1928.06.11
3.575 στίχοι · 27.418 λέξεις · 271 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 86Η
ΤΗΣ 11 ΙΟΥΝΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.40′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ νεοεκλεγεὶς βουλευτὴς Καβάλλας κ. Κωνσταντινίδης ὅπως προσέλθῃ καὶ ὀμώσῃ τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον βουλευτικὸν ὅρκον. (Προσέρχεται ὁ κ. Κωνσταντινίδης καὶ ὁρκίζεται).
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος, ἄξιος. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν τὰ ἑξῆς: Ὁ Ἠπειρωτικὸς σύνδεσμος Πειραιῶς παρακαλεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ διάταξις προστεθεῖσα εἰς τὸ πρὸς κύρωσιν διάταγμα περὶ μετεκπαιδεύσεως τῶν δημοδιδασκάλων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Μανταφούνης καὶ Θ. Χρυσοβέργης καταθέτουν αἴτησιν τοῦ κατοίκου Ἀθηνῶν Σίμων. Σιμωνιὰν δι’ ἧς παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ νομοθετικὴ μέριμνα ἵνα ἐξοφλῶνται μὲ τὴν σημερινὴν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ αἱ συναλλαγαὶ αἱ συναφθεῖσαι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ μεταξὺ ὑπηκόων ξένων κρατῶν καὶ πληρωτέαι ἐν Ἑλλάδι. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Καμπάνης καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ συλλόγου ἐμπόρων οἰκοδομησίμων ὑλῶν καὶ ἐργοστασιαρχῶν μωσαϊκῶν πλακῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλούντων ὅπως ὁ θεσμὸς τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων καὶ ἄλλων εἰδῶν καταργηθῇ διότι ἐξέκλινε τῆς σκοπιμότητός του. Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων Τυρνάβου παρακαλοῦν ὅπως ληφθῶσι σύντονα μέτρα ἀποκαταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εὑρισκομένης εἰς ἔκρυθμον σημεῖον. Ἡ ὁμοσπονδία γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Μακεδονίας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ συνεδρίου τῶν λαχανοκηπουρῶν ζητούντων τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως ἐξαγωγῆς λαχανικῶν εἰς Ἀθήνας, Πειραιᾶ, Σερβίαν, Βουλγαρίαν καὶ Τουρκίαν. Ὁ σύνδεσμος κτηματιῶν Θεσσαλονίκης ὑποβάλλει ἀναφορὰν δι’ ἧς παρακαλεῖ ὅπως ὁ ὀφειλόμενος φόρος καθαρᾶς προσόδου οἰκοδομῶν τῶν οἰκονομικῶν χρήσεων 1926 –1927 καὶ 1927–1928, καταβληθῇ εἰς 10 ἴσας τετραμήνους δόσεις. Ἡ προσφυγικὴ ὁμὰς Ρέθη Καλογεροστὰν διαμένουσα ἄστεγος καὶ ἄνευ ἀγρῶν καὶ καρπῶν παρακαλεῖ, ὅπως ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐγκαταστάσεώς των καὶ τὴν παραχώρησιν μεγαλειτέρας ἐκτάσεως ἀγρῶν. Ἡ ὁμοσπονδία ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλει τὴν παράκλησιν ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν νόμου περὶ ἀκατασχέτου τῶν μισθῶν τῶν συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων. Κάτοικοι Λουτρακίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ Καζίνου μονομερῶς εἰς ξενοδόχους. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Βουτυρᾶς καὶ Λ. Ἰασωνίδης καταθέτουν τηλεγράφημα τοῦ συνδέσμου βιομηχάνων Θεσσαλονίκης διαμαρτυρομένων διὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ περιορισμοῦ τῆς ἀτελείας τῶν μηχανημάτων. Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων Σάμης Κεφαλληνίας παρακαλοῦν ὅπως ἐπαναφερθῇ ἡ καταργηθεῖσα ἀγροφυλακή. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἑνώσεως πολεμοπαθῶν Βορείου Ἑλλάδος διαβιβάζει τηλεγράφημα τῶν παθόντων εὐγνωμονούντων διὰ τὸ ἐπιδειχθὲν ἐνδιαφέρον περὶ τῶν ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων των. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Κοινοτικοῦ Συνδέσμου Τριανδρίας διαμαρτύρεται διότι παρὰ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἤρξατο ἡ ἀνέγερσις ἀκόμη οἰκίσκων. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Ναυπλίου, Ἀργοστολίου, Βάμου Κρήτης, Σερβίων, Κομοτινῆς, Ἄρτης, Κερκύρας, Ρεθύμνης, Πειραιῶς, Γυθείου, καὶ Ἰωαννίνων παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως συνεπὴς εἰς τὰς ὑποσχέσεις της, ψηφίσῃ πρὸ τῆς διακοπῆς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ χορηγήσῃ τὴν ζητουμένην αὔξησιν τῶν μισθῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Θεολογίτης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ὀδοντοϊατροῦ Κεσκεκίδου, ζητοῦντος παράτασιν τῆς προθεσμίας πρὸς ἐξέτασιν τῶν ὀδοντοϊατρῶν. Ὁ σταφιδοκτήμων Β. Κ. Γεωργιάδης ὑποβάλλει αἴτησιν παρακαλῶν ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐλευθέρας σταφιδοκαλλιεργείας ὁλικῆς ἢ μερικῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἀμπελακίων ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου ἐκφράζοντος εὐχὴν καὶ θερμὴν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀποζημιωθοῦν οἱ χαλαζόπληκτοι καὶ ἀπαλλαγοῦν παντὸς φόρου ἐπὶ 3τίαν. Ἐπιτροπὴ ρητινοσυλλεκτῶν Κερωπίου διαμαρτύρεται διὰ τὸν καθορισμὸν τιμῆς 8 δραχμῶν, τῆς ἀγοραίας τιμῆς οὔσης 4 δραχ. καὶ 50 λεπτὰ. Οἱ κάτοικοι Δαρόδης Καβάλλας ζητοῦν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ταραχοποιοῦ εἰρηνοδίκου τῶν πρὸς ἀποσόβησιν σοβαρωτέρων γεγονότων. Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Μπαουσιῶν Ἰωαννίνων ὑποβάλλει ὑπόμνημα καὶ παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενα αἰτήματα τῆς κοινότητός του. Οἱ δικηγόροι Ἀγρινίου ζητοῦν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ εἰρηνοδίκου τοῦ παραπεμφθέντος εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ καταπιέσει, καὶ ἐξαφανίσει δημοσίου ἐγγράφου. Ἡ κτηματικὴ ἀδελφότης Καλαμῶν διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἐποικισμοῦ ἀναμιγνυομένου εἰς ἔργα ἀλλότρια τοῦ σκοποῦ του. Ὁ ἐθνικὸς Σύλλογος ὁπλαρχηγῶν Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ ὑποβληθὲν ὑπόμνημα τῶν Ἑλλήνων ὁπλαρχηγῶν. Ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ναυπάκτου παρακαλεῖ ὅπως ἀνατεθῇ εἰς ἅπαντα τὰ μέλη αὐτοῦ ἡ λιανικὴ πώλησις ἀραβοσίτου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐλαίας διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου «περὶ αὐτονόμου ὀργανισμοῦ Ἐλαίας». Ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐν Λέσβῳ Σωματείου Ἑλλήνων ὑπηκόων διαμαρτύρεται διὰ τὴν παρατεινομένην ἐπιβράδυνσιν καταβολῆς τῶν ἀποζημιώσεων τῶν δικαιούχων. Ἡ καπνοπαραγωγὸς κοινότης Μαχαίρας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μονοπώλησιν τοῦ καπνοῦ. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Τροχάνης καταθέτει αἴτησιν τῶν κτηματιῶν καὶ κηπουρῶν Λεωνιδίου παρακαλούντων ὅπως ἐκτελεσθοῦν ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα ἐν τῷ Χειμάρρῳ Δαφνῶν πρὸς πρόληψιν καταστροφῆς τῆς ἐσοδείας των. Ὁ Λαὸς Λαρίσης καὶ περιχώρων συνελθὼν ἐν πανδήμῳ συλλαλητηρίῳ, κατόπιν τῶν γενομένων θρασυτάτων ληστειῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας Θεσσαλίας καὶ ζητεῖ τὴν λῆψιν αὐστηροτάτων μέτρων. Ὁ Σύνδεσμος βιομηχάνων Μακεδονίας παρακαλεῖ νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ περιορισμοῦ ἀτελείας ὑφασμάτων ὡς πληττομένης καιρίως τῆς βιομηχανίας Μακεδονίας. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τῶν ἀποζημιώσεών των. Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ λοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Ἀποστολάκης Γεώργιος ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐν ᾧ ἐκθέτει τὰς ὑπηρεσίας ἃς προσέφερε καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ καὶ ζητεῖ, ὅπως τὸ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιόν του. Πρόσφυγες Ἀγρινίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν μέχρι τοῦδε καθυστέρησιν τοῦ συμπληρωματικοῦ μητρώου. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ νεοϊδρυθέντος Ἐκπαιδευτικοῦ Συλλόγου προτείνει τὴν λῆψιν διαφόρων μέτρων πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Οἱ κάτοικοι Βελίνου ὑποβάλλουν ψήφισμα ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκθέτουν διάφορα αἰτήματά των μετὰ τῆς παρακλήσεως, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει καὶ ἐκτελεσθῶσι. Τὸ Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται, διότι, κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς Κρατικῶν προμηθειῶν ἠγνοήθη καὶ πάλιν τὸ ἐν λόγῳ Ἐπιμελητήριον. Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουρ. Συγκοιν.) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδρεύσεως καὶ ἐξυγιάνσεως Κριεκουκίου. 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5)5)26 Ν. Δ. «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ Ν. Δ. τῆς 4)5)26 περὶ διακανονισμοῦ τῆς ὑδρονομῆς διὰ τῶν ἀρδευτικῶν ὑδάτων Γλαύκου καὶ τοῦ χαράδρου Συχαινῶν». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16)6)26 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν αὐτῶν νόμων περὶ ὑδραυλικῶν ταμείων». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21)4)26 Ν. Δ. περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδρεύσεως τῆς Κοινότητος Πόρου». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15)8)25 Ν. Δ. περὶ ἱδρύσεως εἰδικοῦ ὑδραυλικοῦ ταμείου κτηματικῆς περιφερείας Ἀγριᾶς. 6) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4)3)26, Ν. Δ. περὶ διακανονισμοῦ τῆς ὑδρονομῆς διὰ τῶν ἀρδευτικῶν ὑδάτων τοῦ χειμάρρου Γλαύκου». 7) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19)8)26 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου 316) περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδραυλικῶν ἔργων τοῦ δήμου Βερροίας καὶ 8) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21)4)26 Ν. Δ. περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδρεύσεως Ὀσμὰν Ἀρᾶ». Αἱ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καί Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπαὶ ὑποβάλλουν τὴν ἔκθεσίν των ἐπὶ τοῦ Σχεδίου Νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 19)12)27 ὑπογραφείσης ἐν Γενεύῃ συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 παραγρ. 2, 3, 4, καὶ τῶν ἄρθρων 11 ἕως 13 τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς 8)12)22 τοῦ διέποντος τὰς πληρωμὰς τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῶν εἰρημένων χωρῶν κ.λ.π.» Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14)7)25 Ν. Δ. περὶ αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν διατελούντων ἐκτὸς ὑπηρεσίας». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21)9)26 Ν. Δ. περὶ ἀνακλήσεως μεταθέσεως ἀξιωματικῶν εἰς διαθεσιμότητα. 3) «Περὶ τρόπου συμπληρώσεως τῶν θέσεων ἀξιωματικῶν κτηνιατρικῆς ὑπηρεσίας». 4) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21)9)26 Ν. Δ. περὶ ἀναδρομικοῦ λογισμοῦ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ὁ κ. Ν. Βελένιζας (Ὑπουρ. τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Ταπητουργικῆς Ἑλληνικῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας». Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης (Ὑπουρ. τῆς Δικαιοσ.) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα τῶν παραβάσεων τῶν ἐργατικῶν νόμων κλπ.» καὶ 2) «Περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν δικαστικὴν διανομὴν τινων κτημάτων διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ τοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος Ἐπιτρόπου τοῦ Κράτους» καὶ 2) «Περὶ ἀγορᾶς ἰδιωτικοῦ οἰκήματος ἐν Θήρᾳ πρὸς ἐγκατάστασιν τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς Θήρας». Ὁ κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ διοικήσεως τῶν ἐνοριακῶν ναῶν καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου Ζακύνθου» καὶ 2) «Περὶ ἀγορᾶς ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς Βιβλιοθήκης Μαυροκορδάτου–Μπαλτατζῆ». Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 107 ἀπὸ 18)5)28 διαβιβασθείσης ἐρωτήσεως τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ἀνδρεάδου γνωρίζει ὅτι οἱ ἐν ταύτῃ ἀναφερόμενοι ἐπιθεωρηταὶ ἀνταλλαγῆς οἱ διαμένοντες ἐν Ἀθήναις λαμβάνουσι τὰς ἀκολούθους ἀποδοχάς. 1) Οἱ κ.κ. Ἔξαρχος, Μπασιλάρης καὶ Γαϊτάνος, λαμβάνουσι τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ των ἤτοι τὸν τοῦ Τμηματάρχου Αʹ, ὅστις εἶναι δρχ. 4070, ἐπὶ πλέον δὲ μηνιαῖον ἐπίδομα δρχ. 5.857 λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικῶς ἐκνευριστικοῦ τῆς ἐργασίας, τῶν ἐπὶ πλέον ὡρῶν καὶ τῶν ἀνθυγιεινῶν ὅρων ὑφ’ οὓς ἐργάζονται. 2) Οἱ κ. κ. Σπύρογλου καὶ Πρωτονοτάριος λαμβάνουσι τὸν μισθόν των ἐκ δρχ. 4030. Οἱ ἀνωτέρω καθ’ ὃ νομομαθεῖς τυγχάνουσι μέλη κληρονομικῆς Ἐπιτροπῆς, λαμβάνουσι ἀποζημίωσιν δραχ. 100 κατὰ συνεδρίασιν συμφώνως τῷ νόμῳ καὶ μέχρι 30 συνεδριάσεων κατὰ μῆνα. 3) Ὁ Γεν. Ἐπιθεωρητὴς ἀνταλλαγῆς κ. Δ. Βουδούρης λαμβάνει τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ του ἤτοι τὸν τοῦ Διευθυντοῦ βʹ τάξεως ἀνερχόμενον εἰς δραχ., 4578 μηνιαίως. Ὁ ἀνωτέρω ὡς μέλος τῆς Γνωμοδοτικῆς Ἐπιτροπῆς Ἀνταλλαγῆς λαμβάνει ἀποζημίωσιν οὐχὶ ἀνωτέραν τῶν 1.000 δραχ. μηνιαίως, ὡς μέλος δὲ μιᾶς τῶν κληρονομικῶν Ἐπιτροπῶν ἀποζημίωσιν 100 δραχ. κατὰ συνεδρίασιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅπως καταθέσῃ νομοσχέδια.
§5Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ ἐκδικάσεως ἀδικημάτων τινῶν» τὰ ὁποῖα μέχρι τινὸς ἐξεδικάζοντο ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Πρόκειται περὶ παραβάσεων ἀστυνομικῶν. Ἔχουν συγκεντρωθῆ πολλαὶ ὑποθέσεις τοιαύτης φύσεως καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκδίκασίς των. Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τῆς πολιτικῆς δικονομίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν διανομὴν κοινοῦ πράγματος». Πολλάκις συμβαίνει νὰ ἔχωμεν ἀτελευτήτους δικαστικοὺς ἀγῶνας διὰ τὴν διανομὴν κοινοῦ πράγματος. Τὸ νομοσχέδιον ἁπλοποιεῖ ὅπως δήποτε τὰς διατάξεις, ὥστε νὰ καθίσταται εὐχερεστέρα ἡ τοιαύτη διαδικασία.
§6Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Τηλεγραφήματα σημερινὰ ἐκ Καβάλλας ἀγγέλλουσιν ὅτι ἐξερράγη αὐτόθι ἀπεργία καπνεργατική.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Δὲν γίνεται σήμερον συζήτησις περὶ αὐτοῦ.
§8Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ εἶναι γνωστὸν, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ ἀγῶνες ἐκεῖ εἶναι ὀξεῖς, εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ σημειωθῶσι καὶ ἔκτροπα καὶ νὰ ἔχωμεν θύματα, καὶ ἐπειδὴ ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ θεατὴς ἁπλοῦς εἰς τὸν ἀγῶνα μεταξὺ καπνεμπόρων καὶ καπνεργατῶν, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προβῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἀμέσων ἐκείνων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἤθελον τερματίσῃ τὴν κατάστασιν τό ταχύτερον, ἵνα ἀποσοβήσωμεν συμφορὰς τὰς ὁποίας πρέπει ν’ ἀποτρέψωμεν πάσῃ θυσίᾳ.
§9Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Τὸν λόγον Κύριε Πρόεδρε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις δὲν γίνεται. Μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δώσῃ πληροφορίας.
§11Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς Μακεδονίας τηλεγραφικῶς μοὶ ἀνήγγειλεν ὅτι ἐν Καβάλλᾳ ἐξερράγη καπνεργατικὴ ἀπεργία κατόπιν διαφωνιῶν μεταξὺ καπνεμπόρων καὶ καπνεργατῶν. Ἡ ἀπεργία ἐξελίσσεται ὁμαλῶς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν μέχρι τοῦδε συγκρούσεις. Ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν, συνεννοήθην δὲ καὶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ αἰτήματα τῶν καπνεργατῶν θὰ τὰ ἐξετάσω καὶ θὰ ἴδωμεν ποῖα δύνανται νὰ γίνωσιν ἀποδεκτά.
§12Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν τὰ αἰτήματα αὐτὰ ἐγένοντο ἐγκαίρως γνωστὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ποία εἶναι ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ περὶ τῶν αἰτημάτων αὐτῶν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν, κ. Βουλευτά, ὅτι δὲν γίνεται συζήτησις.
§14Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν διότι ὁ Κύριος Πρόεδρος δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ δηλώσω εἶναι, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπεργία περισσότερον ἀσυμπαθής, εἶναι ἡ ἀπεργία τῶν καπνεργατῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα τὰ προστατευτικά.
§15Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πάντοτε ἐδήλωσα ὅτι προκειμένου περὶ καπνικῶν ζητημάτων τὸ προέχον ζήτημα εἶναι ἡ παραγωγὴ καὶ τὸ συμφέρον τῆς παραγωγῆς. Ἐν τούτοις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη πρὸ ὀλίγου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὰ περισσότερα τῶν αἰτημάτων εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξετασθῶσι μὲ τὴν μεγαλειτέραν εὐμένειαν, διότι κατορθωτὸν καὶ δίκαιον εἶναι ὅπως αἱ Συλλογικαὶ συμβάσεις νὰ τηρῶνται καὶ νὰ μὴ παραβιάζωνται. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ τὸ ἔδαφος εἶναι εὔφλεκτον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπέμβητε διὰ νὰ σταματήσῃ τὸ ταχύτερον ἡ κρίσις. Εἴπατε ὅτι ἐξελίσσεται ὁμαλῶς ἡ ἀπεργία, ἀλλὰ ἡ ἀπεργία εἶναι πόλεμος, αἱ καπναποθῆκαι εἶναι ἀνοικταί.
§16Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσπευσε νὰ συνεννοηθῇ καὶ ἔδωκε τὰς δεούσας διαταγὰς εἰς τὴν Ἀστυνομίαν νὰ φροντίσῃ νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις.
§17Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα τάξεως.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Ἀργυρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§19Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, σεβόμενος τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερος, ἀποβλέπων κυρίως εἰς τὸ νὰ φθάσω νὰ καταλήξῃ ἡ συζήτησις αὐτὴ εἰς κάποιον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Εἶπον δύο μόνον λέξεις διὰ νὰ καταδείξω τὴν γνωστὴν ἄλλως σοβαρότητα τοῦ πράγματος, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται περὶ ζημιῶν αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν εὐρυτάτους πληθυσμούς, πληθυσμοὺς ἐπὶ τῷ πλεῖστον πενομένους καὶ ὅτι αἱ ζημίαι χρονολογούμεναι ἀπὸ δέκα καὶ πλέον ἐτῶν, δὲν ἔτυχον σχεδὸν εἰπεῖν, ἱκανοποιήσεως τινὸς ἐνῷ ἐξ ἄλλου τὸ Κράτος ἐκπροσωποῦν τοὺς παθόντας εἰσέπραξεν οὐκ ὀλίγα ἑκατομμύρια τινὰ παρὰ τῶν Συμμάχων καὶ τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ δὲν διετέθησαν ἀκεραίως ὑπὲρ τῶν παθόντων. Ἔλεγον κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίαν ὅτι διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ μία εὐκταία λύσις τοῦ ζητήματος τῶν πολεμοπαθῶν θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ ὁρισθῇ ἡ βάσις τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους νὰ πληρώσῃ. Ὁ πρῶτος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ὥριζεν ὅτι οἱ παθόντες θὰ ἀποζημιωθοῦν ἐὰν καὶ ἐφόσον τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ εἰσπράξῃ ἀποζημιώσεις. Ἡ βάσις αὐτὴ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθή, ἐξ ἄλλου δὲ ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ αὕτη εἰς πρακτικὴν καὶ ταχεῖαν λύσιν τοῦ ζητήματος. Νομίζω, ὅτι ὡς βάσις τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους πρὸς πληρωμὴν πρέπει νὰ τεθῇ ἡ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Νόμου ὡς ὑφισταμένη ὑποχρέωσις νὰ προστατεύῃ τοὺς πολίτας καὶ νὰ ἐπανορθώνῃ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ἔπαθον οἱ πολῖται ἐκ τῶν Συμμαχικῶν στρατευμάτων καὶ ἄλλων αἰτιῶν, καὶ δὴ ἐκείνους ἐκ τῶν παθόντων, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἐκ τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων. Τὰς δὲ ζημίας τῆς κατηγορίας αὐτῆς ἡ σχετικὴ περὶ πολεμοπαθῶν νομοθεσία τὰς ἔχει ἀναγνωρίσει ὡς βαρυνούσας τὸ Κράτος. Θὰ ἦτο ὀρθὸν αὐταὶ νὰ χρησιμεύσουν ὡς βάσις τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους. Νὰ τεθῇ, δηλαδή, ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους νὰ ἀποζημιώνῃ τοὺς ἕνεκα τοῦ πολέμου παθόντας πολίτας του, οὕτως ὥστε νὰ ἐπέλθῃ καὶ τὸ προσῆκον ἀποτέλεσμα. Ἐκ μέρους τῶν Γερμανοβουλγάρων θὰ εἰσπράξωμεν τὰς καθορισθείσας δυνάμει συμφωνιῶν ἐπανορθώσεις, ἀλλ’ αἱ ἐπανορθώσεις αὗται εἶναι πληρωτέαι μετὰ δεκάδας καὶ δεκάδας ἐτῶν μὲ καθωρισμένην διαδικασίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ παθόντες νὰ παρακολουθήσουν τὴν διαδικασίαν αὐτὴν τῆς πληρωμῆς τῶν πολεμικῶν ἀποζημιώσεων διὰ νὰ τύχουν ἀποζημιώσεώς τινος. Θὰ ἐνόμιζον, ἑπομένως, ὡς βάσις ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους νὰ θεωρηθῇ αὐτὴ αὕτη ἡ ἐκ τῆς εὐνοίας τοῦ Κράτους προερχομένη ὑποχρέωσις ἐπανορθώσεως τῶν ζημιῶν τῶν πολιτῶν του. Τούτου τεθέντος εἶναι ἐξεταστέον ὁποῖαι εἶναι αἱ παντὸς εἴδους κατηγορίαι ζημιῶν. Ἔχομεν ζημίας ἐκ τῶν πολεμίων, ἔχομεν ζημίας ἐκ τῶν συμμάχων, ἔχομεν ζημίας ἐξ αὐτῶν τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐγίνετο παραδεκτὸν καὶ τοῦτο, ἐφόσον ἤθελε τεθῆ ὡς βάσις ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς παθόντας, νὰ περιληφθοῦν ἐν τῇ μερίμνῃ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν πολεμοπαθῶν καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη οἱ Ἕλληνες πολῖται, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ζημίας ἀπὸ τὸν Βαλκανικὸν πόλεμον. Τοῦτο δὲ τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἐκ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων εἶναι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον καὶ ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Ἡ Βουλὴ ἤκουσε πρὸ ὀλίγου ἀναφορὰς διαφόρους, σχετικὰς μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον τὴν ἀπασχολεῖ, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ μίαν ἀναφορὰν τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος, οἱ ὁποῖοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λάβουν ποιάν τινα ἱκανοποίησιν, διὰ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἐθνικάς, τὰς ὁποίας προσέφερον. Ὅλων αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν αἱ ζημίαι πρέπει νὰ στηριχθοῦν ἐπὶ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους πρὸς ἀποζημίωσιν. Ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία μέχρι τοῦδε δὲν ἐτήρησεν ὡρισμένην γραμμήν. Ἄλλοτε μὲν ἀναγνωρίζει αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὑποχρεώσεις, ἄλλοτε ἐκείνου τοῦ εἴδους ὑποχρεώσεις. Καὶ ἄλλοτε μὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς προσδοκίας τοῦ Κράτους ὅτι θὰ ἐλάμβανε παρὰ τῶν πολεμίων καὶ ἄλλοτε ἀφίνει τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν ἀκαθόριστον ἐὰν ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους νὰ πληρώσῃ θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τοῦ ὅτι θὰ εἰσπράξῃ παρὰ τῶν πολεμίων. Θὰ ἤθελον νὰ ἐξακριβωθῇ κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν εἰς τί περίπου ἀνέρχεται αἱ ἀπαιτήσεις τῶν παθόντων. Ἀπὸ ὀκτὼ ἤδη ἔτη ἐξετάζονται αἱ ἀπαιτήσεις καὶ ἀκόμη δὲν καταρτίσθησαν, καίτοι ὑφίστανται γραφεῖα καὶ ἐπιτροπαὶ ἐκδικαστικαί. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἄγνοια αὐτὴ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν παθόντων εἶναι ἀκατανόητος. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀφήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀκούσῃ, ἐφόσον εἶναι ὁ ἁρμόδιος.
§20Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἁρμοδία εἶναι ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰδιαιτέρως. Θὰ ὡμίλουν, διότι ἐπεκαλέσθητε ὅτι ἔχετε πολλὰς δοσοληψίας μαζί μου.
§21Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Αἱ δοσοληψίαι ἂς χαρακτηρισθοῦν καλύτερον ὡς αἰτήσεις πληροφοριῶν.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἔδωκα ἤδη ἀπαντήσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος καὶ καθώρισα τὴν σχέσιν ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου, ἐν σχέσει πρὸς τὸν διακανονισμὸν τῆς ὑποθέσεως, καὶ εἶπον τὰ ἑξῆς: Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διέθετεν, ὥστε ν’ ἀναγνωρισθῇ ἕνα ποσὸν ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων τῶν ὑποχρεουμένων πρὸς ἀποζημίωσιν. Τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἐπεράτωσα, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ Συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναλαβόντος μάλιστα τὴν πρωτοβουλίαν κατὰ τὸν διακανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς Γαλλίας. Μετὰ τοῦτο ἀπέμενε ζήτημα κυβερνητικὸν καὶ ζήτημα καθαρῶς οἰκονομικόν, νὰ δοθῇ ἢ νὰ μὴ δοθῇ ἀποζημίωσις, διὰ τὸ ὁποῖον ζήτημα ἔχω τὴν εὐθύνην μόνον ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως γενικῶς. Ἔχω, δηλαδή, τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον καὶ ἂν ἤμην Ὑπουργὸς εἰς ἕνα ἄλλο οἱοδήποτε Ὑπουργεῖον. Ἐξηγοῦμαι; Εἶναι ἡ τετάρτη φορά.
§23Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ἐξήγησις.
§24Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐὰν δὲν εἶναι ἐπαρκὴς εἶναι εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶμαι ἐπαρκὴς καὶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργός.
§25Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐννοῶ αἱ πληροφορίαι.
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἀλλ’ ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὅτι πέραν τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς ἁπλοῦν μέλος τῆς Κυβερνήσεως. Τίποτε ἄλλο.
§27Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ καταλάβωμεν ἕνα πρᾶγμα. Ὑπεβλήθησαν ἀξιώσεις ἀποζημιώσεως δι’ ὅσας ζημίας ἐπροξενήθησαν εἰς τοὺς ἰδιώτας;
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Βεβαίως’
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περιελήφθησαν πολλὰ ἢ ὀλίγα ποσὰ εἰς αὐτάς. Αὐτὰ τὰ ποσὰ δὲν ὀφείλονται πλέον εἰς τοὺς ἰδιώτας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν ἢ συνεψηφίσθησαν;
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Μὲ ἐρωτᾶτε ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μὲ θεωρεῖτε ὑπεύθυνον; Προχθές, οἱονεὶ μὲ ἐθέσατε κατηγορούμενον, ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας. Ἔχω ἤδη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς δώσει τόσας πληροφορίας, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπεράτωσε τὸ ἔργον του. Δύνασθε νὰ μεμφθῆτε ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν θέλετε. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ ἀξιώσητε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰδικῶς εἶναι ὑπεύθυνος.
§31Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἐγὼ ἀνέπτυξα σχετικὴν ἐπερώτησίν μου εἰς τὴν Βουλήν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον νὰ τοῦ σταλῇ ἀντίγραφον ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου. Κατόπιν τούτου ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἅμα τῇ ἐπανόδῳ τοῦ Συναδέλφου του κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ Γενεύης, θὰ συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ καὶ θὰ καταθέσῃ πρὸς ἐπιψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον κανονίζοντα τὸν τρόπον τῆς ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων. Αὐτὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένα καὶ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι παρεπονέθην προχθὲς ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι, ὄχι μόνον δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσίν του, τὴν ὁποίαν ἔδωκε πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τοὐναντίον δὲν μὲ ἠξίωσεν ἀπαντήσεως εἰς σχετικὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν τοῦ διεβίβασεν ἡ Βουλή. Ὄχι μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ οὐδὲ κατέθεσε τὸν φάκελλον διὰ νὰ ἀποδειχθῇ πόσα ποσὰ ἔχουν ἐπιδικασθῆ εἰς ἡμᾶς τοὺς παθόντας πρὸ τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον.
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε Πρόεδρε, ἰδοὺ τί εἶπον, χωρὶς ν’ ἀναγνώσω τὰ πρακτικά. Ἡ μνήμη μου εὐτυχῶς δὲν μὲ προδίδει. Δὲν εἶχεν ἀκόμη κανονισθῆ, ὅταν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν ἔδει νὰ χορηγήσῃ ἡ Γαλλία καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐκανονίσθη μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν. Εἶπα εἰς τὸν κ. Συνάδελφον τὰ ἑξῆς: Θὰ ἀναμείνω τὴν ἐπάνοδον τοῦ Συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ θὰ συνεννοηθῶ μετ’ αὐτοῦ διὰ νὰ καταθέσῃ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον σχετικόν. Ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνεζητήσαμεν καὶ ἀνέλαβε τὸν διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος μετ’ ἄλλων συναφῶν μετὰ τῆς Γαλλίας ζητημάτων. Τοῦ εἶπον δὲ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καθ’ ἑαυτὸν ἐτελείωσε τὸ ἔργον του. Τὸ πρῶτον ἔργον ἦτο τοῦτο. Νὰ ἐξακριβωθῇ περίπου προχείρως ἢ ὁριστικῶς, νὰ ἐξακριβωθῇ ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἀξιώσεις τῶν παθόντων ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας, Ἀγγλίας καὶ Ἰταλίας. Ἔπρεπε νὰ ἐξακριβωθῇ τοῦτο καὶ ἔκαμον ὅλας ἐκείνας τὰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἀπαραιτήτως ἔπρεπε νὰ γίνουν διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ποσόν. Τὸ δεύτερον ἔργον ἦτο νὰ μεριμνήσῃ διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ ἀποστολή, ἵνα συζητηθοῦν αἱ ἀξιώσεις καὶ περὶ αὐτῶν ἐμερίμνησα. Τὸ τρίτον ἔργον ἦτο νὰ κανονίσῃ διὰ συμμέτρου λύσεως τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, καὶ τὴν ὁποίαν ἐκανόνισεν εἰς τὸ δεύτερον στάδιον, ἐπειδὴ ὑπῆρχον σύνδεσμοι ἀξιώσεων καὶ μετ’ ἄλλων συναφῶν ἢ μὴ ἀξιώσεων τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γαλλίας μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπῆλθε συνεννόησις. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἡ δρᾶσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν παύει, καὶ ἔρχεται ἡ δρᾶσις ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος, διότι δὲν κατώρθωσε τὰ χρήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε, νὰ τὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ ὅμως, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ σεῖς εἴπατε, ἡ Κυβέρνησις ἐπειδὴ πρόκειται περὶ πολεμοπαθῶν, παθόντων καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως ἐκ τοῦ πολέμου, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται καὶ περὶ διαφόρων κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου εἴπατε καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω, κατήρτισα μίαν ἐπιτροπήν. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη μόλις πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν καὶ μετὰ εὐρεῖαν τοῦ ζητήματος μελέτην ὑπέβαλε τμηματικὴν καὶ ὄχι ὁλόκληρον τὴν ἔκθεσίν της. Εἴπατε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἕως τώρα τὸ Κράτος ἐπορεύετο εἰς τὸ κουτουροῦ, δηλαδὴ χωρὶς νὰ ἔχῃ χαράξει κανὲν σχέδιον, καὶ διὰ ν’ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴν τὴν νέαν κατηγορίαν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπῆρξε μία βάσις, ἐσκέφθη νὰ κάμῃ μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ ὅλας τὰς ἀποφάσεις, ὅλας τὰς κατηγορίας, νὰ ἐξετάσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ εἴπῃ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§33Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως;
§34Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκον.). Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλὰ ἐπὶ πλέον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅπως σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ πολυπλόκου αὐτοῦ ζητήματος τῆς ἀποζημιώσεως τόσον τῶν παθόντων ἐξ ἐχθρικῶν Κρατῶν, ὅσον καὶ τῶν παθόντων ἐκ Συμμαχικῶν Κρατῶν, κατήρτισεν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέσχε καὶ εἷς ἀντιπρόσωπος τῶν ἐνδιαφερομένων ὅπως ἐξεύρῃ καὶ τὸν τρόπον, ἀλλὰ πρὸ παντός καὶ τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ βασισθῇ, οἱονδήποτε μέτρον τὸ ὁποῖον ἦτο διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ. Ἡ Ἐπιτροπή, λοιπόν, αὐτὴ εἰργάσθη μετὰ μεγάλης ἐπιμελείας, ὅπως δύναται νὰ βεβαιώσῃ καὶ ὁ κ. Φλωριᾶς, πρὸ τεσσάρων δὲ ἡμερῶν κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν παθόντων ἐξ ἐχθρικῶν Κρατῶν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀπὸ τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα παθόντων, ἀκόμη εἰς χεῖράς μου δὲν παρεδόθη τίποτε καί, καθὼς πληροφοροῦμαι, ἡ ἔκθεσις αὐτὴν τὴν στιγμὴν δακτυλογραφεῖται. Πῶς θέλετε, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ μόλις τώρα τὸ συμπέρασμα τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποκρυσταλλοῦται, νὰ ἔχῃ καὶ ἑτοίμην τὴν ἀπάντησιν; Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ αὐτῶν τῶν στοιχείων, νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, διότι, σημειώσατε ὅτι πρόκειται περὶ πολυσέλιδων ἐκθέσεων. Θέλετε, λοιπόν, προτοῦ διαβάσῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὰ μέτρα αὐτά, τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ;
§35Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἔχει συσταθῆ κατόπιν ἐπιμονῆς τῶν παθόντων διὰ τοῦ ἐδῶ ἀποσταλέντος ἀντιπροσώπου, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν ἠξεύρω εἰς τί πορίσματα κατέληξεν, ἀλλὰ ὅλη ἡ ἐνέργεια ἡ ὁποία ἔτεινε εἰς τὸ νὰ συσταθῇ αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή, ὅλη αὐτὴ ἡ ἐνέργεια ἐξεπροσώπει παράπονον τῶν παθόντων ἀπὸ τόσων ἐτῶν καὶ μὴ ἱκανοποιηθέντων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν ὑμῶν μετὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ βαδίσωμεν εἰς τὰ κουτουροῦ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἠξεύρωμεν τί νὰ ἀντιτάξωμεν καὶ τί νὰ ζητήσωμεν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Πόθεν γνωρίζει τὰ ποσὰ εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται αἱ ἀξιώσεις τῶν παθόντων ἐκ τῶν Συμμάχων.
§36Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Εἶναι σχῆμα λόγου αὐτά. Προκειμένου νὰ διαχαράξῃ κανεὶς τὸ ζήτημα αὐτό, ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἓν ἔργον, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἔγινε διὰ μιᾶς ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐπήραμε τὰ χρήματα αὐτά, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἴχομεν πόσας κατηγορίας παθόντων καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ αὐτὰ τὰ μέσα διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν παθόντων. Ἀλλ’ ἔπρεπε τὰ μέσα αὐτὰ νὰ τὰ διαθέσωμεν συμμέτρως, διὰ νὰ μὴ δώσωμεν μίαν ἱκανοποίησιν εἰς τοὺς μέν, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὰς ἄλλας κατηγορίας.
§37Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ὅταν ἀπὸ τοῦ 1920 συνιστῶντο αἱ ἐκτιμητικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἐξεδικάζοντο ἀπαιτήσεις, ποίαν ἔννοιαν εἶχον αἱ ἐκδιδόμεναι ἀποφάσεις αὐταί; Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ ἔφερον τὸ ποσὸν τῶν 1,000 δραχμῶν καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία ἤθελον νὰ πληρώσουν μόνον 500 δραχμάς, πῶς θὰ ἐπληρώνοντο συμμέτρως αἱ ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήρχοντο εἰς 1000 δραχμάς; Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Τί θὰ γίνῃ ὡς πρὸς τοὺς παθόντας ἐκ μέρους τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων;
§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Θὰ τὸ ἴδητε εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις.
§39Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Προκειμένου περὶ τῶν συμμαχικῶν ἀπαιτήσεων, ἐκανόνισε τὸ Κράτος, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἦτο δίκαιον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ Κράτος παρὰ τῶν Συμμάχων, αὐτὰ ταῦτα νὰ κατανείμῃ εἰς τοὺς παθόντας ἐκ μέρους τῶν Συμμάχων συμμέτρως, ἢ ἂν ἔπρεπε τὸ Κράτος, σύμφωνα μὲ τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐκτιμητικῶν Ἐπιτροπῶν, νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ ἀκέραιον τὰς ἀποφάσεις αὐτάς.
§40Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἔκαμεν αὐτὸ τὸ Κράτος, διὰ νὰ τὸ μέμφεσθε καὶ ἐκ τῶν προτέρων;
§41Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἡ αὐστηρὰ σύμβασις τῆς πληρωμῆς τῶν παθόντων ὑπὸ τῶν Συμμάχων μὲ τὸν κανονισμὸν τῶν χρεῶν τῆς Ἑλλάδος, Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, ὥστε νὰ τίθεται ἡ βάσις, ἡ ὁποία ἐγὼ θέλω νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, εἶναι ἡ ἀνάληψις τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ ἀκέραιον. Αὐτὸ τὸ σύμμετρον τῆς πληρωμῆς, αὐτὸ ἤδη δύνασθε νὰ τὸ κάμετε ἐνωρίτερον, πρὶν κάμετε συνεταιρισμοὺς μὲ τοὺς συμμάχους.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὰ κάμωμεν προτήτερα. Πλανᾶσθε, πλάνην ἀσύγγνωστον, ἐὰν νομίζητε ὅτι θὰ ἐκανονίζομεν ἐνωρίτερον τὸ σύμμετρον.
§43Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Θὰ καταλήξητε εἰς τὸ σύμμετρον.
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Μετεχειρίσθητε μίαν λέξιν σαφῆ. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ἅπαξ διὰ παντὸς ὅτι ἀπήντησα πεντάκις καὶ ἀπαντῶ δι’ ἕκτην φορὰν εἰς ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Σύμμετρον σημαίνει τοῦτο. Τὸ Κράτος ἔλαβεν ὡρισμένον ποσόν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφορᾷ ἀποζημιώσεις. Τὸ Κράτος εἶναι ὑπόχρεον νὰ πληρώσῃ τοὺς παθόντας. Ἔχει ὡρισμένον μικρὸν ποσόν. Ἔχει καὶ ἄλλους παθόντας. Εἶναι πολὺ δίκαιον ἐὰν δὲν δύναται νὰ ἀποζημιώσῃ εἰς τὸ ἀκέραιον εἶναι δίκαιον νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀποζημιώσω ὅλους τοὺς παθόντας ἕνεκα τοῦ πολέμου εἰς τὸ ἀκέραιον ἀλλὰ πρέπει νὰ δώσω ἕνα ὡρισμένον ποσὸν σύμμετρον εἰς ὅλους.
§45Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε, κ. Ὑπουργέ, ἐξηρτήσατε τὴν προσδοκίαν τῆς πληρωμῆς τῶν παθόντων ἐκ τῶν δύο αὐτῶν συμμάχων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: τί θὰ γίνῃ ὡς πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν. Εἶπον πρὸ ὀλίγου ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Γερμανίας ἔχουσι κλιμακωθῇ εἰς 60 ἔτη. Θὰ περιμένωμεν νὰ ἴδωμεν τί θὰ εἰσπράξωμεν, καὶ ἐὰν εἰσπράξωμεν συμμέτρως πρὸς τὸ σκοπὸν νὰ πληρώσωμεν τοὺς παθόντας ἐκ τῶν Γερμανικῶν καὶ Βουλγαρικῶν εἰσπράξεων, τότε θὰ πληρώσωμεν; Δι’ αὐτὸ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον ὅτι πρέπει τόσον ἡ Βουλὴ ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωρίζῃ διατί πληρώνει αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διότι τὸ Κράτος ὡς Κράτος ἦτο ὑπόχρεον καὶ περιμένει ἀφ’ ἑνὸς ἀπ’ τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν καὶ Γερμανίαν. Ἐὰν δὲν λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό, εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα. Εἶναι δυνατὸν αἱ ἀπαιτήσεις τῶν παθόντων νὰ εἶναι μεγάλαι καὶ νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσόν. Πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται αἱ ἀπαιτήσεις καὶ νὰ ὑπολογίσωμεν αὐτὰς καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα διὰ νὰ πληρωθοῦν οἱ παθόντες. Μὴ λησμονεῖτε δέ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ἐξ αὐτῶν δικαιοῦται ὁ παθών, δὲν ἔχουσι δὲ λάβει οὐδ’ ὀβολόν. Κύριε Ὑπουργέ, τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται νὰ λάβωσι οἱ παθόντες εἶναι περίπου γνωστά καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ὁποίας τελευταίως ἐγένετο λόγος. Τὸ ποσόν, ἐὰν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ὡρισμένην λύσιν κατὰ προσέγγισιν εἶναι γνωστόν. Πρόκειται περὶ ἑνὸς δισεκατομμυρίου δραχ. καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ θέσῃ ἐνώπιον αὐτῆς τὸ πρόβλημα αὐτό. Δὲν δύναται δὲ ὕστερα ἀπὸ 8 ἔτη καὶ 10 ἔτη ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν αἱ ζημίαι, δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀφήσῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἕνα δι’ ἑκατομ. ἔχομεν νὰ πληρώσωμεν, τί δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν καὶ πῶς θὰ τὸ πληρώσωμεν. Εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἶναι εἰς τὸ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἤδη πρέπει νὰ λάβῃ ἓν ὁριστικώτερον σύμμετρον, ἔστω καὶ μὲ τὰς δυνάμεις τὰς οἰκονομικὰς τοῦ Κράτους. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ πληρωμῆς τῶν παθόντων δὲν φαντάζομαι ὅτι οὐδὲ οἱ παθόντες θὰ γνωρίζωσι τί θὰ πληρωθῶσιν καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ ἀμέσως. Ὅταν τὴν ὑποχρέωσίν του τὴν καταμερίσωμεν εἰς σειρὰν ἐτῶν, θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ παύωσι οἱ ἀγῶνες τοῦ πληθυσμοῦ ἐπὶ δέκα ἔτη, διότι θὰ εἰσπράξῃ ἕνα μικρὸν μέρος τῶν ἀπαιτήσεών του καὶ θὰ γνωρίσῃ ὅτι μετὰ ἓν ἔτος ἢ μετὰ 5 ἔτη ἢ καὶ 3) ἀκόμη ἔτη, ἐὰν θέλετε, θὰ πληρωθῶσιν ἐπὶ τέλους. Ἀλλὰ ἡ ἀοριστία τῆς καταστάσεως ἔχει πληρώσῃ ἀπογοητεύσεως αὐτοὺς τοὺς πληθυσμοὺς καὶ ἀπογνώσεως. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐγένετο ἓν συνέδριον εἰς τὴν Δράμαν καὶ εἰς τοὺς διαδρόμους καὶ τὰ θεωρεῖα τῆς Βουλῆς ἔχομεν ἀντιπροσώπους αὐτῶν τῶν παθόντων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσε τέσσαρας ἀναφοράς. Πρέπει νὰ δοθῇ τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ δοθῇ τέλος; Θὰ ἐπροτίμουν νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως καταρτισθῇ μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως νὰ φθάσῃ εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα τὰ ὁποῖα νὰ λάβωσι τὸ κῦρος τοῦ Νομ. Σώματος διὰ νὰ γνωρίζωσιν οἱ παθόντες ἐὰν ἔχωσιν νὰ λάβωσιν καὶ πότε θὰ λάβωσι.
§46Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἔχει συσταθῆ ἡ Ἐπιτροπή.
§47Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ περὶ ἧς ἐγένετο λόγος πρὸ ὀλίγου, ἦτο ἐπιτροπὴ περισυλλογῆς στοιχείων.
§48Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἡ ὁποία κατέληξε εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον.
§49Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ κατηρτίσθη τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συνεπείᾳ ἐπιμόνων πιέσεων τῶν παθόντων.
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὁ κ. Συνάδελφος λέγει ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς σας παρελκύεται τὸ ζήτημα καὶ ἔχει δίκαιον, διότι αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ μετὰ πάροδον τόσων μηνῶν ἔφθασεν εἰς ἓν συμπέρασμα. Ἂν γίνῃ τώρα μία νέα Ἐπιτροπή, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ κάμῃ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἔτσι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θὰ λήξῃ ποτέ. Ἀφήσατε νὰ ὑποβάλῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ πόρισμά της.
§51Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. Ἐφόσον συνέστη ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ εἰδικὴ καὶ κατέληξεν εἰς ἓν πόρισμα, ὀφείλομεν ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ὑποβολὴν τοῦ πορίσματος αὐτῆς ἀποκρυσταλλωμένου εἰς νομοσχέδιον, καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ζητήσωμεν δὲ καὶ εἰδικὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ νὰ λυθῇ ἐν ἀνάγκῃ κατὰ τὰς διακοπάς.
§52Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἀμφιβάλλω ἂν θὰ προαγάγῃ κατὰ ἓν βῆμα τὴν ὑπόθεσιν.
§53Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Διατί;
§54Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Διότι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, ὅπως εἶπον, δὲν ἔχει κανένα ἐπίσημον χαρακτῆρα. Συνεστήθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ σᾶς εἶπον διὰ ποίους λόγους. Ἔλαβον μέρος δύο Βουλευταί, δύο ὑπάλληλοι καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν παθόντων καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἔχει καμμίαν ἐντολὴν νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα νὰ ὑποβληθοῦν ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν Οὐδὲ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν κἄν ἔχομεν τοιαύτην πληροφορίαν, ὅτι τουτέστιν θὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰ ζητήματα τῆς ὑποθέσεως ταύτης δὲν δύνανται νὰ λυθοῦν ἀπὸ δύο μόνον ἐκ τῶν Βουλευτῶν καὶ ἀπὸ δύο ὑπαλλήλους. Πρέπει νὰ καταρτισθῇ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐκπροσωπῇ, κ. Πρόεδρε...
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν νομοσχέδιον;
§56Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Γνωρίζω καλῶς ὅτι ὑπάρχωσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἡ μέχρι σήμερον σχετικὴ νομοθεσία θὰ τὰ λύσῃ καὶ πρέπει νὰ λυθοῦν ἅπαξ διὰ παντός. Λόγου χάριν εἶναι ἐκκρεμὲς ἀκόμη ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ τὸ ζήτημα ποῖαι ζημίαι θὰ πληρωθοῦν. Ἔχετε τὸν νόμον 2149, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει ὑποχρεώσεις ἀπὸ τὰς 6 Νοεμβρίου ὅτε μετέβητε εἰς Θεσσαλονίκην, καὶ ἠκολούθησεν ὁ νόμος 3125, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν πρὸ τῆς Βουλγαρικῆς εἰσβολῆς κλπ. Ὅταν ἤλθετε ἐκ Θεσσαλονίκης, τὰ δικαιώματα αὐτὰ δὲν τὰ ἀνεγνωρίσατε.
§57Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Εἶσθε μέλος τῆς Κυβερνήσεως τὸ 1920–1922 καὶ τὸ ἐγνωρίζατε, διότι μετὰ τὸ 1920 ἐπεκράτησεν ἡ ἀντίληψις...
§58Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. Οὔτε τότε ἐφρόντισεν ὁ κ. Συνάδελφος οὔτε καὶ ἐσχάτως ποὺ διετέλεσεν Ὑπουργός.
§59Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ ἡ βάσις τῆς νομικῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους. Ὅπως εἶπον ὑπῆρχε χάος ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῇ σχετικῇ πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις Αὐτὴ ἡ χαώδης νομοθεσία δημιουργεῖ πλεῖστα ὅσα παράπονα παθόντων. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ἀπὸ τόσον γενικῆς ἀπόψεως ἐξετάζει ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἀλλὰ κυρίως θέλει νὰ ἔχῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἰσχὺν Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς μὲ ἀντιπροσώπους βεβαίως τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη σοβαρῶς πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθοῦν ἐπὶ τέλους οἱ παθόντες. Διότι, κ. Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν παθόντων καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει ἡ ἑξῆς σύγχυσις, ἡ ἑξῆς διάστασις. Γνωρίζετε ὅτι δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν τελευταίων νόμων καθιερώθη ἡ πληρωμὴ ποσοστοῦ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων ἐπὶ μιᾶς ἀπαιτήσεως 10.000 δραχμῶν καὶ δεύτερον λέγει ὁ νόμος αὐτὸς ἀπὸ αὐτὰς τὰς 10 χιλ. δραχμῶν θὰ πληρωθῆτε τὰς 3.000. Ἀλλ’ οἱ παθόντες λέγουν: ὅταν περιορίζητε τὴν ἀπόφασιν καὶ μοὶ πληρώνετε ἕν τμῆμα, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔχω ὑποβάλει τὴν δήλωσιν τῶν δραχμῶν μου μοὶ εἴπατε διὰ τοῦ νόμου σας ὅτι θὰ ὁρίσῃς τὴν ζημίαν μου σύμφωνα μὲ τὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς κατὰ τὸ 1916 ὅτε καὶ σᾶς ἐζήτησα 20 χιλ. δραχμῶν, καὶ σεῖς μοὶ λέγετε μόνον 10 χιλιάδες δραχμῶν θὰ πάρω. Αὐταὶ αἱ 10 χιλιάδες ἀξίζουν σήμερον 100 χιλ. δραχμῶν. Καὶ ἄν ἐπρόκειτο νὰ περιορισθῇ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους εἰς τὰ νούμερα τῶν ἀποφάσεων, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ νούμερα ἐκεῖνα ἀναφέρονται εἰς χρυσὸν, ἐνῷ ἐσεῖς πληρώνετε εἰς δραχμάς. Ἄν αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν λυθῇ, τότε τί θὰ πληρώσωμεν; Θὰ πληρώσωμεν τὰ νούμερα αὐτὰ εἰς δραχμὰς σημερινὰς ἢ θὰ τὰ μετατρέψωμεν εἰς χρυσὸν; Ἄν ὁ νομοθέτης τὸ προέβλεπεν αὐτὸ, θὰ ἐλύετο τὸ ζήτημα. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς ὑπάρχει μιὰ κατάφωρος ἀδικία καὶ ἀνισότης, ἂν ἐπιμείνητε νὰ πληρωθῇ ὁ κόσμος εἰς χαρτίνας δραχμὰς, διότι εἰς τὴν νομοθεσίαν σας ὑπάρχει μία σχετικὴ διάταξις. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε καὶ κ. Ὑπουργὲ, θὰ ἐδεχόμην ἄν αὐτὸ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ταχύτητα τῆς διεκπεραιώσεως τῆς ὑποθέσεως, θὰ ἐδεχόμην ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὁριστικῆς διεκδικήσεως καὶ λύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ μακρὰς συζητήσεις εἴτε εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν εἴτε εἰς τὴν Βουλὴν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ ἴδιον, πάντως θὰ ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ ἐμφανίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας της περὶ τοῦ ποσοῦ, τοῦ τρόπου καὶ τοῦ χρόνου τῆς πληρωμῆς τῶν παθόντων.
§60Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ οὐσιωδέστατον ἀρκετὰ καλῶς ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντος συναδέλφους μου. Ἐγὼ ἔχω ὀλίγα τινὰ νὰ προσθέσω ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὡς φρονῶ, δικαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐγένετο. Ἤδη δὲν μένει εἰ μὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς πληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεως. Κύριοι Συνάδελφοι, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία ἦλθον εἰς τὰς χώρας τὰς ἰδικάς μας καὶ ἔκαμαν ἀποβάσεις, ἐκοινοποίησαν μίαν διακοίνωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῆς ὁποίας ὑπέσχοντο ὅτι θὰ ἀπεζημίουν πᾶσαν ζημίαν εἰς τοὺς ἰδιώτας καὶ τὸ Δημόσιον. Οἱ ἔχοντες δικαίωμα ἀποζημιώσεως διαιροῦνται εἰς δύο: Εἰς τοὺς ζημιωθέντας πρὸ τῆς εἰσόδου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον καὶ εἰς τοὺς ζημιωθέντας μετὰ τὴν εἴσοδον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον, εἴτε ἐκ τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων, εἴτε ἐκ τῶν συμμαχικῶν. Ἡ Ἀγγλία ἐκανόνισε τοὺς λογαριασμούς της μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀποτέλεσμα τούτου εἶναι ὅτι ὀφείλει πρὸς τὴν Ἑλλάδα 1.250.000 λιρῶν στερλινῶν, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ 570.000 ἀφεώρων τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τοὺς ὑπηκόους τῆς Ἑλλάδος πρὸ τῆς εἰσόδου ταύτης εἰς τὸν πόλεμον, αἱ δὲ ὑπόλοιποι 680 εἰς τοὺς ὑπηκόους τοὺς ζημιωθέντας μετὰ τὴν εἴσοδον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον. Αἱ συμβάσεις μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐκυρώθησαν μετὰ τοῦ Ν. Διατάγματος καὶ κατέστησαν ὑποχρεωτικαὶ εἰς τὸ Κράτος, διότι τὸ Κράτος τὰ χρήματα τὰ ἔλαβε καὶ ἔγινε συμψηφισμός. Ὅπως δὲ γνωρίζομεν, πᾶσα ἐξόφλησις γίνεται εἴτε διὰ καταβολῆς πραγματικῆς, εἴτε διὰ συμψηφισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν παθόντων πρὸ τῆς εἰσόδου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον καὶ τῶν παθόντων μετὰ τὴν εἴσοδον. Σημειωτέον ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγίνοντο οἱ λογαριασμοὶ αὐτοί, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν λεπτομερέστατον κατάλογον τῶν παθόντων Ἑλλήνων ὑπηκόων. Τὸ σύνολον τῶν ἀποζημιώσεων ἀνήρχετο ἄνω τῶν 4.000.000 λιρῶν, ὥστε κατέβαλεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις περίπου τὸ ⅓. Οὐδεμία γεννᾶται ἀμφιβολία εἰς πάντα νομικὸν καὶ μὴ νομικόν, ὅτι, μετὰ τὴν καταβολὴν τῶν χρημάτων αὐτῶν, εἶναι πλέον πλήρης ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου νὰ δώσῃ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἔλαβε καὶ ὄχι νὰ ἀποζημιώσῃ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκπροσωπεῖ καὶ τοὺς ὑπηκόους αὐτῆς, συνεπῶς εἶναι ὡς νὰ συνεβλήθησαν οἱ ἴδιοι ὑπήκοοι μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἀκούσετε καὶ ἕνα περίεργον: τὰς συμβάσεις ὑπὲρ τρίτου δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τίς, ἐφόσον ὠφελεῖται ἐκ τῆς συμβάσεως ὁ συμβαλλόμενος. Ἐδῶ ὠφελεῖται ἡ Ἀγγλία, διότι κατέβαλεν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ὠφελεῖται διότι ἀπαλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἀποζημιώσῃ. Ἀλλὰ ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποζημιώσῃ καὶ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 2109, κατὰ τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει) «Παθόντες, τῶν ὁποίων αἱ ἀπαιτήσεις κλπ.». Τοῦτο γίνεται ἐδῶ, διότι κατέβαλεν ἡ Ἀγγλία τὸ ποσόν. Τίποτε ἄλλο δὲν μένει πλέον παρὰ νὰ γίνῃ ὁ νέος νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ὁρίσῃ τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς, ἐὰν δηλ. θὰ γίνῃ εἰς χρήματα ἢ εἰς ὁμολογίας, ἢ ἄλλως πως. Εἶναι ὑπόχρεως πλέον ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν τὸν νόμον εἰς τὴν Βουλήν. Πολὺ δὲ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ χθὲς ἀγορεύων, εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἰδιώτου, θὰ ἐφηρμόζοντο αἱ σχετικαὶ περὶ ὑπεξαιρέσεως διατάξεις τοῦ σχετικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐδῶ βέβαια πρόκειται περὶ τοῦ Κράτους καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ κατὰ διάνοιαν νὰ τὸ φαντασθῇ κανείς. Ἐγὼ θέλω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφήσῃ τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ ὅλα τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἐπιφέρουν βραδύτητα καὶ νὰ σκεφθῇ νὰ ὑποβάλῃ ἕνα νόμον καὶ νὰ κάνῃ διάκρισιν μεταξὺ τῶν παθόντων πρὸ τῆς εἰσόδου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον καὶ μεταξὺ τῶν παθόντων μετὰ τὴν εἴσοδον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ διὰ μὲν τὴν Ἀγγλίαν ὡρίσαμεν ποσὸν, διὰ δὲ τὴν Γαλλίαν δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ σύνολον τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως ὁρίζεται ὅτι θὰ εἶναι καταβλητέον. Ἡ Ἀγγλία ἦτο ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπήνεγκε τὰς ζημίας εἰς τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας καὶ τὰς Νήσους. Εἰς τὰς Ἀγγλικὰς συμβάσεις γίνεται λόγος περὶ ποσοῦ ἀποζημιώσεως πρὸ τῆς εἰσόδου. Οἱ παθόντες αὐτοὶ ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Δικτατορίας καὶ δὲν ἔτυχον ἀπαντήσεως καὶ ἐκοινοποίησαν ἀγωγὰς εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Δημόσιον. Εἷς ἐκ τῶν ἐναγαγόντων ἦτο καὶ ὁ τέως Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Μανουσόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐκοινοποίησε τὴν ἀγωγὴν πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, συγχρόνως δὲ καὶ μίαν ἀναφορὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐξέθετε τὰ γεγονότα καὶ ἐζήτει τὴν γνώμην ἂν θεωρῇ ἡ Ἀγγλία ἑαυτὴν ὑπόχρεων ἀπέναντι τῶν ἰδιωτικῶν ἀποζημιώσεων. Μετὰ τετράμηνον ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως αὐτῆς, ἀπὸ ἕνα ἰδιώτην Κράτους μικροῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Τσάμπερλαιν, διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτοῦ γραμματέως, ἀπέστειλε διὰ τῆς Πρεσβείας τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω μεταφράσει. (Ἀναγινώσκει). Ὑπάρχει δὲ καὶ σημείωσις κατόπιν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἐβραδύναμεν νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν, διότι δὲν ἦτο ἁρμόδιον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς ὃ ἀπηυθύνθητε, διὰ νὰ σᾶς δώσῃ πληροφορίας, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Θησαυροφυλακίου, εἰς τὸ ὁποῖον εἰς τὸ μέλλον δύνασθε νὰ ἀπευθυνθῆτε, διεύθυνσις τάδε, τμῆμα τάδε. Φαντασθῆτε πόσον εἶναι βαθεῖα ἡ συνείδησις τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος τῶν Ἄγγλων ὑπαλλήλων, ἀνωτάτων καὶ κατωτάτων, ὥστε ὄχι μόνον ἀπέναντι τῶν ὑπηκόων των νὰ σπεύδουν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι ὑπηκόων ξένων κρατῶν, ὅπως ἡ Ἑλλάς. Ἐδῶ μία αἴτησις διὰ νὰ σταλῇ ἀπὸ τὸ ἕνα τμῆμα εἰς τὸ ἄλλο ἔκανε ὀκτὼ ἡμέρας. Λοιπόν, καταλήγων, λέγω, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ τοῦ τρόπου πληρωμῆς ἀποζημιώσεων.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ νομοσχέδιον μόνον δὲν συμβάλλει εἰς τίποτε.
§62Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Συμβάλλει. Ἐὰν δὲν ὑπάρχουν χρήματα, ἂς γίνουν ὁμολογίαι.
§63Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν λυπηρὸν, διότι ζήτημα τόσον σοβαρόν, ἀφορῶν τὴν τύχην, δύναμαι νὰ εἴπω, ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν, τῶν νεοελληνικῶν ἐπαρχιῶν, τῆς Μακεδονίας ἰδίως καὶ τῆς Θράκης, συζητεῖται ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων, ἀπουσιαζόντων κατ’ ἐξοχὴν τῶν Μακεδόνων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ παρίστανται ἐνταῦθα, διὰ νὰ ὑπενθυμίζουν διαρκῶς εἰς τὸ Κράτος ὅτι δὲν φροντίζει, ἐνῷ φαινόμεθα ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ὅτι δὲν φροντίζομεν διὰ τὸ κατ’ ἐξοχὴν μέγα τοῦτο ζήτημα. Δὲν μοῦ εἶναι δυνατόν, κ. Συνάδελφοι, νὰ ἐξετάσω ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς τὸ ζήτημα. Δὲν εἶμαι δυστυχῶς νομικός, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ κάμω ἑρμηνείαν τῆς νομοθεσίας μας καὶ τῶν διεθνῶν συμβάσεων καὶ νὰ ἴδω ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, διότι ἐξ αἰτίας τῆς νομοθεσίας αὐτῆς ἐφθάσαμεν μετὰ 10 ἔτη εἰς τὸ θλιβερὸν κατάντημα νὰ μὴ ἀποζημιώσωμεν τὸν κόσμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τόσα ἔπαθε κατὰ τὴν τελευταίαν πολεμικὴν τραγῳδίαν. Ὅταν, Κύριοι Βουλευταί, κατελήφθη ὑπὸ τῶν Βουλγάρων ἡ Ἀνατολικὴ Μακεδονία, τὸ Κράτος δὲν εὑρίσκετο εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν. Τὸ νὰ ἀνατρέξωμεν καὶ νὰ ἀναζητήσωμεν πολιτικὰς εὐθύνας, δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἡ ἱστορία θὰ κρίνῃ ποῖοι οἱ πταίσαντες διὰ τὴν καταστροφὴν αὐτήν. Καὶ ἐὰν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ποῖοι πταίουν, ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι γεγονός, ὅτι μέχρι σήμερον ὅλοι ἐπταίσαμεν καὶ ὅλοι ὑπέχομεν εὐθύνας διὰ τὴν καταστροφὴν αὐτήν. Γνωρίζω ὅμως, κ. Βουλευταί, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς καταβολῆς τῶν ἀποζημιώσεων, ὅπως τίθεται σήμερον ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Δὲν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις τότε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἔκβασιν τοῦ πολέμου καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον καὶ τότε νὰ λάβῃ τὰ μέτρα της καὶ νὰ κάμῃ τοὺς ὑπολογισμούς της διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει—ὁμιλῶ εἰδικῶς διὰ τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν—ἔσπευσε ν’ ἀποστείλῃ ὡς Γενικὸν Διοικητὴν τὸν κ. Ρακτιβὰν καὶ τὸν ἐφωδίασε μὲ σημαντικὸν ποσὸν καὶ γεωργικὰ ἐργαλεῖα καὶ ἵππους καὶ παντὸς εἴδους ἐνίσχυσιν εἰς χρῆμα, ἵνα μεριμνήσῃ οὕτω καὶ ὀρθοποδήσῃ καὶ κρατηθῇ ὁ κόσμος ἐκεῖνος. Ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐξόδων μέχρι τῶν ἡμερῶν τοῦ 1920 ἦσαν περὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τότε διέθεσε ἀμέσως, μετὰ τὴν ἀνακατάληψιν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν μέχρι τοῦ 1928 δὲν διετέθη οὔτε ὀβολὸς ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας.
§64Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὰ 90 ἑκατομμύρια ποῦ διετέθησαν;
§65Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Τὰ διέθεσαν εἰς ἐπαγγελματικὰ δάνεια, διὰ νὰ ἐνισχύσουν τοὺς ἐπαγγελματίας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐστερημένοι τῶν πάντων, τὰ διέθεσαν διὰ τὴν ἀγορὰν ἀροτριώντων ζῴων, διὰ τὴν ἀγορὰν οἰκοδομικῶν ὑλῶν.
§66Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὑποθέτω ὅτι γνωρίζω καὶ ἐγὼ πάντα ταῦτα, διότι ἤμην καὶ ἐγὼ Ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ἐφρόντισεν ὅπως ἀποκατασταθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον γεωργικῶς ἡ περιφέρεια τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Ἀλλὰ τοῦ ζητήματος τῶν ἀποζημιώσεων δὲν ἐπελήφθημεν ἡμεῖς τότε, παρὰ μόνον δι’ ἑνὸς νόμου ψιφισθέντος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν εἰς τὰ ἔργα των τὴν γεωργικὴν Μακεδονίας, νομίζω ὅτι ἐδόθησαν ἐν ἀφθονίᾳ ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διέθετε τὸ Κράτος τότε.
§67Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ὅπως τὰ λέγετε, οὕτως ἔχουν τὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν τοῦτο· ὅτι τὰ χωριὰ παραμένουν ἀνοικοδόμητα ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι οἱ ἄνθρωποι διαιτῶνται μέσα εἰς τὰς τρώγλας μέχρι σήμερον, ὅτι τὰ χωριά, τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν εἰς τὸ Παγγαῖον καὶ τὴν περιφέρειαν τῶν Σερρῶν δὲν ἔχουν ἀκόμη ἀνοικοδομηθῇ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ἄστεγοι ἀπὸ δεκαετίας καὶ πλέον.
§68Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὑποθέτετε ὅτι ἐγὼ ἀμφισβητῶ ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε;
§69Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Καθορίζετε τὸ ζήτημα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐγὼ νὰ εὑρίσκωμαι ἐκτὸς θέματος, μὴ ὁμιλῶν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς καταβολῆς τῶν ἀποζημιώσεων.
§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔκαμα μίαν διευκρίνισιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμμετέχω, τοῦ ζητήματος τῶν ἀποζημιώσεων δὲν ἐπελήφθη παρὰ μόνον τὸ 1920, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθησαν αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ ἐκτιμητικαί, διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν ἀποζημιώσεων. Αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν ἔκαμε ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀποζημιώσεις. Αὐτὴν τὴν διευκρίνισιν ἔκαμα, ὥστε νὰ μὴ ὑποτίθεται ὅτι θέτω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἔγινεν ἀνοικοδόμησις, ὅτι δὲν ἐδόθησαν ἀποζημιώσεις.
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐπερώτησις περιορίζεται εἰς τὴν ἐπιβράδυνσιν τῶν ἀποζημιώσεων καὶ οὐχὶ εἰς τὴν μὴ ἀποκατάστασιν τῶν παθόντων.
§72Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐγὼ δὲν ἔθεσα οὐδένα περιορισμόν, ἀλλὰ ἔδωκα μίαν διευκρίνισιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀκριβής.
§73Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διαιτῶνται κάτω ἀπὸ τενεκέδες, ὅτι ἐνῷ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος παραμένει ἄστεγος ἡ Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ κτίσῃ ὁλοκλήρους πόλεις καὶ χωρία παραπλεύρως τῶν καταστραφέντων χωρίων, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ζοῦν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Κ. Φλωριᾶς ὡς ἀσπάλακες μέσα εἰς τὰ χωρία των. Τὸ σύστημα τῆς Δικαιοσύνης μέσα εἰς τὰς ψυχὰς τῶν γηγενῶν ἐκ τῆς ἐγκαταλείψεως, εἶναι ἀξιοθρήνητον, καὶ βαρύνει ἐξ ὁλοκλήρου τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ἐὰν θελήσῃ κανεὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ σπέρματα τὰ ἐπαναστατικὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν ἰδίως εἰς τὴν Μακεδονίαν, θὰ ἴδῃ ὅτι προέρχονται ἀπὸ μίαν ἄστοργον ἐγκατάλειψιν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν τοὺς προσέφερε τίποτε ἄλλο μέχρι σήμερον, παρὰ τούς παρέδωσε εἰς τοὺς Γερμανοβουλγάρους Ἐνῷ ἐκάησαν τὰ σπίτια των, ἐνῷ οἱ Μητροπολῖται των ἀπηγχονίσθησαν καὶ ἐνῷ τὸ Κράτος ἔκτισε πόλεις ὁλοκλήρους εἰς ὅλην τὴν Μακεδονίαν καὶ Θράκην, ἐγκατέλειψε τὰ χωρία τῶν κατεστραμμένων τελείως καὶ ζῶσιν οἱ τόσον πατριωτικοὶ αὐτοὶ πληθυσμοὶ ὑπὸ σκηνὰς καὶ ὑπὸ τὴν γῆν ὡς ἀσπάλακες καὶ μένουν κάτω ἀπὸ τενεκέδες. Αὐτὸ εἶναι τὸ βαρὺ ἔγκλημα τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι ἦσαν λόγοι οἰκονομικοί. Εἴδομεν ὅτι τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ 1920 μέχρι σήμερον ἐδαπάνησεν καὶ κατέβαλλεν κάθε προσπάθειαν διὰ τὴν ἐνίσχυσιν ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔπαθον μετέπειτα ἀπὸ διάφορα ἄλλα γεγονότα. Νομίζω ὅμως ἔτι χάριν αὐτοῦ τοῦ ἠθικοῦ τῶν πληθυσμῶν, ἂν θέλετε νὰ τοὺς κρατήσετε μέσα εἰς τὰς ὑγιεῖς ἀστικὰς ἀντιλήψεις, ἂν θέλετε νὰ δώσετε τόνωσιν πατριωτισμοῦ μέσα εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, εἴτε γεωργοκτηματίαι εἶναι, εἴτε ἀγρόται, εἴτε ἀστοί, ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἄμεσον ἀποκατάστασιν τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν πλέον, ἐνῷ τὰ σπίτια των εἶναι κρημνισμένα. Ὁ δὲ γεωργικὸς κλῆρος, διὰ τὰς συσσωρεύσεως τόσων ἀδελφῶν προσφύγων ἐμίκρυνε περισσότερον καὶ δὲν δύνανται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ βλέπουν νέας αἰθούσας κοινότητος, αὐτοὶ δὲ νὰ ζοῦν μέσα εἰς τὴν γῆν. Ἦλθον κατόπιν αἱ Ἐπιτροπαὶ τῶν ἀποζημιώσεων καὶ τοὺς ἔδωσαν μερικὰ κόλυβα, μερικὰ γλίσχρα ποσὰ μὲ περιορισμοὺς ἐξευτελιστικοὺς διὰ τὸ Κράτος. Πληρώνονται διὰ ζημίαν 100 καὶ 200 χιλ. μὲ 2.000 μόνον εἰς χαρτίνας δραχμάς. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὑποχρεώθησαν παρὰ τοῦ Κράτους νὰ διορίσουν καὶ Δικηγόρον ἐν Ἀθήναις διὰ νὰ ἐκδικασθοῦν αἱ ὑποθέσεις των. Καθ’ ἣν στιγμὴν βλέπουν τὰς θυρίδας τῆς Ἐθ. Τραπέζης ν’ ἀνοίγωνται διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ νὰ ἐκδικάζωνται αἱ ἀποζημιώσεις των, ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ μένει ἄστοργον ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ τοὺς λέγει Θὰ πάρετε 2 χιλ. δραχμάς, καὶ θὰ τὰς πάρετε διὰ δικηγόρου ἐν Ἀθήναις, ὁ ὁποῖος κρατεῖ καὶ αὐτὸς τὰ ποσοστά του φυσικά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῶν ζημιῶν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι προσεφέρθησαν ὁλοκαυτώματα εἰς τὴν Πατρίδα κατὰ τὴν Μακεδονικὴν ἐποποιΐαν.
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θέτετε τὸ ζήτημα γενικώτερον. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως εἶναι δίκαιον ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ φέρεται ἐξ ἴσου πρὸς πάντας τοὺς ὑπηκόους αὐτοῦ, ἐφόσον ἔχουσι τὰς αὐτὰς ἀνάγκας. Ἀλλὰ τὸ προέχον ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: τί ἔλαβεν ἡ Ἑλλὰς δι’ ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων καὶ τί ἔδωσεν; Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι, καὶ ἂν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἀρκετὸν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀνθρώπων, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς αὐτό. Εἶναι πολὺ σπουδαῖον νὰ γνωρίζωμεν τί ἔλαβε τὸ Κράτος καὶ τί ἔδωκε διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν παθόντων πληθυσμῶν. Εἶναι πολὺ σπουδαῖον τοῦτο.
§75Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Δὲν θέλω νὰ περιορίσω τὴν συζήτησιν ἐγώ, οὔτε νὰ ἐξαρτήσω τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν ἐκ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ λάβωμεν.
§76Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ μὲν πρόσφυγες ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας ἔχουν λαμβάνειν ἐκ τῶν περιουσιῶν τῶν Μουσουλμανικῶν, οἱ δὲ παθόντες ἔχουν λαμβάνειν ἐκ τῶν ἀποζημιώσεων. Θὰ ἦτο ὀρθὸν ἂν ἡ Βουλὴ ἐλάμβανε γνῶσιν ἑνὸς λογαριασμοῦ γενικωτέρου.
§77Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως πληθυσμῶν εὑρισκομένων ἐν προσφυγίᾳ ἀπὸ δεκαετίας καὶ δὲν θὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν ἀπὸ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων κατὰ τὴν Γερμανο–Βουλγαρικὴν εἰσβολήν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ περάσῃ καὶ δεκαετία διὰ νὰ καταβληθῇ.
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν ὑπάρχουν δύναται τὸ Κράτος διὰ πιστώσεως νὰ τὸ ἐξοικονομήσῃ καὶ αὐτὸ ἐπιρρώνων τὴν ἀξίωσιν τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν πρὸς ἀποκατάστασιν.
§79Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἀσφαλῶς αὐτὸ εἶναι ἐνισχυτικὸν τῶν ἀπόψεων τῆς ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος ὁλοκληρωτικῶς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ περιμένωμεν μέχρι τῆς καταβολῆς τῶν ἀποζημιώσεών μας διὰ νὰ πληρωθῶμεν ἀπὸ τὸ Κράτος. Ὑπάρχουν χωριὰ σήμερον, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀνοικοδομηθοῦν, διότι ἀνοικοδομήθησαν καὶ ἄλλα, καὶ πρέπει νὰ ἀνοικοδομηθοῦν καὶ αὐτά. Καὶ ἔρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐκποιεῖ διὰ δημοπρασίας ὅλας τὰς πόλεις τῆς Ἀν. Μακεδονίας, διότι πρόκειται περὶ ἀνταλλαξίμων κτημάτων, καὶ πρέπει νὰ τὰ πωλήσωμεν διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πάρωμεν λεπτά. Ἀλλὰ πῶς θὰ τὰ ἐξοικονομήσωμεν, αὐτὸ δὲν τὸ ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις. Ἐκθέτει εἰς δημοπρασίαν τὰ κτήματα καὶ πετάει στοὺς δρόμους τὸν προσφυγικὸν πληθυσμόν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀγαθὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ Κράτους. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε δώσῃ μίαν ἐντολὴν εἰς τὸν καταρτισμὸν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐμελέτα τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων κατὰ τὴν Γερμανοβουλγαρικὴν εἰσβολήν. Κατηρτίσθη λοιπὸν μία Ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου κ. Μαντζαβῖνον, ἀπὸ μερικοὺς συναδέλφους καὶ ἀπὸ ἕνα ἐκπρόσωπον τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου. Ἡμεῖς ὅμως ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, φέρῃ τὸ συμπέρασμα τῆς σκέψεώς της καὶ ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ μᾶς λέγῃ πῶς σκέπτεται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν πολεμοπαθῶν. Καὶ θέλομεν νὰ συμπεριληφθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς τὰ ὑπὸ ἐξουσιοδότησιν νομοθετήματα, ἐπειδὴ βλέπομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τώρα. Τί συμβαίνει δὲ μὲ τὰς ἀποζημιώσεις αὐτὰς τὰς ἐλαχίστας, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν; Διάφοροι μεσῖται καὶ διάφοροι ἄλλοι κύριοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουν ὅτι τὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα ὑποχρεωτικῶς τοὺς δίδει τὸ Κράτος, διότι ἔτυχε νὰ κάθηνται εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶναι ἀρκετά—δὲν πρόκειται περὶ τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ πληρωθοῦν ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἄλλων, κατορθώνουν νὰ διεκπεραιώνουν τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ πληρεξούσιοι ἐπὶ μῆνας ἀνέρχονται καὶ κατέρχονται ἀσκόπως τὰ Ὑπουργεῖα. Προχθὲς ἐπέδραμον εἰς τὴν Ἀν. Μακεδονίαν νέοι σωτῆρες διὰ τὰς ἀποζημιώσεις μας καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν ἐπιστολὴν ἑνὸς Φλωρεντῆ, χορηγητοῦ τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπόσχεται εἰς τοὺς κατοίκους ὅτι δύναται ἐντὸς δέκα ἡμερῶν νὰ περατώσῃ τὰς ὑποθέσεις των. Δὲν πρόκειται περὶ ὀδοντοϊατροῦ. Πρόκειται περὶ χορηγητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐντὸς 10 ἡμερῶν οἱ κύριοι αὐτοὶ ἐκδικάζουν τὰς ὑποθέσεις. Ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία ἔχει τόσα μελανὰ στίγματα, ὥστε πρέπει πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγκατελείφθησαν καὶ ἐγκατελείφθησαν σκληρῶς, νὰ λήξῃ ταχέως. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀδιαφορήσῃ καὶ ὅτι θὰ σπεύσῃ τὸ ταχύτερον νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ μᾶς γνωρίζῃ τὰς σκέψεις αὐτῆς, ἐπιφυλασσόμεθα δὲ τότε νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς ἀξιώσεις τῶν πληθυσμῶν τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν.
§80Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν προτίθεμαι σήμερον νὰ εἴπω παρὰ ὀλίγα τινά, διότι ἂν ἤθελα νὰ ἐξετάσω τὴν ὅλην ἱστορίαν τοῦ ζητήματος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλέγξω ὅλας τὰς Κυβερνήσεις αἵτινες διεδέχθησαν ἀλλήλας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1920 μέχρι σήμερον. Σήμερον, ὢν μέλος τῆς κοινοβουλ. ἐπιτροπῆς, εἰδικῶς καταρτισθείσης συνεπείᾳ ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ προσπαθήσω ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ νὰ καταστήσω γνωστὸν τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐκ τεχνικῶν λόγων καὶ ἄλλων αἰτίων δὲν κατώρθωσε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα καὶ διὰ τὰς ζημίας ἐκείνων, οἵτινες ἔπαθον ἐκ μέρους τῶν διασυμμαχικῶν στρατευμάτων. Ἡ ἐπιτροπή, ἀποτελεσθεῖσα ἐκ δύο βουλευτῶν, τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων καὶ ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμήρων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, συνῆλθε τὸ πρῶτον εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ ἐκεῖ ἔθεσε πρῶτον ὡς βάσιν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ δύο ἀπόψεων: Δηλονότι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν πολεμοπαθῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ζημίας ἐκ μέρους τῶν ἐχθρῶν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ζημίας ἐκ μέρους τῶν συμμάχων. Ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐτέθησαν τὰ αἰτήματα τῶν πολεμοπαθῶν, τὰ ὁποῖα διεβιβάσθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν καταρτισθεῖσαν καὶ ἐργαζομένην εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Καὶ πρῶτον καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἡ ἀξίωσις τῶν πολεμοπαθῶν, ὅπως καταβληθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἀποζημίωσις εἰς τὸ ἀκέραιον, τουτέστιν εἰς ὑγιεῖς δραχμάς, ἔχουσα πάντοτε ὑπ’ ὄψιν της ὅτι ἔπρεπεν οὗτοι νὰ ἀποζημιωθοῦν εἰς ὑγιεῖς δραχμάς, διότι ἡ ζημία ἐγένετο καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ δραχμὴ ἦτο ὑγιής. Ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ καταλήξῃ εἰς ἓν συμπέρασμα καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ συμπέρασμά της, τοῦτο, συμπέρασμα σοβαρὸν στηριζόμενον ἐπὶ στοιχείων ὑπηρεσιακῶν καὶ ἐπὶ βάσεων ἀκλονήτων, ἐθεώρησε καθῆκον αὐτῆς νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ ζητήσῃ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην διὰ νὰ καταρτίσῃ τὸ συμπέρασμά της, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ συνταχθῇ ὁ σχετικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἐδήλωσα, ὅτι θὰ ἔπρεπε ἴσως νὰ παραλείψωμεν τὴν ἐπερώτησιν, ἐφόσον ἐπρόκειτο καὶ πρόκειται νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὸς νόμος. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατ’ ἀρχὴν ἐσκέφθη ὅτι ὤφειλε νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα τῶν πολεμοπαθῶν τῆς Μακεδονίας καὶ ἤχθη εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, διότι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρεδόθησαν ἐκ μέρους τοῦ ἐπισήμου Κράτους πρὸς τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ καὶ ἐκακοπάθησαν.
§81ΕΜ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Δὲν παρεδόθησαν. Τί τὰ λέτε αὐτά.
§82Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐπίσημα, Κύριε Συνάδελφε, καὶ ὅταν ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ ἀνακοινώσεων, ὀφείλω νὰ τὰ εἴπω καὶ νὰ διαπιστώσω ἓν γεγονὸς λαβὼν χώραν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ νὰ ἐπιστήσω περισσότερον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ταχείας ἀποζημιώσεως τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων τῶν δεινοπαθησάντων ἐξ ἴσου ὅπως ἐδεινοπάθησαν καὶ οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ μας πρόσφυγες. Ἀπηυθύνθη, ἑπομένως, ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην δι’ ἐγγράφου αὐτοῦ, σταλέντος πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἑδρεύουσαν ἐν τῇ ὁδῷ Μάρνης, τὴν λεγομένην Ἐπιτροπὴν τοῦ Νόμου 1125, νὰ τῆς συστήσῃ ὅπως συγκεντρώσῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ ἀπῃτοῦντο διὰ νὰ γνωσθῇ ποῖαι εἶναι αἱ ζημίαι αἱ ἐκδικασθεῖσαι κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν εἰς ἰδιώτας, ποῖα εἶναι τὰ ποσὰ διὰ τὰ ὁποῖα ἐνεγράφη τὸ Κράτος εἰς τὰς διαφόρους συνθήκας, ποῖα εἶναι τὰ ποσὰ τὰ καταβληθέντα ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἐπίσης ποῖα εἶναι τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα συνεψηφίσθησαν ἢ κατεβλήθησαν ἐκ μέρους τῶν συμμάχων διὰ ζημίας προξενηθείσας παρ’ αὐτῶν εἰς ὑπηκόους Ἕλληνας, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων ἐκείνων νὰ δυνηθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ καταλήξῃ εἰς ἓν συμπέρασμα τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὄντως παρῆλθεν ἓν σχετικῶς μακρὸν διάστημα, διότι ἀπῃτεῖτο τοῦτο διὰ τὴν συλλογὴν ὅλων τῶν στοιχείων τῶν σχετιζομένων μὲ μυριάδας αἰτήσεων καὶ μὲ ἄλλα ἔγγραφα ἀφορῶντα τὰ ποσὰ τὰ ἐπιδικασθέντα εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῶν συνθηκῶν, ποσὰ τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς πρώτας συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν Βερσαλίαις ἦσαν ποσὰ κολοσσιαῖα τὰ ὁποῖα ἐὰν ὄντως ἐδίδοντο εἰς τὸ Κράτος θὰ ἦσαν εὐτυχεῖς οἱ ἀποζημιούμενοι αὐτοὶ πληθυσμοὶ, διότι τὰ ποσὰ αὐτὰ ἀνήρχοντο εἰς ἐννεακόσια ἑκατομμύρια χρυσᾶ μάρκα τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦν μὲ 18 ὅλα δισεκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλ’ ὅπως εἶναι γνωστὸν κατόπιν ἔλαβον χώραν ἄλλαι συνεδριάσεις, καὶ ἐπειδὴ ἡ Γαλλία ἐνόμιζεν ὅτι θὰ εὑρίσκετο ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ καταβάλῃ τὰ ποσὰ αὐτὰ, ὑπεβιβάσθησαν εἰς πολὺ μικρὸν ποσὸν τὸ ὁποῖον μάλιστα θὰ καταβληθῇ μετὰ πεντηκονταετίαν ἀπὸ σήμερον, ἐὰν ἐννοεῖται εἶναι εἰς θέσιν ἡ Γερμανία νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της. Ἐκ τῶν προσκομισθέντων ἐγγράφων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν προκύπτει ὅτι τὰ ποσὰ τὰ ἐπιδικασθέντα διὰ ζημίας ἐπελθούσας εἰς Ἕλληνας πολίτας, ἐν τῇ ξηρᾷ ἀπέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 602 ἑκατομ. δραχ. — λέγοντες δὲ δραχμὰς ἐννοοῦμεν δραχ. ὑγιεῖς — αἱ δὲ κατὰ θάλασσαν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 469.800.000 Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅλον τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπεδικάσθη, ἀλλ’ ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι δὲν ἀνηγγέλθη τὸ κράτος εἰς τὴν συνθήκην τῶν Βερσαλιῶν δι’ ὑποθετικὰς ζημίας δηλαδὴ ἔλλειψιν κερδῶν ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἀδυναμίαν ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν Ἐπιτροπῶν κατόπιν τῶν παρεσχεθέντων εἰς αὐτὴν στοιχείων, ἀπὸ 602 ἑκατομ. τὸ ἠλάττωσε εἰς 163.400.000 χρυσῶν δραχ. θετικὰς ζημίας. Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου κατεβλήθησαν ἀρκετὰ ποσὰ ὡς ἀσφάλιστρα διὰ τὰ πλοῖα τὰ βυθισθέντα παρὰ τῶν ἐχθρῶν. Καὶ τὰ ποσὰ αὐτὰ ἀνέρχονται εἰς 228.300.000 δραχ. Ἀφήρεσεν ἐπίσης τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ ἐκ τῶν 469 ἑκατομμυρίων 800 χιλ. δραχ. Ἑπομένως τὸ σύνολον τῶν ζημιῶν τῶν θετικῶν τῶν προξενηθεισῶν ἐκ μέρους τῶν τέως ἐχθρῶν, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 610 ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§83Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀποζημιώσεις, συνεπείᾳ τῶν τορπιλλισμῶν;
§84Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρὰ τῶν ἐχθρῶν ζημίαι. Ἀναντιρρήτως ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ἐτορπιλλίσθησαν.
§85Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς ζημίας συνεπείᾳ τορπιλλισμῶν, ἀλλὰ τῶν πνιγέντων συνεπείᾳ τῶν τορπιλλισμῶν.
§86Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξήτασε καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς λεπτομερείας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπελόγισεν ποσὸν 260 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν ὡς ἀσφάλιστρα. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπίσης ἐθεώρησεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπὸ τὰς ζημίας, ἐφ’ ὅσον παρεσχέθη τοῦτο παρὰ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, καὶ ἑπομένως τὸ ὑπόλοιπον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῇ εἰς ἐκείνους οἵτινες ἔπαθον κατὰ θάλασσαν. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ εἶναι δικαία καὶ κρίνῃ ἀκριβοδικαίως τὰ πράγματα καὶ θέλουσα νὰ διευκολύνῃ τὴν κατάστασιν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ὑποβολῆς αἰτήσεων ἐξ ἐκείνων οἵτινες μέχρι τῆς στιγμῆς εὑρέθησαν ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις ἢ καὶ διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐκείνους τῶν ὁποίων αἱ αἰτήσεις δι’ οἱονδήποτε λόγον ἐκκρεμοῦν εἴτε καὶ νὰ ἀκυρώσῃ ἀποφάσεις ἀδίκως ληφθείσας; προσέθεσεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 610 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ 10 ἀκόμη ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν πληρωμὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀδυναμίαν, νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις, ὥστε νὰ μὴ ἀσχοληθῇ περὶ αὐτῶν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ νόμου 1125. Ἔφθασε δὲ μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ὅπως ἀντιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ κατέληξε πλέον εἰς ἓν ὡρισμένον συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις τὰς ὁποίας ὀφείλει τὸ Κράτος σήμερον πρὸς τοὺς πολεμοπαθεῖς καὶ διὰ τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν ζημίας, ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 620 ἑκατομ. δραχμῶν ὑγιῶν δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν παρημέλησε νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἀναγγελιῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὑπεχρεώθη εἰς τὴν καταβολὴν καὶ ἄλλων σημαντικῶν ποσῶν τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ὡς καὶ περὶ τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Κράτος. Ἑπομένως ἀσχοληθεῖσα ἡ Ἐπιτροπή, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει της, ἀφ’ ὅτου τὸ Κράτος ἤρξατο καταβάλλον, καὶ τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνηγγέλθησαν εἰς τὴν συνθήκην τῶν Βερσαλλιῶν, διὰ θύματα πολέμου, δι’ ἀναπήρους, διὰ πολιτικὰς συντάξεις, τὰ ὁποῖα κατωτέρω θέλω τὰ ἀναφέρει. Ἑπομένως εἰς τὸ πρῶτον μέρος ἡ Ἐπιτροπή ἦλθε νὰ ἐξετάσῃ τὰς ζημίας τὰς προξενηθείσας εἰς τοὺς ἰδιώτας, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὰς ζημίας αἵτινες ἐπροξενήθησαν εἰς τὸ Κράτος, ὡς καὶ τὰ ποσὰ ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα ἀνηγγέλθη τὸ Κράτος εἰς τὰς συνθήκας καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ διὰ συντάξεις εἰς ἀναπήρους πολέμου καὶ εἰς ἔξοδα ἐπιστρατεύσεως καὶ ἐπιδόματα κρατικὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἀφ’ ἧς ἐπισήμως τὸ Κράτος ἐξῆλθεν εἰς τὸν πόλεμον. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ἀρχικῶς, ὡς εἴπομεν, ἦσαν τεράστια ἀλλ’ ἐμειώθησαν καὶ κατωρθώθη νὰ γίνουν δεκτὰ ὑπὸ τοῦ συνεδρίου τῶν ἐπανορθώσεων ἦσαν διὰ στρατιωτ. συντάξεις φράγκα γαλλικὰ 642 ἑκατ. διὰ πολιτικὰς συντάξεις 488 ἑκατομμύρια καὶ δι’ ἐπιδόματα ἐπιστρατεύσεως 507 ἑκατομ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς, ἀλλὰ κυρίως ἠσχολήθη, διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, ἠσχολήθη καὶ ἀνεῦρε δυνάμει τῶν ἀπολογισμῶν τῶν διαφόρων λογιστηρίων, τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατέβαλεν ἀπὸ τοῦ 1920 μέχρι σήμερον, τοὐτέστιν εἰς μίαν ὀκταετίαν, διὰ θύματα πολέμου, διὰ πολιτικὰς συντάξεις, ὡς ἐπίσης καὶ διὰ τὰ ἐπιδόματα τῆς ἐπιστρατεύσεως.
§87Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αἱ πολιτικαὶ συντάξεις μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων;
§88Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριε Συνάδελφε, αὐτὴν τὴν στιγμὴν μοῦ κάμνετε μίαν παρατήρησιν καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν. Σᾶς εἶδον, μετὰ εὐχαριστήσεως, καταφέροντα ἐξ ἀγανακτήσεως τὸν γρόνθον σας ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἴδω καταφέροντα τὸν γρόνθον σας μὲ τὴν ἰδίαν ἀγανάκτησιν καὶ ἐπὶ τῆς τραπέζης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τὴν ὁποίαν κάθεσθε, ὅταν ἀσχολῆσθε περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων καὶ τῶν πληγῶν αἱ ὁποῖαι μαστίζουν τὴν Μακεδονίαν. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν συμμάχων· δὲν ἔθιξα ἀκόμη τὸ ζήτημα τῶν συμμάχων.
§89Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Εἴπετε, ὅτι ἐπήρατε ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν τόσα λεπτὰ διὰ λογαριασμόν μας, διὰ νὰ μᾶς τὰ δώσετε. Τίποτε ἄλλο δὲν σᾶς λέμε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ κάμωμεν διαρκῶς ἐπερωτήσεις.
§90Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Καταγγείλατέ τα δημοσίᾳ, ἠξεύρετε δὲ πολὺ καλὰ ὅτι ἡ ἀγόρευσίς σας θὰ πάρῃ τὴν ὁδόν, ποὺ πηγαίνει εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Πρόκειται ἓν ζήτημα ἠθικῆς τάξεως. Ὅταν λέγομεν αὐτά, πρέπει νὰ τὰ καταγγέλωμεν δημοσίᾳ, διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει. Εἴπατέ τα δημοσίᾳ καὶ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ἡ ἀγόρευσίς σας θὰ λάβῃ τὴν ὁδὸν ἡ ὁποία φθάνει εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν.
§91Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, δὲν ἔκαμε καμμίαν προτίμησιν οὔτε ὑπὲρ ἐκείνων οἵτινες ἔπαθον ἐκ μέρους τῶν ἐχθρῶν, οὔτε ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἐκ μέρους τῶν συμμάχων. Ἠκολούθησα τὴν σειράν, εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος. Δὲν βλέπω ποῦ ἔγκειται ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἠκολούθησα μίαν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξα καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἡ ὁδὸς ἡ χαραχθεῖσα ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ πέραν τούτου οὐδὲν ἔκαμον. Διὰ νὰ μὴ κουράζω τὴν Βουλήν, καταλήγω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω: ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ἀσχοληθεῖσα μὲ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἔπαθον οἱ ἰδιῶται, πολὺ φυσικὸν ἦτο ὅπως ἀσχοληθῇ καὶ μὲ τὰς ζημίας, τῆς ὁποίας ἔπαθε τὸ Κράτος καὶ μὲ τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας ὑπέστη καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦ 1928 καὶ ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι οἱ συνταξιοῦχοι πρέπει νὰ ἀναμείνουν ἐπὶ μίαν δεκαπενταετίαν διὰ νὰ λάβωσι τὰς συντάξεις των, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπολογίσῃ ἕνα ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 11 δισεκατομμύρια περίπου σημερινῶν δραχμῶν, διὰ τὸ διάστημα αὐτό. Ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἐξητάσαμεν ποῖα εἶναι τὰ ποσά, διὰ τὰ ὁποῖα ἀνηγγέλθη τὸ Κράτος εἰς τὰς διαφόρους συνθήκας καὶ πόσα εἶναι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἤρξατο νὰ εἰσπράττῃ ἐκ μέρους τῶν τέως ἐχθρῶν του καὶ ποῖα εἶναι τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος κατέβαλεν εἰς τοὺς δικαιούχους, διότι βεβαίως ἔπρεπε νὰ καταλήξῃ καὶ εἰς ἕνα τέτοιον συμπέρασμα διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς. Ἐκ τῶν προσκομισθέντων ἐγγράφων—καὶ ὀφείλω νὰ ἐξάρω καὶ τὴν ταχύτητα μετὰ τῆς ὁποίας εἰργάσθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἠσχολήθη εἰδικῶς διὰ νὰ ἀποστείλῃ τὰ στοιχεῖα αὐτά, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐργατικότητα ἐπίσης καὶ τὴν ἀμεροληψίαν καὶ τὴν δικαιοσύνην τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τόσον τοῦ διευθυντοῦ του κ. Μαντζαβίνου, ἀλλὰ καὶ τοῦ κ. Ὑψηλάντη, ὅσον ἐπίσης καὶ τοῦ τμηματάρχου κ. Παλιαράκη, οἱ ὁποῖοι ἐβοήθησαν τὴν Ἐπιτροπὴν μὲ ὅλας των τὰς δυνάμεις, παρασχόντες εἰς τὰ μέλη αὐτῆς ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ βασίσῃ τὰ πορίσματα αὐτῆς, εἶχον δὲ καθῆκον νὰ ἐξάρω τὴν προθυμίαν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν τοῦ Κράτους—ἐκ τῶν προσκομισθέντων, λέγω ἐγγράφων, ἐμφαίνεται ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνηγγέλθησαν καὶ πρέπει νὰ καταβληθῶσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀπὸ τῆς σήμερον μέχρι τῆς 1ης Μαΐου 1951, ἀνέρχονται εἰς 183 ἑκατ. μάρκα χρυσᾶ, ἤτοι εἰς 222.999.000 δραχ. χρυσᾶς ὑπὸ τῆς Γερμανίας, 22 ἑκατομμ. φράγκα χρυσᾶ παρὰ τῆς Οὐγγαρίας, παρὰ δὲ τῆς Βουλγαρίας φρ. χρυσᾶ 102 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐν συνόλῳ 350 ἑκατομμύρια ὡς ἔγγιστα. Αὐτὰ εἶναι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος θέλει εἰσπράξει, ἀπὸ σήμερον μέχρι 1ης Μαΐου 1951, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ καταβάλλωνται παρὰ τῶν τέως ἐχθρῶν, τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐπεδικάσθησαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἔναντι ἐπανορθώσεων, εἴτε αἱ ἐπανορθώσεις αὗται ὀφείλονται εἰς ζημίας ἰδιωτῶν, εἴτε εἰς ζημίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μέχρι σήμερον, ἐκ μέρους τῶν Γερμανῶν καὶ τῶν Βουλγάρων—διότι παρὰ τῶν Οὔγγρων δὲν εἰσέπραξε τίποτε — ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 40 ἑκατομμυρίων δραχμῶν χρυσῶν, ἤτοι 600 ἑκατομμυρίων χαρτίνων δραχμῶν. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατέβαλεν εἰς ὅλους τοὺς δικαιουμένους ἀποζημιώσεως, διὰ τὰς κατὰ ξηρὰν ζημίας, 10 ἑκατομμύρια δραχ. χρυσᾶς, ἤτοι περὶ τὰ 150 ἑκατομμύρια δραχ. χαρτίνας. Κύριοι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐγὼ ὁμιλῶ ὡς μέλος Ἐπιτροπῆς καὶ ἑπομένως ἔχω καθῆκον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ διαφωτίσω καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ βαυκαλίσω μὲ ἐλπίδας, τυχὸν παραλόγως διδομένας τὸν κόσμον, οὔτε νὰ πιστεύῃ ὁ λαός, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πάρῃ 15 ἢ 20 ἑκατομμύρια, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἤμην ὑπεύθυνος, ὅτι πειθόμενοι εἰς τὰς διαβεβαιώσεις μου, καὶ ὁ ἀγρότης καὶ ὁ μικροεπαγγελματίας νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ ἔργον των καὶ νὰ περιμένουν τὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πτῶσιν τῶν ἑκατομμυρίων αὐτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω πλήρη συνείδησιν τῆς εὐθύνης καὶ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, θὰ φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγει ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ θὰ συμφωνήσω μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας.
§92Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ γίνῃ βεβαίως συζήτησις, διότι δὲν γνωρίζομεν ποῦ κατέληξεν αὕτη, οὔτε καὶ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως.
§93Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Μόλις ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων αὐτῶν, ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐκθέσει τὰς ἀπόψεις της, καταλήγουσα εἰς συμπεράσματα περὶ τῶν ληπτέων μέτρων. Ὁ κ. Συνάδελφος καλῶς ἐκθέτει τὰς ἐνεργείας καὶ ἀπόψεις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§94Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις σκοπὸν ἔχει τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ζήτημα, ἀφορῶν τόσους δεινοπαθήσαντας πληθυσμούς, ἠμελήθη, καὶ διότι, ἐνῷ τὸ Κράτος εἰσέπραξε παρὰ τῶν ὀφειλετῶν ὡρισμένα ποσά, δὲν κατώρθωσε νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς δεινοπαθήσαντας πληθυσμούς, ὑπὸ διάφορα προσχήματα. Διὰ τοῦτο ἡ εἰσήγησις, τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ κ. Φλωριᾶς, θὰ ἦτο μᾶλλον ὀρθὸν νὰ γίνῃ ὅταν θὰ ὑπεβάλετο ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αἱ ἐπ’ αὐτῆς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐνῷ εἰσέπραξεν ἔκ τινων τῶν συμμάχων καὶ τῶν ἐχθρῶν ὡρισμένα ποσά, δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν ἀνακούφισιν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται σήμερον μία συζήτησις ἡ ὁποία καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ ὅταν ὑποβληθῇ τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἡ εἰσήγησις τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναπτυχθῇ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πορίσματος τῆς ἐπιτροπῆς. Σήμερον οἱ ὁμιλήσαντες διετύπωσαν ὡρισμένας γνώμας. Τὸ Κράτος, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν εἰσέπραξε τὰς ἀποζημιώσεις ἀπό τινας τῶν συμμάχων ἢ τῶν ἐχθρῶν, ὀφείλει νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως. Ἔχουν παρέλθει ἓξ καὶ ὀκτὼ ἔτη ἀφότου ὑπέστησαν τὰς ζημίας οἱ παθόντες διὰ δὲ τοὺς παθόντας πρὸ τοῦ 1911 ἔχει ἤδη παρέλθει μία δεκαετία, καὶ ὅμως τὸ Κράτος οὐδὲν ἔπραξεν. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν νομίζω ἔχει ἡ ἐπερώτησις καὶ περὶ τούτου πρόκειται. Ὅλη ἡ συζήτησις τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἀποβλέπει εἰς τοῦτο: ἐὰν ταχέως θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων. Ἐὰν δώσῃ ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις διακόπτεται ἡ διεξαγομένη συζήτησις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν ὅτι θὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ὁπότε θὰ ἀναπτύξωμεν ἡμεῖς τίνι τρόπῳ πρόκειται ὁριστικῶς νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι δυνάμεθα ἀπὸ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ δώσωμεν τέρμα εἰς τὴν ἐπερώτησιν καὶ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων εὐχῶν καὶ γνωμῶν περὶ διευθετήσεως τοῦ ζητήματος, κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Σήμερον ὅλοι οἱ πληθυσμοὶ παραπονοῦνται διὰ τὴν ὑπερβολικὴν βραδύτητα τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασιν ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ τακτοποιῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ κατὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν αὕτη νομίζει. Νομίζω ὅτι τὴν ἐπερώτησιν ταύτην θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καταστρέψωμεν ταύτην τὴν ἑσπέραν χωρὶς νὰ προχωρήσωμεν. Ἀρκεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Κατὰ τρόπον βεβαίως ὄχι κανονικὸν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ἔφερε παρεμπιπτόντως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἀπόψεις του.
§96Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι κανονικώτατον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμα.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Εἶναι δυνατὸν ἐπιτέλους ν’ ἀφήσητε καὶ ἕνα ἄλλον νὰ ὁμιλήσῃ; Δὲν εἶναι διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ παρακολουθήσῃ τὸν κ. Συνάδελφον καὶ νὰ εἰπῇ τὰς ἀντιλήψεις της. Τοῦτο βεβαίως δὲν θὰ παραλείψῃ νὰ τὸ πράξῃ ἐν καιρῷ. Ἡ ἐρώτησις διὰ μιᾶς διακοπῆς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ ἢ δὲν θὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἁπλῆν του μορφὴν φαίνεται βεβαίως ὅτι εἶναι τὸ εὐκολώτερον τῶν ζητημάτων. Δώσατε μίαν ἀπάντησιν, ἐὰν θὰ ὑποβάλετε ἢ δὲν θὰ ὑποβάλετε νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκθέσῃ ὁπωσδήποτε τὰς ἀντιλήψεις αὐτῆς καὶ δὲν δύναται νὰ μὴ ἀκούσῃ πρότερον καὶ τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας καὶ τῶν ἄλλων κυρίων Βουλευτῶν τῶν ἡγουμένων κομμάτων καὶ τὰς ἀπόψεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ παντὸς ἄλλου ἀρχηγοῦ ὁμάδος. Διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα ἁπλῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐπίσης ζήτημα δυναμικόν. Δύναται τὸ Κράτος καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμόν του μὲ ὀκτακόσια ἑκατομμύρια; Διότι τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι εἰς τὸ περιθώριον. Ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος ἔγκειται εἰς τοῦτο: ἔλαβεν ἢ δὲν ἔλαβε τὸ Κράτος, καὶ τότε θὰ εἴπωμεν ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους καὶ ποῖα τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Ἡ ὅλη δὲ οὐσία τοῦ ζητήματος εἶναι αὕτη, αὐτὴν τὴν ὥραν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Πρ)σμὸς; Αὐτὴν τὴν ὥραν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Πρ)σμὸς μὲ ὀκτακόσια ἑκατομμύρια δραχμῶν; Θὰ ἀναλάβῃ ἕκαστος τὴν εὐθύνην του ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις της, ἀλλὰ πλέον τούτου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀξιώσῃ τις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὐτὴν τὴν ἑσπέραν ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις της. Διότι ἡ Κυβέρνησις κατήρτισε μίαν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ὑπέβαλε μὲν πρὸ τριῶν ἡμερῶν τὸ πόρισμά της ὅσον ἀφορᾷ τὰς ζημίας τὰς ἐκ τῶν διασυμμαχικῶν στρατευμάτων, δὲν ὑπέβαλεν ὅμως ἀκόμη τὸ πόρισμά της ὅσον ἀφορᾷ τὰς ζημίας τὰς ἐκ τῶν ἐχθρῶν προελθούσας. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑποθέτω ὅτι κανεὶς δὲν θὰ τὸ ἀρνηθῇ, ἀφοῦ πρώτη αὐτὴ τέλος πάντων ἐζήτησε τὸ ζήτημα νὰ τὸ λύσῃ ὀργανικῶς, ἐννοεῖ νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα μετὰ ἐξέτασιν πάσης ἀπόψεως. Νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν μίαν ἄποψιν καὶ τὴν ἄλλην ἄποψιν, νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν ἄποψιν τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους καὶ ἐὰν θὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον ἢ δὲν θὰ τὸ φέρῃ νὰ τὸ εἴπῃ μετὰ ἐμπεριστατωμένην ἔρευναν, ὄχι μόνον ὅλων τῶν συνεπειῶν τῆς ὑποθέσεως ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν συνεπειῶν αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψουν. Αὐτὴ εἶναι κύριοι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἔχει μόνον χαρακτῆρα γενικὸν ἔχει καὶ χαρακτῆρα μερικόν. Θὰ ἀκουσθῶσιν ὅλοι οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύσωσι, θὰ ὑποβάλωσι τὰς συστάσεις των καὶ θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Θέλετε νὰ τὸ πράξῃ σήμερον; Θέλετε νὰ τὸ πράξῃ τὴν Παρασκευήν;—διότι εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἀκόμη δέκα πέντε νὰ ὁμιλήσουν—θὰ τὸ πράξῃ τὴν Παρασκευήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ ἀξιώσητε εἶναι, ὅτι, πρὶν ἢ ὑποβάλλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἡ Ἐπιτροπή, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ὡρισμένην ἀπάντησιν περὶ τῆς ἀποφάσεώς της ἂν θὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν σύνοδον αὐτὴν νομοσχέδιον ἢ δὲν θὰ ὑποβάλῃ. Εἶναι ζήτημα παρασκευῆς τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου.
§98Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Βουλευτά, νὰ εἴπω δύο λέξεις ἀκόμη, ἀπαντῶν εἰς τόν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει ὅτι εἶναι ἀντικανονικὸν ὅταν παρεμπιπτόντως τίθεται ἕν ζήτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ μακρυγορῶμεν καὶ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν ἡ ὁποία ἔχει διάφορα ἄλλα ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπασχοληθῇ. Δὲ γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον σκέπτεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶν, νομίζω ὅτι εὑρίσκομαι ἐντὸς τοῦ δικαίου καὶ ἐντὸς τῶν κανόνων. Καὶ ὅταν προηγουμένως ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἢ μᾶλλον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς εἴπῃ τί τέλος πάντων σκέπτεται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον γνωρίζει κάλλιστα καὶ δὲν περιμένει βεβαίως νὰ μορφώσῃ τὴν γνώμην της ταύτην τὴν ἑσπέραν, διότι ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, τότε θὰ ἦτο πολὺ κατωτέρα τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐνθυμῆται ὅτι καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν πρὸ μηνῶν, ὅταν ἔκαμα ὁμιλίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, μοὶ εἶπεν ὅτι θέλετε νὰ ἐξαναγκάσετε τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ, ἀφοῦ ἔχει γνώμην περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἐπελήφθη αὐτοῦ καὶ ἔχει ἤδη μελετήσει ἡ Ἐπιτροπὴ πῶς θὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα; Καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τότε ὅπου μοὶ ἀπήγγειλε ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι σήμερον, δὲν ἔχει ἀκόμη οὐδὲ ἐν νῷ καθορίσει ἐὰν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐντὸς τῆς Συνόδου αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Καὶ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ καθήσωμεν νὰ ἀκούσωμεν δέκα ἢ δεκαπέντε δὲν εἰξεύρω ἀκόμη πόσους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ ἐπαναλάβωσι ὑπὸ ἄλλην διατύπωσιν τὰ αὐτὰ πράγματα καὶ δὲν ἔρχεται νὰ μᾶς εἴπῃ τί τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται. Νομίζει, ὅτι διότι ἀνέθεσε τὸ ζήτημα εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς τὸ συμπέρασμά της ὅτι δύναται διαρκῶς νὰ ἀναβάλλῃ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ οὐδὲ κἄν νὰ σχηματίσῃ γνώμην, ἐὰν θὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶπεν ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ Πρ)σμοῦ. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὄντως, θὰ μᾶς εἴπῃ ποῖαι εἶναι αἱ δυνάμεις τοῦ Κράτους καὶ τί δύναται νὰ διαθέσῃ τοῦτο, καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ βεβαίως θὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας καὶ ἡμεῖς, ἐὰν δύναται τὸ Κράτος νὰ διαθέσῃ καὶ ἄλλας ἀκόμη δυνάμεις ἢ ὄχι ἢ ἂν κακῶς διέθεσε δυνάμεις ἀλλαχοῦ καὶ δὲν ἐμερίμνησε περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ τώρα τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ μάθωμεν ἐὰν θὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ κανονισμοῦ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἢ ὄχι διότι ἐὰν πρόκειται, κύριε Ὑπουργέ, νὰ εἰσαγάγητε κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην νομοσχέδιον εἴτε ὅπως τὸ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ εἴτε ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη τέλος πάντων καταφύγει ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὸ ὁποῖον δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι τὸ ὀρθότερον καὶ μάλιστα διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, πρὸς τί γίνεται ἡ συζήτησις αὕτη; Διότι, ἂς μή κρυπτώμεθα, εἶναι λίαν ἀμφίβολον ἐὰν θὰ ἐπανιδωθῶμεν.
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἀντικανονικός, κ. Πρόεδρε, ὑπῆρξεν ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἀπόψεων τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ Κορινθίας, διότι ἔγινε διὰ διακοπῆς, διότι δὲν ἔγινε δι’ ἀγορεύσεως. Δὲν ἔγινε δι’ ἀγορεύσεως εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀνέπτυσσεν ἀνέτως τὰς σκέψεις του, θὰ ἔδιδε δὲ καὶ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναπτύξῃ καὶ αὐτὴ ἀνέτως τὰς ἀπόψεις της. Αὐτὸ ὑπῆρξεν τὸ ἀντικανονικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον προφανές, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα, εἶναι ἀληθές ὅτι καὶ πρὸ μηνῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ἀνέπτυξε ζῆλον φιλότιμον διὰ τὴν ὅσον τό δυνατὸν ταχυτέραν ἀποζημίωσιν τῶν πολεμοπαθῶν. Ἀπήντησα καὶ τότε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος καὶ ὅτι θὰ καταλήξῃ εἰς πορίσματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Λέγων δὲ ταῦτα, δὲν εἶπον καμμίαν ἀπολύτως ἀνακρίβειαν, διότι ἀπὸ τοῦ Μαρτίου παρελθόντος ἔτους κατήρτισεν Ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος, πρὸς μελέτην ὅλων τῶν ἀπόψεων καὶ ὑποβολὴν τῶν πορισμάτων της εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν πορισμάτων ἡ Κυβέρνησις μελετῶσα ταῦτα, θὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. πολιτευτὴς ἐκ Κορινθίας θεωρεῖ ὅτι εἶναι κατώτερον τῶν Κυβερνήσεων νὰ ἀναμένουν εἰσηγήσεις ἐκ μέρους τῶν Ἐπιτροπῶν. Ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς τοῦ διαστήματος κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλύθησαν τόσα ζητήματα καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ἀπολύτως ἱκανοποιητικῶς, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ δὲν εὑρίσκει ὅτι εἶναι κατώτερον ἑαυτῆς τὸ νὰ ἀναμένῃ τὴν εἰσήγησιν μιᾶς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι πασίγνωστον ὅτι ἐπὶ σπουδαίων ζητημάτων ἐγείρονται ἀμφισβητήσεις. Δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς σπασμωδικὰς καὶ ἐσπευσμένας ἀποφάσεις ἀλλὰ νὰ σταθμίζῃ τὰ μέτρα της μετὰ μελέτην τῶν πραγμάτων. Εἰς τὴν περίπτωσιν δὲ αὐτὴν αὐτὸ συμβαίνει ἀκριβῶς. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνεστήθη καὶ εἰς τὴν μελέτην αὐτὴν κατηνάλωσεν ἀρκετοὺς μῆνας ἀπὸ τοῦ Μαρτίου καὶ ἐντεῦθεν. Τὰ πορίσματα αὐτῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μόνον τμῆμα, ὑπεβλήθησαν μόνον προχθές, ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐδεικνυόμην ἐλαφρόμυαλος ἐὰν ἔλεγον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ ἄλλην ὁδόν. Θὰ μελετήσῃ τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς τόσον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προβληθὲν τμῆμα, ὅσον καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον τμῆμα τὸ ὁποῖον μανθάνω εὐχαρίστως ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ παρεσκεύασεν ἐπίσης. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μελετῶν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄλλων στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διάθεσίν της θὰ καταρτίσῃ τὸ σύστημα τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἀναγκαῖα διὰ τὴν λύσιν τοῦ μέρους ἐκείνου τοῦ ζητήματος τῶν πολεμοπαθῶν καὶ ταῦτα θὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκβιασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ἐὰν θὰ εἶναι ἢ δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν τὸ νομοσχέδιον.
§100Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι ἔλυσε τόσα ζητήματα ἐν τῷ μεταξὺ δὲν κατώρθωσε δὲ ὥστε μέχρι σήμερον νὰ φέρῃ συμπεράσματα περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς τὸ ἐλάχιστον, αὐτὸ ἀποδεικνύει περιτράνως ὅτι παρημέλησε τὸ ζήτημα καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ διὰ τοῦτο πολὺ δικαίως ἐξεγείρονται οἱ πληθυσμοί.
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐντὸς ἔτους θὰ εἴχατε ἐπιλύσῃ ὅλα τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα τῆς Ἑλλάδος. Βραδύνει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν φέρει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐκκαθαρίσεως πάσης ἐκκρεμότητος. Μόνον ἕνα ζήτημα ἐκκρεμὲς εἶναι ἀσυγχώρητον, τὸ ὅτι ὁ κ. Συνάδελφος δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ λύσῃ καὶ αὐτό.
§102Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὴ ζητεῖτε νὰ διαπλάσσετε ἐντύπωσιν στρέφοντες τὸν λόγον εἰς ἄλλα.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἀπασχοληθῶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀντικανονικότητος τῶν ἐπεμβάσεων τοῦ ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας βουλευτοῦ, διότι θὰ ἠμποροῦσε νὰ μᾶς εἴπῃ «ὁ ἀναμάρτητος τὸν λίθον πρῶτος βαλλέτω», ἀλλ’ ἐξ ἄλλου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι πρὶν εἴπῃ τὰς ὁριστικὰς σκέψεις της ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ τὸ πόρισμα τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναβολὴν τρόπον τινὰ τῆς συζητήσεως.
§104Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ καλά. Κατ’ οὐσίαν ὅμως ἀναβολὴ εἶναι.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὄχι· τοὐναντίον θὰ φωτισθῶμεν ἐκ τῶν συζητήσεων.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἤκουσα, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς φυσικά, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ ὁριστικὰ μέτρα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡμεῖς θὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ κρίνωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐφόσον δὲ ἀκούσωμεν τὰ μέτρα, τότε θὰ ἠμποροῦμεν νὰ μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν ἐβράδυνεν ἢ ὄχι.
§108Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν τὸ λέγετε καὶ τώρα ἐβράδυνεν.
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχω καμμίαν σπουδὴν νὰ σᾶς ἐλέγξω. Λοιπὸν ἤθελον νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἐξαντληθῇ ὅλος ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων, θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ μετὰ τὸ γεῦμα.
§110Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὑποθέτω ὅτι σεῖς εἶσθε ἕτοιμος.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ δικαίως τὸ ὑποθέτετε, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὅταν λέγητε μετὰ 3 ἡμέρας, θὰ φέρητε τὰς προτάσεις. Θὰ τὰς περιμένωμεν.
§112Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, παρενεβλήθη μία συζήτησις περὶ τοῦ εἰς ποῖον πρόκειται νὰ ἀποδοθῇ ἡ μομφὴ τῆς μὴ ταχείας ἐκθέσεως τοῦ πορίσματος τῆς ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐὰν ἐβράδυνε νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο, προῆλθεν ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς της ὥστε νὰ ὑποβληθῇ τὸ πόρισμα ἐγκαίρως πρὸς τὸν Ὑπουργόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ δηλώσω εἶναι ὅτι ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία ἐλήφθη ἦτο ἐπιτακτικὴ περὶ ταχείας ὑποβολῆς τοῦ πορίσματος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν οὐσιαστικὴν ρύθμισιν τοῦ ὅλου ζητήματος.
§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἔγινεν αὐτό.
§114Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Τὸν Δεκέμβριον, ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ ἔχει γίνῃ καὶ πρὸ ὀκταετίας;
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐλέγχω σᾶς, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§116Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπα ὅτι δὲν ἐλέγχω οὐδένα ἀλλὰ ἤμην μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὀφείλω νὰ φέρω αὐτὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅπως εὑρίσκονται καὶ γίνονται. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον μου. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον της, οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἐὰν εἶναι, τότε θὰ ἐνασκήσω ἐναντίον της τὸν ἔλεγχον τὸν ὁποῖον ὀφείλει κάθε βουλευτὴς νὰ ἀσκήσῃ, ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀμελούσης τὰ καθήκοντά της. Ἐκ τῶν συγκρίσεων τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπή, περὶ τῶν ποσῶν δηλαδὴ τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε καὶ θὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1920 μέχρι σήμερον καὶ 15 ἔτη ὅπου καθωρίσθη τὸ μέσον ὅριον τῆς ζωῆς τῶν συνταξιούχων, αὐτὸ τὸ ποσὸν εἶναι μεγαλύτερον κατὰ 4.000.000.000, ποσὸν τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος θὰ εἰσπράξῃ μέχρι τῆς 1 Μαΐου 1951. Ἑπομένως θὰ ἔπρεπε ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐνώπιόν της, νὰ εἴπῃ ὅτι σταματᾷ καὶ δὲν ὀφείλει νὰ καταλήξῃ εἰς οὐδὲν συμπέρασμα ἀφοῦ τὸ Κράτος ἀντὶ νὰ δώσῃ, ἔχει νὰ λάβῃ. Ἀλλ’ αἱ Ἐπιτροπαὶ θέτουσαι ἐκ μιᾶς πλευρᾶς τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ζημίας τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδωσι τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ζημίας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὰς ζημίας ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους, ζημίας προξενηθείσας κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν παρ’ ἐχθρῶν καὶ παρὰ συμμάχων. Εἶδον τὸν ἁρμόδιον Τμηματάρχην τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ προβῇ ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων αὐτοῦ εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων — ὁμιλῶ μέχρι αὐτῆς τῆς στιγμῆς περὶ τῶν παθόντων παρ’ ἐχθρῶν — ἔθεσα δὲ ὡς βάσιν καὶ τῷ εἶπον νὰ ὑπολογίσῃ διὰ τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς ὁμολογιούχου δανείου μὲ βάσιν τὰ 620.000.000 ἅτινα ἐξεδικάσθησαν εἰς τοὺς παθόντας κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν παρὰ τῶν ἐχθρῶν, πόσον θὰ εἶναι τὸ χρεωλύσιον διὰ τὴν ἀπόσβεσιν ἑνὸς τοιούτου δανείου 620.000.000 εἰς τὸ διάστημα τῶν 23 ἐτῶν δηλ. τὸ χρονικὸν ὅριον τὸ ὁποῖον ἀρχίζει ἀπὸ σήμερον μέχρι τοῦ 1951, ὁπότε λήγουσιν αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Γερμανίας πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ παροχὴν ἐπανορθώσεων. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπαναλαμβάνω δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος θὰ ἐγγυηθῇ τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς τοιούτου δανείου, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ Γερμανία θὰ ἐξακολουθῇ νὰ καταβάλῃ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐπεδικάσθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα λέγω ἐπανορθώσεων. Εὑρέθη ἑπομένως ὅτι, διὰ νὰ ἀποσβεσθῇ τὸ δάνειον ἐντὸς (εἴκοσι τριῶν) 23 ἐτῶν μὲ 6% ἐτησίως, θὰ ἀπαιτηθῶσιν 49.000.000 ἐτησίως. Ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 620.000.000 τὸ διπλασιάσετε, διπλασιάζετε καὶ τὸ ποσὸν τῶν 49.000.000. Ἐὰν ἔχετε 98.000.000, τετραπλασιαζομένου τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ποσὸν φυσικὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου, διπλασιάζεται, τριπλασιάζεται καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ὑποδεικνύει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἀριθμὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ πολλαπλασιασθῇ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 620.000.000, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν γενομένην ζημίαν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν καὶ ἀφίνει τοῦτο εἰς τὸ Κράτος. Ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀντοχῆς αὐτοῦ θὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς δανείου διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔπαθον. Ἔχω καθῆκον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ τί λέγει ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας.
§117Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντιπρόσωπος.
§118Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἦλθεν ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ ὡς τοιοῦτος ἦτο μέχρι χθές.
§119Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἦλθεν ὡς ἀντιπρόσωπος ἑνὸς συλλόγου.
§120Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Καὶ ἡμεῖς διατελοῦμεν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἦτο ἐξουσιοδοτημένος.
§121Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Εἶχεν ἐξουσιοδοτηθῇ. Θέλω νὰ ἐξάρω τὴν ἐπιμονὴν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀφοσίωσιν πρὸς ἕνα καθῆκον ὡς ἀντιπροσώπου ὁ ὁποῖος εἰργάσθη πραγματικῶς μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις τῆς ψυχῆς του. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἐπιμένει κατόπιν τῶν γενομένων συζητήσεων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅπως ὁ τιμάριθμος ὁ ὁποῖος θὰ ὁρισθῇ, πρέπει νὰ ἀνέρχεται εἰς 5, πολλαπλασιαζόμενος δὲ μὲ 600.000 ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν τῶν 3.000.000.000 δραχ.
§122Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀντλεῖ τὴν ἰδιότητα ὑπὸ τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ὁμιλῇ ἐκ τοῦ διορισμοῦ του ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τοσούτῳ ὁμιλεῖ ὡς νὰ εἶχεν ἐντολὴν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Νομίζω ἑπομένως ὅτι ἡ μακρυλογία καὶ ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τῆς ἐντολῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ δὲν δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ νὰ ὁμιλῇ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μᾶς προσεγγίσῃ τρόπον τινὰ πρὸς ἀντιλήψεις ἀντιπροσώπου, μὴ ἐντεταλμένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι εἰς τὴν μακρὰν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Συναδέλφου βλέπω τὴν πρόθεσιν ὅπως παραταθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐπαναληφθῇ τὴν Παρασκευὴν ὥστε νὰ ἀποφύγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ δηλώσεις.
§123Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ὅταν, κ. Βουλευτά, ἐγὼ διωρίσθην παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς μέλος ...
§124Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν διωρίσθητε.
§125Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἐπιμένω ὅτι ἐγὼ ἀπώλεσα τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἔλθω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Σᾶς ἐκαλέσαμεν, κ. Βουλευτὰ ἐκ Σερρῶν, καὶ σᾶς ἀνεθέσαμεν τὴν Προεδρείαν ἐκεῖ μέσα καὶ σεῖς ἐτηρήσατε σιγὴν ἰχθύος διὰ νὰ ἔρχεσθε τώρα καὶ νὰ κτυπᾶτε τὸν γρόνθον σας εἰς τὸ βῆμα.
§126Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν ἐδέχθην.
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε Πρόεδρε, ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σερρῶν δὲν δύναται νὰ εἶναι ὁ ρυθμιστὴς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐποπτεία τῆς τάξεως τῶν ἐργασιῶν ἀνήκει εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω νὰ παρατηρήσω εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν εἶναι Ἐπιτροπὴ Κοινοβουλευτική. Ἐδηλώθη εἰς τὴν Βουλὴν ἤδη ὅτι εἶναι Ἐπιτροπὴ ἐξωκοινοβουλευτικὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἐστάλησαν νὰ λάβωσι μέρος καὶ Βουλευταὶ εἰδήμονες τοῦ ζητήματος. Τὸ πρᾶγμα ὄχι μόνον δὲν εἶναι πρωτοφανὲς ἀλλὰ εἶναι καὶ ἐκ τῶν συνηθεστάτων. Βουλευταὶ παρακαλούμενοι ὑπὸ Ὑπουργοῦ νὰ συμβάλλωσιν εἰς τὴν διαμόρφωσιν μιᾶς γνώμης εἶναι ἐκ τῶν συνήθων. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν τῇ ἰδιότητί του ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ διατηρήσῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν κατάρτισιν οἱασδήποτε ἐκθέσεως ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦτο δὲ οὐδόλως ἀποτελεῖ αὐθαιρεσίαν τῶν δικαιωμάτων του. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόδειξιν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ὁμιλήσῃ ὁ Βουλευτής, ἐγὼ πρώτην φορὰν ἀκούω τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ἀναμονὴν τῶν δηλώσεων, κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν πρὸς καταρτισμὸν νομοσχεδίου, θὰ χρειασθῇ νὰ προβῇ εἰς μελέτην τῶν ἐκθέσεων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔλεγεν ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ὅτι αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου, οὐδεὶς δὲ εἶναι εἰς θέσιν, μὴ φέρων τὴν Κυβερνητικὴν εὐθύνην, νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ὑποβολὴν νομοσχεδίου ἀμελετήτου.
§128Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Καταλήγων, Κύριοι, συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν ὁμήρων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, περὶ τοῦ τιμαρίθμου 5, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀνακούφισις ἑνὸς λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐδεινοπάθησε καί περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ θελήσωσι νὰ παράσχωσι τὰ μέσα τῆς περαιτέρω ἀναπτύξεως αὐτοῦ ἐν παντὶ ἔργῳ. Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν ζημιῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρονται εἰδικώτερον οἱ κ. Συνάδελφοι. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω δὲ ἐπ’ αὐτοῦ, διότι πρόκειται νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὸ συμπέρασμά της. Ἀτυχῶς ὅμως, λόγῳ τῆς παρεμπεσούσης ἐπερωτήσεως, δὲν κατέστη δυνατὸν οὔτε ὁ κ. Μέδης, οὔτε ἐγὼ νὰ παραστῶμεν. Ἡ Ἐπιτροπή, διὰ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα προσεκομίσθησαν εἰς αὐτήν, εἶδεν ὅτι τὸ ποσὸν 100.000.0.0.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν συνεψηφίσθη.
§130Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἐδήλωσα ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν κατέληξεν εἰς συμπεράσματα ἀκόμη ὅσον ἀφορᾷ τὰ διασυμμαχικὰ χρέη καὶ τοῦτο διότι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ἡ Ἐπιτροπὴ τὰ ποσὰ τῶν ζημιῶν, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ παθόντες. Αὔριον τὸ ἑσπέρας θὰ συνέλθῃ ἐκ νέου ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ δεύτερον συμπέρασμά της, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς παθόντας ἐκ μέρους τῶν Συμμάχων. Καὶ τὰ δύο ὑπομνήματα θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ὁριστικὴν λύσιν ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὁριστικὸν πέρας. Καὶ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῆς Βουλῆς ἀπὸ κοινοῦ κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐξεύρουν τὸν τρόπον καὶ τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ παρασχεθῇ ἡ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς παθόντας πληθυσμούς, πρὸς τοὺς ὁποίους πρέπει στοργικὸν τὸ βλέμμα του νὰ ρίψῃ τὸ Κράτος.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὴν 10.30′. (Ὥρα 9 30′) (Μετὰ τὴν διακοπήν) (Ὥρα 11.30′)
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§133Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω, μολονότι δὲν εἶναι παρὼν οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐν τούτοις ἐπειδὴ ὑπάρχουν πληροφορίαι κατὰ τὰς ὁποίας οἱ τραυματισθέντες ἐν Καβάλλᾳ καὶ Πραβίῳ ἀνέρχονται εἰς 40 τὸν ἀριθμὸν ἐξ ὧν 4 ἀπεβίωσαν, νομίζω δὲ ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἓν γεγονὸς τόσον σοβαρὸν ὥστε νὰ εἶναι ἄξιον ν’ ἀπασχολήσῃ ἀμέσως τὴν Βουλὴν ἤθελον παρακαλέσει νὰ κληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος μόλις πρὸ ὀλίγου μᾶς διεβεβαίωσεν ὅτι ἡ ἀπεργία εἶχε κανονισθῆ, νὰ παράσχῃ ὅλας ἐκείνας τὰς ἐξηγήσεις καὶ τὰς πληροφορίας αἱ ὁποῖαι νὰ καταστήσουν γνωστὸν τί συμβαίνει καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ φονεύωνται εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς Καβάλλας καὶ τοῦ Πραβίου καπνεργάται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔκαμαν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑποβάλουν ὡρισμένα αἰτήματά των. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις, κ. Πρόεδρε, εἶναι μία καθαρὰ δολοφονία. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία τόσον ἐνδιαφέρεται διὰ τὰς συμβάσεις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐδείκνυε περισσότερον σεβασμὸν εἰς τὰς ἀπαντήσεις δεκάδων χιλιάδων ἐργατῶν συντηρητικῶν καὶ κομμουνιστῶν, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦν ὡρισμένας συγκεκριμένας ἀπαντήσεις. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ εἶναι μία αὐτόχρημα δολοφονικὴ πρᾶξις καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ εὐθύνας τῶν πράξεών της ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.
§134Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν ἐξέλεξε κατάλληλον στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅπως ἐπικαλεσθῇ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν γεγονότων τῆς Ἀνατολ. Μακεδονίας, Καβάλλας καὶ Πραβίου, διότι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί, ὅπως παράσχουν τὰς πληροφορίας, εἶναι ἀπόντες ἐντεῦθεν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κληθοῦν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, ἵνα δώσουν πληροφορίας, διότι ὑποθέτω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν αὐτὴν τὴν ὥραν εἶναι εἰς διαρκῆ ἐπικοινωνίαν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν πληροφορηθῇ τὰ γεγονότα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κανονίσῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται διὰ τὴν προστασίαν τῆς τάξεως. Ἐὰν μέχρις αὔριον ἑσπέρας ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἕτοιμο, ὅπως παράσχῃ ὅλας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, τὰς στηριζομένας ὄχι ἐπὶ πληροφοριῶν ἀσυστάτων, ἐκείνων τῶν ὁποίων διερμηνεὺς εἶναι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής...
§135Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἀποδειχθῇ αὔριον.
§136Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἀλλά, ἐὰν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας, αὔριον τὸ ἑσπέρας βεβαίως θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ προσκομισθοῦν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατόν, ἢ νὰ δηλώσῃ ἐκ στόματός μου, ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ προστατεύσῃ, ἀντὶ πάσης θυσίας τὴν ἔννομον τάξιν καθ’ οἱουδήποτε, ὅστις θέλει...
§137Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἐὰν ἦσαν καπνέμποροι...
§138Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.)... νὰ διασαλεύσῃ τὴν τάξιν. Ἡ συνηγορία δὲ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν θύματα θλιβερά, θύματα ἀξιολύπητα, θύματα μιᾶς ἀποπείρας πρὸς διασάλευσιν τῆς τάξεως, ἡ συνηγορία, λέγω, τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεχείρησαν τὴν ἀπεργίαν, δὲν ἠλαύνοντο ἐξ ἀγαθῶν προθέσεων.
§139Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ὁ δολοφονηθεὶς εἶναι συντηρητικὸς ἐργάτης.
§140Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Τοὺς συντηρητικοὺς ἐργάτας τοὺς παρωτρύνατε σεῖς.
§141Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Σεῖς, κ. Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἶσθε ὑπεύθυνος, σεῖς ὁ ὁποῖος ἠδύνασθε νὰ προλάβητε τὰ γεγονότα, δεχόμενος τὰ αἰτήματα τῶν καπνεργατῶν, σεῖς δολοφονεῖτε τοὺς ἐργάτας. Ἔπρεπε νὰ προβλέψετε ἐγκαίρως αὐτὰ καὶ ὄχι νὰ κυττᾶτε τὰ λιμενικὰ ἔργα Πειραιῶς καὶ νὰ ἀφίνετε τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐργατῶν (Θόρυβος).
§142Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Σεῖς παρωτρύνατε τοὺς ἐργάτας...
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐὰν τὰ ὄργανα τῆς τάξεως ὑπερέβησαν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ ἀσκοῦν πρὸς προάσπισιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς κοινωνικῆς γαλήνης, ἐὰν ὑπερέβησαν αὐτὰ θὰ τιμωρηθοῦν. Ἐὰν ἐνήργησαν ἐντὸς τῶν νόμων, ὅπως προστατεύσουν τὴν διασαλευθεῖσαν ἐξ ἀτάκτων στοιχείων τάξιν, ἔκαμαν καλῶς, καὶ οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν τὸν λόγον. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν τάξιν, προστατεύουσα ἀκόμη καὶ διὰ τῶν ὅπλων τὰ ἔννομα συμφέροντα τῆς κοινωνίας. (Χειροκροτήματα).
§144Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι διατεθειμένη αὔριον, ἔχουσα ἀκριβεῖς πληροφορίας ἐπὶ τῶν γεγονότων τῶν θλιβερῶν τοῦ Πραβίου καὶ Καβάλλας, νὰ δεχθῇ συζήτησιν, νομίζω ὅτι ἀπόψε δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι πρέπει ἡ τάξις νὰ προστατεύεται, ἀλλ’ ἐὰν καὶ πόρρωθεν εἶναι ἀκριβῆ τὰ διαδιδόμενα ἀπόψε, εἰς τὴν αἴθουσαν, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν τὸ ἑξῆς πρᾶγμα, ὅτι ἡ προστασία τῆς τάξεως εἶναι ἕνα πρᾶγμα, καὶ μάχη εἰς τὰς ὁδοὺς εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Θέλομεν τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ διὰ τοῦτο ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην μας ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν θέλομεν καὶ μάχας εἰς τὰς ὁδοὺς χάριν τῆς προστασίας τῆς τάξεως.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνουν καὶ μάχαι πρὸς προστασίαν τῆς τάξεως ἐναντίον τῶν ἀτάκτων στοιχείων θὰ γίνουν καὶ μάχαι.
§146Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Ἀλλὰ θὰ γίνουν καὶ τότε μάχαι ὅταν ὑπάρξῃ ἀνάγκη πρὸς προστασίαν τῶν ἐργατῶν.
§147Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Πρέπει νὰ ἀποδείξετε αὔριον, ὅτι αἰτία εἶναι οἱ ἐργάται. Δὲν ἐπιτρέπετε νὰ λέγεται αὐτό.
§148Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω.
§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Μὴ φαντασθῆτε ὅτι τὸ σημερινὸν καθεστὼς εἶναι ἄοπλον ἀπέναντι τῶν ἀποπειρῶν σας. Μὴ φαντασθῆτε ὅτι θὰ διστάσῃ διὰ τῶν ἐννόμων ἀλλὰ καὶ προστατευτικῶν μέτρων νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις περὶ πολεμοπαθῶν. Ὁ κ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§151Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθη ἡ ὅλη ὑπόθεσις τῆς ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων, ἀναμφισβητήτως, δὲν περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸ Κράτος Τοῦτο δὲ ὄχι διότι ἔλαβεν ἔναντι τῶν ἀποζημιώσεων φάρμακα καὶ χρώματα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Σερβία ἐπύκνωσε τὸ σιδηροδρομικόν της δίκτυον μὲ γερμανικὸν ὑλικόν, ἀλλὰ καὶ διότι μετὰ πάροδον ὁλοκλήρου δεκαετίας ὑπάρχουν πλεῖστοι τῶν παθόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν ἀκόμη τί τοὺς ἐπεδικάσθη καὶ τί δικαιοῦνται νὰ λάβουν. Ἐπὶ πλέον δὲ ὅτι ὁ τρόπος, ὁ μηχανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι ἀναντιρρήτως πανάθλιος καὶ ἀσφαλῶς ὁ πατὴρ τῆς ὑπηρεσίας δὲν δικαιοῦται νὰ ἀξιοῖ εὐγνωμοσύνην ἀπὸ ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑφίσταται ἡ σχέσις. Διότι, Κύριοι, σήμερον διὰ νὰ ἐκδικασθῇ μία ὑπόθεσις 500–600 ἢ καὶ 1000 δραχμῶν πρέπει ὁ δικαιοῦχος νὰ ἐξαποστείλῃ πληρεξούσιον συμβολαιογραφικόν, τὸ ὁποῖον στοιχίζει 130 δραχ., νὰ διορίσῃ ἕνα πληρεξούσιον δικηγόρον ἐν Ἀθήναις, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ ὡρισμένον ποσοστόν, 30–50–80 καὶ 100%. Εἰς τὰς ἐπαρχίας δὲν ἀπέμεινε κανείς, οὔτε δικηγόρος, οὔτε δικολάβος, οὔτε μπακάλης, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συνεδυάσθη μὲ ἕνα δικηγόρον Ἀθηναῖον καὶ νὰ μὴ ἀνέλαβε τὴν βιομηχανίαν αὐτήν. Ἐξ ἄλλου εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔχουν δημιουργηθῇ παρεξηγήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἀπὸ τὰς Γερμανοβουλγαρικὰς ἀποζημιώσεις, ὡς καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνεψήφισε μὲ τὰ Ἀγγλικὰ καὶ Γαλλικὰ χρέη. Ταῦτα ἀναβιβάζονται εἰς φανταστικοὺς ἀριθμοὺς καὶ θεωροῦνται ὡς ἀνήκοντα ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τοὺς παθόντας, ὡσὰν νὰ μὴ εἶχε καὶ τὸ Δημόσιον δικαιώματά τινα ἐπ’ αὐτῶν. Ὁ Συνάδελφος κ. Φλωριᾶς σᾶς ἀνέλυσε μερικοὺς ἀριθμούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποτυποῦνται αἱ δοσοληψίαι τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Γερμανίας καὶ Βουλγαρίας, καθὼς καὶ τὰ ποσὰ εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται αἱ ἀξιώσεις τῶν δικαιούχων πολιτῶν, ὡς καὶ αἱ ἐκδικασθεῖσαι παρ’ αὐτῶν ἀποφάσεις. Συνεκεντρώσαμεν τὰ στοιχεῖα, ὅσον ἀφορᾷ ἐπίσης τὰς ἀποζημιώσεις τὰς ὀφειλομένας κατόπιν τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ἐπέφερον τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα. Καθὼς εἶναι γνωστὸν συνεψηφίσαμεν μὲ τὴν Ἀγγλίαν ποσὸν 1.250.000 λιρῶν Ἀγγλίας καὶ τὸ ὁποῖον ποσόν, σὺν τῷ τόκῳ 14.000 λίρας, ἀνήρχετο εἰς 31.000.000 χρυσῶν δραχμῶν. Μὲ τὴν Γαλλίαν ὑπεγράψαμεν συμφωνίαν συμψηφισμοῦ διὰ ποσὸν 68.000.000 χρυσῶν δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ποσὸν μέχρι τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως. Ἀπέναντι τῶν ποσῶν τούτων εἴχομεν ζητήσει παρὰ τῆς Ἀγγλίας 69 ἑκατομμύρια δραχμῶν χρυσῶν, διὰ ζημίας ἰδιωτῶν καὶ 111.000.000 διὰ ζημίας τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου 92.000.000 ἀντεπροσώπευον ἓν ποσόν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσαμεν ὡς μικτόν, ὡς δηλ. ἔχον πατέρα καὶ τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἔλαβον οὐδαμῶς ὑπ’ ὄψει τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ τὸν καθορισμὸν τῶν λογαριασμῶν. Ἐπίσης παρὰ τῆς Γαλλίας ἐζητήσαμεν 368 ἑκατομμύρια διὰ ζημίας ἰδιωτῶν καὶ 276 ἑκατομμύρια διὰ ζημίας τοῦ Δημοσίου. Ἀπέναντι τούτων ἔχουν ἐκδικασθῇ παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ἐπιτροπῶν διάφορα ποσά. Ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐξεδικάσθησαν διὰ ζημίας μὲν παρὰ τῶν Ἄγγλων 110.000.000 δραχ. χρυσῶν, διὰ ζημίας δὲ ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας 211.000.000 καὶ διὰ ζημίας ἐκ μέρους τῆς Ἰταλίας 51.000.000. Εἶναι ἐξόφθαλμον καὶ προφανές, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι αἱ Ἐπιτροπαί, αἱ ἐκδικάζουσαι τὰς αἰτήσεις τόσον τὰς ἰδιωτικάς, ὅσον καὶ τοῦ Δημοσίου, μετεχειρίσθησαν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Καὶ τὰς μὲν αἰτήσεις τῶν ἰδιωτῶν τὰς ἐξήτασαν μὲ μικροσκόπιον μεγίστης ἐντάσεως, τὰς δὲ αἰτήσεις τοῦ Δημοσίου μὲ ἐπιείκειαν καὶ συγκατάβασιν ὑπὲρ πᾶν ὅριον. Τὸ σύνολον τῶν ἀποζημιώσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐκδικασθῇ ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν λόγῳ ζημιῶν προσγενομένων ἐκ μέρους τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων, ἀνέρχεται εἰς 49.000.000, ἐξ ὧν τὰ 7 εἶναι Ἀγγλικά, τὰ 37 εἶναι Γαλλικὰ καὶ 2½ ἑκατομμύρια Σερβικά, μικτά, δηλ. ζημίαι τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἐξακριβωθῇ ὁ δημιουργός, 4 ἑκατομ. Ὑποθέτω ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβεῖς, ἂν καὶ τοὺς ἔλαβον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ διότι γνωρίζω ὅτι εἰς τὴν περιφέρειάν μου ὑπάρχουν ὁλόκληροι σειραὶ φακέλλων αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ἐκδικασθῇ καθόλου καὶ αἱ ὁποῖαι περιέχουν προσγενομένας ζημίας τόσον ἐκ μέρους τῶν Γερμανοβουλγάρων, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν ἀποζημιώσεων, διὰ ζημίας προσγενομένας παρὰ τῶν ἐχθρικῶν Κρατῶν, καθὼς καὶ παρὰ τῶν τέως συμμαχικῶν στρατευμάτων, πρέπει ν’ ἀντιμετωπίσωμεν ἐν συνόλῳ καὶ ἑνιαίως. Ἡ μόνη λύσις εἶναι ἡ ἔκδοσις ὁμολογιούχου δανείου διὰ νά τελειώσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς ἡ ἱστορία αὐτή, ἡ ὁποία ἐπὶ τόσον χρόνον παρετάθη.
§152Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Διὰ τὸ τοκοχρεωλύσιον τί ἰδέαν ἔχετε;
§153Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ καθορισθῇ.
§154Π. ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ποῦ ἔχει καταλήξει;
§155Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὅτι ἡ μόνη λύσις εἶναι ἡ ἔκδοσις, εἶναι ἡ παροχὴ τίτλων, ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι νά δύνανται νά ἐξαργυρωθοῦν καὶ εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τὸν συντελεστὴν μεταξὺ χρυσῆς καὶ χαρτίνης δραχμῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νά γίνῃ, δεδομένου ὅτι θά εἶναι δύσκολον νά συζητήσωμεν τά ζητήματα αὐτά, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι σκόπιμον νά παρασχεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδότησις, ἵνα λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὁριστικῶς. Προσθέτω δὲ ὅτι δι’ ὅλας τάς ζημίας πρέπει νὰ τεθῇ ἡ αὐτὴ βάσις καὶ νά λάβουν πάντες οἱ ζημιωθέντες, εἴτε ἡ ζημία αὐτῶν προῆλθεν ἐκ μέρους Ἄγγλων, εἴτε ἐκ μέρους Συμμάχων, εἴτε τῶν Σέρβων, ἢ Ἰταλῶν, ἀποζημίωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐτῆς βάσεως, δεδομένου ὅτι δικαιοῦχος μεγίστου μέρους εἶναι τὸ Κράτος καὶ ἐφόσον τὸ Κράτος ἔκαμε ἔκπτωσιν προσωρινὴν τῶν δικαιωμάτων του θά δικαιοῦται νά ρυθμίσῃ τά πράγματα κατά τρόπον, ὥστε πάντες οἱ ζημιωθέντες νά λάβουν ποιάν τινα ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ἡ ἀποζημίωσις νὰ εἶναι ἡ αὐτὴ διά πάντας τοὺς ἀνήκοντας εἰς ὅλας τάς κατηγορίας.
§156Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, νὰ δευτερολογήσω ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ἡ ἐπερώτησίς μου ἐξετράπη τοῦ πραγματικοῦ αὐτῆς σκοποῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἕνεκεν τῶν παρεμπιπτουσῶν διαψεύσεων εἰς ἅς προέβη ὁ κ. Ὑφυπουργός τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως. Γενικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν πολεμοπαθῶν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ σοβαρῶς πάντας ἡμᾶς καὶ εἶνε ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσῃ τὸ ταχύτερον ἡ Κυβέρνησις, συμφώνως μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα διαθέτει. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ σύστασις ἱκανῆς ἐπιτροπῆς εἶναι χρήσιμος καὶ θὰ ὑπεδείκνυεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ λυσιτελέστερα μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατόν νά φθάσῃ εἰς τόν σκοπόν της. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θά ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἐκφρασθῇ παράπονον ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἐνήργησε μετ’ ἐπαρκοῦς ταχύτητος. Ἔχομεν τριῶν εἰδῶν πολεμοπαθεῖς ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μέριμνάν της. Οὗτοι εἶναι οἱ ἐκ τῶν συμμάχων παθόντες, οἱ ἐκ τῶν τέως ἐχθρῶν καὶ τέλος οἱ ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων κατὰ τὸ διάστημα τῶν πολέμων παθόντες. Καὶ δι’ ὅσους ἔπαθον ἐκ μέρους τῶν ἐχθρικῶν καὶ Ἑλληνικῶν στρατευμάτων ἀναμένομεν νὰ ἀκούσωμεν ποῖα εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὰς ἀποζημιώσεις, αἵτινες τῇ ἐπεδικάσθησαν διὰ τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν καὶ συμπληροῦσα ταύτας νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἐκ τῶν λόγων τούτων παθόντας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ τρίτη τάξις πολεμοπαθῶν, οἵτινες εἶχον ἀπ’ εὐθείας ἀπαίτησιν παρὰ τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων. Τούτους ἀντιπροσώπευσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ λογαριασμόν των συνεβλήθη μετὰ τῆς Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας λαβοῦσα συμβιβαστικῶς περὶ τὰ 100 ἑκατομμύρια χρυσᾶ φράγκα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, καλῶς ἢ κακῶς, συνεβιβάσθη διὰ τὸ ποσὸν, τοῦτο εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω ἐπὶ τοῦ παρόντος. Σκοπὸς τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἶναι νὰ ζητήσω νὰ πληροφορηθῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον δὲν κατέβαλε μέχρι σήμερον εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ἐν ἀναλογίᾳ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε διὰ λογαριασμόν των παρὰ τῶν Συμμάχων.
§157Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Τὸ Κράτος ἦτο ὡς πληρεξούσιος ἡμῶν τῶν παθόντων. Διατὶ ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ λάβῃ πρῶτον αὐτὸ τὰς ἀποζημιώσεις καὶ ἔπειτα νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς. Φρονῶ ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς τὰ ἐπιδικασθέντα ταῦτα ποσά.
§158Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, καλῶς ἢ κακῶς ἐξεπροσώπησε τοὺς παθόντας καὶ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς συνεψήφισε τὰς ἀποζημιώσεις, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἐγὼ ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν διατὶ ἐνῷ εἰσέπραξε 100 ἑκατομμύρια τὰ κατακρατεῖ καὶ δὲν λέγω ὅτι ἔπρεπε νὰ διανείμῃ ὅλα εἰς τούς παθόντας, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ διανείμῃ τὰ ὑπολειπόμενα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Καὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ, κατακρατῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους χρήματα ἀνήκοντα εἰς τρίτους.
§159Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Καθὼς γνωρίζετε, διότι φαίνεται ὅτι ἔχετε μελετήσει τὴν ὑπόθεσιν, αἱ ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἀπορρέουν ἐκ τῶν ζημιῶν εἴτε τῶν συμμαχικῶν, εἴτε τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων, ἀφορῶσι κοινῶς εἰς τὸ Κράτος καὶ τοὺς ἰδιώτας.
§160Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Ἄλλαι αἱ τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων καὶ ἄλλαι αἱ τῶν ἐχθρικῶν.
§161Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀφοροῦν κοινῶς. Ἔχει καὶ τὸ Κράτος δικαιώματα ἀποζημιώσεως, ὅπως καὶ οἱ ἰδιῶται. Μέχρι σήμερον τὸ Κράτος, ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὰς ζημίας τοῦ Δημοσίου, ἐπλήρωσεν ἀπείρως μεγαλύτερα ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀναφέρω ὅταν θὰ ὁμιλήσω, ἐκείνων τῶν ὁποίων εἰσέπραξε ὄχι διὰ τοὺς δικαιούχους, ἀλλὰ διὰ ζημίας.
§162Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἀπάντησιν ποὺ μοῦ δίδετε, ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησίς μου δὲν ἀφορᾷ αὐτό.
§163Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐπιτρέψατέ μου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντα ποσὰ αὐτὰ καλύπτονται ἀπολύτως ἀπὸ τὰ ποσὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατέβαλε μέχρι τοῦδε τὸ Κράτος ἀπὸ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Κράτος μέχρι σήμερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ποσὰ τὰ ποῖα πρόκειται νὰ εἰσπραχθῶσιν εἰς τὸ μέλλον αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Κράτους ὑπερκαλύπτουν τὸ ὅλον ποσόν. Ἐξ αὐτοῦ δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ Κράτος δὲν ὑπέχει ὑποχρέωσιν ὅπως δημιουργήσῃ συμμετοχὴν ἐκ τῶν κειμένων νόμων καὶ τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν καὶ τῆς πράξεως τὴν ὁποίαν ἐκοινοποίησαν οἱ σύμμαχοι κατὰ τὴν ἀποβίβασιν τῶν στρατευμάτων των εἰς τὴν Μακεδονίαν, περὶ ἀποζημιώσεως καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Λέγω λοιπὸν ὅτι αἱ ζημίαι τοῦ Κράτους καὶ μόνον ὑπερκαλύπτουν τὰ εἰσπραχθέντα ποσὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἰσπραχθοῦν. Ὁ διακανονισμὸς μετὰ τῶν Δυνάμεων διὰ τὰ χρέη τὰ πολεμικὰ βεβαίως εἶναι διακανονισμὸς ἀμοιβαίων δοσοληψιῶν. Βεβαίως λέγομεν ὅτι εἰσεπράξαμεν. Αὐτὸ νομικῶς οὕτως ἔχει. Ἐὰν συμψηφίσωμεν ἕνα χρέος, αὐτὸ εἶναι εἴσπραξις τοῦ χρέους, ἀλλὰ οἰκονομικῶς, ταμιακῶς, τὸ πρᾶγμα ἔχει ἐντελῶς διάφορον σημασίαν. Δηλ. τὸ Δημόσιον Ταμεῖον οὔτε κατὰ ἕνα ὀβολὸν δὲν ἐπλούτισε. Ἐδημιούργησε αὐτὸ μίαν ὑποχρέωσιν συμψηφίσεως ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ τὸ ταμεῖον του τῶν συμψηφισθέντων ποσῶν πρὸς τοὺς ἰδιώτας οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται ἀποζημιώσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ οἰκονομικὴ σχέσις· συνεψήφισεν ἕνα χρέος, δὲν θὰ ἔχῃ νὰ τὸ καταβάλῃ ἐὰν τοῦ τῷ ἐζητεῖτο καὶ ἐδημιούργησε μίαν ὑποχρέωσιν συμμέτρου ἀποζημιώσεως ἐπὶ τῶν ζημιῶν καὶ τῶν ἰδιωτῶν τὰς ὁποίας καὶ αὐτοὶ ὑπέστησαν ἐκ τῶν ἐχθρικῶν καὶ τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ νομικὴ σχέσις, αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ πραγματικὴ σχέσις. Τὸ Κράτος δὲν νομίζω ὅτι ἔχει ἐκκαθαρίσει. Εἶναι μία 15ετὴς τρικυμιώδης περίοδος, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τεραστίας ὑποχρεώσεις διὰ τὸ Δημόσιον. Αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ἐκκαθαρίσωμεν ὅλας διὰ μιᾶς, διότι αὐτὸ θὰ συνέτριβε ὅλον τὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους, ἡ συντριβὴ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ εἶχε ἀντίκτυπον ἀγαθὸν ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολεμοπαθῶν, ὅπως καὶ ὅλων τῶν ἄλλων οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶναι μόνον αἱ ἀπαιτήσεις αὐταί. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Κράτος δὲν ἐπλήρωσε, καὶ σᾶς ἀναφέρω τὴν ὀφειλὴν διὰ τὰ οἰκόπεδα τῶν πολιτῶν διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων τοὺς ὁποίους τοὺς ἐστέρησε τῆς περιουσίας των. Χρεωστεῖ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ Κράτος 300–400 ἑκατομμύρια.
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δίδει ὁμολογίας.
§165Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ὄχι δὲν τὸ ἐρρύθμισεν ἀκόμη τὸ ζήτημα διότι καὶ ἡ δι’ ὁμολογιῶν ρύθμισις συνεπάγεται καὶ αὐτὴ βαρείας ὑποχρεώσεις διὰ τὸ Κράτος. Ἑπομένως βαίνει μεθοδικῶς τὸ Κράτος εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν χρεῶν του. Ἐτακτοποίησε μέχρι σήμερον ἕνα μέγαν ἀριθμὸν καὶ βαίνει μεθοδικῶς ἄνευ συγκλονισμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδημιούργουν κρίσιν, εἰς τὴν διαρρύθμισιν διὰ τὸν διακανονισμὸν ὅλων τῶν ἐναντίον του ἀπαιτήσεων ἐκ τῆς πολεμικῆς περιόδου. Σήμερον τακτοποιοῦμεν τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς ἐνεστώσης χρήσεως θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ ἀρκετὰ ἑκατομμύρια χάριν τῶν προσφυγικῶν ἀναγκῶν. Αὔριον θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τοὺς πολεμοπαθεῖς. Ἂν ἦτο δυνατὸν θὰ ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, διότι οὐδεὶς περισσότερον ἡμῶν ἀναγνωρίζει τὰ δικαιώματα τῶν πολεμοπαθῶν. Μεθαύριον θὰ ληφθῇ πρόνοια δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τῶν οἰκοπέδων των διὰ τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν. Φυσικὰ εὔκολον εἶναι νὰ ἔλθουν καὶ νὰ μοῦ εἴπουν ὅλοι «θὰ τὰ τακτοποιήσητε ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν». Μάλιστα εἴμεθα πρόθυμοι ἀρκεῖ νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα τῆς τακτοποιήσεως. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξευρίσκομεν τὰ μέσα διατὶ θέλετε νὰ γίνεται συζήτησις, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἄκαιρος, ἐξάπτει ὀρέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζομεν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθοῦν; Εὑρισκόμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέσωμεν ἕνα ποσὸν διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν πολεμοπαθῶν; Θὰ εἴμεθα ἀνάλγητοι ἐὰν δὲν τὸ ἐπράττομεν. Εἶναι ζήτημα ὀλίγου χρόνου. Ἠμποροῦμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ τὸ τακτοποιήσωμεν, ἀλλὰ δι’ ἕναρξιν μεταγενεστέραν. Αὐτά ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν διά νὰ φέρωμεν τά πορίσματά μας εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν νομίζω ὅτι ἐβραδύναμεν ἢ παρειλκύσαμεν τὴν ὑπόθεσιν. Ἡ ἐκκαθάρισις εἶναι βαρεῖα, ἀπαιτεῖ μελέτην καὶ προσοχὴν ἕως ὅτου φθάσωμεν εἰς μίαν τελικὴν διευθέτησιν ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν ἐναρμονίσει πρὸς τά μέσα τά ὁποῖα διαθέτει τὸ Κράτος διὰ τὴν ἱκανοποίησιν αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀντιλήψεις μας. Εἴμεθα εἰς μελέτην τοῦ ζητήματος ὄχι μόνον ἐν συναφείᾳ πρὸς τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν, ἀλλά καὶ πρὸς τοὺς πόρους τοῦ Κράτους διὰ νά ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν νά ἱκανοποιήσωμεν καὶ τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τῶν πολεμοπαθῶν.
§166Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ νά ἐξηγηθῶμεν: Εἴπατε ὅτι ὅ,τι ἔλαβε τὸ Κράτος εἶναι κατώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἔχει ζημιωθῇ ἀλλ’ εἴπετε ὅτι δὲν ἀποσβένει τοῦτο τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν διότι ἀναλόγως περιορίζονται.
§167Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Φυσικά.
§168Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἑπομένως ἡ πιστοποίησις αὐτοῦ τοῦ πράγματος δὲν αἴρει τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως.
§169Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκον.). Ποῖος εἶπε τὸ ἐναντίον;
§170Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄλλο ζήτημα ἀναγνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ἦλθον ραγδαῖαι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους καὶ τὰς δυσχερείας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις. Ἄν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ταχύτερον μέτρον θὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὅταν ἐκθέσητε τὴν κατάστασιν καὶ μᾶς ἀναπτύξητε καὶ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα σκέπτεσθε νὰ λάβετε.
§171Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα, Κύριοι, προσεπάθησα νὰ ἐπαναφέρω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐπὶ τοῦ σημείου ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔγινεν. Ἀριστοτεχνικώτατα τὴν ἀνέτρεψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μολονότι δὲν ἔχω οὔτε τὴν καλλιλογίαν, οὔτε τὴν πεῖραν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ προσπαθήσω πάλιν νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐκεῖ. Δὲν ἐπηρώτησα, Κύριοι, τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ζήτημα τὸ πολεμικόν, ὄχι διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι κακῶς ἢ καλῶς, γοργῶς ἢ βραδέως ἐνήργησεν, ἀλλ’ ἐπηρώτησα τὴν Κυβέρνησιν θετικώτερον, διατί, εἰσπράξασα χρήματα τρίτων, παρακρατεῖ ταῦτα καὶ δὲν δίδει εἰς τοὺς τρίτους, οἱ ὁποῖοι τρίτοι συμπίπτει νὰ εἶναι καὶ πολεμοπαθεῖς. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου μοῦ ἀπαντᾶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν: ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πολεμοπαθεῖς, δι’ ἄλλους λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ἐκάμαμεν πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ τοὺς ἀποζημιώσωμεν. Οὐδεμία συσχέτισις ὑπάρχει τοῦ ἑνὸς ζητήματος μὲ τὸ ἄλλο. Ὑπάρχουν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας βεβαίως τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ τακτοποιήσῃ, ἐξοφλοῦν αὐτάς. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει εἰσέπραξε χρήματα τρίτων. Τώρα ἐν τίνι μέτρῳ εἰσέπραξε χρήματα τρίτων τὸ Κράτος, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται νὰ ἀποδώσῃ, ἐὰν δηλαδὴ εἰσέπραξε ταῦτα διὰ λογαριασμὸν τρίτων, εἴτε τὰ εἰσέπραξεν ὅπως συμψηφίσῃ ταῦτα δι’ ὀφειλάς του, τοῦτο εἶναι μία λεπτομέρεια, ἡ ὁποία δὲν ἐξετάζεται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐάν, Κύριοι, ὑποτεθῇ — καὶ λαμβάνω στρογγύλους ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι ἄλλως τε πλησιάζουν πρὸς τὴν πραγματικότητα — ὅτι ἀπέναντι τῶν Συμμάχων διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὸ Κράτος ἔχει 600 ἑκατομμύρια ἀπαιτήσεις, καὶ οἱ ἰδιῶται ἄλλα 600 ἑκατομμύρια, τὸ ὅλον 1200 ἑκατομ., ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ Κράτος ἐπῆρε 100 ἑκατομ. εἰς κάθε ἀπαίτησιν, ἀναλογεῖ τὸ 1)12. Ὥστε καὶ τὸ Κράτος θὰ πάρῃ τὸ 1)12 τῆς ἀπαιτήσεώς του, καὶ ἕκαστος ἰδιώτης τὸ 1)12 τῆς ἰδικῆς του ἀπαιτήσεως. Εὐχῆς, λοιπόν, ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν τὸ Κράτος εὑρεθῇ ποτε εἰς μίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοιαύτης εὐρωστίας, ὥστε νὰ ἠμπορέσῃ νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς πολεμοπαθεῖς του εἴδους τούτου καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῆς τελεσιδίκου ἀπαιτήσεώς των, μολονότι τοῦτο συνεβιβάσθη μὲ ὀλιγώτερα μὲ τοὺς Συμμάχους. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§172Γ. ΜΟΔΗΣ. Πόσον εἶναι τὸ ποσόν;
§173Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. 600 ἑκατομμ. τοῦ Κράτους καὶ 600 τῶν ἰδιωτῶν.
§174Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). 800 τοῦ Κράτους καὶ 600 τῶν ἰδιωτῶν.
§175Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἔχει καλῶς. Δὲν γνωρίζω τί δουλειὰ ἔχουν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα αἱ διάφοροι ἐπιτροπαί. Τί θὰ κάμουν αὐταί; Δὲν πρόκειται νὰ εἴπουν τίποτε εἰς τὸ Κράτος, ἐκτός, ὅπως μᾶς εἶπεν ὁ κ. Φλωριᾶς, ὅτι ἠσχολοῦντο νὰ εὕρουν τί ὑπηρεσίαν θὰ ἔχῃ ἓν δάνειον εἰς ὡρισμένην σειρὰν ἐτῶν κτλ. Μὰ πρὸς Θεοῦ! αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἑνὸς ὑπαλλήλου τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἔχοντος ἀνάγκην πρὸς τακτοποίησιν ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, περὶ σοβαροῦ τινος ἔργου τῶν Ἐπιτροπῶν. Οὔτε αἱ Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι βεβαίως ἀποστολὴν νὰ σκεφθοῦν τί νὰ δώσουν συμβουλὴν εἰς τὸ Κράτος, μὲ ποῖον τρόπον θὰ ἠμπορέσῃ γενικῶς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα τῶν πολεμοπαθῶν, ἔχουν θέσιν ἐδῶ. Ἐν προκειμένῳ αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν ἔχουν καμμίαν δουλειάν. Πρόκειται οἱ ὑπάλληλοι νὰ πάρουν ἑνὸς ἑκάστου τὰς ἀποζημιώσεις καὶ ἀφοῦ δώσουν τὸ 1)12 εἰς τὸ Κράτος νὰ δώσουν ἔπειτα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἰδιώτας, τὸ ἄλλο 1)12. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ δώσῃ τὰ χρήματα αὐτά, διότι θὰ τὰ δώσῃ εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ τότε ἐρωτᾷ: πῶς θὰ ἠμπορέσῃ νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἀπαντῶ καὶ ἐγώ: ἑτοιμάζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἰσοσκελίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ χρήματα τρίτων; Ἐὰν οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, οὐδεμία κατ’ ἐμὲ δικαιολογία ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, κατακρατούσης τὰ ποσὰ ταῦτα.
§176Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι τὴν θεωρίαν σας αὐτὴν πρέπει νὰ τὴν ἐπεκτείνετε καὶ ἐπὶ τῶν ἐπανορθώσεων, τὰς ὁποίας ἐπλήρωσαν οἱ Γερμανοὶ διὰ τοὺς ἐπίσης πολεμοπαθόντας Ἕλληνας πολίτας;
§177Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ἐὰν τὸ Κράτος θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀποζημιώσῃ ἀμέσως εἰς τὸ ἀκέραιον τοὺς πολεμοπαθεῖς. Ἐγὼ δὲν κάμνω ἐπερώτησιν δι’ αὐτὸ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἐρωτῶ: διατί κατακρατεῖ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον χρήματα, ἀνήκοντα εἰς τρίτους;
§178Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ ἴδιον εἶναι.
§179Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Δὲν εἶναι τὄδιον. Ὑπάρχει μία διαφορά. Κατὰ τὴν συνθήκην τῶν Βερσαλλιῶν εἰς τὸ Κράτος ἐπεδικάσθη ἀποζημίωσις Χ καὶ τὸ Κράτος ἀνέλαβε νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ὑπηκόους του. Τὸ Κράτος λοιπὸν προσπαθεῖ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν περίπτωσιν ταύτην διὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ τρόπου. Εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐλεγχθῇ ὡς ἐνεργήσας γοργῶς ἢ βραδέως, ὄχι ὅμως ὅτι κατακρατεῖ καὶ χρήματα τρίτων.
§180Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Δὲν ὑπάρχει διαφορά.
§181Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ὑπάρχει.
§182Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶναι ἀδύνατον νὰ στηρίζετέ που τὴν διαφορὰν αὐτήν, διότι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη.
§183Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐπήρατε τὰ μετρητὰ αὐτά;
§184Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης περιπτώσεως.
§185Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφορά.
§186Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Σᾶς πληροφορῶ μάλιστα, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἠρνήθη ῥητῶς νὰ ἀναγνωρίσῃ ὀφειλάς της πρὸς ἰδιώτας.
§187Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Διότι ἀνέλαβε νὰ τὰς πληρώσῃ τὸ Κράτος.
§188Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὄχι. Ἠρνήθη νὰ κανονίσῃ λογαριασμοὺς πρὸς ἰδιώτας.
§189Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐν τούτοις ἐγὼ ἔχω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ὅτι ὅταν ἀπετάθησαν πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ὡρισμένοι ἄνθρωποι, διὰ νὰ τοὺς δώσῃ τὴν ἀποζημίωσίν των, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι τὰ ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.
§190Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τοὺς ἰδιώτας. Ἰδοὺ καὶ ἕνα ἔγγραφον τοῦ Αὐγούστου. Εἶναι ἔγγραφον τοῦ Φόρεϊν Ὄφφις πρὸς τὸν κ. Ραγκαβῆν, τὸ ὁποῖον ὡς τρίτον ὅρον λέγει: «Αἱ τρεῖς Κυβερνήσεις θὰ εἶναι ὑπεύθυνοι μόνον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι πρὸς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους».
§191Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Φυσικὰ εἰς τὸν συμβιβασμόν, τὸν ὁποῖον ἐκάματε λέγει ἡ Ἀγγλία αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ.
§192Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς περιπτώσεως καὶ τῆς ἄλλης. Τὸ Κράτος ἔχει ἀναλάβει ὡρισμένας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλ’ αἱ περιπτώσεις εἶναι αἱ αὐταί, καὶ περὶ τούτου ὑπάρχει καὶ ῥητὴ δήλωσις τῆς Ἀγγλίας.
§193Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἔχετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ἀπάντησιν τῶν τριῶν Δυνάμεων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν τότε τοῦ 1916, ὅταν αὗται ἀπεβίβασαν τὰ στρατεύματά των εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ εἶπον ὅτι αὐτὰς τὰς ζημίας θὰ ἀναγνωρίσουν αἱ Συμμαχικαὶ Δυνάμεις·
§194Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔχετε μελετήσει τὴν ἀναγγελίαν αὐτὴν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν;
§195Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τί λέγει;
§196Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τί θέλετε νὰ λέγῃ; Δὲν λέγει τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζετε.
§197Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Λέγει ὅτι θὰ ἐκκαθαρισθῇ ἐν καιρῷ πᾶσα ζημία προσγενομένη εἴς τε τὸ Κράτος καὶ τοὺς ἰδιώτας.
§198Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐγένετο....
§199Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁρίστε πῶς ἔχει τὸ κείμενον. (Ἀναγινώσκει).......... «Εἶναι διατεθειμέναι ἐπίσης νὰ πληρώσουν, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐχθροπραξιῶν, τὰς νομίμους ἀποζημιώσεις δι’ ὅλας τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προσγίνει κατὰ τὴν κατοχήν».
§200Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λέγει γενικῶς αἱ Συμμαχικαὶ Δυνάμεις. Εἶναι ἐπίσης διατεθειμένοι νὰ πληρώσωσι μετὰ τὴν παῦσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν εἰδικὰς ἀποζημιώσεις διὰ πάσας τὰς ζημίας αἵτινες θὰ ἠδύναντο νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς κατοχῆς.
§201Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Εἶναι ὑποχρεώσεις ἀνειλημμέναι ἐκ τῆς δηλώσεως αὐτῆς τῶν Δυνάμεων.
§202Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀγωνίζεσθε δι’ ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν οὐσιαστικὴν ἀξίαν. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ὑποχρεωτικῶς ὑπάρχει διαστολὴ καὶ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ μετρήσητε τὴν ἀναλογίαν τῶν ἀποζημιώσεων τὰς ὁποίας ἐλάβατε παρὰ τῶν ἐχθρῶν δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ἐμποδίσῃ· ἐν προκειμένῳ ἐγὼ δὲν ἐπερώτησα δι’ αὐτό.
§203Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Οὐδεὶς δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ τὰς καταβάλω τὰς ἀποζημιώσεις. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θέλω νὰ τὰς καταβάλω παρευθὺς, διότι ὑποθέτω ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ ἕνα συμφέρον. Δὲν μοῦ διαφεύγει αὐτό, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν μεταβαίνομεν εἰς τὰς ἐκλογὰς μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, δὲν μοῦ διαφεύγει, ὅτι ἔχω κἄποιο συμφέρον νὰ κάμω ἐγὼ αὐτὰς τὰς πληρωμάς. Ἔχετε παμμέγιστον λάθος, συναισθανόμενοι ὅτι δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ ἓν ἐνδιαφέρον ὅπως πάντες συναισθάνονται ὅτι ἔχουν ἐνδιαφέρον νὰ ἐγείρουν φωνήν. Ἔχω παμμέγιστον συμφέρον νὰ κάμω ἐγὼ τὰς καταβολὰς αὐτάς, ἐὰν δὲ δὲν τὰς κάμω θὰ πῇ ὅτι δὲν μπορῶ νὰ τὰς κάμω.
§204Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον διὰ νὰ λήξουν αἱ τοιούτου εἴδους συζητήσεις, ὅτι δι’ ἄλλους λόγους δῆθεν ὑποστηρίζομεν ὅσα ὑποστηρίζομεν.
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Νὰ λάβητε τὸν λόγον. Δὲν εἶπον τίποτε ἄλλο. Εἶπον ὅτι ἔχω συμφέρον νὰ κάμω ἐγὼ αὐτὰς τὰς καταβολὰς τῶν ἀποζημιώσεων. Ἐν ᾗ περιπτώσει αὐτὴν τὴν στιγμὴν διστάζω νὰ δώσω αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας μοῦ ζητοῦν, κάτι συμφέρον ὑπέρτατον μὲ ἐμποδίζει.
§206Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐκτιμῶ ἀπολύτως τοὺς δισταγμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μολονότι δὲν τοὺς συμμερίζομαι. Ἀναγκάζομαι νὰ τοῦ εἴπω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι δὲν ὑπηνίχθη τοιοῦτον τι ὁ κ. Ὑπουργός.
§207Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ὑπηνίχθην τίποτε ἀπολύτως.
§208Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Θέλω νὰ τονίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ὅταν κατέθεσα τὴν ἐπερώτησίν μου εἰς τὴν Βουλὴν—ἀτυχῶς τὴν κατέθεσα πρὸ πολλοῦ καιροῦ—τὴν ἀπήυθυνον δὲ κατ’ εὐθεῖαν πρὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἦτο Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ δὲν ὑπῆρχε τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν τὴν ἀπηύθυνον εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν.
§209Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Σᾶς δίδω ἀπολύτως τὴν ἐξήγησιν, ὅτι δὲν ἔκαμα οὐδένα ἀπολύτως ὑπαινιγμόν. Ἡ διαστολὴ ἐγένετο διότι δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ κάθημαι εἰς τὰ ἑδώλια τῶν συνιστώντων. Εἶμαι εἰς τὰ ἑδώλια ἐκείνων ποὺ ἐκτελοῦν. Θὰ ἦτο δὲ ἀπείρως εὐχάριστον δι’ ἐμὲ νὰ ἤμην εἰς θέσιν νὰ κάμω αὐτὴν τὴν στιγμὴν δηλώσεις ἱκανοποιητικάς, θὰ μοῦ ἦτο καὶ προσωπικῶς εὐχάριστον.
§210Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ταράττεσθε. Ἐφόσον λειτουργεῖ ἡ Βουλὴ θὰ γίνωνται ἐπερωτήσεις, θὰ συζητοῦνται τὰ νομοσχέδια.
§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιότερον ἐνδιαφέρον ἀπὸ τὸ ἐκδηλούμενον.
§212Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Θὰ σᾶς εἰπῶ κἄτι τι ἄλλο, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον ἀγωνιζόμεθα νὰ σᾶς πείσωμεν, ὅτι πρέπει κἄτι τι νὰ τοὺς δώσετε, ἔχετε τὰ μέσα νὰ τοὺς ἱκανοποιήσητε, διότι δὲν ζητοῦν κἂν εἰς μετρητά, τὸ ζητοῦν εἰς ὁμολογίας. Τί θὰ εἶναι, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐξυπηρέτησις ἑνὸς τοιούτου δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνέλθῃ τὸ πολὺ–πολὺ εἰς ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται; Ὅταν, κ. Ὑπουργέ, δι’ ἓν δίκαιον, δικαιότατον, εἰς τοὺς ἀνταλλαξίμους ἐμοιράσατε 6 δισεκατομμύρια, νομίζω ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε 375 ἑκατομμύρια εἰς τοὺς πολεμοπαθεῖς.
§213Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Ἀπὸ ποῦ τὰ ἐμοίρασεν, ἀπὸ τὴν κρατικὴν περιουσίαν τὰ ἐμοίρασεν;
§214Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ὄχι.
§215Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Κάμετε αὐτήν τὴν ἀντιδιαστολήν.
§216Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ πολύ, δὲν μπορῶ νὰ κάμω ἀντιδιαστολήν, διότι τῶν 375 ἑκατομμ. τὸ μοίρασμα τῶν ὁποίων ζητοῦμεν, δὲν πρόκειται νὰ μοιρασθῇ ἐκ τῆς κρατικῆς περιουσίας, ἀλλ’ ἐκ χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ἤδη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρὰ τῶν Συμμαχικῶν Κυβερνήσεων. Ὥστε μὴ λέτε, ὅτι αὐτὰ πρόκειται νὰ μοιρασθοῦν. Ὅταν, λοιπόν, 6 δισεκατομμύρια πολὺ καθαρὰ καὶ πολὺ ὀρθῶς ἐξεῦρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῶν συνδυασμῶν διὰ τῶν ὁποίων ἐξεῦρε, καὶ εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων καὶ ἐμοίρασεν 6 δισεκατομμύρια....
§217Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Πρέπει νὰ σᾶς ’πῶ, ὅτι δὲν ἐμοίρασα ἐγὼ τὰ 6 δισεκατομμύρια. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀνταλλαξίμων ἀπησχόλησεν ἐπὶ ἔτη τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, δηλ. ἡ Δʹ Συνέλευσις ἀπεφάσισε καὶ ἐψήφισε τότε νόμον, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὰς βάσεις τῆς ἀποζημιώσεως, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐξεδόθη τὸ Ν. Διάταγμα, ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπληρώθη τὸ πρῶτον Μητρῷον.
§218Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Εἶσθε ἢ δὲν εἶσθε σύμφωνος δι’ αὐτὰ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐμοιράσατε;
§219Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶμαι σύμφωνος ἀπολύτως, ὅσον εἶμαι σύμφωνος νὰ γίνουν αἱ ἀποζημιώσεις καὶ τῶν πολεμοπαθῶν.
§220Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ, ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ, ἐφόσον ηὕρατε 6 δισεκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὀρθότατα, ἐπαναλαμβάνω...
§221Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Αὐτὰ ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὴν προσφυγικὴν περιουσίαν.
§222Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Μὴ διαμαρτύρεσθε, κ. Συνάδελφε, διότι, ἂν σᾶς ἀκούσῃ τις διαμαρτυρόμενον, θὰ νομίσῃ ὅτι ἐγὼ λέγω ὅτι ἀδίκως ἐγένετο ἡ πληρωμή. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὀρθότατα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διένειμεν εἰς ὁμολογίας 6 δισεκατομμύρια εἰς τοὺς πρόσφυγας, τῶν ὁποίων τὸ ζήτημα ἠγέρθη τὸ 1922, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης δίκαιον νὰ μοιράσῃ, εἰς ὁμολογίας πάλιν, 375 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔλαβε παρὰ ξένων, εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τῆς περιουσίας των ἀπὸ τὸ 1910.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§224Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δικαιότερον ζήτημα ἤχθη εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν πολεμοπαθῶν. Ἐπίσης διεξήχθη ἡ συζήτησις μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει ὅτι πάντες οἱ ὁμιλήσαντες εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα ἑνὸς παθόντος τμήματος τοῦ Κράτους τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν νὰ συστήσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἱκανοποίησιν, ἀλλ’ ἐπίσης εἶχον ὑπ’ ὄψιν καὶ βαθύτατα συνῃσθάνοντο καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ὥστε εἰς τὰς συστάσεις ταύτας νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν διαλλακτικοὶ τῶν δύο τούτων ἐν ἀντιθέσει συμφερόντων. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐφάνη λίαν εὐερέθιστος εἰς οἱανδήποτε σύστασιν ὡς πρὸς τοὺς παθόντας καὶ ἔδωσεν ἀφορμὴν διὰ τῶν διακοπῶν, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε ἐπεχείρει εἰς τοὺς ὁμιλοῦντας νὰ ἀναπτυχθῇ ἐρεθισμός τις εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς παρεξηγήσεις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀπὸ ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν καὶ εἰς τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐπανελήφθη ταύτην τὴν ἑσπέραν θὰ εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποκομίσῃ ἀρκετὰ στοιχεῖα διὰ τὴν ὁριστικὴν ἐπὶ τέλους διαρρύθμισιν ἑνός τοιούτου σοβαροῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἀποζημίωσιν τῶν πολεμοπαθῶν καὶ μάλιστα μετά τινος εὐκολίας δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἀνέσεως. Περὶ τίνος πρόκειται; Ἔχομεν ἕνα πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος ὁ ὁποῖος ἔπαθεν ἀπὸ τὸν πόλεμον. Δὲν συνέβη δὲ τοῦτο μόνον ἐν Ἑλλάδι ἀλλὰ καὶ ὅλων δύναμαι νὰ εἴπω τῶν Ἐθνῶν ὅσα ἐνεπλάκησαν εἰς τὸν πόλεμον ὑπέστησαν οἱ πληθυσμοὶ ὑλικὰς ζημίας. Αἱ ζημίαι τὰς ὁποίας ἔπαθεν ἡ Ἑλλὰς διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὰς ζημίας αἱ ὁποῖαι ἐπηνέχθησαν ἀπὸ τοὺς συμμάχους, οἵτινες ἦλθον εἰς τὸ ἔδαφος τὸ Ἑλληνικὸν πρὸ τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον, καὶ εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὰς ζημίας τὰς ἐπενεχθείσας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ὄχι πλέον ὑπὸ τῶν συμμάχων. Ὅθεν δέον νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι ὑπεύθυνον εἰς ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων εἴτε κατὰ τὴν πρώτην κατηγορίαν εἴτε κατὰ τὴν ἄλλην. Γενικῶς διὰ τὰς ζημίας ἐκ τοῦ πολέμου ἐπεκράτει ποτὲ γνώμη ὅτι αὐταὶ ὡς ἐξ ἀνωτέρας βίας προερχόμεναι θεωροῦνται τυχηραί καὶ τὰ τυχηρὰ δέον νὰ τὰ ὑποστῇ ὁ κύριος. Ἀλλ’ εὐτυχῶς οὔτε ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι προσκεκολημένοι εἰς τὰ ἄκρα δόγματα τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου ἐγένετο δεκτὴ ἀπολύτως ἡ ἀρχὴ αὕτη καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἐκ τῶν νεωτέρων ἑρμηνευτῶν ὑπεστηρίχθη ὅτι καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου τὸ Κράτος εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὰς ἐκ τοῦ πολέμου ζημίας πρὸς ἀποζημίωσιν, διότι ὁ πόλεμος εἶναι ἐνέργεια ἀφορῶσα τὸ Κράτος, εἴτε πρὸς ἄμυναν εἴτε πρὸς ἐπίθεσιν γίνεται, καὶ ἑπομένως τὰς ἐκεῖθεν ζημίας δέον ἐν πάσει περιπτώσει νὰ ὑποστῇ τὸ σύνολον, ἤτοι τὸ Κράτος καὶ ὅταν αὗται ἐπῆλθον εἰς ὡρισμένα ἄτομα εἴτε συνεπείᾳ τοῦ ἐπιτιθεμένου ἐχθροῦ εἴτε τοῦ ἀμυνομένου Κράτους. Ἐφηρμόσθη καὶ ἐνταῦθα ἀνάλογος ἀρχὴ τοῦ Ροδίου Νόμου σχετικοῦ πρὸς τὸν περὶ ἀβαριῶν νεώτερον καθ’ ὃν παρέχεται ἀποζημίωσις εἰς τὸν ὑποστάντα ζημίαν ὡς θυσίαν ὑπὲρ τοῦ συνόλου. Ἡ ἀρχὴ δ’ αὐτὴ ἐκυρώθη νομοθετικῶς πολλαχῶς εἰς τὰ νεώτερα κράτη, τὰ ὁποῖα μετὰ τὸν πόλεμον ἔκρινον δίκαιον νὰ χορηγήσουν ἀναλόγους ἀποζημιώσεις εἰς τοὺς παθόντας πολίτας των ἐκ τοῦ πολέμου καὶ ἀνεξαρτήτως, ὡς πρὸς τὰ νικήσαντα, τῆς ἀποζημιώσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τοῦ ἐχθροῦ. Αὐτή εἶναι ἀρχὴ οὐχὶ ἐπιεικείας ἀλλὰ δικαίου τοῦ κράτους πρὸς τοὺς κατὰ κοινήν συμφορὰν χάριν τοῦ συνόλου παθόντας ἐκ τῶν πολιτῶν του. Καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκτάσεως, ἣν αὕτη ἔτυχεν ἐν ἑκάστῃ δεδομένῃ περιπτώσει πάντοτε ἐφηρμόσθη κατὰ ἕν ὡρισμένον μέτρον. Καὶ ὡς ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς ταύτης δέον νὰ θεωρηθῇ ἡ παροχὴ παρὰ τοῦ Κράτους συντάξεως ἢ ἄλλης ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς κατὰ τόν πόλεμον παθόντας στρατιωτικοὺς ἢ εἰς ἐκείνους περὶ ὧν οὗτοι εἶχον νὰ προνοήσωσιν ἢ οὓς συνετήρουν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἀνεγνωρίσθη καὶ παρεσχέθησαν ἀποζημιώσεις καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, ἀμέσως ἐκ τοῦ πολέμου παθόντας. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ὑποστάτων τὰς ζημίας περὶ ὧν ἀσχολούμεθα, θὰ εἶναι ἀναντιρρήτως καὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες καὶ ἄλλας ὑπέστησαν θυσίας κατὰ τὸν μέγαν πόλεμον, καὶ δὴ θυσίας αἵματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως καὶ τὰς ζημίας ταύτας αἳ εἶναι ἀνεξάρτητοι τῶν θυσιῶν τοῦ αἵματος, νὰ μὴ τὰς ὑποστῇ ἀναλόγως τὸ σύνολον, ἀλλὰ νὰ μείνωσιν εἰς βάρος ἐκείνων καὶ μόνον. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὀρθῶς σκεπτόμενός τις, νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν παθόντων τούτων πολιτῶν του θὰ μείνῃ ἀδιάφορον καὶ δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ τὴν δικαίαν ἐκείνην ἀρχὴν ἀναλόγως τῶν δυνάμεων τοῦ συνόλου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς γενικῆς ἀρχῆς ταύτης, ἡ ὁποία εἶναι τόσον δικαία, ἔχομεν καὶ ἰδιαιτέρας συντρεχούσας συνθήκας ὑπὲρ ἀποζημιώσεως διὰ τοὺς παθόντας. Καὶ ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν, διὰ τοὺς παθόντας πρὶν ἡ Ἑλλὰς εἰσέλθῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἔχομεν ὅτι αἱ σύμμαχοι δυνάμεις ἀπεβιβάσθησαν εἰς Μακεδονίαν καὶ μετέτρεψαν τὸ Μακεδονικὸν ἔδαφος εἰς ἔδαφος πολέμου, ὡς κατόπιν τὸ αὐτὸ ἔπραξαν καὶ εἰς τὸ Ἠπειρωτικὸ ἔδαφος. Ἔχομεν τὸ γεγονὸς ὅτι οὗτοι ἀνεγνώρισαν εὐθὺς ἅμα τῇ ἀποβιβάσει των, καὶ σαφῶς ἐδήλωσαν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅτι θ’ ἀποζημιώσωσι διὰ πάσας τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς κατοχῆς αὐτῶν. Διὰ τὰς ζημίας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι προήρχοντο ἐκ τῆς κατοχῆς τῶν συμμάχων μας ἔχομεν ἀναγνώρισιν παρ’ αὐτῶν τῆς δικαίας ἀξιώσεως διὰ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας θὰ ὑφίσταντο οἱ ἐκεῖ πληθυσμοί. Φυσικὰ, δὲ ἦτο καὶ ἐπιβαλλόμενον μετὰ τοῦτο τὰς ἀποζημιώσεις διὰ τὰς ἐντεῦθεν ζημίας νὰ διακανονίσουν οὐχὶ τὰ κατ’ ἰδίαν παθόντα ἄτομα μετὰ τῶν κρατῶν, ἀλλὰ τὰ κράτη μεταξύ των, ἅτινα θὰ ἐκανόνιζον τόσον τὰς ζημίας τοῦ Κράτους ὅσον καὶ τῶν κατ’ ἰδίαν ἀτόμων. Διότι τὰ κράτη εἰς τοιαύτας περιπτώσεις συμβάλλονται μεταξὺ των ὡς κράτη καὶ ἀναλαμβάνουσι ὑποχρεώσεις διὰ τῆς ἀποζημιώσεως, χωρὶς νὰ κάμουν διάκρισιν, ἐὰν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ζημία εἰς τὸν ἰδιωτικὸν πλοῦτον ἢ εἰς τὸν δημόσιον πλοῦτον. Συνέπεια τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία συνετάχθη μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν ξένων κρατῶν, τὰ ὁποῖα μετέφερον ἐν Ἑλλάδι τὸ μέτωπον τοῦ πολέμου πρὶν ἢ ἡ Ἑλλὰς ἀναμιχθῇ εἰς τὸν πόλεμον, εἶναι ὅτι δικαιοῦται τὸ Ἑλλ. Κράτος μετὰ τὸ τέρμα τοῦ πολέμου νὰ ζητήσῃ τὰς ζημίας αἱ ὁποῖαι ἐπροξενήθησαν καὶ εἰς τὸν fiskus καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν πλοῦτον. Καὶ συμφώνως πρὸς ταῦτα ὀρθῶς μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου λεπτομερεῖς ὑπέβαλεν πίνακας τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἀπήτησε παρὰ τῶν συμμάχων δυνάμεων τὰς ἀποζημιώσεις διὰ τὰς ζημίας τὰς ἐπενεχθείσας παρ’ αὐτῶν τόσον εἰς ἰδιώτας ὅσον καὶ εἰς τὸ κράτος. Καὶ ἐκ τῶν ὑποβληθέντων πινάκων, διακρίνονται εἰδικῶς ποῖαι ζημίαι ἐπροξενήθησαν ὑπ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν συμμάχων ποῖαι ὑπὸ τῆς Γαλλίας, ποῖαι ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας, ποῖαι ἐκ τῆς Ἰταλίας, ποῖαι ὑπὸ τῆς Σερβίας καὶ ποῖαι ἐκ τοῦ συνόλου τούτων καὶ χωριστὰ διὰ τὰς ἐπενεχθείσας εἰς τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς ἐπενεχθείσας εἰς τοὺς ἰδιώτας καὶ αἱ ὁποῖαι ἐν συνόλῳ καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἀνεβιβάζοντο ἐν συνόλῳ εἰς 1.126.500.000 ἐξ ὧν διὰ μὲν τοὺς ἰδιώτας ἀνήρχοντο εἰς 611 ἑκατομμύρια, διὰ δὲ τὸ Κράτος 515.500.000. Τὰς ἀξιώσεις ταύτας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δὲν τὰς ἀνεγνώρισαν ἐν συνόλῳ οἱ σύμμαχοι καί ἐπηκολούθησεν εἰδικὴ διαδικασία πρὸς προσδιορισμὸν αὐτῶν, ἥτις ὁριστικῶς πλέον ἔληξεν ὡς πρὸς τὴν Ἀγγλίαν ἡ ὁποία ἀνεγνώρισε τὸ ποσὸν τῶν 31.250.000 χρυσῶν φράγκων καὶ τελευταῖον ὡς πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία ἀνεγνώρισε τὸ ποσὸν τῶν 68.000.000 φράγκων χρυσῶν ἐπίσης. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν Ἀγγλίαν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐκανονίσθη ὁριστικῶς καὶ συνεψηφίσθη εἰς ἄλλας ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας καὶ συνεπῶς θεωρεῖται πλέον καὶ ὡς εἰσπραχθὲν παρὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν Γαλλίαν ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ σχέδιον νόμου πρὸς ἐπικύρωσιν τοῦ συμβιβασμοῦ τὸν ὁποῖον κατήρτισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῆς Γαλλίας, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν 68.000 000 διὰ τὰς ζημίας ὅτι δήποτε καὶ ἂν ἐπέλθῃ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ προβλεπομένην διαιτησίαν, τοῦτο ἔχει ἤδη ἀναγνωρισθῇ καὶ ἐκρίθη ὡς συμψηφιστέον πρὸς ἀπαιτήσεις σχετικὰς πρὸς ἄλλας δοσοληψίας μας, τὰς ὁποίας ἔχομεν μετὰ τῆς Γαλλίας. Ἑπομένως τὸ ποσὸν αὐτὸ ὡς ὑπεστηρίχθη καὶ παρ’ ἄλλων ὁμιλησάντων δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς οὐσιαστικῶς ἐπίσης εἰσπραχθὲν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Καὶ οὕτω μὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα ὅσον ἀφορᾷ τὰς πρὸ τοῦ πολέμου ζημίας. Παραμένει ἓν μικρὸν ἀκόμη ποσὸν διὰ τὴν Ἰταλίαν τὸ ὁποῖον καθ’ ἃ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, περιωρίσθη εἰς 2.100.000 χρυσὰ φράγκα. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ Ἰταλία ὑποστηρίζει νὰ περιορισθῇ εἰς ἴσον ποσὸν ἀλλ’ εἰς λιρέττας. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν γένει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους προέβη εἰς σχετικὰς ἐνεργείας πρὸς ὁριστικὸν κανονισμὸν σχετικῶς πρὸς τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Σερβίαν παρατηρῶ ὅτι κατὰ τὸν ἀρχικὸν πίνακα εἶχεν ὑποβληθῇ δι’ ἰδιωτικὰς ζημίας ἀξίωσις φρ. χρυσὰ 14 ἑκατ. ἀλλ’ ἐὰν καὶ ποῖος ἐγένετο διακανονισμὸς δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν. Καὶ ταῦτα μὲν διὰ τὰς ἐπελθούσας ζημίας παρὰ τῶν συμμάχων πρὶν ἢ εἰσέλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν πόλεμον ἤτοι πρὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1917. Ἔχομεν ὅμως καὶ τὰς ζημίας τὰς ἐκ τῶν πρώην ἐχθρῶν ἐπενεχθείσας τὰς διακανονισθείσας συνεπείας τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον. Εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλιῶν ὅτι ἀποζημιώσεις διὰ τὰς γενικὰς ἐκ τοῦ μεγάλου πολέμου τούτου ζημίας δὲν ἀνεγνωρίσθησαν. Ἐκεῖνο μόνον τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτὸν καὶ ἐπεδικάσθη εἶναι αἱ λεγόμεναι reperations ἐπανορθώσεις. Ἐπανορθώσεις δηλαδὴ ἀναφερόμεναι εἰς ὡρισμένας θετικὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐπροξενήθησαν εἴτε εἰς τὸ Κράτος εἴτε εἰς ἰδιώτας. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι καὶ δι’ αὐτὰς τὰς ζημίας εἶχεν ὑποβάλει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατάλογον διὰ ποσὸν ἀρκετὰ σοβαρὸν ἀνερχόμενον περὶ τὰ 5 δισεκατομμύρια καὶ δι’ αὐτὸ παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπέναντι τῶν ἐν γένει ἐπανορθώσεων εἰς τὰς ὁποίας ὑπεχρεώθησαν τὰ ἡττηθέντα Κράτη, ἐκ μὲν τῆς Γερμανίας 0,40% ἤτοι ἐκ τοῦ ἐν συνόλῳ ποσοῦ 528 ἑκατομμύρια χρυσὰ μάρκα, ἐκ δὲ τῶν ἄλλων Κρατῶν δηλαδὴ Αὐστρίας Οὐγγαρίας καὶ Βουλγαρίας τὸ ποσὸν ποικίλλει ἀπὸ 12 ἕως 13% ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐπανορθώσεων, τὰς ὁποίας τὰ Κράτη αὐτὰ ὑπεχρεώθησαν διὰ τῶν σχετικῶν συνθηκῶν νὰ πληρώσουν. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Γερμανίαν ἔχομεν ἤδη πραγματοποιήσει κατά τι μέρος τῶν ἀπαιτήσεών μας. Δὲν εἰσπράξαμε μὲν διὰ ταύτην χρήματα ἀλλὰ ἐλάβομεν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς διάφορα χρήσιμα εἴδη, τὰ ὁποῖα ἐξετιμήθησαν εἰς χρῆμα. Οὕτως ἐλάβομεν διάφορα πλοῖα κατ’ ἀρχὰς καὶ μίαν δεξαμενὴν καὶ κατόπιν ἄλλα εἴδη. Τὰ πλοῖα ἐξετιμήθησαν περίπου εἰς 5.575.000 μάρκα καὶ εἰς 45.000 λίρας ἡ δεξαμενή. Περὶ τὰ 5.800.000 περίπου χρυσᾶ μάρκα ἔχωσιν ἐκτιμηθῆ διάφοροι εἰς ποικίλλα εἴδη καταβολαὶ μέχρι τέλους 1926, ἐξ ὅσων ἔχω πληροφοριῶν. Ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας μᾶς εἶχον ἐπιδικασθῆ ὡρισμένως 12,07%. Ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐπανορθώσεων, ἤτοι ποσὸν 292.000.000 φράγκα χρυσᾶ. Ἀλλ’ ὡς γνωστὸν ἡ Βουλγαρία ἐπέτυχε τελευταίως καὶ τῆς ἠλαττώθη τὸ ἀρχικὸν ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶχε ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσῃ διὰ τῆς ἐπανορθώσεως καὶ τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς 2.250.000.000. Ἀρχικῶς περιωρίσθη εἰς 500.000.000 χρυσὰ φράγκα πληρωτέα εἰς 32 ἐτησίας δόσεις.
§225Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς ποῖον;
§226Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Γενικῶς.
§227Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς ἡμᾶς τί ἀναλογεῖ;
§228Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. 12,07% ἐκ τούτων.
§229ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 60 ἑκατομμύρια.
§230Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀπέναντι τούτων ἡ Βουλγαρία ἔχει καταβάλει ἤδη τρεῖς δόσεις κατὰ τὰς σημειώσεις τὰς ὁποίας ἔχω, ἤτοι μίαν καταβολὴν ἐκ 200,639 δολλαρίων ἑτέραν ἐξ 160 χιλ. περίπου δολλαρίων καὶ τρίτην ἐξ 183,780 δολλαρίων. Δὲν γνωρίζω δὲ ἐὰν ἔχῃ καταβάλλῃ ἄλλας.
§231Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τί περιωρίσθη ἡ ὑποχρέωσίς της;
§232Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἀρχικὴ ὑποχρέωσίς της ὑπερέβαινε ὡς εἶπον τὰ 2 δισεκατομμύρια φρ. χρ. ἐν συνόλῳ ἐξ ὧν ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐλάμβανε 12,07% ἤτοι 292 ἑκατομ. ἀλλὰ βραδύτερον τῆς Βουλγαρίας τὸ χρέος δι’ ἀποζημιώσεις περιωρίσθη εἰς 500 ἑκατομ. ἐν συνόλῳ καὶ ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου πλέον πρόκειται ἡμεῖς νὰ λάβωμεν τὸ 12,07%. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι βεβαίως εἰς θέσιν νὰ παράσχῃ θετικωτέρας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὰς παρ’ ἐμοῦ παρασχεθείσας ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι καίτοι τὰς ἠρύσθην οὐχὶ ὑπηρεσιακῶς, τὰς θεωρῶ ἀσφαλεῖς. Σχετικῶς πρὸς τὴν Βουλγαρίαν δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι εὑρέθη λίαν εὐτυχὴς εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν της, καθόσον εἰς ταύτην ἀφέθησαν παρὰ τῶν συμμάχων ὅλα τὰ χρέη τὰ ὁποῖα εἶχε πρὸς τὴν Γερμανίαν. Ἡ Γερμανία δηλαδὴ ὑπεχρεώθη νὰ ἐκχωρήσῃ τὰ χρέη τὰ ὁποῖα εἶχε κατὰ τῆς Βουλγαρίας εἰς τοὺς συμμάχους οἱ δὲ σύμμαχοι μετὰ τοῦτο τῆς τὰ ἐχάρησαν, κατόπιν δὲ τῆς περιώρισαν τὸ ποσὸν τῶν ἐπανορθώσεων ἀπὸ 2 δισεκατομμύρια εἰς 250 ἑκατομμύρια καταβλητέα ὡς εἴρητε εἰς 32 ἔτη κατὰ δόσεις. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν κανένα φθόνον διὰ τὴν γείτονα Δύναμιν αὐτὴν, εὑρέθη εἰς μίαν θέσιν ἀρκετὰ ἀνακουφιστικὴν μετὰ τὸν πόλεμον ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς κατὰ τοῦτο τὸ σημεῖον, ἀφοῦ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι τὰ πολεμικά της χρέη, σχεδὸν ὅλα, τὰ εἶχε συνομολογήσει ἀπὸ τῆς Γερμανίας καὶ τῇ ἀφέθησαν ἐν συνόλῳ. Καὶ τώρα ἀφοῦ εἰσεπράχθησαν τοσαῦτα ποσά, ἐξ ὧν ἕν μέρος ἀναλογεῖ εἰς τοὺς περὶ ὧν πρόκειται παθόντας, δὲν εἶναι ἡ πλέον δεδικαιολογημένη καὶ μᾶλλον ἐπιβεβλημένη σύστασις ὅπως ληφθῇ περὶ τούτων ὁριστική τις μέριμνα; Καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται νομίζει ὅτι προσωπική τις κατ’ αὐτοῦ ἀδικαιολόγητος γίνεται ἐπίθεσις, ἐνῷ πᾶν ἄλλο ἢ τοῦτο ἐσκέφθητε οἱ συστήσαντες ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ ἐγὼ μετὰ τούτων.
§233Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ποῖος τὸ εἶπε;
§234Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, αὐτὴν τὴν στιγμὴν φαίνεσθε ὀλίγον τεταραγμένος. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ Κράτος εἶχεν ὑποχρέωσιν καὶ περὶ αὐτῶν τῶν πληθυσμῶν τῶν πολεμοπαθῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἀνεξαρτήτως τῶν συμφωνιῶν καὶ εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας ἐνήργησε παρὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν εἴτε συμμάχων εἴτε ἐχθρικῶν ἐν σχέσει πρὸς τούτους, καὶ νὰ ἀποζημιώσῃ αὐτοὺς κατὰ τὸ δυνατόν. Ἀλλὰ μετὰ τὰς εἰσπράξεις τὰς ὁποίας ἐνήργησε τόσον παρὰ τῶν συμμάχων ὅσον καὶ παρὰ τῶν πρώην ἐχθρικῶν δυνάμεων ἡ ὑποχρέωσίς του αὕτη δὲν εἶναι πλέον ἠθικὴ ὑποχρέωσις Κράτους ἀπέναντι τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ εἶναι νομικὴ ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις ἑνὸς ἐντολοδόχου ἀπέναντι τῶν ἐντολέων του. Εἶναι δὲ τόσον ἐπιτακτική, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι, ἂν καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐπὶ Κράτους, ὀρθῶς παρετήρησε εἷς τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Βουλευτῶν, ὅτε ἐὰν τοῦτο ἐπράττετο παρὰ ἰδιώτου ὁ νόμος ὁ ἰσχύων καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς πᾶν πολιτισμένον Κράτος, θὰ τὸ ἐχαρακτήριζε οὐχὶ ἁπλῶς μίαν παράβασιν ἐκπληρώσεως ὑποχρεώσεως ἀλλὰ θὰ τὸ ἐχαρακτήριζε ὡς καταπάτησιν τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐπέμβῃ κολαστικῶς ἡ πολιτεία ὡς χαρακτηρίζουσα τὴν πρᾶξιν ἀδίκημα ποινικῆς φύσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει: μὰ νομίζετε ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀποζημιωθοῦν αὐτοὶ οἱ ἀτυχεῖς πληθυσμοί, καὶ δὲν ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγὼ ὅσον καὶ σεῖς; ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς ἀναγνωρίσω τοῦτο καὶ παραβλέπω μίαν φρασεολογίαν ἡ ὁποία σᾶς διέφυγε, ὅτι ἄλλοι δῆθεν σκοποὶ συνηγοροῦν, ὥστε νὰ γίνωνται ἐν προκειμένῳ σήμερον τόσαι συστάσεις. Ἕκαστος Βουλευτής, ὡς γνωρίζετε καὶ ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε κ. Ὑπουργέ, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ προνοῇ κατὰ πᾶσαν περίστασιν περὶ τῶν διαφόρων συμφερόντων τῶν πολιτῶν ἐν γένει, ἰδιαιτέρως δὲ ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν ἐν προκειμένῳ νὰ προνοήσωσιν οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι κατάγονται ἐκ τῶν παθόντων μερῶν. Γνωρίζετε δὲ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι δὲν γίνονται σήμερον τὸ πρῶτον αἱ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν πολεμοπαθῶν τούτων συστάσεις ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι εἶναι ἐγγὺς ἡ ἐκλογικὴ περίοδος καὶ τὸ διάστημα τοῦ περαιτέρω βίου τῆς Βουλῆς ὑπολογίζεται βραχύτατον.
§235Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομ.). Δὲν ἐλέχθη τοῦτο.
§236Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἔγιναν ἀπὸ μικροῦ ἤδη συστάσεις κατ’ ἐπανάληψιν. Ἔλαβον δὲ καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν νὰ ἐνισχύσω τὴν τοιαύτην σύστασιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀφ’ ὅτου κατὰ τὸ παρελθὸν μετέβην εἰς τὴν Μακεδονίαν ἔνθα, ὅπου καὶ ἂν διῆλθον, προσῆλθον πολλοὶ τῶν παθόντων καὶ μοῦ ἔκαμαν παράπονα ὅτι τοὺς παραμέλησε τὸ Κράτος καὶ δὲν λαμβάνει καὶ δι’ αὐτοὺς τὴν ὀφειλομένην πρόνοιαν, νὰ δοθῇ ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀποζημίωσις διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν εἰς τὰς περιουσίας αὐτῶν καὶ τὰς διαφόρους ἄλλας ἃς ὑπέστησαν ζημίας. Καὶ γνωρίζομεν πολὺ καλὰ ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῆς Μακεδονίας ἔχει ὑποστῆ τεραστίας ζημίας. Δύναμαι νὰ προσθέσω μάλιστα ὅτι ἐξ ἀφορμῆς τούτου οἱ κάτοικοι ἐθεώρουν ἑαυτοὺς ὡς γενικώτερον παρὰ τοῦ Κράτους παραμελημένους καὶ ποικίλας ἄλλας μετὰ τούτου συνεδύαζον κατὰ τοῦ Κράτου, αἰτιάσεις. Ἐνθυμοῦμαι αἴφνης ὅτι εἰς Δοξᾶτον μοῦ παρεπονέθησαν ταὐτοχρόνως ὅτι δὲν παρήχετο τὸ σχέδιον τῆς ἀνοικοδομήσεως, καὶ διατελεῖ ἐκκρεμὴς εἰσέτι ἡ ὑπόθεσις καὶ δίδονται ἀφορμαὶ μάλιστα εἰς συγκρούσεις γηγενῶν καὶ προσφύγων, οἱ ὁποῖοι δὲν πταίουν εἰς τίποτε, διότι ἐκεῖνοι νομίζουν ὅτι ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γίνωσιν οἱ προσφυγικοὶ συνοικισμοὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐγκρίνεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου. Καὶ δέον νὰ σημειωθῇ ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ ἱκανοὶ εὔποροι, οἵτινες ἐνῶ ἠδύναντο νὰ ἀναγείρωσιν οἰκοδομὰς καὶ τὸ Δοξᾶτον νὰ γίνῃ πόλις, δαπανῶσιν ἀσκόπως τὰς οἰκονομίας των. Οὐδεὶς βεβαίως ἀρνεῖται ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εὑρέθη πρὸ ποικίλων καὶ σπουδαίων ζητημάτων, ὥστε ἀληθῶς διὰ τὸν ἰθύνοντα μάλιστα ἑκάστοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἡ θέσις του νὰ εἶναι ἐκ τῶν δυσχερεστέρων. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρέχει ἐν προκειμένῳ εἰς ἰδιαιτέρας καὶ δεδικαιολογημένας παρατηρήσεις εἶναι ὅτι παρημελήθη ὅλως μέχρι σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἔχομεν ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ζημίας πρὸ τοῦ 1917 καὶ ἔκτοτε διέρρευσαν 11 καὶ πλέον ἔτη, ἀπὸ δὲ τῆς παύσεως τῶν ἐχθροπραξιῶν μέχρι σήμερον εἶναι περὶ τὰ δέκα καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ σειρᾶς τόσον ἐτῶν καθ’ ὃ ἐὰν κατεβάλετο καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ἀπαιτουμένη πρόνοια, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσι πλέον κανονισθῆ τὰ τῆς ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως καὶ σχετικὴ ἀνακούφισις νὰ εἶχε παρασχεθῆ εἰς τοὺς ἀτυχεῖς παθόντας, ἐν τούτοις μέχρι σήμερον σχεδόν, οὐδὲν ἐγένετο παρὰ μόνον οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι πληθυσμοὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς δαπάνας καὶ ἔξοδα τὰ ὁποῖα καταβάλλουν εἰς πληρεξουσίους δικηγόρους τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ ὁ νόμος διὰ νὰ παρακολουθήσουν τὴν διαδικασίαν ὅπως ἐπιτύχουν μίαν ἀπόφασιν, ἄγνωστον πρὸς τί, καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μόνον ἕνα ἄγραφο χαρτί. Ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως ἔχουσι ἢ δὲν ἔχουσι δίκαιον οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ νὰ ἐξανίστανται καὶ νὰ πιέζωσι ὄχι μόνον τοὺς ἀντιπροσώπους οἱ ὁποῖοι ἐκεῖθεν κατάγονται, καὶ οἱ ὁποῖοι πᾶς τις φαντάζεται ποίαν θέσιν ὑφίστανται, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, οἵτινες καὶ ὀφείλουσι νὰ διατελῶσι ἐν ἀναγκαίᾳ ἐπαφῇ ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν τοιαῦτα τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὅσον ἀφορᾷ περὶ διαφόρων ἄλλων ἀτυχῶν ἐκ τοῦ πολέμου σχετικῶς πρὸς τὰ ἀφορῶντα τοὺς πληθυσμοὺς τούτους, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἀληθῶς ὑπῆρξεν ὀλιγωρία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι βεβαίως ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς συγγνώμης. Καὶ ἀπορῶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ παρ’ ὀλίγον ὑπό τινων τῶν κυρίων συναδέλφων ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος Βουλευτὴς, ὅταν ἐξέφραζε τὴν δυσφορίαν του λέγων ὅτι προκειμένου περὶ τῶν προσφύγων ἐλήφθη πρόνοια, ὡς καὶ ὀφείλετο, περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς ἐνταῦθα ὑπὲρ αὐτῶν ὑφισταμένης περιουσίας καὶ παρεχωρήθησαν εἰς τούτους ἀπέναντι ὁμολογίαι ἐνῷ εἰς τοὺς πολεμοπαθεῖς τούτους οὔτε κἄν ὁμολογίαι, παρεχωρήθησαν ἀπέναντι τῶν μετρητῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἔστω καὶ διὰ συμψηφισμοῦ τοῦ Κράτους δι’ αὐτοὺς, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμία ἀπῃτήθη ἐκκαθάρισις. Ἐνταῦθα διὰ τὰ ληφθέντα ποσὰ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀρκέσῃ ἡ διαδικασία τῆς κατατάξεως ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ πλειστηριασμοῦ πρὸς διανομὴν μεταξὺ τῶν παθόντων, διότι ἐδῶ ὑπάρχει περιουσία ρευστὴ εἰς μετρητὰ. Δότε ταύτην τουλάχιστον καὶ κατόπιν σκεφθῆτε ἐὰν τὸ Κράτος εἶναι εἰς θέσιν νὰ λάβῃ καὶ ἄλλα μέτρα καὶ ποῖα. Οὐδεὶς ἐκ τῶν ὁμιλησάντων ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐξώθησε τὰ πράγματα πέραν στενωτάτου ὁρίου, προσήκοντος καὶ δυνατοῦ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Καὶ οὐδεὶς ἠξίωσε πλήρη ἀποζημίωσιν διὰ τοὺς παθόντας. Δὲν νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ σύστασις καὶ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἦτο σύστασις ἡ ὁποία εἶχεν ἀντιπολιτευτικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’ εἶχε τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεζητήθη παρὰ τῶν ὁμιλησάντων ἡ ἀνακούφισις τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων πολεμοπαθῶν, χωρὶς ἰδιαιτέρας τοῦ Κράτους ἐπιβαρύνσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς διαθέσεως τῶν εἰσπραχθέντων παρ’ αὐτοῦ ποσῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν αὔριον ἐμφανισθῶσι καὶ πέραν τούτου ἀπαιτήσεις, ἐὰν θὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι καλῶς τὸ Κράτος διεχειρίσθη τὸ ζήτημα ἀπέναντι τῶν τρίτων, ἢ καὶ κατὰ πόσον καὶ ἀνεξαρτήτως τούτου τὸ Κράτος δὲν ἔχει πληρώσει ἀπέναντι τῶν παθόντων ὑποχρεώσεις. Ὑφίσταται βεβαίως τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον τὸ Κράτος καλῶς διεχειρίσθη τὴν ὑπόθεσιν ἀπέναντι ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἦτο ἀνεγνωρισμένη καὶ κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον ἀπαίτησις πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων καὶ συμβατικῶς ἀνέλαβον τοιαύτην. Εἶναι δίκαιον οἱ παθόντες πολῖται νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι κακῶς συνωμολογήσατε εἰς βάρος μας τὸν ὃν ἐκάματε μετὰ τῶν τρίτων τούτων συμβιβασμόν. Ἀλλὰ τέλος πάντων, δότε μας ἤδη τὴν ἀνήκουσαν εἰς ἡμᾶς ἀναλογίαν ἐκ τῶν διὰ λογαριασμόν μας εἰσπραχθέντων ποσῶν, διὰ τὰς εἰς ἡμᾶς προσγενομένας ζημίας. Πᾶσα ἀναβολὴ ἀποτελεῖ ὄχι μόνον ἀθέτησιν τῆς στοιχειωδεστέρας ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πολίτας, ἀλλὰ καὶ τὴν χειρίστην τούτων διαπαιδαγώγησιν διὰ τὰ ἀπέναντι τοῦ Κράτους καθήκοντα τῶν πολιτῶν. Ποίας ἐντεῦθεν θὰ ἀποκομίσωσιν οἱ πολῖται ἐντυπώσεις, ὡς πρὸς τὰς ἀπέναντι τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεις των, ὅπως μετ’ εὐσυνειδησίας δηλώσωσι τί ἐκ τῆς ἐργασίας των παρήχθη, τί εἰσέπραξαν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων καὶ τί ἐκ τούτων ὀφείλουσιν ὡς πολῖται ἀπέναντι τοῦ Κράτους, διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα καὶ νὰ σπεύδωσιν εἰς καταβολήν, ὡς βεβαίως ὀφείλουσι καὶ πρέπει νὰ κάμνωσιν ὡς πολῖται, ὅταν οἱ τὸ Κράτος κυβερνῶντες ἀθετῶσιν ἀπέναντι μιᾶς μερίδος πολιτῶν τοιαύτας στοιχειώδεις πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις; Δὲν εἶναι δ’ ἀδιάφορον τὸ πότε θὰ καταβληθῇ εἰς τοὺς παθόντας πολίτας ἡ ὀφειλομένη πρὸς αὐτοὺς ἀποζημίωσις. Ἐὰν καταβληθῇ μετὰ πάροδον ἐτῶν τινων ἀκόμη, εἶναι βεβαίως ἄδηλον ποῦ θὰ ἔχωσι καταλήξει οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ πολῖται καὶ ἂν δι’ αὐτοὺς δὲν θὰ εἶναι ἴσως ἄχρηστοι πλέον. Αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῶν κ. Συναδέλφων συστάσεις καὶ ἐπικρίσεις διὰ τὴν βραδύτητα καὶ ἀμέλειαν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὰς ἀπέναντι τῶν πολεμοπαθῶν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι πληρέστατα δεδικαιολογημέναι καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὰ διάφορα ἄστοχα ὡς πρὸς ταύτην μέτρα καὶ προβῇ ὡς τάχιστα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης τοῦ Κράτους, τόσον κατηγορηματικὴν καὶ ἐπιτακτικὴν καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμίαν δικαιολογίαν, οὔτε διὰ τὴν μέχρι σήμερον, πολὺ δὲ μᾶλλον διὰ τὴν περαιτέρω ἀναβολήν. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καθορίσῃ τὰ μέσα καὶ ἁπλῆν καὶ ταχεῖαν διαδικασίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πολεμοπαθεῖς. Καὶ ἰδιαιτέρως θὰ συστήσω τὴν ἁπλοποίησιν τῆς διαδικασίας κατὰ τρόπον, ὥστε οἱ δυστυχεῖς παθόντες νὰ μὴ ὑποβάλλωνται καὶ εἰς ἄλλας οὐ μικρὰς δαπάνας, ὡς γίνεται σήμερον, διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ πληρεξουσίου δικηγόρου καὶ ἄλλων σχετικῶν μέτρων πρὸς καθορισμὸν τῆς ὀφειλομένης ἀποζημιώσεώς των, νὰ παράσχῃ δὲ καὶ ἀνάλογον προθεσμίαν διὰ τὴν ὑποβολὴν αἰτήσεων τῶν μὴ ὑποβαλόντων κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν προθεσμίαν, ἀφοῦ τὸ Κράτος οὐδεμίαν ἐτήρησε δι’ ἑαυτὸ προθεσμίαν διὰ τὴν πληρωμήν. Καὶ ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς καὶ ἂν δὲν ὑπάρχωσι μετρητὰ οἱ δικαιοῦχοι θὰ ἠδύναντο καὶ δι’ ἄλλων νὰ ἱκανοποιηθῶσι μέσων, ὡς δι’ ἠσφαλισμένων τοκοφόρων ὁμολογιῶν, κατὰ μέρος. Τὸ ἀπαραίτητον πάντων σήμερον εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμφανίσῃ τὰ μέτρα της ὡς πρὸς τὸ οὐσιῶδες τοῦτο ζήτημα.
§237Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς διατυπωθείσας συστάσεις, τὰς ὑπὸ τύπον δηλώσεων γενομένας, τῶν κ. κ. Συναδέλφων καὶ εἶναι μακρὰν τῆς σκέψεώς μου ἡ ὑπόνοια, ὅτι αἱ ἐκδηλωθεῖσαι ἰδιαιτέρως συμπάθειαι τὴν ἑσπέραν ταύτην πρὸς τοὺς πολεμοπαθεῖς ἀποβλέπουν εἰς ἄλλο τι παρὰ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου. Τοῦτο παρ’ οὐδενὸς ἀμφισβητεῖται. Εἶναι τόσον προφανές, ἀπό τε τῆς νομικῆς του ἀπόψεως, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς ἠθικῆς τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεως τὸ δικαίωμα τῶν πολεμοπαθῶν, ὥστε, ὑποθέτω, περιττεύει πολὺ μακρὰν ἡ νομικὴ ἀνάλυσις, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Συνάδελφον, τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος, ὅπως πεισθῶμεν, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει δικαίωμα τῶν παθόντων νὰ ἀξιώσωσιν ἀποζημίωσιν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὑποχρέωσις νομικὴ καὶ ἠθικὴ τοῦ Κράτους, ὅπως ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν διὰ τὰς ἀποζημιώσεις. Τὸ Κράτος, ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀλληλεγγύης αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατόν, ἢ νὰ τείνῃ εἰς ἱκανοποίησιν ὅλων τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουν ἐξ ὑποχρεώσεων γενικωτέρων. Τοιαῦται εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις αἱ ἐκ τοῦ πολέμου. Ὅλοι οἱ παθόντες ἐκ τοῦ πολέμου δικαιοῦνται κατ’ ἀρχὴν ἀκεραίας ἀποζημιώσεως, ὅπως ὅλοι οἱ πάσχοντες ἐκ τυχαίων ἀτυχημάτων, ὡς οἱ σεισμοπαθεῖς καὶ οἱ πλημμυροπαθεῖς. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν μίαν ἀπόλυτον ἀρχήν, ὅλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσωσιν ἀποκατάστασιν τῆς περιουσίας των παρὰ τοῦ Κράτους, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ἐξωθῇ ἑκάστοτε τὴν ἔννοιαν τῆς ἀλληλεγγύης μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀποκαθιστᾷ εἰς ἀκέραιον τὰς ζημίας, τοῦτο προκύπτει καὶ δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ὅτι τὸ Κράτος αὐτὸ δὲν ἱκανοποιεῖ τὰ καθ’ ἕκαστα αὐτοῦ ζημιωθέντα μέλη, ἐκ πόρων ἰδίων καὶ ἀφῃρημένων, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ θυσίας, ὅπως ἀποκτήσῃ τὰ μέσα τῆς ἱκανοποιήσεώς του. Εἶναι πολλάκις δύσκολος ἡ αἴτησις θυσιῶν, καὶ δυσκολωτέρα ἡ ἱκανοποίησις τῶν θυσιῶν, διότι συμβαίνει οἱ λαοὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς θέσιν δύσκολον οἰκονομικὴν καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ συνεισφέρωσιν, ὡς θὰ ἐπεθύμουν, ἐκ μιᾶς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέχουν εἰς ὡρισμένα μέλη τῆς πολιτικῆς κοινωνίας. Οἱ πολεμοπαθεῖς ὑπέστησαν ζημίας ὑπολογισθείσας ἐκ τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης ἀφορμῆς, ἔκ τε τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων καὶ ἐκ τῶν συμμαχικῶν, εἰς 600–620 ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§238Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Χρυσῶν δραχμῶν;
§239Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Χρυσῶν, διότι αἱ ζημίαι ὑπελογίσθησαν εἰς τὴν προπολεμικὴν ἀξίαν. Ἐάν ὅμως θά πληρωθῶσιν αὐτοὶ εἰς χρυσὸν ἢ μή, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον χρήζει μελέτης τινός. Οἱ πολεμοπαθεῖς ὑπέστησαν ζημίας ὑπολογισθείσας εἰς 600 ἑκατομ. χρυσᾶς δραχμάς, τὸ δὲ Δημόσιον ζημίας, διά τάς ὁποίας δικαιοῦται ν’ ἀποζημιωθῇ ἐκ μέρους τῶν Συμμάχων 753 ἑκατομμύρια χρυσᾶ. Ἔναντι τούτων τῶν ζημιῶν εἰσεπράχθησαν ἀπὸ ἐπανορθώσεις μέχρ. τοῦδε παρά τε τῆς Γερμανίας καὶ Βουλγαρίας 40.100.000 φράγκα. Ἐάν θέλετε καὶ λεπτομερείας, διὰ νὰ ἔχετε ἀκριβεῖς τοὺς ἀριθμούς, ἀρύομαι δὲ ταῦτα ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν 35.600.000 δραχ., παρὰ τῆς Βουλγαρίας 4.000.000 δραχ., ἐν ὅλῳ 40.100.000 χρυσᾶ φράγκα. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντα ἔναντι τῶν ὁποίων κατεβλήθησαν εἰς τοὺς δικαιούχους 10.000.000 χρυσᾶ φράγκα, ἤτοι μέχρι τοῦδε 150 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐγώ, ὅτι τὸ Κράτος δικαιοῦται ν’ ἀπορροφήσῃ ὅλας τὰς ἀποζημιώσεις τὰς καταβληθείσας ἔκ τε τῶν ἐπανορθώσεων καὶ παρὰ τῶν Συμμάχων διὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν ζημίας. Διότι βεβαίως ἂν ἠθέλαμεν κατὰ προτεραιότητα ζητήσει νὰ καλυφθοῦν αἱ ζημίαι αὐταί, δὲν θὰ ἔμενεν οὐδὲ ὀβολὸς διὰ τοὺς ἰδιώτας. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ τεθῇ καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξεύρωμεν τὸν σύμμετρον τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ τὸ Δημόσιον θὰ λάβῃ τὸ ἀνάλογον μέρος ἀπὸ τὰς ἀποζημιώσεις, καθὼς καὶ οἱ ἰδιῶται. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν ἀποζημιώσεων ἐγεννήθη ἀπὸ τοῦ 1918–1919. Τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη νόμος κατὰ τὸ 1920, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθησαν αἱ Ἐπιτροπαὶ τῆς ἐκτιμήσεως, κατόπιν δὲ ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1924, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθη μία Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν δηλώσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑποβληθῆ παρακαίρως. Ἐπίσης δὲ καὶ διὰ τὰς ἐνστάσεις καὶ διὰ τὸν καθορισμὸν ἑνὸς ἀμέσως πληρωτέου ποσοστοῦ ἔναντι τῆς ὅλης ἀπαιτήσεως, ὡρίσθη δὲ καὶ ἡ κλῖμαξ τῶν ἀμέσων πληρωμῶν, ἔναντι τῶν ὁποίων ἐνεργήθησαν αἱ καταβολαί, αἱ ἀνελθοῦσαι εἰς 10 ἑκατομμ. φράγκα χρυσᾶ. Αὐτὰ ἦσαν ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε ληφθέντα μέτρα. Ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως ἐτέθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ ζήτημα πλέον τῆς ῥιζικῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης κατὰ τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν, ἢ μᾶλλον ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ἔπρεπε καὶ αὐτὴν τὴν ἀπαίτησιν νὰ τὴν ἐκκαθαρίσῃ ἀμέσως. Αὐτὴ ἦτο ἡ διατυπωθεῖσα ἀξίωσις καὶ διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἀξιώσεως αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ ἰδιῶται ἀπὸ πάσης ἀπόψεως νομικῆς καὶ οὐσιαστικῆς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὑποβάλῃ ἕνα πόρισμα μιᾶς εὐκολωτέρας ἱκανοποιήσεως ὑπὲρ τῶν παθόντων. Διότι ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς ποῖαι αἱ ἀξιώσεις τῶν παθόντων. Ἦσαν τὰ 610 ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν τὰ 620 ἑκατομμύρια. Ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ποσὸν 926 ἑκατομ. χρυσῶν δραχμῶν ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον κατεβλήθη παρὰ τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων, νὰ φθάσωμεν δηλ. εἰς ἓν ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰ 9 δισεκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ ὁποίου θὰ ἀπῃτεῖτο μία ἐτησία τοκοχρεωλυτικὴ ὑπηρεσία ὑπερβαίνουσα τὰ 900 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν παρίστατο καὶ ἀντιπρόσωπος, δὲν γνωρίζω ἂν ἐγκύρως ἢ μὴ, οὕτω τοὐλάχιστον ἐνεφανίσθη ἐνώπιον ἡμῶν, τῶν περιφερειῶν αἱ ὁποῖαι εἶχον τὰ περισσότερα δικαιώματα ἐκ τῶν ἀποζημιώσεων, ἐκεῖ ἐτέθη ὡς βάσις ἐκ μέρους τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν παθόντων ἡ καταβολὴ τριῶν δισεκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τοὺς παθόντας ἐξ ἐχθρικῶν στρατευμάτων. Δηλαδὴ ἂν καὶ ἡ ἀπαίτησις αὐτὴ ἐπληρώνετο μὲ ἕνα ὁμολογιακὸν δάνειον, θὰ ἀπαιτηθῇ μία ὑπηρεσία 250 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐτησίως. Ἐὰν δὲ εἰς τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν προστεθοῦν καὶ αἱ ἀπαιτήσεις τῶν παθόντων ἐκ μέρους τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων, θὰ ἔχωμεν μίαν πρόσθετον ἐτησίαν ὑπηρεσίαν 320–350 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τὸ ὀλιγώτερον. Καὶ ἐνώπιον τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εὑρίσκεται ἤδη ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς ἐπαναλαμβάνω νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰς συμμαχικὰς ζημίας. Δὲν πρόκειται νὰ καταβάλωμεν ἀμέσως τὰ ποσὰ τῶν 9 δισεκατομμυρίων οὐδὲ τὸ ποσὸν τῶν τριῶν δισεκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠθέλομεν νὰ τὸ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὡς ἐλύθη καὶ διὰ τὰς ἄλλας κατηγορίας τῶν παθόντων, διὰ τοὺς πρόσφυγας λόγου χάριν, θὰ φθάσωμεν εἰς μίαν ἐπιβάρυνσιν ἐτησίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπερβαίνουσαν τὰ 300 ἢ 350 ἑκατομμύρια. Ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Κορινθίας λίαν εὔστοχος ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως ἀλλὰ καὶ εἰς ἄκρον γενναιόδωρος ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως, μᾶς εἶπεν ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ὀφείλουν νὰ καταβληθοῦν, εἶναι δὲ ἀδιάφορον κατὰ τίνα τρόπον θὰ τὰ ἐξοικονομήσετε. Τὰ ἔχετε εἰσπράξει. Εἶναι χρήματα ἱερὰ καὶ ὀφείλομεν νὰ τά ἀποδώσωμεν ἄλλως τὸ Κράτος ἀσκεῖ μίαν ὑπεξαίρεσιν, μίαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, μίαν καθαρὰν βαλαντιοτομίαν ἂς εἴπωμεν τὴν λέξιν ἡμεῖς τοῦ καὶ ἂν δὲν πληρώσῃ τὸ Κράτος εἶναι ἠθικῶς ἐπιλήψιμον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν τῶν χρημάτων ἐδόθη ἤδη ἡ ἐξήγησις. Ἐγένετο εἴσπραξις χρημάτων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ πάλιν τὴν νομικὴν ὅτι ὑπῆρχον ἀπαιτήσεις τῶν ἰδιωτῶν, ὅτι τὸ Κράτος διεπραγματεύθη τὰς ἀπαιτήσεις αὐτὰς κατὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν καὶ ὅτι ἀπέληξεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα. Ὁ κ. Συνάδελφος, λοιπὸν, εἶπε μίαν θεωρίαν ὀρθὴν ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, πλημμελῆ ὅμως ἀπὸ οἰκονομικῆς, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα εἰσεπράχθησαν ὅταν τὸ Κράτος διεπραγματεύθη πρὸς τὰ Κράτη διὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν, καὶ συνεψήφισε μὲ τὴν Ἀγγλίαν ἕν ποσὸν 1.250.000 λιρῶν καὶ πρόκειται νὰ συμψηφίσῃ μὲ τὴν Γαλλίαν — ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι ὁριστικὴ ἑπομένως πᾶσα πρᾶξις μὴ ὁριστικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς τελεία — 68 ἑκατομ. χρυσῶν φράγκων. Τὰ ποσὰ αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ ἀποδώσῃ τὸ Κράτος. Εἰσεπράξαμεν ἐπίσης τὰς ἀποζημιώσεις τὰς ἄλλας ἐξ ἐπανορθώσεων. Ὀφείλει καὶ αὐτὰς νὰ τὰς καταβάλῃ.
§240Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αἱ réparations ἀφοροῦν ἰδιωτικὰς ἐπανορθώσεις;
§241Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ποσῶς. Ἀφοροῦν τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ἰδιωτῶν καὶ τοῦ Κράτους. Καμμία διαστολὴ δὲν ὑφίσταται. Ἑπομένως ἡ ρύθμισις αὐτοῦ εἶναι ζήτημα καθαρῶς ἐσωτερικοῦ δικαίου. Ἐκεῖνοι ἐξοφλοῦν τὸ χρέος διά τε τὰς ζημίας τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἰδιωτῶν ἑνιαίως. Καὶ διατὶ εἶναι πλημμελὴς ἡ θεωρία αὕτη; Τὸ εἶπον ἤδη. Διότι οἰκονομία μιᾶς δαπάνης εἶναι, ἐὰν τὸ Κράτος ἐκ τῆς εἰσπράξεως αὐτῆς ἔγινε πλουσιώτερον καὶ ἑπομένως ἱκανώτερον πρὸς παροχὴν ἀποζημιώσεως. Δὲν ἔχει σημασίαν ἡ νομικὴ πρᾶξις, ἐφόσον τὸ Κράτος δὲν εἰσέπραξεν ἀπολύτως οὐδὲ ὀβολόν, δὲν ἐπλούτισε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατὰ μίαν δραχμήν. Ἐκεῖνα δὲ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταβάλῃ θὰ τὰ ἀρυσθῇ ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οὐδὲ ἕνα ὀβολὸν ἔλαβε τὸ Κράτος ἐκ μέρους τῶν Συμμάχων, οὐδὲ πρόκειται νὰ λάβῃ, ἐκτὸς ἑνὸς ποσοῦ ἐκ τῶν ἐπανορθώσεων. Τὰ ἄλλα ποσὰ δὲν κατεβλήθησαν εἰς τὸ Κράτος οὕτως, ὥστε τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ καταστῇ ἱκανώτερον διὰ τὴν καταβολὴν αὐτῶν τῶν ἀποζημιώσεων. Τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα θὰ χρειασθῇ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις ὀφείλει νὰ τὰ ἀντλήσῃ ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ δικαιολογία τοῦ Κράτους, ἐνταῦθα προκύπτει ἡ δικαιολογία τοῦ Κράτους καὶ ὁ δισταγμὸς διὰ τὴν ἄμεσον τακτοποίησιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὁ δισταγμὸς λέγω, διότι ἀκόμη δὲν εἰμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ φέρῃ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ προνοῆται καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι τὸ Κράτος ἐπαναλαμβάνω θὰ ἀντλήσῃ τοὺς πόρους διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιώσεων τῶν πολεμοπαθῶν ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν φορολογουμένων. Πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φορολογοῦνται καὶ δι’ ὅλας τὰς ἄλλας ἀνάγκας. Εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ἀξίωσις αὐτή, ὅπως ἐπιτακτικαὶ εἶναι καὶ αἱ ἀξιώσεις αἱ ἀπορρέουσαι ἐκ χιλίων δύο ἄλλων περιστατικῶν. Ἀλλ’ εἶναι αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν; Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἤκουσα ὅλας τὰς πτέρυγας νὰ λέγουν ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ σᾶς ἐνισχύσωμεν νὰ πατάξητε πᾶσαν ἀνταρσίαν ἐκδηλουμένην ἐκ μέρους τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἀλλὰ σᾶς λέγομεν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως καὶ τῆς ἱκανοποιητικῆς ἀντιμισθίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔχετε τὴν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ κανονίσητε διὰ παντὸς τρόπου, διότι Κράτος μισθοδοτῶν ἀνεπαρκῶς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοῦ εἶναι Κράτος ἀνίκανον νὰ βαδίσῃ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας. Ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν διότι δὲν εἶναι κατωτέρα ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ τῆς ἄλλης ὑποχρεώσεως. Ἤκουσα τοὺς αὐτοὺς λόγους καὶ δι’ ἐκείνων. Ἔχομεν ἐπίσης ὑποχρεώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνηλημμέναι ἤδη ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ἤρχισεν ἤδη ἡ ἀποζημίωσις τῶν προσφύγων. Δὲν ἤρχισεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἤρχισεν ἀπὸ τῶν ἡμερῶν τῆς Δ. Συνελεύσεως.
§242Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὤφειλε ν’ ἀρχίσῃ.
§243Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὤφειλε ν’ ἀρχίσῃ καὶ ἤρχισε. Θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀκατανόητον νὰ διακόψωμεν ἕνα ἔργον καὶ νὰ εἴπωμεν εἴς τινας ὅτι καλῶς ἐλάβατε σεῖς ἀποζημιώσεις, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον εἰς τοὺς ἄλλους, τῶν ὁποίων αἱ ὑποθέσεις δὲν ἔτυχε νὰ ἐκκαθαρισθοῦν ταὐτοχρόνως, νὰ δώσωμεν ἀποζημιώσεις παρὰ μετὰ πάροδον ἀρκετοῦ χρόνου. Εἴχομεν λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνεχίσωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν προσφυγικῶν ἀποζημιώσεων. Τοῦτο ἦτο ἀνάγκη ἀναπόφευκτος. Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ παρεκκλίνῃ ἀπὸ τὰς κατευθύνσεις αὐτάς. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν Μητρώων τῶν ἀνταλλαξίμων τῶν δικαιουμένων ἀποζημιώσεως, προέκυψαν νέα βάρη τὰ ὁποῖα θὰ βαρύνουν τὴν τρέχουσαν χρῆσιν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐξ ἴσου τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου διὰ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξεύρωμεν καὶ δι’ αὐτοὺς πόρους ἱκανοὺς νὰ καλύψουν τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τοῦ συναφθέντος ἤδη δανείου. Ἔχομεν ἤδη τὰς ὑποχρεώσεις ἐκ τῆς ἑλληνοβουλγαρικῆς μεταναστεύσεως, τὰς ὁποίας ἠλάττωσε μὲν ἡ σύμβασις, ἀλλ’ ἡ ὁποία προεκάλεσεν ἕνα ἀναβρασμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις, ἐάν πρέπῃ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς μίαν αὔξησιν τῶν δανείων τῶν προσφύγων ἐκ τῆς Βουλγαρίας.
§244Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Τὸ δάνειον μεταβάλλεται εἰς τριακονταετές.
§245Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν μεταβάλλεται δημιουργεῖται μία ὑπηρεσία ὑπερβαίνουσα τά ἑκατὸν τόσα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Σημειώσατε δὲ ἐπὶ πλέον ὅτι ἔχομεν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν πλείστας ὅσας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν ἐπίσης βάρη. Ἔρχεσθε, λοιπὸν, τὴν στιγμὴν αὐτὴν τῆς συσσωρεύσεως τεραστίων ἀναγκῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ μᾶς λέγετε ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις νὰ δημιουργήσητε αὐτὸ τὸ δάνειον, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εἴπητε πληρώσατε μόνον τά καταβληθέντα δηλ. 1.200.000 λίρας καὶ τά 40 ἑκατομμύρια τὸν χρυσὸν καὶ βλέπομεν διά τά ὑπόλοιπα. Εἶναι εὔκολον νά λέγητε τοῦτο. Δὲν γνωρίζω κατά πόσον θά τὸ δεχθοῦν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ εἰς αὐτά ἐάν ἀρκεσθῶμεν, πάντως θά ἔχωμεν μίαν ὑπηρεσίαν 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§246Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Δὲν σᾶς εἶπον νά μοιράσετε αὐτά, ἀλλά νά μοιράσητε κατ’ ἀναλογίαν αὐτά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοῦ καταλογίζει ὅτι εἶπον ὅτι πρέπει νά κάνομεν δάνειον 1.300.000.
§247Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Μάλιστα, διά νά περιορίσητε αὐτὸ τὸ ποσὸν κατά τὸ ἥμισυ καὶ πλέον. Δὲν ἀποκλείω ἀπολύτως τὴν ἰδέαν. Ἀπορῶ δὲ πῶς ἠγέρθη τόση ζωηρότης. Εἶπον, εἴμεθα εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπιτρέψατε νά μὴ δώσω μίαν ἀπάντησιν, διότι δὲν θὰ ἦτο σοβαρὸν ἐκ μέρους μου νά δώσω μίαν οἱανδήποτε ἀπάντησιν, διότι θά σκεφθῶ κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν νά καλυφθῇ μία ὑπηρεσία μικρά, πρόσθετος διά τὴν ἱκανοποίησιν αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν. Καὶ πρῶτον εἶπον αὐτὸ καὶ δεύτερον ὅτι θά ἔλθῃ ἡ ὥρα κατά τὴν ὁποίαν θά ἀναγγείλω τάς ὁριστικάς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ζητεῖτε ὅμως σεῖς ἀπὸ τοῦδε νὰ δηλώσω τί εἶμαι εἰς θέσιν νά καταβάλω. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ἐκκαθαρίσῃ ἀθρόως ὅλας τὰς γεννηθείσας ἀπὸ εἰκοσαετίας ὑποχρεώσεις. Ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ καταβάλῃ πᾶσαν πρὸς τοῦτο προσπάθειαν. Ἐφόσον ὅμως τά μέσα δὲν ἐπαρκοῦν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δηλώσῃ ὅτι ὑποχρεώσεις τινὲς εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ ὑποστοῦν μίαν ἀναβολήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν ἀναβολὴν τὴν θεωρεῖ ἀποκρουστέαν καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀνακαλύψῃ αὐτὸ τὸ φάρμακον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ πληρώνῃ ἀλλ’ ἄνευ τινὸς εὐθύνης, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχει ἢ ν’ ἀναθέσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γνῶσιν τῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων ἄνευ ὀδυνηρῶν συνεπειῶν καὶ κινδύνων θὰ δυνηθοῦν νὰ ἱκανοποιήσουν ἀθρόως καὶ διά μιᾶς ὅλας τάς ἀξιώσεις. Ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλα εἶναι, ὅτι ἀναγνωρίζω τὰ δίκαια τῶν πλημμυροπαθῶν καὶ νομίζω ὅτι τὸ Κράτος ἔχει καὶ νομικὴν καὶ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὅτι ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ ἔχει αὐτὴν τὴν κατηγορηματικὴν ὄψιν λόγῳ δῆθεν τῆς εἰσπράξεως τῆς γενομένης διότι ἡ εἴσπραξις αὐτὴ δὲν ἐπλούτισε τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ὅτι τούτου δοθέντος, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος καὶ κατὰ ποῖον μέτρον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν καὶ ἐπεφυλάχθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξαγγείλῃ τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν αὐτῆς εἰς μίαν ἐκ τῶν ἑπομένων συνεδριάσεων. Καὶ δὲν ἀποκλείω τὴν σκέψιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν ὁμολογιοῦχον δάνειον εἰς ἓν ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω, παρατηρήσεις εἰλικρινεῖς. Δὲν ἦλθον διὰ νὰ παραπονεθῶ. Ἐρχόμεθα ἡμεῖς, ἐν μέσῳ ὅλης τῆς τρικυμίας τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ὁποίων ἀνελάβομεν τὴν ἐκκαθάρισιν, νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἐγχείρημα καὶ ἐρχόμεθα νὰ τὸ λύσωμεν καὶ αὐτὸ, ὅπως ἐλύσαμεν καὶ τόσα ἄλλα ζητήματα ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας.
§248Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κανεὶς δὲν ἐφαντάσθη νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρόθεσιν κακὴν ἀναφορικῶς μὲ τοὺς παθόντας κατὰ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν καὶ ἀκόμη περισσότερον δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς διατεθειμένος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ἀπαντήσῃ περισσότερα μέχρι τοῦδε, διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι τεράστια ἦσαν τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα ἔτυχε νὰ λύσῃ τὸ Κράτος καὶ πολλὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλυσε. Τὸ ζήτημα εἶναι τί πρόκειται νὰ γίνῃ τώρα. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἐπιφυλάσσεται νὰ δώσῃ ὁριστικὴν ἀπάντησιν, ἀφοῦ μελετήσῃ καὶ τὸ πόρισμα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀφοῦ ἐξετάσῃ καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Κατόπιν ὅμως ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἔκανε τοιαύτας δηλώσεις αἱ ὁποῖαι τε ἐνισχύουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι θὰ ληφθοῦν πραγματικὰ μέτρα ἱκανοποιητικά, ὅτὲ δὲ ὅτι δὲν θὰ ληφθοῦν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε κατ’ ἀρχὴν ὅτι ἡ ἀλληλεγγύη ἡ κοινωνικὴ πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἐπὶ πάσης ζημίας τυχαίας τῶν πολιτῶν τοῦ Κράτους. Ὅπως ἐπὶ σεισμοπαθῶν καὶ πλημμυροπαθῶν, καὶ ἐξ ἄλλων τυχαίων αἰτίων, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἡ ὑπαγωγὴ τῆς ἀξιώσεως τῶν παθόντων ἐκ τοῦ πολέμου εἰς τὴν γενικὴν κατηγορίαν, ἐξασθενίζει τὴν ὑπόθεσιν.
§249Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁ νόμος τοὺς ὑπήγαγε, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώρισε καὶ τὴν νομικὴν ὑποχρέωσιν.
§250Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπατε καὶ διὰ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, διότι αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν.
§251Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Αὐτὸ εἶναι διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν.
§252Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι μόνον ζήτημα ζημιῶν, προελθουσῶν ἐκ τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ζήτημα καταβολῆς ἀποζημιώσεων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἐδημιούργησε τὸ Κράτος ἕν ἐνεργητικόν. Καὶ διὰ τοῦτο εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις, ἂς εἴπωμεν, ἡ κρατική, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρόκειται, ὅπως εἴπατε, νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα ἀναλόγως τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Διότι τὸ κοινωνικὸν σύνολον ἔχει μίαν ὠφέλειαν ἐκ τῆς διευθετήσεως τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῆς. Ἐδημιούργησεν ὑπὲρ αὐτοῦ ἓν ἐνεργητικὸν καὶ κατὰ συνέπειαν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ βαστάσῃ τὰ βάρη τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῆς. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα τρόπον τινὰ θὰ ἐλάμβανον τὴν ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο περίσσευμα εἰσοδήματος. Πρόκειται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι πραγματικῶς νὰ δημιουργήσουν στοιχεῖα καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἂν δὲν ἰσχύουν οἱ κανόνες τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Πρέπει τὸ Κράτος νὰ τοὺς ἐνισχύσῃ. Καὶ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ φέρῃ τὰ μέτρα καὶ τὰ ὁριστικὰ πορίσματα, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκθέσωμεν τὸ σύνολον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τηρήσῃ τὸ αὐτὸ μέτρον, δηλαδὴ τηρήσῃ γνωστὴν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, καὶ ὅταν κανονίζῃ τὰς δοσοληψίας του ἀπέναντι ἄλλων.
§253Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὅταν γίνῃ ὁ ἔλεγχος θ’ ἀπαντήσωμεν πάλιν.
§254Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Γνωρίζομεν ὅτι εἶσθε καταλληλότατος διὰ τὰς ἀπαντήσεις, χωρὶς νὰ θέλω νὰ σᾶς θίξω. Τότε πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἔχωμεν λαμβάνειν ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν 1 δισεκατομμύριον δι’ ἐπανορθώσεις, ἐὰν διεξεδικήσαμεν καὶ τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ πραγματοποιεῖται, καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἐπραγματοποιεῖτο καὶ ἡ ἰδική μας ὑποχρέωσις ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.
§255Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ ἔλθῃ ἡ σύμβασις καὶ θὰ ἴδωμεν καὶ αὐτό.
§256Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ σᾶς λέγω προκαταβολικῶς. Διότι χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἴπω μίαν ὑπερβολὴν παρατηρῶ ὅτι τὸ Κράτος, προκειμένου νὰ κανονίσῃ τὸν λογαριασμόν του ἀπέναντι τῶν ἀδυνάτων, εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, προκειμένου νὰ κανονίσῃ τὸν λογαριασμόν του ἀπέναντι τῶν ἰσχυροτέρων εὑρίσκεται εἰς κἄποιαν οἰκονομικὴν εὐεξίαν.
§257Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐγὼ ἔχω ν’ ἀπαντήσω ὅτι τὸ Κράτος ἐδείχθη αὐστηρότερον ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν, ὅσον οὐδέποτε.
§258Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν θὰ γίνῃ συζήτησις θὰ ἴδητε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ ἀναμένω τὸ πόρισμα τῆς μελέτης καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς πτώχευσιν ἀπέναντι τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν στέγην.
§259Σ. ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοῦ 1912 μέχρι τοῦ 1919 ἡ Μακεδονία ἔπαθε τὴν μεγαλυτέραν καταστροφὴν ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, καὶ τοὺς καλοὺς νοικοκυραίους τοὺς ἔστελνε εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Τὸ 1916 ὅταν ἦλθον οἱ Σύμμαχοι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἤρχισαν τὰ ὑποβρύχια νὰ μὴ ἀφίνουν τὰ πλοῖα νὰ ἔρχωνται. Τὸ 1916 ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἔλεγεν ὅτι οἱ Γερμανοβούλγαροι θὰ περάσουν ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν ὡς φίλοι καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχοῦν καθόλου, ὁπότε τὸ τότε Δʹ Σῶμα Στρατοῦ ἦλθεν εἰς ρῆξιν καὶ ἐχωρίσθη εἰς δύο μέρη. Τέλος πάντων ὁ κόσμος ἐφοβήθη ὅταν οἱ Γερμανοβούλγαροι ἦλθον εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ ἤρχισε νὰ πηγαίνῃ εἰς διάφορα μέρη, ὅπως εἰς τὴν Καβάλλαν. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν ποὺ ἦλθον οἱ Βούλγαροι εἰς τὴν Καβάλλαν ἤρχισαν νὰ καταστρέφουν σιγὰ–σιγὰ πᾶν τὸ Ἑλληνικόν, ἥρπαζαν τὰς περιουσίας μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ὁ κόσμος νὰ μὴ ἔχῃ ψωμὶ καὶ ὁ κόσμος νὰ ζητάῃ νὰ τοῦ πωλήσουν ὀλίγο ψωμί. Καὶ οἱ Γερμανοὶ ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν Καβάλλαν ἔλεγον «νὰ τοὺς ἀφήσετε νὰ ψωφήσουν». Εἰς τοιαύτην κατάστασιν εἶχε φθάσει ὁ κόσμος τῆς Μακεδονίας. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ πρέπει ὅλους τοὺς ζημιωθέντας νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου τί εἰσέπραξε καὶ τί θὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τοὺς Γερμανοβουλγάρους. Κατὰ τὸ 1920 μὲ 21 εἶχον ἔλθει μερικαὶ ἐπιτροπαὶ διὰ νὰ ἐκτιμήσουν τὰς ζημίας καὶ μόλις τὸ ⅒ αὐτῶν ἐπεδικάσθη. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀδυνατεῖ νὰ δώσῃ μίαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἂν καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ληφθοῦν ἱκανοποιητικὰ μέτρα.
§260Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶπα, ὅτι θὰ ἀναγγείλω τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως.
§261Σ. ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι, λοιπόν, καὶ δίκαιον νὰ ἀποζημιωθοῦν. Διατί τάχα ἀπεζημιώθησαν οἱ πρόσφυγες;
§262Γ. ΠΑΠΑΠΑΡΑΣΧΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, ὥστε μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ εἴπω ὀλίγα τινά, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγώ. Ἄφησεν ὅμως μερικὰ σημεῖα σκοτεινά, διὰ τὰ ὁποῖα θέλω νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἰσεπράχθησαν παρὰ τῆς Γερμανίας καὶ Βουλγαρίας 40.000.000 καὶ ἀπέναντι αὐτῶν ἐδόθησαν 10.000.000. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διατί τὰ ὑπόλοιπα 30.000.000 δὲν ἐδόθησαν;
§263Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Μὰ τὸ εἶπον αὐτό.
§264Γ. ΠΑΠΑΠΑΡΑΣΧΟΣ. Ἐπίσης εἶπεν, ὄντως ὀφείλονται πρὸς ἰδιώτας παθόντας, ἀλλὰ διὰ νὰ πληρωθῶσι πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν θυσίαν αὐτὴν ὁλόκληρον τὸ Κράτος, τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν. Αὐτὸ ἀκριβῶς πρέπει νὰ γίνῃ, διότι ἄλλως τε εἶναι ἄδικον νὰ ὑποστοῦν τὴν ζημίαν αὐτὴν μόνον οἱ παθόντες, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μίαν μειονότητα ἀπέναντι τοῦ συνόλου τοῦ Κράτους. Ἐνδιαφέρομαι, κ. Βουλευταί, διὰ μίαν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, τὴν ἐπαρχίαν Αἰκατερίνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἄτομα, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν ζημίας ἐκ τῶν Συμμάχων πρὸ τῆς ἐξόδου εἰς τὸν πόλεμον. Ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἀγορεύσεων δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐννοήσω τί θὰ γίνῃ δι’ αὐτούς. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἡ μεγαλυτέρα ἀδικία εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζεται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ἀποζημίωσιν πάντων τῶν παθόντων ἐν πολέμῳ, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀποζημιωθοῦν καὶ αὐτοί. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Αἰκατερίνης ὑπάρχει ἓν χωρίον, ἀριθμοῦν μόλις περὶ τοὺς 5.000 κατοίκους, τὸ Λιτοχώριον. Τὸ χωρίον τοῦτο εἶδεν ἐκτοπιζόμενα περὶ τὰ 10 μέλη αὐτοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων τοὺς ἄγοντας ἡλικίαν ἄνω τῶν 80 ἐτῶν καὶ τινὲς τούτων ἀπέθανον εἰς τὰ στρατόπεδα τῆς Μυτιλήνης καὶ ἄλλοι εἰς αὐτοὺς τοὺς Παρισίους. Ἡμάρτησαν ὄντως, διότι ἔτυχε κατὰ τύχην νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ στρατόπεδον τῆς μὴ κρατησάσης τότε πολιτικῆς μερίδος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἁμάρτημά των. Ἔχω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι μεταξὺ τούτων ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετώπισαν τὴν ζημίαν κατὰ πρόσωπον, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶδον ἐκποιουμένην τὴν κινητὴν αὐτῶν περιουσίαν, συνισταμένην εἰς κινητὰ καὶ εἰς δημητριακοὺς καρπούς, καὶ ἀπέναντι τῆς ἐκποιήσεως ταύτης ἐδέχθησαν παρὰ τῶν Συμμάχων μίαν ἁπλῆν ἀπόδειξιν, τὴν ὁποίαν κρατοῦσιν ἀκόμη. Ἑπομένως ἡ ἀποζημίωσίς των εἶναι δικαία καὶ ἐπιβεβλημένη καὶ δὲν δύναμαι νὰ καταλάβω πῶς τὸ Κράτος, εἰς στιγμὰς καθ’ ἃς εἰσέπραξε χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τρίτους, παρακρατεῖ τὸ χρῆμα τοῦτο. Συμφωνῶ μὲ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι ὅταν τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἀντιμετωπίζῃ ἰσχυρούς, φαίνεται ὑποχωρητικόν, καὶ εὑρίσκει τὰ μέσα τῆς θεραπείας.
§265Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἰς καμμίαν περίστασιν δὲν ἐδείχθη ὑποχωρητικόν. Ἀμείλικτον καὶ ἄτεγκτον εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαίων του.
§266Γ. ΠΑΠΑΠΑΡΑΣΧΟΣ. Δυστυχῶς, βλέπομεν τὸ ἐναντίον καὶ διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, λέγω τὸ ἑξῆς: ὅτι ὑπάρχουσι πλεῖστοι Ἕλληνες πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ 19.2, 13, 14, 15 καὶ κατόπιν καθ’ ὅλους τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους καὶ τὸν Εὐρωπαϊκὸν κατέχουσιν εἰς χεῖράς των ἀποδείξεις ἐπιταχθέντων κτηνῶν, χόρτων καὶ διαφόρων ἄλλων πραγμάτων καὶ μόνον ταύτας κατέχουσιν εἰς τὰ θυλάκια των. Πρὸ ἡμερῶν ἄνθρωποι, ἔχοντες σωρείαν τοιούτων ἀποδείξεων, πτωχοὶ καὶ βιοπαλαισταί, ἀνῆλθον τὴν κλίμακα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ζητήσουν ἱκανοποίησιν καὶ πληρωμὴν ἀποζημιώσεως καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι εἶναι παλαιαὶ αἱ ἀποδείξεις των καὶ δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν, ἀλλὰ νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε μὲ τὴν τεραστίαν αὔξησιν τῶν δικαστικῶν τελῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἕνα δικαστικὸν ἀγῶνα, ὅπως εὕρωσι τὸ δίκαιόν των. Τὸ Κράτος κωφεύει εἰς τὰς τοιαύτας ἀποδείξεις. Ἀναφέρω καὶ μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ὅτι ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰσήλασεν εἰς τὰ Σέρβια, κατέκαυσε μίαν ἀποθήκην ξυλείας ἀξίας 40000 δραχ. καὶ ἀκόμη δὲν ἀπεζημιώθη ὁ ἰδιοκτήτης. Δι’ ὃ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως θελήσῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐκθέτει τὸ Κράτος καὶ ἀπομακρύνει τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀπομακρύνει τὸ συναίσθημα τῆς ἀφοσιώσεως καὶ τοῦ σεβασμοῦ τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Κράτος, θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὴν Κυβέρνησιν ὅπως θελήσῃ καὶ λύσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς ὅλους τοὺς ἐκκρεμεῖς λογαριασμούς, ποὺ ἔχει μὲ τοὺς πολεμοπαθεῖς.
§267Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη καὶ κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ περιττὴν τὴν δευτερολογίαν εἶναι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀποκομίζω ἀγαθωτάτην ἐντύπωσιν, ἐλπίζω δὲ ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ καταστῇ ἔκδηλος ἡ ἐνέργειά του, διὰ τῆς προνοίας τὴν ὁποίαν θέλει λάβει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπὲρ ὅλων τῶν παθόντων.
§268Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Συμφωνῶ μαζί σας, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ γενικῶς τοὺς παθόντας κατὰ τὸν πόλεμον, δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξήρτησαν τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν, εἰδικῶς διὰ τοὺς παθόντας τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, ἀπὸ τὴν κατάστασιν τὴν ταμειακὴν τοῦ Κράτους. Ἡ Ἀνατολικὴ Μακεδονία, ὅλως ἰδιαιτέρως ἐπλήγη κατὰ ἕνα εἰδικὸν καὶ ἐξαιρετικὸν τρόπον κατὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, σχεδὸν ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς ὑπέστη ἀνεκδιήγητα δεινὰ καὶ καταστροφὰς τοιαύτας, τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα ἐξακολουθοῦν καὶ μέχρι σήμερον ἀκόμη νὰ ὑφίστανται. Ὅταν τὸ Κράτος εἶναι τόσον ἄτεγκτον καὶ ἐξασκεῖ ὁλόκληρον τὴν ἐπιβολήν του, διὰ νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς κατοίκους τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας νὰ εἶναι συνεπεῖς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ νὰ καταβάλλωσιν ὅλον τὸ δυσβάστακτον βάρος τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν τοὺς ἐπέβαλε, νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἱερὰν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνειλημμένας ἀπέναντι αὐτῶν ὑποχρεώσεις. Κατὰ τὸν Εὐρωπ. πόλεμον 104.000 ἄρρενες κάτοικοι τῆς Μακεδονίας ἀπήχθησαν εἰς Βουλγαρίαν. Ὑπέστησαν μύρια ὅσα ἐπὶ δεκαοκτάμηνον. Εἰργάσθησαν γυμνητεύοντες καὶ πεινῶντες καὶ ἐκ τούτων ἐπέστρεψαν 80.000 καὶ αὐτοὶ ἐρείπια κυριολεκτικῶς, ὑφιστάμενοι ἀκόμη τὰς συνεπείας τῶν δεινοπαθημάτων ἐκείνων. Βεβαίως καὶ ὁ ἐπίλοιπος πληθυσμὸς τῆς Μακεδονίας δὲν ἔμεινεν ἄθικτος, ὑπέστη ζημίας διὰ τὰς ὁποίας δίκαιον εἶναι ν’ ἀπεζημιωθῇ. Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ ἐξαιρετικὴ μεταξὺ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὅμηρος ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπαθεν ὑλικὰς ζημίας. Βεβαίως τὸ νὰ καταστραφῇς οἰκονομικῶς καὶ νὰ χάσῃς μίαν περιουσίαν, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ μικρότερον ἀπὸ τὸ νὰ χάσῃς τὴν ὑγείαν σου. Δυστυχῶς μὲ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, τοὺς προβλέποντας τὰς ἀποζημιώσεις τῶν παθόντων, εἰδικῶς οἱ ὅμηροι, οἱ παθόντες τὰς μεγαλυτέρας καταστροφάς, παραβλέπονται κυριολεκτικῶς. Εἰς αὐτούς, διὰ τοὺς ὁποίους διεθνεῖς συνθῆκαι προβλέπουσιν ὅπως ἀποζημιωθῶσιν εἰς δραχμὰς χρυσᾶς, δὲν δίδει σχεδὸν τίποτε τὸ Κράτος, τοὺς δίδει 3.000 δραχμὰς διὰ 18 μηνῶν ἐργασίαν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν σᾶς περιέγραψα. Καὶ αὐτὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰς εἰσπράξουν, λόγῳ τῶν ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι παρεμβάλλονται. Δὲν θὰ καταγίνω εἰς τὰ λεπτομερειακὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρὸ ἐμοῦ σᾶς ἐξέθεσαν λεπτομερῶς καὶ διὰ τὰ ὁποῖα κατόπιν ἑορτῆς θὰ ἠρχόμην ἐγώ, ἵνα ἀποδείξω τὰ λάθη, διὰ τὰ ὁποῖα πολλοὶ ἐκ τῶν προλαλησάντων εἶναι ὑπεύθυνοι, διότι καὶ τότε ἦσαν πολιτευόμενοι καὶ τότε ἦσαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρίσταντο ὅταν ἐγένοντο τὰ νομοθετήματα αὐτὰ καὶ ἔβλεπον ὅτι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε τὸ Κράτος, δὲν τὰ ἔδιδεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, ὅπου ἔπρεπεν, ἀλλὰ τὰ διέθετεν ἀλλοῦ, καὶ δὲν διεμαρτύροντο τότε διὰ τοῦτο, ἀλλὰ τώρα ποὺ μυρίζονται ἐκλογὲς ἔρχονται ἕνα δημοκοπήσουν καὶ παρουσιάζουν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα. Βεβαίως, ὡς εἶπον καὶ πρότερον ὅλοι, θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἀποζημιωθοῦν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἀποζημιωθῶσι προνομιακῶς, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν ὅμηροι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη ὅτι θὰ μεριμνήσῃ σχετικῶς.
§269Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα.
§270Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Καὶ ἂν μόνον ταύτην τὴν ὑπόσχεσιν ἔδωκε, ὀφείλω νὰ καταστήσω αὐτὸν προσεκτικὸν πρῶτον ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς προνομιακῆς ἀποζημιώσεως τῶν ὁμήρων καὶ δεύτερον, ὅτι τὸν διακανονισμὸν τῶν ζητημάτων αὐτῶν ὀφείλει νὰ μὴ τὸν κάμῃ διὰ νέας ἐπιβαρύνσεως τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ, ἀλλὰ διὰ περικοπῆς τῶν δαπανῶν τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων ἢ δι’ ἐπιβαρύνσεως μόνον τοῦ κεφαλαίου.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ. (Ὥρα 2 μ. μέσον.)