1928.11.19
3,856 rows · 30,069 words · 210 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19η
ΔΕΥΤΕΡΑ 19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Οἱ ἐν Βόλῳ ἐπιστάται καὶ ὑπηρέται γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν σχολείων, ζητοῦν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας των. —Ὁ Γεωργικὸς πιστωτικὸς συνεταιρισμὸς Μακαρακόμης, παρακαλεῖ ὅπως οἱ καταστραφέντες ἐκ θεομηνίας γεωργοὶ ἀπαλλαγοῦν ἐκ παντὸς φόρου. —Ἡ Ἀγροτικὴ Ἕνωσις Περίνθου, παρακαλεῖ ὅπως ἱδρυθοῦν εἰς τὴν κοινότητά των ταχυδρομεῖον, τηλεγραφεῖον καὶ τηλεφωνεῖον. —Οἱ κάτοικοι Δερβενίου Κορινθίας, ζητοῦν τὴν κατάργησιν τοῦ ἱδρυθέντος πταισματοδικείου ἐν Ξυλοκάστρῳ ὡς ἀσκόπου. —Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Φλῶρος, καταθέτει αἴτησιν τοῦ γυμνασιάρχου Ἀποστόλου Καραπαναγιώτη, παρακαλοῦντος ὅπως τὸ ἀπὸ 6ετίας ἐπιτεταγμένον ἐν Νέᾳ Ἰωνίᾳ κτῆμά του ἀποδοθῇ ἐλεύθερον εἰς αὐτόν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μαρσέλος, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ συλλόγου τῶν προσφύγων Ν. Φαλήρου διαμαρτυρομένωγ διότι ἐκ τῆς θέσεως εἰς ἣν εἶχον ἐγκατασταθῆ παρὰ τῷ μνημείῳ Καραϊσκάκη, μετεφέρθησαν εἰς ἕτερον χῶρον ἀκατάλληλον πρὸς συνοικισμόν. —Πεντήκοντα πρακτικοὶ ὀδοντοϊατροί, παρακαλοῦν ὅπως ἐπιτραπῇ διὰ νόμου ἡ ἐξέτασις καὶ ἐπανεξέτασίς των πρὸς λῆψιν ἀδείας ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των. —Οἱ πρόσφυγες Κοκκινιᾶς καὶ Σιδηροκάστρου, διαμαρτύρονται διὰ τὴν μείωσιν τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων. —Ὁ πρόεδρος τῆς Σχολικῆς Ἐπιτροπῆς Αἰτωλικοῦ, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ σχολείου εἰς ἕνα καθηγητήν. —Οἱ κτηνοτρόφοι Ἀγκίτης καὶ ὁ γεωργικὸς συνεταιρισμὸς Σκοτούσης, διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην ἐπιβολὴν φορολογίας ἐπὶ τοῦ βαμβακελαίου. —Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Τσιτσίλιας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀντικυθήρων παρακαλούντων, ὅπως ἡ νῆσος των ὑπαχθῇ ἐκλογικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν περιφέρειαν Πειραιῶς. —Ἡ Κωνσταντίνα Δασκαλοπούλου χήρα τοῦ ἐν Μακεδονίᾳ φονευθέντος συζύγου της, παρακαλεῖ ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. —Ὁ Εὐθύμιος Μαρόπουλος κλητὴρ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν παράνομον παῦσιν του καὶ ζητεῖ τὴν ἐπαναφορὰν εἰς τὴν θέσιν του. —Ἡ Ἕνωσις Δημοσίων Ὑπαλλήλων, ὑποβάλλει ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν παῦσιν διορισμῶν, τὴν συνέχισιν τῶν προαγωγῶν καί τινα ἄλλα αἰτήματα. —Γονεῖς μαθητῶν Κατερίνης, παρακαλοῦν ὅπως συμπληρωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ γυμνασίου. —Οἱ δημοδιδάσκαλοι Καρυστίας, διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς συντηρήσεως δημοτικῶν σχολείων. —Οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ Σπάρτης παρακαλοῦν, ὅπως ὁ φόρος τῆς ἐλαιοδεκάτης καταβληθῇ εἰς εἶδος. —Οἱ πρόεδροι τῶν σωματείων Κορίνθου παρακαλοῦν ὅπως ὑποστηριχθῇ τὸ ὑπόμνημα τοῦ συλλόγου ἰδιοκτησίας. —Ἡ καπνεργατικὴ ἕνωσις Σερρῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐναντίον τῶν καπνεργατῶν ἐξασκουμένην τρομοκρατίαν. —Ὁ σύνδεσμος διδασκάλων ἐμπορικῶν σχολῶν Χανίων, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἐμπορικῶν σχολῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Παιδείας. Ἡ ἀνεξάρτητος ὀργάνωσις δικαιούχων ἀνταλλαξίμων, παρακαλεῖ ὅπως γίνῃ ἔναρξις τῆς πληρωμῆς τῶν ἀποζημιώσεων. —Οἱ πρόεδροι τῶν ἐν Βαθὺ συλλόγων, διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς συντηρήσεως σχολείων. —Ὁ γενικὸς διοικητὴς Θεσσαλονίκης, συνιστᾷ ὅπως ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν νομοσχέδιον περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων. —Τὸ γεωργικὸν ἐπιμελητήριον Ἀττικοβοιωτίας, ὑποβάλλει ψήφισμα τῶν γεωργικῶν ἐπιμελητηρίων ἑπτὰ νομῶν, ἐνῷ περιλαμβάνονται διάφορα αἰτήματά των. —Ὁ σύνδεσμος τραυματιῶν, χηρῶν καὶ ὀρφανῶν πολέμου, διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ καταργήσεως τῆς μονοπωλειακῆς πωλήσεως σιγαρέτων. —Οἱ καπνεργάται Βόλου, παρακαλοῦν ὅπως ληφθοῦν προστατευτικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν ὑπερβάντων τὸ 40ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των καπνεργατῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Ἀμφικλείας, παρακαλεῖ ὅπως ἀπαλλαγῇ ἡ κοινότης των τῆς φορολογίας γεωργικῆς παραγωγῆς. —Ὁ σύλλογος τῶν καπνεμπόρων Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης, διαμαρτύρεται ἐντόνως διὰ τὴν ἔκνομον δρᾶσιν τῶν κομμουνιστῶν Καβάλλας καὶ ζητεῖ τὴν λῆψιν αὐστηροτάτων μέτρων κατ’ αὐτῶν. —Οἱ ἐργάται τοῦ ταμείου ἀσφαλίσεως καπνεργατῶν ἰδιωτικῶν ἐργοστασίων, διαμαρτύρονται διὰ τὰς ἀδίκους συλλήψεις ἀθῴων καπνεργατῶν. —Πρόσφυγες πολυμελῶν οἰκογενειῶν Φαρσάλλων, παρακαλοῦν ὅπως ἀπαλλοτριωθοῦν γαῖαι Καράπλας, Συκιᾶς καὶ Κουκουβάγιας χάριν τοῦ συνεταιρισμοῦ. —Ἡ συνέλευσις τῶν ὑδατεργατῶν Θεσσαλονίκης, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐπαναπρόσληψιν τῶν ὑδατεργατῶν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας. —Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) Περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 17)10 Σεπτεμβρίου Ν. Δ. περὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ δικηγόρων. 2) Περὶ κυρώσεως τῶν ἄρθρων 7, 8, 9 καὶ 10 τοῦ ἀπὸ 6)13 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ δικηγόρων διατάξεων. 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17)20 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον ΓΟΔʹ περὶ ἐκδικάσεως τῶν μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων. καὶ 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῶν μελῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, τῶν νομικῶν συμβούλων καὶ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 διατάγματος περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4)6 Μαρτίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 9 τοῦ νόμου 2235 περὶ ἐκδικάσεως τῶν μεταξὺ ἰατρῶν καὶ ἰδιωτῶν διαφορῶν κλπ. καὶ 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4)9 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ προσθέτων συμβολαιογραφικῶν δικαιωμάτων. Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 158.295.10 εἰς τὸ ὑπουργεῖον Ναυτικῶν καὶ 2) Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 7.852.402 εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ 29 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ ἐν τῇ ἱερᾷ μονῇ Βελλᾶς ἱεροδιδασκαλείου. καὶ 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς αὐτοκεφάλου ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς Μητροπόλεως Ἰωαννίνων. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) Περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Ἰουλίου 1925 Ν. Δ. περὶ αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν διατελούντων ἐκτὸς ὑπηρεσίας κλπ. 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀνακλήσεως διαταγμάτων μεταθέσεως ἀξιωματικῶν εἰς διαθεσιμότητα. 3) Περὶ κατατάξεως χωροφυλάκων ὁπλιτῶν τῶν τέως δημοκρατικῶν ταγμάτων. 4) Περὶ παρατάσεως ἐπὶ δίμηνον τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ θεραπείας παραπόνων ὁπλιτῶν χωροφυλακῆς καὶ ἀποκαταστάσεως αὐτῶν εἰς τοὺς βαθμούς των. 5) Περὶ κυρώσεως τῶν γενομένων μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου ἀνακλήσεων κλπ. ἀπομακρυνθέντων ὁπλιτῶν χωροφυλακῆς. 6) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20)9)26 Ν. Δ. περὶ προσθήκης ἐδαφ. εἰς τὸ ἀπὸ 14)6)26 Ν. Δ. περὶ ἐξόδων παραστάσεως ἀξιωματικῶν, καὶ 7) Περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀναδρομικοῦ ἀναλογισμοῦ προαγωγῆς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως θέσεως ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ πρωθυπουργῷ». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) Περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ διεθνὲς ὑδρογραφικὸν συνέδριον, καὶ 2) Περὶ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τῶν γυναικῶν νοσοκόμων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Οἱ κ. κ. Γ. Παπανδρέου, Β. Καραπαναγιώτης, Γ. Βότσαλος κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως θεραπευτηρίου ἐν τῷ νομῷ Λέσβου». Ὁ κ. Ι. Κανναβὸς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 14 Ἰουλίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἱδρύσεως ταμείου προνοίας ἐλαιοπαραγωγῆς Κεφαλληνίας». Ὁ κ. Κ. Γόντικας (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Τήνῳ ἱεροῦ ἱδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας «περὶ κοινωφελῶν ἔργων ἐν τῷ ἱερῷ ἱδρύματι καὶ ἐν τῇ πόλει τῆς νήσου Τήνου». Ὁ κ. Π. Πετρίδης (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν ἐν τῷ ἰσχύοντι ρωμαϊκῷ δικαίῳ διατάξεων περὶ οἰκογενειακοῦ καταπιστεύματος». Ὁ κ. Α. Χρηστομᾶνος (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας), ὑποβάλλει τὴν κάτωθι ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπουρνιᾶ, περὶ διαφόρων ὁδῶν ἐν Καρυστίᾳ. 1) Διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἁπλῶν ἔργων τοῦ ἀπὸ γεφύρας Πλατάνας μέχρι γεφύρας Ὀξυλίθου τμήματος τῆς ὁδοῦ Αὐλωναρίου–Ὁρίου–Πλατάνας–Κύμης ἔχει ἐγκριθῆ πίστωσις 688.000 δρχ. ἔναντι τῆς ὁποίας μέχρι σήμερον ἐδαπανήθησαν δρχ. 519.410 ἐκ τοῦ παρὰ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Κύμης κατατεθέντος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ποσοῦ. 2) Διὰ τὴν κατασκευὴν τεχνικῶν ἔργων καὶ κυλινδρώσεως ὑλικῶν ὁδοστρωσίας τμήματος ὁδοῦ Αὐλωναρίου–Ὁρίου– Ὀξυλίθου–Πλατάνας–Κύμης πληροφορεῖ ὅτι αὕτη προβλέπεται ὑπὸ τοῦ Νόμου 3045 καὶ διετέθησαν ὑπὸ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν δρχ. 258.000. Μέχρι τοῦδε δὲν ὑπεβλήθη λ)σμὸς πληρωμῆς τῶν ἐκτελεσθεισῶν ἐργασιῶν. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο διατεθήσεται διὰ πληρωμὰς ἐκτελεσθησομένων ἔργων. 3) Διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν τεχνικῶν ἔργων τῆς ὁδοῦ Σκύρου–Λιναριᾶς, ὧν ἡ κατασκευὴ προβλέπεται ὑπὸ τοῦ Νόμου 3045, διετέθησαν ὑπὸ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ὁδοποιΐας κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν δρχ. 359.055 ἔναντι τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν μέχρι σήμερον δρχ. 164.838 δι’ ἐκτελεσθείσας ἐργασίας. Τῶν ὑπὸ τοῦ Νόμου 3045 προβλεπομένων πρὸς κατασκευὴν ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 3 προμνησθέντων ἔργων συνεχισθήσεται ἡ ἐκτέλεσις δαπάναις τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ὁδοποιΐας καὶ ἀναλόγως τῶν πόρων αὐτοῦ κατὰ τὴν ἑπομένην χρῆσιν χορηγήσονται αἱ δέουσαι πιστώσεις. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν. Ὁ κ. Ξηρὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τέως δήμου Ὑπάτης.
§3Ν. ΞΗΡΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει καὶ εἶχον συστήσει εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ καπνῶν διὰ τὰ Δωδεκάνησα. Εἶχον πολὺ δίκαιον τότε, νὰ ἐπιμένω διότι γνωρίζω ποία κατάστασις ὑπάρχει ἐκεῖ. Οἱ κάτοικοι Ὑπάτης διὰ τηλεγραφήματός των, παραπονοῦνται ὅτι ἂν δὲν ἐπιτραπῇ αὐτὴ ἡ ἐξαγωγὴ εἶναι ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποθάνωσι τῆς πείνης, διότι τὰ καπνὰ ὅλα ἐκ τῆς περιφερείας Ὑπάτης εἶναι τὰ Ἀράπικα λεγόμενα καὶ τὰ ὁποῖα δὲν καταναλίσκονται ἀλλαχοῦ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πιστεύσητε εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ φύγουν δοκιμαστικῶς μὲ ἕνα δύο χρόνια· εἶναι τόσον δίκαιον τὸ πρᾶγμα.
§4Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μηδενὶ δίκην δικάσῃς, πρὶν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς.
§5Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐξαγωγὴν τῶν καπνῶν, διότι οἱ Δωδεκανήσιοι παίρνοντες τὰ καπνὰ αὐτὰ τὰ λαθρεμπορεύονται καὶ τὰ εἰσάγουν, εἴτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε εἰς τὴν Τουρκίαν.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μόνον ὡς λαθρεμπορικὰ ἐξοδεύονται; Ἐφ’ ὅσον εἴπατε ὅτι δὲν καταναλίσκεται ἐδῶ ὁ καπνὸς αὐτός, πῶς λαθρεμπορικῶς καταναλίσκεται;
§7Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω. Δὲν εὑρίσκω ὅτι ἡ σκέψις τοῦ ὑπουργείου εἶναι λογική. Φαίνεται τὸ δημόσιον ἐπειδὴ δὲν δύναται νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ πατάξῃ τὸ λαθρεμπόριον ἀπαγορεύει τὴν ἐξαγωγήν. Οἱ λαθρέμποροι δὲ ἐὰν δὲν λαθρεμπορισθῶσι τὰ καπνὰ αὐτά, θὰ λαθρεμπορισθῶσι τὰ ἀλβανικὰ καπνά, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν τὴν ζημίαν τῆς μὴ εἰσπράξεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου. Δυοῖν κακῶν τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον.
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον λέγετε ὅτι ὑπάρχει φόβος νὰ ἀποθάνουν τῆς πείνης οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἐὰν δὲν ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ, θὰ σκεφθῶμεν ἐὰν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐξαγωγὴν δι’ αὐτὸ τὸ ἔτος τοὐλάχιστον.
§9Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅπως γνωρίζητε ἐπὶ μίαν διετίαν ἰσχύει αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις, ἡ ὁποία ὑπηγορεύθη ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ καπνὰ ταῦτα ἐξαγόμενα ἐντεῦθεν εἰς Δωδεκάνησα ἐκόπτοντο καὶ ἐπέστρεφον εἰς τὴν Ἑλλάδα κομμένα ὑπὸ τύπον καπνοῦ ἢ σιγαρέττων. Δὲν διαφεύγει ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου ἡ σκέψις, ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ Δωδεκανήσιοι νὰ μεταχειρισθοῦν καὶ ἄλλα καπνά, ἀλλ’ ὡς λέγει, ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου, εἶναι δύσκολον νὰ προμηθευθοῦν καπνὰ ἀπὸ τὴν Ἀλβανίαν, διότι ὁ καπνὸς αὐτὸς δὲν καταναλίσκεται ἐδῶ, διότι ὁ κόσμος ἐσυνήθισε περισσότερον εἰς τὸν καπνὸν Ἀγρινίου. Παρετηρήθη δὲ τρομερὰ ἐξαγωγὴ καπνοῦ εἰς τὰ Δωδεκάννησα. Διερωτᾶται λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εὐκολύνῃ τὸ λαθρεμπόριον, ἢ ὀφείλει νὰ δυσχεράνῃ αὐτό, ἀπαγορεύουσα τὴν ἐξαγωγήν; Δὲν εἶναι λοιπὸν τόσον ἀνόητος ἡ σκέψις τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὅσον θέλει νὰ τὴν παραστήσῃ ὁ κ. συνάδελφος.
§10Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατὶ ὁ καπνὸς αὐτὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμῃ τὸ ταξεῖδι του μέχρι Δωδεκαννήσων;
§11Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι δὲν εἶναι εὔκολον ἐδῶ νὰ κοπῇ καὶ νὰ ἐπεξεργασθῇ, διότι ἐδῶ καταδιώκεται καὶ ἔχει κίνδυνον νὰ ἀνακαλυφθῇ.
§12Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ὡς λαθρεμπορικός, ἀλλ’ ὡς μὴ λαθρεμπορικός, διατὶ δὲν καταναλίσκεται ἐδῶ;
§13Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι ἐδῶ θὰ πληρώσῃ.
§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι μᾶλλον ἀντίθετον, διότι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀπαγορεύει μόνον τὴν ἐξαγωγὴν καπνοῦ ἐξ Ἑλλάδος εἰς Δωδεκάνησα, ἀλλ’ ἀπαγορεύει καὶ νεκρώνει κυριολεκτικῶς τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον διὰ τὰ Δωδεκάννησα ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐργατῶν, λιμένος. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἐν τῷ συνόλῳ του.
§15Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργός τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδήλωσα ὅτι θὰ μελετοῦσα τὸ ζήτημα. Αἰσθάνομαι ὅμως κατὰ τὰς ἀντιλήψεις καὶ κατὰ τὰς κατηγορίας ἐναντίον τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐθέσπισε μέτρον ἀνόητον. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι αὐστηρόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνόητον.
§16Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι σοφόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσαντζῆς, ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἰσραηλιτῶν Θεσσαλονίκης.
§18Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν κ. πρόεδρε.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τηλικίδης, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Ἀρδέας.
§20Γ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς παραμεθορίου ἐπαρχίας Ἀρδέας διαμαρτύρονται, διότι ἐνῷ ἀρχικῶς ἡ Κυβέρνησις ἔδωκε εἰς αὐτοὺς ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ ἀποζημιωθοῦν ὡς παραμεθόριοι, ἡ ὑπόσχεσις αὐτὴ ἔλαβε τὸν δρόμον τῆς πραγματοποιήσεως ἐν μέρει διὰ τῆς ὑπευθύνου δηλώσεως ὅτι εἶναι παραμεθόριοι. Τώρα τελευταῖα ἔρχεται καὶ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἀρχικὴν αὐτῆς ὑπόσχεσιν. Ἐκτὸς τῶν γενικῶν λόγων οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν τῶν παραμεθορίων εἶναι καὶ εἰδικοὶ διὰ τὴν περιφέρειαν αὐτὴν ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ ὑπὸ τὸ ὄνομα Καρατζόβα. Καὶ πρῶτος εἰδικὸς λόγος εἶναι ὅτι κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη τὰ εἰσοδήματα τῆς περιφερείας αὐτῆς κατεστράφησαν καὶ δεύτερος εἰδικὸς λόγος εἶναι, ὅτι ἐδημιουργήθη ἐκεῖ μία μεγάλη ἐπάρκεια γαιῶν. Τὸ —μάξιμουμ—τοῦ γεωργικοῦ κλήρου εἶναι δώδεκα ἕως δέκα ἑπτὰ στρέμματα. Μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν δὲν μποροῦν οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ νὰ παραμείνουν εἰς τὸν τόπον των καὶ μοιραίως θὰ διαρρεύσουν εἰς τὰς πόλεις. Παρακαλῶ συνεπῶς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα αὐτὰ καὶ συμπεριλάβῃ εἰς τὸ συμπληρωματικὸν μητρῷον τῶν παραμεθορίων καὶ αὐτούς.
§21Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἴπατε ὅτι οἱ κάτοικοι Καρατζόβης παραπονοῦνται, ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν παραμεθόριον ζώνη. Τοιαύτη ζώνη ἀκόμη δὲν κατηρτίσθη.
§22Γ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Παραπονοῦνται καὶ διαμαρτύρονται διότι διεδόθη ἐκεῖ, ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνονται, ἡ δὲ πληροφορία τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ κάτοικοι, εἶναι σχεδὸν ἐπίσημος πληροφορία.
§23Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ὑπάρχει ζώνη κατηρτισμένη, ἤδη καταρτίζεται. Ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν καθορίζετε τὰ παράπονα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ζώνη παραμεθόριος, διότι ἐὰν πρόκειται περὶ ἐνισχύσεως οἰκονομικῆς ἀριθμοῦ ἢ πληθυσμοῦ πάσχοντος ὅπως περιεγράψατε δύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν ἐξεύρεσιν ἄλλου μέσου θεραπείας καὶ οὐχὶ τοῦ μέσου τοῦ καθορισμοῦ τῆς ζώνης εἰς τὴν ὁποίαν συμπεριλαμβάνονται οἱ κάτοικοι τῆς παραμεθορίου ζώνης.
§24Γ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Εἶναι ζώνη παραμεθόριος, ἦτο ἀνέκαθεν.
§25Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ ζώνης, πρὶν καθορισθῇ αὕτη.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Χαβίνης, Κοκκινᾶτος καὶ Λούλης, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ὑποδικοκαταδίκων τῶν φυλακῶν Κερκύρας.
§27Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§28Ι. ΚΟΚΚΙΝΑΤΟΣ. Συνιστῶ ἐπίσης καὶ ἐγὼ αὐτήν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πριμίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Παμπροσφυγικῆς Ἑνώσεως Σερρῶν.
§30Ε. ΠΡΙΜΙΔΗΣ. Διὰ σχεδίου νόμου ὑποβληθέντος περὶ ἐλαιολάδου καὶ βαμβακοσπορελαίου ἀπαγορεύεται ὑπὸ τῶν αὐτῶν πωλητῶν ἡ πώλησις ἐλαιολάδων καὶ σπορελαίων. Ἐπίσης ἀπαγορεύεται ἡ πώλησις τοῦ σπορελαίου εἰς ὡρισμένας περιφερείας, ἐπὶ πλέον δὲ φορολογεῖται τὸ σπορέλαιον καὶ βαμβακέλαιον αὐστηρότατα. Εἶναι δικαιολογημένα τὰ παράπονα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐκ μέρους τῶν βαμβακοκαλλιεργητῶν. Ὅπως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἀνέπτυξα ἐπὶ ἰδίας ἀναφορᾶς καὶ συνέστησα ταύτην ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εὐρύτερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ράλλη διὰ τὰς ὁμολογίας τῶν ἀναλλαξίμων κλπ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ τὴν ἔγγραφον ἐντύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν σήμερον, ἐσκοπεῖτο νὰ ἐλεγχθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἀγορὰν ἑνὸς ἀριθμοῦ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ διὰ τὴν μὴ ἐκποίησιν αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ τῆς ἐπερωτήσεως ὡς καὶ ἐγγράφως διετυπώθη ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπήντησεν ὅτι ἡ ἀγορὰ τῶν ὁμολογιῶν μὴ ὑπάρχοντος οὐδενὸς κωλύματος ἐξ οὐδενὸς νόμου ἦτο ἐπιτετραμμένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι ἐξ ἄλλου ἡ ἀγορὰ τῶν ὁμολογιῶν τούτων δὲν πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ οὐδεμίαν ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον ἀλλὰ μᾶλλον ὠφέλειαν. Ἐφόσον διὰ τῆς ἀγορᾶς αὐτῆς ἀπεσκοπεῖτο ἡ ἐπένδυσις διαθεσίμων χρημάτων. Ἡ ἀπάντησις κατεκρίθη ἤδη καὶ δικαίως, διότι τὸ Κράτος ναὶ μὲν ἔχει δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν ἐφόσον ὑπάρχουν περισσεύματα ἐκ μιᾶς χρήσεως νὰ τὰ διαθέτῃ πρὸς ἀπόσβεσιν δημοσίου χρέους, ὅπως ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν τὰ προκύπτοντα ἐλλείμματα ἐκ τῆς διαχειρίσεως ἑνὸς ἔτους νὰ τὰ μετατρέπῃ εἰς δημόσιον χρέος εἰς τρόπον ὥστε, νὰ ὑπάρχῃ καθαρότης λογαριασμῶν ἑκάστης χρήσεως. Τὸ πρᾶγμα τοῦτο ὑπέδειξα καὶ ἄλλοτε διὰ νὰ μὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην προκειμένου νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ ἀνατρέχωμεν εἰς τὰς χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1833 ἕως σήμερον ἀλλὰ νὰ εἶναι ὀρθὸν καὶ ἐπιβεβλημμένον τὰ μὲν περισσεύματα νὰ διατίθενται πρὸς ἀπόσβεσιν δημοσίου χρέους τὰ δὲ ἐλλείμματα εἰς μετατροπὴν εἰς δημόσιον χρέος ἑκάστης χρήσεως. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον τὸ Κράτος νὰ εἰσέρχηται εἰς πράξεις ἀγορᾶς καὶ πωλήσεις χρεωγράφων, ἐπὶ τῇ προβλέψει, ὅτι δύναται ἐκ τοιούτων πράξεων νὰ προκύψῃ ὠφέλεια εἰς τὸ δημόσιον, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ Κράτος ἐκτίθεται εἰς κινδύνους ζημιῶν καὶ ἐκτὸς τούτου ἐκτίθεται καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπεμβαίνει εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως χρεωγράφων. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς τῆς ἐξηγήσεως ἡ ὁποία ἐγκατελείφθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐδόθη ἐξήγησις, ὅτι ἡ ἀγορὰ ἐγένετο διὰ νὰ ἀποτραπῇ ἡ ραγδαία πτῶσις τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων. Κατόπιν τῶν γνωστῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἐξήγησις εἶναι προσποιητικὴ καὶ συμφέρον γενικώτερον καὶ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, ὅτι ἐφ’ ὅσον προέβη εἰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν ἀξίαν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων, ἐπιβεβλημμένον ἦτο, ὅπως–ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπέμβῃ διὰ τῆς ἀγορᾶς της ποσοῦ ὁμολογιῶν ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν ἐκ ψυχολογικῶν λόγων ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις δὲν ἐσκόπει ὡς εἶχεν διατυπωθῆ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔλεγχος ὅπως ἀνηρτήθη κατόπιν ἀπεσκόπει εἰς τὴν κατάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς σκέψεις τὰς ὁποίας ἐξεδήλωσεν ὅπως ὁρίσῃ τὸν τόκον τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων, δηλώσεις αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἔχῃ καὶ συνέπειαν, ὡς ὑπεστηρίχθη, νὰ ἐκθέσω τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ προκαλέσουν ζημίας ἢ ὠφελείας εἰς διαφόρους κατόχους τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἓν σημεῖον τῆς ἐπερωτήσεως. Τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς ἐπερωτήσεως ἐκεῖνα δηλαδὴ διὰ τῶν ὁποίων ἀποσκοπεῖται, ἵνα κατακριθῇ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο σοβαρὸν νὰ ἐμμένῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἐπερωτήσας, διότι οὐχὶ ἀξία μομφῆς εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ ἀξία ἐπαίνου· διότι ὅταν ἐπείσθη ὅτι ἡ μεταγενεστέρα σκέψις δὲν ἦτο συμφέρουσα ἠθέλησε νὰ μεταβάλῃ σκέψιν διὰ νὰ δώσῃ τὴν κατὰ τὴν ἀντίληψίν της ὀρθοτέραν γνώμην. Ὅσον καὶ ἂν ἡ δευτέρα σκέψις περιεβλήθη τὴν μορφὴν ἐπικρατήσεως ἀπολύτως δημοκρατικῶν ἀρχῶν ἐντὸς τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, τὸ γεγονὸς εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ προέδρου της, εἴτε διὰ τῆς ὁλομελείας ἐσκέφθη, νὰ μεταβάλῃ γνώμην διότι ἐπείσθη ὅτι αἱ ἀρχικαί της σκέψεις δὲν ἦσαν ὀρθαί. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, ὁ ἄλλος ἔλεγχος ὁ κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐστηρίζετο ἐπὶ δημοσιογραφικῶν ἐπιθέσεων, καθὼς ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἐπερωτήσαντος καὶ ἐκ μέρους τοῦ κυρίου ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν ἔχει πλέον νὰ ἀσχοληθῇ. Τὸ οὐσιῶδες λοιπὸν εἶναι, ὅτι ἦτο ἀδικαιολόγητος ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ νὰ περιορίσῃ τὸν τόκον τῶν ἀνταλλαξίμων ὁμολογιῶν. Καὶ ἂν ἦτο δικαιολογημένη κατὰ ποῖον τρόπον ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις; Τὸ δάνειον αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι παρουσιάζει μερικὰς ἀνωμαλίας. Ἡ πρώτη καὶ ἰδιαιτέρα καὶ σπουδαιοτέρα ἀνωμαλία εἶναι, ὁ ὑψηλὸς τόκος ἐν συγκρίσει μὲ τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια, ὄχι ἐν συγκρίσει μὲ ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια. Ἀλλὰ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ τῶν ἀνταλλαξίμων ἀντιπροσωπεύει ἓν παμμέγιστον ποσὸν ἡ συνέπεια τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου εἶναι ἐξαιρετική, προκειμένου περὶ τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων. Τὸ ἄλλο δάνειον εἶναι πολὺ μικροτέρου ποσοῦ. Ὁ ὑψηλὸς αὐτὸς τόκος ἔχει σπουδαιοτάτην συνέπειαν ἐκτὸς τῆς τακτικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ὁμολογουμένως σοβαρὰ καὶ ἔχει σπουδαιοτάτην συνέπειαν, ὅτι ἐπηρεάζει τὰς ξένας χρηματαγορὰς εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν τὸ Κράτος ἤθελε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν σύναψιν νέου δανείου καὶ τοιαύτην ἐπίδρασιν ἔχει ἐξαιρετικῶς τὸ δάνειον τῶν ἀνταλλαξίμων, διότι ἐπετεύχθη ἡ ἀθρόα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαγωγὴ τῶν σχετικῶν ὁμολογιῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπίσης ὑψηλὸν τόκον ὅπως τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, δὲν ἔχει ἐξαχθῆ ἐνῶ τοὐναντίον τὸ δάνειον τῶν ἀνταλλαξίμων ἐξήχθη ἀθρόως εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἶναι φυσικὸν λοιπόν, ἐφ’ ὅσον ὁ τόκος τῶν ἀνταλλαξίμων εἶναι ὑψηλὸς καὶ ἡ ἀγορὰ εἶναι χαμηλή, εἶναι φυσικὸν νὰ ἐπηρεάζῃ ὁ τύπος αὐτὸς τοῦ δανείου δυσκόλως τὰς διεθνεῖς χρηματαγοράς. Ἄλλη συνέπεια εἶναι, ὅτι ὁ ὑψηλὸς τόκος εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐξυψώσῃ ἴσως καὶ πέραν τοῦ ἀρτίου τὴν ὁμολογίαν τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προκαλέσῃ πώλησιν τῶν ἀνταλλαξίμων κτημάτων εἰς τιμὰς χαμηλωτέρας, κατὰ συνέπειαν νὰ περιορίσῃ τὴν πιθανότητα τῆς καλύψεως τῆς ἀξίας τοῦ δανείου διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἡ ἄλλη ἀνωμαλία τοῦ δανείου αὐτοῦ εἶναι, ὅτι ἐὰν ἐξ ἀρχῆς εἰς τὴν πρώτην σύμβασιν τοῦ 1925 εἶχε προβλεφθῆ νὰ γίνῃ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τοῦτο ἦτο σύστημα συνθέτου χρεωλυσίας. Ἡ ἔκδοσις αὐτὴ ἐπραγματοποιήθη ὑπὸ τύπον τοιοῦτον κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ὑπάρχει τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας. Εἶναι φυσικὸν καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνωμαλίαι αὗται προκύπτουσι ἐκ τοῦ τύπου τοῦ δανείου, νὰ δημιουργῆται ἡ σκέψις, ἡ ὁποία εἶναι λίαν σαγηνευτικὴ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου αὐτοῦ τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων εἰς τρόπον ὥστε, τὰ βάρη τὰ ἐτήσια τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ περιορισθοῦν καὶ εἶναι λίαν πιθανὴ καὶ ἐνδεχομένη συνέπεια νὰ ἀποσβεσθῇ. Ἡ ἰδέα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι λίαν σαγηνευτικὴ καὶ ὅπως κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἐτόνισα, τὴν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν ἐμελετήσαμεν καὶ εἰς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅταν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ εὐρέως συνασπισμοῦ διεχειριζόμεθα τὸ ζήτημα τῆς ἀνταλλαγῆς, εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀνεφέραμεν πᾶσαν ἐγγύησιν πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ συμπληρωματικοῦ μητρῴου δὲν εἴπαμεν ὅτι ἔπρεπε τὸ δάνειον τοῦ συμπληρωματικοῦ μητρῴου νὰ ἔχῃ ἄλλον τύπον, νὰ ἔχῃ τόκον 7% καὶ δεύτερον χρεωλύσιον πλὴν τοῦ χρεωλυσίου νὰ ἔχῃ καὶ ἰδιαίτερον χρεωλύσιον 1%. Ἠθέλομεν ἤδη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τοῦδε διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐνομίζαμεν ὅτι εἶχε εὐμενῆ ἐπήρειαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν εὐμενῆ ἐπήρειαν διὰ τὴν τιμὴν τῶν ὁμολογιῶν τούτων ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ παρεμποδίσῃ τὸν δυσμενῆ εἰσαγωγὴν τοῦ δανείου τούτου εἰς τὰς ξένας χρηματαγοράς. Ἡ ἰδέα αὐτὴ ἦτο καὶ ἰδέα καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ ὅπως ἐλέχθη ἦτο καὶ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως τοῦ στενοτάτου συνασπισμοῦ, ἡ ὁποία ὅμως δυστυχῶς δὲν ἐπραγματοποιήθη δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξε ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν ἀποκρύπτω τί ζήτημα εἴχομεν φέρει καὶ ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς εἴχομεν συναντήσεις καὶ συγκρούσεις ἰδεῶν. Εἶπα ὅτι ἡ ἰδέα ἡ σαγηνευτικὴ τοῦ περιορισμοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν τῆς πρώτης σειρᾶς τοῦ πρώτου μητρῴου ἐγεννήθη καὶ εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος τῶν ἀνταλλαξίμων εἴδομεν ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀδύνατον καὶ δι’ αὐτὸ ἐγκατελείψαμεν τὴν ἰδέαν αὐτὴν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν τοῦ πρώτου συμπληρωματικοῦ μητρῴου. Ἐπείσθην ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο δυνατὸν, ἀλλὰ διότι ἦτο ἀσύμφορον νὰ περιορισθῇ μονομερῶς ὁ τόκος τῶν ὁμολογιῶν τῆς πρώτης σειρᾶς τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων. Διὰ νὰ σχηματίσωμεν μίαν ἰδέαν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνακαλέσωμεν ποῖος σκοπὸς ἐπιδιώκετο διὰ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ τοῦ δανείου. Εἶναι γνωστὸν καὶ ἀνεπτύχθη ἤδη καὶ ἐνταῦθα ὅτι ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 14 ὅπως γνωρίζετε ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ τῶν ἀνταλλαγέντων Ἑλλήνω γεννᾶται ἀπὸ τῆς τμηματικῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς περιουσίας καὶ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἀπὸ ἐκεῖ γεννᾶται αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις καὶ ἡ ὑποχρέωσις συνίσταται εἰς τὴν παροχὴν πλήρους ἀποζημιώσεως διὰ τὰς ἐγκαταλειφθείσας περιουσίας καὶ κατ’ ἀρχὰς εἰ δυνατὸν διὰ τῆς παροχῆς ἀποζημιώσεως διὰ τῆς παραχωρήσεως φύσει ὁμοίων ἀντικειμένων μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγκατελήφθησαν εἰς τὴν Τουρκίαν. Πρόκειται λοιπὸν διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ νὰ συντελέσωμεν ὅπως αὐτὴ ἡ φύσει ἀποκατάστασις διὰ πραγμάτων ὁμοίων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐγκατελήφθησαν νὰ πραγματοποιηθῇ δι’ αὐτοῦ τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων ἐπραγματοποιήθη; Βεβαίως ὄχι, ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ δὲν ἦτο εὔκολος ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀστοὺς πρόσφυγας, τοιούτου εἴδους ἀποκατάστασις δηλαδὴ παραχώρησις εἰς αὐτοὺς ἀκινήτων ὁμοίας φύσεως μὲ τὰ ἐγκαταλειφθέντα ἐν Τουρκίᾳ. Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν περιουσιῶν ἐν Τουρκίᾳ διὰ νὰ δώσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν, διότι ἕνα πρόβλημα κοινωνικῆς φύσεως ἐδημιουργήθη ἐν Ἑλλάδι. Διὰ μὲν τοὺς ἀγρότας πρόσφυγας ἐλήφθη πρόνοια, παρεχωρήθησαν εἰς αὐτοὺς τὰ ἐγκαταλειφθέντα τουρκικὰ κτήματα ἐκτὸς αὐτῶν ἀπηλλοτριώθησαν καὶ πολλὰ ἄλλα μεγάλα κτήματα καὶ παρεχωρήθησαν πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων. Διὰ τοὺς ἀστοὺς πρόσφυγας πλὴν τῆς προχείρου στεγάσεως οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια καὶ ἀποταμιεύσεις μικραὶ ἐὰν ὑπῆρχον εἶχον ἐξαντληθῆ καὶ ἑπομένως ἕνα μεγάλον κοινωνικὸν πρόβλημα ἐγεννᾶτο. Παρίστατο λοιπὸν ἡ ἀνάγκη ταχείας ἐνάρξεως πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῶν τῶν χιλιάδων ἀνθρώπων διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ παραμείνουν ὄρθιοι εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἦτο ἀδύνατος ἡ παραχώρησις εἰς αὐτοὺς κτημάτων ὁμοίας φύσεως, ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος δὲν ἠδύνατο νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ χρήματα ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις ὅπως ἀντὶ χρημάτων ὡς προκαταβολὴν ἀποζημιώσεως δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἓν ποσὸν ὁμολογιῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων, εἶναι ἕναρξις τῶν ἀστῶν προσφύγων. Δὲν ἔχει τὴν σημασίαν συνήθως κοινωνικῆς προνοίας διότι στηρίζεται ἐπὶ ἑνὸς κολοσσιαίου τόκου τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Ἀλλὰ πάντως αὐτὴ ἡ πρόβλεψις τοῦ Κράτους ἡ γενομένη πρὸ τῆς τρόπον τινὰ νομίμου αὐτοῦ ὑποχρεώσεως πρὸς καταβολὴν ἀποζημιώσεως ἔχει τὴν ἔννοιαν κοινωνικῆς προνοίας. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς οὐσιαστικῆς ἀποζημιώσεως ἡ ἔκδοσις τῶν ὁμολογιῶν αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκδίδωνται εἰς τοὺς πρόσφυγας ἀντὶ μετρητῶν των, ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐκδοθοῦν εἰς δισεκατομμύρια ὁλόκληρα, ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ μὴ ἐκπέσουν ἢ λάβουν τὴν τύχην νομισμάτων ὑπερβολικῶς πληθωρικῆς κυκλοφορίας ἀλλὰ αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ νὰ διατηρηθοῦν εἰς τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τὴν ὀνομαστικήν. Κατ’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν τρόπον θὰ ἦτο δυνατὸν οἱ πρόσφυγες, ὅσοι μὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἀποκτήσουν κτήματα διὰ τὰς ἐγκαταλειφθείσας περιουσίας διὰ τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν θὰ ἠγόραζον τὰ κτήματα. Ἐκεῖνοι ὅμως καὶ αὐτοὶ εἶναι περισσότεροι οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ προσαρμόσουν τὰς οἰκονομικὰς αὐτῶν συνθήκας μὲ τὴν ἀπόκτησιν εὑρισκομένων τουρκικῶν κτημάτων ἐκεῖνοι λέγω νὰ ἠμπορέσουν νὰ ῥευστοποιήσουν τὰ χαρτιὰ αὐτὰ διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ ἀναπτύξουν τὴν ἐργασίαν των καὶ διὰ νὰ ζήσουν εἰς μόνον αὐτὸν τὸν τόπον. Αὐτὸς ὁ σκοπὸς ἐπέβαλεν νὰ περιβληθοῦν αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ μὲ ἐξαιρετικὰς ἐγγυήσεις καὶ νὰ δοθῇ σημαντικὰ ὑψηλὸς τόκος. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ διὰ πρώτης ὄψεως ἐντύπωσις ὅτι πρόκειται περὶ ὑψηλοῦ τόκου δὲν εἶναι ὀρθή, διότι χωρὶς ὑψηλὸν τόκον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ῥευστοποιηθῶσιν αὐτὰ τὰ δισεκατομμύρια τῶν ὁμολογιῶν εἰς τρόπον ὥστε νὰ γίνῃ καὶ πραγματικὴ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς δικαιούχους ἀνταλλαξίμους. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν ἁπλῶς χαρτιὰ διά νὰ ἀγοράσουν μὲ αὐτὰ ἀκίνητα, ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς χρεώγραφα ἔχοντα ἀξίαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἠμπορέσουν διὰ τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν νὰ ἀναπτύξουν οἰκονομικὰς ἐργασίας. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀνέγραψεν τὸ δάνειον ἐκεῖνο ποῖαι ἐγγυήσεις δίδονται, τὰ κτήματα κλπ. καὶ ἐτέθη καὶ ὅρος τῆς ἐγγυήσεως τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι πολὺ καλὰ τὸ κράτος ἐσκέφθη, ὅτι δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ δώσῃ μίαν προκαταβολὴν εἰς τοὺς πρόσφυγας οἵαν ὥρισαν αἱ πρῶται συμβάσεις καὶ παρεχωρήθησαν αἱ ὁμολογίαι εἰς αὐτούς. Ἕνα μέρος τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν ἐπωλήθη καὶ αὐτὸς ἦτο ἕνας λόγος ὁ ὁποῖος καθίστα περισσότερον σαγηνευτικὴν τὴν ἰδέαν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν ὅτι εἶναι πολὺ μεγαλύτερος ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαιουμένων καὶ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπρόκειτο νὰ πληρώσουν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολογισμοῦ ὁ ὁποῖος κατ’ ἀρχὰς ἐγένετο. Ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ εἰς τοὺς ἀνταλλαξίμους καὶ δι’ αὐτὸ νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ περικόψῃ ἕνα μέρος τῶν ποσῶν αὐτῶν τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας του τὰς ὑποχρεώσεις χωρὶς νὰ ἀνατραπῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἐὰν αἱ ὁμολογίαι τῶν ἀνταλλαξίμων εὑρίσκοντο μόνον εἰς τὰς χεῖρας τῶν δικαιούχων ἀνταλλαξίμων ἐὰν δηλαδὴ δὲν εἶχε γίνῃ καμμία ἐκποίησις, ἐὰν ἦσαν ὀνομαστικαί, βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχεν νομικὸν κώλυμα. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐξεδόθη τὸ δάνειον αὐτό, τὰ χρεώγραφα αὐτὰ ἦσαν ἐμπορεύσιμα, ἐλήφθη πρόνοια νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὸ χρηματιστήριον καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ ἀλλὰ κατεβλήθη καὶ προσπάθεια μεγάλη, ὅπως ἀγορασθοῦν ἀπὸ τρίτους. Ὅπως σᾶς εἶπον διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἔπρεπε αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ νὰ ἔχουν ἀγοραίαν τιμὴν ἴσην πρὸς τὴν ὀνομαστικὴν καὶ δι’ αὐτὸ πολὺ ὀρθῶς καὶ ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ συνασπισμοῦ εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Μπακάλμπασης ἐφροντίσαμεν ὅπως ὑψωθῇ ἡ ἀξία τῶν ὁμολογιῶν διότι κατ’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν τρόπον ἐγένετο πραγματικὴ ἀποταμίευσις καὶ ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἔκαμε τὴν προκαταβολὴν τὸ δημόσιον εἰς τοὺς ἀνταλλαξίμους. Ἐφροντίσαμεν καὶ ἐδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως εἰς τὴν ὀνομαστικὴν ἀξίαν τὰς ὁμολογίας αὐτάς, καὶ ἐκάμαμεν συνεννοήσεις μὲ τοὺς τραπεζίτας εἰς τοὺς ὁποίους συνεστήσαμεν νὰ φροντίσουν ὅπως μὴ ἐκπέσῃ ἡ ἀξία τῶν ὁμολογιῶν, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ ὑψωθοῦν. Ἐφροντίσαμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ πάντοτε ὁσάκις οἱαδήποτε ἀντίθετος προσπάθεια κατεβάλετο εἰς τὸ χρηματιστήριον νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν πίστιν τοῦ κοινοῦ εἰς τὰς ὁμολογίας αὐτὰς καὶ συνετελέσαμεν νὰ ὑψωθῶσιν αἱ ἀξίαι τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν ἀπὸ 400 ἢ 450 δραχμὰς εἰς 800 περίπου δραχμὰς κατὰ ὁμολογίαν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι τὰ χαρτιὰ αὐτὰ ἦσαν ἐμπορεύσιμα καὶ περιῆλθον τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον συνετέλεσε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς ξένα χρηματιστήρια πλὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἄνευ διατυπώσεως εἰσήχθησαν καὶ ἐκ τούτου οἱ τρίτοι κατέστησαν ἀγορασταί, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα κατὰ πόσον τὸ Κράτος εἶναι ἐν τάξει καὶ συνεπῶς πρὸς ἑαυτὸ ἀπέναντι τῶν τρίτων καὶ τῶν προσφύγων, ἐφόσον οἱ πρόσφυγες καὶ ἀγορασταὶ νέων ὁμολογιῶν, εἶναι ἐν τάξει περιορίζον τὸν τόκον. Ἐγένετο μνεία τῶν κειμένων. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἐξέτασις ἡ προσεκτικωτέρα πείθει ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ὑπεύθυνον, διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν. Αὐτὸ ἐξάγεται ὄχι μόνον ἐκ μιᾶς διατάξεως τῆς συμβάσεως.
§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει σημασίαν αὐτὴ ἡ συζήτησις σήμερον;
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μολονότι, κ. πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐν μέρει προεξοφλήσατε καὶ ἐξατμίσατε τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως μὲ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ἐν τούτοις διότι τὸ ζήτημα ἀφορᾷ....
§35Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει θεωρητικὴν ἀξίαν, ὄχι πολιτικήν.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. .... πρέπει ὅλα τὰ κόμματα νὰ ἐκφέρωσι τὰς γνώμας των διὰ νὰ δημιουργηθῇ μεγαλυτέρα σταθερότης καὶ βεβαιότης ὅσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου καὶ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν πίστιν αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἐφόσον θὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν προεκαλέσαμεν, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν ὅλα τὰ κόμματα νὰ ἔχουν ὑπευθύνως τὴν γνώμην των, διότι τοῦτο θὰ ἔχῃ κἄποιαν σημασίαν καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν ὄχι διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο μόνον, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν νέαν σύμβασιν τοῦ Κράτους μετὰ τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης, εἴπομεν ὅτι θὰ τὴν ἀφίσωμεν κατὰ μέρος διὰ νὰ συζητηθῇ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ θὰ ἴδητε ὅτι ἔχει κἄποιαν σημασίαν διὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους καὶ ὀρθὸν εἶναι ὅλα τὰ κόμματα ν’ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον σήμερον. Ὄχι μόνον λοιπὸν ἐκ μιᾶς διατάξεως ἀλλὰ ἐκ περισσοτέρων διατάξεων ἐξάγεται τὸ πρᾶγμα. Ἤδη ἐμνημονεύθη τὸ ἄρθρον 9 τὸ ὁποῖον ῥητῶς εἰς τὴν τελευταίαν διατύπωσιν ἀναφέρει ὅτι αἱ ὁμολογίαι εἶναι ἠγγυημέναι ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον. Σημειώσατε ὅτι ὅλαι αἱ ὁμολογίαι φέρουσι τὴν βεβαίωσιν ὅτι εἶναι ἠγγυημέναι ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ καθιστᾷ ὑπεύθυνον καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν πρώτην ἔκδοσιν καὶ μεταγενεστέρως εἰς ἄλλας ἐκδόσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρουσιάζει ὑπεύθυνον μόνον μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον φθάνει ἡ ἀξία τῶν ἀνταλλαγέντων Ὀθωμανικῶν κτημάτων. Ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 § 11, εἰς τὴν πρώτην διατύπωσιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1925 εἶναι πολὺ σαφεστέρα καὶ ἀνέφερε τοῦτο ὁ ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός, ἐστηρίχθη εἰς τὴν § 11 τοῦ 9 ἄρθρου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ παράγραφος 11 πιστοποιεῖ ἀκόμη περισσότερον ὅτι τὸ δάνειον τῶν ἀνταλλαξίμων δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ κτηματόγραφον δάνειον ἀλλ’ ἀντιστρόφως εἶναι δάνειον εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους. Καὶ ἐὰν εἰς τὴν § 11 τοῦ ἄρθρου 9, διετυπώθη ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους κατὰ φράσιν τινὰ διάφορον ἡ ὁποία φράσις ἄλλως τε ὑπῆρχε καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1925 καὶ ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, ἐὰν εἰς τὴν § 11 διετυπώθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει πλέον ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους, ἐγένετο διότι διὰ τῆς § 11 τί ἐπιδιώκεται; Ἐπιδιώκεται αὐτό· νὰ ἐκδοθῇ ἰδιαίτερον δάνειον, ἄλλο δάνειον ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κειμένων τὰ ὁποῖα προνομιακῶς θὰ στηρίζωνται ἐπὶ ὡρισμένων κτημάτων τῶν ἀνταλλαξίμων δηλαδὴ κτημάτων τὰ ὁποῖα ἔχουν ὡρισμένην ἔκτασιν καὶ τὰ ὁποῖα καταγράφονται εἰς ἰδιαίτερον κτηματολόγιον ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι τὸ δάνειον αὐτό, τὸ ὁποῖον σημειώσατε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνάψῃ ἡ Τράπεζα δηλαδὴ τὸ συμβούλιον τῆς προσφυγικῆς Τραπέζης, χωρὶς ἔγκρισιν τοῦ Κράτους, νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἔχει καὶ σημασίαν κτηματικοῦ δανείου, διὰ νὰ μὴν ἐπέλθῃ ἡ παρεξήγησις αὐτή, ἐτέθη ὁ ὅρος ἐπὶ πλέον, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους. Ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποσοβηθῇ μία παρεξήγησις. Προκειμένου περὶ ἐκδόσεως ἑνὸς δανείου στηριζομένου εἰδικῶς ἐπὶ ὡρισμένων κτημάτων κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ παρέχεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι πρόκειται περὶ κτηματικοῦ δανείου. Ἰδοὺ κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ κείμενον. (ἀναγινώσκει). Δηλαδὴ ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν διὰ τὴν μείωσιν αὐτοῦ θὰ ἔσπευδε νὰ ἐκδώσῃ ἕνα ἄλλο δάνειον τὸ ὁποῖον αὐτομάτως εἶχε συνυφασμένην τὴν εὐθύνην τοῦ δημοσίου διὰ τὴν ἐξόφλησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ μία ἄλλη διάταξις, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15 ἥτις ὁρίζει ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δικαιοῦται νὰ μεταβιβάσῃ ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν διαχείρισιν εἰς τὴν κτηματικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει ἤδη ἐκδώσει ὁμολογίας νὰ πάρῃ εἰς μετρητὰ τὸ ἀντίτιμον τῶν ὁμολογιῶν. Λέγει δὲ ἡ σύμβασις ὅτι διὰ τὰς ὁμολογίας τὰς ὁποίας ἔχει ἤδη ἐκδόσει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ὑπέγγυα τὰ κτήματα καὶ ἐπὶ πλέον τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Δηλαδὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται νὰ μεταβιβάσῃ ὁλόκληρον τὴν διαχείρησιν εἰς τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν καὶ δι’ ὅσας ὁμολογίας ἔχει ἤδη ἐκδόσει νὰ ἔχῃ ὑπέγγυα καὶ τὰ κτήματα καὶ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Εἶναι δὲ νομίζω τοῦτο διάταξις τῆς συμβάσεως τοῦ 1925 τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ ἀποδεικνύει ἀναμφισβητήτως ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπ’ ἀρχῆς ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ ἔχῃ ὡς πληρεστέραν ἐγγύησιν τὴν εὐθύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ ὄχι μόνον ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ φυσικὰ καὶ οἱ ἀγορασταὶ τῶν ὁμολογιῶν. Ἐφόσον λοιπὸν τόσον σαφῶς διατυπώνονται εἰς τὴν σύμβασιν τὰ πράγματα, τόσον σαφῶς διαλαμβάνεται ἡ εὐθύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, εἶνε φυσικὸν ἡ ἀπόφασις περὶ περιορισμοῦ τοῦ τόκου καὶ ὅσον δήποτε εὔλογος καὶ ἂν ἦτο δὲ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀκόπου κέρδους, τοῦ ἀκόπου πλουτισμοῦ ὁσονδήποτε εὔλογος καὶ ἂν εἶνε ὁ τοιοῦτος περιορισμός, πάντως ἀποτελεῖ ἀθέτησιν μιᾶς ὑποσχέσεως, ἡ ὁποία, ἐφόσον τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιούτους οἰκονομικοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς εὑρίσκεται, ἐφ’ ὅσον ζῇ ὑπὸ τοιούτους οἰκονομικοὺς ὅρους καὶ ἔχει ἀνάγκην τῆς πίστεώς του, βεβαίως ἡ πίστις αὐτὴ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ θιχθῇ ἀπὸ ἓν τοιοῦτον μέτρον περιορισμοῦ τόκου, ὑπὸ τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας λαμβανομένης τοιαύτης μονομεροῦς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισε εἰς 10 δισεκατομμύρια τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου ταμείου, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ρευστοποίησις τῆς ἀκινήτου μουσουλμανικῆς περιουσίας ἤθελε περατωθῆ μετὰ μίαν δωδεκαετίαν. Καὶ ἐγὼ λέγω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις τῶν προσφύγων ἐν γένει ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταβληθῶσιν ἀπὸ τὸ Κράτος ἀνέρχονται εἰς πολὺ μεγαλύτερον ποσόν, διότι ἔχομεν πλὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀστῶν προσφύγων ἔχομεν καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀγροτῶν προσφύγων ἀνερχομένην καὶ αὐτὴν εἰς τέσσαρα δισεκατομμύρια. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξία τῶν ἀποζημιώσεων αὐτῶν ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παραταθῇ ἐπὶ δωδεκαετίαν ἡ ἐκκαθάρισις τῆς μουσουλμανικῆς ἀκινήτου περιουσίας. Ἀλλὰ πρόκειται αὐτὰ τὰ ποσὰ νὰ καταβάλῃ ἐξ ἰδίων τὸ Κράτος; Καὶ δεύτερον ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τὰ καταβάλῃ ἐξ ἰδίων τὸ Κράτος, νομίζετε ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ περικοποῦν τὰ ποσά; Γνωρίζετε ποῖον τὸ ἄρθρον 14 τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς; Κατὰ τὸ ἄρθρον 14 ἕκαστον Κράτος ὑποχρεοῦται μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν σύγκρισιν τῶν περιουσιῶν νὰ καταβάλῃ τὴν διαφορὰν εἰς τὸ Κράτος τοῦ ὁποίου οἱ νέοι ὑπήκοοι ἔχουν περιουσίαν μεγαλυτέρας ἀξίας ἀπὸ τοὺς νέους ὑπηκόους τοῦ ἄλλου Κράτους οἱ ὁποῖοι ἀντηλλάγησαν. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀποζημίωσις τῶν προσφύγων στηρίζεται εἰς τὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν περιουσίαν εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ τὸ ἐνεργητικὸν προστίθεται εἰς τὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν περιουσίαν τῶν προσφύγων. Καὶ εἶναι γνωστὸν λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι πενταπλάσιος περίπου ὁ πληθυσμὸς ὁ Ἑλληνικὸς ὁ ἀνταλλαγεὶς ἐν συγκρίσει μὲ τὸν Τουρκικόν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ προκαταβολὴ ἡ δοθεῖσα, ἡ ἐγκριθεῖσα, ὅπως δοθῇ μεθ’ ὅλας τὰς περικοπὰς αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀντιστοιχεῖ πρὸς δέκα περίπου κατὰ μέσον ὅρον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς προσωρινῶς ἐκτιμηθείσης περιουσίας, πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι ἀπολύτως ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιδικασθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπως ἀποζημιώσῃ τοὺς πρόσφυγας θὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ ποσὸν τῆς πρώτης προκαταβολῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὅταν ἐγένετο ἡ σύμβασις περὶ ἀνταλλαγῆς, οἱ ὑπογράφοντες αὐτὴν ὑπέθετον ὅτι πολὺ ταχύτερον ἦτο δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἡ ὅλη διαδικασία, ἀλλ’ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ πέμπτον ἔτος ἀπὸ τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς καὶ ἀκόμη ἡ μικτὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἤρχισε τὸ ἔργον τῆς ἐξακριβώσεως τῆς περιουσίας τῆς ἐγκαταλειφθείσης εἰς τὴν Τουρκίαν. Διὰ τοὺς Ἕλληνας τοὺς ἐγκαταλείψαντας τὴν περιουσίαν των εἰς τὴν Τουρκίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀναχωροῦντες θὰ ἐλάμβανον σημείωσιν ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν περὶ τῆς ἀξίας τῆς ἐγκαταλειπομένης περιουσίας, διότι οἱ Ἕλληνες δυστυχῶς ἐξεδιώχθησαν διὰ τῆς βίας πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, τὸ μέγιστον τοὐλάχιστον μέρος τῶν ἀνταλλαγέντων Ἑλλήνων ἐξεδιώχθη διὰ τῆς βίας προτοῦ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ σύμβασις τῆς ἀνταλλαγῆς ἦτο ἀπαραίτητον μέτρον πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἐκδιωχθέντων ἐκ τῆς Τουρκίας Ἑλλήνων. Μέτρον σκληρόν, μέτρον βεβαίως ἀπάνθρωπον, ἀλλὰ μέτρον ἀναγκαῖον πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀνταλλαγέντων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἄνευ τῆς συμβάσεως αὐτῆς τῆς ἀνταλλαγῆς θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ βιώσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιδιώξῃ μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα διαθέτει ὅπως τώρα ἀφοῦ πλέον πολλὰ ἄλλα ζητήματα Ἑλλήνων ὑπηκόων ἀπησχόλησαν ἕως τώρα τὴν ἐπιτροπήν, θὰ ἐνεργήσῃ ὅπως ἀρχίσῃ σοβαρὰ ἐργασία πρὸς τήρησιν τῆς αὐτοεγκαταλειφθείσης περιουσίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν ὅτι οὔτε ἡ δύναμις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θὰ φθάσῃ, οὔτε ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία ἔχει καὶ αὐτὴ κἄποιαν ἀνάμιξιν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως τῆς ἀνταλλαγῆς, οὔτε ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιβληθῇ ὅπως ἐκπληρωθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Τουρκίας ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ἀπέναντι τῶν ἀνταλλαγέντων Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, ὑπέχει εὐθύνην τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀπέναντι τῶν ἀνταλλαγέντων Ἑλλήνων.
§37Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αὐτὸ ζήτημα νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ αὐτὴν τὴν ὥραν.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔκαμα μίαν διακοπὴν καὶ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην.
§39Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἔξω τῆς συζητήσεως.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἴδετε κ. Πρόεδρε ποῦ θὰ καταλήξω. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογὴν ἰδιαίτεραι ἀρχαὶ Δικαίου. Βεβαίως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νομικὴν ὑποχρέωσιν δὲν ἔχει νὰ δώσῃ πέραν τῶν ὅσων θὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ ἡ ἠθική του ὑποχρέωσις εἶναι μεγάλη καὶ ἀνεγνωρισμένη καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις καὶ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ἐρωτᾶται ἐὰν ἦτο δικαιολογημένον νὰ σκεφθῶμεν περὶ περικοπῆς τῆς πρώτης προκαταβολῆς. Ὡς μὲ διεβεβαίωσεν ἡ ὑπηρεσία αἱ ἀποζημιώσεις τοῦ μὲν πρώτου μητρώου ἀναλογοῦν κατὰ μέσον ὅρον εἰς 120 λίρας Τουρκίας κατὰ δικαιοῦχον, τοῦ παραρτήματος εἰς 78 λίρας Τουρκίας, καὶ τοῦ δευτέρου συμπληρωματικοῦ, εἰς 75 λίρας Τουρκίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν μέσον ὅρον τὰς 100 λίρας Τουρκίας, κατὰ δικαιοῦχον φαντάζεσθε ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν εἰς περικοπὴν αὐτῶν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα τὰ προωρίσαμεν διὰ τὴν βοήθειαν τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ τοῦ πληθυσμοῦ; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλάκις ἐκφράζομεν τὸν θαυμασμόν, δι’ ὅτι ἐπετέλεσεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, ἀλλὰ ἐὰν φανταζώμεθα ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως ἐστερεώθη πλανώμεθα. Διότι καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν ἀστῶν προσφύγων δὲν εἶναι ἀπολύτως ἐξησφαλισμένη. Ἤδη ὁ ἀστικὸς προσφυγικὸς κόσμος διατρέχει μίαν μεγίστην κρίσιν ἐξ ἧς θὰ ἐξέλθῃ ἂν λάβῃ τὰς ἀποζημιώσεις του καὶ ἂν διευκολυνθῇ εἰς ἐξεύρεσιν ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον οἱ κίνδυνοι ζημιῶν τοῦ Κράτους δὲν εἶναι τόσον βέβαιοι αἱ δὲ πρὸς τὴν πίστιν αὐτοῦ ὑποχρεώσεις εἶναι τόσον σαφεῖς πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν ἀποφάσεών της περὶ περιορισμοῦ τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο λυπηρόν, διότι ἐπῆλθον διακυμάνσεις ἀλλ’ ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι πρώτην φορὰν τὸ Κράτος ἐπροκάλεσε διὰ τῆς ἐνεργείας του ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν τῶν ὁμολογιῶν, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ μέχρι τῆς ἐνεργείας ταύτης προσπάθειά του πάντοτε ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν καὶ στήριξιν αὐτῶν. Ἀσχέτως τῶν εἰς κερδοσκόπους ζημιῶν ἡμεῖς ἀποδίδομεν σημασίαν εἰς τὰς ζημίας ἃς ὑπέστησαν ἰδίως οἱ πτωχοὶ πρόσφυγες ὅσοι ἔσπευσαν ἐκ φόβου νὰ πωλήσουν τὰς ὁμολογίας των. Βεβαίως πρέπει νὰ συγχαρῇ κανεὶς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν ἐξαιρετικὸν ζῆλον ὃν δεικνύει νὰ λύσῃ πλεῖστα ζητήματα ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐξαιρετικὴ σπουδὴ δὲν εἶναι πάντοτε ὠφέλιμος καὶ ἐπιβεβλημμένη ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ὅπως ἔχῃ, δὲν εἶχε τὴν ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην τῆς μεγίστης πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ, ἐὰν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ἀνατραπῆ ὅπως ἄλλαι Κυβερνήσεις διὰ τῆς βίας ἀνετράπησαν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ διὰ τῆς ἐπιλύσεως μερικῶν ζητημάτων βεβαίως θὰ ἦτο ἐπιβεβλημμένη. Ἡ Κυβέρνησις ὅπως εἶπον, ἔχει τὴν ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ ἔχει ὅλην τὴν ἄνεσιν νὰ προβαίνῃ εἰς ἀποφάσεις καὶ σταθμίζουσα περισσότερον τὰ πράγματα καὶ καλοῦσα καὶ ἐρωτῶσα ὅλους τοὺς κύκλους τοὺς ἁρμοδίους διὰ τὰ ἑκάστοτε ζητήματα καὶ οἱ κύκλοι οἱ ἁρμόδιοι δὲν εὑρίσκονται μόνον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εἶναι καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἡ πραγματικὴ Δημοκρατία εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν αἱ λύσεις δίδονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν τῶν ἁρμοδιοτέρων κατόπιν διαφωτιστικῆς συζητήσεως τῶν πραγμάτων διότι μόνον ἡ ἐπήρεια τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁρμοδίους κύκλους καὶ ἡ ἐλευθέρα συζήτησις καὶ συνολικὴ ἐκτίμησις τῶν πραγμάτων, μόνον αὗται ἀσφαλίζουσι τὴν ἐλευθέραν λύσιν καὶ τὴν ἱκανοποιητικωτέραν λύσιν τῶν ζωτικωτέρων ζητημάτων τοῦ τόπου· (χειροκροτήματα).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§42Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἐπέκτασις τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς δεικνύει πόσον δίκαιον εἶχον ὑποστηρίζων ὅτι ὀρθότερον εἶναι ἤθελεν ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητεῖτο τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ πρὸς αὐτὸ νομοθετικὰ μέτρα. Δὲν εἶχα μάλιστα τότε ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν νέαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρέμβασιν ἡ ὁποία παρενέβαλεν εἰς τὸ ζήτημα καὶ θέμα ἐντελῶς ξένον. Τί σκέπτεται ἕκαστον κόμμα καὶ ποῖαι αἱ ἀπόψεις αὐτοῦ θὰ ἦτο ὠφελιμώτερον καὶ χρησιμώτερον νὰ ἐκτεθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν Κυβερνητικῶν μέτρων. Διὰ τοῦτο θὰ προσπαθήσω νὰ περιορισθῶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐπερωτήσεως. Ἡ ἐπερώτησις εἶχεν ὑπ’ ὄψει κυρίως τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία ὑπετίθετο ὅτι προεκάλεσε τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ αἰτία αὐτὴ ἦσαν αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως τῶν ὁποίων ἀφετηρία ὑπῆρξεν ἄρθρον δημοσιευθὲν μὲ τὴν ὑπογραφὴν «Εἰδικός». Τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ ὁποίου βεβαίως πάντες ἔλαβον γνῶσιν ἦτο σπουδαῖον διότι ἐξέθετε μίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἀντελαμβάνετο ὁ γράφων αὐτό. Ἐξέθετεν ὅτι ἐκ τῆς ὑπερμέτρου ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ὥστε νὰ μή ἱκανοποιηθῶσιν αἱ δίκαιαι ἀξιώσεις τῶν προσφύγων καὶ κατέληγεν εἰς ὃ συμπέρασμα καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέληξεν ὅτι οὐδεμίαν τὸ δημόσιον εἶχεν ὑποχρέωσιν διὰ τὸ ζήτημα τῶν τόκων. Ποίαν ἐπίδρασιν εἶχε τὸ ἄρθρον τοῦτο γνωρίζετε πάντες. Καίτοι τὸ Χρηματιστήριον ἦτο κλειστὸν ἐπέδρασεν ἐν τούτοις μεγάλως. Δὲν γνωρίζω ἂν ἦσαν μεμυημένοι ἢ ὄχι, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ ἐπίδρασις αὐτοῦ ὑπῆρξεν τοιαύτη ὥστε αἱ ὁμολογίαι ἀπὸ τὰ 842 ἔπεσαν εἰς τὰ 816 καὶ ὅταν ἤνοιξε τὸ Χρηματιστήριον ἠκολούθησε νέα πάλιν πτῶσις, συνεχισθεῖσα καὶ μετὰ τὰς νέας δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε αἱ ὁμολογίαι ἔφθασαν εἰς 750–760. Ἐν γένει ἡ πτῶσις τῶν ὁμολογιῶν ἐξηκολούθησε διαρκὴς ὥστε νὰ παραστῇ ἀνάγκη παρεμβάσεως τοῦ Κράτους ἵνα σταματήσῃ. Καὶ ἐπενέβη τὸ Κράτος διὰ τῆς ἀγορᾶς ἱκανοῦ ποσοῦ ὁμολογιῶν μὲ τιμὰς ποικιλούσας περὶ τὰς 800 δραχμάς. Αὐτὰ ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν Κυβερνητικῶν δηλώσεων. Ποῖα δὲ γενικώτερα ἀποτελέσματα ἐπῆλθον πάντες ἔχετε ὑπ’ ὄψει. Δέν ἔμεινεν ἀκλόνητος ἡ θέσις τοῦ Κράτους ἐν τῇ πίστει τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἔχουν ἀπέναντι αὐτοῦ οἱ ὁμολογιοῦχοι. Ἀλλ’ εἶναι καὶ αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν εἰς τὸ χρηματιστήριον αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τοὺς παίζοντας ἀκόμη ἂν ἐπῆλθον δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ ἐπέλθουν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Κράτους. Βεβαίως τὸ Κράτος δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύῃ τοὺς κερδοσκοποῦντας, ὀφείλει ὅμως νὰ μὴ προκαλῇ τὴν κερδοσκοπίαν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι συγχωρητὴ εἰς αὐτό, διότι προέβη εἰς τὴν ἀγορὰν ὁμολογιῶν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι εἰς τὴν ἀγορὰν ταύτην προέβη καὶ ἐκ τοῦ λόγου ὅτι εἶχον πέσει αἱ τιμαί. Δὲν νομίζω ἐπαρκὲς δικαιολογητικὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὗρε περίστασιν νὰ ἐπενδύσῃ τὰ διαθέσιμα, διότι τὸ Κράτος δὲν δικαιοῦται νὰ κάμῃ χρηματιστηριακὰ παίγνια, περὶ τοιούτου δὲ πρόκειται ἐφ’ ὅσον ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ θὰ πωληθῶσι καὶ πάλιν. Προκύπτει ἐκ τούτου ἀναντιρρήτως ὅτι δὲν ἐπρόκειτο κἄν περὶ ἐπενδύσεως διαθεσίμων, ἀλλ’ ὅτι ἡ πρᾶξις ἐγένετο ἵνα σταματήσῃ τὴν πτῶσιν τῆς τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν, τὴν προελθοῦσαν ἀπὸ μίαν ἄστοχον ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς ταύτης ἐνεργείας καὶ μεταξὺ τῶν προσφύγων ἀκόμη ἀνεπτύχθη μία ἀνησυχία, ἡ ὁποία εἰς ἄλλας περιστάσεις δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ. Αἱ ἀνησυχίαι δὲ αὗται τῶν προσφύγων προῆλθον ἐκ τῶν ἐν τῷ γνωστῷ ἐκείνῳ ἄρθρῳ δημοσιευομένων ἀντιλήψεων, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος 360.000.000 διὰ τόκους, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπεβαρυνώμεθα μέχρι τέλους μὲ 2345000000 πλέον τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων καὶ πλέον τῆς διαφορᾶς τὴν ὁποίαν θὰ ἐπληρώναμεν πρὸς τὴν Τουρκίαν διὰ τοὺς ἐκεῖ ὁμογενεῖς. Ὅταν τοιαῦται ἐξεδηλοῦντο ἀντιλήψεις καὶ σκέψεις ἦτο εὔλογον νὰ γεννηθῶσιν ἀνησυχίαι. Καὶ ἐρωτῶ, διατὶ τάχα ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας καὶ ποῖος ἆρά γε σκοπὸς ἐξυπηρετεῖτο δι’ αὐτῶν; Μέχρι σήμερον δὲν εἶδον νὰ δοθῇ οὐδεμία διασάφησις ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἤδη ἡ Κυβέρνησις μετέβαλε γνώμην, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ζητεῖ νὰ μάθῃ διατὶ ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὰ μέτρα ταῦτα. Ἕως τώρα δὲν ἤκουσα τίποτε ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, καὶ παρὰ πᾶσαν προσπάθειαν τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔκαμα διὰ τῆς ἰδίας μου σκέψεως ἵνα φθάσω εἰς ἓν ἀποτέλεσμα ἐξυπηρετικὸν τοῦ σκοποῦ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν τὸ κατώρθωσα. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀνέφερεν ὅτι ἡ σκέψις ἦτο δυνατή, ἀλλὰ καὶ ἡ σκέψις ὀφείλει νὰ γίνηται μετ’ ἐμβριθείας καὶ ἐπιμελείας ὥστε νὰ βασίζεται εἰς ἐρείσματα ἀσφαλῆ. Οἱ δύο ἐκ τῶν ὁμιλησάντων ἀρχηγῶν ὑπεστήριξαν ἤδη ὅτι ὑποχρέωσις τῆς ἐγγυήσεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ὑπάρχει πλήρης. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεστήριξε τοὐναντίον. Ἐκ τούτων προκύπτει ὅτι ἡ σύμβασις δὲν εἶναι σαφής, ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξω τοῦτο ὅταν τόσον σαφῶς δεδηλωμένην ἔχω τὴν γνώμην κοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκφράζοντος ἐν τούτοις καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ σύμβασις δὲν ἔχει τὴν σαφήνειαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται νὰ ἔχουν συμβάσεις ἀφορῶσαι τόσον μεγάλα ζητήματα. Εἶπον, εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πῶς θὰ ἐναυάγῃ τὸ σχέδιόν του. Διότι τὰ τρία δισεκατομμύρια ἐπαρκῶς ἐξασφαλίζονται διὰ τῶν κτημάτων καὶ οἱ ὁμολογιοῦχοι θὰ ἠδύναντο νὰ ἀναμένουν τὴν πλήρη ἐκκαθάρισιν. Ἡ τράπεζα δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκδώσῃ ἄλλας ὁμολογίας καὶ οὐδεμίαν ἀνάγκην θὰ εἶχον οἱ πρῶτοι ὁμολογιοῦχοι νὰ ἀκούσουν τὰς προτάσεις περὶ μειώσεως τοῦ τόκου. Ἀλλὰ ὅταν τοιαύτην στάσιν ἐτηρεῖτε καὶ αὐτὴ ἡ Τράπεζα θὰ σᾶς ἠρνεῖτο τὴν ἔκδοσιν ἄλλων ὁμολογιῶν καὶ τὶ θὰ ἐπράττετε τότε ὑποχρεωμένοι ὄντες νὰ πληρώσητε καὶ τοὺς ἐγγεγραμμένους εἰς τοὺς συμπληρωματικοὺς πίνακας; Παραλείπω νὰ εἴπω εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρίσκεσθε ὅταν σᾶς προσεκομίζοντο αἱ ὁμολογίαι καὶ θὰ ἐλέγετε εἰς τοὺς κατόχους, μεταξὺ τῶν ὁποίων πιθανὸν νὰ ὑπῆρχον καὶ ξένοι, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν. Δὲν γνωρίζω ἀκόμη διατὶ παρωράθη καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει τὴν ἐγγύησιν διὰ τὴν πληρωμὴν καὶ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων ὁμολογιῶν. Ἡ σύμβασις αὕτη ἐκυρώθη συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος. Νομίζετε ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως δὲν ἔχει καμμίαν ἐπίδρασιν; Τὸ νομοθετικὸν τοῦτο διάταγμα ἐὰν δὲν κυρωθῇ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα ἐντὸς 4 μηνῶν ἀκυροῦται εἰς τὸ ἐφεξῆς δὲν ἀκυροῦται ex dunc ἀλλὰ ex nunc. Ἡ τράπεζα ἐξέδωκεν ὁμολογίας πρὶν παρέλθῃ τὸ τετράμηνον, νομίζετε ὅτι θὰ εὕρετε νομικὸν ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ἔλεγεν ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὗται εἶναι ἄκυροι; Δὲν ἦτο λοιπὸν ἡ σκέψις ὑμῶν ὀρθὴ οὐδὲ μελετημένη. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς κακίσω ἄν μετεβάλατε σκέψιν, οὔτε ἐπιθυμῶ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ κρίνω τὰς τελευταίας σας σκέψεις. Ὅταν αὗται ἔλθουν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸς συζήτησιν θὰ σᾶς εἴπω, ἂν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνετε εἶναι ὀρθά. Σεῖς ὁ ἴδιος δι’ ἀνακοινωθέντος σας εἴπατε ὅτι αἱ σκέψεις σας δὲν ἦσαν ὀρθαὶ καὶ λέγετε τώρα ὅτι θὰ μειώσητε τὸν τόκον κατὰ 2%. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν θὰ ἐπεκταθῶ σήμερον. Κάμνω ὅμως ἀπὸ τοῦδε τὴν παρατήρησιν ὅτι κακῶς ὑπολογίζετε ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ Κράτος ὠφέλειαν 36,000,000 ἐνῷ τὸ κέρδος τοῦτο δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰ 26,000,000. Αὐτὸ εἶναι τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ κατόπιν ὅλου τοῦ δημιουργηθέντος θορύβου καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὅλας τὰς ζημίας καὶ τὰς θυσίας αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν. Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας δὲν δύναμαι ἢ νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ κάμῃ οἰκονομίαν, ἀλλὰ τονίζω ὅτι αἱ οἰκονομίαι αὗται δὲν εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐφαντάσθητε καὶ δὲν θὰ εἶναι παρὰ δύο ἕως τρία ἔτη. Τονίζει ὅτι αἱ ὁμολογίαι σὺν τῷ χρόνῳ θὰ ἔχωσι μικροτέραν ἀγοραστικὴν ἀξίαν καὶ θὰ περιέλθωσι ταχύτατα εἰς τὴν τράπεζαν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἀγορᾶς τῶν κτημάτων, διότι θὰ ἀγορασθῶσιν ὀλιγώτερον καὶ μετὰ τρία ἔτη, λέγω, θὰ εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ παύσῃ πᾶσα ἐλάττωσις τοῦ τόκου, θὰ εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ πληρώσητε εἰς τὸ ἄρτιον, διότι ἀπὸ τὸ 1931 ἀρχίζει ἡ ὑποχρέωσις τοῦ δημοσίου κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν νὰ πληρώνῃ τὸ νέον ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ λείπῃ ἀπὸ τὴν τράπεζαν μεταξὺ τῶν διατεθέντων ἐκ τοῦ ἀναληφθέντος δανείου. Δὲν ἐπεκτείνομαι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τηρῶν τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκα, ὅτι θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως. Θὰ εἶχον πολλὰ ἴσως νὰ ἐκθέσω ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ ὁμολογίαι διετέθησαν πρὸς (400) καὶ πεντακοσίας (500) δραχμὰς ἔλαβον δηλ. οἱ δικαιοῦχοι τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοστοῦ τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦντο νὰ λάβουν ἔναντι τῆς ἀποζημιώσεώς των, διότι τὸ ἕτερον ἥμισυ περιῆλθεν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ ἐπωφελῶνται τῆς δυστυχίας τῶν ἄλλων. Ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μέτρα μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν σταθεροποίησιν, ἵνα μὴ φυγαδεύωνται αἱ ὁμολογίαι αὗται ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δικαιούχων ὥστε νὰ ἐπωφελῶνται τὴν διαφορὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν νὰ κερδοσκοπῶσιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τὰ προσφυγικὰ ζητήματα ἡ μέθοδος, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε ὑπῆρξε πρωτοφανής, ἀφοῦ οὐδέποτε τὰ ζητήματα ταῦτα συνεζητήθησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, ζητήματα οἷα τὰ τῶν δικαιούχων ἀνταλλαξίμων ἐλύθησαν πάντοτε μετὰ σπουδῆς διὰ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἔφθασε δὲ μόνον τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὴν Βουλήν. Ἤκουσα εὐχαρίστως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπικρίνῃ τὸν τρόπον τοῦτον ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη εἰς τὰ προσφυγικὰ ζητήματα. Ἡ ἐπίκρισίς του αὕτη μὲ κάμνει νὰ πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθηθῇ ἡ μέθοδος αὕτη καὶ πάλιν. Τὰ ζητήματα τὰ προσφυγικὰ βεβαίως ἀποβλέπουσι κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ ἐνδιαφέρουσι τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ ὀρθοποδήσῃ ἐὰν δὲν λυθῇ ἀποτελεσματικῶς τὸ προσφυγικὸν ζήτημα. Ἐὰν τοῦτο λυθῇ δυσμενῶς βεβαίως τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἐπιπέσῃ κατὰ πρῶτον λόγον ἐπὶ τῶν προσφύγων, ἀσφαλῶς ὅμως θὰ ἔχῃ σπουδαιότατον ἀντίκτυπον ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, καθὼς καὶ ἂν λυθῇ ἐπωφελῶς θὰ ἱκανοποιήσῃ μὲν τοὺς πρόσφυγας τοὺς εὑρισκομένους εἰς μίαν δυστυχίαν, ταὐτοχρόνως ὅμως θὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐξύψωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ χωρίσωμεν οὔτε κἂν ἓν ἀτομικὸν συμφέρον, ὅταν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ Κράτους. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ χωρίσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν προσφυγικῶν πληθυσμῶν, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸ ¼ τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ; Δὲν λέγω ταῦτα σκοπῶν νὰ ἀσκήσω οὐδεμίαν ἐπίδρασιν, οὔτε τοῦτο εἶναι εἰς τὴν διάνοιάν μου, ἐπὶ τῶν σχέσεων τὰς ὁποίας ὁ προσφυγικὸς κόσμος ἔχει πρὸς ὡρισμένον κόμμα, οὔτε ἐπὶ τῶν δεσμῶν περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἔχῃ δεσμοὺς καὶ πρὸς τὰ ἄτομα καὶ πρὸς οἱασδήποτε τάξεις. Ἀλλὰ ἔχομεν κύριοι, τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ συνόλου καὶ ἐφόσον τὰ προσφυγικὰ ζητήματα ἀφορῶσι τὸ σύνολον τὰ ζητήματα ταῦτα πρέπει νὰ λύωνται ἐν πλήρει φωτὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ὑπὲρ πάντα εὐελπιστῶ καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὡς ἀντιπρόσωπος ὄχι μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, ἀλλὰ ὡς ἁπλοῦς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ ἔλθωσι καὶ νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐμμένω εἰς τὴν ἀξίωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν διετύπωσα κατὰ τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἤκουσα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ κατακρίνῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως τὸν τρόπον καθ’ ὃν μέχρι σήμερον ἐκανονίσθησαν τὰ προσφυγικὰ ζητήματα. Βεβαίως οἱ ἰθύνοντες θὰ δώσωσι τὴν τελευταίαν κατεύθυνσιν, ἀλλὰ οἱ ἰθύνοντες εἶναι δυνατὸν καὶ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην νὰ ἀποκομίσωσιν γνώμας ἐπωφελεῖς διὰ τὴν καλλιτέραν κατεύθυνσιν, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἡ σκέψις ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι ζήτημα πολιτικὸν ἢ κομματικὸν, εἶναι ζητήματα κοινωνικοῦ συμφέροντος. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κονδύλης ἔχει τὸν λόγον.
§44Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως τὴν ἐπιχειρηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος, λαμβάνω τὸν λόγον διότι καὶ παράγοντες τῆς πλειοψηφίας, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸν ἴδιον ὅρον καὶ παράγοντες ὑπήρξαμεν ὅτε ἐψηφίσθη τὸ ψήφισμα τῆς 14 Ἀπριλίου 1925 καὶ Κυβέρνησις εὑρέθημεν ὅτε ἐγένετο ἡ ἔκδοσις τῆς πρώτης σειρᾶς τῶν ὁμολογιῶν καὶ ἤρχισεν ἡ χορήγησις τῆς πρώτης σειρᾶς τῶν ἀποζημιώσεων. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἀνεπτύχθη ὁλόκληρον τὸ προσφυγικὸν ζήτημα ἀπὸ τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης καὶ ἐντεῦθεν παρὰ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἐσκέφθη αὕτη νὰ κατακρίνῃ τὴν προκάτοχον διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἐδόθη ἡ ἐξήγησις ὅτι ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ἀπάντησις εἰς δημοσιεύματα ἅτινα ἡ φήμη ἔφερε ὅτι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ μήπως τὸν χείριστον τῶν δημοσιογραφικῶν ἀγώνων ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ζητήματος τῶν ὁμολογιῶν δὲν ἤνοιξαν οἱ ἐπιτελεῖς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος; Καὶ ἐθεωρήθη ἄρα γε ἀνεπαρκὴς ἡ δημοσιογραφικὴ κονίστρα διὰ νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν. Κατ’ ἀρχήν, κύριοι, οὐδόλως συμμερίζομαι τὴν θλῖψιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος τῆς 14 Ἀπριλίου 1925 τοῦ προβλέψαντος διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ ποσοστοῦ τῆς ἀποζημιώσεως.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι μόνον δὲν ἐξέφρασα θλῖψιν ἀλλὰ εἶπον ὅτι εἶμαι ἀπολύτως συνυπεύθυνος, ἠρκέσθην μόνον νὰ ἐκφράσω τὴν κατάπληξιν διὰ τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§46Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Μικρασιατικὴ συμφορὰ ἔρριψε τοὺς κατοίκους τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τῆς Θράκης εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ἐλεύθερον Ἔθνος εἶχε καθῆκον νὰ περιθάλψῃ τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς καὶ νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν βαθμιαίαν αὐτῶν ἀποκατάστασιν. Τὸ καθῆκον αὐτὸ προσεπάθησε νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ μὲ γλίσχρα μέσα ἅτινα εἶχε εἰς τὴν διάθεσίν του. Αἱ γενικαὶ γραμμαὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς ἦτο ἡ σύναψις τῶν ἐξωτερικῶν δανείων διὰ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν καὶ ἡ διάθεσις συγχρόνως τῆς μουσουλμανικῆς περιουσίας. Μὲ τὰ διάφορα σχέδια κατελήξαμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος τῆς 14 Ἀπριλίου 1925 δι’ οὗ προεβλέπετο ἡ καταβολὴ ποσοστοῦ δυνάμει τῆς προσωρινῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀποζημιώσεως τῆς ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθείσης προσφυγικῆς περιουσίας. Δυνάμει τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ συνήφθησαν πολλαὶ συμβάσεις. Διὰ τῶν συμβάσεων αὐτῶν καθωρίσθη ὁ τρόπος τῆς διαχειρίσεως τῶν μουσουλμανικῶν κτημάτων καὶ ἡ καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως. Ἡμεῖς μὴ ὄντες νομικοὶ δὲν θὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ νομικὸν ζήτημα, ἀλλὰ εἰς τὰς συμβάσεις αὐτὰς ἀναφέρεται ρητῶς τὸ ποσοστὸν μέχρι τοῦ ὁποίου δύναται νὰ φθάσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐκδοθησομένων ὁμολογιῶν καὶ προβλέπεται συγχρόνως ἡ ἀπόσβεσις τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν πρὶν ἐκδοθοῦν νέαι, προβλέπεται ἀκόμη, λόγῳ τοῦ ὅτι θὰ ἐβράδυνεν ἡ ἐκκαθάρισις τῶν περιουσιῶν, νὰ ἀφαιρεθῶσιν 25% ἐκ τοῦ ποσοστοῦ αὐτοῦ. Τί σημασίαν ἔχουν αἱ προφυλάξεις αὗται; Ποίαν ἄλλην παρ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνέμενεν εἰς τὴν ἰδέαν ὅπως περιορισθῇ ἡ ἔκδοσις τῶν ὁμολογιῶν ἐντὸς τῆς ἀξίας τῶν μουσουλμανικῶν περιουσιῶν καὶ περιορισθῇ καὶ ἡ ἐγγύησις ἐντὸς τοῦ ποσοῦ τούτου.
§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν αὐτὴ ἦτο ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως τότε δὲν ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἔκδοσις τῶν ὁμολογιῶν πρὸ τῆς συμπληρώσεως ὅλων τῶν μητρῴων, διότι ἐφ’ ὅσον ἤρχισεν ἡ πληρωμὴ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκδόσεως 3 δισεκατομμυρίων δὲν θὰ ἦτο βέβαιον ἂν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξαντληθῇ ὅλος ὁ πίναξ τῶν δικαιούχων. Τότε βεβαίως ἡ σκέψις αὐτὴ δὲν θὰ ἦτο βάσιμος καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο κανονικὸν ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσιζε νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐστηρίζοντο μόνον εἰς τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἐγνώριζε ποῖον θὰ ἦτο τὸ ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν. Ἐκτὸς ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔσπευδον νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς ὑποθέσεις των θὰ ἐλάμβανον μεγαλυτέρας ἀποζημιώσεις ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ ἀρχικὸν μητρῷον, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεμία Κυβέρνησις τὸ ἐσκέφθη.
§48Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Αἱ ἀρχικαὶ προθέσεις τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο νὰ συμπληρωθῇ τὸ μητρῷον πρῶτον καὶ κατόπιν νὰ ἀρχίσῃ ἡ πληρωμή. Συζητήσεις ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ ἔγιναν μεταξὺ ἐμοῦ τοῦ τότε ὡς Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δυστυχῶς ὅμως ἡ προσφυγικὴ δυστυχία δὲν ἐπεδέχετο ἀναβολήν. Ὅπως ἐπίσης ἐνθυμεῖσθε ὅτι.....
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Καὶ ἡμεῖς συγκατανεύσαμεν.
§50Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Ἀλλὰ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ κἄτι ἄλλο τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες διὰ νὰ συναγάγωμεν καλῶς ἕν συμπέρασμα διὰ τὴν.....
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς τὴν πρώτην σύμβασιν τὴν ἐπιτρέψασαν τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἀδείᾳ τῆς ὑφ’ ὑμᾶς Κυβερνήσεως ἐλαμβάνετο ρητὴ πρόνοια περὶ ἱκανοποιήσεως μόνον τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὸ πρῶτον συμπληρωματικὸν μητρῷον, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ δανείου θὰ ἱκανοποιηθοῦν οἱ δικαιοῦχοι οἱ συμπεριλαμβανόμενοι εἰς τὸ πρῶτον μητρῷον. Δὲν ἀγνοεῖται δὲ ὅτι ἐξηκολούθει ἡ κατάρτισις καὶ τοῦ παραρτήματος τοῦ πρώτου μητρῴου καὶ τοῦ συμπληρωματικοῦ μητρῴου. Ἦτο δὲ βεβαιότατον ὅτι καὶ αὐτὰ θὰ ἐπληρώνοντο ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας σεῖς στηριζόμενοι ἐπληρώσατε τοὺς ἐγγεγραμμένους εἰς τὸ πρῶτον μητρῷον.
§52Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Φρονῶ κύριοι ὅτι ὁ κυριώτερος παράγων ὅστις ἐβάρυνεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος ἦτο ἡ ἀδίρητος ἀνάγκη ἀφ’ ἧς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαφύγῃ καμμία Κυβέρνησις. Ὅσον ἀφορᾷ, τὰς προβλέψεις περὶ τῆς ἀξίας τῆς ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας ὅλοι ἐνομίσαμεν ὅτι θὰ ἦτο κατωτέρα καὶ δι’ αὐτὸ ἐσκεπτόμεθα νὰ ἐκδώσωμεν δάνειον 500.000.000, ἀλλὰ ἐνῷ κατόπιν ἐφθάσαμεν εἰς τὰ 2½ δισεκατομμύρια εἴδομεν ὅτι καὶ τότε ἀκόμη ὑπῆρχον πολλοὶ μὴ ἀποζημιωθέντες καὶ ἐλήφθη μέριμνα περὶ συμπληρωματικοῦ μητρῴου καὶ παραρτήματος. Ὅταν πλέον συνεκροτήθη καὶ τὸ συμπληρωματικὸν μητρῷον καὶ παρουσιάσθη καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποζημιώσεως καὶ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ ἄλλως παρὰ νὰ δώσῃ καὶ τὴν ζητηθεῖσαν ἐγγύησιν αὐτήν, καὶ ἐδόθη ἡ ἐγγύησις αὕτη.
§53Σ. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Εἴχετε βεβαιώσει ρητῶς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τότε δὲν διέτρεχε κίνδυνον ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν διότι τὰ κτήματα ἐκάλυπτον τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Βεβαίως ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους προσέδωσε μεγαλυτέραν ἀσφάλειαν εἰς αὐτήν.
§54Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Συνεπῶς ἡμεῖς δὲ θὰ ἐπικρίνωμεν τὴν πρᾶξιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπικρίνομεν ἦτο τοῦτο, ὅτι τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως μειώσῃ τὸν τόκον τῶν ἀνταλλαξίμων ὑπεδέχθησαν μὲ μίαν ἀντιπολίτευσιν ἥτις δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς δημοκοπική. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εὗρε καχεξίαν ἀφόρητον καὶ εὗρε ἀξιώσεις ἀτελειώτους ἀνικανοποιήτους. Ὑπάρχουν ἀκόμη εἰς πολλὰς πόλεις καὶ ἰδίως τῆς Πελοποννήσου πρόσφυγες διαιτώμενοι εἰς τρώγλας καὶ ἀποθήκας. Ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς ἀποζημιώσεως τῶν πολεμοπαθῶν καὶ ἀνάγκη διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν. Ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἀναπτυχθῇ ὅλη αὐτὴ ἡ δραστηριότης τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας ἦσαν πράγματι ἀνέλπιστα διὰ τὴν κατάπνιξιν τῆς λῃστείας καὶ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο βεβαρυμμένος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἤθελε νὰ ἐπιφέρῃ ἐλάφρυνσιν αὐτοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήγησε τὰ βάρη τῶν δύο δανείων διὰ τὴν προσφυγικὴν ἀποζημίωσιν. Ἡ ἐπιβάρυνσις αὕτη θὰ εἶναι μεγάλη.
§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπον ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις θὰ εἶναι μεγάλη. Ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐστηρίζετο εἰς τὸ ὅτι θὰ χρειασθῇ μία δεκαετία πρὸς ἐκκαθάρισιν. Καὶ ἄλλοτε ἐνομίσαμεν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πραγματικῶς σώζει τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἶναι ἡ ταχίστη ρευστοποίησις τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῶν μουσουλμανικῶν κτημάτων, ὁπότε αἱ ἐκ τῶν τόκων ζημίαι εἶναι ἐλάχισται καὶ ὄχι μόνον ἐκ τῶν τόκων ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ κεφαλαίου, διότι ἐκ τῆς ταχείας πωλήσεως εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκποίησις εἰς ἀρίστας τιμάς. Καὶ εἰς τὰ μέτρα αὐτὰ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἔδωσε τὴν δέουσαν σημασίαν ἡ τελευταία συμμαχικὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία περιώρισεν ὑπερβολικὰ εἰς τοὺς κατόχους πώλησιν ἐπὶ πιστώσει τῶν μουσουλμανικῶν κτημάτων.
§56Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Διὰ νὰ ἐκποιηθῇ μία περιουσία ἀνερχομένη εἰς 7 δισεκατομμύρια πρέπει νὰ βελτιωθῇ ἡ γενικὴ οἰκονομικὴ κατάστασις. Καὶ εἶναι μὲν ἐνδεχόμενον, ὡς ἐλπίζομεν, νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ δεκαετία αὕτη διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης δυνατὸν νὰ μὴ ἐκποιηθοῦν ταῦτα ἐντὸς τῆς δεκαετίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ δημοσίου θὰ εἶναι μεγάλη. Ἐὰν δὲν εἶναι 10 δισεκατομμύρια θὰ εἶναι 8 δισεκατομμύρια. Καὶ ἀπὸ τὰ δισεκατομμύρια ταῦτα εἶναι ζήτημα ἂν θὰ διοχετευθοῦν εἰς τὰ θυλάκια τῶν προσφύγων τὰ 4 δισεκατομμύρια, διότι τὰ ἄλλα θὰ τὰ λάβουν οἱ συγκεντρώσαντες εἰς χεῖρας των τὰς ὁμολογίας. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν κλίμακα τὴν ὁποίαν διῆλθον αἱ ὁμολογίαι αὗται θὰ εἴδητε ὅτι ἠγοράσθησαν ἀπὸ τοὺς μεγάλους κεφαλαιούχους μεταξὺ 500 καὶ 600 δραχμῶν καὶ ἐκ τούτου δύνασθε νὰ ἐννοήσητε τί κερδίζουν οὗτοι, ὥστε ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ διαπραγματευθῇ καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν μείωσιν τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων, ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τόσα ἐκέρδισαν, τί κακὸν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ διατὶ κατηγορήθη ἐπὶ ἀντιπροσφυγικισμῷ καὶ ἐπὶ τῷ ὅτι ἐκθέτει τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος; Ἡμεῖς προσωπικῶς φρονοῦμεν ὅτι θὰ διεπράττωμεν αὐθάδειαν ἂν ἠθέλωμεν συστήσει εἰς τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον μέριμναν ὑπὲρ τῶν προσφύγων. Εἶναι ὡς ἡμεῖς φιλοπροσφυγικὴ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα. Αὐτὴ ἄλλως τε ἡ ἀπόφασις ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξοικονομηθῇ ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ τόκου θὰ διατεθῇ διὰ τὴν στέγασιν, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν εἶναι ἀντιπροσφυγική. Βεβαίως οἱ πρόσφυγες μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ κ. Βενιζέλου ἀνέμενον τὴν ἄμεσον βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Ἀλλὰ οὐδεὶς εἶναι θαυματοποιὸς εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ἡ προσπάθεια ἣν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης καταβάλλει, εἶναι προσπάθεια Κυβερνήτου ἔχοντος συναίσθησιν τῆς θέσεώς του. Ἐξύψωσε τὴν πίστιν τοῦ Κράτους ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα, ἐμερίμνησε περὶ ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἐλπίζομεν ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο τῆς ἐμπεδώσεως ταχέως θὰ συμπληρωθῇ, ἐμείωσε τήν τιμὴν τοῦ ἄρτου καὶ δύνασθε νὰ ἐννοήσητε τὶ σημασίαν ἔχει τοῦτο διὰ τὸν λαόν, ἐμερίμνησεν διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα νὰ ἐλπίσωμε ὅτι δὲν θὰ ὑποστῶμεν εἰς τὸ μέλλον τὴν φθοράν, τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν ἐκ τοῦ δαγγείου, συνῆψε τὴν σύμβασιν τοῦ Στρυμῶνος ἥτις θὰ θέσῃ τὰς βάσεις τῆς ἀληθοῦς εὐημερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Φρονῶ ὅτι δὲν ἔφθασεν ἡ στιγμὴ νὰ κριθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου οὔτε τὸ ζήτημα τῶν ἀνταλλαξίμων εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Ὅταν μετὰ 3–4 ἔτη τελειώσῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸν κρίνωμεν. Ὡς ἐπίσης δὲν θὰ κριθῇ ἡ πολιτικὴ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἐκ μόνου τοῦ ζητήματος τῶν ἀνταλλαξίμων ἀλλὰ θὰ κριθῇ αὕτη ὅταν ἔλθουν εἰς συζήτησιν καὶ τὰ ἄλλα οἰκονομικὰ αὐτῆς μέτρα (χειροκροτήματα).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§58Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε περιωρίσθη, οὔτε ἦτο δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῆς ἐπερωτήσεως. Ἡ πεῖρα τοῦ κοινοβουλίου ἔχει ἀποδείξει τὸ ἀδύνατον τοῦ τοιούτου περιορισμοῦ ἐπὶ ζητημάτων πολὺ ἁπλουστέρων ἢ τὸ προσφυγικόν. Ἂν ἐπρόκειτο ἡ συζήτησις νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ στενὰ ὅρια τῆς ἐπερωτήσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ κριθῇ μόνον ἂν ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἢ κακῶς προέβη εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ὁμολογιῶν ἐκείνων. Ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτήσας βουλευτὴς ἐπεξέτεινε τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐνέργειαν ἥτις ἔλαβε χώραν διὰ δημοσιεύσεως ἄρθρων ἔν τινι ἐφημερίδι, ἄρθρων τὰ ὁποῖα, ἕνεκα ἀπουσίας μου, δὲν περιέπεσαν τότε εἰς γνῶσιν μου. Καὶ ἀπέδωκεν εἰς τὴν δημοσίευσιν ἐκείνων κατ’ ἔμπνευσιν γενομένην, ζημιώδεις συνεπείας διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Προεχώρησε ἐπὶ πλέον εἰσερχόμενος εἰς θέμα πολιτικῆς ἢ ὑπουργικῆς δεοντολογίας ἔψεξε τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. ὑπουργόν, διότι δὲν προέβη ἀμέσως εἰς καταμήνυσιν δι’ ἄρθρα δημοσιευθέντα ἐν ἄλλῃ ἐφημερίδι καὶ ἀποκοπτόμενα τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς ὑπολήψεως αὐτοῦ τούτου, ὡς ἀνωτάτου δημοσίου λειτουργοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,—τὰ ὅρια τῆς ἀμύνης βλέπετε εἶναι πάντοτε, δεδικαιολογημένως εὐρύτερα ἀνέπτυξε τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἠδύνατο ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, νὰ συζητηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νομικῶν διατάξεων, ἂν τὸ Κράτος εἶχε δώσει εἰς τὰς πρώτας ὁμολογίας πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν ἐγγύησιν αὐτοῦ, πρὸς ἐξόφλησιν αὐτῶν, ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν κομιστῶν. Ἐξ ἄλλου, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ἠθέλησε δικαίως νὰ ἐξηγήσῃ τὴν πολιτικὴν ἥτις ἠκολουθήθη κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1928. Ἐντεῦθεν δὲ ἡ ἐπερώτησις ἐπεξετάθη γενικώτερον ἐγένετο μνεία τῆς συμβάσεως τῆς Λωζάννης, τῶν ὑποχρεώσεων αἵτινες ἀπορρέουν ἢ δὲν ἀπορρέουν ἐξ αὐτῆς καὶ τῶν ὑποχρεώσεων ἐν γένει τοῦ Κράτους ἔναντι τῶν προσφύγων καὶ εἰδικώτερον ἔναντι τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν. Ἐπειδὴ δὲν συνέπεσε νὰ ἔχω τὴν εὐθύνην τοῦ ἀρχικοῦ καταστατικοῦ ψηφίσματος τοῦ 1925, ψηφίσματος γενομένου ἐναντίον τῆς ἀρχικῆς θελήσεως τῶν τότε προσφύγων πληρεξουσίων, τῇ ἐπιμονῇ τῇ ἰδικῇ μου, ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ ἔχω καὶ εὐθύνην, καίτοι πολλῷ ἥσσονα οὐσιαστικῶς, ἀλλὰ πάντως πολιτικὴν εὐθύνην ἐκ τῆς τελευταίας συμβάσεως τοῦ 1928, θὰ παρακαλέσω νὰ συγχωρήσετε καὶ εἰς ἐμὲ ὅτι δὲν θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ στενὰ τῆς ἐπερωτήσεως ὅρια. Ἐπ’ αὐτῆς δὲν θὰ εἶχον παρὰ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τιμῆς τῶν τίτλων αὐτοῦ καὶ τῆς τονώσεως τῆς πίστεώς του ἐπὶ γενικῷ συμφέροντι, νὰ προβῇ εἰς παρομοίας πράξεις ἢ ἐξαγοράς. Δὲν ἦτο τοῦτο πρᾶξις κερδοσκοπικὴ ἢ χρηματιστική, ὅπως ἐλέχθη. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ τὰ περισσεύματα νὰ τοποθετήσῃ αὐτὰ ἁπλῶς ἐπὶ σκοπῷ κέρδους θὰ ἠδύνατο καὶ θὰ ὤφειλε νὰ ἐρευνήσῃ εἰς τοὺς πίνακας τῶν χρηματιστηρίων ὅλων τῶν χωρῶν καὶ νὰ ἀποδυθῇ εἰς καθαρῶς πλέον κερδοσκοπικὴν τοποθέτησιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ θὰ ἦτο ἔξω τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως καὶ λίαν κινδυνῶδες προηγούμενον θὰ ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ. Τοποθετήσεις προσωρινῶς εἴτε παρὰ Τραπέζαις εἴτε εἰς τίτλους εἶχον καὶ ἄλλοτε Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, διὰ μέσου ἰδίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἰς τὸ 1911, ὑπουργοῦντος τοῦ ἀειμνήστου Κορομηλᾶ, ὑπῆρχον περισσεύματα τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον εἶχε συναφθῆ καὶ ἐτοποθετήθησαν παρὰ Τραπέζαις ξέναις, ἵνα ἀπολαμβάνεται κἄποιος τόκος. Εἶναι καὶ τοῦτο μία πρᾶξις τραπεζιτικὴ ἐπὶ ἀπολήψει χρηματικῆς ὠφελείας διότι δὲν θὰ ἦτο λογικὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ κλειδώσῃ εἰς τὰ σιδηρᾶ καὶ νὰ πεπαλαιωμένα χρηματοκιβώτια τοῦ Κράτους, ὁμοῦ μὲ παλαιάς τινας ἐφημερίδας καὶ χαρτιά, ἅτινα εὑρίσκοντο πρότερον ἐν αὐτοῖς, τὰ χρήματα τοῦ δανείου, τὰ ὁποῖα, καλῶς τοποθετούμενα, ἠδύνατο νὰ ἀποδώσουν ἕνα τόκον. Εἰς ἄλλας δὲ περιστάσεις τὰς ὁποίας γνωρίζουν πάντως ὅσοι ἐχρημάτισαν ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἢ πρωθυπουργοί, τὸ Κράτος προέβη ὁμοίως, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς πίστεως αὐτοῦ, εἰς παρομοίας ἐνεργείας. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ἔγινε παρερμηνεία τῶν λόγων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰπόντος ὅτι πρόκειται τὸ Κράτος νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς πράξεως ταύτης τῆς ἀγορᾶς ἀνταλλαξίμων. Οἱ λόγοι του ἡρμηνεύθησαν κακῶς ὡς δηλώσαντες σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὠθησάσης πρὸς ἐνέργειαν πράξεων ἀποφερουσῶν κέρδη, ἁπλῶς ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ. Ἀλλὰ ἡ ἔννοια τῶν λόγων του εἶναι κατάδηλος. Ἠθελήσαμεν, εἶπε, νὰ ὑποστηρίξωμεν τοὺς τίτλους ἡμῶν διότι ἐνδιαφερόμεθα ἡ πίστις τοῦ Κράτους νὰ εἶναι ὅσον ἔνεστι ἀκμαία, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς οὐσιαστικῶς λόγος πρὸς αἰφνιδίαν ὑποτίμησιν, καὶ ἦτο φυσικόν, τοιαύτην θέλοντες νὰ ἐνεργήσωμεν πρᾶξιν, συγχρόνως νὰ ἐξετάσωμεν μήπως θὰ προέκυπτε ζημία διὰ τὸν Δημόσιον θησαυρόν, εἴδομεν δὲ τοὐναντίον, ὅτι καὶ ὑλικὴ θὰ προέκυπτεν ὠφέλεια. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν πῶς θὰ διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἀγορασθείσας ὁμολογίας. Εἶναι τοῦτο ζήτημα μελλοντικόν, μελλοντικῆς ἐπερωτήσεως δι’ ἐνδεχομένην ἄστοχον ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν θὰ τὰς διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις, δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἔχω γνώμην διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ προειδοποιήσεως τοῦ κοινοῦ διὰ τὴν διάθεσιν τῶν ὁμολογιῶν. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται περὶ μελλοντικῆς ἐνεργείας, καὶ εἶναι πρόωρον νὰ ἐκφέρωμεν ἀπὸ τοῦδε γνώμας. Εἶπον ὅτι ἐπεξετάθησαν τὰ ὅρια τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἐγένετο μνεία τῆς συμφωνίας τῆς Λωζάννης. Ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀνέλαβε νομικὴν ὑποχρέωσιν ἵνα καταβάλλῃ εἰς τοὺς πρόσφυγας τὸ ἰσότιμον τῆς περιουσίας αὐτῶν τῆς ἐγκαταλειφθείσης ἐν Τουρκίᾳ, προσετέθη δὲ ὅτι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη εἶναι διεθνοῦς φύσεως καὶ ὅτι δύναται ἐὰν καλῶς συνέλαβα τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἰδέαν δι’ ἐσωτερικῆς νομοθεσίας νὰ τροποποιηθῇ. Τοῦτο ἀντελήφθην λεχθέν.
§59Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπὸ ποῖον λεχθέν;
§60Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον πολιτευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀκριβῶς.
§62Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω κύριοι, τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Συνομολογῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει πολὺ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Διότι οὐδεὶς ἔθεσε ποτὲ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι ἐὰν ἤδη τὸ 1927 ἐθεώρησε καθῆκόν του τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀρχίζον τὴν δημοσιονομικὴν αὐτοῦ ἱστορίαν μὲ ἓν πεπαλαιωμένον τάλληρον, νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς καταστραφέντας περιουσιακῶς κατὰ τοὺς ἀγῶνας τῆς ἀπελευθερώσεως, ἐάν, μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897, ἐθεώρησε καθῆκον του νὰ δώσῃ τὴν ἐγγύησιν αὐτοῦ πρὸς ἀποκατάστασιν ἑνὸς μέρους τῶν ζημιῶν τῶν τότε παθόντων Θεσσαλῶν, σήμερον ὁπόταν διεθνῶς τείνει νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀρχὴ ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις δικαίου διὰ τὰ Κράτη νὰ ἀποζημιώνωνται κατὰ τὸ δυνατὸν τὰ θύματα τῶν ἐθνικῶν ἀτυχημάτων, εἰς βάρος τῆς ὁλότητος τοῦ Ἔθνους, σήμερον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ Ἕλλην ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀνακηρύξῃ, ὅτι μέχρι τῶν ὑπερτάτων ὁρίων τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ δυνάμεων, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ὀφείλει νὰ ἀνακουφίσῃ τὴν δυστυχίαν, τῶν θυμάτων τῆς συμφορᾶς τοῦ 1922, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης, ἥτις ἄλλωστε πάντοτε ἐχαρακτήρισε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εἶπον ὅτι κατὰ τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης δὲν ὑπάρχει ἀνειλημμένη νομικὴ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρὸς ἀπότισιν τοῦ ἰσαξίου τῆς ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας. Τὸ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν θὰ εἶχε σημασίαν καὶ ἐὰν ὑπῆρχε, καὶ διὰ τὸν λόγον ἀκόμη ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ νομικαὶ ὑποχρεώσεις τῶν Κρατῶν, ὅπως καὶ τῶν ἀτόμων, ἐκπληροῦνται μέχρι τοῦ ἀνωτάτου δυνατοῦ ὁρίου. Πρακτικῶς δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἰδιαιτέραν ἔννοιαν τὸ πρᾶγμα, θὰ εἶχεν ὅμως πολιτικῶς ταύτην τὴν ἐπίδρασιν, ὅτι ἐὰν μετετρέπωμεν δι’ ἐσωτερικῆς νομοθεσίας, μίαν διεθνῆ ὑποχρέωσιν θὰ ἐκραύγαζον δικαίως οἱ ζημιούμενοι, βλέποντες, ὅτι τὴν μίαν ἡμέραν ἀνελάβομεν ὑποχρέωσιν πανηγυρικῶς, ἐνώπιον διεθνοῦς κριτηρίου, καὶ τὴν ἑπομένην ἐλεύθεροι ὄντες τῆς διεθνοῦς προσοχῆς ἢ ἐπιρροῆς, ἐκανονίσαμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς κατὰ τρόπον ἀντίθετον ἐκείνου τὸν ὁποῖον συνωμολογήσαμεν. Θὰ ἐνεῖχε τοιαύτη ἡμῶν πρᾶξις τὸν κίνδυνον παρερμηνείας, ὡς περικοπὴ νομίμως κεκτημένου δικαιώματος. Πάντως ἐν τούτοις μένομεν σύμφωνοι ὅτι μέχρι τοῦ ἀκροτάτου ὁρίου τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δυνάμεων, θὰ πρέπῃ νὰ συντελέσωμεν εἰς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλ’ αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἱστορία τῶν Ἑλληνικῶν προϋπολογισμῶν. Ἐὰν τὴν ἐρευνήσῃ τις, θὰ ἴδῃ ὅτι ὑπῆρχον ἔτη τινὰ περισυλλογῆς, διὰ νὰ ἔλθουν κατόπιν ἔτη Ἐθνικῆς τρικυμίας ἢ συμφορᾶς καὶ νὰ καταστρέψουν ὅ,τι ἡ περισυλλογὴ ἀπέδιδεν. Διατὶ ὅμως, σκεπτόμενοι ὅτι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός, λησμονοῦμεν τοὺς πρόσφυγας ὡς καταναλωτάς, διατὶ λησμονοῦμεν τοὺς πρόσφυγας ὡς παραγωγούς; Ὡς καταναλωταὶ οἱ πρόσφυγες δὲν προσφέρουν καὶ αὐτοὶ ἐμμέσους φόρους; Ὡς παραγωγοὶ οἱ πρόσφυγες δὲν ὑπόκεινται καὶ αὐτοὶ εἰς φόρους; Ἔγινε ποτὲ ὑπολογισμὸς διὰ νὰ ἴδωμεν τί ποσὸν ὁ εἰσρεύσας πληθυσμὸς πληθυσμὸς ἀποδίδει εἰς τὸ Κράτος εἰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους, ἀνεξαρτήτως τοῦ γενικωτέρου ἀγαθοῦ τῆς αὐξήσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ κατὰ πόσον ἐλαττώνονται ἢ ἐκμηδενίζονται αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας βλέπομεν ἀναγραφομένας εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Εἶναι τοῦτο στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει ποτὲ νὰ παρίδωμεν, ὅταν λέγωμεν ὅτι ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμός. Ἡ συνθήκη τῆς Λωζάννης, κύριοι, συντεταγμένη ὅπως τὰ περισσότερα δυστυχῶς διπλωματικὰ ἔγγραφα εἰς ἕνα εἰδικὸν ἰδίως γλωσσικόν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μακροτάτων ἐτῶν, βλέπει τις ἐπαναλαμβανόμενον εἰς τοιαῦτα ἔγγραφα, ἀπέχει ἀληθῶς τῆς νομικῆς ἀκριβολογίας. Ἀποβλέπουσα ἡ συνθήκη εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος, ἔχει προδήλως τοῦτον τὸν σκοπόν. Θὰ ἐγένετο ἕνας λογαριασμὸς ἐκκαθαρίσεως, ἔχουν δὲ δίκαιον καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς δημοκρατικῆς ἑνώσεως, ὅταν λέγουν, ὅτι ὑπετίθετο τότε, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐκ μέρους τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἐβάδιζεν ἐν ρυθμῷ γοργοτέρῳ ἢ ὅσον ἐβάδισε μέχρι τοῦδε. Δὲν πταίει εἰς τοῦτο ἡ Ἑλλάς, ἕνας λογαριασμὸς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐν ἑκατέρῳ τῶν Κρατῶν ἐγκαταλειφθεισῶν περιουσιῶν καὶ μετὰ τὸν συμψηφισμὸν θὰ ἐπρόκειτο τὸ ἕνα Κράτος νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ ἕτερον τὴν διαφοράν. Ποῖον θὰ ἦτο δανειστής; Ποῖον θὰ ἦτο ὀφειλέτης; Συνέπεσε νὰ εὑρίσκομαι καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Λωζάννην κατὰ τὰς δυστυχεῖς ἐκείνας ἡμέρας καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας ὑπεστηρίζετο ἐμμόνως ὅτι ἐκείνη θὰ ἦτο ἡ δανείστρια μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐκκαθαρίσεως...
§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀκόμη καὶ τώρα τὸ ὑποστηρίζει.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλὰ ἐπειδὴ κάμνει τὴν ἑρμηνείαν τῆς τότε γενομένης συμβάσεως πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ τότε προβληθέντα ἐπιχειρήματα.
§65Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Τουρκικὸν στοιχεῖον τὸ ἐντεῦθεν ἀναχωρῆσαν, ἀναχωρῆσαν, ἀναχωρεῖ μὲ τὸ ἓν πέμπτον τοῦ Ἑλληνικοῦ τὰ δὲ περισσότερα τσιφλίκια ἀνήκουν εἰς τοὺς περισσοτέρους ὑπηκόους.
§66Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἴπομεν τότε εἰς τὴν διεθνῆ διάσκεψιν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ συναφθῇ μία συνθήκη διεθνὴς μετὰ μακρὰς καὶ ἐπιπόνους συζητήσεις, ὅταν εἰς τὴν συνθήκην αὐτὴν εὑρίσκονται ἐνδιαφερόμεναι μικραὶ καὶ μεγάλαι δυνάμεις, τακτοποιήσασαι οὕτως ἢ ἄλλως τὰ καθ’ ἑαυτάς, ὅταν ἐπέρχεται ὁ κάματος καὶ ἡ ἀνησυχία εἰς τὰς ψυχάς, καταπιέζουν πάντες εἰς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου καὶ ἀναγκάζεταί τις καὶ εἰς τὸ λεκτικὸν καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν ἄνευ βλάβης, μάλιστα ἰδιαιτέρας, νὰ κάμῃ παραχωρήσεις τινάς. Διὰ τοῦτο ἐτέθη καὶ ἡ διάταξις ἐκείνη, μετὰ συζήτησιν οὐκ ὀλίγην, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποζημιωθοῦν τινὲς ἢ πάντες δι’ ἰσαξίου καὶ ὁμοειδῶν κτημάτων, ἐτέθη ὅμως ὡς συνήθως τίθεται εἰς τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα ἡ φράσις, «κατὰ τὸ δυνατόν». Ὑπεστήριξαν τινὲς ἐκεῖ, καὶ Τοῦρκοι καὶ Ἕλληνες, ὅτι τὸ καλύτερον θὰ ἦτο, ἐάν τις ἐγκατέλειψεν ἐκεῖ ἕνα σπῆτι νὰ πάρῃ ἕνα σπῆτι ἐδῶ, ἐὰν ἐγκατέλειψε ἕνα τσιφλίκι νὰ πάρῃ ἐδῶ ἕνα ὅμοιον τσιφλίκι καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἦτο φανερὸν διὰ τοὺς ἔχοντας πρακτικὸν νοῦν, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲ ἦτο δυνατὸν νά γίνῃ. Ἀλλὰ τὶς θὰ ἀνελάμβανε νὰ παρατείνῃ τὰς συζητήσεις, ἀρνούμενος τὴν καταχώρησιν τοιαύτης ρήτρας; Ἡ συμφωνία τῆς Λωζάννης λέγει ὅτι μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν περιουσιῶν τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα παρέμειναν ἀμείωτα. Τίς δὲν ἐννόει ὅτι δὲν εἶχε πρακτικὴν σημασίαν τοῦτο. Βεβαίως νομικῶς παραμένουν, ἢ τοὐλάχιστον παρέμειναν μέχρι τῆς ἀποφάσεως τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς, τὸ 1925, δι’ ἧς αἰτίας ἐτέθησαν εἰς τὴν κυριότητα καὶ τὴν διάθεσιν τῶν ἐπικρατειῶν, ἐν τῷ ἐδάφει, τῶν ὁποίων, εὑρίσκοντο αἱ περιουσίαι παρέμεναν ἀζήτητα τὰ δικαιώματα κυριότητος ἢ ἄλλα τῶν προσφύγων. Ἀλλὰ τὶς δὲν ἀντελαμβάνετο ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν προσφύγων θὰ ἐσκέπτετο νὰ καταφύγῃ εἰς Τουρκίαν, καὶ νὰ ἐγείρῃ διεκδικητικὰς ἀγωγὰς ἢ νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἐπικαρπίας του; Καὶ ὅμως οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀναγραφὴν τοιαύτης ρήτρας, ὡς ματαίας. Αὐτὴ δ’ ἀκριβῶς δεικνύει, νομίζω ὅτι δὲν ὑπεχρεοῦτο νομικῶς ἡ Ἑλλὰς εἰς πληρωμὴν τοῦ τιμήματος ὁλοκλήρου τῆς ἐκεῖ ἀφεθείσης περιουσίας. Ἀνέφερα ταῦτα διὰ νὰ εἴπω, ὅτι τὰς διεθνεῖς συμβάσεις δὲν δυνάμεθα νὰ ἑρμηνεύωμεν μὲ τοὺς κανόνας τοὺς νομικούς, τοὺς ὁποίους ἐμάθαμεν εἰς τὰ ἑδώλια τοῦ Πανεπιστημίου πρὸς ἑρμηνείαν τῶν ἐσωτερικῶν νόμων. Τὰ ὀξέα προβλήματα τὰ ὁποῖα ἐμάστισαν τὰς μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις ἦσαν τρία. Τὸ πρόβλημα τῆς προσωρινῆς στεγάσεως καὶ ἐν τούτῳ πραγματικῶς αἱ πρῶται Κυβερνήσεις ἐπετέλεσαν θαύματα. Ἔγιναν βεβαίως ἀταξίαι καὶ δὲν ὑπῆρχε σύστημα. Ἀλλά, ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐὰν ἐπεριμένομεν νὰ συστηματοποιήσωμεν πρῶτον τὰς μελέτας μας καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας καὶ κατόπιν νὰ περιθάλψωμεν τοὺς ἐρχομένους, γυμνητεύοντας καὶ ἐκτραχηλισμένους ἐκεῖθεν, μέχρις ὅτου ἤθελε μελετηθῇ τὸ καταλληλότερον σύστημα, θὰ εἶχον ἀποθάνῃ οἱ πάσχοντες καὶ ἀνέστιοι πάντες. Τὸ πρόβλημα τοῦτο ἐνεφανίσθη καὶ κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1924, ὅτε κατέπλευσαν περὶ τὰς 250.000 ἀπομείναντες πρόσφυγες, οἱ ὁποῖοι, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, δὲν κατέπλευσαν ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀθλίας συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἦλθον ἀθρόως οἱ τὸ πρῶτον δυστυχήσαντες. Καὶ ἐστεγάσθησαν καλλίτερον καὶ συστηματικώτερον. Ὑπῆρχε τὸ πρόβλημα τῆς ἀγροτικῆς ἐγκαταστάσεως. Καὶ διὰ τοῦτο ἐλήφθη ἡ γνωστὴ μέριμνα πρὸς διευκόλυνσιν τῆς συνάψεως τοῦ πρώτου προσφυγικοῦ δανείου, πρᾶγμα δυσχερέστατον δι’ Ἑλλάδα συντετριμμένην καὶ ἐν ἐκτάκτοις πολιτικαῖς ἀνωμαλίαις βιοῦσαν. Ἄλλοτε ὡμίλησα διὰ μακρῶν ἐπ’ αὐτοῦ, διότι καὶ ἐκεῖ συνέπεσε νὰ διαδραματίσω ρόλον τινά. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω ἐκ νέου τὴν παροῦσαν Βουλήν. Τέλος ἔχομεν πλὴν ἄλλων τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀστῶν προσφύγων. Τί ὑπῆρχε τὸ θετικὸν ἐχέγγυον, τὸ δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς ἐχέγγυον πρὸς ἐξεύρεσιν μετρητῶν χρημάτων; Βεβαίως ἡ ἀξίωσις, ἡ μέλλουσα νὰ προκύψῃ μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ λογαριασμοῦ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, ἦτο ἥκιστα ἰσχυρὸν στοιχεῖον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ τὸ ρευστοποιήσωμεν κατὰ τὴν εἰθισμένην τραπεζητικὴν ἔκφρασιν καὶ νὰ ἀπολαύσωμεν μετρητὰ χρήματα. Ὑπῆρχεν ὅμως ἡ ἐν Ἑλλάδι περιουσία, ἡ διὰ συμψηφισμοῦ οἱονεὶ καταβληθεῖσα βραχείᾳ χειρὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἡ περιουσία τῶν μουσουλμάνων τῶν ἐντεῦθεν ἀναχωρησάντων. Ἡ περιουσία αὐτὴ θετικῶς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου τελοῦσα, διεθνῶς μὲν διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς, ἐσωτερικῶς δέ, διότι ἠδύνατο δυνάμει τοῦ κυριαρχικοῦ της δικαιώματος ἡ Ἑλλάς, καὶ προτοῦ λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν ἡ μικτὴ ἐπιτροπή, νὰ κανονίσῃ τὴν τύχην της, ἡ περιουσία αὐτὴ ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἀποτελέσῃ πραγματικὸν ἐνέχυρον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου νὰ ἐκδοθοῦν κατάλληλοι ὁμολογίαι. Τοῦτο ἐξ ἀρχῆς συνεζητήθη, ἀλλὰ δὲν ἐπεκράτησεν ἐξ ἀρχῆς ἡ ὀρθὴ λύσις. Ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πρώτης Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Μπακάλμπαση ἐπὶ τῆς Γεωργίας, καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κ. Τσουδεροῦ, ὅτι ἔγινε μακρὰ ἐν τῇ συνελεύσει συζήτησις, εἰς ἣν ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Εἶπον ποία κατ’ ἐμὲ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ βάσις τῆς ρευστοποιήσεως ὑπεδείκνυον δέ, ὅτι οὐχὶ διὰ τοῦ ἱδρυθέντος ταμείου θὰ ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ πρακτικῶς ἡ ἀνακούφισις τῶν προσφύγων. Ἔγινε τότε ἓν ταμεῖον ἐκκαθαρίσεως, μὲ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως θὰ προέκυπτον μετρητὰ χρήματα, καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς πρόσφυγας ἀποζημιώσεις. Βεβαίως αἱ πρῶται Κυβερνήσεις εἶναι φυσικόν, ὅτι βαδίζουν ὀλίγον à tâtons
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπρόκειτο νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ περιουσία πρῶτον.
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ταμεῖον ἐκκαθαρίσεως, ἀλλ’ ἐλέγετο συγχρόνως, ὅτι θὰ ἔδιδε καὶ προκαταβολάς. Ἡ προσφυγικὴ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία καὶ τότε εἰργάζετο μετὰ ζήλου καὶ πάντοτε, κατέληξε βραδύτερον, ἐπὶ τῆς δευτέρας Κυβερνήσεως τῆς ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Σάμου πολιτευτὴν καὶ νῦν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία ἀνεξάρτητος προσφυγικὴ Τράπεζα εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μεταβιβασθῇ τὸ σύνολον τῆς μουσουλμανικῆς περιουσίας καὶ ἡ Τράπεζα αὐτὴ νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας, διδομένας εἰς τοὺς πρόσφυγας. Ἐμμόνως ἀντετάχθην κατὰ τῆς λύσεως ταύτης, ὡς μηδαμῶς πρακτικῆς οἰκονομικῆς. Εὗρον ὅμως τὴν λύσιν νομοθετημάτων ἤδη διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος, ἔχοντος πλήρη ἰσχύν, ὡς ἐκδοθέντος κατ’ ἐντολὴν καὶ ἀπόλυτον ἐξουσιοδότησιν τῆς τότε συνελεύσεως. Ἐπροσπάθησα μετ’ ἐπιμονῆς νὰ μεταπείσω τὴν προσφυγικὴν ἐπιτροπὴν καὶ τοὺς συναδέλφους, ὅτι θὰ ἦτο ἀσφαλέστερον χιλιάκις, θὰ ἦτο τὸ μόνον νοητὸν δημοσιονομικῶς μέσον, διὰ τὰς ὁμολογίας καὶ διὰ τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν, ἐὰν ἐδέχετο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ν’ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τῶν κτημάτων καὶ τὴν ἔκδοσιν ὁμολογιῶν, διότι μόνον τὸ κῦρος αὐτῆς ἠδύνατο νὰ προσδώσῃ τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς τοποθέτησιν τῶν ὁμολογιῶν δυναμικότητα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠρνεῖτο, ἕως τότε, νὰ ἀναμιχθῇ, διότι ἀρκετὰ καθήκοντα εἶχον ἤδη ἐπισωρευθῆ εἰς αὐτήν, ξένα πρὸς τὸν κύριον προορισμόν της. Ἐδέησε λοιπόν, νὰ καταβληθῇ ἐπίπονος ἐνέργεια πρὸς μετάπεισιν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετεπείσθη διὰ δύο λόγους. Ἐκτὸς τῆς γενικωτέρας ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν εἰς πᾶσαν κρίσιμον περίστασιν νὰ συμβοηθῇ τὸ Κράτος, συνέτρεχε καὶ ἡ περίστασις, ὅτι μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς θὰ ἐλειτούργη ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα καὶ ἠδύνατο, ὅπως προεβλέφθη ἄλλωστε νὰ μεταβιβασθῇ ὁλόκληρος ἡ ὑπηρεσία τῆς διαχειρίσεως εἰς τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ συνέτρεχε καὶ ἄλλος λόγος. Τὸ ὅλον οἰκονομικὸν καὶ δημοσιονομικὸν σύστημα, οἷον ἦτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν συντεθειμένον, παρεῖχε πίστιν καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὰς ξένας ἀγοράς. Ἔπρεπε νὰ ἀναμιχθῇ ἡ Τράπεζα, ἵνα καταγράψῃ τὰ κτήματα, τῶν ὁποίων ἀνελάμβανεν αὐτὴ πλέον τὴν διαχείρισιν καὶ θὰ ἐξέδιδεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ὁμολογίας, ὄχι ἀθρόας. Διὰ τοῦτο ἐτέθη ὅρος, ὅτι θὰ ἐξέδιδε 500 ἑκατομμύρια καὶ ἄλλα 500 ἑκατομμύρια ἔπειτα. Κατόπιν ὅμως θὰ ἐχρειάζετο νέος νόμος, ἵνα μὴ ἐν μεγάλῳ ποσῷ εἰσρεύσουν εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ὑποτιμηθοῦν. Ἐὰν μὲ τὸ κῦρος τῆς Ἐθνικῆς ἐκδοθεῖσαι αἱ ὁμολογίαι ὑπετιμήθησαν κατὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας των, ἂς ἀναλογισθῇ τις ὁποίαν ὑποτίμησιν θὰ ὑφίσταντο, ἐὰν ἐξεδίδοντο ὑπὸ προσφυγικῆς Τραπέζης, μηδὲν ἐκ τοῦ παρελθόντος κεκτημένης κῦρος. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας ἡ Τράπεζα εἰς ποσὸν μεῖζον τοῦ ἡμίσεως τῆς ἀξίας τῶν καταγεγραμμένων ὑπ’ αὐτῆς κτημάτων. Εἴχομεν δέ, οὐχὶ βεβαίως ὑποσχέσεις κατηγορηματικὰς— διότι ὑποσχέσεις κατηγορηματικαὶ περὶ παροχῆς δανείων, περὶ παροχῆς οἰκονομικῆς βοηθείας εἰς χρόνον μελλοντικόν, ἰδιαίτατα ὅταν ὑπῆρξαν πρόσφατοι ἐπαναστάσεις, ὅταν ὑπῆρχον μονόπλευροι συνελεύσεις καὶ κυβερνήσεις, μὴ κεκτημέναι ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, ἀλλὰ ζῶσαι βίον ἐφήμερον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῶσι σοβαρῶς—Εἴχομεν βεβαιώσεις λίαν ἰσχυράς, μετὰ τὴν ὑπὸ τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν πανηγυρικὴν ἐπιτυχίαν τοῦ πρώτου προσφυγικοῦ δανείου καλυφθέντος 25άκις κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1924, ὅτι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1925, θὰ ἦτο δυνατὸν ἓν πρῶτον τμῆμα τῶν προσφυγικῶν ἐκείνων ὁμολογιῶν, τῶν κληθεισῶν ἀνταλλαξίμων, τμῆμα δύο ἑκατομμυρίων λιρῶν, νὰ τοποθετηθῇ ἐν ξένῃ χρηματογορᾷ. Τὸ σύστημα εἴχομεν ἐμπνευσθῇ γενικῶς ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι οἱ χρηματοδόται εἶχον ἤδη δείξει ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὴν χορήγησιν τοῦ πρώτου προσφυγικοῦ δανείου, ἀποβλέψαντες ὄχι ἁπλῶς εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ μόνον—διότι ὅταν παρελάβομεν ἡμεῖς τὴν Κυβέρνησιν, κατ’ Ὀκτώβριον 1924 καὶ ὅτε ἐξεδόθη τὸ δάνειον ὑπῆρχεν ἓν ἔλλειμμα ἑνὸς δισεκατομμυρίου, 990 δισεκατομμύρια διὰ τὴν ἀκρίβειαν, εἰς τὸν τότε προϋπολογισμὸν ἐκ 3 περίπου δισεκατομμυρίων—ἀλλὰ ἀποβλέψαντες, οἱ πολλοί, τῶν χρηματοδοτῶν ἐξήσκησαν εἰς τὴν ὑποθήκην ἐπὶ τῶν κτημάτων τῶν τεθειμένων εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως, καὶ εἰς τὸ μελλοντικὸν ἡμῶν δημοσιονομικὸν ἔργον. Καθ’ ὅμοιον τρόπον ἐπρόκειτο νὰ κινητοποιήσωμεν τὰς νέας ὁμολογίας, ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς οἱονεὶ ὑποθήκης τῶν κτημάτων τῶν τεθέντων εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐχούσης ὑπόληψιν εἰς τὴν ἀγγλικὴν ἀγορὰν ἀδιαφιλονίκητον. Τί θὰ συνέβαινεν ἐὰν τὸ σύστημά μας ἐφηρμόζετο κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1925; Δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ δικτατορία, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε τὸν πανικὸν εἰς τοὺς χρηματοδοτοῦντας κύκλους, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι πρὸς 8% θὰ ἠδύνατο εὐχερέστατα νὰ τοποθετηθῶσιν αἱ ὁμολογίαι εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Λονδίνου, ἀφ’ οὗ ἤδη, ὡς εἶπε, τὸ δάνειον τὸ πρῶτον εἶχε καλυφθῇ εἰκοσιπεντάκις. Καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θ’ ἀπελάμβανε ὁ πρόσφυξ δι’ ἑκάστην ὁμολογίαν, ἐὰν ἦτο ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως ἰσαξία πρὸς 950 δραχμὰς ἢ ἔστω, ἂν θέλετε 900, ποσὸν μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἀπεδίδετο τόκος 9% ἐνῷ τὸ προσφυγικὸν ἔδιδεν 8½ περίπου, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἀπελάμβανε λέγω ὁ πρόσφυξ δι’ ὁμολογίαν ἰσαξίαν πρὸς 1000 δραχμάς, θὰ ἦτο δραχμαὶ 900 ἕως 950 τοῦ 1925, ἰσοδυναμοῦσαι μὲ 1350 ἢ 1375 σημερινάς. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἀπὸ τῆς ὑπ’ ἐμὲ Κυβερνήσεως, μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κονδύλη, ἡ ἐπελθοῦσα μείωσις τῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς ἦτο πλέον ἢ 50%, καὶ ἐὰν ἐπίσης περαιτέρω ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀπόψε, ὅτι αἱ πρῶται ὁμολογίαι ἐπωλήθησαν εἰς τοὺς πρόσφυγας ἀντὶ 500, 530 δραχμῶν — εἰς μάλιστα τῶν συναδέλφων, μοῦ εἶπεν, ὅτι ἐπωλήθησαν καὶ ἀντὶ 450 μόνον δραχμῶν τοῦ 1926—εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἕκαστος πρόσφυξ ἐζημιώθη οὐσιαστικῶς 900 δραχμὰς δι’ ἑκάστην ὁμολογίαν. Μία διαφορὰ κολοσσιαία, καὶ μία ζημία ὀγκώδης ἐπῆλθεν εἰς βάρος τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου ἀπὸ τὰς ἐνεργείας ἐκείνας, αἵτινες ὠρέχθησαν νὰ ἁρπάσωσι τὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ προστατεύσωσι τάχα τὸν προσφυγικὸν κόσμον, εἰς ὃν ἡμᾶς διέβαλον συστηματικῶς. Εὑρεθεῖσα τὸ 1926 ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καβάλλας συναδέλφου, πρὸ τῆς ἀδηρίτου ἀνάγκης, νὰ θεραπεύσῃ ἔν τινι μέτρῳ τὰς ἀνάγκας τῶν προσφύγων, διότι τὰ μικρὰ ἀποθέματα αὐτὰ ἐξηντλοῦντο καθημερινῶς, ἡ δὲ ψυχικὴ κόπωσις, ἡ ἀπογοήτευσις καὶ ἡ ἀποκαρδίωσις κατελάμβανον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀνεργίᾳ, ἔπρεπε νὰ εὕρῃ ἓν οἱονδήποτε σύστημα ρευστοποιήσεως. Ἀφοῦ αἱ ξέναι ἀγοραὶ ἦσαν ἀποκεκλεισμέναι, λόγῳ τῶν δικτατορικῶν ἀτασθαλειῶν τὸ σουηδικὸν δάνειον ἦτο ἕνα θαλασσοδάνειον ἑνὸς μόνον ἑκατομμυρίου λιρῶν ἔπρεπεν ἔσωθεν νὰ προσπορισθῇ τὰ χρήματα καὶ ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ οὐδεὶς διεμαρτυρήθη ἐξ ἡμῶν τότε. Εἶπον ἔσωθεν, διότι κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφαιρέσωμεν ρευστὰ χρήματα ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν ἀγορὰν καὶ τὴν Τράπεζαν, διότι αὐτὰ ἔπρεπε νὰ διατεθοῦν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς βιομηχανίας, τῆς γεωργίας καὶ τοῦ ἐμπορίου πρὸς ἀποφυγὴν στενοχωριῶν καὶ κρίσεων. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρέσωμεν ἓν μέρος τῶν στενῶν ἤδη ρευστῶν κεφαλαίων, ἵνα χρησιμοποιήσωμεν εἰς ἐπένδυσιν τῶν ἀνταλλαξίμων. Θὰ ἔπρεπε κατὰ τὸ ἰδικόν μας σύστημα, τοὐναντίον νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ τὰς ὁμολογίας ἐκείνας, διὰ νὰ κάμωμεν νὰ εἰσρεύσῃ νέον χρῆμα ἀπὸ ξένας ἀγορὰς εἰς τὸν ἀναιμικὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμόν μας. Ἦλθε ξένον χρῆμα ἀληθῶς βραδύτερον, ἀγορασθεισῶν ὁμολογιῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀλλ’ ἐπὶ μικρῷ τιμήματι καὶ συνεπῶς ἐπὶ μεγάλῃ τῶν προσφύγων ζημίᾳ, διὰ δὲ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων εἰς τοὺς κατόχους τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ διὰ τὸ κεφάλαιον θὰ καταβάλλωμεν πολὺ περισσότερα τῶν ὅσων εἰσεκομίσαμεν. Ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον ἡμῶν, κύριοι, διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ συστήματός του ἐκείνου, ὑπῆρχεν ἡ ἀντίληψις, ἡ σαφής, ὅτι αἱ ὁμολογίαι θὰ ἦσαν ἀκεραίως ἠγγυημέναι ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὡς ἐκεῖναι τοῦ πρώτου προσφυγικοῦ δανείου, τοῦ ὁμοίως στηριζομένου εἰς ἔγγειον ἐνέχυρον. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός, ἀνέπτυξεν εἰς ἡμᾶς οὐχὶ ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ τελικὴ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἀντίθετος, ἀλλὰ τὰς ἀρχικὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν παρὰ τῷ κυρίῳ πρωθυπουργῷ καὶ παρ’ αὐτῷ τείνουσαν ἐν τῷ πόθῳ καὶ τῇ βάσει, τοῦ νὰ ἐλαφρώσουν τὸν βαρὺν ἤδη προϋπολογισμόν, τὰς νομικὰς σκέψεις αἱ ὁποῖαι ἐκράτησαν παρ’ αὐτοῖς πρὸς μείωσιν τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν, θὰ προέβαινεν εἰς αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις διὰ τινὸς μετατροπῆς Conversiou; Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ σκέψις της ἔφθανεν εἰς ἀπόφασιν πῶς θὰ ἐπραγματοποιεῖτο. Διὰ τῆς συνήθους μεθόδου, καθ’ ἣν ἀφίνεται ἑκουσιότης τις εἰς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν, ἢ δι’ ἀναγκαστικῆς; Ἀλλὰ καταναγκαστικὰ ἀνάλογα μέτρα εἰς ἄλλας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἐφήρμοσαν καὶ ἡ Ἰταλία καὶ τὸ Βέλγιον καὶ ἡμεῖς. Βεβαίως ταῦτα ἐπηρεάζουν τὴν πίστιν. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν κατέληξεν ἐν τῇ ὁλότητι αὐτῆς εἰς συμπέρασμα μειώσεως τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν λέγω, νὰ γνωρίζωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ προέβαινεν εἰς τὴν μείωσιν. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, εἶπεν ὀρθῶς, ὅτι τὰ κείμενα τῶν σχετικῶν συμβάσεων Κράτους καὶ τῆς Τραπέζης δὲν ἦσαν σαφῶς διατυπωμένα, μετὰ τῆς δεούσης δηλαδὴ νομικῆς ἀκριβολογίας. Ὀρθῶς εἶπε τοῦτο. Δυστυχῶς εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας συνῆψεν ἔκπαλαι μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸ Κράτος, ἐπικρατεῖ γλωσσικὸν ἰδίωμα τὸ ὁποῖον ἀπέχει τῆς νομικῆς κυριολεξίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις καὶ ὅσοι ἐξ ἡμῶν ὑπῆρξαν νομικοί, ἀναγκάζονται νὰ δέχωνται, ὅταν ἐγκαταλείπουν τὰς νομικὰς ἐνασχολήσεις, καὶ εἰσέρχονται εἰς τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις. Ἀναγνώσατε τὰς συμβάσεις τοῦ Κράτους μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς τελευταίας καὶ θὰ ἴδητε νομικὰς ἀκριβολογίας οὐχὶ τὰς τυχούσας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποθέτω—εἶναι ὀλίγη μαντικὴ τὴν ὁποίαν κάμνω, ἂν κρίνω ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του—ἐξετάζων τὰ κείμενα τῆς συμβάσεως, εἶπε: τὶ εἴδους ἐγγύησις τοῦ Κράτους εἶναι αὐτή; Ἡ ἐγγύησις εἶναι, κατὰ τὴν νομικήν της ἔννοιαν, μία παρεπομένη σύμβασις, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ παρ’ ἡμῖν κρατοῦν δίκαιον, ὁ ἐγγυητὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνέχεται περισσότερον ἀπὸ ὅσον ἐνέχεται ὁ πρωτοφειλέτης, ἡ Τράπεζα. Πράγματι νομικῶς αὐτὸ εἶναι ἀκριβές. Ἀλλ’ εἰς τὰς δανειακὰς τοῦ Κράτους σχέσεις, εἰς τὴν ἔκδοσιν τίτλων μεταχειριζόμεθα πάντοτε τὴν λέξιν ἐγγύησις, garantie ὑπὸ ἄλλην ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοτελοῦς ὑποσχέσεως περὶ πληρωμῆς ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ τίτλῳ. Δύναταί τις ὅμως νὰ μεμφθῇ μίαν Κυβέρνησιν ἢ ἕνα ὑπουργόν, διότι ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ νομικῶς ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους; Ὄχι βέβαια. Ἄλλη ὅμως μομφή· αὐτὰς τὰς σκέψεις δὲν ἔπρεπε νὰ τὰς ἐμπνεύσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἄρθρα. Ἐνῷ δὲ αὐτὴ ἡ μομφὴ ἐξηνέχθη, ἤκουσα ἀπὸ τὸ ἴδιον πρόσωπον, σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ζωηράν, ὅτι Χρειάζεται ὀλιγωτέρα ὁρμητικότης καὶ περισσοτέρα περίσκεψις, ὅτι ὀφείλει τὰς σκέψεις της νὰ μὴ συζητῇ μόνον μετὰ τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ τῶν τεχνικῶν της συμβούλων, διότι δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ μόνον ἡ σοφία, ἀλλὰ καὶ ἔξω αὐτῶν, ἐν μέσῳ τοῦ πολλοῦ κοινοῦ, ἐνδιαφερομένου ἢ μή. Καὶ ἐρωτῶ: δὲν εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον εἰθισμένων μέσων τὸ νὰ προκαλῇ τις τὴν συζήτησιν τῶν γνωστῶν ἢ ἀγνώστων ἁρμοδίων, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν, ὡς ἐλέχθη, καὶ πολλοὶ ἁρμόδιοι ἄγνωστοι, διὰ δημοσιεύσεως ἄρθρων; Θὰ ἴδητε κατὰ τὸ διάστημα τῆς δημοσιονομικῆς ἐν Γαλλίᾳ κρίσεως, ὅτι πρόσωπα, ὄχι ἁπλῶς προσκείμενα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ θεωρούμενα ὡς οἰκονομικοὶ σύμβουλοι αὐτῆς καὶ συνεπῶς δυνάμενα νὰ ἐπηρεάσουν σοβαρώτατα τὸ κοινὸν διὰ τῶν ἄρθρων των, ἐνυπογράφως ἐξήγγειλαν ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο κάλλιστα νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς ἑρμηνεύουσαι σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦτο, ὅπως προκληθῇ δημοσία συζήτησις. Ἔφθασαν ἐκεῖ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι—σοβαρὰ δὲ πρόσωπα—πᾶσα ὑπόσχεσις δεδομένη ἐκ μέρους τοῦ Κράτους εἰς χρεωστικούς του τίτλους, διατελεῖ ὑπὸ σιωπηρὰν προϋπόθεσιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ εἶναι ἐπαρκὴς καὶ ὅτι συνεπὲς τὸ Κράτος δὲν διαπράττει ἀδίκημα, ἂν εἴπῃ: κύριοι, σᾶς ὑπεσχέθην εἰς τὰς ὁμολογίας τὰς ὁποίας ἐξέδωκα τόκον λ. χ. 6%, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσω, πρέπει νὰ τὸν μειώσω εἰς τὸ ἥμισυ, διὰ νὰ ἀποφύγω στάσιν πληρωμῶν, χρεωκοπίαν. Δὲν συμμερίζομαι τὴν ἄποψιν ταύτην. Ἀλλ’ ὅπως εἰς τὰ νομικά, οὕτω καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ θέματα, δὲν ὑπάρχει θεωρία καὶ δὲν ὑπάρχει ἐκδοχή, ἡ ὁποία νὰ μὴ ὑπεστηρίχθη. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εὑρίσκω, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θελήσασα ν’ ἀκούσῃ γνώμας εἰδικῶν, δυναμένων νὰ ἔχωσιν ἐγκύρους τοιαύτας καὶ προκαλέσασα τὴν συζήτησιν διὰ ἀνωνύμου δημοσιογραφίας, διέπραξεν ἁμάρτημά τι. Εἰς τὰς διεθνεῖς μάλιστα σχέσεις τὸ πρᾶγμα ἐφαρμόζεται κἄπως περισσότερον, διότι χρησιμεύει ὡς τις βολιδοσκόπησις τοῦ ἐδάφους διὰ νὰ ἀκούσῃ τις καὶ τὰς ἀντιθέτους ἀπόψεις. Εἶναι μέσον πάντοτε χρήσιμον πρὶν ἢ καταλήξῃ τις, ἀκριβῶς δὲ μετὰ περίσκεψιν καὶ μελέτην, ὡς συνεστάθη ἀπόψε εἰς ἀπόφασιν. Ἆ! Τὸ ἄρθρον λόγῳ τῆς ἐφημερίδος εἰς τὴν ὁποίαν κατεχωρήθη, ἐθεωρήθη ὡς προερχόμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο εἶχεν ἐπιρροὴν εἰς τὸ χρηματιστήριον. Ἐγένετο καὶ μομφὴ ὅτι περιεῖχε ἀντιπολιτευτικὰς ἐπικρίσεις κατὰ τῶν προηγουμένων ὑπευθύνων, καίτοι μὴ θιγούσας ποσῶς τὴν ὑπόληψιν τινὸς ἐκ τῶν μελῶν τῆς τριμεροῦς Κυβερνήσεως, ἐπικρίσεις περὶ κακῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν. Αἱ ἀντιπολιτευτικαὶ ἐκφράσεις εἶναί τι σύνηθες. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι εὐχάριστον νὰ λείψῃ, εἶναι αἱ ἐπιθέσεις κατὰ τῆς ὑπολείψεως τῶν δημοσίων προσώπων. Καὶ ἐγένοντο διακυμάνσεις τιμῶν εἰς τὸ χρηματιστήριον. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς ποῖα ὑπῆρξεν ἡ διακύμανσις. Ἤκουσα κατὰ τὰς συζητήσεις ἡμῶν, δύο ἀντιθέτους ἐκδοχάς. Ἤκουσα ἕνα πίνακα παρουσιάζοντα μεγάλας διακυμάνσεις καὶ ἕτερον παρουσιάζοντα τὰς συνήθεις. Ὀρθῶς δὲ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, διαχειρισθεὶς ἤδη οἰκονομικὰ ζητήματα, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον, πᾶς διαχειριζόμενος τοιαῦτα ζητήματα, νὰ μὴ ἐγείρῃ ὑποψίας. Εἴμεθα εἰς τὴν χώραν, ὅπου τὸ πλῆθος ρέπει δυστυχῶς καὶ πολὺ εὐκόλως, εἰς τὰς ὑποψίας καὶ τείνει οὖς εὐήκοον εἰς τὰς δυσφημήσεις. Ἡ σιγή... Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ σιγὴ αὐτὴ δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὰς εἰς ἑρμηνείας καὶ παρερμηνείας δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κερδοσκοποῦντες—διότι περὶ αὐτῶν πρόκειται— ἐκμεταλλεύονται ὡς εὐμηχανέστεροι καὶ παραπειστικώτεροι τοὺς ἁπλουστέρους, ὅσοι συγκεντρώνονται εἰς τὸ χρηματιστήριον μὲ τὸν πόθον καὶ τὴν ἐλπίδα νὰ κερδίσουν κέρδη εὔκολα; Ἠκούσθη καὶ ἄλλη τις μομφή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδει νὰ παραιτηθῇ ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἀπομακρυνθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξήνεγκον γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὴν τοῦ προέδρου αὐτῆς. Τὸ πρᾶγμα ὀρθῶς κατ’ ἀρχὴν διατυποῦται, ἀλλὰ ὑπὸ ἕνα ὅρον, ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ὡς ἐξειλίχθη κατὰ τὰς νεωτέρας ἀντιλήψεις ὁ πρωθυπουργικὸς θεσμός, εἶναι ἡ οὐσία τῆς Κυβερνήσεως, νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα καθόλου Κυβερνητικόν, ὁπότε βεβαίως ὅταν μάλιστα αἱ Κυβερνήσεις δὲν εἶναι συμμαχικαί, οἱ διαφωνοῦντες πρὸς αὐτὸν ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἀποσυρθοῦν, ἢ νὰ θεωρήσῃ τὴν γνώμην του ὡς ἁπλῆν σκέψιν, δέχομαι καὶ συζήτησιν καὶ μετατροπήν, τῆς γνώμης του, διότι κατ’ οὐσίαν μετατροπὴ Κυβερνητικῆς γνώμης εἶναι ἡ ὑποταγὴ τῆς μειονοψηφίας εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Προκειμένου δὲ περὶ ἐξοικονομήσεως κατὰ τὸν α ἢ β τρόπον τόσον ἑκατομμυρίων, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἔγκλημα κατὰ τοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐχαρακτήρισε τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα Κυβερνητικῆς ἐν τοῖς κόλποις τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐμπιστοσύνης. Φέρων τὸν λόγον, κύριοι, περὶ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1925, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καβάλλας πολιτευτὴς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπελογίζαμεν ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἐκτιμήσεων θὰ ἀνήρχετο εἰς τοσοῦτον, ὅσον κατόπιν κατεδείχθη. Κατὰ τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας, κύριοι, καίτοι δὲν ἠδυνήθην νὰ σᾶς ἐπαληθεύσω, τὸ ποσὸν ἀνέρχεται μετὰ τὰς περικοπάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τῆς δευτεροβαθμίου ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ 25%, εἰς 92.000.000 λιρῶν χρυσῶν Τουρκίας.
§69Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς 260 ἑκατομμύρια λιρῶν 160 ἑκατομμύρια τὰ ἀστικὰ καὶ ἔχομεν τὰς περικοπὰς τοῦ δανείου 30 δισεκατομμυρίων κατὰ 50.000.000, ὥστε 120.000.000.
§70Γ. ΖΕΡΒΟΣ. Αἱ πρῶται ἦσαν 164.000.000, αἱ δεύτεραι εἶναι 92.300.000.
§71Γ. ΜΟΔΗΣ. 260.000.000 λίραι.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ὁριστικαί;
§73Γ. ΜΟΔΗΣ. Μάλιστα.
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§75Γ. ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι 92.300.000.
§76Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Μὲ μέσον ὅρον περικοπῆς 18% μένει ποσὸν 180.000.000.
§77Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Ἀνταλλαγῆς). 133.000.000 λίραι συμπεριλαμβανομένων ὅλων τῶν πινάκων καὶ περικοπῶν.
§78Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας εἶχον λάβει εἶναι, ὅτι ἡ κατάληψις τῆς ἐκτιμήσεως ἦτο 92.000.000 λίραι. Μανθάνω τώρα ἀπὸ τὸ ὑπεύθυνον στόμα τοῦ ὑφυπουργοῦ τῆς Ἀνταλλαγῆς, ὅτι εἶναι 133.000.000 λίρες.
§79Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῆς Ἀνταλλαγῆς). Λίρες χρυσὲς μέχρι σήμερον. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι.
§80Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ὑποθέτετε ὅτι ἀνέρχονται εἰς 150.000.000 λιρῶν;
§81Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Ἀνταλλαγῆς). Πολὺ περισσότερον.
§82Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς ὑποθέσωμεν μόνον 150 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἰσοδυναμεῖ μὲ δραχμάς, 50 περίπου δισεκατομμύρια! Γνωρίζετε εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον χρέος, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία μᾶς ἀφαιρεῖ τὸ ἕν τρίτον περίπου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐὰν καὶ τὰ εἰς χρόνον ὀφειλόμενα 2½ περίπου δισεκατομμύρια φράγκα, ὑπολογίσωμεν εἰς δραχμάς; Δὲν ἀπέχει τὸ ἕν ποσὸν ἀπὸ τὸ ἄλλο.
§83Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ ὑπολογισμοὶ τοὺς ὁποίους κάμνετε, ἀφορῶσι τὸ ποσὸν τὸ ἐπιδικασθὲν εἰς τοὺς ἀστοὺς πρόσφυγας. Τὰ 130.000.000 λίρες χρυσὲς Τουρκίας ἐπεδικάσθησαν σήμερον, ἐκδικασθησομένων ἀκόμη 150.000.000 λιρῶν ἀφορωσῶν ἀποζημίωσιν ἀστῶν προσφύγων, ἔξω αὐτῶν εἶναι ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἀγροτῶν προσφύγων.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχεται περίπου εἰς 45 δισεκατομμύρια σημερινῶν δραχμῶν, λάβωμεν δὲ ἐξ ἄλλου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ἔπρεπε, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, νὰ ἀποζημιώσωμεν καὶ τοὺς ἀγρότας καὶ τοὺς ἐκ Ρωσσίας πρόσφυγας καὶ τοὺς πολεμοπαθεῖς, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν δημόσιον προϋπολογισμὸν μὲ ἕνα ποσὸν κατὰ πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον σήμερον διατίθεται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους...
§85Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπερδιπλάσιον.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ θὰ ἔπρεπε τὰ 70% τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ διαθέτωμεν διὰ τὰ χρέη μας καὶ νὰ ζήσωμεν μόνον μὲ τὰ 30%. Εἶναι δυνατὰ πράγματα ταῦτα; Τὶς δύναται νὰ τὰ ὑποστηρίξῃ; Ὄστις θελήσῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσωμεν ἀκεραίως εἰς τοὺς πρόσφυγας τὰς ἐπιδικασθείσας ἐκτιμήσεις ἢ ὁ ἴδιος ἀπατᾷ τὸν ἑαυτόν του κατὰ τρόπον οἰκτρὸν ἢ θέλει νὰ ἐξαπατήσῃ τοὺς πρόσφυγας ἀνοήτως. Δὲν ὑπάρχει χειροτέρα πολιτική. Φυσικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ τὸ ὅλον καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη ἐν τῷ ψηφίσματι 1925 ἡ κλῖμαξ ἐκείνη καθ’ ἣν οἱ ἀσθενέστεροι νὰ λάβωσιν μεῖζον ποσοστόν. Κατόπιν κατέληξεν εἰς 10% ἐπὶ τῆς ὅλης ἀξιώσεως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ 10% ἐξεδόθησαν αἱ ὁμολογίαι. Εἶναι ἀνάγκη κύριοι, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν ὅτι οἱαδήποτε περαιτέρω προσπάθεια πρόκειται νὰ γίνῃ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ πᾶσα τοιαύτη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οὔτε ἀθρόα οὔτε εἰς ἀκέραιον. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1924, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τὶ συνέβη μὲ τοὺς πρόσφυγας τῆς Ἀγχιάλου. Εἰς ἐλάχιστον σχετικῶς ἀριθμὸν ἦλθον ἐνταῦθα καὶ ὅμως τὸ Κράτος ἐβασανίσθη ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν μὲ τὴν ἐγκατάστασίν των. Πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντες ὑπομονήν, νὰ μὴ κατεχώμεθα ὑπὸ νευρικότητος. Ἂν νομίσωμεν ὅτι ζητήματα τοιαῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῶσι ταχέως, θὰ προκαλέσωμεν οἰκονομικὰς κρίσεις καὶ δημοσιονομικὰς καταβαραθρώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ εἶναι ποσῶς πρόσφοροι διὰ τὴν εὐόδωσιν τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Θὰ τελειώσω κύριοι συνάδελφοι, ἀφοῦ ἐξέθεσα γενικῶς τὴν γνώμην μου διὰ τὰ ἀφορῶντα τὸν παρόντα κλάδον τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἡ ὑποβληθεῖσα ἐπερώτησις, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ὑφίσταται πλέον, ἀφ’ ἧς ὁ μὲν ἀξιότιμος ἐπερωτήσας ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἐδήλωσε, δὶς μάλιστα, ὅτι τιμᾷ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ οὗ ἐστρέφετο ἡ ἐπερώτησις, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, ἐδήλωσεν ὅτι οὐδὲν τὸ σαθρὸν ὑπάρχει ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἶναι πάντοτε, εἶπεν, ὁ στόχος τῶν συκοφαντιῶν τὰς ὁποίας θὰ ὑφίστανται μέχρις ὅτου ἀποκατασταθῇ πάλιν ἡ ψυχικὴ ἰσορρόπισις. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι αἱ πολιτικαὶ συκοφαντίαι ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου, ἢ διὰ νὰ φιλοσοφήσω καὶ ἐγὼ ὀλίγον, ἂν δὲν εἶναι παλαιότατον ἐλάττωμα τῆς φυλῆς ἡμῶν. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατηγορήθη ἄλλοτε, κύριοι, ὁ Τρικούπης, ὅτι διέθεσεν ἑκατοντάδας τινὰς δραχμῶν, χαριζόμενος ὑπὲρ ὡρισμένου προσώπου. Ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας κατηγγέλθη δημοσιογραφικῶς, ὅτι ἔλαβεν ἓν ἑκατομμύριον χρυσῶν δραχμῶν διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ τὸ 1916 εἰς τὴν Ἐθνικὴν πολιτικὴν τῆς Θεσσαλονίκης. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως, κατηγορήθη δι’ ἀναρίθμητα ἐγκλήματα. Ἐὰν κατηγορούμεθα καὶ ἡμεῖς, τῶν ὁποίων ὁ ρόλος εἶναι μικρότερος, δὲν πρέπει τοῦτο νὰ μᾶς συγκινῇ. Ὑπέστην σήμερον, μίαν deception δὲν εὑρίσκω τὴν ἀκριβῶς ἀντίστοιχον λέξιν.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπογοήτευσιν.
§88Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι αὐτό, εἶναι κἄτι τι ἐλαφρότερον.
§89Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄταν εἶδον τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγινώσκοντα ἀπὸ τοῦ βήματος διαφόρους γνώμας εἰδικῶν νομικῶν περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς καταμηνύσεως αὐτοῦ, κατὰ τῶν δημοσιευσάντων ἄρθρα ἐναντίον του, κατελήφθην ἀπὸ τόσην συγκίνησιν, ὥστε ἔσπευσα νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ὑπάρχῃ τρόπος νὰ καταδιώξῃ τοὺς ἀρθρογράφους. Ἀλλ’ ὁ ἀρχηγός του, ὁ νῦν πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἅπαξ μόνον μετῆλθε καταμήνυσιν, διὰ νὰ τὴν παραιτήσῃ, ὀρθῶς, μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἴσως δὲν ἐνθυμεῖται.
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνθυμοῦμαι.
§91Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ἄλλοτε καὶ τώρα καὶ εἰς τὸ μέλλον, θὰ εἶναι ὁ στόχος τῶν ἐσκεμμένων ἢ ἐπιπολαίων συκοφαντιῶν. Ἡ καχυποψία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι λίαν, δυστυχῶς, ἐντεταμένη, ὅσον εἰς ὀλίγας ἄλλας χώρας. Ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἀργὰ ἢ γρήγορα, δικαιώνονται. Μετὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς δικτατορίας ἐσυκοφαντήθησαν αἱ Δημοκρατικαὶ Κυβερνήσεις, ὅτι τάχα διὰ συμβάσεων ἀπεμπόλησαν τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. Εἶναι συνηθέστατον νὰ κραυγάζουν καὶ νὰ κατηγοροῦν καὶ νὰ συκοφαντοῦν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἀποκρύψουν ἰδικάς των ἀσχημίας. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατάγεται ἀπὸ τὴν Κρήτην καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὅτι οἱ κερδίσαντες ἐθορύβουν, διὰ ν’ ἀποκρύψουν τὴν κλοπὴν τοῦ Διός! (χειροκροτήματα παρατεταμμένα).
§92Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸν λόγον κ. πρόεδρε ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§94Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κατηναλώθησαν δύο συνεδριάσεις μακραὶ καὶ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ πᾶν ἄλλο θέμα, παρὰ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐπερωτήσεως καὶ εἶναι ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τόσοι πολλοί. Ἐλέχθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σχετικὰ μὲ τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως. Λοιπὸν θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ κανονισμοῦ πρὸς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου εἰς τοὺς βουλευτάς, ἐπιφυλάσσομαι λέγω, νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ πρωτοφανὴς κατάχρησις τοῦ λόγου ὑπὸ τῶν βουλευτῶν, αὐτὴ ἡ πρωτοφανὴς παραβίασις τοῦ κανονισμοῦ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ κανονισμὸς προβλέπει ρητῶς, ὅτι ἐὰν 30 βουλευταὶ θελήσουν νὰ ζητήσουν τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου καὶ τὸ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή, εἶναι δυνατὸν νὰ περιωρισθῇ ἡ συζήτησις εἰς ἕνα τέταρτον. Ὁ κ. Αἰλιανὸς ἔχει τὸν λόγον.
§96Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ θὰ προσπαθήσω νὰ ἱκανοποιήσω καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τρικυμήσαντος συναδέλφου ὥστε, νὰ εἴπω ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα καὶ ν’ ἀναπτύξω τὰς ἀντιλήψεις μου ὅσον τὸ δυνατὸν σαφέστερα, ἀκριβῶς ὡς ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ χρονικὸς περιορισμὸς τοῦ λόγου. Ὅταν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν καὶ ἐπρόκειτο νὰ κατέλθῃ εἰς ἐκλογάς, ἐδήλωσε κατ’ ἐπανάληψιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι θὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἀνόρθωσιν. Βεβαίως ἡ εὐθύνη τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν εἶναι βαρυτάτη καὶ βεβαίως, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν εὐθύνην αὐτὴν ὤφειλε, νὰ μὴ παρίδῃ τίποτε τὸ ἀφορὸν τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Ἐν τῇ προσπαθείᾳ της ταύτῃ, συνήντησεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, μεταξὺ τῶν κονδυλίων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐκεῖ καὶ τὸ ποσὸν τῶν δρχ. 350 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον κατέληξε νὰ καταβάλῃ ἐτησίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων. Εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις τὴν στιγμὴν ἐκείνην πρὸ τοῦ ἀκολούθου διλήμματος, ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ ἀκυρώσιμον τὴν ἀνειλημμένην ὑποχρέωσιν, ὅπως καὶ εἶναι τοιαύτη κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἢ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ καθεστὼς καὶ ἐξακολουθήσῃ ἤδη ῥέουσα τὸ τεράστιον ποσὸν τοῦτο. Ἐνώπιον τοῦ διλήμματος αὐτοῦ εἶχε καὶ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ δημοσίαν συζήτησιν, εἶχε ἀκόμη καὶ δικαίωμα νὰ σκεφθῇ ἐπὶ μακρὸν χρόνον κατὰ πόσον θὰ ἠκολούθη τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ὁδόν. Δὲν γνωρίζω ποία θὰ ἦτο ἡ καλλιτέρα λύσις. Εἶναι καὶ αἱ δύο τόσον καλῶς περιχαρακωμέναι μὲ διάφορα ἐπιχειρήματα ἐξ ἴσου ἰσχυρὰ, ὥστε θὰ ἐδίσταζε κανεὶς νὰ εἴπῃ, ποίαν θὰ ἦτο τὸ φρονιμώτερον νὰ προτιμήσῃ. Καὶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον τὸ ζήτημα ἀχθὲν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, συνεζητήθη κατὰ τρόπον Δημοκρατικὸν ὅπως ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ἀπέληξεν εἰς βάρος μὲν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπὲρ ὅμως τῆς πίστεως τῆς χώρας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὅπως ἡ χώρα αὕτη ἐσεβάσθη τὰς ὑποχρεώσεις της, ὅπως ἐπέμεινε νὰ ἀναβιβάσῃ ὑποχρεώσεις ἐκεῖ ἀκόμη ὅπου δὲν ὑπῆρχον τοιαῦται ρηταὶ, ἐνόμισεν ὅμως ὅτι ἐθίγετο ἡ πίστις αὐτῆς, δύναται νὰ καυχηθῇ δὲ ὅτι ἀπετέλεσεν τιμητικὸν ὑπόδειγμα σεβασμοῦ τῶν ὑποχρεώσεών της. Ὅταν ὁ μέγας Ναπολέων κατακτήσας τὴν Ὁλλανδίαν, ἀπέστειλε διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν οἰκονομικήν της κατάστασιν ἕνα φοβερὸν φιλάργυρον τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, Βαρῶνον Λουδοβίκον, ὁ Βαρῶνος Λουδοβῖκος ἐξετάσας τὸν λογαριασμὸν εὑρῆκεν, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀγριωτέρα σπατάλη εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς κατακτηθείσης χώρας. Ἀνέφερε τὰ γεγονότα εἰς τὸν Ναπολέοντα καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ τοῦ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσω αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ πράγματα, δὲν ἀνέχομαι τοιούτου εἴδους σπατάλην τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ κύριοι αὐτοί· ἡ Γαλλία δὲν δύναται νὰ ἀναγνωρίσῃ τοιαῦτα χρέη. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τοῦ ἀπήντησε τότε τοῦτο τὸ ἱστορικόν: ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίζητε Μεγαλειότατε, ὅτι ἓν Κράτος τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποφασισμένον νὰ ζήσῃ πληρώνει τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὰς ἀνοησίας του. Ἰδού, κύριοι, τί σημαίνει πίστις τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν τοιαύτας ἀνοησίας. Ὡρίσθη οὕτω, τόκος διὰ τὰ ἀνταλλάξιμα καὶ τότε βεβαίως βαρὺς διὰ τὸ Κράτος. Βεβαίως τοκογλυφικὸς δὲν ἦτο τότε, ἀλλὰ πάντως ἦτο τόκος βαρύς. Δὲν ἕπεται ὅμως ὅτι διότι ἐπὶ τέλους μίαν πρᾶξιν καθαρῶς διαχειριστικὴν, οἵα ἦτο ἡ διανομὴ τῶν κτημάτων τῶν ἀνταλλαξίμων, μετετρέψαμεν κακῶς καὶ ἀκυρωσίμους εἰς οἱονεὶ δημόσιον χρέος, δὲν ἕπεται, λέγω, ὅτι δὲν μᾶς ἐπετρέπετο τότε καὶ μακρόθεν νὰ τὴν ἀτενίσωμεν πλέον καὶ ὅτι ὁπωσδήποτε μᾶς ἐπεβάλετο νὰ μὴ τὴν ἐξετάσωμεν ποτέ. Ἐγὼ δὲν βλέπω περαιτέρω τί τὸ κακόν, τί τὸ μὴ σύνηθες συνέβη εἰς τὸ χρηματιστήριον μὲ τὸ δημοσιευθὲν ἄρθρον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι οἱ κυβερνῶντες πρέπει νὰ προσέχουν πολὺ εἰς τρόπον ὥστε ἀπὸ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις νὰ μὴ προκαλῶνται ζημίαι εἰς τὸ χρηματιστήριον. Ὅταν οἱ Κυβερνῶντες κάμουν τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον εἰς τὸ χρηματιστήριον ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐσκέφθησαν νὰ τὸ πράξουν ἀπὸ σκοποῦ. Καὶ ἔχω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κύριον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτήν, ὅτι ὅταν κατὰ τὸ 1921 διηύθυνεν ἐπαξίως τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐλειτούργει τότε τὸ ἄθλιον Consortium καὶ ὅτι ἑκάστην φοράν, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ὁρίσῃ τοῦτο μίαν τιμήν, ἡ ἐλευθέρα ἀγορὰ τὸ διῃσθάνετο ἀπὸ ἡμερῶν. Οὐδεὶς ὅμως ἐσκέφθη νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν εὐθύνας, καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι πρέπει οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ θεωροῦνται ἄσπιλοι ὡς περιστεραί.
§97Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ λέγετε αὐτά.
§98Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Κύριε βουλευτά, δὲν σᾶς ἔθιξα ποσῶς. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἐλευθέρα ἀγορὰ τὸ διῃσθάνετο.
§99Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀνέχομαι ἔστω καὶ πόρρωθεν νὰ ἀπευθύνετε κατ’ ἐμοῦ ὑπαινιγμούς.
§100Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὑπαινιγμοὺς οὐδενὸς ἀπευθύνω, δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ μὴ ἐξαντλήσω ὅλας μου τὰς δυνάμεις ὥστε νὰ σβεσθῇ οἱοσδήποτε ἀνάλογος ὑπαινιγμὸς ἔστω καὶ πόρρωθεν θίγον τήν πολιτικὴν παράταξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω.
§101Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν ἐπέμβασιν, πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίων διατάξεων; Θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, κ. βουλευτά.
§103Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Δὲν σᾶς ἐμέμφθη τις κ. βουλευτά.
§104Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι προσωπικὴ ἐπίθεσις.
§105Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Πλανᾶσθε. Δὲν ὑπῆρξε τοιοῦτόν τι.
§106Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, συναισθάνομαι ὅλον τὸ μέγεθος τῆς πιέσεως μιᾶς μεγάλης πλειοψηφίας, ἀλλὰ συναισθάνομαι ἐξ’ ἄλλου τὸ καθῆκον σεβασμοῦ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀνέχομαι, ὑπὸ οἱανδήποτε πίεσιν, οἱανδήποτε ὕβριν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία ὕβρις ἐξηνέχθη;
§108Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὁ ἀνάγωγος, δὲν εἶμαι ἐγώ.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ρήτωρ εἶπεν· «ἀνάλογος» καὶ ὄχι ἀνάγωγος. Παρηκούσατε.
§110Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Συνεχίζω, σὺν τῇ δηλώσει, ὅτι ὕβρις προσωπικὴ οὐδεμία ἐγένετο κατὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Θὰ εἴπω ἀκόμη καὶ κάτι ἄλλο. Οὐδεὶς ποτὲ ἐσκέφθη νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1921 ὅτε, κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐδημοσίευσεν ἐπίσημον ἀνακοινωθὲν διὰ τοῦ ὁποίου ἐδήλου, ὅτι αἴρεται ὁ οἰκονομικὸς ἀποκλεισμός, ἐνῷ τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο ἀληθές. Καὶ ἡ λίρα εὑρισκομένη εἰς τὰς 116 δραχμὰς ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ ἀγορᾷ, κατέρρευσεν ἀποτόμως εἰς τὰς 92 καὶ ὁ κόσμος καὶ ἰδιαιτέρως οἱ χωρικοὶ πληθυσμοί, ἔσπευσαν νὰ πωλήσουν ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τὰς εἰς συνάλλαγμα οἰκονομίας των. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν πράξεις Κυβερνητικαὶ ἔστω καὶ τοιαῦται, νὰ κρίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τοιούτων ἢ ἄλλων ἀντικτύπων τοὺς ὁποίους ἔχουν εἰς τὸ χρηματιστήριον. Ἐπειδὴ δὲ ἤκουσα ἐκ μέρους διαφόρων προλαλησάντων, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι ζημίαι τῶν παικτῶν τοῦ χρηματιστηρίου, ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι τὸ συντεταγμένον Κράτος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνδιαφέρεται δι’ οἱανδήποτε κυβείαν, δι’ οἱονδήποτε παίκτην τοῦ χρηματιστηρίου, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ χωρῇ πρὸς τὰ ἐμπρός, λαμβάνῃ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὀρθὰ διὰ τὴν χώραν καὶ νὰ μὴ ἐξετάζῃ ὁποῖον τινα θὰ ἔχουν ἀντίκτυπον ταῦτα εἰς τὸ χρηματιστήριον.
§111Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ ἐπιτρέπετε δύο λέξεις; Εἶπον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργῇ ἡ Κυβέρνησις δ’ ἰδίων διαδόσεων ζημίας εἰς τὸ χρηματιστήριον καὶ τοῦτο, διότι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰς ὁμολογίας αὐτῶν, διότι δημιουργεῖ πανικὸν διὰ τῶν διαδόσεων αὐτῶν καὶ τὰς ἀγοράζει ἡ ἰδία Κυβέρνησις· αὐτὸ εἶπον.
§112Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Λοιπὸν συνεχίζω καὶ ἐγὼ καὶ λέγω τοῦτο, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δέχομαι, ὅτι δύναται νὰ διεκδικήσῃ καὶ τὴν στοιχειώδη ἀξιοπρέπειαν ἡ Κυβέρνησις ἑνὸς Κράτους ἡ ὁποία καταδέχεται διὰ νὰ κερδίσῃ μονάδας τινάς, νὰ ἐνσπείρῃ ἕνα πανικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπωφεληθῇ τὸ Κράτος.
§113Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρῆτε δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι λόγῳ τῆς πράξεως αὐτῆς ὡρισμένοι κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν, συνεπείᾳ τοῦ πανικοῦ τοῦ προκληθέντος ὑπὸ τῶν διαδόσεων τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ἐπώλησαν καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐχὶ ὡς ἐπιδιώξασα τοῦτο, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας, εὑρέθη αὕτη ἐπωφεληθεῖσα ζημιωθέντων τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν· αὐτὸ εἶπον.
§114Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Ἦτο ἀναγκαῖον τὸ γεγονὸς ὁπωσδήποτε· καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠγόραζε τὰς ὁμολογίας, αἱ ζημίαι θὰ ἦσαν περισσότεραι. Λυποῦμαι ὅμως, διότι μοιραῖον φαίνεται τὸ νὰ συγκρουώμεθα ἀπόψε ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν μὲ τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἐνῷ δὲν εἶχον πρόθεσιν τοιαύτην. Καὶ ἤδη συνεχίζω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε καλὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν λύσιν ἐκείνην ἡ ὁποία προστατεύει τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἔκαμε καλὰ λέγω, διότι εἰς τὸ πρόσφατον παρελθὸν ἦσαν τόσον βαρέα τὰ τραύματα τὰ ὁποῖα κατηνέχθησαν κατὰ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ὥστε θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ μία ἰσχυρὰ τόνωσις εἰς ψυχολογημένην στιγμὴν ἐπὶ ζητήματος τοιαύτης σημασίας, διὰ νὰ ἀνορθωθῇ πλήρως ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ὑπάρχῃ, διὰ νὰ βαδίσῃ τὸ Κράτος πρὸς τὰ ἐμπρός. Καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως διὰ τὰ ἀνταλλάξιμα, προῆλθε τοῦτο τὸ εὐτυχές: ὅτι ἐδηλώθη ἅπαξ διὰ παντὸς ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν περιβεβλημμένην δι’ ἀπολύτου κύρους ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, ὅτι ἐδηλώθη λέγω; τοῦτο ὅτι τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον ἐξήντλησαν τόσαι δυστυχίαι, τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον βαρύνεται ἀπὸ τοιαῦτα τεράστια χρέη, τὸ Κράτος τοῦ ὁποίου, ἐὰν ὁ Δούρειος ἵππος ἀνοίξῃ ποτὲ καὶ ἐξέλθῃ τὸ θηρίον τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν ἠξεύρω τί θὰ ἀφίσῃ ὄρθιον ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ· τὸ Κράτος, λέγω αὐτό, δὲν διστάζω νὰ εἴπω ἄλλην μίαν φοράν, ὅτι τὸ θέλομεν ἓν τίμιον, οὐχὶ ὅμως καὶ χρεωκοπημένον. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα οὔτε διὰ τὸ μέλλον ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ἐχαράχθη μία ἐσφαλμένη γραμμὴ ἀπὸ τὰς προκατόχους Κυβερνήσεις, αὐτὴ ὤφειλε καὶ νὰ συνεχισθῇ. Θὰ ἦτο περίεργον τῷ ὄντι ἡ λογικὴ ἐκείνη δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι διότι ἅπαξ μία Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ χαράξῃ πορείαν τοῦ Κράτους πρὸς τὸν κρημνόν, αἱ διάδοχοι Κυβερνήσεις ὤφειλον νὰ λέγουν ὅτι τὸ Κράτος ὑπεσχέθη νὰ κρημνισθῇ καὶ συνεπῶς ὀφείλει νὰ τηρήσῃ τὸν λόγον του. Ὅταν ἐγένοντο αἱ συμβάσεις ὑπῆρχον ἄλλαι συνθῆκαι, σήμερον ἀνεφάνησαν ἄλλαι εἰς τρόπον ὥστε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὄχι μόνον εἶχεν δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ ἐμπνεύσῃ τὸν σεβασμόν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐνδιαφέρον της διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου ἐπιλαμβανομένη τοῦ ζητήματος. Οὔτε ἀκόμη δυνάμεθα νὰ τὴν κατηγορήσωμεν διότι ἐσκέφθη, ἐσκέφθη μόνον νὰ φαλκιδεύσῃ τὰς ἀκυρωσίμους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους καὶ μάλιστα ἐν στιγμαῖς σταθεροποιήσεως. Χρεωστῶ νὰ τὸ τονίσω, διότι αὐτὴ αὕτη ἡ νομοθέτησις τῆς σταθεροποιήσεως ἡ ὁποία πολὺ ὀρθῶς καὶ ἐδῶ ἐγένετο καὶ διεθνῶς ἀνεγνωρίσθη, ὡς ἡ πρέπουσα λύσις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον μία μεγίστης ἐκτάσεως ὁριστικὴ φαλκίδευσις τοῦ ἐσωτερικοῦ δημοσίου χρέους. Διότι κατὰ τὴν σταθεροποίησιν, τὸ Κράτος λέγει, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μοῦ ἐδάνεισε 200 δρχ. τοῦ 1920 ἤτοι 8 λίρας Ἀγγλίας σήμερον λαμβάνει μόνον 200 δρχ. χαρτίνας ἤτοι ἡμίσειαν λίραν. Πρόκειται περὶ μιᾶς φαλκιδεύσεως γενικῆς, ὁμαδικῆς τῶν ἐχόντων ἀπαιτήσεις, εἰς τρόπον ὥστε, νὰ μὴ ἐνοχλούμεθα μετὰ μίαν τοιαύτην πολιτικὴν διὰ παραμικρότερα πράγματα. Καὶ νῦν χρεωστῶ, νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν. Θὰ εἴπω τοῦτο μόνον, ὅτι τὸ Κράτος ἔπραξε ὀρθότατα νὰ ἀγοράσῃ τὰς ὁμολογίας τὴν στιγμὴν ἐκείνην, διὰ τὸν λόγον καὶ μόνον, τοῦ νὰ συγκρατήσῃ τὴν πτῶσιν τοῦ χρηματιστηρίου καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ἀδυνάτους νὰ μὴ ζημιωθοῦν, ἕως ὅτου ληφθοῦν αἱ τελειωτικαὶ Κυβερνητικαὶ ἀποφάσεις. Πάντως δὲν δύναται τὸ τοιοῦτον νὰ ἀποτελέσῃ μελλοντικὴν πολιτικήν, διότι τὸ Κράτος δι’ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν δύναται νὰ ἐξαγοράζῃ ὁμολογίας μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποσβαίνῃ τὸ δάνειον. Ἀλλὰ πρὶν τελειώσω κύριοι, χρεωστῶ νὰ δηλώσω ὅτι ἀπὸ τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, παρακολουθῶν μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὰς ὁμιλίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διεπίστωσα ὅτι ἡ πολιτικὴ θέσις προσώπων καὶ πραγμάτων μετετοπίσθη περιέργως εἰς πολλὰς στιγμάς, καθ’ ὃν τρόπον μετατοπίζονται αἱ κινούμεναι ἄμμοι εἰς τὰς ἀπίστους ἀκτὰς τῶν Κάτω Χωρῶν. Εὑρέθη δηλαδὴ ὅτι ἀσκοῦν ἔλεγχον πολιτικὰ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν πολιτικὴν παράταξιν ἡ ὁποία χωρὶς νὰ τῆς καταλογίσῃ τις δόλου, πάντως ὅμως πρωτοφανῆ ἀτυχίαν, εὑρέθη νὰ εἶναι ἐκείνη ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς ὁποίας προέκυψαν διὰ τὸ Κράτος τόσα βάρη καὶ φορολογικὰ καὶ βάρη ἀποζημιώσεων τόσων. Εἶναι ἡ παράταξις ἐκείνη ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1920 μέχρι τῆς σήμερον εὑρέθη νὰ ἔχῃ δεκαπλασιασθῇ τὸ δημόσιον χρέος τῆς χώρας καὶ δὲν ἠξεύρομεν ποῦ θὰ φθάσῃ. Χρεωστῶ νὰ εἴπω ὅτι ἡ παράταξις ἐκείνη ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας ὑπάρχουν ἀνταλλάξιμοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδῃ συμβουλὰς περὶ τοῦ τρόπου ἀνοικοδομήσεως ἐκείνων τὰ ὁποῖα αὐτὴ κατεκρήμνησεν.
§115Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε. (θόρυβος).
§116Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦσθε βουλευτὴς τότε. Ἐγὼ δὲν ἤμην. Ἤμην ἁπλοῦς πολίτης, δημόσιος δὲ ὑπάλληλος ἐπὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως δὲν διετέλεσα ποτέ, ὡς φαίνεσθε λέγων κ. βουλευτά, ἀλλ’ οὔτε καὶ διετέλεσα δημόσιος, ἢ κὰν ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος. Τελευτῶν λέγω, ὅτι δὲν δέχομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ παράταξις ἐκείνη νὰ ἐλέγχῃ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία καὶ ἀνέλαβε τὸ βαρύτατον ἔργον τῆς ἀνοικοδομήσεως τόσων πραγμάτων πεσόντων κατὰ γῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλέγχηται ὑπὸ τῆς τοιαύτης ἀντιπολιτεύσεως διὰ παραμικρὰ πράγματα, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἱερὸν καθῆκον τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ πράττῃ τοῦτο καὶ μόνον: νὰ παρέχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν δυνατὴν βοήθειαν, διὰ νὰ ἴδῃ ὁ τόπος οὗτος ἐπὶ τέλους κάποτε μίαν ἡμέραν χαρᾶς. (χειροκροτήματα).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου.
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ἑβδομάδας τινὰς μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἔτυχεν ἐκ δύο μερῶν ἀπὸ πρόσωπα εὑρισκόμενα εἰς στενὴν ἐπαφὴν πρὸς τὴν δημοσιονομικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Κ.Τ.Ε, νὰ ἐπιστηθῇ φιλικῶς ἀλλ’ ἐπιμόνως ἡ προσοχή μου ἐπὶ τῆς ἀνωμαλίας, τὴν ὁποίαν γεννᾷ ἡ δημιουργία τίτλων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, οἵτινες ἔδιδον τόκον 8% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ἔδιδον 15% πολλάκις καὶ τοῦτο καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν νὰ διατηρηθῇ ἡ πίστις της ἡ δανειακὴ εἰς ὀλιγώτερα τῶν 7%. Μοὶ παρετηρήθη ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἡ Ἑλλὰς ἡ ὁποία εἶναι γνωστὸν ὅτι θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ καὶ πάλιν εἰς τὸ κεφάλαιον, τὸ ἐξωτερικόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ, ὅπως ὑπὸ καλοὺς ὅρους συνομολογήσῃ νέον δάνειον καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ πρὸς οὓς θ’ ἀπευθύνοντο οἱ ἐκδίδοντες τὰ δάνεια τραπεζῖται θὰ εὕρισκον νὰ τοποθετήσωσι τὰ χρήματά των εἰς ἄλλα Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἀποδίδοντα τόκον πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τοῖς ὑπέσχετο ἡ ἔκδοσις ὑπὸ τῶν ἐκδοτριῶν Τραπεζῶν. Αἱ συστάσεις, ὅπως εἶπον, ἐγένοντο ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἀπορροφημένος ἀπὸ τὰς ἐκλογάς, ἀνέβαλον νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ τὸ πέρας αὐτῶν. Καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐν τούτοις παρῆλθεν ὁλόκληρος ἑβδομὰς κατὰ τὴν ὁποίαν ἤμην τόσον ἀπορροφημένος εἰς πλέον ἐπειγούσας ἐργασίας, ὥστε νὰ μὴ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ 10 περίπου ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπεστήθη ἡ προσοχή μου ἐπὶ τῶν διαδιδομένων ὅτι οἱ τίτλοι τῶν ἀνταλλαξίμων ἤρχισαν ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑψοῦνται καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦ τέλους τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Αὐγούστου δὲν εἶχον ὑπερβῆ τὴν τιμὴν τῶν 790 δραχμῶν, εἶχον ἤδη ὑψωθῆ μέχρι τῶν 810 δραχμῶν μὲ τάσιν περαιτέρω ὑψώσεως.
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ πρὸ τῆς σταθεροποιήσεως κ. Πρόεδρε;
§120Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὁμιλῶ περὶ τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Αὐγούστου 1928.
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶχον ὑψωθῆ.
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀμέσως μετὰ τὸ δάνειον τῆς σταθεροποιήσεως εἶχον λάβει μίαν ἀπότομον ὕψωσιν φθάσασαν μέχρι τῶν 860–870 δραχμῶν.
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δηλαδὴ διετηροῦντο εἰς μίαν τιμὴν ἄνω τῶν 830 δραχμῶν ἐπὶ σειρὰν ἡμερῶν.
§124Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁμιλῶ, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, μόνον περὶ τῆς τιμῆς τῶν ἀνταλλαξίμων κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Αὐγούστου 1928. Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς ἱκανοποιήσω, σᾶς λέγω ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ κλεισίματος κατὰ τὰ διάφορα δεκαπενθήμερα ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Κατὰ τὸν Μάρτιον εἶναι 718 κατὰ τὸ κλείσιμον τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου, 722 τοῦ δευτέρου, τὸν Ἀπρίλιον 730 τοῦ πρώτου 744 τοῦ δευτέρου, τὸν Μάϊον 788 τοῦ πρώτου, 790 τοῦ δευτέρου, τοῦ Ἰουνίου 770 τοῦ πρώτου, 788 τοῦ δευτέρου, τὸν Ἰούλιον 756 τοῦ πρώτου δεκαημέρου (ἡ πτῶσις αὕτη πρέπει νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι συμπίπτει μὲ τὴν ἄνοδόν μου εἰς τὴν ἀρχὴν) 788 τοῦ δευτέρου, τοῦ Αὐγούστου 792 τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου. Ἐπληροφορήθην λοιπὸν ὅτι ἔγινε ἀπότομος ὕψωσις τῶν τιμῶν μὲ τάσεις περαιτέρω ὑψώσεων. Ἦτο φυσικόν, κύριοι, νὰ σκεφθῶ τότε ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συστάσεων, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐγένοντο, ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἔβλεπον ὅτι ἐὰν αἱ τιμαὶ τῶν ἀνταλλαξίμων ὑψοῦντο κανονικῶς, διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως εἰς ἐπίπεδα λίαν ὑψηλά, θὰ συνέβαινε τὸ ἕτερον ἐκ τῶν δύο ἢ θὰ ἠναγκαζόμην νὰ μὴ προβῶ εἰς τὸν μελετώμενον ὑπ’ ἐμοῦ περιορισμὸν τοῦ τόκου, διὰ νὰ μὴ ζημιώσω ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι καλῇ τῇ πίστει ἀπέκτησαν τὰ ἀνταλλάξιμα εἰς πολὺ ὑψηλὰς τιμάς, ἢ θὰ συνέβαινε τοῦτο: θὰ ἀπεφάσιζον ἐὰν ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς τὸν περιορισμόν, θυσιάζων συμφέροντα ἔννομα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐν καλῇ τῇ πίστει ἔφθασαν νὰ ἀγοράσωσι τὰς ὁμολογίας ἴσως εἰς 900 –950 δραχμάς. Τὸ πρῶτον καθῆκον μου, κύριοι, ἦτο νὰ σταματήσω ἐὰν ἠδυνάμην τὴν περαιτέρω ὕψωσιν τῶν τιμῶν. Ἦτο τοῦτο καθῆκον καλῆς πίστεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ἀνταλλαξίμων, ἦτο ἐκπλήρωσις καθήκοντος καὶ πρὸς τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου ἐξεπροσώπει τὰ συμφέροντα ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὸ ἐξηγεῖ τὴν δημοσίευσιν τοῦ πρώτου ἄρθρου εἰς τὴν «Ἑστίαν» κατὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου ἀπὸ ἕνα «Εἰδικόν». Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μολονότι εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τὴν δημοσίευσιν δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τὸ ὅλον περιεχόμενον, διότι δὲν τὸ ἔγραψα ἐγώ. Ἀλλ’ ἂν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπεδίωκε νὰ σημάνῃ κἄποιον κώδωνα κινδύνου καὶ νὰ δηλωθῇ ὄχι ἐκ Κυβερνητικῆς πηγῆς, διότι δὲν ἐφαίνετο τοιαύτη προέλευσις τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ γνωμῶν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐπὶ τάπητος, συγχρόνως ὅπως παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν πολιτευτής, διὰ τῆς δημοσιεύσεως ταύτης ἐδίδετο ἀφορμή, ὅπως ἀκουσθῶσι γνῶμαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐλήφθη πρόνοια ὅπως τὸ ἄρθρον τοῦ «Εἰδικοῦ» δημοσιευθῇ τὸ Σάββατον, σημειωτέον ὅτι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐπεκοινώνησα μετὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἡ Πέμπτη τῆς ἑβδομάδος, δηλαδὴ ἡ 30ὴ Αὐγούστου καὶ ὡς συνέπεια τῆς τοιαύτης ἐπικοινωνίας ἦτο νὰ γίνῃ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ. Ἀλλὰ νὰ μοῦ εἰπῆτε «διατὶ δὲν ἔλυες τὸ ζήτημα ἀμέσως διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῇς νὰ προβῇς εἰς τοιαύτην δημοσίευσιν»; Δὲν ἦτο δυνατόν, κύριοι, νὰ λυθῇ ἀμέσως τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνάδελφός μου μὲ κατέστησεν ἐνήμερον τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγνώριζα καὶ ὅσοι παρηκολούθησαν τὴν συζήτησιν θὰ ἴδουν πόσον εἶναι δύσκολον, ζήτημα. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὡμολόγησεν, ὅτι πολλαὶ διατάξεις τῶν συμβάσεων εἶναι ἀσαφεῖς, ὥστε ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ λυθῇ εἰς 24 ὥρας. Ἡ πρώτη μέριμνα ποὺ εἶχον νὰ λάβω ἦτο νὰ μὴ ἐμποδισθῇ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἐὰν εἴχομεν τύπον σεβόμενον ἑαυτὸν δὲν θὰ ἐδημιουργεῖτο οὐδεμία ἀνωμαλία ἐκ τοῦ ἄρθρου τῆς 1ης Σεπτεμβρίου. Θὰ ἤρχιζεν ἡ συζήτησις καὶ θὰ ἐξελίσσετο ὁμαλῶς, διὰ νὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι καὶ φθάσωμεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα. Ἀλλὰ ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ εὐκαιρία ἦτο καλὴ νὰ γίνῃ δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ἀντικυβερνητικὸν τύπον ἀγρία ἐπίθεσις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀρχίσασα δὲ ἀπὸ τῆς Κυριακῆς ἡ ἐπίθεσις αὕτη, ἐνέπνευσεν εἰς τὸν κόσμον πανικόν. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι τὴν ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου εἶχα μείνει εἰς τὴν Κηφισσιάν. Τὴν Κυριακὴν δὲν ἐδιάβασα καμμίαν ἐφημερίδα, ὥστε ἠγνόουν τί συνέβαινε. Τὴν Κυριακὴν τὸ βράδυ προσεβλήθην ἀπὸ τὸν Δάγγειον. Ὅλα αὐτά, κύριοι, ἔχουν χρησιμότητα καὶ διὰ τοῦτο ἀναφέρω τὰς χρονολογίας. Τὴν Δευτέραν τὸ πρωΐ ἐπέρασεν ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖον μου ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πολὺ ταραγμένος, διὰ νὰ μοῦ εἴπῃ τὸ ἑξῆς: «Ἠξεύρεις, τὸ δημοσίευμα τὸ ἐκμεταλλεύεται ὁ τύπος. Πρέπει νὰ γίνῃ ἐπέμβασις Κυβερνητική, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ σταματήσωμεν τὴν ἀπότομον ἔκπτωσιν τῶν ὁμολογιῶν». Μαζὺ μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τὸν ἰατρόν, ὁ ὁποῖος προσῆλθε διότι ἐπαναλαμβάνω ἤμην ἄρρωστος καὶ ἐπρόκειτο νὰ προσφύγω εἰς τὸν «Εὐαγγελισμόν», ἔχων πυρετὸν 40 βαθμούς. Ἐν τούτοις, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ γράψω ἀνακοινωθὲν καὶ ἔγραψα πράγματι καὶ ἐδημοσιεύθη τοῦτο τὸ ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας εἰς τὴν «Ἑστίαν». Τὸ ἀνακοινωθὲν αὐτὸ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐξ ἐγκύρου πηγῆς ἀνακοινοῦνται τὰ ἑξῆς: Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθιξε τὸ ἄρθρον τοῦ «εἰδικοῦ» εἰς τὸ φύλλον τῆς «Ἑστίας» παρελθόντος Σαββάτου, ἀπασχολεῖ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τινος χρόνου ἀλλὰ λύσις αὐτοῦ δὲν ἐξευρέθη εἰσέτι. Καὶ εἶναι φυσικὸν ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολος ἡ ἐξεύρεσις, διότι ἐὰν ἀφ’ ἑνὸς ἀποτελῇ ἀντινομίαν ἀφόρητον, νὰ ἐπιτυγχάνωμεν ὅπως τὸ ἐξωτερικὸν διατιμᾷ τὴν δανειακὴν πίστιν μας εἰς 6¾ περίπου, ἐνῷ ἐξ ἄλλου πληρώνομεν δι’ ἐσωτερικὸν δάνειον τόκον, ὁ ὁποῖος ἤρχισε ἀπὸ 15% οὐσιαστικῶς καὶ στρέφεται ἀκόμη ὑπὲρ τὰ 9%, πρέπει οὐχ’ ἧττον νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἡ διόρθωσις τῆς ἀφορήτου αὐτῆς ἀντινομίας δὲν δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ, ἐὰν δι’ αὐτῆς πρόκηται νὰ κλονισθῇ ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Ἐπιβάλλεται ἐν τούτοις ἡ περαιτέρω μελέτη τοῦ ζητήματος καὶ πρέπει νὰ εὐχώμεθα ὅπως εὑρεθῇ λύσις ἐπιεικὴς ἀνακουφίζουσα τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μὴ ἀπογυμνώνουσα καὶ τοὺς ἐμπιστευθέντας εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Κράτους κατόχους τῶν ὁμολογιῶν». Ἐὰν κύριοι, εἴχομεν ἀντικυβερνητικὸν τύπον ἀντιλαμβανόμενον κάλλιστα τὰ καθήκοντα αὐτοῦ πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην, μετὰ τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦτο, θὰ διελύετο πᾶσα ἀνησυχία ὅσον ἀφορᾷ τὴν τύχην τῶν ἀνταλλαξίμων. Τὸ ἀτύχημα εἶναι ὅτι ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ παρακολουθήσω τὸν τύπον. Ἡ κατάστασίς μου ἦτο τοιαύτη, ὥστε οἱ ἰατροὶ μοὶ ἀπηγόρευον νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Κατ’ ἐπανάληψιν ἦλθεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν προσοχήν μου εἰς τὰ συμβαίνοντα καὶ νὰ ζητήσῃ καὶ πάλιν τὴν ἐπέμβασίν μου, ἀλλ’ οἱ ἰατροὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μοῦ ἀπηγόρευον νὰ ὁμιλήσω περὶ πολιτικῶν πραγμάτων. Μόνον μετά τινας ἡμέρας ἤμην εἰς κατάστασιν νὰ ἀσχοληθῶ εἰς ζητήματα τοιαῦτα καὶ τότε πάλιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσηγήσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔδωσα πρὸς δημοσίευσιν τὸ δεύτερον ἀνακοινωθέν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσω. Γνωρίζετε μόνον, ὅτι ὅλη ἡ προσπάθεια καὶ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου ἀνακοινωθέντος ἦτο νὰ ἐμποδίσω ὅπως ἀρχῆθεν ἐπεδίωξα τὴν ὕψωσιν τῶν ἀνταλλαξίμων, ἀλλὰ καὶ νὰ προλάβω πᾶσαν ὑποτίμησίν των. Ἐὰν κύριοι βουλευταί, οἱ παίζοντες εἰς τὸ χρηματιστήριον συνεμορφοῦντο μὲ τὰς ἀνακοινώσεις μου, δὲν εἶχον νὰ ζημιωθοῦν τίποτε. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ μὲ κατηγορήσητε ἴσως ὅτι δὲν ἐπεδίωξα ταχέως τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἐπεδίωκον θὰ προελάμβανον τὰς ζημίας τῶν παικτῶν τοῦ χρηματιστηρίου. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἤδη ποῖος ἦτο ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ παρεκώλυσε νὰ ἀσχοληθῶ ὅπως μελετήσω ἀμέσως τότε τὸ τόσον περίπλοκον ζήτημα καὶ νὰ φθάσω εἰς τὴν λύσιν. Ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸν ἐξῆλθον τὴν 17 Σεπτεμβρίου. Τὴν εἰκοστὴν τοῦ μηνός, κύριοι, μετὰ τρεῖς δηλαδὴ ἡμέρας ἐπεβιβαζόμην ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου, ἵνα μεταβῶ εἰς Ρώμην πρὸς ὑπογραφὴν συμφώνου φιλίας μετὰ τῆς Ἰταλίας. Ἠμπορεῖτε νὰ ἀξιώσητε ὅτι ὤφειλον κατὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας νὰ λύσω τὸ πολύπλοκον τοῦτο ζήτημα, καθ’ ἣν στιγμήν, κατὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας ταύτας ἀπησχολούμην ὑπὸ πλήθους ἐργασίας; Ἕν μέρος κύριον τῶν 3 τελευταίων ἡμερῶν κατελάμβανεν ἡ ἀλληλογραφία πρὸς τὴν Ρώμην διὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ ὁριστικοῦ κειμένου τῆς συνθήκης. Ἕτερον μέρος κατελάμβανεν ἡ ὑποχρέωσις, ποὺ εἶχα νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τῶν διαφόρων ὑπουργῶν διὰ διάφορα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀνακύψωσι κατὰ τὴν μακρὰν ἀπουσίαν μου καὶ ἄλλο μέρος τοῦ χρόνου μου ἀπησχολεῖτο ἀπὸ τοὺς πρεσβευτὰς τῶν μεγάλων Δυνάμεων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν νὰ μὲ ἴδωσι πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς μου. Δύναται ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ μὲ κατηγορήσῃ βασίμως, ὅτι δὲν ἔλυσα τὸ ζήτημα, ἐὰν δὲν τὸ ἔλυσα, ἀπὸ τῆς πρώτης Σεπτεμβρίου ὅπου ἠγέρθην–Σάββατον ἀπογεύματος—μέχρι τῆς 2 Σεπτεμβρίου ὁπότε μὲ κατέλαβεν ὁ δάγγειος πυρετός. Δύναται πάλιν νὰ μὲ κακίσῃ ὅτι ἔπρεπε νὰ λύσω τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς 17ης μέχρι τῆς 20ῆς Σεπτεμβρίου. Ἀλλὰ πρὶν ἀναχωρήσω κύριοι, ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν ὅπως σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ ἀπαρτιζομένη ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῆς Γεωργίας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀνετίθετο κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀπουσίας μου νὰ ἐπέμβῃ χρηματιστηριακῶς ἀγοράζουσα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ἐκ τῶν διαθεσίμων ὅλον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐκρίνετο ἀναγκαῖον διὰ νὰ συγκρατήσῃ τὰς ὁμολογίας, ἐὰν ὄχι πλέον εἰς τὴν τιμὴν τῶν 840, ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἰς τὴν τιμὴν τῶν 800. Καὶ ἡ ἐπέμβασις αὐτὴ ὑπῆρξεν ἀποτελεσματική. Ὅταν κύριοι ἐπέστρεψα τὴν 13 Ὀκτωβρίου ἐπληροφορήθην ὅτι τὰ ἀνταλλάξιμα εὑρίσκοντο πλέον εἰς μίαν κατάστασιν σταθερότητος ὑπὸ ἔποψιν τιμῆς. Ἐστρέφετο πράγματι ἡ τιμή των περὶ τὰς 790 δραχμάς, μολονότι ἡ Κυβέρνησις ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπιστροφῆς μου εἶχε παύσει πλέον νὰ ἀγοράζῃ ἀνταλλάξιμα. Ἐνομίσαμεν κύριοι, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ σταθερότης εἰς τὴν τιμὴν αὐτὴν τίποτε τὸ ἐξόχως ἐπεῖγον δὲν μοῦ ἐπέβαλε νὰ παραιτήσω κάθε ἄλλην ἐργασίαν διὰ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Γνωρίζετε ἄλλως ὅλοι ὅσοι διετελέσατε ὄχι πρωθυπουργοί, ἀλλὰ ἁπλῶς ὑπουργοί, ποῖος εἶναι ὁ δημόσιος βίος τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ, πρὸ παντὸς δὲ τοῦ πρωθυπουργοῦ, ποῖα τὰ ἔργα καὶ ἡμέραι αὐτοῦ. Δὲν ἔχω κύριοι ἢ νὰ διαβεβαιώσω ὅτι, οὐδέποτε οὔτε νεώτερος, οὔτε τώρα, ὁπότε πλέον εὑρίσκομαι εἰς προκεχωρημένην ἡλικίαν, οὐδέποτε ἐπεκαλέσθην τὸ 8ωρον τῆς ἐργασίας τὸ ὁποῖον πρῶτος ἐψήφισα ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἐπικυρῶν τὴν σύμβασιν τῆς Βασιγκτῶνος (χειροκροτήματα). Ἐπεδόθην ἐν τούτοις εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος. Τὸ πρῶτον συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα συμμεριζόμενος κατὰ τοῦτο τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδίστασεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐξηγήσῃ προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀντιλήψεις του, τὸ πρῶτον συμπέρασμα λέγω εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα ἦτο εὐχάριστον, ἤλπιζα δηλαδὴ ὅτι ἠδυνάμην νὰ βάλω χέρι καὶ εἰς τὴν πρώτην σειρὰν τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἐννοεῖτε πόσον εὐχάριστον ἦτο τὸ συμπέρασμα τοῦτο ὅταν ἔβλεπον ὅτι ἠδυνάμην ἴσως νὰ ἐπιτύχω ἐκ τῶν ἀνταλλαξίμων μίαν οἰκονομίαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 110 ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος, διότι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ὁμολογιῶν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι ἀποσυρθῆ τῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἔμενε συγχρόνως νὰ ἐπιτύχωμεν ἄλλην οἰκονομίαν, δηλαδὴ ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ προήρχετο ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἐκ Βουλγαρίας προσφύγων, διότι γνωρίζετε ὅτι διὰ τοὺς ἐκ Βουλγαρίας πρόσφυγας εἶχε κανονισθῆ τόκος ἐκ τῆς συμβάσεως 6%, ἀλλὰ ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία εἶχε κανονίσῃ τὸν τόκον τοῦτον, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι διὰ τοὺς ἐκ Βουλγαρίας πρόσφυγας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διάκρισις καὶ ὅτι ἔπρεπε καὶ δι’ αὐτοὺς ὁ τόκος ἀπὸ 6% νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 8%. Θὰ εἴχωμεν οὕτω καὶ ἐκεῖθεν μίαν οἰκονομίαν 15 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ οὕτως ἡ οἰκονομία θὰ ἀνεβιβάζετο εἰς 125 ἑκατομμύρια. Ἐνόμιζα ἀκριβῶς ὅτι εὕρομεν θησαυρὸν καὶ τὸν θησαυρὸν αὐτὸν δὲν ἐπεδίωκα νὰ ρίψω εἰς τὸ ταμεῖον τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, κάθε ἄλλο, ἐὰν ἐλησμονήσατε κύριοι βουλευταί, ὅτι κατὰ τὴν ἐκλογικὴν περιοδείαν εἶχον δώσει μίαν ὑπόσχεσιν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ἡ ὁποία ἀφεώρα τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων, τῶν ὁποίων πολλοὶ διαιτοῦνται ἀκόμη πραγματικῶς εἰς τρώγλας. Ἀλλὰ ἐγνώριζον συγχρόνως ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν στέγασιν αὐτῶν ποσόν. Ὁσάκις ὁ ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἤρχετο καὶ μὲ ἐνοχλοῦσε (πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Προνοίας), μὲ συγχωρῆτε διότι μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν αὐτήν, καὶ μὲ παρεκάλει νὰ πείσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ τοῦ δώσῃ πιστώσεις προσθέτους δεκάδων τινῶν ἑκατομμυρίων διὰ τὴν στέγασιν, ἐγὼ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐλάμβανον τὴν ἀπάντησιν, οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος, διότι τότε εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπιφέρει εἰς τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν ὁ δάγγειος πυρετός. Καὶ πραγματικῶς ἔβλεπα ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ἄλλοθεν σημαντικόν τι ποσὸν διὰ τὴν στέγασιν καὶ ἔλεγα κατ’ ἐμαυτόν. Ἰδοὺ ὁ πακτωλός! ἔχομεν 125 ἑκατομμύρια διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἀνεγείρωμεν τὴν στέγην τῶν προσφύγων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ θὰ ἦτο εὔκολον νὰ εὕρωμεν ἀπὸ μίαν Τράπεζαν τὴν ἀναγκαίαν προκαταβολὴν τὴν ὁποίαν θὰ ἀπεδίδαμεν εἰς 6 περίπου ἔτη, ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν 125 ἑκατομμυρίων. Ἀτυχῶς ὁ πακτωλὸς αὐτὸς πρὸς τὸν ὁποῖον ἔστρεφε τὰ βλέμματα αὐτοῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν—κάθε δὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁσάκις πρόκειται νὰ λύσῃ ἕνα ζήτημα δὲν κυττάζει παρὰ πῶς θὰ εὕρῃ χρήματα—ὁ πακτωλὸς αὐτός, λέγω, μετὰ νεωτέραν μελέτην τοῦ ζητήματος ἀπεδείχθη ὅτι ἦτο φανταστικός. Τοὐλάχιστον ἡ ἰδική μου ἀντίληψις ὑπῆρξεν αὐτή. Δὲν λέγω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. συναδέλφου μου, ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι σοβαρά. Εἶναι σοβαρὰ καὶ θὰ εἶχον ἀξίαν ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο μόνον ἐν στενῷ κύκλῳ, μεταξὺ μας ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ αἱ ὁμολογίαι τῶν ἀνταλλαξίμων εἶχον διαχυθῆ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ἀγοράν, κατὰ ἑκατομμύρια, ἐπωλήθησαν ἐκεῖ. Δὲν συνεμερίσθην λοιπὸν τὴν ἀντίληψιν τοῦ συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν θὰ μᾶς ἔλεγον. «Κύριοι, αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα ποῦ ἐπικαλεῖσθε εἶναι λεπτολογία εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἴμεθα ἡμεῖς συνηθισμένοι νὰ εἰσερχώμεθα. Ἡμεῖς ἐμμένομεν εἰς βεβαίωσίν σας τὴν ἀναγεγραμμένην ἐπὶ τοῦ τίτλου ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ὑπεύθυνον». Κατέληξα τελικῶς εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πράγματι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ θίξω τοὺς τίτλους αὐτούς, ἀλλὰ κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ἀκράδαντον, ὅτι τοὺς τίτλους τοὺς ἐκδοθέντας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ν. Δ. τοῦ 1928 ἐδικαιούμην καὶ ὤφειλον νὰ θίξω. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐπεκαλέσθη ἕνα ἐπιχείρημα νομικόν, ὅτι δηλαδὴ οὕτω σκεπτόμενος παρεγνώριζα τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ συντάγματος τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ ἐκδόσεως νομοθετικῶν διαταγμάτων. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ καθόλου πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι ἂν τὰ ἐκδοθέντα νομοθετικὰ διατάγματα δὲν κυρωθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῶν 4 μηνῶν, παύουν νὰ ἔχουν ἰσχὺν εἰς τὸ μέλλον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἔχουν ἰσχύν, ἀλλ’ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν ἀποτέλεσμα ἔχει ἐν προκειμένῳ ὅτι κατὰ τὸν διαδραμόντα χρόνον θὰ λάβουν τόκον 8%, δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι ἀφ’ ἧς ἔπαυσεν ἡ ἰσχύς τοῦ διατάγματος δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβιβάσωμεν τὸν τόκον εἰς 6%. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφὲς ὥστε δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀδικήσω ἐπιμένων ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου.
§125Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐννοεῖτε διὰ τὰς ἐκδοθείσας ὁμολογίας;
§126Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ τὰς ἤδη ἐκδεδομένας. Ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τῆς ἐπεμβάσεώς μου νὰ θίξω ὅσον ἀφορᾶ τὰς ὁμολογίας τῆς δευτέρας σειρᾶς, τὰς ἤδη ἐκδιδομένας, τὸ κεφάλαιον αὐτῶν, ἡ παρατήρησίς σας θὰ εἶχεν ἴσως ἀξίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο νὰ θίξω τὸ κεφάλαιον ἀλλὰ τὸν τόκον. Γνωρίζετε δὲ ὅτι ὁ τόκος γεννᾶται ἀλλεπαλλήλως διὰ τῆς παρόδου τῶν προθεσμιῶν,
§127Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ τόκος εἶναι παραγωγικὸς τῆς συμβάσεως.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ σύμβασις εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν.
§129Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, διότι πρόκειται περὶ τόσον σαφοῦς ζητήματος, ὥστε ἀφοῦ διαφωνοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι δύσκολον νὰ συμφωνήσωμεν. (Γέλωτες). Ἄς ἀρκεσθῶμεν εἰς αὐτό. Ἀφοῦ κατέληξα, κύριοι, εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, μετέβην τὸ ἀπόγευμα τῆς 1 Νοεμβρίου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπου παρεκάλεσα καὶ τὸν συνάδελφόν μου ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ προσέλθῃ. Ἀνεκοίνωσα εἰς τοὺς δύο συναδέλφους μου τὰ τοῦ συμπεράσματος εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Βουρλούμην ὡς ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ καλέσῃ τὸν πρόεδρον τοῦ χρηματιστηρίου διὰ νὰ τοῦ συστήσῃ κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ μὴ γίνῃ καμμία διαπραγμάτευσις, ἐντὸς τοῦ χρηματιστηρίου τοὐλάχιστον τῶν τίτλων τούτων, ἕως ὅτου ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως καὶ δημοσιευθῇ τὸ σχετικὸν ἀνακοινωθέν. Ἡ πρόνοια αὕτη ἐλαμβάνετο διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ὅτι κατὰ τὴν ἀπόφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχα καταλήξει ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ διάκρισις τῶν διαφόρων σειρῶν τῶν ἤδη ἐκδιδομένων ὁμολογιῶν τῆς 1ης καὶ 2ας σειρᾶς. Πράγματι ἐντεῦθεν θὰ ἐδημιουργεῖτο δυσχέρειά τις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουρλούμης ἐμεγαλοποίει εἰς τὴν ἀντίληψίν του, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐγὼ ἐθεώρουν εὐκόλως δυναμένην νὰ διευθετηθῇ. Διότι ἔλεγεν ὅτι διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς συμβάσεις, τὰς ἀφορώσας πώλησιν ἢ ἀγορὰν τοιούτων ὁμολογιῶν ἡ ὑποχρέωσις τοῦ πωλητοῦ ἦτο νὰ παραδώσῃ ὁμολογίας τῶν 2 σειρῶν κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκυκλοφόρουν ἀπὸ ἑκατέραν τῶν δύο σειρῶν. Ἐὰν λ. χ. ἡ ἀναλογία τῶν κυκλοφορουσῶν εἰς τὴν ἀγορὰν ὁμολογιῶν τῶν 2 σειρῶν εἶναι 3 τῆς 1ης σειρᾶς πρὸς ἕνα τῆς δευτέρας, ἡ ὑποχρέωσις τοῦ πωλητοῦ ἦτο νὰ παραδώσῃ ἀναλόγους τρεῖς ὁμολογίας παλαιὰς καὶ μίαν νέαν. Τὴν ἐπιοῦσαν συνεκάλεσα τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ὅπως προκαλέσω ἀπόφασιν αὐτοῦ εἰσηγούμενος τὴν λύσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον καταλήξει. Ἀτυχῶς τὸ πρᾶγμα ἐγνώσθη καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἀποκαλυφθῇ κανὲν μυστικόν. Ἡ πλειοψηφία τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐψήφισεν ἐναντίον τῆς γνώμης μου. Νομίζω ὅτι ἐπηρεάσθη ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ Κράτος δι’ ἑνὸς Ν. Δ. εἶχε δώσει μίαν ὡρισμένην ὑπόσχεσιν δὲν ἐπετρέπετο ἐρχόμενον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν τοῦ διατάγματος, νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτήν. Ἐθεωρήθη ὅτι ὑπάρχει μία ἠθικὴ ὑποχρέωσις εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, ὁσάκις ἐκδίδονται Ν. Δ. νὰ μὴ ζητῆται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ τροποποίησις αὐτῶν. Τὴν θεωρίαν αὐτὴν δὲν τὴν δέχομαι καθόλου. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ὑπάρχει ἀκεραία ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐξέδωκεν ἓν ὡρισμένον νομοθετικὸν διάταγμα, εἶναι καὶ ἡ εἰσηγουμένη αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Τότε βεβαίως ἡ ἠθικὴ ὑποχρέωσις εἶναι ἀκεραία. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσητε ὅτι ἐκδίδεται ἓν Ν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις καταπολεμεῖ ὡς κακόν, ὡς καταστρεπτικόν, ὡς ὀλέθριον, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ προτοῦ κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπέρχεται Κυβερνητικὴ μεταβολὴ καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔρχεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις ἡ μὴ συμμεριζομένη τὰς ἀντιλήψεις τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀκεραίαν ἔγκρισιν τοῦ νομοθετικοῦ τούτου διατάγματος; Ἀλλ’ εἴτε διὰ τοῦτον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον ἡ πλειοψηφία τοῦ ὑπουργείου ἔκρινεν ὅτι καλλίτερον ἦτο νὰ μὴ θίξωμεν οὔτε τῆς βʹ σειρᾶς τὰς ὁμολογίας τὰς ἤδη ἐκδιδομένας. Ἡ διαφωνία, βέβαια ἦτο οὐσιώδης, ὅπως παρετήρησε καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπῆρχε δὲ διέξοδος ἂν ὑπέβαλα τὴν παραίτησίν μου, διὰ νὰ ζητήσω τὴν συγκρότησιν νέας Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιβάλω τὰς ἀντιλήψεις μου. Ἀλλὰ κύριοι, δὲν δέχομαι τὴν θεωρίαν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ, ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ καθῆκόν μου. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὤφειλον νὰ προκαλέσω ὑπουργικὴν κρίσιν. Δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσω ὑπουργικὴν κρίσιν, ὄχι δι’ ἕνα, ἀλλὰ διὰ πλείονας λόγους. Ὁ πρῶτος ἦτο, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ ὅπως στερηθῶ πολυτίμων καὶ δυσαναπληρώτων συνεργατῶν, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχανον ἐὰν ἐπήρχετο μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως, διότι πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εὑρέθην εἰς μίαν ἀσθενῆ μειοψηφίαν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον πολὺ ἀσθενῆ. Δὲν ἐθεώρησα λοιπὸν ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς αὐτὸ τὸ φάρμακον. Ὁ δεύτερος λόγος ἦτο, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔκαμον τὸ λάθος νὰ ὑποβάλω τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον καὶ κοινοβουλευτικῶς καὶ δημοκρατικῶς ὀρθότερον ἦτο, νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἦτο ἀπόρροια ψήφου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐζήτησα ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μου καὶ τὴν ὁποίαν ἔδωκαν ὅπως εἶχον καθῆκον ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἐσωτερικήν των πεποίθησιν. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ τρίτος λόγος ὁ ὁποῖος μὲ ἐκώλυε, νὰ ἀκολουθήσω τὴν συμβουλὴν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ράλλη καὶ ἦτο οὗτος ὁ ἑξῆς: ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωσεν ἡ ψῆφος τῆς 19ης Αὐγούστου εἶναι ὅτι ἐπιστεύθη εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν ὁριστικῶς, εἰς στάδιον πολιτικῆς παγιώσεως. Φαντασθεῖτε, λοιπὸν ποία θὰ ἦτο ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ἐὰν αἰφνιδίως ἀπὸ ἕνα κυανοῦν οὐρανὸν ἐξεπέμπετο ἕνας κεραυνὸς εἰδοποιῶν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔπεσε πάλιν ἡ Κυβέρνησις (χειροκροτήματα). Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠκολούθησα τὴν συμβουλὴν αὐτήν. Διότι ἔκρινα ὅτι τὸ φάρμακον ἦτο πολὺ χειρότερον ἀπὸ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκον νὰ θεραπεύσω. Ἀλλ’ ὅπως εἶπον, κύριοι, ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπῆρξεν ἐκ μέρους μου ἓν σφάλμα, τὸ ὁποῖον δύναται σήμερον νὰ μὴ καταλογισθῇ, τὸ σφάλμα συνίσταται εἰς τοῦτο ὅτι χωρὶς νὰ εἶμαι βέβαιος περὶ τῆς γνώμης τῶν συναδέλφων μου, ὑπέβαλα ἀπὸ τὴν ψῆφον αὐτῶν ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν κυριώτατον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐχρειάζετο ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, οὔτε κατὰ τὸ Σύνταγμα, οὔτε κατὰ τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, κύριοι, τὸ λάθος αὐτὸ ὡς συνέπειαν ἔχει, ὅτι ἀντὶ τῶν ἀρχικῶς προσδοκωμένων 50,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ μοῦ ἔδιδεν ἡ ἐπέκτασις τῆς περικοπῆς τοῦ τόκου εἰς ὁλόκληρον τὴν δευτέραν σειρὰν οἰκονομία, τῶν ἀνταλλαξίμων μόνον 26–27,000,000 ὅπως σήμερον παρετήρησεν ὀρθῶς ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ λαϊκοῦ κόμματος. Σημειωτέον ὅμως, ὅτι τὰ οἰκονομούμενα δὲν εἶναι μόνον 27 ἑκατομμύρια, τὰ οἰκονομούμενα εἶναι 40. Διότι εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ προσθέσητε τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον εἰς τοὺς ἐκ Βουλγαρίας πρόσφυγας, τοὺς ὁποίους ἦτο ἀδύνατον νὰ μεταχειρισθῶμεν ἄλλως, παρ’ ὅτι μεταχειριζόμεθα τοὺς λοιποὺς πρόσφυγας. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους δύναται νὰ μοῦ καταλογισθῇ σοβαρῶς ὡς ἔγκλημα ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω ὅλα τὰ ὁποῖα ἤλπιζα νὰ ἐπιτύχω; Ἐπέτυχα μίαν οἰκονομίαν ἀπὸ 40,000,000 ἐτησίως, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω διατὶ ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ λαϊκοῦ κόμματος, ὡς ἕνα πρᾶγμα ἐπουσιῶδες καὶ μηδαμινόν, διότι δὲν πρόκειται νὰ βαστάξῃ παρὰ τρία χρόνια. Ἐνῷ εἶναι πιθανὸν νὰ διατηρηθῇ καὶ 5 καὶ 6 καὶ νὰ οἰκονομήσωμεν ἐκ τούτου 200 ὅλα ἢ 240 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἐμὲ νὰ θεωρήσω ὡς σημαντικὸν ποσόν, ὅταν σκεφθῶ πόσαι ἐπείγουσαι ἀνάγκαι ἠμποροῦν νὰ ἱκανοποιηθοῦν δι’ αὐτῶν. Ἀλλὰ κύριοι, ὑπάρχει μία ἄλλη παρατήρησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ μοῦ ἀπευθυνθῇ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀπαντήσω. Ἡ παρατήρησις αὐτὴ εἶναι ἡ ἑξῆς: Διατὶ κύριε, ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ πῆτε πρὶν φθάσῃς εἰς ὁριστικὰ συμπεράσματα, ἐξήγγειλες τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως; Ἐξήγησα ἤδη κύριοι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, διατὶ ἐθεώρησα ὅτι μοῦ ἐπεβάλλετο νὰ ἀνακοινώσω ἀμέσως δημοσίᾳ τὰς σκέψεις μου αὐτάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ὑπῆρχε καὶ ἄλλος λόγος σπουδαιότατος, ὁ ὁποῖος μὲ ὤθει ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποῦ ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ πάρω τὸ ψαλίδι νὰ κόψω αὐτοὺς τοὺς τόκους καὶ νὰ ἐξαγγείλω ἀμέσως δημοσίᾳ τὴν σκέψιν μου ταύτην. Διὰ νὰ φθάσω εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἶχον ἀνάγκην νὰ συμβουλευθῶ πολλὰ πρόσωπα καὶ πέραν τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἀσχολουμένων εἰς τὰ οἰκονομικά. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἦτο καθῆκον στοιχειῶδες καλῆς πίστεως ἐκ μέρους μου, νὰ σπεύσω νὰ κάμω τὴν ἀνακοίνωσιν ἀμέσως ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον, τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ συνεβουλευόμην ἂν ὄχι αὐτὰ ἀμέσως, ἀλλ’ ἄλλα τὰ ὁποῖα θὰ ἐμάνθανον ἀπ’ αὐτοὺς τὰς κυοφορουμένας ἰδέας τὰς Κυβερνήσεως, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ χρησιμοποιήσουν αὐτάς, διὰ νὰ παίξουν εἰς τὸ Χρηματιστήριον; Δύνασθε νὰ μὲ κατηγορήσητε διὰ πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀκριβῶς προῆλθεν ἀπὸ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ καθῆκον τὸ ὑπέρτατον τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ μή ἀφίσω ἐξ ὑπαιτιότητός μου νὰ γίνουν εἰς τὸ Χρηματιστήριον παιγνίδια; Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε κύριοι, ὅτι ἡ ἐνέργειά μου αὕτη ἐπέφερε ζημίας. Εἰς ποίους κύριοι; Εἰς τοὺς πίνακας τοῦ Χρηματιστηρίου. Δὲν ἐσκέφθην ποτέ, κύριοι, νὰ προκαλέσω ζημίας εἰς τοὺς παίκτας. Ἀλλ’ ἡ πρόβλεψις, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ ζημιωθοῦν οἱ παῖκται τοῦ Χρηματιστηρίου, ἦτο δυνατὸν νὰ μὲ ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ σκεφθῶ ὡς ὑπεύθυνος Κυβερνήτης, νὰ περικόψω τοὺς τόκους τῶν ἀνταλλαξίμων, ὅταν ἀπὸ τὴν περικοπὴν αὐτὴν ἠμποροῦσα νὰ ἐπιτύχω διὰ τὸν προϋπολογισμὸν μίαν τόσον οὐσιώδη οἰκονομίαν; Ἕνα εἶχον καθῆκον ἀπέναντι τῶν παικτῶν, νὰ τοὺς εἰδοποιήσω ἀμέσως περὶ τῶν προθέσεών μου. Καὶ τοὺς εἰδοποίησα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοὺς εἶπα, εἶναι, νὰ προσέξητε μὴν αὐξάνητε, ἐὰν θέλετε, διότι εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ αὐξήσητε τὰς τιμὰς τῶν ἀνταλλαξίμων, διότι ἔχω σκοπὸν νὰ περικόψω τὸν τόκον, σεβόμενος αὐτὸν μόνον μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ ὑποβιβάσω τὴν τιμὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἔφθαναν διὰ τῆς ἐλευθέρας λειτουργίας τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ἀλλὰ τοὺς εἶπα συγχρόνως προσέξατε, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐλαττωθῇ ἡ τιμὴ τῶν ἀνταλλαξίμων, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ σεβασθῇ αὐτά. Μὲ ἤκουσαν αὐτοὶ οἱ κύριοι; Ὅσοι μὲ ἤκουσαν δὲν ἔπαθον τίποτε, δὲν ἐζημιώθησαν τίποτε. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἤκουσαν εἶναι οἱ παῖκται τοῦ Χρηματιστηρίου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς αὐτοὺς μοῦ εἶναι ἀδιάφορον αἱ ζημίαι τὰς ὁποίας ὑπέστησαν ζητοῦντες νὰ παγιδεύσουν ἄλλους. Δὲν τοὺς ἔδωκα ὅπλα ἐγώ, διὰ νὰ τοὺς παγιδεύσω. Ἔρριψα πλῆρες φῶς εἰς τοὺς παίζοντας εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Τρίτη κατηγορία εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἐπίστευσαν καὶ εἶπον: «Καλύτερα νὰ τὰ βγάλωμε ἀπὸ πάνω μας τὰ χαρτιὰ αὐτά, διότι δὲν ἠξεύρομεν τὶ θὰ γίνῃ τελικῶς», ὡς πρὸς αὐτὰ λυποῦμαι δι’ αὐτούς. Ἀλλ’ οἱ μὴ πιστεύσαντες εἰς τὰς βεβαιώσεις μου, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονοῦνται. Δὲν εἶχον λοιπὸν νὰ φροντίσω οὔτε δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἐπίστευσαν, οὔτε δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νὰ παίξουν εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Εἶχον νὰ μεριμνήσω περὶ ἑνὸς πράγματος. Πῶς θὰ ἀνεκούφιζα τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι εὑρισκόμην ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης, ἐνώπιον τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον νὰ μεριμνήσω διὰ τὴν στέγην τῶν προσφύγων. Μοῦ ἐχρειάζοντο πάλιν νέα δάνεια τὰ ὁποῖα, θὰ ἀπήτουν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν των νέας προσόδους καὶ τὰ ὁποῖα, θὰ ἐδημιούργουν νέα βάρη διὰ τὸν λαόν. Ἐπεδίωξα λοιπὸν πῶς θὰ ἀνακουφίσω τόν προϋπολογισμὸν καὶ ἑπομένως πῶς θὰ ἀνακουφίσω τὸν λαόν. Συγχρόνως προέβαινον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας εἶχον ἀναλάβει διὰ τοῦ προγραμματικοῦ μου λόγου πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως δὲν κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω τὸ ὅλον τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας πρὸς στιγμὴν ἐπίστευσα δυνατάς. Ἀλλὰ πάλιν οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ μὲ μεμφθῇ διὰ τοῦτο. Σημειωτέον μάλιστα κύριοι βουτευταί, ὅτι ἡ οἰκονομία τὴν ὁποίαν ὑπελόγισα εἰς 240.000.000, θὰ εἶναι τόση μόνον καὶ δὲν θὰ ἀνέλθῃ εἰς ἀκόμη μεγαλύτερον ποσόν, ἐὰν πρόκειται νὰ μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ἔκδοσιν νέων ὁμολογιῶν. Τὸ εὔχομαι καὶ τὸ ἐλπίζω. Θὰ κάμω ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ νὰ τὴν ἀποφύγω, ἀλλὰ δὲν εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ κατορθώσω μέχρι τέλους. Σημειωτέον ἄλλως τε, κύριοι, ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν συζητῶ, ὅπως ἐζήτησα καὶ ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀγορητὰς νὰ μὴ συζητήσουν. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς, θὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου τὴν περικοπὴν τοῦ τόκου 6%, τὸ ζήτημα αὐτό, θὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, νὰ εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Σήμερον ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἐλατήρια καὶ τοὺς σκοπούς, οἱ ὁποῖοι ἐξηγοῦν καὶ δικαιολογοῦν τὴν ἐνέργειάν μου. Ἐπιθυμῶ ἤδη κύριοι, νὰ στρέψω τὸν λόγον πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος, διὰ νὰ τὸν βεβαιώσω ὅτι ἠδίκησεν ἑαυτόν, ὄχι ἐμέ, ὅταν ἐξέφραζεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ὑπόνοιαν ἢ μᾶλλον τήν βεβαιότητα ὅτι ὠφείλοντο εἰς τὴν ἔμπνευσιν....
§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶπον αὐτό ποτέ. Ἐλέχθη εἶπον καὶ ἐπιστεύθη, ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτά, ἦσαν τῆς ἐμπνεύσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§131Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ κύριοι, θὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ δικαιολογία αὐτὴ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος εἶναι ἐπαρκής. Ἄνθρωποι τῆς περιωπῆς τῆς ἰδικῆς σας, δὲν ἀνέρχονται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ εἴπουν τί ἐπιστεύθη, ἐνῷ πράγματι δὲν τὸ πιστεύουν. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἐπιστεύθη ὅτι ἐγὼ ἐνέπνευσα τὰ ἄρθρα αὐτά.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὐδέποτε εἶπον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα,
§133ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§134Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διαμαρτύρομαι ἐξ ὅλης καρδίας.
§135Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπατε ὅτι ἐπιστεύθη.
§136Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι.
§137Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπεν ὅτι ἐπιστεύθη ὅτι τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα ἦσαν ἐμπνεύσεως ἰδικῆς μου.
§138Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐννοεῖ ὅτι τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὴν «Ἑστίαν». Πρόκειται διὰ μερικὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὴν «Πατρίδα».
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι. Θὰ σᾶς εἴπω δύο λέξεις ἠρέμως διότι καὶ ἐγὼ βεβαίως ἐκ τῆς ὑπονοίας αὐτῆς, ἡ ὁποία διετυπώθη, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐταράχθην. Περὶ τῶν ἄρθρων τῆς ἄλλης ἐφημερίδος δὲν ἔκαμα οὐδὲ πόρρωθεν οὐδὲ κατ’ ὄνειρον ὑπαινιγμόν. Θὰ ἦτο πράγματι ἀνάξιον ἐμοῦ νὰ κάμω τοιοῦτον ὑπαινιγμόν.
§140Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶμαι πολὺ εὐτυχὴς διὰ τοῦτο.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὡμίλησα μόνον διὰ τὰ 5 ἄρθρα τῆς «Ἑστίας». Ἐπεθύμουν μάλιστα, νὰ προκαλέσω διάψευσιν ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτὰ ὠφείλοντο εἰς τὴν ὑμετέραν ἔμπνευσιν.
§142Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Χαίρω πολύ, ὅτι δίδεται ἡ ἐξήγησις αὐτή. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος, ἀνέφερε καὶ τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης. Δὲν ἠννόησα ἀκριβῶς ἐὰν τὴν ἀνέφερε διὰ νὰ μὲ μεμφθῇ καὶ περὶ αὐτῆς.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποσῶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἐδήλωσα κατ’ ἐπανάληψιν, δὲν εἶμαι, δὲ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος νὰ μεταβάλω λόγους. Ἐδήλωσα ὅτι τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης τὴν θεωρῶ ὄχι μόνον ἔργον προνοίας, ἀλλὰ αὐτόχρημα ἐθνικῆς χρησιμότητος καὶ σωτηρίας.
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Χαίρω πολύ. Μένει λοιπὸν νὰ ἐξετάσω μόνον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνθυποφορὰν ἐφέρθη εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδὴ τὴν ἀπάντησίν σας εἰς τὴν ἐπίκρισιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα, διὰ τοῦ δευτέρου ἀνακοινωθέντος μου ἐπίκρισιν συνισταμένην εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ προκάτοχος ὤφειλεν εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν προέβαινεν εἰς σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος, νὰ προβῇ συγχρόνως εἰς τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν προοδευτικῶν, ἔφερεν ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ σταθεροποίησις δὲν ὤφειλε νὰ ἀσκήσῃ καμμίαν ἐπιρροήν, διότι ὑφίστατο καὶ πρὸ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως πραγματικὴ σταθεροποίησις, ἕνεκα τῆς ὁποίας καὶ δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ὑπὸ τοῦ Κράτους νὰ γίνῃ καμμία προσαρμογὴ τῶν ἐκ τῶν ἐννόμων σχέσεων πηγαζουσῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν νέαν νομισματικὴν μονάδα. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ κύριοι, στερεῖται βάσεως κατὰ τοῦτο, δὲν εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα, μία πραγματικὴ σταθεροποίησις καὶ μία νόμῳ τοιαύτη. Μία πραγματικὴ σταθεροποίησις καὶ ἂν ἀκόμη ἤρκεσε σχεδὸν ὁλόκληρον ἔτος ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Κυβερνήσεως τῆς οἰκουμενικῆς καὶ ὅλων τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων τοῦ συνασπισμοῦ, ἦτο ἓν ἐφήμερον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην, ἠδύνατο νὰ φυσήσῃ ἄνεμος καὶ νὰ τὴν παρασύρῃ ὅπως κάρφος ἀχύρου. Ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν, ἀποδεικνύεται πόσον τὸ Κυβερνητικὸν καθεστὼς ὑπὸ τὸ ὁποῖον διετηρεῖτο αὐτὴ ἡ πραγματικὴ σταθεροποίησις, ἦτο σαλευμένον καὶ πόσον ὀλίγον ἔρεισμα εἶχεν εἰς τὴν χώραν, ὥστε ἦτο εὔκολον νὰ καταρρεύσῃ εἰς τὴν πρώτην ἐπίθεσιν μιᾶς στρατοκρατικῆς ἐπεμβάσεως. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι πρὸ τῆς σταθεροποιήσεως ἐπήρχετο μία τοιαύτη ἐπέμβασις, νομίζετε ὅτι, ἡ πραγματική σας σταθεροποίησις θὰ ἔμενεν εἰς τὴν θέσιν της καὶ δὲν θὰ κατρακύλα ἡ δραχμή; Δὲν θὰ ἠμπορῆτε λοιπόν, νὰ ἐξομοιώσητε ντε–φακτο–σταθεροποίησιν, πρὸς τὴν νόμῳ τοιαύτην. Ἡ ντε–φάκτο σταθεροποίησις δὲν σᾶς ἔδιδε κανὲν δικαίωμα. Ἀλλ’ ἡ νόμῳ σταθεροποίησις σᾶς ἔδιδε τὸ δικαίωμα καὶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ μεριμνήσητε ὅπως περιορίσητε τοὺς τόκους ἀνταλλαξίμων. Σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα καὶ σᾶς ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος ὑπεβάλετο εἰς μεγάλα βάρη ὅπως ἐκεῖνα ποῦ ἔφερεν ἡ ρύθμισις τῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν χρεῶν, ἡ ρύθμισις τῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν χρεῶν, ἡ ρύθμισις τῶν σχέσεων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ συνομολόγησις τοῦ τριμεροῦς δανείου, τοῦ ὁποίου τὰ ⅔ ἀπεσκόπουν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως, τὴν στιγμήν, λέγω, αὐτὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὑπεβάλετο εἰς τοιαῦτα βάρη, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τήν νόμῳ σταθεροποίησιν ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ, ἰδίως πρὸς τοὺς κομιστὰς τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων, κύριοι, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀπὸ σᾶς ἕν μέρος θυσίας ἀπέναντι τῶν θυσιῶν εἰς τὰς ὁποίας ἐγὼ ὑπεβλήθην. Παρετηρήθη σήμερον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ ποῖον ρήτορα, πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν προοδευτικῶν ὅτι πλανᾶται ἂν νομίζῃ, ὅτι δὲν ἐπενέβη εἰς τὴν προσαρμογὴν τῶν ἐκ τῶν ἐννόμων σχέσεων πηγαζουσῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων διὰ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως. Παρετηρήθη πολὺ ὀρθῶς, ὅτι ἐπενέβη εἰς αὐτό, διότι καὶ τὴν Τράπεζαν ἀπήλλασε τοῦ λοιποῦ τῆς ὑποχρεώσεως κατ’ ἐνδεχομένην ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ ἐξαργυρώσῃ τὰ τραπεζογραμμάτια εἰς χρυσόν, καὶ πρὸς τοὺς δανειστὰς ἐκείνους τοὐλάχιστον ποῦ εἶχαν γίνει τοιοῦτοι ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς ἰσοτιμίας τῆς δραχμῆς πρὸς τὸν χρυσόν, τοὺς λέγει κύριοι, πρέπει νὰ χάσετε κάθε ἐλπίδα, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ σᾶς πληρώσωμεν εἰς καλλίτερον νόμισμα. Ἐὰν μὲ ἐδανείσατε 1000 δραχμὰς χρυσᾶς, θὰ σᾶς ἐξοφλήσω μὲ 1000 χαρτίνας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸ ⅕ τοῦ δανεισθέντος ποσοῦ. Ἐπενέβη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νόμου τῆς σταθεροποιήσεως εἰς τὴν προσαρμογὴν πολλῶν ἐκ τῶν ἐννόμων σχέσεων τῶν πηγαζουσῶν ἐκ προηγουμένων ὑποχρεώσεων. Ἠδύνατο λοιπὸν καὶ ὤφειλε ὡς πιστεύω, νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς κομιστὰς τῶν ὁμολογιῶν, σᾶς ζητῶ, κύριοι μικράν τινα θυσίαν. Ὅταν ἐξέδωκα τὰς ὁμολογίας αὐτὰς τὰς ἐξέδωκα μὲ τόκον 8%, διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἦτο τοιαύτη, ὥστε οὔτε μὲ τόκον 8% δὲν κατώρθωσα νὰ δώσω εἰς τοὺς δικαιούχους τῶν ὁμολογιῶν ποσὸν περισσότερον τῶν 55% τῆς ὀνομαστικῆς των ἀξίας. Ἀλλὰ σήμερον ὅτε διὰ τόσων μεγάλων θυσιῶν κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν καὶ τὸ περιεχόμενον τῶν ὁμολογιῶν σας δὲν εἶναι πλέον εἰς χαρτίνην δραχμήν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀνέρχηται καὶ κατέρχηται ὡσὰν τοὺς σαλτιμπάγκους τοῦ ἱπποδρομίου, ἀλλ’ εἰς χρυσᾶς δραχμὰς μὲ τὴν νέαν διατίμησιν τῆς σήμερον, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι ὁ τίτλος σας ἀξίζει περισσότερον ἀπὸ ὅτι ἤξιζε πρίν.
§145Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νὰ τὸ ἐφαρμόσητε κ. Πρόεδρε.
§146Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ κύριοι, ἐπεβάλετο τοῦτο νὰ γίνῃ δι’ ἕνα περισσότερον λόγον, διότι αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ τῶν ἀνταλλαξίμων δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζεται διαφέρουν, δὲν λέγω νομικῶς, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς καὶ οἰκονομικῶς ἀπὸ συνήθεις ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων ἐκδιδομένων εἰς τὴν ἀγορὰν εἰς τὴν ὁποίαν ὁ καθένας προσέρχεται νὰ ἀγοράσῃ, μὲ τὴν βεβαίωσιν τοῦ Κράτους, ὅτι θὰ λάβῃ μίαν ἡμέραν τόσον ποσὸν καὶ ἑξαμηνιαίως τόσον τόκον. Δὲν ἦσαν βεβαίως κτηματόγραφα, ὅπως ὠνομάσθησαν ὑπό τινων, ἀλλὰ ἦσαν ἰδίου τύπου ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο πρὸς δικαιούχους ἀνταλλαξίμους διὰ νὰ τοὺς καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἐξεύρεσιν πόρων, νὰ τοὺς καταστήσῃ δυνατὴν τὴν νέαν ἐγκατάστασίν των μετὰ τὴν ἐκρίζωσιν ἀπὸ τῆς γῆς τῶν πατέρων των. Καὶ διότι ἀκριβῶς ἡ πίστις μας ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοιαύτη διὰ τοῦτο ἐπιτρέπεται νὰ πιστεύουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὥρισε καὶ τὸν τόκον 8% διὰ νὰ δώσῃ κἄποιαν τιμὴν εἰς τὰς ὁμολογίας αὐτάς. Ἀλλὰ ποῖος, κύριοι, δὲν γνωρίζει ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ εἶχον πωληθῆ ἀπὸ τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου; Ποῖος ἀγνοεῖ ὅτι δὲν ἔμενεν εἰς χεῖρας τῶν προσφύγων οὔτε τὸ τέταρτον τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν; Ὅταν λοιπὸν εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις ὅτι οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν ἦσαν πλέον ἄλλοι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τοὺς ἀρχικοὺς δικαιούχους, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς εἴπῃ, κύριοι σεῖς οἱ κομισταὶ τῶν ὁμολογιῶν τί ἐκάματε; Ἐκάματε μίαν τοποθέτησιν χρημάτων σας,—μίαν ἔντιμον πρᾶξιν βεβαίως—ἀλλὰ ἠγοράσατε μεταξὺ 550 καὶ 650 τὰς ὁμολογίας αὐτάς. Ἀλλὰ καθ’ ἥν στιγμὴν ἐκάματε τὴν τοποθέτησιν τῶν χρημάτων σας δὲν ἠξεύρατε ἐὰν τὸ κεφάλαιόν σας εἶναι ἀσφαλῶς τοποθετημένον καὶ ἐὰν αἱ περιστάσεις δὲν ἠδύναντο νὰ φέρουν ὅπως αἱ 1000 δραχμαί σας καταντήσουν νὰ κάμουν 500 καὶ 400 ἢ καὶ ἀκόμη ὀλιγώτερα. Ἔρχομαι λοιπὸν ἐγὼ τὸ Κράτος διὰ θυσιῶν, αἵτινες ἀποτελοῦν διὰ τὸν λαὸν βάρη δυσβάστακτα νὰ δημιουργήσω καὶ πάλιν τὴν χρυσῆν βάσιν τῆς κυκλοφορίας καὶ νὰ σᾶς ἀσφαλίσω, ὅτι τὸ κεφάλαιόν σας δὲν δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ καὶ σᾶς ζητῶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τί νὰ κάμητε; — Νὰ θυσιάσητε τίποτε ἀπὸ ὅσα ἐδώσατε; Ὄχι. Ἰσχυρίζομαι κύριοι ὅτι ἐὰν ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἐλάμβανε χώραν, ἐὰν ἡ μείωσις τοῦ τόκου ἐγίνετο πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῆς σταθεροποιήσεως, ὅταν ὑπὸ τῆς δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶχεν ἐγκριθῆ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τούτου, θὰ ἔλεγα πρὸς αὐτοὺς ὅτι: ἠγοράσατε τὰς ὁμολογίας σας 770 δραχ. Θὰ περιορίσω τὸν τόκον εἰς 6%, θὰ ἔχετε ὅμως κατόπιν τὸ κεφάλαιόν σας, διότι εἶναι εἰς χρυσᾶς πλέον δραχμάς. Θὰ ὑποβάλλω ἀκόμη ἐὰν θέλετε τὰς ὁμολογίας αὐτὰς καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Διεθνοῦς ἐλέγχου. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐγένετο πιστεύω ὅτι μετὰ τὸ δάνειον σταθεροποιήσεως αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ θὰ ὑψοῦντο πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν εἶχον προηγουμένως. Ἀλλὰ τί σᾶς ἐμπόδιζεν νὰ διαθέσητε ἐν ἀνάγκῃ τὰ 2%; Θὰ οἰκονομούσατε ἀπὸ τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ τόκου ἀπὸ 8% εἰς 6%, δηλαδὴ 125 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος εἰς ἔκτατον χρεωλύσιον. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐκάνετε θὰ ἐβλέπατε τὰς ὁμολογίας ὑψουμένας πολὺ περισσότερον καὶ δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ κραυγάζουν οἱ τρίτοι ἰδίως ἀγορασταὶ τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν, ὅτι ζημιοῦνται. Ὄχι, κύριοι, ὅταν βλέπωμεν ποῦ ὅλα τὰ κόμματα, ὅλη ἡ Ἑλλάς, εἶναι διατεθειμένη νὰ σεβασθῇ τὰς ὑποχρεώσεις της μέχρι κεραίας, δὲν ἐννοοῦμεν ποτὲ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ καταστῇ μητρυιὰ πρὸς τὰ ἴδιά της τέκνα διὰ νὰ μὴ τολμήσῃ νὰ θίξῃ ἐκεῖ ὅπου κάθε ἠθικὸς νόμος καὶ κάθε οἰκονομικὴ ἔνδειξις ἐπέβαλον ὅπως θίξῃ ὡρισμένας ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐκδοθῆ ὑπὸ ἄλλας προϋποθέσεις (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ ἐὰν τέλος ὁ τόκος 6% σᾶς ἐφαίνετο ὅτι ἦτο μικρὸς ἂς τὸν ἐκάνατε 7% καὶ θὰ ἐκερδίζετε πάλιν τὰ 60 ἑκατομμύρια ἐτησίως. Ἀλλὰ θὰ μοῦ παρατηρήσητε ἴσως ὅτι μὲ τὴν ὑπόδειξιν ὅτι ἠμπορούσατε νὰ διαθέσετε εἰς ἔκτακτον χρεωλύσιον τὸ 2% ὁ προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ἀνεκουφίζετο; Ἀλλὰ τοιαύτη τυχὸν ἀπαίτησις θὰ ἐστηρίζετο ἐπὶ πεπλανημένης ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων καθ’ ὅσον τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ ἀνεκουφίζετο πραγματικῶς, ἀφοῦ κατὰ τοσοῦτον θὰ ἐμειοῦτο τὸ χρέος μας. Ἀλλὰ κύριοι, δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω διατὶ ἐνῷ δὲν ἠθέλατε νὰ θίξετε τὰς πρώτας ὁμολογίας διατὶ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ τρέχοντος ἔτους προέβητε εἰς τὴν σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως νέας σειρᾶς τῶν ὁμολογιῶν διατηροῦντες καὶ πάλιν τὸν ὑψηλὸν τόκον 8%; Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κύριε ἀρχηγὲ τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξέφρασα εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἀνακοινωθέντων παρέργως ὅλως τὸ παράπονον διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν ἐγκαίρως πρόνοιαν περὶ τούτου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ κατ’ ἀνθυποφορὰν ἀντίκρουσις εἰς ἰσχυρισμούς μου δὲν ἐνόμιζον ὅτι μοῦ ἐπεβάλετο νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς παρούσης ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ ἐφόσον συνεζητήθη ἤμην ὑποχρεωμένος φυσικὰ νὰ ἀπαντήσω. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν τῆς παραλείψεως αὐτῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος. Ἡ ἐξήγησις αὕτη δὲ θὰ θίγῃ παντάπασιν καὶ συνίσταται κατ’ ἐμὲ εἰς τὸ ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος, ἦτο καὶ αὐτὸς θῦμα νὰ θυμώσῃ ποῦ τὸ λέγω—ἀλλὰ ἐγὼ θὰ εἴπω ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου καὶ αὐτὸς θὰ μοῦ ἀπαντήσῃ—ἦτο θῦμα μιᾶς αἰσιοδοξίας, ἡ ὁποία κατά τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξεπορεύετο, ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης—γνωρίζει δὲ ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης, ἀπετελεῖτο ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα μοῦ εἶναι συμπαθέστατα—θῦμα λέγω μιᾶς αἰσιοδοξίας, ἡ ὁποία ἐξεπορεύετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης καὶ ἡ ὁποία ἐπίστευεν ὅτι τὸ ἅπαντον τῆς πολιτικῆς μας ἔπρεπε νὰ εἶναι, πῶς θὰ ἐπιτύχωμεν ἀντὶ πάσης θυσίας τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν ἀδιαφόρως τῶν βαρῶν, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβαλλώμεθα διὰ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτῆς, διότι ὅσον δήποτε μεγάλα καὶ ἂν ἦσαν τὰ βάρη ταῦτα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὰ σκεπάσῃ εὐκόλως ἀφοῦ εἶχεν ἀποδείξει τόσην ζωτικότητα. Θὰ ἤθελον ἀκόμη νὰ εἴπω δύο λέξεις πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι τὸν ἐμέμφθην διότι ἀνέλαβε τὴν ἐγγύησιν δι’ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων. Οὐδέποτε τὸν ἐμέμφθην διὰ τοῦτο. Εἶμαι σύμφωνος ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναληφθῇ ἡ ἐγγύησις ὁλοκλήρου τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἀλλ’ ἕτερον ἑκάτερον. Ἄλλο τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς μειώσεως τοῦ τόκου, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκα. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ἄλλου ζητήματος τὸ ὁποῖον ἐθίχθη ἀπὸ πολλοὺς ἐκ τῶν λαβόντων τὸν λόγον ῥητόρων. Πρόκειται περὶ τῆς ἐπικρίσεως ἡ ὁποία ἀπηυθύνθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐχρησιμοποιήσαμεν μέρος τῶν διαθεσίμων διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ λαϊκοῦ κόμματος ἐθεώρησεν ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο.
§147Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι δὲν εἶπον τοῦτο. Εἶπον ὅτι ἠναγκάσθητε νὰ προβῆτε εἰς τοῦτο συνεπείᾳ τῶν δηλώσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διά νά σταματήσητε τήν πτῶσιν τῶν ὁμολογιῶν καὶ τὸ ἕτερον τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ τοποθέτησις διαθεσίμων χρημάτων ἀποδεικνύεται ἐξ ὅσων εἴπατε σεῖς διαπιστοῦντες ὅτι προτίθεσθε νὰ τὰ διαθέσητε πάλιν εἰς τὴν ἀγοράν.
§148Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως προτίθεμαι. Ἢ διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος εἶνε πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰ διαθέσω. Ἡ ἐπίκρισις ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος εἰς τὸ ὁποῖον ἀπήντησε, δὲν ἀφορᾶ τὴν ἐνέργειάν μου. Ὁπωσδήποτε παρ’ ἄλλων ἐπεκρίθην διότι διέθεσα πρὸς ἀγορὰν ἀνταλλαξίμων ἕνα ποσὸν τῶν διαθεσίμων. Ὁ σκοπὸς διά τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἀγορά αὕτη, ἦτο ὅπως σᾶς ἐξήγησα πρὸ μικροῦ διά νά σταματήσῃ ἡ πτῶσις τῶν τιμῶν, σκοπὸς θεμιτός, σκοπὸς ἀξιέπαινος βεβαίως. Ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὅπως ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, βλέπουν πάντοτε τά πράγματα ἀπὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ ταμειακοῦ συμφέροντος, ἤχθη νά θεωρήσῃ ὡς ἐξ ἴσου σχεδὸν σπουδαῖον σκοπὸν τῆς ἀγορᾶς τὴν καλὴν τοποθέτησιν τῶν χρημάτων. Βεβαίως ἡ τοποθέτησις ἦτο καλὴ καὶ κανεὶς δὲν δύναται νά μᾶς μεμφθῇ, ἀφοῦ ἐξ αὐτῆς ὄχι μόνον δὲν ζημιώνεται τὸ Κράτος, ἀλλὰ πρόκειται νά εἰσπράξῃ τὸν Ἰανουάριον 4½ ἑκατομμύρια τόκον ἐνῷ συγχρόνως θά ἔχῃ καὶ ὠφέλειαν καὶ ἄλλων 6½ ἑκατομμυρίων ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς, ἡ ὁποία εἶναι πιθανὸν ὅτι καὶ μετά τὴν τιμὴν τῶν τοκομερίδων θά διατηρηθῇ ἐξ ἴσου περίπου ὅπως σήμερον ὑψηλή. Θά μοι εἴπητε ὅτι ἐκάμνομεν μίαν ἐπιχείρησιν τῆς ὁποίας ἡ ἔκβασις δὲν ἦτο βεβαία. Ὄχι, κύριοι, ἔκαμα ἐπιχείρησιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἐτρέχαμεν τὸν κίνδυνον νά ζημιωθῇ τὸ Κράτος οὔτε λεπτὸν ἀφοῦ ἐγνώριζον τά μέτρα τά ὁποῖα ἐπρόκειτο νά λάβω διά νά μὴ ἀφίσω τάς ὁμολογίας τῶν ἀνταλλαξίμων νά πέσουν κάτω τῆς τιμῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἠγοράσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, κύριοι, διετυπώθησαν καὶ γνῶμαι ἄλλαι ἡ γνώμη, ὅτι τά διαθέσιμα δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νά τά διαθέσῃ παρά μόνον ὅταν πρόκειται εἴτε νά πληρώσῃ κανεὶς ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἴτε νά μειώσῃ τὸ δημόσιον χρέος. Κάποιος μάλιστα, διακεκριμμένον μέλος τοῦ πρώην Κοινοβουλίου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μέλος τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐδημοσίευσεν ἄρθρον, διά τοῦ ὁποίου ὑπεστήριξεν ὅτι μόνον εἰς αὐτάς τάς περιστάσεις δύνανται νά διατεθοῦν τά διαθέσιμα, ἀλλ’ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει πρέπει ἡ Κυβέρνησις τά διαθέσιμα αὐτά νά τά διαθέσῃ εἰς τόκον. Τὴν θεωρίαν ταύτην, κύριοι, δὲν τὴν ἐγκρίνω. Εὐτυχῶς καὶ αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις δὲν ἠκολούθησαν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν ἰδικήν μου καὶ ἐτοποθέτησαν τά 3½ ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ τριμεροῦς δανείου εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἀγοράν μὲ τόκον 3%. Καὶ ἤδη ἐξετάζομεν ἐάν ἠμποροῦμεν νά τά διαθέσωμεν ὄχι βέβαια εἰς κύκλους ἐσωτερικῶν δανείων, ὁπότε εἶναι δυνατὸν νά ἀσκήσωμεν μίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς χρηματαγορᾶς, πρᾶγμα ποῦ δὲν θά ἦτο θεμιτὸν κανονικῶς γινόμενον, ἀλλ’ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἀλλ’ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ λαϊκοῦ κόμματος μὲ ἐμέμφθη διότι ἐδήλωσα ὅτι ἐνδεχομένως δύναμαι νά ἐπαναφέρω εἰς κυκλοφορίαν τάς ἀγορασθείσας ὁμολογίας. Ἐνδεχομένη ἐπαναφορὰ εἰς κυκλοφορίαν θά γίνῃ ὑπὸ ὅρους ἐξασφαλίζοντας τὴν ἀδιατάρακτον λειτουργίαν τῆς χρηματαγορᾶς· Ἐπιφυλάσσει εἰς τὴν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νά προβῇ εἰς πώλησιν κατόπιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ διά τοῦ ὁποίου θά κανονίζωνται οἱ ὅροι τῆς πωλήσεως αὐτῶν. Ἀλλά δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὅτι τά διατεθέντα εἰς ἀγοράν ἀνταλλαξίμων θά θεωρήσω ὁριστικῶς ἐξοφλοῦντα ὡρισμένον μέρος τοῦ δημοσίου χρέους, διότι δὲν γνωρίζω ὑπὸ ποίας περιστάσεις θά εὑρεθῶ. Δύναμαι νά σᾶς διαβεβαιώσω, πρὸς καθησύχασίν σας, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ τά χρησιμοποιήσω πρὸς πλήρωσιν ἐλλείμματος, διότι τοιοῦτον δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν τρέχουσαν χρῆσιν καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ ἔχωμεν καὶ οὔτε εἰς τὸ μέλλον. Τὰ λεχθέντα, κύριοι, θὰ ἦσαν ἀρκετὰ διὰ νὰ βεβαιωθῆτε ὅτι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦσαν ἐπικριτέαι. Ἀλλ’ ἐὰν κύριοι, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν ἱκανοποίησίν μου διὰ τὸν τόνον μὲ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐντὸς τῆς Βουλῆς, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀηδίαν διὰ τὴν γλῶσσαν τοῦ ἀντικυβερνητικοῦ τύπου εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἡ μαινομένη συκοφαντία τοῦ ἀντικυβερνητικοῦ τύπου, καὶ ἰδίως μιᾶς ἐφημερίδος διευθυνομένης ἀπὸ ἕνα χθεσινὸν ὑπουργόν, ἐζήτησε νὰ συκοφαντήσῃ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν ὡς ἀποβλέψασαν εἰς ἀθέμιτα κέρδη καὶ ὡς ἔχουσαν ἐλατήρια ταπεινά. Ἡ κατηγορία, κύριοι, δὲν ἦτο μόνον κακοήθης, ἀλλ’ ἦτο καὶ μωρά. Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῇ ὅπως τὴν περίστασιν αὐτὴν ἐκμεταλλευθῇ, δὲν θὰ ἔσπευδε νὰ καταστήσῃ κοινωνὸν τῶν σκέψεών της ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὅλον τὸν κόσμον. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀποβλέψητε εἰς τὰ δελτία τοῦ Χρηματιστηρίου διὰ νά ἴδητε ὅτι τὴν 30 Αὐγούστου ὅτε τὸ πρῶτον συνωμίλησα μὲ τὸν κ, Ὑπουργὸν τὸν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔπρεπε νά δημοσιεύσω τὸ ἄρθρον, τά ἀνταλλάξιμα ἐτιμῶντο 836 δραχμάς. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐτιμῶντο 825. Καὶ θά σκεφθῇ κανεὶς ὅτι ἡ ὑποτίμησις αὕτη ἀποτελεῖ ἔνδειξιν ὅτι ἔγινεν ἀθρόα πώλησις ἀνταλλαξίμων. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἀποβλέψητε εἰς τά δελτία θά ἴδητε ὅτι ἡ τιμὴ ἀπὸ τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Δεκεμβρίου μέχρι τοῦ πρώτου τοῦ Ἰανουαρίου ἔπαθε ἀλλοίωσιν 82 μονάδων. Καὶ ἀπὸ τοῦ δευτέρου δεκαημέρου τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι τοῦ πρώτου τοῦ Μαρτίου ὑπέστη διαφοράν 46 μονάδων. Ἐάν ὑποτεθῇ ὅτι ἐγένετο πραγματικὴ κυβεία εἰς τὸ Χρηματιστήριον τί θά συνέβαινε; Αἱ 836 δραχμαὶ τῆς 30 Αὐγούστου, αἱ ὁποῖαι κατῆλθον εἰς 825 τὴν 31 Αὐγούστου, θά ἔπρεπε νά περιμένωμεν νά κατέβουν εἰς 815 ἴσως τὴν 1 Σεπτεμβρίου. Ἀλλά τί συνέβη; Τὴν 30 Αὐγούστου ἔχομεν 836, τὴν 31 Αὐγούστου 825, καὶ τὴν 1 Σεπτεμβρίου 836, τὴν ἡμέραν δηλαδὴ καθ’ ἣν ἐδημοσιεύετο τὸ ἄρθρον εἰς τὴν «Ἑστίαν» ἡ τιμὴ καὶ πάλιν τῶν ἀνταλλαξίμων ἦτο 836 δραχμαί. Ἀλλ’ ἴσως κύριοι, ἔκαμα πολλὴν τιμὴν εἰς τὸν τύπον αὐτὸν μνημονεύων τά γραφόμενά του. Δὲν μπορῶ ὅμως παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀδημονίαν μου διότι ἠμπορεῖ καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ γίνεται χρῆσις τοιαύτης γλώσσης ἐκ μέρους ὀργάνων τοῦ τύπου τὰ ὁποῖα διερμηνεύουσι τὰς ἰδέας χθεσινῶν ὑπουργῶν. Δύναμαι ἄλλως τε, νὰ πληροφορήσω τοὺς γράφοντας, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν θὰ εἰσηγηθῇ, προσεχῶς ἐλπίζω, ἡ ἐπιτροπὴ ἐὰν δὲν γίνῃ δὲ τοῦτο, θὰ κάμω ἐγὼ τὴν εἰσήγησιν, μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ πληγῇ ἡ δυσφήμησις, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐπιτετραμμένον ἡ τιμὴ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν νὰ εὑρίσκεται εἰς τὰς χεῖρας τοῦ πρώτου ρυπαρογράφου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ἐὰν οἱ κύριοι αὐτοὶ ἦσαν εὐφυέστεροι θὰ ἀντελαμβάνοντο ὅτι εἶναι μάταιος ὁ ἀγών των καί ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ἐν ἐπιγνώσει μου, δύνανται νὰ γίνουν ἢ νά ἐπιδιωχθῶσιν ἀνομολόγητοι σκοποί. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς δὲν τὸν ἀπειλοῦσιν ὕποπτοι συμβάσεις. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι, τὸ ζήτημα ὅπως ἐτέθη διὰ τῆς ἐπερωτήσεως δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένον, δικαιοῦμαι νὰ ἀπευθύνω πρὸς τοὺς ἐπικριτὰς τὸ ἐρώτημα, ἐὰν εἰς τὰ ἐλατήρια καὶ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύνανται νὰ διαγνώσουν τίποτε τὸ σαθρόν, ἐὰν δὲν δύνανται νὰ διαγνώσουν τίποτε τὸ ρυπαρόν, δύνανται ἄραγε νὰ εὕρωσι τὶ τὸ ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον μεμπτὸν εἰς τὰ ἐλατήρια τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ ἀνταλλάξιμα; Γνωρίζετε πόσοι εἶνε οἱ δικαιοῦχοι τῶν ἀνταλλαξίμων; Εἶναι 275.000. Καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ πιστεύῃ κανείς, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ διετίθεντο δυσμενῶς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία εἰσηγεῖται τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου τῶν χρεωγράφων των. Καὶ ὅμως, κύριοι, δὲν ἐδίστασα οὐδὲ ἐπὶ στιγμήν, ὅταν ἐπίστευσα ὅτι τοῦτο ἐπέβαλε τὸ καθῆκόν μου, νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτήν. Βέβαια δὲν ἀξιῶ νὰ τύχω τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν ἀντιπάλων μου διὰ τοῦτο, ἀλλὰ μπορῶ μὲ δικαίαν ὑπερηφάνειαν νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰς ἀκόμη ξένας χώρας εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ πολιτικὸς ἀνὴρ ὁ ὁποῖος μέλλων μετὰ δύο μόλις μῆνας νὰ παρουσιασθῇ πάλιν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, θὰ ἐδείκνυεν εἴτε ἀνάλογον αὐταπάρνησιν εἴτε ἐξ ἴσου ὑψηλὸν αἴσθημα καθήκοντος πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, εἴτε ὁμοίαν προσήλωσιν πρὸς τὰς ἀρχάς ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ἀσκήσῃ τὴν Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν ἀποβλέπων πάντοτε πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον. Πρέπει ἄλλως τε, νὰ ὁμολογήσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸν κίνδυνον αὐτὸν δὲν τὸν ἐθεωροῦσα ὡς ἀπολύτως βέβαιον καὶ ἀναπότρεπτον. Δὲν ἐθεωροῦσα ὅτι ἀσφαλῶς θὰ προέλθω εἰς τὴν σύγκρουσιν πρὸς τοὺς δικαιούχους τῶν ἀνταλλαξίμων. Μοῦ ἐδόθη πολλάκις εὐκαιρία εἰς τὸ παρελθόν, νὰ γνωρίσω πόσον ὁμιλῶν τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐπιτύχῃ μεγάλα πράγματα ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ δὲν ἀπέκλειον οὔτε ἀποκλείεται σήμερον ἀκόμη τὸ ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶ πλανώμενος καὶ ἑπομένως νὰ εὑρεθῶ εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἑκατοντάδας χιλιάδας τῶν δικαιούχων ἀνταλλαξίμων. Δὲν ἐδίστασα ἐν τούτοις οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν καὶ τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου ὡς ἐνδεχόμενον νὰ κάμω ὅ,τι μοῦ ἐπέβαλε τὸ καθῆκόν μου. Ποίαν δὲ ὑψηλὴν ἀντίληψιν πολιτικοῦ καθήκοντος προϋποθέτει ἡ ἐνέργεια αὐτὴ θέλετε ἐννοήσῃ, ὅταν σκεφθῆτε, ὅτι δὲν ἐκινδύνευα μόνον νὰ χάσω εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς τόσας ἑκατοντάδας χιλιάδας ψήφων ἱκανὰς νὰ ἀνατρέψουν ἐντελῶς τὴν πλάστιγγα τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ κυρίως νὰ διαρρήξω τοὺς δεσμοὺς οἵτινες ἐπὶ σειρὰν τόσων ἐτῶν συνδέουν ἀναλλοιώτως τὸν προσφυγικὸν κόσμον πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, δεσμοὺς τῶν ὁποίων τὴν ἔντασιν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀντιληφθῶ, ὅταν κατὰ τὴν ἐκλογικήν μου περιοδείαν ἦλθον κατ’ ἐπανάληψιν εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὰς προσφυγικὰς μάζας καὶ τὰς ἤκουσα νὰ μὲ προσφωνοῦν «πατέρα μας», (παρατεταμένα χειροκροτήματα) προσφώνησιν ἡ ὁποία ἐξήρχετο ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς των (παρατεταμένα χειροκροτήματα) καὶ ἡ ὁποία συνεκλόνισε βαθύτατα τὴν ἰδικήν μου ψυχήν.
§149Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Νὰ διακόψωμεν κ. πρόεδρε 5 λεπτά. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀρκετὰ συγκεκινημένος (τὰ χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἐξακολουθοῦν ἀκόμη).
§150ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.
(ὥρα 8.50 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(ὥρα 9 μ. μ.)
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§153Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ ζητήσω συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν διότι αἰφνιδία συγκίνησις μὲ ἠνάγκασε νὰ κατέλθω ἀπὸ τὸ βῆμα καὶ σᾶς ἠνάγκασα καὶ σᾶς νὰ ἐγερθῆτε ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἡ μικρὰ αὕτη ἀνωμαλία.
§154ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι συνεκινήθησαν.
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐνέργεια ἄρα τῆς Κυβερνήσεως κύριοι βουλευταὶ εἶναι ἐντελῶς πρὸς τιμήν της. Εἶναι ἐνέργεια ἡ ὁποία ἐξυψώνει τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ εἶναι ἱκανὴ ἂν εὕρῃ ἀπομιμητὰς νὰ ἀποκαταστήσῃ ἀκεραίαν τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν λαϊκὴν πρὸς τὸ πολίτευμα τοῦτο καὶ νὰ λησμονηθοῦν πολλὰ ἀπὸ τὰς καλῶς ἢ κακῶς καταγιγνωσκομένας εἰς αὐτὸ ἁμαρτίας. Ἡ μόνη ἐπίκρισις, ἡ ὁποία δύναται δικαίως νὰ μοὶ ἀπευθυνθῇ εἶναι τὸ λάθος τὸ ὁποῖον ὡμολόγησα ὅτι ἔκαμα ὑποβαλὼν εἰς τὴν ψῆφον τοῦ συμβουλίου τὸ ζήτημα καὶ ἐκτεθεὶς εἰς τὸν κίνδυνον νὰ φανῶ ἀσυνεπής. Μακάρι κ. βουλευταί, νὰ εἶναι τὸ μόνον λάθος τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διαπράξω κατὰ τὴν τετραετῆ ἄσκησιν τῆς ἀρχῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεώς μου. Τὸ λάθος αὐτὸ ἂν ἔγινεν αἰτία ζημιῶν εἰς τοὺς χρηματιστάς, δὲν ἔγινεν ὅμως αἰτία καμμίας ζημίας διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀπεκόμισε τοὐναντίον οὗτος ἐκ τῆς ἐνεργείας ταύτης κέρδη μικρότερα τῶν ὅσων ἤλπισα κατ’ ἀρχάς, ἀλλ’ ὄχι βεβαίως ἀνάξια λόγου. Ἑπομένως διὰ τοῦτο εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ μοῦ συγχωρήσῃ τὸ λάθος μου αὐτό. Εἶναι ἀληθὲς βέβαια, ὅτι εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαπράττουν λάθη καὶ ὡς ἀντίστοιχόν τι πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν εἶναι ἡ συνήθεια τὴν ὁποίαν ἀποκτοῦν νὰ πιστεύουν, ὅτι εἶναι ἀλάθητοι. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἂν καὶ ἤσκησα τὴν ἀρχὴν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, δὲν κατώρθωσα νὰ γίνω ἀλάθητος, ἀλλὰ τὸ χειρότερον ἴσως εἶναι, ὅτι δὲν κατώρθωσα κἂν νὰ πιστεύω, ὅτι εἶμαι ἀλάθητος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ τελευταῖοι ποῦ ἠμποροῦν νὰ ζητῶσι λόγον διὰ τὴν ἐνέργειάν μου ἐν προκειμένῳ, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὰς ζημίας διὰ τὴν ἀποτροπὴν τῶν ὁποίων ἠργάσθην μετὰ τόσου ἐνδιαφέροντος καὶ μετὰ τόσης αὐταπαρνήσεως ἀδιαφορῶν ἂν θὰ ἠρχόμην εἰς σύγκρουσιν πρὸς τοὺς καλυτέρους φίλους ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ Κυβέρνησίς μου (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§157Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὀλίγην μοὶ παρέχει ἀφορμὴν εἰς περαιτέρω ἀνταπάντησιν. Τὸ οὐσιῶδες μέρος τῆς ἐπερωτήσεως, ἦτο τὸ ἄστοχον τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε ζημίας καὶ τὸ ὁποῖον ἀκόμη εἶναι εἰς θέσιν νὰ προκαλέσῃ καὶ νέας τοιαύτας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα ἵνα ἄρῃ καὶ ἀποφύγῃ τὰς ζημίας ταύτας, εἶπε δέ, ὅτι προέβη εἰς δηλώσεις ἵνα προκαλέσῃ συζήτησιν καὶ ἐν τούτοις ἐπετέθη κατὰ μερίδος τοῦ τύπου ὁ ὁποῖος εἶναι ἐλεύθερος νὰ χειρίζηται τὰ ζητήματα κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ μέθοδον.
§158Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ τῆς συκοφαντίας;
§159Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ διὰ συκοφαντίας.
§160Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τῆς συζητήσεως τὴν ὁποίαν διεξήγαγεν ὁ κ. Πεσματζόγλου εἰς τὴν «Πρωΐαν» ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ἄλλων συκοφαντιῶν.
§161Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ μέθοδος τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσατε, νὰ ζητήσητε νὰ ἀκούσητε τὰς γνώμας ἁρμοδίων προσώπων, ὅτι ἦτο ἡ προσήκουσα. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος ἦτο λίαν παρακεκινδυνευμένος καὶ ἀπόδειξις, ὅτι τὸ ἐγνωρίζατε ἦτο, ὅτι ἐλάβετε πρόνοιαν νὰ κάμητε τὰς δηλώσεις σας τὸ Σάββατον, ὥστε τὴν ἑπομένην τὸ χρηματιστήριον νὰ εἶναι κλειστόν. Τὸ οὐσιωδέστερον πάντων εἶναι, ὅτι ἐνῷ μετὰ σθένους ἐξηγγείλατε τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ λάβητε καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλετε ἀνακουφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὰ 26 μόνον, ὡς προεῖπον, ἑκατομμύρια, ἐνῷ εἴχετε τὴν γνώμην ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους σᾶς ἐπέβαλον τὴν ἐνέργειαν ταύτην ἐθυσιάσατε πάντα ταῦτα εἰς ἕνα σφάλμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ὁμολογίαν σας διεπράξατε, ἵνα ζητήσετε τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§163Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος κύριοι βουλευταί, μετὰ λύπης εἰλικρινοῦς, νὰ μὴ ἀφήσω νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις ὑπὸ τὴν γοητείαν τῆς εὐγλωττίας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῆς διαλεκτικῆς του δυνάμεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνασκευάσω λεχθέντα παρ’ αὐτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Κυβερνήσεως αἱ ὁποῖαι ἐπήγασαν δι’ αὐτὴν ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως. Ὑπεστήριξεν ἐπιμόνως τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὤφειλε ὄχι πλέον κατὰ τὴν σταθεροποίησιν, ἀλλὰ πολὺ πρὸ αὐτῆς....
§164Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι πολὺ πρίν, ἀλλὰ κατὰ τάς παραμονάς.
§165Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δηλαδὴ πρὸ τῆς συνάψεως τοῦ τριμεροῦς δανείου.
§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλά μετά τὴν ὑπὸ τῆς Κ.Τ.Ε. ἔγκρισιν.
§167Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, εἴπατε πρὸ μηνῶν.
§168Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρὸ μηνός.
§169Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ σταθεροποίησις ἐγένετο τά μέσα τοῦ Μαΐου 1928, τὸ τριμερὲς δάνειον συνήφθη πολὺ πρότερον. Ἦτο λοιπὸν ὑποχρεωμένη ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις νά προβῇ εἰς τὴν προσαρμογὴν συνισταμένην παρ’ ἡμῖν μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κοινωνίας, τὴν πρὸ τῆς συνάψεως τοῦ τριμεροῦς δανείου, δηλαδὴ μῆνας ὁλοκλήρους πρὸ τῆς σταθεροποιήσεως. Μετεβλήθησαν ἐν τούτοις αἱ ἀπόψεις κατά τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι ὄχι πρὸ πολλοῦ χρόνου διά τῶν ἀνακοινώσεων πρὸς τὸν τύπον αἱ κατηγορίαι σας περιεστρέφοντο εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὤφειλε νά προβῇ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων πρὸ τῆς σταθεροποιήσεως, ἢ ἅμα τῇ σταθεροποιήσει. Τοὐναντίον μεταβάλλοντες τάς ἀντιλήψεις, ἀνηγάγατε τάς ὑποχρεώσεις ταύτας εἰς χρόνον προηγούμενον καὶ τῆς συνάψεως τοῦ τριμεροῦς δανείου. Καὶ τοῦτο διατί; Διότι ἐπείσθητε ἤδη ἐκ τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους ἐθέσατε ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς ὁποίους ἐδώσατε καὶ εἰς τάς πρὸς τὸν τύπον ἀνακοινώσεις σας, ὅτι πολὺ πρὸ τῆς σταθεροποιήσεως κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1928 αἱ τιμαὶ πλέον εἶχον ἀνέλθει μέχρι τῶν δραχμῶν 870, δηλαδὴ εἰς ὅριον εἰς τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἔκτοτε ἔφθασαν οὔτε μετ’ αὐτό. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπευθύνητε κατηγορίαν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου, διότι δὲν εὑρίσκετο ἐκείνη ὑπὸ καλυτέρους ὅρους τῆς παρούσης, ἐάν ἤθελε νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ καὶ ἑπομένως εἶχεν ὅλην τὴν δύναμιν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ κάμῃ τὴν προσαρμογὴν ταύτην ἄνευ οὐδεμιᾶς βλάβης διὰ τὸ δημόσιον. Ἀλλά τοῦτο κατιδόντες, προέβητε εἰς μίαν στροφὴν καὶ εἴπατε. Ὄχι κατὰ τὴν σταθεροποίησιν. Ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσητε τὴν προσαρμογὴν μετὰ τὴν ἔγκρισιν ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ πρὸ τῆς συνάψεως τοῦ τριμεροῦς. Φαντασθῆτε, κύριοι βουλευταί, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρισκόμην εἰς Γενεύην καὶ μετέβην μετέπειτα διὰ νὰ συνάψω τὸ τριμερὲς δάνειον ἐν μέσῳ παραποταμῶν, ὄχι ὀλιγωτέρων ἀπὸ ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους εὑρίσκεται ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐδημιούργουν ἕνα ζήτημα τρομερόν, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ρίψῃ εἰς σάλον, ὄχι μόνον ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ ἰδίᾳ τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ρίψω τοιοῦτον ζήτημα εἰς τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέφερε σάλον ἀκόμη καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὡμολόγησε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς μειώσεως τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὸ ἐσωτερικόν, ἀλλὰ θίγει καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν καὶ εἶχον ἐπενδύσει τὰς ὁμολογίας των εἰς ξένας ἀγοράς. Ἔπρεπε λοιπὸν ἐν μέσῳ τῶν περισπασμῶν αὐτῶν ν’ ἀνοίξω τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου καὶ νὰ εἴπω καὶ εἰς τὸν προσφυγικὸν κόσμον καὶ εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς τὴν στιγμὴν αὐτήν, πρὸ τῆς συνάψεως τοῦ τριμεροῦς, ἐννοῶ νὰ μειώσω τὸν τόκον τῶν ὁμολογιῶν καὶ μὲ τὴν σημαίαν αὐτὴν θὰ ἐβάδιζον πρὸς ἀγορὰς ὅπως ζητήσω καὶ ὑπογράψω δάνειον πρὸς τὴν Ἑλλάδα μὲ ὅρους εὐμενεῖς. Θὰ ἦτο τοῦτο δι’ ἐμὲ πράξις ἀληθοῦς παραφροσύνης καὶ τὸν καιρὸν νὰ εἶχον καὶ τὴν δύναμιν νὰ τὸ πράξω, οὐδέποτε θὰ ἐσκεπτόμην νὰ προβῶ εἰς τοιοῦτον ἀπονενοημένον διάβημα. Ἐνῷ ἐζήτουν τὴν ἐνίσχυσιν τῶν κύκλων ἐκεῖ διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, θὰ ἐβύθιζον ἓν ἐγχειρίδιον καὶ θὰ κατέφερον κατ’ αὐτοῦ πλῆγμα θανάσιμον.
§170Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε μίαν διακοπήν;
§171Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐννοήσω κύριε Πρόεδρε.
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι οἱ συλλογισμοὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν εἶναι ὀρθοί, τὸ λεχθὲν παρ’ ἐμοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἦτο ὀρθόν, ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ σταθεροποίησις βραδύτερον. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζω τὸ λάθος μου.
§173Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ σπεύδω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι ὁλόκληρον πρὸς τιμήν σας. Δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστος ἡ ἀπόλυτος εὐκολία τὴν ὁποίαν ἔχετε μὲ τὸ κῦρός σας ν’ ἀναγνωρίζητε, τὰ λάθη σας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δι’ ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους εἶναι ὀλίγον δυσχερές.
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὲ παρέσυραν, παρετήρησα τὰς τιμάς, εἶδον τότε, ὅτι ἦσαν ὀλιγώτεραι καὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε τότε νὰ γίνῃ.
§175Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Φοβοῦμαι, κύριε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν παρεσύρθητε μόνον εἰς τὰς παρατηρήσεις ὑμῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅπως ἐνεργήσῃ τὴν ἀναστάτωσιν αὐτὴν μετὰ τὴν σταθεροποίησιν. Δὲν παραγνωρίζω ποσῶς τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως καὶ τῆς ἐμπράκτου τοιαύτης· ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις δὲν παρέχει εἰς τοὺς κομιστάς τῶν τραπεζογραμματίων τὴν αὐτὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ διά νόμου καθωρισμένη καὶ κεκυρωμένη τιμὴ τῆς ἑλληνικῆς δραχμῆς. Εἶναι τοῦτο ἀναντίρρητον ἐάν εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι δὲν παρέχει ἀπολύτως ἡ νόμῳ σταθεροποίησις κανένα δικαίωμα ὅπως τὸ Κράτος ἐπιφέρῃ ἀναστάτωσιν ἐννόμων σχέσεων αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῆς ἐμπράκτου σταθεροποιήσεως. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως. Ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον ἔτος καὶ ἤδη προβαίνομεν ἔτι περαιτέρω, ἐπὶ 1½ ὁλόκληρον ἔτος πολλαὶ ἔννομοι σχέσεις εἰς τὴν χώραν αὐτὴν εἶχον διαρρυθμισθῆ καὶ προσαρμοσθῆ ὁριστικῶς εἰς ἓν ἐπίπεδον δραχμῶν 375 περίπου. Τὴν τιμὴν αὐτὴν ἦλθε καὶ καθιέρωσεν ἡ μόνιμος σταθεροποίησις· τί μετέβαλε, τί ἐπέφερεν ἡ νόμιμος αὐτὴ σταθεροποίησις; Ἔδωκε πράγματι περιεχόμενον δραχμῶν χρυσῶν εἰς τάς ὁμολογίας τῶν ἀνταλλαξίμων; Ποσῶς, κύριε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διετίμησε τὴν δραχμὴν εἰς τὴν αὐτὴν ἀγοραστικὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ προγενεστέρως. Θά προήρχετο ἴσως ἡ σκέψις περὶ οἱασδήποτε μετατροπῆς, περὶ οἱασδήποτε ἀναθεωρήσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἀλλὰ καὶ τῶν γενικωτέρων τῶν ἐννόμων σχέσεων ἐν τῇ χώρᾳ, ἐὰν διὰ μιᾶς πράξεως ἡ Κυβέρνησις ἐδήλου, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐξελίξεως ἡ ὁποία ἐδημιούργει τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος ἐδήλου, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς δραχμῆς ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 100 λόγου χάριν κατὰ λίραν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ πρὸς πάντας: δι’ ἰδίας μου ἐνεργείας ἄνευ τῆς λειτουργίας τῶν οἰκονομικῶν νόμων προσέδωκα, προσεπόρησα εἰς ὑμᾶς ἓν ὄφελος ἀπροσδόκητον, ἀντὶ τούτου δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω ἀνταλλάγματα. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο τοῦτο, ὑπῆρχε ἡ τιμὴ τῶν 375 δραχμῶν καθιερωμένη ἤδη ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους, δι’ ὅλας τὰς συναλλαγὰς ὑλικοῦ διὰ τὰς συναλλαγὰς τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας. Τὶ ὑποστηρίζετε σεῖς ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην; Ὑποστηρίζετε ὅτι ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ εἴπῃ εἰς ἕνα καὶ μόνον κατοχυρωμένον δανειστήν του, ὅτι σᾶς ἐξησφάλισα ἀπὸ πάσης χειροτερεύσεως τῶν ὁμολογιῶν σας συνεπείᾳ πτώσεως τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, σᾶς ἀφῄρεσα ἐπίσης καὶ τὴν ἐλπίδα ἐκ τῆς βελτιώσεως αὐτοῦ, ἡ ὁποία μὲν ἦτο ὀλιγώτερον ἀπίθανος ἀπὸ τὴν χειροτέρευσιν τοῦ νομίσματος, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει παραβλέπομεν τὸ γεγονός, ὅτι σᾶς ἀφῄρεσα τὴν ἐλπίδα τῆς βελτιώσεως. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ γεγονός, ὅτι σᾶς ἐξησφάλισα ἐκ τῶν κινημάτων ἐκ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μία κατάρρευσις τῆς δραχμῆς καὶ ζητῶ λύτρα ἀντὶ τῆς ἐξασφαλίσεως ταύτης. Θὰ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ λεχθῇ ὅτι συνηλλάχθην ἐπὶ ἓν καὶ ½ ἔτος μετὰ τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς τιμῆς παγίας 357 δραχμῶν καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος σήμερον διὰ μιᾶς αὐθαιρέτου πράξεως νὰ διακόψῃ τὰ δικαιώματα αὐτά. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, διατὶ θὰ περιωρίζετο ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὰς ὁμολογίας τῶν ἀνταλλαξίμων; Διατὶ δὲν θὰ προέβαινεν ἢ διατὶ δὲν θὰ ἐλέγξετε τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔσπευσε νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν ὅλων τῶν ἐσωτερικῶν δανείων καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς δανειστάς, ὅτι μειώνω τὸν τόκον τῶν ὁμολογιῶν, μειώνω τὰς ὑποχρεώσεις μου;
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ διὰ τὰ ἀναγκαστικὰ δάνεια ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπῃ, δι’ ὅσα εἶναι 8%.
§177Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλὰ διατὶ θὰ ἐσταμάτα εἰς αὐτὸ καὶ δὲν θὰ ἔλεγεν, ὅτι ὤφειλε νὰ δικαιώσῃ ἐπίσης καὶ ὅλους τοὺς ὀφειλέτας ἐξ ἰδιωτικῶν συναλλαγῶν; Διατὶ εἷς ὀφειλέτης δὲν θὰ ἔλεγε καὶ ἐκεῖνος ἐπίσης πρὸς τὸν δανειστήν του σοὶ ὀφείλω χιλίας δραχμάς. Ἀλλ’ αἱ χίλιαι δραχμαὶ ἠδύναντο πράγματι νὰ ὑποτιμηθῶσιν εἰς δραχμὰς 300 καὶ ἐνῷ ἐξακολουθεῖ ἡ ἔπρακτος σταθεροποίησις σήμερον δικαιοῦσαι νὰ λάβῃ χιλίας δραχμάς, διατί νὰ σοὶ πληρώσω αὐτὰς ἠλαττωμένας; Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν μὲ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν νὰ μεταβάλωμεν ἄρδην ὅλα τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐμβάλωμεν τὸν τόπον εἰς μίαν οἰκονομικὴν ἐπανάστασιν ὀλεθρίαν. Ὡς εἶπον προηγουμένως, ἡ σταθεροποίησις δὲν δίδει καμμίαν ἀφορμὴν πρὸς μεταβολήν, διότι δὲν ἐπαυξάνει τὴν ἀγοραστικὴν τοῦ νομίσματος δύναμιν, ἀλλὰ παγιώνει τὴν ἤδη ὑφισταμένην. Μία μόνον δικαιολογία ὑπάρχει κύριε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μία καὶ μόνη ὑπάρχει, διὰ τὰ Κράτη ὅσα ἀρνοῦνται τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν, ἡ ἀδυναμία των· ὅταν ἐπικαλοῦνται τὴν ἀδυναμίαν των καὶ λέγουσιν: ἀνέλαβον πράγματι ὑποχρεώσεις, εἶμαι ὑπόχρεον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐκπληρώσω τὰς ὑποχρεώσεις μου ταύτας. Μόνον τότε δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ εἴπῃ, ἤδη ἀναστέλλω τὰς πληρωμάς μου. Ἀλλὰ τότε θὰ ἐπρόκειτο περὶ μερικῆς ἢ ὁλικῆς χρεωκοπίας καὶ δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία περίπτωσις διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀναστολῆς πληρωμῶν, ὅταν εἶχεν ἤδη ἀρχίσει ἡ οἰκονομικὴ εὐημερία. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἡ σταθεροποίησις δὲν ἔδιδεν οὐδὲν δικαίωμα εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς δημιουργίαν τοιούτου οἰκονομικοῦ σάλου ἐν τῇ χώρᾳ, ὥστε κρίνω περιττὸν νὰ ἐπεκταθῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω μόνον εἰς μίαν παρατήρησίν σας ἀρκετὰ πικράν: Ὅτι ἐγὼ δὲν ἔπραξα τοῦτο, δὲν ἔφερα αὐτὸν τὸν σάλον μόνον καὶ μόνον, διότι παρεσύρθην ἀπὸ τὴν γενικὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις μοὶ μετέδωκε τὴν ἀδικαιολόγητον αὐτῆς αἰσιοδοξίαν. Ὅταν διαχειρίζομαι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἔχω τὴν γνώμην—στεροῦμαι βεβαίως τῆς οἰστρηλασίας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε μεγάλας συλλήψεις— ὅτι εἶμαι ἐπιμελής, ὅτι δὲν παρασύρομαι παρ’ οὐδενός, ὅτι προσέχω νὰ μὴ δημιουργῶ βάρη περιττὰ διὰ τὸν λαόν. Δὲν παρεσύρθην οὐδέποτε παρ’ οὐδενὸς ἐφ’ ὅσον προϊστάμην τῶν κοινῶν. Ἡ αἰσιοδοξία ἢ ἡ ἀπαισιοδοξία τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης δὲν ἤσκησεν ἐπ’ ἐμοῦ οὐδεμίαν ἐπιρροὴν, ὅπως θυσιάσω καὶ ἕνα ὀβολὸν τοῦ Κράτους χάριν τῆς Τραπέζης.
§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ δὲν ἐπρόκειτο χάριν τῆς Τραπέζης.
§179Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα τὸ ἀποσύρω. Φοβοῦμαι κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι στεροῦμαι αὐτῆς τῆς αἰσιοδοξίας ἡ ὁποία εἶναι πολλάκις παράγων δημιουργικὸς ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀνάδειξιν τῶν μεγάλων ἀνδρῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι μέγας ἀνήρ. Ἡ αἰσιοδοξία αὕτη εἶναι τοὐναντίον συμφυὴς καὶ πρὸς τὸν χαρακτῆρα ὑμῶν καὶ πρὸς τὴν ἔξαρσιν ὑμῶν. Ἐξ αὐτῆς δὲ τῆς ἀδικαιολογήτου αἰσιοδοξίας προέκυψεν ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις τῶν ἀνταλλαξίμων ἐνῷ ἐβλέπατε πακτωλοὺς θησαυροὺς ἐκεῖ ποῦ δὲν ὑπῆρχαν εἰμὴ ἄνθρακες κατὰ τὴν ἰδίαν σας ἔκφρασιν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε αὕτη ἡ αἰσιοδοξία πρὸς βελτίωσιν τῶν κοινῶν καὶ ἡ ἀκάθεκτος αὐτὴ ὁρμή, ἀναντιρρήτως μία πλέον λεπτόψυχος καὶ πεζοτέρα πολιτική, θὰ καθίστα ἐξ ἀρχῆς εἰς ὑμᾶς ἀντιληπτόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀνακουφίσεις νὰ ἐπέλθουν διὰ μιᾶς περικοπῆς τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ δὲν θὰ ἐγίνετο ἡ ἀτυχὴς αὕτη ὑπόθεσις. Εἴχατε κάθε δικαίωμα νὰ προβῆτε εἰς τὴν μείωσιν τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν τῶν μήπω ἐκδεδομένων. Κάθε ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα καὶ κάθε ἴσως συμφέρον ἐπέβαλε τὴν πρόνοιαν ταύτην προκειμένου περὶ τοῦ Κράτους. Ἐπιφυλάσσομαι ὅπως σᾶς εἶπον προχθές, νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους ὅτι τὰ ἀντισταθμίσματα αὐτοῦ τοῦ κέρδους τοῦ γλίσχρου τὸ ὁποῖον προσπορίζεται εἰς τὸ Κράτος ἐπὶ 2 καὶ 3 ἢ 4 ἔτη θὰ εἶναι σοβαρώτερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγχίσεως τῶν ἀταξιῶν ἐκ τῆς δημιουργουμένης ἀνισότητος εἰς βάρος μιᾶς τεραστίας κατηγορίας προσφύγων ἐκ τῆς πενεστέρας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἀπασχολεῖ τήν ἑσπέραν ταύτην. Ἤθελον μόνον νὰ σᾶς εἴπω, διατὶ δὲν προέβην εἰς τὴν ἐλάττωσιν ταύτην διατὶ καὶ ἂν συμμεριζόμην τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν καὶ συμμεριζόμην τὰς γνώμας σας, δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλω τὴν λύσιν ταύτην. Ἐστερούμην τῆς δυνάμεως αὐτῆς καὶ διὰ νὰ καταλήξω καὶ ἐγὼ εἰς μίαν ἱστορικὴν παρέκβασιν, σπανίως πράττω τοῦτο, λέγω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε ἄλλοτε ὁ Σόλων, ὁ ὁποῖος ἐρωτηθεὶς ἐὰν ἔδωσε τοὺς καλλιτέρους νόμους εἰς τοὺς Ἀθηναίους ἀπήντησε: Ἔδωκα τοὺς καλλιτέρους ἐφ’ ὅσον ἠδύναντο νὰ τοὺς δεχθοῦν. Δὲν εἶχον λοιπὸν καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλλω λύσιν τόσον ριζικὴν καὶ δὲν εἶναι παράδοξον ὅτι ἐγὼ σταθμίζον τὰ πράγματα ἀπέσχον τοῦ νὰ ἐξεύρω ζήτημα ἐκ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ προκύψουν ἀνωμαλίαι ἐσωτερικαὶ καὶ Κυβερνητικὴ κρίσις. Εὕρισκα καὶ ἐγὼ ὅτι τὸ φάρμακον ἦτο δραστικώτερον τοῦ κακοῦ τὸ ὁποῖον ἠπείλει τὸ Κράτος· ἀλλὰ τὶ δύναμαι νὰ εἴπω ἐγὼ κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία φρονοῦσα ὅτι εἶχε τό δικαίωμα ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐλάττωσιν οὐχὶ μόνον τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἄλλων τόκων τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐδίστασε νὰ λάβῃ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν; Τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐπρόδωσεν καὶ ἐγκατέλειψεν τὸ σχέδιον. Καὶ ὑπὸ ὅρους τοὺς ὁποίους γνωρίζετε, ὑπὸ ὅρους οἱ ὁποῖοι παραλύουν πᾶσαν προσπάθειάν μας. Ἐὰν ἡμεῖς λοιπὸν δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν, εἴμεθα κατακριταίοι, διότι δὲν ἐφηρμόσαμεν πολιτικὴν ἡ ὁποία θὰ ἐξήγειρεν τὸν σάλον εἰς ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν; Τί ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἔχουσα καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐπιβολήν, συμπαγοῦς πλειοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, πλειοψηφίας εἰς τὴν χώραν, ἔχουσαν ἑπομένως ὅλην τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ τὰς θελήσεις της καὶ ὅμως δὲν ἐπέβαλεν αὐτὰς ἀλλὰ τὰς ἐγκατέλειπεν ἕνεκα τῶν ἀντιστάσεων; Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ὀφείλω νὰ προσθέσω τίποτα· ἀνέμενον παρ’ ἡμῶν κ. πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμενος εἰς οἵαν σήμερον διατελεῖτε ἐξαιρετικὴν θέσιν νὰ μὴ ἐξαίρετε τὰς παραλείψεις τῶν ἄλλων ὅταν πρόκειται ἀκόμη περὶ παραλείψεων, μὴ λησμονοῦντες ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν ἡμῶν ἔπραξαν πᾶν τὸ κατὰ δύναμιν ὅπως ὁδηγήσουν τὴν χώραν εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν ὁμαλότητα. Ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον ἀνέμενον παρ’ ἡμῶν, ὅπως μὴ δημιουργεῖτε παραλείψεις ἐξ’ ἀγαθοῦ βεβαίως συνειδότος παραλείψεις ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑφίσταται οὐδεμία παράλειψις.
§180Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Βενιζέλος σᾶς ἐκράτει εἰς τὴν ἐξουσίαν τόσον καιρόν.
§181Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ γνωρίζω.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§183Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ὀλίγας λέξεις μόνον θέλω νὰ εἴπω ἀνταπαντῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος. Σέβομαι τὴν γνώμην του ὅτι δὲν ἐνόμιζεν ὅτι ἐδικαιοῦτο κατὰ τὴν σταθεροποίησιν νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων, ἀλλὰ εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι ὄχι μόνον δικαίωμα εἶχε τότε ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ πράξῃ τοῦτο. Δὲν ἐγνοῶ ὅμως διατὶ ἀφοῦ ἀμφισβητεῖ ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο, διατὶ ἐπικαλεῖται συγχρόνως τὸ ἐπιχείρημα ὅτι καὶ ἂν ἤθελε δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον τοῦτο. Ἀλλὰ διὰ νὰ δύναται νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ὅπως πρέπει νὰ γίνῃ, ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ξεκαθαρίσῃ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος τί ἐννοεῖ. Ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ πράξῃ τοῦτο τότε τί τοῦ χρησιμεύει τὸ δεύτερον ἀφοῦ δὲν ἐδικαιοῦτο;
§184Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἠδυνάμην.
§185Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος φρονεῖ ὅτι ἡ σταθεροποίησις δὲν παρεῖχεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ καμμίαν ἐπέμβασιν εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν ἐννόμων σχέσεων τῶν προηγουμένως γεννηθεισῶν. Ἀλλὰ τοῦ ὑπέδειξα πρὸ ὀλίγου, δὲν ἀπήντησε δὲ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὅτι ἡ σταθεροποίησις καθ’ ἑαυτὴν ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν ἐπέμβασιν ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ κυβερνητικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ εἰς τὰς ὑπαρχούσας ἤδη ἐννόμους σχέσεις. Σᾶς ἀνέφερα ὅτι ἡ σταθεροποίησις ἐρύθμισε τὸ ζήτημα ὅτι ἡ Τράπεζα τοῦ λοιποῦ διὰ τὰ γραμμάτιά της δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ τὰ ἐξοφλήσῃ εἰς χρυσόν.
§186Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπιτρέπεται, κ. Πρόεδρε μὲ συγχωρῆται.
§187Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ.
§188Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ σταθεροποίησις δὲν δημιουργεῖ αὐτὴν τὴν φαλκίδευσιν.
§189Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀλλὰ τὴν ἐπισημοποίησεν.
§190Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἁπλῶς κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ σταθεροποίησις ἀναγνωρίζει ὑφισταμένην κατάστασιν. Οὐδεμίαν ἀπολύτως μείωσιν ἐπιφέρει ἡ σταθεροποίησις, ἀναγνωρίζει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐρρυθμίσθησαν ἔννομοι σχέσεις. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ γενομένη ἐπέμβασις τοῦ Κράτους ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὴν μείωσιν, ἡ μείωσις ὑπάρχει δημιουργημένη.
§191Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς δὲν εἶναι ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους ἡ ὁποία ἐπηρεάζει τὴν ρύθμισιν, ὅταν εἰς δάνεια τὰ ὁποῖα συνωμολόγησαν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἰσοτιμίας τῆς δραχμῆς πρὸς τὸν χρυσὸν ἔρχεσθε διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς λέγετε ὅτι τοὺς ἀφαιρεῖτε πᾶσαν ἐλπίδα διὰ τὸ μέλλον ὅτι δύναται νὰ βελτιωθῇ ἡ δραχμὴ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἀξίζει σήμερον ὁ τίτλος τὸν ὁποῖον ἔχουν εἰς χεῖρας των; Ποῖος δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας δὲν δύναται νὰ βελτιωθῇ, ὥστε νὰ βελτιωθῇ καὶ ἡ ἀξία τῆς δραχμῆς καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐδάνεισαν τὰ χρήματά των εἰς χρυσὸν νὰ κατορθώσουν νὰ πάρουν περισσότερα ἀπὸ ὅτι παίρνουν σήμερα; Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ σταθεροποίησις ἀποτελεῖ ἐπέμβασιν εἰς τὰς ὑφισταμένας ἤδη σχέσεις; Καὶ διατὶ θὰ ἀρνηθῆτε τὸ δικαίωμα ἐκτὸς τῆς ἀντιτάξεως ὅτι «τῶν ἀδυνάτων οὐδεμία ἐστὶν ἐνοχή». Θέλω νὰ εἴπω ἀκόμη δύο λέξεις διὰ τὴν κατηγορίαν τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπηύθυνον. Πῶς ἐγὼ δὲν προέβην εἰς αὐτὸ ἀφοῦ ἐνόμιζον ὅτι ἡ σταθεροποίησις περιεῖχε τοιαύτην εὐκαιρίαν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ὅτι ὁ κανονισμὸς τοῦ τόκου τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ ὅπως παρετήρησε πολὺ ὀρθῶς καὶ ἄλλων προηγουμένων δανείων οἷα τὰ ἀναγκαστικὰ λεγόμενα δάνεια διὰ τὰ ὁποῖα νομίζω εἶναι ἐπίσης πρὸς 8%.
§192Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). 6½%.
§193Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως.
§194Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λοιπόν, λέγει, ἐὰν δὲν τὸ ἔκαμα ἐγώ, διατὶ νὰ τὸ κάμῃς σύ; Ἀλλ’ αὐτὸ κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ἔπρεπε νὰ συμβαδίζῃ ἀναποτρέπτως μὲ τὴν σταθεροποίησιν. Ἀφοῦ ἡ σταθεροποίησις ἔγινε δὲν δύνασθε μετὰ καιρὸν νὰ ἐπανέλθητε καὶ νὰ μεταβάλητε τὰ πράγματα.
§195Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατὶ κύριε Πρόεδρε;
§196Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διότι ἁπλούστατα μετὰ τὴν σταθεροποίησιν ἐδημιουργήθη νέα ἔννομος κατάστασις μετὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀγοράζοντες τὰς ὁμολογίας τῶν ἀνταλλαξίμων ἔχουν δικαίωμα πλέον νά σᾶς εἴπουν ὅτι δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλλετε τὸν τόκον, ἀφοῦ οὐδὲ νέον γεγονὸς ἔλαβε χώραν δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην κυβερνητικὴν παρέμβασιν.
§197Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅταν αἱ τιμαὶ μετὰ τὴν σταθεροποίησιν εἶναι κατώτεραι τῶν τιμῶν εἰς τὰς ὁποίας ἀνῆλθον αἱ ὁμολογίαι πρὸ τῆς σταθεροποιήσεως...
§198Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ αἱ τιμαὶ μετὰ τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν καὶ τὴν πολιτικὴν σταθεροποίησιν ποῦ ἔφερον αἱ ἐκλογαί, εἶναι ἐπαισθητῶς ἀνώτεραι τῶν πρὸ τῆς σταθεροποιήσεως. Δὲν δύνασθε ἑπομένως μετὰ χρόνον, ἀφοῦ ἀφίσατε νὰ παρέλθῃ ἡ εὐκαιρία τῆς σταθεροποιήσεως, νὰ ἔλθητε μετὰ 6 μῆνας ἢ μετὰ 8 μῆνας, νὰ προβῆτε εἰς ἐνέργειαν ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ συμβαδίσῃ μόνον μετὰ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ περισσότερον. Διαφωνοῦμεν μὲ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος, ῥιζικῶς ἐπὶ μερικῶν σημείων ἐνῷ ἐπὶ πλείστων εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ μοῦ ὑπομνήσῃ καὶ πάλιν ἀπόψε τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφερε εἰς τὴν χώραν διὰ τῆς ἐνεργείας του. Δὲν τὰς ἐλησμόνησα ποτὲ καὶ τοῦ ὑπομιμνήσκω ὅτι τὰς ἀνεγνώρισα εἰς ἐπίσημον στιγμήν, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπέμεινε νὰ καταθέσῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων διὰ νὰ ἱδρύσῃ ἴδιον κόμμα, τοῦ ἀπηύθυνα ἐπιστολὴν εἰς τὴν ὁποίαν μὲ πραγματικὴν συγκίνησιν τοῦ ἐξέφραζα ἐκ μέρους τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τὴν εὐγνωμοσύνην καὶ τὸν θαυμασμὸν τοῦ κόμματος διὰ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφερε. Δὲν ὤφειλε νὰ λησμονήσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ τῷ εἴπω ὅτι πρὸς τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην δὲν ἀνταπεκρίνετο καθόλου μία ἄλλη ἐπιστολὴ τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ἐκεῖνος τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀμνήμων τῆς γλώσσης τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην πρὸς αὐτὸν ἐχαρακτήριζεν ἓν κόμμα τὸ ὁποῖον διηύθυνε καὶ τὸ ὁποῖον τὸν ἠκολούθησε πιστῶς ἐπὶ 4 ὅλα ἔτη, ἐχαρακτήριζε, λέγω, ὡς ἐσμὸν τραμπούκων καὶ μπράβων.
§199Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀγροφύλαξ τοῦ κόμματος ἦτο, οὐδέποτε τὸ διηύθυνε.
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ.
§201Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐφανταζόμην κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἐξετείνετο καὶ ἐπὶ τοιούτου θέματος.
§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἠξεύρῃ ἕως ποῦ μία συζήτησις θὰ ἐκταθῇ.
§203Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχω μόνον, κ. Πρόεδρε, νὰ σᾶς ὑπομνήσω τοῦτο ὡς πραγματικὴν δικαιολογίαν τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔγραψα εἰς μίαν στιγμὴν πραγματικῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἀψηθυμίας καὶ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου.
§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τελειώνει τὸ ζήτημα.
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μίαν στιγμὴν παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχον τὴν σκέψιν ὅτι ἔπρεπε νὰ καταρτίσω εἰς τὰς Ἀθήνας ἴδιον συνδυασμὸν ἀκριβῶς διὰ νὰ ἔχω τὴν ἐλευθερίαν ὅπως ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις ἐπὶ τῶν ὁποίων διϊστάμην καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς δὲν παρήρχετο τέταρτον ὥρας, καθ’ ὃ οἱ ὑποψήφιοι τοῦ συνδυασμοῦ μου ἤρχοντο εἰς τὴν οἰκίαν μου ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον αἱμόφυρτοι. Τὸ θέαμα τοῦτο κ. Πρόεδρε, μὲ ὤθησεν εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν καὶ πραγματικῶς ἀπετέλεσε μίαν πρᾶξιν παραφορᾶς διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ πρῶτος ἐκφράζω τὴν λύπην μου.
§206Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Χαίρω πολὺ καὶ εἶμαι εὐτυχὴς διὰ τὴν ἐξήγησιν αὐτήν. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἐμνημόνευσα, διότι ἤθελα κατὰ τὴν πρώτην ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης συνάντησίν μας νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις. Χαίρω πολύ, διότι ἡ ἐξήγησις αὕτη μοῦ ἔδωσεν ἀφορμὴν νὰ λείψῃ ἡ λύπη ἣν ᾐσθανόμην διὰ συνεργάτην παλαιὸν ἡ μετὰ τοῦ ὁποίου συνεργασία δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λησμονηθῇ. (χειροκροτήματα).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπέβαλον 17 βουλευταὶ πρότασιν ἔχουσαν οὕτω: (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης θὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§208ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ἀναστάσεως, κύριε Πρόεδρε. Δι’ ἀναστάσεως.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30 μ. μ. αὔριον. (Ὥρα 10.50 μ. μ.)