1928.02.24
4.815 στίχοι · 38.024 λέξεις · 208 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45Η
ΤΗΣ 24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 3.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Δαρβέρης καταθέτει τηλεγράφημα συνεταιρισμοῦ πιστωτικοῦ ἐργολάβων Βορείου Ἑλλάδος, δι’ οὗ οὗτος διαμαρτύρεται ἐναντίον ἀνακριβῶν δηλώσεων Ὑπουργοῦ Συγκοινωνίας περὶ διασπάσεως δῆθεν Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ. Ἐπισυνάπτει τὴν δήλωσιν συνεταιρισμοῦ. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ἀγγελόπουλος καταθέτει ἐπιστολὴν ἑνώσεως εἰσαγωγέων καὶ ἐμπόρων ἀλεύρων Πατρῶν, παρακαλούντων διακανονισμὸν τοῦ δασμοῦ τῶν ἀλεύρων. Ὁ Πρόεδρος Κοινότητος Πτολεμαΐδος διαμαρτύρεται, ἐξ ὀνόματος τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου τῆς περιφερείας του, κατὰ τῆς μελετωμένης διαθέσεως μεγάλου τμήματος δανείου ὑπὲρ τῶν ἀστῶν. Ὁ Πρόεδρος Κοινότητος Κοζίτσης, Ναυπακτίας, παρακαλεῖ, ὅπως γίνῃ ταχέως ἡ ἔναρξις τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Χατζηπᾶνος καταθέτει αἴτησιν τοῦ Ἐμμανουὴλ Ἀντωνοπούλου, κατοίκου Χαλκίδος, παρακαλοῦντος ὅπως ψηφισθῇ νόμος, ἵνα, καὶ οἱ παθόντες τὰς φρένας κατὰ τοὺς διαφόρους πολέμους, καταταχθῶσι καὶ οὗτοι εἰς τιμητικὴν ἀποστρατείαν. Πρόσφυγες μητέρες μαθητῶν καὶ μαθητριῶν τῶν σχολείων Σαφραμπόλεως παρακαλοῦν, ὅπως ἀπομακρυνθῇ ἐκ τοῦ συνοικισμοῦ των τὸ ἐγκατεστημένον νοσοκομεῖον τῶν φθισιώντων. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βοῦλτσος καταθέτει 1) τηλεγράφημα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς Ἀσφάλτου Ζακύνθου, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτος παρακαλεῖ ὅπως προτιμηθῇ ἡ πισσάσφαλτος Ζακύνθου διὰ τὴν ὁδοποιΐαν ὡς συμφερωτέρα. 2) Τηλεγράφημα τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Χανίων, διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς Ἑταιρείας Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων ὡς ἀναμιγνυούσης σταφιδίνην μετὰ φυσικῶν οἴνων. Κάτοικοι Κοινοτήτων Μεγάλου χωρίου Νοστίμου, Δερματίου καὶ Συγκρέλου διαμαρτύρονται, διότι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ διαμαρτυρίαι αὐτῶν πρὸς βελτίωσιν τῶν συγκοινωνιῶν. Τὸ σωματεῖον προνοίας κοινωφελῶν ἔργων Μακρυνείας καταγγέλει ὅτι οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ δημοδιδάσκαλοι τοῦ Δήμου Μακρυνείας ὑπηρετοῦν ἅπαντες εἰς τὰ χωρία ἐξ ὧν κατάγονται, μηδέποτε ὑπηρετήσαντες ἀλλαχοῦ. Ὁ κάτοικος Καβάλλας Δημήτριος Μαλλιαρόπουλος διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑπηρεσίας ἀνταλλαγῆς, διότι παρέδωκε τὸ κατάστημά του εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, χαρακτηρίσασα αὐτὸ ὡς ἀνταλλάξιμον περιουσίαν. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ὁμίλου «Τρίνιτας» δηλοῖ ὅτι εἰς πλείονας ἐπιστολὰς ἡ Ἑταιρεία «Τρίνιτας» ἐδήλωσεν, ὅτι ἀναλαμβάνει πλήρη τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ἀρίστην ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας εἰς τοὺς Πρεζάνην–Καψαμπέλην, ὅτι δὲ εἶναι πρόθυμος καὶ ἄλλας ἀκόμη ἐγγυήσεις νὰ προσφέρῃ αἵτινες τυχὸν ἤθελον ὑποδειχθῇ. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ἀλαβάνος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Κατοίκων Πανόρμου Τήνου παρακαλούντων τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἔντονα μέτρα πρὸς καταπολέμησιν τῆς ἐμφανισθείσης ἐν Πύργῳ, Τήνου, νόσου, ἧς ἡ φύσις δὲν ἐξηκριβώθη καὶ ἀριθμεῖ μέχρι τοῦδε ἀρκετὰ ἀνθρώπινα θύματα. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ ὑποβάλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς αἰτουμένης διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Φλωρίνης κ. Ν. Κυριακοπούλου. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της 1) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμπεπληρωμένων καὶ τροποποιημένων Ν. Δ. α) τῆς 10|13 Ὀκτωβρίου 1925 περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως ἐφέδρων ὡς ὑπαλλήλων ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, β) τῆς 1)12 Ἰουνίου 1926 περὶ συμπληρώσεως τῶν προστατευτικῶν τῶν ἐφέδρων νόμων καὶ γ) τῆς 3|6 Σεπτεμβρίου 1929 «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 10)10)25 Ν. Δ. περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως ἐφέδρων ὡς ὑπαλλήλων ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ κωδικοποιήσεως τούτων εἰς ἓν ἑνιαῖον κείμενον». καὶ 2) «Περὶ χρηματιστηριακῶν ἀξιῶν». Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ ἐνεργείας προμηθειῶν τοῦ Δημοσίου». Ὁ κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑπαβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τῆς ἐν Χίῳ Βιβλιοθήκης «Κοραῆς». Ὁ κ. Μ. Κίρκος (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν Νέαν Σμύρνην διατάξεων.
§2ΕΜ. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἐπὶ τέλους ἰδοὺ κ. Βουλευταὶ ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμὴ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις δείξῃ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῆς διὰ τὸν φορολογούμενον Ἑλληνικὸν λαόν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἔργου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐὰν ὑπῆρχε διάθεσις νὰ ἐπικρίνω τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ τὴν ἐπέκρινα διότι κάμνει ἔργα ὁδοποιΐας ἢ σκέπτεται νὰ κάμῃ ἔργα ὁδοποιΐας, ἔστω καὶ ὑπὸ οἵους δήποτε ὅρους, ἀλλὰ θὰ τὴν ἐπέκρινα, διότι ἐβράδυνε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας. Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος γνώμη ἐκ μέρους μας, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Χώρα εἶναι σύμφωνοι εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ πῶς θὰ γίνῃ ἡ ὁδοποιΐα; Ἰδοὺ ἕνα ζήτημα τὸ ὁποῖον παραδόξως προβάλλει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πῶς θὰ γίνῃ ἡ ὁδοποιΐα, ποίαν σύμβασιν θὰ προτιμήσωμεν, ποῖον διαγωνισμὸν θὰ προτιμήσωμεν; Τί θὰ ἔλεγε, κ. Συνάδελφοι, δὲν ἐννοῶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οἵαν δήποτε Κυβέρνησις, ἐὰν ἤρχετο εἰς οἵαν δήποτε Βουλὴν καὶ ἔλεγε: Κύριοι, ἐξεφράσατε πρὸς μὲ ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην σας καὶ ἑπομένως ζητῶ τὴν γνώμην σας διὰ νὰ διευθύνω αὐτὴν τὴν Χώραν. Δὲν λέγω ὅτι τὸ λέγει ἡ Κυβέρνησις αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν ἕνας καλὸς θεατὴς, νὰ ἐξηγήσῃ τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι διὰ νὰ εὐοδωθῇ μία Πολιτεία, ἀκριβῶς οἱ πολιτικοὶ παράγοντες, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουσι διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Πολιτείας αὐτῆς, δὲν πρέπει οὔτε νὰ παραβλέψωσιν, οὔτε νὰ ὑπερβάλλωσι τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν. Ἡ Βουλὴ ἐλέγχει. Οἱ κοινοβουλευτικοὶ ὅροι δὲν δύνανται νὰ ἀντιστραφῶσι. Τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ εὐθύνην της ἀπόφασιν καὶ νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν ἔργου τὸ ὁποῖον νομίζει, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ πράξῃ; Μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ κυβερνήσῃ καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύναται νὰ κυβερνήσῃ καὶ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, πρέπει εὐθαρσῶς ν’ ἀντιμετωπίσῃ πᾶσαν οἵαν δήποτε εὐθύνην, ἔστω καὶ διαβολάς. Καὶ πᾶσα Κυβέρνησις πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὅταν ἀδικεῖται, τὸ καλλίτερον ἄσυλον, τὸ οὐσιωδέστερον καταφύγιον εἶναι μία Βουλὴ, ἡ ὁποία νὰ μὴ περιορίζηται εἰς τὰ ἔργα τοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν. Ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ κάμῃ ἕνα ἔργον, ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ, ὀφείλει νὰ τὸ ἐνεργήσῃ καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ ὁδοποιΐας. Φρονῶ ὅτι πᾶσα ἀναβολὴ ἐκτελέσεως ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι εἶναι καλὸν, πᾶσα ἀναβολὴ, καθυστερεῖ ἀδικαιολογήτως τὸ ἔργον αὐτὸ, καὶ τότε εἰς ἡμᾶς ἀπόκειται ὁ ἔλεγχος, ὄχι νὰ δείξωμεν τὸν δρόμον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις τελειώσῃ τὸ ἔργον, ἀλλὰ νὰ ἀσκήσωμεν τὸν ἔλεγχον καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτὴν ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε.
§3Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Νομίζω, ὅτι χθὲς κατελήξαμεν εἰς μίαν συμφωνίαν. Δηλαδὴ νὰ ὁμιλήσουν μόνον οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συμφωνία αὕτη ἠμφισβητήθη. Ὑπάρχει δὲ μία πρότασις, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλουν πλείονες βουλευταὶ, ὅπως ἑκάστη ἀγόρευσις περιορισθῇ εἰς τὸ ¼ τῆς ὥρας.
§5Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διατί νὰ περιορισθῇ; Ἂς ἀφήσωμεν ὅπως εἶναι τὰ πράγματα καὶ κατόπιν βλέπομεν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλωστε εἶναι καὶ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται.
§7Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μὲ συγχωρεῖτε διότι ἔλαβα τὸν λόγον, ἀλλ’ εἶμαι θῦμα τῆς ἰδιοσυγκρασίας μου. Ἀνήκω εἰς τὴν δυστυχῆ ἐκείνην κατηγορίαν τῶν πολιτῶν, τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, τῶν ἀνθρώπων δηλαδὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχουν γνώμην καὶ νὰ τὴν ἐκφράζουν. Διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑπάρχουν τρεῖς κατηγορίαι ἀνθρώπων, τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἔχουν γνώμην, τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχουν γνώμην, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν δὲν μᾶς ἐκφράζουν, καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχουν γνώμην καὶ νὰ τὴν ἐκφράζουν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ χαρακτῆρος ἀνήκω εἰς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους. Νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ τοποθέτησις τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ ἔχει δύο ἐλαττώματα. Πρῶτον δημιουργεῖ ἓν ἀδιέξοδον καὶ συγχρόνως περιέχει καὶ κεκρυμμένην θέσιν πολιτικοῦ ζητήματος. Τὸ ἀδιέξοδον τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι δὲν παρέχει πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τὴν συζήτησιν καὶ περὶ τὴν ἀπόφασιν. Ἰδοὺ πῶς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς οὐσίας τῆς συμβάσεως, ἔπρεπε νὰ τηρηθοῦν αἱ ἀναλογίαι τῆς λειτουργίας Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Θέτει τὸ ἀδιέξοδον τὸ ἑξῆς: Ὁ συλλογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ ἑξῆς: Ὑπάρχει μεγίστη ἀνάγκη διὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ θὰ ἐξετάσω τὸν λόγον τοῦτον. Ὁ Οἶκος Πρεζάνη, οἱ ἄλλοι Οἶκοι, οἱ ὁποῖοι μετέσχον τοῦ διαγωνισμοῦ εἶναι ἀναξιόπιστοι, δὲν παρέχουν δηλαδὴ τὰ ἀπαιτούμενα ἐφόδια καὶ τὰ προσόντα διὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ ἔργου. Ἄρα... Τὸ ἄρα τοῦτο δὲν τὸ λέγει ἡ Κυβέρνησις ἀμέσως. Τοῦτο εἶναι τὸ κακόν. Διότι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε φθάσει εἰς τὸ τελευταῖον ζεῦγμα τοῦ συλλογισμοῦ αὐτοῦ, ἡ συζήτησις δὲν θὰ εἶχε λάβει χώραν καὶ θὰ ὑπῆρχον ἀκέραιαι αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ διατυπωθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Τὸ ἄρα τοῦτο περιέχει καὶ αὐτὸ κεκαλυμμένην θέσιν πολιτικοῦ ζητήματος. Τὰ πολιτικὰ ζητήματα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τίθενται κατηγορηματικῶς κατὰ ἕνα τρόπον πανηγυρικόν, ὅταν μάλιστα ἔχει τις ὑπ’ ὄψει του τὴν εὐθιξίαν ὅλων τῶν συμπραττουσῶν πολιτικῶν μερίδων εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως τῶν συμπραττόντων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν, ὅτι δὲν ἔθεσεν ἐξ ἀρχῆς τὸ ζήτημα ὡς πολιτικὸν κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Τί εἶναι ἡ ἐπιθυμία του ὅπως μετατοπισθῇ; Αὐτὸς ὁ ἁρμοδιώτερος μετετοπίσθη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τὸ ὁποῖον διηύθυνεν εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς ἐνεδεικνύετο ὁ θρίαμβος τῆς ἀξίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Ἀλλὰ πάντως θὰ ἐζημίωνε τὴν ὑπόθεσιν. Τί ἄλλο ἀποτελεῖ ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Παπαναστασίου ὅτι δὲν ὑπογράφει τὸ πρωτόκολλον τοῦτο; Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμένωμεν ἄλλην στάσιν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις. Περίπου τὸ αὐτὸ μειονέκτημα παρουσιάζει καὶ ἡ νῦν συζήτησις. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὡς ὑπεύθυνος διαχειρισθεὶς ἐπὶ μακρὸν τὸ θέμα, ἐξέφρασε κατηγορηματικὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ἑνὸς τοιούτου τεραστίου ἔργου με τόσας εὐθύνας ἠθικὰς καὶ ὑλικάς, ἐὰν ἀπεφασίζετο νὰ δοθῇ εἰς Οἶκον ἀναξιόπιστον μὴ παρέχοντα τὰ ἐχέγγυα τῆς ἐπιτυχίας του. Οὕτως δὲ ἐκρίθη ἐξ ἀρχῆς ὁ ἕτερος τῶν ἀνταγωνιζομένων. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα φθάσῃ εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο, καὶ ἐπικυρώσῃ διὰ μιᾶς ψήφου καὶ λάβῃ ἀπόφασιν νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δώσῃ τὴν σύμβασιν εἰς τὸν Οἶκον Πρεζάνη, ἀσφαλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν του, ἄρα θὰ εὑρισκώμεθα πρὸ πολιτικοῦ ζητήματος. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἡ πρόθεσις ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, ἐψηφίσαμεν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω μεταξὺ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὴν Κυβέρνησιν προσφάτως. Ὥστε λέγω, δύο ἐλαττώματα, ἔλλειψιν πρωτοβουλίας, παρὰ πᾶσαν διατυμπανισθεῖσαν ἀνάληψιν εὐθυνῶν, καὶ κεκαλυμμένον πολιτικὸν ζήτημα. Τί εἶναι, λοιπόν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιόν σας; Ὅ,τι πρόκειται νὰ ἀκούσετε δὲν ἀφορᾷ παντάπασι τὴν καλὴν πίστιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δύναμαι προκαταβολικῶς νὰ ἐξάρω τὴν καλὴν πίστιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τὸν ὁποῖον ἔχω πάντα λόγον νὰ ἐκτιμῶ, τὸν ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ παντάπασι καὶ δὲν φαντάζομαι, ὅτι εἰς κανένα ἐκ τῶν βουλευτῶν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν μέχρι τοῦδε εἶναι δυνατὸν νὰ διέλθῃ οὐδὲ κἂν ἡ ὑπόνοια ἡ ὁποία νὰ ἅπτεται τῆς καλῆς πίστεως τῆς ἀνεγνωρισμένης καὶ τοῦ ζήλου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπρόκειτο, λοιπόν, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐκλήθημεν εἰς μίαν ἀκαδημαϊκὴν συζήτησιν, νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐπικρίσεως οὐχὶ τῶν ἔργων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, διότι μέχρι τοῦδε δὲν παρουσιάζει ἔργα οὐδὲ παράλειψιν. Τὸ πολὺ θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι παρουσιάζει παράλειψιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δὲν ἔπραξε τί μέχρι τῆς στιγμῆς διὰ νὰ ἐπικριθῇ. Ἁπλῶς μᾶς ἐζήτησε τὴν γνώμην μας. Καί, ἴσως θὰ ἤθελε τὴν γνώμην μας ἐντελῶς ἀκαδημαϊκήν, ἴσως μάλιστα δὲν ἐχρειάζετο νὰ ἐκφέρωμεν καὶ ἀπόφασιν. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ πρωτότυπος τοποθέτησις τοῦ ζητήματος. Καὶ θὰ ἐξηγήσω τοῦτο, διότι πράγματι πρόκειται περὶ τοποθετήσεως. Δὲν ἀγνοοῦμεν, κ. Βουλευταί, ὅτι πέριξ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τῆς ὁδοποιΐας ἐδημιουργήθη μία ἀτμόσφαιρα δυστυχῶς πλήρης ὑπονοιῶν, μία ἀτμόσφαιρα ὕποπτος, μολυσμένη, μία ἀτμόσφαιρα δηλητηριώδης, μιασματώδης. Τίς πταίει; Δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις, δὲν πταίει κατ’ ἐξοχὴν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Τίς πταίει; Πταίει ἡ φύσις τῆς ὑποθέσεως, τὸ συμφέρον τὸ μέγα τῶν ἀνταγωνιζομένων. Ἀκόμη ὁ φθόνος, ἡ κακεντρέχεια, δὲν ἠξεύρω ποῖα ἄλλα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι συνήθη εἰς τοὺς λαοὺς τοὺς ἐλευθέρους, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὰ ἐλαττώματα αὐτῶν, ἀλλὰ συγχρόνως ἀποτελοῦν καὶ τὴν ἀρετὴν τῆς Δημοκρατίας νομίζω. Εἶναι βεβαίως κακὸν διὰ τὸ Ἔθνος, ὅταν ἔχουν αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι κακία ἑνὸς λαοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πάντοτε περιέβαλλε μὲ καχυποψίαν τοὺς πολιτικούς του καὶ ἡ ἱστορία ἦλθε καὶ τοὺς ἐδικαίωσε. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἔνδειξιν ἀρετῶν τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἔλλειψις τοὐναντίον τῆς ἀρετῆς ταύτης, ἀποδεικνύει ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος. Λέγω ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ἀτμόσφαιρα αὐτή. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν. Ὅστις τὴν ἀρνεῖται, θέλει νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τῆς πραγματικότητος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὡδήγησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὀρθὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ φέρῃ, τοῦ νὰ τοποθετήσῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Εἶπον, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις, δὲν πταίει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔπραξε μέχρι τοῦδε κάτι τι τὸν ὁποῖον τὸν τιμᾷ. Ὑπερέβη τοὺς νόμους. Ἀλλὰ πρὸς τί; Πρὸς τὸ Δημόσιον συμφέρον. Δὲν ἔπρεπε νὰ μετάσχῃ τῆς δημοπρασίας ὁ Πρεζάνης καὶ τὸν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός. Ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ μετάσχῃ τῆς δημοπρασίας αὐστηρῶς τηρουμένων τῶν ὅρων τοῦ νόμου καὶ ὁ Μακρῆς καὶ δὲν εἰξεύρω ποῖος ἄλλως καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέβη τοὺς νόμους χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, ἵνα δημιουργήσῃ συναγωνιστάς, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ συμφεροτέρους ὅρους διὰ τὸ Δημόσιον. Δὲν ἔχομεν μέχρι τοῦδε ἀντίθετον πρᾶξιν, ἵνα τὴν ἐπικρίνωμεν. Ἑπομένως ἔχομεν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν, ἐπειδὴ μᾶς ζητεῖται ἡ γνώμη μας ἡ Ἀκαδημιακὴ καὶ ἡμεῖς οἱ νεώτεροι νὰ δώσωμεν μερικὰς συστάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ διαχειρισθῇ τὸ ζήτημα. Διατί ἡ Κυβέρνησις ἔφερε καὶ ζητεῖ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Χρειάζεται νέα νομικὴ ἐνίσχυσις; Εἶναι ματαία. Μὲ μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς δύναται νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, καὶ νὰ συνωμολογήσῃ τὴν εἰρήνην μὲ μίαν ψηφοφορίαν. Διατὶ λοιπὸν θέλει ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας; Ἀκριβῶς διότι θέλει νὰ ἐξέλθῃ τῆς ἀτμοσφαίρας τῆς μολυσμένης καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ τὴν βοηθήσωμεν. Εἶναι δὲ ἡ ἀτμόσφαιρα μολυσμένη. Δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε. Ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσητε τοὺς φακέλλους καὶ τὰ συγγράμματα τῶν ἀντιθέτων συμφερόντων καὶ νὰ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς ὅλους, τοὺς εἰδικοὺς καὶ τοὺς μή. Ἕνα σημεῖον ἔκαμεν εἰς ἐμὲ ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν, τὸ ὁποῖον σημεῖον ἀνεβίβασεν εἰς τὴν συνείδησιν τὴν ἰδικήν μου τὴν ὑπόθεσιν ὄχι ὡς ὑπόθεσιν συμφερόντων ἢ διαφορῶν δεκάδων χιλιάδων ἢ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ὡς ὑπόθεσιν τεραστίας ἠθικῆς σημασίας διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, διὰ τὴν ἠθικὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ λαοῦ. Τὸ σημεῖον εἶναι τοῦτο: Ἀναγινώσκω, ὅτι ὁ Οἶκος Πρεζάνη, ἐνῷ εἶχεν ὑποβάλλει μικροτέρας τιμὰς ἀπὸ τὸν Οἶκον Μακρῆ, εἰς μίαν στιγμὴν, μίαν ἡμέραν, ἐπανέρχεται καὶ ὑποβάλλει τὰς αὐτὰς προτάσεις μετὰ τοῦ Οἴκου Μακρῆ καὶ διαπράττει τὸ αὐτὸ ἑκούσιον σφάλμα διότι παίρνει τὸν κατάλογον τῶν τιμῶν τὸν σφαλερόν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλλει κατὰ λάθος ὡς λέγει τώρα ὁ Μακρῆς. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅταν ἔφθασα εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ σημείου αὐτοῦ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πλέον οὐδὲν ἐνδιαφέρον εἶχεν ἡ ὑπόθεσις διὰ τὴν συνείδησίν μου. Τὰ ἀνέγνωσα τὰ ὑπόλοιπα, ἀλλὰ μόνον ὡς ἱστορίαν διότι εἶχον συναγάγῃ πλέον τὴν οὐσίαν τῆς Ἑλληνικῆς ἐπιχειρηματικότητος. Ἤκουσα μίαν ἐξήγησιν, ὅτι ἐκβιαζόμενος ὁ Οἶκος Πρεζάνη εἶχεν ἀναγκασθῇ νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὰς τιμὰς ἐκείνας, ἀλλὰ διατί νὰ μὴ ἀκούσω καὶ τὴν ἄλλην ἐκδοχὴν, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ φυσικὴ εἰς ἐμέ, ὅπως ἀσφαλῶς θὰ εἶναι καὶ εἰς τὰς ψυχὰς πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, ὅτι εἰς μίαν στιγμὴν ἔδωσαν τὰς χεῖρας καὶ ἀπεφάσισαν, ἀντὶ κεχωρισμένως, νὰ συνωμοτήσωσι κατὰ τοῦ Δημοσίου συμφέροντος, νὰ προσέλθωσι εἰς συνεννοήσεις καὶ νὰ κάμουν μίαν ὠργανωμένην συνωμοσίαν κατὰ τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ. Ἡ συνωμοσία διεσπάσθη, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη παραμένει ἀκεραία καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης εἰς τὴν ψυχὴν παντὸς πολίτου ἡ ὑπόθεσις παραμένει μολυσμένη. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προσέφερεν ὁ Βαλλίδης καὶ ὁ Πρεζάνης, οὐδὲ μὲ ἐνδιαφέρει ἡ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τοῦ Μακρῆ. Μὲ ἐνδιαφέρει πρὸ παντός, ὅτι αἱ μέθοδοι αὗται, αἱ ὁποῖαι καθὼς ἤκουσα ἀπὸ τίνας ἐγκρίτους εἰς τὸ ἐμπόριον, ὅτι αἱ μέθοδοι αὗται πρέπει νὰ στιγματισθῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι εἶναι ἐκτὸς τῆς ἠθικῆς τοῦ Ἔθνους. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὑπάρχει περίπτωσις ἐπεμβάσεως τοῦ εἰσαγγελέως πλέον διότι ὑπάρχει πραγματικὴ συνωμοσία, ἡ ὁποία διακλαδίζεται βραδύτερον, ἡ ὁποία ματαιώνεται διὰ τὸν ἕνα ἢ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ἀλλὰ παραμένει ἀκεραία ἡ βάσις τοῦ ζητήματος. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις δημιουργίας ἀνακριτικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, διότι ἂν ζητεῖτε ἔλεγχον εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς εἴπω, σᾶς μεταφέρω τὴν πλέον πηγαίαν, τὴν πλέον ἠθικὴν ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ. Θέλει ἔργα βεβαίως, ἀλλὰ θέλει ἔργα ἔντιμα ἀπὸ ἀνθρώπους ἐντίμους. Μὴ πλανᾶσθε ἀπὸ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἐπείγοντος. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος ἀλλὰ ὅμως πρέπει νὰ διακρίνωμεν μεταξὺ τοῦ ἐπείγοντος καὶ τοῦ πυρετοῦ τοῦ ἐπείγοντος τὸν ὁποῖον δημιουργοῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Ἰδοὺ πῶς ἀντιμετωπίζω τὸ ἐπεῖγον. Καὶ ἐγὼ ἴσως ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν σύμβασιν, διότι διὰ τῆς ἐκτελέσεως ἔργων δημοσίων ἀντιμετωπίζομεν τὴν θεραπείαν μιᾶς πληγῆς τῆς ἀνεργίας. Θὰ ἐπειγόμην ὅπως καὶ ὑμεῖς, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἐπείγοντος τὸ δεσπόζον εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἰδοὺ διατί. Διότι τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὰς ἰδίας ἀνάγκας μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἀτόμου. Ὅπως ἔχει μίαν μικρὰν καὶ ἀπεριόριστον ἀνάγκην μὴ διακοπτομένη ὑπὸ ἀδίκου ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ ἔτσι ἔχει καὶ ἀνάγκην, μίαν ἀνάγκην πρὸ παντὸς διὰ τὸ μέλλον, διότι τὸ Κράτος παρουσιάζει ἱκανοποίησιν ἀναγκῶν διὰ δεκάδες διὰ ἑκατοντάδες χρόνια καὶ ὄχι καθημερινὴν ἀνάγκην ὅπως παρουσιάζει ὁ ἄνθρωπος ἢ ὁ συνετὸς οἰκογενειάρχης. Ἐὰν ἀντιθέτως κύριοι, ἀκολουθήσωμεν τὸν πυρετὸν τὸν τεχνητόν, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν οἱ συμβασιολόγοι, θὰ φθάσωμεν εἰς ἀδιέξοδον καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον τοῦτο μὲ τὸν πυρετὸν τὸν τεχνητὸν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν διαφόρων ἀναγκῶν ὑπὸ τῆς δικτατορίας. Ἑκατὸν ἔτη ἔχουσι παρέλθη ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἀναγεννήσεως καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀναμένει νὰ λάβῃ δρόμους καὶ δὲν λαμβάνει, διότι διάφοροι περιπέτειαι, ἀβελτηρία Κυβερνητική, δυσκολία τῆς Βουλῆς, ἔλειψις χρημάτων, ἀλλὰ πάντως ἀναμένει. Θὰ δύναται νὰ ἀναμένῃ ἢ 100 ἔτη ἢ 10 μῆνας ἢ 12 μῆνες διὰ νὰ λάβῃ μαζὺ μὲ τὰ ἔργα καὶ τὴν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι οἱ ἐπιβουληθέντες τὸ δημόσιον χρῆμα καὶ οἱ συνωμοτήσαντες—καὶ ὁμιλῶ περὶ ὅλων δὲν κάμνω διάκρισιν οὐδενὸς—ἀπεκαλύφθησαν καὶ ἐστιγματίσθησαν. Εἴδατε ποῦ ἐφθάσαμεν μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ταχύτητος τὴν ὁποίαν ἐξεμεταλεύθη ἡ δικτατορία. Μία μερὶς πατριωτῶν Ἑλλήνων ἀνησυχεῖ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν εἶναι ἐφωδιασμένος ἐπαρκῶς καὶ ἰδοὺ οἱ συμβασιολόγοι τοῦ προσέφεραν τὰ ὅπλα ἀπὸ Ἰταλικὸν καθεκλοποιεῖον. Μία μερὶς διαμαρτύρεται, ἐπείγεται ἔχει ἀνάγκην συγκοινωνίας. Ἰδοὺ ἀμέσως ἡ σύμβασις τῶν τριακοσίων βαγονίων. Μία ἄλλη μερὶς ἔχει ἐπείγουσαν ἀνάγκην ἠλεκτρισμοῦ, σιδηροδρόμους, ἰδοὺ κύριοι ἡ σύμβασις τῆς Πάουερ τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθη ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, διότι εἶχε ἀνειλημμένας διεθνεῖς ὑποχρεώσεις ἀλλὰ εἰς ὅλα ταῦτα τὰ ἔργα, αὐτὴ ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω τὴν καλὴν του πίστιν, νομίζω ὅτι ἐξεβιάσθη εἰς τὴν ἀπόφασίν του ταύτην. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς παρασκευῆς τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς προμηθείας τοῦ Ναυτικοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ἡ περίπτωσις τῆς ἀνάγκης κατὰ τρόπον ὡς τίθεται σήμερον. Διότι ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας καὶ ἐπικρέμαται εἰς τὰς θύρας τοῦ Κράτους. Ἂς μὴ μᾶς ταράσσει τὸ ἐπεῖγον, διότι πάντες ἐπειγόμεθα διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ὅμοιαι μὲ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀτόμων. Οἱ διάφοροι συμβασιολόγοι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἐδημιούργησαν τεχνικὴν ἀτμόσφαιραν πυρετοῦ. Ἐδημιουργήθη ἓν αἴσθημα πανικοῦ ὅτι εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη στιγμή, διότι ἄλλως ἀπωλέσθησαν τὰ ἔργα. Ἀλλὰ θά μου εἴπητε ὅτι δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζει τὸ Κράτος, ὅτι φθάνει αὐτὴ ἡ μόνη στιγμὴ καὶ λύονται τὰ ζητήματα; Καὶ ἐρωτῶ: Πιστεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὅτι εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται εὐκαιρία διὰ τὴν λύσιν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, ὅτι εἶναι εὐκαιρία καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιίας; Εὐκαιρία καθ’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει ὅταν ἔχωμεν τοιαῦτα πρόσωπα, ὄχι καλῆς πίστεως, ἀφοῦ ἐν προκειμένῳ ὁ φερόμενος ὡς φερεγγυότερος, καὶ ἰσχυρότερος διὰ νὰ πάρῃ τὰ ἔργα, παρέδιδε τὸ σοφὸν λάθος εἰς τὸν ἀντίπαλόν του. Διότι τότε ἡ ὑπόθεσις τῆς ὁδοποιίας ἐχάθη ἅπαξ διὰ παντὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων μοῦ ἔκαμε κατάπληξιν εἰς ἐμὲ τὸν μὴ εἰδικὸν εἰς τὰ μαθηματικά, ἡ διαφορὰ ἀντιλήψεων περὶ τὰ ποσοστά. Πῶς οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δύνανται νὰ εἶναι μέσοι, σχετικοὶ καὶ ἀπόλυτοι συγχρόνως; Ὁ ἀριθμὸς 28 εἶναι μέσον κέρδος, εἶναι ἀνώτερος ἢ κατώτερος; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμεν πῶς ἄνθρωποι τεχνικοί, διότι εἰς ἡμᾶς τοὺς νομικοὺς ἢ τοὺς ἀσχολουμένους εἰς θεωρητικὰς ἐπιστήμας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παίξωμεν αὐτὸ τὸ παιγνίδιον, κάμνουν αὐτὸ τὸ λάθος. Ἂν καὶ οἱ ἀριθμοὶ καταντήσουν ἐλαστικοί, δὲν θὰ ἔχωμεν τίποτε θετικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἔχομεν ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας θά τὸ διαχειρισθῇ καλῶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν σύστασιν ἡμῶν. Ἡ ψῆφος ἡ ὁποία μᾶς ἐζήτησε, νομίζω εἶναι περιττή. Νὰ τὴν ἐνισχύσωμεν ἠθικῶς καὶ πάλιν; Ἡμεῖς ἐπράξαμεν τὸ καθῆκον μας εἰς ὅτι ἀφορᾷ ἡμᾶς. Εἴπομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν καλοπιστίᾳ προσπαθήσασα νὰ ἀποκαθάρῃ τὴν μολυσμένην ἀτμόσφαιραν. Ἀλλὰ ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ λέγω: Ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὁ ὁποῖος συνέδεσε τὸ ὄνομά του μὲ τὰ ἔργα αὐτά, καὶ τὴν τιμήν του τὴν ὁποίαν ἔθεσε ὡς ἀσπίδα δι’ αὐτά, ὄχι διότι θίγεται ἡ τιμή του, λέγω λοιπόν, χάριν τοῦ ἔργου αὐτοῦ τὸ ὁποῖον ἐπιχειρεῖται χάριν τῆς λαϊκῆς τάξεως, ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ αὐτὸς νὰ συντελέσῃ καὶ νὰ ἀποκαθάρῃ τὴν μολυσμένην ἀτμόσφαιραν. Λέγω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μετ’ ἐμοῦ εἶπον καὶ ἄλλοι Κυβερνητικοὶ Βουλευταί: κάμνετε τὰ ἔργα, σᾶς παρέχομεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην καὶ ἐλευθερίαν, ὡς θέλετε διαχειρισθῆτε τὸ ζήτημα, κάμνετε δρόμους, ἀλλὰ σᾶς παρακαλοῦμεν ἀποκαθάρατε τὴν μολυσμένην ἀτμόσφαιραν διότι κινδυνεύει νὰ πνιγῶμεν μίαν ἡμέραν. (Χειροκροτήματα).
§8Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μερικὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τῆς διεξαγομένης συζητήσεως περὶ ὁδοποιΐας, ἥτις ὡς διεξάγεται, δὲν εἶναι παρὰ καθαρῶς φιλολογική, ἀφοῦ δὲν βλέπω ἕως τώρα ν’ ἀποβλέπῃ εἰς κανένα τεχνικὸν σκοπόν. Θὰ περιορισθοῦν δ’ αἱ παρατηρήσεις μου αὗται εἰς τὰς διπλᾶς ἀγορεύσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας. Ὁ κ. Ὑπουργός, εἶπε χθὲς ἀγορεύων νὰ ἐπαναληφθῇ ὁ διαγωνισμός. Δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τὸ μέν, διότι ἀποκλείεται ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐψηφίσαμεν, τὸ δέ, διότι ἡ ἐπανάληψις τοῦ διαγωνισμοῦ θὰ ἀπήτει μακρὰν διαδικασίαν, ὁπότε ἡ ὑπόθεσις θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ ἀτελείωτον. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἔχω ἕνα δισταγμόν. Ὁ νόμος εἰδικῶς ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ ὁρίζει, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ μίαν ἐκ τῶν προσφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, ἢ καὶ νὰ τὴν ἀπορρίψῃ. Τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, δίδει ἀναντιρρήτως τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ καὶ ἁρμοδιότητι τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔγκειται εἰς τὸ νὰ ἐγκρίνῃ τὸν διαγωνισμόν. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι τοῦτο τὸ ὁρίζει ὁ νόμος. Ἀλλὰ δὲν τὸ ὁρίζει καὶ γνωρίζετε διατί. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἐν τῇ ἀπείρῳ αὐτοῦ φιλοδοξίᾳ νὰ τερματίσῃ ἓν τοιαύτης παμμεγίστης κοινωνικῆς ὠφελείας ἔργον, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ὅτι θὰ ἐτερματίζετο ὁ πρῶτος συναγωνισμός. Λέγω τοῦτο, διότι ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὑπῆρχεν εἰδικὴ διάταξις καθ’ ἣν ἀνενεοῦτο ἐκ τῶν ὑστέρων ὁ συναγωνισμός, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε κάμει ἐκ τῶν προτέρων. Καὶ τί εἶπεν; Εἶπε καὶ ἄλλο σπουδαιότερον ὁ κ. Ὑπουργός. Εἶπεν, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ ἓν ἔργον δημοσίας ὠφελείας καὶ ἀδιαφορῶ πρὸ τῶν συκοφαντιῶν. Καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ἵνα μᾶς συγκινήσῃ, νὰ εἴπῃ: φθάνω μέχρι τοῦ σημείου νὰ θέσω τὴν ὑπόληψιν, τὴν ἰδικήν μου, ὡς ἀσπίδα. Εἶναι μεγάλη ἡ θυσία αὐτή. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Ἀφοῦ ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν νὰ ἐκτελέσῃ καὶ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον. Ἀφοῦ ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν, μὲ τὴν ὁποίαν τὸν ψηφίσαμεν ἡμεῖς, διατὶ δὲν τὸ περατώνῃ τὸ ἔργον αὐτό; Σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς, Κύριοι, ὅτι τὸ μυαλὸ τὸ ἰδικό μου ἔχει σταματήσει! Διατί συζητοῦμεν τώρα; Διατί, Κύριε Ὑπουργέ, δὲν περατώνεις τὸ ἔργον; Αὐτὸς ἔχει τὴν ὑπερηφάνειαν ὅτι τοῦ ἔλαχεν ἡ μοῖρα νὰ παραμερίζῃ ὅλας ἐν γένει τὰς προβαλλομένας συκοφαντίας. Λοιπὸν τί ζητεῖτε; Σᾶς ἐδώκαμεν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνετε τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συναγωνισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκάμετε. Καὶ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν βάλλετε καθ’ ὅλων τῶν πλευρῶν δὲν πραγματοποιεῖτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτακτικὸν ἔχετε καθῆκον, ὡς Κυβερνήτης, νὰ κάμετε. Αὐτὸ ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ ἡ πτέρυξ ἐκείνη καὶ ἂν ἔχω τι νὰ σᾶς κατηγορήσω, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀδυναμία σας αὐτή, ἡ ὁποία ἀδυναμία, νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω, ἀνατρέπει ὅλες αὐτὲς τὶς ὑπερηφάνειες. Ὑπερηφάνειαν ἔχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἀρχίζῃ καὶ νὰ περατώνῃ ἓν ἔργον. Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ γραμμαί, καὶ θὰ μὲ ἐρωτήσητε: Διατί ἔγιναν ὅλα αὐτά; Σᾶς εἶπεν, Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔπαθεν ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγόρησεν τὸν ἀξιότιμον κύριον πρώην ἐπὶ τῆς Γεωργίας κ. Ὑπουργόν, ὅτι ὅταν τοῦ μπῇ στὸ μυαλὸ ἕνα πρᾶγμα, ἐννοεῖ καλὰ καὶ σώνει νὰ μὴ ξεκολλήσῃ ἀπὸ αὐτό. Ἐὰν ὑπάρχῃ εἷς χαρακτηρισμός, ὁ ὁποῖος εἶναι βαλμένος ἐπάνω ἀτώφιος εἰς τὸ ἀνάστημα καὶ εἰς ὅλην τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, εἶναι αὐτός. Εἶναι βαλμένος στὰ μέτρα του ἐπάνω. Στὸ μυαλό του ἔβαλε, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ μιὰ σύμβασιν. Μοιραίως ἔπεσε ἐπάνω εἰς ἕνα ὄνομα Μακρῆς. Εὗρε μίαν σύμβασιν ἀπὸ τὸ παρελθόν, καὶ ἐπάνω στὸ ἀχνάρι τοῦ Μακρῆ ἔκοψεν ὅλες τὶς σκέψεις του. Λέγει καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργός: Δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰ πρόσωπα. Μοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορα ταῦτα. Μοῦ ἐκίνησε τὴν δυσπιστίαν ὅμως, καὶ μοῦ προεκάλεσε δυσμενῆ ἐντύπωσιν ἕνα γεγονός, ὅτι ὁ οἶκος αὐτὸς Πρεζάνη–Καψαμπέλη, ἐνῷ εἶχεν ὑποβάλει προσφοράς, συμφώνως μὲ τὰς τιμὰς τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἦλθε κατόπιν καὶ εἶπεν, ὅτι «ἔκαμα λάθος εἰς τὰς τιμάς». Ἀλλὰ διατί δὲν ἐφαρμόζει τὸ ἴδιον μέτρον καὶ διὰ τὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος δίδει εἰς τὰς τιμὰς τοῦ κόστους 29%, δηλαδὴ τιμὴν κολοσσιαίως διάφορον μὲ τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τὰς προσφορὰς τῶν ἄλλων;
§9Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). (Δὲν ἠκούσθη). Ἡ διαφορὰ καὶ αὔξησις τῶν τιμῶν τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ τοῦ Μακρῆ εἶναι 180 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὰς αὐξήσεις τῶν τιμῶν εἰς διαφόρους ὁδοὺς καὶ δὴ ὀρεινάς, θὰ ἴδωμεν μίαν διαφορὰν μεταξὺ τῶν ἀναλύσεων τῶν τιμῶν τῆς Μακρῆ μόνον 7%, ἤτοι περὶ τὰ 110 ἑκατομμύρια.
§10Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν θὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἔριδα αὐτήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ἀφ’ ἑτέρου, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς. Ὁ μὲν εἷς τὰ ἀνέβασε εἰς ὀκτακόσια τόσα ἑκατομμύρια τόσα σύν, σὺν κτλ. Καὶ ἐγὼ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς μίαν συζήτησιν καθαρῶς μαθηματικήν, καθαρῶς τεχνικήν, δέχομαι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι ὑπάρχει μία διαφορὰ 180.000.000, τὴν ὁποίαν θέλει κατὰ βούλησιν νὰ καταβιβάσῃ εἰς 110.000.000. Παρ’ ὅλην αὐτὴν τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, δι’ ἓν ἔργον τοιαύτης ἐκτάσεως, εἶναι διαφορὰ σημαντική, δὲν μοῦ μένει οὐδεὶς δισταγμὸς ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἀνεπίληπτον τοῦ ἑνὸς τῶν συναγωνιστῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνος αὐτὸς ὁ δισταγμός, ὅσον ἀφορᾶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕνας Ὑπουργός, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος φθάνει μέχρι τοῦ νὰ ζητῇ πληροφορίας καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὄχι διὰ τοὺς συναγωνισθέντας, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἀποκλεισθέντας ἀκόμη. Εἶναι καὶ ἕνας ἄλλος δισταγμός. Διατί δὲν φέρνει τὴν ἔκθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων διὰ τὰ τοιούτου εἴδους ἔργα, —καὶ τοῦτο κινεῖ ἰδιαιτέρως τουλάχιστον τὴν ἰδικήν μου προσοχήν,— τὴν ἔκθεσιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ ὁ Μακρῆς, μὲ τὴν Κυβέρνησιν τότε τοῦ δικτάτορος Παγκάλου, ὅπου ὁ ἀξιότιμος κ. Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων λέγει: «Τὸ Συμβούλιον ἐπιφέρει πολλὰς μεταβολὰς (ἀναγινώσκει)...» καί, προκειμένου νὰ μοῦ πάρουν περισσότερα ἄλλοι, καλλίτερα εἶναι νὰ δεχθῶ τὴν σύμβασιν αὐτὴν ἔστω καὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, διότι κἄτι ἔχει νὰ κερδίσῃ τὸ Δημόσιον.
§11Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Διατί δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα χθὲς κ. Συνάδελφε; Σᾶς εἶπα: καὶ Σεῖς καὶ ἐγὼ προσπαθοῦμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀλήθειαν. Σεῖς ὡς εἰλικρινὴς ἄνθρωπος ποὺ εἶσθε, καὶ σᾶς ἀναγνωρίζω, θὰ μοῦ εἴπητε τὸ ἑξῆς: Πολὺ καλά. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων εὑρέθη εἰς δύσκολον θέσιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1926, ἐπὶ πρωθυπουργίας Κονδύλη, ὄχι μόνον δὲν εὑρίσκετο εἰς δύσκολον θέσιν τὸ Συμβούλιον, ἀλλ’ οὔτε ἐπρόκειτο πότε νὰ περάσῃ τὴν σύμβασιν, οὔτε εἶχε νὰ σκεφθῇ τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Εὑρίσκετο μάλιστα μὲ μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀκριβῶς πρὸς τὰς συμβάσεις τῶν μονίμων ὁδοστρωμάτων ἦτο δυσμενῶς διατεθειμένη. Εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔδειξε μίαν ἀντιπάθειαν πρὸς τὰς συμβάσεις αὐτάς. Καὶ ἔρχεται τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, προκειμένου νὰ συνεχισθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν κυρωθεισῶν συμβάσεων τῆς ὁδοστρώσεως τῶν πέριξ τῶν Ἀθηνῶν ὁδῶν, νὰ ὁρίσῃ πλέον αὐτὸ τὰς νέας τιμὰς μὲ τὰς ὁποίας θὰ ἐξετελοῦντο τὰ ἔργα. Καὶ ἐγένετο πρᾶξις, ἐγένετο ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἐγένετο πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔλαβε νομοθετικὸν κῦρος δι’ ἑνὸς Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Καὶ καθώριζε τὸ Συμβούλιον τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1926.
§12Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔχει δύο γεγονότα.
§13Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκοινωνίας). Μὴ πιάνεσθε, κ. Συνάδελφε, ἀπὸ μίαν λέξιν ἢ φράσιν τῆς ἐκθέσεως. Πιασθῆτε καλλίτερα ἀπὸ τὰ γεγονότα, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον πρᾶγμα. Τὸν Ἰούλιον τοῦ 1926, μίαν ἀνάλυσιν τάδε, τὴν ὁποίαν θεωρεῖτε ὅτι ἐγένετο κατόπιν πιέσεως, ἔρχεται τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, πρὸς ἀποφυγὴν ἐνδεχομένων ζημιῶν, καὶ τὴν ἀναγνωρίζει, καὶ μάλιστα δι’ ἐπισήμου πράξεως αὐτοῦ.
§14Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἓν μόνον ἠθέλησα νὰ κάμω. Ἠθέλησα νὰ εἴπω τοῦτο. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν μίαν τοιαύτην εὐαισθησίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος προσκομίζει ἐνταῦθα πληροφορίας περὶ τοῦ τί ὤφειλε πρὸ δέκα ἐτῶν ὁ προσελθὼν εἰς τὸν συναγωνισμόν, περὶ τοῦ ὅτι ὑπεβλήθη αἴτησις πτωχεύσεώς του, διότι δὲν παρέλαβε τὴν πορσελάνην, ἔχομεν ἐξ ἄλλου μίαν ἔκθεσιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι αὐτὸς θέλει νὰ λεηλατήσῃ τὸ Δημόσιον. Τί νὰ κάμωμεν; ἂς πάρωμεν κἄτι ἀπὸ τὴν λεηλασίαν. Ἔχω, Κύριοι, τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Μακρῆς ἐζήτει παραπάνω 180.000.000 δραχ. ἀπὸ τὰς τιμὰς τοῦ κόστους, καὶ λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἰσότητος, ὄχι διότι θέλω νὰ καταλογίσω τίποτε εἰς αὐτόν. Πᾶν ἄλλο. Εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἴδιος εἰς τὸν κ. Παπαναστασίου. Ἔκλεισε μίαν γραμμὴν καὶ τραβάει ἄλλην γραμμὴν εἰς αὐτό, οὔτε δεξιὰ οὔτε ἀριστερά. Ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι κ. Συνάδελφε, προκύπτει ἐκ τοῦ ἑξῆς: Γίνεται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐκεῖνο τὸ περίφημον, τὸ ὁποῖον διήνυσε ἀτελευτήτους συνεδριάσεις. Γνωρίζετε, ὅτι ὅταν ἡ Ἀγγλία ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Γερμανίας, ἤρκεσαν δύο Ὑπουργικὰ Συμβούλια. Ἐδῶ προκειμένου νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἐγένοντο πέντε ἓξ Ὑπουργικὰ Συμβούλια. Ἔρχεται τὸ ἓν καὶ λέγει: ἀποκλείω τὸν τάδε Οἶκον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Οἶκον Μακρῆ, οὗτος ἔχει αὐτὴν τὴν διαφοράν. Θέλει νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἄλφα ὡς σημαντικὴν ὁδόν. Ὁ ἄλλος τὴν θέλει ἀσήμαντον. Αὐτὴ ἦτο ἡ οὐσιώδης διαφορά. Τί γίνεται; Καλεῖται ὁ ἐργολάβος. Σημειώσατε, ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ συναγωνισμὸς καὶ καλεῖται νὰ προσφέρῃ ἕκαστος, ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα. Εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα θὰ ἀνοίξω μίαν παρένθεσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἐδῶ κάμνει ἕναν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε, ὅτι διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ θὰ ζητηθῇ ὁ μειοδότης, θὰ ζητηθῇ ὁ καλὸς ἀνάδοχος. Οὐδεὶς νόμος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος λέγει, ἀφοῦ γίνουν προσφοραί, θὰ ζητήσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ εὕρῃ τοὺς συναγωνιζομένους. Σεῖς μόνον τὸ λέγετε.
§15Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας) Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων.
§16Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ναί, εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον μοῦ ἔκαμνεν ἐντύπωσιν ἀσφαλῶς διότι ἐγὼ τουλάχιστον, γνωρίζω εἰς τὰ χρόνια μου, ὅτι ὅταν ἐγένετο ὁ συναγωνισμὸς καὶ οὐδεὶς τῶν συναγωνιζομένων προσεφέρετο νὰ δώσῃ ὀλιγώτερα, ὁ συναγωνισμὸς ἀνεβάλλετο. Τὴν ἀγόρευσίν σας τὴν ἔλαβον ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§17Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριε Βουλευτά.
§18Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Δὲν ἀντέχω εἰς ἄλλην ἐρώτησιν.
§19Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Μίαν λεξοῦλα μόνον. Ἐπειδὴ μὲ κατηγορεῖτε, ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὲ ἀκούσητε.
§20Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν σᾶς κατηγορῶ. Τὰς ἀντιλήψεις σας κατηγορῶ ἢ μᾶλλον τὴν προσήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔχετε εἰς μίαν ἰδέαν.
§21Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας) Ἀφοῦ μὲ κατηγορεῖτε σας λέγω τὸ ἑξῆς: Ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι ἐγὼ ἐκάλεσα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὴν εὐθύνην τὴν ἔχω ἐγώ. Δὲν σημαίνει τίποτε ὅτι τοῦτο μοῦ ἔδωκεν ἐντολήν. Διατί ὅμως θὰ μοῦ εἴπατε τὸ ἔκαμνα; Διότι μοὶ τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ἐπὶ τέλους ἐπειδὴ στηρίζεσθε εἰς αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων, σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸς μοὶ λέγει, ὅτι προκειμένου νὰ καλέσητε ἕνα ἀνάδοχον, θὰ τὸν καλέσητε νὰ σᾶς εἴπῃ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δέχεται τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν.
§22Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος;
§23Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀφήσατε τὸν νόμον.
§24Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τὸν νόμον κόπτεσθε;
§25Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριοι, ὑποθέσατε, ὅτι καταλήξαμεν εἰς ἕνα συμπέρασμα διὰ τὸν Α. ἀνάδοχον. Δὲν ἔχω δικαίωμα κατόπιν, ὅταν πρόκειται νὰ ὑπογράψω τὴν σύμβασιν, νὰ ζητήσω ἀπ’ αὐτὸν νὰ ἐπιτύχω ἀκόμη καλλιτέρους ὅρους; Δὲν ἔχω τοιοῦτον δικαίωμα;
§26Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ναί. Ἔστω. Πρὸς χάριν τούτου, δέχομαι, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν, εἶναι τὸ παρακάτω, καὶ δι’ αὐτὰ σᾶς λέγω, ὅτι κάθε διακοπὴ ἔχει ὡς συνέπειαν νὰ ἐξαλειφθῇ μία ἐντύπωσις ποὺ παράγεται ἀμέσως. Ἐκαλέσατε τὸν Μακρῆν καὶ τοῦ εἴπετε: «Δόξα σοι ὁ Θεός, εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐκεῖνος σᾶς ἀπαντᾷ καὶ σᾶς λέγει: (Ἀναγινώσκει).
§27Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Διότι τὰ Δημόσια Ἔργα μοῦ εἶπον θὰ κατέλθωμεν εἰς τὰ 28.
§28Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν εἶναι ὅτι διασαφηνίζει τὴν ἰδέαν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μὲ μίαν περίεργον θεωρίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι πρωτοφανής, μὲ μίαν περίεργον θεωρίαν ἡ ὁποία δὲν συμβιβάζεται, ἀσφαλῶς, μὲ τὴν ἀναμφισβήτητον νοημοσύνην τοῦ ἀνδρός. Λέγει τοῦτο. Ἐὰν ὁ ἐργολάβος ζητεῖ περισσότερα, τοῦτο δηλοῖ ὅτι ὅσον περισσότερα ζητεῖ, τόσον γεννᾶται ἡ ἰδέα, ὅτι θὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον καλῶς. Τὸ λέγει παραπάνω, δίδει αὐτὸς ὁ ὁποῖος ζητεῖ ὀλιγώτερα, αὐτός, λέγει, μοὶ παρέχει τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι θὰ παρασυρθῇ. Δὲν θὰ κάμῃ καλὰ ἔργα καὶ μάλιστα τὸ δικαιολογεῖ. Λέγετε σεῖς, ποία ἀντίρρησις θὰ σᾶς γίνῃ; Τότε θὰ εἴπητε: Μὰ τὸ Κράτος δὲν ἀσκεῖ ἔλεγχον. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀφίνετε τὸν ἐργολάβον νὰ ἐκτελῇ τὸ ἔργον του κακοτέχνως; Καὶ ἀπαντᾶται ὁ ἴδιος εἰς τὴν ἀντίρρησιν ποὺ σᾶς ἀπευθύνω. Λέγετε, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει ἐπαρκὲς προσωπικὸν διὰ νὰ ἐλέγχῃ. Καὶ πάλιν ὁ ἴδιος κάμνετε εἰς τὸν ἑαυτόν σας ἄλλην ἀντίρρησιν. Μὰ θὰ εἴπητε, τί συμφέρον θὰ ἔχῃ ὁ ἐργολάβος νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον. Τὴν στιγμὴν ποὺ ἔχει τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὴν σύμβασιν νὰ συντηρῇ τὸ ἔργον του, —λέγετε ὁ ἴδιος—ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ κανονικῶς τὸ ἔργον. Καὶ ἀπαντᾶται σεῖς ὁ ἴδιος. Μὰ τί τὸν μέλλει τὸν ἐργολάβον, ἐὰν ἀφήσῃ τὰ 10 ἑκατομ. ἐγγύησιν, ἀφοῦ δὲν ἔχῃ ἐγγύησιν. Αὐτὰ τὰ λέγετε σεῖς. Λέγω ἐγὼ κακοτεχνία. Λέγετε σεῖς ὁ ἴδιος: ζητεῖ ὀλιγώτερα. Δὲν τὸ δίδω τὸ ἔργον. Ζητεῖ περισσότερα, ἔχει ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην, διότι θὰ τὸ κάμῃ καλά. Αὐτὰ λέγετε. (Χειροκροτήματα).
§29Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Εὖγε!
§30Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι. Τὶ νὰ σᾶς εἴπω; Ἐδῶ κατήντησε....
§31Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶναι σωστὰ αὐτὰ ποὺ λέγετε.
§32Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ.
§33Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐπιθυμεῖτε νὰ διαστρέφητε τοὺς λόγους.
§34Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι. Μοὶ ἀπεδόθη μία αἰτίασις ὅτι διαστρέφω τοὺς λόγους. Θὰ διαβάσω...
§35Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Θέλετε νὰ προκαλεῖτε χειροκροτήματα εἰς βάρος μου. Αὐτὰ βεβαίως δὲν εἶναι εἰς βάρος μου. Εἶναι εἰς βάρος τῆς ὑποθέσεως διὰ τὴν ὁποίαν ἀγωνιζόμεθα. Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δικαιωθῇ πληρέστατα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μὲ τὸν τρόπον ποὺ συζητᾶτε, μοῦ ἐνθυμίζετε τὸν Εἰσαγγελέα παρὰ τὸν πολιτικόν.
§36Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μου, λοιπόν, νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος τῆς δίδει τὴν ἐντολὴν νὰ περατώσῃ ἕνα ἔργον, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὅλον τὸ θάρρος νὰ τὸ ἔχῃ φέρει εἰς πέρας. Τὸ ζητεῖ αὐτὸ ὁ λαὸς καὶ αὐτὸ εἶναι μία ἀδυναμία μὴ προσήκουσα εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀρτίως ἐξῆλθε μὲ αὐτὴν τὴν τεραστίαν πλειονοψηφίαν. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν σύμβασιν, διὰ τὴν ὁποίαν τῆς ἐδώκαμεν ἐντολήν, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ τὸ θάρρος αὐτό, τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀποτελεῖ ἀνανδρίαν, μὴ προσήκουσαν εἰς τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τελειώνων θὰ εἶχον νὰ εἴπω, ὡς κατακλεῖδα, πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος μεταξὺ ἄλλων εἶπεν, ὅτι ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Πέτρου, ὁ Πάππας ἤκουσε διαμαρτυρίας, ὅτι δαπανῶνται πολλά, ἐκάλεσε τότε τὸν ἐργολάβον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωκε μὲν τὴν σημείωσιν τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ἐτράπη εἰς φυγήν, φοβοῦμαι, μήπως, μετά τινας αἰῶνας, ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτὸ καὶ ἴδωμεν τὸ περίεργον θέαμα, τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, προσπαθοῦντα νὰ εὕρῃ τὸν Οἶκον Μακρῆ καὶ νὰ μὴ τὸν εὑρίσκῃ! (Χειροκροτήματα).
§37ΣΠ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Μίαν ἀπορίαν ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Οἱ συγκριτικοὶ λογαριασμοὶ τῶν ποσοστῶν, ὅσα ζητοῦν οἱ ἐργολάβοι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, θὰ ἐγίνοντο πολὺ καλλίτερα καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διαφωνία καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς μαθηματικοὺς διὰ νὰ μᾶς λύσουν τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐκ τῶν προτέρων ἐγνωρίζομεν ὅλοι καθὼς καὶ οἱ ἐργολάβοι, ποῖαι εἶναι αἱ νέαι ἐθνικαὶ ὁδοί, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσι. Δηλαδὴ νὰ μὴ ὁρισθοῦν αὗται μετὰ τὸν συναγωνισμόν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ὁρισθῆ ἐκ τῶν προτέρων. Διότι τότε θὰ ἦτο γνωστὸν ποῖον περίπου θὰ εἶναι τὸ ὁλικὸν αὐτῶν μῆκος, ἐὰν πρόκειται νὰ διέλθωσιν αὗται ἀπὸ ὀρεινὰ μέρη καὶ κατὰ ποίαν ἀναλογίαν. Ἐπίσης κατὰ ποίαν ἀναλογίαν θὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ δάνειον δι’ ἀσφαλτοστρώσεις ὑπαρχουσῶν ἤδη ἐθνικῶν ὁδῶν, διὰ νὰ μὴ δυσχεραίνεται τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν προτίμησιν τῶν παρουσιαζομένων ἐργοληπτικῶν Ἑταιρειῶν. Ἀλλὰ καὶ ὁ λαός, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ φορολογηθῇ, θὰ ἔβλεπεν ἂν εἶναι δικαιολογημένοι οἱ νέοι φόροι, ὅσοι θὰ ἀπαιτηθῶσι διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ μεγάλου δανείου τῆς ὁδοποιΐας. Βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ ὠφέλεια ὅταν γίνουν αἱ ὁδοί. Ἀλλ’ ὁ βαθμὸς τῆς ὠφελείας ἐξαρτᾶται πολὺ ἐκ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν κεντρικῶν ἐκείνων ὁδῶν αἱ ὁποῖαι θὰ κατασκευασθῶσιν καὶ ἐκείνων, ὅσαι πρόκειται νὰ ἀσφαλτοστρωθῶσι. Διότι εἶναι δυνατὸν εἰς ὡρισμένας περιφερείας ὄχι μόνον νὰ μὴ φέρουν σημαντικὴν βελτίωσιν, ὡς πρὸς τὴν συγκοινωνίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ νὰ ἐπιβαρύνουν αὐτὰς μὲ τὰ διόδια κλπ. χωρὶς ἀνάλογον ὠφέλειαν, ἐπιβαρυνομένων δηλαδὴ τῶν μεταφορῶν μὲ ἔξοδα περισσότερα τῶν μέχρι τοῦδε. Καὶ ἂς λάβωμεν ὡς παράδειγμα τὴν Ἤπειρον. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐπισκευάζεται μόνον ἡ δημοσία ἐθνικὴ ὁδὸς Ἰωαννίνων–Πρεβέζης δι’ ἀσφαλτοστρώσεως καὶ κατασκευάζεται μία νέα ἐθνικὴ ὁδός, ὡς διαδίδεται, ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ δὲν κάμωμεν συγχρόνως καὶ ἄλλας ὁδοὺς ὡς λ. χ. καὶ ἀπὸ Ἰωαννίνων διὰ Ζαγορίου πρὸς τὰ Γρεβενά, τότε ὅλα τὰ μέρη μεταξὺ Ἰωαννίνων–Γρεβενῶν ἐξ 150 χωρίων δὲν θὰ ἔχουν καμμίαν δικαιολογίαν νὰ φορολογηθοῦν μὲ τὰ διόδια διὰ τὴν ἀσφαλτόστρωσιν τῆς ὁδοῦ Πρεβέζης–Ἰωαννίνων. Ἡ πέραν ἀκριβῶς τῶν Ἰωαννίνων συγκοινωνία εἶναι τόσον δύσκολος καὶ τόσον ἀκριβὴ εἰς τὰ μέρη αὐτά, ὅπως καὶ εἰς τὰ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τῆς ὁδοῦ Πρεβέζης–Ἰωαννίνων ἄνευ συγκοινωνίας ἑκατοντάδες χωρίων, ὥστε σήμερον τὸ ἀλεῦρι διὰ νὰ φθάσῃ ἀπὸ τὴν Πρέβεζαν εἰς τὰ χωρία αὐτὰ ἐπιβαρύνεται μὲ δύο ἕως τρεῖς δραχμὰς τὴν ὀκᾶν. Ἐάν, λοιπόν, πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν ἐκ τοῦ δανείου διὰ νὰ ἐπισκευασθῇ μόνον δι’ ἀσφαλτοστρώσεως ἡ ὁδὸς Πρεβέζης καὶ δὲν γίνουν ἄλλαι νέαι ὁδοὶ διὰ μέσου τῶν χωρίων αὐτῶν, τότε τὰ μέρη αὐτὰ δὲν θὰ ὠφεληθοῦν τίποτε, ἀλλὰ μόνον θὰ ἐπιβαρυνθοῦν τὰ τρόφιμα, ἀφοῦ θὰ πληρώνωσι καὶ διὰ διόδια, οἷα δὲν πληρώνουν μέχρι τοῦδε, μεταφερόμενα διὰ τῆς ὁδοῦ Πρεβέζης πρὸς τὰ Ἰωάννινα. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῶν κατασκευασθησομένων νέων ὁδῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὴν κατεύθυνσιν εἰς τὰ δημόσια ἔργα, δὲν θὰ ἀρκεῖται μόνον εἰς τὰς γνώμας τοῦ Συμβουλίου. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ πολλὰς ἄλλας ἐπόψεις τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς Ἐθνικῶν τῶν ἀπαιτουμένων νέων ὁδῶν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν λ. χ. τῆς παραγωγῆς εἰς τὰς διαφόρους περιφερείας, διὰ τὴν ἑδραίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας κλπ. Διότι ὅταν δὲν ὑπάρχει δημοσία ἀσφάλεια εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξυπηρετηθῇ γεωργικῶς καὶ ἐμπορικῶς μία περιφέρεια. Διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς ὁδοὺς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ δώσωμεν ἐκ τοῦ δανείου 3 χιλιάδας δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον, διὰ νὰ ἐκτελεσθοῦν αἱ ὁδοὶ καὶ ἀφήνεται εἰς τὰ εἰδικὰ ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας νὰ ἐξεύρουν τοὺς ἄλλους πόρους. Ἀλλὰ πολλαὶ ἐπαρχίαι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξεύρουν πόρους ἐκ πολλῶν δι’ ἑκάστην αὐτῶν ἑκατομμυρίων, διὰ ν’ ἀποκτήσωσιν ὁδούς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐδῶ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπαναληφθῇ ἢ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ δημοπρασία, βεβαίως εἶμαι σύμφωνος νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσα πληρεξουσιότης καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν καὶ πάλιν περὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ταύτης, ἀφ’ οὗ τὴν ἔχει ἤδη ἐκ τοῦ ψηφισθέντος σχετικοῦ νόμου. Ἔχομεν πλήρη ἐμπιστοσύνην περὶ τῆς ὀρθῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς ἀμεροληψίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς κάμῃ, λοιπόν, χρῆσιν τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ ἐρωτᾷ αὐτὴν ἐκ νέου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ αὐτῇ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἵνα μὴ ὑπάρξῃ στενὸν πνεῦμα εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, διὰ νὰ γίνουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεραι, περιοριζομένης τῆς ἀσφαλτοστρώσεως παλαιῶν ὁδῶν κατὰ τὸ παρὸν εἰς ἐλαχίστην κλίμακα. Πρέπει νὰ μελετήσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς γενναιοτέρας ἐνισχύσεως τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων ἐξ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου δανείου. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν πολλαὶ ἐπαρχίαι μόναι των, διὰ τῶν ἰδίων των πόρων νὰ ἐπαρκέσουν. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐγκαταλειφθοῦν εἰς τὴν τύχην των, ὁπότε καὶ αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πλούτου τῆς χώρας ἄνευ καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν.
§38Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι θ’ ἀγορεύσω ὀλιγώτερον τοῦ ¼. Μοὶ δίδει ¼. Δὲν μοὶ ἀρκεῖ. Δύναμαι ἐπίσης νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν εἶναι οὔτε ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ καθήκοντός του κατὰ τὸν Κανονισμόν, διότι ἐπέτρεψεν, ἵνα γίνῃ ἡ προκειμένη συζήτησις. Ἐπέτρεψε τὴν συζήτησιν ἐπὶ μιᾶς συστάσεως, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν κανονισμόν, ἔπρεπε νὰ γίνῃ μόνον ἐπὶ ἐπερωτήσεως. Ρητῶς τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ λέγει ὅτι σύστασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν νόμου ἢ θίγει τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι ἐπερώτησις. Καὶ λέγει ἐπίσης ὁ Κανονισμός, ὅτι σύστασις τοιαύτη ἐκτυποῦται πρῶτον, διανέμεται ἔπειτα καὶ ἐγγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ τότε ἔρχεται εἰς συζήτησιν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ νὰ μὴ κινῆτε τὸ χέρι σας ἀπὸ τοῦ βήματος. Λυποῦμαι ὅτι μὲ ἀναγκάζετε, εἰς ἕνα, κατὰ τὰ ἄλλα σεβαστὸν βουλευτὴν νὰ κάμω αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις.
§40Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, ὁ κ. Πρόεδρος ἐπέτρεψε συζήτησιν ἐπὶ συστάσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐπερώτησις.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τὴν ἱστορίαν.
§42Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἱστορίαν δὲν ἀνήκει ποτὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι παράνομον καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ μοὶ κάμετε τὴν παρατήρησιν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ¼.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ τὸ ἀπεφάσισε σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ...
§44Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὸ ἐπετρέψατε. Ἐὰν δὲν τὸ ἐπετρέπατε, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ τὸ ἔκαμνε.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνετε ὅ,τι θέλετε. Σεῖς εἶσθε ὁ Κανονισμός.
§46Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελον: ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐδείχθη Πρόεδρος τῶν τριῶν Ἀρχηγῶν καὶ οὐχὶ τῆς Βουλῆς.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπέτρεψα νὰ ἀνέλθετε εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ μὲ ὑβρίσετε. Σεβασθῆτε τὰς λευκάς σας τρίχας καὶ τὴν ἡλικίαν σας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἕδραν. Ἔπρεπε νὰ σεβασθῆτε τὰς λευκάς σας τρίχας καὶ τὸ βῆμα.
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Νὰ παραμείνετε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνέχομαι νὰ ὑβρίζωμαι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἂς ἔλθῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Κάκαβος).
§50Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι.... (διαμαρτυρίαι).
§51Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσετε. (Θόρυβος).
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, ὡρισμένοι λόγοι σας παρεξηγήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὡς ἔχοντες τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν τηρεῖ ἐπαρκῆ ἰσότητα ἔναντι τῶν διαφόρων κομμάτων.
§53Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Δὲν εἶναι αὐτό.
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι σεῖς, παλαιὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἀνήρ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχετε εἰπῇ τοιοῦτό τι. Ἡμεῖς, ὡς ἀντιπολίτευσις, οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔχομεν κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας δίδει καὶ ἀποδέχεται καὶ ὁ ῥήτωρ, ἐλπίζω ὅτι θὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπεισόδιον.
§55Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπα ὅτι ἔκαμε τὴν θέλησιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Διὰ τὴν ἀμεροληψίαν τοῦ κ. Προέδρου, ἔναντι τῶν κομμάτων, οὐδὲ λόγον ἔκαμα. Δὲν εἶπον ὅτι μεροληπτεῖ ὁ κ. Πρόεδρος ὑπὲρ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ κόμματος.
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Συναδέλφου, ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων του, ἔννοιαν τὴν ὁποίαν δὲν ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ, ὅτι μεροληπτεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Ὑπάρχει πλήρης ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον.
§57ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§58Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, ἀντικείμενον τῆς συστάσεως τῆς ὑπὸ συζήτησιν, Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ συνέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν νομίζω πῶς εἶναι τὸ σκοπούμενον, διότι ὑποθέσατε ὅτι ἡ Βουλή, πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, πρὶν ἀκόμη ἀναγνωσθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ σύστασις, ὑποθέσατε ὅτι λέγει: μάλιστα, Κύριε Ὑπουργέ, συνιστῶμεν νὰ ἐπιταχύνῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας. Θὰ ὑπῆρχε συζήτησις;
§59Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀσφαλῶς ὄχι.
§60Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἠρκεῖτο ἡ Κυβέρνησις εἰς τοῦτο; Βεβαίως ὄχι. Τὸ σκοπούμενον λοιπὸν εἶναι ἄλλο. Τὸ σκοπούμενον εἶναι νὰ καλυφθῇ διὰ οἱασδήποτε ψηφοφορίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς συστάσεως ταύτης, νὰ καλυφθῇ ἡ παράνομος ἐνέργεια τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ καὶ ἡ παράνομος ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι καὶ οὗτος καὶ ἐκεῖνο παρανομῶσιν ἐν προκειμένῳ, καὶ ζητοῦν διὰ τῆς ψηφοφορίας νὰ ἐγκρίνωμεν τὰ γενόμενα καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ συγχρόνως νὰ δοθῇ συγχωροχάρτι διὰ τὴν μέλλουσαν παρανομίαν τῆς παραχωρήσεως τῶν ἔργων εἰς τὴν ἑταιρείαν Μακρῆ, ἐναντίον τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν ἐκτέλεσιν ἐπεφορτίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ εἰς πέρας. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός, διότι τὰ τεχνικὰ ἔργα, ἡ οἰκονομικὴ ἐργασία, πάντα ταῦτα ἔχουν ἀποσαφηνισθῆ εἰς τέσσαρα Ὑπουργικὰ Συμβούλια. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεδέχθη, ὅτι καὶ ἡ μία τῶν Ἑταιρειῶν καὶ ἡ ἄλλη εἶναι οἰκονομικῶς ἐπαρκεῖς καὶ τεχνικῶς ἱκαναί. Εἶναι τοῦτο ἢ δὲν εἶναι ἀληθές; Ἔχομεν ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει φιλονικεία οὔτε ἀμφισβήτησις, οὔτε διὰ τὸ τεχνικὸν οὔτε τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῶν προσφορῶν τῶν δύο Ἑταιρειῶν. Ἡ ὑπουργικὴ κρίσις καὶ ἡ ματαίωσις τῆς ἐγκρίσεως προῆλθεν οὐχὶ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς μὴ θεωροῦντος ἱκανὴν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν Ἑταιρείαν, ἀλλὰ διότι εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Ἑταιρείας Μακρῆ, ἡ ὁποία εἶναι ἐν πλειοδοσίᾳ καὶ κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ δοθοῦν τὰ ἔργα εἰς τὴν Ἑταιρείαν Πρεζάνη, καὶ ἐὰν τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ ἢ ὄχι. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι, Κύριε Παπαναστασίου, αὐτὴ ἡ διαφορά; Τούτου οὕτως ἔχοντος, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μένει, καθορισθέντων ὅλων τῶν ἄλλων ζητημάτων, νὰ ἴδῃ ἐὰν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἡ ὠφελιμωτέρα πρότασις ἀπὸ ἀπόψεως χρηματικῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι προτιμότεραι αἱ προτάσεις τῆς ἑταιρείας Πρεζάνη, καὶ διὰ νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν καὶ νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος ἐπῆλθεν ἡ ὑπουργικὴ κρίσις, καὶ μετά, παρ’ ὀλίγον νὰ εἴπω ἀποβολήν, τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κ. Παπαναστασίου ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τί πρέπει νὰ γίνῃ, διότι θέλουν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δεχθῶσι παρὰ τὸν νόμον προσφοράς. Ὡς διέξοδος ἐπεζητήθη νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ συζήτησις. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ, εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ θεμελιώδους θεσμοῦ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Τοῦτο μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα. Πολὺ ὀλίγον μὲ ἐνδιαφέρει ἀπέναντι τοῦ μεγάλου τούτου κινδύνου, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, παραχωρουμένων τῶν ἔργων εἰς τὴν Ἑταιρείαν Μακρῆ. Ἀλλὰ συλλογισθῆτε, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐὰν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν νὰ ἔρχεται εἰς μίαν στιγμὴν μία Κυβέρνησις, νομίζουσα ὅτι ἔχει ἔν τινι ζητήματι τὴν πλειοψηφίαν, καὶ θέλουσα νὰ κερδίσῃ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον αὐτὴ νομίζει ὅτι θὰ εἶναι εἰς τὸ Κράτος ὠφέλιμον, ἢ ἐκλογικῶς ὠφέλιμον, ἀδιάφορον, ἢ ὑποβάλλει μίαν πρότασιν, ὅπως τὴν ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ καὶ ἄνευ τῶν διατυπώσεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς προειδοποιήσεως, κἂν ἀλλὰ αἰφνηδιαστικῶς, νὰ ἔρχεται, λέγω, καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὴν Βουλήν: δόσε μου τὴν ψῆφόν σου, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν σύστασιν καὶ ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ συζητεῖ, συλλογισθῆτε, λέγω, τί δύναται νὰ γίνῃ. Ἡ συζήτησις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὑπουργικὴ εὐθύνη, καὶ νομίζω, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι κανεὶς ἐξ ἡμῶν, ὑποθέτω, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ ὅτι πρόκειται περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης. Αὐτὸ δὲ δεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ λεχθέντος σήμερον. Ζητεῖ, λέγει, ἡ Κυβέρνησις ἀνανέωσιν τῆς ἐντολῆς. Ποίας ἐντολῆς; Ποῖος ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον ἢ νὰ τὸν ἐκτελέσῃ; Ποῖος; Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὑπάρχει διάταξις τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου; Οὐδεμία. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἐντολή. Ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρέωσις ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βουλὴ δὲν δίδει ἐντολάς. Ἡ Βουλὴ ψηφίζει. Ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ καὶ τὸ Σύνταγμα λέγει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκτελέσατε αὐτοὺς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ψηφίζει ἡ Βουλή. Ἐντολὴ ἐκτελέσεως δὲν ὑπάρχει. Οὐδὲ δίδει ἡ Βουλή, οὐδὲ ἔδωκεν ἐν προκειμένῳ ἡ Βουλὴ καμμίαν ἐντολήν. Ἔννοιαν λοιπὸν οὐδεμίαν, οὐδὲ Συνταγματικὴν, οὐδὲ πραγματικὴν ἔχει ἡ γενομένη συζήτησις. Τώρα ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ νὰ τῆς ἀνανεώσωμεν τὴν ἐντολήν. Ἐντολὴ δὲν ὑπάρχει. Ἡ οὐσία εἶναι αὐτή. Εἴπετε μοῦ νὰ ἐκτελέσω τὸν νόμον, νὰ μοῦ εἴπητε δὲ νὰ τὸν ἐκτελέσω, ἀφοῦ ἠξεύρετε ὅτι ἐγὼ μεροληπτικῶς θέλω νὰ δοθῇ τὸ ἔργον εἰς τὴν Ἑταιρείαν Μακρῆ. Καὶ διὰ νὰ ἴδητε τὸ παράνομον, θὰ τὸ εἴπω εἰς τὸ τέλος, ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Ἡ δημοπρασία ἔγινεν, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς δημοπρασίας τὰ πράγματα ἔχουν καλῶς καὶ οὐδεὶς ψέγει τὸν νέον Ἡρακλέα, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Μεταξὺ ὅμως τῶν ὅρων τῆς δημοπρασίας ρητῶς ἐν τῇ διακηρύξει ἀναφέρεται τόδε: Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς δημοπρασίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τοὺς τεχνικοὺς καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους τοῦ συναγωνισμοῦ, καὶ ἡ ἐπιτροπή, λαβοῦσα γνῶσιν τῶν προτάσεων τῶν δύο Ὁμίλων εὑρῆκεν αὐτοὺς μὴ συμφώνους μὲ τὴν διακήρυξιν, διότι οὔτε ἡ μὲν, οὔτε ἡ δὲ τῶν δύο Ἑταιρειῶν ἀνέφερε τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν διὰ νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἀπέρριψε τὰς προτάσεις. Ὑπάρχει, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐρωτῶ, ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μὲ τὴν ἀπόρριψιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐματαιώθη ὁ διαγωνισμός; Τὸ κείμενον τοῦ νόμου εἶναι σαφές. Δὲν ἐπιτρέπει δεύτερον συναγωνισμόν, δὲν ἐπιτρέπει ἐπανάληψιν αὐτοῦ τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Ἡ ἐμπρόθεσμος ὑποβολὴ τῶν προσφορῶν, ἡ διαδικασία ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο, συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Ἀπέτυχεν ὁ συναγωνισμός. Ἐτελείωσεν. Ἡ ὑπόθεσις ἔληξε. Δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ κανένα ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ὅπως ἔχει. Χρειάζεται τροποποίησις τοῦ νόμου. Ἄνευ τοιούτου τρόπου καὶ αὐθαιρέτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐδέχθη, κατόπιν προσφοράς. Καὶ πάλιν δύναμαι νὰ ἐρωτήσω: ὑπῆρχεν ἐντολὴ νὰ δεχθῇ νέας προσφορὰς ὁ κ. Ὑπουργός; Δυνάμει ποίας διατάξεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐδέχθη προσφοράς; Διὰ νὰ δεχθῇ προσφορὰς καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὡς Ὑπουργὸς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου χρειάζεται διάταξις νόμου ἔστω καὶ ἑρμηνευτική. Ἀλλὰ τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει. Διατί ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς προσφοράς; Ἔγινε διαδικασία ἐπὶ νέων προσφορῶν καὶ ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου καὶ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῶν προσφορῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐζήτησε νὰ ἐπανέλθῃ τὸ Συμβούλιον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὅρων, τὸ Συμβούλιον εἶπε, δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός μου, ἀφοῦ μοῦ λέγετε νὰ μὴ τὸ κάμω καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξήτασε μόνον τοὺς τεχνικοὺς ὅρους καὶ εὑρῆκεν ὅτι αἱ προτάσεις τοῦ Πεζάνη ἔχουσι καλῶς καὶ ἔχουσι κακῶς αἱ προτάσεις τοῦ Μακρῆ. Ἐξηκολούθησε λοιπόν, ἡ διαδικασία ἐπὶ τοῦ παρανόμου ἐδάφους τῆς ἐξακολουθήσεως ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἄνευ δικαιώματος καὶ ἄνευ διατάξεως τοῦ νόμου. Συνέχεια παρανομίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶχε καθῆκον, ὅταν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν του, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν: ἡμεῖς, δυνάμει τίνος νόμου ν’ ἀποφασίσωμεν; Βεβαίως ὁ νόμος ἀφορᾷ τὰς προτάσεις τῶν προσφορῶν αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο λέγει ὅτι δύναται καὶ νὰ ἀπορρίψῃ ὅλας τὰς προσφοράς. Δὲν δύναται λοιπὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀποφανθῇ περὶ ἄλλων προσφορῶν, παρὰ μόνον ἐπὶ ἐκείνων τῶν προσφορῶν αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν διαγωνισμόν. Ἐκτὸς τοῦ συναγωνισμοῦ πᾶσα προσφορὰ εἶναι ἀπαράδεκτος. Εἶναι ἄκυρος λέγει ὁ νόμος, καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, χωρὶς νὰ εἴπῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ νὰ ἀπόσχῃ, ἐδέχθη νὰ συζητήσῃ καὶ ἦλθεν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ἅπαξ ἐδέχθη, ὅτι εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐξετάσῃ, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ. Διότι μετὰ τὴν ἀποδοχὴν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τῆς γνώμης, ὅτι εἶχε τὴν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν νὰ ἀποφασίσῃ, ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις. Καὶ ἦλθε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ εἶπεν, ὅτι οἱ ὅροι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ καλῶς ἔχουσι, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἀποφασίσω εἰς ποῖον ἐκ τῶν δύο πρέπει νὰ δοθῇ καὶ εὗρεν ὅτι ὠφελιμώτεροι εἶναι οἱ ὅροι τῆς Ἑταιρείας Πρεζάνη. Ἐάν, λοιπόν, τὰ πράγματα εἶναι παράνομα, ὅπως εἶναι παράνομα, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι νόμιμα, διότι δὲν ἔχει ποῦ νὰ στηρίξῃ τὸν χαρακτῆρα αὐτῆς τῆς νομιμότητος, εἰς οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ νόμου, οὔτε κἂν ἔχομεν ἑρμηνευτικὰς τοῦ νόμου διατάξεις, διότι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου εἶναι περιοριστικαί, ἡ παρανομία αὕτη ἔπρεπε νὰ σκεπασθῇ, νὰ καλυφθῇ, διότι ἔχει εὐθύνην καὶ ἔχομεν παράβασιν τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, ἀλλὰ καὶ εὐθύνην ἠθικὴν μεγάλην, ἐὰν ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ εἴπῃ, δίδω τὴν ὁδοποιΐαν εἰς τὴν Ἑταιρείαν Μακρῆ, καίτοι ἡ παραχώρησις τῶν ἔργων εἰς τὴν Ἑταιρείαν αὐτὴν εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὸ Δημόσιον, κατὰ 100,110, 150 ἑκατομμύρια. Ἀδιάφορον. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐλέχθησαν ἀρκετὰ ἀπὸ τεσσάρων ἡμερῶν. Ἢ μὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπομένει νὰ λεχθῇ εἶναι ὅτι ἂν ἡ προσφορὰ τῆς Ἑταιρείας Πρεζάνη δὲν ἐγίνετο, τὸ δῆθεν λάθος δὲν θὰ ἀνεκαλύπτετο καὶ ἡ σύμβασις θὰ ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ λάθους. Ἐὰν δέ ποτε ἤθελά τις τυχὸν εἴπῃ ὅτι αὕτη εἶναι, ὅπως ἐχαρακτήρισέ τις τῶν κ. Συναδέλφων, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος, λῃστρικὴ πρᾶξις, ἐὰν ἀνεκάλυπτε τὸ Δημόσιον αὐτό, διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇ τὸ ἓν δισεκατομμύριον περίπου, ἢ τὰ 500 ἑκατομμ. ἢ τὰ 400 ἑκατομμ. ἔπρεπε νὰ κάμῃ δίκην καὶ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Μακρῆ, μὲ ἠπάτησες καὶ ἡ ἀγωγὴ τοῦ Δημοσίου κατὰ τῆς Ἑταιρείας Μακρῆ θὰ εἶχε βάσιν τὴν ἀπάτην καὶ κανεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἔχανε τὴν δίκην. Διότι ἡ Ἑταιρεία Μακρῆ θὰ ἔλεγε πῶς σὲ ἠπάτησα; Σὺ ὑπέγραψες καὶ ἐξήτασες τὴν σύμβασιν καὶ εὗρες τὸ συμβόλαιον ὅτι καλῶς ἔχει. Αὐτὸ τὸ εἶπεν εἰς τὸν Πάγκαλον καὶ τότε ἤθελεν νὰ πάρῃ τὴν δουλειά, καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ τούτου ἀμέσως ἔγραψεν εἰς αὐτὸν ὅτι παραιτεῖται διότι ἐπίστευεν, ὅτι ὁ Πάγκαλος δὲν τοῦ ἔδιδεν ὅσα ἐζήτει. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ γεγονός, Κύριοι, τῶν λεχθέντων καὶ τὸ γεγονὸς τοῦ ὅτι τὴν ἡμέραν, τὴν πέμπτην δηλ. συνεδρίασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν ἡμέραν ἐκείνην αἱ προτάσεις Πρεζάνη ἦσαν ὠφελιμώτεραι, θὰ καθίστα τὴν εὐθύνην πολὺ μεγάλην, ἐὰν ἐδίδετο τὸ ἔργον εἰς τὴν Ἑταιρείαν Μακρῆ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις λέγει εἰς τὴν Βουλήν, βοήθησέ με νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἴσως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ νὰ δώσω τὰ ἔργα εἰς τὸν κ. Μακρῆν. Εἰπέ, ὅτι καλὰ ἔκαμα. Τούτου ἕνεκα κ. Βουλευταὶ νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις ἐφ’ ἧς συζητοῦμεν, πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ. Καὶ πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ διότι ἀντιτίθεται εἰς τὸν θεμελιώδη θεσμὸν τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, δὲν θὰ σᾶς τὸ εἴπω βέβαια ἐγώ, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἐξαλειφθῇ καὶ γνωρίζετε ὅτι ἄνευ ὑπουργικῆς εὐθύνης κανένα Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ. Ἄνευ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης δὲν ὑπάρχει κοινοβουλευτικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος καὶ ἂν ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὅτι ἐδέχθη τὴν πρότασιν, λέγει συνάμα: καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἀπορρίψασα τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως. Καὶ ἐνῷ ἔπραξε καλῶς, ἀπορρίψασα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπόχρεος νὰ ἐκτελέσῃ ἐκ τοῦ νόμου, ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ τῆς λέγουμε: σὲ παρακαλοῦμεν νὰ ἐκτελέσῃς ἐκεῖνο ποῦ σκέπτεσαι, διότι καλῶς ἔπραξες ἕως τώρα». Καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ μέλλοντος ἐγκλήματος, τῆς μελλούσης παρανομίας, ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἐπαναφέρῃ καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπανέλθουν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ τεχνικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐν τῇ Βουλῇ, χωρὶς νὰ περιλάβῃ εἰς τὴν σύστασιν, οὔτε κανεὶς νὰ εἴπῃ ἕως τώρα, ὅτι τὰ γενόμενα εἰς τὰ τέσσαρα Ὑπουργικὰ Συμβούλια κακῶς ἐγένοντο. Θέλει, λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις νὰ καλύψῃ, ὄχι τὰς μέχρι τοῦδε ἀλλὰ καὶ τὴν μέλλουσαν παρανομίαν τῆς παραχωρήσεως τῶν ἔργων εἰς τὴν Ἑταιρείαν Μακρῆ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἤδη, κ. Βουλευταί, καταπαύων τὸν λόγον, νὰ εἴπω τινὰ σχετικὰ μὲ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τῆς Ἑταιρείας Πρεζάνη, διότι ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη, ἀποτελουμένη ἀπὸ δύο ὁμορρύθμους Ἑταιρείας, τὸν Φ. Πρεζάνην καὶ Κ. Βοκοτόπουλον, συκοφαντεῖται. Καὶ δὲν θὰ ἔκαμνα λόγον περὶ αὐτοῦ, ἐὰν τῶν ψευδολογημάτων αὐτῶν περὶ τῆς Ἑταιρείας Πρεζάνη δὲν ἐγένετο ἀνάδοχος ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς ἔφερε καὶ σᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅσα ἡ Ἑταιρεία Μακρῆ ἐσκεύωρησε κατὰ τῆς φερεγγυότητος δῆθεν τῆς Ἑταιρείας Πρεζάνη. Ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη κατηγορήθη διὰ τρία τινά. Πρῶτον, ὅτι αὕτη ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Λένορμαν καὶ δὲν τὴν ἐπεράτωσεν ἀκόμη, ἐξ ἀνικανότητος. Δεύτερον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη εἶναι οἰκονομικῶς πτωχευμένη καὶ ὅτι ἐζητήθη ἡ πτώχευσις αὐτῆς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Λοιπὸν ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Λένορμαν, προὐχώρησεν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐν τῇ ὁδῷ ὑπάρχουν αἱ σιδηρογραμμαὶ τοῦ τροχιοδρόμου. Διὰ νὰ ἐξαχθοῦν αὗται καὶ νὰ τεθοῦν ἐκ νέου, χρειάζεται χρόνος πολὺς καὶ ἕνεκα αὐτῆς τῆς δυσκολίας ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων διὰ τὴν ἐκ νέου τοποθέτησιν τῶν σιδηρογραμμῶν δὲν ἐπροχώρησε τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχει προχωρήσει κατὰ τὸ ἥμισυ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅ,τι εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Ὑπουργός, διότι πρόκειται περὶ ἀτίμου πράξεως τῆς Τραπέζης Βιομηχανίας. Ἡ Τράπεζα Βιομηχανίας ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας Μακρῆ, διότι ἡ Ἑταιρεία Μακρῆ εἶναι σύμβουλος τῆς Τραπέζης Βιομηχανίας. Ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη εἶχεν, ὅπως ὅλαι αἱ ἑταιρεῖαι, πίστωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν Βιομηχανίας 300–400 χιλιάδας δραχμῶν, δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς πόσας. Τὴν παραμονὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ὁδοποιΐας, ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη, ἔμεινεν ὀφειλέτις εἰς τὴν Τράπεζαν Βιομηχανίας ἐξ ἑνὸς ληξιπροθέσμου γραμματίου, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἡ Τράπεζα τὸ παρέλαβε δοῦσα καὶ ἀπόδειξιν. Τὸ γραμμάτιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἔλαβε τὸ ποσὸν τῶν 50 χιλ. δραχμῶν ἔληγε τὴν Δευτέραν. Τὴν ἡμέραν λοιπὸν ἐκείνην ἡ Τράπεζα Βιομηχανίας λαμβάνει τὸ ποσὸν τῶν 50 χιλ. δραχμῶν καὶ δίδει ἀπόδειξιν, ἀλλὰ δὲν ἐξοφλεῖ τὸ γραμμάτιον τὸ ληξιπρόθεσμον, ἀλλὰ τὸ περνάει εἰς τὸν τρέχοντα λογαριασμὸν τῆς Ἑταιρείας καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ πτωχεύσεως τῆς Ἑταιρείας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ διαμαρτυρία. Τὸ πρᾶγμα εὐτυχῶς ἐγνώσθη καὶ ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη ἔσπευσε καὶ ἐκανόνισε τοὺς λ)σμοὺς τῆς μετὰ τῆς Τραπέζης, καὶ ἔκτοτε δὲν ὀφείλει τίποτε. Ἄλλη ἀπόδειξις ὅτι ἡ Τράπεζα Βιομηχανίας ἦτο ἐπηρεασμένη ὑπὸ τοῦ Μακρῆ καὶ προέβη εἰς αὐτὴν τὴν ἄτιμον, ἐπαναλαμβάνω, ἐμπορικῶς, πρᾶξιν διὰ νὰ δυσφημήσῃ καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σοβαρὸν λόγον ἀφερεγγυότητος τῆς Ἑταιρείας Πρεζάνη ἐκ τῆς αἰτήσεως περὶ πτωχεύσεως, ἡ ὁποία ἐννοεῖται οὔτε προὐχώρησε κἄν, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη, διὰ τὰ ἔργα αὐτῆς, εἶχε φέρει ἀπὸ τὴν Εὐρώπην ἄσφαλτον 200 περίπου τόννους, τὴν ὁποίαν εἶχε καταθέσει εἰς τὸ Τελωνεῖον. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀσφάλτου ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ ἓν μέρος εἰς τὸν Δῆμον, 100 νομίζω τόννους. Ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς δώσῃ ἐχρειάζετο νὰ λάβῃ ἄδειαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ μὴ πληρώσῃ τέλος. Ἐν τῷ μεταξὺ, μέχρις ὅτου λάβῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶχον παρέλθει οὔτε δύο μῆνες. Τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε τοποθετηθῇ ἡ ἄσφαλτος, χωρὶς νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Ἑταιρείαν Πρεζάνη, ὅπως μεταβῇ καὶ παραλάβῃ ταύτην, ἐκήρυξε ταύτην ἀζήτητον. Τί συνέβη τότε; Ἡ Τράπεζα Βιομηχανίας, ἄγνωστον πως, ἐνήργησεν ὅπως τὸ Τελωνεῖον ἐκποιήσῃ ταύτην, ἂν καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὸ Τελωνεῖον ὑπάρχουν ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἓν καὶ δύο ἔτη εἶναι ἀζήτητα. Ποῖοι νομίζετε ὅτι ἐπαρουσιάσθησαν ὡς ἀγορασταί; Ἐπαρουσιάσθησαν ὡς τοιοῦτοι δύο ἄνθρωποι τοῦ Τελωνείου ἐκτελωνισταί, ἀπὸ τὸν ἕνα τῶν ὁποίων, τὴν ἑπομένην ἢ τὴν μεθεπομένην ἡ Ἑταιρεία «Βιὸ», τῆς Τραπέζης Βιομηχανίας, ἠγόρασε τὴν ἄσφαλτον, καὶ ἠναγκάσθη ὁ Πρεζάνης νὰ ἀγοράσῃ ἀπὸ τὸν ἐκτελωνιστὴν ταύτην, ἐπειδὴ εἶχεν ἀνάγκην αὐτῆς καὶ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν της εἰς τὸν δῆθεν ἀγοραστὴν ἐκτελωνιστὴν καὶ νὰ πάρῃ τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον ἤξιζε χιλίας τόσας λίρας, καὶ εἶχε πωληθῆ ἀντὶ 40 χιλιάδων δραχμῶν. Ὅλα αὐτά, Κύριοι Συνάδελφοι, τὰ εἶπον, διότι ἔπρεπε διὰ γεγονότων νὰ ἀποδείξω τὴν μεροληψίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας διατελεῖ ἐν γνώσει τῆς ἀληθείας, καὶ διότι ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη τὰ ἐξετύπωσε καὶ τὰ ἔστειλεν εἰς ἡμᾶς ὅλους, καὶ τὰ ἐδημοσίευσε καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων, δηλώσασα ὅτι εἶναι ψευδῆ αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ὅτι, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀφερέγγυος ἡ Ἑταιρεία, ἀλλ’ ὅτι εἶναι φερεγγυωτάτη, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας γνωρίζει ὅτι ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Δημόσιον δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, δι’ ἔργα τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐν Εὐβοίᾳ, ἐν Ἐλευσῖνι, ἐν Ἠπείρῳ, καὶ ἐπικαλοῦμαι τοὺς παρόντας, ὡς καὶ ἐν τῇ νήσῳ Νάξῳ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα τὰ ἐξετέλεσε καὶ ἔχει νὰ λάβῃ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀπὸ τὸ Δημόσιον, καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ Ἑταιρεία Πρεζάνη εἶναι ἀφερέγγυος, καὶ διὰ τοῦτο νομίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τῆς δώσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ ἀπόψεως τεχνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἐθεωρήθη ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Πρεζάνη.
§61Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀρκετὰ κουρασθῆ ἐκ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἔχει κουρασθῆ, ὄχι μόνον, διότι ὑπῆρξε μακρὰ ἡ διάρκεια τῆς συζητήσεως — ἔχομεν ἤδη τὴν πέμπτην ἡμέραν — ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις, τρόπου μὴ ὀφειλομένου βεβαίως εἰς τὴν Βουλήν. Εὐθὺς ἅμα ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ὑπέβαλον ἔνστασιν περὶ τοῦ ἀντικανονικοῦ τῆς συζητήσεως, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ὑπῆρξε μία σύστασις ἀξιοτίμων τινῶν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, σχετικῶς πρὸς τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, σύστασις, ἡ ὁποία οὔτε εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐφέρετο ἐγγεγραμμένη οὔτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον νόμιμον τρόπον εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἀπέκρουσε τὴν σύστασίν μου καὶ ἐπέβαλε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συστάσεως ἐκείνης, ἵνα φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσε πρὸ αὐτῆς, τὰς ἀποτελούσας τὰς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν ἀπόφασιν τὴν ληφθεῖσαν παρὰ τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ κανονικοῦ τῆς συζητήσεως, θὰ συστήσω ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸ παντὸς εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, καὶ εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς γενικώτερον, ὅπως ἡ γενομένη παρεκτροπὴ μὴ ἔχῃ συνέχειαν καὶ μὴ ἀποτελέσῃ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, διότι οὐδεμία κανονικὴ συζήτησις εἰς τὸ ἐφεξῆς θὰ εἶναι πλέον δυνατή. Ἀλλ’ ἡ πρότασις, ἥτις οὕτω προῆλθεν εἰς συζήτησιν, ἡ ὁποία προέρχεται πλέον ἀπὸ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο πρότασις διὰ τὴν ὁποίαν ἦτο ἐντελῶς ἀναρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐκφέρῃ οἱανδήποτε γνώμην, καὶ νὰ λάβῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν. Ἐπέμενα ἐξ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ὅπως ἡ Κυβέρνησις θέσῃ τοὐλάχιστον εἰδικώτερον τὸ θέμα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔθεσε τοιοῦτον, οὐδὲ ὅταν ὡμίλησεν ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἠσχολήθη καθ’ ὅλον τὸν λόγον του νὰ ἀποκρούσῃ προτάσεις ὑποβληθείσας παρὰ διαφόρων ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, χωρὶς αὐτός, ἀντιπροσωπεύων τὴν Κυβέρνησιν, νὰ καθορίσῃ ποῖον ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὕτη ἐζήτει. Δὲν θὰ μακρυγορήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κ. Βουλευταί, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀπολύτως πεπεισμένη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ συζητήσεως πρὸς ἀπόφασιν οἱανδήποτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, ὡς τίθεται διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεών της. Καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ, πρῶτον διότι ἐκωλύετο ἀπὸ ὑφιστάμενον νόμον, ψηφισθέντα, μετὰ τὴν εἰσήγησιν τότε ὑπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως τοῦ εὐρέος Συνασπισμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ καθορίζει ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ἔπρεπε νὰ διαχειρισθῇ ἡ Κυβέρνησις συμφώνως πρὸς τοὺς παρ’ αὐτῆς τεθέντας ὅρους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκώλυε τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι θὰ ἠδύνατο κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις νὰ μοῦ εἴπῃ, ἐφόσον εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος κωλύει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος, αὕτη ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι δυνατὸν νὰ προτείνῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ νόμον κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ εἶναι εἰς πάντας ἀντιληπτὸν ὅτι τοιοῦτος νόμος θὰ ἀντέκειτο εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, διότι τὸ θέμα εἶναι νομοθετικῆς ἐξουσίας μόνον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ χειρισθῇ τοῦτο διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν, αὕτη δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀντικείμενα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἀνήκει ἀναντιρρήτως εἰς τὴν ἐκτελεστικήν. Καὶ ἂν εἶχε τις περὶ τούτου ἀμφιβολίαν, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τὸν χθὲς ἐκφωνηθέντα λόγον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Μᾶς εἶπεν οὗτος: Κύριοι, προσέξατε μὴ ζητήσητε τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πλειστηριασμοῦ, διότι ἂν τὴν ζητήσητε δύναται νὰ συμβῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, τὰ ὁποῖα ἐνδεχόμενον νὰ μὴ προΐδῃ τις. Καὶ ὀρθῶς ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας λέγων ταῦτα, διότι ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα φοβεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶναι δυνατὸν ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Σώματος αὐτοῦ ἐπαρκῶς νὰ ἐξετάσῃ καὶ προΐδῃ. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ προΐδῃ ἂν θὰ ὑπάρξουν νεώτεροι συναγωνισταί, δὲν δύναται νὰ προΐδῃ ἂν οἱ συναγωνισταὶ δὲν θὰ συνεννοηθοῦν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους μεταξύ των, δὲν δύναται νὰ προΐδῃ ποῖα ἄλλα συμφέροντα τοῦ Κράτους συνδέονται μὲ τὸ νὰ γίνῃ ἢ νὰ μὴ γίνῃ ἄλλος συναγωνισμός, διότι ὅλα ταῦτα εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα μόνον ἡ διοίκησις, τὰ ὁποῖα μόνον ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἔχουσα καὶ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας εἰς τὴν διάθεσίν της νὰ χειρισθῇ. Εἰς ἓν δὲ μόνον δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργ. τῆς Συγκοινωνίας, εἰς τοῦτο: ὅτι δὲν δύναται, ἂν τοῦτο προκρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐπαναληφθῇ ὁ διαγωνισμὸς διότι δὲν ἔχει περὶ τούτου νόμον. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐρείδεται ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ἂν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος νόμος τις ἔχει καθῆκον, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον τοῦτον. Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι αὕτη, ἐὰν θέλῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς δημοπρασίας, κωλύεται ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως νόμου. Ποτὲ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς δὲν ἐμποδίζεται. Ἔργον ἰδικόν της εἶναι, ἐὰν θέλῃ, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἕνα τοιοῦτον νόμον, εἴτε ἑρμηνευτικόν, εἴτε ἐντελῶς νέον, ἀδιάφορον, χειριζομένη τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ τῆς ὑποστηριζούσης αὐτὴν, πλειοψηφίας νὰ τὸν κάμῃ. Δὲν πρέπει ὅμως ἡ Βουλὴ αὐτὴ νὰ προτείνῃ καὶ ψηφίσῃ τοιοῦτον νόμον μὴ ὑποβαλλόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀποκρούω πρότασιν, ἡ ὁποία ὡς ἀντελήφθην, ὑποβάλλεται καὶ ὑποστηρίζεται ὑπό τινος μερίδος τῆς Βουλῆς, διότι ἐὰν τοῦτο ἐγένετο, θὰ εἶχε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ὠθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἴσως θὰ ἐνόμιζε σκόπιμον νὰ ἀποφύγῃ. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν πρότασιν ταύτην ἀποκρούω καὶ ἐφόσον ἀκόμη διὰ τοῦ νόμου πρόκειται νὰ παρασχεθῇ εὐχέρεια ἁπλῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δηλαδὴ θέλῃ νὰ ἐνεργήσῃ νέαν δημοπρασίαν, διότι καὶ ἡ παρεχομένη εὐχέρεια αὕτη ἀποτελεῖ ἀνάμιξιν εἰς τὰ ἔργα τὰ κυβερνητικά. Διότι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, τί νὰ κάμνω; ἔχω εἰς τὰς χεῖρας μου ἕνα νόμον ἐκ μέρους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὁ ὁποῖος μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαναλάβω τὴν δημοπρασίαν. Δυστυχῶς εἶμαι ἠναγκασμένη νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν τάδε ἢ τάδε ὤθησιν ἢ πίεσιν, καὶ νὰ ἐπαναλάβω τὴν δημοπρασίαν, ἀλλὰ τοῦτο κατ’ ἐμὲ θὰ ζημιώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν ταύτην ἔστω καὶ ὡς δυνητικήν, δηλαδὴ νὰ ἐπαναλαμβάνεται ἡ δημοπρασία ἢ μὴ κατὰ προαίρεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐφόσον αὕτη δὲν ζητεῖ τοῦτο. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι ἔχει ἀνάγκην τοιούτου τινὸς νόμου, βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ἔχουσα ὑπὲρ αὑτῆς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐν προκειμένῳ εὐτυχῶς καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, μολονότι διΐσταται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ χθὲς ἀκόμη δὲν ἔδωκε ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς ταύτην, ἐν τούτοις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν εὑρίσκεται εἰς διαφωνίαν, διότι τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας προέκυψεν ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχεν καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, καὶ ὅταν κατόπιν ἦλθε νὰ ψηφισθῇ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, συνηγόρησεν ὑπὲρ τοῦ νόμου. Λοιπόν, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις νομίζει τοῦτο ἀναγκαῖον, ὄχι μόνον δυνάμει τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ τὴν μερίδα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, λέγω καὶ τονίζω ὅτι θὰ τῆς παράσχῃ πᾶσαν εὐχέρειαν, σχετικῶς πρὸς τὸ ἔργον τοῦτο τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ δὲν θὰ παράσχῃ ψῆφον εἰς τοιοῦτον νόμον προτεινόμενον ἔξω τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐννοεῖ κατ’ οὐδένα τρόπον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀναμιχθῇ εἷς εἰς τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον, διότι ἀνάμιξιν θ’ ἀπετέλει τοῦτο, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οὐδὲ νὰ ἐπιφέρῃ δυσχέρειαν οἱανδήποτε ὡς πρὸς τοῦτο. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ τώρα, Κύριοι, πῶς θέλετε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν λαβύρινθον καὶ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, τίνες ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων, παρὰ τῶν μετασχόντων εἰς τὴν δημοπρασίαν ἦσαν αἱ καλλίτεραι καὶ ἐὰν αὐταί, ὄχι μόνον ἐν συγκρίσει πρὸς ἀλλήλας, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἐξεταζόμεναι, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν δεκταὶ ἢ ὄχι; Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ, ποίαν ἐκ τῶν προτάσεων νὰ προτιμήσωμεν. Τοῦτο εἶναι τῆς Κυβερνήσεως ἔργον. Ἡ Κυβέρνησις θὰ κρίνῃ, βεβαίως καὶ περὶ τῶν προσώπων καὶ περὶ τῶν πραγμάτων, καὶ περὶ τῶν τιμῶν καὶ περὶ τῆς καλοτεχνίας ἢ τῆς κακοτεχνίας τοῦ ἔργου, λαμβάνουσα πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἵνα ἐκτιμήσῃ αὐτή, ἡ Κυβέρνησις ὄχι ἡ Βουλή. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει πλησίον της τὴν κυβερνητικὴν μηχανὴν καὶ χειρίζεται ταύτην, καὶ δύναται νὰ λάβῃ πᾶσαν δυνατὴν πληροφορίαν, ἀλλὰ δύναται ἀκόμη νὰ συνδυάσῃ καὶ πάντα τὰ συμφέροντα, διότι δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῆς τεχνικῆς ἐκτελέσεως ἑνὸς ἔργου. Μετὰ τῆς τεχνικῆς ταύτης ἐκτελέσεως συνδέονται καὶ ποικίλα ὅσα συμφέροντα, ἔξω τῆς τεχνικῆς ταύτης ἐκτελέσεως, οἰκονομικῆς δὲ φύσεως σπουδαιοτάτης. Δὲν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνταῦθα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οἱ κυριώτεροι συνάδελφοι ἔχουν ὑπ’ ὄψιν πόσα οἰκονομικὰ συμφέροντα ἀλλὰ καὶ σχέσεις διεθνεῖς ἀκόμη συνδέονται μετὰ τῶν τοιούτων ἔργων. Ἀπορῶ, τῇ ἀληθείᾳ, πῶς ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἐν γνώσει οὖσα ὅτι τοιοῦτον ζήτημα δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ ἐνταῦθα. Λέγω ἐν γνώσει οὖσα, διότι δὲν φαντάζομαι κανένα ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν κατώτερον τοῦ νὰ ἐξετάσῃ τὸ σημεῖον τοῦτο. Τὸ νὰ πιστεύσῃ τις περὶ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τοιοῦτόν τι θ’ ἀπετέλει ὄχι πλέον ἄρνησιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ κἄτι τι πλέον. Ἑπομένως οὐδαμῶς δύναμαι νὰ σκεφθῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὅτι κακῶς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἔφερε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, ὡς λέγει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προτάσεις της, νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν. Δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ νομίσῃ ὅτι ἠδύνατο ἡ Βουλή, ἀδυνατοῦσα νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, νὰ λάβῃ τὰς ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους ἐπιβαλλομένας ἀποφάσεις. Ἀλλ’ ἀφοῦ πάντως νομίζω εἴμεθα κατὰ ταῦτα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο ἀναρμοδία, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, πρὸς τίνα λόγον τὸ φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Κύριοι, πάντες ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ποικίλαι ἐπιρροαὶ ἐπηρεάζουν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας. Πάντες ἐνταῦθα αἰσθανόμεθα τὴν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης. Ὅταν δὲ λέγομεν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης, δὲν ἐννοοῦμεν τί θὰ εἴπῃ ἔξω ἡ κοινὴ γνώμη. Δὲν ἐννοοῦμεν ποίους θὰ ἐπαινέσῃ ἢ ποίους θὰ ψέξῃ, ποῖοι θὰ ἀρυσθῶσι συμφέροντα ἢ ποῖοι δὲν θὰ ἀρυσθῶσιν τοιαῦτα. Πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης λέγων, ἐννοῶ τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τῶν κοινῶν συμφερόντων. Τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ πιέζουν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ πίεσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὅλοι μὲν ἐνταῦθα διεκηρύξαμεν κατ’ ἐπανάληψιν τὴν προθυμίαν μας ὅπως συντρέξωμεν τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας ἀλλ’ οὐδόλως ἐφθάσαμεν νὰ συζητήσωμεν ἐὰν τὰ ἔργα, ὡς διαρρυθμίζονται, θὰ εἶναι τοιαῦτα ὥστε νὰ ἱκανοποιήσωσι πράγματι τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἀποβλέπομεν, οὐδ’ ἂν ἡ ἱκανοποίησις τῶν συμφερόντων ἐκείνων γίνῃ κατὰ τρόπον μὴ προσκόπτοντα εἰς ἄλλα ἐπίσης συμφέροντα διὰ τὰ ὁποῖα βλέπομεν σήμερον ἀρκετὰ ἐξηγερμένον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διότι θὰ ἐκτελέσωμεν ἔργα, ἀλλὰ τὰ ἔργα ταῦτα θὰ πληρωθῶσι παρὰ τοῦ λαοῦ. Ὁ λαὸς θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων μὲ νέα βάρη, βεβαίως δὲ ἔχει τὰς ἀντιστοίχους ὠφελείας. Ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἴδωμεν ἐὰν θὰ ἔχῃ ἀμέσως τὰς ὠφελείας ταύτας ὡς θὰ ἔχῃ τὰ βάρη, ἢ πότε θὰ τὰς ἔχει καὶ ποῖα εἶναι τὰ βάρη διὰ τῶν ὁποίων θὰ βαρυνθῇ. Ἠρώτησα χθὲς προχείρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας πόσα εἶναι τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελεσθῶσιν; Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μοῦ ἔδωσε πληροφορίαν οὐχὶ ἀρκούντως σαφῆ. Καὶ δὲν ἠδύνατο βέβαια νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ πληροφορίαν περὶ τοῦ πόση θὰ εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ κατασκευασθοῦν. Καὶ δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐπαρκῶς τὰς περὶ τούτου πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, διότι καὶ ἡ ἔκτασις τῶν ὁδῶν ἐξαρτᾶται πρῶτον, ἐκ τοῦ μέρους ἔνθα θὰ κατασκευασθῶσιν αἱ ὁδοί, ἐκ τοῦ ἂν δηλαδὴ θὰ γίνουν αἱ ὁδοί αὐταὶ εἰς ὁμαλὸν ἔδαφος ἢ εἰς ἀνώμαλον ἔδαφος, ὅπου χρειάζονται πλείονες δαπάναι. Δὲν γνωρίζω ἀκόμη καὶ ποῖον εἶδος ἀσφαλτώσεως θὰ γίνῃ ἐπὶ τῶν ὁδῶν τούτων, ἐὰν δηλαδὴ θὰ γίνῃ ἁπλοῦν ἢ θὰ γίνῃ μᾶλλον μόνιμον. Ὁ νόμος προβλέπει περὶ τεσσάρων εἰδῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων θ’ ἐφαρμοσθῇ ἑκασταχοῦ ἄλλο. Δὲν δύναται, λοιπόν, νὰ ἔχῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον ἀκριβῆ γνῶσιν περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ κατασκευασθοῦν διὰ τοῦ συναφθησομένου δανείου. Διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἀπέχουν μεταξὺ των οἱ διάφοροι σχετικοὶ ὑπολογισμοί, ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας χθὲς ἔλεγεν ὅτι αἱ κατασκευασθησόμεναι ὁδοὶ θὰ εἶναι περὶ τὰς 4.000 χιλιομέτρων. Σήμερον ἐν τούτοις ἔχω ὑπ’ ὄψιν ἔκθεσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων κ. Οἰκονόμου, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ἐπιτροπήν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ σχέδιον νόμου, ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγει: «Θὰ κατασκευασθῶσιν, ἂν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, 1600 περίπου χιλιόμετρα νέων ὁδῶν καὶ διαρρυθμίσεως παλαιῶν».
§62Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). «Νέων».
§63Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω ὅ,τι λέγει, δὲν κάνω ἑρμηνείαν. Ἡ ἔκθεσις λέγει: «1.600 χιλιόμετρα νέων ὁδῶν καὶ διαρρυθμίσεις παλαιῶν». Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ σεῖς ὡμολογήσατε, καὶ εἶναι ἀναντιρρήτως βέβαιον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ πόσαι ὁδοὶ πρόκειται νὰ κατασκευασθοῦν. Καὶ ἐνῶ ὅλοι ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ τὴν ἀπήχησιν τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ κοινοῦ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη μέχρι τίνος σημείου θὰ τὸ ἱκανοποιήσωμεν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου μέχρι τίνος σημείου θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαόν, καὶ ἐκείνων τῶν τμημάτων αἱ ἀνάγκαι τῆς ὁδοποιΐας θὰ ἱκανοποιηθοῦν, καὶ τῶν ἄλλων, ὅπου δὲν θὰ ἱκανοποιηθοῦν. Ἔθιξα τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ δείξω ποία ἐπίδρασις ἀσκεῖται ἐπὶ πάντων ἡμῶν, καὶ περισσότερον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπέναντι τοῦ λαοῦ φέρει τὴν εὐθύνην, διότι καίτοι ἔχει τὴν πλειοψηφίαν δὲν φροντίζῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰς ἱκανοποιήσῃ, θὰ ὑπόκειται εἰς τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ κοινοῦ ὅτι τῷ ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ περισσότερα τῶν ὅσων θὰ τῷ παράσχῃ. Εἶναι δυσχερὴς ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς χώραν ἡ ὁποία εἶναι τόσον καθυστερημένη, ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, καὶ εἰς χώραν βαρυνομένην μὲ τόσον ἐπαχθῆ οἰκονομικὰ βάρη. Σπουδαίως λοιπὸν ἐπιδροῦν πάντα ταῦτα ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐπηρεάζουσιν ἀκόμη, παρὰ τὴν μέριμνάν της ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων καὶ αἱ ἐπιρροαὶ ὄχι μόνον τῶν βουλευτῶν ἀλλὰ καὶ τῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους οἱ βουλευταὶ ἐκπροσωποῦσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔργα ταῦτα. Πᾶσαι αἱ ἐπιδράσεις αὗται εἶναι ἀναμφισβήτητοι, καὶ ἔφθασαν μέχρι τοῦ νὰ προκαλέσουν καὶ διάλυσιν ἀκόμη τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι αἱ ἐπιρροαὶ αὗται ἐπέδρασαν ἰδιωτελῶς. Ὄχι. Ἀλλὰ λεληθότως ἐπιδρῶσιν εἰς τὰς σκέψεις καὶ ἐπιφέρουν ἀποτελέσματα πικρὰ τὴν οἱανδήποτε καλὴν θέλησιν, καὶ παρὰ τὴν ὁσονδήποτε καλὴν προσπάθειαν. Καὶ φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐπίδρασις ὑπαλλήλου, ἴσως ἐκ λόγων ἀγνώστων, δὲν ἄφησεν ἀκόμη τὴν νέαν Κυβέρνησιν νὰ καθαρίσῃ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις της ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Βεβαίως ἀποδεχόμεθα ὅτι εἰς τοῦτο πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἄγονται ἐκ τῆς ἐπιθυμίας ὅπως ἐξεύρωσι τὴν προσήκουσαν λύσιν, καὶ ἡ ἀδυναμία τοῦ νὰ εὕρωσιν αὐτὴν τοὺς ἤγαγεν εἰς τὴν πλάνην νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπουν: «Εἰπέτε μας καὶ σεῖς τί νὰ κάνωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα». Ἀλλά, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα, ὅσον δήποτε καλὴ θέλησιν καὶ ἂν ἔχωμεν, νὰ πράξωμεν τοῦτο. Θὰ εἴπω ἀκόμη ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἕτερός τις λόγος, ὁ ὁποῖος ἤγαγε ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ πραγμάτων ἔξω τοῦ κοινοβουλίου λεχθέντων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθίχθη προσωπικῶς. Ἀρκεῖ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι χθές, τερματίζων τὸν λόγον του, ἀνεμνήσθη τοῦ Περικλέους, ἀνεμνήσθη πλείστων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι κατεσυκοφαντήθησαν. Ἔχει δίκαιον νὰ εἶναι εὐαίσθητος. Οὕτω πρέπει νὰ εἶναι πᾶς κυβερνήτης. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι παραβολαί τινες, τὰς ὁποίας ἔκαμε χθές, εἶναι διὰ τὴν πτέρυγα ἐκείνην —τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος τοὐλάχιστον—λίαν ἀσυμπαθεῖς. Ἠκούσαμεν ἄλλοτε παραβολὴν πρὸς τὸν Περικλέα. Ἐγνωρίζαμεν ἄλλοτε ὅτι συνεργάται, χθὲς μόλις χωριζόμενοι ἐσυκοφαντοῦντο. Καὶ ἀνεμνήσθην χθὲς τοῦ μακαρίτου Στράτου, ὁ ὁποῖος ἠναγκάσθη νὰ ὑπερασπίσῃ μόνος τὸν ἑαυτόν του ἐναντίον συναδέλφων συκοφαντούντων. Πιστεύομεν, Κύριοι, ἀκραδάντως, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη παρῆλθεν, ὅτι δὲν δύναται κανεὶς ὑπουργὸς νὰ θίγεται ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του. Δὲν δύνανται νὰ λέγωνται ἀόριστοι σπερμολογίαι. Δύνανται οἱ πάντες νὰ ἐξετάζουν τὰς πράξεις τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ἂν εἶναι καλαί, νὰ συμφωνοῦν ἢ νὰ τὰς κατακρίνουν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν, πέραν τῆς τοιαύτης κριτικῆς τὰς οἱασδήποτε συκοφαντικὰς σπερμολογίας. Διότι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸ ἔργον του ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τοιούτου ἐπηρεασμοῦ. Οἱ τοιοῦτοι ἐπηρεασμοὶ ἔχουν τοῦτο τὸ κακόν, ὅτι καθιστοῦν τὴν διάνοιαν δούλην τοῦ ἐπηρεασμοῦ καὶ δὲν τῆς ἐπιτρέπουν τὰς ἐλευθέρας σκέψεις. Διότι ἂν ἐπεκράτει καὶ ἐν προκειμένῳ ἡ ἐλευθέρα σκέψις, βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θὰ ἤρχετο εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτως χειρισθεὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας τὸ ζήτημα, ἀπέδειξεν θάρρος περισσότερον διὰ τῶν λόγων του ἢ διὰ τῶν ἔργων του. Ὄχι μόνον χάριν τοῦ προσώπου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὄχι μόνον χάριν τοῦ ἔργου, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ Κοινοβουλίου δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καλῆται τοῦτο ν’ ἀσχολῆται ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Κύριοι Ὑπουργοί, εἶσθε κυβέρνησις νέα, ἡ ὁποία χθὲς ἔτυχε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς δυσπιστοῦμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησίν σας. Ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ ἐγκαινιάσετε τὰς πράξεις σας διὰ τῆς συζητήσεως τὴν ὁποίαν ἐπροκαλέσατε καὶ ἀντικανονικῶς καὶ ἀστόχως. Καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι ἡ πρώτη αὕτη πρᾶξις σας εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν ψῆφον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σᾶς κατεψήφισαν. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ θέσω οἱονδήποτε πολιτικὸν ζήτημα διὰ τὴν ἄστοχόν σας ταύτην ἐνέργειαν. Ἀλλὰ εἶναι καιρός, διὰ νὰ μὴ διασύρεται ἡ Βουλή, νὰ μὴ διασύρεται ἡ Κυβέρνησις, νὰ μὴ διασύρωνται τόσα πρόσωπα ἀνευθύνως, νὰ ἀποσύρεται τὴν πρότασιν ταύτην καὶ νὰ εἴπετε ὅτι ἀναρμοδίως ἐφέρατε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν. Ἂν τὸ ἐκάματε διὰ νὰ φωτισθῆτε, ἠκούσατε ἤδη ἀρκετά. Λάβετέ τα ὑπ’ ὄψει ὅταν θὰ ἔλθετε νὰ κρίνετε περὶ τοῦ ἔργου, εἴτε νὰ ἐγκρίνετε εἴτε νὰ ἐπαναλάβετε τὸν διαγωνισμὸν διὰ νέου νόμου εἴτε διὰ διοικητικῆς πράξεως. Ἂς σᾶς ὁδηγήσουν ὅσα ἠκούσατε ἐδῶ. Ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε ἀπόφασιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ πρᾶγμα, περὶ τοῦ ὁποίου σεῖς οἱ ἴδιοι συναισθάνεσθε ὅτι δὲν δύναται αὕτη ν’ ἀποφασίσῃ. Καὶ λέγω συναισθάνεσθε, διότι τὸ ἀπεδείξατε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, δι’ ὅσων χθὲς εἴπατε, καὶ ἠναγκάσθητε, ὄχι μόνον σεῖς ἀλλὰ καὶ διάφοροι ἐκ τῶν ὁμιλησάντων, νὰ ἐξέλθουν ἐκτὸς τοῦ θέματος τούτου. Δυστυχῶς ἠναγκάσθητε νὰ ἐξέλθητε καὶ νὰ εἴπητε, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ἄλλων ρητόρων, νὰ ὁμιλήσητε ἐναντίον προσώπων, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς ἀσυλίας τοῦ βήματος τούτου, ἐναντίον προσώπων, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἔπταισαν πρὸς ὑμᾶς, ἂν ἠθέλησαν νὰ μετάσχουν διαγωνισμοῦ, τὸν ὁποῖον προεκήρυξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἐλέχθησαν ἐδῶ πολλὰ καθ’ ὅλων τῶν συναγωνισθέντων. Ἐλέχθη περὶ τοῦ ἑνός, ὅτι ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τοῦ ἐντύπου, καὶ ὅτι τοῦτο ἦτο σφάλμα ἢ ἦτο δόλος. Ἐλέχθη περὶ ἄλλου ὅτι ἔκαμε, δὲν γνωρίζω τί. Αἴ, Κύριοι, τὸ βῆμα τοῦτο παρέχει τὴν ἀσυλίαν εἰς τὸν ὁμιλοῦντα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐκφράζῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην του, ἀλλὰ διότι ἀκριβῶς παρέχει τὴν ἀσυλίαν ταύτην πρὸς τοῦτον καὶ μόνον τὸν σκοπόν, νομίζω ὅτι τὸν ὑποχρεοῖ περισσότερον ὅταν ἐκφράζει τὴν γνώμην του νὰ μὴ θίγῃ ἄλλον κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τὸν βλάψῃ καὶ νὰ μὴ τὸν θίγῃ ὅταν οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερασπίζῃ ἑαυτόν, μακρὰν τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρισκόμενος. (Χειροκροτήματα). Μόνον, κύριοι, ἂν τηρήσωμεν μετὰ τοῦ ἐμπρέποντος σεβασμοῦ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας, αἱ ὁποῖαι μᾶς παρεσχέθησαν διὰ τοῦ βήματος τούτου, μόνον τότε θὰ κρατήσωμεν τὸν κοινοβουλευτισμὸν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ θέσιν. Ἔχομεν, κύριοι, καθῆκον πρὸς τοῦτο, εἰς πᾶσαν περίστασιν, ἀλλὰ περισσότερον σήμερον, ὅτε τοσοῦτον προσεβλήθη ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ τοσοῦτον ἐτέθη ὑπὸ καταδίωξιν καὶ κατεσυκοφαντήθη ἐνώπιον τοῦ κόσμου. Ἡμεῖς ἐδῶ, διὰ τοῦ κύρους τὸ ὁποῖον θὰ τηρήσωμεν, θὰ ἀσφαλίσωμεν τοῦτο καὶ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης. (χειροκροτήματα). Δὲν ἔλειψαν ἀκόμη καὶ τὰς ὑπηρεσίας τὰς διαφόρους νὰ θίξουν πολλοί, καὶ ἕκαστος, ἀναλόγως τῆς ἀπόψεως τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς τοῦτο νὰ εὕρω ἐλάττωμα ἐν τῇ συζητήσει, ἐλάττωμα ἐκ τῆς κακῆς θέσεως τοιούτου ζητήματος. Καὶ ἐπειδὴ ὡμίλησα καὶ περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, αἰσθάνομαι καθῆκον ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, περὶ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων, μεθ’ οὗ συνειργάσθην ἐπὶ 1½ ἔτος ὡς Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἐπαινέσω τὸν ζῆλον καὶ τὴν προθυμίαν μετὰ τῆς ὁποίας ἐργάζονται τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι, ὡς τεχνικὴ ὑπηρεσία, ἐλαχίστην ἔχει ἀνάγκην τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει, διότι ἂν οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν θελήσουν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, δύνανται εὐκολώτατα νὰ εὕρουν πολὺ ἐπικερδεστέρας ἀσχολίας. Βεβαίως δύναται νὰ σφάλλεται καὶ αὕτη ἐξ οἱουδήποτε ἀνθρωπίνου λόγου, πάντοτε διαφεύγοντος τὴν ἐπίκρισιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ μεμφώμεθα τὰς ὑπηρεσίας· καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐχειρίζετο, ὡς ὤφειλε, τὸ ζήτημα αὕτη καὶ μόνη, δὲν θὰ ἐδίδετο καμμία ἀφορμὴ ἐπιθέσεως καὶ κατὰ τῆς ὑπηρεσίας. Διότι τοῦτο εἶναι ἓν ἀκόμη κακόν, τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης. Μεθ’ ὅσα, Κύριοι, εἶπον, νομίζω ὅτι ἡ θέσις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶναι πλέον καθωρισμένη. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν θὰ δεχθῇ καὶ δὲν θὰ ὑπερψηφίσῃ καμμίαν πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ὁπωσδήποτε, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, ἔννοιαν οἱασδήποτε ἀναμίξεως τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ζήτημα, ἀφοῦ θεωρεῖ αὐτὴν ἀναρμοδίαν. Δὲν θὰ δεχθῇ ἀκόμη οὐδὲ τὴν πρότασιν, δι’ ἧς νὰ ἐξουσιοδοτῇ ἡ Βουλὴ ἐκ νέου τὴν Κυβέρνησιν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος. Καὶ δὲν θὰ παραδεχθῶμεν οὐδὲ τὴν πρότασιν αὐτήν, διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι θὰ ἦτο ἐμπαιγμὸς τῆς Βουλῆς πρὸς ἑαυτὴν ἐὰν ἐδέχετο τοιαύτην πρότασιν. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται δι’ ὡρισμένας πράξεις, διὰ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἐνασκεῖ. Διὰ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκανόνισε τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐπανάληψις τοῦ τοιούτου διακανονισμοῦ θὰ ἦτο ἐμπαιγμὸς πρὸς τὴν πρᾶξιν της. Θὰ ἐδέχετο καὶ αὐτή, ὅτι αἱ πράξεις της δύνανται νὰ εἶναι καὶ ἄνευ σημασίας καὶ νὰ χρειάζωνται μετά τινα χρόνον ἀνανέωσιν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος οὐσιαστικώτερος: Ὁ λόγος ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔλεγε σήμερον, μεθ’ ὅσα ἤκουσεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διεξήχθησαν τὰ τῆς δημοπρασίας, «ἐμπιστεύομαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ νέου», θὰ ἀπετέλει τοῦτο ἔγκρισιν τούτων πάντων. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, τοὐλάχιστον ἡ πτέρυξ ἐκείνη, δύναται νὰ ἐγκρίνῃ ταῦτα. Ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις μίαν μόνον δύναται ν’ ἀποδώσῃ ὠφέλειαν, ταύτην: Ἡ Κυβέρνησις, ἂς ὠφεληθῇ ἐξ ὅσων ἐνταῦθα ἤκουσε. Τοῦτο εἶναι ὄχι ἀπόφασις, ἀλλὰ ἀπόρροια μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως ἐκ τῆς ὁποίας ἂς ὠφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἀπόφασιν, τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν μερίδα τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι, δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν, διότι ἡ μερὶς αὕτη ἐπικαλεῖται καὶ ἐπαναλαμβάνει ὅτι τὸ ζήτημα ἤχθη κακῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἐκφράσῃ οἱανδήποτε γνώμην. (Χειροκροτήματα).
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐδίστασα ἐπὶ πολύ, Κύριοι Συνάδελφοι, ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ὡς εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ἀπέφυγα καὶ ὅτε, κατὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεφέρθησαν διάφορα παρεμπίπτοντα ἐπὶ τῆς ὑπουργικῆς κρίσεως ζητήματα, νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι θέλω νὰ συντελῶ, τὸ ἐπ’ ἐμοί, εἰς τὴν ὅσον οἷόν τε σύντμησιν τῶν συζητήσεων, ἡ ὁποία ὑπὲρ πᾶν ἄλλο συμβάλλει εἰς τὸ νὰ προσαρμόσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν καθεστὼς πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς κοινωνικὰς τὰς σημερινὰς καὶ προσαρμόζουσα τοῦτο ἀποφύγῃ τὴν δυσφορίαν, ἥτις εἰς πολλὰς κοινοβουλευτικὰς Χώρας ἐξεδηλώθη διὰ καταλύσεως ἢ παραμορφώσεως τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφασίσθη ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι τὸ θέμα, καθαρῶς τεχνικόν, ἐξηντλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κατὰ τρόπον καθιστῶντα περιττὴν τὴν ἰδικήν μου ἀνάπτυξιν, καὶ ἀφοῦ ἐγένετο μνεία τοῦ ὀνόματός μου, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὸν τύπον, καὶ ἀφοῦ ἀπεφασίσθη νὰ λάβουν τὸν λόγον οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν εὐτυχίαν νὰ καταλέγωμαι καὶ ἐγώ, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσω διὰ βραχέων τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐν τοῖς κόλποις τοῦ προηγουμένου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνεγνωρίσθη ὡς ζήτημα ἐθνικόν, καὶ πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οἱ τότε καὶ οἱ νῦν, ἐθεώρησαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωσι πολιτικὴν χροιὰν εἰς αὐτό. Θὰ ἦτο ἀληθῶς ἄσκοπον ἐὰν γνώμη καθαρῶς ἐπιστημονικῆς καὶ τεχνικῆς ἐρεύνης ἐθεωρεῖτο ὡς γνώμη πολιτική. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ, πῶς ἐπῆλθεν ἡ κρίσις ἐξ ἧς ἐπήγασεν ἡ διάλυσις τῆς προτέρας Κυβερνήσεως καὶ ἡ σύστασις τῆς παρούσης. Ἠκούσατε τὰ περὶ τούτου καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὰ ἐπαναλάβω. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη τότε, δὲν ἦτο ἐάν τις διαφωνῶν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπάρχοντος Νόμου, θὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἐάν τις, δύναται, διαφωνῶν, νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκδηλῶν τὴν διαφωνίαν του ζωηρότερον, ἤτοι διὰ τῆς μὴ ὑπογραφῆς τοῦ σχετικοῦ πρακτικοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ κειμένου Νόμου, ὅτε δηλαδὴ ἀπεκλείσθησαν, ὡς τεχνικῶς μὴ παρέχοντες τὰ πιστά, ὁ κ. Ραλλίδης καὶ ἡ ὁμὰς τῶν ἐργολάβων τῆς Μακεδονίας, ἓν μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ τότε, καὶ ὀνομάζω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Θεσσαλονίκης πολιτευτήν, ἠρνήθη νὰ ὑπογράψῃ τὸ πρακτικὸν ἐκεῖνο καὶ παρέμεινεν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Διετύπωσα ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς γνώμης ἐκείνης, ἀλλὰ δὲν ἐπεκράτησαν αἱ ἐμαὶ ἀντιρρήσεις. Ὅτε κατόπιν ἠγέρθη ἐκ νέου τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς κρίσεως τῶν δύο ἄλλων Οἴκων, ἀπηύθυνα εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπιστολήν, ἡ ὁποία, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔλαβον, δὲν ἀνεκοινώθη, δὲν ἀνεγνώσθη εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐντεῦθεν δὲ προκύπτει πεπλανημένη τις ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔσχε περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ἔλαβον ἀντίγραφον τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ἀπὸ τὸν κ. Ζαΐμην, καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. «Ἀθῆναι 3 Φεβρουαρίου 1928. Σεβαστέ μου κ. Πρόεδρε. Λυποῦμαι πολύ. (Ἀναγινώσκει).... Παρὰ τὴν γνώμην μου ἐπεκράτησεν ἡ ἀντίθετος ἀντίληψις. Τονίζω ὅτι παρὰ τὴν γνώμην μου ἐπεκράτησε τοῦτο, καὶ ἔμειναν σύμφωνοι πρὸς τὴν γνώμην μου ἐκείνην. Καὶ τῷ ὄντι, τὰ Ὑπουργικὰ Συμβούλια εἶναι πολιτικὰ Σώματα, καὶ οἱ κανόνες, οἵτινες διέπουν αὐτά, δὲν δύνανται νὰ εἶναι οἱ κανόνες, οἵτινες διέπουν τὰ πλημμελειοδικεῖα ἢ τὰ πρωτοδικεῖα Δύναταί τις ἐκεῖ καὶ ὀφείλει νὰ παραμείνῃ διατυπῶν τὴν γνώμην του κατὰ τὸν γνωστὸν τρόπον, ἀλλὰ παραμένων ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, καθ’ ὃ ἄλλως τε ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ ἀποσχὼν ἐκ τῶν συναδέλφων, ἔχει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Πῶς δύναται νὰ συμβιβασθῇ τοῦτο μετὰ τῆς μὴ ὑπογραφῆς τοῦ σχετικοῦ πρακτικοῦ; ἐρωτῶ. Ἀναμφισβητήτως, ἐν Κυβερνήσει μάλιστα, ἐν Κυβερνήσει ἰδιαίτατα, ἥτις συναπαρτίζεται διὰ τῆς συμπράξεως πλείστων πολιτικῶν μερίδων, μερίδων μὴ ἐχουσῶν κατὰ πάντα τὰς αὐτὰς τάσεις καὶ κατευθύνσεις, τὰς αὐτὰς ἰδέας καὶ ἀρχάς, τὰς αὐτὰς ἀντιλήψεις περὶ τῆς μεθόδου τοῦ πολιτεύεσθαι καὶ τοῦ ἐφαρμόζειν τοὺς Νόμους, ἀναμφισβητήτως, θὰ ὑπάρξουν, καὶ ὀφείλουν νὰ ὑπάρχουν, διαφοραὶ ἀντιλήψεων, συγκρούσεις γνωμῶν. Ἀλλ’ ὅπως ἐδήλωσα ῥητῶς ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, εἰς πᾶσαν τοιαύτην περίπτωσιν, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἡ διατύπωσις ἀντιθέσεως πρὸς τὴν ἐπικρατοῦσαν γνώμην, δὲν ἔχει οὔτε νομικὴν οὔτε πολιτικήν, οὔτε ἠθικὴν σημασίαν. Ἔχει ἁπλῶς ἱστορικὴν σημασίαν. Ἓν ἱστορικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπέρασε, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ νομικὴν σημασίαν, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πολιτικὴν σημασίαν, διότι θὰ ἦτο ἄνω ποταμῶν νὰ παραμένῃ τις μέλος πολιτικοῦ Σώματος, νὰ ἀρνῆται πολιτικὴν σημασίαν εἰς τὰς πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἔστω καὶ σιωπηρῶς συνετέλεσεν, καὶ νὰ ἔχῃ ἠθικὴν σημασίαν. Τοὐναντίον θὰ ἔλεγον, ὅτι ἂν εἶχεν ἠθικήν τινα σημασίαν, ἡ σημασία αὐτὴ ἔπρεπε νὰ συνίστατο εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ νομίζων ὅτι τοσοῦτον παραβλάπτονται τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῆς Χώρας καὶ ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται διὰ τῆς μὴ ὑπογραφῆς του, ἔχει τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν οὐχὶ νὰ παραμείνῃ, ἀλλὰ νὰ ἀπόσχῃ, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ μετέχῃ ὁπωσδήποτε τῆς εὐθύνης ταύτης. Βεβαίως παρουσιάζονται πολλάκις περιστάσεις συγκρούσεων, ἀλλὰ μήπως δὲν παρουσιάζονται τοιαῦται περιστάσεις εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, εἰς τὸν ἐπαγγελματικὸν βίον, εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον, συγκρούσεις αἰσθημάτων, συγκρούσεις ἀντιλήψεων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κριτηρίῳ ἑκάστου; Νομίζει τις ὅτι πράξεις εἰς τὰς ὁποίας συμμετέχει, καὶ ἂν δὲν συμμετάσχῃ παραμένων, θὰ συμμετάσχῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβοῦν ἐλάχιστα βλαπτικαὶ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Λέγει τὴν γνώμην του καὶ δὲν θεωρεῖ τὴν γνώμην του ἀξίαν περαιτέρω ἐπιμονῆς. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἡ βλάβη, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου εἶναι ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, εὑρίσκεται ἐνώπιον μιᾶς ἐπιταγῆς τῆς συνειδήσεως, ν’ ἀποτρέψῃ διὰ παντὸς μέσου τὴν βλάβην ταύτην. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπέναντι τῆς ἐπιταγῆς τῆς συνειδήσεως ταύτης ὑπάρχει ἡ συναίσθησις ἑνὸς ἄλλου συμφέροντος τοῦ Δημοσίου καὶ ἑνὸς ἄλλου καθήκοντος, τοῦ καθήκοντος τοῦ νὰ διατηρήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν, διότι αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ πρόξενος ὀφέλους ἐθνικοῦ τοσοῦτον μεγάλου, ὥστε τοῦτο νὰ ὑπερβαίνῃ κατὰ πολὺ τὴν ζημίαν τὴν ἐκ τῆς πρώτης περιπτώσεως, θὰ ἐφαρμόσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν, εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ἡ οὐσία τῆς πολιτικῆς. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι κατ’ ἐμὲ ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ τέχνη τοῦ μὴ χείρονος. Θὰ ἐξετάσῃ ποῖον εἶναι τὸ ὀλιγώτερον κακόν· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς διαλύσεως μιᾶς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἐθνωφελοῦς καὶ τῆς ἐμποιήσεως αἰσθήματος ἀνησυχίας εἰς τὸ κοινὸν ἢ ἐκ τῆς πράξεως κατὰ τῆς ὁποίας διαμαρτύρεται; Ἐξετάζων καὶ ζυγίζων τὰ δύο ταῦτα αἰσθήματα, θ’ ἀποφασίσῃ· ἀλλ’ ἡ μειοψηφία του εἶναι μόνον δι’ ἑαυτόν. Δὲν ὑπάρχει, οὔτε διὰ τοὺς συναδέλφους του κἄν, οὔτε κατὰ μείζονα λόγον διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αἱ ἀντιλήψεις μου αὗται εἶναι ὀρθαὶ πολιτικῶς ἢ ὄχι. Ὁπωσδήποτε ἀδιστάκτως τὰς πρεσβεύω καὶ ἀδιστάκτως τὰς ἐφήρμοσα κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν συνέπεσαν ἀντιγνωμίαι νὰ ἐμφανισθοῦν ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ συνασπισμοῦ, Κύριοι, συμβαίνει τοῦτο τὸ περίεργον. Ὅτι ἕκαστος δὲν εἶναι μόνον κριτὴς καὶ διαχειριστὴς ἐν τῷ ἰδίῳ αὑτοῦ Ὑπουργείῳ, ἀλλὰ συμπρωθυπουργεύει, οὕτως εἰπεῖν, μετὰ τῶν ἄλλων. Εἶναι κεκλημένος νὰ δώσῃ γνώμην ἐπὶ θεμάτων ἀφορώντων τὴν διαχείρισιν ἄλλων ὑπουργείων. Ποία ἦτο καὶ ποία εἶναι ἡ ἐμὴ ἀντίληψις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν τὴν μᾶλλον συμφέρουσαν, ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, τὴν εἶχον ἐξαγγείλει καὶ ἄλλοτε, τὴν ὑποστηρίζω καὶ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Πρῶτον κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ γίνωνται τὰ δημόσια ἔργα, πόθεν νὰ πορίζεταί τις τὰ χρήματα; Πολλὰ ἐλέχθησαν. Ἐλέχθη ὅτι καλὸν θὰ εἶναι νὰ ἐκτελῶνται κατ’ ἔτος ἀπὸ τὸν δημόσιον προϋπολογισμόν. Εἶναι μία θεωρία ἡ ὁποία, ὡς ὀρθότατα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας συνάδελφός μου, ἐναυάγησε κατὰ τρόπον οἰκτρὸν ἐν Ἑλλάδι. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας πολιτευτής, ὁ κ. Ἀθανασιάδης, διεξετραγώδησε τῆς ἐπαρχίας του τὰ δεινὰ διὰ τὴν ἔλειψιν ὁδοποιΐας. Ἡμεῖς, οἰκοῦντες ἀπέναντι τῆς Ναυπάκτου, βλέπομεν ἀκόμη τὰ ἴχνη μιᾶς ἡμιτελοῦς καὶ κατεστραμμένης ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἠθέλησε νὰ χαράξῃ διὰ νὰ ἑνώσῃ τὴν Ναύπακτον μὲ τὸ Μεσσολόγγιον. Μετὰ τόσα ἔτη οἱ Ναυπάκτιοι ἐπικοινωνοῦν μὲ τὸ Μεσσολόγγιον ἀτμοπλοϊκῶς καὶ διὰ μέσου τῶν Πατρῶν. Χίλια τοιαῦτα παραδείγματα θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς φέρω Διατίθεται μία πίστωσις ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τίς θὰ πάρῃ τὴν πίστωσιν αὐτήν; Μὴ πλανώμεθα· ἢ ὁ Πρωθυπουργὸς ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἢ ἰσχυροτέρα τις ὁμάς, θὰ κατορθώσῃ, ὥστε ἡ ἰδική της ἀνάγκη διὰ τὴν ἰδικήν της ἐπαρχίαν νὰ θεωρηθῇ μᾶλλον ἐπείγουσα καὶ νὰ διατεθῇ ἡ πίστωσις διὰ τὴν ἐπαρχίαν αὐτῆς. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἱστορία τῆς ὁδοποιΐας ἐν Ἑλλάδι. Δὲν θὰ ἔλεγον ὅτι τοῦτο εἶναι κακόν, διότι ἐπὶ τέλους ὑποτίθεται ὅτι διὰ τῆς ἐναλλαγῆς τῶν ἐτῶν, θὰ ἤρχετο καὶ ἡ σειρὰ τῶν ἀπὸ ἀπόψεως ὁδοποιΐας λιμωττόντων. Ἀλλ’ εἶνε ἄλλο τὸ δυστύχημα, ὅτι λόγῳ τῶν συνεχῶν κυβερνητικῶν μεταβολῶν, ἐνῷ ἔχει κατὰ τὸ τρίτον ἢ κατὰ τὸ ἥμισυ συντελεσθῆ ἡ ὁδός, οἱ ἐρχόμενοι μὲ τὴν σειράν των εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ψυχίων τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας, λαμβάνουν τὴν πίστωσιν καὶ τὴν διαθέτουν εἰς ἰδικήν των ὁδόν. Ἡ πρώτη ὁδὸς μένει ἡμιτελὴς καὶ καταστρέφεται. Αὕτη λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ὑπῆρξεν ἡ ἱστορία τῆς ὁδοποιΐας ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν δὲ ἐπιμείνωμεν εἰς τοῦτο, διαπράττομεν τοῦτο τὸ ἄτοπον, ὅτι, οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδικοῦ μας χαρακτῆρος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πείρας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει θεωρητικῶν καὶ ἀφῃρημένων ἰδεῶν, θέλομεν νὰ κατασκευάζωμεν σοφίσματα. Εἶναι σόφισμα, ἄν θέλετε φιλοσοφικόν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἶναι σύστημα πολιτικόν, πραγματικόν. Ἐπιτρέπεται δάνειον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δεσμεύεται ὁπωσδήποτε μὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων; Ἰδῆτε τὴν ἱστορίαν τῶν δανείων τούτων. Τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἶχε καὶ ἄλλοτε συστηθῆ καὶ ἄλλοτε εἶχε προικοδοτηθῆ. Μίαν ὡραίαν πρωΐαν τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, μὴ δεσμευθέντα διὰ συμφωνιῶν εἰδικῶν, συνεχωνεύθησαν μὲ τὸ γενικὸν Ταμεῖον, πρὸς παραμυθίαν δὲ τῶν ἐπαρχιῶν ἠνοίχθη εἷς λογαριασμός, εἰς τὸν ὁποῖον κάθε ἐπαρχία εἶχε πιστωθῆ μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶχε μέχρι τοῦδε εἰσφέρει καὶ τῆς ἐδόθη ἡ μηδέποτε ἐκτελεσθεῖσα ὑπόσχεσις, ὅτι διὰ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ἐδικαιοῦτο εἰς τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Κωμῳδία, Κύριοι, καὶ ὅσοι θέλουν νὰ ἐφαρμόσουν πραγματικὴν πολιτικήν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνουν τὰς κωμῳδίας τοῦ παρελθόντος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ τὸ συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων μὲ τὴν μακρὰν πεῖραν, ἡ ὁποία διακρίνει τοὺς μετέχοντας αὐτοῦ, εἶπεν, ἡ αἰωνία ἱστορία εἶναι ὅτι αἱ ὀπαὶ τῶν προϋπολογισμῶν καλύπτονται συνήθως εἰς βάρος τῆς ὁδοποιΐας. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι νὰ καταργήσῃ κανεὶς σχολεῖα, Γυμνάσια, Πρωτοδικεῖα, καὶ ἄλλα ὑπάρχοντα ἤδη, κεκτημένα παρὰ τῶν πληθυσμῶν εἶναι πολὺ δυσκολώτερον παρὰ νὰ μὴ τοὺς κάμῃ δρόμους. Ἡ ἀφαίρεσις ἑνὸς κεκτημένου τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἀγαθὸν ἢ εἶναι ἀγαθόν, γεννᾷ περισσοτέραν ὀδύνην φυσικῶς παρὰ ἡ μὴ ἐκπλήρωσις μιᾶς ὑποσχέσεως. Ἀλλὰ μήπως ἡμεῖς μόνον ὑποπίπτομεν εἰς τοιαύτην τινὰ παρέκκλισιν; Τίς δὲν ἀνέγνωσε τὰς ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τοῦ τελευταίου Ἀγγλικοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπου κατηγορεῖται, οὔτε πολὺ οὔτε ὀλίγον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δι’ ἑνὸς τεχνάσματος εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκεῖ ὑφίσταται, κατώρθωσε νὰ καλύψῃ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ; Μία ὁδός, λοιπόν, ἀπομένει διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεγάλων ἔργων: ἡ σύνδεσις τοῦ ποσοῦ τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν μὲ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ὅτι διὰ δανείων πρέπει νὰ γίνουν τὰ μεγάλα ἔργα, δὲν δύναται σοβαρῶς νὰ συζητηθῇ. Ἠρώτησεν εἷς τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν πρὸ ὀλίγου καιροῦ εἰς ποίαν Χώραν τοῦ κόσμου τὰ μεγάλα ἔργα γίνονται διὰ δανείων; Εἰς ὅλας. Ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὰ 1878, ὀλίγον χρόνον δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀφαίμαξιν, τὴν ὁποίαν ἡ Γαλλία εἶχεν ὑποστῆ, πέντε δισεκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν — ἦσαν πάρα πολλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πέντε δισεκατομμύρια — υἱοθέτει πρόγραμμα περὶ κατασκευῆς μεγάλων ἔργων ἐν Γαλλίᾳ, δι’ ἐκδόσεως δανείου. Ὄχι μόνον Κύριοι, διότι ἡ ἐν συνεχείᾳ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων εἶναι ἀδύνατος ἄνευ τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ ὅλου ποσοῦ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι δίκαιον, ὅταν κατασκευάζωμεν μεγάλα ἔργα καὶ αἱ μέλλουσαι γενεαὶ νὰ ἐπιβαρύνωνται μὲ τὸ ἐκ τούτων βάρος, καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἔχωσιν καὶ τὴν ἐκ τούτων ὠφέλειαν. Οὐδεμία δὲ ἀμφιβολία ὑπάρχει οὐδὲ συνεζητήθη οὐδαμοῦ, οὐδαμῶς, ὅτι τὰ μεγάλα ἔργα, λιμένες, σιδηρόδρομοι, ὁδοὶ πρὸ πάντων — ἂς μὴ ὁμιλῶμεν ἡμεῖς περὶ σιδηροδρόμων καὶ λιμένων, διότι δὲν ἔχομεν οὐδὲ στοιχειώδεις— ὄχι μόνον ἀνακουφίζουν ἀμέσως τὸν προϋπολογισμόν, ὅπως οἱ εἰδικοὶ ἐκθέτουν διὰ μακρῶν εἰς ἐκθέσεις των, καὶ ἀποδεικνύουν, πόσον ἐλαφρότερος θὰ ἦτο ὁ βίος ἐκ τῆς μειώσεως τῶν κομίστρων, ἀλλὰ συντελοῦν καὶ εἰς κἄτι ἄλλο, εἰς τὴν αὔξησιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Αὐτὸ ἦτο τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα ἐν Γαλλίᾳ, ὅταν ἀπεφάσισαν νὰ ἐκτελέσουν τὸ θαυμάσιον ἐκεῖνο σύμπλεγμα ὁδῶν. Ὁ χωρικός, ὁ ἀπομεμονωμένος, δὲν θὰ παραγάγῃ παρὰ μόνον ὅσον τοῦ χρειάζεται διὰ τὴν κατανάλωσίν του, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι εἶναι εὔκολος καὶ εὐθηνὴ ἡ μεταφορὰ εἰς τὰ μεγάλα κέντρα τῆς καταναλώσεως, εἶναι φυσικὸν νὰ ἑλκυσθῇ ἀπὸ τὸ κέρδος καὶ νὰ ἐντείνῃ τὴν παραγωγήν, ἡ δὲ ἔντασις τῆς παραγωγῆς εἶναι αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καθιστᾷ πλείονα τὰ δημόσια εἰσοδήματα. Κατὰ συνέπειαν τὰ ἔργα ταῦτα δικαίως ἐκλήθησαν ἔργα παραγωγικά, καὶ δι’ αὐτὸ οὐδεὶς ἄλλος τρόπος ὑπάρχει νὰ ἐκτελεσθοῦν, παρὰ μόνον δι’ ἐπιχειρήσεων μεγάλων, τοῦ Κράτους κρατοῦντος δι’ ἑαυτὸ τὸν ἔλεγχον, καταλλήλως ὀργανουμένου. Τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐφήρμοσα, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν καὶ τὸ βάρος τῆς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας, εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν. Πρέπει δὲ νὰ καταφεύγῃ τις εἰς ξένας Ἑταιρείας, μόνον ὅταν τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκτελεσθοῦν, εἶναι τεχνικῆς σπουδαιότητος, διὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐγχώριοι δυνάμεις δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἔργα, ὅπως ἡ κατασκευὴ μιᾶς τεχνητῆς λίμνης, ὑδρεύσεως, ἀποξηράνσεως μεγάλων ἐκτάσεων, δὲν γνωρίζω, δὲν ἔχω οὐδεμίαν πληροφορίαν, ὅτι δύνανται νὰ ἐκτελεσθοῦν ἀπὸ ἑλληνικὰς ἑταιρείας. Θὰ φθάσωμεν μίαν ἡμέραν καὶ ἐκεῖ, εἶναι δὲ ἤδη εὐτύχημα, ὅτι ἔχομεν Ἑλληνικὰς Ἑταιρείας οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ πλείονας τῆς μιᾶς, ἀξίας νὰ ἐκτελέσουν αὐτὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας. Διὰ τίνα λόγον, ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρέπει νὰ προτιμῶμεν τὰς Ἑλληνικὰς Ἑταιρείας; Δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ λόγος σωβινισμοῦ. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ λόγος, ὅτι τὰ κέρδη θὰ παραμείνουν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Ἑταιρείας. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ λόγος, ὅτι διὰ τῆς ἀσκήσεως ταύτης θὰ κατασταθῶσιν ἱκανώτεραι διὰ μείζονα ἔργα, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἕνας ἄλλος λόγος, Κύριοι, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας. Εἶναι δικαίωμα καὶ καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων νὰ προστατεύουν τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων των. Πολλάκις ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς εἶναι εὔθικτοι διὰ τὴν ἄσκησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ καθήκοντος τούτου, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα καὶ καθῆκον ἀναγεγραμμένον εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις. Καὶ ἡμεῖς αὐτοί, ὅπου ἦτο δυνατόν, δὲν παρελείψαμεν καὶ ἐννοῶ καὶ προηγουμένας Κυβερνήσεις, πάσας τὰς Κυβερνήσεις,—δὲν παρελείψαμεν νὰ προστατεύσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων, ὁσάκις ταῦτα συμπίπτει νὰ τίθενται εἰς κίνδυνόν τινα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἀλλ’ ἐννοεῖ τις, ὅτι δὲν εἶναι εὐχάριστον νὰ συζητῇ διὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐσίαν εἶναι ἰδιωτικὰ μὲ μορφὴν διεθνῶν συνομιλιῶν. Ἐφόσον λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφεύγῃ τις τὰς συνομιλίας, αἱ ὁποῖαι διὰ τὴν φυσικὴν ἄλλωστε ἀντίθεσιν καὶ διαφορὰν γνωμῶν — ἡ διαφορὰ τῶν γνωμῶν ὑφίσταται πάντοτε μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργολήπτου— εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσῃ οὐχὶ ἔριδας καὶ προστριβάς, ἀλλὰ καὶ ψυχρότητα, ἔστω καὶ παροδικήν, πρέπει νὰ τὸ ἀποφεύγῃ. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον σπουδαῖον ἐξίσου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ τις εἰς ὅσα ἔργα δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ πρόσκλησις ξένων Ἑταιρειῶν, νὰ καλῇ ταύτας. Τὸ ξένον κεφάλαιον, Κύριοι, διὰ νὰ μεταναστεύσῃ ὠθεῖται ἁπλούστατα ἀπὸ τὸ ἐλατήριον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὠθήθη καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἐργασία διὰ νὰ μεταναστεύσῃ μακρὰν τῆς πατρίδος της. Ὁ ἕλλην ἐργάτης φεύγει ἀπὸ τὴν πατρίδα του, διότι γνωρίζει, ὅτι θὰ κερδίσῃ πολλαπλάσια μεταβαίνων ἀλλοῦ. Τὸ ξένον κεφάλαιον, μεταναστεῦον καὶ μὴ χρησιμοποιούμενον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Χώρας του, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει ἐν ἀφθονίᾳ, ζητεῖ ἁπλούστατα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ἴδιον κανόνα καὶ νὰ κερδίσῃ περισσότερα. Θὰ ζητήσῃ ἀτελείας, τὰς ὁποίας αἱ Ἑλληνικαί Ἑταιρεῖαι δὲν θὰ ζητήσουν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, καὶ ἂν θὰ ζητήσουν θὰ εἶναι μικραί. Θὰ ζητήσουν ἓν κέρδος μεγαλύτερον, διότι ἡ χρησιμοποίησις ἐν τῷ τόπῳ του τῷ παρέχει πλήρη ἀσφάλειαν, ἐνῷ ἡ χρησιμοποίησίς του ἐν ἄλλῳ τόπῳ τοῦ ἐμβάλλει, ἀδίκως διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἰδέαν ὅτι πρόκειται νὰ διακινδυνεύσῃ. Λέγω ἀδίκως διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν καὶ κατὰ τὰς στιγμὰς τῶν μεγάλων περιπετειῶν ἐπληρώσαμεν πάντοτε εἰς τὸ ἀκέραιον. Ἐκτὸς τοῦ λόγου τούτου, νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἰδέα—καὶ τὸ εἶπον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον—νὰ προκηρυχθῇ συναγωνισμός, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ συμμετάσχουν καὶ ξένοι μεγάλοι Οἶκοι, εἶναι κατ’ ἐμὲ πρᾶγμα ἄσκοπον. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πόσος χρόνος θὰ χρειασθῇ διὰ τοῦτον, διότι κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἐὰν δὲν δώσετε προθεσμίαν, τοὐλάχιστον τριῶν μηνῶν, εἰς τὰς σοβαρὰς Ἑταιρείας νὰ μελετήσουν τὴν ἐπιχείρησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσετε ὅτι θὰ προσέλθουν σοβαροὶ ξένοι νὰ συμμετάσχουν. Αἱ σοβαραὶ Ἑταιρεῖαι, Κύριοι, δὲν εἶναι ἄτομα· εἶναι ὀργανισμοὶ ὑπὸ τὸν τύπον τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Δὲν δύνανται νὰ ἀποφασίσουν τίποτε ἂν δὲν ζητηθῇ ἡ συγκατάθεσις, ἂν ὄχι τῶν μετόχων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων, καὶ τὰ Διοικητικὰ Συμβούλια ἐκεῖ δὲν ἀποφασίζουν εἰς τὸ γόνυ. Πρέπει οἱ διάφοροι Οἶκοι ν’ ἀποφασίσουν κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀναμιχθοῦν εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ κατόπιν τούτου νὰ μελετήσουν ταύτην δι’ εἰδικοῦ ἀπεσταλμένου, νὰ ἐπανέλθῃ ὁ ἀπεσταλμένος, νὰ γίνουν δεκταὶ αἱ ἀπόψεις του, καὶ μόνον τότε θὰ λάβουν μέρος εἰς τὸν συναγωνισμόν. Ἐὰν εἰς ὅλα ταῦτα ἀθροίσητε μαζὶ καὶ τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα εἶπον προηγουμένως, θὰ συμφωνήσητε μαζὶ μου, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ καρποφόρος ἡ ἰδέα τοῦ νὰ προσκαλέσωμεν καὶ ἄλλας ξένας Ἑταιρείας εἰς τὸν συναγωνισμόν. Ὁ συναγωνισμὸς λοιπὸν θὰ γίνῃ μεταξὺ τῶν δύο προσώπων. Εἴδομεν ποῖοι παρουσιάσθησαν, εἴδομεν ποῖοι ἀπεκλείσθησαν. Ἐγώ, κύριοι, ὑπεστήριξα τὸ πρῶτον, ὅτε ἡ ὑπόθεσις τῆς ὁδοποιΐας παρουσιάσθη ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὅτι κατ’ ἐμὲ ἡ καλλιτέρα πολιτική ἦτο νὰ γίνῃ μία σύμβασις μὲ Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία νὰ παρέχῃ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως τὰ πιστὰ τεχνικά τε καὶ οἰκονομικά, καὶ ἡ σύμβασις αὕτη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὴν δὲ τὴν πολιτικὴν ἠκολούθησα καὶ ὅτε ἤμην εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας. Δὲν θεωρῶ τοὺς συναγωνισμοὺς εἰς τοιαύτας περιστάσεις χρησίμους. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ συναγωνισταὶ νὰ συνεννοηθοῦν μεταξύ των, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλητε εἰς συναγωνισμὸν αὐτούς; Κατὰ τὶ κριτήριον θὰ ἀποφανθῆτε διὰ τὴν τεχνικὴν ἱκανότητα ἑκάστου; Καὶ πῶς θ’ ἀποφανθῆτε διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἱκανότητα ἑκάστου, τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι εὐκολώτερον ὅταν παρουσιάζωνται σοβαροὶ ὅμιλοι; Ἀλλὰ πῶς θ’ ἀποφανθῆτε διὰ τεχνικὴν φερεγγυότητα ἑκάστου, ὅπερ εἶναι διάφορον ἀπὸ τὴν τεχνικὴν ἱκανότητα; Διότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἔχοντες τὴν ἱκανότητα νὰ ἐργασθοῦν καλῶς, καὶ τὸ συμφέρον καὶ ὁ κακός τους χαρακτὴρ νὰ τοὺς ἐπιβάλλῃ νὰ μὴ κάμνουν ἀπολύτως τὸ καλόν. Πῶς θὰ κάμητε συναγωνισμὸν μὲ ὅλους αὐτούς, καὶ ποῖον θὰ εἶναι τὸ κριτήριον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κρίνητε τούτους; Μοιραίως, λοιπόν, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν αἴτησιν πληροφοριῶν ἐπισήμων ἢ ἀνεπισήμων ἢ εἰς τὴν ἄφεσιν τῆς ἐγκρίσεως αὐτῶν νὰ λάβουν πληροφορίας διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ὑπάρξεως προσόντων παρὰ τῷ ἑνὶ ἢ τῷ ἄλλῳ τῶν συναγωνιζομένων. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφασίσητε σχετικῶς ἐπὶ τῆς ἱκανότητος, τῆς φερεγγυότητος, τῆς καλοτεχνίας, εἶναι μοιραῖον ὅτι θὰ ἀνατρέξητε εἰς τὸ παρελθὸν ἑκάστου, θὰ ἐξετάσητε μοιραίως καὶ τὸ τεχνικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν μέρος αὐτῶν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὴν ἀτομικότητα ἑκάστου. Εἶναι δυσάρεστον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀποφύγετε αὑτά, ὅσον ἱκανοὶ καὶ ἂν φαίνωνται ὅτι εἶναι οὗτοι. Μοιραίως θὰ τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ἀλλ’ εἶναι δυσάρεστον, διότι πλησίον τῶν ἐξηκριβωμένων πληροφοριῶν ἀρχίζουν καὶ σπερμολογίαι. Ἤκουσα προχθὲς ἕνα τῶν ἀξιοτίμων κ. Συναδέλφων ἐδῶ, λέγοντα ὄπισθεν ψίθυρόν τινα, τὸν ὁποῖον τοῦ ὑπέβαλον καὶ εἰς τὸν ὁποῖον καλῇ τῇ πίστει ἐπίστευσε. Συνέπεσεν ὅμως νὰ ἔχω γνῶσιν ἀτομικῶς τοῦ πράγματος καὶ ἔδωκα τὴν ἀπάντησιν. Εἶδον δὲ πόσον ἐπικίνδυνος εἶναι πράγματι ὁ συναγωνισμός, ὅπου ἀναγκάζεσθε, χωρὶς νὰ τὸ θέλετε, νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἰδιωτικὰς γνώσεις. Δὲν λέγω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι παράτυπον μόνον διὰ τὸν δικαστήν, λέγοντα ὅτι δὲν δύναται νὰ λαμβάνῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν. Διὰ τὸν διοικητικὸν καὶ τὸν πολιτικὸν τοῦτο δὲν ἀληθεύει. Ἤκουσα συνάδελφον νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Οἶκος Μακρῆ ἐπτώχευσε καὶ ᾐσθάνθην, Κύριοι, τὴν πικρίαν, ὅτι ἀναγκάζεται κανεὶς νὰ μεταχειρίζεται τὰς ἰδιωτικάς του γνώσεις ὅταν ἤρχισε τοῦτο ἐκτοξευόμενον. Διότι γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν λεπτομερῶς καὶ γνωρίζω ὅτι, ὄχι μόνον δὲν ἐπτώχευσεν, ἀλλὰ πρὸ εἰκοσαετίας ἔδειξε δεῖγμα τὸ ὁποῖον σπανίως ἔχουσι δείξει Ἕλληνες ἔμποροι. Ὑπῆρχε, Κύριοι, μία μεγάλη Ἑταιρία εἰς τὰς Πάτρας ἡ ὁποία ἀπελάμβανεν παμμεγίστης πίστεως καὶ ἡ ὁποία εἶχεν ἐπεκταθῇ εἰς ἀπείρους ἐπιχειρήσεις οἰνολογικάς, σταφιδικὰς κλπ. Τοσοῦτον δὲ ἦτο φερέγγυος, ὥστε τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐν πλήρει καλῇ πίστει καὶ πεποιθήσει τῆς φερεγγυότητος αὐτῆς τῆς Ἑταιρίας εὑρέθη ἀνοικτὸν ὅταν ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ ἐσταμάτησε τὰς πληρωμάς της μὲ 1.200.000 δραχ. ἔλλειμμα, κολοσσιαῖον διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, Ἀλλ’ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ μεμφθῇ τὸν δόντα τὴν πίστωσιν, διότι οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἐκινδύνευεν ὁ κολοσσὸς αὐτός. Πτωχὰ ὀρφανὰ καὶ ἄλλοι εἶχον δώσει τὰς καταθέσεις αὐτῶν, μὲ μεγάλην ἐμπιστοσύνην. Γνωρίζετε πῶς γίνονται οἱ δανεισμοὶ ἀπὸ τὰς Τραπέζας. Ἐκτὸς τῆς πρώτης ὑπογραφῆς, ἡ ὁποία λέγεται ὑπογραφὴ ἀρεσκείας, καὶ ὅταν μεγάλος Οἶκος ζητεῖ τὴν ὑπογραφὴν τῶν μικρῶν, ἂς εἴπωμεν, τοῦτο θεωρεῖται ὡς τιμή. Ἔδωκε λοιπὸν καὶ ὁ Μακρῆς τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ καὶ εἶχε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τότε ἐνοχοποιήσει τὴν μόνην ἐκ 200 χιλ. περιουσίαν του. Ὅταν ἐσταμάτησεν ὑπῆρξαν νομικοὶ σύμβουλοι, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶπον νὰ σταματήσῃ τὴν πληρωμὴν μέχρι λεπτοῦ, καίτοι ἦτο ἁπλοῦς ἐγγυητής. Καὶ ἤρχισεν ἐκ νέου ὁ ἴδιος ἐργαζόμενος, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ καταρτίσῃ περιουσίαν. Δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο γίνεται καὶ σήμερον. Ἔχω τὸ καθῆκον, καὶ ἐπειδὴ ἔχω γνῶσιν τοῦ πράγματος, νὰ μὴ ἀφήσω τὴν ἀόριστον ταύτην σπερμοτολογίαν, τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ πέσῃ τις θῦμα, νὰ κυκλοφορῇ ἀνευθύνως. Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ἆραγε διὰ τοῦτο πρέπει ὁ Οἶκος Μακρῆς νὰ πάρῃ τὴν σύμβασιν τῆς ὁδοποιΐας; Δὲν ὑποστηρίζω τοῦτο. Ἀλλὰ πρῶτον ἠθέλησα νὰ διαλύσω τὰς κατ’ αὐτοῦ σπερμολογίας, δεύτερον δὲ νὰ εἴπω ὅτι ὁ Μακρῆς συμπράττει μετὰ τεχνικῶν ἑταιριῶν, ὅλων σχεδὸν τῶν ὑπαρχουσῶν πλὴν δύο, συγκεντρωθεισῶν πέριξ αὐτοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον βεβαίως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι δεῖγμα ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτόν. Πλὴν δὲ τούτου ἡ τεχνικὴ ὀργάνωσις τοῦ Οἴκου αὐτοῦ εἶναι ἤδη κατηρτισμένη. Τὸ γεγονὸς δὲ τώρα εἶναι ὅτι ὁ Μακρῆς εἶπε τὰς προτάσεις αὐτοῦ καὶ εἶχε ὑποβάλλει τοιαύτας καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς δικτατορίας. Ἐλέχθη ὅτι τότε ἦτο δύσκολον νὰ λάβῃ τις τὴν συγκατάθεσιν τῆς δικτατορίας διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν σύμβασιν αὐτήν. Αὐτὴ ἡ σύμβασις ἡ ὁποία εἶχε τὴν ἔγκρισιν τῶν Δημοσίων Ἔργων θὰ ἦτο δύσκολον νὰ τύχῃ τῆς συναινέσεως τοῦ δικτάτορος; Ὄχι. Αὐτὸς δὲν ἐδίσταζε πρὸ οὐδενὸς καὶ ἀπέδειξε τοῦτο εἰς ἄλλην σύμβασιν ἀφορῶσαν τὰ ἀρδευτικὰ ἔργα, τὴν Πάουερ–Ἀτράξιον. Διὰ νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Εἰδικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἑδρεύοντος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας, τὸ ὁποῖον, ἀδιαφόρως ἂν πεπλανημένως ἢ μή, πάντως καλοπίστως, ἐγνωμάτευσε κατὰ τῆς συμβάσεως. Ὁ δικτάτωρ τότε διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπόν του, ἔκαμε Συμβούλιον ἀπὸ τὰς διαφόρους προσωπικότητας, τὰς ὁποίας ἔκρινεν αὐτὸς καταλλήλους ἀπὸ ἐμπόρους, ἀπὸ πρώην ἀξιωματικούς, ἐπῆρε τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ ἔθεσε κατὰ μέρος τὴν γνώμην τοῦ Εἰδικοῦ Συμβουλίου καὶ προσεχώρησε εἰς τὴν σύναψιν τῆς Συμβάσεως. Θὰ ἠμποδίζετο λοιπὸν τότε ἀπὸ μίαν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν; Ὄχι. Ἡ ἀλήθεια δὲν εἶπε τοῦτο· ἡ ἀλήθεια εἶπεν ὅτι παρουσιάσθη ἐκ μέρους ὅλων τῶν συμπραττόντων εἰς τὴν ἐπιχείρησιν αὐτήν, εἴτε ὡς οἰκονομικῶν ὁμίλων εἴτε ὡς τεχνικῶν ὁμίλων νὰ ἐπιψηφισθῇ προηγουμένως ἀπὸ τὴν μέλλουσαν Βουλὴν ἡ σύμβασις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔγινε δεκτὸν ἀπὸ τὸν Πάγκαλον. Εἶπον ὅτι τὰ Δημόσια Ἔργα, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῷ 1926, ἐξεβιάσθησαν, καὶ διὰ τοῦτο ἔδωκαν τιμὰς ἀναλύσεως, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπέρτεραι ἐκείνων ἃς τὸ πρῶτον ἐζήτησεν ἡ Ἑταιρεία Μακρῆ.
§65Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Αἱ τιμαί, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ Ἑταιρεία Μακρῆ ἐπὶ Παγκάλου, εἶναι κατὰ 60 ἑκατομ. ἀνώτεραι τῆς σημερινῆς ἀναλύσεως.
§66Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Γνωρίζετε τί ὑπεστήριξα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ γνωρίζετε ὅτι δὲν ὑπεστήριξα ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὴν σύναψιν συμβάσεως μετὰ τοῦ Μακρῆ. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἦσαν ἐλεύθεραι πιέσεως αἱ γνῶμαι τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων κατὰ τὸ 1926. Ἐὰν εἴπητε ὄχι, τότε θέτετε αὐτὸ ἐν κατωτέρᾳ μοίρᾳ τῶν λοιπῶν συναδέλφων των, οἱ ὁποῖοι, προκειμένου περὶ τῆς Πάουερ–Ἀτράξιον, ἀντεστάθησαν εἰς τὴν δικτατορίαν. Κατὰ τὸ 1926, ὄχι τὸν Ἰούνιον πλέον, ἀλλὰ ὅταν ἀνετράπη ἡ δικτατορία, τὸ ἴδιον Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ κατὰ τὸ 1927, ἐγνωμάτευσε καὶ ἐπανέλαβε τὰς τιμὰς ταύτας, τὰς ὁποίας μάλιστα εἶχεν ἀποκαλέσει ὑπὸ τὸν τύπον «Τιμαὶ συμβάσεων Μακρῆ». Τὴν ἐποχὴν δ’ ἐκείνην οὐδεμία ἐξησκήθη πίεσις ἐπὶ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων. Εἶναι, λοιπόν, βέβαιον, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ἀπεφάνθη κατὰ τὸ 26–27 ἐλευθέρως, κανονίσαν ὡρισμένας τιμάς. Αἱ τιμαί, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ, καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς δικτατορίας ἦσαν ἐλεύθεραι. Δὲν νομίζω ἐγὼ ὅτι ἔπρεπε νὰ διατηρηθῶσιν αἱ τιμαὶ αὗται καὶ τό γνωρίζετε, διότι τὸ ὑπεστήριξα καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἀλλὰ νομίζω τοῦτο, ὅτι ὅταν ὁ Μακρῆς καὶ ὁ Πρεζάνης μετὰ τοῦ Καψαμπέλη εἰς τὴν πρώτην πραγματικὴν προσφορὰν προέτειναν τὰς τιμάς, τὰς ὁποίας εἶχε προσδιορίσει τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, κατὰ τὸ 26–27, δὲν διέπραξε κερδοσκοπικὴν ἀθεμιτουργίαν, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη. Αἱ πρῶται πραγματικαὶ τιμαὶ τοῦ Πρεζάνη ἦσαν αὗται. Ἰδοὺ τί μᾶς λέγει ὁ Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων «Πρὸ τῆς δημοπρασίας ἦλθεν εἰς τὸ γραφεῖον μου ὁ Πρεζάνης καὶ Καψαμπέλης κ.λ.π. (ἀναγινώσκει). Αἱ πρῶται, λοιπόν, προσφοραὶ κατ’ ἀτύχημα δὲν ἦσαν ἠθελημέναι καὶ ἐγένοντο κατὰ λάθος τυπογραφικόν. Δὲν θέλει ὁ Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων νὰ εἴπῃ σαφῶς τί τοῦ εἶπον. «Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι οὐδὲ κἂν ὡς ἀστειότης δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐγὼ δύναμαι νὰ ἀντικαταστήσω τὸ ἔγγραφον». Τοῦ ἐπρότειναν λοιπὸν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐγγράφου. Ἠξεύρετε πῶς ὀνομάζεται τοῦτο ἀπὸ ἀπόψεως Ποινικοῦ νόμου; Εἶναι προτιμότερον νὰ ζητήσουν ἀπ’ ἀρχῆς ἕνα ποσόν, τὸ ὁποῖον θεωροῦν ὑπερβολικόν, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ καταπέσουν, παρὰ νὰ ζητήσουν, ὅταν ἤρχιζεν ὁ ἀνταγωνισμός, νὰ διαπράξουν ἀδίκημα τοῦ Ποινικοῦ νόμου. Αἱ δὲ τιμαὶ ἐκεῖναι, οὐχὶ κατ’ ἀτύχημα, ἦσαν πραγματικαί. Ἦσαν ὅμοιαι μὲ τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων. Δὲν διέφερον ἀπὸ τὰς τιμὰς τοῦ Μακρῆ. Αὐτὸ λέγω, ὅτι ἐὰν δὲν συνέπιπτε τὸ παρεμπίπτον τοῦτο τοῦ ἀτυχήματος, δὲν θὰ ἔλεγον ἐγὼ εἰς τὸν Πρεζάνην καὶ Καψαμπέλη ὅτι ἐζήτησαν νὰ πάρουν περισσότερα ἀπὸ τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ἀναγνώσετε τὰς προτάσεις τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν τὸ πρῶτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σύρου πολιτευτοῦ ἡ Ἑταιρεία Οὖλεν, καὶ ἀναγνώσετε τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐδέχθη μετὰ ἀκόμη τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, θὰ ἰδῆτε ὅτι ἀπέχουν παρασάγγας. Δυστυχῶς εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Λατινικῶν Κρατῶν, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς ἡμᾶς, ὑπάρχει ἡ μανία τοῦ παζαρεύματος. Ὁ καθένας, ὁ ὁποῖος κάμνει προτάσεις, νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα περιθώριον, διὰ νὰ παζαρεύσῃ ἐπὶ τοῦ περιθωρίου αὐτοῦ. Δὲν θεωρῶ λοιπόν, Κύριοι, οὔτε διὰ τὸν Πρεζάνην καὶ Καψαμπέλην ὅτι ἦτο τοῦτο ἐπίψογον. Ἀρχίζει κανεὶς τὰς διαπραγματεύσεις ἀπό τινος σημείου, διὰ νὰ καταπέσῃ μετὰ ταῦτα. Ἀλλὰ σπανίως εἰς τὰς ὀργανώσεις τῶν τεχνικῶν Ἑταιρειῶν, ὅταν προΐστανται τεχνικοὶ ἄνθρωποι εἰς τὰ Συμβούλια, αἱ ἐργασίαι εὐοδοῦνται. Καὶ δὲν πρέπει νὰ προΐστανται. Ἐκεῖνοι οἱ ὀργανισμοί, ἐκεῖναι αἱ ἑταιρεῖαι πηγαίνουν μπροστά, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τὸν τεχνικὸν ἐπὶ κεφαλῆς, ἀλλὰ τὸν διοικητικὸν καὶ οἰκονομικόν. Οἱ τεχνικοὶ βαδίζουν, ὅπως οἱ ἵπποι καθ’ ὁδόν, βλέποντες μὲ τὰς παρωπίδας τῆς τεχνικότητος. Εἶναι δὲ φυσικόν, ὅταν ἀναθέσῃ τις εἰς τεχνικὸν ὑπάλληλον νὰ τοῦ κάμῃ τὸ ἔργον, ὅτι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν προσπαθεῖ νὰ ἀποσείσῃ ἀπὸ αὐτὸν τὰς εὐθύνας καὶ ἀφορμᾶται ἀφ’ ὡρισμένου περιστατικοῦ. Τοῦτο ἔκαμαν καὶ οἱ Πρεζάνης καὶ Καψαμπέλης. Οὐχὶ κατ’ ἀτύχημα ὑπεβλήθησαν αἱ προτάσεις. Ὑπάρχει ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ἑταιρειῶν. Λέγουν ὅτι πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις. Ἡ σύμβασις αὕτη νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβ. ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν νὰ τὴν συζητήσῃ ἡ Βουλή, ὅπως ἔγινε καὶ διὰ τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα ἐγώ. Ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὸ ἀντίθετον. Ἡ Βουλὴ γογγύζει, ἀλλ’ ἐπιτρέπει συγχρόνως καὶ τοὺς ἐκβιασμοὺς καὶ παντὸς εἴδους κερδοσκοπίας. Πρόκειται νὰ κρίνῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, παρακαλῶ, περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν δυὸ ἑταιρειῶν. Θὰ ἠδυνάμεθα, ἐὰν ἠθέλομεν πιστῶς νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον, νὰ εἴπωμεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἀποκλείεται ὁ Πρεζάνης καὶ Καψαμπέλης, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ κρίνῃ τὸ Ὑπουργ. Συμβούλιον δὲν ὑπῆρχε πρότασις. Ὁ Οἶκος Μπλαὶρ δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ τίποτε, διότι ὑπῆρχε ἡ embargo καὶ διότι ἤθελε τὴν ἄδειαν τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τόσον ἐνδιαφερώμεθα, ὅπως ἠθέλησαν τινὲς νὰ εἴπουν, νὰ μὴ γίνῃ συναγωνισμὸς ἀπ’ ἀρχῆς, διατί θὰ ἐδεχόμεθα τόσον προθύμως νὰ κάμωμεν μίαν παρερμηνείαν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Μπλαίρ, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς δώσῃ δάνειον, καὶ δὲν θὰ ἐλέγομεν, ὅτι ἂς ἑρμηνεύσωμεν, πραγματικὰ γεγονότα εἶναι, ἂς τὰ ἑρμηνεύσωμεν ὡς οἰκονομικῶς ἐπαρκῆ. Ὡς ἐνθυμοῦνται ὅλοι, οἱ τότε μετασχόντες τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι, ἐνῶ ἐγένετο μακροτάτη συζήτησις διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ Ραλλίδη, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν μὴ ὑπογραφὴν τοῦ πρακτικοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἑνὸς μέλους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀσμένως ἐν τούτοις ἐδέχθημεν τὴν παραδοχὴν ἐν τῷ διαγωνισμῷ καὶ τῶν δύο τούτων τοῦ Πρεζάνη μετὰ τοῦ Μακρῆ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἷς μόνον διαγωνιζόμενος.
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κάμετε λάθος, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ μὴ ὑπογραφὴ ἐγένετο διὰ τὴν μὴ παραδοχὴν τῶν ἐργολάβων Βορείου Ἑλλάδος. Διότι, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Ραλλίδην, εἶπον: Πολὺ καλά. Θὰ δεχθῶμεν τοὺς ἐργολάβους Μακεδονίας. Κι’ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀποδοχῆς αὐτῶν. Ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ὅταν καὶ αὐτῶν ἡ ἀποδοχὴ ἀπεκλείσθη, τότε εἶπον ὅτι δὲν θὰ ὑπογράψω.
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτ.). Ἔχει καλῶς. Πολὺ καλά. Ὑπεστηρίξατε ὅτι ὁ παρέχων τὴν μείζονα ἱκανότητα εἶνε ὁ Ραλλίδης. Καὶ εἴπετε ὅτι εὑρίσκεται ἐκτὸς τῶν ἱκανοτήτων ὁ ἄλλος, ὁ Οἶκος Μακρῆ, καὶ ὅτι αὐστηρῶς κρίνοντες, πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὸν Ραλλίδην, καὶ τὸν Μακρῆν ἀποκλείσωμεν. Αὐτὰ εἴπετε, Κύριε Συνάδελφε;
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα, καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἔχω δίκαιον.
§70Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔψεξα τὸν Ραλλίδην, ἀλλὰ δὲν ἠδύνασθε νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ἐγὼ δὲν λέγω ἀκριβείας ἐδῶ, διότι συνήθισα νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν πάντοτε. Δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία ἐπὶ τούτου, ὅτι καὶ οἱ δύο Οἶκοι ἔπρεπε νὰ λάβουν μέρος, διότι ἠθέλαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τοὺς καλλιτέρους ὅρους. Εἶναι γνωστὸς, Κύριοι, ἕκαστος ἐκ τοῦ βίου του, ὥστε νὰ μὴ φοβῆται τὰς παρεξηγήσεις ὅθεν δήποτε καὶ ἂν ἔρχωνται, ἀλλ’ ἦλθεν ἡ τελειωτικὴ ἡμέρα τῆς κρίσεως καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὡς κυριώτερον ὑπεύθυνος, καὶ εἰδικώτατα ὑπεύθυνος—ὅσοι ἔτυχε νὰ γίνουν Ὑπουργοί, γνωρίζουν ὅτι ἡ εὐθύνη ἡ βαρυτέρα εἶναι τοῦ εἰσηγουμένου Ὑπουργοῦ, ἡ βαρυτάτη—ἀνέφερεν, ὡς εἶχε καθῆκον, ὅσα ἐγνώριζε διὰ τὴν τεχνικὴν ἱκανότητα καὶ τὴν τεχνικὴν φερεγγυότητα τῶν δύο Οἴκων. Ἐπαναλαμβάνω τὴν τεχνικὴν φερεγγυότητα, διότι ὅταν συνέπιπτε νὰ διαπραγματεύωμαι μὲ τοσούτων κόπων τὴν σύμβασιν τῆς ὑδρεύσεως—ὁ Μὰκ Ἄρθουρ εἶνε φίλος μου ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν—ἔλαβα τὴν πληροφορίαν ὅτι περιέπεσεν εἰς οἰκονομικὰ ἀτυχήματα, ἐμαστίζετο δὲ τοσοῦτον ὑπ’ αὐτῶν, ὥστε καὶ ἡ τεχνική του ἱκανότης εἶχε κλονισθῇ ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλους δικηγόρους καὶ ἰατροὺς μαστιζομένους ἀπὸ ἀνάγκας, νὰ τοὺς βλέπωμεν νὰ χάνουν καὶ τὴν τεχνικήν τους ἱκανότητα, καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι παρ’ ὅλην τὴν φιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ σᾶς δεχθῶ. Εἶχον δὲ καὶ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον λάβει ἐκ τῆς Πρεσβείας τῆς Ρώμης, ὅπου ἐξετέλει ἐκεῖ διάφορα ἔργα, καὶ δὲν μὲ ἐπηρέαζε καμμία φιλία. Ἐξητάσαμεν ὅλα τὰ ἀναφερόμενα καὶ εἴχομεν καθῆκον νὰ τὰ ἐξετάσωμεν πῶς ἐγένετο ἡ δεῖνα ὁδὸς, πῶς ἡ ἄλλη. Ἐξέφερον καὶ ἄλλοι τὴν γνώμην των, καὶ ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου ποία ἦτο; Εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς τεχνικῆς ἱκανότητος δὲν ὑπῆρξεν ἄμεμπτος; ἐνθυμεῖσθε δὲ τί εἶπεν ὁ συνάδελφός μας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς τεχνικῆς ἱκανότητος. Ἐγὼ, ἐὰν διεχειριζόμην τὰ δημόσια, δὲν θὰ ἐδίσταζον, ἂν τεχνικῶς μοῦ παρέχετε τὰ περισσότερα ἐχέγγυα διὰ τὴν συμφωνίαν—δὲν τοὺς εἶπαν ὅτι ἀπέβλεπον εἰς συμφωνίαν—δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι αὐτὰ παρέχετε, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τοὺς ὅρους σας, θὰ ἐπιζητήσωμεν βελτίωσιν αὐτῶν. Αὐτὴ ἦτο καὶ ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα, ὅτε ἔκαμον τὴν σύμβασιν τῆς Οὔλεν. Κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ τὸν Νόμον, εἶχον ὑποβληθῇ αἱ πρῶται προτάσεις. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων περιέκοψεν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας περιέκοψε. Παρέλαβον ἐγὼ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰς χεῖρας μου, περιέκοψα. Ἡ Κοινοβ. Ἐπιτροπὴ περιέκοψε, καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ θέσῃ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος θὰ ἐτίθετο εἰς ἰσχὺν διὰ Διατάγματος. Θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ βελτίωσιν τῶν ὅρων. Ὁ κ. Μπακόπουλος μοῦ εἶπεν, ὅτι ματαιοπονεῖτε, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Τί περιμένετε νὰ πάρετε περισσότερον, ἀπὸ ὅ,τι ἐπήρατε; Ἐγὼ ὅμως ἐδημοσίευσα τὸν νόμον καὶ εἶπα εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἰδοὺ τὸ Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ τεθῇ εἰς ἰσχὺν ὁ νόμος, ἀλλ’ ὅταν θὰ μοῦ κάμητε μίαν ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ μοῦ λέγετε ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀγορᾶς θὰ ἀρχίσῃ μετὰ πενταετίαν· καὶ κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω μετὰ πενταετίαν. Ἅμα ἔχει σχηματίσει κανεὶς πεποίθησιν περὶ τῆς τεχνικῆς ἱκανότητος, προβαίνει μετὰ ταῦτα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, διότι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον οἱ συναγωνιζόμενοι ἐννοοῦν ὅτι δύνανται νὰ μετριάσουν τὰ κέρδη των. Ἀλλ’ ἐὰν θέλετε νὰ καταλήξωμεν εἰς συζήτησιν μόνον καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῆς προτάσεως. Εἶπον λοιπόν, Κύριοι, εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον 1) οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ μὴ μειώσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰ γενικὰ ἔξοδα εἰς τὸ ἐπίπεδον, τὸ ὁποῖον κρίνει τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων. 2) Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς δηλώσεως τοῦ Μακρῆ, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ δευτέρᾳ συνεδριάσει μᾶς ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέγνωσα, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν δὲν ἔχω λησμονήσει τι, καίτοι δὲν τὸ πιστεύω διότι ἡ μνήμη μου εἶναι ἀρκετὰ στερεά, ἥτις εἶχεν ὡς ἑξῆς· «παρακαλῶ νὰ διορθώσητε μίαν δήλωσιν τοῦ Μακρῆ, οὐχὶ ὅτι ἀποδέχεται τὰς τιμὰς τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἀλλ’ ὅτι δέχεται τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους θὰ κάμῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον».
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι μεταγενέστερον, Κύριε Ὑπουργέ.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ εἶπα, μεταγενέστερον. Λέγω, Κύριοι, ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κρίνωμεν οὐχὶ αὐθαιρέτως, ἀλλὰ κατὰ τὴν κρίσιν ἀγαθοῦ ἀνδρός, κατὰ τὴν κρίσιν ἀγαθοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἐνδιαφερομένου, οὐχὶ ἁπλῶς τὸ ἔργον του νὰ κάμῃ, ἀλλὰ νὰ γίνῃ καλῶς. Εἰς τὰ ἔργα ἐν γένει εἶναι μία σοφία αἰώνων, ἡ ὁποία λέγει τὸ ἑξῆς: εἶναι ἠλίθιος ὁ ἐργοδότης, ὁ ὁποῖος δέχεται νὰ ἐκτελεσθῇ ἔργον εἰς τιμὴν κατωτέραν τῆς πραγματικῆς. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀκόμη τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου ἀνεγνωρίσθη δικαίωμα εἰς τὰ ἔργα τοῦ ἐργοδότου νὰ λύῃ τὴν σύμβασιν, ἐὰν ἡ σύμβασις εἶναι τόσον μειωμένων τιμῶν ὥστε ν’ ἀρχίζῃ ὁ κίνδυνος τῆς κακοτεχνίας. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου καὶ εἰς ἡμᾶς ἴσχυε τὸ κατώτατον ὅριον, καὶ σᾶς εἶπε τὰ ἀποτελέσματά του ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός. Ὀφείλομεν κατὰ τὴν κρίσιν ἀγαθοῦ ἀνδρός....
§73Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Καὶ συνετοῦ.
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ συνετοῦ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον διὰ τὴν ὑπόμνησιν. Καὶ πῶς θὰ κρίνωμεν τὸ τεχνικὸν συμβούλιον τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ μᾶς διαφωτίσῃ; Ἡ πρώτη ἀπόφασις εἶναι εἰς τὰ 1926, μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς δικτατορίας, ἀπηλλαγμένη παντὸς φόβου καὶ πάσης ἐπιρροῆς. Ἔχομεν ἄλλην εἰς τὰ 1927, τὴν ὁποίαν διὰ συμβολαίου συνῆψε τὸ ἴδιον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας μετὰ διαφόρων ἐργολάβων, ἡ ὁποία ἀνεγνωρίσθη καὶ ἐπισημοποιήθη τὴν 19ην Δεκεμβρίου 1927. Ὑπάρχει συμβόλαιον μὲ τοὺς μηχανικοὺς Δημητρακόπουλον καὶ λοιπούς, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν μὲ τὰς τιμὰς ἀναλύσεως Μακρῆ νὰ κάμουν ἔργα.
§75Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τῷ 1926.
§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τῷ 1927.
§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἄλλη ἀνάλυσις.
§78Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἡ πρώτη ἀνάλυσις, καὶ ἡ μόνη αἰτιολογία, ἡ ὁποία ἐγένετο, εἶναι ἡ ἑξῆς: Κύριοι, εἴχομεν πολὺ ἀκριβὰς τιμὰς, διὰ τὰς ὁδοὺς πέριξ τοῦ Πειραιῶς. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν μείωσιν, τὴν ὁποίαν σήμερον σᾶς ὑποβάλλομεν διὰ τὰ νέα ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, διότι, ἀφοῦ ἐκερδήσαμεν μίαν θέσιν ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν. Εἰς τοῦτο ἀπηντήσαμεν, ὅτι αἱ συμβάσεις ἔχουσι κηρυχθῆ ἄκυροι. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀρχίσετε ἐξ ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ σέβομαι τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην, ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως ὑπαγορευομένην, τοιαύτην ἢ τοιαύτην. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἄτοπον, εἶπε κάποιος Λατῖνος, τίποτε τὸ παράλογον τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐλέχθη ἀπό τινα τῶν πεπαιδευμένων. Ὑπάρχουν σχολαὶ εἰς τὴν Ἰατρικὴν ἐπιστήμην, σχολαὶ εἰς τὴν Νομικὴν ἐπιστήμην, σχολαὶ εἰς τὴν Κοινωνιολογίαν τῶν ἄκρων ἢ τῶν μέσων, σχολαὶ εἰς τὰς Τεχνικὰς Ἐπιστήμας, σχολαὶ εἰς τὴν Ἀεροπλοΐαν, σχολαὶ εἰς τὰ Ναυτικά, σχολαὶ εἰς τὰ Στρατιωτικά. Δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον, ἀνήκοντα εἰς τοιαύτην ἢ τοιαύτην Σχολήν, καὶ εἰπόντα μίαν γνώμην, ὅτι εἶναι κακῆς πίστεως ἄνθρωπος; Μόνον ὁ ἀποφεύγων τὴν καλόπιστον συζήτησιν δύναται νὰ ρίπτῃ τοιούτους ὑπαινιγμούς. Καὶ πῶς θὰ φωτισθῶμεν ἡμεῖς, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐὰν θέλωμεν νὰ κάμωμεν μίαν σύμβασιν; Πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ νὰ φροντίσωμεν συγχρόνως νὰ μὴ ὑπερβῶμεν ἐκεῖνα τὰ ὅρια, μετὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἤρχιζεν ὁ κίνδυνος τῆς κακοτεχνίας. Ποῖος θὰ μᾶς συμβουλεύσῃ; Θὰ ὑπάγωμεν ἕνας ἕνας νὰ ἐρωτήσωμεν τοὺς συνδεομένους μεθ’ ἡμῶν, εἴτε ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, εἴτε ἐξ ἰδιωτικῶν μηχανικῶν, διὰ νὰ παρουσιάζωμεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πληροφορίας; Ἀλλοίμονον εἰς τὸ χάος καὶ τὴν ἀταξίαν τῆς συζητήσεως! Ἐπρότεινα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπὴ—δὲν γνωρίζω τί θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι πολιτικὸν ζήτημα. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Γνωρίζετε ὅλοι, ἂν αἱ φιλίαι εἶχαν ἐπιρροὴν εἰς ἐμὲ ἢ ὄχι καὶ ἑπομένως ἂν ἀποβλέπω ποτὲ εἰς κομματικὸν κέρδος—ἐπρότεινα νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπή, καὶ ἐὰν δὲν ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, θὰ προτείνω τὸ ἴδιον, διὰ νὰ διαφωτισθῇ, νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπὴ πενταμελής, ἀπὸ τὸν Καθηγητὴν τῆς Ὁδοποιΐας ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ, ἀπὸ τὸν Καθηγητὴν τῆς ὁδοποιΐας ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Σχολείῳ, ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν τοῦ Ἐπιτελείου, εἰδικὸν περὶ τὴν ὁδοποιΐαν, ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰδικὸν περὶ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ ἀπὸ ἕνα ἰδιώτην, ὑποδεικνυόμενον ἀπὸ τὸ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Ἀθηνῶν.
§79Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐλησμονήσατε τὸν Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων Ἔργων.
§80Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐπίσης.
§81Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων.
§82Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὄχι, Κύριε Βουλευτά. Ἀκούσατε. Ὑπευθύνως, Κύριοι, καὶ ὄχι διὰ συλλογισμῶν τεχνικῶν, προσέξατε τοῦτο, διὰ πληροφοριῶν τεχνικῶν, μόνον διὰ προφορικῶν ἀνακοινώσεων, ὑπευθύνως λέγω, αὐτοὶ οἱ πέντε, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς ὁδοποιΐας ἐν Ἑλλάδι, ἐκ τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς διαφόρων συμβάσεων, πλὴν τῶν συναφθεισῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Δικτατορίας ὡς ὑπόπτων, ἀλλ’ ἄλλων συμβάσεων εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ κατὰ κλήρωσιν, νὰ μᾶς διαφωτίσωσιν, ἂν πρέπει καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους νὰ ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν. Ἰδοὺ ποία ὑπῆρξε, Κύριοι, ἡ στάσις μου ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἰδοὺ καὶ ποία θὰ εἶναι πάλιν, εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἐπαναπέμψῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐὰν ἴδω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωτισθῶμεν ἐπαρκῶς, εἴτε ἐγώ, εἴτε ὁ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός, δὲν θὰ διστάσωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ χαραχθεῖσα διὰ τοῦ νόμου καὶ ἐπικυρωθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὸν Α ἢ Β λόγον καὶ ζητοῦμεν νέαν ἐξουσιοδότησιν, τὴν ψήφισιν νέου νόμου, διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας.
§83Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ μάλιστα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐνόμιζα, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ εἶχον ἀπόψε νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν, καὶ νὰ ἀνασκευάσω μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι δὲν ἐτέθησαν ἀκριβῶς. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος, δυστυχῶς, νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν πολιτευτήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν πολιτευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐπαναφέρῃ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤδη συνεζητήσαμεν. Ἐξέθεσα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, διατὶ ἠρνήθην νὰ ὑπογράψω τὸ πρακτικόν, καὶ ποίαν σημασίαν ἀπέδιδον εἰς τὴν μὴ ὑπογραφὴν τοῦ πρακτικοῦ. Ἐξέθεσα τότε, ὅτι κακῶς ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε διάφορον γνώμην. Καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν ἐπιστολήν του, πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον ἀναγνώσει. Καὶ ἐζήτησα νὰ μὲ διαψεύσῃ ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ οἱ δύο συγκατένευσαν, καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐλθὼν ἐνταῦθα καὶ ἀναγνώσας τὴν ἐπιστολήν, ἐπιστοποίησεν ὅσα ἐγὼ τότε εἶπον.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἴπατε παρὰ τὴν γνώμην σας.
§87Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπον, Κύριοι Βουλευταί, τὴν φράσιν «παρὰ τὴν γνώμην μου», ἀλλὰ προσέθεσα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐλθὼν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν τῆς δυνατότητος τῆς μὴ ὑπογραφῆς, καὶ ὅταν ἔφερεν ἀντίρρησιν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, τότε εἶπε: χαίρω ὅτι συμφωνεῖτε μὲ τὴν παλαιὰν γνώμην μου, ἀλλ’ ἀρχικῶς καὶ ὑπεστήριξε καὶ ἐπέμεινεν εἰς τὴν δυνατότητα τῆς μὴ ὑπογραφῆς παρὰ τῶν διαφωνούντων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ μὴ ὑπογραφή, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδὲ νομικήν, οὐδὲ πολιτικήν, οὐδὲ ἠθικὴν σημασίαν. Εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν νομικήν, δὲν ἔχει καμμίαν πολιτικὴν σημασίαν ἡ ὑπογραφή, ἔχει ὅμως μίαν ἠθικὴν ἐπίδρασιν. Ὅτι ἔχει ἠθικὴν ἐπίδρασιν, εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι μετὰ τὴν ἰδικήν μου ἀποχώρησιν, ἡ Κυβέρνησις ᾐσθάνθη, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς γνώμης, ἡ ὁποία ἀντετάχθη εἰς τὴν ἰδικήν μου γνώμην, καὶ ζητεῖ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, μολονότι, ὡς εἶπον, ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοὺς ὁμοφρονοῦντας Ὑπουργοὺς ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὡς συμπέρασμα τὴν ἐφαρμογὴν τῆς γνώμης τῶν συμφωνούντων εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. (ἐπιδοκιμασίαι). Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἂν εἶχε καμμίαν ἠθικὴν σημασίαν, αὐτό, θὰ ἦτο εἰς βάρος ἰδικόν μου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔσπευσα νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐθέσαμεν εἰς βάσιν πάντες ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελῇ ζήτημα πολιτικὸν τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. Ἐφ’ ὅσον εἶχε συμφωνηθῇ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δημιουργηθῇ κυβερνητικὴ κρίσις ἐκ τῆς διαφωνίας ἐμοῦ πρὸς τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ παραβῶ ἐγὼ τὸν λόγον μου τοῦτον; Θὰ μοὶ εἴπητε: πῶς τὰ ἄλλα μέλη ἔφθασαν νὰ δημιουργήσωσι πολιτικὸν ζήτημα; Αὐτὸ εἶνε ζήτημα ἐντελῶς ἀδιάφορον δι’ ἐμέ. Ἐξέθεσε τὰ περὶ τούτου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν εὑρέθη πρὸ ἑνὸς μέλους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι, ἐὰν γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη μου, θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διηύθυνε, καὶ πρὸ τῆς γνώμης ἑνὸς ἄλλου μέλους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ λάβετε, δὲν εἶνε συμφέρουσα διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸν λόγον προεκλήθη ἡ Ὑπουργικὴ κρίσις, ἡ ὁποία γνωρίζετε πάντες πῶς ἐξελίχθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε προχθὲς ἐπρόκειτο νὰ συνεχισθῇ νομίζω ἡ συζήτησις καὶ ἐπρομηνύετο μακρὰ ἡ συζήτησις αὐτή, ἐπεμβάς, εἶπεν, ὅτι τουλάχιστον θὰ συμφωνήσωμεν πάντες εἰς τὸ νὰ μὴ συζητήσωμεν καθόλου ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δηλαδὴ θὰ ἦτο ὁ καταλληλότερος τρόπος, ὅπως ρυθμίσωμεν νομοθετικῶς τὰ τῆς ὁδοποιΐας. Ἔχομεν νόμον τεθειμένον καὶ πρέπει νὰ συζητήσωμεν μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου. Σήμερον ἐλησμονήσατε αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν.
§88Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτ.). Ἐλησμόνησεν ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§89Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐλησμονήσατε κ. Ὑπουργέ, ἐπανειλημμένως τοῦτο καὶ σήμερον ἀκόμη. Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω δι’ αὐτό. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὑπάρχει μικρὰ συνέπεια.
§90Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτ.). Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία συνέπεια, διότι ὅλη ἡ Βουλὴ συμφωνεῖ.
§91Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ εἶμαι εὐχαριστημένος, διότι ἤκουσα σοφὰ διδάγματα. Ἤκουσα, ὅτι ἡ ὁδοποιΐα συντελεῖ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Ἤκουσα, ὅτι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλων δημοσίων ἔργων εἶναι ἀνάγκη νὰ συμφωνῶμεν, καὶ ἤκουσα πραγματικῶς μεγάλα σοφὰ πράγματα καὶ διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοί σας εἴμεθα εὐγνώμονες. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠναγκάσθη νὰ μὴ τηρήσῃ τὴν ἰδικήν του προχθὲς ἄποψιν, ἐπηρεασθεὶς ἴσως ἀπὸ ὅσα προχθὲς ἐλέχθησαν, διὰ νὰ διακόψῃ τὴν ἀνιαρότητα καὶ δύναμαι νὰ εἴπω τὸ δυσάρεστον ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως, διότι ὅσοι ἐξ ἡμῶν συναισθανόμεθα κάποιαν λύπην, διότι νομίζομεν, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν λείπουν οἱ μεγάλοι ἄνδρες, χθὲς εἴδομεν ὅτι αἱ ὑπόνοιαί μας διεσκεδάσθησαν, καὶ ὅτι σήμερον ὑπάρχουν ἄνθρωποι τοῦ ἀναστήματος τοῦ Περικλέους τοῦ Φειδίου καὶ τοῦ Σόλωνος. (Χειροκροτήματα). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐζήτησε νὰ διεκδικήσῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του τὴν θέσιν τοῦ Περικλέους, παρεχώρησε δὲ διὰ τὸν κ. Μακρῆν τὸ τρόπαιον τοῦ Φειδίου. Δὲν ἄφησε νὰ ἡσυχάσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ τρόπαιον τοῦτο καὶ ἦλθε νὰ μοιράσῃ τὴν δόξαν τοῦ Περικλέους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας χθὲς ἐπηρεαζόμενος ὑποσυνειδήτως ἀπὸ τὸ παλαιόν του ἐπάγγελμα, μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ μόνος εἰς τὸ Κράτος, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, εἶναι αὐτός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲ τῆς Συγκοινωνίας δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ γνώμην.
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἔχει τὴν μεγαλειτέραν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἔχῃ γνώμην καὶ γνώμην ὑπεύθυνον. Δὲν ὑπάρχει περὶ αὐτοῦ οὐδεμία ἀμφιβολία. Ἀλλὰ παραπλεύρως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὑπάρχει ἀρκετὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχουν γνώμην καὶ ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος. Περὶ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀμφιβολία καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἀνέφερε τὴν φράσιν αὐτήν. Καὶ ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ γνώμην, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ἔχωμεν γνώμην, ἔχουσι δὲ τὴν ὑποχρέωσιν καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης εὑρισκόμενοι καὶ ἐπηρεάζοντες τὴν κοινὴν γνώμην. Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχωσι γνώμην, εἶνε αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι φέρουν ὅλα τὰ βάρη τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐδῶ λαμβάνομεν, διότι ἐκεῖνοι οὔτε δύνανται οὔτε ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχουν γνώμην. Εἴμεθα ἡμεῖς ὑποχρεωμένοι νὰ εἴμεθα πολὺ προσεκτικοί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, βεβαίως, θὰ ἔχῃ τὴν μεγαλειτέραν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ γνώμην, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ καὶ ὅλα τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὅλοι ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα, ἑκουσίως ὑπὸ τὸν κύκλον τῆς ἰδικῆς μας δράσεως, ἔχομεν συγχρόνως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴμεθα ἀπολύτως δίκαιοι, νὰ εἴμεθα ἐξ ἴσου αὐστηροὶ εἰς πάντα δι’ ὅλους ὅσοι ἀναφέρονται εἰς ἡμᾶς, δι’ ὅλους ὅσοι ἔρχονται καὶ ζητοῦν γνώμην, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴμεθα ἐξ ἴσου σκληροί, ἐξ ἴσου αὐστηροὶ καὶ ἐξ ἴσου ἐπιεικεῖς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἐμέμφθη τοὺς ἐναντιοφρονοῦντας πρὸς αὐτόν, ὅτι καταπίνουσιν τὴν κάμηλον καὶ διυλίζουσι τὸν κώνωπα, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον ἐντύπωσιν εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν δὲν ἔδειξεν τὴν αὐτὴν ἐπιείκειαν, τὴν αὐτὴν εὐμένειαν καὶ δυσμένειαν εἰς πάντας ὅσοι προσεφέρθησαν καὶ προσεπάθησαν νὰ βοηθήσουν τὸ ἔργον του. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὸν ἰδιωτικὸν βίον περὶ τῶν διαφόρων ἐργοληπτῶν. Πολὺ ὀλίγον ἐνδιαφέρομαι διὰ τοὺς ἐργολήπτας, διότι γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήσαμεν τὴν ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ, ἦτο ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Ὅταν προχθὲς ὡμίλησα καὶ ὑπεστήριξα τὴν ἄποψιν τῆς ἐπαναλήψεως τοῦ διαγωνισμοῦ, εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔχουν ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐὰν τυχὸν ἤθελεν νὰ ἐπαναληφθῇ ὁ διαγωνισμός, αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις θὰ διεξαγάγῃ τὸν νέον διαγωνισμὸν καὶ ἀπαραίτητον θὰ εἶναι, ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προσέλθουν νὰ λάβουν μέρος εἰς τὸν διαγωνισμόν, νὰ περιβάλλωνται μὲ ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὑπεστήριξε καὶ σήμερον τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος. Ὡμίλησα καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μὴ ὀρθότητος τῆς μεταθέσεως τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε συνεζητοῦντο αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ ἡ ἄποψίς μας δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή.
§94Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὡμίλησα περὶ τῶν κακῶν τὰ ὁποῖα θὰ προήρχοντο...
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν εἰς ἓν Σῶμα, Κύριε Συνάδελφε, τόσο ὑψηλῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως, ὅπως εἶναι τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, ἐκφέρονται γνῶμαι ἐπὶ ὑποθέσεων ἔστω καὶ διοικητικῆς φύσεως, δὲν νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ κακοῦ τινος. Ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν ἤδη τὴν κατεύθυνσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὅλης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτὴν τῆς Βουλῆς, ἀπέκλεισε τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. Δὲν ἀνέμενεν ἐπερώτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἔκαμε κάτι τι ἄλλο. Ἔκαμε μίαν νομικὴν ἐνέργειαν τὴν καλουμένην πρόκλησιν εἰς ἀγωγήν, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἄφησε νὰ δοθῇ ἡ ἔννοια προκλήσεως εἰς πολιτικὴν δίκην, διότι καὶ πάλιν ἀπέκλεισε τὴν πολιτικὴν ἔννοιαν τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως. Καὶ ἄφησε τί; Ἄφησε μόνον τὴν ἐξέτασιν τὴν ἀκαδημαϊκὴν μόνον τοῦ ζητήματος, θέλουσα νὰ διαφωτισθῇ. Αὐτὴν καὶ μόνον τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ συζήτησις, ὡς διεξάγεται, καὶ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν κατεύθυνσιν ἔχει καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγώ, ὅταν ἐπέμεινεν ἡ Κυβέρνησις, εἶπον τὴν γνώμην μου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος πάλιν εἰς ὅσα σημεῖα νομίζω ὅτι δὲν συμφωνοῦν μὲ τὰς ἰδικάς μου ἀντιλήψεις, νὰ ἐκφέρω καὶ πάλιν τὴν γνώμην μου. Ὑπάρχει νόμος. Τὸ ὅλον ζήτημα ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία ἂν πρέπει νὰ γίνῃ ὡρισμένη κατακύρωσις τοῦ διαγωνισμοῦ ἢ ἂν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ὁ διαγωνισμός. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ ζητήματος, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Βουλὴ ἔρχεται νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὁ διαγωνισμὸς ἔφερεν ἀποτελέσματα ἱκανοποιητικὰ ἢ ἐὰν ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ νέος διαγωνισμός. Καὶ διὰ νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὁ διαγωνισμὸς εἶχεν ἀποτελέσματα ἱκανοποιητικά, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἔγινεν, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ἂν, ἐκτὸς τῶν συναγωνισθέντων, ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπέρτερος καὶ εἰς τὸν ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ τὸ Κράτος τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἀκόμη ἄν, εἴτε ὑπάρχει τις ἔχων τὰ μεγαλύτερα προσόντα εἴτε δὲν ὑπάρχει, νὰ ἐξετάσῃ ἂν εἶναι συμφέρον νὰ διεξαχθῇ νέος διαγωνισμὸς πρὸς ἐπιτυχίαν ὡρισμένων σκοπῶν, συμφερόντων εἰς τὸ Κράτος. Ἡ διαδικασία, Κύριοι, τοῦ διαγωνισμοῦ ἐξετέθη ἀπὸ διαφόρους συναδέλφους. Δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ὅλη ἡ διαδικασία ἦτο ἀνώμαλος καὶ δὲν ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἐδέχθημεν ἐργολήπτας μὴ πληροῦντας τοὺς ὅρους τῶν νόμων. Ἐδέχθημεν προτάσεις μετὰ τὴν προθεσμίαν τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἀφήνω τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν διὰ τῆς ὑποβολῆς διαφόρων προτάσεων, καὶ τὰς ὁποίας ἀνωμαλίας ἐν καλῇ τῇ πίστει λόγῳ τῆς σπουδῆς, τὴν ὁποίαν ἐνέτεινε διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὀλίγον ἔλειψε νὰ ἐπαυξήσῃ, διότι τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου βουλευτής, τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἀνέτρεπε τὸ ἀποτέλεσμα. Θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν νὰ ἀγνοήσῃ τὰς προσπαθείας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπεδίωκον νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθοῦν τὰ ἔργα μὲ τιμὰς κατωτέρας ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἔχει ἀναγράψει ὁ πλειοδοτήσας ἐκ τῶν συναγωνιζομένων. Ἐκτὸς τούτου, ἐνῷ ὁ νόμος ἐπιτάσσει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, πρὸ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως, γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων δὲν ἐγνωμοδότησεν ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων, καὶ δὲν ἐγνωμοδότησεν ὅταν πλέον αἱ προσφοραὶ εἶχον κατασταλάξει εἰς ὡρισμένον καὶ τελειωτικὸν συμπέρασμα. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων θὰ ὤφειλε νὰ γνωμοδοτήσῃ, αὐτό, ὡς ἁρμοδιώτερον παντὸς ἄλλου, ποῖος ἔχει τὴν μεγαλυτέραν τεχνικὴν ἱκανότητα. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ἔπρεπε νὰ γνωμοδοτήσῃ καὶ νὰ κάμῃ ὅλους τοὺς ὑπολογισμοὺς οἱ ὁποῖοι μᾶς βασανίζουν ἐνταῦθα, διὰ νὰ εἴπῃ ποῖαι προσφοραὶ εἶναι συμφερώτεραι. Καὶ ὅμως ἐπ’ αὐτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελευταίων προσφορῶν δὲν ἐκλήθη νὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων. Δὲν νομίζω ὅτι αἱ ἀνωμαλίαι αὐταὶ εἶναι ὀλίγαι Εἶναι τοιαῦται αἱ ἀνωμαλίαι, ὥστε νὰ καθιστοῦν ὁμολογουμένως τὸν διαγωνισμὸν αὐτὸν μίαν πραγματικὴν κωμῳδίαν. Ἀλλὰ ἂς ἀφήσωμεν τὴν διαδικασίαν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ἂς ἐξετάσωμεν συγκριτικῶς τοὺς δύο συναγωνιζομένους. Ἂς ἴδωμεν τί εἶναι συμφερώτερον νὰ γίνῃ. Βάσις τοῦ διαγωνισμοῦ εἶναι ἡ σύναψις δανείων. Ὁ νόμος, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔχει μεγάλας καὶ ἐπικινδύνους ἀτελείας. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ἐγώ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται δάνεια διὰ τὰ μεγάλα Δημόσια Ἔργα, ὅσον καὶ ἂν ὁ κανὼν εἶναι ὅτι διὰ τὰ ἔργα ὁδοποιΐας τὰ Κράτη, πλὴν ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων, καλύπτουσι τὰς δαπάνας ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ὄχι ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως εἶναι τὰ δάνεια. Ἀλλὰ εἶναι βεβαίως καὶ ἐξαιρετικαὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ δαπάναι καλύπτονται διὰ δανείων. Διὰ τὰ δάνεια ἄλλως τε καὶ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, τοιαύτην τινὰ πολιτικὴν τείνει νὰ ἀκολουθήσῃ. Θέλει ἡ σύναψις ἑνὸς δανείου νὰ γίνῃ διὰ μίαν βραχυτάτην περίοδον, ὅπως κατόπιν συνεχισθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ εἶχε, ὅπως εἶπον, ὁ νόμος ἀτελείας. Μία ἀτέλεια εἶναι, ὅτι διὰ διαγωνισμοῦ, δίδηται προσφορὰ δανείου, θέτει χρονικὸν ὅρον, διὰ τὸ ἓν τμῆμα δέκα ὀκτὼ μῆνας καὶ ἀκόμη ἄλλο ἓν ἔτος διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δανείου καὶ ἄλλο ἓν ἔτος διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ τρίτου τμήματος, δηλ. προθεσμίαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὅλου ἔργου τέσσαρα ἔτη. Ἀλλ’ ὅταν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν προσφορὰς συνάψεως δανείου, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ζητῶμεν νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ συνάψωμεν αὐτὸ τὸ δάνειον μετὰ 18 μῆνας, μετὰ 2 ἔτη, μετὰ 4 ἔτη, διότι κανεὶς τραπεζικὸς Οἶκος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορίσῃ τὰς συνθήκας καὶ τοὺς ὅρους τῶν μεγάλων χρηματαγορῶν. Αὐτὸ ἔχει καὶ μίαν ὄψιν πολὺ ἐπικίνδυνον διὰ τὸ Κράτος, διότι ὑποχρεώνει τὸ Κράτος νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους τοῦ προσφυγικοῦ δανείου καὶ μετὰ ἓν καὶ μετὰ 2 καὶ μετὰ 3 ἔτη, ὅσον καὶ ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελε τυχὸν βελτιωθῇ ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Αἱ ἀτέλειαι αὐταὶ τοῦ νόμου ἦτο φυσικὸν νὰ ἐπιδράσουν ἐπὶ τῶν προσφορῶν τοῦ δανείου. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν μελετήσητε τὰς προσφορὰς τοῦ δανείου, θὰ ἴδητε ἀρκετὰς ἐπιφυλάξεις, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἄλλως τε καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπεν, ἐν περιπτώσει ματαιώσεως τοῦ δανείου, νὰ ἐπιστραφῇ ἡ προκαταβολὴ τῶν 400.000 λιρῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ζημίας τοῦ Τραπεζικοῦ ὁμίλου, ὁ ὁποῖος ἤθελε τυχὸν ἀναλάβῃ τὴν ἔκδοσιν δανείου εἰς τὴν δανειακὴν προσφοράν. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς: ποία προσφορὰ ἦτο συμφερωτέρα; καὶ διατί ἦτο ἡ συμφερωτέρα; Ἡ συμφερωτέρα προσφορά, ἡ θετικὴ προσφορὰ ἦτο ἡ τοῦ Οἴκου Φὸξ Μπρόδερς. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὥρισε ποῖοι θὰ ἐγίνοντο δεκτοὶ εἰς συναγωνισμὸν τὸν τελευταῖον καὶ ποῖοι θὰ ἀπεκλείοντο, ὑπεστήριξα ὅτι τὴν ἀσφαλεστέραν, τὴν θετικωτέραν προσφορὰν ἔχει ὁ Οἶκος Φὸξ Μπρόδερς, τὴν ἐντελῶς ὀλιγώτερον θετικὴν προσφορὰν ἔχει ὁ Οἶκος Μπλαίρ, εἰς τὸ μέσον δὲ εὑρίσκοντο αἱ Τραπεζικαὶ προσφοραὶ τῆς Βορείου Ἑλλάδος καὶ τοῦ Οἴκου Μακρῆ. Διατὶ ἦτο θετικωτέρα ἡ προσφορὰ τοῦ Οἴκου Φὸξ Μπρόδερς; Διότι ἦτο ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος εἶχε καταβάλει τὴν ἐγγύησιν τῶν 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τὰς ἐγγυήσεις διὰ τὰς ἄλλας προσφοράς, τὰς Τραπεζικάς, εἶχον ἀναλάβει οἱ ἀνάδοχοι ἐνταῦθα Μόνος ὁ Οἶκος αὐτὸς εἶχε καταβάλει ἐξ ἰδίων τὴν ἐγγύησιν αὐτήν. Δεύτερον, ἦτο ὁ μόνος Οἶκος, ὁ ὁποῖος ἀνελάμβανε ρητῶς νὰ πάρῃ τὰς ὁμολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν 6.000.000 λιρῶν ἐντὸς προθεσμίας τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως, ἀκριβῶς δὲ, διότι ἐντὸς βραχείας προθεσμίας ἦτο εἰς θέσιν νὰ προσφέρῃ ὁλόκληρον τὸ δάνειον, φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει ἀναγνώσει ἐπαρκῶς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως τοῦ νόμου καὶ δι’ αὐτὸ εἶχε προβῆ εἰς αὐτὴν τὴν προσφοράν, προσθέτων ὅτι, ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ δανείου, ἐπεφυλάσσετο νὰ τοὺς ὑποβάλῃ κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τοῦ συναγωνισμοῦ, ὁπότε καὶ θὰ ἐγένοντο δεκτοὶ αὐτοὶ οἱ ὅροι καὶ θὰ συνήπτετο ἡ σύμβασις. Ἦτο ἕτοιμος, ἐντὸς προθεσμίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι ἓξ μηνῶν, νὰ παραδώσῃ καὶ τὰ 6 ἑκατομμύρια λιρῶν. Ἡ προσφορὰ αὐτὴ ἐθεωρήθη ὕποπτος. Αἱ πληροφορίαι αἱ Τραπεζικαί, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον, περὶ τοῦ Οἴκου τούτου, ἦσαν ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν ἔντιμοι, εὐκατάστατοι, ἀλλ’ ὅτι δὲν θὰ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ καλύψουν ὅλα τὰ δάνεια, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πάρουν τὴν σύμβασιν, καὶ θὰ ἐκθέτουν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους μὴ δυνάμενοι νὰ τοποθετήσωσιν τὰς ὁμολογίας. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ὁ φόβος αὐτὸς ἦτο ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, διότι, τὶ συμφέρον θὰ εἶχον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ καταβάλουν 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ νὰ πάρουν μίαν σύμβασιν, ἡ ὁποία τοὺς ὑπεχρέωνε ἐντὸς προθεσμίας τριῶν μηνῶν νὰ καταβάλουν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν 6 ἑκατομμύρια λιρῶν; Ἐὰν δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ καλύψουν τὸ δάνειον τοῦτο, ἀσφαλῶς θὰ ὑφίσταντο τὴν ζημίαν τῆς ἐγγυήσεως, χωρὶς νὰ κερδήσουν τίποτε. Οὔτε ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἦτο εὔκολον μίαν τοιαύτην ὑποχρέωσιν βαρυτάτην νὰ τὴν ἀναλάβουν ἄνευ τινὸς κέρδους. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι λόγοι οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν ν’ ἀποκλεισθῇ ὁ Οἶκος οὗτος. Ὑπῆρξεν ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὁ Οἶκος αὐτὸς δὲν εἶχεν ἐκτελέσει ἀρκετὰ ἔργα ὁδοποιΐας, ὅτι μία ἄλλη Γερμανικὴ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία συνειργάζετο μὲ τὸν Οἶκον αὐτὸν καὶ ἡ ὁποία εἶχεν ἐκτελέσει ἔργα δὲν ἐφαίνετο ἐνδιαφερομένη διὰ τὸν Οἶκον αὐτὸν κλπ. Ὅλα αὐτὰ ἀπεδείχθησαν ὄχι ἀκριβῆ, διότι καὶ ἡ Γερμανικὴ Ἑταιρεία ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐμμένει εἰς τὴν συνεργασίαν αὐτῆς καὶ τηλεγράφημα σχετικὸν ἐλήφθη ἑνὸς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Τραπεζικῶν Οἴκων τῆς Ἀμερικῆς, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα, ὁ ἀξιότιμος ὅμως ἐκ Λέσβου Βουλευτὴς ἀνέγνωσε τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν. Ἀλλὰ κατόπιν ἀνηγγέλθη μία συνεργασία τοῦ Οἴκου αὐτοῦ μὲ μίαν ἄλλην Ἑταιρείαν πετρελαίων, ἡ ὁποία ἐξηγεῖ πῶς ὁ Οἶκος αὐτὸς θὰ ἦτο εὐκόλως εἰς θέσιν νὰ καλύψῃ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου. Ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ εἶναι ἡ Ἑταιρεία Τέξας, ἡ ὁποία ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐνδιαφέρεται νὰ πωλήσῃ τὰ προϊόντα τῆς εἰς αὐτὴν τὴν Ἑταιρείαν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν, ὅτι αὐτὸ δὲν σημαίνει τίποτε ἐν προκειμένῳ. Περὶ ἄλλης συνεργασίας, ἄλλης Ἑταιρείας μὲ τὸν Οἶκον Μακρῆ, εἶχεν ἀποδώσει μεγαλειτέραν σημασίαν. Εἶχε τονίσει, ὅτι ὁ Οἶκος αὐτὸς εἶχε μέγα ἐνδιαφέρον διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου εἶχε ἐκθειάσει τὴν μεγάλην σημασίαν τοῦ Οἴκου τούτου, λόγῳ τῆς συμβάσεως 4.000.000 λιρῶν. Ἠρωτήθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ποία ἦτο ἡ Τέξας, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καμμία πληροφορία. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας κατόπιν ἔλαβεν εἶναι ὅτι ἡ Τέξας εἶναι μιὰ Ἑταιρεία ἔχουσα κεφάλαιον 104.000.000 λίρας. Ἡ μεγαλειτέρα Ἑταιρεία τοῦ κόσμου ἀπὸ ἀπόψεως πετρελαίων εἶναι ἡ Σέλλ, ἡ ὁποία ἔχει 304.000.000 λίρας κεφάλαιον καὶ τρίτη ἔρχεται ἡ Τέξας. Ἀλλ’ ἡ ἱκανότης αὐτὴ τοῦ Οἴκου Φὸξ Μπρόδερς ἀπεδείχθη κατόπιν ὅτι εἶναι πραγματική. Ἀφήνω τὰς πρώτας προσφορὰς καὶ δὲν τὰς ἀναφέρω, μόνον καὶ μόνον δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Διότι, ὅπως σᾶς εἶπε, ἡ μὲν Μπλαὶρ δὲν εἶχε κάμει καμμίαν πρότασιν, ἡ δὲ δευτέρα ἡ ἐκ Βορειοελλαδικῶν ἐργολάβων προσεφέρθη καὶ αὐτὴ νὰ κάμῃ δάνειον, ὁ δὲ Σάμουελ ὁ Τραπεζίτης τοῦ Μακρῆ ἀνελάμβανε νὰ κάμῃ τοῦτο μὲ ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ ἔγγραφόν του. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Οἴκου Σάμουελ ἀνεγνώσθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λέσβου Βουλευτὴν καὶ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Ἦλθε τὸ δεύτερον στάδιον τοῦ διαγωνισμοῦ ὅταν ἐλήφθη ἡ πρότασις τοῦ Οἴκου Μπλαίρ, ὁ ὁποῖος ὅταν τελειωτικῶς ὑπέβαλε τὰς προτάσεις τοῦ ἔργου διετήρησεν καὶ αὐτὸς μερικὰς ἐπιφυλάξεις. Ἐθεωρεῖτο ἡ πρότασις αὐτή, ὡς μὴ προσαρμοζομένη πρὸς τὸν νόμον ὅπως εἶχε θεωρηθῆ καὶ ἡ πρότασις τοῦ Οἴκου Μακρῆ, ὁ ὁποῖος ὅμως κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τοῦ διαγωνισμοῦ ὑπέβαλεν ὅρους καθαρωτέρους. Αὐτὸς δὲν ὑπέβαλε προτάσεις. Δὲν ἐθεωρήθησαν, λοιπόν, προσαρμοζόμενοι πρὸς τὸν νόμον οἱ ὅροι τοῦ Οἴκου Μπλαίρ. Ὁ Πρεζάνης καὶ Καψαμπέλης ἦλθον εἰς συνεργασίαν μὲ τὸν Οἶκον Φὸξ Μπρόδερς καὶ παρουσίασεν ἑαυτοὺς ὡς Τραπεζιτικὸν Ὅμιλλον, διὰ τὸ δάνειον. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν οἱ δανειακοὶ ὅροι τοῦ Φὸξ Μπρόδερς ἦσαν οἱ καλύτεροι πάντων, διότι αὐτὴν τὴν φορὰν ὁ Οἶκος Φὸξ Μπρόδερς λέγει, ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ καταθέσῃ 400.000 λίρες μὲ τόκον 6%. Ἐπιθυμεῖ δὲ ἡ καταβολὴ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀσφάλεια, διὰ δὲ τὸ δάνειον λέγει ἔτι τὸ δίδει εἰς τοὺς ὅρους τοῦ δανείου σταθεροποιήσεως πλέον 2% καθαρὸν προϊὸν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ εἰς ἣν περίπτωσιν ἤθελον κατὰ τὴν ἔκδοσιν δευτέρου μερίσματος δανείου καλυτερεύσῃ οἱ ὅροι εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἀγοράν, οἱ ὅροι τοῦ τριμεροῦς δανείου θὰ προσηρμόζοντο εἰς τὰς νεωτέρας τιμὰς πλέον 2%. Ἐὰν πάλιν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δευτέρου ἢ τρίτου τμήματος, οἱ ὅροι τοῦ τριμεροῦς δανείου θὰ ἦσαν κατώτεροι τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, θὰ κατήρχετο τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς πλέον 2% ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἐνῷ ἡ προσφορὰ τοῦ Οἴκου Μακρῆ, ὄχι μόνον εἶχε τὸν περιορισμὸν ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε καμμίαν αὔξησιν, ἀλλὰ ἔλεγε, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει, ἤθελε κατέλθει ἡ τιμὴ τοῦ προσφυγικοῦ δανείου, ἤθελε προσαρμοσθῆ εἰς τὰς τιμὰς αὐτὰς τὰς κατωτέρας τῆς ἀγορᾶς. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως, φυσικά, αἱ τιμαὶ τοῦ δανείου σταθεροποιήσεως εἶχον ἀνέλθει ἄνω τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, βεβαίως θὰ ἦτο ὑποχρεωτικὴ ἡ τιμὴ αὐτὴ τῆς ἐκδόσεως. Ἡ προσφορὰ αὐτὴ τοῦ Οἴκου Φὸξ Μπρόδερς ἐθεωρήθη ὅτι ἦτο σοβαρά, διότι παρεῖχε πλεονεκτήματα ἀνώτερα ἀπὸ τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως ἀπετέλει μίαν μεγάλην ἐπιτυχίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ ἐξήγησις, ἡ ὁποία ἐδόθη διὰ τὴν νεωτέραν προσφοράν, ἦτο ὅτι ὁ Πρεζάνης ἐπλήρωνεν τόκον 2% πλέον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ὤφειλε νὰ πληρώσῃ. Ἐκτὸς τούτου παρείχετο ἡ πληροφορία ὅτι τὸ δάνειον ἦτο ἐξησφαλισμένον ἐκ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία θὰ παρεῖχεν εὐκολίαν τὸ μονοπώλιον τῆς ἀσφάλτου ἐκτὸς τῶν τιμῶν τῆς ἀγορᾶς, ὅπως τὸ ἀνάλογον συμβαίνει καὶ διὰ τὸν Οἶκον Μακρῆ ἐκ μέρους τῆς Τέξας Κόμπανυ. Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀνελάμβανε τὸ δίκτυον τῆς ὁδοποιΐας δυνάμει τῆς συμβάσεως, ἀσφαλῶς θὰ εἶχε τὸ μονοπώλιον τῆς ἀσφάλτου εἰς τὴν Ἑλλάδα διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς ἄλλος νὰ ἐνεργήσῃ μεταφορὰς εἰς μεγάλας ποσότητας. Ἀλλὰ καὶ ἡ προσφορά, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐθεωρεῖτο ἀπολύτως ἀσφαλὴς λόγῳ τῆς δυσπιστίας, ἡ ὁποία ἐκράτει ἀπέναντι τοῦ Οἴκου Φὸξ Μπρόδερς καὶ δι’ αὐτὸ οἱ ἐργολῆπται ἐκάλεσαν ἐνταῦθα ἕνα τῶν διευθυντῶν, νομίζω, τοῦ Οἴκου Μπλαὶρ καὶ ἔκαμαν νέας προτάσεις, συνδυασθέντες πλέον ὅλοι μαζύ. Κι’ ὑπέβαλαν τότε τὰς τελευταίας προτάσεις, αἱ ὁποῖαι προτάσεις εἶναι ἐπίσης κατηγορηματικαί, δίδουν δηλαδὴ 2% ἄνω τοῦ καθαροῦ προϊόντος τοῦ τριμεροῦς δανείου, ὑπὸ τὰς ἐπιφυλάξεις τὰς ὁποίας ὁ νόμος παρέχει καὶ τὰς ὁποίας ὁμολογεῖ ὁ συντηρητικώτερος ἀντιπρόσωπος τοῦ Οἴκου Μπλαίρ. Εἰς μίαν ἐπιστολήν του, ἡ ὁποία νομίζω ἀνεγνώσθη, λέγει, ὅτι, ἐὰν αἱ συμβάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ συναφθῇ τὸ δάνειον, φυσικὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀποστῇ ἀπὸ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Δηλαδὴ ἐφόσον τὸ πρῶτον δάνειον ἔχει χρόνον ἐκδόσεως 18 μῆνες, φυσικὸν εἶναι εἰς τὸν Τραπεζιτικὸν Οἶκον, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ συμβληθῇ ὑπερμέτρως μὲ ἑταιρείαν πετρελαίων, νὰ ὑπάρχουν ἐπιφυλάξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐπίσης εἰς τὰς προσφορὰς καὶ τοῦ Οἴκου Σάμουελ, τοῦ τραπεζίτου τοῦ Οἴκου Μακρῆ. Ἀπέναντι τῆς θετικῆς προσφορᾶς τοῦ οἴκου Μπλαίρ, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸν οἶκον Φὸξ Μπρόδερς, ὑπῆρχεν, ἐπαναλαμβάνω, μόνον ἡ προσφορὰ τοῦ Οἴκου Μακρῆ. Πιστοποίησις θετικὴ αὐτῆς τῆς προσφορᾶς ἐκ μέρους Τραπεζιτικοῦ Οἴκου δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον τὸ γενικώτερον τοῦ Οἴκου Σάμουελ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ τὸ πλασάρισμα τοῦ δανείου. Ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον τοῦ Οἴκου Σάμουελ, ἀλλὰ ἐκ μέρους κανενὸς ἐξωτερικοῦ οἴκου δὲν ὑπάρχει ρητὴ προσφορὰ μὲ ὡρισμένους ὅρους. Ὑπάρχει προσφορά, ἀλλὰ ὄχι ρητοὶ ὅροι δανείου. Ἀκόμη πλέον ἀόριστος εἶναι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ τραπεζίτου Χάμπρο πρὸς τὸν διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ τῆς ὁποίας ὑπόσχεται ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀναλάβῃ τὸ λανσάρισμα τοῦ δανείου τοῦ Οἴκου Μακρῆ. Ἂν λοιπὸν πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τραπεζικῶν προσφορῶν, ἀσφαλῶς ἀπὸ τραπεζιτικῆς ἀπόψεως ὑπάρχει ἕνας ὄγκος τραπεζιτικὸς ἀσυγκρίτως ἀνώτερος, ὄπισθεν τοῦ οἴκου Πρεζάνη, μὲ κατηγορηματικήν, σαφῆ καὶ ρητὴν προσφορὰν ἐκ μέρους τῶν τραπεζιτῶν αὐτῶν. Ἂν πρόκειται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν καὶ μόνον τῶν προσφορῶν νὰ κρίνωμεν, θὰ ἔπρεπε νὰ προκρίνωμεν τὸν Οἶκον Πρεζάνη. Ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνον τὸ ζήτημα τῶν δανειακῶν ὅρων. Εἶναι καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους ὅρους εἶνε τὸ ζήτημα τῆς τεχνικῆς ἐπαρκίας. Ὁ Νόμος ἐκάλεσε εἰς συναγωνισμὸν τὰς Ἑλληνικὰς ἑταιρείας καὶ οἱανδήποτε ἄλλην νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν συναγωνισμόν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι, οἱαδήποτε Ἑλληνικὴ ἑταιρεία ἤθελεν λάβῃ μέρος εἰς τὸν συναγωνισμόν, πρέπει νὰ καταθέσῃ 10.000.000 δραχμῶν ὡς ἐγγύησιν. Ὁ οἱοσδήποτε ἄλλος ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσῃ 10.000.000 δραχμῶν καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσῃ Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν μὲ κεφάλαιον 25.000.000 δραχμῶν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἀπὸ τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως. Ὑπάρχουν, Κύριοι, εἰς τὴν Ἑλλάδα Ἑταιρεῖαι μεμονωμέναι ἢ ἄνθρωπος κανείς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἔχει τόσην τεχνικὴν ἱκανότητα, τόσην τεχνικὴν ἀρτιότητα, ὅτι θὰ ἠδύνατο αὐτὸς καὶ μόνος, εἴτε Ἑταιρεία, εἴτε ἄτομον, νὰ ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα; Κανεὶς δὲν ὑπάρχει. Καὶ δι’ αὐτὸ διὰ τοῦ νόμου ἀπεβλέψαμεν, ὅπως εἶπα, εἰς τὸν σχηματισμὸν μιᾶς νέας Ἑταιρείας. Τί θὰ ἐπρόκειτο νὰ παρουσιάσουν οἱ ἀνταγωνισθέντες ἀπὸ ἀπόψεως τεχνικῆς; Δὲν ὑπεστήριξα ποτὲ ἐγώ, ὅταν εἶπον νὰ ἔλθουν νὰ συναγωνισθοῦν καὶ ἄλλοι οἶκοι, δὲν ὑπεστήριξα νὰ σχηματισθοῦν ξέναι Ἑταιρεῖαι εἰς τὴν Ἑλλάδα. Γνωρίζω τὰ πλεονεκτήματα τῆς ὑπάρξεως Ἑλληνικῶν Ἑταιρειῶν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων. Ἂν τὸ εἶπον, τὸ εἶπον ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε φέρει τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ Οἴκου Μπλαὶρ καὶ διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν ἀναλάβῃ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία τὴν κατασκευὴν τῶν δρόμων, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ζητήσῃ τὴν ξένην τεχνικὴν συνδρομὴν διὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον της. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντίληψις ἰδική μου. Εἶναι ἀντίληψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἀπαντῶν ἄλλοτε εἰς ἐπερώτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν ποία ἦτο ἡ τεχνικὴ ἱκανότης τῶν Α ἢ τῶν Β Ἑταιρειῶν, ἀναλύσας ποία εἶναι ἡ σημασία τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης κρίσεως τῶν κυριωτέρων συστημάτων ὁδοστρωμάτων. Καὶ ἐτόνισε, φυσικά, τὴν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς τεχνικῆς συνδρομῆς. Ἐὰν δὲν εἴχομεν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς τεχνικῆς συνδρομῆς, θ’ ἀπεδεικνύετο ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ Ἑταιρεῖαι ἦσαν ἀπολύτως ἱκαναὶ νὰ χρησιμοποιήσουν καὶ νὰ ἐφαρμόσουν ὅλα αὐτὰ τὰ νέα συστήματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπολύτως, διότι δὲν εἶναι μόνον ὁ δρόμος τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς, τοῦ ὁποίου ἀμφισβητεῖται ἡ ποιότης, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ὁδὸς Πατησίων καὶ ἡ ὁδὸς Κηφισσίας. Τώρα δὲ μόνον τελευταία παρουσιάζεται συστηματικὴ βελτίωσις μὲ τὴν γρανιτάσφαλτον. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτά, ὑπάρχει ἀνάγκη μιᾶς ξένης τεχνικῆς συνδρομῆς διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν ν’ ἀποκτήσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀνθρώπους ἀπολύτως ἱκανοὺς καὶ ἐφαμίλλους πρὸς τοὺς ξένους διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων συστημάτων ὁδοποιΐας. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐτέθη, πολὺ ὀρθά, ἐν τῷ νόμῳ ἡ διάταξις ὅπως μέχρις ἑνὸς ὡρισμένου ἀριθμοῦ, ἐκ τοῦ τεχνικοῦ προσωπικοῦ, δέον νὰ εἶναι ἀλλοδαπόν. Ποία, λοιπόν, Ἑταιρεία, ἀπὸ ἀπόψεως ἐφοδιασμοῦ, εἶναι καλύτερον ἐξωπλισμένη; Ποῖοι ἐκ τῶν ἐργοληπτῶν εἶναι καλύτερον ἐξωπλισμένοι; Ἡ πρώτη Ἑταιρεία, ἡ Ἑταιρεία Μακρῆ ἀναφέρει τὰ ὀνόματα 3–4 μηχανικῶν Ἄγγλων, τοὺς ὁποίους προσφέρεται ν’ ἀποστείλῃ ἐδῶ ὁ Οἶκος Σέλλ. Ἡ ἄλλη Ἑταιρεία ἔχει τὴν συνεργασίαν μιᾶς ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας ξένας Ἑταιρείας κατασκευῆς ὁδῶν, τῆς Κλέντεν, ἡ ὁποία δέχεται νὰ μετάσχῃ τῆς ἐπιχειρήσεως, ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ νὰ κάμῃ ὅ,τι τῆς εἶναι δυνατὸν διὰ τὴν καλὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἠρκέσθη ν’ ἀναγνώσῃ μετὰ μίαν φράσιν τοῦ σχετικοῦ ἔγγραφον τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑταιρείας ταύτης, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἔχει ἐλάχιστον ἐνδιαφέρον ἡ Ἑταιρεία αὕτη, διότι, λέγει «θὰ στέλλῃ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τοὺς ἀπαιτουμένους τεχνικούς», ἐνῷ ἔχει καὶ ἄλλο ἔγγραφον, κατατεθὲν εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς, τὸ ὁποῖον διασαφηνίζει καλύτερον τὰς ὑποσχέσεις του καὶ δηλοῖ ὅτι ἀναλαμβάνει πλήρη τὴν ἠθικὴν εὐθύνην διὰ τὴν καλὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Καὶ ἐρωτῶ: Πότε εἶναι ἕνας τεχνικὸς ἐφοδιασμὸς ἀρτιώτερος; Ὅταν ἕνας Οἶκος πεντηκονταετοῦς πείρας, ὁ ὁποῖος κατασκευάζει ἕνα μέγα μέρος τῶν ὁδῶν τῆς Ἀγγλίας, ἀναλαμβάνει νὰ μετάσχῃ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων, ἀναλαμβάνει τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐκτελέσεως καὶ τὴν εὐθύνην νὰ βοηθήσῃ τεχνικῶς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων; ἢ ἕνας ἄλλος ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἄνευ τῆς πείρας καὶ ἄνευ τῶν ἐφοδίων αὐτῶν; Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ἡ κακὴ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων, ὄχι μόνον εἶναι ἱκανὴ νὰ φέρῃ τεχνικὰς ζημίας εἰς τὸν Οἶκον αὐτόν, ἀλλ’ εἶναι ἱκανὴ νὰ φέρῃ μεγάλας οἰκονομικὰς ζημίας, διότι ὁ Οἶκος αὐτὸς ὠφελεῖται καὶ ἐργάζεται καὶ κερδίζει ἀπὸ τὴν φήμην τῆς καλῆς παρ’ αὐτοῦ ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Πῶς ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ὁ Οἶκος αὐτὸς ἤθελεν ἐκθέσει τὸ κῦρος αὐτοῦ, ἀφίνων νὰ γίνῃ κακοτεχνία ἐν Ἑλλάδι; Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει μόνον τὸ ζήτημα τοῦ τεχνικοῦ ἐφοδιασμοῦ. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω δύο λέξεις διὰ τὸν τεχνικὸν ἐφοδιασμὸν τοῦ Οἴκου Μακρῆ. Ποῦ στηρίζεται ὁ τεχνικὸς ἐφοδιασμὸς αὐτοῦ; Εἰς τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Οἴκου Μακρῆ καὶ 7–8 τεχνικῶν Ἑταιρειῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα; Κατὰ τὴν σύμβασιν αὐτήν, ὄχι μόνον ὁ Οἶκος Μακρῆ πρόκειται νὰ μεταβληθῇ εἰς τεχνικὸν Οἶκον, ἀλλ’ ὁ Οἶκος Μακρῆ πρόκειται νὰ μεταβιβάσῃ ἐργολαβικῶς εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς Ἑταιρείας ἕνα μέγα μέρος ἐκ τοῦ ὅλου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποία εἶναι ἡ τεχνικὴ εἰσφορὰ τοῦ Οἴκου Μακρῆ; Εἰς ἕνα καὶ μόνον περιορίζεται αὕτη: εἰς τὴν μετάκλησιν 3–4 ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μετακλήσεως αὐτῆς δημιουργεῖτε ἕνα μεσάζοντα μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν Ἑταιρειῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐκτελέσουν τὰ ἔργα. Καὶ ἐρωτῶ: Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται λόγος περὶ τεχνικοῦ ἐφοδιασμοῦ, ὅταν πρόκειται περὶ μεσιτείας μεταξὺ Κράτους καὶ ἐκτελεστῶν τῶν ἔργων; Ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἐκτελεσταὶ τοῦ ἔργου, εἶναι οἱ μόνοι ἱκανοὶ νὰ ἐκτελέσουν τὰ ἔργα, διατὶ δὲν συμβαλλόμεθα μετ’ αὐτῶν; Ἀντετάχθη ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία συγκεντρωτικὴ ἐπιχείρησις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ πλεονέκτημα. Εἶναι ζήτημα οἰκονομικὸν κυρίως, διότι, ὅταν μία ἐργασία εἶναι ἀποκεντρωμένη, εἶναι ἐξαπλωμένη, ἡ συγκεντρωτικὴ ἐπιχείρησις δὲν παρουσιάζει πλεονέκτημα. Ἀλλὰ πλεονέκτημα παρουσιάζει ἡ συγκεντρωτικὴ ἐπιχείρησις ὅταν εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως προσαρμογῆς δυνάμεων, εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς συγκεντρώσεως νὰ ἐπιτευχθοῦν μεγαλύτερα καὶ οἰκονομικώτερα ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ πλεονεκτήματα μεγάλα, ἀλλὰ μόνον μειονεκτήματα ἡ συγκεντρωτικὴ ἐπιχείρησις. Δι’ αὐτὸ καὶ ἄλλοτε ὑπεστήριξα ὅτι εἶναι πολὺ συμφερώτερον τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας νὰ γίνουν ὄχι ἀπὸ μεγάλας ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ ἀπὸ περισσοτέρας. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐξέφερε τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων, θὰ ἦτο ἀσφαλεστέρα, βοηθοῦντος καὶ τοῦ Κράτου, ἐὰν ἐγίνετο ὁ συνδυασμὸς τῶν ἔργων αὐτῶν μὲ τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν εἰς τρόπον, ὥστε εἰς ἑκάστην τοπικὴν περιφέρειαν νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ μία ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία ν’ ἀναλαμβάνῃ, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ὅρων, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν, ὄχι μίαν Ἑταιρείαν μὲ 25 ἑκατομμύρια κεφάλαιον, ἀλλὰ πολλάς, 5, 10 καὶ περισσοτέρας ἀκόμη Ἑταιρείας, μὲ 25 ἑκατομμύρια δραχ. κεφάλαιον ἑκάστη, διότι τόσον μεγάλη εἶναι ἡ ἐργασία ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ. Ἠρώτησα ἄλλοτε τοὺς Διευθυντὰς τῶν τεχνικῶν Ἑταιρειῶν, οἱ ὁποῖοι συνεργάζονται μὲ τὸν Οἶκον Μακρῆ, διατὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἀναλαμβάνουν τὴν σύναψιν συμβάσεως τοιαύτης διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Μοῦ ἀπήντησαν ὅτι δὲν ὑπῆρχον χρήματα. Καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ μόνος λόγος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε καὶ τὰς τεχνικὰς Ἑταιρείας νὰ ἔλθουν εἰς συνεταιρισμὸν πρὸς τὸν Οἶκον Μακρῆ. Κανεὶς ἄλλος λόγος δὲν ὑπῆρχε. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τὸ προσφέρει ὁ Οἶκος Μακρῆ; Τὸ προσφέρει ὁ οἶκος Πρεζάνη; Ὄχι. Τὸ προσφέρουν, Κύριοι ἄλλαι Τράπεζαι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ οὐδεὶς λόγος θὰ ὑπῆρχε, μόνον λόγῳ τῆς ἐργασίας πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ δανείου, νὰ παραχωρηθῇ τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων ὁδοποιΐας ἐπὶ κέρδει ὑπερόγκῳ. Ὑπάρχει βεβαίως ἡ ἀνάγκη τεχνικοῦ προσωπικοῦ εὐαρίθμου, ὅπως καθοδηγήσουν τοὺς ἡμεδαποὺς τεχνικοὺς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νεωτέρων συστημάτων ὁδοποιΐας, ἀλλὰ τὸ εὐάριθμον τεχνικὸν προσωπικὸν εἰμπορεῖ κάλλιστα νὰ τὸ ἔχῃ τὸ Κράτος. Καμμία ἀνάγκη δὲν ὑπῆρχεν ὅπως χάριν τῆς μετακλήσεως 3 ἢ 4 ἢ 8 ξένων μηχανικῶν μονοπωληθῇ, ὅπως σᾶς εἶπον, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων μεταξὺ Κράτους καὶ ἐκτελεστῶν τῶν ἔργων. Ἄλλωστε ὅλοι οἱ τεχνικοὶ οὗτοι Οἶκοι, εἰς οἱονδήποτε καὶ ἂν ἤθελε δοθῇ τὸ ἔργον, ἀσφαλῶς θὰ ἦσαν πρόθυμοι, θὰ ἦσαν ἠναγκασμένοι ἐκ τῶν συμφερόντων τῶν μετόχων των νὰ συνεργασθῶσι καθ’ ὅμοιον τρόπον μὲ τὸν οἱονδήποτε ἐργολήπτην τῶν ἔργων αὐτῶν. Δὲν παρουσιάζει κανὲν ὑπερβολικὸν τιμολόγιον αὐτὴ ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία συνήφθη μεταξὺ τῶν ἐργοληπτικῶν αὑτῶν Ἑταιρειῶν καὶ τοῦ Οἴκου Μακρῆ, εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγεννήθη ἡ ἰδέα εἰς τὸν Οἶκον Μακρῆ νὰ συνάψῃ καὶ τὸ δάνειον, νὰ μονοπωλήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ὁδοποιΐας καὶ παρείχετο καὶ ἡ ἐλπὶς ὅτι θὰ εἰμποροῦσε αὐτὴ ἡ σύμβασις νὰ βασισθῇ ἐπὶ ἀναλύσεως τιμῶν ὑπερόγκων. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, τῆς προσωπικῆς ἀξιοπιστίας. Ἡμεῖς κατεκρίναμεν τὰς προτάσεις τοῦ Οἴκου Μακρῆ ὡς ὑπερβολικάς. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔτσι εἶναι. Ἀρχίζει τὸ παζάρευμα ἀπὸ ὑψηλά. Ἀλλὰ τὸ παζάρευμα εἰμπορεῖ ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ ὑψηλὰ ὅταν πρόκειται περὶ προσωπικῆς διαθέσεως. Δὲν ἀρχίζει ἀπὸ ὑψηλὰ ὅταν πρόκειται περὶ διαγωνισμοῦ μὲ ἐνσφραγίστους προσφοράς. Καὶ δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑποστηρίζεται τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει παζάρευμα ἀπὸ ἐκείνους ἀκριβῶς, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ τὸ σύστημα τοῦ πρώτου διαγωνισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδέχθη τὸ κατώτατον ὅριον ἀλλὰ ἕνα ὅριον τὸ ὁποῖον θὰ συντελῇ νὰ ἐξακριβωθῇ ποῖος εἶναι ὁ ἐγγύτερος τῶν μέσων ὅρων εἰς τὸ ὅριον αὐτό. Ἀλλ’ εἰς τί ἀνέρχονται αὐταὶ αἱ ὑπερβολικαὶ ἀξιώσεις τοῦ Οἴκου Μακρῆ; Ὅπως σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, κατὰ πληροφορίαν τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἐπὶ Παγκάλου αἱ τιμαὶ τῆς σχεδιασθείσης συμβάσεως ἦσαν κατὰ 60% ἀνώτεραι τῆς σημερινῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν.
§96Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγ.). Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν τὴν ἔδωκα ἐγώ.
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι. Ἔστειλα τὸν γραμματέα μου καὶ ἔλαβε τὴν πληροφορίαν. Ὅταν αἱ τιμαὶ αὗται ὑπεβιβάσθησαν καὶ ἔγινε τὸ δεύτερον σχέδιον τῆς συμβάσεως Μακρῆ, αἱ τιμαὶ ἦσαν ἀνώτεραι ὄχι κατὰ 60%, ἀλλὰ κατὰ 35%, τῆς σημερινῆς ἀναλύσεως τιμῶν. Πέριξ αὐτῆς τῆς τιμῆς τοῦ 35% ἔγιναν αἱ Παγκαλικαὶ συμβάσεις. Ἐκ δὲ αὐτῆς ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀνάλυσις τιμῶν, τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάβασιν τιμῆς κατὰ 7½% ἀνωτέραν ἀπὸ τὴν σημερινὴν ἀνάλυσιν τιμῆς τοῦ διαγωνισμοῦ. Βλέπετε, λοιπόν, πόσον ὑπερβολικαὶ ἦσαν αὐταὶ αἱ ἀξιώσεις. Ἔγινε ὑπολογισμὸς αὐτῶν τῶν ὑπερβολικῶν ἀξιώσεων, ὄχι τοῦ 60%, οὔτε τοῦ 35%, ἀλλὰ τοῦ 28%, τῆς ἀποστάσεως δηλ. τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ προσφορᾶς τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, καὶ εὑρέθη ἀρχικῶς ὅτι ὑπάρχει μιὰ ἀπόστασις μετὰ τοῦ λάθους κατὰ 650 ἑκατομμύρια καὶ ἄνευ τοῦ λάθους κατὰ 400 ἑκατομύρια! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας παρετήρησεν, βραδέως ἀντιληφθεὶς τὸ σφάλμα τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀπολογισμὸς τί ἀπομένει διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἀφαιρουμένων τῶν γενικῶν ἐξόδων καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου νὰ ὑπολογισθῇ τὸ 28% ἢ τὸ 16% ἀφαιρουμένου τοῦ λάθους. Καὶ πράγματι ἔκαμα τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν καὶ εὑρέθη μιὰ διαφορὰ 250 ἑκατομμυρίων ἄνευ τοῦ λάθους καὶ μὲ τὸ λάθος 450 ἑκατομμύρια, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει καὶ τῆς διαφορᾶς τῶν γενικῶν ἐξόδων, διότι καὶ αὐτὰ ἀποτελοῦν μίαν διαφοράν, διὰ τὰ γενικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα πάλιν πρέπει νὰ μὴ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ σύνολον. Λαμβανομένης, λοιπόν, καὶ αὐτῆς τῆς διαφορᾶς ὑπ’ ὄψιν χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ λάθος, διὰ τὸ ὁποῖον ἔγινεν μακρὺς λόγος, παραμένει 300 ἑκατομμύρια διαφορά. Ἀλλ’ ἡ ραγδαία ἔκπτωσις τοῦ Οἴκου Μακρῆ κατὰ τρεῖς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων καὶ ἡ ἀναγραφὴ τοῦ λάθους, ὅπως μᾶς ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἐξαιρετικὴ ἀρτιότης τεχνική, ἀλλ’ ἀποδεικνύει μίαν προσπάθειαν ὑπερόγκου κέρδους, μίαν κερδοσκοπικὴ προσπάθειαν, μὴ θεμιτὴν ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου συμπεραίνομεν ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Οἶκον αὐτὸν πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Εἶναι καὶ ἄλλα ὅσα θέλω βον χώραν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ διαγωνισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὑπεστήριξε σήμερον, ὅτι ἡ πρώτη σοβαρὰ προσπάθεια τοῦ Οἴκου Πρεζάνη, ἦτο ἡ δευτέρα προσφορά, ἡ ὁποία ἦτο ἀντιγραφὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Οἴκου Μακρῆ, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ ἐξετέθησαν τὰ δέοντα. Καὶ ἐξ ἐπιστολῆς τοῦ Οἴκου Πρεζάνη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐξ ἐπιστολῆς πρὸς ἐμὲ καὶ ἐξ ὅσων γνωρίζω κατὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν προσφορῶν καὶ μετὰ τὴν πιστοποίησιν ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς ἐργολήπτου καὶ τοῦ ἄλλου, φαίνεται ὅτι ἐξελίχθη ἕνα δρᾶμα κοινωνικὸν ἄξιον μελέτης καὶ ἄξιον, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς, καὶ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως. Διότι ὅπως φαίνεται κατεβλήθη μία προσπάθεια ἐξαιρετικὴ ὅπως ἐκτοπισθῇ ἐκ τοῦ μέσου ὁ Πρεζάνης. Διὰ νὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὸν συναγωνισμὸν τοῦ ἐδήλωσαν ὅτι θὰ ἀπεσύρετο ἡ ἐγγύησις, ἡ ὁποία εἶχε γίνῃ ἐκ μέρους τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης. Τοῦ ἐγένοντο, φαίνεται, ὑποθέτω, καὶ δελεαστικαὶ προσφοραί. Κατόπιν ὑπέβαλε τὴν δευτέραν προσφορὰν καὶ, ὅταν κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ τὰ κεφάλαιά του καὶ νὰ καταθέσῃ ἐξ ἰδίων τὴν ἐγγύησιν, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν πρώτην προσφοράν. Δὲν εἶνε ἀκριβὲς ὅτι ἡ δευτέρα προσφορά, ἡ ὁποία ἀπετέλει ἀντιγραφὴν μετὰ τοῦ ἀλανθάστου λάθους ἔγινε κατὰ τὸ ἄνοιγμα τῆς ἀγορᾶς τῆς Ἀμερικῆς. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὑπεβλήθη, ἀλλὰ τὸ πρωῒ ὑπεβλήθη ἡ προσφορὰ καὶ τὸ ἀπόγευμα ἦλθε τὸ τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνηγγέλθη ὅτι ἤνοιξεν ἡ ἀγορὰ ἡ Ἀμερικανικὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἡ προσπάθεια αὐτὴ τοῦ ἐκτοπισμοῦ τοῦ Οἴκου Πρεζάνη δὲν ἐσταμάτησεν. Ἐσυνεχίσθη καὶ, ὁμολογουμένως, ἐπροξένησεν εἰς ἐμὲ ὄχι εὐχάριστον ἐντύπωσιν, ἡ εὐκολία μὲ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐδέχθη ὅλας ἐκείνας τὰς ἐκβιάσεις, διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ ἑνὸς τῶν Οἴκων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθησαν ὄχι ἀκριβῆς. Καὶ δικαίως ἀπεδείχθησαν ὄχι ἀκριβῆς; Βεβαίως, ἔγινε μία αἴτησις περὶ πτωχεύσεως, ἀλλὰ ἡ αἴτησις ἀνεκλήθη. Βεβαίως ὑπῆρξαν ἐκκρεμῆ γραμμάτια. Διατὶ ὑπῆρχον; Διότι ὁ Οἶκος αὐτὸς συνεκέντρωσε τὰ κεφάλαιά του εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε ἀποσύρει ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπάρξῃ μία καθυστέρησις εἰς τὰς πληρωμὰς πρὸς τὴν Τράπεζαν ἡ ὁποία οὐδέποτε ἐφαντάζετο οὗτος, ὅτι θὰ προεκάλει αἴτησιν πτωχεύσεως ἀφοῦ ἦτο πελάτης παλαιὸς τῆς Βιομηχ. Τραπέζης καὶ εἶχε πάντοτε ἀνοικτὰς πιστώσεις. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ θεωρηθῇ ὅτι εὑρίσκετο εἰς παραμονὰς πτωχεύσεως ἕνας Οἶκος ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐκτελέσει τόσα ἔργα, εἶχεν ἐγγύησιν 10 ἑκατομμυρίων καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει λαμβάνειν ἀπὸ τὸ Δημόσιον 2 ἑκατομμύρια δραχ. ἀπὸ ἐκτελεσθέντα ἔργα. Αὐτὴ ἡ προσπάθεια τριβῆς καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ διὰ τῶν ἄλλων ἐνεργειῶν, ἀποτελεῖ ἓν κοινωνικὸν δρᾶμα, ἄξιον ἐρεύνης καὶ ἴσως ἄξιον ἐπεμβάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πειραιῶς. Ὅταν ὁ Οἶκος αὐτὸς δὲν παρεῖχε καμμίαν προσδοκίαν, ὅτι ἤθελε παρουσιασθῆ ὡς σοβαρὸς ἀνταγωνιστής, οὐδεὶς ἐνηργήθη ἐναντίον αὐτοῦ ἐκβιασμός. Ὅταν ἐσοβαροποιήθη ὅμως ὁ Οἶκος τότε, ἔγινεν ὅλη αὐτὴ ἡ προσπάθεια τοῦ στραγγαλισμοῦ του. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὴν δυσπιστίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἦσαν καὶ αἱ ἐξαιρετικῶς εὐθηναὶ τιμαί, τὰς ὁποίας ἐζήτει. Ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις μοῦ ἐνθυμίζει ἕνα περίεργον γεγονός. Ἕνας φίλος μου, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ κ. Μπένσης, εἶχεν ἕνα ὑπηρέτην, ὁ ὁποῖος παρέμεινε παρ’ αὐτῷ ἐπὶ δύο ἔτη. Κατόπιν μετηνάστευσεν εἰς τὴν Ἀμερικήν. Μετὰ πάροδον ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν ἔγραψεν εἰς τὸν πρώην Κύριόν του ὅτι ἐργάζεται δὲν ἠξεύρω καλὰ εἰς ποῖον βιομηχανικὸν ἐργοστάσιον, ὅτι ἔχει μισθὸν ἡμερησίως δὲν γνωρίζω πόσα, 2 ἢ δολλάρια, καὶ παρεκάλει τὸν καθηγητὴν κ. Μπένσην καὶ πρώην Κύριον ὑπουργὸν νὰ γράψῃ ποῖον εἶναι τὸ ἀκριβώτερον φάρμακον διὰ μίαν ὡρισμένην ἀσθένειαν. Εἶναι ὁ τύπος τοῦ ἀρχοντοχωριάτου. Καὶ ἡμεῖς παρουσιαζόμεθα ὡς ἕνας τύπος ἀρχοντοχωριάτου, λέγοντες, ὅτι θέλομεν τὸν ἀκριβώτερον ἐργολήπτην, διότι εἰς αὐτὸν καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην. (Χειροκροτήματα). Εἶναι δυνατόν, βέβαια, κανεὶς νὰ εἶναι ἀρχοντοχωριάτης συμπαθής, ὅταν πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ ἰδικά του ἔργα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀρχοντοχωριάτης συμπαθής, ὅταν πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα αὐτὰ εἰς βάρος ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ. Βεβαίως, ἐὰν ἡ ἀκριβωτέρα πληρωμὴ τῶν ἔργων ἐξησφάλιζεν ἀπολύτως τὴν καλλιτέραν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἴχομεν ποτὲ μὲ τὰς μικροτέρας τιμάς, δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπεστήριζα ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὰς εὐθηνοτέρας τιμάς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει, εἶναι νὰ γίνουν οἱ δρόμοι καὶ νὰ γίνουν καλοὶ δρόμοι. Ἀλλ’ ὅταν οἱ καλοὶ δρόμοι ἠμποροῦν νὰ γίνουν μὲ τὰς εὐθηνοτέρας τιμάς, βεβαίως θὰ ἦτο ἀρχοντοχωριατισμὸς νὰ προτιμήσωμεν τὰς ἀκριβωτέρας τιμάς. Ἀλλὰ ἐλέχθη, ὅτι ἀσφαλῶς αὐταὶ αἱ ἀκριβώτεραι τιμαὶ ὁδηγοῦν κατ’ ἰσχυρὰν ἀναγκαιότητα εἰς τὴν κακοτεχνίαν. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ὑπελόγισε διὰ τὰς τιμὰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἔργων, καὶ κατὰ τῆς ἀποδόσεως αὐτῶν τῶν ἔργων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐργασία. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ὑπολογίζει τὰ γενικὰ ἔξοδα καὶ κάτω τῆς τιμῆς τὴν ὁποίαν αὐτὸ ἐδέχθη, δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις. Εἶναι τὰ πράγματα αὐτὰ ἀκριβῆ; Εἶναι οἱ τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ δικαιολογημένοι; Εἰς ἄλλην περίπτωσιν ἀνέφερα διάφορα ἔργα, ἀναληφθέντα ἐσχάτως μὲ τιμὰς κατωτέρας ἀπὸ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἔθετε τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων. Σήμερον προσθέτω τὰ ἀκόλουθα χαρακτηριστικά: Ἀνελήφθη ἀπὸ ἕνα καλὸν ἐργολάβον ἡ κατασκευὴ ἑνὸς δρόμου εἰς τὰς Κουκουβάουνες ἐπὶ τῇ βάσει ἀναλύσεως τιμῶν κατὰ 7% ἀνωτέρων ἀπὸ τὴν ἀνάλυσιν τιμῶν τοῦ σημερινοῦ διαγωνισμοῦ καὶ μὲ γενικὰ ἔξοδα 15% (πλέον 7, ἄρα 22%). Ἄλλος δρόμος εἰς Βατόντα, Χαλκίδος, εἰς τὴν Εὔβοιαν. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ ἐργολάβου. Εἶναι ἡ ἑταιρεία «Κάδμος» ἡ ὁποία ἔχει γενικὰ ἔξοδα καὶ αὐτὴ ἡ ἐργολαβία ἐδόθη ἐπὶ τῇ βάσει ἀναλύσεως τιμῶν Ὑπουργείου, ἀνωτέρας τῆς σημερινῆς καὶ μὲ γενικὰ ἔξοδα 16%. Ἄλλη ἐργασία, ἡ ἐπισκευὴ τῆς ὁδοῦ Λαμίας–Καρπενησίου, ἐδόθη ἐπίσης μὲ τιμὰς κατά τι κατωτέρας ἀπὸ τὴν ἀνάλυσιν τιμῶν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, καὶ μὲ γενικὰ ἔξοδα 15%. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν, ὅτι γίνεται καὶ μὲ 50% κάτω τῆς ἀναλύσεως. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἔργων μικρῶν, περὶ χρηματισμοῦ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐργασίας ἔχουν ἐκτελεσθῆ ἔργα 13 ἑκατομ. καὶ ἔχουν ἐκτελεσθῆ ἐπιτυχῶς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναφέρω περισσότερα παραδείγματα ἐξ ὅσων ἔχω εἰς τὸν φάκελλον. Αὐτὰ ἀποδεικνύουν ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶναι αἱ κατώτεραι τιμαί. Ἀλλ’ ἤδη τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων ἀπεφάνθη ὅτι τὰ γενικὰ ἔξοδα 28% δὲν εἶναι τὸ κατώτερον ὅριον ἀλλ’ εἶναι ὁ μέσος ὅρος ἢ τὸ ἀνώτατον ὅριον. Ὑπῆρξε μάλιστα καθηγητὴς ἔχων ἁρμοδιότητα διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, διότι εἶναι καθηγητὴς τῆς σιδηροδρομικῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἐργασίας παρεμφερεῖς μὲ τὴν ὁδοποιΐαν, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε σοβαρῶς, ὅτι τὰ γενικὰ ἔξοδα πρέπει νὰ περιορίζωνται εἰς 15%. Ἔχω τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι εἷς ἐπρότεινε 15%, 5 ὥρισαν τὸ 26 ὡς μέγιστον, εἷς τὸ 28 ὡς μέγιστον, εἷς τὸ 28 ὡς ἐλάχιστον, καὶ οἱ λοιποὶ τὸ 28 ὡς μέσον ὅρον. Εἶναι λοιπὸν ἢ δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἀπέκρουσε τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ 28 εἶναι τὸ ἐλάχιστον ἢ ὁ μέσος ὅρος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ συντάξεως κανενὸς πρακτικοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς ὅπως σχηματισθῇ ἐντύπωσις. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς, κατόπιν τῶν διαφωνιῶν αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον διὰ τὴν σοβαρότητα τῆς μειοδοσίας αὐτῆς, ἀνέλαβε νὰ ἐρωτήσῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ μετέβη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ προήδρευσε καὶ ἔθεσε μόνος του τὰ ζητήματα, ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι αἱ γνῶμαι αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν, δὲν εἶχον τὸ βάρος καὶ τὸ κῦρος τοῦ προηγουμένου πρακτικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ὥριζεν ἂν τὸ 28 εἶναι ἐλάχιστος ἢ μέσος ὅρος;
§98Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνίας). Ὥριζε νὰ δοθοῦν μὲ τὸν ἀριθμὸν αὐτόν.
§99Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει μίαν ἱστορίαν. Ποία εἶναι ἡ ἱστορία αὐτή; Τὸ σύστημα τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν δὲν εἶναι σύστημα παλαιόν. Εἶναι σύστημα νεώτερον, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄγνωστα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐφηρμόσθησαν εἰς τὴν Κρήτην ἐν ἐκτάσει. Ἐφηρμόσθησαν καὶ ἀναλύσεις τιμῶν πολὺ μεγαλύτεραι καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἐπικρατεῖ τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν. Ἐλέχθη ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ἄλλοτε ὑπέκυπτεν εἰς τὸν Πάγκαλον, διὰ νὰ δεχθῇ τοὺς ὑπερβολικοὺς ὅρους τῶν συμβάσεων τῆς Δικτατορίας. Αὐτὸ μοῦ εἶπε προφορικῶς, μᾶς τὸ λέγει δὲ καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ κ. Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ὅταν ἔβλεπε τὴν ἐπιθυμίαν πρὸς σύναψιν αὐτῶν τῶν συμβάσεων, ἐνόμισεν ὅτι, ἂν δὲν ὑφίσταντο πάλιν τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἐργολήπτου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν δεκταὶ αἱ προτάσεις. Καὶ διότι ἄλλως ἐφοβοῦντο ὅτι ἂν ἐπέμενον εἰς τὰ πραγματικὰ ὅρια θὰ περιεφρονοῦντο ἐντελῶς αἱ συστάσεις αὗται. Ἠμπορεῖ αἱ ἀντιλήψεις τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων νὰ μὴ ἦσαν ὀρθαί, ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἐδήλουν μίαν ἀνεξαρτησίαν γνώμης, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ὑπὸ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο νὰ ἐκρύπτετο καὶ εἷς φόβος περὶ τῆς θέσεως αὐτῶν ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων, κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο κανεὶς ἀσφαλὴς ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συνέβαινεν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων δὲν ἐξεπροσώπει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν πραγματικὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς ὀρθοτέρας ἀναλύσεως τιμῶν. Ἦλθον κατόπιν αἱ Παγκαλικαὶ συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεκυρώθησαν ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐρωτᾶται: διατὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων δὲν ὑπεστήριξε τὸ πραγματικὸν ὅριον τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν τότε; Ἡ ἐξήγησις εἶναι ἡ ἑξῆς, διότι ἐπρόκειτο περὶ συμβάσεων ἀνειλημμένων καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων δὲν ἐνόμιζεν ὅτι ἠμπορεῖ ἀνειλημμένας συμβάσεις νὰ τὰς ἀνατρέψῃ ἄρδην καὶ νὰ τὰς προσαρμόσῃ εἰς πραγματικὰς ἀναλύσεις τιμῶν. Αἱ τελευταῖαι διορθώσεις ἀναλύσεως τιμῶν ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τῆς διαπιστωθείσης ἐκτελέσεως τῶν ἔργων καὶ τὰ ἔργα αὐτὰ παρ’ ὅλα τὰ γραμμάτια τὰ δοθέντα εἰς τὸν ἐργολήπτην, δὲν ἐκτελοῦνται, διότι δὲν ὑπάρχουν χρήματα. Ἐκτὸς τούτου ὅμως ἐλησμονήθη, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐργοληψίαι, τὰς ὁποίας ἀνεφέραμεν, στηρίζονται εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς πληρωμῆς ἐπὶ ζημίᾳ διὰ τὸν ἐργολήπτην, διὰ τὴν καθυστέρησιν τῶν χρημάτων των ἐπὶ ζημίᾳ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰ ἔργα ἡ οἰκονομικὴ εὐκολία παρέχει καὶ κέρδος, διότι δημιουργεῖ τὴν ἱκανότητα τῆς συγκεντρώσεως τοῦ ἔργου καὶ τῆς ταχείας ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ἐνῷ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα δὲν ὑπάρχουν ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς ὁδοποιίας, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐκτὸς τῆς ἀναμφισβητήτου ἀποδείξεως, ὅτι καὶ κάτω τῶν τιμῶν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καλὴ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων, δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ὅτι καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι θὰ περιορισθοῦν τὰ ἔξοδα εἰς τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἐξέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, δηλ. μὲ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ Οἴκου Πρεζάνη, πάλιν τὰ κέρδη εἶναι πολὺ ἱκανοποιητικά, διότι ἀντιπροσωπεύουν ἕνα 25 ἢ 30% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, διότι τὰ κέρδη εἶναι 4 ἢ 7, δὲν γνωρίζω πόσα εἶναι, ἀλλ’ ἀνέρχονται εἰς 80% λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ δύναται νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς πέντε ἐτῶν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ἐὰν περιορισθοῦν, εἰς ὃ ὅριον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἰς ἓν κέρδος 25 ἢ 30% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, εἶναι κέρδος μικρόν; Δὲν ἠμπορεῖ οὐδεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ σοβαρῶς ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀρκεῖται εἰς ἓν κέρδος 25 ἢ 30% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, αὐτὸς εἶναι ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει εἰς κακοτεχνίαν διὰ νὰ κερδίσῃ περισσότερα χρήματα. Τὸ σφάλμα, Κύριοι, εἶναι τὸ ἑξῆς: εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κέρδους, ὅτι ἡ Ἑταιρεία συγκεντρώνει ἕνα κεφάλαιον 25 ἑκατομμυρίων. Θὰ ἐργασθῇ ἐντὸς πέντε ἐτῶν μὲ κεφάλαια ἓξ ἑκατομμυρίων λιρῶν. Ἂν λοιπὸν τὸ κέρδος περιορισθῇ εἰς 4% θὰ ἔχετε ἕνα κέρδος ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν 25 ἑκατομμυρίων 80% καὶ 25 ἢ 30% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, καὶ ἐδῶ εἶναι ἕνας μικρὸς κόμπος, ὥρισεν εἰς 28% τὰ γενικὰ ἔξοδα. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δέχεται, ὅτι, ὅταν κατεβάσωμεν τὸ ὅριον τοῦτο εἰς τὰ 28%, δὲν μένει παρὰ μόνον ἕνα ἐλάχιστον περιθώριον. Ἀφήνω τὸ ζήτημα ὅτι τοῦτο ἀναγράφει 4% διὰ μελέτας, ἐνῶ αἱ ἐργολαβικαὶ μελέται ἀναλαμβάνονται μὲ 2½%. Ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸ δεδομένον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας...
§100Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὄχι ἐμοῦ, τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀνάλυσιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δ. Ἔργων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων τῶν ἄλλων βαρῶν, ἔχομεν κέρδος καὶ ὄφελος 10%. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, αὐτὸ τὸ 10% τοῦ κέρδους τοῦ ἐργολάβου εἰς τί ἀναλύεται; Ἀναλύεται εἰς 2½% διὰ φόρους πρὸς τὸ Δημόσιον σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 19 τῶν ὅρων τῆς δημοπρασίας, 1% διὰ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον καὶ ἕνα τοῖς ἑκατὸν διὰ τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ φόροι οἱ πληρωνόμενοι;
§102Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τοῦ Χαρτοσήμου.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαλλάσσει τὴν Ἑταιρείαν ἀπὸ πᾶν τέλος.
§104Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκοινωνίας). Ὄχι. Μὲ συγχωρεῖτε.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς νὰ μὲ συγχωρῆτε καὶ νὰ ἀκούσετε. (ἀναγινώσκει). «Ὁ ἀνάδοχος ἀπαλλάσσεται παντὸς τέλους χαρτοσήμου κλπ.».
§106Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκοινωνίας). Ὁ Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων ὑπελόγισεν εἰς 5 καὶ 30.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς λέγω ὅτι ἔκαμε λάθος. Λοιπὸν ἠρώτησα καὶ ἐγὼ τί πληρώνουν οἱ σημερινοὶ ἐργολάβοι. Αἱ ἄλλαι ἐργολαβίαι ἐπιβαρύνονται μὲ 4½% διὰ φόρον, πλὴν τῶν τελῶν χαρτοσήμου. Αὐτὴ ἡ σύμβασις βαρύνεται μόνον μὲ 2% καὶ ἀπαλλάσσεται τῶν τελῶν χαρτοσήμου εἰδικῶς. Ἐγώ, Κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, σήμερον μόλις ἀντελήφθην τὴν ὑπόθεσιν. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ μὲ παρακολουθήσετε. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, εἶναι σοβαρώτατον, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ὁ νόμος εἶναι ὅπως τὸν ἑρμηνεύω ἐγώ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ καθαρὸν ὄφελος δὲν εἶναι 4 καὶ 7 ἀλλὰ εἶναι 8% καὶ κατὰ συνέπειαν...
§108Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἔχετε λάθος.
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴμεθα μαζὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μᾶς εἴπετε 5, 4, 9, 10. Ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων ἔκαμε λάθος. Ὑπελόγισε δηλαδὴ δημοσιονομικὰς ἐπιβαρύνσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν διὰ τὰς ἄλλας προσόδους. Ἡ καθαρὰ πρόσοδος δὲν καθορίζει τὰ κέρδη. Εἶναι τὰ κέρδη ἐπὶ τῶν κερδῶν.
§110Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ κατεβάλαμεν ἰδιαιτέραν προσοχήν. Ὅλα τὰ στοιχεῖα ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὰ δώσω, εἰς μίαν ἄλλην περίπτωσιν.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, σήμερον ἀντελήφθην αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἐκάλεσα φίλον μου καθηγητὴν τοῦ Πολυτεχνείου καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι τὰ 4½% τῶν ἄλλων ἐργοληψιῶν......
§112Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς μεταβάλω τὴν σκέψιν σας. Τοῦτο μόνον σᾶς λέγω: στείλατε αὔριον, ἂν θέλετε, τὸν Γραμματέα σας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας νὰ τοῦ δώσω λεπτομερεστέραν ἀνάλυσιν.
§113Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑποστηρίζετε, ὅτι εἰς τὰς συμβάσεις μετὰ τῶν ἐργολάβων δὲν τίθεται χαρτόσημον;
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ τὸ χαρτόσημον θὰ τὸ πληρώσουν οἱ ὑπεργολάβοι.
§115Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκοιν.). Δὲν τὸ πληρώνουν οἱ ὑπεργολάβοι.
§116Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ ποῖον χαρτόσημον λέγετε σεῖς;
§117Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 19 τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὁ ἀνάδοχος ἀπαλλάσσεται παντὸς τέλους χαρτοσήμου (ἀναγινώσκει)... Καὶ σᾶς λέγω ὅτι τὸ χαρτόσημον πληρώνεται ἀπὸ τὸν ὑπεργολάβον.
§118Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὅπως διαβάζετε, λέγει ὅτι ἀπαλλάσσεται ὁ ἀνάδοχος.
§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπον, κ. Οἰκονομίδη, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἐπιχειρήσεις ὅπου μία μεγάλη ἑταιρεία ἀναλαμβάνει ἓν ἔργον, τὸ χαρτόσημον πληρώνεται ἀπὸ τοὺς ὑπεργολάβους.
§120Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πρόκειται νὰ ἴδωμεν, ἐὰν τὰ κέρδη τοῦ ἀναδόχου θὰ εἶναι τόσα, ὅσα σεῖς λέγετε.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, σᾶς εἶπον καὶ πρίν, δὲν εἶναι καὶ αὐτὸ ἀλάθητον. Δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποῖον γίνεται τὸ σφάλμα. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει ἀτέλεια χαρτοσήμου καὶ ὁ μόνος φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος, εἶναι 2%, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ 4% καὶ 5%, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει διὰ τὰς ἄλλας ἐργοληψίας. Ἀλλὰ βλέπετε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, δι’ ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σήμερον ἀνεκάλυψα καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ὑποπίπτω εἰς σφάλμα, μετὰ ποίας μετριοπαθείας τό παρουσίασα καὶ σᾶς ἐζήτησα ἐξηγήσεις.
§122Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἔχω μελετήσει καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς δώσω ὅλας τὰς ἐξηγήσεις.
§123Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων τὰ κέρδη εἰμπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ ὅσα ὑπολογίζετε. Καὶ ἂν ἀκόμη, ὅπως σᾶς εἶπα, περιορισθῆ εἰς τὸ 1,7, τὰ κέρδη αὐτὰ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ἀνέρχεται εἰς 25% ὑπολογιζομένης τῆς συμπληρώσεως τῶν ἔργων ἐντὸς πενταετίας. Ὅταν, λοιπόν, οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς μειοδοσίας αὐτῆς νὰ ἐπέλθῃ μία κακοτεχνία; Τὸ 2% ἀσφαλῶς πρόκειται νὰ προκύψῃ ἀπὸ τὰς μεγάλας προμηθείας τῆς ἀσφάλτου. Σεῖς ὁ ἴδιος, ἄλλοτε ὁμιλῶν, ὑπεδηλώσατε ὅτι εἶνε δυνατὸν τὰ κέρδη νὰ εἶναι μεγάλα ἐκ τῆς μονοπωλιακῆς προμηθείας τῆς ἀσφάλτου.
§124Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἄλλο πρᾶγμα αὐτό. Δὲν μὲ ἐνοήσατε.
§125Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἡ κακοτεχνία λοιπόν. Ἀνεφέρθη ἡ ἐργασία ἡ ὁποία ἔγινεν ἄλλοτε, ὅταν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Πρόκειται περὶ μιᾶς συμβάσεως ἐκτελέσεως ἔργων δέκα ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν, δηλ. τὸ 1)15 τῆς σημερινῆς. Πράγματι ἡ ἐργασία ἐκείνη ἦτο πρώτης τάξεως. Ὅταν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον, προκειμένου περὶ κατασκευῆς ὁδῶν, δὲν ἐπιβάλλει θεμελίωσιν τοῦ ὁδοστρώματος, ἀλλὰ μικρὸν πάχος ὁδοστρώματος, φυσικὸν εἶναι νὰ μὴ εἶναι καλόν. Ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέτρεψε θεμελίωσιν μὲ μεγάλον πάχος, ἡ ἐργασία ἦτο πολὺ ἀνωτέρα. Ἐὰν τὸ ἔργον ἐδίδετο κατ’ ἀποκοπήν, δηλαδὴ ἐπὶ τῇ βάσει τετραγωνικοῦ μέτρου, ἀσφαλῶς θὰ ὑπῆρχε μεγαλυτέρα τάσις πρὸς κερδοσκοπίαν. Σήμερον διατί δὲν ὑπάρχει τοῦτο; Ἡ ἑταιρεία σήμερον, ἀναλόγως τοῦ δρόμου θὰ ἀμειφθῇ. Δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ κέρδος ἡ Ἑταιρεία, ἂν καταναλώσῃ ὀλιγωτέραν ἄσφαλτον. Θὰ μοῦ εἰπῆτε, ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐπιβλέψεως. Ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα βέβαιοι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, πρέπει νὰ ὀργανώσωμεν τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἔργων, διότι ἂν θελήσωμεν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ ἐργολήπτου, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν κακοτεχνίαν. Καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν ἐπαρκὲς προσωπικὸν Δημοσίων Ἔργων, ὀφείλομεν νὰ δημιουργήσωμεν. Καὶ ἂν δὲν δημιουργήσωμεν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τόσον, ὅσον πρέπει νὰ ἐπιβλέψῃ. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἐξησφαλισμένην τὴν ἐπίβλεψιν, κτίζομεν ἐπὶ τῆς ἄμμου.
§126Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Λησμονεῖτε ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ τὴν συντήρησιν ἐπὶ πενταετίαν, ἄνευ ἀμοιβῆς, ὁ ἀνάδοχος.
§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ πληρωμὴ ὅμως ἀρχίζει ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τοῦ ἔργου. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ αὐξήσωμεν τὸ προσωπικὸν διὰ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἔργων.
§128Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅπως γνωρίζω ἀπὸ διάφορα ἔργα, διότι μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἰδῶ, ὅταν κατεσκεύασα μερικὰ ἐν τῇ ἰδιότητί μου, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε πόσον δύσκολος εἶναι ἡ παρακολούθησις καὶ ὁ ἔλεγχος κατασκευῆς ὁδῶν μεγάλου μήκους· ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν ἱστορίαν.
§129Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον, διότι τὸ ἀντελήφθην ὅταν διετέλεσα Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἀπὸ ἀπόψεως ἐφοδιασμοῦ, ὁ ὁποῖος παρέχει τὴν καλλιτέραν ἐγγύησιν, ἀνεφέρθη ἀπὸ τὸν κ. Καραπαναγιώτην, ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ προμηθευθῶμεν πράγματα κατασκευαζόμενα ἀπὸ μέγα ἐργοστάσιον, πρέπει νὰ προτιμήσωμεν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ καλλιτέρας τιμάς. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχομεν καμμίαν βιομηχανίαν ὑπ’ ὄψει περὶ κατασκευῆς ὁδῶν. Ἔχομεν μόνον τὴν ἠθικὴν εὐθύνην ὡρισμένων Οἴκων, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει Οἶκος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξετέλεσεν οὐδέποτε ἔργα ὁδοποιΐας, ἐνῶ ὑπάρχει ἕνας τεχνικὸς Οἶκος, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως. Κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι ὁ Οἶκος Πρεζάνη, ὡς πρόκειται νὰ ὀργανωθῇ εἰς νέαν Ἑταιρείαν, παρέχει τὰ μεγαλύτερα ἐχέγγυα. Ἀλλὰ καὶ μόλα ταῦτα, ἐγὼ δὲν κατέληξα εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν ἔργων εἰς τὸν Οἶκον αὐτόν. Καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, γενομένων τῶν ὑπολογισμῶν καὶ ἀποδειχθέντος ὅτι εἶναι ὁ τελευταῖος μειοδότης, δὲν ὑπεστήριξα τὴν εἰς αὐτὸν παραχώρησιν. Ἐζήτησα τὴν ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ εἶπον, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχουν ἀπαιτήσεις τῆς συγκοινωνίας, ν’ ἀρχίσωμεν ἀμέσως τὰ ἔργα καὶ νὰ παραδώσωμεν τότε μέρος τῶν ἔργων καὶ ἂς ἀφεθῇ, ὅπως ὁ τελευταῖος μειοδότης κατέλθῃ καὶ κάτω τῶν ὑπ’ αὐτοῦ προταθέντων ὅρων.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, ὁ ὅμιλος Μακρῆ σχετικῶς μὲ τὸ ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωπος μεγάλου χρηματοδότου, δὲν παρουσιάζει τὰς μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις;
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἄλλος παρουσιάζει 25 φορὰς ἀνωτέρας τοιαύτας ἐγγυήσεις, διότι ἔχει συμβληθῇ μὲ ἕνα Ἀμερικανικὸν Οἶκον, ὁ ὁποῖος εἶναι 25 φορὰς πλουσιώτερος ἀπὸ τὸν Οἶκον Σέλλ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ὁ Μακρῆς. Καὶ αὐτὴ ἡ σύμβασις μὲ τὸν Οἶκον αὐτὸν ἐξηγεῖ ἓν μέρος τῆς ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὡμίλησε περὶ κατασκευῆς ὡρισμένου καὶ περιωρισμένου ἔργου, εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχὴ περὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἐργολήπτου. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ σειρᾶς ἔργων, 50 ἔργων, 100 ἔργων, τὴν κατασκευὴν τῶν ὁποίων θ’ ἀναλάβωσι διάφοροι ἐργολάβοι. Καὶ τώρα, λοιπόν, λέγω, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην, εἶναι ἡ ἐπανάληψις τοῦ συναγωνισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπε, «πρὸς τί νὰ γίνῃ ἐπανάληψις τοῦ συναγωνισμοῦ διὰ νὰ αὐξήσωσιν, οἱ δυνάμενοι νὰ μετάσχωσι, τὰς τιμάς»; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἀπ’ ἀρχῆς ἠθέλησε ν’ ἀποκλείσῃ πᾶσαν πιθανότητα προσελεύσεως συναγωνιστῶν, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ τὸν διαγωνισμὸν δὲν τὸν ἐπεθύμει καὶ ἠθέλησε νὰ εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν συναγωνιζομένων μικρότερος. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι, ὅσον μεγαλείτερος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν συναγωνιζομένων, τόσον εἶναι ὀλιγώτερος ὁ κίνδυνος βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ὅταν ἄλλοτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ὁσάκις εἶχον νὰ ἐκτελέσω συναγωνισμόν, προσεπάθουν νὰ προκαλῶ περισσοτέρους συναγωνιστὰς καὶ νὰ ὑποκαίω τὸν ζῆλον των. Τὸ ἴδιον ἔκαμα ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γίνωσι δημοπρασίαι. Ἐζήτουν νὰ προσέρχωνται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι καὶ παρεκάλουν πρόσωπα νὰ προσέρχωνται καὶ νὰ πλειοδοτῶσι. Καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας προεκήρυξα διαγωνισμοὺς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν πολλῶν ἐργασιῶν, εἰς ἕνα δὲ συναγωνισμὸν μεγάλης ἐργασίας παρουσιάσθησαν δύο μόνον Ἑταιρεῖαι, ἀλλ’ ὅταν ἀνηγγέλθη ὅτι παρουσιάσθη καὶ ἄλλη Ἑταιρεία Γαλλικὴ καὶ ἄλλη Ἰταλική, αἵτινες ἐζήτησαν ἀναβολὴν τοῦ συναγωνισμοῦ, ἐδέχθην προθύμως καὶ τὸν ἀνέβαλα ἐπὶ 15 ἡμέρας ἵνα δυνηθῶσι νὰ μετάσχωσι καὶ αἱ νέαι αὐταὶ Ἑταιρεῖαι. Ὁ συναγωνισμὸς ἐκεῖνος ἀνεβλήθη καὶ πάλιν ἐπὶ 15 ἡμέρας ἐξ ἄλλων τότε λόγων. Δὲν νομίζω ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καταθέτουν 10 ἑκατομμύρια ὡς ἐγγύησιν, εἶναι ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ ἐπιδιώξωσιν ἐκβιαστικὰ μέσα, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ ματαίωσις τῆς δημοπρασίας μεταξὺ τῶν δύο ἀπομεινάντων συναγωνιστῶν. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ συμμερισθῶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι ἐκτὸς τοῦ Οἴκου Μακρῆ οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει ἔντιμος ἄνθρωπος ἵνα συναγωνισθῇ τὸν Μακρῆν εἰς τὰς τιμάς.
§132Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκ.). Δὲν εἶπον τοιοῦτον τι.
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε: πρὸς τί ἡ ἀναβολή; Διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ Α ἢ ὁ Β; Σᾶς λέγω ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ ὁ Α ἢ ὁ Β, διότι σεῖς θὰ δύνασθε νὰ τοὺς ἀποκλείσετε, ἔχων τὸ δικαίωμα ὡς Ὑπουργός. Θὰ ἔλθωσιν ὅμως ἄλλοι, καὶ θὰ ἐπιτύχωμεν καλλιτέρας τιμάς; Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἐπιτύχωμεν καλλιτέραν ἀπὸ τὴν τελευταίαν προσφορὰν τοῦ Πρεζάνη, εἶναι ὅμως πιθανὸν νὰ ἐξευρεθῇ τιμὴ καλλιτέρα καὶ ἀπὸ τὴν τελευταίαν προσφορὰν τοῦ Πρεζάνη. Πάντως ὅμως θὰ ἐπιτευχθῶσι προσφοραὶ καλλίτεραι ἀπὸ τὴν τελευταίαν προσφορὰν τοῦ Μακρῆ. Ἐὰν πρόκειται νὰ οἰκονομήσωμεν 45 ἢ 50 ἑκατομμύρια, νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ δικαιολογεῖ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ. Καὶ τὴν δικαιολογεῖ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν φυλακίζομεν τὸν τελευταῖον χωρικόν, διότι δὲν προσῆλθε νὰ καταβάλῃ ἓν μικρὸν χρέος, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται, χάριν σπουδῆς δύο μηνῶν, νὰ ἐγκαταλείψωμεν τόσα ἑκατομμύρια. Εἶμαι ἄλλως τε πεπεισμένος, ὅτι ὅλη ἡ σειρὰ τοῦ διαγωνισμοῦ παρουσιάζει ἀνωμάλους πράξεις τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκρίνωμεν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι τὸ Κράτος δὲν θὰ ἦτο ἠθικὸν πρόσωπον, ἐὰν ἐνέκρινε τὰς πράξεις αὐτὰς καὶ παρεχώρει τὸ μέγα αὐτὸ ἔργον εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπεδίωκε τὸ μεγαλύτερον κέρδος καὶ τὸν ἀποκλεισμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὰς καλλιτέρας τιμάς. Δὲν θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν πολιτῶν, ὁσάκις θέλει νὰ ἐκτελέσῃ δημόσια ἔργα. Τὴν στιγμὴν μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἕτοιμον τὸ Κράτος νὰ δημιουργήσῃ ἑταιρείαν μεγάλην, ὀργανισμὸν ἰσχυρὸν πρὸς ἐκτέλεσιν μεγάλων ἔργων, πρέπει νὰ μάθωσιν ὅλοι οἱ ἐργολῆπται ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῶσιν οὔτε ὑπέρογκοι ἀξιώσεις, οὔτε μέσα οἱαδήποτε. Ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐμπεδώσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ συναλλαγοῦν πρὸς τὸ Δημόσιον, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ βοηθήσωσι τὸ Δημόσιον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μεγάλων δημοσίων ἔργων. Καὶ ἡ κατακύρωσις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἔργου διὰ τῆς διαδικασίας ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ, δὲν συντελεῖ εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ κύρους τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἤγαγε νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ. Εἶναι ἀνάγκη καὶ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ νὰ γίνῃ διόρθωσις τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου, νὰ δεχθῇ δάνειον δυσμενέστερον ἀπὸ ὅ,τι ἡ δυναμικότης τοῦ Κράτους ἐπιτρέπει νὰ ἀξιοῖ. Εἶναι ἀνάγκη τὸ Κράτος νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὴν προμήθειαν τῶν ὑλικῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ. Θὰ γίνῃ χρῆσις μεγίστων ποσοτήτων ἀσφάλτου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε τὰς Ἑταιρείας ἀσφάλτου νὰ ἔρχωνται εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς ἐργολήπτας ἀντιλαμβανόμεναι ὅτι ὄπισθεν αὐτῆς τῆς ἐργασίας ὑπάρχει ἓν κέρδος ἄγνωστον, κέρδος τὸ ποσὸν τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπει εἰς τὸν Α ἢ τὸν Β ἐργολάβον νὰ καταβιβάσῃ τὰς τιμάς. Πρέπει, λοιπόν, ἡ διακήρυξις νὰ διορθωθῇ καὶ κατὰ τοῦτο, ὥστε τὸ Κράτος νὰ προμηθευθῇ αὐτὸ τὴν ἄσφαλτον διὰ μεγάλων προμηθευτῶν εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐμπιστευθοῦν καὶ αἱ μεγαλύτεραι τοῦ κόσμου Ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέπουν εἰς τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὰς καλλιτέρας τιμάς καὶ νὰ ἐπωφελῆται αὐτὸ ἀμέσως τοῦ κέρδους ἐκ τῆς προμηθείας τῶν ὑλικῶν εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ γίνεται κερδοσκοπία. Πρόκειται λοιπόν, διὰ λόγους οἰκονομικούς, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους πρωτίστως ἠθικούς, νὰ ἐπαναλάβωμεν τὸν διαγωνισμόν. Ἀντιτάσσεται ὅτι ὁ νόμος ἐμποδίζει, ἀλλὰ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐγὼ ὑπεστηρίξαμεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ εὐχαρίστως ἤκουσα ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶναι σύμφωνος ὅτι, ὡς ἔχει ὁ νόμος, ἐπιτρέπει ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ, διότι ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, δὲν εἶναι ἀνατρεπτική.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 4.
§135Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ κώλυμα, δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὁ δυνάμενος νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ὅπως δι’ οἱωνδήποτε μέσων καὶ διὰ νέου νόμου δοθῇ πλήρης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσιοδότησις, ὅπως ἐνεργήσῃ νέον διαγωνισμὸν ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὑπελόγισεν αὐτὴν εἰς 4 μῆνας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, τὸν ὁποῖον ἀμφισβητῶ —τὸν ἀμφισβητῶ δὲ διότι σήμερον ἔχει παγιωθῆ ἡ ἀντίληψις αὐτὴ καὶ ἐκ μέρους τῶν ἐργοληπτῶν καὶ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους—ἀλλὰ καὶ ἐὰν δεχθῶμεν, ἐπαναλαμβάνω τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν εἰς 2 μῆνας, εἰς 3 μῆνας, ἐὰν θέλετε, τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων. Πῶς; Περιορίζοντας τὸ τρίμηνον, τὸ μετὰ τὴν κύρωσιν τῶν συμβάσεων πρὸς ἔναρξιν τῶν ἔργων, περιορίζοντας αὐτὸ εἰς ἕνα μῆνα. Ἀντὶ νὰ περιμένωμεν δηλαδὴ 3 μῆνας διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων, ἠμποροῦμε νὰ θέσωμεν προθεσμίαν ἑνὸς μηνός, ὁπότε κερδίζομεν δύο μῆνας διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων. Ἑπομένως ἡ μεγαλειτέρα προθεσμία δὲν θὰ ἦτο ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἀνωτέρα τῶν 2 μηνῶν διὰ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κανὲν ἐμπόδιον. Κατηγορήθην ἐγώ, ὅτι εἶμαι προσκεκολλημένος εἰς τὰς ἰδέας μου καὶ κλείω τὰ ὦτα εἰς οἱανδήποτε φωνὴν καὶ εἰς οἱανδήποτε γνώμην. Βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι κολακευτικόν, διότι δὲν νομίζω ὅτι πρέπει οἱ πολιτικοὶ ἰδίως, νὰ εἶναι ἰσχυρογνώμονες καὶ νὰ μὴ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων ἢ τὴν δυνατότητα τῶν ἐπιχειρημάτων. Ὁ δικτάτωρ αὐτὴν τὴν καταγγελίαν μοῦ ἔκαμεν, ὅτι δὲν μετέβαλο γνώμας, καὶ τὴν ἔκαμε ὅταν ἐγὼ τὸν κατήγγελον, ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἄνοδόν του εἰς τὴν Ἀρχήν, ὅτι δὲν ἐτήρει τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἔδωκε ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως. Δὲν ἀντελαμβάνετο ὁ ἄνθρωπος αὐτός, πῶς ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπιμένουν εἰς ὡρισμένας ἀρχάς, ὅταν βλέπουν ὅτι αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ εἶναι εὐεργετικαὶ εἶναι σωτήριοι. Τὸ ἴδιο ὅμως ἐλάττωμα, καὶ τό ἐτόνισε λίαν εὐχαρίστως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔχει, εἰς μεγαλείτερον βαθμὸν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός. Ἐάν, λοιπόν, ὑπάρχῃ ἓν ἐμπόδιον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, αὐτὸς εἶναι ἡ ἰδιοσυγκρασία τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας. Ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ὠφεληθῶμεν πολιτικῶς ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις ἄλλωστε ἔχει πλειοψηφίαν ἀρκετήν, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ ἡμᾶς, ἀλλὰ χάριν τοῦ ὑλικοῦ καὶ τοῦ ἠθικοῦ ὀφέλους ἐπιμένομεν καὶ συμβουλεύομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπαναλάβῃ τὸν διαγωνισμόν. Βεβαίως πρέπει νὰ ἐκτελεσθοῦν τὰ μεγάλα ἔργα, ἀλλ’ ὅσην δεικνύομεν διάθεσιν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἄλλην τόσην πρέπει νὰ ἐπιδεικνύωμεν καὶ ἐπιμονὴν ὅπως ὑποστηρίξωμεν ἀπολύτως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου (χειροκροτήματα).
§136Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Θὰ ἦτο παράλειψις ἐκ μέρους μου ἐὰν δὲν ἀπήντων εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀπαντήσω τώρα, καθ’ ὅτι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔχω ἀπαντήσει εἰς τὴν σημερινὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ἀπὸ χθές. Χθὲς ἠγόρευσα διὰ μακρῶν. Τὸ νὰ ἐπαναλάβω πάλιν τὴν χθεσινήν μου ἀγόρευσιν, θὰ ἦτο κουραστικὸν διὰ τὴν Βουλὴν καὶ δι’ ἐμὲ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἴδιον Κύριον Ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§139Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκ.). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπείγονται νὰ ἀναχωρήσωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, παρακαλῶ ὅπως συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ τερματισθῇ ἀπόψε ἡ συζήτησις. Εἶναι παράκλησις καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων.
§140Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποία ἀπόφασις, κ. Πρόεδρε, ἐλήφθη;
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μπότσαρης καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ ¼ τῆς ὥρας ἄλλοι τέσσαρες.
§142Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω πῶς θὰ ἐξελιχθῇ ἡ συζήτησις. Πρόκειται νὰ μὴ γίνῃ οὐδεμία διακοπή;
§143Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Οὐδεμία.
§144Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα ἵνα ἡ Βουλὴ καὶ οἱ μέλλοντες νὰ λάβωσι τὸν λόγον, παραδεχθῶσι νὰ περιορίσωσι τὸν λόγον εἰς δέκα λεπτά, οὕτως ὥστε νὰ δικαιολογήσωσιν σαφῶς τὴν γνώμην αὐτῶν. Δὲν θὰ εἰσέλθω προφανῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, τὸ μὲν διὰ τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας, τὸ δέ, καὶ τὸ κυριώτερον, διότι φρονῶ ὅτι παρέλκει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ ἐξέτασις τῆς τεχνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀπόψεως τοῦ ζητήματος καθ’ ἣν φάσιν ἔρχεται ἐνώπιον ἡμῶν τὸ μέγα τοῦτο πρόβλημα. Ὀλίγον ἔλειψεν ἵνα ἡ διεξαγομένη συζήτησις λάβῃ τὴν μορφὴν προληπτικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ πράξεων μὴ αἰτιολογημένων. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης κρίνων τὸ ζήτημα, συμπεραίνω ὅτι αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι ὁμιλίαι εἶχον ἁπλῶς σκοπὸν διαφωτιστικόν, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἔν τινι μέτρῳ ἐπετεύχθη. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ παρασυρώμεθα μόνον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἐξετάσεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ τεχνικῶν ὅρων. Τὸ ἔργον τῆς ὁδοποιΐας εἶναι τοσοῦτον ζωτικόν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατόν, νὰ μὴ εἶναι ἀνεκτὴ ἡ ἀτέρμων ἀναβολὴ ἐπὶ τῇ προόψει ἐπιτυχίας τῶν δανειακῶν ἀρίστων ὅρων. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ γίνῃ τις ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ. Φρονῶ, ὅτι ἡ προσγινομένη φθορὰ τῆς γενικῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας εἶναι ἀσυγκρίτως ἰσχυροτέρα ἀπὸ ἐνδεχομένας διαφορὰς τιμῶν μικρῶν. Πάντως δὲν ἐννοῶ τιμῆς, τῆς ὁποίας τὰ ὅρια θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσωσιν ἀμέσως τὴν ἀντίδρασιν. Καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπεριφράστως δηλῶ, ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρίνω νὰ γίνουν τὰ ἔργα ταῦτα πολὺ βραδύτερον καὶ νὰ ἐπιτευχθῇ οἰκονομία τις ἢ νὰ γίνωσι τώρα ὑπὸ ὅρους οἱ ὁποῖοι νὰ εἶναι ἐπαρκεῖς, θὰ ἐπρότεινον τὴν ταχυτέραν ἐκτέλεσιν διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν φθορὰν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας τὴν μειωμένην ἡμῶν προστατευτικὴν ἀσφάλειαν ἐλλείψει ὁδῶν, τὴν καταστροφὴν τῆς κτηνοτροφίας, τὴν μείωσιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, τὴν ἔλλειψιν ἀσφαλείας, τὴν ὑποχώρησιν τῆς ἐνιαίας δικαιοσύνης, ἡ ὁποία παρομαρτεῖ ἐφόσον διαρκεῖ ἡ ἐπιβράδυνσις τῆς κατασκευῆς τοῦ ὁδικοῦ ἡμῶν δικτύου. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἐρωτῶ: εἶναι ὀρθὸν καὶ σκόπιμον νὰ προκαλέσωμεν νέαν ἀναβολήν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐπιμένει ὅτι ἡ ἀναβολὴ θὰ φέρῃ μοιραίως τὴν ματαίωσιν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Ἂν ἐξετάσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐμπεριστατωμένως τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἐὰν αὐτὴ ἀληθεύῃ, ὅπως καὶ δυστυχῶς φοβοῦμαι, ἐρωτῶ τότε: τίς ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπηγόρευεν εἰς τὸ νὰ ἠχήσῃ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἡ σκαπάνη; Ἐὰν προλάβῃ τὸ φθινόπωρον, εἶναι τοῦτο ὡς νὰ ἀνεβάλλομεν ὄχι διὰ 5 ἢ 6 μῆνας τὰ ἔργα, ἀλλὰ δι’ ἕνδεκα μῆνας. Ἀλλ’ ἁρμόδιον Σῶμα νὰ κρίνῃ δὲν εἶναι τὸ Κοινοβούλιον ἐν προκειμένῳ, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ διαδεχθεῖσα τὴν προταθεῖσαν παράτασιν. Φρονῶ λοιπὸν καὶ ἐγώ, μετὰ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ πρέπον νὰ ἀφεθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ τὸ ἀποφασίσῃ, Κυβέρνησιν δοσίλογον πρὸς τὸν λαόν, ὑπεύθυνον ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς δὲν μέλλει νὰ ἀσκήσῃ ἐπιεικῆ τὸν ἔλεγχον ἐν περιπτώσει μὴ ἀρτίας ἐκπληρώσεως τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν δυνάμει τοῦ νόμου ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀντιστρόφως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπανεξετάσῃ ἐκ βάσεως τὸ ζήτημα, ἀνεπηρεάστως ἀπὸ τῶν μέχρι τοῦδε μερικῶν κατευθύνσεων καὶ νὰ κρίνῃ, ἐὰν παρίσταται ἀνάγκη λήψεως μέτρων τοιούτων, ὥστε αἱ νέαι προσφοραὶ νὰ γίνωσι δεκταί, ἢ καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ τὸν διαγωνισμόν. Γνωρίζομεν ὅτι ἔχομεν δύο ἀντιμετώπους οἴκους μέχρι τοῦδε. Ἠκούσαμεν ὅτι καὶ νέαι προτάσεις ἐκπροθέσμως ὑπεβλήθησαν. Ἐὰν ἐντὸς συντόμου χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ κρίνῃ, ἔχῃ τὴν πληροφορίαν, τὴν σαφῆ, ὅτι ἄλλοι Ὅμιλοι σοβαροὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσιν, ἂς ἐξεύρῃ τὸν καλλίτερον. Ἔχει πᾶσαν εὐχέρειαν νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ μεταρρυθμίσῃ τοὺς ὅρους, ἀλλὰ πρὸ παντὸς δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ ἀντίληψις ἡμῶν καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνεπιφύλακτος θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§145Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργ. Συγκ.). Εἶσθε ἀντιπρόσωπος μιᾶς περιφερείας Ἑλληνικῆς, ἡ ὁποία εἶναι δυστυχῶς παραμελημένη. Πότε νομίζετε ὅτι τὰ ἔργα πρέπει ν’ ἀρχίσουν;
§146Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, καὶ ἐπηγγέλθη τοῦτο εἰς ἐρώτημα παρὰ τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, ὅτι ἐντὸς πέντε μηνῶν τὸ ἀργότερον θὰ ἠχήσῃ ἡ σκαπάνη ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ ταυτοχρόνως θὰ ἀρχίσωσιν αἱ μελέται τῶν ὁδῶν. Ἐὰν βραδύνωμεν, πρέπει νὰ ὑπολογίζωμεν ἐπὶ πολὺ ἀκόμη.
§147Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργ. Συγκ.). Εἶσθε πεπεισμένος ὅτι ἐὰν συμβῇ μία τοιαύτη ἐπιβράδυνσις θὰ χάσωμεν τὸ ἔτος; Ποία νομίζετε ὅτι θὰ εἶναι ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸν λαόν;
§148Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἐντυπώσεων. Ἐὰν ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος εὕρητε τὰ μέσα ὥστε νὰ πραγματοποιήσετε προσφορὰς καλλιτέρας, ἔχει καλῶς. Ἐὰν ὄχι, τότε πρόκειται περὶ ἐξεγέρσεως ἡ ὁποία θὰ σαρώσῃ καὶ ἡμᾶς καὶ ὑμᾶς, ἡμεῖς δὲ οὔτε θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ καλύψωμεν ὑμᾶς, ἀναμφιβόλως. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εὐηρεστήθη νὰ ὑπομνήσῃ τὰς ἀδικουμένας ἐκείνας ἐπαρχίας δι’ ἃς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω μετ’ αὐτοῦ, προτοῦ λάβω τὸν λόγον, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἡ κατηγορηματικὴ ἀξίωσις τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν εἶναι, νὰ μὴ λησμονήσῃ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰς τὴν ἐλευθερίαν, ὅτι εἶναι φορεὺς κακῆς ἐλευθερίας, ὅταν ἡ ἐλευθερία αὐτὴ δὲν συμβαδίζει μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ. Ὅτε πρὸ τινων μηνῶν ἐπετύχομεν νὰ πείσωμεν ὅπως αἱ μέλλουσαι νὰ κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ, ἀρχίσωσιν ἀπὸ τὰς ἠδικημένας ἐπαρχίας, καὶ ἐπεμένομεν ἐπὶ τῶν προτάσεων ἡμῶν ἐκείνων καὶ ἐπροτείναμεν διάταξιν περὶ ἀρχαιολογικῶν τόπων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις, ποῦ ἡ Βουλὴ παρεδέχετο, δὲν ἀπεβλέπομεν εἰς τὴν ἀπόδοσιν δικαίου, ἐπαναλαμβάνω, παρὰ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀδικημένων ἐκείνων περιφερειῶν. Ἂς ἐπανέλθῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἔργον θὰ τεθῇ ἀπέναντι ἡμῶν ὑπεύθυνος. Ἀλλ’ ἂς τῇ δοθῇ ἡ εὐχέρεια, ἵνα λάβῃ τὴν προσήκουσαν ἀπόφασιν. Παρῆλθεν ἤδη εἷς μὴν καὶ τὰ ἔργα ταῦτα καθυστέρησαν καὶ ἡμεῖς κατατριβόμεθα εἰς λόγους. Βεβαίως εἰς τὸ προπαρασκευαστικὸν στάδιον ἦσαν χρήσιμοι οἱ λόγοι, ἀλλ’ ἤδη εἶναι καιρὸς νὰ ἀποδυθῶμεν εἰς τὸ ἔργον ἵνα παρουσιάσωμεν εἰς τὰ τέκνα ἡμῶν μίαν καλλιτέραν αὔριον.
§149Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι Συνάδελφοι, ἂν ἐκ τοῦ πολλοῦ διαφωτισμοῦ, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔφθασα ἴσως εἰς τὸ σημεῖον νὰ συσκοτισθῶ ἀκόμη περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἤμουν συσκοτισμένος κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ μάθω εἰς τὶ ἀπέβλεπεν ἡ Κυβέρνησις ἀνοίξασα ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς κοινοβουλευτικῆς. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπῃ εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν γνώμας διαφόρους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της, ἤκουσεν ἀρκετὰς γνώμας. Ἤκουσε παντὸς εἴδους κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐκλέξῃ κατὰ βούλησιν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν τολμῶ νὰ δώσω γνώμην, ἐφόσον εὑρίσκομαι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Φιλικήν τινα γνώμην τολμῶ νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀπορρίψῃ ὅλας τὰς προτάσεις. Κατόπιν τοῦ συσκοτισμοῦ, ἐκ τοῦ διαφωτισμοῦ, τῆς γενομένης συζητήσεως, ἐγὼ θὰ ἔδιδον ἀτομικὴν συμβουλὴν νὰ γίνῃ ἡ ἀπόρριψις ὅλων τῶν προτάσεων. Ἀπέναντι ὅμως αὐτοῦ τοῦ ἐνδεχομένου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν, ὅτι ἡ ἀπόρριψις τῶν προτάσεων θὰ εἶχεν ὡς ἄμεσον ἐπακολούθημα τὴν διενέργειαν νέου διαγωνισμοῦ ἀπ’ ἀρχῆς. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἐπιβράδυνσιν. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐφθάνομεν εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἀπόρριψις τῶν προτάσεων θὰ ἔφερεν ἀναβολὴν τοῦ ἔργου, ἡ ἀναβολὴ δὲν προέρχεται ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξακολουθῇ ἰσχύων. Ἐγὼ δὲ θὰ ἤμην ἔτι ριζοσπαστικώτερος, διότι θὰ προέτεινον καὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ τὴν τροποποίησιν, ἴσως δὲ καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ὅλου προγράμματος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου τῆς συγκοινωνίας, διότι τὸ κύριον χαρακτηριστικόν, τὸ ὁποῖον διακρίνει τὴν ἐν γένει ἀνάληψιν τῆς ἐργοληψίας αὐτῆς, εἶναι ἡ κατανάλωσις ἀσφάλτου. Ὅλος ὁ διαγωνισμὸς εἶναι νὰ μᾶς δώσουν μὲν δάνεια, ἀλλὰ νὰ μᾶς δοθῇ καὶ ἄσφαλτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπελόγισεν ὡς μέσον ὅρον ἀξίας κατασκευῆς τοῦ χιλιομέτρου ὁδοῦ καὶ ἐπισκευῆς 600.000 δρχ. κατὰ χιλιόμετρον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λέγω, ὅτι θὰ μᾶς στοιχίσῃ πολὺ ἀκριβά, ἐφόσον δὲ μᾶς στοιχίζουν πολὺ ἀκριβά, θὰ κατασκευάσωμεν πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅ,τι ἔχομεν ἀνάγκην. Καὶ θὰ ἴδωμεν ἓν φαινόμενον, ὅτι θὰ διαπληκτίζωνται πολλοὶ βουλευταὶ ζητοῦντες τὴν πρόταξιν τῶν ἰδικῶν των ὁδῶν. Καὶ τό λέγω αὐτό, διότι καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἰς μίαν περιφέρειαν πάρα πολὺ λησμονημένην, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω κάμει ποτὲ λόγον ἕως τώρα, σεβόμενος τὴν ἀνέχειαν τοῦ Κράτους. Ὅταν ὅμως ἴδω ὅτι θὰ ὑπάρχῃ τὸ δυνατὸν τῆς προτιμήσεως μιᾶς ὁδοῦ εἰς βάρος μιᾶς ἄλλης, βεβαίως καὶ ἐγὼ θὰ εἰσέλθω εἰς τὸν ἐξαναγκασμὸν αὐτὸν τὸν βουλευτικόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ πολλὰς συνεπείας. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἡ προτίμησις τοῦ σχεδίου τῆς ἀσφαλτικῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, ἢ θὰ ἀγάγῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἀσφαλτωθοῦν αἱ ἤδη ὑφιστάμεναι ὁδοί, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ δικτύου τῆς συγκοινωνίας εἰς τὰς ἀπομεμακρυσμένας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἐφόσον θὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ σύστημα τῆς ἀσφάλτου, ἤ, ἂν πρόκηται νὰ γίνουν νέοι δρόμοι ἀσφάλτου, ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι μία πολυτέλεια, καὶ θὰ γίνωμεν φορεῖς κακῶν. Καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτό, πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὴν πολυτέλειαν τῆς ἀσφάλτου ἐπί τι διάστημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον σημεῖον τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ διστάζω ὡς πρὸς τὸ τεχνικὸν μέρος. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἡ Βουλὴ ἔγινεν Ἀκαδημία, καὶ ἂν ἐξακολουθήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συζητοῦντες, σήμερον μὲν περὶ τῆς ὁδοποιΐας αὔριον δὲ περὶ τῶν διδακτικῶν βιβλίων, δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ ἐφθάνομεν, καὶ θὰ ἔπρεπε τότε νὰ καταργήσωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ Συμβούλια τὰ προπαρασκευαστικὰ τῶν ἐδῶ συζητήσεων. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συζητῶμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα μὲ μεγάλας λεπτομερείας περὶ μακασφάλτου καὶ ἀσφάλτου. Οὔτε ἐστάλημεν διὰ νὰ συζητῶμεν διὰ τὰ διάφορα θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Καὶ διὰ νὰ καταλήξω, θὰ εἴπω καὶ πάλιν τὴν ἀπορίαν μου πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν κατέληξεν εἰς ὡρισμένον αἴτημα πρὸς τὴν Βουλήν. Μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ὅτι δύναται νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς ἓν ἄλλο συμβούλιον, ὄχι εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, καίτοι ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου εἶχε κακίσει τὸν δικτάτορα, ὅτι ἔκαμεν αὐτό. Εἶπε δὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν καί ν’ ἀναθεωρηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς ἀναθέσεως τῶν ἔργων εἰς τὸν πλειοδοτήσαντα ἀντὶ τοῦ μειοδοτήσαντος Οἴκου καὶ νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἄλλην ἀπόφασιν παρὰ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἐπέμενεν ἐν τῷ τελευταίῳ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὁπόθεν προῆλθε καὶ ὁ ἀνασχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀντελήφθην συγκεκριμένον θέμα καὶ δηλῶ ἀπεριφράστως ὅτι δὲν ἔχω συγκεκριμένην γνώμην.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§151Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κ. Συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ μετανοήσωμεν καὶ νὰ μετανοήσωμεν πικρά, διότι ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ δάνειον καὶ σύμβασιν δι’ ἕνα τόσον κολοσσιαῖον ἔργον, πρέπει νὰ μετανοήσωμεν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον παρεβιάσαμεν ρητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι αἱ συμβάσεις πρέπει νὰ ψηφίζωνται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ εἰς δύο ἀναγνώσεις....
§152Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§153Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὡραῖα, φέρετε τὴν σύμβασιν κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης. Τὴν φέρετε ὅμως διὰ νὰ καλύψητε ἀταξίας. Σᾶς εἶπον κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, φέρετε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν κανονικῶς, φέρετε μίαν σύμβασιν τοῦ Μακρῆ ἢ οἱουδήποτε ἄλλου. Τὸ ἐπράξατε; Ὄχι. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, λοιπόν, δὲν εἶναι ἀξιοπρεπές. Ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό, ἐνεργοῦσα διαγωνισμόν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Ὅταν λέγετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν «σᾶς ἐξουσιοδοτῶ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους νὰ κάμετε διαγωνισμόν», ἡ ἐντολὴ αὐτὴ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ «κάμετε ὅτι σᾶς ἀρέσει»; Ὁ διαγωνισμὸς εἶναι μία τυπικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία διεξάγεται κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς στηριζομένους εἰς τὸν νόμον καὶ τὴν διακήρυξιν. Ἐφόσον δὲν ἐτηρήθησαν οἱ κανόνες αὐτοί, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ μὲ τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ὑπάρχει τις ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, ὁ δυνάμενος τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πλέον δὲν ἐνεργεῖ ἐπὶ τῇ βάσει διαγωνισμοῦ, ἀλλ’ ἐνεργεῖ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς βούλησιν; Ἔχει πληθώραν προτάσεων. Λέγει «αὐτό μοῦ ἀρέσει. Αὐτὸ δὲν μοῦ ἀρέσει», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πολὺ ὀρθῶς ἐσημείωσεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δώσας νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῆς γενομένης μακρᾶς συζητήσεως, θὰ ἀντιληφθῇ πλέον, ὅτι πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος. Ἐπήραμε δὲ καὶ πολὺ κακὸν δρόμον εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διότι ἐνῶ ἔχομεν μίαν Κυβέρνησιν οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως καὶ προσπαθοῦμεν ὅλοι νὰ δημιουργήσωμεν μίαν κατάστασιν ἐπιτρέπουσαν οἰκονομικῶς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ζήσῃ, ἐρχόμεθα ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος καὶ συνάπτομεν συμβάσεις ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὥστε νὰ καταστῶσιν δὶς καὶ τρὶς περισσότερα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτόν. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν βαίνομεν μετὰ τῆς προσηκούσης οἰκοκυρωσύνης. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ ἄλλαι συμβάσεις ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἐν αἷς καὶ μία κολοσσιαία σύμβασις, ἡ ὁποία θεωρηθεῖσα ἐπείγουσα, παρὰ τὸ Σύνταγμα ἐψηφίσθη εἰς ἓν εἰκοσιτετράωρον. Παράβασις καὶ αὐτὴ τοῦ Συντάγματος κατὰ τρόπον ἐξώφθαλμον πλέον. Ἀλλ’ ἐψηφίσθη μὴ τηρηθεισῶν τῶν τύπων τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν τηρεῖται οὔτε ἡ οὐσία. Παρουσιάζονται καὶ προτείνονται προτάσεις, αἱ ὁποῖαι, μὰ τὸ Θεόν, δὲν ἠξεύρω ἐὰν δὲν προσβάλλουν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Ἐνῶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον καὶ εἶπεν ὅτι θέλει νὰ γίνῃ διαγωνισμός, κατωρθώθη, καθ’ ὅλην τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος καὶ μὲ τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει νὰ κατέλθῃ κανεὶς κάτω τῶν τιμῶν, κατωρθώθη λέγω, ὕστερα μάλιστα ἀπὸ τόσους μῆνας νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τοῦ διαγωνισμοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος τρὶς ἀπέτυχεν. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς ἀπέτυχεν. Διαγωνισμὸς δὲν ὑπάρχει πλέον. Ἡ γενομένη συζήτησις τὸ ἀπέδειξεν ἀπολύτως. Ἀλλὰ μήπως αἱ ἄλλαι συνθῆκαι τοῦ νόμου ἐτηρήθησαν κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος; Γνωρίζετε πάντες, ὅτι καὶ μία μικρὰ δημοπρασία, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ διενεργηθῇ, ὁ διενεργῶν αὐτὴν πρέπει νὰ εἶναι προσεκτικὸς καὶ νὰ τὴν διοικῇ καλὰ διὰ νὰ μὴ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα οἰκτρόν. Ἐδῶ δὲ τί συνέβη; Ἐνθυμεῖσθε ὅτε κατετέθη τὸ σχέδιον νόμου, τὸ κατόπιν ψηφισθὲν καὶ γενόμενον νόμος τοῦ Κράτους, ὅτι περιεῖχε τὴν διάταξιν ὅτι δὲν θὰ γίνῃ διαγωνισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει ἀναλύσεως τιμῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ εἶπεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν «ἄλλαξέ το αὐτό, πρέπει νὰ γίνῃ διαγωνισμὸς ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἔργων». Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη τοῦτο. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Τί ἔκαμε τότε ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐτύπωσε τὰς ἀναλύσεις τιμῶν, ὅπως τὰς εἶχε τὸ Συμβούλιον Δημοσίων Ἔργων καὶ τὰς διένειμε. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἐπέτρεπεν εἰς κανένα νὰ ὑποβιβάσῃ τὰς τιμὰς αὐτάς, ἐνῶ ἡ Βουλὴ τοῦ εἶπεν καθαρά, ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ διαγωνισμὸν καὶ ἐπὶ τῶν ἀναλύσεων, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι πεπεισμένη, ὅτι τὸ παρελθὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ τιμὰς πλησιαζούσας πρὸς τὰς πραγματικάς. Ἐκεῖνος ἔρχεται ἀντιθέτως ἐνώπιον τῆς ἰδίας Βουλῆς, ἡ ὁποία ἠξίωσεν τὴν μεταβολὴν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, καὶ λέγει: δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κατεβῆτε περισσότερον. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ καὶ πάλιν: Εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῆτε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνήργει κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐνήργει σύμφωνα μὲ τὸν νόμον; Εἶναι φαίνεται πεπρωμένον ὅπως αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, νὰ διακωμωδηθοῦν, διότι ἐνῶ ὁμιλοῦμεν περὶ προστασίας τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν καὶ τῶν Ἑλληνικῶν ὀργανισμῶν, ἐξ ἑτέρου ἀποκρούομεν ὁλόκληρον κόσμον ἀπὸ τὰς ἐργασίας καὶ δὲν τοὺς ἐπιτρέπομεν οὔτε νὰ συναγωνισθοῦν κἄν. Ἀφοῦ ἐδημιουργήσαμεν κατάστασιν, καθιστῶσαν δυσχερεστάτην τὴν συμμετοχὴν τῶν ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἕτοιμοι νὰ λάβουν μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν αὐτὸν καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς μυρίους κόπους διὰ νὰ δημιουργήσουν ὅρους, οἱ ὁποῖοι θὰ τοὺς ἐπέτρεπον νὰ συναγωνισθῶσι, τώρα τοὺς λέγουν, ὅτι ἡμεῖς κρίνομεν ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ ἀναλάβουν τὰ ἔργα αὐτά, ἐκτὸς τῆς Ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προστατεύομεν καὶ ἡ ὁποία ἔτυχε νὰ εἶναι καὶ ἡ πρώτη. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι συνεκινήθην πολὺ ἀπὸ ἕνα γράμμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἀπὸ τοὺς ἐργολάβους τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Παραπονοῦνται, καὶ δικαίως, διότι τοὺς ἀφήνομεν ἐκθέτους εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἀποκλεισθοῦν ἀπὸ ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν εἰς τὸν τόπον τους. Καὶ ὕστερα ὁμιλοῦμεν ὅτι θέλομεν νὰ τοὺς προστατεύσωμεν.
§154Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουρ. Ἐθν. Οἰκ.). Νομίζω, ὅτι ἐδηλώθη ὅτι αὐτοὶ συμπεριλαμβάνονται. Ἐὰν μένουν δύο ἢ τρεῖς ἔξω, τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε.
§155Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὄχι. Δὲν εἶναι δύο ἢ τρεῖς. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ τρὰστ Μακρῆ διένειμε τὰς ἐργασίας Εἴχομεν πιστεύσει, κ. Συνάδελφοι, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἐπρόκειτο πραγματικῶς μὲ μόνον τὸν γνώμονα τοῦ συμφέροντος τοῦ λαοῦ νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ὄχι μὲ τὸ μέτρον τοῦ κομματισμοῦ. Ἀλλὰ ἀντιλαμβάνεσθε πάντες, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ κριθῇ ὑπὸ ὅρους ἀντιθέτους. Ἀπόδειξις, ἡ ἐπιμονὴ πρὸς ἐπιβολὴν ὡρισμένων ἀντιλήψεων καὶ ὅτι ἐὰν ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν, ἦλθε μόνον καὶ μόνον, διότι πρόκειται νὰ γίνουν πράξεις ἐκτὸς τοῦ συναγωνισμοῦ διὰ νὰ δύνανται νὰ εἴπουν κατόπιν: «Κύριοι, αὐτὸ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή». Ἡ τοιαύτη ὅμως διαχείρισις τῶν ζητημάτων φέρει μεγάλας ζημίας εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ἄλλοτε, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις τῆς Φαουντένσιον πρὸ τῶν βουλευτῶν, ἔλεγον εἰς τοὺς κ. Ὑπουργούς: «Προσέξατε. Εὑρισκόμεθα πρὸ σειρᾶς μεγάλων ἔργων. Ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν πεῖραν τὴν μικράν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν μέχρι τοῦδε, καὶ ἂς προσπαθήσωμεν νὰ καταρτίσωμεν συμβάσεις καλλιτέρας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σπουδαιοτάτων ἔργων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐπακολουθήσουν». Σήμερον λέγω καὶ πάλιν, δὲν πρόκειται νὰ πληρώσωμεν ἀκριβώτερα μόνον αὐτὰ τὰ ἔργα περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Θὰ πληρώσωμεν ἀκριβώτερα αὔριον καὶ τὰ ἔργα τοῦ Στρυμόνος, διότι ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει ὅτι εἰς ἕνα τόπον δὲν ἠμπορεῖ εἷς ἐργολάβος νὰ ἐργάζεται τὸ ἴδιον καὶ νὰ παίρνῃ ὀλιγώτερα. Ἐπέρχεται μία αὐτόματος συνεννόησις καὶ γεννᾶται ἓν ζήτημα φιλοτιμίας, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ζητῇ νὰ ἐπιτύχῃ ὁ καθείς, ἂν ὄχι περισσότερα, τοὐλάχιστον, ὅμως ὅσα παίρνει ὁ πλαϊνός του. Διαχωρίζομεν λοιπόν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας καὶ δὲν προξενοῦμεν μόνον βλάβην, σχετιζομένην ἀπ’ εὐθείας μὲ τὰ ἔργα αὐτά. Προξενοῦμεν κολοσσιαίαν ζημίαν καὶ εἰς τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπακολουθήσουν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μακρυγορῶ, φρονῶ ὅτι, ὅπως λυθῇ ἐπωφελῶς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, ἡ μὲν Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἐπ’ αὐτοῦ ἀποφάσεις της, ἡ δὲ Βουλή, ἐπειδὴ ἐπείγουσι τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὸν διαγωνισμὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα ταχὺ καὶ νὰ κάμωμεν ἔναρξιν τῶν ἔργων αὐτῶν, νὰ θεωρήσῃ ὡς μὴ ὑπάρχοντα τὸν διαγωνισμὸν καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταρτίσῃ μίαν σύμβασιν τὴν ὁποίαν νὰ ψηφίσωμεν ἀμέσως ἅμα ἐπανέλθωμεν μετὰ τὰς διακοπάς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ζήτημα θὰ λήξῃ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Βουλὴ ὅπως ἡ ἰδική μας, ἡ ὁποία εἶναι ἀποφασισμένη χάριν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων αὐτῶν νὰ παραβῇ καὶ νόμους καὶ Συντάγματα καὶ μεθόδους ἐνεργείας, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ψηφίσῃ μίαν σύμβασιν ἐρχομένην ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος. Ἐὰν αὐτὴ ἡ μέθοδος ἀκολουθηθῇ, εἶναι δυνατὸν νὰ διορθώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ παλαιὰ λάθη, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς. Καὶ ἕνα ἐκ τῶν λαθῶν αὐτῶν εἶναι ὅτι ὑπέδειξε συστήματα καὶ ὁδοὺς ἀσφαλτικοὺς εἰς κοινὴν ὁδοποιΐαν ἐπὶ τῇ βάσει γνωμῶν εἰδικῶν διὰ τὴν ἄσφαλτον καὶ μᾶς ἔκανε νὰ ὁμιλῶμεν διαρκῶς περὶ ἀσφαλτικῶν ὁδῶν ὡσὰν τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς συμβάσεως νὰ εἶναι αὐτό, ἐνῶ τὸ κύριον ἀντικείμενον τοῦ θέματος αὐτοῦ εἶναι ἡ ὁδοποιΐα Μακαντὰμ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων κέντρων, διότι τὰ μεγάλα κέντρα, τὰ ἰδικά μας, δὲν ἔχουν καὶ τόσην κίνησιν, ὥστε νὰ ἀπαιτοῦν πολυτελεῖς ἀσφαλτοστρώσεις.
§156Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ δάνειον δὲν θὰ χρησιμοποιηθῇ διόλου διὰ τὰς ἐπαρχίας. Θὰ τεθῇ θετικὴ φορολογία.
§157Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Δὲν θὰ περάσουν οἱ δρόμοι ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας;
§158Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ τοὺς δρόμους τῶν ἐπαρχιῶν θὰ πληρώσουν τὰ ὤνια. Σᾶς δηλῶ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ φέρῃ ἐπανάστασιν εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§159Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουρ. Ἐθν. Οἰκονομ). Ὑπῆρξε σφάλμα...
§160Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὑπῆρξε σφάλμα, Κύριε Ὑπουργέ, ἀφοῦ λείπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, τὸ ὅτι ἀνεμίξατε ἀσφαλτικὰς ὁδοὺς μὲ κοινὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ὁμιλοῦμεν διαρκῶς περὶ εἰδικῶν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην καὶ ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, δυναμένων νὰ παρασκευάσουν καλὰ ἀσφαλτοστρώματα, ἐνῷ ἠκούσαμεν πολὺ ὀλίγα περὶ κοινῆς ὁδοποιΐας διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ προσέξωμεν. Κοινὴ ὁδοποιΐα εἶναι καὶ ἡ τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου, καὶ ἐν τούτοις, μὲ ὅλην τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὁ δρόμος διαρκῶς ἐπὶ τόσα ἔτη, ἐν τούτοις εὑρίσκεται εἰς οἰκτρίστην κατάστασιν. Ποῖαι δὲ θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι μὲ τὰς πολυτελεῖς αὐτὰς ὁδούς; Θὰ πληρώσωμεν περὶ τὰ 5% φθορὰν ἐργαλείων ἀλλὰ τὸ 5% δὲν θὰ εἰσπράττεται μόνον ἐκ τῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ κατασκευασθῶσιν δι’ ἀσφάλτου, ἀλλ’ ἀπὸ ὅλου τοῦ ἔργου τῆς ὁδοποιΐας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐπιβαρυντικώτατον.
§161Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργ. Ἐθν. Οἰκον.). Περὶ ποίας φορολογίας ὁμιλεῖτε; Ἐὰν κατασκευασθῇ εἷς δρόμος, δὲν θὰ γίνῃ χρῆσις τοῦ δρόμου αὐτοῦ;
§162Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Λέγω ὅτι κακῶς ἀνεμίχθησαν τὰ ἀσφαλτικὰ μὲ τὴν κοινὴν ὁδοποιΐαν. Δεύτερον, Κύριοι, ἐνῶ ὑπάρχουν ἀποδείξεις ὅτι τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ἐπιτυχῶς εἰς τοιαῦτα ἔργα καὶ διὰ τοῦ ἀπολογιστικοῦ συστήματος συνήφθησαν αἱ τελευταῖαι συμβάσεις καὶ ἐνῶ ἐπείσθημεν κατόπιν ἐπισταμένων συζητήσεων ὄχι μόνον μετὰ τῶν ἰδικῶν μας μηχανικῶν, ἀλλὰ καὶ μηχανικῶν ξένων ἐλθόντων καὶ συζητησάντων μεθ’ ἡμῶν, ἡμεῖς καταφεύγομεν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἀναλύσεως τιμῶν, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ μίαν ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν πραγμάτων. Ἐκτὸς δὲ τῶν ἄνω λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἀπολογιστικόν, εἶναι καὶ ὁ λόγος ὅτι, δι’ αὐτοῦ ὁ ἔλεγχος εἶναι πολὺ εὐκολώτερος, εἶναι δὲ ἐπίσης δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ χρησιμοποιήσῃ δι’ αὐτοῦ καὶ ἄλλας δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἀφίνει μέχρι σήμερον ἀχρησιμοποίητους. Καὶ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα χρησιμοποιήσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους, τοὺς φυλακισμένους, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς τέσσαρας χιλιάδας, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο κάλλιστα νὰ χρησιμοποιῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας καὶ νὰ ὠφελήσῃ καὶ αὐτοὺς καὶ ἑαυτό. Σᾶς ἀναφέρω ἐπίσης καὶ ἄλλο παράδειγμα, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἐμελετήθη μετὰ οἰκοκυρωσύνης, τὸ παράδειγμα μελέτης τῶν ὁδῶν διὰ τὴν ὁποίαν θὰ πληρώσωμεν 5%.
§163Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κύριε Βουλευτά, ἔχουν παρέλθει πολλὰ τέταρτα.
§164Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Πῶς γίνεται, Κύριοι, ἡ μελέτη τῶν ὁδῶν ἀπὸ τὰς ἄλλας Ἑταιρείας; Τὰς ἔχομεν ἤδη ἀναθέσει εἰς ὁμάδας ἀποτάκτων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσίν των ἐκ τοῦ στρατεύματος ἠσχολήθησαν μὲ τὰ ἔργα αὐτά. Διατὶ τάχα, ἕνας μικρὸς ἀριθμὸς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τὸν ὁποῖον διαθέτομεν ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ χρησιμοποιηθοῦν διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν; Θὰ μᾶς ἦτο τοῦτο κέρδος 50%, τὰ ὁποῖα μεταφράζονται εἰς χιλιάδας λίρας. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὑπὲρ τὸ δέον, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, διὰ τοῦτο δὲ συμπερασματικῶς σᾶς λέγω ὅτι ὑπῆρξεν ἀτυχεστάτη ἡ ἀπόφασις, ὅπως ἐξουσιοδοτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διεξαγάγῃ διαγωνισμόν, διότι ἐνῷ ὁ διαγωνισμὸς ἀπαιτεῖ προσεκτικὴν διαχείρισιν, ὥστε νὰ ρυθμίζῃ τὰς προσφορὰς καὶ τὰς διαφόρους ἀπαιτήσεις κατὰ τὸ δίκαιον, ἡμεῖς ἐπράξαμεν ὅλως ἀντιθέτως, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Παράδειγμα καὶ ἐδῶ ἔχω νὰ σᾶς φέρω τὸ ζήτημα τῆς συνάψεως τοῦ δανείου καὶ τῆς ἀναθέσεως τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου εἰς τοὺς ἐργολάβους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξετέλουν τὰ ἔργα ἀντὶ 6 ἑκατομ. λιρῶν, ἐγὼ κατὰ τὴν γνωμοδότησιν αὐτοῦ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων ἠμπορούσαμεν νὰ ἔχωμεν ἕν ἑκατομμύριον λίρας κέρδος. Μὴ λησμονῶμεν δέ, Κύριοι, ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν δάνειον παρὰ μόνον διὰ σκοποὺς παραγωγικούς. Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ κίνδυνος διαρπαγῆς αὐτοῦ, μολονότι εἶναι ταπεινωτικὸν νὰ τὸ εἴπωμεν αὐτό, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Κατερχόμενος τοῦ βήματος, Κύριοι, εὔχομαι ν’ ἀπατῶμαι εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας βαδίζει ἀτρόμητος πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔβαλεν, πιστεύω ὅμως ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ παρακολουθήσῃ τὸ ζήτημα ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, ὁπότε ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ γίνῃ τὸ ὀρθόν. Καταλήγων, συνιστῶ εἰς τοὺς κυβερνῶντας νὰ τηρῶσι τοὺς νόμους οὓς ψηφίζομεν καὶ νὰ μὴ καταφεύγωσιν εἰς αὐθαιρεσίας, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ τὰ κακὰ καὶ ἐπιζήμια δύνανται νὰ ἐπακολουθήσωσιν. Πιστεύω δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ προβῇ ἀμέσως, μεθ’ ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν, εἰς τὴν ἄμεσον λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ ἡ λύσις εἶναι νὰ ἑτοιμάσῃ μία σύμβασιν τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἐπάνοδόν μας νὰ ψηφίσωμεν, καὶ ἂς εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ τῷ χρεωστοῦμεν εὐγνωμοσύνην.
§165Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐφανταζόμην, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συζητεῖ μὲ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ ἀντλοῦν τὰς πληροφορίας των ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐλεγχόμενα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἀλλ’ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῶν ἐφημερίδων. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὑπέπεσα εἰς τὸ σφάλμα νὰ συμβουλευθῶ τὸ ἐπίσημον δελτίον τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτὸ προεκάλεσα τὸν ψόγον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Καὶ εἶπον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἠρύσθην ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ὅτι ἐγένοντο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀρχικὰς προτάσεις τοῦ Οἴκου Μακρῆ, βελτιώσεις κατὰ 3½% ἐπὶ τῶν τιμῶν, ἐνῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἐπληροφόρησεν ἤδη ὅτι πρόκειται περὶ βελτιώσεων κατὰ 6 μόνον τοῖς ἑκατόν. Ἔχω ἐν τούτοις νὰ δώσω ὡρισμένους ἀριθμούς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ 6%, ἀλλὰ περὶ ποσοστοῦ πολὺ ἀνωτέρου. Θέτω εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει). Ἐπὶ τῆς δικτατορίας Παγκάλου, ὁ Οἶκος Μακρῆ εἶχεν ὑποβάλει προτάσεις, σύμφωνα μὲ τὰς ὁποίας τὰ γενικὰ ἔξοδα ἔπρεπε νὰ εἶναι 37½ τοῖς ἑκατόν, ἐζήτει δὲ ἐπὶ πλέον καὶ ἀτελείας. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐπέτυχε μείωσιν τῶν ποσοστῶν αὐτῶν εἰς 25%, χορηγουμένης ὅμως καὶ ἀτελείας. Ἄρα μεταξὺ τῶν 37½ τοῖς ἑκατὸν καὶ 25% ἔχομεν διαφορὰν 12½ τοῖς ἑκατόν. Συνεπῶς δὲν πρόκειται περὶ διαφορᾶς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός 6%, ἀλλὰ περὶ τοιαύτης εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα ἐκ 12½ τοῖς ἑκατόν. Ἐπὶ δύο δισεκατομμυρίων δραχμῶν, ποὺ θὰ δαπανηθοῦν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρῃ κανεὶς τὰς ἑκατοντάδας τῶν ἑκατομμυρίων, ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἡ ἔκπτωσις αὕτη. Ἤδη ὁρίζει τὰ γενικὰ ἔξοδα εἰς 28%, ἄνευ δὲ ἀτελείας. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον ἡ διαφορὰ αὐτὴ εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα. Ὑπάρχει τοιαύτη καὶ εἰς τὰς ἀναλύσεις τιμῶν. Ὁ Οἶκος Μακρῆ διὰ τῶν ἀρχικῶν του προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἐπὶ δικτατορίας, διὰ τὰς ἐκσκαφὰς αἱ ὁποῖαι ἀπορροφῶσιν, ὡς γνωστόν, τὰ 40 ἕως 50% τῆς δαπάνης εἰς τὰ ἔργα ὁδοποιΐας, ὑπελόγιζεν δι’ ἕκαστον ἐργάτην, δι’ ἐκσκαφὴν ἑνὸς κυβικοῦ μέτρου ἐκ γαιῶν πάσης φύσεως, 2 ὥρας καὶ 90 ἑκατοστά. Ἀναγκασθεὶς ὅμως νὰ ὑποχωρήσῃ, κατῆλθεν κατὰ 29% ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἄνω ἐκσκαφῶν. Σήμερον ὑποχωρεῖ ἔτι περισσότερον, ὁρίζων μίαν ὥραν καὶ 65 ἑκατοστὰ δι’ ἕκαστον ἐργάτην, διὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν ἐργασίας. Ἔχομεν οὕτω ἐκ τῶν ἀρχικῶν προτάσεων ἔκπτωσιν ἐν συνόλῳ κατὰ 40%. Δι’ ἐκσκαφὴν βραχώδους ἐδάφους ὑπελόγιζεν ἀρχικῶς, προκειμένου περὶ ἑνὸς κυβικοῦ μέτρου, 7½ ὥρας. Κατῆλθε κατόπιν εἰς 6 ὥρας ἢ ἀρκεῖται εἰς 5½ ὥρας. Ἔχομεν οὕτω καὶ ἐδῶ ἔκπτωσιν 40 σχεδὸν τοῖς ἑκατόν. Δι’ ἐκσκαφὴν ἡμιβραχώδους ἐδάφους ὑπελόγιζεν εἰς τὰς ἀρχικάς του προτάσεις 5 ὥρας καὶ 75ο)ο. Πιεσθεὶς ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων ὑπεβίβασεν αὐτὰς εἰς 4½ ὥρας. Ἄρα διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον 20%. Ἤδη κατῆλθεν προκειμένου δι’ ἐκσκαφὴν ἑνὸς κυβικοῦ μέτρου εἰς 3½ ὥρας. Ἤτοι συνολικὴ διαφορὰ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πάλιν 40 τοῖς ἑκατόν. Αὐτά, Κύριοι, εἶχον νὰ ἐπικαλεσθῶ εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Θέτω δὲ εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς τοὺς ἀναφερθέντας ἀριθμούς.
§166Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατέγινα ἐπὶ πολὺ διὰ νὰ κατανοήσω διὰ τίνα σκοπὸν ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε ἠγόρευον ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶχον καταγίνει πολὺ νὰ ἀνεύρω τὴν ἔννοιαν τῆς σχετικῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπίστευσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἀνικανότητος δὲν ἠδυνήθη νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐζήτει τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς διὰ νὰ τὴν καθοδηγήσῃ. Καὶ ἔλεγον: μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει αὐτὴ τὴν δύναμιν, νὰ λύσῃ ἓν ζήτημα, ἔχουσα μάλιστα τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ εἶναι Κυβέρνησις σοβαρά. Ἀλλ’ ὅταν κατόπιν ἐπεχείρησα νὰ μελετήσω τὰς δηλώσεις, ὑπέπεσα εἰς ἄλλην ἀπορίαν σοβαρωτέραν. Εἶδον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐξετάσῃ καὶ κρίνῃ ποία εἶναι ἡ συμφερωτέρα διὰ τὸ κοινὸν λύσις. Καὶ ἐσχημάτισα τὴν γνώμην ὅτι ἤθελε νὰ εἴπῃ μὲ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις,— συνεδύασα μάλιστα τὸ πρᾶγμα μὲ τὴν διαφωνίαν ἐκ τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ Κυβερνητικὴ κρίσις καὶ μεταβολὴ—ὅτι μὲ τοῦτο ἤθελε νὰ εἴπῃ ὅτι: ἐγὼ δὲν δύναμαι ἄνευ κομματισμοῦ καὶ πολιτικῆς δεσμεύσεως νὰ ἀποφασίσω, δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ δώσω τὴν συμφερωτέραν διὰ τὰ κοινὰ λύσιν. Ἀλλ’ ἐδειλίασε καὶ προσεκολλήθη εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παρέμενεν ἕνας προκατειλημμένος ἑρμηνευτής. Ἀλλὰ τέλος πάντων, διατί ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν; Ἐπηκολούθησεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεφέρθη εἰς τὰς δηλώσεις τὰς προγραμματικὰς καὶ κατέληξε νὰ δώσῃ ἄλλην ἑρμηνείαν τοῦ λόγου διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε τὰς προτάσεις εἰς τὴν Βουλήν· ὅτι δηλ. αὐτὸ ἀποτελεῖ αἴτησιν ἀνανεώσεως τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐθεώρησεν ὅτι τοῦτο ἦτο ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν· ὅτι δηλ. ἐθεώρει μετὰ τὴν παραίτησιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐξηντλήθη τὸ δοθὲν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δικαίωμα διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ ὅτι ἐχρειάζετο ἀνανέωσις αὐτῆς τῆς ἐντολῆς. Καὶ ἔλεγον. Πῶς τὴν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀνανέωσιν; Κατὰ τίνα τρόπον; Τὴν ζητεῖ ἄνευ νόμου; Διότι δὲν ἀρκεῖ ἄδεια τῆς Βουλῆς διὰ νὰ συναφθῇ σύμβασις, ἡ ὁποία ἅμα τῇ ὑπογραφῇ της θὰ ἔχῃ ἰσχὺν νόμου. Χρειάζεται ὁ νόμος, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει νὰ ψηφισθῇ κατὰ τοὺς τύπους τοὺς ὁποίους ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἐνῷ ἐσκεπτόμην ταῦτα καὶ εὕρισκα ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ ὅτι τρέχει κίνδυνον νὰ βλάψῃ καὶ τὴν ὑπόστασίν της καὶ τὸ ἴδιον αὐτῆς γόητρον ἀναμιγνυομένη εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἐπηκολούθησαν αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτοῦ, ἐν ἀρχῇ ἐπίστευσα, ὅτι διὰ τῶν δηλώσεων αὐτῶν ζητεῖται νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν καθοδηγήσῃ τί θὰ πράξῃ, καὶ εὗρον ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον πράττει ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἐσκεπτόμην ὅτι ἡ μεγαλυτέρα ἐγγύησις διὰ τὴν ἐπωφελῆ σύναψιν μιᾶς συμβάσεως ἑνὸς τόσον μεγάλου ἔργου, εἶναι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη, ἡ βαρύνουσα διὰ πᾶσαν παράτασιν τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τοὺς συνάπτοντας τὰς συμβάσεις. Ἐὰν ἐκλείψῃ ἡ πολιτικὴ εὐθύνη, οὐδεμία εὐθύνη ἄλλη εἶναι ἱκανὴ νὰ περιφρουρήσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἴσως ἐκ τῆς μακροχρονίου ἀναμίξεώς μου εἰς τὴν πολιτικήν, ἔχω σχηματίσει τὴν γνώμην ὅτι ἡ μεγαλυτέρα τῶν εὐθυνῶν εἶναι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη. Ἀλλὰ λέγω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διατί τὸ ζήτημα ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν; Εἶναι ἱκανὴ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνας πολιτικάς; Οἱ βουλευταὶ δύνανται νὰ ἀναλάβουν πολιτικὰς εὐθύνας, ὅταν ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γράμματος ἀκόμη, σαφῶς ἐξάγεται, ὅτι ὁ βουλευτὴς οὐδ’ ἐξετάζεται, οὐδ’ ὁπωσδήποτε, μάλιστα, ἐξετάζεται διὰ γνώμην ἢ ψῆφον, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν Βουλήν; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι ἐντεταλμένη νὰ ζητῇ εὐθύνας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνας καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συγχισθῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον αἱ ἰδιότητες τοῦ δίδοντος εὐθύνας καὶ τοῦ λαμβάνοντος εὐθύνας; Ἀλλ’ εἶπον ἀκόμη καὶ οὐσιαστικώτερον: εἶναι δυνατὸν Σῶμα πολυμελές, νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνας, ὄντος γνωστοῦ, ὅτι ὅσῳ πολυμελέστερον εἶναι ἓν Σῶμα, τόσον περισσότερον κατανέμεται εἰς τὰ μέλη αὐτοῦ ἡ εὐθύνη καὶ ἔτσι φθάνομεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ μὴ ἔχωμεν κανένα ὑπεύθυνον δι’ οἱανδήποτε ὑπὸ τοιούτου Σώματος πολυμελοῦς τελουμένην πρᾶξιν; Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκλείπει ἡ εὐθύνη ἡ φρουροῦσα τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ ἂν φθάσωμεν νὰ ἀναθέσωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἄτοπα ἢ εἰς ζημίας τῶν δημοσίων συμφερόντων ἀνυπολογίστους, χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὸν ὑπαίτιον. Ἀλλὰ παρηκολούθησα τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν, καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀγόρευσιν καὶ μόλις χθὲς τὴν ἑσπέραν, μετὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του, ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω σαφῶς περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κατέληξε νὰ καθορίσῃ σαφῶς ὅτι ἔχει γνώμην ὡρισμένην, τὴν ὁποίαν δὲν μεταβάλλει· καὶ ἐμμέσως ἀλλὰ τόσον ζωηρῶς, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ ὅτι ἀμέσως, θέλει νὰ πράξῃ τοῦτο—λέγω ἐμμέσως, διότι ἀπέκλεισε τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπαναλήψεως τοῦ διαγωνισμοῦ — ἀπέκλεισε πάντας τοὺς ἄλλους μειοδότας καὶ ἔψαλε τὸν πανηγυρικὸν τῆς ὁμάδος Μακρῆ. Ἤμην ἐντεῦθεν ὑποχρεωμένος ἐκ τούτου νὰ συναγάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ δώσῃ εἰς τὴν ὁμάδα Μακρῆ τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατί δὲν τὴν δίδει; Τί ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλήν; Ζητεῖ, ἴσως, κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πολιτικῶς ἀνδρικόν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ συμβαλλόμενοι, οἱ Κυβερνῆται ἢ τὰ πολιτικὰ πρόσωπα, τὰ συμβαλλόμενα διὰ τὴν τέλεσιν μεγάλων ἔργων, ὑφίστανται κἄποιαν φθοράν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθῃ κἄποια φθορά, συνισταμένη εἰς ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν συνίσταται. Θέλει ἄρα ἡ Κυβέρνησις τὴν φθοράν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ, δεδικαιολογημένως ἢ ἀδικαιολογήτως ἀδιάφορον, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀδικαιολογήτως σᾶς λέγω, ἐκ τῆς συνάψεως τῆς τοιαύτης συμβάσεως νὰ τὴν ἀποφύγῃ καὶ νὰ τὴν μεταφέρῃ εἰς βάρος τῆς Βουλῆς; Ἔκαμα τὴν σκέψιν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, εἴτε κατ’ οὐσίαν ἤθελον ταχθῇ μὲ τὴν γνώμην τῆς χορηγίας τῆς ἐργασίας εἰς τὸν ὅμιλον Μακρῆ, εἴτε κατ’ οὐσίαν ἤθελον ταχθῇ ὑπὲρ τῆς χορηγίας εἰς τὸν ὅμιλον Πρεζάνη. Θὰ ἦτο ὀρθότερον δι’ ἐμὲ, ὡς μέλος τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποφύγω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι ἂν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ βλάβη, εἶναι συμφερώτερον εἰς τὸ Κράτος ἡ βλάβη, ἢ φθορὰ νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ πρόσωπα τῶν κυβερνώντων, παρὰ νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς. Διότι ἂν ἐπέλθῃ ἡ φθορὰ εἰς τὰ πρόσωπα τῶν κυβερνώντων, τὸ κακὸν εἶναι μικρὸν διὰ τὸ Κράτος. Τὰ πρόσωπα ἀντικαθίστανται. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑφίσταται, ἀδιάφορον ἀπὸ ποῖα πρόσωπα θὰ συγκροτεῖται, καὶ κακὸν εἰς τὸ Κράτος δὲν ἐπέρχεται. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ φθορὰ ἐπιπέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐπιπίπτει ἐπὶ τῶν προσώπων τῶν βουλευτῶν· ἐπιπίπτει ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλίου, κλονίζει τοῦ Κοινοβουλίου τὸ γόητρον καὶ κλονίζει συγχρόνως τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος. Ὁσάκις ἐφθάσαμεν εἰς κατάπτωσιν τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ δικτατορία, ἢ ἐπανάστασις ἢ ἄλλου εἴδους ἀναρχία ἢ ταραχαί, ἐφθάσαμεν ἐκ τοιούτου λόγου, διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ προφυλάξωμεν τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς καὶ διότι εἰργάσθημεν καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς διὰ νὰ τὴν ἐξευτελίσωμεν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶπον ὅτι δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ψηφίσω πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ εἶχε τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει ἢ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτει ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πρότασιν ἀσχέτως πρὸς τὰ πρόσωπα, καὶ νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ πάσης προτάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐκήρυττε τὴν Βουλὴν ἀναρμοδίαν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, ἄνευ τῆς ἐννοίας, ὅτι τάσσεται μὲ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξα, ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ τὴν διατυπώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
§167Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τὴν κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν, θεωρῶ περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, πρῶτος διεκήρυξα ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐντελῶς ἀναρμοδία ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως. Τούτου ἕνεκα, θὰ καταψηφίσω οἱανδήποτε πρότασιν, ἡ ὁποία, εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως, θὰ ἔδιδε τὴν ἐντολὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ὑφιστάμενον νόμον, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον τοιαύτη πρότασις θὰ ἐσήμαινεν ἐκ τῶν προτέρων ἔγκρισιν τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης λύσεως τοῦ ζητήματος, θὰ ὑπερψηφίσω δὲ πᾶσαν πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐκήρυσσε τὴν Βουλὴν ἀναρμοδίαν ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε. Διακόπτομεν ἐπὶ πέντε λεπτά. Μετὰ τὴν Διακοπὴν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Δαρβέρης καταθέτει τὴν κάτωθι δήλωσιν. «Δήλωσις Ν. Δαρβέρη βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας. Ἡ γενομένη δημοπρασία ἔδει νὰ εἶχε τερματισθῇ διὰ τῆς ἀπορρίψεως τῶν προτάσεων ἀμφοτέρων τῶν συναγωνιστῶν. Πᾶσα περαιτέρω ἐνέργεια πρὸς συνέχισιν τῆς δημοπρασίας, ἀποτελεῖ προσπάθειαν παρανομίας καὶ τελείαν παρανόησιν τῆς ἐννοίας τοῦ συναγωνισμοῦ. Ἡ προσπάθεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὅπως παρὰ τὸν νόμον ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν προτάσεις ὑποβληθεῖσαι μετὰ τὴν δημοπρασίαν, πλήττει καὶ τὸ κῦρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καταρρίπτει δὲ καὶ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν θέλουν νὰ ἐπιρρίψουν τὴν εὐθύνην τῆς προτιμήσεως Οἴκου μὴ ἀναδειχθέντος οὐδὲ κἂν μειοδότου. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια εἶναι ἔκνομος καὶ παρὰ τὰ κοινοβουλευτικά, δι’ οὐδενὸς δὲ προσχήματος δύναται νὰ καλυφθῇ. Ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη λύσις εἶναι ἡ ἐπανάληψις τῆς δημοπρασίας διὰ νέας διακηρύξεως ὅτε θὰ ἀργήσουν αἱ τοῦ νόμου προθεσμίαι ἐκ νέου. Μὲ τὴν ἀνωτέρω δήλωσιν ψηφίζω». Ὑπεβλήθησαν μετὰ τὸν τερματισμόν τῆς συζητήσεως αἱ ἑξῆς προτάσεις. 1) Ἡ Βουλή, μὴ εἰσερχομένη ἐν τῇ οὐσίᾳ τῆς ὑποθέσεως, ἀναπέμπει τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. 2) Ἡ Βουλή, φρονοῦσα ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς εἰσήχθη ἐνώπιον αὐτῆς τὸ ζήτημα τῆς διεξαχθείσης δημοπρασίας διὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, πρὸς κρίσιν καὶ ἀπόφασιν, οὐδεμίαν δύναται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν, ἐπιφυλασσομένη πάντοτε τὴν ἄσκησιν τοῦ προσήκοντος ἐλέγχου. Νομίζω ὅτι ἐκ τῶν δύο αὐτῶν προτάσεων ἀνωτέρα εἶναι ἡ πρώτη.
§170Ε. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ὄχι. Ἡ τελευταία εἶναι ἡ γενικὴ πρότασις.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ κρίνω. Δὲν εἶσθε σεῖς ἁρμόδιος. Ἡ ἄλλη εἶναι πρότασις γενικωτέρα, εἰς τὴν ὁποίαν περιλαμβάνεται πᾶσα ἄλλη πρότασις. Ἐνῷ αὕτη εἶναι πρότασις εἰδικὴ διότι παραπέμπει τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μὲ λόγους εἰδικοὺς διότι θεωρεῖ ἑαυτὴν ἀναρμοδίαν. Ἐρωτᾶται, λοιπόν, ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐχούσης ἐπαναλαμβάνω, ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μὴ εἰσερχομένη εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀναπέμπει τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν».
§172Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὁποία ὑπεβλήθη παρὰ τῶν βουλευτῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἡ τελευταία, εἶναι καὶ ἡ ἀπωτέρα, διότι αὕτη γενικῶς ζητεῖ νὰ κηρυχθῇ ἡ Βουλὴ ἀναρμοδία, χωρὶς νὰ ληφθῇ οὐδεμία ἄλλη ἀπόφασις, ἐνῷ ἡ ἄλλη ζητεῖ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ζητοῦν καὶ αἱ δύο προτάσεις.
§174Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις ἡ περιοριζομένη εἰς τὸ νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς μὴ κανονικῶς εἰσαχθεῖσαν τὴν ὑπόθεσιν ὑπὸ συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀνταποκρίνεται περισσότερον εἰς τὰς γενομένας συζητήσεις καὶ εἰς τὸν ἀκαδημαϊκόν, τρόπον τινά, χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν συζήτησιν. Κατὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὑποστηρίξας ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἀπωτέρα πρότασις διότι αὕτη ἐν τῇ γενικότητί της δὲν θέλει ἄλλην λεπτομερεστέραν πρότασιν, ἐνῷ ἡ ἄλλη πρότασις εἶναι εἰδικωτέρα καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἀπωτέρα. Ἡμεῖς, ὑποστηρίζοντες τήν ἄποψιν ταύτην, δηλοῦμεν ὅτι θέλομεν ψηφίσῃ ὑπὲρ ταύτης.
§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν διεζευγμένην πρότασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Εἶναι πρόδηλον, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶνε ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε καὶ ὄχι ἡ ἄλλη, διότι ἡ πρότασις αὐτὴ λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἰσέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως καὶ τὴν ἀναπέμπει εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐνῷ ἡ ἄλλη πρότασις λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ λαμβάνει ἀπόφασιν ὅτι εἶναι ἀναρμοδία.
§176ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος) Ὄχι. Δὲν λέγει αὐτό.
§177Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερ.). Κύριε Πρόεδρε, ὑπενθυμίζω εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ μὴ μὲ διακόπτουν, ὅπως δὲν διακόπτω καὶ ἐγώ. Δὲν ἔχει δὲ ἰδιαιτέραν σημασίαν τὸ πρᾶγμα δι’ ὅσους ἔχουν πεῖραν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ψηφοφορία ἂν γίνῃ, πάλιν θὰ γίνῃ ἐπὶ τῆς ἀντιλήψεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος ἐπὶ τῆς προτάσεως. Δὲν ἀξίζει, λοιπόν, τὸν κόπον νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τῆς κατ’ ἐξοχὴν ἐστερημένης σημασίας. Ἡ μὲν μία ἀποφεύγει ν’ ἀποφανθῇ, ἀπολύτως, καὶ ἐπὶ τῆς ἀναρμοδιότητος, ἐνῷ ἡ δευτέρα λέγει ὅτι κατ’ ἀναρμόδιον τρόπον εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι μία ἀπόφασις, ἐνῷ ἡ ἄλλη δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀναρμοδιότητος. Ὁ κρίνων περὶ ἀναρμοδιότητος, κρίνει· ἐγὼ ἐγὼ λέγω δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ζητῶ νὰ ἐξετάσητε σεῖς τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Νομίζω ὅτι δὲν ἀξίζει νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἀφοῦ ἐν τῇ οὐσίᾳ ἕκαστος θὰ ψηφίσῃ ἀναλόγως τῆς ἀντιλήψεως αὐτοῦ.
§178Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐφόσον ἔχει ἀξίαν τινά, τὸ ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα πρότασις, ὅταν προβάλλεται μία ἔνστασις ἀναρμοδιότητος, προηγεῖται πάσης ἄλλης ἐνστάσεως ἡ ἀναρμοδιότης νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ ζητεῖται νὰ προηγηθῇ ἡ ἐξέτασις τῆς ἀναρμοδιότητος. Ἐὰν εὑρεθῇ ὅτι εἶναι ἁρμόδιος, τότε λέγει «δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ τὴν στέλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν». Εἶναι ἀπόφασις οὐσιαστικὴ ἡ ἀπόφασις περὶ ἀναπομπῆς, ἡ δὲ ἔνστασις ἁρμοδιότητος εἶναι ἐξεταστέα πρὸ πάσης ἄλλης. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κανόνες οἱ δικαστικοί. Δὲν ἐφαρμόζονται οἱ κανόνες οἱ δικαστικοὶ εἰς τὴν Βουλήν;
§179Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Βεβαιότατα. Ἀσφαλῶς ὄχι.
§180Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σπεύδετε νὰ ὑπερασπισθῆτε τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ σας. Ἐγὼ ὑπερήσπισα βλέπετε περισσότερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, παρὰ νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς λογικοὺς θὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις ἡ ἐνέχουσα τὴν ἔνστασιν τῆς ἀναρμοδιότητος.
§181ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι σύνθετος ἡ πρότασις καὶ πρέπει νὰ χωρισθῇ.
§182Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν διαφωνῶ. Εἶμαι σύμφωνος. Θὰ χωρισθῇ. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦ χωρισμοῦ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ποία θὰ ψηφισθῇ πρώτη καὶ ποία δευτέρα. Θὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀναρμοδιότητος καὶ θ’ ἀφήσετε τὸ ἄλλο ἀψήφιστον. Ἡ δευτέρα πρότασις, ἐὰν θεωρηθῇ ἡ Βουλὴ ἁρμοδία, θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Βουλὴ οὖσα ἁρμοδία ἀποφαίνεται ὅτι εἶναι ἀναπεμπτέα ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ψήφισις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναρμοδιότητος καὶ ἐφόσον εἶναι ἀδιαίρετος ἡ πρότασις καὶ ζητηθῇ νὰ διαιρεθῇ, ἂς διαιρεθῇ. Εἶναι δικαίωμα κάθε βουλευτοῦ, νὰ ψηφίζῃ τὴν διαίρεσιν.
§183Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει κατ’ ἀρχὴν δίκαιον ὡς πρὸς τὸ ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀντίληψιν, καὶ ὑποθέτω ὅτι οἱ Κύριοι συνάδελφοι θὰ μὲ δικαιώσουν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος συνεζητήθη κατὰ τὴν πρώτην ἑσπέραν καὶ ὅτι ἐλύθη τοῦτο καὶ ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις ἀπὸ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ διὰ πέντε λέξεων ὡμίλησα, ἐλύθη ἤδη καὶ δὲν ἔχει παρὰ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν, μὲ τὴν ἄποψιν ὅτι δὲν προβαίνομεν εἰς καμμίαν οὐσιαστικὴν ἀπόφασιν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, δικαιοῦται νὰ ἐκτελέσῃ ἢ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον.
§184Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διότι νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος ἐντελῶς ἐξωφθάλμου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Μπούσιος δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι τότε προεβλήθη, οὐχὶ τὸ ζήτημα ἐὰν δύναται ἢ ὄχι ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ συνεζήτει ἂν τὸ ζήτημα ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν σύμφωνα μὲ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας καὶ κατὰ τὸν Κανονισμόν. Καὶ ἀπεφάνθη τότε ἡ Βουλή, ὅτι καὶ ἂν δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ ζήτημα, καλῶς εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν. Ἤδη πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ἑνὸς τοιούτου ζητήματος, ἀφοῦ ἐκρίθη ὅτι καλῶς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας λέγει, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη εἰς ἀναρμόδιον κριτήν. Τοῦτο λέγει ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας. Ἡ ἄλλη πρότασις λέγει ὅτι εἶναι ἁρμόδιος ὁ κριτὴς καὶ ἀποφαίνεται οὗτος ὅτι καταλληλοτέρα νὰ κρίνῃ ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Τοῦτο ἀποτελεῖ οὐσιαστικὴν ἀπόφασιν. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ παραβλέψῃ τὴν κατάδηλον ταύτην ἀλήθειαν καὶ νὰ λάβῃ ἄλλην ἀπόφασιν, δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ὑποστηριχθῇ ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶναι προέχουσα ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη παρὰ τῶν μελῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ εἶναι πρότασις καθαρᾶς ἀναρμοδιότητος. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει νὰ θέσῃ ἐκποδὼν τὴν διάταξιν αὐτήν. Ὥστε ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος δὲν ἔχει ἄλλον σκοπόν, ἢ νὰ καταδείξῃ τὴν Κυβερνητικὴν δύναμιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα πρὸ παντὸς περὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ὀρθῆς κρίσεως, θὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ θὰ ζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§185Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτ.). Ἀφοῦ, ὡς φαίνεται, ἡ λύσις τοῦ ζητήματος δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης προτάσεως, εἶναι ἀναγκαῖον, νομίζω, νὰ ὁρισθῇ ποία ἔννοια ἀποβλέπει εἰς τὸ ἀπώτερον, διὰ νὰ εὕρωμεν ποία ἐκ τῶν δύο προτάσεων εἶνε ἡ ἀπωτέρα. Ἐὰν ἡ πεῖρα τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκ τῶν πραγμάτων δύναται νὰ συνδράμῃ κατά τι, θὰ ἔλεγον τὸ ἑξῆς: ὅτι καθιερωμένον ἐκ κοινοβουλευτικῆς τακτικῆς εἶναι νὰ θεωρῆται πάντοτε ἀπωτέρα ἡ πρότασις, ὅταν, συνταχθεισῶν δύο προτάσεων, ἡ τυχὸν ψηφιζομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν ἀποκλείει τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἑτέρας. Ἄρα πᾶσα πρότασις, ἡ ὁποία εἶνε γενικὴ καὶ ὄχι εἰδική, εἶνε ἡ ἀπωτέρα. Καὶ ἀναντιρρήτως εἶνε ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· δηλαδή, «ἡ Βουλή, μὴ εἰσερχομένη εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἀναπέμπει τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν» διότι, ἐὰν ὁ γνώμων τὸν ὁποῖον ἔθεσα εἶνε ἀληθής, λέγω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐξέτασιν τῆς ἑτέρας προτάσεως. Δύναται ἐλευθέρως ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐλευθέρως αὐτήν. Ἀλλά, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Τσαλδάρη εἶνε ἡ ἀπωτέρα. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τοῖς δικαστηρίοις ἡ ἔνστασις ἀναρμοδιότητος πρωτίστως ἐξετάζεται. Θὰ ἔλεγον ὅτι ἡ ἔνστασις αὐτὴ ἀναντιρρήτως, εἴτε περὶ δικαστηρίου πρόκειται εἴτε περὶ συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, εἶνε ἐκείνη ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Ἀλλὰ ἡ ἔνστασις ἀναρμοδιότητος ἔχει καὶ ὥραν ὑποβολῆς. Ὅταν ἡ ὥρα παρέλθῃ, εἶνε ἀπαράδεκτος. Ὅταν ἐπὶ 4 ἕως 5 ἡμέρας συνεζήτει ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἰδίας ἁρμοδιότητος, πῶς εἶνε δυνατὸν τὴν πέμπτην ἡμέραν νὰ προβάλλεται ἀναρμοδιότης τῆς Βουλῆς; Ἐπανέρχομαι, λοιπόν, Κύριοι, εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, καὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἀπωτέρα εἶνε ἡ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὑποδειχθεῖσα, ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§186Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη πρότασις καὶ πρέπει νὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ ποία εἶνε ἡ ἀπωτέρα πρότασις. Συνοψίζων ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἀκολουθῶν τὸν εἱρμὸν τῶν συλλογισμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶνε ἐκείνη ἡ ὀλιγώτερον ἀποκλείουσα τὴν ἄλλην πρότασιν. Καὶ ἀσφαλῶς ἡ ὀλιγώτερον ἀποκλείουσα εἶνε ἐκείνη, ἡ ὁποία λέγει ὅτι «θεωροῦσα ἡ Βουλὴ ὄχι κανονικῶς εἰσαχθεῖσαν τὴν ὑπόθεσιν, εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν αὐτῆς, καὶ δὲν ἀποκλείει τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς». Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν.
§187Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μόνον διὰ τῆς ψήφου της ἡ Βουλή, προκειμένου νὰ κρίνῃ ποία θὰ προταχθῇ, θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν προέχουσαν. Ἡ Βουλὴ δύναται καὶ νὰ τὴν ἀπορρίψῃ, ἀλλὰ πάντοτε, ἅπαξ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἀποφασίσῃ. Εἶπον ὅτι ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἡ πρόταξις τῆς προτάσεως. Ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως ὡς ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶνε δήλωσις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τέλος πάντων ἂς κληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ποίαν προτείνει.
§188Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ θλίψεως θὰ ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι δι’ ἀμφοτέρων τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων ἀπεξάπαντα τὰ κόμματα ἀπεμπολοῦσι τὰ κοινοβουλευτικὰ δικαιώματα καὶ ὅτι ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ ὅτι περιττεύει νὰ ἀποφαίνεται ἐπὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος οἷον τὸ τῆς ὁδοποιΐας. Νομίζω ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ καταφέρει καίριον τραῦμα κατὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν ὑπάρχει κόμμα, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀξιοῖ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς τὴν ὁδοποιΐαν.
§189Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔλυσε τὸ ζήτημα, διότι ἡ πρότασις τῆς ἀναρμοδιότητος δὲν ἀποκλείει τὴν ἄλλην πρότασιν, ἐνῷ ψήφισις τῆς προτάσεως δι’ ἀναθέσεως τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀποκλείει τὸ ἄλλο.
§190Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ἔννοια τῆς ἀναγνωσθείσης προτάσεως φρονῶ, ὅτι εἶνε αὐτή: ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἡ συνέπεια ἑπομένως τῆς ἀρνήσεως αὐτῆς, εἶναι ὅτι ἀναπέμπεται ἡ ὁδοποιΐα ἐκεῖ ὁπόθεν ἦλθεν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν θὰ ψηφίσω τὴν πρότασιν αὐτήν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις προτείνουν ὅπως γίνουν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ πρότασις Α εἶνε ἡ ἀπωτέρα ψηφίζουσι οὕτως.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως. Νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ποίαν πρότασιν θεωρεῖ ἀπωτέραν.
§194ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα πρότασις.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τούτου θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ὑπεβλήθη πρότασις διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ποία ἐκ τῶν δύο ὑποβληθεισῶν προτάσεων κατόπιν τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως εἶναι ἡ ἀπωτέρα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν εἰς τοὺς ὑπογράψαντας τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ ζητοῦντας, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως: νὰ παραιτηθῶσιν αὐτῆς καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως ποίαν ἐκ τῶν δύο προτάσεων δέχεται ὡς ἀπωτέραν, ἵνα λύσωμεν οὕτω τὸ πρῶτον τοῦτο ζήτημα καὶ μὴ καταπονῆται ἡ Βουλὴ μὲ ἀλλεπαλλήλους ψηφοφορίας.
§197ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Νὰ ἀποφανθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§198Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ παρακάλεσα ν’ ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως διὰ τὸ ἀπωτέρα καὶ νὰ κάμωμεν μίαν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς προτάσεως.
§199Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὴν ἀποσύρουν καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ πρότασις «Ἡ Βουλή, μὴ εἰσερχομένη εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀναπέμπει τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὴν Κυβέρνησιν» εἶναι ἡ ἀπωτέρα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἀπωτέρω. Ἤδη θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, ἂν ἡ πρότασις αὕτη, ἡ κριθεῖσα ὡς ἀπωτέρω, γίνεται δεκτή.
§201Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Τὴν πρότασιν αὐτὴν θεωρῶ ὡς ἀντισυνταγματικὴν καὶ δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω ἐπ’ αὐτῆς καὶ ἀποχωρῶ.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν «Ἡ Βουλή, μὴ εἰσερχομένη εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀναπέμπει τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν» «λέγωσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν ὄχι». Ἐνεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κ.κ. Κ. Καλκάνη καὶ Π. Ἀλεξίδου καὶ γίνεται ἡ διαλογή.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 185. Εἶπον ναὶ 108. Εἶπον ὄχι 63, καὶ 14 ἐδήλωσαν τὴν παρουσίαν των μόνον. Ἐπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν σημερινῶν πρακτικῶν.
§204ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται. Ἡ προσεχὴς συνεδρίασις νὰ ὁρισθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Τετάρτην 29 Φεβρουαρίου.
§206ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν προσεχῆ Τετάρτην θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ συνεδριάσεις.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3,30′ π. μ.)