1928.04.09
2,941 rows · 22,458 words · 199 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71Η
ΤΗΣ 9 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6,10 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ κυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Τὸ προσωπικὸν τοῦ Συνδέσμου Σ.Π.Α.Π. ὑποβάλλει διαμαρτυρίαν διὰ τὴν ἄρνησιν τῆς Ἑταιρίας ὅπως καταβάλῃ τὰ 3)10 τοῦ Πασχαλινοῦ δώρου. Ὁ Σύνδεσμος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων Θράκης παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς οἰκονομικὸν ἀντιστάθμισμα καὶ αὔξησιν τοῦ παραμεθορίου ἐπιδόματος 30%. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Φλωριᾶς καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ γεωργικοῦ κόσμου Σιδηροκάστρου παρακαλοῦντος ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ ἔναρξις τῶν ἔργων τοῦ Στρυμῶνος διότι ὁλόκληρος ἡ περιφέρειά των κατακλύζεται κατ’ ἔτος ὑπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ Στρυμῶνος καὶ προξενοῦνται τεράστιαι καταστροφαί. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Γαυρολίμνης διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Προέδρου Νομομηχανικοῦ Ἐπιτροπῆς διακανονισμοῦ τῶν ὁρίων Γαυρολίμνης–Καλαβρούζης, διότι παρανόμως ἀνέβαλον τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Ἡ Γεν. Ἕνωσις Ἀναπήρων Πολέμου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ΣΠΑΠ προστεθῇ διάταξις δι’ ἧς τὸ δικαίωμα τῆς μισθώσεως τῶν καφενείων της ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ μέλη τῆς Γεν. Ἑνώσεως Ἀναπήρων Πολέμου. Ὁ Ἐμπορικὸς καὶ Βιομηχανικὸς Σύλλογος Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα ζητῶν τὴν λῆψιν μέτρων κατὰ τοῦ ὁλονὲν ἐξαπλουμένου κομμουνισμοῦ καὶ τὴν ψήφισιν πρὸ τοῦ Πάσχα τοῦ σχετικοῦ Νομοσχεδίου. Ὁ Σύνδεσμος τῶν Δημ. Ὑπαλλήλων Θράκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατὰ μίαν μονάδα μόνον αὔξησιν τοῦ συντελεστοῦ τοῦ τιμαρίθμου τῶν κατωτέρων δικαστικῶν. Τὰ Διοικητικὰ Συμβούλια τῶν Ἐργατικῶν Ὀργανώσεων διαμαρτύρονται διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου κατὰ τῶν κομμουνιστῶν. Οἱ ἀνάπηροι πολέμου Θεσσαλονίκης Γιανιτσῶν, Λαγκαδᾶ καὶ ἄλλων πόλεων τῆς Μακεδονίας παρακαλοῦν νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὅλην τὴν περιφέρειαν νόμος χορηγῶν δικαίωμα λιανικῆς πωλήσεως καπνοῦ εἰς αὐτούς, ἐπίσης διαμαρτύρονται διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον περικόπτει τὰς συντάξεις τῶν ἀναπήρων. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πετρακάκος καταθέτει ψήφισμα τῶν Κοινοτήτων Ἀσωποῦ, Ζάρακος καὶ Ἕλους δι’ οὗ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ πίστωσιν 200 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἐξαφάνισιν τῶν ἀκρίδων τῶν ἀκριδοπλήκτων ὡς ἄνω Κοινοτήτων. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Φ. Μοσχούλας καταθέτει αἴτησιν τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ στρατιωτικοῦ ἱερέως Κουτσουδάκη Γρηγορίου, ἀρχιμανδρίτου, αἰτουμένου ἀπονομὴν συντάξεως. Τὰ μέλη τοῦ Ταμείου Προνοίας ἐλαιοπαραγωγῆς Παμίσου διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ Νομογεωπόνου Μεσσηνίας διὰ τὴν ἐπέμβασίν του εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Ταμείου. Τὰ Διοικητικὰ Συμβούλια τῶν ἐργατικῶν ὀργανώσεων Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Ὁμοσπονδίας Σιδηροδρομικῶν διαμαρτύρονται διὰ τὰ λαμβανόμενα μέτρα περὶ διώξεως τοῦ κομμουνισμοῦ. Οἱ κάτοικοι χωρίου Χαλβάτσου καὶ Σταφιδαγροτικῶν Σωματείων Χαλβάτσου διαμαρτύρονται κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῶν μεσιτῶν Πατρῶν διὰ τὰς ἐναντίον τοῦ σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ ἐνεργείας των. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Κρητικᾶς καταθέτει τηλεγραφήματα τῶν Συνεταιρισμῶν Γέρας–Σκοπέλου Γλίγλης Παπάδοι Κοινοτήτων Γέρας Σκοπέλου Πλακάδου, Συνδέσμου Κτηματιῶν Σκοπέλου κλπ. διαμαρττρομένων κατὰ τῆς συνεχιζομένης νοθείας ἐλαιολάδων. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Σ. Ταλιαδοῦρος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Μεριχώβου ζητοῦντος νὰ ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῶν πλημμυρῶν τοῦ Παμίσου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Φαρμακευτικοῦ Συλλόγου Ξάνθης παρακαλεῖ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ Φαρμακευτικῶν Συλλόγων. Οἱ πρόσφυγες Νιαούσης ἀνακοινοῦν ὅτι κατόπιν ἀρνήσεως τῶν γηγενῶν πρὸς παραχώρησιν ἀπαλλοτριωθέντων ἀνταλλαξίμων οἰκοπέδων κατεχομένων παρ’ ἐκείνων ἀπεφάσισαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Νιάουσαν πρὸς ἀποφυγὴν προστριβῶν. Ὁ Σύλλογος ὑπαλλήλων Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν ὑποβάλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διότι ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ Νομοσχεδίου κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ ἡ κατάπνιξις τῆς φωνῆς ὑπαλληλικῶν καὶ ἐργατικῶν ὀργανώσεων. Τὸ Γεωργικὸν Ἐπιμελητήριον Μεσσηνίας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην νέαν ἀποζημίωσιν τῶν σταφιδεμπόρων. Συμβολαιογράφοι Πύργου ὑποβάλλουν παράπονα διὰ τὸ νομοσχέδιον περικοπῆς τῶν δικαιωμάτων των. Οἱ κάτοικοι τοῦ Συνοικισμοῦ ἄνω Δαφνουδίου Σερρῶν διαμαρτύρονται, διότι ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας διέταξε κατ’ ἀρχὰς τὴν ἔξωσιν τῶν ἀδελφῶν Γεροστεργίου ἐκ τῶν ἀνταλλαξίμων οἰκημάτων προσφύγων, κατόπιν ἀνέστειλε τὴν διαταγὴν ταύτην. Οἱ πρόσφυγες παρακαλοῦν ἤδη νὰ τοὺς ἀποδοθοῦν τὰ κτήματά των ἢ νὰ διαταχθῇ ἡ μεταφορὰ αὐτῶν εἰς ἄλλον συνοικισμόν. Ὁ Γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς Καστέλλας Χαλκίδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ἐπιβολὴν βαρυτέρας φορολογίας ἐπὶ τῶν λιπασμάτων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Καστρίου ὑποβάλλει ψήφισμα δι’ οὗ παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ἔναρξιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Θεσσαλίας. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Σταφιδικοῦ Συνεταιρισμοῦ Παναρίτη διαμαρτύρεται διὰ τὰς ἐνεργείας τῶν μεσιτῶν Πατρῶν κατὰ τοῦ αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου τῶν Σιδηροδρομικῶν τῆς Βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος διαμαρτύρεται διὰ τὰ μελετώμενα μέτρα κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ. Ὁ Γεωργικὸς Σ)σμὸς Πασαλιτῶν Μηλοποτάμου διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης. Οἱ Καπνοπαραγωγοὶ Ἐλευθεροχωρίου Αἰκατερίνης ὑποβάλλουν ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν μελετωμένην εἰσαγωγὴν ξένων καπνῶν καὶ ἑλληνικῶν εἰς τὴν ἐλευθέραν ζώνην Θεσ)νίκης. Ὁ Σύνδεσμος τῶν προσφύγων Μικρασιατῶν Σητείας ὑποβάλλει ψήφισμα δι’ οὗ ζητεῖ ὅπως ἀνασταλῇ ἡ μελετωμένη παραχώρησις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῶν περιουσιῶν τῶν ἐργατῶν προσφύγων. Ὁ Βουλευτὴς κ. Κ. Καλκάνης καταθέτει τηλεγραφήματα τῶν κατοίκων καὶ Προέδρου Κοινότητος Καλαμητσίου Λευκάδος καὶ οἰνοποιητικοῦ συνεταιρισμοῦ, διὰ τῶν ὁποίων ἀναγγέλλεται ἡ πλήρης καὶ ὁλοσχερὴς καταστροφὴ τῶν ἐκεῖ ἀμπελώνων ἐκ χαλάζης πρωτοφανοῦς μεγέθους καὶ ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ταχίστην ἀποστολὴν γεωπόνου ὅπως βεβαιώσῃ τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς. Τονίζει ὅτι οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται εἰς ἀπελπισίαν καὶ συνιστᾷ τὴν ἐν καιρῷ ἀποστολὴν βοηθημάτων. Ὁ κ. Α. Μαζαράκης, (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ὀχυρωτικῶν ἔργων». Οἱ κ.κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) καὶ Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ συνομολογήσεως δανείων ὑπὸ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων». Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 3) Νοεμβρίου 1927 κατατεθειμένης τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ 602 τοῦ 1915 νόμου «περὶ συνεταιρισμῶν κλπ.» Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων 1) «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Νορβηγίας ὑπογραφείσης τῇ 29 Ἰουνίου 1927 συμβάσεως ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας 2) περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Γενεύῃ ὑπογραφείσης τῇ 21 Σεπτεμβρίου 1925 μετὰ τῆς Ἑλβετικῆς Ὁμοσπονδίας συνθήκης συνδιαλλαγῆς καὶ ὑποχρεωτικῆς διαιτησίας». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων 1) «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως δραχμῶν 158,205,10 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν» καὶ 2) «περὶ ἑρμηνείας τοῦ Ν. Δ. τῆς 10–1–1922 «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον περὶ τῶν ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ τηρουμένων Μητρώων». Ὁ κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ μετεκπαιδεύσεως τῶν δημοδιδασκάλων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ». Ὁ κ. Κ. Μπουρμπούλης ὑποβάλλει τὰς κάτωθι τροπολογίας 1) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 18–9–26 Ν. Δ. περὶ κατατάξεως ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν» 2) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. «περὶ ἱδρύσεως ἐν Κεφαλοβρύσῳ πλήρους Γυμνασίου κλπ.» καὶ 3) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 12 Νοεμβρίου 1927 «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 14 Ἰουνίου 1926 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν νόμων 1022, 219) κλπ». Οἱ κ. κ. Ν. Κουπαροῦσος, Δ. Ἀμπατζόπουλος, Σ. Καραγεώργης καὶ Η. Παπαδόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20 ἀριθ. 3 τοῦ ὑπὸ ψήφισιν σχεδίου νόμου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν Ν. Δ. τῆς 17 Φεβρουαρίου 1926 περὶ α) ἀμνηστίας ἀδικημάτων τινῶν β) ἀναστολῆς διώξεως ἀδικημάτων τινων κλπ.».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§4Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν ἐφόσον ἐγένετο συζήτησις προχθὲς νὰ προταχθῇ ἡ ψήφισις εἰς βʹ συζήτησιν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραχωρήσεως ἐνυποθήκων δανείων κλπ.» Νομίζω ὅτι δὲν θὰ γίνῃ καμμία συζήτησις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει μακρὰν συζήτησιν.
§6Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Μετὰ τὸ τέλος τῆς συμβάσεως ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθοῦν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Θὰ ψηφίσωμεν τὰ σύνολα τῶν νομοσχεδίων μόνον. Τὸ 1ον «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλ. Δημοσίου καὶ Ἑταιρείας ΣΠΑΠ».
§8Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σύνολον. Δὲν χωρεῖ συζήτησις. Μόνον ἐὰν ἔγινε κακῶς ἡ συναρμολόγησις τῶν τροπολογιῶν δύνασθε νὰ ὁμιλήσετε.
§10Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν ἀγνοῶ τὸν Κανονισμόν, Κύριε Πρόεδρε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ. ἀριθ. 2. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προθεσμιῶν καταβολῆς φόρου καθαρῶν προσόδων κλπ. προηγουμένων ἐτῶν».
§12Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἡ διευκόλυνσις τῆς καταβολῆς φόρου προηγουμένων ἐτῶν παρέχεται καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου ἐκτάκτων κερδῶν. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω ἐὰν περιλαμβάνεται καὶ ὁ φόρος τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, διότι δὲν ἐννοεῖται καλῶς· παράλειψις λεξιδίου συνέβη.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Δεκτόν;
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ὡς ἄνω νομοσχέδιον. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιδόματος τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ συμμετοχῆς αὐτῶν ἐν τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ τοῦ Μ. Ἐκκλ. Ταμείου καὶ τῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐκπαιδεύσεως».
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος παραχωρουμένων ὑποθηκῶν ἐπὶ ἀκινήτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Δημοσίου.
§20Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν θὰ ἤρχετο τὸ ζήτημα τοῦ νομοσχεδίου τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τελειώσῃ πρῶτα ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως, διότι βιάζεται ἡ Κυβέρνησις καὶ μετὰ ταῦτα θὰ γίνουν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§22Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θεωρῶ καθῆκον μου, κ. Βουλευταί, νὰ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τοῦτο μὲν λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, τοῦτο δὲ ὅπως ἄρω παρανοήσεις τινὰς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα κατὰ τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἀποκρούω τὰ περὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν γενόμενα, διότι θέλω νὰ βάλω κατὰ τῆς σταθεροποιήσεως, ἀλλὰ ἀπέκρουσα καὶ ἀποκρούω ταῦτα, διότι τὰ θεωρῶ ἐπιζήμια καὶ ἀντικείμενα εἰς τὰ ὑπάρχοντα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, κατὰ τὰς σχετικὰς συζητήσεις, ἐδήλωσα ὅτι ἡ πολιτική, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἀκολουθηθῇ δὲν εἶναι ἡ τῆς ἀνατιμήσεως τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος μέχρις ἰσοτιμίας. Ἡ πολιτικὴ αὕτη θὰ διετήρει ἐκκρεμότητα, θὰ εἶχε δὲ καὶ ἄλλα ἐπιζήμια ἀποτελέσματα, καὶ δὲν θὰ ἦτο καὶ εὔκολον νὰ πραγματοποιηθῇ. Τοῦτο ἄλλως τε συνέβη καὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ἔνθα ἡ πτῶσις τοῦ νομίσματος ἔφθασε μέχρις ἑνὸς σημείου καὶ ἔνθα οὐδεὶς ἐσκέφθη περὶ ἀνατιμήσεως μέχρις ἰσοτιμίας. Ἀλλὰ ἀντιτίθεμαι εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν συντελεῖται ἡ σταθεροποίησις, ἰσχυρισθεὶς ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως ἐξησφαλισμένοι οἱ δύο ἀπαραίτητοι διὰ ταύτην ὅροι, ὁ ὅρος τοῦ ἰσοζυγίου τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν πληρωμῶν καὶ ὁ ὅρος τῆς ἰσοσκελίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅμως φαίνεται μὴ ἀποδίδων σοβαρὰν σημασίαν εἰς τοὺς ὅρους αὐτοὺς, φρονῶν ὅτι καὶ ἄνευ αὐτῶν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν σταθεροποίησιν. Καὶ ἐπεκαλέσθη πρὸς τοῦτο τὸ παράδειγμα τῆς Αὐστρίας καὶ Οὐγγαρίας. Ἀλλ’ εἰς τὰς δύο αὐτὰς Χώρας δὲν συνέβη σταθεροποίησις. Ἐκεῖ ὑπῆρχε πλήρης καὶ ἀπόλυτος καταστροφὴ καὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τοῦ νομίσματος καὶ ἐνηργήθη ἐκ βάθρων ἀναδημιουργία, καθιερωθέντος νέου νομίσματος καὶ ληφθέντων καὶ ὅλων τῶν ὅρων τῆς προφυλάξεως καὶ τῆς ἀσφαλίσεως αὐτοῦ. Ὑπομιμνήσκω μάλιστα, συναφῶς, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ Αὐστρία ἔλαβε καὶ εἰκοσκετῆ ἀναστολὴν τῶν χρεῶν της. Δὲν δυνάμεθα συνεπῶς νὰ παραβληθῶμεν πρὸς τὰ δύο αὐτὰ Κράτη, Τὴν δὲ παρατήρησιν ταύτην ἔκαμε καὶ ἡ Κ.Τ.Ε. κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ σταθεροποιήσεως, ἀναγνωρίσασα ὅτι ἐπρόκειτο περὶ καταστροφῆς καὶ ἀναδημιουργίας. Ἡμεῖς ἐνταῦθα πρόκειται νὰ κάμωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμαν ὅλα τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέστη ἁπλῶς πτῶσιν τὸ ἐθνικόν των νόμισμα. Ὅλα τὰ Κράτη ταῦτα ἐξησφάλισαν τοὺς δύο ὅρους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα. Ἐφρόντισαν νὰ ἔχουν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἰσοζύγιον πληρωμῶν καὶ ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς συνέβη ἐν Ἀγγλίᾳ, Ἰταλίᾳ, Τσεχοσλοβακίᾳ κλπ. Οὐδὲ ἓν Κράτος, ἀπολύτως οὐδέν, προέβη εἰς σταθεροποίησιν, χωρὶς νὰ προεξοφλήσῃ τοὺς δύο προμνημονευθέντας ἀπαραιτήτους ὅρους. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἔχει ἐπέλθει ἰσοζύγιον εὐνοϊκὸν καὶ ἰσοσκέλισις. Ὁ κ. Πουανκαρὲ ἐν τούτοις δὲν ἔσπευσεν, ὁμιλῶν δὲ εἶπεν, ὅτι, καίτοι ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις αὗται, θεωρεῖ τὴν σταθεροποίησιν πρόωρον διότι δὲν ἔχομεν τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀρκεῖται εἰς τὸ ὅτι ἔχομεν ἀπόθεμα 4 ἑκατομμύρια 500 χιλιάδας λίρας. Τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ἔχομεν ἰσοζύγιον. Κατὰ τὸ 1926 εἴχομεν παθητικὸν ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου 13 ἑκατομμύρια λιρῶν. Τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέβαλε μεγάλην προσπάθειαν ὅπως τὴν ἐπιτύχῃ, ἡ ἐπιτυχία ὅμως εἶναι ἀκόμη ἀμφίβολος. Ἀλλὰ καὶ ἂν προσηγγίσαμεν τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἂν ἐπιτύχωμεν ἰσοζύγιον, δὲν ἀρκοῦν κἂν ταῦτα μόνα, διότι ὑπάρχει σωρεία ἄλλη οἰκονομικῶν ζητημάτων, ἅτινα πρέπει ἀπαραιτήτως ἐπίσης νὰ διευθετηθοῦν. Χωρίς, λοιπόν, νὰ ἔχωμεν πᾶσαν ἀσφάλειαν, εἶναι πλάνη νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν. Ἡ σταθεροποίησις αὕτη προϋποθέτει τὴν ἀπόλυτον πεποίθησιν τοῦ κόσμου, περὶ τοῦ ὅτι αὕτη δὲν θέλει διαταραχθῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ὅτι ὑπάρχει σήμερον εὐκαιρία διὰ τὴν σταθεροποίησιν καὶ δράττεται αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ σταθεροποίησις δὲν δύναται νὰ βασίζεται εἰς εὐκαιρίας. Θέλει σταθερότητα καταστάσεως. Ἀπαιτοῦνται δὲ ταῦτα, διότι καὶ μόνον ψυχολογικοὶ φόβοι νὰ ἐγερθοῦν ἡ σταθεροποίησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτύχῃ. Αἱ παρακαταθῆκαι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας ἀνέρχονται εἰς 5 δισεκατομμύρια. Ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ ἐὰν ἐκ κακῆς ἐσοδείας ἢ ἐξ ἄλλων λόγων ἴδωμεν τὸν προϋπολογισμόν μας, ὃν ὑποθέτομεν ἰσοσκελῆ, νὰ πάθῃ; Ὅλοι θὰ σπεύσουν εἰς τὰς Τραπέζας καὶ τὰ καλύμματα θὰ ἐξαντληθοῦν. Πρέπει ἡμεῖς, ὧν ἡ Χώρα διῆλθε διὰ τοσούτων περιπετειῶν, νὰ καταβάλωμεν ὅλην τὴν προσήκουσαν προσοχὴν πρὸς ἀποφυγὴν οἱωνδήποτε κινδύνων. Καὶ ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη ἐφρόντισαν νὰ ἐξασφαλισθοῦν, καὶ ἀπὸ οἱανδήποτε ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν ἢ ἄλλην περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα θὰ εὑρίσκετο εἰς μίαν ἀνάγκην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως οὐδεμίαν περὶ τοιαύτης τινὸς μερίμνης του μᾶς προσήγαγε βεβαίωσιν. Δι’ αὐτὸ ἐπιμένω ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου εἶναι πρόωρος. Δὲν πολεμῶ τὴν πολιτικὴν ταύτην, διότι φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἐκεῖ θὰ καταλήξωμεν. Ἀλλὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι σπεύδομεν. Δὲν δυνάμεθα διὰ τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸ τί ἔκαμεν ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Οὐγγαρία, ὅπου δὲν ἔγινε νόμῳ σταθεροποίησις, ἀλλὰ νὰ ἴδωμεν τί ἔγινε εἰς τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ ἔχουν ὑγιᾶ οἰκονομικά.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σύμφωνα μὲ τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης πρέπει ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς συνάψεως τοῦ δανείου νά γίνῃ νόμῳ σταθεροποίησις.
§24Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὸ τὸ ὁποῖον μοῦ λέγετε, κ. Ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι, καὶ ὅταν κατ’ ἰδίαν ἄλλοτε συνεζητοῦμεν, τὸ εἴπομεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι πάντοτε ἔχομεν νὰ κάμωμεν μὲ τὴν Κ.Τ.Ε., μὲ τὴν ὁποίαν ἂν βλέπωμεν ὅτι οἱ ὅροι τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως δὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς ἐξασφαλίσουν τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐπιχειροῦμεν, θὰ δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν συνεννόησιν. Τοῦτο δὲ ἐπανεῖπον προχθὲς εἰς τὴν τελευταίαν μου ἀγόρευσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον, παρεξηγήσας τὴν πρότασίν μου ταύτην, μοῦ ἀπήντησεν: ἀλλὰ τί θέλω νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Γενεύην, διὰ νὰ παραστήσω τὴν Χώραν μας χρεωκοπημένην; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Δὲν ἐσκέφθην τοιαῦτα, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Εὐτυχῶς βλέπω τὴν Χώραν βαίνουσαν τὴν ἀνιοῦσαν καὶ διὰ τοῦτο δὲν φοβοῦμαι, ἐκτὸς ἂν συμβοῦν ἀπρόοπτα, ὅτε εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ μιᾶς τοιαύτης τόσον δυσμενοῦς περιστάσεως. Ἀλλὰ εἴπετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἠδύνασθε, ἂν καὶ σεῖς ἐξετιμᾶτε τὰ πράγματα ὡς ἐγὼ τὰ ἀντιλαμβάνομαι, θὰ ἠδύνασθε νὰ ἔλθετε εἰς μίαν συνεννόησιν, ὅπως μὴ τόσον ἀποτόμως φθάσητε εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐπιτρέπετε νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι οὐδέποτε ἐλέχθη παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐὰν ἀντιληφθῶμεν ὅτι οἱ ὅροι τῆς σταθεροποιήσεως δὲν συντρέχουν, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. ὅπως ζητήσωμεν τροποποίησιν τῶν ὅρων τοῦ πρωτοκόλλου, διότι, κατὰ τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν εἶχον, περίπτωσις τοιαύτη δὲν ἐπρόκειτο οὐδέποτε νὰ προκύψῃ. Εἶπον εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀντιταχθέντα, διατὶ σπεύδομεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. καὶ δὲν ἀκολουθοῦμεν ἄλλην πολιτικὴν δι’ ἄλλης ὁδοῦ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἔξωθεν ἐνίσχυσιν, εἶπον ὅτι ἡ Κ.Τ.Ε. δὲν εἶναι μόνον διὰ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου ἀρωγός. Ἡ ἠθική της συνδρομὴ καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀφότου ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἀναδιοργανώσεως, μιᾶς Χώρας θὰ εἶναι εἰς ἡμᾶς πολύτιμος, καὶ εἰς στιγμὰς δυσχερεῖς θὰ ἠδυνάμεθα πάλιν νὰ ζητήσωμεν συνδρομὴν ἐκ μέρους αὐτῆς. Αὐτὰ εἶπον ἐγώ, οὐδέποτε δὲ ἐσκέφθην ὅτι θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἀναβολῆς τῆς σταθεροποιήσεως. Εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν συνομιλίας σᾶς ἐτόνισα ὅτι θὰ εἴχομεν μέχρι τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως χρονικὸν διάστημα, διότι ἡ συνομιλία ἐγένετο κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, ὥστε νὰ δοκιμασθῇ πλήρως ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις.
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ δυστυχῶς καθ’ ἣν εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἰς τὰς συνεννοήσεις μας δὲν εὑρέθημεν σύμφωνοι ὡς πρὸς τὸ ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις ἡμῶν. Ἐγὼ εἶχα τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ὅταν ἔλεγα ὅτι φοβοῦμαι εἰς τὴν σπουδὴν τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως καὶ ὅταν ἔφερα τὰς ἀντιρρήσεις μου ἐπὶ τούτου κατὰ τὸν Σ)βριον, εἶχα τὴν ἀντίληψιν, λέγω, ὅτι εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ἀπηντήσατε ὅτι ἔχομεν τὴν Κ.Τ.Ε. καὶ δὲν φοβούμεθα ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν ἐὰν ὑπάρξῃ κίνδυνός τις.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ πλάνης. Ἄλλως τε κατὰ τὰς συζητήσεις ἦσαν παρόντες καὶ οἱ ἄλλοι Κύριοι Συνάδελφοι ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ.
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§29Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται κ. Ὑπουργὲ νὰ διεξαγάγωμεν μαρτυρικὰς ἀποδείξεις. Ἄλλοτε μοι εἴπατε ὅτι δὲν εἴχετε καμμίαν ἀντίρρησιν, καὶ ὅμως προέκυψεν αὐτὴ ἔπειτα ἐκ τῶν πρακτικῶν. Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν ἔχει ἤδη πολλὴν σημασίαν. Τὸ ἀνέφερα διὰ νὰ ἀντικρούσω τὸ ὅτι δῆθεν σᾶς εἶπα νά μεταβῆτε εἰς Γενεύην διὰ νά κηρύξετε τὴν χρεωκοπίαν τοῦ τόπου. Τουναντίον εἴτε εἰς τὴν Γενεύην εἴτε ἀλλοῦ συναντηθῆτε μὲ τοὺς ἁρμοδίους, ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεώς μου εἶναι νὰ ζητήσητε νὰ μὴ κηρύξητε τὴν χρεωκοπίαν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον τὸ ἐκηρύξατε διὰ τῆς σταθεροποιήσεως. Καὶ σᾶς εἶπα ὅτι, μὴ σπεύδοντες, θὰ ἀποκομίσετε πλείονα ἀγαθά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηρίθμησε τὰ συντελεσθέντα μέχρι τοῦδε ἀγαθά, ἀνέφερεν ὅτι ἔχομεν 4 καὶ ½ ἑκατομμ. λιρῶν ἀποθεματικοῦ, καὶ ὅτι ἔχομεν σταθερὸν τιμάριθμον. Μάλιστα. Ἔχομεν ἀγαθὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐκ τῆς δικτατορίας καὶ τῆς ἀναρχίας μετέβημεν εἰς μίαν τάξιν, ὄχι ἀτυχῶς πλήρους ὁμαλότητος, ἀλλὰ εἰς μίαν πολιτικὴν τείνουσαν νὰ φέρῃ τὴν ὁμαλότητα, δι’ ἣν πολιτικὴν συνέβαλεν ὁμοθύμως ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας. Ἐὰν κ. Ὑπουργέ, μετὰ μίαν τοιαύτην ἐνέργειαν δὲν εἴχομεν αὐτὰ τοὐλάχιστον τὰ ἀποτελέσματα δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νά ὁμιλήσωμεν περὶ τῆς σταθεροποιήσεως, ἀλλὰ περὶ τοῦ πῶς νὰ πλάσωμεν νέον Κράτος. Ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ εἰς οὐδὲν συντελοῦν, ὥστε νὰ γεννηθῇ εἰς τόν λαὸν ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὸ ἐθνικόν του νόμισμα. Προσθέτω μάλιστα ὅτι δὲν δυνάμεθα καὶ ἀπολύτως νὰ θεωρῶμεν ἱκανοποιητικὰ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα. Ἐλέχθη ὅτι διετηρήθη ὁ αὐτὸς τιμάριθμος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τὸ 1928 ὁ τιμάριθμος ἦτο 17.97 καὶ τῷ 1927 ἦτο 19 28 καὶ τώρα ἔχομεν τιμάριθμον 19.66. Λοιπὸν ὑπάρχει μία διαφορά.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸν Νοέμβριον τοῦ 1926 παρελάβομεν τιμάριθμον 19,2 ὁ Δεκέμβριος ἀνήκει εἰς τὴν μετεκλογικὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸν δὲ τὸν τιμάριθμον ἔχομεν καὶ σήμερον.
§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐδῶ, κ. Ὑπουργέ, ἔχω τοὺς ἀριθμοὺς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αὐτοὶ ὁμιλοῦν. Ἄν εἶναι ψευδεῖς λέγετέ μου ὅτι εἶναι ψευδεῖς. Ὀφείλω μάλιστα νὰ κάμω καὶ τὴν παρατήρησιν ὅτι κατὰ τὴν σύγκρισιν τῶν τιμαρίθμων τῶν ἐτῶν 1923–1924, 1924–1925, 1925– 1926, προκύπτει ὅτι κατὰ μὲν τὰ δύο πρῶτα ἔτη 1923– 1924 καὶ 1924–1925 εἴχομεν αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου κατὰ 10%, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἐνᾧ μεταξὺ τοῦ 1924– 1925, καί 1925–1926 εἴχομεν αὔξησιν κατὰ 20%. Ὥστε ὁ τιμάριθμος τὸν ὁποῖον παρελάβομεν ἦτο δυσαναλόγως ηὐξημένος. Δὲν ἐπεφέραμεν συνεπῶς σπουδαίαν βελτίωσιν, παρ’ ὅλην τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, ὥστε νὰ ἐπαιρώμεθα δι’ αὐτά. Τὰ ἀγαθὰ θὰ τὰ διατηρήσητε ἂν ἐξακολουθήσητε τὴν πολιτικήν, ἥτις τὰ ἐπέφερε. Διὰ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως δὲν ἐκάμετε τίποτε, διότι ὁ νόμος βεβαιοῖ ἁπλῶς μίαν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Ἰσχυροποιήσατε λοιπὸν τὴν κατάστασιν, ἥτις ἐπέφερε τὰ ἀγαθά. Δι’ αὐτὸ ἐτόνισα ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν. Ἡ σπουδὴ συνεπάγεται καὶ τὸν φόβον ὁ ὁποῖος συνεπιφέρει κακά, καταπολεμεῖται δὲ μόνον, ὅταν σταθεροποιήσωμεν τὰ γεγονότα, κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα κάθε φόβον ἀπὸ πάντα λογικῶς σκεπτόμενον. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν, ὡς ἐγένετο, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων λόγων. Διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠναγκάσθημεν ἤδη νὰ ἐντείνωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν τὰς εἰσπράξεις καὶ νὰ πάρωμεν ἀπὸ τὸν κόσμον ἕν ἐπὶ πλέον ποσὸν 1600 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος. Μὴ προσθέτετε ἤδη ἐπὶ τοῦ λαοῦ ἓν ἐπὶ πλέον βάρος, ἐκτὸς ἴσως τῶν ἄλλων ὅσα ἀκόμη θὰ τῷ προσθέσητε, τὸ βάρος, διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως. Ἀφήσατε τὸν λαὸν νὰ ἀνακουφισθῇ. Διὰ τῆς σταθεροποιήσεως θὰ πληρώσωμεν τὸν τόκον τῶν 3.000.000 λιρῶν, τὰς ὁποίας θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἐκδοτ. Τράπεζαν. Καὶ εἴπατε μὲν ὅτι δὲν θὰ πληρώσωμεν τὰ 6%, ἀλλὰ τὰ 3% διότι θὰ γίνῃ καὶ ἐνταῦθα ὅ,τι ἔγινε καὶ εἰς τὸ Βέλγιον. Εὔχομαι νὰ γίνῃ τοῦτο ὁπότε καὶ πάλιν θὰ πληρώσωμεν τὰ 3%, ἀλλὰ ἔχω δεδομένα ὅτι θὰ πληρώσωμεν ὁλόκληρον τὴν διαφοράν. Πάντως θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαὸν τοὐλάχιστον μὲ τὴν πληρωμὴν 3% ἐπὶ τῶν 3 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Εἴπατε ὅμως ὅτι τοῦτο εἶναι φάρμακον διὰ νὰ ἰαθῇ ὁ ἀσθενής. Ἀλλὰ μὴ σπεύδητε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν ἀσθενῆ περὶ πλέον βάρη, πρὶν τὸν ἀφίσετε τοὐλάχιστον νὰ ἀναρρώσῃ καὶ νὰ ἀναλάβῃ δυνάμεις. Ἀρκετὰ ἐκάμφθη ἤδη ἀπὸ τὴν προθεραπείαν. Σημειωτέον δὲ ὅτι πλὴν τοῦ βάρους τούτου καὶ τόσων ἄλλων, θὰ πληρώσῃ ἀκόμη ὁ λαὸς ἐτησίως 50 ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια, ὅσα ἀνελάβατε ἐν Γενεύῃ νὰ δίδετε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπὲρ τὴν μετ’ αὐτῆς συμφωνίαν σας. Εἶπον ὅμως ἀκόμη καὶ τοῦτο: ὅτι ἐὰν δὲν ἐσπεύδομεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν, θὰ εἴχομεν καὶ τὸ καλόν, ὅτι θὰ ἐβελτιοῦτο ἐν τῷ μεταξὺ ἀκόμη ἡ τιμὴ τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος, εἰς ἣν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποβλέπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ στάδιον τῆς δοκιμῆς ταύτης. Εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ φράγκον ἕνεκεν ψυχολογικῆς αἰτίας ἔφθασεν εἰς τὰ 240, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ψυχολογικῆς ταύτης αἰτίας καὶ κατὰ τὴν ὑπερτίμησίν του κατεβλήθησαν προσπάθειαι νὰ ὑψωθῇ ἀκόμη τὸ νόμισμα. Καὶ ἐπετεύχθη τὸ τοιοῦτον. Τοῦτο τὸ θεωρῶ οὐσιωδέστατον, ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σημειουμένης παρὰ τῷ λαῷ πίστεως, ὅτι τὸ Κράτος ἔκαμε πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ μειώσῃ τὰς ἐκ τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς ζημίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φέρουν τὰς δραχμὰς δηλ. τοῦ Κοινοῦ. Ἰδοὺ ποῖα κακὰ ἔχει ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ πολιτικὴ αὕτη κατ’ ἀρχὴν βεβαίως ἦτο ἡ ἀκολουθητέα, ἀλλὰ ὁ τρόπος δὲν εἶναι ἀναμφισβητήτως ὁ κατάλληλος. Φρονῶ, συνεπῶς, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν διχοτόμησιν τοῦ Ἐθνικοῦ ἱδρύματος, διότι οὐδέποτε ὁ λαὸς πρέπει νὰ χάσῃ τὴν πίστιν του εἰς τὸ ἵδρυμα τοῦτο, τὴν ὁποίαν δυσκόλως θὰ ἔχῃ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο ἵδρυμα. Εἶπον ὅτι καὶ εἰς ἄλλα μέρη ὑπάρχουν Τράπεζαι ἐθνικαί, αἵτινες δὲν εἶναι μόνον ἐκδοτικαί, ὡς εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Ἰταλίαν, τὴν Βουλγαρίαν κλπ., ἠδύνατο δὲ τὸ ἴδιον νὰ διατηρηθῇ καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ εἶπον ὅτι καὶ ὁ τρόπος τῆς διχοτομήσεως ἦτο ὁ ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Καὶ τότε ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχε τότε τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουσιν ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Εἶπεν ὅτι εἶναι ζήτημα λογαριασμοῦ διὰ τὰς ἐνδεχομένας ζημίας τὰς ὁποίας θὰ ὑφίσταται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λόγῳ τῆς προώρου στερήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου. Ἀλλ’ ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θεωρεῖ ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ οἱαδήποτε συζήτησις περὶ τῶν καλυμμάτων. Πιστεύει πλέον ὅτι ταῦτα ἀναμφισβητήτως ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα ταῦτο συνεζητήθη καὶ ἐν Γενεύῃ καὶ ὅτι ἐκεῖ ἀπεδέχθησαν τοῦτο. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πλάνη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε συναφῶς καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὅτι τοῦτο συνεζητήθη καὶ ἐν Γενεύῃ καὶ ἐκεῖ ἐκρίθη ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ οὐδεὶς ἐδῶ εἶχεν ἀντιληφθῇ ἐὰν ὄντως ἐγένετο καὶ πῶς ἐγένετο τοιοῦτόν τι ἐν Γενεύῃ. Ἀκόμη καὶ συνάδελφος μετέχων τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τὴν Γενεύην, ὁ κ. Παπαναστασίου, διεκήρυξεν ἐδῶ ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον εἶχεν ἀντιληφθῇ.
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐξήγησα τι πράγματα. Δὲν φαντάζομαι ὅτι μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἐπιμένῃ.
§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.). Κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν, ὄχι ὅμως καὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μας.
§34Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ πιστοποιῶ ἕν γεγονός, ὅτι ἤκουσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι οὗτος, μέλος ὤν τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃν χρόνον συνεφωνοῦντο καὶ ἐτελοῦντο τὰ ἐν Γενεύῃ καὶ ἐπεβάλλοντο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίζοντο, αὐτός δὲν διετέλει ἐν γνώσει ὅτι διὰ πρωτοκόλλου ἐλύετο τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρὸς ἀποφυγὴν οἱασδήποτε παρεξηγήσεως ἠξίωσα καὶ ὑπεγράφη ἰδιαίτερον πρωτόκολλον διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπαφίεται εἰς ἰδιαιτέραν σύμβασιν ὁ κανονισμὸς τῶν καλυμμάτων.
§36Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν εἶπον ὅτι ἦτο ἀπείρως πιθανώτερον, ἀπείρως μᾶλλον δεδικαιολογημένον νά διατελῇ ἐν τῇ πλάνῃ αὐτῇ. Ἐνθυμεῖσθε πῶς συνεζητήθη τότε τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης. Πῶς συνεζητήθησαν δύο νομοσχέδια διὰ μιᾶς συζητήσεως καί πῶς ἐσπεύσαμεν νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίαν ἐκείνην, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ ἀναχωρήσουν καί νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι διὰ πραγμάτων, τόσον ἐσπευσμένως λαβόντων χώραν, δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη; Διὰ τοῦτο ἂν ἐγένετό τι ἐν Γενεύῃ, οἱ ἐκεῖ συζητήσαντες οὐδὲ ἐσκέφθησαν ὅτι θὰ ἔλυον διὰ τοῦ πρωτοκόλλου ἐκείνου τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, καί ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤν Οἰκονομικῶν, ὁ εὑρισκόμενος ἐκεῖ, ὤφειλε νά μᾶς εἴπῃ τί ἔλαβε χώραν ἐν Γενεύῃ. Ἐγὼ ὅμως ἔχω ἀντ’ αὐτοῦ καὶ προσάγω τὴν ἀπόδειξιν ὅτι εἰς τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Κ.Τ.Ε. οὐδὲν ζήτημα καλυμμάτων ἐτέθη, ὡς καταδεικνύεται ἀπὸ τά πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεών της. Σᾶς εἶπον ἄλλοτε, ὅτι ὑπῆρχον πολλὰ τῶν μελῶν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἐκφράζοντα τὴν ἀπορίαν των διὰ τὰς ὑποχωρήσεις τῆς Τραπέζης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπεν: «ἡσυχάσατε, ἔχει ληφθῆ πρόνοια νὰ μὴ ζημιωθῇ ἡ Τράπεζα». Ἑπομένως πρόδηλον εἶναι ὅτι παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐκανονίσθη τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἐπεθυμοῦμεν ἂν ἐτέθη ἐκεῖ παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ τὸ ζήτημα νὰ μᾶς προσαχθῇ ἡ πρᾶξις αὐτῆς, ἢ ἄλλη σχετικὴ ἀπόδειξις, διότι πᾶν ἄλλο ἢ τοῦτο ἐξάγεται. Ἀλλὰ δὲν ἐπελήφθη ἡ Κ.Τ.Ε. τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀφορῶσαν τὴν ρύθμισιν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μὲ μίαν ἐκδοτικὴν πλέον Ἑταιρείαν, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Οὐδὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῇ ὅπως ζήτημα τοιοῦτον ρυθμισθῇ ὑπὸ τῆς Κ.Τ.Ε. Ἀλλὰ δὲν ἦτο πάντως δυνατὸν οἱ ἐν Γενεύῃ οἰκονομικοὶ κύκλοι νὰ λύσουν τὸ ζήτημα ὡς τὸ ἔλυσαν οἱ ἐδῶ νομικοί. Καὶ εἶναι περίεργον πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεκαλέσθη τὴν γνώμην νομομαθῶν προκληθεῖσαν παρὰ τῆς Τραπέζης, τῆς ἐχούσης ἀντίθετα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Δὲν ὑπῆρχον νομικοὶ σύμβουλοι τοῦ Κράτους, δὲν ὑπῆρχον ἄλλα πρόσωπα παρ’ ὧν νὰ ζητήσῃ γνώμην, ἀφοῦ ἀντίθετος ἐξεδηλώθη ἀντίληψις ἐκ μέρους καὶ εἰδικοτάτων ἐν προκειμένῳ ὡς ἡ τοῦ τέως Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Γενικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλων. Δὲν ἐγεννήθη ἄρα καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἰδέα ὅτι ὤφειλεν ἀντὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν γνώμην τῶν δικηγόρων τῆς Τραπέζης, νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα, ὅσα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης παρετέθησαν καὶ νὰ μᾶς φέρῃ ἐδῶ τὸ πόρισμα μιᾶς τοιαύτης ἐξετάσεως; Τὸ ζήτημα πάντως δὲν θὰ λυθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, εἰμὴ μὲ τὴν πιστοποίησιν τῶν πραγμάτων. Οὐδεμία ἄλλη κρίσις καὶ ἐμπιστοσύνη εἶναι ἀρκετὴ νὰ τὸ λύσῃ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι 200 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δευτέρου προνομίου ἐλήφθησαν ὡς δάνειον παρὰ τοῦ Κράτους καὶ ὅτι τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ἀντιστιχοῦν εἰς τὰ 200 ἑκατομμύρια ποσοστὸν τῶν καλυμμάτων, τὰ 50 δηλ. ἑκατομμ. χρ. δρ., δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ λόγος. Ἀλλ’ ἂν ἀναγνώσῃ τις τὰς σχετικὰς συμβάσεις, τὴν σύμβασιν παραχωρήσεως τοῦ προνομίου διὰ τὴν ἔκδοσιν 300 ἑκατ. χαρτονομισμάτων καὶ τὴν σύμβασιν παραχωρήσεως τοῦ δανείου τῶν 200 ἑκατ., βλέπει ὅτι αὗται συνετάχθησαν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ὑπογραφεῖσαι παρὰ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ διερωτᾶται: Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη ἆραγε ἡ Τράπεζα νὰ εἴπῃ πῶς, ἀφοῦ δανείζω 200 ἑκατ. ἀμέσως εἰς τὸ Κράτος, θὰ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρήσω καλύμματα δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τῶν 300 ἑκατομμ. ὅσα ἐκδίδω; Ἡ Τράπεζα τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψει της βέβαια, ἀλλὰ διὰ νὰ δεχθῇ τὸν ὅρον περὶ καλύμματος τῶν 300 ἑκατ. ἐνῷ συγχρόνως ὑπέγραφε τὴν σύμβασιν τοῦ δανεισμοῦ, σημαίνει ὅτι ἀνεγνώριζε τὴν ἀλήθειαν ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ κρατήσῃ τὰ καλύμματα διὰ τὰ 300 ἑκατ. ἀφοῦ δυνάμει τῆς ἐκδόσεως ἔκαμε τὸν δανεισμὸν ἀποφέροντα εἰς αὐτὴν τόκον. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐκτήθησαν ἢ ἐδόθησαν τὰ καλύμματα, θὰ ἀκολουθήσουν τὸν οἰκονομικὸν αὑτῶν προορισμόν. Οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ ἐξετάσῃ εἰς κανὲν μέρος τὸν τρόπον τῆς κτήσεως ἢ προελεύσεως τῶν καλυμμάτων. Πολλάκις ταῦτα ὀφείλονται καὶ κρατοῦνται ἐκ προνοίας καὶ καλῆς διαχειρίσεως, πάντες ὅμως εἶπον ὅτι ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἡ ἐκ τῶν καλυμμάτων εἶναι κέρδος ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον. Εἶμαι καὶ πάλιν ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὶ ἐν προκειμένῳ ἔγραψεν ὁ Γάλλος Οἰκονομολόγος κ. Ντεσπό. «Δεδομένου, γράφει, ὅτι ἡ ἐκδοτικὴ ἰδιότης ἀποτελεῖ κατ’ οὐσίαν Κρατικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα δὲν ἀσκοῦν εἰμὴ ὡς ἐντολοδόχοι τοῦ Κράτους, αὐτὸ καρποῦται τοῦ πλεονάσματος τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἐκ πάσης ὑπερτιμήσεως τοῦ εἰς χρυσὸν ἀποθέματος, ἐκτὸς ἐὰν τὸ Κράτος παραιτηθῇ τοῦ πλεονάσματος τούτου, ὡς συνέβη ἐπ’ ἐσχάτων ἐν Ἑλλάδι». Ἡ τοιαύτη ἄποψις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν καλυμμάτων ἐφηρμόσθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Οὐδέποτε συνεπῶς καὶ παρ’ ἡμῖν ἔπρεπε νὰ γίνῃ σκέψις ἀλλοία. Καὶ ἂν εἴχομεν τοιαύτην, ὀφείλομεν σοβαρώτερον νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν καὶ ὄχι νὰ φέρωμεν ὡς ἐπιχειρήματα τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Τραπέζης. Ὅ,τι ὑποστηρίζω περὶ τῶν καλυμμάτων εἶναι πεποίθησις ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων, ἐνισχυθεῖσα ἐκ τῶν ἀλλαχοῦ γενομένων καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων ἄλλων εἰδικῶν προσώπων μὴ ἐνδιαφερομένων νὰ βλάψουν τὴν Τράπεζαν ἀλλὰ πονούντων ἐξ ἴσου καὶ τὸν Δημόσιον πλοῦτον. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ὑφίσταται πλάνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων ὅσα ὑποστηρίζει. Φρονεῖ ὅτι ἐλύθη τὸ ζήτημα διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, ὅπερ ὅμως μοναδικὸν σκοπὸν εἶχε νὰ κανονίσῃ τὶ θὰ λάβῃ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα διὰ νὰ συντελεσθῇ καὶ ζήσῃ ἡ νόμῳ σταθεροποίησις. Δὲν ἐνδιεφέρετο ἂν θὰ ἐπληρώνετο ἡ Ἐθνικὴ διὰ τὰ καλύμματα τοῦ χαρτονομίσματος. Αὐτὰ τὰ ζητήματα θὰ ἐκανονίζοντο διὰ συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς δὲν ἐθεωρήσαμεν ἐπαρκῆ τὴν προκειμένην σύμβασιν διὰ τῶν γενομένων συλλήβδην παραιτήσεων τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν προγενεστέρων συμβάσεων. Ἔπρεπε νὰ εὕρωμεν λεπτομερῶς τὶ ἐδικαιοῦτο τὸ Κράτος νὰ λάβῃ, διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποῖον ἦτο ἐκεῖνο οὗτινος παρητεῖτο. Εἶπον κατὰ τὴν τελευταίαν μου ἀγόρευσιν καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ ζήσῃ καὶ μάλιστα ἀνθοῦν τὸ ἐθνικὸν ἵδρυμα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα οὔτε κἂν τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως νὰ ἐξετάσω στενῶς. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀρνηθῶ ὅτι συντρέχει περίπτωσις ἐξετάσεως καὶ ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ ἐνῷ οὕτω πιστεύω καὶ ἔκαμα ὅ,τι ἠδυνάμην διὰ νὰ μὴ διχοτομηθῇ τὸ ἐθνικὸν ἵδρυμα, ἤδη ἐπελθούσης διχοτομήσεως εἶναι προφανὲς ὅτι, ἂν τυχὸν λάβῃ ἡ Τράπεζα πέραν τῶν δικαιωμάτων της, ἔχει καὶ τὸ Κράτος ἀντίστοιχα δικαιώματα. Ἀλλ’ ὅμως οὐδεμία φροντὶς λαμβάνεται διὰ τὴν τήρησιν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐρωτῶ ἐπὶ παραδείγματι, διατηρεῖται ἐν τῇ νέᾳ συμβάσει ἡ ὑποχρέωσις διὰ τὴν Τράπεζαν, ὅπως διατηρήσῃ ὅλα της τὰ ὑποκαταστήματα, ἐξ ὧν πλεῖστα τῇ εἶναι βάρος, ἐνῷ ἐξυπηρετοῦν σημαντικῶς τὸ κοινόν; Ἡ Τράπεζα, ὡς εἰκός, θὰ κρατήσῃ τὰ παραγωγικὰ καὶ θὰ καταργήσῃ τὰ παθητικά. Ἐφρόντισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατηρήσῃ ταῦτα; Ὅταν ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, ἡ ἵδρυσίς της ἔφερεν εἰς δυσχέρειαν τὴν διατήρησιν πολλῶν ὑποκαταστημάτων, ἅτινα ὅμως αὐτοτελῆ πλέον θὰ καταργηθοῦν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ζήσασα ἐπὶ 100ετίαν ὡς ἐθνικὸν ἵδρυμα, θὰ λησμονήσῃ τὸν σκοπόν της καὶ θὰ τῇ ἐκλείψῃ ἡ παράδοσις καὶ ὅτι δὲν θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐξυπηρετοῦσα τὰ ἐθνικὰ καὶ κοινωνικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι, ὅταν μεταμορφωθῇ ἡ Τράπεζα εἰς ἰδιωτικὴν τοιαύτην, τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν μετόχων θὰ ἔχωσιν ἄρχουσαν γνώμην. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπικρίνω ὅτι οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια οὐδὲ κἂν περὶ τῆς λειτουργίας τῶν ὑποκαταστημάτων. Τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὡς τὸ ἔθεσε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργός, θεωρήσας τὴν συζήτησιν φορολογικήν. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἠθέλατε φθάσει νὰ εἴπητε ὅτι ἐλύθη τὸ ζήτημα ἐν Γενεύῃ, παραμένει ἕτερον σοβαρὸν ζήτημα, ἄλυτον, τὸ ὁποῖον ἀμέσως θὰ γεννηθῇ, τί εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, τί ἀποτελεῖ τοῦτο ἀπέναντι τῆς Τραπέζης καὶ ἑπομένως εἰς τίνας διατάξεις ὑπάγεται ἐκ τῶν ρυθμιζουσῶν τὰ δικαιώματα Τραπέζης καὶ Κράτους καὶ τί θὰ γίνῃ μὲ τοῦτο σχετικῶς μὲ τὸν ἐν τῇ συμβάσει ὅρον περὶ συμμετοχῆς τοῦ Κράτους. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι μὲ τὰς συμβάσεις ἐκείνας ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι. Ἡ σύμβασις τοῦ 1914 ὁρίζει ὅτι τὸ Δημόσιον συμμετέχει κατὰ 25% ἐπὶ τῶν κερδῶν ἐκ παραγωγικῆς κυκλοφορίας τραπεζογραμματίων. Τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως τοῦ 1920 ὁρίζει ὅτι τὸ αὐτό, μέχρις ἄλλου διαγωνισμοῦ, θὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τὰ 300 ἑκατομμύρια τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει μία σύμβασις τοῦ Μαρτίου τοῦ 1921 τῆς ὁποίας τὸ ἄρθρον 6 λέγει ὅτι ἀπὸ τοῦ 1925 καὶ ἑξῆς πᾶσα διανομὴ μερίσματος ἀνωτέρου κατὰ 250 δραχ. κατὰ μετοχὴν δίδει τὸ δικαίωμα συμμετοχῆς τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐπιπροσθέτων μερισμάτων. Καὶ ἐρωτῶ διὰ τὰς συμβάσεις ταύτας, ἐὰν ἡ διαφορὰ τῆς ἐπικαταλλαγῆς τῶν καλυμμάτων παρεχωρήθη εἰς τὴν Τράπεζαν, τί θὰ γίνῃ ἡ διαφορὰ αὕτη; Δὲν θὰ ὑπολογισθῇ ὡς κέρδος διανεμηθησόμενον κατὰ τὰ ἐν ταῖς συμβάσεσι; Πρόκειται περὶ διαφορᾶς, καὶ ἐὰν θεωρηθῇ, ὅπερ ἐγὼ ἀποκρούω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων ἐλύθη, ἔχομεν δυνάμει τῶν κειμένων νόμων δικαίωμα συμμετοχῆς. Προσέξατε ἐν τούτῳ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Χθὲς ἠγωνιζόμεθα νὰ παράσχωμεν μικρὸν βοήθημα εἰς παθόντας καὶ πεινῶντας πληθυσμούς, δὲν δυνάμεθα λοιπὸν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν σήμερον νὰ ἀπεμπολῶμεν τὰ δικαιώματά μας. Μὴ σπεύδετε συνεπῶς εἰς τὴν σύμβασιν καὶ ἂν καταδειχθῇ ὅτι ἔχετε δίκαιον, φροντίσατε νὰ ἀποδείξητε τοῦτο καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ πείσητε καὶ τὴν κοινὴν γνώμην. Ζητήματα κινοῦντα τὰς χορδὰς τοῦ λαοῦ δὲν πρέπει ἄνευ πίστεως ἀπολύτου νὰ τὰ λύωμεν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ μὴ σπεύδωμεν. Δὲν ἔχετε κανένα λόγον διὰ τὴν σπουδὴν αὐτήν. Συστήσατε μίαν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ φέρετε ἕνα ἀναλυτικὸν πίνακα τῶν δεδομένων τῶν ὑποστηριζόντων τὴν καταρτισθεῖσαν σύμβασιν. Ἐφόσον δὲν κάμνετε ἄδικον καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν σας καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν τόπον, εὔχομαι νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχετε δίκαιον, παρὰ τὰ παρ’ ἡμῶν λεγόμενα. Σεῖς δὲ ὡς Κυβέρνησις ἔχετε μείζονα ὑποχρέωσιν νὰ δικαιολογήσητε τὴν γνώμην σας. Οὕτω μόνον θὰ πείσητε καὶ ἐκείνους τῶν Συναδέλφων οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν μεθ’ ὑμῶν καὶ τοὺς ὁποίους θέτετε εἰς δύσκολον θέσιν, δυναμένους νὰ λέγουν ὅτι δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ πολιτική ἥν ὑποστηρίζω δὲν εἶναι πολιτικὴ εὐμενὴς καὶ εὐχάριστος δι’ ἐμέ. Πάντως ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐπεχειρήσαμεν ἱκανοποιεῖ τὸ γενικώτερον συμφέρον. Ἀλλὰ τοιοῦτον τι δὲν πρόκειται. Πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἡ παροῦσα σύμβασις δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ Προσθέτω μάλιστα ὅτι καὶ αἱ παραχωρήσεις τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν εἶναι πολλαί, ἐνῶ τὸ Κράτος στερεῖται σχεδόν ὅλων ἐκείνων οἷα ἐλάμβανε, διότι τὸ ὑπεράνω τῶν 1300 δραχμῶν κατὰ μετοχὴν εἶναι μηδέν. Καὶ αἱ ἄλλαι παραχωρήσεις τῆς Τραπέζης εἶναι μᾶλλον εἰς τὸ χαρτί, ὅπως εἶναι αἱ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἅτινα ὅμως ὡς ἔμαθον παρεγράφησαν καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεως μὴ ἐπιβαλλούσης ὑποχρεώσεις.
§37Δ. ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΣ. Τὴν ζημίαν τὴν ὑπέστησαν οἱ κάτοχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔμαθον τὴν προθεσμίαν.
§38Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἐπιτύχητε τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως διὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ κατορθώσητε νὰ πείσητε τὸν κόσμον ὅτι διηυθετήσατε ὀρθῶς τὸ ζήτημα (χειροκροτήματα).
§39Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ ζητήσω, Κύριοι Βουλευταὶ, μερικὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως μετὰ συντομίας καὶ ἄνευ ἐπαναλήψεως τῶν ἰδίων ἐπιχειρημάτων Καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἂν δὲν ἐπρόκειτο νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀρνητικὴν ψῆφον μου, δεδομένου ὅτι δὲν ἤρκει ἡ ἀντίθεσις μου ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησίν μου καὶ εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἐξετάζοντες τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως βλέπομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο τι τοῦτο, παρὰ ἡ παραίτησις τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης καὶ ἡ εὔλογος περὶ τούτου ἀποζημίωσις πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ ἀπὸ μερικωτέρας ἀπόψεως τὸ περιεχόμενον εἶναι εὐρύτερον. Εἶνε τοῦτο πῶς θὰ κατορθωθῇ δηλαδὴ ὅπως ἀποζημιωθῇ ἡ Τράπεζα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, ἀλλὰ καὶ πῶς θὰ εἶναι δυνατόν, μετὰ τὸν συντελεσθέντα χωρισμόν, νὰ διατηρήσῃ ἡ Τράπεζα ὅλον τὸ κῦρος της διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς γενικωτάτους σκοποὺς οὕς μέχρι τοῦδε ἐξεπλήρωσε, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχῃ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Νομίζω ὅτι ἐκ τῶν διεξαχθεισῶν συζητήσεων δὲν διεπιστώθη ἡ τοιαύτη ἀντίληψις τοῦ ζητήματος. Συζητοῦμεν μόνον περὶ καλυμμάτων, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ μόνον ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Ἐγὼ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀρκετὰ ἡ Βουλὴ ἔχει φωτισθῆ. Τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Εἶναι δὲ ἐντελῶς ἀδιάφορον εἰς ποῖον κατὰ κυριότητα ἀνήκουν ταῦτα. Διότι ἐὰν ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος, τοῦτο ἔχει πᾶσαν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ νὰ στερήσῃ αὐτὴν ὥστε οὐδεὶς νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὸν προορισμόν του. Ἐὰν δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ φορολογήσῃ αὐτήν, προκειμένου περὶ ἀκόπου κέρδους τὸ ὁποῖον αὕτη προστάται. Εἶναι ἄπορον πῶς ἡ συζήτησις ἐπὶ τόσας ἤδη ἡμέρας περιεστράφη περὶ τὴν κυριότητα, ζήτημα μὴ οὐσιῶδες. Ἀπὸ τῆς ὀρθῆς ἀπόψεως ἀφ’ ἧς ἐγὼ κρίνω τὸ ζήτημα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν στοιχεῖον προσεκόμισεν ἐφ’ οὗ νὰ δυνηθῇ τις νὰ κρίνῃ, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δηλαδὴ ἐὰν τὸ ὅλον ἀφιέμενον ποσὸν τῶν καλυμμάτων εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ ἡ δικαία ἀποζημίωσις τῆς Τραπέζης. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει μόνον τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑυργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Βαρύνει καὶ αὐτὴν τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ὁποία μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς οὐδεμίαν ἔκαμε σκέψιν σχετικήν. Διότι ἐὰν τοιαύτην τινὰ σκέψιν ἔκαμε καὶ ἡ Ἐπιτροπή, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα.
§40Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπήν ὑπῆρξε μία μεγάλη μειοψηφία, 11 πρὸς 12, ἥτις ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως προσαχθοῦν ὅλα τὰ στοιχεῖα. Ἑπομένως ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει παρὰ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§41Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μὴ ὑπαρχόντων, λοιπόν, τῶν ἀναγκαίων στοιχείων, ὅπως μορφώσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφον μου εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀνάγκη τῆς διατηρήσεως καὶ τῆς Ἐκδοτικῆς καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θέλει ὑποβάλλει κατ’ ἀνάγκην τὸ Κράτος εἰς θυσίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς εἰδικὰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πάσῃ ὅμως συντομίᾳ θέλω εἴπῃ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς σταθεροποιήσεως, ἥτις ἀποτελεῖ ἕν σημεῖον τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ ὑποστηρίζων ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐξασφαλίσῃ τις τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν καὶ ὅτι πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο τῶν πληρωμῶν, ἐὰν δὲν ἠγγίσαμεν, ἐγγίζομεν ἤδη κατὰ πολύ. Ἀλλὰ τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας του, αἵτινες πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῶσιν, εἶναι ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ σταθεροποίησις δὲν ἐπετεύχθη. Τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ παρουσιάσῃ μεγίστας δυσχερείας καὶ διὰ τοῦτο δὲν φρονῶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν σταθεροποίησιν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἰσοζυγίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ 1928–29, ὑπάρχουν ἄλλοι κίνδυνοι οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νὰ μᾶς καταστήσουν διστακτικούς. Οἱ κίνδυνοι ἐκ τῆς ἀποτυχίας τῆς σταθεροποιήσεως εἶναι παμμέγιστοι διὰ τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν. Διατὶ δὲ νὰ σπεύσωμεν νὰ διακινδυνεύσωμεν; Διατὶ νὰ μὴ ἀναβάλωμεν τὴν σταθεροποίησιν μέχρις ὅτου πραγματοποιηθῇ ἐν τῇ χώρᾳ μία μόνιμος κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ κατάστασις; Ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονεῖ ὅτι διὰ τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ νομίσματος θὰ βαδίσωμεν εἰς ἀσφαλὲς καὶ αἴθριον μέλλον. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ κρίσις εἶναι βαθυτέρα καὶ ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον σταθεροποίησις ὅπως προλάβῃ πᾶσαν ἀνωμαλίαν καὶ ὁδηγήσῃ εἰς αἴσια ἀποτελέσματα. Ἐκεῖ ὅπου τὸ νόσημα τὸ πολιτικὸν εἶναι πολὺ βαθύτερον, μόνον ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἱκανὴ νὰ φέρῃ τὸν τόπον εἰς οἰκονομικὴν ἄνθησιν, πολιτικὴ καθ’ ἣν ἤθελον προσκομισθῆ ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐξασφαλίσῃ τὴν ἡσυχίαν καὶ μόνιμον πολιτικὴν κατάστασιν εἰς τὸν τόπον.
§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἤθελον νὰ μάθω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της νὰ δεχθῇ τροπολογίας.
§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν νὰ δεχθῇ οὐδεμίαν τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν.
§44Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπεβλήθημεν μέχρι τοῦδε εἰς θυσίας οὐχὶ μικράς, δεχθέντες τὴν διχοτόμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῇ προτάσει αὐτῆς τῆς ἰδίας. Ὅλαι δὲ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐκ μέρους μας τροπολογίαι ἀπορρίπτονται, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξ ἄλλου ὑποστηρίζει ὅτι ἐκ τῆς ματαιώσεως τοῦ προσχεδίου ματαιοῦται ἡ σταθεροποίησις. Εἰς τὴν πρώτην στιγμὴν ἐνόμισα καὶ ἐγὼ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ δὲν ἔχει πράγματι τοιουτοτρόπως τὸ πρᾶγμα, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ παρὰ μόνον τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων μεταξὺ Κράτους καὶ Τραπέζης, τοῦτο δὲ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ βραδύτερον. Ἡ ρύθμισις τοῦ ζητήματος, ὡς γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιφέρει μίαν ζημίαν 1200 ἑκατομμυρίων διὰ τὸ Δημόσιον. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκπροσωπεῖ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ τὴν στιγμὴν αὐτήν, ρυθμίζουσα κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ ζήτημα. Διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν πιέζεται ὅπως πιέζεται ὁ λαὸς φορολογικῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν δίδομεν καὶ αὐτὸ τὸ ψωμὶ εἰς τοὺς Δημοσίους Ὑπαλλήλους, καθ’ ἣν στιγμὴν θέλομεν νὰ ἐξυψώσωμεν τὰ δημόσια οἰκονομικὰ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, στηριζομένην εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει τοῦ ζητήματος. Καὶ δι’ αὐτὸ προτείνομεν τὴν ἀναβολὴν τοῦ ζητήματος μετὰ τὰς διακοπὰς τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ καὶ οἱ βουλευταὶ καὶ ἡ Κοινὴ γνώμη διαφωτισθοῦν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ὤφειλε νὰ λύσῃ προηγουμένως τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν νὰ μὴ προστρέξωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς πρὸ τῆς λύσεως αὐτῶν, νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ ἔπειτα νὰ βαδίσωμεν εἰς τὰς κάλπας καὶ νὰ ἴδωμεν ἐὰν πράγματι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐγκρίνῃ τοιούτου εἴδους πολιτικήν. Παρακαλῶ λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, ὅπως ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἐγκρίνῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὸ διάστημα μετὰ τὰς διακοπὰς τοῦ Πάσχα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν πίεσιν ὅλων τῶν βουλευτῶν ἐπιθυμούντων νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ μὴ διατεθειμένων νὰ ἀκούσουν τὴν συζήτησιν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, περαίνων τὸν λόγον του, εἶπεν ὅτι αἱ ἀπόψεις τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει εἶναι ἥκιστα δημοφιλεῖς, ὡς παρέχουσαι τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αὐτὸς καὶ τὸ κόμμα αὐτοῦ στρέφονται ἐναντίον τοῦ Ἐθνικοῦ ἱδρύματος ἡ πρὸς τὸ ὁποῖον στοργή μας εἶναι ἑδραιωμένη. Ὡς πρὸς τοῦτο ὁ ἔντιμος ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἔδωκε πρὸ ὀλίγου τὴν ἀπάντησιν εἰς αὐτὸν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις χαρίζει 1200 ἑκατομμύρια εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνήκοντα εἰς τὸν λαόν. Καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἡ πολιτικὴ ἡμῶν δὲν θεραπεύει ἀδυναμίας, ἀλλὰ ἀποβλέπει εὐθέως πρὸς τὸ ὀρθόν, τὸ πραγματικὸν τοῦ τόπου συμφέρον καὶ μειονεκτοῦμεν ἴσως ἀποδίδοντες τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι, εἰς τὴν παραπλανημένην κοινὴν ἐντύπωσιν, ἀλλ’ ἐξυπηρετοῦμεν τὸ κοινὸν συμφέρον. Ὅτως ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν μειονεκτικὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν πλειστάκις εὑρέθη μέχρι σήμερον, νὰ φαίνεται δηλ. δυσάρεστος πρὸς στιγμὴν ὅταν ἐπιχειρεῖ μίαν ἐξυγίανσιν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ὁποίας ἀναμένει νὰ δικαιωθῇ ὁριστικῶς. Διατί σπεύδετε, μᾶς ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς Θεσσαλονίκης, νὰ ψηφίσετε τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν σύμβασιν; Ἀλλὰ ὁ ἴδιος ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου τὸν λόγον τῆς σπουδῆς. Διότι ἔχομεν προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ συμπληρώσωμεν ὅλα τὰ μέτρα διὰ τὴν Νόμῳ σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος καὶ ἡ προθεσμία βαίνει πρὸς τὴν λῆξίν της. Καὶ ἐρωτᾶται: εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς σταθεροποιήσεως, ἀφήνοντες ἐν ἐκκρεμότητι τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἱδρύομεν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τῆς Ἐθνικῆς; Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐπιούσης, θὰ περιήρχετο ἐκ τῆς συγχύσεως καὶ τῆς ἀμφιβολίας εἰς σημεῖον κρισιμώτατον καὶ τὸ Κράτος δὲν θὰ ἐγνώριζεν ἂν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀξιώσῃ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ λάβῃ ὅλα τὰ ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα ἐξησφάλισε διὰ τῆς συμβάσεως. Πῶς θὰ ἱδρύσωμεν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἀφήνοντες ἐκκρεμεῖς τὰς σχέσεις Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ Κράτους; Ποία θὰ εἶναι ἡ οἰκονομική της κατάστασις; Ποῖα θὰ εἶναι τὰ μέσα τὰ ὁποῖα θὰ διέθετε διὰ τὸ μέλλον; Ὅλα αὐτὰ θὰ μείνουν ἐν ἀμφιβόλῳ; Ἡ κοινωνία ὁλόκληρος θὰ ἐγνώριζεν ὅτι ὑπάρχει ἓν ἵδρυμα ὑπὸ κρίσιν καὶ ὅτι ἐκ τῆς ἀποφάσεως ποὺ θὰ λάβωμεν θὰ κριθῇ ἂν τὸ ἵδρυμα θὰ παραμείνῃ βιώσιμον ἢ ὄχι. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οἰκονομικοὶ ὀργανισμοὶ τοιούτου εἴδους, πειραματισμοὶ δὲν ἐπιτρέπονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ προβῶμεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν καὶ ἔχομεν ἀνάγκην ἐπιψηφίσεως τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Τὸ ζήτημα τὸ ἐνόμιζον ὡς ἐξαντληθέν, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως μὲ ἠνάγκασε ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα ὅπως ἀποκρούσω τὴν αἰτηθεῖσαν ἀναβολήν, διότι αὕτη δὲν ἀποτελεῖ τίποτε ἄλλο εἰμὴ παρέλκυσιν τῆς συζητήσεως, ἐφόσον μάλιστα ἡ ἀναβολὴ προεβλήθη προτοῦ ἀκόμη ἀκουσθοῦν αἱ ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ ἀναγκαίας πρὸς διαφωτισμόν, καὶ θὰ τὴν ἀποκρούσω, διότι δὲν τὴν νομίζω κἂν ἀπαραίτητον. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μένει ἐκκρεμὲς ἐκ τῆς συζητήσεως ἢ ἀμφίβολον ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς Κύριοι Βουλευταί, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπανῆλθεν πάλιν ἡ συζήτησις τοῦ Κανονισμοῦ, ἰσχύοντος μόνον διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν τοιαύτην, καὶ οὕτω συνεζητήσαμεν καὶ πάλιν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπὶ τῆς Γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀκουσθῇ πάλιν ὅτι ἡ νόμῳ σταθεροποίησις εἶναι ἐσπευσμένη, ὅτι δὲν ἔχομεν ἰσοζύγιον πληρωμῶν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ καὶ ὅτι σπεύδοντες δημιουργοῦμεν καθεστὼς νομισματικὸν πρόσκαιρον. Ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν ἔχω σύμφωνον ἤδη τὸν κ. Δεμερτζῆν, ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι δὲν δύναται ἐπ’ αὐτοῦ νὰ βασισθοῦν ἰσχυρισμοί, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῇ ἀκριβῶς τὸ ἐξαγόμενον τῶν διεθνῶν δοσοληψιῶν μας· τὸ μόνον θετικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας εἶναι, ὅτι τὸ συνάλλαγμά μας παραμένει σταθερόν, διότι ἡ προσφορὰ αὐξάνεται καὶ ἡ ζήτησις μειοῦται καὶ τὸ Κρατικὸν ἀπόθεμα ὀγκοῦται. Τοῦτο τὸ φαινόμενον θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀκατανόητον, ἂν ὄντως τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν ἦτο παθητικὸν καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ ἀνήρχετο εἰς 13 ἑκατομμύρια λιρῶν. Ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς τρεχούσης χρήσεως ἀναμφισβητήτως ἔχομεν τοιοῦτον, θὰ ἐκλείψουν δέ, εἶμαι πεπεισμένος ἐντὸς ὀλίγου καὶ οἱ ἐλάχιστοι ἀπομένοντες δισταγμοί. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἰσοζύγιον τῆς τρεχούσης χρήσεως εἶναι ἀσφαλές. Διὰ νὰ ἀνατραπῇ ἡ ἰσοσκέλισις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν εἰς τὸ μέλλον, ἐκτὸς ἀπροόπτων ἐξαιρετικῶν γεγονότων πρέπει νὰ διαδεχθῶσιν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχὴν πεπορωμέναι Κυβερνήσεις πρόθυμοι εἰς διασπαθίσεις ἀνατρεπούσας τὴν κατάστασιν τὴν δημιουργηθεῖσαν διὰ τῶν μόχθων καὶ τῶν θυσιῶν τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι καὶ ἡ προσεχὴς χρῆσις ἐπιβαρύνεται διὰ προσθέτων τινῶν βαρῶν, ἀλλὰ ταῦτα θὰ ἀντιμετωπισθῶσιν δι’ ἄλλων ἀνταλλαγμάτων καὶ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἀνταλλάγματα ἐξ εἰσαγωγικῶν δασμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἰσχύσουν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, θὰ ἔχωμεν δὲ ἐξ αὐτῶν ἀπόδοσιν ἐπὶ πλέον 800 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τοιουτοτρόπως, θὰ ἐπιτευχθῇ ἀκόπως κατὰ τὴν χρῆσιν 1928– 1929 τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ὡς εἶναι γνωστὸν κατωρθώσαμεν νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν δι’ ἐξευρέσεως τῶν μέσων πρὸς κάλυψιν ἐλλείμματος 2.000 ἑκατομ. δραχμῶν. Σχετικῶς μὲ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος περὶ μεταφορᾶς πιστώσεων εἰς ἑπομένην χρῆσιν ἐξ 150 ἑκατομμυρίων, θὰ ἴδῃ κατὰ τὴν ὁριστικὴν τακτοποίησιν τῶν λογαριασμῶν τῆς τρεχούσης χρήσεως, ὅτι ἡμεῖς καίτοι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι προέβημεν εἰς ἀνάληψιν δαπανῶν εἰς βάρος τῆς τρεχούσης χρήσεως διὰ προμηθείας τοῦ δημοσίου μὴ πραγματοποιηθείσας κατ’ αὐτήν. Καὶ μὲ ὅλα ταῦτα ἔχομεν ἰσοζύγιον ὑποδεικνύον πραγματικὴν ἰσορρόπισιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Οὐδεὶς ἑπομένως ὑπάρχει λόγος νὰ προκύψῃ ἔλλειμμα· ἂν δὲ ἐξελιχθῇ ἡ κατάστασις ὁμαλῶς, ὁ μέλλων ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει πολλοῦ γε καὶ δὴ ν’ ἀντιμετωπίσῃ οἵας ἡμεῖς ἀντιμετωπίσαμεν δυσχερείας. Πλὴν τούτου δὲν ἔχομεν οὐδὲ ὀβολὸν κυμαινομένου χρέους, ἀπὸ ἑνὸς δὲ καὶ ἡμίσεος ἔτους ἔχομεν ἔμπρακτον σταθεροποίησιν, καταστήσασαν παγίαν τὴν προσαρμογὴν τῶν τιμῶν. Καὶ δι’ αὐτὸ, μόνον Κυβέρνησις μὴ μεριμνῶσα περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους θὰ ἄφηνε τὴν εὐκαιρίαν ταύτην ἀνεκμετάλλευτον καὶ θὰ ἀνέμενε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐκτιθεμένη εἰς τὸν κίνδυνον τυχαίων δοκιμασιῶν, αἵτινες θὰ ἐματαίωναν ὁριστικῶς τὴν νομισματικὴν ἐξυγίανσιν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐπὶ τῇ βάσει συλλογισμοῦ ἐντελῶς ἀκατανοήτου ὑπεστήριξε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν ὡς παράδειγμα τὴν περίπτωσιν τῆς Αὐστρίας καὶ Οὐγγαρίας. Διατί; Διότι, λέγει, εἰς ἐκείνην εἶχεν ἐπέλθει οἰκονομικὴ καταστροφὴ πλήρης καὶ τὸ νόμισμα ἀντικατεστάθη. Ἀλλὰ ἐρωτῶ: ὅταν ἡ σταθεροποίησις ἐπέτυχεν ἄνευ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς χώραν συντετριμμένην οἰκονομικῶς, θὰ διακινδυνεύσῃ ἡ σταθεροποίησις τῆς Ἑλλάδος ἡ ὁποία δὲν ὑπέστη τοιοῦτον οἰκονομικὸν κλονισμόν;
§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀνεστάλη ἡ σταθεροποίησις ἐκεῖ.
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ὁ συλλογισμός σας εἶναι ἀκατανόητος, δηλ. ὅτι ἡ σταθεροποίησις ἐπιτυγχάνει εἰς μίαν κατεστραμμένην οἰκονομικῶς Χώραν, ἀλλ’ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ εἰς Χώραν διατελοῦσαν ὑπὸ ὅρους ὑφ’ οὓς διατελεῖ σήμερον ἡ Ἑλλάς. (Χειροκροτήματα). Οὐδ’ ὁ ἕτερος ἰσχυρισμὸς τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ νομίσματος εἶναι βάσιμος, διότι στηρίζεται ἐπὶ τελείας παρεξηγήσεως τῆς ἐννοίας τῆς σταθεροποιήσεως. Σταθεροποίησιν λέγοντες ἐννοοῦμεν τοῦτο πάντοτε: Ὅτι ἀναγνωρίζεται ὁριστικῶς ἡ ἀπώλεια τῆς ἀρχικῆς τοῦ νομίσματος ἀξίας καὶ καθιεροῦται, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπωλείας ταύτης, νέον ἐπίπεδον ἰσοτιμίας. Αὐτὸ λέγεται σταθεροποίησις. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἓν νόμισμα ἔχασε τὰ 90% καὶ ἀπέμειναν τὰ 10% τῆς ἀξίας του, τὰ 90% θεωροῦνται ὡς ἀπωλεσθέντα ὁριστικῶς καὶ γίνεται νέα ἰσοτιμία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 10%. Τοῦτο λέγεται σταθεροποίησις. Ἐὰν διὰ τὰ 10% δημιουργῆται νέα ὀνομαστικὴ νομισματικὴ μονάς, νέον νόμισμα, τοῦτο εἶναι ζήτημα τεχνικὸν οὐδεμίαν σχέσιν ἔχον πρὸς τὴν σταθεροποίησιν. Ἂν εἴπωμεν σήμερον ὅτι δημιουργοῦμεν ἓν νόμισμα 15 δραχμῶν καὶ τὸ λέγομεν δραχμὴν ἢ ἄλλως πως, ἀλλὰ καθιεροῦμεν τὴν ἰσοτιμίαν ἐπὶ τῇ βάσει λίρας 370 δραχμῶν, θὰ ἔχωμεν τὴν σταθεροποίησιν οἵαν ἀκριβῶς θὰ τὴν ἔχωμεν καὶ ἤδη, ἄνευ τινὸς διαφορᾶς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐγένετο ἡ σταθεροποίησις εἰς τὴν Γερμανίαν, τὴν Αὐστρίαν καὶ τὴν Οὑγγαρίαν, μὲ πλημμελεῖς ὅρους πληρωμῶν καὶ ἀσφαλὲς ἔλλειμμα προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐθεωρήθη ὡς παράδοξον τὸ ὑποστηριχθὲν παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ σταθεροποίησις βελτιοῖ καὶ τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξωτερικῶν πληρωμῶν τοῦ Κράτους. Ἡ γνώμη μου ὅμως αὐτὴ ἔχει τύχει καὶ ἐπιστημονικῆς καὶ πρακτικῆς κυρώσεως. Καὶ ἀναφέρομαι περὶ τούτου εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐμπειρογνωμόνων ἐν Γαλλίᾳ, ἀποκλειόντων τὴν ἰσορρόπησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄνευ σταθεροποιήσεως, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς ἀπαραίτητος, διότι ἀντιθέτως ὅλον τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος εἶναι ἐπισφαλές. Ἀναφέρομαι ἐπίσης εἰς τὰ περὶ σταθεροποιήσεως ἐπανειλημμένως τονισθέντα παρὰ τοῦ κ. Ζενί, συντάκτου ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ γαλλικοῦ «Χρόνου», γνωστοτάτου οἰκονομολόγου καὶ θερμοτάτου θιασώτου καὶ προμάχου τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Πουανκαρέ. Καὶ ἐξ ὅλων τούτων προκύπτει, ὅτι μόνον ἡ νόμῳ σταθεροποίησις παρέχει τὴν ἀσφάλειαν ἐκείνην ἡ ὁποία ἄγει ἀσφαλῶς εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὁμαλότητα, τῆς ὁποίας κατ’ ἐξοχὴν ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς καὶ διὰ τὰ οἰκονομικά της καὶ διὰ τὸ ἐμπόριόν της καὶ διὰ τὴν γεωργίαν της καὶ διὰ πάσας τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις της. Διὰ τοῦτο σπεύδομεν εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἄνευ αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἀποκατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν μας. Ἐὰν σήμερον κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν τὴν ἔμπρακτον σταθεροποίησιν, δὲν εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι γεγονότα τινὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσουν παράγοντας δυσμενεῖς. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ νόμισμά μας διὰ τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως κατὰ τρόπον ἀποσοβοῦντα πάντα φόβον καὶ πάντα κίνδυνον, διότι μόνον διὰ τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως ὄχι μόνον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοῦ πρὸς τὸ νόμισμα ἐπιτυγχάνομεν, ἀλλὰ καὶ θέτομεν θετικὰς ἐγγυήσεις περιφρουρήσεως αὐτοῦ κατὰ μεταβολῶν ἐπαγομένων στιγμιαίους κλονισμούς. Ἡ σταθεροποίησις βέβαια συνεπάγεται καὶ θυσίας διὰ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς καλύμματος, δι’ ὃ θὰ πληρώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μίαν μικρὰν διαφορὰν τόκου Ἀλλ’ ἡ θυσία αὕτη δίδεται πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ ἰδίου ἐναντίον ἐνδεχομένης καταστροφῆς, εἶναι τὸ ἀσφάλιστρον κατὰ ταύτης, διότι δι’ αὐτοῦ ἐμπνέομεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἐξ ἧς θὰ προσκομίσῃ τεράστια ὀφέλη ὁ λαὸς, ἡ ἐργατικὴ τάξις φέρ’ εἰπεῖν θὰ κερδίσῃ ἐκ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως διότι θὰ εὑρεθῇ χρῆμα εἰς τὴν Χώραν, θὰ ἀναπτυχθῇ ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία καὶ ἀντὶ ἀνεργίας καὶ ἰσχνῶν ἡμερομισθίων θὰ ἔχωμεν καὶ ἐργασίαν καὶ ἡμερομίσθια ηὐξημένα. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ θυσία εἰς ἣν θὰ ὑποβληθῇ ὁ λαὸς ἐκ τοῦ τόκου; Μηδαμινή, ἔναντι ἀνυπολογίστων ὠφελημάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν ἡμεῖς ἀπέναντι τῆς ἀβεβαιότητος καὶ τοῦ ἀγνώστου εἰς ἣν θέλετε νὰ ὠθήσητε σεῖς τὴν Χώραν. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ θυσία τῶν καλυμμάτων. Εἶχα τὴν ἰδέαν ὅτι, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, δὲν θὰ ἀπέμενεν ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῶν καλυμμάτων ἀνήκει εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ὅτι πᾶσα σκέψις περὶ ἰδιοποιήσεως αὐτῶν ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους θὰ εἶναι ἐπιβολὴ χειρῶν ἐπὶ ξένης περιουσίας. Σᾶς ἐξέθεσα πρό τινος τὰς ἐπὶ τῶν καλυμμάτων ἀπόψεις μου. Θὰ περιορισθῶ ἤδη εἰς διευκρινίσεις τινάς. Τὰ καλύμματα ἄλλον δὲν ἔχουν σκοπόν, παρὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐξαργύρωσιν τοῦ χαρτονομίσματος ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν κομιστῶν αὐτῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπὸ τὸ κράτος τῆς νομίμου καὶ οὐχὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι παρακολούθημα αὐτῆς. Τὴν ἔννοιαν ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ πόρρωθεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὰ καλύμματα τὰ σχηματισθέντα δυνάμει τῶν νόμων τοῦ 1914 καὶ τοῦ 1920, διότι τὰ καλύμματα, ὅπως ἄλλοτε εἶπον, εἶναι εἰδικῆς ἐντελῶς φύσεως καὶ δὲν ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζογραμματίων, ἀλλὰ τίθενται ἁπλῶς ὡς ἠθικὸς παράγων ὁ ὁποῖος συμβάλλει εἰς τὴν δημιουργίαν ἀντιστάσεως ἐναντίον τυχὸν ὑποτιμητικῶν τοῦ νομίσματος ροπῶν. Αὐτὸν καὶ μόνον ἔχουν τὸν προορισμὸν τὰ καλύμματα τῶν συμβάσεων τοῦ 1914 καὶ 1920. Κατ’ ἀκρίβειαν δηλ. μέρος τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς Τραπέζης ἀποκλείεται, ἀκινητοποιεῖται, πρὸς δημιουργίαν εὐμενῶν ψυχολογικῶν ἐντυπώσεων. Τοιούτου εἴδους καλύμματα ὑπῆρχον καὶ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1914, καθόσον κατὰ τὸ 1898, κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, καθωρίσθη ὅπως ὡρισμένον ποσὸν ὁμολογιῶν κατατεθῇ ὑπὸ μορφὴν καλύμματος, ἀπαγορευομένης τῆς χρήσεως καὶ διαθέσεως αὐτοῦ εἰς ἄλλους σκοπούς. Ἀρθείσης μετ’ ὀλίγον τῆς ἀξιώσεως τοῦ ἐλέγχου, τὰ καλύμματα ταῦτα ὑπὸ τὴν ρηθεῖσαν ἔννοιαν περιῆλθον εἰς τὸ ἀκέραιον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ προκειμένου περὶ τῶν νέων καλυμμάτων. Ὑπάρχει ἀσφαλῶς ὁ νόμος ὁ ὁποῖος καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν χρησιμοποίησιν μέρους τῶν ἐνεργητικῶν στοιχείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐνεργητικῶν στοιχείων ἀνηκόντων εἰς αὐτήν. Καὶ μία ἐπὶ πλέον ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ἂν ἄλλως εἶχον τὰ πράγματα θὰ ἦτο ἀκατανόητον ἀπὸ νομικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀπ’ ὄψεως νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Τράπεζα νὰ ἀγοράσῃ καλύμματα ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τοῦ ἀρτίου, ὅπως εἰς τὸ 1920. Τοῦτο πιστοποιεῖ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καλυμμάτων, ἀλλὰ περὶ διαθέσεως προσκαίρου μέρους τῶν ἀποθεμάτων τῆς Τραπέζης πρὸς ὑποστήριξιν ἠθικὴν τοῦ νομίσματος καὶ δι’ αὐτὸ ἀπόψε ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος προσέφυγεν εἰς ἰδιαιτέραν διάταξιν.
§48Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἴπατε «ἔχετε δύο ἑτέρους νόμους, τοὺς ὁποίους προσέξατε, διότι σᾶς διαφεύγουν καὶ οἱ ὁποῖοι δίδουν εἰς τὸ Κράτος δικαίωμα συμμετοχῆς ἐπὶ τῶν κερδῶν καὶ τῶν ἀποθεματικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψουν ἐκ τῆς ἀνατιμήσεως, ἥτις θὰ προκύψῃ συνεπείᾳ τῆς σταθεροποιήσεως». Πράγματι διὰ νόμου τοῦ 1921 ἐπεξετάθη ἡ συμμετοχὴ τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν ἐτησίων τῆς Τραπέζης κερδῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἀποθεματικῶν. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ κερδῶν οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Ὁ συνάδελφος κ. Μπακόπουλος ὑπεστήριξε τὴν γνώμην ταύτην, ὁ Ἀρχηγὸς ὅμως τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ κέρδους...
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Διότι τὰ καλύμματα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιῶνται καὶ ἑπομένως ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ ἀρυσθῇ κέρδη δικαιολογοῦντα τὴν συμμετοχὴν τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ ἀποθεματικά, αὕτη περιορίζεται ἐπὶ τῶν σχηματιζομένων τοιούτων ἀπὸ τοῦ 1923 καὶ κατόπιν. Ἡ συμμετοχὴ καθωρίσθη εἰς ἀντάλλαγμα ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου οὐχὶ τοπικῶς, διότι εἶχεν δοθῇ προηγουμένως ἡ ἐπέκτασις ἐπὶ τῶν Νέων Χωρῶν, ἀλλὰ χρονικῶς. Εἶπε δηλαδὴ τὸ Κράτος εἰς τὴν Τράπεζαν: «σοῦ παρατείνω τὸ προνόμιον ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν μετὰ τὸ 930 καὶ ἀντὶ τῆς παρατάσεως ταύτης θὰ συμμετέχω τοῦ λοιποῦ εἰς τὰ ἀποθεματικά σου ὅσα θὰ σχηματισθοῦν εἰς τὸ μέλλον». Σήμερον ὅμως τί συμβαίνει; Θὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς παρατάσεως ταύτης ἡ Τράπεζα διὰ νὰ δώσῃ τὸ ἀντάλλαγμα; Κάθε ἄλλο. Καὶ θέλετε τὸ Κράτος νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Τράπεζαν «σοῦ καταργοῦμεν τὸ προνόμιον τρία ἔτη πρὶν λήξει ἡ προτέρα σύμβασις, σοῦ ἀφαιροῦμεν καὶ τὴν παράτασιν τῶν 20 ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1930 ἕως τὸ 1950, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν νὰ δώσῃς 600 ἑκατομ. δραχμῶν τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην διὰ συμμετοχὴν εἰς τὸ ἀποθεματικόν σας ἀντὶ ἀνταλλάγματος, ἢ διὰ συμμετοχὴν εἰς τὰ κέρδη, διότι καὶ τὰ κέρδη εἰς τὴν αὐτὴν ὑπάγονται περίπτωσιν». Ἠρώτησαν τί θὰ ἐγίνετο τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς τῆς ἐπικαταλλαγῆς ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔκαμνε τὴν σταθεροποίησιν. Ἀπλούστατα, θὰ ἐγίνετο ὅ,τι γίνεται εἰς ὅλας τὰς Τραπέζας. Ἡ ἐκ τῆς ἀνατιμήσεως τῶν ἐνεργητικῶν στοιχείων διαφορὰ θὰ ἔμενεν εἰς τὴν Τράπεζαν. Δὲν θὰ διενέμετο βεβαίως εἰς τοὺς μετόχους ὡς μέρισμα, ἀλλὰ θὰ ἐσχημάτιζεν ἕνα πόρισμα οὐδόλως μεταβάλλον τὴν οἰκονομικὴν τῆς Τραπέζης ὑπόστασιν. Διότι καὶ τὰ στοιχεῖα ταῦτα δὲν πρόκειται ἤδη νὰ κτηθοῦν, ἦσαν περιουσία τῆς Τραπέζης καὶ τότε ὑπὸ μίαν μορφὴν λανθανόντων ἀποθεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν δύναμιν τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων καὶ ἰδίως τῶν Ἐκδοτικῶν τοιούτων. Εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ λογιστικὴ μόνον πρᾶξις τῆς ἀνατιμήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῆς σταθεροποιήσεως ἀποτελεῖ κέρδος; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ κέρδους. Ποῖον κέρδος ὑπάρχει, ὅταν ὁ χρυσὸς ὁ πρὸ τοῦ 1923 κεκτημένος ὑπὸ τῆς Τραπέζης καθορίζεται ἤδη μόνον μὲ νέαν ἀποτίμησιν; Τὰ ἀποθέματα δὲν ἐσχηματίσθησαν μετὰ τὸ 1923. Μετὰ τὸ 1923 δὲν ἀπέκτησεν ἡ Τράπεζα οὔτε ἕνα ὀβολόν, αὐτὰ προϋπῆρχον. Ἡ Τράπεζα ἄλλως δικαιοῦται νὰ καθορίζῃ τὰ ἀποθέματα αὐτῆς κατὰ τὸ δοκοῦν ἄνευ ἀναμίξεως τοῦ Κράτους, καὶ ἂν εἶχε δὲ τὸ Κράτος δικαίωμα, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ ἀσκήσῃ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ προνομίου, πρὸ τοῦ 1950. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐξετάζων τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῆς Τραπέζης εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει ἂν ὑπάρχουν καὶ πόσαι εἶναι αἱ ζημίαι αὗται. Προβαίνων ὅμως εἰς τὰς σκέψεις του καὶ λησμονήσας ὅσα προηγουμένως εἶπε, κατήγγειλε τὴν Κυβέρνησιν ὡς προσβάλλουσαν εἰκονικὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης πέραν τοῦ σημερινοῦ μερίσματος, διότι κέρδη τοιαῦτα δὲν θὰ προκύψουν. Τὸ κέρδος αὐτὸ, εἶπεν, εἶναι ἐντελῶς φανταστικόν, τὸ κέρδος τῆς Τραπέζης εἰς τὸ μέλλον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὸ σημερινὸν μέρισμα καὶ ἑπομένως ἡ συμμετοχὴ τοῦ Κράτους εἶναι ἀνύπαρκτος. Τί ἀποδεικνύει αὐτό, κύριοι; Ἀνομολογεῖται κατὰ τὸν μᾶλλον ἀπερίφραστον τρόπον, ὅτι ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως ἡ ὁποία ἔγινε διὰ τῆς συμβάσεως δὲν παρέμεινεν εἰς τὴν Τράπεζαν οὐδὲν ἀπολύτως πλεονέκτημα βελτιοῦν τὴν σημερινήν της κατάστασιν. Διότι ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς καταστάσεως παρέχῃ ἓν ὡρισμένον μέρισμα, αὐτὸ δὲν θὰ αὐξηθῇ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἄν τὸ μέρισμα δὲν πρόκειται νὰ αὐξηθῇ, τὶ ἄλλο ἐδώσαμεν εἰς τὴν Τράπεζαν εἰμὴ τὰ ἀπαραίτητα μέσα τῆς διατηρήσεως αὐτῆς; Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Καὶ εἶναι πραγματικότης, διότι δὲν δημιουργεῖται ἐπὶ τοῦ παρόντος τουλάχιστον κέρδος. Ἡ ζωτικότης τῆς Τραπέζης θὰ αὐξήσῃ, εἶμαι βέβαιος, εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ κατὰ τὰς γνώμας ὑμῶν οἱ ὁποῖοι διατείνεσθε, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀκόμη κέρδος τῆς Τραπέζης δὲν θὰ προκύψῃ, πῶς δύνασθε, νὰ μὴ ἀναγνωρίζητε, ὅτι ἐδώσαμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ἐλάχιστον δυνατὸν ὅριον καὶ ἴσως κάτω τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου, εἰς ὃ ἐδικαιοῦτο αὕτη; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πᾶσα μείωσις τῶν δυνάμεων τῆς Τραπέζης θὰ φέρῃ κλονισμὸν εἰς αὐτὴν καὶ δὲν θὰ τῆς ἐπιτρέψῃ ὄχι μόνον οὐδὲν ἀποθεματικὸν νὰ σχηματίσῃ, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ μέρισμα τὸ ὑπ’ αὐτῆς σήμερον παρεχόμενον εἰς τοὺς μετόχους νὰ δώσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁμολογία ἡ ὁποία ἔγινε σήμερον. Ἡ γενομένη διαρρύθμισις ἀποδίδει τὸ δίκαιον εἰς τὴν Τράπεζαν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν τύχην τῶν καλυμμάτων, καὶ δὲν δίδει εἰς αὐτὴν οὐδ’ ὀβολὸν κέρδους. Παρέχομεν εἰς τὴν Τράπεζαν μόνον τὰ μέσα τῆς διατηρήσεως αὐτῆς, παρέχομεν εἰς αὐτὴν τὰ μέσα ὅπως μὴ ὑποστῇ κλονισμὸν ἐπιζήμιον διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Εἶναι εὔκολον νὰ λέγωμεν, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀπωλεσθοῦν 1200 ἑκατ. δραχμῶν. Ἀλλὰ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἀνήκουν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ δὲν θὰ χρησιμεύσουν εἰς αὐτὴν, εἰμή ὅπως ἐξακολουθήσῃ ζωὴν ἀνεκτὴν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. (Χειροκροτήματα).
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπικρίνων τὴν ὁμιλίαν μου συνήγαγε συμπεράσματα τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν εἶπον. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ δωρεάς. Ἐσεῖς μᾶς λέγετε ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ ζήσῃ ἡ Τράπεζα. Εἶναι σκέψεις τὰς ὁποίας κάμετε ἐπὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀγνοῶμεν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὥστε αἱ σκέψεις ἠμποροῦν νὰ εἶναι δι’ ὑμᾶς ὀρθαί, ἀλλ’ ὄχι καὶ δι’ ἡμᾶς ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ πράγματα. Διατί δὲν θέλετε ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας νὰ προσκομισθῶσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλάβατε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, δὲν θέλετε νὰ προσκομισθοῦν τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κατηρτίσατε τὴν σύμβασιν αὐτήν; Δὲν εἶναι Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ αὕτη, δὲν εἶναι Κυβέρνησις ἀφοῦ, σχηματίσασα τὴν γνώμην της ἐπὶ ἑνὸς θέματος, δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐσχημάτισεν αὐτά. Λέγετε ὅτι αὐτὸ θὰ προκύψῃ εἰς τὰ 1950. Ἀλλὰ πῶς τὸ λέγετε τοῦτο; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: τὶ ἐκάματε ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀποθεματικὸν τοῦ δανείου τῶν 16 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἦτο πληρωτέον εἰς τὰ 1950; Ποῦ τὸ πληρώνετε αὐτό; Πῶς κάνετε ὅλους αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς ἐνῷ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν γνωρίζει τίποτε καὶ τυφλοῖς ὄμμασι πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ; Ἔχει ἀπαίτησιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἡ ὁποία λήγει τὸ 1950 καὶ ἐν τούτοις μὲ τὸ τέλος τοῦ προνομίου αὐτοῦ τὴν πληρώνετε ἢ ὄχι; Πῶς κάμνετε ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμούς; Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ σᾶς εἴπωμεν ἐὰν ἐκάματε καλὰ ἢ κακά. Διὰ νὰ σᾶς εἴπωμεν αὐτὸ πρέπει νὰ μᾶς φέρετε τοὺς λογαριασμοὺς ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεσθε διὰ νὰ κρίνωμεν.
§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπεβλήθη, κ. Βουλευταί, μία πρότασις περὶ ἀναβολῆς, καὶ ἀντὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὁμιλήσῃ ἐπ’ αὐτῆς, ὡμίλησε καὶ πάλιν περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ ἀναβολὴ τοῦ ζητήματος ἤθελεν ἐκθέσει εἰς κίνδυνον τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑπέβαλε πρότασιν ἡ ὁποία ἤθελεν ἐμβάλει εἰς κίνδυνον τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Κίνδυνος κλονισμοῦ τῆς Τραπέζης οὐδεὶς ὑφίσταται ἐκ τῆς ἀναβολῆς, διότι οὐδαμόθεν ὑπάρχει τοιαύτη σκέψις. Οὔτε καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις μέχρι τινὸς εἶχε τὴν γνώμην αὐτήν, δὲν γνωρίζω δὲ ποῖοι λόγοι ἐμεσολάβησαν ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητῇ τοσοῦτον ἐσπευσμένως νὰ ρυθμισθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ πάλιν θεωρίας αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς εἶνε πρωτάκουστοι. Σᾶς παρουσίασα, λέγει προχθὲς τὸ πρωτόκολλον τὸ ὁποῖον ὑπεγράψαμεν μὲ τὴν Ἐθν. Τράπεζαν, ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὰ καλύμματα, καὶ τὸ πρωτόκολλον τοῦτο λέγει ρητῶς ὅτι θέλουσιν ἐπακολουθήσει 2 συμβάσεις ὧν ἡ πρώτη θὰ ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων Κράτους καὶ Τραπέζης.
§54Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Αὐτὸ γίνεται.
§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον τὰ καλύμματα, συμφώνως δὲ πρὸς τὸ τὸ πρωτόκολλον τοῦτο, τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης δὲν προδικάζει τὴν διάθεσιν τῶν καλυμμάτων. Καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐδέποτε ἠμφισβήτησε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ταύτην τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἐπιφύλαξις, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὑπεγράφη μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν εἶχεν ἐξουσιοδότησιν, ὅπως δεχθῇ ἵνα ἡ Κ.Τ.Ε. ἐπιληφθῇ τοιούτου ζητήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ σήμερον ἐνόμισεν ὅτι αἱ ἰδιαίτεραι συνθῆκαι τοῦ σχηματισμοῦ τῶν καλυμμάτων συντρέχουν ὥστε τὸ Κράτος νὰ μὴ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα ἐπὶ τῶν καλυμμάτων τούτων. Τὶ δὲ νομίζετε, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἐὰν δὲν ἱδρύετο ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα; Θὰ ἐγίνετο καὶ ἐδῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγινε καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅπου ἐξοικονομήθησαν 10 δισεκατομμύρια λιρέτται.
§56Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς παλαιὰν ὁμιλίαν του εἶχεν εἴπῃ, ὅτι ἡ πρότασις περὶ διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνῆκον εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. Σεῖς μᾶς ἀποκαλύπτετε ὅτι ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἦτο ἀπαίτησις τῆς Κ.Τ.Ε. ἀλλὰ ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Ἐθν. Τραπέζης.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.) Ἡ ἀξίωσις εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. περὶ δημιουργίας τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἦτο σαφὴς καὶ κατηγορηματική.
§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὐδεμίαν ἀποκάλυψιν ἔκαμα, κ. Συνάδελφε. Ἡ Κ.Τ.Ε. ἠξίωσε κατὰ Ἰούνιον ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα περιορισθῇ εἰς ἵδρυμα ἐκδοτικόν, τοῦτο δὲ ἡμεῖς τὸ ἀπεδέχθημεν.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν τὴν ἐνδιαφέρει μόνον νὰ ὑπάρχῃ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν εὗρε τὸ πρᾶγμα συμφέρον καὶ ἐνήργησεν εἰς τὸ Λονδῖνον πλέον ὅπως ἱδρυθῇ ἄλλη Ἐκδοτικὴ Τράπεζα. Ὁ διχασμός, ὡς ἦτο ἑπόμενον, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προεκάλεσε σύγχυσιν, ἀλλὰ τί εἴδους ἦσαν τὰ ἰδικά μας καλύμματα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ὅ,τι ἔγινε καὶ ἀλλαχοῦ; Γνωρίζετε τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐσχηματίσθησαν τὰ καλύμματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς χρυσόν. Θὰ ἤθελα νὰ μάθω, ἠδύνατο, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ μετατρέψῃ τὰ καλλύμματα αὐτὰ εἰς δραχμάς; Οὐδέποτε θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ τοῦτο ἀφοῦ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐξαργυρώσῃ τὰ καλύμματα αὐτά. Ἐὰν σήμερον ἐγίνετο ἡ σταθεροποίησις μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὰ εἰς χρυσὸν καλύμματα θὰ ἔμεναν καὶ πάλιν τοιαῦτα. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως. Ἐφόσον ἡ σταθεροποίησις ἤθελε γίνῃ μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ Κράτος θὰ ἐκάλυπτε τὴν διαφορὰν ὁλόκληρον. Καὶ ἐρωτῶ: ἦτο ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς ἢ τοῦ Λαοῦ ὅτι ἡ τοιαύτη διαρρύθμισις θὰ ἐστοίχιζε 1200 ἑκατομμύρια; Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς, εἶναι δὲ ζήτημα ἐξεταστέον κατὰ πόσον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποζημιωθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ τὴν ἀπόσπασιν ἀπ’ αὐτῆς τῶν Ἐκδοτικῶν ἐργασιῶν. Ἡ ἀποζημίωσις δὲ αὕτη θὰ ἦτο κατὰ πολὺ κατωτέρα τῶν 1200 ἑκατομμυρίων. Ὁ γενικὸς λοιπὸν κανὼν εἶναι ὅτι τὰ καλύμματα ἐξυπηρετοῦν τὴν ἐκδοτικὴν λειτουργίαν. Οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς ἐσχηματίσθησαν τὰ καλύμματα τῆς Τραπέζης δὲν παρουσιάζουν τίποτε τὸ διάφορον, ὥστε νὰ παρίσταται ἀνάγκη διαφόρου ρυθμίσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ταῦτα σήμερον ἀπελευθερώνονται καὶ ἐκ τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτῆς προσκτᾶται ἓν μέγα κέρδος. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων κανόνων θὰ ρυθμισθῇ ἡ τύχη τοῦ κέρδους τούτου; Εἴχομεν μίαν σύμβασιν ἡ ὁποία ἐκανόνιζεν ὅτι τὰ κέρδη κατανέμονται μεταξὺ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἥμισυ τῶν καλυμμάτων τούτων ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Εἶχε βεβαίως ἡ Τράπεζα μίαν μικρὰν πρόσοδον ἐκ τῶν καλυμμάτων, λαμβάνουσα ὅμως τὸ ἥμισυ ἐξ αὐτῶν, θὰ ἔχῃ μίαν πρόσοδον κατὰ πολὺ μεγαλυτέραν, κατὰ 10 ἕως 20 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ κέρδος τοῦτο ἐπαρκὲς διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ προνομίου της, ὥστε νὰ ἀρκεσθῶμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τοῦτο; Βραδύτερον δέ, ἐὰν ἐβλέπομεν ὅτι ἡ παραχώρησις δὲν ἦτο ἐπαρκὴς, νὰ σκεφθῶμεν περὶ νέας ἐνισχύσεως, καίτοι ἐγὼ νομίζω ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ αὐξηθοῦν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμίλησε περὶ ἀποθεματικῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν ὅτι τὰ 1200 ἑκατομμύρια εἶναι ἀποθεματικόν. Ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ὑπάρχει μία σύγχυσις πραγμάτων καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐφωτίσθη ἐπαρκῶς, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλομεν τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὄπισθεν αὐτῆς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Λαοῦ, διότι οὐδεὶς βεβαίως εἶναι ὑπὲρ χαριστικῶν πράξεων πρὸς τὴν Τράπεζαν χωρὶς αὕτη νὰ ἔχῃ ἀνάγκην αὐτῶν. Οὐδεμία ἀπόδειξις μᾶς προσεκομίσθη ὅτι μία τοιαύτη θυσία εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ ἀναπότρεπτος. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τοιαύτην πεποίθησιν, ἄς τελειώσωμεν τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐκκρεμοῦν, ἄς τελειώσῃ καὶ ἡ δίκη τῆς δικτατορίας καὶ τότε ἄς βαδίσωμεν πρὸς τὰς ἐκλογάς, διὰ νὰ ἴδωμεν ἄν ὁ Λαὸς ἐγκρίνῃ οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἡ ὁποία καθιστᾷ τὸ Κράτος ὑποχείριον τῶν κεφαλαιοκρατικῶν συμφερόντων.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς θέλει διεξαχθῆ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ ποῖον σύστημα;
§63Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ σύστημα. Ἂς γίνουν μὲ τὸ ἰδικόν σας σύστημα, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐγκρίνῃ, ἐπαναλαμβάνω, μίαν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία καθιστᾷ τὸ Κράτος τοῦτο ὑποχείριον τῶν κεφαλαιοκρατικῶν συμφερόντων. (Χειροκροτήματα)
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς ψηφίσεως τῆς Συμβάσεως. Τὸ ζήτημα τίθεται ὡς ἑξῆς: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Παρακαλῶ νὰ ἔλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Δ. Μπούκουρας. (Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας ἀναγγέλεται τὸ ἀποτέλεσμα ὡς ἑξῆς).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 178. Ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς 65, κατὰ τῆς ἀναβολῆς 112, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπερρίφθη.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ συνεδριάσωμεν καὶ ὅλην τὴν νύκτα, ἀλλὰ νὰ διακόψωμεν ἡμίσειαν ὥραν διὰ νὰ ὑπάγωμεν νὰ φάγωμεν.
§68Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα πρὸ προσπαθειῶν πρὸς παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀσκήσῃ στοιχειώδη ἄμυναν. Ἡ συζήτησις λαμβάνει μορφὴν καθαρᾶς κωλυσιεργίας. (Θόρυβος καὶ φωναί).
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐν ὁμαλότητι. Δὲν ἐγένετο τίποτε τὸ ἔκτροπον, διὰ τὸ ὁποῖον ν’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν. Ὡμίλησαν δύο Ἀρχηγοὶ Κομμάτων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ συζήτησις διεξήχθη ἐν πλήρει τάξει. Ἡ Ἀντιπολίτευσις αἰσθάνεται καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ διαφωτισθῇ καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν. Ἡ ἀναβολὴ δὲν ἐγένετο δεκτὴ καὶ τώρα θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς κατ’ ἄρθρον. Τοῦτο ὅμως δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεδριάζωμεν ἀπὸ τὰς 5 μέχρι τὰς 12 ἄνευ διακοπῆς τινος. Ἄν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς πλειοψηφίας καί νὰ συνεχίσῃ, ἄς ἐπωφεληθῇ. Ἐγὼ συνιστῶ νὰ κάμωμεν μίαν μικρὰν διακοπὴν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν νὰ ἀκούσωμεν καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους καὶ ἄς παραταθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐκτάκτως ἀκόμη, ὅπως παρετάθη καὶ ἄλλοτε· ἀλλὰ νὰ τερματίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐδῶ τυραννούμενοι ἄνευ διακοπῆς, αὐτὸ εἶναι ἐκτὸς πάσης τάξεως. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀρκετὴν δύναμιν νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ νὰ κακοφανῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀσκήσῃ ἀντίποινα, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ. Δὲν εἶμαι βέβαια προδιατεθειμένος νὰ πράξω τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ λέγω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι μία μικρὰ διακοπὴ εἶναι ἀπαραίτητος.
§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχει καμμίαν διάθεσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσκήσῃ πίεσιν ἐπὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Προθύμως θὰ ἐδέχετο ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν διακοπήν, ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ πρόθεσις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν πράγματι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐμφορῆται ἀπὸ τὴν διάθεσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ὁμαλῶς, τὰ πράγματα θὰ βαδίσωσι βεβαίως ὁμαλῶς καὶ δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν περὶ τῆς διακοπῆς. Ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅμως νομίζῃ ὅτι δέον νὰ ἐπαναλαμβάνωνται αἱ ψηφοφορίαι ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου καὶ νὰ δημιουργῆται οὕτω μία παρέλκυσις τῆς συζητήσεως ἐπ’ ἄπειρον, τότε εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς ἀποπείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ τελεσφορήσῃ.
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔγινε τίποτε ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐζητήθη ἡ ψηφοφορία ἵνα ἐξακριβωθῇ ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ ἢ ὄχι τὴν ἀναβολήν. Οὐδεμία ὅμως παρεμβάλλεται δυσχέρεια ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§72Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐφόσον, κ. Βουλευταί, παρέχεται ὁπωσδήποτε ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἐλευθέρως, χωρὶς νὰ παρεμβάλλωνται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ψηφοφορίαι, δεχόμεθα τὴν διακοπὴν διὰ τὰς 12½ ἀκριβῶς.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 12½. Μετὰ τὴν Διακοπήν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§75Κ. ΣΙΜΟΣ. Ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως ἐγένοντο τρεῖς ψηφοφορίαι καὶ τρὶς ἠρνήθην ψῆφον καὶ θὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους. Ἡ σταθεροποίησις ἡ ζητουμένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, γινομένη, δύναται νὰ προβῇ λίαν καταστρεπτικὴ διὰ τὸ Κράτος Εἶναι ἕνας κακὸς πειραματισμὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ καταστρεπτικὰς συνεπείας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη ἐγένετο τὸ ἴδιον πείραμα, ἀλλὰ ἐκεῖ ὑπῆρχον ἄλλαι συνθῆκαι. Οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι εἶναι ἄκαμπτοι καὶ εἰς τοὺς παραβαίνοντας αὐτοὺς δίδουν σκληρὰ παραδείγματα. Τὸ 1855 ἡ τότε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐξέδωκε τὸν νόμον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατόπιν ἑνὸς δανείου 180 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν. Μάτην διεμαρτύρετο ὁ τότε Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Κεχαγιᾶς, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν κυκλοφορίαν, διότι κατὰ τὸ 8)μηνον διάστημα τὰ μεταλλικὰ ἀποθέματα τῆς Ἐθν. Τραπέζης κατῆλθον εἰς τὸ ἥμισυ καὶ ἀπερροφήθη ἐξ ὁλοκλήρου τὸ τότε δάνειον. Ἐκ τοῦ παρελθόντος ἂς ἀντλήσωμεν μερικὰ διδάγματα. Μετὰ μίαν πτώχευσιν, μετὰ τὴν ἧτταν τοῦ 1897, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν, ἡ ὁποία τότε ὑπεστηρίζετο παρὰ πολλῶν μεταξὺ τοῦ 1900 καὶ 1910. Καὶ αὐτὸς ὁ διαπρεπὴς Γάλλος δημοσιολόγος Ἐνρὺ εἶχεν ὑποστηρίξει ὅτι ἦτο δυνατὴ τότε ἡ σταθεροποίησις τοῦ ἑλληνικοῦ νομίσματος εἰς δρ. 1 καὶ 25. Ὁ τότε ὅμως Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Βαλαωρίτης ἀντεπεξῆλθε διὰ τοῦ τύπου καὶ κατόπιν μακρᾶς μελέτης ἐπανέφερε τὸ σύστημα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν ὡς Νόμος ΓΧΜΒ, ἢ ὡς νόμος Δραγούμη. Κατόπιν τούτου εἴχομεν τὸν νόμον 1888, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ ἕνα ὡρισμένον ποσὸν καὶ τὸ 1883 ἀνῆλθεν εἰς 88.000.000 δραχμάς. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1910 ἐπετρέπετο, ὅτε περίπου ἡ δραχμὴ ἦτο εἰς τὸ ἄρτιον, ἐπετρέπετο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐκδίδῃ χαρτονόμισμα ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον νὰ κρατῇ διὰ τὸ ἐκδιδόμενον χαρτονόμισμα, νὰ ἀγοράζῃ τὸ ἰσάξιον εἰς χρυσὸν καὶ συνάλλαγμα καὶ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν διὰ τὸν χρυσὸν νὰ ἀπονείμῃ τιμὴν διαφορᾶς 1 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσε νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὴν τρικυμίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία εὗρε πάντας τοὺς λαούς, κατὰ τὸν παγκόσμιον πόλεμον. Κατὰ τὸν πόλεμον ὅμως ἐκεῖνον ἀπεδείχθησαν καὶ αἱ ἀτέλειαι τοῦ νόμου ΓΧΜΒ, διότι τὰ καλύμματα τὰ ὁποῖα ἐσχηματίζοντο διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἦσαν ἢ εἰς συνάλλαγμα ἢ εἰς χρυσόν. Ἀπεδείχθη, λοιπόν, ὅτι τὰ ἀποθέματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθοῦν ἕνεκα τούτου, ὅτε κατὰ τὸ 1914 ἐδόθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ προνόμιον νὰ ἐπεκτείνῃ εἰς τὰς Νέας Χώρας τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῆς ἐκδόσεως τοῦ χαρτονομίσματος καὶ ἐδόθη τὸ προνόμιον 80.000.000 δραχμῶν, ὑπεχρεώθη δὲ διὰ τοῦ νόμου 1656, ὁ ὁποῖος ὑπεγράφη τότε ἀπὸ τὸν νῦν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Διομήδην, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ κρατῇ ἔναντι τῶν 80.000.000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν νέον προνόμιον τὸ μὲν ⅛ εἰς χρυσόν, τὸ δὲ ⅛ εἰς ὁμολογίας τῶν Ἐθνικῶν Δανείων. Συγχρόνως ὅμως διὰ τοῦ ἰδίου νόμου ὑπεχρεώθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὅπως ἐκ τῆς τιμῆς αὐτῆς κρατῇ τὸ ⅒ εἰς χρυσὸν τῆς συνολικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκδώσει δυνάμει τοῦ νόμου ΓΧΜΒ. Κατόπιν, ὅτε ἐπεξετάθη τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὴν Θράκην, ἐδόθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος ἑτέρων 300.000.000 καὶ τοιουτοτρόπως ἐσχηματίσθησαν καλύμματα ἑτέρων 75.000.000. Ὅταν τις ἐξετάσῃ λεπτομερῶς τὴν κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δύναται νὰ βεβαιωθῇ ὅτι τῶν προνομίων τούτων ἔκανε χρῆσιν ἡ Τράπεζα, διότι εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν φαίνονται ἐκδοθέντα τὰ χαρτονομίσματα, συγχρόνως δὲ ἐσχηματίσθησαν αὐτὰ τὰ καλύμματα. Ὡς ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ ἄλλους ἀξιοτίμους Συναδέλφους, προέχει ἐδῶ τὸ ζήτημα εἰς τίνα ἀνήκουν τὰ καλύμματα. Ὁ διάσημος οἰκονομολόγος Μολιὲ εἰς τὸ σύγγραμμά του τῆς δημοσιονομίας, εἰς τὸν Βʹ τόμον, εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δίδει τὸν ὁρισμὸν τί ἐστὶ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἓν ἀναγκαστικὸν δάνειον ἄτοκον, τὸ ὁποῖον δίδεται ἀνεξαρτήτως τῶν συνεπειῶν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Ἤδη ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ὁ νομοθέτης τῶν νόμων 1647 καὶ 2547, τίνα ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ; τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ τοὺς φορεῖς τῶν γραμματίων; Ἐξ ἄλλου δὲ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι οὐδέποτε ὁ Ἔλεγχος θὰ ἄφινε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐκδώσῃ τραπεζογραμμάτια ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως, ἀφοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ΓΧΜΒ εἶχεν ἀντιρρήσεις ἀφοῦ εἶναι φυσικόν, ὅτι εἶναι ἀκέραιον ὑπὲρ τῆς κυκλοφορίας, ἑπομένως νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἄνευ ἐπικαταλλαγῆς. Ἐλέχθη ὅτι, ἐὰν τὰ καλύμματα περιήρχοντο εἰς τὴν Ἐκδοτικήν, ἄνευ τῆς ἐπικαταλλαγῆς ταύτης, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἐκλονίζετο. Ἐν τούτοις αἱ καταστάσεις της δὲν δεικνύουν τοῦτο, καὶ ἰδού, ὡς ἀπόδειξις ἡ κατάστασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς 31 Δεκεμβρίου 1926, ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι ὑπάρχει ἐνεργητικὸν 450 ἑκατομμυρίων περίπου, εἰς δὲ τὸ παθητικὸν εἶναι ἐγγεγραμμένα 9 ἑκατομμύρια. Ὥστε ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχουν χρεώγραφα ἅτινα δὲν εἶναι εἰς τὸ ἄρτιον καὶ ἐὰν ἀκόμη ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ καλύμματα, ὑπάρχει ἓν μέγα ἐνεργητικὸν ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπειδὴ ὅμως αἴρεται ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προώρως τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναθέσῃ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἥτις νὰ ἐξετάσῃ πόσον ποσὸν θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν ὡς ἀντιστάθμισμα τῆς στερήσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ νὰ δώσῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν Τράπεζαν ὅλα τὰ καλύμματα δὲν εἶναι λογικὸν καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ στερηθῇ τούτων ὁ λαός, ὅστις εὑρίσκεται συντετριμμένος ὑπὸ τὰ φορολογικὰ βάρη. Ὡς τίθενται αἱ διατάξεις τῆς 5 παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3, αὗται πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι, διότι δι’ αὐτῶν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μέχρι τοῦ 1950 οὐδὲν κέρδος θὰ λάβῃ. Δὲν βλέπω συγχρόνως τὸν λόγον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 10 δι’ οὗ καταργοῦνται ὅλοι οἱ νόμοι οἱ ἐπιβάλλοντες τὸν σχηματισμὸν μεταλλικῶν καλυμμάτων. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νόμου, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἐπροστάτευσε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἔπραξε κακῶς διχάσασα τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον.
§76Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι βουλευταί, συνεζητήθη διὰ μακρῶν, δύναται δὲ κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἐξηντλημένον. Ἐπειδὴ ὅμως παρετηρήθησαν οὐσιώδεις διαφοραὶ ἀντιλήψεων μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν κ.κ. Τσαλδάρη καὶ Παπαναστασίου μετὰ τὸ ζήτημα δὲ εἶναι κολοσσιαίας γενικῆς σημασίας, δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ ἀπασχοληθῇ περισσότερον ἡ Βουλὴ καὶ σοβαρώτερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεστήριξεν ὅτι διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, τὸ ὁποῖον ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐρρυθμίσθη καὶ ὁ τρόπος τῆς συστάσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ὅτι μεταξὺ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα λύονται τελείως διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἡ ὁποία ἔλαβεν ἰσχὺν νόμου λύεται καὶ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινε κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι κατέπεσεν ἡ ἀρχὴ αὕτη καὶ κατεδείχθη ὅτι τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης ἐρρύθμισε μόνον τὰς σχέσεις μεταξὺ Κράτους, μεταξὺ δηλ. τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, οὐχὶ ὅμως καὶ τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι ἀφέθη νὰ λυθῇ δι’ ἰδιαιτέρας συμβάσεως τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἕνα οὐσιῶδες κεφάλαιον τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον καὶ ὑποστηρίζω, ὡς εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ὡρισμένων Ὑπουργείων, ὅτι ἡ χαραχθεῖσα οἰκονομικὴ πολιτικὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἂν δὲν ἦτο ἡ μόνη ὀρθή, πάντως ἦτο ἡ μᾶλλον ἐνδεδειγμένη, καὶ τῆς χαραχθείσης γραμμῆς δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ριζικῶς τείνοντες πρὸς μίαν ἐξυγίανσιν τῶν οἰκονομικὰν μας. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς ἡ διαφωνία στρέφεται μόνον εἰς τὸ ὅτι σπεύδομεν πρὸς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἢ ὄχι, οὐχὶ δὲ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν παραδοχὴν τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ τὰ ζητήματα ταῦτα ἀμφότερα ἔχουν ἤδη λυθῇ διὰ τῆς συμβάσεως, ἥτις ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὡσαύτως διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ τριμεροῦς δανείου, καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, καὶ ἑπομένως τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε κοινοβουλευτικὸν ν’ ἀποτελέσουν θέματα συζητήσεως, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἠσχολήθη περὶ ζητημάτων τεθέντων κατ’ ἀρχὴν παρὰ τῆς Βουλῆς ἀπομακρυνθεὶς τῆς συζητήσεως ἀπὸ τοῦ οὐσιωδεστέρου ζητήματος. Ἐν προκειμένῳ τὸ μόνον ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἐλύθη διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης εἶναι τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, διότι ἂν καὶ τοῦτο ἐλύετο δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδὲν ἀντικείμενον συζητήσεως. Πάντως τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς καὶ ὁ τύπος ἀνέγραφεν ἐπανειλημμένως, ἔμεινε ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀπόψεις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, ὡς καὶ πόσοι μακροὶ ἀγῶνες διεξήχθησαν κατὰ τὰς σχετικὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐκτὸς ταύτης διὰ τοῦ τύπου, τὸ ὁποῖον Κόμμα ἐξέφρασε τὴν γνώμην ὅτι τὰ καλύμματα ἀποτελοῦν περιουσιακὸν στοιχεῖον τοῦ Κράτους· καὶ αὐτὴ ἡ διαφορὰ ἀντιλήψεων, μεταξὺ ἄλλων, ὑπῆρξε μία τῶν ἀφορμῶν τῆς διασπάσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ πολλοὺς καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Μπακόπουλον ἔν τινι μέτρῳ, ὅτι τὰ καλύμματα αὐτὰ ἀποτελοῦν περιουσιακὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης καὶ ὅτι δὲν συμφωνεῖ ἐκεῖνος νὰ δοθοῦν εἰς τὴν Τράπεζαν χωρὶς τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ ἕνα ἀντάλλαγμα. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἀπεφάνθη οὔτε ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφανθῇ ὅτι ἀποτελοῦσι περιουσίαν τῆς Τραπέζης, ἡ δὲ Τράπεζα ἡ Ἐθνική, ὡς γνωστὸν, ἀνέθεσεν εἰς γνωστοὺς μεγάλης περιοπῆς νομικοὺς νὰ λύσουν τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπεφάνθησαν ὅτι αὐτὰ ἀποτελοῦν περιουσίαν τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀντικείμενον νομικῆς ἐρεύνης καὶ ἑρμηνείας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων κανόνων τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, διότι παρουσιάζει μίαν οὐσιώδη ἰδιορρυθμίαν μὴ δυναμένην νὰ ὑπαχθῇ εἰς τοὺς συνήθεις ἑρμηνευτικοὺς κανόνας, ἀλλὰ ζήτημα δημοσιοοἰκονομικὸν εἰς τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄλλοι κανόνες. Ὅπως δ’ ἔθεσε τὸ ζήτημα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔδωσε δὲν εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς οἱ διακεκριμένοι νομομαθεῖς κατέληξεν εἰς τὰ συμπεράσματα ὥστε νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι τὰ καλύμματα αὐτὰ ἀποτελοῦν περιουσιακὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης καὶ ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει κατὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἐὰν τὰ καλύμματα μετεβιβάζοντο εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὤφειλε καὶ θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ ὡς ἀντάλλαγμα τὸ ἰσάξιον αὐτῶν εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον κατὰ τὸν χρόνον μεταβιβάσεως. Βεβαίως παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τοὺς διακεκριμένους νομικοὺς δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξαν. Δὲν θὰ ἦτο ἀπορίας ἄξιον νὰ ἔχωμεν ἑτέραν γνωμοδότησιν ἀντίθετον τῆς πρώτης, ἀλλὰ σύμφωνον μὲ τὴν ἀντίληψιν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, ἐὰν καὶ τὸ Δημόσιον διαφωνοῦν πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔθετε τὰ ζητήματα, σύμφωνα πρὸς τὰς ἰδικάς του ἀντιλήψεις, προτάσσον ἀνάλογα ἐπιχειρήματα, εἰς ἄλλους εἴτε καὶ τοὺς ἰδίους νομικούς. Ὅταν ἄλλως τε ὡς εἶναι γνωστόν, ἐπὶ συνήθων νομικῶν ζητημάτων παρουσιάζονται τόσαι ἀντιφατικαὶ γνῶμαι ἐν τῇ νομολογίᾳ, δὲν εἶναι ἐκπληκτικὴ ἡ διχογνωμία ἐπὶ ζητήματος παρουσιάζοντος ἀσυνήθη ἰδιορρυθμίαν καὶ σχεδὸν πρωτοτυπίαν παρ’ ἡμῖν, ζητήματος μᾶλλον οἰκονομικῆς καὶ τραπεζιτικῆς, παρὰ νομικῆς μορφῆς. Τὸ περιεργότερον δ’ εἶναι ὅτι εἰς τὴν γνωμάτευσιν ἐγένετο διάκρισις μεταξὺ ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας μὲ κάπως παράδοξα συμπεράσματα, περὶ τοῦ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς ἐκδότρια τραπεζιτικῶν γραμματίων οὐδὲν ὑποχρεοῦται νὰ τηρῇ κάλυμμα, ἐφόσον δὲν κυκλοφοροῦσι πράγματι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος γραμμάτια ἢ ἄλλα ἀνάλογα τοιαῦτα πρὸς τὰ κυκλοφοροῦντα. Συνεπῶς τὰ σχετικὰ ἐν τῷ ἐνεργητικῷ τῶν ἰσολογισμῶν της ἀναγραφόμενα κονδύλια, ὡς ὁμολογίας ἐθνικῶν, εἰς χρυσὸν δανείων ἢ εἰς μεταλλικὸν εἰς αὐτὴν ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἀνήκουσιν ἐφόσον δὲν κυκλοφοροῦσιν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἑκάστοτε τὰ δι’ ἅπερ τὰ καλύμματα τραπεζικὰ γραμμάτια, ἢ μᾶλλον ἠγοράσθησαν διὰ χρημάτων τῆς τραπέζης. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνον νομικὸν ἀλλὰ καὶ δημοσιονομικὸν, ἐπαναλαμβάνω. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη γνώμη τοῦ διακεκριμένου νομομαθοῦς καὶ πρώην ἀρεοπαγίτου κ. Μισίου, ὁ ὁποῖος ἐνῷ δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀπομακρύνεται ἀπὸ ὡρισμένα ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ καλύμματα δὲν εἶχον ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ἐμπεδώσουν τὴν πίστιν τοῦ κοινοῦ εἰς τὴν Τράπεζαν. Λέγει λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον καὶ νομικὸν καὶ ὀρθὸν τὸ Κράτος ν’ ἀποξενωθῇ ἑνὸς κολοσσιαίου ποσοῦ χάριν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὅτι δέον, αἰρομένου τοῦ Ἐκδοτικοῦ Προνομίου τὸ ὁποῖον ἀφίνει ἐλευθέραν τὴν διάθεσιν τῶν καλυμμάτων εἰς τὴν Τράπεζαν, δέον τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ ἀντάλλαγμα, ὡς συνέβη καὶ ἐν Βελγίῳ εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους καὶ Ἐθνικῆ Τραπέζης. Βεβαίως τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὅτι ἐφόσον ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὴν ἄλλας ὑποχρεώσεις ἀναφερομένας εἰς τὴν σύμβασιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χορήγησιν δανείων ἔναντι τῶν προσφύγων θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον καὶ ἴσως θὰ ἀπετέλει ἕνα κλονισμὸν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας τὸ νὰ πάρωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶναι περιουσιακὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης ἀρκετὰ σοβαρόν Ἀλλ’ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ζήτημα δέον νὰ τεθῇ ἄλλως εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Τὸ Κράτος διὰ λόγους οἰκονομικοὺς λέγει ὅτι: ἐπειδὴ ἐστέρησα τὴν Τράπεζαν τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου τῆς χαρίζω τὸ ποσὸν αὐτὸ ἵνα μὴ κλονισθῇ ἡ πίστις τῆς Τραπέζης ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀφήσωμεν 1.200.000.000 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διότι δῆθεν τὰ καλύμματα ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ ἀπόστασις εἶναι πολὺ μεγάλη. Καὶ βεβαίως ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐκπροσωποῦσα τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τεκμήριον τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἠρώτα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ κάμῃ μίαν δωρεὰν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἤτοι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ εὑρίσκετο ἐν δυσαρμονίᾳ πρὸς τὸν λαόν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅμως αὐτοῦ ὑπάρχουσιν μέσαι λύσεις προταθεῖσαι καὶ ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μπακοπούλου καὶ ἀπὸ ἄλλους, ὡς ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως διὰ τῆς ὁποίας λαμβάνεται ἡ μέριμνα καὶ οἱ κάτοχοι νὰ μὴ ὑποστῶσι ζημίαν καὶ τὸ δημόσιον νὰ μὴ στερηθῇ ἑνὸς μεγάλου ποσοῦ, ἀφ’ οὗ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ νομομαθοῦς κ. Μισίου, ὑποστηρίζοντος ὅτι τὰ καλύμματα κατ’ ἀρχὴν ἀπεκτήθησαν διὰ περιουσιακῶν στοιχείων τῆς Τραπέζης, τὰ 50 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν 95 ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος καὶ ἀπὸ νομικῆς ἀκόμη ἀπόψεως ἂν ἐξητάζετο τὸ ζήτημα. Ἐμμένουσα δ’ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἄποψίν της χωρὶς νὰ δεχθῇ μίαν τῶν μέσων λύσεων, ἀσφαλῶς κάμνει ἕν πραξικόπημα ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώμην ὅτι οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ζημιοῦνται, ὑπάρχει καὶ ἄλλη λύσις, συμβιβάζουσα κάλλιστα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὰ τοῦ Δημοσίου, παγιοῦσα δὲ καὶ τὴν βάσιν τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἐπὶ πλέον καταρρίπτονται διὰ τῆς σήμερον προτεινομένης ὑπ’ ἐμοῦ λύσεως ὄχι μόνον τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Κου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ αἴρονται συγχρόνως καὶ οἱ φόβοι αὐτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τύχην τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Λέγω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἡ ἑξῆς λύσις. Εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐδίδοντο δωρεὰν καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης αἱ ὁποῖαι ἀντιπροσωπεύουν ἕν κεφάλαιον 400.000.000 δραχμῶν. Τοιουτοτρόπως οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ ἐγίνοντο αὐτοὶ οἱ ἴδιοι καὶ μέτοχοι τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐξ ὁλοκλήρου. Τότε θὰ ἐγεννᾶτο ἡ ἀπορία: πῶς, ἀφοῦ θὰ ἐδίδοντο δωρεὰν αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐκδοτικῆς εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τί ἀποθεματικὸν θὰ ὑπῆρχε διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης; «Εἶναι ἁπλοῦν. Θὰ μετεβιβάζοντο, ὅπως εἶχε καθορισθῆ νομίζω καὶ εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, τὰ καλύμματα τῶν 95.000.000 χρυσῶν δραχμῶν, ἄνευ ἄλλης ἀξιώσεως ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν Ἐκδοτικήν. Καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἔμενον ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τοῦ Κράτους 800.000.000 δραχμαί, τὰ δὲ 400 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ 1.200.000.000 θὰ ἐκάλυπτον τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν τὰς ὁποίας θὰ ἐλάμβανον οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἐπιτυχέστατον, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ προσέξουν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πτέρυγα, διότι ἀναμφισβητήτως ἂν ἐδίδετο ἡ λύσις αὐτή, δηλαδὴ ὁμοία ἀκριβῶς μὲ τὴν σύστασιν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ἂν δηλ. καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐδίδοντο δωρεάν, ἐπὶ τέλους, αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀπὸ ἀπόψεως καταστάσεως τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν θὰ ἐπήρχετο οὐδεμία ζημία, διότι οἱ ἴδιοι οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ ἦσαν καὶ ἰδιοκτῆται τῆς Ἐκδοτικῆς. Θὰ ἔμενε νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ κεφάλαιον τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐὰν οἱ ἴδιοι οἱ μέτοχοι εἰσήρχοντο εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως. Ἀπὸ τὰ καλύμματα, ἀντιπροσωπεύοντα ἀξίαν 1.200.000.000, θὰ ἐπερίσσευον 800 ἑκατομμύρια.
§78Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν; Τοιαύτη λύσις ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ἐποπτεύῃ ὅλην τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν τοῦ τόπου, θὰ ἐγένετο ἐξάρτημα ἰδιωτικοῦ ἱδρύματος τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ Τράπεζα νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχόν της. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ἐποπτεύῃ ὅλην τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν τοῦ τόπου, θὰ ἐγένετο ἐξάρτημα ἰδιωτικοῦ ἱδρύματος τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ Τράπεζα νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχόν της. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ὀφείλει νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀνεξάρτητος ὀργανισμὸς καὶ αὐτὴ δὲ ἡ προσωρινὴ λύσις, ἡ ὁποία ἐδόθη ἐπὶ τῷ φόβῳ καὶ μόνῳ ὅτι θὰ ἦτο δύσκολον αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ γίνῃ δημοσία ἐγγραφὴ 400.000.00) δραχμῶν κεφαλαίου εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, καὶ αὐτὴ ἡ λύσις δὲν θὰ ἦτο ἀπολύτως καὶ κατ’ ἀρχὴν ἡ προσήκουσα. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα εἶναι ἐλεγκτὴς ὅλων τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, δὲν δύναται δὲ νὰ εἶναι ὑποχείριος οὐδενὸς καὶ δι’ αὐτὸ ἡ λύσις αὐτὴ θὰ ἦτο καθ’ ὁλοκληρίαν ἀδύνατος, διότι ἂν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἦτο ὑποχείριος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τότε πραγματικῶς θὰ ἦτο περιττὸς ὁ διχασμὸς καὶ ἐντελῶς ματαία προσπάθεια ἡ ἵδρυσις ἰδίας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης.
§79Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τὸ ἴδιον ἐγένετο μὲ ἓν μέρος τῶν μετοχῶν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης.
§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Διὰ 2 χρόνια καὶ αὐτὸ τμηματικῶς, καὶ ἔγινεν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην, διότι δὲν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ ἄμεσος ἐγγραφή.
§81Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δι’ αὐτῆς τῆς λύσεως κατὰ μείζονα λόγον εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἡ Ἐκδοτική. Ἐνῶ μὲ τὴν ἄλλην λύσιν θὰ ἦτο εἰς ὀλιγώτερον βαθμόν, διότι ἡ παραχώρησις τῶν μετοχῶν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς, δὲν σημαίνει καί, τρόπον τινά, κηδεμονίαν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν εἶναι ἀπολύτως σταθεροὶ καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν κάλλιστα νὰ μεταπωλήσουν τὰς μετοχάς των εἰς τρίτα πρόσωπα. Κατοχὴ δὲ μετοχῶν δὲν σημαίνει καὶ ἔλεγχον τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ ἀξία τοῦ παραδείγματος τοῦ κ. Φωτάκη δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τοῦτο, ἔγκειται εἰς τὸ νὰ ζωγραφίσῃ πῶς ἐπέρχονται ζημίαι διὰ τῆς λύσεως ἡ ὁποία δίδεται διὰ τῆς συμβάσεως, καὶ πράγματι τὸ παράδειγμα εἶναι εὐφυέστατον καὶ ὁ κ. Φωτάκης εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων διότι τὸ ἐσκέφθη.
§82Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Καταλήγων, Κύριοι Βουλευταί, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐὰν ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης ὑπεστήριξε τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον διχοτόμησιν ἔχουσα τὴν βεβαιότητα ὅτι τὰ καλύμματα ταύτης οὕτως ἐπερχομένης τῆς τραπεζιτικῆς μεταβολῆς, θὰ παρέμενον ὁλοκληρωτικῶς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, βεβαίως ἐξυπηρέτησε θαυμασίως τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἡ λύσις αὕτη δὲν ἐξυπηρετεῖ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου δὲν δύναται κανεὶς ν’ ἀρνηθῇ τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, νομίζω ὅτι ἔσπευσε νὰ δεχθῇ τοιαύτην λύσιν καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν ἀναβαλλομένης τῆς συζητήσεως νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν αἱ ὑποβαλλόμεναι προτάσεις καὶ λύσις αἱ ὑποβληθεῖσαι καὶ διὰ τῶν τροποποιήσεων ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος νὰ καθίστα ἀζήμιον τὴν λύσιν καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, μία δωρεὰ τόσον πλουσία εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δὲν δικαιολογεῖται ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ τόπος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁ ὁποῖος εὑρέθην σύμφωνος εἰς πλεῖστα σημεῖα τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλαλᾶς.
§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μία στιγμή, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βαλαλᾶς.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῃτήθη. Ἑπομένως ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται). «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος παραιτουμένη τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως Τραπεζικῶν γραμματίων ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῆς Ἑλλάδος, ἐξακολουθεῖ λειτουργοῦσα ὡς ἀνώνυμος Τραπεζικὴ ἐπιχείρησις, συμφώνως πρὸς τοὺς ἰσχύοντας νόμους, τὸ ἄρθρον 1 τῆς ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1927 μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως καὶ τὰς εἰδικὰς διατάξεις τῆς παρούσης συμβάσεως». Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Δέχεται τὸ ἄρθρον 1ον;
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2ου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Παπαναστασίου, διὰ τὴν ὁποίαν ἐζητήθη ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 2 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 2. Εἰς ἀντιστάθμισμα τῆς μεταβιβάσεως εἰς τὴν τιμὴν τῆς σταθεροποιήσεως εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῶν εἰς χρυσὸν καλυμμάτων κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους 659 (1915) καὶ 2547 (1920) δημιουργεῖται ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἰδιώνυμον μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἴσου ποσοῦ, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ὁποίου καὶ μέχρι μερίσματος κατ’ ἀνώτατον ὅρον 6% ἐτησίως διατίθενται τὰ 50% τῶν καθαρῶν κερδῶν κερδῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα θὰ πλεονάζουν ἑκάστοτε μετὰ τὴν παροχὴν μερίσματος εἰς τὰς παλαιὰς μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 1300 δραχμῶν καθ’ ἑξαμηνίαν. Διὰ τὸ ὡς ἀνωτέρω σχηματιζόμενον ἰδιώνυμον μετοχικὸν κεφάλαιον θέλουν ἐκδοθῇ καὶ παραχωρηθῇ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἰδιότυποι ἀνώνυμοι μετοχαὶ ὀνομαστικῆς ἀξίας 200.000 δραχμῶν ἑκάστη, παρέχουσα εἰς τὸν κάτοχον δικαιώματα συμμετοχῆς εἰς τὴν γενικὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οἷα καὶ ἑκάστη παλαιὰ μετοχὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀνεξαρτήτως τῆς δημιουργίας τοῦ ὡς ἀνωτέρω ἰδιωνύμου μετοχικοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ καταβλητέου εἰς αὐτὸ μερίσματος ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 τῆς παρούσης συμβάσεως, καταργουμένων τῶν ἄρθρων 6 καὶ 7 τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου 1921 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1928 ἕως τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διάστημα, ἀχθήσεται εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου ποσὸν ἀνάλογον πρὸς τὸ κατὰ τὸ ἔτος 1927 ἀχθὲν εἰς πίστωσίν του ἐκ συμμετοχῆς εἰς τὰ προκύψαντα κέρδη τῆς Τραπέζης. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀχθήσεται εἰς πίστωσιν τοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κυμαινομένου χρέους τοῦ Δημοσίου».
§88Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριε πρόεδρε, κυρίως ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς θὰ ἐπεθύμουν, νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν ἡ Κυβέρνησις, διὰ ποῖον λόγον δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις αὐτὴ ἡ ἐξασφαλίζουσα τὸ Δημόσιον. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποδειχθῇ αὔριον ὅτι δὲν περιορίζονται αἱ ἐργασίαι τῆς Τραπέζης, διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀσφάλεια αὕτη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου; Ὅπως ἔχει διατυπωθεῖ τὸ ἄρθρον 2, εἶναι συντεταγμένον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πράγματι νὰ καρποῦται ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ ἐνεργητικὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Νομίζω ὅτι δὲν ἀπειλεῖται κανεὶς κίνδυνος νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ συμβιβαστικὴ πρότασίς μου. Θὰ ἐπεθύμουν τοὐλάχιστον νὰ ἔχω μίαν ἐξήγησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Πρὶν ὅμως γίνῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, νὰ κάμωμεν ἕνα συμβιβασμὸν διὰ νὰ μὴ καταπονήσωμεν τὴν Βουλήν. Δεχόμεθα νὰ παραιτηθῶμεν τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία ἀφορῶσα τὴν γεωργικὴν πίστιν, ἀφοῦ ἀκούσωμεν τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.) Ὑποθέτω ὅτι αἱ ἐξηγήσεις ἐδόθησαν. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀπολύτως τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἑπομένως ἡ διαφορὰ πρέπει νὰ ἀχθῇ εἰς αὐτήν. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι πᾶσα ἐπιβάρυνσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι δυνατὸν νὰ διακυβεύσῃ τὴν θέσιν αὐτῆς. Τὰ 600 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θ’ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἐκδοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, θὰ ἐμποδίσουν πλέον τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς οἱανδήποτε περαιτέρω ἀνάπτυξιν, διότι ὁ ὀργανισμὸς εἶναι ἀναγκασμένος νὰ εἶναι ἀτροφικὸς καὶ διότι τὰ κέρδη θὰ διανέμωνται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου. Ὁ ὀργανισμὸς τῆς Τραπέζης ἤδη πληττόμενος κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως θὰ καταστῇ ἀνίκανος εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία;
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον μένει ὅπως ἔχει ἐν τῷ κειμένῳ, ὅπερ ἔχει οὕτω (ἀναγιγνώσκεται). Ἄρθρον 2. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 τῆς παρούσης συμβάσεως, καταργουμένων τῶν ἄρθρων 6 καὶ 7 τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου 1921 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1928 ἕως τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διάστημα, ἀχθήσεται εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου ποσὸν ἀνάλογον πρὸς τὸ κατὰ τὸ ἔτος 1927 ἀχθὲν εἰς πίστωσίν του ἐκ συμμετοχῆς εἰς τὰ προκύψαντα κέρδη τῆς Τραπέζης. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀχθήσεται εἰς πίστωσιν τοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κυμαινομένου χρέους τοῦ Δημοσίου. Ἄρθρον 3ον (ἀναγιγνώσκεται). Ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1929 καὶ ἐφεξῆς μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1950 πᾶσα διανομὴ καθαροῦ μερίσματος συσσωρευτικοῦ, ἀνωτέρου καθ’ ἑξαμηνίαν τῶν δραχμῶν χιλίων τετρακοσίων κατὰ μετοχήν, ἀποφασιζομένη ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐγκρινομένη ὑπὸ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων, ὑποχρεοῖ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς καταβολὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ποσοῦ ἴσου πρὸς τὰ 25% τῆς διανεμομένης καθαρᾶς ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 1400 διαφορᾶς. Ὁμοίως τὰ ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1920 καὶ ἐφεξῆς σχηματιζόμενα διὰ τῶν Ἰσολογισμῶν ἀποθεματικὰ κεφάλαια ἐκ κερδῶν, πλὴν τῶν ἐξ ἐκδόσεως μετοχῶν, τηρούμενα ἐν ἰδίῳ Γενικῷ Λογαριασμῷ, ἀνήκουσι κατὰ τὰ ¼ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ κατὰ τὰ ¾ εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἀπόδοσις τοῦ τοιούτου ἀποθεματικοῦ θέλει γίνει κατὰ τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1950. Ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης διατίθεται παρὰ ταύτης ὑπὲρ τῆς Ἀγροτικῆς Πίστεως ὡς εἰσφορὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν κεφαλαίων ταύτης κατὰ τὰ εἰδικώτερον ὁρισθησόμενα διὰ συμβάσεως. Ἐν περιπτώσει καλύψεως ζημιῶν ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ, χρησιμοποιοῦνται κατὰ πρῶτον λόγον τὰ ὑπὸ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1929 σχηματιζόμενα ὡς ἀνωτέρω ἀποθεματικά. Ἡ χρησιμοποίησις παλαιοτέρων ἀποθεματικῶν πρὸς ἀπόσβεσιν ζημιῶν δὲν ἐπηρεάζει τὴν συμμετοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν μετὰ τὴν ἀπόσβεσιν τούτων σχηματισθησομένων ἀποθεματικῶν. Διὰ τὴν τοιαύτην συμμετοχὴν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον εἰς οὐδεμίαν δικαιοῦται ἐπέμβασιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν Τραπεζικῶν ἐργασιῶν ἢ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀποτελούντων τὸν Ἰσολογισμὸν τῆς Τραπέζης στοιχείων καὶ τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεως τοῦ Ἰσολογισμοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ὑπόκειται εἰς τὰς διατάξεις τῶν Νόμων ἐπὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν.
§93Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω νὰ κάμω παρατήρηρίν τινα, ἥτις ἴσως θὰ ἦτο περιττὴ ἂν εἶχον ὑπ’ ὄψει τοὺς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις καθ’ ἃς κατηρτίσθη ἡ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο συμφωνία. Κατὰ τὰς νῦν ὑφισταμένας καὶ διὰ τῆς παρούσης καταργουμένας συμβάσεις τὸ Δημόσιον εἶχε μετοχὴν κατὰ 25% εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς διὰ λ)σμὸν τῆς κυκλοφορίας τῶν Τραπεζογραμματίων, καὶ προσέτι κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1921, ἐκτὸς τῶν κερδῶν τούτων, εἶχε μετοχὴν κατὰ τὸ ἥμισυ ἐπὶ τῶν ἐν γένει κερδῶν τῆς Τραπέζης τῶν πέραν τοῦ μερίσματος 25) δραχμῶν καθ’ ἑξαμηνίαν εἰς ἑκάστην μετοχήν, ὡς ἐπίσης καὶ ἐπὶ τοῦ σχηματιζομένου ἀποθεματικοῦ. Ἤδη ἀφαιρουμένου τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου ἀπὸ τὴν Τράπεζαν δὲν καταργεῖται μόνον ἡ ἐκ τῶν κερδῶν τῆς κυκλοφορίας τῶν διὰ λ)σμὸν τῆς Τραπέζης γραμματίων μετοχὴ τοῦ Δημοσίου, ὡς ἦτο φυσικόν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον περιορίζεται εἰς 25% ἡ μετοχὴ τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τὰ λοιπὰ τῆς Τραπέζης κέρδη, καὶ μάλιστα εἰς τὰ 25%, μετὰ τὴν παροχὴν εἰς τοὺς μετόχους ἀνὰ 140) δραχμὰς καθ’ ἑξαμηνίαν εἰς ἑκάστην μετοχὴν ὡς ἐπίσης εἰς 25% περιορίζεται ἡ μετοχὴ τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τὸ μετὰ τὸ το σχηματιζόμενον ἀποθεματικόν. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἰδιαίτερος λόγος, ὅστις μέχρι τοῦδε δὲν κατέστη γνωστὸς εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ περιρρισμὸς οὗτος τῆς ἐπὶ τῶν κερδῶν τούτων μετοχῆς τοῦ Κράτους εἶναι ἀδικαιολόγητος, καθ’ ὅσον ἡ ἐπὶ τῶν ἐν γένει κερδῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω μετοχὴ τοῦ Κράτους συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν τοῦ 1921 δὲν ἠρείδετο ἐπὶ τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου ἀλλ’ εἶχεν ὡς δικαιολογητικὴν βάσιν ὅτι τὸ Ἐθνικὸν ἵδρυμα τῆς Τραπέζης, οἷον εἶχεν σχηματισθῆ ὡς ἐπιχείρησις, προῆλθεν οὐχὶ ἁπλῶς ἐκ τῶν ἐργασιῶν του ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς σπουδαίας τοῦ Κράτους συνδρομῆς. Δὲν δικαιολογεῖται λοιπὸν ὁ περίφημος οὗτος τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον κατὰ τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετέχει διὰ τοῦ ἡμίσεος τοὐλάχιστον τῶν μετοχῶν καὶ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐκδοτικῆς, τῆς ἀσκούσης τὸ προνόμιον εἰς τὸ ἐφεξῆς. Καὶ προσέτι ἄνευ λόγου ὡρίσθη ἡ μετοχὴ τοῦ Κράτους διὰ τὸ πέραν τῶν 140) δρ. μέρισμα ἑκάστης μετοχῆς καθ’ ἑκάστην ἑξαμηνίαν, ἀφοῦ καθ’ ἅ γνωρίζω τὸ σήμερον παρεχόμενον δὲν ὑπερέβη τάς δρ. 1300. Ὁ γενόμενος περιορισμὸς ὡς καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἤθελα νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ Κράτος μέχρι σήμερον ἤσκει ἐπιρροὴν καὶ ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν διαφόρων ὑποκαταστημάτων τῆς Τραπέζης. Ἤδη οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια οὔτε πρὸς διατήρησιν τῶν ὑπαρχόντων, ἀφοῦ μάλιστα τὸ Δημόσιον παραμένει ὁπωσδήποτε καὶ μέτοχον τῶν κερδῶν. Διὰ τοῦτο θὰ ἐθεώρουν καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ μὴ δύναται τοὐλάχιστον νὰ καταργήσῃ οὐδὲν τῶν ὑφισταμένων ὑποκαταστημάτων ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, παρεχομένης μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τούτου προφυλάσσονται καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ πρόνοια ὀφειλομένη ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ λαμβάνεται, δεδομένου ὅτι εἰς τὸ ἐφεξῆς ἡ Τράπεζα θὰ ἦτο σχεδὸν ἰδιωτικὴ καὶ θὰ ἀποβλέπῃ πρὸ παντὸς εἰς τὴν θεραπείαν τῶν συμφερόντων τῶν μετόχων της, ὅπερ ἐπὶ μᾶλλον θὰ συμβαίνῃ τοῦ χρόνου προϊόντος, ὁπότε θὰ χάνῃ βαθμηδὸν τὴν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πορείας ὡς ἐθνικοῦ ἱδρύματος κτηθεῖσαν παράδοσιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
§94Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος θὰ ἠδύναντο νὰ γίνωσι δύο τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Ὅσον ἀφορᾷ δηλ. τὰ 50% ἀντὶ νὰ ὁρίζεται τοῦτο ἀπὸ τὸ 1929 νὰ ὁρίζηται ἀπὸ τὸ 1928. Αὐτὸ ἔχει σημασίαν διὰ τὰ ἀποθέματα, ἐφόσον ἐπιμένομεν νὰ δώσωμεν τὸ ἐνεργητικὸν ὁλόκληρον τῶν καλυμμάτων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων εἶναι ἐντελῶς ὑπερβολικὸν τὸ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος τῶν σχηματιζομένων ἀποθεματικῶν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ εἰς τὴν λῆξιν τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τὸ 1950: Ἐὰν γίνουν δεκταὶ αἱ τροπολογίαι αὗται θὰ ἐξασφαλίσωμεν ἕν μικρὸν ποσὸν καὶ δίδομεν καὶ κάποιαν εὐχερεστέραν ἐμφάνισιν εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν περιφήμων καλυμμάτων.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Λυπεῖται διότι δὲν δύναται νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ὑποδειχθείσας τροπολογίας. Τὸ Κράτος συμμετέσχε μέχρι τοῦδε εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ 50% ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος. Ἤδη ὅμως ἀφαιρουμένου τοῦ προνομίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ συμμετοχὴ εἰς τὰ κέρδη; τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ἤδη ἐπιβαρυνθῆ διὰ πλείστων βαρῶν, οἷα ἡ ἀγροτικὴ πίστις κλπ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω εἶναι ὅτι ἡ συμμετοχὴ ἐπὶ τοῦ μερίσματος θὰ ἀρχίζῃ ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 1400 δραχμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ὑποκαταστήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν εἰς κανένα περιορισμόν, διότι τοῦτο θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τάς μελλούσας ἐργασίας τῆς Τραπέζης. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἰς τὴν Τράπεζαν συμφέρει ἡ διατήρησις τῶν Ὑποκαταστημάτων αὐτῶν.
§96Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ τῆς ἐκτιμήσεώς του ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως παρεγνώρισε τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν βάσιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1924 ὡς πρὸς τὴν συμμετοχὴν τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης. Τὸ δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι τὸ κεφάλαιον εἶχε παραχθῇ ἐν σπουδαιοτάτῳ βαθμῷ ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ὑποκαταστήματα, φρονῶ δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ διατήρησις αὐτῶν ἐκ τοῦ συμφέροντος, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἡ Τράπεζα ὅπως διατηρήσῃ αὐτὰ ἢ ὄχι. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης νὰ πράξῃ ὅ,τι δὲν δύναται ἴσως νὰ πράξῃ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν ἐκτεθεισῶν σκέψεων.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, Ὄχι.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3ον. Ἄρθρον 4ον. (Ἀναγινώσκεται).
§100Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ πληρωθῇ πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τὸ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενον χρέος;
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Μετὰ 20 ἔτη.
§102Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις ἐπὶ τῆς φράσεως «παραιτεῖται τὸ Δημόσιον κλπ. (Ἀναγινώσκει) διότι ὑπάρχουν πολλαὶ ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ θὰ δημιουργηθοῦν ζητήματα ἐν τῷ μέλλοντι.
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Διὰ τῆς φράσεως «παραιτεῖται πάσης ἀξιώσεως», νοεῖται πᾶσα ἀξίωσις συναφὴς πρὸς τὸ Ἐκδοτικὸν Προνόμιον.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 καὶ ἄρθρον 5.
§105Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤθελον νὰ μάθω τί θὰ συμβῇ ὡς πρὸς τὰ γραμμάτια τὰ ὁποῖα δὲν παρεγράφησαν ὡς καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρεγράφησαν.
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Ἐὰν ὑπάρχουν παραγεγραμμένα γραμμάτια, ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει ἐφαρμογήν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5.
§108Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ μία διάταξις περιοριστικὴ ὅσον ἀφορᾷ, τὰ Δημοσίου Δικαίου ἱδρύματα. Δὲν πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ ἐπεμβαίνῃ, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ παρέμβασιν εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῶν. Σήμερον ὑποχρεώνονται τὰ ἱδρύματα ταῦτα νὰ ἔχωσι τὴν περιουσίαν αὐτῶν ἐπὶ μίαν 25ετίαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἑπομένως ταῦτα δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀποσύρωσι τὴν περιουσίαν των ἐὰν τυχὸν ἤθελον εὕρει συμφερωτέραν τοποθέτησιν. Ἡ ὑποχρέωσις θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ διὰ νόμου ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ, οὐχὶ διὰ τῆς συμβάσεως ἡ ὁποία δὲν τροποποιεῖται.
§109ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας εἶναι δικαιολογημένη, διότι γενικῶς οὐδεὶς συντρέχει λόγος, ὅπως συμβατικῶς ὑποχρεωθοῦν ἐπὶ 23 χρόνια νὰ καταθέτουν τὰ χρήματά των εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Θὰ ἀναφέρω ἓν ἐκ τῶν ἱδρυμάτων αὐτῶν, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιολογεῖται νὰ εἶναι δεσμευμένον ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αὐτὸ τὸ ἵδρυμα εἶναι ὁ Σταφιδικὸς Ὀργανισμός. Ὁ Σταφιδικὸς Ὀργανισμὸς ἔχει ἀποθεματικά, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸν κόσμον τῶν γεωργῶν, ἀλλ’ ὁ κόσμος τῶν γεωργῶν ἔχει ἀνάγκην καὶ πιστώσεων. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κόσμος αὐτὸς ὁ Σταφιδικὸς θέλῃ νὰ ἐξυπηρετῆται, καὶ θὰ θέλῃ νὰ ἐξυπηρετῆται, διὰ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἱδρύεται δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν, διὰ ποῖον λόγον δὲν θὰ δώσουν εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν τὰ ἀποθεματικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται ὁ Σταφιδικὸς Ὀργανισμὸς νὰ διαθέσῃ διὰ σταφιδικὰς ἀνάγκας τῶν σταφιδοπαραγωγῶν; Θὰ λεχθῇ ὅτι δύναται αὐτὸ νὰ γίνῃ διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα αὐτὴ ἀποδίδει 3.4% εἰς τὸν Σταφιδικὸν Ὀργανισμόν, θὰ δανείζεται δὲ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς 8% χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς αὐτοὺς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐὰν διὰ πάντα τὰ ἱδρύματα, ἅπερ ἐγὼ ἐπικρίνω, δύνανται νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτή, πρέπει νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διότι εἶναι ἕνα πρᾶγμα ἄδικον, δημιουργεῖ δὲ καὶ μίαν κολοσσιαίαν ἀνωμαλίαν, διότι ὅπως γνωρίζετε ὑπάρχουν διὰ νόμου δημόσιαι γεωργικαὶ Τράπεζαι εἰς τὰς Νέας Χώρας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν κεφάλαια σχηματατισθέντα ἀπὸ ἀναγκαστικὰς εἰσφορὰς τῶν γεωργῶν τῶν περιφερειῶν ἐκείνων. Προκειμένου νὰ λειτουργήσῃ ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα γεννᾶται τὸ ζήτημα: πῶς θὰ ἐπέλθῃ μία ἰσότης μεταξὺ τῶν γεωργῶν τῶν διαφόρων περιφερειῶν ἀφοῦ εἰς μερικὰς περιφερείας οἱ γεωργοὶ ἔχουν ἤδη σχηματίσει μερικὰ κεφάλαια καὶ θὰ παρίσταται ἀνάγκη εἰς ἄλλας περιφερείας νὰ ἐπιβληθοῦν ὅμοιαι εἰσφοραί; Ἀλλ’ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἔχουν τὰ κεφάλαιά των, τὰ ὁποῖα εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκῆ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διαθέτει δάνεια περὶ τὰ 50.000.000 ὁ Σταφιδικὸς Ὀργανισμός...
§110Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἡ διάταξις, ὁ Ὀργανισμὸς δεσμεύεται;
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ῥητὴ ἐξαίρεσις τοῦ Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ.
§112Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ, διότι ὁ Σταφιδικὸς Ὀργανισμὸς θέλει νὰ κάμνῃ ἰδικήν του Τράπεζαν. Πῶς θὰ γίνῃ;
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχει τὸ πρᾶγμα κολοσσιαίαν σημασίαν. Τώρα συμβατικῶς δημιουργεῖται μία ὑποχρέωσις διὰ μίαν περίοδον 23 ἐτῶν. Πρόκειται περὶ χρημάτων, ἐπαναλαμβάνω, τῶν γεωργῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διαθέτει ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν 50.000.000, ὁ Σταφιδικὸς Ὀργανισμὸς 30.000.000, τοῦ χρειάζονται πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ ἀσφαλῶς τοῦ ἐπερίσσευσαν 50–60 ἢ καὶ 100 ἑκατομμ. διὰ πιστωτικὰς ἀνάγκας. Ἐὰν αὔριον θὰ γίνῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, κατὰ ποῖον συλλογισμὸν δὲν θὰ ἔπρεπεν αὐτὰ τὰ 50 ἑκατομμύρια νὰ κατατεθοῦν εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν, ὅπως λειτουργήσῃ ἐντονώτερον καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρέχῃ εὐθηνὰς πιστώσεις; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἕν κολοσσιαῖον ἀδίκημα καὶ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διαβεβαίωσις. Δὲν φαντάζομαι, ὅτι θὰ προβληθῇ ἡ ἀντίρρησις, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου θὰ μᾶς δεσμεύσῃ. Ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν μίαν διακοπήν.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου ἐμποδίζῃ οἱανδήποτε τροπολογίαν, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ παριστάμεθα ἐδῶ, διότι λόγῳ τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τροπολογία.
§116Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐν πλάτει ἀνέπτυξα τοὺς λόγους κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, διὰ τοὺς ὁποίους προήχθημεν εἰς τὴν σκέψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Οἱ λόγοι ἦσαν πρωτίστως λόγοι προνοίας ὑπὲρ τῶν εὐαγῶν αὐτῶν ἱδρυμάτων καὶ τῶν προσώπων τοῦ δημοσίου δικαίου. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἐπίσης λόγοι διατηρήσεως τῆς διατάξεως ταύτης κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ποία θὰ εἶναι ἀσφαλῶς ἡ ἐξέλιξις καὶ τὸ κῦρος τῆς δυνάμεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καίτοι ἤδη εἶναι ἐπιβεβλημένη διὰ τῶν ἀνταλλαγμάτων. Δὲν νομίζω ἐπὶ τούτῳ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω σήμερον περισσοτέρας ἐξηγήσεις. Ὄσον ἀφορᾷ τὸν Σταφιδικὸν Ὀργανισμόν, βεβαίως ὁ Σταφιδικὸς Ὀργανισμὸς κατὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ αὐτὸς νὰ καταθέτῃ τὰς καταθέσεις του εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀσφαλῶς ὅμως δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἱδρύσῃ καὶ αὐτὸς μίαν ἰδίαν Τράπεζαν, διότι τίποτε δὲν τὸν ἐμποδίζει τὰς καταθέσεις του νὰ τὰς καταθέτῃ εἰς ἰδικήν του Τράπεζαν.
§117Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν ἠμπορεῖ νὰ τὰς καταθέσῃ;
§118Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἠμπορεῖ κατὰ τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ ὅλος μηχανισμὸς τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἐβασίσθη ἐπὶ τῶν παροχῶν αὐτῶν. Ἐγὼ δέχομαι ἐν τούτοις νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι τὸ ζήτημα τῶν καταθέσεων τοῦ Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ θέλει λυθῆ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως.
§119Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νὰ τεθῇ μία τροπολογία.
§120Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§121Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Λαμβάνεται πρόνοια, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, περισσότερον περὶ τῆς Τραπέζης παρὰ περὶ τῶν ἱδρυμάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον μείζονα ἀξίωσιν ἰδιαιτέρως νὰ προστατευθῶσι καὶ νὰ μὴ δεσμευθῶσι διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Εἰδικώτερον δέ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Σταφιδικὸν Ὀργανισμόν, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία οὐσιώδης πλάνη περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ. Ὁ Σταφιδικὸς Ὀργανισμὸς ἔχει κεφάλαια, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῆς περισσείας τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῆς περισσείας αὐτῆς ἀνήκει εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ κατὰ τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τοῦ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ διατεθῶσι δι’ οὐδένα ἄλλον σκοπόν, παρὰ μόνον διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Ἔχουν δὲ ἀνάγκην οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ αὐτοὶ νὰ ἔχουν τὰ κεφάλαια αὐτά, διὰ νὰ διευκολυνθῶσι, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγωγὴν τοῦ προϊόντος, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν περαιτέρω διάθεσιν. Δὲν δύναται τὸ χρῆμα αὐτὸ νὰ διατεθῇ δι’ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν πέραν ἐκείνου διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι προωρισμένον. Εἶναι δὲ προωρισμένον διὰ τὴν σταφίδα καὶ θὰ μείνῃ ἀποκλειστικῶς δι’ αὐτήν.
§122Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τότε ἐπὶ πλέον ἕνας λόγος νὰ μείνῃ εἰς τὴν Τράπεζαν.
§123Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ. Ἔλαβον ἀφορμὴν τελευταίως ἀπὸ τηλεγραφήματα, ἐξ ὧν φαίνεται ὅτι οἱ κτηματίαι ἔχουν ἐξεγερθῆ καὶ κατὰ τῶν σταφιδομεσιτῶν, διότι θέλουν νὰ θίξουν τὸν Σταφιδικὸν Ὀργανισμόν. Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἀποβλέπουν μετὰ πολλῆς πίστεως εἰς τὸν ὀργανισμὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος σκέπτεται κατὰ τίνα τρόπον τὰ κεφάλαιά του καλύτερον θὰ τοποθετηθοῦν, ὥστε νὰ ἀπολαμβάνῃ περισσότερον τόκον ἢ νὰ δύναται νὰ τὰ διαθέτῃ εἰς τοὺς παραγωγούς. Ἔχουν οἱ ἄνθρωποι νὰ προμηθευθῶσι θεῖον κτλ. Δὲν δύναται νὰ σκέπτεται κανεὶς ὅτι δύναται νὰ διατεθῶσιν ἐκτὸς τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι αὐτόνομος ὀργανισμὸς καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸν καταστρέψωμεν. Νομίζω δέ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ πολὺ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰς σκέψεις περὶ διαθέσεως τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον δέον νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον αὐτό. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν «κατάθεσε ἐκεῖ μὲ 3% τὰ κεφάλαιά σου», ἐνῷ ἡ Τράπεζα θὰ τοῦ δανείζῃ μὲ 8% καὶ μὲ 10%. Εἶναι ἄδικον αὐτὸ καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κάμητε μίαν δήλωσιν.
§124Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές. Αἱ ἀπόψεις τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Συνάδελφος ἐκ Κορινθίας ἔρχονται κάπως ἐν ἀντιθέσει μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξεν ὁ Ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Δηλαδὴ τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ πρέπει νὰ κατατίθεται εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ ἱδρυθῇ Γεωργικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία θὰ φροντίζῃ περὶ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ χορηγοῦνται εἰς τοὺς γεωργούς. Ὁ φόβος τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι ἐπιθυμεῖ ὁ αὐτόνομος ὀργανισμὸς νὰ διαθέσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ κεφάλαιά του, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου εἶναι ὅταν πρόκειται περὶ τραπεζιτικῶν καταθέσεων, ὅταν πρόκειται νὰ κάμῃ καταθέσεις ὁ αὐτόνομος ὀργανισμός, ὡς καὶ κάθε ἄλλο ἵδρυμα δημοσίου δικαίου, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προτιμήσῃ τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν διὰ λόγους ἀσφαλείας. Ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ δανείων πρὸς τοὺς γεωργούς, εἴτε πρὸς ἐπιχείρησιν, εἴτε πρὸς ἐπένδυσιν κατ’ ἄλλον τρόπον, εἶναι ἐλεύθεροι, δὲν τοὺς ἐμποδίζει κανεὶς ἐπ’ ἐλάχιστον. Ἂν ὅμως πρόκειται νὰ προτιμήσουν μίαν Τράπεζαν, εἶναι ὑπόχρεοι, δυνάμει τῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν νομικῶν προσώπων, νὰ προτιμήσουν τὴν Ἐθν. Τράπεζαν ὡς παρέχουσαν μείζονας ἐγγυήσεις. Δηλ. δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ αὐτόνομος ὀργανισμός, ὅπως καὶ πᾶν ἄλλο εὐαγὲς ἵδρυμα ἢ πρόσωπον δημοσίου δικαίου, νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὸ κέρδος ἐπικερδῶν καταθέσεων, καὶ ἀπὸ τὸν κίνδυνον αὐτὸν τὸν προφυλάσσομεν διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§125Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἂν θέλετε νὰ τοὺς ἐξασφαλίσητε ἀπὸ τοιούτους κινδύνους, κάμετε νόμον εἰδικὸν καὶ προβλέψατε περὶ τούτου, διότι ὅταν ὑπάρχει νόμος, αὔριον δύναται ὁ νόμος αὐτὸς νὰ μεταβληθῇ, ἐφόσον τὰ συμφέροντα τοῦ Ὀργανισμοῦ τὸ ἀπαιτοῦν. Ὅταν ὅμως κάμετε σύμβασιν καὶ τὸν ὑποχρεώνετε διὰ 23 ἔτη, τὸν ἐκθέτετε εἰς κινδύνους. Ἂν αὔριον νομίσουν ὅτι αἱ καταθέσεις τῶν ἱδρυμάτων τούτων δὲν πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὴν Τράπεζαν, σεῖς τὰ ὑποχρεώνετε νὰ τὰ ἔχουν ἐκεῖ. Ἑπομένως μόνον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἱδρυμάτων αὐτῶν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι φροντίζετε. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθές.
§126Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Προβλέπομεν καὶ ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τῶν ἱδρυμάτων καὶ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ κύρους τῆς Τραπέζης.
§127Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν προβλέπετε, διότι καὶ ἂν αὔριον συμβῇ νὰ μὴ ἔχουν καμμίαν ἀσφάλειαν αἱ καταθέσεις των εἰς τὴν Τράπεζαν, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ καταθέσουν ἐκεῖ, διότι δὲν ἠμποροῦν νὰ μεταβάλουν τὴν σύμβασιν.
§128Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἔχομεν κανὲν δεδομένον ὅτι δὲν θὰ παρέχῃ ἐγγύησιν ἡ Τράπεζα.
§129Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σεῖς κανονίζετε ἀπὸ σήμερον κατάστασιν διὰ 23 ἔτη. Πῶς ἠμπορεῖτε νὰ γνωρίζετε τί θὰ συμβῇ κατὰ τὸ διάστημα αὐτό;
§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοὶ δὲν θὰ τὰ καταθέτουν. Θὰ τὰ ἐπενδύουν καὶ δὲν θὰ ἔχουν νὰ ζημιωθοῦν τίποτε. Θὰ τὰ ἐπενδύουν καὶ θὰ ἔχουν καὶ περισσότερον τόκον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ καὶ οὐδεὶς κίνδυνος. Καὶ σήμερον μάλιστα, ἐὰν θέλουν νὰ ἔχουν περισσότερον τόκον, ἐὰν θέλουν νὰ κάμουν δάνεια, ὑπάρχει εὐκολία καὶ ἂν τὸ κάμουν δὲν ἔχουν νὰ ζημιωθοῦν τίποτε.
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δὲν εὑρίσκονται ἐν ἀντιθέσει μὲ ὅ,τι ἐπρότεινα ἐγώ. Ὁ κ. Τσαλδάρης εἶπεν ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα προέρχονται ἀπὸ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ χρησιμοποιοῦνται παρὰ δι’ αὐτοὺς καὶ μόνον. Ἀλλὰ ἂν πρόκειται καὶ μέρος τῶν χρημάτων αὐτῶν νὰ διατεθοῦν καὶ ὅπως πρέπει νὰ διατεθοῦν διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, ὁ καλλίτερος τρόπος διαθέσεως αὐτῶν τῶν χρημάτων ὑπὲρ τῶν σταφιδοπραγωγῶν εἶναι ὁ διὰ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἵδρυμα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν γεωργικὸν πληθυσμόν. Ἂν λοιπὸν ὁ Σταφιδικὸς Ὀργανισμὸς θέλῃ νὰ διαθέσῃ αὐτὰ τὰ ποσὰ ὑπὲρ αὐτοῦ διὰ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, ἐμποδίζεται ἁπλούστατα καὶ ἐνῷ θέλομεν νὰ ἱδρύσωμεν Γεωργικὴν Τράπεζαν χάριν τῶν γεωργῶν, διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ παίρνομεν τὰ χρήματα τῶν γεωργῶν καὶ τὰ δίδομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίθεσις τοῦ νομοσχεδίου.
§132Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐὰν τὰ δώσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Γεωργικὴν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὰ πάρουν.
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Συνάδελφε, δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν ὁλόκληρον τὸ ἀποθεματικόν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ 350 000.000. Θὰ διαθέσουν ἕνα ποσὸν τὸ ὁποῖον τοὺς περισσεύει χάριν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ τὸ ἀναλάβουν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη παραστῇ ἀνάγκη νὰ τὸ ἀναλάβῃ ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα δύναται νὰ τὸ πάρῃ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ πληρώσῃ τοὺς ὀργανισμούς. Ὥστε θέλομεν νὰ γνωρίσωμεν ἂν θὰ κάμητε ἢ ὄχι τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀφίνῃ ἐλευθέρους νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα, προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης.
§134Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὰ χρήματα αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ αὐτοὺς καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὰ διαθέσητε.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ καθορισθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε τὸ ἄρθρον 6ον δεκτόν;
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκεται) Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ κ. Παπαναστασίου. «Ἡ ὑπὸ στοιχεῖον 1 παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 7. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν: 1) Νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν εἰς τὴν σύστασιν τῆς ὁποίας θέλει συμπράξει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐπὶ μίαν τοὐλάχιστον δεκαετίαν, διὰ τῆς παροχῆς τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ της πιστώσεων, αἵτινες, ἐφ’ ὅσον ζητεῖ ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα, δὲν δύνανται νὰ εἶναι κατώτεραι τῶν 700.000.000 δραχμῶν καὶ ἐπὶ τόκῳ οὐχὶ ἀνωτέρῳ κατὰ 1% τοῦ μέσου ὅρου τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καταθέσεων».
§139Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς προτείνω ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν, συμπράττουσα εἰς τὴν σύστασιν αὐτῆς ἐπὶ μίαν τοὐλάχιστον 10ετίαν διὰ τῆς παροχῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ εἶναι κατώτεραι τῶν 700.000.000 δραχμῶν ἐπὶ τόκῳ οὐχὶ ἀνωτέρῳ κατὰ 1% τοῦ μέσου ὅρου τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καταθέσεων, χάριν τῆς πραγματικῆς καὶ καρποφόρου λειτουργίας τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ δι’ αὐτὸ ὑπέβαλον αὐτὴν τὴν τροπολογίαν.
§140Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκον.). Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης τότε ὑποθέτω ὅτι θὰ ἀποδείξωμεν ἂν ὄντως ἐμεριμνήσαμεν ὅπερ τῶν συμφερόντων τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ ἂν αἱ χορηγήσεις εἶναι ἐκεῖναι ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤλπισεν ὁ κ. Βουλευτής. Σήμερον νομίζω ὅτι αἱ ἐγγυήσεις τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἶναι ἐπαρκεῖς καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ληφθῇ οὐδεμία πρόνοια.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Παπαναστασίου ὑπεβλήθη πρότασις ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαναστασίου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. (Μετὰ τὴν διαλογήν).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 153. 33 ὑπὲρ τῆς τροπολογίας καὶ 121 κατά. Ἑπομένως ἡ τροπολογία ἀπορρίπτεται, καὶ τὸ ἄρθρον 7 γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει καθὼς καὶ τὰ ἄρθρα 8, 9, 10 καὶ 11 τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ νὰ κυρώσω τὰ πρακτικὰ μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ ὑπ’ εὐθύνην μου.
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας ΣΠΑΠ συμβάσεων κλπ». Δεκτόν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιδόματος τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν». Δεκτόν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐφημερίδων».
§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§148Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπηρεσιακὸν καὶ νὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν ἀνάγνωσιν.
§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§150Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πρέπει νὰ σᾶς καταστήσω ἐνημέρους τῶν πραγμάτων. Εἰς τὰς ζημιωθείσας ἐφημερίδας λόγῳ τῆς παύσεως εἶχε δοθῇ ἀποζημίωσις δυνάμει διοικητικοῦ μέτρου ληφθέντος τὸ πρῶτον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη διὰ μιᾶς προκαταβολῆς ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑποστῆ καταδιώξεις καὶ ἐπαύθησαν. Κατόπιν ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἐθεωρήθη ἡ ἀπεζημίωσις ἓν ἐκ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν χάριν τῆς ἀποκαταστάσεως ὁμαλωτέρων σχέσεων, διὰ τοῦτο τῇ συναινέσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὅλων τῶν Κομμάτων ἐδόθη πάλιν μία πρόσθετος ἀποζημίωσις. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἢ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τακτοποίησιν τῆς γενομένης δαπάνης. Ἄν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τὴν ἀπορρίψῃ οἱ Ὑπουργοὶ ποὺ κατέβαλον τὰ ποσὰ θὰ ὑποστοῦν τὰς νομίμους καταδιώξεις. Ἀλλὰ καὶ γενικώτερα σᾶς πληροφορῶ ὅτι ὅλα τὰ κόμματα ἔμειναν σύμφωνα εἰς αὐτὸ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς πολιτικῆς καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀθετήσῃ ἡ Βουλὴ μίαν πρᾶξιν ἡ ὁποία ἀπετέλεσε συμφωνίαν ὅλων τῶν Κομμάτων. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπρότεινα νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει ἄνευ τροποποιήσεων αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβάρυνον περισσότερον τὸ Δημόσιον.
§151Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἡ συζήτησις εἶχε τερματισθῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15 Σ)βρίου, ἐγένετο δὲ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ὁποία δὲν ἀπέδωκε τὸν ἀπαιτούμενον ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀριθμὸν κατὰ συνέπειαν θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχε λήξει καὶ εἶχε γίνει ψηφοφορία, ἐζητήθη ἀπὸ ἕνα ἀριθμὸν βουλευτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦτο ὁ ἀπαιτούμενος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀριθμὸς παρὼν ἐδῶ, δὲν ἐλήφθη καμμία ἀπόφασις καὶ πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία.
§153Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε ἔγινε κατόπιν ἑνὸς συμβιβασμοῦ, ὑποχωρησάντων τῶν κυρίων οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποβάλει τὴν πρότασιν τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ γίνῃ ἡ ἀποζημίωσις τοῦ ὑπηρεσιακοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐφημερίδων καὶ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις καθ’ ὅσον ἀφεώρα τοὺς διευθυντάς.
§154Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὁ συμβιβασμὸς περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ὁ κ. Συνάδελφος ἐγένετο τὴν ἑπομένην, ἀφ’ ἧς δὲν ἐλήφθη ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς διὰ τὴν ἀπόφασιν.
§155Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περὶ ποίας ψηφοφορίας ὁμιλεῖτε; Περὶ ψηφοφορίας ἡ ὁποία ἐγένετο, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρξε πρότασις εἰς παλαιὰν συνεδρίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν αὐτὴ ἡ πρότασις κατὰ πόσον ὑφίσταται; Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν εἶναι παρόντες οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν.
§156Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Ὑποθέτω ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας τῆς ὀνομαστικῆς, ἐκτὸς ἐὰν ὑποβληθῇ νέα πρότασις. Εἶναι δυνατὸν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν νὰ μὴ θέλουν νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.
§157Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ὑποβληθεῖσα καὶ μὴ ληφθείσης ἀποφάσεως, δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις δι’ ἀναστάσεως.
§158Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. Βουλευταί, ὅτι ἐφόσον ἡ πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας προεκάλεσε τὴν ψηφοφορίαν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις μὴ ὑπάρχοντος ἀρκετοῦ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ὅπως ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, προεκάλεσε τὴν ἑπομένην ἡμέραν τὸν συμβιβασμὸν τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐφημερίδων λόγῳ τῶν ἑορτῶν, αἱ ὁποῖαι μάλιστα ἐπέκειντο καὶ ἀφέθη νὰ συζητήσωμεν εἰς ἄλλην περίστασιν τὸ πρὸ ἡμῶν νομοσχέδιον. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην θὰ ἐχρειάζετο ἐκ νέου πρότασις ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, διότι ἡ πρότασίς των ἐκείνη, ληφθεῖσα ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, προεκάλεσε τὴν ψηφοφορίαν ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἔδωκεν ἀποτέλεσμα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου. Ἑπομένως νομίζω ὅτι, ἐὰν οἱ κ. Συνάδελφοι θελήσουν, νὰ ὑποβάλουν πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§159Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν διακρίνει καὶ συνεπῶς δὲν μποροῦμεν νὰ δεχθῶμεν τὴν διάκρισιν τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τὴν ἀντίθετον γνώμην ἐχόντων Βουλευτῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο (ἀναγινώσκει) «πρῶτον ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα κλπ.» Τί ἔγινε; Δὲν εὑρέθη ἡ ἀπαρτία ἡ ἀπαιτουμένη πρὸς ἀπόφασιν, ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία. Πῶς θὰ ἐπαναληφθῇ; Κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 76.
§160Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Ἀναμφισβητήτως, ὅτι τότε δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις, σήμερον δὲ ἀπαιτεῖται ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος τῶν 15, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ ὅτι ἐπέρασεν ὁ καιρὸς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ψηφοφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐγκατελείψαμεν καὶ σήμερον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ πρότασις περὶ ψηφοφορίας ἢ ὄχι. Καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον δι’ ἀναστάσεως.
§161Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Προτοῦ, κ. Πρόεδρε, ἀναγνώσετε τὸν κατάλογον θὰ παρακαλέσω διὰ τὸ μέλλον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ. Διετυπώθη ἡ γνώμη ὅτι ἡ ἑκάστοτε ἐπανάληψις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἀπαιτεῖ τὴν ἀνάγκην τῶν ὀνομάτων τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§162Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν χρειάζεται νέα πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§163Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὑποτεθείσθω ὅτι οἱ 15 ὑπογράψαντες δέν εἶναι παρόντες. Θὰ ματαιώσητε τὴν ψηφοφορίαν;
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καραπαναγιώτη, εἶπον ἀπαγορεύω οἱανδήποτε ὁμιλίαν καί ψίθυρον. Ἐγὼ θὰ κάμω τὴν ψηφοφορίαν ὅπως πρέπει. Πῶς θὰ κάμω τὴν ψηφοφορίαν χωρὶς ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
§165Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Οὐδέποτε ἀνεγνώσθη κατὰ τὴν ἐπανάληψιν κατάλογος.
§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.) Πρέπει νὰ καθιερωθῇ μία τάξις ὅτι συζήτησις ἐπὶ τοῦ προεδρείου δὲν ἐπιτρέπεται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐφημερίδων» λέγουν, ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὄχι. (Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία καὶ ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 91. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως 78, κατὰ τῆς προτάσεως 14 καὶ δύο ἠρνήθησαν ψῆφον. Συνεπῶς τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτόν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ στρατολογίας διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῶ Ν.Δ. τῆς 12 Νοεμβρίου 1927 περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 11 Φεβρουαρίου 1926 «περὶ ταμείου ἀρωγῆς ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Τελωνειακοῦ κώδικος».
§170Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τὸ ἐπεξειργάσθη ἡ ἐπιτροπή. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπεξεργασία εἶναι ὀρθή. Καὶ ἄλλοι τρεῖς Συνάδελφοι ἔχουσιν ὑποβάλει νέαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, σύμφωνα μὲ τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ συμφωνεῖ. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτόν.
§171Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Πρόκειται καὶ ἡμεῖς νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίαν.
§172Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Θὰ παρακαλέσω νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅταν δὲ ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐκ τῶν πρώτων καὶ ὡς νομοσχέδιον συζητεῖται ἐφ’ ἅπαξ.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§174Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 8 νὰ ψηφισθῇ εἴμεθα σύμφωνοι.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ ἐνεργείας προμηθειῶν τοῦ Δημοσίου». (Ψηφίζεται).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Α. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογίας παντὸς εἴδους σταφίδων Κρήτης καὶ λοιπῆς Ἑλλάδος πλὴν τῆς Κορινθιακῆς».
§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§178Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§179ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφισθῇ.
§180Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐνδιαφέρει ὁλοκλήρους νομούς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περάσῃ τώρα.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῇ πρότασις δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§182Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κωλλισιεργῶμεν.
§183Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μετὰ συζήτησιν 15ωρον συνεχῆ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητῶμεν τόσον σοβαρὰ νομοθετήματα.
§184Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶναι γεγονὸς ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀνεβλήθη κατ’ ἐπανάληψιν, γεννᾶται δὲ ἡ ἐντύπωσις καὶ εἰς τὴν νῆσον Κρήτην ὅτι πρόκειται περὶ συμπαιγνίας. Ἔρχεται πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ἀναβάλλεται συνεχῶς ἐξ ἀντιδράσεων αἱ ὁποῖαι προκύπτουν ἐξ ἄλλων μερῶν. Ὁπωσδήποτε τὸ νομοσχέδιον ὀφείλει νὰ συζητηθῇ καὶ θὰ συζητηθῇ ἡμέραν τινά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συζητηθῇ νομοθετικὸν μέτρον τὸ ὁποῖον ἐπάγεται μίαν ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην. Δέν κάμομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ δημιουργῶμεν σχεδὸν ἴσους ὅρους φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως καὶ διὰ τὴν Κρήτην ὅπως καὶ διὰ τὰς λοιπὰς περιφερείας. Δὲν κάμνομεν τί πλέον τούτου. Εἰς αʹ ἀνάγνωσιν εἶναι τὸ νομοσχέδιον, δυνάμεθα νὰ τὸ ψηφίσωμεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§185Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐπίστευον ὅτι θὰ ἐπέμενεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ εἰς τοιαύτην ὥραν νομοσχέδιον τοιαύτης σπουδαιότητος. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν φαίνεται ἁπλοῦν εἶναι νομοσχέδιον ἀρκετὰ σοβαρόν, τὸ ὁποῖον θίγει καιριώτατα τὴν παραγωγὴν τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας. Οὔτε εἶναι δυνατόν, Κύριοι Συνάδελφοι, νὰ μείνω ἀπαθὴς διὰ τὴν τοιαύτην ἐπιβαλλομένην φορολογίαν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει λόγους, καὶ εἰς τοῦτο δὲν θὰ φέρω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἐλαττώσῃ ἢ καὶ νὰ καταργήσῃ πλήρως τὴν ὑφισταμένην φορολογίαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἡ ἡρωϊκὴ νῆσος Κρήτη προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδὲ θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν ἂν θελήσῃ ἀπολύτως νὰ καταργήσῃ πᾶσαν φορολογίαν. Συνηγορῶ μάλιστα εἰς τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει λόγος, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι. Ἀλλὰ νὰ ζητῆται σήμερον ἀπὸ τὸν λαὸν Κορινθίας νὰ φορολογηθῇ καιριώτατα δι’ ἕνα προϊόν, τὸ ὁποῖον καὶ πολυδάπανον εἶναι καὶ ἀπασχολεῖ μίαν μεγάλην κατηγορίαν καλλιεργητῶν τῆς σουλτανίνας, δὲν εἶναι δικαιολογημένον. Διὰ τοῦτο αἱ διαμαρτυρίαι τῶν συμπολιτῶν μου θὰ εἶναι σοβαρώταται, διότι οὐδεὶς λόγος δικαιολογεῖ τοιαύτην ραγδαίαν καὶ ἀπότομον ὕψωσιν τῆς φορολογίας. Ἡ σουλτανίνα καλλιεργεῖται εἰς μίαν μικρὰν μερίδα τῆς κορινθιακῆς γῆς, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ 2–2500 οἰκογενείας. Αἱ οἰκογένειαι αὐταὶ ἀποζοῦν ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς λευκῆς σταφίδος. Οὐδένα ἄλλον πόρον ζωῆς ἔχουν, οὔτε ἄλλο προϊόν ἐκαλλιέργησαν μέχρι τοῦδε. Ἡ Πολιτεία ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἐπιβαλλομένη φορολογία 22 λεπτῶν δὲν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν τροφοδοσίαν τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ἀποτόμως ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένη φορολογία ἀπὸ 22 λεπτὰ εἰς 1½ δραχμὴν δὲν εἶναι δικαία. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μάλιστα ὁ προσυπογράψας τὸ νομοσχέδιον κ. Μυλωνᾶς, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται μὲ τὰ γεωργικὰ καὶ πολλὰ εἰσέφερεν, ἀπορῶ πῶς ὑπέγραψε τὸ νομοσχέδιον εἰς βάρος μιᾶς τάξεως κατ’ ἐξοχὴν ὠφελίμου εἰς τὴν χώραν ἡ ὁποία συνεισέφερε πολλὰ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἡ καλλιέργεια τῆς σταφίδος τῆς σουλτανίνας ἔχει εἰδικὴν καλλιέργειαν καὶ εἰδικὴν φροντίδα διὰ τὴν παραγωγήν, διότι εὐθὺς ἀπὸ τῆς συγκομιδῆς μέχρι τέλους τοῦ τρυγητοῦ, δηλ. μέχρι τέλους τοῦ Σεπτεμβρίου, εὑρίσκεται διαρκῶς ὁ καλλιεργητὴς ἐντὸς τοῦ κτήματος ἐπιμελούμενος τὴν εἰδικὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ δαπανηροτέρα ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῆς Κρήτης. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω ὅτι ἡ παραγωγὴ ἐν Κορινθίᾳ εἶναι πολὺ μικροτέρα ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ἐν Κρήτῃ. Ἀντὶ τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς ἐνίσχυσιν καὶ βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας διάγει τὸ προϊὸν αὐτό, ἀντὶ νὰ ἐλαφρύνῃ τὴν φορολογίαν, ἀντὶ ὅλα τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα συντελοῦν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ εἴδους νὰ τὰ χορηγήσῃ ὄχι δαπανηρῶς, ἔρχεται τὸ Κράτος νὰ μᾶς βαρύνῃ σοβαρώτατα καὶ δυσβάστακτα. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ προϊόν αὐτό, μὲ τοιαῦτα ἔξοδα καλλιεργείας, νὰ ἀνταγωνισθῇ μὲ προϊόντα ὁμοιογενῆ τῶν ἄλλων χωρῶν, διότι ὀφείλω νὰ σᾶς γνωρίσω ὅτι ἡ καλλιέργεια τῆς σουλτανίνας δὲν εἶναι προνομιακὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ παράγεται εἰς πολλὰ Κράτη, καλλιεργεῖται δὲ εἰδικῶς ἐν Περσίᾳ, ἐν Αὐστραλίᾳ καὶ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν τὸ προϊόν αὐτὸ μὲ τοιαῦτα βάρη καὶ μὲ τὴν νέαν αὐτὴν φορολογίαν νὰ ἀνταγωνισθῇ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀγορὰς καὶ νὰ εὕρῃ τόπον καταναλώσεως. Σήμερον δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μᾶλλον παραγωγικὸν μέρος, ἡ Τουρκία ὄχι μόνον δὲν τὸ ἐπιβαρύνει τό εἶδος αὐτό, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐλαφρύνει αὐτὸ σημαντικῶς, ὥστε νὰ βοηθήσῃ τὴν παραγωγὴν νὰ εὕρῃ ἀγορὰν καταναλώσεως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὑπὸ τοιαύτας δὲ συνθήκας ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται σήμερον ἡ σταφὶς ἡ σουλτανίνα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ οἱαδήποτε αὔξησις φορολογίας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ἢ νὰ μειωθῇ ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἶναι βαρὺς διὰ τὴν Κρήτην, δὲν εἶναι δὲ ἀνάλογος πρὸς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα καὶ δύναται νὰ μειώσῃ ὅσον δήποτε θέλει. Ἀλλ’ ἡ ἀπότομος τῆς Κορινθιακῆς φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις εἰς τὸ ἑξαπλάσιον, αὐτὸ δὲν εἶναι δικαιολογημένον ἀπὸ κανένα νόμον πλουτολογικόν. Θὰ πλήξῃ καιριώτατα τὴν παραγωγήν. Ἂς ἐργασθοῦν καὶ ἂς πείσουν τὴν Βουλὴν οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι ἐκ Κρήτης ὅτι εἶναι βαρεῖα ἡ φορολογία. Ἀλλὰ νὰ ἀξιοῦν τὸ βάρος τὸ φορολογικόν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐκ τοῦ προϊόντος, νὰ τὸ ἐπιρρίψουν εἰς βάρος τῆς παραγωγῆς τῆς Κορινθίας, αὐτὸ δὲν εἶναι δικαιολογημένον.
§186Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἡμεῖς δὲν διαμαρτυρόμεθα δι’ αὐτό, διαμαρτυρόμεθα διὰ τὸ βαρὺ τῆς φυρολογίας.
§187Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομ.). Οἱ κάτοικοι τῆς Κρήτης εὐχαρίστως θὰ ἐδέχοντο νὰ κατηργεῖτο ὁ φόρος εἰς τὸ μέτρον τῆς σταφίδος τῆς Κορινθιακῆς. Αὐτὴν ὅμως τὴν σκέψιν τὴν ἀποκρούει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν διατεθειμένον νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἀναγνωριζομένην ὡς δικαίαν ἀνακούφισιν τῆς φορολογίας τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ζητήσῃ ἓν ἀντιστάθμισμα διὰ τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας. Οἱ Κρῆτες ζητοῦν φορολογικὴν ἀνακούφισιν, νὰ γίνῃ δηλ. ἡ φορολογία, ὅπως ἡ τῆς Κορινθιακῆς. Τοῦτο δεικνύει ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ ἐμπορίου ἦτο ἐπωφελὴς δι’ αὐτήν.
§188ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητεῖτε νὰ μᾶς κάμετε φόρου ὑποτελεῖς.
§189Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶσθε φόρου ὑποτελεῖς εἰς ἡμᾶς διότι τὴν φορολογίαν δὲν τὴν εἰσπράττει ἡ Κορινθία. Στρέψατε τὰς διαμαρτυρίας σας εἰς τὸ νὰ πεισθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐλαττώσῃ τὴν φορολογίαν αὐτήν, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ καλλιεργῆτε καὶ νὰ ἀπομένῃ κἄτι τὶ διὰ νὰ εὐτυχήσετε. Ἀλλὰ νὰ ζητῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ αὐξήσῃ καταπληκτικῶς καὶ ἀποτόμως αὐτὸ δὲν εἶναι δικαιολογημένον καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω ὅμως μὴ γίνῃ δεκτόν. Ἐὰν ὑποστηρίζετε ὅτι δίκαιον εἶναι ἡ Κορινθία νὰ πληρώσῃ 60 τὸ πρᾶγμα εἶναι ὑποφερτόν, ἀλλὰ εἰς τὸ διπλάσιον αὐτὸ δὲν εἶναι πρέπον οὔτε καὶ ἀνεκτὸν ἀπὸ τὸν λαόν τῆς Κορινθίας. Ἐπὶ οὐδενὸς προϊόντος ἐπεβλήθη ἀποτόμως ἡ φορολογία. Ὁ καπνὸς ὑπέστη διαφόρους φορολογίας ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ὁ καπνοπαραγωγὸς καὶ ὁ καταναλωτὴς συνήθισε νὰ τὰ πληρώνῃ. Ἀλλὰ σήμερον ὁ Κορίνθιος δὲν δύναται νὰ τὸ δεχθῇ. Θέσατε μίαν προοδευτικὴν φορολογίαν, ἀλλ’ ὄχι καὶ τυραννικὴν καὶ δικτατορικήν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναθεωρήσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ καὶ τὸ διπλάσιον καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ εἶναι διπλασιασμένη ἡ παραγωγὴ καὶ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον θὰ ἔχῃ εἰσπράξει πολὺ περισσότερα. Ἀλλ’ ἐὰν δώσετε ἕν πλῆγμα καίριον καὶ ὁ κόσμος δὲν μπορέσῃ νὰ ἀγαπήσῃ τὰς φυτείας του, αἱ ὁποῖαι εἶναι προσοδοφόροι, θὰ κάμετε ἕνα κακὸ καὶ θὰ ἀπογοητεύσετε τὸν λαὸν ἐκεῖνον, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι δὲν τὸ θέλετε αὐτό. Ἡ φορολογία αὐτὴ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ 15.000.000. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ περισσοτέραν προσοχὴν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἵνα μὴ πλήξῃ κόσμον ὁ ὁποῖος πολλὰ συνεισφέρει εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον.
§190Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἦλθεν καὶ εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀλλὰ κατὰ σύμπτωσιν ἐπίσης ἦλθεν εἰς ὥραν λίαν προκεχωρημένην. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησίς του διὰ τῆς ἐφ’ ἅπαξ συζητήσεως, ἀφοῦ εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ εἰς δύο διαφόρους συνεδριάσεις. Δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ ποία ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη, μετὰ 12ωρον ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, τὴν 5 πρωϊνὴν ὥραν νὰ σπεύδωμεν εἰς συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἀληθῶς μίαν ἀτυχῆ σύγκρουσιν. Διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρόκειται νὰ ἐλαφρυνθῇ ὁ φόρος σχετικῶς πρὸς τὴν Κρήτην, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως νὰ τεθῇ ἕν πρόσθετον βάρος ὅσον ἀφορᾷ τὴν σουλτανίναν τῆς Κορινθίας. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ἀπόψε ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ὅτε μετεῖχον τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεγνώρισα τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται διὰ τῆς βαρείας φορολογίας εἰς τὴν Κρήτην καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐλαφρυνθῇ. Ἠθελήσατε δὲ τότε ἵνα ἡ πρόσθετος φορολογία, τὸ 10%, μὴ τεθῇ ἐπὶ τῆς φορολογίας τῆς Κρήτης, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι θὰ ηὔξανε κατὰ 20 λεπτὰ καὶ θὰ ἦτο ἐπιβάρυνσις ἀρκετὰ βαρεῖα. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ νὰ ἐλαφρυνθῇ ἡ φορολογία τῆς σουλτανίνας τῆς Κρήτης, ἀλλὰ νὰ εὕρωμεν μέτρον κατὰ τὸ ὁποῖον ἴσως κατ’ ἄλλον τρόπον θὰ δύναται νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ μία ἐπιβάρυνσις τῆς φορολογίας τῆς σουλτανίνας τῆς Κορίνθου. Εἶναι προϊὸν πάσχον, διότι ἡ σουλτανίνα εὑρίσκεται εἰς συναγωνισμὸν μὲ πολλὰ προϊόντα καὶ μία ἐπιβάρυνσις θὰ ἐπιφέρῃ ἴσως καταστροφήν.
§191Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι καὶ εἰς τὴν Κρήτην.
§192Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ μὴ συζητηθῇ ταύτην τὴν ἡμέραν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ πρόκειται νὰ ἐξεγείρῃ μίαν πυρκαϊὰν εἰς τὴν Κόρινθον. Ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας σωρεία τηλεγραφημάτων ἔχουν ληφθῇ καὶ προσπαθοῦμεν νὰ εὕρωμεν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ ἴδωμεν πῶς θὰ διαρρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐλαφρυνθοῦν οἱ Κρῆτες χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ πρόσθετος δασμὸς εἰς τοὺς Κορινθίους. Καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς κυρίους ἐκ Κρήτης Βουλευτὰς νὰ μὴ γίνῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε καὶ νὰ ἀναβληθῇ καὶ ὅταν θὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλὴ θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητήσωμεν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπόν μας.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοκκινάκης ἔχει τὸν λόγον.
§194Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, δηλαδὴ τὴν πέμπτην πρωϊνήν, καθ’ ἣν συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον «περὶ φορολογίας παντὸς εἴδους σταφίδων Κρήτης καὶ λοιπῆς Ἑλλάδος πλὴν τῆς Κορινθιακῆς» δὲν δύναταί τις νὰ μακρυγορήσῃ, καίτοι πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος, τὸ μὲν διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεγνώρισεν ἤδη τὴν προσγενομένην κατάφωρον ἀδικίαν εἰς τὸν Κρητικὸν λαόν, καὶ πολὺ δικαίως συνέστησε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου, τὸ δὲ διότι ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τὸ δίκαιον ἡμῶν καὶ διὰ τοῦτο θ’ ἀπασχολήσωμεν Ὑμᾶς ὀλίγα μόνον λεπτὰ τῆς ὥρας, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Βουλὴ κατεπονήθη ἀρκετὰ κατὰ τὴν ὁλονύκτιον ταύτην συνεδρίασιν. Ἡ ὑπὸ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὑποβληθεῖσα πρότασις ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου μᾶς ἐξέπληξεν, τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον δὲν ἐξήγησαν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ προαγορεύσαντες ἀξιότιμοι πολιτευταὶ Κορινθίας τοὺς λόγους δι’ οὓς ζητεῖται ἡ ἀναβολή. Ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον παραξενεύεταί τις διότι ἰσχυρίσθησαν καὶ ὁ κ. Πετρίδης καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι ἡ Κορινθιακὴ σταφὶς ἔχει πολλοὺς κόπους καὶ πλείστας ὅσας δαπάνας διὰ νὰ καλλιεργηθῇ καὶ παρασκευασθῇ καὶ ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς διατελεῖ τὸ προϊόν τοῦτο, πᾶσα αὔξησις τῆς φορολογίας αὐτοῦ θὰ καταφέρῃ καίριον πλῆγμα εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται πᾶς καλῆς πίστεως συζητητὴς καὶ ἀμερόληπτος κριτής, τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ ἀντιταχθῶσι ἆρά γε καὶ ὑπὸ τῶν Κρητῶν σταφιδοπαραγωγῶν; Ἡ Κρητικὴ σταφὶς δὲν παράγεται καὶ διατελεῖ ὑπὸ τὰς αὐτὰς καὶ ἔτι χείρονας συνθήκας, ἢ μήπως νομίζουσιν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Κορινθίας πολιτευταὶ ὅτι ἡ σταφὶς ἐν Κρήτῃ εἶναι αὐτοφυής, ὅπως λόγου χάριν τὰ μανιτάρια ἢ ἡ κουμαριὲς, αἵτινες ὡς γνωστὸν οὐδεμίαν καλλιέργειαν ἀπαιτοῦσι οὐδ’ ἄλλην τινὰ ἐργασίαν εἰ μὴ τὴν τῆς συλλογῆς τῶν καρπῶν αὐτῶν; Ὁ κ. Πετρίδης μᾶς εἶπεν ὅτι οἱ Βουλευταὶ τῆς Κρήτης ἀξιοῦσιν ὅπως φορολογηθῇ ἡ Κορινθιακὴ σταφὶς διὰ νὰ μειωθῇ ὁ φόρος τῆς Κρητικῆς. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Εἶναι πλάνη, διότι ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τοιοῦτόν τι, ἡμεῖς παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν ὅστις ἀδικεῖται καταφόρως καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα πληρώνει τὸ 8πλάσιον τοῦ φόρου ὃν πληρώνει ἡ Κορινθιακὴ σουλτανίνα σταφίς. Ἡμεῖς, κ. Βουλευταὶ, θέλομεν ἰσότητα καὶ οὐδὲν πλέον τούτου. Ἀντέταξεν ἐπίσης ὁ κ. Πετρίδης καὶ τὸ ἀφελέστατον ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς δὲν παρεπονέθη ἐπὶ τόσα ἔτη καθ’ ἃ πληρώνει τὸν ἐν λόγῳ φόρον καὶ ἀπορεῖ διατὶ σήμερον διαμαρτύρεται. Εἰς ταῦτα ἠδύνατό τις νὰ ἀπαντήσῃ ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ διεμαρτυρήθησαν πολλάκις εἰς τὸ παρελθὸν διὰ τὴν ἀπιστεύτως ἄδικον καὶ παράνομον φορολογίαν τῆς σταφίδος, πρὸ ἔτους δὲ περίπου τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῶν κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σχετικὸν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐγκατελείφθη, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δι’ οὓς λόγους γνωρίζουσι κάλλιον παντὸς ἄλλου οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι ἐκ Κορινθίας πολιτευταί. Ὅσοι δὲ δὲν θέλουσι νὰ ἀδιαφορῶσι πρὸς τὰ δεινὰ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἐνθυμοῦνται ἀσφαλῶς τὰς ἐνεργείας καὶ διαμαρτυρίας αὐτοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ διὰ τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς τὴν ἑσπέραν ταύτην ζήτημα. Ἄλλως τε καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι πάντα ταῦτα ἀληθεύουσι καὶ ὅτι δὲν διεμαρτυρήθη μέχρι σήμερον ὁ Κρητικὸς λαὸς διὰ τὴν ἄνισον φορολογίαν τῆς σταφίδος αὐτοῦ, ἕπεται ἐκ τούτου ἆρά γε ὅτι παρεγράφη τὸ δικαίωμά του ὅπως ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ; Καὶ ἐρωτῶμεν τοὺς πολεμίους τοῦ νομοσχεδίου εἰς ποῖον νόμον ἀναγράφεται ἡ σχετικὴ διάταξις, ἵνα μάθωμεν τέλος πάντων καὶ ἡμεῖς καὶ πᾶς ὁπωσδήποτε ἐνδιαφερόμενος τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς, πρὸς πρόληψιν ἐν τῷ μέλλοντι παρομοίου ἀσυγχωρήτου σφάλματος. Εἶπον συγχρόνως οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Πετρίδης καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι ὁ λαὸς τῆς Κορίνθου δὲν θὰ ἀνεχθῇ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος αὐτοῦ, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν εἶναι αὕτη· ἀλλὰ τότε πῶς ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ δυσφορῇ καὶ διαμαρτύρεται ὁ Κρητικὸς λαὸς ὁ πληρώνων τόσον βαρὺν καὶ δυσβάστακτον φόρον; Οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐλησμόνησαν νὰ πλαισιώσωσι τὴν ἀγόρευσιν αὐτῶν μὲ τὴν ἐκδήλωσιν φιλικῶν αἰσθημάτων πρὸς τὸν Κρητικὸν λαόν, ἀλλὰ τοὺς βεβαιῶ ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ φιλία, ἡ ἄσπονδος τοὐτέστι, κατανοεῖται καὶ ἐκτιμᾶται δεόντως ὑπὸ τῶν Κρητῶν. Ἄλλως τε ἀφοῦ ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, διατί δὲν δέχονται νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶσιν ὅπως κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν προτείνωσιν οἱανδήποτε τροπολογίαν ἐπιθυμοῦσιν; Ἐὰν δὲ τὸ πράξωσι θὰ ἔχωσιν ἀμέριστον τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐκ Κρήτης Βουλευτῶν, διότι ἡμεῖς δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ παράπαν ἡ σταφὶς τῆς Κορίνθου ἢ ἄλλης τινὸς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἁπλῶς παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν ὅπως ἐξισώσῃ τὴν φορολογίαν τῆς Κρητικῆς σταφίδος πρὸς τὴν τῶν ἄλλων διαμερισμάτων καὶ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δίκαιόν μας, ἵνα δυνηθῇ ἡ Κρητικὴ σταφὶς νὰ συναγωνίζεται ἐπὶ ἴσοις ὅροις ἐν ταῖς ἀγοραῖς καταναλώσεως, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Τουρκία ὑπεβίβασε τὸν φόρον τῆς σταφίδος της εἰς 2% μόνον, ἡ δὲ Αὐστραλία ἀπήλλαξε αὐτὴν παντὸς ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ. Ζητοῦμεν, κ. Συνάδελφοι, νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Βουλὴ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀποκαθιστῶσα τὴν ἰσότητα τῶν φορολογουμένων πολιτῶν καὶ οὐδὲν πλέον τούτου, δὲν ἀμφιβάλλομεν δὲ ὅτι θὰ πράξῃ προθύμως τοῦτο. (Χειροκροτήματα).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως θὰ διακόψωμεν ἐπὶ 15 ἡμέρας.
§196ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§197Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἐπανόδου ἡ πρώτη Δευτέρα μετὰ τὴν Δευτέραν τοῦ Θωμᾶ.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Γενομένης ψηφοφορίας δὲν ἐπετεύχθη ἀπαρτία πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις. Εὔχομαι καλὸν Πάσχα, καὶ καλὴν ἐπάνοδον εἰς τὰς 3 Μαΐου. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5.20′ π. μ.).