1928.06.06
2.652 στίχοι · 20.245 λέξεις · 214 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 83Η
ΤΗΣ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Χασιώτης καὶ Α. Μέρος καταθέτουν ψήφισμα τοῦ ἀγροτικοῦ συνεδρίου συγκροτηθέντος εἰς Γρεβενὰ διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης, ἡ ἵδρυσις Γεωργικῆς Τραπέζης, ἡ παροχὴ γῆς εἰς πάντα ἀκτήμονα γεωργόν, ἡ παγίωσις τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, φροντὶς διὰ τὴν κατασκευὴν δρόμων καὶ ἡ ρύθμισις τῆς δασικῆς φορολογίας. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Π. Κυβετὸς καταθέτει ψήφισμα τοῦ αʹ συνεδρίου λαχανοκηπουρῶν Μακεδονίας περιλαμβάνον διάφορα κτήματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα παρακαλεῖ νὰ γίνουν δεκτά. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Χαβίνης καταθέτει τηλεγράφημα τῶν καπνοπαραγωγῶν Μαχαλᾶς Ἀκαρνανίας, διαμαρτυρουμένων κατὰ τῆς μονοπωλήσεως τοῦ καπνοῦ. Ὁ ἀμπελουργικὸς συνεταιρισμὸς Σωζοπόλεως Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὰς κακῶς γενομένας ἐκτιμήσεις τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ περιουσιῶν των. Τεσσαράκοντα συνοικισμοὶ πλημμυροπαθῶν Σερρῶν διαμαρτύρονται διότι οὐδὲν μέτρον σωστικὸν ἐλήφθη ὑπὲρ τῶν πλημμυροπαθῶν, οὐδεμία δὲ χρηματικὴ συνδρομὴ παρεσχέθη εἰς αὐτοὺς μέχρι τοῦδε. Οἱ καπνεργάται Σερρῶν διαμαρτύρονται διὰ τὰς φυλακίσεις ἐργατῶν. Ὁ πρόεδρος τοῦ συνεταιρισμοῦ Δολιανῶν Ἠπείρου παραπονεῖται διότι ἡ αἴτησις τῶν συνεταιρισμῶν περὶ μετατροπῆς τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου εἰς γεωργικὸν δὲν ἐξετελέσθη μέχρι τοῦδε. Οἱ δημ. ὑπάλληλοι Σιδηροκάστρου Παραμυθίας διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ λῆψιν ὁριστικῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν αἰτημάτων των. Ἡ καπνεργατικὴ συνέλευσις Πραβίου διαμαρτύρεται κατὰ τῶν Ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν αἵτινες ἀπαγορεύουσι τὰς συνελεύσεις πέραν τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου. Ἡ ἕνωσις πολεμοπαθῶν Ναούσης παρακαλεῖ ὅπως κατατεθῇ ἡ καταβολὴ τῶν ἀποζημιώσεών των. Ὁ πρόεδρος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Λαρίσσης Δ. Γαλανίδης διαμαρτύρεται διότι κατόπιν δύο ληστειῶν αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἔξωθεν τῆς πόλεως οὐδὲν μέτρον σοβαρὸν ἐλήφθη πρὸς σύλληψιν τῶν κακοποιῶν, οἵτινες ἔχουν τρομοκρατήσῃ τοὺς κατοίκους. Ἡ προσφυγικὴ ὁμὰς Παλαιοῦ Τσιφλικίου Καβάλλας διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ δασάρχου, ὁ ὁποῖος, ἐσπαρμένους ἀγροὺς προσφύγων, διένειμεν εἰς μὴ πρόσφυγας. Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων τοῦ τέως δήμου Καρπενησίου ὑποβάλλουν ψήφισμα δι’ οὗ ζητοῦν τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου καί τινα ἄλλα αἰτήματα περιλαμβανόμενα ἐν τῷ ψηφίσματι. Ὁ πρόεδρος τοῦ συνεταιρισμοῦ Καισαρείας Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται κατὰ τῶν παρανόμων ἐνεργειῶν ὀλιγίστων ἐνδιαφερομένων διὰ τὰ παραχωρηθέντα εἰς τὸν οἰκοδομικὸν συνεταιρισμὸν προσφύγων Νέου Μουταλάκη οἰκοπέδου. Ὁ πρόεδρος τῆς ὁμοσπονδίας τῶν ἐκ Βουλγαρίας μεταναστευσάντων Ἑλλήνων παρακαλεῖ ὅπως προκειμένου νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις Καφαντάρη–Μολλὼφ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει τὰ αἰτήματα τῶν προσφύγων τὰ διατυπωθέντα ἐν ὑπομνήματι. Ὁ λαὸς Ἀταλάντης, συνελθὼν ἐν συλλαλητηρίῳ διαμαρτύρεται κατὰ τῆς μονοπωλήσεως τοῦ καπνοῦ. Τὸ πολιτικὸν ἀγροτικὸν τμῆμα Πηγάσου Πηλίας διαμαρτύρεται διότι ἐχαρακτηρίσθη ὡς Κομμουνιστικόν, ἐνῷ δὲν εἶναι τοιοῦτον, καὶ ζητεῖ ὅπως μὴ ἐνοχλῆται ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν εἰς τὰς πολιτικάς του πεποιθήσεις συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ὁ πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Καστορίας διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι καταλαμβάνουν ἀγροκτήματα, κατεχόμενα δι’ ἀνωμάλων ἀγοραπωλησιῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Σακαλῆς καταθέτει ἀναφορὰν Μιλτ. Ξένου, τέως καθηγητοῦ τῆς Γαλλικῆς, ζητοῦντος τὸν ἐπαναδιορισμόν του ἐν τῇ θέσει τῆς Ἀνωτάτης Γεωπονικῆς Σχολῆς ὡς ἀδικαιολογήτως ἀπολυθέντος. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μερκούρης καταθέτει αἴτησιν τοῦ δημοσιογράφου Ἰωάννου Ἐλευθεριάδου, παραπονουμένου διότι καίτοι ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καταγγελίαν κατὰ τοῦ τελωνειακοῦ ἐλεγκτοῦ Θεσ)νίκης, καθὼς καὶ κατά τινων ὑπαλλήλων ἑτέρων Ὑπουργείων, οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο. Τὸ Σωματεῖον Καπνεργατῶν ἡ «Πρόοδος» Πραβίου διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως περὶ διαλύσεως διαφόρων Σωματείων. Ὁ Φαρμακευτικὸς Σύνδεσμος Θεσ)νίκης παρακαλεῖ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Φαρμακευτικῶν Συλλόγων. Ὁ κ. Κ. Γκότσης (Ὑπουρ. Ἐσωτ.) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου 1) «περὶ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκατονταετηρίδος τοῦ θανάτου τοῦ ποιητοῦ Οὔγου Φωσκόλου» καὶ 2) «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν καὶ Γεν. Γραμματέων τῶν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν Συμβουλίων». Ὁ κ. Μ. Κύρκος (Ὑπουρ. Προν.) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ὑποβολῆς εἰς πρακτικὰς ἐπ’ ἀδείᾳ ἐξετάσεις πάντων τῶν τυχόντων προσωρινῆς ἀδείας ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν προσφύγων ἢ μεταναστῶν ἰατρῶν καὶ μαιῶν». Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουρ. Συγκ.) καταθέτει τὴν κάτωθι ἀπάντησιν ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. Α. Μελᾶ, Ι. Ράλλη, Μ. Ἀργυροπούλου, Ε. Βελλιανίτη καὶ Α. Δουλγερὶδη: «Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 97 ἀπὸ 7 Ἀπριλίου 1928 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Μελᾶ, Ι. Ράλλη, Μ. Ἀργυροπούλου, Ε. Βελλιανίτη καὶ Α. Δουλγερίδη ἐπὶ τῶν ληφθέντων μέτρων πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν καταστημάτων τῆς ὁδοῦ Γʹ Σεπτεμβρίου ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης κατασκευαζομένων ἔργων τῆς σήραγγος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὴν ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου 1925 σύμβασιν ἡ Ἑταιρία τῶν Ἑλληνικῶν Ἠλεκτρικῶν Σιδηροδρόμων ὑποχρεοῦται νὰ λαμβάνῃ πᾶν δυνατὸν μέτρον πρὸς ἀποφυγὴν τῆς παρακωλύσεως τῆς κυκλοφορίας καὶ τῶν συγκοινωνιῶν. Ταῦτα δὲ ἔκρινεν ἡ ἡμετέρα ἁρμοδία ὑπηρεσία, ὅτι ἐξασφαλίζονται διὰ τῶν ληφθέντων μέτρων ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Γʹ Σεπτεμβρίου καὶ ἐνέκρινε τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῶν σχετικῶν ἐργασιῶν. Ἐν τούτοις ἐάν τις ἐκ τῶν καταστηματαρχῶν τῆς ὁδοῦ Γʹ Σεπτεμβρίου φρονεῖ ὅτι ὑπέστη θετικὰς ζημίας δύναται νὰ ἐπιζητήσῃ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 28 τῆς ἐν ἀρχῇ τοῦ παρόντος μνημονευθείσης συμβάσεως, ὅπως τῷ καταβληθῇ ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας σχετικὴ ἀποζημίωσις». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ νόμου 3221 περὶ Κτηματικῶν Τραπεζῶν». Ὁ κ. Ν. Κουπαροῦσος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ δασῶν νόμων». Ὁ κ. Π. Χατζῖσκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδόσεως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν κατὰ τὰς διατάξεις περὶ Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης περιελθόντων αὐτῇ κτημάτων». Ὁ κ. Μ. Κύρκος (Ὑπουρ. Προν. κλπ.) καταθέτει νομοσχέδια 1) «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2122 περὶ ἀπονομῆς πολεμικῆς συντάξεως εἰς ὁπλίτας παθόντας κατὰ τοὺς ἀπὸ τοῦ 1912 καὶ ἐφεξῆς πολέμους καὶ ἐπιστρατεύσεις καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν» καὶ 2) περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου 1925 Ν.Δ. περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ ἁπασῶν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 3122 περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς ὁπλίτας». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Δ. Μπότσαρης, Ι. Καλογερᾶς, Γ. Γεωργιάδης καὶ Χ. Λαδᾶς καταθέτουν πρότασιν νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν βιομηχάνων καὶ βιοτεχνῶν ἁμαξοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς». Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουρ. Συγκ.) ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ προσθήκης διατάξεών τινων εἰς τὸν νόμον 2369». Ὁ κ. Α. Μυλωνάς (Ὑφυπ. Οἰκον.) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 3421 περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου καὶ ἐπιβολῆς δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐλαίου Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος».
§2ΞΕΝ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἶναι γνωστόν, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἔχομεν καθόλου ἀσφάλειαν εἰς ὅλην τὴν χώραν μας, ἀλλ’ ἰδία εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου, τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν. Λαμβάνω διὰ τοῦτο τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν «περὶ ἀναγκαστικῆς εἰσφορᾶς πρὸς ἀσφάλειαν ἀπὸ τῶν ζωοκλοπῶν, δενδροφθορῶν καὶ ἐμπρησμῶν». Ἀνέκαθεν τὸ ἔχει συναισθανθῆ ὁ κόσμος καὶ συμβάλλονται μεταξύ των οἱ χωρικοὶ διὰ νὰ ἀσφαλίσουν ἀλλήλους. Ἀλλ’ αἱ δυσχέρειαι πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ζημιῶν ἐπέφεραν τὴν ματαίωσιν τῶν θεσμῶν τούτων. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§3Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὑπῆρχε νόμος, καθ’ ὃν ὑπεχρεοῦντο μονίμως οἱ δῆμοι καὶ αἱ κοινότητες εἰς εἰσφορὰν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ δημοσιευθῇ.
§5Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον καθ’ ὃν ὑπεχρεοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Κτηματικὴ Τράπεζα νὰ χορηγῇ ἐνυπόθηκα δάνεια. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ διὰ τίνα λόγον ἀρνεῖται ἡ Τράπεζα νὰ χορηγῇ τοιαῦτα δάνεια, καὶ εἰ δυνατὸν νὰ διατάξῃ αὐτὴν νὰ χορηγῇ τοιαῦτα, διότι ὡς πληροφοροῦμαι τὸ ἀπόθεμα τῆς Τραπέζης πλησιάζει νὰ ἐξαντληθῇ.
§6Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Περὶ τούτου ἔχω ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ θεωρηθῇ ὑπηρεσιακόν. Ἐὰν δὲν προλάβωμεν νὰ τὸ ὑποβάλωμεν, θὰ ζητήσω ἐξουσιοδότησιν δι’ αὐτό.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ὁ κ. Καραπαναγιώτης.
§8Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ἀκυρώσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται ἡ μετὰ τῶν Σοβιετικῶν Σοσιαλιστικῶν Δημοκρατιῶν τελωνειακὴ σύμβασις, ἡ ὁποία ἀπετέλει ἀναπόσπαστον μέρος τῶν συμφωνιῶν. Ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε λάβει ἀκόμη τὸν καιρὸν νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῆς. Ἤδη, μολονότι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω τὴν ἔκθεσιν ἐκ μέρους τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐν τούτοις δύναμαι νὰ προβῶ εἰς μίαν συντομωτάτην εἰσήγησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι τῆς γνώμης ὅτι, ὅπως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, οὕτω καὶ ἐν τῇ Βουλῇ δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ὅπως τὸ σχέδιον τοῦτο ἀπορριφθῇ, θὰ παρακαλέσω νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ ἀποδεχθῆτε ἀντὶ τῆς ἐγγράφου τὴν προφορικὴν αὐτὴν εἰσήγησιν. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, εἶναι τόσον σαφεῖς καὶ ἐκτενεῖς, ὥστε δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι οὐδεμία ἀντίρρησις εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ ταύτης. Τὴν 23 Ἰουνίου 1926, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς δικτατορίας, συνήφθη μία τελωνειακὴ σύμβασις μετὰ τῶν Σοσιαλιστικῶν Δημοκρατιῶν, ταὐτοχρόνως δὲ ὑπεγράφησαν καὶ τρεῖς ἀνακινώσεις μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Δικτατορίας καὶ τῶν Δημοκρατιῶν τῆς Ρωσσίας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστον μέρος τῆς τελωνειακῆς συμβάσεως. Καὶ ἡ μὲν τελωνειακὴ σύμβασις ἐκυρώθη διὰ Ν. Διατάγματος, δημοσιευθέντος τὴν 20ὴν Ἰουλίου, αἱ τρεῖς ὅμως διακοινώσεις, αἵτινες ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστον μέρος τῆς συμβάσεως, δὲν ἐκυρώθησαν διὰ τοῦ αὐτοῦ Ν. Διατάγματος. Ἀνεξαρτήτως, συνεπῶς, τοῦ τυπικοῦ αὐτῆς μέρους, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον τῆς τελωνειακῆς αὐτῆς συμβάσεως διὰ τῆς ὁποίας καὶ νόμῳ καθιεροῦται ἡ ρήτρα τοῦ μᾶλλον εὐνομουμένου Κράτους, παρουσιάζεται τὸ παράδοξον φαινόμενον νὰ ἐπωφελεῖτο ἡ Ρωσσία δι’ ἅπαντα τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἦτο εἰς θέσιν τότε καὶ σήμερον νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Παραχωρεῖται ὄχι μόνον ἡ ρήτρα τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς δασμολογίου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δυσμενεστάτου δασμολογίου, καθότι τὸ εὐμενέστερον τοιοῦτον διὰ συμβάσεως ἡ Ρωσσία τὸ παρεῖχεν εἰς τὰ ὅμορα Κράτη τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τμήματα αὐτῆς, τουτέστιν εἰς τὴν Περσίαν. Μόνον διὰ τὴν Κορινθιακὴν σταφίδα εἶχε ληφθῆ πρόνοια ἐκ μέρους τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς Δικτατορίας, καθόσον ἐγένετο ἔκπτωσις ἐκ μέρους τῶν Σοβ. Σοσιαλιστικῶν Δημοκρατιῶν 88% ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος δασμοῦ, ὅστις τότε ἦτο 74 χρυσᾶ ρούβλια. Παραδόξως ὅμως καὶ αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον ἡ τότε Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ, ἐξεμηδενίσθη εὐθὺς ἀμέσως, διὰ τὸν λόγον, τι ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῆς συμβάσεως ὕψωσεν αὐτομάτως τὸ δασμολόγιόν της ἀπὸ 74 εἰς 100 χρυσᾶ ρούβλια καὶ τοιουτοτρόπως τὸ μόνον πλεονέκτημα τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη, καὶ αὐτὸ ὑπὲρ ἑνὸς ὡρισμένου προϊόντος τῆς Ἑλληνικῆς παραγωγῆς, καὶ αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα, λέγω, τὸ κατέστησεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδόσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον, ἐπειδὴ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον τῆς Ρωσσίας ἀποτελεῖ μονοπώλιον τοῦ Κράτους, εἶναι προφανὲς ὅτι πολλαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐλαμβάνοντο ὑπὲρ τῶν προϊόντων τῶν ἄλλων Κρατῶν, καθίσταντο ἐκ τῆς πράξεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐνοίας ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὴν ὁποίαν παρείχοντο. Φυσικά, ὁ μόνος διαχειριστὴς τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου ἦτο τὸ Ρωσσικὸν Κράτος. Τοῦτο ἰδίως δὲν προήρχετο εἰς οὐδεμίαν ἀγορὰν Ἑλληνικῶν προϊόντων, καὶ οὕτως ἐξ αὐτῶν τῶν προϊόντων ἐν συνόλῳ, ἀπὸ τὸ 1926 μέχρι σήμερον εἰσήχθησαν μόνον 375 τόνοι. Πλὴν δὲ αὐτῶν ἡ τρίτη ἀνακοίνωσις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος τῆς τελωνειακῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐκυρώθη διὰ τοῦ Νομοθ. Διατάγματος τῆς 20ῆς Ἰουλίου, περιεῖχε τοιαύτας διατάξεις διπλωματικῆς ἀσυλίας ὑπὲρ τῆς Ρωσσικῆς ἀποστολῆς, τοιαῦτα προνόμια παρεῖχεν εἰς αὐτήν, ὥστε οὐδεμία δέσμευσις ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐχρησιμοποίει ἡ ἐμπορικὴ ἀποστολὴ τῶν Σοσιαλιστικῶν Δημοκρατιῶν, οὐδεμία, λέγω, πρόνοια περὶ περιορισμοῦ εἶχε ληφθῇ. Κατ’ ἐμὲ τὸ τμῆμα τοῦτο, ἡ τελευταία αὐτὴ διακοίνωσις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος τῆς τελωνειακῆς συμβάσεως, ἀποτελεῖ πλεονέκτημα σοβαρώτατον ὑπὲρ τῶν Σοσιαλιστικῶν Σοβιετικῶν Δημοκρατιῶν. Εἶναι προφανές, διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἀνεπτύχθησαν ἐνταῦθα, τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν προσώπων τούτων, οὐχὶ δι’ ἐμπορικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ διὰ πολεμικοὺς καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διὰ τὴν προπαγάνδαν τοῦ κομμουνισμοῦ, εἶναι προφανές, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποδεχθῇ ταύτην. Δὲν ἔχω τὴν πρόθεσιν νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτῆς καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ἀφ’ ἑνὸς τὴν εἰσήγησιν ἡ ὁποία ἔγινε σήμερον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐκτίθενται εἰς τὴν ἔκθεσιν, παρακαλεῖται νὰ μὴ δεχθῇ ὡς ἰσχύουσαν τὴν σύμβασιν αὐτήν, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀπορρίψῃ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ εἰσήγησις τῆς συμβάσεως ἐγένετο.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ πρῶτον αὔριον πρὸς συζήτησιν, κ. Πρόεδρε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως πρὸς ἀποφυλάκισιν ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Θ. Παγκάλου. Ὁ κ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§12Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Παρηκολούθησα, κ. Συνάδελφοι, μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἐπὶ ὀκτὼ ὁλοκλήρους ὥρας, καθ’ ἃς διήρκεσεν ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις, ἅπαντας τοὺς ἀγορεύσαντας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην δι’ οἱονδήποτε λόγον. Δικαιοῦμαι, νομίζω, νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐπίσης τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς δι’ ὅσα μέλλω νὰ εἴπω. Καὶ ἐὰν ταῦτα διΐστανται πρὸς τὰς ἐξενεχθείσας γνώμας καὶ ἐὰν ἤθελον θεωρηθῇ ὑπό τινα ἔποψιν πρωτότυπα, εἶναι φυσικὸν μία γνώμη ἢ μία ἰδέα τοῦ ἀγορεύοντος νὰ ἔρχηται εἰς σύγκρουσιν μὲ μίαν ἄλλην, νὰ μὴ εἶναι σύμφωνος, καὶ ἐκ τούτου προέρχονται αἱ διακοπαί. Ἐάν, λοιπόν, λέγω, αἱ γνῶμαι μου διΐστανται πρὸς ὅσα οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι εἶπον, νὰ μὴ μὲ διακόψητε. Ἀκροασθῆτε τὰς ἰδέας μου καὶ τὰς γνώμας μου καὶ ἐὰν ἔχετε ἀντίθετον γνώμην, ἀνέλθετε, μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀγορεύσεως, εἰς τὸ βῆμα νὰ τὴν ἐκδηλώσητε. Κύριοι, πρόκειται νὰ θίξω μίαν ἄποψιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἡ ὁποία δὲν ἐθίγη μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν. Ἐλέχθησαν πολλά, ἀνεπτύχθησαν γνῶμαι καὶ θεωρίαι πολλαί, χωρὶς νὰ θιχθῇ τὸ κεφαλαιῶδες ζήτημα τῆς ὑποθέσεως. Βεβαίως πρόκειται περὶ παρεμπίπτοντος ζητήματος, τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐξεταζομένου τοῦ παρεμπίπτοντος τούτου ζητήματος, ἐθίγη καὶ ἡ οὐσία αὐτοῦ, ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἀγορεύσαντας, τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ σύμπασαν τὴν Βουλήν, ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα εὑρίσκεται κατηγορούμενος εἰς τὰς φυλακὰς ὁ Θ. Πάγκαλος; Προσέξατε, Κύριοι, νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὴν σειρὰν τῶν σκέψεων καὶ τῶν συλλογισμῶν μου, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς ὁ Πάγκαλος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀπόλυσις ἐπὶ ἐγγυήσει; Ἠκούσαμεν εἰσηγητὰς τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς κατ’ ἐπανάληψιν λέγοντας καὶ ὁμιλοῦντας περὶ Δικτατορίας. Ναὶ ἢ ὄχι; Ὠνομάσθη Γενικὸς Δικτάτωρ ὁ Πάγκαλος; Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ λέξις ἢ ὁ τίτλος τοῦ Δικτάτορος, ὁ καθιερωθεὶς ἀπὸ τῆς ἀρχαίας Ρωμαϊκῆς ἐποχῆς, διότι ἐκεῖθεν πηγάζει ἡ Δικτατορία; Γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἀπὸ τῆς κτίσεως τῆς Ρώμης εἴχομεν Βασιλικὸν πολίτευμα ἐπὶ 20 ὁλόκληρα ἔτη. Ὁ Ταρκύνιος κατὰ τὰ 502 π. Χ. μετέβαλε τὸ Βασιλικὸν αὐτὸ πολίτευμα εἰς τυραννικόν. Κατελύθη καὶ τούτου ἡ τυραννία καὶ ἐγένετο ἡ Ὑπατεία, ἡ ὁποία μετεβλήθη εἰς Δικτατορίαν ἐπὶ τοῦ Σύλλα. Τί δὲ εἶναι ὁ Δικτάτωρ; Εἷς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος συγκεντροῖ εἰς χεῖρας του ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Ναί, ἢ ὄχι; Μὴ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις. Εἴτε Νομάρχην ὀνομάσωμέν τινα, εἴτε ὕπατον, ὅπως ἦτο ὁ Ναπολέων, εἴτε Αὐτοκράτορα, εἴτε Δικτάτορα, ἐννοοῦμεν τοῦτο: ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτὸ συγκεντροῖ ἐν ἑαυτῷ πᾶσαν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Εἰς τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα, ὅπως ἠξεύρετε, ἡ πολιτικὴ ἐξουσία διακρίνεται εἰς τρεῖς λειτουργίας, εἰς τὰ ἀπολυταρχικὰ ὅμως πολιτεύματα ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν ἐνασκεῖ ἓν καὶ μόνον ἄτομον, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ καὶ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους. Δὲν ὑπάρχει κυριαρχία Ἔθνους παρὰ τῷ λαῷ, δόγμα τὸ ὁποῖον καθιέρωσε πρώτη ἡ Ἀμερικανικὴ ἐπανάστασις καὶ υἱοθέτησε κατόπιν ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις τοῦ 1789. Ἡ κυριαρχία τοῦ Ἔθνους περιέρχεται εἰς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο καὶ μόνον. Εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ γνωστὸς Γάλλος Βασιλεύς, ὅτι τὸ Κράτος εἶμαι ἐγώ. Ἐννοεῖ δὲ τοῦτο; ὅτι εἶχεν ὅλην τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖρας του. Μόνον δὲ μετὰ τὴν καρατόμησιν τοῦ Λουδοβίκου τοῦ 16ου καὶ τὴν ἀνάρρησιν εἰς τὸν θρόνον, τῷ 1814, τοῦ Λουδοβίκου 18ου, ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι ἡ πολιτικὴ μόνον ἐξουσία συγκεντροῦται ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ βασιλέως. Ἔχομεν δεδομένον ὅτι ὁ Πάγκαλος, ὡς δικτάτωρ, συνεκέντρωσεν ἐν ἑαυτῷ ἅπασαν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, ἤτοι τὴν νομοθετικήν, τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν δικαστικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν στρατιωτικήν.
§13Α. ΜΕΛΑΣ. Παρανόμως.
§14Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονήν. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὸ πολυθρύλητον «οὐαὶ τοῖς ἡττημένοις, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Βρένος ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ ὅτι ὁ ἡττηθεὶς ἐπιβάλλει τὴν θέλησίν του, ἥτις ἀποτελεῖ δίκαιον. Σεῖς οἱ ἴδιοι εἰς τὴν σειράν τῶν δικτατοριῶν, τῶν ἀρξαμένων ἀπὸ τὸ 1916 κυρίως — διότι κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ μετὰ τὸ 1917–20 εἴχομεν δικτατορίαν — ἀνεγνωρίζατε τοῦτο καὶ ἐλέγατε ὅτι ἡ Ἐπανάστασις δημιουργεῖ δίκαιον. Τί ἔννοιαν εἶχε τοῦτο; Ὁ Πάγκαλος λοιπὸν ὡς δικτάτωρ ἐσφετερίσθη σύμπασαν τὴν Κρατικὴν κυριαρχίαν. Παρακολουθήσατε παρακαλῶ τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών μου εἰς ἓν συμπέρασμα. Μήπως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχον ἐφημερίδες τινές, εἰς τὰς ὁποίας οἱ γράφοντες ἀσφαλῶς ἐξ ἀμαθείας ἔλεγον, ὅτι ὁ Πάγκαλος θὰ ἀνεκήρυσσεν ἑαυτὸν Ὕπατον; Ἀλλὰ κατὰ τί διαφέρει ὁ Ὕπατος τοῦ δικτάτορος; Παίζομεν μὲ τὰς λέξεις; Εἶχεν ὅλην τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας του καὶ ἠμποροῦσε νὰ ὀνομασθῇ καὶ Θεόδωρος ὁ Αʹ. Διότι τί ἄλλο ἔκαμε, Κύριοι, ὁ Ναπολέων; Ἰδιώτης ἦτο, ἀξιωματικὸς ἦτο, εἶχε δύναμιν. Ἐπεβλήθη. Ἐγένετο πρῶτος Ὕπατος καὶ κατόπιν ἀνεκηρύχθη Αὐτοκράτωρ. Ὑπέστη τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν ὑπέστη Ἑπανέλαβε τὸ πείραμά του ὁ Πάγκαλος διὰ τῆς μεθόδου τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ὅπως ἴσως καὶ ἄλλοι διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς ἀποβλέπουν ἐκεῖ ὅπου ἀπέβλεψεν ὁ Ναπολέων, ὁ ὁποῖος ὡδήγησε τὴν Γαλλίαν ἐκεῖ ὅπου τὴν ὡδήγησε. Καὶ ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ἐρωτήσω τοῦτο: Ὁ ἐνασκῶν τὴν κυριαρχίαν, τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, δύναται νὰ ἐγκληθῇ ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς δυνάμει τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ κατεσκεύαζεν ἢ τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ὡς καὶ τὸ Σύνταγμα ἠδύνατο ἀνὰ πᾶσαν ὥραν νὰ μεταβάλῃ;
§15Α. ΜΕΛΑΣ. Ναί, ἀλλ’ ὅταν ἐνήσκει τὴν ἐξουσίαν αὐτός μὲ κακοήθη τρόπον, βεβαίως πρέπει νὰ τιμωρηθῇ.
§16Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ συνεπῶς, Κύριοι Συνάδελφοι, κατὰ τὸν συλλογισμὸν τοῦτον αἱ κατηγορίαι διὰ τὰ Καζίνα καὶ διὰ τοὺς ἀπαγχονισμοὺς δι’ ἃ τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἀπὸ Ἀρεοπαγίτας, οἱ ὁποῖοι συνήθως δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὸ δημόσιον δίκαιον, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐθεώρησεν τὸν Πάγκαλον ὡς ἔνοχον λόγῳ παραβάσεως τοῦ Συντάγματος διότι τὸν ἐχαρακτήρισεν ὡς κοινοβουλευτικὸν Πρωθυπουργόν ἐνῷ δὲν ἦτο πλέον τοιοῦτος, ἀφοῦ ἦτο Δικτάτωρ, καὶ τοὺς Ὑπουργούς του ὡς κοινοβουλευτικούς, Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι περιωρίζοντο ἐξ ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, δὲν δύνανται νὰ σταθοῦν. Εἶναι ὅμως ὑπεύθυνος ὁ Πάγκαλος, ὡς ἠθικὸς αὐτουργός, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βογοπούλου. Εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν Ὑπουργῶν, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ὁ Πάγκαλος ὁ Δικτάτωρ, ὁ κυρίαρχος δύναται νὰ ὑπάγεται εἰς εὐθύνας διὰ παράβασιν τοῦ Νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν; Ὄχι. Μία καὶ μόνην κατηγορίαν εὑρίσκω ἐγώ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαγγείλῃ ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἐν ᾗ Βουλὴ αὐτὴ εἶχεν ἐξουσιοδότησιν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅτε τὸ Σῶμα τοῦτο ἐνήσκει τὴν Συνταγματικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἡ κατηγορία αὐτὴ δύναται νομίμως νὰ προχωρήσῃ, ἀλλὰ δι’ ἓν καὶ μόνον ζήτημα ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἐδῶ συλλαμβάνεται ὁ Πάγκαλος, διότι ἔρχεται ἡ νόμιμος πλέον Ἐθνικὴ κυριαρχία ἡ ἀπορρέουσα ἐκ τοῦ λαοῦ ὑπερισχύσασα νὰ τὸν καθηλώσῃ νὰ τοῦ ζητήσῃ λόγον διατὶ κατέλυσε τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας τὸ ὁποῖον μετέβαλεν εἰς ἀπολυταρχίαν. Αὐτὴ ἡ κατηγορία ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ. Ἀλλ’ αἱ πράξεις τοῦ δικτάτορος κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον, οἰκείᾳ δυνάμει κατέλαβε τὴν ἐξουσίαν, αἱ πράξεις αὐταὶ δὲν ὑπόκεινται εἰς οὐδένα ἔλεγχον, διότι ἦσαν πράξεις νόμιμοι, διότι ἐνήσκει κυριαρχίαν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν τῷ συνόλῳ της ἡ κατηγορία κατὰ Παγκάλου. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πλὴν τῆς κατηγορίας τῆς μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία ἠκούσαμεν νὰ χαρακτηρίζεται ὡς παράβασις τοῦ Συντάγματος, ἡ ἄλλη περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἐνῷ πρόκειται περὶ παραβάσεως τῶν ἄρθρων 123 καὶ 124 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, δὲν δύναται νὰ σταθῇ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ. Τότε διατὶ ἀπελύθη;
§17Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δυνάμει διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§18Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἡ διάταξις δὲν εἶναι ὑποχρεωτική. Εἶναι δυνητική.
§19Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Εἴτε δυνητική, εἴτε ὑποχρεωτικὴ ἀπελύθη δυνάμει διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν κατηγορίαν καὶ μόνην δύναται νὰ λογοδοτήσῃ ὁ Πάγκαλος καὶ δικαιούμεθα ἡμεῖς, ἐὰν καὶ ἐφόσον ἔχομεν ἐξουσιοδότησιν ἀπὸ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία καὶ μόνη ἐνασκεῖ τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν καὶ ὄχι ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ ἐξασκεῖ μίαν λειτουργίαν τοῦ συνόλου τῆς ἐξουσίας τῆς πολιτικῆς, τὴν νομοθετικήν, δὲν δύναται δὲ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην τῆς ἐνασκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ δικάσῃ ἕνα δικτάτορα, ἕνα ἀπόλυτον μονάρχην. Θὰ τὸν δικάσῃ τὸ Ἔθνος, ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις. Ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω ὅτι ὅσας πράξεις διενήργησεν ὁ Πάγκαλος ἐν τῇ ἰδιότητί του, ὡς ἐνασκῶν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς ἐλέγξωμεν. Εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ συγγραφεῖς ἀναφέρουν εἰς τὴν θεωρίαν περὶ τοῦ ἀνευθύνου τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐνήργησε προτοῦ καταστῇ ἀνεύθυνος, ἢ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐνήργησεν μετὰ ὅτε ἔληξε τὸ ἀνεύθυνον, αὐτὰς δυνάμεθα νὰ τὰς ἐλέγξωμεν. Σήμερον λοιπόν, ὅτε κατηγορεῖται διὰ τὰ χαρτοπαίγνια τῆς Ἐλευσῖνος καὶ διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Διατάγματος τῆς ἀγχόνης ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ, διότι τὸ Σύνταγμα ἠμποροῦσε αὐτὸς νὰ τὸ κάμῃ ὅπως ἤθελε. Εἶχε δικαίωμα νὰ κάμῃ μίαν συντακτικὴν ἀπόφασιν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ δεῖνα ἀδίκημα, ἡ κλοπὴ π.χ. ἡ ὁποία τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως, τιμωρεῖται διὰ δεσμῶν 20 ἐτῶν.
§20Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δεσμεύεται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τὰς ἐπιβεβλημένας ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως.
§21Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι μία Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐνασκοῦσα τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν εἶναι ἀπεριόριστος. Δὲν δεσμεύεται παρ’ οὐδενός. Δεσμεύεται μόνον ἀπὸ τοὺς ἠθικοὺς καὶ ἀναλλοιώτους νόμους τοῦ ἠθικοῦ καὶ τοῦ λόγου, καὶ ἐὰν μία Ἐθνικὴ Συνέλευσις δὲν ἐφαρμόσῃ αὐτὴ τοὺς κανόνας καὶ τοὺς ἀναλλοιώτους νόμους τοῦ δικαίου καὶ τοῦ λόγου, δύναται ἀξιόλογα τότε...
§22Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφόσον πρόκειται περὶ πράξεων ἀντικειμένων εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, δὲν πρόκειται περὶ ἐπαναστάτου, ἀλλὰ περὶ ληστρικῆς ἐνεργείας, ἡ ὁποία δὲν κρίνεται κατ’ ἀρχάς...
§23Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Παραδέχεσθε ὅτι ἐνήργει συντακτικὴν ἐξουσίαν;
§24Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ συντακτικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ἐντὸς τῶν περιορισμῶν τῶν ὑπαγορευομένων ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως.
§25Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Αἱ νεώτεραι ἀρχαὶ τοῦ δικαίου, τοῦ λόγου καὶ τῆς ἠθικῆς ὑπόκεινται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Μονάρχου. Αὐτὸν θὰ κρίνῃ μόνον ἡ ἱστορία, ἐὰν αἱ πράξεις του εἶναι ἔγκυροι. Ἐγὼ καταλήγων λέγω, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἐνεργηθέντα κατὰ τοῦ Παγκάλου ἀντιβαίνουν εἰς τὰς ἀρχὰς ποὺ μᾶς διέπουν. Μία μόνη δύναται νὰ σταθῇ, ἐπαναλαμβάνω, κατηγορία κατ’ αὐτοῦ, ἡ κατηγορία τῆς ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦτο εἶναι ἀρκετὸν ἐὰν καὶ ἐφόσον ἐκηρύχθη ἔνοχος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἴδωμεν, ἐφόσον ζῶμεν ἡμεῖς, τὴν ἡμέραν ἐκείνην καθ’ ἣν θὰ δώσῃ λόγον ὁ Πάγκαλος.
§26Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὅταν χθὲς τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἀνακριτικῆς ἀνεκοίνουν πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας των περὶ τῶν ἐγκλημάτων τοῦ Παγκάλου καὶ τῶν εὐθυνῶν αὐτοῦ, ἐδήλουν δέ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἠδύναντο νὰ ἀπολυθῶσι διὰ τὰς δύο εἰς αὐτοὺς ἀποδιδομένας πράξεις, δὲν εἶχε δὲ γνώμην διὰ τὰς ἄλλας δύο καὶ δι’ αὐτὸ ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διακόψω τὸν κ. Στρατηγόπουλον καὶ νὰ διατυπώσω τὴν ἑξῆς ἀπορίαν μου, ὑποθέτω καὶ ἀπορίαν τῆς Βουλῆς: Πῶς εἶναι δυνατόν, εἶπα, ἀφοῦ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπέλυσε τὸν Πάγκαλον, Βογόπουλον καὶ τοὺς ἄλλους δι’ ἐγγυήσεως, εἰδικῶς διὰ τὸν Πάγκαλον καθορισθείσης εἰς 300.000 δραχμάς, διὰ τὰ ἄλλα δὲ ἀδικήματα, ὅπως τῆς κλοπῆς εἰς βαθμὸν κακουργήματος, τοὺς ἀπελύσαμεν, πῶς, ἀφοῦ τοιαύτην γνώμην εἶχεν ἡ Ἐπιτροπὴ, φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ αὐτὸ ζήτημα καὶ δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν τελειωτικὴν ἀπόλυσιν τοῦ Παγκάλου; Δὲν θὰ ἠδύνατο τάχα ἡ Ἐπιτροπὴ ν’ ἀπολύσῃ τὸν Πάγκαλον καὶ διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς ἀγχόνης, δηλαδὴ τοῦ φόνου, καὶ διὰ τὸ ἄλλο ἀδίκημα τῆς ἀμνηστείας, διὰ τὸ ὁποῖον μάλιστα ὑπεστηρίχθη χθὲς ὅτι ὑποχρεωτικὴ εἶναι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς περὶ ἀπολύσεως, κατὰ τὴν γνώμην μου οὐχὶ ὀρθῶς; Ἀλλ’ ἤθελεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς διὰ νὰ διατάξῃ αὐτὴ τὴν ἀπόλυσιν; Δυοῖν θάτερον, Κύριοι. Ἢ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος διέπει τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα αὐτῆς, ἔχει ὄντως τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ Παγκάλου κατηγορουμένου, ὁπότε κακῶς εἰσήγαγε τὴν πρότασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ματαιοπονοῦμεν, ἢ δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα ἡ Ἐπιτροπή, ὁπότε κακῶς ἀπέλυσε τὸν Πάγκαλον διὰ τὰς δύο ἑτέρας πράξεις. Ἡ Ἐπιτροπὴ κακῶς ἀπέλυσεν ἐπὶ ἐγγυήσει τὸν Βογόπουλον. Καὶ ἂν τὸ δεύτερον εἶναι ἀκριβές, ὡς ἐγὼ ἀδιστάκτως πιστεύω, τότε ἔργον τῆς Βουλῆς ἰδιαίτατα δὲ τὸ ἔργον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαίτατα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι νὰ διορθώσῃ τὴν παράνομον αὐτὴν πρᾶξιν, νὰ συλλάβῃ ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρανόμως ἀπελύθησαν ἐπὶ ἐγγυήσει, νὰ ἀκυρώσῃ τὴν πρᾶξιν ἀπολύσεως τοῦ Παγκάλου, τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως τῆς κατηγορίας τῆς ἐσχάτης προδοσίας, νὰ ἀκυρώσῃ καὶ τὴν ἑτέραν πρᾶξιν, νὰ ἀνατεθῇ δὲ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων τούτων εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Πρὸ παντὸς δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πληροφορεῖται, κατὰ τοιοῦτον ἐπίσημον τρόπον, μίαν παράνομον πρᾶξιν, ἔχει ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν, ἐὰν πράγματι συμμερίζεται τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν θὰ προσπαθήσω ν’ ἀποδείξω ὡς ὀρθὴν εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν πράγματι ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς γνώμης αὐτῆς περὶ ἀπολύσεως, δηλαδὴ ἰδίῳ δικαίῳ ἀπολύσεως ἐπ’ ἐγγυήσει κατηγορουμένων, στηρίζεται ὄντως εἰς τὸν νόμον, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν πρὸ τοῦ νόμου τούτου, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρχισεν ἡ δίωξις τῶν ἀδικημάτων τῶν λεγομένων Παγκαλικῶν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δηλαδὴ τῆς Συντακτικῆς πράξεως Κονδύλη. Διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης συνέστη Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, μὲ ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν τὴν δίωξιν τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν. Καὶ τὸ Ἀνώτατον ἐκεῖνο Δικαστικὸν Συμβούλιον, κρῖναν ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ πράξεις τοῦ Παγκάλου δὲν θίγουσι καθ’ ἕκαστον τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀλλὰ μόνον τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, διέταξε τὴν σύλληψιν τοῦ Παγκάλου καὶ τὴν προφυλάκισιν αὐτοῦ ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Καὶ ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν ἐθεώρησε διώξιμον τὸν Πάγκαλον, ἦτο πρᾶξις πλημμελήματος. Ἐπηκολούθησεν ὁ Νόμος 3355 τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν δίωξιν ἀδικημάτων Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος καθώριζεν ἐν λεπτομερείᾳ τὴν διαδικασίαν τῆς διώξεως καὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀδικημάτων τούτων. Δι’ ἰδίων διατάξεων ἐμερίμνησε τὴν ἀνάκρισιν καὶ δίωξιν, συνέστησεν ἐπιτροπὴν δεκαπενταμελῆ εἰς τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις τοῦ ἀνακριτοῦ. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν κλπ». Ὅλα ταῦτα οὐδὲν ἄλλο λέγουσι, παρὰ ὅτι ἡ δεκαπενταμελὴς ἐπιτροπὴ εἶναι ὁ παρὰ Πλημμελειοδίκαις ἀνακριτής, λαμβάνων τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου, προφυλακίζων ἢ μὴ προφυλακίζων αὐτόν. Πέραν αὐτῆς τῆς ἐργασίας οὐδὲν ἔχει νὰ πράξῃ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ τέλος συντάσσει τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὸ ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις, ἀναπληροῦσα τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἀποφαίνεται νὰ γίνῃ ἡ κατηγορία ἢ ὄχι κατ’ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐδίωξεν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Πόθεν ἤντλησε τώρα ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς αἰτοῦντας πρὸς αὐτὴν «τὰς ἀπολύω ἐπ’ ἐγγυήσει»; Δυνάμει ποίας διατάξεως νόμου ἀπέλυσε τοὺς κατηγορουμένους Πάγκαλον, Βογόπουλον κλπ; Ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, ἐπικαλοῦμαι αὐτὴν ταύτην τὴν πρότασιν, τὴν εἰσαγομένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀντίρρησιν κατὰ τῆς γνώμης ταύτης τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει μόνον ὁ κ. Σωτηριάδης, ὁ ὁποῖος λέγει (ἀναγινώσκει): «ἐφόσον ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας...». Αὐτὴ ἡ φράσις τῆς Ἐπιτροπῆς σημαίνει ἀπόλυσιν. Ἔχω ἀναντίρρητον τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀπολύσῃ κατηγορούμενον ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἀπηγγέλθη κατηγορία ἐπὶ κακουργήματι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη γνώμη. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἄλλα δικαιώματα, ἀφοῦ ὁ νόμος περιώρισε ρητῶς τὰς διατάξεις τὰς ὁριζούσας τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνακριτοῦ. Οὐδὲν ἄρθρον δίδει τοιοῦτον δικαίωμα.
§27Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὸ 33.
§28Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ 250.
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή, ἐπὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος, ὅταν διεξάγεται συζήτησις μεταξὺ τεσσάρων; Ἀφήσατε τὸν ρήτορα νὰ ὁμιλήσῃ.
§30Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ἂν ἀναγνώσητε τὸν Νόμον, οὐδαμοῦ θὰ εὕρητε διάταξιν, δίδουσαν ἔστω καὶ πόρρωθεν δικαίωμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἀπολύσῃ ἐπὶ ἐγγυήσει κατηγορούμενον, δηλαδὴ δικαιώματα Συμβουλίου. Ἀντιθέτως ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νόμου ἐσεβάσθη τὴν δικονομικὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνακριτὴς καὶ Συμβούλιον δικαστηρίου ἐπιλαμβάνονται τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων...
§31Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Διατὶ κάμνετε ἐξαίρεσιν;
§32Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Διότι ὁ νόμος δὲν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα αὐτό. Θέλω ἕν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μοῦ εἴπῃ ποιά διάταξις τοῦ νόμου σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἶσθε συμβούλιον;
§33Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μᾶς δίδει τὸ ἄρθρον 48 ἐδάφιον 3.
§34Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τὸ ἄρθρον 48 ἐδάφιον 3, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης μου, τὸ ἄρθρον 48 τοῦ νόμου ἐνισχύει τὴν ἄποψίν μου, τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ σεβασθῇ ὁ νόμος. Καὶ οἱ ἐλάχιστα νομικὰ γνωρίζοντες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθοῦν ὅτι ἔδωκεν εἰς τὸν ἀνακριτὴν δικαίωμα τοῦ Συμβουλίου, νὰ κρίνῃ δηλαδὴ τὴν ὑπόθεσιν ὁ ἀνακριτὴς ὡς Συμβούλιον, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι εὑρίσκει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ἢ τὸν ἀπολύει ἐπὶ ἐγγυήσει. Τὸ ἄρθρον 48, ἐπαναλαμβάνω, ἐνισχύει τὴν ἄποψίν μου, ὅτι ἐσεβάσθη τὴν ἀρχὴν ταύτην ὁ νόμος. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 48; Ὅταν ἐγένετο αὐτὸς ὁ νόμος εἶχον ἐκδοθῇ ἐντάλματα προφυλακίσεως τοῦ Παγκάλου ἐκ μέρους τῆς ἀνωτάτης δικαστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἶχε παραπεμφθῇ ἐπὶ πλημμελήματι κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, δηλαδὴ τῆς συντακτικῆς πράξεως Κονδύλη καὶ τοῦ ψηφίσματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀπετελεῖτο ἀπὸ δύο τμήματα, ἀπὸ ἀνακριτὰς καὶ συμβούλιον. Ἀνακριταὶ εἶχον ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως καὶ εἶχον προφυλακίσει τὸν Πάγκαλον ἐπὶ πλημμελήματι, ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἔπρεπεν ὁ νόμος νὰ ρυθμίσῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἀφῄρει ὅλην τὴν ἐξουσίαν καὶ ὅλην τὴν ἐργασίαν τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ καὶ τὰ παρέδιδεν εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Ἔπρεπε νὰ ρυθμίσῃ τὴν κατάστασιν καὶ τὴν ἐρρύθμισε, καὶ εἶπε: Δι’ ὅσους ἔχουν μέχρι τοῦδε προφυλακισθῇ—ὁ νόμος ἔγινε καθ’ ὃν χρόνον, ἐπαναλαμβάνω, ἐψηφίζετο καὶ κατηρτίζετο ἡ ἐξουσία τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου—ὅσους ἔχουν μέχρι τοῦδε προφυλακισθῆ, μόνον ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἀπολύσῃ. Μία λεπτομέρεια περιττή, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψεν ὁ Νόμος. Τοῦτο ὅμως σεῖς τὸ ἐξηγεῖτε ὅτι σᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀπολύσητε σεῖς οἱ ἀνακριταὶ τοὺς ἐπὶ κακουργήματι προφυλακιζομένους παρ’ ὑμῶν.
§35Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Διατὶ κάμετε αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν;
§36Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐπειδὴ αἱ πράξεις δὲν ἦσαν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νόμου, δηλαδὴ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν Βουλὴν ὡς Συμβούλιον, ἔχει τὸ Δικαστήριον τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ ἡ Βουλή, διότι πρόκειται περὶ πράξεως τῆς ὁποίας δὲν εἶχε τὸ Συμβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλάσσῃ. Τὸ Συμβούλιον τὸ ὁποῖον εἶχε κανονισθῆ διὰ τοῦ πρώτου νόμου, ὁρίζει ὅτι διὰ τὴν ἀπόλυσιν καὶ αὐτὴν ταύτην τῶν πλημμελημάτων ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀποφανθῇ. Καὶ ἐρωτῶ: Ἄν ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεψε διὰ τὸ ἁπλοῦν πλημμέλημα, καὶ δὲν τὸ ἐπιτρέπει διὰ τοῦ ἄρθρου 48, πῶς ἐπέτρεπε τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει ἐπὶ κακουργημάτων καὶ ἐπὶ φόνῳ ἢ ἐπὶ ἀπιστίᾳ; Δι’ ἐμέ, Κύριοι, ἡ παρερμηνεία εἶναι κατάφωρος, εἶναι πλέον ἢ φανερά, ὁ νόμος εἶναι πλέον ἢ σαφής. Καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία δικαιολογία ἀπὸ ἐκείνας εἰς ἃς ἐκ τῆς Δικονομίας πολλάκις ἑρμηνεύοντες τοὺς νόμους καὶ δικαστήρια ἀκόμη ἀνώτερα προβαίνουν, δικαιολογούμενα ἐκ τῶν πραγμάτων. Δὲν ὑπάρχει τὶ τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὴν τοιαύτην κατάφωρον παρανομίαν τῆς ἐπιτροπῆς.
§37Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Διατὶ δὲν διαβάζετε τὸ ἄρθρον;
§38Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον λέγει. «Τὰ μέχρι τοῦδε...» (Ἀναγινώσκει)» τόσας ἐγγυήσεις ἤθελε διὰ τὰ ἁπλᾶ πλημμελήματα.
§39Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Καταργεῖ τὸ ὑφιστάμενον συμβούλιον.
§40Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει αὐτό Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν «ἀπόλυσε τὸν κατηγορούμενον ἐπὶ ἐγγυήσει». Τὸ δικαίωμα τοῦτο, δικαίωμα ὕψιστον, διότι εἶναι δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἰς τὴν τακτικὴν διαδικασίαν ἀπονέμει μόνον τὸ δικαστήριον καὶ συμβούλια συνεδριάζοντα, τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ὥστε ἐπιτροχάδην ὁ εἰσηγητὴς ἢ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἀπολύῃ τοὺς κατηγορουμένους. Ἐὰν τοιοῦτον δικαίωμα εἶχεν ἡ Ἐπιτροπὴ, πρὸς τί εἰσηγεῖται τὰ ψηφίσματα ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη, καὶ τὴν ἀκούω ἀπ’ ἀρχῆς ὅταν ἤρχισα νὰ ἀναπτύσσω τὴν γνώμην ταύτην, ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη ὅτι εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ αἴτησις τοῦ Παγκάλου ὄχι διὰ τὰ κύρια ἀδικήματα, ὄχι διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ ὡς κακουργήματα χαρακτηριζόμενα, διὰ τὰ ὁποῖα προεφυλακίσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ Πάγκαλος, ἀλλ’ εἰσάγεται ὁ Πάγκαλος κρατούμενος δυνάμει ἐντάλματος τῆς καταργηθείσης Ἀνωτάτης Δικαστικῆς Ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο τὸ βεβιασμένον τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἐπιτροπῆς διατυποῦται σαφῶς εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν, διότι ἐνῷ εἰς τὴν πρώτην πρότασιν ἡ Ἐπιτροπὴ ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόλυσιν μὲ ἐγγύησιν καὶ διὰ τὸ ἔνταλμα καὶ διὰ τὴν κράτησιν δυνάμει ἐντάλματος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ζητεῖ συγχρόνως τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει διὰ τὸ ἔνταλμα τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ τὴν πρότασιν αὐτὴν κάμνει προκειμένου περὶ τοῦ ἀδικήματος τοῦ φόνου. Ζητεῖ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Παγκάλου τόσον διὰ τὴν πρώτην κράτησιν, τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ὅσον καὶ διὰ τὸ ἄλλο, δηλαδὴ τοῦ φόνου τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλεν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, ὁρίζει δὲ κατὰ τὴν κρίσιν της τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως εἰς 50.000 δραχμάς.
§41Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν.
§42Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Θὰ ἴδωμεν ἐὰν εἶναι ἡ αὐτὴ πρᾶξις ὁ φόνος καὶ ἡ παράβασις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Εἰς τὴν δευτέραν πρότασιν δὲν ζητεῖται ἡ ἀπόλυσις διὰ τὴν ἀπιστίαν, ζητεῖται μόνον διὰ τὴν κράτησιν τὴν γενομένην δυνάμει ἐντάλματος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§43Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἔνταλμα.
§44Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἀναγινώσκω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασίν σας ἡ ὁποία λέγει «Διαβιβασθείσης κλπ.» (ἀναγινώσκει)
§45Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐτὰ ἀφεώρουν τὸν φόνον.
§46Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Μάλιστα. Ἀκούσετε καὶ διὰ τὴν ἀπιστίαν (ἀναγινώσκει). «Διαβιβασθείσης τῆς δικογραφίας κλπ.»
§47Χ. ΛΑΔΑΣ. Μὴ φεύγετε. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ὑπάρχουν δύο ἐντάλματα.
§48Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τὸ λέγει ἡ ἔκθεσίς σας ἢ ἐπειδὴ τὸ «δι’ ὃν διατελεῖ ἐν προφυλακίσει...» Λέγει λοιπὸν ὅτι κρατεῖτε αὐτὸν διὰ τὴν ἀπιστίαν.
§49Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὄχι.
§50Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἴσως πρόκειται περὶ κακῆς διατυπώσεως· τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἔνταλμα τῆς ἐπιτροπῆς δι’ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν δὲν ὑπάρχει.
§51Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐκρίθη ἀπολυτέος;
§52Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶχε δικαίωμα ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ εἴπῃ «ἀπολυτέος». Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἡ περαιτέρω διαδικασία, ἡ διατήρησις ἢ ἄρσις τῆς προφυλακίσεως ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ θὰ εἴπῃ ἂν εἶναι προφυλακιστέος.
§53Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δυνάμει ποίας διατάξεως;
§54Χ. ΛΑΔΑΣ. Τί θὰ εἴπῃ; ἡ διατήρησις τῆς προφυλακίσεως;
§55Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἄλλη θεωρία αὐτή. Ἡ περαιτέρω προφυλάκισις εἶναι ἐκείνη τοῦ Κασίμη. Δὲν εἶναι ἡ ἰδική σας. Σεῖς ἔχετε ὑποχρέωσιν, ἀπαγγέλλοντες κατηγορίαν ἐπὶ ἀπιστίᾳ ἐναντίον οἱουδήποτε ἀνθρώπου, νὰ ἀποφασίσετε ἂν εἶναι προφυλακιστέος. Ἂν παρελείψατε νὰ τὸ κάμετε, ἐπράξατε κακῶς.
§56Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ ἔκαμα πρότασιν διακοπῆς, διότι δὲν προέκυψαν ἐπαρκεῖς ἐνδείξεις.
§57Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ ὀρθὴ γνώμη θὰ ἦτο ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ δι’ οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἀδικημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖ νῦν τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει, εἶχε τὴν γνώμην ὅτι ὁ Πάγκαλος οὐσιαστικῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τιμωρηθῇ, νὰ ὑποβάλῃ δικαιολογημένην πρότασιν δι’ ἧς νὰ ζητῇ τὴν διακοπὴν τῆς προφυλακίσεως καὶ νὰ μὴ γίνεται ὁ ἐμπαιγμὸς τοῦ νόμου ἀπὸ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ φόνου ὡς πρᾶξιν τιμωρουμένην μέχρις εἱρκτῆς. Δὲν δύναμαι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ ἐννοήσω πῶς ἡ Βουλή, Σῶμα Νομοθετικὸν καὶ ἐξόχως ὑποχρεωμένον νὰ σέβεται τοὺς νόμους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ φόνου τιμωρουμένην διὰ ποινῆς μέχρι τῆς εἱρκτῆς.
§58Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Πρόκειται περὶ συνεργοῦ.
§59Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, Κύριοι, διατὶ κατηγορεῖται ἐπὶ φόνῳ ὁ Πάγκαλος—κατηγορεῖται ἐπὶ φόνῳ ὁ Πάγκαλος, διότι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἔκαμε ἦτο ὄργανον αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐφόνευσε ἕναν ἄνθρωπον— πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς συνεργός;
§60Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν προσωρινὴν ἀποφυλάκισιν ἐπὶ ἐγγυήσει, δὲν ἀπέβλεψεν εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀδικήματος, ἀλλὰ εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἐπιβληθησομένης ποινῆς. Δι’ αὐτὸ δὲν βλέπετε νὰ ὁμιλῇ περὶ χαρακτηρισμοῦ τοῦ ἀδικήματος, ζητῶν, ἂν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου ἡ ἐπιβληθησομένη ποινὴ δὲν εἶναι μέχρι τῆς εἱρκτῆς, νὰ διακόψῃ τὴν προφυλάκισιν. Διὰ νὰ δεχθῇ δὲ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ ἐπιβληθησομένη ποινὴ δὲν εἶναι μέχρι τῆς εἱρκτῆς, ἀσφαλῶς δὲν θὰ μείνῃ εἰς τὸν χαρακτηρισμόν, ἀλλὰ πάντως θὰ δεχθῇ ὅτι εἶναι ἀναίρεσις μὲ τὸ ἕνα ἐλαφρυντικὸν ἢ μὲ τὰ δύο ἐλαφρυντικὰ διὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ποινὴ τῆς εἱρκτῆς καὶ διὰ νὰ τύχῃ τοῦ εὐεργετήματος. Τοῦτο θέλω νὰ διαπιστώσω, ὅτι οὐχὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἀδικήματος ἐπιτρέπει τὸ προνόμιον αὐτό, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῆς ἐπιβληθησομένης ποινῆς.
§61Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ δεχθῶμεν ἀναίρεσιν μὲ ὅλα τὰ ἐλαφρυντικὰ καὶ μὲ μετρίαν σύγχυσιν ἐξ ὑπερμέτρου ὀργασμοῦ διὰ τὴν ἐξουσίαν.
§62Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Βεβαίως τὸ κυρίαρχον Συμβούλιον, δύναται οἱανδήποτε πρᾶξιν νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ἐν τῇ συνειδήσει του ὅπως θέλει, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Ὅταν ἔχει γίνῃ ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος, ὁ ἐπιστημονικός, ὁ δημοσιογραφικός, ὅταν ἅπαντες γνωρίζομεν διατί κατηγοροῦμεν τὸν Πάγκαλον ἐπὶ φόνῳ, διατὶ ἡ Ἐπιτροπὴ κατηγορεῖ ἐπὶ φόνῳ τὸν Πάγκαλον, ὅταν γνωρίζομεν ὅτι ἀπεδόθη εἰς τὸν Πάγκαλον ἡ πρόθεσις νὰ φονεύσῃ δύο ἀνθρώπους, παραβιάζων τὸ Σύνταγμα καὶ νομοθετῶν ἴδιον ἐπὶ τοιοῦτον σκοπὸν νόμον...
§63Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ἀθώους ἀνθρώπους.
§64Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὄχι ἐνόχους. Ὅταν λέγω τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις, ἡ ἀντίληψις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐχαρακτήρισαν τὴν πρᾶξιν ὡς φόνον, τοιαύτην δὲ πρᾶξιν ἀπεδέξατο ἡ Ἐπιτροπή, διὰ τὴν ὁποίαν πρᾶξιν καὶ ἀπελογήθη ὁ Πάγκαλος καὶ ἐφυλακίσθη διὰ φόνον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ, ἄνευ ἐμπαιγμοῦ πραγματικοῦ τοῦ νόμου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη βεβαιοῦται ἀλλὰ δὲν ἐπισύρει τὴν πρέπουσαν ποινήν, παρὰ μόνον μέχρι τῆς εἰρκτῆς; Ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίπτωσιν, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἢ δὲν ὑπάρχει φόνος καὶ διακόπτομεν τὴν προφυλάκισιν, ἢ ὑπάρχει μόνον παράβασις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὁπότε ἡ πρᾶξις τιμωρεῖται διὰ ποινῆς πλημμελήματος· διότι ἂν εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει φόνος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολυθῇ δι’ ἐγγυήσεως ὁ Πάγκαλος. Τότε μόνον εὐσυνειδήτως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφον μας, καὶ ὄχι μὲ τὰς θεωρίας περὶ τῆς τυχὸν ἐπιβληθησομένης ἐν τῷ μέλλοντι ποινῆς. Τὰ πράγματα ἔχουν τεθῆ καὶ ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, διότι ἡ δίκη Παγκάλου δὲν εἶναι κοινὴ δίκη ἐνώπιον Κακουργοδικείου, εἶναι δίκη τὴν ὁποίαν παρακολουθεῖ ὁλόκληρος ἡ κοινὴ γνώμη καὶ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας ἔχει εἰσχωρήσει. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁλόκληρον νομοθετικὸν σῶμα, ὡς ἀξιοῖ ἡ πρότασις, νὰ ψευσθῇ ἐνώπιον τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ νὰ διαπομπεύσῃ τὸν νόμον...
§65Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§66Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. ... καὶ νὰ μὴ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν πρεσβεύω ὅτι ὑπάρχει φόνος καὶ ἀπολύω τὸν Πάγκαλον, ἢ πρεσβεύω ὅτι ὑπάρχει φόνος καὶ ἐγκλείω εἰς τὰς φυλακὰς τὸν Πάγκαλον; Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε σεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, σεῖς τὸ εἴπατε, σεῖς τὸ ὑποστηρίξατε καὶ ὅμως ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἀναμένετε ἄλλην γνώμην. Διότι διὰ τῆς προτάσεώς σας σεῖς, ἡ ἐπιτροπή, ζητεῖτε ἄλλην γνώμην. Ἀλλά, λέγω —διὰ νὰ ἴδητε τὸ βεβιασμένον τῆς ἐπιτροπῆς ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν προεφυλακίσθη διὰ τὴν ἀπιστίαν ὁ Πάγκαλος—ἀλλὰ ζητεῖται μόνον ἡ ἀπόλυσις τοῦ Παγκάλου διὰ τὴν κράτησιν τὴν ὁποίαν ἔσχεν διὰ τὸ ἀδίκημα τοῦτο ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἐὰν δηλ. ζητῆται ἡ ἀπόλυσις διὰ πρᾶξιν πλημμελήματος, τότε διατὶ ἡ ἐπιτροπὴ ζητεῖ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως νὰ εἶναι 25.000; Γνωρίζετε, κύριοι, καὶ οἱ μὴ γνωρίζοντες ἀκόμη νομικά, ἀλλὰ γνωρίζετε ἰδίως οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὰ δικαστήρια, ὅτι ἡ ἐγγύησις διὰ πλημμέλημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 4.000 δραχ. Καὶ ἐρωτῶ τὴν ἐπιτροπήν: Ἀφοῦ ἡ ἔννοια τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθην ἐγὼ νὰ διακρίνω τοὐλάχιστον, ἡ ἔννοια τῆς προτάσεώς της πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ ἀπολύσεως τοῦ Παγκάλου διὰ τὸ ἀδίκημα αὐτὸ τῆς ἀπιστίας εἶναι διὰ τὸ πλημμέλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορήθη ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διατὶ ζητεῖ νὰ τεθῇ παρανόμως τὸ ποσὸν τῶν 25 χιλ. δραχ. ἐνῶ δὲν ἐπιτρέπεται ἄνω των 4 χιλ. διὰ πλημμέλημα; Δυοῖν θάτερον. Ἢ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ μεγαλειτέραν ἐγγύησιν ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου, ὁπότε πρέπει νὰ ἐπιστρέψωμεν τὴν πρότασιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἀναλάβῃ ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, ἢ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ πρότασις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἵνα αὕτη ἀποφανθῇ μόνον διὰ τὸ πλημμέλημα διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορήθη ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δυνάμει τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ νόμου, ἢ ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἐὰν ἰδιαίτατα ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, τότε πρέπει νὰ ζητήσῃ Βουλὴ καὶ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ εἰσαγάγῃ ἀμελλητί, ὡς λέγει ὁ νόμος, τὰς προτάσεις τοῦ Παγκάλου, νὰ ἐξελεγχθῶσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὅλαι αἱ δικογραφίαι τοῦ Παγκάλου καθὼς καὶ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν, Βογοπούλου κτλ., νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐρευνήσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν νὰ ἐξετάσῃ λεπτομερῶς καὶ ἐφαρμόζουσα τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἡ Βουλή, ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχὴν εἶναι ὑποχρεωμένη πρὸς τοῦτο, νὰ ἀπολύσῃ ἢ μὴ τὸν Πάγκαλον ἢ Βογόπουλον. Ἡ δευτέρα αὕτη ἐνέργεια εἶναι ὄχι μόνον πρέπουσα ἀλλ’ εἶναι ὑπὸ τοῦ νόμου σαφῶς καθωρισμένη, ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἀντιθέτως νομίσῃ ὅτι νομοτύπως εἰσάγονται αἱ προτάσεις περὶ ἀπολύσεως τοῦ Παγκάλου, τότε θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὁ Πάγκαλος ἐξερχόμενος τῶν φυλακῶν δυνάμει μιᾶς πράξεως, μὴ στηριζομένης εἰς τὸν νόμον ἀπὸ τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι παρανόμως θὰ εὑρίσκεται ἐκτὸς τῶν φυλακῶν.
§67Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί...
§68Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἐπιτρέπετε, Κύριε Συνάδελφε, πρὶν ἀρχίσετε τὴν ἀγόρευσίν σας, νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν. Σεῖς εἰς τὴν πρότασίν σας λέγετε, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην σας τὸ ἀδίκημα δὲν συνεπάγεται ποινὴν μεγαλειτέραν τῆς εἱρκτῆς. Συνεπῶς διαφωνεῖτε πρὸς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τὸ ἀποφανθὲν ὅτι πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Διότι ἂν πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου τούτου οὐδεὶς λόγος περὶ εἱρκτῆς δύναται νὰ γίνῃ. Ἂν δέχεσθε τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς θὰ εἴπῃ ὅτι δέχεσθε τὸ ἀδίκημα τῆς ἀνθρωποκτονίας ἐκ προμελέτης καὶ ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν σας ὑπάρχει ἀνθρωποκτονία. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἐπίσης ἀληθὲς παραμένει, ὅτι τὸ ἀδίκημα τῆς ἀνθρωποκτονίας ἐπὶ πλημμελήματι συνεπάγεται τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου καὶ ὅτι διὰ τοιοῦτο ἀδίκημα δὲν χωρεῖ πλέον ἀποφυλάκισις ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἤθελα νὰ μοῦ δώσετε μίαν ἀπάντησιν.
§69Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀπαντῶ εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸν Συνάδελφον κ. Ράλλην. Ἀπευθύνομαι πρὸς ὅλους τοὺς νομικοὺς ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς μὴ νομικούς. Ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ τῆς ποινῆς τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὰ διάφορα ἀδικήματα καθορίζει εἰς τὴν τάξιν τῶν κακουργημάτων ἐὰν τιμωρεῖται μὲ ποινὴν ἐγκληματικήν, πλημμελημάτων, ἐὰν μὲ ποινὴν ἐπανορθωτικήν, φυλάκισιν ἢ χρηματικὴν ποινήν, καὶ πταισμάτων τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται μὲ ποινὴν ἀστυνομικήν. Εἰς ἕκαστον κακούργημα ὁ νόμος ὁρίζει ποία ἐπιβάλλεται ποινή. Εἰς τὸν φόνον λέγει θάνατος, εἰς τὴν ἀναίρεσιν πρόσκαιρα δεσμὰ ἢ εἰς ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις μὲ εἱρκτὴν κ.τ.λ. Ἐάν, λοιπόν, ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸ Συμβούλιον κατ’ οἰκείαν κρίσιν καὶ ὄχι ἀποβλέπων εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν ποινήν, νὰ φρονῇ ποία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἐπὶ κακουργήματός τινος, δὲν θὰ ἔλεγε τὴν φράσιν «ἐπὶ κακουργήματος τιμωρουμένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου μὲ εἱρκτήν», διότι ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ ἀφήσῃ τὸ Συμβούλιον ἀπολύτως ἐλεύθερον νὰ κρίνῃ ἐκεῖνο ποία τελικῶς ποινὴ θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ κακούργημα δὲν θὰ ἔλεγε «κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ», ἀλλὰ θὰ ἔλεγε «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου».
§70Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἄν καὶ ἐγκατέλειψα ἀπὸ πολλοῦ τὰ νομικά, θὰ ἤθελα ὁπωσδήποτε μίαν διαφώτισιν. Ὑποθέσατε ὅτι εἶσθε Ὑπουργὸς καὶ ὅτι νὰ διώκεταί τις ἐπὶ ληστείᾳ μετὰ βασάνων, ἡ ὁποία τιμωρεῖται μὲ θάνατον. Ἔχετε, λοιπόν, ἓν Συμβούλιον καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ τιμωρεῖται μὲ εἱρκτήν, διὰ τοῦτο ἐπιτρέπεται ἡ ἀποφυλάκισις ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἐὰν εἶσθε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ ἐφωνάζατε τὸ Συμβούλιον αὐτὸ διὰ νὰ τὸ ἐλέγξητε «ποῦ ἐβάσισες τὴν κρίσιν σου;»
§71Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μάλιστα.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ κοινὴ γνώμη νὰ ἐρωτήσῃ ποῦ ἐβασίσατε τὴν κρίσιν σας, ὅτι ὁ ἐπὶ φόνῳ κρινόμενος ἠμπορεῖ νὰ τιμωρηθῇ μόνον μὲ εἱρκτήν;
§73Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτ.). Καὶ ἐγὼ ἐπίσης θὰ σᾶς ἐρωτήσω κάτι. Καλεῖτε τὸ Συμβούλιον νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ κατηγορίας ἐπὶ φόνῳ, ὅστις τιμωρεῖται, κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον, διὰ θανάτου. Δύναται δέ, κατὰ τὴν γνώμην σας, τὸ Συμβούλιον, ἄλλως χαρακτηρίζον τὴν πρᾶξιν, ὡς φόνον μετ’ ἐλαφρυντικῶν δηλ., νὰ νομίσῃ ὅτι θὰ ὑποβληθῇ ἡ ποινὴ τῆς εἱρκτῆς, ὅτε ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόλυσις ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἀλλὰ τοῦτο ἀναιρεῖ τὴν φράσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει «ἀδικήματα τιμωρούμενα» καὶ ὄχι «τιμωρηθησόμενα». Κύριοι Συνάδελφοι, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς ἐὰν καλῶς ἐγένετο. Δύναται νὰ τιμωρηθῇ διὰ τῆς ποινῆς τῆς εἱρκτῆς καὶ συνεπῶς εἶναι ἀπολυτέος ἐπὶ ἐγγυήσει ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ φόνῳ; Θὰ ἠρώτων, λέγω, ὑμᾶς: Δεσμεύεται ἐντεῦθεν ὁ δικαστὴς τῆς οὐσίας, διότι τὸ Συμβούλιον εἶπεν ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἀπολυτέος ἐπὶ ἐγγυήσει, δεσμεύεται ἐντεῦθεν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου;
§74Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό.
§75Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτ.). Λοιπόν, εἶναι μία οἰκονομία τῶν πραγμάτων.
§76Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Δὲν ἠκούσθη).
§77Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Σεῖς θὰ ἀγορεύητε ἢ ἐγώ;
§78Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ μᾶς διαφωτίσητε τότε ἐπιβάλλεται νὰ δέχεσθε διακοπὰς, προκειμένου περὶ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν κατὰ συνείδησιν καὶ οὐχὶ ἐκ προκαταλήψεως. Ἔχω δὲ καὶ ἐγὼ ὄχι μεγάλην, ἀλλὰ πάντως μίαν μικρὰν νομικὴν μόρφωσιν, ἡ ὁποία μοῦ ἐπιτρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγὼ δὲν ἐφωτίσθην. Ὅταν δὲ ἐγὼ δὲν ἐφωτίσθην, φαντάζομαι ὅτι ἕτεροι συνάδελφοι, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντες πρὸς τὰ νομικά, ὀλιγώτερον ἐφωτίσθησαν. Σᾶς παρακαλῶ, ἐν τῇ ἰδιότητί σας τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ διαφωτίσητε ἡμᾶς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ὑπάρχει ἀνθρωποκτονία ἐκ προμελέτης κατὰ τὴν γνώμην σας; Διότι δέχεσθε τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀνθρωποκτονία ἐκ προμελέτης τὸ ἀδίκημα συνεπάγεται τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περὶ ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀποφυλάκισις ἐπὶ ἐγγυήσει, ὅταν τὸ ἀδίκημα διὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει κατηγορία, συνεπάγεται τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἔρχεσθε ἐνταῦθα καὶ νὰ μᾶς ζητῆτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων τὴν ἀποφυλάκισιν ἐπὶ ἐγγυήσει, δι’ ἀδίκημα συνεπαγόμενον τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου;
§79Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἔχει ἄλλος τις καμμίαν ἀπορίαν;
§80Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δύο λέξεις. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν γνώμην σας καὶ λέγει ὅτι τὸ ἀδίκημα αὐτὸ συνεπάγεται τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς. Νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖ πλέον ἡ Βουλή, σιδομένη ἑαυτήν, νὰ παραπέμψῃ τὸν Πάγκαλον ἐπὶ φόνῳ, ἐνῷ ἔχει προδικάσει τὸ πρᾶγμα καὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι φόνος; Διότι αὐτὸ θὰ εἴπῃ ἀποφυλάκισις ἐπὶ ἐγγυήσει.
§81Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐπετρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ μίαν διακοπήν. Δὲν μοῦ λέγετε σᾶς παρακαλῶ, σεῖς ἀσκεῖτε τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἐπὶ ἔτη μακρά. Ὅταν ὁ ἀνακριτὴς ἀπολύῃ ἕνα κατηγορούμενον, ἐὰν προκύψουν νέα στοιχεῖα δὲν τὸν συλλαμβάνει ἐκ νέου; Ποῦ εἶναι τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκομεν τώρα; Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχόντων στοιχείων θὰ ἀποφανθῶμεν τώρα περὶ ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἐὰν προκύψουν νεώτερα στοιχεῖα θὰ συλληφθῇ ἐκ νέου;
§82Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μὲ τὸ βούλευμα τῆς προσωρινῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀποφυλακίσεως οὐδόλως προδικάζεται ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως. Τοῦτον θὰ τὸν χαρακτηρίσῃ τὸ ὁριστικὸν βούλευμα. Δύναται δὲ νὰ τὸ πιστοποιήσῃ ἐδῶ καὶ διακεκριμένος Συνάδελφος. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ ἄρθρον 257 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τί λέγει τοῦτο; Λέγει ὅτι δι’ ἀδικήματα τιμωρούμενα κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου μὲ εἱρκτήν, ἐπιτρέπεται ἡ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσις τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ἡ κρίσις θὰ συναχθῇ ἐκ τῆς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κακουργημάτων δύναται ἡ τιμωρία νὰ εἶναι εἱρκτή. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου, διότι τὸ κακούργημα, ὡς γνωρίζετε, δύναται νὰ τιμωρηθῇ καὶ μὲ πρόσκαιρα δεσμὰ καὶ μὲ ἰσόβια δεσμά, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει του καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν. Ἐκ τῆς κρίσεως ὅμως τῶν προκυπτόντων στοιχείων δύναται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ τιμωρηθῇ καὶ μὲ εἱρκτήν, ὁπότε καὶ ἀποφαίνεται τοῦτο καὶ λέγει ὅτι θεωρεῖ ἀπολυτέον τὸν κατηγορούμενον ἐπὶ ἐγγυήσει.
§83Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐὰν ἐπιτρέπετε. Ἐγὼ ἐπιμένω ὅτι ἔχετε ἀπόλυτον δίκαιον. Καὶ ἐκ τῆς πρακτικῆς τῆς δικαστικῆς εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαγγελθῇ ἐκ μέρους τοῦ ἀνακριτοῦ κατηγορία ἐπὶ φόνῳ καὶ κατόπιν νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ ἡ κατηγορία, ἀπὸ φόνος νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀναίρεσιν μὲ ὅλα τὰ ἐλαφρυντικά. Δὲν ἔχει δὲ σημασίαν τί ἀπαγγέλεται κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει Κύριε Εἰσηγητά, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἐφόσον ὑποβάλλεται ἡ πρότασις εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, εἶναι ἡ Βουλή, καὶ κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου εἶναι ἐπιδεκτικὸν τὸ ἀδίκημα προσωρινῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀποφυλακίσεως, δὲν πρέπει τὴν κρίσιν του αὐτὴν τὸ Συμβούλιον νὰ στηρίξῃ ἐπὶ πραγματικῶν γεγονότων; Διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ εἰσάγεται μιὰ πρότασις μόνη, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ τὸ Συμβούλιον διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ ἀδίκημα. Ἐκ τοῦ νόμου δέ, καθὼς γνωρίζετε σεῖς, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ τὸν νομικὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως. Συνεπῶς ὀρθῶς προτείνετε καὶ ὀρθῶς ἰσχυρίζεσθε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμηθῇ καὶ νὰ χαρακτηρισθῇ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ ἀδίκημα, ἀλλὰ πρέπει ἀπαραιτήτως, σὺν τῇ αἰτήσει καὶ τῇ προτάσει νὰ ὑποβάλλεται καὶ ἡ δικογραφία. Ἄνευ τῆς δικογραφίας εἶναι ἀδύνατον τὸ Συμβούλιον, ἡ Βουλὴ δηλαδή, νὰ μεταβάλῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, διότι τότε τὸ Συμβούλιον, μὴ ἔχον στοιχεῖα, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ κατηγορητήριον.
§84Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, εἴμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνοι. Χαίρω διότι οἱ νομικοί, οἱ ὁποῖοι ἐξασκοῦν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, ἔχουν τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω.
§85Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι στοιχειώδη αὐτά.
§86Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἐπείσθη ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως.
§87Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, οὐδὲ ὑπῆρξεν ἀμφιβολία, ὅτι τὸ Συμβούλιον, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐκ τῆς δικογραφίας προκύπτοντα περιστατικὰ καὶ θεωροῦν πιθανὸν ὅτι ἡ ἐπιβληθησομένη ποινὴ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κατωτέρα τῆς εἱρκτῆς, δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀποφυλάκισιν ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ σεῖς καὶ ἄλλος τις νὰ ἀμφισβητήσῃ εἶναι ὅτι ἡ τοιαύτη κρίσις τοῦ Συμβουλίου πρέπει νὰ εἶναι λογική, νὰ στηρίζεται δηλαδὴ ἐπὶ ὡρισμένων στοιχείων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, λοιπόν, ζητήματος εἶναι ζήτημα ὄχι νομικόν, ἀλλὰ πραγματικόν. Δυνάμεθα εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν νὰ εἴπωμεν, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ὁ Πάγκαλος πρέπει νὰ ἀπολυθῇ ἐπὶ ἐγγυήσει, ὅτι ὑπάρχουν πραγματικὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα μᾶς πείθουν, ὅτι θὰ μεταβληθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἀδικήματος καὶ θὰ προστεθοῦν καὶ ἐλαφρυντικὰ καὶ τότε ἡ πιθανότης εἶναι ὅτι θὰ καταδικασθῇ εἰς ποινὴν μικροτέραν τῆς εἰρκτῆς; Ἂν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι ἀποφυλακιστέος ἐπὶ ἐγγυήσει, αὐτὸ εἶναι ζήτημα κρίσεως τῶν πραγμάτων.
§88Χ. ΛΑΔΑΣ. Σημειώσατε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει κάμει τὸ σχέδιον.
§89Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ὄχι Κύριε.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ βούλευμα τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου εἶναι δεδικασμένον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ. Τοῦτο δὲ ἀπορρίπτει κατὰ τρόπον τελεσίδικον τὴν μήνυσιν ἐπὶ φόνῳ.
§91Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῶμεν ὡς δεδικασμένον. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπέβλεψεν εἰς τὸν τύπον, ὅπως ἀπέβλεψε τὸ Συμβούλιον. Ἀπέβλεψεν εἰς τὴν οὐσίαν διὰ νὰ δώσῃ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα.
§92Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Χαίρω πολὺ ὅτι εὑρέθημεν σύμφωνοι. Παρήλθεν ἡ καταιγίς, ἡ ὁποία πρὸς στιγμὴν ἐνεφανίσθη καὶ ἐπείσθημεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, χρωμένη τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ὑπέβαλλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὴν πρότασιν αὐτῆς, λέγουσα ὅτι ἐκ τῶν προσκομισθέντων μέχρι σήμερον στοιχείων ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, φρονεῖ ὅτι καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπέλθῃ καταδίκη ἡ καταδίκη δὲν θὰ εἶναι μεγαλυτέρα τῆς εἰρκτῆς. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, δηλ. νὰ συναγάγῃ ἡ Βουλὴ τὰ στοιχεῖα διὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐκ τῆς ἀνακρίσεως. Καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν μου, τὸ ἀδίκημα τιμωρεῖται μὲ πρόσκαιρα δεσμὰ καὶ συνεπῶς δὲν δύναται ν’ ἀπολυθῇ ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω, εἶναι συμφωνότατον πρὸς τὸν νόμον, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι ἡ ἐπιβαλλομένη ποινὴ εἶναι ἡ εἰρκτή, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ ἀπολυθῇ ἐπὶ ἐγγυήσει ὁ κατηγορούμενος. Εὐτυχῶς δὲ ἔχω σύμφωνον καὶ τὸν σεβαστόν μοι κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Χαίρω πολὺ διότι συνεφωνήσαμεν καὶ λυποῦμαι διότι ὁ συνάδελφός μου κ. Λαζανᾶς δὲν εἶναι ἐδῶ.
§93Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτ.). Εἶναι πολὺ φυσικόν, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶνε νομικοὶ ἢ ὑπῆρξαν νομικοί, νὰ ὑπάρχῃ μία τάσις πρὸς τὰ νομικὰ ζητήματα καὶ ἐπιθυμοῦμεν ὡς πρὸς αὐτὰ νὰ φωτισθῶμεν ἀπὸ σᾶς οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγκαταλείψατε τελείως τὴν θεραπείαν τῶν νομικῶν. Ὁ κ. Λαζανᾶς προέβαλε τὴν ἑξῆς ἐπιχειρηματολογίαν, κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχάς, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ διακόψῃ, ἐὰν σφάλλωμαι, τοῦ ποινικοῦ δικονομικοῦ δικαίου καθ’ ἃς ὁ ἀνακριτὴς ἀνακρίνει καὶ προφυλακίζει, τὸ δὲ Συμβούλιον ἀποφαίνεται περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Αὐτὴ εἶναι μιὰ γενικὴ ἀρχή. Διὰ νὰ ἐκφύγωμεν ἀπὸ τὰς γενικὰς ταύτας ἀρχάς, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν μίαν διάταξιν νόμου, τόσῳ μᾶλλον καθόσον ὁ νόμος τῶν γενικῶν τούτων ἀρχῶν, καὶ τὴν διάκρισιν τῶν ποινικῶν ἐξουσιῶν μόνον κατ’ ἀρχὴν τὴν ἐτήρησε καὶ ἀνέθεσεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἀνακρίνῃ, εἰς δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφαίνεται περὶ τῆς παραπομπῆς. Ἐπικαλεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἄρθρον 48 κατὰ τὸ ὁποῖον, ἀφαιρουμένης ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς ἐξουσίας πρὸς περαιτέρω ἀνάκρισιν καὶ ἐξέτασιν τῶν ἀδικημάτων τοῦ Παγκάλου, ἀφαιρεῖται ἀπὸ αὐτὸ φυσικῶς καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνεται περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Εἰς τίνα δίδει τὸ δικαίωμα αὐτό; Εἰς τὴν Βουλὴν. Ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ κ. Λαζανᾶ εἶναι αὕτη· τοῦτο τὸ ὁποῖον δίδει ὁ νόμος εἶναι ἁπλούστατα ὑπόμνησις, ὅτι ἐννοεῖ νὰ τηρήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ θέλετε νὰ κάμετε ἐπιχείρημα ἐξ ἀντιδιαστολῆς, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον. Ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως παρουσιάζεται τὸ γνωστὸν, ὅτι ἐνῶ διὰ πλημμελήματα παρεπέμφθη ὁ Πάγκαλος, πῶς ὅμως, διὰ μὲν τὸ πλημμέλημα νὰ ἀπαιτήσῃ μείζονα ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς, διὰ δὲ τὰ ἄλλα ἀρκεῖται εἰς μόνην τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς;
§94Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι μὲ προκαταλάβατε ἐκ τοῦ προχείρου, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι θὰ πεισθῆτε ὅτι τὰ πράγματα καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι μαζί. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον, σχετιζόμενον καὶ πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἱστορικῶς νὰ ἀναφέρω τὰ γεγονότα καὶ κατόπιν νὰ ἔλθω εἰς τὰς κρίσεις. Ὅταν ἡ Βουλή, ἀσκοῦσα τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἐκύρωσε τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, ὅπως ἐπανέλαβον καὶ χθές, ἐτέθη καὶ τρίτον ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον 13 κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσα ἡ περαιτέρω διαδικασία ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐνασκήσει τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως ἐδίδετο εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ εἰδικώτερον περὶ τούτων διὰ ψηφίσματος ὁρισθησόμενα. Ψήφισμα δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ δυνάμει ἑνὸς ἑτέρου ψηφίσματος ἐγένετο ὁ νόμος 3398, τὸν ὁποῖον συνέταξεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ. Ὁ νόμος αὐτός, ἐὰν παρατηρήσητε κ. Συνάδελφοι, δίδει ἐξαιρετικὰ δικαιώματα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ παρέκλισιν τῶν διατάξεων τῶν κειμένων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Πρῶτον ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ἀσκῇ μόνον τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλὰ θὰ ἀσκῇ συγχρόνως καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Εἰσαγγελέως.
§95Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἀλλὰ καὶ τοῦ Συμβουλίου.
§96Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις. Ἐὰν ὑπῆρχεν δὲν θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα. Τὸ ζήτημα τώρα εἶναι ἐὰν θὰ πρέπει ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ ἀναπτύξω ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην, ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ πρᾶγμα. Δηλαδὴ ὅτι, ἐλλειπούσης τῆς θετικῆς διατάξεως ἔτσι ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Ἔκαμε λοιπὸν τὴν Ἐπιτροπὴν ἀνακριτὴν καὶ Εἰσαγγελέα συγχρόνως δὲ καὶ Συμβούλιον. Τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 25). Καὶ διὰ τοῦτο ὄχι μόνον ἔκαμεν ὁμοίαν τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἔδωκε καὶ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῆς πάσας τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου μέχρι τοῦ τελευταίου κλητῆρος. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο. Τῆς ἔδωκε δικαίωμα καὶ μόνη της νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἐντάλματα δι’ ἰδίας δυνάμεως καὶ μόνη της νὰ προβαίνῃ εἰς ἐνεργείας, ἀλλὰ συγχρόνως τῆς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν προφυλάκισιν. Αὐτὸ νὰ τὸ σημειώσετε καλά. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ τὰ δικαιώματα ὅλης τῆς προδικασίας τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τὴν καταδίκην τῶν Ὑπουργῶν. Διότι καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἵνα κατηγορηθῇ Ὑπουργὸς ἐπὶ παραβάσεσι συνταγματικαῖς εἶναι ἀνάγκη νὰ προταθῇ τοῦτο ὑπὸ 20 βουλευτῶν, νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις, νὰ διανεμηθῇ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μόνον ἅμα ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων, γίνεται ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία προβαίνει εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν ἀδικημάτων τῆς Παγκαλικῆς δικτατορίας τί λέγει ἐν τῷ ἄρθρῳ 48; (ἀναγιγνώσκει) «ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ παρόντος νόμου κλπ.» Τὴν ἔκαμε τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ εἶναι παντοδύναμος, προκειμένου περὶ τῶν ἀδικημάτων τῆς δικτατορίας. Ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἡ Ὑποεπιτροπή, ἀποτελουμένη ἀπὸ διαπρεπέστατον νομικόν, τὸν κ. Παντελῆν Τσιτσεκλῆν, καὶ ἀπὸ ἐμέ, συνέταξε τὸ σχέδιον αὐτὸ τοῦ νόμου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπέφερεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τροπολογίας τινάς, ὡς ἐνθυμεῖσθε.
§97Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Μεταβατικάς τινας διατάξεις.
§98Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἦλθε τὸ ζήτημα, ἀγαπητοὶ κ. Συνάδελφοι, ὅτι ἐφόσον ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως, νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποφυλακίσεως. Ἦλθε δὲ τὸ ζήτημα, καὶ πιστεύσατε εἰς ἐμὲ ποὺ ὁμιλῶ εἰλικρινῶς, καὶ εἴπομεν: Ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ προκειμένου περὶ ἀδικημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ κατηγορούμενος διατελεῖ ἐν προφυλακίσει, νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ τὸν ἀποφυλακίσῃ, διότι διὰ τὰ ἀδικήματα αὐτὰ ἐφυλακίσθη ἀπὸ τὸ Α. Δ. Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἤσκησε τὴν ἐξουσίαν τῶν βουλευτῶν καὶ εἴπομεν τότε ὅτι ἁρμοδία ἐπ’ αὐτοῦ θὰ εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τῇ προτάσει τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ὁρίζεται τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως, οἱ ὅροι, ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος τῆς διαμονῆς. Διὰ νὰ μὴ προκαλέσῃ καμμίαν ἀμφιβολίαν πλέον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ, ἀσκοῦσα ὅλα τὰ δικαιώματα εἰσαγγελέως καὶ ἀνακριτοῦ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, εἴπομεν ὅτι ἐτέθη εἰς τὸ ἄρθρον 48 ἡ διάταξίς μας (ἀναγινώσκει), «ἐφαρμόζονται αἱ σχετικαὶ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Τί ἐννοεῖ «σχετικαὶ ποινικαὶ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας»;
§99Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτ.). Ποῖος συνέταξε τὸ ἀρχικὸν σχέδιον τοῦ Νόμου;
§100Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὸ ἀρχικὸν σχέδιον νόμου, τὸ εἶχε συντάξει ὁ κ. Παπαναστασίου, ὅπως ἐδήλωσεν, ἀλλ’ ὑπέστη τοῦτο τελείαν μεταμόρφωσιν κατόπιν. Σημειωτέον δὲ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη ἐν διαστήματι τριῶν τεσσάρων ὡρῶν, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τοῦ Αὐγούστου καὶ δὲν συνεζητήθη πολύ. Ἐτέθη δὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρον διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία ὅτι ἐπὶ ἐκείνων τῶν ζητημάτων ποὺ δὲν ὁρίζει ρητῶς ὁ νόμος, ἐφαρμόζονται αἱ σχετικαὶ διατάξεις τῆς Ποιν. Δικονομίας. Ἐφόσον λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε τοιαῦτα παμμέγιστα δικαιώματα δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως. Ἄλλως τε ἔχομεν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς εἰπῶ, ἐὰν ὑπάρξῃ ἐναντία γνώμη, καθ’ ἣν ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία προφυλακίζει ἡ ὁποία ἐνεργεῖ πᾶσαν ἐν γένει τὴν διαδικασίαν τὴν τηρουμένην ὑπὸ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως. Καὶ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ ἀσάφεια ἐγέννησε τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω καὶ μίαν ἄλλην ἀσάφειαν (ἀναγινώσκει). «Τὰ μέχρι τοῦδε κλπ.». Δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐδῶ μέσα οὔτε τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίζῃ ὡς Συμβούλιον, οὔτε διάταξις ρητή, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπολύῃ, ὥστε ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ ἐπροφυλάκιζεν ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ μένουν διὰ παντὸς προφυλακισμένοι μέχρι τῆς δίκης των. Διότι δὲν ὑπάρχει διάταξις, δίδουσα τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, τοὐναντίον, ὑπάρχει ἐναντίον διάταξις. Μὲ ποῖον δικαίωμα θὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπολύσῃ αὐτούς;
§101Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἀφοῦ ἔχετε αὐτὴν τὴν γνώμην, διατί ὑπεβάλατε εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νὰ ἀπολυθῇ ὁ Πάγκαλος;
§102Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λάθους καὶ ἀντὶ νὰ εἴπῃ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ νόμου 3393 τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν παράγραφον τοῦ νόμου, ἔβαλε τὸ ἄρθρον περὶ ἀπιστίας.
§103Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ζητεῖτε τὴν κατάργησιν τοῦ ἐντάλματος τοῦ ἀνακριτοῦ, ζητεῖτε δηλ. νὰ μὴ ἰσχύσῃ τοῦτο:
§104Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τίνος;
§105Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τῶν φόνων.
§106Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἡ ἀσάφεια ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ, διότι πρέπει εὐρέως νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπιστημονικῶς. Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶμεν: ποῦ ἐστηρίχθητε σεῖς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀπολύσαντες τοὺς κατηγορουμένους; Ἀπαντᾶτε εἰς τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Νόμου. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Νόμου ὁμιλεῖ περὶ τῶν προφυλακισθέντων ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, περὶ αὐτῶν καὶ μόνον. Σεῖς ποῦ ἐστηρίχθητε; Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἀπαντᾶτε.
§107Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας εἰς τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξατε, τὸ ἄρθρον 48 σιωπᾷ εἰς αὑτὴν τὴν περίπτωσιν, δηλαδὴ προκειμένου περὶ ἀπολύσεως προφυλακισθέντων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, σιωπᾷ καὶ ὁμιλεῖ μόνον ὅταν πρόκειται περὶ τῶν προφυλακισθέντων ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ δὲν σιωπᾷ, Κύριε Συνάδελφε, διότι ὁ Νόμος ὁ ἴδιος δίδει τὴν λύσιν, διότι λέγει ὅτι ὅπου ὁ νόμος σιωπᾷ ἐφαρμόζονται τὰ ἄρθρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας κατ’ ἀναλογίαν. Κατ’ ἀναλογίαν δὲ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων αὐτῶν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐφόσον ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν μορφὴν τοῦ Συμβουλίου, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν μορφὴν τοῦ Ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ διαδικασία ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται προκειμένου περὶ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Συνεπῶς ὁ ἴδιος αὐτὸς νόμος δίδει τὴν λύσιν.
§108Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐγὼ ἀντιστρέφω αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§109Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὁ Νόμος τονίζει εἰδικῶς ὅτι ὅταν ἔχει κανεὶς προφυλακισθῇ ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸν ἀπολύει ἡ Βουλή. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δὲν εἶχεν ἀνάγκη νὰ εἴπῃ αὐτό. Θέλει λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀπολύσῃ καὶ ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ ἀπολύσῃ ἡ Βουλὴ, ἢ λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπολύει;
§110Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ἀλεξᾶτον καὶ λέγω τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐὰν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἐκδοχὴ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε, δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη εἰδικῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν χορηγεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀπολύῃ τοὺς ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου προφυλακισθέντες, διότι κατὰ τὴν γενικὴν διάταξιν τῆς Ποιν. Δικονομίας τὸ Συμβούλιον θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύσῃ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Νόμος ἤθελε νὰ τὰ δώσῃ ὅλα αὐτὰ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἔθεσε καὶ τὸ ἄρθρον 48, ἐξαιρετικῶς καὶ λέγει «δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους προεφυλάκισε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, δὲν ἐννοῶ σὺ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ τοὺς ἀπολύσῃς, ἀλλὰ θὰ τοὺς ἀπολύσω ἐγὼ, διότι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς προφυλακίζῃ καὶ ὄχι νὰ τοὺς ἀποφυλακίζῃ. Σὺ μετὰ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀναλαμβάνεις τὸ δικαίωμα τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἐγὼ θέλω νὰ κρίνω τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐπροφυλάκισε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον». Ἐὰν ὑπῆρχε ῥητὴ διάταξις, δὲν θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα. Ἐφόσον ὅμως δὲν ὑπάρχει ῥητὴ τοιαύτη διάταξις, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα καὶ σᾶς τὸ ἀναπτύσσω. Σᾶς λέγω ποῖα δικαιώματα ἔχει ἡ Ἐπιτροπή. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει πολὺ μεγαλύτερα δικαιώματα ἀπὸ τὸ νὰ ἀπολύῃ ἐπὶ ἐγγυήσει. Ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ τοῦ νὰ ἀπολύσῃ ἐπὶ ἐγγυήσει ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔκρινε τὸ Συμβούλιον προφυλακιστέους. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, ὅταν ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦ Σταμούλη εἰς τὴν Βουλήν, ἐλέχθη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τότε τὸν κ. Τσιτσεκλῆν νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι δὲν προεφυλάκισε τοῦτον ἡ Ἐπιτροπή, ἐνῷ ἐὰν τὸν εἶχε προφυλακίσει ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ τὸν ἀπέλυε μόνη της, καὶ ἐφέραμεν τὸ ζήτημα ἐνώπιον ὑμῶν διότι τὸν εἶχε προφυλακίσει τὸ Ἀν. Συμβούλιον, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 48 μόνον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὸν ἀποφυλακίσῃ. Καὶ ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της ἐνέκρινε καὶ εἶπεν ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Ἐπιτροπή.
§111Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, εἶναι γνωστὸν ὅτι πᾶσα ἀσάφεια ἑρμηνεύεται ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου καὶ πρὸς εὐκολίαν τοῦ κατηγορουμένου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσετε ἵνα διευκρινίσωμεν καὶ κανονίσωμεν τὰ ζητήματα ὡς ἔχουν. Κατὰ τὸ θέρος εἰργάζετο ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ εὑρίσκετο ἐν διακοπαῖς ἡ Βουλή. Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὴν Π. Δικονομίαν αἱ αἰτήσεις περὶ διακοπῆς προφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ὑποβάλλονται αὐθωρεὶ καὶ ἀμελητεὶ εἰς τὸ Συμβούλιον. Ἐὰν, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ἡ ὁποία ἐδόθη, θεωρηθῇ ὅτι ἔργα Συμβουλίου μόνον ἡ Βουλὴ ἐπιτελεῖ, θὰ ἔπρεπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τηλεγραφικῶς νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἀμελητεὶ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ κατηγορουμένου. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ δοθῇ εἰς Νόμον, ὁ ὁποῖος ἔχει τεθῇ ἀκριβῶς ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, τοιαύτη ἑρμηνεία.
§112Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἔχουν δίκαιον οἱ Κύριοι Συνάδελφοι, νὰ λέγουν ὅτι ἡμεῖς οἱ δικηγόροι δὲν τελειώνομεν ποτὲ τὰς συζητήσεις. Ἐδῶ δὲν γίνεται ἀγὼν νὰ πεισθῇ κανείς, ἀλλὰ γίνεται ἀγὼν τὶς θὰ κάμῃ τὴν μεγαλυτέραν ἐντύπωσιν! Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή. Ἐγὼ ἀνέπτυξα μίαν γνώμην, ἂς ἀναπτύξουν καὶ ἄλλοι κατόπιν τὰς γνώμας των ἵνα τελειώνωμεν. Πρέπει λοιπὸν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἀσάφεια ὑπάρχει, ἐνῷ ὑπῆρχε τὸ ῥητὸν ἄρθρον αὐτό. Ἔχομεν καὶ τὴν ὁμολογίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀσάφεια ὑπάρχει ἐφόσον καὶ ἡ Βουλὴ δὲν κέκτηται τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἀπολύσεως τῶν προφυλακιζομένων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ ῥητῆς διατάξεως, περὶ ἀπολύσεως αὐτῶν. Ἐδῶ ἀπελύθησαν ὅλοι οἱ προφυλακισθέντες ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπελύθησαν δὲ ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς, διότι ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ Σταμούλη. Οὐδαμῶς, λοιπὸν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι παρενόμησεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφυλακίσασα αὐτόν. Ἠρώτησα ἐπανειλημμένως: διατί ἦλθον αἱ δύο προτάσεις εἰς τὴν Βουλήν; Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 48 καὶ τοῦ ψηφίσματος καθ’ ὃ, ἐπειδὴ ἔχει προφυλακισθῆ ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ἡ Ἐπιτροπὴ δυνάμει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ στερεῖται τοῦ δικαιώματος νὰ ἀποφυλακίσῃ αὐτόν, καὶ ὑπέβαλε τὴν πρότασίν της εἰς τὴν Βουλὴν περὶ προσωρινῆς ἀποφυλακίσεως. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ θελήσῃ, ἂν ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μὲ ἀκούσῃ, νὰ διακόψωμεν, διότι ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω διατὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, ἐνῷ εἶναι ἐν τῷ πέρατι ὅλων τῶν ἀνακρίσεων καὶ τῶν 4 ὑποθέσεων, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει.
§113Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν οἱ ὁμιλήσαντες οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ ἀκούσωσι μεταγενεστέρως τὴν ἐξήγησιν, παρακαλῶ νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις καὶ κατόπιν νὰ τὴν συνεχίσωμεν, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ τριτολογήσητε.
§114Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι.
§115Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἴσως παρουσιασθῇ ἀνάγκη!
§116Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐρρίφθησαν μερικαὶ μομφαὶ ἀόριστοι κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Ἐπιτροπῆς...
§117Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κατὰ τῆς οὐσιαστικῆς ἐνεργείας;
§118Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι ἀπὸ σᾶς.
§119Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Νομικὸν ζήτημα ἐγεννήθη. Ἠξεύρετε τὴν παροιμίαν «δύο νομικοί, τρεῖς γνῶμαι».
§120Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω λοιπὸν μετὰ τὴν διακοπὴν καὶ κατόπιν εὐχαρίστως θὰ διακόψω διὰ νὰ ἀπαντήσητε.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10.30′ μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν (Ὥρα 11.25′)
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς αἰτήσεως Παγκάλου. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§123Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεγάλη ἀγαθότης, κ. Συνάδελφοι, ἐπεκράτησεν κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν Θ. Πάγκαλον. Καὶ ἐπεκράτησεν μεγάλη ἀγαθότης ἰδίως ἐκ μέρους τῶν ὁμιλητῶν. Ἐφαντάσθησαν οὗτοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς λεπτομεροῦς ἀναπτύξεως τῶν δικονομικῶν διατάξεων νὰ πείσωσιν ἢ νὰ μεταπείσωσι ἢ νὰ παραπείσωσι ὑπὲρ τῶν ἀπόψεών των τοὺς βουλευτάς, οἵτινες καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως εἶχον μορφώσει γνώμην καὶ εἶχεν ἕκαστος εἰλημμένην τὴν ἀπόφασιν ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχομεν περιβληθῆ ἐν προκειμένῳ δικαστικὴν ἰδιότητα. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ὡς ἐκ τῶν συνθηκῶν ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑποθέσεως ἣν κρίνομεν δὲν ἔχομεν καὶ τὴν δικαστικὴν ἱκανότητα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἀμερολήπτως. Εἶναι δὲ ἀπορίας ἄξιον πῶς προκειμένου περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, ἀνετέθη εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ. Νὰ κρίνωσι δηλαδὴ τὸν κατηγορούμενον οἱ παθόντες ὑπ’ αὐτοῦ. Νὰ κρίνωσι κατὰ πόσον οὗτος δέον νὰ ἀπολυθῇ ἐπὶ ἐγγυήσει ἢ ὄχι. Καὶ εἴμεθα ὅλοι παθόντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ τὸν Θ. Πάγκαλον. Δὲν εἶναι μόνον οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Δημ. Κομμάτων ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατεδιώχθησαν ἀπὸ τὸν Θ. Πάγκαλον, ἀλλὰ ἡ περισσότερον ἀδικηθεῖσα καὶ παθοῦσα ὑπ’ αὐτοῦ εἶναι ἡ παράταξις τῶν Βασιλοφρόνων. Καὶ εἶναι τὰ μέγιστα ἐξεζητημένος, ἂν ὄχι κακῆς πίστεως, ὁ ἰσχυρισμὸς καθ’ ὃν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀνέλαβε δῆθεν τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Παγκάλου.
§124Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό.
§125Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσθη ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην (τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν). Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν λησμονεῖ ὅτι ὁ Θ. Πάγκαλος ὑπῆρξεν ὁ συντελεστής ὁ μεγαλύτερος συντελεστής τῶν μεγαλυτέρων ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν ἐν τῇ Χώρᾳ ταύτῃ ἀπὸ τὸ 1922 καὶ ἐντεῦθεν. Δὲν λησμονεῖ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ὅτι ὁ Θ. Πάγκαλος εἶναι εἷς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρεσκεύασαν καὶ ἐπέβαλον τὴν δολοφονίαν τοῦ μεγάλου Ἀρχηγοῦ του. Δὲν λησμονεῖ ποτὲ τὰς εἰσόδους καὶ ἐξόδους ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῆς διασκέψεως τοῦ περιφήμου ἐκείνου στρατοδικείου, τὸ ὁποῖον ἐδολοφόνησε τὸν ὑπεροχώτερον Ἕλληνα, τὸν ἐνσαρκώνοντα τὴν ἠθικήν, τὴν ἐντιμότητα καὶ τὸν πατριωτισμόν, τὸν μέγαν Δημ. Γούναρην. Καὶ δὲν λησμονεῖ οὐδεὶς ὅτι ὁ Πάγκαλος διεξήγαγε μετὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως τὸ ἐπονείδιστον ἐκεῖνον δημοψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου καθιερώθη ἡ λεγομένη Δημοκρατία. Καὶ διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ δι’ ἄλλους ἀπείρους, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοιούτου κατηγορουμένου. Οὐχ ἧττον ὅμως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, χάριν τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας, νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὁ Θ. Πάγκαλος οὐδὲν χεῖρον ἔπραξε ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους, οἵτινες κινοῦνται σήμερον ἐλευθέρως εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν καὶ ἐπανεμφανίζονται ἐπὶ τῆς πολιτικῆς κονίστρας. Ἐφήρμοσε καὶ αὐτὸς μίαν τακτικὴν ἡ ὁποία ἐθεσπίσθη ἀπὸ τὸ 1922 καὶ ἐντεῦθεν, διαγωνισθεὶς μετὰ τῶν ἄλλων ἀρχηγῶν τῶν Δημοκρατικῶν λεγομένων κομμάτων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ στίβου, πῶς νὰ καταλάβῃ τὴν ἀρχήν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς οἰκτροῦ θεάματος. Βλέπομεν τοὺς διαφόρους Ἀρχηγοὺς τῶν ποικιλωνύμων Δημοκρατικῶν κομμάτων νὰ διαγωνίζωνται συνωθούμενοι ἐπὶ τοῦ κονιορτοβριθοῦς στίβου ὁ ὁποῖος καλεῖται Δημοκρατία, τίς πρῶτος νὰ καταλάβῃ τὴν Ἀρχήν. Καὶ κατελάμβανε τὴν Ἀρχὴν ὄχι ὁ ἔχων μεγαλυτέραν ἀξίαν, ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διέθετε περισσοτέρας λόγχας. Τοῦτο ἔπραξε καὶ ὁ Θ. Πάγκαλος. Ὁ Θ. Πάγκαλος ἐὰν εἶναι ὑπόδικος ἐν τῇ λαϊκῇ συνειδήσει καὶ ἔναντι τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, εἶναι οὐχὶ διὰ τὰ ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορεῖται, ἀλλὰ δι’ ἄλλα ἐγκλήματα διὰ τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν κατηγορήθη. Τὸ ὅτι ἀνέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν Μιχαλακοπούλου καὶ τὸ ὅτι ἐγένετο δικτάτωρ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς Δημοκρατίας, δὲν ἀποτελοῦσιν ἀδικήματα κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατὰ τοῦ Κράτους τοῦ Βενιζελικοῦ.
§126Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ Νομὸς Ἀρκαδίας τὸν ἐψήφισε Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας.
§127Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δύο κακῶν προκειμένων τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον.
§128Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λαὸς τῆς Ἀρκαδίας, ὄχι ὅλος ἀλλὰ μέρος αὐτοῦ, ἐψήφισε τὸν Θ. Πάγκαλον ὡς Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας σας οὐχὶ ἐξ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν ἄνδρα, ἀλλὰ εἰς πεῖσμα τῶν ἀρχηγῶν τῆς βασιλόφρονος παρατάξεως, οἵτινες διενοήθησαν νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπαφὴν μαζί σας. Ὁ λαὸς τῆς Ἀρκαδίας ἐννοεῖ νὰ κρατήσῃ τὴν σημαίαν τῆς ἠθικῆς πολιτικῆς ὑψηλὰ καὶ πιστεύει ὅτι αὕτη ὑβρίζεται ὅταν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς παρατάξεώς μας ἔρχωνται εἰς πολιτικὴν συνάφειαν μαζί σας. Ὁ Θ. Πάγκαλος δὲν ἔπραξε τὸ χεῖρον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐγκαταλείψαντες τὸ μέτωπον τῆς Μ. Ἀσίας, ἦλθον εἰς τὴν πρωτεύουσαν, διὰ νὰ καταδιώξωσι τοὺς ἐσωτερικοὺς ἐχθρούς των. Τί χεῖρον ἔπραξεν ἐκεῖνον, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ἀρχιστρατήγου, ἐγκατέλειψαν τὸ Τουμλοῦ–Μπουνὰρ καὶ ἦλθον ἐδῶ διὰ νὰ διαπράξωσι τὸ φοβερώτερον τῶν ἐγκλημάτων; Διὰ ν’ ἀνατρέψωσι τὸ νόμιμον καθεστὼς καὶ διὰ νὰ δολοφονήσουν ἀθώους πολίτας καὶ ὑπερόχους πολιτικούς; Εἶναι ἀληθές, κ. Συνάδελφοι, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι ἡ πρώτη Βουλὴ ἀπὸ τοῦ 1922, ἡ ὁποία ἐξελέγη κατὰ τρόπον ὁπωσδήποτε νομιμοφανῆ, ἔστω καὶ μετὰ ἀναστάσεως τοῦ ἐκλογικοῦ χάρτου τῆς Χώρας καὶ σκόπιμον ἀλλοίωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ αὐτῆς, εἶναι ἡ πρώτη Βουλή, ἡ ὁποία δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ἐξελέγη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, μετὰ περίοδον πλήρη ἐγκλημάτων καὶ γενικῆς ἀναστατώσεως, καὶ εἶχεν ὡς ἐκ τούτου ὑψίστην ἀποστολήν. Εἶχε πρωτίστως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ πεποίθησιν ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν ὁ Πάγκαλος καὶ οἱ φίλα αὐτῷ τότε φρονοῦντες μετέβαλον εἰς μέσον δολοφονιῶν καὶ πολιτικῆς ἐπικρατήσεως. Ἔπρεπεν ἡ παροῦσα Βουλή, καὶ πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶχε συναίσθησιν τῆς μετεκλογικῆς ἀποστολῆς της, ν’ ἀναστυλώσῃ τὸ κῦρος τοῦ καταπεπτωκότος ἐν τῇ λαϊκῇ συνειδήσει Κράτους, τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον ἔχει μεταβληθῆ εἰς ἐρείπια ἀπὸ τοὺς ἐγκαταλείψαντας τὸ Μέτωπον καὶ ἐλθόντας εἰς τὴν Πρωτεύουσαν ὅπως διαπράξωσι μετὰ τοῦ Παγκάλου τὸ βδελυρώτερον τῶν ἐγκλημάτων. Ἔπρεπεν ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της καὶ νὰ ἐξαγνίσῃ τὸ πρόσφατον παρελθόν, τὸ ὁποῖον ὡς ἐφιάλτης ἐπικάθηται ἐπὶ τοῦ στήθους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Τὸ ὅτι ὁ Πάγκαλος εἶναι σήμερον ἐγκάθειρκτος, τοῦτο δὲν εἶναι ἀπόρροια ἀνωτέρου τινὸς συναισθήματος τῆς κυβερνώσης βενιζελικῆς παρατάξεως περὶ τῆς τοιαύτης ἀποστολῆς τῆς παρούσης Βουλῆς, οὔτε ἀνωτέρας τινὸς ἀντιλήψεως περὶ Δικαιοσύνης. Αἱ πράξεις διὰ τὰς ὁποίας κατηγορεῖται οὗτος, ἀποτελοῦσι τοὺς μικροτέρους κρίκους τῆς ἁλύσεως τῶν ὅλων ἐγκλημάτων, ἅτινα διεπράχθησαν ὑπὸ τῶν ὁμοφρόνων του καὶ συνεργατῶν του ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν. Ὁ Πάγκαλος εἶναι σήμερον ἐγκάθειρκτος, διότι ἀπετόλμησε νὰ ὑψώσῃ τὸ ἀνάστημά του ἔναντι τῶν ἄλλων δημοκρατικῶν συνεργατῶν του καὶ νὰ ἐπιπλεύσῃ αὐτῶν ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ πολιτειακῇ δράσει, ἱδρύων ἴδιον Κόμμα, διότι ἐσκέφθη ν’ ἀποσχισθῇ τοῦ τραγικοῦ θιάσου καὶ νὰ ἱδρύσῃ ἴδιον θίασον. Τὴν τοιαύτην ἐνέργειάν του οἱ λοιποὶ πρωταγωνισταὶ τῆς φατρίας ἐθεώρησαν ὡς ἀνευλάβειαν ἀξίαν τιμωρίας. Καὶ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ χρησιμοποιοῦν καὶ πάλιν τὴν Δικαιοσύνην. Ὁ Πάγκαλος εἶναι σήμερον κατηγορούμενος οὐχὶ ἐν ὀνόματι τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἐν ὀνόματι τῆς ἐκδικήσεως, διότι ἀπετόλμησε νὰ θίξῃ τοὺς πρωταγωνιστὰς τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως, τῶν ὁποίων ἐξήγειρε τὴν μῆνιν. Ὁ Πάγκαλος εἶναι βεβαίως ἄξιος τιμωρίας, ὅπως εἶναι ἄξιοι τῶν κατέργων οἱ συνεργάται του τῆς χθὲς καὶ οἱ διῶκται του τῆς σήμερον. Καὶ ἐφόσον αὐτοὶ παραμένουσιν ἀδίωκτοι, ἡ δίωξις ἐκείνου καὶ μόνον, καὶ δὴ δι’ ἃς πράξεις κατηγορεῖται, δὲν ἱκανοποιεῖ ποσῶς τὴν Δικαιοσύνην, οὔτε τὸ λαϊκὸν αἴσθημα. Καὶ ἐφόσον διώκεται καὶ κρατεῖται προφυλακισμένος ἐπὶ διετίαν ἤδη, ἐκ λόγων ἐκδικήσεως καὶ μόνον, καὶ ἐφόσον μεγαλύτεροι ἐγκληματίαι, πολιτικοὶ καὶ κοινοί, παραμένουσιν εἰσέτι ἀδίωκτοι, διότι προστατεύονται ὑπὸ τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, δὲν δύναμαι ποσῶς νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως τοιαύτης προφυλακίσεως. Καὶ σκέπτομαι οὕτω οὐχὶ ἐκ συμπαθείας πρὸς τὸν κατηγορούμενον, ἣν δὲν αἰσθάνομαι πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ διότι δὲν θέλω νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν εὐτελεῖς σκοποί, ἔστω καὶ ἂν οὗτοι στρέφωνται κατὰ τοῦ Θεοδώρου Παγκάλου. Διαφέρει ἡ ἐκδίκησις τῆς κατὰ νόμον τιμωρίας. Ὁ νόμος, βεβαίως, πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται ἀμειλίκτως καὶ ἡ τιμωρία πρέπει νὰ εἶναι αὐστηροτάτη κατ’ ἐκείνων, οἵτινες, εἴτε ἐπαξίως, εἴτε ἀναξίως, εἴτε μοιραίως καὶ τυχαίως, ἀνερχόμενοι εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, νομίζουν ὅτι εἶναι ἀπηλλαγμένοι τῆς ὑποχρεώσεως ὅπως σέβωνται τοὺς νόμους καὶ θεσμοὺς τῆς Χώρας καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν. Θὰ ἔπρεπεν ἡ τιμωρία δι’ ὅλους τοὺς τοιούτους ἐγκληματίας νὰ εἶναι παραδειγματική, διὰ νὰ διδάσκωνται ἡ σύγχρονος πολιτικὴ γενεὰ καὶ αἱ μέλλουσαι τοιαῦται, ὅτι ὅσον ὑψηλότερα εὑρίσκεται τις ἐν τῇ δημοσίᾳ ἱεραρχίᾳ ἐπὶ τοσοῦτο ὑποχρεοῦται νὰ σέβεται τοὺς νόμους τῆς Χώρας καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων. Διὰ νὰ μάθωσιν οἱ οὕτω ἐπιβαίνοντες τῆς Ἀρχῆς ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν εἶναι «κλωτσοσκούφι» νὰ παίζεται ἐπὶ τοῦ κονιορτοβριθοῦς στίβου τῆς Δημοκρατίας. Ἡ περαιτέρω προφυλάκισις τοῦ Θ. Παγκάλου καὶ μέχρι τῆς δίκης αὐτοῦ, ἥτις δὲν γνωρίζομεν ἂν διεξαχθῇ, δὲν εἶναι ζήτημα δικονομικῶν διατάξεων, καὶ ὅταν μάλιστα αὕτη κρίνεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ κριθῇ ἐν σχέσει πρὸς ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ἐγκλήματα καὶ τοὺς ἐγκληματίας τοῦ προσφάτου παρελθόντος. Δὲν δύναται μία Βουλή, ἢ μία Κυβέρνησις, ἢ ἓν Κράτος νὰ ἀξιώσῃ σεβασμὸν παρὰ τῶν πολιτῶν, ὅταν καθιεροῖ δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐρωτώμεθα ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ προφυλάκισις τοῦ πολίτου Θ. Παγκάλου. Δὲν δυνάμεθα, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα, νὰ ἀπαντήσωμεν καταφατικῶς. Ἡ ἐπ’ ἄπειρον προφυλάκισις μᾶς ὑπενθυμίζει ἐποχήν, ἣν ἡμεῖς ἀπεχθανόμεθα. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἠθέλομεν ἀσυνειδήτως πως ἐξυπηρετήσει προσωπικὰ πολιτικὰ συμφέροντα καὶ μίση. (Χειροκροτήματα).
§129Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, πάντοτε ἡ διακοπὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν, εἴτε ὑπὸ τύπον διακοπῆς, εἴτε ὑπὸ τύπον ἀναβολῆς αὐτῶν, εἶναι πολὺ ὠφέλιμος δι’ ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου αἱ δυνάμεις κατελήφθησαν αἰφνιδιαστικῶς, διότι ἔχει τὸν χρόνον νὰ ἀνασυντάξῃ τὰς δυνάμεις του καὶ νὰ κάμῃ τὴν ἀντεπίθεσιν. Εἶπον προηγουμένως ὅτι ὑπάρχει ἀσάφειά τις, ἡ ὁποία ἐγένετο ζήτημα ἐπιστημονικῆς μελέτης τοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Οὐδεμία ἀμφιβολία ἀφήνεται εἰς πάντα ἄκρῳ τῷ δακτύλῳ ἁψάμενον τῆς νομικῆς καὶ διὰ πάντα θέλοντα νὰ προσέξῃ ἀπὸ ἁγνοῦ τοῦ συνειδότος, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, καθ’ ὃν τρόπον ἔχει διὰ ῥητῆς διατάξεως τὸ δικαίωμα νὰ προφυλακίζῃ, ἔχει ἐπίσης διὰ διατάξεως τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύῃ τοὺς κατηγορουμένους. Θὰ ἠδύνατο ἡ πρώτη ἀντίρρησις νὰ ὑπάρξῃ ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύσῃ τὸν κατηγορούμενον, διότι ἐν ἄρθρῳ 9 λέγει: «ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐπιτροπῆς κλπ.» (ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁρίζει τὰ καθήκοντα τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ἀνακριτοῦ. Τὰ καθήκοντα ὅμως τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ γενικώτερα, δίδουν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ λέγει ὅτι εἶναι ὄχι μόνον Ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ εἰσαγγελεύς, διότι ἔχει δικαίωμα νὰ προφυλακίζῃ χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ κανένα. Προκειμένου ὅμως ν’ ἀπολύσῃ ἔπρεπε νὰ τῆς δώσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Συμβουλίου καὶ ἔχομεν τὸ ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκει) «καθ’ ἃς περιπτώσεις κλπ.». Ἐρωτῶ πάντα νομικόν, ἀλλὰ καὶ μὴ νομικόν...
§130Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔνορκοι εἴμεθα; Πρέπει νὰ τελειώνωμεν τὴν συζήτησιν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαρκῇ ἔτσι.
§131Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἠξεύρετε τί συζητοῦμεν τώρα, κ. Ἀλεξανδρόπουλε; Συζητοῦμεν ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ καλῶς ἀπεφυλάκισεν ὅσους ἀπεφυλάκισεν. Ἐὰν δὲν εἶχε δικαίωμα ν’ ἀπεφυλακίσῃ αὐτούς, τότε κακῶς ἀπέλυσεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸν Πάγκαλον καὶ διὰ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Πολιτεύματος καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ συναλλάγματος. Ἐφόσον, λοιπόν, διὰ τῆς ῥητῆς αὐτῆς διατάξεως ἀσκεῖ δικαιώματα Συμβουλίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων δικαιωμάτων εἶναι καὶ ἡ ἀπόλυσις ἐπὶ ἐγγυήσει εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διὰ πάντα νομικὸν καὶ ὀρθῶς κρίνοντα, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ἀσκοῦσα τὰ δικαιώματα τοῦ Συμβουλίου δυνάμει τῆς ῥητῆς αὐτῆς διατάξεως, ἔχει πληρέστατον τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἀπολύῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ῥητὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου. Ἔχω ἐδῶ καὶ τὸν ἑρμηνευτὴν Κωνσταντόπουλον, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς αὐτὸ λέγει. Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν τὸ Συμβούλιον ἔχῃ ἐν προκειμένῳ, διότι ἡμεῖς (εἴμεθα καὶ ἀνακριταί), ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ Συμβούλιον νὰ διατάσσῃ ἀποφυλάκισιν καὶ ἄνευ προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ λέγει ὁ Κωνσταντόπουλος ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, παρὰ μόνον ὅταν ὁριστικῶς τέμνον τὴν ὑπόθεσιν διατάσσει ἀποφυλάκισιν. Ἐδῶ ὅμως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ζήτημα, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι καὶ ἀνακριτὴς καὶ εἰσαγγελεύς. Ἐμέμφθησαν τινὲς τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐμμέσως, τὸ μὲν διὰ τὴν βραδύτητα, τὸ δὲ καὶ ἐπὶ χαριστικότητι...
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§133Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Ἡ Ἐπιτροπή, Κύριοι Συνάδελφοι, δὲν ἐβράδυνε παντάπασι ἐν τοῖς ἔργοις της, καίτοι ὁ ὄγκος τῆς ἐργασίας της ἦτο τοιοῦτος, ὥστε σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἔκαμε πᾶν ὅτι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον περατώσῃ τὰς ὑποθέσεις, ἀλλ’ ἦσαν αἱ δικογραφίαι ὀγκωδέσταται καὶ σοβαρόταται, ὡς εἶναι ἡ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τόμον ὁλόκληρον, ὡς εἶναι ἡ τοῦ συναλλάγματος, τηλεφώνων κλπ. ὅλαι δὲ εἶναι περαιωμέναι.
§134Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον). Διατί δὲν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα διὰ τοὺς λοιπούς;
§135Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Διότι δὲν προκύπτουν ἀκόμη ἐνδείξεις. Ὅταν θὰ ἔλθουν αἱ δικογραφίαι, τότε θὰ ἴδητε πόσος ὄγκος ἐργασίας ἐγένετο. Ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅπως καὶ θὰ ἴδητε καὶ εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, εἰργάσθη ἐν πάσῃ ἀμεροληψίᾳ, μακρὰν πάσης κομματικῆς ἐπιδείξεως, δύναμαι δὲ πεποιθότως νὰ ἀναφέρω ὅτι καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκουν, οὐδεμίαν ὑπόδειξιν ὑπέβαλον εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη δικαστικῶς, ἐὰν ἔσφαλε—τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον καὶ οὐδεμία λοιπὸν αἰτίασις βάσιμος κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ δὲ ἀπορία ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη διατὶ νὰ σπεύσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ἀντὶ νὰ ὑποβάλῃ συγχρόνως περαιωμένην καὶ τὴν δικογραφίαν, ἔχει τοῦτον τὸν βάσιμον καὶ σπουδαιότατον λόγον. Μετὰ τὴν περάτωσιν τῶν ἀνακρίσεων, διὰ τὰς ὁποίας οἱ εἰσηγηταὶ εἰργάσθησαν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὑπὲρ τὰς δυνάμεις των, νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι εἶναι βιοπαλαισταὶ καὶ ἀσκοῦν τὸ δικηγορικόν των ἐπάγγελμα. Εἰργάσθησαν δ’ εὐσυνειδήτως καὶ ὑπερανθρώπως, δὲν εἶναι δὲ εὔκολον νὰ γίνουν αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐπὶ τοῦ γόνατος, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι πρόκειται περὶ σοβαρωτάτων κατηγοριῶν, ἔχομεν καὶ ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς ἱστορίας, ὅταν οἱ ἀπόγονοί μας ἀναγνώσουν τὰς δικογραφίας αὐτὰς νὰ εἴπουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν ὄχι μόνον ἐπιστήμονες, ἀλλὰ καὶ εὐσυνείδητοι δικασταί. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπή, καίτοι ἡ εἰσήγησις τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ ἦτο λίαν ἐπιμεμελημένη, κατόπιν τῶν γενομένων ἀνακρίσεων καὶ τῆς ἀπολογίας τοῦ κατηγορουμένου, συνέστησεν ἐπιτροπὴν ἀπὸ τρία μέλη μὲ τὸν εἰσηγητὴν κ. Στρατηγόπουλον νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ καταρτίσῃ τὸ πόρισμα καὶ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ κ. Στρατηγόπουλος, ἐργασθεὶς μετὰ πάσης ἐργατικότητος καὶ ἐπιστημονικότητος, κατήρτισε τὸ πόρισμα. Ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν αὔριον καὶ μεθαύριον τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Πολιτεύματος, τὴν ἐπιβολὴν τῆς ἀγχόνης, τὸ συνάλλαγμα καὶ τὸ καζῖνον. Μετὰ ταῦτα θὰ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις τῶν τρακτέρ, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Τσιτσεκλῆς καὶ ἡ ὁποία, λόγῳ τῆς ἀσθενείας του, δὲν ἐνηργήθη καὶ θὰ ἐνεργηθῇ ἤδη. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐν τῷ ἐξετάζεσθαι. Δὲν ἐπερατώθη.
§136Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτελειώσατε, κ. Καμπάνη;
§137Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ χθές, κ. Καμπάνη, σᾶς παρεκάλεσα νὰ μᾶς εἴπητε ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐπιτροπή, ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, νὰ φέρῃ πόρισμα ὁριστικόν.
§138Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μάλιστα. Ἐκτὸς τούτου ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν καθῆκον, καὶ ἐκ τῶν κειμένων νόμων καὶ ἀπὸ ἀνθρωπιστικῆς ἀπόψεως, μόλις ἔλαβε τὰς προτάσεις τοῦ κατηγορουμένου Παγκάλου περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει νὰ κληθῇ εἰς συνεδρίασιν, εἶναι δὲ ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεωμένη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μὴ κρατῇ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον χρόνον ἐκκρεμεῖς τοιαύτας αἰτήσεις, διότι ὅπως εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος ἄλλοτε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὁ θεσμὸς τῆς ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει εἶναι συγχρονισμένος καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἀνθρωπιστικός. Ὑπεβλήθησαν λοιπὸν αἱ προτάσεις αὐταὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρός της, καθ’ ἃ εἶχεν ὑποχρέωσιν, ἔφερε ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν. Οὐδείς, λοιπόν, ἄλλος λόγος εἴτε συμπαθείας, εἴτε ἀντιπαθείας ἔκαμε τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν τὴν πρότασιν. Ἡ Ἐπιτροπή, ὑπείκουσα εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τῆς ἐπέβαλεν ὁ νόμος, ὑπέβαλε τὴν πρότασιν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτῆς δικαιώματι εἶχε τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν εἴτε νὰ τὴν δεχθῇ, εἴτε νὰ τὴν ἀπορρίψῃ, εἴτε δεχομένη ταύτην νὰ ἐπιβάλῃ διαφόρους ὅρους ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει. Ὅσον ἀφορᾷ, κ. Συνάδελφε, τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει, λόγῳ τῆς κατηγορίας ἐπὶ φόνῳ, δὲν ἔχω νὰ σᾶς εἴπω πολλά, διότι ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου, ὄχι τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ γνώμη ὅτι δύναται νὰ σταθῇ κατηγορία ἐπὶ φόνῳ, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ἐδέχθην, δὲν εἶναι δυνατὸν νόμῳ νὰ εὐσταθήσῃ. Σᾶς λέγω μόνον τὸ ἑξῆς: ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς τῆς ἀγχόνης, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ ὁ διαπρεπὴς ὄντως συνάδελφος κ. Τσιτσεκλῆς ἄκυρον ἐντελῶς, ὁ νόμος αὐτὸς καὶ ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι ἄκυρος, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἄκυρος. Δὲν ἔχω νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Μόνον τοῦτο σᾶς λέγω. Ἡ Βουλή, εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 20 Μαΐου 1919, ἐψήφισεν εἰς δευτέραν καὶ τελευταίαν συζήτησιν, νόμον περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐκδοθεισῶν ὑπὸ τῶν ἑπταμελῶν στρατοδικείων. Ὡς γνωρίζομεν οἱ νομικοί, ἡ ἀκυρότης εἶναι εἴτε ἀπόλυτος, εἴτε σχετική, ἢ λεγομένη ἀκυρώσιμος. Ὁ νόμος αὐτὸς οὔτε θεωρεῖ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρον, οὔτε τὸ κηρύσσει ἄκυρον. Ἀλλὰ τί κάμνει; Νομοθετεῖ ἓν ἔνδικον μέσον διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Στρατοδικείου. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἂν ἔχετε τιμωρηθῇ καὶ ἔχετε ἐκτίσει τὴν φυλάκισιν καὶ ἔχετε τὴν σφραγῖδα τοῦ κλέπτου, τότε θὰ ἀκυροῦται ἡ ἀπόφασις, ὅταν σεῖς ζητήσετε νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις καὶ εἶναι ζήτημα πάλιν, διότι θὰ κρίνῃ τὸ δικαστήριον ἐκ τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν. Ἄν ὅμως δὲν ζητήσετε εἶσθε κλέπτης αἰωνίως, μὲ ὅλας τὰς παρομαρτούσας εἰς τὴν κλοπὴν συνεπείας. Ἐκτὸς δὲ τούτου κηρύσσει ἐγκύρους ὅλας τὰς ἀνακριτικὰς πράξεις τὰς ἀναγνωρισθείσας ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «ἐφόσον τὰ κατὰ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τῆς 20 Ἰουλίου κλπ.». Δηλαδὴ ἂν εἶναι ἄκυρος ὁ νόμος, ὅπερ λέγει ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, πᾶσα συνέπεια πρέπει νὰ ἀρθῇ. Ὁ νόμος ὅμως αὐτὸς ἔρχεται καὶ λέγει: ὄχι, τοὐναντίον, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐδικάσθησαν, ἐδικάσθησαν ἀκύρως, ἀντισυνταγματικῶς. Αὕτη εἶναι ἡ ἀτομική μου γνώμη. Ἀλλ’ αἱ κατασχέσεις τῶν περιουσιῶν των καὶ τῶν συγγενῶν των, δυνάμει τῆς ἀποφάσεως, μένουν ἔγκυροι καὶ ἰσχυραί. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῶσι μόνον κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου, δηλαδὴ ἅμα γίνῃ χρῆσις ὅλων τῶν ἐννόμων μέσων ποὺ γίνονται διὰ πᾶσαν ἀπόφασιν ἔννομον καὶ ἰσχυράν. Αὐτὰ τὰ εἶπον παρεμπιπτόντως διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶναι ἐξ ὑπογείου ἡ γνώμη ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀπολύτως ἄκυρος.
§139Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ νόμος τοῦ κ. Τριανταφυλλοπούλου, ὁ ὁποῖος ἀνέτρεψεν αὐτό.
§140Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶναι νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῶν προτάσεων ν’ ἀπαντήσω.
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριοι, μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἔχει περατωθῇ καὶ ὅτι ἐπίκειται ἡ ὑποβολὴ τοῦ πορίσματος, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλή, ὡς μείζονα ἀσφάλειαν, νὰ τάξῃ ὡρισμένην προθεσμίαν σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ Ἐπιτροπή νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως. Ἐγὼ λοιπὸν προτείνω πενθήμερον προθεσμίαν, μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὴν Βουλήν. Ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε, Κύριε Πρόεδρε, τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ ταχθῇ πενθήμερος προθεσμία. Διότι ἡ προθεσμία αὐτὴ ἔχει μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἕκαστος βουλευτής. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν δύναται νὰ προσκομισθοῦν αἱ ἐκθέσεις ἐντὸς 5 ἡμερῶν. Ἐφόσον, λέγω, θέλομεν νὰ λυθῇ ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐφόσον ἡ Ἐπιτροπὴ μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι ἔχει περατωθῆ ἡ ἀνάκρισις καὶ εἶναι ἱκανὴ ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ θέσωμεν μίαν προθεσμίαν πενθήμερον διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμά της.
§142ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι).
§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὴ φωνάζετε, Κύριοι. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§144Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή.
§145Θ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Παπαναστασίου.
§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§147Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κάθε λίγο νὰ διακόπτωμεν τὴν συζήτησιν.
§148Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό.
§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ζητῶ νὰ τάξωμεν μίαν προθεσμίαν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ βλέπω δὲν ἔχει ἀντίρρησιν. Ἤθελον νὰ γνωρίζω ἂν ἔχῃ κανεὶς ἀντίρρησιν, ὅπως προσαχθοῦν αἱ ἐκθέσεις ἐντὸς πέντε ἡμερῶν.
§150Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχω ἐγώ.
§151Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶσθε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς.
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι. Δὲν χρειάζεται.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπαμπᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§154ΔΗΜ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὁσονδήποτε, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ συζήτησις ἡ διεξαγομένη, ἔχει ὡριμάσει, πάντοτε, νομίζομεν, ὅτι ὑπάρχει χρόνος καὶ σκοπὸς διὰ νὰ ὑψωθῇ ἡ φωνὴ ὅσων ἔχουσι τὴν γνώμην ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἀποσοβήσωσι τὴν ἀποτελμάτωσιν καὶ τὴν οὐσιαστικὴν ματαίωσιν τῆς δίκης τῆς δικτατορίας καὶ τὴν παράβασιν τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιτακτικὴν τῷ ὄντι θὰ ὑπολάβωμεν, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ φράξωμεν τὰ ὦτα εἰς τὴν ἔκκλησιν τοῦ λαοῦ, τὴν παράβασιν τῆς πανηγυρικῶς ἐκδηλωθείσης θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τῶν ἐκλογῶν, παρασχόντος μεταξὺ ἄλλων, εἰς τὴν Βουλήν τὴν σημερινὴν τὴν προέχουσαν ἐντολὴν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς δικτατορίας, εἴτε κολάζουσα, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀνεύρῃ ὅτι ἐπράχθησαν ἀδικήματα οἱαδήποτε, εἴτε ἀποδίδουσα δικαιοσύνην εἰς ὅσους ἰσχυρίζονται ὅτι, ἀθῷοι ὄντες, ἀδίκως κατηγοροῦνται. Λέγω ταῦτα καθ’ ὅσον οὐδένα διαφεύγει, ἐὰν ἐπιθυμῇ σοβαρῶς νὰ σκέπτεται καὶ σοβαρῶς νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας ταύτης, ὅτι ἡ παραδοχὴ τῆς αἰτουμένης αἰτήσεως δὲν θὰ ἀπετέλει διάφορόν τι καὶ δὲν θὰ ἐσήμαινεν ἄλλό τι εἰμὴ τὴν διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὁριστικὴν ματαίωσιν τῆς δίκης τῆς δικτατορίας, διὰ νὰ χορηγηθῶσιν οὕτως καὶ ἄλλα ὅπλα καὶ κολοσσιαῖα ἐρείσματα εἰς τοὺς πανταχόθεν ἐλλοχεύοντας ἐχθροὺς τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, καὶ τὸ δικαίωμα ὥστε νὰ λέγουν καὶ διατυμπανίζουν καὶ νὰ ἰσχυρίζωνται εὐλόγως ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα βαδίζει πρὸς τὴν δύσιν του. Κύριοι Βουλευταί, ἡ δικαστικὴ θέσις τῆς ὑποθέσεως κατὰ τὸν μᾶλλον καὶ ἧττον ἁπλοῦν τρόπον, οἷος προσπίπτει ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἐμῆς ἀντιλήψεως, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ζητεῖται ἡ ἀπόλυσις ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ δικτάτορος δι’ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, δύνανται νὰ ἐπισύρουν τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἀγορεύων χθὲς ἑσπέρας ἐξέθεσεν ἐπιχείρημά τι εἰπὼν ὅτι κατὰ τὸν νόμον τὸν κανονίζοντα τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν ὑποδίκων, χορηγεῖται ὑποχρεωτικῶς ἀπόλυσις ἐπὶ ἐγγυήσει εἰς ἐκεῖνον ὅστις, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου, θὰ ὑποφέρῃ ἐνδεχομένως τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς, πλὴν ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἰδίου Συμβουλίου ὑπάρχῃ φόβος μήπως, ἐξερχόμενος τῶν φυλακῶν, διακωλύσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως ἢ τείνῃ εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῶν ἰχνῶν τοῦ ἀδικήματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἕως τοῦδε δὲν ἤκουσα νὰ τεθῇ παρά τινος τῶν ῥητόρων ἐν σχέσει πρὸς τὴν δυνατότητα τῆς ἐξαλείψεως τῶν ἰχνῶν τῆς κολασίμου πράξεως εἶναι τοῦτο: Ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ κινδύνου ἐξαλείψεως τῶν ἰχνῶν τῶν κολασίμων πράξεων τῶν περιεχομένων εἰς τὴν περὶ ἧς πρόκειται πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ὅσων ἄλλων πράξεων περιλαμβάνεται καὶ εἰς τὰς λοιπὰς δικογραφίας, τὰς ἕως τοῦδε περαιωθείσας ἢ μὴ περαιωθείσας, τὰς ἀφορώσας κατηγορίας ἐφ’ ὧν ἐλήφθη ἡ ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου, ὡς καὶ ἐκείνας ἐφ’ ὧν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐπρόλαβε νὰ ἀπαγγείλῃ ταύτην, κατηγορίας δὲ δι’ ἃς προκύπτουσι σοβαρώταται ἐνδείξεις, καθ’ ἃ ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ τῶν εἰσηγητῶν τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Στρατηγόπουλος, αἵτινες ἐν συνόλῳ πράξεις τοῦ κατηγορουμένου ἀποτελοῦσιν ἕν νομικὸν σύνολον ἀπαρτίζουσαι τὴν ἔννοιαν τῆς πραγματικῆς ἑτεροειδοῦς συρροῆς ἐγκλημάτων, κατὰ τὸν ἐν χρήσει νομικὸν ὅρον, καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ νόμου.
§155Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὑπάρχουν κατηγορίαι αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ἀπαγγελθῇ.
§156Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Διὰ τὰς κατηγορίας ταύτας ἔχω τὸ δικαίωμα ὡς Βουλευτής, παρὰ τὸν ἀξιέπαινον πραγματικῶς ζῆλον ὅστις διεῖπε τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ἔργου της, ἀποτελῶν τμῆμα τῆς Βουλῆς τῆς παρασχούσης μίαν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις δύναται νὰ παρακολουθήσῃ κατὰ πόσον ἐξετελέσθη ἡ παρασχεθεῖσα ἐξουσιοδότησις, ἔχω τὸ δικαίωμα, λέγω, ἀπ’ τῆς ἀπόψεως ταύτης, παρ’ ὅτι ἀναγνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, καὶ εὐσυνείδητον καὶ παραγωγικὴν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἐπικρίνω αὐτὴν διότι παρέλιπεν ἕως τοῦδε ἐπὶ ὡρισμένων δικογραφιῶν, ἐφ’ ὧν μάλιστα κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ εἰσηγητοῦ προκύπτουσι ἐνδείξεις σοβαραί, νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν καὶ λάβῃ τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου.
§157Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κρατεῖται προφυλακισμένος διὰ πράξεις διὰ τὰς ὁποίας δὲν τοῦ ἀπηγγέλθη κατηγορία.
§158Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Μὴ ἀπομονώνετε τὸ ζήτημα καὶ μὴ νομίζετε ὅτι εἶμαι τόσον ἀδέξιος, ὥστε νὰ ἐντοπισθῶ ἐπὶ τῶν δικογραφιῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπηγγέλθη κατηγορία. Ὁμιλῶ καὶ περὶ τούτων μὲν, ἀλλὰ κυρίως περὶ τῶν ἄλλων, ἐφ’ ὅσον ἀπηγγέλθησαν ἤδη κατηγορίαι καὶ ἀπελογήθη ὁ κατηγορούμενος καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς δίκης ἐνδέχεται καὶ εἶναι πιθανώτατον — ἐνθυμοῦμαι δὲ τοὺς τόσον διαυγῶς διατυπωθέντας λόγους καὶ αἰτιολογίας ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ τοῦ σημείου τούτου — νὰ καταστραφῶσι τὰ ἴχνη ἢ νὰ καταστῶσιν ἐξ ἐνεργειῶν τοῦ κατηγορουμένου, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς δίκης ἀμφίβολα καὶ ἀσταθῆ τὰ συλλεγέντα στοιχεῖα τῶν κολασίμων πράξεων, ἀποτελουσῶν ἐν συνόλῳ, καθ’ ἃ διετύπωσα ἓν τοῖς πρόσθεν γνώμην, τὴν ἔννοιαν τῆς πραγματικῆς συρροῆς.
§159Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Νέον εἶδος δικονομικῆς ἀρχῆς;
§160Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Γνωστὸν καὶ ἀπαντώμενον εἰς ὅλους τοὺς ἐπὶ τοῦ θέματος γράψαντας. Ἄν, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἔχετε τὴν ἔμπνευσιν νὰ διακόπτετε διὰ νὰ ἀμφισβητῆτε ἀξιώματα καὶ νομικὰς ἐννοίας ἀπαντωμένας εἰς ὅλα τὰ ἐγχειρίδια τοῦ ποινικοῦ δικαίου, δὲν γνωρίζω διατί σεῖς μὲν λαμβάνετε τὸν κόπον νὰ μὲ διακόπτετε, ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν ἀφέλειαν νὰ ἀπαντῶ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου μόνον, κύριοι Βουλευταί. Δὲν ἐντοπίζω εἰς τοῦτο μόνον τὸ ἐπιχείρημα τοὺς δικαστικούς μου συλλογισμούς. Σκέπτομαι καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίσης συμπέρασμα ἄγοντα. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τῆς εἰσηγήσεώς της προτείνει τὴν ἀπόλυσιν ἐπ’ ἐγγυήσει διὰ τὴν κατηγορίαν τῆς ἀναδρομικῆς ποινῆς τῆς ἀγχόνης, ἐφ’ ἧς ἐξεδόθησαν δύο ἐντάλματα φυλακίσεως, τὸ ἔνταλμα τοῦ παρὰ τῷ Ἀνωτάτῳ Ἀνακριτικῷ Συμβουλίῳ ἀνακριτοῦ κ. Κασίμη καὶ τὸ τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς· εἰσάγει δὲ τὴν πρότασιν αὐτὴν οὐχὶ κεχωρισμένως δι’ ἑκάτερον ἔνταλμα ἀλλ’ ἀθρόως, ζητοῦσα ἵνα ἀτονήσωσιν ἀμφότερα τὰ ἐντάλματα φυλακίσεως διὰ τῆς παροχῆς τοῦ εὐεργετήματος. Ἠρεύνησα τὸ σκεπτικὸν τῆς προτάσεως ταύτης διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἐννοήσω κατὰ ποῖον ἆραγε τρόπον σκέψεως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων ἄραγε στοιχείων, κατωρθώθη νὰ δεχθῇ ἡ πλειοψηφία, εἰσηγουμένη τὴν πρότασιν ταύτην, ὅτι τὸ ἀδίκημα τοῦ φόνου, ὡς ἐπράχθη κατὰ τὴν κατηγορίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισύρῃ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, δικαζόμενον, ποινὴν οὐχὶ μείζονα τῆς εἱρκτῆς. Μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν δύναμαι νὰ εὕρω βάσιν τινὰ οὐδὲ νὰ ἐξηγήσω, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ, τὴν παραδοξολογίαν ταύτην δι’ ἣν οὐδεμίαν αἰτιολογίαν εὑρίσκω ἐν τῇ προτάσει. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, σχοῦσα τὸ θάρρος νὰ νομίσῃ ὅτι ἐνδέχεται κατηγορία ἐπὶ φόνῳ—ἐὰν ἐννοεῖται εἰς τὴν μέλλουσαν δίκην ἀποδειχθῇ ἡ κατηγορία βάσιμος διότι περὶ τούτου ἤδη δὲν πρόκειται— νὰ τιμωρηθῇ διὰ ποινῆς οὐχὶ μείζονος τῆς εἱρκτῆς, δὲν λαμβάνει συγχρόνως τὸν κόπον, δι’ ὀλίγων γραμμῶν ἔστω, διὰ σκέψεων τινῶν σποράδην ἐκτιθεμένων ἔστω, νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μεταβολὴν καὶ μείωσιν ταύτην τῆς ποινῆς κατὰ τρόπον τινὰ εὔσχημον καὶ νομικῶς συλληπτόν. Ἀληθῶς λέγω, Κύριοι Βουλευταί, τὴν ἔκφρασιν τῆς ἰδέας ταύτης θελήσας νὰ ἐξηγήσω κατά τινα τρόπον νομικόν, ἀνεῦρον ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν ὅτι τὸ δικαστήριον, ἐὰν ἤθελεν ἀποδεχθῇ ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν φόνος, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρξεν ἐν προκειμένῳ ἀναίρεσις—ὁμιλῶ διὰ τοὺς μὴ νομικοὺς—καὶ δὴ μὲ τὰ δύο αὐτῆς ἐλαφρυντικὰ καὶ μετρίαν σύγχυσιν. Ἐδέχθη δηλ. ἡ Ἐπιτροπή, οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ, τοῦτο, ὅτι ὁ Ζαρειφόπουλος καὶ ὁ Δρακάτος ἠρέθισαν τὸν κ. Πάγκαλον διὰ χαλεποῦ ὀνειδισμοῦ, δεινῆς ὕβρεως ἢ βαρείας αἰκίας καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀκόμη ὅταν ἐξετελεῖτο ἡ πρᾶξις αὕτη ὁ κατηγορούμενος διετέλει εἰς τοιαύτην κατάστασιν αἰσθήσεων καὶ νοῦ, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ πλήρη συνείδησιν τῶν πραττομένων! Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι συνάδελφοι, καίτοι ἐκτιμῶ ἀπολύτως τὰ πρόσωπα τῶν συγκροτούντων τὴν Ἐπιτροπὴν βουλευτῶν καὶ ἀναγνωρίζω εἰς ἅπαντα τὰ μέλη αὐτῆς ἀναμφισβήτητον καλὴν πίστιν καὶ θέλησιν, ἀδυνατῶ οὐχ ἧττον νὰ ἐξηγήσω τὴν νομικὴν αὐτὴν ἀντίληψιν. Οὕτω πως δὲν πρόκειται περὶ νομικῆς τινος κατατάξεως, ἀλλὰ προφανῶς περὶ ἐξοικονομήσεως τῶν πραγμάτων, ἐξοικονομήσεως ἡ ὁποία, ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου διετύπωσα, θὰ ἐκθέσῃ καὶ τὸ Σῶμα αὐτὸ καὶ τὸ σύστημα τὸ κοινοβουλευτικὸν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτᾷ καὶ νὰ ἐκπλήσσεται καὶ νὰ ἀγανακτῇ διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ θάρρους καὶ τοῦ σθένους παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ ἵνα ἀντιμετωπίσωσι τὸ ζήτημα, ἐν πνεύματι μὲν δικαίου πάντοτε, πλὴν εὐτόλμως.
§161Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἂν καὶ μετεῖχον τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀγχόνης, νομίζω ὅμως ὅτι δύναται νὰ ἐκληφθῇ ἡ πρᾶξις ὡς ἀναίρεσις χωρὶς κανὲν ἐλαφρυντικόν, μὲ μόνην τὴν μετρίαν σύγχυσιν, διὰ τὰς κατὰ τῶν καταχραστῶν κατηγορίας καὶ νὰ φθάσῃ τὰ ἑπτάμισυ ἔτη ἕως εἴκοσι παρὰ μίαν ἡμέραν.
§162Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Καὶ τοῦτο ἔστω, κ. Λαδᾶ. Καὶ τὴν ἰδικήν σας ἀκόμη ἐξήγησιν ἂν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Ἐπιτροπή, πάλιν ἀναγκαίως θὰ ἐδέχετο ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀνθρωποκτονίας ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς καὶ μὲ τὸ ἐλαφρυντικὸν τῆς μετρίας συγχύσεως. Συνεπῶς ἐδέχθη—ἐὰν ἐσκέφθη ὡς ὑμεῖς ὑποθέτετε —πάλιν ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶχε σαφῆ συνείδησιν τῶν πραττομένων. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἠρώτων ἓν ἕκαστον τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς, ἐὰν ἐνδομύχως ἐπίστευσαν ποτὲ σοβαρῶς τοιαύτην τινὰ θέσιν, καὶ νὰ ἐρωτήσω ἀκόμη διατὶ δὲν προῆλθον εἰς αἰτιολογίαν τῆς γνώμης των ὅπως καὶ εὐπρόσωπον ἐμφάνισιν λάβῃ καὶ ἡμᾶς συγχρόνως πείσωσι.
§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἐξήγησις.
§164Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὑπάρχει, κύριε συνάδελφε, πάσης σκέψεως ἀντίκρουσις, πάσης διανοητικῆς ἐκδηλώσεως ἀντίθεσις ἄλλων γνωμῶν, παντὸς ἐπιχειρήματος τὸ ἀντεπιχείρημα, πάσης θέσεως ἡ ἄρνησις. Ἀλλ’ ἐπιχείρημα ἀπὸ ἐπιχείρημα διαφέρει κατὰ τὴν ἐσωτερικήν του ἀξίαν. Ἡμεῖς ἐμμένομεν εἰς τὴν γνώμην μας, ἀνταποκρινομένην φρονοῦμεν εἰς μίαν ἀρτίαν νομικὴν συνείδησιν καὶ σαφῆ κατανόησιν τῶν πραγμάτων. Συνοψίζων τὰ ἕως τοῦδε ἀναπτυχθέντα προέρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως δικαστικῆς ἡ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσις οὐχὶ μόνον προσκρούει εἰς τὴν εἰδικὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νόμου, ὑπάρχοντος κινδύνου ἐξαλείψεως τῶν ἰχνῶν τῶν ἐν συρροῇ κολασίμων πράξεων δηλ. τοῦ συνόλου τῶν κατηγοριῶν, ἀλλ’ ἔτι πλέον ἀποκλείεται κατὰ ῥητὴν διάταξιν ἐφόσον ἓν τοὐλάχιστον ἐκ τῶν κατηγορουμένων ἀδικημάτων ἐπισύρει καθ’ ἑαυτό, ἀποδεικνυόμενον τυχὸν ἐν τῇ δίκῃ, καὶ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ὑφ’ ἃς ἐπράχθη, ποινὴν μείζονα τῆς διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ εὐεργετήματος ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένης. Ταῦτα, ἐὰν ὡς φρονῶ δὲν πλανῶμαι. Ἀλλ’ ἂν οὕτως ὀρθῶς καὶ κατὰ νομικὴν ἀκρίβειαν, μὴ ἐπιδεχομένην σοβαρὰν ἀντεπιχειρηματολογίαν, οὕτω πως ἔχουν τὰ πράγματα, πρὸς τί ἡ ὑπερευαισθησία καὶ αἱ ὑστερικαὶ ἐπικλήσεις πρὸς τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν ὅταν πρόκειται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας μόνον, ὥρας ὡς ἤκουσα πρὸ ὀλίγου, νὰ ἐκδοθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἦτο δυνατὸν καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ εὑρίσκεται ἐν συνεδρίᾳ, αἱ ὁριστικαὶ προτάσεις ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν; Ὅταν ἐπίσης κατὰ τὴν εὔστοχον πρότασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τάξῃ πενθήμερον προθεσμίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἵνα ἀπαγγείλῃ καὶ τὰς ὑπολοίπους κατηγορίας; Δὲν ἐπεχείρησα νὰ ὁμιλήσω ἐν ἀρχῇ, ἀλλὰ ἀναμνησθεὶς, ἐν τῇ πορείᾳ τοῦ λόγου, τὰς διαμαρτυρίας αἱ ὁποῖαι ἠκολούθησαν τὴν πρότασιν ταύτην, ἐρωτῶ κατὰ τί τὸ ἓν ζήτημα δύναται νὰ συσχετισθῇ πρὸς τὸ ἕτερον καὶ τίνος ἕνεκα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ καλῆς πίστεως νομίζουν ἀναγκαίαν τὴν ἀπόλυσιν, τίνος ἕνεκα ἐπεθύμησαν νὰ παρεμποδίσουν τὴν τελεσφόρησιν καὶ ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως; Καὶ ἀπορῶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διὰ τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς ἱκανοποιοῦνται καὶ τῶν ἀντιγνωμούντων αἱ τάσεις ἀλλὰ καὶ τοῦ Δικτάτορος αἱ δικαιολογημέναι πράγματι διαμαρτυρίαι διὰ τὴν προφυλάκισιν, ἥτις τῷ ὄντι ὑπὲρ τὸ προσῆκον μέτρον παρετάθη. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι ἡ παραδοχὴ τῆς ἀπολύσεως ἰσοδυναμεῖ πρὸς καταστροφὴν πράγματι τῆς ὑποθέσεως καὶ ματαίωσιν τῆς δίκης, δὲν νομίζουν ὅτι εἰσηγούμενοι τὴν ἀποδοχὴν τῆς γνώμης των, θὰ παρέτεινον ἐπὶ χρόνον πολὺν τὴν παραμονὴν τοῦ Δικτάτορος εἰς τὰς φυλακάς, τὴν εὐλόγως προκαλοῦσαν διαμαρτυρίας, ἣν οὐδὲ ἐπιθυμοῦσι, διότι τὰ πράγματα λαμβάνουν πλέον τέλος; Ὀλίγαι μένουν ἡμέραι μέχρι τῆς συγκροτήσεως τοῦ δικαστηρίου εἰς τὴν ὁποίαν, μετὰ τὴν πάροδον τῆς πενθημέρου προθεσμίας, εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἡ Βουλή, θὰ παρέλθῃ καὶ ἐλάχιστος μέχρι τῆς δίκης χρόνος, εἰς τρόπον ὥστε ὁ γεννηθεὶς θόρυβος καὶ τὸ σύνολον τῶν διαμαρτυριῶν καὶ τῶν ἐπικλήσεων καὶ τῶν ἱερεμιάδων νὰ μὴ ἀφοροῦν εἰμὴ ἐλάχιστον διάστημα χρόνου πλέον. Ὡς ἄτομον, κύριοι Βουλευταί, δύναταί τις δικαιολογημένως νὰ συμπαθῇ πρὸς ἓν παράπονον ὑποβαλλόμενον ὑπὸ κατηγορουμένων οἱωνδήποτε, ἐὰν μάλιστα τοῦτο δὲν στερεῖται βασιμότητος. Ἀλλ’ ὡς δικαστής, ἀφοῦ κατὰ κόρον ἐγένετο ἐνταῦθα χρῆσις τῆς λέξεως, δικάζει συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου τὴν ἔννοιαν ἀποδέχεται, φράσσων τὰς διεξόδους πρὸς ἀτόπους αἰσθηματολογίας. Ἀλλὰ καὶ ὡς πολιτικὸς ἀνήρ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἰδιότης αὕτη, προκειμένου περὶ πολιτικοῦ Σώματος, νὰ θεωρηθῇ ἀπόβλητος, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συμμερισθῇ τὴν λαϊκὴν ἀξίωσιν, νὰ περιφρουρήσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, διότι ἔχει δικαίωμα ὁ λαὸς νὰ ἀξιοῖ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων του τοιαύτην τινὰ συμπεριφορὰν καὶ μέριμναν, ἔχει δικαίωμα ὁ Λαός, ὁ ὁποῖος κατανοεῖ πόσον ὑπῆρξεν ἀψευδὲς καὶ ἀνώτερον καὶ ἐμπνευσμένον, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μία ὑπέροχος ἐπιστημονικὴ διάνοια τῶν νεωτέρων χρόνων διετύπωσε: ἐάν τις ἀφίνῃ τὸν ἑαυτόν του νὰ μεταβάλλεται εἰς σκώληκα, δὲν πρέπει νὰ παραπονῆται ὅταν ποδοπατῆται. Ὄχι μόνον ὡς δικασταὶ σχηματίζοντες τὴν κατὰ νόμον γνώμην, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνδρες πολιτικοί, ἡμεῖς τοὐλάχιστον ὅσοι ἐξετράφημεν ὑπὸ τὰς παραδόσεις παρατάξεως καὶ ἀνήκομεν εἰς τοὺς κόλπους πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς πρώτης του ἐμφανίσεως ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἐπολέμησεν ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ ὑπὲρ αὐτῶν εἰργάσθη καὶ ἐταλαιπωρήθη εἰς δυσκόλους χρόνους καὶ ἐδεινοπάθησε, νομίζω ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσηγηθῶμεν, θλιβόμενοι μὲν ὡς ἄνθρωποι, ὑποχρεωμένοι ὅμως ὡς δικασταὶ καὶ πολιτικοί, νὰ εἰσηγηθῶμεν, λέγω, τὴν μὴ παραδοχὴν τῆς πρὸς χορήγησιν τοῦ εὐεργετήματος προτάσεως. Οὐδένα διαφεύγει, κύριοι Βουλευταί — ἐκτὸς ἂν τύχῃ νὰ εἶνε τυφλὸς ἢ μωρὸς — ἡ κρίσις, τὴν ὁποίαν διανύει τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Τοῦ οἰκοδομήματος ἀκούονται πανταχόθεν τριγμοί. Ἡ ἀδιαφορία τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ τῶν Κυβερνήσεων, τὰς ὁποίας χαρακτηρίζει ἡ ἀδράνεια, ἡ παλιμβουλία, ἡ ἀσυνειδησία, ἡ ἀτολμία πρὸ παντός, ἡ ἀτολμία ἰδίως πρὸς τοὺς ὑπονομεύοντας τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὀξύνει τὰ ὅπλα τῶν πολεμίων του. Γενικεύεται ἡ πρὸς τὸ σύστημα δυσπιστία. Λαξεύονται οἱ λίθοι νέων βωμῶν, ἀπὸ τῶν ὁποίων νέαι θρησκεῖαι θὰ ὑμνηθοῦν. Ἡ Βουλὴ ἂς πράξῃ τὸ καθῆκον της. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§165Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, κ. Βουλευταί, συνέβησαν μερικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ χαρακτηρίσω οὐχὶ ὡς ἀπολύτως σύμφωνα πρὸς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑφ’ ὑμῶν. Καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἀποφανθῇ χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της γεγονότα καὶ πραγματικὰ περιστατικά. Πάντες οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, σχεδὸν πάντες, ἐξέφρασαν γνώμας τὰς ὁποίας ἐσχημάτισαν ἐκ τῶν γραφομένων εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐξ εἰσηγήσεων ξένων. Γνώμην στηριζομένην ἐπὶ τῆς μελέτης τῆς δικογραφίας, γνώμην στηριζομένην ἐπὶ πραγματικῶν περιστατικῶν καὶ πορισμάτων τῆς ἀνακρίσεως, κανεὶς ἀπολύτως δὲν ἐξέφερε. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀνακρίσεως, νὰ ἀνατάμω, ὅσον οἷον τε ἐπιτέμνων, δι’ ἐλαχίστων τὰ ἐκ τῆς δικογραφίας πορίσματα καὶ νὰ θέσω εἰς ὑμᾶς τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητα διὰ νὰ ἐκφέρητε γνώμην, ὄχι ὑμεῖς οἱ κατέχοντες ἐπαξίως τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, ἀλλὰ καὶ οἱοσδήποτε ἤθελε τυχὸν ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου τοῦ νὰ κρίνῃ ὡς δικαστής. Θὰ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ περίεργον, θὰ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ ἄπορον, θὰ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ καταπληκτικόν, ὁ κληθεὶς νὰ ἀποφανθῇ, ἡ Βουλὴ ἢ οἱονδήποτε ἄλλο Σῶμα, εἴτε δικαστικὸν εἴτε πολιτικόν, εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος ὀργανισμός, νὰ κληθῇ λέγω νὰ ἀποφανθῇ, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του κανὲν πραγματικὸν περιστατικόν. Καὶ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς: ἐπὶ τῇ βάσει τίνων γεγονότων θὰ ἐκφέρητε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὴν γνώμην σας; Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας στοιχεῖα ὡρισμένα; Τίς ἐξ ὑμῶν ἀνέγνωσεν ἢ τίς ἐξ ὑμῶν ἐμελέτησε τὴν δικογραφίαν καὶ τίς ἐξ ὑμῶν ἐστάθμισε καὶ ὑπελόγισε καὶ συνενέθεσε πρὸς ἄλληλα τὰ ἐκ τῆς δικογραφίας πορίσματα, ἵνα ἐνσυνειδήτως ἀποφανθῇ; Κανείς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ κρίσις ὑμῶν δὲν θὰ εἶναι αἴνιγμα; Καὶ δύνανται δι’ αἰνιγμάτων νὰ λυθῶσι τοιαῦτα σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα ζητήματα; Θὰ εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ἐὰν ρίπτετε τοὺς κύβους. Θὰ παίξετε μὲ τὴν τύχην ἑνὸς κατηγορουμένου, ἀποφαινόμενοι κατὰ τρόπον τελείως περίεργον. Θὰ θελήσετε λοιπὸν νὰ ἀποφανθῆτε περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας οἱουδήποτε κατηγορουμένου χωρὶς νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατ’ αὐτοῦ στοιχεῖα, τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ νόμος διακελεύει καὶ ὧν ἄνευ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκπλήρωσις τῆς πιστῆς καὶ εὐόρκου καὶ ἐνσυνειδήτου ὑποχρεώσεώς σας; Δὲν εἶναι, κ. Βουλευταί, στοιχεῖα, τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκ διαφόρων συζητήσεων καὶ πληροφοριῶν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας. Τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας διὰ νὰ ἐκφέρητε γνώμην, εἶναι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐγκλείονται εἰς τὴν δικογραφίαν καί, συνετῶς, εἶναι ἀπολύτως περίεργον πῶς κατηναλώθησαν δύο ὁλόκληροι ἡμέραι εἰς συζητήσεις περὶ διαφόρων πραγμάτων τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν εἶχον θέσιν ἐνταῦθα, ἐτέθησαν δὲ ἐκποδὼν ὅλα ἐκεῖνα τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα καὶ μόνα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Διότι, προκειμένου, Κύριοι, περὶ οἱωνδήποτε ἀποφάσεων δικαστικῶν, εἶνε ἐπιτακτικὴ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ δικαστοῦ νὰ μὴ λαμβάνῃ τίποτε ἀπολύτως ἄλλο ὑπ’ ὄψει του, παρὰ μόνον τὰ ἐκ τῆς δικογραφίας πορίσματα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως συμβαίνει ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον. Ὀλίγου δεῖν θὰ ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ χωρὶς νὰ ἔχῃ κἄν γνῶσιν τῶν στοιχείων ἐκείνων ἅτινα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της, νὰ ἀποφανθῇ μυρίζοντας, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τὰ δάκτυλα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ παρωνυχίδας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον τὴν ἐξέθετεν εἰς τὴν γενικὴν περιφρόνησιν, δύναμαι νὰ εἴπω. Εἶναι περιφρονητέος, Κύριοι, ἐκεῖνος ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος ἐκδίδει τὴν γνώμην του χωρὶς νὰ διαβάζῃ τὴν δικογραφίαν, εἴτε ποινικὴν εἴτε πολιτικήν, προκειμένου εὐσυνειδήτως νὰ δικάσῃ. Ποῖος εἶναι ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀποφανθῇ μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ καὶ θὰ ἐκδώσῃ μίαν καταδικαστικὴν ἢ ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν; Θὰ ἦτο ἄξιος ἐμπτυσμοῦ ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, καθήμενος εἰς τὸ καφφενεῖον καὶ διακηρύττων ὅτι δὲν ἤκουσε κανένα, δὲν ἤκουσε τί εἶπεν ἡ ἀνάκρισις, δὲ ἤκουσε τί λέγουν αἱ καταθέσεις τῶν μαρτύρων, καὶ ὅμως θὰ ἐξέδιδε τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἀπόφασιν. Λοιπόν, Κύριοι, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀποφύγῃ αὐτὸ τὸ στίγμα ὁ δικαστής, ὅστις εἶναι σήμερον ἡ Βουλή, ἀναλαμβάνω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει σας τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γνωρίζετε, διὰ νὰ μὴ μᾶς εἴπωσιν οἱ μεταγενέστεροι, ἂν μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον παράφρονας. Ἐλέχθη, Κύριοι, κατὰ καιρούς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις, ἦτο τοῦ Παγκάλου, ἦτο Σῶμα καὶ δικαστικὸν καὶ πολιτικόν, ἢ ὅτι τάχα δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀκριβὴς ἡ ἐνάσκησις τῆς ἰδιότητος αὐτῆς τῆς δικαστικῆς. Ἐὰν τοιαύτη τις ἦτο ἐξ ἀρχῆς ἡ ἀντίληψις ὑμῶν περὶ τῆς Βουλῆς, κ. Βουλευταί, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ ἕνεκα τίνος ἄραγε λόγου δὲν παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις Παγκάλου εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἀνετέθη ἡ ἐκδίκασις τῶν κατ’ αὐτοῦ κατηγοριῶν εἰς Σῶμα πολιτικόν; Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, κ. Βουλευταί, διότι ἔπρεπε νὰ τηρήσωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ πολιτικὰ δόγματα κατὰ τὰ ὁποῖα ἕν Σῶμα πολιτικόν, προκειμένου νὰ κρίνῃ πολιτικὰς πράξεις θὰ εἶναι εἰς θέσιν καλύτερον νὰ κρίνῃ ἑνὸς πολιτικοῦ κατηγορουμένου τὰς πράξεις, διότι μετὰ τὴν δημοσίαν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πράξεων ἑνὸς πολιτικοῦ κατηγορουμένου, ὁ ὁποῖος αὐθαιρέτως ἔτυχε νὰ περιλάβῃ κρατήσῃ εἰς χεῖρας του πολιτικὴν ἐξουσίαν, θὰ κρίνῃ ὄχι μόνον ἀπὸ δικαστικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως τὰς πράξεις αὐτοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀφῃρέθη ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἀπὸ τοὺς δικαστικοὺς καὶ ἀνετέθη αὕτη εἰς τὸ πολιτικὸν Σῶμα, τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ὅμως, ὡς ἀσκοῦσα καὶ δικαστικὰ καθήκοντα, πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸ παντὸς ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι ἡ προεξέχουσα ἰδιότης αὐτῆς εἶναι ἡ δικαστικὴ καὶ ὄχι ἡ πολιτική. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ θέμα μου. Ἡ κατὰ Παγκάλου κατηγορία εἶναι διφυής· ἔχει δύο βάσεις καὶ δύο κεφάλαια διακεκριμένα. Διὰ μὲν τὸ ἕν ἐξ αὐτῶν ἀπεφάνθη τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὅτι ὑπάρχει παράβασις ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ νόμου καὶ ἐξεδόθη διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἔνταλμα φυλακίσεως. Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅμως τούτου θὰ ἦτο λίαν παρακεκινδυνευμένον νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἀποκλείεται ἡ περαιτέρω ἐνέργεια τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἄλλα πραγματικὰ περιστατικὰ καὶ ἄλλα γεγονότα κρίνουσα καὶ σταθμίζουσα, νὰ ἀποφανθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἀδικήματος δι’ ὃ κατηγορεῖται ὁ Πάγκαλος, ἐπὶ τοῦ ἀδικήματος τοῦ φόνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὸ ἀδίκημα τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου. Ἐὰν ἔπταισεν ἐν τούτῳ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἢ ὄχι, δὲν ἐξετάζεται τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως διὰ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐξετάζεται τὸ σοβαρὸν τοῦτο γεγονός, ὅτι ὑπάρχει ἕν ἔνταλμα προφυλακίσεως τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου διὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 286 τοῦ Π. Νόμου, ἡ ὁποία τιμωρεῖται μὲ τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς καὶ ὁ νόμος ἀπαγορεύει τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν. Ὥστε οὐδεμία ἐπέρχεται σύγχυσις ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου μεταξὺ τῶν δύο ἀδικημάτων. Τὰ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, διότι σημειωτέον ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον δὲν εἶχε προβῆ εἰς οὐδεμίαν ἀνάκρισιν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔκρινεν ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν βάσιν τῆς μηνύσεως, τῆς ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς μεταγενεστέρας Κυβερνήσεως τοῦ Παγκάλου, τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, τὰ ἄλλα γεγονότα ἦλθον εἰς φῶς ἐκ τῆς μεταγενεστέρας ἀνακρίσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη περὶ ὑπάρξεως καὶ ἑνὸς ἑτέρου ἀδικήματος καὶ διὰ τὸ ἀδίκημα ἐκεῖνο προεφυλακίσθη ὁ κατηγορούμενος. Συνεπῶς διὰ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν ὑπάρχουν δύο ἐντάλματα. Καὶ προκειμένου, Κύριοι, νὰ ἐξετασθῇ ἡ αἴτησις τῆς ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι δύο τινὰ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας. Πρῶτον ἐὰν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι δύναται νὰ σταθῇ μία τοιαύτη αἴτησις, ἐὰν δηλονότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ χορηγηθῇ ἡ ἀπόλυσις ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἕνα συμπέρασμα. Λυομένου τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως καὶ τότε θὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἔκτασιν τοῦ ἀδικήματος καὶ τὸ παραδεκτὸν ἢ οὔ τῆς αἰτήσεως τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, διότ’, ὡς γνωστὸν, ὁ νόμος δὲν ἀρκεῖται εἰς ἕνα μόνον, ἵνα δεχθῇ τὴν αἴτησιν τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ἡ ὁποία ρητῶς ἀπαγορεύεται. Θὰ ἴδῃ μὴ αἱ πράξεις τοῦ κατηγορουμένου εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ συνεπιφέρουν καὶ ποινὴν μεγαλυτέραν τῆς εἱρκτῆς, τὴν ποινὴν τῶν προσκαίρων δεσμῶν, τῶν ἰσοβίων καὶ τοῦ θανάτου ἀκόμη. Ἀπαγορεύει, λοιπόν, ἀπολύτως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἐπιτρέπει ὅμως τὴν ἀπόλυσιν, ἢ μᾶλλον ὑποχρεοῖ τὸ Συμβούλιον, ὅπως χορηγήσῃ τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε πεισθῇ ὅτι ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐπισύρει τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θέτει δύο ὡρισμένους φραγμοὺς εἰς τὸν ποινικὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν· λέγει ρητῶς εἰς τὸν δικαστήν, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἤθελε προκύψει βάσιμος ὑπόνοια ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἀπολυόμενος ἤθελε δυσχεράνει τὴν ἀνάκρισιν ἢ ἤθελεν ὁπωσδήποτε ἀποκρύψῃ τὰ ἴχνη τῆς κολασίμου πράξεώς του, εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ὑποχρεωτικῶς καὶ πάλιν ἐπιβάλλει εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἀπορρίψῃ τὴν αἴτησιν τῆς ἀπολύσεως. Ἀλλά, Κύριοι, διὰ νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσι δικαίως αἱ διατάξεις τῆς κειμένης νομοθεσίας περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει εἶναι ἀπαραίτητος ἡ προϋπόθεσις ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ ἡ ὅλη δικογραφία, νὰ σταθμισθῶσι τὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ πορίσματα τῆς ἀνακρίσεως. Θὰ καταφανῇ τότε καὶ θὰ κριθῇ ἂν κακῶς ἢ καλῶς προεφυλακίσθη ὁ κατηγορούμενος καὶ ἂν ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν προεφυλακίσθη ἐπισύρῃ τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς ἢ τίνα ποινήν. Πῶς ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δυνατὸν σεῖς, νὰ καταλήξετε εἰς τὰ συμπεράσματα αὐτά, ἐὰν δὲν μελετήσετε ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν; Ἀσφαλῶς τότε κινδυνεύομεν νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα ἀντίθετα ἐκείνων τὰ ὁποῖα κελεύει ὁ νόμος. Ἐφόσον, Κύριοι, δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα ἵνα κρίνωμεν καὶ εἴπωμεν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς προεφυλακίσθη ὁ κατηγορούμενος, δυνάμεθα, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ὁ κατηγορούμενος συνεπάγεται καὶ ποινὴν ἀνωτέραν τῆς εἱρκτῆς. Εἶναι τοῦτο ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μοῦ εἴπητε τότε πῶς ὅταν ὁ νόμος λέγει ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ κατηγορουμένου τιμωρεῖται μὲ ἀνωτέραν τῆς εἱρκτῆς ποινήν, ὅπερ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν, πῶς θὰ ἔλθωμεν παρὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλομεν νὰ λέγωμεν ὅτι εἴμεθα μακρὰν τῶν κομμάτων, ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων ἡμῶν τῶν δικαστικῶν, ὅλοι ἡμεῖς ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων, ὅτι εἴμεθα ἀπολύτως ἀνεπηρέαστοι, πῶς εἰς τὸ βασικὸν τοῦτο σημεῖον θὰ ἔλθωμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι λύομεν τὸ ζήτημα αὐθαιρέτως, ὅταν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐκ τοῦ νόμου νὰ εἴπωμεν ὅτι καλῶς προεφυλακίσθη ὁ κατηγορούμενος μέχρι τοῦ σημείου τούτου καὶ ὅτι ἡ ἐπιβλητέα ποινὴ διὰ τὴν κολάσιμον πρᾶξιν, δι’ ἣν κατηγορεῖται, εἶναι ἀνωτέρα τῆς εἱρκτῆς, πῶς, λέγω, θὰ ἔλθωμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι κατωτέρα; Τοῦτο θὰ ἐδικαιοῦτό τις νὰ εἴπῃ μόνον εἰς δύο περιστάσεις· ἢ ὅταν ἔχῃ ζητήσει τὴν δικογραφίαν καὶ ἔχῃ μελετήσει αὐτὴν καὶ ἔχει σχηματίσει γνώμην περὶ τούτου, ἢ ὅταν εἰσάγεται ὑπόθεσις ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῆς καὶ ἔχει ἀκουσθῇ ὁ εἰσηγητής, ἀφηγούμενος τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἀνακοινῶν ὡρισμένας περικοπὰς ἢ ὡρισμένας καταθέσεις μαρτύρων. Ἀλλ’ ὅταν οὔτε τὸ ἕνα, οὔτε τὸ ἄλλο ἔλαβε χώραν ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ σκεφθῇ ἀντιθέτως ἀπὸ ὅ,τι κελεύει ὁ νόμος.
§166Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ, ἐπὶ τῇ βάσει εἰσηγήσεως τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ;
§167Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν τοῦτο μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν συζητεῖται ἢ μόνον ἡ αἴτησις περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Δὲν συζητεῖται ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως καὶ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα κάτοχοι τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως ἵνα ἀποφανθῶμεν.
§168Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς θέλετε νὰ καταστῶμεν κάτοχοι τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως;
§169Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Νὰ μελετήσωμεν τὴν δικογραφίαν.
§170Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς εἶναι τοῦτο δυνατόν;
§171Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Γνωρίζω τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ἔχετε διὰ τὸ συζητούμενον θέμα, ἀλλ’ ἀπευθυνόμενος εἰς τὴν συνείδησίν σας σᾶς ἐρωτῶ: εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ἐκάλουν νὰ ἀποφανθῆτε ἐπὶ δικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ σᾶς ἔλεγον ἐὰν δέχεσθε ὁ κατηγορούμενος Κολοκυθόπουλος νὰ ἀπολυθῇ ἐπὶ ἐγγυήσει, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφανθῆτε χωρὶς νὰ ἔχετε λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας;
§172Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἐνοεῖται δι’ αὐτοῦ ὅτι πρέπει ἕνας ἕκαστος...
§173Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὄχι. Θὰ ἤμην ἀπολύτως μωρὸς ἐὰν ἐννόουν τοιοῦτον τί.
§174Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐννοεῖτε νά ἀναγνώσωμεν ὅλοι τὴν δικογραφίαν, ποὺ θέλομεν τρία χρόνια, τότε θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τί ἐννοῶ ἐγὼ ἀφοῦ ἀπευθύνεσθε εἰς τὴν συνείδησίν μου. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι, χθές, προκειμένου νὰ ὁμιλήσω, εἶπα ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ εἰσηγητὴς διὰ νὰ μᾶς διαφωτίσῃ. Αὐτὸ θὰ μᾶς ἦτο ἀρκετόν. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι 300 Βουλευταὶ πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὴν δικογραφίαν διὰ νὰ ἀποφανθῶμεν. Εἶναι ἀρκετὸν νὰ διαφωτισθῶμεν ἀπὸ τοὺς εἰσηγητάς.
§175Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ μελέτη τῆς δικογραφίας ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἔστω καὶ ἀπὸ ὀλίγους.
§176Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόνον οἱ ὀλίγοι θὰ ψηφίσουν;
§177Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὄχι βεβαίως, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὔτε οἱ ὀλίγοι, οὔτε οὐδεὶς ἀπολύτως ἔλαβε γνῶσιν τῆς δικογραφίας.
§178Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάντως ὅλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ λάβουν γνῶσιν. Εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον.
§179Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην σπουδή. Καὶ τονίζω τοῦτο, διότι θέλω πρὸ παντὸς νὰ θέσητε εἰς ὑπερτέραν πάσης ἄλλης μοίρας τὴν μοῖραν τὴν δικαστικήν. Θέλω ἐπαναλαμβάνω, ὅταν ἀσκεῖται παρ’ οἱουδήποτε δικαστικὸν καθῆκον νὰ μὴ βλέπωμεν ἄλλο τίποτε πρὸ ἡμῶν ἢ τὴν πιστὴν καὶ τὴν ἀνελλιπῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Ἐσυνήθισα τοῦτο ἀφ’ ἧς εἰσῆλθον εἰς τὴν δικαστικὴν σταδιοδρομίαν καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν μοῦ συμβῇ, ἔχω ἀκράδαντον ἀπόφασιν, ὁσάκις ἀσκῶ δικαστικὰ καθήκοντα νὰ τὰ ἀσκῶ μετὰ περισσῆς αὐστηρότητος, διότι ἐκεῖ νομίζω ὅτι ἔγκειται ἡ δικαιοσύνη ἐν τῇ συλλογῇ ὅλων τῶν ἐνδείξεων ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, ἀλλὰ καὶ μετὰ σταθμίσεως αὐτῶν ἀκριβοῦς καὶ δικαίας. Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει μου, ἐσχημάτισα δικογραφίαν, ἡ ὁποία πιστεύω ἐγὼ τοὐλάχιστον ὅτι δὲν ἀφήνει οὐδὲν τὸ κενὸν καὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς καὶ δίδει πιστὴν τὴν εἰκόνα ὄχι ἴσως τὴν ἀπολύτως ἀκριβῆ, ἀλλὰ τὴν ἀνθρωπίνως ἀκριβῆ, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ δοθῇ θεία δικαιοσύνη. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἐφόσον ἡ δικογραφία δὲν εἶναι ὥριμος, δὲν θὰ ἦτο ἀπὸ σκοποῦ, χάριν τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν δικαστικῶν μας καθηκόντων, νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἐπὶ τῆς οὐσίας ἀπόφασιν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία τόσον ἐκακίσθη. Καὶ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ οὐδόλως ἠδράνησεν ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἔργου αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἤρχισε τὰς ἐργασίας αὐτῆς κατὰ τὰ μέσα Νοεμβρίου καὶ μόλις μετὰ ἕνα μῆνα, ἤτοι περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου, ἡ δικογραφία αὕτη εἶχε καταρτισθῆ. Ἐὰν ἐπῆλθε βραδύτης δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἐκλήθη ἵνα ἀπολογηθῇ ἐνταῦθα, καὶ καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ, μεθ’ ὃ ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις νὰ ληφθῇ ἡ ἀπολογία του ἐν Κρήτῃ, διὰ ταῦτα δὲ πάντα διέρρευσεν ἐν τῷ μεταξὺ χρόνος μακρός. Βραδύτερον ἀπεφασίσθη νὰ μεταφερθῇ ὅπως ἀπολογηθῇ ἐνταῦθα, διέρρευσε δὲ ἀρκετὸς χρόνος μέχρις ὅτου προσέλθῃ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς προσῆλθεν ἤρχισεν ἡ ἀπολογία του, ἡ ὁποία παρετάθη ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καταναλωθέντα οὐχὶ ἐπὶ ματαίῳ, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ πολυτιμοτέρου δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κατηγορούμενος. Διὰ τοῦτο δὲ δὲ, εἶναι ἀξία μομφῆς ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ ἀφίσῃ ἀδέσμευτον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κατηγορουμένου. Παρῆλθεν ὡσαύτως μακρὸν χρονικὸν διάστημα διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων, πρᾶγμα ἐπίσης διὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ μεμφθῇ τὴν Ἐπιτροπήν. Καίτοι ἐγνωρίζαμεν τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήγοντο ἀνὰ τὰς ῥύμας καὶ τὰς ἀγυιάς, καίτοι εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δυσφορίαν τῆς κοινῆς γνώμης διὰ τὴν παράτασιν, ἐν τούτοις προεκρίναμεν νὰ ἀφίσωμεν ἐλευθέρους τοὺς κατηγορουμένους ἵνα ἐνασκήσουν ὅλα τὰ δικαιώματά των καὶ νὰ δεχθῶμεν, ὅπως παραταθῇ ὅσον δήποτε διάστημα ἡ ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου διὰ νὰ πεισθῇ πᾶς τις καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ ἴδιος περὶ τῆς ἀπολύτου δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀμεροληψίας τῆς Ἐπιτροπῆς καθὼς καὶ περὶ τῆς ἐλλείψεως οἱασδήποτε προκαταλήψεως ἐκ μέρους αὐτῆς. Καὶ ἀφοῦ ἐξηντλήθη ἡ δικογραφία καὶ συνελέγησαν ὅλα τὰ στοιχεῖα καὶ ἀφοῦ συνελέγησαν καὶ συνεδυάσθησαν ὅλαι αἱ ἀπολογίαι, ἐρχόμεθα ἤδη μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὰ καὶ σᾶς φέρομεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας αὐτῆς, ἡ ὁποία, ἐφόσον εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως νὰ λεχθῇ, εἶναι ἀρτία. Ἐφόσον εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις νομίζω, ὅτι προθεσμία ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως προσκομίσῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Πρὸς τοῦτο δὲ φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένη ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὑποβληθείσης προτάσεως. Ἐὰν τυχὸν δὲν δεχθῆτε τοῦτο, τότε εἶμαι ὑποχρεωμένος, χάριν τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως ἑνὸς καθήκοντος, νὰ ἐκθέσω δι’ ἐλαχίστων τὴν ὑπόθεσιν. Ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν δεχθῆτε καὶ φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῆτε ἐπὶ τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν ἀποφανθῆτε θὰ εἶσθε ἐκτὸς τῶν πραγμάτων. Μένων, Κύριοι, μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν τόσον εὔλογον πρότασίν μου καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως ἵνα συζητήσῃ μετὰ τῆς οὐσίας καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐγγυήσεως, ὁπότε θὰ ἀποδώσῃ δίκαιον εἰς τὸν κατηγορούμενον καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ πρᾶξις τιμωρεῖται μὲ ποινὴν μικροτέραν τῆς εἱρκτῆς ἢ τοὐναντίον, καταπαύω τὸν λόγον. Ἐὰν ὅμως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου γεννηθῇ οἱαδήποτε ἀντίρρησις, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀντιλέξῃ, εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος θέλω νὰ μὴ στραγγαλισθῇ ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία μόνον ἐκ τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα θὰ ἐξαχθῶσιν ἐκ τῆς δικογραφίας καὶ θὰ ἐκτυλιχθῶσιν ἐνώπιον ὑμῶν, θὰ προκύψῃ ὥστε ἐν συνειδήσει νὰ ἐκπληρώσωμεν ὅλοι μας ἕνα ὕψιστον καθῆκον. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὅπως ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως πρὸ τῆς λήξεως τῆς συζητήσεως περὶ ἀποφυλακίσεως τοῦ ἄλλοτε δικτάτορος, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἵνα ὑποχρεωθῇ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμά της περὶ παραπομπῆς ἢ μὴ τῆς δικτατορίας ἐντὸς 5 ἡμερῶν, ἀναβαλλομένης τῆς συζητήσεως περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἡ πρότασις αὕτη ἐὰν γίνῃ δεκτὴ θὰ γίνῃ μόνον ὡς πρότασις ἀναβολῆς, συμφώνως τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ τοῦ Κανονισμοῦ. (Ἀναγινώσκει). (Θόρυβος καὶ φωναί).
§181Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τί θὰ γίνῃ;
§182Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Δὲν δύνασθε νὰ τεθῆτε ὑπὸ ἔλεγχον κ. Πρόεδρε. Παρακαλῶ νὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω τὴν πρότασιν. «Οἱ ὑποφαινόμενοι...» (ἀναγινώσκει τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν). Εἶναι 19.
§184Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, διότι ἐπῆλθε παρεμπῖπτον ζήτημα.
§186Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ἀναβολῆς, ἐὰν δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον.
§187Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἀπόψε ὑπεβλήθη ἡ πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Πρὸ τούτου δέον νὰ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις.
§188Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὅπως ὑποβάλληται ἡ πρότασις εἶναι προφανές, ὅτι πρόκειται περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.
§189Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Νὰ τὴν διαβάσητε κ. Πρόεδρε.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Οἱ ὑποφαινόμενοι προτείνομεν ἵνα ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, πρὸ τῆς λήξεως τῆς συζητήσεως περὶ ἀποφυλακίσεως τοῦ ἄλλοτε δικτάτορος, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἵνα ὑποχρεωθῇ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα αὐτῆς περὶ παραπομπῆς ἢ μὴ τῆς δικτατορίας εἰς δίκην διὰ τὰς κατηγορίας ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ σήμερον ἀναβαλλομένης τῆς συζητήσεως περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει».
§191ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὴ εἶναι μονογραφία, δὲν εἶναι πρότασις.
§192Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Κατὰ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς «πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἢ περὶ προτάξεως ἄλλου ἀντικειμένου...» (ἀναγινώσκει).
§193Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις.
§194Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ἑπομένως θ’ ἀποφανθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§195Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, κ. Πρόεδρε. Εἶναι προφανές, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ χθεσινὴ ὑποβληθεῖσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἐμφανίζεται ἀπόψε ἐνώπιον ἡμῶν ὑπὸ ἄλλην μορφήν, πάντως πρόκειται περὶ προτάσεως ἀναβολῆς. Καὶ μοὶ ὑπενθυμίζει ἡ πρότασις αὐτὴ τὴν διακοπὴν τὴν γενομένην χθὲς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, προσαγορεύων τινὰ ἐκ τῶν ρητόρων, ὁ ὁποῖος διακόπτων εἶπε τὰ ἑξῆς πρὸς τὸν κ. συνάδελφον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει, κ. συνάδελφε, εἶναι, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ὁ κοινοβουλευτισμὸς νὰ δικάσῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ τὴν δικτατορίαν. Εἶναι γνωστή, κ. συνάδελφε, ἡ ὑπόθεσις ἡ Παγκαλικὴ πόσον εἶναι ἐκτεταμένη καὶ πόσον ἀπησχόλησε τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν. Ἕν μέρος τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σήμερον, ὅπως κριθῇ ἐκ μέρους αὐτῆς ὁριστικῶς καὶ ἐκ τοῦ σημείου τούτου θ’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν εἶναι ἀληθὲς τὸ διαδιδόμενον καὶ παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ πιστευόμενον, ὅτι τόσον ἡ Βουλὴ ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις διστάζουσι νὰ δικάσωσι τὸν Πάγκαλον. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην οὐδεὶς καλῆς πίστεως συζητητὴς δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι δηλαδὴ ἡ κοινὴ γνώμη φρονεῖ, ὅτι ἡμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις διστάζομεν νὰ δικάσωμεν τὸν Πάγκαλον καὶ διὰ διαφόρων τρόπων ἀναβάλλομεν τὴν δίκην. Ἐνώπιον ἡμῶν ἐμφανίζεται κατά τινα τρόπον μέρος τῆς μεγάλης Παγκαλικῆς ὑποθέσεως, μέρος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ δικάσῃ, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ δικάσῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ τὸν δικτάτορα, κατὰ τὴν μεγάλην ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διακόπτων ρήτορα τινά. Ἐνώπιον ἡμῶν τίθεται τὸ ζήτημα, ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν κρίνοντες ἐν γένει τὴν ὑπόθεσιν, εἰδικῶς ἐπὶ τῶν δύο κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἐνώπιον ἡμῶν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἐὰν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ὅτι εἶναι ἀποφυλακιστέος ἐπὶ ἐγγυήσει, χωρὶς νὰ θίξωμεν τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ὅπως ἀκριβῶς εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ συντρίψωμεν, νὰ ἐκμηδενίσωμεν τὴν κατηγορίαν. Ἐὰν ἡ ὑπόθεσις ἤρχετο ἐνώπιον ἡμῶν ὡς πρότασις ἀποφυλακίσεως δι’ ἔλλειψιν ἢ ἐξασθένησιν τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν τὴν προφυλάκισιν, ἀσφαλῶς ἡ καταφατικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ ἐσήμαινε καταρράκωσιν τῆς κατηγορίας καὶ ἐξάτμισιν αὐτῆς ὁλοσχερῶς. Ὅπως ἔρχηται ὅμως ἡ πρότασις ἐνώπιον ἡμῶν, ἐκ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον νὰ μὴ διασαλεύωνται τὰ βάθρα τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ τουναντίον νὰ ἐνισχύῃ αὐτὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἀποδεχομένη τὴν πρότασιν περὶ ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, νὰ πιστοποιῇ ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως, ὅτι τὰ στοιχεῖα τῆς προανακρίσεως πιστοποιοῦσι καὶ δικαιολογοῦσι τὴν προφυλάκισιν αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἀποφανθῶμεν ὁριστικῶς ἂν εἶναι ἀποφυλακιστέος ἐπὶ ἐγγυήσει ἢ οὔ.
§196Α. ΜΕΛΑΣ. Ὁ ἀγαπητὸς κ. συνάδελφος δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀσχολῆται ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως. Ἐγώ, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, δὲν θὰ συζητήσω οὔτε θὰ προτείνω τι εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο εἶναι τὸ μᾶλλον ἐπουσιῶδες σημεῖον τῆς κρινομένης ὑποθέσεως.
§197Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἐπιμένω, εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ καὶ νὰ εἴπῃ ὁριστικῶς ἂν εἶναι ἀποφυλακιστέος, ὁ Πάγκαλος τοῦ ὁποίου ἡ φυλάκισις διήρκεσεν ἐπὶ δύο ἔτη, ν’ ἀπολυθῇ ἐπὶ ἐγγυήσει ἢ ὄχι. Ἡ ἀναβολὴ δὲν θὰ σήμαινε τίποτε ἄλλο, παρὰ θὰ ἐντείνῃ τὴν γνώμην καὶ νὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς πεποίθησιν ὅτι διστάζομεν νὰ δικάσωμεν αὐτὸν ἔστω καὶ εἰς τὸ ἐλάχιστον μέρος τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ παρουσίασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἂν αἰσθανώμεθα ἡμεῖς ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ἐσφαλμένην ταύτην ἀντίληψιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὀφείλομεν ἀπόψε νὰ ἀποφασίσωμεν. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ πραγματικῶς ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ἡ χθεσινὴ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀλεξᾶτος ἔσχε τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλῃ χθὲς καὶ ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν δικογραφίαν. Γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ προκατάληψις ἡ κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, ὅτι διστάζομεν νὰ δικάσωμεν τὸν δικτάτορα, ὀφείλομεν νὰ ἀποφανθῶμεν ὁριστικῶς ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀποφυλακίσεως ἢ μὴ αὐτοῦ ἐπὶ ἐγγυήσει πάντοτε.
§198Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ ἐκδίκασις ἐπιταχύνεται.
§199Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζησθε μετὰ δύο ἔτη ὅτι σπεύδετε εἰς τὴν ἐκδίκασιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ τὸ ἰσχυρίζησθε τοῦτο, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύῃ κανεὶς ὅτι σπεύδετε εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως. Ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ ἡ γνώμη ὅτι πιθανὸν νὰ προταθῇ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ σᾶς εἴπω, ἔχων πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ κατηγορία κατὰ τοῦ δικτάτορος διὰ τῆς ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει ὄχι μόνον δὲν μειοῦται, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐνισχύεται δι’ ἀποφάσεως καταφατικῆς τῆς Βουλῆς, δὲν διστάζω νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ δικτάτορος ἐπὶ ἐγγυήσει.
§200Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μοὶ γεννᾷ κατάπληξιν τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, εἶναι ἀκριβῶς οἱ ἴδιοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι κόπτονται κατὰ τῆς ἄλλης προτάσεως, τοῦ ἄλλου μέρους τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν ἐνώπιον ἡμῶν, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ὅπως ἐντὸς τῆς βραχυτάτης προθεσμίας τῶν πέντε ἡμερῶν ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παραιωμένας τὰς δικογραφίας κατὰ τοῦ δικτάτορος καὶ τὴν πρότασιν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν ὑποθέσεων. Ὑπέβαλον πρότασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδήλωσαν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῆς βραχείας αὐτῆς προθεσμίας νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν παραιωμέναι αἱ δικογραφίαι. Μοῦ γεννᾷ κατάπληξιν ἡ σύμπτωσις τῶν δύο ἀντιθέτων τούτων ἀπόψεων εἰς τὴν σκέψιν τῶν ἰδίων συναδέλφων, διότι οἱ συνάδελφοι οἱ πρὸς ἡμᾶς ἀντιφρονοῦντες ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξουν, ἀγνοῶ μὲ ποίαν λογικήν, ὅτι ἡ πρότασις τείνει εἰς ματαίωσιν τῆς δίκης τοῦ Παγκάλου, δίκης τὴν ὁποίαν ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν καὶ τὴν ὁποίαν ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν, ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας ἐπιδιώκει καὶ ἐξυπηρετεῖ, διότι ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας εἰς τί συνίστατο;
§201Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἡ πρότασις ἦτο ἡ ἑξῆς: Δὲν θέλομεν ἀναβολήν, θέλομεν ν’ ἀποφασίσωμεν τὸ πενθήμερον τῆς ἀναβολῆς δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως.
§202Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντελήφθην πολὺ καλὰ τί εἴπετε καὶ τί λέγετε τώρα.
§203Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἡμεῖς λέγομεν ὅτι ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος ὀφείλομεν ν’ ἀποφασίσωμεν.
§204Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ δευτερολογία σας, δὲν μεταβάλλει ποσῶς τὴν ἀντίληψίν μου. Ὑποστηρίζετε ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀπόρριψιν τῆς ἀναβολῆς, ἀφ’ ἑτέρου ὑποστηρίζετε καὶ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ ὁρισμοῦ προθεσμίας.
§205Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἡμεῖς λέγομεν νὰ συντομευθῇ ἡ προθεσμία εἰς 24 ὥρας.
§206Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λόγοι σας καὶ οἱ λόγοι μας γράφονται καὶ δημοσιεύονται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ ὅποιος τοὺς ἀναγνώσῃ δύναται νὰ τοὺς ἑρμηνεύσῃ καὶ θὰ ἴδῃ ἐὰν τὸ δίκαιον θὰ εἶναι ὑπὲρ ὑμῶν ἢ ὑπὲρ ἡμῶν. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἡ ἄποψις ἡ δική μας εἶναι σαφής. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι ἡ δίκη τοῦ Παγκάλου πρέπει νὰ εἶναι ταχεία καὶ ἄμεσος, δεδομένου ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἕτοιμη νὰ ὑποβάλῃ τὰ πορίσματά της, δεδομένου ὅτι ἡ Βουλὴ παύει μετά τινας ἡμέρας τὰς ἐργασίας της καὶ ἑπομένως ἡ σύστασις εἰδικοῦ δικαστηρίου πρέπει νὰ εἶναι ἐπίσης ἄμεσος. Ἐὰν δὲ ὑποστηρίζωμεν τὴν ἀναβολήν, τὴν ὑποστηρίζομεν διότι διαβλέπομεν—ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν πλανώμεθα—καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ἀποκτῶμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ψῆφος ἡμῶν, ἐὰν ἤθελε δοθῇ ὑπὲρ τῆς προσωρινῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως, ἤθελεν ἀποστείλῃ πλέον τὴν ὅλην ὑπόθεσιν εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλλένδας. Ἐνῷ γενομένης δεκτῆς τῆς προτάσεως ἡμῶν, ποία θὰ γεννηθῇ κατάστασις; Τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα θὰ ὑπάρχουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλαι αἱ ἐκθέσεις τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως καὶ τότε ἡ Βουλή, ἐν γνώσει ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ λάβῃ τὴν ὁριστικήν της ἀπόφασιν νὰ συστήσῃ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκδίκασιν. Ἡμεῖς, λοιπόν, θέλομεν τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν κατὰ τοῦ Παγκάλου.
§207Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ περὶ ἀποφυλακίσεως.
§208Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐὰν θέλῃ τὴν ἀποφυλάκισιν νὰ τὴν διατάξῃ, ἀλλ’ ἡ πρότασις τῶν ἀντιφρονούντων εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ, παρὰ εἰς τὴν παρέλκυσιν, καὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι μόνον μὲ τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν μας ἐπισπεύδεται ἡ δίκη τοῦ Παγκάλου.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§210Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφίσω κατὰ τῆς προτάσεως, προτείνω, διὰ τὴν πενθήμερον προθεσμίαν πρὸς ὑποβολὴν τῆς ὁριστικῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, προτείνω ὅπως τὴν περιορίσωμεν εἰς 24ωρον.
§211Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ γίνῃ δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορία.
§212ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Νὰ ἔλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Μεϊμαράκης καὶ Τσιριμῶκος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι». (Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ τὸ κάτωθι ἀποτέλεσμα).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 65. Ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς ἐψήφισαν 36. Κατὰ 29. Ἑπομένως ἀπόφασις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον εἰς τὰς 6 μ. μ. (Ὥρα 9.45′ μ. μ.)