἔχουν τὰ μέσα νὰ ζήσουν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαμαρᾶς, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§36Μ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Ἡ ἑταιρία πρόκειται νὰ κάμῃ ἔκπτωσιν 40%. Ἡ ἔκπτωσις ὅμως αὐτὴ εἶναι πολὺ μικρά, νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον μία ἔκπτωσις πολὺ μεγαλυτέρα, νὰ δοθοῦν δηλαδὴ εἰσιτήρια τοιαῦτα, οἷα δίδονται εἰς τοὺς μαθητάς. Παρακαλῶ λοιπόν, νὰ ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὸ ζήτημα, διότι πρόκειται περὶ ἀπόρων φοιτητῶν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀποστόλου.
§38Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν, κ. Πρόεδρε.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσακμάνης.
§40Σ. ΤΣΑΚΜΑΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ κ. Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§42Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ ἑταιρία εἶναι διατεθειμένη νὰ κάμῃ μίαν ἔκπτωσιν εἰς τοὺς φοιτητάς. Πάντως δωρεὰν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δοθοῦν εἰσιτήρια καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ἀντίληψις, ὅτι ἠμπορεῖ κάθε ὁμὰς ἀνθρώπων, νὰ λαμβάνῃ δωρεὰν εἰσιτήρια, μία μαθηματικὴ ἔκπτωσις, ἀσφαλῶς πρέπει νὰ δίδεται.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Χριστοδούλου, ὁ κ. Μαντᾶς.
§44Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Καὶ ἄλλοτε, κ. βουλευταί, εἶχον ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης διὰ τὰς καταπιέσεις τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ πολῖται ἐξ αἰτίας της. Ἤδη εἷς πολίτης παραπονεῖται ἐναντίον τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης διὰ τὴν ἑξῆς ὑπόθεσιν: Παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐμίσθωσε τὸ 1927 ἓν τμῆμα τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης τῆς μονῆς Ἁγίου Θεολόγου. Ἐγένετο συμβόλαιον διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίσθη μίσθωμα ἐξ 77.325 δρ. Κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου κατέβαλε τὴν πρώτην δόσιν ἐκ δραχμῶν 19.333. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἀκόμη παραλάβῃ τὸ μίσθιον κτῆμα, τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας προέβη εἰς ἀπαλλοτρίωσιν μέρους τοῦ μισθωθέντος κτήματος. Ἡ ἔκτασις δὲ τῆς ἀπαλλοτριωθείσης ἐκτάσεως ἀνῆλθεν εἰς 500 καὶ πλέον στρέμματα. Σημειωτέον, ὅτι εἰς τὸ μισθωθὲν κτῆμα εὑρίσκοντο καὶ 250 ἐλαιόδενδρα τὰ ὁποῖα ἀπηλλοτριώθησαν δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργείου Γεωργίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐκτάσεως ταύτης ἀπηλλοτριώθησαν καὶ ἕτερα 150 στρέμματα. Μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ταύτην τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ ἡ Ἀεροπορικὴ Ἄμυνα, ἐγνωστοποίησαν εἰς τὸν μισθωτὴν τοῦτο. Σήμερον ἔρχεται ἡ Ἀεροπορικὴ Ἄμυνα καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ, νὰ καταβάλῃ τὸ ὅλον τοῦ μισθώματος τῶν 77.000 δρχ. Ὁ μισθωτὴς οὗτος ἤσκησεν ἀνακοπὴν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου, ἥτις θὰ ἐκδικασθῇ τὴν 23 Ἰανουαρίου 1929. Ἡ Ἀεροπορικὴ Ἄμυνα παρ’ ὅλας τὰς ἐπικλήσεις τοῦ πολίτου τούτου νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τὸ ὁποῖον θὰ καθορίσῃ, ποῖον εἶναι τὸ καταβλητέον μίσθωμα, αὕτη ἐξακολουθεῖ νὰ τοῦ θέτῃ προθεσμίας 10ημέρους μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ὁποίων ἀπειλεῖ, ὅτι θὰ προβῇ εἰς προσωπικὴν κράτησιν. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ Ἀεροπορικὴ Ἄμυνα ἐξακολουθεῖ νὰ πιέζῃ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν βασιζομένη ἐπὶ ἑνὸς νομοθετικοῦ διατάγματος τὸ ὁποῖον πάντες γνωρίζομεν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§45Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Λάβετε τὸν κόπον, νὰ ἔλθετε εἰς τὸ ὑπουργεῖον μαζὶ μὲ τὴν ἀναφοράν, γιὰ νὰ δοῦμε τί μποροῦμε νὰ κάνωμεν.
§46Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἔχει γραφῆ, ὡς ἐπερώτησις καὶ θὰ συζητηθῇ καὶ μὲ τὰς ἐπερωτήσεις. Πρέπει ὅμως ἡ Κυβέρνησις, νὰ λάβῃ ριζικὰ μέτρα διὰ τὴν Ἀεροπορικὴν Ἄμυνα.
§47Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἤδη καταρτίζεται νομοσχέδιον, διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι σκιώδης ἡ ἐξουσία καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης. Ἐπὶ τοῦ παρόντος λάβετε τὸν κόπον νὰ περάσητε ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζῖσκος, ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Στυλίδος.
§49Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἀφορᾷ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Οἱ κάτοικοι Στυλίδος διαμαρτύρονται, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον των μένει ἄνευ διδασκάλων. Ὑπάρχει εἷς ἑλληνοδιδάσκαλος ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας του δὲν ἐπαρκεῖ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διατάξητε ὅπως σταλοῦν τὸ ταχύτερον ἑλληνοδιδάσκαλοι εἰς τὸ σχολεῖον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαλαμίδας.
§51Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, κύριε Πρόεδρε καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ φροντίσῃ καὶ διορίσῃ διδάσκαλον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον Στυλίδος.
§52Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διωρίσθησαν ἤδη.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς καθηγητῶν θεωρητικῶν μαθημάτων μέσης ἐκπαιδεύσεως, περὶ διαβαθμίσεως αὐτῶν, ὁ κ. Τηλυκίδης.
§54Γ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἀφορᾷ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Κύριε ὑπουργέ, εἰς τὰς τάξεις τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὑπάρχει μία κατηγορία διδασκάλων οἱ ὁποῖοι εἶναι καταδικασμένοι εἰς στασιμότητα. Ἐνῷ εἰς ὅλους τοὺς λειτουργοὺς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἔχει ἐφαρμοσθῇ ἀνάλογος καὶ ὁ βαθμὸς καὶ ὁ μισθός, εἰς τοὺς δευτεροβαθμίους αὐτοὺς διδασκάλους, δὲν ἐδόθη ὁ μισθὸς ὁ ὁποῖος ἔπρεπεν. Ὑπάρχει κἄποιο νομοθετικὸν διάταγμα, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη διότι προσέκρουσεν εἰς τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἡ τάξις αὐτὴ τῶν διδασκάλων ἀδικεῖται, διότι ἐνῷ ἄλλοι ἔχοντες τὰ αὐτὰ προσόντα καὶ μικρότερα, ἔχουσιν βαθμὸν γραμματέως αʹ, ὅλοι οἱ διδάσκαλοι τῶν θεωρητικῶν μαθημάτων ἔχουσιν βαθμὸν γραμματέως βʹ καὶ δὲν δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν γραμματέως αʹ. Θὰ ἦτο καλὸν τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη τότε, νὰ τροποποιηθῇ, ὥστε μαζὶ μὲ τὸν βαθμὸν νὰ δίδεται καὶ ὁ μισθός.
§55Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Προσκρούει ἀκόμη τὸ ζήτημα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξανθόπουλος, ἐπὶ ἀναφορᾶς προσφύγων Σταυροῦ, περὶ παραχωρήσεως τοῦ ¼ τοῦ δάσους Σταυροῦ.
§57Α. ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ βόρειον ἄκρον τῆς Χαλκιδικῆς, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς παραλίας, ἐκεῖ ὅπου καταλήγει ὁ μικρὸς σιδηρόδρομος Σαρακλῆ–Σταυροῦ καὶ εἰς τὴν ἄκρην τοῦ δάσους εἰς τὸ ἀγρόκτημα Σταυροῦ, ἐγκατέστησεν πρὸ πενταετίας ὁ ἐποικισμὸς 350 οἰκογενείας προσφύγων, ὑλοτόμων καὶ ἀνθρακέων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὑποσχεθεὶς εἰς αὐτούς, ὅτι θὰ ἐργάζωνται, νεμόμενοι τὰ δασικὰ προϊόντα τοῦ ¼ τοῦ ἐξ ἀδιαιρέτου δάσους Σταυροῦ, ὅπερ κατὰ τὰ ¾ εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης ἰατροῦ Οἰκονόμου καὶ τὸ ¼ τοῦ δημοσίου. Ἀπὸ τὸ ἀγρόκτημα αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, μόλις τὰ 3500–4000 στρέμματα εἶναι καλλιεργήσιμα καὶ ταῦτα διενεμήθησαν, ὡς ἀπαλλοτριωθεῖσα ἔκτασις εἰς τοὺς ἀκτήμονας Βρασνῶν καὶ παλαιοῦ Σταυροῦ, μόλις ἀνὰ ἓν στρέμμα δὲ εἰς τοὺς ἐκεῖ ἐγκατασταθέντας πρόσφυγας. Καὶ τοῦτο τοὺς ἐδόθη διὰ νὰ ζήσουν ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν θὰ τοὺς προσεπόριζον τὰ δασικὰ προϊόντα, διότι ὡς εἶπον καὶ ἀνωτέρω, εἶναι σχεδὸν ὅλοι οἱ ἐγκατασταθέντες πρόσφυγες ἀνθρακεῖς καὶ ὑλοτόμοι. Ἐν τούτοις ἀπὸ μηνὸς καὶ πέραν παρουσιάσθη ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀρχικὸς ἰδιοκτήτης τοῦ ἀγροκτήματος τούτου Ναζὶρ Ζαδὶ Μεμὲτ βέης, Τοῦρκος μὴ ἀνταλλάξιμος μὲ πιστοποιητικὰ τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς καὶ ζητεῖ νὰ πωλήσῃ τὸ μερίδιόν του. Ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μὲ διαφόρους ἀγοραστὰς καὶ πρὸ παντὸς μὲ τὸν ἰδιοκτήτην τῶν ¾ τοῦ δάσους, κύριον Οἰκονόμου, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεφώνησε τὸ ποσὸν τῶν 4.000 λιρῶν Ἀγγλικῶν. Ὡς ἐπληροφορήθησαν δὲ καὶ καταγγέλλουν ἐν τῇ ἀναφορᾷ των οἱ κάτοικοι Σταυροῦ, ὁ κ. Οἰκονόμου ἔδωκε καὶ προκαταβολὴν διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ ὑπολοίπου ¼ τοῦ δάσους. Δεδομένου, ὅτι ὁ ῥηθεὶς κύριος, μόνον διότι εἶχεν τὰ ¾ τοῦ δάσους, ἔφερεν μεγάλας δυσκολίας εἰς τοὺς ἐκεῖ ἐγκατασταθέντας πρόσφυγας καὶ πολλάκις καὶ προσωρινὰ μέτρα ἐξήσκησε κατ’ αὐτῶν καὶ ὅτι οὐδένα ἐργάτην ἐλάμβανεν διὰ τὸ δάσος του ἐξ αὐτῶν, διὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσῃ, μὴ ἔχοντας πόρον ζωῆς νὰ φύγωσι. Φαντάζεσθε, κύριε πρόεδρε, ποῖα μέτρα θὰ ἐφαρμόσῃ, ὅταν ἐξαγοράσῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπον, ὅπερ ἔμεινεν διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν προσφύγων, δάσος τοῦ δημοσίου καὶ πόσαι προστριβαὶ θὰ προκύψωσι μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων, ὅταν γίνῃ ἀπόλυτος κύριος τοῦ δάσους ὁ Οἰκονόμου. Ἀκριβῶς ἐφέτος ὁ Οἰκονόμου ἐμάνδρωσε μὲ συρματοπλέγματα ὅλην τὴν περιφέρειαν τοῦ ἀνήκοντος εἰς αὐτὸν δάσους καὶ τοὺς ἄφησε μόνον τὰ σπίτια τους, ἐπειδὴ δὲ οἱ κάτοικοι ἐχάλασαν τὰ συρματοπλέγματα, εὑρίσκονται τώρα εἰς τὰ δικαστήρια μὲ τὸν Οἰκονόμου. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς των λοιπόν, κρούουν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου καὶ παρακαλοῦσι τὸν κ. ὑπουργόν τῆς Γεωργίας, ὅπως μὴ ἐπιτρέψῃ ἐπ’ οὐδενί λόγῳ τὴν πώλησιν αὐτῶν τῶν μεριδίων, ἀλλὰ νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν μέριμναν νὰ μείνουν εἰς τὸ δημόσιον, διότι ἄλλως οἱ πρὸ πενταετίας ἐγκατασταθέντες ἀκτήμονες γηγενεῖς καὶ πρόσφυγες, μὴ ἔχοντες πόρον ζωῆς, θὰ ἀναγκασθῶσιν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸν συνοικισμὸν τῶν διαρρέοντες εἰς τὰς πόλεις, πρὸς βλάβην αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους.
§58Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου, κύριε συνάδελφε, τὰ παράπονα τῶν κατοίκων Σταυροῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὡς μοὶ ἐπληροφορήσατε, ὁ ὀθωμανὸς εἶναι μὴ ἀνταλλάξιμος ἔχων τὰ χαρτιὰ τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι σχεδὸν ἀδύνατον, νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς αὐτὸν νὰ πωλήσῃ, νὰ διαχειρισθῇ ἐλευθέρως τὴν περιουσίαν του.
§59Α. ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν εἶπα αὐτό, κύριε ὑπουργέ. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ μὴ γίνῃ ἀπόλυτος κύριος τοῦ δάσους ἡ Οἰκονόμου καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐπὶ τούτου, μίαν μέσην λύσιν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω ἰδιαιτέρως τὸν κ. ὑπουργὸν νά δώσῃ προσοχήν. Ἐὰν τὸ δάσος δὲν δύναται νὰ ἀγορασθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ τὸ ἀγοράσῃ ὁ Ἐποικισμὸς καὶ νὰ συμψηφισθῇ ἢ νὰ πληρωθῇ ὑπὸ τῶν προσφύγων χρεωλυτικῶς. Ἐδῶ ἤθελον νὰ καταλήξω καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου, διότι πρόκειται περὶ ἀνθρώπων κυριολεκτικῶς μὴ ἐχόντων πόρον ζωῆς.
§60Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ μελετηθῇ. Ὅταν ὑποβληθῇ ἡ σχετικὴ αἴτησις πωλήσεως, θὰ ἐξετασθοῦν ἐὰν ὑπάρχουν γεωργικαὶ ἀνάγκαι καὶ ποῖαι.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος, ἐπὶ ἀναφορᾶς Γεν. Ἑνώσεως ἀναπήρων Ἀττικῆς, περὶ χορηγίας ἀδείας τυχηρῶν παιγνιδίων.
§62Π. ΦΛΩΡΟΣ. Οἱ ἀνάπηροι πολέμου ζητοῦν, ὅπως τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τοὺς ἐπιτρέψῃ καὶ ἐγκαταστήσουν τυχηρὰ παιγνίδια κατὰ τὰς ἑορτάς. Συμφώνως μετὰ τῆς ἀντιλήψεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ἀσχημίας, ἀλλὰ λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τί καλὰ θὰ κάμῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἡ ἀσχημία ὑπὸ τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας ὑπὸ τὰς ὁποίας πιέζονται, λέγω, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἐμφανισθῇ ἡ πρωτεύουσα μὲ μικρὰν ἀσχημίαν καὶ νὰ πληρωθῶσιν μερικαὶ ἀνάγκαι βιωτικαὶ τῶν αἰτούντων, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς μὲ τὸ ἐπίδομα μόνον τοῦ Κράτους, θὰ μείνωσιν τὰς ἡμέρας αὐτὰς νηστικοί. Ἐπιπροσθέτως διὰ τῆς λειτουργίας αὐτῆς τῶν παιγνιδίων θὰ πληρωθῇ καὶ μία φυσική, οὕτως εἰπεῖν, τακτικὴ ἡ ὁποία τηρεῖται εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις τοῦ νὰ δοκιμάζουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ τὴν τύχην τους. Καὶ εἶναι ὀλιγοδαπανηρότερον καὶ προφυλακτικώτερον διὰ τὴν σακκοῦλαν τοῦ πτωχοῦ τὴν ὁποίαν ἴσως ἡ ὑπηρεσία ἤθελεν νὰ προασπίσῃ, τὸ νὰ ὑπάγῃ μὲ τὸ παιδί του καὶ νὰ παίξῃ καμμιὰ κούκλα, παρὰ νὰ κλεισθῇ εἰς ἕνα καφφενεῖον διά νὰ παίξῃ τὴν πρέφαν του.
§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ τὴν κούκλαν θὰ παίξῃ καὶ στὸ καφφενεῖον θὰ πάγῃ.
§64Π. ΦΛΩΡΟΣ. Στὸ παιγνίδι θὰ πάγῃ μιὰ στιγμή, ἐνῷ εἰς τό καφφενεῖον θὰ χάσῃ ὅλον τὸ μεροκάματό του. Ἄλλως τε στὸ παιγνίδι τὰ λεπτά του θὰ τὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἀναπήρους τοὺς ὁποίους ἡ Πατρὶς δὲν ὑποστηρίζει ὅπως ἔπρεπε.
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει ληφθῆ μέριμνα. Μίαν ἡμέραν μ’ ἐσταμάτησαν εἰς τὸν δρόμον ἐπιτροπὴ ἕως 80 ἀναπήρων οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐφώναζον, διὰ νὰ τοὺς ἐπιτρέψω νὰ ἐγκαταστήσουν τυχηρὰ παιγνίδια στοὺς δρόμους. Τοὺς εἶπα λοιπὸν, ὅτι θὰ σᾶς δώσωμεν ἕνα βοήθημα καὶ νὰ λείψῃ ἡ ἀσχημία αὐτή. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἐπέμενε πολὺ ὁπότε οἱ ἄλλοι τοῦ εἶπον «καλὰ τὰ λέγει ὁ πρόεδρος». Τέλος ἐδέχθηκεν καὶ ἐκεῖνος, ἔπειτα ἐχειροκρότησαν καὶ ἔφυγαν εὐχαριστημένοι.
§66Π. ΦΛΩΡΟΣ. Πολὺ καλά, ἀποφασίσετε νὰ τοὺς βοηθήσητε, εἶναι ἀνάγκη ὅμως κ. Πρόεδρε, νὰ τοὺς δώσητε τὸ βοήθημα αὐτὸ ἐγκαίρως, ἔστω καὶ διὰ συνάψεως δανείου.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος, ἐπὶ ἀναφορᾶς Κ. Γεωργιάδου, παρακαλοῦντος νὰ γίνουν δεκταὶ αἱ ἐκπρόθεσμοι δηλώσεις τῶν οἰκιῶν.
§68Π. ΦΛΩΡΟΣ. Διὰ νὰ προστατευθῇ ἡ στέγη ἐν Ἀθήναις ἐδόθησαν πλεῖσται εὐκολίαι, διὰ τοὺς οἰκοδομοῦντας νέα σπίτια καὶ τὸ ἀφορολόγητον ἐπὶ 10–25 ἔτη. Πολλοὶ ὅμως τῶν ἰδιοκτητῶν μὴ γνωρίζοντες, ὅτι ἤδη ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας θὰ ὑποβάλλωσιν τὰς αἰτήσεις των εὑρίσκονται πρὸ τοῦ ἐντάλματος τοῦ ἐφόρου, ὅπως καταβάλουσιν φόρον ἐπειδὴ ὑπάρχει σωρεία τοιούτων αἰτήσεων ἐκπροθέσμων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ παρακαλέσω τὴν καρέκλαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπειδὴ ἀπουσιάζει, νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἵνα ὅλαι αἱ αἰτήσεις αὐταὶ θεωρηθῶσιν ἐκπρόθεσμοι καὶ διὰ νὰ ἐξετασθῇ τὸ βάσιμον καὶ πραγματικὸν τοῦ ζητήματος. Τίποτε ἐπὶ πλέον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Καλαντζάκος, ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Μεταξάδων.
§70Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς μονῆς τῶν Μεταξάδων, κ. ὑπουργέ, λόγῳ τῆς ἐνσκυψάσης θυέλλης, ἡ ὁποία ὄχι μόνον συμπαρέσυρε τὸν ἐλαιόκαρπον, ἀλλὰ συνέτριψε καὶ αὐτὰς τὰς ἐλαίας των, εὑρίσκονται ἐν πλήρει ἀπογνώσει, διότι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ φορολογία τοὺς πιέζει. Θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ παρακαλέσω, ὅπως ληφθοῦν προστατευτικὰ μέτρα, διὰ τὴν ἐνίσχυσιν αὐτῶν.
§71Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ μοῦ σταλῇ παρακαλῶ ἡ ἀναφορά.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀσκεπίδης, ἐπὶ ἀναφορᾶς προσφύγων παντοπωλῶν Θεσσαλονίκης.
§73Ν. ΑΣΚΕΠΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ μικρῶν δανείων 3–20 χιλιάδων δραχμῶν τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἶναι ἐκ τῶν ὑπομνησθέντων οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν λῆξιν τῶν γραμματίων των, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσουν καὶ ἐζήτησαν παράτασίν τινα. Δυστυχῶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καίτοι εἶναι γνωστὸν ὅτι δανείζει ὑπὸ πᾶσαν ἐξασφάλισιν τῶν χρημάτων της, δὲν ἐδέχθη νὰ δώσῃ τὴν παράτασιν αὐτὴν καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ στενοχωροῦνται καὶ ἐκδίδονται ἐντάλματα καὶ φυλακίζονται. Φρονῶ, ὅτι ὁ δρόμος τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ τράπεζα ἐν προκειμένῳ, δὲν εἶναι ὁ ἐνδεδειγμένος διὰ τὴν εἴσπραξιν ὠφειλῶν καὶ ὅτι τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ καταλήγει εἰς καταστροφὴν διὰ τὸν δανειστήν. Ἀπετάνθην εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος ἔδειξε πραγματικῶς μεγάλον ἐνδιαφέρον καὶ ὑπεσχέθη νὰ συστήσῃ εἰς τὴν τράπεζαν τὴν παροχὴν πάσης εὐκολίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§74Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἀπὸ μηνῶν ἤδη τὸ ὑπουργεῖον συνέστησε τὴν ἀποφυγὴν πιεστικῶν μέτρων κατὰ τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου, ὅστις διατελεῖ ὑπὸ συνθήκας δυσχερεῖς. Κατὰ τὴν σύστασιν ταύτην ἐκάμαμεν πρὸς ἅπαντα τὸν τραπεζιτικὸν κόσμον, ὅστις μετὰ προθυμίας ἐδέχθη νὰ διευκολύνῃ τοὺς ὀφειλέτας. Παρακαλῶ νὰ μοῦ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ τῶν παντοπωλῶν Θεσσαλονίκης, ἵνα ἐπαναλάβω τὰς συστάσεις μου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§75Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασις, διότι καὶ ἐγὼ σήμερον μετέβην εἰς τὴν τράπεζαν, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀνθρακόπουλος, ἐπὶ ἀναφορᾶς προσφύγων Σερρῶν.
§77Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν πόλιν Σερρῶν ἔχουν συσταθῆ 2 γραφεῖα, τὸ γραφεῖον Ἀνταλλαγῆς καὶ τὸ γραφεῖον πληροφοριῶν αὐτῆς, ὅπως ἐξυπηρετήσουν τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς περιφερείας αὐτῆς. Ὁ ὑπάλληλος τοῦ γραφείου Ἀνταλλαγῆς, ἀπὸ ἑξαμήνου τοποθετημένος ἐκεῖ, οὐδέποτε ἔπραξε τὸ καθῆκον του, διότι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐτοποθετήθη ἐκεῖ, ἀσχολεῖται περισσότερον εἰς τὰ χαρτοπαίγνια παρὰ νὰ ἐξυπηρετῇ τὸν κόσμον. Κατηγγέλθη οὗτος προηγουμένως ὑπὸ τῶν πολιτῶν καὶ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὸ ὑπουργεῖον Γεωργίας. Τοῦτο διέταξε τὸν ἐκεῖ ἐπιθεωρητήν, νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ ἐκ τῶν ἀνακρίσεων αὐτῶν προέκυψεν, ὅτι ἦτο χαρτοπαίκτης καὶ ὅτι προσελάμβανεν ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους ἐξηπάτα, ἄλλους μετὰ 5 ἡμέρας καὶ ἄλλους μετὰ 10 ἡμέρας, ὅτι δῆθεν θὰ προσελαμβάνοντο διὰ προτάσεώς του καὶ κατόπιν τοὺς ἐξεδίωκε ἐκ τοῦ γραφείου μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν 10 ἡμερῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐδημιουργεῖτο ἕνας φαῦλος κύκλος ἐντὸς τοῦ γραφείου, ὥστε νὰ μὴ ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων, τὰ ὁποῖα ἐτάχθη νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, τὸ γραφεῖον πληροφοριῶν, τὸ ὁποῖον εἶχεν πολὺ μεγάλην σημασίαν τοῦ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν προσφυγικὸν κόσμον ἀπὸ τῶν ἐκμεταλλεύσεων τῶν μεσαζόντων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀνελάμβανον δῆθεν νὰ διευκολύνουν αὐτούς, τὸ γραφεῖον αὐτὸ τῶν πληροφοριῶν, ἀπὸ δίμηνον ἔπαυσε νὰ λειτουργῇ, οἱ δὲ πρόσφυγες δικαιοῦχοι ἀπευθύνονται εἰς διάφορα πρόσωπα καὶ εἰς δικηγόρους, διὰ νὰ μπορέσουν νὰ μάθουν περὶ τῆς τύχης τῆς ἀποζημιώσεώς των. Τὸ πρᾶγμα ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἀστῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ μέσα ν’ ἀπευθυνθοῦν ὁπουδήποτε, δὲν θὰ ἦτο τόσον σπουδαῖον, ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ τῶν ἀγροτῶν οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν κατὰ τίνα τρόπον νὰ ἐνεργοῦν καὶ ἀπευθύνονται εἰς διαφόρους δικηγόρους καὶ τοὺς ἐξαντλοῦν καὶ τοὺς παίρνουν τὰ 20% καὶ γίνεται οὕτω μία ἐπανάληψις τῶν ἀποζημιώσεων τῶν ὁμήρων, οἱ ὁποῖοι ἐξηντλήθησαν, ὑπὸ δικηγόρων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ εὐαρεστηθῇ τὸν μὲν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἑβδομάδας κλείει τὸ γραφεῖον του, ἀδιαφορῶν διὰ τὴν τύχην τῆς ὑπηρεσίας του, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἀνακαλύπτῃ τὰ καταπατούμενα Μουσουλμανικὰ κτήματα, νὰ διατάξῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, νὰ ἀπέλθῃ ἐκεῖθεν, διότι ζημιώνει τὴν ὑπόθεσιν τῶν προσφύγων, νὰ ἀποστείλῃ δὲ ἄλλον ὑπάλληλον εἰς τὸ γραφεῖον πληροφοριῶν καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ καὶ τοὺς ἀστοὺς δικαιούχους καὶ τοὺς ἀγρότας ἀπὸ τὴν τυραννίαν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν.
§78Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, ὅτι ἤκουσα τὰ καταγγελλόμενα ὑπ’ αὐτοῦ, ἀναμένω δὲ νὰ πιστοποιηθῶσι ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἡ ὁποία διέταξεν νὰ ἐνεργηθῶσιν αὐστηρόταται ἀνακρίσεις νὰ εἶναι βέβαιος δέ, ὅτι ὄχι μόνον θὰ τὸν μεταθέσω, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν στείλω εἰς τὸν οἶκον του.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς δικαστικῶν κλητήρων, ὁ κ. Παπαθανάσης.
§80Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Συνιστῶ κ. Πρόεδρε τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλογερᾶς.
§82Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ προτείνωμεν εἰς ἀποφάσεις, περὶ αὐξήσεως δαπανῶν, ἀλλὰ διὰ τὰ πρόσωπα αὐτά, τοὺς κατωτάτους αὐτοὺς ὑπαλλήλους, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ κἄποια μέριμνα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς αὐτοὺς σήμερον, ν’ ἀντεπεξέλθωσιν εἰς τὰς σημερινὰς μεγάλας δαπάνας τοῦ βίου.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντᾶς, ἐπὶ ἀναφορᾶς κοινότητος Μαραθῶνος.
§84Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας γνωρίζει τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ τῆς ἐπιτοπίου μεταβάσεώς του. Ἀφορᾷ τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς συνοικισμοῦ ἀποκαταστάσεως ἐντὸς τοῦ Μαραθῶνος. Οἱ κάτοικοι τοῦ Μαραθῶνος ζητοῦσι ν’ ἀφεθῇ ἕνας χῶρος, διὰ τὴν ἵδρυσιν σχολείου γεωργικοῦ, γυμναστηρίου καὶ δέχονται νὰ παραχωρήσωσι παραπλεύρως ἴσην ἔκτασιν εἰς τὸ μέρος ὅπου θὰ γίνῃ ὁ συνοικισμός. Σημειώσατε, ὅτι τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ζητοῦσι, διὰ τὴν ἵδρυσιν σχολείων καὶ γυμναστηρίων κλπ. ἔχει ὑποδείξει τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὸ ὁποῖον δι’ ἐγγράφου ὑπέδειξε τὸν χῶρον ἐκεῖνον, ὡς κατάλληλον διὰ τὴν ἵδρυσιν Ἑλληνικοῦ σχολείου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι συντηρεῖ ἡ κοινότης ἡ ἰδία, διότι τὸ Κράτος δὲν θέλει νὰ πληρώσῃ οὔτε αὐτοὺς τοὺς καθηγητάς. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς ἀπαλλοτριώσεως αὐτὸς ὁ χῶρος ἐφ’ ὅσον οἱ κάτοικοι παραχωροῦσιν παραπλεύρως ἄλλα στρέμματα, διὰ τὴν ἵδρυσιν συνοικισμοῦ ἀγροτικοῦ παρὰ πάντα νόμον, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱ πρόσφυγες ἐκεῖ πρέπει νὰ ἀποκατασταθοῦν ἀστυκῶς καὶ οὐχὶ ἀγροτικῶς, καθ’ ὅσον ὁ συνοικισμὸς εὑρίσκεται 1½ ὥρα μακρὰν τοῦ Μαραθῶνος. Ἀλλὰ παρ’ ὅλ’ αὐτὰ διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι ἡμεῖς ἀποκρούομεν τὴν ἵδρυσιν τοῦ συνοικισμοῦ, δὲν ζητοῦμεν εἰ μὴ νὰ ἀφεθῇ ἀρκετὸς χῶρος ἀναπαλλοτρίωτος καὶ παρέχομεν εἰς ἄλλο μέρος τὸν αὐτὸν χῶρον. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ δίκαια αἰτήματα τῆς κοινότητος. Συγχρόνως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἑξῆς ζήτημα: Ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ πρόσφυγες οἱ ὁποῖοι πρόκειται ν’ ἀποκατασταθοῦν ἐκεῖ ἀγροτικῶς, ἔχουν λάβει ἀποζημιώσεις δι’ ἀστικὴν ἀποκατάστασιν. Θὰ ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τοῦτο, διότι οἱ πρόσφυγες οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν ἐκεῖ τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν, ἔχουν λάβει ἀποζημιώσεις καὶ θὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν, ὅπως δι’ ἰδικῆς ἐπερωτήσεως μᾶς πληροφορήσητε ποῖοι θὰ ἀποκατασταθοῦν εἰς τὸ τμῆμα αὐτὸ καὶ ἂν ἀληθεύῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀγρόται, ἀλλὰ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἀστικὰς ἀποζημιώσεις.
§85Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος λέγει, ὅτι οἱ ἀποκατασταθέντες εἰς τὸν Μαραθῶνα πρόσφυγες εἶναι ἀστοί. Ἐγὼ γνωρίζω καὶ γνωρίζει καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου, ὅτι εἶναι ἀγρόται καὶ ἀπεκατεστάθησαν ἀγροτικῶς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔφερε τοὺς κατοίκους Μαραθῶνος εἰς διένεξιν μὲ τοὺς πρόσφυγας, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ συνοικισμοῦ. Τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπαλλοτριωθῆ πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ συνοικισμοῦ, εἶναι καταλληλότατον κατὰ τὴν προσωπικήν μου ἀντίληψιν. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ χωρίου, εἶναι ἀγρὸς ὁ ὁποῖος ἐκαλλιεργεῖτο συνεχῶς, συνεπῶς δὲν φέρει κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ χωρίου. Δὲν βλέπω ἐπίσης κατὰ τὶ ὁ συγχρωτισμὸς τῶν προσφύγων καὶ γηγενῶν θὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς κοινότητος Μαραθῶνος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς μικρᾶς ἐκτάσεως, διὰ τὴν ἀνέγερσιν διδακτηρίων, τὸ ὑπουργεῖον μόλις θὰ λάβῃ ἀφορμήν, θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καί θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Ἀλλ’ ἔχω νὰ βεβαιώσω καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἀπαλλάξω τῶν ἀνησυχιῶν τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι μεταβαίνων εἰς Μαραθῶνα παρετήρησα, ὅτι πλεῖστα καταστήματα λειτουργοῦν, διὰ προσφυγικῶν χειρῶν, πρόσφυγες ἔχουν τά καλλίτερα καφφενεῖα καὶ ἀκόμη καὶ τὸ μοναδικὸν φαρμακεῖον τοῦ τόπου, ἀνήκει εἰς πρόσφυγα. Συνεπῶς ἔχει ἐπέλθει πλήρης συγχρωτισμὸς μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων.
§86Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶπον τὸ ἀντίθετον.
§87Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἑπομένως προκειμένου περὶ κοινωφελοῦς ἔργου, ὅπως εἶναι τὸ σχολεῖον, θὰ φροντίσω νὰ παραχωρηθῇ ὁ χῶρος ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία θὰ ὑποδείξῃ.
§88Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Δέχεται ἡ κοινότης νὰ παραχωρήσῃ παραπλεύρως χῶρον.
§89Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔχει καλῶς. Θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα αὐτό, ἅμα τῇ ἀποστολῇ τῆς ἀναφορᾶς εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμπληρωθείσης τῆς ὥρας, αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ τακτικὸς Πρόεδρος κ. Ι. Τσιριμῶκος).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον, περὶ στρατιωτικῆς ἱεραρχίας καὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν».
§92Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§94Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρὸ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, παρακαλῶ κ. Πρόεδρε, νὰ καταθέσω μερικὰ νομοσχέδια.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§96Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι γνωστόν, κ. βουλευταί, ὅτι μετὰ τὰς δοκιμασίας τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ πληθυσμὸς ἐκ τῶν στρατεύσεων τῶν μακρῶν καὶ ἐκ τῶν πολέμων, πλεῖστοι προσεβλήθησαν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἐπιβάλεται εἰς τὸ Κράτος νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν θεραπεύσῃ, νὰ καταστήσῃ τὰς τελευταίας αὐτῶν ἡμέρας: μᾶλλον ἀνωδύνους. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψω τὴν ἀνέγερσιν σανατορίων ἐκεῖ ὅπου ἐνδείκνυται ἐκ τῆς ἐπιστήμης. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ παραχωρήσεως δασικῶν καὶ ἀγροτικῶν καὶ ἄλλων ἐκτάσεων, πρὸς ἵδρυσιν σανατορίων καὶ νοσοκομείων.
§97Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κηρυχθῇ ὑπηρεσιακόν.
§98Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πάντως νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ Κυβέρνησις μεριμνῶσα περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν παραμεθορίων ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἐξαιρετικὰ μέτρα ὅπως ἑδραιώσῃ αὐτὰς ἐν τοῖς συνόροις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων ἐν τοῖς συνόροις ἐγένετο κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ὁ βίος αὐτῶν νὰ εἶναι δυσχερής, ἀφ’ ἑνὸς διότι αἱ γαῖαι αἱ ὁποῖαι παρεχωρήθησαν εἰς αὐτοὺς δὲν ἦσαν ἀρκεταὶ καὶ ἀφ’ ἑτέρου αἱ περιπέτειαι τὰς ὁποίας ἐδοκίμαζαν καὶ δοκιμάζουν, καθιστῶσιν αὐτοὺς ὀλιγώτερον ἐπιμελεῖς εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ αὐτῶν τῶν ὀλίγων ἐκτάσεων καὶ ἑπομένως δυσχεραίνεται ἡ ζωὴ αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις, ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἐξαιρετικὰ μέτρα, ὅπως καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν ζωὴν αὐτῶν εἰς τὴν μεθοριακὴν ζώνην καὶ πρὸς τοῦτο ἐμερίμνησεν, ὅπως τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ μερικὰς φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις καὶ συγχρόνως, νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς μίαν γενναίαν συνδρομήν, ὅπως ἀποκτήσωσιν ὅλα τὰ μέσα τῆς ἀναπτύξεως, ἐκεῖνα δηλαδὴ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα, θὰ καταστήσωσιν τὴν ἐκεῖ διαμονὴν αὐτῶν εὐχερῆ, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὰς ψυχάς των, πᾶσα πρόθεσις καθόδου πρὸς τὰς πόλεις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει συντακτικὴ ἀπόφασις, ἐκδοθεῖσα τόν Ἰούλιον τοῦ 1926, ἡ ὁποία ἐπρονόει περὶ συστάσεως ἐποπτειῶν καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν παραμεθορίων πληθυσμῶν. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄνισον, ὅτι ἡ παραμεθόριος ἐξετείνετο εἰς ἄλλα σημεῖα τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, ὅπως καὶ τὰ σημεῖα τ’ ἀναφερόμενα ἐν τῇ συντακτικῇ ἐκείνῃ ἀποφάσει. Διὰ τοῦτο ἀπεφασίσαμεν νὰ τροποποιήσωμεν τὴν συντακτικὴν ἐκείνην ἀπόφασιν καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἐποπτειῶν ἀποκαταστάσεως παραμεθορίων πληθυσμῶν τῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης», τὸ ὁποῖον ἐπίσης παρακαλῶ, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) Περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13)11)27, περὶ κυρώσεως Ν. Δ. αʹ) τῆς 28)9)25, περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν περὶ ἀνωτέρων σχολῶν γεωπονικῆς καὶ δασολογικῆς νόμων καὶ 2) Περὶ καταργήσεως θέσεων κ.λ.π. ἀνωτέρων σχολῶν γεωπονικῆς καὶ δασολογικῆς.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3397, περὶ συγκροτήσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου».
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναβληθῇ κ. Πρόεδρε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927, περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8 Σεπτεμβρίου 1925, περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν μεταλλευτικῶν νόμων». Ὁ κ. Κωστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§104Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 1 ὅπως καὶ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐκκρεμῶν δηλώσεων τῶν μεταλλείων. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1ου ὁρίζεται, ὅτι τὰ διάφορα μεταλλεῖα τῶν ὁποίων οἱ κύριοι παρῃτήθησαν καὶ τῶν ὁποίων αἱ δηλώσεις ἠτόνησαν ὁπωσδήποτε, δὲν περιέρχονται πάλιν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ δύνανται νὰ χορηγηθοῦν ἐκ νέου εἰς τὸν πρῶτον αἰτητήν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 7ου ἐπιδιώκεται ὁ ἴδιος σκοπὸς προκειμένου περὶ τῶν ἰδιοκτητῶν μεταλλείων οἱ ὁποῖοι ἄφησαν ταῦτα μέχρι σήμερον ἀνεκμετάλλευτα, ὁρίζεται δηλαδή, ὅτι ἐντὸς ὡρισμένης ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας οἱ ἰδιοκτῆται αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἄφησαν ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἄνευ ἐκμεταλλεύσεως τὰ μεταλλεῖα, ἐὰν δὲν καταθέσουν γραμμάτιον 2.000 εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, θὰ ἐκπίπτουν ἀπὸ τῆς κυριότητος τῶν μεταλλείων αὐτῶν. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ 1925, ἔκτοτε δὲ ἴσχυσε κανονικῶς. Μετὰ 2 ἔτη ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ ἐν λόγῳ διατάγματος, δηλαδὴ μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἀφ’ ὅτου ἐξέπνευσεν ἡ ἀνατρεπτικὴ προθεσμία καὶ οἱ ἰδιοκτῆται οὗτοι ἐξέπεσαν τῆς κυριότητος ἐπ’ αὐτῶν, τὸ διάταγμα τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς κύρωσιν, ἡ ὁποία προσέθεσε τὴν τελευταίαν παράγραφον εἰς τὸ ἄρθρον 7ον, διὰ τῆς ὁποίας προσβάλλονται ὅλα τὰ δίκαια τά ὁποῖα ἐκτήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 7ου καθ’ ὅσον ὁρίζει, ὅτι ἂν ἐντὸς τριμήνου νέας προθεσμίας οἱ παλαιοὶ καὶ ἐκπεσῶντες ἰδιοκτῆται καταθέσουν ποσόν τι ὡρισμένον, ἀναβιοῦν τὰ προσβληθέντα δικαιώματά των. Ἡ παράγραφος αὕτη συνεπάγεται τὸ ἑξῆς ἄτοπον: Ὅτι δηλαδὴ εἷς πολίτης βασισθεὶς ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ διατάγματος καὶ ὑποβαλλὼν αἴτησιν, ὅπως χορηγηθῇ εἰς αὐτὸν ἓν μεταλλεῖον, ἐπλήρωσε τὰς 2.000 δραχμὰς τὰς ὁποίας ὥρισε τὸ διάταγμα, ἔμεινε δὲ ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος κύριος τοῦ μεταλλείου αὐτοῦ. Ἦλθε κατόπιν, μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ ὁλόκληρον ἔτος, ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ καὶ διὰ μιᾶς ἁπλῆς ἀποφάσεώς της, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κυρωθῆ, ἀλλὰ σήμερον πρόκειται νὰ κυρωθῇ, καὶ ὥρισεν διὰ τῆς παραγράφου ἐκείνης διὰ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἀχρήστων ἰδιοκτητῶν οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα εἶχον τὰ δικαιώματά των ταῦτα χωρὶς νὰ τὰ ἐκμεταλλεύωνται, ὅτι οἱ πολῖται αὐτοὶ οἱ ὑποβάλλοντες δηλώσεις καὶ ὑποβληθέντες εἰς ἔξοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῆς μορφῆς τοῦ ἄρθρου 7, χάνουν τὰ κεκτημένα ἤδη δικαιώματά των. Νομίζω, ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως Ἐθνικῆς οἰκονομίας, ἄξιοι προστασίας εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται οἵτινες πράγματι ἐπιθυμοῦν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὰ μεταλλεῖα αὐτὰ καὶ ἐπωφελήθησαν τῶν ἀρχικῶν διατάξεων τοῦ νομοθετικοῦ τούτου διατάγματος, ὅπως ἐψηφίσθη αὐτὸ ἀπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ 1928 καὶ οὐχὶ ὅπως ἔχει τροποποιηθῆ ἀπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν τοῦ 1927. Ἔχω ὑποβάλλει σχετικὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ, μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δικαιώσῃ τὰ συμφέροντα τῶν μὴ παραγωγικῶν ἰδιοκτητῶν, τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἔτη μακρὰ ἐκοιμῶντο, ἀλλὰ τοὺς πράγματι διατεθειμένους νὰ ἐργασθοῦν πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν πόρων τῆς χώρας.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰ ἄρθρα 1ον καὶ 2ον τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου)
§107Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δηλῶ, ὅτι ἐκ τῶν τροπολογιῶν τῆς ἐπιτροπῆς δέχομαι τὰ τῶν ἄρθρων 7 καὶ 9.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκει), ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§109Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Διατὶ νὰ μὴ δύναται τὸ δημόσιον, κύριε ὑπουργέ, νὰ ἐκποιῇ τὰ μεταλλεῖα;
§110Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Διότι ὁ σκοπός, κύριε βουλευτά, τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ παραχωρῶνται τὰ μεταλλεῖα εἰς τοὺς ἰδιώτας, διότι τὸ δημόσιον δὲν εἶναι ἐκμεταλλευτής, αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§111Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, λέτε ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «νὰ καλῶνται οἱ ἐνδιαφερόμενοι», διατὶ νὰ μὴ κληθῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ παραστῶσιν εἰς συμβούλιον τοιοῦτον;
§112Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Παρακαλῶ κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ προσωρινῶς ἡ περαιτέρω συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ κληθῇ ὁ εἰσηγητής.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως 1928–1929 ἐπὶ δίμηνον».
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καί σύνολον)
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΤΟΔʹ περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας».
§116Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δίδεται ἀναδρομικὴ ἰσχύς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀμοιβὰς.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται ἐφ’ ἅπαξ)
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν δημοσίων ἐμπορικῶν σχολῶν Χαλκίδος καὶ Ξυλοκάστρου».
§120Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ, διότι διαπράττεται κατάφορος ἀδικία, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἐνῷ ἡ ἐμπορικὴ σχολὴ Ξυλοκάστρου καὶ Χαλκίδος συνεστήθη ὅταν συνεστήθη ἡ σχολὴ Τριπόλεως καὶ συγχρόνως κατηργήθησαν, διὰ λόγους δῆθεν οἰκονομίας, ἤδη συνιστᾶται μόνον τοῦ Ξυλοκάστρου καὶ τῆς Χαλκίδος καὶ ὄχι τῆς Τριπόλεως.
§121Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λειτουργεῖ ἤδη.
§122Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λειτουργεῖ διὰ ξένων δαπανῶν καὶ ὄχι διὰ τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους· ὑπάρχει διαφορά.
§123Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Πολὺ καλά, νὰ ζητήσητε νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ Τρίπολις.
§124Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦμεν τοῦτο, νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ Τρίπολις.
§125Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἴπωμεν δέ, ὅτι θὰ περάσωμεν μόνον ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν δυσκολίαν, αὐτὸ ἔχει δυσκολίαν παρακαλῶ λοιπὸν, ν’ ἀναβληθῇ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 28 Αὐγούστου 1926 Ν. Δ. «περὶ ἐπανιδρύσεως τοῦ ὑπουργείου Ὑγιεινῆς, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως».
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Τήνῳ Ἱεροῦ ἱδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας, περὶ ἐκτελέσεως κοινωφελῶν ἔργων ἐν τῷ ἱερῷ ἱδρύματι καὶ ἐν τῇ πόλει τῆς νήσου Τήνου».
§130Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ ἐπιτροπὴ τὰς δέχομαι, κ. Πρόεδρε.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀλαβάνου;
§132Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον. ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἰδιοκτησίας κατ’ ὀρόφους».
§136Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε, διότι ὑπάρχουν σπουδαῖαι ἀντιρρήσεις, ἐκτὸς ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ συζήτησις.
§137Α. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, βραχυτάτη συζήτησις ἐκ μέρους μου, ὡς εἰσηγητοῦ.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§139Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ὁποίαν διεβιβάσθη τὸ σχέδιον νόμου, περὶ τῆς κατ’ ὄροφον ἰδιοκτησίας, προτοῦ προβῇ εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ εἰς τὰς καθ’ ἕκαστον διατάξεις ἐνόμισεν ὀρθόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κρίνῃ μή τι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἀναστάτωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα λόγῳ τοῦ εὐεξάπτου τοῦ Ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τμήματα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐν Κρήτῃ, ἐν Σάμῳ, ἀπὸ δύο ἐτῶν δὲ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι προκειμένου περὶ τῆς προσφυγικῆς περιουσίας, ἰσχύει ὁ θεσμὸς τῆς κατ’ ὄροφον ἰδιοκτησίας. Διεπιστώθη λοιπὸν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μακρὸν διάστημα τῆς ἰσχύος αὐτοῦ ἰδίᾳ ἐν Ἑπτανήσῳ ὅπου ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1841, δὲν ἤχθη εἰς τὰ δικαστήρια καμμία διαφορὰ μεταξὺ τῶν συνιδιοκτητῶν κατ’ ὄροφον. Εἰς τὰς Πάτρας διευθύνω ἓν τῶν μεγαλυτέρων καὶ τῶν ἀρχαιοτέρων γραφείων. Εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ἐφετείου Πατρῶν, ὑπάγονται 3 πρωτοδικεῖα τῆς Ἑπτανήσου. Ἀνεζήτησα εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ γραφείου μας μή τι ὑπάρχουσιν ὑποθέσεις ἀφορῶσαι τοιαύτας διαφορὰς καὶ δὲν εὑρέθη καμμία. Ἡ Ἑλληνικὴ νομολογία οὐδόλως ἠσχολήθη. Ὅλα αὐτὰ δίδουν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἀφόβως δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν ἕνας θεσμὸς ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ ἔχῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ὡς θὰ ἐκθέσω κατωτέρω. Ἐν τούτοις ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἀποφευχθῇ πᾶσα ἀφορμὴ προστριβῶν μεταξὺ τῶν μελλόντων συνδιοκτητῶν κατ’ ὄροφον, ἔκρινε σκόπιμον καὶ ἀναγκαῖον νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν, νὰ χωρήσῃ ἡ κατ’ ὄροφον διῃρημένη ἰδιοκτησία, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ κοινὴ μεταξὺ τῶν μερῶν συμφωνία ἢ δὲν εἶναι ἀπότοκος διατάξεως τελευταίας βουλήσεως. Καὶ ταῦτα μὲν ἔκρινεν ἡ ἐπιτροπὴ σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἂν ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ἕνας τοιοῦτος θεσμὸς ἐν Ἑλλάδι ἢ μᾶλλον νὰ ἐπεκταθῇ καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν, θεσμὸς ἰσχύων εἰς τμήματα αὐτῆς, προέβη δὲ περαιτέρω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς χρησιμότητος τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Διεπιστώθη λοιπὸν κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ θὰ διηκόλυνε τὰ μέγιστα τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων, θὰ διηκόλυνε τὴν διανομὴν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς αὐτῆς οἰκογενείας, θὰ διηκόλυνε τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν ὡρισμένων προσώπων τὰ ὁποῖα ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς ὡρισμένας οἰκονομικὰς ἀνάγκας, ἠναγκάζοντο ἄλλοτε, νά ἀπαλλοτριῶσιν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν των, ἐνῷ ἤδη ἀπαλλοτριοῦντες τμῆμα τι αὐτῆς, θὰ δύνανται νὰ ἀντεπεξέλθωσι καὶ θεραπεύσωσιν τὴν ἐπιτακτικὴν καὶ ἐπείγουσαν οἰκονομικήν των ἀνάγκην. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ὁ θεσμὸς αὐτὸς κύριοι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ βοηθήσῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ ἐνοικιαστὴς ἤδη ἐπὶ τῇ προόψει τῆς ἄρσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου τρέμει, διότι ἀναλογίζεται, ὅτι θὰ εἶναι ἠναγκασμένος πρὸς εὕρεσιν κατοικίας νὰ τραπῇ εἰς τὰ ἄκρα τῆς πόλεως. Ἀλλ’ ἡ εἰς τὰ ἄκρα τῆς πόλεως κατοικία, ἐπιβαρύνει τὸν μέλλοντα νὰ κατοικήσῃ ἐκεῖ μὲ μεγάλας δαπάνας, δαπάνας συγκοινωνίας, δαπάνας προμηθείας τροφίμων, ἐνῷ ἀντιθέτως, ἐὰν εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τῆς κατὰ ὄροφον ἰδιοκτησίας, θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ μικρῶν σχετικῶς κεφαλαίων, νὰ ἀνεγερθῶσι πολυκατοικίαι ἐντὸς αὐτῆς ταύτης τῆς πόλεως καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης, ὁ πρόσφυξ ὁ σχετικῶς εὔπορος, ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων, διὰ μικρᾶς δαπάνης, ν’ ἀποκτήσῃ ἰδιόκτητον κατοικίαν, ἰδιόκτητον διαμέρισμα, ἰδιόκτητον ὄροφον, διότι αἱ δαπάναι τοῦ ἐδάφους, αἱ δαπάναι τοῦ σκελετοῦ, αἱ δαπάναι τῆς στέγης, αἱ δαπάναι τῆς θερμάνσεως εἶναι ὅλαι κοιναὶ καταμεριζόμεναι μεταξὺ ὅλων τῶν μελλόντων συνδιοκτητῶν, τοῦτο ἄλλως τε θὰ διευκολύνῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν δήμων καὶ τοῦ δημοσίου ἀπέναντι τῶν κατοίκων. Ἤδη αἱ μεγαλουπόλεις ἐπεξετάθησαν εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον κατ’ ἔκτασιν. Τὸ νομοσχέδιον καθιστάμενον νόμος τοῦ Κράτους, θὰ διευκολύνῃ τὴν ἐπέκτασιν τῶν πόλεων καθ’ ὕψος, θὰ εἶναι δὲ δυνατὸν καὶ οἱ δῆμοι καὶ τὸ δημόσιον, ν’ ἀντεπεξέλθωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὁδοποιΐαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν φωτισμόν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποχέτευσιν τῶν μεγαλουπόλεων, θὰ παράσχῃ δὲ ἐργασίαν εἰς ἀρκετοὺς ἀέργους, διότι λόγῳ τοῦ εὐωνοῦ τῆς οἰκοδομήσεως τῶν πολυκατοικιῶν, ὡς τοῦ καταμερισμοῦ τῶν δαπανῶν, θὰ ἄρξηται οἰκοδομικὸς ὀργανισμὸς καὶ ὄχι μόνον οἱ ἄεργοι ἐργάται θὰ εὕρουν ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐμπόριον τῶν οἰκοδομησίμων ὑλῶν, θὰ ζωογονηθῇ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἔχει καθῆκον, νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἀποδοχὴν ἑνὸς θεσμοῦ ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος ἀγαθὰ νὰ δώσῃ ἀποτελέσματα. Εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπερθεματίζων ὁ συνάδελφος κ. Νάκος ἐπρότεινεν, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιληφθῇ καὶ διάταξις τῆς ὑποχρεωτικῆς οἰκοδομήσεως τῶν ἀσκεπῶν οἰκοπέδων καὶ τῆς ὑποχρεωτικῆς προσθήκης ὀρόφων ἐπὶ τῶν ὑπαρχουσῶν οἰκιῶν.
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§141Α. ΜΑΡΚΟΥ. Φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης διατάξεως θὰ ἐλύετο αὐτομάτως καὶ τὸ ζήτημα τῆς στέγης, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ συνετέλει εἰς τὴν καλλιτέραν καὶ ἁρμονικωτέραν τῶν μεγαλουπόλεων ἐμφάνισιν. Ἐν τούτοις ἡ ἐπιτροπὴ λόγῳ τῶν ζητημάτων τῶν ποικίλων καὶ πολυμόρφων τὰ ὁποῖα θὰ ἀνέκυπτον ἐκ τῆς νομοθετήσεως τοιαύτης διατάξεως, ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῇ ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως μελετηθῇ τὸ ζήτημα μετὰ προσοχῆς καὶ ἐμπεριστατωμένως, ἵνα ληφθῇ περὶ τούτου πρόνοια νομοθετική, διὰ νὰ λυθοῦν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἤθελον τυχὸν ἀναφυῇ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ἀρκετὰ συνοπτικόν, ἐνόμισεν λέγω, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει καὶ ὅσα μέχρι σήμερον ἐθεσπίσθησαν καὶ ἰσχύουν εἰς τὰς πλείστας ἐπικρατείας τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης μεταπολεμικῶς, εἰδικῶς δὲ εἰς τὸ Βέλγιον καὶ τὴν Γαλλίαν—εἰς τὴν Γαλλίαν μάλιστα ἠσχολήθη μία ἑταιρία, ἡ Sorieté des études hegislatires ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὸ ζήτημα ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἀπόψεις καὶ διεμόρφωσε τὰ πορίσματα μιᾶς εὐρυτάτης συζητήσεως εἰς ἓν σχέδιον νόμου—ἐνόμισε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ σχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνας τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι εἶναι προωρισμέναι νὰ διευκολύνωσιν τοὺς ἰδιοκτήτας, ν’ ἀπομακρύνωσιν ὅσον εἶναι δυνατὸν κάθε ἀφορμὴν προστριβῆς, νὰ διαμορφώσωμεν δὲ τὸ ζήτημα ἐντελῶς ὁμοιομόρφως δι’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν καταργοῦντες τοὺς νόμους οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα μέρη. Ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπίσης, ὅτι ἔπρεπε νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς συνιδιοκτήτας μίαν δικαιοσύνην εὔωνον καὶ ταχεῖαν προωρισμένην νὰ λύῃ πᾶν ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἀνέκυπτεν, ἵνα μὴ εὑρίσκωνται οἱ καθ’ ἕκαστον ἰδιοκτῆται διαρκῶς ἀπησχολημένοι εἰς τὰ δικαστήρια μὲ τὴν λύσιν τῶν μεταξύ των διαφορῶν καὶ διενέξεων. Διεμόρφωσε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐπὶ δύο σημείων μόνον θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 καὶ τοῦ ἄρθρου 10. Τὸ ἄρθρον 8 παρέχει τὴν εὐχέρειαν εἰς τοὺς συνιδιοκτήτας δι’ ἁπλῆς ψήφου νὰ διορίσωσιν ἕνα διαχειριστὴν τῆς κοινῆς οἰκοδομῆς ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ παρίσταται φροντιστὴς ὅλων τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινῆς οἰκοδομῆς, κατανέμων πάσας τὰς δαπάνας καὶ πάντα τὰ βάρη εἰς τοὺς καθ’ ἕκαστον ἰδιοκτήτας. Τὸ δὲ ἄρθρον 10 ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προστατευθοῦν ἐπαρκῶς τὰ συμφέροντα τῶν συνιδιοκτητῶν, ὅταν πρόκειται νὰ ἀποτανθῶσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ μὴ τρέπωνται εἰς τὸν ἀτέρμονα λιμένα τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς καὶ συνιστῶ ἐξ ὀνόματος αὐτῆς, τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§142Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θέλω νὰ δηλώσω, ὅτι καὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Νάκου, καὶ παρακαλοῦμεν ἐπ’ αὐτῆς νὰ συζητήσῃ ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπή.
§143Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων 1–14, ὡς ἐτροποποιήθησαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ἄρθρον 15 ὡς ἐτροποποιήθη γενομένης δεκτῆς τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Μάρκου, ὡς καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως σεισμοπαθῶν καὶ πλημμυροπαθῶν».
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου)
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν γενομένων μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου 1920 ἀνακλήσεων κλπ. ἀπομακρυθέντων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς».
§149Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Παρακαλῶ εἰς τὸ ἄρθρον 4ον νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς τροπολογία: «Ἀνακληθέντες καὶ μὴ παρουσιασθέντες καὶ μή».
§150Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, ἐὰν θέλετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχῃ καὶ αἱ τροπολογίαι νὰ γίνουν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης διὰ τὴν βʹ συζήτησιν τῆς συζητήσεως τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Καλογερᾶ.)
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀγορᾶς ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς βιβλιοθήκης Μαυροκορδάτου–Μπαλτατζῆ».
§153ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποσπάσεως τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων καὶ ὑπαγωγῆς αὐτῆς εἰς τὴν περιφέρειαν Πειραιῶς τοῦ νομοῦ Ἀττικοβοιωτίας».
§155Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ν’ ἀναβληθῇ.
§156Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναβληθῇ.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέχισις τῆς βʹ συζητήσεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13ης Νοεμβρίου 1927, περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1925, περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν μεταλλευτικῶν νόμων».
§158Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Μ. Τσιτσάραν, νὰ μὴ φέρῃ ἀντιρρήσεις, οὔτε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, οὔτε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως τὴν ὁποίαν διεξήγαγεν μετὰ τῆς ὑπηρεσίας, θὰ ἐπείσθη, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητα καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ μεταλλευτικὴ νομοθεσία. Θὰ ἐπείσθη, ὅτι ἐκ τῶν ἄρθρων τούτων, οὐδένα κίνδυνον διατρέχει τὸ δημόσιον διότι ἐὰν δὲν ἔχωμεν πλειστηριασμούς, ἔχομεν ὅλα τὰ μέτρα ἐκ τοῦ νόμου, νὰ εἰσπράξωμεν ὅλα τὰ τυχὸν καθυστερούμενα, διότι διὰ τῶν πλειστηριασμῶν, λήγει ἡ ὑπηρεσία. Θὰ πέσουν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, 1000 μεταλλεῖα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἠξεύρῃ τὶ νὰ κάμῃ.
§159Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω, ἔφερον μίαν παρατήρησιν, φρονῶν, ὅτι ἐνισχύονται τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων 3–6, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–6)
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκει).
§163Δ. ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7. Εἶναι παράνομος ἡ παράτασις τῶν προθεσμιῶν.
§164Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Σᾶς εἶπον κ. Πρόεδρε, ὅτι παράτασιν προθεσμίας δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Κωστόπουλος τὶ συμβαίνει; Ἕνεκα τῶν παρατάσεων αὐτῶν οἱ ἰδιοκτῆται μεταλλείων τ’ ἀφίνουν ἔκθετα, ἀρκούμενοι εἰς τοὺς τίτλους τοῦ κυρίου μεταλλείων. Μόλις μάθουν, ὅτι ἐγένοντο ἔκπτωτοι καὶ ἐδόθη ἄδεια εἰς ἄλλον καὶ ἤρξαντο μεταλλευτικαὶ ἔρευναι, ἔρχονται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητοῦν νέαν παράτασιν διὰ νὰ ἐκτοπίσωσι τὸν νέον ἀδειοῦχον. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ δεχθῶ τοιαύτην παράτασιν, διότι ὅπως ὑπάρχουν δικαιώματα κτηθέντα ἀπὸ τοῦ 1925 μέχρι τοῦ 1927, οὕτω ἐγεννήθησαν καὶ δικαιώματα διὰ τῆς παρατάσεως τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ 1927. Λοιπὸν ἐὰν θελήσωμεν, νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ δικαιώματα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὰ εἶχον μέχρι τοῦ 1927, θὰ βλάψωμεν τὰ δικαιώματα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τ’ ἀπέκτησαν ἀπὸ τοῦ 1927 καὶ ἐντεῦθεν. Δι’ αὐτὸ ἀρνοῦμαι εἰς τὸ μέλλον νὰ δώσω οἱανδήποτε παράτασιν.
§165Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, συμβαίνει τὸ ἑξῆς: Ὅτι σήμερον πρόκειται, νὰ ἐπικυρώσωμεν αὐτὸ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, ἑπομένως δὲν ὑπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει κυρωθῆ. Σήμερον πρόκειται νὰ κυρώσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν καὶ ἑπομένως πρέπει, νὰ παραλείψωμεν τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὰ ἤδη κεκτημένα.
§166Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἔκρινε, ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἐδάφιον τοῦτο ὡς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει αὐτῆς ἀναφέρεται, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Ἐπειδὴ διὰ τοῦ νομοθετικοῦ ὑπὸ κύρωσιν διατάγματος, ἐξέπιπτον πολλοὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, χωρὶς νὰ προκληθῶσι ὅπως δὲ γνωρίζετε πάντες, τὰ νομοθετικὰ διατάγματα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν τὴν εὐρείαν διάδοσιν διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅπως τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ψηφίζονται ἐν τῇ Βουλῇ εἰς δύο ἀναγνώσεις καὶ ἀναγράφονται αἱ γενόμεναι συζητήσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας, προκαλεῖται δ’ ἐντεῦθεν ἡ παροχὴ πάντων καὶ λαμβάνει ὅλος ὁ κόσμος γνῶσιν, διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον..... καὶ λάθρα, νὰ ἀποκλεισθοῦν πολλοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποβάλλει αἰτήσεις, διότι δὲν προσῆλθον ἐντὸς διμήνου, νὰ καταβάλουν τὸ ὡρισμένον ποσόν. Δι’ αὐτὸ πρέπει καὶ ἀπεφάσισε, νὰ προστατεύσῃ ὅπως δοθῇ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νέα μικρὰ προθεσμία, ἵνα κατ’ αὐτὴν δὲν ἔλαβον γνῶσιν, διὰ προσκλήσεως νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ὑποχρέωσίν των ταύτην. Εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους δίδει μίαν διμηνίαν παράτασιν καὶ συνετάξαμεν αὐτὴν τὴν τροπολογίαν εἰς τὸ 8ον ἄρθρον. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου μᾶς ἐβεβαίωσεν ἤδη, ὅτι δι’ ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ἀπέστειλεν εἰς τοὺς διαφόρους νομάρχας, ἐζήτησεν ὅπως ἀναγνωσθῶσιν αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἐπέφερε τὸ ὑπὸ κύρωσιν νομοθετικὸν διάταγμα καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον θεωρεῖ ἐπικίνδυνον νὰ δοθῇ νέα προθεσμία. Ἐπειδὴ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅτι στέλλουσι μὲν οἱ νομάρχαι εἰς τὰς κοινότητας τὰ ἔγγραφα αὐτά, ἀλλ’ αἱ κοινότητες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν τὰ δίδουν εἰς τὰς ἐκκλησίας, νὰ ἀναγνωσθοῦν, ἄλλως εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχομεν καταντήσει, νὰ μὴ πηγαίνωμεν εἰς τὰς ἐκκλησίας διόλου, εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ πλεῖστοι δὲν ἔλαβον γνῶσιν. Δι’ αὐτὸ ἐπιμείναμεν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ παράγραφος ἣν δεχόμεθα ὅπως τὴν διετύπωσεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου, δηλαδὴ νὰ παραμείνῃ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Καὶ τοιουτοτρόπως δὲν παραβλάπτονται καὶ τὰ δικαιώματα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἀπέκτησαν τοιαῦτα.
§167Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Πῶς δὲν παραβλάπτονται τὰ ἐν τῷ μεταξὺ κτηθέντα δικαιώματα;
§168Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Διότι ὑπάρχει διάταξις δι’ ἧς δὲν παραβλάπτεται τὸ δικαίωμα ἐκείνων οἵτινες ἔλαβον ἄδειαν ἐρευνῶν μεταλλείων καὶ ἐφ’ ὅσον ἔλαβον ἄδειαν ἐρευνῶν μεταλλείων τρίτος, τότε δὲν τὸν πειράζει.
§169Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποβάλλει αἰτήσεις παροχῆς ἀδείας μεταλλευτικῆς ἐρεύνης ἔχουν καταβάλλει καὶ τὸ τέλος τὸ ἔννομον 1600 νομίζω δραχμάς;
§170Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, ὅτι ἀπέκτησαν μεγάλα πράγματα.
§171ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπέκτησαν προτεραιότητα.
§172Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Αὐταὶ αἱ παρατάσεις αἱ ἐπανειλημμέναι δημιουργοῦσι αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδον.
§173Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Μίαν διευκρίνισιν ἤθελα περὶ τῆς ἀδείας τῶν ἐρευνῶν. Πότε ἄρχεται ἡ προθεσμία τῆς ἀδείας τῶν ἐρευνῶν, ἐὰν ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς πράξεως τοῦ νομάρχου εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ὑπάρχει κ. ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, μία ἀντινομία εἰς τὸ σχέδιον τοῦ νόμου. Δι’ αὐτὸ ἤθελα νὰ διευκρινισθῇ, ὅτι ἡ ἄδεια ἐρεύνης ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς προθεσμίας εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§174Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐπειδὴ ὑπάρχουν ἄδειαι ἀμφισβητήσιμοι νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ εἶναι ἐὰν παραδεχώμεθα τὴν ἰσχὺν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως......
§175Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Νὰ γίνῃ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, διότι ὁ νόμος λέγει σαφῶς εἰς τὸ ἄρθρον 8, ὅτι ἡ τύχη τῆς ἀδείας ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως......
§176Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἔκδοσις τῆς ἀδείας, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ δημοσίευσις.
§177Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ κἄτι τι. Συνεπείᾳ τοῦ πρώτου διατάγματος ἐγένοντο ἔκτοτε οἱ παλαιοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον καταθέσει τὸ ἑξακοσιόδραχμον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐπῆγαν καὶ ἐζήτησαν ἄλλην ἄδειαν, πρὶν ἢ δημοσιευθῇ ἡ ἄδεια αὐτὴ κατετέθη τὸ ἑξακοσιόδραχμον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ διασαφηνισθῇ τοῦτο.
§178Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐγὼ δὲν θεωρῶ τὴν παράτασιν ἀναγκαίαν, διότι ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, θὰ δώσωμεν νέαν παράτασιν, ἄλλωστε ἡ ὑπηρεσία ἔχει τροπολογίαν, ἐὰν θέλητε νὰ τὴν βάλωμεν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία ἔχει τροπολογίαν;
§180Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν διορθώνηται καὶ διασαφηνίζηται νὰ τεθῇ ἀντὶ τοῦ «δὲν ἔχει χορηγηθῆ», «ἔχει χορηγηθῆ».
§181Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπὸ κάθε ἕναν ἀπὸ ἡμᾶς ἐπιφερομένη τροπολογία, θὰ ἔχῃ, ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ συγχύσωμεν περισσότερον τὰ πράγματα. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου ἡ ὁποία ἔχει ὅλας τὰς ὑποθέσεις ὑπ’ ὄψει της, εἶναι ἡ μᾶλλον ὀρθωτέρα καὶ αὐτὴν δυνάμεθα, νὰ ἀποδεχθῶμεν, ἀλλ’ ὅταν ἀρχίσωμεν μὲ τὸ ὅταν κατετέθη τὸ ἑξακοσιόδραχμον, μὲ τὸ ὅτι ἐχορηγήθη ἡ ἄδεια καὶ μὲ τὸ ὅτι ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, θὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα κυκεῶνα καὶ θὰ προσβάλωμεν κεκτημένα δικαιώματα, θὰ ἀνοίξωμεν δὲ καὶ δίκας. Δι’ αὐτὸ ἁρμοδιωτέρα εἶναι ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἔχει ὑπ’ ὄψει της ὡρισμένας ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις.
§182Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ ἂς δεχθῇ παράτασιν.
§183Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία παράτασις νὰ δοθῇ.
§184Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Μὲ τὰς παρατάσεις παρατείνονται ὅλα τὰ ζητήματα αἰωνίως.
§185Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἀποκαρδιοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν θέλησιν, διὰ νὰ ἀσχοληθῶσι εἰς τὰ μεταλλεῖα. Τὸ νομοθετικὸν διάταγμα ἀναφέρει ἑξάμηνον προθεσμίαν. Εἰδοποιήθησαν ὅλοι, διὰ τῶν ἐφημερίδων «Πολιτεία». «Ἔθνος», «Βραδυνὴ» καὶ «Νέα Ἡμέρα».
§186Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τότε νὰ ἀπορριφθῶσι αἱ παρατάσεις, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπηρεσία φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ παράτασις προθεσμίας καὶ ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐδόθησαν παρατάσεις. Ἐγὼ συνιστῶ νὰ μὴ δοθῇ παράτασις. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται τὴν τροπολογίαν.
§187Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ ἰδικόν σας κ. Μαντᾶ εἶναι χωριστόν, αὐτὴν τὴν δήλωσιν τὴν ἔκαμα ἐπισήμως.
§188Χ. ΛΑΔΑΣ. Νὰ ὑποβληθῇ σχέδιον νόμου.
§189Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου εἶναι σαφές.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀντιληφθῇ περὶ τίνος πρόκειται. Τὰ ἑπτὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἐψηφίσθησαν.
§191Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ 8ον τῆς ἐπιτροπῆς διαγράφεται.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προσέθεσε νέα ἄρθρα. Εἴμεθα εἰς τὸ 8.
§193Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διαγράφεται τῆς ἐπιτροπῆς τὸ 8ον ἄρθρον.
§194Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἔκαμε μία διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, ὅτι ἡ χορηγηθεῖσα ἄδεια ἰσχύει ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 διαγράφεται τῆς ἐπιτροπῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10 παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν.
§196ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτά, δεκτά. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10)
§197Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ 11ον νὰ διαγραφῇ.
§198Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ διαγραφῇ τὸ 11ον, κ. Πρόεδρε.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 11ον διεγράφεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων εἰς βʹ συζήτησιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§201Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε τὸ «περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας».
§202Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀνεγνώσθη ἡ τροπολογία μου;
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 40 τροπολογίαι. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν τὰς δέχεται.
§204Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Εἶναι καὶ ἓν τυπικὸν νομοσχέδιον.
§205Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ προφθάσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ τοῦ «Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας».
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπακόπουλος.
§207Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θέλω νὰ ζητήσω μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§208Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔγινε καμμία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, κύριε ὑπουργέ;
§209Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Καμμία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις δὲν ἐγένετο.
§210Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι εὐτυχής, διότι βλέπω ἐπὶ τέλους πραγματούμενον ἕνα θεσμόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἔστρεψε τὸ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον μου ἡ ἐπιστημονική μου συνείδησις, θεσμὸς ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς δύο προηγουμένας, ἐξεδήλωσα ὅλην μου τὴν στοργὴν καὶ τὴν μέριμναν καὶ ηὐτύχησα νὰ εἰσηγηθῶ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τὰς σχετικὰς πρὸς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐγένοντο τότε δεκταί. Εἰσηγούμενος δὲ σήμερον πρὸς ὑμᾶς τὸν πάγιον ὀργανικὸν νόμον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκθέσω ἐν βραχεῖ τὰς γενικὰς βάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ὁρμώμενος, ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης, διερρύθμισε τὰ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὡς τὰ διερρύθμισε, διότι αἱ τελευταῖαι συζητήσεις περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν εὑρισκομένου, αἱ γενόμεναι ὄχι μόνον εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τύπον, παρέχουσιν ἐνδόσιμον φόβον, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλήρης ἐξήγησις οὔτε περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ νέου θεσμοῦ, οὔτε περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας του, οὔτε περὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ὡς γνωστόν, τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον, ἐπέφερεν ἀναφορικῶς πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας οὐσιώδεις τροποποιήσεις ἐν σχέσει πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐπειδή, βοηθούμενος ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης καὶ ἐκ τῆς ἱδρύσεως παρ’ ἡμῖν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὰ νομοθετικὰ παρασκευαστικὰ αὐτοῦ καθήκοντα καὶ περιώρισε τοῦτο εἰς τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ ὡς ἀνωτάτου διοικητικοῦ δικαστηρίου. Ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης, ἐμφορούμενος ὑπὸ τῆς ἰσχυρᾶς ἐπιθυμίας, νὰ ἐκδηλώσῃ σαφῶς τὴν ἀνάγκην ὀργανώσεως ἰδίας διοικητικῆς δικαιοσύνης καὶ παρ’ ἡμῖν, περιέλαβεν εἰς τὸ ἐν ἰσχύει Σύνταγμα ὑπὸ νέαν ἐπικεφαλίδα εἰς ξεχωριστὸν κεφάλαιον, διατάξεις ἀφορώσας ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἀνωτάτου διοικητικοῦ δικαστηρίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπιτακτικὴν διάταξιν, περὶ τῆς ἀνάγκης συμπληρώσεως τοῦ ὀργανισμοῦ πλήρους, ἰδιαιτέρας διοικητικῆς δικαιοσύνης. Εἰς τὴν τοιαύτην καινοτομίαν προέβη τὸ Σύνταγμα ὄχι ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ καθιερώσῃ νέαν τετάρτην ἴσως ἐξουσίαν παράλληλον πρὸς τὰς τρεῖς ὑφισταμένας. Ἀνεχώρησεν ἁπλῶς ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ἡ φύσις τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου λεγομένου διοικητικοῦ, εἶναι τελείως διάφορος ἀπὸ τὴν φύσιν τῶν κοινῶν δικαστικῶν διαφορῶν, διότι, ἐνῷ εἰς τὰς συνήθεις δικαστικὰς διαφορὰς ἐμφανίζονται δύο διάδικοι ἀντιμέτωποι ἀλλήλων καὶ διεκδικοῦντες ἕκαστος ἴδια ὑπὲρ ἑαυτοῦ δικαιώματα, τινὰ δὲ δικαστήρια, δικάζοντα τὰς διαφορὰς ταύτας καλοῦνται νὰ ἀποφασίσωσι ὑπὲρ τίνος εἶναι τὸ δίκαιον, εἰς τὰς διοικητικὰς διαφορὰς δὲν ἐμφανίζεται ὁ πολίτης ἀντίδικος τῆς διοικήσεως, οὔτε παρίσταται ἡ διοίκησις διεκδικοῦσα ἴδια δίκαια ἀντιμέτωπα πρὸς τὰ τοῦ πολίτου, ἀλλὰ ἐμφανίζεται ἡ διοίκησις, ὡς ἀνωτέρα ἀρχή, ἔχουσα τὸν προορισμόν, νὰ κανονίζῃ κατὰ πόσον τὸ ἀτομικὸν συμφέρον πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ τοῦ γενικοῦ τοιούτου. Ἑπομένως ἡ φύσις τῶν διοικητικῶν διαφορῶν εἶναι τελείως διάφορος ἀπὸ τὴν φύσιν τῶν δικαστικῶν διαφορῶν καὶ φυσικὸν εἶναι ὁ δικαστὴς ὁ καλούμενος νὰ λύσῃ τὰς κοινὰς δικαστικὰς διαφοράς, νὰ ἐμφορῆται ἀπὸ διάφορον πνεῦμα ἀπὸ τὸν δικαστὴν τὸν καλοῦμεν, νὰ λύσῃ τὰς διοικητικὰς διαφοράς, πνεῦμα διάφορον καὶ πηγάζον ἐκ τῆς διαφόρου φύσεως καὶ ἐκ τῶν διαφόρων προορισμῶν τῶν νόμων οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθοῦν. Καὶ εἶναι φυσικὴ συνέπεια ὁ κοινὸς δικαστὴς νὰ ἔχῃ ἀποκτήσῃ μίαν ὡρισμένην πεῖραν καὶ ἓν πνεῦμα δικαστικὸν μᾶλλον περιωρισμένον παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ δικαστὴς ὁ λύων τὰς διοικητικὰς διαφοράς. Θὰ εἶναι δὲ καταστρεπτικά, διὰ τῆς γενικῆς ἐννοίας τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν οἱ αὐτοὶ δικασταὶ ἐκαλοῦντο νὰ λύσουν πάντοτε ἀμφοτέρων τούτων τῶν φύσεων ὅλας τὰς διαφοράς. Διὰ τοῦτο ἐπροτείναμεν καὶ ἡ Συνέλευσις ἡ παρελθοῦσα παρεδέχθη, τὴν ἔγγραφον ἐπιταγὴν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὀργανώσῃ ἡ Πολιτεία πλήρη σύστημα ἰδίας διοικητικῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μία τοιαύτη ῥιζικὴ μεταρρύθμισις μεταβάλλουσα τὰ μέχρι τοῦ 1911 ὑφιστάμενα, ἐθεσπίσθη διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον πρῶτον τῇ εἰσηγήσει τοῦ καὶ νῦν ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐθέσπισε καὶ παρ’ ἡμῖν τότε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὡς ἀνώτατον διοικητικὸν δικαστήριον. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 μεταβαλὸν τὰ μέχρι τότε κρατοῦντα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἔκαμε μίαν καμπὴν ἀπομακρυνομένην ἀπὸ τὸ μέχρι τότε ἰσχύον καθαρῶς Βελγικὸν σύστημα, διὰ λύσεις διαφορῶν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ καὶ ἐστράφη πρὸς τὸ Γαλλικὸν σύστημα. Ἀλλὰ εἴτε ἐκ παραδρομῆς, εἴτε διότι δὲν ὑπῆρχε καὶ τότε πλῆρες σύστημα κατωτέρων διοικητικῶν δικαστηρίων δὲν συνελήρωσε τὴν νέαν του κατεύθυνσιν, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 101, αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ παραμένουν πάντοτε κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν κοινῶν δικαστηρίων, κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν ὁποίων τὰς αἰτήσεις ἀναιρέσεως ἐδίκαζεν ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἑπομένως δι’ ὑποθέσεις ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑπαγομένας εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν κοινῶν δικαστηρίων, θὰ ἔχωμεν νομολογίαν ῥυθμιζομένην ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, δικαστήριον δηλαδὴ μὴ συγκροτούμενον εἰδικῶς διὰ τὴν λύσιν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Διὰ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἐπῆλθον τροποποιήσεις οὐσιώδεις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, διότι περιελήφθησαν διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας ὁ νομοθέτης εἰς τὸ μέλλον, ὅταν συμπληρώσῃ πλέον τὸν ὀργανισμὸν τῶν κατωτέρων διοικητικῶν δικαστηρίων, ἔχει πλήρη τὴν εὐχέρειαν ὅπως αἱ ὑποθέσεις ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, διὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ ὑπάρχῃ καθωρισμένον διοικητικὸν δικαστήριον, νὰ καθορίσῃ διὰ γενικοῦ νόμου ἐπὶ τούτοις, ὡς δικαστήριον τοῦ κοινοῦ δικαίου, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἑπομένως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἐξετάζῃ τὰς διοικητικὰς διαφορὰς ὄχι μόνον ὡς ἀνώτατον δικαστήριον ἀλλὰ καὶ κατὰ πρῶτον βαθμόν, ὡς δικαστήριον τοῦ κοινοῦ δικαίου εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀπὸ Συνταγματικῆς ἀπόψεως πλήρη τὴν εὐχέρειαν ν’ ἀποκτήσωμεν σὺν τῷ χρόνῳ ἑνιαίαν νομολογίαν, ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Συνεπῶς νομολογίαι, διεπόμεναι ἀπὸ ἑνιαῖον πνεῦμα, ἐνῷ μὲ τὰ σήμερον ἰσχύοντα, θὰ εἴχομεν δύο νομολογίας μίαν κανονιζομένην ἀπὸ τὸ ἀκυρωτικὸν δικαστήριον τῶν κοινῶν δικαστηρίων, δηλαδὴ τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ἑτέραν κανονιζομένην ἀπὸ τὸ ἀκυρωτικὸν δικαστήριον τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων, δηλαδὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπειδὴ δὲ ἐλέχθη εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ὅτι ὑπάρχει κενὸν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὡς τοῦτο διερρύθμισεν ἀφ’ ἑνὸς τὰς γενικὰς διατάξεις περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς διοικητικοῦ δικαστηρίου καὶ ἔτι γενικώτερον τῆς ὀργανώσεως τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης, ἂς μὴ ἐπιτραπῇ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπί τινα λεπτά, διὰ νὰ δώσω ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε δι’ ἡμᾶς, οὔτε δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ κληθοῦν νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ ἀμφιβολία ἔστω καὶ ἡ ἀπωτάτη, ὅτι ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν ἐπιτελοῦμεν δὲν εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἁρμονία πρὸς τὸ Σύνταγμα. Καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ 1911 ὁρίζεται, ὅτι «ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν δικαστηρίων». Καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐπίσης τοῦ 1911, εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἶχον ἀπονεμηθῆ δικαστικὰ καθήκοντα. Ἑπομένως καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο δὲν ἐχώρησεν εἰς οὐδενὸς τὴν σκέψιν ἡ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ καθιέρωσις εἰδικοῦ διοικητικοῦ δικαστηρίου εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἁρμονίαν πρὸς τὴν γενικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 28 περὶ καθιερώσεως δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα καθόσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἀπὸ σκοποῦ εὐρύτερον τῆς ἀντιστοίχου διατάξεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Διότι ἐνῷ τὸ ἄρθρον 2 καθορίζει, ὅτι «τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι Δημοκρατία, ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσι ἀπὸ τὸ Ἔθνους, ὑπάρχουσι ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἀσκοῦνται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα». Τὸ ἄρθρον 5 καθορίζει, ὅτι «ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ δικαστηρίων»—ὄχι ὑπὸ τῶν δικαστηρίων—«ἀνεξαρτήτων, ὑποκειμένων μόνον εἰς τοὺς νόμους». Ἑπομένως ἂν κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, δὲν ἐγεννήθη οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, νὰ καθιερώσουν εἰδικὴν διοικητικὴν δικαιοσύνην, ὅπως ἐδόκει αὐτῷ καὶ νὰ τάξῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς ἀνώτατον διοικητικὸν δικαστήριον, κατὰ μείζονα λόγον δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ γεννηθῇ τοιαύτη ἀμφιβολία καὶ κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀκόμη μία ἄλλη εὐσυνείδητος μεταβολὴ ἡ ὁποία ἐπῆλθε εἰς τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα, ἐν σχέσει πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, μεταβολὴ συνισταμένη εἰς μίαν προσθήκην, καθιστῶσα ἔτι μᾶλλον ἔκδηλον τὴν χρῆσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς διοικητικοῦ δικαστηρίου καὶ τὴν χωριστὴν ὑπόστασιν γενικῶς τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων. Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 105, ἡ καθορίζουσα τὰ τῆς ἄρσεως τῶν συγκρούσεων. Διότι ἐνῷ τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 λέγει, ὅτι «ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων μεταξὺ δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν ἀρχῶν, ὡς καὶ μεταξὺ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ διοικητικῶν ἀρχῶν δικάζεται κλπ.», τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα διετήρησε μὲν τὰς διατάξεις ἐκείνας, ἀλλὰ προσέθεσε καὶ φράσεις, ὡς ἰδίαν κατηγορίαν, ὅτι «ἡ ἄρσις συγκρούσεων γʹ μεταξὺ διοικητικῶν καὶ κοινῶν δικαστηρίων...». Τοῦτο δὲ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι πασιφανὲς καὶ ἀνεπίδεκτον πάσης ἐπιστημονικῆς ἀντιρρήσεως, ὅτι δηλαδὴ ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης ὁρίσας ὅσα ὥρισεν περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐν γένει καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης ὀργανώσεως τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης ὡς χωριστοῦ κλάδου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ συνόλῳ της, ἔχει καθορίσει τὸ διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς τὸ ὕπατον δικαστήριον τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης καὶ οὐδεμία ἀπόφασις περιέχεται εἰς τὴν ἀλληλουχίαν τοῦ συνόλου τῶν σχετικῶν τοῦ Συντάγματος διατάξεων. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄλλη ἁρμοδιότης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, κύριοι βουλευταί, ἡ ἁρμοδιότης εἰς τὴν ὁποίαν συγκεντροῦται ὁ ὕψιστος προορισμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὸ ἄκρον ἄωτον τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἀναμένομεν ἐκ τῆς καλῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἐννοῶ τὴν ἀφορῶσαν τὴν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τούτου ἄσκησιν τῆς ἐξουσίας πρὸς ἀκύρωσιν τῶν διοικητικῶν πράξεων δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας, ἥτις εἶναι καὶ αὐτὴ ἐξουσία δικαστική. Διότι εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένη καὶ ἀπὸ τὴν νομολογίαν καὶ ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς καὶ ἀπὸ ὅλους ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δικάζον ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, δηλαδὴ πρὸς ἀκύρωσιν τῶν διοικητικῶν πράξεων μιᾶς ὑπερβάσεως ἐξουσίας, ἀσκεῖ δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλος κατὰ τὸ 1911, ὅτε ὑπῆρξεν ὁ πατὴρ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν Ἑλλάδι, κατὰ τὸ 1911, ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐδήλωσεν εἰς τὴν τότε ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὅτι «εἶναι ἀνάγκη δὲ νὰ λεχθῇ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ὅτι τὸν θεσμὸν παραλαμβάνομεν ἐκ Γαλλίας καὶ τοιαύτην ἔκτασιν ἐννοοῦμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τὴν ἔκτασιν τὴν ὁποίαν ἔχει τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ, ὁσάκις δικάζει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ λεγομένου recours pour excés de pouvoir». «Κάμνω αὐτὴν τὴν σαφῆ δήλωσιν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο, διατυπωθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν Γαλλίᾳ κρατούντων, εἰσάγεται εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ἐλπίζομεν δέ, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο θέλει ἀκολουθήσει τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα, ἵνα ἔχομεν ὅλην τὴν ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τούτου νομολογίαν, ὡς ὁδηγὸν φωτεινὸν ἐπὶ τῶν λαμβανομένων ἀποφάσεων ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τούτου». Εἰς τὴν Συνταγματικὴν δὲ ἐπιτροπὴν τοῦ 1924–25 ὅταν συνεζητήσαμεν τὰ σχετικὰ ἄρθρα, περὶ διοικητικῆς δικαιοσύνης ἐγένετο μνεία τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐτονίσθη καὶ τότε ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἐπιθυμία τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἔχει δὲ ὑψίστην σημασίαν ἡ ἐξήγησις ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι ἡ ἁρμοδιότης αὐτὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἡ ὑψίστη πασῶν, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προορίζεται ν’ ἀποτελέσῃ τὸν κοινόν, ἀλλὰ καὶ στρατιωτικὸν προστάτην τῶν ὑπὸ τῆς διοικήσεως προσβαλλομένων ἀτομικῶν δικαίων. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, διεμορφοῦτο τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἐν τῇ ἐξελίξει αὐτοῦ ἐπανηγύριζον ὅλοι, ὅτι, διὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ διὰ τῆς θεσπίσεως τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, θὰ ἐτίθετο φραγμὸς εἰς τὰς ὑπερβασίας τῆς διοικήσεως καὶ θὰ ἐξησφαλίζετο ἡ προστασία τῶν ἀτομικῶν δικαίων. Δυστυχῶς ὅμως μακραίων πεῖρα, πεῖρα ἡ ὁποία καθίσταται σὺν τῷ χρόνῳ ἔτι μᾶλλον δυσμενής, διὰ τὰ ἀτομικὰ δίκαια κατέληξα σαφῶς εἰς τὸ πόρισμα ὅτι ἡ προστασία τῶν προσβαλλομένων δικαίων, ἐὰν ἀφεθῇ μόνον καὶ μόνον εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν καὶ εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, θὰ εἶναι προστασία ἄνευ προστάτου. Καὶ τοῦτο διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Διὰ νὰ προκληθῇ, κύριοι βουλευταί, ἁπλῶς κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ στοιχειωδῶς καὶ κατὰ μοιραίαν ἀνάγκην εἷς βουλευτὴς ὁ ὁποῖος, νὰ ἐνδιαφερθῇ ὑπὲρ τοῦ προσβληθέντος δικαίου τῶν πολιτῶν καὶ νὰ θελήσῃ νὰ ὑποβάλῃ ἐπερώτησιν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑποβληθῇ ἐπερώτησις, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ, διὰ τοιαῦτα μικροζητήματα, αἱ Βουλαὶ νὰ ρίψωσι τὴν Κυβέρνησιν. Ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ νὰ μνημονεύσω τὴν γνώμην ἑνὸς Γάλλου δημοσιολόγου τοῦ Michoud ὁ ὁποῖος διαπραγματευόμενος τὸ ζήτημα τοῦτο σχετικῶς πρὸς τὴν φύσιν τῶν Κυβερνητικῶν λεγομένων πράξεων καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως κατὰ πόσον ὑπάρχουν τοιαῦται πράξεις ἐξαιρούμεναι τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη εἶναι πλημμελὴς ἐγγύησις τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσωμεν ὅλους τοὺς λόγους τούτους; Ὁ κυριώτερος εἶναι, ὅτι αἱ Βουλαὶ εἶναι πολιτικαὶ συνελεύσεις, αἵτινες θὰ προκρίνωσι πάντοτε ἓν πολιτικὸν συμφέρον πρώτης τάξεως ὧν τὸ τῆς σταθερότητος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς εἰς τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν ὀφειλομένης προστασίας. Ἡ προστασία λοιπὸν αὕτη ἔσται κακῶς ἠσφαλισμένη καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ἔτι, ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ἀδικιῶν ἢ συναρπαγὴ τῶν πνευμάτων τοῦ κόμματος, διότι δύναται αὕτη νὰ θυσιασθῇ πρὸ ὑπολογισμῶν ἀνωτέρας σπουδαιότητος». Ὁ δὲ κ. Βενιζέλος ἐπίσης ὁμιλῶν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐπιζητεῖται, διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅπως τὸ Κράτος τοῦ δικαίου, ἡ πολιτεία τοῦ δικαίου, καταστῇ ὄντως τοιαύτη, διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ὑπερβασίας τῶν ὀργάνων αὐτῆς καὶ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῶν ἀρχόντων, διότι νῦν ἀρκεῖ εἰς τοὺς ἐκπροσωποῦντας ἑκάστοτε τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν πλειοψηφίαν, ἵνα ἐπιβάλωσι τὰς θελήσεις των διαπράττοντες τὰ πάντα», προσθέτω κατωτέρω ὅτι «ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ἡ εὐθύνη ἡ πολιτικὴ τῶν ὑπουργῶν καὶ ἀκόμη ὀλιγώτερον ἡ ποινική, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως προστατεύσωσι τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων». Παρόμοια ἐπανέλαβεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν, ὅταν εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχέδιον νόμου. Εἶναι λοιπὸν δικαστικὴ ἀπόφασις ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ προσβολῆς τῶν διοικητικῶν πράξεων δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δικάζον ἐπὶ τῶν τοιούτων προσφυγῶν, ἀσκεῖ δικαστηριακὴν ἁρμοδιότητα εἰς τρόπον, ὥστε ἐὰν παραμελήσῃ ἔκδοσιν ἀποφάσεως ἐπὶ μιᾶς οἱασδήποτε ὑποβληθείσης εἰς αὐτὸ τοιαύτης προσφυγῆς, καθίσταται ἔνοχον ἀρνήσεως ἀπονομῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον ἔγκειται ἡ δραστικότης τοῦ θεσμοῦ τούτου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῶν ἀτομικῶν δικαίων. Τοιαύτη, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ φύσις τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν θεσμοῦ τοῦ ὁποίου καλεῖσθε σήμερον νὰ ψηφίσητε τὸν ὀργανικὸν νόμον. Ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ ἕπεται ἀναγκαία συνέπεια, ὅτι τὸ προσωπικὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἀσκοῦν τὴν δικαστηριακὴν αὐτοῦ ἁρμοδιότητα, δηλαδὴ οἱ σύμβουλοι, πρέπει νὰ εἶναι ἰσόβιοι, διότι καὶ οὗτοι εἶναι δικασταί. Εἰς τὸ σημεῖον δὲ τοῦτο θὰ ἐκαινοτόμησεν ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης καθορίζων τὴν διάταξιν τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, διότι ἐνῷ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καθώριζε δεκαετῆ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συμβούλων, τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα ἔταξε τούτους ἰσοβίους. Εἶναι λοιπὸν καὶ τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δικαστήριον, εἶναι δὲ τὸ ἀνώτατον πάντων τῶν δικαστηρίων ἀκόμη καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπὸ ἀπόψεως εὐρύτητος ἁρμοδιότητος καὶ σημασίας τῆς ἁρμοδιότητος. Διότι, ὅπως ὁ Ἄρειος Πάγος δικάζει, ὡς ἀκυρωτικὸν δικαστήριον τὰς κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν κοινῶν δικαστηρίων αἰτήσεις ἀναιρέσεως, οὕτω καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δικάζει, τὸ ἀκυρωτικὸν καὶ τοῦτο δικαστήριον, τὰς αἰτήσεις ἀναιρέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων. Ἡ ἔκτασις δὲ καὶ ἡ σημασία τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων, κατ’ οὐδὲν ὑπολείπεται οὔτε τῆς σημασίας, οὔτε τῆς ἐκτάσεως τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Ἑπομένως ἐὰν μόνον ἐκ τοῦ τοιούτου παραλληλισμοῦ ἤθελε κριθῇ ἡ ἁρμοδιότης τῶν δύο τούτων σωμάτων, εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σημασίαν ταύτην εἶναι ἁρμοδιότης ἰσοδύναμος. Ἀλλὰ πλὴν τούτου τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἔχει ἀκόμη τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐκδικάσεως τῶν προσφυγῶν ἐπὶ ἀκυρώσει τῶν διοικητικῶν πράξεων δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας, ἁρμοδιότητα τῆς ὁποίας τὴν ἔκτασιν πρὸ ὀλίγου ἀνέλυσα καὶ παρομοίαν τῆς ὁποίας δὲν ἔχει ὁ Ἄρειος Πάγος. Εἶναι ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ἐτονίσθη δὲ καὶ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς κ. Ἀραβαντινοῦ, ὅτι ἡ ἐνάσκησις τῆς recours pour exées du pouvoir ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἐκδήλωσις τῆς ἀκυρωτικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους καὶ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀραβαντινός, ἐκδήλωσις τῆς τοιαύτης ἀκυρωτικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους εἶναι τὰ ἐν Ἀμερικῇ ἰσχύοντα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἀκύρωσιν τῶν νόμων, ὡς καὶ τὰ εἰς ἄλλα Κράτη ἰσχύοντα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τῆς ἀκυρωτικῆς δυνάμεως τοῦ ἀκυρωτικοῦ δικαστηρίου, παρ’ ἡμῖν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως ἀνάλογος ἐκδήλωσις εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀκυρώσεως τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν τῶν πράξεων δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω μὲ τὴν ἀντίκρουσιν τῶν καθαρῶς θεωρητικῶν τούτων ἀντιλήψεων. Δι’ ἐμὲ κριτὴν τῆς σχέσεως μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἀνωτάτων τῆς χώρας μας δικαστηρίων, σχέσεως τῆς ὁποίας τὰ ὅρια ἔχουσιν ἤδη πλέον ταχθῇ ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ἔχει, ὅτι ἀδιάφορον ἂν διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον καὶ ἀδιάφορον ἂν καλῶς ἢ κακῶς τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα ἔχει δώσει μεγαλυτέραν ἁρμοδιότητα δικαστηριακὴν εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας παρ’ ὅ,τι εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἐκ τούτου, κύριοι βουλευταί, εἶναι εὐνόητον πλέον καὶ τὸ ζήτημα ποῖα πρέπει, νὰ εἶναι ἡ ἱεραρχικὴ τάξις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν τῇ διορθώσει τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, διὰ τῶν ὁποίων ἐκδηλώνει τοῦτο τὰς διαφόρους του λειτουργίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπησχόλησε ζωηρῶς καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὸν τύπον συνεπείᾳ ἀντιθέτου γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε ὁ Ἄρειος Πάγος, σήμερον δὲ καὶ τὸ ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν Κυβερνητικὸν σχέδιον.
§211Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἠξεύρετε, κ. συνάδελφοι, ὅταν ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἂν διεδηλώθη τοιαύτη γνώμη;
§212Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ κ. βουλευταί, ἔχει λάβει ὑπ’ ὄψει καὶ συνεζήτησεν ἐμπερισταμένως ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 46 διασκέμματος τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ ἐκθέτοντος τὰς σκέψεις του ἐπὶ τοῦ δεδομένου τούτου ζητήματος. Ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει της ἓν πρὸς ἓν τὰ ἐν τῷ διασκέμματι τούτῳ ἀναφερόμενα ἐπιχειρήματα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὰ ἔκρινε δύναμαι, νὰ εἴπω ὄχι μόνον, ἐν πνεύματι ἀμεροληψίας, ἀλλὰ καὶ ἐν πνεύματι συμπαθείας. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ἔκρινεν, ὅτι τὰ ἐν τῷ διασκέμματι τούτῳ ἐπιχειρήματα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐστεροῦντο πάσης βάσεως. Καὶ πρῶτον κύριον ἐπιχείρημα τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶνε ἀνεξάρτητος, εἶναι δὲ καὶ κατὰ κανόνα ἀνατεθειμένη εἰς τὰ δικαστήρια τῆς τακτικῆς ἢ ἄλλης κοινῆς καλουμένης δικαιοδοσίας, ὧν ἱεραρχικῶς προΐσταται τὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔτι τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντα, καθ’ ἃ δικαστὴς τοῦ κοινοῦ δικαίου ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων εἶναι μόνον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας». Ὅπως ὅμως σᾶς προανέπτυξα τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τοῦ Ἀρείου Πάγου στερεῖται βάσεως. Διότι ὅπως σᾶς προεμνημόνευσα τὸ νέον Σύνταγμα ἐκαινοτόμισε κατὰ τοῦτο ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ὅτι θεσπίζει πλέον πλήρη χωρισμὸν τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τῶν κοινῶν δικαστηρίων καὶ τάσσει δικαστὴν τοῦ κοινοῦ δικαίου ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Αὐτὴ εἶναι μία μεγάλη καινοτομία ἡ ὁποία διέλαθε τὴν προσοχὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν δὲ ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης δὲν ἔταξε, διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἀπὸ τοῦδε δικαστὴν τοῦ κοινοῦ δικαίου ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἀνέθηκε εἰς τὸν νομοθέτην, διὰ νόμου εἰς τὸ μέλλον νὰ διατάξῃ τοῦτο, τὸ ἔπραξε, διότι ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἀκόμη πλῆρες σύστημα ὀργανωμένων διοικητικῶν δικαστηρίων, θὰ ἦτο τρέλλα αὐτόχρημα, νὰ τάξωμεν ἀπὸ τοῦδε, διά Συνταγματικῆς διατάξεως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δικαστὴν τοῦ κοινοῦ δικαίου ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, διότι ὅσον δήποτε πολυάριθμον καὶ ἂν τάξωμεν τὸ προσωπικὸν τούτου, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἦτο φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ἐνημερωθῇ οὐδέποτε. Ἀφήσαμεν λοιπὸν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅταν πιστὴ πλέον εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα, ὀργανώσῃ τὸ σύστημα τῶν κατωτέρων διοικητικῶν δικαστηρίων, τότε νὰ τάξῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς δικαστὴν τοῦ κοινοῦ δικαίου ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Καὶ δικαστὴς τοῦ κοινοῦ δικαίου θὰ εἴπῃ, ὅτι ὅταν δὲν ὑπάρχῃ εἰδικὸς νόμος, διά τινα ὑπόθεσιν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ τάσσων εἰδικὸν διοικητικὸν δικαστήν, ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη δὲν θὰ δικάζηται κατὰ κανόνα ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἀλλὰ κατὰ κανόνα ἀπὸ διοικητικὸν δικαστήριον, ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ πρῶτον λοιπὸν ἐπιχείρημα τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἀβάσιμον. Ἀλλὰ καὶ τὸ δεύτερον δὲν εἶναι εὐτυχέστερον, διότι λέγει ὁ Ἄρειος Πάγος ἰσχυρίζεται, ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀνωτέρα ἀρχὴ καθ’ ἱεραρχικὴν τάξιν ἐπειδὴ αὐτὸς ἀνέκαθεν ἔχει τὸ δικαίωμα ὡς ἀνώτατον δικαστήριον νὰ κρίνῃ περὶ τῆς συνταγματικότητος τῶν νόμων. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, μήπως καὶ μέχρι τοῦδε τὰ ὑπάρχοντα διοικητικὰ δικαστήρια δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνουν περὶ τῆς συνταγματικότητος τῶν νόμων; Καὶ μήπως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅταν ἔχῃ τὸ δικαίωμα, νὰ ἐξετάζῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπέρβασις ἐξουσίας εἰς μίαν διοικητικὴν πρᾶξιν καὶ ἐρευνᾷ, ἐὰν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἡ ὁποία ἐνήργησε τὴν προσβαλλομένην πρᾶξιν συνεμορφώθη ὄχι πλέον πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ πρὸς τὸ πνεῦμα του, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν οἱ νόμοι τῶν ὁποίων τὴν ἐφαρμογὴν καλεῖται νὰ κρίνῃ, ἐὰν καλῶς ἔγινεν ὑπὸ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ἐὰν οἱ νόμοι, λέγω, εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ θεμελιώδους νόμου τῆς Πολιτείας, τοῦ Συντάγματος; Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον ἐπιχείρημα, θὰ τὸ ἀναγνώσω. «Ἀφ’ ἑτέρου ἡ δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος παρεχομένη εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δικαιοδοσία καὶ ἁρμοδιότης ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν εἶναι τοιαύτη κατὰ φύσιν καὶ ἔκτασιν, ὥστε νὰ ᾖ ὁπωσδήποτε δεδικαιολογημένη ἡ ἔναντι τούτου, διὰ νόμου ἀναγνώρισις εἰς ἐκεῖνο ὑπερτέρας ἱεραρχικῆς θέσεως». Ἐπ’ αὐτοῦ ὅμως ἔχω ἤδη δώσει τὴν ἀπάντησιν, διότι ἀνέπτυξα ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτῆς γραμμαῖς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐτόνισα, ὅτι παρομοίαν ἁρμοδιότητα δὲν ἔχει ἄλλην ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁ Ἄρειος Πάγος. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω. Τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα εἶναι τελείως ἐπουσιώδη, δηλαδὴ ὅτι ἐξασκεῖ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ ὑπάρχοντος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ ἁρμοδιότης αὐτὴ ipso jure καὶ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 114 τοῦ Συντάγματος μεταβαίνει εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὥστε καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο κατ’ οὐδὲν ὑστερεῖ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§213Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἀκριβῶς ἐξουσίας μετὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας περιέρχονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§214Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον. Ὑπάρχει Συνταγματικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 114 τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτὸ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν δὲν ἀπεδέχθη τὴν ἄποψιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος μὲ ἠρώτησε πρὸ ὀλίγου ἂν καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις τοῦ συνασπισμοῦ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν σχετικῶς πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀνεγράφετο παρομοία διάταξις καὶ ἂν τότε διεμαρτυρήθη ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο ἐν ἄρθρῳ 5 διάταξις, ἥτις ὥριζεν, ὅτι προηγοῦνται τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου τὰ ἀντίστοιχα μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ οὐδεμία ἠγέρθη τότε διαμαρτυρία.
§215Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη τὸν Νοέμβριον τοῦ 27 καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε τὸν Μάϊον τοῦ 28 καὶ οὐδεμία διαμαρτυρία ἐγένετο.
§216Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω, διὰ νὰ μὴν ἀναγκασθῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ σημείου τὸ ὁποῖον τόσον πλήρως ἐξηντλήσατε. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος νόμος, ὁ 1454 τῆς 12 Ἰουλίου 1918, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 12 ἐπαναλαμβάνει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 222 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη σήμερον, ὁσάκις προεβλήθη, ὡς μὴ ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν κατάστασιν καὶ ὡς ἀποβλέπουσα εἰς ἄλλο συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου αὐτοῦ; (ἀναγινώσκει). Σημειωτέον, ὅτι ὅταν ἐψηφίζετο ὁ νόμος αὐτὸς ὑπῆρχεν ὁ προηγούμενος νόμος τοῦ 1914 περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὁ ὁποῖος εἶχεν ἰσχύσει ἀπὸ τετραετίας, ἀδιάφορον ἂν δὲν εἶχεν συγκροτηθῆ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὥστε εἶναι μία ἐπανάληψις τῆς ἰδίας διατάξεως τοῦ ἄρθρου 222 καί κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅταν ἐψηφίσθη αὐτὸς ὁ νόμος καμμία διαμαρτυρία δὲν ἠκούσθη ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Εἶναι ὀψιγενὴς ἀντίληψις.
§217Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξεν ὅμως, κύριοι βουλευταὶ καὶ μειοψηφία εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἡ μειονοψηφία τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀναλογιζομένη, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία κατὰ τὴν τελευταίαν 15ετίαν ὑπέστη ἀλλεπάλληλα πλήγματα ποικίλλης φύσεως ἐκ δράσεως τῆς Πολιτείας, πλήγματα συνιστάμενα εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἰσοβιότητος, εἰς τὴν ψήφισιν νόμων μὲ ἀναδρομικὴν δύναμιν, εἰς τὴν ψήφισιν ἀκόμη νόμων, οἱ ὁποῖοι μεταβάλλουν τὸ δεδικασμένον, ἐνόμισε καὶ δικαίως ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, ὅτι πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ καταβάλῃ πλέον πᾶσαν δυνατὴν μέριμναν ὅπως τηρῆται ἀμείωτον τὸ γόητρον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ μόνον δὲ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς διαφωνεῖ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ἀναγνωρίζουσα καὶ ἐκείνη τὸ δικαίωμα τῆς οὕτω τιθεμένης ἀρχῆς, εἶναι τὸ σημεῖον, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας τὸ προβάδισμα, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ νόμου τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀπέναντι τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, θ’ ἀπετέλει καὶ τοῦτο πλῆγμα κατὰ τοῦ κύρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τῆς μειοψηφίας καὶ ὅπως εἶπον εἰς τὴν γενικὴν βάσιν τῆς παρατηρήσεως αὐτῆς, συνετάχθη ὁλοψύχως καὶ μὲ πλήρη προθυμίαν καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁμοθύμως πλέον ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἐκφράζει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐχήν, ὅπως λάβῃ ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα πρὸς ἐξύψωσιν τοῦ κύρους τῆς δικαιοσύνης. Ἀνύψωσις δὲ τοῦ κύρους ταύτης εἶναι δυνατόν, νὰ ἐπέλθῃ καὶ διὰ τῆς ἠθικῆς ἐνισχύσεως τοῦ κλάδου καὶ διὰ τῆς ὑλικῆς ἐνισχύσεως τῶν προσώπων, ἐφ’ ὅσον ἡ ἠθικὴ ὑπόστασις ἑνὸς κλάδου μὲ τὴν ὑλικὴν ὑπόστασιν τῶν μελῶν τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὸν κλάδον τοῦτον, εἶναι συνδεδεμένη κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ διάκρισις τῆς μιᾶς ἐνισχύσεως ἀπὸ τὴν ἄλλην. Ταῦτα, κύριοι βουλευταί, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φύσιν τοῦ θεσμοῦ καὶ τὴν ἱεραρχικότητά του. Ἕτερον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὸ ὁποῖον, θ’ ἀπασχολήσῃ καὶ ὑμᾶς εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συνθέσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἐπέφερε μὲν μεταβολὴν εἰς τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον, μεταβολὴν ἡ ὁποία καὶ ἐγένετο ἀντιληπτὴ ἐν τῇ ἐσωτερικῇ αὐτῆς ἀξίᾳ καὶ ἐγένετο καὶ ἀντικείμενον δημοσίων ἐπικρίσεων. Ἐννοῶ τὴν ἀπάλειψιν τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψε τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον εἰς τὸ ἄρθρον 3, ἀναφορικῶς πρὸς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διορισθοῦν σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας. Λέγω δέ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς δὲν κατενοήθη ἐν τῇ ἐσωτερικῇ αὐτῆς ἀξίᾳ, διότι οἱ ἐπικριταὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ὑπέστησαν ἐπίδρασιν ἐκ μόνης τῆς φράσεως «ἀπάλειψις τῶν προσόντων». Δὲν ἐμελέτησαν πάντως τὴν δικαιολογίαν καὶ δικαιολογημένως δὲν τὴν ἐμελέτησαν, διότι μόλις σήμερον τὴν μεσημβρίαν ἐκυκλοφόρησε ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἐμελέτησαν τοὺς λόγους ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὡρμήθη ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν καὶ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει καὶ ἔσπευσαν εἰς ἐπικρίσεις εὐκόλους καὶ ἀδικαιολογήτους. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὁ ἑξῆς, κ. βουλευταί: Ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ εἶχε πλήρη τὴν συνείδησιν καὶ πλήρη τὴν ἐπίγνωσιν τῆς δυσκολίας εἰς τὴν ὁποίαν, θὰ εὑρεθῇ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διὰ νὰ καταρτίσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συμβούλους εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ σύνθεσιν ἐκπροσώπων κατὰ πάντα ἀρτίων καὶ ἱκανῶν ἐν τῇ ὁλότητί του. Καὶ τοῦτο, διότι εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον, νὰ ἐξεύρῃ πρόσωπα παρασκευασμένα εἰδικῶς, διὰ τὸν θεσμὸν τοῦτον, ἐπειδὴ κανεὶς μὴ γνωρίζων πότε θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ θεσμὸς οὗτος, δὲν ἦτο δυνατόν, νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιστημονικὴν προπαίδευσιν καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἄσκησιν, διὰ νὰ εἶναι κατάλληλοι σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας. Ἀπέβλεψε δὲ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ—μετὰ πατρικῆς δύναμαι νὰ εἴπω στοργῆς—διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ διατάξεων αὐστηρῶν ἀλλὰ καὶ εὐεργετικῶν, διὰ τὸ προσωπικὸν συγχρόνως. Ἠθέλησεν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καλοὺς προέδρους, ἀρίστους εἰσηγητὰς καὶ ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τούτου, ν’ ἀντλήσῃ τοὺς ἀρίστους πλέον συμβούλους διὰ τὸ μέλλον. Τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον, διὰ τὰ προσόντα τοῦ εἰσηγητοῦ ὁρίζει πτυχίον νομικῆς καὶ ἐπιτυχίαν εἰς διαγωνισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον διὰ νὰ συμμετάσχῃ ὡς ὑποψήφιος, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐνιαυσίαν ὑπηρεσίαν πρὸ τοῦ διαγωνισμοῦ, εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὅστις δηλαδὴ θέλει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συμβούλιαν τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἐργασθῇ δοκιμαστικῶς ἐπὶ ἓν ἔτος ἀμισθεί, θὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸν ἑαυτόν του, ἂν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ καθήκοντα εἰς τὰ ὁποῖα θέλει, νὰ ἀνέλθῃ. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, προσέθηκε μόνον μία διάταξιν, ὅτι ὁ ὑποψήφιος διὰ τοιαύτην θέσιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ ἡλικίαν ἀνωτέραν τῶν τριάκοντα ἐτῶν καὶ τοῦτο διότι πρέπει νέος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν νέον θεσμόν, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἔχῃ πλῆρες τὸ στάδιον τῆς νέας αὐτοῦ σταδιοδρομίας, τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον ἡ ἐπιτροπὴ προσέθεσεν καὶ νέαν διάταξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ἐξαιρετικὴν σημασίαν, διάταξιν τὴν ἑξῆς: Προσέθεσεν ἴδιον ἐδάφιον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἐπιτυχόντες εἰς τὰς ἐξετάσεις τῶν εἰσηγητῶν, θὰ ὑπηρετήσουν ἐπὶ μίαν τριετίαν ὡς ἔμμισθοι εἰσηγηταὶ καὶ ἅμα τῇ συμπληρώσει τῆς τριετίας ἡ ὁλομέλεια τοῦ συμβουλίου, θὰ πρέπῃ δι’ ἐκθέσεώς της, νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ ἐπαρκείας τοῦ ἑκάστοτε κρινομένου εἰσηγητοῦ καὶ ὅσοι κριθοῦν ἱκανοί, θὰ προάγωνται αὐτοδικαίως εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ εἰσηγητοῦ αʹ τάξεως, ὅσοι δὲ κριθοῦν ἀνίκανοι καὶ ἀνεπαρκεῖς, θ’ ἀπολύωνται ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας. Τάσσομεν λοιπὸν μικρὰν ἡλικίαν, κατ’ ἀνώτατον ὅριον τριακονταετῆ, οὕτως ὥστε, ἐὰν μετὰ μίαν τριετίαν κανεὶς ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὸν διαγωνισμὸν εἰσηγητῶν κριθῇ ἀνίκανος νὰ σταδιοδρομήσῃ εἰς τὸ συμβούλιον, νὰ ἔχῃ ἀρκετὸν χρόνον ἐμπρός του, ἵνα δημιουργήσῃ νέον πόρον τῆς ζωῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχει ἀπόλυτον πεποίθησιν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ παραμείνουν εἰσηγηταὶ εἰς τὸ συμβούλιον, θὰ εἶναι νέοι καὶ φιλότιμοι καὶ ἐπιστημονικῶς κατηρτισμένοι καὶ ἱκανοὶ ν’ ἀποδώσουν τὴν ἐργασίαν, διὰ τὴν ὁποίαν προορίζονται.
§218Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἴπατε, ὅτι θὰ ὑπηρετῇ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀμισθεί, δὲν φρονεῖτε, ὅτι αὐτό, θὰ φέρῃ κἄποιαν δυσχέρειαν, δι’ ἕνα νέον ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐργασθῇ;
§219Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅποιος δὲν θέλει, μπορεῖ νὰ μὴ πάῃ.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρόκειται περὶ εἰσηγήσεως.
§221Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἴπαμε μετὰ 2ετῆ δοκιμασίαν.
§222Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀναχώρησίν σας ἐθέσαμεν τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν καὶ ὡρίσθη 3ετία. Εἰς τοὺς εἰσηγητὰς ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἐξασφαλίζει τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου, διότι ὁρίζει, ὅτι εἰς παρέδρους προάγονται μόνον οἱ εἰσηγηταὶ παρὰ τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας πλὴν μόνον, ἐὰν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τοὺς κρίνει μὴ ἀξίους τοιαύτης προαγωγῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχομεν εἰσηγητὰς καλούς, παρέδρους καλούς, ἐκ τούτων θὰ ἐξασφαλίσωμεν καλοὺς ἐπίσης, ἀριστεῖς δύναμαι νὰ εἴπω, συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας, διότι περιελάβομεν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ 5ετίαν τοῦ κρινομένου νόμου, αἱ κενούμεναι θέσεις συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, θὰ πληροῦνται ὑποχρεωτικῶς, διὰ προαγωγῆς παρέδρων, κατὰ τὰ ⅔ ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπή, κατὰ τὰ ¾ ἐπρότεινε ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Συμβούλων εἰς τρόπον, ὥστε τὰ ⅔ ἢ τὰ ¾ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἑκάστοτε συμβούλων, θὰ προέρχωνται ἐκ τῆς ἱεραρχίας τῆς ἐντὸς τοῦ σώματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ προαγωγῆς τῶν παρέδρων. Μένει λοιπόν, εἷς περιωρισμένος ἀριθμὸς συμβούλων οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ μέλλον, θὰ δύνανται, νὰ διορισθοῦν ὑπὸ τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως καὶ ἐκτὸς τῆς ἱεραρχίας τοῦ σώματος, θὰ δύναται καὶ τὸ τονίζω, θὰ δύναται, δὲν θὰ ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις, νὰ τοὺς πάρῃ ἀπ’ ἔξω. Τὴν δυνατότητα θὰ ἔχῃ, ὄχι τὴν ὑποχρέωσιν. Θὰ δύναται λέγω τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, νὰ τοὺς ἐκλέξῃ ἐκτὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἂν ἐκτὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δύναται νὰ εὕρῃ τοιούτους ἀριστεῖς, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὄχι κατ’ ἰδίαν του μόνον κρίσιν, ἀλλὰ κατόπιν συμφώνου γνώμης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἔχομεν ἀπόλυτον, κύριοι βουλευταί, τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τῷ αὐτῷ πρόσωπον σύμπτωσιν τῆς ἐκλογῆς ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι ἀρκετὸν ἐχέγγυον, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς ἀριστεῖς εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐχέγγυον πολὺ μεῖζον ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀρκετὸν τεκμήριον, θὰ ἦτο διὰ τὴν εἴσοδον εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, πτυχίον νομικῆς καὶ παρακαλῶ ἀκούσατε, δύο ἐτῶν ὑπηρεσίαν, ὡς ὑπουργοῦ ἢ πρέσβεως, ὡς ἐὰν ἡ ἰδιότης τοῦ ὑπουργοῦ, νὰ εἶναι τεκμήριον ἱκανότητος, διότι τάχα εἰς τὴν Ἑλλάδα μόνον οἱ καλοὶ γίνονται ὑπουργοί. Ἠθελήσαμεν, νὰ δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἑκάστοτε, ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς γνώμης τῆς ὁλομελείας τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅταν εὕρωσι καὶ ἐκτὸς τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀνθρώπους μὲ ἀκέραιον χαρακτῆρα καί μὲ νομικὴν μόρφωσιν, νὰ δύναται νὰ τοὺς χρησιμοποιήσῃ ἐν τῷ συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ἀπομένει μόνον ἡ πρώτη σύνθεσις κ. βουλευταὶ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ πρώτη σύνθεσις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἀπήλειψεν τὰ ἐν τῷ Κυβερνητικῷ σχεδίῳ ὁριζόμενα προσόντα. Ἔπραξεν ὅμως τοῦτο ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ὁρμωμένη ἐκ δύο σκέψεων, πρῶτον ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι πράγματι εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δυσχερὴς σήμερον ἡ ἐξεύρεσις τῶν καταλλήλων προσώπων, διὰ τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἠθέλησεν, νὰ εὐρύνῃ τὸν κύκλον ἐκλογῆς τῶν τοιούτων προσώπων. Ὅταν ἔχωμεν νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων τούτων εἰς τὸν σημερινὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξ ὅσων πληροφοριῶν ἰδικῶν της εἶχεν ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ἠδύνατο, νὰ μορφώσῃ γνώμην, εἶχε πεισθῆ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀποβλέπει μόνον εἰς τοὺς ἰδιαιτέρους αὑτοῦ φίλους, διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἀπευθύνεται καὶ δικαίως εἰς τοὺς ἀριστεῖς, ἐκλιπαρῶν δύναμαι, νὰ εἴπω, παρακαλῶν τὴν συμμετοχὴν τῶν ἀριστέων εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Μὲ τὴν σκέψιν λοιπόν, ὅτι θὰ παράσχωμεν εὐρυτέραν τὴν ἐκλογὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μὲ ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὸν σημερινὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἀπήλειψεν τὰς περὶ προσόντων διατάξεις. Δευτέρα τροπολογία τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 39, τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, εἰς τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ἀντιδικία, μεταξὺ διοικήσεως καὶ πολιτῶν, ὁρίζεται, ὅτι ἡ διοίκησις δύναται, νὰ ἀντιπροσωπευθῇ καὶ διὰ νομικοῦ συμβούλου ἢ διὰ παρέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὁ ὁποῖος τονίζει ὁ νόμος, ἐν τῇ τοιαύτῃ του λειτουργίᾳ δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τὴν ἱεραρχικήν του θέσιν ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως. Παρέχει ἑπομένως τελείαν ἀνεξαρτησίαν εἰς αὐτόν. Ἠθελήσαμεν, κύριοι βουλευταί, νὰ εὐρύνωμεν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ ἄρθρου 39 καὶ νὰ καθορίσωμεν ὡς ὑποχρεωτικὴν πάντοτε τὴν ὑπόδειξιν ἑνὸς παρέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ νὰ παίξῃ τὸν τοιοῦτον ρόλον, ἀνάλογος τοῦ ὁποίου ὑπάρχει εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ, ὁ θεσμὸς κ.λ.π. τῶν Commissionnaires du gouvernement.
§223Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μόνον ἐν Γαλλίᾳ.
§224Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν Ἰταλίᾳ, δὲν λειτουργεῖ τόσον δραστικῶς ὡς ἐν Γαλλίᾳ, οὐδ’ ἀπέδωσε τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους ἀποδίδει ἐν Γαλλίᾳ. Ἠθελήσαμεν ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἐπιτροπῇ, νὰ προικίσωμεν τὸν νέον θεσμὸν μὲ ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος δύναται, νὰ τοῦ δώσῃ, ἵνα σταδιοδρομήσῃ ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ εὐρύτητι, οὕτως ὥστε ἂν δὲν ἀποδώσῃ καρπούς, τὸ πταῖσμα νὰ εἶναι τῶν προσώπων καὶ ὄχι τῆς Πολιτείας.
§225Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τίποτε δὲν ἐμποδίζει, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶμεν, νὰ κάμωμεν μίαν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρέδρων νὰ μείνῃ, ὡς ἔχῃ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ σὺν τῷ χρόνῳ μποροῦμε, νὰ προβαίνωμεν εἰς αὐξήσεις τῶν παρέδρων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ν’ ἀναθέσωμεν εἰς μόνους αὐτούς, νὰ χρησιμεύουν ὡς Commissionnaires du gouvernement. Μεταχειρίζομαι τὴν Γαλλικὴν φράσιν, διὰ νὰ συνεννοούμεθα περὶ ποίων πρόκειται ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἀνάθεσιν αὐτὴν εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἄρθρου 39, καθ’ ὅσον δὲ θ’ αὐξάνῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν παρέδρων, ἵνα ἐπαρκῇ θ’ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτοὺς τὰ καθήκοντα τοῦ Κυβερνητικοῦ ἐπιτρόπου.
§226Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι, νὰ συμφωνήσω εἰς αὐτὴν τὴν ἄποψιν, διότι ἀποδίδω ἐξαιρετικὴν σημασίαν.
§227Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς συγχαίρω καὶ παρακολουθῶ μετ’ ἐνδιαφέροντος τὴν εἰσήγησίν σας, ἀλλὰ μοῦ λέγετε ν’ αὐξήσω τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν ἀπὸ 7 εἰς 15 πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγώ, ὡς Κυβερνήτης τῆς χώρας δὲν δύναμαι νὰ τὸ κάμω.
§228Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ 750 χιλιάδων δραχμῶν τὸν χρόνον κ. Πρόεδρε. Μὴ φιλαργυρευώμεθα καὶ γιὰ 750 χιλιάδες ἂς μὴ κάμωμεν ἐλλειπῆ τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§229Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ γίνῃ ἐλλειπής, ἀφοῦ δύναται ν’ ἀντιπροσωπευθῇ ἢ διὰ νομικοῦ συμβουλίου δι’ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος θ’ ἀσκῇ τὰ καθήκοντα τοῦ Κυβερνητικοῦ ἐπιτρόπου.
§230Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους, διαρρήδην διαφωνῶ, διότι θὰ εἶναι ὑφιστάμενοι ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως μὴ ἔχοντες τὸ πνεῦμα τῆς ἀνεξαρτησίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωσιν οἱ πάρεδροι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἑπομένως δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου.
§231Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν δέχεσθε τὸ ἄρθρον 39, ὅτι ἡ ἐκδοῦσα τὴν προσβαλλομένην πρᾶξιν ἀρχὴ δύναται ν’ ἀντιπροσωπευθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν, διὰ νομικοῦ συμβούλου ἢ δι’ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου ἢ διά τινος τῶν παρέδρων, δὲν μπορεῖτε νὰ στερήσητε τὸ δημόσιον ν’ ἀντιπροσωπευθῇ ἀπὸ κἄποιον ἄνθρωπον.
§232Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὑπάγῃ ὁ πάρεδρος, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ αὐτὸς Κυβερνητικὸς ὑπάλληλος καὶ ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε κανένα συμφέρον, νὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ διαδίκου, καὶ τοῦτο, ἵνα ὑπάρχῃ συνεπὲς πνεῦμα διέπον τὰς ἐργασίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἰς ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐκδηλώσεις, διότι ὅταν φέρετε τὸν δημόσιον ὑπάλληλον θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν γνώμην τοῦ προϊσταμένου του ὑπουργοῦ.
§233Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν συμμετέχει τῆς συνθέσεως τοῦ δικαστηρίου, ἐνῷ ὁ πάρεδρος μετέχει μὲ συμβουλευτικὴν ψῆφον.
§234Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάθεσιν τῆς ἐκπροσωπήσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς νομικοὺς συμβούλους, παρακαλῶ, νὰ τὸ προσέξητε. Διότι, ἂν θελήσητε, νὰ θεσπισθῇ ἐκπροσώπησις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ νομικοὺς συμβούλους, κατ’ ἀνάγκην θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ αὐξήσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν νομικῶν συμβούλων, διότι προστίθενται καὶ νέα καθήκοντα εἰς αὐτούς, εἶναι οὕτως ἢ ἄλλως, ὅπως γνωρίζητε πολὺ καλά, βεβαρυμένοι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι μὲ πληθώραν ἐργασίας.
§235Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν θὰ φέρω νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν νομικῶν συμβούλων καὶ ἂν εὑρεθῶμεν πρὸ ἀνεπαρκείας, θὰ ζητήσω τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρέδρων. Προσπαθῶ νὰ μὴ αὐξήσω πολὺ τὰ πρόσωπα, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάγκη δὲν ἤθελεν ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον.
§236Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι 40 πάρεδροι ἐπὶ 37 συμβούλων.
§237Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θὰ σᾶς αὐξήσω τὸν ἀριθμὸν ἀπὸ 7 εἰς 8, ἴσως καὶ μέχρι 10, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ πάω πάρα πάνω. Γνωρίζω, ὅτι ἔχετε δίκαιον, μοῦ ἀρέσει καλλίτερα τὸ πνεῦμα τῶν παρέδρων μέσα εἰς τὸ συμβούλιον, παρὰ τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον παίρνουν ἀπ’ ἔξω. Προσπαθοῦμεν νὰ κάμωμεν μίαν οἰκονομίαν τὴν ὁποίαν μὴ χαρακτηρίζητε ὡς μιζέριαν. Θὰ σᾶς αὐξήσω τὸν ἀριθμὸν εἰς 10 καὶ θὰ δεχθῶ, ὅπως δύνανται νὰ προστεθῶσι, διὰ διατάγματος καὶ ἄλλα μέχρι τῶν 15.
§238Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι 15, ἀλλὰ 25, νὰ προστίθενται διὰ διατάγματος.
§239Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Φοβοῦμαι, ὅτι τὰ διατάγματα, θὰ γίνωνται καθ’ ἡμέραν.
§240Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό, διότι χρειάζεται ἀπόφασις ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ἔκδοσις τοῦ διατάγματος θὰ εἶναι δύσκολος καὶ δὲν θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμωμεν νόμον ἑκάστοτε. Μία ἀκόμη οὐσιώδης τροποποίησις τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ εἶναι, ὅτι προσέθεσε μίαν διάταξιν καθ’ ἣν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ὁλομελείας τοῦ συμβουλίου ὑπάγεται ἡ ἐκδίκασις ἐφέσεων καὶ ἀποφάσεων τοῦ συμβουλίου ἐφ’ ὧν ἐδίκασε τοῦτο κατὰ πρῶτον βαθμόν. Γνωρίζω τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Ρακτιβάν, ὅτι φοβεῖται μήπως ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς τοιαύτης ἐφέσεως μειώσῃ τὸ κῦρος τοῦ συμβουλίου. Τοῦτο δὲ νομίζω, ὅτι εἶναι βάσιμον, διότι καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐφαρμόζεται, ἀλλὰ πλὴν τούτου παρέχομεν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναψηλαφήσεως.
§241Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀναψηλάφησις ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἀνήκῃ εἰς ἴδιον......
§242Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂν εἴπωμεν, ὅτι ἐπλανήθη, δὲν νομίζω, ὅτι προσβάλλομεν τὸ κῦρος αὐτοῦ. Αὐταὶ εἶναι αἱ οὐσιώδεις μεταβολαὶ τὰς ὁποίας ἐπέφερε εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ἡμεῖς ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἀναμένει τὴν διόρθωσιν ἐν πολλοῖς τῶν κακῶν τῆς διοικήσεως. Διότι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν τῇ δράσει του εἰς ἑκάστην οἰκονομικὴν ὑπόθεσιν δὲν θὰ κρίνῃ, ὅπως εἶπον, μεταξὺ δύο διαδίκων διεκδικούντων ἴδιον δίκαιον, ἀλλὰ μεταξὺ προσώπων ἅτινα παραπονοῦνται, ὅτι ἠδικήθησαν ὑπὸ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς διοικήσεως κρινομένης ἂν ὄντως ἠδίκησεν. Αἱ δὲ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν θὰ εἶναι μόνον ἡ στενὴ καὶ περιωρισμένη ἐπανόρθωσις τοῦ προσβληθέντος δικαίου ἢ τοῦ θιγέντος συμφέροντος, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀκόμη εὐρύτεραι καὶ ἀκόμη ὑψηλότεραι. Εἰς ἑκάστην περίπτωσιν, θὰ χαράσσουν μίαν κατευθυντήριον γραμμήν, διὰ τὴν δρᾶσιν τῆς διοικήσεως, γραμμὴν ἀπὸ τῆς ὁποίας ἡ διοίκησις δὲν θὰ δύναται ν’ ἀποστῇ οὔτε ἀτιμωρητί, οὔτε ἀζημίως. Καὶ ἑπομένως οὕτω ἐξελισσομένη ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, θ’ ἀποτελέσῃ ἐλπίζομεν, τὸν φωτεινὸν ὁδηγὸν ἐν τῇ ὅλῃ δράσει τῆς διοικήσεως εἰς τρόπον ὥστε, νὰ γίνῃ ποθητὴ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν ἡ ἀγαθοποιὸς δρᾶσις αὐτοῦ (χειροκροτήματα).
§243Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν, νὰ εἴπω τὰς γνώμας μου καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§245Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ ἤθελα, νὰ προσθέσω, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἰς ὅσα τελευταίως ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ Βήματος ἀνέπτυξε πρὸς ὑμᾶς, θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ σπουδαιότερον ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀναμένωμεν ἀπὸ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἡ διαπαιδαγώγησις τὴν ὁποίαν ἐξελικτικῶς, θὰ ὑποστῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὁ ὁποῖος πλέον θὰ ἐθισθῇ, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου θεσμοῦ, νὰ μὴ κύπτῃ ἀσθενὴς καὶ ἐξουθενωμένος τὸν αὐχένα πρὸ τῆς ὑπερβασίας οἱασδήποτε ἀρχῆς, ἀλλ’ ὑπερήφανος ἐν τῇ ὑπερασπίσει τῶν δικαίων του συμφερόντων, νὰ ἀπευθύνηται πρὸς δικαστήριον ἀνώτερον τὸ ἤδη καθιερούμενον παραπονούμενος κατὰ τῶν πράξεων τῆς παρανομούσης ἀρχῆς μὲ προστάτην πλέον φυσικὸν αὐτὴν τὴν ἀνωτάτην διοικητικὴν δικαιοσύνην. Καὶ ἡ διαπαιδαγώγησις αὐτὴ θὰ εἶναι τὸ καλλίτερον στήριγμα τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος, διότι πλέον θὰ ἐννοήσῃ ὁ λαός, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προστατεύηται ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τῶν ἀτομικῶν του δικαιωμάτων, ἀλλὰ καὶ παντὸς νομίμου συμφέροντος καὶ νὰ προστατεύηται μάλιστα καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ πολίτης εὑρίσκεται ἐν τῇ μειοψηφίᾳ ἔναντι Κυβερνήσεως ἀποστελλομένης εἰς τὴν Βουλὴν καὶ στηριζομένης εἰς τὴν καταπληκτικωτέραν ἀκόμη τῶν πλειοψηφιῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις καθιεροῦσα καθ’ ἣν ἄλλως ἐκ τοῦ Συντάγματος εἶχεν ὑποχρέωσιν, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐδικαιοῦτο θέτουσα πέδας αὐτὴ εἰς ἑαυτὴν παντὸς ἐπαίνου, ἐν τούτοις κατεκρίθη τελευταῖον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ. Καὶ κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ σήμερον ἀκόμη ὑπὸ τοῦ ἀντιπολιτευομένου τύπου, ὅτι πρόκειται δῆθεν νὰ πλέξῃ τὸν ἱστὸν τῆς Πηνελόπης καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὑπόσχεται κατὰ τοὺς ἀρθρογράφους, αἱματηρὰς οἰκονομίας, ἀφ’ ἑτέρου καθιεροῖ σῶμα πολυτελὲς καὶ ἄσκοπον πρὸς ἐκπλήρωσιν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων τῶν φίλων της. Κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρόκειται νὰ ἱδρύσῃ θεσμὸν ἄσκοπον καὶ πολυτελῆ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα τὸ ὑπὸ κρίσιν τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου, ἐκπληρώνει συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν ὑφισταμένην ἐκ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος καὶ ἐκπληρώνει κοινὴν ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐπιθυμίαν ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεως τοῦ Κράτους μέχρι τῆς σήμερον ἀδιακόπως πλὴν μικρᾶς διακοπῆς, ἡ ὕπαρξις τῆς ὁποίας ἐκύρωσε καὶ ἐτόνωσε τὴν ἔντονον ἀξίωσιν πρὸς ἵδρυσιν τοῦ σώματος τούτου. Διὰ τοῦτο μολονότι ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τῆς ἐπεξεργασίας σχεδίου νόμου περὶ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἠθέλησε νὰ κουράσῃ τὴν Βουλὴν ἱστοροῦσα τὰ τοῦ θεσμοῦ ἀπὸ τῆς πρώτης του ἐμφανίσεως μέχρι σήμερον ἐν Ἑλλάδι, ἀναφέρουσα ἄλλως γνωστὰ πράγματα, εὑρίσκεται ἐν τούτοις ὑποχρεωμένη σήμερον ἐκ τῶν πραγμάτων, νὰ τὸ πράξῃ ἀπαντῶσα ἀκριβῶς εἰς ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησαν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας νὰ κλονίσουν παρὰ τῷ λαῷ τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισε ἀφ’ ἧς διὰ τῶν πρώτων δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ νὰ παραστήσουν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι, ὡς ἤδη ἀνέφερα κἄτι μὲ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προσπαθῆ, νὰ ὑφάνῃ τὸν ἱστὸν τῆς Πηνελόπης, ἀπαιτοῦσα κατ’ αὐτούς, ἀφ’ ἑνὸς αἱματηρὰς οἰκονομίας ἀφ’ ἑτέρου ἱδρύουσα σῶμα καὶ ἄσκοπον καὶ πολυτελές.
§246Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἀπηγγέλθην αἱματηρὰς οἰκονομίας ποτέ.
§247Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἰδική μου ἡ φράσις κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ τῶν ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ ἀρθρογραφούντων καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἀναφέρω. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τοῦ 1833, ἀπὸ τῶν πρώτων χρόνων δηλαδὴ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς ἀντιβασιλείας εἶχεν προαγγελθῆ ἡ ἵδρυσις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας «πρὸς συζήτησιν τῶν σπουδαιοτέρων τοῦ Κράτους ὑποθέσεων καὶ πρὸς ἐπίλυσιν διοικητικῶν ἀμφισβητήσεων». Πράγματι δὲ ἱδρύθη τοῦτο διὰ τοῦ ὀργανικοῦ διατάγματος τοῦ 1835, μεθ’ ὃ ἐξεδόθη ὁ ἀπὸ 30 Νοεμβρίου 1835 ἐσωτερικὸς ὀργανισμὸς τοῦ συμβουλίου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κρατούντων τότε ἐν Γαλλίᾳ. Τὸ συμβούλιον ἀπηρτίσθη ἐξ 20 τακτικῶν συμβούλων, ἓξ ἐκτάκτων συμβούλων, οἵτινες δὲν μετεῖχον ἀμέσως τῶν διασκέψεων τοῦ συμβουλίου, ἀλλ’ ἠδύναντο νὰ καλῶνται εἰς τὰς συνεδρίας αὐτοῦ, εἰσηγητῶν μέχρις ἓξ καὶ τοῦ γενικοῦ γραμματέως, ἁπάντων διοριζομένων ὑπὸ τοῦ βασιλέως. Ἐκ τούτων οἱ ἔκτακτοι σύμβουλοι ἦσαν ἔμμισθοι καὶ ἐλαμβάνοντο συνήθως ἐξ ἀνωτάτων δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες διετήρουν τὸν μισθόν των. Κατὰ βαθμὸν ὁ πρόεδρος καὶ οἱ ἀντιπρόεδροι ἤρχοντο ἀμέσως μετὰ τὸν πρωθυπουργόν, προηγούμενοι τῶν ὑπουργῶν, οὓς εἵποντο ἀμέσως οἱ λοιποὶ σύμβουλοι. Ἂν ἀναγνώσῃ τις τὰ ὀνόματα τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὸ πρῶτον Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἴδῃ ὅτι περιελήφθησαν εἰς αὐτὸ ὅ,τι ὑπερέχον εἶχεν ὁ τότε Ἑλληνικὸς κόσμος (ἀναγινώσκει) «Νότης Μπότσαρης, Ἀνδρ. Ζαΐμης, Π. Μαυρομιχάλης, Α. Μεταξᾶς, Ι. Μέξης, Ἀναγν. Δεληγιάννης, Θ. Κολοκοτρώνης, Γ. Κουντουριώτης, Παν. Νοταρᾶς, Richard geoges, Ν. Βαλτινός, Ν. Μπότασης, Ἀθ. Λιδωρίκης, Γ. Αἰνιάν, Τ. Μαγγίνας, Β. Μπουντούρης, Ἐμμ. Ξένος, Ν. Ζαχαρίτσας, Δρ. Μανούλας καὶ Α. Μεναρχίδης. Ἔκτακτοι δέ: Ι. Κωλέττης, Λ. Κουντουριώτης, Κ. Καρατζᾶς, Α. Λιδωρίκης, Α. Μαυροκορδᾶτος, Σπ. Τρικούπης, Κλονάρης, Ρίζος, Μ. Σοῦτζος, Γ. Ψύλλας, Ν. Ζωγράφος, Ν. Παλαμήδης καὶ Δ. Τσαμαδός». Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ἱδρύθη διὰ τοῦ ὀργανωτικοῦ διατάγματος τοῦ 1835 διῃρεῖτο εἰς 4 τμήματα: αʹ) Τὸ τῆς ἀστυκῆς καὶ ποινικῆς νομοθεσίας. βʹ) Τὸ τῶν οἰκονομικῶν. γʹ) Τὸ τῆς λοιπῆς διοικήσεως· καὶ δʹ) Τὸ πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἀμφισβητουμένων διοικητικῶν ὑποθέσεων καὶ τῶν ἐκκλήσεων κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὰ καθήκοντα τοῦ συμβουλίου διῃροῦντο εἰς 4 κυρίως κατηγορίας. αʹ) Τὴν ἁπλῶς συμβουλευτικήν, ἥτις δὲν ἐδέσμευε τὴν νομοθετικὴν καὶ ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ βασιλέως. βʹ) Τὴν διοικητικήν. γʹ) Τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῶν διοικητικῶν διαφορῶν, ἣν ἤσκει κυριαρχικῶς ἐξ ἰδίου δικαίου ὡς διοικητικὸν δικαστήριον· καὶ δʹ) Τὴν ἄρσιν τῶν συγκρούσεων τῆς δικαστικῆς πρὸς τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν. Αʹ) Τὸ συμβουλευτικὸν ἔργον τοῦ Συμβουλίου ἦτο διττόν: αʹ) Ὑποχρεωτικόν, καθ’ ἃς περιπτώσεις ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦτο ἐκ τοῦ διατάγματος νὰ ζητῇ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου μὴ δυναμένη νὰ ἐνεργήσῃ πρὶν ἢ λάβῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὡς π. χ. ἐπὶ εἰσαγωγῆς, καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως ἀστικῶν καὶ ποινικῶν νόμων, ἐπὶ ἐκδόσεως ἢ τροποποιήσεως νόμου ἐπιβάλλοντος δημοσίους φόρους κ.λ.π. βʹ) Δυνητικόν, καθ’ ἃς περιπτώσεις ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην του, ὡς π. χ. ἡ προεξεργασία καὶ γνωμοδότησις ἐπὶ διαφόρων νόμων, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου ἔτους, ἡ γνωμοδότησις ἐπὶ τῶν παρὰ τοῦ βασιλέως παραπεμπομένων αὐτῷ ἰδιωτικῶν ἀναφορῶν, περὶ παραπόνων κατὰ διαταγῶν ἢ πράξεων ὑπουργικῶν προσβαλουσῶν τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν ἢ ἰδιοκτησίαν. Βʹ) Ὀλίγα ἦσαν τὰ διοικητικὰ καθήκοντα τοῦ συμβουλίου, ἐν οἷς τὸ συμβούλιον δὲν γνωμοδοτεῖ πλέον, ἀλλ’ ἀποφασίζει αἱ δὲ ἀποφάσεις του ἔχουσιν οἴκοθεν τὸ κῦρος διοικητικῆς ἀμέσου ἀρχῆς, ὡς π. χ. αἱ ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ δημοσίας ἀνάγκης ἀπαλλοτριώσεως ἰδιωτικῆς τινος περιουσίας πρὸς δημόσιον σκοπόν. Γʹ) Δικαστικὴν δικαιοδοσίαν ἤσκει τὸ συμβούλιον ὡς ἀνώτατον διοικητικὸν δικαστήριον ἐπὶ τῶν διοικητικῶν διαφορῶν (contentieux aidministratif) ὡς ἐπὶ ἀναφορῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν παραβίασιν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπαρχιακῶν καὶ νομαρχιακῶν συμβουλίων, ἐπὶ τῶν ἐκκλήσεων κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κλπ. Ἡ ἐπὶ τούτων συζήτησις ἐγένετο δημοσία. Δʹ) Ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων μεταξὺ τῆς δικαστικῆς καὶ διοικητικῆς ἀρχῆς ἀνετέθη εἰς τὸ συμβούλιον, ὅπερ ἀπεφάσιζεν ἐπ’ αὐτῆς ἀμετακλήτως. Πάντα τὰ τμήματα συνήρχοντο εἰς γενικὴν συνέλευσιν, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ παρίστανται τοὐλάχιστον 12 τακτικοὶ σύμβουλοι. Διαρκὴς βασιλικὸς ἐπίτροπος παρὰ τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας δὲν ὑπῆρχεν. Μόνον ἐπὶ ὡρισμένων ἀντικειμένων ἠδύνατο ὁ βασιλεὺς ν’ ἀναθέσῃ τοιαῦτα καθήκοντα εἰς οἱονδήποτε, ὡς καὶ εἰς μέλη αὐτοῦ τοῦ συμβουλίου, ὡς π.χ. κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ νομοσχεδίων ἢ σχεδίων κανονιστικῶν διαταγμάτων. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἤρξατο λειτουργοῦν τὴν 24 Ὀκτωβρίου 1835. Τὸ Αʹ αὐτὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διετηρήθη μέχρι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843, ὅτε διὰ τοῦ 112 ἄρθρου του κατηργήθη. Ἔκτοτε ἀπὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ὑπῆρξε στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κοινὴ γνώμη ἐπιστημόνων καὶ μή, ἀποδίδει τὴν ἐν γένει κακοδαιμονίαν εἰς τὴν ἔλλειψιν αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἀξιοῖ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς θεσμοῦ ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπιβεβλημένος, διὰ νὰ προπαρασκευάζῃ τοὺς νόμους καὶ νὰ ἐπιβλέπῃ τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους εἰς τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ὁ Νικόλαος Ι. Σαρίπολος, ὅταν ἐξέδιδε τὸ πολιτικόν του πρόγραμμα τῆς ὑποψηφιότητος, ὡς γερουσιαστοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἔγραφε (ἀναγινώσκει). «Συμβούλιον τακτικὸν τῆς Ἐπικρατείας ἐξ εἰδικῶν νομομαθῶν συγκροτούμενον εἰς προπαρασκευὴν τῶν νόμων νομίζω, τῶν ὧν οὐκ ἄνευ διὰ πᾶσαν εὔκοσμον πολιτείαν ἐφ’ ᾧ καὶ θέλω ὑποστηρίξῃ τὴν σύστασιν αὐτοῦ ἐκθύμως, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ ἑκάστοτε φύρδην μίγδην συγκροτούμεναι ἐπιτροπαὶ πρὸς σύνταξιν νόμων συρραφὴν μᾶλλον ἢ συγγραφὴν νομοθετημάτων, ἐποίουν». Θὰ προσέθετον «καὶ μετάφρασιν». Ὑπὸ τὴν γενικὴν ἀπαίτησιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, διὰ τῶν ἄρθρων του 83, 84, 85 καὶ 86 ἐπανεσύστησε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ τὸ ἐπανεσύστησε μὲ ἀσθενεστάτην δικαιοδοσίαν, διότι τὸ καθώρισεν, ὡς σῶμα ἁπλῶς συμβουλευτικὸν ἐκ τοῦ ὁποίου ἀφῃρέθη ἡ ἐπεξεργασία τῶν κανονιστικῶν διαταγμάτων καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Οὕτω τὰ καθήκοντα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας περιελάμβανον μόνον, αʹ) τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων, ἂν αὕτη ἤθελεν ἀνατεθῆ ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν, βʹ) ἡ ἐπεξεργασία τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως ὅσα δὲν κατηρτίσθησαν ὑπ’ αὐτῶν καὶ τῶν ὑπὸ τῶν βουλευτῶν εἰσαχθεισῶν προτάσεων νόμων καὶ γʹ) ἡ κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ συμβούλιον παραπομπὴ τῶν ἤδη ὑπ’ αὐτῆς εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ψηφισθέντων, ἀλλὰ τροπολογηθέντων ἐν μέρει νομοσχεδίων». Ἀλλὰ καὶ οὕτω τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως ἐθεσπίζετο, ὑπέστη τορπιλλισμὸν διὰ τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ τότε Συντάγματος τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθῃ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ τὸ καταργήσῃ διὰ τῶν ψήφων αὐτῆς. Πράγματι, ὅταν συνῆλθεν ἡ πρώτη μετὰ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο Βουλή, ὑπεβλήθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης σχετικὴ πρότασις καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατηργήθη. Φθάνομεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1909. Τόσον αἰσθητὴ ἐγένετο ἡ μὴ ὕπαρξις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀπὸ τοῦ 1865, ὥστε αἱ πλάναι καὶ αἱ προλήψεις ὅσαι συνετέλεσαν διὰ νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμός, διελύθησαν καὶ ἐπιτακτικὴ ὑψώθη πάντοθεν ἡ φωνὴ τῆς δημοσίας γνώμης, ὅπως καταρτισθῇ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας οὐ μόνον ὡς σώματος ἁπλῶς κοινοβουλευτικοῦ ἐν τῇ παρασκευῇ τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀνωτάτου διοικητικοῦ δικαστηρίου. Πρώτη ἐπιτροπὴ τοῦ κόμματος τοῦ ἀειμνήστου Δ. Ράλλη τὴν 25 Σεπτεμβρίου 1910 ἐν μελέτῃ περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἀνεγνώριζεν ὡς ἀπαραίτητον, εἰσηγουμένου τοῦ ἀειμνήστου Κ. Βασιλείου, τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οὐ μόνον ὡς γνωμοδοτικοῦ σώματος ἐν τῇ συνάψει τῶν νόμων καὶ τῶν ἐκτελεστικῶν διαταγμάτων, ἀλλὰ καὶ ὡς «ἀνωτάτου δικαστηρίου ἐλέγχοντος τὰς ἀποφάσεις τῶν κατωτέρων διοικητικῶν δικαστηρίων μετ’ ἀνωτάτης πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων». Ἔπειτα ἐπιτροπεία τοῦ αὐτοῦ κόμματος συνεργασθεῖσα πρὸς ἐπιτροπὴν τοῦ κόμματος τοῦ ἀοιδίμου Θεοτόκη εἰς πρότασιν φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς 17 βουλευτῶν, ἐν οἷς οἱ δύο ἀρχηγοὶ καὶ ἄλλοι ἐπιφανεῖς πολιτευόμενοι, ὁμοφώνως προέτειναν, ὡς λυσιτελῆ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, τὴν ἵδρυσιν τοῦ συμβουλίου τούτου πρὸς παρασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νομοσχεδίων καὶ ἐκδίκασιν τῶν διοικητικῶν διαφορῶν. Τέλος τὴν 26 Ἰανουαρίου 1911 οἱ ἓξ βουλευταί, ὑπουργοὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει σχεδίου ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἐπρότειναν τὴν ἵδρυσιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἐφ’ οἷον τύπον ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ κόμματος τοῦ Δ. Ράλλη, ὡς ἀνάγκην ἐπιτακτικὴν ἀναγνωρισθεῖσαν ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως ἐκ τῆς κτηθείσης μέχρι τοῦδε πείρας ἐν τῷ νομοθετικῷ τῆς Βουλῆς. Μετὰ εἰσήγησιν δὲ ἐνώπιον τῆς βʹ ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Ρακτιβάν, ἐψηφίσθη δι’ 176 ψήφων παρόντων 197, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τοῦ ἄρθρου 82 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τότε περιεβάλετο μὲ τὰς ἑξῆς ἐξουσίας (ἄρθρον 82) αʹ) ἐπεξεργασίαν νόμων καὶ διαταγμάτων, βʹ) ἐκδίκασιν διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, γʹ) ἀκύρωσις κατ’ αἴτησιν διὰ παράβασιν νόμου τῶν πράξεων διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ δʹ) ἀνωτάτη πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν ἀπολαυόντων μονιμότητος διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων, ἐψηφίσθη τὸ 1914 ὁ νόμος 290, περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, μὴ τεθεὶς ὅμως ἔκτοτε, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἐφαρμογήν. Ἐκ τῆς ἁπλῆς αὐτῆς ἐξιστορήσεως τοῦ θεσμοῦ προκύπτει, κ. βουλευταί, ὅτι ἀφ’ ἧς ἱδρύθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μέχρι σήμερον διαρκεῖ καὶ ἐμμόνως ἡ κοινὴ γνώμη ἀπήτει ὅπως ἱδρυθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ὡς καθῆκον, τόσον τὴν παρασκευὴν τῶν νόμων κανονιστικῶν διαταγμάτων, ὅσον καὶ καθήκοντα ἀνωτάτου διοικητικοῦ δικαστηρίου ἐπὶ αἰτήσεων προσφυγῆς πρὸς ἀκύρωσιν πράξεως τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας. Κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς 30μελοῦς ἐπιτροπῆς τῆς δʹ συνελεύσεως τὸ 1925 πάλιν καθιερώθη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν καθιερώθη καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἐκεῖ δὲ τὸ πρῶτον ἐμφανίζεται αὐτὸ ὡς ἰδιαίτερον κεφάλαιον μὲ ἐπικεφαλίδα, διοικητικὴ δικαιοσύνη, ἵνα μὴ ἀμφισβητῆται ὁ χαρακτὴρ ὡς δικαστηρίου. Ἐὰν δέ τις ἀναγνώσει τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, θὰ ἴδῃ ὅτι πράγματι δι’ αὐτοῦ ἠθέλησε νὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι πρόκειται νὰ ἱδρυθῶσιν διοικητικὰ δικαστήρια ἴδια, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἔθηκε τὸ σῶμα τῆς Ἐπικρατείας. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία συνεζήτησε καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τῆς αʹ περιόδου τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα, μία μόνον ἡ ἀντίρρησις ἠκούσθη κατὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἡ ἀντίρρησις αὐτή, ὅπως φαίνεται ἐὰν μελετήσῃ τις τὴν σελίδα 62 τῶν πρακτικῶν τῆς Συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, προήρχετο ἐξ ἑνὸς βουλευτοῦ τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἀντίρρησιν μὲν κατὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἐσκέπτετο, ὅτι ἐφ’ ὅσον καθιερώθη ἡ Γερουσία παρὰ τὴν ἀντίθετον γνώμην τοῦ κόμματος εἰς ὃ ἀνῆκε, δὲν εἶχεν λόγον ὑπάρξεως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διότι κατ’ αὐτόν, τὸ κυριώτερον ἔργον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἦτο ἡ προπαρασκευὴ τῶν νόμων καὶ ἡ ἐπεξεργασία τῶν κανονιστικῶν διαταγμάτων. Τὴν γνώμην ταύτην ἀπέκρουσεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ δικαίως, διότι τὸ κύριον ἔργον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν εἶναι ἡ προπαρασκευὴ τῶν νόμων καὶ ἡ ἐπεξεργασία τῶν κανονιστικῶν διαταγμάτων, ἀλλὰ τὸ κυριώτατον ἔργον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, εἶναι αἱ ἀποφάσεις του ἐπὶ αἰτήσεων προσφυγῆς πρὸς ἀκύρωσιν πράξεων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας. Καὶ πράγματι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος προέτεινε εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ψηφίσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, γράφουσα τάδε εἰς τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν (σελ. 35 τοῦ τεύχους) (ἀναγινώσκει): «Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀποβλέπουσα εἰς τὰ ὕψιστα καὶ πολλαπλᾶ ἔργα, τὰ ἀνατεθειμένα διὰ τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, φρονεῖ, ὅτι τὸ συμβούλιον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ μέγαν προορισμὸν δικάζον τὰς πράξεις τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ἐπεξεργαζόμενον τὰ κανονιστικὰ διατάγματα καὶ ἀσκοῦν τὴν ἀνωτέραν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν». Βλέπετε λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ θεσμοῦ, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εὑρόντες ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀποφάσεως ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς διαμαρτυρίαν περὶ τοῦ προβαδίσματος, δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Αἱ ἐπικρίσεις δ’ αὗται εἶναι τόσον μᾶλλον ἀσύστατοι ὅσῳ εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἀφ’ ἧς ἐν Γαλλίᾳ ἱδρύθη ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1789 τὸ Conseil d’ Etat εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ Conseil de... τὸ ἀπεργασθὲν ὑπὸ τὸν Μ. Ναπολέοντα τὸ γνωστὸν κολοσσιαῖον νομοθετικὸν ἔργον, ἀποτελέσαν πρότυπον τῶν νομοθεσιῶν πλείστων Κρατῶν. Ἔκτοτε εἶχε κοινῶς ἀναγνωρισθῆ καὶ ἀναγνωρίζεται μέχρι σήμερον, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἡ κορωνὶς τῶν διοικητικῶν θεσμῶν, διότι ἀποτελεῖ σταθερὸν καὶ μόνιμον σῶμα, ἀνεξάρτητον τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει μεταβολῶν. Διὰ τοῦτο τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς λειτουργίας τοιούτου θεσμοῦ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ πολίτου κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῆς ἀρχῆς, πρὸς προστασίαν τοῦ ὑπαλλήλου ἀπὸ πάσης ἀδικίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐντοπισμὸν τῆς ἀρχῆς ἐντὸς τοῦ αὐστηροῦ κύκλου τῆς εὐόρκου ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων της, κατενόησαν πάντα τὰ Κράτη μέχρι καὶ τοῦ Μονακό, μικροσκοπικῆς ἡγεμονίας 15.000 κατοίκων. Εἰσάγουσα λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ἐκπληροῖ μόνον Συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἐκπληροῖ ὑπερτάτην ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς πολίτας τῶν ὁποίων τὰ ἔναντι αὐτῆς ταύτης δίκαια, θέλει νὰ προστατεύσῃ δι’ ἰδιαιτέρας δικαστικῆς ἀρχῆς. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὅπως ἱδρύθη καὶ ὅπως ἱδρύεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, εἶναι συμβούλιον τὸ ὁποῖον ἔχει κυρίως δικαστικὴν ἐξουσίαν. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ διέγραψε μίαν φράσιν ἡ ὁποία εἶχε διαλαθῆ προφανῶς τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον ἔλεγεν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀσκεῖ τὴν ὑπερτάτην διοικητικὴν ἀρχήν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς διέγραψε τὴν λέξιν διοικητικήν, διὰ νὰ καθορίσῃ ἀκριβῶς, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἀσκεῖ διοικητικὰ καθήκοντα, ἀλλὰ ἀσκεῖ καθήκοντα δικαστικά. Μετὰ τὴν λεπτομερῆ ἀγόρευσιν τοῦ συναδέλφου, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ συμπληρώσω δι’ ὀλίγον ὅσα εἶπεν ἐπὶ τῶν ἀντιρρήσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου σχετικῶς πρὸς τὴν θέσιν ἐν τῇ πολιτειακῇ συγκροτήσει τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ κυριωτέρα τῶν ἀντιρρήσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου φρονοῦντος, ὅτι αὐτὸς εἶναι σῶμα ἀνώτερον τοῦ συμβουλίου εἶναι, ὅτι εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ν’ ἀνατίθεται ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ὁ κ. συνάδελφος ἀνέπτυξεν ἤδη, ὅτι ὡς προκύπτῃ ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας αὐτὸ ἔγινε προσωρινῶς καὶ διεδηλώθη μάλιστα πανηγυρικῶς πλέον ἡ ἀπόφασις καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τότε, διὰ νὰ ἱδρυθῶσι ἰδιαίτερα διοικητικὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀφήσωμεν τὴν ἱστορίαν καὶ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 105 τοῦ Συντάγματος, θὰ ἴδωμεν, ὅτι διέλαθεν τὴν προσοχὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὄχι μόνον ἡ ἀντίληψις τὴν ὁποίαν ἐξέθηκε ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ μία ὁλόκληρος φράσις τὴν ὁποίαν ἐὰν λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψει θὰ εἴδῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου προδίδει ἀκριβῶς τὴν στενότητα τοῦ δικαστικοῦ πνεύματος, ἡ ὁποία καταδικάζει τὴν ἀνάμειξιν τῶν δικαστηρίων εἰς τὴν λύσιν τῶν διοικητικῶν διαφορῶν. Διότι λέγει τὸ ἄρθρον 105, ὅτι αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἐξακολουθοῦν «ἐπὶ τοῦ παρόντος» νὰ ὑπάγονται εἰς τακτικὰ δικαστήρια. Διὰ τῆς φράσεως «ἐπὶ τοῦ παρόντος» ἠθέλησεν τότε ἡ Βουλὴ ἡ συντακτική, νὰ καθορίσῃ ἀκριβῶς, ὅτι ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, εἶναι προσωρινὴ μέχρις ὅτου ἱδρυθῶσι τὰ διοικητικὰ δικαστήρια. Διὰ τοῦτο κατὰ τροπολογίαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἔχει τεθῇ ἡ φράσις «ἐπὶ τοῦ παρόντος» τὴν ὁποίαν δὲν εἶδεν ἀτυχῶς ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω διέφυγεν πάλιν τῆς προσοχῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ἐνσυνείδητος τροπολογία, ἡ ὁποία ἔγινε εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν ἀσκεῖται πλέον «ὑπὸ τῶν δικαστηρίων» ἀλλ’ ἀσκεῖται «ὑπὸ δικαστηρίων». Δηλαδὴ ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὸ 5 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἄνευ τοῦ ἄρθρου «τῶν» νὰ καθορίσῃ, ὅτι δικαστικὴν ἐξουσίαν δύνανται ν’ ἀπονείμουν ἐκτὸς τῶν τακτικῶν δικαστηρίων καὶ ἄλλα δικαστήρια εὐνοοῦσα καὶ τὰ διοικητικὰ δικαστήρια τῶν ὁποίων τὴν ὀργάνωσιν προτείνει. Περαιτέρω ὁ Ἄρειος Πάγος κρίνει, ὅτι εἶναι σῶμα ἀνώτερον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι διὰ εἰδικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς αὐτὸν ἡ ἐξέτασις τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἡ ἐξέτασις τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν νόμων ἔχει ἀνατεθῇ εἰς ὅλα τὰ δικαστήρια ἀπὸ τοῦ εἰρηνοδικείου μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ οὐδεὶς ποτὲ θὰ εἶχε τὴν ἀξίωσιν ὁ εἰρηνοδίκης νὰ προβαδίζῃ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξαγόμενον ἄλλοτε δι’ ἑρμηνείας ἐκ τῆς ἐκφράσεως «ὑποκειμένων μόνον εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», διὰ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καθιερώθη καὶ δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 5, καθ’ ἣν ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι, ὅτι τὰ δικαστήρια ὑποχρεοῦνται, νὰ μὴ ἐφαρμόσωσι νόμον οὗτινος τὸ περιεχόμενον ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα». Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 ἐφεξῆς ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν ἀσκεῖται μόνον ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ὑπὸ δικαστηρίων (δηλαδὴ καὶ τῶν διοικητικῶν) εἶναι φανερόν, ὅτι τὸ ἄρθρον 5 δὲν ἠθέλησε νὰ ἀποκλείσῃ τὸ ὅτι ὑποχρεοῦνται νὰ ἐξετάζουν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν νόμων καὶ τὰ διοικητικὰ δικαστήρια, ὅπως καὶ τὰ τακτικὰ τοιαῦτα. Καὶ συνεπῶς κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὅπως τὰ τακτικὰ δικαστήρια ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάζουν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν νόμων, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὰ διοικητικὰ δικαστήρια, ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάζουν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν νόμων. Ἄρα τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου στερεῖται βασιμότητος. Περαιτέρω ὁ Ἄρειος Πάγος στηρίζει τὰς ἀντιλήψεις του εἰς τὸ ὅτι διὰ τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀνετέθη ἡ ἐξέλεγξις τοῦ κύρους τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, δηλαδὴ τῶν μελῶν αὐτῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Βεβαίως τὸ κῦρος τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τὸ ἐξελέγχει, ἀλλὰ τὸ ἐξελέγχει ὄχι πλέον ὡς δικαστήριον τακτικόν. Τὸ ἐξελέγχει κατὰ τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἄρθρον 43 ὡς «εἰδικὸν» δικαστήριον συντιθέμενον διὰ κληρώσεως μεταξὺ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν.
§248Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἀπὸ σκοποῦ δὲν ἀνετέθη ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον τὸ ὁποῖον ἐμνημονεύσατε, διὰ νὰ δοθῇ μεγαλυτέρα ἐγγύησις, περὶ τῆς τυπικῆς τοὐλάχιστον ἀμεροληψίας τοῦ εἰδικοῦ τούτου δικαστηρίου, ἐπειδὴ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας εἶναι πάντοτε ὡρισμένα καὶ θὰ ἤξευρον ποῖοι θὰ ἐλάμβανον μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπειδὴ εἰς τὸ εἰδικὸν αὐτὸ δικαστήριον εἶναι ὅλα τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ ἐφετείου καὶ διὰ κλήρου ὁρίζονται ποῖοι θὰ λάβωσι μέρος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ κανεὶς ἐκ τῶν προτέρων ποῖοι θὰ εἶναι οἱ δικασταί του. Διὰ τοῦτο ἐτέθη ἡ διάταξις αὐτή.
§249Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καθορίζει τὸ Σύνταγμα ρητῶς, ὅτι εἶναι εἰδικὸν δικαστήριον, δηλαδὴ ἀσκεῖ μίαν εἰδικὴν δικαιοσύνην. Οὕτως ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ἅτινα φέρει ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν γνώμην του, καταπίπτουν ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῶν σχετικῶν ἄρθρων. Εἶναι κύριοι βεβαίως, δικαίωμα ἀναφαίρετον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα ἐν συμβουλίῳ ἀποφαίνηται γνώμην περὶ τῶν γενικὸν ἐνδιαφέρον ἐχόντων θεμάτων, ἀλλ’ ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ἐκτίμησις τὸν ὁποῖον τρέφω πάντοτε πρὸς τὸ δικαστήριον τοῦτο καὶ πρὸς ἓν ἕκαστον τῶν μελῶν του καὶ ἰδίως πρὸς τὸν ἀνώτερον ἄνθρωπον καὶ ὑπέροχον δικαστήν, ὅστις προΐσταται αὐτοῦ, αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ ὑποχρεώνει τηρητὴν εὐλαβῆ τοῦ καθήκοντός μου, νὰ μὴ ἀποκρύψω τὴν ἀλήθειαν ποὺ βαθέως αἰσθάνομαι. Καὶ λυπούμενος βαθέως, ἂν ἡ ἀλήθεια αὕτη εἶναι πικρά, ἔχω ἀνάγκην νὰ σημειώσω, ὅτι δὲν ἦτο τὸ θέμα τοῦ προβαδίσματος ἄξιον τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος, διὰ νὰ κινήσῃ αὐτὸ εἰς διαμαρτυρίας καὶ ὁμαδικὰς γνώμας. Δύναταί τις νὰ προβαδίζῃ καὶ νὰ εἶναι ὁ ὕστατος πάντων καὶ πολλάκις ὁ ἑπόμενος καταυγάζει διὰ τῆς ἀξίας του τὸν προπορευόμενον. Ἐκείνη ποὺ προβαδίζει πάντοτε, εἶναι ἡ ἐνάρετος καὶ ἱκανὴ προσωπικότης καὶ εἰς τοιαύτην δὲν προβιβάζεται κανεὶς μὲ τὸ προβάδισμα ἂν δὲν τὴν ἔχῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι κάποτε ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον ἐπροβάδισεν πάντων ἐν τῷ Κράτει τούτῳ ὁ κ. Πάγκαλος καὶ ἡ συντροφιά του (χειροκροτήματα). Θὰ ἦτο δὲ παράλειψις καθήκοντος, ἂν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἀνεμιμνησκώμεθα, ὅτι πολλάκις ἐδόθη εὐκαιρία εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, νὰ δείξῃ τὸ ἀνάστημά του καὶ δὲν τὸ ἔδειξε. Καὶ εἴθε νὰ ἔδειχνε τότε τὴν σημερινὴν εὐθυξίαν. Πολλὰ θὰ εἶχον σωθῆ (χειροκροτήματα). Ἀκόμη πρὸ χρόνου ὄχι πολὺ μακροῦ, ἐδημοσιεύετο τὸ διάταγμα τῆς ἀγχόνης διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλοντο ἀναδρομικαὶ ποιναὶ θανάτου καὶ κατηργοῦντο στοιχειωδέστατα δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, διάταγμα δι’ ὃ ἐξανέστη ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, διεμαρτύρετο ὁ τύπος καὶ ἐπαύετο, ὁ δικηγορικὸς σύλλογος ἠγωνίζετο καὶ δὲν εἰσηκούετο καὶ Ἄρειος Πάγος δὲν ἔκρινε, ὅτι εἶχε ὑποχρέωσιν ὑπὲρ τῶν ἀτομικῶν αὐτῶν δικαίων τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ἑνώσῃ τὴν διαμαρτυρίαν του κατὰ πράξεως ἡ ὁποία ἐσπίλωνε τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου καὶ ὄχι μόνον δὲν διεμαρτυρήθη ἀλλ’ ὅταν εἷς ἐκ τῶν κατηγορουμένων ἔφερεν τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν ἐξέδιδεν ἀπόφασιν καὶ ἐδολιχοδρόμει, ἵνα μὴ ἀποφαίνηται γνώμην (ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§250Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι ἐν τῇ ρύμῃ τῆς ἀγορεύσεώς σας, τῆς τόσον εὐγλώττου καὶ ἀναλυτικῆς νομίζω, ὅτι ἐξετράπητε ὀλίγον τῆς ὁδοῦ τῆς προσηκούσης. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα ἀναφέρετε.
§251Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι ἀνακριβῆ δηλαδή;
§252Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον προκειμένου περὶ τοῦ Ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Κράτους, ἀσκοῦντος μίαν μεγάλην ἐξουσίαν δικαστικὴν δυνάμει τοῦ Συντάγματος, δὲν νομίζω, ὅτι προσήκει εἰς ὑμᾶς, νὰ ἀκούωνται τοιαῦται ἐκφράσεις ἄνευ διαμαρτυρίας τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπηύθυνεν οἱανδήποτε διαμαρτυρίαν, ἱεραρχικῶς πρὸς τὴν ἀνωτάτην δικαστικὴν ἀρχήν, τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἔκαμε κἄτι τί, κἄτι τί τὸ ὁποῖον ἐν πλήρει δικαιώματι τὸ ὁποῖον εἶχε νά..... ἀδιάφορον ἐὰν ἠσπάζετο τὴν γνώμην του ὁ ὑπουργός, ἀλλ’ εἶχε δικαίωμα δυνάμει τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ἐν ὁλομελείᾳ νὰ ἐκφράσῃ εὐχὰς καὶ γνώμας σχετικῶς περὶ ζητήματος γενικῆς σημασίας. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πᾶσα διαμαρτυρία ἀπευθυνομένη δι’ ὑμῶν κατὰ τῆς συστάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀτενίζῃ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς μετὰ πεποιθήσεως καὶ ἐμπιστοσύνης, δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ πρέπουσα Νομίζω, ὅτι δὲν δικαιολογεῖσθε καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν, διότι ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἐπιτρέψω ἐκτροπὰς αἵτινες ἄλλως τε εἰς οὐδὲν ὠφελῶσι, ἀλλὰ ὀξύνουν ἀντιθέτους ἀντιλήψεις.
§253Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἄν ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ παρηκολούθη, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ μεμφθῇ τὸν Ἄρειον Πάγον. Ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐγὼ σέβομαι αὐτὸν καὶ θὰ ηὐχόμην εἰλικρινῶς νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμή, ὥστε νὰ λεχθῶσι δικαίως ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα. Σέβομαι πάντως τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Εἶναι αὐτὴ τυπικὴ ἐπιβαλλομένη ἐκ τῆς θέσεώς του, τότε δὲ μόνον θὰ εἶχον νὰ ἀπαντήσω μὴ θεωρῶν τὴν διαμαρτυρίαν τυπικήν, ἄν ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπεδείκνυε συγχρόνως, ὅτι ὅσα εἶπον δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Βεβαίως ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα κατωτέρων δικαστῶν ἀντιταξάντων ἀξιέπαινον ἀτομικότητα εἰς διαφόρους περιστάσεις, ἀλλ’ ἕν εἶναι τὸ βέβαιον, ὅτι οὐδεὶς αὐτῶν χειμαζόμενος διὰ τὴν στάσιν του ᾐσθάνθη ἐπικουρίαν ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον ὡς σῶμα. Ἦτο λοιπὸν δικαία καὶ εἰλικρινὴς ἡ παρατήρησίς μου, ὅταν βλέπω τὴν εὐθυξίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ μὴ ἀφυπνίζεται ὁσάκις ἐτέθη ὑπὸ πραγματικὸν διωγμὸν αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη καὶ νὰ ἐρεθίζηται, διότι δὲν θὰ προβαδίζῃ, (χειροκροτήματα)!
§254Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ γραφέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὡς λεχθέντα παρὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Ἐγὼ δὲ δι’ ἀνακοινωθέντος διέψευσα ἐπισήμως κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅσα ἀνεγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι δηλαδὴ αὐτὰ εἶναι ἀποτέλεσμα συσκέψεως τῶν γνωμῶν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τοῦ Κράτους. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμία ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ κλονισθῇ τὸ γόητρον καὶ τὸ κῦρος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου.
§255Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὥρισε τὴν ὀργάνωσιν ἰδίως κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐν Γαλλίᾳ. Οὕτως ὥρισε τὰ προσόντα τῶν συμβούλων, ἀκριβῶς ὅπως ὁρίζωνται ἐν Γαλλίᾳ καὶ διὰ νὰ συμπληρώσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, δὲν εἶναι τι τὸ κοινωφελές, ἀλλ’ εἶναι συμφώνως πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα, καθ’ ἃ οὐδὲν προσὸν ἀπαιτεῖται διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ συμβούλου, πλὴν τῆς ἡλικίας τῶν 40 ἐτῶν. Αὐτὸ ἴσχυε ἀπὸ τὸ 1875, ἐπανελήφθη εἰς τὸν νόμον τοῦ 1911 καὶ τελευταίως εἰς τὸν νόμον τοῦ Μαρτίου 1923 ἄρθρον 7. Σημειωτέον, ὅτι ἐὰν ἔφερα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, τὸν ἔφερα διότι ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἰσηγήθην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀπάλειψιν τῶν προσόντων καὶ τὴν εἰσηγήθην ἀφοῦ προηγουμένως προέταξα, ὅτι θὰ τολμήσω νὰ κάνω μίαν πρότασιν μετὰ φόβου καὶ τρόμου. Καὶ τὴν ἔκαμα τὴν πρότασιν ταύτην, διότι ἐὰν ἀναγινώσκετε τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸ σχέδιον τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἐβλέπατε, ὅτι ὅλη σχεδὸν ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὰ προσόντα αὐτά. Κάθε Ἕλλην ὁ ὁποῖος εἶχε τὰ προσόντα αὐτὰ θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι εἶναι κατάλληλος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐνῷ τώρα ἡ ἐπιτροπὴ ἡ κοινοβουλευτική, ἐδέχθη τὴν ἀπάλειψιν τῶν προσόντων κατὰ τὸ Γαλλικὸν σύστημα, ἀλλὰ προσέθεσε τὴν εὐχήν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις καταρτίσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ καταρτίσουν ἕνα κατάλογον πλειοτέρων προσώπων ἐξ ὧν νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀρίστους ἡ Κυβέρνησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἐπιτροπὴ ἡ κοινοβουλευτική, ἀπεδέχθη τὴν συμπληρωματικὴν ταύτην πρότασιν τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ, ἔχουσα τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τὴν πρώτην συγκρότησιν τοῦ συμβουλίου, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ μετάσχουν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, πρέπει νὰ εἶναι πρόσωπα περιωπῆς ἀνεξαρτήτως προσόντων.
§256Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζετε, ὅτι θὰ εἶναι καλλίτερον, ὅταν εἰπῆτε, ὅτι κάθε Ἕλλην συνεπείᾳ μιᾶς διατάξεως δύναται νὰ γίνῃ σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας;
§257Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐν τούτοις εἶναι γεγονός, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ 120 ἔτη· λαμβάνονται κατὰ κανόνα ἀπὸ παρέδρους.
§258Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ εἰς τὴν Γαλλίαν λαμβάνονται κατὰ κανόνα ἀπὸ παρέδρους, πιστεύετε ὅτι θὰ γίνῃ καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ ἴδιον;
§259Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελε νὰ εἴπῃ ἡ ἐπιτροπή. Βγάζει τὰς δικαιολογίας, ὅτι ἓν πρόσωπον εἶχε τὰ προσόντα διότι ἦτο πρεσβευτὴς καὶ εἶχε τριετῆ ὑπηρεσίαν.
§260Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζετε, ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διορίσω πρεσβευτὴν καὶ οὗτος ἀπεδεικνύετο ἀνάξιον πρόσωπον, θὰ ἐδικαιολογούμην εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας λέγων πρὸς αὐτόν «κ. Πρόεδρε, δυστυχῶς διεψεύσθησαν αἱ προσδοκίαι μου, τὶ νὰ κάμω, ὁ νόμος τὸ ἐπιβάλλει».
§261Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὥστε τὰ πάντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.... Τότε διατὶ βάζομεν τοὺς μπερτέδες μέσα καὶ δὲν ἀφίνωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑπ’ εὐθύνην της διορίσῃ τοὺς συμβούλους;
§262Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ὁ κύκλος τῶν προσώπων αὐτῶν εἶναι τόσον εὐρύς, ὥστε θὰ εὑρισκόμην εἰς δύσκολον θέσιν νὰ εὕρω τοὺς καταλλήλους. Ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐπεθύμουν νὰ διορίσω, δὲν δέχονται.
§263Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ κύκλος εἶναι εὐρύς, δι’ αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε τὰ προσόντα.
§264Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔβαλα τὰ προσόντα διὰ νὰ μοῦ φορτώνωνται· οἱ πολλοὶ τὸ μανθάνουν καὶ τὸ ξεύρουν καλά. Κανεὶς δὲν ἔρχεται ἀπ’ εὐθείας, παρὰ μόνον διὰ τρίτων προσώπων, διότι ἔμαθον πρὸς ποῖα πρόσωπα στρέφομαι καὶ ἐλπίζω αὔριον, μεθαύριον ὅταν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις περατώσῃ τὴν ἀποστολήν της, ὅτι μία ἄλλη Κυβέρνησις, θὰ εἶναι εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν νὰ μὴ ἀκούῃ συστάσεις.
§265Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἔχει ὀχυρώσει αὐτό.
§266Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ προσόντα τοῦ Κυβερνητικοῦ σχεδίου εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ παρέχουν ἀσφάλειαν καὶ ἐγγύησιν, ὅτι...
§267Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνόχλησις νὰ πηγαίνουν ἄνθρωποι νὰ γυρεύουν νὰ γίνωσι σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡλικίαν, ἐδέχθημεν τὴν συνεργασίαν κατὰ τὸν τρόπον τοῦ Γαλλικοῦ σχεδίου. Δηλαδὴ διὰ τοὺς συμβούλους ἔχει 40 ἔτη, διὰ τοὺς παρέδρους μέσην καὶ διὰ τοὺς εἰσηγητὰς νεωτάτην διὰ νὰ συνεργάζωνται ὅλαι αἱ ἡλικίαι καὶ καθιερωθῇ ἓν φυτώριον διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ συμβούλου.
§268Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐπίσης καθιερώνει καὶ τὴν ἀνανέωσιν ἔν τινι μέτρῳ, διὰ προσώπων λαμβανομένων ἔξω τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι ὅπως γράφῃ καὶ ὁ Hauriou ... αὐτὴ εἶναι μία ἀρχὴ ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται τελευταῖον καὶ ἡ ὁποία καθιερώνει κἄτι ὡρισμένον ποσοστὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς, νὰ ἀνανεοῦται ἔξω τῆς ὑπηρεσίας, διὰ νὰ μὴ ἀποσκληρύνηται καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ νὰ μὴ μένουν μόναι αἱ ὑπηρεσιακαὶ ἀντιλήψεις, συγχρόνως δὲ νὰ εἰσάγωνται ἐντὸς αὐτοῦ καὶ αἱ νέαι ἀντιλήψεις. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ ἱδρύσεως τῶν commissaires de gouvernement, ἤκουσα τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιρρήσεις ἃς ἡ ἐπιτροπὴ ἀκριβῶς φέρει ὡς μειονεκτήματα τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ἀντιρρήσεις ταμιευτικοῦ λόγου, ὅτι δηλαδὴ θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν παρέδρων. Νομίζω, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρέδρων μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τοὺς αὐξήσῃ, θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν commissaires de gouvernement. Διότι ἀπὸ 6 ἐδέχθη ἤδη νὰ αὐξηθοῦν εἰς 10. Τοῦτο τὸ λέγω, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἔρχωνται οἱ ἀνώτεροι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι νὰ ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντα τῶν commissaires, ἵνα μὴ φθάνουν μέχρι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας αἱ στεναὶ ὑπαλληλικαὶ ἀντιλήψεις καὶ τὸ γνωστὸν ἀνώνυμον κουτσομπολειὸ τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν. Ἀφ’ ἑτέρου οἱ νομικοὶ σύμβουλοι εἶναι καὶ αὐτοὶ φορεῖς ὡρισμένης διοικητικῆς ρουτίνας ἀπὸ τὴν ὁποίαν θέλομεν, νὰ κρατήσωμεν ξένον τὸν θεσμόν.
§269Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς ὑπόσχομαι, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀνετέθη εἰς τοὺς παρέδρους νὰ ἐξακριβώσουν, ὅτι τὰ 10 πρόσωπα εἶναι ἀρκετά. Ἐὰν δὲ τὰ πρόσωπα ἐξακριβωθῇ, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ θὰ φέρω νομοσχέδιον νὰ τὸ μεταβάλω. Ἀλλὰ θέλω νὰ μὴ μὲ ἀναγκάσητε νὰ τοὺς αὐξήσωμεν.
§270Λ. ΝΑΚΟΣ. Οἱ νομικοὶ σύμβουλοι καθ’ ὅλην τὴν σταδιοδρομίαν τοὺς ἀπέδειξαν μίαν διανοητικότητα εὐρυτάτην.
§271Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς κ. Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὸν θεσμὸν τῶν commissaires de gouvernement δίδει ἡ ἐπιτροπὴ ἰδιαιτέραν σημασίαν διὰ τὸν λόγον, ὅτι σύν τῷ χρόνῳ θ’ ἀποβῇ τὸ φυτώριον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν νομικῶν συμβούλων οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν Γαλλίαν.
§272Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι τόσον ἐπιτυχημένον.
§273Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι συζητήσιμον καὶ πολὺ κ. Πρόεδρε. Ἐὰν ἱδρύσωμεν καὶ ἐδῶ τοὺς διαφόρους αὐτοὺς ἐκπροσώπους τῆς Κυβερνήσεως τοὺς Κυβερνητικοὺς ἐπιτρόπους, θὰ τοὺς μορφώσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους νὰ ἐξυπηρετοῦνται λυσιτελῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ θεωρῆται ἐπ’ αὐτῶν, ὅτι ἐξυπηρέτησις τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους θὰ πῇ ἡ καταστροφὴ τῶν δικαίων συμφερόντων τῶν ἰδιωτῶν διὰ παντὸς εἴδους στρεψοδικίας. Πρὶν περατώσω, θὰ ἤθελα καὶ πάλιν νὰ τονίσω, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἱδρύεται παρ’ ἡμῖν μὲ πρότυπον τὸ ἐν Γαλλίᾳ, οὗτινος αἱ ἀποφάσεις καὶ ἡ νομολογία θὰ ἐφαρμόζωνται, ἐφ’ ὅσον ρητῶς δὲν ἀπεκλείσθησαν παρ’ ἡμῖν νομοθετικῶς. Αὐταὶ εἶναι αἱ ὀλίγαι λέξεις τὰς ὁποίας ἤθελον νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας παρ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας φέρουν, ἰδίως ἔξω τῆς Βουλῆς, εἶναι προωρισμένον ν’ ἀποτελέσῃ τὴν καλλιτέραν ἐλπίδα τῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ καὶ τὸ καλλίτερον δῶρον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δώσῃ εἰς τὸν λαὸν ἡ Κυβέρνησις τῆς Δημοκρατίας. Διότι εἶναι δῶρον, τὸ ὁποῖον σημαίνει πραγματικὴν προστασίαν καὶ ὄχι προστασίαν γραμμένην εἰς τὰ χαρτιά. Θὰ εἶναι δικαίωμα τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι κάθε πολίτης τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα παραβιάζονται, θὰ ἔχῃ νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς ἄλλην ἀρχὴν πρὸ τῆς ὁποίας, θὰ ὑποκύπτῃ καὶ αὐτὸς ὁ ὑπουργός, διότι ὅπως εἶπεν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παντὸς ὑπέρτερος εἶναι ὁ νόμος, πάντες δὲ καὶ αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς ὑπηρετεῖ αὐτοῦ, χάριν τῶν δικαίων καὶ νομίμων συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ἐξ οὗ ἀντλοῦμεν τὴν ἐντολήν μας (χειροκροτήματα).
§274Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι ἀναγκασμένος, κύριοι βουλευταί, νὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς δύο προαγορεύσαντας ἀξιοτίμους κυρίους συναδέλφους, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν.
§275Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς ἐπρότεινα ἐὰν θέλετε ν’ ἀφήσωμε τὴν ψήφισιν κατ’ ἀρχήν, διότι ὑποθέτω δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν παραδοχὴν καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι πρακτικώτερον τοῦτο διὰ νὰ προχωρήσωμεν.
§276Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἔλεγον πολλά.
§277Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σωστὸν εἶναι αὐτὸ ποὺ λέτε καὶ πρακτικόν.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1ον (Ἀναγινώσκει).
§279Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τοῦτο, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβούλων ἡ ἐνδεχομένη διὰ διατάγματος νὰ μὴ προέρχηται ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ κάμωμεν τροπολογίαν εἰς αὐτούς, διότι ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νομίσῃ, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς, θ’ ἀναφερθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἑπομένως θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Διότι πῶς θὰ ὑποθέσητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀντιστῇ εἰς ἐπανειλημμένας αἰτήσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ν’ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμός; Δὲν εἶναι σοβαρόν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴν ἐπιμείνητε εἰς αὐτὸ· δὲν εἶναι οὐσιῶδες, εἰς τά οὐσιώδη μέρη δέχομαι τὰς τροπολογίας σας.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται τὸ πρῶτον ἄρθρον ὡς ἔχῃ.
§281ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (γίνεται δεκτὸν τὸ 1ον ἄρθρον)
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκει).
§283Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ 2ον ἄρθρον ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «μετὰ σύμφωνον γνώμην», θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὰς ἀφήσωμεν καὶ αὐτάς.
§284Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀποτελέσας τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἐζήτησα νὰ παραμείνῃ αὐτό.
§285Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ παραμείνῃ, πρόκειται διὰ τούς διορισμοὺς τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μπορῇ νὰ προβῇ εἰς διορισμὸν κανενὸς συμβούλου, ἐὰν δὲν ἔχῃ σύμφωνον τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου.
§286Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ σχέδιον τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχετε νὰ παραμένῃ τὸ 2ον ἄρθρον ὡς ἔχῃ.
§288ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (γίνετε δεκτὸν τὸ 2ον ἄρθρον)
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκει).
§290Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω νὰ μὴν ἐπιμείνητε εἰς αὐτό, διότι δὲν εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ὠφελήσῃ, αὐτὸ διὰ τὸ μέλλον, τὸ θέλω. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις: 1ον) Ὑπουργοὶ ἢ Πρεσβευταὶ ἐπὶ διετίαν. 2ον) Οἱ τακτικοὶ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου νὰ προστεθῇ «ἢ Νομικοὶ ἢ ἄλλοι σύμβουλοι», ἄλλως τε τὸ δεχόμεθα. Τότε ἔπρεπε εἰς τὸ 5ον, νομικοὶ σύμβουλοι.... Ἔπειτα εἰς τὸ πέμπτον πρέπει νὰ προσθέσητε τριετίαν (ἀναγινώσκει). Καὶ τότε θὰ προσθέσω, ὅτι δέχομαι τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς τελευταῖον ἐδάφιον, μετὰ πάροδον τριετίας.
§291Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ⅔ ἢ τὰ ¾;
§292Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν καὶ τὰ ¾. Τώρα θὰ ἤθελον μίαν πληροφορίαν ἀπὸ τὸν εἰσηγητήν. Πῶς ἐχωρίσθητε κατὰ τὴν ψηφοφορίαν διὰ τὸ συμβούλιον;
§293Χ. ΛΑΔΑΣ. Κατὰ τὰ ⅔ ἢ ¾, ὅπως θέλετε.
§294Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ προτιμῶ τὰ ¾.
§295Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς δικαιολογίαν τῆς δυσπιστίας πρὸς μελλούσας Κεβερνήσεις, τὰ ¾.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§297Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι καὶ ἄλλη τροπολογία εἰς τὴν παράγραφον 9 τοῦ ἄρθρου 3. Ἐπιτρέπεται νὰ διορίζωνται μόνον οἱ παρ’ ἐφέταις δικηγόροι. Διατὶ ἀποκλείονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται παρὰ πρωτοδίκαις.
§298Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Συνεζητήθη πολὺ αὐτὸ τὸ ζήτημα, μὴ ἀνοίγωμεν τὴν ὄρεξιν εἰς ἄλλους.
§299Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἶμαι μεταξὺ τῶν μειοψηφούντων εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὡς κηρυχθεὶς ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ ἄρθρου 3 διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζονται προσόντα. Ἐδικαιολόγησα τὴν γνώμην μου, ὡς ἑξῆς: Αἱ διατάξεις αὐταὶ ὑπῆρχον εἰς ὅλα τὰ σχέδια τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων. Ἡ ἔννοια αὐτῶν εἶναι, ὅτι ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ δημιουργήσῃ ὡρισμένα τεκμήρια διὰ τὰ προσόντα τῶν ὑποψηφίων συμβούλων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τὰ τεκμήρια εἶναι γνωστὰ στηριζόμενα κυρίως ἐπὶ προϋπηρεσίας δημοσίας. Ἡ ἄσκησις δημοσίου λειτουργήματος εἴτε παρ’ ἀνωτάτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, εἴτε παρὰ διοικητικοῦ τοιούτου, παρέχει τὸ μέτρον τῆς κρίσεως, ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν τοῦ δημοσίου βίου, ἡ ὁποία δύναται ἐπὶ τῇ βάσει γνωστοῦ μέτρου νὰ κριθῇ. Εἶναι δὲ φανερὸν, ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια, διότι ἐὰν παρακολουθήσητε τὴν σειρὰν τῆς κατατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον θὰ ἴδητε, ὅτι ἐτοποθετήθησαν τελευταῖοι οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν βεβαίως καὶ αὐτοὶ δημόσιον βίον, ἀλλὰ τὸ μέτρον τῆς κρίσεως δὲν εἶναι τόσον καθωρισμένον. Ὁ ὑπηρετήσας, ὡς δικαστικὸς ἐπὶ μακρὸν, ἔχει δοκιμασθῆ ἀπὸ ἀπόψεως ἤθους καὶ μορφώσεως, Ἐπίσης ὁ ὑπηρετήσας ὡς δικαστικὸς λειτουργός, ἔχει δοκιμασθῆ, ὥστε ὑπάρχωσιν ὡρισμένα τεκμήρια, τὰ ὁποῖα δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν ἐπιλλογὴν τῶν καταλλήλων διὰ τὴν θέσιν τοῦ Συμβουλίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς διατάξεως καὶ νομίζω, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ διατήρησίς της.
§300Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, εἰδικῶς διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Προέρχομαι, κύριοι, ἀπὸ δικηγορικὸν εἰδικὸν σύλλογον, ἐπαρχιακὸν καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσω κάλλιον παντὸς ἄλλου, τὴν ἱκανότητα τῶν ἐπαρχικῶν δικηγόρων. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι μεταξὺ τῶν δικηγόρων τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι καὶ πρόσωπα ἔχοντα ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ προσόντα, ὅπως ὑποβληθῶσι ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Ὅταν τις προτείνῃ τὴν τροπολογίαν ἑνὸς θεσμοῦ καὶ εἰδικῆς διατάξεως αὐτοῦ ἀφορώσης πρόσωπα, δὲν προτείνει ἀορίστως καὶ θεωρητικῶς τὴν τροπολογίαν, ἀλλ’ ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὡρισμένα πρόσωπα. Ὑποστηρίζω λοιπόν, ὅτι τροποποιουμένου τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, δέον νὰ δύνανται νὰ διορισθῶσιν σύμβουλοι Ἐπικρατείας ὄχι μόνον οἱ παρ’ ἐφέταις δικηγόροι, ἀλλὰ καὶ οἱ παρὰ πολυμελέσι δικαστηρίοις τοιοῦτοι, ὅταν ἔχωσι ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας. Ἔχουν τὸ δικαίωμα νομίζω, ν’ ἀξιώσουν οἱ δικηγόροι οὗτοι οἱ διὰ τυπικοὺς μόνον λόγους μὴ διωρισθέντες παρ’ ἐφέταις, νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν εἶναι ἱκανοὶ νὰ καταλάβωσι τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Γνωρίζω, κύριοι, πρόσωπα, ἀγνοῶ δὲ ἐὰν στέργωσι ἤδη νὰ γίνωσι σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας καὶ τά ὁποῖα εἶναι ἀνώτερα πολλῶν παρ’ ἐφετείῳ ἢ Ἀρείῳ Πάγῳ δικηγόρων. Γνωρίζω, ὅτι μεταξὺ τῶν προσώπων ἐκείνων περιλαμβάνονται καί τινὰ πρὸς τὰ ὁποῖα ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1914 ἀπέβλεψεν ἡ τότε Κυβέρνησις, διὰ τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου. Ὑπάρχουσιν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ἐφετείου Πατρῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐφετείων, δικηγόροι παρὰ πρωτοδίκαις οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἀληθῶς κόσμημα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ λόγῳ μορφώσεως καὶ λόγῳ ἤθους καὶ λόγῳ ἱκανότητος καὶ λόγῳ χαρακτῆρος. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον καὶ ἀποκαρδιωτικὸν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν καὶ ὑπηρετοῦν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἀπονεμηθῇ αὕτη, θὰ ἦτο λέγω λυπηρὸν δι’ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαίου, νὰ μὴ τεθῇ ἡ διάταξις ἡ ὁποία θὰ παρέσχε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς παρὰ πολυμελῆ δικαστήρια δικηγόρους, νὰ κριθῶσιν διὰ τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας, διότι ἂν δὲν τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, θὰ ἀποκλεισθῶσι τῆς κρίσεως, ἄριστοι ἐπιστήμονες, μόνον καὶ μόνοι, διότι παρέλειψαν νὰ διορισθῶσιν παρ’ ἐφέταις καίτοι εἶχον τὰ κατὰ νόμον προσόντα.
§301Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ὅτι τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα κανονίζομεν πρέπει νὰ ἔχωσι κάποιον ρυθμόν. Διατὶ τὸν δικηγόρον παρὰ πρωτοδίκαις, νὰ τὸν διορίσωμεν ἀπ’ εὐθείας, ἀφοῦ ἀφίνομεν ἔξω τοὺς ἐφέτας; Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γνωρίζω τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθῶσι. Ἐκ τῆς δράσεως τῆς γενικωτέρας, δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ ἀνωτέρας μορφώσεως.
§302Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐγὼ κ. Πρόεδρε, γνωρίζω πολλοὺς ἱκανωτάτους διὰ τὴν θέσιν ταύτην, ὡς τὸν κ. Κουτσομητόπουλον δικηγόρον Καλαμῶν, Δελαδέτσιμον Ἀργοστολίου, Λογοθέτην Περκάδας, τὸν κ. Τσακανίκαν πρώην βουλευτὴν καὶ ἄλλους πολλοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀδάμαντες καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως μορφώσεως καὶ θὰ ἦσαν στόλισμα τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας.
§303Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχουσιν δικηγόροι οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν εἰς τὴν Ἑσπερίαν καὶ εἶναι συγγραφεῖς οἱ ὁποῖοι διὰ λόγους ὑγείας ἐργάζονται εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐπαρχιῶν καὶ εἶναι πολὺ ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς δικηγόρους τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰ ἐφετεῖα. Εἰς τὰ 1914 ἔστερξε ἡ Κυβέρνησις, νὰ τοὺς προσλάβῃ, ὡς κοσμήματα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Αὐτοὺς δὲν δύνασθε νὰ τοὺς ἀποκλείσητε.
§304Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι τυπικὴ ἰδιότης, νὰ εἶναι εἰς τὸ ἐφετεῖον.
§305Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, θὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, ἀφοῦ θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§306Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ συνηγόρουν καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως. Καὶ ἄλλοτε περὶ ἄλλου θεσμοῦ ἐθεωρήθη, ὅτι εἰς τὰς ἀνωτάτας θέσεις, δύναται νὰ μὴ τίθεται οὐδὲν προσόν, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ ἐκλέξουν πρόσωπα, δι’ ἀνωτάτας θέσεις, πάντοτε θὰ ἐπιδιώξουν νὰ ἐξεύρουν τὰ καλλίτερα πρόσωπα. Ὅσον εἶναι εὐρύτερος ὁ κύκλος ἐκεῖνος ἐκ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐκλέξωσι τὰ πρόσωπα, τόσον εἶναι ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ θεσμοῦ. Ἡ καθιέρωσις προσόντων ἔχει βεβαίως τὸ ἀγαθὸν, ὅτι ἀντὶ τῆς αὐθαιρέτου κρίσεως τοῦ ἐκλεγέντος, ὑποδεικνύεται παρὰ τοῦ νόμου, ποῦ δέον ν’ ἀναζητηθῶσιν οἱ ἁρμοδιώτεροι καὶ τὸ προσὸν παρέχει τεκμήριον ἢ ἔνδειξιν παρὰ τῆς ἱκανότητος. Καὶ διὰ τοῦτο γενικῶς ὀρθῶς τίθενται προσόντα. Προκειμένου ὅμως διὰ τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὰ κατὰ πρῶτον διοριζόμενα μέλη αὐτοῦ, δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ συνηγορήσω, ὅπως οὐδὲν τεθῇ προσὸν καὶ νὰ ἀφεθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐλευθέρα, νὰ ἐξεύρῃ τοὺς ἀριστεῖς ἢ ἄλλως πάντως εὐρύτερος ἀπ’ ὅ,τι διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπεκταθῇ ὁ κύκλος τῶν διοριστέων. Καί εἰδικώτερον περὶ τῶν δικηγόρων, δὲν εὑρίσκω οὐδαμῶς δεδικαιολογημένον νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐκλογὴν εἰς μόνον τοὺς παρ’ ἐφέταις παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ διωρισμένους καὶ νὰ μὴ ἐπεκτείνωμεν ταύτην καὶ εἰς τοὺς παρὰ πρωτοδίκαις ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, ἀσκοῦντες τὸ ἐπάγγελμά των. Θὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει, κ. Πρόεδρε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχουν ἐκτὸς τῶν ἀναφερθέντων καὶ ἄλλα πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ ἐχρησίμευον οὐσιωδῶς, διὰ τὴν ἀρτιωτέραν τοῦ συμβουλίου συγκρότησιν, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προσληφθῶσι, διότι θὰ ἀποκλείωνται ἐλλείψει τῶν τυπικῶν προσόντων. Δὲν θὰ σᾶς ἀναφέρω ὀνόματα, ἀλλὰ ὑπάρχουν δικηγόροι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνασκοῦν τὸ ἐπάγγελμά των καὶ ἐν Ἀθήναις ἀκόμη διαμένοντες καὶ παρ’ ἐφέταις, ἢ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ καὶ διότι δὲν φροντίζουν νὰ διορισθοῦν παρὰ τοῖς δικαστηρίοις τούτοις, ὀλιγώτερον ἐπιμελούμενοι διὰ πελατείαν καὶ μᾶλλον εἰς ἐπιστημονικὰς ἐργασίας καταγινόμενοι. Καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν πρῶτον ἀγορεύσαντα, ἂν εἶναι δικηγόρος καὶ παρ’ ἐφέταις.
§307Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι δικηγόρος παρ’ ἐφέταις. Τὸ μόνον ποὺ δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὑποψήφιος διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§308Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄν τὰ προσόντα αὐτὰ μὲ ἐμποδίζουν νὰ διορίσω τὸν κ. Μπακόπουλον, θὰ τὰ διέγραφον ἀμέσως. Δὲν ἀναφέρω ἄλλα πρόσωπα, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§309Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελα, κ. Πρόεδρε, ἐνισχύσω τὴν ἄποψίν σας, νὰ μνημονεύσω ἕτερα ἐξ ἴσου ἱκανὰ πρόσωπα, ὅπως τὸν τέως βουλευτὴν κ. Κολυβᾶν, ὁ ὁποῖος ἔχει συγγράψει εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἑξαετῆ ὑπηρεσίαν, ὥστε νὰ εἶναι διωρισμένος παρ’ ἐφέταις καὶ ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι φίλος μου πολιτικός, νομίζω ὅμως, ὅτι θὰ ἦτο εὐτύχημα νὰ ἦτο μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ εἶναι κρῖμα τοιοῦτοι ἄνθρωποι νὰ ἀποκλεισθοῦν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διότι δὲν ἔχουν τὰ τυπικὰ προσόντα. Εἰς τοιαῦτα πρόσωπα καὶ ἡμεῖς ἀποβλέποντες προετείναμεν τὴν ἀπάλειψιν τῶν προσόντων.
§310Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχῃ καὶ εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν θὰ ἐξετάσωμεν ἂν πρέπῃ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν διάταξιν τῶν δικηγόρων, θὰ ἐξετάσωμεν δὲ ἀκόμη, ἂν δὲν ἐνδείκνυται, ν’ ἀφαιρέσωμεν τοὐλάχιστον ἴσως διὰ τὴν πρώτην ἵδρυσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, αὐτὰ τὰ προσόντα. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω ὁριστικῶς τὴν γνώμην μου εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν.
§311Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἤθελα νὰ προτείνω τοῦτο, κ. Πρόεδρε, ὅπως κατά τὴν πρώτην συγκρότησιν, ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχουν πρόσωπα τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἔχουν τὸ πτυχίον τῆς νομικῆς, ἀλλὰ νὰ ἦσαν π. χ. 40 ἔτη διευθυνταὶ ὑπουργείων...
§312Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ἕξ ἔτη ἀρκοῦν.
§313Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ναί, ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι ἀπαραίτητον πτυχίον νομικῆς, διότι φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο μία εὐχέρεια τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν καταρτισμόν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὕρῃ ἄλλα πρόσωπα, ὅπως π. χ. μηχανικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν πολὺ κατάλληλοι.
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται τὸ ἄρθρον 3 μὲ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος ἐδέχθη. Θὰ τυπωθῇ πάντως.
§315ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (γίνεται δεκτὸν τὸ 3ον ἄρθρον)
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, ὡς ἔχουν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν.
§317ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτά, δεκτά. (γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5)
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6ον (ἀναγινώσκει).
§319Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὰ ἐπὶ ἰσοβίων δικαστῶν κρατοῦντα, ὄχι τὰ ἐπὶ ἰσοβίων δικαστηρίων κρατοῦντα. Εἶναι μία γλωσσικὴ παρανύησις.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Δεκτὸν τὸ 6ον ἄρθρον;
§321ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ 6ον ἄρθρον)
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκει).
§323Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δέχομαι τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν προέτεινε ἡ ἐπιτροπή, ὅπως «ἐν τῇ διοικητικῇ ἱεραρχίᾳ», τεθῇ «ἐν τῇ ὑπαλληλικῇ ἱεραρχίᾳ». Ἐπίσης νὰ προστεθῇ τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ὁ πρόεδρος καὶ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου... κ.λ.π.«Θὰ προστεθῇ (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει... κ.λ.π.».
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαριάδης.
§325Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 7ου τούτου ἄρθρου, εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ κάμω παρατηρήσεις τινὰς καί νὰ διαφωνήσω ῥιζικῶς πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίληψιν ἐν σχέσει πρὸς τὸ προβάδισμα καὶ τὴν ἱεραρχίαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἕν καὶ τὸ ἄλλο σῶμα. Κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, τρεῖς εἶναι αἱ ἐξουσίαι αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζονται: Νομοθετικὴ ἐκτελεστική, καὶ δικαστική. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἔχει ἐμπιστευθῆ εἰς τὰ δικαστήρια ἐπί κεφαλῆς ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπὶ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν, ἵστατο ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὁ Ἄρειος Πάγος τίθεται εἰς ἰδίαν μοῖραν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα καθ’ ὅσον τὸ νέον σῶμα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς συνίσταται, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν σῶμα διοικητικὸν καὶ ἂν τὸ σῶμα τοῦτο πρόκειται ν’ ἀντλήσῃ δικαστικὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μαντινείας, δὲν πρόκειται ν’ ἀσκηθοῦν ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ προωρισμένου, ἐνῷ ὁ τύπος τῆς δικαστικῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξουσίας, περιλαμβάνει πάσας τὰς διαφορὰς αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἐν τῷ Κράτει, ἐνῷ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι περιωρισμένη. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει μὲν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἴσως θὰ ἦτο δικαιολογημένον, διότι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι πολὺ εὐρυτέρα, ἐνῷ ἡ ἀποστολὴ τοῦ συμβουλίου εἶναι πολὺ περιωρισμένη, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος, περιορίζεται εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν διαταγμάτων καὶ εἰς τὴν ἐκδίκασίν των κατὰ νόμον (ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 105 καὶ διαφωνίαι ἀκόμη αἱ ὁποῖαι γεννῶνται μεταξὺ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν δικαστηρίων, λύονται ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον.
§326Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προσωρινῶς.
§327Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἐθέσπισεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 105 καὶ ὑπήγαγεν ὑπὸ τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀνεγνώρισεν ἐμμέσως, ἂν ὄχι ρητῶς, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ὑποδεέστερον, διότι εἶναι εἷς διοικητικὸς ὀργανισμὸς καὶ δὲν εἶναι ἰσοβία, ὅπως εἶναι ἡ δικαστική. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι δέον νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ ἄρθρον 7ον, ὥστε νὰ θιγῇ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του ὡς ἀνεξάρτητος ἐξουσία καὶ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, νὰ ἕπωνται τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι εἶναι διοικητικὸς ὀργανισμός, ὑπαλληλικὸς καὶ δὲν εἶναι ἐξουσία, ὅπως εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραάμ.
§329Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζηται τὸ γεγονός, ὅτι τὸ δικαστικὸν πνεῦμα διατελεῖ ἐν μιᾷ συγκινήσει ἐξαιρετικῇ ὀφειλομένῃ εἰς παρεξηγήσεις ἴσως τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι τόσον ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅσον καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήνησι ἐφετῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ ὁλομέλειαι καὶ τῶν πρωτοδικείων τῶν κέντρων ἀκολουθοῦσαι τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διαμαρτύρονται διὰ τὴν διάταξιν ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας ὡς ἰσχυρίζονται, τὸ πρῶτον καθιαιροῦται τὸ προβάδισμα. Διότι ἔχουν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι περιέχει ἔννοιάν τινα ἠθικῆς ὑποτιμήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὡς παρετήρησεν ὀρθότατα καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν τίθεται τὸ πρῶτον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διαφορᾶς τῆς ἐξουσίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐγεννήθη συζήτησις καὶ κατὰ τὴν ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911. Τότε ὑπεστηρίχθη καὶ παρὰ βουλευτῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἀντίθετον παράταξιν, ὅτι ἡ καθιέρωσις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὡς Ἀνωτάτου Δικαστηρίου, οὐδαμῶς ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζουν τὰ περισσότερα ἐπιχειρήματα αἱ σημεριναὶ διαμαρτυρίαι τῶν δικαστικῶν. Τὸ Ἀνώτατον Διοικητικὸν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἱδρυθῇ τὸ πρῶτον ἐν Ἑλλάδι, πρόκειται πράγματι νὰ ἀσκήσῃ μίαν ἐξουσίαν ὑπερτέραν καὶ διάφορον ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀλλὰ καὶ ἐν συνόλῳ ὅλα τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Παρετηρήθη, ὅτι τὰ δικαστήρια δύνανται ν’ ἀναιρέσουν ἀντισυνταγματικοὺς νόμους. Τοῦτο δὲν τὸ πράττει μόνον ὁ Ἄρειος Πάγος, δύναται νὰ τὸ πράξῃ ἀκόμη καὶ τὸ εἰρηνοδικεῖον, ὡς ὀρθῶς ἐξήγησεν εἰς σχετικὰς δηλώσεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ πράττουν ἐπίσης καὶ τὰ ὑφιστάμενα διοικητικὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ κυρίως τὴν διάκρισιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι ἡ ἄσκησις παρ’ αὐτῶν τῆς δικαιοσύνης τῶν διοικούντων. Θὰ δύναται δηλαδὴ τὸ δικαστήριον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, νὰ κυρώσῃ ἄκυρον διάταγμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ πρᾶξιν τῶν ὑπουργῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἡ τακτικὴ δικαστικὴ ἐξουσία. Καὶ πρέπει νά γίνῃ ἀντιληπτόν, ὅτι ἡ ἐλευθέρα καὶ ἀρτιωτέρα ἄσκησις τῆς ὑπερτάτης αὐτῆς ἐξουσίας, δέον νὰ διασφαλισθῇ δι’ ἠθικῆς τονώσεως τοῦ νέου αὐτοῦ σώματος, ἡ ὁποία τόνωσις δὲν θὰ περιέχῃ παντάπασιν τὴν ἔννοιαν οἱασδήποτε ἀντιθέσεως πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὴν ἀναγνωριζομένην ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ὡς τρίτην ἐξουσίαν τῆς ὁποίας ἐκδήλωσιν θ’ ἀποτελῇ καὶ ἡ τοιαύτη ἁρμοδιότης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§330Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ διορθωθῇ ἡ λέξις «ἐξουσία», διότι καὶ τὸ δικαστήριον τῆς Ἐπικρατείας ἀποτελεῖ μέρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§331Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Οὐδὲ πρέπει νὰ δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι τὸ πρῶτον καθιεροῦται διοικητικὴ παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνη. Ὑπάρχουν, ὡς γνωστόν, νόμοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν καθιδρύσει εἰδικὰ διοικητικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἔχουν τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν καὶ τὰ τακτικά. Εἶναι περίεργον, ὅτι διὰ τὴν ἵδρυσιν τῶν δικαστηρίων αὐτῶν, ὡς π. χ. τοῦ δικαστηρίου τοῦ τεχνικοῦ ἐπιμελητηρίου τὸ ὁποῖον ἐκδίδει ἀποφάσεις δικαστικάς, δὲν ἐξενίσθη ἡ τακτικὴ δικαστικὴ ὑπαλληλία. Ἐγὼ ὁπωσδήποτε ἀποδίδω ἠθικὴν καὶ ἀπολύτως ἰδεολογικὴν ἔννοιαν εἰς τὰ διαβήματα αὐτά. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλονται εἰς μίαν παρεξήγησιν, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτόνισεν ἤδη, ὅτι οὐδεμία πρόθεσις ὑπάρχει μειώσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας προσθέσας συγχρόνως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ συμβάλλωσιν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Θὰ εἶχον ἐπιπροσθέτως νὰ εἴπω, ὅτι τὰ διαβήματα εἰς τὰ ὁποῖα προέβη ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ ἡ ὁλομέλεια τῶν λοιπῶν δικαστηρίων, δὲν πρέπει νὰ δίδουν λαβὴν εἰς ὑπόμνησιν τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης στάσεως τῆς δικαστικῆς ὑπαλληλίας κατὰ τὴν ἀνώμαλον περίοδον τὴν ὁποίαν διῆλθεν ὁ τόπος. Θὰ ἦτο ἄδικος ἡ ἀξίωσις, κ. Πρόεδρε καὶ ὑπερβολική, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπὸ τὴν πίεσιν καὶ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἀνωμάλων πολιτικῶν συνθηκῶν τὰς ὁποίας διῆλθεν ὁ τόπος καὶ ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐκάμφθη καὶ αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ἐξηρθρώθησαν, εἶναι ὑπερβολικὸν νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τοὺς δικαστάς μας, νὰ δείξουν ἡρωϊσμὸν ὑπερβαίνοντα τὰ ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης ἠθικῆς ἀντοχῆς. Ὅταν ὁ πολιτικὸς κόσμος, διαπληκτιζόμενος καὶ διαιρούμενος ὕψωνεν ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς τῶν τακτικῶν δικαστῶν τὴν Δαμόκλειον σπάθην τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, εἶναι τὸ ὀλιγώτερον ἄδικον νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐκάμφθη εἰς τὴν τάδε ἢ δεῖνα περίπτωσιν τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον καὶ δὲν ἀντέστη ἢ δὲν διεμαρτυρήθη. Θὰ εἶχον ἀντιθέτως νὰ σημειώσω ἀναλαμπὰς ἀντιστάσεως ἡρωϊκῆς αὐτόχρημα μελῶν τοῦ δικαστικοῦ κόσμου κατὰ τὴν περίοδον ἰδίᾳ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδιώκετο ἡ Δημοκρατία μας Ὑπῆρξαν δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἐξέδωσαν ἀπαλλακτικὰ βουλεύματα ὑπὲρ τῶν διωκομένων ἀποστόλων τῆς Δημοκρατίας μας παρὰ τὴν πίεσιν τοῦ περιβάλλοντος καὶ ὑπῆρξαν καὶ μέλη τοῦ δικαστικοῦ σώματος, τὰ ὁποῖα ἀντετάχθησαν κατὰ παντὸς ἐπηρεασμοῦ τῆς δικαιοσύνης εἰς ὅλα τὰ ἀλλεπάλληλα αὐταρχικὰ καθεστῶτα. Δικαστικοὶ δὲ ὑπῆρξαν καὶ οἱ ἐπὶ Δικτατορίας ματαιώσαντες δίκας καὶ ἀποτρέψαντες τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἀντισυνταγματικῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀπαισίας ἀγχόνης. Ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπομιμνήσωμεν καὶ τὰς τιμητικὰς ταύτας διὰ τὴν δικαιοσύνην μας ἐκδηλώσεις.......
§332Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἀραιοτάτας.
§333Ν. ΑΒΡΑΑΜ. ..... τοῦ σώματος τοῦ δικαστικοῦ τὸ ὁποῖον ἐξαιρετικῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσημειώθησαν καὶ ἐκτροχιασμοὶ ἀσύγγνωστοι ἠθικοὶ ἐκ μέρους διοικητικῶν λειτουργῶν καὶ καταχρήσεις διεπράχθησαν, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ, ὅτι καίτοι διερχόμενον μίαν περίοδον οἰκονομικῆς δοκιμασίας, δὲν προσεβλήθη ἀπὸ τὸ μόλυσμα τῆς τοιαύτης γενικῆς διαφθορᾶς.
§334Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι σωστό.
§335Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θὰ ὑποβάλλω λοιπόν, πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν θερμοτέραν παράκλησιν, ὅπως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἰσηγηθῇ τὸ ταχύτερον τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀνυψωθῇ ἠθικῶς τὸ δικαστικὸν σῶμα καὶ θὰ τονωθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἰσχυρὰ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν δικαστικήν μας ἐξουσίαν.
§336Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μὲ προέλαβε, διότι ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ τονίσω, ὅτι δὲν εἶναι σωσταὶ αἱ κατηγορίαι αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται ἀπέναντι τοῦ δικαστικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον παρ’ ὅλας τὰς διαιρέσεις τὰς πολιτικάς, ἐτίμησεν καὶ τιμᾷ τὸν τόπον καὶ δι’ αὐτὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῶν προτάσεων τοῦ κ. συναδέλφου, ἵνα ἐξυψωθῇ ἡ θέσις τῶν δικαστῶν.
§337Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς δὲν ἐνόμιζα, ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὅπως ἐξειλίχθη ἡ συζήτησις ἐπιβάλλεται νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Κἄθε ἄλλο παρὰ νὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν ἀντίληψίν μου, ὅτι διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς προβαδίσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, πρόκειται νὰ μειωθῇ ἡ θέσις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα παρέταξεν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ ἐφετείου χθὲς καὶ σήμερον, δὲν γνωρίζω ποίου, δὲν εἶναι καθόλου πειστικά. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἀνέτρεψε τόσον εὔκολα, ἠμπορεῖ δὲ κανεὶς νὰ εἴπῃ, πῶς δικαστήρια τοιαύτης περιωπῆς, ὅπως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἄλλων δικαστηρίων, τά ὁποῖα ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἠδυνήθησαν νὰ προβάλουν τόσον ἀσθενῆ ἐπιχειρήματα πρὸς ὑποστήριξιν μιᾶς ἰδέας ἡ ὁποία τὰ ἐνοχλεῖ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἐνόμισαν, ὅτι θέλομεν νὰ θίξωμεν τὴν θέσιν των καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶδον καθαρὰ τὰ πράγματα. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἐμμένω εἰς διάταξιν τοῦ κειμένου νόμου, διότι δὲν καινοτομῶ διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἐμμένω εἰς διάταξιν τοῦ κειμένου νόμου καὶ ὅπως εἶπον πρὸ μικροῦ διακόπτων τὸν εἰσηγητὴν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ὄχι κἂν παλαιόν, ὅπως ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων διά τὸν ὁποῖον μοῦ ἀντετάσσετο, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ἄλλης φύσεως συμβούλιον Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἦτο πολιτικὸν σῶμα ὑψηλοτέρας περιωπῆς, ἀλλὰ νόμον πρόσφατον τοῦ 1918, ὁ ὁποῖος τροποποιεῖ τὸ ἄρθρον 222 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ὡς πρὸς ἄλλας διατάξεις καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν ἰδίαν φράσιν «ὁ πρόεδρος καὶ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχουσι βαθμὸν συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας». Σημειωτέον δέ, ὅτι κατὰ τὸ 1918 ὁ νομοθέτης εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὄχι τὸ παλαιὸν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς βασιλείας, ἀλλὰ τὸ συμβούλιον τὸ ὁποῖον ἦτο ἤδη καθιερωμένον διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1914. Λοιπόν, δὲν κάμνω καμμίαν καινοτομίαν. Διατὶ σήμερον ἔρχεται αὐτὴ ἡ ἀνησυχία τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τοῦ ἄλλου δικαστικοῦ σώματος; Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι πειὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ δικαστικὸν σῶμα νομίζουν, ὅτι παίρνομεν τὸν στέφανον τῆς δάφνης ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ δικαστικοῦ σώματος καὶ τὸν θέτομεν εἰς τὴν κεφαλὴν κανενὸς ἄλλου σώματος, μὴ δικαστικοῦ. Εἶναι περίεργον πῶς ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ παρεξήγησις. Τὸ νέον δικαστήριον ποὺ ἱδρύομεν, εἶναι δικαστήριον, εἶναι σῶμα ἀπονέμον δικαιοσύνην, εἶναι μέρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἡ ὁποία λέγομεν, ὅτι εἶναι χωριστὴ ἐξουσία, εἶναι καὶ αὐτὴ μέλος τῆς ἰδίας ἐξουσίας. Σημειωτέον, ὅτι μᾶς λέγουν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας — νομίζω, ὅτι εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναφέρεται — δὲν ἀσκεῖ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ἀνωτέραν δικαιοσύνην.
§338Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγουν διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν ἄποψίν των, ὅτι πρέπει νὰ προηγοῦνται τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι ἡμεῖς — λέγουν — ἀσκοῦμεν καὶ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν.
§339Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ Σύνταγμα τὴν ἀνωτάτην πειθαρχικὴν ἐξουσίαν πρόκειται νὰ ἀσκῇ κοινωνικῶς καὶ ἀποκλειστικῶς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐγκαλοῦνται αἱ ἀποφάσεις τῶν διαφόρων διοικητικῶν συμβουλίων τῶν ὁποίων πολλάκις προΐστανται Ἀρεοπαγῖται — ἂν εἶμαι καλῶς πληροφορημένος. Λοιπόν, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ὅλως διόλου ἀβάσιμα καὶ ἐπαναλαμβάνω ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἐθίχθησαν παραδόξως καὶ ὀψιγενῶς ὀλίγον, θὰ εἴπω, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως κανονίζεται σήμερον εἶναι ὑπὸ μίαν ἔποψιν καὶ σῶμα καλλίτερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε ρυθμίσει ὁ νόμος τοῦ 1911, ὅπως τὸ παρετήρησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐνῷ τὸ σῶμα ἐκεῖνο δὲν ἀπήλαυεν ἰσοδιότητος, εἶχε μόνον προσωρινὴν μονιμότητα δεκαετῆ, σήμερον ἀπολαμβάνει τῆς αὐτῆς ἰσοβιότητος τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι δικασταί. Τώρα θὰ μοῦ εἴπητε, τὶ ἔπαθες εἰς τὰ καλὰ καθούμενα καὶ ἦλθες καὶ μᾶς ἔβαλες αὐτὸ τὸ προβάδισμα καὶ ἐτάραξες αὐτὸ τὸ δικαστικὸν σῶμα.
§340Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἕν ἐπιχείρημα ἐκ τοῦ Συντάγματος ἠμποροῦσαν νὰ ἀντλήσουν, ὅτι καθιεροῦται ἰσοβαθμία, διότι ὅταν πρόκειται περὶ ἄρσεως τῆς συγκρούσεως ἁρμοδιοτήτων δικάζει ἰδιαίτερον σῶμα ἀποτελούμενον ἐξ ἰσαρίθμων Ἀρεοπαγιτῶν καὶ μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§341Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σύμφωνοι. Δὲν πρόκειται πὼς ἔχουν βαθμὸν ἱεραρχικῶς ἀνώτερον, πρόκειται ἁπλῶς περὶ τοῦ προβαδίσματος. Πρόκειται τὴν πρώτην τοῦ ἔτους ποὺ θὰ χαιρετήσουν τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ὕστερα ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ δὲν ξεύρω ποῖον ἄλλον, ποῖος θὰ μπῇ μέσα. Θὰ μπῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ ὁ Ἄρειος Πάγος; Περὶ τούτου πρόκειται. Θὰ μοῦ εἴπητε, διατὶ νὰ ρίψω αὐτὴν τὴν πέτραν τῆς διχονοίας· ἔχω κἄποιον λόγον. Πράγματι δὲν ὑπάρχει λόγος καὶ πρέπει νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἔχει ἀποστολὴν ἀνωτέραν τῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἐνῷ ὁ Ἄρειος Πάγος προορισμὸν ἔχει κατὰ τελευταῖον βαθμὸν νὰ λύῃ διαφορᾶς μεταξὺ ἰδιωτικῶν προσώπων ἢ μᾶλλον προσώπων ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἐνῷ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἔρχεται ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, δηλαδὴ τὴν διοίκησιν ἀκριβέστερον, ἀλλ’ ἐκπροσωπουμένην ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς καί τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, νὰ τὴν ἀντιμετωπίσῃ μὲ ὅλον τὸν ὄγκον της καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις νὰ τῆς τρίψῃ εἰς τὰ μοῦτρα μίαν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἓν μέτρον ἐκ τοῦ ὁποίου ἐθίχθησαν ἰδιωτικὰ συμφέροντα ἢ πολλάκις καὶ δημοσίου ἐνδιαφέροντος συμφέροντα. Λοιπόν, πῶς θέλετε αὐτοὶ οἱ δικασταὶ νὰ πετάξουν εἰς τὰ μοῦτρα μιᾶς Κυβερνήσεως τὴν ἀπόφασιν ἢ τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐθίχθησαν ἰδιωτικὰ δίκαια, ἐὰν δὲν ἔχουν τὴν συναίσθησιν, ὅτι τοὺς δίδομεν μίαν τόσον ἐξαιρετικὴν θέσιν εἰς τὴν ὀργάνωσίν μας τὴν δικαστικήν; Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος· δὲν ἦτο εἰς τὰ καλὰ καθούμενα. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πειραιῶς, ὅτι δὲν εἴχομεν καμμίαν διάθεσιν νὰ μειώσωμεν τὴν θέσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι εἴμεθα ἄδικοι, ὅταν παρ’ ὅλα τὰ διαπραχθέντα σφάλματα, παρ’ ὅλα τὰ παράπονα καὶ τὰς ἐπικρίσεις κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας διὰ τὸν κλονισμὸν τῆς θέσεως τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ὑπέχομεν καὶ ἡμεῖς κἄποιαν εὐθύνην, διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἔχομεν ἄδικον ὅταν ἐξαίρωμεν αὐτὸ καὶ δὲν ἐνθυμούμεθα τοῦτο τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον πολλῆς ἐξάρσεως, ὅτι ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία ἐν μέσῳ ὅλων αὐτῶν τῶν δυσχερειῶν κατὰ τῶν ὁποίων ἐπάλαισε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐν γένει ἐκ τῆς ἀνεπαρκεστάτης μισθοδοσίας τὴν ὁποίαν τοὺς παρέχομεν καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἡμέρας, κατώρθωσεν ὅμως νὰ εἶναι ἀλώβητος καὶ νὰ στέκῃ εἰς τὴν θέσιν της περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Κράτει. Δὲν ἔχομεν κανὲν παράδειγμα δωροδοκουμένων δικαστῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ διαβεβαίωσις ἡ ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου ἐξαγγελλομένη ἀπὸ τῆς πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ νομίζω ἐν τῷ συνόλῳ της ἡ Βουλή, ὅτι ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία ἵσταται εἰς τὴν θέσιν της καὶ μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ὅπως εἶπον καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὴν δυσχερῆ θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ δικαστικὸν σῶμα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς οἰκονομικῆς καὶ μὴ θέλουσα νὰ ἀφήσῃ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ μισθοδοσία τὴν ὁποίαν ἐδίδομεν ἕως τώρα καθιεροῖ ἐπίσης μίαν νομικὴν διάκρισιν μεταξὺ τοῦ ἀνωτάτου αὐτοῦ δικαστηρίου τῆς διοικήσεως καὶ τοῦ ἄλλου, ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν δικαστῶν. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι μετὰ ταῦτα, τὸ ἄρθρον δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν περαιτέρω ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου (χειροκροτήματα).
§342Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, θὰ ἤθελα μόνον τώρα νὰ παρατηρήσω δι’ ἐλαχίστων, ὅτι κατὰ τὸ 1911 ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συζητουμένου τότε τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐδέχθη εἰς ἁπλῆν παρατήρησιν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ βουλευτοῦ νὰ διαγραφῇ διάταξις περίπου ὁμοία πρὸς τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ προβαδίσματος, ἡ ὁποία ἐτίθετο τότε ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ διάταξις αὐτή. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγνώσῃ εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, τὴν σχετικὴν περικοπήν, ἵνα πεισθῇ, ὅτι ταῦτα τὰ ὁποῖα λέγω εἶναι πραγματικὰ καὶ ἴσως διαγράψῃ μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία θίγει ἀληθῶς τὴν εὐαισθησίαν τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν δικαστηρίου καὶ δύναται νὰ λείψῃ χωρὶς τὸ παράπαν νὰ θιχθῇ ἡ ἁρμοδιότης, οὐδὲ τὸ γόητρον τοῦ διοικητικοῦ δικαστηρίου.
§343Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὶ θέλετε νὰ γίνῃ; Ὅταν θὰ ἐμφανισθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὰς τελετάς, πόσα θέλετε νὰ βάλωμεν πρῶτον; Λοιπὸν σᾶς διαβάζω τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου 1914 τοῦ ἔτους 1918, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι δὲν κάμνομεν τίποτε παραπάνω ἡμεῖς (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).
§344Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς ἤθελα νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ νόμος εἰς ὃν ἀναφέρεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 μὲ πολλὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν, διότι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καθιέρου τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς σῶμα πολιτικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνετίθετο καὶ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἐδῶ σήμερον εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν σῶμα τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ περιωρισμένην δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ὅταν δέ, ὡς ἔλεγον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἔχωμεν τὰ δικαστήρια δικάζοντα περὶ τῶν κυριωτάτων πραγμάτων τοῦ πολίτου, περὶ τῆς τιμῆς του, τῆς περιουσίας του, τῆς ζωῆς του, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἀνωτέρα ἡ δικαιοδοσία ἐκείνη, ἡ ὁποία δικάζει ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ ἐγγύησις τῆς τιμῆς καὶ τῆς ζωῆς τοῦ πολίτου. Ἄλλωστε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ θιχθῇ κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἱστορικὴ ἔννοια τοῦ ἀνωτάτου αὐτοῦ δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἀντανακλᾶται εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἀκυρωτικὸν δικαστήριον, ὡς εἶναι ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, εἶναι Ἄρειος Πάγος. Ἄρειος Πάγος εἶναι μία λέξις διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησαν νὰ παραστήσουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθιέρωσαν τὸ ἀνώτατον αὐτὸ δικαστήριον, ὅτι τὸ δικαστήριον αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἀνωτάτην δικαστικὴν ἱεραρχίαν ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, δὲν ἔπρεπε δὲ διὰ μιᾶς ἐσπευσμένης διατάξεως σήμερον, νὰ θίξωμεν τὸ γόητρον τοῦ δικαστηρίου τούτου καὶ τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ὀφείλει πᾶς τις πολίτης τῆς Ἑλλάδος νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς ἀνωτάτης ταύτης ἱεραρχικῆς θέσεως.
§345Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ἀκόμη δύο λέξεις. Θὰ ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψει τὴν εὐθιξίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐὰν τὴν εὕρισκον δικαιολογημένην. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Προσέξατε πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐθίχθη τόσον παραδόξως καὶ ἀδικαιολογήτως, διότι νομίζει, ὅτι κάμνομεν τώρα καινούργιον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θεσπίζομεν καινὰ δαιμόνια. Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ζητεῖ νὰ μεταβάλωμεν τὸν ὑφιστάμενον νόμον, διότι κατὰ τὸν καθεστῶτα νόμον ὁ ὁποῖος εἶναι τοῦ 1918· κανονίζεται, ὅτι ὁ πρόεδρος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχουν βαθμὸν συμβούλου Ἐπικρατείας. Τώρα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ναί, ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ 1918 εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας εἶχον εὐρυτέραν δικαιοδοσίαν· πλανᾶται. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶχε μόνον κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τὴν ἐξέτασιν τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἀπεστέλοντο εἰς αὐτό. Ἀλλὰ προσέξατε, ὅτι μὲ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τοῦ 1911 εἶχε νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διότι νομοπαρασκευαστικαὶ ἐπιτροπαὶ ἐγίνοντο κάθε μέρα ἀπὸ τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους καὶ τμηματάρχας ὅλων τῶν ὑπουργείων, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καὶ μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Σᾶς λέγω δέ, ὅτι δικαιοῦται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐκ τοῦ νέου Συντάγματος εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάμειξιν, εἰς τὴν ἐκπόνησιν τῶν κανονιστικῶν διαταγμάτων. Σημειώσατε δέ, ὅτι εἶναι πολὺ σπουδαιοτέρα ἡ λειτουργία αὐτὴ παρὰ ἡ ἄλλη ἡ ἀναγομένη εἰς τὰ νομοσχέδια, διότι ἡ ἐπίδρασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὰ κανονιστικὰ διατάγματα θὰ εἶναι ἀμεσωτέρα, δὲν θὰ ἔχῃ νὰ κάμῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας παρὰ μὲ μίαν Κυβέρνησιν μόνον. Ἐνῷ ἡ ἐκπόνησις τῶν νομοσχεδίων ἡ ὁποία ὑπάρχει, γίνεται ἀπὸ ἡμᾶς, ἀπὸ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς καὶ εἰς δύο ἀναγνώσεις. Σᾶς προσθέτω δὲ διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι τὸ καινούργιο Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἔχει ὑποδιεστέραν ἀξίαν. Σᾶς λέγω, ὅτι ἐνῷ κατὰ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα οἱ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἦσαν ἰσόβιοι, σήμερον ἔχουν αὐτοὶ πλήρη ἰσοβιότητα, διότι ὁ κ. Μπακόπουλος ὑποθέτω, τοῦ ὁποίου βλέπω τὸ χέρι εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐκεῖ φαίνεται ἐθεώρησε τοῦτο ἀναγκαῖον, νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς πλήρης ἰσοβιότης, τήν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι καὶ μέρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐπιλαμβανόμενον μιᾶς σειρᾶς ὑποθέσεων τεραστίας καὶ τεραστίας σημασίας. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ προβαδίσματος, κατ’ ἀνάγκην ἓν ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο σώματα θὰ προηγῆται τοῦ ἄλλου καὶ εἴπομεν θὰ προηγοῦνται ἐκεῖνοι. Δὲν ἀλλάζομεν τίποτε.
§346Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ προβάδισμα δὲν στηρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ δικαστηρίων ἀνεξαρτήτων, ὑπαγομένων μόνον εἰς τοὺς νόμους. Ἔχομεν τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 115 καὶ 116 εἰς τὰ ὁποῖα ἐν ἰσοτιμίᾳ τίθενται καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ ἔχομεν τότε ἕν ἄλλο. Οἱ διοριζόμενοι σήμερον, οἱ μέλλοντες νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ποῖοι εἶναι; Εἶναι δικαστικοὶ σύμβουλοι, μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατώτεροι ἱεραρχικῶς ἀπὸ τοὺς Ἀρεοπαγίτας. Τοὺς παίρνομεν ἀριστίνδην καὶ τοὺς βάζομεν ἀνωτέρους.
§347Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται ἐδῶ ἐὰν εἶναι μικρότερον ἢ μεγαλύτερον. Ἐὰν εἶναι τὸ ἓν μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ ἄλλο, τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα.
§348Ν. ΞΗΡΟΣ. Πρόκειται περὶ δύο ἰσοτίμων δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συμβαδίζουν.
§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7ον, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7)
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8ον (ἀναγινώσκει).
§352Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἄρθρον 8 ἐπιθυμῶ νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «νομικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν ἀνωτάτων» ἡ λέξις «ἰσοτίμων» σχολῶν καὶ τὰ λοιπά.
§353Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς γενικωτέρας ἐπιθυμίας τὴν ὁποίαν τόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξεδήλωσεν, ὅπως εἰ δυνατὸν ἐπιτύχωμεν τὴν συμμετοχὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας προσώπων περιωπῆς, θὰ ἐπρότεινον, ὅπως διευκολυνθῇ περισσότερον ὁ διορισμὸς καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ποῖοι ὡς γνωρίζητε ἀπολαμβάνουσιν ἐκ τῆς δικηγορίας αὐτῶν, δικηγοροῦντες παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, εἶναι δὲ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν οἰκογενειάρχαι καὶ ὄχι πλούσιοι ἄνθρωποι, θὰ ἐδίσταζον δὲ ἐφ’ ὅσον τοὺς δίδεται μόνον τὸ ⅓ τοῦ μισθοῦ των, ὡς ἐπιμίσθιον, νὰ συμμετάσχουν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἐπρότεινον, λέγω, ὅπως παίρνωσι καὶ τοὺς δύο μισθοὺς ἢ ὁλόκληρον τὸν ἕνα μισθὸν καὶ τὰ ⅔ τοῦ ἄλλου.
§354Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐκ μέρους ἄλλου τινος, ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν. Ἄς παίρνωσι καὶ τοὺς δύο μισθοὺς.
§355Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι πολλά, κ. Πρόεδρε. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχουν ἰδιωτικαὶ ἑταιρεῖαι αἱ ὁποῖαι δίδουν εἰς τοὺς διευθυντάς των 25–30 χιλιάδας δραχμὰς τὸν μῆνα.
§356Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δεκτόν. Ὁλόκληρον τὸν μισθόν.
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 8ον ἄρθρον)
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9ον (ἀναγινώσκει).
§360Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «ἀναρρωτικῶν καὶ συντάξεων», αἱ λέξεις «ἀναρρωτικῶν, συντάξεων καὶ δωσιδικίας» ὅπως προτείνῃ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή.
§361ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9ον, ὡς ἐτροποποιήθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 9ον ἄρθρον)
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10ον (ἀναγινώσκει).
§363Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ τροποποιηθῇ οὕτω: «Τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν τοῦ συμβουλίου ἀποτελεῖται ἐκ 10 παρέδρων». Ἀπὸ 7 παίρνω 10. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀρκεσθῆτε καὶ ἔπειτα διὰ διατάγματος προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δύναται ν’ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν παρέδρων μέχρι 15. Ἐὰν τὰ πράγματα πᾶνε καλά, θὰ τοὺς αὐξήσωμεν βραδύτερον, ὥστε παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§364ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτὸν τὸ 10ον ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 10ον ἄρθρον)
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11ον (ἀναγινώσκει).
§366ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 11ον ἄρθρον)
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12ον (ἀναγινώσκει).
§368Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν 3 παράγραφον ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 12 ὅπου ὁρίζεται, ὅτι «πτυχιοῦχοι τῆς νομικῆς σχολῆς», νὰ προστεθῇ «ἢ..... ἰσοτίμων».
§369Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἠθέλετε, κ. Πρόεδρε, νὰ δεχθῆτε τὴν διαρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἰς τὴν οὐσίαν δὲν κάμνει καμμίαν μεταβολὴν μόνον λεκτικῶς καὶ νομοτεχνικῶς εἶναι σαφεστέρα;
§370Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπόσχομαι νὰ τὸ ἐξετάσω εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, διότι μόλις τὸ μεσημέρι ἔλαβον γνῶσιν.
§371Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μόνη μεταβολὴ ποὺ εἶναι, εἶναι εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας μετὰ τὸν ὁποῖον ἡ διαβάθμισις τῶν παρέδρων ἐνεργεῖται καὶ φθάνουν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον ὁρίζει τὸν χρόνον αὐτὸν εἰς τριετίαν, ἡ ἐπιτροπὴ τὸν ἀνεβίβασεν εἰς πενταετίαν δεδομένου, ὅτι μετὰ 5 ἔτη καὶ κατὰ τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ γίνῃ σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας.
§372Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δέχομαι νὰ γίνῃ πενταετία. Ἐπίσης ἐκεῖ ὅπου λέγει «ἔκτακτοι καθηγηταὶ τῆς νομικῆς καὶ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν», νὰ προστεθῇ «ὑφηγηταὶ τῶν αὐτῶν σχολῶν καὶ ἐπιστημῶν διδάξαντες ἐπὶ τριετίαν».
§373ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§374Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι προσωπικὴ ἡ διάταξις τῶν ὑφηγητῶν. Τὴν ἔφεραν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὴν ἀπέρριψεν ὡς προσωπικήν· μόνον μία φωτογραφία ἔλειπε.
§375Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ τὴν δέχεται. Ἐπίσης μὲ τὴν τροπολογίαν 30–50. Θὰ σᾶς ἐπρότεινα, ὅπως ἐκεῖ ὅπου λέγομεν «ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ πρωτοδίκου καὶ ἄνω» νὰ τεθῇ «ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ πρωτοδίκου ἢ ἀντεισαγγελέως πρωτοδικῶν καὶ ἄνω».
§376Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προέτεινε νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὸ ἐδάφιον δʹ ἡ φράσις «μεταγενεστέρας τῆς λήψεως τῆς δικηγορικῆς ἀδείας»· δὲν ἔχει λόγον τὸ μεταγενεστέρας.
§377Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατὶ ...... πολιτικῶν ἐπιστημῶν μόνον.
§378Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν μᾶς χρειάζονται οἱ ἔχοντες τὴν μόρφωσιν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου.
§379Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «μεταγενεστέρας τῆς λήψεως τῆς δικηγορικῆς ἀδείας», νὰ διαγραφῇ.
§380Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά, διαγράφεται.
§381Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀντινομία. Ἐνῷ διὰ τοὺς συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας λέγετε «ἰσοβάθμους συμβούλους τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης», προκειμένου περὶ τῶν παρέδρων δὲν λέγετε τὸ ἴδιον. Ἀφοῦ τοὺς θεωρεῖτε ἱκανοὺς τοὺς ἐκ στρατιωτικῶν συμβούλων προερχομένους διὰ τὴν θέσιν τῶν συμβούλων, διατὶ δὲν τοὺς θεωρεῖτε καὶ διὰ τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου;
§382Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Κάμετε μίαν τροπολογίαν καὶ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, θὰ τὸ ἐξετάσω.
§383Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 12 ὅπου λέγει «δὲν ἐνδείκνυται ἡ διὰ προαγωγῆς εἰσηγητοῦ» νὰ τεθῇ «εἰσηγητοῦ αʹ τάξεως πλήρωσις».
§384Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Θὰ τὸ ἴδωμεν αὐτό. Ὥστε τὸ ἄρθρον 12 ψηφίζεται μὲ τὰς τροπολογίας αὐτάς.
§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12 ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 12ον)
§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13. (ἀναγινώσκει).
§388Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Τὴν διαίρεσιν τῶν εἰσηγητῶν εἰς αʹ καὶ βʹ τάξεως, τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ ἄνευ διαφορᾶς οὔτε μισθοῦ, οὔτε βαθμοῦ δὲν τὴν εὑρίσκω νὰ ἔχῃ καλῶς. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει διαφορὰ καὶ βαθμοῦ καὶ μισθοῦ. Εἰσηγητὰς θὰ τοὺς εἴπωμεν. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τοὺς ὀνομάσωμεν αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν διαφορὰν βαθμοῦ καὶ μισθοῦ.
§389Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορά, ὅτι διὰ νὰ γίνῃ αʹ τάξεως εἰσηγητής, θὰ πρέπῃ νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ τριετίαν καὶ νὰ τύχῃ εὐμενοῦς κρίσεως.
§390Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Γίνεται εἰσηγητής.
§391Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσηγητὴς πρώτης, ἐνῷ πρὶν ἦτο δευτέρας· ἔχομεν τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ καὶ τὸ προσὸν νὰ γίνῃ πάρεδρος. Εἶναι οὐσιωδεστάτη ἡ διαφορά.
§392Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὥστε νὰ ἀφήσωμεν νὰ τὸ λύσωμεν εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μοῦ δώσωσιν ἐγκαίρως τὰς τροπολογίας των.
§393Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αἱ τροπολογίαι τῆς ἐπιτροπῆς τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ εἰσηγητής, εἶναι ἀπὸ πνεῦμα αὐστηρότητος ἐξ ἐνδιαφέροντος πρὸς τὸν θεσμόν. Δι’ αὐτὸ βάζομεν τὰς δύο αὐτὰς δοκιμασίας, νὰ διώχωμεν τοὺς σκάρτους.
§394Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ.
§395ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ 12ον ἄρθρον;
§396ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13ον)
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκει).
§398Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου μία λεκτικὴ διόρθωσις ἀντὶ «ὡς εἰσηγηταὶ» νὰ τεθῇ ἁπλῶς «εἰσηγηταὶ» κλπ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, θὰ προστεθοῦν αἱ λέξεις «καὶ ἡλικίαν κατωτέραν τῶν 30 ἐτῶν», θὰ προστεθῇ καὶ ἐδάφιον τέταρτον κατὰ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, διατυπούμενον ὡς ἑξῆς: «μετὰ πενταετῆ»—ὄχι τριετῆ «ὑπηρεσίαν ἑκάστου εἰσηγητοῦ ....κλπ.», θὰ ἴδητε, ὅτι αὐτὸ συμβαδίζει μὲ τὴν μὴ διάκρισιν εἰσηγητῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως καὶ ἀντὶ αὐτῆς τῆς διακρίσεως ἔχομεν τὴν διάκρισιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰσηγητής, ὁ ὁποῖος εἰσερχόμενος ἔχει βαθμὸν παρέδρου δικαστοῦ, μετὰ μίαν πενταετίαν, ἂν θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι χρήσιμος περαιτέρω, διατηρεῖται προαγόμενος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πρωτοδίκου.
§399Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ πενταετίαν, θὰ εἶναι δύσκολον ν’ ἀπομακρύνωμεν ἕνα νέον ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς εἴπῃ, ἐγὼ ἀφιερώθην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν.
§400Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀρκετὴ ἡ τριετία.
§401Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶναι δύσκολον νὰ τοὺς βγάλουν μετὰ πέντε χρόνια.
§402Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ πνεῦμα εἶναι, ὅτι θὰ προσπαθήσωμεν ἀπὸ αὐτούς, νὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν ἀνωτέραν ἱεραρχίαν καὶ ὄχι ἀπ’ ἔξω. Μένει μόνον νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀντίρρησίς σας, ὅτι τὰ 5 χρόνια εἶναι πολλά. Ὑπόσχομαι νὰ τὴν ἐξετάσω καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω.
§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ 14ον ἄρθρον;
§404ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 14 ὡς ἐτροποποιήθη)
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15ον (ἀναγινώσκει).
§406Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 15 νὰ τεθῇ «ὁ γραμματεὺς ἀσκεῖ ἄμεσον ἐποπτείαν .....κλπ.», νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἔχει.
§407Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη πρότασις, ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα τοῦ γραμματέως. Ζητεῖ προσόντα γραμματέως παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ. Ἀλλ’ ὑπάρχει πρότασις, ὅτι θὰ δύναται, νὰ διορισθῇ γραμματεὺς τοῦ συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ δικηγόρος μὲ τριετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἀπερρίφθη ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν. Ὑπῆρξε ὅμως καὶ μειοψηφία ὑποστηρίξασα τὴν ἄποψιν αὐτήν.
§408Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσσομαι καὶ διὰ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15ον;
§410ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 15ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς).
§411ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16ον (ἀναγινώσκει).
§412ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ 16ον ἄρθρον)
§413ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17ον (ἀναγινώσκει).
§414Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀναφορικῶν πρὸς τὴν σύνθεσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι μία ἀβλεψία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐπιζημίους συνεπείας. Δι’ αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς παρέδρους, προσέθεσεν καὶ τὰς λέξεις «ὡς καὶ δωσιδικίας».
§415Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, νὰ τεθῇ ἀνάλογος διάταξις καὶ διὰ τοὺς παρέδρους.
§416ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ 17ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη;
§417ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ 17ον ἄρθρον)
§418ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18ον (ἀναγινώσκει).
§419Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει μετὰ τὴν λέξιν «μόνιμοι», νὰ τεθῇ ἡ φράσις τηρουμένης τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 19 ἐδαφ. 4 «πρὸς τοὺς εἰσηγητάς»· τοῦτο εἶναι ὀρθόν.
§420ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ 18ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη;
§421ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ 18ον ἄρθρον)
§422ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19ον (ἀναγινώσκει).
§423Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπρότεινα νὰ τροποποιηθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Πρῶτον ἡ ἐπιτροπὴ νομίζω προτείνῃ νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς «σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας διοριζόμενοι ὑπουργοί, διατηροῦν τὴν ἐν αὐτῷ θέσιν των, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἀσκῶσι τὰ ἐν τούτῳ καθήκοντά των, ἐφ’ ὅσον εἶναι ὑπουργοί». Δέχομαι τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Ἐγὼ ἐπίσης θὰ ἐπρότεινα τὸ 1ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 19, νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «Πρὸς τοῖς ἐν ἄρθροις 104 καὶ 107 τοῦ Συντάγματος ἀναγραφομένοις διὰ τὰ καθήκοντα τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἐνάσκησιν οἱασδήποτε τέχνης ἢ ἐμπορίας καὶ πρὸς τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου. Νομίζω, ὅτι καλῶς διατυποῦται τοιουτοτρόπως.
§424Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐμπορείαν δὲν ἀσκοῦν οἱ διοικητικοὶ σύμβουλοι ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἡμεῖς προτείνωμεν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς διατάξεως τῆς λέξεως «νομικοῦ ἢ τεχνικοῦ».
§425Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αὐτὴν λέξιν τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἐτοποθέτησεν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Ὑπάρχει ὅμως ἡ μειονοψηφία εἰς τὴν ὁποίαν καταλέγομαι καὶ ἐγὼ καὶ ἡ ὁποία ὑπεστήριξε τὴν διατύπωσιν ὅπως προτείνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νομίζομεν, ὅτι εἶναι βαρεῖα ἡ ἀπαγόρευσις τῶν μελῶν διοικητικῶν συμβουλίων.
§426Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητον.
§427Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Οἱ μισθοὶ τοὺς ὁποίους δίδομεν εἶναι ἀνεπαρκέστατοι καὶ ἐγὼ ἠξεύρω εἰς τὶ δυσχέρειαν εὑρίσκομαι ὅταν ζητῶ τοιούτους ἀνθρώπους.
§428Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Εἶναι δικασταί, κ. Πρόεδρε.
§429Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὶ ἀντίκειται νὰ εἶναι νομικοὶ σύμβουλοι.
§430Λ. ΝΑΚΟΣ. Νὰ τεθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ δικηγορῇ ὅταν εἶναι μέλος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας.
§431Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ἔτσι εἶναι τὸ πρᾶγμα βγάλετέ το. Ἐκεῖ ποὺ λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει) «τὰ ἔργα διευθύνονται...... εἰς τὴν ἐνάσκησιν ὁπωσδήποτε τέχνης ἢ ἐμπορείας», δὲν προστίθεται τίποτε ἄλλο, διότι αὐτὸ εἶναι ἄσκησις οἱασδήποτε τέχνης ἢ ἐμπορείας. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι διευθυντὴς ἢ ἄλλος ἀντιπρόσωπος διοικητικοῦ συμβουλίου ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν καὶ ἐπιχειρήσεων εἶναι ἔμπορος ἀσκεῖ ἐμπορείαν.
§432Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, εἶναι μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου δὲν ἀσκεῖ ἐμπορείαν.
§433Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα ἔχετε δίκαιον, εἶμαι σύμφωνος νὰ τεθῇ ἡ φράσις «νομικοῦ ἢ τεχνικοῦ συμβούλου» ἐφ’ ὅσον νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον.
§434Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν ἄποψίν μου.
§435Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῶμεν. Χθὲς ὁ κ. Πουανκαρὲ εἰσήγαγε μεγαλυτέραν ἀπαγόρευσιν.
§436Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ναί, ἀλλὰ ὁ κ. Πουανκαρέ, εἶπεν, οὔτε οἱ δικηγόροι νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν.
§437Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ τὴν δέχομαι αὐτὴν τὴν πρότασιν καὶ τὴν ὑπογράφω.
§438Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἔλεγον, κύριοι, νὰ ἀπαγορεύσωμεν δι’ ἄλλου νομοσχεδίου εἰς τοὺς δικηγόρους βουλευτὰς νὰ δικηγορῶσι ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου τοὐλάχιστον.
§439ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 19;
§440ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 19ον ἄρθρον)
§441ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20ον (ἀναγινώσκει).
§442ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ 20ον ἄρθρον)
§443ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21ον (ἀναγινώσκει).
§444ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ 21ον ἄρθρον)
§445ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22ον (ἀναγινώσκει).
§446Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν τρίτην παράγραφον προτείνει νὰ προστεθοῦν αἱ λέξεις «δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας», νὰ προστεθῇ προτείνω ἐγὼ καὶ «παράβασιν νόμου». Εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.
§447Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, προσετέθη καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα διὰ τὴν σαφήνειαν.
§448Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὰ ἑξῆς: «γʹ ἐπὶ ἐφέσεων κατ’ ἀποφάσεων τοῦ βʹ τμήματος ἐφ’ ὧν ὑποθέσεων ἐδίκαζε τοῦτο κατὰ πρῶτον βαθμόν». Αὐτὴν δὲν τὴν δέχομαι. Ἐπιφυλάττομαι εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§449ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ 22ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
§450ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ 22ον ἄρθρον)
§451ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23ον (ἀναγινώσκει).
§452Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 23ον μὲ μικρὰν τροποποίησιν. Τὸ 24, 25, 26, ὡς ἔχουν.
§453ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτά, δεκτά. (γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 23, 24, 25 καὶ 26)
§454ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 27ον (ἀναγινώσκει).
§455Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Τὸ ὅτι ἀποκλείονται νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δικηγόροι οὐχὶ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, θὰ εἶναι εἰς βλάβην, διότι δικηγόροι ἐντριβῆς περὶ τὸ δημόσιον δίκαιον εἶναι οἱ νεαροί. Ἔχομεν δὲ τούτου πρόσφατα παραδείγματα. Ὁ Σβῶλος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παρουσιασθῇ, διότι δὲν ἔχει τὰ ἔτη.
§456Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ Σβῶλος εἶναι καθηγητής.
§457Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Συμβαίνει δι’ ἄλλους νέους.
§458Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ εἴπωμεν τότε οἱ δικηγόροι οἱ ὁποῖοι εἶναι καθηγηταί, γιατὶ τότε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρουσιάζεται κάθε δικηγόρος; Κάνετε μίαν τροπολογίαν καὶ τὴν ἐξετάζω. Ἐὰν πρόκειται περὶ προσώπου δὲν πειράζει.
§459Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ καθορισθῇ, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦδε, ὅτι οὐδὲν μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας παραιτούμενον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δικηγορῇ.
§460Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Θὰ τὸ ἐπιφυλάξωμεν αὐτό. Δὲν θέλω δι’ αὐτοῦ νὰ μοῦ παρεμβάλετε νέα προσκόμματα καὶ ἀποτεινόμενος, εἰς ὅσους ἀποτείνομαι, νὰ μοῦ λέγουν, ὅτι δὲν θέλουν.
§461Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω ὑποβάλλει νομοσχέδιον σχετικὸν μὲ τοὺς δικαστάς, ὡς πρὸς τοῦτο.
§462Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ἔχουν πάθει αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι καὶ τὰ δημόσια ἔσοδα εἶναι ἀπὸ τοὺς δικηγόρους οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ δικαστοῦ καὶ ἐγένοντο σύμβουλοι εἰς διαφόρους ἑταιρείας.
§463Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχει ὑποβληθῆ τὸ νομοσχέδιον καὶ εἶναι εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν.
§464Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν ἤθελον νὰ παρατηρήσω τινά. Πρῶτον ἐπὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν προσόντων τῶν δικηγόρων τῶν παρισταμένων ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ προσόντα τοῦ Ἀρείου Πάγου, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ἐφ’ ὅσον μάλιστα τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τίθεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, δὲν εἶναι ὀρθόν, νὰ εἶναι ὀλιγώτερα τὰ προσόντα τῶν δικηγόρων.
§465Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Εἶμαι σύμφωνος μὲ σᾶς, ἐκτὸς ἐὰν εἶναι καθηγητὴς πανεπιστημίου καὶ διετέλεσεν εἰς ἄλλον βαθμὸν ἐπὶ μακρόν.
§466Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἤθελον ἐπίσης νὰ παρατηρήσω, ὅτι βεβαίως συμβαίνουν ἔκτροπα ἐκ τῶν σχέσεων αἱ ὁποῖαι συνάπτονται πολλάκις μεταξὺ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προΐδητε ὅλας τὰς περιπτώσεις τοῦ συνδέσμου τοῦ ὑπάρχοντος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων οὕτως, ὥστε νὰ καταστήσητε ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἄσκησιν οἱουδήποτε ἐπαγγέλματος τὸν α ἢ β σύνδεσμον τοῦ προσώπου. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθόν, διότι ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας, πρώην ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι δὲν δύναται νὰ παρεμποδισθοῦν, νὰ ἐνασκήσωσιν ἓν ἐπάγγελμα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην τοῦ δικηγόρου. Μήπως οὗτοι θεωροῦνται τοιοῦτοι, ὥστε τὰ φῶτα των νὰ εἶναι πολὺ σπουδαιότερα ἀπὸ τὰ φῶτα τῶν ἄλλων δικηγόρων, διότι οἱ πρώην ἐπίτροποι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἴσως θὰ εἶναι καλλίτερον προπαρασκευασμένοι ἀπὸ τοὺς δικηγόρους τοὺς ἀσχολουμένους εἰς γενικώτερα ζητήματα. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθορίσωμεν τοιαῦτα ἀσυμβίβαστα. Ταῦτα πάντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν χαρακτῆρα. Νὰ ἔχουν τοιοῦτον χαρακτῆρα, ὥστε νὰ χρειάζηται εἷς νόμος δημιουργοῦνται ἀσυμβίβαστα.
§467Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς.) Τὸ 27ον ἄρθρον, ὅπως ἔχῃ κ. Πρόεδρε.
§468ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων 27–31 ὡς ἔχουσι, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§469ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 27–31 ὡς ἔχουσι)
§470ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32ον, (ἀναγινώσκει).
§471Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Ἐδῶ ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «ὁ ὑπάλληλος καλεῖται κ.λ.π.», συντασσομένου ἐπιδοτηρίου. Ὅταν λέγετε, ὅτι ἐπιδίδεται διὰ κλητῆρος, δὲν σημαίνει, ὅτι γίνεται δι’ ἐπιδοτηρίου; Τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον λέγετε περιέχεται εἰς τὸ ἄρθρον 34.
§472ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων 32–37 ὡς ἔχουσι, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν). (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§473ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 32–37 ὡς ἔχουσι)
§474ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38ον (ἀναγινώσκει).
§475Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ἀναφέρεται «ἀντίγραφον τῶν ζητημάτων ἐντολῇ τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ φροντίδι τοῦ γραμματέως κοινοποιεῖται πρὸς τοὺς διαδίκους». Ἐδῶ ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ βάλωμεν διὰ «κλητῆρος». Ὁ κ. Ρακτιβὰν τὸν ὁποῖον ἠρώτησα μοῦ εἶπεν δὲν γίνεται διὰ κλητῆρος· τὸ γραφεῖον εἶναι ἀνοικτὸν εἰς τὸν δικηγόρον.
§476Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ξέρῃ τὴν διαδικασίαν.
§477Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐδέχθημεν, ὅτι ἡ διαδικασία γίνεται πάντοτε διὰ δικηγόρων. Ὥστε γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχῃ.
§478ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ 38ον ἄρθρον;
§479ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ 38ον ἄρθρον)
§480ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 39ον (ἀναγινώσκει).
§481Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ 39, ὅπως ἔχῃ. (ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 39 ὡς ἔχῃ καὶ τὰ ἄρθρα 40 καὶ 41 ὡς ἐτροποποιήθησαν. Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 42).
§482ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 43ον (ἀναγινώσκει).
§483Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀντικαθιστᾷ καὶ τὰς ἀρχάς, εἰς τὰς ὁποίας προσωρινῶς ὑπήγοντο ὑποθέσεις ὑπαγόμεναι ὑπὸ τῶν ἰσχυόντων νόμων εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐκείνας δὲ τὰς ὑποθέσεις αἱ ὁποῖαι ἐδικάζοντο ὑπὸ διοικητικῶν ἀρχῶν ἢ ἐπιτροπῶν εἰς δεύτερον βαθμὸν τὰς δικάζει κατ’ ἔφεσιν, ἀντικαθιστῶν τὴν δευτεροβάθμιον ἀρχὴν ἢ ἐπιτροπήν. Τὸ 43 ἔχει καὶ μίαν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθημεν. (ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 43 ὡς ἐτροποποιήθη καὶ τὰ ἄρθρα 44 καὶ 45).
§484ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 46ον (ἀναγινώσκει).
§485Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, ὅτι ἡ αἴτησις ἀκυρώσεως, χωρεῖ καὶ δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας κατὰ τῶν ἐκτελεστῶν πράξεων.
§486Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 46, ὡς ἐτροποποιήθη.)
§487ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 47ον (ἀναγινώσκει).
§488Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων, θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν νομολογίαν τὴν ἰσχύουσαν ἐν Γαλλίᾳ. (ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 47, ὡς ἐτροποποιήθη καὶ τὰ ἄρθρα 48, 49, 50, 51, 52, 53 καὶ 54.
§489ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 55 διατυποῦται ὡς ἑξῆς: «Ὁ παρὼν νόμος τίθεται ἐν ἰσχύϊ ὡς πρὸς μὲν τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 1–25 μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, κατὰ δὲ τὰς λοιπὰς διατάξεις, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἥν θέλει ὁρίσει τὸ σχετικὸν διάταγμα, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἄρχεται καὶ ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων 406 περὶ δικαστηρίου, συγκρούσεως καθηκόντων, 407 περὶ εἰδικοῦ δικαστηρίου πρὸς ἐκδίκασιν ἀγωγῶν κακοδικίας, καὶ 408 περὶ πειθαρχικοῦ συμβουλίου μετὰ τῶν ἐπιγενομένων εἰς αὐτοὺς τροποποιήσεων ἐκ τῶν ἄρθρων 105, 115 καὶ 116 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καὶ τοῦ παρόντος νόμου». Τὰ ὑπόλοιπα ἐδάφια θ’ ἀποτελέσωσιν ἄρθρον 56 καὶ τὸ 56 θὰ γίνῃ 57. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§490ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (ψηφίζονται οὕτω τὰ ἄρθρα 55, 56 καὶ 57)
§491Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, νὰ δεχθῇ τὰς εὐχαριστίας μου, διὰ τὴν συνδρομὴν τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχε.
§492ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν ἡ Βουλή, νὰ ψηφίσωμεν μερικὰ νομοσχέδια.
§493ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§494ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὔριον καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρᾳ 10.10′ μ. μ.)