1928.02.20
1,823 rows · 13,672 words · 95 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41Η
ΤΗΣ 20 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6:30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ Ἑταιρεία «Τέξας» τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ μηχανολογικὸν αὐτῆς τμῆμα θέλει συνεργασθῇ μετὰ τῶν Ἀδελφῶν Φόξ, ὅπως καθορίσῃ τὴν καλλίστην ἄσφαλτον πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν ἐκτὸς τῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἡ σύμβασις κατακυρωθῇ εἰς τοὺς Ἀδελφοὺς Φόξ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ξ. Μαυρομμάτης καταθέτει τηλεγράφημα τῆς Ἀστικῆς Ἑνώσεως Ἀγρινίου, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τήν Κυβέρνησιν ὅπως ἀποδεχθῇ τὰ ὑποβληθέντα αἰτήματα αὐτῆς καὶ προστατεύσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ξ. Μαυρομμάτης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Ναυπάκτου, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀναστείλῃ τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων φόρων 1919–25. Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. Καλλαντζόπουλος καταθέτει τηλεγράφημα κτηνοτρόφων Βονίτσης διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς ἐγκαταστάσεως Λευκαδίων εἰς τὰ ἐν Ἀκτίῳ Βονίτσης λειβάδια. Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. Καλλαντζόπουλος καταθέτει τηλεγράφημα τῆς ἐπιτροπῆς τῶν κατοίκων τοῦ τέως δήμου Προσχίου, ἀξιούντων ὅπως περιληφθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Ναυπακτίας εἰς τὸ κατασκευασθησόμενον δίκτυον ἐθνικῶν ὁδῶν. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Τσιόκος καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τῶν ἐπαγγελματιῶν Πρεβέζης, διαμαρτυρομένων διὰ τὰς βαρυτάτας φορολογίας καὶ αἰτούντων τὴν μείωσιν αὐτῶν καὶ μείωσιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ ἴδιος Βουλευτὴς κ. Δ. Τσιόκος καταθέτει πλεῖστα τηλεγραφήματα τῶν κοινοτήτων καὶ συνεταιρισμῶν τοῦ νομοῦ Πρεβέζης, παρακαλούντων ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἀμέσως ἡ σύμβασις τῆς ὁδοποιΐας, ματαιουμένης τῆς προκηρύξεως νέου διαγωνισμοῦ, μέλλοντος νὰ ἐπιβραδύνῃ ἕναρξιν κατασκευῆς ἔργων. Ὁ Νικ. Παΐσιος, ἀπόστρατος ταγματάρχης, ὑποβάλλει νέαν αἴτησιν πρὸς ἐπανόρθωσιν τῆς γενομένης κατ’ αὐτοῦ ἀδικίας κατὰ τὸν προβιβασμόν του παρὰ τοὺς κειμένους νόμους. Οἱ ἐνοικιασταὶ ἀνταλλαξίμων παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑπογραφῇ τὸ σχέδιον συμβάσεως Μπακάλμπαση. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ι. Καλογερᾶς καταθέτει αἴτησιν τοῦ Κωνσταντίνου Γιαννακίτσα, κατοίκου Λαρίσης, παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν, ὅπως χορηγήσῃ εἰς αὐτὸν σύνταξιν, ἐπειδὴ τυγχάνει ἐντελῶς πένης καὶ τυφλός. Ὁ Βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Π. Ἀλεξανδρῆς καταθέτει τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Τρικκάλων, διαμαρτυρομένων διὰ τὰς ἐκνόμους καὶ παρὰ τὴν σύμβασιν τῆς ἀνταλλαγῆς ἐνεργείας τῆς ὑπηρεσίας διαχειρίσεως ἀνταλλαξίμων κτημάτων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐν Λαρίσσῃ καὶ Τρικκάλοις, χαρακτηριζούσης ὡς ἀνταλλάξιμα κτήματα ἑλλήνων πολιτῶν. Ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος Πρεβέζης διαβιβάζει πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου τῆς πόλεως διὰ τοῦ ὁποίου οὗτος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐφαρμογὴν οἰκονομιῶν. Ἰδιοκτῆται καὶ ὁδηγοὶ αὐτοκινήτων Βόλου παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν σύμβασιν περὶ ὁδοποιΐας. Ὁ Πρόεδρος τῶν σωματείων Ἀγρινίου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεταρρυθμίσουν τὸ κρατοῦν φορολογικὸν σύστημα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πτωχῶν ἐπαγγελματιῶν. Ὁ Πρόεδρος τῶν ἐπαγγελματιῶν Μεσολογγίου ὑποβάλλει διαμαρτυρίαν τῶν κατοίκων κατὰ τῆς ἐγκατασταθείσης ἐκεῖ ρολίνας, ἡ ὁποία κατέστρεψε τὰς ἐπαγγελματικὰς τάξεις καὶ παρακαλεῖ ὅπως διαταχθῇ τὸ κλείσιμον αὐτῆς. Οἱ Πρόεδροι τῶν ἐπαγγελματικῶν ἐργατικῶν καὶ ἐφεδρικῶν ὀργανώσεων Καβάλλας παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μείωσιν φόρου ἁλιείας ἀνοικτῆς θαλάσσης ἀπὸ 20 εἰς 10%. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Μπούκουρας καταθέτει: 1) Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Ἀνδραβίδος, Τραγανοῦ καὶ περιχώρων διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ ἐφόρου Ἀμαλιάδος καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν ἐλαίου γεωργικῆς παραγωγῆς. 2) Τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς κτηματιῶν Πύργου διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλοῦν ὅπως ἀπαλλαγοῦν τῆς προσθέτου φορολογίας, ὅσοι ἐξ αὐτῶν ὑπέβαλον ἐκπροθέσμως δηλώσεις. 3) Τηλεγράφημα τοῦ ἐμπορικοῦ εἰσαγωγικοῦ συλλόγου καὶ τῶν ὀργανώσεων Πύργου διὰ τῶν ὁποίων παρακαλοῦν ὅπως ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον ἡ σύμβασις περὶ ὁδοποιίας. 4) Τηλεγράφημα ἐκ Πύργου τῆς ὁμοσπονδίας τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ εἰσαγωγικοῦ συλλόγου διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλοῦν νὰ ληφθοῦν νομοθετικὰ μέτρα ἀνακουφίσεως τοῦ λαοῦ διὰ μεταρρυθμίσεως τοῦ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. 5) Τηλεγράφημα τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν Βαρθολομιοῦ διαμαρτυρομένων ἐπίσης κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν φόρου ἐλαίου καὶ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ἀμαλιάδος. Ἡ ἀγροτικὴ προσφυγικὴ ὁμὰς Δαρανίου ὑποβάλλει παράκλησιν πρὸς τὴν Σεβ. Κυβέρνησιν πρὸς χορήγησιν τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Ἅγ. Θωμᾶ Λαράγη. Ὁ σύνδεσμος παντοπωλῶν Πύργου παρακαλεῖ τὴν Σεβ. Κυβέρνησιν ὅπως ἀναστείλῃ τὴν μετάθεσιν τοῦ τελώνου Κατακώλου ὡς ἀμερολήπτως ἐκτελοῦντος τὰ καθήκοντά του. Ἡ κοινότης Κορωνίας Πρεβέζης, ἡ κεντρικὴ συνομοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Βορείου Ἑλλάδος, ὁ πρόεδρος συνδέσμου καραγωγέων Βόλου, ἡ ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνιῶν Θεσσαλονίκης, ὁ πρόεδρος τῶν συνεταιρισμῶν Σμαλιᾶς καὶ Κοκκίνου Πύργου καὶ οἱ ἐργολάβοι δημοσίων ἔργων Βόλου ὑποβάλλουν εὐλαβῶς παράκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφισθοῦν τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας. Αἱ συνεργαζόμεναι τεχνικαὶ ἑταιρεῖαι Δ. Καμψαμπέλη καὶ Φ. Πρεζάνης καὶ Σίας ὑποβάλλουν πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ τῆς ὁδοποιΐας, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκθέτουν διὰ μακρῶν τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὸν διαγωνισμὸν τοῦτον. Ὁ Πρόεδρος τοῦ ταμιευτηρίου Ἀλαγωνίων, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑνώσεως αὐτοκινητιστῶν Μεσσηνίας καὶ καὶ ἡ Ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Μεσσήνης, παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐγκρίνῃ τὸ ταχύτερον τὴν σύμβασιν περὶ ὁδοποιΐας καὶ ἐκχωρήσουν αὐτὴν εἰς φερέγγυον οἶκον. Τὰ ἐπαγγελματικὰ Σωματεῖα Ἰωαννίνων παρακαλοῦν ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ αἰσία λύσις τῶν ἐπαγγελματικῶν ζητημάτων. Ὁ λαὸς Ἄρτης ἐν συλλαλητηρίῳ συνελθών, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀνησυχητικὴν κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκεται ἡ δημοσία ἀσφάλεια τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Χρηστοδῆμος καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τῆς κοινότητος Κορομηλιᾶς, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν σύμβασιν περὶ ὁδοποιΐας. Ὁ Γενικὸς Πρόεδρος Ἑνώσεως Συντεχνιῶν Κοζάνης ὑποβάλλει ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν παράτασιν τοῦ προϋφισταμένου ἐνοικιοστασίου. Ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος Ἁγίου Γεωργίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλοῦν οἱ κάτοικοι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις παράσχῃ εἰς αὐτοὺς μακροπρόθεσμον πίστωσιν ἐν τῇ Τραπέζῃ, καθόσον ὑπέστησαν ἐκ τῶν ἀκρίδων τρομακτικὰς ζημίας. Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις Ἑνώσεως τῶν ἐκ Τουρκίας Ἑλλήνων ὑποβάλλει ψήφισμα, ἐν τῷ ὁποίῳ περιέχονται διάφορα αἰτήματα αὐτῶν. Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις Σιδηροδρομικῶν Λαρισσαϊκοῦ διαμαρτύρεται, διὰ τὴν ἐλαχίστην αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Οἱ ἀντιπρόσωποι Λαγκαδίου παρακαλοῦν, ὅπως τὸ προσφυγικὸν δάνειον διατεθῇ ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Τὸ Σωματεῖον Καπνεργατῶν Ἀλεξανδρουπόλεως διαμαρτύρεται διὰ τὴν σύλληψιν τῶν καπνεργατῶν Δράμας. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Στεφανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν ἐπιτροπῆς στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν συνταξιούχων Πατρῶν, ζητούντων βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πετρακάκος καταθέτει αἴτησιν, περὶ μεταφορᾶς ταμειακῆς ὑπηρεσίας τῆς Κοινότητος Ἀρχοντικοῦ Μελετίνης, ἀπὸ τοῦ ταμείου Λακεδαίμονος εἰς τὸ ταμεῖον Γυθείου. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις Ἐπαγγελματιῶν αὐτοκινητιστῶν καὶ ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν Μαγνησίας ὑποβάλλουν εὐχὴν πρὸς ταχυτέραν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας. Ἡ Ἕνωσις ἀκτημόνων Σερραίων καταστηματαρχῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖ νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν αὐτῷ αἰτήματά των περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ἐπαγγελματιῶν Σερρῶν. Οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ τοῦ νομοῦ Ἄρτης δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συνεχισθῇ ἡ πληρωμὴ τῆς διὰ νόμου θεσπισθείσης συντάξεώς των μὲ τὸν ἑκάστοτε τιμάριθμον τῆς ζωῆς. Ὁ κρατούμενος ἐν ταῖς φυλακαῖς πολιτευτὴς Ἀττικοβοιωτίας Δ. Σχοινᾶς, διαμαρτύρεται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἀδίκως καταδικασθείς, καὶ ζητεῖ τὴν ἀπονομὴν χάριτος. Ἡ Ἑταιρεία Τεχνικῶν Ἔργων Πρεζάνης–Καψαμπέλης κάμνει νέας προτάσεις ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν ὁδοποιΐας, διὰ τῶν ὁποίων προτείνει δάνειον ὁριστικὸν μὲ δύο μονάδας ὀλιγώτερον τοῦ τριμεροῦς δανείου, συνοδεύουσα ταύτας μὲ νέας ἐπεξηγηματικὰς δηλώσεις περὶ τοῦ δανείου ἐκ μέρους τῶν Τραπεζιτῶν Μπὲρ καὶ Σια. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Ζούκας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἀθ. Μουλᾶ, κατοίκου Καλαμπάκας, ζητοῦντος τὴν ἐπέκτασιν τοῦ σχεδίου Καλαμπάκας, περὶ ἧς ἐγένετο ἤδη καὶ σχετικὴ ἐργασία παρὰ τοῦ νομομηχανικοῦ Τρικκάλων. Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων. 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων περὶ ἀστυνομίας πόλεων πρὸς ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν. 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου 1926 Ν. Δ. περὶ καταργήσεως θέσεων προσωπικοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐσωτερικῶν Δ)σεως ἀστυνομίας καὶ τῶν περιφερειακῶν γραφείων τῶν ὑπηρεσιῶν ἀστυνομίας πόλεων. 3) Περὶ κυρώσεως αʹ) τοῦ ἀπὸ 9 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας διατάξεών τινων τοῦ νόμου 2815 καὶ βʹ) τοῦ ἀπὸ 11 Μαρτίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν παραγράφων 6 καὶ 7 τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου 2815 καὶ 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ καθορισμοῦ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων κλπ. τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποστελλομένων ἐπὶ εἰδικῇ ἀποστολῇ ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2) Σεπτεμβρίου 1929 Ν. Δ. περὶ ναυτικῆς ἀεροπορίας. 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Δ)βρίου 1926 Ν. Δ. περὶ συντάξεως ἀεροπόρων. 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουλίου 1925 Ν. Δ. περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς Ν.Α.Υ. 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἀπριλίου 1929 Ν. Δ. περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἀποστρατείας ἀεροπόρων ἀξιωματικῶν. 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Σ)βρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἐφέδρων χειριστῶν ἀεροπόρων καὶ 6) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20)9)26 Ν. Δ. περὶ κανονισμοῦ ἀρχαιότητος ἀξιωματικοῦ τοῦ Π. Ν. Ὁ κ. Γ. Ἐξηντάρης (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Μαΐου 1926 περὶ παραχωρήσεως τοῦ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ ἀπὸ 3 Ὀκτωβρίου 1924 Διατάγματος περὶ κωδικοποιήσεως τῶν ἀγροτικῶν νόμων κλπ.». 2) «Περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν Ν. Δ. 1) ἀπὸ 12 Μαΐου 1926 περὶ ἐμπορίου τοῦ οἴνου κλπ. καὶ 2) ἀπὸ 10 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ ἀναστολῆς ἰσχύος κλπ.». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἰανουαρίου 1926 Ν. Δ. περὶ μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δασικῶν ὑπαλλήλων» καὶ 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 21 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. ὁροθετήσεως, διαχειρίσεως καὶ ὑλοτομίας ἰδιωτικῶν δασῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Μισυρλῆς, Α. Δούλης, Α. Γρηγοριάδης κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 3 Νοεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ὑπολογισμοῦ δημοσίας συνταξίμου ὑπηρεσίας εἰς τὴν συντάξιμον στρατιωτικήν». Ἡ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) περὶ κυρώσεως Διεθνῶν Συμβάσεων ἀφορωσῶν καὶ τὴν μεταφορὰν διὰ σιδηροδρόμων ἐπιβατῶν, ἀποσκευῶν καὶ ἐμπορευμάτων καὶ 2) περὶ ἐνισχύσεως τῶν πόρων τοῦ ὑδραυλικοῦ ταμείου Ἱστιαίας. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Χρυσοβέργης, Γ. Στρῖγκος, Σ. Τρικούπης, Αὐγ. Θεολογίτης, Ε. Φωτάκης, Ν. Κολυβᾶς καὶ Σ. Τσακόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 περὶ παροχῆς συνδρομῆς εἰς τὸν σύλλογον συναυλιῶν Ἀθηνῶν».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τερματισθείσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Καλοῦνται ψηφολέκται οἱ κ. κ. Μ. Μαντᾶς καὶ Κ. Καλκάνης καὶ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτῶν ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, τοῦ ζητήματος, τεθέντος οὕτω: «Οἱ ἐκφράζοντες τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λέγουσι Ναί, οἱ ἀρνούμενοι λέγουσιν Ὄχι».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ληξάσης τῆς ψηφοφορίας, καὶ γενομένης διαλογῆς προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: Ἐψήφισαν ἐν συνόλῳ 250. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐψήφισαν 154, 95 κατ’ αὐτῆς, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. (Χειροκροτήματα).
§4Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας) Κύριε Πρόεδρε, ἔχει κατατεθῆ πρὸ ἡμερῶν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς σύστασις, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πολλῶν βουλευτῶν, διὰ τῆς ὁποίας παροτρύνεται ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ περισσότερον τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει γεννήσει πολλὰς συζητήσεις καὶ ἀνεφέρθη ἤδη εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ γίνῃ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ ὅθεν νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συστάσεως τῶν κ. Βουλευτῶν οἵτινες ὑπέβαλον αὐτήν.
§5Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶδον ἀναγραφόμενον εἰς τὰς χθεσινὰς ἐφημερίδας, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶχον συγκατατεθῆ ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας. Εἶμαι ὑποχρεμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ εἴδησις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβής. Εἰς οὐδένα ἐδήλωσα ποτὲ ὅτι θὰ ἐνόμιζα σκόπιμον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτή. Τοὐναντίον, εἰς βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐξέφεραν τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα, διότι οἱ βουλευταὶ ἐπείγονται νὰ ἀπέλθουν, ἀπήντησα ὅτι δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν τοῦτο, διότι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ ἀποπερατωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἵνα γνωρίζῃ ὁ λαὸς ποῦ θὰ βαδίσωμεν: εἰς ἐπανάληψιν διαγωνισμοῦ, εἰς κατακύρωσιν ἢ εἰς τι ἄλλο; Λαμβάνων ὅθεν ἀφορμὴν ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ, ἔχω νὰ δηλώσω ἐκ μέρους τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§6Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ μάθω ἀπὸ Ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, τί πρόκειται ἤδη νὰ συζητηθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις βουλευτῶν περὶ ἐπισπεύσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας.
§8Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μοῦ ὁρίσητε κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις αὕτη.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινε μία ἁπλῆ σύστασις ἐκ μέρους βουλευτῶν τινων καὶ παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§10Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβάλῃ συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συζήτησιν τῶν συστάσεών της. Ἔχει ἐπίσης τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποκρούσῃ τὴν συζήτησιν ἢ νὰ ἀποδεχθῇ ταύτην καὶ ἑπομένως καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ, συμφώνως ἄλλως τε πρὸς ὅσα ἀνέπτυξεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἐπειγούσης φύσεως. Ἐδέχθη λοιπὸν τὴν σύστασιν περὶ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί πρᾶγμα;
§12Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας.
§13Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐμὲ ἀντιλέγοντα.
§14Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. Ἡ Βουλὴ ὅμως ἀγνοεῖ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα καὶ πῶς εἰσάγεται.
§15Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, καὶ εἰσάγεται κανονικώτατα ἐπὶ τῇ βάσει ὑποβληθείσης ἐκθέσεως ὑπὸ βουλευτῶν.
§16Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζήτησα ἀκριβῶς τὸν λόγον, ἵνα, οὐχὶ διὰ διακοπῶν καὶ διὰ διαλογικῶν συζητήσεων ἀλλὰ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ τοιαύτην συζήτησιν, νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ συζητήσεως ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται δι’ αὐτήν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπείγετο νὰ τακτοποιήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, δὲν θὰ ἔπραττεν ὅ,τι πράττει. Ἂν ἡ Κυβέρνησις, πραγματικῶς καὶ ὄχι διὰ λόγων, ἤθελε νὰ περατωθῇ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας θὰ ἐφήρμοζε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν θὰ διέπραττε τὴν ἀληθῶς πρωτοφανῆ πολιτικὴν ἀνανδρίαν νὰ θέλῃ νὰ ἐπιρρίψῃ εἰς τὴν Βουλὴν εὐθύνας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰς ὁποίας οὔτε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ θέλῃ, οὔτε πρέπει νὰ ἀναλάβῃ. Ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ δοθῇ διὰ νόμου μία ἐξουσιοδότησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δυνάμει τῆς ὁποίας αὕτη νὰ δικαιοῦται νὰ προβῇ εἰς ταχυτάτην ἐνέργειαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας καὶ νὰ συνάψῃ τὴν πρὸς τοῦτο σύμβασιν. Ὅσοι παροικοῦμεν ἐν Ἱερουσαλήμ, γνωρίζομεν τί συνέβη μὲ τὴν σύμβασιν αὐτὴν τῆς ὁδοποιΐας. Γνωρίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προσκρούσασα εἰς τὰς διαφόρους προτάσεις καὶ εἰς τὰ συγκρουόμενα συμφέροντα, συνετρίβη, καὶ γνωρίζομεν ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς, διότι δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἀντεγκλήσεις, αἱ ὁποῖαι, λόγῳ τῶν περὶ τὴν σύμβασιν τῆς ὁδοποιΐας συμφερόντων, προέκυψαν κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου προκληθεῖσαν ἐν τῇ τέως Κυβερνήσει. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὤφειλε, μετὰ τὴν πάροδον τῶν προθεσμιῶν, τῶν ὁριζομένων ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, νὰ εἰσηγηθῇ τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἀναδόχου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἑπόμενος ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου, ἔφερε πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰς προτάσεις καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διεφώνησε. Δὲν γνωρίζω ἕνεκα τίνων λόγων ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία, καὶ δὲν θέλω νὰ γνωρίζω τοῦτο. Ἀλλ’ ἕνεκα τίνων λόγων πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συνομολογήσῃ μίαν σύμβασιν; Ἠκούσθη ποτὲ τοιοῦτόν τι; Νομίζετε ὅτι εἶναι πολιτικῶς πρέπον νὰ ἀναληφθοῦν τοιαῦται εὐθύναι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ εὑρεθῇ αἴφνης ἡ Βουλὴ ὑποχρεωμένη εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως ἀφορώσης ἑκατομμύρια ὅλα λιρῶν, ἀφοῦ μάλιστα ἔχετε τὸν νόμον ἐν ἰσχύϊ; Δὲν δικαιοῦσθε νὰ φέρετε τὴν συζήτησιν τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν δικαιοῦσθε νὰ λέγετε ὅτι θέλετε τὴν συζήτησιν, διότι εἶναι ἐπείγοντα τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας. Ἂν ἦσαν ἐπείγοντα ἠθέλατε ἔχει περατώσῃ ἤδη αὐτά. Ἂν εἶναι ἐπείγοντα διατί δὲν ἐνεργεῖτε συμφώνως πρὸς τὰ τοῦ νόμου; Τοῦτο πράττετε διότι πραγματικῶς πάσχετε ἐξ ὑψηλῆς πολιτικῆς ἀνανδρίας.
§17Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐγὼ ἐπέκρινα τὴν μετάθεσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε καὶ ἡ Βουλὴ ἔδωκε ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ συνέπειαν τὸ ζήτημα τῆς παραπομπῆς τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλὴν ἐκρίθη ἤδη ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐκρίθη.
§19Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκρίθη ἤδη ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ πολιτικὴ αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν, διότι ἀφήνει ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ. Κατὰ συνέπειαν ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ συζητήσῃ, ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐκφράσῃ μίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας. Ὁ τύπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως, εἶναι κάτι δευτερεῦον. Ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔδωκε τὸν τύπον αὐτόν, εἶπε δηλαδή, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ συστάσεις καὶ ἡ Κυβέρνησις εὐχαρίστως θὰ ἀκούσῃ τὰς συστάσεις. Ἀλλ’ ἠμποροῦσε νὰ δοθῇ καὶ ἄλλος τύπος εἰς τὴν συζήτησιν, ὁ τύπος τῶν ἐπερωτήσεων ἢ ὁ τύπος τῆς ὑποβολῆς ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ τύπος αὐτὸς δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Τὸ οὐσιαστικὸν εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐδέχθη νὰ ἐπιληφθῇ σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς σκέψεως ἔλαβε ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ἠμπορεῖ σήμερον νὰ προβληθῇ καμμία ἔνστασις ἀπαραδέκτου καὶ τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐπιθυμίας τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἢ ἔχουν νὰ κάμουν συστάσεις, καὶ ἐκ τῆς πορείας τῆς συζητήσεως θὰ ἴδωμεν ποίαν στάσιν θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλή.
§20Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν τὸ ἑξῆς δεδομένον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ θέτει ὡς πολιτικὸν τὸ ζήτημα αὐτό. Κατὰ συνέπειαν θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν, ὅπου, ὡς γνωστόν, αἱ συζητήσεις γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὰ νομοσχέδια, συζητεῖ τὰς ἐπερωτήσεις τὰς ἐρωτήσεις. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἰσαχθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς συζήτησιν, καὶ μάλιστα εὐρυτάτην, ὡς ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει τὸ πρὸς συζήτησιν θέμα νὰ περιβληθῇ ὁριστικόν τινα τύπον, δηλαδή, ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως, συστάσεως κλπ. Δι’ ἐπερωτήσεως ὑπάρχει ἐλευθερία εἰς τὴν συζήτησιν ἀπεριόριστος. Ἐφόσον πρόκειται νὰ συζητηθῇ διὰ νομοσχεδίου, τὸ ἴδιον. Ἐφόσον ὅμως πρόκειται νὰ συζητηθῇ δι’ ἐρωτήσεως ἢ διὰ συστάσεως θὰ γίνῃ πέντε μόνον λεπτῶν συζήτησις κατὰ τὸν κανονισμόν, ὅπερ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις. Δὲν ἐννοῶ ὅτι θέτει περιορισμὸν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ τὸν περιορισμὸν τὸν θέτει ὁ Κανονισμός. Κατὰ συνέπειαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναμείνωμεν τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ ἀσφαλῶς θὰ ἀπαντήσωμεν.
§21Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκα διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας καὶ διατί εὑρέθημεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἰς τὸ ὁποῖον ἐσταματήσαμεν. Ἡ ἀγόρευσίς μου αὐτή, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀπετέλει εἰσήγησιν τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλήν, ἀναμφισβητήτως. Ἐπεφυλάχθην μάλιστα καὶ εἶπον ῥητῶς κατ’ αὐτήν, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ συμπληρώσω τὴν ἀνακοίνωσίν μου, ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐρχόμενον εἰς τὴν Βουλήν, προεκάλει τὴν συζήτησιν τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν. Ἑπομένως ἡ εἰσήγησις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐγένετο ἤδη παρ’ ἐμοῦ, τά δὲ ἔγγραφα ἔχουσι κατατεθῆ πρὸ ἡμερῶν.
§22Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ ποίου ζητήματος;
§23Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκ.). Ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας. Τὰ ἔγγραφα ὅλα ἔχουσι κατατεθῆ ἀπὸ καιροῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἂν τις ζητήσῃ ἢ ἐζήτησε καὶ συμπληρωματικὰ τοιαῦτα θὰ τὰ λάβῃ. Ἑπομένως, νομίζομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὥριμος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἐν λόγῳ θέματος.
§24Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἐπιθυμῇ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, εἶναι ἡ ταχεῖα ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Περὶ τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις παρ’ οἱουδήποτε. Ἐὰν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξεφράσθη μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ μομφὴ αὐτὴ ἐγένετο, διότι ἐνῷ ὑπάρχει νόμος ὅστις παρέχει ὅλα τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας, δὲν ἐγένετο χρῆσις αὐτῶν τῶν μέσων καὶ ἀποτέλεσμα τούτου ἦτο νὰ ἐπέλθῃ ἐν τῷ μεταξὺ διαφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς πρώην Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἔχωμεν σήμερον ἄλλην Κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐδόθη ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης. Κατόπιν τούτου ἔρχεται κατὰ τρόπον, ὄχι ἀνώμαλον, ἀλλὰ κοινοβουλευτικῶς ἀκατανόητον, πρὸς συζήτησιν τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ πόθεν προέκυψεν αὐτὸ τὸ ζήτημα; Πῶς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλήν; Πῶς θὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος; Ἡ Βουλὴ ἔχει κανονισμὸν καὶ σύμφωνα πρὸς αὐτόν, καταρτίζεται καθ’ ἑκάστην Ἡμερησία Διάταξις εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγράφονται τὰ πρὸς συζήτησιν θέματα. Σήμερον οὐδεμία Ἡμερησία Διάταξις διενεμήθη, ἐν ᾗ νά ἀναγράφεται πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα τοῦτο, δηλ. τῆς ὁδοποιΐας. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ τὴν πρότασιν ἥτις ὑπεβλήθη πρὸς συζήτησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος μοῦ εἶπεν ὅτι Ἡμερησία Διάταξις δὲν ὑπάρχει. Οὐδεὶς ἄλλως τε ἐξ ἡμῶν ἔλαβε τοιαύτην, ἡ δὲ πρότασις, ἡ ὁποία ἔχει κατατεθῆ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἄγνωστος ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἡ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Συνιστῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κλπ.». Αὐτὴ ἡ σύστασις ἀπευθυνομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς οὐδεμίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Δὲν δύναται ἑπομένως νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον οἱασδήποτε συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ σήμερον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν αὐτῆς δηλώσεων. Διεσαφηνίσθη δι’ αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας θ’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως. Ἔχετε, Κύριοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, μίαν Βουλὴν προδιατεθειμένη νὰ σᾶς βοηθήσῃ καὶ σᾶς συντρέξῃ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός σας, καθὼς καὶ εἰς τὸ ἔργον τὸ ἀφορῶν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Δὲν ἔχετε τὴν ἐκδήλωσιν τῆς Βουλῆς διὰ λέξεων, τὴν ἔχετε δι’ ἀποφάσεων. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς σᾶς ἔδωκεν ὅλα τὰ μέσα σήμερον. Ἐὰν δὲν σᾶς ἀρκοῦν τὰ μέσα αὐτὰ ἵνα ἀποφασίσητε ἐπὶ τοῦ θέματος, εἰπέτε σεῖς ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς λείπει, ἵνα ἐπὶ τούτου ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τηρήσατε καὶ τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι εἶναι, νομίζω, πρὸ παντὸς ἐπιβεβλημμένον εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τρία μάλιστα κόμματα, νὰ μὴ καταργῇ πάντα κανόνα, πᾶν ἔθιμον, χωρὶς κανένα ἀπολύτως λόγον. Φαίνεται ὅμως, ἐὰν κρίνω ἐκ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κἄτι ἄλλο θέλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτήν ἀλλὰ φέρετέ το τέλος πάντων, νὰ τὸ συζητήσωμεν, διότι ἡ τάξις τὸ ἐπιβάλλει. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ τοῦ εἴπω, μεθ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, ἣν ἔχω πρὸς αὐτόν, ὅτι ἐὰν φέρῃ τοῦτο τὸ ζήτημα πρὸς συζήτησιν σήμερον θὰ εἶναι ἐκτὸς πάσης τάξεως, διότι δὲν κατέστησε τοῦτο γνωστὸν προηγουμένως. Ὁ κ. Πρόεδρος παρὰ τὴν διαίρεσιν ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ Σῶμα, λόγῳ τῶν διαφόρων πολιτικῶν ἐκδηλώσεων, πάντοτε μετὰ δεξιότητος καὶ λεπτότητος ἐχειρίσθη τὰ ζητήματα. Ἀπορῶ πῶς θέλει σήμερον νὰ εἰσαγάγῃ παρατύπως ὅλως, πρὸς συζήτησιν μίαν πρότασιν καὶ αὐτὴν παράτυπον. Ἂς τηρήσωμεν Κύριοι, τὸν κανονισμόν. Ἂς τηρήσωμεν μίαν τάξιν. Τοῦτο εἶναι πρὸς ὄφελος ὅλων ἡμῶν καὶ τῆς Χώρας. Ἐὰν θέλωμεν, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ καταργῶμεν ἑκάστοτε τὸν Κανονισμόν, τότε εἶναι περιττὸν νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὴν Βουλήν. Τὰς συστάσεις μου αὐτὰς τὰς κάμνω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πᾶσαν αἴτησιν αὐτῆς πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν φέρῃ σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, σύμφωνα πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα τὰ μέχρι τοῦδε κρατήσαντα καὶ ἰσχύσαντα.
§25Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὸ ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, προσλαμβάνει γενικωτέραν μορφήν, προσλαμβάνει τὴν μορφὴν τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος, ἐὰν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ συζητήσεως ἐπὶ μιᾶς συστάσεως ὡρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὃ εἶπεν ὀρθῶς, ὅτι ἐν τῷ λόγῳ του, ὅτι πρέπει νὰ τηρῶνται αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Λέγω ὅτι εἶπεν τοῦτο ὀρθῶς, διότι εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς τοῦ κόσμου τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἑρμηνεύουν καὶ συμπληροῦν τὸν Κανονισμόν. Ἐλέχθη ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐξετάσεως τῶν θεμάτων κατὰ τρεῖς τρόπους τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ὁ Κανονισμός, εἴτε δι’ ἐρωτήσεως βουλευτοῦ τινός, εἴτε δι’ ἐπερωτήσεως, εἴτε διὰ προτάσεως νόμου. Ἡ ἐπερώτησις, εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, εἰς τὴν ἐποχὴν δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πολιτικὰ σώματα ἠσχολοῦντο περισσότερον μὲ ζητήματα πολιτικὰ καὶ ὀλιγώτερον μὲ ζητήματα τεχνικά, οἰκονομικά, ἐκπαιδευτικά, συγκοινωνιακὰ καὶ ἄλλα, εἶχεν πάντοτε τὸν χαρακτῆρα μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο, εἰς παλαιοτέρας ἐποχάς, οὐδέποτε ἔληγεν ἡ συζήτησις ἐπὶ ἐπερωτήσεως, ἂν δὲν ἐξεδηλοῦτο καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὅμως ἡ ἔννοια αὕτη ἐξέλιπε καὶ πολλάκις εἴδομεν, καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μας Κοινοβούλιον κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν τοὐλάχιστον, ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι κατέληγον οὐχὶ εἰς ἀμφισβήτησιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῶν. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἀνακριτικαὶ ἐπιτροπαὶ ἐθεωροῦντο μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους καὶ αἱ ἐπερωτήσεις καὶ αἱ ἀνακριτικαὶ ἐπιτροπαὶ γίνονται πολλάκις πρὸς διερεύνησιν ὡρισμένων θεμάτων ἢ πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν γνωμῶν ἑκάστου βουλευτοῦ, ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἐντεῦθεν νὰ φωτισθῇ. Ὁ ἡμέτερος Κανονισμὸς ἤδη, ἀπὸ τοῦ 1911, ἐπρονόησε περὶ μιᾶς εἰδικῆς κατηγορίας, τῆς κατηγορίας τῶν συστάσεων εἰς τὰς ὁποίας ἀποκλείεται τελείως τὸ ἐνδεχόμενον τῆς θέσεως πολιτικοῦ ζητήματος ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἀποκλείεται τελείως τοὐλάχιστον ἐὰν τὰ πράγματα ἀκολουθήσουν τὴν φυσικὴν αὐτῶν πορείαν, διότι εἰς καμμίαν συζήτησιν, οὐδὲ τοῦ στοιχειωδεστέρου νομοσχεδίου δὲν ἀποκλείονται τὰ ἀπροσδόκητα. Δὲν ἀποκλείεται δηλαδὴ ἡ παρεμπίπτουσα ἔκθεσις ζητημάτων ἡ ὁποία νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ ἢ νὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Περὶ αὐτῆς τῆς κατηγορίας τῶν συστάσεων προνοεῖ ὁ ἡμέτερος Κανονισμὸς εἰς τὸ ἄρθρον 55, ὁμιλῶν περὶ τῶν συστάσεων καὶ ἐπερωτήσεων καὶ καταλήγει οὕτω: «Πᾶσα ἄλλη σύστασις, λέγει, συνισταμένη εἰς ὑποβολὴν σκέψεων καὶ γνωμῶν τοῦ συνιστῶντος περὶ δημοσίων ὑποθέσεων, ἢ ἀντικειμένων δημοσίας ὠφελείας ἢ συμφερόντων τοῦ Κράτους, ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, ὡς καὶ ἡ ἐπερώτησις, καὶ συζητεῖται ἐγγραφομένη μετ’ αὐτὰς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων κατὰ τὴν σειράν τῆς ὑποβολῆς της». Ἡ σύστασις λοιπὸν συζητεῖται ὅπως καὶ ἡ ἐπερώτησις. Δύναται λοιπὸν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη. Ἄλλη συνέπεια εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει χρονικὸς περιορισμός, ὅπως ὑπάρχει εἰς τὰς ἐρωτήσεις. Ἕκαστος ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν δύναται νὰ ἀγορεύσῃ ὅσον χρόνον ἐπιθυμεῖ. Ἐρωτᾶται ὅμως ἤδη: δύναται, χωρὶς νὰ ἔχῃ γραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, νὰ συζητηθῇ ἡ σύστασις κατὰ προτίμησιν; Ἐπ’ αὐτοῦ ἐπικαλοῦμαι τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσεν ἀκριβῶς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
§26Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀκολουθεῖτε τὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ ἔθιμον καταργεῖ τὸ νόμον;
§27Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὸν συμπληρώνει καὶ τὸν ἑρμηνεύει. Ἐρωτᾶται, λέγω, ἐὰν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν τῆς συστάσεως ἢ δὲν δύναται, δοθέντος ὅτι ἡ σύστασις ἐξομοιοῦται κατὰ τὴν διαδικασίαν μὲ τὴν ἐπερώτησιν; Γνωρίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀλλάξῃ τὴν σειρὰν τῆς Ἡμερησίας διατάξεως καὶ νὰ προτιμήσῃ τὴν δεῖνα ἐπερώτησιν ἀντὶ τῆς προγενεστέρας κατ’ ἐγγραφήν.
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πῶς τὸ εἴπατε;
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Εἶπον ὅτι ἡ σύστασις, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν ἐξομοιοῦται μὲ τὴν ἐπερώτησιν. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἡ Βουλὴ ἀναμφισβητήτως, τῇ προτάσει ὡρισμένου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἢ τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει δικαίωμα πρὸς τοῦτο, ἔχει δικαίωμα ἀλλαγῆς τῆς σειρᾶς τῶν ἐπερωτήσεων, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἐξομοίωσις τῆς συστάσεως πρὸς τὴν ἐπερώτησιν δίδει τὸ δικαίωμα τῆς προτάξεως τῆς συστάσεως.
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι.
§31Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Γνώμη σας καὶ γνώμη μου.
§32Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι τὸ γράμμα τοῦ νόμου.
§33Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Θὰ τὸ ἑρμηνεύητε τὸ γράμμα τοῦ νόμου μαζὺ μὲ ὅλον τὸ ἄρθρον. Ἐὰν τὸ ἀποσπάσητε, ὅπως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπέσπασεν ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Γραφὴν τὸ: «οὐκ ἔστι Θεός», καὶ ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ὁ προφητάναξ λέγων «εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, οὐκ ἔστι Θεὸς» εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, βεβαίως δύνασθε τότε νὰ ἔχητε τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχετε. Ὁ Κανονισμός, τὴν σύστασιν ἐξομοιώνει μὲ τὴν ἐπερώτησιν. Ἀφοῦ ἐπὶ ἐπερωτήσεων δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κανονίσῃ τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν ἀναμφισβητήτως δύναται νὰ κανονίσῃ καὶ τὴν σειρὰν τῆς συζητήσεως τῆς συστάσεως. Μία ἔνστασις εἶναι μόνον, ἡ ἔνστασις ὅτι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλ’ ἐν τούτῳ ἔχομεν ὄχι μόνον τὴν βεβαίωσιν ὅτι ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἀλλὰ καὶ σχετικὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ μακρὰν μακροτάτην πεῖραν ὅτι ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε συγκινοῦσι τὴν δημοσίαν γνώμην, οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ὠχυρώθη ὄπισθεν τῆς μὴ ἀναγραφῆς αὐτῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν. Συνεζητήθησαν τοιουτοτρόπως ἄλλοτε ζητήματα συμπλοκῆς μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων μὴ ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν διότι συνεκινήθη ἡ δημοσία γνώμη, καὶ δὴ οὐχὶ ὁλόκληρος ἡ δημοσία γνώμη τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ μόνον μέρος αὐτῆς. Συνεζητήθησαν ζητήματα ἐνοικιοστασίου κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, χωρὶς νὰ ἀναμένεται ἡ σειρά των καὶ χωρὶς νὰ ἐγγραφοῦν...
§34Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργ. Συγκοινωνίας). Ζητήματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Συνεζητήθησαν ζητήματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Συνεζητήθη τὸ ζήτημα τῶν δανείων τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης καὶ πολλὰ ἄλλα. Πάγιον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον πράγματι ἐπιβάλλει νὰ μὴ ὀχυροῦται ἡ Κυβέρνησις ὄπισθεν τοῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν. Τυπικῶς, λοιπόν, δὲν νομίζω ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμὸν ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπικυροῦται ἀπὸ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἡ συζήτησις ἄνευ ἐγγραφῆς. Ἀπομένει μία ἄλλη παρατήρησις ἀκόμη, ὅτι δὲν εἶναι τὰ ἔγγραφα εἰς γνῶσιν τῶν κ. Βουλευτῶν. Ἀλλὰ καθ’ ἃ μὲ ἐπληροφόρησεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός, ἤδη πρὸ πολλοῦ, τῇ αἰτήσει βουλευτῶν, κατετέθη ὁλόκληρος ὁ φάκελλος τῶν ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν συμπίπτει, ὅλοι οἱ κ. βουλευταὶ νὰ ζητοῦν νὰ λάβουν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, δὲν συμπίπτει νὰ ἐνδιαφέρωνται ὅλοι διὰ νὰ ὁμιλήσουν εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἔλαβον γνῶσιν.
§36Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργ. Συγκοινωνίας). Προσθέτω, μάλιστα, ὅτι κατετέθησαν εἰς τριπλοῦν, διὰ νὰ εὐκολυνθῇ ἡ μελέτη.
§37Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς κανονικότητος τῆς συζητήσεως, σεβόμενοι τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἀπαρεγκλίτως ἐτηρήθησαν, δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς οὐσιαστικῆς συζητήσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἕνα νόμον, καὶ τὸν νόμον ἐκεῖνον δὲν τὸν ἐφήρμοσε, καίτοι λαβοῦσα ἐξουσιοδότησιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ συνεπῶς ἡ Βουλὴ σήμερον εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν θαρραλεότητα τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ τὰς προσηκούσας, κατὰ τὴν κρίσιν της ἀποφάσεις. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, διὰ μίαν φορὰν, νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Θεσσαλονίκης Βουλευτοῦ. Φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ συζήτησις ἐκ τοῦ ὅτι ὑπάρχει ὁ νόμος οὗτος, διότι ὄχι μόνον δι’ ἐνεργείας ἀστόχους τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ προκληθῇ συζήτησις κατὰ τὸ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συζήτησις λοιπὸν δύναται κάλλιστα νὰ στραφῇ εἰς τοῦτο: διατὶ ἡ Κυβέρνησις παρέλειψε νὰ ἐκτελέσῃ, νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν;
§38ΕΜ. ΜΟΔΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἐπερώτησις ἐκ μέρους Κρητῶν βουλευτῶν, διατὶ διεκόπησαν τὰ δημόσια ἔργα. Αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις δύναται νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν.
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ὑποδεικνύει καὶ ἄλλο ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τὸ 56, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι «ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νομίσει ὅτι ἡ ἐρώτησίς της ἔχει κατεπείγοντα χαρακτῆρα, δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν προτίμησιν παντὸς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει θέματος ἀνακοίνωσιν αὐτῆς διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. «Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει».
§41Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ ἦτο ἀξία παρατηρήσεως ἡ ἔνστασις αὐτὴ, ἐὰν χίλια ἄλλα ζητήματα δὲν εἶχον συζητηθῆ εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις χωρὶς νὰ εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τὰ προσφυγικὰ ζητήματα συνεζητήθησαν πάντοτε χωρὶς νὰ εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὅταν ἔγινε τελευταίως ἡ σύγκρουσις ἐν Θεσσαλονίκῃ δι’ ἐργατικὰ ζητήματα, ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως ἡ Βουλὴ, χωρὶς τὸ θέμα νὰ εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ κατ’ ἐξοχὴν ἐπείγοντα ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁπωσδήποτε ὑπάρχει συγκίνησις τῆς δημοσίας γνώμης, ἡ Βουλὴ δὲν ἐτήρησε τὸν κανόνα τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Νομίζω δὲ ὅτι ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως συμφέρει νὰ ἀκουσθῶσι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατά.
§42Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περὶ τίνος ὑπὲρ καὶ κατά;
§43Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶσθε περίπου εἰς τὴν Βουλὴν τόσον παλαιὸς ὅπως καὶ ἐγώ. Κατὰ συνέπειαν γνωρίζετε ἄριστα, ὅτι πολλάκις καὶ τοῦτο συμβαίνει συχνότατα, λαμβάνουν τὸν λόγον ὑπὲρ ἢ κατὰ ζητημάτων ἢ ἀπόψεων ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβωσι ποσῶς τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις ἀρχίζει διότι εἷς ὡρισμένος ἀριθμὸς Βουλευτῶν ζητεῖ νὰ συζητήσῃ ἐπί τινος θέματος, κατὰ τὴν διάρκειαν δὲ τῆς συζητήσεως καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν κατέγιναν ἰδιαιτέρως λαμβάνουν γνῶσιν καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως φωτιζόμενοι συμμετέχουν αὐτῆς. Συμφέρον ἑπομένως εἶναι νὰ ἀκουσθῶσι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατά, διότι οὕτω θὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ ἡ Βουλὴ οὐσιαστικῶς καὶ ἡ δημοσία γνώμη θὰ φωτισθῇ.
§44Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ συνομολογῇ συμβάσεις; Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν μοῦ ἐδώσατε ἀπάντησιν, διότι ὡς τίθεται τὸ ζήτημα πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ τὴν σύμβασιν.
§45Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§46Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται νὰ εἴπῃ ποῖαι ἐκ τῶν προτάσεων εἶναι αἱ μᾶλλον συμφέρουσαι.
§47Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶπον ὅτι πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ συνάψῃ σύμβασιν. Εἶπον ὅτι οὐδὲν κωλύει νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος.
§48Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον, καὶ διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκε σοβαρότητα εἰς τὸ θέμα, ἀλλὰ καὶ διότι εἶπεν ὅτι ὅταν ὑπάρχουν θέματα ταράσσοντα τὴν δημοσίαν γνώμην δέον νὰ παραβλέπωνται οἱ τύποι καὶ νὰ γίνεται συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν.
§49Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἁπλῶς συγκινοῦν εἶπον.
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δέχομαι τὴν λέξιν ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω εἶναι ὅτι δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, ἕνα μέρος τοὐλάχιστον τῆς Βουλῆς νὰ πείσῃ, ὥστε νὰ ἀντιληφθῇ τοῦτο, περὶ τίνος θέματος ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ. Ἐδῶ ὑπάρχει μία σύστασις ὡρισμένων βουλευτῶν, συνιστώντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑπάρχουν αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐδόθη εἰς αὐτὴν ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρὸς ἐλευθέραν διαχείρισιν ὅλων τῶν ζητημάτων ἐν οἷς καὶ τὰ ζητήματα τῆς ὁδοποιΐας, διὰ τὰ ὁποῖα ἄλλως τε ὑπάρχει καὶ νόμος πρὸς ἐκτέλεσιν. Ἐνῶ δὲ οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, ἔρχεται καὶ πάλιν ταύτην τὴν ἑσπέραν πρὸς ἐξέτασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημα ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. Διὰ νὰ γίνῃ ὅμως τοῦτο ἔχει ἡ Βουλὴ τὴν εὔλογον ἀξίωσιν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της μίαν ὡρισμένην πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ μίαν εἰσήγησιν ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Τοιαύτη τις δὲν ὑπάρχει. Ἡ πρὸ ἡμερῶν γενομένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεωρήθη ὡς παρέκβασις, τρόπον τινὰ, ὡς ἐδηλώθη καὶ παρ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως ἥτις εἶπεν ὅτι φέρει εἰδικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ συζητηθῇ καὶ παρὰ τῶν ὑποστηριξάντων ταύτην ἀγορευσάντων βουλευτῶν. Ἐὰν δὲ καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅσον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, τοῦτο συνέβη, διότι ἐθεωρήθη προσωπικὸν τὸ ζήτημα. Πῶς τώρα, αἰφνηδιαστικῶς παρουσιάζεται μία σύστασις εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν υἱοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ θέλει νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας; αὐτὸ εἶναι παράδοξον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη ὅτι θὰ γίνῃ τοιαύτη συζήτησις.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πότε ἀνεκοινώθη;
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένη καὶ εἰς τὰ πρακτικά.
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ τοῦτο ἂν συμβαίνῃ καὶ ἐκ μιᾶς συστάσεως ἔρχεται ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοιούτου σοβαροῦ θέματος, τότε ἔχομέν τι ἀνώμαλον, καὶ ἡ συζήτησις ἀσφαλῶς ἔρχεται ἐξαπίνης. Σήμερον εἶναι ἡμέρα ἐπερωτήσεων μετὰ τὰς ὁποίας ἔρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν συστάσεων. Τοῦτο λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ παρέβλεπον τοῦτο, ἐὰν εἴχομεν πρὸ ἡμῶν μίαν ὡρισμένην πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ταύτην, οὐχὶ αἰφνηδιαστικῶς ὑποβαλλομένην, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔθεσε τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ὡς τὸ θέτει. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, κάμνω δὲ εἰδικῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας τὴν σύστασιν νὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα, σύμφωνα μὲ τὰς δηλώσεις της ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶπεν ὅτι θὰ τὸ φέρῃ δι’ ἰδίας προτάσεως. Αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ κάμετε καὶ ἄτακτον καὶ παράτυπον εἶναι. Ἡ σύστασις ἥτις ὑπεβλήθη, ὑπεβλήθη παρ’ ὑμῶν τῶν ἰδίων διὰ φίλων σας βουλευτῶν, διὰ νὰ παρεκτρέψητε τὴν συζήτησιν ἀπὸ τῆς νομίμου ὁδοῦ. Ἡ Βουλὴ ἄλλως εἶναι ἀπροετοίμαστος πρὸς συζήτησιν τοιούτου θέματος. Ἐγὼ ὁ ἴδιος ὁμολογῶ ὅτι οὐδαμῶς προέβλεπον σήμερον τοιαύτην συζήτησιν καὶ εἶμαι τελείως ἀπροετοίμαστος, ὥστε νὰ ἔχω σχηματίσει ἐπ’ αὐτοῦ μίαν γνώμην. Θέλετε νὰ φέρετε τὴν συζήτησιν τόσον παρατύπως καὶ ἀνωμάλως, διότι ἔτσι τὸ θέλετε. Ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, ἀλλ’ ἐγὼ ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ, διαμαρτύρομαι διὰ τὸν τοιοῦτον παράτυπον τρόπον τῶν συζητήσεων ἐπὶ σοβαρωτάτων θεμάτων τῆς Χώρας.
§55Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε, κ. Τσαλδάρη, ὅτι οὐδεὶς σᾶς διέκοψε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας.
§56Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Εἰς ἕνα μόνον ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἡγέτην τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὅτι ἔφερα τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξαπίνης διὰ νὰ προκαταλάβω τὴν Βουλὴν. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ὀρθῶς, οὔτε δύναται νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐξαπίνης, ἀφοῦ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν διότι συνεζητήθη κατὰ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε ἐξαπίνης, ἀπολύτως τίποτε. Ἄλλο τὸ ζήτημα ἐὰν τυπικῶς δὲν εἶναι ἐν τάξει διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω ἐκπεφρασμένην γνώμην ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία δυσχέρεια τυπική. Τὸ νὰ λέγωμεν ὅμως ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἰσήχθη ἐξαπίνης πρὸς συζήτησιν, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὀρθῶς.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκον.). Ἐλπίζω ὅτι, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, θὰ ἀφεθῶ καὶ ἐγὼ ἐλεύθερα νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου διὰ βραχυτάτου λόγου, ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπροσδοκήτως ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπροσδοκήτως διότι αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τόσον σαφεῖς, ὥστε νὰ μὴ μένῃ οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ ζήτημα τῆς παραπομπῆς τῆς ὁδοποιΐας ἐνώπιον τοῦ Σώματος ἔχει ἤδη ἐγκριθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀρκεῖται μόνον νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπισπεύσεως τῶν ἔργων, τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ ρητῶς καὶ ὁπωσδήποτε ἐν πλάτει νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκριθῇ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκ τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις ἐγεννήθη ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἥτις ἀπέληξεν εἰς κρίσιν ὑπουργικήν. Ἡ νέα Κυβέρνησις κατόπιν τούτου, πρῶτον καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχεν ἦτο νὰ μὴ δειχθῇ τόσον ἀρειμάνια, ὅσον ἀξιοῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, καὶ νὰ ἐπιλύσῃ τὸ ζήτημα κατὰ μόνας, ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, καὶ κάμῃ ἓν τετελεσμένον γεγονός, καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ τῆς εἴπῃ: ἰδού, Κύριοι ἐγὼ τί ἔπραξα. Σεῖς δύνασθε νὰ μεμφῆτε τὴν Κυβέρνησιν ἢ καὶ νὰ μὴ μεμφθῆτε ταύτην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνατρέψητε πρᾶξιν, ἡ ὁποία συνετελέσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδεὶς ὅμως πρέπει νὰ λησμονῇ ὅτι πρόκειται περὶ νέας Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχε βεβαίως ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς, καὶ συνεπῶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ κατὰ τύπους εἰς τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ ἐὰν ἔπραττε αὕτη ταῦτα, θὰ ἦτο Κυβέρνησις ἀσυνεπὴς καὶ πρὸς ἑαυτήν, καὶ πρὸς τὸ Σῶμα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν κοινὴν ἀκόμη γνώμην διότι θὰ ἔκαμνε κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου χωρὶς νὰ θελήσῃ τοὐλάχιστον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνανέωσιν τῆς ἐντολῆς τοῦ Κοινοβουλίου. Αὐτοὶ ἦσαν, Κύριοι, οἱ οὐσιαστικοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι κατέστησαν τὴν Κυβέρνησιν ἄτολμον, μὴ λησμονεῖτε δὲ ὅτι πολλάκις ἡ ὑπέρμετρος τόλμη δὲν εἶναι συναίσθημα ἀξιοσύστατον. Τούτων οὕτως ἐχόντων, καὶ ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ ἐπ’ αὐτῶν οὐδεμία συζήτησις, ἀπομένει νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἔλθῃ μηχανικῶς, τυπικῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ νομίζω, ὅτι ὑπὲρ τὸ δέον κατηναλώθη ἡ ἑσπέρα αὕτη εἰς τὴν ἐξεύρεσιν μιᾶς διαδικαστικῆς δικλῖδος διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑποθέτω ὅτι τὰ Κοινοβούλια δεσμεύονται νὰ ἐξετάζωσι τὰ πρὸ αὐτῶν ἐμφανιζόμενα ζητήματα, οἰκονομικὰ καὶ πάσης ἄλλης φύσεως τοιαῦτα, καὶ νὰ μὴ ὑποβάλλωνται ἐπ’ αὐτῶν συστάσεις πρὸς τὰς Κυβερνήσεις καὶ αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἀποφαίνωνται ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ μίαν σωρείαν διατάξεων καὶ μίαν μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἡ ὁποία, ὄχι μόνον δὲν ἀποτελεῖ ἁπλοῦν εὕρημα ἀλλ’ ἀποτελεῖ μίαν βάσιν διὰ τὴν συζήτησιν οἱασδήποτε ὑποθέσεως, καὶ καθιστᾷ τὴν συζήτησιν ἐντελῶς ἀπρόσβλητον, ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Αἱ διατάξεις αὐταὶ τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Συνάδελφος θὰ ἠδύναντο νὰ λύσωσι πάραυτα τὰ προκύπτοντα παρομοίας φύσεως ζητήματα. Καὶ σᾶς ἀνέφερε κοινοβουλευτικὰ παραδείγματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ζητημάτων τούτων, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ θὰ μᾶς εἴπετε, ὅτι ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει ὅ,τι συμβαίνει καὶ ἐπὶ ἄλλων ὑποθέσεων. Ἡ συζήτησις αὐτοῦ ἀπετέλεσεν ἤδη ἀντικείμενον ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξεδηλώθη καὶ ἀπόφασις τοῦ Σώματος, ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη διάταξις, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνεκάλυψα ἐγώ, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν μοῦ ὑπέδειξαν, ἡ ὁποία κανονίζει ἄλλως τὰ πράγματα καὶ λύει, ὑποθέτω, τελειωτικῶς τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εὕρωμεν καὶ αὐτὴν τὴν περίφημον νομικὴν βάσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ δύναται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὰς προτάσεις καὶ τὰς συστάσεις τῶν συναδέλφων, ὑπάρχει ἓν ἄρθρον εἰς τὸν Κανονισμόν, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ μὲν περὶ προπαρασκευῆς τῶν περὶ προτάσεων νόμων κλπ., ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει ἐδάφιον γενικωτάτης φύσεως, τὸ ὁποῖον λέγει εἰς μίαν γενικωτάτην διάκρισιν: (ἀναγινώσκει) «Πᾶσα ἄλλη πρότασις δύναται νὰ συζητηθῇ κ.λ.π...» Ὑποθέτετε ὅτι ὑπάρχει κανένα ζήτημα διαδικαστικόν, κατόπιν τούτου, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς συζητήσεως; Ὑπάρχει κανὲν ζήτημα, ὅταν ἡ οὐσία ἐπιβάλλει τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην τῆς ἐρεύνης μιᾶς ὑποθέσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Ἔχουν πολλάκις καθῆκον αἱ Κυβερνήσεις νὰ διαφωτίζωσι τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ τοῦτο ἐπιβάλλεται καὶ τώρα διὰ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας Ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ καταναλίσκεται πολύτιμος χρόνος ὅπως κατηναλώθη τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν διάταξιν ἡ ὁποία δὲν ἀφήνει καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος τούτου;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κολυβᾶς.
§59Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σαφῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα. Πρόκειται κατ’ αὐτὸν νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως· τοῦτο θὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος Ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶναι ἄλλο, εἶναι τὸ πῶς θὰ ἔπρεπε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῇ καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον. Παραμένει τώρα τὸ ζήτημα, τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς ὁδοποιΐας. Τοῦτο λέγουν αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλή. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, Κύριοι, ἔχω νὰ προτείνω ἓν ἀπαράδεκτον, διότι μοιραίως ἡ συζήτησις θὰ καταλήξῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλονότι δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὧν θὰ κληθῇ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ εἴπῃ ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κ. Βουλευταί, νὰ φέρω τὸ ἀπαράδεκτον τόσον ἀπὸ ἀπόψεως Συνταγματικῆς, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κοινοβουλευτικῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν. Ἡ Βουλή, Κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ ψηφίσματος αὐτῆς μὴ ἐνδεδειγμένου ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν νομοθετικῶν αὐτῆς ἔργων νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐφαρμογὴν ὁπωσδήποτε νόμου τινός. Ἐὰν πρόκειται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀσφαλῶς θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἡ διαδικασία τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου εἶναι γνωστή, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἀπόφασιν οἱανδήποτε ἐπὶ τούτου διότι ὄχι μόνον θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀλλὰ καὶ θὰ σφετερισθῇ ἐμμέσως ἔστω, τὰ δικαιώματα τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, ὅπερ ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος περὶ χωρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Πολιτεύματος. Νομίζω προσέτι ὅτι ἡ ἄποψις αὐτή, ἂν πρόκειται νὰ ἐπικρατήσῃ, θὰ εἶναι ἀντικοινοβουλευτική. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξετέθησαν τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει αὕτη καὶ τὰ ὁποῖα συνίστανται εἰς τὸ ἐλέγχειν καὶ νομοθετεῖν. Καὶ τὸ μὲν νομοθετεῖν ἐκδηλοῦται καθ’ ὡρισμένον τρόπον, σαφῶς διαγραφόμενον εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ δὲ ἐλέγχειν προϋποθέτει ὕπαρξιν πράξεως ἢ παράλειψίν τινα διοικητικήν. Πρᾶξιν δὲν ἔχομεν. Παράλειψιν μόνον ἔχομεν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἡ παράλειψις ὅμως αὕτη ἔρχεται εἰς ἐντελῆ ἀντίφασιν μὲ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης τῆς συμβάσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενον καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον. Τὸ ἀξίωμα περὶ χωρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν δὲν εἶναι θεωρητικὸν καὶ ἁπλοῦν διοικητικὸν κατασκεύασμα, καὶ συνδέεται οὐ μόνον πρὸς τὸν χωρισμὸν τῆς ἁρμοδιότητος, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὡρισμένην σειρὰν ἰδεῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὴν σπουδαιοτέραν θέσιν κατέχει ἡ ἔννοια τῆς εὐθύνης. Ἐὰν λοιπὸν ἡ εὐθύνη αὕτη, ἥτις εἶναι πολλαπλῆ διοικητική, ἀστική, ποινική, πειθαρχικὴ καὶ κοινοβουλευτικὴ ἀκόμη, ἐὰν ὅλαι αὐταὶ αἱ εὐθῦναι μετεβιβασθῶσιν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, καταλύομεν οὐσιαστικῶς πᾶσαν εὐθύνην τῆς Διοικήσεως, ἤτοι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τὴν ἐκπροσωπεῖ καὶ συνεπῶς καὶ τὸ ἀμερόληπτον καὶ τὸ ἀσφαλὲς τῆς κρίσεως ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον, ἄκρως ἐπικίνδυνον, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλει προέλθῃ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν. Καὶ εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνον λόγῳ τῶν τεραστίων οἰκονομικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα συμπλέκονται εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Εἶναι δὲ πιθανόν, ὅπως καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι κατὰ τὰς προηγουμένας ἡμέρας ὁμιλήσαντες εἶπον, νὰ ἐκτεθῇ καὶ αὐτὸ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν κείμενον νόμον.
§60Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως.
§61Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Ἄν πρόκειται Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτοῦ καὶ μόνον ἡ Βουλὴ, βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ γεννηθῇ οὐδεμία ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται νὰ ἐπηρεάσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως, διότι ἐπηρεασμὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως θὰ ἀποτελέσῃ πᾶσα οἱαδήποτε καὶ σὲ οἱανδήποτε μορφήν, σύστασις ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις νόμου, ὑπογεγραμμένης ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Στ. Κρητικοῦ, Ἰ. Σπετσιώτου Ν. Δαρβέρη, Γ. Σίδερη καὶ ἄλλων «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου 3404, ἔχουσαν οὕτω; «Ἄρθρον μόνον. Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 4 τοῦ νόμου 3404 εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ὅτι ἡ προθεσμία τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶχεν ἀνατρεπτικὸν χαρακτῆρα».
§63Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι Βουλευταί, τῆς ὁδοποιΐας συνταράσσει δικαίως καὶ συγκλονίζει ὁλόκληρον τὴν δημοσίαν γνώμην ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Ἀνεξαρτήτως πρὸς ὅσα ὀρθότατα παρετήρησαν καὶ ὑπέβαλαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ὀρθότητος τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἄλυτον ἓν σπουδαιότατον ζήτημα τοῦ τόπου, ἵνα τηρηθῇ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἷς τύπος, ἀνεξαρτήτως ὅλων αὐτῶν, νομίζω ὅτι τὴν λύσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, μᾶς τὴν δίδουν αἱ κατ’ ἐπανάληψιν καὶ καθ’ ἑκάστην διαβιβαζόμεναι ἀπὸ πάσης Ἑλληνικῆς γωνίας ἀναφοραὶ πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν παρέρχεται συνεδρίασις, καθὼς γνωρίζετε, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ὑποβάλλωνται ἀπὸ πάσας τὰς Ἑλληνικὰς Κοινότητας αἰτήσεις πρὸς τὴν Βουλήν, δι’ ὧν εἰδικῶς νὰ παρακαλῆται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ τὰς αἰτήσεις ταύτας ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα ληφθῇ ἓν μέτρον καὶ μία ἀπόφασις περὶ τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Ἔχω συνεπῶς τὴν ἀντίληψιν, ὅτι κάλλιστα εἰσάγεται σήμερον τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τίποτε ἄλλο δὲν χρειάζεται ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Αἱ ἀναφοραὶ ὅλων ἐκείνων τῶν κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πάσης Ἑλληνικῆς γωνίας ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ζητοῦσι τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε ἀπὸ πολλοῦ νὰ εἶχον εἰσαχθῆ καὶ συζητηθῆ παρ’ ἡμῖν, εἶναι σεβαστὰ καὶ ἐκπροσωποῦν τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ παρίδῃ. Νομίζω, λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ παύσωμεν κατατριβόμενοι μὲ τοὺς τύπους, οἱ ὁποῖοι εἰς τίποτε ἄλλο δὲν χρησιμεύουν παρὰ νὰ καθιστοῦν ἀδύνατον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Καὶ χθὲς ἀκόμη καὶ προχθὲς ἀνεγνώσθη σωρεία ἀναφορῶν, δι’ ὧν ἐπικαλεῖται ἡ μέριμνα ἡμῶν διὰ τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ὁδοποιΐας.
§64Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν ἀνάδοχον ἑταιρείαν.
§65Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὄχι. Οἱ ἀναφερόμενοι εἶναι οἱ δεινοπαθοῦντες ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας Ἕλληνες χωρικοὶ καὶ ἀγρόται ἐν γένει, οἵτινες εἶναι ὑποχρεωμένοι ἀνυπόδητοι πολλάκις νὰ διέρχωνται, ἐλλείψει ὁδῶν δι’ ἀπροσίτων καὶ ἀποκρήμνων βράχων, αἱ δὲ διαμαρτυρίαι των καὶ αἱ δίκαιαι ἐπικλήσεις των ἔπρεπε νὰ εὕρουν ἠχὼ εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐξεύρῃ τὸν ζητούμενον ταχὺν τρόπον ἐκτελέσεως τῶν ἔργων πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ. Εἶναι δὲ ἀπορίας ἄξιον πῶς ἐξεφράσατε ἀντίθετον γνώμην, ἀφοῦ εἰς τὴν Κρήτην διὰ τὴν ὁδοποιΐαν ἔγεινεν ἡ ἐξέγερσις. Διὰ τῆς συζητήσεως ἀμέσου τῶν ἀπειραρίθμων ἀναφορῶν, διὰ τὴν παντελῆ ἔλλειψιν τῶν δρόμων, δίδεται ἡ εὐχέρεια τῆς συζητήσεως τοῦ ὅλου ζητήματος καὶ τῆς ἐξευρέσεως τοῦ καλλιτέρου διὰ τὴν λύσιν μέσου, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις δικαίως, ὡς εἴρηται, εὑρίσκεται ἐν ἐξεγέρσει ἀλλὰ καὶ ἐν πραγματικῇ ἀπογνώσει. Ἀντίθετος λύσις καὶ οἱαδήποτε τυχὸν ἀναβολὴ θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὸ νὰ παρελκυσθῇ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀπωλεσθῇ, ματαίως, πολύτιμος χρόνος. Οἱ ἀντιδρῶντες κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, μὴ λησμονῶσιν, ὅτι ἐλλοχεύουν ἐχθροὶ τοῦ λαοῦ οἱ ὁποῖοι κατόπιν δημαγωγοῦντες ἐπιρρίψωσιν εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Δὲν εἶναι ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ συζητῇ ἀδδηριτίζουσα κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα πρὸς συζήτησιν. Οἱ ἐπιδιώκοντες τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἐπαναλέγω, κατ’ οὐσίαν καὶ κυρίως οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκουσιν εἰ μὴ τὴν ματαίωσιν τῶν μεγάλων τούτων ἔργων, καὶ μὴ ἔχοντες τὸ θάρρος νὰ εἴπωσι τοῦτο ἐπειδὴ γνωρίζουσιν ὅτι θὰ ἔλθωσιν ἀντιμέτωποι εὐθέως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, φέρονται ἐπιδιώκοντες δῆθεν τυπικῶς μόνον τὴν ἀναβολήν, ἐνῷ ἐπιζητοῦσι τὴν ματαίωσιν. Ἡ Βουλὴ ὅμως, εἶμαι πεπεισμένος, ἀπολύτως ὅτι θὰ συμμορφωθῇ πλήρως πρὸς τὴν ἐπιτακτικὴν ἀξίωσιν τοῦ λαοῦ περὶ ἀμέσου ἐνάρξεως τῶν ἐν λόγῳ ἔργων κατὰ τὸν καλλίτερον καὶ ταχύτερον τρόπον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καντιάνης.
§67Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ διακόψωμεν;
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Νὰ λυθῇ τὸ τυπικόν.
§69Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Παρατηρῶ, κ. Βουλευταί, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς μίαν ἄσκοπον, ἀπεραντολόγον καὶ ἀνιαρὰν συζήτησιν. Νομίζω ὅτι αἰτία τῆς καταστάσεως αὐτῆς εἶναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐξεύρῃ κάποιον τρόπον νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀπαλλαγῇ πάσης εὐθύνης. Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα; Ἔχει ἡ Κυβέρνησις εἰς χεῖρας της ἕνα νόμον, ἔκαμεν ἀρχὴν ἐκτελέσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ μετὰ τὴν δημοπρασίαν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς προτιμήσεως μεταξὺ τῶν διαγωνισθέντων. Ἐκεῖ ἐσκόνταψεν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἔρχεται ἐδῶ νὰ τῆς κάμωμεν ἡμεῖς τί; Νὰ προτιμήσωμεν τὸν Μακρῆν ἢ τὸν Πρεζάνην; Διότι, κύριοι, οὐσιαστικῶς, ἂς ἀφήσωμεν τὰ προσχήματα, περὶ αὐτῶν πρόκειται. Καὶ ἠκούσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλὴν μᾶς κάμνει ἑρμηνείαν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις σκοπεῖ, ὡς εἶναι πασίγνωστον, τὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων. Ποῦ ὁ ἔλεγχος ἐνταῦθα; Τοῦτο κατενόησεν ἐπὶ τέλους καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπλαγιοδρόμησε πρὸς ἀνεύρεσιν ἄλλης διατάξεως τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ὅτι καὶ εὗρε εἰς τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ. «Πᾶσα ἄλλη πρότασις, λέγει ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου, δύναται νὰ συζητηθῇ ἅμα τῇ ὑποβολῇ αὐτῆς κλπ. Ἀλλὰ περὶ ποίας προτάσεως ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ συναφὲς πρὸς τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος; Προδήλως καὶ ἀναντιρρήτως ὁμιλεῖ περὶ προτάσεως νόμων καὶ περὶ τροπολογιῶν καὶ σχετικὴν πρὸς ταύτας ἔννοιαν ἔχει ἡ ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ «πᾶσα ἄλλη πρότασις» κλπ. Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα; Δὲν μᾶς τὰ λέγετε, κ. Ὑπουργέ, καθαρά; Ἀφίσατε τοὺς ἑλιγμούς, ὡμιλήσατε εἰλικρινῶς καὶ εἴπετέ μας θέλομεν νὰ φέρωμεν ὅπως δήποτε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ τότε θὰ προκύψῃ ἓν ἄλλο ζήτημα, ζήτημα τάξεως καὶ ἁρμοδιότητος, διότι τὸ ἀξίωμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν δὲν ἔχει θεωρητικὴν ἁπλῶς σημασίαν ἔχει πρακτικωτάτην σημασίαν. Θέλετε νὰ μετατοπίσητε τὰς εὐθύνας καὶ νὰ καλυφθῆτε ἀπὸ μίαν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Τοῦτο ὅμως εἶναι, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ράλλης, κυβερνητικὴ ἀνανδρία. Κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτελούσης τὸν νόμον, θεωρεῖται ὅτι φερεγγυώτερος καὶ καταλληλότερος εἶναι ὁ οἶκος Μακρῆ; Νὰ προτιμηθῇ οὗτος. Τί ἔρχεσθε καὶ ζητεῖτε νὰ σᾶς κάμῃ ἡ Βουλὴ τώρα; Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ἔφθασεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον: Ποῖος ἐκ τῶν δύο συναγωνιζομένων οἴκων εἶναι ὁ προτιμητέος. Ναὶ ἢ ὄχι; Δι’ αὐτὸ δὲν προεκλήθη ἡ Κυβερνητικὴ κρίσις; Δι’ αὐτὸ δὲν ἐγένετο ἀλλαγὴ τῆς Κυβερνήσεως;
§70Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἔφθασε καὶ μέχρι προτάσεως ἐπαναλήψεως τοῦ διαγωνισμοῦ.
§71Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα φρονῶ ὅτι τὸ ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ δὲν συζητῶ περὶ τούτου. Ἐγὼ λέγω καὶ ἐρωτῶ: Τί πρόκειται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ οὐσιαστικῶς. Ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον;
§72Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν εὐθύνην τῆς ἀναθέσεως τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων εἰς τὸν ἕτερον τῶν συναγωνιζομένων. Τί θὰ κάμῃ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐναντίον τῆς γνώμης του; Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐκβιάσεως τῆς Βουλῆς.
§73Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργ. Συγκοινωνίας). Ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐτονίσθη, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι πολιτικόν.
§74Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ ἠκούσαμεν αὐτό. Ἀλλ’ ἠξεύρωμεν καὶ κἄτι τί ἄλλο ὅτι ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν καὶ γνωρίζετε τὸ ἀποτέλεσμα ἐκ τῶν προτέρων. Θέλετε λοιπὸν νὰ καλυφθῆτε ὄπισθεν τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας εἶναι ζωτικὸν καὶ ἐπεῖγον, ἰδίως διὰ τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει καὶ κατὰ προτίμησιν ἀπὸ τὰς νέας ἐπαρχίας (θόρυβος). Ὅταν φέρετε αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν θ’ ἀρχίσῃ μία ἀπεραντολογία, θὰ χάσωμεν ἡμέρας πολλάς, ἴσως πλέον τῆς ἑβδομάδος, ἀσχολούμενοι ἐκ νέου μὲ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη λύσει ἡ Βουλή.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς θέλετε νὰ κωλυσιεργήσητε.
§76Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Ἔχετε τὸ θάρρος τῆς γνώμης σας κύριε Ὑπουργέ; Ἀναλάβετε τὰς εὐθύνας καὶ ἐπισπεύσατε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, διὰ νὰ ἀνταποκριθῆτε εἰς ἕνα διακαῆ πόθον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§77Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔθεσεν οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα, ἡ παρεξήγησις, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐκ τῆς μὴ ὑπάρξεως ζητήματος, περιέστη εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι προφανές. Ὑπὸ τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς κρύπτεται ἡ πραγματικὴ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὰς προγραματικὰς δηλώσεις. Διὰ τῶν προγραματικῶν δηλώσεών της ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἵνα τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον κατὰ νόμον ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν ἀπόκειται εἰς τὴν διακριτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐξουσίαν εἰς τὸν κύκλον τῆς ἁρμοδιότητός της, τὸν ὁποῖον καθορίζει ὁ νόμος καὶ τὸ πολίτευμα τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἐδήλωσε διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀναθέτει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Εὐτυχῶς ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπακολουθήσασα ἢ μᾶλλον παρεμπεσοῦσα μεταξὺ τῆς συζητήσεως διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἔθεσε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Καὶ ἤδη, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας ὅπως ὑφίσταται τοῦτο σήμερον, ὅπως ὑφίστατο δηλ. κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, ἢ μᾶλλον, κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκρίθη ἡ τύχη τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, καὶ ὅπως ὑφίσταται σήμερον μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως. Καὶ ἐρωτᾶται ἤδη: Δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Ὑφίσταται ἕνας νόμος. Τὸν νόμον τοῦτον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἀναθέτει τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, μετὰ τὴν ἐνέργειαν ὅλων τῶν προϋποθέσεων, αἱ ὁποῖαι προηγοῦντο, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσι τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀναθέτει τὴν λύσιν τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἤδη τιθεμένου ἐκ νέου τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐρωτᾶται: Ὑφισταμένου Νόμου, ὁ ὁποῖος ἀνέθεσε τὴν λύσιν ἑνὸς ζητήματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι δυνατὸν ἄνευ μεταβολῆς τοῦ νόμου τούτου, νὰ ἐπιληφθῇ ἐκ νέου ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐὰν θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ τοῦτο πῶς ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν δύναται ἄλλως νὰ γίνῃ παρὰ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἑνὸς ἑτέρου νόμου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν πρόταξιν τοῦ σχετικοῦ Νομοσχεδίου, τοῦ τροποποιοῦντος τὸν παλαιὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἄλλως ἢ ὡς ἀπεφάσισε διὰ τοῦ προηγουμένου Νόμου. Ἀλλὰ τοιαύτη πρότασις νόμου, τοιοῦτον νομοσχέδιον, τοιαύτη τροποποίησις ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; καὶ ἐὰν ζητεῖται ἤδη ζητεῖται κανονικῶς; Ζητεῖται δηλαδὴ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς ὁποίας εἰσάγονται αἱ προτάσεις τῶν νόμων; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ μακρηγορήσω καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπασχολούμεθα περὶ τοὺς τύπους, κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα νόμου. Κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα εἶναι οὐσιαστικώτερον, εἶναι ζήτημα πολιτικόν. Ὄχι διότι ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας ἢ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ ὁδικοῦ ζητήματος, δηλαδὴ τοῦ ζητήματος πῶς θὰ ρυθμίζωνται αἱ σχέσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνελάμβανον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ, ὄχι μόνον διότι ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ ἀλλὰ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, καθότι φυσικῶς ἡ ἐπίλυσις τοῦ ζητήματος τούτου ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὸ ψηφισθὲν Σύνταγμα, ὡς ἐξουσίαι, ἐν τῇ συντασσομένῃ ὑπ’ αὐτοῦ πολιτείᾳ, καθορίζονται διὰ διαφόρων διατάξεων τοῦ Συντάγματος δύο διακεκριμέναι λειτουργίαι ἡ ἐκτελεστικὴ λειτουργία καὶ ἡ Νομοθετικὴ λειτουργία τῆς Πολιτείας. Ἡ Βουλὴ καθορίζεται ἐν τῷ Συντάγματι ὡς παράγων τῆς Νομοθετικῆς λειτουργίας, ἡ Κυβέρνησις καθορίζεται ἐν τῷ Συντάγματι ὡς ὄργανον τῆς Ἐκτελεστικῆς λειτουργίας. Καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀμφισβήτησις, ὅτι ἡ Βουλὴ ὡς παράγων τῆς Νομοθετικῆς λειτουργίας εἶναι ἀναρμοδία νὰ κρίνῃ ἐπὶ καθαρῶς ζητήματος Διοικητικοῦ, καὶ θὰ εἴπω ἀκόμη ὅτι ὑπάρχει ἡ κατοχύρωσις τῆς διακρίσεως αὐτῶν τῶν λειτουργιῶν ἡ κατοχύρωσις τῆς ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Συνταγματικῆς Πολιτείας ἀσκήσεως, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Κυβερνητικῶν καθηκόντων καὶ ἡ κατοχύρωσις αὐτὴ ἀπαγγέλεται καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ διὰ νόμου ἰδιαιτέρου, αὕτη δὲ εἶναι ἡ εὐθύνη ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ παντοδαπὴ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν λειτουργιῶν της. Τί θὰ ἔκαμεν ὁ νόμος καὶ τί θὰ ἐπεδίωκεν ἡ Κυβέρνησις, εἰσάγουσα τοιοῦτον νόμον, ἐὰν ἀνέθετεν ἐπίλυσιν καθαρῶς Κυβερνητικῶν ζητημάτων ἐν τῇ Βουλῇ; Οὐδὲν ἕτερον ἢ καταστρατήγησιν τῶν διατάξεων περὶ εὐθύνης τῆς τε πολιτικῆς καὶ πάσης ἄλλης. Οὐδεὶς λοιπὸν νόμος θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς νόμος θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ ὁ ὁποῖος θὰ ἔδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν θὰ παρεῖχεν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποχρεώσεις νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ζητήματος Κυβερνητικοῦ, ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀνατίθεται εἰς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὑπεύθυνον ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς λειτουργίας, ἡ ὁποία ὑπὸ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀνατεθειμένη, καὶ θὰ ἀπετέλει τοῦτο μίαν σύγχυσιν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ καὶ ἰσχυρὰν ἐξουθένωσιν τῆς μόνης εὐθύνης, τῆς μόνης ἐγγυήσεως, ἡ ὁποία ἐν τῷ πολιτεύματι ὑφίσταται, διότι ἡ Κυβέρνησις, φυσικά, ὡς προερχομένη ἀπὸ κοινοβούλιον, διαθέτει καὶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ θὰ τὴν διέθετεν πρὸς κάλυψιν τῆς εὐθύνης, διὸ ἀνευθύνως θὰ ἔδρα ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἐκ τῶν προτέρων περὶ ἐνασκήσεως τῆς λειτουργίας της θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐστερημένον οἱασδήποτε σημασίας θὰ ἦτο τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καλοῦμεν ἁπλῶς Κοινοβουλευτικόν, θὰ ἦτο μία φενάκη ἡ ὁποία θὰ παρεῖχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν διευθύνουσαν τὴν πλειοψηφίαν τὸ δικαίωμα νὰ δρᾷ ἀνεξελέγκτως καὶ ἀνευθύνως. Λοιπόν, κατόπιν τούτου, οὐδεμία γεννᾶται ἀμφιβολία, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς, οὔτε τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον εἶναι ζήτημα προκῦπτον ἐκ τῆς συστάσεως ἢ ἀναφορᾶς ὡρισμένων βουλευτῶν. Ἡ σύστασις καὶ ἡ ἀναφορὰ ὑπῆρξεν ἓν κάλυμμα τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ὁμολογήσω ὅτι εὐθαρσῶς ἀνέσυρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκθέσας εἰς τὴν Βουλὴν πῶς ἔχει τὸ ζήτημα. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ εὐθιξία, ἡ εὐθιξία τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία προέκυψεν ἐκ τῆς διασπάσεως τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως κατόπιν μιᾶς διαφωνίας καὶ κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἐπὶ τῆς διαφωνίας αὐτῆς θὰ συντελέσῃ ὥστε ἡ Κυβέρνησις χάριν τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας της καὶ χάριν τῆς Βουλῆς νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν καὶ νὰ τερματίσῃ τὴν συζήτησιν. (Χειροκροτήματα).
§78Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, προκειμένου μάλιστα περὶ ἑνὸς καθαρῶς τυπικοῦ ζητήματος δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξέρχεται ὑπό τινα ἔποψιν τῶν ὁρίων τῆς τυπικότητος καὶ μοιραίως ἀφορᾷ καὶ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως οὐδαμῶς θὰ εἰσέλθω. Τοῦτο δὲ διότι, πλὴν τοῦ ζητήματος τῆς συγχύσεως τῶν ἐξουσιῶν τὸ ὁποῖον ἔθιξαν οἱ προλαλήσαντες ἔντιμοι συνάδελφοι, ἔρχεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς μετατοπίσεως τῶν εὐθυνῶν, ὁ δὲ καθορισμὸς τῶν εὐθυνῶν εἶναι κάτι περισσότερον τῆς ἀνάγκης τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τοῦ Κράτους. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Ὁ καταστατικὸς χάρτης τῆς χώρας μας καὶ οἱ διάφοροι νόμοι καθώρισαν τὰς εὐθύνας τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, καθώρισαν δὲ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀποδόσεως τῶν εὐθυνῶν, διότι εὐθύνας ἀποδίδει καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, εὐθύνας πρὸ παντὸς ἀποδίδει καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, τὸ δὲ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰς ὀλιγωτέρας δύναται τις νὰ εἴπῃ εὐθύνας, ὡς ἐκ τῆς παντοδυναμίας αὐτοῦ, εἶναι ἡ Βουλή. Ὑποθέσατε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διατυπωθῇ μία κατηγορία κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τῷ ἀποδοθῇ, διότι εἶναι ἐγνωσμένη ἡ ἠθικὴ αὐτοῦ ὑπόστασις, ἀλλ’ ὑποθέσατε, λέγω, ὅτι πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸν μία κατηγορία ὅτι παρέβη τὸ καθῆκόν του, προκειμένου περὶ κατακυρώσεως τοῦ ἔργου εἰς τὴν Α ἢ Β Ἑταιρείαν, καὶ παρέβη τοῦτο ἂς εἴπωμεν παραδειγματικῶς, ἐν τῇ προθέσει νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠδύνατο ἓν τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ ἀχθῇ ἐνώπιον ἑνὸς εἰδικοῦ δικαστηρίου καὶ ἐδῶ, μετὰ δὲ τὴν καθιέρωσιν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἐπιδιώκετε ἐνώπιον τῆς Γερουσίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπεκδυθῇ τῆς εὐθύνης ταύτης τὸ ὄργανον τοῦτο καὶ νὰ εἴπῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποδώσουν εἰς αὐτὴν μίαν τοιαύτην κατηγορίαν, ὅτι ἔχει μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς; Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐπὶ πλέον τῆς ἀνάγκης τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς μετατοπίσεως τῶν εὐθυνῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει πρωτεύουσαν καὶ οὐσιαστικὴν σημασίαν, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν, ἂν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ θέλωμεν νὰ ἀποσείσωμεν ἀφ’ ἡμῶν τὰς εὐθύνας. Διὰ τοῦτο μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ λεχθὲν ἐν τῷ λόγῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα ν’ ἀνανεώσῃ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ σχετικοῦ νόμου ἔχει δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ μόνον διὰ τὸν λόγον ὅτι διὰ τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἐντολῆς θὰ ἐπαναλάβωμεν ἕνα ἰσχύοντα νόμον τοῦ Κράτους, πρᾶγμα πρωτότυπον, διότι οἱ νόμοι δὲν ἐπαναλαμβάνονται οὐδὲ δύναται νὰ καθιερωθῇ μία τοιαύτη ἀρχή, ἀλλὰ καὶ διότι, ἐὰν τις ὑποθέσῃ ὅτι δύναται ἡ ἀνανέωσις τέλος πάντων νὰ λάβῃ τὴν χροιὰν μιᾶς νέας νομοθετικῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀτονήσῃ ἡ ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου τῆς ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος διενεργείας τῆς δημοπρασίας, καὶ τότε ἐπιβραδύνεται ἀντὶ νὰ ἐπισπευθῇ τὸ ἔργον τῆς ὁδοποιΐας, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς καὶ μάλιστα οἱ πάσχοντες ἀγροτικοὶ πληθυσμοί. Καθίσταται τοῦτο ἓν χρόνιον ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μὴ φθάσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν. Μοὶ φαίνεται ὅθεν, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπισπεύδεται ἡ ἐπιτέλεσις τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας, ὅπερ εἶναι ζήτημα καθαρῶς Κυβερνητικὸν ἔξω τῶν καθηκόντων τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον καταπίπτει, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ἐκ τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ ἀσχολούμενον μοιραίως μὲ προσωπικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι συνυφασμένα μὲ τὴν ἐπιτέλεσιν ἑνὸς τοιούτου μεγάλου ἔργου. Ἐὰν λοιπὸν θέλετε νὰ ἐπισπεύσητε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μετὰ τοσαύτης ἀγωνίας ἀναμενομένου ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης ἔργου τῆς ὁδοποιΐας, ἀναθεωρήσατε τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν καὶ δεχθῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω, ὅτι ἀπαραδέκτως εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνανέωσις ἐντολῆς τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θεωρεῖται καὶ ὡς ἀναρμοδιότης τοῦ Σώματος.
§79Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ ἔργον τῆς ταχείας ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου τῆς ὁδοποιΐας ἀνταποκρίνεται εἰς πραγματικὴν ἀνάγκην τῆς Χώρας καὶ εἰς ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, καὶ αὐτός, ἀκριβῶς, εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλή, ἀντιληφθεῖσα τὴν μέχρι σήμερον τακτικήν, δι’ ἐξαιρετικῆς ὅλως διαδικασίας παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ φθάσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ταχείας ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Ἀτυχῶς καὶ παρ’ ἐλπίδα, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου αὐτοῦ προσέκρουσεν εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἀνέμενεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προσκρούσῃ, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων ἠθέλησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀσφαλῶς, κύριοι, ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀντίθετος ὄχι μόνον πρὸς τὴν καθωρισμένην μέχρι σήμερον τάξιν, ἀλλ’ ἀντίθετος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Περὶ αὐτοῦ, ὡς γνωστόν, ἀπησχόλησαν πολλοὶ τὴν Βουλὴν καὶ πᾶσα περαιτέρω ἐξέτασις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ παρέλκει. Δὲν θὰ ἐγκύψω εἰς τὸ ζήτημα ἐπίσης, ἂν τυπικῶς δύναται ἢ ὄχι νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἑρμηνεία, εἴτε τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ δεχθῇ τις ἂν ἐπιτρέπεται δηλ. ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ζητήματος καὶ ἄνευ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὴν Ἡμερησίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἀναγράφεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις διακαῆ πόθον ἔχει, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τόσον πολὺ τὴν κοινὴν γνώμην, τὸ ὁποῖον μάλιστα προεκάλεσε κυβερνητικὴν κρίσιν, συζητηθῇ ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς. Ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅπως συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἄνευ κἂν τῆς ἀναγραφῆς του εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, νομίζω ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος ὑπὸ πλῆρες φῶς. Οὐδεὶς λόγος, ἑπομένως, ὑπάρχει ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν καὶ τὸν καθορισμὸν τῆς συζητήσεως εἰς τακτὴν ἡμέραν, αὔριον π. χ. ἢ μεθαύριον, ὥστε νὰ λήξῃ ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις. οὐδεὶς ἐπαναλαμβάνω λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀναβολὴν ταύτην. Ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας συζητεῖται ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ τὸ ζήτημα διὰ νὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ, διότι ἐκ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ ἐξαρτᾶται καὶ ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως. Δύναται, λοιπόν, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ 24 ὥρας ἀκόμη τὴν συζήτησιν, θὰ εἶνε δὲ τοῦτο καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν αὐτῆς, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ πρέπει νὰ διεξαχθῇ ὑπό ἄπλετον φῶς.
§80Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριοι, ἂν περὶ τούτου καὶ μόνον πρόκειται, περὶ τῆς ἀναβολῆς δηλ. τῆς συζητήσεως διὰ τὴν αὔριον, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀντίρρησιν.
§81Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἂν θέλετε νὰ σᾶς διατυπώσω τὴν ἰδέαν τοῦ Κόμματος τοῦ Λαϊκοῦ, αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς: Συμφώνως πρὸς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἰσαχθῇ τὸ θέμα διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂς εἰσαχθῇ δὲ ὅποτε θέλει ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ τάξις εἶναι, συμφώνως πρὸς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἰσαχθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε ἡ Βουλή, ἐν ἐπιγνώσει τοῦ τί θέλει ἡ Κυβέρνησις, νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ.
§82Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα κατὰ τὸν νόμον νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν, ἡ ἀπόφασίς της δὲ εἶναι ἀνέκκλητος καὶ θὰ ἔχῃ καὶ ἀποτελέσματα. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισε, κατόπιν τοῦ θορύβου ὁ ὁποῖος γίνεται καὶ κατόπιν τῶν ὅσων συνέβησαν, ὅτι ἔδει νὰ ἀκολουθήσῃ αὐτὴν τὴν ὁδόν. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις πάλιν θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐνομίσθη ὅτι πρόκειται περὶ μετατοπίσεως εὐθυνῶν. Ἂν ἡ συζήτησις καταλήξῃ εἰς τὸ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ εἴπῃ σᾶς «ἀποστέλλω πάλιν τὸ ζήτημα ἐπίσης νὰ τὸ λύσετε σεῖς», ἡ Κυβέρνησις πάλιν, λαμβάνουσα τὴν ἀπόφασιν, ἔχει πλήρη τὴν εὐθύνην. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ μετατοπίσεως εὐθυνῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι, προτοῦ φθάσῃ αὕτη εἰς μίαν ἀπόφασιν, θὰ ἔδει νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα ὅπως ἀναπτυχθῶσιν ὅλαι αἱ ἀπόψεις, ὅπως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἀντικείμενον ἰδιωτικῶν ὁμιλιῶν λεχθῶσι καὶ ἐδῶ καὶ συζητηθῶσιν. Ἐπειδὴ ὁ κ. Συνάδελφος ἐκ Χανίων εἶπεν ὅτι θὰ ἔδει ἡ συζήτησις νὰ συνεχισθῇ αὔριον, εἶπον καὶ ἐγώ, ὅτι, ἐὰν πρόκειται περὶ τούτου μόνον δηλ. αὔριον νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀναπτύξουν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ τὰς ἀπόψεις των δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις ἐκ μέρους μας.
§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅσα εἴπετε δὲν ἀποτελοῦν τὴν ἀπάντησίν σας εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσα. Δύνανται ταῦτα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς εἰσήγησις εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἐκάματε. Ἐκάματε μίαν πρότασιν καὶ λέγετε, ὅτι ἐπειδὴ ἐγενικεύθη τὸ ζήτημα αὐτό, διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, θὰ σᾶς δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀπολογηθῆτε. Ἀφοῦ θέλετε τοῦτο, τότε ἂς ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μᾶς εἴπετε τί ζητεῖτε ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ ἔχῃ αὕτη ὡρισμένον ἀντικείμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ.
§84Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἂς γίνῃ αὐτό, κ. Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ὀρθὸν, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ κατόπιν νὰ συζητήσῃ ἐν γνώσει τοῦ τί συζητεῖ. Καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἐζήτησα εἰκοσιτετράωρον ἀναβολήν, ὁπότε δύναται καὶ ἡ ἔλλειψις αὕτη νὰ συμπληρωθῇ. Ἐγὼ προσωπικῶς ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐκ νέου παραπομπὴ εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀκατανόητος. Αἱ δυσκολίαι δὲ ἀκριβῶς αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτὴν καὶ ἡ ἀδυναμία ἐξευρέσεως λύσεως τοῦ ζητήματος, ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι διὰ τῆς παραπομπῆς τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις ὁμολογεῖ ἀδυναμίαν νὰ ἐπιλύσῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ἠδύνατο νὰ λύσῃ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἠκολούθει τὴν ἐνδεδειγμένην ὁδόν.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριοι Συνάδελφοι, νομίζω ὅτι κατηναλώσαμεν περισσότερον τοῦ δέοντος χρόνον συζητοῦντες τὶ θὰ συζητήσωμεν. Ὅσα ἐλέχθησαν ἀπόψε περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὲς ἐνώπιον αὐτῆς νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐπερώτησις ὅλα αὐτὰ εἶναι ὀρθά. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶχον τὸν τόπον των εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐκεῖ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἐξ ἀρχῆς ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, δὲν θὰ ὑπῆρχε Κυβερνητικὴ κρίσις, ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ πράγματα ἐξειλίχθησαν οὕτω, ἐρωτᾶται ποῖον εἶναι τὸ συζητούμενον θέμα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔκαμε τὴν εἰσήγησιν καὶ ἀνέπτυξε τὰς ἀπόψεις αὐτοῦ, διὰ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ ὑπόθεσις, κατὰ τὴν ἰδίαν του ἀντίληψιν. Κατὰ συνέπειαν ὑπάρχει θέμα πρὸς συζήτησιν, τὸ γενικώτερον θέμα τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο καλὸν ὅπως ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν ἐκ Πατρῶν κ. Συνάδελφον, νὰ συζητηθῇ, διότι ἄλλως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο ἄνευ προκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει λοιπόν, ὡς βλέπετε, καὶ μία εἰσήγησις καὶ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν του ἀντίληψιν ἡ ὑπόθεσις τῆς ὁδοποιΐας πρέπει νὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν ὁδὸν πρὸς κατακύρωσιν τῆς συμβάσεως.
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ εἶπεν.
§87Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ μάλιστα σαφῶς, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς πράξεώς του. Ἐρωτᾶται ἤδη: διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας; Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ μίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἡ ὁποία θὰ ἐδέσμευε τὸ Κράτος πρὶν ἢ διεξονυχισθῇ τὸ ζήτημα δι’ εὐρυτέρας συζητήσεως. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀναγκαίως θὰ γίνῃ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ, διότι ἐκ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐγένετο Ὑπουργικὴ κρίσις. Ἐλέχθησαν πολλὰ πράγματα καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ διευκολύνῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι κανεὶς ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀλάνθαστος. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις προθύμως δέχεται, καὶ θέτει τρόπον τινὰ τὸν ἑαυτόν της εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία καὶ ὄχι οἱ τύποι. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἠμπορεῖ ἡ Βουλή, δεχομένη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μητσοτάκη, νὰ ὁρίσῃ αὔριον, ὡς ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸ ζήτημα αὐτό. Τὸ μόνον ποὺ θὰ παρακαλέσω εἶναι, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα τέρματος τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ μὴ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ συζήτησις αὐτή. Συγκεκριμένως δὲ, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ λήξουν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς τὴν προσεχῆ Πέμπτην, προτείνω νὰ τεθῇ ὡς τέρμα τῆς συζητήσεως ἡ ἡμέρα αὐτή. Ἓν πρᾶγμα μόνον ἐπιβάλλεται: νὰ μὴ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην. Αὐτὸ ἐπιβάλλουν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ ὑπόθεσις.
§88Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα, ζήτημα τύπων. Εἶναι ζήτημα οὐσίας, συνισταμένης εἰς τὸ ὅτι, διὰ νὰ κρίνουν καὶ ἀποφασίσουν οἱ κύριοι Βουλευταί, εἶναι στοιχειωδῶς ἀπαραίτητον καὶ ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζουν τὸ τί θὰ συζητήσουν. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, μᾶς εἶπεν ὅτι θὰ συζητήσωμεν περὶ ὁδοποιΐας. Μὰ ἡ ὁδοποιΐα εἶναι ἓν θέμα ἐντελῶς ἀφηρημένον ὡς γενικόν. Πρόκειται νὰ λάβωμεν μίαν ὡρισμένην ἀπόφασιν. Ἐπὶ τίνος θὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις; Αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις δηλοῦν τοῦτο ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ ἀνανέωσιν τῆς ἐντολῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς Βουλήν, πρέπει νὰ λάβῃ ἕνα ὡρισμένον τύπον. Ὅπως γνωρίζετε, ὑπὸ τρεῖς τύπους εἰσάγονται αἱ συζητήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀφορᾷ πρότασιν νόμου. Καὶ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 33 λέγει: «Πᾶσα ἄλλη πρότασις νόμου κλπ.» (ἀναγινώσκει). Ἔχομεν τρία κεφάλαια, ἐρωτήσεως, ἐπερωτήσεως καὶ προτάσεως νόμων. Ἔχομεν εἰδικὴν διάταξιν περὶ τῶν προτάσεων νόμων. Τί εἶναι πρότασις νόμου, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἀσφαλῶς ὡς γράφει ὁ Κανονισμός: Ὅταν ὁ Κανονισμὸς λέγει περὶ προτάσεως ἐννοεῖ πρότασιν νόμου. Ἐκπλήσσομαι μάλιστα πῶς γίνεται αὐτό. Ἦτο ἀνέκαθεν ἡ γνώμη ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς οἱοσδήποτε Κανονισμός, οἱοσδήποτε νόμος καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, νὰ τὴν ἀνατρέψῃ. Ἀλλ’ ὅτι δὲν δύναται νὰ τὴν ἀνατρέψῃ εἷς ἔγκριτος νομικός, ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, μολονότι εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ κατηγορηματικὰς διατάξεις εἰς τὸν Κανονισμόν, ἐσκέφθη νὰ τὸν ἀνατρέψῃ καὶ ἐπεκαλέσθη τὰ ἔθιμα. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τῶν τύπων, καὶ ὡς μέλος τοῦ Σώματος τούτου θέλω νὰ ἔχω σαφῆ ἀντίληψιν τοῦ τί θὰ συζητήσωμεν. Σύστασιν; Πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως; Ἐγὼ δέχομαι, ὅτι πᾶσα ἄλλη πρότασις εἶναι πρότασις, ἥτις ὅμως δὲν εἶναι πρότασις νόμου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Θὰ συζητήσωμεν γενικῶς περὶ ὁδοποιΐας; Διὰ ποῖον ἀντικείμενον; Ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν θὰ δύναται εὐχερῶς νὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ μίαν πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ζητῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τῆς δοθῇ τὸ δικαίωμα, εἴτε νὰ προκρίνῃ ἕνα τῶν συναγωνιζομένων, εἴτε νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν δημοπρασίαν. Διατί δὲν δέχεσθε τὴν λύσιν αὐτήν; Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί.
§89Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ πέντε δικηγόρους καὶ ἕνα μαθηματικόν. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὸ μαθηματικὸν μέλος, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, καὶ τὸν παρακαλῶ ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι συνηθισμένος νὰ σκέπτεται κατὰ τὸν πλέον θετικὸν τρόπον, ἐπειδὴ αὔριον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν μίαν σύμβασιν, λεγομένην τῆς ὁδοποιΐας, τὸν παρακαλῶ νὰ προσφέρῃ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, δηλαδὴ ἓν σχέδιον συμβάσεως καὶ τὰς ἐπ’ αὐτῆς γνωμοδοτήσεις τῶν ἁρμοδίων.
§90Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κατετέθη.
§91Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος σήμερον ὡμίλησε περὶ νέων ἐθίμων, τὸ πῶς αὐτός, κατὰ ποῖον ἀξιέπαινον τρόπον τιμῶντα καὶ αὐτὸν καὶ τὸ Κοινοβούλιον, ἐψήφισε τὴν σύμβασιν τῆς Οὔλεν. Διότι ἡ Οὔλεν ἐξωνυχίσθη, ὅσον οὐδεμία ἄλλη σύμβασις εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἶναι ἄδικον νὰ ἐπιρρίπτεται μομφὴ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἔκαμεν ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ ἐξονυχισθῇ ἡ σύμβασις εὐρέως. Ἀλλὰ κατὰ τὰ νέα ἔθιμα, τὰ ὁποῖα ὁ μὴ πολὺ νέος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει νὰ εἰσαγάγῃ, τὰ καινὰ δαιμόνια, ὄχι παρόμοια τῶν τοῦ Σωκράτους πρέπει νὰ ψηφίζωμεν τώρα τὰς συμβάσεις, καθ’ ὃν τρόπον ἐψηφίσαμεν τὴν Πάουερ, τὴν Φαουντέσιον καὶ δὲν εἰξεύρω ποίας ἄλλας. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶξις τιμῶσα τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ὅτι, παρὰ τὴν ἐξουσιοδότησιν ἣν εἶχεν, ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ νομίζω, ὅτι τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον δύναται ἀξιόλογα νὰ ἐπαρκέσῃ μέχρις αὔριον τὸ ἑσπέρας, νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ ἔχωμεν ἐδῶ τυπωμένα 286 ἀντίτυπα τῆς συμβάσεως.
§92Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ μιᾶς ἀποφάσεως δι’ ἔργον, τὸ ὁποῖον ὅλοι θέλομεν. Ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον αὐτό, καὶ μάλιστα μὲ τὴν μεγαλυτέραν δυνατὴν ταχύτητα. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἔργον εἶναι μέγα καὶ τὸ οἰκονομικὸν συμφέρον κολοσσιαῖον καὶ τὸ τεχνικὸν σοβαρόν, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσωμεν μετὰ προσοχῆς ἐξ ὅλων τῶν ἀπόψεων τὸ ἔργον αὐτό. Οὐδεὶς λοιπὸν διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δεχθῶμεν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς τύπους σημασίαν ἢ εἰς τὴν οὐσίαν; Εἶναι κρῖμα, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ ἀκολουθήσῃ τὰς ὁδούς, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ, νὰ χάνωμεν καιρὸν συζητοῦντες περὶ ἄρθρων καὶ παραγράφων τοῦ Κανονισμοῦ, διότι τίποτε ἄλλο δὲν θὰ κάμωμεν, παρὰ νὰ φέρωμεν τὸν κάματον εἰς τὴν Βουλήν, πότε, εἰς τὰ τελευταῖα, θὰ περάσῃ ἡ σύμβασις αὐτὴ χωρὶς νὰ πάρῃ κανεὶς εἴδησιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε, Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ μόνον τὸ ἔργον τῆς ὁδοποιΐας ἐν Ἑλλάδι. Πρόκειται νὰ γίνουν καὶ ἄλλα ἔργα, καὶ ἤδη προεκήρυξε διαγωνισμὸν ἡ Κυβέρνησις δι’ ἕνα ἔργον, τὸ μέγιστον ὅλων, τὸ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συνδυασθῇ μὲ τὰ ἔργα καὶ τῆς Θεσσαλίας, δηλ. ἔργα τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη θὰ φθάσῃ εἰς τὰ 40 ἑκατομ. δολλάρια. Ὅλα αὐτὰ θὰ περνοῦν ἀπὸ τὴν Βουλὴν λάθρα; Δὲν πιστεύω. Ἔχομεν συμφέρον, Κύριοι, ἐφόσον θὰ κάμωμεν διαγωνισμὸν νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἴμεθα εὐθεῖς ἄνθρωποι, ὅτι δὲν κάμνομεν πλαστοὺς διαγωνισμούς, καὶ ὅτι εἴμεθα ἀξιοπρεπεῖς· διότι ἐὰν δώσωμεν τὴν ἀντίθετον ἐντύπωσιν δὲν ζημιωνόμεθα μόνον ἠθικῶς ἀπέναντι τοῦ κόσμου ἀλλὰ καὶ ὑλικῶς. Οἱ σοβαροὶ ἄνθρωποι δὲν καταδέχονται νὰ εἰσέρχωνται εἰς ὄγκους οἰκονομικοὺς χωρὶς νὰ ἔχουν πεποίθησιν, διότι θὰ μᾶς μείνουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καὶ τὰ ἔργα δὲν θὰ ἐκτελέσουν ἀλλὰ καὶ περισσότερα θὰ μᾶς πάρουν. Πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ νὰ ἐργασθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἠμπορεῖ ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου αὐτοῦ μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ πρότασίς του, θὰ προκριθῇ τῶν ἄλλων. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐπίστευεν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν συμβάσεις καὶ νὰ περάσουν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ διατί νὰ τὰ κρύψωμεν; Καὶ ἡμεῖς ἀκόμη ἀμφεβάλλομεν περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ σύμβασις τῆς ὑδρεύσεως διὰ πρώτην φορὰν καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι ἂν ὑπάρχουν οἱ θέλοντες νὰ συζητήσουν διὰ μακρῶν καὶ νὰ ἐξονυχίζουν τὰ ζητήματα, ἔχουν ὅμως βαθεῖαν τὴν ἐπιθυμίαν ὅτι πρέπει νὰ γίνουν καὶ ἔργα εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ διὰ τοῦτο κατόπιν τοῦ τρομεροῦ ἐκείνου ἀγῶνος, μὲ ἀληθείας καὶ ψεύδη, ἦλθεν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ εἶπεν «ἀναγνωρίζομεν ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τίποτε καλύτερον» Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ὅτι δὲν περνοῦν συμβάσεις ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Ἴσως συμβαίνει, δυστυχῶς, τὸ ἀντίθετον. Λέγομεν: ὅ,τι θέλει ἂς γίνῃ. Αὐτὸ εἶναι καταστρεπτικὸν δι’ ἕνα Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καλὰ οἰκονομικά. Ὀφείλομεν, ὄχι μόνον νὰ παρακολουθῶμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ κάμῃ τὸ ὀρθόν. Δὲν πιστεύω ποτὲ μία Κυβέρνησις νὰ μὴ ἔχῃ τὴν φιλοδοξίαν νὰ κάμῃ τὸ καλύτερον καὶ δὲν πιστεύω ὅτι ἡ συζήτησις δὲν θὰ διαφωτίσῃ, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ καλύτερον τὸ ἐπιδιωκόμενον. Μὲ τὴν κρατικὴν μηχανὴν καὶ τοῦτο ἀπεδείχθη ἐπήραμε πολὺ στραβὸ δρόμο, καὶ ἐνῷ ζητοῦμεν ἑκατομμύρια λιρῶν, θέλομεν νὰ τὸ λύσωμεν ὑπὸ πνεῦμα ἀνταγωνισμοῦ, τὸ ζήτημα αὐτό. Κάμνομεν ὅμως πολὺ κακὸν εἰς τὸν τόπον οὕτω ἐκτελοῦντες. Ἐνθυμεῖσθε ὅταν ἐξήταζον ἐγὼ ὁ δυστυχὴς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο τῆς Οὔλεν, ἐπὶ ὁλόκληρον νύχτα ἐδῶ, ἐπὶ ἑπτὰ ὅλας ὥρας. Ἔλεγον τότε, ἐὰν θέλετε, Κύριοι, μία σύμβασις κολοσσαία, μὲ τόσα μεγάλα ζητήματα νὰ συζητῆται ὡς νομοσχέδιον ὑπηρεσιακὸν παρόντων 20 βουλευτῶν, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό. Καὶ ἔκαμα ἕνα ἀγῶνα πραγματικῶς ὄνειρον, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶχε, μὲ ὅλα αὐτά, τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀπέβησαν σπουδαιότατα. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὰ ἀναφέρω τώρα, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι διηυθετήθη τὸ ζητούμενον δάνειον, καὶ ἐγένετο ἡ σύμβασις μὲ τὸ τριμερὲς δάνειον. Ἀλλὰ ἡ σύμβασις ἐκείνη ἐπέρασε χωρὶς νὰ λάβῃ καλὰ–καλὰ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῶν λεπτομερειῶν, διότι δὲν εἶχε συζητηθῆ οὔτε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε πουθενά. Δὲν φρονῶ ὅτι τὸ ἴδιον πρέπει νὰ γίνῃ καὶ τώρα. Ἐδῶ τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις της, ὅτι θὰ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς διατί; Διότι ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ διαφωτίσῃ τὸ κοινόν, διατὶ οἱ μὲν ἐκ τῶν Ὑπουργῶν τῆς πρώτης Κυβερνήσεως ἐπέμειναν νὰ δοθῇ εἰς τὴν τάδε ἑταιρείαν ὁ δὲ Ὑπουργὸς ποὺ ἔφυγεν, εἰς τὴν ἄλλην. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐξετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις ἕνα σπουδαῖον καθῆκον, διότι ὁ λαὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ πῶς διαχειρίζονται τὰ ζητήματα αὐτὰ ὑπὸ τῆς ἐξουσίας, ὥστε διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον, νὰ μὴ ἀνησυχῇ καὶ νὰ ὑποθέτῃ ὅτι σπουδαιότατα συμφέροντά του ἔχουν παραβλαφθῆ. Δι’ αὐτὸ καὶ δὲν δέχομαι ποτέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει εἰς τίποτε ἄλλο, παραπέμψασα τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Νὰ γίνῃ λοιπὸν ἡ συζήτησις τιμίως, ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ γίνῃ αὕτη τιμίως καὶ εἰλικρινῶς, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μορφώσῃ ἀρτίαν τὴν γνώμην, πρέπει ὅλα τὰ διάφορα ἔντυπα, τὰ ἀφορῶντα τὴν σύμβασιν, ὅλα τὰ ἔγγραφα, ὅλα αὐτὰ νὰ δοθοῦν εἰς ὅλους τοὺς Βουλευτάς, διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ τὰ μελετήσουν, διότι εἶναι ἀστεῖον νὰ λέγεται ὅτι κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα αὐτά, ἐνῶ μερικὰ ἔγγραφα κατετέθησαν καὶ εἶναι δυνατὸν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ μεταβαίνουσα εἰς τὸ ἁρμόδιον Γραφεῖον νὰ τὰ μελετήσῃ. Δὲν εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν τοῦτο. Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, εἰλικρινῶς θέλωμεν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἡ Βουλή, πρέπει νὰ τυπώσωμεν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς πολλὰ ἀντίτυπα, νὰ διανεμηθοῦν ταῦτα πρὸς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, καὶ ἀφοῦ μελετηθοῦν ταῦτα, τότε νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι τότε θὰ καταστῇ αὕτη ἐνήμερος ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ θὰ ἀποφανθῇ ἀναλόγως, ἐπὶ τῇ βάσει πλέον γνωστῶν στοιχείων τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος ὅπερ καὶ ἀπασχολεῖ. Αὐτὸ ἄλλως τε ἐπιβάλλουσι καὶ ὅλοι οἱ κανονισμοὶ τοῦ κόσμου, καθ’ ὃν αὐτὸ καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ κατατιθέμενα εἰς τὴν Βουλὴν τυποῦνται πρῶτον καὶ παραπέμπονται ἔπειτα εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν καὶ ἔρχονται ἔπειτα εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία γνωρίζει περὶ τίνος πρόκειται καὶ ἀποφαίνεται ψηφίζουσα ἢ ἀπορρίπτουσα ταῦτα. Ἐὰν λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις εἰλικρινῶς ποθῇ ὅπως ἡ Βουλὴ δώσῃ ὀρθὴν γνώμην, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ λάβῃ αὕτη σαφῆ γνῶσιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως. Θὰ προσφέρῃ ἀληθῆ ἐξυπηρέτησιν εἰς τὸν λαόν, τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ τὸ καθῆκον της ἀπέναντι αὐτοῦ. Ἄλλως δὲν θὰ φέρῃ παρὰ σύγχυσιν, διὰ νὰ νομισθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν σύμβασιν ταύτην ἐνῷ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ τὴν ἔχει ἐγκρίνῃ. Αὐτὸς ἦτο καὶ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀπέσχον τῆς ψηφοφορίας, εἰς τὸ τεθὲν ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι πολὺ βλαβερὸν νὰ ψηφίζῃ τις εἰς ζητήματα ψήφου ἐμπιστοσύνης, χωρὶς νὰ ἔχῃ πλήρη γνῶσιν τοῦ τὶ ψηφίζει, ἢ νὰ ψηφίζῃ διότι οὕτως ἢ ἄλλως ἐσχημάτισε μίαν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς πράττει, ἐνῶ δὲν πράττει καλῶς. Δι’ αὐτό, ἀντὶ νὰ ψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπέσχον ἐπὶ 1½ ὥραν, ἐπῆρα τὸ καπέλλο μου καὶ κάθησα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ ἔτσι, οὔτε τὰς ἀρχάς μου ἠρνήθην, οὔτε τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω. Φρονῶ, συνεπῶς, κ. Βουλευταί, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν 3–4 ἡμέρες ἀκόμη ἐδῶ, νὰ περισυλλέξῃ ἡ Κυβέρνησις μὲ ὑπομονὴν ὅλα τὰ χαρτιὰ τῆς συμβάσεως καὶ νὰ τὰ φέρῃ ἐδῶ μαζὺ μὲ τὴν ἔκθεσίν της, καὶ ἐν γνώσει καὶ ἠρεμία συζητήσωμεν καὶ κανονίσωμεν ἓν τόσον μεγάλον ζήτημα καὶ ὄχι νὰ λύσωμεν τοῦτο βιαστικὰ καὶ νὰ μεταμελώμεθα κατόπιν πικρῶς δι’ ὅτι ἐπράξαμεν. Τὸ λεγόμενον ὅτι ἢ τώρα ἢ ἄλλως δὲν γίνεται ποτὲ ἡ ὁδοποιΐα, αὐτὸ εἶναι ὀλίγον αὐθαίρετον, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ πιστεύουν ὅτι ἐὰν ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα σήμερον θὰ ματαιωθῇ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἂς γίνῃ ἐὰν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν τεραστίας ζημίας εἰς τὸν λαόν. Ἐδοκίμασα ἐγὼ αὐτὴν τὴν πικρίαν, εἰς τὴν Φαουντέσιον, διότι βλέπω τώρα πόσα ἔλαβον χώραν μὲ τὴν σπουδὴν τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προληφθοῦν. Ἐφόσον λοιπόν, ἔχει ἀποφασισθῇ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, ἂς καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἥτις νὰ συνέλθῃ αὔριον νὰ κάμῃ μίαν μελέτην μίαν συστατικὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ μεθαύριον νὰ συνέλθωμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν τελειωτικῶς.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν. Δέχεται αὔριον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας;
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον εἰς τὰς 5 μ. μ. (Ὥρα 10.30′ μ. μ.)