1928.06.18
1.441 στίχοι · 10.136 λέξεις · 186 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 91Η
ΤΗΣ 18 ΙΟΥΝΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.50′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἰς τὸ τέλος τῶν Πρακτικῶν δὲν φαίνεται ἡ ὑπογραφή μου. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὰ Πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Τὸν λόγον, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἔχει ὁ κ. Μ. Γούδας.
§4Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἐσχάτως συνέβη μία ἐξόντωσις ληστοσυμμορίας ἐν Ἠπείρῳ, εἰς τὴν ὁποίαν συνέπραξαν Ἀλβανοί, φονευθέντες μάλιστα καὶ τραυματισθέντες. Φαίνεται ὅτι ἡ ληστοσυμμορία αὐτή, εἰς ἀντίποινα εἰσῆλθεν ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ εἰς τὴν πόλιν τῆς Παραμυθιᾶς καὶ συνέλαβεν ἕνα Ἀλβανόν, ἐκδικουμένη διὰ τὴν συνδρομήν τὴν ὁποίαν παρέσχεν αὐτός εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας διὰ τὴν ἐξόντωσιν τῆς ὡς εἴρηται ληστοσυμμορίας. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Παραμυθία γίνεται θέαμα τοιούτων πράξεων ἐκ μέρους τῶν ληστοσυμμοριῶν. Καὶ ἄλλοτε μετέβησαν καὶ ἐξυλοκόπησαν ἀγρίως καὶ τὸν Ἀστυνόμον καὶ τὸν Εἰρηνοδίκην, συσκεπτομένους μάλιστα ἐπὶ τῆς ληστείας κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν. Θὰ παρακαλέσω τόν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς πόλεως Παραμυθιᾶς ἀπὸ τὴν ληστοσυμμορίαν αὐτήν. Ἐπίσης θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν φονευθέντων, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον διότι τοῦτο θὰ εἶναι ἐποικοδομητικὸν τῆς ἁμίλλης τῶν χωρικῶν ἐκείνων, διὰ νὰ καταδίδουν καὶ νὰ συμπράττουν εἰς τὴν κατάδειξιν τῶν ληστῶν.
§5Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἔχω ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ἀργυρὸς καταθέτει ὑπόμνημα ἐνοικιαστῶν ἀνταλλαξίμων Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Λαρίσης διαμαρτυρομένων διὰ τὰς ἀθρόας ἐκποιήσεις τῶν ἀνταλλαξίμων κτημάτων. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Μαχαίρας βουλευτὴς Πειραιῶς καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ὁμοσπονδίας τῶν Ναυτικῶν ἐργατικῶν Σωματείων καὶ φορτωτικῶν Πειραιῶς δι’ οὗ ζητεῖται ἡ ἄμεσος βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς θέσεως τῶν ναυτεργατῶν καὶ φορτωτῶν καὶ παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὰ αἰτήματα τῆς Ἑνωτικῆς Ὁμοσπονδίας τῶν Καπνεργατῶν, Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Μπότσαρης καὶ Α. Λούλης ὑποβάλλουν τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Δολιανῶν διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ἰωαννίνων μὴ εἰσακούοντος τὴν γνώμην τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Κοινοτήτων κατὰ τὴν ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Ἡ χήρα Νικολέττα σύζυγος Π. Μιχαλακάκου φονευθέντος εἰς τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους, ὑποβάλλει αἴτησιν παρακαλοῦσα, ὅπως διαβιβασθῶσιν αἱ ὑποβληθεῖσαι αἰτήσεις της περὶ συντάξεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας καὶ ἐνεργηθῶσιν τὰ δέοντα πρὸς ἀναγνώρισιν τῶν δικαίων της. Οἱ βουλευταὶ Ἰωαννίνων κ. κ. Μ. Γούδας Δ. Μπότσαρης καὶ Α. Λούλης καταθέτουν τηλεγράφημα τῆς Λαϊκῆς Ἐπιτροπῆς Παραμυθιᾶς, Κοιν. Συμβουλίου Παραμυθίας καὶ τοῦ Μητροπολίτου δι’ οὗ διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐν πλήρει ἡμέρᾳ ἐκ τῆς οἰκίας του αἰχμαλωσίαν τοῦ προκρίτου Ἀγάκου Προνίου καὶ παρακαλεῖ νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ λῆψις συντόνων μέτρων πρὸς ἐξόντωσιν τῆς ληστείας ἐν Ἠπείρῳ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ «Μερόπης» διαβιβάζει τὴν ἔκπληξιν τῶν κατοίκων διὰ τὴν μὴ ἐπιψήσιν τοῦ ὀργανισμοῦ περὶ σύκων. Οἱ ἰδιοκτῆται ἀκινήτων ἐλευθέρας ζώνης Θεσσαλονίκης παρακαλοῦν ὅπως ὁ τόκος διὰ τὴν μερικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ἀκινήτων των ὁρισθῇ εἰς 8 ἕως 12%. Ἡ Διδασκαλικὴ Ὁμοσπονδία Ἀθηνῶν ὑποβάλλει δι’ ὑπομνήματός της τροποποιήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ διαβαθμίσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Αἱ ἐργατικαὶ Ὀργανώσεις διαφόρων πόλεων καὶ ἐργατικὰ συνδικάτα ζητοῦν τὴν ἀποδοχὴν τῶν αἰτημάτων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον. Ἀντιπρόσωποι Καπνικῶν Συνεταιρισμῶν Δοξάτου, Ἀδριανῆς, Κιλκίς, Δράμας παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰ παράλογα αἰτήματα τῶν καπνεργατῶν. Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Κερκύρας παρακαλοῦν νὰ ληφθῇ ἄμεσος πρόνοια πρὸς ἵδρυσιν αὐτονόμου ὀργανισμοῦ προστασίας ἐλαίας. Τὸ Γεωργικὸν Ἐπιμελητήριον Λαρίσης παρακαλεῖ, ὅπως ἐκπροσωπηθῇ ὁ γεωργικὸς κόσμος ἐν τῇ Γερουσίᾳ διὰ 10 τουλάχιστον γερουσιαστῶν. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Ὀμβριακῆς ζητεῖ τὴν ἀπόρριψιν τῆς συμβάσεως Καντζούχ περὶ Ξυνιάδος. Τὸ ἐργατικὸν κέντρον Χανίων διαμαρτύρεται διὰ τὰς φορολογικὰς πιέσεις τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ παρακαλεῖ ὅπως μετατεθῇ. Αἱ Γεωργικαὶ καὶ Βιομηχανικαὶ ὀργανώσεις Κεντρικῆς Μακεδονίας ἀναμένουν τὸν ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν ἀποξηραντικῶν ἔργων τοῦ Ἀξιοῦ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Καραβοστάμου παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ὁ περὶ δασῶν νόμος. Οἱ Πρόεδροι τοῦ κτηματικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ζακύνθου παρακαλοῦν ὅπως ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου καθορισθῇ εἰς δραχμὰς 15 κατ’ ὀκᾶν λόγῳ τῆς μεγίστης πτώσεως τῶν τιμῶν. Οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι Καβάλλας ὑποβάλλουν ψήφισμα δι’ οὗ παρακαλοῦν ὅπως ληφθῇ ταχίστη μέριμνα περὶ βελτιώσεως τῶν ἀποδοχῶν των. Τὸ Σωματεῖον ἀστῶν ἡ «Ἕνωσις» Κατερίνης παρακαλεῖ ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ ἔναρξις πληρωμῆς τοῦ συμπληρωματικοῦ. Ἡ ἐξ Ἠπείρου ἀφιχθεῖσα Ἠπειρωτικὴ ἀντιπροσωπεία ὑποβάλλει ψήφισμα παρακαλοῦσα ὅπως ἀποσταλῇ εἰς Ἤπειρον Γεν. Διοικητὴς μὲ εὐρεῖαν δικαιοδοσίαν καθὼς καὶ ἄλλα αἰτήματα περιλαμβανόμενα ἐν τῷ ὑποβληθέντι ψηφίσματι. Ὁ Σύλλογος γηγενῶν Ναούσης ὑποβάλλει παράκλησιν περὶ ἄρσεως τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν μικροϊδιοκτησιῶν τῶν περιφερειῶν Μπλάμας καὶ Παραράδου. Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Θεσσαλονίκης διαβιβάζει τηλεγράφημα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δι’ οὗ καθιστᾷ γνωστόν, ὅτι ἡ ἀπεργία τῶν καπνεργατῶν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐνεργειῶν τῶν Κομμουνιστῶν ὅπως προκαλέσωσι τὸ Κράτος καὶ διὰ τοῦτο ἀποδοκιμάζεται παρ’ ὅλου τοῦ ἐργαζομένου κόσμου. Οἱ δικαιοῦχοι τοῦ Συμπληρωματικοῦ Μητρώου Ἀλεξανδρουπόλεως, διαμαρτύρονται διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς πληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεώς των. Οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας παρακαλοῦν ὅπως γίνουν ἀποδεκτὰ τὰ αἰτήματά των καὶ ἰδίως τῶν ἀποδοχῶν των. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ Κερκύρας ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας, διότι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει τὰ αἰτήματα τοῦ Αʹ. Πανελληνίου ἐλαιοκομικοῦ Συνεδρίου καὶ δὲν ἐπατάχθη ἡ νοθεία τοῦ ἐλαίου διὰ σπορελαίων. Ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος ἀπηύθυνε διαμαρτυρίαν πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὰ μέτρα τῶν Ἀρχῶν τὰ χρησιμοποιηθέντα κατὰ τῶν καπνεργατῶν καὶ παρακαλεῖ ὅπως ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν Μακεδονίας καὶ Θράκης, διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῶν δικαίων αἰτημάτων των. Κάτοικοι Μαργαριτίου διαμαρτύρονται διότι ἀντὶ τοῦ ἐκλεγέντος παρὰ τῆς Κοινότητος ἀγροτικοῦ διανομέως διωρίσθη ἕτερος. Ὁ γεωργικὸς κόσμος Μακεδονίας, ἀπογοητευθεὶς διὰ τὴν ραγδαίαν πτῶσιν τῆς τιμῆς τῆς κριθῆς ὑποβάλλει πρὸς μελέτην μέτρα τινὰ πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται καὶ πάλιν διὰ τὴν ἄδικον ἀπαγόρευσιν εἰσαγωγῆς λαχανικῶν Μακεδονίας εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Πιστωτικοὶ καὶ Γεωργικοὶ Συνεταιρισμοὶ Ἐλαίας Κερκύρας παρακαλοῦν ὅπως ληφθῇ ἄμεσος κυβερνητικὴ πρόνοια περὶ ἱδρύσεως αὐτονόμου ὀργανισμοῦ ἐλαίας. Ἐργατικαὶ Ὀργανώσεις διαφόρων πόλεων διαμαρτύρονται κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν καὶ ζητοῦν ἀποδοχὴν τῶν αἰτημάτων των. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Μπούκουρας, Γ. Γόντικας καὶ Τ. Ἀναστασίου καταθέτουν ψήφισμα τῆς κοινότητος Ἀνδραβίδος, ζητούσης νὰ μειωθῇ ὁ φόρος τῆς ἐγγείου παραγωγῆς κατὰ ¾ τοῦ παρελθόντος ἔτους λόγῳ τῆς παντελοῦς καταστροφῆς, ἣν ὑπέστη ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ ἐκ τῶν πρωτοφανῶν πλημμυρῶν τοῦ Πηνειοῦ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Μαχαίρας καταθέτει καὶ συνιστᾷ ἀναφορὰν τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων Σ.Π.Α.Π. ὅπως ὁ χρόνος τῆς ἐκτίσεως τῆς στρατιωτικῆς αὐτῶν ὑποχρεώσεως προσμετρηθῇ ὡς χρόνος ὑπηρεσίας κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν πινάκων σειρᾶς ἀρχαιότητος. Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Σαγιᾶς ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν οἰκοδομικῶν Σωματείων Πατρῶν περὶ καταργήσεως δασμῶν τινων ἐπὶ τῶν οἰκοδομικῶν ὑλῶν καὶ τροποποιήσεως τῆς ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν φορολογίας. Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου «Ἑρμῆς» περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐκ τῆς ἐκ 35% ἐκπτώσεως τῶν κομίστρων τῶν διὰ τὴν Κόρινθον προοριζομένων εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, καὶ ξυλείας διὰ τὰς Πάτρας. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Νικολαΐδης ὑποβάλλει αἴτησιν καπνεργατῶν Καβάλλας, διαμαρτυρομένων διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ἐργατῶν συλλήβδην ὡς κομμουνιστῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Βελλιανίτης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου τῶν Ἀργυραμοιβῶν Πειραιῶς, ἣν καὶ διὰ μακρῶν ἀναπτύσσει. Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Γυαρλαμᾶς καταθέτει ἀναφορὰς τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἀγροτικῶν κτημάτων τοῦ τέως δήμου Καρυᾶς, αἰτουμένου τὴν ἀπαλλοτρίωσιν αὐτῶν συμφώνως πρὸς τὸν ἀγροτικὸν νόμον, καὶ παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ὅπως προβῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν δημοτικῶν κτημάτων τῶν δήμων Καρυᾶς, Σφακιῶν καὶ Λευκάδος, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦνται ὑπὸ Λευκαδίων ἀγροτῶν, συνιστᾷ δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀπαλλάξῃ τοὺς ἀγρολήπτας τῶν δημοτικῶν κτημάτων τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος πάσης ἀποζημιώσεως, καθόσον οἱ ἀγρολῆπται οὗτοι παρέλαβον χέρσους ἐκτάσεις ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀξίας, καὶ τὰς μετέβαλον εἰς κτήματα χάρις εἰς τὴν ἀκούραστον φιλοπονίαν καὶ ἐργασίαν, ἡ ὁποία διακρίνει τοὺς Λευκαδίους γεωργούς. Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς καταθέτει ψήφισμα Διοικητικῶν Συμβουλίων 1ον) Ἀγροτικῆς Ἑνώσεως καὶ 2ον) Ἑνώσεως Φασιστῶν Ἐγκλουβῆς. Τὰ Σωματεῖα ταῦτα συνιστοῦν ὅπως ἡ μία ἐκ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν Λευκάδος διέλθῃ διὰ τῆς κοινότητος Ἐγκλουβῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν παραγωγικωτέραν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος. Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς καταθέτει τηλεγράφημα ἐκ Λευκάδος, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἐπισπεύσῃ τὴν γνωμάτευσιν τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν σύνταξιν τῆς Κυριακούλας χήρας Κωνστ. Μιχελῆ, ἐκ Δραγάνου Λευκάδος. Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς καταθέτει ὡσαύτως ἀναφοράν, δι’ ἧς ὑπομιμνήσκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν ἀμοιβὴν εἰς τὸν ἐνωματάρχην Τριτσέτσου Γεώργιον συντελέσαντα εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ ἐπικεκηρυγμένου λῃστοῦ Κιαμὴλ Κέκιου τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1926. Ὁ κ. Α. Μαζαράκης (Ὑπ. Στρατιωτ.) ὑποβάλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ διὰ νόμου 3478 κυρωθέντος Ν.Δ. ἀπὸ 25–10–27 περὶ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας Ἀξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν τοῦ στρατοῦ». Ὁ κ. Κ. Γκότσης (Ὑπ. Ἐσωτ.) Ὑποβάλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2) Σεπτεμβρίου 1927 Ν.Δ. «περὶ τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 7 Ἰουλίου 1926 Ν.Δ. καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἀστυνομίας τῶν πόλεων κλπ.». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Συγκοινωνίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλουν τὴν ἔκθεσίν των ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνάψεως συμβάσεων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀποξηραντικῶν καὶ ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ τὴν συνομολόγησιν τῶν ἀπαιτουμένων δανείων». Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς (Ὑπ. Γεωρ.) ὑποβάλλει νομοσχέδια. 1) Περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. 2) Περὶ διευθετήσεως διαφορᾶς τῶν 16 χωρίων Φιλιατῶν τῆς Ἠπείρου. 3) Περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου κατασκευῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Πόρτα–Περτουλίου, πρὸς ἐκμετάλλευσιν τοῦ δάσους Περτουλίου. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Φωτάκης, Α. Θεολογίτης, Μ. Μαντᾶς, Μ. Τσαρλαμπᾶς, Μ. Βολουδάκης κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταστάσεως δημοτικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς Παιδείας) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἱδρύσεως τακτικῆς ἕδρας τῆς φαρμακογνωσίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν». Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου γεφυρώσεως Ἀχελώου». Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2 Μαΐου 1928 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθν. Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως ὑπογραφείσης τῇ 22 Νοεμβρίου 1927». Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν χώρου εἰς Καβάλλαν, διὰ τὸν σχηματισμὸν πλατείας περὶ τὴν οἰκοδομὴν Μεχμὲτ–Ἀλῆ». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλ. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ ἐξακριβώσεως ζημιῶν τῶν ἐν ἔτει 1925 ἐνοικαστῶν τοῦ φόρου δημοσίων θεαμάτων Θεσσαλονίκης καὶ Πατρῶν καὶ ἐκπτώσεως τῶν ὀφειλομένων ἐνοικίων». 2) «Περὶ ἀγορᾶς ἰδιωτικῶν οἰκημάτων ἐν Θήρᾳ πρὸς ἐγκατάστασιν τελωνειακῆς ἀρχῆς Θήρας». 3) «Περὶ τῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος πιστώσεων τοῦ Κράτους». 4) «Περὶ τῶν εἰς χρυσὸν ἐμπραγμάτων ἀξιώσεων ἐπὶ ἀνταλλαξίμων ἢ μὴ Ὀθωμανικῶν κτημάτων». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν ὑπογραφείσης ἐν Οὐασιγκτῶνι τῇ 25 Ἀπριλίου 1918 συμβάσεως περὶ μεταφορᾶς οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ὑπὸ τῶν ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν πλοίων προσεγγιζόντων εἰς Ἀμερικανικοὺς λιμένας». Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1925 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ τελωνειακοῦ κώδικος». Ὁ κ. Σπ. Χασιώτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων δασικῶν νόμων». Ὁ κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς Παιδείας) καταθέτει τὴν κάτωθι ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Βαλαωρίτη: α) Τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας χορηγηθὲν ἐκ τοῦ κεφαλαίου Ἐθνικῆς Φυσικῆς Ἀγωγῆς, πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, ποσὸν εἶναι ἀκριβῶς ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν. β) Ὁ ἐξ Ἀμερικῆς ὁμογενὴς κ. Στεφάνου διέθεσε ποσὸν 1.500 (χιλίων πεντακοσίων) δολλαρίων πρὸς μετάκλησιν ξένου προπονητοῦ. Τὸ ποσὸν τοῦτο παρεδόθη ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Ἀργυροῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ ὁ προκαλέσας τὴν δωρεάν, εἰς τὸν Σύνδεσμον τῶν Ἑλληνικῶν Ἀθλητικῶν καὶ Γυμναστικῶν Σωματείων, ὁ ὁποῖος καὶ διέθεσεν ἤδη αὐτὸ διὰ τὸν ἀνωτέρω σκοπόν. γ) Δι’ ἕκαστον τῶν ἀποσταλησομένων ἀγωνιστῶν δὲν θὰ διατεθῇ ποσὸν μεγαλύτερον τῶν 20.000 δραχμῶν. Εἰς τοῦτο συνυπολογίζεται καὶ ἡ δαπάνη ἱματισμοῦ καὶ ἐξωτερικῆς ἐμφανίσεως τῶν ἀθλητῶν, πολλοὶ τῶν ὁποίων εἶναι πτωχοὶ νέοι καὶ δὲν δύνανται ἐξ ἰδίων νὰ ὑποστῶσιν οὐδὲ αὐτὴν τὴν δαπάνην. δ) Διὰ τοὺς ὁπλομάχους ὡρίσθησαν 10 χιλιάδες δραχμῶν δι’ ἕκαστον, διότι ὅλοι ἀνεξαιρέτως εἶναι εὔποροι. Ἔχοντες δὲ ὡς τοιοῦτοι ἤδη πλῆρες ἱματιοφυλάκιον δὲν θὰ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς τὴν δαπάνην ἐκτάκτων συμπληρώσεων αὐτοῦ χάριν τῶν ἀγώνων. ε) Τὸ ποσὸν τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου δὲν δύναται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ τὸ διαθέσῃ ἐξ ὁλοκλήρου διὰ τὴν συμμετοχὴν εἰς τοὺς ἀγῶνας τοῦ Ἄμστερδαμ, διότι κατόπιν εἰδικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, αὕτη ὑποχρεοῦται ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ προβῇ εἰς τὴν προπαρασκευὴν τῶν κλασσικῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων καὶ εἰς πᾶσαν πρὸς ταύτην συναφῆ δαπάνην, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς θ’ ἀπαιτήσῃ ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον. Οὐχ ἧττον, θὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, ἵνα, εἰ δυνατόν, αὐξήσῃ καὶ τὴν ἐπιχορήγησιν τῶν ὁπλομάχων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ἐπερωτήσεως κατὰ τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τῶν βυθοκόρων, ὡς συμπέρασμα τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, ἐφ’ ἧς ἐπερατώθη ἡ συζήτησις τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, ὑπεβλήθη πρότασις μομφῆς διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ θὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν.
§8ΑΘ. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§10ΑΘ. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως εὐρέως Συνασπισμοῦ, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Παπαναστασίου ὑπέβαλε νομοσχέδιον, περὶ σπουδαίας ὑποθέσεως: «περὶ ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν»—ὑποθέσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἐνδιαφέρονται ὅλαι αἱ Νέαι Χῶραι. Τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ στενωτέρου Συνασπισμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας παρεκάλεσε τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ μὴ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον χωρὶς νὰ παρίσταται καὶ αὐτός. Ἡ Ἐπιτροπή, χαριζομένη εἰς τὸν Ὑπουργόν, συνῄνεσεν. Ὅταν ἐγένετο ἐκ νέου Κυβέρνησις, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας παρῃτήθη. Ἔρχεται νέος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὅστις ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Γεωργίας, συμπράττουσαν μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Προσφύγων, ὅπως ἐντὸς τεσσάρων ἡμερῶν ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἐν τούτοις ἔληξε τὸ τετραήμερον καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν συνῆλθεν, οὐδὲ φαίνεται πρόθυμος νὰ συνέλθῃ. Δέον νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ συνιστῶ νὰ εἶναι ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς περιλάβῃ τὸ θέμα αὐτὸ εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§12Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Ἀντιπρόσωποι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, ἡμέραν ὡρισμένων ἐπερωτήσεων καὶ ἐλέγχου τῶν Ὑπουργικῶν πράξεων, διεξήχθη μακρά, πολὺ μακρὰ καὶ διεξοδικὴ συζήτησις ἐπί τινος θέματος. Τὸ θέμα ἦτο ἁπλοῦν καὶ περιωρισμένον. Ἀφεώρα εἰς ὡρισμένην ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὴν παραγγελίαν λιμενικῶν τινων μηχανημάτων ὑπὸ τοῦ ὁμωνύμου Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ. Ἡμεῖς ἐλέγομεν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὑπῆρξεν ἐντελῶς αὐθαίρετος καὶ καταστρεπτικὴ διὰ τὸν δημόσιον πλοῦτον. Ἀντιθέτως ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ἐγκαλούμενος, καὶ οἱ συνήγοροί του παρέστησαν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὑπῆρξε νόμιμος καὶ εὐεργετικὴ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς αὐτὸν εὐθύνη. Τίς θὰ κρίνῃ μεταξὺ τῶν καταγγελλόντων καὶ τῶν ὑπερασπιζομένων; Ἡμεῖς δὲν ἐθέσαμεν οὐδὲν πολιτικὸν ζήτημα, ὥστε νὰ κληθῇ ἡ Βουλή, καθὼς ἤκουσα τινὰς νὰ λέγουν, νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς ἐλέγχομεν ὡρισμένην ὑπουργικὴν πρᾶξιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Ἀρχηγὸς Κόμματος θέτων πολιτικὸν ζήτημα. Εἶμαι ἁπλῶς ἀντιπρόσωπος. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κακῶς ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξε. Πρὸς τί ἡ ἀνάμιξις τῆς Κυβερνήσεως; Τάχα τὴν κακὴν πρᾶξιν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου Ὑπουργοῦ θὰ τὴν ἀναλαμβάνῃ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ παρουσιάζεται ὅπως ἀμνηστεύσῃ τρόπον τινὰ τὰς πράξεις του, ἐξ ἀλληλεγγύης πρὸς τὸν διαπράξαντα ταύτην Ὑπουργόν; Ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα. Ὑμεῖς ἐρωτᾶσθε, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀφοῦ προηγήθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, νομίζω ὅτι θετικῶς πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ὄχι κατὰ τὴν πρότασίν μου ἐὰν ἐγκρίνῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Κατόπιν δὲ ἡ Βουλή, ἐγκρίνουσα τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τοῦτο νομίζω εἶναι τὸ ὀρθόν, τοῦτο νομίζω δὲ ὅτι ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τὴν εὐαισθησίαν τὴν πολιτικὴν τοῦ ἐγκαλουμένου Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαύτη πρότασις δὲν ὑπάρχει.
§14Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§15Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ὑπάρχει μία πρότασις. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§16Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως ἐπηκολούθησε σχετικὴ συζήτησις περὶ τοῦ κατὰ πόσον ἡ ἐκ τῆς συζητήσεως ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, προέκυψαν στοιχεῖα δυσπιστίας ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν νομίζει ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς δύναται νὰ προκύψῃ τοιοῦτον συμπέρασμα, ὥστε νὰ τεθῇ πρότασις περὶ δυσπιστίας ἢ μὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω, τοιαύτη πρότασις δὲν ὑπεβλήθη. Συνιστῶ δὲ καὶ εἰς τοὺς φίλους μου, τοὺς ὁποίους βλέπω ὑπογεγραμμένους εἰς τὴν πρότασιν ταύτην νὰ μὴ θεωρήσουν, ὅτι δεσμεύονται, ἐφόσον νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ πρότασις δυσπιστίας ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον συνεζητήθη. Θὰ παρετήρουν δὲ περαιτέρω, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν εἶναι καὶ κανονική, διότι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς εἴκοσι βουλευτῶν. Ὡς βλέπω ὅμως εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν ὑπάρχουν παρὰ μόνον 17 ἐν συνόλῳ ὑπογραφαί.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς εἶναι δυσανάγνωστοι. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχουν οὔτε 17 ὑπογραφαί.
§18Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Πρακτικῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρακτικῶν δὲν δύναται νὰ τεθῇ ζήτημα μομφῆς. Ἐφόσον ὅμως προέρχεται ἡ πρότασις περὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ἐγὼ δὲν ἔχω κἂν δικαίωμα νὰ ἐπέμβω. Ἁπλῶς καθώρισα τὴν στάσιν μου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως.
§19Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν). Κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος διεκήρυξε τὴν συζήτησιν περαιωμένην καὶ ἐπρόκειτο νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν διὰ σήμερον, ἔλαβον τὸν λόγον διὰ μίαν στιγμὴν καὶ εἶπον, ὅτι κατὰ τὰς δηλώσεις τῶν ἐπερωτησάντων βουλευτῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμαν κατὰ τὰς ἀγορεύσεις των, τίθεται ζήτημα μομφῆς κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον ζήτημα κατατεθειμένον εἰς τὸ Προεδρεῖον, νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 89 τοῦ Συντάγματος. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἠγέρθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κ. Κ. Ἀγγελόπουλος καὶ μεταβὰς πρὸς τὸ Προεδρεῖον, παρέδωσεν ἓν σημείωμα ἐνυπόγραφον, δηλώσας ὅτι εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς αὐτὸ 30 βουλευταί. Ἤρχισαν δὲ νὰ διαβάζωνται καὶ τὰ ὀνόματα· εἶπον τότε, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἀνάγνωσις καὶ ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐὰν εἶναι ὑπογεγραμμένοι 20 ἢ 30 ἢ 17 βουλευταί, τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἀπολύτως καμμίαν σημασίαν διὰ τὴν συζήτησιν.
§20Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν, καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶναι οὐσιώδης. Ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προτάσεως εἶναι ν’ ἀπορριφθῇ, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς πρὸ τῆς παρόδου δύο μηνῶν ἀπὸ σήμερον νὰ φέρωμεν τὴν πρότασιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, τὸ δικαίωμα ἡμῶν εἶναι ἀκέραιον. Ἄν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν θέσιν της καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ τὸ κάμῃ, χωρὶς νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις. Ἄν ἡ πρότασις ἔχῃ 20 ὑπογραφάς, εἶναι ὑποχρεωτική, ἀδιάφορον ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις μειονεκτεῖ.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι, κατόπιν προκλήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, συμπεράναντος ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἐπερωτησάντων, ὅτι ἐκφράζεται δυσπιστία πρὸς τὸν ἴδιον, ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου πρότασις δυσπιστίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἀνεβλήθη διὰ σήμερον ἡ ψηφοφορία. Βεβαίως ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἤθελε θέσει ζήτημα ἐμπιστοσύνης οὐδεὶς περιορισμὸς ὑπάρχει. Ἀντιθέτως διὰ τὴν ὑποβολὴν προτάσεως δυσπιστίας εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχουν 20 ὑπογραφαί. Δὲν ὑπάρχει ὁ περιορισμὸς τοῦ διμήνου, διότι τὸ δίμηνον ἰσχύει, ὅταν ἐγένετο χρῆσις τοῦ δικαιώματος προτάσεως δυσπιστίας.
§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡμίλησα διὰ τὸ μέλλον.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ συνέπειαν εἶναι δικαίωμα τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν ἂν θέλουν νὰ ἐπιμείνουν ἢ νὰ μὴ ἐπιμείνουν. Τὸ δικαίωμά των παραμένει ἀκέραιον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι, δηλῶ, ὅτι ἡμεῖς θὰ ψηφίσωμεν ἐναντίον τῆς προτάσεως δυσπιστίας, διότι δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα προχθὲς ἔχομεν ἤδη ἐγκρίνει τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἄν καὶ δὲν συμφωνοῦμεν πρὸς ὅλα ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει οὐδεμία πρότασις.
§27Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐκκρεμές.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ θέτουσι.
§29Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Τότε θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ τὸ θέσωμεν ἡμεῖς. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα θετικῶς.
§30Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο δύναμαι νὰ παρατηρήσω. Πάντως πρότασις μομφῆς κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμός.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ οὕτω τὸ ζήτημα. «Ἡ Βουλή, ἐγκρίνουσα τὰς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν βυθοκόρων, μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν».
§32Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δηλῶ ὅτι θ’ ἀρνηθῶ νὰ δώσω ψῆφον, διότι, ὡς ἔλεγον καὶ τὴν Παρασκευήν, θεωρῶ ὅτι ὑπῆρξε πλημμελὴς ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, διότι δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ πράξῃ τὸ ἀντίθετον ἀπὸ ὅ,τι λέγει ἡ ἐπερώτησις· δηλαδὴ νὰ δώσῃ ὁλόκληρον τὴν παραγγελίαν εἰς τὸ Ἰταλικὸν ἐργοστάσιον.
§33Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Κύριε Πρόεδρε, ἐπανερχόμεθα ἐκ νέου εἰς συζήτησιν;
§34Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα ἔχω δικαίωμα νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον μου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ ἴδῃ ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφον του.
§35ΑΛ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ, ὅτι εἶναι ἀλληλέγγυος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ διακόψω ἐπὶ 5 λεπτὰ τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ εἰδοποιηθοῦν καὶ οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰς Ἐπιτροπάς. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις) Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνουσα τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν».
§38Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ὑπάρχουσι ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τόσα νομοσχέδια ὑψίστου ἐνδιαφέροντος διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα, τὸ ζήτημα τοῦ νομοσχεδίου περὶ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ τῆς συκοπαραγωγῆς, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας νὰ καταθέσῃ αὔριον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ ἐπικυρώσω εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν παραγόντων τῶν ἐπιδιωκόντων Κυβερνητικὴν κρίσιν, καίτοι δὲ ἀνήκω εἰς τὴν Ὁμάδα τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Βοζίκη, δηλῶ, ὅτι θὰ ὑπερψηφίσω τῆς Κυβερνήσεως.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν δι’ ἧς ἐγκρίνεται ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας λέγουσι, «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν «ὄχι».
§40Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν νομίζει, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ προκαλέσῃ κρίσιν οἱανδήποτε ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐν συνόλῳ, ἀλλὰ ἐπίσης νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἡ περίστασις τοιαύτη, ὥστε νὰ προκαλοῦνται κρίσεις Ὑπουργικαί. Ἑπομένως δηλῶ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθουν οἱ Βουλευταὶ κ. Στ. Γάτος καὶ Κ. Κυριακόπουλος. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν)
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 159 ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς ἐμπιστοσύνης 149, 8 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. (Χειροκροτήματα).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ὑπεβλήθη πρότασις, ὅπως προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 230 ἐπερώτησις, ἡ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ καπνεμπόρων καὶ καπνεργατῶν.
§44Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλοῦμεν νὰ προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 230 ἐπερώτησις, ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως.
§45Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 216 συναφής. Νὰ γίνῃ συγχώνευσις τῶν δύο ἐπερωτήσεων.
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν. Καὶ ζητοῦμεν τὴν πρόταξιν, κ. Πρόεδρε, διότι ὅπως βλέπομεν λαμβάνει κακὴν τροπὴν τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας, ἰδίως κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ μεσολαβήσῃ πρὸς διευθέτησιν τῆς διαφορᾶς μέχρι τῆς λύσεως τῆς ἀπεργίας. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ προταχθῇ.
§47Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκονομ.). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, διὰ νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ἀπεργιακοῦ ζητήματος, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πᾶσα συζήτησις ἡ ὁποία θὰ γίνῃ σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν γνωρίζω εἰς ποῖα συμπεράσματα θὰ καταλήξῃ, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως ἐκ τῆς συζητήσεως ἐνθαρρυνθοῦν οἱ ἀπεργοὶ εἰς τὴν ἀπεργίαν αὐτῶν.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ σημερινὴ δήλωσις ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ τελευταίου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ ἐπερώτησίς μας προεκλήθη ἀπὸ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δηλαδή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐπέμβῃ νὰ διαχειρισθῇ τὸ ζήτημα μέχρις ὅτου λυθῇ ἡ ἀπεργία. Σήμερον μᾶς λέγετε, ὅτι ἐπιθυμεῖτε νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ διὰ νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος. Ἐὰν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος ἐννοῆτε, ὅτι θὰ ἀσκήσητε τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα σᾶς δίδουν οἱ κείμενοι νόμοι, ὅπως καὶ ἄλλοτε, καὶ θὰ συντελέσητε ὅπως ἐπέλθῃ λύσις τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως μεταξὺ καπνεμπόρων καὶ καπνεργατῶν, τότε ἡ πρότασίς σας ἔχει κἄποιαν δικαιολογίαν. Ἐὰν ὅμως ὡς διαχείρισιν τοῦ ζητήματος ἐννοεῖτε νὰ μὴ ἐπέμβῃ καθόλου τὸ Κράτος παρὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ καταδιώξῃ τὴν ἀπεργίαν, λέγοντες, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐπέμβῃ πρὶν λυθῇ ἡ ἀπεργία καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀποκρούει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Διότι ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως ὑπὸ τοιαύτην τινα ἔποψιν, δηλαδὴ τῆς μὴ μεσολαβήσεως τῶν Κρατικῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς ἀποκατάστασιν εἰρήνης μεταξὺ καπνεμπόρων καὶ καπνεργατῶν — αὐτὴ ἡ ἀναβολὴ σημαίνει καταδίωξιν τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου καὶ ἴσως γενίκευσιν τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως καὶ εἰς ἄλλους ἐπαγγελματίας. Γνωρίζω, ὅτι μεμονωμένως διετυπώθησαν ἀπειλαὶ μέχρι σήμερον γενικῆς ἀπεργίας. Ἀλλὰ γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις καλῶς, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὑποστηρίζοντες ἐνταῦθα τὰ ἐργατικὰ δίκαια, ἀποκρούομεν κατηγορηματικῶς πᾶσαν ἔκρηξιν γενικεύσεως ἀπεργίας, ἡ ὁποία ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα καὶ δὲν ἔχει χαρακτῆρα διεκδικήσεως ἐπαγγελματικῶν ἀξιώσεων. Ἕως τώρα δέ, καθόσον γνωρίζω, ἀπὸ καμμίαν ἐπίσημον ἐργατικὴν ὀργάνωσιν δὲν διετυπώθη καμμία ἀπειλὴ περὶ γενικῆς ἀπεργίας. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐπέμβῃ τὸ Κράτος, ἐφόσον διατυποῦνται ἀπειλαὶ ἐργατικῆς ἀπεργίας, αὐτὴ ἡ ἀπόφασις δὲν εἶναι δικαιολογημένη καὶ στρέφεται ἐναντίον τῶν συντηρητικῶν ἐργατῶν, οἵτινες ὑπέβαλον τὰ αἰτήματά των, ἅτινα δυστυχῶς δὲν ἐξητάσθησαν καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθησαν κατόπιν νὰ προβῶσιν εἰς κήρυξιν ἀπεργίας εἰς ὡρισμένα μέρη, ἡ ὁποία ὅμως ἐπεξετάθη εἰς ὅλον τὸ Κράτος ὕστερον, καὶ εἶχεν ὡς συνέπειαν θλιβερὰ ἐπεισόδια διὰ τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔχομεν, εἶναι ὑπεύθυνα τὰ Κρατικὰ ὄργανα. Τοῦτο δέ, διότι εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ἔγιναν συγκρούσεις καὶ ἐθρηνήθησαν θύματα, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα αἱ Κρατικαὶ ὑπηρεσίαι δὲν ἔδειξαν τὴν δέουσαν ψυχραιμίαν. Ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ κανείς, ὅτι ἔδειξαν διαγωγὴν προκλητικὴν ἀπέναντι τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου. Εἰς τὰς Σέρρας ὅπου ἐγένοντο δύο συγκεντρώσεις ἀπεργῶν καὶ ὅπου ὑπῆρξαν κακοποιὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ φέρωσιν εἰς σύγκρουσιν τοὺς ἀπεργοὺς μὲ τὰ Κρατικὰ ὄργανα, λόγῳ τῆς ἐπιδειχθείσης ψυχραιμίας δὲν ἐθρηνήσαν θύματα. Συμπεραίνων λέγω τοῦτο, ὅτι ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ζητῇ τὴν ἀναβολήν, ἵνα ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος ἐπὶ σκοπῷ ἀποκαταστάσεως τῆς γαλήνης, τότε εἶναι δικαιολογημένη ἡ πρότασις. Ἐὰν ὅμως ἡ πρότασις δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ἐργάτας εἰς τὴν ἀπόλυτον ὑποταγήν, εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν καπνεμπόρων, τότε δὲν εἶναι δικαιολογημένη. Τότε ἡ Βουλὴ κηδομένη τῶν γενικωτέρων συμφερόντων καὶ ἐνδιαφερομένη διὰ τὴν ταχίστην ἀποκατάστασιν τῆς γαλήνης μεταξὺ καπνεμπόρων καὶ καπνεργατῶν, θέλει ἀποκρούσει τὴν πρότασιν ἀναβολῆς.
§49Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθνικ. Οἰκον.). Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς γαλήνης, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ μὴ θυσιάσῃ τὰ συμφέροντα οὐδεμιᾶς τάξεως καὶ πρὸ παντὸς τῆς ἐργατικῆς πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει μετὰ στοργῆς. Δυστυχῶς, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τῆς ὑποχωρήσεως εἰς τὰ πρῶτα αἰτήματα, δὲν θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ γαλήνη. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐνόμισεν, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ γενικῆς ἀπεργίας.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐνόμισα καὶ ἐπιμένω.
§51Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Διότι δὲν ἔχετε τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύο ἔγγραφα ἐργατικῶν ὀργανώσεων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον αὐτὴν τὴν στιγμήν. Τὸ ἕν εἶναι τοῦ συνδέσμου τῶν Σιδηροδρομικῶν τοῦ Λαρισαϊκοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει, ὅτι, ἐὰν δὲν δεχθῶμεν ὅλα τὰ αἰτήματά των, 18 κατὰ σειράν, ἀπειλεῖ ἀπεργίαν. Τὸ δεύτερον εἶναι τῆς ἑνώσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ φωταερίου Πειραιῶς, ἡ ὁποία ἐπίσης ζητεῖ πληθὺν αἰτημάτων, ἄλλως ἀπειλεῖ ἀπεργίαν. Ὥστε βλέπετε δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ δεχθῶμεν συζήτησιν καὶ νὰ καθορίσωμεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος.
§52Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Ζητοῦμεν, λοιπόν, τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους. Ἡ Βουλὴ συνεπῶς δέον νὰ ἀφίσῃ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκλέξῃ τὴν καταλληλοτέραν στιγμὴν διὰ νὰ μεσολαβήσῃ καὶ λήξῃ ἡ δυσάρεστος αὐτὴ κατάστασις. Πότε ὅμως θὰ ἔλθῃ ἡ καταλληλοτέρα αὐτὴ στιγμή, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ εἴπῃ ἐκ τῶν προτέρων.
§53Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε σεῖς προσωπικῶς πόσον ἐπιτακτικὴ εἶναι ἡ ἀπαίτησις διότι διετυπώθη εἰς ὑμᾶς δι’ ἐπανειλημμένων ὑπομνημάτων τῶν ἐπιτροπῶν, ἡ ἀπαίτησις τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπὶ δύο ἡμέρας ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§54Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Μὰ συζήτησις θὰ γίνῃ, Κύριε Πρόεδρε;
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐρώτησίν μου Ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς θὰ ὁμιλήσητε ἢ κατὰ τῆς ἀναβολῆς;
§56Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐγγεγραμμένος καὶ ζητῶ νὰ ὁμιλήσω. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μάξιμος.
§57Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος εἰς τὴν ἐπερώτησιν καὶ ζητῶ νὰ ὁμιλήσω.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μάξιμε, ἀφήσατε μιὰ στιγμή. Σεῖς εἶσθε πειθαρχικός. Ἀφήσατε νὰ σᾶς ἐξηγήσω καὶ ἐγὼ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν τάξιν. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν τάξιν, ὅταν πρόκειται περὶ ἀναβολῆς, δύο καὶ μόνον ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ λάβουν τὸν λόγον, εἷς ὑπὲρ καὶ εἷς κατά. Δι’ αὐτὸ σᾶς ἐρωτῶ, ἐπειδὴ ὁ κ. Παπαναστασίου ὡμίλησεν κατὰ τῆς ἀναβολῆς, σᾶς ἐρωτῶ σεῖς εἶσθε ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς;
§59Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ἐρωτᾶτε. Θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω; Ὡμίλησαν ἤδη τρεῖς. Τὰ ἐπιχειρήματα τῶν δύο ὡμιλησάντων ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς εἶναι οὐσιαστικά. Θέλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς. Διατί ἤκουσεν ἡ Βουλὴ τὰς ἀπόψεις τῶν ὁμιλησάντων ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς;
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι γίνεται μία σύγχυσις. Λέγετε, ὅτι ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς. Δὲν ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλά;
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει πρότασις προτάξεως καὶ αὐτὴ συζητεῖται.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθόλου, ἐπέρασεν αὐτό.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Ὑπάρχει πρότασις προτάξεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν πρόταξιν. Ἐὰν ἡμεῖς ἐκάμαμε χρῆσιν τῆς λέξεως «ἀναβολὴ» δὲν μεταβάλλεται τὸ πρᾶγμα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ ἀναβληθῇ.
§66Β. ΣΑΓΙΑΣ. Δὲν ἤρχισεν ἡ ἐπερώτησις καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ ἀναβολήν. Πρέπει νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις καὶ τότε νὰ ζητήσῃ, ἐὰν θέλει, ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀναβολήν.
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ προτάξεως, ἰσχύει ὁ Κανονισμός, ὅτι μόνον εἷς ὑπὲρ καὶ εἷς κατὰ δύνανται νὰ ὁμιλήσωσιν. Δὲν ἰσχύει νομίζω αὐτὸς ὁ κανών;
§68Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Εἴπατέ μας τί λέγει, κ. Πρόεδρε.
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ κ. Βαρβούτη. Βλέπετε ὁμιλῶ διὰ νὰ σᾶς δώσω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσετε καὶ σεῖς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐζητήσαμεν τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν πρόταξιν. Κατὰ συνέπειαν θὰ ἐφαρμόσωμεν τὰ κεκανονισμένα ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ προτάξεως· ὄχι ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς.
§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Διὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορά, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν θὰ ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει). «Προτάσει 10 Βουλευτῶν ἡ Βουλὴ δύναται δι’ ἀναστάσεως νὰ μεταβάλῃ τὴν τάξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἐὰν κρίνῃ ἐπείγουσαν τὴν συζήτησιν ἐπερωτήσεώς τινος. Κατὰ τὴν περὶ τούτου συζήτησιν λαμβάνει τὸν λόγον ὁ ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν Βουλευτῶν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως καὶ εἷς ἐναντίον τῆς προτάσεως. Ἀμφότεροι ὅμως δὲν δύνανται νὰ παρατείνωσιν τὸν λόγον πλέον τῶν 15 λεπτῶν τῆς ὥρας ἕκαστος».
§71Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις ἢ ὄχι. Ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν πρότασιν τῆς προτάξεως. Διατί ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν πρότασιν τῆς προτάσεως; διότι ἡ Κυβέρνησις λέγει εἰς τὴν Βουλήν....
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μάξιμε, ἐννοῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Ὡμίλησεν ἤδη ὁ κ. Παπαναστασίου ὑπὲρ τῆς προτάσεως περὶ προτάξεως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω εἰς ἄλλον παρὰ μόνον εἰς ἀντιλέγοντα.
§73Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν μὲ διακόπτετε κατὰ ἕνα τοιοῦτον τρόπον καὶ εἰς τόσον σοβαρὸν ζήτημα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἀδύνατον.
§75Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ κακὴν ὑπηρεσίαν προσφέρετε εἰς τὸν ἐργατικὸν κόσμον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ παραβῶ τὸν Κανονισμόν.
§77Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Μά, κ. Πρόεδρε....
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδύνατον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε ὁσάκις θέλετε σεῖς.
§79Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν εἶναι δυνατὸν κ. Μάξιμε.
§81Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἕνας, καὶ σεῖς εἶσθε διακόσιοι.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν παραδέχεται ὅπως προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 230 ἐπερώτησις ἡ ἀφορῶσα τὴν διαφορὰν καπνεργατῶν καὶ καπνοβιομηχάνων. Ὅσοι ἀποδέχονται τὴν πρότασιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπερρίφθη.
§83Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Συζητεῖτε μόνον διὰ συμβάσεις διότι φοβεῖσθε, μήπως ξεσκεπασθοῦν τὰ ἐγκλήματά σας. (Θόρυβος). Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές, κ. Πρόεδρε.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησε μίαν ἀναβολὴν ὁ κ. Ὑπουργός Ἠδύνασθε νὰ τὴν δεχθῆτε κάλλιστα καὶ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα. Διατί τόσος θόρυβος; Ἔρχεται ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 7 περὶ τῆς ἐγκαταλειφθείσης Ὀθωμανικῆς περιουσίας. Ὁρίστε κ. Ἀγγελόπουλε.
§85Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας μόλις πρὸ ὀλίγου ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δὲν θὰ κατετοπίσθη ἀκόμη ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§86Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ (Ὑπ. Γεωργ.). Ἔχει κατατεθῇ ἡ ἀπάντησις πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις θὰ ὁμιλήσω.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
§88Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Διατί κ. Πρόεδρε;
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ὁμιλήσετε; Ὁ κ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§90Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὄχι κ. Πρόεδρε.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν.
§92Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤκουσα, ὅτι λύεται ἡ συνεδρίασις· Δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον συζητήσεως;
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκάλεσα τὸν κ. Ἀγγελόπουλον, ὁ ὁποῖος ἔχει ν’ ἀναπτύξῃ σοβαρὰν ἐπερώτησιν καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.
§94Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Νὰ ὁμιλήσω ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου τῆς ζακχάρεως. Εἶναι ἀρκούντως σπουδαία ἐπερώτησις. Δὲν παρίσταται ὅμως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Μυλωνᾶς.
§96Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀπουσιάζει ὁ κ. Κύρκος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις.
§97Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἄς γίνῃ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν προσεχῆ ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηριάδης, ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 102 ἐπερωτήσεως.
§99Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κατὰ τίνος Ὑπουργοῦ στρέφεται;
§100Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι Συνάδελφοι, πρόκειται περὶ ἑνὸς ζητήματος τὸ ὁποῖον σοβαρῶς εἶχεν ἀπασχολήσει τὸν δικαστικὸν κόσμον τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ἐν Ἀθήναις. Δυνάμει εἰδικῆς διατάξεως τοῦ νόμου τὰ καθήκοντα τοῦ ἐν Ἀθήναις Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ἠδύναντο νὰ ἀνατεθοῦν εἰς Ἐφέτην καὶ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τῶν πρωτοδικῶν ἐν Ἀθήναις εἶχον ἀνατεθῆ εἰς τὸν Ἐφέτην κ. Ἀλέκουλην. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκρινε πρέπον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν καθηκόντων τοῦ Ἐφέτου Ἀλίκουλη, ἐνδιαφερόμενος νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ὁ κ. Διγενόπουλος, συμπολίτης του.
§101Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Πῶς τὸ ἠξεύρετε αὐτό, ὅτι ἐνδιαφέρομαι;
§102Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως παρακάτω, Κύριε Ὑπουργέ. Εἶναι κοινὸν μυστικὸν αὐτό. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐν Ἀθήναις ποὺ δὲν τὸ γνωρίζει.
§103Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Περιμένω νὰ τὸ ἀποδείξετε, διότι δὲν ὑπάρχει κανένα μυστικόν.
§104Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀπεδείκνυον καὶ δι’ ἐγγράφων, ἀλλὰ δὲν κατεθέσατε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐζήτησα διὰ σειρᾶς ἐπερωτήσεων. Ἐν τούτοις θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω.
§105Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Θέλετε ἀμέσως ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτοῦ;
§106Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.
§107Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. βουλευτὴς παραπονεῖται, ὅτι δὲν κατέθεσα δικογραφίας διὰ ν’ ἀναπτύξῃ ἐπερωτήσεις του.
§108Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μίαν.
§109Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἔστω καὶ μίαν. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε ὑπὲρ πάντα ἄλλον σεῖς τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον δὲν κατέθεσα τοὺς σχετικοὺς φακέλλους. Γνωρίζετε, ὅτι, φάκελλος ζητηθεὶς ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατετέθη παρ’ ἐμοῦ ἀμέσως. Τοῦ φακέλλου τούτου ἔλαβεν ἀνάγκην τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶχε μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐγγράφων καὶ σπουδαῖα ἔγγραφα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπῃτεῖτο ἄμεσος ἐνέργεια. Ἐζήτησε πλέον ἢ δικαίως τὸν φάκελλον ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτήν. Ἠναγκάσθητε καὶ σεῖς, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπευθύνετε ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀκόμη κατακρατεῖ τὴν δικογραφίαν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐστερημένον ταύτης ἂν καὶ ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτοῦ. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ ἕτερον φάκελλον.
§110Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶχον δικαίωμα νὰ κρατήσω τὸν φάκελλον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου νὰ ἐνεργήσω τὸν ἔλεγχον.
§111Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ βεβαιώσῃ αὐτό.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιβεβαιῶ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε. Ὅλα αὐτὰ ἔλαβον χώραν.
§113Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν τὰ ἀρνοῦμαι. Ἀλλὰ ἐπειδή, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπέκειτο ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεώς μου αὐτῆς, ἀνέμενα νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά της, δι’ αὐτὸ ἐκράτησα τὸν φάκελλον τοῦτον, τὸν ὁποῖον καὶ ἤδη ἔχω ἐνταῦθα. Ἐρωτῶ: κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐγίνετο ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεώς μου, χωρὶς νὰ ἔχω τὰ ἔγγραφα αὐτά, καὶ ἐρωτῶ, τί νὰ κάμω ἐγὼ τὸν φάκελλον αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὴν δικαστικὴν τιμωρίαν τοῦ κ. Διγενοπούλου: Λέγετε, ὅτι τὸν κατεκράτουν. Ὁ φάκελλος κατετέθη διὰ νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐν αὐτῷ ἐγγράφων καὶ ἀσκήσω τὸν ἔλεγχον. Δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἔχω αὐτὸν τὸν φάκελλον; Μοὶ ἐζήτησε τὸν φάκελλον αὐτὸν διὰ μίαν ἡμέραν τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν ἔφερα. Λέγετε, ὅτι μοὶ ἀπέστειλεν ἔγγραφον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ἔλαβον. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὲ ἐμποδίσετε νὰ ἀσκήσω τὸν ἔλεγχον; Μοῦ τὸν ἐδόσατε τὸν φάκελλον αὐτὸν διὰ τὸν ἔλεγχον! Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκήσω τὸν ἔλεγχον χωρὶς νὰ ἔχω τὸν φάκελλον;
§114Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Πρὸ πόσου καιροῦ κατετέθη ὁ φάκελλος καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον ἔχετε τὸν φάκελλον εἰς τὴν οἰκίαν σας;
§115Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§116Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Εἴπατε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν χρειάζεται τὸ ἔγγραφον αὐτό. Σᾶς ἀπαντῶ: Φρονεῖτε, ὅτι διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐγγράφων τινῶν, ἡμερομηνιῶν κλπ., διὰ νὰ ἀπαντήσῃ; Ποῦ νὰ τὸν εὕρῃ τὸν φάκελλον αὐτόν, ἀφοῦ σεῖς τὸν ἐκρατεῖτε ἐπὶ ἕξ μῆνας;
§117Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἂς ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησις διὰ τὴν Δευτέραν.
§118Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι. Δὲν θὰ ἀναβληθῇ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ὅταν ἐζήτησα ἔγγραφα δι’ ἄλλην ὑπόθεσιν ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης κατέθεσεν αὐτὰ ταχέως. Ἀλλὰ ἡ ταχεῖα κατάθεσις δὲν ἀφορᾷ εἰς προσωπικήν μου ἱκανοποίησιν, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Οὐδόλως ὅμως εὐθύνομαι διότι διέρρευσε διάστημα 4 ἕως 5 μηνῶν, ἀφ’ ἧς ὑπέβαλα τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν καὶ δὲν ἦλθεν ἡ σειρά της συντόμως.
§119Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀπολογεῖσθε ὡς ἁπλοῦν ἄτομον καὶ ὄχι ὡς βουλευτής. Ἀληθῶς, εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἐθέσπισεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι, ἐπειδὴ ζητοῦνται ἐκ νέου ἔγγραφα, δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὸν βουλευτήν, ὅστις ζητεῖ αὐτά, εἰς τὰς διατάξεις τον Κανονισμοῦ καὶ νὰ στερήσῃ τὴν Βουλὴν πολυτίμων ἐγγράφων. Νομίζω, ὅτι παρεσύρθη ἀπὸ ἄλλην ὑπόθεσιν, καὶ ἐλπίζω ὅτι διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος πρέπει νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς δηλώσεις του, ὅτι δύναται, ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς τοῦ ἔδωκεν οἱανδήποτε ἀφορμὴν καθυστερήσεως ἐγγράφων, νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων.
§120Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Μὲ συγχωρεῖτε Δὲν μ’ ἐπροσέξατε. Εἶπον, ὅτι δὲν κατέθεσα τὸν φάκελλον αὐτόν, διότι ἄλλον φάκελλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἔσπευσα νὰ τὸν καταθέσω ἀμέσως. Λαβὼν ὅμως ἀνάγκην αὐτοῦ, ὅπως τόν μελετήσω, ἀπηυθύνθην πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς δεκάκις, ἵνα μοῦ ἐπιστραφῇ.
§121Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Παρενοήσατε τὸ νόημα τῆς παρεμβάσεως.
§122Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Νομίζετε, ὅτι τά ἀνεζήτησα, χωρὶς νὰ ἔχω ἀνάγκην αὐτῶν; Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπερώτησις δὲν ἤθελεν ἔλθει πρὸς συζήτησιν, θὰ τὸν ἄφηνα κατατεθειμένον.
§123Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τοῦτο νὰ γνωρίζετε, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. βουλευτής, ἔστω κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἐφάνη ἀσυνεπὴς εἰς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ πρώτου ἐγγράφου, μὴ νομίσετε ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆσθε τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ στερῆτε τὴν Βουλὴν πολυτίμων ἐγγράφων, ὡς προεῖπον. Τοῦτο μόνον ἰδική σας θεωρία δύναται νὰ εἶναι.
§124Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ἑρμηνευθῶσι μὲ κάποιαν λογικὴν σειρὰν καὶ ἔννοιαν. Γίνεται χρῆσις, καὶ ὑπέρμετρος μάλιστα, τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτό, ὅπως ἀσκεῖται παρ’ ἡμῶν, τείνει —ἐπιτρέψατέ μου τὴν ἔκφρασιν— δυστυχῶς νὰ ἐκφυλισθῇ. Πολλάκις ζητήματα ἁπλῶν ἐρωτήσεων καὶ πληροφοριῶν ἐπὶ τῶν τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ γίνῃ ἔλεγχος, λαμβάνουσι τὴν μορφὴν ἐπερωτήσεως. Συμβαίνει παράδοξόν τι, τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμός, ἀντιγραφεὶς ἀπὸ ξένους κανονισμούς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδῃ. Λέγει ὁ Κανονισμός, ὅτι προηγεῖται ἡ ἐπερώτησις ἐπὶ τῆς μὴ καταθέσεως ἐγγράφων. Τί σημαίνει τοῦτο; Θὰ ἀκουσθῇ ὁ Ὑπουργὸς διὰ τίνα λόγον δὲν κατέθεσε τὸν φάκελλον καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως ὁ βουλευτὴς εἶχε ζητήσει τὸν προκείμενον φάκελλον.
§125Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Καὶ κατετέθη ἀμέσως.
§126Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κατετέθη ἀμέσως, ἀλλά...
§127Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ φάκελλος καλῶς εὑρίσκετο εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ. Βεβαίως, ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος αὐστηρῶς, ἡ λύσις ἔπρεπε νὰ εἶναι ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς πρέπει νὰ προσέρχηται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων. Ἀλλ’ οὐδεὶς θὰ μεμφθῇ οὔτε τὸν Ὑπουργόν, οὔτε τὸν βουλευτήν, διότι ἐμπιστεύεται εἰς τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἕνα φάκελλον, ἵνα μελετήσωσιν ὑπόθεσιν, ἐνδιαφέρουσαν αὐτά. Ἀλλ’ ἐὰν βραδύνῃ νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις ἐν οὐσίᾳ, τίς πταίει; Ἔχουσι κατατεθῆ πολλαὶ καὶ διάφοροι ἐπερωτήσεις καὶ προκαλεῖται ἡ συζήτησις αὐτῶν. Φαντάζεσθε, ὅτι δύναται νὰ μένωσιν οἱ φάκελοι διηνεκῶς εἰς τὴν Βουλήν; Θὰ παρέλυον τότε αἱ ὑπηρεσίαι. Εἶναι βέβαια δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ νὰ ζητήσῃ φάκελόν τινα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἔχει ἀνάγκην, ὑποτίθεται ὅμως ὅτι ὁ βουλευτὴς λαβὼν ἅπαξ γνῶσιν τοῦ φακέλλου, καὶ κρατήσας τὰς ἀπαραιτήτους σημειώσεις ἢ καὶ ἀντίγραφα, ἐπιστρέφει τὸν φάκελλον εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα αὕτη τὸν ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ συνεχισθῇ ἡ ὑπηρεσιακὴ ἐνέργεια.
§128Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην σημειώσεων, ἀλλὰ τῶν πρωτοτύπων διὰ νὰ κάμω τὸν ἔλεγχον. Διὰ νὰ κάμω τὴν ἐπερώτησιν ἔχω ἀνάγκην τοῦ φακέλλου.
§129Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι καθ’ ἣν ἡμέραν πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις, πάλιν ὁ φάκελλος πρέπει νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐμεσολάβησαν πολλαὶ ἡμέραι, ὅλοι οἱ φάκελλοι τῶν ἐπερωτήσεων πρέπει νὰ περιφέρωνται εἰς τὰς οἰκίας τῶν Βουλευτῶν ἢ νὰ παραμένουν εἰς τὴν Βουλήν; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Ὁ Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὸν φάκελλον ὁ δὲ Ὑπουργός, ἐὰν τυχὸν ἀρνηθῇ, πρέπει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν καταθέσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ Βουλὴ θὰ κρίνῃ τοὺς λόγους τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ θὰ ἀποφανθῇ. Ἐὰν ὁ φάκελλος κατετέθη, ἀλλ’ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως δὲν ἐπέστη καὶ παρέρχεται ἀρκετὸς καιρός, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ ζητήσῃ πάλιν τὸν φάκελλον εἴτε διὰ νὰ τὸν μελετήσῃ καὶ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, εἴτε διὰ νὰ συνεχίσῃ τὰς ἀναγκαίας ὑπηρεσιακὰς ἐνεργείας. Δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐὰν μία ἐπερώτησις ἀναβληθῇ λόγου χάριν ἐπὶ ἐννέα μῆνας, κατὰ τοὺς ἐννέα αὐτοὺς μῆνας, θὰ πρέπῃ ὁ φάκελλος νὰ μείνῃ ἀναγκαστικῶς εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Βουλῆς.
§130Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ φάκελλος ἦτο ἀπαραίτητος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἠδύνατο, ὅπως συνέβη καὶ μὲ ἄλλην ἐπερώτησιν, νὰ σταλοῦν ὄχι τὰ πρωτότυπα τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ τὰ ἀντίγραφα. Τοῦτο συνέβη καὶ μὲ ἰδικήν μου ἐπερώτησιν περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μοῦ ἔστειλεν τὰ πρωτότυπα ἀλλὰ ἀντίγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖράς μου.
§131Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτὸ περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται ἀπὸ ἕναν ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν, παρά τινος ἐκ τῶν κ. Ὑπουργῶν. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατατίθενται εἰς τὴν Βουλήν, τῶν ἐγγράφων δ’ αὐτῶν λαμβάνει γνῶσιν ὁ ἐπερωτῶν Βουλευτὴς ἢ καὶ ἄλλος τις, ἐὰν θέλῃ, ἐκ τῶν κ.κ. Βουλευτῶν. Δύναται δ’ ἐπίσης εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ καταθέσας τὰ ἔγγραφα, νὰ ζητήσῃ ταῦτα ἐὰν τοῦ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ πάλιν ταῦτα ἐφόσον ἡ ἐπερώτησις δὲν ἐπερατώθη, ὥστε ὁ ἐπερωτῶν Βουλευτὴς νὰ τὰ ἔχῃ κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἡ ἀμοιβαία εὐκολία ἡ ὁποία γίνεται καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνεται μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κ. Βουλευτῶν, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐγγυήσεως πάντοτε τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ φάκελλος δύναται νὰ παραληφθῇ παρὰ τῶν κ. Βουλευτῶν καὶ κατ’ οἶκον καὶ νὰ μελετηθῇ. Ἐν προκειμένῳ ὅμως δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ζήτημα. Ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λέγῃ, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν τοῦ ἐπεστράφη ὁ φάκελλος, τὸν ὁποῖον ἔδωσεν εἰς ἄλλην ἐπερώτησιν, κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ ἄλλον φάκελλον ἐπὶ ἄλλης ἐπερωτήσεως. Τοῦτο εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Οὔτε δύναται νὰ καθιερώσῃ τοιοῦτόν τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν κ. Ὑπουργῶν. Πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει οἱ κ. Ὑπουργοί, ὅτι ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἡ ὁποία εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κ. Βουλευτῶν. Ἀντιθέτως ἡ Κυβέρνησις ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν Βουλευτῶν. Θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ τοῦ ἐπιστραφῇ ὁ φάκελλος, τὸν ὁποῖον δὲν παρέδωκεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἀλλὰ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πάντως ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν θέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν παραδίδει τὸν φάκελλον, διότι δὲν τοῦ ἐπεστράφη ὁ ἄλλος φάκελλος. Οὔτε ν’ ἀκουσθῇ ἔπρεπεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοιαύτη θεωρία, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διευθύνῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὰς σχέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς μετὰ τῶν κ. Βουλευτῶν σχετικῶς μὲ τοὺς λόγους μιᾶς ἀφορμῆς τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἐὰν καθιερωθῇ τοιαύτη ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἀρχὴ δύναται καὶ ἄλλος Ὑπουργὸς αὔριον νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν παραδίδω καὶ ἐγὼ τὸν φάκελλον, διότι ἔχω ἄλλας ἀφορμάς. Ἐλπίζω κ. Ὑπουργέ, ὅτι θὰ θελήσητε νὰ διορθώσητε ὅ,τι εἴπετε, ὅτι δὲν δίδετε τὸν φάκελλον, διότι κἄποιαν ἄλλην φορὰν ποὺ ἐδώσατε τὸν φάκελλον δὲν σᾶς τὸν ἐπέστρεψαν· διότι αὐτὸ ἀφορᾷ σχέσιν Βουλευτοῦ καὶ κ. Προέδρου Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῆτε. Ὀφείλεται, ἐφόσον δὲν ἔχετε δικαιολογίαν τινα ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ καταθέσητε τὸν φάκελλον, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐζητήθη. Δὲν ὑφίσταται ἐν προκειμένῳ οὐδεμία σχέσις μεταξὺ Ὑπουργῶν. Σχέσις ὑφίσταται μεταξὺ τῶν κ. Βουλευτῶν καὶ Προέδρου Βουλῆς, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀπευθυνθῇ διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ κατατεθέντος φακέλλου ἐφόσον τὸν ἔχει ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία του, ἀλλὰ καὶ τότε ὑποχρεοῦται νὰ τὸν καταθέσῃ ἐκ νέου.
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διότι ἀναμφισβητήτως τὸ πταῖσμα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖ τὸν Βουλευτὴν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ὑπόθεσις ἀφορῶσα ἀφ’ ἑνὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Δὲν δύναται ποτὲ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν οἱουδήποτε ζητουμένου παρ’ αὐτῆς ἐγγράφου ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§133Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡμολόγησεν ἀδυναμίαν νὰ λάβῃ τὸν φάκελλον. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶναι παρὼν καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§135Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐζητήθη, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἐπιστραφῇ ὁ φάκελλος;
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, καὶ δὲν ἐπεστράφη.
§137Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν μοῦ τὸ ἐζητήσατε, κύριε Πρόεδρε.
§138Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἡ ἐπερώτησις ἄλλως τε ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν φάκελλον δὲν εἶναι ὥριμος.
§139Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε, ὅτι δὲν εἶναι ὥριμος.
§140Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς λάβῃ γνῶσιν ἐν τῷ Γραφείῳ τοῦ κ. Προέδρου.
§141Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται νὰ εἴπητε νὰ τὸ εἴπετε, ἀλλὰ τὸ νὰ λέγητε, ὅτι δὲν καταθέτετε τὸν φάκελλον, διότι ἐπῆλθεν μία ἀταξία, αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται.
§142Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἤθελον νὰ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον ἔλαβε, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν μελετήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, οὐδὲ ἠμπορεῖ νὰ τὸν κρατήσῃ ἐπὶ ἕξ μῆνας.
§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε οὔτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον νὰ μὴ ἐξέλθουν τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὴν Βουλήν. Γίνεται κατάχρησις αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Γίνεται δὲ τοῦτο ἐξ ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Προέδρου καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Ἐγώ, μάλιστα, προσέθεσα, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ κατακρίνῃ τὸν κ. Πρόεδρον διὰ τὴν τοιαύτην τινα ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ἐξ ἑτέρου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς αὐστηρότητα.
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Σωτηριάδη, ἐσυμφωνήσαμεν εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων.
§146Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτον τι. Ἀλλοίμονον ἐὰν ὑπεστήριζον τοιοῦτον τι.
§147Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν τὴν συζητουμένην, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι δὲν ὑπῆρχον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ καὶ δὲν μοῦ χρειάζονται παντάπασι ταῦτα. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἐν Ἀθήναις ἐξεπλήρου καθήκοντα Προέδρου Πρωτοδικῶν ὁ Ἐφέτης κ. Ἀλικέπουλης. Ἐνῷ δὲ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ἐνεργήθη μία ἐξέτασις κατὰ τοῦ κ. Ἀλίκουλη καὶ διεβιβάσθη ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐρώτημα εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς του ἐκ τῶν καθηκόντων του καὶ περὶ τοποθετήσεως ἄλλου Προέδρου Πρωτοδικῶν. Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν καὶ ἀπήλλαξε τὸν Ἀλίκουλη τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου καὶ ἐτοποθέτησεν ὡς Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν τὸν κ. Διγενόπουλον, κατὰ σύμπτωσιν συμπολίτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἕως ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι ἔκτακτα. Ὁ κ. Διγενόπουλος εἶναι ἄριστος δικαστικὸς ὑπάλληλος καὶ θὰ ἠδύνατο ἄριστα νὰ τοποθετηθῇ εἰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐνῷ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ἐτοποθετήθη δικαστικὸς ἐπίλεκτος καὶ ἐνῷ στοιχειώδης ὑπηρεσιακὴ ὑποχρέωσις ἦτο, ὅπως ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐκτελεσθῇ, ἔλαβε χώραν τὸ ἑξῆς, ὀφειλόμενον καὶ αὐτὸ εἰς σύμπτωσιν κατὰ τὴν γνώμην. Τὴν ἑπομένην εὑρίσκετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἔκαμνεν ὑπηρεσιακὴν ἐπιθεώρησιν εἰς τὴν Λάρισσαν καὶ ἔπρεπε νὰ λείψῃ δύο ἡμέρας. Ὡς γνωρίζετε ὅλοι, ὅταν ὑπάρχουν τόσον ἐλάχισται ἡμέραι ἀπουσίας θὰ ἔπρεπεν ὁ ἀναπληρῶν αὐτὸν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 24 ἢ 48 ὡρῶν ἀπουσίας, θὰ ἔπρεπε, λέγω, εἰς ζητήματα προσωπικὰ νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ ἀναπληρωτὴς δὲ τοῦ κ. Τουρκοβασίλη ἦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Ὁ κ. Μεταξᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ διὰ τὰ δικαστικὰ πράγματα τὰς σχετικὰς γνώσεις, ἔκαμε τὸ ἑξῆς πρωτοφανές. Διαφωνεῖ, καίτοι προσωρινὸς ἀναπληρωτὴς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τοποθέτησιν τοῦ κ. Διγενοπούλου. Στέλλεται τὸ ἔγγραφον τῆς διαφωνίας εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ λύσῃ τὴν διαφωνίαν αὐτήν. Καὶ αἰφνιδίως δὲν τοποθετεῖται ὁ κ. Διγενόπουλος, ἀλλ’ ἄλλος Πρόεδρος, ἄριστος καὶ αὐτός, ὁ κ. Δημητρακάκης. Ἐξ αὐτοῦ μοῦ γεννῶνται μερικαὶ ἀπορίαι. Πρῶτον πῶς ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ σπουδὴ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὥστε ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων αὐτῶν τῶν προσωπικῶν φακέλλων καὶ νὰ κάμῃ ἐρώτημα διαφωνίας, καὶ διατί δὲν ἄφηνε εἰς τὸν κανονικὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐνεργείας αὐτῆς; Καὶ δεύτερον, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπανερχόμενος, δὲν εἶπε τέλος πάντων τίποτε, δὲν ἐξέφρασε τὸ παράπονόν του; εἶναι ἀπορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω.
§148Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Εἶναι τι παράνομον, Κύριε Συνάδελφε;
§149Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι παράνομον. Πρέπει νὰ σημειώσετε, ὅτι ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων. Ἀλλ’ εἶνε μερικὰ πράγματα, ποὺ ὅσον καὶ ἂν πληροῦνται οἱ τύποι, ἔρχονται ἀντιμέτωπα πρὸς ὡρισμένας ἠθικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι διέπουν ἀνέκαθεν τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ Δικαιοσύνη δὲ ἀποτελεῖ τὸ βάθρον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Καὶ δὲν ἀρκοῦν πρὸς διακανονισμὸν ζητημάτων τινῶν αὐτῆς οἱ κανόνες δικαίου, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ κἄποια συμφωνία πρὸς τὰς ἠθικὰς ἀρχάς. Ἐγὼ δὲν κατακρίνω τὴν ἐνέργειαν ὡς παράνομον, ἀλλ’ ὡς ἄτοπον. Καὶ εἶπον τὰ ὀλίγα αὐτά, διότι τὸ ζήτημα ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ γεννηθῶσι πολλαὶ παρεξηγήσεις. Ἐλέχθη, ὅτι κατὰ τῆς τοιαύτης τοποθετήσεως διεμαρτυρήθησαν ὡρισμένοι βουλευταί, ἀνήκοντες εἰς τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως, ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω, λέγω μόνον τί ἐλέχθη.
§150Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι αὐταὶ αἱ παρεξηγήσεις εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν, ὅταν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δικηγοροῦσιν ἐν Ἀθήναις, δημιουργοῦσιν αὐτὰ τὰ ζητήματα;
§151Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν αὐτό. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον κρίνετε τοὺς βουλευτάς, τοὺς δικηγοροῦντας ἐν Ἀθήναις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀσκοῦν ἔλεγχον διὰ τὰ δικαστικὰ πράγματα, ἐνῷ εἶναι ἁρμοδιώτατοι.
§152Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐγὼ δὲν δικηγορῶ, ἀφ’ ἧς εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσω νὰ ἀποκλεισθοῦν οἱ βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ νὰ δικηγοροῦν ὄντες τοιοῦτοι, θὰ ἐψήφιζα κατὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Καὶ ἐξήγησα ἄλλοτε τοὺς λόγους. Ἐν τούτοις ὑπάρχει μία γνώμη ἀντίθετος, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία προσοχῆς. Εἶπον, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κοινοβουλευτικὴ ἱστορία εἶναι πλουσία εἰς παραδείγματα, ἰδίᾳ εἰς τοὺς ἀρχαιοτέρους χρόνους. Εἶπον ἀκόμη, ὅτι κάποτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐδοκίμασαν καὶ ἀπέπεμψαν ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον ὅλους τοὺς Νομικούς, ἀλλ’ ἡ Ἱστορία γράφει, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἐκεῖνο ὠνομάσθη Κοινοβούλιον ἀμαθῶν. Μάλιστα τότε ὑπέστην μίαν ἐπίθεσιν, ὅτι ἤθελον δῆθεν νὰ πειράξω τὰ ἄλλα, ἐπαγγέλματα, ἐνῷ ἐγὼ ἀνέφερον ἓν ἱστορικὸν γεγονός.
§153Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 21 ἐπερώτησιν δι’ ἄλλην μίαν ἐνέργειαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία προεκάλεσε πολλὴν συζήτησιν ἐξωκοινοβουλευτικῶς. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐγίνετο λόγος τότε περὶ γενομένης παγκαλικῆς κινήσεως. Πρό τινων μηνῶν ἐπελήφθη τῆς ἀνακρίσεως ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ τῶν Πρωτοδικῶν διὰ τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Λαμπρία. Ἐπειδὴ παρενεβλήθη ἓν πρόσωπον δικηγόρου, ἀπολαμβάνοντος ἰδιαζούσης δωσιδικίας, ἡ ὑπόθεσις ἐστάλη εἰς τὴν ἀνάκρισιν Ἐφετῶν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ἡ ἀνάκρισις παρ’ Ἐφέταις. Σημειωτέον, ὅτι εἶχε διορισθῆ ἀνακριτὴς παρ’ Ἐφέταις ὁ ἐφέτης κ. Ζῆλος, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀπαλλαγῆ καὶ εἶχε διορισθῆ ἐφέτης ἀνακριτὴς ὁ κ. Μπαγεώργας, ἐκ τῶν ἀρίστων δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§154Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐκ τῶν ὑπεραρίστων, τιμῶν τὴν Δικαιοσύνην.
§155Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἡ Δικαιοσύνη. Ἐγένοντο διάφοροι ἐνέργειαι καὶ ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ὁ κ. Ζῆλος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, μὴ κοινοποιήσαντος ἀμέσως τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως, ἦτο πλημμελής. Διὰ τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶχε καλέσει καὶ τὸν κ. Μπαγεώργαν, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀνακρίσεως διὰ νὰ δώσῃ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ δώσῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπῆρχε διωρισμένος ρητῶς τὴν προηγουμένην ἡμέραν εἰς δικαστὴς τῆς ἀκεραιότητος καὶ τῆς εὐσυνειδησίας τοῦ κ. Μπαγιώργα, δημοσιεύεται ἓν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσεται ἄνευ ὑπηρεσιακῆς ὑποδείξεως, ὁ ἀνακριτὴς κ. Μπαγεώργας καὶ τοποθετεῖται ἕτερος. Ἐὰν μοῦ ἀπευθυνθῇ ἡ αὐτὴ ἐρώτησις, ἡ ὁποία μοῦ ἀπηυθύνθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Συνάδελφον, ἐὰν εἶναι νόμιμος ἡ πρᾶξις αὐτή, θὰ ἀπήντων ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι νόμιμος, ἀλλὰ θὰ ἔλεγον: ποῖος λόγος ὑπηρεσιακὸς ὑπηγόρευσε τὴν ἀπαλλαγὴν ἑνὸς ἀνακριτοῦ τοιαύτης ἀπροσωποληψίας καὶ ἐντιμότητος καὶ τὸν διορισμὸν ἑνὸς ἑτέρου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς ὑπηρεσιακὸς λόγος; Καὶ λέγω, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο φυσικὸν καὶ ὅτι μία τοιαύτη ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ στάδιον ὑπονοίας, διότι δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπεμβαίνει εἰς τὰ δικαστικὰ καθήκοντα. Αὐτὴ εἶναι ἡ δευτέρα ἀπορία, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ ἐξαγάγῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἐπερώτησιν, εἶναι μακρὰ καὶ δι’ αὐτὴν θὰ ἀπασχοληθῶ πολὺ καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ. Εἶναι ἐκείνη τοῦ Μπουροπούλου.
§156Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἡ ἀφορῶσα τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐφέτου κ. Μπαγεώργα καὶ ἡ παρακατιοῦσα, ἡ ἀφορῶσα τὸν ἀντεισαγγελέα Μπουρόπουλον, εἶνε ἐντελῶς συναφεῖς. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰς ἀναβάλετε. Ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ ἀναπτύξετε καὶ αὐτὴν διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀπαντήσω ἐπ’ ἀμφοτέρων. Διότι, τόσον ὁ κ. Μπαγεώργας ὅσον καὶ ὁ κ. Μπουρόπουλος, ἦσαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Παγκαλικῆς συνωμοσίας, ὡς κρατικὰ ὄργανα. Δὲν ἠμπορῶ δὲ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν μίαν ἐπερώτησιν, χωρὶς νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τῆς ἄλλης.
§157Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος εἰς τοῦτο, ἀλλὰ θὰ σᾶς ζητήσω νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ὅτι θὰ καταναλώσω τοὐλάχιστον ἡμίσειαν ὥραν διὰ τὴν ἐπερώτησιν τούτην.
§158Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἔχει καλῶς.
§159Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λοιπόν· ἐν Ἀθήναις, κύριοι Συνάδελφοι, ὑπηρέτει εἰς ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἄριστος δικαστικὸς λειτουργός, ἄριστα μορφωμένος, ὁ κ. Μπουρόπουλος. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχετε ἀντίρρησιν. Ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν ἐνταῦθα, μὴ δοὺς ποτὲ οὐδὲ τὴν παραμικρὰν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία μάλιστα τοῦ ἀπονέμει ἰδιάζουσαν τιμὴν ἕνεκα τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει. Ὅταν ἐξεδηλώθη ἡ παγκαλικὴ κίνησις καὶ ἐστάλη ἡ δικογραφία ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἐκλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Μπουρόπουλος καὶ συνεστήθη εἰς αὐτόν, ὅπως μετὰ τῆς ἰδιαζούσης ἐκείνης προσοχῆς τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ σοβαρότης τῆς ὑποθέσεως, παρακολουθήσῃ αὐτοπροσώπως τὴν ἀνάκρισιν. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε σταλῆ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸ Γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικαθίστατο ὁ ἐκ τῶν ἀνακριτῶν κ. Ζῆλος, ὁ ὁποῖος εἶχε ζητήσει προηγουμένως τὴν ἀπαλλαγήν του, καὶ διωρίζετο τοιοῦτος ὁ κ. Μπουρόπουλος. Τὸ ἔγγραφον τοῦ διορισμοῦ του ἐστάλη περὶ τὴν ἑσπέραν εἰς τὸν κ. Μπουρόπουλον, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀπουσίαζεν ἐκ τῆς οἰκίας του.
§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πότε ἐγένοντο αὐτά;
§161Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1927. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ κ. Μπουρόπουλος, μὴ ἔχων παντάπασι γνῶσιν τῆς τοιαύτης ἀπαλλαγῆς τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Ζήλου —καὶ βεβαίως ἡ ἀπαλλαγὴ δὲν ἦτο....
§162Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Εἴπετε, ὅτι ὁ κ. Μπουρόπουλος μὴ ἔχων παντάπασι γνῶσιν τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐφέτου κ. Ζήλου...
§163Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς διαβάσω τὸ ἀνακοινωθέν σας.
§164Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐξηγήσατέ μου, σᾶς παρακαλῶ...
§165Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀφήσατε. Θὰ σᾶς τὰ εἴπω ὅλα. Ἔχω μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀποτελουμένου ἀπὸ διακεκριμένους δικαστικοὺς λειτουργούς, ἡ ὁποία λέγει ὅ,τι ἀκριβῶς λέγει καὶ ὁ κ. Μπουρόπουλος, καὶ ὅτι ἀνακριβείας λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§166Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐτιμωρήθη ὁ Μπουρόπουλος ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον;
§167Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐτιμωρήθη μὲ ἐπίπληξιν δι’ ἀντικείμενον ἄσχετον μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Αὐτὰ δὲ ὅλα ἐξάγονται ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπροκαλέσατε δι’ ὑβριστικωτάτου ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω, διὰ νὰ ἴδητε, ἐὰν εἶναι προσῆκον εἰς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπευθυνόμενος πρὸς μίαν Δικαστικὴν Ἀρχήν, ἐκπροσωπουμένην ἀπὸ ἕνα λεπτότατον δικαστικὸν λειτουργόν, νὰ ἀναγράφῃ τοιαῦτα, καὶ ἂν εἶναι προσῆκον εἷς Ὑπουργός, ἀσκῶν οἱανδήποτε δικαιοδοσίαν, νὰ ἐκφράζεται κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν.
§168Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτά. Ἐγὼ ἔστειλα ἔγγραφον... (Δὲν ἠκούσθη).
§169Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς διαβάσω ὅλα τὰ ἔγγραφα. Μείνατε ἥσυχος. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον μὲ διέκοψεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ σᾶς λέγω: Ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο νὰ ἐνεργήσῃ ἐξέτασιν κατὰ τοῦ κ. Μπουροπούλου...
§170Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ἐπῆγεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; Εἴπατέ τα μας κατὰ σειράν.
§171Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως. Ὅταν ὁ κ. Μπουρόπουλος ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως καὶ παρέλαβε τὴν ἀνάκρισιν ἀπὸ τὸν κ. Ζῆλον, κατέληξε, μετὰ τὴν μελέτην τῆς δικογραφίας τῆς ἀνακρίσεως, ἡ ὁποία εἶχεν ἐνεργηθῆ, εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶνε ἀπολυτέοι τινὲς τῶν κατηγορουμένων διὰ τὴν κίνησιν τοῦ Παγκάλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν κατηγορουμένων γενομένην τῇ ὁμοφώνῳ γνώμῃ Ἀνακριτοῦ–Ἐφέτου καὶ Ἀντεισαγγελέως, ἐδημοσίευσε τὸ ἑξῆς ἀνακοινωθέν (ἀναγινώσκει): Ἐδημοσιεύθη τοῦτο εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐδημοσιεύθη ἕτερον ἀνακοινωθὲν τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδηλοῦτο, ὅτι τὸ ἀνακοινωθὲν δὲν προέρχεται μὲν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, πάντως ὅμως τὰ ἐν αὐτῷ γραφόμενα ἦσαν ἀκριβῆ. Ἰδοὺ λοιπὸν αἱ ἀντιλήψεις τοῦ Ὑπουργείου. Σᾶς διαβάζω καὶ τὸ δεύτερον τοῦτο ἀνακοινωθέν. (Ἀναγινώσκει).
§172Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτερ.). Τί εἶναι αὐτό;
§173Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀνακοινώσεις τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ κοινόν.
§174Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐγὼ ἔκαμα διάψευσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτά...
§175Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνας εὐυπόληπτος ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργὸς εἶδε κατὰ τοιοῦτον τρόπον θιγομένην τὴν ὑπόληψίν του τὴν δικαστικήν, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναιρέσῃ τὰς ἀνακριβείας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸν τύπον, καὶ μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐζήτησε, κατὰ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς πολίτης, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἷς ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργός, ἐζήτησε νὰ διαψευσθοῦν αὐταί. Διότι ὅμως ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦτο, μὴ βλέπων δὲ νὰ γίνῃ διάψευσις, ἐνόμισεν, ὅτι στοιχειῶδες εἶχε καθῆκον —δικαίωμα δὲ λέγω ἐγὼ— ἐνόμισεν, ὅτι τοῦ ἐπεβάλλετο νὰ κάμῃ ἓν ἀνακοινωθὲν εἰς τὸν τύπον καὶ νὰ εἴπῃ πῶς ἔχουν τὰ πράγματα, ἀναιρῶν μετὰ πάσης εὐλαβείας πᾶν ὅ,τι περιείχετο εἰς τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο τὸ ἐξέλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἐσχάτην ἀνευλάβειαν κατὰ τοῦ προσώπου του καὶ ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, δι’ οὗ ἐζήτησε τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν τοῦ Μπουροπούλου. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐνήργησεν ἐξέτασιν καὶ πεισθεὶς ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ πειθαρχικῆς διώξεως κατὰ τοῦ κ. Μπουροπούλου, ἐπέστρεψε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἔγγραφον μὲ τὴν γνώμην αὐτήν. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα.
§176Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Τὸ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, προκειμένου νὰ τιμωρηθῇ ὁ Μπουρόπουλος, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ἐλευθέρως καὶ νὰ ἐπιμείνῃ, οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ. Ἔστειλε λοιπὸν ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἔλεγεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε στοιχεῖον κατηγορίας κατὰ τοῦ Μπουροπούλου. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἔστειλεν ὀπίσω τὸ ἔγγραφον καὶ εἶπεν, ὅτι ὑπῆρχον τοιαῦτα στοιχεῖα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ ἀπήγγειλε τότε κατηγορίαν, προτείνων νὰ τιμωρηθῇ. Πῶς τὰ ἐξηγεῖτε αὐτά;
§177Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς προτείνει νὰ τοῦ ἐπιβληθῇ ἐπίπληξις δι’ ἄλλο ζήτημα ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς αὐτά, διότι καὶ τοῦτο εἶναι μία οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ τὴν ἐπίπληξιν αὐτὴν σεῖς τὴν μετεβάλατε εἰς 45 ἡμερῶν προσωρινὴν παῦσιν — πρᾶγμα, τό ὁποῖον, ἀφ’ ἧς ὑπάρχει τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, τὸ νὰ μεταβληθῇ δηλ. ἀπόφασις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ τοιοῦτον μάλιστα τρόπον, ἀπὸ Ὑπουργόν, οὐδέποτε ἐγένετο.
§178Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὅταν λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσετε, θὰ συμφωνήσετε, ὅτι ἦτο πολὺ ἐπιεικὴς ἡ ἐπιβληθεῖσα τιμωρία. Ἐγὼ ἀφῆκα τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀνενέργητον, ἵνα ἔλθῃ ἄλλος Ὑπουργὸς νὰ κρίνῃ, ἐπὶ ἕξ μῆνας. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρατείνεται ἐπ’ ἀόριστον ἡ κατάστασις αὐτή.
§179Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶσθε δικαστὴς καὶ διάδικος καὶ πρόκειται νὰ γνωσθῇ, ποῖος ἐκ τῶν δύο λέγει τὴν ἀλήθειαν. Ἔρχεται, λοιπόν, ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ἀνακριβείας λέγει τὸ Ὑπουργεῖον. Ἔπρεπε νὰ μὴ δικάσητε σεῖς.
§180Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Θὰ μοῦ ἐκάμνατε ἐπερώτησιν τότε, διατί δὲν τὸν ἐτιμώρησα. Ἐγὼ ἄλλως τε ἀπουσίασα ἐπίτηδες.
§181Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἦτο γνωστὸς ὁ λόγος ποῦ ἀπουσιάσατε τότε διὰ δύο ἡμέρας.
§182Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσύν.). Ἀπουσίασα 15 ἡμέρας καὶ ἐγύρισα ὅλην τὴν Νέαν Ἑλλάδα. Ἄλλως τε εἶμαι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ συνεπῶς ὑποχρεωμένος νὰ ὑπεραμυνθῶ ὅλων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν.
§183Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅλην τὴν ἔκθεσιν, διὰ νὰ κρίνετε καὶ τὸ ὕφος τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἀπευθυνομένου πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπειδὴ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγνώσω ὅλα τὰ ἔγγραφα λόγῳ τῆς φύσεως τῆς ὑποθέσεως, δι’ αὐτὸ θὰ ἔλεγον νὰ ἀνεβάλετο ἡ συζήτησις διὰ προσεχῆ εὐκαιρίαν.
§184Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω ἐγώ, εἶναι νὰ συζητηθοῦν καὶ αἱ δύο ἐπερωτήσεις μαζί.
§185Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πολὺ καλά.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπόν. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον. (Ὥρᾳ 9.50′)