1928.06.20
2,616 rows · 19,664 words · 197 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 93η
ΤΗΣ 20 ΙΟΥΝΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 7 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ κυροῦνται ταῦτα μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπούκουρας καταθέτει αἴτησιν τῶν Προέδρων ἐμπορικοῦ Συλλόγου, Συνδέσμου Γορτυνίων, Καλαβρυτινῶν, Ἀνατολικῆς πόλεως Πύργου, Εἰσαγ. Συλλόγου ἐπαγγελματιῶν, καφφεζαχαροπλαστῶν, ἐμποροπαντοπωλῶν, κουρέων, ὑποδηματοποιῶν κλπ., Πύργου παρακαλούντων, ὅπως ἀποτραπῇ ἡ μεταφορὰ τοῦ αὐτόθι Πανελληνίου Διδασκαλείου καὶ παραμείνῃ ἐπὶ μίαν 5ετίαν εἰς Πύργον. Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου παρακαλεῖ, ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας δι’ ἧς ἀναστέλλονται αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις τοῦ Ν. Δ. περὶ λιανικῆς πωλήσεως καπνοῦ παρὰ ἀναπήρων. Ἐργατικαὶ ὀργανώσεις διαμαρτύρονται διὰ τὰ αὐστηρὰ μέτρα τῶν ἀρχῶν κατὰ τῶν ἐργατῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Κάκαβος ὑποβάλλει τηλεγραφήματα Προέδρων ἐμπορικῶν, ἐπαγγελματικῶν, καὶ γεωργικῶν Συλλόγων Μακεδονίας, ὡς ἐπίσης καὶ Προέδρων διαφόρων Κοινοτήτων διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἥτις ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Ἑταιρίαν Φαουντέσιον τὸ δικαίωμα προτεραιότητος τοῦ δανείου. Οἱ Πρόεδροι ὅλων τῶν Κοινοτήτων Κερκύρας παρακαλοῦν τὴν Βουλήν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια πρὸς ἵδρυσιν αὐτονόμου ὀργανισμοῦ προστασίας ἐλαίας. Ὁ λαὸς Λουτρακίου διαμαρτύρεται διὰ τὴν παραχώρησιν ἄνευ δημοπρασίας τοῦ καζίνου Λουτρακίου. Ὁ ἐμπορικὸς Σύλλογος Πρεβέζης διαμαρτύρεται, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκανόνισε τὴν τιμὴν τοῦ ἀραβοσίτου εἰς δραχμὰς 6 καὶ 50 ἐφ’ ᾧ εἰς τὰς γειτονικὰς περιφερείας πωλεῖται ἀντὶ 5, 40. Ὁ Δήμαρχος Καλαμῶν καὶ οἱ Πρόεδροι Κοινοτήτων τῆς περιφερείας ταύτης παρακαλοῦν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐνισχύσεως τοῦ Σανατορίου «Ἅγιος Νίκων». Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου παρακαλεῖ ὅπως ἀναγραφῇ πίστωσις διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ σανατωρίου Πάρνηθος. Ἡ Ἕνωσις προσωπικοῦ φωταερίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα ζητοῦσα τὴν ἀποδοχὴν διαφόρων αἰτημάτων περιλαμβανομένων ἐν αὐτῷ. Ἡ προσφυγικὴ Ἕνωσις Κυκλάδων διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἔναρξιν τῆς πληρωμῆς τοῦ Συμπληρωματικοῦ Μητρώου. Τὸ γεωργικὸν ἐπιμελητήριον Λαρίσης παρακαλεῖ ὅπως ὁ γεωργικὸς κόσμος ἐκπροσωπηθῇ ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Ὁ Γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς Δεμερλῆ ἀναφέρει, ὅτι ἡ ἐκραγεῖσα πυρκαϊὰ εἰς τὴν περιφέρειαν Δεμερλῆ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ταχείας ἁμαξοστοιχίας ἀπετέφρωσε 150 στρέμματα σίτου, ὑπάρχει δὲ ἀνάγκη ὅπως καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος πρὸς ἀποσόβησιν καὶ ἄλλων πυρκαϊῶν. Ὁ Σύλλογος τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν ζητεῖ ὅπως συμμετάσχῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν Γερουσίαν δι’ ἀντιπροσώπου. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Κρανιωτάκης ὑποβάλλει ἀναφορὰν ἰδιοκτητῶν καὶ ὁδηγῶν αὐτοκινήτων δι’ ἀδικαιολόγητον ἀπαλλαγὴν ἰδιοκτητῶν τινων ἀπὸ τῆς φορολογίας τοῦ αὐτοκινήτου. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ἀγγελόπουλος ὑποβάλλει ψήφισμα διαφόρων πολιτῶν τῆς πόλεως Πατρῶν παρακαλούντων ὅπως ἐκκενωθῇ ἡ κατεχομένη ὑπὸ τοῦ στρατοῦ ἔκτασις πέριξ τοῦ Δημοτικοῦ νοσοκομείου καὶ κατασκευασθῇ ὑπόνομος ἀπὸ τῶν στρατώνων μέχρι παραλίας. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σπηλαίου διαμαρτύρονται κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου ἐποικισμοῦ. Ὁ Δήμαρχος Διδυμοτείχου παρακαλεῖ ὅπως γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ 8% ἐπὶ τῶν κουκουλίων. Ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐπαγγελματικοῦ Συλλόγου Κερκύρας παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ Σύνδεσμος Πατρῶν χριστιανικῆς ἰσοπολιτείας παρακαλεῖ ὅπως χάριν ἀνεγέρσεως νέων οἰκοδομῶν ἀπαλλάξῃ ταύτην παντὸς φόρου. Ἡ Ἕνωσις τῶν Συνεταιρισμῶν Δράμας, οἱ καπνοπαραγωγοὶ Πυρίνης καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ συνεταιρισμοῦ Θρακῶν διαμαρτύρεται διὰ τὰς ἀξιώσεις τῶν καπνεργατῶν καὶ ζητεῖ τὴν ἀπόρριψιν αὐτῶν. Οἱ ἀστοὶ πρόσφυγες Φλωρίνης διαμαρτύρονται κατ’ ἀποφάσεως τοῦ ἐποικισμοῦ χαρακτηρίσαντος τὰς οἰκίας των καταλλήλους διὰ γεωργοὺς καὶ διατάξαντος τὴν ἐκκένωσιν αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Μοδάτσος καταθέτει αἴτησιν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Σχοινιά, Λοῦμα, Δεργές, Καρυδοῦ καὶ Βρουχᾶ καὶ ἄλλων καταστραφέντων ἐκ τῆς ἀνεμοθυέλλης καὶ παρακαλούντων ὅπως τύχωσι διαφόρων εὐκολιῶν αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται ἐν τῇ ὑποβαλλομένῃ αἰτήσει των. Ὁ Σύνδεσμος βοηθῶν Φαρμακοποιῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴν αἰτημάτων των, περὶ Κυριακῆς ἀργίας κλπ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Κορώνης παρακαλεῖ ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὰ ἔργα ὁδοποιΐας τμῆμα 11 χιλιομέτρων μεταξὺ Πεταλιδίου–Λίγγας. Δημόσιοι ὑπάλληλοι Ξάνθης, Κερκύρας καὶ Κοζάνης παρακαλοῦν ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ τὴν παράκλησίν των περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν των. Ἡ ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Καβάλλας παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐξετάσῃ τὰ ὑποβληθέντα αἰτήματα τῶν καπνεργατῶν πρὸς τερματισμὸν τῆς ἀπεργίας, ἐγκυμονούσης μεγίστους κινδύνους. Ἡ ἐργατικὴ τάξις Καλαμῶν διαμαρτύρεται καὶ ἀποδοκιμάζει τὴν ἀνάμιξιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Μαξίμου καὶ Παπανικολάου εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑνώσεως γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ὀρεστιάδος παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἕβρου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ κουκουλίων. Ἡ Ἀγροτικὴ Λαϊκὴ Τράπεζα Ἀρμενάδων ὑποβάλλει ἀπόφασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ὅπως ληφθῇ πρόνοια πρὸς ἵδρυσιν αὐτονόμου ὀργανισμοῦ ἐλαίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Γόντικας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Σελιανίτικα παρακαλούντων νὰ ἀποξηρανθῇ τὸ ἐκεῖ ἕλος πρὸς ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τοὺς ἑλώδεις πυρετούς. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Α. Μάρκου καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κυρ. Τζιραλῆ παραπονουμένης, ὅτι δὲν ἐνεργήθη τι, ἐπὶ προηγουμένης αἰτήσεώς της, παρακαλεῖ δὲ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Μπαμπάκος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Ν. Δ. «περὶ Προστασίας τῆς Οἰνοπαραγωγῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Κάκαβος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Ν. Δ. τῆς 23ης Νοεμβρίου 1925 «περὶ κωδικοποιήσεως τῶν περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων νόμων». Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Σωτηριάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων μεταλλευτικῶν νόμων. Οἱ κ. κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ καταρτισθέντος ἐν Χάγῃ τῇ 10 Σεπτεμβρίου τοῦ 1927 Κανονισμοῦ διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν διὰ τῆς ἐναερίου γραμμῆς μεταφορὰν ταχυδρομικῶν ἀντικειμένων ἀλληλογραφίας καὶ ταχ. δεμάτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 12ης Μαΐου καὶ 12 Ἰουνίου 1926 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἀθήνησιν Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου». Οἱ κ. κ. Λ. Ἰασωνίδης, Σ. Κρεμεζῆς, Ι. Τζίβας, Γ. Μπανιᾶς, Μ. Γούδας κλπ., ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ ἀποδόσεως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κλπ. Ὁ κ. Ι. Σπεισιώτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ» Οἱ κ. κ. Γ. Βοραζάνης, Γ. Τηλικίδης, Δ. Εὐθυμιάδης. κλπ., ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης καὶ δʹ. παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον μόνον τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν». Οἱ κ. κ. Μ. Δερλερὲς καὶ Δ. Χατζῖσκος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ κωδικοποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἰσχυουσῶν διατάξεων καὶ περὶ ἐπαναφορᾶς διατάξεων ἕνεκεν στρατιωτικῆς ἢ ναυτικῆς ὑπηρεσίας». Οἱ κ. κ. Δ. Χατζῖσκος, Ι. Τζίβας καὶ Χ. Στεργιόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῆς λίμνης Ξυνιάδος». Οἱ κ. κ. Γ. Παπανδρέου, Β. Καραπαναγιώτης Γ. Καλδῆς, Μ. Λάλιος κλπ., ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως πωλήσεως ἐλαιολάδου ἀναμεμιγμένου μετὰ σπορελαίου κλπ». Οἱ κ. κ. Μ. Λάλιος, Γ. Καλδῆς καὶ Β. Καραπαναγιώτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 17ης Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 17)21 7βρίου 1926 «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τοὺς λιμενικοὺς φόρους καὶ τοὺς περὶ λιμένων νόμους». Ὁ κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς ὑποβάλλει 1ον) τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως ἐν Πάτραις Ἐθνικοῦ Ἀγροτικοῦ Ὀρφανοτροφείου Ἀρρένων» καὶ 2ον) πρότασιν νόμου «περὶ καθορισμοῦ εἰς μεταλλικὰς δραχμὰς τοῦ κατὰ τὸν νόμον 319 ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἀμύνης οἰνοπαραγωγῆς χορηγουμένου βοηθήματος». Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ὑπογραφὴν συμβάσεων μετὰ τῆς Sosiété Commercial de Belgique περὶ τροποποποιήσεως τῆς ἀπὸ 27ης Αὐγούστου 1925 μεταξὺ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρίας ταύτης Συμβάσεως». Ἡ Ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. διὰ τὴν ἀποξήρανσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἕλους Τάκκας». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραδοχῆς ἀξιοχρέου ἐν γένει ἐγγυήσεως πρὸς παραλαβὴν νημάτων ταπητουργίας ἐπὶ προσωρινῇ ἀτελείᾳ». Οἱ κ. κ. Ι. Βαλαλᾶς καὶ Ι. Νικολίτσας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ». Ὁ κ. Α. Λούλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντιλήψεως τῶν ἐκ τῶν σεισμῶν τῆς Κορίνθου παθόντων». Ὁ κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) καταθέτει τὴν κάτωθι ἀπάντησιν: «Ἀπαντῶντες εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 111 ἐ. ἔ. ἔγγραφον ὑμῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς ὅπως εὐαρεστούμενοι ἀνακοινώσητε πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Λακωνίας κ. Δ. Πετρακάκον, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 5 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἐρωτήσεώς του διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ διδακτηρίου Κουτήφαρι Καλαμῶν, ὅτι εἶχεν ἐγκριθῇ ἡ χορήγησις συνδρομῆς δραχμῶν 30.000 ἐκδοθείσης τῆς ὑπ’ ἀριθ. 51 τῆς 2 Αὐγούστου 1927 ἐντολῆς ἥτις παρέμεινεν ἐκκρεμὴς ἐλλείψει πιστώσεως. Ἤδη χορηγηθείσης ἀναπληρωματικῆς τοιαύτης ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ χρήσεως 1927–28 ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1078 τῆς 28 Μαΐου 1928 χρηματικὸν ἔνταλμα ὅπερ ἀποστέλλεται ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξόφλησιν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Παπαναστασίου, Α. Μπαχάλμπασης, Α. Λαζαρίδης, Ν. Τερζόγλου, Δ. Εὐθυμιάδης καὶ Α. Αὐγουστίδης ὑποβάλλουσι ὑπόμνημα. 1ον) Ἐπιτροπῆς πλημμυροπαθῶν Νομοῦ Σερρῶν περὶ κατεπειγούσης ἀνάγκης ἀποζημιώσεως τῶν πλημμυροπαθῶν πληθυσμῶν τῆς περιφερείας Νομοῦ Σερρῶν καὶ 2ον) Τῆς Παμπροσφυγικῆς Ἑνώσεως Νομοῦ Σερρῶν περὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης νὰ τεθῇ εἰς ἄμεσον ἐφαρμογὴν σχετικὸς νόμος περὶ ἐποπτείας καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν παραμεθορίων πληθυσμῶν, καὶ περὶ ταὐτοχρόνου ἀποζημιώσεώς των ὡς ἀστῶν μετὰ τοῦ Συμπληρωματικοῦ Μητρώου. Ἀνακοινῶ ἤδη, κύριοι Βουλευταί, τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τοῦ Θεοδώρου Παγκάλου, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 20 Ἰουνίου 1928 ἔχουσαν οὕτω: «Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων» (διὰ τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς). «Πρὶν ἢ ἀπολογηθῶ ἐνώπιον τῆς κατὰ νόμον 3398 Κοινοβουλευτικῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐπὶ φόνῳ κατηγορίαν (ὑπόθεσις ἀγχόνης) ὑπέβαλον αὐτῇ τὴν περὶ τοῦ δεδικασμένου ἔνστασιν δι’ ἣν καὶ διότι ἐκ τῆς κατηγορίας ταύτης τοῦ φόνου δι’ ἣν καὶ αὖθις κατηγορούμην εἶχον ἀπαλλαγῆ ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9 τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1926 Βουλεύματος τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς Συντακτικῆς πράξεως τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1926 Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς ἐν αὐτῇ ἀναφερομένους λόγους ἐξητούμην ὅπως ἀκυρωθῇ τὸ ἀπαγγελθὲν κατηγορητήριον ἐπὶ ἀνθρωποκτονίᾳ ἐκ προμελέτης. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἐκηρύχθη ἀναρμοδία ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι μόνη ἁρμοδία, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἐνστάσεώς μου εἶναι ἡ Βουλή, εἰς ἣν καὶ παρέπεμπε ταύτην καὶ ὡς ἐκ τούτου νῦν ἡ Βουλή, εἰς ἣν ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ σχετικὴ τῆς ἐπὶ φόνῳ κατηγορίας ἔκθεσις, δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἔρευναν ταύτης πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προρρηθείσης περὶ τοῦ δεδικασμένου ἐνστάσεώς μου, ἥτις, καθ’ ὃ ἔνστασις ἀποσβεστικὴ τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, ἀποτελεῖ προδικαστικὸν ζήτημα ταύτης. Διὰ ταῦτα Ἐξαιτοῦμαι ὅπως πρὸ πάσης οὐσιαστικῆς συζητήσεως τῆς ἐπὶ φόνῳ κατηγορίας συζητηθῇ ἡ τοῦ δεδικασμένου ἔνστασίς μου, ἐπὶ τῷ τέλει ἵνα γενομένης δεκτῆς ταύτης κηρυχθῇ ἄκυρον τὸ ἀπαγγελθὲν κατ’ ἐμοῦ κατηγορητήριον ἐπὶ ἀνθρωποκτονίᾳ ἐκ προμελέτης, διαπραχθείσης δῆθεν κατὰ τῶν καταδικασθέντων καταχραστῶν Ζαριφοπούλου καὶ Δρακάτου, ὡς καὶ πᾶσα τῇ αἰτίᾳ αὐτοῦ ἐνεργηθεῖσα ἀνακριτικὴ πρᾶξις. Ὁ Πληρεξούσιος δικηγόρος Π. Ο. Παπαδημητρίου.
§2Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. (Εἰσηγητής, προεδρεύων τῆς Ἀνακρ. Ἐπιτροπῆς). Πρῶτον, Κύριοι, ὀφείλω νὰ γνωρίσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὔριον εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα, συμφώνως τῷ νόμῳ 3398, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως τῆς Ἀνακριτικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν κατηγορίαν περὶ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι θετή. Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν, αἵτινες λήγουσι σήμερον.
§3ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἡμερομηνία τῆς ὑποβολῆς τῆς τελευταίας προτάσεως τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι πολλαὶ κατηγορίαι καὶ πολλαὶ αἱ εἰσηγήσεις καὶ δύνανται νὰ συνεκδικασθῶσιν.
§4Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶναι ρητή, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διάταξις τοῦ νόμου 3398· (ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν ἄρθρον). Ὁ νόμος κάμνει διάκρισιν μεταξὺ τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς τυπώσεως καὶ τῆς διανομῆς αὐτῆς, ἡ δὲ 8ήμερος προθεσμία ἀρχίζει ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς αὐτῆς. Λήγει δὲ ἡ προθεσμία αὐτὴ σήμερον καὶ αὔριον πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερ. διατάξει, ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ἤδη εἰσάγει δι’ ἐμοῦ τὴν πρότασιν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς κατηγορίας διὰ τὴν παραγγελίαν 500 αὐτοκινήτων φορτηγῶν τοῦ Στρατοῦ, ἐξ ἧς παραγγελίας ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον 15 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἡ κατηγορία αὕτη, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Α.Α.Σ. συνεπείᾳ μηνύσεως Μενελάου Μεταξᾶ, ἐξωνυχίσθη τελείως παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Κασίμη, ἐνεργήσαντος τὴν ἀνάκρισιν ἐκ μέρους τοῦ Α.Α.Σ. Ὡς γνωστόν, ὑπῆρχε μία Ἐπιτροπὴ Κρατικῶν Προμηθειῶν, ἥτις προέβαινεν εἰς τὰς κρατικὰς παραγγελίας, Αὕτη εἰδοποιηθεῖσα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν ὅτι ὁ στρατὸς εἶχεν ἀνάγκην 500 φορτηγῶν αὐτοκινήτων, προεκήρυξε δημοπρασίαν μὲ τοὺς ὅρους αὐτῆς καὶ μὲ διεξαγωγὴν αὐτῆς κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1925. Ἡ δημοπρασία αὕτη δὲν ἐγένετο ἐλλείψει χρημάτων. Διάφοροι ὅμως οἶκοι Γαλλικοί, Ἀγγλικοί, Ἰταλικοὶ καὶ Γερμανικοί, ὑπέβαλον προτάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ τῆς ἐξετάσεως δὲ τῶν προσφορῶν αὐτῶν προέκυψεν, ὅτι οἱ μὲν Γαλλικοί, Ἀγγλικοὶ καὶ Ἰταλικοὶ οἶκοι θὲ κατασκεύαζον τὰ αὐτοκίνητα αὐτὰ ἀντὶ 80 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τοῖς μετρητοῖς, οἱ δὲ Γερμανικοὶ ἀνελάμβανον αὐτὰ ἀντὶ 138 ἑκατομμυρίων, πληρωτέων ὅμως ἐκ τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων. Μεταξὺ τῶν ὑποβαλόντων προσφορὰς ἦτο καὶ εἷς Γερμανικὸς οἶκος Μπίρκφελδ, ὅστις ὑπέβαλεν ἐπανειλημμένας προτάσεις κατ’ ἐντολήν, ὡς εἶπεν τοῦ Παγκάλου καὶ ὧν ἡ τελευταία τὴν 15 Φεβρουαρίου 1926, δι’ ἧς ἐζήτει καὶ πάλιν προκαταβολὴν 10%. Ἄλλοι Γερμανικοὶ οἶκοι, ἀντιπροσωπευόμενοι ὑπὸ τῶν κ. κ. Πετσᾶ καὶ Γεωργικοπούλου, ὑπέβαλον προτάσεις, ἀλλ’ εὐθηνότεραι ἦσαν τοῦ Μπιρίκφελδ. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν ὅλων αὐτῶν τῶν προτάσεων ἡ Μεταγωγικὴ ὑπηρεσία ἐζήτει νὰ γίνῃ διαγωνισμός· ἀλλὰ προετιμήθη ὁ οἶκος Μπρίκφελδ ἄνευ διαγωνισμοῦ καὶ ἀντὶ τιμῆς ὡρισμένης ἐν συνόλῳ μάρκων χρυσῶν 7.357.500 ἤτοι δραχ. 138 ἑκατομμύρια καὶ μὲ προκαταβολὴν τοῦ 1)40 καὶ τῶν 3)40 πληρωτέων ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως διὰ συναλλαγματικῶν τοῦ Κράτους τριτεγγυημένων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ στρατιωτικὴ ὅμως ὑπηρεσία, ἐζήτει ἐπιμόνως νὰ γίνῃ δοκιμὴ τῶν αὐτοκινήτων, ὁ δὲ Γεωργικόπουλος, ὅστις ἠλάττωσεν ἐν τῷ μεταξὺ τὴν τιμὴν τῆς παραγγελίας του κατὰ 4% καὶ παρητήθη τῆς προκαταβολῆς, ἐδέχθη δοκιμὴν 2.000 χιλιομέτρων, ἐνῷ ὁ Μπίρκφελδ μόνον 60 χιλιομέτρων. Ἀλλ’ οὐδεμία δοκιμὴ ἐγένετο. Ὁ Νίδερ, ἀναχωρῶν εἰς τὰς 26 Μαρτίου 1926 εἰς Μεσολόγγιον, ἐκάλεσε τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου Σαρηγιάννην καὶ τοῦ παρήγγειλε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ Μπίρκφελδ καὶ νὰ διαπραγματευθῇ τὰ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, συστήσας εἰς αὐτὸν νὰ ἀποφύγῃ τὴν προκαταβολήν. Ὁ Σαρηγιάννης παρέπεμψε τὸν Μπίρκφελδ εἰς τὸν συνταγματάρχην Στρίμπερ, εἰς ὃν παρουσιάσθη οὗτος μὲ πλήρη σύμβασιν καὶ μὲ προκαταβολὴν τοῦ 1)40 ἀμέσως καὶ τῶν 3)40 ἐντὸς 6 μηνῶν. Ὁ Στρίμπερ διώρθωσε ἀσαφείας τινὰς καὶ τῇ ἐπιμονῇ τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Γεν. Λογιστηρίου κ. Χανδράκη, διεγράφη ὁ ὅρος τῆς προκαταβολῆς. Τὴν 17 Ἀπριλίου, συνῆλθον οἱ Νίδερ, Σαρηγιάννης, Στρίμπερ, Κωνσταντάρας κλπ. ἵνα κανονίσουν τελειωτικῶς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία ὡς καὶ πάντες οὗτοι ἔκριναν ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ ἦτο ἐπιζημία διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ συναφθῇ. Ὅλα αὐτά, Κύριοι, ἐξάγονται ἀπὸ τὸ βούλευμα τοῦ Α.Α.Σ. καὶ τὴν γνώμην τοῦ Νίδερ περὶ μὴ ὑπογραφῆς, ἣν ὅμως οὗτος μετέβαλε κατόπιν δηλώσεως τοῦ Τανταλίδη πρὸς αὐτὸν ὅτι ὁ Πάγκαλος ἤθελε τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως. Ὑπεβλήθη ἐπίσης κατὰ τὰς 17 Ἀπριλίου νέα προσφορὰ τοῦ Κοτρώτσου, ἥτις ἀπερρίφθη ὡς ἀόριστος. Μετὰ τοῦτο ὑπεγράφη ἡ σύμβασις. Κατὰ τὸ διάστημα ὅμως τοῦ σταδίου τῶν συμφωνιῶν ἐστάλη ἡ σύμβασις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκεῖ διεγράφη ὡς προηγουμένως εἶπον, ὁ ὅρος τῆς τριτεγγυήσεως τῶν συναλλαγματικῶν διὰ τὸ ποσὸν τῶν 200.000 λιρῶν. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἔγραψεν ὁ Τανταλίδης εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι προκειμένου περὶ πληρωμῆς τῶν συναλλαγματικῶν ἐλήφθη φροντὶς νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ συνεπῶς δύναται νὰ πληρώσῃ ταύτας ἡ Τράπεζα. Ἀφοῦ ὑπεγράφη ἡ σύμβασις, ἤρχισεν ἀγὼν ταχύτητος διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὴν ἔκδοσιν τῶν 2 ἐνταλμάτων, τοῦ ἑνὸς διὰ τὸ ποσὸν τῶν 3 καὶ ½ ἑκατομμυρίων, τοῦ δὲ ἑτέρου διὰ τὸ ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Προεξοφλήθησαν, οὕτως εἰπεῖν, αἱ συναλλαγματικαί. Σημειωτέον ὅτι ἦτο τόση ἡ ἐπιμονὴ διὰ τὴν παραγγελίαν τῶν αὐτοκινήτων εἰς τὸν οἶκον Μπίρκφελδ, ὥστε ἐδόθη ὅλον τὸ ποσὸν τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων. Τὸ ποσὸν ὅμως τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων εἶχεν ἐκχωρηθῇ εἰς τὸν οἶκον Χολταμπάου δι’ 20 ὅλους μῆνας, καὶ ἐπειδὴ ὁ οἶκος οὗτος ἐπέμενε καὶ διεμαρτυρήθη, συμβιβαστικῶς κατόπιν ἐδέχθη νὰ λάβῃ τὰ 65% τῶν ἐπανορθώσεων. Μέχρι τῆς στιγμῆς ὅμως καθ’ ἣν τὸ Α.Α.Σ. διεξήγαγε τὰς ἀνακρίσεις δὲν εἶχε κυρωθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐπανορθώσεων ὑπὸ τῆς ἐν Παρισίοις ἐπιτροπῆς.
§5Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔτυχε νὰ ἐρωτηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως διὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς ἐξέλιξιν. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐστάλη ἡ σύμβασις εἰς τὴν Πρεσβείαν Παρισίων, ὑπὸ προκατόχου Κυβερνήσεως διὰ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐπανορθώσεων, ἡ Πρεσβεία ἔστειλεν ἔγγραφον ἀπάντησιν διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγε τὰ ἑξῆς: Ἡ σύμβασις αὕτη ἀφορᾷ ἀριθμὸν πολὺ μεγάλον αὐτοκινήτων, εἶναι δὲ ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐπανορθώσεων, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ στρατιωτικοῦ ὑλικοῦ ἀπαγορεύεται ἐκ Γερμανίας, θὰ τὴν ἀπορρίψῃ. Ἄλλως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα ἐὰν ἡ σύμβασις εἶχεν ὑπογραφῆ ἀπὸ ἄλλον Ὑπουργὸν καὶ οὐχὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁπότε τὰ αὐτοκίνητα θὰ ἦσαν προωρισμένα δι’ ἄλλην χρῆσιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις, ὅτε διωρίσθη ἡ πρώτη Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ ἀνέλαβον ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐννοεῖται ὅτι ἐθεώρησα λίαν εὐτυχῆ τὴν παρατήρησιν ἐκείνην τῆς ἡμετέρας Πρεσβείας καὶ ἔκρινα, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐπανορθώσεων ἤθελεν ἀπορρίψει τὴν σύμβασιν, ὡς ἀφορῶσαν ἐξαγωγὴν ὑλικοῦ στρατιωτικοῦ ἐκ Γερμανικοῦ ἐργοστασίου. Ὁ συνάδελφός μου ἐν τῷ μεταξὺ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε προέλθει εἰς συνεννοήσεις μὲ ἐργοστάσια Γαλλικά, τὰ ὁποῖα ἐδέχοντο νὰ κατασκευάσουν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν αὐτοκινήτων, εἰς πολὺ κατωτέραν τιμὴν περίπου 30%, ἐδέχοντο δὲ οἱ ἐργοστασιάρχαι, οἱ Γάλλοι, ἵνα τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως τῆς μετ’ αὐτῶν ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τῆς αἱρέσεως τῆς ἀπορρίψεως ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἐπανορθώσεων τῆς προϋπαρχούσης μὲ τοὺς Γερμανοὺς ἐργοστασιάρχας συμβάσεως. Ἔχοντες τὰ δύο ταῦτα ἐρείσματα εἰσηγάγομεν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐπανορθώσεων. Δὲν ἀποκρύπτω μάλιστα, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα διὰ προφορικῶν προτάσεων, διότι συνέπεσε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ εὑρίσκωμαι ἐν Παρισίοις, ὅπως δοθῇ προσοχὴ εἰς τοῦτο, ὅτι κατὰ τὰς γενικὰς συνθήκας εἰρήνης ἀπαγορεύεται ἡ ἐξαγωγὴ ἐκ Γερμανίας ὑλικοῦ στρατιωτικοῦ, ὅτι αὐτὸ ἦτο στρατιωτικὸν ὑλικὸν καὶ ὅτι πρέπει νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ σύμβασις. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐπανορθώσεων ὅμως, εἶπεν, ὅτι δὲν πείθεται, ὅτι πρόκειται περὶ στρατιωτικοῦ ὑλικοῦ, καὶ μὲ ταχύτητα ἀνάλογον ἐκείνης ἡ ὁποία παρετηρήθη ἐνταῦθα ἡ σύμβασις ἐνεκρίθη. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡμεῖς εἰσηγάγομεν τὴν σύμβασιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπερρίφθη. Ἀνεφέραμεν τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐπανορθώσεων καὶ εἴπομεν, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ὑπάρχει πλέον. Τότε ἐγεννήθη ἓν νομικὸν ζήτημα σοβαρόν. Ποῖον εἶναι τὸ κῦρος τῶν πράξεων τῆς Δικτατορίας; Ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐκολώτερον, ὅταν μάλιστα ἐπακολουθῇ, ὡς συνήθως γίνεται μετὰ τὰς Δικτατορίας, μία Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις καὶ ψηφίζῃ νόμους μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Ἀπὸ Διεθνοῦς ἀπόψεως ὅμως μᾶλλον ἐπικρατεῖ ἡ ἐκδοχή, ὅτι αἱ πράξεις τῆς Δικτατορίας εἶναι ἰσχυραί. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ἤδη ἀναγράψει εἰς τὸ παθητικὸν τοῦ λογαριασμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὴν σύμβασιν καὶ εἶχε προσδιορίσει ἕνα μέρος τῶν Γερμανικῶν ἀποζημιώσεων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς συμβάσεως. Ἡμεῖς ἐπεμένομεν, ὅτι καὶ ἂν τοῦτο ἐγένετο, ἡ μεταγενεστέρα ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως ὑπὸ μιᾶς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἐπέφερε τὴν ἀνυπαρξίαν τῆς συμβάσεως καὶ ὅτι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ κάμουν τὰ ἐργοστάσια, ἦτο νὰ ἐναγάγουν τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ζητήσουν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως. Ἐν τούτοις ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐπανορθώσεων ἐνέμεινεν εἰς τὴν ἄποψίν της καὶ ἐν τῷ μεταξὺ κατ’ ἀνάγκην διεξήχθησαν καὶ διεξάγονται συνεννοήσεις ὅπως, πληρώνοντες ἓν μέρος ὡς λύτρα δυνηθῶμεν νὰ ἀπελευθερώσωμεν τὸ ποσοστὸν τῶν Γερμανικῶν Ἐπανορθώσεων τὸ δεσμευθὲν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ἤδη λοιπόν, ὅλη ἡ ὑπόθεσις θὰ καταλήξῃ δυστυχῶς εἰς μίαν οὐσιώδη ζημίαν τοῦ Δημοσίου.
§6Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐκτὸς τῶν 15 ἑκατομμυρίων, ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον καὶ ἄλλα ποσά.
§7Χ. ΛΑΔΑΣ. Ποῖοι τὰ ἐπῆραν αὐτά;
§8Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν φαίνεται ποῖοι ἦσαν οἱ μεσάζοντες, ἀλλὰ ἡ ὅλη ὑπόθεσις ἐμποιεῖ ἀγανάκτησιν ὡς ἐμφαίνεται καὶ ἐκ τοῦ σχετικοῦ μέρους τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου ὅπερ προβαίνει εἰς τὸν ἑξῆς χαρακτηρισμόν, τὸν ἀήθη εἰς δικαστικὸν ἔγγραφον. Λέγει τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον. «Ἡ ἀσχημοσύνη εἶναι τόσον προφανής, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ἄμεσος κλοπὴ τοῦ δημοσίου χρήματος νὰ εἶναι ὀλιγώτερον ἀπεχθὴς τῆς τελεσθείσης διὰ τοιούτων μηχανευμάτων, κατὰ συμπέρασμα μὴ προκῦπτον μὲν ἐξ ἀποδείξεων, ἀλλ’ ἐπιβεβλημένον ἐκ στοιχειώδους λογικῆς». Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ ποῖος ἔλαβε τὰ χρήματα, τὸ τοιοῦτον ὅμως τὸ ὀσφραίνεται καὶ τὸ συνάγει ἐκ τῶν διαφόρων πραγματικῶν περιστατικῶν. Ἀλλ’ ἰδοὺ τί λέγει εἰς τὴν κατάθεσίν του ὁ ὑπάλληλος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου Σωφρονόπουλος: «Προκειμένου περὶ πληρωμῆς προκαταβολικῶς 20 χιλ. λιρῶν διὰ τὴν προμήθειαν ταχ. ὀχημάτων, ὁ Τανταλίδης ἔλεγε πρὸς ἐμέ, τὸν Παπαγεωργίου καὶ τὸν Μαυρίκην, τμηματάρχας: εἶναι ρουσφέτι τοῦ Παγκάλου. Τὸ ὑπεσχέθη στὸν Καβαφάκη καὶ πρέπει νὰ γίνῃ. Προκειμένου δὲ περὶ ἄλλης προμηθείας γαιανθράκων ὑπό τινος Καρυδιᾶ, ὁ Τανταλίδης ἔλεγεν, ὅτι προστάται τοῦ Καρυδιᾶ εἶναι ὁ Καβαφάκης καὶ Βραχνός, οἱ ὁποῖοι θὰ καρπωθοῦν μεγάλην προμήθειαν ἐξ αὐτῆς τῆς συμβάσεως. Τὴν σύμβασιν ταύτην, μολονότι ὑπέγραψεν ὁ Ταβουλάρης, ἐματαίωσεν ἡ ὑπηρεσία, ἐν τούτοις οἱ μεσάζοντες ἐπέμεινον, καὶ 3–4 ἡμέρας πρὸ τῆς παραιτήσεώς του, ὁ Τανταλίδης, ἠγανακτημένος ἀπὸ τὰς πιέσεις τοῦ Καβαφάκη καὶ Βραχηνοῦ, ἔλεγεν: «Ἦλθαν στὸ γραφεῖό μου καὶ ἐπέμειναν γιὰ τὰ κάρβουνα, καὶ μοῦ ἔλεγαν, ὅτι θὰ μὲ ἀνακηρύξουν Καβοὺρ τῆς Ἑλλάδος. Μὲ πνίγουν, μὲ πνίγουν, ἀλλὰ δὲν ὑποχωρῶ».
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καὶ κανεὶς ἄλλος;
§10Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δηλῶ, ὅτι τελείως ἀντικειμενικῶς ἐξετάζω τὰ πράγματα. Ἐὰν ὑπῆρχε καί τις ἄλλος μνημονευόμενος εἰς τὸ βούλευμα τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, θὰ τὸν ἐγνωστοποίουν εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Τὸ Κράτος ἐπλήρωσε δέκα πέντε ἑκατομμύρια δραχμάς, χωρὶς οὐδὲ ἓν αὐτοκίνητον τὰ παραλάβῃ, καὶ ἤδη, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ Κράτος θὰ ὑποστῇ καὶ ἄλλας ζημίας ἐκτὸς τῶν 15.000.000.
§11Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἡ σύμβασις, περὶ τῆς ὁποίας μᾶς ὁμιλεῖτε, ἰσχύει ἢ δὲν ἰσχύει; Διότι κατὰ τὸ Διεθνὲς ἰδιωτικὸν Δίκαιον ἰσχύει, ἄρα ἡ ζημία ἐπέρχεται. Κατὰ τὸ ἐσωτερικὸν Δίκαιον ἠκυρώθη αὕτη, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει ἀξίαν.
§12Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὰ εἶπα ὅλα αὐτά, ἀλλὰ δὲν εἶσθε παρών, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέρχωμαι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). (πρὸς τὸν κ. Ι. Κίνιαν). Νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν. Καὶ ἄλλοτε συνέπεσε νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τοιαύτας περιπτώσεις πρέπει νὰ ἐξοικειωθῶμεν πρὸς τὴν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται περὶ διπλῆς κρίσεως καὶ ἐκτιμήσεως διὰ τὸ κῦρος τῶν συμβάσεων. Μιᾶς ἐσωτερικοῦ δικαίου εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα κύριοι νὰ κάμωμεν, ὅ,τι θέλομεν, ὅταν μάλιστα εἴχομεν μίαν Συντακτικὴν Συνέλευσιν ἡ ὁποία ὡς ἔχουσα πλήρη κυριαρχικὴν δύναμιν, ἠδύνατο νὰ ψηφίζῃ καὶ νόμους μὲ ἀναδρομικὴν δύναμιν, καὶ ἑτέρας διεθνοῦς κύρους. Τὸ ζήτημα τοῦ διεθνοῦς κύρους ἐκρίθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐπανορθώσεων καί, κατὰ τὰ διεθνῶς παραδεδεγμένα, ἡ διαφορὰ ἡμῶν μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν θὰ ὑποβληθῇ εἰς διαιτησίαν. Ἐφόσον δὲ θὰ θελήσωμεν νὰ στραφῶμεν κατὰ τῶν Γερμανῶν, ἵνα ἀναλάβωμεν τὴν προκαταβολήν, θὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια, τὰ δὲ Γερμανικὰ δικαστήρια, ἐφαρμόζοντα εὐνοϊκὴν διεθνῆ νομολογίαν, θὰ εἴπουν πιθανώτατα, ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ἰσχυρά. Ἐὰν ἠκυροῦτο τελείως ἡ σύμβασις, θὰ ἦτο μία ἄστοχος ἀπόπειρα. Δὲν θὰ ὑφίστατο ἴσως ζημία ἂν καὶ ἡ προκαταβολὴ μας ἐπεστρέφετο. Δυνάμεθα ἡμεῖς εἴτε διὰ νόμου, εἴτε διὰ τῶν δικαστηρίων μας νὰ κηρύξωμεν ἄκυρον τὴν σύμβασιν, ἐφόσον ὅμως ἔλαβε διεθνῆ ὄψιν ἡ διαφορά, καὶ ἄλλαι Ἀρχαὶ κέκληνται νὰ κρίνωσι περὶ τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως ἢ περὶ τῆς ἀποδόσεως τῆς προκαταβολῆς, δηλαδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐπανορθώσεων ἢ τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια, εἰς μάτην ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν κηρύξῃ ἄκυρον τὴν σύμβασιν. Αἱ ζημίαι θὰ ἐπέλθουν.
§14Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία ἐλήφθη εἰς Παρισίους, ἐλήφθη πρὸ τῆς ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως;
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐλήφθη πρὸ ἐφόσον ἐνθυμοῦμαι.
§16Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Ἐλήφθη πρὸ τῆς ἀδείας τῆς ἐκτελέσεως.
§17Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα.
§18Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι κ. Ὑπουργέ, διότι ὅταν ἐξεδίδετο τὸ βούλευμα αὐτὸ δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ ἡ ἀπόφασις.
§19Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τὰς πρωϊνὰς ὥρας ἐσπεύδομεν νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἵνα εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθῇ ἡ ἐν Παρισίοις ἔκδοσις τῆς ἀποφάσεως, ὥστε ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐν Παρισίοις Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐπανορθώσεων.
§20Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Διατελῶ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, διότι ἴσως δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν χρονολογίαν, ὅτι ἡ ἀπόρριψις τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπῆλθε κατόπιν ἐγκρίσεως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς διαθέσεως ἑνὸς τμήματος τῆς πιστώσεως τῶν Ἐπανορθώσεων πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως ταύτης.
§21Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἡ Βουλή, νομίζω, ὅτι ἔσπευδε τὴν ἑσπέραν ἐκείνην διὰ νὰ προλάβωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ σύμβασις, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ὁποίας εἶχε διατεθῆ ἕνα ποσὸν ὀφειλόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῶν Γερμανικῶν Ἐπανορθώσεων, δὲν ὑφίστατο πλέον, μὴ κυρωθεῖσα ἀπὸ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα.
§23Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐδιάβασα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἓν ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι καίτοι τὸν Αὔγουστον ἠκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις, ἐν τούτοις τὸν Δεκέμβριον καὶ μόνον ἐγνώσθη ἡ ἀπόφασις ἐν Παρισίοις.
§24Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐσωτερικῶς ἐδημοσιεύθη τὸν Δεκέμβριον, ἀλλ’ ἐξωτερικῶς ὄχι.
§25Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὄχι μόνον ἐσπεύσαμεν νὰ γνωστοποιήσωμεν τὴν δήλωσιν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐπειδὴ ἐθεωρήθη ἐν Παρισίοις, ὅτι μία δικαστικὴ ἀπόφασις θὰ ἦτο ἐνισχυτικὴ τῶν ἀπόψεών μας καὶ ταύτην προεκαλέσαμεν, καίτοι ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην νὰ μὴ δεχθῶ, διότι δὲν ἔβλεπα τί θὰ προσέθετεν ἀπόφασις ἑλληνικοῦ δικαστηρίου ἀκυροῦσα τὴν σύμβασιν, δεχομένη ἀγωγὴν τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἠδύνατο ἐνόμισα μία ἀπόφασις δικαστηρίου νὰ ἔχῃ μείζονα ἀξίαν ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐν τούτοις καὶ τοῦτο ἐπράξαμεν. Δυστυχῶς ἐπικρατεῖ πολλάκις, ὅταν διεθνῶς κρίνονται τοιαῦτα ζητήματα, ἐπικρατεῖ ἡ ἀντίληψις, ὅτι, ὅταν ἐπικαθήσῃ ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ μία Δικτατορία καὶ τὴν ἀνεχθῇ ἐπί τινα χρόνον ὁ λαὸς, αἱ πράξεις της ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως εἶναι ἔγκυροι ἐκ τοῦ λόγου ὅτι αἱ ξέναι Κυβερνήσεις καὶ οἱ ἰδιῶται δὲν εἶναι ὑπόχρεοι εἰσερχόμενοι εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς χώρας νὰ ἐξετάζουν ἂν ἡ Δικτατορία εἶναι νόμιμος κατάστασις ἢ ὄχι.
§26Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ὀρθή. Ἀπὸ ἄλλης ὅμως ἀπόψεως τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι καὶ ἔγκυρος ἐὰν ἐθεωρεῖτο ἐσωτερικῶς ἡ σύμβασις, ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῆς ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ἐπῆλθεν ἐκ τῆς κακῆς διαχειρίσεως καὶ τῶν κακῶν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμον οἱ ἐντεταλμένοι τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀπὸ ἀπόψεως ποινικῆς εὐθύνης τῶν ὑπαιτίων, εἴτε εἶναι ἔγκυρος ἡ σύμβασις εἴτε ἄκυρος, δὲν μεταβάλλονται τὰ πράγματα. Εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ συνάψαντες τὴν σύμβασιν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην οἱ ὑπαίτιοι, χωρὶς νὰ συζητήσῃ τὴν ἀκυρότητα ἢ μὴ τῆς συμβάσεως. Θεωρεῖ αὐτὴν ὡς ἔγκυρον, καὶ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ τὸ προσέξῃ ἡ Βουλή. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν ἡ ἐρώτησις, ἡ ὁποία μοῦ ἀπηυθύνθη, ἂν εἶναι ἔγκυρος ἡ σύμβασις ἢ ἄκυρος. Εἴτε ἔγκυρος εἶναι, εἴτε ἄκυρος, τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη, ἡ δὲ δικαστικὴ ἀρχὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὡς ἔγκυρον τὴν σύμβασιν. Συνεβλήθη τὸ Δημόσιον μὲ τὸν Μπίρκφελδ. Καλῶς συνεβλήθη. Αἱ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ Οἴκου αὐτοῦ εἶναι ἰσχυραί.
§27Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Καὶ ἄκυρον ἐὰν τὴν κηρύξωμεν, ἡ ζημία ἐπῆλθε διὰ τὸ Δημόσιον.
§28Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Βεβαίως. Δι’ αὐτὸ τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, κρῖνον, παραπέμπει τὸν Νίδερ, τὸν ὁποῖον λέγει ὅτι μετὰ λύπης παραπέμπει, διότι τὸν ἀποκαλεῖ ἀνεπίληπτον στρατιώτην, διότι δὲν κατεχράσθη, ἀλλὰ διότι προέκυψεν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, ὅτι, καίτοι εἶχεν ὀρθὴν γνώμην τὸ πρῶτον, κατόπιν, ἀνεξηγήτως πως, μετέβαλε ταύτην. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Ἀνακριτική, κ. Συνάδελφοι, ἠρκέσθη εἰς τὴν ἀνάκρισιν τὴν γενομένην παρὰ τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, διότι ἀληθὲς εἶναι ὅτι αὕτη δὲν ἀφήνει οὐδὲν σκοτεινὸν σημεῖον. Τοὺς μεσάζοντας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακαλύψῃ. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ δὲ ἠγέρθη μόνον ἡ ἑξῆς διαφωνία. Εἴπομεν νὰ κληθοῦν εἰς νέαν ἀπολογίαν ὁ Πάγκαλος καὶ ὁ Νίδερ. Ἡ πλειοψηφία ὅμως τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀρκετόν, ὅτι οἱ παραπεμπόμενοι ἀπελογήθησαν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου. Διότι σημειώσατε ὅτι, ἀπολογούμενος ὁ Πάγκαλος ἐνώπιον τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἔλεγεν ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε. Ἐπαινεῖ τὸν Νίδερ ὅτι εἶναι ἔντιμος καὶ ἄλλα, ἀλλὰ περὶ τῆς συμβάσεως ἔλεγεν ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται τίποτε. Ὁ δὲ Νίδερ ἔλεγεν ὅτι ἀπέβλεψεν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ δὲν ἐθεώρησεν ἐπιβαλλόμενον τὸν ὁρισμὸν δημοπρασίας, διότι ἐκ τῶν προσφορῶν τὰς ὁποίας εἶχεν, ἡ μικροτέρα προσφορὰ ἦτο ἡ τοῦ Οἴκου Μπίρκφελδ. Δὲν ὁμιλεῖ ὅμως καθόλου, οὔτε διὰ τὴν προκαταβολή, οὔτε διὰ τὴν ἐγγυοδοσίαν, οὔτε διὰ τίποτε ἄλλο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις, τὸ δὲ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι παραπέμπει αὐτούς, κρῖνον ἀμερολήπτως καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ μετὰ πάσης ἐπιεικείας. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ βούλευμα: «... ἀποφαίνεται ὅτι ὑπάρχει κλπ.» (ἀναγινώσκει). Ἐκ τῆς αὐθαιρέτου διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν μας δυνάμεων τὸ Κράτος ἐζημιώθη 15 ὅλα ἑκατομμύρια δραχ. καὶ μετ’ ἐκπλήξεως καὶ λύπης ἀκούω σήμερον ὅτι ἵνα ἀπαλλαγῶμεν τελείως τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων διὰ τῆς παρανόμου αὐτῆς συμβάσεως θὰ χρειασθῇ νὰ πληρώσωμεν ἕτερα 30 ἢ 40 ἑκατομμύρια.
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Δὲν γνωρίζω πόσα ἀκριβῶς, ἀλλὰ ἕν σημαντικὸν ποσὸν πάντως. Προκειμένου νὰ κάμωμεν ἕνα συμβιβασμὸν ἢ θὰ παραλάβωμεν τὰ αὐτοκίνητα μὲ μίαν ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς των, ἢ θὰ πληρώσωμεν κἄτι τι παραπάνω νὰ τὰ πάρωμεν, παρὰ νὰ κατασκευάσωμεν τὰ αὐτοκίνητα εἰς ἄλλο ἐργοστάσιον, ἢ θὰ δώσωμεν μίαν ἀποζημιωτικὴν ρήτραν διὰ νὰ κατασκευάσωμεν τὰ αὐτοκίνητα ὅπου ἀλλοῦ θέλομεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ εἶναι θαῦμα ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ περιορίσωμεν τὰς ζημίας εἰς τὰ 15 ἑκατομμύρια.
§30Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Αὐτὰ ἐλήφθησαν ἤδη ἀπὸ τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἀπὸ τὸν κορβανᾶν. Τὰ ἐπῆραν οἱ μεσάζοντες. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ βεβαιώσῃ κανείς, δὲν ἠμπορεῖ δὲ παρὰ νὰ εἶναι οἱ ὡρισμένοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πάντοτε παρουσιάζονται εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Κύριοι Συνάδελφοι, καταλήγων, ἔχω νὰ βεβαιώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀπόφασις ὅπως γίνῃ ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὴν Βουλὴν ἐλήφθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν παμψηφεὶ καὶ σᾶς εἶπα ποῦ μόνον ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία ἐκ μέρους ἐμοῦ, τοῦ κ. Σωτηριάδου καὶ τοῦ κ. Καλκάνη. Ἡ Δικτατορία, Κύριοι Συνάδελφοι, ἡ ὁποία ἦτο ἀπότοκος τῶν ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν ἀνωμαλιῶν, ἔβλαψε τὰ μέγιστα τὸ Κράτος, διότι καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα ἐκλόνισεν ἐκ θεμελίων καὶ τὸν λαὸν ἐστέρησε τῶν ἐλευθεριῶν του, ἀλλὰ κυρίως διεσπάθισε τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ. Δὲν ἐμποιεῖ τόσον ἐντύπωσιν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ὁ περιορισμὸς τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ, διότι ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ κυρίως ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν εὑρισκόμεθα εἰς μίαν τοιαύτην ἀνώμαλον κατάστασιν, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μεγίστης μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ τοῦ κάμνει ἐντύπωσιν εἶναι ἡ κλοπὴ τοῦ δημοσίου χρήματος κατὰ τρόπον, ἐπαναλαμβάνω, πρωτοφανῆ, ἵνα μὴ εἴπω τί χειρότερον, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν παροῦσαν κατηγορίαν ἰδιάζουσαν σημασίαν, διότι καὶ ἡ δικαιολογία, ὅτι ἐγένετο ἡ παραγγελία αὐτὴ τῶν αὐτοκινήτων, ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεώς σας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, (δεικνύει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν).
§31Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ὁ διαγωνισμὸς ἐγένετο.
§32Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Διαγωνισμὸς ἔστω, καὶ ὅτι ἑπομένως ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ παραγγελθῶσι καὶ νὰ κατασκευασθῶσι τὰ αὐτοκίνητα, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι δὲν ἦτο βάσιμος, δὲν ἦτο ἀληθής, διότι κανὲν αὐτοκίνητον δὲν παρεδόθη ἐκ τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι οὔτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραδοθοῦν ταῦτα ταχέως. Ἡ μόνη δικαιολογία, ἡ ὁποία προκύπτει εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ἦτο πῶς νὰ ἁρπάσωσιν οἱ διάφοροι ἐπιτήδειοι καὶ οἱ διάφοροι προμηθευταί τὰ 15 ἑκατομμύρια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ ἱδρῶτος αὐτοῦ, καὶ νὰ πληρώσωμεν, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἕτερα 30–40 ἀκόμη ἑκατομμύρια. Σᾶς ὑποβάλλω, λοιπόν, τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, μὲ τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπα. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ αὐστηρότερον χαρακτηρισμόν. Ἀφῆκε τὴν γνώμην αὐτῆς νὰ τὴν κρίνῃ ἡ Βουλή. Ἡ Βουλή, ἐὰν θέλῃ, εἶναι δικαίωμά της νὰ δώσῃ σοβαρώτερον χαρακτηρισμὸν καὶ νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν της. (Χειροκροτήματα).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ἐζητήθη χθές, Κύριοι, ἡ διαγραφὴ τῆς 3ης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φαρμακευτικῶν συλλόγων» καὶ ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§34Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία ἐγένετο προχθές, ἡ παράγραφος αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς περιττὴ καὶ ἑπομένως ἠμπορεῖ νὰ διαγραφῇ.
§35Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει ἀνάγκην μιᾶς διασαφήσεως.
§36Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει τελειώσει ἡ συζήτησις;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§38Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Τοὐναντίον ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπιτακτικῶς πρέπει νὰ παραμείνῃ ἡ παράγραφος αὐτή.
§39Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Διατί;
§40Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Διότι ἐὰν ἕνας φαρμακοποιὸς θέλῃ νὰ προικίσῃ τὴν κόρην του μὲ τὸ φαρμακεῖον, νὰ τὸ ἔχῃ τὸ φαρμακεῖον αὐτό.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις τώρα.
§42Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τῆς 3ης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 4, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Νὰ ἔλθουν, παρακαλῶ, ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Σ. Τσακόπουλος καὶ Μ. Βολουδάκης. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Ἐνεργεῖται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν κληθέντων ὡς ἄνω κ. κ. βουλευτῶν).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλος τις μὴ ψηφίσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Γενομένης τῆς διαλογῆς ὁ κ. Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὸ ἀποτέλεσμα). Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 126. 100 ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς, 26 κατ’ αὐτῆς. Συνεπῶς διεγράφη ἡ 3η παράγραφος τοῦ 4ου ἄρθρου.
§45Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κατὰ τ’ ἄλλα τὸ νομοσχέδιον θεωρεῖται ἐψηφισμένον.;
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ἐτελείωσεν αὐτό. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τῶν περὶ δασῶν νόμων». Δεκτόν. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἐξυγίανσιν καὶ ἄρδευσιν τοῦ ἕλους Τρινάσου κλπ. ὡς καὶ τοῦ τῆς 31 Ἰουλίου 1926 ἑτέρου Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως συμπληρωματικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἀναδόχου ἑταιρίας ἔργων ἐξυγιάνσεως καὶ ἀρδεύσεως τοῦ πεδίου Τρινάσου». Δεκτόν. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Λ. περὶ στοιχειώδους γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δεκτόν. Ὁ κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τίνος, κ. Πρόεδρε;
§48Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς συμβάσεως Κυρκίνη. Μία ἐκ τῶν κατηγοριῶν, κ. Συνάδελφοι, κατὰ τοῦ Παγκάλου, εἶναι καὶ ἡ ἀφορῶσα τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρίας Κυρκίνη. Ἡ πρώτη ἀφορμὴ ἐδόθη ἀπὸ μίαν ἐπιστολήν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης τοῦ Κυρκίνη τὸ Κράτος ἐζημιώθη περὶ τὰ 30 ἑκατομμύρια». Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἀπηυθύνθη εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, διότι δὲν ὑπῆρχον αἰτιάσεις περὶ τούτου κατὰ Ὑπουργῶν. Λόγῳ ὅμως τῆς ἀοριστίας τοῦ περιεχομένου ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἐκρίθη ὡς ἀπαράδεκτος. Ἐπηκολούθησεν οὐχ ἧττον ἰδιαιτέρα ἀνάκρισις διὰ τὰ ἐν αὐτῇ καταγγελόμενα καὶ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅπως διατυπώσῃ κατηγορίαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 107 βουλεύματος αὐτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου παραπέμπει καὶ τὸν Πάγκαλον καὶ τὸν τότε Ὑφυπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν Νίδερ νὰ δικασθῶσι διὰ τὰς ἀναφερομένας ἐν αὐτῷ πράξεις, τουτέστι διὰ ζημίας γενομένας ἐκ προθέσεως εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ ἱστορικὸν διατυποῦται ἐν τῷ βουλεύματι σαφῶς, ἡ δὲ Ἐπιτροπή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὴν ἀρτιότητα τῆς διεξαχθείσης ἀνακρίσεως καὶ εὑροῦσα πλήρη τὰ πορίσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ τὴν διεξαχθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ ἀνάκρισιν, συνεφώνησεν ἀπολύτως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου. Ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγοῦμαι, ἔχει περίπου ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ βουλεύματος). «Συνεπείᾳ ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τοῦ Θ. Παγκάλου καὶ Νίδερ, ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ σχετικοῦ νόμου πενταμελὴς Ἐπιτροπὴ τῶν Προμηθειῶν, ἐν γνώσει ὅτι εἶναι βάσιμοι αἱ ἐν τῇ ἀνακοινώσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διατυπούμεναι κατηγορίαι, παραπέμπει τὴν ὑπόθεσιν πρὸς τακτικὴν ἀνάκρισιν εἰς τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον. Τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, περατῶσαν τὴν ἀνάκρισιν αὐτοῦ, παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Ἐκδικαστικὴν Ἐπιτροπὴν μὲ τὴν παράκλησιν νὰ συμπληρώσῃ τὴν συλλογὴν τῶν ὑπολειπομένων στοιχείων διὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ κατηγορητηρίου. Ἡ Ἐπιτροπή, ὅμως, εὑρίσκουσα πλήρη τὰ ὑπὸ τῆς ἀνακρίσεως συλλεγέντα στοιχεῖα, δὲν ἐνήργησεν ἄλλην ἀνάκρισιν. Ἐκ τῆς γενομένης δὲ ἀνακρίσεως προκύπτει τὸ ἑξῆς: Ἡ ἑταιρεία Ἐριουργίας Κυρκίνη ὑπέβαλε κατὰ τὸ 1925 προτάσεις περὶ συνάψεως συμβάσεως διὰ προμήθειαν εἰς τὸν στρατὸν εἰδῶν ἱματισμοῦ. Ἡ σύμβασις ὅμως ἦτο σκανδαλώδης, ἦτο ληστρικὴ καὶ ἐν τούτοις ἐνεκρίθη ἀπὸ τὸν Πάγκαλον καὶ ἐδημοσιεύθη καὶ διὰ τοῦτο ἀπηγγέλθη κατ’ αὐτοῦ κατηγορία. Ὁ Πάγκαλος, ἀπολογούμενος ὅταν τῷ ἀπηγγέλθη ἡ σχετικὴ κατηγορία, ἀπήντησεν ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάμιξιν αὐτός, ἀλλ’ ἀνέθεσε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ὑφυπουργὸν Νίδερ, εἰς τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰ λοιπὰ προσόντα τοῦ ὁποίου, ὡς ἔλεγεν, εἶχεν ἀπόλυτον πεποίθησιν. Ὁ Νίδερ, ἀπολογούμενος, ἰσχυρίζεται, ὅτι καὶ αὐτὸς ἔχων ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς κάποιον συνταγματάρχην Θεολόγου, δὲν ἔλαβε καὶ αὐτὸς γνῶσιν ἐν λεπτομερείᾳ τῆς ὑποθέσεως. Οἱ μάρτυρες ὅμως διαψεύδουσι πάντας καὶ καταθέτουσιν ὅτι τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν εἶχεν ὁ Πάγκαλος, ὅτι ἀνέθεσεν εἰς τὸν Νίδερ, τὸν ὁποῖον μετεχειρίζετο πάντοτε ὡς ὄργανόν του, ὅπως ἐπανειλημμένως λέγουν οἱ μάρτυρες, ὅστις Νίδερ εἶχε πλήρη ἀβουλίαν ἀπέναντι τοῦ Παγκάλου, τὸν ὁποῖον ἐξυπηρέτει ὡς ἁπλοῦν ὀργανέτο. Προχωροῦντες οἱ ἄλλοι μάρτυρες καὶ ἐκθέτοντες εἰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς ἐκθέσω διότι τὰς θεωρῶ χαρακτηριστικὰς τῆς ὑποθέσεως τὰ γεγονότα, ἀποκαλύπτουν τὴν πλήρη εἰκόνα ἐκ τῆς ὁποίας θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ἀπολύτως, ὅτι τόσον ὁ Πάγκαλος, ὅσον καὶ ὁ Νίδερ διετέλουν εἰς πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν ζημιῶν αἱ ὁποῖαι ἐπήρχοντο εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ὅτι ἐκ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐπῆλθον πράγματι κολοσσιαῖαι ζημίαι εἰς τὸ Δημόσιον. Ἔχει δὲ ὁλόκληρον ἱστορίαν ἡ σύμβασις αὐτή. Ὅτε παρεδόθησαν αἱ προτάσεις τῆς συμβάσεως εἰς τὸν Θεολόγου, οὗτος μετὰ παρέλευσιν δύο μηνῶν ἐπέστρεψε τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, εἰς ὃ εἶχεν ἐπιφέρει ἀσημάντους τροποποιήσεις καὶ συνέστησε τὴν σύμβασιν ὡς συζητήσιμον. Κατόπιν, Συμβούλιον ἐξ ἀξιωματικῶν ἀνωτέρων, ὑπὸ τὸν κ. Μακκᾶν, εἰς ὃ παρεπέμφθη ἡ σύμβασις, ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως αὐτῆς ὡς ληστρικῆς. Ὁ ἴδιος ὁ Μακκᾶς ἐδήλωσεν εἰς τὸν Νίδερ, ὅτι πρόκειται περὶ συμβάσεως σκανδαλώδους καὶ ληστρικῆς, ὑπέδειξε δὲ διαφόρους τροποποιήσεις, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ ὑπῆρχεν ἰδέα καὶ ἐπιμονὴ νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις. Ἐγένετο τροποποίησις καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀνεπτύχθησαν κεφαλαιώδεις διαφωνίαι, αἵτινες ἐλύθησαν αἱ περισσότεραι ὑπὸ τοῦ Παγκάλου καὶ τοῦ Νίδερ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ὑπεγράφη δὲ ἡ σύμβασις παρὰ τοῦ Νίδερ καὶ ἐκυρώθη διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Διὰ νὰ κυρωθῇ αὕτη ἐχρειάσθη νὰ προκληθῇ ἡ κατάργησις τῆς ὑπηρεσίας τῶν Κρατικῶν Προμηθειῶν. Ἡ σύμβασις αὐτὴ ἦτο ἡ συνεπίκουρος ἀφορμὴ τῆς καταργήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Κρατικῶν Προμηθειῶν.
§49Ε. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Μὲ ποίους συνεβλήθη τὸ Δημόσιον;
§50Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μὲ τὸν κ. Ν. Κιρκίνην, Γεν. Διευθυντὴν τῆς Ἑταιρίας καὶ Ἀνδρ. Μόρφην Σύμβουλον αὐτῆς, ἀναμφίβολον δὲ εἶναι ἂν μετεῖχε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Γ. Κοφινᾶς. Αἱ διαφωνίαι τῆς ὑπηρεσίας, ἐλύθησαν ὑποδείξει τοῦ Παγκάλου, ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἡ σύμβασις ἐγένετο ἄνευ δημοπρασίας. Οἱ μᾶλλον δὲ ἐπιζήμιοι ὅροι εἶναι ἡ παροχὴ ἐντόκου δανείου 30.000.000 δρχ. ἐπὶ πενταετίαν ἄνευ πραγματικῆς ἐξασφαλίσεως. Ὁ τρόπος τῆς πληρωμῆς καὶ ἡ ἐπαύξησις τῶν εἰδῶν τῆς Ἑταιρίας κατὰ 25% ἐπὶ πλέον τοῦ κόστους, ἡ μακρὰ χρονικὴ περίοδος τῆς συμβάσεως ὁρισθεῖσα εἰς 25 ἔτη, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑταιρία ἐζήτει εἰκοσαετίαν. Ὅλα ταῦτα ἦσαν ὅροι ἐπιζήμιοι, τὸ ἐπιζήμιον δὲ αὐτῶν ὑπεδείχθη καὶ εἰς τὸν Πάγκαλον παρὰ τοῦ Μακκᾶ, δηλώσαντος εἰς τὸν Πάγκαλον ὅτι ἅμα φύγῃ θὰ τὸν περάσουν ἀπὸ τὸ Στρατοδικεῖον. Ἀλλ’ οὗτος δὲν ἤκουε τίποτε. Ὅταν δὲ ἐκλήθη ὁ Μακκᾶς ἀπὸ τὸν Νίδερ νὰ φέρῃ τὴν σύμβασιν, οὗτος ἀπέτρεψεν τὸν Νίδερ νὰ τὴν ὑπογράψῃ. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις ἦτο ὅτι ἔχει διαταγὴν ἀπὸ τὸν Πάγκαλον, δοθεῖσαν εἰς τὸν σταθμὸν καθ’ ἣν ὥραν ἀνεχώρει διὰ Μεσολόγγιον, νὰ τὴν ὑπογράψῃ. Ἐπίσης καὶ ὁ συν)τάρχης Θεολόγου λέγει, ὅτι πρὸ τῆς ὑπογραφῆς εἶπεν εἰς τὸν Νίδερ ὅτι πρόκειται νὰ δοθοῦν 30 ἑκατομμ. καὶ ἠρώτησεν ἂν τὸ ξεύρῃ αὐτό. Ὁ Νίδερ εἶπεν ὅτι «τὸ ἠξεύρω», ἀλλὰ τὸ διέταξεν ὁ Πάγκαλος». Συνεπῶς καὶ ὁ Πάγκαλος καὶ ὁ Νίδερ ἐν γνώσει τοῦ ληστρικοῦ περιεχομένου τῆς συμβάσεως τὴν ὑπέγραψαν καὶ δικαίως ὁ Νίδερ ἀπεκλήθη παρὰ τῶν μαρτύρων ὡς ὀργανέτο τοῦ Παγκάλου.
§51Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀποδίδετε δόλον εἰς τὸν κ. Νίδερ, δεδομένου ὅτι ὁ βίος του εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα; Καὶ ἐφ’ ὅσον εἶσθε εἰσηγητής, ἔχετε τὴν ἀπολογίαν αὐτοῦ; Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὴν ἀναγνώσετε.
§52Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὐδαμόθεν δύναται νὰ συναφθῇ δόλος.
§53Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὴν ἀπάντησιν τὴν δίδει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ὅπερ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰς κορυφὰς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὅπερ ἀποφαίνεται ὅτι ἐκ προθέσεως ἐζημίωσεν ὁ Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὑπογράψας τὴν σύμβασιν. Ὁ κατηγορούμενος ἐξ ἄλλου δὲν πιστεύω νὰ ἀξιοῖτε νὰ ἔχῃ τὴν ἀφέλειαν νὰ ὁμολογήσῃ τὸν τυχὸν δόλον του. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ κατάθεσις τοῦ μάρτυρος Πιπελῆ, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶπεν εἰς τὸν Νίδερ, ἂν ξεύρῃ ὅτι ὑπέγραψε σύμβασιν δι’ ἧς ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ Δημόσιον 30.000.000, καὶ ὁ Νίδερ ἀπήντησεν ὅτι τὸ ἤξευρεν, ἀλλὰ ὑπέγραψε διότι τὸ θέλει ὁ Πάγκαλος.
§54Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄρα δὲν ὑπάρχει δόλος.
§55Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν) Ὑπάρχει κάποια παρεξήγησις· ὅταν δηλαδὴ ὁμιλοῦμεν περὶ δόλου, ἐννοοῦμεν συμμετοχὴν εἰς τὰ λάφυρα. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι πολλάκις ἐντιμότατοι ἄνθρωποι ἔγιναν δοῦλοι φαυλοτάτων ἀνθρώπων.
§56Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Δὲν νομίζετε, κ. Συνάδελφε, ὅτι τοιοῦτος χαρακτηρισμός, δι’ ἕνα λευκὸν στρατιώτην ὡς ὁ Νίδερ, εἶναι πολὺ αὐστηρός;
§57Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Νίδερ ὑπῆρξεν εἷς τῶν ἐντιμοτέρων καὶ πλέον λευκῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ.
§58Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἴθε ὅλοι οἱ διαχειρισθέντες τὰ δημόσια νὰ εἶχον τὴν λευκότητα τῆς ἐντιμότητος καὶ τοῦ χαρακτῆρος ἑνὸς Νίδερ.
§59Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σεῖς, κ. Μοσχούλα, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ «Πόθεν ἔσχες», δὲν ἔπρεπε νὰ προλέγητε προτοῦ ἀκούσητε τὸ τέλος τῆς εἰσηγήσεως. Ἡ ἀφήγησις τῆς εἰσηγήσεως πρέπει νὰ ἀφεθῇ νὰ γίνῃ ἐν ἠρεμίᾳ. Ἡμεῖς δὲν κατηγοροῦμεν τὸν Νίδερ ὡς μὴ λευκὸν καὶ μὴ ἔντιμον, ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε ὁ μὴ ἐνεργῶν πρᾶξιν τινὰ μὲ ἰδιοτελεῖς σκοπούς, ἐνεργῶν ὅμως ταύτην ἐν γνώσει τῆς ζημίας ἣν κάμνει, πῶς πρέπει νὰ ὀνομασθῇ; Ἀλλὰ προχωρῶ, διὰ νὰ διαφωτίσω καὶ διὰ μαρτυριῶν τὴν Βουλήν, διότι διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ εὐθύνη ἑκάστου, πρέπει νὰ κριθῇ ἀπὸ τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς ἀπολογίας τοῦ Παγκάλου καὶ Νίδερ. Ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ Μακκᾶ βεβαιοῦται ὅτι ὁ Θεολόγου, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ μελέτη τῶν προτάσεων, μόνον ἐξεφύλλιζε τὴν σύμβασιν παραπεμφθεῖσαν εἰς αὐτὸν παρὰ τοῦ Νίδερ καὶ παρὰ τοῦ Παγκάλου. Συνεπῶς ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία ἐγένετο ἀπὸ σκοποῦ διὰ νὰ στραγγαλισθοῦν ἀσφαλέστερον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ὁ Θεολόγου τὴν ἐξεφύλλισεν ἁπλῶς, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ὅσας δυνατὸν ἀντιρρήσεις καὶ ἂν εἶχε, δὲν θὰ ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψει, διότι ἦτο ἐν ἐπιγνώσει καὶ ἔλαβεν ἐντολὴν νὰ μὴ φέρῃ ἀντιρρήσεις. Οἱ κατηγορούμενοι συνεπῶς ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου, ὑπέγραψαν τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς διεσπαθίζετο τὸ δημόσιον χρῆμα. Ἡ χορήγησις τῶν 30.000.000 θὰ ἦτο ἀφέλεια νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἐδόθη ἄνευ δολίου σκοποῦ, δι’ ὃν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔδωκε τὸν ἐλαφρότερον χαρακτηρισμὸν καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ σύμβασις ὑπεγράφη μόνον διὰ νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, ἄνευ ἰδίου ὀφέλους. Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα γεννᾶται καὶ θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τοῦτο ἡ Βουλή, ἥτις θὰ δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ καὶ βαρύτερον τὸ ἀδίκημα. Πάντως ὅμως οἱοσδήποτε χαρακτηρισμὸς καὶ ἂν δοθῇ εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν δεχθῆτε τὴν ὑπόθεσιν, τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσι. Προκύπτει σαφὲς καὶ ἀβίαστον τὸ γεγονὸς καὶ τὸ ἐκ τῆς διαδικασίας συμπέρασμα, ὅτι ἐν ἐπιγνώσει τοῦ σκανδάλου ὑπεγράφη ἡ σύμβασις αὐτή, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς ληστρική. Ὄταν δὲ βεβαιωθῇ ἀπολύτως ὅτι ὁ Πάγκαλος συνῄνεσε νὰ δώσῃ, τοὐλάχιστον τὰ 30 ἑκατομμύρια αὐτά, εἰς ὡρισμένον ἐπιχειρηματίαν, ἐγένετο δὲ κατόπιν μία τρομερὰ κατάχρησις εἰς τὸ Χρηματιστήριον ἐπὶ τῶν μετοχῶν τῆς Ἑταιρίας Κυρκίνη, θὰ εἶναι πολὺ ἀφελὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ πιστεύσῃ ὅτι τὰ ἔδωκεν ἁπλῶς καὶ μόνον χωρὶς κανένα σκοπόν. Ὁπωσδήποτε ἡ Ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὸν ἐλαφρότερον χαρακτηρισμόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἀπὸ τὴν ψυχὴν οἱουδήποτε κριτοῦ θὰ ἀρθῇ ἡ πεποίθησις ὅτι ὅσα ἐγένοντο δὲν ἐγένοντο πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ βλαφθῇ τὸ Δημόσιον, διότι ἐπὶ τέλους τὸ Δημόσιον δὲν ἦτο πρόσωπον μὲ τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ προσωπικὰ ὁ Πάγκαλος καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ, δὲν εἶχον οὐδένα λόγον νὰ στρέφωνται κατὰ τοῦ Δημοσίου, οὔτε εἶχον ἐκ προθέσεως ἀποφασίσῃ νὰ ζημιώσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ εἰς τὴν συνείδησιν οἱουδήποτε κριτοῦ, δὲν δύναται νὰ μὴ ἐγερθῇ τὸ ἐρώτημα: Τίνα λοιπὸν λόγον εἶχον νὰ ζημιώσωσι τὸ Δημόσιον ἄνευ ἰδίου ὀφέλους; Τὴν ἀπάντησιν καλεῖσθε νὰ δώσητε ὑμεῖς διὰ τῆς συνειδήσεώς σας. Ἐγὼ ξηρῶς ἀφηγοῦμαι τὰ γεγονότα καὶ εἰς τὴν ψυχὴν οἱουδήποτε θὰ γεννηθῇ ἡ πεποίθησις τοῦ τί πρέπει νὰ φρονῇ. Ἄν ἡ πεποίθησις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ νομίζητε ὅτι δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ μὲ βαρύτερον χαρακτηρισμὸν ἡ πρᾶξις αὐτή, τότε δώσατέ τον. Ἡ Ἐπιτροπή, διὰ λόγους σκοπιμότητος, διὰ τὸν ταχύτερον τερματισμὸν τῆς ὑποθέσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ βαρύτερον χαρακτηρισμόν. Ἄν θέλετε, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε: «Ἀδιαφορῶ διὰ τὸν ταχὺν τερματισμὸν τῆς ὑποθέσεως καὶ θέλω νὰ ἐξονυχισθῇ ἡ ὑπόθεσις», ὁπότε πρέπει νὰ ἐξονυχισθῇ καὶ τότε θὰ δώσητε τὸν χαρακτηρισμόν, οἷος ἐμπρέπει εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ὁ Θεολόγου λοιπὸν αὐτός, ἐξεφύλλισε τὴν ὑπόθεσιν φυλλομετρήσας αὐτὴν χωρὶς νὰ περιεργασθῇ αὐτήν. Εἰς ἄλλο σημεῖον τῆς καταθέσεώς του ὁ Θεολόγου ἀφηγεῖται ὅτι ἠγέρθη σφοδροτάτη συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ κατέληξε νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶχεν ὁρισθῇ νὰ κρίνῃ τὰς συμβάσεις αὐτάς, συνεπείᾳ τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα προέβαλεν ἡ ὑπηρεσία ἐναντίον τῶν προτάσεων τὰς ὁποίας διετύπωσαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρίας. Ἀπεφασίσθη τότε νὰ κληθῇ ὁ Ὑπουργός, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπον τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, «πῶς ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ὑποδείξωμεν τί φρονεῖ ἡ ὑπηρεσία καὶ ποία εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη ὁδός, ἡ ἠθική, ἡ δικαία καὶ ὀρθή, ἡ ἀκριβὴς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ οὗτος καὶ ὁ Ὑπουργός, ἀναλαμβάνων τὰς εὐθύνας, ἂς κρίνῃ καὶ ἂς κάμῃ ὅ,τι ἤθελε κρίνῃ σκόπιμον. Ἡμεῖς ὅμως πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ καθῆκον μας». Ταῦτα εἶπεν ἡ ὑπηρεσία. Ὅταν δὲ κατόπιν ἐδόθησαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν οἱ ὅροι τῆς διαφωνίας, οἱ κεντρικοὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων διεφώνει ἡ ὑπηρεσία, οὗτος ἔδωσε τὰς ἐπιζητουμένας ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας λύσεις. Ἦσαν δὲ ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Μακκᾶς, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπιμελητείας ἐνόρκως ἐξεταζόμενος, οἱ 3 πρῶτοι ὅροι ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἑταιρία εἶχεν ἀξιώσεις καὶ ἡ ὑπηρεσία τὰς ἀπέρριψε, τὸ δάνειον τὸ ἄτοκον κλπ. εἰς τὰ ὁποῖα ἔδωσε ὁ Ὑπουργὸς τὴν λύσιν τὴν ἐπιζητουμένην ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας. Μετά τινας ἡμέρας ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ κ. Πάγκαλος, ἐζήτει τὰς συμβάσεις διὰ νὰ τὰς ὑπογράψῃ. Μετέβη τότε ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸν Πάγκαλον καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι θὰ τὸν περάσουν ἀπὸ τὸ Στρατοδικεῖον ἂν ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν ἀλλ’ οὗτος πικροχόλως ἐμειδία. Καὶ ἐπείσθη μὲν τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Πάγκαλος καὶ δὲν τὴν ὑπέγραψεν, ἕως ὅτου μετὰ δύο–τρεῖς ἡμέρας ἦλθεν ὁ Νίδερ καὶ ἐκλήθη ἡ Ἑταιρία ἐκεῖ καὶ ὑπεγράφη ἡ σύμβασις παρὰ τοῦ Νίδερ, μὴ μονογραφηθεῖσα παρὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπιμελητείας Μακκᾶ, οὔτε παρὰ τοῦ συνταγματάρχου Πιπελῆ, ἁρμοδίου τμηματάρχου. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. Βουλευτάς: Ὅταν ἔχομεν τοιαῦτα γεγονότα, εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἐν τάξει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία τοῦ λέγει ὅτι εἶναι σκανδαλώδης μιὰ σύμβασις, αὐτὸς τὴν ὑπογράφει; Καὶ συνεχίζει ὁ Μακκᾶς: «Ἡ εἰρημένη σύμβασις, εἶναι ἀποκλειστικὸν ἔργον τοῦ Πρωθυπουργοῦ Παγκάλου, διότι ὁ Νίδερ ὑπέγραψεν ἄνευ ἰδίας θελήσεως». Ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ ἄνευ ἰδίας θελήσεως, ὅταν πρόκειται περὶ ἀνθρώπου ὅστις διαχειρίζεται ὑπεύθυνον Ἀρχὴν καὶ μορφωμένου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην, διότι ἦτο ἕνα ὀργανέτο τοῦ Παγκάλου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν φέρει καμμίαν εὐθύνην ὁ Νίδερ, ὁ Ὑφυπουργὸς ὅστις ὑπογράφει μίαν σύμβασιν παρὰ τὰς ρητὰς καὶ ἐπιτακτικὰς καὶ σαφεῖς δηλώσεις τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ εἶναι ἐπιζημία; Διότι ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῶ τὰ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προκύπτοντα πορίσματα, ἐφ’ ὅσον δὲν κατατίθενται ἀντίθετα παρ’ ἄλλων μαρτύρων καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀναξιοπίστου καὶ καὶ τοῦ ψευδοῦς τῆς καταθέσεως ταύτης τοῦ μάρτυρος Μακκᾶ. (Ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ κ. Πάγκαλος καὶ ὁ κ. Νίδερ ἐνήργησαν ἐξ ἰδιοτελείας δὲν γνωρίζω. Οὐδὲ ἔχω ὡρισμένα στοιχεῖα διὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι οὗτοι ἔλαβον χρήματα». Λέγει, λοιπόν, ὁ Μακκᾶς, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ, διότι δὲν ἔχει ὡρισμένα γεγονότα, νὰ εἴπῃ ἐὰν ἐπῆραν ἑκατομμύρια καὶ πόσα, οἱ περὶ ὧν πρόκειται κατηγορούμενοι. Τοῦτο ὅμως δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἀποδεδειγμένον γεγονὸς τῆς ὑπάρξεως δόλου, συνισταμένου εἰς τὴν ὕπαρξιν προθέσεως πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἀκεραία καὶ πλήρης. Εἶναι ἐντελῶς διακεκριμένον τὸ ἓν ζήτημα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἐπανέρχομαι πάλιν εἰς τὸ σημεῖον τῆς κατηγορίας τὸ πρὸ μικροῦ ἀναπτυχθέν. Κατηγοροῦνται οἱ ἐγκαλούμενοι ὅτι ἐν ἐπιγνώσει ἐπέφεραν μίαν κολοσσιαίαν ζημίαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν ἔχομεν στοιχεῖα, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν εἰς τοιούτου εἴδους συμβάσεις, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἐπῆραν καὶ πόσα ἐπῆραν χρήματα καίτοι, τὸ κατηγορητήριον ἑδράζεται ἐπὶ τοιούτων τινῶν ἐνδείξεων. Διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ἄνευ σκοποῦ νὰ θίξω, ἔστω καὶ δι’ ὀλίγων λέξεων τὰς ἀπολογίας τοῦ Παγκάλου καὶ τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἴδωμεν μήπως ἐκεῖθεν ἐξαχθῇ σαφὲς τὸ γεγονός. Τί λέγουν λοιπὸν οἱ κατηγορούμενοι: Ὁ μὲν Πάγκαλος, ἐξεταζόμενος ἰσχυρίζεται τὰ ἑξῆς, διατυπώνων τὰς ἐπιφυλάξεις του. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ συνομολογηθεῖσα σύμβασις ἀπετέλει ἀπαραίτητον προσπάθειαν διὰ τὸν ἀνεφοδιασμὸν τῆς Χώρας, ἡ ὁποία ἐστερεῖτο καὶ πολεμικοῦ ὑλικοῦ ἀλλὰ καὶ ἄλλων στρατιωτικῶν εἰδῶν, ἐκτὸς ἂν ἠθέλετε νὰ μὴ ὑπάρξῃ στρατιωτικὸς ἀνεφοδιασμός». Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι εἰς τὰ προγράμματα τῶν στρατιωτικῶν ὑπῆρχε καὶ ὁ ἀνεφοδιασμὸς τῆς Χώρας. Θὰ ἦτο μωρὸς κανεὶς νὰ μὴ ἀξιοῖ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἐγκαταλείπῃ τὴν χώραν ἔκθετον. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον θέμα. Ἐδῶ κατηγορεῖται ὁ Πάγκαλος διὰ τίνα λόγον, καταρτισθείσης μιᾶς συμβάσεως διὰ προμήθειαν στρατιωτικῶν εἰδῶν ἀπαραιτήτων, δὲν ἔδωκεν οὐδεμίαν προσοχὴν διὰ τοὺς ὅρους αὐτῆς. Καὶ ἐδῶ ἀρχίζει δι’ ὀλίγων λέξεων ἡ ἀπολογία τοῦ Παγκάλου ἐπὶ τῆς οὐσίας. (Ἀναγινώσκει). «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζω ἐγὼ ἐὰν κακῶς κατηρτίσθη ἡ σύμβασις, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν αἱ πρὸς τοῦτο ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ καταρτίζουν τὰς μελέτας καὶ τὰς ὑποβάλλουν πρὸς ἔγκρισιν». Δὲν θὰ ἠξίου κανεὶς βεβαίως, νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτόν, διατί δὲν ἐπεξειργάσθης τὴν σύμβασιν σύ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐγίνοντο ἀκριβῶς καὶ νὰ ἐπραγματοποιοῦντο αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει ἡ σύμβασις. Ἀλλ’ οὔτε αὐτὰ ἐγένοντο, οὔτε ἡ σύμβασις ἐμελετήθη παρὰ τῶν ὑπευθύνων, ὡς ἔπρεπε. Ἐμελετήθη αὕτη παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν, ἀλλ’ αἱ μελέται αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, δὲν ἐλήφθησαν παρ’ οὐδενὸς ἐξ αὐτῶν τῶν ὑπευθύνων ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ κατηγορούμενος, ἀπολογούμενος δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν. Ἰσχυρίζεται ὅτι οὐδεὶς τὸν διεφώτισε περὶ τοῦ ἐπιζημίου ἢ οὐ τῆς προκειμένης συμβάσεως. Οἱ μάρτυρες ὅμως οἱ ἐνόρκως ἐξετασθέντες ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον βεβαιώνουν, ὅτι τοῦ ὑπέδειξαν τοῦτο καὶ τὸν διεφώτισαν. Ἀλλ’ ὡς ὁ ἴδιος ἰσχυρίζεται — καὶ ἐδῶ ἀποδεικνύεται τὸ ἀναληθὲς τῆς ἀπολογίας του — εἶχεν τὴν πεποίθησιν τὴν ἀπόλυτον, δι’ ἕνα ἄνθρωπον τῆς ἐντιμότητος καὶ τῆς ἀφοσιώσεως τοῦ Νίδερ ὅτι θὰ ἐξεπλήρου πλήρως τὸ καθῆκον του. Ἔχομεν ὅμως μεμαρτυρημένον τὸ δεδομένον, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς οὔτε κἂν ἐφυλλομέτρησε τὴν σύμβασιν. Ἀνέθεσε τὴν μελέτην αὐτῆς, εἰς ἕναν ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς τὴν ἐξεφύλλισε. Ὅταν δὲ αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ἀνέφεραν τὰς ἀντιρρήσεις των, αὗται ἀπερρίφθησαν en bloc καὶ δὲν ἐπετράπη νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῶν ἀντιλεγόντων περὶ αὐτοῦ. Ὁ δὲ Νίδερ ἐξ ἄλλου, ἐρωτηθείς, πῶς δὲν προεκήρυξε διαγωνισμὸν προκειμένου νὰ προμηθευθῇ τὰ εἴδη τοῦ στρατοῦ καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ παράβασις τοῦ Νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, διότι ὁ Λογιστικὸς Νόμος ἐπιτάσσει ἀπαραιτήτως νὰ ἐνεργῆται διαγωνισμὸς διὰ δημοπρασίας καὶ ὅταν ἀκόμη πρόκειται καὶ περὶ ἐλαχίστου ποσοῦ, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ συμβάσεως ἑκατομμυρίων, περὶ συμβάσεως διὰ τῆς ὁποίας ὑπεδουλοῦτο τὸ Κράτος ἐπὶ 25 ἔτη, περὶ συμβάσεως διὰ τῆς ὁποίας θὰ ὑπεχρεοῦτο τὸ Κράτος νὰ δέχεται ὅπλα καὶ ἱματισμὸν δι’ 100.000 ἄνδρας, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν θὰ εἶχε τόσους ἢ ἂν θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ τόσους — ἐρωτηθείς, ἐπαναλαμβάνω, πῶς δὲν προεκάλεσε διαγωνισμόν, ἀπήντησε: «Δὲν προεκλήθη διαγωνισμός, διότι δὲν ἐγνώριζα ὅτι ἔπρεπε διὰ τοιαῦτα ἐπείγοντα εἴδη νὰ ἐνεργηθῇ διαγωνισμὸς...» Δὲν ἐγνώριζεν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Νίδερ, ὅτι αἱ συμβάσεις καὶ αἱ προμήθειαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν γίνονται διὰ διαγωνισμοῦ; Εἶναι δυνατὸν τοῦτο; Διὰ τίνα λόγον δὲν ἤξευρεν ὅτι ἦτο τοιαύτη ἀνάγκη καὶ εἶχε τοιαύτην ὑποχρέωσιν νὰ κάμῃ διαγωνισμόν; Μὴ ἐπρόκειτο περὶ κανενὸς Φρουράρχου, περὶ κανενὸς γυμνασιόπαιδος, ὁ ὁποῖος ἄρτι ἐγκαταλείψας τὰ γυμνασιακὰ θρανία, ἠγνόει τί θὰ εἴπῃ στρατός, πῶς ὀργανώνεται ἡ κοινωνία καὶ πῶς προμηθεύεται τὸ Κράτος τὰ εἴδη του; «Δὲν ἐγνώριζα — λέγει — ἐγώ, Κύριοι, ὅτι ἐχρειάζετο δημοπρασία Πρώτην φορὰν ἤκουον περὶ δημοπρασίας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ πιστεύσητε. Ἀποτείνομαι πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μου». Καὶ λέγω ἐγώ: Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ καλούμενος νὰ διαχειρισθῇ ὅ,τι τιμαλφέστερον ἔχει ἡ Πατρίς, πῶς ἔρχεται καὶ λέγει καὶ ἀξιοῖ νὰ γίνῃ πιστευτός, ὅτι δὲν προεκάλεσε διαγωνισμόν, διότι δὲν ἤξευρεν ὅτι χρειάζεται νὰ γίνῃ διαγωνισμός; Ἄρα, Κύριοι, εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς γεγονότος, τὸ ὁποῖον μεταφραζόμενον λέγει, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰ ἀντίθετα μαρτυροῦσιν ἐψεύδοντο. Ψεύδονται, λοιπόν, ὅλοι οἱ συνταγματάρχαι; Ψεύδεται ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπιμελητείας, καὶ ἀληθείας λέγει μόνον ὁ κατηγορούμενος; Κύριοι, καλεῖσθε νὰ δώσητε τὴν ἀπάντησιν. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα χαρακτηριστικόν. Εἶναι χαρακτηριστικόν, προκειμένου περὶ τοῦ χαρακτῆρος ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστευόμεθα τὰ τιμαλφέστερα καὶ τὰ ἰδεωδέστερα τῶν ἰδανικῶν μας. Καλεῖσθε νὰ δώσητε ἀπάντησιν, διότι τὸ ζήτημα ἔχει σημασίαν. Τίθεται τὸ δίλημμα σκληρόν, βαρύ, ἄκαμπτον, ποῖος ἐκ τῶν δύο λέγει τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἄσπιλος, ὁ λευκὸς στρατιώτης, ἢ ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἐκθέτει ὅλα ὅσα εἶπεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν περὶ τῆς σκανδαλώδους αὐτῆς ὑποθέσεως; Οἱοσδήποτε καί ἄν ψεύδεται τὸ φαινόμενον εἶναι λυπηρὸν καὶ χαρακτηριστικὸν μιᾶς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν παρατηρεῖται ἔλλειψις ἀνδρισμοῦ καὶ δὴ ἀπὸ στρατιωτικούς. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα τῆς ἀπολογίας τοῦ Νίδερ δὲν ἔχουν σημασίαν, ὅτι προηγήθησαν καὶ ἄλλαι συμβάσεις, ὧν αὐτὸς δὲν ἐλάμβανε γνῶσιν καὶ ὅτι τὴν εὐθύνην τῆς παρούσης συμβάσεως τὴν ἔχουσι τὰ ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα κατήρτισαν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἡ καταγγελία του, ὅτι τελικῶς ὁ Πάγκαλος διεμόρφωσε τὴν σύμβασιν, ὅτε ἀπουσίαζεν εἰς Μεσολόγγιον, καὶ αὐτὴ στερεῖται ἀξίας, ὄχι διότι ὁ Πάγκαλος ἀρνεῖται ἀπολύτως τοῦτο καὶ λέγει ὅτι τὴν εὐθύνην τὴν ἔχει ὁ Νίδερ, ἀλλὰ διότι ὁ Νίδερ, ὅ,τι δήποτε καὶ ἄν συνέβαινεν, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλέσῃ τὰ ἀνώτερα μέλη τῆς Ἐπιμελητείας, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ συμβουλευθῇ πρίν ἢ ὑπογράψῃ καὶ δημοσιεύσῃ τὴν ὡς εἴρηται σύμβασιν. «Μετὰ τὴν ἐπάνοδόν μου, λέγει, εὗρον ἕτοιμον τὸ σχέδιον καὶ τὸ ὑπέγραψα». Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως πᾶν ἄλλο προκύπτει ἢ τοῦτο, διότι σᾶς εἶπον καὶ ἀνωτέρω ὅτι ἡ ὑπηρεσία καὶ ὁ κ. Μακκᾶς μετέβησαν καὶ τοῦ εἶπον ὅλας των τὰς ἀντιρρήσεις καὶ τὸν ἀφῆκαν νὰ κάμῃ μετὰ τοῦτο ὅ,τι ἤθελε κρίνει συμφέρον. Ἀλλ’ οὔτε τὰς ἀντιρρήσεις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε τίποτε ἄλλο καὶ ὑπέγραψε καὶ ἐδημοσίευσε τὴν σύμβασιν. Κατόπιν ὅλων τούτων καὶ ἡ πρότασις τοῦ παρὰ τῷ Ἀνωτάτῳ Ἀνακρ. Συμβουλίῳ ἀνακριτοῦ καὶ τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ὁλόκληρον καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ συμφωνοῦσι καὶ προτείνουσι τὴν παραπομπὴν τοῦ Θεοδώρου Παγκάλου καὶ τοῦ Κ. Νίδερ, διότι κατήρτισαν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρίας Κυρκίνη, παραβιάσαντες τὸν νόμον περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, βλάψαντες ἐκ προθέσεως τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας δι’ ὅρων ἐπαχθῶν καὶ ἐπιζημίων διὰ τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἐὰν παραλείψωμεν, τὸ γεγονός, ὅτι ἐδόθησαν 30 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἀτόκως καὶ ἀνασφάλιστα εἰς μίαν Ἑταιρίαν, καὶ τὰ τόσα ἄλλα μελανὰ σημεῖα τῆς συμβάσεως καὶ ἡ συμμετοχὴ κατόπιν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν Ἑταιρίαν μὲ μεγάλους μισθούς, ἀποδεικνύει ὅτι, ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἀπὸ τὰς σκανδαλωδεστέρας τῆς Δικτατορίας καὶ τὸ γεγονὸς στηρίζει ὁλόκληρον τὴν κατὰ τῶν ἐγκαλουμένων κατηγορίαν. Ἔχω διὰ τοῦτο τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλή, ἂν μή τι ἄλλο, θὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην καὶ θὰ εἶναι ἀπολύτως πεπεισμένη ὅτι, οὕτω πως ἐνεργοῦσα, θέλει ἀποδώσῃ πραγματικὴν δικαιοσύνην καὶ θὰ ἀσφαλίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§60ΑΛ. ΜΕΡΟΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη ἐπεκυρώθη ἀπὸ τὴν Βουλήν;
§61Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, εὑρεθεῖσα πρὸ μιᾶς δημιουργημένης καταστάσεως, συνυφασμένης μὲ μίαν ἐκκρεμότητα τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἐτροποποίησε τὴν σύμβασιν ταύτην, ἀπαλείψασα ὅλας ἐκείνας τὰς σκανδαλώδεις διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαλειφθοῦν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταρτισθῇ μία νέα σύμβασις, ἥτις νὰ δύναται νὰ εἶναι ἀνεκτή.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10.30′ μ. μ. (Ὥρᾳ 9.45′) Μετὰ τὴν διακοπήν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τακτοποιηθῶσι καλλίτερον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Εἶχε ληφθῇ ἀπόφασις νὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 5½. Ἐν τούτοις οὐδέποτε κατωρθώσαμεν νὰ ἀρχίζωμεν πρὸ τῆς 7ης, μετὰ δὲ τὴν διακοπὴν οὐδέποτε πρὸ τῆς 11½. Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν ὑπερκόπωσιν τῶν βουλευτῶν καὶ εἰς τὴν χαλάρωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὸ μὲν ἀπόγευμα νὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 5,30, ἐὰν δὲ ἐργώμεθα καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον νὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 10,30 καὶ νὰ τελειώνωμεν εἰς τὰς 12.30, διότι πέραν τῆς ὥρας ταύτης εἶναι ἀδύνατον νὰ παραμείνωμεν.
§65Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησιν τὴν ἰδικήν μου καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς κ. Βουλευτάς, ἵνα τὰς συνεδριάσεις ἀρχίζωμεν ἐνωρίτερον. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, θὰ ἐνθυμεῖται ὅτι πολλάκις εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ μὲ εἶδεν ἐνταῦθα εὑρισκόμενον.
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐκ μέρους ἡμῶν οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει. Τοῦτο μόνον θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω νὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 5 καὶ νὰ τελειώνωμεν τὴν 10ην, δεδομένου, ὅτι μετὰ τὸ φαγητὸν οὐδεμία σοβαρὰ συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, αὔριον ἀκριβῶς εἰς τὰς 5,30 θὰ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις.
§68Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Ἐὰν ἀρχίζουν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς εἰς τὰς 5, πότε θὰ ἐργάζωνται αἱ ἐπιτροπαί;
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄς ἔλθουν μετὰ τὸ δεῖπνον.
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄς ἐργάζωνται τὸ πρωΐ.
§71Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ μὴ προκαλοῦντα ἀντίρρησιν, ἵνα ξεκαθαρισθῇ, ἡ Ἡμερησία Διάταξις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαβάζωμεν καθ’ ἑκάστην 4 σελίδας διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν σειρὰν τῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλομεν νὰ λάβωμεν τὸν λόγον.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, αὔριον εἰς τὰς 5,30. Τώρα τὰ νομοσχέδια. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ στρατιωτικῆς ἱεραρχίας καὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν». Ὁ κ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§73Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον «περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν, ρυθμίζον τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ γίνωνται αἱ προτάσεις πρὸς προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως κατ’ ἐμὲ τὸ κυριώτερον τῶν νομοθετημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν συγκρότησιν τοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ στρατοῦ. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς θὰ ἴδετε εἶναι ἡ κατὰ μεγίστην ἀναλογίαν προαγωγὴ τῶν ἀξιωματικῶν κατ’ ἐκλογὴν εἰς ὅλους τοὺς βαθμούς, πλὴν τοῦ βαθμοῦ τῶν ὑπολοχαγῶν, προαγομένων εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ κατ’ ἀρχαιότητα. Ὅσον καὶ ἂν φαίνεται ὡραία ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ προαγωγὴ τῶν ἀξιωματικῶν κατ’ ἐκλογὴν θὰ δώσῃ εἰς τὸ στράτευμα τοὺς ἀρίστους τῶν ἀξιωματικῶν ὡς Διοικητὰς αὐτοῦ, κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἂν ψηφισθῇ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξασθένησιν μέχρις ἐπικινδύνου βαθμοῦ τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῆς συναδελφότητος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ εἰς τὴν πλήρη χαλάρωσιν τῆς συνοχῆς καὶ τῆς γαλήνης τοῦ στρατεύματος. Μέχρι τοῦ 1911, κύριοι Βουλευταί, ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν κατ’ ἀρχαιότητα. Ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν στρατηγῶν δύο πίνακες. Εἷς πίναξ τῶν κρινομένων κατ’ ἀρχαιότητα καὶ εἷς πίναξ τῶν κρινομένων ὡς στασίμων τῶν μὴ ἐχόντων τὰ προσόντα, τουτέστιν νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν.
§74Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶσθε ἐν ἀκριβείᾳ. Ὁ νόμος ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1891.
§75Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι μοῦ δίδετε ἓν ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ μὴ ψηφισθῇ, διότι ἐνῷ ἴσχυεν ὁ νόμος αὐτὸς περὶ προαγωγῆς καὶ κατ’ ἐκλογὴν ἀπὸ τοῦ 1861 ἐν τούτοις δὲν ἐφηρμόσθη. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἔκρινον τότε οἱ Διοικηταὶ τοῦ στρατεύματος, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ, οἱ Διοικηταὶ ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ σωφροσύνη εἶναι γνωστά. Ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1911 ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος αὐτὸς ἐπέφερε πλήρη ἀναστάτωσιν εἰς τὸ στράτευμα. Οἱ Διοικηταὶ τῶν Σωμάτων δὲν ἐγνώριζον τί νὰ κάμουν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μᾶς ἐκάλεσεν ὁ τότε Διοικητής μας καὶ μᾶς εἶπε: Κύριοι, ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ προάγωνται κατ’ ἀρχαιότητα, ἂς λέγῃ ὁ νόμος, ὅτι θὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογήν. Καὶ ὅταν εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ εἶπε. Κύριε Διοικητά, πολὺ καλά, ἀλλ’ ἂν οἱ ἄλλοι Διοικηταὶ προτείνουσι τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν των τί θὰ γίνῃ; δὲν θὰ ἀδικηθοῦμε ἡμεῖς; Αὐτό, εἶπε, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ μεγάλη φυσιογνωμία τῶν Στρατηγῶν Μανουσογιαννάκη καὶ Δαμιανοῦ, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις εἰς τὸ στράτευμα ἥτις ἤρχισε νὰ διασαλεύεται ἐκ βάθρων ἕνεκα τῶν ἀνομοίων καὶ ἀδίκων συνεπῶς προτάσεων πρὸς προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν ὑπὸ τῶν Διοικητῶν των. Παρὰ δὲ τὴν σθεναρὰν ἐκείνην ἐπιρροὴν τῶν Στρατηγῶν Μανουσογιαννάκη καὶ Δαμιανοῦ, εἴδομεν ἐν τούτοις κατὰ τοὺς πολέμους ἐκείνους προαγομένους κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἐπιτελείου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν γενναιότατα δὲν προήχθησαν. Πολλοὶ τούτων ἔπεσαν εἰς τὸν δεύτερον Βαλκανικὸν πόλεμον εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν μὲ τὴν πικρίαν εἰς τὸ στόμα, ὅτι παρηγκωνίσθησαν, ὡς π. χ. ὁ Παπακυριαζῆς, ὡς ὁ Βελισσαρίου, ὁ Κολοκοτρώνης, οἱ σημαιοφόροι αὐτοὶ τῶν μαχῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ὁ νόμος ἐφηρμόσθη διά τινας, κ. Συνάδελφοι. Ἐγένετο ὁ πίναξ Α. εἰς τὸν πόλεμον 1912–1913 κατὰ τὸν ὁποῖον προήχθησαν ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἐπιτελείου, ἐνῷ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς καὶ οἵτινες δὲν εἶχαν προταθῆ εἰς τὸν πίνακα Α, αὐτοὶ οἱ σημαιοφόροι καὶ οἱ νικηταὶ τῶν πολέμων 1912–13, αὐτοὶ δὲν προήχθησαν. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ νόμος αὐτός. Ἐάν, λοιπόν, ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦ ἔτους 1911, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ καλῶς δὲν ἐφηρμόσθη καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ στράτευμα μέχρι τοῦ 1911 ἡ ἐκπαίδευσις μὲν ὑστέρει κατά τι, ἡ συνοχὴ ὅμως καὶ ἡ γαλήνη αὐτοῦ ἦτο ἀρίστη καὶ δι’ αὐτὸ εἴχομεν τὰ κατορθώματα τῶν πολέμων τοῦ 1912–1913 κατὰ τοὺς ὁποίους εἴδομεν ἀξιωματικοὺς νὰ τρέχουσιν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας πρὸς βοήθειαν τῶν ἀγωνιζομένων σκληρὸν ἀγῶνα συναδέλφων των, διότι ἠσθάνοντο ἀλληλεγγύην καὶ ὄχι ἀπέχθειαν πρὸς αὐτούς.
§76Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἴσχυεν ὁ νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἀξιωματικοὶ προεβιβάζοντο ὅλοι κατ’ ἐκλογήν. Καὶ εἰς τὰ Διατάγματα κατ’ ἐκλογὴν ἀνεγράφοντο. Ἀλλ’ ὅμως, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, πράγματι προεβιβάζοντο κατ’ ἀρχαιότητα. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ στράτευμα προετίμα τὴν κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγὴν καὶ παρέβλεπε τὴν κατ’ ἐκλογήν, ἴσως διότι δὲν εἶχον ἐμφανισθῇ περιστάσεις ἐπιβάλλουσαι τὴν προαγωγὴν κατ’ ἐκλογήν.
§77Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Θὰ ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ, κ. Βοζίκη.
§78Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὑπάρχει πλάνη τις· ἡ προαγωγὴ ἐγένετο μὲν κατ’ ἐκλογὴν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς, χωρὶς ὅμως νὰ μεταβάλλεται ἡ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητος αὐτῶν. Δηλαδή, ἀντὶ νὰ ἀναγράφεται εἰς τὸ σχετικὸν Διάταγμα ἡ φράσις, ὅτι προάγονται κατ’ ἀρχαιότητα, ἀνεγράφετο ὅτι προάγονται κατ’ ἐκλογήν. Ἡ φράσις διέφερεν, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ σειρὰ ἀρχαιότητος. Ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεταβάλλει καὶ τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν, διότι εἰς τὸ ἄρθρον τέταρτον ὁρίζεται ὅτι αἱ προαγωγαὶ θὰ γίνωνται ἐν ἀναλογίᾳ ὡρισμένῃ, κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογήν.
§79Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Σήμερον εἰδικῶς λόγῳ τῆς συνθέσεως τοῦ στρατεύματος, ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλοὶ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦν νὰ προαχθοῦν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κάποια διαφορά.
§80Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Βεβαίως, κ. Συνάδελφε, ἂν ἠδύνατο ἡ κρίσις ὅλων τῶν Σωματαρχῶν νὰ εἶναι ὁμοιόμορφος καὶ ἡ κρίσις αὐτῶν νὰ ἔμενεν ἀνεπηρέαστος, βεβαίως τότε θὰ εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογὴν οἱ ἀξιωματικοί. Φυσικῶς ὅμως ὑπάρχει διάφορος ἀντίληψις περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν Ἀξιωματικῶν μεταξὺ τῶν Σωματαρχῶν τοῦ στρατεύματος. Σᾶς ἀνέφερα τί συνέβη τὸ ἔτος 1913, ὁπότε μᾶς ἐκάλεσεν ὁ Σωματάρχης μας καὶ εἶπεν, ὅτι «ἔχω, κύριοι, τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ προάγωνται κατ’ ἀρχαιότητα οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοί. Σᾶς λέγω τοῦτο ἵνα μὴ σᾶς κακοφανῇ». Τοῦ εἴπομεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι ἐφόσον ὅλος προάγονται κατ’ ἐκλογὴν, ἡ κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγὴ θὰ μᾶς φέρῃ μοιραίως εἰς τὴν κατάστασιν τῆς στασιμότητος. Μᾶς ἀπήντησεν, ὅτι δὲν πιστεύει, ὅτι θὰ ζημιωθῶμεν. Τοῦτο εἶναι ἡ πρώτη ἀδικία ἡ ὁποία γίνεται καὶ μεγίστη ἀδικία μεγίστης εὐρύτητος. Δευτέρα ἀδικία ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ, ἂν ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι, ὅτι λόγῳ τῶν προστριβῶν αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ στράτευμα καὶ αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ διαφόρων λόγων καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ πολέμου, αἱ προτάσεις τῶν Διοικητῶν τῶν Μονάδων δὲν θὰ εἶναι ἀμερόληπτοι ὅσον ἀφορᾶ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους εὑρίσκονται εἰς οὐχὶ καλὰς σχέσεις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς θέλοντας νὰ βλάψωσι τοὺς κατωτέρους των νὰ δύνανται νὰ τὸ πράξωσι χωρὶς νὰ ὑφίστανται τὸν κίνδυνον τοῦ ἐλέγχου. Ὅταν π. χ. εἷς ἄριστος προαχθῇ κατ’ ἀρχαιότητα ζημιοῦται ἐν σχέσει μὲ τὸν νεώτερόν του, ὅστις καίτοι οὐχὶ ἱκανώτερός του, προάγεται κατ’ ἐκλογήν. Ὁ ἄριστος ἐκεῖνος Ἀξιωματικὸς εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποστρατευθῇ. Μὲ τὴν προαγωγὴν κατ’ ἀρχαιότητα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀδικηθῶσι πολὺ καλοὶ ἀξιωματικοί, διότι τότε θὰ εἶναι ἐξόφθαλμος καὶ καταφανὴς ἡ ἀδικία τὴν ὁποίαν θὰ διαπράξῃ ὁ Διοικητής των. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως τούτου, ὡς εἶπον δίδομεν τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ κάμουν κακὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός των, νὰ ἀδικήσουν ἀξιωματικοὺς ἀρίστους χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλέγχωνται. Ἐνῷ διὰ τῆς προαγωγῆς κατ’ ἀρχαιότητα δηλαδὴ ἂν γίνουν δύο πίνακες εἷς διὰ τοὺς στασίμους καὶ εἷς διὰ τοὺς προακτέους κατ’ ἀρχαιότητα, δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς κίνδυνος νὰ ἀδικηθοῦν οἱ καλοὶ ἀξιωματικοὶ οὔτε αὐτοὶ οἱ Ναπολέοντες τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διότι δὲν θὰ ἐμποδίζεται ἡ ἄνοδος αὐτῶν εἰς τὰς ἀνωτάτας βαθμίδας. Τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων κρίνει κυρίως περὶ τῶν προακτέων συνταγματαρχῶν καὶ Στρατηγῶν, διότι τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς δὲν τοὺς γνωρίζουσι καλῶς οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Συμβούλιον Ἀντιστράτηγοι. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅλοι οἱ ὑπασπισταὶ καὶ οἱ κόλακες ἀξιωματικοὶ θὰ προτείνωνται κατ’ ἐκλογήν, ἐνῷ οἱ στερεοὶ καὶ ἀξιοπρεπεῖς ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προτείνωνται ἴσως καὶ κατ’ ἀρχαιότητα καὶ ἑπομένως θὰ ἀδικοῦνται καίτοι ἱκανώτεροι τῶν ἄλλων.
§81Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει συναίσθησις τοῦ καθήκοντος;
§82Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὑπάρχει ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀνθρώπινον, ἂν θέλετε, ὁ Διοικητὴς νὰ προτείνῃ τὸν ὑπασπιστήν του κατ’ ἐκλογήν· τὸν λοχαγὸν ὅμως Διοικητὴν τοῦ λόχου, ὅστις ἔχει τόσας εὐθύνας, ἐὰν ὑπέπεσεν εἰς τὴν παραμικρὰν παράλειψιν, ἐνῷ εἶναι ἀξιωματικὸς ἄριστος, θὰ τὸν προτείνῃ ἴσως κατ’ ἀρχαιότητα. Αὐτὴν τὴν ἀδικίαν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπέλθουν τοιαῦται προστριβαὶ μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοιαῦται ραδιουργίαι καὶ τοιαῦται ἀδικίαι, ὥστε ἡ συνοχὴ καὶ ἡ ὁμόνοια τοῦ στρατεύματος διατρέχει τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων. Εἶμαι ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος, Κύριοι Βουλευταί, ἐνδιαφερόμενος ὅμως διὰ τὸ στράτευμα, ὅπως καὶ σεῖς, σᾶς ἐκλιπαρῶ καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ καταψηφίσετε παμψηφεὶ τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἐὰν ψηφισθῇ, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατεύματος. Ὅλαι αἱ θεωρίαι, ὅτι θὰ συνέρχωνται οἱ Διοικηταὶ τῶν μονάδων καὶ ἀπὸ κοινοῦ θὰ κάμωσι τὰς προτάσεις διὰ νὰ εὕρωσι τίς εἶναι ὁ καλλίτερος εἶναι ἁπλῆ θεωρία μὴ δυναμένη νὰ δώσῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι, ὅτι μία πρότασις πρὸς προαγωγὴν ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ προέρχηται ἢ ἐκ πείσματος ἢ ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως ἢ καὶ διαφόρου ἀντιλήψεως πρὸς τοὺς ἄλλους θὰ ἀδικῇ τὸν ἀξιωματικὸν καὶ θὰ συντελέσῃ οὐχὶ εἰς τὴν ἀλληλεγγύην τοῦ Σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, οὐχὶ εἰς τὴν γαλήνην καὶ συνοχὴν τοῦ στρατεύματος, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν πρόοδον τοῦ Στρατοῦ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, διότι καὶ ἡ ὥρα εἶναι περασμένη, ἀλλὰ καὶ διότι φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι εἶσθε ὅλοι πεπεισμένοι, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον πρέπει νὰ καταψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§83Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὁμολογουμένως εἶναι ἓν ἐκ τῶν σοβαρωτάτων νομοσχεδίων τῶν ἀφορώντων τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Τρία εἶναι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ θεμελιώδη, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται καὶ ἑδράζεται ὁ στρατός. Πρῶτον πῶς προέρχονται τὰ στελέχη, δηλ. τὸ «περὶ προελεύσεως τῶν στελεχῶν», β) πῶς ἀμείβονται καὶ εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὴν ἀμοιβὴν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ πῶς ἐλέγχονται καὶ γ) ὁ ἕτερος ἐπίσης θεμελιώδης νόμος, ὁ «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν» τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν ἤδη. Ἠκούσατε ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, δῆλον ὅτι, ἐὰν πρέπῃ ἡ προαγωγὴ τῶν ἀξιωματικῶν νὰ γίνεται μόνον κατ’ ἀρχαιότητα ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνηται κατ’ ἐκλογὴν καὶ κατ’ ἀρχαιότητα. Κύριοι Συνάδελφοι, τὸ ἔργον τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν λεπτὸν ἔργον ἐξ ὅλων τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐκτελοῦνται. Πάντες δὲ γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰ λοιπὰ ἐλεύθερα ἐπαγγέλματα ἐὰν εἶναι τις ἱκανός, δραστήριος καὶ παράγει ἓν ἔργον σοβαρόν· ὅπως π. χ. ἕνας δικηγόρος, ἕνας ἰατρὸς ἀμείβεται, διότι ἀποκτᾷ περισσοτέραν πελατείαν καὶ ἑπομένως ἀμείβεται περισσότερον.
§84Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν τὸν κρίνει κανεὶς τὸν ἰατρὸν καὶ τὸν δικηγόρον.
§85Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Σᾶς ἤκουσα, κ. Συνάδελφε, μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κ. Συνάδελφοι, ὅτι ἐὰν εἰς τὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα τὰ ἐλεύθερα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμείβεταί τις διὰ τῆς ἐργασίας του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὸ κατ’ ἐξοχὴν λεπτὸν ἔργον τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθοῦν εἰς μίαν σειρὰν ἀρχαιότητος, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἠθέλομεν μεταβάλλει τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν εἰς ἓν ἄψυχον Σῶμα, καὶ θὰ προσπαθῇ ἕκαστος μόνον καὶ μόνον ἵνα μὴ τὸν παίρνῃ τὸ ζήτημα τῆς στασιμότητος νὰ εἶναι παρὼν νὰ εἶναι ἄμεμπτος, ἀλλὰ νὰ ἐργάζηται περισσότερον καὶ νὰ παράγῃ ἔργον ἐξαιρετικὸν, καλλίτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ θέλῃ νὰ διοικῇ τὸν στρατόν, δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς λόγος.
§86Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Πῶς θὰ τὸν κρίνετε;
§87Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Θὰ φθάσω, κύριε Συνάδελφε, εἰς αὐτό. Θὰ ἴδωμεν τί συμβαίνει ἀλλαχοῦ. Δὲν ὑπάρχει, σᾶς τὸ λέγω προκαταβολικῶς τοῦτο, ἐν οὐδεμιᾷ χώρᾳ τὸ σύστημα ἀξιωματικοὶ νὰ προάγωνται μόνον κατ’ ἀρχαιότητα. Ὑπάρχει κατ’ ἐκλογὴν καὶ κατ’ ἀρχαιότητα. Καὶ πράγματι, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος—οὐχὶ βεβαίως ἀκριβῶς, διότι δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα—ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1861 ὁ ὁποῖος ὁρίζει καὶ ἐκλογὴν καὶ κατ’ ἀρχαιότητα καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐφηρμόσθη ὅμως ἐν Ἑλλάδι καὶ ἤρχισεν μόνον νὰ ἐφαρμόζηται μετὰ τοὺς πολέμους τοῦ 1912 καὶ 1913. Καὶ πραγματικῶς παρουσιάζεται ἡ δυσχέρεια πῶς θὰ ἐκλέγωνται αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέγωνται κατ’ ἐκλογήν. Τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον ὅπως ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὥριζε τοῦτο, ἵνα ἐκ τῶν κάτω εἶναι ὀλίγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογὴν καὶ τοῦτο, διότι μεταξὺ τῶν πολλῶν ἀξιωματικῶν ὀλίγοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ διακρίνωνται διὰ τὴν δραστηριότητα διὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα παρήγαγον καὶ διὰ τὸν ἐν γένει χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον ἐπιδεικνύουν. Ἑπομένως αὐτοὶ θὰ δυνηθοῦν ταχέως νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τοὺς ἀνωτέρους καὶ ἀνωτάτους βαθμοὺς διὰ νὰ διοικήσουν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται αὐτοί; Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν προέτεινα ἐγὼ τότε καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὅπως διὰ πανηγυρικοῦ τινος τρόπου ἀναγνωρίζωνται αἱ ὑπηρεσίαι καὶ ἐξελέξαμεν ἕνα τρόπον, ὥστε νὰ ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διαταγῇ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς δεῖνα παρήγαγε τὸ δεῖνα ἔργον, ἐγύμνασε τοὺς στρατιώτας καλά, εἰς τρόπον, ὥστε μὲ ὅλας τὰς δυσκολίας αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθοῦν δὲν εἶναι δυνανὸν νὰ εὑρεθῇ Σωματάρχης ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀναγράφῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διαταγῇ, ὅτι εἶναι ὀλίγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ διακρίνωνται καὶ ἑπομένως αὐτοὶ θὰ ἀποτελέσουν τοὺς κατ’ ἐκλογὴν προακτέους. Νομίζω, ὅτι καθιστᾷ τοῦτο τόσον προσεκτικὸν τὸν διοικητὴν ἐκεῖνον, ὥστε νὰ προάγεται ὁ ἱκανός. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ὑπὸ ἄλλην μορφήν, δηλαδὴ οὐχὶ οἱ ὀλίγοι νὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογήν, ἀλλ’ οἱ περισσότεροι καὶ οἱ ὀλιγώτεροι νὰ προάγωνται κατ’ ἀρχαιότητα, καὶ τοῦτο διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους, ὅπως καὶ ἐγὼ ἐπείσθην καίτοι ἤμην πρότερον ἀντίθετος.
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁρίζεται ἀριθμὸς τῶν προαγωγῶν κατ’ ἐκλογήν;
§89Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Μάλιστα. Ὁρίζεται ποσοστόν. Ὅσον προχωροῦν πρὸς τὰ ἄνω τὰ ποσοστὰ τῶν κατ’ ἐκλογὴν αὐξάνονται καὶ οἱ λοιποὶ προάγονται κατ’ ἀρχαιότητα.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι μείζων ὁ ἀριθμὸς τῶν κατ’ ἐκλογὴν καὶ μικρότερος τῶν κατ’ ἀρχαιότητα, ἐνῷ εἰς τοὺς ἄλλους στρατοὺς συμβαίνει τὸ ἀντίθετον.
§91Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ πρὸς τὸν λοχαγὸν τὸ ⅓ καὶ τῶν ⅔ κατ’ ἀρχαιότητα καὶ ὅσον προχωροῦν πρὸς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν εἰς τὸν γαλλικὸν στρατὸν καὶ σχεδὸν εἰς πάντας τοὺς στρατούς, ἐνῷ ἐδῶ συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Ἐσκέφθησαν, ὅτι ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ ἐκ τοῦ πολέμου προερχόμενοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα εἰς τρόπον ὥστε νὰ κρίνωνται αὐστηρῶς καὶ ἑπομένως αὐτοὶ θὰ κρίνωνται ὅλοι κατ’ ἀρχαιότητα, καὶ εἶναι δυνατὸν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ εἶναι ἱκανοὶ ἀξιωματικοὶ καὶ νὰ μὴ προάγωνται, διότι δὲν ἔχουν τὰ στοιχεῖα, δυνατὸν νὰ εἶναι καλοὶ ἀξιωματικοὶ μὴ δυνάμενοι νὰ προαχθῶσιν οὔτε κατ’ ἐκλογὴν οὔτε κατ’ ἀρχαιότητα καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ Σωματάρχης διαφεύγει τὸν κίνδυνον νὰ προαγάγῃ τὸν εὐνοούμενον. Εἶπον, ὅτι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ τὰ 6)10 θὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογὴν καὶ τὰ 4)10 κατ’ ἀρχαιότητα, εἰς τρόπον ὥστε μόνον ἂν εἶναι κανεὶς ἀνίκανος νὰ μένῃ στάσιμος. Αὐτὸ εὑρίσκω ἐγώ, ὅτι εἶναι τὸ μόνον ἐφαρμόσιμον εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν καὶ ἐδέχθην τὴν ἄποψιν αὐτήν, μολονότι σᾶς εἶπον, ὅτι ἤμην ἀμείλικτος κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, διότι μόνον διὰ τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν ἱκανοὺς ἀξιωματικούς. Διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, κ. Συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ καθ’ ἣν οἱ ἀξιωματικοὶ πολὺ ἀργὰ θὰ καταλαμβάνουν τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς καὶ τότε μόνον διὰ τοῦ συστήματος τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς θὰ δυνάμεθα νὰ εὑρίσκωμεν ἐκείνους οἵτινες θὰ διοικοῦν τὸ Στράτευμα. Λοιπόν, ἐδέχθην τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἠκούσατε διὰ τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον νὰ προάγωνται οἱ περισσότεροι κατ’ ἐκλογὴν καὶ οἱ ὀλίγοι κατ’ ἀρχαιότητα. Ἀλλά, ὑποθέτω, ὅτι θὰ δεχθῆτε τὴν ἄποψιν, ὅτι ἐν καιρῷ πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς προαγωγῆς τῶν ὀλίγων κατ’ ἐκλογὴν εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμούς, καὶ τῶν πολλῶν εἰς τοὺς ἀνωτέρους, ὥστε μόνον εἷς μικρὸς ἀριθμὸς ἀνωτέρων νὰ προάγεται κατ’ ἀρχαιότητα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μείνουν στάσιμοι μόνον οἱ ἀποδεδειγμένως ἀνίκανοι. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, ἤθελον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν καὶ δὲν φαντάζομαι, ὅτι δὲν θὰ δεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπερ περιέχει τὸν ὅρον τῆς προαγωγῆς κατ’ ἐκλογὴν ἡ ὁποία κατηργήθη διὰ τοῦ Ν. Δ. τῆς Δικτατορίας μόνον καὶ μόνον, διότι οἱ περισσότεροι ἀξιωματικοί, οἱ περισσότεροι οἱ ὁποῖοι ἐβοήθησαν τὴν Δικτατορίαν ἦσαν ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ προαχθῶσιν κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἕν μόνον ζήτημα ἤθελα νὰ σᾶς τονίσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰσήγαγε καὶ ἓν ἄρθρον ἄστοχον κατὰ τὴν γνώμην μου εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἐγὼ καὶ προφορικῶς παρέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ δικαίως ἴσως μοῦ εἶπεν, ὅτι εἰσήγαγε τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐπειδὴ ἀξιωματικοί τινες, διότι μὲ τὸν ἰσχύοντα τότε ὀργανισμὸν ὑπῆρχον θέσεις χηρεύουσαι καὶ δὲν προήχθησαν, ἤγειραν ἀγωγὰς καὶ ἐδικαιώθησαν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, κατόπιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θὰ ἠδύναντο νὰ ἀκυρωθῶσιν αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου. Κατὰ τὰ ἄλλα τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ Κύριοι Βουλευταί.
§92Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὡρισμένην παρατήρησιν ἔχω νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Διατάγματος. Λέγω δηλαδή, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτό, ψηφιζόμενον, ἀποτελεῖ κατάλυσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, κατάργησιν τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Τούτου δὲ δεδομένου, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπέρχεται μία σύγχισις τῶν ἐν τῷ Κράτει ἐξουσιῶν. Τὸ ἄρθρον 18 λέγει τὸ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Πᾶς πολίτης, πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος, πᾶς ἀξιωματικὸς εἶναι φυσικόν, ὅταν νομίζῃ, ὅτι ἀδικεῖται νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταφεύγῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ δικαίου του. Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἐν τάξει, ὅταν βλέπῃ ἑαυτὸν τόσον καταφόρως ἀδικούμενον, νὰ κλίνῃ τὸν αὐχένα καὶ νὰ λέγῃ: μὲ ἀδικεῖς καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν ἀδικίαν. Νομίζω, ὅτι ὑποχρέωσις τοῦ πολίτου εἶναι νὰ ἐξαναστῇ καὶ νὰ μὴ ἀνεχθῇ τὴν προσγενομένην κατ’ αὐτοῦ ἀδικίαν. Τοῦτο ἔπραξαν οἱ ἀδικηθέντες τότε ἀξιωματικοὶ καὶ ἡ Δικαιοσύνη, ἡ ἀμερόληπτος, ἡ Δικαιοσύνη, εἰς τὴν ὁποίαν παρεστάθη ἡ καταπάτησις αὐτὴ τῶν κειμένων νόμων, ἡ Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἐξήλεγξε τὴν ὑπόθεσιν ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ ἀκριβείᾳ καὶ ἐπείσθη, ὅτι συμφώνως τῷ νόμῳ ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὸν προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχον κεναὶ θέσεις, ὁ Ὑπουργὸς ὅμως παραβλέπων τὸν νόμον δὲν τοὺς προήγαγεν, ἡ Δικαιοσύνη, ἐπαναλαμβάνω ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ δίκαιόν των καὶ δὲν τὸ ἀπέδωκεν. Αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων ἐπεκυρώθησαν καὶ ὑπὸ τῆς Ἀνωτέρας Ἀρχῆς, ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου, πάντες δὲ ἐννοοῦσιν, ὅτι εἰς ἓν εὐνομούμενον Κράτος, εἰς ἓν Κράτος ὅπου ὑπάρχει ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἀμέτοχος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, οἱ καταφυγόντες εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ δικαιωθέντες ἔπρεπε νὰ μὴ εὕρωσι κανὲν ἐμπόδιον. Ἔρχεται ὅμως ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία καὶ θέλει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει κατανοήσει καὶ ὁ Ὑπουργὸς θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν προσγενομένην ἀδικίαν καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ. Καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν μερικὴν ἀδικίαν, διότι ἐγὼ δὲν ἐντοπίζω τὴν ἀντίληψίν μου εἰς αὐτὸ μόνον τὸ ζήτημα. Ἐξετάζων ἀπὸ εὐρυτέρας ἀπόψεως τὸ πρᾶγμα, εὑρίσκω, ὅτι ἡ Ὑπουργικὴ αὐτὴ ἐνέργεια εἶναι μία ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἔρχεται ἀντιμέτωπος εἰς τὸ κείμενον Σύνταγμα, εἶναι μία ἐνέργεια ἡ ὁποία, ἐὰν ἐπικρατήσῃ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ πλέον τίποτε εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς πλέον νὰ εἶναι ἥσυχος καὶ βέβαιος, ὅτι δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν Ἑλλάδι. Δὲν ἠμπορεῖ κανείς, ἔχων ὑπὲρ αὐτοῦ ἀπόφασιν ἀμετάκλητον, μὴ ὑποκειμένην εἰς ἔφεσιν, νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ δίκαιόν του, διότι στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς. Ὑποθέτω, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μόνος του θὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο. Διότι τί γίνεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἔρχεται μία διάταξις τοῦ νόμου μὲ μίαν ἀδιαφορίαν ἡ ὁποία, τίποτε περισσότερον τίποτε ὀλιγώτερον, ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι σβύνω μὲ μίαν μονοκονδυλιὰν ὁλόκληρον δικαστικὴν ἀπόφασιν. Ἀλλὰ τότε καταργεῖ μὲ μίαν μονοκονδυλιὰν ἐξ ὁλοκλήρου τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ὅταν ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι τὰ δικαστήρια τὰ ἀσκοῦντα τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐκ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἀπεφάνθησαν ὀρθῶς, δικαιώσαντα τὸν Α ἢ Β πολίτην καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι ἐγώ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα Διάταγμα καὶ τίθεμαι ὑπεράνω τοῦ Πρωτοδικείου, γίνομαι ἀνώτερος τοῦ Ἐφετείου, ἀνώτερος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀνώτερος ὁλοκλήρου τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας καὶ ἀπαλείφω ὅλα ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, ὅλα ὅσα τὰ δικαστήρια εἶπον. Δύναται βεβαίως νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Βουλή, ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω πρότερον ἐὰν εἶναι εἰς τὴν θέσιν της μία τοιαύτη διάταξις καὶ ἂν ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὑπὸ τῆς διατάξεως ταύτης. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἀπὸ οἱασδήποτε ἀπόψεως καὶ ἂν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν ἐνταῦθα, διότι ἀποτελεῖ κατάργησιν τῆς Δικαιοσύνης, κατάργησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας κατάργησιν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη ἐτίθετο μὲ μελλοντικὴν ἰσχύν, νὰ ἔλεγε τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, τὸ ζήτημα θὰ ἦτο ἄλλο, ἀλλὰ ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχύν, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο δεικνύει ἢ τὴν παράνομον ἐνέργειαν τὴν ὁποίαν ἔρχεται νὰ κυρώσῃ καὶ νομοθετικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι δὲ παρανομωτάτη ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι καταργεῖ οὗτος κείμενον νόμον μετὰ βάσανον τῆς Βουλῆς καταρτισθέντα, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ὡρισμένας ὑποχρεώσεις εἰς τὸν Ὑπουργόν, τὰς ὁποίας οὗτος δὲν ἐξετέλεσε, διότι αὐθαιρέτως ὅλως, ἔρχεται καὶ λέγει δὲν ἐννοῶ νὰ σεβασθῶ τὸν κείμενον νόμον. Ἐννοῶ διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὸν θέσω ἐκποδών, νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσω αὐθαιρέτως, ὡς ἄλλος οἱοσδήποτε δικτάτωρ, νὰ τὸν σταματήσω ὁλοσχερῶς καὶ νὰ ἀναλάβω μόνος τὴν εὐθύνην νὰ ἐνεργήσω προβιβασμούς, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θελήσεώς μου καὶ θὰ ἔλθω κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὴν τὴν παράνομόν μου ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ἐτέθη ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν καὶ τὸ Σύνταγμα, αὐτὴν τὴν παράνομον πρᾶξιν νὰ τὴν ἐγκρίνῃ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἀντιληφθῇ πλήρως τὸ παράνομον τῆς τοιαύτης ἐνεργείας του, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἀποδεχθῇ μίαν τοιαύτην ἐνέργειαν. Ἐπίσης μοὶ γεννᾶται μία ἀπορία· ἡ ἀπορία εἰς τὸ ἄρθρον 17 ἐδάφιον 4, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει). Αἱ διατάξεις αἱ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 157517 ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κλπ.». Ἀπὸ διττῆς ἀπόψεως ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἔχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέσιν, πρῶτον διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἀπὸ οὐδεμιᾶς ἀπόψεως νὰ καλούμεθα νὰ νομοθετῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει ἐγκυκλίων. Δὲν εἶναι κἂν οὐδὲ νομοτεχνικὸν νὰ καθιστῶμεν διάταξιν νόμου, μίαν διάταξιν περιλαμβανομένην εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν τάδε ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§93Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐνεργείας.
§94Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;
§95Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρ.). Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς ἁπλούστατα. Ὅτι κατὰ νόμον πρέπει εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν νὰ ἀρχίσουν νὰ ὑποβάλλωνται αἱ προτάσεις. Ὅταν ἦλθεν ἡ ἐποχὴ αὐτή, εὑρίσκετο ἤδη ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ Ν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐτροποποίει τὸν νόμον. Ἔπρεπεν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπέβαλον τὰς προτάσεις...
§96Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Ὑπουργέ. Εὑρίσκετο τὸ Διάταγμα ὑπὸ τὴν κύρωσιν τίνος;
§97Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§98Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ νέον αὐτὸ Διάταγμα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται;
§99Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Μάλιστα.
§100Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀπὸ πότε ἔχει ἰσχὺν αὐτό; Ἀφ’ ἧς ἐξεδώκετε τὴν ἐγκύκλιον;
§101Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Μάλιστα.
§102Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δηλαδὴ ἀπὸ πότε χρονολογεῖται, διότι οὐδὲ κἂν ἀναφέρατέ τι περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλήν.
§103Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Δὲν ἐνθυμοῦμαι πότε.
§104Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔχει σπουδαίαν σημασίαν αὐτό.
§105Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὑποθέτω κατὰ Ἰανουάριον.
§106Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τίνος ἔτους;
§107Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Ἐφέτος. Λοιπόν, ἔπρεπεν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπέβαλον τὰς προτάσεις, νὰ ἤξευρον, ὄχι τίνα ἐνέργειαν θὰ ἔκαμνον, ἀλλὰ μὲ τίνα διάταξιν θὰ συνεμορφοῦντο.
§108Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν κείμενοι νόμοι;
§109Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Ἀφήσατε, παρακαλῶ. Ὑπῆρχεν ἡ πιθανότης ἢ σχεδὸν ἡ βεβαιότης, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ τελικὸς νόμος τῶν προτάσεων, δηλαδὴ ἡ σύγκλησις τοῦ Συμβουλίου θὰ ἐγίνετο, τὸ Συμβούλιον θὰ εὑρίσκετο πρὸ ἑνὸς νέου νόμου, καὶ εἶχον εἰδοποιηθῆ αἱ Ἀρχαί, ὅτι αὐταὶ εἶναι αἱ τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὸ Νομοθετ. Διάταγμα. Νὰ τὰς ἔχετε ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν προτάσεων, ὥστε τὸ Συμβούλιον νὰ μὴ εὑρεθῇ πρὸ προτάσεων γενομένων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄλλου νόμου. Ἐλήφθη, λοιπόν, ἡ πρόνοια, διὰ νὰ μὴ συμβοῦν ἀκριβῶς ἀνωμαλίαι, νὰ γίνουν αἱ προτάσεις ὡς κανονίζονται εἰς τὸ τροποποιούμενον Διάταγμα. Ἐὰν δὲ δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν ἐξεδίδετο νέος νόμος, τότε θὰ ἐπαφίετο εἰς τὸ Συμβούλιον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ἰσχύοντα νόμον. Δι’ αὐτὸ καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦτο εἶναι συντεταγμένον καὶ καὶ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς ἐγκυκλίου. Ἦτο μία πρόνοια τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἄλλωστε δὲν ἔφερε κανὲν ἀποτέλεσμα, διότι δὲν ἐπῆλθε καμμία ἐνέργεια.
§110Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργέ, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κακίζω καὶ τὸ κακίζω ἐξ ὁλοκλήρου. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Κατὰ τίνα λογικὸν εἱρμόν, κατά τινα νομικὴν τάξιν θὰ ἦτο δυνατὸν οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς νὰ ἐκδίδῃ μίαν ἐγκύκλιον καὶ νὰ λέγῃ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὰς κατωτέρας Ἀρχὰς πρὸς τοὺς Σωματάρχας ἢ οἱασδήποτε ἄλλας Ἀρχάς, καὶ νὰ ζητῇ νὰ τηρηθῇ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Κύριοι, ὑπάρχει κείμενος νόμος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὀφείλουν νὰ γίνωνται ὡρισμέναι προτάσεις πρὸς προβιβασμόν. Ἀλλ’ ἐγώ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔρχομαι καὶ σᾶς λέγω διὰ τῆς ἐγκυκλίου μου, τὸν νόμον αὐτὸν τὸν κείμενον, νὰ μὴ τὸν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, διότι ὑπάρχει ἡ πιθανότης, ὑπάρχει στὸ μυαλὸ τὸ ἰδικό μου ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι λίαν ἐνδεχόμενον ὁ νόμος αὐτὸς νὰ μεταβληθῇ, καὶ ἀναλαμβάνω ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε τὴν εὐθύνην δι’ αὐτό. Σταματήσετε τὸν νόμον, καταργήσατε τὸν νόμον, ἀναστείλατε τὸν νόμον, ἀναλαμβάνω ἀκεραίαν δι’ αὐτὸ τὴν εὐθύνην ἐγώ, διότι ἔχω εἰς τὸν νοῦν μου, νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πιθανῶς νὰ καταργήσῃ ἢ νὰ τροποποιήσῃ τὸν κείμενον νόμον. Καὶ προχωρῶ ἐγώ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ σᾶς λέγω, μὲ τὴν πεποίθησιν ἢ μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος αὐτός, σᾶς λέγω, ὄχι μόνον νὰ μὴ ἐφαρμόσητε τὸν κείμενον νόμον, ἀλλὰ σᾶς προσθέτω ἀκόμη νὰ ἐφαρμόσητε μίαν ἐγκύκλιον ἣν σᾶς στέλλω, ἡ ὁποία ἀδιάφορον ἐὰν δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδενὸς νόμου.
§111Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Πρόκειται διὰ τὸν τρόπον τῆς ὑποβολῆς τῶν προτάσεων. Παρερμηνεύετε τὰ πράγματα.
§112Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν παρερμηνεύω τίποτε. Τὴν ἐνέργειάν σας αὐτὴν κακίζω ἐξ ὁλοκλήρου. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ οἷος δήποτε ἔχων τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ στηρίζηται πάντοτε ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων καὶ ἐπὶ τῆς νομιμότητος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διακρίνῃ πάντοτε τὰς ἐνεργείας οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ εἶναι ἐν ἀπολύτῳ τάξει οὗτος. Ἐὰν ἀρνηθῆτε τοῦτο, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, φρονῶ ὅτι δὲν σκέπτεσθε ὀρθῶς, καὶ θὰ ἦτο πολὺ βαρὺ νὰ ζητῆτε ἡ ἐνέργεια ἡ ἔκνομος νὰ κυρωθῇ δι’ ἑνὸς Ν. Διατάγματος. Ἀντιθέτως ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι πρῶτος ἐξ ὅλων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναθεωρῶν τὰ ζητήματα καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον τῆς ἐγκυκλίου, θὰ θελήσῃ, ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσῃ καθ’ ὃν τρόπον ἐνήργησε, θὰ θελήσῃ, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν εὐθικρισίᾳ, νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀπαλειπτέα. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ συνέβη τίποτε, ἀλλὰ χάριν τῆς τάξεως, χάριν τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων νόμων κατὰ τρόπον παραδειγματικόν, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται εἰς πάντα διαχειριζόμενον κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, χάριν λέγω τῆς τάξεως, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρῶτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ θελήσῃ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ πλάνην εἰσήγαγε τὴν διάταξιν ἐκείνην καὶ νὰ ἐνεργήσετε καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξα ἐξ ἀρχῆς. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν παρ’ Ὑμῶν νὰ ἐνεργήσητε κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα ἐξ ἀρχῆς. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι τόσον ἡ διάταξις αὕτη, χάριν τῆς τάξεως, χάριν τῆς ὀρθῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, χάριν τῆς ὀρθῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, χάριν ἐν γένει τῆς ἐπικρατήσεως μιᾶς νομιμότητος, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἂν ἐπικρατήσωσιν ἀντίθεται ἐκδοχαί. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν αὐτῆς ἐξετάζων τὸ ζήτημα, ἔχω ἑδραίαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλή, αἰρομένη εἰς τὸ ὕψος της, θὰ θελήσῃ νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν αὐτήν.
§113Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, συνέπεσε χωρὶς νὰ εἶμαι στρατιωτικὸς νὰ μετέχω τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Κατὰ τὴν γνώμην μου φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄρτιον, καὶ ἀντιθέτως πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς κατ’ ἐκλογὴν ἀρχαιότητος εἶναι ὀρθόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 18 νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα συνεζητήθη διὰ μακρῶν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ παμψηφίας ἀπεφάσισε τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ 18ου ἀποσκοπεῖται ὅπως μὴ δημιουργηθοῦν (ἀναγινώσκει) «δικαιώματα ἅτινα κλπ.» Εἰδικώτερον εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν προέβη εἰς προβιβασμούς, τοὺς ὁποίους ὑποχρεοῦται ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ κάμῃ, ὡρισμένοι ἀξιωματικοὶ προσέφυγον εἰς δικαστήρια καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἀνεγνωρίσθη τὸ βάσιμον τῶν ἀπαιτήσεων. Τώρα διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 18, τὸ ὁποῖον ἔχει διαγραφῇ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ὁποῖον ἐπανέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν—μεριμνᾷ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου —ἀνατρέποντας τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον συνεπείᾳ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Φρονῶ, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐπέρχεται μία σύγχυσις ὁρίων ἐξουσιῶν, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀνατρέπεται τὸ δεδικασμένον· νεώτερος ὅμως νόμος δὲν δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τὸ δεδικασμένον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§114Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ ὅμως νὰ δεχθῆτε τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 18, καθόσον δὶς ἀπερρίφθη παμψηφεὶ καὶ ὅταν ἐτέθη ὑπὸ τοῦ νῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νόμου, ἀπερρίφθη ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ παράνομον.
§115Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, πρῶτον θέλω ἀπαντήσει μὲ ὀλίγας λέξεις εἰς τὴν κριτικὴν ἡ ὁποία ἐγένετο ὅσον ἀφορᾷ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐπίκρισιν τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς. Νομίζω, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι πρωτάκουστον εἰς σῶμα ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τοῦ στρατοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου στρατοῦ ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τοῦ Κράτους νὰ διαμφισβητῆται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἐπιλογῆς. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι εἶναι πρωτοφανές, εἶναι τοὐναντίον γεγονὸς ὅτι εἶναι νόμος ἰσχύων ἀφ’ ἧς σχεδὸν συνέστη τακτικὸς στρατὸς ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν δὲ ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία ὅπως γνωρίζετε κατὰ τὸ πλεῖστον λαμβάνεται ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ, οὗτος ἀνέκαθεν ἔχει τὸ σύστημα τοῦτο· ἐὰν δὲ ὅπως εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος δὲν ἐφηρμόσθη, δὲν εἶναι τοῦτο σημεῖον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, τοῦτο ὠφείλετο εἰς τὴν φυτοζωΐαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ στρατὸς μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, φυτοζωΐας, ἡ ὁποία ἔκανε νὰ προάγωνται ἀνίκανοι μεθ’ ἱκανῶν καὶ δίκαιοι μετ’ ἀδίκων. Εἶναι ἀρκετὰ γνωστὴ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἐξιστορήσω. Εἶναι γνωστὸν καὶ ἔχω ζωηρὰν τὴν μνήμην, ζωηροτέραν ἴσως τοῦ κυρίου συναδέλφου, ἔχω λέγω ζωηρὰν τὴν ἀντίληψιν τῶν διοικήσεων μονάδων, αἵτινες ἀνετέθησαν εἰς ὡρισμένους ἀξιωματικούς, μακαρίτας ἴσως τοὺς περισσοτέρους σήμερον, κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἀξιωματικοὺς ἀνικάνους ὄχι νὰ ἱππεύσωσι, ἀλλὰ καὶ νὰ βαδίσωσι ἀκόμη καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἔχοντας διοίκησιν μονάδος, ἄνευ ὅμως τῆς ζωτικότητος τοῦ σωματάρχου, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται εἰς ἕνα ἄνθρωπον ἔχοντα τοιαύτην εὐθύνην, ἐκ τοῦ ὅτι τοῦ παραδίδονται 3.000 ἀνθρώπινοι ψυχαὶ διὰ νὰ τὰς διοικήσῃ. Λοιπὸν δὲν ἐφηρμόσθη, διότι ἦτο ἡ κατάστασις τῶν λιμναζόντων ὑδάτων, ὅπως εἶπεν ἕνας πολιτικὸς ξένος. Ἐν Γαλλίᾳ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπήραμεν τὴν νομοθεσίαν αὐτήν, ὄχι μόνον ἐφηρμόσθη ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγή, ἀλλ’ ἐφηρμόσθη θρησκευτικῶς καὶ ἡ ἀναλογία τῆς προαγωγῆς κατ’ ἐκλογὴν ἄρχεται ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ἐνθυμοῦμαι ζωηρότατα, κατὰ τὰ ἔτη ποὺ ἐπέρασα μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων τοῦ στρατοῦ ἐν Γαλλίᾳ, μετὰ πάσης ἠρεμίας καὶ ἄνευ τῶν συνήθων ζηλοτυπειῶν, μοῦ ἔλεγον ὑπολοχαγοὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον δώδεκα καὶ δεκαπέντε χρόνια ὑπηρεσίας, ὅτι ὁ τάδε συνάδελφος θὰ προαχθῇ πρωτήτερα, διότι θὰ μπῇ εἰς τὸν πίνακα ἢ διότι ἐμπῆκε εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ πολέμου, διότι ἔκαμε τὴν τάδε ἢ τὴν τάδε ἐργασίαν, ἡ ὁποία τὸν ἔθεσεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἀρνηθῇ κανεὶς μίαν ἀρχὴν παραδεδεγμένην παντοῦ καὶ νὰ καθιερώσῃ τὸ σύστημα τῆς ἰσοπεδώσεως, σύστημα ὀλέθριον διὰ πάντα ὀργανισμόν, σύστημα μὴ ὑπάρχον ἄλλωστε εἰς οὐδένα ὀργανισμόν, οὔτε ἐν Ἑλλάδι φαντάζομαι, διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι καθιερωμένον εἰς κανένα κλάδον εἰσερχόμενος ὁ Εἰρηνοδίκης νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταλήξῃ, προαγόμενος μὲ τὴν ἀρχαιότητά του εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναλογίαν τῆς ἐκλογῆς, κατὰ τοῦτο ὑπάρχει καινοτομία ἥτις ἐγεννήθη ἀκριβῶς πρὸς περιφρούρησιν καὶ τῶν ἀτόμων καὶ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ποθουμένου διὰ τῆς ἐκλογῆς σκοποῦ. Ὑπῆρχε τουτέστιν ἀνέκαθεν διὰ τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς ὁ μόνος ἀποκλειστικῶς τρόπος προαγωγῆς κατ’ ἐκλογήν, ἑπομένως ὁ ἑκάστοτε ὑποβάλλων τὰς προτάσεις Διοικητὴς μονάδος εὑρίσκετο εἰς θέσιν, ὥστε ἕνα ἀξιωματικὸν νὰ τὸν κρίνῃ προακτέον ἢ στάσιμον. Αἱ διακρίσεις ὅμως δὲν εἶναι τόσον ἀπότομοι, ἰδίως σήμερον μετὰ μακρὰν πολεμικὴν περίοδον· ὑπάρχουσι πλεῖσται περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Σωματάρχης, ὅσον καὶ ἐὰν εἶναι αὐστηρός, ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα θὰ καταστήσωσιν ἕνα ἀξιωματικὸν ἱκανὸν νὰ διοικῇ ἀνωτέρας μονάδας, ἀλλὰ καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὰς ὑπηρεσίας. Παρέχεται τοιουτοτρόπως μία δικαιοδοσία, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ μίαν αὐστηροτέραν ἀλλὰ καὶ δικαιοτέραν κρίσιν. Αὐτὸ ἀποσκοπεῖ τὸ ποσοστὸν τῶν δύο δεκάτων τὸ διδόμενον εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς κατ’ ἀρχαιότητα. Ὅσον ἀφορᾷ ἐπίσης τὴν διαφορὰν τῶν ἀντιλήψεων, τὴν ὁποίαν ἐφοβήθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ τοῦτο εἶναι μία καινοτομία ἀντὶ αἱ προτάσεις νὰ ὑποβάλωνται ἀπὸ τοὺς διοικητὰς τῶν μονάδων, διὰ νὰ καταλήξωσι μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἑκάστην ἀνωτέραν μονάδα νὰ γίνῃ συντονισμός, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀντιλήψεων τῶν διοικητῶν τῶν ὑποδεεστέρων μονάδων. Θὰ ἐξηγήσωμεν διὰ τίνα λόγον ἔχει ὁ ἕνας τόσας κατ’ ἐκλογὴν καὶ ὁ ἄλλος τόσας. Τὸ ἴδιον θὰ γίνῃ εἰς τὸ Σῶμα Στρατοῦ. Ὁ Διοικητὴς θὰ συγκαλέσῃ παρ’ αὑτῷ τοὺς Διοικητὰς τῶν ὑπ’ αὐτοῦ Μεραρχιῶν, ὥστε διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ λαμβάνονται ὅλαι αἱ δυναταὶ ἐξασφαλίσεις, ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ ἓν πνεῦμα ἑνιαῖον; Δὲν θὰ προκύψουν τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα ἐφοβήθη ὁ κ. Βουλευτής. Δὲν ἐκτείνομαι περιπλέον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ θεωρῶ τόσον κεφαλαιῶδες καὶ παντοῦ γενόμενον καὶ αὐταπόδεικτον, ὥστε νὰ μὴ νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται περαιτέρω συζήτησις Νομίζω, ὅτι ἐφαρμοζόμενος ὁ νόμος αὐτὸς θὰ δημιουργήσῃ βαθμηδὸν παραδόσεις καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ, ὥστε νὰ δημιουργήσῃ ἕξεις καὶ παραδόσεις καὶ τότε θὰ καρποφορήσῃ, ὅταν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Δύναται ἕνας νόμος νὰ φαίνεται περίεργος, νὰ ἔχῃ καινοτομίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου, νομίζω, ὅτι ἐξασφαλίζομεν τὸ μέλλον καὶ τὴν γαλήνην. Ἂς ἔλθω καὶ εἰς τὸ περίφημον ἄρθρον 18. Ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξεν εἶναι δυνατὸν παρ’ ἡμῖν τὸ πλεῖστον νὰ θεωρῆται ὅτι δὲν εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ πρὸς τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐγὼ ἀπέβλεψα εἰς τὸ ἑξῆς οὐσιαστικὸν γεγονός, ὅτι ἀνέκαθεν οἱ νόμοι οἱ ἰσχύοντες ἐπὶ τῶν προβιβασμῶν καθορίζουν ὑποχρεώσεις ῥητὰς διὰ τὸν Ὑπουργόν, πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων. Ἀλλὰ δύο τινὰ συνέβησαν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὴν περιωρισμένην περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος βουλευτής.
§116Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Παραδειγματικῶς.
§117Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρ.). Ναί. Λέγω, ὅτι δύο τινὰ συμβαίνουν, εἴτε διὰ τὸν α ἢ διὰ τὸν β λόγον. Πολλάκις θέλει ὁ Ὑπουργὸς νὰ φανῇ ἀρεστὸς εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ἀκούουσαν μετά τινος δυσφορίας τὴν λέξιν προβιβασμὸς, καὶ διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐπίκρισιν δὲν κάμνει τοὺς προβιβασμοὺς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μὲ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν πηγαίνουσιν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ κερδίζουν. Δεύτερος λόγος ὁ ὁποῖος ἐγέννησε τὴν περίπτωσιν τῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεων, εἶναι οἱ ὀργανισμοὶ οἱ προβλέποντες τὸν ἀριθμὸν τῶν θέσεων. Εἰς ἕνα βαθμὸν ὑφίστανται αὐξομειώσεις, ἐὰν π.χ. ὑπάρχουσιν 180 θέσεις εἰς ἕνα βαθμὸν καὶ δὲν συνεπληρώθησαν, ἔρχεται μετὰ ἓν ἔτος μία Κυβέρνησις καὶ τὰς περικόπτει καὶ τὰς κάμνει 80. Εἰς αὐτὴν τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν οἱ προβιβασμοὶ γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ, καλῶς ἢ κακῶς δὲν τὸ ἐξετάζομεν. Σᾶς εἶπον ὅτι δύο περιπτώσεις ὑπάρχουν, ἢ ἔτσι τὸ θέλει ὁ Ὑπουργὸς ἢ ἐν τῷ μεταξὺ περικόπτονται αἱ θέσεις.
§118Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπεράνω ὅλων εἶναι ὁ νόμος.
§119Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τοῦτο κυρίως ἀπέβλεψα ν’ ἀπαλλαγῇ τὸ δημόσιον δικῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ τὸ ἀναγκάσουν νὰ πληρώσῃ ἀρκετὰ ἑκατομμύρια. Ἤθελον νὰ ἀπαλλάξω τὸ Δημόσιον. Ἐὰν μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ Βουλή, κρίνουσα ὅτι εἶναι τὸ Κράτος εἰς καλλιτέραν οἰκονομικὴν κατάστασιν, νομίζῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ μὴ γίνῃ, χάριν τῆς δικαιοσύνης, αὐτὴ ἡ ἀπόδοσις τῶν βαθμῶν, δηλῶ ὅτι δὲν θὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως θὰ ἀποσύρω τὸ ἄρθρον.
§120Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰσάγεται κακῶς καὶ προτύπως πρὸς συζήτησιν. Ἐξεδόθη ἓν Νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει συνταγματικῆς διατάξεως. Παρεπέμφθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν, ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τροποποιημένον ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ τὸ Διάταγμα σύμφωνα μὲ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἐπικυρωθῇ, συζητούμενον ἐφ’ ἅπαξ. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν ἀναγράφεται ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις, ἐν τούτοις δὲν ἔρχεται τὸ Ν. Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔρχεται ἄλλο νομοσχέδιον τροποποιημένον ἐντελῶς, δηλ. τὸ Διάταγμα τὸ ὁποῖον συζητεῖται δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἐντελῶς νέον. Οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν δὲ εἰς τὴν κανονικότητα, ἀσφαλῶς πρέπει νὰ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ συζητηθῇ κανονικῶς εἰς δύο ἀναγνώσεις.
§121Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος ἠθέλησε νὰ προβάλῃ τὴν διὰ τῶν Ἐπιτροπῶν ἐξάσκησιν τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν ἐκ μέρους τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας μὲ διαφόρους ἐγγυήσεις. Μία ἐκ τούτων τῶν ἐγγυήσεων εἶναι καὶ ἡ μετὰ ταῦτα ὑποβολὴ τοῦ ἐγκριθέντος νομοθετικοῦ διατάγματος εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ, ἀναμφισβητήτως ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπορρίπτῃ. Κατὰ συνέπειαν δύναται ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς νὰ προτείνῃ τροποποιήσεις καθ’ ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἐγκρίνῃ τὸ Διάταγμα.
§122Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δυνατὸν ὅμως νὰ συμβῇ τὸ προσαγόμενον Διάταγμα νὰ εἶναι τροποποιημένον κατὰ πάντα, ὥστε νὰ καταντᾷ νέον νομοσχέδιον; Τοῦτο θὰ ἦτο μία καταστρατήγησις τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα δυνάμεθα νὰ τὰ τροποποιήσωμεν, δὲν ὑπάρχει ὅριον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ σταματήσῃ ἡ τροποποίησις αὕτη. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ μείζονα προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα.
§123Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἐπέτρεψε τὴν ἐφάπαξ συζήτησιν τῶν Διαταγμάτων εἶναι τὸ ὅτι αὐτὰ ὑπέστησαν τὴν βάσανον τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατὰ συνέπειαν τροποποιήσεις, μὴ διελθοῦσαι ποσῶς διὰ τῆς βασάνου τῆς Ἐπιτροπῆς, δύνανται νὰ ψηφισθοῦν διὰ τῆς ἐφάπαξ συζητήσεως; Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐπιψήφισις δι’ ἐφάπαξ συζητήσεως, ἐφόσον δὲν προηγήθη ἐπὶ ἑκάστης τροποποιήσεως γνωμοδότησις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν αὐτό.
§124Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν μηνῶν καὶ μακρὰν σειρὰν νομοσχεδίων ἐψηφίσαμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ πρὸς κύρωσιν εἰσαχθέντα νομοθετικὰ διατάγματα. Ἀλλὰ θέλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος κατὰ τοῦτο ἐκαινοτόμησεν. Ὅτι τὸ γινόμενον ἄλλοτε, ὁπότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἠσκεῖτο ἐνίοτε ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐπικυρώσεως τῶν γενομένων ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀντικατεστάθη διὰ μιᾶς συντόμου διαδικασίας κανονικῆς, ἐξαιρετικῶς μὲν ἀσκουμένης, ἀλλὰ κανονικῆς. Τί ἐγίνετο προηγουμένως; Ἀπῃτεῖτο ἀπὸ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα πάντοτε ἡ ἐπιψήφισις εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Ἤδη ἠρκέσθη ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης εἰς μίαν ἀνάγνωσιν. Μετεχειρίσθη τὰς λέξεις, ὅτι εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, ἥτις γίνεται δι’ ἐπιψηφίσεως «κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ἐφάπαξ». Ἡ κύρωσις, λέγει τὸ Σύνταγμα, γίνεται δι’ ἐπιψηφίσεως κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἕν μόνον δικαίωμα εἶχε, νὰ ἐγκρίνῃ ἐν ὅλῳ, ἢ νὰ ἀπορρίψῃ ἐν ὅλῳ, θὰ ἦτο περιττὴ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Ὁ νομοθέτης ὁ συνταγματικὸς διατάσσει ἀκριβῶς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ τὰς τροπολογίας καί νὰ μὴ ἀφαιρέσῃ ἕνα ἀπὸ τὰ κυριώτερα δικαιώματα τοῦ βουλευτοῦ, τὸ τῆς ὑποβολῆς τροπολογιῶν. Ἐὰν ἤθελε τὸ Σύνταγμα νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ θεμελιῶδες τοῦτο δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, ἢ θὰ τὸ ἔλεγε ρητῶς «μὴ ἐπιτρεπομένης τροπολογίας», ἢ ἁπλούστατα δὲν θὰ ἐμνημόνευε τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Δεδομένου δέ, ὅτι ἕκαστος τῶν βουλευτῶν δύναται νὰ ὑποβάλλῃ τροπολογίας, καὶ ὅτι δύνανται νὰ ὑποβληθοῦν 250 τροποποιήσεις, διὰ τίνα λόγον θὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, εἰς βουλευτὴν ἔστω, ἀσκοῦντα τὸ αὐτὸ δικαίωμα, νὰ ὑποβάλῃ καὶ αὐτὸς τροπολογίας; Δὲν νομίζω, λοιπόν, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ πλέον καὶ νὰ καταναλώσωμεν τὴν ὥραν ὁλόκληρον ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐφημίσθη πολλάκις κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔθιξε τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι καὶ θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§125Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα μιὰ φορὰ γιὰ πάντα. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ τροποποίησις τῶν τοιούτων Διαταγμάτων, διότι δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ σχέδια νόμων, τὰ ὁποῖα ἐφάπαξ ψηφίζονται· ἔχομεν καὶ ἄλλην κατηγορίαν νομοσχεδίων ἐφάπαξ ψηφιζομένων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιδεκτικὰ τροπολογιῶν. Εἰδικώτερον δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, ἐξωμοίωσε ταῦτα πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ψηφίζονται εἰς πλείονας ἀναγνώσεις, διότι ἄλλως θὰ ἔλεγεν, ὅτι ψηφίζονται εἰς τὸ σύνολον. Τί νόημα θὰ ἔχῃ ἡ ψήφισις κατ’ ἄρθρον, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγραφῇ ἓν ἄρθρον; Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἐδόθη ἕως τώρα καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§126Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πάντως ὅμως πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, διὰ νὰ μὴ εἴμεθα ἀφειδεῖς εἰς τροποποιήσεις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὡς τροποποιήσεις νὰ τίθενται νέαι διατάξεις, μὴ ἔχουσαι καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ περιεχόμενον τοῦ Διατάγματος.
§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ θὰ ἀπετέλει καταστρατήγησιν· δὲν ἠμποροῦμεν δὲ νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ καταστρατηγήσεων, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ γίνουν καὶ εἰς τὰ νομοσχέδια. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν ἠμπορεῖ νὰ διορθώσῃ ὁ Ὑπουργὸς ἓν νομοσχέδιον καὶ νὰ τὸ παρουσιάσῃ ἐντελῶς καινούργιο.
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐκεῖ θὰ μεσολαβήσῃ ἐπὶ τέλους ἡ εἰς τὸ σύνολον ψήφισις.
§129Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Μερικὰς λεκτικὰς τροποποιήσεις. Εἰς τὸ ἄρθρον 9, ὅπου λέγει «ἡ αʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 20 ἀντικαθίσταται» θὰ τεθῇ «εἰς τὴν αʹ παράγραφον προστίθεται». Εἰς τὴν γʹ παράγραφον ἀντὶ «οἱ κατωτέρω κλπ.» θὰ γίνῃ «οἱ ἀνωτέρω μετέχουσι τῶν συνεδριάσεων, ἄνευ ψήφου». Ἀφορᾷ τοὺς ἐπιθεωρητάς. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 25 ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς: «Οἱ ἀνωτέρω πίνακες εἶναι ὑποχρεωτικοὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὅστις, κυρώνων τούτους, προκαλεῖ τὰ σχετικὰ Διατάγματα κλπ». Εἶναι μία δέσμευσις τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τὴν κύρωσιν τῶν πινάκων. Καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 16 «ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει δι’ ἅπαντας τοὺς ἀξιωματικούς, εἰς ἃ ὅπλα καὶ σώματα ἀνήκουσι κλπ.»
§130Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργός, δεχθεὶς τὴν διαγραφὴν τῆς κακῶς περιληφθείσης διατάξεως 18 εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἐξησφάλισε τὴν ἰδέαν τοῦ δικαίου, ἐξυπηρέτησε τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης. Τώρα ἐὰν τὸ Κράτος, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, πρόκειται νὰ ζημιωθῇ ὀλίγα ἑκατομμύρια χάριν τοῦ γοήτρου τῆς δικαιοσύνης, αὐτὸ δὲν παίζει κανένα ρόλον. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἡ κατ’ ἐκλογήν προαγωγὴ δὲν εἶναι τίποτε νέον. Εἶναι σύστημα παλαιότατον, ἰσχῦον ἀφ’ ἧς ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησεν ὠργανωμένον στρατόν, μὲ μόνην τὴν διαφοράν ὅτι ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη δὲν ἐφηρμόζετο, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς κατωτέρους βαθμούς.
§131Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Καὶ εἰς τοὺς ἀνωτέρους δὲν ἐγίνετο κατ’ ἐκλογήν, ἀλλὰ προήγοντο κατ’ ἀρχαιότητα.
§132Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγίνοντο κατ’ ἐκλογήν, παραλειπομένων ἄλλων. Εἶναι μάλιστα γεγονός, ὅτι ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου, ἐγίνοντο, ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ κανείς, προαγωγαὶ πάντοτε κατ’ ἐκλογήν. Βεβαίως ἐὰν καταργήσωμεν τὴν προαγωγὴν κατ’ ἐκλογήν, δὲν νομίζω ὅτι θὰ σταματήσωμεν τὴν ἔφεσιν πρὸς τὸν ἡρωϊσμόν, πρὸς τὰς γενναίας πράξεις, πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ πρὸς τὴν ἱκανότητα. Ἀλλὰ τοῦτο, ἐφόσον δικαίως ἐκτιμᾶται, καὶ ὄχι μόνον ἐκτιμᾶται ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ χαρακτηρίσουν τοὺς ἀξιωματικοὺς ὡς προακτέους κατ’ ἐκλογήν, ἀλλὰ καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ ὅλους ὡς δικαία πρότασις ἡ γενομένη πρότασις, διότι ἐφόσον δὲν ἤθελε συμβῆ τοῦτο, ἀσφαλῶς δὲν θὰ παρασκευάζῃ τὰ ἀγαθὰ διὰ τὸ στράτευμα ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγή. Ἀπεναντίας θὰ δημιουργῇ μίαν κατάστασιν ἄγουσαν εἰς πολὺ κακὰ συμπεράσματα. Βεβαίως, ἴσχυσεν ἡ διάταξις αὐτὴ, καὶ πρέπει νὰ ἰσχύῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ’ ἐγὼ μόνον ἐκεῖ διΐσταμαι, ὅτι ἔπρεπε δι’ ὀλίγον καιρὸν νὰ μὴ λειτουργήσῃ ἡ διάταξις αὐτή. Προήγοντο οἱ ἀξιωματικοὶ κατ’ ἐκλογήν, ἐγένοντο προτάσεις κατ’ ἐκλογὴν ἄλλοτε, ὅτε τὸ στράτευμα ὑπῆρχε διὰ τὸ Κράτος καὶ ὄχι τὸ Κράτος διὰ τὸ στράτευμα, ὅτε ἦτο ἀνεπτυγμένον τὸ αἴσθημα τῆς συναδελφότητος, ὅτε οἱ ἀξιωματικοὶ ἦσαν προσκεκολλημένοι εἰς τὸ «πιστεύω» τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν καὶ ὀργανισμῶν. Τότε βεβαίως ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ἐξασφάλισις τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς. Ἀλλὰ σήμερον νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τὸ στράτευμα εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Δυστυχῶς ὄχι. Ἐμεσολάβησαν γεγονότα, δικαίως ἢ ἀδίκως, εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς, τοιαῦτα, ὥστε ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος νὰ μὴ ἐμφανίζῃ τὴν γαλήνην, ἡ ὁποία εἶναι προσῆκον νὰ προστατεύῃ καὶ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Εὔχομαι καὶ ἐγὼ ὁλοψύχως τὸ στράτευμα νὰ ἀρχίσῃ νὰ ὁδεύῃ εἰς τὸν δρόμον τοῦ καθήκοντος, τὸ στράτευμα νὰ τείνῃ νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὰ ἔργα του, τὸ στράτευμα νὰ σέβεται καὶ ὑπακούῃ μόνον εἰς τὰς ἐντολὰς καὶ τὰς ἐπιταγὰς τῆς Πολιτείας καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ.
§133Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα.
§134Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει δεδομένα, ὅτι τὸ στράτευμα βαδίζει τὸν δρόμον του. Ἐάν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἐξησφαλισμένη προσηκόντως ἡ ἐκτίμησις τῶν ἀξιωματικῶν κατ’ ἐκλογήν, ἔχει ἀμέριστον τὴν εὐθύνην. Τότε κατ’ ἀνάγκην καὶ ὑπευθύνως θὰ ἐφαρμόσῃ τὰς διατάξεις τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς. Ἐὰν ὅμως, ὅπερ καὶ ἐγὼ ἀπεύχομαι, ἔχῃ λόγους νὰ πιστεύῃ ὅτι εἰς τὸ στράτευμα δὲν ἐπικρατεῖ ἡ γαλήνη, ἡ ὁποία ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ ἐπικρατῇ σήμερον, ἂς ἀφίσῃ εἰς εὐθετώτερον χρόνον τὸ μέτρον τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς. Θὰ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν θὰ προσφέρῃ εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸν τόπον.
§135Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἰσχύει εἰς τὰς ἄλλας Χώρας τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ δὲν φαντάζομαι ὅτι βάσις τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν θὰ εἶναι ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγή. Ὁ κ. Χαβίνης ἔθιξεν ἐμμέσως τὸ ζήτημα. Εἰς κάθε στρατὸν τοῦ κόσμου κατὰ τεκμήριον εἶναι δεκτόν, ὅτι ὅλα τὰ πρόσωπα εἶναι ἠθικά, διότι τὸ προσὸν τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς πρὸ παντὸς πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἠθική.
§136Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Καὶ ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ ἱκανότης.
§137Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐφόσον, λοιπόν, τὰ πρόσωπα εἶναι ἠθικὰ καὶ ἱκανά, ἀναμφισβητήτως τεκμαίρεται ὅτι καὶ ἐν τῷ στρατεύματι τῷ Ἑλληνικῷ ὅλα τὰ πρόσωπα εἶναι ἠθικὰ καὶ ἱκανά. Ἐὰν αὐτὸ τὸ τεκμήριον ἐκλείψῃ, ἐρρέτω καὶ τὸ Κράτος καὶ ὁ στρατός. Κατὰ πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, κατὰ πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατεύματι τὰ πρόσωπα θὰ εἶναι καὶ ἠθικὰ καὶ ἱκανά, ἐὰν δὲ ὡς βάσις τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς τίθεται τοῦτο τὸ στοιχεῖον, θὰ ἤθελον νὰ μάθω, ἡ κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγὴ θὰ εἶναι ἡ ἐξαίρεσις, ἢ ὁ κανών, δεδομένου ὄντος, ὅτι ὅλα τὰ πρόσωπα πρέπει νὰ εἶναι ἠθικὰ καὶ ἱκανά;
§138Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρ.). Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀπολύτως σαφές. Τὰ πρόσωπα ὅλα ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ εἶναι ἠθικά, διότι δι’ ὅποια δὲν εἶναι ἠθικὰ ἐφαρμόζονται ἐναντίον των ὁ νόμος περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν. Παραπέμπονται εἰς τὰ συμβούλια. Τίθενται εἰς ἀπόταξιν. Ὑπάγονται εἰς τὰ στρατοδικεῖα καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐφαρμόζονται διὰ τὴν ἀποπομπὴν τῶν ἀνηθίκων στοιχείων. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ ἠθικότητος. Πρόκειται περὶ ἱκανότητος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι κάτι τι ἀπόλυτον. Ἢ εἶναι τις ἱκανὸς ἢ δὲν εἶναι. Ἀλλ’ ὅπως εἰς ὅλους τοὺς κλάδους καὶ ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουν ἱκανοί, μέτριοι, ὀλιγώτερον ἱκανοί, ἀνίκανοι καὶ χίλιαι ἄλλαι ὑποδιαιρέσεις. Ἐν τῷ στρατῷ, ἀναλόγως τῆς βαθμίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέρχεται κανείς, πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογος καὶ ἡ ἱκανότης. Δύναταί τις νὰ εἶναι ἄριστος λοχαγός, νὰ διοίκησε λόχον ἐπαξίως καὶ νὰ εἶναι μέτριος ὡς ταγματάρχης καὶ ἀνίκανος ὡς συνταγματάρχης Πρέπει νὰ ἔχῃ ὄχι μόνον ἔμφυτα ἢ ἐπίκτητα προσόντα ἱκανότητος, ἀλλὰ συγχρόνως πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν περὶ ἡμᾶς, ὅτι ἄνθρωποι μέχρις ἡλικίας τινὸς ἱκανοί, μετὰ πάροδον ἐτῶν τινῶν γίνονται ἀνίκανοι, καὶ ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πρὸ πέντε ἐτῶν ἦσαν ἀκμαιότατοι, σήμερον εἶναι ἀνίκανοι καὶ ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὡρισμένα στοιχεῖα καὶ ἐφόδια νὰ φθάσουν εἰς ἓν σημεῖον δὲν ἔχουν ἀρκετὰ ἐφόδια διὰ παραπάνω. Ἑπομένως δὲν τίθεται τὸ ζήτημα ἀπολύτως ἂν εἶναι τις ἱκανὸς ἢ ἀνίκανος, ἀλλὰ πρέπει νὰ κρίνεται ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται.
§139Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠθέλησε νὰ θέσῃ ἕνα ὁρισμὸν ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον θέτει τὸ νομοσχέδιον διακρίνων τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴν ἀπὸ τὴν κατ’ ἀρχαιότητα. Διότι τὸ ἄρθρον 2 λέγει: «Οἱ ἀξιωματικοί... (ἀναγινώσκει). Βλέπετε, ὅτι εἶναι διπλῆ ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας πλαισιοῦται ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγή. Τὸ μὲν ἠθικὰ προσόντα, τὸ δὲ ἱκανότης. Αὐτό, λοιπὸν εἶπον καὶ ἐγώ. Οἱ εἰσπηδήσαντες ἐν τῷ στρατῷ δὲν εἰσεπήδησαν ἔξαφνα διὰ τοῦ παραθύρου, ἀλλὰ διότι εἶχον τὰ ἠθικὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐν στρατῷ εἰσόδου, προήχθησαν. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει καμμία παρανόησις, ἀλλὰ πλήρης ἐναρμόνισις τῶν σκέψεών μου πρὸς τὰς ὑμετέρας σκέψεις, τὰς ὁποίας ἀναγράφετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἔλεγον δὲ ἐπιπροσθέτως, ὅτι ἐφόσον εἶναι βάσις τὰ ἠθικὰ προσόντα ἀφ’ ἑνὸς τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἱκανόνοτης, κατὰ τεκμήριον τὰ ἠθικὰ προσόντα ὑπάρχουν εἰς τοὺς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντας. Διότι ἐὰν δὲν ὑπῆρχον, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Συνεχίζων δὲ ἤδη λέγω καὶ τοῦτο: δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς δὲν τίθεται ὡς βάσις τῆς προαγωγῆς ἡ ἐκλογή.
§140ΑΛ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Στρ.). Πλανᾶσθε.
§141Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἢ ἐγὼ πλανῶμαι ἢ σεῖς. Εἰς τὸν Γαλλικὸν στρατόν, ποία εἶναι ἡ ἀναλογία;
§142ΑΛ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Εἰς τὸν Γαλλικὸν στρατόν, οἱ ἀνώτεροι πάντες εἶναι κατ’ ἐκλογήν.
§143Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Προβιβάζονται ὅμως κατ’ ἀρχαιότητα.
§144Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Βλέπετε, ὅτι συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. Βουλευτῆς ἐκ Πρεβέζης; Ἀλλὰ ἤθελα νὰ μάθω, ἀναγράφεται εἰς κανένα στρατὸν κατὰ κανένα, ἢ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴ κατὰ τὰ 8)10;
§145Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Γίνεται κἄποια παρεξήγησις εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐὰν ὅλοι προήγοντο κατ’ ἐκλογήν, τότε δὲν θὰ προήγοντο κατ’ ἀρχαιότητα ὅπως γίνεται σήμερον. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν τὰ 8)10 προάγονται κατ’ ἐκλογὴν καὶ τὰ 2)10 κατ’ ἀρχαιότητα, ἠξεύρετε τί σημαίνει; Ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχουν 11 εἰς ἕνα πίνακα. Προάγονται οἱ δύο κατ’ ἀρχαιότητα καὶ οἱ ὀκτὼ κατ’ ἐκλογήν. Ὁ ἑνδέκατος θὰ μείνῃ ἔξω;
§146Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ μάθω ἂν ὑπάρχῃ χώρα τις, εἰς τά στρατιωτικὰ τῆς ὁποίας νομοσχέδια ἀναγράφεται τοιαύτη διάταξις.
§147Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐπιτρέπετε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω περὶ τίνος πρόκειται; Εἰς τὴν Γαλλίαν ὅλοι οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, ὡς γνωστόν, προάγονται κατ’ ἐκλογήν, ὅπως γίνεται καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἰδοὺ εἰς τί, ἡμεῖς ἐκοινοτομήσαμεν. Ἐὰν ἐκρίνοντο ὅλοι κατ’ ἐκλογήν, θὰ ὑπῆρχον τινὲς ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἦσαν ἄξιοι νὰ καταδικασθῶσιν ὡς μὴ προακτέοι, ἄλλοι δὲ εἶναι καὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ προαχθῶσι κατ’ ἐκλογήν. Αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκρίνοντο στάσιμοι καὶ κατόπιν ἤρχετο τὸ ἄλλο συμβούλιον καὶ τοὺς ἔκρινε προακτέους. Τώρα τί γίνεται; Παρέχομεν τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸ Συμβούλιον, ἵνα, ἀξιωματικοί τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ καταδικασθῶσιν εἰς στασιμότητα, νὰ δύναται νὰ τοὺς προαγάγῃ κατ’ ἀρχαιότητα.
§148Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, δὲν εἶναι διακοπὴ αὐτή. Εἶναι ἀγόρευσις. Βλέπω, ὅτι τρεῖς εἶναι αἱ κατηγορίαι, εἰς τὰς ὁποίας διακρίνονται οἱ ἀξιωματικοί. Πρώτη τῶν κατ’ ἐκλογὴν προακτέων. Δευτέρα τῶν κατ’ ἀρχαιότητα καὶ τρίτη τῶν μὴ προακτέων. Δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ κανεὶς εἰδικὰς γνώσεις διὰ νὰ ἐννοήσῃ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, ἐγὼ λέγω τοῦτο: Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐφθάσαμεν μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε εὐεκτεῖ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ σκέψις, ὅτι τὰ 8)10 νὰ δύνανται νὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογὴν καὶ οὐχὶ κατ’ ἀρχαιότητα; Ἐπειδὴ δὲ ἐθίξατε ἓν σημεῖον τῶν σκέψεών μου, καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος, ἐὰν εἶναι ὀρθὸν νὰ τίθεται ὡς βάσις ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγή, ἐγὼ σᾶς λέγω ὄχι, εἰλικρινῶς πονῶν τὸν τόπον καὶ ὄχι σκεπτόμενος μὲ τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖον σκέπτονται ἄλλοι, πατριωτικῶς βέβαια, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμφερόντων τῆς τάξεώς των. Εἶναι σήμερον ἐποχὴ τοιαύτη; Ἐφόσον ἤλθομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ νὰ προσφέρωμεν τὴν εἰρήνην εἰς τὸν τόπον καὶ τὴν γαλήνην εἰς τὸ στράτευμα, φοβοῦμαι μήπως ἐκ τῆς χονδρικῆς ταύτης κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς, δημιουργηθῇ κατάστασις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ τὴν γαλήνην ἐν τῷ στρατεύματι νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν γαλήνην ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Τοῦτο εἶναι τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν. Καὶ λέγω τοῦτο: Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι σήμερον διοικηταί τινες μονάδων δὲν εἶναι ἀκόμη εἰς κατάστασιν νὰ κρίνουν κατ’ ἐκλογὴν τοὺς κατωτέρους αὐτῶν. Νομίζετε, ὅτι οἱ Διοικηταὶ μονάδων σήμερον, διὰ νὰ κρίνωσι τοὺς κατ’ ἐκλογὴν προακτέους, θὰ σκεφθοῦν μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ στρατιωτικοῦ συμφέροντος καὶ δὲν θὰ παρασυρθῶσιν ἐκ τῆς καταστάσεως; Πῶς θέλετε νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγὴν καὶ νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν τὴν κατ’ ἐκλογὴν μὲ 8)10 τῶν ταγματαρχῶν καὶ 7)10 τῶν λοχαγῶν; Τίνες λόγοι μᾶς ἔπεισαν, ὅτι σήμερον, ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς διοικητὰς τὸ δικαίωμα τοῦ κρίνειν περὶ τῶν κατ’ ἐκλογὴν προακτέων;
§149ΑΛ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Σᾶς παρακαλῶ, σεῖς ἔχετε μίαν ἰδέαν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ εἶναι. Εἰς ἐμὲ ἐπιτρέψατε, ὡς ἐγγύτερον εὑρισκόμενον νὰ ἔχω τὴν β ἰδέαν καὶ νὰ φρονῶ, ὅτι ἀκριβῶς ἡ σημερινὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἐπιβάλλει τὴν δημιουργίαν ἑνὸς σώματος ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ μόνον διὰ τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου διότι εὑρίσκομαι τέλος πάντων ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκα μέσα εἰς τὸν στρατὸν καὶ γνωρίζω κάπως καλλίτερα τὰ πράγματα.
§150Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε τὸν κόπον νὰ μὲ διακόψῃ διὰ νὰ μοῦ εἴπῃ τὰς ἰδέας του περὶ τῆς γαλήνης τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἔχω τὰς ἰδέας μου. Σᾶς λέγω δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀσφαλῶς οἱ διοικηταὶ μονάδων δὲν δύνανται νὰ κρίνωσι σήμερον μὲ τόσην εὐρύτητα τοὺς κατ’ ἐκλογὴν προακτέους. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδικαί μου ἰδέαι. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσω τὰς γνώσεις σας, ἀλλ’ οὔτε καὶ σεῖς τὰς ἰδικάς μου. Ἐκτελοῦμεν ἀμφότεροι τὸ καθῆκόν μας ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἔχομεν δὲ ἡμεῖς τὸ θάρρος νὰ πιστεύωμεν, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην δύναμιν νὰ διαταράξῃ σήμερον τὴν γαλήνην τοῦ στρατεύματος. Ὑπάρχουν ὅμως ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνυφασμένοι πρὸς ἄλλας ἀρχάς, ὥστε ἀσφαλῶς, ἂν τοὺς δώσετε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωσι μὲ τοσαύτην εὐρύτητα τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγήν, αὐτοὶ καὶ μόνοι, διακρίνοντες τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς ἐρίφια καὶ ἀμνούς, ἔχω τὴν γνώμην καὶ τὸν φόβον, τὸ λέγω δὲ ἐκ πεποιθήσεως, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἡ κρίσις αὐτῶν οἵαν σεῖς τὴν ἀναμένετε, ἀλλὰ θὰ εἶναι κρίσις, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὴν ἐπιρροὴν καὶ τὸν ἀντίκτυπον τοῦ συνδέσμου αὐτῶν, καὶ θὰ ἔχωμεν τότε μίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν πρὸ ὀλίγου καιροῦ, ὅτε εἶχε παρεκτραπῇ ὁ στρατὸς τῶν καθηκόντων του. Δι’ αὐτὸ λέγω, διατὶ σπεύδετε νὰ ἐφαρμόσητε ἀπὸ σήμερον τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Διατὶ δὲν ἀφίνετε τὸ ὑπάρχον νομοσχέδιον; Διατί αὐτὴ ἡ σπουδή; Ὑπάρχει εἰς νόμος. Διατὶ δὲν τὸν ἐφαρμόζετε;
§151Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος μετέβαλε τὰ πράγματα, εἶναι τὸ Παγκαλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον χωρίζει τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς προακτέους καὶ μὴ προακτέους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἰσχῦον.
§152Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Πρὸ αὐτοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἡ διαίρεσις αὐτή;
§153Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Πρὸ τοῦ Παγκαλικοῦ Διατάγματος προήγοντο ὅλοι κατ’ ἐκλογήν.
§154Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ παραμερισθοῦν, διότι δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν ἱκανότητα μὲ τοὺς ἱκανωτέρους, πῶς θὰ ἔχωμεν τὴν ἐγγύησιν, ὅπως ἤδη εἶναι ἡ κατάστασις, ὅτι θὰ κριθοῦν ἐπαρκῶς;
§155Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Σᾶς εἶπον, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια ὅσον εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν.
§156Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἐν τῷ στρατῷ ἐπικρατεῖ πλήρης τάξις, ἀλλ’ ἀσφαλῶς ὑπάρχει μία ἀταξία. Καὶ ἡ ἀταξία εἶναι, ὅτι ὑπάρχουν μερικὰ πρόσωπα πλανώμενα καὶ ὀνειρευόμενα καὶ τώρα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωσιν παλαιαὶ ἡμέραι. Εἰς αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ἐὰν ἐμπιστευθῆτε τὴν προαγωγὴν κατ’ ἐκλογήν, θὰ ἀποτύχητε.
§157Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ γίνῃ μία ἐξήγησις τοῦ ζητήματος, διότι ὑπάρχει κάποια πλάνη εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν προήγοντο οἱ ἀξιωματικοὶ ὅλοι κατ’ ἐκλογὴν δὲν θὰ ὑπῆρχε καμμία διαφορὰ μεταξύ των, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ γίνωνται εἰς πίναξ τῶν στασίμων καὶ εἷς τῶν προβιβαστέων κατ’ ἐκλογήν, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι οὗτοι θὰ προάγωνται κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος. Ὡς ὅμως ρυθμίζει τὸ ζήτημα τῶν προαγωγῶν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νεώτερος ἀξιωματικὸς θὰ δύναται προαγόμενος κατ’ ἐκλογὴν νὰ ὑπερπηδᾷ τὸν ἀρχαιότερόν του. Ἄς ὑποθέσωμεν, ὅτι πρόκειται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου κατ’ ἀρχαιότητα μὲν οἱ λοχαγοὶ οἱ φέροντες ἀριθμὸν 1 καὶ 2 εἰς τὴν ἐπετηρίδα, καὶ κατ’ ἐκλογὴν δὲ οἱ ἔχοντες τοὺς ἀριθμοὺς 4, 5, 6, 7, οὕτω δὲν θὰ προαχθῇ εἰς ταγματάρχην ὁ φέρων ἀριθμὸν 3 εἰς τὴν ἐπετηρίδα, ἐνῶ θὰ προαχθοῦν οἱ φέροντες τοὺς ἀριθμοὺς 4, 5, 6, 7 νεώτεροί του.
§158Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Τὰ κλάσματα ὑπολογίζονται ὑπὲρ τῶν κατ’ ἀρχαιότητα.
§159Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπάρχουν σχολεῖα ἀξιωματικῶν. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς κρίνεται προακτέος, ἐὰν δὲν κριθῇ ἀπὸ τὰ σχολεῖα ἱκανός.
§160Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἰσχύει αὐτό.
§161Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἰσχύει, ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προάγεται ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμόν, ἐὰν δὲν περάσῃ ἀπὸ σχολεῖον εἰδικόν.
§162Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Ὑπάρχουν πολλὰ σχολεῖα ὑποχρεωτικὰ διὰ τοὺς ἀξιωματικούς. Πᾶς ἀξιωματικὸς δηλῶν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ σχολεῖον, αὐτοδικαίως κρίνεται στάσιμος. Τώρα, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται εἰς τὸ σχολεῖον, ἡ ἐπίδοσις κτλ. θεωρεῖται στοιχεῖον ἀπαραίτητον προαγωγῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἐὰν δὲν ἀποτύχῃ εἰς τὸ σχολεῖον, ὁ Σωματάρχης του ὑποχρεοῦται νὰ τὸν προτείνῃ εἰς προαγωγήν. Ἐὰν ἀποτύχῃ ὑποχρεοῦται νὰ τὸν ἀναφέρῃ ὡς στάσιμον.
§163Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἶναι ὅμως ἕνα κριτήριον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐνισχύει τὴν ἰδέαν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἐξαίρεσις αὐτή, ἡ ὁποία, ὡς λέγετε, περιορίζεται εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν ἱκανῶν ἀξιωματικῶν.
§164Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις καὶ κἂν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὔριον, εἶναι περιττὸν νὰ συζητοῦμεν. Ἐξεφράσαμεν γνώμην ἤδη πρὸ πολλοῦ.
§165Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Μετὰ τὴν διασάφησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, δὲν θὰ προάγωνται οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν Ἑλλάδι ὅπως εἰς ὅλα τὰ κράτη κατ’ ἀρχαιότητα ἀλλὰ θὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογὴν καὶ κατ’ ἀρχαιότητα.
§166Θ. ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΗΣ. Σεῖς πῶς ἐγίνατε Στρατηγός;
§167Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐὰν μὲ ἠρώτα κανεὶς ἄλλος θὰ τοῦ ἀπήντων.
§168Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς ἀπέδωκεν εἰς τὸ στράτευμα σφριγηλοὺς Στρατηγούς.
§169Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, οὐδείς, οὔτε ἐγώ, οὔτε κανεὶς ὠφελήθη ἀπὸ τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγήν. Εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ παρίδωμεν τὴν σκληρὰν πραγματικότητα, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον μας. Εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1912–13 —ἔχομεν σκληρὰν τὴν ἀνάμνησιν— οἱ ἱκανώτεροι τῶν ἀξιωματικῶν προήχθησαν κατ’ ἀρχαιότητα. Κατὰ τὴν μάχην τοῦ Σκρᾶ ἐπροτάθη καὶ ἐπροβιβάσθη ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ ὁ Διοικητὴς τοῦ Λόχου ἡμιοναγῶν ὡς ἀξιωματικὸς καὶ παρηγκωνίσθησαν ἀξιωματικοὶ μεγάλης ἱκανότητος καὶ γενναιότητος, ὅπως ὁ κ. Τσίπουρας, ὁ κ. Ἀλεξάκης καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος καὶ ἔδρασαν θαυμασίως εἰς τὴν μάχην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἡ ὁποία ἔκτοτε προεκάλεσε τὸ ἀλληλοφάγωμα καὶ τὸ μῖσος μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀντί, λοιπόν, διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ νὰ φέρωμεν τὴν γαλήνην εἰς τὸ στράτευμα, ρίπτομεν ἔλαιον εἰς τὴν πυράν. Θεσπίζομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐπιλογὴν τῆς ἐπιλογῆς. Καὶ διατί; Διὰ νὰ μὴ καθυστερήσουν οἱ Μεγάλοι Ναπολέοντες εἰς τὸ Στράτευμα. Πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ εἰς τὴν κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγὴν γίνεται ἐπιλογή. Εἰς ἀξιωματικὸς ὁ ὁποῖος προάγεται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ κατ’ ἀρχαιότητα εἶναι κατ’ ἐκλογήν, ἐν σχέσει πρὸς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος μένει στάσιμος. Ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς προάγεται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ εἶναι κατ’ ἐκλογὴν ἐν σχέσει πρὸς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος μένει εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Δὲν παραβλέπεται οὔτε ἡ ἱκανότης, οὔτε ἡ δραστηριότης οὔτε τὰ ἠθικὰ προσόντα, προλαμβάνεται ἀντιθέτως τὸ ἀλληλοφάγωμα, ἐνῷ τὸ παρὸν νομοσχέδιον διευκολύνει τὴν ἄνοδον μερικῶν ἐπιτηδείων εἰς τὰς ἀνωτάτους θέσεις. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποφασίσῃ νὰ μὴ ψηφισθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον, διότι ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, συμφώνως τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι δὲν δύναμαι νὰ εὕρω 15 βουλευτὰς οἵτινες νὰ ὑπογράψωσι τὴν σχετικὴν πρότασιν, λόγῳ ἀπουσίας τῶν κ. Βουλευτῶν. Ἐπειδή, λοιπόν, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τοῦ στρατεύματος, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ψηφισθῇ αὔριον, ὁπότε θὰ ὑποβάλω πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσωσι νὰ συμφωνήσωσι μαζύ μου εἰς τοῦτο.
§170Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε, διότι μένει ἐκκρεμὲς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος. Καὶ εἶναι ἀστεῖον, ἐνῷ ὑπῆρχεν ὅλος ὁ χρόνος εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ θέμα καὶ νὰ ὁμιλήσουν οἱ κ. Βουλευταί, νὰ ἔρχωνται τώρα καὶ νὰ ζητοῦν τὴν ἀναβολήν του.
§171Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζεται κανεὶς νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λησμονεῖ ὅτι δὲν εἶναι βουλευτὴς καὶ δὲν δύναται νὰ ὁμιλῇ τοιουτοτρόπως. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§172Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε.
§173Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρ.). Αὐτό, ποὺ λέγετε δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν.
§174Θ. ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΗΣ. Εἶναι Ὑπουργὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν σέβεσαι περισσότερον. (Θόρυβος).
§175Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Κωλυσιεργεῖτε ἐπὶ μίαν ὥραν.
§176Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ καὶ ὄχι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§177Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐζήτησα νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου.
§178Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προτείνει καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει.
§179Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἂν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔκαμνε τὴν εὐγενῆ χειρονομίαν νὰ ἀποσύρῃ τὸ ἄρθρον 18, χειρονομίαν τὴν ὁποίαν ἀνέμενα ἄλλωστε ἀπὸ ἄνθρωπον, οἷος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δι’ αὐτὸ λαμβάνω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐνθυμίσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ πρόσφατον παρελθὸν μᾶς ἐδίδαξε διδάγματα πολὺ πικρά, διδάγματα, τὰ ὁποῖα μᾶς λέγουν, ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ἔφυγον ἐξ Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ἔδωκαν τὸν φόρον τοῦ αἵματος καὶ ὅμως ἔλαβον παράσημα τοῦ ἀριστείου, ἀνδρείας καὶ τὸν στρατιωτικὸν σταυρόν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οὐδόλως δύνανται νὰ ὑποστηρίξουν, ὅτι ὑπηρέτησαν τὸν στρατόν. Ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, Κύριε Ὑπουργέ, καὶ οὐδεμίαν δύνανται νὰ μᾶς παράσχουν ἐγγύησιν, ὅτι θὰ κρίνουν δικαίως περὶ τῶν κατωτέρων των. Τὴν στιγμὴν αὐτήν, κ. Ὑπουργέ, καθ’ ἣν συμβιβάζετε τὰ διεστῶτα μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ μὴ δημιουργήσητε εἰς τὸ στράτευμα ἀνωμαλίας. Διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνετε, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μία ἀνωμαλία. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὸν βραχὺν στρατιωτικόν μου βίον, εἶχον τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Περὶ ὑπαξιωματικῶν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ, ἐγὼ καὶ τρεῖς ἄλλοι συνάδελφοί μου, ἐπιστοποιήσαμεν, ὅτι ὁ εἷς προήχθη κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν, ὁ ἄλλος κατ’ ἀρχαιότητα καὶ ὁ τρίτος κατ’ ἱκανότητα. Ἡ κατάστασις, λοιπόν, αὐτή, τὴν ὁποίαν θὰ δημιουργήσετε διὰ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, θὰ φέρῃ εἰς τοιαύτην ἀνωμαλίαν τὸ στράτευμα, ὥστε ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι συνδέονται διὰ δεσμῶν φιλίας πρὸς ἀλλήλους, θὰ τοὺς δώσετε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνουν τοὺς φίλους των καὶ νὰ τοὺς προαγάγουν ἢ καθ’ ἱκανότητα ἢ κατ’ ἀρχαιότητα. Κύριε Ὑπουργέ, καὶ πάλιν σᾶς λέγω, ὅτι, ἐὰν ἐπιμείνετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, σᾶς διαβεβαιῶ, — ἐγὼ δὲν εἶμαι στρατιωτικός — ἀλλὰ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνετε εἶναι τραγικόν. Διότι ἀκόμη ὑπάρχουν Ἀντιστράτηγοι, οἱ ὁποῖοι, ὅπως σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν ἐθερμάνθησαν ποτὲ εἰς τὰς μάχας. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὑπάρχουν Συνταγματάρχαι μὲ τὸ ἀριστεῖον τῆς ἀνδρείας, καὶ γνωρίζετε διὰ ποίους ὁμιλῶ, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ἀπεμακρύνθησαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἠμποροῦν νὰ κρίνουν τοὺς ταγματάρχας των; Πῶς θὰ τοὺς κρίνουν;
§180ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ τοὺς κρίνουν αὐτοί.
§181Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἀρχηγοὶ τῶν Μονάδων καὶ θὰ τοὺς κρίνουν. Πρὸ ὀλίγου, σεῖς ἀκόμη, ἀξιότιμε Συνάδελφε, ὡμιλήσατε περὶ τοῦ κ. Χαβίνη, τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου, ὁ ὁποῖος κατῆλθε τὸ βῆμα πρὸ ὀλίγου, καὶ τοῦ εἴπατε, ὅτι ἔχετε τὸ παράδειγμα τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς τοῦ κ. Χαβίνη. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Χαβίνη. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ αὐτοῦ. Πῶς, λοιπόν, ἐπανερχόμεθα τὴν στιγμὴν ποὺ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν σταδιοδρομίαν τῆς ὁμαλότητος νὰ ἀνακινήσωμεν τὸ παρελθόν; Διὰ τοῦτο κύριε Ὑπουργέ, καταργήσετε τὸ ἄρθρον αὐτό. Καταργήσατέ το, διότι ἐὰν τὸ ἐφαρμόσητε, ὁ στρατὸς καὶ πάλιν σᾶς διαβεβαιῶ καὶ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ περιπέσῃ εἰς ἀνωμαλίας εἰς ὁποιανδήποτε καὶ ἂν ἀνήκει παράταξιν.
§182ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπηλείφθη τὸ 18ον ἄρθρον.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ἄνευ τοῦ ἄρθρου 18ου.
§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§185Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ὅπως συνεφωνήσαμεν χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς τὴν Βουλήν, συνηθροίσθημεν σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας οἱ βουλευταὶ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐπαρχιῶν. Κατόπιν τῆς συσκέψεως τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, ἐγένοντο δεκταὶ καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τὰς ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, αἱ ἑξῆς τροπολογίαι. Πρῶτον εἰς τὸ ἄρθρον 3 παράγραφος δευτέρα, ἀντὶ τῶν 50% τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἐπὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Λυσιμαχίας, 45%. Ἀντὶ τῶν 60%, 50% καὶ ἀντὶ τῶν 40%, 35%.
§186Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν κατὰ τὴν ὁποίαν....
§187Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Τὴν εἶδον, ἀλλὰ δὲν καταλαμβάνω περὶ τίνος πρόκειται, διότι εἶναι διατυπωμένη κατὰ τρόπον ἀσαφῆ. Τί ἐννοεῖτε καὶ τί προτείνετε διὰ τῆς λέξεως θάμνοι; Τὰ δένδρα;
§188Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὰ δένδρα.
§189Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ὄχι. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ἐπρόκειτο περὶ θάμνων.
§190Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν δέχομαι τὴν τροπολογίαν αὐτήν, διότι δὲν συμφωνῶ εἰς τοῦτο. Ἄλλως τε τοῦτο δὲν γίνεται δεκτὸν καὶ ἀπὸ τὴν Ἑταιρίαν.
§191Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς. Νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν τολμηρὸν νὰ διαψεύδεται εἷς Ὑπουργός, βεβαιῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅσα βεβαιοῖ. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἐγώ, Κύριοι, παρακαλῶ νὰ ψηφισθοῦν αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ὑποβάλω. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Ἑταιρία θὰ τὰς δεχθῇ. Ἐὰν δὲν τὰς δεχθῇ, τότε ὑπάρχει ἡ προθεσμία τῶν τριῶν μηνῶν κατὰ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας, ἂν ἡ Ἑταιρεία δὲν τὰς δεχθῇ, καθίσταται ἔκπτωτος.
§192Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι τὴν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκταὶ αἱ τροπολογίαι.
§194ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνονται δεκταὶ αἱ τροπολογίαι καὶ ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον.
§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ καθορισθῇ ἡ αὐριανὴ Ἡμερησία Διάταξις.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον πρώτη ἡ Σύμβασις τῆς λίμνης Τάκας, καὶ κατόπιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Γερουσίας. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον, εἰς τὰς 5½ ἀκριβῶς. (Ὥρα 2.30′ πρωϊνῇ λύεται ἡ συνεδρίασις)