1928.06.14
933 στίχοι · 6.940 λέξεις · 61 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 89Η
ΤΗΣ 14 ΙΟΥΝΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.50′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Ὁ Σύνδεσμος τῶν Δημ. Ὑπαλλήλων Κορίνθου ὑποβάλλει ψήφισμα τῆς Γεν. Συνελεύσεως περὶ ἐπιλύσεως τῶν γενικῆς φύσεως δημοσιοϋπαλληλικῶν ζητημάτων καὶ παρακαλεῖ ὅπως ἐκπληρωθῶσι ταῦτα. Ἐπιτροπὴ κατοίκων Δομοκοῦ διαβιβάζει τηλεγράφημα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κ. Σοφούλην, καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων παρακαλοῦσα ὅπως συμβάλλουν εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως περὶ Ξυνιάδος. Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις Ἀναπήρων πολέμου παρακαλεῖ ὅπως συστηθῇ εἰς τὸ Γεν. Ἐπιτελεῖον τοῦ Στρατοῦ νὰ προτιμήσῃ τὴν κατασκευὴν Σανατορίου Πάρνηθος ἐφόσον ἡ ἵδρυσις αὐτοῦ ἔχει ἀποφασισθῆ ὑπὸ τῆς Δʹ Ἐθνοσυνελεύσεως. Μέτοχοι τῆς Ἑταιρίας ΣΠΑΠ., κάτοχοι μετοχῶν ἐπικαρπίας τῆς Ἑταιρίας, ἐφιστοῦν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προσγενομένης εἰς αὐτοὺς ἀδικίας διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν μετοχῶν εἰς 6 δραχ. ἀντὶ δραχ. 20 τὰς ὁποίας ἔδωσεν εἰς τοὺς κατόχους μετοχῶν. Ἐργατικαὶ ὀργανώσεις διαφόρων πόλεων ζητοῦν τὴν ἐπίλυσιν τῶν καπνεργατικῶν αἰτημάτων. Ἐργατικὰ Συνδικάτα διαφόρων πόλεων διαμαρτύρονται διότι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει τὰ δίκαια αἰτήματα τῶν καπνεργατῶν. Οἱ Δημ. Ὑπάλληλοι Χίου, Λεβαδείας, Χαλκίδος, Θεσσαλονίκης, Ἰωαννίνων καὶ ἄλλων πόλεων διαμαρτύρονται διὰ τὴν παρέλκυσιν τοῦ οἰκονομικοῦ των ζητήματος. Ἡ Ἕνωσις Ἀναπήρων πολέμου ὅλης τῆς Ἑλλάδος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ψηφίσῃ πρὸ τῶν διακοπῶν τὴν πρότασιν νόμου τοῦ βουλευτοῦ κ. Μοσχούλα περὶ τοῦ «πόθεν ἔσχες». Κάτοικοι Λουτρακίου, καταστραφέντες ἐκ τῶν σεισμῶν παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοῦ φόρου τῆς ρητίνης. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Ε. Φωτάκης καταθέτει 1) ἀναφορὰν τοῦ ὑπολοχαγοῦ τῆς Στρατιωτικῆς δικαιοσύνης Χαρ. Νεωνάκη διὰ τῆς ὁποίας οὗτος παραπονεῖται διὰ τὰς προσγενομένας αὐτῷ ἀδικίας καὶ ζητεῖ τὴν ἐπανόρθωσίν των. 2) αἴτησιν τοῦ καταδίκου Μιχ. Βήχου παρακαλοῦντος ὅπως τῷ ἀπονεμηθῇ χάρις διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἐκθέτει ἐν τῇ ἀναφορᾷ του. Ἡ Συνομοσπονδία Δημ. Ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλει ἀναφορὰν διὰ τῆς ὁποίας ἐκθέτει τὴν πενίαν ὑφ’ ἧς μαστίζεται σύμπας ὁ Ὑπαλληλικὸς Κόσμος, λόγῳ τῆς ἀνεπαρκοῦς μισθοδοσίας των, δυσαναλόγου πρὸς τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς. Ἀναφέρει τὰς ἐνεργείας της πρὸς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις διὰ τὴν λῆψιν τῶν ἀπαιτουμένων μέτρων πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι εἰς οὐδένα κατέληξαν ἀποτέλεσμα καὶ ἐν τέλει ἐρωτᾷ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν πότε ἐπιτέλους θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ζήσουν. Ἐμπορικὸς Σύλλογος Δομοκοῦ ζητεῖ τὴν καταψήφισιν τῆς συμβάσεως Ξυνιάδος. Ὁ Λαὸς τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας παρακαλεῖ ὅπως διαταχθῇ ἡ ταχεῖα διευθέτησις τῆς κοίτης Κηφισσοῦ πρὸς ἀποφυγὴν τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει κατ’ ἔτος. Ὁ Σύλλογος Καπνεμπόρων Μακεδονίας καὶ Θράκης διαμαρτύρεται ἐντόνως διότι ἕνεκα τῆς μὴ λήψεως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως δραστικῶν μέτρων ἐναντίον τῶν ἀνατρεπτικῶν ὀργανώσεων, ἀπεθρασύνθησαν αὗται εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἀπετόλμησαν στασιαστικὰς ἐνεργείας ἐναντίον τοῦ Κράτους. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Καστορείου διαβιβάζει παράκλησιν τῶν κατοίκων πρὸς ψήφισιν τῆς προτάσεως τοῦ νόμου περὶ τοῦ Σανατορίου Ἅγιος Νίκων πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου Συνεταιρισμοῦ Κομισταξίδων, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἄδικον μετάθεσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐποικισμοῦ Ἄρτης Γούναρη. Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀκτημόνων ἐφέδρων πολεμιστῶν Ἰωαννίνων διαμαρτυρομένων διότι ἡ ἐπιτροπὴ Ἐποικισμοῦ ἀπεφάσισε τὴν ἐκδίωξίν των ἐκ τοῦ χωρίου εἰς ὃ διαμένουν. Οἱ βοηθοὶ Φαρμακοποιοὶ Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ Κυριακῆς ἀργίας τῶν Φαρμακείων. Τὰ Συνδικάτα καὶ οἱ Συνεταιρισμοὶ Κερκύρας παρακαλοῦν νὰ ληφθῇ ἄμεσος Κυβερνητικὴ πρόνοια πρὸς ἵδρυσιν αὐτονόμου ὀργανισμοῦ προστασίας ἐλαίας. Ὁ Προσφυγικὸς κόσμος Ρεθύμνης καὶ Λέσβου, ζητεῖ τὴν σύγχρονον ἔναρξιν πληρωμῆς μετρητῶν καὶ ὁμολογιῶν. Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Καβάλλας διαμαρτύρεται ἐντόνως διότι ἡ συνεχιζομένη καπνεργατικὴ ἀπεργία λόγῳ ἐκμεταλλεύσεώς της ὑπὸ ἀνατρεπτικῶν στοιχείων πλήττει τὸν Ἐμποροεπαγγελματικὸν κόσμον καὶ ζητεῖ τὴν ἐνεργὸν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Παπαδάτος καὶ Π. Νικολαΐδης καταθέτουσι τηλεγραφήματα 1) τῶν κατοίκων Λαρόβης διαμαρτυρομένων διὰ τὴν σκανδαλώδη διαγωγὴν τοῦ Εἰρηνοδίκου των καὶ ζητούντων τὴν ἄμεσον ἀπομάκρυνσίν του καὶ 2) Τηλεγραφήματα τῆς ἑνώσεως κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν Τ.Τ.Τ. Καβάλλας, παραπονουμένων διὰ τὴν μὴ αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν των. Οἱ κάτοικοι Δαρόβης Πουρακίδης, Δουμελίδης, Μυστακίδης, ἱερεὺς Νικήτας Παπαυλίδης, Λαλαρίδης, Ἐλευθεριάδης διαμαρτύρονται διὰ τὴν σκανδαλώδη διαγωγὴν τοῦ Εἰρηνοδίκου Λαρόβης. Ἡ Ἕνωσις κατωτέρου προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ. Καβάλλας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν μελῶν της. Σωματεῖον «Πρόοδος Καβάλλας» ζητεῖ τὴν ἀποδοχὴν τῶν αἰτημάτων τῶν καπνεργατῶν. Ὁ Σύλλογος Καπνεμπόρων Καβάλλας, δι’ ἐπείγοντος τηλεγραφήματός του πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ τὸν βουλευτὴν κ. Καραγιώργην, διαμαρτύρεται διὰ τὴν διηνεκῆ ἀναβολὴν λήψεως δραστικῶν μέτρων ἐναντίον τῶν ἀνατρεπτικῶν ὀργανώσεων. Τὸ ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Καβάλλας διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν βουλευτὴν κ. Καραγεώργην διαμαρτύρεται διὰ τὴν δημιουργηθεῖσαν ὑπὸ τῶν ἀπεργῶν κατάστασιν καὶ ζητεῖ τὴν λῆψιν ριζικῶν μέτρων πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως. Ὁ Βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, Κτηματικοῦ Συλλόγου καὶ Ταμείου Προνοίας Ἐλαιοπαραγωγῆς Λευκάδος καὶ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐγκρίνῃ τὰ δίκαια αἰτήματα τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν Κερκύρας καὶ Λευκάδος. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Καντιάνης καὶ Φ. Μοσχούλας καταθέτουν τηλεγράφημα τοῦ συκοπαραγωγικοῦ κόσμου Μεσσηνίας, παρακαλοῦντος νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ αὐτονόμου ὀργανισμοῦ σύκων» πρὸ τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ τρόπου παραχωρήσεως Λέσχης τυχηρῶν παιγνίων ἐν Λουτρακίῳ». Οἱ κ. κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπ. τῆς Παιδείας) καὶ Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπ. τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀγορᾶς ἔργων Ἑλλήνων καλλιτεχνῶν πρὸς πλουτισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Πινακοθήκης». Ὁ κ. Κ. Γκότσης (Ὑπ. τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς νομοθεσίας περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων». Οἱ κ. κ. Κ. Βλαχοθανάσης, Θ. Τσιριμῶκος, Π. Σάκης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς εἰδῶν διὰ τὴν ἵδρυσιν καὶ ἐγκατάστασιν ἱδρυομένων καὶ ἱδρυθησομένων ἀντιφυματικῶν ἱδρυμάτων (Σανατορίων). Ἡ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας» Εἰδικὴ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως λιμενικοῦ Ταμείου ἐν Ἁγίῳ Νικήτᾳ, Νυδρίῳ, Σύββοτα καὶ Μεγανησίῳ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος». Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως ἐφημερίδων». Ὁ κ. Α. Ξανθόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων δασικῶν νόμων». Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς (Ὑπ. τῆς Γεωργ.) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν ἐν τῇ Δυτικῇ Θράκῃ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Τάκας» Ἡ Μειονοψηφία τῆς ἐπὶ τῆς Παιδείας Ἐπιτροπῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1926 περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς ἰσχὺν τοῦ νόμου 3341 περὶ ἱδρύσεως Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».
§2Α. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ–ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§4Α. ΕΜ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε καταθέτω ἔγγραφον διαμαρτυρίαν καὶ δήλωσιν διὰ τὰς πυρκαϊὰς τὰς ἐκραγείσας ἐπὶ τῶν δασωδῶν περιοχῶν τοῦ Ὑμηττοῦ συνεπείᾳ βολῶν τοῦ πυροβολικοῦ. Συνέστησα ἰδιαιτέρως ἅμα τῇ πρώτῃ πυρκαϊᾷ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ληφθοῦν μέτρα σύντονα καὶ δὴ νὰ ὁρισθῇ ἄλλον πεδίον βολῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει του τὰς συστάσεις μου, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ, ἐφόσον ἐξερράγη καὶ ἐκ δευτέρου πυρκαϊὰ εἰς διάστημα 3 ἡμερῶν συνεπείᾳ πάντοτε τῆς αὐτῆς αἰτίας. Τὸ Κράτος ὑποβάλλεται εἰς μεγάλας θυσίας πρὸς ἀναδάσωσιν τοῦ Ὑμηττοῦ, στερεῖται δὲ συνεπείᾳ ἀπαγορεύσεως τῆς ποιμνιοβοσκῆς ἐπ’ αὐτοῦ προσόδου ἄνω τῶν 500.000 ἐτησίως. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, ὅπως παύσῃ αὐτὴ ἡ ἄσκοπος καὶ βάρβαρος καταστροφή, ἡ ὁποία κινδυνεύει νὰ ἐκμηδενίσῃ ὅλην τὴν ἐπίπονον καὶ ἐπίμονον ἐργασίαν ἀναδασώσεως καὶ νὰ ἀποψιλώσῃ ἐκ νέου περιοχὴν ἡ ὁποία ἐντὸς ὀλίγου, ἐὰν τὸ ἐπιτρέψωσιν καὶ ἐκ τῶν βολῶν τοῦ πυροβολικοῦ πυρκαϊαί, θὰ καταστῇ ἓν τῶν ὡραιοτέρων σημείων τῶν Ἀθηνῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβάσω τὴν διαμαρτυρίαν σας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§6Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως ταχθῇ προθεσμία εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ νομοσχεδίου «περὶ μετατροπῆς τῶν μικρῶν ποινῶν».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἑτοίμη πρὸς ὑποβολήν. Ὁ κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον, πρὸς ὑποβολὴν προτάσεως τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Παγκάλου.
§8Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μετὰ τὴν κατάλυσιν, κ. Βουλευταί, τῆς Δικτατορίας, ἡ διαδεχθεῖσα ταύτην Κυβέρνησις συνέστησεν, ὡς γνωστόν, τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦτο τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀτασθαλιῶν, εἰς τὰς ὁποίας κατὰ καιροὺς εἶχε προβῇ ἡ Δικτατορία. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης ὅτι ἐπηκολούθησεν ὁ γνωστὸς νόμος μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατίθεται ἡ κρίσις εἰς τὴν Βουλήν. Μία ἐκ τῶν κατηγοριῶν, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβληθῇ διὰ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τότε κ. Διδάχου πρὸς τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ἦτο καὶ ἡ ἑξῆς. Ὅτι τὴν 20ὴν Ἰουλίου 1925, ἡ Κυβέρνησις Παγκάλου, σκοποῦσα νὰ θηρεύσῃ ἐντυπώσεις ὑπὲρ αὐτῆς, ὅτι καταδιώκει τὰς καταχρήσεις καὶ διάφορα ἄλλα κακοποιὰ πρόσωπα κατήρτισε καὶ ἐδημοσίευσε Διάταγμα ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει ἡ ἀναχρονιστικὴ διάταξις περὶ ἐπιβολῆς ἀναδρομικῶς τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου δι’ ἀγχόνης, προκειμένου περὶ καταχραστῶν τοῦ Δημοσίου. Συμφώνως πρὸς ἔγγραφον τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη πρὸς τὸ Ἀνώτ. Ἀνακρ. Συμβούλιον, σχετικὸν πρὸς τὸ Διάταγμα τοῦτο, κατηρτίσθησαν ἔκτακτα μικτὰ δικαστήρια ἐκ στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν, εἰς ἃ εἰσήχθησαν διάφοροι ὑποθέσεις πράξεων τελεσθεισῶν πρὸ τοῦ Διατάγματος τούτου. Μεταξὺ τῶν ὑποθέσεων τούτων ἦτο ἡ τοῦ Ἀγγελίδου, αὐτοκτονήσαντος, τοῦ Ζαριφοπούλου καὶ τοῦ Δρακάτου, οἵτινες κατεδικάσθησαν εἰς θάνατον καὶ ἀπηγχονίσθησαν. Ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη πρὸς τὸ Ἀν. Ἀνακριτ. Συμβούλιον κατηγορεῖ τὸν Πάγκαλον διὰ τὰς πράξεις ταύτας ἐπὶ φόνῳ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης, ἔδει τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον νὰ προβῇ εἰς λεπτομερῆ ἀνάκρισιν ἵνα ἐξακριβωθῶσι καί βεβαιωθῶσι τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ ὧν ἕνεκα ὁ Δικτάτωρ προέβη εἰς τὰς πράξεις αὐτάς, ὥστε νὰ σχηματισθῇ μία ἀσφαλὴς κρίσις πρὸς ἀπονομὴν δικαιοσύνης. Τὸ Ἀνώτατον ὅμως Ἀνακρ. Συμβούλιον οὐδὲν τούτων ἔπραξεν. Ἔκρινεν ἁπλῶς καὶ μόνον ἀπὸ τυπικῆς ἀπόψεως τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ θίξῃ κἂν τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, καὶ στηριζόμενον εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξεδόθη μία ἀπόφασις Δικαστηρίου, ὅπως ὀνομάζει τὸ Στρατοδικεῖον—ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου διότι θὰ ἔχῃ σπουδαιοτάτην σημασίαν διὰ τὴν περαιτέρω κρίσιν ὑμῶν—εἶπεν, ὅτι, κατόπιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, καλύπτεται ἡ ἐνεργηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Δικτάτορος πρᾶξις καὶ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ αὕτη ὡς ἔγκλημα. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως ὁμοφώνως ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἀπεφάνθη, ὅτι τὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἐξήτασε τὸ Ἀνώτατον Ἀνακρ. Συμβούλιον, δὲν ἦσαν τὰ μοναδικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τοῦτο, διὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν κρίσιν του καὶ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν. Ἔπρεπε πρὸ παντὸς καὶ κυρίως νὰ ἐνεργήσῃ μίαν ἀνάκρισιν, νὰ ἴδῃ ὑπὸ ποίας ἀκριβῶς περιστάσεις ἐσχηματίσθη γνώμη ὅτι δὲν ἦτο νόμῳ βάσιμος ἡ κατηγορία, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν περιεῖχε τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου διὰ νὰ ἀπαγγελθῇ κατηγορία κατὰ τοῦ Παγκάλου. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνετέθη εἰς ἐμὲ ἡ ἐνέργεια ἀνακρίσεως πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα εἰς οἱανδήποτε δικαστικὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ ἔχῃ ὁ δικαστὴς ὁ ὁποῖος θὰ δικάσῃ, ἥσυχον τὴν συνείδησιν, ὅτι ἀνέλυσε καὶ ἀνέταμεν ὅλας τὰς περιστάσεις καὶ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐνήργησε καὶ ἐξετέλεσεν ὁ ἐγκληματίας μίαν οἵαν δήποτε πρᾶξιν. Ἐκεῖνο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, ἦτο πρῶτον ὁ σκοπὸς καί ἡ πρόθεσις τοῦ κατηγορουμένου, ἐὰν οὗτος εὑρίσκετο ἢ δὲν εὑρίσκετο ἐν δόλῳ, ὅτε ἀπεφάσιζε τὴν ἐνέργειαν τῶν πράξεων, δι’ ἃς κατηγορεῖται. Διὰ ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν τὸ Ἀν. Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ἔπρεπε ν’ ἀνατρέξῃ εἰς πολὺ προηγούμενον χρόνον, χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξεδίδετο καὶ ἐξετελεῖτο ἡ καταδικαστικὴ εἰς θάνατον ἀπόφασις, διὰ νὰ ἴδῃ πρὸ παντὸς καὶ κυρίως ἐὰν ὑπῆρχε νόμος καὶ ἐὰν ὡς νομοθέτης ἐνήργησεν ὁ Δικτάτωρ, ἐκδίδων τὸ ὅπερ ἐξέδοτο Διάταγμα ἢ ἐὰν ἐνήργησεν ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἱκανοποιήσῃ δολίαν προαίρεσιν, καὶ νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἐγκληματικὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἶχεν. Ἀλλὰ πλὴν αὐτοῦ ἔπρεπε ἀκόμη νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ἐκδοθεῖσα ἀπαλλακτικὴ ἀπόφασις, ἐξεδόθη πράγματι ὑπὸ δικαστηρίου, διότι διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι πρόκειται περὶ δικαστικῆς ἀποφάσεως πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας ὅλας ἐκείνας τὰς ἐγγυήσεις, ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ κριθῇ ὅτι ἡ ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις ἦτο ἀπόρροια ἐσωτερικῆς πεποιθήσεως τοῦ δικαστοῦ, στηριχθέντος εἰς ὡρισμένα γεγονότα καὶ ὄχι ἀπόφασις ἐκδοθεῖσα ἀπὸ πρόσωπα ἐκλεγέντα πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐκδώσωσι παρομοίαν ἀπόφασιν. Πρέπει ὅλα αὐτὰ τὰ περιστατικὰ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι μόνον ἐὰν ὁ δικαστὴς περιβάλλεται μὲ τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ὁ νομοθέτης ἔχει ὑπ’ ὄψει του, καὶ ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ὑπήκων εἰς τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς του, μόνον τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ εἶναι δικαστικὴ καὶ σεβαστή. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχουν περιστατικὰ τοιαῦτα καὶ ἐκ τῶν ἀνακρίσεων ἤθελον προκύψῃ ἀμφιβολίαι, τότε ἡ ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν καὶ τόσον οἱ ἐκδόσαντες τὴν παρομοίαν ἀπόφασιν ὅσον καὶ οἱ εἰσηγηθέντες νὰ ἐκδοθῇ αὕτη δὲν διαφέρουν καθόλου ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσιν ἰδιοχείρως δι’ ἑνὸς ὅπλου ἓν ἔγκλημα ἐκ προμελέτης ἐναντίον ἀνθρώπου τινός. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ προκαταλάβω κανένα. Ἔχω ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσηγηθῶ ἐνώπιον ὑμῶν πραγματικὰ περιστατικὰ ἑδραιούμενα ἅπαντα καὶ θεμελιούμενα ἐπὶ τῶν πορισμάτων μιᾶς ἀνακρίσεως καὶ νὰ τὰ θέσω ὑπ’ ὄψει σας, ἵνα καὶ ὑμεῖς ἐν καιρῷ ἐκφέρητε ἀσφαλῆ τὴν κρίσιν σας. Εἶναι φυσικόν, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθ’ ἣν ἐπιλαμβάνεταί τις μιᾶς τοιαύτης κατηγορίας, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐξετάσῃ πρῶτον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον εἰς τὰς πράξεις τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἐπλησίαζον αὐτόν. Ἀπὸ αὐτοὺς κυρίως δύναταί τις νὰ μάθῃ ἐκ τίνων προθέσεων ὠθεῖτο ὁ δράστης οὗτος εἰς τὰς ἐγκληματικάς του ἐνεργείας καὶ πράξεις. Διευθυντὴς τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης τότε ἦτο ὁ κ. Ἀνανιάδης στρατιωτικὸς δικαστικὸς Σύμβουλος αʹ τάξεως. Ἐκ τῆς καταθέσεως αὐτῆς καὶ ἐξ ἄλλων καταθέσεων ἀποσαφηνίζεται ὅτι κάθε ἄλλο ἢ σαφεῖς ἰδέας εἶχε ὁ Δικτάτωρ περὶ τῆς ἐννοίας τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ κάμνῃ ὅ,τι ἤθελεν. Εὐτυχῶς εὑρέθησαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν εἰς αὐτόν καὶ τὰς θελήσεις του καὶ οἱ ὁποῖοι παρὰ πάσας τὰς ἀπειλάς, ἀπήντησαν ὅτι δὲν ἐννοοῦν νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψει τὰς ὑποδείξεις του. Ὑπῆρξαν ὅμως καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰς θελήσεις του. Ἐγένετο συστηματικὴ προσπάθεια ἐκ μέρους ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν, καὶ ἄλλων ἐπιστημονικῶν σωματείων, ὅπως πείσωσι τὸν Δικτάτορα ὅτι τὸ Διάταγμα τὸ ἐπιβάλλον ἀναδρομικῶς τὴν ποινὴν τῆς ἀγχόνης ἦτο Διάταγμα ἀναχρονιστικὸν καὶ ὅτι ἐκδιδόμενον θὰ ἄφηνε στῖγμα ἀνήκουστον εἰς τὴν δικαστικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δὲ ἐξετελεῖτο, τὴν εὐθύνην θὰ ἔφερεν ἐν καιρῷ αὐτός. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησίς του εἰς πάσας τὰς ὑποδείξεις ταύτας ἦτο ἰταμή. Ἦτο, ἔλεγε διατεθειμένος καὶ τὴν κεφαλήν του ἀκόμη νὰ παραδώσῃ, ἀλλ’ ἐννόει νὰ ἐπιβάλῃ καὶ νὰ ἐκτελέσῃ ἀναδρομικῶς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Ἀπολογούμενος ἐν τούτοις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δὲν ἐνέμεινε εἰς τὴν σκέψιν ταύτην. Δὲν ἐπανέλαβε πάλιν ὅτι ἦτο πρόθυμος καὶ τὴν κεφαλήν του νὰ δώσῃ ἢ νὰ ὑποστῇ οἱονδήποτε ἄλλην ποινήν, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ἤδη ἀναγνωρίζει ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀδίκῳ διὰ τὸ ἀναδρομικὸν Διάταγμα τῆς ἀγχόνης. Ἀλλὰ δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ δικαιολογία του αὕτη, καθ’ ἣν στιγμὴν φορτικῶς καὶ ὑπὸ ἐπιστημονικῶν σωματείων καὶ ὑπὸ νομικῶν συμβούλων τῷ ὑπεδείχθη, ὅτι δὲν ἐστηρίζετο νομικῶς, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἠθικῶς τὸ ὡς εἴρηται Διάταγμα; Εἶναι φανερόν, λοιπόν, ὅτι οὐχὶ ἁγναὶ προθέσεις ὡδήγουν τὸν Δικτάτορα εἰς τὰς πράξεις του αὐτάς, οὐδὲ ἐγίνετο πρὸς κολασμὸν τῶν καταχρήσεων ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἐντύπωσις παρὰ τῷ λαῷ. Πλήρης δηλαδὴ πολιτικὴ δημοκοπία. Ἡ ἀνάκρισις συνεπῶς ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ νομοθέτημα σκοπὸν εἶχε νὰ διενεργήσῃ μίαν θεατρικὴν πρᾶξιν διὰ νὰ παρασταθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐνήργει τὸ πᾶν διὰ νὰ πατάξῃ τὰς καταχρήσεις. Ἀλλὰ μὴ αἱ καταχρήσεις δὲν ἐξηκολούθησαν καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Δικτατορίας καὶ οὐχὶ παρὰ προσώπων ἐγγὺς τῆς Δικτατορίας κειμένων; Ἑπομένως ὁ μοναδικὸς σκοπὸς τοῦ Διατάγματος δὲν ἦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἄλλο τί, παρὰ μία δημοκοπία διὰ θεατρικοῦ ἀλλὰ καὶ ἀπανθρώπου τρόπου θανατώσεως ὡρισμένων προσώπων ἐκδηλωθεῖσα. Ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ κ. Ἀνανιάδου ἐξάγεται ὅτι ὁ Πάγκαλος ἔδωκε διαταγὰς ὡς πρὸς τὰ κύρια σημεῖα τοῦ Διατάγματος τῆς ἀγχόνης (ἀναδρομικὴ ποινή, Μικτὰ Δικαστήρια, ἀπαγχονισμός, ἀπαγόρευσις χαρίτων) εἰς ὅλας δὲ τὰς προσπαθείας καὶ ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Ἀνανιάδου πρὸς μετριασμὸν τῶν ἀγριοτήτων τούτων τοῦ Διατάγματος, ὁ Πάγκαλος ἀπήντα ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἀξιοῖ νὰ παταχθοῦν αἱ καταχρήσεις καὶ ὑπεστήριζεν, ὅτι ὅπως οἱ ἔνορκοι δικάζουν, οὕτω θὰ δικάσουν οἱ Λαϊκοὶ Δικασταί, λησμονῶν ὅτι οἱ μὲν ἔνορκοι κληρώνονται ἐνῷ οἱ Λαϊκοὶ Δικασταὶ διωρίζοντο παρὰ τοῦ Δικτάτορος διὰ νὰ ἐκτελέσουν τὰς ὀρέξεις του. Ὅλας τὰς τροποποιήσεις τὰς ὑποδειχθείσας ὑπὸ τοῦ Ἀνανιάδου ὁ Πάγκαλος τὰς ἀπήλειψεν, ἐπιμένων ἀδιαλλάκτως εἰς τὴν ἀναδρομικὴν ποινὴν τῆς ἀγχόνης καὶ τέλος περιφρονήσας κάθε ἀντίρρησιν ἐδημοσίευσε τὸ Διάταγμα. Ὁ κ. Ἀνανιάδης πρὸς ματαίωσιν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος προσέλαβε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν κ. Πίκουλαν καὶ μετέβησαν ὁμοῦ εἰς τὸν Πάγκαλον ἵνα τῷ ὑποδείξωσι τὸ παράνομον καὶ τὰς συνεπείας ἃς θὰ εἶχε τοῦτο, ἀλλ’ ὅλαι αἱ προσπάθειαί των ἀπέβησαν ἄκαρποι, τοῦ Παγκάλου διατάξαντος τὴν ἄμεσον δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος ἐντὸς 24 ὡρῶν. Ὡς πρὸς τὸ πρωτότυπον τοῦ Διατάγματος δέον νὰ σημειωθῇ ὅτι ἐξ ἑνὸς μόνου διασωθέντος σχεδίου ἐξάγεται ὅτι ἡ διάταξις περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς δηλ. τοῦ ἀπαγχονισμοῦ ὑπάρχει γεγραμμένη εἰς τὸ περιθώριον ὡς ἄρθρον 6ον, καὶ φέρει μόνον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Δικτάτορος καὶ οὐδεμίαν ἄλλην ὑπογραφὴν ἐξ οὗ συμπεραίνεται ἢ ὅτι οἱ λοιποὶ Ὑπουργοὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ τὸ ὑπογράψουν ἢ ὅτι αἱ ὑπογραφαὶ αὐτῶν ἐτέθησαν εἰς ἄλλα ἀπολεσθέντα πρωτότυπα. Γεγονὸς εἶναι ὅτι ὁ Δικτάτωρ δὲν ἐπείσθη ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἦτο ἀντισυνταγματικόν, ὁ νόμος ὅμως περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν εἶναι ρητός. Θεωρεῖ κολάσιμον τὴν πρᾶξιν, εἴτε ἐκ δόλου γενομένην εἴτε ἐξ ἀμελείας, καίτοι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ σοβαρῶς ἀμέλειαν ἐν προκειμένῳ, ἀφοῦ πολλάκις καὶ κατὰ κόρον ὑπεδείχθη εἰς τὸν Δικτάτορα καὶ τὸ ἀντισυνταγματικὸν καὶ αἱ συνέπειαι. Ἤδη ἀπομένει νὰ ἴδωμεν τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ ἵνα θεμελιωθῇ μία ὀρθὴ κρίσις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ ἀδικήματος. Ὁ κ. Ἀνανιάδης λέγει ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Στρατοδικείου κ. Κουτσουρελάκης ἐκλήθη εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον καὶ ἤκουσε παρὰ τοῦ Δικτάτορος ὅτι οἱ Δικασταὶ εἶχον προδεσμευθῇ διὰ τὴν προεξόφλησιν τῆς καταδικαστικῆς των ψήφου. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κουτσουρελάκης λέγει ἐν τῇ καταθέσει του, ὅτι τὸν ἐκάλεσεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὁ Πάγκαλος εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον καὶ προσεπάθει νὰ τὸν πείσῃ ὅτι τὸ Διάταγμα δὲν ἦτο ἀντισυνταγματικὸν καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου εἰς τοὺς κατηγορουμένους. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουτσουρελάκης ἀντέκρουσε τοῦτο καὶ εἶπεν ὅτι δὲν θὰ ἐπέβαλε τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. (ἀναγινώσκει). Ἔχομεν πλέον καθαρὰν καὶ ἰταμὴν τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Δικτάτορος εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος βέβαια δὲν εἶναι καθόλου ἐποικοδομητικὸς μιᾶς Δικαιοσύνης, οἵαν ὠνειρεύθη πᾶς Ἕλλην.
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Χάριν τῆς ἀληθείας σᾶς πληροφορῶ, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο ἡ δίκη καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ποινή, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἔκαμε τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, διὰ νὰ καταδείξῃ ἀκριβῶς πόσον ἀντισυνταγματικὴ ἦτο ἡ ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς αὐτῆς. Ἔκαμε μίαν ἑρμηνείαν ἐπίσημον τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως, ἀκριβῶς ἵνα ἀποσοβήσῃ τὸ μελετώμενον ἔγκλημα.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐτελοῦντο ὄργια καταχρήσεων ὁ Δικτάτωρ ἤθελεν νὰ πατάξῃ δῆθεν τοὺς καταχραστάς.
§11Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἐγὼ ἐξετάζω τυπικῶς τὸ γεγονός.
§12Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἰς τὸν Κουτσουρελάκην ὁ Πάγκαλος εἶπε, δὲν θὰ ἐπιβάλλετε τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου; Τοῦ ἀπήντησα, λέγει ὁ Κουτσουρελάκης, ὄχι, μεθ’ ὃ ὁ Πάγκαλος τοῦ εἶπεν: Τότε θὰ μειοψηφήσητε. Ἐγνώριζε, δηλαδή, ὁ Πάγκαλος ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ὑπῆρχεν ἐξησφαλισμένη πλειοψηφία ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς τῆς θανατικῆς ποινῆς. «Ὅταν ἐξηρχόμην, λέγει ὁ Κουτσουρελάκης, (ἀναγινώσκει) τοῦ Γραφείου τοῦ Παγκάλου, εἰσήρχετο ὁ Μπουφίδης, καὶ ἐκεῖ ἀντηλλάγη στιχομυθία, καθ’ ἣν ὁ Πάγκαλος ἠπείλησε τὸν Κουτσουρελάκην μὲ μετάθεσιν εἰς τὰ Ἰωάννινα. Ἔκτοτε, λέγει ὁ Κουτσουρελάκης, δὲν μοῦ ἀνετέθη καμμία δίκη, κληθέντος τοῦ κ. Δάρρα ἐκ Θεσσαλονίκης». Ὡς πρὸς τὴν δίκην τοῦ Κοκκινάκη, λέγει ὁ Κουτσουρελάκης, ὅτι ὅταν κατηρτίσθη ἡ πλειονοψηφία πρὸς ἐπιβολὴν τῆς θανατικῆς ποινῆς, συστάσει αὐτοῦ τοῦ Δικτάτορος, μετενόησεν ὁ Λαϊκὸς δικαστὴς Κομνηνός, εἰπών, ὅτι «ἐφόσον ὁ Στρατιωκὸς Κορμπᾶς παρεβίασε τὴν συμφωνίαν περὶ θανατικῆς ποινῆς, δὲν ψηφίζω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ θανάτου. Φαίνεται, δὲ ὅτι ἡ προσυμφωνία εἶχε γίνει εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Μπουφίδου. Μετὰ τὴν διαφωνίαν του ὁ Κομνηνὸς ἐδήλωσεν ἀσθένειαν καὶ οὕτω ἐματαιώθη ἡ ἀπόφασις, μεθ’ ἣν ἐπηκολούθησεν ἀμέσως ἡ ἀπόλυσις τοῦ Κουτσουρελάκη, ὅστις, καταλήγων βεβαιοῖ ἐν τῇ καταθέσει του, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Πάγκαλος ἐδημοσίευσε τὸ Διάταγμα διὰ νὰ δημοκοπήσῃ καὶ κερδοσκοπήσῃ πολιτικῶς. Ἐθεώρησα, Κύριοι, ἀπαραίτητον νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ κύρια αὐτὰ σημεῖα ἐκ τῶν κατατεθεισῶν μαρτυριῶν κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι χαρακτηριστικὰ τῶν διαθέσεων καὶ τῶν σκοπῶν τοῦ Δικτάτορος καὶ ἀποδεικνύουσι ἐναργέστερον ἐνώπιον ἡμῶν τίνας εἶχε προθέσεις καὶ πῶς ἐσκέπτετο ὁ Δικτάτωρ διαπράττων τὰ ἐγκλήματα ταῦτα. Καὶ ἔρχομαι ἤδη νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις χαρακτηριστικὰς ἐπὶ τῆς καταθέσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Στρατοδικείου κ. Μοάτσου, ἀνωτέρου ἐπίσης κατὰ τὴν γνώμην μου, ὑποθέτω δὲ καὶ κατὰ τὴν ὑμετέραν, πάσης ὑπονοίας, σχετικῶς πρὸς τὴν δίκην τοῦ Κοκκινάκη. Ὁ κ. Μοάτσος ἐκθέτει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Ἐγὼ προήδρευον τοῦ πρώτου τμήματος, ὅτε τὴν παραμονὴν τῆς δίκης τοῦ δημοσιογράφου Βεντήρη μὲ ἐκάλεσεν ὁ Πάγκαλος καὶ μοῦ ἀνέπτυξε διαφόρους θεωρίας περὶ τοῦ τύπου καὶ περὶ καταδιώξεως τοῦ «Ἐλευθέρου Λόγου» καὶ αὐστηρᾶς τιμωρίας του, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας Ὅταν ὅμως ἐγὼ τῷ εἶπον, ὅτι εἶχον ἄλλας περὶ τύπου ἰδέας, ὁ Δικτάτωρ ἐξέφρασε τὴν δυσφορίαν του καὶ δὲν μοῦ εἶπε τίποτε ἄλλο. Ἡ δίκη—προσθέτει ὁ κ. Μοάτσος—ἐγένετο καὶ ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη καταδικαστική, μειοψηφήσαντος ἐμοῦ. Τὴν ἑπομένην, λέγει, ἦλθεν εἰς τὸ γραφεῖον μου ὁ κ. Ἀνανιάδης, ὅστις μοῦ εἶπεν ὅτι ὁ Πάγκαλος τοῦ εἶπε νὰ τοῦ εὕρῃ Πρόεδρον, διότι ὁ Μοάτσος δὲν τοῦ κάμνει». Πράγματι δέ, κ. Βουλευταί, ἠχρηστεύθη τότε ὁ Μοάτσος καὶ βραδύτερον ἐκλήθη διὰ τὴν δευτέραν δίκην Κοκκινάκη. Περὶ ταύτης ὁ Μοάτσος βεβαιοῖ, ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι ἦσαν προδιατεθειμένοι καὶ ἀποφασισμένοι νὰ θανατώσουν τὸν κατηγορούμενον, ἦσαν δὲ ἀδιάλλακτοι εἰς πᾶσαν προσπάθειαν τοῦ Μοάτσου, ὅπως ματαιωθῇ ἡ ἀπόφασις δι’ ἀποχωρήσεως τῶν Λαϊκῶν δικαστῶν, εἶχε δὲ φθάσει ὁ Μοάτσος εἰς τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀποχωρήσῃ καὶ ὁ ἴδιος. Τοὺς εἶπα, λέγει ὁ Μοάτσος, ὅ,τι ἔπρεπε νὰ τοὺς εἰπῶ. Κατωρθώθη οὕτω νὰ πεισθοῦν οἱ λαϊκοὶ δικασταί, καὶ νὰ ἀποχωρήσουν, δηλώσαντες ὅτι ἡ δίκη εἶναι προσχηματική, διότι εἶναι ἀποφασισμένη ἡ δολοφονία καὶ αὐτοὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ συμπράξουν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δίκην Ζαριφοπούλου, ἔμαθε, λέγει, ὁ κ. Μοάτσος ἀπὸ τὸν Ζέρβαν, ὅτι ὁ Πάγκαλος διέταξε τοὺς δικαστὰς νὰ εἶναι μεταξὺ τῶν ἀπαγχονισθησομένων καὶ ὁ Ζαριφόπουλος. Ἐπίσης καταθέτει ὅτι, ὅταν εἰς κἄποιαν δίκην ὁ Κομνηνὸς συνεχάρη τὸν Ἐπίτροπον Φίλιππαν, διότι δὲν ἐπρότεινε τὴν ἐπιβολὴν θανατικῆς ποινῆς, ὁ Πάγκαλος τὸ ἔμαθεν, ἐκάλεσε τὸν Κομνηνὸν καὶ τὸν παρετήρησε διότι συνεχάρη τὸν Φίλιππαν, ὅστις μετ’ ὀλίγον ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας». Ἀλλὰ μὴ ὁ Πάγκαλος δὲν ἠξίωσε νὰ καταδικασθῇ ἡ «Ἑστία» διότι δὲν τὸν ἔγραφε «Πρόεδρον»;
§13Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἀπὸ ὅλα αὐτά, ποὺ ἀναγινώσκετε, προκύπτει ἀναμφισβητήτως, ὅτι ὁ κύριος ὑπαίτιος τῆς δολοφονίας εἶναι ὁ Πάγκαλος, ἀλλὰ δὲν μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεύθυνοι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι.
§14Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνεύθυνοι; Ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν προτείνει τὴν παραπομπὴν καὶ τῶν ἄλλων; Φρονῶ ἤδη, κ. Βουλευταί, ὅτι πρέπει ἐπίσης νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ κ. Κομνηνοῦ, διότι ὑπῆρξε λαϊκὸς δικαστὴς οὗτος εἰς ὅλας τὰς δίκας καὶ εἰς τὴν δίκην ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ. Τὸ πρῶτον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον φυσικῶς ἔρχεται, εἶναι πῶς, ἀπὸ ὅλην τὴν Ἀθήνα ἐξελέγη ὁ κ. Κομνηνός. Βεβαίως κάποιος ἔπρεπε νὰ ἐκλεγῇ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ ἄλλος, ἀφοῦ οὕτω εἶχον ὁρισθῇ τὰ πράγματα. Ἀλλὰ πῶς συνέπεσε νὰ ἐκλεγοῦν αὐτοὶ οἱ ὡρισμένοι δικασταὶ καὶ πῶς μεταξὺ τῶν 500 χιλιάδων Ἀθηναίων εὑρέθη νὰ ἐκλεγῇ ὁ Κομνηνός;
§15Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ἦτο Κοινοτικὸς Πάρεδρος.
§16Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κοινοτικὸς πάρεδρος, τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἐκ μιᾶς ἀνακρίσεως θὰ προέκυπτον ἄλλα πράγματα, διότι γεννᾶται τὸ ζήτημα, καὶ εἶναι καὶ τοῦτο στοιχεῖον κατηγορίας, διατί ἐξελέγησαν αὐτοὶ οἱ δικασταὶ καὶ δὲν ἐξελέγησαν οἱ φυσικοὶ δικασταί. Ἐπίσης διατί δὲν ἐξελέγησαν οὗτοι καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ περὶ ἐνόρκων νόμος διὰ τῆς κληρωτίδος, ἀλλὰ κατ’ ἐκλογήν. Καὶ ὅταν οὕτως ἐξετασθῶσι τὰ ζητήματα εἶναι φυσικὸν νὰ ἔλθῃ τὸ ἐρώτημα, ἀλλ’ ἀφύσικος ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Συναδέλφου, ὅτι ὁ Κομνηνὸς ἦτο Κοινοτικὸς Πάρεδρος.
§17Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Τὸ εἶπον διὰ νὰ σᾶς διευκολύνω.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἠρωτήθη εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ Πάγκαλος;
§19Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Νομίζετε ὅτι καὶ ἂν ἠρωτᾶτο θὰ μᾶς ἔλεγε τὰς σκέψεις του; Ἐξητάσθη, λοιπόν, κ. Συνάδελφοι, πῶς προετάθη αὐτὸς καὶ οὐχὶ οἷος δήποτε ἄλλος, διότι ἠθέλομεν νὰ ἴδωμεν μήπως ὑπῆρχε κανεὶς δεσμὸς μετὰ τοῦ Παγκάλου, ἢ ἄλλος τις λόγος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέβαλεν εἰς τὸν δικαστὴν αὐτὸν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θανατικὴν ποινήν. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἴδιος ἐξεταζόμενος (ἀναγινώσκει). Ὅταν ἔγινεν ἡ δίκη τοῦ Ἀγγελίδη μὲ ἐκάλεσεν ὁ Πάγκαλος καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι μὲ ἐξέλεξε λαϊκὸν δικαστὴν διὰ τὰς κατὰ τῶν καταχραστῶν κατηγορίας, διότι εἶχε πεποίθησιν εἰς τὸν χαρακτῆρα μου καὶ εἰς τὸ ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν συμφερόντων ἐνδιαφέρον μου. Ὅλος ὁ στρατιωτικὸς κόσμος ἀπαιτεῖ νὰ καταδικασθῶσιν οἱ καταχρασταί, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονται καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τὸν λαὸν καὶ μοῦ συνέστησε νὰ φανῶ ἀμείλικτος καὶ νὰ δώσω καταδικαστικὴν ψῆφον κλπ. Ὅλα δὲ ταῦτα μοῦ τὰ εἶπε μὲ αὐστηρότητα καὶ μὲ τόνον δυνατὸν κλπ. Εἰς ὅλα αὐτὰ ἐγὼ τοῦ εἶπον ὅτι θὰ κάμω τὸ καθῆκόν μου, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν συνείδησίν μου. Μετὰ τρεῖς ἡμέρας—συνεχίζει ὁ Κομνηνὸς—μὲ ἐκάλεσε καὶ πάλιν καὶ μοῦ εἶπε νὰ κάμω ὅ,τι θὰ κάμουν καὶ οἱ ἄλλοι. Ἀπὸ τῆς πρώτης δὲ ἡμέρας τῆς δίκης ἀντελήφθην ὅτι οἱ δικασταὶ ἦσαν ἀποφασισμένοι νὰ ἐπιβάλουν τὴν θανατικὴν ποινὴν εἰς τοὺς κατηγορουμένους, διότι ὅλοι, ὅσοι ἐφαίνοντο ὅτι εἶχον μεταβάλει γνώμην, ἀντικατεστάθησαν καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ἀγγελίδης, πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, προβλέπων ὅτι θὰ κατεδικάζετο, ηὐτοκτόνησε». Ἐξ ὅλων αὐτῶν προκύπτει, κ. Βουλευταί, ὅτι εἶχε προμελετημένην τὴν πρᾶξιν ὁ Δικτάτωρ, ὄχι βέβαια πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὅπως, καὶ πρότερον εἶπον, κερδοσκοπήσῃ ἐντυπωσιακῶς ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης καὶ φανῇ ὅτι αὐτὸς καὶ μόνον ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔσωζε καὶ θὰ ἀνεμόρφωνε τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐρωτᾶται τότε, τίνα σκοπὸν εἶχεν ἡ δίκη; Τίνα σκοπὸν εἶχεν ἡ γενομένη διαδικασία; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ κατόπιν ὅλων αὐτῶν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ὅτι ἡ διαδικασία αὐτὴ καὶ ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις τοῦ Λαϊκοῦ Δικαστηρίου ὑπάρχοντος τοῦ δεδικασμένου καλύπτει ὅλα τὰ ὑπὸ τοῦ Δικτάτορος διαπραχθέντα εἰς βάρος καὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς ἱστορίας καὶ τῆς Ἑλλάδος ἀδικήματα; Ἄλλοι τινὲς μάρτυρες καταθέτουν, κ. Βουλευταί, ὅτι ὁ στρατοδίκης κ. Παπακυριαζῆς ἐζήτησε 35.000 δραχμῶν διὰ νὰ μεταβάλῃ γνώμην ὡς πρὸς τινας τῶν κατηγορουμένων. Τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω ὑπευθύνως. Τὸ λέγουν μάρτυρες τινές, πάντως δὲ μεταξὺ αὐτῶν τῶν μαρτύρων εἶναι ὁ δικηγόρος Σγουρίτσας, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε καὶ μήνυσιν κατὰ τοῦ Παπακυριαζῆ.
§20Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Οἱ πολῖται ποῖοι ἦσαν;
§21Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἄγνωστοι. Αὐτά, Κύριοι, καταθέτει καὶ ὁ μάρτυς Σούλης. Νομίζω περιττὸν βεβαίως ν’ ἀναφέρω τὰς μαρτυρίας καὶ ὅλου τοῦ ὁρμαθοῦ τῶν ἄλλων μαρτύρων.
§22Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐντελῶς περιττόν.
§23Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε ἐκεῖνο τὸ ἔγγραφον, ὅπου ἀναφέρεται πῶς θὰ ἐγίνετο ἡ ἐκτέλεσις, ἐὰν εἶναι δυνατόν;
§24Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εὐχαρίστως, ἂν καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἔχει σημασίαν. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν ἠθέλησαν νὰ τὸ συντάξωσιν, οὐδὲ οἱ στρατιωτικοὶ δικασταὶ καὶ συνετάχθη ἀπὸ ἄλλο Γραφεῖον καὶ παρεδόθη εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον τοῦ Παγκάλου. Καὶ ὄχι μόνον ἠρνήθησαν νὰ τὸ συντάξωσιν οἱ ἁρμόδιοι, ἀλλὰ καὶ συνταχθὲν εἶπον ὅτι ἀρνοῦνται καὶ νὰ ἀναγνώσωσι τοιοῦτον ἔγγραφον, διότι ἐγείρει τοῦτο τὴν φρίκην καὶ τὸν ἀποτροπιασμόν, ὡς λέγουν εἰς τὴν κατάθεσίν των. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει)
§25Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐνδιαφέρουν αὐτά, Κύριε Συνάδελφε.
§26Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ ἀνέγνωσα κατ’ ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Συναδέλφου. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως. Ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἐκ τῶν περιστατικῶν καὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, καταφαίνεται ὅτι διεπράχθη ἢ ὄχι βαρὺ ἀδίκημα ἀπὸ τὸν Δικτάτορα, αὐτὸ θὰ τὸ εἴπητε σεῖς διὰ τῆς ψήφου σας μετ’ ὀλίγον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω ἁπλῶς νὰ τονίσω, πρὶν ἢ καταστρέψω τὸν λόγον καὶ νὰ τὸ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, κ. Βουλευταί, εἶναι ὅτι ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἐν γένει τῆς Ἐπιτροπῆς προκύπτει ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο ὑπὸ μίαν πίεσιν καὶ ὅτι ὁ ὡρισμένος σκοπός, ὁ ἐπιτευχθείς, σκοπὸς τουτέστιν τῆς θανατώσεως ὡρισμένων προσώπων εἶχε ληφθῇ καὶ ἐκυριάρχει ἐν τῇ σκέψει ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν τὸ γνωστὸν ἀναχρονιστικὸν Διάταγμα. Τὸ ἐξέδωκαν δηλ. ἐν ἀπολύτῳ καὶ πλήρει ἐπιγνώσει τῶν συνεπειῶν, ἐν ἀπολύτῳ καὶ πλήρει ἐπιγνώσει ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἐκδόσεως αὐτοῦ ἐκουρελιάζετο καὶ ἐξηφανίζετο καὶ κατεστρέφετο ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει ὅτι ὁλόκληρος ὁ ποινικὸς νόμος κατερρακοῦτο καὶ ἐτίθετο ἐκποδών, ὅτι πᾶσα ἠθικὴ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἀρχὴ ἡ ὁποία πρὸ παντὸς καὶ κυρίως πρέπει νὰ κυριαρχῇ εἰς τοιαύτας δίκας κατεπατήθη, ἠγνοήθη καὶ περιεφρονήθη. Καὶ ὅταν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γεγονότων τούτων σκεφθῶμεν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις ὅτι ὁ κυριαρχῶν σκοπὸς τοῦ Διατάγματος δὲν ἦτο ὁ δόλος, ἡ δολία προαίρεσις πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἐξετελέσθη. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐκεῖνοι κατὰ τῶν ὁποίων ἐστράφη καὶ ἐφηρμόσθη τὸ Διάταγμα ἦσαν καταχρασταί, ὅπως εἶπε τοὐλάχιστον καὶ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τοῦ Ἀν. Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, διότι δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας καὶ περὶ τούτου, διότι πρῶτον μὲν ἔπρεπεν ἀλλοία νὰ ἦτο ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀν. Ἀνακρ. Συμβουλίου καὶ οὐχὶ ὅτι τοὺς καταχραστὰς ἐκάλυπτε τὸ δεδικασμένον. Δεύτερον δέ, ἐφόσον ὁ Δικτάτωρ ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπεν οὗτοι νὰ τιμωρηθῶσι, ἔπρεπε νὰ δικασθῶσι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ νὰ καταδικασθοῦν κατ’ ἀνώτατον ὅριον μὲ δεσμά, ἐὰν συνέτρεχον καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπιβαρυντικαὶ περιστάσεις. Τὸ πέραν τούτου εἶναι παράνομον, ἡ δὲ ὑπὸ τὰς τοιαύτας συνθήκας καὶ παρὰ τοὺς κειμένους νόμους γενομένη θανάτωσις, ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἔκνομον, ἀποτελεῖ ἀδίκημα τοῦ κοινοῦ ποιν. δικαίου. Δὲν δύναται νὰ καλυφθῇ κανεὶς πλέον ὑπὸ τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως, ἐφόσον ἀπεδείχθη ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ Διατάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον αὕτη ἐστηρίχθη, δὲν εἶχε σκοπὸν νομοθετικόν, ἀλλὰ σκοπὸν δόλιον. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἡ δικαστική, ἡ προελθοῦσα ἐκ δικαστηρίου ἀποτελεσθέντος ἀπὸ πρόσωπα ἐκλεγέντα ἐκ τῶν προτέρων μὲ ὡρισμένον σκοπὸν καὶ μὲ ὡρισμένην ἐντολήν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῇ ἀπόφασις δικαστική, καὶ ἀπόδειξις τούτου ὅτι αὕτη ἐξηφανίσθη ὑπὸ τῶν δικαστηρίων μεταγενεστέρως, σύμφωνα πρὸς τοὺς κειμένους νόμους. Καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι τοιαύτη ἀπόφασις, ἀντικειμένη καὶ πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ πρὸς πᾶσαν ἠθικὴν ἀρχὴν καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται νὰ εἶναι νόμιμος ἀπόφασις καὶ νὰ ἔχῃ συνεπείας. Διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν ἐπικρατήσουν τοιαῦται ἀρχαί, ὥστε νὰ δημιουργοῦνται τοιούτου εἴδους δικαστήρια καὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀναλαμβάνουν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐκδίδωσιν ἀποφάσεις καθ’ ὡρισμένον τρόπον καὶ νὰ ὑπόσχωνται ὅτι θὰ ἐκδώσωσι καὶ θὰ καταδικάσωσιν εἰς θάνατον ὡρισμένα ἄτομα. Ἔχω διὰ τοῦτο τὴν ἀντίληψιν, ἔχω τὴν πεποίθησιν τὴν ἀπόλυτον, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐνεργήσῃ ὡς ἐπιβάλλεται καὶ θὰ θελήσῃ νὰ προσανατολισθῇ πρὸς τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ προκύψαντα ἐκ τῆς ὅλης δικογραφίας καὶ θὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτῆς, ἥτις συνίσταται εἰς τοῦτο: Ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν παράβασιν τὴν συνταγματικήν, ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὅτι ὁ Δικτάτωρ προέβη εἰς καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἀδίκημα τῆς ἀγχόνης, ὅτι πρόκειται περὶ ἀδικήματος προμελετημένου φόνου διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι παραπεμπτέος αὐτὸς ὡς αὐτουργός, οἱ δὲ λοιποὶ ὡς ἀναγκαῖοι συνεργοί. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω μὲ τὴν ἀπόλυτον πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της, ἐρειδομένη ἀπολύτως εἰς τὰ ἐκ τῆς δικογραφίας προκύψαντα πορίσματα. Χειροκροτήματα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερ. Διατάξεως εἶναι ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Θεοδ. Παγκάλου, ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἐρωτήσατε ἐὰν θέλῃ νὰ εἴπῃ κανεὶς τίποτε ὑπὲρ ἢ κατά.
§29Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἠρώτησε ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Ἀλεξᾶτε.
§31Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου 3398 καὶ τῆς παραγράφου 3 πρὸ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἐὰν θεωρῇ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν κατηγορούμενον, μὴ ὄντα Ὑπουργὸν ἢ βουλευτὴν, νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιόν της καὶ νὰ ἀντικρούσῃ τὰς κατηγορίας προφορικῶς ἢ ἐγγράφως. Ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ οἱονδήποτε ἄλλον κατηγορούμενον, βεβαίως θὰ ἦτο δυνατόν, μολονότι δὲν εἶναι μεγάλη ἀνάγκη καὶ δὲν συντρέχουν καὶ περιστατικὰ, νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν Θ. Πάγκαλον πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεώς του νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιόν της. Ἀλλ’ ἐφόσον ὁ νόμος χορηγῇ τοιοῦτον δικαίωμα ὄχι εἰς τὸν κατηγορούμενον, ἀλλὰ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ αὐτόν, φρονῶ ὅτι αὕτη, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν της τὴν διατύπωσιν τῆς αἰτήσεώς του, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν θὰ κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐμφάνισιν ἐνώπιόν της. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἔχετε γνῶσιν ὑποθέτω τῆς αἰτήσεως...
§32ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχομεν γνῶσιν.
§33Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Τότε, λοιπόν, νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν γνῶσιν τῆς αἰτήσεώς του, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε ὁ Θ. Πάγκαλος.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῆς ἐν λόγῳ αἰτήσεως ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν αὐτῆς καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὰ Πρακτικά. Ἂς τὴν ἀναγνώσω ὅμως ἐπιπροσθέτως καὶ σήμερον. «Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Συμφώνως κλπ.» (ἀναγινώσκει).
§35Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ὡς βλέπετε κ. Βουλευταί, ὁ Πάγκαλος, ἐμφανιζόμενος πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεώς του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ζητεῖ κατὰ τὴν διατύπωσιν τῆς αἰτήσεώς του, νὰ δημιουργήσῃ τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν προσεπάθησε νὰ δημιουργήσῃ ὅταν ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν, νὰ δημιουργήσῃ τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν προσεπάθησε νὰ δημιουργήσῃ καὶ ὅταν ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν τῆς προσωρινῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Εἰδικῶς, ἡ φράσις τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ἐν τῇ αἰτήσει του, ὅτι θέλει νὰ ἀντιμετωπίσῃ πρὸ πάσης συζητήσεως τοὺς κατηγόρους του πολιτικοὺς ἀντιπάλους, εἶναι φράσις δηλωτικὴ τῶν διαθέσεων αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ νομίζω κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην, ἐφόσον πρόκειται ὡς δικαστήριον νὰ δικάσῃ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, νὰ ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀρθῇ καὶ νὰ δείξῃ ὅτι ἵσταται ὑπεράνω τῶν πολιτικῶν παθῶν, παθῶν τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ ἐξάψῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰσερχόμενος ὁ Πάγκαλος. Ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς: Ὅτι διὰ νόμου καθιερώθη, ὥστε καὶ ἐνώπιον ἀκόμη τοῦ Συμβουλίου τακτικῶν δικαστηρίων, ὁσάκις πρόκειται νὰ συζητηθῇ εἰσαγγελικὴ πρότασις, ἀφορῶσα ὡρισμένην κατηγορίαν καὶ προτείνουσα παραπομπὴν τοῦ κατηγορουμένου νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ μου ἐπαγγέλματος οὐδέποτε εἶδον, ὅτι τὸ Συμβούλιον, μολονότι κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν προκειμένου περὶ βουλευμάτων, οὐδέποτε ἐπετράπη ἡ ἐμφάνισις πρὸ αὐτοῦ τοῦ κατηγορουμένου. Οὐδέποτε ἐν Κεφαλληνίᾳ τοὐλάχιστον, ὅπου δικηγορῶ συνήντησα μέχρι τοῦδε συναδέλφους νὰ διαβεβαιώσωσιν, ὅτι τὸ Συμβούλιον ἐπέτρεψε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκδόσεως τῶν βουλευμάτων νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου ὁ κατηγορούμενος καὶ νὰ συζητήσῃ μετὰ τῶν δικαστῶν. Ἰδιαίτατα, λοιπόν, ἐν προκειμένῳ νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερα προηγουμένως, νὰ ἀποκρούσῃ τὴν αἴτησιν τοῦ Παγκάλου. Ἔχει σκοπόν, διότι ὁ Πάγκαλος γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ εἴπῃ καὶ νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τοὺς κατηγοροῦντας αὐτὸν πολιτικοὺς ἀντιπάλους, θὰ προκαλέσουν σφοδρὰν συζήτησιν καὶ ἀντεγκλήσεις οὕτως ὥστε νὰ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν παρέλκυσιν τῆς ἐνάρξεως τῆς δίκης. Καὶ γνωρίζετε ὅλοι, πόσον εἶναι ἀνάγκη τὸ ταχύτερον ν’ ἀρχίσῃ ἡ δίκη κατὰ τοῦ Δικτάτορος. Εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει μία ἀξίωσις τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ διὰ τὸν λόγον ὁ ὁποῖος προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτήσεως τοῦ Παγκάλου νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς του. Ἔχει ἱερὰν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ τῆς κοινῆς γνώμης ἡ Βουλὴ νὰ ἀπορρίψῃ τὴν αἴτησιν καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος κ. Πρόεδρε, νὰ διαφωνήσω μὲ ὅσα ἐξέθεσεν ὁ κ. Συνάδελφος. Καὶ πρὸ ἡμερῶν ἐτόνισα ὅτι τώρα δημιουργεῖται τὸ δίκαιον τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῆς Δημοκρατίας. Ἡ γνώμη, ὅτι ἐμφανιζόμενος ὁ κατηγορούμενος Θ. Πάγκαλος πρὸ τῆς Βουλῆς, θὰ συνετέλει ὥστε νὰ παρελκυσθῇ ἡ ὅλη ὑπόθεσις, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος, διότι μετὰ τὴν ἀνάκρισιν, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων καὶ μετὰ τὴν ἀπολογίαν τῶν κατηγορουμένων καὶ τῆς ὑπερασπίσεώς του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι ἡ ὅλη ὑπόθεσις ἐμφανίζεται καί τότε ἡ δίκη, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, θὰ διεξαχθῇ ταχύτερα καὶ ὁμαλώτερα. Δὲν πρόκειται διὰ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Παγκάλου νὰ παρελκυσθῇ ἡ ὅλη ὑπόθεσις. Πρόκειται, τοὐναντίον, νὰ προλειανθῇ ἡ ὅλη διεξαγωγὴ τῆς ὁριστικῆς δίκης. Ὑποθέτω ὅτι ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμεθα εἰς πολιτικὴν ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κατηγορούμενον, νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ τοῦ ἀφαιρέσωμεν ἓν ὅπλον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ ἐπιτρέπει. Ἂς ἔλθῃ, λοιπόν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἂς ἀποκρούσῃ τὰς κατηγορίας. Ἡμεῖς θὰ ἀποφασίσωμεν μὴ πτοούμενοι οὐδὲ δελεαζόμενοι παρ’ οὐδενὸς καὶ μὴ ἀποβλέποντες εἰς ἰδιαίτερα ὠφέλη, ἠθικὰ ἐννοεῖται, ἀλλὰ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ κῦρος τῆς Πολιτείας, τὸ κῦρος τοῦ Δημοκρατικοῦ θεσμοῦ. Ἡ ἐμφάνισις τοῦ κατηγορουμένου ἐνώπιον ἡμῶν, νομίζω, ὅτι θὰ προσδώσῃ μεγαλύτερον κῦρος εἰς ὅλην τὴν δίκην. Δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν τοῦ κατηγορουμένου ἵνα ἐμφανισθῇ ἐνώπιον αὐτῆς, διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν κατηγορίαν.
§37Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κατ’ ἀντιπαράστασιν;
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς θὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον, ὁ δὲ νόμος λέγει ὅτι, πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, δύναται νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ν’ ἀποκρούσῃ τὰς κατηγορίας ὁ κατηγορούμενος. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἐμφανιζόμενος καὶ ἀποκρούων τὴν κατηγορίαν ὁ κατηγορούμενος, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα καὶ νὰ μετάσχῃ τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἀποφάσεών μας.
§39Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἦτο εἰς τὴν ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ δέκα συνεδριάσεις.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι θὰ παρακαθήσῃ καὶ ἐδῶ.
§41Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Λυποῦμαι πολὺ κ. Βουλευταί, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἡ πρόθεσις τοῦ Θ. Παγκάλου ὅπως παραστῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀποκρούσῃ τὰς κατηγορίας τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων, σημαίνει, ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δημιουργήσῃ ἀντεγκλήσεις ἐν τῷ σώματι τούτῳ. Ἂς προσέξῃ ἡ Βουλὴ τὴν παγῖδα τὴν ὁποίαν τῆς στήνῃ ὁ Πάγκαλος καὶ εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ πέσῃ, ἐὰν ἐπιτρέψῃ τὴν ἐνταῦθα ἐμφάνισιν τοῦ Παγκάλου. Πρόκειται διὰ τῶν ἀντεγκλήσεων τὰς ὁποίας θὰ δημιουργήσῃ ἐνταῦθα, νὰ ἐξευτελίσῃ τὸ Κοινοβούλιον. Σκοπός τοῦ Δικτάτορος, ζητοῦντος νὰ ἐμφανισθῇ ἐνταῦθα, εἶναι αὐτὸς καὶ μόνον. Θέλει νὰ παρασύρῃ τὸ Κοινοβούλιον ὡς ἐκπεσμένον τῆς θέσεώς του καὶ δι’ αὐτὸ ζητεῖ νὰ παραστῇ ἐδῶ. Δὲν ἀποβλέπει νὰ ἀποκρούσῃ τὰς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησίν του θὰ πέσῃ εἰς τὴν παγίδα, θῦμα τοῦ πονηροῦ Δικτάτορος.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε Πρόεδρε, ὁ νόμος δὲν ἐδημιούργησε δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου πολιτικοῦ—ἐὰν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τοιοῦτον τίτλον εἰς τὸν Θ. Πάγκαλον—ὅπως ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ νόμος ἐδημιούργησε δικαίωμα τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς, νὰ ζητήσῃ ἵνα παρουσιασθῇ ἐνώπιόν της ὁ κατηγορούμενος. Ἠδύνατο κάλλιστα ὁ Νόμος νὰ ἀναγράψῃ ὑποχρεωτικὴν τὴν ἐμφάνισιν. Διὰ τίνα λόγον δὲν τὸ ἔκαμε; Διὰ νὰ ἐξετάζῃ ἑκάστοτε ἡ Βουλὴ κρίνουσα οὐχὶ περὶ καταδίκης, ἀλλὰ περὶ ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ τὴν 30μελῆ ἐπιτροπήν, περὶ τῆς παραπομπῆς, δηλ. ἁπλῶς καὶ οὐχὶ περὶ καταδίκης νὰ ἐξετάζῃ ἑκάστοτε ἡ Βουλή, ἂν ἡ ἐμφάνισις τοῦ κατηγορουμένου ἔχῃ σκοπόν. Κρίνει ἆραγε ἡ Βουλή, ὅτι ὅσα ἐξετέθεσαν δὲν εἶναι ἐπαρκῆ διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ Θ. Παγκάλου; Τότε ἄς εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ φωτισθῇ ἀπὸ τὸν Θ. Πάγκαλον! Κρίνει ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ μόνος σκοπὸς εἶναι ὁ ὑποδηλούμενος εἰς τὴν αἴτησίν του, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον δὲν θὰ τοῦ κάμω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὴν τιμὴν νὰ τὸν παρακολουθήσω—ὅτι ὁ μόνος του σκοπὸς εἶναι νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντιπαράστασιν, παρακολουθούμενος βεβαίως ὑπὸ διαφόρων συνηγόρων, οὓς αὐτὸς καλεῖ, πρὸς τοὺς πολιτικούς του ἀντιπάλους; Κρίνει ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸ κῦρος τοῦ ἔργου της καὶ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἀληθείας; Ἄς ἐπιτρέψῃ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνταῦθα ὁ Θ. Πάγκαλος. Γνωρίζομεν τί θὰ πράξῃ. Θὰ ψευδολογήσῃ, ὅπως ἐψευδολόγησεν εἰς ὁλόκληρον τὸν βίον του. Θὰ ψευδολογήσῃ ὅπως ἐψευδολόγησε καὶ ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἀποστομωθῇ, προκαλῶν θὰ ἀκούσῃ ὅσα δὲν ἐλέχθησαν ἀκόμη δι’ αὐτόν. Νομίζει ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι φρόνιμον νὰ γίνῃ τοῦτο; Ἄς τὸ εἴπῃ.
§43Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Δὲν νομίζω καὶ ἐγὼ ἀναγκαίαν τὴν παράστασιν τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν Θ. Παγκάλου. Ἔχω τὸν φόβον ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Θ. Παγκάλου εἰς τὴν Βουλὴν θὰ ἀποβῇ πρὸς μείωσιν ἀκριβῶς τοῦ Κοινοβουλίου.
§44ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§45Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Θὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν, κ. Πρόεδρε, ἕνα καραγκιόζην. Ἐὰν ἀρέσκεται ἡ Βουλὴ εἰς τὸ θέαμα τοῦ καραγκιόζη, ἂς τὸν φέρῃ ἐνώπιόν της.
§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κατὰ πᾶσαν περίστασιν ὑποθέτω ὅτι, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀντιδοξοῦν, δὲν εἶναι ἀπολύτως σύμφωνοι, ὅτι μόνον δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου εἶναι νὰ ἀνασκευάσῃ ὅπως λέγει ὁ νόμος, προφορικῶς ἢ ἐγγράφως τὴν κατηγορίαν. Καὶ σεῖς, κ. Πρόεδρε θὰ εἶσθε ὁ ἐγγυητής, ἵνα μὴ ἐπακολουθήσουν σκηναὶ ἀσχημιῶν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅπερ τοσοῦτον περιεφρόνησε καὶ κατέρριψεν ὁ Πάγκαλος.
§47Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅπως διατυποῦται ἡ αἴτησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἡ ψηφοφορία, διότι ἡ αἴτησις ἀναφέρει ὅτι ἔρχεται ὁ Πάγκαλος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς πολιτικούς του ἀντιπάλους.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγω αὐτό.
§49Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸς τί λέγει.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγει κατ’ ἀντιπαράστασιν.
§51Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀπευθύνεται ἀναρμόστως πρὸς τὸ πολιτικὸν Σῶμα, πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ φράσις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἐξετάσεως πρὶν ἢ διαπιστωθῇ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Ἡ αἴτησις νομίζω θὰ ἔπρεπε νὰ λέγῃ, ὅτι ζητῶ νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον ὑμῶν ἵνα διευκρινήσω τὰς κατηγορίας μου. Κατὰ τοῦτο, λοιπόν, νομίζω, ὅτι ἡ αἴτησις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία. Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Β. Ἀλεξᾶτος, Θ. Τσιριμῶκος. Θὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία. Οἱ ἐγκρίνοντες ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Θ. Πάγκαλον νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς του λέγουσι ναί, οἱ μὴ ἐγκρίνοντες ψηφίζουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ψηφοφορίας. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 177. Εἶπον ναὶ 85. Ὄχι 92. Κατὰ συνέπειαν ἀπερρίφθη ἡ αἴτησις διὰ πλειοψηφίας 7 ψήφων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορία ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς Ξυνιάδος. Ἔχομεν δύο προτάσεις. Ἡ μία ζητεῖ ἁπλῶς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἡ ἄλλη νὰ χορηγηθῇ τὸ προνόμιον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Ξυνιάδος εἰς τὰ Κοινοτικὰ Συμβούλια.
§54Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προϋποθέτει ἀναγκαίως ὅτι ἀπορρίπτεται τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται. Ἐὰν θέλετε, δυνάμεθα νὰ συμπτύξωμεν καὶ τὰς δύο ψηφοφορίας εἰς μίαν.
§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι οἱ ψηφίζοντες κατά, δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ ματαιώσουν τὴν σύμβασιν. Ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως περὶ ἐξουσιοδοτήσεως γίνεται διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἀπορριπτομένης τῆς συμβάσεως, ὑπάρχει τρόπος διὰ νὰ γίνῃ ἐργασία.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐγκρίνοντες τὸ νομοσχέδιον δι’ οὗ κυροῦται ἡ σύμβασις, λέγουσι ναί, οἱ μὴ ἐγκρίνοντες, λέγουσι ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
§57Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Νομίζω, ὅτι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Ὑποθέτω ὅτι περὶ τῆς ἀρχῆς πρόκειται, διότι δύναται κατόπιν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ψήφισιν νὰ γίνῃ συζήτησις.
§58Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς λέγω ναί.
§59Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ ψήφισις μιᾶς συμβάσεως.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Μετὰ τὴν διαλογήν).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 111. Ὑπὲρ τῆς συμβάσεως 70· κατὰ τῆς συμβάσεως 79 καὶ δύο ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἀπόφασις, λοιπόν δὲν ἐλήφθη καὶ θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ.