1928.03.16
4,025 rows · 30,117 words · 186 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54Η
ΤΗΣ 16 ΜΑΡΤΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ σύνδεσμος τῶν βιομηχάνων ἁμαξοποιῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλῶν ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ τὰ ἐργοστάσιά των, τὰ ὁποῖα θὰ παύσωσι νὰ λειτουργοῦν μετὰ τὸ 1930 κατόπιν τῆς συμβάσεως Πάουερ. Ὁ Δήμαρχος τῆς πόλεως Βερροίας ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας τοῦ Δημ. Συμβουλίου Βερροίας διὰ τὴν μελετωμένην παραχώρησιν τῶν ὑδραυλικῶν πιστώσεων τοῦ Γριποτάμου εἰς τὴν Ἀνώνυμον Ἑταιρίαν «Βέρμια». Αἱ διδασκάλισσαι Λαρίσης ὑποβάλλουν ὑπόμνημα δι’ οὗ παρακαλοῦν ὅπως ἐπαναφερθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος 2145 περιλαμβάνων εὐεργετικὰς διατάξεις διὰ τὰς διδασκαλίσσας. Τὸ σωματεῖον στιβαδόρων καπνοῦ Καβάλλας ὑποβάλλει ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν παράτασιν τοῦ ἐπιδόματος ἀνεργίας εἰς αὐτούς. Ὁ σύνδεσμος καπνεργατῶν καὶ καπνεργατριῶν Βόλου ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν ἀδιαφορίαν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων καὶ ζητεῖ τὴν ψήφισιν νόμου πρὸς περιστολὴν τῆς ἀνεργίας τῶν καπνεργατῶν. Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Λεβαδείας ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας τῶν διαφόρων σωματείων διὰ τὴν ἀπηνῆ φορολογίαν τῶν οἰκοδομῶν καὶ παρακαλεῖ νὰ ληφθῶσι σχετικὰ μέτρα. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βουτυρᾶς καταθέτει ὑπόμνημα τῆς ἑνώσεως τῶν τέως δημοσίων προσφύγων ὑπαλλήλων Τουρκίας ζητούντων, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς αὐτοὺς λόγῳ πολυετοῦς δημοσίας ὑπηρεσίας κατὰ τὴν ἐν Τουρκίᾳ διαμονήν των. Ἐπίσης καταθέτει αἴτησιν τοῦ συνδέσμου δημοδιδασκάλων Λαγκαδᾶ διαμαρτυρομένων διὰ τὴν περικοπὴν ὑπὸ τῶν ταμείων τῶν προσαυξήσεων τῶν μισθῶν λόγῳ πολυετοῦς ὑπηρεσίας. Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Τετρακώμου διαμαρτύρονται διὰ τὴν παντελῆ ἔλλειψιν ἀραβοσίτου ἐξ οὗ κινδυνεύουν νὰ ἀποθάνουν τῆς πείνης καὶ ζητοῦν τὴν ἄρσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου. Ἡ Γεωργικὴ συνεταιρικὴ Τράπεζα Πατρῶν παρακαλεῖ ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀτελείας τῶν συνεταιρισμῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Τρικούπης καταθέτει διαμαρτυρίαν τῆς Λέσχης τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων Μεσολογγίου διὰ τὴν μὴ λῆψιν μερίμνης πρὸς οἰκονομικὴν ἐνίσχυσίν των. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀμύνης ἀναπήρων Μακεδονίας διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας ἀπαγόρευσιν εἰς τοὺς ἀναπήρους τῆς λιανικῆς πωλήσεως καπνοῦ καὶ σιγαρέτων. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀχαϊοήλιδος παρακαλεῖ ὅπως ἐπαναφερθῇ ἡ ἀτέλεια τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν. Οἱ Πρόεδροι τῶν ἐπαγγελματιῶν Σιδηροκάστρου διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου συμβάσεως Μπακάλπαση καὶ ζητοῦν τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Δήμαρχος Θεσσαλονίκης καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον παρακαλοῦν νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ σχέδιον νόμου δι’ οὗ τροποποιεῖται ὁ ὑφιστάμενος νόμος περὶ ἀνωτάτου Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Αἱ προσφυγικαὶ ὀργανώσεις Σερρῶν ζητοῦν τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν δημοπρασία ἐκποιήσεως ἀκινήτου ἀνταλλαξίμου περιουσίας τῆς πόλεως Σερρῶν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἀγνάντων ὑποβάλλει παράκλησιν πρὸς ἀναστολὴν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἀραβοσίτου μέχρι τέλους Ἰουνίου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Βουλγαρελίου ζητεῖ τὴν ἄρσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἀραβοσίτου ἐπιβαρυνομένου μὲ δραχμὰς 2.50 κατ’ ὀκᾶν. Ἐπίσης καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Χοσέψεως παρακαλεῖ ἄρσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ ἀραβοσίτου, ὡς καὶ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Σκρουποῦ. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Δράμας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 230 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ παρακαλεῖ ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ αὐτό. Ὁ Προσκοπικὸς Σύνδεσμος Τριπόλεως ἀποφασίσας τὸν ἑορτασμὸν τῆς πρώτης Ἑλληνικῆς νίκης τῆς γενομένης ἐν Βαλτετσίῳ κατὰ τὴν 18 Μαΐου 1821 παρακαλεῖ ὅπως μετάσχῃ αὐτῆς καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Καπνεργατικὸς κόσμος Σερρῶν ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν ἀδιαφορίαν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων ἔναντι τῶν ἐργατικῶν καὶ λαϊκῶν τάξεων. Ὁ Νομάρχης Τρικκάλων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ συγκροτηθέντος ἐκεῖ συλλαλητηρίου παρακαλοῦντος ὅπως ἴδῃ ἐκτελούμενα τὸ ταχύτερον τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα Θεσσαλίας. Τὸ Σωματεῖον Καπνεργατῶν Μοιρώβης «Ἡ Ἀγάπη» ζητεῖ τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. Τὸ Σωματεῖον Καπνεργατῶν Δράμας ὑποβάλλει διὰ ψηφίσματος ὃ ἀφορᾷ αἰτήματα καὶ παρακαλεῖ νὰ ἐκτελεσθοῦν ταῦτα. Ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Καρδίτσης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον σύλληψιν καὶ διαπόμπευσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Γεωργικῶν συνεταιρισμῶν κ. Χ. Κωνσταντοπούλου. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Καζλούπης ὑποβάλλουν ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦν τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐκτιμητικῆς Ἐπιτροπῆς χρεώσεως τῶν οἰκημάτων καὶ ἄλλα τινὰ αἰτήματα. Οἱ Παντοπῶλαι Βερροίας διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας ἀμβύκων διὰ τοῦ ὁποίου ἐνῷ ἀφίνεται ἐλευθέρα ἡ παραγωγὴ δι’ οἰκιακὴν χρῆσιν οὔζου εἰς τοὺς παραγωγούς, ἀπαγορεύεται ὅμως ἀπολύτως ἡ πώλησις τούτου ἐν τοῖς παντοπωλείοις. Ἐπιτροπὴ τῶν στρατευθέντων φοιτητῶν τῆς κλάσεως 1926 Αʹ. καὶ Βʹ. σειρᾶς ὑποβάλλει ψήφισμα δι’ οὗ αἰτεῖται ὅπως ἐπεκταθῇ ὁ νόμος περὶ τοῦ τρόπου ἐγγραφῆς καὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν τμηματικῶν ἐξετάσεων τῶν στρατευθέντων φοιτητῶν τῶν κλάσεων 1924 καὶ 1925. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Καζάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». Ὁ κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει 1) νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ ἱδρύσεως γυμνασίου ἐν Μακεδονίᾳ»· καὶ 2) Τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κλπ. Μέσης Ἐκπαιδεύσεως». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Διατάγματος τῆς 11 Ἰουλίου 1927 «περὶ τῶν ἐπιβατικῶν ἀτμοπλοίων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Παπαδᾶτος, Δ. Φλωριᾶς, Σ. Νικολαΐδης καὶ Ι. Τσονταρίδης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς ἐπὶ παντὸς εἰσιτηρίου τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ κινηματογράφων καὶ θεάτρων κλπ. προσθέτου τέλους λεπτῶν πεντήκοντα». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος, Γ. Μερκούρης, Π. Σάκκης, Α. Τροχάνης, Σ. Τσακόπουλος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6)13 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἐπεκτάσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΑΝΔʹ περὶ καταχωρίσεως διαταγμάτων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν ἐν διαθεσιμότητι τεθέντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων κλπ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Παπανδρέου, Γ. Ζερβός, Γ. Βοροζάνης καὶ κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ κυρώσεως ἐφάπαξ τοῦ Ν. Δ. περὶ ἀπονομῆς τοῦ μισθοῦ τμηματάρχου εἰς τοὺς εἰσηγητὰς καὶ τῶν τούτοις ἐξομοιουμένων τῶν Πολιτικῶν Ὑπουργείων». Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιβολῆς ἐπὶ παντὸς εἰσιτηρίου τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ κινηματογράφων καὶ θεάτρων εἰδικοῦ προσθέτου τέλους λεπτῶν πεντήκοντα (50) ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ λειτουργούντων ἱδρυμάτων καὶ σωματείων». Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ καθορισμοῦ καὶ ἀποκοπὴν τῶν ἐξόδων γραφικῆς ὕλης τῶν Ὑπουργείων κλπ. Ἡ ἐπὶ τῆς Προνοίας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἐπιδόματος εἰς τοὺς τροφίμους τοῦ καταργηθέντος Ἐθνικοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Οἰκοτροφείου». Ἡ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 23 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ θέσεως διατάξεών τινων εἰς τοὺς περὶ λιμένων καὶ πορθμοῦ Εὐρίπου νόμους». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Καγιάνης, Ξ. Μαυρομμάτης καὶ Ι. Τζίβας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως κλπ. τοῦ Ν. Δ. περὶ παρατάσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3270 ἀφορῶντας τὰς ἐν τῷ Κράτει ἐπιχειρήσεις παραγωγῆς καὶ διανομῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν χρήσεως 1927–28.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§4Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμός, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δύναταί τις εἰπεῖν ὁ ἀπολογισμὸς τῆς πολιτικῆς ὅλων τῶν Κυβερνήσεων τῶν μετὰ τῆς τελευταίας ἐκλογῆς. Ἀληθῶς ὅσοι ἐπίστευσαν εἰς τὴν ὠφελιμότητα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπίστευσαν, ἀνέμενον οὐχ ἧττον παρ’ αὐτῆς τὴν ἐπίλυσιν γενικωτάτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ τῆς συνδρομῆς ὅλων τῶν κομμάτων θὰ ἠδύναντο νὰ λυθῶσιν εἰς τρόπον ὥστε αἱ ἑκάστοτε εἰς τὸ μέλλον κομματικαὶ Κυβερνήσεις νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶσι περὶ μεταρρυθμίσεως αὐτῶν ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς Χώρας. Μεταξὺ τῶν ζητημάτων τούτων ἀναμφισβητήτως ἦσαν, ἐκτὸς τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἄλλα ζητήματα γενικωτέρας φύσεως ὡς τοιαῦτα εἶναι τὸ δημοσιοϋπαλληλικόν, ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ μετὰ τῆς ἀμύνης τῆς χώρας καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας. Δυστυχῶς ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἀπαρτιζομένη ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων τῆς χώρας παρέλειψε σοβαρώτατον καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα καὶ δὲν ἔλυσε τὸ δημοσιοϋπαλληλικὸν ζήτημα Διότι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποκρύπτομεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ λύσις τοῦ ὑπαλληλικοῦ ζητήματος ἔγκειται εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ πλεονάζοντος ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπολοίπων, ὅπως δύναται οὗτοι νὰ ἀνταπεξέρχωνται εἰς τὰς βιωτικὰς ἀνάγκας καὶ ἐργάζωνται καλύτερον. Ἐφόσον οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ ὑπὸ κομματικῆς κυβερνήσεως, διότι οὐδεμία τοιαύτη κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν δυσφορίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπολυθῶσι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ χειροκροτῇ μὲν, δὲν θὰ ὑποστηρίξῃ ὅμως καὶ διὰ τῆς ψήφου του τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι κομματικὴ κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις διέπραξε ἀδίκημα κατὰ τῆς πατρίδος μὴ λύσασα τὸ δημοσιοϋπαλληλικὸν ζήτημα. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐλαττώματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τὸ νὰ μὴ δύναται μία Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν δυσφορίαν μεγάλων μαζῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους εἶπεν ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων Οἰκονομιῶν τὰς ὁποίας θὰ ἐπιδιώξῃ θὰ εἶναι καὶ ἡ οἰκονομία ἐκ τῆς περικοπῆς 7% τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν διότι ὅτι οὗτος εἶναι ἀνώτερος τῶν τῶν ὑπαλλήλων. Λέγων τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περιέπεσε εἰς μίαν καταφανῆ ἀνακρίβειαν, διότι οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν εἶναι ὡς θὰ ἀποδείξω ἀνώτεροι τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τοῦ εἴπω ὅτι κακῶς ἔκαμε τὴν σύγκρισιν ταύτην, διότι διαφέρουν κατὰ πολὺ ἡ ὑπηρεσία, οἱ κόποι, αἱ εὐθῦναι ἠθικαὶ καὶ ὑλικαὶ καὶ αἱ δαπάναι τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων. Οἱ ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοὶ πρέπει τὴν 5½ πρωϊνὴν νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸν Στρατῶνα, ἵνα ἄλλοι μὲν κάμωσι θεωρείαν, ἄλλοι μὲν ἐπιβλέψωσι εἰς τὸ κοπιῶδες ἔργον τῆς περιποιήσεως τῶν κτηνῶν, ὀσφραινόμενοι συγχρόνως τὴν δυσάρεστον ἐκείνην ὀσμὴν τῶν κτηνῶν καὶ καταπίνοντες τὴν σκόνιν αὐτῶν. Καὶ ἂν αὐτὰ δὲν ἐκτελεσθῶσι καλῶς, ὑφίστανται ἄμεσον τὸν ἔλεγχον, ἴσως καὶ τιμωρίαν δηλαδὴ στέρησιν τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας. Ὁ ὑπάλληλος ἀντιθέτως κοιμᾶται μέχρι τῆς 8ης πρωϊνῆς ὥρας ὁπότε ἐγείρεται ἵνα μεταβῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του ἂν δὲ δὲν προσέλθῃ ἐγκαίρως ὄχι μόνον δὲν τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν, δηλαδὴ μὲ στέρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ὅπως ὁ ἀξιωματικός, ἀλλ’ οὔτε τῷ γίνεται ἡ παραμικρὰ παρατήρησις. Διότι διὰ νὰ τιμωρηθῇ εἷς ὑπάλληλος διὰ ποινῆς γνωρίζετε τί σοβαρὰν παράλειψιν τοῦ καθήκοντός του πρέπει νὰ πράξῃ. Καὶ ὅμως ὁ ἀξιωματικὸς βραδύνων 5 λεπτὰ τῆς κεκανονισμένης ὥρας τιμωρεῖται μὲ στέρησιν τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας, ἐγγράφεται ἡ τιμωρία αὕτη εἰς τὸ φύλλον ποιότητός του ὅπερ ἔχει μεγάλην ἐπίδρασιν εἰς τὴν προαγωγήν του. Κολοσσιαία ἡ διαφορά, κ. Βουλευταί, τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς εὐθύνης μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Τὴν 8ην πρωϊνὴν συνήθως ὁ ἀξιωματικὸς ἐξέρχεται τοῦ στρατῶνος μεταβαίνων εἰς τὰς ἀσκήσεις καὶ ἐπιστρέφει τὴν 10½ π.μ., μετὰ ἕνα κοπιωδέστατον γυμνάσιον βρεγμένος ἐν καιρῷ χειμῶνος, κάθιδρος ἐν καιρῷ θέρους. Συγχρόνως δὲ ὑποβάλλεται καθ’ ἑκάστην σχεδὸν εἰς αὐστηρὰν ἀξίωσιν καὶ αὐστηρὸν ἔλεγχον ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου του, ὑποκείμενος εἰς τὸν κακὸν χαρακτηρισμὸν καὶ εἰς τὴν ἐγγραφὴν αὐτοῦ εἰς τὸ φύλλον ποιότητος, ἅτινα λαμβάνονται σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν πινάκων προβιβασίμων καὶ στασίμων ἀξιωματικῶν τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Ὁ ὑπάλληλος μόλις τὴν 9ην πρωϊνὴν μεταβαίνει εἰς τὸ Γραφεῖον του, ἵνα ἐργασθῇ τὴν συνήθη του ἐργασίαν ἔχων πλησίον του τὸ καλοριφέρ, ἐνῶ ὁ ἀξιωματικὸς ἐπιστρέφων τὴν 10½ π.μ. ἐκ τῶν ἀσκήσεων παραμένει εἰς τὸν Στρατῶνα διὰ νὰ ἐπιβλέψῃ εἰς συσσίτιον, διότι καὶ αὐτὸ ἂν δὲν εἶναι καλὸν τιμωρεῖται ὁ ἀξιωματικός, ἐνῶ ὁ ὑπάλληλος καθήμενος εἰς τὸ γραφεῖον του ἐφαρμόζει δύο τρεῖς νόμους καθ’ ἡμέραν, ἐνῶ ὁ ἀξιωματικὸς καὶ πάλιν τὴν ἑπομένην θὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τοῦ προϊσταμένου του καὶ θὰ δώσῃ ἐξετάσεις καὶ θὰ χαρακτηρισθῇ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ συνέπειαν εἰς τὴν σταδιοδρομίαν του. Τὴν 1½ μ.μ. ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ εἶναι παρὼν εἰς τὸν Στρατῶνα διὰ νὰ ἐκτελέσῃ θεωρίαν, τὴν δὲ 2½ μ.μ. ἀρχίζει πάλιν τὰς ἀσκήσεις παραμένων εἰς τὸν Στρατῶνα μέχρι τῆς 7ης μ.μ. ἵνα ἐπιθεωρήσῃ τοὺς μέλλοντας νὰ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντα τοῦ σκοποῦ στρατιώτας ὁπότε ἀναχωρεῖ κατάκοπος καὶ ἀκάθαρτος, ἐνῶ ὁ ὑπάλληλος ἐξέρχεται τοῦ γραφείου του τὴν 6 μ.μ. ἵνα ἐπιδοθῇ εἰς τὰς κοινωνικάς του σχέσεις ὡς ἄνθρωπος ἀνήκων εἰς μίαν καλὴν κοινωνικὴν τάξιν. Ἐγὼ ὁ ἴδιος, σᾶς δηλῶ ἐπισήμως ὅταν ἤμουν ὑπολοχαγὸς καὶ ἀνθυπολοχαγὸς τὰ 9)10 τοῦ εἰκοσιτετραώρου ἐργαζόμουν καὶ τὸ ⅒ ἐκοιμόμουν. Εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν ὅταν τοιαῦται διαφοραὶ ὑπηρεσίας ὑπάρχουν, εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ σύγκρισις τῶν ὑπηρεσιῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰπὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι μεγαλείτερον μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων περιέπεσεν εἰς μίαν καταφανεστάτην ἀνακρίβειαν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος κ. βουλευταί, διὰ βραχυτάτων νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο καίτοι εἶμαι βέβαιος ὅτι ὅλοι εἶσθε, ἐν γνώσει ὅτι ἀμείβονται ὀλιγώτερον οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ δὴ οἱ ἀνώτεροι, τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ὁ ὀργανικὸς μισθὸς, Κύριοι Βουλευταί, τοῦ διευθυντοῦ τῶν Πολιτικῶν ὑπαλλήλων προπολεμικῶς ἦτο 450 δραχ. ἐνῶ τοῦ συνταγματάρχου ἦτο 550 δρχ. μισθὸς ὁ ὁποῖος διετηρήθη εἰς ἕνα αἰῶνα ἐγκριθεὶς οὕτως ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς ἐπαρκὴς καὶ δίκαιος μισθὸς τόσον διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ὅσον καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους βλέπει τις, ὅτι ὁ Συνταγματάρχης λαμβάνει ὀργανικὸν μισθὸν 5.200, πλὴν 7% τὰ ὁποῖα περιέκοψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τουτέστι 364 δραχ., ἤτοι καθαρὸν μισθὸν ὀργανικὸν 4836. Ὁ Συνταγματάρχης λαμβάνει ἐπὶ πλέον 1300 δρχ. ἐπίδομα τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἐπὶ δικτατορίας, ἐν ὅλῳ 6136. Θὰ ἀναφέρω κατὰ πρῶτον τὰ γενικὰ ἐπιδόματα καὶ κατόπιν τὰ ἐξαιρετικὰ καὶ ἰδιαίτερα. Ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ ἐπιδόματος οἱ ἀξιωματικοὶ οὐδὲν ἄλλο γενικὸν ἐπίδομα ἔχουσι. Τὸ 10% τῆς τριετίας ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ἐπίδομα δὲν εἶναι γενικόν. Ἐνῶ παραδέχομαι, διὰ νὰ ἄρω πᾶσαν ἀμφιβολίαν, καὶ τοῦτο ὡς γενικόν, ἤτοι διὰ τὸν Συν)χην 483 δραχμαὶ ὁπότε ἔχομεν 6619. Ἐπὶ πλέον οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι καὶ ἐπίδομα διὰ τὰ οἰκογενειακά των βάρη ἀνὰ 5% δι’ ἕκαστον βάρος μέχρι 25% διὰ 5 βάρη. Πρὸς ἄρσιν ἐκ τῶν προτέρων πάσης διαφωνίας καὶ πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ὑπολογισμοῦ ἂς δεχθῶμεν ὅτι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουσι δύο οἰκογενειακὰ βάρη, ἤτοι λαμβάνουσι ἐπίδομα 10%, ἤτοι 483 δραχμάς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ Συνταγματάρχου εἶναι 7302· ἐδέχθημεν ὅτι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἔγγαμοι, ὅπερ δὲν εἶναι ἀληθές, διότι οἱ περισσότεροι εἶναι ἄγαμοι διὰ τὰ οἰκογενειακὰ βάρη ἐπανειλημμένως διεμαρτυρήθη ἐντόνως τὸ πλεῖστον τῶν ἀξιωματικῶν, ὅλα δὲ τὰ σώματα Στρατοῦ ὑπέβαλον ἀναφορὰς εἰς τὸν Δικτάτορα καὶ ἐζήτησαν τὴν κατάργησιν τῶν ἐπιδομάτων τῶν οἰκογενειακῶν, διότι καὶ ζήτημα πειθαρχίας γεννᾶται, ὅταν ὁ ἔγγαμος λοχαγὸς λαμβάνει μισθὸν ἀνώτερον τοῦ Συνταγματάρχου. Ἐγὼ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ καταργηθοῦν, νὰ εἶσθε δὲ βέβαιοι, ὅτι τοῦτο εἶναι καὶ ἐπιθυμία τοῦ στρατοῦ. Ἂς ἴδωμεν τί λαμβάνουν οἱ διευθυνταὶ τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων. Ὁ διευθυντὴς λαμβάνει κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, ὀργανικὸν μισθὸν 5500 δραχμάς· ἐπὶ πλέον ἕνας διευθυντὴς θὰ ἔχῃ 20 ἔτη τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν.
§5Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι διευθυνταὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπηρεσίαν 15 ἐτῶν.
§6Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀκόμη περισσότερον, διότι νεώτατοι λαμβάνουν μεγάλους μισθούς, ἐνῷ ὑπάρχουν λοχαγοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπολογίζονται μήπως διπλᾶ τὰ χρόνια;
§8Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Χωρὶς διπλᾶ τὰ χρόνια. Ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω γνωστόν, ὅτι οἱ συμμαθηταί μου εἶναι ἀκόμη συνταγματάρχαι. Οἱ διευθυνταί, λοιπόν, τῶν Ὑπουργείων λαμβάνουσι 5.500, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ἔχουν 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἔχομεν ἐπὶ πλέον 25%, ἤτοι 1375 δραχ., ἐν ὅλῳ 6875 Ἐπίσης λαμβάνουσι τὰ 3)16 τοῦ μισθοῦ των, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν οἱ ὑπάλληλοι ὅλων σχεδὸν τῶν Ὑπουργείων, 1100 περίπου, τῆς δὲ Γεωργίας λαμβάνουσι τὸ ⅓. Ἐκτὸς τούτου, κατὰ τὸν ἐσχάτως ψηφισθέντα νόμον περὶ εἰσηγητῶν καὶ γραμματέων, πλεῖστοι τούτων λαμβάνουσι μισθὸν ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ἐπίσης ὅλοι οἱ Διευθυνταὶ λαμβάνουν διὰ τὰ Συμβούλια 800 δραχμὰς μηνιαίως ἕκαστος, διότι γίνονται κατὰ μῆνα 4 συνεδριάσεις πρὸς 200 δραχμὰς ἑκάστη, ἢ 8 συνεδριάσεις πρὸς 100 δραχ. ἑκάστη. Ἑπομένως οἱ Διευθυνταὶ τοῦ πολιτικοῦ Ὑπουργείου λαμβάνουσι μισθὸν 5500+1375+1100+800=8775 ἕκαστος, ἔχων 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν. Τὸν μισθὸν τοῦτον λαμβάνουσιν ὅλοι οἱ διευθυνταὶ τῶν πολιτικῶν ὑπουργείων, ἐνῷ ἀντιθέτως ὅλοι οἱ Συνταγματάρχαι δὲν λαμβάνουσι τὸ ἐπίδομα τῆς τριετίας, ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, οὔτε τὰ οἰκογενειακὰ βάρη. Οὕτως οἱ ἀνώτατοι πολιτικοὶ ὑπάλληλοι μὲ τοὺς μισθοὺς τοὺς ὁποίους λαμβάνουσιν ἔχουσι συντελεστὴν 18. Ἐφόσον κατερχόμεθα εἰς τὴν κλίμακα τῆς ἱεραρχίας ἐπὶ τοσοῦτον ἡ διαφορὰ μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν μειοῦται. Οἱ τμηματάρχαι λαμβάνουν μισθὸν ὀλίγον ἀνώτερον τῶν ταγματαρχῶν. Εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ λοχαγοῦ ἐπέρχεται ἰσότης μισθῶν μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν ὡς καταφανῶς ἐμφαίνεται τοῦτο ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο δὲ διότι ὁ κ. Πάγκαλος, ὀρθότατα σκεφθεὶς ὅταν ἔδωκε τὸ ἐπίδομα τῶν 1500 καὶ 1300 δραχμῶν, δὲν ἔκαμε μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν, διότι ἐνῷ ἔδωκε 1000 δραχμὰς εἰς τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ὑπολοχαγούς, ἔδωκε 1100 εἰς τοὺς λοχαγοὺς καὶ 1300 εἰς τοὺς ἀνωτέρους καὶ ἀνωτάτους. Οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοὶ λαμβάνουσι μεγαλύτερον μισθὸν τῶν ἀντιστοίχων ὑπαλλήλων, ἐφόσον οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν λαμβάνουσι μισθὸν ἀνωτέρου βαθμοῦ. Γενικῶς λοιπὸν οἱ διευθυνταὶ λαμβάνουσιν ἀνώτερον μισθὸν τῶν συνταγματαρχῶν, οἱ τμηματάρχαι ὀλίγον ἀνώτερον τῶν ταγματαρχῶν καὶ οἱ εἰσηγηταὶ ἴσον μὲ τοὺς λοχαγοὺς περίπου. Ἀλλ’ ὡς ἀνέφερον προηγουμένως πολλοὶ τῶν ὑπαλλήλων λαμβάνουσι μισθὸν ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ἂν μάλιστα προσέξητε εἰς τὸν προϋπολογισμόν, θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχει τμηματάρχης λαμβάνων μισθὸν Γενικοῦ Γραμματέως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβαίνῃ καὶ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἶναι κολοσσιαῖαι αἱ διαφοραί. Διότι ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ὁ τελώνης, ὁ ταμίας καὶ ὁ ἔφορος, ἐκτὸς τῶν τεραστίων ποσοστῶν τὰ ὁποῖα ἔχουσιν, ἔχουσι κατοικίαν δωρεάν, τὸν κλητῆρα ὡς ὑπηρέτην κλπ., εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱ ἔφοροι καὶ οἱ τελῶναι ἔχουσι 15 χιλ. δραχ. τὸν μῆνα τοὐλάχιστον ἀποδοχὰς ἂν δὲν εἶναι περισσότεραι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν διαφορῶν τούτων εἶναι καὶ ἄλλαι διαφοραὶ μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰς Νέας Χώρας, διότι ὁ χρόνος ὑπηρεσίας τῶν ὑπαλλήλων ἐκεῖ θεωρεῖται διπλοῦς, διὰ τὰς συντάξεις, ἐνῷ τῶν ἀξιωματικῶν ὄχι. Ὁ ἔφορος Θεσσαλονίκης λαμβάνει ἐπίδομα, ὁ ταγματάρχης ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ εἰς τὰ σύνορα, εἰς τὸ φυλάκιον, δὲν λαμβάνει ἐπίδομα καὶ προσέτι στερεῖται καὶ τῆς οἰκογενείας του, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετακομίσῃ τὴν οἰκογένειάν του εἰς τὸ φυλάκιον, οὔτε ἔχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ μορφώσῃ τὰ παιδιά του, ἐνῷ ὁ ὑπάλληλος παραμένων εἰς τὴν πόλιν ἔχει καὶ τὴν οἰκογένειάν του πλησίον καὶ τὰ τέκνα του δύναται νὰ ἐκπαιδεύσῃ. Ὑπάρχει καὶ ἐν τούτῳ μεγάλη διαφορά. Κάμνω τὴν σύγκρισιν αὐτήν, διότι ἀτυχῶς οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ κατεσυκοφαντήθησαν, καθόσον ἐλέχθη ἐπὶ πλέον, ὅτι Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ διένειμαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εἴδομεν δὲ συγκροτούμενα συλλαλητήρια ἐν Σύρῳ καὶ ἀλλαχοῦ διὰ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, εἰς τὰ ὁποῖα ὅμως ἐζήτουν τὴν περικοπὴν τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν. Οἱ ἀξιωματικοί, Κύριοι, πένονται κυριολεκτικῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ βεβαιωθῇ περὶ τούτου, ἂς ἀποστείλῃ ἕνα ὑπάλληλον εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον διὰ νὰ ζητήσῃ σχετικὰς πληροφορίας καὶ θὰ βεβαιωθῇ ἐπισήμως, ὅτι τὰ ¾ τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι χρεωμένοι μὲ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας δανείζονται μὲ παμμέγιστον τόκον, λόγῳ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν μισθῶν των. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω διαφορῶν, Κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ ὑπαλλήλου καὶ ἀξιωματικοῦ· ὁ ὑπάλληλος μετὰ τὸ γραφεῖον του μεταβαίνει εἰς τὴν οἰκογένειάν του, ἐνῷ ὁ ἀξιωματικός, μεταβαίνων εἰς τὴν οἰκίαν του, εἰδοποιεῖται αἴφνης κατὰ τὴν νύκτα, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ εἰς τὸν στρατῶνα, διότι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ἢ οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἢ οἱ κομμουνισταὶ καὶ λοιποὶ ἑτοιμάζουν συλλαλητήριον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα καλῆς πίστεως ἄνθρωπον νὰ συζητῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύγκρισις μεταξὺ τῶν δαπανῶν, τῶν κόπων καὶ τῶν εὐθυνῶν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Ἐπὶ πλέον, διὰ τῆς συγκρίσεως τῶν μισθῶν τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ἀπέδειξα περιτράνως, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ ἀμείβονται ὀλιγώτερον ὅλων τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἀκόμη τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Διότι ἐνῷ τὸ Κράτος παρέσχε δάνειον εἰς τὰ Ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῶν ὑπαλλήλων διὰ νὰ ἐνισχύσῃ αὐτά, εἰς τὸ Ταμεῖον ἀλληλοβοηθείας τῶν Ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς δὲν ἐδόθη τίποτε. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἐζητήθη τίποτε ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς, διότι οὗτοι ἀνέμενον σιωπηλῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐμπρέπει εἰς τοὺς τοιαῦτα ἀξιώματα κατέχοντας ἀνθρώπους, νὰ χορηγήσῃ μόνη της τὸ δάνειον, διὰ τοὺς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικούς. Οὕτως, ἕνεκα τῆς μεροληπτικῆς ταύτης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ὁ ἀποστρατευόμενος Συνταγματάρχης τῆς Χωροφυλακῆς λαμβάνει 100 χιλιάδας δραχμῶν, ὁ ἀποστρατευόμενος Συνταγματάρχης τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς λαμβάνει μόνον 52 χιλιάδες. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον κατ’ ἐμέ, δὲν ἐσκέφθη ὅμως νὰ διαθέσῃ χάριν τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἓν μικρὸν ποσόν, ἀλλὰ τοὺς ἔρριψεν ὅλους, 350 καὶ πλέον, εἰς τὸ ταμεῖον ἀλληλοβοηθείας τῶν ἀποστρατευθέντων κανονικῶς τὸ αὐτὸ ἔτος λοιπῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ὡς εἶναι φυσικὸν τὸ βοήθημα ἐμειώθη κατὰ πολύ, περίπου 40%. Διότι ἐνῷ εἷς συνταγματάρχης ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ 80–100 χιλιάδας ἔλαβεν μόνον 52 χιλιάδας περίπου. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεμάκρυνεν ἐκ τοῦ στρατεύματος 350 ἀξιωματικοὺς καὶ πλέον καὶ δὲν ἐσκέφθη νὰ διαθέσῃ δι’ αὐτοὺς ἓν μικρὸν ποσόν, ἀλλὰ τοὺς ἔρριψεν εἰς βάρος τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἀπεστρατεύθησαν τὸ 1926–1927. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δὲν διεμαρτυρήθησαν, ἐδέχθησαν ἀπὸ τὰς κρατήσεις αὐτῶν νὰ λάβωσιν οἱ συνάδελφοί των ἕνα μικρὸν βοήθημα, διότι ἔχουσι νὰ λάβωσιν ἀκόμη ἀρκετὸν χρηματικὸν ποσόν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ διατάξῃ τὸ ταχύτερον νὰ πληρωθοῦν ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἐκ τῶν ἀποθεμάτων τοῦ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας τῶν Ἀξιωματικῶν, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εὑρίσκονται ἐν πενίᾳ κυριολεκτικῶς καὶ ἄνευ ἐργασίας. Κατὰ τὸ Ν. Δ. περὶ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας τὰ 36)ο τῶν χρημάτων περιέρχονται εἰς τὸ ἀποθεματικὸν ταμεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου ὀφείλουν νὰ πληρωθοῦν οἱ ἐκκαθαρισθέντες ἀξιωματικοί. Αἱ κρατήσεις ὑπὲρ τοῦ ταμείου ἀλληλοβοηθείας ἀπὸ τῆς 1ης Μαΐου 1926 μέχρι τέλους 1927 ἀνῆλθον περίπου εἰς 20 ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων περιέρχονται εἰς τὸ ἀποθεματικὸν τὰ 7 ἑκατομμύρια. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔχουν παρέλθη δύο μῆνες καὶ ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἔχῃ ἀνέλθῃ εἰς 8 ἑκατομμύρια. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἂν ὑπάρχῃ κώλυμά τι ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας, δὲν ἔχῃ παρὰ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον σχετικόν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διατάσσῃ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον νὰ πληρώσῃ ἀμέσως τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου τοῦ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι Συνάδελφοι, σχετικῶς μὲ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων γενικῶς καὶ ἐλπίζω ὅτι οὐδεὶς πλέον θ’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀδικοῦνται, ὅταν λέγεται ὅτι λαμβάνουν ἀνώτερον μισθὸν τῶν ἀντιστοίχων ὑπαλλήλων.
§9Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύξατε τόσον καλῶς, ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο. Ὅτι ὁ πάγιος μισθὸς τοῦ 1914, ἐνῷ διὰ τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους ἐπολλαπλασιάσθη ἐπὶ 11, διὰ τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς ἐπελλαπλασιάσθη ἐπὶ 8.
§10Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κ. Συνάδελφε, διότι εἶναι διάφορος ἡ βάσις.
§11Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Διὰ τοὺς κατωτέρους ἴσως, διὰ τοὺς ἀνωτέρους ὅμως ἐγένετο μεγαλυτέρα αὔξησις εἰς τοὺς ὑπαλλήλους.
§12Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν μπορεῖτε νὰ κρίνητε ἐξ αὐτοῦ διότι δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν βάσιν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Διὰ τοῦτο, κ. Βουλευταί, λέγω ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, μὴ ἀπολύσασα τοὺς πλεονάζοντας δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ μὴ βελτιώσασα τὴν θέσιν τῶν ὑπολοίπων ὑπαλλήλων, διέπραξε μεγάλην παράλειψιν τοῦ καθήκοντός της. Διότι αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν θὰ λυθῇ πλέον ποτέ. Ἀλλὰ καὶ σήμερον νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠκολούθησεν ὁδὸν ἐσφαλμένην. Κατήρτισε μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, γνωματεύουσα ἐὰν καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ δοθοῦν καὶ πόσαι αὐξήσεις εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους — διότι διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν γίνεται οὐδεὶς λόγος, δὲν σκέπτεται κἂν περὶ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις. Φοβοῦμαι δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ μᾶς παρουσιάσῃ πρὸς ψήφισιν σχέδιον νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν Α ἢ Β ὑπαλλήλων καὶ καθ’ ὡρισμένον ποσοστόν. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ λύσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, πρέπει νὰ καταργήσῃ ὅλα ἐν γένει τὰ ἐπιδόματα τῶν τε ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ νὰ καθορίσῃ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου εἰς ἀκέραιον ἀριθμὸν τὸν ὀργανικὸν μισθὸν αὐτῶν. Ὡς τελευταία δὲ παράγραφος τοῦ Νομοσχεδίου νὰ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἅπαντα τὰ λοιπὰ ἐπιδόματα καταργοῦνται. Διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἐπὶ τέλους τί μισθὸν λαμβάνουσιν οἱ ὑπάλληλοι. Φρονῶ δὲ ὅτι ἐξ ὅλων τῶν ἐπιδομάτων τὸ μόνον ἐπίδομα τὸ ὁποῖον εἶναι δίκαιον νὰ παραμείνῃ εἶναι τὸ τῶν ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας, δηλαδὴ ἀναλόγως τῶν ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ βαθμῷ νὰ αὐξάνεται ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων, ἤτοι εἷς τμηματάρχης ἔχων 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν νὰ λαμβάνῃ μεγαλύτερον μισθὸν ἀπὸ τὸν τμηματάρχην τὸν ἔχοντα 10 ἐτῶν ὑπηρεσίαν κατὰ ἕν μικρὸν ἐπίδομα. Τοῦτο εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθόν. Οὐδὲν ἄλλο ἐπίδομα πρέπει νὰ δώσητε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δίδοντες οἱονδήποτε ἄλλο ἐπίδομα θὰ διαπράξητε ἀδικίαν, εἴτε μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν, εἴτε μεταξὺ ὑπαλλήλων διαφόρων Ὑπουργείων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ αὐξήσητε τοὺς μισθοὺς τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, διότι πένονται κυριολεκτικῶς οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι, οἵτινες, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, ὄντως ἀμείβονται ὀλιγώτερον τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν ἀνεξαρτήτως ἂν, ὡς ἀνέφερα προηγουμένως, ἡ διαφορὰ τῶν κόπων, τῶν εὐθυνῶν καὶ τῆς φθορᾶς τοῦ ἱματισμοῦ εἶναι μεγίστη. Πρὸς τοῦτο τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρέπει νὰ τὸ διαιρέσητε εἰς δύο στάδια. Πρῶτον στάδιον: κατάργησις ὅλων τῶν ἐπιδομάτων, πλὴν τοῦ ἐπιδόματος τῶν ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον νὰ λαμβάνουν ὅλοι οἱ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ κατανομὴν τοῦ ποσοῦ τῶν διαφόρων ἐπιδομάτων μεταξὺ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων πρὸς ἐξίσωσιν τῶν μισθῶν μεταξὺ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαλλήλων. Δεύτερον στάδιον: ἂν μετὰ τὰ ἀνωτέρω ἴδητε ὅτι οἱ μισθοὶ οἱ οὕτω ρυθμισθέντες εἶναι ἄνισοι μεταξὺ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαλλήλων ἢ ὅτι ἀμείβονται πολὺ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπάλληλοι ὡρισμένων βαθμῶν, ὀλίγον δὲ ἄλλων βαθμῶν, τότε δώσατε τὰς αὐξήσεις τὰς δεούσας. Συγχρόνως ὅμως ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ὅταν σκεφθῇ νὰ βελτιώσῃ τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν—ἀνθρώπων λαμβανόντων 5 καὶ 6 καὶ 8 καὶ 10 χιλιάδας δραχ. — γνωρίζω τμηματάρχην λαμβάνοντα 12 χιλιάδας δραχμάς, ἐπίσης διευθυντὴν λαμβάνοντα 18 χιλ. δραχμὰς—ἔχει στοιχειώδη, λέγω, ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις ὅπως μεριμνήσῃ καὶ διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, ἀνθρώπων λαμβανόντων 1000–2000 δραχμὰς μηνιαίως. Αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν, Κύριοι Βουλευταί, ἔκαμε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν περικοπὴν 7% ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἥτις εἴδατε πόσον ἄδικος εἶναι. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς Χώρας νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησεν ἐντελῶς ἀντίθετον κατεύθυνσιν ἐκείνης ἣν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἀσφαλῶς θὰ εἶχεν οἰκονομίαν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει σταθερῶς εἰς τὸν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν ἐφαρμογῇ ἀπό τινων ἐτῶν. Ὅταν ἤμην μέλος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει τοῦ 1924, μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ μετὰ ψηφοφορίαν διὰ πλειοψηφίας μιᾶς ψήφου ἐψηφίσθη, κατόπιν προτάσεως ἰδικῆς μου, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ μόνον δέκα μεραρχίας πεζικοῦ. Ἠγέρθησαν διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν ἄλλων συναδέλφων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Τοὺς εἶπον μεταβάλλετέ το, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Καὶ πράγματι ὅταν ἐγὼ ἀνεχώρησα διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου κατόπιν ψηφοφορίας ἀπεφασίσθη ὅπως αἱ μεραρχίαι μείνουν 12. Ἀλλὰ καὶ ὅταν, κύριοι Βουλευταί, ἠγόρευον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1925 ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ ἐξ Ἠλείας ἀξιότιμος πολιτευτὴς κ. Γόντικας εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τότε ὑπεστήριξα μετὰ πεποιθήσεως καὶ σήμερον ὑποστηρίζω ὅτι ἡ Ἑλλάς, χώρα 6½ ἑκατομμυρίων πληθυσμοῦ, μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ πλέον τῶν ἑπτὰ μεραρχιῶν κανονικῶς. Ὑπεστήριξα δὲ τότε ὅτι ἐπειδὴ λόγῳ τῆς γεωγραφικῆς συνθέσεως τῆς Ἑλλάδος, ἀποτελουμένης τὸ πλεῖστον ἀπὸ νήσους χωρὶς ἐσωτερικὴν συγκοινωνίαν ἡ ἐπιστράτευσις θὰ ἐδυσχεραίνετο ἐν καιρῷ πολέμου, διὰ τοῦτο πρέπει αἱ ἑπτὰ μεραρχίαι νὰ ἀνέλθουν εἰς δέκα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἄνω τῶν δέκα μεραρχιῶν. Πράγματι ἡ ἀγόρευσίς μου ἡ μακρὰ ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Δυστυχῶς ὅμως εἰς τὴν ἑλληνικὴν Βουλὴν πολλαὶ ἀλήθειαι λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ καμμία δὲν ἐφαρμόζεται. Εἶναι δὲ τοῦτο ἓν ἐλάττωμα τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἦλθεν ὅμως κατόπιν ὁ στρατηγὸς Ζερὰρ μετὰ 6 μῆνας καὶ εἶπε τὰ αὐτά. Εἰς ἓν μάθημα τοῦ Σχολείου Πολέμου ὁ στρατηγὸς Σαρρηγιάννης ἔλεγεν ὅτι αἱ μεραρχίαι εἶναι 12 καὶ ἐν καιρῷ πολέμου 18· τὸν διέκοψεν ὁ στρατηγὸς Ζερὰρ καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι αἱ μεραρχίαι σας θὰ εἶναι τότε ἄθλιαι, δὲν δύνασθε νὰ ἔχετε πλέον τῶν 12 μεραρχιῶν ἐν πολέμῳ καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ ἔχητε ὀλιγωτέρας ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ καλλιτέρας. Τότε ἐγεννήθη μεγάλη ἐντύπωσις, διότι ὁ εἰπὼν ταῦτα ἦτο γάλλος στρατηγός, ἀλλὰ πάλιν δὲν ἔγινε τίποτε. Γνωρίζω τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμμένουν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν 12 μεραρχιῶν. Οὗτοι φρονοῦσιν, ὅτι ἐν καιρῷ πολέμου εἶναι δύσκολος ἡ συγκρότησις νέων μονάδων καὶ ἡ μετακίνησις αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἔχουν καὶ τὴν γνώμην ὅτι ἐν καιρῷ πολέμου πρέπει ἐλάχισται μεραρχίαι νὰ δημιουργοῦνται. Ἐγὼ διαφωνῶ ριζικῶς καὶ ὁ μέγας πόλεμος ἀπέδειξε τοῦτο. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ 40% περίπου τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως διατίθενται διὰ τὴν ζώνην τοῦ ἐσωτερικοῦ, τὰ ὑπόλοιπα 60% θὰ διατεθοῦν διὰ τὴν ζώνην τῶν πρόσω Πόσον στρατὸν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν καιρῷ πολέμου; Ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Χώρας μας, ἐν γενικῇ ἐπιστρατεύσει θὰ ἔχωμεν περίπου 650.000 ἄνδρας· ἐκ τούτων πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν 100000 περίπου ἄνδρας ἀνήκοντας εἰς τὰς κλάσεις τὰς μεγαλυτέρας τῆς κλάσεως 1922, αἵτινες κλάσεις διεξήγαγον τοὺς προσφάτους πολέμους καὶ οἵτινες ἄνδρες ἐφονεύθησαν, ἀπέθανον ἢ ἔγιναν ἄχρηστοι. Ἑπομένως ἀπομένει δύναμις 550.000. Τὰ 60% τῆς ζώνης τῶν πρόσω εἶναι 330.000. Ἐπειδὴ δὲ ἓν Σῶμα Στρατοῦ ἐκ 3 Μεραρχιῶν ἔχει ἐν πολέμῳ δύναμιν 75 χιλιάδας, ἕπεται ὅτι θὰ ἔχωμεν 4 Σώματα Στρατοῦ καὶ 30.000 διὰ τὰς ὑπηρεσίας τῆς Στρατιᾶς. Ἀφοῦ λοιπὸν αἱ μεραρχίαι δὲν θὰ εἶναι περισσότεραι τῶν 12 ἐν πολέμῳ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης 12 μεραρχίας; Ὅτι δὲ ἐν εἰρήνῃ, κύριοι Βουλευταί, αἱ μεραρχίαι εἶναι πολλαὶ καταφαίνεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἕκαστον σύνταγμα πεζικοῦ ἐνῷ πρέπει νὰ ἔχῃ 3 τάγματα ἔχει μόνον ἕνα, ἐλλείψει ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ ἀνδρῶν. Συνέπεια τούτου εἶναι ὅτι καὶ ἡ ἐκπαίδευσις δὲν εἶναι καλὴ καὶ μέγας ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν, ἐὰν μάλιστα δὲν ὑπῆρχον τὰ Σχολεῖα ἐκπαιδεύσεως τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν, θὰ ἔμενεν ἄνευ ἐργασίας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παρεδέχετο ὀργανισμὸν 9–10 μεραρχιῶν θὰ εἶχεν οἰκονομίαν ἀμέσως 10–15 ἑκατομμυρίων. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς πολιτικῆς ἀκολουθεῖ ἀντίθετον κατεύθυνσιν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἠλάττωσε τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, ὅπερ συντελεῖ εἰς τὴν ἐξασθένισιν τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας. Εἶναι τοῦτο καταφανές, διότι ὡς γνωστὸν αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις χρησιμοποιοῦνται διὰ τὸν ἐφοδιασμὸν τῆς χώρας. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ἀντὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, δὲν τὴν ὑπέβαλεν πρὸ ἑνὸς ἔτους, διότι ἔχει βαρυτάτην εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φαντάζομαι ὅτι θὰ εἶναι ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως· θὰ ἔπρεπεν ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παρίστανται καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ ἐκεῖ νὰ ἀναπτυχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου ἡ κατάστασις τῆς ἀμύνης τῆς χώρας. Θὰ ἤξιζε τὸν κόπον νὰ ἀπασχοληθῇ ὀλίγον ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλή. Καὶ ἄλλας μεγάλας οἰκονομίας δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὑπάρχει ἕνα Ἀνώτ. Στρατιωτ. Συμβούλιον τοῦ ὁποίου ὁ μόνιμος πυρὴν εὑρίσκεται μονίμως εἰς Ἀθήνας. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἐργάζεται δύο ἢ τρεῖς μῆνας κατ’ ἔτος, τὸν δὲ ὑπόλοιπον χρόνον τὰ μέλη τοῦ πυρῆνος μένουσιν ἄνευ ἐργασίας χρησιμοποιοῦντες καὶ αὐτοκίνητα, ὧν δὲν δικαιοῦνται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ καταργήσῃ τὰ αὐτοκίνητά των. Δὲν ἐπιτρέπεται ἀντιστράτηγοι νὰ περιφέρωνται ἄεργοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ συγκροτήσῃ τὸ Ἀνώτατον Στρατ. Συμβούλιον ἐκ τοῦ Ἀρχηγοῦ Ἐπιτελείου–Διοικητῶν Σωμάτων Στρατοῦ καὶ Ἐπιθεωρητῶν τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ Σωμάτων, οἵτινες παραμένουσιν εἰς Ἀθήνας μονίμως. Ἐπίσης θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολυπληθέσταται τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων νὰ ἐπιτύχῃ ἀρκετὰς οἰκονομίας.
§13Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν λέγουν ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν.
§14Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ λέγουν αὐτοί. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§15Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Μάλιστα.
§16Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀλλὰ ἐκεῖ ἔνθα ἠδύναντο νὰ γίνουν μεγάλαι οἰκονομίαι εἶναι εἰς τὴν συγχώνευσιν ἀεροπορίας ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Ὅταν ἓν Κράτος τὸ Ἀγγλικὸν ἔχει ἑνιαίαν διεύθυνσιν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχῃ ἀεροπορίαν ξηρᾶς καὶ ἀεροπορίαν θαλάσσης. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις πολλαί, φαντάζομαι ὅμως ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ εἶναι σύμφωνος. Ἐπὶ πλέον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν γίνεται καὶ μία ἄλλη δαπάνη. Ὑπάρχει ἕνα παντοπωλεῖον ἀπὸ τὸ ὁποῖον λαμβάνουν τὰ τρόφιμα οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ καὶ οἱ ἀπόστρατοι τοιοῦτοι. Τοῦτο εἶναι μεγάλη δαπάνη τοῦ Κράτους διότι λαμβάνουν ὅλα ζάχαρι, ὄσπρια κλπ. διὰ τὰ ὁποῖα δὲν καταβάλλεται ὁ νόμιμος δασμός. Πρὸ μηνός, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, δὲν εἶχε καταργηθῆ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ ἡ τροφοδοτοῦσα τοὺς ἀξιωματικούς· δὲν γνωρίζω ἐὰν τὴν κατηργήσατε τώρα. Διότι ἐκτὸς τῆς δαπάνης εἶναι καὶ μία ἀνισότης ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ.
§17Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτ.). Ποία;
§18Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τῆς δαπάνης τοῦ ὅτι δὲν πληρώνουν τελωνειακὸν δασμόν.
§19Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτ.). Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Ἰδοὺ ἡ ὑπόθεσις πῶς ἔχει. Ἀξιωματικοὶ λαμβάνουν τρόφιμα ἀπὸ τὴν τροφοαποθήκην τοῦ Πειραιῶς ἀφοῦ καταβάλουν τὴν ἀξίαν τοῦ τροφίμου ὑπολογιζομένου καὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐν πάσει ἀκριβείᾳ. Ἔχουσι δὲ ταύτην τὴν ὠφέλειαν ὅτι ἀποφεύγουσι τὸ κέρδος τὸ ἐμπορικὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐπραγματοποίει ὁ μεταπράτης πωλῶν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ἐπὶ πλέον ὅτι ἐκτὸς τοῦ κόστους τοῦ τροφίμου καὶ τοῦ δασμοῦ τοῦ ἀνήκοντος κατ’ ἀναλογίαν εἰς τὸ Δημόσιον καταβάλλονται ἐπὶ πλέον καὶ 2% δι’ ἔξοδα τροφοαποθήκης.
§20Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἴπατε, κ. Βουλευτά, ὅτι ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν προσφέρουν ὑπηρεσίας.
§21Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ νὰ ἐξηγηθῶ, εἶπα ὅτι ὑπάρχουν δύο ἢ τρεῖς ἀντιστράτηγοι.
§22Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὸ ναυτικὸν ὑπάρχουν ναύαρχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν προσφέρουν καμμίαν ὑπηρεσίαν. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1912, ἐνῶ ἡ Ἑλλὰς εἶχε τρεῖς ἐπὶ πλέον μονάδας ἤτοι τὰς Σπέτσας τὰ Ψαρὰ καὶ τὴν Ὕδραν, ὁ τότε ἡγούμενος τοῦ στόλου εἶχε τὸν βαθμὸν τοῦ πλοιάρχου, ἐξαιρετικῶς δὲ ἡ πατρὶς, λόγῳ τῶν ὑπηρεσιῶν τὰς ὁποίας προσήγαγε κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1912, τὸν προήγαγε εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ναυάρχου. Γνωρίζετε πόσοι εἶναι σήμερον οἱ ναύαρχοι; Ἕνδεκα καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐργάζονται ὀκτώ. Καὶ ἐρωτῶ: ἐπιτρέπεται ὁ λαὸς νὰ πληρώνῃ φόρους διὰ ναυάρχους μὴ ἐργαζομένους;
§23Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τὸ ἀντίθετον, ὅτι ὑπάρχουν θέσεις ὀργανικαί, εἰς τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ὑπηρετοῦν ναύαρχοι καὶ ὑπηρετοῦν πλοίαρχοι. Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον, διότι τώρα, ἢ ὁμολογεῖτε ὅτι εἶναι περιττοὶ οἱ ναύαρχοι, ἢ ὅτι εἶναι ἀνάγκη.
§24Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτ.). Μία μόνον θέσις κενὴ ὑπάρχει. Πέραν τούτου οὐδεμία ἄλλη.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ὁπωσδήποτε εἶναι γεγονός, Κύριε Συνάδελφοι, ὅτι τοῦτο ἐγένετο κυρίως διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἀποτάκτων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τοῦτο ἦτο μέτρον πολιτικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη καὶ ἡ θυσία ἀφ’ ἑνὸς ἀλλὰ καὶ ἡ γενικωτέρα ὠφέλεια ἐξ ἄλλου. Δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν μίαν θυσίαν, χάριν τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος. Αὐτὴ ἦτο ἡ στάθμη ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ διερρυθμίσθη τὸ στρατιωτικὸν καὶ τὸ ναυτικὸν ζήτημα. Μοιραίως, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τις ἕνα ὠφελιμώτερον σκοπόν, δὲν ἐμπορεῖ παρὰ νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας.
§26Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μίαν φορὰν ποὺ ὑπάρχουν θέσεις Ναυάρχων, διατὶ νὰ μὴ τὰς ἔχουν Ναύαρχοι ἀλλὰ πλοίαρχοι;
§27Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτ.). Τοῦτο κατὰ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους δὲν εἶναι ἀπαραίτητον. Δύνανται ν’ ἀνήκουν ὀργανικῶς εἰς θέσεις ναυάρχων, ἀλλὰ δὲν ὁρίζει ὁ ὀργανισμὸς ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀπαραιτήτως ναύαρχοι. Δύνανται νὰ εἶναι καὶ πλοίαρχοι, ὡς ἐπίσης δύνανται νὰ εἶναι καὶ εἰς τὸν ναύσταθμον καὶ εἰς τὸ ἐπιτελεῖον πλοίαρχοι. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εἶναι ναύαρχοι.
§28Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τότε ἀποστρατεύσατέ τους. Μὴ τοὺς χρησιμοποιεῖτε. Καὶ αὐτοὺς ποὺ δὲν τοὺς χρησιμοποιεῖτε νὰ μὴ τοὺς πληρώνετε ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον.
§29Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾶ τὰ ζητήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὰ τακτικὰ ἔξοδα, ὡς ἔπρεπε, τοὐναντίον ἐλαττώνει τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τοῦτ’ ἔστι τὰς δαπάνας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦνται διὰ τὸν ἀνεφοδιασμὸν καὶ διὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ οἰκονομίας. Καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὁμιλήσαντες ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡμίλησαν σχετικῶς. Εἶναι γνωστὸν τὸ ζήτημα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυνομίας τῶν πόλεων. Εἶναι ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον μόνον ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐπιλύσῃ. Μὴ ἐπιλύσασα τοῦτο ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις διέπραξε παράλειψιν στοιχειώδους πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὴν Χωροφυλακὴν πλεονάζει μέγας ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν, καὶ ὅτι ἀντὶ νὰ σταματήσῃ τὸ κακὸν δημιουργοῦνται καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί. Καθ’ ἑκάστην γίνονται διαγωνισμοὶ ἐνωμοταρχῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, καὶ ἴσως αὐτὰς τὰς ἡμέρας θὰ προαχθοῦν περὶ τοὺς 125. Ἐφιστῶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Γενικῶς, κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπιτύχῃ καὶ ἄλλας οἰκονομίας εἰς ἄλλα σημεῖα. Ὅπως ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Φλωρίνης κ. Μόδης ἔχομεν ἀπείρους ἐμπορικὰς σχολάς, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν. Ἀντὶ τούτου ὡς πληροφοροῦμαι πρόκειται νὰ δημιουργηθοῦν καὶ ἄλλαι ἐμπορικαὶ σχολαί. Ὅλοι θὰ γνωρίζετε ἀπὸ τὰς ἰδιαιτέρας σας ἐπαρχίας ὅτι πλεῖστοι ἀπόφοιτοι τῶν ἐμπορικῶν σχολῶν εἶναι ἄεργοι, διότι μόλις λαμβάνουν τὸ δίπλωμα ἔχουν τὴν ἀπαίτησιν νὰ διορισθοῦν ὑπάλληλοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐνῶ ἦτο δυνατὸν ἀντὶ τῆς πληθώρας αὐτῆς τῶν ἐμπορικῶν σχολῶν, ἐὰν ὑπάρχουν διαθέσιμα χρήματα, νὰ ἱδρύσωμεν ἄλλας σχολὰς π.χ. Γεωργικὰς καὶ ἄλλας.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Ἐγὼ ἵδρυσα τὰς Σχολὰς αὐτάς;
§31Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὄχι, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ἐπειδὴ σεῖς εἶσθε Ἀρχηγὸς τοῦ μεγαλυτέρου κόμματος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατ’ ἀνάγκην ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι Βουλευταί, τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἡ Κυβέρνησις ἐξηκολούθησε τὴν αὐτὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου της, πολιτικὴν ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον διαιρεῖ τοὺς πολίτας εἰς δύο τάξεις, εἰς τοὺς πλουσίους, οἵτινες εἶναι ἀσύδοτοι μὴ πληρώνοντες τοὺς ἀπαιτουμένους φόρους καὶ εἰς τοὺς πτωχούς, τοὺς πολίτας τουτέστι τῆς μέσης καὶ κατωτέρας τάξεως, οἵτινες πιέζονται καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων. Οὕτως ἐνῶ ὁ Γεωργικὸς πληθυσμὸς φορολογεῖται ἐπὶ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου αὐτοῦ γεωργικῆς παραγωγῆς, αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι δὲν πληρώνουσι φόρον καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ μόνον φόρον μερισμάτων. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι βουλευταὶ ἐγένετο συζήτησις περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεφέρθη ἔκθεσις ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, δημοσιευθεῖσα εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ταχυδρόμον πέρυσι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκθεσιν τὸ Κράτος κατ’ ἔτος χάνει πλέον τῶν 100.000.000 διότι αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι δὲν πληρώνουν φόρον καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ φόρον μερίσματος. Εἶναι δὲ γνωστὸν πῶς μετατρέπουσιν τὰ κέρδη των εἰς δῶρα ἢ μισθούς, ὥστε τὰ μερίσματα νὰ εἶναι μικρὰ καὶ συνεπῶς ὁ φόρος μικρός. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου κ. Βουλευταὶ δὲν ἐπιτρέπεται ὅλοι οἱ Ἕλληνες νὰ πληρώνουν φόρον καθαρᾶς προσόδου καὶ μερικοὶ πολυεκατομμυριοῦχοι, τραπεζῖται, καὶ μεγαλοκεφαλαιοῦχοι νὰ κατωρθώνουν νὰ μὴ πληρώνουν ταύτην. Ἰδοὺ εἷς πόρος χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσπράξῃ φορολογῶν αὐτοὺς ὡς εἶναι δίκαιον καὶ ὡς ἐμπρέπει, διότι τὸ ἐναντίον εἶναι προσβολὴ κατὰ τῆς δημοσίας γνώμης, νὰ μὴν πληρώνουν οἱ τραπεζῖται καὶ οἱ μερισματοῦχοι φόρον καθαρᾶς προσόδου.
§32Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομ.). Ὑπάρχει μία διαφορὰ μεταξὺ τῆς φορολογίας τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν ἔστω καὶ ἂν αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι εἶναι Τραπεζητικαὶ καὶ τῆς φορολογίας τῶν Τραπεζιτῶν. Οἱ τραπεζῖται ὑπόκεινται εἰς τὴν φορολογίαν, ἄλλο ζήτημα ἐὰν ἀποκρύπτουσι τὰ ἔσοδά των. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω δὲ διατὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος συνθετικὸς εἰς τὰς ἀνωνύμους Ἑταιρείας καὶ διατὶ εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν μερισμάτων.
§33Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. Σακαλῆς εἶπεν ὅτι περισσότερον διαφεύγουν τὰ κέρδη τῶν ἀτόμων τῶν κερδῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Βεβαίως, ἐὰν πρόκειται περὶ πλουσίων, οὗτοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀποκρύπτουσιν τὰ κέρδη των, ὅπως ἀπέδειξα κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1921 εἰς μίαν ἐπερώτησίν μου κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμον χρῆσιν ὀνομαστικοῦ καταλόγου τὸν ὁποῖον κατέθεσεν ἡ ἐφορία εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν αἰτήσεώς μου πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Τοὐναντίον αἱ μεσαῖαι καὶ κατώτεραι τάξεις ὄχι μόνον δὲν δύνανται νὰ ἀποκρύψωσι τὴν περιουσίαν των, διότι αὕτη ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀκίνητα καὶ ἀπὸ ζῷα, καὶ συνεπῶς καὶ τὰ κέρδη των, ἀλλὰ πολλάκις πληρώνουσιν καὶ περισσότερα τῶν ὅσων ὑποχρεοῦνται. Ἔχω παράδειγμα κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἐνοικιαστὴς τῆς ἐλαιοδεκάτης ἐζήτει φόρον δεκάτην διὰ 300 ὀκάδας ἐλαίου, ἐνῷ ὁ χωρικὸς διεμαρτύρετο ὅτι ἡ παραγωγή του εἰς ἔλαιον ἦτο πολὺ μικροτέρα. Ὁ δεκατιστὴς ἐπέμεινε καὶ τὸν ἠπείλησε ὅτι θὰ τοῦ κόψῃ ἔνταλμα. Τότε ἐσκέφθη ὁ χωρικός, ἐὰν δὲν πληρώσω, θὰ μοῦ κόψῃ ἔνταλμα καὶ θὰ εἰσαχθῶ εἰς τὰς φυλακάς. Νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν πρέπει νὰ δώσω περισσότερα εἰς τὸν δικηγόρον μου. Ἐδῶ, προσέξατε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κύριοι βουλευταί. Ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ πληρώσῃ φόρον 1–2 χιλιάδας δραχμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ ἔνστασιν ἂν νομίζῃ ὅτι τοῦ ζητοῦν ὑπερβολικὸν φόρον, διότι θὰ πληρώσῃ εἰς τὸν δικηγόρον περισσότερα. Συνεπῶς καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐνστάσεως τὸ ὁποῖον παρέχει ὁ Νόμος εἰς τὸν φορολογούμενον πολίτην κάμνουν χρῆσιν μόνον οἱ πλούσιοι, οἱ ὁποῖοι κατωρθώνουν οὕτω νὰ πληρώνουν ὀλιγώτερα, ἐνῷ οἱ πτωχοὶ χωρικοὶ ὄχι μόνον πληρώνουσιν ἀκριβῶς ὅ,τι πρέπει, ἀλλὰ καὶ περισσότερα πολλάκις. Καὶ τοῦτο διότι ὅλαι αἱ εὐκολίαι τὰς ὁποίας παρέχουν οἱ νόμοι εἰς τοὺς φορολογουμένους πολίτας ἀποφασίζονται πάντοτε ἀφοῦ ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συμβουλευθῇ ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ ἐπιμελητήρια τὰ ἀντιπροσωπεύοντα τὸ μέγα κεφάλαιον, οὐχὶ δὲ καὶ τοὺς ἀντιπροσωπεύοντες τὸν ἀγροτικὸν κόσμον.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον). Ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ ὁμιλῶν πρὶν ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ εἴπῃ.
§35Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ποῖα;
§36Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουρ. Οἰκονομ.). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον, λέγετε, ὅτι συμβουλεύομαι ἐγὼ τὰ Ἐμπορικὰ Ἐπιμελητήρια.
§37Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πάντες οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἴδιον πράττουσιν ἀνέκαθεν. Ὅλαι αἱ διευκολύνσεις αἱ διδόμεναι εἰς τοὺς φορολογουμένους ἀφορῶσι τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων καὶ δὴ τῶν μεγάλων, οὐχὶ δὲ καὶ τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ φυλακαὶ τῶν ὁποίων εἶναι πλήρεις κρατουμένων διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ δὴ χωρικῶν, οἵτινες δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν 500 καὶ ὀλιγωτέρας ἀκόμη δραχμὰς φόρον, χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ Κράτος κάμνει περισσοτέρας δαπάνας διὰ τὴν διατροφήν των ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἰσέπραττεν. Αὐτὰ, Κύριοι βουλευταί, ἀποτελοῦν μίαν μεγάλην ἀνισότητα μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἐπὶ τῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἶπον ὅτι ὁ λαὸς διαιρεῖται εἰς δύο τάξεις εἰς τὴν τῶν πλουσίων καὶ προνομιούχων καὶ εἰς τὴν τῶν πτωχῶν καὶ καταπιεζομένων.
§38Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Σὲ ὅλον τὸν κόσμον συμβαίνει αὐτό.
§39Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠξεύρω τί γίνεται εἰς τὰ ἄλλα μέρη. Διὰ τοὺς κατοίκους ἐξ ἄλλου τῶν Ἀθηνῶν καὶ γενικῶς τῶν μεγάλων πόλεων ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων εἶναι δύσκολον ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων, διότι αἱ μεγαλύτεραι καὶ αἱ περισσότεραι περιουσίαι εἶναι εἰς κινητὰς ἀξίας, ἐνῷ εἰς τὰ μικρὰ μέρη ἡ βεβαίωσις εἶναι εὔκολος, διότι εἶναι γνωστὴ ἀκριβῶς ἡ περιουσία καὶ τὰ κέρδη ἑκάστου πολίτου. Ἐψηφίσαμεν, κ. βουλευταί, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἓν σχετικὸν νομοσχέδιον εὐσπευσμένως χωρὶς οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ δυνηθῇ νὰ ὁμιλήσῃ, χωρὶς οὐδεμία τροπολογία νὰ γίνῃ δεκτή, διότι ἐπρόκειτο ν’ ἀπέλθῃ τὴν ἑπομένην εἰς Γενεύην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ τῆς ὁδοποιΐας Νομοσχέδιον. Ἐδώσαμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ δάνειον 6½ ἑκατομμυρίων λιρῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν δηλαδὴ ἐκείνων αἵτινες ἑνοῦσι πρωτευούσας νομῶν, ἢ μεγάλας πόλεις μὲ μεγάλους λιμένας ἀγουσῶν εἰς τὰ σύνορα κλπ. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν διὰ Νομοσχεδίου ἐπιβάλομεν φορολογίαν εἰς τὰ προϊόντα τὰ μεταφερόμενα διὰ τῶν ὁδῶν κλπ. Εἶναι μιὰ ἀδικία τεραστία ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν, διότι οἱ κάτοικοι τῶν μεγάλων πόλεων καὶ λιμένων ἔνθα τὰ προϊόντα καὶ γενικῶς τὰ ἐμπορεύματα μεταφέρονται διὰ Σιδηροδρόμων ἢ ἀτμοπλοίων δὲν θὰ πληρώσωσι τοιοῦτον φόρον διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς ὁδούς, ἐνῶ οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν θὰ πληρώνωσι ὡς Ἕλληνες πολῖται καὶ διὰ τὸ τοκοχρεωλύσιον τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγράφεται κατ’ ἔτος εἰς τὸν δημόσιον προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ Δανείου τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν. Βλέπετε ὅτι ὅλη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν διαφέρει τῆς πολιτικῆς τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων. Εἶναι μιὰ πολιτικὴ ἡ ὁποία χωρίζει τὸν λαὸν εἰς δύο τάξεις. Τὸ μόνον καλὸν μέτρον καὶ δίκαιον τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν εἶναι ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων κατὰ τεκμήριον. Εἶναι ἡ μόνη ἐλπὶς ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διαφεύγουν τὴν φορολογίαν. Διότι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἔχοντες μεγάλα αὐτοκίνητα πολυτελείας καὶ ζῶντες βίον πολυδάπανον, οἵτινες ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ἔχουσι μεγάλην περιουσίαν ἀποφεύγοντες νὰ πληρώσωσιν οὕτως τὸν ὀφειλόμενον φόρον, διότι εἶναι δύσκολος ἡ ἐξεύρεσις τῆς περιουσίας του Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ μέτρον θὰ ἀποδώσῃ μεγάλα ποσά, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον δὲν εἰσεπράττοντο. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν εἰσηγητὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸν φόρον τῶν ἀποδημούντων. Ὄχι διότι ὁ φόρος εἶναι μέγας ἀλλὰ διότι, κ. Βουλευταί, πρόκειται νὰ προστεθῇ ἓν ἄλλο ἀκόμη ἐμπόδιον εἰς αὐτὰ τὰ περιτώδη καὶ ἀναχρονιστικὰ ἐμπόδια τὰ ὁποῖα προβάλλονται εἰς ὅλους τοὺς πολίτας οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ μετακινηθῶσι. Ἀποτελεῖ δὲ αἶσχος δι’ ὅλον τὸν κόσμον τὸ ζήτημα τῶν διαβατηρίων καὶ τῶν ταπεινώσεων καὶ τοῦ διασυρμοῦ τὸν ὁποῖον ὑφίστανται τὰ ταξειδεύοντα ἄτομα. Προπολεμικῶς μόνον διὰ τοὺς ταξειδεύοντας εἰς τὴν Ρωσσίαν καὶ τὴν Τουρκίαν ἀπῃτοῦντο τὰ διαβατήρια. Προτοῦ δὲ ἡ Κ.Τ.Ε. φροντίσῃ νὰ καταστήσῃ πραγματικότητα τὴν εἰρήνην τῶν λαῶν, ἔπρεπε πρῶτον νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐπικοινωνίαν τῶν λαῶν τῶν διαφόρων Κρατῶν μεταξύ των. Διότι ἡ δικαιολογία τῆς ὑπάρξεως τῶν διαβατηρίων πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἐξαπλώσεως τοῦ κομμουνισμοῦ, εἶναι οὐτοπία. Διότι ὁ κομμουνιστὴς δύναται νὰ εἰσέλθῃ διὰ πολλῶν μέσων.
§40Α. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ–ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ κ. συνάδελφε, ἔχει μόνον φορολογικὸν σκοπόν.
§41Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κ. συνάδελφοι. Τὸ μέτρον μόνον φορολογικὸν σκοπὸν ἔχει. Ἔχομεν τεράστιον ποσὸν εἰσπραττόμενον ἐκ τῶν διαβατηρίων, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς γενικῆς οἰκονομίας τῆς χώρας καὶ τῶν τάξεων τῶν ὁποίων τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνελάβατε νὰ γίνεσαι ὑπέρμαχοι.
§42Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ποίων;
§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Τῶν πτωχῶν εἰς βάρος τῆς γενικῆς οἰκονομίας τῆς χώρας.
§44Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, νὰ μὴ διαστρέφετε τοὺς λόγους μου. Ἐγὼ δὲν κατέκρινα τὴν ἐπιβολὴν φόρου εἰς τοὺς ἀποδημοῦντας, ἐξέφρασα τὴν γνώμην ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ θὰ φέρῃ καὶ ἄλλο ἐμπόδιον εἰς αὐτούς. Εὕρετε ἄλλο μέσον, ὥστε νὰ πληρώνουν χωρὶς νὰ ὑφίστανται τοὺς ἐξευτελισμούς. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἔχει καλῶς.
§46Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πόσον ἐκαλέσατε τὸ ποσόν;
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Κολοσσιαῖον, 4 ἑκατομμύρια δραχ. κατ’ ἔτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμεν ὁλόκληρον ἀγόρευσιν ἐπὶ βάσεως τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἔθεσεν. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ φόρου τῶν ἀποδημούντων.
§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Χαίρω πολὺ ποὺ δὲν εἶσθαι κατὰ τοῦ φόρου τῶν ἀποδημιῶν.
§49Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο, ὅτι θὰ προστεθῇ μία δυσκολία εἰς τοὺς ταξιδεύοντας καὶ ὅτι τὸ νὰ παρεμβάλλωνται δυσκολίαι εἰς τὸν 20ὸν αἰῶνα εἶναι ἀναχρονισμὸς καὶ δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἀδελφοποίησιν τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ γνωρισθῶσι μεταξὺ των. Ἐπιπλέον ἡ διευκόλυνσις τοῦ ταξειδίου θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μεγαλειτέραν ἀνάπτυξιν τῶν ἀτόμων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τί ἀπήντησεν ὁ Χαρίλ. Τρικούπης εἰς τὴν κατηγορίαν ὅτι ἀπέστελλεν ἀξιωματικοὺς εἰς Παρισίους πρὸς ἐκπαίδευσιν οἵτινες ἀντὶ νὰ ἐκπαιδεύωνται διεσκέδαζον. Ἀπήντησεν ὅτι καὶ τὰς βιτρίνας τῶν καταστημάτων ἐὰν βλέπουν θὰ ἔλθωσιν πλέον μορφωμένοι. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ τόπος διέρχεται μεγίστην οἰκονομικὴν κρίσιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας προεκλήθησαν καὶ ἐξεγέρσεις. Τὰ αἴτια εἶναι πάμπολλα. Ἐγὼ εἰλικρινῶς πιστεύω ὅτι ἐκ τῶν σοβαρωτέρων αὐτῶν εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, ἡ ἔλλειψις τῆς μεταναστεύσεως καὶ ἡ στενότης τῆς γῆς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατ’ ἔτος ὁ πληθυσμὸς τῆς χώρας αὐξάνει περίπου κατὰ 100 χιλ. καὶ δὴ εἰς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον. Ἐπίσης εἶναι γνωστὴ καὶ ἡ στενότης τῆς γῆς, ἥτις εἴς τινας περιφερείας εἶναι πολὺ μεγάλη. Εἰς τὴν Ἤπειρον εἶναι δύσκολον νὰ ὑπάρχῃ γεωργικὸς κλῆρος ὀγδοήκοντα στρεμμάτων, δηλαδὴ 40 στρέμματα καλλιεργήσιμα κατ’ ἔτος, γενομένης χρήσεως τῆς ἀγραναπαύσεως. Ἡ ἀπόδοσις τῆς γῆς εἶναι πολὺ μικρά. Συνεπείᾳ τούτου πολλοὶ νέοι ἐκ τῶν χωρίων καταφεύγουσι εἰς τὰς μεγαλουπόλεις ζητοῦντες ἐργασίαν, διότι δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν εἰς τὸ χωρίον των, καθόσον τὰ 50 στρέμματα, ἅτινα ἔχουσι, δὲν ἐπαρκοῦσι δι’ ὅλην τὴν οἰκογένειάν των. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀφότου ὑπάρχει Ἑλλὰς ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων ἡ μετανάστευσις εἶναι κανών, διότι ἡ χώρα ἡμῶν εἶναι πετρώδης καὶ ἄφορος, ἕνεκα τούτου δὲ ὁ λαὸς μετέβαινεν εἰς Κων)πολιν, Ρωσσίαν, Μ. Ἀσίαν, Αἴγυπτον, Ἀμερικὴν πρὸς ἀνεύρεσιν ἐργασίας. Φρονῶ ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν ἡ Κυβέρνησις ὑποχωροῦσα εἰς πλεῖστα ἄλλα ζητήματα ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ μετανάστευσις τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν Ἀμερικήν. Τοῦτο θὰ ἀνεκούφιζε τὸν ὑπόλοιπον πληθυσμόν.
§50Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφυπ. Οἰκον.). Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω: Δὲν νομίζω, ὅτι διὰ τῆς μεταναστεύσεως θὰ ἐλύετο τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν. Ἀπεναντίας φρονῶ, ὅτι παρὰ τὴν παρατηρουμένην στενότητα τῆς γῆς, εἶναι δυνατόν, διὰ τῆς διανοίξεως ὁδῶν καὶ διὰ τῆς συγκοινωνίας νὰ γίνῃ μεγαλυτέρα ἡ καλλιεργουμένη ἔκτασις τῆς γῆς. Ἐκτὸς τῶν ἀποξηραμένων καὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὴν καλλιέργειαν γαιῶν θὰ εἶναι δυνατόν, ὡς παράδειγμα τῆς Ἠπείρου, ἐκεῖ ποὺ τὰ 50 στρέμματα δὲν φθάνουν διὰ μίαν οἰκογένειαν, νὰ φθάσωσιν δενδροκομικῶς. Χρειάζονται πρὸς τούτους κόμιστρα καὶ ἐπικοινωνίαι. Ἡ διαρροὴ τῆς μεταναστεύσεως δὲν εἶναι οἰκονομικὸν μέτρον.
§51Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν συμφωνεῖ διὰ τὴν μετανάστευσιν. Φρονῶ ὅτι καὶ τὰ ἀποξηραντικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ γίνωσιν, ἐπειδὴ θὰ γίνωσι εἰς ὡρισμένας περιφερείας δὲν θὰ συντελέσωσι εἰς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ ἔχοντος ἀνάγκην γαιῶν Γεωργικοῦ πληθυσμοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας, διότι ἄλλως ἡ Οἰκονομικὴ κρίσις θὰ ἐπιταθῇ. Εἶναι καιρὸς κύριοι βουλευταὶ νὰ δώσωμεν σοβαρὰν προσοχὴν εἰς τὴν παρατηρουμένην δυσφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, δυσφορίαν, ἡ ὁποία εἴς τινας περιφερείας ἔφθασε μέχρις ἐξεγέρσεως. Καθ’ ἑκάστην λαμβάνομεν ἐπιστολὰς ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μας, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται, διότι οἱ Χωροφύλακες τοὺς καταδιώκουσι δι’ ἐνταλμάτων ἐνῶ αὐτοὶ ἀδυνατοῦσι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους τῶν πέντε ἐτῶν τοὺς ὁποίους ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ δυσφορία εἶναι γενική, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Σήμερον δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι μία πλήρης δυσαρμονία τῆς κοινῆς γνώμης πρὸς τὴν Βουλήν, δυσαρμονία ἡ ὁποία κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει τὴν διάλυσιν τοῦ Σώματος καὶ τὴν διενέργειαν ἐκλογῶν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ὁ ἀνώτατος ἄρχων πρέπει ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτοθυσίαν νὰ προτείνωμεν τὴν διάλυσιν τοῦ Σώματος καὶ τὴν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἵνα ὁ μὲν λαὸς εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐκλέξῃ τοὺς καταλλήλους αὐτοῦ ἀντιπροσώπους, ἡμεῖς δὲ νὰ ἀπολογηθῶμεν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μας. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς κ. Συνάδελφοι καὶ ἡ διενέργεια τῶν ἐκλογῶν εἶναι στοιχειῶδες καθῆκον ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπέναντι ἡμῶν καὶ ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας τοῦ τόπου (χειροκροτήματα).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§53Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, δὲν σκοπῶ νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον κατὰ τὰς τρεῖς ψηφοφορίας καὶ συζητήσεις, τὰς γενομένας ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῶν τριῶν Κυβερνήσεων ἠρνήθην ψῆφον πρὸς τὰς Κυβερνήσεις ταύτας, δικαιολογήσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἄρνησίν μου ταύτην. Δὲν ἐπιθυμῶ δ’ ἐπὶ πλέον νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ μακρῶν, διότι ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ μακρᾶς καὶ ἀναλυτικῆς καὶ ἐμπεριστατωμένης αὐτοῦ ἐκθέσεως κατέδειξε ἐπακριβῶς ὡρισμένα σημεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων φαίνεται ἡ ὅλη κατάστασις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Θὰ ἐπεθύμουν μόνον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς ὅλης πολιτικῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καὶ τῶν δύο προκατόχων ταύτης Κυβερνήσεων. Καὶ αἰσθάνομαι ἐν πρώτοις ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πτῶσις τῆς δικτατορίας καὶ ἡ ἀνάρρησις εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν μεταδικτατορικῶν Κυβερνήσεων ἐπέφερε τοῦτο τὸ μέγιστον ἀγαθόν, ὅτι ἀμέσως ἠδυνήθη ἡ Ἑλλὰς νὰ βαδίσῃ τὴν ὁδὸν τῆς ἀληθοῦς ἐθνικῆς πολιτικῆς ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς αὐτῆς σχέσεσι. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἄξια παντὸς ἐπαίνου ἡ πρώτη Κυβέρνησις, ἡ Οἰκουμενική, ἡ ὁποία ἄνευ ἀναβολῆς καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἐνδοιασμοῦ ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθώρισεν ἐπακριβῶς τὴν στάσιν ἡμῶν ἀπέναντι τῶν ἐπαισχύντων ἐκείνων συμβάσεων, τὰς ὁποίας κατήρτισεν ἡ δικτατορία. Καὶ ἦτο ἀληθῶς μέγα εὐτύχημα, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη ἀμέσως τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως ἠκύρωσε τὰς συμβάσεις ἐκείνας. Ἡ Ἑλλὰς ἀναμφισβητήτως εἶναι διατεθειμένη, ὄχι μόνον χάριν φιλίας καὶ στοργῆς πρὸς τὸ φίλον ὅμορον ἔθνος μετὰ τοῦ ὁποίου συνδεόμεθα ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν διὰ κοινῶν ἀγώνων, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ ἰδικοῦ αὐτῆς συμφέροντος καὶ τῆς γενικωτέρας ἀλληλεγγύης τῆς Βαλκανικῆς καὶ διὰ θυσίας νὰ παράσχῃ πᾶσαν οἱανδήποτε δυνατὴν εὐκολίαν ὅπως ἀναπτύξῃ τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις τῶν ὁμόρων κρατῶν. Ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἡ Ἑλλὰς θὰ πράξῃ ἀναμφισβητήτως τὸ καθῆκόν της καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως, καὶ ὀρθῶς διέγνωσε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις— δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένη ἐπ’ οὐδενὶ ὅρῳ νὰ συντείνῃ ὅπως μειωθῇ καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον ἡ ἰδική της κυριαρχία. Καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας τόσον εὐστόχως καὶ τόσον καλῶς δὲν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰς ἔφερε πρὸς ἀκύρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, περιέχουσι μείωσιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους. Ἑπομένως ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἡ τοιαύτη πτῶσις τῆς δικτατορίας καὶ ἡ ἀνάληψις τῆς Ἀρχῆς παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως ἀπετέλεσε μέγιστον ἀγαθόν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Ἐθνικὴ πολιτικὴ εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, ἡ ὁποία δὲν χωρίζει τὰ κόμματα ἐν Ἑλλάδι, ἡ πολιτικὴ αὕτη θὰ συνεχισθῇ καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καὶ παρὰ πάσης Κυβερνήσεως μελλούσης νὰ διαδεχθῇ αὐτήν. Εἶναι δ’ εὐτύχημα ὅτι ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι προεβλέφθη ὅπως ὑπὸ τῶν δύο Σωμάτων καταρτίζεται μεγάλη ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ παρέχῃ τὰς συμβουλὰς καὶ τὸ κῦρός της πρὸς τὸν ἑκάστοτε ἀσκοῦντα τὴν πολιτικὴν εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις καὶ πρὸς τὴν ὅλην Κυβέρνησιν. Ἀναμφιβόλως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ θὰ ἐνασκῆται ὑπὸ τὴν ἀμοιβαίαν ἐπίδρασιν Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ὑφ’ ὅλου τοῦ Σώματος εἶναι δυσχερὲς νὰ ἐξετάζωνται τὰ μεγάλα ἡμῶν ἐξωτερικὰ ζητήματα. Ἐπαινέσας καὶ ἐγκρίνας ἀπολύτως τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς δικτατορίας, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμω τὴν σύστασιν, ὅτι πρέπει νὰ καταβάλληται ἰδιάζουσα προσοχὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τοὐλάχιστον, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι ὅπως ἀσκῶσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ εἴπω λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ τοῦτο μόνον θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ἵνα καλῶς καὶ μετὰ κύρους ἀσκῆται ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρέπει οἱ ἀνώτατοι ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγάλην ἐπιρροὴν καὶ εὐθύνην ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς πολιτικῆς ταύτης, νὰ ἀπολαύωσι πλήρους τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κοινῆς Γνώμης τῆς Ἑλλάδος. Τὸ τοιοῦτον ἴσως νὰ μὴ παρατηρῆται τὴν στιγμὴν ταύτην ἄνευ ἐξαιρέσεως. Ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἀπαιτεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἔχω ὑποχρέωσιν, Κύριοι Βουλευταί, κατὰ δεύτερον λόγον νὰ ἐξάρω, ἔχω δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην διότι ἀγωνισθεὶς μεθ’ ὅλων ὑμῶν ὑπὲρ ἀποκαταστάσεως τοῦ ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ βίου, εἶμαι πολὺ εὐχαριστημένος διότι μοῦ δίδεται ἀφορμὴ νὰ πιστοποιήσω ὅτι αἱ μετέπειτα Κυβερνήσεις ἐπέδειξαν πλήρη φειδὼ τοῦ δημοσίου χρήματος. Δὲν θέλω διὰ τῆς ἐξάρσεως ταύτης οὐδὲ πόρρωθεν νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι ἐγκρίνω τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξάρω τὸ γεγονὸς ὅτι ἐγκαίρως διὰ τῆς πτώσεως τῆς δικτατορίας ἠδυνήθη καὶ θὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ εὕρῃ τὸν οἰκονομικὸν αὐτῆς δρόμον, ἀφοῦ καὶ τὸ ἐλεύθερον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ αἱ ἐφαρμόσασαι αὐτὸ ἑπόμεναι Κυβερνήσεις ἐπέδειξαν πλήρη φειδὼ τοῦ δημοσίου χρήματος, μὴ προβᾶσαι εἰς οὐδεμίαν ἐξ ἐκείνων τῶν σπαταλῶν καὶ καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι διέκριναν τὸ καταλυθὲν δικτατορικὸν καθεστώς. Εἶναι καὶ τοῦτο ἓν ἐκ τῶν μεγάλων πλεονεκτημάτων τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ὁ διαρκὴς ἔλεγχος τῆς κοινῆς γνώμης περὶ τὴν διάθεσιν τῶν οἰκονομικῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ πεποίθησις τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων ὅτι ὑπηρετοῦσι γενικώτερόν τινα σκοπόν, ὅτι δὲν ὑπηρετοῦσι προσωπικοὺς σκοποὺς καὶ τούτου ἕνεκα εἶναι ὑποχρεωμέναι, γνωρίζουσαι ὅτι μετ’ ὀλίγον μέλλουσι νὰ καταλίπωσι τὴν Ἀρχήν, εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ ἐπιδεικνύωσι μεγίστην φειδὼ τοῦ δημοσίου χρήματος, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον πᾶς λαός, καὶ ἰδίως ὁ ἑλληνικός, εἶναι ἐξαιρετικῶς εὔθικτος. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας τὰς γενικάς, θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν συζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μᾶλλον συζητοῦμεν τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1927–1928, καὶ δυστυχῶς ὄχι τὸν ἀπολογισμὸν ἐντελῆ, διότι ἀπομένουσιν ἀκόμη μῆνες τινές, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν κατὰ τοῦτον ἢ κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον νὰ ἀλλοιώσωσι τὰ προβλεπόμενα ἀποτελέσματα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνός, καὶ παρ’ ἡμῶν ἀφ’ ἑτέρου. Κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ὅτε ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμός, ὑποθέτω, ἢ ὅτε συνεζητήθησαν αἱ πρῶται προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὑπελόγιζον τὸ μέλλον νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλλειμμα εἰς 500–600 ἑκατομμύρια. Ὑπελόγισα δηλαδὴ ὅτι θὰ ἔχωμεν περὶ τὰ 300 ἑκατ. ὀλιγώτερα τῶν προβλεπομένων εἰσπράξεων καὶ ὅτι θὰ γείνῃ αὔξησις δαπανῶν περὶ τὰ 300 ἑκατ. Ἡ μέχρι τοῦδε ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ ὁποίου ἐδημοσιεύθησαν προχθὲς τὰ ἀποτελέσματα, ἀποδεικνύουν ὅτι ἐκ τῶν 8850 ἑκατομ. εἰσεπράχθησαν 7500 ἑκατομ. Ἑπομένως πρὸς εἴσπραξιν ἀπομένουσιν κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον καὶ κατὰ τοὺς τέσσαρας ἑπομένους μῆνας 1350 ἑκατομμύρια.
§54Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ὄχι. Δὲν μένουσι τόσα, ἀλλὰ 1251 ἑκατ.
§55Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐκ τῶν δημοσιευθέντων προχθὲς προκύπτουν 1350.000.000. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχομεν μέχρι σήμερον ὑπέρβασιν δαπανῶν, μὴ δυναμένων νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ, 161.000.000, εἶναι πιθανώτατον ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἀνέλθῃ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως εἰς 200.000.000 περίπου. Ἔχομεν ἀμέσως πρὸς εἴσπραξιν...
§56Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κατὰ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως αἱ δαπάναι αὗται ἀνέρχονται εἰς 130 ἑκατομ.
§57Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὁ κ. Εἰσηγητὴς ἐδήλωσεν 161 ἑκατ. Εἰς αὐτὸ δὲν ἐδόθη ἀπάντησις ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§58Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Ἔγιναν τρεῖς δηλώσεις. Εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ 131 ἑκατ. διατηροῦνται δὲ ἀκόμη 60 ἑκατ. ἐν τῷ ἀποθεματικῷ. Ἐγὼ θὰ κάμω καὶ νέαν δήλωσιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§59Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τῶν 150–200 ἑκατομμυρίων ὡς ὑπέρβασις δὲν εἶναι ὑπερβολικός. Ἀναμφισβητήτως δὲ διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ ἰσοζύγιον, πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὸν Μάρτιον καὶ τοὺς τέσσαρας ἑπομένους μῆνας ποσὸν κυμαινόμενον μεταξὺ 1250–1300 ἑκατομ.
§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, διότι ἀναχωρεῖτε ἀπὸ μιᾶς ἐσφαλμένης βάσεως. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν παίρνετε ὡς βάσιν τὰς πραγματοποιηθείσας εἰσπράξεις καὶ ἀφ’ ἑτέρου λαμβάνετε ὡς βάσιν τὰς κεχορηγημένας μόνον πιστώσεις καὶ ὄχι τὰς πραγματοποιηθησομένας. Ὅλαι αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν προϋπολογισμόν, δὲν ὑπάρχουν εἰς κανὲν ἔλλειμμα ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Κράτους.
§61Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ 3% τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Ἀπάνω κάτω τόσον ὑπελογίσθη παρ’ ὅλων. Ἑπομένως κατὰ τὴν γνώμην μου κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον καὶ τοὺς ἑπομένους μῆνας πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ποσὸν κυμαινόμενον μεταξὺ 1.000.000.000 ἕως 1.300.000.000 δραχ. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα κατὰ τὸ λῆξαν οἰκονομικὸν ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον εἰσεπράχθησαν πολὺ περισσότερα ποσὰ τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν θὰ κατέλιπεν ἔλλειμμα. Κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ περασμένου ἔτους προηγήθη ὁ μὴν Φεβρουάριος κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπῆρχεν ἀνιοῦσα κλῖμαξ τῶν ἀποδόσεων. Κατὰ τὸν Φεβρουάριον δὲν παρετηρήθη ἡ ἀνιοῦσα κλῖμαξ, ἀλλὰ ἐὰν παρετηρήθη κατὰ τὸν Μάρτιον ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθῇ καὶ φρονῶ ὅτι θὰ καταλίπῃ ἓν ἔλλειμμα 300–400.000.000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, κ. Βουλευταί, μικρὰν θὰ εἶχε σημασίαν διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἐὰν ἡ ὅλη κατάστασις τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν ἦτο ἀντίθετος, ὥστε μετὰ βασιμότητος νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς μελλούσης νὰ ἀρχίσῃ χρήσεως θὰ ἦτο δυνατόν, ὄχι μόνον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο οἰκονομικῶς νὰ καλυφθῇ, ἀλλὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθοῦν αἱ βάσεις πραγματικῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἐπιστοποίησεν, ὅτι ἐκ τῶν νέων βαρῶν τῶν δανείων καὶ ἐκ τῆς μελλούσης νὰ λάβῃ χώραν συμπληρώσεως τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως, ἀφαιρουμένων τῶν ἐλαφρύνσεων αἱ ὁποῖαι προβλέπονται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλομεν ἔχει μίαν νέαν ἐπιβάρυνσιν 500.000.000 δραχμῶν. Ἑπομένως, ἐπὶ ἴσῃ ἀποδόσεως τῶν φόρων, οἵα κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν φορολογικῶν ποσοστῶν ὑπολογίζω ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς μελλούσης ν’ ἀρχίσῃ χρήσεως θὰ ἀνέλθῃ εἰς 1.000.000.000 δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐξεύρῃ πόρους, ὅπως καλυφθῇ ἓν ἔλλειμμα 1.000.000.000 δραχ. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ὑπάρχουν ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἀμέσως, ὄχι μόνον ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἔν τινι μέτρῳ νὰ ὑπηρετήσῃ. Βεβαίως δὲν εἶμαι διατεθειμένος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑποστηρίξω οἱανδήποτε λεγομένην ὑπαλληλικὴν ἐξέγερσιν. Κατακρίνω ἀπεριφράστως, κατέκρινον δὲ καὶ ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πᾶσαν ὁμαδικὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅπως τύχωσιν αὐξήσεων, διότι νομίζω, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ὡς ὄργανα τοῦ Κράτους εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος. Ἑπομένως πᾶσα ἐξέγερσις τῶν ὑπαλλήλων ἔναντι τοῦ Κράτους ἀντιβαίνει πρὸς τὰς στοιχειώδεις ἐννοίας τοῦ Κράτους καὶ ἀπειλεῖ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οὔτε Βουλή, οὔτε Κυβέρνησις, οὔτε ἐγὼ ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα, οἱονδήποτε δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, δὲν ἀναιρεῖ τὸ ἕτερον γεγονὸς ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τοιοῦτοι ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται καὶ ἄνευ τῆς ἀξιώσεως τῶν ὑπαλλήλων ἡ γενικὴ μελέτη τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔφθασεν ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς καὶ ὅπως εἶναι σήμερον οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, μοιραίως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής, λέγων, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι μόνον ζήτημα αὐξήσεως τῶν μισθῶν, ἀλλὰ εἶναι ζήτημα γενικωτέρας μελέτης τοῦ ὅλου ὑπαλληλικοῦ ζητήματος, ἀφοῦ τόσον μεγάλαι ὑπάρχουν διαφοραὶ ἐν ταῖς ἀπολαυαῖς αὐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι εἷς λόγος περισσότερος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀρχίσῃ—καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι κάμνει ἤδη τοῦτο—ὅπως ἀρχίσῃ νὰ χαράξῃ σαφῆ τὴν πολιτικὴν καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τῶν ὑπαλλήλων καὶ νὰ σκεφθῇ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῇ, ὄχι κἂν ἡ αἴτησις τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ αὕτη ἡ ἀνάγκη τοῦ Κράτους, ἡ ὑποχρέωσις ὅπως ἱκανοποιήσῃ αὐτοὺς ἐν ὡρισμένῳ βαθμῷ. Ἀλλὰ πλὴν τῆς μεγάλης ταύτης ἀνάγκης, ἐνώπιον τῆς ὁποίας θὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1928–1929, θὰ εὑρεθῇ ἐπίσης ἐνώπιον ἄλλης ἐπίσης μεγάλης ἀνάγκης, τοῦ ἀνεφοδιασμοῦ τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Καὶ ἐν τούτῳ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ μὴ δεχθεὶς τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ περὶ ὑπάρξεως τῶν δαπανῶν τούτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν καὶ παρ’ ὅλων ἐπιθυμητόν, ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον ὅπως συνεπικουρῶνται δι’ ὅλων ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπόσπαστα, ἵνα καθίστανται αἱ δυνάμεις ἰσχυραὶ ἐν τῇ χώρᾳ. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Κράτος διέρχεται κρίσιν δεινὴν οἰκονομικήν, δὲν εἶναι ἱκανόν, ὅπως ἀποστερήσῃ τὰς δημοσίας ταύτας ὑπηρεσίας τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ νομίζω, παρὰ τὴν ἀξιέπαινον προσπάθειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔχω σύμφωνον ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην ἀξιοῦσαν τὴν μὴ περιστολὴν τῶν στοιχειωδῶν τούτων ἀναγκῶν ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Ἔθνους. Κύριοι Βουλευταί, ἐπέκρινα τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας πρὸ καιροῦ, ὄχι διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλε φόρους, καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπανορθώσω κακὴν ἴσως ἀντίληψιν ἢ κακὴν διατύπωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Κος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, μὲ ἐκόλλησε κυριολεκτικῶς εἰς τὸν τοῖχον. Ἀποκρινόμενος εἰς ἐμὲ εἶπεν, ὅτι ὅσοι ὑπερτιμῶσι τὸ ποσὸν τῶν ὑποβληθέντων φόρων, οὗτοι γίνονται συνειδητὸν παραίτιον τῆς λαϊκῆς ἐξεγέρσεως κατὰ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων. Ὑπελόγισα τοὺς ἐπιβληθέντας νέους φόρους εἰς 130.000.000 καὶ τόσον συνεπῶς ἐπεβλήθησαν. Συνομολογῶ προθύμως μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς δὲν ἀποτελεῖ νέον φόρον δὲν ἀποτελεῖ βάρος τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Συνομολογῶ ἐπίσης προθύμως ὅτι ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν εἴσπραξιν ποσοῦ 180.000.000, ὅτι καὶ ὁ φόρος οὗτος δὲν ἀποτελεῖ νέον φόρον. Συνομολογῶ ἐπίσης προθύμως, ὅτι ἡ τυπικὴ ἐπιβολὴ τῶν φόρων τούτων ἀποτελεῖ οὐσιαστικὴν μείωσιν τῶν ὑφισταμένων φόρων. Ἑπομένως νομίζω ὅτι, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἀποδόσεως τῶν ἀμέσων φόρων καὶ κυρίως τῶν εἰδῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι εἴδη πρώτης ἀνάγκης, φορολογοῦνται διὰ τῆς αὐξήσεως. Δυστυχῶς δὲν μοὶ κατέστη δυνατὸν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας νὰ λάβω ἐπακριβῶς τὰ ποσὰ τῶν ἐξαχθέντων δημητριακῶν καρπῶν ἢ ἄλλων εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, ἀλλὰ κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ὑπηρεσίας τὰ ποσὰ ταῦτα ἦσαν μεγαλύτερα τῶν ἐξαχθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Λαμβανομένης λοιπὸν ὑπ’ ὄψει τῆς ἀποδόσεως τῆς μείζονος τῆς προϋπολογισθείσης ἀποδόσεως τῶν ἀμέσων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπλήγησαν διὰ τοῦ νέου φόρου, καὶ τῆς ἀναγωγῆς εἰς τὸν τιμάριθμον τοῦ συναλλάγματος, ἡ νέα φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις, ἡ ὁποῖα κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέρχεται εἰς 780.000.000, κατ’ ἐμὲ εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ ἀνέλθῃ μέχρι τοῦ 1.000.000.000. Ἀλλὰ συνωμολογήθη κάτι τὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἐτόνισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνωμολογήθη ὅτι καὶ ἡ ἀναγωγὴ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς τὸν τιμάριθμον τοῦ συναλλάγματος δὲν ἀποτελεῖ κατ’ ἐμὲ φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπομένως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἐξηγήθην. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ κύριος ὑπαίτιος τῆς σχηματισθείσης γνώμης ὅτι ἐπιβάλλονται φορολογίαι παμμέγισται, διότι ὅταν εἰσῆγε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς παρελθούσης χρήσεως, ἐξήγγειλεν ὅτι πλὴν τῆς καλύψεως —εἶναι ἡ διατύπωσις τὴν ὁποίαν θὰ εὕρητε εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας, κ. Ὑπουργέ — πλὴν τῆς καλύψεως τῶν 2.700.000.000 δραχμ. εἶναι ἀναπόφευκτον ὅπως ἐπιβληθῶσι νέα βάρη ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ 1.160.000.000. Εἶναι κακὴ ἡ διατύπωσις καὶ ἕνεκα τούτου ἐσχηματίσθη ἡ τοιαύτη γνώμη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παριστάμενος πρὸ τῶν σημειωθεισῶν ἐξεγέρσεων, δικαίως εἶπεν ὅτι «κυρίως ἐξεγείρονται εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ πολιτική μου, ἡ κακὴ ἴσως πολιτική μου, ὄχι μόνον δὲν ἐπιβάρυνε φορολογικῶς ἀλλὰ καὶ ἐν πολλοῖς ἀνεκούφισεν». Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι παρὰ στενὴ ἀντίληψις τῶν φορολογουμένων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν μετατροπὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰς φόρον ἔμμεσον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἡ μετατροπὴ ἐκείνη, ἡ ἀπολύτως κατ’ ἐμὲ ἀδικαιολόγητος, σὺν τῇ ἐπιβολῇ τοῦ ἐλαχίστου φόρου ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, ἀπετέλεσε διὰ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, ἐν σχέσει πρὸς τὰ δημητριακά, πραγματικὴν φορολογικὴν ἀνακούφισιν. Οὕτω δὲν τὸ διετυπώσατε, κ. Ὑπουργέ; Ὅτι ἀπετέλεσε φορολογικὴν ἀνακούφισιν;
§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Διὰ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς ἀναμφισβητήτως. Ἄλλωστε τὸ ἐζήτησαν.
§63Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀγανακτῶν —καὶ δικαίως —διὰ πᾶσαν τοιαύτην σημειουμένην ἐξέγερσιν, δὲν ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ βαθύτερα αἴτια τῆς τοιαύτης ἐξεγέρσεως. Ἡ ἐξέγερσις δὲν προεκλήθη εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἐκ τῆς ἐπιβολῆς κυρίως φόρων, ἀλλὰ προεκλήθη ἐκ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ὕπαιθρος ἐν Ἑλλάδι χώρα, στερουμένη συγκοινωνίας, στερουμένη ἀσφαλείας καὶ διωχθεῖσα δικαίως ἢ ἀδίκως κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος παρὰ τῶν εἰσπρακτόρων πρὸς εἴσπραξιν καθυστερουμένων φόρων ἀπὸ μιᾶς ἑπταετίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τῆς ἰδικῆς του ἀπόψεως, δικαίως φρονεῖ, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι ἦσαν πληρωτέοι καὶ καταβλητέοι, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ψυχολογίαν τοῦ χωρικοῦ, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται οἱ φόροι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἅτε οὗτος δὲν ἦτο δυνατὸν εὑρισκόμενος μάλιστα ἐν δεινῇ οἰκονομικῇ κρίσει νὰ κάμῃ διάκρισιν τῶν καθυστερουμένων φόρων ἐκ παλαιῶν χρήσεων κατὰ τῶν ζητουμένων νέων φόρων καὶ εὑρέθη πράγματι πρὸ μεγάλης πιέσεως ἐκ τῆς περιστάσεως καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπῆλθεν ἡ φορολογικὴ ἐξέγερσις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ὄχι, ἐπαναλαμβάνω, διότι αἱ ἐπαρχίαι κατεπιέσθησαν ἐκ τῶν νέων φορολογικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διοίκησις ἡ οἰκονομικὴ ἡ ζητήσασα συγχρόνως ἐν μέσῳ δεινῆς οἰκονομικῆς κρίσεως πλείστους καθυστερουμένους φόρους, ἡ διοίκησις ἡ οἰκονομικὴ ἐπέφερε τὰ ἀποτελέσματα αὐτά. Τοιαύτη εἶναι ἐν προκειμένῳ ἡ ἀντίληψίς μου. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν ἐπιβληθέντων φόρων καὶ τὴν σύγχρονον κατ’ ἐμὲ ἐξέγερσιν τῶν ἐπαρχιῶν, ἔρχομαι ὄχι νὰ συζητήσω πλέον ἀπ’ ἀρχῆς, ἀλλὰ νὰ ἀνακεφαλαιώσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς ὅλης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τῆς στηριχθείσης εἰς τὸ τριμερὲς δάνειον, εἰς τὸ δάνειον ἀφ’ ἑνὸς τῆς καλύψεως τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς σταθεροποιήσεως. Ἀφήνω κατὰ μέρος τὸ τρίτον μέρος τοῦ δανείου διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ἡ γνώμη μου τὴν ὁποίαν καὶ τότε ἐξέφρασα καὶ ἡ ὁποία, εὔχομαι ἐκ καρδίας νὰ διαψευσθῇ, εἶναι ὅτι οὐδὲ τὸ δάνειον τῶν 3,000,000 λιρῶν εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς ληξάσης χρήσεως καὶ τῆς μελλούσης νὰ ἀρχίσῃ χρήσεως καὶ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν παρελθόντων λ)σμῶν, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν διαφορὰν ἐκείνην τῶν 500,000,000 δραχ. τὴν πηγάσασαν ἐκ τῆς γενομένης ἐν τῇ ἐκθέσει βεβαιώσεως περὶ ὑπάρξεως διαθεσίμων ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐξήγησις, ἐμὲ τοὐλάχιστον, δὲν ἱκανοποίησε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι οὐδὲ διὰ τοῦ δανείου τῶν 3,000,000 λιρῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων καὶ τῆς μελλούσης νὰ ἀρχίσῃ χρήσεως. Καὶ τούτου ἕνεκα νομίζω, ὅτι, ὑπαρχούσης τοιαύτης ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης ἐκπληρώσεως ἄλλων ἀναγκῶν καὶ ὑπαρχούσης ὅλης τῆς ἀβεβαιότητος δυστυχῶς τῆς πολιτικῆς διὰ τὸ ἐγγὺς μέλλον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ σταθεροποίησις, ὄχι διότι ἡ σταθεροποίησις θὰ ὑποβάλῃ εἰς μεγάλας θυσίας τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλὰ διότι εἶναι δυνατόν, δυστυχῶς, ἡ σταθεροποίησις νὰ φέρῃ τοῦτο τὸ μέγα δεινόν, ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ, νὰ φέρῃ ἀκρίβειαν τοῦ βίου καὶ αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ καταθλίψῃ πολὺ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Κύριοι βουλευταί, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς κρίσεως καὶ ἔχομεν καθῆκον ὅλοι ἐν μέτρῳ νὰ συντείνωμεν ὅπως ἄρωμεν τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης κρίσεως. Καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθόν, πρῶτον νὰ ἐξετασθῶσι τὰ αἴτια τῆς δημοσιονομικῆς ἐν Ἑλλάδι κρίσεως, δηλ. τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ κύριος λόγος τῆς δημοσιονομικῆς ἡμῶν κρίσεως εἶναι ἡ μεγάλη κρίσις τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει ἡ δέουσα κίνησις τοῦ πλούτου. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρισκόμεθα, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, εἰς ὑποπαραγωγὴν καὶ ὑποκατανάλωσιν. Δὲν ὑποθέτω ὅτι χρειάζονται πολλὰ παραδείγματα, ὅπως πεισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου. Ἓν μόνον ἔχω νὰ τονίσω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλα τὰ εἴδη ἀνῆλθον εἰς τιμὰς ὑπερβαινούσας τὸν τιμάριθμον, δὲν εἰσπράττει δι’ ὅλον τὸν προϋπολογισμόν της ἐν σχέσει μὲ τὸν τιμάριθμον τίποτε οὐδὲ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε εἰς τὸ 1920. Κατὰ τὸ 1920, ὁπότε εὑρισκόμεθα ἐν πολέμῳ καὶ ἦτο δεινὴ ἡ ὅλη οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις εἰσεπράχθησαν 530 ἑκατομμύρια. Τὰ 530 ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν εἰσπράτονται σήμερον παρὰ τὸν διπλασιασμὸν τῆς φορολογίας καὶ τὴν ἐπιβολὴν ποσοστῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ παρὰ τὸν ἐπιβληθέντα πρόσθετον φόρον ἐφ’ ὅλων τῶν φόρων κατὰ 40%, τὸν ἀρξάμενον διὰ τῶν φόρων τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων, παρὰ τὸν πρόσθετον αὐτόν, λέγω, φόρον καὶ μολονότι ηὐξήθησαν σχεδὸν καὶ ὅλοι οἱ ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι, εἰσῆλθον δὲ ἀπὸ τοῦ 1920 μέχρι σήμερον καὶ περὶ τὰ 2,000,000 νέων καταναλωτῶν, οἱ πρόσφυγες, ἐὰν λάβητε καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν σας, δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ὑγιὲς νόμισμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φορολογικῶν ποσοστῶν τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς τὸ διπλάσιον καὶ τὸ τριπλάσιον ἀσφαλῶς, ἀνεξαρτήτως τοῦ 40%, ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ εἰσπράττῃ καὶ ὑγιὲς νόμισμα τοὐλάχιστον 1000 ἑκατομ. ἐνῶ δὲν εἰσπράττει οὔτε τὰ 530 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε κατὰ τὸ 1920. Τοῦτο ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ ὅτι προῆλθεν ἐκ τῆς ἐλλείψεως φορολογικῆς διοικήσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐκ τῆς ὑπάρξεως λαθρεμπορίου, ἀλλὰ προῆλθεν, τοῦτο ὡς καὶ ἄλλοτε ὑπεστηρίχθη, ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκεται ἐν ἐπαρκεῖ κινήσει τῶν κεφαλαίων της καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς τὴν στιγμὴν ταύτην διατελεῖ εἰς ὑποπαραγωγὴν καὶ ὑποκατανάλωσιν παρὰ κατὰ τὸ ἔτος 1920. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶμαι δυνατὸν νὰ εὕρω ἄλλον λόγον. Αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος λόγος τῆς κρίσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἐκ τούτου ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ συναγάγωμεν ὡς συμπέρασμα ὅτι τὴν κρίσιν ταύτην θὰ θεραπεύσωμεν, θεραπεύοντες τὰ σημεῖα ἐκεῖνα δι’ ὧν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ ἡ πίστις ὥστε νὰ γίνῃ ἡ κυκλοφορία τῶν κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ νὰ δικαιωθῇ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου νὰ εἶναι δικαία ὥστε ν’ ἀποφευχθοῦν τὰ μέσα δι’ ὧν πάντες ζητοῦν νὰ ἀποφύγουν τὴν βαρεῖαν καὶ ἄνισον φορολογίαν. Ὁ δεύτερος λόγος τῆς κρίσεως καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀμέσους φόρους προέρχεται ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τῆς φορολογίας ταύτης. Ἀπὸ τοῦ 1914 διὰ μελέτης τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν ἐζήτησα τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Καὶ θὰ ἤμην ὑποστηρικτὴς ἀκόμη τοῦ συστήματος τούτου, ἐὰν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν ἐφέρομεν τραῦμα ἐπὶ τῆς φορολογίας ταύτης. Καὶ τὸ ἐφέραμεν, διότι ἡ Κυβέρνησις ηὔξησεν τὰ ποσοστὰ καὶ ἦλθε στιγμὴ καθ’ ἣν ὁ φορολογούμενος εἰς οὐδεμίαν προέβαινεν δήλωσιν, μέχρις ὅτου ἐφθάσαμεν εἰς πλήρη χρεωκοπίαν τοῦ συστήματος τούτου. Εἰς τὴν γεωργίαν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐπανήλθομεν εἰς τὴν φορολογίαν τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Νομίζετε ὅτι πράγματι εὑρισκόμεθα πρὸ φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων; Εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη χρεωκοπίαν τοῦ συστήματος τούτου. Ἀναφέρω τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνῷ ὁ συνθετικὸς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἀπέδωσε κατὰ τὸ 1920 9.000.000 χρυσῶν δραχμῶν, σήμερον ἀπέδωσεν 18 ἑκατομμύρια χαρτίνων δραχμῶν καὶ θὰ εἰσπραχθῶσιν ἄλλα 18 ἑκατομμύρια. Βλέπετε συνεπῶς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ συστήματος. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει ἀπροκαλύπτως νὰ φύγωμεν ἐκ τοῦ συστήματος τούτου καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ὑγιᾶ συστήματα, ἅτινα καὶ περισσότερον θὰ ἀποδώσουν καὶ θὰ ἀπαλλάξουν τοὺς φορολογουμένους τοῦ σημερινοῦ κυκεῶνος. Καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν Ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων, διότι οὗτοι οὔτε ἐκβιασταὶ ἀπέβησαν οὔτε ἀφιλάνθρωποι, ἀλλ’ εἶναι τοιαύτη ἡ φύσις τῆς ὑπηρεσίας των, ὥστε μοιραίως παρατηροῦνται τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται. Φύγοντες συνεπῶς ἐκ τοῦ σημερινοῦ συστήματος θὰ ἐπιτύχωμεν διπλοῦν σκοπόν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν οἰκοδομῶν ἀπέδιδε κατὰ τὸ 1913 εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα 5.000.000 χρυσῶν δραχμῶν καὶ εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα ἡ φορολογία αὕτη ἀπέδωσε 3.500.000 ἕως 4 ἑκατομμύρια. Ὁ φόρος οὗτος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 7% ἀπέδωσε κατὰ τὸ 1914 9 ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν. Σήμερον μὲ τὸ ποσὸν τριπλασιασθὲν ἀπέδωσε μόνον 40– 50 ἑκατομμύρια. Ὑπελογίζετο δὲ ὅτι θὰ ἀνήρχετο εἰς 110 ἑκατομμύρια. Συνεπῶς ὁ φόρος οὗτος δὲν ἀπέδωσε οὔτε τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τοῦ 1913. Εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπολογίσωμεν ὅτι ὁ φόρος οὗτος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ περὶ τὰ 300 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος οὗτος, ὅστις ἔφερε τὴν μείωσιν τοῦ φόρου εἶναι καὶ αἱ δεσμεύσεις ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ καλέσῃ εἰς συνεισφορὰν τὴν ἰδιοκτησίαν, ἐφόσον ἡ ἀστικὴ αὕτη περιουσία ἐξῆλθεν ἀλώβητος κατὰ τὴν περίοδον ταύτην. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ σημείου ὥστε διὰ τῶν δεσμεύσεων νὰ στερῆται τὸ Κράτος ἐπὶ 10 ἔτη περὶ τὰ 500 ἕως 600 ἑκατομμ. ὑπάρχει μεγάλη διαφορά, καὶ ἔπρεπε μὲν νὰ ἐπιβληθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον, διότι ἐνῷ τὸ Κράτος ἐστερήθη τόσων χρημάτων, ἔφερε συγχρόνως εἰς ἀπόγνωσιν καὶ ἐκείνους οἵτινες ἠδύναντο νὰ συνεισφέρωσιν διὰ τοῦ φόρου τούτου. Φρονῶ ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις καθ’ ἃς ἡ αὔξησις τοῦ Ἐνοικίου εἶναι ἐπιβεβλημένη ἦτο δὲ μᾶλλον ἐπιβεβλημένη κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν παρελθόντων ἐνοικιοστασίων. Μετὰ τὴν σταθεροποίησιν ὅμως τὸ Ἐνοικιοστάσιον δικαιολογεῖται εἰς δύο μόνον περιπτώσεις εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰς τὴν τῶν συνταξιούχων, οἱ ἐργάται δὲν ἔχουν νὰ ζημιωθοῦν τίποτε ἐκ τῆς ἄρσεως.
§64Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ εἰς βάρος τίνος θὰ γίνῃ ἡ προστασία αὕτη;
§65Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἰς βάρος ὁλοκλήρου τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν πρέπει νὰ διαρρυθμισθῇ προοδευτικῶς. Δὲν δύνανται νὰ φορολογῶνται αἱ καλύβαι τῶν χωρικῶν διὰ φορολογικοῦ ποσοστοῦ 21%. Ἡ ἀστικὴ ἰδιοκτησία εἶναι ἀνάγκη νὰ φορολογηθῇ διὰ κατωτάτων, μέσων, καὶ ἀνωτάτων ποσοστῶν. Ἀλλ’ ἡ οἰκοδομὴ εἰς τὰ χωρία δὲν ἀποτελεῖ ἰδιοκτησίαν. Ἀποτελεῖ ἓν ὄργανον παραγωγῆς καὶ ἡ ἐπὶ τῆς κατοικίας ταύτης φορολογία, εἶναι φορολογία παραγωγικοῦ ὀργάνου.
§66Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἴμεθα σύμφωνοι.
§67Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διὰ τῶν τοιούτων τροποποιήσεων τὸ δημόσιον θὰ ἐκέρδιζε 200 ἑκατομ. καὶ προτείνω, ὅπως καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ὑπερτιμήματος καὶ νὰ μείνῃ ἐκεῖ μόνον ὅπου ὑπάρχει πραγματικὴ ὑπερτίμησις ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς καὶ ἥτις ὑπερτίμησις νὰ φορολογηθῇ βαρύτατα, διότι αὕτη εἶναι καὶ κοινωνικῶς ἀθέμιτος καὶ συνδέεται πρὸς τὰς στερήσεις τοῦ λαοῦ. Τὸ σήμερον συμβαῖνον εἶναι ἔκτροπον. Συνιστῶ ἐπίσης τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ τεκμηρίων πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ συνθετικοῦ φόρου ἀλλὰ νὰ ἐπέλθῃ φορολογία, κατόπιν ἐννοεῖται ἀναμφισβητήτων τεκμηρίων ἐπὶ τῆς δαπάνης τοῦ βίου. Τοιουτοτρόπως θὰ ἀπονείμωμεν φορολογικὴν δικαιοσύνην καὶ θὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς φορολογουμένους ὅλων τῶν σημερινῶν ἐνοχλήσεων διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν τεκμηρίων. Εἶναι πλάνη νὰ νομίζωμεν, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ φορολογίας ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τροποποίησιν τῆς φορολογίας ταύτης διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀπόδοσιν αὐτῆς. Ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς παρατηρῶ ὅτι εἰς κανένα ἄλλο μέρος δὲν ὑπάρχει ἡ ἀνισότης καὶ τὸ ἀψυχολόγητον τῶν νόμων τῆς ἐγγείου παραγωγῆς ὡς παρ’ ἡμῖν. Ὁ Ἕλλην γεωργὸς φορολογεῖται ἀνίσως. Δὲν θὰ συνίστων σήμερον νὰ γίνουν τροπολογίαι εἰς τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα, θὰ ἦτο τοῦτο δυσχερέστατον. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν δημητριακῶν καρπῶν συνιστῶ, ὅπως ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ γίνῃ διὰ τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων. Μία ἐκ τῶν μεγαλυτέρων εὐεργεσιῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι εἰσαγωγὴ τοῦ Νόμου περὶ Κοινοτήτων, θὰ ἀκολουθήσωμεν δὲ τὴν ἀληθῆ ὁδὸν μόνον χρησιμοποιοῦντες τὴν Κοινότητα τοὐλάχιστον εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τεκμαρτοῦ εἰσοδήματος κατὰ κοινοτικὴν περιφέρειαν. Μόνον οὕτω θὰ καταστῇ δυνατὸν ἡ φορολογία νὰ πλήξῃ κυρίως τοὺς παράγοντας τὴν μέσην καὶ τὴν μεγάλην παραγωγήν. Ὡς πρὸς τὴν ἄμεσον φορολογίαν ἐπέκρινα ἀπὸ τοῦ 1923 τὴν κατὰ δεκατημόρια αὔξησιν τῆς φορολογίας. Δὲν εἶναι δίκαιον διὰ τοῦ αὐτοῦ ποσοστοῦ νὰ φορολογοῦνται ἑκάστοτε ὅλα τὰ εἴδη καὶ τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας. Διὰ τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναπλασθῇ ὁλόκληρον ἡμῶν τὸ δασμολόγιον εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποδοθῇ πλήρης φορολογικὴ δικαιοσύνη. Ὡς πρὸς τὴν κρίσιν τῆς πολιτικῆς μας οἰκονομίας μέγα μέρος αὐτῆς προέρχεται βεβαίως καὶ ἐξ ἄλλων αἰτίων, ἀλλὰ κυρίως προέρχεται ἐκ τῆς ρευστότητος τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Εἶναι τόσον ἀναμφισβήτητον τοῦτο, ὥστε δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπεύσωμεν τίποτε τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ δημοσιονομικὸν ἐὰν δὲν θεραπεύσωμεν τὰ βαθύτερα πολιτικὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὴν κατάστασιν ταύτην. Καὶ αἱ τρεῖς μετεπαναστατικαὶ Κυβερνήσεις δὲν ἐνέπνευσαν εἰς τὸν λαὸν τὴν πίστιν περὶ τῆς ἀπολύτου πολιτικῆς ὁμαλότητος καὶ ἀσφαλείας. Ἔχομεν καθῆκον, ὅσοι νομίζομεν ὅτι μόνον ὑπὸ τὸ ἐλεύθερον Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ ὁ τόπος οὗτος, νὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, ὅπως ἐξέλθῃ ὁ τόπος τοῦ ἀδιεξόδου. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἀδύνατον διὰ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος, θέλει δὲ ἐπιτευχθῇ μόνον μὲ ἐκλογὰς διεξαγομένας διὰ τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος, γινομένου ἀποδεκτοῦ ἀπὸ ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς μερίδας. Μεταξὺ ὅλων τῶν μερίδων ὀφείλει νὰ πρυτανεύσῃ ἡ καλὴ πίστις, ἐγὼ δὲ θὰ ἐπρότεινον ἐὰν δὲν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ εὐρεῖα περιφέρεια, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς βουλευτοῦ κατὰ περιφέρειαν. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ προσβληθῇ παρ’ οὐδενός. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τελευταῖον, ὅτι δὲν θ’ ἀρκέσῃ οὐδεμία διόρθωσις ἐὰν ἐν ὁμονοίᾳ ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα τῆς χώρας δὲν ἀποφασίσουν νὰ ἀντιμετωπίσουν εὐθέως τὴν κατάστασιν. Ἀπειλούμεθα ἐκ πολλῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους μόνον οὕτω δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν. Ὅταν δὲ ἐπέλθουν οἱ κίνδυνοι οὗτοι τοὺς ὁποίους ἀπεύχομαι τοῦτο θὰ εἶναι τὸ τέλος τῆς Ἑλλάδος. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ δικτατορίας νὰ μεταταπίπτομεν εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἀπὸ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς δικτατορίαν. Ἔχομεν ὅλοι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξωμεν τὸ καθῆκον μας, ἀνεξαρτήτως τῶν ἰδιαιτέρων αἰσθημάτων μας, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἴδωμεν ἡμᾶς μὲν αὐτοὺς εἰς τὸ περιθώριον τῆς ζωῆς, τὴν δὲ Ἑλλάδα περιερχομένην εἰς ἐντροπὴν καὶ καταισχύνην. (Χειροκροτήματα).
§68Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗΣ. Ὁ λαὸς ἀναμφισβητήτως εἶναι πάντοτε ἐπιρεπὴς εἰς τὸ νὰ παραπονῆται ἀπὸ τὰ κυβερνητικά, ἐν γένει, ἰδίως δὲ ἀπὸ τὰ φορολογικὰ μέτρα. Ἡ ροπὴ αὐτὴ εἶναι γενική, μεταξὺ ὅλων τῶν λαῶν, πιθανῶς περισσότερον μεταξὺ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ οὐχ ἧττον δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι τὰ παράπονα διὰ τοὺς φόρους καὶ ἰδίως διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι περὶ τῆς φορολογίας, εἶναι ἐν μέρει τουλάχιστον δικαιολογημένα. Ἂς ἴδωμεν τὶ συμβαίνει μὲ τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου· εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι πλεῖστοι οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι ἐπιδεικνύουν ὑπερβολικὸν ζῆλον. Αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι παρέχουν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θεωροῦν τὸν προορισμὸν αὐτῶν νὰ συνίσταται ὄχι εἰς τὸ νὰ ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους ἐν ἀπολύτῳ πνεύματι δικαιοσύνης καὶ ἀμεροληψίας, ἀλλὰ εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσουν εἰς τὸ Κράτος ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ἔσοδα, ἐπιδεικνύουν δὲ ἀδικαιολόγητον δυσπιστίαν πρὸς ὅλους τοὺς φορολογουμένους ἄνευ ἐξαιρέσεως. Καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ δυσπιστία ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴν τῆς σοφίας. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑπερβολικὴ διὰ νὰ μὴ ἐπιφέρῃ μεγάλα σφάλματα καὶ μεγαλυτέρας ἀκόμη ἀδικίας. Ἡ ἀντίληψις αὕτη τῶν ὑπαλλήλων ἔχει ὡς συνέπειαν, ὅτι διαπράττονται μεγάλαι ἀδικίαι εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων καὶ ἰδίως τῶν μικρῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ τῶν μικρῶν ἐμπόρων. Γνωρίζω ἀναριθμήτους περιπτώσεις μικρῶν ἐπαγγελματιῶν, οἱ ὁποῖοι προσκαλοῦνται νὰ πληρώνουν εἰς τὸ Δημόσιον 20,000, 15.000 ἢ 10.000 δραχ. φόρους καθαρᾶς προσόδου ἐπιτηδεύματος, ἐνῷ αὐτοὶ συναντοῦν μεγάλας δυσκολίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς διατροφῆς τῶν οἰκογενειῶν των. Καὶ ἀνώτερος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος τῆς Θεσσαλονίκης μοὶ ὡμολόγησεν, ὅτι αὐτὸς οὗτος γνωρίζει περὶ τὰς διακοσίας περιπτώσεις φορολογουμένων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγένοντο φανεραὶ καὶ σπουδαῖαι ἀδικίαι. Αἱ ἐν λόγῳ ἀδικίαι προέρχονται πρῶτον ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἐμπόρων ἢ τῶν ἐπιτηδευματιῶν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς διὰ τὴν κατάταξιν τῶν φορολογουμένων δὲν παίζουν κανένα ρόλον, αἱ γνῶμαι αὐτῶν δὲν λαμβάνονται ποτὲ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ἁπλοῖ θεαταὶ καὶ αὐτοὶ οὗτοι θεωροῦν τὴν παρουσίαν αὑτῶν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ὡς φενάκην καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐγκαταλείπουν τὴν τιμητικὴν θέσιν. Ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ἀναγνωρίζει εἰς ὅλας τὰς κατηγορίας φορολογουμένων τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπροσωπῶνται εἰς τὰς ἐπιτροπὰς κατατάξεως καὶ ἐκτιμήσεως, πρέπει τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ εἶναι πραγματικόν, δηλαδὴ νὰ ληφθῇ σοβαρώτατα ὑπ’ ὄψει ἡ γνώμη αὐτῶν καὶ ὄχι ὡς γίνεται σήμερον, ὅτε περιφρονεῖται εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε παραιτοῦνται τοῦ ἀξιώματός των, ἵνα μὴ συμμετάσχωσιν εἰς κωμῳδίαν. Καὶ ἡ ἐπανόρθωσις τῶν ἀδικιῶν ἀποβαίνει πολὺ δύσκολος, διότι διὰ μίαν ἔνστασιν, ὅταν εἷς φορολογούμενος θέλῃ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπανεξέτασιν τῆς περὶ αὐτοῦ ληφθείσης ἀποφάσεως, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προκαταβάλῃ τὸ πέμπτον τοῦ ποσοῦ τοῦ καθορισθέντος. Αὐτὸ ἀποτελεῖ φόβητρον διὰ τοὺς μὴ εὐπόρους πολίτας, διότι ἐὰν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώνουν τὸ καθορισθὲν ποσόν, πῶς θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώνουν καὶ ἓν πρόσθετον ποσὸν τοῦ καθορισθέντος φόρου; Ἕνα ἄλλο τρωτὸν σημεῖον τοῦ σημερινοῦ συστήματος τῆς φορολογίας εἶναι ὅτι οἱ ἔμποροι οἱ φορολογούμενοι δὲν θεωροῦνται ποτὲ ὡς ὄντες ἐν τάξει μὲ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν. Εἷς ἔμπορος ὑποβάλλει τὴν δήλωσιν τοῦ κέρδους αὑτοῦ, γίνεται ὁ ἔλεγχος, τοῦ καθορίζεται ἓν ποσόν, τὸ πληρώνει, μετὰ ἔρχεται ἕνας ἄλλος οἰκονομικὸς ἔλεγχος, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἄλλον ἔλεγχον καὶ νὰ ζητήσῃ ἄλλον φόρον. Ἡ ἐκκρεμότης αὕτη εἶναι μία ἐκ τῶν κυριωτέρων αἰτιῶν τῆς δυσαρεσκείας τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου, ὅστις δὲν δύναται νὰ εἶναι ἠσφαλισμένος, ὅτι εἶναι ἐν τάξει ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λογαριασμοὺς αὑτοῦ πρὸς τὸ Κράτος. Αὐτὴ ἡ ἐκκρεμότης δημιουργεῖ μεγάλην νευρικότητα, τὸ Κράτος ἔκαμεν ἓν σπουδαῖον βῆμα πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος τούτου μὲ τὴν σύστασιν τῶν Ἐπιτροπῶν τῶν ἐκτιμητικῶν, αἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσωσι τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου διὰ τρία ἔτη. Ἀλλὰ τὸ νέον τοῦτο σύστημα ἐφαρμόζεται μόνον εἰς περιωρισμένον ποσόν, ὅταν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ ποσὸν ὑπερβαίνει τὰς 168.000 ἐφαρμόζεται τὸ παλαιὸν σύστημα τῆς ἀπ’ εὐθείας ἐρεύνης, καὶ αὐτὴ εἶναι ἔρευνα, ἡ ὁποία εἰς τὴν Γαλλίαν μὲ ἐπιτυχῆ ἔκφρασιν ἐχαρακτηρίσθη ὡς φορολογικὴ ἱερὰ ἐξέτασις. Αὐτὴ συντελεῖ εἰς τὴν δημιουργίαν νευρικότητος εἰς τοὺς φορολογουμένους, ὑπάρχουν δὲ πολλοὶ ἔμποροι ἀναγκασθέντες νὰ ἔχωσιν ἰδιαίτερον ὑπάλληλον διὰ νὰ ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς μὲ τὰς Οἰκονομικὰς Ἐφορείας καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐλεγκτάς. Δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον τὸ νέον σύστημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ φόρου ὑπὸ τῶν ἐκτιμητικῶν ἐπιτροπῶν, χωρὶς νὰ γίνεται συνεχὴς ἔρευνα μὲ τὰ βιβλία, νὰ ἐφαρμόζεται εἰς ὅλα τὰ ποσὰ ἄνευ ἐξαιρέσεως; Καὶ τώρα ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὁμιλήσω δι’ ἕνα φόρον, τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου τὸν θεωρῶ ἀπολύτως παράλογον καὶ ἄδικον, ἐννοῶ τὸν φόρον τοῦ ὑπερτιμήματος τῶν ἀκινήτων. Εἰς τὰς Ν. χώρας αἱ κτηματικαὶ συναλλαγαὶ ἐγένοντο ἐπὶ τουρκοκρατίας μὲ τουρκικὸν νόμισμα, ἡ τιμὴ τῆς ἀγορᾶς ὑπολογίζεται ὑπὸ τῶν ἐφορειῶν μὲ τὴν χρυσῆν λίραν, τὸ αὐτὸ γίνεται διὰ τὰς χρυσὰς καὶ ὑγιὰς δραχμὰς αἱ ὁποῖαι ὑπολογίζονται εἰς χαρτίνας τοιαύτας, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς καὶ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως εἶναι κατὰ συνέπειαν πάντοτε τεραστία καὶ ἔτσι ὁ πωλῶν ἓν οἰκόπεδον ἢ ἓν οἰκοδόμημα εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν δημόσιον θησαυρὸν σπουδαῖον φόρον. Τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον διαπιστώνει ἡ οἰκονομικὴ ἐφορεία δὲν εἶναι ἐν τούτοις πραγματικόν, εἶναι μόνον φαινομενικόν, τεχνητὸν καὶ ἐν τούτοις οἱ ἰδιοκτῆται εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσουν τὸν φόρον εἰς τὸ δημόσιον. Καὶ αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου ἐπιφέρει παράλυσιν τῶν κτηματικῶν συναλλαγῶν. Ἔχομεν καὶ ἄλλο ἀκόμη χειρότερον: Ὅταν πωλεῖται ἓν οἰκόπεδον ὁ ἔλεγχος ἐνεργεῖται κατόπιν, ὅταν διαπιστοῦται ὅτι ἡ δήλωσις δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ἰδιοκτήτης ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ ἓν πρόσθετον ποσοστόν, ἀλλ’ ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης ἀποθάνῃ ἢ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον ἡ ἐφορεία ἀναγκάζει τὸν ἀγοραστὴν νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦτον, ἀλλ’ ὁ ἀγοραστὴς δὲν ἐπραγματοποίησε κανὲν κέρδος, καὶ ὁ φόρος οὗτος ὀνομάζεται φόρος ὑπερτιμήματος τοῦ ἀκινήτου. Μὰ ὁ ἀγοραστὴς δὲν ἠμπόρεσε νὰ πραγματοποιήσῃ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἓν κέρδος, διὰ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν ἐφορείαν. Πρέπει ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ὑπολογισθῇ πάντοτε ἡ δραχμὴ ἡ χρυσῆ, ὅπως καὶ ἡ λίρα, εἰς τὴν ἀληθῆ τὴν πραγματικὴν αὐτῆς τιμήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ν’ ἀπαλλαχθῇ πάντοτε ὁ ἀγοραστὴς ἀπὸ τὴν εὐθύνην τῆς μὴ ἀκριβοῦς δηλώσεως τοῦ πωλοῦντος τὸ ἀκίνητον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. Μετὰ τὴν Διακοπήν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Μέρος.
§71Α. ΜΕΡΟΣ. Προτοῦ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα οὗτος θέτει ὑπὸ συζήτησιν, ὀφείλομεν νὰ ἀπονείμωμεν ἔπαινον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργόν, διὰ τὴν ἄψογον διαχείρισιν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τοῦ συναλλάγματος. Κατὰ τὸ παρελθόν, τὸ συνάλλαγμα ὑπὸ τὰς ἰδίας οἰκονομικὰς συνθήκας τῆς χώρας, ὑφίστατο ἀδιακόπους διακυμάνσεις καὶ τοιουτοτρόπως παρείχετο εἰς ἕνα μεγάλον κύκλον ἀτόμων ἡ εὐχέρεια τῆς κυβείας. Εἴχομεν μεταβληθῆ εἰς ἕνα τόπον χαρτοπαικτῶν καὶ κυβιστῶν, καὶ καλλιεργουμένης τῆς στάσεως τῆς ἐπιδιώξεως τοῦ κέρδους, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκινδυνεύομεν νὰ ἀποβάλωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς πραγματικῆς καὶ ἐντίμου ἐργασίας. Εὐτυχῶς, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως ἐτέθη τέρμα εἰς τὰς διαταράξεις αὐτὰς τοῦ συναλλάγματος, ἐξυψώθη ἡ ἐντιμότης καὶ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαιτέρως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσέφερον εἰς τὸν τόπον σπουδαιοτάτην ἐκδούλευσιν, δόσαντες ἠθικὸν τόνον εἰς τὴν ὑπόστασίν του. Μετὰ τὸν ἔπαινον αὐτόν, αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ κακίσωμεν τὴν καθιερωθεῖσαν παρ’ ἡμῖν τακτικὴν ὅσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν τῶν προϋπολογισμῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς ὤφειλε νὰ συζητῆται καὶ νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ, ἀλλ’ ἐδῶ ἐπὶ σειρὰν δεκαετηρίδων, ὅπως μοι ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ πληροφορηθῶ, οὐδέποτε εἰσάγεται ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμός. Καὶ τὴν φορὰν αὐτήν, ἐὰν θέλωμεν νὰ κυριολεκτήσωμεν, δὲν πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μᾶλλον περὶ ἀπολογισμοῦ. Καὶ τώρα ἂς ἐξετάσωμεν τὰ διάφορα κεφάλαια τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ. Ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν βλέπομεν, ὅτι τὰ ⅖% ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἀπορροφῶνται ἀπὸ τὸ δημόσιον χρέος, ἀπὸ τὰ τοκοχρεωλύσια δηλαδή, τὰ καταβαλλόμενα κατ’ ἔτος διὰ τὰ κρατικὰ χρέη, τὰ ὁποῖα δίκην ὀγκολίθου πιέζουν τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου καὶ ἀπειλοῦν ἐξ ὁλοκλήρου νὰ μᾶς συνθλίψουν. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει μέσον θεραπείας, δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ ἀποτινάξωμεν αὐτὸν τὸν ὀγκόλιθον διότι ὑπὸ τὰς νομικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται, τὸ Κράτος, εἶναι ὑποχρεωμένο νὰ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν ἄκρως φιλειρηνικήν. Ἄλλωστε ἡ ἀτμόσφαιρα ἡ Πανευρωπαϊκὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδεὶς ἄμεσος κίνδυνος συρράξεως καὶ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ Βαλκάνια, τὰ τόσον ταραχώδη καὶ διαρκῶς ἀνήσυχα. Ἐν τούτοις ἀναγινώσκομεν καθημερινῶς εἰς τὸν τύπον, ὅτι εἰς γειτονικὸν Κράτος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἔχομεν δεσμοὺς οὐχὶ ἐχθρικούς, γίνονται παρασκευαὶ πολεμικῆς φύσεως. Ἀγνοῶ κατὰ πόσον αἱ δημοσιογραφικαὶ εἰδήσεις ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ πράγματα καὶ ἐὰν αἱ γενόμεναι τυχὸν πολεμικαὶ παρασκευαὶ εἰς τὸ γειτονικὸν Κράτος ἔχουν τὴν ἔκτασιν, ἥτις δίδεται εἰς αὐτάς, καὶ ἐὰν πρὸ παντὸς ἔχουν σκοπὸν ἐπιθετικόν. Ὁπωσδήποτε ὅμως τονίζω καὶ ἐγώ, ἐὰν ἀληθεύουν ταῦτα, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἀφίνουν ἀδιαφόρους. Συγχρόνως διακηρύσσομεν τὸν πόθον τοῦ λαοῦ μας, ὅπως ἀποσοβηθοῦν νέαι συρράξεις. Σχετικῶς θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν τὸ ἀγροτικὸν στοιχεῖον ὁλοκλήρου τῆς Βαλκανικῆς ἦτο ὠργανωμένον, κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ μία στενωτέρα προσέγγισις μεταξὺ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν πρὸς ἐπίτευξιν συμφωνίας, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ εἰς τὰ Βαλκάνια μία κατάστασις παγίας εἰρήνης. Ἐφόσον δὲν θὰ κυβερνᾷ τὸ τόσον παραγωγικὸν καὶ τόσον χρήσιμον στοιχεῖον, οἱ ἀγρόται τοὐτέστιν, καὶ ἐφόσον θὰ εἶναι ἐλεύθερον τὸ ἔδαφος εἰς τὰ Βαλκάνια εἰς τὴν διείσδυσιν τῶν ξένων βλέψεων καὶ τῶν ξένων συμφερόντων, θὰ ὑπάρχῃ, ὡς φυσικὴ συνέπεια, ἡ ἀπειλὴ καὶ ὁ κίνδυνος τῶν νέων καὶ μάλιστα λίαν προσεχῶν πολέμων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, καὶ πρὸ τῶν ἐπικρεμαμένων κινδύνων, ἡ σχηματισθεῖσα ἐν Ἑλλάδι πολιτικὴ ὀργάνωσις τοῦ ἀγροτισμοῦ ἔχει νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς ὁλόκληρον τὸν ἀγροτικὸν κόσμον τῶν Βαλκανίων, καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὰ Βαλκανικὰ ἀγροτικὰ κόμματα, τὴν εὐχήν, ὅπως μὴ βραδύνῃ νὰ ἀνατείλῃ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀναφερθεῖσα προσέγγισις, πρὸς τὸ καλόν, ὄχι μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου ὁλοκλήρου, ἵνα μὴ εἴπωμεν καὶ πρὸς παγίωσιν τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀκόμη εἰρήνης, καθόσον εἶναι γνωστόν, ὅτι πολλάκις ἐκ τῆς Βαλκανικῆς προέρχονται οἱ σπινθῆρες τῆς γενικῆς ἀναφλέξεως, ὡς συνέβη μὲ τὸν παρελθόντα εὐρωπαϊκὸν πόλεμον. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου πραγματοποιηθῇ ἡ εἰρήνη διὰ τῶν φιλικῶν συνεννοήσεων καὶ καταστῇ πραγματικότης ὁ εἰρηνιστικὸς πόθος τῶν λαῶν, εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὑποχρεωμένοι, ἡ Χώρα μας δηλαδή, νὰ διατηρήσωμεν μίαν ἀμυντικὴν ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία νὰ μᾶς παρέχῃ τὴν δυνατότητα τῆς προασπίσεως τῶν συνόρων μας. Πρὸς τὸ παρὸν ὅμως φρονοῦμεν, καὶ ἡ γνώμη μας στηρίζεται καὶ εἰς ἀντιλήψεις κύκλων ἀπολύτως ἁρμοδίων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν διαφαίνεται οὐδεμία ἀπειλὴ διαταράξεως τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Βαλκανικῇ, λόγῳ τοῦ καμάτου τοῦ προκληθέντος ἐκ τοῦ μεγάλου πολέμου, πρέπει λέγομεν νὰ ἐλαττώσῃ ἔτι περισσότερον τὰς στρατιωτικὰς της δαπάνας, καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ μέσα τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν στελεχῶν, περιοριζομένων καὶ αὐτῶν καὶ τῶν κληρωτῶν, τῶν ὁποίων ἀναποτρέπτως πρέπει νὰ καταστῇ μικροτέρα ἡ θητεία. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία δυνάμεων, οἰκονομικῶν πρὸ παντός, θὰ ἔχωμεν δὲ σὺν τῷ χρόνῳ ἓν ἀπόθεμα χρημάτων, τὸ ὁποῖον θὰ διαθέσωμεν δι’ ἕνα μεθοδικὸν τῶν ἀμυντικῶν μας δυνάμεων ἐφοδιασμόν. Ὁ τοιοῦτος ἐφοδιασμὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῇ μὲ τὰ μικρὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τοὺς ἑκάστοτε προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους. Μὲ τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἔχετε ἀναγράψει καὶ ἐφέτος εἰς τὸν προϋπολογισμόν, οὔτε τακτικὴ ἐκπαίδευσις τοῦ στρατεύματος ἐπιτυγχάνεται, οὔτε ἐφοδιασμὸς δι’ ὑλικοῦ κατορθοῦται. Ἡ ἐφαρμοζομένη πολιτικὴ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἶναι, ὡς συνηθίζεται νὰ λέγεται, πολιτικὴ ἐμβαλωματική, διότι ἐπαναλαμβάνω, οὔτε κατάρτισις πραγματικὴ τοῦ στρατοῦ γίνεται, οὔτε ἐπὶ τέλους παρέχεται τὸ μέσον, τῆς ἐξοικονομήσεως τῶν ἀναγκαίων οἰκονομικῶν πόρων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ ἐπιτευχθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐπαρκὴς στρατιωτικὴ συγκρότησις. Θὰ γνωρίζῃ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις τὶ ποσὸν χρηματικὸν ἀπαιτεῖται διὰ νὰ γίνῃ πλήρης τοῦ στρατοῦ σχηματισμὸς καὶ ἀνεφοδιασμός. Καὶ θὰ γνωρίζῃ ἐπίσης, ὅτι δαπανῶντες κατ’ ἔτος ὅσα δαπανῶμεν, δὲν θὰ ἀποκτήσωμεν οὔτε εἰς τὸ μέλλον ὅσα ἀπαιτοῦνται ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως. Τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ σοβαρῶς. Χρειάζονται δισεκατομμύρια. Ἐὰν εἶναι εὔκολον νὰ τὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂς προχωρήσῃ, διὰ νὰ γίνῃ ὅ,τι ἀπαιτοῦν αἱ ἀμυντικαὶ ἀπαιτήσεις τῆς Χώρας. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, τότε πρέπει νὰ περιορίσωμεν καὶ τὰς σημερινὰς στρατιωτικάς μας ἀνάγκας, ὥστε ἐκ τῆς οἰκονομίας ἥτις θὰ προκύψῃ, νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετά τινα ἔτη δὲν θὰ μᾶς λείψουν τὰ χρήματα τὰ ἀπαραίτητα διὰ μίαν καλὴν στρατιωτικὴν παρασκευήν. Οἱ ἀξιωματικοί, τοὺς ὁποίους διαθέτομεν, δὲν ἀποτελοῦν τὸν στρατόν. Ἐκτιμῶμεν τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ λέγοντες ὅσα ἐξεθέσαμεν δὲν εἴμεθα παρὰ καὶ διερμηνεῖς αὐτοῦ τούτου τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος βλέπει ὅτι μὲ τὰ σημερινὰ μέσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς σκοπούς, διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι προωρισμένος. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις θὰ μελετήσουν τὸ ζήτημα καὶ θὰ καταλήξουν εἰς τὰ συμπεράσματα, τὰ ἐπιβαλλόμενα ἐκ τοῦ συμφέροντος ἀπολύτως τῆς Χώρας. Συνοψίζων λέγω: ἢ πρέπει νὰ ἐξευρεθοῦν τὰ πολλὰ χρήματα διὰ τὸν ἀναγκαῖον στρατιωτικὸν ἀνεφοδιασμόν, πρᾶγμα δυσχερέστατον, ἂν μὴ ἀδύνατον, ἢ πρέπει, δι’ ἐλαττώσεως τοῦ σημερινοῦ στρατεύματος, νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, ἵνα τὰς χρησιμοποιήσωμεν μετά τινα ἔτη. Ἄλλη λύσις δὲν ὑπάρχει. Τὸ ζήτημα τῆς θητείας τῶν κληρωτῶν ἀπασχολεῖ καὶ ἡμᾶς, ὅπως ἀπησχόλησε καὶ ἄλλα μεγαλύτερα Κράτη, ἔχοντα καὶ τὸ πλεονέκτημα τῶν καλῶν οἰκονομικῶν. Καὶ ἀπησχόλησε καὶ αὐτὰ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τοῦ περιορισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς θητείας. Δὲν γνωρίζω τὶ σκέπτονται αἱ ἄλλαι πολιτικαὶ μερίδες. Ἡμεῖς ὅμως, οἱ ἀγροτικοί, διότι τὸ χωρικὸν στοιχεῖον δέχεται τὰ περισσότερα βάρη ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ἔχομεν τὴν γνώμην, καὶ τὴν τονίζομεν ὡς ἀνάγκην, νὰ περιορισθῇ ἡ θητεία ἀκόμη περισσότερον, ζητοῦμεν δηλαδὴ νὰ γίνῃ ἡ θητεία τὸ πολὺ μονοετής. Καὶ ἐπὶ πλέον...
§72Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἔγινεν.
§73Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐπὶ πλέον ζητοῦμεν, ὅπως κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ στρατιῶται ἐκπληροῦν τὴν στρατιωτικήν των ὑποχρέωσιν, νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια διὰ τὴν τεχνικήν, τὴν ἐπαγγελματικὴν μᾶλλον μόρφωσιν τῶν στρατευομένων τέκνων τοῦ λαοῦ. Σήμερον λειτουργοῦν εἰς τὸν στρατὸν τὰ λεγόμενα σχολεῖα ἀγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ὅμως, καίτοι ἔχουν μεγάλην ἀποστολήν, παρουσιάζουν ἐν τοσούτῳ ἐλαχίστην ἀπόδοσιν. Εἶναι καλόν, κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ εἰς τὸν στρατὸν ὁ νεαρὸς πολίτης, νὰ δίδεται εἰς αὐτὸν καὶ μία μόρφωσις ἀνάλογος πρὸς τὸν ἐπαγγελματικόν του προορισμόν. Οἱ ἀγρόται δηλαδὴ νὰ λαμβάνουν γεωργικὰ μαθήματα, οἱ κτηνοτρόφοι γνώσεις κτηνοτροφικάς, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἐπὶ πλέον, πρέπει νὰ δίδωνται εἰς ὅλους τοὺς κληρωτοὺς καὶ μαθήματα ὑγιεινῆς. Ἐξ αὐτῶν δὲ ὅλων ἀναντιρρήτως ἔχει νὰ ὠφεληθῇ πολλαπλῶς ἡ Χώρα Συναφὲς ὁπωσδήποτε ζήτημα πρὸς τὴν στρατιωτικήν μας κατάστασιν, εἶναι καὶ τὸ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Αὕτη ἀπορροφᾷ σχεδὸν τὰ 4 ἑκατοστὰ τοῦ ὅλου τῶν κρατικῶν ἐσόδων. Ὅπως γνωρίζετε, ἡ δύναμις ἡ διατεθειμένη διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐμφανίζεται παρ’ ἡμῖν διφυής. Ἔχομεν οὕτω τὸ σῶμα ἀφ’ ἑνὸς τῆς Ἀστυνομίας πόλεων, καὶ ἐξ ἄλλου τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι τὰ δύο ταῦτα σώματα, δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀμοιβαιότητα καλῶν σχέσεων. Δὲν ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν, ἡ ἀγάπη καὶ τὸ πνεῦμα τῆς συνεργασίας καὶ τῆς συμπράξεως ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων των. Εὑρίσκονται ἀντιθέτως εἰς κατάστασιν ἀλληλοσπαραγμοῦ καὶ τοῦτο, διότι ἕκαστον ἐξ αὐτῶν ὑποβλέπει τὸ ἄλλο καὶ ἐπιζητεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ θέσιν πλεονεκτικήν. Καὶ ἐλέχθη ὅτι πρόκειται νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Μόλον τοῦτο ὅμως, τὰ πράγματα παραμένουν εἰς τὸ αὐτὸ ὀξὺ καὶ δυσάρεστον σημεῖον, ὥστε καὶ ἡ χωροφυλακὴ νὰ ἔχῃ ἀπογοητευθῇ καὶ ἡ ἀστυνομία πόλεων, λόγῳ τῆς ἐκκρεμότητος, νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν της, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος, κύριοι, δαπανᾷ περὶ τὰ 350 ἑκατομμύρια ἐτησίως, διότι τόσα δαπανῶνται κατ’ ἔτος διὰ τὴν δημοσίαν ἐν γένει ἀσφάλειαν. Δὲν γνωρίζω ποία θὰ εἶναι ἐν γένει ἡ ἔκβασις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ ποῖαι αἱ Κυβερνητικαὶ ἀντιλήψεις. Τώρα ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσωμεν μερικοὺς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι χαρακτηριστικοὶ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει σήμερον ἡ χωροφυλακὴ τῆς χώρας. Εἰς τὴν χωροφυλακὴν πλεονάζουν ὅπως πλεονάζουν καὶ εἰς τὸ τακτικὸν στράτευμα πολλοὶ ἀξιωματικοί. Εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἔχομεν ὑπεραρίθμους περὶ τοὺς 500 ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους μόνον. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ πληθώρα αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῶν ἀποτάκτων ἢ εἰς ἄλλους λόγους. Εἶναι ὅμως γεγονός, ὅτι εἰς τὸ στράτευμα ὑπάρχουν 500 ἀξιωματικοὶ πλεονάζοντες. Καὶ κατήντησεν εἰς ἕκαστον σύνταγμα—θὰ διαβάσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰς τελευταίας στρατιωτικὰς τοποθετήσεις — καὶ κατήντησε, λέγομεν, νὰ ὑπηρετοῦν εἰς ἕκαστον σύνταγμα δύο ἀντισυνταγματάρχαι ὡς ὑποδιοικηταί, ἐνῶ ἄλλοτε ἀντισυνταγματάρχης ἦτο διοικητὴς εἰς τὰ συντάγματα, ὑπῆρχε δὲ εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, ὡς ὑποδιοικητής, εἷς ταγματάρχης. Τώρα ἔχομεν πληθώραν στελεχῶν, καὶ τοποθετοῦμεν διπλᾶ τοιαῦτα εἰς ἑκάστην θέσιν.
§74Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν ὑποθέτω οἱ ἀριθμοί σας νὰ εἶναι ἀκριβεῖς.
§75Α. ΜΕΡΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς, διότι ἤντλησα αὐτοὺς ἀπὸ ἐγκυρωτάτας πηγάς.
§76Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ὑπηρετοῦν 5300.
§77Α. ΜΕΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐγένετο κατάργησις πολλῶν θέσεων ἀξιωματικῶν, διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν Μεραρχιῶν, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἔφυγαν ἀξιωματικοί, ἀλλὰ προσετέθησαν καὶ ἄλλοι.
§78Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πλεονάζουν ἀκριβῶς οἱ ἀντισυνταγματάρχαι καὶ ταγματάρχαι, ἀλλὰ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ καὶ ὑπολοχαγοῦ ἔχομεν μέγαν ἀριθμὸν κενῶν καὶ τοῦτο προέρχεται διότι οἱ ἐπανελθόντες ἀπότακτοι ἦσαν ὅλοι ἀνωτέρων βαθμῶν, ἐνῶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἐκκαθαρισθέντες ἦσαν ἐκ τῶν κατωτέρων βαθμῶν.
§79Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ μάθετε πόσοι εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, ἀκούσατε: (Ἀναγινώσκει). Τὸ ὅλον 5364. Τώρα ἐὰν χρειάζωνται τόσοι ἀντιστράτηγοι καὶ ὑποστράτηγοι, ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰδικός διὰ νὰ ἀποφανθῶ. Θέλετε νὰ μάθετε μὲ τὴν σειρὰν καὶ διὰ τὸ ναυτικόν; Ἔχομεν ἐν ἐνεργείᾳ ὑποναυάρχους 9. Ἀποστράτους δὲ καὶ συνταξιούχους: ναύαρχον 1, ἀντιναυάρχους 34, ὑποναυάρχους 51 κλπ. Ὕστερα ἀπὸ τὴν παρέμβασιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην νὰ κάμω διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν, διὰ νὰ σᾶς δώσω τοὺς ἀριθμοὺς αὐτούς, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ χωροφυλακή μας ἔχει καὶ αὐτὴ τὰ πληθωρικά της στελέχη καὶ διόλου παράξενον, ἐὰν, κατ’ ἀναλογίαν ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν τῆς ἀσφαλείας, δὲν ὑπερβαίνει ἡ Ἑλλὰς καὶ αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν, ὡσὰν νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς ὑπεράφθονον πλοῦτον, ἐπιτρέποντα πᾶσαν πολυτέλειαν.
§80Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη ὅλων αὐτῶν, διὰ νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν Δημοκρατίαν.
§81Α. ΜΕΡΟΣ. Τὴν Δημοκρατίαν τὴν περιφρουρεῖ ὁ λαός, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ περιφρουρηθῇ ἀπὸ τὴν Χωροφυλακήν. Προχωρῶ ἤδη εἰς τὰ στελέχη τῆς χωροφυλακῆς. Ἔγινε καὶ εἰς αὐτὰ ἐκκαθάρισις, ἀλλ’ ἐνῶ τὸ ἓν κόμμα ἀπεμάκρυνεν ἀξιωματικούς τινας ἐκ τῶν τάξεων τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ ἄλλου στρατοῦ, τὸ ἕτερον κόμμα, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἤνοιξε τοὺς κόλπους καὶ ἐδέχθη πάλιν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τοὺς ἀπομακρυνθέντας. Καὶ αὐτὸ κατὰ κανόνα σχεδὸν γίνεται. Καὶ ἔτσι ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τῶν ἐκκαθαρίσεων. Ἐκκαθάρισις πραγματικὴ θὰ κατωρθοῦτο μόνον, ἐὰν ἐπήρχετο μία γενικὴ συμφωνία ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὥστε γινομένης μιᾶς πλήρους ἐκκαθαρίσεως, νὰ ὑπάρχῃ ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις, νὰ μὴ ἐπανεφέρουν οὐδένα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἀπεβάλλοντο τῶν τάξεών των. Τὸ αὐτὸ δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως.
§82Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγνοεῖτε ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς ἐκκαθαρίσεως...
§83Α. ΜΕΡΟΣ. Τί τὰ θέλετε, Κύριε συνάδελφε. Καὶ σήμερον εἶναι γεγονὸς ὅτι σεῖς, τὸ κόμμα σας δηλαδή, θερμαίνει τὸν πόθον τῆς ἐπανόδου καὶ τῶν λοιπῶν ἀποτάκτων. Καὶ ἐὰν ἔλθητε αὔριον εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν θὰ ἔχετε καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ πραγματοποιήσητε.
§84Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσφαλῶς θὰ ἐπαναφέρωμεν τοὺς ἱκανοὺς ἀξιωματικούς.
§85Α. ΜΕΡΟΣ. Γνωρίζομεν ποίους θὰ ἐπαναφέρετε. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν αὐτὸ τὸ θέμα. Ἐκκαθάρισις δὲν γίνεται, ἢ τοὐλάχιστον δὲν γίνεται ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ.
§86Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ὥστε τὸ κακὸν τὸ κάμνουν χειρότερον μὲ αὐτὴν τὴν δήλωσιν, κύριε συνάδελφε.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰς διαλογικὰς συζητήσεις.
§88Α. ΜΕΡΟΣ. Ἔχει ἀξίαν τὸ πρᾶγμα, διότι ἀποσαφηνίζονται ὡρισμέναι προθέσεις.
§89Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς λέγετε καὶ διὰ τὰ ἀγροτικά;
§90Α. ΜΕΡΟΣ. Καὶ διὰ τὰ ἀγροτικὰ θὰ ἀκούσητε καὶ θὰ εἶμαι εὐτυχής, ἂν πεισθῆτε, πρᾶγμα δυστυχῶς πολὺ ἀμφίβολον. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν χωροφυλακήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐλέγομεν, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη πληθώρα ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, διότι αὐτὰ κυρίως πλεονάζουν. Ἔχομεν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, 109 ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς πλεονάζοντας, σύμφωνα μὲ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμόν. Ἐὰν τώρα ἐξετάσωμεν καὶ τὴν δύναμιν τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς, θὰ ἴδωμεν ὅτι αὕτη ὑπολείπεται τῆς ὀργανικῆς κατὰ 2.500 ἀνδρῶν. Ἔπρεπε, σύμφωνα μὲ τὸν ὀργανισμόν, νὰ εἶναι οἱ ὁπλῖται τῆς χωροφυλακῆς 13.050, καὶ ὑπάρχουν 10,647. Ἔχομεν ἔλλειμμα 2.403.
§91ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Εἶναι εἰς τὰ χαρτιὰ μόνον αὐτοί. Δὲν ὑπάρχουν οὐδὲ 8.000.
§92Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ἀριθμός. Περὶ τὰς 6 μόνον χιλιάδας ὁπλιτῶν ὑπάρχουν.
§93Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Ἐὰν εἴχομεν 8–9 χιλιάδας χωροφύλακας, θὰ ἐπήρκουν.
§94Α. ΜΕΡΟΣ. Χθεσινὸν εἶναι τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβα ἀπὸ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς. Λείπουν, λοιπόν, ἀπὸ τὸ σῶμα 2500 ὁπλῖται καὶ πλεονάζουν οἱ ἀξιωματικοί. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα ἀπὸ τὶ ὑλικὸν ἀποτελεῖται ἡ ὁπλιτικὴ δύναμις. Ὑπάρχει ἓν μέρος αὐτῆς ἐπὶ θητείᾳ. Καὶ ὑπάρχει ἓν ἄλλο μέρος, τὸ ὀλιγώτερον, ἀπὸ χωροφύλακας ἄνευ θητείας. Ἄνθρωποι δηλαδὴ στερούμενοι οἱασδήποτε ἐργασίας, κρούουν τὴν θύραν τῆς Χωροφυλακῆς, ἐνδύονται μίαν στολήν, ὁπλίζονται καὶ ἐξέρχονται νὰ ἐπιτελέσωσι — καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ποῖον σκοπόν, μὲ ἕνα μισθὸν 950 δραχμῶν. Ἐννοεῖτε, ἂν ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Χωροφυλακή, καὶ ἂν αὕτη δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμόν της. Θέλετε καὶ περὶ τούτου τὴν ἀπόδειξιν; Ἰδού, θαυμάσατε τὴν ληστοκρατίαν, ἡ ὁποία λυμαίνεται τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἄλλα τῆς Χώρας διαμερίσματα ἀπὸ ἐτῶν, διότι δὲν πρόκειται περὶ σημερινοῦ κακοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς καταστάσεως, καταστάσεως ἐκρύθμου, παγιωθείσης ἀπὸ πολλοῦ μέσα εἰς αὐτὸ τὸ ἐπίσημον Κράτος. Νομίζω, ὅτι μαζὶ μὲ τὴν ρύθμισιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὸ γενικὸν ζήτημα τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, καὶ τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, ὀφείλει νὰ ληφθῇ καὶ τὸ ἐπιβαλλόμενον μέτρον, ὥστε νὰ ἐξυγιανθῇ ἡ Χωροφυλακή μας. Δὲν ἐννοῶ, βεβαίως, νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ ἄλλα στελέχη, ἀλλὰ νὰ ἀποκτήσωμεν χωροφύλακας ἐπαρκεῖς καὶ νὰ μορφώσωμεν αὐτοὺς καταλλήλως. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀποκτήσωμεν ποτὲ χωροφύλακας ἀξίους τοῦ προορισμοῦ των, ἐὰν δὲν ἐξασφαλίσωμεν εἰς αὐτοὺς ὡρισμένα πράγματα, ἐντελῶς ἀπαραίτητα, ἤτοι τὸν καλὸν μισθόν, τὸν καλὸν στρατωνισμὸν καὶ ὡρισμένας ἀπολαυάς, μετὰ τὴν ἀποχώρησίν των ἐκ τοῦ Σώματος. Θέλετε τώρα νὰ μάθετε τί μέτρον ἐλήφθη διὰ τὸ ζήτημα αὐτό; Ἔγινεν ἓν Ταμεῖον Ἀρωγῆς Χωροφυλακῆς, καὶ τὸ ταμεῖον αὐτὸ προορίζεται μόνον διὰ τοὺς... ἀξιωματικούς!!
§95Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δίδουν ἀπὸ τὸν μισθόν των.
§96Α. ΜΕΡΟΣ. Ἔχει τὸ ταμεῖον καὶ ἄλλα ἔσοδα. Ἀλλ’ ἐν σχέσει μὲ τὰ πλεονεκτήματα τῶν ἀξιωματικῶν ὑπάρχουν καὶ μερικὰ ἄτοπα. Οὕτω ὅταν εἷς ὁπλίτης τῆς χωροφυλακῆς τιμωρηθῇ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι στερεῖται τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας, χάνει καὶ ἕνα μέρος τοῦ μισθοῦ του. Τὸ ἓν τέταρτον τοῦ μισθοῦ του, ἂν εἶναι ἁπλῆ ἡ φυλάκισις, καὶ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ ἐὰν εἶναι αὐστηρά. Τοῦ κόβουν δηλαδὴ καὶ τὸ ψωμί. Καὶ πηγαίνει αὐτὸ τὸ ποσοστὸν τῶν κρατήσεων, κατὰ τὸ ἥμισυ ὑπὲρ τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ τὸ ἄλλο ἥμισυ ὑπὲρ τοῦ ἀναφερθέντος Ταμείου, ἢ διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς. Εἶναι δὲ αὐτὸ ἐντελῶς ἀκατανόητον, διὰ νὰ μὴ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ πρᾶγμα τὸν πρέποντα βαρὺν χαρακτηρισμόν. Κόπτομεν ἀπὸ τὸν λιμώττοντα χωροφύλακα τὸ ψωμί του, διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὰ μερίσματα τῶν ἀξιωματικῶν. Εἶναι τερατῶδες!
§97Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἰς τὸ τερατῶδες αὐτό, κάμνετε μίαν σύγχυσιν τερατώδη. Ὅταν ὁ ὁπλίτης τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὁ στρατιώτης τιμωρεῖται δι’ αὐστηρᾶς φυλακίσεως, κρατουμένου καὶ τοῦ μισθοῦ του, αὐτὸ συμβαίνει διὰ νὰ καταστῇ βαρυτέρα ἡ ποινή του. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ ἀπὸ τὴν ἁπλῆν φυλάκισιν.
§98Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐγὼ βλέπω, ὅτι κόπτομεν τὸ ψωμὶ τοῦ ὁπλίτου, διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὸ μέρισμα τῶν ἀξιωματικῶν.
§99Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Φίλε κ. Συνάδελφε, ἀφότου ἔγινεν Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, εἰς τοὺς τιμωρουμένους μὲ αὐστηρὰν φυλάκισιν ἀποκόπτουν καὶ τὸν μισθόν.
§100Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πηγαίνει ὁ μισθὸς εἰς τὰ ταμεῖα τῶν ἀξιωματικῶν.
§101Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πηγαίνει εἰς τὰ μετοχικὰ ταμεῖα τοῦ στρατοῦ, ἀκριβῶς, διότι τὸ Κράτος, μὴ δυνάμενον νὰ δώσῃ μεγάλας συντάξεις, ἔδωκε τοιαῦτα ἐπιδόματα εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν ἀξιωματικῶν, δηλαδὴ συμπληροῦται ἡ σύνταξις, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἕνας ὑπάλληλος παίρνει 3.000 ὡς σύνταξιν, ἕνας συνταγματάρχης παίρνει μόνον 1500 δραχμάς.
§102Α. ΜΕΡΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἐπειδὴ εἶσθε στρατιωτικὸς ἀνέμενον νὰ μὴ λάβητε αὐτὴν τὴν συνηγορίαν. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἔβλεπον νὰ ἐγερθῆτε καὶ σεῖς καὶ νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι αἶσχος τὸ νὰ πηγαίνῃ τὸ ψωμὶ τοῦ τιμωρουμένου ὁπλίτου ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὅτι δὲν τὸ ἀνέχεσθε καὶ σεῖς αὐτό.
§103Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ποῖον εἴπατε αἶσχος;
§104Α. ΜΕΡΟΣ. Τὸ νὰ κρατοῦμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ψωμὶ τῶν φυλακιζομένων ὁπλιτῶν, ὑπὲρ βελτιώσεως τοῦ μερίσματος τῶν ἀξιωματικῶν.
§105Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἐὰν θέλετε νὰ δημιουργῆτε ἐντυπώσεις, δύνασθε νὰ τὸ κάμετε. Τὸ Κράτος κρατεῖ τὸν μισθὸν τῶν ὁπλιτῶν, οἱ ὁποῖοι τιμωροῦνται, διὰ νὰ εἶναι αὐστηρὰ ἡ τιμωρία. Τώρα ποῦ τὸν διαθέτει, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
§106Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐγὼ ὁπωσδήποτε κακίζω τὸ γεγονός, ἐφόσον γίνεται εἰς βάρος τῶν ὁπλιτῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ μερίσματος τῶν ἀξιωματικῶν.
§107Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θέλετε νὰ δημιουργῆτε ἐντυπώσεις;
§108Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Ἐὰν παίρνουν τὸ ποσὸν τῶν κρατήσεων οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, αἱ τιμωρίαι ποὺ ἐπιβάλλουν, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ὀλίγον ὕποπτοι. Ἠμπορεῖ, δηλαδή, νὰ τιμωροῦν χάριν τῶν κρατήσεων.
§109Α. ΜΕΡΟΣ. Ἀπὸ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ἄν δὲν ἀπατῶμαι, παίρνουν μόνον οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ.
§110Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε αὐτὰ καὶ νὰ χαρακτηρίζετε τὰς πράξεις, ὅπως τὰς χαρακτηρίζετε.
§111Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐὰν ἀνελάβατε σεῖς τὴν ἐργολαβικὴν ὑποστήριξιν τοῦ στρατεύματος, τὸ ὁποῖον ὡς τόσον δὲν θίγεται ἀπὸ κανένα, τὸ πρᾶγμα εἶναι ὑπερβολικὰ παράδοξον. Ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν τὰς ἀνάγκας τῆς Χωροφυλακῆς. Ἐάν, λοιπόν, θέλῃ τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ σῶμα χωροφυλακῆς εἰς τὸ πρέπον ὕψος, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ ἐκκαθάρισιν εἰς τὰ στελέχη τὰ ὑπάρχοντα, καὶ νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν κάτω ἀκόμη τοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον διαγράφεται εἰς τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμόν, καὶ ἐπὶ πλέον ἔχει ὑποχρέωσιν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὁπλίτας, νὰ λάβῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα τῆς προστασίας καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεώς των, ὥστε νὰ ἀποκτήσωμεν καλλίτερον ὁπλιτικὸν ὑλικόν. Καὶ τὰ μέτρα αὐτὰ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ καλὴ μισθοδοσία, ὁ καλὸς στρατωνισμός, καὶ ἡ ἐπέκτασις τῶν εὐεργετημάτων τοῦ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας καὶ ὑπὲρ τῶν ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς. Προχωροῦμεν ἤδη εἰς ἄλλο κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἀφορῶν τὴν Δικαιοσύνην. Ἡ Δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν, Κύριοι Συνάδελφοι, ἀπορροφᾷ, ὡς βλέπετε ὅλοι σας, σχεδὸν τὰ δύο ἑκατοστὰ ἐκ τοῦ ὅλου τῶν κρατικῶν ἐσόδων. Εὐτυχῶς, ὅτι τὸ σῶμα τῶν δικαστῶν, ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, εὑρίσκεται εἰς θέσιν ἄψογον, καθ’ ὅσον οὐδεὶς προσῆλθεν, εἴτε διὰ τοῦ τύπου, εἴτε διὰ προσφυγῆς εἰς τὴν Βουλήν, νὰ καταγγείλῃ πράξεις ἀξιομέμπτους, ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, τοῦ δικαστικοῦ ἐν γένει σώματος. Ἀπὸ ἀπόψεως ὅμως φιλεργείας, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ προσωπική μου τοὐλάχιστον ἀντίληψις εἶναι, ὅτι ἡ φιλοπονία καὶ τῶν δικαστῶν ἔχει καταπέσει, ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου αὐτοῦ, ἕνα πλῆθος ὑποθέσεων λιμνάζει εἰς τὰ διάφορα Πρωτοδικεῖα καὶ Πλημμελειοδικεῖα, οἱ προφυλακισμένοι ἀναμένουν μετ’ ἀγωνίας, ἐπὶ μακρόν, τὴν ἔκβασιν τῶν ἀνακρίσεων, ὁ ἔλεγχος ὑπὸ τῶν εἰσαγγελιῶν τῶν Ἐφετῶν δὲν ἀσκεῖται μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερηφανευώμεθα διὰ τὴν δικαιοσύνην μας. Εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἠθικὸν τὸ σῶμα τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως ζήλου καὶ ἐργατικότητος ὑπολείπεται. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τῶν δικαστικῶν γραφείων, νομίζω ὅτι πολλὰ τούτων δύνανται νὰ παραβληθῶσι μὲ πανδοχεῖα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε στοιχειώδη κἂν καθαριότητα νὰ ἔχουν αὐτά, ἐφόσον τὸ Κράτος διαθέτει τὴν γενναίαν!! πίστωσιν τῶν 200 δραχ. μηνιαίως, διὰ τὴν καθαριότητα τόσον πολυσυχνάστων καταστημάτων, ὡς εἶναι τὰ δικαστικὰ γραφεῖα. Τουλάχιστον εἰς τὸν Βόλον δίδονται μηνιαίως 200 δραχμαὶ διὰ τὴν καθαριότητα τοῦ Πρωτοδικείου καὶ 150 δραχμαὶ διὰ τὴν Εἰσαγγελίαν. Δὲν εἶναι δὲ ἄσκοπον νὰ λεχθῇ ἐνταῦθα, ὅτι εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, τὸν Βόλον, ἔχουν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τεθῆ τὰ θεμέλια διὰ τὴν ἵδρυσιν δικαστικοῦ μεγάρου. Ἡ δαπάνη ἀνεβιβάσθη εἰς 7 ἑκατ. δραχμῶν, ἔχει δὲ φθάσει τὸ μέγαρον εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δὲν ὑπολείπονται παρὰ οἱ ὑελοπίνακες καὶ οἱ χρωματισμοί. Ἐπὶ ἓν δὲ καὶ ἥμισυ ἔτος ἀνερχόμεθα πότε εἰς τὸ ἓν Ὑπουργεῖον καὶ πότε εἰς τὸ ἄλλο, φωνάζομεν καὶ διαμαρτυρόμεθα, διὰ νὰ ἀποσπάσωμεν πίστωσιν, ἢ νὰ ἐπιτευχθῇ δάνειον, ἔστω, ἐξ 800 χιλ. δραχμῶν, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀπαραιτήτων, πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου τοῦ Βόλου. Δυστυχῶς αἱ προσπάθειαί μας δὲν ἐτελεσφόρησαν ἀκόμη. Μᾶς παρέπεμψαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διὰ τὴν σύναψιν νέου συμπληρωματικοῦ δανείου, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ ἠξίωσε τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου διὰ τὰ τοιαῦτα δάνεια. Ἐδέησε νὰ αὐξηθῇ καὶ ὁ τόκος καὶ ἤρχισεν ἔκτοτε μία ἀτελεύτητος ἀλληλογραφία, μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων Δικαιοσύνης καὶ Συγκοινωνίας καὶ τοῦ ἐν Βόλῳ μηχανικοῦ τοῦ Δημοσίου, διὰ νὰ προπαρασκευασθῇ ἡ σύναψις τοῦ ἀπαιτουμένου δανείου. Τέλος καταταλαιπωρούμεθα ἐπὶ δύο συνεχῆ ἔτη, διὰ νὰ γίνουν οἱ χρωματισμοὶ καὶ τοποθετηθοῦν μερικοὶ ὑελοπίνακες, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα, μέχρις ὥρας, κατέστη ἀκατόρθωτον, καὶ ἡ Δικαιοσύνη ἐξακολουθεῖ νὰ στεγάζεται, ἐν Βόλῳ, εἰς οἰκήματα ρυπαρὰ καὶ ἀκατάλληλα.
§112Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις οὐκ ἐβουλήθη συνιέναι. Ἡ μεγάλη οἰκονομία εἶναι σπατάλη. Εἰς τὴν Τρίπολιν, ἐὰν διέθετε ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, θὰ ἦτο τὸ δικαστήριον στολισμὸς διὰ τὴν πόλιν.
§113Α. ΜΕΡΟΣ. Ἀλλὰ τὸ νόσημα τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι τὸ ἐκτεθὲν μόνον. Ἡ δικαιοσύνη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δικονομίας, ὡς ὡμολογήθη καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομιῶν τῷ 1924, παρουσιάζει ἐλαττωματικότητα. Εἶναι πολύπλοκος ἡ διέπουσα ἡμᾶς δικονομία καὶ ἀπαιτεῖται πλῆθος διατυπώσεων, δαπανηρῶν, διὰ νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας καὶ ἡ ἁπλουστάτη τῶν ὑποθέσεων. Ἡ Δικτατορία, ἐπιληφθεῖσα τοῦ ζητήματος, ἓν μόνον ἐθέσπισε. Τὴν αὔξησιν τῆς ἀμοιβῆς τῶν δικηγόρων. Ἐθεσπίσθησαν δὲ τοιαῦται δικηγορικαὶ ἀμοιβαί, ὥστε, ἕνεκα αὐτῶν καὶ τῶν μεγάλων δικαστικῶν τελῶν νὰ καθίσταται διὰ τοὺς βιοπαλαιστὰς ἀπρόσιτος ἐντελῶς ἡ δικαιοσύνη.
§114Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Εἶναι μεγάλαι αἱ δικηγορικαὶ ἀμοιβαί;
§115Α. ΜΕΡΟΣ. Τοὐλάχιστον ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται εἰς συνάφειαν μὲ τὴν δικαιοσύνην καὶ συνεπῶς καὶ μὲ τοὺς δικηγόρους, αὐτὰ φωνάζει. Ὅταν τὸ σχετικὸν νομοθετικὸν διάταγμα θὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, κατὰ τὴν γενησομένην συζήτησιν, εὔχομαι, ὅπως οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι συμπίπτει νὰ εἶναι δικηγόροι, φέρουν τροποποιήσεις τοιαύτας ὥστε νὰ βελτιωθῇ τὸ νομοθέτημα, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἰδιοτελῶς ἐνήργησεν ἐπὶ δικτατορίας. Καὶ δὲν ἦσαν μόνον οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι τότε ηὐνοήθησαν. Καὶ ἰατροὶ ἐπωφελήθησαν τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ ἀποσπάσουν καὶ αὐτοὶ ἓν ὅμοιον νομοθετικὸν διάταγμα. Τὸ διάταγμα αὐτὸ ὁρίζει τὰς ἀμοιβὰς των ἀρκετὰ ὑψηλάς, ὥστε οἱ πτωχοὶ ἐκ τῶν ἀσθενῶν, μόνον κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν νὰ παίρνουν τὴν ἀπόφασιν τῆς προσκλήσεως ἰατροῦ. Δυστυχῶς, τὰ ἀλτρουϊστικὰ καὶ ἄλλα εὐγενῆ αἰσθήματα τοῦ παρελθόντος ἐξέλιπον, καὶ ἡ ἐπιστήμη τῆς ἐποχῆς μας ἔχει ἀποβῆ ἕνα εἶδος ἐμπορίου, κάθε ἄλλο παρὰ συμπαθοῦς εἰς τὰς πτωχὰς τάξεις. Σχετικῶς μὲ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, (διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτὴν, θὰ εἶχα νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διατάξῃ οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν μὴ ἐνεργοῦντες τὰς ἐπιθεωρήσεις, νὰ μὴ ἀρκοῦνται εἰς τυπικὸν ἔλεγχον — διότι τοιοῦτος γίνεται σήμερον, μὲ σκοπὸν τὴν δικαιολογίαν τῶν ὁδοιπορικῶν — ἀλλὰ νὰ ἐνεργοῦν πραγματικὸν τοιοῦτον καὶ νὰ ἐξετάσουν ἐπισταμένως τί ἐργασία γίνεται εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα. Καὶ τώρα νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ θίξω ὡρισμένα τρωτὰ ἄλλου κλάδου, τοῦ κλάδου τῆς ἐκπαιδεύσεως. Θεωρῶ δὲ εὐτύχημα, ὅτι παρίσταται κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, τοῦ ὁποίου θὰ κινήσωμεν ἀναμφισβητήτως τὴν προσοχήν. Θέλω δὲ νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνουν ἀφορμὴ εἰς λῆψιν μέτρων καὶ διατάξεων, περιληφθησομένων εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πληροφορούμεθα ὅτι κατ’ αὐτὰς πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§116Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατί γενικεύετε τὴν συζήτησιν; Θὰ γίνουν ὡρισμέναι συνεδριάσεις καὶ τότε νὰ εἴπητε ὅ,τι ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, δι’ ἕκαστον ὑπουργεῖον. Ἐὰν ἐξακολουθήσητε ἔτσι, δὲν θὰ τελειώσητε οὔτε αὔριον εἰς τὰς 10 τὸ πρωΐ.
§117Α. ΜΕΡΟΣ. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ συζήτησις ἀερολογική, χωρὶς δηλαδὴ οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ζητημάτων ποὺ κατ’ ἀνάγκην θίγονται.
§118Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τότε νὰ εἴπητε ἂν ἡ δικαιοσύνη λειτουργεῖ καλῶς ἢ κακῶς διὰ τοῦτον τὸν λόγον, καὶ ὅτι διὰ νὰ ὀρθοποδήσῃ πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὸ καὶ αὐτό. Αὐταὶ αἱ λεπτομέρειαι ἔχουν θέσιν εἰς τὰς εἰδικὰς συζητήσεις· φρονῶ δὲ ὅτι δὲν πρέπει ἤδη νὰ γίνῃ εἰδικὴ συζήτησις. Ἄλλως τε ὁ τόνος, ὁ ὁποῖος ἐδόθη ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἦτο αὐτός. Ἐγὼ προκειμένου καὶ περὶ τοῦ βουλευτοῦ κ. Καλογερᾶ, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ στρατιωτικῶν ζητημάτων, τὸν παρεκάλεσα νὰ μὴν ὁμιλήσῃ. Ἐπὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων, δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα. Πρέπει ὅμως νὰ ὑπάρξῃ μία τάξις. Τί θέλετε νὰ γίνῃ; Γενικὴ συζήτησις δύναται νὰ λάβῃ τόσην ἔκτασιν. Τώρα συζητοῦμεν τὰς ἁδρὰς γραμμάς. Κατόπιν γίνεται ἡ εἰδικὴ συζήτησις.
§119Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τόσον ὀψίμως ἔφερε πρὸς συζήτησιν τὸν προϋπολογισμόν, ὥστε νὰ συζητεῖται οὗτος ἐπὶ τροχάδην, ὀφείλει νὰ ἀκούσῃ ὡρισμένας ἀληθείας καὶ ὀφείλει νὰ λάβῃ γνῶσιν ὡρισμένων καταστάσεων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ προκαλέσουν πολὺ τὴν προσοχήν της. Ἐπειδὴ δὲ αἱ συζητήσεις εἰς τὴν Βουλὴν γίνονται συνήθως μὲ πολλὴν προχειρότητα, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσκομίσωμεν ἐδῶ στοιχεῖα διαφωτιστικά. Βεβαίως, εἶναι πολὺ εὐχερὲς νὰ λέγῃ κανεὶς ὅτι δὲν ἔχομεν δικαιοσύνην κτλ., χωρὶς νὰ στηρίζῃ τὰ λεγόμενά του ἐπὶ θετικῶν βάσεων. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε ἡ συζήτησις νὰ βασίζεται ἐπὶ στοιχείων. Ἔτσι εἰργάσθην.
§120Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πολὺ καλά. Προσθέσατε καὶ τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν.
§121Α. ΜΕΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι βουλευταί, τὴν ἐκπαίδευσιν, ἔχω νὰ τονίσω, ὅτι ἡ κατανομὴ τῶν δαπανῶν μεταξὺ τῶν σχολείων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς Δημοτικῆς τοιαύτης, δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν. Διὰ τὴν Μέσην Ἐκπαίδευσιν ἡ δαπάνη εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς δαπάνης ἥτις γίνεται διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Ἀποφεύγω νὰ ἀναφέρω ὡρισμένους ἀριθμούς, ἐπισήμους, οἱ ὁποῖοι φανερώνουν αὐτὴν τὴν ἀνισότητα. Καὶ ἐπιφυλασσόμεθα, ὅταν εἰσαχθοῦν πρὸς συζήτησιν τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ αὐτῶν. Σήμερον, ὅμως, θεωροῦμεν ὑποχρέωσίν μας νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῆς χώρας, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις εὑρίσκεται εἰς μεγάλην νοσηρότητα, καὶ ὅτι ἐπιβάλλονται ἄμεσα μέτρα ἐξυγιάνσεως. Ὅταν πρό τινος, ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, εἶχεν ἀξιώσει τὴν γνωστὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, λαβόντες τότε τὸν λόγον, εἴπομεν, ὅτι διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως ὡρισμένων προσώπων τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς τὴν ἐκπαιδευτικήν μας κατάστασιν. Καὶ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι εἴχομεν δίκαιον, διότι μολονότι ἐγένετο νόμος ἡ θέλησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καμμία, ἐπαναλαμβάνω, πρόοδος καὶ καλλιτέρευσις δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τῆς χώρας. Νομίζομεν δὲ ὅτι χρειάζονται ριζικώτερα μέτρα. Μανθάνομεν, αὐτὸ τοὐλάχιστον γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι πρόκειται ἐντὸς ὀλίγου, νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἔχωμεν πλήρη ἐκπαιδευτικὴν ἀναγέννησιν. Συναφῶς ἡμεῖς ἔχομεν νὰ πληροφορήσωμεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι μὲ τὸ σημερινὸν ὑλικὸν τῶν καθηγητῶν καὶ ἐν γένει τῶν διδασκάλων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἰδοὺ τί λέγουν οἱ ἀριθμοί. Ἐκ τῶν 13,000 διδασκάλων μετὰ τῶν νηπιαγωγῶν τῆς Δημοτικῆς μας Ἐκπαιδεύσεως, πλείονες τῶν 4000 ἐξ αὐτῶν στεροῦνται καὶ πτυχίου ἀκόμη. Ἐπίσης ἐκ τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς 2500 περὶ τοὺς 320 στεροῦνται ὡσαύτως διπλώματος. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἔχουν καταργηθῆ καὶ τὰ ὅρια τῆς ἡλικίας καὶ τοιουτοτρόπως ἄνθρωποι ὑπεργεγηρακότες, ἀσκοῦν τὸ βαρὺ διδασκαλικὸν καθῆκον καὶ καταγίνονται εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν Ἑλληνοπαίδων. Ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγεται παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσις, εἶναι καθαρὰ, καθαρώτατα, μία εἰρωνεία. Θεωροῦμεν ἐπιβεβλημένον, νὰ τεθοῦν ἐπειγόντως ὅρια ἡλικίας διὰ τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς ἐν γένει λειτουργούς, νὰ ἀπομακρυνθοῦν πλέον ὅσοι ἐξ αὐτῶν ὑπηρέτησαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ προσέφερον εἰς αὐτὴν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προσφέρουν, νὰ ἀποχωρήσουν λέγομεν αὐτοί, ὡς καὶ οἱ ἀνεπαρκεῖς διὰ τὴν ἀποστολήν των, καὶ νὰ μείνουν οἱ ἄξιοι διὰ τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἔργον. Εὐτύχημα, ὅτι σήμερον τὰ διδασκαλεῖα ἔχουν παρασκευάσει νέους διδασκάλους ἀρκετούς, ὥστε νὰ μὴ σημειωθῇ ἔλλειψις. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἔχει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀναφορικῶς μὲ αὐτήν, πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ χώρα μας εἶναι ἡ πλουσιωτέρα εἰς Ἐπισκόπους. Ἔχομεν ἡμεῖς ὑπὲρ τοὺς 100 Ἐπισκόπους, ἐνῷ εἰς τὰ γειτονικά μας κράτη, τὰ πολὺ μεγαλύτερα ἡμῶν, αἱ ἕδραι τῶν ἐπισκόπων εἶναι ἀσυγκρίτως ὀλιγώτεραι. Οὕτως ἡ Ρουμανία ἔχει 14 Ἐπισκόπους καὶ ἡ Σερβία 25. Ἡμεῖς ἔχομεν ὑπερπαραγωγήν. Ἀνέρχονται οὗτοι, ὡς εἶπον, εἰς 100. Εἶναι δὲ ζήτημα, ἐὰν ἐξ αὐτῶν ὑπάρχωσι 10, αἰσθανόμενοι βαθέως τὸν προορισμόν των. Πρόσφατος ἀπόδειξις τῆς ἀκαταλληλότητος τῶν Ἐπισκόπων μας, ἡ διαμαρτυρία χιλιάδων πολιτῶν τοῦ Βόλου ἐκ τοῦ ἐπιστημονικοῦ, τοῦ ἐμπορικοῦ, τοῦ ἐπαγγελματικοῦ καὶ τοῦ ἄλλου κόσμου τῆς πόλεως αὐτῆς, ἡ ὁποία διαμαρτυρία ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐναντίον τοῦ ἐκεῖ ἐπισκόπου, τοῦ Ἁγίου δηλαδὴ Δημητριάδος. Ἐν τούτοις περιφρουροῦνται οἱ Ἱεράρχαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐκ τοῦ νόμου, ὥστε καὶ ὅταν περιπίπτουν εἰς σκάνδαλα...
§122Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδ.). Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν κατηγορίαν καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διασύρεται τὸ γόητρον τῆς ἐκκλησίας, κατὰ τρόπον τόσον ἀόριστον.
§123Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐγὼ κυρίως εἶπον, ὅτι ἔχομεν πληθώραν Ἐπισκόπων, καὶ εἶπον ἐπίσης, ὅτι ἓν ποσοστὸν ἐξ αὐτῶν, εἶναι ἄξιον τῆς ἱερᾶς ἀποστολῆς του, ἐνῷ τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῶν Ἐπισκόπων, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τοὺς σκοποὺς τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας.
§124Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ καθορισθοῦν αἱ κατηγορίαι, διὰ τὸ ποσοστὸν τοὐλάχιστον. Ἐγὼ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καμμίαν συγκεκριμένην κατηγορίαν ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Δημητριάδος. Καὶ ἂν ὑποβληθῇ τοιαύτη, ἡ μία αὐτὴ καὶ μόνη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ καὶ ποσοστόν.
§125Α. ΜΕΡΟΣ. Ἴσως μόνον ὁ Ἅγιος Δημητριάδος νὰ ὑπέπεσεν εἰς ὡρισμένους ἐκτροχιασμούς, διὰ τοὺς ὁποίους καὶ ἔγινεν ἡ ἀναφερθεῖσα διαμαρτυρία τῶν πολιτῶν τοῦ Βόλου. Διὰ τοὺς ἄλλους, ἐκ τοῦ ποσοστοῦ, κοινὴ εἶναι ἡ καταφορά, ὅτι δὲν ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των, καὶ ὅτι ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Εὐαγγελίου. Διὰ νὰ μὴ μακρυγορῶ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴν ἐνδιατρίψω ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγει ὁ προϋπολογισμός, καὶ τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται, ὄχι τόσον ἱκανοποιητικά, διὰ τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως. Παραλείπω αὐτὰ καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ φορολογικόν, διὰ νὰ κατευνασθῇ καὶ ἡ τυχὸν ἀνυπομονησία τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν εἰς μεγάλην γενικότητα τοὺς ἀμέσους φόρους. Οὗτοι, σύμφωνα μὲ τὸν προϋπολογισμόν, ἀνέρχονται εἰς ἕνα δισεκατομμύριον καὶ τετρακόσια περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐξ αὐτῶν, τὰ 600 ἑκατομμύρια—ἦσαν 700 ἑκατομμύρια προτοῦ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τῆς δεκάτης—καταβάλλονται ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν, εἴτε ὑπὸ μορφὴν φορολογίας τοῦ καπνοῦ, εἴτε ὑπὸ μορφὴν φορολογίας τοῦ ἐλαίου, τοῦ οἴνου, τῆς σταφίδος, τῆς δεκάτης κλπ. 600 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, καταβάλλει, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ Κράτος ἡ τάξις τῶν ἀγροτῶν. Καὶ τονίζω τοῦτο, διότι ὑπῆρξαν συνάδελφοι, διακηρύξαντες καὶ μέσα εἰς τὴν Βουλὴν ἀκόμη, ὅτι οἱ παραγωγοὶ δὲν ὑπόκεινται εἰς καμμίαν φορολογίαν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ προϋπολογισμός: Πλὴν τῶν ἐμμέσων φόρων, δίδει ἡ τάξις τῶν παραγωγῶν 600 ἑκατομμύρια δι’ ἀμέσους φόρους, τὰ ὁποῖα, προτοῦ ἐλαττωθῇ ἡ δεκάτη, ἦσαν 700. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ προϊόντων, τὰ ὁποῖα παράγονται ἄφθονα καὶ πλεονάζουν καὶ πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, αἱ φορολογίαι ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύουν, προκειμένου ὅμως περὶ τῆς φορολογίας τῶν κυρίως δημητριακῶν, προκειμένου ἀκριβέστερον περὶ τῆς φορολογίας τῆς «δεκάτης», ἐναντίον τῆς ὁποίας τόσαι ἀφορισμοὶ ἐγένοντο καὶ ἐκ μέρους ὅλων τῶν ἡγετῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τόσον τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ὅσον καὶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ εὐρέος καὶ ἀκολούθως τοῦ μερικοῦ συνασπισμοῦ, ἔχομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ζήτημα εὐπρεπείας πλέον δι’ αὐτάς, νὰ δηλωθῇ ὅτι ἡ δεκάτη δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἐπανέλθῃ. Πρέπει δὲ ἀπαραιτήτως νὰ καταργηθῇ ἡ δεκάτη, διότι εἶναι μέτρον ἐξόχως ἄδικον καὶ ἀπογοητευτικὸν διὰ τὸν παραγωγόν, ἐφ’ ὅσον ἔρχεται νὰ ζητήσῃ καταβολὴν φόρου καὶ ἀπὸ τὸν πτωχότερον χωρικόν, ὁ ὁποῖος δὲν κατώρθωσεν ἐκ τῆς καλλιεργείας τοῦ ἀγροῦ του, νὰ ἀποκομίσῃ οὔτε τὸν σπόρον, τὸν ὁποῖο διέθεσεν. Φαντασθῆτε τὰ ὀρεινὰ διαμερίσματα, ὅπου καλλιεργοῦνται ἄγονοι ἀγροὶ καὶ ὁ χωρικὸς δὲν παίρνει οὔτε τὸ καλαμπόκι μιᾶς τριμηνίας. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει τοῦτο. Καὶ ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς πτωχοὺς τῶν ὀρεινῶν ἰδίᾳ διαμερισμάτων, ἔρχεται τὸ Κράτος νὰ εἰσπράξῃ δεκάτην. Εὐτυχῶς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἠλάττωσε τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ ἀρχικῶς θεσπισθέντος. Καὶ τοιουτοτρόπως ὁ φόρος αὐτός, ὁ ὁποῖος πέρυσι ἔδωκεν εἰς τὸ Κράτος τὸ ποσὸν τῶν 207 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐφέτος θὰ βαρύνῃ τοὺς γεωργοπαραγωγοὺς μὲ 90 μόνον ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐννοεῖται ὅτι διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἐσόδου αὐτοῦ τὸ Κράτος δαπανᾷ περὶ τὰ δέκα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἔτσι ἀπομένουν καθαρὰ ὑπὲρ αὐτοῦ 80 μόνον ἑκατομμύρια δραχμῶν. Νομίζω ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις τῆς χώρας, ἡ ὁποία τόσα εἰσφέρει ὑπὲρ τοῦ Κράτους, στρατεύεται περισσότερον πάσης ἄλλης κοινωνικῆς τάξεως, ὑφίσταται βαρεῖς τοὺς φόρους, στερεῖται δὲ ὅλων τῶν ἀγαθῶν τοῦ πολιτισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀφθονοῦν εἰς τὰς πόλεις, ὅπου ὑπάρχει καὶ σχετικὴ οἰκονομικὴ ἄνεσις καὶ εὐμάρεια, δικαιοῦται νὰ ἀξιώσῃ μίαν γενναίαν χειρονομίαν ἐκ μέρους τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τὴν χειρονομίαν τῆς ὁλοσχεροῦς καταργήσεως τῆς ἐπαχθοῦς αὐτῆς φορολογίας τῆς δεκάτης. Ἂς ἀφήσωμεν ἡσύχους τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς ἐργάτας τῆς γῆς ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις τῶν χωροφυλάκων, τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν ἄλλων κρατικῶν ὀργάνων. Ἂς τοὺς ἀφήσωμεν ἡσύχους, ἀφοῦ δὲν τοὺς προσφέρομεν ἀπολύτως τίποτε. Ζητοῦντες παρ’ αὐτῶν τὴν καταβολὴν δεκάτης εἶναι ὡσὰν νὰ ζητοῦμεν νὰ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος τῆς ζωῆς των. Τονίζομεν, λοιπόν, ὡς πρῶτον καθῆκον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς τάξεως τῶν πτωχῶν χωρικῶν, τονίζομεν κυρίως ὡς καθῆκον τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου τὸν φιλαγροτισμὸν πρῶτοι ἡμεῖς διακηρύσσομεν, ὅπως φθάσῃ καὶ εἰς τὴν ὁλοσχερῆ κατάργησιν τῆς δεκάτης, ἄνευ ἀντικαταστάσεως αὐτῆς, δι’ ἄλλης τινὸς φορολογίας. Ἄλλως τε ὡς ἐλέχθη δὲν πρόκειται παρὰ μόνον περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 80 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Θίγω τώρα τὴν φορολογίαν τοῦ ἐλαίου, ἥτις ὑφίσταται ὑπὸ διπλῆν μορφήν. Εἰς ἄλλας περιφερείας φορολογεῖται τὸ ἔλαιον εἰς εἶδος, ἰσχύοντος κάτι παρομοίου μὲ τὴν δεκάτην. Εἰς ἄλλας περιφερείας φορολογεῖται εἰς χρῆμα κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Ἡ ἐπιθυμία τῶν φορολογουμένων εἰς εἶδος ἐλαιοπαραγωγῶν εἶναι νὰ ὑπάρξῃ μία ὁμοιομορφία φορολογικὴ ἐφ’ ὅλου τοῦ παραγομένου εἰς τὴν χώραν ἐλαίου. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Νὰ καθιερώσῃ δηλαδὴ ἑνιαῖον σύστημα φορολογίας, ὁριζομένου τοῦ φόρου γενικῶς κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Βεβαίως ἀπὸ προλαλήσαντας ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐτονίσθη, ἔχει δὲ καταστῆ νοητὸν παγκοίνως, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει χάριν τῆς ὑπάρξεώς του καὶ τῆς κοινῆς ἀνακουφίσεως ν’ ἀκολουθήσῃ μίαν σταθερωτέραν καὶ πληρεστέραν γεωργικὴν πολιτικήν, ὥστε δι’ αὐτῆς τῆς πολιτικῆς νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ νὰ ἠμπορῇ οὕτω νὰ ζῇ ὁ πληθυσμός, νὰ στηρίζεται τὸ Κράτος καὶ ν’ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς βαρυτάτας ὑποχρεώσεις, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοκοχρεωλύσια. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδεμία σοβαρὰ προσπάθεια ἐσημειώθη. Ἐγένετο ἓν συνέδριον πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργικῆς μας καταστάσεως καὶ αὐξήσεως τῆς γεωργικῆς μας παραγωγῆς. Ἐκλήθησαν διάφοροι σοφοὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, κατέστρωσαν ἐκεῖ σχέδια ἐπὶ σχεδίων περὶ βελτιώσεως τῶν σπόρων, περὶ ἐπιτεύξεως σιταρκείας καὶ ὑπερπαραγωγῆς ἐν γένει δημητριακῶν. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ συνέδριον αὐτὸ κατηναλώθη εἰς ἁπλῆν θεωρητικὴν ἐργασίαν.
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε λάθος κ. συνάδελφε. Παρηγγέλθησαν χιλιάδες τόννοι σίτου ὡρισμένου, ὁ ὁποῖος ἐπιστοποιήθη ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος.
§127Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐννοεῖται τὸν σῖτον «καμπέρα», ὁ ὁποῖος περιμένεται ἐδῶ καὶ χρόνια τώρα.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφέτος παρηγγείλαμεν. Δὲν πιστεύω νὰ φαντάζεσθε, ὅτι ἓν Συμβούλιον κατὰ τρόπον θαυματουργὸν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ αὐξήσῃ τὴν παραγωγὴν μέσα εἰς ὀλίγους μῆνας. Ἀλλὰ ὑπέδειξε τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἐὰν νομίζετε ὅτι συσκέψεις ἐπιστημόνων, ἀντιπροσώπων συνεταιρισμῶν καὶ λοιπῶν εἰδικῶν, δὲν ὠφελοῦν εἰς τίποτε, ἄλλο πρᾶγμα.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Διὰ τὴν Ἑλλάδα ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν γίνεται ἐντὸς ἑβδομάδος δὲν ἔχει ἀξίαν. Ὅλες πρέπει νὰ εἶναι δουλειὲς τοῦ ποδαριοῦ.
§130Α. ΜΕΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐμεσολάβησεν διὰ τὴν προμήθειαν σίτου «Καμπέρα» ἐξ Αὐστραλίας. Παρῆλθον ὅμως τρία ἔτη ἔκτοτε καὶ ὁ σῖτος δὲν ἐκομίσθη.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Αὐτὸν τὸν σῖτον δὲν τὸν δίδει ἡ Αὐστραλιακὴ Κυβέρνησις κατὰ κανόνα τὸν ἀρνεῖται εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Τὸν θεωρεῖ ἓν προνομιοῦχον προϊὸν τοῦ τόπου της καὶ μετὰ μεγάλης δυσκολίας τὸν δίδει. Ἔγινε εὐρυτάτη διπλωματικὴ ἐνέργεια διὰ νὰ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀγορὰ αὐτοῦ τοῦ σίτου ἀπὸ τὴν Αὐστραλίαν. Ἐν τούτοις ἠγέρθησαν δισταγμοί τινὲς ἐδῶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸν σῖτον καὶ εἶπον εἰς τὸν διεξάγοντα αὐτὰς τὰς συννενοήσεις νὰ μὴ ἀγοράσῃ τὸν σῖτον τῆς Αὐστραλίας, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Θεσσαλονίκης συναδέλφου ἔκαμε τηλεγράφημα καὶ ἔλεγε δι’ ὄνομά του Θεοῦ ἀγοράσατε τὸν σῖτον μὴ τυχὸν ἡ Αὐστραλιακὴ Κυβέρνησις μανθάνουσα τὰς ἐνεργείας αὐτὰς προβῇ εἰς ἄρνησιν. Καὶ οὕτω παρηγγέλθη ὁ σῖτος ὁ ὁποῖος ἔρχεται.
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐμελετήσαμεν ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐντείνωμεν τὰς προσπαθείας μας διὰ τὴν σιτοπαραγωγὴν καὶ ἐκάμαμεν καὶ πολλὰ πειράματα, διότι ὑπάρχουν πολλοὶ νομίζοντες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι τόπος κατάλληλος διὰ σιτοπαραγωγήν. Καθ’ ἑκάστην εἰς ὅλα τὰ Κράτη παραπονοῦνται διὰ τὴν βραδεῖαν ἀπόδοσιν τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνονται διὰ τὴν γεωργίαν, διότι ἡ γεωργία εἶναι ἕνας κλάδος ὁ ὁποῖος δὲν ἀποδίδει ἀμέσως.
§133Α. ΜΕΡΟΣ. Διὰ τὰς ἄλλας Χώρας, αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν τὴν ἰδικήν μας, ἴσως νὰ δικαιολογῆται ἡ βραδύτης αὐτή. Δι’ ἡμᾶς ὅμως, οἱ ὁποῖοι στηρίζομεν τὸ ἅπαν τῆς οἰκονομικῆς μας ὑπάρξεως εἰς τὴν γεωργικήν μας ἀνάπτυξιν, ἡ βραδύτης δὲν συγχωρεῖται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό· ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν, ὅτι δὲν ἀσκοῦμεν τὴν πρέπουσαν ἀγροτικὴν πολιτικήν. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων πρὸς τοὺς ἀγρότας. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔδωκε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπαρκεῖς πιστώσεις καὶ οἱ γεωργοὶ εὑρέθησαν εἰς δυσχέρειαν νὰ καλλιεργήσουν τὰ κτήματά των καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου αὐτοῦ ἠκούσθη μετὰ μεγαλυτέρας εὐχαριστήσεως τὸ ἄγγελμα τῆς ἐπικειμένης ἱδρύσεως ἰδίας Γεωργικῆς Τραπέζης. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ ἱδρυθησομένη Τράπεζα θὰ ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια.
§134Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Θὰ ἔχῃ.
§135Α. ΜΕΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι εὐχάριστον. Ἀλλ’ ἐγὼ τονίζω ὅτι κατὰ τὸ γεωργικὸν αὐτὸ ἔτος δὲν παρεσχέθησαν αἱ ἀπαιτούμεναι οἰκονομικαὶ εὐκολίαι εἰς τοὺς παραγωγούς.
§136Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δι’ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ μία Ἐκδοτικὴ Τράπεζα νὰ ἀσκῇ καὶ ἐμπορικὰς καὶ Γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις διότι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τηρῇ μίαν πολιτικὴν γενικωτέραν, νὰ περιορίζῃ τὰς πιστώσεις ἀναλόγως τῶν θεμελιωδεστέρων ἀναγκῶν τῆς νομισματικῆς ἢ γενικῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου. Μία Γεωργικὴ Τράπεζα ἔχει προορισμὸν ὅλας τὰς πιστώσεις νὰ τὰς δίδῃ εἰς τοὺς γεωργούς. Αὐτὸ γίνεται διὰ τῆς Τραπεζιτικῆς μεταρρυθμίσεως, νὰ ἀναπτύσωνται ὅλοι οἱ κλάδοι ἐλευθέρως καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς τῆς κινήσεως ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα.
§137Α. ΜΕΡΟΣ. Ἄλλο ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχὴ εἶναι τὸ τῆς καταδιώξεως τῶν μαστίγων τῆς Γεωργίας, ὅπως εἶναι ὁ δᾶκος καὶ ἡ ἀκρίς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν περὶ τὰ 70 ἑκατομμύρια ἐλαιοδένδρων. Καὶ ὅμως ἐξ αὐτῶν περὶ τὰ 12 ἑκατομμύρια προστατεύονται ἐναντίον τοῦ δάκου, κατὰ πληροφορίας τῆς φυτοπαθολογικῆς ὑπηρεσίας, καὶ αὐτὰ μόνον παράγουν ἐπαρκῶς. Εἰς τὴν Κέρκυραν ἡ ἐσοδεία τῶν ἐλαιῶν κατεστράφη πέρυσι ὁλοσχερῶς, διότι δὲν ἐγένετο ἐγκαίρως ραντισμὸς ἐναντίον τοῦ δάκου. Ὁπωσδήποτε εἶναι γεγονός, ὅτι δὲν ὀργανώθη μία συστηματικὴ καταπολέμησις τῆς πληγῆς αὐτῆς τῆς ἐλαίας.
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πότε κατεστράφη ἡ παραγωγὴ τῆς Κερκύρας;
§139Α. ΜΕΡΟΣ. Κατὰ τὸ παρελθόν, σᾶς εἶπον, ἔτος. Προχωρῶν, ἔχω νὰ εἴπω ὅτι πρέπει, ἐφόσον στηρίζομεν τὴν οἰκονομικήν μας ὕπαρξιν καὶ εἰς τὰς ἐλαίας καὶ τὸ ἔλαιον, νὰ προστατεύσωμεν τὰ προϊόντα αὐτά, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἐξαγωγῆς των εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀποτελοῦν διὰ τὸν τόπον μας τὸν τρίτον κατὰ σειρὰν παράγοντα εἰσαγωγῆς ξένου συναλλάγματος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀκρίδα μὲ τὴν ἰσχύουσαν γραφειοκρατίαν, καὶ ὅταν παρέχονται ὡρισμέναι πιστώσεις δὲν δὲν φθάνουν αὗται εἰς τὸν προορισμόν των ἐγκαίρως. Πρόσφατον παράδειγμα ἔχομεν τὰς ἡμέρας αὐτὰς ποῦ μᾶς ἀναγγέλεται, ὅτι χρήματα σταλέντα ἐντεῦθεν δὲν ἔφθασαν εἰσέτι εἰς τὰ Δημόσια Ταμεῖα τῆς Θεσσαλίας, ἵνα γίνῃ ἡ καταπολέμησις τῆς ἀκρίδος.
§140Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πέρυσι ἔγινε μεγαλυτέρα προσπάθεια ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλο ἔτος. Καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πιστώσεων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐνεργειῶν. Ἐὰν δὲ παρετηρήθη εἰς μερικὰ τμήματα τοῦ Κράτους καταστροφὴ μεγαλυτέρα ἐξ ἀκρίδων, τοῦτο συνέβη διότι δὲν ἠθέλησαν οἱ κάτοικοι νὰ μᾶς βοηθήσουν. Ὅπου οἱ κάτοικοι ἠκολούθησαν τὰς ὁδηγίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ συνέτρεξαν τὸ ἔργον τῆς καταπολεμήσεως, τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν θαυμάσια. Ἐκεῖ ὅπου οἱ κάτοικοι δὲν μᾶς ἐβοήθησαν ἐγένοντο ζημίαι.
§141Α. ΜΕΡΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ζητήματα χαρακτηριστικά. Ἀναφέρω τοὺς διαχωρισμοὺς τῶν κλήρων εἰς τὰ ἀπαλλοτριωθέντα τσιφλίκια καὶ σᾶς λέγω: Ἐὰν πραγματικῶς θέλετε νὰ ἐφαρμόσετε γεωργικὴν πολιτικήν, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ στείλετε τόσον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅσον καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Ἤπειρον συνεργεῖα ἀπὸ εἰδικοὺς μηχανικούς, διὰ νὰ γίνῃ ὁ διαχωρισμὸς τῶν κλήρων, διὰ νὰ σταθεροποιηθῇ ἡ ἰδιοκτησία. Μὲ τὴν ἀοριστίαν τὴν σημερινὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀπαραίτητος ζῆλος πρὸς ἐργασίαν εἰς τοὺς ἀγρούς.
§142Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἄπειρα συνεργεῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῶσιν ἐκ τοῦ μηδενός. Εἰξεύρετε πολὺ καλά, ὅτι ἀπετάθημεν εἰς τὸν Στρατόν, ἀλλὰ δὲν εἶχον περισσεύματα. Εἰξεύρετε πολὺ καλά, ὅτι διὰ νὰ κάμωμεν τὴν τοπογράφησιν ἔγινε διαγωνισμὸς καὶ δὲν γνωρίζομεν τὰ ἀποτελέσματα. Μανθάνομεν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δυσκολεύεται νὰ κατακυρώσῃ τὸν διαγωνισμόν, λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς δαπάνης.
§143Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ τονίζω αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐστάλησαν 25 συνεργεῖα εἰς Θεσσαλίαν μόνον.
§144Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐστάλησαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν 25 συνεργεῖα διανομῶν, ἐνῷ τὸ προηγούμενον ἔτος ἦσαν 5 συνεργεῖα μόνον. Εἶναι φανερόν, Κύριοι, ὅτι λέγονται ὡρισμένα πράγματα κάπως δυσάρεστα διὰ τοὺς Κυβερνῶντας καὶ τοὺς Κυβερνήσαντας, ἀλλὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ εἴπωμεν.
§145ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνακρίβειαι.
§146Α. ΜΕΡΟΣ. Οὐδεμία. Καὶ φθάνομεν εἰς τὸ τέλος, Κύριοι, λέγοντες πάλιν, ὅτι ἐὰν θέλετε νὰ ἐπιτύχητε τὴν πραγματικὴν τοῦ τόπου οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἀναπτύξητε καὶ νὰ τονώσητε τὰς παραγωγικάς του δυνάμεις. Ὅσον ἀφορᾶ τὰς φορολογίας, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ φορολογήσῃ βαρύτερον τὰ μεγάλα εἰσοδήματα καὶ νὰ συστηματοποιήσῃ τὴν φορολογίαν τοῦ μεγάλου κεφαλαίου, ἐφαρμόζουσα καὶ δι’ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐπιτροπῶν φορολογίας τῶν ἐπαγγελματιῶν. Λυπούμεθα, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ μεγάλου κεφαλαίου ἔμενεν ἐντελῶς ἀτελεσφόρητος, διότι οὔτε τώρα ἀκόμη δὲν ἐξελέγχθη πλῆθος σχετικῶν δηλώσεων, πολλαὶ τῶν ὁποίων εἶναι πλασταί, ἐνῷ διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας ἐξεδηλώθη ὅλη ἡ κρατικὴ αὐστηρότης καὶ αἱ φορολογικαὶ ἐπιτροπαὶ μετὰ σκληρότητος ἐνίοτε προέβησαν εἰς τὴν φορολογικὴν αὐτῶν κατάταξιν. Διὰ τὴν φορολογίαν τῶν πλουσίων τὸ Κράτος ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν νὰ ὑποβάλουν δηλώσεις, ὑπέβαλον δὲ ὅσοι ἠθέλησαν καὶ ὑπέβαλον πολλοὶ πλαστὰς τοιαύτας. Ἕνεκα τούτου ἡ ἀπόδοσις τῆς φορολογίας τοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν ὑπῆρξε καὶ εἶναι πενιχρὰ καὶ ἐντελῶς δυσανάλογος πρὸς ὅσα πληρώνουν αἱ ἄλλαι κοινωνικαὶ τάξεις, αἱ οἰκονομικῶς ἀσθενεῖς. Σχετικῶς εἶναι εὐχάριστον, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ τεκμαρτοῦ εἰσοδήματος, ἡ ὀφειλομένη εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρόκειται νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ, ἐν μέρει, ἀπὸ τὴν ἀνισότητα αὐτήν, καὶ ἐν γένει ἀπὸ τὴν φορολογικὴν ἀδικίαν. Ἀλλ’ ἂς μὴ τὸ ἀποκρύπτωμεν: Ἤρχισεν ἐγειρομένη σφοδρὰ ἀντίδρασις καὶ ζήτημα εἶναι ἐὰν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον θὰ τύχῃ ἐπιψηφίσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ὅμως πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ εἰς τὸν τόπον τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην, καθ’ ὅσον θὰ ἰσχύσῃ τὸ σύστημα, δυνάμει τοῦ ὁποίου φορολογοῦνται οἱ ἐπαγγελματίαι, θὰ ἰσχύσῃ, λέγω, τὸ αὐτὸ σύστημα καὶ διὰ τοὺς πλουσίους. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον καὶ ἐπιφυλασσόμεθα ὅπως ὅταν θὰ γίνουν ἐνταῦθα αἱ εἰδικαὶ συζητήσεις, ἐκθέσωμεν τότε ὡρισμένας πάλιν ἀπόψεις μας, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ εἶναι δυστυχῶς καθόλου εὐχάριστοι διὰ τὰ κρατικά μας πράγματα. Προτοῦ ὅμως κατέλθωμεν τοῦ βήματος τονίζομεν ἐκ νέου εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μετὰ σταθερότητος χωρήσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ καὶ εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν δικαιοσύνην φορολογικήν.
§147Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κύριοι βουλευταί, κατ’ ἔθιμον κοινοβουλευτικόν, μακρὸν καὶ πάγιον, δὲν περιλαμβάνει τὴν δημοσιονομικὴν μόνον πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως. Ἐκτείνεται ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς κυβερνητικῆς δράσεως. Ὁ λόγος τούτου εἶναι προφανής. Πᾶσαι αἱ κυβερνητικαὶ ἀντιλήψεις περὶ τῆς προσηκούσης διακυβερνήσεως τῆς χώρας ἐκφράζονται διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα κατὰ κανόνα ἔχουν ἄμεσον ἀντίκτυπον ἐπὶ τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως ἑπομένως ἀποτυποῦται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν οἱονεὶ νομισματοποιημένη. Ἀλλ’ ἐὰν ἤδη θελήσωμεν νὰ φυλλομετρήσωμεν τὸν πρὸ ἡμῶν προϋπολογισμὸν ὅπως ἀνεύρωμεν πῶς ἐκφράζεται ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ πολλῶν καὶ σπουδαίων ἀντικειμένων, μάταιον ἀναμφιβόλως θὰ καταβάλωμεν κόπον. Ὁ πρὸ ἡμῶν προϋπολογισμὸς οὐδεμίαν ἄλλην πολιτικὴν ἐκφράζει παρὰ μίαν καὶ μόνην: τὴν πολιτικὴν τοῦ ἰσοζυγίου. Τὸ πνεῦμα τῆς πολιτικῆς αὐτῆς διήκει δι’ ὅλων τῶν τμημάτων, τῶν κεφαλαίων, τῶν ἄρθρων, δι’ ὅλων τῶν πτυχῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μήπως χρειάζεται νὰ ἀναζητηθοῦν οἱ λόγοι, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλεται τὸ φαινόμενον τοῦτο, ὅτι τοῦτ’ ἔστι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ πάσης μὲν ἀνάγκης λαμβάνεται πρόνοια εἰς ἄκρον μεμετρημένη, ἡ μεγίστη δὲ μέριμνα καταβάλλεται περὶ τοῦ πῶς θὰ πραγματοποιηθοῦν περισσότερα ἔσοδα, περὶ τοῦ πῶς θὰ ἐπιτευχθοῦν ὀλιγώτερα ἔξοδα; Ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύσας καὶ ἐπιβαλὼν τὴν πολιτικὴν ταύτην δὲν εἶναι οἱοσδήποτε ἄλλος παρὰ ἡ ἀνάγκη, ἀνάγκη ὄχι δευτερευούσης τινὸς τάξεως, ἀλλὰ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποτροπῆς τοῦ μεγάλου καὶ φοβεροῦ κινδύνου, ὅστις ἐπεκρέμετο ἐπὶ τοῦ ἔθνους, ἀπειλῶν αὐτὰ τὰ θεμέλια τῆς ὑποστάσεώς του—τοῦ κινδύνου τὸν ὁποῖον ἀποτελεῖ ἡ γοργῶς χωροῦσα καθολικὴ οἰκονομικὴ ἐξάρθρωσις. Περιφανῆ ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς εἶχον περιστῆ τὰ ἐθνικὰ πράγματα, συνιστᾷ ἡ πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν, τὴν ἐπαύριον τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ νομίμου καθεστῶτος προῆλθον τὰ συγκεκροτημένα πολιτικὰ κόμματα. Ἀνακόψαντα τὴν πολιτικὴν διαμάχην, ἐκεχειρίαν συνάψαντα, ἐπελήφθησαν ἀπὸ κοινοῦ τῆς διασώσεως τοῦ ἐπικινδύνως κλυδωνιζομένου πολιτειακοῦ καὶ κοινωνικοῦ σκάφους. Τὸ γεγονός, κύριοι βουλευταί, τῆς συνεργασίας τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἀναμφιβόλως προώρισται ν’ ἀπομνημονευθῇ ὡς λαμπρὸν μαρτύριον πατριωτισμοῦ. Ὑπῆρξεν ὅμως πραγματικὸν ἀτύχημα ὅτι τόσον βραχὺ εἶχεν ἐπικλωσθῆ τὸ νῆμα τῆς οἰκουμενικῆς. Εἶχε καὶ αὐτὴ δυστυχῶς τὴν μοῖραν πολλῶν ὡραίων δημιουργιῶν. Εἶχε σύντομον τὴν διάρκειαν. Ἤρκεσεν ἐν τούτοις ἐννεάμηνος ζωὴ τῆς οἰκουμενικῆς, διὰ νὰ παραχθοῦν ἔργα ἀληθῶς ἀξιομνημόνευτα. Ἀναμφιβόλως τὸ μέγιστον καὶ κάλλιστον τῶν ἔργων τούτων, τὸ ἀρτιώτερον καὶ γονιμώτερον εἰς ἀγαθὰς συνεπείας, ὑπῆρξεν ὁ πρὸ ἡμῶν προϋπολογισμός. Παρὰ τὰς μεμψιμοιρίας καὶ τοὺς ψόγους ἀκόμη, ἂν θέλετε, τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπει ἡ αὐστηρὰ βάσανός του, δὲν παύει τὸ ἔργον τοῦτο ν’ ἀποτελῇ τὸ στερεὸν βάθρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἀναστηλωθῇ ἡ οἰκονομία, τοῦτ’ ἔστιν ἡ εὐημερία τοῦ ἔθνους. Ὅτι δὲ περὶ κατορθώματος ἀληθοῦς πρόκειται, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων. Ἡ δημοσία οἰκονομία εἶχεν ὑποστῆ ἐκ τοῦ παρελθόντος φθοράς, ἀπὸ τὰς ὁποίας παρήχθη ἓν βαραθρῶδες κενόν. Τὸ κυμαινόμενον χρέος, πηγάζον ἐξ ἐλλειμμάτων τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος καὶ ἐξ ἄλλων ἐκκρεμῶν ὀφειλῶν, ἀνήρχετο εἰς 1960 ἑκατομμύρια. Τὸ δὲ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1927–28, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως 1926–27, ἀνήρχετο συνεπείᾳ καὶ τῶν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων, εἰς 2600 ἑκατομμύρια. Προέκυπτεν οὕτω κενὸν 4600 ἑκατομμυρίων. Ἀληθὴς ἄβυσσος. Ἦτο τοῦτο ἱκανὸν βεβαίως νὰ προκαλέσῃ τὸν ἴλιγγον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θὰ ἀνελάμβανε νὰ τὸ κατοπτεύσῃ, νὰ τὸ ἀναμετρήσῃ καὶ νὰ μελετήσῃ τὸν τρόπον καὶ ἐξεύρῃ τὰ μέσα τῆς πληρώσεώς του. Ἡ καλὴ τύχη τοῦ ἔθνους ἠθέλησεν ὁ μοχθηρὸς αὐτὸς κλῆρος νὰ λάχῃ εἰς τὸν ἡγέτην τῶν προοδευτικῶν φιλελευθέρων. Οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἔθιξε τὴν ψυχὴν καὶ τὴν διάνοιάν του τὸ δέος. Θαρρεῖς μάλιστα ὅτι καὶ ἐκ τῆς ἀβύσσου ἤντλει θάρρος. Ἦτο τὸ θάρρος τὸ ἀναβλύζον ἀπὸ τὰ ἐνδότατα τῶν προνομιούχων φύσεων, τὸ χωροῦν σταθερῶς, μετ’ ἀσφαλοῦς βεβαιότητος, ἐκεῖ ὅπου πρὸ τῶν κοινῶν ὀφθαλμῶν δὲν διανοίγεται καμμία ὁδός. Ἦτο τὸ σπάνιον θάρρος τὸ διαστελλόμενον τόσον ἀπὸ τῆς ἀτόλμου συνέσεως, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς ἀσυνέτου τόλμης. Οἱ στρατευόμενοι ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ εἰς τὰς τάξεις τῶν προοδευτικῶν φιλελευθέρων ἀνήκοντες δικαιοῦνται ἀναμφιβόλως νὰ ἐναβρύνωνται ὅτι καθ’ ὃν χρόνον καθωρίζετο ἡ τάξις, τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανε ἕκαστος τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν κατὰ τὸν κοινὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς αὐτόχρημα σωτηρίας, ὁ ἡγέτης αὐτῶν ἐξ ἰδίας προαιρέσεως ἐπέλεγε τὸν κινδυνωδέστερον διὰ τὸ ὑπ’ αὐτὸν κόμμα, ἀλλὰ τὸν καιριώτερον διὰ τὴν τύχην τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος τομέα, τὸν τομέα τὸν οἰκονομικόν. Πλήρη γνῶσιν τῆς δεινότητος τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος εἶχεν ὁ Ἡγέτης τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ καὶ ἀκεραίαν εἶχε τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα δὲν ἐπελύετο κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἱκανοποιητικὸν καὶ ἄμεσον, εἰς μάτην θὰ ἀπέβαινον πᾶσαι ἀνεξαιρέτως αἱ ἄλλαι προσπάθειαι, αἱ ὁποῖαι θὰ κατεβάλλοντο ὑπὸ συσσώμου τοῦ συνεργαζομένου πολιτικοῦ κόσμου, ὅπως ἐπανεύρῃ τὸ Ἔθνος τὸν δρόμον του, ὅπως ἐπαναλάβῃ τὸν εὔρυθμον βίον. Κατὰ πόσον ὁ Ἡγέτης τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἐδικαίωσε τὰς προσδοκίας ἐκείνων, οἵτινες, ἐκ τῆς φλογερᾶς αὐτοῦ πίστεως ἐμπνεόμενοι μᾶλλον παρὰ ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν πεποιθήσεως ἀγόμενοι, συνεμερίζοντο τὴν ἀταλάντευτον αἰσιοδοξίαν του, κατέστη φανερὸν πλέον σήμερον ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐκ τοῦ χρονικοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον τώρα ἱστάμεθα, δὲν προσδοκῶμεν ἁπλῶς, ἀλλὰ καθορῶμεν σαφέστατα, ψαύομεν μᾶλλον, τὴν ποθητὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν! Διότι ποία ἐμφανίζεται σήμερον ἡ κατάστασις; Πρὸς δήλωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως οἵα σήμερον ἐμφανίζεται, δανείζομαι τὴν περιγραφὴν ἀπὸ τὴν μελέτην καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ εἰσηγητοῦ ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας βουλευτὴς δὲν περιβάλλει διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν....
§148Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§149Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. ... ἀφοῦ δὲν περιβάλλει τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ γενικὴν ὅμως ἀναγνώρισιν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δι’ ἀμερίστου σεβασμοῦ περιβάλλει τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ἀρετή του αὕτη μετὰ τῆς ἀναμφισβητήτου ἐπιστημοσύνης του ἐγγυῶνται τὴν ἀκρίβειαν τοῦ συμπεράσματος, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς διονυχιστικῆς ἐρεύνης τοῦ προϋπολογισμοῦ συνήγαγε. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητής, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἐπεμελήθη τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν, δικαιοῦται νὰ καυχᾶται ὅτι, μολονότι δὲν ἐπεβαρύνθη ὁ λαὸς διὰ προσθέτου φορολογίας μεγαλυτέρας τῶν 700 ἑκατομμυρίων, ἡ τρέχουσα χρῆσις δὲν θὰ παρουσιάσῃ οὔτε τὸ ἀρχικῶς προβλεφθέν, ἀσήμαντον ἄλλωστε, ἔλλειμμα τῶν 49 ἑκατομμυρίων. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας συνάδελφος εἶναι ἀληθές, ὅτι θέλει νὰ διατηρῇ ἐπιφυλάξεις τινὰς ὡς πρὸς τὸ τελικὸν ἐξαγόμενον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὐχ’ ἧττον διακηρύττει πάλιν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δικαιολογοῦνται δυσάρεστα συμπεράσματα, διότι, λέγει, ὁ προϋπολογισμός, καὶ ὡς προεβλέφθη καὶ ὡς ἐξετελέσθη, ἀποδεικνύεται ἀναμφισβητήτως ἰσόρροπος. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῶν λόγων τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ, τί αὐτὰ πλέον τὰ πράγματα μαρτυροῦν; Ὑπὸ τὴν τελικὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς ἔλαβε μετὰ τὰς γενομένας τρεῖς ἐπ’ αὐτοῦ μεταβολὰς διὰ τῶν σχετικῶν πρὸς τὴν Βουλὴν δηλώσεων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ἔσοδα ὑπελογίζονται εἰς 8,837,369,545. Ἔναντι τῶν 8.837 ἑκατομμυρίων τούτων εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους τοῦ λήξαντος Φεβρουαρίου 7.577. Κατὰ τὸν δωδέκατον μῆνα τῆς χρήσεως, τὸν ὁποῖον διανύομεν ἤδη, θὰ εἰσπραχθοῦν κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας 900 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ τὸν Μάρτιον πέρυσιν εἰσεπράχθησαν 1937. Ἐκτὸς τούτων, κατὰ τοὺς ὑπολειπομένους μετὰ τὸν Μάρτιον μέχρι λήξεως τῆς χρήσεως τέσσαρας ἀκόμη μῆνας θὰ εἰσπραχθοῦν ἄλλα 200 τουλάχιστον ἑκατομμύρια, καθὼς ὑπολογίζει αὐτὴ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία. Ἔχομεν οὕτω πραγματοποιούμενα ἐντὸς τῆς χρήσεως ἔσοδα 8.677 ἑκατομμύρια. Ἐὰν δὲ 60 μόνον ἑκατομμύρια εἰσπραχθοῦν μετ’ αὐτὴν ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων τὸ σύνολον τῶν πραγματικῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως 1927–28 θὰ ἀνέλθῃ εἰς 8.737 ἑκατομμύρια, ἤτοι 100 ἑκατομμύρια ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογισθέν-8.837. Ἡ καθυστέρησις εἶναι προφανῶς μικρὰ καὶ ἀσήμαντος, ἀφοῦ ἀνέρχεται εἰς 1% ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο μαρτυρεῖ ἀναμφισβητήτως, ὅτι βαθεῖα ἀληθῶς περίσκεψις καὶ εἰλικρίνεια ἐπρυτάνευσεν ἐν τῇ ἐκτιμήσει καὶ τῇ καταστρώσει τῶν προβλέψεων ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ μεγαλυτέρα ἐπιμέλεια ἐν τῇ παρακολουθήσει τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλαφρὰ καὶ ἀσήμαντος καθυστέρησις τῶν 100 ἑκατομμυρίων, πάντες οἱ λόγοι συντρέχουν ὅπως μὴ ἐμφανισθῇ. Ἐτρέφετο μάλιστα ἡ ἀνεκδήλωτος ἀλλὰ ἑδραία πεποίθησις ὅτι, ἀντὶ καθυστερήσεως οἱασδήποτε, τὰ ἔσοδα θὰ ἐνεφάνιζον ὑπέρβασιν ἴσην τοὐλάχιστον πρὸς τὴν εἰκαζομένην σήμερον καθυστέρησιν, ἐὰν δὲν ἐξεδηλοῦτο τελευταίως σχετικὴ ἐλάττωσις τῆς προθυμίας περὶ τὴν καταβολὴν τῶν φόρων ὑπὸ τῶν ὀφειλόντων τοιούτους. Ἡ ἐλάττωσις τῆς προθυμίας αὕτη τῶν φορολογουμένων, ἐὰν δὲν ὀφείλεται εἰς ὑποκίνησιν σκόπιμον, ἀσφαλῶς δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ὑποβολήν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν οἱ φορολογούμενοι ἀκούοντες καθ’ ἑκάστην καὶ ὅσα ἐνταῦθα, ἀλλὰ ἰδίως ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, κατὰ κόρον ἐπανελαμβάνοντο περὶ τῆς δῆθεν ἀπηνοῦς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, καὶ περὶ τῆς δῆθεν διασπαθίσεως τοῦ δημοσίου χρήματος. Εἶναι θλιβερώτατον μάλιστα, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἁρμόζει νὰ πρυτανεύῃ νηφαλιότης σκέψεως καὶ γλώσσης ἐγκράτεια, ἠκούσθησαν τοιαῦτα ἀσύστατα ψεύδη. Ἐκεῖθεν ἐξεπέμφθη διάτορον τὸ σάλπισμα, ὅτι ἐπεβλήθησαν φόροι ἀνερχόμενοι εἰς 3.000.000.000 καὶ ὅτι τὸ προϊὸν τῶν φόρων διεσπαθίσθη ὑπὲρ τίνων τάχα; ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων τὰς τάξεις αἱ μετεκλογικαί, λέγει, Κυβερνήσεις ἐπύκνωσαν δι’ 7.000 νεοδιορισθέντων! Δὲν γνωρίζει κανείς, πράγματι, τί περισσότερον ν’ ἀποτροπιασθῇ: τὴν θρασεῖαν ἀσέβειαν πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἢ τὴν ἄμετρον ἀσυνεσίαν; Διότι, ἂν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ πιστευθοῦν οἱ ἀσύστατοι οὗτοι λόγοι, εὔλογον ἦτο νὰ προκληθοῦν ἐκδηλώσεις τῆς δημοσίας γνώμης, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπέβαινον τελικῶς πρὸς ζημίαν τῆς τάξεως, τῆς ὁποίας ἔνθερμοι ζηλωταὶ ὤφειλον νὰ εἶναι αὐτοὶ ἀκριβῶς οἱ σαλπίζοντες τὰ ἀσύστατα κηρύγματα.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς ποίαν αἴθουσαν ἐλέχθησαν τὰ ψεύδη αὐτά;
§151Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ συνδέσμου, νομίζω, τῶν βιομηχάνων. Πάντως, ὑπὸ ἐκπροσώπου τούτων. Τὸ θλιβερὸν αὐτὸ γεγονός, κύριοι βουλευταί, προσεπικυροῖ, νομίζω, τὴν εὐριπίδειον ἐκείνην ρῆσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς νοσεῖ κατὰ θεόν τινα. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ κακοποιὸς θεότης τοῦ Εὐριπίδου δὲν εἶναι καμμία δύναμις ἔξω τοῦ κόσμου τούτου εὑρισκομένη, ἀλλὰ ἑδρεύει καὶ συμπαρίσταται μεταξὺ ἡμῶν. Ἡ κακὴ αὐτὴ μοῖρα τοῦ Ἔθνους φοβοῦμαι ὅτι ἀρέσκεται νὰ συναγελάζεται κατ’ ἐξοχὴν μετὰ τῆς κοινωνικῆς τάξεως τῶν ἰθυνόντων, ἡ ὁποία τόσον ἠλαττωμένον ἔχει τὸ πολιτικόν, ἀμβλύτατον δὲ τὸ ἠθικὸν αἰσθητήριον.
§152Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι πρό τινων ἡμερῶν εἰς μίαν συνέντευξιν, τὴν ὁποίαν εἶχον μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ βιομηχανικοῦ κόσμου Ἀθηνῶν καὶ καὶ Πειραιῶς, ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων. Ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ τρόπον δυσμενῆ περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεγνώρισαν εὐθέως καὶ εἰλικρινῶς ὅτι διετέλουν εἰς πλάνην καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἄλλη πολιτική, ἡ δὲ πολιτικὴ ἡ τηρουμένη εἶναι ἡ προάγουσα τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγικῶν τάξεων καὶ ὅτι τίθενται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχον παρεξηγήσει, φαίνεται, τὸν σκοπὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἦσαν ἐν γνώσει στοιχείων τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο κατεφέροντο ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ταύτης. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἔλαβον γνῶσιν ἐπὶ ποίων βάσεων καὶ ἐπὶ ποίων κατευθύνσεων ἐξελίσσεται ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἔσπευσαν νὰ δηλώσουν, ὅτι πραγματικῶς εὑρίσκοντο ἐν πλάνῃ, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισαν καὶ ἐδήλωσαν, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰμὴ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς.
§153Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἐὰν ἀληθῶς εἰς πλάνην ὀφείλεται ἡ παρεκτροπὴ ἐκείνη, δὲν ἔχει κανεὶς νὰ παρατηρήσῃ τίποτε ἄλλο εἰμὴ ὅτι μεγάλη ὑπῆρξεν ἡ ἐπιπολαιότης ὅτι ἄνευ γνώσεως τῶν στοιχείων ἐκρίθη καὶ διεσύρθη ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν πάλιν περὶ μεταμελείας πρόκειται καὶ ἡ μεταμέλεια εἶναι εἰλικρινής, ἔ τότε, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν ἰταλικὴν παροιμίαν «ἁμαρτία ξωμολογημένη, ἢ μισὴ συχωρεμένη». Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον σκέλος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ πράγματα παρουσιάζονται ὡς ἑξῆς: Εἰς μὲν τὸν προϋπολογισμόν, ὑπὸ τὴν σημερινὴν αὐτοῦ μορφήν, ἀναγράφονται τοιαῦτα ἐξ 9,008.609.800. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται καὶ νὰ πραγματοποιηθοῦν εἰς ὅλην των τὴν ἔκτασιν. Μέχρι τέλους Φεβρουαρίου ἔχουν ἀναληφθῇ ὑποχρεώσεις ἀνερχόμεναι εἰς 8.083 ἑκατομμύρια. Κατὰ μέσον ὅρον δηλαδὴ τὰ εἰς ἕκαστον μῆνα ἀναλογοῦντα ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 735 περίπου ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἀναληφθέντων ἤδη 8.083 ἑκατομμυρίων περιλαμβάνονται ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους αἱ δαπάναι, ὅσαι εἶναι προσδιωρισμέναι ἐκ τῶν προτέρων, ὡς εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, οἱ μισθοί, αἱ συντάξεις, τὰ ἐνοίκια καὶ ἄλλαι τινές, πᾶσαι δὲ αἱ δαπάναι αὗται ἀποτελοῦν τὸ ἥμισυ περίπου τοῦ συνόλου τῶν ἐξόδων, βλέπομεν ὅτι διὰ τὸν Μάρτιον, ὅστις δὲν εἶναι βεβαρημένος μὲ δαπάνας ὡς αἱ ἀνωτέρω, δὲν πρόκειται νὰ ἀναληφθῶσιν ὑποχρεώσεις οὐδὲ 500 ἑκατομμυρίων. Συνεπῶς τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα θὰ πραγματοποιηθοῦν, ἀναβιβάζονται εἰς 8.583 ἑκατομμύρια ἔναντι τῶν προϋπολογιζομένων 9.007, ἔναντι τῶν μελλόντων νὰ πραγματοποιηθοῦν ἐσόδων 8737. Ὥστε πρόκειται ν’ ἀπομείνουν ἐκ τῶν ἐξόδων ἀδιάθετα ὑπὲρ τὰ 400 ἑκατομμύρια, νὰ παρουσιασθῇ δὲ ὑπέρβασις τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῶν ἐξόδων, ἤτοι πλεόνασμα 155 ἑκατομμύρια. Διὰ νὰ μὴ ὑστερήσω τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικοβοιωτίας συναδέλφου εἰς ἀπόλυτον πρὸς τὴν ἀλήθειαν σεβασμόν, ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔλαβα ὑπ’ ὄψει κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους, ὑπάρχει καὶ στοιχεῖόν τι ὄχι μεγάλης στερεότητος. Πρόκειται περὶ μιᾶς πιστώσεως 200 ἑκατομμυρίων, ἡ ὁποία προφανῶς εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον προορίζεται. Πρόκειται περὶ τοῦ προβλεπομένου ποσοῦ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ χάριν τῶν ἀνταλλαξίμων συναφθέντος δανείου εἰς συμπλήρωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν ἀνταλλαξίμων κτημάτων.
§154Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ποῖον ποσὸν προβλέπετε ὑμεῖς ὅτι θὰ ἀπαιτηθῇ ἀκόμη διὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἴπατε;
§155Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Πάντως ὀλιγώτερα τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐνδεχομένης περαιτέρω αὐξήσεως ἄλλων τινῶν πιστώσεων, διότι δὲν ἔχω περὶ τούτου στοιχεῖα, δὲν πρόκειται ἄλλως τε περὶ αὐξήσεως, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτήσῃ πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ πεδίον τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων πιθανώτατα θὰ ἐκταθῇ περισσότερον ἢ ὅσον ἀνέφερα. Συνεπῶς ἡ τρέχουσα χρῆσις, ὁρωμένη ἐκ τοῦ παρατηρητηρίου τῆς σήμερον, παρουσιάζεται ἀσφαλῶς ἐν ἰσοζυγίῳ καὶ ἐνδεχομένως ἐν πλεονάσματι. Ἀλλὰ ἐπίκαιρον εἶναι ἤδη, νομίζω, κύριοι βουλευταί, ἐπίκαιρον καὶ διδακτικόν, νὰ ἀναμνησθῶμεν τὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι παρὰ πολλοῖς ἐκράτουν ὅταν κατηρτίζετο καὶ ὑπεβάλλετο ὁ πρὸ ἡμῶν προϋπολογισμός. Νὰ ἀναμνησθῶμεν τὴν δυσπιστίαν, μὲ τὴν ὁποίαν πολλοὶ ὑπεδέχοντο τὰς αἰσιοδόξους προβλέψεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἰσοζύγιον ἠμφισβητεῖτο ἀπολύτως, ἐθεωρεῖτο δὲ ὁ Ὑπουργὸς ὅτι ἐπιδιώκων τὸ ἰσοζύγιον, ἐθήρευε χιμαίρας. Τεράστιον μάλιστα κατὰ πολλοὺς θὰ ἦτο τὸ ἔλλειμμα. Ἀνεβιβάζετο εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων....
§156Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς ἓν δισεκατομμύριον.
§157Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. .. εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων πολλὰς καὶ μέχρι χιλίων ἀκόμη ἑκατομμυρίων, ὡς ὀρθῶς ἀνεμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἤδη ὅτε ἔχομεν τόσον παταγώδη διάψευσιν τῶν ἀπαισιοδόξων, μήπως θὰ σιγήσουν αἱ μεμψιμοιρίαι, μήπως θὰ παύσῃ ὁ ἀγών; Ὁ ἀγὼν ἁπλούστατα θὰ μετατοπισθῇ. Καὶ τὶ ἐπὶ τέλους ἂν ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον; Καὶ τὶ ἀκόμη ἂν ἐπιτευχθῇ πλεόνασμα; Θὰ εἶναι τοῦτο τόσον μικρόν! Ἔπειτα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἰσοζύγιον, διὰ ποίων μέτρων ἐπετεύχθη;» Δὲν ἀρκεῖ, βλέπετε, ὅτι διεσώθη ὁ κινδυνεύων νὰ πνιγῇ, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ διασώζετο χωρὶς νὰ πάθῃ καὶ καμμίαν ἀμυχήν. Ἐνθυμούμεθα, ἄλλωστε, ὅτι λίαν ἐγκαίρως ἤρχισε ἡ συζήτησις περὶ τῶν μέτρων διὰ τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερεν εἰς πέρας τὸ κατόρθωμα τοῦτο. Ἐνθυμούμεθα μάλιστα καὶ ποῖα ὑπεδεικνύοντο μέτρα ὡς κατάλληλα πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐντός, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Πάντες δὲν ἦσαν, ἐννοεῖται, σύμφωνοι περὶ τούτων. Δι’ αὐτὸ ὑπεδεικνύοντο μέτρα πάσης ὑφῆς καὶ κάθε γούστου. Ἦσαν μέτρα προσομοιάζοντα πρὸς φάρμακα, τὰ ὁποῖα, ἀντὶ νὰ θεραπεύουν, ἐπιδεινώνουν τὴν κατάστασιν καὶ ἐπιταχύνουν τὴν καταστροφήν. Τοιαῦται ἦσαν αἱ παντοίας μορφῆς πιστωτικαὶ ἐκδόσεις. Ἄλλα μέτρα ὑπενθύμιζον ἡρωϊκώτερα φάρμακα μὲ κεραυνοβόλον τὸ ἀποτέλεσμα, φάρμακα τὰ ὁποῖα φονεύουν τὴν νόσον, ἀλλὰ μετ’ αὐτῆς καὶ τὸν ἄρρωστον. Τοιοῦτον ἦτο τὸ συμβουλευόμενον χρεωστάσιον. Ἦσαν ἀκόμη καὶ μέτρα δυνάμενα νὰ ἀποκληθοῦν σοφὰ καὶ ἅγια, τὰ ὁποῖα ὅμως ἔχουν τὸ ἐλάττωμα ὅτι ἐκδηλώνουν τὴν εὐεργετικήν των ἐπίδρασιν εἰς χρόνον λίαν βραδύν, ἀνάλογα μὲ τὰ φάρμακα τὰ ἐνισχυτικὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ἀνεπαρκῆ καθ’ ἑαυτὰ ἐπὶ νοσημάτων ὀξέων. Διὰ τῶν μέτρων τούτων θὰ ἐπεδιώκετο ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ πρὸς τούτοις καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν καὶ ἐπὶ πλέον ἡ βελτίωσις τῆς ἀγωγῆς αὐτῶν. Ὅταν δὲ θὰ ηὔξανε σὺν τῇ βελτιώσει τῆς ἀγωγῆς, τῆς ὑγείας καὶ τῆς παραγωγῆς τὸ Ἐθνικὸν εἰσόδημα, θὰ ἠδύνατο ἀνέτως τὸ Κράτος νὰ λάβῃ ἐξ αὐτοῦ μερίδιον, ὅσον ἀπῄτει ἡ κάλυψις τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς θὰ ἴδωμεν, τὸ ὑγιὲς μέρος τῶν μέτρων τῆς τελευταίας κατηγορίας δὲν ἠμελήθη ποσῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξ ὅλων τῶν μέτρων, τὸ ἐπιμονώτερον συστηθὲν τὸ καὶ ἱκανὴν θετικὴν βάσιν ἔχον, ὑπῆρξε τὸ μέτρον τῶν οἰκονομιῶν. Συγκαταλέγομαι μεταξὺ τῶν ἐμπαθεστέρων θιασωτῶν τῆς φειδοῦς. Ἀλλὰ δὲν παύω καὶ νὰ διατηρῶ ἀκέραιον τὸ αἴσθημα τῆς πραγματικότητος. Ἡ ὡραία λεωφόρος τῆς φειδοῦς εἶναι δυστυχῶς ὁδὸς ἀνάντης. Δὲν εἶναι μόνον αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἐμφανίζουν αἱ πανταχόθεν ἀντιδράσεις, αἱ δυσπολέμηται ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐξόχως δὲ εἰς κυβέρνησιν ὄχι ὁμοιογενῆ. Ἡ σχολὴ τῆς φειδοῦς ἔχει καὶ μεγάλας ἀπαιτήσεις μελέτης, ἐφ’ ὅσον, ἐννοεῖται, πρόκειται νὰ ἐπιτευχθοῦν καρποὶ λόγου ἄξιοι ἄνευ ζημίας γενικωτέρων συμφερόντων. Ὁπωσδήποτε πάντες ὅσοι ἔστρεψαν τὴν προσοχὴν αὐτῶν πρὸς τὰς οἰκονομίας, ἀπέβλεψαν κατ’ ἐξοχὴν καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος καὶ ἐγὼ ὅτι ἔχομεν περίσσειαν ὑπαλλήλων ἐν τῷ συνόλῳ τῶν λαμβανομένων — ὑπαλλήλων πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν — ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι μας εἶναι δεκτικαὶ λιτοτέρας διασκευῆς. Εἰς τὴν πεποίθησίν μου ταύτην ἐνισχύομαι ἐκ πειραματισμοῦ, τὸν ὁποῖον προσωπικῶς ἔκαμα. Ἐπελήφθην κάποτε τῆς ὀργανώσεως ὡρισμένης δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἡ ὀργάνωσίς της δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν περιστολὴν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀσχολουμένων εἰς αὐτὴν ὑπαλλήλων. Ἀγόμενος ἐν τούτοις προσωπικῶς ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς φειδοῦς ἐπεδίωξα ταύτην καὶ μετὰ μελέτην ὄχι βραχεῖαν ἐπέτυχον ὅπως ἡ ἐν λόγῳ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοθετικοῦ καθεστῶτος τοῦ ἰσχύοντος ἀπὸ τοῦ 1887, ἔπρεπε ν’ ἀπασχολῇ 140 ὑπαλλήλους, διεξάγεται ἤδη διὰ τῆς συνδρομῆς 84 μόνον ὑπαλλήλων. Καὶ δύναμαι προσθέτως νὰ βεβαιώσω, γεγονὸς ἄλλως τε γνωστὸν γενικῶς, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς τὸν τοσοῦτον περιορισθέντα ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀποστολήν της ἀσυγκρίτως ἐπαρκέστερον ἢ ὅσον προτοῦ. Δύναμαι ἀκόμη νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀληθῶς μία τῶν καλλίτερον ὠργανωμένων, τῶν ἐπαρκέστερον ἀνταποκρινομένων εἰς τὰ ἔργα τῶν ὑπηρεσιῶν.
§158Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ὑπηρεσία, αὐτὴ κύριε συνάδελφε;
§159Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, γνωστὴ καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ θὰ ἀπεκομίσατε, δὲν ἀμφιβάλλω, τὰς ἀγαθωτέρας ἐξ αὐτῆς ἐντυπώσεις ὡς ὑπουργός.
§160Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μάλιστα. Εἶναι ἀληθές.
§161Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἐκ τοῦ πειράματος λοιπὸν τούτου, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων θετικῶν ὡσαύτως στοιχείων, ἔχω σχηματίσει ὡς εἶπον τὴν πεποίθησιν ὅτι διὰ τῆς προσηκούσης ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν δύναται νὰ προκύψῃ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ ἐπιβάλλεται ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ὄχι διὰ τὸν λόγον μόνον τοῦτον. Ἐπιβάλλεται καὶ δι’ ἄλλον ἔτι σπουδαιότερον λόγον. Ἐπιβάλλεται χάριν τῆς καλλιτέρας ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας. Πεποιθότως φρονῶ, κύριοι, ὅτι καμμία ἐνέργεια κυβερνητικὴ δὲν θὰ ἐξυπηρετεῖ μονιμώτερον καὶ εὐρύτερον τὸ κοινὸν συμφέρον, ὅσον ἡ εὔστοχος ὀργάνωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Καὶ δὲν ἐννοῶ βέβαια μὲ τὴν ὀργάνωσιν ταύτην τὸν εὐστοχώτερον μόνον καθορισμὸν τῶν κεντρικῶν καὶ τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν παραλλήλων καὶ ὑπαλλήλων κύκλων, εἰς τοὺς ὁποίους διαμοιράζονται τὰ ἔργα ἑκάστου κλάδου τῆς διοικήσεως. Παρὰ τὸ ἔργον τοῦτο, ἐννοῶ ἐξόχως τὸ ζήτημα τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπηρεσιῶν, τὸν τρόπον δηλαδὴ κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι στρατολογοῦνται, καταρτίζονται, σταδιοδρομοῦν καὶ ἀμείβονται. Ἀνέκαθεν σπουδαῖος ὑπῆρξεν ὁ ρόλος τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου εἰς τὴν κοινωνικὴν εὐημερίαν ἢ δυσπραγίαν. Εἰς τὴν ἱκανότητα καὶ εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν τῶν ὑπαλλήλων ἀπέδιδεν ὁ Σώλσβαρυ τὴν εὐδαιμονίαν τῆς Ἀγγλίας. Καθολικωτέρα, παγκόσμιος αὐτόχρημα, ἦτο ἡ ἀναγνώρισις τοῦ εὐεργετικοῦ ρόλου, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπάλληλος διεδραμάτισεν ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ παρελθόντος αἰῶνος εἰς τὴν Πρωσσίαν κατ’ ἀρχάς, εἰς ὁλόκληρον τὴν Γερμανίαν βραδύτερον. Ὁ ὑπάλληλος ἐθεωρεῖτο εἷς τῶν κυριωτέρων συντελεστῶν τῆς πρωτοφανοῦς, τῆς θαυμασίας ἐκείνης δυνάμεως καὶ εὐπορίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑψωθῇ ὁ γερμανικὸς λαὸς πρὶν ἢ ὁ γερμανικὸς ἰμπεριαλισμὸς προκαλέσῃ τὸν κακοῦργον πόλεμον. Καὶ ἂν τόση ἀνέκαθεν ἀπενέμετο σημασία εἰς τὸν ὑπάλληλον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ τῆς τύχης τῶν λαῶν, ἀκόμη σημαντικωτέρα πρέπει νὰ ἀναγνωρίζεται ὅτι θὰ εἶναι αὕτη προϊόντος τοῦ χρόνου, διότι διευρύνεται ὁλονὲν ἡ ἐπέμβασις τοῦ κράτους, ἄρα τοῦ ὑπαλλήλου, εἰς τὴν κοινωνικὴν δρᾶσιν. Κατ’ ἀκρίβειαν, ὑπέρ ποτε σήμερον ὁ ὑπάλληλος διοικεῖ. Ὁ ὑπουργός, καὶ ὁ κράτιστος, δὲν ἐπαρκεῖ νὰ ἀσκήσῃ οὐδὲ κατὰ πολλοστημόριον τὴν καθ’ ἡμέραν διοίκησιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν ἐπιούσιον διὰ τὴν κοινωνίαν ἄρτον. Ἀλλὰ ἐν πολλοῖς κυβερνᾷ ὁ ὑπάλληλος. Τὸ ἐνώπιον ἡμῶν προσαγόμενον νομοθετικὸν ἔργον εἶναι κατὰ κανόνα προϊὸν τῆς μελέτης καὶ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ ὑπαλλήλου. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν δύναται νὰ λεχθῇ ἀληθῶς ὅτι ὑπαλληλοκρατούμεθα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τόσον εὐρεῖα εἶναι ἡ ἐπίδρασίς των εἰς τὰ πράγματα ἐν γένει τῆς πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας, εὐνόητον ὅτι μεγίστη πρέπει νὰ καταβάλλεται μέριμνα ὅπως εἶναι καὶ παρεσκευασμένοι ἐπαρκῶς διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δυσκόλων τούτων καθηκόντων. Πεδίον οἰκονομιῶν εὐρύτερον καὶ γονιμώτερον, εἶμαι βέβαιος, ἢ ὅσον παρέχει ἡ πολυαριθμία τῶν ὑπαλλήλων, ἁπλοῦται ἐνώπιον τῶν Ὑπουργῶν. Τοιοῦτο πεδίον ἀποτελεῖ ὁλόκληρος ἡ διοίκησις. Πᾶσα ἐνέργεια τῆς διοικήσεως, πᾶσα κατασκευὴ ἢ ἐπισκευὴ ἔργου, πᾶσα προμήθεια ἢ ἀχρήστευσις ὑλικοῦ, οἱαδήποτε χρῆσις πραγμάτων ἢ προσώπων, ἀφοῦ παράγει συνεπείας οἰκονομικάς, εἶναι ἀναμφισβητήτως δεκτικὴ ὅπως ἐκδηλωθῇ κατ’ αὐτὴν ἡ φειδώ, καὶ ὅπου πρόκειται περὶ βεβαιώσεως ἢ εἰσπράξεως δημοσίων προσόδων ἢ δικαιωμάτων ἐν γένει ὅπως πραγματοποιηθῇ ἡ καλλιτέρα ἀπόδοσις. Εἶναι πάσης πιθανότητος πιθανώτερον, ὅτι ἐπὶ συνολικῆς διαχειρίσεως, ἡ ὁποία διαθέτει, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, 6.500 ἑκατομμύρια, δύναται ἀσφαλῶς νὰ ἐπιτευχθῇ ἀξιόλογος οἰκονομία, ἐὰν ἀδιάκοπον ἐπρυτάνευε τὸ πνεῦμα τῆς φειδοῦς, οἰκονομία ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων —ἀφοῦ καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν ἀκόμη τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν ἀνεπίδεκτον ὡς φαίνεται ἀπὸ μέρους τῆς διοικήσεως ἐπηρεασμοῦ, ἐνίοτε συντρέχει ἐπηρεάζουσα καὶ ταύτην ἡ διοίκησις, τοὐλάχιστον πρὸς ἀποτροπὴν ζημιῶν, ὡς διδάσκει ἡ ἱστορία τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἐκ τῆς ὁποίας παραμένει ἀκανόνιστος εἰσέτι σπουδαία διαφορὰ μετὰ τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς προκύψασα ἐν μέρει ἐξ ἀβελτηρίας τῆς Διοικήσεως. Ἡ ἐκ μέρους τῆς διοικήσεως ἐπίτευξις οἰκονομιῶν ἐπὶ τοῦ πεδίου τούτου, ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως δηλαδὴ τῶν 6500 ἑκατομμυρίων, ἀπαιτεῖ βεβαίως θερμὸν καὶ ἀδιάπτωτον ἐνδιαφέρον, ζῆλον αὐτόχρημα ἀποστολικόν. Τοῦτον δύνανται βεβαίως νὰ τὸν ἐμπνεύσουν οἱ ὑπουργοί. Ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν κεῖται ἡ πραγματοποίησις τῶν οἰκονομιῶν τούτων, ἀφοῦ κατὰ κανόνα διὰ πράξεως ὑπουργικῆς διατάσσεται πᾶσα ἐνέργεια συνεπαγομένη δαπάνας. Ἐξόχως λοιπὸν οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἐμπνέωνται ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς φειδοῦς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ ἀγαθὴ μόνον πρόθεσις ἐλάχιστα ὠφελεῖ. Προσαπαιτεῖται ἡ γνῶσις. Χρειάζεται εὐρύτερον κεφάλαιον γνώσεων, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἔχουν τεχνικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ τοιοῦτον ὥστε οἱ Ὑπουργοὶ νὰ δύνανται νὰ ὀφείλουν δηλαδή, νὰ κατανοοῦν καὶ εὐσυνειδήτως νὰ ἀποφασίζουν. Εἶναι πράγματι ἡ περίπτωσις αὕτη μία ἐξ ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας ἐκδηλοῦται εἰς ὅλην της τὴν ἔκτασιν ἡ ἀξία τοῦ περιφήμου δόγματος τοῦ διδασκάλου τῶν κοινωνικῶν φιλοσόφων, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσαι αἱ ἀρεταὶ συγκορυφοῦνται εἰς τὴν ἐπιστήμην, εἰς τὴν ἀληθῆ τοῦτ’ ἔστι γνῶσιν. Ὑπῆρξαν οἱ θέλοντες νὰ πιστεύουν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῇ τὸ ἔλλειμμα τῶν 2600 ἑκατομμυρίων διὰ παντὸς ἄλλου τρόπου, χωρὶς νὰ γίνῃ προσφυγὴ καὶ εἰς τὴν πηγὴν τῶν φόρων. Ἀλλὰ ἡ τοιαύτη γνώμη δὲν φαίνεται νὰ δικαιολογῇ κατ’ οὐδένα τρόπον συζήτησιν αὐτῆς σοβαράν. Ὑπῆρξαν ὅμως καὶ οἱ ἐπικρίνοντες ταῦτα ἢ ἐκεῖνα ἐκ τῶν φορολογικῶν μέτρων τὰ ὁποῖα καθ’ ὑπερτάτην ἀνάγκην ἐπροτάθησαν ὅπως ἀντιμετωπισθῇ ἡ κληροδοτηθεῖσα ὑπὸ τοῦ παρελθόντος φοβερὰ κατάστασις. Ἐγενικεύθη οὕτω ἡ συζήτησις ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Κανείς, ὑποθέτω, δὲν ἀγνοεῖ τὰς ἀτελείας τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις χρονολογεῖται ἀπὸ μακροῦ, ὑπεύθυνος δὲ διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ εἶναι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Οὐδὲ συμφωνοῦν ὅμως οἱ ἐπικριταὶ ὡς πρὸς τὰ τρωτὰ τοῦ συστήματος τούτου σημεῖα. Οἱ μὲν ἐπικρίνουν τοὺς ἐμμέσους φόρους, ὡς πιέζοντας τὴν κατανάλωσιν καὶ δημιουργοῦντας φορολογικὴν ἀδικίαν, οἱ δὲ ἐπικρίνουν τοὺς ἀμέσους φόρους ὡς πιέζοντας τὸ κεφάλαιον καὶ ὡς ὀχληροὺς εἰς τοὺς πολίτας. Ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης καθυστερεῖ τὸ φορολογικόν μας καθεστώς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον Κράτος ἡ Ἑλλάς, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὴν καθυστέρησιν ταύτην. Ὡς μέτρον τῆς καθυστερήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου λαμβάνεται ἡ ἰσχνότης τῆς ἀμέσου φορολογίας ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἔμμεσον. Εἰς κανὲν ὅμως Κράτος, ἐκτὸς τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ὁλλανδίας, δὲν παρουσιάζεται ἡ ἄμεσος φορολογία παχυτέρα τῆς ἐμμέσου. Ὅλα τὰ Κράτη, πλὴν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ὁλλανδίας, ἐκ τῆς πηγῆς τῶν ἐμμέσων φόρων ἀντλοῦν περισσότερα ἢ ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν οἱ ἄμεσοι φόροι ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἐμμέσους εἶναι ὡς 57 πρὸς 43 καὶ εἰς τὴν Ὁλλανδίαν ὡς 54 πρὸς 46. Εἰς τὴν Γαλλίαν 42 πρὸς 58, εἰς τὴν Ἰταλίαν 34 πρὸς 66, εἰς τὴν Ἑλλάδα 26 πρὸς 74, εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν 23 πρὸς 77, εἰς τὴν Ρουμανίαν 20 πρὸς 80 καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν 20 πρὸς 80. Εἰς τὴν Γιουγκοσλαβίαν δὲν εἶναι ἡ ἀναλογία εὐνοϊκωτέρα. Ὥστε δὲν κατέχομεν τὴν τελευταίαν θέσιν, μεταξὺ τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο. Μεταξὺ μάλιστα τῶν Βαλκανικῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Τσεχοσλοβακίας, δυνάμεθα νὰ θεωρούμεθα ὑπερέχοντες ἐν δικαιοσύνῃ φορολογικῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις ὄχι ριζικάς, ἀλλὰ σημαντικὰς ὁπωσδήποτε, ποῖος ποτὲ φαντάζεται, ὅτι δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ Κράτος καθ’ ὃν χρόνον ἐπιδιώκει ἐναγωνίως νὰ ἰσοζυγίσῃ τὸν προϋπολογισμόν του καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβλέπῃ παρὰ εἰς φορολογίαν μόνον ταμιευτικήν; Διορθώσεις φορολογικαὶ διὰ τὴν θεραπείαν ἐκδήλων καὶ πανθομολογουμένων πλημμελειῶν βαρείας μορφῆς, βεβαίως ἐπιβάλλονται. Τοιαῦται ὅμως διορθώσεις διατυποῦνται ἀρκεταὶ εἰς νομοσχέδια, εὑρισκόμενα ἤδη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Οὐδ’ ἐξηντλήθη τῆς Κυβερνήσεως ἡ οἰκονομικὴ μέριμνα, Κύριοι Βουλευταί, μὲ τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παράλληλος ὑπῆρξεν ἡ μέριμνά της περὶ τῆς νομισματικῆς ἐξυγιάνσεως, περὶ τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως. Θὰ ἐστερεῖτο θετικότητος ἡ ἐπιδίωξις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνόσῳ τὸ νόμισμα θὰ ἀφίνετο ἕρμαιον εἰς τοὺς παντοίους ἀνέμους τῆς ἀσταθείας. Παρὰ πᾶσαν προσπάθειαν τὸ ἰσοζύγιον θὰ ἐσάλευε διαρκῶς. Ἡ διεθνὴς ἐπιστήμη καὶ πεῖρα διδάσκει ὅτι ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς οἰκονομικῆς ἐξαρθρώσεως κρατῶν καὶ κοινωνιῶν ὑπῆρξεν ἡ ἀστάθεια τοῦ νομίσματος διὰ τοῦ ὁποίου μετροῦνται πᾶσαι ἀνεξαιρέτως αἱ ἀξίαι καὶ διενεργοῦνται πᾶσαι ἀνεξαιρέτως αἱ συναλλαγαί. Διὰ τὸ οἰκονομικοκοινωνικὸν καθεστώς, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διατελοῦμεν, ἡ σημασία τοῦ νομίσματος εἶναι ἀπροσμέτρητος. Εἶναι σχεδὸν εἰπεῖν ὅ,τι διὰ τὸ πλοῖον ἡ πυξίς. Ἕνεκα τούτου, ὅπου τὸ νόμισμα ἔχασε τὸ κύριον γνώρισμά του, τὴν σταθερότητα, κράτη καὶ κοινωνίαι ἔχασαν κυριολεκτικῶς τὸν μπούσουλα. Αὐξάνουν διηνεκῶς τὰ ἔσοδα τῶν κρατῶν, διότι αὐξάνουν διηνεκῶς τὰ ἔξοδά των. Καὶ τὸ ἰσοζύγιον ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἀσύλληπτον. Ἐξαρθρώνονται δὲ τελικῶς μὲ τὸ κυνῆγι αὐτὸ τὰ δημόσια οἰκονομικά. Ἐκ παραλλήλου, ἐνῷ ἐξαφανίζεται τὸ κεφάλαιον καὶ ὑψώνεται ὁ τόκος καὶ ταλαιπωρεῖται μὲ τὴν ἀκρίβειαν ἡ κοινωνία, ἰδιαίτατα ὁ μικρὸς καταναλωτής, ἀλόγιστος παρατηρεῖται σπατάλη ἐπιτείνουσα τὴν δεινότητα τῆς καταστάσεως. Αἱ περιουσίαι μετατοπίζονται ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς ἄλλην, διότι πάντες ἐν τῇ παραζάλῃ των γίνονται θηρευταὶ τῆς τύχης. Καὶ βλέπομεν εὐκαταστάτους πολίτας νὰ περιπίπτουν εἰς τὴν ἐσχάτην ἔνδειαν, νὰ θησαυρίζουν δὲ οἱ τυχοδιῶκται. Εἰς ἐπίμετρον ἐπωφελοῦνται τῆς καταστάσεως τ’ ἀνατρεπτικὰ τῆς κοινωνίας στοιχεῖα, ἀποπειρώμενα ὁλονὲν καὶ σφοδρότερον νὰ τὴν συγκλονίζουν. Ἀληθὴς μεταστοιχείωσις τῶν ἁπάντων. Ἕνεκα τούτων τῶν λόγων ἡ Κυβέρνησις ἔταξε μεταξὺ τῶν πρωτίστων καὶ κυριωτάτων μελημάτων αὐτῆς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος. Αἱ προσπάθειαί της καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου πρόκειται μετ’ οὐ πολὺ νὰ στεφθῶσιν ἀναμφισβητήτως ὑπὸ ἐπιτυχίας. Δι’ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις θὰ προσφέρῃ τὴν μεγίστην εἰς τὸ οἰκονομικοκοινωνικὸν καθεστὼς ὑπηρεσίαν. Ἄλλο κεφάλαιον τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως ἀπετέλεσαν τὰ παραγωγικὰ ἔργα, ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ συντελεσθῇ ὁ τεχνοοικονομικὸς ἐφοδιασμὸς τῆς Χώρας, ὁ ἀπαραίτητος διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Διὰ τῶν ἔργων τούτων θὰ ἔχωμεν ἄμεσον μὲν ἀποτέλεσμα τὴν ἀπασχόλησιν δεκάδων χιλιάδων ἐργατῶν καὶ πολλῶν ὑπαλλήλων, ταχεῖαν δ’ ἐπίσης καὶ τὴν οἰκονομικὴν τούτων ἀπόδοσιν. Ἐκυρώθησαν ἤδη, κατόπιν τῶν γενομένων δυνατῶν βελτιώσεων αἱ συμβάσεις αἱ προβλέπουσαι δύο μεγάλα ἔργα, τὰ ἀντιπλημμυρικά, ἀποξηραντικὰ καὶ ἀρδευτικὰ ἔργα τῆς κοιλάδος τοῦ Ἀξιοῦ, ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν παραγωγὴν ρεύματος κινήσεως καὶ φωτισμοῦ ἐν τῇ Ἀττικῇ. Εἰς τὰς παραμονὰς βεβαίως εὑρισκόμεθα καὶ ἄλλων μεγάλων ἔργων, τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς στρυμωνικῆς καὶ θεσσαλικῆς χώρας καὶ τῆς συμπληρώσεως καὶ βελτιώσεως τοῦ δικτύου τῶν ὁδῶν. Οὐδὲ καταλαμβάνει δευτερεύουσαν θέσιν εἰς τὰ μελήματα τῆς Κυβερνήσεως τὸ μέγα καὶ ἐθνικώτατον ἔργον τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως. Ἡ συνέχισις αὐτῆς μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ πρώτου προσφυγικοῦ δανείου ἦτο ἀναποτρέπτως ἐπιβεβλημένη. Ἐπιβάλλουν ταύτην λόγοι οἰκονομικοί, λόγοι κοινωνικοί, λόγοι ἐθνικοί. Ἡ συνέχισις τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως, καθ’ ὃ τοὐλάχιστον μέρος ἀφορᾷ τὸ ἄμεσον παρόν, ὑπολογίζεται ὅτι ἀπαιτεῖ τρία ἑκατομμύρια λιρῶν, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο περιελήφθη, ὡς γνωστόν, εἰς τὸ τριμερὲς δάνειον, τὸ συναφθὲν ὑπὸ τοὺς ὅρους, οἵτινες προήγαγον οὐσιωδῶς τὴν πίστιν τῆς Χώρας ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων αὐτῆς. Εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, Κύριοι Βουλευταί, συγκεφαλαιοῦται τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύουν ἡ διεθνὴς ἐπιστήμη καὶ πεῖρα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύουν αἱ ἐγχώριαι συνθῆκαι. Ἡ ἀποτελεσματικότης των εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀσφαλής. Ὅ,τι δὲ ἀπετέλει τὴν προϋπόθεσιν ὁλοκλήρου τῆς προσπαθείας ταύτης, ἡ ἀντοχὴ δηλονότι τοῦ λαοῦ, ἦτο βεβαιωμένης στερεότητος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔπαυσε νὰ παρέχῃ, πρὸς γενικὴν ἔκπληξιν μάλιστα, τὰς θετικωτέρας τῶν ἀποδείξεων, ὅτι διασῴζει πλήρη τὰ πρὸς τὴν ζωὴν ἀπαιτούμενα ζώπυρα καὶ ὅτι διατηρεῖ ἀμείωτον τὴν πάτριον ἀρετὴν νὰ μὴ ἀπεδυσπετῇ πρὸ οἱωνδήποτε θυσιῶν, ὅταν κίνδυνος θετικὸς καὶ σοβαρὸς ἀπειλῇ τὴν ἐθνικήν του ὑπόστασιν. Ἔκδηλα ἔπειτα ἔχομεν τὰ σημεῖα τῆς καθολικῆς ἀναρρώσεως. Ἡ ἀνάρρωσις μάλιστα χωρεῖ ταχεῖα. Εἰς τὸ 1927 κατηναλώσαμεν περισσότερα πράγματα παρὰ ποτέ, ἡ παραγωγή μας ἡ γεωργικὴ καὶ βιομηχανικὴ ὑπῆρξεν ἀξίας μεγαλειτέρας παρὰ ποτέ, ἀπεταμιεύσαμεν ὡς δηλοῦται ἀπὸ τὰς τραπεζικὰς καταθέσεις περισσότερα ἢ ὅσα κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν, ὁ τόκος πίπτει ὁλονὲν εἰς ἐπίπεδα χαμηλότερα. Καὶ ταχύτερον ἢ ὅσων κοινῶς πιστεύεται θὰ ἀναδείξῃ ἀσφαλῶς ὁ λαὸς τὴν ψυχικὴν καὶ τὴν οἰκονομικήν του εὐρωστίαν. Εὐλόγως τότε καὶ δικαίως θὰ ἀγάλλωνται τὴν ἀγαλλίασιν τὴν πηγάζουσαν ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος, τοῦ ὑψίστου μάλιστα τῶν καθηκόντων, πάντες ὅσοι συνήργησαν ὅπως τὸ Ἔθνος, ἐξαγόμενον ἐκ τῆς κινδυνώδους θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε περιέλθει καὶ ἀνασυντασσόμενον, ἐπαναλάβῃ, πλῆρες ἀκμῆς καὶ σφρίγους, μετὰ τῆς οἰκείας γοργότητος, τὴν πρὸς τὰ πρόσω πορείαν του (Χειροκροτήματα).
§162ΑΘ. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ ἀριθμούς, καὶ ἑπομένως οὐδὲ τὰ διδάγματα τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιστήμης θὰ ἐπικαλεσθῶ. Ἀριθμοὶ καὶ διδάγματα ἀπὸ ἡμερῶν παρελαύνουν καὶ διακηρύσσονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναληφθοῦν. Καὶ ἴσως δὲν θὰ ἐλάμβανον ποσῶς καὶ τὸν λόγον, ἐὰν δηλώσεις τινές, δηλώσεις ἐκδηλωτικαὶ βαθυτέρων πεποιθήσεων ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐγέννων παρ’ ἐμοί, ἐξ ἀντιδιαστολῆς, τὴν σκέψιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ προσπαθείᾳ του περιπίπτει εἰς ἕνα εἶδος μονομερείας καὶ ὑπερτιμήσεως ὑλικῶν παραγόντων ἐπὶ θυσίᾳ, ἐπὶ παραβλέψει τελείᾳ τῶν ἠθικῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν στεροῦνται κοινωνικῆς θυσίας. Ὁμιλῶν τις τῶν ρητόρων ἐντεῦθεν — καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν προβαίνει εἰς τὰς δηλώσεις, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν — εἶπεν εἴτε εἶναι ὑπερβολὴ δογματισμοῦ εἴτε ἐν πνεύματι θυμοσοφίας τὸ ὁποῖον ἀρέσκεται ἐνίοτε νὰ ἐπικαλεῖται: «Πῶς θὰ κάμωμεν παραγωγικὰ ἔργα, πῶς θὰ ἐνισχύσωμεν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν λεπτά; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν λεπτὰ ὅταν δὲν ἔχομεν ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ;» Ἡ ἀποφθεγματικότης αὕτη, ἡ ὁποία, ὡς παρετήρησα πρὸ ὀλίγου, καὶ μονομερῶς πολλάκις ἔχει ἐκδηλωθῆ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ ἤγαγεν νὰ πιστεύσω ὅτι ἐν τῇ ὑπερβολῇ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑλικῶν παραγόντων παραβλέπει παράγοντας ἠθικοὺς ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἐν τῇ ἀποφθεγματικότητι του αὐτῇ ἐνθυμίζει εἰς τὸν ἀκροατὴν τὴν παλαιὰν ρῆσιν, τὴν λαϊκὴν σοφίαν, τὸ δημῶδες παίγνιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐρωτᾶται τις: «Τὸ προηγεῖται; τὸ αὐγὸ ἢ ἡ κόττα». Διότι βεβαίως δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἰσοζυγισμένου προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ ἀρνηθῆτε τοὺς πόρους τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς, τῆς κατασκευῆς τῶν παραγωγικῶν ἔργων. Ἀλλὰ ἔχετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνάγκην καὶ ἀκμαίου οἰκονομικῶς λαοῦ διὰ νὰ δύνασθε ν’ ἀρύεσθε τοὺς πόρους ἐκείνους διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιτύχετε τὸ ἰσοζύγιόν σας εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§163Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ τάξις εἶναι καθωρισμένη ἀπολύτως.
§164Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ ἀμφιβάλλω. Καὶ ἀμφιβάλλω τόσον, ὥστε ἡ ἀμφιβολία μ’ ἔφερεν εἰς ἀνάμνησιν τοῦ ρητοῦ τὸ ὁποῖον εἶπον. Ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐπίστευα εἰς αὐτήν, θὰ καθίστα περιττὸν νὰ συνεχίσω τὸν λόγον. Ἀλλὰ διότι ἀνήλθομεν εἰς τὸ βῆμα μὲ τὴν ἀξίωσιν, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παράγοντας χρησίμους διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, χρησίμους ὄχι μόνον διὰ τὴν ὑπὸ κρίσιν χρῆσιν ἀλλὰ καὶ δι’ ἑπομένας χρήσεις, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν καὶ δεσμεύσεις ἀκόμη, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων, τοῦ νὰ ἔχωμεν πάντοτε προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι ὅλα εἶναι ἐν τάξει καὶ δὲν γεννᾶται ἡ ἀπορία, ἐὰν ὁ λαὸς θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρῃ τὰ βάρη διὰ νὰ κρατήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ἰσοζυγίῳ τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ εὐλόγως γεννᾶται εἰς ἐμὲ ἡ ἀμφιβολία, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ παρέχων τὰ μέσα τῆς καταρτίσεως τοῦ ἰσοζυγισμένου προϋπολογισμοῦ, ὅταν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, παρὰ τὰ σχέδια τὰ ὁποῖα ἔγιναν ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν δυσφορίαν τοῦ λαοῦ διὰ τὰ φορολογικὰ μέτρα, ὅτι εἴτε περισσότερα εἴτε ὀλιγώτερα ἑκατομμύρια εἰσεπράξαμεν διὰ νέων ἐπιβληθεισῶν φορολογιῶν, πάντοτε εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς βαρέως φέρει τὴν σημερινὴν φορολογίαν, ἐφόσον μάλιστα δὲν ἐνισχύθη καὶ δὲν ηὐξήθη ἡ παραγωγὴ ἐκ τῆς ὁποίας διὰ τοῦ αὐτοῦ μέτρου τῆς φορολογίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μεγαλυτέραν ἀπόδοσιν. Ἐφόσον λοιπὸν δὲν εἶναι αὐτὰ ἐξησφαλισμένα, πάντοτε, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλει νὰ ταράσσῃ τοὺς ὑπαλλήλους σας τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ καὶ εἰς τοὺς δύο προϋπολογισμοὺς τοῦ ἑπομένου καὶ παρεπομένου ἔτους, γνωστοῦ ὄντος ὅτι θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ μέλλον καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις πλὴν τῶν ὑπαρχουσῶν σήμερον. Εἶχον, ὅπως εἶπον, πεποίθησίν τινα περὶ τῶν ἠθικῶν παραγόντων οὓς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνέπτυξα καὶ δὲν γνωρίζω ποίαν ἐκτίμησιν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὅλαι αἱ ἀπὸ τοῦ προπαρελθόντος Δεκεμβρίου Κυβερνήσεως καὶ ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἀνεγνώρισε, ὅτι δὲν ἦτο οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀναδημιουργίαν τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν λεγομένην πολιτικὴν ὁμαλότητα. Πῶς θὰ ἀποτιμήσητε εἰς χρήματα τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα; Ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης εἶναι ὁ κυριώτερος παράγων ἀνορθώσεως, καὶ οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τῆς χώρας. Λέγω αὐτό, διὰ νὰ ἀρυσθῶ ἐπιχείρημα περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἠθικῶν παραγόντων, ἐπιχείρημα ἐκ τοῦ ὅτι ἀνωμολογημένον παρὰ πάντων εἶναι ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν ἀναδημιουργίαν τῆς Ἑλλάδος ἄνευ τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης ἢ μᾶλλον ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία, ἂν δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀποτιμᾶται εἰς χρήματα, βέβαιον εἶναι ὅτι ἐπιφέρει καταστροφάς. Βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία φέρει εἰς ἀναρχίαν διοικητικῶν ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ζημιώσουν οἰκονομικῶς τὴν χώραν καὶ ἰδιαιτέρως τὸ Δημόσιον. Καὶ εἶναι ἄξιον σημειώσεως τὸ ὅτι ἐνῷ δίδομεν σημασίαν εἰς τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα καὶ τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, εἶναι ἄξιον σημειώσεως, λέγω, ὅτι καταπλήσσονται ὁσάκις γίνεται περὶ αὐτῶν λόγος. Ἀναφερόμεθα πάντες, κατά τινα σύμβασιν, εἰς τὴν περίοδον τῆς δικτατορίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία ἐπιφέρει οἰκονομικὰς συνεπείας καὶ ἐὰν αἱ συνέπειαι αἱ οἰκονομικαὶ βαρύνουσι σοβαρῶς τὴν χώραν καὶ τὴν τύχην τῆς χώρας, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα δίκαιοι, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἀνωμαλία ἡ πολιτικὴ δὲν χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1925. Αἱ συνέπειαι τῆς πολιτικῆς ἀνωμαλίας ὑπῆρξαν καὶ εἶναι μεγάλα, διότι αἱ ἀνωμαλίαι δὲν χρονολογοῦνται παρὰ ἀπὸ 14 μῆνας, ἐνῶ ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία, χρονολογουμένη ἀπὸ τὸ 1915 διήρκεσε τόσον χρόνον, ὅσος ἀπὸ τότε παρῆλθε μέχρι τῆς ἡμέρας τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἰδιαιτέρως περὶ τῆς χρονικῆς ἐκείνης περιόδου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς εἶχε στείλει τοὺς γνησίους ἀντιπροσώπους αὐτῆς· διότι, τὸ ὀλιγώτερον πάντων, κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ἡ τότε Κυβέρνησις ὑποχρεωμένη νὰ συνεχίσῃ τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων ἐθνικῶς, ἐξ ἠθικῆς ὑποχρεώσεως ὀφείλουσα νὰ συνεχίσῃ τὴν πολιτικὴν τὴν πολεμοχαρῆ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, ἐπεβάρυνεν ἀναγκαίως οἰκονομικῶς τὴν χώραν.
§165ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ ἄλλο πρόγραμμα ἦλθεν αὐτή.
§166Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, καὶ θὰ ἦτο ἀξία τῆς ἐσχάτης καταφρονήσεως καὶ καταδίκης ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία εὑρίσκουσα τὴν Ἑλλάδα περιπεπλεγμένην εἰς τὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν καὶ τὰ ἐθνικὰ πράγματα εἰς οἷον γνωστὸν σημεῖον εὑρίσκοντο τότε, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὰ στρατεύματα αὐτῆς διὰ νὰ ἔχῃ λελυμένον τὸ προσφυγικὸν ζήτημα; Ἐὰν ἀνεκάλη τὰ στρατεύματα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐκ Μ. Ἀσίας θὰ ἔδιδε τὸ σύνθημα τῆς καταρρεύσεως.
§167Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Γνωρίζετε δι’ αὐτὰ πόσον ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς ὑμᾶς. Μὴ ἐξέρχεσθε παρακαλῶ τοῦ θέματος.
§168Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Θέλετε νὰ βεβαιωθῆτε ὅτι ὁμιλῶ ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμόν;
§169Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δικαίωμά σας εἶναι νὰ ἀνακινήσητε ἱστορίαν καὶ ὁλοκλήρων ἐτῶν, ἀλλά.....
§170Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ ἐὰν πρὸ ὀλίγου ἐνετάθη ὁ τόνος τῆς φωνῆς μου, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἀντίρρησιν τὴν ὁποίαν ἤκουσα ἀπὸ τὰ θρανία ἐκεῖνα. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία χρονολογεῖται ἀπὸ μακροῦ, καὶ εἶναι γνωστὸν πόσον μεγάλαι ὑπῆρξαν αἱ συνέπειαι αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τοῦτο: ὅτι ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν δὲν ἐπέρχονται μόνον ἁπλαῖ οἰκονομικαὶ συνέπειαι, ἀλλὰ ἐπέρχονται ἐπὶ πλέον καὶ ἠθικαὶ συνέπειαι, αἱ φυσικαὶ συνέπειαι αἱ ὁποῖαι ἐξασθενίζουν οἰκονομικῶς τὴν Χώραν. Ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐημερήσῃ διὰ μόνης, ἀκατορθώτου ἄλλωστε, τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας, διότι οὐδεὶς λαὸς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι οἰκονομικῶς εὔρωστος, ἐφόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἠθικῶς εὔρωστος. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀξία τοῦ ἀτόμου εἶναι τελείως διάφορος μεταξὺ ἀτόμου ψυχικῶς εὐρώστου καὶ ἀτόμου ψυχικῶς καὶ ἠθικῶς ἀρρώστου. Ἡ ἀνωμαλία ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον διὰ νὰ σημειώσω τὰς ψυχικὰς καταστάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἀνωμαλία ἐκλόνισε, συνετάραξε ριζικῶς τὰς ἠθικὰς δυνάμεις τοῦ λαοῦ, τὸ ἠθικὸν σθένος τοῦ Ἕλληνος πολίτου. Ἀλλ’ ὡς νὰ μὴ μᾶς ἐπήρκουν αὐτὰ τὰ μοιραῖα γεγονότα — ἂς τὰ ὀνομάσω οὕτω διὰ νὰ βεβαιωθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ ἀπόψεως στενῆς πολιτικῆς — ὡς νὰ μὴ μᾶς ἤρκουν τὰ μοιραῖα αὐτὰ γεγονότα, αὐτὴ ἡ μακρὰ περίοδος τῆς πολιτικῆς ἀνωμαλίας, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ λυποῦμαι, ὅταν ἀναλογίζομαι ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν λειτουργιῶν του τὸ Κράτος, ἐν τῇ εἰσπράξει καὶ δαπάνῃ τῶν πόρων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν εἰξεύρω, λέγω, τὶ πράττει ἐν τῇ λειτουργίᾳ ταύτῃ τὸ Κράτος ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἠθικήν, τὴν ψυχικὴν εὐρωστίαν τοῦ λαοῦ. Καταντῶμεν, εἰσπράττοντες καὶ δαπανῶντες, νὰ κάμνωμεν τρόπον τινὰ ἓν μηχανικὸν ἔργον ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς ἠθικὰς αὐτοῦ συνεπείας καὶ δυνάμεθα νὰ κοιμώμεθα τὸ βράδυ εἰς τοὺς κοιτῶνας μας ἥσυχοι ὅτι ἐπετελέσαμεν τὸ ἔργον ἡμῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσω μίαν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς Ἕλλην πολίτης, τὴν γνώμην ὅτι, ἐνῷ ἐπιδιώκομεν οἰκονομικὴν καὶ νομισματικὴν ἐξυγίανσιν, ἐνῷ ἐπιδιώκομεν νὰ καταστήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν καὶ τὴν νομισματικὴν ἐξυγίανσιν ἀντικείμενον τῶν προσπαθειῶν μας, οὐδαμῶς προσπαθοῦμεν ἐν ταυτῷ νὰ θέσωμεν μαζὺ μὲ τὰς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας καὶ τὰς βάσεις τῆς ἠθικῆς ἐξυγιάνσεως καὶ τῶν ψυχικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν μας ἠθῶν. Οἱ παράγοντες οἱ ἠθικοί, κ. Βουλευταί, οἱ εὑρισκόμενοι εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους εἶναι τόσον θετικοὶ ὅσον καὶ ἀρνητικοί. Καὶ λυποῦμαι νὰ τονίσω ὅτι τὸ Κράτος τόσον καθυστερεῖ εἰς τὴν ἄσκησιν θετικῶν παραγόντων, ὅσον ἀφίνει νὰ εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ οἱ ἀρνητικοὶ παράγοντες. Ἡ διοίκησις ὀφείλει νὰ ἐπιζητῇ μόνον ἠθικοὺς σκοπούς, τὰ ὄργανα δὲ αὐτῆς δύνανται νὰ συντελοῦν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγόντων τῶν θετικῶς ἠθικῶν, ὅπως καὶ ἀντιθέτως θετικοὶ παράγοντες εἶναι ἡ βαθεῖα συνείδησις τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κράτους. Ἡ ἀστυνομία, ἡ διοίκησις, ἡ δικαιοσύνη, ὁ στρατός, οἱ κλάδοι τῆς γεωργίας, ἐρχόμενοι εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν λαόν, δύνανται ἢ νὰ ἀναπτύξουν τὴν εὐρωστίαν του ἢ νὰ τὴν παραλύσουν. Σημειῶ τοῦτο, ὅτι τὸ Κράτος, καθ’ ὃν τρόπον ἀσκεῖ τὰς λειτουργίας του, ἀπέβη ἐχθρὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφευρίσκει ἀλλοίας δικαιολογίας διὰ τὴν δυσφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οὗτος ἀντιλαμβάνεται τὸ Κράτος ἄστοργον πρὸς αὐτὸν καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ βλέπῃ εἰς αὐτὸ ἐχθρόν. Ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, φέρ’ εἰπεῖν, εἰς τὰς ἐπαρχίας γνωρίζουν πάντες πόσας ἡμεραργίας στοιχίζει εἰς τὸν λαόν, ἐξ αἰτίας τῶν ὀργάνων της. Αὐτὸ ἐλαττώνει τόσους πόρους τοῦ Ἑλλην. λαοῦ διὰ νὰ ἀντλήσωμεν ἐκεῖθεν πόρους. Εἶναι ἀνάγκη οἱ κλάδοι τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν νὰ ἐμπνευσθοῦν μὲ πνεῦμα στοργῆς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι ἀντιθέτως θὰ ἔλθῃ στιγμὴ οἰκονομικῆς ἀδυναμίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην δύο τῶν ρητόρων ἐμνήσθησαν τοῦ φόρου τοῦ ὑπερτιμήματος. Καὶ ἐρωτῶ: τὶ θὰ εἰπῇ ὁ πτωχὸς πολίτης ὅταν τοῦ ζητοῦν φόρον δι’ ἀνύπαρκτον ὑπερτίμησιν; Τὸ Δημόσιον, ἄγνωστον ἀπὸ ποῖον πνεῦμα πλεονεξίας ὁρμώμενον, ἔδειξε μεγάλην ἀδιαφορίαν πρὸς κάθε εἶδος ἰδιοκτησίας, ὅπως εἰς τὰς δασικὰς διεκδικήσεις, ὅπου ὁ πολίτης δὲν ἔχει καμμίαν προστασίαν καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἐντύπωσις αὐτοῦ ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐχθρός. Ἔχομεν ἐξ ἄλλου τὸ μέγα ζήτημα τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας καὶ τὸ Κράτος ἰσχυρίσθη ὅτι τὰ πάντα ἐν ταῖς Νέαις Χώραις εἶναι Μουσουλμανικά, καὶ τὰ χωρία καὶ αἱ πόλεις. Αἱ δὲ Ἀρχαὶ ἐξέλαβον τὸν λαὸν ὡς τὸν πλέον κακόπιστον καὶ δόλιον. Εἰς τὴν ἀστικὴν περιουσίαν τὰ ἴδια ἐγένοντο ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, οἵτινες κατέγραψαν ὅλα τὰ οἰκοδομήματα ὡς Μουσουλμανικά. Κατὰ ταῦτα, πῶς θέλετε νὰ ἔχετε ἀπὸ τὸν λαὸν τὴν ἀξίωσιν νὰ σᾶς παράσχῃ ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ ἰσοσκελίσετε τοὺς προϋπολογισμούς σας; Νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν ὀλίγων τὰ ὁποῖα εἶπον θὰ πεισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρὸς τῇ νομισματικῇ ἐξυγιάνσει χρήζει καὶ ἠθικῆς ἐξυγιάνσεως, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ δύναται νὰ συντελεσθῇ τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§171Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ὑπὸ κρίσιν προϋπολογισμός, ἐφόσον κατὰ τὴν 16 Μαρτίου συζητεῖται ἀκόμη ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ὁ πρῶτος, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, τὸν ὁποῖον μετὰ τόσα θλιβερὰ γεγονότα εἰσάγῃ ἡ πρώτη κοινοβουλευτικὴ κυβέρνησις ἐνώπιον ἡμῶν. Αἱ δικτατορίαι, αἱ ἐπαναστάσεις καθιστῶσι τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν βεβαίως ἐπαχθές, διότι τὰ ἁμαρτήματα τὰ οἰκονομικὰ τόσων ἐτῶν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ φέρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων του. Ὁ ὑπὸ κρίσιν προϋπολογισμὸς παρουσιάζει, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω λεπτομερεῖς ἀριθμοὺς, ἔλλειμμα 49 ἑκατομ. δραχμῶν ἐπὶ ἐξόδων 8 δισεκατ. 878 ἑκατομ. καὶ ἐπὶ ἐσόδων 8 δισεκατ. 829.331 χιλ. δραχμῶν.
§172Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Εἶναι παλαιὰ ἔκδοσις.
§173Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ρίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ θ’ ἀναληφθῆτε, ὅτι αἱ δαπάναι τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας ἀναβιβάζουσιν τὰ ἔξοδα εἰς πολὺ μέγα βαθμόν, ἐνῶ τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα ὑστεροῦσι πολὺ τῶν ἐξόδων αὐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὲς τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἶναι ἀληθὲς ὅτι δυσχέρειαι ποικίλαι καὶ μεγάλαι ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν ἀναγκάζωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πολλὰ τῶν κονδυλίων τῶν ἐσόδων νὰ τὰ διαθέσῃ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν κονδυλίων τῶν ἐσόδων, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν ἑξῆς. Οἱ ἄμεσοι φόροι, οἵτινες κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν πρέπει κατὰ τὸν μᾶλλον δικαιότερον τρόπον νὰ κατανεμηθῶσι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, οἱ φόροι αὐτοὶ δὲν παρουσιάζουν τὴν ἀπόλυτον ἐκείνην δικαιοσύνην. Καὶ βεβαίως ὅταν λέγω ὅτι δὲν παρουσιάζουσι τὴν ἀπόλυτον δικαιοσύνην εἶναι θεωρητικὸν τὸ πρᾶγμα, διότι εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν δύναταί τις νὰ τὸ εἴπῃ, ἀλλὰ λέγω ὅτι δέον νὰ καταβληθῇ προσπάθεια, οὕτως ὥστε οἱ φόροι αὐτοὶ νὰ παραμένωσι εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀναλόγως τῶν πραγματικῶν αὐτοῦ δυνάμεων. Ἀναδιφῶν τοὺς φόρους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ βλέπω ὅτι ἀναγράφονται διάφορα κονδύλια ὡς ὑπολογιζόμενα εἰς 1 δισεκ. 300.000.000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἰσπραχθῶσι διὰ νὰ φέρωμεν τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἀπαιτουμένων εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ πρέπει κ. Ὑπουργέ, νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸν μᾶλλον ἁρμόζοντα τρόπον. Ἐφιστῶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἐπὶ τοῦ πρώτου κονδυλίου τῶν ἐσόδων τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας ὑμῶν, διότι οἱ Οἰκονομικοὶ Ἔφοροι ἐνόμισαν καθεὶς εἰς τὴν περιφέρειάν του ὅτι πρέπει νὰ εἰσπράξῃ ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Ἐπειδὴ διετάξατε δι’ ἐγκυκλίων νὰ βεβαιώσωσι τοὺς φόρους, οἱ κύριοι αὐτοὶ ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε ἐκ τῆς ἐπαρχίας αὑτοῦ ἕκαστος ν’ ἀντλήσῃ ὁλόκληρον τὸ κονδύλιον τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τὸ προορισμένον διὰ τὸν προϋπολογισμόν, καὶ πιέζουν τὸν κόσμον κατὰ τρόπον ἀπολύτως δυσάρεστον. Προβαίνουν δὲ καὶ εἰς ἐπιβολὴν φορολογιῶν αὐθαιρέτως. Παράδειγμα ὁ τέως Ἔφορος Νάξου, τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας. Οὕτως, ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του, ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἀποστείλῃ τὸν ἀγρονόμον νὰ μεταβῇ εἰς Πάρον καὶ νὰ καταρτίσῃ τὸν κατάλογον τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Καὶ εἰς τὴν Πάρον, κατοικημένην μόλις ὑπὸ 2500 κατοίκων ἐπέβαλεν φόρον 2.000 δραχ. ἐτησίως ἐφ’ ἑκάστης οἰκοδομῆς. Ἔχουν ἐπαναστατήσει αἱ ἐπαρχίαι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς πραγματικῶς λόγῳ τῆς πιέσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, λόγῳ τῆς στενοχωρίας τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, νομίζει ὅτι ἔχει ἀπέναντί του ὄχι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συντρέξῃ, ἀλλὰ ἔχει τὸν ἀσπονδότερον αὑτοῦ ἐχθρόν, τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα. Ὁ φόρος τῶν κληρονομιῶν παραμένει εἰς τὰ 10.000.000 δραχμῶν. Ὁ φόρος οὗτος κ. πρόεδρε, ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ πολὺ περισσότερα. Ἀπὸ τοῦ 1925–1926 ὑπάρχει ἐκκρεμὴς φάκελλος ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσετε τὴν προσοχήν σας, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Δημόσιον ἀπώλεσεν εἴκοσι πέντε μέχρι 26.000.000 δραχμῶν ἀπὸ μίαν κληρονομίαν τῆς Αἰγύπτου. Ὁ φόρος τῶν αἰγοπροβάτων ἐξ ἄλλου ἀνερχόμενος εἰς 40.000.000 δραχ. νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸς διὰ τὴν κτηνοτροφίαν μας. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἡ κτηνοτροφία, ὅπως καὶ ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ ἔχουσιν ἀνάγκην ἐνισχύσεως, κ. Πρόεδρε. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου γεωργικῆς παραγωγῆς ἠλαττώθη βεβαίως ἀπὸ τὰ 814 ἑκατομμύρια τοῦ 1926–27 εἰς 180 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ πάλιν εἶναι ἐπαχθὴς εἰς τοὺς γεωργοὺς μὴ δυναμένους νὰ λάβωσι πιστώσεις ἀπὸ τὰς Τραπέζας, μὴ εὑρίσκοντας λιπάσματα εὐθηνὰ καὶ στρεφομένους ὡς ἐκ τούτου εἰς τὴν καπνοπαραγωγήν, ἡ ὁποία παρέχει ἀφθονώτερα τὰ μέσα τῆς ἐξευρέσεως τῶν ἀπαιτουμένων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ νὰ κάμωμεν τὸν φόρον τοῦτον δικαιότερον, διότι ὁ φόρος ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καίτοι ἀνέρχεται εἰς 200 ἑκατομμύρια εἶναι ἐλάχιστος ἀπέναντι τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἀποκομίζουσι οἱ καπνέμποροι. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ αὗται εἶναι ἐλάχισται. Ὁ φόρος τῆς ἀκαθαρίστου γεωργικῆς παραγωγῆς εἶναι βάσις διὰ τὴν γεωργίαν, ἔχουσαν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἐνισχύσεως, ὅπως καὶ ὁ φόρος τῆς κτηνοτροφίας διὰ τὴν κτηνοτροφίαν, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως. Πρέπει νὰ διασώσωσι οἱ κτηνοτρόφοι τὰ ποίμνιά των, τὰ ὁποῖα ἀποθνήσκουν ἐκ λοιμωδῶν νόσων, τὰ ὁποῖα οἱ νομοκτηνίατροι ἐνθυμοῦνται πολὺ ἀργά. Ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου Π. Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑπτανήσου, ὁ φόρος τῆς σταφίδος τοῦ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ εἶναι κονδύλια τὰ ὁποῖα βαρύνουσιν εἰδικὰς τάξεις παραγωγικάς, ἰδίως τῆς σταφίδος καὶ τῶν ἐλαιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχω τίποτε νὰ σᾶς εἴπω Προκειμένου περὶ τῆς σταφίδος παρακαλῶ νὰ σημειώσητε τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ δημόσιος προϋπολογισμὸς νὰ βασίζηται ἐπὶ φόρων ἀνεκκαθαρίστου πραγματικῆς ἀντοχῆς. Ὁ φόρος τῆς σταφίδος, ὁ φόρος τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ὅλα ταῦτα εἶναι φόροι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσπραχθῶσι τότε μόνον ἂν θελήσῃ ὁ Θεός. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ σκελετὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀμέσων φόρων πρέπει νὰ λάβῃ ἄλλην κατάταξιν ἀπὸ τὴν ὑπάρχουσαν, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔργα τὰ παραγωγικά, διότι ἂν πρόκειται ἐκ τῶν καταστροφῶν νὰ ἀλλοιοῦται τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ Κράτος πάντοτε θὰ εὑρίσκηται ἐν ἥσσονι μοίρᾳ ἀπέναντι τῶν φορολογουμένων. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κ. Βουλευταί, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ κατατεθείς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἦτο ἐνδεδειγμένος. Δὲν ἦτο δυνατὸν δηλ. νὰ αὐξήσῃ τις περισσότερον τοὺς φόρους. Ἀλλὰ κατὰ πόσον ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος θὰ μᾶς δώσῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα; Καὶ διατὶ τάχα μὲ τὰ ἐλλείμματα ὅλων τῶν προηγουμένων ἐτῶν νὰ θελήσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς δύο καὶ μόνον χρήσεις; Διατί ὅλα τὰ ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων ἐτῶν θὰ τὰ ἐπιβαρύνωμεν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς 1927–28 καὶ 1928–29;
§174Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὴν χρῆσιν αὐτὴν δὲν τὴν ἐπιβαρύνομεν μὲ κανὲν ἔλλειμμα τῶν προηγουμένων ἐτῶν.
§175Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Διατί τότε θὰ συμπληρώσωμεν διὰ τῶν δανείων τὰ ἐλλείμματα ταῦτα;
§176Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν πρόκειται νὰ τὴν ἐπιβαρύνωμεν· ἔχει τὰ ἰδικά της ἐλλείμματα.
§177Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Παραδέχομαι αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω τοῦτο: ὅτι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις αὐτὴ μὲ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον θὰ συναφθῇ, δὲν θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμόν.
§178Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Καλὰ αὐτό, ἀλλὰ τὸ δάνειον γίνεται κατὰ τὸ τρίτον διὰ τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν. Λέγετε νὰ μὴ τὴν κάμωμεν; Ἔχομεν 3.000.000 ἀπὸ τοὺς πρόσφυγας, 3 διὰ τὴν σταθεροποίησιν καὶ 3 ἑκατομμύρια...
§179Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Οἱ τελωνειακοὶ δασμοὶ τῆς ἐξαγωγῆς 1.580.000.000 εἶναι ηὐξημένοι κατὰ 560.000.000. Καὶ δι’ αὐτῶν ἐπέρχεται αὐτὴ ἐπὶ πλέον αὔξησις 85.000.000 μὲ ἐλάττωσιν 1.480.000 δραχμῶν. Εἰς τὸ κεφάλαιον 6 τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναφέρεται καὶ ὁ δημοτικὸς φόρος διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐκ δραχμῶν 522 ἑκατομμυρίων. Ἐάν τὸ ποσὸν αὐτό προσθέσωμεν εἰς τὸ 1.480.000 μὲ τὰ τέλη τῆς στατιστικῆς θὰ ἔχωμεν 2.006.102.000, ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ὑπερβῇ τὴν κατανάλωσιν καὶ τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ ἐξ ὁλοκλήρου, ὁπωσδήποτε δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν πλειότερον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω, εἶναι, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων φόρων νὰ βελτιωθῇ. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν ὁ τρόπος τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ βελτιωθῇ, ὅσον ἀφορᾷ δηλαδὴ τὸ κεφάλαιον τῶν ἐμμέσων φόρων, διότι σᾶς ἀνέφερα τοὺς φόβους μου, ἕνεκα τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀλλάξῃ τὸ παλαιὸν σύστημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία τόσον ἐμεγαλύνθη, νὰ βασίζεται ἐπὶ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ στηρίζεται ἐπὶ βροχῶν καὶ κακοκαιριῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος τρόπος δικαιοτέρας κατανομῆς.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Παπάζογλου ἔχει τὸν λόγον.
§181Χ. ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ. Δὲν πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ γενικῶς Αὐτὸ τὸ ἔπραξαν ἐπαρκῶς πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι. Θὰ σᾶς ὁμιλήσω μόνον ἐπὶ ἑνὸς θέματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς διαφωτίσω. Πρόκειται περὶ τοῦ εἰς συνάλλαγμα δασμοῦ τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαγομένων κουκουλίων. Δὲν εἶναι βεβαίως ὑπεύθυνος ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὔτε αἱ δύο προηγούμεναι αὐτῆς διὰ τὸ ἄδικον τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν τῆς Ἐθνικῆς παραγωγῆς. Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλαμβάνοντο νομοθετικὰ μέτρα τῇ εἰσηγήσει μερικῶν μόνον φίλων τῶν ἰσχυόντων, ἐπεβλήθησαν δασμοὶ χωρὶς νὰ ληφθῇ ποσῶς ὑπ’ ὄψει ἡ ἀντοχὴ τῶν προϊόντων αὐτῶν. Μαζὺ δὲ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα προϊόντα ἐπεβλήθη ἐξαγωγικὸς δασμὸς καὶ ἐπὶ τῶν κουκουλίων. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Ἑλλὰς παράγει μόνον τὸ ½% τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 400.000.000 χιλιόγραμμα νωπῶν κουκουλίων. Ἡ Ἑλλὰς παράγει 2.000.000 περίπου χιλιόγραμμα. Ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει ἡ Ἰαπωνία νὰ ἔχῃ τὴν μεγαλυτέραν παραγωγὴν νὰ ἔχῃ δὲ ταυτοχρόνως καὶ ἐλάχιστα ἔξοδα παραγωγῆς, ἡ παγκόσμιος τιμὴ τοῦ προϊόντος κανονίζεται ἐν Ἰαπωνίᾳ. Εἶναι δὲ αὕτη σήμερον ἐλαχίστη ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν προπολεμικὴν τιμήν. Ἀφ’ ὅτου πρὸ 60 περίπου ἐτῶν ἡ Ἰαπωνία κατώρθωσεν, χάρις εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν Εὐρώπην καὶ νὰ μεταφέρῃ τὸ προϊόν της ἐνταῦθα ἐλαττοῦσα τὴν τιμὴν τῶν κουκουλίων ἀπὸ 9 φράγκα χρυσᾶ εἰς 3 κατὰ χιλιόγραμμον, ἡ τιμὴ τῆς παραγωγῆς ἐν Ἰαπωνίᾳ χάρις καὶ εἰς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας ταύτης ἐξακολουθεῖ νὰ ἐλαττοῦται. Αἱ ἀλήθειαι αὗται ὅμως δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῶν νομοθετῶν τῆς χώρας καὶ κατὰ τὴν 23ην Ἀπριλίου τοῦ 1923 ἐπεβλήθη ἐξαγωγικὸς δασμὸς ἐπὶ τῶν κουκουλίων εἰς συνάλλαγμα ἐξ 25% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν προϊόντων εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως. Μετά τινα καιρὸν, ἤτοι τὴν 13ην Ἰουνίου τοῦ 1923 δηλ. ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ὑπὸ τῶν ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων ἀγορὰν τῶν κουκουλίων, ἐξεδόθη νομοθετικὸν διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἠλαττοῦτο ὁ φόρος τῶν ἐξαγομένων κουλίων ἀπὸ 25 εἰς 15%. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ τὸ σινικὸν τεῖχος τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐγερθῆ μεταξὺ ἐξωτερικοῦ εἶχε φέρει τὰ ἀποτελέσματά του καὶ τὰ κουκούλια εἶχον πωληθῇ εἰς εὐτελεῖς τιμάς. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει ἡ κατάστασις αὕτη, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ὁ συνεπιβληθεὶς ἐξαγωγικὸς δασμὸς ἐπὶ τῆς μετάξης ἐκ 5% κατηργήθη χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας τῶν μεταξοβιομηχάνων Ταὐτοχρόνως ἐλαμβάνοντο μέτρα ὅπως προστατευθῇ ἡ μεταξοβιομηχανία καὶ διὰ τῆς ἐπιβολῆς κολοσσιαίων εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων μεταξωτῶν εἰδῶν. Τὰ ἐπὶ τούτων τέλη ἀνέρχονται εἰς 32 μεταλλικὰς δραχμάς, διὰ μερικὰ δὲ εἴδη ἐκ μετάξης ἀνέρχονται εἰς 34 δραχμὰς κατὰ χιλιόγραμμον. Τὰ τέλη ταῦτα ἀντιστοιχοῦν πρὸς 80% τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων βιομηχανικῶν προϊόντων. Οὕτω δηλ. οἱ βιομήχανοι προστατεύονται διττῶς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν τιμῶν τῶν κουκουλίων ἐν τῇ χώρα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῶν κολοσσιαίων προστατευτικῶν δασμῶν τῶν ἐκ μετάξης εἰδῶν. Ἐπὶ Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως συνεστήθη Γνωμοδοτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὸ ζήτημα, ἐν πρακτικῷ της δὲ ἀπεφάνθη ὅτι (ἀναγινώσκει), «ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς............ ὑπερμέτρως». Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατόπιν τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης τόσον, ὅσον καὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος τὸ ὁποῖον ἐδείκνυεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διὰ τὴν σηροτροφίαν, ὁ δασμὸς ἠλαττώθη ἀπὸ 15 εἰς 8%. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ στηρίξῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν σηροτροφίαν. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ κλάδος οὗτος τῆς Ἐθνικῆς παραγωγῆς διατρέχει τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων καθότι τὸ προϊὸν τοῦτο ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ παραγόμενον ἰδίως διότι τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς του εἶναι μεγάλα, διότι τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἀπασχολεῖ ὁ σηροτρόφος εἶναι μεγάλα καὶ διότι τὸ ἐκ τοῦ προϊόντος αὐτοῦ ἔσοδον δὲν ἀντιπροσωπεύει εἰμὶ πενιχροτάτην ἀμοιβὴν διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ σηροτρόφου καὶ διὰ τὸ ἀπασχολούμενον κεφάλαιον.
§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσα ἐξάγονται;
§183Χ. ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ. Εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξάγεται τὸ ⅓ περίπου τῆς παραγωγῆς τὸ δὲ ὑπόλοιπον καταναλίσκεται ἐπιτοπίως. Αἱ ἐκ τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ εἰσπράξεις τοῦ Κράτους ποικίλλουν ἀπὸ ἔτος εἰς ἔτος. Κατὰ τὸ 1924 εἰσεπράχθησαν 4.500.000 κατὰ τὸ 1925 κατά τι περισσότερα κατὰ δὲ τὸ 1926 περὶ τὰ 8.500.000 δρ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ληγούσης χρήσεως ἀνεγράφησαν δι’ ὅλα τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν 10.000.000 δραχμαί. Κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν κουκουλίων ἀντιτάσσεται ἑκάστοτε τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ Κράτος οὕτω θὰ χάσῃ ἓν εἰσόδημα καὶ συνεπῶς θὰ διαταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι ἀστήρικτον, διότι οἱ κουκουλοπαραγωγοὶ δὲν ἀρνοῦνται νὰ εἰσφέρουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὸ ἐκ τοῦ δασμοῦ τούτου ἔσοδον τοῦ Κράτους. Ἀπεναντίας προσφέρονται νὰ καταβάλλουν ποσοστόν τι ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐσοδείας τὸ ὁποῖον θὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὰς σημερινάς του εἰσπράξεις. Συνεπῶς δὲν ζητοῦμεν νὰ διαταραχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν εἶναι νὰ ἀπαλλαχθῶμεν ἀπὸ τὴν τρομερὰν φορολογίαν τὴν ὁποίαν ὑφιστάμεθα παρὰ τῶν βιομηχάνων ἀφ’ ὅτου διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ τὸ προϊὸν ἀγοράζεται παρ’ αὐτῶν μονοπωλειακῶς εἰς τιμὰς κατὰ 30 ἕως 40% κατωτέρας τῆς διεθνοῦς του τιμῆς. Διότι οἱ βιομήχανοι ἤδη κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κουκουλίων λόγῳ τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως συναγωνισμοῦ ἀγοράζουν τὰ κουκούλια εὐθηνότερα κατὰ 30 ἕως 40% ἀπὸ τὴν τιμὴν τοῦ προϊόντος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἡ ὑπὸ τῶν μεταξοβιομηχάνων κατακρατουμένη διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς ἀντὶ τῆς ὁποίας ἀγοράζεται τὸ προϊὸν τῆς σηροτροφίας μας ὑπ’ αὐτῶν καὶ τῆς ἀξίας του ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀνέρχεται εἰς 60.000.000 δραχμάς. Δὲν ζητοῦμεν λοιπὸν νὰ διαταραχθῇ ὁ προϋπολογισμός. Οἱ μεταξοβιομήχανοι ὅμως ἰσχυρίζονται ὅτι ἐὰν καταργηθῇ ὁ ἐξαγωγικὸς δασμὸς θὰ καταστραφῇ ἡ μεταξοβιομηχανία. Οὔτε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι σοβαρόν. Οἱ μεταξοβιομήχανοι θὰ ἔχουν σοβαρὰ κέρδη καὶ μὲ μόνην τὴν προστασίαν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τὰ ὁποῖα εἶναι κολοσσιαῖα. Τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τῶν μεταξωτῶν εἰδῶν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζουν ὑπερμεγέθη κέρδη διὰ τὴν βιομηχανίαν.
§184Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε παραδείγματα μεγάλων κερδῶν βιομηχάνων μετάξης;
§185Χ. ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τοὺς ἰσολογισμοὺς μερικῶν ἐκ τῶν μεταξουργικῶν Ἑταιριῶν (Ἀναγινώσκει) «ἡ Χρυσαλλὶς» π.χ. εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ 1926 ἀναφέρει κέρδη 10.750.000 ἐπὶ κεφαλαίων 50 ἑκατομμυρίων Δραχ. «Σημειωτέον ὅμως ὅτι ὁ ἰσολογισμὸς τῆς κατεστρώθη οὕτως, ὥστε ἐνῶ κατὰ τὸ 1926 ἠγόρασαν κουκούλια νωπὰ εἰς τιμὴν ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ πρὸς 320–350 δραχμῶν κατὰ χιλιόγραμμον ξηρῶν κουκουλίων, εἰς τὸν ἰσολογισμόν τὰ ἐν τῇ ἀποθήκῃ της κουκούλια ἐχρεώθησαν μόνον πρὸς 165 Δραχμάς. Ἐπίσης ἐνῶ ἡ μέταξα κατὰ τὸ 1926 ἐξετιμᾶτο πρὸς 1200 δραχμὰς εἰς τὸν ἰσολογισμόν της χρεώνεται πρὸς 670 δραχμάς. Ὑπολογίζω λοιπὸν ὅτι τὰ συνολικὰ κέρδη τῆς Ἑταιρίας κατὰ τὸ 1926 ἀνέρχονται εἰς 25.000.000 τοὐλάχιστον ἐπὶ κεφαλαίου 50.000.000 δραχμῶν. Ἡ «Ἑλληνικὴ μεταξουργία εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ 1925 ἐπὶ κεφαλαίου 20.000.000 δραχμῶν παρουσιάζει κέρδη ἀκαθάριστα 10.508.000 καθαρὰ δὲ 8.000.000 δραχμάς. Σημειωτέον ὅμως καὶ ἐνταῦθα, ὅτι μεταξὺ τῶν προϊόντων τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὡς εὑρισκόμενα ἐν ταῖς ἀποθήκαις της κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἰσολογισμοῦ ἀναφέρονται καὶ κουκούλια ἀξίας 5.474.791 δραχμῶν χωρὶς νὰ ἀναφέρεται ἐκ προφανῶν βεβαίως λόγων, καὶ ποῖον ἦτο τὸ ποσὸν τῶν κουκουλίων; Ἀναφέρεται ἐπίσης μέταξα διαφόρων ποιοτήτων ἀξίας 7.066.000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται καὶ εἰς πόσα χιλιόγραμμα ἀνήρχετο αὕτη. Ἡ Ἑταιρεία «Ἀθηναΐς», εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς χρήσεως 1927, ἀναφέρει κέρδη 5.961.000 δραχμῶν, ἐπὶ κεφαλαίων 12.000.000 δραχμῶν. Σημειωτέον καὶ ἐνταῦθα ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἀναφέρει, ὅτι εἶχε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἰσολογισμοῦ της ἐν ταῖς ἀποθήκαις της πρώτας ὕλας 6.000.000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἀναφέρηται καὶ ποῖα καὶ πόσα εἰς χιλιόγραμμα ἦσαν ταῦτα. Ἡ Ἑταιρεία «Ναθαναὴλ καὶ Σία», εἰς τὸν ἰσολογισμόν της τοῦ 1927, ἐπὶ κεφαλαίων 6.000.000 δραχμῶν, παρουσιάζει κέρδη ἀκαθάριστα δρχ. 8.404.000, δηλαδὴ κέρδη ἑνὸς ἔτους ὑπερβαίνοντα τὰ κεφάλαιά της. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς σηροτροφίας μας. Τὸ Κράτος, δυστυχῶς, οὐδέποτε ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τοῦ προϊόντος τούτου καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἂν ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐξακολουθήσῃ, ἐντὸς ὀλίγου χρόνου θὰ ἔχωμεν ἐργοστάσια μεταξουργίας ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωμεν πρώτας ὕλας. Ἤδη προτείνω ὅπως καταργηθῇ ὁλοσχερῶς ὁ ἐξαγωγικὸς δασμός, διότι μόνον διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ ἐπέλθῃ ἐξίσωσις τῶν τιμῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ, νὰ ἐπιβληθῇ δὲ ἔγγειος φορολογία εἰς ποσοστὸν ἱκανὸν νὰ καλύψῃ τὰς προβλέψεις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς ἔσοδα. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι οὐδεμία ὀκᾶ κουκουλίων θὰ τραπῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διότι τὸ μόνον ἀποτέλεσμα τῆς καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ θὰ εἶναι νὰ ἀναγκασθῶσιν ἁπλῶς αἱ βιομηχανίαι μας νὰ ἀγοράζουν τὰ κουκούλια ἐνταῦθα εἰς τὴν ἰδίαν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ ἀγοράζουν οἱ ἀνταγωνισταί των εἰς τὸ ἐξωτερικόν, οἱ ὁποῖοι πάλιν δὲν θὰ εὑρίσκουν κανένα συμφέρον νὰ ἀγοράζουν κουκούλια ἐνταῦθα, ἐφόσον θὰ τὰ ἀγοράζουν εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν, εἰς ἣν θὰ ἠδύναντο νὰ τὰ ἀγοράσουν εἰς τὴν χώραν των. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ τονισθῇ ὅλως ἰδιαιτέρως, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἐπιβολῆς ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν κουκουλίων εἰς οὐδὲν Κράτος ἐπεβλήθη, εἶναι δὲ συνεπῶς ἀνεξήγητοι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν διατήρησίν του ἐν Ἑλλάδι. Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ὑπάρχουν τόσοι ἄλλοι λόγοι δυσαρεσκειῶν διὰ τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν, φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐλαττώσῃ αὐτοὺς κατὰ ἕνα διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ καταθλιπτικοῦ τούτου δασμοῦ, διότι οὕτω μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν παράγοντες τὴν διὰ τὴν μεταξοβιομηχανίαν μας ἀπαιτουμένην πρώτην ὕλην καὶ νὰ δώσωμεν τὰ μέσα τῆς ζωῆς εἰς μίαν τάξιν παραγωγῶν ἀριθμοῦσαν ἄνω τῶν 60.000 οἰκογενειῶν.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5 μ. μ. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.)