1928.12.17
3,614 rows · 26,641 words · 344 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40η
ΔΕΥΤΕΡΑ 17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεύς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως τά πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ἡ βιομηχανικὴ ἕνωσις ἐργατῶν οἰκοδομῶν Ἀθηνῶν, ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐν ᾧ περιλαμβάνονται διάφορα αἰτήματά των μετὰ τῆς παρακλήσεως, ὅπως ἐξετασθοῦν ταῦτα εὐμενῶς. — Ὁ Γρηγόριος Λαζαράκος διδάσκαλος γυμναστικῆς ἐν τῇ ἐμπορικῇ σχολῇ Χανίων, διαμαρτύρεται, διότι ὁ διευθυντὴς αὐτῆς δὲν τῷ χορηγεῖ τὴν δοθεῖσαν τελευταίως αὔξησιν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους παρὰ τὴν διαταγὴν τοῦ ὑπουργείου. — Ἡ λέσχη Ἀνδριωτῶν καὶ ἡ ἐμπορικὸς σύλλογος Ἄνδρου παρακαλοῦν, ὅπως εἰς τὰς κατασκευασθησομένας ὁδοὺς περιληφθῇ καὶ ἡ ὁδὸς Ἄνδρου–Γαυρίου. — Ἡ λαϊκὴ ἐπιτροπὴ τοῦ ναοῦ Μάνδρας, παρακαλεῖ νὰ μὴ ἐγκριθῇ τὸ Ν. Δ. περὶ ἀποδόσεως τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. — Ἡ κοινότης Κορμίτσης, διαβιβάζει ψήφισμα ἐπὶ διαφόρων αἰτημάτων της καὶ παρακαλεῖ ὅπως ταῦτα ἐξετασθοῦν εὐμενῶς. — Κάτοικοι Καβάλλας παρακαλοῦν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης εἰς τὰς Ν. Χώρας. — Οἱ πρόσφυγες τοῦ συνοικισμοῦ τῆς περιφερείας Ἀξιουπόλεως παρακαλοῦν, ὅπως συμπεριληφθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν παραμεθόριον ζώνην. — Ἡ ἕνωσις γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Χαλκιδικῆς, ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνονται διάφορα αἰτήματά των, ὧν ζητεῖ τὴν ἀποδοχὴν καὶ ἐκπλήρωσιν. — Ὁ Ἀλέξανδρος Μητσόρης κάτοικος Φλωρίνης καταδιωχθεὶς ὑπὸ τῶν κομιτατζήδων καὶ τραυματισθεὶς ἐπανειλημμένως παρ’ αὐτῶν παρακαλεῖ, ὅπως διορισθῇ δημοδιδάσκαλος, ὡς διατελέσας τοιοῦτος, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ διαθρέψῃ τὴν πολυμελῆ οἰκογένειάν του. — Ἡ Ἀχιλλοπούλειος ἐμπορικὴ σχολὴ Τσαγκαράδας διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς περὶ καταβολῆς καὶ εἰς αὐτοὺς τῆς αὐξήσεώς της δοθείσης εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. — Κάτοικοι Δοξάτου; διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀφιχθείσης εἰς Ἀθήνας ἐπιτροπῆς πρὸς διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος οἰκοπέδων Δοξάτου ὡς ἀποβλεψάσης εἰς ἴδια ὀφέλη καὶ εἰς ἰδιαιτέρους φίλους της. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Κουρφαλίου παρακαλεῖ ὅπως ὁ βοσκήσιμος τόπος Καναμὰν–Μπεϊλὶκ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κοινότητα Κουρφαλίου ἀπαλλοτριουμένου τοῦ κτήματος τούτου. — Οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι τμήματος Καλαμῶν, διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς ἑταιρίας ΣΠΑΠ, διὰ τὴν ἄρνησιν καταβολῆς τῶν ὀφειλομένων. — Ὁ καπνεμπορικὸς κόσμος Μακεδονίας καὶ Θράκης παρακαλεῖ, ὅπως ἐκπροσωπηθῇ καὶ αὐτὸς ἐν τῇ Γερουσίᾳ. — Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων Ἁγυιᾶς καὶ τῶν πέριξ χωρίων παραγωγῶν λεπτοκαρύων διαμαρτύρονται, διὰ τὸ δημοσιευθὲν Ν. Δ. διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγορεύθη ἡ μεταφορὰ λεπτοκαρύων εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μαγνησίας, διὰ τὸν φόβον μεταδόσεως τοῦ ἐντόμου βαλανίσκου. — Ὁ διευθυντὴς τῆς προσφυγικῆς «Ἠχοῦς», διαβιβάζει ἐξ ὀνόματος σύμπαντος τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου θερμὰ συγχαρητήρια ἐπὶ τῇ ἑορτῇ του εἰς τὸν ἐθνάρχην κ. Ε. Βενιζέλον. — Ἐπιτροπὴ τοῦ ναοῦ Μαρκοπούλου παρακαλεῖ, ὅπως καταργηθῇ τὸ Ν. Δ. περὶ ἀποδόσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων εἰς τὰς ἐκκλησίας. — Ὁ Πανλεσβιακὸς ἐφεδρικὸς σύλλογος, διαμαρτύρεται διότι εἰς τὸ νομοσχέδιον Στέγης Φυματιώντων Λέσβου δὲν ἀντιπροσωπεύεται εἰς τὸ διοικητικὸν συμβούλιον ἡ τάξις τῶν ἐφέδρων. — Οἱ λαϊκοὶ ἐπίτροποι τοῦ ἐν Ἐλευσίνι ναοῦ παρακαλοῦν, ὅπως εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν Ν. Δ. ἀφεθῇ ἡ διαχείρισις τῆς περιουσίας τῶν ναῶν εἰς τοὺς λαϊκοὺς ἐπιτρόπους. — Ὁ ἐν Πάτραις σύλλογος ἀγωγιατῶν παρακαλεῖ, ὅπως δοθῇ ἡ ἀπαγόρευσις περὶ ἀποκλαδώσεως τῶν θάμνων ἐξ ὧν πορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῆν τὰ μέλη τοῦ συλλόγου τούτου. — Ὁ φαρμακοποιὸς Γ. Τσουρίδης συνιστᾷ, ὅπως πρὸς ἀποφυγὴν τῆς νοθείας τοῦ ἐλαίου καὶ τοῦ σπορελαίου πωλοῦνται ταῦτα ὑπὸ τῶν φαρμακείων εὐθυνομένων, διὰ τὴν γνησιότητα αὐτῶν. — Ὁ Γ. Σωτηρόπουλος, ὑποβάλλει τὰς γνώμας αὐτοῦ σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως αὐτονόμου ὀργανισμοῦ προστασίας Κορινθίας καὶ παρακαλεῖ ὅπως υἱοθετηθοῦν αὗται. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ξηρὸς, καταθέτει αἴτησιν τοῦ Κ. Λάμπρου ἀποστράτου ταγματάρχου παρακαλοῦντος ὅπως τῷ χορηγηθῇ σύνταξις ἀνωτέρου βαθμοῦ. — Αἱ ἑνώσεις βοηθῶν φαρμακείων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης παρακαλοῦν, ὅπως ἱδρυθῇ ἑνιαῖον ταμεῖον συντάξεων, ἐργατικὰ δικαστήρια κλπ. μέτρα πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς τάξεώς των. — Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ εἰσαγγελέως ἐφετῶν Ναυπλίου ζητοῦντος νὰ χορηγηθῇ ἄδεια ποινικῆς διώξεως κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μουντζουρίδη. — Ἡ Νέα Ἐφημερὶς τοῦ Ἡρακλείου παρακαλεῖ, ὅπως ἀπορριφθῇ τὸ δάνειον Τρίκ, διὰ τὰ λιμενικὰ ἔργα ὡς ἐπαχθές. — Ἡ γενικὴ συνέλευσις καπνεργατικῆς ἑνώσεως Βόλου, διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἰδιωνύμου ἀδικήματος τοῦ κομμουνισμοῦ. — Ἡ γενικὴ ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου Ἀττικῆς διεκτραγωδοῦσα τὴν οἰκονομικὴν ἀθλιότητα τῆς τάξεώς των παρακαλεῖ, ὅπως ληφθοῦν νομοθετικὰ μέτρα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν αὐτῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Μαχαίρας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Σιδηροδρομικῶν παρακαλούσης, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἑταιρία ΣΠΑΠ, νὰ καταβάλῃ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς τὸ καθιερωμένον εἰς τοὺς Κρατικοὺς σιδηροδρόμους ἐπίδομα τῶν Χριστουγέννων. — Οἱ μετεκπαιδευόμενοι δημοδιδάσκαλοι ἐν τῷ Γεωργικῷ Φροντιστηρίῳ Θεσσαλονίκης παρακαλοῦν, ὅπως ἡ γεωργικὴ μετεκπαίδευσις αὐτῶν γίνῃ διετής, αὐξηθῇ δὲ τὸ χορηγούμενον ἐπίδομα κτλ. — Ἡ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων. 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1925 Ν. Δ. περὶ ἐκτελέσεως ἐξυγιαντικῶν ἔργων δυτικῆς Μεσσαρᾶς Κρήτης. 2) Περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 19 Αὐγούστου 1925 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3160 περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδραυλικῶν ἔργων δήμου Βερροίας. 3) Περὶ διαθέσεως μέρους τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου τῶν λιμενικῶν ταμείων ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν τῆς περιφερείας Κορίνθου. 4) Περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου γεφυρώσεως Ἀχελῴου. 5) Περὶ τροποποιήσεως συναφθείσης συμβάσεως μελέτης καὶ κατασκευῆς τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Γυθείου–Ἀρεοπόλεως εἰς Σκουτάριον δι’ Ἀγερανοῦ καὶ Διχόβης. 6) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 9 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ προσθήκης εἰς πίνακα τῶν κατασκευαστέων ὁδῶν τοῦ νόμου 1074. 7) Περὶ τροποποιήσεως συναφθείσης συμβάσεως κατασκευῆς τῆς ἐν τῷ Νομῷ Εὐβοίας ὁδοῦ Βαλῶντος Στενῆς. 8) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ προσθήκης 10ου τμήματος μονίμων ὁδοστρομάτων εἰς τὴν Διεύθυνσιν Δημοσίων ἔργων τοῦ ὑπουργείου Συγκοινωνίας· καὶ 9) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13)13 Νοεμβρίου 1927, περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1926 περὶ ἐπιβολῆς εἰδικῆς φορολογίας ὑπὲρ τῆς κοινότητος τοῦ λιμένος Ἐλευσῖνος. — Ὁ κ. Α. Χριστομᾶνος (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) Περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδρεύσεως καὶ ἐξυγιάνσεως Κριεκουκίου· καὶ 2) «Περὶ ἱδρύσεως εἰδικοῦ ὑδραυλικοῦ ταμείου κτηματικῆς περιφερείας Ἀγυᾶς». — Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) Περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 1ης Ἰουνίου 1928 καὶ 14 Αὐγούστου 1928 συμβάσεων, περὶ προμηθείας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, διὰ λογαριασμὸν καὶ ὑπὸ ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου μέχρι 4,550 τόννων ἀραβοσίτου πρὸς διάθεσιν εἰς τοὺς κατοίκους περιφερειῶν τινῶν τοῦ Κράτους. 2) Περὶ συνομολογήσεως ὑπὸ τοῦ συνεταιρισμοῦ καταναλώσεως «Στρατιωτικὴ Ἕνωσις» Δανείων ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους κτλ. 3) Περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 18ης Σεπτεμβρίου 1926, περὶ συστάσεως Συμβουλίου Οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ 4) Περὶ μειώσεως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου 3421 ἐπιβληθείσης φορολογίας διὰ τὴν φορολογικὴν περίοδον 1928–1929. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Μαντᾶς καὶ Σ. Σχινᾶς, ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως ἀναμείξεως ἐλαίων μετὰ σπορελαίων κλπ.» — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Σίδερης κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας». — Οἱ κ. κ. Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), ὑποβάλλουν τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) Περὶ καταργήσεως τοῦ 2ου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 16 Ἀπριλίου 1927 Ν. Δ. περὶ ὁριστικῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τοῦ στρατεύματος πολιτευομένων ἀξιωματικῶν· καὶ 2) Περὶ κυρώσεως Διαταγμάτων μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐκδοθέντων δυνάμει τῶν νόμων 1110 τῆς 16)12)17, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου 1926 τῆς 27)3)18 καὶ 3060 τῆς 14)3)1927 καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 1110, ἰσχύσαντος καὶ διὰ τὸν νόμον 3060. — Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 12 Νοεμβρίου 1927, περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀπονομῆς τοῦ μισθοῦ τοῦ τμηματάρχου εἰς εἰσηγητὰς καὶ τῶν τούτοις ἐξομοιουμένων τῶν Πολιτικῶν Ὑπουργείων». — Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Διατάγματος περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 6 Ἀπριλίου 1927 συντακτικῆς ἀποφάσεως περὶ ἀγορᾶς ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ τὸ μουσεῖον Ἀλεξάνδρου Σούτσου καὶ τὴν Ἐθνικὴν Πινακοθήκην τοῦ ἐν Ἀθήναις μεγάρου Ἰλίου Μέλαθρον κλπ.». — Οἱ κ. κ. Π. Πετρίδης (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ χορηγίας συμπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμ. 3.980.000, διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου Πατρῶν». — Οἱ κ. κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Κ. Ζαβιτζιᾶνος (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν), ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν χορήγησιν εἰς τὸν Δῆμον Πειραιῶς προσωρινοῦ δανείου μέχρι ποσοῦ τριάκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν». — Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς νομοθεσίας περὶ ἐφ’ ἅπαξ φορολογίας τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας». — Ὁ κ. Π. Βουρλούμης (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως Β. Διατάγματος τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1923, περὶ κωδικοποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 2868 καὶ τοῦ τροποποιοῦντος καὶ συμπληροῦντος αὐτὸν Νομοθετικοῦ Διατάγματος. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Φωκᾶς, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κασσαβέτης, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 17 Ἰανουαρίου 1928, περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως ὑπογραφείσης τῇ 22 Νοεμβρίου 1927». 2) Τοῦ Ν. Δ. τῆς 2 Μαΐου 1928 «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 3372, 3389» καὶ τοῦ Ν. Δ. ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου 1928, «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὑπογραφείσης τῇ 22ᾳ Νοεμβρίου 1927»· καὶ 3) «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 16 Αὐγούστου 1928 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Ὁ κ. Α. Χρηστομᾶνος. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Ἀνωτάτου Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Καραπαναγιώτης, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων Νομοθεσίας». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἰδιοκτησίας κατ’ ὀρόφους». Ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας» εἰδικὴ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ κ. Ροδόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν παραχωρουμένων ὑποθηκῶν ἐπὶ ἀκινήτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) Περὶ μετατροπῆς ἑκουσίως καταβαλλομένης ἐπὶ τῶν διὰ τοῦ τελωνείου Ἡρακλείου ἐξαγομένων καὶ μεταφερομένων εἰδῶν φορολογίας εἰς ὑποχρεωτικὴν τοιαύτην ὑπὲρ ἐκτελέσεως ἔργων τοπικῆς κοινῆς ὠφελείας. 2) Περὶ προστασίας καὶ παραγωγῆς τοῦ ἐμπορίου τοῦ ἐρυθροῦ πεπέρεως Ἀλμωπίας (Κουρατζόβης καὶ 3) Περὶ ἀνασυστάσεως τῶν δημοσίων ἐμπορικῶν σχολῶν Χαλκίδος καὶ Ξυλοκάστρου. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συμφωνίας πρὸς ἵδρυσιν διεθνοῦς γραφείου τοῦ οἴνου ἐν Παρισίοις». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ συνομολογήσεως δανείων ὑπὸ τῶν δήμων Ἀθηναίων, Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας ἀρτοποιείων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως μικρῶν ἀρτοποιείων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀμοιβῶν ἀρτεργατῶν καὶ ὑποχρεώσεων τῶν ἀρτοποιῶν καὶ ἀρτεργατῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς ἐκτελέσεως ἀπαιτήσεων κατ’ ἀγροτῶν ἐν Κρήτῃ». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀναστασιάδης.
§13Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Τοιαῦται ἀνάγκαι ἀναστολῆς ἐκτελέσεως ἀπαιτήσεων κατ’ ἀγροτῶν, δὲν εἶναι μόνον εἰς τὴν Κρήτην, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας περιφερείας τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ νὰ γενικευθῇ ἡ διάταξις.
§14Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας περιφέρειαν εἶναι γνωστόν, ὅτι πολλαὶ καταστροφαὶ ἐπῆλθον καὶ ἐκ τῆς χαλάζης καὶ ἐκ πυρκαϊῶν καὶ ἐκ σεισμῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις αὕτη.
§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εὐχαρίστως, ὅπου ὑπάρχουν ἀνάλογοι περιστάσεις νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις.
§16Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐνυποθήκων δανείων πρέπει ἡ διάταξις νὰ εἶναι γεγονός,
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τότε παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ὡς ἔχει καὶ νὰ σταλῇ ἐπίσης εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ τὸ τροποποιήσῃ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας καὶ νὰ μᾶς τὸ ἐπιστρέψῃ νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος παραχωρουμένων ὑποθηκῶν ἐπὶ ἀκινήτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει, ὁ κ. Ροδόπουλος.
§22Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τό ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 1 δέον νὰ προστεθῇ, ὅτι ἡ δήλωσις δημοσιεύεται καὶ εἰς μίαν ἡμερησίαν πρωϊνὴν ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, διότι ἐνδέχεται τις ἔχων πραγματικὸν δικαίωμα ἐπὶ τοῦ εἰς ὑποθήκην προσφερομένου ἀκινήτου, ἀπουσιάζων εἴτε ἐκ τοῦ τόπου τῆς τοποθεσίας τοῦ κτήματος καὶ διαμένων ἢ κατοικῶν μακρὰν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ νὰ μὴ ἐμφανίσῃ τὰ δίκαιά του καὶ οὕτω νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ κτήματός του, ἥτις κατὰ νόμον εἶναι ἀπρόσβλητος κατὰ τῆς δανειστρίας. Ἐνῷ μία δημοσίευσις εἰς τὰ ἔχοντα κυκλοφορίαν φύλλα τῶν Ἀθηνῶν, ἐξασφαλίζει πάντα τρίτον ἀπὸ δολείας ὑποθηκεύσεως τοῦ κτήματός του. Δι’ ὃ προτείνω νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δημοσίευσις εἰς ἕνα φύλλον ἡμερήσιον τῶν Ἀθηνῶν.
§23Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐκτὸς τῆς ἐπεξεργασίας ἡ ὁποία ἐγένετο παρὰ τῆς ὑπηρεσίας μου, τὸ ἐπεξηργάσθη καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ τὰ μάλιστα ἐνδιαφερομένη, διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐξακριβώσεως τῶν τίτλων. Τὸ ἐτακτοποίησε δὲ ἡ Τράπεζα ἡ ἰδία ἡ ὁποία ἔχει καὶ συμφέροντα καὶ θὰ τὰ παρακολουθῇ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ μεταβληθῇ, διότι ἐνδεχόμενον ἡ Τράπεζα, νὰ μὴ θελήσῃ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν.
§24Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἐὰν γνωρίζητε κύριοι συνάδελφοι, εἶχε ψηφισθῆ εἷς παλαιὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ἡ Τράπεζα καὶ οἱ περὶ τὴν Τράπεζαν ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ὑπεβάλαμεν μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον. Ἡ τροπολογία αὐτὴ ἔχει σημασίαν, ἐπειδὴ εἰς τὰς νέας χώρας καὶ ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ τὰς ὁποίας ἀφορᾷ καὶ μόνον αὐτὴ ἡ τροπολογία, ὑπάρχουν τίτλοι πολλοί, διὰ τὸ αὐτὸ κτῆμα.
§25Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὶ λέγει ἡ τροπολογία αὐτή;
§26Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Λέγει τὰ ἑξῆς, κ. ὑπουργέ. Προκειμένου περὶ κτημάτων κειμένων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ καὶ παρεχομένων εἰς ὑποθήκην, ἐκτὸς τῶν τίτλων, δέον νὰ προσάγεται καὶ πιστοποιητικὸν τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος, ὅτι ἔχουν καὶ τὴν νομήν, ἢ ἐὰν δὲν ἔχουν τοιοῦτον πιστοποιητικόν, τὴν ἐν ἄρθρῳ ἐνεργουμένην βεβαίωσιν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδικείου. Αὐτὸ δὲν μεταβάλλει τὰς οὐσιαστικὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ζητεῖ ἡ τράπεζα, ἐνῷ τοὐναντίον προστατεύει τοὺς τρίτους ἀπέναντι κακοπίστων κατόχων τίτλων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον, νὰ ἔχωσι τοὺς τίτλους αὐτούς. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τῆς τραπέζης ὑπάρχει φόβος νὰ ἀποζημιωθοῦν οἱ τρίτοι τῆς περιουσίας των καὶ διὰ τὴν προστασίαν τῶν τρίτων αὐτῶν ἐτέθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ τροπολογία αὐτή.
§27Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ προσέξατε μήπως μεταβάλλεται ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου.
§28Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ὄχι κ. ὑπουργέ, δὲν μεταβάλλεται οὔτε λέξις τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε ἐλπίζω, ὅτι θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία, θὰ γίνῃ δεκτὴ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἀπὸ 17 Μαΐου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 6]9]26, περὶ ναυτικῆς στρατολογίας».
§32Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε προσθέσει δύο ἄρθρα πρὸς τὸ περιεχόμενον ἀλλὰ δὲν μπορῶ, νὰ τὰ δεχθῶ προτοῦ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφισθῇ, ὡς ἔχει ἤδη καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν γίνεται ἡ προσθήκη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3397 περὶ συγκροτήσεως τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου».
§36Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ψηφισθῇ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μὲ τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου 6ου τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου.
§37Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύσας τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ἦτο τὸ δυσχερὲς τῆς ἀνεπηρεάστου ἐξασκήσεως τῶν ὑπαλληλικῶν καθηκόντων των ὡς ἐκ τῶν ποικίλων δεσμῶν πολιτικῶν ἢ συγγενικῶν τῶν ὑπαλλήλων. Ὁ νόμος οὗτος καὶ πολὺ ὀρθῶς ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ, διότι οἱ ὑπάλληλοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσουν τὰ ὑπαλληλικά των καθήκοντα. Εἰς τὸν νόμον τοῦτον περιελήφθησαν πάντες οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι διοικητικοὶ καὶ δικαστικοί. Μεταξὺ τούτων ὅμως δὲν συμπεριελήφθη μία τάξις ὑπαλλήλων, καίτοι ἐκτελεῖ δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν, ἀναγνωρίζει τὴν παράλειψιν ταύτην καὶ τονίζει ἰδιαιτέρως καὶ λέγει, ὅτι οἱ γραμματεῖς εἰσαγγελιῶν κυρίως, ἔπρεπε νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Οἱ γραμματεῖς τῶν εἰσαγγελειῶν πάντες θὰ γνωρίζωσιν, ὅτι εἶναι οἱ οὐσιαστικοὶ εἰσαγγελεῖς, ἐκτελοῦν εἰς τὰς περισσοτέρας εἰσαγγελίας τὴν ρύθμισιν τῶν ἀδικημάτων, κάμνουν προτάσεις περὶ παραπομπῆς τῶν βουλευμάτων, ἐνεργοῦν διοικητικὴν ἐξουσίαν, ἐσχάτως δὲ προσετέθη εἰς τὰ δικαιώματά των καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς εἰσαγγελίας. Μοῦ φαίνεται λοιπόν, ὅτι ἀφοῦ καὶ ὁ ὑπουργὸς ἀναγνωρίζει τοῦτο, ἔπρεπε νὰ ὑπαχθοῦν καὶ οὗτοι εἰς τὸν νόμον αὐτὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ἀφοῦ ὑπήχθησαν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν, ἂν καὶ αὐτοὶ παρίστανται μόνον εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν πιστοποιητικῶν καὶ τῶν ἀντιγράφων τῶν ἀποφάσεων καὶ οὐδεμίαν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀσκοῦν. Νομίζω, ὅτι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδίστασεν νὰ παραδεχθῇ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων τούτων εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι βάσιμος, διότι αἱ ἀθρόαι μεταθέσεις τὰς ὁποίας φοβεῖται ὁ κ. ὑπουργός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν καθ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσιν ἐντόπιοι ὑπηρετήσαντες εἰς τὰς παλαιὰς εἰσαγγελίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνέρχονται πέραν τῶν 20–24. Εἰς τὰς νέας εἰσαγγελίας ἐτοποθέτησαν ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν τὰς ἀθρόας τοποθετήσεις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον λαμβάνεται μία πρόνοια νὰ τακτοποιηθῇ ὁ νόμος γενικός, πρέπει νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ γραμματεῖς εἰσαγγελιῶν, δι’ αὐτὸ δὲ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, νὰ προστατευθῇ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων εἰς τὸ ἄρθρον 4, ὅτι ὑπάγονται εἰς αὐτοὺς καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν εἰσαγγελιῶν.
§38Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὑπῆρχεν εἰς τὸ διαγραφὲν ἄρθρον.
§39Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ὄχι διὰ τοὺς ἤδη, διὰ τοὺς μέλλοντας. Ἐπίσης μίαν ἄλλην τροπολογίαν εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ἐνῷ ἐξομοιώνει τὸ νομοσχέδιον τὰς τρεῖς πόλεις εἰς τὸ τέλος λέγει ὑποβάλλουσιν αἰτήσεις μεταθέσεως εἰς τὰς Ἀθήνας, ἂν ἐξομοιοῦνται πρὸς τὰς πόλεις, ν’ ἀναφέρῃ εἰς τὰς ἀνωτέρω πόλεις.
§40Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχει παραληφθῆ λεκτικῶς, τὴν ἔχω ὑποβάλλει.
§41Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Καὶ κυρίως κ. ὑπουργέ, λάβετε ὑπ’ ὄψει σας τοὺς γραμματεῖς τῶν εἰσαγγελιῶν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10ον. (ἀναγινώσκει).
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ 1ον ἄρθρον ἀναγινώσκεται δὲ καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ 2ον ἄρθρον).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (ἀναγινώσκει). Τροποποιεῖται τὸ «εἰς Ἀθήνας» ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ γίνεται «εἰς αὐτάς».
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν τὸ 3ον ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον, (ἀναγινώσκει). Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλαντζάκου «νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς ἀνωτέρω πόλεις», γίνεται δεκτή. Ἔχει προσθήκην ὁ κ. Καλλαντζᾶκος διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ κ. Καλλαντζάκου, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Οὐδεὶς ἐγείρεται)
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§48Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκεται περιλαμβάνονται καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν πρωτοδικῶν, ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος θέλει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 3ον ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (γίνεται δεκτὸν τὸ 3ον ἄρθρον μετὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Καλαντζάκου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον. (ἀναγινώσκει). Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τσαλδάρης.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καθὼς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δώσῃ μείζονα προσοχὴν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5, διὰ τοῦ ὁποίου καθίστανται ἄκυροι αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου. Ὡς εἶναι γνωστὸν αἱ τοποθετήσεις, μεταθέσεις προαγωγαὶ κλπ. τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 96 τοῦ Συντάγματος ἐκτελοῦνται συνεπείᾳ ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν ἐκτελέσῃ. Μάλιστα δὲ, πρὸς κύρωσιν τῆς διατάξεως ταύτης ἐγίνετο εἰδικὸς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτάχθη καὶ προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ ματαιώσῃ ὁπωσδήποτε τὰς ἀποφάσεις ταύτας, διότι κωλύεται ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὡς δὲ δὲν δύναται νὰ ματαιώσῃ ταύτην ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δὲν δύναται νὰ τὰς ματαιώσῃ οὐδὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, διότι ἡ διάταξις νόμου ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ, ὡς ἀντικείμενον νὰ ματαιώσῃ ἀποφάσεις ἐξενεχθείσας παρὰ τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου ὁ νόμος οὗτος ἀντίκειται ἄντικρυς πρὸς τὸ ἄρθρον 96 τοῦ Συντάγματος, ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἀντισυνταγματικός, δὲν ἐπιδέχεται δὲ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν τοῦτο. Εἶναι ὡς νὰ ἐλέγατε, ναὶ μὲν ἐγένετο παρὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου ἀλλ’ ἠκύρωσεν ταύτην ὁ νόμος. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀμφισβήτησις εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, μόνον διὰ τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ, διότι, ἐὰν καθορίσωμεν αὐτὴν τὴν μετάθεσιν, διὰ νομοθετικῶν πράξεων, ν’ ἀκυροῦμεν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τότε τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, θὰ εἶναι γράμμα νεκρόν. Τὶ θὰ κοστίσῃ αὔριον νὰ ἔχωμεν δεκαπλασίας μεταθέσεις ἢ τοποθετήσεις ἢ προαγωγὰς ἢ ἕνα νόμον λέγοντα ὅτι εἶναι ἄκυρα αὐτά. Ποίαν σημασίαν πλέον ἔχει αὐτὴ ἡ διάταξις; Γνωρίζω τὴν περίστασιν ἡ ὁποία ἔφερεν εἰς θέσιν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ μέχρι σήμερον ἀποφάσεις τινὰς τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐνῷ ἦτο ὑποχρεωμένη καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον. Γνωρίζω ὡρισμένην περίστασιν ἡ ὁποία ἔφερεν τὴν Κυβέρνησιν, ὑπευθύνως διαχειριζομένη τὰ ζητήματα νὰ μὴ ἐκτελέσῃ ὡρισμένας ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ ἦτο ὑποχρεωμένη καὶ ἐφθάσαμεν σήμερον εἰς τὸ ζήτημα, νὰ βάλῃ εἰς τὴν ράχην τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν παράβασιν μιᾶς διατάξεως τοῦ νόμου. Ὑπῆρξε εἷς νόμος ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν κατὰ τὸν ὁποῖον ὡρίσθη, ὅτι οἱ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, ὑπηρετήσαντες εἴς τινα δικαστήρια δικασταὶ μετατίθενται· αὐτὸς προεκάλεσε ἀθρόας μεταθέσεις καὶ συνεπείᾳ τῶν ἀθρόων μεταθέσεων ἐπῆλθον ἔξοδα ἱκανά· ἀπέναντι τούτων ἠθέλησεν, νὰ κάμῃ καὶ τὴν διάταξιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην, διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων μέχρι σήμερον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, θὰ δύνασθε, νὰ μεταχειρισθῆτε τοῦτο δι’ ἄλλας πράξεις, χωρὶς νὰ ἐπιδιώξητε, νὰ παραβῆτε τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
§53Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τακτοποιῆται, διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου.
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸ ἀρχικὸν τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει).«Ἐξαρτᾶται...κτλ.» δύνανται νὰ γίνωσι μέχρι τέλους καὶ αὐτὸ κατόπιν νέου ἐρωτήματος. Δὲν λέγει τίποτε ἀφοῦ τὰς καθιστᾶ ἀκύρους λέγετε, ὅτι ἐξαιρετικῶς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῶσι.
§55Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ἐκτελεσθῶσι μὲ νέον ἐρώτημα.
§56Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι μόνον ἀκυροῦται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ λέγετε, ὅτι μὲ νέον ἐρώτημα ἠμπορεῖτε νὰ τὰς ξανακάμετε. Ἐγὼ λέγω τοῦτο. Ἔχετε μίαν διάταξιν ἡ ὁποία λέγει, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου «περὶ μεταθέσεως τῶν δικαστῶν...». Σεῖς καθιστᾶτε ἕνα νόμον ἄκυρον. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας ἕνεκα τῆς σημασίας αὐτῆς τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διότι ἂν ἀρχίσωμεν, ν’ ἀνοίξωμεν τὴν δίοδον αὐτὴν θὰ διαφύγουν πολλά. Τὸ Σύνταγμα, λέγει, ὅτι αἱ προαγωγαί, αἱ τοποθετήσεις, αἱ μεταθέσεις τῶν δικαστῶν ἐνεργοῦνται μετὰ ἠτιολογημένην γνώμην τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ὅταν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀσκήσῃ τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν τῷ παρέχει τὸ Σύνταγμα καὶ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, αὕτη εἶναι ὑποχρεωτική. Καὶ λέγει ὅτι, ὡς εἶναι ὑποχρεωτική, διὰ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ ὁποία ὀφείλει, νὰ τὴν ἐκτελέσῃ καὶ μάλιστα ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, οὕτω πῶς δὲν δύναται οὐδὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, νὰ τὴν καταστήσῃ ἄκυρον.
§57Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας, τὸ Σύνταγμα ἐπιτάσσει τὸν ὑπουργόν. Τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει ναὶ καὶ καλὰ εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν μετάθεσιν, ἡ ἁπλῆ αὐτὴ ἐπιταγὴ τοῦ Συντάγματος περιορίζεται εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ κάμῃ μετάθεσιν ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ δεύτερον πρόκειται περὶ μεταθέσεων αἱ ὁποῖαι στηρίζονται ἐπὶ εἰδικοῦ νόμου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτακτικὸν τὸ περιεχόμενον τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μετατεθῇ δικαστὴς ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Πέραν τούτου ἀφίνεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὸ θέμα, ὥστε νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ὑπουργὸν ἡ ἐκτέλεσις, δηλαδὴ ἀφίνεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα, ἐὰν θέλῃ νὰ ὁρίσῃ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ μεταθέσῃ, ἢ ὅτι ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ μεταθέσῃ. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ διάφορον. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι κατὰ τὸ προηγούμενον καθεστὼς ἐπὶ ὁμοίας διατάξεως στηριζόμενον εἶχε τὸ veto ὁ ὑπουργός.
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως...
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν, αἱ γενόμεναι μεταθέσεις παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ὑπουργὸν ἡ γνώμη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου περὶ μεταθέσεων αἱ ὁποῖαι δὲν παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§62Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἂν θέλετε νὰ ἔχωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὁποίαν πάντες ὑποθέτω σκεπτόμεθα, πρέπει νὰ μὴ ἀρχίζωμεν μὲ αὐτὰς τὰς παραπομπάς.
§63Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶναι πολιτικὸν ζήτημα.
§64Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος ὅταν ἐψηφίσθη ἦτο αὕτη ὅτι: τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, θὰ τὴν διοικῇ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Παρεσχέθη μάλιστα διὰ τοῦ νέου Συντάγματος ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι ἐὰν νομίζῃ, ὅτι αὐταὶ αἱ ἐνέργειαι αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐκ μέρους τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι κατὰ πάντα ὀρθαί, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν.
§65Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατὶ νὰ προσφύγω εἰς τὴν ὁλομέλειαν, ἀφοῦ ὁ νόμος ἦτο ὑποχρεωτικός;
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν λέγω διὰ τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίπτωσιν, ἀλλὰ εἰς μίαν ἄλλην περίπτωσιν, θά ἠδύνατο ὁ ὑπουργός, νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν καὶ μετὰ τὴν ὁλομέλειαν δὲν δύναται νὰ μὴν τὴν ἐκτελέσῃ· ὁ ὑπουργός, εἶναι ὑποχρεωμένος. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὕτω δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα διοίκησιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤθησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θά ἠδύνασθε δι’ ἄλλης πράξεως νά φθάσητε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ παραφυλάσσοντες τὸ κῦρος τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, θά ἠδύνασθε νά κάμητε διάταξιν κατά τήν ὁποίαν αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ δύνανται νά σταλῶσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον πρὸς ἐξέτασιν. Δι’ αὐτῆς τῆς πράξεως θὰ ἤρχετο πάλιν ὁ Ἄρειος Πάγος ὁ ὁποῖος θά ἔκαμε τάς τοποθετήσεις. Δὲν θὰ τάς ἔκαμε δὲ οὔτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία οὔτε ὁ νόμος, διότι θά ἠδύνατο ὁ Ἄρειος Πάγος, νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται διά τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Σεῖς βεβαίως ὡς Κυβέρνησις, θά συνεννοηθῆτε μὲ τὸν Ἄρειον Πάγον. Οὕτω θά ἐτηρεῖτο τὸ κῦρος τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καθ’ ὅσον τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, θά τάς μεταθέσῃ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἤθελα νά κάμω, διότι ἀντίκειται τοῦτο πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ νομίζω, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νά μὴν παραβιάζωμεν εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως τὸ Σύνταγμα προκειμένου περὶ τοῦ δικαστικοῦ σώματος τὸ ὁποῖον ἔπαθε ἐν τῷ μεταξὺ πολλὰ καὶ πρέπει νά λάβωμεν πᾶσαν πρόνοιαν, ὥστε νά διαφυλάξωμεν τὸ κῦρος αὐτοῦ.
§67Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργός τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ συζητήσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀρκετὰ εὐρέως καὶ ἐδέχθη ἡ Βουλή, ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως ἑνὸς νόμου κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον κατ’ Αὔγουστον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ μεταθέτῃ ὑποχρεωτικῶς ὀλίγα πρόσωπα 5–6 τὰ ὁποῖα παρέμειναν 2 ἢ 3 ἔτη εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς νόμου. Ἤδη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δι’ ἑνὸς ἑτέρου νόμου τὸ ὑποχρεωτικῶς μεταθετὸν τὸ κατήργησεν ἢ τὸ ἐτροποποίησεν. Κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον πρόκειται περὶ νόμου. Ὁ Ἄρειος Πάγος κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον ἦτο ὑποχρεωμένος κατ’ Αὔγουστον νὰ μεταθέτῃ ὡρισμένον ἀριθμὸν δικαστῶν ἀπὸ τὰ διάφορα πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους. Ἤδη διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον καὶ τὸν τροποποιεῖ. Δὲν βλέπω κατὰ τίνα λόγον ἀνησυχεῖ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ προσλάβω δικαιώματα συντακτικὰ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Οὐδαμοῦ τὰ βλέπω θιγόμενα. Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταβάλλομεν τὸν νόμον δηλαδὴ τὸν τροποποιοῦμεν καὶ θὰ κάμω ἐρωτήματα, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ μοῦ τὸ ἐπιτρέψῃ. Δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου διαφωνῶν μὲ τὸν Ἄρειον Πάγον, διότι εἰς τί νὰ διαφωνήσω; Μήπως πρόκειται περὶ κακῆς ἐκλογῆς ἢ κακῆς τοποθετήσεως προσώπων; Ἦτο ὑποχρεωμένον τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ μεταθέσῃ ὡρισμένον ἀριθμὸν δικαστῶν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι αἱ ἀπόψεις σας δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἑπομένως θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ δεχθῶ τὴν γνώμην σας.
§68Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπὶ πραγμάτων στηρίζονται ἀπολύτως, ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς εἴπω· νομίζετε, ὅτι ἔχει ἀξίαν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἐὰν αὔριον ἀποφασίσῃ τι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ ἔρχεσθε σεῖς καὶ κάμετε ἕνα νόμον καὶ λέγητε καταργεῖτε αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν; Ποίαν σημασίαν δίδετε εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Θὰ σᾶς ἔλεγον, ὅτι θὰ ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος δύναται νὰ ἐπιληφθῇ καὶ τῶν ἤδη ἐπιληφθεισῶν ἀποφάσεων καὶ μὲ τὸν Ἄρειον Πάγον ἠδύνασθε νὰ κάμητε μίαν συνενόησιν. Τώρα μοῦ λέγετε ὅτι δύνασθε νὰ κάμητε ἕνα νόμον καὶ νὰ καταργήσητε τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Τὶ θὰ κάμητε; Θὰ φέρετε εἰς τὸ ἀδιέξοδον, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν κάμνω καμμίαν προαγωγήν, διότι σεῖς ἔρχεσθε καὶ τὰς καταργεῖτε δι’ ἑνὸς νόμου. Πρὸ παντὸς δὲν εἶναι ὀρθὸν τὰς πράξεις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀδιάφορον ἐὰν ὁρμῶνται ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως, νὰ τὰς θέσωμεν εἰς βάρος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§69Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ συνέπραξα κατά τι εἰς τὴν ἀντισυνταγματικότητα αὐτήν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος! Τὸ ἄρθρον 96 τοῦ Συντάγματος λέγει. Θὰ τὸ ἀναγνώσωμεν· (ἀναγινώσκει) «Αἱ προαγωγαί, αἱ τοποθετήσεις, αἱ μεταθέσεις καὶ ἀποσπάσεις τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει ἐξαιρουμένων κτλ. ἐνεργοῦνται διὰ διατάγματος μετὰ σύμφωνον εἰδικῶς δὲ καὶ ἐμπεριστατωμένως ᾐτιολογημένην γνώμην τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς νόμος ὁρίζει». Ἕως ἐδῶ ἡ διάταξις σημαίνει ἀπαραιτήτως, τοῦτο, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ προαγωγή, μετάθεσις, ἀπόσπασις δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἄνευ συμφώνου γνώμης Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου: Κατά τινα τρόπον θὰ γίνῃ αὐτὸ θὰ ὁρίσῃ νόμος. Ἑπομένως ἐκ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως δὲν συνάγεται, δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναχθῇ οὐδὲ ἐπιτρέπεται νὰ συναχθῇ, ὅτι ἡ γνωμάτευσις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑποχρεωτική. Δὲν συνάγεται καθόλου καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συναχθῇ, διότι πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῆς διατάξεως περιοριζούσης τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἐξαιρετικὴ διάταξις, στενῶς ἑρμηνεύεται. Δὲν ἐπιτρέπεται εὐρεῖα ἑρμηνεία ἐξαιρετικῆς διατάξεως. Ἕνας λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ προταθεὶς περὶ ἀντισυνταγματικότητος ἰσχυρισμός. Δεύτερος λόγος εἶναι, ὅτι τὴν αὐτὴν διάταξιν εἴχομεν καὶ εἰς τὰ παρελθόντα Συντάγματα καὶ ἐπὶ τῶν Συνταγμάτων αὐτῶν εἴχομεν νόμον ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέβαλεν καθόλου τὸ ὑποχρεωτικὸν τῶν γνωμοδοτήσεων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, διὰ τὸν ὑπουργόν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι δ’ ἐπὶ Κυβερνήσεως Φιλελευθέρων ἐγένετο πρώτην φορὰν τὸ ὑποχρεωτικόν.
§70Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρελήφθη δὲ ἡ διάταξις ἐκ τοῦ Κρατικοῦ Συντάγματος.
§71Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ὁποία δὲν ἐπέβαλεν ἐν τούτοις τὴν ὑποχρεωτικὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα διασαφηνίζεται παρακάτω πολὺ καλλίτερον (Ἀναγινώσκει) «τὰς ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω γνωμοδοτήσεις τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ συμβουλίου δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου συντιθεμένην ἐξ ἁπάντων τῶν μελῶν αὐτοῦ πλὴν τῶν νομίμως κωλυομένων καὶ ἧς ἡ ἀπόφασις εἶναι ὑποχρεωτική». Δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ παραπέμψῃ. Δὲν εἶναι κἂν ὑποχρεωμένος νὰ παραπέμψῃ. Ἑπομένως ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ συντάγματος δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκτελέσῃ. Ἀφοῦ δύναται νὰ παραπέμψῃ χωρὶς καὶ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παραπέμψῃ, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ὅτι συνταγματικῶς εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ γνωμοδότησις. Ἀλλὰ διὰ νὰ πεισθῆτε ἀκόμη περισσότερον σᾶς λέγω τοῦτο. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 114 τοῦ συντάγματος θὰ ἰδῆτε, ὅτι τὰ αὐτὰ λέγει καὶ διὰ τοὺς Διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐκεῖ μάλιστα λέγει, ὅτι «οὔτε ἀπολύονται, οὔτε ὑποβιβάζονται ἄνευ εἰδικῆς ἀποφάσεως κατὰ νόμον ὠργανωμένου συμβουλίου καὶ ἀποτελούμενου κατὰ τὰ ⅔ τοὐλάχιστον ἀπὸ μονίμους ὑπαλλήλους». Καὶ ἐκεῖ διὰ νὰ κρίνωμεν ἂν ἡ γνωμάτευσις εἶναι ὑποχρεωτική, θὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν Νόμον, ὡς δὲ γνωρίζετε πολὺ καλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως αὐτῆς εἰς ἄλλα μὲν ὑπουργεῖα ὑπάρχουν καὶ εἰς ἄλλα δὲν ὑπάρχουν νόμοι οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς γνωμοδοτήσεως εἰς τὸν ὑπουργόν. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρεβίασε τὸ Σύνταγμα μὴ ἐκτελέσας τὰς μεταθέσεις τοῦ Συμβουλίου. Ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι πολιτικῶς ὀρθὴ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα καὶ οὐχὶ ζήτημα παραβάσεως Συντάγματος, διὰ νὰ σᾶς εἴπω καὶ τοῦτο. Ὅτι καὶ τῆς γνώμης σας θεωρουμένης ὀρθῆς καὶ ἂν εἴπωμεν ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἶναι συνταγματικῶς ὑποχρεωτικὴ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ συντάγματος ἡ τοιαύτη γνωμοδότησις ἡ θεωρουμένη ὑφ’ ὑμῶν ὑποχρεωτική, ἀλλὰ πρόκειται περί τοιαύτης γνωμοδοτήσεως; Κάθε ἄλλο. Πρόκειται περὶ μεταθέσεων στηριζομένων εἰς εἰδικὸν νόμον ὑποχρεωτικῶν δὲ καὶ μὴ ἐχουσῶν τὴν ἀνάγκην νὰ εἶναι ἠτιολογημέναι, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἐστηρίχθη εἰς τὸ γεγονὸς τὸ τυχαῖον, ὅτι ἕνας δικαστὴς ἔχει κάνει 5 χρόνια εἰς ἕνα τόπον καὶ ἐπειδὴ ἔχει κάνει 5 χρόνια μετατίθεται. Δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ καθόλου τὸ στοιχεῖον τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ ὁποῖον χρειάζεται «εἰδικῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως ἠτιολογημένη γνώμην» διὰ λόγους ὑπηρεσιακούς. Δὲν ὑπάρχουν λόγοι ὑπηρεσιακοί. Ἦλθεν ἕνας νόμος ἐκ τῶν ὑστέρων ὁ ὁποῖος λέγει. Ἐγὼ ὁ νόμος λέγω, ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς θὰ φύγῃ ἀδιάφορον ἂν ὑπηρέτησε καλῶς ἢ κακῶς, ἀδιάφορον ἂν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχει ὑπηρεσιακὸς λόγος ἁπλῶς, διότι ἔκαμε 5 χρόνια, θεωρῶ τοῦτο τεκμήριον, ὅτι πρέπει νὰ φύγῃ Αὐτοῦ δὲ τοῦ νόμου τὴν ἐφαρμογὴν ἠμποδίσαμεν, διότι ἔχομεν ψήφισμα τὸ ὁποῖον γνωρίζετε καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα ἀνεξαρτήτως ὑπεράνω ὅλων τῶν ἐξουσιῶν, νὰ μὴ ἐγκρίνῃ μεταθέσεις. Ἀπὸ ἀπόψεως προϋπολογισμοῦ εὑρέθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ μιᾶς ἀθρόας μεταθέσεως ἡ ὁποία ἐδημιούργει ἄνευ λόγου δαπάνας ἀρκετῶν ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ αἱ μεταθέσεις αὐταὶ ὄχι μόνον ἡμῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ Συμβουλίου τὴν δυσφορίαν ἐγέννησαν. Διατί; Διότι οἱ συντάκται τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν προεῖδον, ὅτι θὰ ἔφθανον εἰς τὸ ἀδιέξοδον· διότι διὰ νὰ μεταθέσητε τοὺς ἐπὶ 5 ἔτη ὑπηρετήσαντας δικαστὰς ποῦ θὰ τοὺς ὑπάγητε; Ἐὰν δὲν ἔχητε ἰσαρίθμους ἐπὶ πενταετίαν ὑπηρετήσαντας εἰς ἄλλον τόπον ἰσοβάθμους κατὰ ζεύγη, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν μεταθέσεις; Ὁ Αʹ. δικαστὴς πρέπει νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Κέρκυραν, διότι ἔχει 5ετῆ ὑπηρεσίαν· ποῦ θὰ ὑπάγῃ; πρέπει νὰ εὑρεθῇ καὶ ἄλλος ἔχων 5ετῆ ὑπηρεσίαν εἰς ἄλλον τόπον ἰσόβαθμος δέ. Ἐὰν δὲν εὑρεθῇ, τί γίνεται; καταστρατήγησις τῆς συνταγματικῆς διατάξεως καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται ἕνας δικαστὴς νὰ φύγῃ ἀπὸ ἕνα τόπον ἄνευ εἰδικῆς καὶ ἐμπεριστατημένως ἠτιολογημένης γνώμης τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ νὰ ἔχῃ δυνατότητα λογικῆς ἐφαρμογῆς αὐτὸς ὁ νόμος....
§72Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἡ ἀθλιότης τοῦ νόμου κ. ὑπουργέ.
§73Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ νόμος διὰ νὰ ἔχῃ ἀπρόσκοπτον τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἔπρεπε, νὰ ὑπάρχουν ἰσάριθμα ζεύγη ὁμοιοβάθμων δικαστικῶν ὑπηρετησάντων ἐπὶ 5 ἔτη εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, διὰ νὰ μετατεθῶσιν ἀμοιβαίως, ἄλλως θὰ ἐπήρχετο, ὅπως ἐπῆλθε πλήρως. Ἑπομένως, ἐὰν ὑπῆρξε περίπτωσις καθ’ ἣν ὄχι μόνον εἴχομεν δικαίωμα, ἀλλ’ αὐτόχρημα εἴχομεν ὑποχρέωσιν, ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἔγκρισιν τῶν μεταθέσεων ἡ περίπτωσις αὐτὴ ἦτο ἡ προκειμένη, διότι καὶ τὸν προϋπολογισμὸν ἐσώσαμεν καὶ ἀπηλλάξαμεν ἀπὸ δαπάνας ἀσκόπους καὶ τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου, ἐλύσαμεν τὴν δυσφορίαν.
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι θὰ ὑπετίθετο ὁπωσδήποτε, ὅτι θέλω, νὰ θίξω διὰ τούτου τὸν συμπολίτην μου ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, θὰ παρέβλεπον καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν διάταξιν καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἀφορμὴν καὶ δὲν θέλω, νὰ τεθῶ εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὴν ἔκαμε ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως, νὰ φυλάξῃ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀπὸ τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας προκαλεῖ, ἡ ἀθρόα μετάθεσις τῶν δικαστῶν συνεπείᾳ ἑνὸς νόμου καὶ συγχρόνως τὴν δικαιοσύνην, διότι ἐπιφέρει μίαν ἀταξίαν λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπῆρχον πολλοὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον μείνει καὶ ἤθελον νὰ μετατεθῶσιν καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐγένετο μίαν ἑσπέραν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ταύτης, οὐχὶ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ βεβαίως ἔπρεπε, νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον προστασίας, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πρώτη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δὲν ἔχω καμμίαν ἀφορμὴν νὰ εἴπω, ὅτι ἔκαμε πρᾶξιν κακήν, οὔτε μέμφομαι αὐτήν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἔχουσι καθῆκον, ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ πάντες ἡμεῖς, εἶναι νὰ τηρήσωμεν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀλώβητον τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου. Καὶ λέγω, ὅτι τοῦτο δὲν τηρεῖται, ὅταν ἔρχεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀκυρώνουσα τὰς ἀποφάσεις, οὔτε ὅταν ἔρχεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ λέγει δὲν τὰς ἐκτελῶ. Δὲν δυνάμεθα κ. ὑπουργὲ μὲ ὅλην τὴν λεπτότητα καὶ ὀξύνειαν, τὴν ὁποίαν ἐθέσατε, διὰ νὰ ἐξηγήσητε τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ νὰ μὴ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ἔχει οὕτω. Διότι τὸ ἄρθρον λέγει ρητῶς, ὅτι αἱ πράξεις αὗται τῆς διοικήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας γίνονται ....
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποῖος νόμος τὸ λέγει αὐτό;
§76Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει) «ὅτι αἱ προαγωγαί....κ.λ.π.».
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σύμφωνον γνώμην, ὄχι ἀπόφασιν.
§78Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Γνώμη ἀποτελεῖ ἀπόφασιν, δηλαδὴ δὲν εἶναι συμβουλευτική, ἀλλὰ εἶναι ὑποχρεωτική.
§79Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργός τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὴν τὴν νομικὴν φράσιν τὴν ἔχομεν εἰς διακοσίους νόμους, εἰς προμηθείας, διαγωνισμοὺς καὶ χωρὶς αὐτὴν δὲν δυνάμεθα, νὰ κάνωμεν τὴν διάταξιν, ὅπου εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτήν, μόνον εἰς ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις ὑπάρχει ἐξαίρεσις.
§80Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι νέα διάταξις· εἶναι περίπου ἡ αὐτὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ διὰ νὰ σᾶς πληροφορήσω σᾶς λέγω εἶναι ἀντίγραφον τοῦ Κρητικοῦ Συντάγματος. Τὸ Κρητικὸν Σύνταγμα ὥριζεν ἀπὸ πρῶτα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνει καὶ τώρα.—Πρέπει νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι, ὅτι ὁ διορισμὸς βαρύνει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύναται ὅμως, νὰ γίνωνται μεταθέσεις χωρὶς σύμφωνον γνώμην τοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ συμβούλιον προτείνῃ, ἕνα ἀνάξιον πρόσωπον καὶ τὸ διορίσῃ ὁ ὑπουργός, μὴ νομίζετε, ὅτι ἂν ἔλθωμεν ἐδῶ καὶ ἐπικρίνωμεν, διὰ τὸν διορισμὸν αὐτὸν τὸν ὑπουργόν, θὰ μᾶς εἴπῃ οὗτος, ὅτι ἐγνωμοδότησε τὸ συμβούλιον· καλυπτόμεθα μόνον κατά καταχρήσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται, νά διορίσῃ χωρὶς σύμφωνον γνώμην τοῦ συμβουλίου. Μόνον εἰς τάς περιστάσεις τάς εἰδικάς δηλαδὴ τῶν μεταθέσεων, λόγῳ παρελεύσεως πενταετίας, ἐκεῖ δυνάμεθα νά εἴπωμεν ὅτι ὁ νόμος καὶ ὄχι τὸ Σύνταγμα, ὅτι μετά παρέλευσιν πενταετίας ὑποχρεωτικῆς μετατίθενται δι’ ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου.
§81Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅπου εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διάταξις, διά τὸν ὑπουργὸν ἀναφέρεται ρητῶς.
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν κάμετε σεῖς, ἀλλ’ ἐγὼ χάριν τοῦ κύρους τῆς δικαιοσύνης νομίζω, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτική. Παρ’ ὅλα δὲ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν διαφωνῶ, ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος.
§83Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν κ. Τσαλδάρην, ὅτι ἡ διαπραχθεῖσα δῆθεν ἀντισυνταγματικότης θὰ ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ, διὰ νέας παραπομπῆς τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἤτοι δι’ ὑποβολῆς νέων ἐρωτημάτων, ὅτι ἀσφαλῶς δὲν καλύπτεται δῆθεν ἀντισυνταγματικότητα, διὰ τῆς τοιαύτης εἰκονικῆς παραπομπῆς. Ἡ ἀλήθεια ἐν προκειμένῳ εἶναι, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος καθιέρωσε τὸ γενικῶς καὶ ἀπολύτως ὑποχρεωτικὸν τῶν μεταθέσεων, ἀντίθεται εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι διὰ τῆς καθιερώσεως τοιούτου ὑποχρεωτικοῦ, ἀποκλείεται οὐσιαστικῶς ἡ γνώμη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε γνώμην ἐλευθέραν καὶ εἰδικῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως ἠτιολογημένην. Οἱ προηγούμενοι νόμοι ὁρίζουσι χρονικὸν διάστημα, μετὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ μετάθεσις. Εἰς κανένα νόμον προηγούμενον δὲν ὁρίζεται, ὅτι μετὰ τὴν παρέλευσιν αὐτοῦ καθίσταται γενικῶς ὑποχρεωτικὴ ἡ μετάθεσις. Εἶναι λοιπὸν φανερόν, ὅτι ὁ νόμος εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ μὴ ἐκτελεσθεῖσαι μεταθέσεις παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, διότι ἀπέκλεισε τὴν εἰδικῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως ἠτιολογημένην γνώμην τοῦ Συμβουλίου, διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν μεταθέσεων.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἰδία διάταξις εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§85Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Πράγματι κύριε Πρόεδρε. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν προτείνω, ὅπως δι’ οὕς ἀνέπτυξα λόγους, ἀπαλειφθῇ τὸ «ὑποχρεωτικῶς» καὶ μείνῃ ἁπλῶς τὸ «μετατίθεται». Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν θὰ πρόκειται πλέον περὶ γνώμης τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπεστρέφωντο ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τὰ ἐρωτήματα καὶ θὰ ἐζητῆτο ὑποχρεωτικῶς ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ν’ ἀποκαταστήσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν προτέραν των θέσιν, Ἀσφαλῶς θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἐκτελέσεως διαταγῆς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ περὶ μιᾶς εἰκονικῆς διατυπώσεως, ἡ ὁποία δὲν αἴρει τὴν δῆθεν παρανομίαν καὶ ἀντισυνταγματικότητα. Κατὰ συνέπειαν, διά τὴν ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος αἰτίασιν κατά τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἀληθὲς καὶ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ ἐνέργεια τῆς ἀναστολῆς τῶν μεταθέσεων οὐδαμῶς προσέβαλε τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀντιθέτως προσηρμόσθη πρὸς αὐτὸ μὴ ἐφαρμόσασα νόμον καθαρῶς ἀντισυνταγματικόν.
§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω νά προσθέσω τοῦτο. Ἡ συνέχεια τοῦ Συντάγματος δὲν λέγει τὶ δύναται νά κάμῃ ὁ ὑπουργός, ἀλλά λέγει, ὅτι πρέπει νά παραπεμφθῇ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου καὶ μετά τούτου ἡ ἀπόφασις εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐάν ὁ κ. ὑπουργός θέλῃ νά συμμορφωθῇ πρὸς τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχει νά κάμῃ ἄλλο τι παρά νά παραπέμψῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν ....
§87Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐστηρίχθην εἰς τὸν νόμον.
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον· ἀκυρώσατε τὸν νόμον καὶ παραπέμψατε εἰς τὴν ὁλομέλειαν.
§89Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ὁλομέλεια τὸ ἴδιον θά κάμῃ, ὅτι ἔκαμε καὶ τὸ συμβούλιον, ἀφοῦ καλῶς ἔπραξε καὶ τοὺς μετέθεσε.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅλος ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός, διότι καθιεροῦνται ὑποχρεωτικαὶ αἱ μεταθέσεις.
§91Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀναμφισβητήτως ὡς εἶναι διατυπωμένη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καθιστᾷ ὑποχρεωτικήν, διὰ τὸν ὑπουργὸν τὴν γνώμην τοῦ δικαστικοῦ σώματος, διότι ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 96 τοῦ Συντάγματος διατυποῦται, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ σύμφωνος γνώμη τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἔρχεται κατόπιν ἡ 2α παράγραφος ἡ λέγουσα, ὅτι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς δὲν θέλει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου τί πρέπει νὰ κάμῃ; Τότε ἡ 2α παράγραφος, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ συμμορφωθῇ δύναται νὰ παραπεφθῇ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ἐὰν ἀποφανθῇ, καθιστᾷ εἰς τὸν ὑπουργὸν ὑποχρεωτικὴν τὴν ὁμόφωνον γνώμην. Θέλω, νὰ εἴπω δι’ αὐτοῦ, ὅτι ἀναμφισβητήτως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 96 τοῦ Συντάγματος εἶναι περιοριστικὴ διὰ τὸν ὑπουργὸν καὶ καθιστᾷ ὑποχρεωτικὴν τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἐπὶ τῶν πράξεων τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον ἀναφέρει. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον, ὅτι δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ τὰς ἐκτελέσῃ ὀφείλει νὰ τὰς παραπέμψῃ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἐὰν ἡ ὁλομέλεια δὲν συμφωνήσῃ μὲ τὸ συμβούλιον ὁ ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι ἀνεξαρτήτως τοῦ συζητουμένου ζητήματος φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄσχετος ἡ διάταξις μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, φρονῶ δηλαδή, ὅτι ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος καὶ εἰς τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ἀβραάμ, διότι ὑπέβαλλον εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον μίαν ἐνέργειαν ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν τὰ ὁποῖα ὁρίζει τὸ ἄρθρον 96 καὶ ὅτι δὲν ἦτο ἐνέργεια προκύψασα ἐξ ἐλευθέρας βουλήσεως τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἦτο ἐνέργεια ἐπιβληθεῖσα εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ ἀφοῦ ἔγινε διὰ πράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ν’ ἀποφανθῇ ἀντιθέτως, δηλαδὴ νὰ καταστήσῃ ἐλευθέραν τὴν θέλησιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἀπαιτεῖται διὰ τοῦ ἄρθρου 96 τοῦ Συντάγματος.
§92Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τότε ἠδύνατο ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή.
§93Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Παρετηρήθη ὑπὸ πάντων καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὁμολογεῖται, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ πᾶσα διάταξις νόμου ἡ ὁποία θὰ καθιστᾷ ὑποχρεωτικὴν τὴν μετάθεσιν τῶν δικαστῶν μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένου χρόνου, ἀλλ’ ἐρωτῶ διατὶ περιελήφθη ἡ διάταξις περὶ μεταθέσεως τῶν εἰρηνοδικῶν; Πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐφ’ ὅσον ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα.
§94Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Πῶς ἔχει διατυπωθῆ;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετατίθενται ὑποχρεωτικῶς.
§96Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ διαγραφῇ τὸ «ὑποχρεωτικῶς».
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ «ὑποχρεωτικῶς» διαγράφεται.
§98Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης), Διαγράψετε τὸ «ὑποχρεωτικῶς» καὶ ἀφήσατε τὴν ἄλλην διάταξιν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ 5ου, 6ου καὶ 7ου ἄρθρου ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. ὑπουργοῦ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ. κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως, συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1926 Ν. Δ. «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς φυτοπαθολογίας». Δὲν διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἶναι ὡς μόνη συζήτησις.
§102Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ εἰς μίαν συζήτησιν διότι ἔχει τροποποιήσεις καὶ πρέπει νὰ γίνῃ εἰς δύο.
§103Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεσθε νὰ ψηφισθῇ εἰς δύο ἀναγνώσεις;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§106Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω νὰ εἴπω ὅτι δίδονται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐπιδόματα, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 117 τοῦ Συντάγματος αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ὑπαλλήλων δὲν δύνανται νὰ ὑπερβοῦν τὸ διπλάσιον τοῦ ὀργανικοῦ. Ἐπειδὴ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἔχουν καὶ ἐπιδόματα ἀσφαλείας θὰ ὑπερβῇ τὸ διπλάσιον καὶ οὕτω θὰ εἶναι δῶρον ἄδωρον διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐὰν τεθῇ οὕτω.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφησιν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ κατηγορίας καὶ διώξεως ὑπουργῶν καὶ ὑφυπουργῶν τῆς Δικτατορίας, διὰ κοινὰ ποινικὰ ἀδικήματα».
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναβληθῇ κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 4 Μαρτίου 1926 περὶ ἐπιβολῆς δημοτικῶν φόρων».
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Μαΐου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀμνηστείας ἀδικημάτων τινῶν».
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4)6 Μαρτίου 1926 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 9 τοῦ νόμου 2235 περὶ ἐκδικάσεως τῶν μεταξὺ ἰατρῶν καὶ ἰδιωτῶν διαφορῶν κ. λ. π.»
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σ)βρίου 1926 Ν. Δ. «περὶ τῆς παρὰ τοῦ Ταμείου Μονίμων ὁδοστρωμάτων εἰσπράξεως καὶ διαθέσεως τοῦ λόγῳ μετασκευῆς εἰς δημόσιον κῆπον τοῦ χώρου ἔνθα ἔκειτο τὸ Γυμναστήριον τοῦ Πανελληνίου Γυμναστικοῦ Συλλόγου προελευσομένου ὑπερτιμήματος τῶν πέριξ ἰδιοκτησιῶν».
§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σ)βρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ τῶν καταβαλλομένων ὑπὸ τῶν πλοίων ὑγειονομικῶν δικαιωμάτων».
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 14 Ἰουλίου 1927 «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Προνοίας ἐλαιοπαραγωγῆς Κεφαλληνίας».
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19–2–926 Ν. Δ. περὶ ἐπεκτάσεως εἰς τὸν δῆμον Παγασῶν τοῦ Ν. Δ. τῆς 16 Δεκεμβρίου 1925 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου 2435 τοῦ 1920».
§124ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως ἀπὸ 17)20 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον ΓϠΟΔʹ περὶ ἐκδικάσεως τῶν μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων».
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ».
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀναδρομικοῦ λογισμοῦ προαγωγῆς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν».
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ν)βρίου 1920 Ν. Δ. περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἀπὸ 14–6–1926 Ν. Δ. περὶ ἐξόδων παραστάσεως ἀξιωματικῶν».
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σ)βρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀνακλήσεως Διατάγματος μεταθέσεως ἀξιωματικῶν εἰς διαθεσιμότητα».
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν διατελούντων ἐκτὸς ὑπηρεσίας».
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως αʹ) τοῦ ἀπὸ 21)28 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ ἐπιτάξεως τροφίμων ἢ ἄλλων εἰδῶν χρησίμων εἰς τὰς δημοσίας ἢ κοινωνικὰς ἀνάγκας παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῶν κατὰ τόπους ἀρχῶν κατ’ ἐξουσιοδότησιν καὶ περὶ κανονισμοῦ τιμῆς αὐτῶν. βʹ) τοῦ ἀπὸ 21)5 Νοεμβρίου 1925 τοιούτου περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν περὶ αἰσχροκερδείας νόμων. γʹ) τοῦ ἀπὸ 13)17 Νοεμβρίου 1925 ὁμοίου περὶ συστάσεως θέσεων ἀνωτέρων ἀγορανομικῶν ἐποπτῶν τροποποιουμένου. δʹ) τοῦ ἀπὸ 31)5 Ἀπριλίου 1928 Ν. Δ. περὶ συστάσεως ἐπιτροπῶν πρὸς ὀργάνωσιν καὶ ἐποπτείαν τῶν ἀρτοποιείων καὶ ἔλεγχον τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀγορανομικῶν διατάξεων, καὶ εʹ) τοῦ ἀπὸ 19)22 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 362 κλπ.».
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 21 Ἀπριλίου 1926 περὶ συστάσεως συνδέσμου κοινοτήτων Θάσου».
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 1023, 2190 κλπ.».
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 14 Ἰουνίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν νόμων 1023, 2190 κλπ.».
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ κωδικοποιήσεως τοῦ νόμου 1023 περὶ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως ἀσφαλίσεως.
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2190 περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν τοῦ νόμου 1023 περὶ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως ἀσφαλίσεως κλπ.».
§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ καταργήσεως τῶν μεταξὺ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων Ἀθηνῶν καὶ ἀνωνύμου Ἑλληνικῆς ἑταιρίας ἀσφαλτοστρώσεων καὶ τεχνικῶν ἐπιχειρήσεων Α.Κ.Τ.Ε. συνομολογηθείσης συμβάσεως συντηρήσεως τῆς ὁδοῦ Ἀθηνῶν– Πειραιῶς».
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 1)13 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ἀπὸ 15 Αὐγούστου 1923 Διατάγματος περὶ κωδικοποιήσεως τῶν περὶ εἰδικοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων Ἀθηνῶν κειμένων διατάξεων».
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29)2 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ μονίμων ὁδοστρωμάτων Ἀθηνῶν κειμένων διατάξεων».
§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29)2 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ μονίμων ὁδοστρωμάτων Ἀθηνῶν κειμένων διατάξεων».
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29)2 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ 21)22 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ μονίμων ὁδοστρωμάτων Ἀθηνῶν κειμένων διατάξεων».
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 230.000 διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου Βόλου».
§160ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μειώσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ κεφαλοτυρίου».
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΓΥΛΖʹ τοῦ 1909 περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται εἰς μόνην συζήτησιν)
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐν τῷ κτιρίῳ τῶν Παλαιῶν Ἀνακτόρων οἰκοδομικοῦ ὑλικοῦ ἐσόδων».
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (ψηφίζεται εἰς μόνην συζήτησιν)
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ὑπογραφείσης ἐν Γενεύῃ τὴν 9 Δεκεμβρίου 1927 συμφωνίας περὶ τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου πληρωμῶν ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1922 τοῦ ἀφορῶντος τὴν Ἑλληνοβουλγαρικὴν μετανάστευσιν καὶ Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1927 συμφωνίας τῆς ὑπογραφείσης ἐν Γεννεύῃ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας καθοριζομένου χρόνου καὶ τρόπου ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου 6% 1923 Ἑλληνοβουλγαρικῆς μεταναστεύσεως». Ἐπ’ αὐτῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπακάλμπασης.
§168Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν διὰ τῶν οἰκονομικῶν συμφωνιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μεταξὺ τῶν Κρατῶν ἐπιδιώκεται ἡ προλίανσις ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ προσέγγισις ἡ πολιτική, δυστυχῶς κατὰ τὰς ἀντιλήψεις ἡμῶν, διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν τῆς Βουλῆς εὑρισκομένης συμφωνίας Μολὼφ–Καφαντάρη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμείνῃ τις βελτίωσιν τῶν πολιτικῶν σχέσεων Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας. Οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους νομίζομεν, ὅτι τὸ ἐπιζητούμενον ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς κυρώσεως μιᾶς τοιαύτης συμφωνίας, δὲν θὰ εἶναι εὐνοϊκοί, διὰ τὰς σχέσεις τῶν δύο τούτων Κρατῶν εἶναι οἱ ἑξῆς: διότι, διὰ τῆς συμφωνίας Μολὼφ–Καφαντάρη, δὲν ἐπιλύονται αἱ διαφοραὶ αἱ πολιτικαὶ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας. Ἐν πρώτοις, μένουν ἐκκρεμῆ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται καί μελλοντικῶς, νὰ γεννήσουν διαφορὰς καὶ νὰ μὴ συντελέσουν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν μιᾶς καλῆς γειτονιᾶς. Τὸ πρῶτον ζήτημα τὸ ὁποῖον μένει ἐκκρεμὲς, διὰ τῆς συμφωνίας ταύτης εἶναι τὸ ζήτημα τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν. Ἐξ ἄλλου, διὰ τῆς συμφωνίας ταύτης δὲν ἐπιλύονται διαφοραί, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν ἀπὸ τὸ 1890 ὅσον ἀφορᾷ τὰς μοναστηριακὰς Ἑλληνικὰς ἐκ Βουλγαρίας περιουσίας, αἱ ὁποῖαι ἐδημεύθησαν ὑπ’ αὐτῆς. Αἱ περιουσίαι αὗται συμπεριλαμβάνουν μεταξὺ αὐτῶν τὸν Ἅγιον Κωνσταντῖνον, τὴν Ἁγίαν Ἀναστασίαν καὶ ἄλλα κτήματα καὶ κτίρια. Ἐκτὸς αὐτοῦ μένουν ἀρρύθμισται αἱ ἰδιωτικαὶ περιουσίαι Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν μετανάστευσιν καὶ δὲν δύναται ὁ κόσμος οὗτος, ὅπως καὶ πάλιν λάβῃ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ τὴν περιουσίαν τὴν εὑρισκομένην ἐν Βουλγαρίᾳ. Ὁλόκληραι περιουσίαι δασῶν καὶ ἀγροτικὰ κτήματα παραμένουν ἐν ἀμφισβητήσει. Ἐπιτάξεις Ἑλληνικῶν περιουσιῶν γενόμεναι ἐκ μέρους τῶν Βουλγαρικῶν ἀρχῶν παραμένουσι ἐκκρεμεῖς· ἐκδοθεῖσαι διοικητικαὶ ἀποφάσεις ἐκ μέρους τοῦ γνωστοῦ διοικητοῦ Βουαρὲν καὶ αὐταὶ δὲν ἐκανονίσθησαν. Ἐφόσον ἐκ τῶν ἀνωτέρω καταφαίνεται, ὅτι διὰ τῆς συμφωνίας Μολὼφ–Καφαντάρη παραμένουν σοβαραὶ ἐκκρεμότητες, μὴ συντελοῦσαι εἰς τὴν καλὴν γειτονιὰν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας, ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς τῆς συμβάσεως τῆς μεταναστεύσεως μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Ἑλλάδος ἐγένοντο ἀδικήματα τῶν ὁποίων ἐὰν δὲν φροντίσωμεν τὴν θεραπείαν, εἶναι ἀδύνατον ποτὲ ἡ Ἑλλάς, νὰ μείνῃ ἥσυχος. Ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως τῆς μεταναστεύσεως, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν 14ην Νοεμβρίου 1917 καὶ ἀπὸ τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐρρύθμισε τὰς ἐργασίας τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς, δὲν παρέμεινεν ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ καταπατηθῇ ἄρθρον ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς μεταναστεύσεως καὶ τοῦ κανονισμοῦ καὶ ἐκ τοῦ σχεδίου πληρωμῶν εἰς βάρος καὶ πάλιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἡ σύμβασις τῆς μεταναστεύσεως ἀπὸ ἑκουσία ποῦ εἶχε χαρακτηρισθῆ ἀπὸ τὴν ἀρχήν, εἶχε λάβει τελευταίως χαρακτῆρα ἀναγκαστικόν. Οἱ μετανάσται, οἱ ὁποῖοι κατέλιπον τὴν περιουσίαν αὐτῶν, ἐνῷ ἐδίδετο ἐξ αὐτῆς τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ὅπως μεταβοῦν μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἡ περιουσία των καὶ ὑποβοηθήσουν τὰς ὑποεπιτροπὰς εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν περιουσιῶν των, δυστυχῶς λόγῳ βίας, βίας ἀσκουμένης ἐκ μέρους τοῦ Βουλγαρικοῦ κομμιτάτου, δὲν κατώρθωσαν ὅπως διαφωτίσουν τὰς ὑποεπιτροπὰς περὶ τοῦ δικαίου των. Δυστυχῶς ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις πρώτη αὐτὴ δὲν εἶχε σεβασθῇ τὴν σύμβασιν τῆς μεταναστεύσεως, διότι ἐνῷ καθωρίζετο ἡ προθεσμία κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μετανάσται εἶχον τὸ δικαίωμα, ὅπως ὑποβάλλουν δηλώσεις μεταναστεύσεως, κατ’ ἐπανάληψιν κατερρακώθη ἡ συμφωνία αὐτή, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἠναγκάσθημεν, ὅπως ἀναγνωρίσωμεν μετὰ τὴν ἐκπνοὴν τῆς προθεσμίας ὑποβολὴν δηλώσεων μεταναστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται περίπου εἰς 5.000, ἐπεβαρύνθη δὲ τοιουτοτρόπως ἡ Ἑλλὰς οἰκονομικῶς. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Μπαϊρέμ, ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγινε συζήτησις, κατ’ ἐπανάληψιν ἐλέχθη ἐκ μέρους τοῦ ἀντιπροσώπου μας παρὰ τῇ μικτῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ἡ ἐκτίμησις τῶν ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν κτημάτων. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι περὶ τῶν ἀστικῶν κτημάτων, διὰ μὲν τὴν Βουλγαρίαν ἡ ἐκτίμησις στηρίζεται εἰς τὸ εἰσόδημα τοῦ ἀκινήτου, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς βάσις ἐκτιμήσεως ἐλήφθη ἡ ἀνάλυσις τιμῶν. Κατ’ ἐπανάληψιν διεμαρτυρήθη ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος παρὰ τῇ μικτῇ ἐπιτροπῇ. Δυστυχῶς ὅμως τὸ Μπαϊρὲμ παρέμεινε μέχρι τῆς παρούσης στιγμῆς ἀνέπαφον εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐκτὸς αὐτοῦ ὁ εἰσηγητὴς τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀνέφερε καὶ τὴν διαφωνίαν ἡ ὁποία προέκυψε λόγῳ τῆς μετατροπῆς τοῦ νομίσματος καὶ συνάμα τῆς ἀνάγκης λόγῳ τῆς ἀδυναμίας εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν οἱ Ἕλληνες μετανάσται, ὅπως ἐν καιρῷ ὑποβάλλουν τὰς ἐνστάσεις των, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενομένην ἐκτίμησιν. Καὶ ἐνῷ ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας τοιαῦται καταπατήσεις διατάξεων καὶ τῆς συμβάσεως τῆς μεταναστεύσεως καὶ τοῦ σχεδίου πληρωμῶν, ἐγένοντο, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸν κανονισμὸν προσετέθη διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν προκειμένου καὶ περὶ τῆς Βουλγαρίας καὶ περὶ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἀπόδειξις τῶν περιουσιῶν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ διὰ μαρτύρων ἀκόμη. Καὶ τοῦτο μὲν προκειμένου περὶ τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν τῶν εὑρισκομένων ἐν Βουλγαρίᾳ, δὲν εἶχε σημασίαν ἐφ’ ὅσον ἐκεῖ ὑπάρχει πλῆρες κτηματολόγιον. Προκειμένου ὅμως, περὶ τῶν ἐξ Ἑλλάδος ἀναχωρούντων μεταναστῶν Βουλγάρων ἡ ἐμμάρτυρος κατάθεσις καὶ ἀπόδειξις συνετέλεσεν, ὅπως ἓν μέρος τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας διαρρεύσῃ ὑπὸ τύπον Βουλγαρικῆς τοιαύτης. Πλεῖστα ὅσα εἶναι τὰ παραδείγματα κατὰ τὰ ὁποῖα ἀπωλέσθησαν σημαντικὰ κτήματα ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνταλλάξιμον περιουσίαν. Δὲν θέλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας. Σᾶς ἀναφέρω μόνον μερικὰ ἐκ τῶν κτημάτων τῶν εὑρισκομένων ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπως εἰς τὰ χωριὰ Καϊλαρντζῆ, Ἀρντζάν κ. λ. π. ἐκ τῶν ὁποίων καταφαίνεται, ὅτι ἐνῷ ἡ Βουλγαρία διεξεδίκει ταῦτα ὡς ἰδιοκτησίαν αὐτῆς, τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀπεδείχθησαν πλήρως ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ κτηματολογίου ὡς ἀνταλλάξιμα. Τελευταίως μάλιστα ἡ μικτὴ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία εἶχε μεταβῆ εἰς τὴν Μακεδονίαν πρὸς ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων, εἶχε περιλάβει εἰς τὰ κτήματα τὰ Βουλγαρικὰ καὶ ὅλα τὰ βουκουφικὰ κτήματα τῆς Μακεδονίας καὶ τοιουτοτρόπως ὑπάρχει φόβος μήπως καὶ τὰ βουκουφικὰ κτήματα, βάσει ἀποφάσεων γενομένων ἐκ μέρους τῆς ὑποεπιτροπῆς ἐκτιμήσεων, διαρρεύσουν εἰς τὴν ὁμάδα τῶν Βουλγάρων μεταναστῶν. Αὐτὰ ἦσαν τὰ ἀδικήματα τὰ γενόμενα εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ ἐνῷ ἐπεζητεῖτο ἀπὸ ἐτῶν ἀκόμη ἡ βελτίωσις ὅλων αὐτῶν καὶ ἐνῷ ἐπεζητεῖτο ἡ διόρθωσις τῶν γενομένων ἀδικιῶν, ἐν τούτοις μίαν ὡραίαν πρωΐαν εὑρέθημεν πρὸ μιᾶς ἄλλης συμφωνίας, τῆς συμφωνίας Καφαντάρη–Μολώφ. Ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ ἐπέκεινα μεγάλαι συζητήσεις προκειμένου περὶ αὐτῆς, εἰς τὸν τύπον. Οἱ ἀμυνόμενοι τῆς συμφωνίας ἤθελον νὰ συγκρίνουν ταύτην μὲ τὸν ἤδη ὑπάρχοντα κανονισμὸν πληρωμῶν. Δὲν γνωρίζω, κ. συνάδελφοι, κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν μία συμφωνία τοιαύτη, νὰ συγκριθῇ μὲ ἕνα σχέδιον πληρωμῶν τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἐσωτερικὸν νόμον τοῦ Κράτους. Δὲν ἠξεύρω δὲ κατὰ πόσον ἀποτελεῖ τοιοῦτον, ἐὰν δὲν κυρωθῇ ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύγκρισις μεταξὺ τοῦ σχεδίου πληρωμῶν, ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς συμβάσεως Καφαντάρη–Μολλώφ, ἀφ’ ἑτέρου τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἄρδην ἀνετράπησαν αἱ προϋποθέσεις αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχέδιον πληρωμῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν συμφωνίαν Καφαντάρη– Μολώφ, ἀφ’ ἑτέρου. Διότι ὅταν ἐγένετο τὸ σχέδιον πληρωμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπαρχούσης πραγματικότητος ἀπεδεικνύετο καταφανῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο πιστώτρια τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον ὅμως κατόπιν τῶν γενομένων λαθῶν καὶ ἐγκλημάτων ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν ἀνετράπησαν οἱ ὅροι καὶ ἡ Ἑλλὰς πλέον εἶναι ὀφειλέτης τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνετράπησαν αἱ προϋποθέσεις ζήτημα συγκρίσεως μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ.
§169Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀνεξαρτήτως αὐτῶν, δὲν κάμνετε τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τῶν πλεονεκτημάτων καὶ τῶν μειονεκτημάτων.
§170Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ συμφωνία αὐτὴ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικαιούχους ἀφ’ ἑνός, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Κράτος ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ προκειμένου περὶ τῶν δικαιούχων ἡ συμφωνία ἡ τελευταία Καφαντάρη–Μολὼφ μᾶς λέγει, ὅτι μᾶς δίδεται μία παράτασις προθεσμιῶν ἐξοφλήσεως τῶν ὁμολογιῶν ἀπὸ 12 ἐτῶν εἰς 30. Δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διαπιστοῦται εἶναι, ὅτι θεωροῦμεν, ὡς πλεονέκτημα τὴν καταπάτησιν τῶν δικαίων τῶν πολιτῶν. Ἐνῷ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν νομίζω τουλάχιστον, ὅτι τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὀφείλουν νὰ συμπίπτουν μὲ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἄλλωστε τὸ τοιοῦτον ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ ἐκ μέρους τοῦ τέως ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκομικῶν κ. Καφαντάρη καὶ ἐδέχθη πρότασιν νόμου γενομένην ἐκ μέρους τοῦ κ. Πεσματζόγλου, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἐξόφλησις ἢ μᾶλλον ἡ ἀπόσβεσις τῶν ὁμολογιῶν θὰ γίνῃ ἐντὸς 15 ἐτῶν. Τὸ δεύτερον πλεονέκτημα τὸ ὁποῖον μᾶς λέγουν, ὅτι παρουσιάζει ὅσον ἀφορᾷ τὸ Κράτος εἶναι, ὅτι καταργοῦνται αἱ διὰ κληρώσεως εἰς τὸ ἄρτιον ὁμολογίαι, διὰ τῆς ἐξαγορᾶς αὐτῶν εἰς τὰς χρηματαγοράς. Νομίζω κύριοι, ὅτι δι’ ἐμὲ τουλάχιστον μία τοιαύτη πρᾶξις ἀποτελεῖ ἁρπαγὴν ἐκ μέρους τῶν δικαιούχων τῆς ὁποίας τὴν διόρθωσιν αὐτὸς οὗτος ὁ τέως ὑπουργὸς εἶχεν ἀποδεχθῆ. Μᾶς λέγουν, ὅτι ἄλλο πλεονέκτημα τὸ ὁποῖον παρουσιάζει εἶναι, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τῶν ἐκ Βουλγαρίας μεταναστῶν, θὰ γίνωνται δεκταὶ ἐκ μέρους τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ἰδίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς ἀποκαταστάσεως, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἐγένετο δεκτὸν βάσει διαβήματός μας προτοῦ ἀκόμη, νὰ ὑπογραφῇ ἡ συμφωνία Μολὼφ–Καφαντάρη. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰ πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα λέγουν, ὅτι παρουσιάζει ἡ συμφωνία Μολὼφ–Καφαντάρη. Μᾶς λέγουν ὅμως, ὅτι ἡ συμφωνία αὐτὴ παρουσιάζει πλεονεκτήματα καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Κράτος, τὸ Ἑλληνικόν. Μετὰ τὸν ὁριστικὸν συμψηφισμὸν ἡ ὀφειλέτις χώρα, λέγουν, ὑποχρεοῦται νὰ ἐμβάσῃ εἰς οὐδετέραν τράπεζαν ὑποδείξει τῆς Κ.Τ.Ε. 60 γραμμάτια ἑξάμηνα πρὸς 6%, ἔναντι τοῦ χρεωστικοῦ ὑπολοίπου. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον τὸ τοιοῦτον ἀποτελεῖ πλεονέκτημα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς γνωρίζετε εἶναι δυνατὸν αὔριον ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπή, νὰ καταλήξῃ, ὥστε νὰ παρουσιάσῃ χρεωστικὸν ὑπόλοιπον εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος. Προσθέτω μάλιστα, ὅτι ὁ μηχανικὸς ἀρχίζει λειτουργικῶς, ἐκδίδονται τὰ σχετικὰ γραμμάτια καὶ παραδίδονται εἰς χεῖρας ξένης Τραπέζης. Παύει πλέον ἡ ἐπαφὴ μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, παύει ἡ ἐπαφὴ καὶ ἡ ρύθμισις τῶν διαφορῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον μετὰ τοιαύτην πρᾶξιν, εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπίλυσις τῶν διαφορῶν καὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν γενομένων εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ὁποῖα δὲν λύει ἡ συμφωνία Μολὼφ–Καφαντάρη. Μᾶς ὁμιλοῦν περὶ τοῦ πλεονεκτήματος τῆς παρατάσεως ἀποσβέσεως τοῦ χρεωστικοῦ ὑπολοίπου ὑπὲρ τῆς ὀφειλέτιδος χώρας, ἀφοῦ αὕτη παρατείνεται ἀπὸ ἓξ εἰς τριάκοντα ἔτη, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἐὰν ἀποτελεῖ πλεονέκτημα, τὸ πλεονέκτημα ἀποτελεῖ μίαν καθαρῶς ταμιακὴν εὐκολίαν, διότι δὲν φαντάζομαι, ὅτι μᾶς ἀπαλλάσσουν καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων τῆς ὑπερημερίας κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλλάδος τῆς πληρωμῆς τοῦ ὑπολοίπου τοῦ τριμεροῦς δανείου, ὑποθέτω ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀποτελεῖ ἕνα ὅρον ὁ ὁποῖος οὔτε ἐφηρμόσθη κατὰ τὸ παρελθόν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ κατὰ τὸ μέλλον. Διὰ ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῆς συμβάσεως Καφαντάρη–Μολώφ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ δηλώσωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι τὸ ἑξῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν λυθῇ δι’ ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας διαιτητικῆς ἐπιλύσεως τῶν διαφορῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν διορθωθοῦν αἱ γενόμεναι ἀδικίαι δι’ ἀναθεωρήσεως καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν δοθῇ προθεσμία, πρὸς ὑποβολὴν ἐνστάσεων ἐκ μέρους τῶν δικαιούχων, ἡ ψήφισις τῆς συμφωνίας ταύτης, θ’ ἀποτελέσῃ ζημίαν διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ τοὺς μετανάστας.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§172Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ε.Π.). Πολλά, κύριοι βουλευταί, ἀδεσπότως ἐγράφησαν καὶ ἱστορήθησαν εἰς βάρος τῆς συζητουμένης συμβάσεως καὶ τοῦ ἔχοντος τὴν τιμήν, νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς ὑπευθύνου, διὰ τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς. Ἡ ἔνστασις τοῦ διασυρμοῦ ἐναντίον τῆς συμβάσεως ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὥστε ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ ἐπιζητήσω τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ ἀφήσω τὴν νέαν Κυβέρνησιν τελείως ἀδέσμευτον, νὰ ἐξετάσῃ τὴν σύμβασιν καὶ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῆς κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ Διεθνεῖς συνθῆκαι καὶ αἱ συμφωνίαι, τελοῦν πάντοτε ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐπικυρώσεως αὐτῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἠθικὴν δὲ μόνον ὑποχρέωσιν ἔχουν οἱ ὑπογράψαντες τὰς συμφωνίας αὐτάς, ὅπως παρακολουθοῦν τὴν τύχην αὐτῶν, ἐφόσον δὲν ἔχουν λάβει τὴν πρόνοιαν, νὰ ἀναγραφῇ ρητῶς ὁ ὅρος τοῦ ἀντρ. ρεφερέντουμ. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως ἠθικὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἡ σύμβασις θὰ ἐξετασθῇ μόνον κατὰ τὴν ἐσωτερικήν της ἀξίαν. Ἡ Κυβέρνησις προῆλθεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται σύμβασις, ὄχι μόνον εἶναι ἀβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐβελτίωσε τὴν θέσιν αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν τῆς μεταναστεύσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξ ἄλλου ἡ Κοινοβουλευτικὴ εἰσηγουμένου τοῦ κ. βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἐκ τῶν πρώτων ὑποκινητῶν τῆς σταυροφορίας κατὰ τῆς συμβάσεως ἐν τῇ στοργῇ βέβαια αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν μεταναστῶν καὶ ἡ ἐπιτροπή, λέγω, ὁμοφώνως ἀποδέχεται καὶ συνιστᾷ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ροδόπης ἀνέπτυξε συνοπτικῶς ἐπιφυλάξεις καὶ ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως αἵτινες ὅμως ἐλαχίστην εἶχον σχέσιν πρὸς τὸ περιεχόμενον αὐτῆς. Ἡ κυριωτέρα τῶν μορφῶν, ἦτο ὅτι δὲν ἐπελύθησαν, διὰ τῆς συμβάσεως ὅλαι αἱ διαφοραὶ μετὰ τῆς Βουλγαρίας. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Οὐδέποτε ἡμεῖς εἴχομεν πρόθεσιν ἢ τὴν φιλοδοξίαν, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς λύονται ὅλαι αἱ ἐκκρεμεῖς διαφοραί. Ἡ σύμβασις αὕτη προῆλθεν ἐκ μιᾶς ἀνάγκης καὶ μιᾶς ὑποχρεώσεως καὶ ὀφείλει νὰ κριθῇ ἐν συσχετίσει πρὸς τὴν σύμβασιν τοῦ 22 τὴν ὑπογραφεῖσαν ὑπὸ τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἥτις ὑπέβαλεν, ὡς θέλω ἀποδείξῃ, ὅρους βαρυτάτους ἐπὶ τῆς ὀφειλέτιδος χώρας καὶ τοιαύτη ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι ἡ Ἑλλάς. Ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, διὰ τὸ ζήτημα τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν καὶ τῶν περιουσιῶν τῶν νομικῶν προσώπων, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν οὔτε μὲ τὴν πρώτην, οὔτε μὲ τὴν δευτέραν σύμβασιν διότι ἀμφότεραι ἀπέβλεπον εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν χρεῶν ἅτινα ἤθελον προκύψει μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων καὶ εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν ἀπέναντι τῶν μεταναστῶν. Περὶ αὐτῶν μεριμνοῦν αἱ συμβάσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς κοινοτικὰς περιουσίας καὶ τὰς περιουσίας τῶν νομικῶν προσώπων, ὑπάρχει ριζικὴ διαφωνία, τῆς Βουλγαρίας ἰσχυριζομένης, ὅτι δὲν ὑπόκεινται αὗται εἰς ἐκκαθάρισιν, διότι αὗται διελύθησαν πρὸ τῆς μεταναστεύσεως, κατὰ δὲ τὰς συμβάσεις περιλαμβάνονται εἰς αὐτὰς μόνον ὅσαι ἐθίγησαν ἐκ τῆς μεταναστεύσεως.
§173Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τῆς ἁρμοδιότητας τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς...
§174Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, εἶναι ἐκτὸς τῆς συμβάσεως, μελετᾶται ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ὑπὸ τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς καὶ μέχρις ὥρας οὐδεμία ἀπόφασις ἐλήφθη.
§175Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὰς κοινότητας, αὐταὶ ἀναφέρονται εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Νεϊγύ. Πῶς λοιπὸν εἰμπορεῖτε, νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι ἐντὸς τῶν συμβάσεων;
§176Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν διὰ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιῶν αὐτῶν ἤθελε ἀποσβεσθῇ τὸ χρέος, δὲν θὰ προκύψῃ πληρωμή.
§177Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι ἀντικείμενον τῆς διαφορᾶς.
§178Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι διὰ τῆς νέας συμβάσεως τοῦτο καὶ μόνον προνοεῖται, ἡ ρύθμισις τῆς ὑποχρεώσεως ἡμῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰς πληρωμάς.
§179Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάττωμα.
§180Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶσθε οἱ ὑπογράψαντες τὴν ἄλλην σύμβασιν καὶ δύνασθε μετ’ ἐμὲ νὰ εἴπητε τὰς γνώμας σας. Τὸ ζήτημα τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν κλπ. δὲν εἶναι ζήτημα τῆς συζητουμένης συμβάσεως, διότι αὕτη ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν πληρωμῶν ἐκ τῆς συμβάσεως μεταναστεύσεως καὶ ἀναλόγως τοῦ ὑπολοίπου, θὰ ἐξετασθῇ ἂν ἐρρυθμίσθη τοῦτο μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὅρων τῶν συμφωνιῶν λέγω, ὅτι διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Νεϊγύ εἰσηγήσει τῆς τότε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀξίας πάσης ἐπιδοκιμασίας ἐλήφθη, ἡ πρόνοια νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς ἑκουσίας μεταναστεύσεως καὶ διὰ ταύτης ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς συναποκομίσεως τῆς κινητῆς περιουσίας τῶν μεταναστῶν καὶ τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἐγκαταληφθεῖσαν ἀκίνητον περιουσίαν. Συγκροτηθείσης τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς μετὰ προεργασίαν, συνετάχθη ἐν Ἀθήναις τὸ 1922 τὸ λεγόμενον σχέδιον πληρωμῶν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀντίθεσιν πλήρη πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπακάλμπαση, ἀποτελεῖ καθαρὰν συμφωνίαν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας κυρωθεῖσαν δι’ Ἐπαναστατικοῦ διατάγματος.
§181Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Οὐδέποτε ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις τὸ ἐπεκύρωσε.
§182Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πάντως ἐδικαιοῦτο νὰ τὴν κυρώσῃ ὁποτεδήποτε. Ὑπάρχει μία πραγματικὴ συμφωνία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ἐφαρμοσθεῖσα παρ’ ἀμφοτέρων καὶ παρὰ τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς καὶ θὰ ἰσχύσῃ, ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ νέα. Διὰ τῆς συμφωνίας τοῦ 1922 ἐρρυθμίζοντο αἱ οἰκονομικαὶ σχέσεις τῆς μεταναστεύσεως. Αὗται ἦσαν διτταί, δηλαδὴ σχέσεις τῶν Κρατῶν πρὸς τοὺς ὁμοεθνεῖς των τοὺς ἐρχομένους εἰς ἕκαστον Κράτος καὶ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο συμβληθεισῶν χωρῶν, διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῆς διαφορᾶς ἐπὶ τοῦ συμψηφισμοῦ. Ὁ ἀγορεύσας συνάδελφος ἠθέλησε νὰ ψέξῃ τὰς τροποποιήσεις, μέρος δὲ τῶν παρατηρήσεών του ἀφεώρων τὰς σχέσεις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἐκ Βουλγαρίας μετανάστας. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀληθεῖς αἱ παρατηρήσεις του καὶ τοῦτο, διότι ἐθίγησαν τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν καὶ ἐθίγησαν, διότι παρετάθη ὁ χρόνος ἀπὸ 12–30 ἐτῶν καὶ διότι ἤρθη ἡ ἐγγύησις τοῦ ξένου ὀργανισμοῦ. Οἱ ἐκ Βουλγαρίας μετανάσται εἶχον ὑποθέσει, ὅτι ἐπῆλθε καὶ ἄλλη βλάβη, ὅτι διὰ τῆς νέας συμφωνίας ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀπόσβεσις τῶν ὁμολογιῶν, διὰ ἀγορᾶς, ἐνῷ διὰ τῆς παλαιᾶς ἦτο ὑπόχρεον τὸ Κράτος, νὰ τὰς ἐξοφλήσῃ διὰ κληρώσεων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ἐνταῦθα εἶχεν ἐμφυλλοχωρήσῃ πλάνη εἰς ἣν ὑπέπεσαν καὶ αἱ οἰκονομικαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου εἶχον δημοσιεύσει μίαν ἀπόφασιν ὁρίζουσαν τὴν διὰ κληρώσεων ἐξόφλησιν τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ δανείου ἐκ 200 ἑκατομμυρίων καὶ περιλαμβάνουσαν καὶ πίνακα τῶν κληρώσεων. Λέγω, δ’ ἐνταῦθα ὅτι πρόκειται περὶ πλάνης καθ’ ὅσον εἰς τὴν προηγουμένην συμφωνίαν τοῦ 1922 τοῦτο καὶ μόνον ἀναφέρεται, ὅτι ἡ ἀπόσβεσις τῶν ὁμολογιῶν θὰ γίνητε «χρεωλυτικῶς» ἄνευ ἄλλης τινὸς προσθήκης.
§183Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄρτιον εἶναι αὐτό.
§184Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ἐσ. Π.) Τὸ σχετικὸν ἐδάφιον ἀναγράφει ἐπὶ λέξει ὅτι «οἱ ὁριστικοὶ τίτλοι οἱ μνημονευόμενοι ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 καὶ ἀντιπροσωπεύοντες πληρωμὰς ἐπὶ προθεσμίᾳ εἰς τοὺς μετανάστας θὰ ἀποφέρωσι τόκον 6% ἐτησίως καὶ θὰ εἶναι ἐξοφλητέοι χρεωλυτικῶς ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1925 (ν.χ.) ἐντὸς περιορισμένου ἀριθμοῦ ἐτῶν μὴ ὑπερβαίνοντος τὰ 12 ἔτη» καὶ οὐδὲν πλέον. Ἅμα τῇ ἐνταῦθα ἐπανόδῳ μου ἔσπευσα νὰ παράσχω τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις τόσον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν μεταναστῶν, ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ αἱ ὑπηρεσίαι καὶ οἱ μετανάσται ἐπείσθησαν ὅτι εἶχον ἄδικον ἀφοῦ διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τῆς συμφωνίας τοῦ 1922 εἰς διεγράφετο τρόπος ἐξοφλήσεως ὁ διὰ τῆς χρεωλυσίας οὐδεὶς ὅμως περιορισμὸς ἐτίθετο, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς χρεωλυτικῆς ἐξοφλήσεως, ἀναγνωριζομένων οὕτω ὡς νομίμων πάντων τῶν γνωστῶν τῆς χρεωλυσίας μεθόδων. Ἡ χρεωλυσία δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν κλήρωσιν, χρεωλυτικὸς τρόπος ἐξοφλήσεως εἶναι καὶ ὁ διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν ὑπὸ τὸ ἄρτιον.
§185Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι αὐτὸς δὲν εἶναι.
§186Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀναμφισβητήτως εἶναι καὶ πολλάκις ἀναγνωρίζεται ῥητῶς ὡς τοιοῦτος εἰς τὰς συμβάσεις. Οὐδενὸς ὅθεν τρόπου χρεωλυτικῆς ἀποσβέσεως ἀποκλειομένου, εἶχε δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ἐκ μεταναστεύσεως χρέος κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον. Παρ’ ὅλα ταῦτα ἀναγνωρίσας, ὅτι ἐθίγησαν πράγματι οὐσιωδῶς τὰ συμφέροντα τῶν μεταναστῶν διὰ τῆς νέας συμφωνίας, ἐπὶ ὠφελείᾳ βεβαίως τοῦ δημοσίου, ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν μὴ ἀντιστρατευομένην εἰς τὴν σύμβασιν ἥτις ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ εἶναι νόμος ἐσωτερικὸς δυνάμενος νὰ τροποποιηθῇ διὰ νεωτέρου τοιούτου, νὰ αὐξήσω τὸν τόκον εἰς 8%. Κατὰ τὸ 1927 ἡ δημοσιονομική μας κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ κατέχωμαι οὕτως ὑπὸ δέους διὰ τὸ ὁλονὲν ὀγκούμενον βάρος τῶν ἀποζημιώσεων. Εἶχον ὡς ἐκ τούτου σκεφθῇ νὰ προσφύγω εἰς πᾶν νόμιμον μέτρον διὰ νὰ χαλαρώσω κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν περαιτέρω αὔξησιν. Ἐνισχύθην ἔτι μᾶλλον εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι οἱ ἐκ Βουλγαρίας μετανάσται διατελοῦν εἰς θέσιν ὅπως δήποτε καλυτέραν τῶν ἀνταλλαξίμων λαμβανομένου πρὸ ὀφθαλμοῦ, ὅτι οἱ μὲν ἐκ Βουλγαρίας μετανάσται ἀποζημιοῦνται τοῖς μετρητοῖς δι’ ὁμολογιῶν δι’ ὁλόκληρον τὸ ὀφειλόμενον εἰς αὐτοὺς ποσὸν διὰ τὴν ἀξίαν τῆς ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας των, ἐν ᾧ οἱ ἀνταλλάξιμοι λαμβάνουν μόνον ἓν ποσοστὸν τῆς ἀξίας τῶν περιουσιῶν των, ποσοστὸν οὐχὶ πλήρως καλυπτόμενον ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν Μουσουλμανικῶν κτημάτων, ὅσα εἶναι ἐπιδεκτικὰ ρευστοποιήσεως. Ἐθεώρησα διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἔγκλημα ἐὰν ἐσκεπτόμην νὰ περιφρουρήσω συντονώτερον τὸ δημόσιον κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν περίοδον, διὰ τῆς συμβάσεως ηὔξησα τὸν χρόνον τῆς ἀποσβέσεως καὶ ἐπέτρεψα τὴν δι’ ἐξαγορᾶς ἀπόσβεσιν. Ἐν τούτοις ὡς εἶπον ὅταν ἐπανῆλθον ἔξωθεν—ἀκόμη δὲ καὶ πρὶν ἐπανέλθω —ἀντελήφθην, ὅτι εἶχε προκληθῆ τοιαύτη ἐξέγερσις εἰς τοὺς κύκλους τῶν μεταναστῶν, ὥστε ἐπιβάλλετο νὰ παρασχεθοῦν εἰς αὐτοὺς ἱκανοποιητικαὶ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἔδωκα. Κατωρθώθη δὲ νομίζω οὕτω νά κοπάσῃ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ταύτης ἐκ τῆς ὁποίας καὶ προῆλθε ἡ πρώτη ἀφορμὴ τοῦ ἐγερθέντος σάλου, ἡ ἀντίδρασις. Ἀλλὰ τό ζήτημα εἶχεν ἤδη ἀποβῆ ἀντικείμενον συστηματικῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἡ πολεμικὴ ἐξηκολούθησε, πολεμικὴ τείνουσα εἰς τὴν δυσφήμησιν τῆς συντελουμένης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἰκονομικῆς προσπαθείας. Ἀλλ’ ἡ πολεμικὴ πλέον ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὸ ἕτερον τῆς συμβάσεως τμῆμα τὸ ἀφορῶν τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων. Τὸ ἐν λόγῳ χρέος, ἐκ τοῦ συμψηφισμοῦ τῶν περιουσιῶν ἔχει ὑπολογισθῆ, ὅτι ἀνέρχεται εἰς 850 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§187Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ὑπόλοιπον.
§188Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Βεβαίως τὸ ὑπόλοιπον. Γινομένης δεκτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ συνυπολογισμοῦ εἰς τὰς ἀποζημιώσεις τῆς ἀξίας τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν καὶ τῶν νομικῶν προσώπων, τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ μειωθῇ ἀρκούντως, οἱ λογαριασμοὶ οὐχ’ ἧττον θὰ κλείσουν μὲ χρέωσιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, ἡ ὁποία ἄν δὲν ἀνέλθῃ τελικῶς εἰς 850 ἑκατομμύρια, θὰ φθάσῃ πάντως εἰς σοβαρὸν ποσόν. Ἐλέχθη καὶ τὸ πιστεύω, ὅτι ἡ χρέωσις τῆς Ἑλλάδος ὀφείλεται οὐχὶ εἰς ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τῶν περιουσιῶν καὶ εἶναι ἐν πολλοῖς ἀπόρροια σφαλμάτων καὶ παραλείψεων αἱ ὁποῖαι διεπράχθησαν κατὰ τὴν ἐκτίμησιν. Εἶναι οὕτως πιθανὸν, ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις δὲν διεξήχθησαν καλῶς καὶ ἡ πιθανότης αὕτη δι’ ἐμὲ ἐνισχύεται ἐκ γεγονότος θεσπισθέντος εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, ὡρίσθη δηλαδὴ αὐθαιρέτως, ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν δραχμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐξετιμῶντο αἱ περιουσίαι αἱ ἐν Ἑλλάδι Βουλγαρικαὶ περιουσίαι, εἰς δολλάρια θὰ ἐγένετο ὑπὸ τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σταθερᾶς τιμῆς τὴν ὁποίαν ἐκέκτητο τό δολλάριον τὸν Αὔγουστον τοῦ 1925, τῆς τιμῆς τ. ἔ. τῶν 60 δραχμῶν, ὅπως μὴ δῆθεν οἱ ἐγκαταλείψαντες περιουσίας ἐν Ἑλλάδι ὑφίστανται τὸν ἀντίκτυπον τῶν νομισματικῶν διακυμάνσεων. Τί προέκυψε ἐκ τῆς αὐθαιρέτου ταύτης ἀποφάσεως; Αὔξησις ἀδικαιολόγητος ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῆς ἀξίας τῶν Βουλγαρικῶν περιουσιῶν συνεπείᾳ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματός μας καὶ τοῦ χρέους κατ’ ἀκολουθείαν τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν ἐπωφελήθην τῆς ἐν Γενεύῃ παρουσίας μου τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον καὶ προέβην εἰς ἐντονωτάτην πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς διαμαρτυρίαν, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξε, ὅτι ἡ μικτὴ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν αὔξησιν τῆς βάσεως τῆς μετατροπῆς ἀπὸ 60 εἰς 70 δραχ. ἐξ οὗ προέκυψεν ὠφέλεια πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων. Ἀνοίγεται ἤδη εὐρύτερον στάδιον ἐνεργείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς μεγαλειτέραν βελτίωσιν τῆς τιμῆς ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου τῆς σταθεροποιήσεως. Διεπράχθησαν λοιπὸν σφάλματα, ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τούτων, ἀλλὰ περὶ ρυθμίσεως τῆς πληρωμῆς χρέους καλῶς ἢ κακῶς προκύψαντος ἤδη τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν, νὰ ἐξοφλήσωμεν. Ἡ ρύθμισις ἥτις ἐπῆλθε διὰ τῆς νέας συμβάσεως, εἶναι ὑφ’ ὅλας τὰς ἀπόψεις εὔνους διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ χάριτες ὀφείλονται εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, τῆς ὁποίας οἱ ἐντεταλμένοι ἀνέλαβον τὴν πρωτοβουλίαν τῆς τροποποιήσεως καὶ διετύπωσεν ὅρους, διὰ τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον μόνον ἐξυπηρετικούς. Διὰ τῆς συμφωνίας, κύριοι, τοῦ 1922 ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους της, νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν ἀπευθείας ὁμολογίας αἱ ὁποῖαι κατὰ ρητὴν τοῦ σχεδίου πληρωμῶν μνείαν, θὰ ἦσαν τίτλοι εἰς τὸν κομιστὴν δυνάμενοι νὰ κυκλοφοροῦν ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα καὶ νὰ γίνωσι ἀντικείμενον ἐμπορίας εἰς τὴν ἀγοράν. Οἱ τίτλοι οὗτοι ἦσαν ἐξοφλητέοι διὰ κληρώσεως. Ἑπομένως coupures μικρῶν ποσῶν.
§189Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ Κράτος τὸ Βουλγαρικὸν ἢ τοὺς μετανάστας;
§190Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οἱ ὁριστικοὶ τίτλοι.....
§191Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπατε περὶ τῶν ὁριστικῶν ὁμιλεῖτε ὄχι τῶν προσωρινῶν.
§192Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τῶν ὁριστικῶν. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ περὶ τῶν προσωρινῶν, διὰ νὰ μὴ γεννήσω σύγχυσιν.
§193Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε δίκαιον.
§194Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος λοιπὸν μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν περιουσιῶν ἔπρεπε νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, ἀπ’ εὐθείας ὁμολογίας τοῦ τύπου καὶ τοῦ περιεχομένου τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν, τίτλους δηλαδὴ εἰς τὸν κομιστὴν ἐμπορευσίμους ἐξοφλητέους διὰ κληρώσεως εἰς τὸ ἄρτιον καὶ μικρῶν τμημάτων.
§195Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τῶν μικρῶν τμημάτων, δὲν εἶναι ἀναγκαία.
§196Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἀναπόδραστον. Τίτλοι ἐξοφλητέοι, διὰ κληρώσεως εἰς τὸ ἄρτιον διὰ μεγάλα ποσὰ δὲν ἐκδίδονται.
§197Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατί;
§198Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι ἡ κλήρωσις εἰς τὸ ἄρτιον ὁρίζεται, διὰ νὰ συγκρατῆται ἡ τιμὴ ὁμολογιῶν εὐρείας εἰς τὸ χρηματιστήριον κυκλοφορίας. Τοιαῦται δὲ εἶναι αἱ ὁμολογίαι μικρῶν τμημάτων. Τοιαύτας ὁμολογίας ἔδει νὰ παραδώσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὡς ὀφειλέτρια καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ χρέους τούτου ὑπεβάλετο διὰ τῆς συμφωνίας τοῦ 1922 εἰς σειρὰν ἀφορήτων δεσμεύσεων, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς ἀναφέρω δι’ ὀλίγων. Ὤφειλε ἐν πρώτοις ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, νὰ ἐξοφλήσῃ τὴν ὀφειλήν της, ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ πρώτου δανείου τὸ ὁποῖον θὰ συνωμολόγει πρὸς παγίωσιν τοῦ κυμαινωμένου της χρέους. Ὤφειλεν ὡσαύτως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐγκατέλειπον, οἱ Βούλγαροι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀποτελοῦν ἐνεργητικὸν κεφάλαιον προωρισμένον, διὰ τὴν κανονικὴν τοῦ χρέους τούτου ὑπηρεσίαν. Ὤφειλεν ἀκόμη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ καταστήσῃ, διὰ τὴν ἀνελειπῆ τοῦ Χρέους τούτου ὑπηρεσίαν, ὑπεγγείους ἐπαρκεῖς ἀσφαλεῖς δημοσίας προσόδους ἐπὶ πλέον δὲ νὰ θέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν ἀμέσως, ὑπὸ τὸν ἄμεσον ἔλεγχον ξένου διεθνοῦς ὀργανισμοῦ. Εἰς ἐπίμετρον τούτων ὁρίζεται, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται ὁ συμψηφισμὸς οἱασδήποτε ἀπαιτήσεώς μας ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας, διὰ τὸ χρέος τῆς μεταναστεύσεως. Αὐτὴ ἦτο ἐν συνόψει ἡ σειρὰ τῶν βαρῶν καὶ τῶν δεσμεύσεων τὰ ὁποῖα ἐπεβάλοντο ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διὰ τῆς συμφωνίας τοῦ 1922. Δὲν θέλω νὰ θέσω οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις ὑπογράψασα τὴν συμφωνίαν αὐτὴν διετέλει ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ λογαριασμοῦ θὰ ἔφερε τὴν Ἑλλάδα πιστώτριαν σημαντικοῦ ποσοῦ, διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ὁποίου ἐπεδίωξε νὰ ἐπιβληθοῦν ἐπὶ τῆς ὀφειλετρίας χώρας αἱ δρακόντειαι αὗται ὑποχρεώσεις.
§199Ν. ΖΑΡΙΦΗΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου παρὰ τῇ μικτῇ ἐπιτροπῇ ἀπὸ τοῦ 1925 ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶναι πιστώτρια.
§200Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω.
§201Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Διαμαρτύρεται μὴ ἀκουόμενος).
§202Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὐδέποτε ἐγὼ ἔθεσα ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι ἡ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπίστευε ὑπογράφουσα τὴν συμφωνίαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο πιστώτρια τῆς Βουλγαρίας. Ἀλλ’ ἡ πρόβλεψις αὕτη δὲν θὰ ἠδύνατο ποτὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς νομικὴ προϋπόθεσις τὴν ὁποίαν θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρὸς ἀποτροπὴν τῆς συμφωνίας τὴν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν καὶ ἡ ὁποία μᾶς ἐδέσμευεν. Φαντασθῆτε ποῖα θὰ ἦτο ἡ ἐντύπωσις, ἐὰν ἐλέγομεν ὑπεγράψαμεν συμφωνίαν δεσμευτικὴν διὰ τὴν ὀφειλέτριαν χώραν μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ πιστωταί, ἀλλ’ ἤδη ἀποδεικνυομένου, ὅτι εἴμεθα ὀφειλέται ἀρνούμεθα νὰ τὴν ἐκτελέσωμεν. Ἐκ τῶν πραγμάτων δυστυχῶς ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ προβλέψεις ἐγένοντο ἐσφαλμένως καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν Βουλγαρίαν ποσὸν 850 ἑκατομμυρίων δραχ. ὅλοι δὲ οἱ κλοιοὶ τοὺς ὁποίους οἱ δι’ ἄλλους παρ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων παρασκευασθέντες εὑρέθησαν περισφίγγοντας τὸν τράχηλον τῆς Ἑλλάδος. Εἴχομεν καθῆκον νὰ φροντίσωμεν νὰ ἀποσείσωμεν τὰς δεσμεύσεις ταύτας καὶ δι’ αὐτὸ μετὰ προθυμίας ἐνισχύσαμεν τὰς προσπαθείας τῆς Δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Κ.Τ.Ε. πρὸς τροποποίησιν τῆς συμβάσεως, αἱ δὲ προσπάθειαι ἐστέφθησαν ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας. Ποῖα πράγματι εἶναι ἡ νέα σύμβασις ἡ τοσοῦτον κατηγορηθεῖσα; Ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς καθ’ ἃ εἶπον νὰ ἐγχειρίσῃ εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν μέγαν ἀριθμὸν τίτλων, εἰς τὸν κομιστὴν 850 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, οὓς θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, νὰ κυκλοφορήσῃ εἰς τὴν χρηματαγοράν, παραδιδομένης οὕτω τῆς πίστεως ἡμῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἄν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις δικαιουμένη νὰ τὸ πράξῃ ἀπεφάσιζε νὰ τὸ πράξῃ εἰς στιγμὴν εὐπαθείας διὰ τὴν δημοσίαν μας πίστιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξέλεγεν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις κατ’ ἀρέσκειαν, ποῖος θὰ ἦτο ὁ ἀντίκτυπος ἐπ’ αὐτῆς; Ὁ ὄγκος οὗτος τῶν τίτλων αἰφνηδιαστικῶς ριπτόμενος εἰς τὴν ἀγοράν, κρίσιμον θὰ ἐδημιούργει πίεσιν ἐπὶ ὅλων τῶν δημοσίων μας χρεωγράφων, ἥτις θὰ παρέσυρεν εἰς πτῶσιν τὰς ἀξίας μας καὶ εἰς κινδύνους τὴν πίστιν μας. Ἤδη διὰ τῆς νέας συμβάσεως δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν τίτλους εἰς τὸν κομιστήν. Θὰ δώσωμεν μόνον γραμμάτια ἀνεπίδεκτα κυκλοφορίας ἀπαληφθείσης τῆς ρήτρας περὶ ὁμολογιῶν εἰς τὸν κομιστήν. Καὶ τὰ γραμμάτια ταῦτα 60 μόνον τὸν ἀριθμὸν ἐκπροσωποῦντα οὐχὶ μικρὰ ποσά, ὡς πρότερον ὡρίζετο, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύοντα 30 καὶ πλέον ἑκατομμύρια δραχμῶν, δὲν δύνανται τοῦ λοιποῦ οὔτε δυνάμει τοῦ νόμου, οὔτε καὶ ἐμπράκτως νὰ τεθοῦν εἰς κυκλοφορίαν. Ὡρίσθη ἀκόμη διὰ τῆς νέας συμβάσεως, ὅτι τὰ γραμμάτια ταῦτα δὲν θὰ δίδωνται εἰς χεῖρας τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ κατατίθενται εἰς οὐδετέραν Τράπεζαν, τῆς ἐκλογῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπόχρεως, νὰ τὰ διαφυλάξῃ καθ’ ὅλην τὴν περίοδον τῆς 30ετοῦς χρεωλυσίας καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ τὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς τρίτους, ἀλλὰ παρουσιάζουσα μόνον κατὰ τὴν ἑξαμηνιαίαν λῆξιν ἓν γραμμάτιον πρὸς ἐξόφλησιν. Τοιουτοτρόπως δὲν κινδυνεύομεν τοῦ λοιποῦ νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ αἰφνιδιασμῶν. Ἔχομεν ἀκόμη τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὴν νέαν σύμβασιν ἀπηλείφθη τελείως ἡ διάταξις ἀπαγορεύουσα τὸν συμψηφισμὸν τοῦ χρέους ἐκ τῆς μεταναστεύσεως πρὸς οἱανδήποτε ἀπαίτησίν μας. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι, εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας ἥτις ὑπεβλήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, διετυπώθη παρατήρησις πρὸ τῆς ὁποίας μένει τις ἔκθαμβος, ὅτι διὰ τῆς παλαιᾶς δῆθεν συμβάσεως ἦτο δυνατὸν ὁ συμψηφισμός, καὶ κατέστη οὗτος διὰ τῆς νέας δυσχερὴς ἂν μὴ ἀδύνατος λόγῳ τῆς μεσολαβήσεως τῆς οὐδετέρας τραπέζης. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω πῶς εἶχε ἐπὶ λέξει ἡ σχετικὴ διάταξις τῆς προηγουμένης συμβάσεως. Λέγει αὕτη εἰς τὸ ἄρθρον 16. «Τὰ χρέη τῶν ὁποίων θὰ ἀπομείνῃ ὀφειλέτις ἡ μία Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἄλλην ἢ ἡ μία Ἐθνικὴ Τράπεζα πρὸς τὴν ἑτέραν μετὰ τὰς πράξεις τοῦ συμψηφισμοῦ, θ’ ἀποτίωνται ἢ θὰ παγιῶνται συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 17 καὶ 18 χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ὑπὸ τῆς ὀφειλέτιδος Κυβερνήσεως εἰς οἱοσδήποτε συμψηφισμὸς μεταξὺ τῶν χρεῶν τούτων καὶ οἱουδήποτε ἄλλου λογαριασμοῦ ἐκκρεμοῦς μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν» Ἀπαγορεύεται δηλαδὴ ἐν τῇ παλαιᾷ συμβάσει κατὰ τὸν μᾶλλον ἀπερίφραστον καὶ ἀπότομον τρόπον, πᾶσα σκέψις συμψηφισμοῦ. Ἡ νέα σύμβασις ἀπήλειψε τὴν διάταξιν ταύτην, ἀπήλειψε τὴν ἀπαγόρευσιν καὶ τοιουτοτρόπως τὸ δικαίωμα τοῦ συμψηφισμοῦ, ἰσχυρὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς πᾶσαν συμφωνίαν, ἀνέζησεν καὶ ἐν τῇ ρυθμίσει τῶν χρεῶν τῆς μεταναστεύσεως. Δὲν χωρεῖ περὶ τούτου ἀμφιβολία τις. Εἰς πᾶσαν σύμβασιν μὴ ἀποκλείουσαν τὸν συμψηφισμὸν ἰσχύει οὗτος. Ἐδῶ δὲ ἔχομεν πρόσθετον ἐνίσχυσιν, ὅτι ὑπαρχούσης τῆς ἀπαγορεύσεως εἰς προγενεστέραν σύμβασιν ἀπηλείφθη αὕτη εἰς τὴν δευτέραν. Δύναμαι νὰ δηλώσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὴν συμφωνίαν ταύτην τὴν ὑπέγραψα ἐν τῇ ἀκραδάντῳ πεποιθήσει, ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ συμψηφισμοῦ κατηργήθη καὶ ἐν τῇ ἀπόψει τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα, θὰ ἀπέρρεον, διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐκ τῆς καταργήσεως ταύτης, ἥτις προκύπτει ὡσαύτως καὶ ἐκ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία παρεμβάλλει τὴν μεσολάβησιν τῆς οὐδετέρας Τραπέζης, διὰ τὰς πληρωμὰς καὶ τὴν φρούρησιν τῶν τίτλων, ἥτις ἀνετέθη εἰς αὐτήν, ὅπως μὲν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἔχῃ εἰς χεῖρας της τούτους καὶ διὰ τῆς διαθέσεως αὐτῶν καθιστᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ συμψηφισμοῦ γρᾶμμα κενόν, ἀπέναντι τρίτων. Τούτων τὴν εὔνοιαν ἔχει, ἡ μεσολάβησις τῆς οὐδετέρας Τραπέζης. Εἶναι ὑποχρεωμένη αὕτη νὰ διαφυλάξῃ τοὺς τίτλους προσάγουσα μόνον καθ’ ἑξαμηνίαν τὸ πληρωτέον γραμμάτιον πρὸς ἐξόφλησιν. Εἶναι ἡ οὐδετέρα Τράπεζα ἁπλοῦς τῶν ὁμολογιῶν θεματοφύλαξ, ἁπλοῦς εἰσπράκτωρ καὶ τίποτε πλέον τούτου. Ὑπαρχουσῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας δυναμένων ν’ ἀντιταχθοῦν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ἀπαιτήσεων ἐκκαθαρισμένων, τὸ δικαίωμα αὐτῆς πρὸς συμψηφισμὸν εἶναι ἀναμφισβήτητον. Δικαιοῦται κατὰ τὴν προσαγωγὴν ἑνὸς γραμματίου πρὸς ἐξόφλησιν, νὰ εἴπῃ, ὅτι διαθέτει διὰ τὴν ἐξόφλησιν ταύτην τὸ ἀντίστοιχον ποσὸν βεβαίας καὶ ἐκκαθαρισμένης ἀπαιτήσεώς της. Ἰδοὺ πῶς διὰ πλήρους συστήματος μέτρου ἠσφαλίσθη ἡ Ἑλλὰς κατὰ παντὸς αἰφνιδιασμοῦ στρεφομένου κατὰ τῆς πίστεώς της, κατὰ τῶν στρεψοδικιῶν τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της, διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συμψηφισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ νέα κύριοι, σύμβασις δὲν περιορίζεται ἐκεῖ μόνον. Ἐσαρώθησαν δι’ αὐτῆς κυριολεκτικῶς καὶ πᾶσαι αἱ λοιπαὶ δεσμεύσεις. Τὸ ἐγγυητικὸν κεφάλαιον κατηργήθη καὶ τὰ κτήματα τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς εἶχε μόνον τὴν νομὴν χωρὶς νὰ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, περιέρχονται σήμερον κατὰ πλήρη κυριότητα εἰς αὐτὴν δυναμένη νὰ τὰ διαθέσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἑλλάδος, ὅπως πληρώσῃ ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ πρώτου δανείου τὸ ὁποῖον ἤθελε συνάψῃ 850 ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, κατηργήθη καὶ αὐτό. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ κἄτι ἄλλο. Κατὰ τὴν προγενεστέραν τὴν ἰσχύουσαν σύμβασιν ἡ Ἑλλὰς ἦτο ὑποχρεωμένη καθὼς εἶπον, νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν ὁμολογίας ἐξοφλητέας ἐντὸς προθεσμίας ἓξ ἐτῶν, προθεσμίας ἀρχομένης, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ τοῦτο καλῶς, ἀπὸ τῆς 1)1)25. Παραμενούσης δηλαδὴ ἐν ἰσχύϊ τῆς συμβάσεως τοῦ 1922, συμπληρουμένης τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιῶν ἡ Ἑλλάς, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ, διὰ μιᾶς εἰς τὴν Βουλγαρίαν ποσὸν 570 κατ’ ἐλάχιστον ἑκατομμυρίων τοῖς μετρητοῖς, διὰ τὸ χρεωλύσιον τῆς διαρευσίσης 4ετίας ἀπὸ τῆς 1)1)25 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1928, νὰ ἐξοφλήσῃ ἐν ταὐτῷ καὶ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν ἐντὸς δύο μόνον ἐτῶν. Ὅταν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1927 εὑρισκόμην εἰς τὴν Γενεύην τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπετέλει δι’ ἐμὲ ἀληθῆ ἐφιάλτην. Κατὰ τὰς βεβαιώσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἐλαχίστη ἐργασία ὑπελείπετο πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐκτιμήσεων. Θὰ ἦτο δὲ ὑπόχρεως ἡ Ἑλλάς, ἐὰν δὲν ἤθελε, νὰ ἀποστῇ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, νὰ πληρώσῃ ἀμέσως τὰ ποσὰ ταῦτα τοῖς μετρητοῖς εἴτε ἀντλοῦσα αὐτὰ ἐκ τῶν ταμείων της ἢ συνάπτουσα νέον δάνειον ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεῖς. Τὰ οἰκονομικὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν παρεῖχον οἵαν σήμερον σταθερὰν βάσιν. Ὁ κίνδυνος ἦτο μέγας κίνδυνος τὸν ὁποῖον εἶχον συναισθανθῆ καί τινες τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων. Ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1926 ὁ νῦν διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Δροσόπουλος, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε ἀπευθύνει ἔγγραφον εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον ἡμῶν παρὰ τῇ μικτῇ ἐπιτροπῇ ζητῶν, ὅπως ἀντὶ πάσης θυσίας ἐπιτευχθῇ ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας ἀπὸ 6 ἐτῶν εἰς 12 ἔτη τοὐλάχιστον. Αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ὑποχρέωσις ἦτο ἀρκετή, νὰ μὲ πείσῃ νὰ σπεύσω εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς νέας συμβάσεως. Φαντάζεσθε, ἐὰν ἐδίσταζον καὶ πρὸς στιγμὴν καὶ προέκυπτε ἤδη ζήτημα ἀμέσου πληρωμῆς κολοσσιαίων ποσῶν, ἐὰν θὰ εἶχον νὰ προβάλω δικαιολογίαν τινά. Ὑπέγραψα τὴν νέαν συμφωνίαν ἐν τῇ συναισθήσει, ὅτι πᾶσα αὐτῆς διάταξις ἀπήλλασε τὴν χώραν μιᾶς βαρείας, ἑνὸς κλοιοῦ, μιᾶς ἀφορήτου δεσμεύσεως. Διότι, διὰ τῆς νέας συμβάσεως ἀπηλλάγη ἐπίσης ἡ Ἑλλὰς τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἐνεχειρίασιν τῶν δημοσίων προσόδων ὑπὲρ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, διότι δι’ αὐτῆς ἐπίσης ἀπετράπη νέος βαρὺς καὶ ἀτιμοτικὸς ἔλεγχος ἀσκούμενος ἐν ὀνόματι τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Ἔσπευσα νὰ ὑπογράψω τὴν σύμβασιν, ἀκόμη, διότι δι’ αὐτῆς ἐπέτυχον, νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ἀποσβέσεως, ὄχι εἰς 12 μόνον ἔτη, ὡς εἶχεν ζητηθῆ ὑπὸ τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων, ἀλλ’ εἰς τριάκοντα ἔτη ἄνευ αὐξήσεως τοῦ τόκου. Ὑπέγραψα τὴν σύμβασιν χωρὶς νὰ θέσω τὸν ὅρον ad referendun. Εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι θὰ ἦτο ἀπολύτως τακτικὸν καὶ ἔναυλος ἦτο εἰς τὰ ὦτά μου ἡ συζήτησις καὶ ἡ κατακραυγή, διὰ τὸ πρωτόκολλον τῆς Γεννεύης εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε παραλειφθῇ ὁ ὅρος αὐτός. Ἀλλ’ ἐστάθμισα τὰ πράγματα καὶ ἐσκέφθην, ὅτι ἂν ἀνέλαβον τὴν ὑπογραφὴν ἢ ἔθετον τὸν ὅρον ad referendum θὰ ἦτο ἀμφίβολον, ἂν ἡ παρεχομένη τότε εὐκαιρία, θὰ ἐπανήρχετο πλέον ὅταν ἡ Βουλγαρία ἠρέμως τοὺς ὅρους τῆς νέας συμβάσεως κρίνουσα καὶ μὴ ἔχουσα ἀνάγκην τῆς Κ.Τ.Ε. θὰ ἔκαμνε χρῆσιν τοῦ ὅρου τούτου καὶ ἐζήτει τὴν ἀκεραίαν ἐφαρμογὴν τῆς συμφωνίας τοῦ 1922. Ὅταν ἠγέρθη ὁ σάλος κατὰ τῆς συμβάσεως, εἶχον τὴν πληροφορίαν, ὅτι καί τινα δημόσια ὄργανα, εἷς δηλαδὴ μόνον ἀνώτερος ὑπάλληλος, ὑπεβοήθη τὴν κατ’ αὐτῆς ἀντίδρασιν προδήλως ἐξ ἀπροσεξίας, οὐχὶ ἀτυχῶς συγγνωστῆς. Ἔσπευσα νὰ παρακαλέσω τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ συγκαλέσῃ σύσκεψιν εἰς ἣν νὰ παρίστανται οἱ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔχοντες ἐπιφυλάξεις. Παρέστη κατ’ αὐτὴν καὶ ὁ ἀνώτερος ὑπάλληλος περὶ τοῦ ὁποίου ὁμίλησα καὶ διεπιστώθη, ὅταν ἐν πλάτει ἀνεπτύχθησαν τὰ ζητήματα, ὁμόθυμος ἀναγνώρισις, ὅτι οἱ ὅροι ἦσαν συμφέροντες καὶ ἐπιβεβλημένη ἡ ὑπογραφή της, ἠκούσθη μόνον κατὰ τὸ τέλος τῆς συσκέψεως ἡ μονομερὴς ἐπιφύλαξις τὴν ὁποίαν ἐπανέλαβε σήμερον ὁ ἐκ Ροδόπης συνάδελφος, ὅτι τοὐτέστι, διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συμβάσεως παρεσχέθη εἰς τὴν μικτὴν ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα, νὰ ἐκδίδῃ καὶ πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἐκτιμήσεων ὁριστικοὺς τίτλους, δικαίωμα ἀποτελοῦν καθ’ ἃ ἐλέχθη μειονέκτημα, διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν δυναμένην ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ τούτου — ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας — νὰ παρελκύσῃ ἐπὶ πολὺ τὴν πληρωμήν. Ἔκπληκτος, διὰ τὴν παρατήρησιν ἠθέλησα, νὰ ἐξακριβώσω τὴν ἀκριβῆ αὐτῆς ἔννοιαν. Θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ μικτὴ ἐπιτροπὴ ἀγομένη ἀπὸ κακεντρέχειαν, θὰ ἔσπευδε εἰς ἔκδοσιν τῶν ὁμολογιῶν πρὸ τοῦ πέρατος τῶν ἐκτιμήσεων. Τὸ χορηγηθὲν εἰς αὐτὴν δικαίωμα εἶχε τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ μικτὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἠμποδίζετο νὰ ἐκδώσῃ τὰς ὁμολογίας καὶ ἂν παρέμεινεν εἰσέτι ἐκκρεμὴς ἐλάχιστος ἀριθμὸς ὑποθέσεων, μὴ δυνάμενος νὰ ἐπηρεάσῃ αἰσθητῶς τὴν συνολικὴν ἐκτίμησιν. Ἐφ’ ὅσον μέγας ἀριθμὸς ὑποθέσεων παρέμεινεν ἐκκρεμής, ἡ καλὴ πίστις καὶ τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως, ἐπιβάλλουν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὁριστικῶν τίτλων μέχρι τῆς ἐκκαθαρίσεως. Παρετήρησα ἐπίσης καὶ ἂν εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἠθέλομεν εὑρεθῆ πρὸ τοιαύτης κακοβούλου σπουδῆς, ποία θὰ ἦτο ἡ ζημία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐξ αὐτῆς; Οὐδεμία ἀπολύτως. Ὁ τόκος θὰ κατεβάλετο πάντοτε καὶ ἰσχυόντων τῶν προσωρινῶν τίτλων θὰ ἐπρόκειτο μόνον ἐπὶ μιᾶς ἑξαμήνου χρεωλυτικῆς δόσεως, τῆς ὁποίας ἡ πληρωμὴ θὰ ἐπεσπεύδετο κατά τινας μῆνας. Αὐτὸ θὰ ἦτο τὸ κέρδος τῆς παρελκύσεως. Ἀλλὰ πόσον χρόνον τέλος πάντων, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὴν ἐκκρεμότητα; Κατὰ τὰς βεβαιώσεις τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων, εὑρισκόμεθα πρὸς τὸ τέλος τῶν ἐκτιμήσεων καὶ ἡ παρέλκυσις, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παραταθῇ πέραν τῶν 6 μηνῶν κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ὁποίων, θὰ ὑποχρεούμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν σύμβασιν καὶ νὰ δώσωμεν ἀμέσως καὶ διὰ μιᾶς εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν 500 καὶ πλέον ἑκατομμύρια.
§203Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατὶ 500; Ἐντὸς 6 ἐτῶν ὑποχρεούμεθα, νὰ πληρώσωμεν· ἡ προθεσμία εἶναι ἀπὸ τότε.
§204Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1925.
§205Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἕπεται ὅτι καὶ ἡ πληρωμὴ πρέπει, νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1925.
§206Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ ἔναρξις τῆς πληρωμῆς ἄρχεται ἔκτοτε. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει). «Οἱ ὁριστικοὶ τίτλοι οἱ μνημονευόμενοι ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 καὶ ἀντιπροσωπεύοντες πληρωμὰς ἐπὶ προθεσμίᾳ εἰς τοὺς μετανάστας, θὰ ἀποφέρωσι τόκον 6% ἐτησίως καὶ θὰ εἶναι ἐξοφλητέος χρεωλυτικῶς ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1925 (ν. χ.)». Ἡ προθεσμία λοιπὸν τῶν 6 ἐτῶν, ἀρχίζει ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1925 καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ καταβάλωμεν τὰς καθυστερουμένας τῆς διαρρευσάσης 4ετίας δόσεις.
§207Ν. ΖΑΡΙΦΗΣ. Ἡ μικτὴ ἐπιτροπή, ὅταν ὥρισεν χρόνον ἀποσβέσεως τοῦ χρέους 1ην Ἰανουαρίου 1925, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ 1914 ἔληγεν ἡ μετανάστευσις καὶ δὲν ἐκλήθη ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος της.
§208Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ τετραετία διέρρευσε καὶ αἱ δόσεις ἀπέβησαν ληξιπρόθεσμοι. Σημειωτέον ἄλλως, ὅτι ἡ καταβολὴ κατ’ οὐσίαν δὲν γίνεται πρὸς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς τοὺς μετανάστας, ἁπλῶς δὲ διάμεσος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ πληρώσασα ἤδη διὰ λογαριασμόν μας. Ἀλλ’ ἂν ἐπετυγχάνετο νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀδύνατος ἀπέβαινεν ἡ ἔναρξις τῆς πληρωμῆς ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1925 καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἡ πρώτη δόσις, θὰ ἦτο ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα ἐκείνης τὴν ὁποίαν θά.....
§209Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη εἶχε τὴν πενταετίαν προτοῦ ὑπάρξῃ ὁ ὅρος τῶν 5 ἑκατομμυρίων (περαιτέρω δὲν ἠκούσθη).
§210Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀπὸ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Πετριτσίου καθ’ ὃ προέκυψεν ἡ εἰσροὴ τῶν νέων δικαιούχων, παρῆλθεν τριετία ἡ δὲ ὑποχρέωσις διετηρήθη, θὰ ἦτο δὲ ἀδικαιολόγητος πᾶσα Κυβέρνησις ἀφίνουσα ὑποχρεώσεις τοιαύτας ἐκκρεμεῖς. Μᾶς κατέκριναν, ὅτι δὲν κατορθώσαμεν, νὰ ἐπιλύσωμεν πάσας τὰς ἐκκρεμεῖς μετὰ τῆς Βουλγαρίας διαφορὰς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως. Εἶναι τῷ ὄντι πρωτάκουστον ὑπογράφοντες σύμβασιν, πλεονεκτήματα μόνον δημιουργοῦσαν ὑπὲρ ἡμῶν ἄνευ ἀντιστοίχων ἀντισταθμισμάτων, διὰ τὴν Βουλγαρίαν, νὰ ἐπιβάλωμεν τοὺς ὅρους εἰς αὐτὴν λέγοντες τί; «Λύετε καὶ τὰ ἄλλα ζητήματα ἢ δὲν ὑπογράφομεν.» Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλῃ ὅρους ὁ ζητῶν ἀνακούφισιν. Ἐσπεύσαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἁδρὰ πλεονεκτήματα ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι τοιουτοτρόπως διευκολύνεται ἡ λύσις τῶν ἐκκρεμούντων ζητημάτων. Ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς, θὰ εὑρισκόμεθα σήμερον παρὰ τὴν καλήν μας θέλησιν ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Ἤδη δυνάμεθα εὐπροσώπως καὶ πειστικῶς, νὰ ἀξιώσωμεν, ὅπως ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις μείνῃ συνεπὴς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις της, ὡς καὶ ἡμεῖς ἐφάνημεν συνεπεῖς. Ἐὰν ἤθελον στρεψοδικήσῃ, ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ καταστατικοῦ, τοῦ δικαστηρίου τῆς Χάγης δυνάμει τῆς ὁποίας, ἐφ’ ὅσον ἤθελον ἀποδεχθῇ αὐτὴν ἑκοῦσα ἄκουσα ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις θέλει δεχθῇ τὴν παραπομπὴν εἰς διαιτησίαν. Δυνάμεθα ἐπὶ πλέον νὰ ἀντιτάξωμεν ἤδη διὰ τῆς ἀσκήσεως τοῦ παρεχομένου ἡμῶν δικαιώματος τοῦ συμψηφισμοῦ τὰς ἰδίας μας ἀπαιτήσεις. Ἐὰν δὲν ἐπιλύσαμεν ὅλα τὰ ζητήματα, διευκολύναμεν ὅμως τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων. Ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας ἐβελτιώθη, διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς σημαντικώτατα. Δὲν ἔχομεν σήμερον οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν, νὰ ὑποκύπτωμεν ἐκ τοῦ φόβου, ὅτι ἐφαρμοζομένης τῆς προηγουμένης συμβάσεως, θὰ περιήρχετο τὸ Κράτος εἰς ἀδιέξοδον. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ σύμβασις διὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ μῆνας ὑπέστην τοὺς χειρίστους τῶν διασυρμῶν (χειροκροτήματα).
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§212Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αἱ ἀντιρρήσεις, κύριοι, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἐναντίον τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως, δὲν σκοποῦν, νὰ ἐλέγξουν τοὺς ὑπογράψαντας τὴν σύμβασιν καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ἐνόμισεν ἑαυτὸν θιγόμενον μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε κατὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ, νὰ διατυπώσῃ καὶ γνώμας μὴ ἀνταποκρινομένας εἰς τὰ πράγματα καὶ μὴ ὠφελίμους εἰς τὸ Κράτος. Ὅλοι ἐμφορούμεθα ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ καλλιτερεύσωμεν τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν γείτονα ἐπικράτειαν καὶ ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ ἄλλον κανένα, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς. Ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἀντίδρασις, τήν ὁποίαν ἀντέταξα κατὰ τὴν προέλασιν εἰς τὸ Βουλγαρικὸν ἔδαφος στρατοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Δικτατορίας.
§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ προέβην εἰς τοιαύτας.
§214Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλ’ ἐγὼ προέβαινον εἰς καθημερινὰς δηλώσεις καὶ ἐπεκαλούμην τὸ σύμφωνον τῆς Κ. Τ. Ε. καὶ ἔκαμα, ὅ,τι ἦτο δυνατόν.
§215Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ κατηγγέλθην ὡς προδότης.
§216Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι.
§217Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλὰ τὸ λησμονεῖτε.
§218Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εὑρισκόμην κ. συνάδελφε εἰς Θεσσαλονίκην ἐγγύτατα τῶν γεγονότων καὶ εὑρισκόμενος ἐκεῖ, ἤμην εἰς θέσιν ν’ ἀντιληφθῶ καλλίτερον τὰ πράγματα. Προέβην τότε εἰς διαμαρτυρίαν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Γʹ Σώματος Στρατοῦ, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τὰς ἐπιχειρήσεις καὶ διετύπωσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ἀντιλήψεις μου καὶ διὰ τοῦ τύπου ρητῶς ἐναντιώθην εἰς τὴν προέλασιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ Βουλγαρικὸν ἔδαφος. Δυστυχῶς καὶ αἱ ἀντιρρήσεις σας καὶ ἡ ἰδική μου ἀντίδρασις δὲν ἔφερεν κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἐὰν τώρα λαμβάνω τὸν λόγον, τοῦτο ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν πρόθεσιν, ὅπως καὶ ἐγὼ διευκολύνω τὴν καλλιέργειαν τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας. Ἡ καλλιτέρευσις τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν εἶναι δυνατόν, ὅταν οἱ ὑπάρχοντες ἐκκρεμεῖς λογαριασμοὶ εἶναι καθαροὶ καὶ χάριν τῆς καθαριότητος αὐτῶν ἀγωνιζόμεθα αὐτὴν τήν στιγμήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἐμνημόνευσεν τὸν διασυρμὸν τὸν ὁποῖον ὑπέστη ἡ σύμβασις αὐτὴ μόλις ἀνεκοινώθη. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι πράγματι ἐξέγερσις ζωηρὰ ἐσημειώθη ἰδίως μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ τὸ δίκαιον τῆς ἐξεγέρσεως αὐτῆς ἀνεγνώρισεν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου τροποποιοῦν τὰς διατάξεις τὰς ἀφορῶσας τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ἐκ Βουλγαρίας μεταναστῶν καὶ σήμερον δὲν παρέλειψε, ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι οἱ ὅροι ἦσαν δυσμενεῖς, διὰ τοὺς ἐκ Βουλγαρίας μετανάστας.
§219Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους.
§220Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν νομίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ δικαιολογίαν.
§221Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι.
§222Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δικαιολογίαν ἐζητήσατε, νὰ εὕρετε εἰς τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τῶν ἀνταλλαγέντων πληθυσμῶν τῶν μεταναστευσάντων ἐκ Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας, ἐνῷ ἡ διαφορὰ εἶναι προφανής. Οἱ ἐκ Τουρκίας μετανάσται εἶναι θύματα μιᾶς καταστροφῆς, εἶναι τὰ θύματα μιᾶς ἥττης τῆς Ἑλλάδος ἐνῷ οἱ μετανάσται ἐκ Βουλγαρίας δὲν εἶναι θύματα μιᾶς τοιαύτης ἥττης. Ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας δὲν εὑρέθημεν ποτὲ κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον, οὔτε εὑρισκόμεθα εἰς οἵαν σχέσιν εὑρέθημεν ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. Εἶναι καταπληκτικὴ ἡ διαφορὰ καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. συνάδελφος θέλει, νὰ συγκρίνῃ τοὺς μετανάστας τοὺς ἐκ Τουρκίας μὲ τοὺς ἐκ Βουλγαρίας, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται, νὰ λάβουν πλήρη ἀποζημίωσιν ἀφοῦ μάλιστα παροτρύνθησαν ἀπὸ τὸ Κράτος νὰ δεχθοῦν τὴν ἑκουσίαν μετανάστευσιν μὲ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἦτο ἐξησφαλισμένη ἡ πλήρης ἀποζημίωσις αὐτῶν.
§223Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Λέγω, διὰ τὴν οἰκονομικὴν θέσιν των, διότι οἱ ἐκ Βουλγαρίας μετανάσται εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀσκήσωσι, νὰ πάρωσι τὴν περιουσίαν των.
§224Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ σύγκρισις.
§225Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μόνον σύγκρισις,
§226Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ σύγκρισις δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη.
§227Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐσωτερικὸν ζήτημα.
§228Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀρνοῦμαι κ. συνάδελφε, ὅτι εἶναι ἐσωτερικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο μνεία τῶν γεγονότων αὐτῶν τ’ ἀναφέρω καὶ ἐγώ. Ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς εἰς τὸ ἄρτιον κληρώσεως καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ ὅρος τῆς ἀγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν, ὁ ἀναφερόμενος εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν πραγματοποιεῖται, διὰ τῆς ἐκ τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς ἀποκτήσεως αὐτοῦ. Διέκοψα τὸν κ. συνάδελφον ἀμφισβητήσας τὴν ὀρθότητα αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὴν ἀρνοῦμαι. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου διορθώθη τὸ πρᾶγμα καὶ ὁ κ. συνάδελφος ὁ ἴδιος ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῆς ἀξιώσεως τῶν ἐκ Βουλγαρίας μεταναστῶν καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶναι σύμφωνος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περαιτέρω περὶ τούτων. Τὸ ἐπίμαχον θέμα δὲν εἶναι τοῦτο, διότι εἶναι ζήτημα ὅπως ἤδη ἐτέθη ἐσωτερικῆς τάξεως καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν οὐδένα δεσμὸν ἐφ’ ὅσον θέλωμεν, νὰ βελτιώσωμεν τοὺς ὅρους τοὺς ἀφορῶντας τοὺς Ἕλληνας μετανάστας. Τὸ ἐπίμαχον θέμα εἶναι ἡ ἐκκαθάρησις τῶν δοσοληψιῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας. Ὁ ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ὑπεστήριξεν, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, νὰ κανονίσωμεν τὰς δοσοληψίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, νὰ ἐξωφλήσωμεν τὰ χρέη τὰ ὁποῖα ἐπήγαζον, διὰ τὸ Κράτος σύμφωνα μὲ τὸ προηγούμενον σχέδιον πληρωμῶν ἀπέναντι τῶν ἰδιωτῶν τῶν ἀνταλλαγέντων, ἠθέλησε μάλιστα ν’ ἀμφισβητήσῃ ἢ μᾶλλον, διὰ μιᾶς ἐκφράσεως, νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ἐὰν αἱ περιουσίαι αἱ κοινοτικαί, αἱ περιουσίαι τῶν νομικῶν προσώπων θεωροῦνται περιουσίαι ἀνταλασσόμεναι καὶ ἀναγνωρίζεται δι’ αὐτῶν ὑποχρέωσις ἀποζημιώσεως.
§229Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε δὲν τὸ εἶπον.
§230Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§231Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι,
§232Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπεστηρίξατε ὅμως, ὅτι εἴχομεν δίκαιον.
§233Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ φράσις ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§234Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποθέτω, δυνατόν, νὰ δικαιολογηθῇ παρεξήγησις, διότι ἐγὼ εἶπα καθαρώτατα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὑπάρχει εἷς ἀβάσιμος ἰσχυρισμὸς ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἕν ζήτημα τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἀκόμη τὴν μικτὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν, ἀναφέρει δηλαδὴ καθ’ ὁλοκληρίαν αἰτουμένας ἀμφοτέρας αὐτὰς τὰς ἀπόψεις, ἰσχυρισθεῖσα, ὅτι ἡ ἄποψις εἶναι ἀπολύτως βάσιμος, ἵνα εἴπῃ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιῶν αὐτῶν εἶναι ζήτημα...
§235Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Χαίρω πολὺ διὰ τὰς δηλώσεις αὐτάς.
§236Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ χαίρετε πολύ. Ἐγὼ χαίρω, διότι σπεύδετε νὰ ἄρετε μίαν παρεξήγησιν.
§237Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἐμένα μὲ ἠρέθισεν ἡ φρᾶσις, ὅτι ἂν περιωρισθοῦν τὰ δικαιώματα, θὰ περιωρισθοῦν καὶ αἱ ὑποχρεώσεις. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, λέγει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ λύσῃ ὅλας τὰς διαφοράς, ἤμην ὑποχρεωμένος, λέγει, νὰ δεχθῶ τὰς διαφορὰς τὰς σχετιζομένας μὲ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν. Ἀλλὰ μήπως αἱ διαφοραὶ αἱ προκύπτουσαι ἐκ τῆς καταλήψεως μοναστηριακῶν κτημάτων, δὲν εἶναι διαφοραὶ ὑπαγόμεναι εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτὴν τῶν λογαριασμῶν; Ἢ μήπως αἱ διαφοραὶ αἱ προκύπτουσαι ἐξ ἐπιτάξεων δὲν ὑπόκεινται εἰς αὐτὴν τὴν διαδικασίαν; Εἰς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα λέγεται, ὅτι (ἀναγινώσκει) «πληρωμαὶ ἀφοροῦν κ.λ.π...» Ὥστε βλέπετε, ὅτι αἱ δοσοληψίαι ἔχουν πολὺ εὐρύτερον χαρακτῆρα. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς πρόκειται νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὰς δοσοληψίας μας μὲ τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως μόνον τῶν περιουσιῶν τῶν φυσικῶν προσώπων προκύπτει μία μεγάλη ὑποχρέωσις τῆς Ἑλλάδος δὲν πρέπει, νὰ διεκδικήσωμεν καὶ τῶν διαφορῶν ποῦ προκύπτουν ἀπὸ τὰς κοινοτικὰς περιουσίας καὶ τὰς ἐπιτάξεις; Βεβαίως τὸ συμφέρον μας ἦτο μέγιστον ὅπως ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ αὐτῶν τῶν διαφορῶν.
§238Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποίων διαφορῶν;
§239Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τῶν διαφορῶν ἐκ τῶν κοινοτικῶν κτημάτων καὶ τῶν ἐπιτάξεων.
§240Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποῖος τὸ ἐμποδίζει;
§241Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς εἴπατε, ὅτι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ λύσω ὅλας τὰς διαφοράς. Δὲν πρόκειται περὶ διαφορῶν ἐξερχομένων τοῦ κύκλου αὐτῆς τῆς συμφωνίας, ἀλλὰ περὶ διαφορῶν εὑρισκομένων ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ κύκλου καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐκκαθαρίσωμεν καὶ αὐτὰς τὰς διαφοράς.
§242Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εὑρίσκεσθε εἰς μίαν σαφῆ παρεξήγησιν. Εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν ὑπέγραψα ἐγὼ χωρὶς νὰ ἐμποδίσῃ κανέναν ἄλλον νὰ προβῇ εἰς περαιτέρω ἐκκαθάρισιν, ἀποβλέπει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν ὅρων τῆς πληρωμῆς πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελε προκύψῃ χρέος. Τίποτε ἄλλο.
§243Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχει μίαν συνέπειαν αὐτό. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας λέγει ἐπὶ τέλους, κύριοι, ἐγὼ δὲν ἐπρόκειτο ἀπ’ ἀρχῆς νὰ κανονίσω τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν περιουσιῶν. Ἐγὼ εὑρέθην πρὸ μιᾶς καταστάσεως καὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως ἐργασθῶ νὰ ἐλαφρύνω τοὺς ὅρους τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος, διέκοψε τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ εἶπεν, ὅτι αὐτὸ τὸ πρόγραμμα τῆς πληρωμῆς ἔχει γίνει ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος καὶ ὅτι δὲν ἔχει κυρωθῆ ὑπὸ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ πρᾶγμα ἔχει μεγίστην σημασίαν.
§244Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἂν πρόκειται περὶ συμβάσεως τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Καρπενησίου εἶπεν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν ἐκτελέσῃ. Διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ μία σύμβασις ὀφείλει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ τὰ δύο μέρη ...... Καὶ πρέπει νὰ τὴν κυρώσῃ. Ἂν δὲν κυρωθῇ μία σύμβασις δὲν ἔχετε κανένα λόγον νὰ τοὺς πῆτε, ὅτι· κύριοι, νὰ ἐκτελέσετε αὐτὴν τὴν σύμβασιν, διότι θὰ σᾶς ἀπαντήσουν, τὴν ἐκυρώσατε σεῖς; Δὲν ὑπῆρξε λέγω, κύριοι συνάδελφοι, τοιαύτη περίπτωσις ποτέ, καὶ ὅταν ἔρχεται ὁ κ. συνάδελφος καὶ κάμνει μίαν νέαν σύμβασιν πρέπει, νὰ κυττάξῃ ἂν ὑπάρχῃ ἄλλη σύμβασις.
§245Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν; Διὰ τῆς συμβάσεως περὶ ἐθελουσίας μεταναστεύσεως ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ὑπεχρεώθη νὰ δεχθῇ καὶ ἀνέλαβε ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αἱ συνησπισμέναι δυνάμεις τῆς ἐπέβαλον. Διὰ τῆς συμβάσεως περὶ ἐθελουσίας μεταναστεύσεως ὡρίσθη, ὅτι πάντα τὰ συναφῆ πρὸς τὴν μετανάστευσιν ζητήματα λύονται ὑπὸ μικτῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύονται τόσον ἡ Ἑλλὰς ὅσον καὶ ἡ Βουλγαρία, δηλαδὴ εἶναι δυνατὸν ἡ μικτὴ ἐπιτροπὴ νὰ κανονίζῃ τὰ ζητήματα τῶν πληρωμῶν καὶ τὸ ζήτημα τῆς διαρρυθμίσεως τῶν σχέσεών της καὶ εἶναι ὑποχρεωμένη τόσον ἡ Ἑλλὰς ὅσον καὶ ἡ Βουλγαρία, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νέα συμφωνία. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἐκύρωσε ἡ Βουλγαρία καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ὅλα τὰ ζητήματα τὰ συναφῆ πρὸς τὴν μετανάστευσιν διαρρυθμίζονται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύονται καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Βουλγαρία. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γίνῃ ἕνας κανονισμὸς τῶν πληρωμῶν εἰς τὸν ὁποῖον νὰ συγκατανεύσῃ καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὸς δι’ ἀμφότερα τὰ Κράτη. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἐκύρωσε τὴν συμφωνίαν αὐτήν, τὸ οἰκονομικὸν λεγόμενον πρόγραμμα, δι’ ἑνὸς ἐπαναστατικοῦ διατάγματος. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἂν τὸ ἐκύρωσεν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν τὸ ἐκύρωσεν· εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι δὲν ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐγένετο καὶ τὸ ἐλάχιστον καὶ προεβάλετο ἡ ἀντίρρησις αὐτὴ ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι βάσιμος, ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις θὰ προέβαινεν εἰς τὴν κύρωσιν.
§246Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλγαρία κατόπιν, νὰ κυρώσῃ ὡς εἴπατε καὶ προηγουμένως.....
§247Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Δὲν μποροῦμε νὰ γνωρίζωμεν ἂν τὸ ἔχῃ κυρώσει τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα; Ἂν τὸ ἐτήρησεν ἡ Βουλγαρία, γεννᾶται ἡ ἀντίρρησις διατὶ δὲν τὸ ἐκύρωσε.
§248Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ σύμβασις, τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, δεσμεύει καὶ τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα.
§249Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὸ ἐκύρωσεν ἀρχικῶς, διότι ὅπως ἐλέχθη, μέχρι τοῦ 1925 ἡ Βουλγαρία ἐνόμιζε, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι ὀφειλέτις. Ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Βουλγαρία ν’ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν ἐκείνην. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοιούτων συμφωνιῶν, δυνατὸν ἡ κύρωσις νὰ ἐπακολουθήσῃ ὁποτεδήποτε. Ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος, ἀνέφερεν ἓν σημαντικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὴν Ἑλλάδα καὶ εἶναι τοῦτο ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας, διὰ τοὺς ἐξ Ἑλλάδος μετανάστας εἰς Βουλγαρίαν, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὴν Ἑλλάδα μὲ 450 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποτελεῖ ἕνα νέον ὅρον σοβαρότατον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐδικαιολόγει τὴν Ἑλλάδα νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ συμφωνία τοῦ 1922 δὲν εἶχε πλέον ἰσχὺν καὶ δὲν ἔπρεπε, νὰ γίγῃ νέα συμφωνία πρὸς ἐκκαθάρισιν ὅλων τῶν δοσοληψιῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν ἀνάγκην, νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅπως ἀρνηθῇ τὸ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ πρόγραμμα τὸ οἰκονομικόν, διὰ τὸν σπουδαιότατον λόγον, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐξεπληρώθησαν οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Καρδίτσης ἀνέφερε καὶ ἓν ἄλλο γεγονός, ὅτι ἡ μετανάστευσις τῶν Ἑλλήνων ἐκ Βουλγαρίας δὲν ἔγινεν ἑκουσίως, ἀλλ’ ἔγινεν ἀναγκαστικῶς, διὰ τῆς βίας ἀσκηθείσης ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῶν κομμάτων. Δεύτερον, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῶν περιουσιῶν κατέστη ἀδύνατος, λόγῳ τῶν ἀπειλῶν καὶ τῆς βίας κατὰ παντὸς μάρτυρος προσφερομένου, νὰ πιστοποιήσῃ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τῶν περιουσιῶν. Ἐνῷ ἀντιθέτως οἱ ἐξ Ἑλλάδος μετανάσται Βούλγαροι εἶχον κάθε ἐλευθερίαν καὶ κάθε εὐκολίαν ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιῶν των. Ἐνῷ λοιπὸν ἔχομεν αὐτὴν τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τῶν ὅρων εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ὄχι ἴσως ἐκ προθέσεως τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀδυναμίας νὰ ἐπιβληθῇ ἐντὸς τοῦ Βουλγαρικοῦ ἐδάφους, ὅταν ἔχωμεν λέγω αὐτὴν τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν ἐν Βουλγαρίᾳ, τὴν τυραννίαν τοῦ Μακεδονικοῦ κομιτάτου, ἡ ὁποία ματαιώνει τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνθήκης, νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρίσκετο ἐν καλῇ πίστει ἐὰν ἔλεγε καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Μάλιστα, κύριοι, συνῆψα μίαν συνθήκην, ἀλλ’ ὅπως ἐκπληρώσω τοὺς ὅρους αὐτῆς καὶ ὅπως ἔχει ἡ Βουλγαρία τὸ δικαίωμα, ν’ ἀπαιτήσῃ, νὰ τὴν ἐκπληρώσω, ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ Βουλγαρία, νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἰδικάς της ὑποχρεώσεις καὶ ἐν ἀδυναμίᾳ αὐτῆς ἀτονοῦν καὶ αἱ ἰδικαί μου ὑποχρεώσεις, ἀτονεῖ ὅλη ἡ σύμβασις καὶ δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω, ὅπως διαρρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἑκατέρωθεν δοσοληψιῶν ριζικώτερον καὶ γενικώτερον, ὅπως δηλαδὴ γίνῃ ἐκκαθάρισις ὅλων τῶν συναφῶν περιουσιακῶν ζητημάτων, δηλαδὴ ἀποζημίωσις, διὰ τὰ κτήματα, ἀποζημίωσις διὰ τὰ δάση, ἀποζημίωσιν αὐθαίρετον, κατάληψιν τῶν περιουσιῶν καὶ ἀποζημίωσιν, διὰ τὰς ἐπιτάξεις κ. ο. κ. Ἐὰν ἐγίνετο τοῦτο ἢ δὲν θὰ ὑποχρεούμεθα νὰ καταβάλωμεν τίποτε, ἢ αἱ ὑποχρεώσεις μας θὰ περιορίζοντο εἰς ἐλάχιστον ποσόν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων κανεὶς καλῆς πίστεως ἄνθρωπος, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θά ἦτο δυνατόν, νὰ ζητήσῃ τὴν γενικὴν ἐκκαθάρισιν τῶν σχέσεων αὐτῶν πρὶν ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ ὅτι δήποτε. Θὰ ἦτο ἐπονείδιστος ἡ Ἑλλὰς ἐὰν δι’ ἑνὸς νομίμου μέσου κατώρθωνεν ἢ νὰ διεκδικήσῃ τὴν εἰλικρινῆ ἑκατέρωθεν ἐφαρμογὴν αὐτῆς τῆς συμβάσεως ἢ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν σύναψιν νέας συμβάσεως πρὸς ῥιζικὴν ἐκκαθάρισιν; Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον προηγουμένως εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον ὅτι παρασυρθεὶς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν του νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ἰδίας πράξεις, μετεχειρίσθη καὶ φράσεις αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ εἶναι ἐπιζήμιαι εἰς τὸ Κράτος. Καὶ διεκήρυξεν ὅτι, δὲν εἶναι διόλου ἐπιζήμιον ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσις τὸ νὰ δηλώνῃ, ὅτι ἡ συνθήκη δὲν ἐφηρμόσθη. Καὶ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δικαιοσύνη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ ἄλλου Κράτους, πρέπει νὰ κανονισθῶσιν ὅλαι αἱ ὑποθέσεις αὐταὶ καὶ νὰ γίνουν πραγματικαὶ ἐκτιμήσεις τῶν περιουσιῶν, διότι ἐπὶ τέλους ἐν σχέσει μὲ τὴν Βουλγαρίαν δὲν εἴμεθα ἡμεῖς εἰς τὴν θέσιν ποῦ εἴμεθα ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. (χειροκροτήματα). Ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἔλεγεν, ὅτι θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος, νὰ καταβάλῃ ἀμέσως ποσά, ἀλλὰ μία τοιαύτη ὑποχρέωσις δὲν θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐγνώριζεν νὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαιά της. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἰς αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα περιελαμβάνονται μεταξὺ τῶν ἐκκαθαριστέων πραγμάτων αἱ ὀφειλαὶ τοῦ δημοσίου, ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτὰ περιλαμβάνονται πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ ἐκκαθάρισις πρὶν ἢ καθαρισθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ ζητήματα; Κατὰ ποίαν λογικὴν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν τοῦ 1923 ὅταν δὲν ἔλεγε, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις ἐντὸς 6 μηνῶν, πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν μόνον μίαν ἐκκαθάρισιν τῶν ἄλλων ζητημάτων τῶν μεγίστων τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὴν Ἑλλάδα; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἀνέφερε τὰς ἐλαφρύνσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται διὰ τῆς νέας συμβάσεως ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι θὰ παραχωροῦνται εἰς τὴν Βουλγαρίαν ὁμολογίαι ποσοῦ ἴσου πρὸς τὸ καταβλητέον εἰς αὐτὴν κατ’ ἔτος ποσόν, ἐνῷ κατὰ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα θὰ ἔδει, νὰ δοθοῦν ὁμολογίαι δι’ ὅλον τὸ ὀφειλόμενον κεφάλαιον, ὅπερ θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον, ὡς δυνάμενον νὰ ἐπιρεάσῃ δυσμενῶς τὴν Ἑλληνικὴν πίστιν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι οἱ Βούλγαροι μετανάσται, θὰ ἔσπευδον νὰ τὰς θέσουν εἰς κυκλοφορίαν ὅλας τὰς ὁμολογίας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Καφαντάρης, διὰ νὰ ζημιώσουν τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον; Φαντάζεσθε, ὅτι ἡ Βουλγαρία ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν ἢ ὄχι; Θὰ ἐσκέπτετο μόνον πῶς νὰ ζημιώσῃ τὴν Ἑλληνικὴν πίστιν καὶ δὲν θὰ ἐσκέπτετο πῶς νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ὑπὸ τοὺς καλλιτέρους ὅρους τὰς ὁμολογίας; Ἀλλὰ εἶναι ἕνας ἄλλος ὅρος ποῦ καθίστα ἀπαραίτητον καὶ τὴν σύμβασιν, ὡς ὑπεστηρίχθη ὁ ὅρος, ὅτι γινόμεθα κύριοι τῶν κτημάτων. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐγενόμεθα πρὶν ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις. Ἡμεῖς πρὶν κάμωμεν τὴν τελευταίαν σύμβασιν παρεχωρήσαμεν τὰ κτήματα τῶν μεταναστῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων καὶ ἡ παραχώρησις αὕτη σύμφωνα πρὸς τὸ καταστατικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἐσωτερικὸν νόμον καὶ ἔχει τὴν σημασίαν τῆς μεταβιβάσεως πλήρους τῆς κυριότητος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. Ὥστε ἡ νέα σύμβασις δὲν μᾶς παρεχώρησεν οὐδὲν νέον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἴχομεν προηγουμένως. Ἀλλ’ ὑπάρχει δῆθεν καὶ ἄλλη ἐλάφρυνσις, ἡ ἐλάφρυνσις τοῦ δανείου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν δὲν θὰ ἦτο συμφέρον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅταν ἐγίνετο πλήρης ἐκκαθάρισις ἀντὶ νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας, νὰ συνάψῃ δάνειον.
§250Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἦτο δύσκολον νὰ κάμωμεν ἕτερον δάνειον μὲ τοὺς ἰδίους ὅρους.
§251Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη ὁ τόκος, θὰ κατέλθῃ καὶ τότε θὰ ἔχωμεν εὐνοϊκωτέρους ὅρους.
§252Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τότε ὅταν κατέλθῃ ὁ τόκος δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δάνειον καὶ νὰ πληρώσωμεν ὅλα μας τὰ σημερινὰ χρέη.
§253Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἡ ὠφελιμότης τῶν ὅρων αὐτῶν εἶναι ἀμφίβολος, ὅτι ἀντὶ τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἐδημιούργει δι’ ἡμᾶς ὑποχρεώσεις μεγαλειτέρας, θὰ ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς ἐν καλῇ πίστει εὑρισκομένη, νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Βουλγαρία οὔτε ἐκύρωσε τὴν παλαιὰν συμφωνίαν, οὔτε ἐφήρμοσε τοὺς ὅρους αὐτῆς —δὲν ἐπεβλήθη ὥστε νὰ καταστῇ δυνατόν, νὰ γίνῃ δικαία ἐκτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν περιουσιῶν—, νὰ στηριχθῇ, λέγω ἡ Ἑλλὰς εἰς αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ νὰ ἀξιώσῃ νὰ συναφθῇ νέα συμφωνία ἐκκαθαρίσεως περιλαμβάνουσα καὶ ὅλας τὰς ἰδικάς μας ἀπαιτήσεις ἐκ τῆς καταλήψεως Ἑλληνικῶν κτημάτων, ἐξ ἐπιτάξεων κλπ. ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας. Εἰς αὐτὸν τὸν συλλογισμὸν στηρίζεται ἡ δυσμενὴς κριτική μας, διὰ τὴν σύμβασιν ποὺ ὑπέγραψεν ὁ κ. Καφαντάρης.
§254Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ, νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωσε ὁ ἐκεῖ πρεσβευτής μας, ὅτι ἐκεῖ ἐκυρώθη ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν.
§255Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐκυρώθη ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐὰν αἱ 5–6.000 δὲν μείνωσι, νὰ μείνῃ ἐκκρεμής.
§256Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς λέγει, ὅτι ἐκυρώθη μὲ ἕνα περιορισμὸν ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκτὸς τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος της, ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχει τὸν περιορισμὸν αὐτόν, εἶναι ὑπὸ ἀμφισβήτησιν.
§257Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Περιορισμὸν τὸν ὁποῖον διαψεύδει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§258Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζετε, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ εἴπῃ, ὅτι εὑρισκόμην ἐν ἀδυναμίᾳ καὶ δὲν κάμω τίποτε ἐφ’ ὅσον δὲν κυροῦνται ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα; Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὑπεστήριξεν, ὅτι εἶναι μέγα πλεονέκτημα ἡ ὑποχρέωσις πρὸς κατάθεσιν εἰς ξένην Τράπεζαν ὁριζομένην ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἐκ μέρους μας τῶν διὰ τὴν ὀφειλήν μας ὁμολογιῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ διάταξις ἐδημιούργησεν ἀνησυχίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι εἰς τὴν νέαν σύμβασιν δὲν περιλαμβάνεται ὁ ἀποκλεισμὸς ἢ ἀπαγόρευσις τοῦ συμψηφισμοῦ...
§259Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐνῷ εἰς τὴν παλαιὰν δυστυχῶς περιελαμβάνετο.
§260Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: τὸ μὲν παλαιὸν ἀπέκλειε τὸν συμψηφισμὸν ἀλλ’ αἱ ἰδικαί μας ἀπαιτήσεις περιελαμβάνοντο εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν τῶν δοσοληψιῶν αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ ἐκκαθαρισθοῦν. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ ἐκκαθάρισις πρὶν ὅλαι αὐταὶ αἱ διαφοραὶ τὰς ὁποίας ἀνέφερον ἐκκαθαρισθοῦν.
§261Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποῖαι διαφοραί;
§262Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐταὶ ποὺ ἀνέφερα τῶν κοινοτήτων, τῶν κτημάτων τῶν μοναστηριακῶν κλπ.
§263Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὰ δὲν ἔχει σχέσιν αὐτό. Αὐτὰ εἶναι δυνατὸν καὶ σήμερον νὰ λυθοῦν.
§264Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κατὰ τὸ παλαιὸν οἰκονομικὸν πρόγραμμα, ὅλαι αἱ ἀπαιτήσεις θὰ ἐκανονίζοντο μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ἐνῷ κατὰ τὰ 1926 ἴσχυε νέος ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι ...
§265Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ.
§266Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Αὐτὸ ἐκάματε σεῖς.
§267Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ἔκαμα ἐγὼ καὶ ἐπαίρομαι δι’ αὐτό.
§268Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐκάματε πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἴχατε ὑποχρέωσιν νὰ κάμητε.
§269Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις τῆς καταθέσεως εἰς ξένην Τράπεζαν ἀκριβῶς εἶναι ἡ προκαλέσασα τὰς ἀνησυχίας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ὅρος ὁ ἀποκλείων τὸν συμψηφισμὸν δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν νέαν σύμβασιν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τίθεται ὁ ὅρος τῆς καταθέσεως τῶν γραμματίων εἰς Τράπεζαν ὁριζομένην ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ προσέξῃ εἰς αὐτό, παρεμβάλλεται οὐσιαστικῶς αὐτὴ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐγεννήθη ὁ φόβος, ὅτι ἐὰν ἔχωμεν ἡμεῖς ἀπαιτήσεις δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ συμψηφισμός. Ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα μεταξὺ δύο διαδίκων προστατευμένων ἀπὸ τὰ ἡμεδαπὰ πολιτικὰ δικαστήρια τὰ ὁποῖα δικάζουν ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κανόνων δικαίου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχουν διαφοραὶ μεταξὺ δύο Κρατῶν καὶ τὸ ἕν τῶν Κρατῶν, διὰ τὰς ἰδικάς των ἀξιώσεις ἔχει λαμβάνειν ὡρισμένα γραμμάτια ληξιπρόθεσμα ἀπὸ μίαν Τράπεζαν. Κατὰ ποῖον τρόπον, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὴν Τράπεζαν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁρίσει ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, νὰ μὴ καταβάλῃ εἰς τὸ Βουλγαρικὸν Κράτος τὰ ληξιπρόθεσμα γραμμάτια ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἄλλας ἀπαιτήσεις; Τοῦτο θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μόνον ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ ἰδιωτῶν διαδίκων εἰς τὰς σχέσεις τῶν ὁποίων δὲν εἶχεν εἰσέλθει ἡ Κ.Τ.Ε. Τὰ πράγματα περιπλέκονται. Τί σημασίαν ἔχει τὸ ὅτι κατ’ ἀρχὴν ὁ συμψηφισμὸς δὲν ἀποκλείεται; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσωμεν ἡμεῖς τὸν συμψηφισμὸν ἐφ’ ὅσον μεσολαβεῖ διὰ τὴν καταβολὴν τῶν ἰδικῶν μας ὑποχρεώσεων ἡ ξένη αὐτὴ Τράπεζα, δηλαδὴ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ ἐφ’ ὅσον καταστήσωμεν ἀπαιτητὰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Βουλγαρίας, ἐνῷ τὰς ἰδικάς μας τὰς ἀφήσαμεν ἐκκρεμεῖς; Ἐστερήθημεν τοῦ σπουδαιοτέρου ὅπλου ποῦ εἴχομεν, ὅπως ἐξαναγκάσωμεν τὴν Βουλγαρίαν νὰ συντελέσῃ, ὅπως ἐκκαθαρισθοῦν καὶ αἱ ἰδικαί μας ἀξιώσεις.
§270Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔλεγον, ὅτι δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, διότι φρονῶ, ὅτι ἅμα ὡς ἐκκαθαρισθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Βουλγαρίας, θὰ πληρωθῶσιν αὗται ἄνευ συμψηφισμοῦ.
§271Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐκκαθαρισθῶσιν αὗται; Μὴ ἀρνῆσθε κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὅπως μεταξὺ τῶν ἀτόμων, οὕτω καὶ μεταξὺ τῶν Κρατῶν, ἡ καλὴ πρόθεσις καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων, ἐξαρτῶνται καὶ ἐκ τῶν δεσμεύσεων. Τὸ κυριώτερον μέσον τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἔναντι τῆς Βουλγαρίας εἶναι ἡ καταβολὴ τῆς ὀφειλῆς μας, διὰ τὰς ἰδικάς της ἀξιώσεις. Αὐτὸ τὸ ὅπλον ποῦ θὰ μᾶς ἐβοήθη νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἰδικῶν μας ἀξιώσεων τὸ ἐστερήθημεν μὲ τὴν νέαν σύμβασιν. Δι’ αὐτὸ ἡ μὴ ἐπανάληψις τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ συμψηφισμοῦ δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Προηγουμένως ἀπεκλείετο ὁ συμψηφισμός, ἀλλ’ ἠδυνάμεθα ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὸ κῦρος τῆς παλαιᾶς συμβάσεως καὶ ν’ ἀξιώσωμεν τὴν σύναψιν μιᾶς δικαίας συμβάσεως ἐκκαθαρίσεως ὅλων τῶν διαφορῶν. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος λέγει, ὅτι ἐγὼ προήγαγον τὰς σχέσεις τῶν δύο Κρατῶν, διότι ἱκανοποιῶν τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, τὴν καθιστῶ εὐνοϊκωτέραν.
§272Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, εἶπον τὸ ἐναντίον μάλιστα. Εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει σήμερον τὰ μέσα τῆς πιέσεως.
§273Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἤθελον νὰ μειώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὴν ἀξίαν τῆς δηλώσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος, εἰπών, ὅτι ὑπάρχει δικαίωμα συμψηφισμοῦ. Αὐτὸς ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν καὶ συνεπῶς γνωρίζει τὴν ἔννοιαν τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως καὶ συνεπῶς δὲν δύναμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ ἐμφανισθῇ τοιαύτη περίπτωσις, διότι ἔχω πλήρη πεποίθησιν, εἰς τὴν καλὴν θέλησιν τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Λαμβάνω μόνον ἁπλῶς ὑπὸ σημείωσιν τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος.
§274Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς προσχωρεῖτε εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὑπευθύνως ὑπογράψαντος. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τί ἰδέαν ἔχετε σεῖς.
§275Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Προκειμένου περὶ ὑποχρεώσεως, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην.
§276Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὀφείλετε νὰ ἔχετε γνώμην, ἀπορῶ πῶς λέγετε, πῶς δὲν ἔχετε γνώμην.
§277Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶπον, ὅτι λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν τὴν δήλωσιν τοῦ ὑπογράψαντος τὴν σύμβασιν.
§278Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ γνωρίζῃ ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γραπτῶν κειμένων, ὑπάρχει δικαίωμα συμψηφισμοῦ. Ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ὑπάρχει δικαίωμα συμψηφισμοῦ, ἀλλὰ ὅπως ἤδη ἐτόνισα καίτοι ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τοῦ συμψηφισμοῦ, ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, δὲν εἶναι δυνατή. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἐλάττωμα αὐτῆς τῆς συμφωνίας εἶναι, ὅτι ἐνῷ καθιστᾷ ἀμέσως ἀπαιτητὰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Βουλγαρίας ἀφίνει ἐκκρεμεῖς τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος. Διότι ἔχομεν ἄλλας ἀπαιτήσεις δυναμένας νὰ συμψηφισθοῦν, ὄχι δὲ ἀνηκούσας εἰς ἄλλας κατηγορίας, ἀλλ’ ἀνηκούσας εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν. Ἔχομεν ἀπαιτήσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλλάς, θὰ εὑρίσκετο ἐν πλήρει δικαίῳ, ἂν ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὴν Κ.Τ.Ε. ὅτι ναί, ὑπέγραψα αὐτὴν τὴν συμφωνίαν καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ τὴν ἐφαρμόσω, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅπως γίνουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ροδόπης συνάδελφος, ὅπως καὶ προθεσμίαι δι’ ἐφέσεις δοθοῦν, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ πιστοποίησις καὶ ἡ δικαία ἐκτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν περιουσιῶν εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ ὅπως ἐκτιμηθοῦν, ἐπίσης καὶ συμψηφισθοῦν, ἐπίσης καὶ αἱ ἀξιώσεις, εἴτε νομικῶν προσώπων, εἴτε φυσικῶν, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται, εἰς τὸ παλαιὸν οἰκονομικὸν πρόγραμμα. Ἐφ’ ὅσον αὐτὰ δὲν πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθοῦν καὶ ἐκ μέρους μας ἀνάληψις ὑποχρεώσεως πρὸς ἄμεσον πληρωμὴν τῶν ἀξιώσεων τῆς Βουλγαρίας ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἀσύνετον, παρ’ ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν προαγωγὴν τῶν φιλικῶν σχέσεων μὲ τὴν Βουλγαρίαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν νομίζω, ὅτι προάγομεν τὰς φιλικὰς σχέσεις. Ὅπως ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, αἱ καλαὶ σχέσεις πηγάζουν ἐκ τῶν καλῶν λογαριασμῶν. Ὅταν αὔριον ἀρχίσουν μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως αἱ ἀμφισβητήσεις τῶν ἰδικῶν μας ἀξιώσεων ἐκ μέρους τοῦ ἄλλου Κράτους, δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον σημεῖον θὰ εὑρεθῶμεν καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ πρόκειται νὰ πληρώσωμεν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωμεν μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποχρεούμεθα, τυχὸν μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ὅλων τῶν λογαριασμῶν, ὄχι μόνον τῶν ἀξιώσεων τῆς Βουλγαρίας. Ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ὅλη ἡ καλὴ διάθεσις, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι πράττομεν ἔργον συνετόν, ὅτι προάγομεν τὰς φιλικὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ὅταν δὲν διεκδικοῦμεν, ὅπως διεκδικεῖ τὰ δίκαιά των ἕνας συνετὸς οἰκογενειάρχης, τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος. (χειροκροτήματα).
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§280Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὲ τὴν συνήθειαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ προσβλέπῃ πάντοτε μὲ πρῖσμα σκιερὸν εἰς τὰ λεγόμενα τῶν ἄλλων, ἠθέλησε εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου του, νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ φράσεις δυναμένας, νὰ θίξουν, ὡς εἶπεν, τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ τὴν πρόθεσιν ὅτι ἠθέλησα νὰ μειώσω τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ἀπορρέονται ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν καὶ τῶν περιουσιῶν τῶν νομικῶν προσώπων. Ἔσπευσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δώσῃ οἵαν ὤφειλε ἐξήγησιν. Εἶναι φανταστικὴ ἡ ὑποτίμησις τῶν δικαιωμάτων μας. Πρῶτος ἄλλως τε ἐγὼ ἔσπευσα, νὰ δηλώσω ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν νομικῶν προσώπων εἶναι βάσιμα, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θίγεται ἐκ τῆς ρυθμίσεως τῶν πληρωμῶν, οὐδὲ σχετίζεται πρὸς ταύτας. Εὑρίσκεται σήμερον εἰς χεῖρας τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις παρέπεμψεν αὐτὸ καθ’ ἃς ἐξωδίκους πληροφορίας ἔχω, εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, τῆς ὁποίας ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἀναμένεται ἡ ἀπόφασις, θὰ ἠδύνατο δὲ νὰ παραπεμφθῇ καὶ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῆς Χάγης.
§281Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὥστε νομίζετε, ὅτι εἶναι ἱκανοποιημένη ἡ Ἑλλὰς ἐν ᾗ περιπτώσει διὰ τὰ δίκαιά της τρέχει εἰς τὸ δικαστήριον τῆς Χάγης καὶ ἡ Βουλγαρία ἔχει εἰς χεῖράς της τὰ γραμμάτια;
§282Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι ἡ ἀμφισβήτησις τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν τῆς μεταναστεύσεως καὶ ὄχι τῶν πληρωμῶν. Ἐπιληφθεὶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τῆς ἐρεύνης τῶν ὅρων τῆς νέας συμβάσεως ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ὁμολογιῶν τῶν μεγάλων καὶ μικρῶν τμημάτων δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν οὐδὲ δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, καθ’ ὅσον οἱ δικαιοῦχοι πρόσφυγες δὲν θὰ ἔρριπτον ἀθρόως καὶ αἰφνηδιαστικῶς τὰς ὁμολογίας εἰς τὴν ἀγοράν. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐσκέφθη ποτὲ νὰ εἴπῃ τοιαύτην ἀνοησίαν. Δὲν ἰσχυρίσθην ὅτι οἱ μετανάσται θὰ ἔρριπτον εἰς τὴν ἀγορὰν ἀθρόως καὶ αἰφνηδιαστικῶς τὰς ὁμολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Αἱ ὁμολογίαι περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα εἶναι αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν ἁρμοδίαν νὰ ἐκλέξῃ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον, θὰ ἔρριπτε εἰς τὴν ἀγορὰν τὰς ὁμολογίας ταύτας.
§283Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, ἢ ἐνδεχομένως οἱ μετανάσται, δὲν θὰ σκεφθοῦν ποτὲ νὰ χρησιμοποιήσουν τὰς ὁμολογίας ἐπὶ βλάβῃ τῆς Ἑλλάδος.
§284Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατί; Εἶναι φανερόν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν ἔχει ἀναγνώσει ἐπισταμένως τὰς συμφωνίας. Ἄλλως θὰ ἔβλεπε, ὅτι ἑκάστη Κυβέρνησις ἀποζημιώνει αὐτὴ διὰ τῶν ἰδίων της ὁμολογιῶν ὁμοεθνεῖς της δικαιούχους, διαθέτουσα κατ’ οἰκείαν κρίσιν μόνον τὰς ἀνηκούσας εἰς τὸ Βουλγαρικὸν Κράτος ὁμολογίας.
§285Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐσωτερικοῦ δικαίου.
§286Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι μόνον ζήτημα δικαιώματος τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως πρὸς διάθεσιν τῶν ὁμολογιῶν εἰς χρόνον τῆς ἰδίας της ἐκλογῆς. Καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ χρόνου τίποτε δὲν ἀπέκλειε νὰ γίνῃ εἰς περίοδον ἀκατάλληλον διὰ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος καὶ κατὰ τρόπον ὅστις νὰ παρασύρῃ εἰς πτῶσιν ὅλας μας τὰς ἀξίας. Πρόκειται ἑπομένως περὶ ἀνακριβείας ὀφειλομένης εἰς τὴν συνήθη φιλόλογον τοῦ συναδέλφου διάθεσιν.
§287Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ὡμίλησα πολὺ κοινοβουλευτικώτερον διὰ σᾶς.
§288Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι μεγάλη κατηγορία, ὅτι ἔχετε φιλόλογον διάθεσιν. Σεῖς ἄλλως τε ἐπαίρεσθε, διὰ τὰς διαθέσεις σας ταύτας.
§289Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ὁσάκις ἀνέρχομαι ἐκεῖ πέρα, λέγω, ὅ,τι πράγματι πιστεύω.
§290Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερεν ἐπίσης, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα, διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους μας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, νὰ συνάψωμεν νέον δάνειον. Εἰς οἵαν σήμερον εὑρίσκεται οἰκονομικὴν τὸ Κράτος κατάστασιν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ὅταν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις δὲν εἶχεν ἀκόμη συναφθῆ τὸ τριμερὲς δάνειον καὶ ἀνησυχίαι ἐκράτουν, διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τῶν δημοσιονομικῶν πραγμάτων, αἱ δὲ ἀνησυχίαι μᾶς ἐπέβαλον νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν περισσότερον τὸν προϋπολογισμόν, διὰ δανείων ἐπαχθῶν. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς εὐνοϊκοὺς ὅρους δάνειον τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐξευρεθῇ θὰ ἐπεβάρυνε τὴν θέσιν καὶ τὴν πίστιν μας, θέσιν Κράτους προστρέχοντος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς σύναψιν νέου δανείου πρὸς ἐξόφλησιν προγενεστέρων ὀφειλῶν. Τὸ νέον δάνειον ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἀσυγκρίτως ἐπαχθέστερον τοῦ πρὸς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν χρέους μας, βαρυνομένου μὲ τόκον 6% μὲ τριακονταετῆ ἀπόσβεσιν εἰς τὸ ἄρτιον. Ἐπ’ οὐδενί, ὑπὸ ὅρους τοιούτους, δὲν εἶναι ἀτυχῶς ἀκόμη εἰς θέσιν ἡ Ἑλλὰς νὰ δανείζεται, ἀλλ’ ὁ συνάδελφος ἐπροχώρησεν περαιτέρω ἰσχυρισθείς, ὅτι ἡ τράπεζα περὶ τῆς ὁποίας τόσον εὐφήμως ὡμίλησα ἀποτελεῖ μειονέκτημα καὶ πρόσκομμα. Εἰς τὴν ἄμεσον τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν σχέσεων ρύθμισιν μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ἔναντι τῆς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα, νὰ ἀσκήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συμψηφισμοῦ, ἠθέλησε ὁ κ. συνάδελφος, νὰ μοῦ καταλογίσῃ, ὅτι προέβην εἰς ἐκφράσεις δυναμένας νὰ θίξουν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐγὼ γνωρίζω νὰ ἀποφεύγω τοιούτους σκοπέλους. Ἐκφράσεις τοιαῦται δυστυχῶς διέφυγον ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κ. συναδέλφου ἰσχυρισθέντος, ὅτι εἶναι ἀμφίβολον ἂν δυνάμεθα νὰ ἀσκήσωμεν, μεσολαβούσης τῆς Τραπέζης, τὸ δικαίωμα τοῦ συμψηφισμοῦ.
§291Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπα τὶ φόβοι ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς μεσολαβήσεως αὐτῆς πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματός μας τοῦ συμψηφισμοῦ καὶ σεῖς μπορεῖτε νὰ ἐξηγήσητε, ἐὰν οἱ φόβοι αὐτοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμοι.
§292Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ μεσολάβησις τῆς οὐδετέρας Τραπέζης οὐ μόνον δὲν εἶναι κώλυμα, διὰ τὸν συμψηφισμόν, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐξασφάλισις, διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, λόγῳ τῆς μεσολαβήσεως ταύτης δέ, θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, νὰ παραδώσωμεν τοὺς τίτλους μας, ὀνομαστικοὺς ἢ εἰς τὸν κομιστήν, εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, δικαιουμένης νὰ τοὺς μεταβιβάσῃ εἰς τρίτους, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὁ συμψηφισμὸς καὶ ἂν κατ’ ἀρχὴν μᾶς παρεχωρεῖτο, θὰ ἀπέβαινεν ἐν τοῖς πράγμασιν ἀνέφικτος. Ἡ μεσολάβησις τῆς οὐδετέρας Τραπέζης τοῦτο ἀκριβῶς ἔχει τὸ ἀγαθόν, ὅτι ἐνῷ ἔχωμεν ὑπόλογον, διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων μας τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ δικαιούμεθα εἰς συμψηφισμόν, τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως ἤδη μὴ δικαιουμένης νὰ διαθέσῃ τὰς ὁμολογίας εἰς τρίτους. Ἔχωμεν ἐν πάσῃ τὴν εὐχέρειαν τῆς πραγματικῆς τοῦ συμψηφισμοῦ ἀσκήσεως. Ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ συμψηφισμοῦ ἤδη, διὰ τῆς οὐδετέρας Τραπέζης εἶναι ἀσφαλὴς καὶ ἀπόλυτος. Διότι, ἂς τὸ ἐπαναλάβω, ἐφ’ ὅσον ζητοῦνται περιτταὶ ἄλλες ἐξηγήσεις ἡ Τράπεζα ἔχει ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ παραδώσῃ τὰς ὁμολογίας μας, εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ κρατήσῃ ταύτας προάγουσα πρὸ πληρωμὴν τὸ ἑκάστοτε ληξιπρόθεσμον γραμμάτιον. Πᾶσα ἡμῶν βεβαία καὶ ἐκκαθαρισμένην ἀπαίτησις μᾶς παρέχει τὸ δικαίωμα, νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν οὐδετέραν Τράπεζαν κατὰ τὴν προσαγωγὴν τοῦ γραμματίου πρὸς πληρωμὴν ὅτι ἀντὶ χρημάτων ἐξοφλοῦμεν τὴν ὑποχρέωσίν μας, διὰ τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς ἀντιστοίχου ἀπαιτήσεώς μας, ἀπέναντι τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, ἡ οὐδετέρα Τράπεζα θά συμψηφίσῃ καὶ θὰ σᾶς δώσῃ τὰ γραμμάτια ἐξωφλημένα. Περὶ τούτου δὲν χωρεῖ ἀμφισβήτησις. Δυστροπούσης τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς οὐδετέρας τυχὸν Τραπέζης, τὸ ζήτημα, θὰ λυθῇ ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν δυνάμει τῆς σχετικῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς ἀναγραφομένης εἰς τὴν συμφωνίαν καὶ βεβαίως κατὰ τὸ δίκαιον ἀναμφισβητήτως, θὰ λυθῇ ὑπὲρ ἡμῶν. Ἐὰν ὁ συμψηφισμὸς ἰσχύει εἰς συμβάσεις μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ δὲν συγχωρεῖται νὰ ἀναγνωρισθῇ, τὸ προνόμιον εἰς τὸν ἕνα ἐκ τῶν συμβαλλομένων τῆς καταπλεονεκτήσεως ἀπέναντι τοῦ ἄλλου, νὰ πληρωθῇ τουτέστι οὗτος δι’ ὅσα ἔχει λαμβάνειν, ἀλλὰ νὰ ἀρνεῖται, νὰ πληρώσῃ ὅσα ὀφείλει, ἐὰν αἱ τοιαῦται ἀντιλήψεις δὲν εἶναι ἀνεκταὶ εἰς σχέσεις μεταξὺ ἰδιωτῶν πολὺ μᾶλλον δὲν ἔχουν αὗται θέσιν εἰς οἰκονομικὰς μεταξὺ Κρατῶν σχέσεις. Εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ Κρατῶν τὰ ζητήματα λύονται ἐν πνεύματι καλῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπέτρεπε εἰς ἓν Κράτος, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἰδίων του ὑποχρεώσεων καὶ νὰ ἀξιοῖ συγχρόνως ἀπὸ τὸν ἄλλον τὴν πληρωμὴν ἐκτὸς ἂν ῥητῶς, συμβαίνει εἰς τὴν συμφωνίαν τοῦ 1922, ὅρος ἐπιτρέπων τὴν ἀξίωσιν ταύτην. Οὐδεμία ἑπομένως δύναται νὰ παραμείνῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ χορηγηθέντος, διὰ τῆς νέας συμβάσεως τῇ μεσολαβήσει τῆς οὐδετέρας Τραπέζης. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, καθόσον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν διατάξεις τῆς νέας συμφωνίας ἀβάσιμοι ἦσαν ἀπὸ ἀρχῆς ἕως τέλους. Ἀλλὰ προέβη καὶ εἰς ἄλλας γενικωτέρας ἐπ’ αὐτῆς ἀντιρρήσεις ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὑποστηρίξας, ὅτι πρὶν ὑπογράψωμεν τὴν νέαν συμφωνίαν, ἔστω καὶ βελτιώνουσαν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε καθαρὰ καὶ ξάστερα νὰ θέσωμεν ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῆς συμφωνίας τοῦ 1922, ἂν μὴ ἡ Βουλγαρία ἐδέχετο τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν, ἀξιώσεις ἐξερχομένας ἀπὸ τὸ πλαίσιον τοῦ κανονισμοῦ τῶν πληρωμῶν. Νὰ εἴπωμεν δὲ ἢ ὑποκύπτετε εἰς τὰς ἀξιώσεις μας ἢ ἀθετοῦμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας.
§293Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐταὶ αἱ φράσεις εἶναι ποῦ ζημιώνουν τὴν Ἑλλάδα.
§294Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι φράσεις, οὐχὶ ἰδικαί μου.
§295Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπωμεν, ὅτι ἀξιοῦμεν νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐφαρμόζονται. Αὐτὸ σημαίνει, ἀθετοῦμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, ἐὰν ἡ Βουλγαρία δὲν ὑποκύψῃ;
§296Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐφαρμόζονται προκειμένου περὶ τῶν πληρωμῶν, ἡ φύσις τῶν διχογνωμιῶν, ἐπὶ ζητημάτων ἀναφυομένων κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν γενικῶν συνθηκῶν δὲν ἔχει σχέσεις πρὸς τοὺς κανόνας τῆς πληρωμῆς καὶ ὑπόκεινται δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη εἰς τὴν ὁριζομένην, διὰ τῶν συνθηκῶν διαδικασίαν. Διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει, θὰ ἔπρεπε, νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι αἱ ἰδικαί μας ἀντιλήψεις περὶ τῆς ἑρμηνείας, ἀπετέλουν τιμητικὴν προϋπόθεσιν.
§297Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κάθε σύμβασις στηρίζεται, εἴπατε, ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ἐφηρμόσθη ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ναὶ ἢ ὄχι;
§298Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ καλῆς πίστεως, ἀλλὰ περὶ ἑρμηνείας. Αἱ ἀμφισβητήσεις λύονται καθ’ ὡρισμένους κανόνας, ὁποίους εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ τηρήσωμεν. Ἐπανελήφθη ὅτι ἡ συμφωνία τοῦ 1922 δὲν ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας. Ἀπαντῶ ὅτι βεβαίως ἐκυρώθη. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἶχε κατὰ τύπους ἐπικυρωθῇ ἡ ἰσχὺς καὶ δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη θὰ ἦτο ἀναμφισβήτητος, προκειμένου περὶ ἀποφάσεως, καὶ δὴ ἀποφάσεως ὁμοφώνου τῆς Μ. Ἐπιτροπῆς. Τὰ τυχὸν ἄλλως τε ὑπάρχοντα ἡμῶν παράπονα τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ὑποχρεούμεθα νὰ τὰ ὑποβάλωμεν, διὰ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς. Μόνον διὰ τῆς νέας συμβάσεως παρέχεται εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Κ.Τ.Ε. Ἐὰν ἔχωμεν ἀξίωσιν διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν κτημάτων, καὶ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτὴ δὲν ἤθελε γίνῃ σύμφωνα μὲ τὰς ἀντιλήψεις μας, ἡ δὲ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἀπορρίψῃ τὰς ἀξιώσεις μας, σειρὰ συμφωνιῶν φερουσῶν τὴν ὑπογραφήν μας, ἡ συνθήκη τοῦ Νεϊγύ, ἡ σύμβασις τῆς μεταναστεύσεως, ἡ συμφωνία τοῦ 1922 μᾶς ἐδέσμευον πρότερον καὶ δὲν μᾶς ἐπέτρεπον νὰ λύσωμεν αὐθαιρέτως τὰς διαφοράς μας, ἢ νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Μ. Ἐπιτροπῆς. Σήμερον μόνον μᾶς παρέχεται τὸ δικαίωμα διὰ τῆς νέας συμφωνίας νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν, διότι, πᾶσαι αἱ διαφοραί μας δύνανται νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.
§299Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Προηγουμένως.
§300Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὔτε προηγουμένως, οὔτε σήμερον δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὡς νομικὴν προϋπόθεσιν τὰ παράπονα ἡμῶν.
§301Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ τελευταία συμφωνία εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.
§302Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ μελετήσας τὰ πράγματα ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον χωρὶς νὰ φανῶμεν ἀσυνεπεῖς εἰς τὰς διεθνεῖς ἡμῶν ὑποχρεώσεις κυρουμένας δι’ ἐγγυήσεως τὰς ὁποίας ἐπετρέπετο νὰ παρίδωμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀθετήσωμεν τὴν συμφωνίαν τοῦ 1922 μονομερῶς καὶ αὐτοβούλως. Καὶ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν, ὄχι μόνον, διότι τοῦτο μᾶς ἐπιβάλλει ἡ καλὴ πίστις, ἡ ἠθικὴ ἡμῶν φερεγγιότης, ἡ διεθνής μας ὑπόληψις, ἀλλὰ διότι ὑπῆρχεν ὑπεράνω ἡμῶν καὶ τῆς Βουλγαρίας εἷς αὐστηρὸς ἐπόπτης τῆς τηρήσεως τῶν συμπεφωνημένων μεταξὺ Κρατῶν, μελῶν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὑπῆρχεν ἡ Κ.Τ.Ε. ὀργανισμὸς πανίσχυρος ἀπέναντι τῶν μικρῶν Κρατῶν. Οὐδέποτε ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἀπεφάσιζα νὰ φθάσω μέχρι τοῦ σημείου, νὰ κηρύξω τὴν Ἑλλάδα ἀναξιόχρεων ἀφρόνως καὶ ἄνευ κέρδους, μόνον ὅπως ὑποστῇ τὴν ταπείνωσιν τοῦ νὰ ἴδῃ ἐπιβαλλομένην εἰς αὐτὴν τὴν τήρησιν τῶν διεθνῶν συνθηκῶν διὰ τῆς βίας.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§304Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετῆς σπουδαιότητος καὶ μετὰ τὴν πρόκλησιν, ἀκουσίως ἴσως τὴν ὁποίαν μοῦ ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Ἑκατέρωθεν, μεταξὺ τῶν δύο κυρίων ἀρχηγῶν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ τῶν Προοδευτικῶν, ὑποθέτω, ὅτι ἐπεκράτησε κἄποια ὑπερβολή. Δὲν νομίζω, ὅτι σήμερον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας καὶ νὰ ἐπικρίνωμεν αὐτόν, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως. Πρέπει νὰ ἴδωμεν ποῖον εἶναι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται ἡ Ἑλλὰς δυνάμει τῆς συμβάσεως ταύτης, ἐὰν προσεβλήθησαν δικαιώματά τινα ὑφιστάμενα καὶ ἐὰν ταῦτα δυνάμεθα νὰ τὰ προφυλάξωμεν κατὰ ἕναν οἱονδήποτε τρόπον. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, θὰ διαφωνήσω εἰς τὰ τελευταῖα τὰ ὁποῖα ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀνέπτυξε, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλγαρία δὲν ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ σχεδίου τοῦ 1922, ἡμεῖς θὰ φέρωμεν τὴν ὑποχρέωσιν ἐξ αὐτῆς καὶ θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὰς ἐκπληρώσωμεν. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, τοῦτο εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Νομίζω, ὅτι σφάλετε.
§305Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε. Εἶπον ἁπλῶς, ὅτι εἴχομεν συνάψει κατὰ τὸ 1922 μίαν συμφωνίαν, ὅτι ἀνεθέσαμεν τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων τῶν προκυπτόντων ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμφωνίας αὐτῆς εἰς μίαν μικτὴν ἐπιτροπήν. Ἐφ’ ὅσον ἀνεθέσαμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν μικτὴν ἐπιτροπήν, θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιστα ἀκολουθοῦντες μίαν διαδικασίαν, ν’ ἀσκήσωμεν ὅλα τὰ δικαιώματα ἡμῶν καὶ νὰ ὑποβάλωμεν ὅλα τὰ παράπονά μας, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἱκανοποίησις τῶν αἰτημάτων μας κατὰ τὴν νόμιμον διαδικασίαν. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν νομικὴν βάσιν, ὅπως διαρρήξωμεν τὴν συμφωνίαν αὐτήν.
§306Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος, νομίζω, ὅτι καὶ τώρα ἐπαναλαμβάνετε τὰ ἴδια. Λέγω, ὅτι σφάλεσθε εἰς τοῦτο ἂν νομίζετε, ὅτι ἡ μὲν ἐκτέλεσις τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ οἰκουμενικοῦ σχεδίου τοῦ 1922, μποροῦν νὰ μᾶς δίδουν δικαίωμα νὰ προσφύγωμεν εἰς ὅτι δήποτε πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν δικαιωμάτων μας ἐκείνων, ἀλλ’ ἡμεῖς παραμένομεν ὑπόχρεοι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, πρὸς ἐξασφάλισιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπεδικάσθησαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν δυνάμει τοῦ οἰκονομικοῦ ἐκείνου σχεδίου. Τοῦτο νὰ μου ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι σφαλερόν. Εἶναι γενικὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ δικαίου κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀντιτάξωμεν τὴν exeptio non adimpleti contractus, τὴν ἔνστασιν τοῦ μὴ ἐκπληρωθέντος συναλλάγματος. Ὑπάρχει δέ, μὴ ἐκπληρωθὲν συνάλλαγμα ἐφ’ ὅσον κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἐκεῖνο σχέδιον εἴχομεν δικαιώματα δι’ ὡρισμένας ἀπαιτήσεις, τὰ δικαιώματά μας δὲ ἐκεῖνα δὲν ἱκανοποιήθησαν, καὶ εἴχομεν δικαίωμα νὰ προσφύγωμεν ἔστω εἰς μίαν ὡρισμένην διαδικασίαν, διὰ νὰ τακτοποιήσωμεν τὸ δικαίωμά μας, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ὑφίσταται ἢ ὄχι καὶ πρὶν ἢ λυθῇ τοῦτο, ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιτάξωμεν κατὰ τοῦ ἑτέρου Κράτους μὲ τὸ ὁποῖον συνεβλήθημεν, ὅ,τι ἀναμένεται νὰ τηρήσωμεν ἐπὶ τῆς ἑτέρας ἀξιώσεως ἡ ὁποία καθ’ ἡμᾶς πηγάζει ἐκ τοῦ συναλλάγματος ἐκείνου, διότι τότε μόνον θὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ ὑποχρέωσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἐκ τῆς γνώμης ταύτης προήχθητε εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, νομίζω, ὅτι προήχθητε ἐξ ἐσφαλμένων προϋποθέσεων. Ἀλλ’ ἴδομεν τώρα, ὅτι ἔχομεν μίαν νέαν σύμβασιν, καὶ ὅτι αὕτη μᾶς ἐπιβάλλει ἄλλας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν. Εἶναι γνωστὸν καὶ τοῦτο εἶναι τὸ οὐσιῶδες, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἀπαιτήσεις ἔχομεν ἀξιώσεις κατὰ τῆς Βουλγαρίας αἱ ὁποῖαι τὸ μὲν ἀφορῶσιν αὐτὰ ταῦτα τὰ θέματα τὰ ρυθμιζόμενα, διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἡ ὁποία τροποποιεῖ τὸ οἰκονομικὸν σχέδιον τοῦ 1922, τὸ δέ, ἀξιώσεις ἄλλης φύσεως ἀναφερομένας εἰς ἀντικείμενα ἐκτὸς τῆς συμβάσεως. Ἐχάρην ἰδιαιτέρως πολύ, διότι ἀληθῶς εἶχεν ἐπέλθει μία συσκότισις εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ ἴσως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον ὡρισμένας ἀξιώσεις, οἱ Ἕλληνες μετανάσται ἐκ τῆς Βουλγαρίας, βλέποντες θιγόμενα τὰ δικαιώματά των ἢ τὰ συμφέροντά των μᾶλλον καὶ δικαιώματα ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζονται ταῦτα εἰς τὸ προηγούμενον οἰκονομικὸν σχέδιον, διέδιδον πολλὰ κατὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, καὶ δὲν γνωρίζω πῶς ἔφθασε ἀκόμη νὰ τεθῇ μία ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι αἱ ἀξιώσεις ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον ἤθελον ἀναγνωρισθῇ νόμιμοι καὶ βάσιμοι, ἀξιώσεις αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου, δὲν θὰ ἠδύναντο ν’ ἀντιταχθῶσι εἰς συμψηφισμὸν κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἀνεγνωρισμένων τῆς Βουλγαρίας. Δὲν γνωρίζω πῶς προῆλθεν ἡ τοιαύτη ἐσφαλμένη ἀντίληψις καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἐχάρην ἰδιαιτέρως, ὅτι ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δημιουργὸς τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τοὺς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας συνήφθη, διεπίστωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκριβὲς καὶ ἀναμφισβήτητον κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ κατὰ τὴν σύμβασιν. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, ποτὲ ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συμψηφισμοῦ μιᾶς ἀπαιτήσεως ἑνὸς ὀφειλέτου κατὰ τοῦ δανειστοῦ του.
§307Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Καὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ λογαριασμοῦ.
§308Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴτε ἐκ τοῦ αὐτοῦ λογαριασμοῦ, εἴτε ἐξ ἄλλου. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅταν ἔχω μίαν ἀπαίτησιν κατὰ τοῦ δανειστοῦ μου ἔχω τὸ δικαίωμα, νὰ τὴν ἀντιτάξω εἰς συμψηφισμόν, κατὰ πᾶσαν ἀρχὴν τοῦ δικαίου. Δόλον ποιεῖ, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ λάβῃ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ τοῦ ἀποδώσῃ. Αὐτὰ λέγει ὁ νόμος, αὐτὰ λέγουν αἱ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν μεταξὺ δύο Ἐθνῶν καὶ μάλιστα ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας σήμερον διατελοῦμεν μετὰ τὰς γείτονας χώρας, κατὰ τὰς ὁποίας μία διάθεσις μεταξὺ τῶν δύο λαῶν ὑφίσταται καὶ μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν ἐνεργεῖται, ὅπως πλησιεστέρα ἐπέλθῃ προσέγγισις καὶ ἀναπτυχθῶσιν ἀμοιβαίῃς δι’ ἀμοιβαίας καλῆς πίστεως τὰ διάφορα οἰκονομικὰ συμφέροντα, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι θὰ μᾶς ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συμψηφισμοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχομεν κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καλῆς πίστεως, ἡ ὁποία διέπει τὰς σχέσεις τῶν Κρατῶν, πόθεν θά μᾶς ἀμφισβητηθῇ τοῦτο; Ἐκ τῆς συμβάσεως; Ὄχι. Δὲν τὸ ἀποκλείει ἡ σύμβασις. Τότε θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀμφισβητηθῇ, ὅταν ἡ σύμβασις τὸ ἀπέκλειεν, ἀλλ’ ἀντιθέτως τὸ δικαίωμα καθίσταται κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ἀναντίρρητον, διότι εἰς τὴν νέαν σύμβασιν κατηργήθη τοιοῦτος ὅρος ὑφιστάμενος εἰς τὸ προηγούμενον οἰκονομικὸν σχέδιον. Ἡ τοιαύτη κατάργησις σημαίνει πληρέστατα τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς τῆς ὑφισταμένης ἐν τῷ δικαίῳ περὶ τοῦ συμψηφισμοῦ τῶν ἀπαιτήσεων. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, δὲν ἠμφισβήτησε τὴν ὕπαρξιν τοῦ τοιούτου δικαιώματός μας, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμβληθῶσιν δυσχέρειαι ὡς ἐκ τῆς συμφωνίας τῆς ὑπὸ κύρωσιν συμβάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τῆς διαφορᾶς της ἡ Ἑλλάς, θὰ ἐκδώσῃ 60 χρεωστικὰ γραμμάτια, τίτλους, τοὺς ὁποίους θὰ καταθέσῃ εἰς τινα τράπεζαν, οὐδετέραν, ἐκλεγομένην ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Κ.Τ.Ε. Ἀλλὰ διατὶ ἐκ τῆς καταθέσεως ταύτης, θὰ προέλθῃ οἱαδήποτε ἀντίρρησις εἰς τὴν ἐνάσκησιν ἑνὸς δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει; Ἐγὼ θὰ εἴπω, ὅτι θὰ συμφωνήσω περισσότερον μὲ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι ἐντεῦθεν δὲν ἐπέρχεται οὐδεμία δυσχέρεια εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ὡρισμένου δικαιώματός μας ἀναντιρρήτως, ὑφισταμένου, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ μία εὐκολία ὑπάρχει, διότι τρόπον τινὰ ἡ τράπεζα αὐτὴ ἡ ὁποία θὰ εἶναι καὶ εἷς θεματοφύλαξ οὐχὶ μόνον μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς Κ.Τ.Ε. προσδιοριζόμενος, δὲν εἶναι δυνατόν, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἔχουσα πλέον ἀπαίτησιν ἐκκαθαρισμένην, νομίμως ἀνεγνωρισμένην καὶ παρουσιαζομένην ἐνώπιον τῆς τραπέζης αὐτῆς καὶ λέγουσα, ἐγὼ ἔχω τὴν ἀπαίτησίν μου, ἰδοὺ λάβε πρὸς ἐξόφλησιν, καὶ νὰ χρεωθῇ ἡ τράπεζα νὰ δεχθῇ τὸν συμψηφισμόν, ἢ νὰ εἴπῃ, ἐγὼ θὰ δώσω τὸν τίτλον εἰς τὴν Βουλγαρίαν, νὰ ἐκτελέσῃ ἐναντίον σου τὸ πολὺ πολύ, νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. ἡ ὁποία τὴν κατέστησε θεματοφύλακα, θὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι, νὰ πράξω τι, διότι μοῦ παρουσιάζεται αὐτὴ ἡ διαφορά, Ἑπομένως οὐδόλως μειοῦται ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχομεν τοῦ συμψηφισμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἴσως δὲν διευκολύνεται· πάντως δὲν μειοῦται.
§309Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν δεχθῶμεν αὐτό ὡς ὀρθόν, μειοῦται ἡ δυνατότης τῆς πιέσεως πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν ὑποθέσεων.
§310Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφήσατε. Θὰ εἰσέλθω εἰς αὐτό, αὐτὸ δὲν εἶναι σχετικὸν πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ συμψηφισμοῦ. Ἀλλ’ ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συμψηφισμοῦ καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις πρέπει νὰ εἶναι ἐκκαθαρισμέναι. Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀδιαφορῶ ἂν εἶχε λόγον μὰ μὴ προσέξῃ ὁ κ. τότε ὑπουργός, ὁ ὁποῖος κατήρτισε τὴν σύμβασιν. Ἐγὼ θέλω νὰ ἐξετάσω καθ’ ἑαυτὸν τὴν σύμβασιν. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ἐξεταστέον μήπως παρακωλυώμεθα πῶς εἰς τὸ νὰ καταλήξωμεν τοῦ νὰ ἔχωμεν τὰς ἀπαιτήσεις ἐκκαθαρισμένας; Ἔχομεν καὶ ἀξιώσεις κατὰ τῆς Βουλγαρίας. Οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ ἐξ ὅσων ἤκουσα μάλιστα ὑπάρχουν διαπραγματεύσεις πρὸς διακανονισμὸν τῶν ἀπαιτήσεών μας. Ὑπάρχει κανένα ἐμπόδιον, τίθεται κανὲν ἀπαράδεκτον ἐπὶ τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῶν ἐκ τῆς συμβάσεως; Τοῦτο εἶναι οὐσιῶδες, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν εἰς τὴν σύμβασιν. Τὰ ἄλλα θὰ εἶναι ζητήματα πολιτικῆς φύσεως ἀφορῶντα καὶ τὸν τότε ὑπουργὸν καὶ τὴν νῦν Κυβέρνησιν. Παραννόησίς τις ἐγένετο εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν σχετικῶς πρὸς τὰς ἀξιώσεις μας τὰς ἀφορώσας τὰς κοινοτικὰς περιουσίας καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν νομικῶν προσώπων. Ἀλλ’ ἡ παραννόησις αὕτη ἤρθη καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἀνέπτυξαν, ὅτι ἐκ τῆς συμφωνίας αὐτῆς εἶναι ἀναντίρρητος καὶ ἡ ἀπαίτησις πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν καὶ ἐν γένει τῶν νομικῶν προσώπων, Κύριοι, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὴν σύμβασιν τὴν ἀρχικήν, ἡ ὁποία ρητῶς περιελάμβανε μεταξὺ τῶν ἐκκαθαριστέων περιουσιῶν, τὰς περιουσίας τῶν νομικῶν προσώπων. Αὐτὴ εἶναι ἡ δευτέρα ἡ ὁποία λέγει, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μετανάστευσις δὲν ἐξηρτήθη παρὰ τῶν μελῶν τῶν κοινοτήτων τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου, ὅτι θὰ ἔφευγον θεωροῦντα διαλελυμένα, θὰ γίνῃ καὶ ἐκκαθάρισις τῶν περιουσιῶν. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, ὅτι περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν περιουσιῶν αὐτῶν, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὸ ζήτημα ἐπαρκῶς. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν σχετικάς τινας πληροφορίας.
§311Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν) Δὲν πρόκειται ἐὰν θὰ διαλυθοῦν ἢ ὄχι. Πρόκειται περὶ τοῦ ποῖα θὰ διαλυθοῦν καὶ περὶ τοῦ ποῖα θὰ μείνουν ἀδιάλυτα.
§312Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἐξακριβώσω τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, προεβλήθη λόγος τις ἢ πραγματικὰ τινὰ περιστατικὰ ἐκ τῶν ὁποίων τὰ νομικὰ αὐτὰ πρόσωπα τῶν κοινοτήτων καὶ ἄλλα οἱασδήποτε φύσεως, δὲν δύνανται νὰ διαλυθῶσιν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν μελῶν αὐτῶν. Δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν τοῦ θέματος, διότι ἀφοῦ δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ σχετικοῦ τούτου φακέλλου μοῦ εἴπατε δέ, ὅτι θὰ εἶναι δύσκολον, δὲν ἐπιμένω περισσότερον καὶ ἀφίνω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ νομίζω, ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ νομικὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς Ἕλληνας τὸ γένος, αὐτὰ τὰ νομικὰ πρόσωπα ὅταν ἀνεχώρησαν, τὰ μέλη αὐτῶν—ἐκ τούτου καὶ μόνον τοῦ λόγου ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε ἄλλης νομικῆς διατάξεως ἰσχυούσης ἐν Βουλγαρίᾳ—θεωροῦνται αὐτοδικαίως διαλελυμέναι, διότι ἡ Βουλγαρία ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν δυνάμει τῆς συμβάσεως ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ λόγου ὅτι ἀπεχώρησαν τὰ Ἑλληνικὰ μέλη τὴν καταγωγήν, νὰ τὰ θεωρήσουν διαλελυμένα. Ἑπομένως, ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν γνωρίζω, διὰ τίνα λόγον καθυστερεῖται ἡ καταχώρησις τῶν περιουσιῶν τῶν νομικῶν τούτων προσώπων, καθῆκον ἡμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ προβῇ ὅσον τάχιστα εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ στοιχείου τούτου, τοῦ περιουσιακοῦ τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα περιέρχονται εἰς τὴν Ἑλλάδα κατ’ ἀπαίτησιν, ἵνα ἔχωμεν τὸ τίμημα αὐτό, διὰ νὰ τὸ ἀντιτάξωμεν εἰς τὸν συμψηφισμὸν τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθωμεν, νὰ πληρώσωμεν τὴν διαφοράν. Λόγῳ δὲ ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι ἡ μικτὴ ἐπιτροπὴ ἤθελε νὰ καταλήξῃ νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ ὡρισμένας ὑποχρεώσεις, δὲν ἐπέρχεται καμμία μείωσις τῶν δικαιωμάτων μας κατὰ τοῦτο, διότι ρητῶς ὁρίζεται εἰς τὴν σύμβασιν καὶ ἐννοεῖται ἐξ ὑπακουόμενον πάντως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καλῆς πίστεως κατὰ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται πᾶσα σύμβασις καὶ ἰδίᾳ αἱ διεθνοῦς φύσεως συμβάσεις, ὅτι ὁ λογαριασμὸς αὐτὸς τὸν ὁποῖον ἔκαμε καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ δεχθῶμεν ὡρισμένα γραμμάτια ὀφειλῆς, αὐτὰ ταῦτα θὰ διορθωθοῦν καὶ θὰ ἐκπεσθοῦν μάλιστα. Ἐν τούτῳ σημειῶ τοῦτο οὔτε κἂν κυρίως πρόκειται περὶ συμψηφισμοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ διορθώσεως ἐσφαλμένης καὶ κατὰ πλάνης ἀναγνωρισθείσης ἀπαιτήσεως ὀφειλῆς ἐναντίον μας, δηλαδὴ ὀφειλῆς ἀναγνωρισθείσης παρὰ τῶν τρίτων ἐκείνων, ἡ ὁποία ἐγένετο παρὰ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐκ τῆς συμβάσεως. Ὄχι μόνον διότι ἔχομεν τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ συμψηφισμοῦ, ἀλλὰ διότι ἡ ἀναγνώρισις ἔστω καὶ μεταγενεστέρως, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ τῶν ἀπαιτήσεών μας, θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσεται ἡ διόρθωσις τῶν λαθῶν. Εἶναι ἡ διόρθωσις ἑνὸς ἐσφαλμένου ὄχι λογαριασμοῦ, ἀλλ’ ἐσφαλμένης ἐκτιμήσεως, καθ’ ὅσον δὲν περιλαμβάνει ὅλα τὰ στοιχεῖα καὶ διὰ τοῦτο σημειῶ ἰδιαιτέρως, διότι ἐξ ὅσων γνωρίζω ἀποτελοῦν οὐσιωδέστατον στοιχεῖον Ἑλληνικῆς πλέον περιουσίας καὶ θὰ συστήσω εἰς εἰς Κυβέρνησιν, νὰ ἐπισπεύσῃ ταχύτατα τὴν ἐκκαθάρισιν, ἵνα μὴ μείνουν ἀκαθάριστοι ἀπαιτήσεις ὅταν θὰ κληθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀξιώσεις τῆς Βουλγαρίας, αἱ ὁποῖαι, θὰ ἔχουν ἀναγνωρισθῆ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπάρχει καὶ ἓν ἕτερον στοιχεῖον, τὸ στοιχεῖον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιῶν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐν γνώσει τούτου. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, διότι εἶναι καὶ ὀλίγον εὔθικτον, ὅτι οἱ Ἕλληνες οἱ μεταναστεύσαντες ἐκ Βουλγαρίας εἰς Ἑλλάδα δὲν ἔτυχον ἱκανοποιητικῶς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, ἐκτιμήσεως τῶν ἐκεῖ ἐγκαταλειφθεισῶν περιουσιῶν. Δὲν θέλω ἀπὸ οὐδεμιᾶς ἀπόψεως νὰ ψέξω ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβαν τὸ βαρὺ τοῦτο ἔργον ἰδίᾳ τὰ οὐδέτερα μέλη. Ἀλλ’ ἔχομεν πάντοτε, ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν Ἑλλήνων ἐκ Βουλγαρίας. Ἑκουσία μὲν ἡ μετανάστευσις, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον μετεβλήθη εἰς ἀναγκαστικήν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παραστῶσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιουσιῶν των, ἀλλὰ καὶ ὅτε παρεχωρήθη εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθουν ἐκεῖ, ἵνα κάμουν παραστάσεις, εἴδομεν ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτιμήσεων, δὲν τὸ κατώρθωσαν καθ’ ὅσον ἐκ τῶν ἐφημερίδων εἶχε τὴν γνώμην ὄχι ἐπισήμως ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ εὐθύνην ἀπέναντι αὐτῶν ἕνεκα τῆς ἐσωτερικῆς ἀνωμαλίας ἡ ὁποῖα ὑπῆρχε. Λοιπὸν ὅταν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ παραστῶσιν διὰ νὰ ὑποστηρίξωσιν τὰ δικαιώματά των, νὰ θέσωσιν ὑπ’ ὄψει τῆς ἐπιτροπῆς τί ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς περιουσίας των, βεβαίως ἡ ἐκτίμησις αὐτῆς δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὅπως ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι τῶν περιουσιῶν τῶν Βουλγάρων, ὅπου ἡ Ἑλλὰς παρέσχεν ὅλα τὰ μέσα. Δὲν θέλω νὰ ἀπέλθω εἰς ἄλλα ζητήματα σχετικὰ δεδομένου, ὅτι καὶ διαβήματα ἐγένοντο μὴ προκληθέντα ἐκ τῶν δικαιούχων, ἀλλὰ ἐκ ξένων ἀνεξαρτήτων τῆς βουλήσεώς των καὶ ἐξ ἀνωτέρας βίας. Δι’ αὐτὸ δὲν ἐγένετο ἡ προσήκουσα ἐκτίμησις τῶν περιουσιῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἕνα στοιχεῖον περιουσιακὸν τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ἐπιπολαίως νὰ ἐκτιμήσωμεν. Πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰ χρέη τὰ ἰδικά μας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, ἀλλὰ ἀφορᾷ καὶ τὰς ἀξιώσεις τῶν μεταναστῶν Βουλγάρων, διότι ἐκεῖνοι θὰ πληρωθῶσιν ὅ,τι θὰ πληρωθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτιμήσεως ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι. Διατὶ θ’ ἀδικήσωμεν τὸν πληθυσμὸν αὐτὸν καὶ δὲν θὰ δώσωμεν τὸ δίκαιόν των ἀπαιτοῦντες ἐν πάσῃ καλῇ πίστει καὶ ἐν πάσῃ εὐνοίᾳ τοῦ δικαίου νὰ γίνῃ ἡ ἐκτίμησις ἐκείνη ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ γίνῃ; Διὰ τοῦτο ὄχι μόνον τὰς ἀξιώσεις αὐτάς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔννομα αὐτῶν δικαιώματα, θὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰ ὀφειλόμενα καὶ μάλιστα ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς ἦλθον αὐτοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως, θὰ προστατεύσωμεν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι τόσον θὰ εἶναι μικροτέρα ἡ διαφορά, ὅσον καλλιτέρα εἶναι ἡ ἐκτίμησις. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐκ τῆς συμβάσεως αὐτῆς μάλιστα κατ’ ἔννοιαν τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι δὲν ἐσκέφθη οὐδόλως νὰ μεταβάλῃ καὶ τὸ προσύμφωνον περὶ τῆς δικαίας ἐκτιμήσεως, ἀλλ’ ὅτι ἀφορᾷ μόνον εὐχαίρειαν περὶ τὴν πληρωμὴν νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς πληρωμῆς, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς δὲν ἐννόει νὰ μεταβάλῃ τὴν σύμβασιν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψιν. Βεβαίως ἔχομεν τὰ δικαιώματά μας ἀναμφισβήτητα καὶ ἀκέραια. Γνωρίζομεν τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ὁμογενῶν τῶν ἐκ Βουλγαρίας εἰς Ἑλλάδα ἐλθόντων, ἀπαιτήσεις, διὰ περιουσίαν κινητῶν τὴν ὁποίαν ἐγκατέλειπον ἐκεῖ ὅσοι ἔφυγον καὶ ἡ ὁποία κατεσχέθη καὶ ἐγένετο ἀνάρπαστος. Ὑποχρέωσις εἶναι τὸ Βουλγαρικὸν δημόσιον νὰ ἀποζημιώσῃ δι’ αὐτὴν τὴν περιουσίαν. Περαιτέρω κύριοι ἔχομεν ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας ἀξιώσεις ξένας τῆς μεταναστεύσεως μέν, ἀλλ’ ἀξιώσεις πάντως οἰκουμενικῆς φύσεως ἐξ ἄλλων περιστατικῶν, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπόχρεως νὰ πληρώσῃ ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφίσωμεν ἀνυπεράσπιστα τὰ δικαιώματά μας αὐτά. Ἀποζημιώσεις ἐκ δασῶν, ἀποζημιώσεις ποικίλλης φύσεως ἴσως ἀπὸ παλαιοτέρας μάλιστα ἐποχῆς ἀπὸ τὰ 1906 νομίζω ἄρχονται. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν εὑρίσκετο ὑπὸ συνθήκας καὶ περιστατικὰ τοιαῦτα κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ τακτοποιήσῃ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς μετὰ τῆς Βουλγαρίας θέτων αὐτοὺς ὑπὸ μίαν διαιτησίαν ἢ ὑπὸ ἄλλην τινὰ ὁριστικὴν ἐκκαθάρισιν, οὔτε προτίθεμαι νὰ τὸν ἐλέγξω ἐὰν ὑπῆρχε ἢ ὄχι καὶ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, ὅτι διετέλει ὑπὸ ἐξαιρετικὰς συνθήκας τότε ὁ τόπος καὶ αὐτὸς ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰνομικῶν, ὥστε νὰ νομίσω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τακτοποιήσῃ τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς καὶ ν’ ἀφίσῃ τὰ ἄλλα μὲ τὴν πεποίθησιν μὲ τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν ὑφισταμένων δικαιωμάτων τῆς Ἑλλάδος κατηργήθη καὶ ὅτι τοὐναντίον μάλιστα προστατεύει καὶ δικαίωμα καθιστῶν εὐκολωτέραν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαιωμάτων μας, τοῦ δικαιώματος τοῦ συμψηφισμοῦ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχε πρότερον. Ἔχομεν καθῆκον ἀπέναντι τῶν προσώπων τούτων, νὰ κάμωμεν πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, ὅπως ἡ ἀποζημίωσις τὴν ὁποίαν τοὺς ὑπεσχέθημεν πλήρη καὶ ἀκεραίαν, νὰ εἶναι πραγματικῶς τοιαύτη, δὲν θὰ εἶναι δὲ αὐτὴ πλήρης καὶ ἀκεραία, ἐὰν τοὺς πληρώσωμεν μὲ ὅτι κακῶς ἐξετιμήθη μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔδωσε μία κακὴ ἐκτίμησις καὶ δὲν θὰ τοὺς πληρώσωμεν μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔδωκε μία πραγματικὴ ἐκτίμησις καὶ ἀκόμη ὅσον δὲν τοὺς δόσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀφηρέθη εἰς ὥρας δυσχερεῖς καὶ δὲν κατορθώσαμεν ν’ ἀποζημιωθῶσιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς ὁποίας μετεῖχεν καὶ ὁ ὑπογράψας κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὁρμῶνται βεβαίως ἐξ αὐτῆς τῆς ἀγαθῆς προθέσεως, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μετανάστας. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ κοινοβουλευτικαὶ τόσον τῆς παρούσης Βουλῆς, ὅσον καὶ τῆς παρελθούσης ἐχαρακτήρισαν, ὅτι εἶναι πλεονέκτημα τῆς συμβάσεως, τὸ ὅτι κατορθώθη νὰ πληρωθῇ τὸ πρὸς τοὺς μετανάστας χρέος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου εἰς 30 δόσεις καὶ ὅτι ἐφόσον ὑπάρχει διαφορά, διότι ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν τὸ ἠμφισβήτησε καὶ ὅτι κατωρθώθη καὶ ν’ ἀγοράζουν τὰς ὁμολογίας ἀντὶ νὰ τοὺς πληρώνωμεν καὶ νὰ τὰς πληρώνωμεν εἰς τὸ ἄρτιον, ν’ ἀγοράζωμεν αὐτὰς εἰς τὸ χρηματιστήριον εἰς ὀλιγωτέραν τιμήν, ἀληθῶς ὑπὸ τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κράτος ἡμῶν, πρὸς τοὺς μετανάστας δὲν εἶναι....... Καὶ λέγω, ὅτι τοῦτο ἀνεγνωρίσθη παρὰ πάντων, διότι καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ηὔξανε τὸν τόκον ἀπὸ 6 εἰς 8% καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις εἰσηγήθη καὶ ἐψήφισε ἕτερον νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ 30 ἔτη περιωρίζοντο εἰς 15, 3 δηλαδὴ διαφορὰ ἀπὸ τὸ παλαιὸν οἰκονομικὸν σχέδιον καὶ ὁρίζεται, ὅτι ἡ πληρωμή, θὰ γίνῃ, διὰ κληρώσεως εἰς τὸ ἄρτιον. Ἑπομένως τὰ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως πλεονεκτήματα παρὰ πάντων πλέον ἀνεγνωρίσθη, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν πλέον πλεονεκτήματα, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν μας διαφορῶν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Βουλγαρίας ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς πολιτικῆς ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν γενικὴν εἰρήνην καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξυπηρετηθῶσιν δι’ ἀμοιβαίων καλῶν συνεννοήσεων, διὰ τῶν ὁποίων τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῶν Κρατῶν, θὰ προαχθῶσιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς εἰλικρινῆ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἐὰν δὲν κάμωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ δίδουν ἀφορμὰς προστριβῶν, ἐκεῖ ὅπου ἡ καλὴ ἡμῶν πρόθεσις εἶναι, πῶς νὰ ἔχωμεν φιλικὰς σχέσεις. Ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ τὸ γεῖτον Κράτος, πρὸς τὸ ὁποῖον τόσον συμπαθῶς διάκειται ἡ Ἑλλάς, θὰ ὁρμηθῇ ἐκ τῶν αὐτῶν προθέσεων. Δὲν ὡρμήθη ἐκ τῶν αὐτῶν προϋποθέσεων καὶ ἐκ τῶν αὐτῶν προθέσεων καὶ τάχιστα, θὰ ἤθελον νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις ταύτας πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν γειτονικῶν. (χειροκροτήματα)...
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§314Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, κρίνοντες τὴν παροῦσαν σύμβασιν νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον, νὰ μὴ παραβλέψωμεν εἰς ποίαν δύσκολον θέσιν εὑρίσκετο ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος τὴν συνωμολόγησε καὶ τὴν ὑπέγραψεν. Δὲν εὑρίσκετο μόνον εἰς θέσιν μειονεκτικὴν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις λόγῳ τοῦ προϋπάρχοντος σχεδίου πληρωμῶν ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἡ νέα σύμβασις ἀποτελεῖ μίαν βελτίωσιν, διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ εὑρίσκετο ἀκόμη ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἀνάγκης, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν συνομολόγησιν τοῦ τριμεροῦς δανείου καὶ ἀπορῶ πῶς οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι δὲν ἔκαμον μνείαν αὐτοῦ τοῦ περιστατικοῦ.
§315Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἤθελον νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐστενοχωρήθη ἐξ ἀνάγκης καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπέκυψεν, ἐφ’ ὅσον τοιοῦτόν τι δὲν εἶπεν.
§316Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Ἐγὼ ὁ ὁποῖος παρέστην εἰς πολλὰς τοιαύτας περιστάσεις, ἐννοῶ πολὺ καλὰ τὶ συνέβη καὶ εἰς τὴν προκειμένην καὶ εἰς ποίαν θέσιν εὑρέθη ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦ εἶπον, θὰ σᾶς βοηθήσωμεν, διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν, νὰ ρυθμίσητε τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκκρεμὲς μὲ τὴν Βουλγαρίαν. Νομίζω, ὅτι κανεὶς δὲν δύναται νὰ μεμφθῇ τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀρχηγὸν τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος. Ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἦτο ἐντελῶς ἐλεύθερος, ὅπως διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν αὐτὴν τὴν σύμβασιν πρὸς κρίσιν καὶ ἐπικύρωσιν. Ὀρθότατα παρετήρησεν, ὅτι ὅταν μοῦ ζητεῖτε, ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσω ὅρους, διὰ νὰ ὑπογράψω, λησμονεῖτε, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἐπέτυχον σχετικὰ πλεονεκτήματα ὑπὲρ τὸ ὑπάρχον καθεστώς, ἀλλὰ ἐὰν εἶχεν ἐλευθερίαν ἐνεργείας ἐπαναλαμβάνω δὲν θὰ εἴχομεν πρὸς συζήτησιν τὴν παροῦσαν σύμβασιν. Διότι ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιῶν τῶν κοινοτήτων, ζητήματος τὸ ὁποῖον μένει ἐκκρεμὲς καὶ τὸ ὁποῖον ἐλπίζω, ὅτι θὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν λύσιν, ὑπάρχει ζήτημα τοῦ ὁποίου ἡ συσχέτισις, θὰ ἐπεδιώκετο, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἐπανορθώσεων τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται, νὰ καταβάλῃ ἡ Βουλγαρία πρὸς τοὺς Συμμάχους καὶ εἰς ἡμᾶς συμφώνως πρὸς τὴν συνθήκην τοῦ Νεϊγύ. Ἐκ τοῦ πρώτου τμήματος τῶν ἐπανορθώσεων τούτων ἀνήκει εἰς ἡμᾶς 12%. Θὰ ἦτο δὲ φυσικὸν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπεδιώκετο ἐκ τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἡ ρύθμισις τοῦ ζητήματος τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων παρ’ ἡμῶν ἀποζημιώσεων, διὰ τὴν ἀξίαν τῶν Βουλγαρικῶν ἐν Ἑλλάδι κτημάτων νὰ εἴπωμεν, ὅτι βέβαια ὀφείλομεν, νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀναλογοῦν ἡμῖν ποσὸν τῶν ἐπανορθώσεων. Τὸ ποσὸν τῶν ἐπανορθώσεων, εἶχεν ὁρισθῆ ἀρχικῶς εἰς 90 ἑκατομμύρια λίρας, βραδύτερον χωρὶς νὰ ἐρωτηθῶμεν, ἐνῷ εἴμεθα οἱ ἐνδιαφερόμενοι, τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων ἀπὸ 90 ἑκατομμύρια λίρας περιωρίσθη εἰς 20 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου μᾶς ἀνήκουν 2.800.000 λίραι. Ἔχομεν λοιπὸν νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν ποσὸν ὅμοιον περίπου, ἴσως καὶ ἀνώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν. Τὶ θὰ ἦτο φυσικώτερον παρὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀναλαμβάνομεν νὰ πληρώσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὀφείλομεν εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦμεν ὅμως, ὅπως ἀφαιρῆται ἑκάστοτε τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἡ Βουλγαρία μᾶς ὀφείλει ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐπανορθώσεων. Σημειώσατε καὶ πάλιν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω δὲν εἶναι ἔμμεσος μομφὴ τὴν ὁποίαν δύναται ν’ ἀπευθύνῃ τις εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ἦτο εἰς θέσιν τότε, αἱ περιστάσεις καὶ τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ὑφίστατο προηγουμένως, τοῦ ἀφήρει κάθε ὅπλον ἀπὸ τὰς χεῖρας του. Ἀλλ’ ἐὰν ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ πράγματος, τὸ πράττω ὄχι διότι θέλω νὰ μεμφθῶ οὐδὲ ἐπ’ ἐλάχιστον τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ διότι ἐπιθυμῶ οἱ λόγοι μου, ν’ ἀκουσθοῦν πέραν τῶν ὁρίων τῆς αἰθούσης ταύτης. Ὅταν, κύριοι, διεπραγματευόμην τὸν διακανονισμὸν τοῦ πολεμικοῦ μας χρέους πρὸς τοὺς πρώην Συμμάχους καὶ παρετήρουν μετὰ δυσφορίας πολλῆς, ὅτι οἱ ὅροι οἱ ὁποῖοι ἐπεζητεῖτο νὰ μᾶς ἐπιβληθοῦν ἦσαν βαρεῖς, ἐπεκαλούμην συγχρόνως τὸ γεγονός, ὅτι ζητεῖται ἀπὸ ἡμᾶς νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶχε παραχωρηθῆ ὑπὸ τὸν ὅρον μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου, νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον ἡ οἰκονομική μας κατάστασις ἐπιτρέπει τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ, ἐνῷ εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἐχαρίσθη οὐσιαστικῶς ὑπὸ τῶν Συμμάχων τὸ πρὸς τὴν Γερμανίαν πολεμικὸν χρέος της ἐκ παραχωρήσεως πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ πιστώσεων. Καὶ ἔλεγα ὅτι ἐχαρίσθη ὑπὸ τῶν Συμμάχων, διότι οὗτοι διὰ τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν ὑπεχρέωσαν τὴν Γερμανίαν, νὰ τοὺς μεταβιβάσῃ ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις τὰς ὁποίας εἶχεν κατὰ τῶν ἐν τῷ πολέμῳ Συμμάχων της καὶ τὰς ἀπαιτήσεις ταύτας, ὡς πρὸς τὴν Τουρκίαν ρητῶς ἐχάρισαν οἱ Σύμμαχοι, διὰ τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης, ἐνῷ ὡς πρὸς τὴν Βουλγαρίαν δὲν ἔγινε μὲν ρητὴ ἄφεσις τοῦ ἐν λόγῳ χρέους, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς οὐδεμία ὑπάρχει πρόθεσις νὰ ζητηθῇ ποτὲ ἡ πληρωμὴ τοῦ ἐκχωρηθέντος πολεμικοῦ πρὸς τὴν Γερμανίαν χρέους της. Καὶ ἠρώτων τοὺς μεθ’ ὧν διεπραγματευόμην, πῶς ζητοῦν νὰ πληρώσωμεν τὸ χρέος τὸ ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἴδιοι συνετέλουν ὅπως χαρισθῇ τὸ χρέος αὐτὸ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Βουλγαρία ἀπέναντι τῆς Γερμανίας. Εἰς τὴν ἐρώτησίν μου αὐτὴν ἡ ἀπάντησις ἦτο, ὅτι ἡ Βουλγαρία δὲν ἐπλήρωσε μὲν τὸ πολεμικόν της χρέος, ἀλλὰ πρόκειται νὰ πληρώσῃ ἐπανορθώσεις. Ἀντιπαρετήρησα ὅτι αἱ ἐπανορθώσεις τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ πληρώσῃ ἡ Βουλγαρία, ἦσαν πολὺ μικρότεραι ἀπὸ τὸ πολεμικὸν χρέος της πρὸς τὴν Γερμανίαν. Καὶ ἐξέφρασα τότε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἀποζημιώσεων ἀπὸ 90.000.000 εἰς 20.000.000 λίρας, ὑπῆρχε φόβος μήπως εὑρεθῶμεν εἰς τὸ μέλλον ἐνώπιον νέας τοιαύτης ἐλαττώσεως. Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἐξεδηλώθη ἀκόμη τοιαύτη διάθεσις, ἀλλὰ πέρυσιν ἡ Βουλγαρία, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ καταβάλῃ τὴν ἐτησίαν δόσιν τῶν ἐπανορθώσεων ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε, ἐπικαλουμένη τοὺς σεισμοὺς ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐδοκιμάσθη, ἀναβολὴν τῆς καταβολῆς τῆς δόσεως ἐκείνης τῶν ἀποζημιώσεων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ πρώην σύμμαχοί μας ἐξεῦρον τρόπον, ὅπως μὴ στερηθῶμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν ἐπίσης δοκιμασθῆ ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς τῆς Κορίνθου, τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς ἡμᾶς μέρους ἐκ τῆς δόσεως τῶν ἐπανορθώσεων.
§317Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι ἐκ τῶν ἐπανορθώσεων, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων πόρων.
§318Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πληροφοροῦμαι δὲ ὅτι καὶ ἐφέτος ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἐπικαλεσθεῖσα πάλιν τοὺς περυσινοὺς σεισμοὺς ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν καὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος τῆς πληρωμῆς τῶν ἐπανορθώσεων. Ἡ ἐπιτροπή, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, ἡ ὁποία ἑδρεύει εἰς τὴν Βουλγαρίαν, δὲν ἐθεώρησε δικαιολογημένην τὴν αἴτησιν, δὲν ἠξεύρω δὲ περαιτέρω τὶ πρόκειται νὰ κάμῃ ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον κύριοι ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου νὰ διακηρύξω, πιστεύων, ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην ὄχι ἁπλῶς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη εἰς μεγάλα εἰς ἐπαχθέστατα βάρη, διὰ νὰ φανῇ συνεπὴς πρὸς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ τὰς προπολεμικὰς καὶ τὰς κατὰ τὸν πόλεμον γεννηθείσας, θὰ ἔβλεπε μετὰ δυσφορίας πολλῆς μίαν ἐνδεχομένην μείωσιν τῶν δικαιωμάτων του, ἐνδεχόμενον περιορισμὸν τοῦ κονδυλίου ἐκείνου τὸ ὁποῖον τοῦ ἀνήκει ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐπανορθώσεων. Γνωρίζετε ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην, νὰ καταστήσωμεν, ὅπως εἶπεν καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, στενῶς φιλικὰς τὰς σχέσεις μας πρὸς ὅλους τοὺς γείτονάς μας. Ἡ αὐτὴ ἐπιθυμία ἐκτείνεται καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Βουλγαρίαν, ἀλλὰ προϋπόθεσις τῆς ἐπὶ ἀπολύτως φιλικῆς βάσεως θέσεως τῶν σχέσεών μας, εἶναι ἡ τελικὴ ρύθμισις ὅλων τῶν διαφορῶν αἱ ὁποῖαι μᾶς χωρίζουν. Μόνον ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν αὐτὴν δυνάμεθα, ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ὅτι θὰ φθάσωμεν μίαν ἡμέραν καὶ ἐλπίζω ὄχι μακρυνήν, ἀλλὰ προσεχῆ, εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν ἐγκαρδίους τὰς σχέσεις μας καὶ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Ἀλλ’ ἐθεώρησα ὅτι εἶναι καθῆκόν μου τὴν στιγμὴν αὐτὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐνδεχομένη κατάργησις ἢ περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑλλάς, ὅπως λάβῃ ἀπὸ τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτὴν μέρος τῶν ἐπανορθώσεων, θὰ ἠκούετο ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην μὲ δυσφορίαν μεγάλην, τοιαύτην δυσφορίαν ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ, ὅπως ἐπιδιώκωμεν ὅλοι τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Βουλγαρίαν, θὰ τὰς ἐδυσχέραινεν. Πρέπει νὰ προσθέσω ἀκόμη, κύριοι βουλευταί, τοῦτο, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν, ὅπως αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπίσης πιστώτριαι ἐκ τοῦ τίτλου τῶν Βουλγαρικῶν ἐπανορθώσεων χαρίσουν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον τοῖς ἀνήκει. Καὶ ἐπειδὴ ἀνήκω μάλιστα εἰς μικρὸν Ἔθνος εἶναι φυσικόν, νὰ καταλάβῃ καθένας, ὅτι θὰ εὐχαριστηθῶ νὰ ἴδω εἰς ἓν μικρὸν Κράτος, ὅπως καί ἡμεῖς, νὰ χαρίζεται ἀπὸ τοὺς μεγάλους τὸ πρὸς αὐτοὺς χρέος του. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ μεγάλοι πρώην σύμμαχοί μας, θελήσωσι νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν παραχωρητικὴν αὑτῶν διάθεσιν, ὥστε νὰ περιωρίσουν καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ ἀνήκοντος εἰς αὐτὴν ποσοῦ τῶν Βουλγαρικῶν ἐπανορθώσεων, δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, παρὰ μόνον ἐὰν ἐμειοῦτο ἀναλόγως καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν νὰ πληρώσωμεν εἰς τὰς Δυνάμεις ἐκ τοῦ πολεμικοῦ μας χρέους (χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, δὲν ἠξεύρω πῶς οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος διπλωμάται, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ συνάδελφός μου ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ κρίνουν τὴν γλῶσσαν μου ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, δὲν ἔχω ἀνάγκην κἂν νὰ τὸ ἐξετάσω, ὁμιλῶ ὡς ἕνας μὴ διπλωμάτης, ὁμιλῶ ὡς ἕνας Ἕλλην ὁ ὁποῖος ἔχει βαθεῖαν τὴν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης νὰ ἐναρμονισθῶσιν αἱ σχέσεις μας μὲ ὅλα τὰ γειτονικὰ Κράτη καὶ ὡς ἕνας Ἕλλην ὁ ὁποῖος ἀνησυχεῖ ἐκ τοῦ κινδύνου ὁ ὁποῖος θὰ ἐπήρχετο ἀκριβῶς, διὰ τὴν φιλικὴν διευθέτησιν τῶν σχέσεών μας, ἐὰν ἐνδεχομένη ἐνέργεια τῶν πρώην συμμάχων μας ἤθελε λάβῃ χώραν, ἡ ὁποία θὰ ἐκρίνετο ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ἄδικος πρὸς αὐτὸν καὶ ὡς μεροληπτικὴ ἐναντίον του. (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§320Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αἰσθάνομαι κύριοι, τὴν κόπωσιν τῆς Βουλῆς καὶ θὰ εἶμαι συντομώτατος. Ἡ ἄνοδός μου ἐκ νέου εἰς τὸ Βῆμα δὲν σκοπεῖ ἄλλο τι ἢ εἰς τὸ νὰ παράσχω διασαφήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ θιγέντος παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ζητήματος τῶν ἐπανορθώσεων. Ἐλπίζω ὅτι οἱ λόγοι μου δὲν θὰ φθάσουν πέραν τῶν τοίχων τούτων. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παράσχω πληροφορίας, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀπεσιώπησα τὴν ἄποψιν ταύτην.
§321Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καθόλου, δὲν ἠμπορούσατε, νὰ τὸ θίξετε τὴν στιγμὴν ἐκείνην.
§322Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι διαπραγματευόμενος, διὰ τὴν νέαν σύμβασιν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὴν ἐν τῷ γενικῷ συμφέρον τι ταχυτέραν σύναψίν της δὲν ἤμην καθ’ ὅλα ἐλεύθερος ὅπως ἐκλέξω τὴν στιγμήν...
§323Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν ὅτι, δὲν εἶχον οὐδὲ πόρρωθεν τῆς ἐπικρίσεως τῆς ἐνεργείας ἡμῶν.
§324Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὰς ἐνεργείας μου, ἐπὶ τῆς συμφωνίας αἱ παρατηρήσεις μου. Διετέλουν ὑπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς ταχυτέρας ἀποθείσεως τῶν δι’ ἐγκύρου συμφωνίας ἐπιβαλλομένων ὑποχρεώσεων ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος, ὑποχρεώσεων βαρυτάτων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἶχον πάντα λόγον, νὰ σπεύσω εἰς τὴν ὑπογραφήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ ἐξ ἀπαρχῆς ἡ σύμβασις ἀναμφιβόλως ὅλα τὰ ζητήματα τῶν δύο χωρῶν, θὰ ἐτίθεντο ἐπὶ τάπητος. Ὅσοι παρέστησαν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἃς διεξήγαγον μέχρι τοῦδε, γνωρίζουν, ὅτι δὲν εἶμαι τόσον εὔκολος εἰς παραχωρήσεις, ἤμουν λοιπὸν ὑπόχρεως νὰ μὴ βραδύνω οὐδὲ νὰ ματαιώσω τὴν ὑπογραφήν, ὅπως τὸ ταχύτερον ἀπαλλάξω τὴν Ἑλλάδα μεγάλων βαρῶν καὶ δεσμεύσεων. Διερωτῶμαι ὅμως, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν εἶχον τὴν ἀναγκαίαν ἐλευθερίαν, ἐὰν θὰ ἤμην εἰς θέσιν......
§325Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὄχι.
§326Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. .... νὰ διεκδικήσω τροποποίησιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Βουλγαρίας.
§327Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι τροποποίησιν. Ἐὰν εἴχετε ἐλευθερίαν ἐνεργείας, τότε ἦτο φυσικόν, νὰ ζητήσητε, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἴχετε οὐδὲ πόρρωθεν, ἦτο φυσικόν, νὰ εἴπητε χρεωστοῦμεν αὐτά, ἀλλὰ δικαιούμεθα, νὰ ζητήσωμεν τὸ 14% ἐκ τῶν ἀποζημιώσεων. Αὐτὸ ἠμπορούσατε, νὰ εἴπητε.
§328Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὸ ἀξιώσω. Διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Νεϊγὺ ὑπεχρεώθη ἡ Βουλγαρία νὰ πληρώνῃ ποσὸν τῶν 2,250,000,000 χρυσῶν φράγκων εἰς τοὺς συμμάχους καὶ τὰς συνησπισμένας δυνάμεις, κατανεμόμενον μεταξὺ τούτων καθ’ ὡρισμένον ποσοστόν. Δι’ ἑτέρας διατάξεως παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν διασυμμαχικὴν ἐπιτροπὴν νὰ προτείνῃ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐπανορθώσεων ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν δόσεων, ἢ τῆς μειώσεως αὐτῶν, ἢ τῆς μειώσεως τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τῆς Βουλγαρίας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης κατὰ τὸ 1923, ἡ διασυμμαχικὴ ἐπιτροπὴ πρότεινε, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐπανορθώσεων ἀπεφάσισε, ὅπως τὸ ἀρχικῶς ὁρισθὲν ποσὸν ἐλαττωθῇ εἰς 500 ἑκατομμύρια φράγκων ἐν ὅλῳ μέχρι τοῦ 1953 ἐπελθούσης τροποποιήσεως τῶν δόσεων, καὶ μείωσις τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ μέχρι τῆς λήξεως τοῦ ἔτους 1953. Τὸ ζήτημα ὅθεν τὸ ὁποῖον τίθεται σήμερον εἶναι τοῦτο, ἐὰν δικαιοῦται καὶ θέλουσα ἡ διασυμμαχικὴ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ διὰ τῆς αὐτῆς διαδικασίας εἰς αὔξησιν τῶν δόσεων καὶ μεταβολῶν τῶν εἰλημμένων ἤδη κατὰ τὸ 1923 ἀποφάσεων.
§329Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν αὔξησιν;
§330Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς μίαν ἄλλην ἐλάττωσιν.
§331Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν εἴχατε ἐλευθερίαν τὴν ὁποίαν οὐδαμῶς εἴχατε, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐκάματε τοῦτο· θὰ ἐλέγατε ἐλᾶτε ἐδῶ· κατὰ τὴν τελευταίαν τοῦ 1923 ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία περιώρισε τὸ χρέος εἰς 20 ἑκατομμύρια, ἡμεῖς ἔχομεν νὰ λάβωμεν 2,800,000, ἀπὸ τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, ἡ κατανομὴ τῶν πληρωμῶν αὐτῶν κατ’ ἔτος εἶναι αὐτή, δυνάμεθα νὰ πάρωμεν τόσα. Παρακαλῶ, θὰ ἔλεγον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπενέβησαν· θέλετε νὰ τὰ σιάξωμεν μὲ τὴν Βουλγαρίαν, διότι αὐτὴ εἶναι πιστωτής; ἀξιοῦμεν ὅπως, δικά μας ζητήματα τῶν ἀποζημιώσεων ρυθμισθοῦν σήμερον, διὰ συνεννοήσεως μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ζητοῦμεν νὰ ρυθμισθοῦν συγχρόνως, οὕτως ὥστε ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον καταδικαζόμεθα νὰ πληρώνωμεν ν’ ἀφαιρῆται ἡ δόσις τῶν ἀποζημιώσεων.
§332Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατ’ οὐσίαν ἠθέλατε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ περαιτέρω μείωσιν......
§333Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀξιώσωμεν ἡμεῖς εἶνε τοῦτο: ἔχοντες νὰ λάβωμεν μίαν ἐτησίαν δόσιν ἐκ τῶν ἐπανορθώσεων, καὶ ὀφείλοντες ἀντιθέτως μίαν τοκοχρεωλυτικὴν δόσιν ἐκ τῆς μεταναστεύσεως, νὰ ζητήσωμεν, ὅπως τὰ ποσὰ αὐτὰ νὰ ὁρισθοῦν ἐν πλήρει ἀντιστοιχίᾳ, διὰ νὰ ἐπέρχεται ὁ συμψηφισμός της καὶ νὰ μὴ πληρώνῃ οὔτε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τὴν Βουλγαρίαν, οὔτε τὸ Βουλγαρικὸν πρὸς τὴν Ἑλλάδα.
§334Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ συνέλθῃ καὶ πάλιν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀποζημιώσεων καὶ εἴπῃ, ὅτι εἶναι πολλὰ αὐτά;
§335Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς σας. Θὰ ἔπρεπε λοιπόν, διὰ νὰ ὠφελήσωμεν τὴν Ἑλλάδα, νὰ τροποποιήσωμεν τὰς ἐτησίας τῶν ἐπανορθώσεων δόσεις, οὕτως ὥστε νὰ ἐπέρχεται ἰσοφάρισις πρὸς τὴν ὀφειλὴν ἐκ τῆς μεταναστεύσεως καὶ ἀμοιβαία συνεπῶς ἀπόσβεσις τῶν χρεῶν ἄνευ πληρωμῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ὑπάρχει πρὸς τοῦτο ἀδυναμία.
§336Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποία;
§337Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι αἱ πρῶται δόσεις τῶν ἐπανορθώσεων ὡς ὡρίσθησαν τὸ 1923 εἶναι μικρότεραι τῶν δόσεων τῆς μεταναστεύσεως.
§338Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑποθέτω, ἐγώ δὲν ἤθελον καθόλου νὰ μεταβληθοῦν ἀλλὰ ἤθελον νὰ ἐξασφαλισθοῦν κατ’ ἐνδεχομένων εἰς τὸ μέλλον, περιοριζομένων καὶ πάλιν τῶν ἐπανορθώσεων ἑνὸς ἐξησφαλισμένου συμψηφισμοῦ ὁ ὁποῖος ὀρθότατα ὑποστηρίζεται, ὅτι χωρεῖ καὶ ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προσκόψῃ καὶ εἰς ἄλλας δυσκολίας. Δὲν σᾶς ἐμέμφθην οὐδὲ πόρρωθεν. Τὰ εἶπον ἐπανειλημμένως νομίζων, ὅτι ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος ὅλων.
§339Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἤθελα νὰ δώσω, ὅτι δύναται νὰ προληφθῇ ἡ περαιτέρω μείωσις τῶν δόσεων τῶν ἐπανορθώσεων, ἀλλ’ ἀδύνατον ἦτο νὰ ζητηθῇ αὔξησις αὐτῶν, διὰ νὰ γίνουν ἴσαι πρὸς τὰς δόσεις τῆς μεταναστεύσεως.
§340Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δύσκολον ἦτο νὰ ἐπιτύχητε μεταβολὴν τῶν δόσεων.
§341Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀδύνατον, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωθεῖσα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν).
§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 4.30′ μ.μ. (ὥρᾳ 10,10′ μ.μ.)