1928.02.18
3,524 rows · 26,632 words · 127 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40Η
ΤΗΣ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.30 π. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε Πρόεδρε, μετὰ βαθυτάτης καὶ εἰλικρινοῦς θλίψεως ἤκουσεν ἡ Κυβέρνησις, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ἀναμφισβητήτως καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, τὸν θάνατον τοῦ διαπρεποῦς πολικοῦ ἀνδρός, τοῦ λόρδου Σ. Ὄξφορδ ἢ Ἄσκουϊθ. Ὁ μεταστὰς ὑπῆρξε μία τῶν μεγαλειτέρων φυσιογνωμιῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν, οὐχὶ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἐνδοτέρου πολιτικοῦ βίου τῆς ἰδίας αὐτοῦ πατρίδος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ διεθνοῦς δράσεως, καὶ ἐγγύτερον ἀκόμη, διότι συνεδέθη μετ’ ἐνδιαφέροντος ἡ δρᾶσίς του μὲ τὴν ρύθμισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ζητημάτων. Ἐν τῷ ἐσωτερικῷ βίῳ τῆς Πατρίδος Αὐτοῦ, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν διακυβερνήσας ταύτην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις παρέσχεν ἑαυτὸν ὑπόδειγμα ἐμφανὲς διαψεύσας τὸν θρύλλον, καθ’ ὃν ἡ πολιτικὴ δὲν δύναται τάχα νὰ συνδυασθῇ μετὰ τῆς ἀπολύτου εὐθύτητος. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν διεθνῶν σχέσεων ὑπῆρξεν ὁ κυβερνῶν τὰς τύχας τῆς πατρίδος αὐτοῦ, ὅταν ἐξερράγη ὁ μέγας πόλεμος, καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ θέσῃ εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς πάλης ὁλόκληρον τὸ βάρος τῆς Μεγάλης Βρεττανικῆς Αὐτοκρατορίας ἄνευ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς ὁποίας ἀλλοία βεβαίως θὰ ἦτο ἡ μορφὴ τοῦ κόσμου καὶ ἀλλοία ἡ τύχη τῶν λαῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν μικρῶν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τέλος τῆς Ἑλληνικῆς, δὲν δύναταί τις νὰ λησμονήσῃ ὅτι, ὅταν κατὰ τὰ ἔτη 1912–13 ἡ Ἑλλὰς διεξεδίκει τὰ ἐθνικὰ αὐτῆς δίκαια, συμπράττουσα εἴτε μεθ’ ὅλων τῶν Χριστιανικῶν Κρατῶν τῆς Βαλκανικῆς εἴτε μετά τινων ἐξ αὐτῶν ἐν τῷ δευτέρῳ πολέμῳ, καὶ ὅταν τὰ δίκαια ταῦτα ἐπρόκειτο νὰ κατακυρωθῶσιν ὁριστικῶς ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν τῆς Γῆς, ὁ Ἄσκουϊθ ὑπῆρξε πάντοτε πιστὸς θιασώτης τῶν μεγάλων ἰδεωδῶν, ἀλλὰ συγχρόνως δίκαιος καὶ εὐμενὴς κριτὴς τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων. Ἡ κυβέρνησις ἤδη ἐξέφρασε τὰ συλλυπητήρια αὐτῆς εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος καὶ κατέθεσε στέφανον ἐπὶ τῆς τετιμημένης σωροῦ αὐτοῦ. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ἤδη νὰ πράξῃ τὸ καθ’ ἑαυτήν.
§3Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ μερίς, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, ἐκφράζει τὴν μεγάλην λύπην τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται διὰ τὴν ἀπώλειαν πολιτικοῦ ἀνδρός, οἷος ὑπῆρξεν ὁ Μέγας Ἄσκουϊθ. Αἱ ἀρεταί, τὰς ὁποίας ἐξύμνησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῶσι παρ’ ἐμοῦ. Οὐχ’ ἧττον ὅμως δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ τὴν ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ἀπορρεύσασαν ὑπεράσπισιν τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων εἰς τὴν δοθεῖσαν περίστασιν περὶ ἧς ὡμίλησεν. Ἤμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῶν τιμῶν τὰς ὁποίας προέτεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος.
§4Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συμμεριζόμεθα καὶ ἡμεῖς τὴν λύπην, ἡ ὁποία κατέχει τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος διὰ τὴν ἀπώλειαν ἑνὸς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων φιλελευθέρων πολιτικῶν τῆς Ἀγγλίας. Εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, εἰπὼν ὅτι ἡ εὐθύτης ἦτο ἕνας ἐκ τῶν κυριωτέρων χαρακτηριστικῶν τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ. Ὁ Ἄσκουϊθ, καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος του καὶ εἰς τὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς διεθνοῦς, ὑπῆρξεν ὡμολογημένως ὁ ἄξιος Ἀρχηγὸς ὁ ἄξιος διάδοχος τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον ἐγνώρισεν ὡς Ἀρχηγὸν τὸν μέγαν τὸν ἀείμνηστον Γλάδστωνα. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι σύμφωνος νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅπως ἐκφράσῃ τὴν λύπην τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων καὶ τῶν Κοινοτήτων.
§5Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες, διετύπωσαν ἀσφαλῶς τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἀντιλήψεις ἡμῶν σχετικῶς μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ μεταστάντος. Δὲν ἀπομένει εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω ἄλλο τι παρὰ νὰ δηλώσω σαφῶς ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐγκρίνομεν πάντα τὰ μέτρα ὅσα ἐλήφθησαν καὶ ὅσα προὐτάθησαν νὰ ληφθῶσι διὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως συμμερίζεται τὰ αἰσθήματα ταῦτα καὶ θέλει μὲ ἐξουσιοδοτήσει νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην αὐτῆς καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, τῆς ὁποίας ἐτύγχανεν ἐπιφανὲς μέλος.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Χίου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας νὰ διατάξῃ τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους ὅπως μὴ εἰσπράττουν πιεστικῶς τοὺς φόρους. Ὁ Πρόεδρος ἐλαιοταμείων Λασσηθίου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐγκρίνῃ καὶ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν περὶ ὁδοποιΐας. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Κοκκινάκης καὶ Κ. Πολυχρονάκης καταθέτουν τηλ)μα τοῦ Συλλόγου αὐτοκινητιστῶν, Συνδέσμου μηχανικῶν αὐτοκινήτων Ἡρακλείου, Συνδέσμου ἐργατῶν λιμένος Ἡρακλείου, Συλλόγου ἰδιοκτητῶν κάρρων Ἡρακλείου, Προέδρου ἀνεγνωρισμένων σωματείων κλπ. διὰ τῶν ὁποίων παρακαλοῦν ὅπως μὴ ἀναβληθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας. Ἐπαγγελματίαι Πρεβέζης παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παραβλέψουν τὰ Ἠπειρωτικὰ συμφέροντα. Ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Πύργου διαμαρτύρεται διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Τελώνου Κατακώλου. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Σ. Ταλιαδοῦρος καταθέτει ψήφισμα τῶν Μακεδονομάχων ὁπλαρχηγῶν, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀμείψῃ αὐτοὺς ἱκανοποιητικῶς διὰ τὰς ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἐνεργείας των. Ὁ Σύνδεσμος τῶν κοινοτήτων περιφερείας Κιλκὶς διαμαρτύρεται διότι τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας διὰ λόγους οἰκονομίας προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἐν Κιλκὶς νοσοκομείου. Ἰδιοκτῆται καταστημάτων Κύμης διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ὁμοσπονδίας ἐπαγγελματιῶν Λαμίας ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα, δι’ οὗ παρακαλεῖται ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, τὴν κατάργησιν τοῦ αἰσχροδικείου καὶ ἄλλα τινά. Ὁ Πρόεδρος ἀκτημόνων καταστηματαρχῶν Φερρῶν παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως περὶ κατεδαφίσεως τῶν καταστημάτων μέχρι τέλους Ἀπριλίου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Βερροίας παρακαλεῖ ὅπως ἐγγραφῇ συμπληρωματικὴ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γεφύρας Κοκάνης. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Φ. Χριστοδῆμος καταθέτει τηλεγράφημα 34 γεωργικῶν συνεταιρισμῶν περιφερείας Τρικκάλων παρακαλούντων ἄμεσον ἔναρξιν ἔργων ὁδοποιΐας. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρείας Πρίβιτε Τρίνινταλ (Μπίτουμ) ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικὸν πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ὁδοποιΐας. Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Καρύστου διαμαρτύρεται διὰ τὰ κοινοποιηθέντα ἀποσπάσματα συνθετικοῦ φόρου 1919–25 ἀπὸ ὁλοκλήρου ἐννεαετίας. Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Αἰγίου ὑποβάλλει πρὸς τὴν Βουλὴν παράκλησιν ὅπως μειωθῇ τὸ φορολογικὸν ποσοστὸν καὶ ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων παρελθόντων ἐτῶν. Ὁ Πρόεδρος Νέας Ἀμησοῦ Δράμας διαμαρτύρεται διὰ τὴν παραχώρησιν ὑπὸ τοῦ γεωπόνου 30 στρεμμάτων βοσκοτόπου παρανόμως. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Φ. Χριστοδῆμος καταθέτει τηλεγράφημα τῆς Ἑνώσεως αὐτοκινητιστῶν Τρικκάλων παρακαλούντων τὴν ἔγκρισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς συμβάσεως περὶ ὁδοποιΐας. Ὁ Σύνδεσμος ἀναπήρων θυμάτων πολέμου Ἀχαϊοήλιδος υἱοθετεῖ τὴν πρότασιν νόμου «πόθεν ἔσχες». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ἀγγελόπουλος καταθέτει εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τῆς ὁμοσπονδίας τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν συλλόγων Πατρῶν, παρακαλούντων τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐπιλύσῃ τὰ αἰτήματά των, τὰ περιεχόμενα εἰς τὸ ὑπόμνημα τῆς συνομοσπονδίας τῶν ἐπαγγελματιῶν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ἀγγελόπουλος ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα τῆς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν συνταξιούχων παρακαλούντων ὅπως ἀποδοθοῦν αὐτοῖς τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ κρατήσεως ἀποδοχῶν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ συναδέλφων των λόγῳ συντάξεως. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις Κρήτης ὑποβάλλει τὸ κατατεθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ γενομένου συλλαλητηρίου ἐν Χανίοις πρὸς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν ἀντίγραφον ψηφίσματος. Τὸ Σωματεῖον τῶν καπνεργατῶν Ἀγρινίου παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διατάξῃ γενικὸν ἔλεγχον εἰς τὸ Τ.Α.Κ. καθὼς καὶ εἰς τὰ ὑποκαταστήματα δι’ ἐπιτροπῆς τὴν ὁποίαν θὰ ἐκλέξουν οἱ καπνεργάται. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαϊοήλιδος κ. Α. Στεφανόπουλος καταθέτει εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τῆς ὁμοσπονδίας ἐπαγγελματιῶν καὶ τῶν συλλόγων Πατρῶν αἰτουμένων τὴν διαγραφὴν τῶν ζητουμένων φόρων 1919–25. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων, ἡ Ἕνωσις ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἀθηνῶν, ὁ Σύλλογος Ἐμπορ. ὑπαλλήλων Ἀθηνῶν, ὁ προμηθευτικὸς συνεταιρισμὸς ἐδωδιμοπωλῶν Ἀθηνῶν, ἡ Πανελλήνιος ἕνωσις ἐφέδρων ὑπαξιωματικῶν, ὁ Ἐμπορικὸς σύλλογος ἐδωδιμοπωλῶν Ἀθηνῶν, ἡ Ἕνωσις ἐνοριτῶν Προφήτου Δανιήλ, ὁ ἐξωραϊστικὸς σύλλογος Θησείου καὶ ὁ συνοικιακὸς καλλωπιστικὸς καὶ φιλανθρωπικὸς σύλλογος Ἀεριόφωτος Καμπᾶ–Ροὺφ ὑποβάλλουσι πρὸς τὴν Βουλὴν ψήφισμα δι’ οὗ ἐκφράζουσιν τὰς εὐχαριστίας των εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ρυθμίσεως τῆς διοικήσεως τοῦ νοσοκομείου «Ἑλπὶς» καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως ἐπ’ αὐτοῦ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων». Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Φ. Μοσχούλας καταθέτει, 1) Τηλεγράφημα τῆς ἑνώσεως ἀναπήρων πολέμου Μεσσηνίας ζητούντων νὰ περιληφθῇ διάταξις ἐν τῇ συμβάσει ΣΠΑΠ ἐξομοιοῦσα τούτους πρὸς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοὺς διὰ τὸ τίμημα τῶν εἰσιτηρίων. 2) Τηλεγράφημα τοῦ φαρμακευτικοῦ συλλόγου Καλαμῶν δι’ οὗ ζητεῖται ἡ ψήφισις τοῦ φαρμακευτικοῦ νομοσχεδίου. 3) Τηλεγράφημα τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Γαργαλιάνων ἀποδοκιμαζόντων τὰς κατὰ τῆς ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης ἐνεργείας. 4) Τηλεγράφημα τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Καλαμῶν παρακαλοῦντος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις παράσχῃ εὐκολίας εἰς τὸν ἐμπορικὸν κόσμον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων καὶ 5) τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Μεσσήνης Πονηροπούλου καὶ τῶν Οἰχαλανδέων ζητούντων τὴν μὴ ἐπανάληψιν διαγωνισμοῦ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, διότι τοιαύτη ἐνέργεια θὰ ἐχρόνιζε καὶ θὰ ἐματαίου τὴν ἐκτέλεσιν τῶν. Οἱ κ. κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) καὶ Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ νομιμοποιήσεως δαπάνης γενικῆς διοικήσεως Θεσσαλονίκης». Ὁ κ. Ν. Βελέντζας (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8 Ἰουνίου 1926 «περὶ μεσιτῶν» καὶ τῆς 3 Αὐγούστου 1926 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8 Ἰουνίου 1926 «περὶ μεσιτῶν». Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ ὅτι κατήρτισεν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς σύνταξιν κανονισμοῦ λειτουργίας κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Μάρκου, Π. Πετρίδη, Β. Καραπαναγιώτη, Π. Εὐρυπαίου, Γ. Ἀθανασιάδη Νόβα, Π. Μερλοπούλου, Δ. Χατζίσκου, Φ. Δραγούμη, Σ. Στάη καὶ Π. Μαζαράκη. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Μαθᾶτσος, Π. Πολυχρονίδης καὶ Δ. Γαλανάκης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Αὐγούστου 1925 Ν. Δ. περὶ σειρᾶς ἀρχαιότητος ἀξιωματικῶν καὶ συμπληρώσεως τούτου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Δημάδης κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Βαλαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§10Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι σκόπιμον νὰ ἐξετάσωμεν ἐκ νέου, κ. Βουλευταί, κατὰ πόσον εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, βεβαιώσαντος τὴν Βουλὴν, ὅτι αἰτία τῆς πολιτικῆς κρίσεως, ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. Ἢ ἂν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, πάντως τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς πολιτικῆς κρίσεως, ἀλλὰ πραγματικὴ αἰτία ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ ἄλλων διαφόρων, κοινωνικῆς καὶ γενικῆς φύσεως ζητημάτων. Ἡμεῖς παρετηρήσαμεν, ὅτι, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, παρακάμπτουσα πάντα τὰ οἱαδήποτε κωλύμματα, προβῇ εἰς τὴν ρύθμισιν ζητημάτων γενικῆς φύσεως, λίαν ἐπειγόντων, αὕτη προεκάλεσε κρίσιν Ὑπουργικὴν καὶ ἐμφανίζεται σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς Κυβέρνησις, ἐστερημένη τῆς ἐπικουρίας ἑνὸς μεγάλου τμήματος τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως. Εἴχομεν λυπηθῆ πολὺ ὅτε εἴδομεν, ὅτι ἡ προσπάθεια τῶν ἀγώνων τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὅπως ἀνασχηματισθῇ ἡ Κυβέρνησις τῶν τεσσάρων ἀπέτυχεν. Ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται ἐνώπιον ἡμῶν ἀσθενεστέρα. Δι’ ἡμᾶς τοὺς δημοκρατικοὺς εἶναι δυσάρεστον νὰ βλέπωμεν ἓν τμῆμα μέγα τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως νὰ χάνῃ τὴν ἐπαφήν του μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν τὴν συνδρομήν του. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρξαν σημεῖά τινα, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς ἐπροξένησαν ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν, καὶ τοῦτο, διότι εἶναι ἀποτέλεσμα ἀγώνων τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἀγώνων συναδέλφων τινῶν. Θέλω ν’ ἀναφέρω τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποξηραντικῶν ἔργων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θεσσαλίας, τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισεν, ὡς εἶδον, ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν. Αἱ δηλώσεις τῶν διαφόρων Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς ὑπόσχεται, ὅτι τὴν φορὰν αὐτὴν τὰ μεγάλα αὐτὰ ἔργα θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς λύσεως καὶ δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ συγχαρῶμεν τόσον τοὺς Βουλευτὰς τῶν περιφερειῶν ἐκείνων, οἵτινες, κατὰ τὴν ἐκείνην γνώμην, κατώρθωσαν νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ εἶναι ἐπείγοντα, καὶ ὅτι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἠδύναντο πλέον ν’ ἀναμένωσι περαιτέρω τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἐπίσης ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν ἠσθάνθημεν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν ὅπως συντόνως ἐργασθῇ διὰ τὴν τύχην τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀνάγκην ὅπως μία ὥραν τὸ ταχύτερον κανονισθῶσι διὰ νὰ δυνηθῶσι καὶ οἱ συνάδελφοί μας πρόσφυγες νὰ συνεργασθῶσιν μεθ’ ἡμῶν ἀπερίσπαστοι πλέον εἰς τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς Χώρας. Μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ σήμερον δὲν φροντίζουσι περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ ὄγκος τῆς ἐργασίας τῆς ἀφορώσης τὴν ρύθμισιν τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, εἶναι τοσοῦτος, ὥστε δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι μένωσιν ἀπερίσπαστοι διὰ τὴν φροντίδα περὶ τῶν γενικῶν ζητημάτων τῆς χώρας. Κρίνω ὅλως περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν δηλώσεων, καὶ θὰ ἔλθω εἰς ἕνα ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔχει διπλῆν σημασίαν δι’ ἐμὲ, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. Ἄς μὴ νομισθῇ ὅτι πρόκειται νὰ ἐξετάσω τὰ ζητήματα τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἐκρίθη ἤδη γενικῶς ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ συζητηθῇ ἰδιαιτέρως καὶ δὲν θέλω, οὔτε δύναμαι, νὰ ἐπιβάλω ἀντίληψιν ἄλλην ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ἤδη, τόσον ἡ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ οἱ πλείονες τῶν κ. κ. συναδέλφων. Νομίζω ὅμως ὅτι αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἔχουσιν ἀνάγκην κάποιας διασαφηνίσεως. Πῶς θὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις; Καὶ λέγω τοῦτο, διότι πρὸ ὀλίγου ἀκόμη συνεζητήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄλλη σύμβασις, ἐπίσης σπουδαία, κατὰ τρόπον ὅλως διόλου ἀντικανονικόν. Τὰ μεγάλα ζητήματα δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ λεχθῇ ὅτι δύνανται νὰ λύωνται κατὰ τρόπον μὴ κανονικόν. Εἰς τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὡς ζήτημα συμβάσεως τῆς Ἑταιρείας τὴν ὁποίαν προέκρινεν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ κριθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐφόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἤδη ἀποκρυσταλλωμένην γνώμην ὑπὲρ ἑνὸς τῶν ἀναδόχων, θὰ φέρῃ τὴν σύμβασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θὰ ψηφίσῃ αὐτήν, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντος. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι τινὲς τῶν κ. Βουλευτῶν θὰ θελήσωσι νὰ παρελκύσωσιν ἢ νὰ ματαιώσωσι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Εἶναι τοῦτο δεδομένον, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δεδομένον, οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος ὅπως βραδύνῃ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Οὔτε δὲ τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ τόσον μέγα, εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ κατὰ τρόπον βασικόν. Ἐξ ὅσων ἐγνωρίσαμεν, Κύριοι Συνάδελφοι, ἐξ ὅσων ἀνεγνώσαμεν, ἐξ ὅσων ἠκούσαμεν, ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως, διότι ἄλλως ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἴδωμεν ἕνα μέγα μέρος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συναφθῇ, διατιθέμενον οὐχὶ πρὸς τὰ ἔργα τοῦ ἐδάφους ἀλλὰ πρὸς κατευθύνσεις ξένας πρὸς τὰ ἔργα, πρὸς ἔξοδα δηλ. γενικά, γραφικὰ καὶ λοιπὰ ἄλλα ἔξοδα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις περὶ τῶν ἔργων αὐτῶν, κατόπιν ὅμως συζητήσεως ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ προεκρίθη ἡ μέθοδος τοῦ διαγωνισμοῦ. Τί δὲ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, Κύριοι; Ὅτι μερικαὶ ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων ἐπερίσσευαν εἰς τὴν σύμβασιν αὐτήν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν τὰ ἑκατομμύρια ἦσαν 400 ἢ 700, ἀλλ’ ἦσαν ἑκατομμύρια ἀρκετά, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἔπρεπε νὰ προκαλέσουν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅταν θελήσητε νὰ μάθετε τίς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὁ ἀνάδοχος ὅτι ἐπερίσσευσαν τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ εἰς τὴν σύμβασιν ἐκείνην, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει ὑπῆρχον δικαιοῦχοι τινές, ξένοι πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, οἵτινες ἤδη παραιτοῦνται τῶν κερδῶν αὐτῶν. Ἡ συζήτησις λοιπὸν ἔφερεν ἕνα ὡρισμένον συγκεκριμένον κέρδος. Δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ μελετήσουν τὸν φάκελλον, θὰ γίνῃ ἀντιληπτόν, ὅτι ἐνδείκνυται καὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ ἅπαξ ἔτι τὸ ζήτημα, ἵνα ἴδῃ ποῖος εἶναι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκτελεσθοῦν τὰ ἔργα: μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀναλύσεως τιμῶν ἢ τὸ ζήτημα τὸ ἀπολογιστικόν;
§11Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§12Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι. Εἶπον, ὅτι δὲν θὰ συζητήσω τὸν τρόπον καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν.
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐπιτρέπετε; Βεβαίως καταντᾷ σχεδὸν δικαίωμα ἑκάστου Βουλευτοῦ, νὰ κρίνῃ, ἐὰν ὁ λόγος του εἶναι συναφὴς πρὸς τὸ θέμα τὸ συζητούμενον ἢ ὄχι. Λέγω καταντᾷ σχεδὸν δικαίωμα ἑκάστου βουλευτοῦ, διότι ἐὰν ὁ ἐντεταλμένος νὰ κρίνῃ τοῦτο, δηλ. ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θελήσῃ νὰ περιορίσῃ τὴν συζήτησιν ἐντὸς τοῦ θέματος, τινὸς ἐκ τῶν ἀγορευόντων βουλευτῶν, οὗτος θὰ διαμαρτυρηθῇ ὅτι καταπατεῖται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Καὶ οὐσιαστικῶς οὗτος ὁ ἀγορεύων εἶναι ὁ μόνος κριτής. Εἶσθε λοιπὸν ἐλεύθερος ἐὰν θέλετε, νὰ εἰσέλθητε εἰς λεπτομερείας. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο, μετὰ τὴν ρητὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ διονυχισθῇ, καὶ ἐπειδὴ ὅλοι εἴμεθα ἀρκετὰ ἤδη κουρασμένοι ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω, ἐὰν νομίζετε ὅτι δὲν παραβλάπτεται ἡ ὅλη ὑπόστασις τοῦ λόγου σας, νὰ ἀφήσητε ὅταν τὸ ζήτημα ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ φέρετε τὰς παρατηρήσεις σας τόσον περὶ τοῦ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ὑπὸ τὸν τύπον αὐτὸν ἔρχεται ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν ἢ ἐὰν ἑτέρα διαδικασία εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη, ὅσον καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Σᾶς τὴν ἐζήτησα ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω, διὰ νὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐὰν νομίζετε ὅτι δὲν παραβλάπτεται ἡ ὅλη ὑφὴ τοῦ λόγου σας, νὰ ἀφήσητε νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα τοῦτο ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἄλλωστε τοῦτο ἔπραξα καὶ ἐγώ, ἀποφυγὼν νὰ λάβω τὸν λόγον. Τοῦτο θὰ διευκολύνῃ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ.
§14Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἴσως ἡ Βουλὴ ἔσχε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι πρόκειται νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου Ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει πολλὰς ἀπόψεις καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἵνα ἐπ’ αὐτοῦ διευκολύνω τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ ὁμαλῶς καὶ κανονικῶς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διότι μοῦ ἔτυχεν, ὅτε ἤμην Ὑπουργός, νὰ ἀγωνισθῶ ἐπὶ ἑπτὰ ὥρας καὶ ὥρας πρωϊνὰς διὰ νὰ ἐπέλθουν μερικαὶ βελτιώσεις ἐπί τινος νομοσχεδίου.
§15Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἀγορεύσεις περὶ χωρισμοῦ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων καὶ τόσων ἄλλων. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις περιλαμβάνεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ ὁ ῥήτωρ ἐλεύθερος νὰ ὁμιλήσῃ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κανονίσῃ μόνος του ὁ ῥήτωρ τὴν ἀγόρευσίν του.
§17Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ἔχει καὶ μίαν ἄλλην ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνέπτυξα ὅτε συνεζητεῖτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἔχει τὴν ἄποψιν τὴν φορολογικὴν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προσέξωμεν, τὴν ἄποψιν τοῦ διοικητικοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον μέγα μέρος τῶν βουλευτῶν ἐπιζητεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφύγῃ ἡ φορολογικὴ ἄποψις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἓν δισεκατομμύριον δραχμῶν πρὸς τροφοδότησιν τῶν Ταμείων ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα κέκληνται νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ ἔργα αὐτά. Ἡ εἴσπραξις τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος διὰ τοὺς ἕλληνας πολίτας, διότι πρόκειται νὰ ἐνοικιασθῶσι οἱ φόροι αὐτοί, νὰ διασπαρῶσιν εἰς τὰς διαφόρους ὁδοὺς τῆς Ἑλλάδος ἐνοικιασταὶ τῶν φόρων, πρὸ τῶν ὁποίων θὰ εὑρίσκωνται ἀνυπεράσπιστοι οἱ διαβάται διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ τί ἔχουν νὰ πληρώσουν. Καὶ δι’ αὐτὸ εἴπομεν ἄλλοτε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ εἰς τὴν Βουλήν: Διατί, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁ νόμος τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἡ ὁποία εἶναι σύστημα πολὺ ἁπλούστερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σεῖς ἐπιδιώκετε νὰ καταρτίσητε καὶ λόγῳ τῆς ὀργανώσεώς της διαθέτει πόρους πολὺ περισσοτέρους ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους διαθέτουν τὰ Ταμεῖα καὶ τοὺς διαθέτει πολὺ ἐπιστημονικώτερον ἀπὸ τὰ ταμεῖα τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ δημιουργήσητε σεῖς, διατί ἐπιμένετε νὰ δημιουργῆτε τὰ ταμεῖα αὐτὰ καὶ δὲν βαίνετε εὐθὺς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς αὐτοδιοικήσεως, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε μὲ τόσην ἐπιμονὴν πολλὰ τμήματα τοῦ Κράτους τὴν ζητοῦσιν; Δὲν ἠθελήσατε τότε νὰ ἀκούσητε τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Τούτου ἕνεκα σήμερον δὲν θὰ ἐπιμείνωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ κάμωμεν εἶναι νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία παραμελεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὴν ψῆφόν μας. Δὲν θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν δυσκολίαν τινὰ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἔχομεν πεποίθησιν ἀκράδαντον ὅτι, ἄνευ τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἄνευ τῆς ἀποκεντρώσεως, εἶναι ἀδύνατον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀποκτήσῃ καλὴν διοίκησιν. Προσθέτω δ’ ἀκόμη, ὅτι οὐδὲ οἰκονομίας δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος φυσικὰ δὲν θὰ δυνηθῇ οὕτω νὰ ἰσοσκελισθῇ, ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τοῦτο τὸ διοικητικόν. Ἀπὸ τοῦ 1919 εἶχε καταρτισθῇ διὰ νόμου Ἐπιτροπὴ μὲ ὡρισμένην προθεσμίαν ὅπως συντάξῃ τοὺς κώδικας τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς Ἀποκεντρώσεως, ἵνα τεθῇ οὕτω τέρμα εἰς τὴν ἀσυναρτησίαν, ἡ ὁποία βασιλεύει ἐν τῷ Κράτει καὶ ἀπὸ νομοθετικῆς καὶ ἀπὸ ὑπαλληλικῆς ἀπόψεως. Καὶ ἀφοῦ, ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς ἀγῶνας καὶ μακροτάτας ἐργασίας, κατηρτίσθησαν τέλεια νομοσχέδια ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἔμειναν ταῦτα ἀνεφάρμοστα. Δὲν ὑπάρχει δὲ πρόθεσις οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐφαρμοσθοῦν, διότι διαρκῶς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται, διακρίνει ἡ ἀβουλία ὅπως ἐφαρμόσουν τὸ σύστημα αὐτό. Καὶ πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς, ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν διοικεῖται ὡς πρέπει ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία σήμερον δὲν εἶναι τόσον στενὴ ὅπως ἄλλοτε. Ἔχει 6½ ἑκατομμύρια κατοίκων, καὶ ἔχει πτωχοὺς πόρους, ἔχει δὲ ἔκτασιν ἀρκετὴν καὶ πληθὺν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ ἡ ἔκτασις αὐτὴ καὶ ἰδία ἡ ἔκτασις τῶν νέων Χωρῶν, εἰς τὰς ὁποίας καθ’ ἑκάστην δημιουργοῦνται καὶ ἐμφανίζονται διάφορα ζητήματα εἴτε κοινωνικά, εἴτε οἰκονομολογικά. Εἶπον τινές, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ αὐτοδιοίκησις ἐν Ἑλλάδι; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ αὕτη ἐφαρμοζομένη; Δὲν ἀποκρούω, κύριοι, ἀπολύτως τοὺς τοιαῦτα λέγοντας. Ἀλλὰ ἠξεύρετε πόθεν προέρχονται αἱ ἀμφιβολίαι αὗται; Προέρχονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως κυβερνητικοῦ προγράμματος. Καὶ ἂν ἀποτύχῃ ἡ αὐτοδιοίκησις, θ’ ἀποτύχῃ ἐκ πταίσματος τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον δὲν ἐκάλεσε τοὺς καταλλήλους νὰ ἐφαρμόσουν τὴν αὐτοδιοίκησιν. Τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντεταλμένα διὰ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς αὐτοδιοικήσεως δὲν ἦσαν εἰς τὸ ὕψος των. Οἱ ἐντεταλμένοι νὰ ἐφαρμόσουν τὴν αὐτοδιοίκησιν ἀπέβλεπουν μᾶλλον εἰς τὴν θεραπείαν εἴτε ἀτομικῶν εἴτε κομματικῶν τοπικῶν συμφερόντων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ λυθῇ τόσον εὐκόλως τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ θὰ χρειασθοῦν ἀγῶνες ἀλλὰ οἱ ἀγῶνες πρέπει ν’ ἀρχίσωσιν ἀπὸ τώρα ἵνα πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σωτήριον αὐτὸ διοικητικὸν σύστημα, καὶ θλίβομαι κυριολεκτικῶς, κύριοι, διότι βλέπω ὅτι εἰς τὰς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν κάμνει μνείαν περὶ τούτου. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία περιλαμβάνει δύο δημοκρατικοὺς Ὑπουργοὺς μεταξὺ τῶν μελῶν της, προερχομένους ἐκ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ὡς θεμελιῶδες αὐτοῦ ἄρθρον ἔθεσεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου, δὲν ἀναφέρει τίποτε εἰς τὰς δηλώσεις αὐτῆς περὶ αὐτοδιοικήσεως. Ὁσάκις δὲ ἐγένοντο ἐρωτήματα εἴς τινα τῶν ἁρμοδίων, διατί δὲν ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα αὐτό, ἐλήφθη ἡ ἀπάντησις, «διότι ἀπαιτοῦνται πολλὰ ἔξοδα». Δὲν ἀπαιτοῦνται πολλὰ ἔξοδα, Κύριοι. Ἀπαιτεῖται καλὴ θέλησις. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι, ὄχι μόνον δὲν ἀπαιτοῦνται ἔξοδα, ἀλλὰ θὰ γίνουν καὶ οἰκονομίαι τοσαῦται καὶ τοιαῦται ὥστε ν’ ἀνακουφισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος δὲν βαστᾷ πλέον τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὸν ἄνευ συστήματος καὶ ἄνευ μεθόδου. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε περισσότερον διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐχάρην δὲ πολὺ ἰδὼν σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ καταρτίσῃ νόμον, ρυθμίζοντα τὰ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Γενικῶν Διοικητῶν κατὰ τρόπον εὐρύτερον, ὥστε ἡ θέσις τῶν Γενικῶν Διοικητῶν νὰ δίδεται εἰς πρόσωπα διακεκριμένα καὶ ἱκανὰ νὰ ἐπιδιώξουν τὴν θέσιν Γενικῶν Διοικητῶν. Θὰ ἔχωμεν, συνεπῶς, σύντομα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό, δεδομένου ὅτι ἔχομεν ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνέταξε τὸν Ἀστικὸν Κώδικα ἦτο, καὶ προέρχεται ἀπὸ μέρη ἅτινα αἰσθάνονται βαθύτατα τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως. Ἕτερον παράπονον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις αὐτῆς, οὐδεμία μνεία γίνεται περὶ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν ληφθεισῶν διὰ τῆς μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Κράτους συμβάσεως τοῦ 1913. Ὡς γνωστὸν, τὸ 1914 συνεβλήθη τὸ Κράτος μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου αὐτῆς καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας, κατόπιν τοῦ ὁποίου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐξέδωκε διὰ λογαριασμὸν τῶν Νέων Χωρῶν γραμμάτια 80.000.000 χρυσῶν δραχμῶν. Αἱ ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῶν Νέων Χωρῶν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἀνάλογοι πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει καὶ διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Μία ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ἦτο νὰ παράσχῃ ἐνυπόθηκα δάνεια δηλ. νὰ δώσῃ ἀξίαν εἰς τὴν ἔγγειον ἰδιοκτησίαν τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐν τούτοις μὲ διαφόρους προφάσεις ἠρνήθη αὕτη νὰ παράσχῃ τοιαῦτα δάνεια καὶ διάφοροι Κυβερνήσεις — δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως — οὐδέποτε ἐσκέφθησαν νὰ θεραπεύσωσι τὸ ἄτοπον τοῦτο. Πρὸ ὀλίγου καιροῦ, μὴ δυνάμενος νὰ καταθέσω ἐπερώτησιν διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπέβαλον ἐμμέσως ἐρώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ τί σκέπτεται νὰ κάμῃ διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ προειδοποίησα, ὅτι μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θὰ καταθέσωμεν ἐπερώτησιν καὶ ἐὰν ἴδωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δώσει ἀκόμη τὴν σημασίαν ἡ ὁποία πρέπει εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, θὰ παύσωμεν πλέον παρέχοντες εἰς αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην μας. Τὴν ἀνάγκην, Κύριοι, τῆς παροχῆς ἐνυποθήκων δανείων ἰδίως εἰς τὰς βορείους ἐπαρχίας δὲν δύναται νὰ τὴν παρίδῃ τὸ Κράτος, διότι ἔχει ἀναλάβει δι’ αὐτὰς βαρυτάτας ὑποχρεώσεις ἀφοῦ διὰ νόμου ἀπηγόρευσεν ὀρθῶς, κατ’ ἐμέ, τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας εἰς ὡρισμένην ἀπόστασιν ἀπὸ τῶν συνόρων. Εἶπον ὀρθῶς καὶ ἐγκρίνω ὡς ὀρθὸν τὸ μέτρον. Ἀλλὰ τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἐπετέθησαν αἰφνηδίως ἐπὶ τῶν κατόχων τῶν ἀκινήτων αὐτῶν, κατόχων οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν νὰ χύσωσιν εἰς Θεσσαλονίκην τὸ αἷμα τῆς ψυχῆς των, ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέριμναν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρθῶσι, καὶ ἡ ἄρσις θὰ ἐπήρχετο καὶ θὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐξαναγκάσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ σπεύσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς συμβατικὰς ἃς ἔχει ἀναλάβῃ διὰ τῆς μετὰ τοῦ Κράτους συμβάσεως ἔναντι τῶν Ν. Χωρῶν. Θλίβεται κανείς, Κύριοι Βουλευταί, νὰ βλέπῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἵτινες ἐνεπλάκησαν εἰς τὴν παγίδα νὰ κτίσουν ἀκίνητα ἐν Ν. Χώραις καὶ νὰ πληρώνουν 20 καὶ 25% τόκον, καίτοι τελευταίως ἐγένετο δάνειον δύο ἑκατομ. λιρῶν εἰς τὴν Κτηματικήν, διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀπὸ τὰς ὁποίας οὐδεμία διετέθη διὰ τὰς Νέας Χώρας. Καὶ ὡς διατίθενται ταῦτα ἦσαν ψιχία τινὰ τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ διατίθενται μὲ τρόπον ἀπαίσιον καὶ ἀποκρουστικόν. Πρέπει νὰ κάμῃ κανεὶς διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἓν μικρὸν δάνειον, ὁλόκληρον ταξεῖδι, νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, νὰ ἱκετεύσῃ, νὰ συρθῇ μῆνας εἰς τὰ ξενοδοχεῖα καὶ τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τέλος πάντων ἓν ποσοστόν, πολὺ μικρὸν ἐπὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας ἣν ἔχει. Αἱ, λοιπόν, Κύριοι, ἐὰν τὰ ζητήματα αὐτὰ ἀφήνουν ἀσυγκινήτους τὰς Κυβερνήσεις τῶν Ἀθηνῶν, δὲν δύναται ταῦτα νὰ ἀφήσουν ἀσυγκινήτους ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι προερχόμεθα ἐκεῖθεν καὶ ἀντιλαμβανόμεθα βαθύτατα τὸν πόνον τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Τὰ ζητήματα ταῦτα, Κύριοι, ἐφόσον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, θὰ τὰ φέρωμεν κάθε ἑβδομάδα ἐνταῦθα, θὰ διαμαρτυρώμεθα καὶ ἐὰν ποτὲ συγκεντρωθῶμεν πολλοὶ θὰ διώξωμεν ἐντεῦθεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν εἶναι πλέον ἀνεκτὴ ἡ κατάστασις αὐτή. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον. Ἔθιξα τινὰ μόνον τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα κάμνουν τὰς Ν. Χώρας νὰ πονοῦν καὶ νὰ αἰσθάνωνται πικρίαν διὰ τὴν ἀδιαφορίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν ὅσα εἶπον, ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ διότι εἶναι δίκαιον, εἶναι ἔργον τιμῆς διὰ μίαν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ δι’ αὐτὰ ἐὰν ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ λέγῃ ὅτι διοικῇ τὸν τόπον. Ἐγώ, Κύριοι, ὡς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον, ὅτι ἐὰν τὰ ζητήματα αὐτὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ληφθῇ δι’ αὐτὰ μέριμνά τις ὑφ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ παράσχω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς αὐτήν, καὶ ἐπειδὴ καὶ τώρα μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία αὐτὴ σήμερον, δηλῶ ὅτι θὰ ἀρνηθῶ ψῆφον εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούσιος.
§19Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Παρηκολούθησα, κύριοι συνάδελφοι, ὅλους τοὺς προλαλήσαντας ἐν σχέσει πρὸς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ὅλοι οἱ μέχρι τοῦδε παρελθόντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν δύο πτερύγων καὶ ἐκπρόσωποι τῶν λοιπῶν πτερύγων τῆς Βουλῆς, εὑρέθησαν σύμφωνοι εἰς τὴν διατύπωσιν ἐκφράσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν νέαν Κυβέρνησιν. Ἡ ἔκφρασις αὕτη τῆς δυσπιστίας, τόσον προώρως διατυπουμένη ἐπὶ τῇ βάσει μόνον προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Βεβαίως δὲν περιμένετε νὰ ἀκούσητε διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ ἐμὲ τὸ πάγιον κοινοβουλευτικὸν δόγμα, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ σκέπτεται πάντοτε ὡς αὐριανὴ συμπολίτευσις, ὡς αὐριανὴ Κυβέρνησις. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ ταύτης, ὅταν φθάσῃ ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ μὴ εἶναι ἀσήμαντος, ἀριθμητικῶς ἢ ἠθικῶς, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ μίαν ὀντότητα, ἡ ὁποία νὰ θέτῃ εἰς κίνδυνον τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἀντιπολιτεύεται, πρέπει, πρὸ πάσης ἐκφράσεως ψήφου δυσπιστίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ σκεφθῇ ἂν εἶναι εἰς θέσιν αὕτη, ἡ σημερινὴ δηλαδὴ ἀντιπολίτευσις, συντελοῦσα εἰς τὴν ἀποχώρησιν ἐκ τῆς ἐξουσίας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, νὰ δημιουργήσῃ μίαν νέαν κατάστασιν, διευκολύνουσαν τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως φρονῶ ὅτι δὲν ἤχθησαν εἰς σκέψεις ὡρίμους καὶ ὁριστικὰς οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἦτο βεβαίως πολὺ διαφορετικὴ ἡ κατάστασις τῆς ἀντιπολιτεύσεως καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις παρουσιάσθη τὸ πρῶτον ὡς οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις στηριζομένη ἐπὶ τῆς παμψηφίας σχεδὸν τῆς Βουλῆς, ἐπίσης καὶ ὅταν παρουσιάσθη ὑπὸ τύπον εὐρυτέρου τοῦ σημερινοῦ συνασπισμοῦ, ὁπότε καὶ πάλιν ἡ κοινοβουλευτικὴ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἀναγκάζῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ ἄγηται ὑπὸ τοιούτων σκέψεων διὰ τὴν τύχην τῆς ἐπαύριον. Σήμερον ὅμως, ὁπότε ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζεται ὑφ’ ὃν τύπον καὶ ὑφ’ οἵαν Κοινοβουλευτικὴν ἐμφάνισιν εὑρίσκεται ἐνώπιόν μας, ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ ἔπρεπεν ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις ἢ τοὐλάχιστον ἡ συντηρητικωτέρα μερὶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ σκεφθῇ ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεῖπον, ὅτι πρέπει πρὸς παντὸς νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς ἐπαύριον. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεισοδιακῶς καὶ παρεμπιπτόντως συνεζητήθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν, νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσιν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον θέμα. Τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον εἴτε κατ’ ἐπίφασιν εἴτε καὶ κατ’ οὐσίαν ἐχρησιμοποιήθη ἢ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν μεταβολήν, τὴν προσωπικὴν μεταβολήν, τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν σημερινὴν ἐμφάνισιν αὐτῆς, θὰ συζητηθῇ ὅταν παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν λίαν προσεχῶς καὶ ἀπὸ κοινωνικῆς καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως. Τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακὸν νομίζω ὅτι παρέλκει νὰ συζητηθῇ, διότι ἐγνωρίσθημεν ἀρκετὰ μεταξύ μας, αἱ δὲ πεποιθήσεις καὶ αἱ ἀντιλήψεις ὅλων εἶναι γνωσταί, ὄχι μόνον ἀφ’ ὅτου συνήλθομεν ἐνταῦθα, ἀλλὰ πολὺ ἐνωρίτερον, κατὰ τοὺς διαδεχθέντας ἀγῶνας, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβῃ ἕκαστος τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀντίληψίν του. Ἕκαστος διατηρεῖ τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ, τὴν ἀντίληψίν του ἐπὶ τοῦ καλλιτέρου πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι προσήκει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ ἀντίληψις αὕτη εἶναι πάντως ὑποκειμενική, δύναται δὲ νὰ ἔχῃ καὶ μίαν ὄψιν ἀντικειμενικότητος ἀναλόγως τῆς ὀλιγωτέρας ἢ περισσοτέρας ἐπαφῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐρχόμεθα εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν κυρίαρχον Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν τὴν γενικὴν ἀρχήν, ὅτι τὰ πολιτεύματα δὲν εἶναι σκοπὸς ἀλλὰ μόνον μέσον ἐπιδιώξεως ἑνὸς καὶ μόνου σκοποῦ καὶ αὐτὸς ὁ εἷς καὶ μόνος σκοπὸς εἶναι ἡ εὐημερία τοῦ λαοῦ. Ἡ παροχὴ ψήφου ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους τῶν κομματικῶς προσκειμένων εἰς αὐτὴν μερίδων, εἶναι ἡ ἐκδήλωσις φανερᾶς ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία βεβαίως ἐπεβάλλετο, διότι ὅσοι ἀκολουθοῦν ἓν ὡρισμένον κόμμα μὲ τὸν ἀρχηγόν του καὶ τὰς ἀρχάς του, εἶναι ὑποχρεωμένοι, ἐφ’ ὅσον δὲν διαφωνοῦν καὶ δὲν ἀποχωρίζονται ἀπ’ αὐτοῦ καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ κόμμα των ἀντιπροσωπεύεται ἐν τῇ Κυβερνήσει, νὰ δώσωσι ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Δὲν εἶναι ὅμως ταυτόσημος τοιαύτη ψῆφος διδομένη ἀπὸ βουλευτὴν μὴ ἀνήκοντα ὀργανικῶς εἰς τὰ συμπράττοντα ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματα. Ἡ τοιαύτη ψῆφος θὰ εἶναι ἁπλῆ πίστωσις χρόνου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἥτις ἀνέπτυξε τὰς ἐπαγγελίας της, αἱ ὁποῖαι ὑπόκεινται ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐπαληθεύσεως. Εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτῶν, ὄχι μόνον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλὰ καὶ οἱ συμπολιτευόμενοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι διατηροῦσιν ἀκεραίας τὰς ἐπιφυλάξεις των καὶ τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωσιν ὅλα τὰ ὑποβαλλόμενα μέτρα (χειροκροτήματα). Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως θὰ ἤθελον νὰ συστήσω καὶ νὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν ὠργανωμένην ὁμόφρονα δεξιάν, καθὼς καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπίσης ὁμόφρονας μερίδας, νὰ ἀναθεωρήσωσι τὰς χθεσινὰς δηλώσεις των, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν, ἀλλὰ δὲν ἔχω καμμίαν ἀξίωσιν νὰ μὲ ἀκούσωσιν. Εἶναι ἐλεύθεροι νὰ πράξωσιν ὅ,τι θέλουν. Νομίζω, ὅτι τὸ κυριώτερον καθῆκον καὶ ἡ μεγαλυτέρα ὑποχρέωσις τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ εἶναι νὰ ἑρμηνεύῃ πάντοτε τὴν λαϊκὴν ψυχήν. Δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ ὑπὸ τὸ πλᾶσμα τῆς κυριαρχίας ἐμφάνισις ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ὅλοι γνωρίζομεν πῶς συνήθως κατορθώνομεν νὰ λαμβάνωμεν εἰσιτήριον καὶ νὰ εἰσερχώμεθα ἐνταῦθα. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐνταῦθα παρευρέσεως ἡμῶν εἶναι νὰ μὴ παύωμεν ἀδιαλείπτως νὰ ἐρχώμεθα εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν λαϊκὴν ψυχήν. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι βεβαίως τοῦτο πράττει, δὲν ἀποκλείω εἰς κανένα ἐκ τῶν συναδέλφων τὸ δικαίωμα νὰ νομίζῃ ὅτι ψηφίζων ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ δίδων ψῆφον ἀνοχῆς ἢ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, πράττει βεβαίως κατὰ συνείδησιν. Νομίζω ὅμως ὅτι ὑποχρεοῦμαι νὰ ἑρμηνεύσω κατὰ ὑποκειμενικὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν, ὅτι ἡ σημερινὴ ἀξίωσις τῆς λαϊκῆς γνώμης εἶναι νὰ μὴ μεταβῶμεν, ἔστω καὶ ἀπὸ τοῦ κακοῦ εἰς τὸ χεῖρον. Ἐὰν παρακολουθήσωμεν, Κύριοι, τὰς λαϊκὰς τάξεις, πῶς σκέπτονται, πῶς ἐργάζονται, πῶς ἀντιμετωπίζουν τὰς σημερινὰς δυσκολωτάτας περιστάσεις, ἐὰν δὲν περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ἐπίσημον ἐμφάνισίν μας ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μας ἢ ἐν γένει τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ εἰς τὰς ἀγορεύσεις, τὰς ὁποίας κάμνομεν συνήθως ἐκ τῶν ἐξωστῶν καὶ ἀπὸ τραπέζης, μεταξὺ τυροῦ καὶ ἀχλαδίου, ἐὰν θελήσωμεν νὰ παρακολουθήσωμεν εἰς ἰδιαιτέρας συνεντεύξεις καὶ ἰδιαιτέρας συνομιλίας τὴν λαϊκὴν ψυχήν, θὰ ἴδωμεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται σήμερον νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ συγκρατήσωμεν μίαν κατάστασιν, τῆς ὁποίας τυχὸν ἐξαφανιζομένης ἐπαπειλεῖται τὸ χάος. Ὅταν κοινοβουλευτικῶς μὲν δὲν ἔχωμεν ἑτοίμην μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία νὰ παρουσιάζῃ τὸ ἐχέγγυον ἀναπληρώσεως τῆς ὑπὸ κρίσιν σημερινῆς Κυβερνητικῆς ἐμφανίσεως, ἐξωκοινοβουλευτικῶς δὲ ἐπίσης βλέπομεν κερδίζοντας ἔδαφος διὰ δημοκοπιῶν καὶ δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν ζητήματα, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πᾶν ἄλλο ἐπαγγέλλονται παρὰ τὴν ὀρθοπόδισιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν ὅλα αὐτὰ τὰ σκεφθῶμεν ὡς γνήσιοι λαϊκοὶ ἀντιπρόσωποι καὶ ὄχι ὡς βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς ὡρισμένα κόμματα καὶ ὡς ἀνεξάρτητοι, ὡς ὁ ὁμιλῶν τοιαύτην στιγμὴν, τότε πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πολὺ σοβαρῶς, νὰ μὴ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ ἐντυπώσεις τῆς στιγμῆς ἢ ἀπὸ ὑποχρεώσεις ἀνειλημμένας ἕνεκα τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔτυχε νὰ ἔχωμεν εἰσελθόντες εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν κατάστασιν σκεπτόμενοι σοβαρῶς ὅτι πᾶσα χειροτέρευσις δὲν θὰ βλάψῃ μίαν μόνην μερίδα τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν θὰ βλάψῃ τὴν μερίδα μόνον τοῦ λαοῦ ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν σημερινὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ θὰ προκαλέσῃ νέον χάος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου μόλις ἐξήλθομεν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁμιλῶν καὶ μὴ θέλων νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον, διότι εἶναι ἤδη λίαν γνωσταὶ αἱ γενικώτεραι ἀντιλήψεις μου περὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων τὰ ὁποῖα διαιροῦν τὰς δύο παρατάξεις, περιορίζομαι εἰς τοῦτο καὶ μόνον, νὰ δηλώσω ὅτι δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἀρνηθῶ μίαν πίστωσιν χρόνου πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὴν πλήρη ἐπιφύλαξιν νὰ παρακολουθήσω ὅλην τὴν δρᾶσιν της καὶ νὰ ζητήσω τὴν συνδρομὴν ὄχι μόνον τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀλλὰ καὶ τῆς συμπολιτεύσεως ἵνα συντελέσωμεν ὥστε, κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐπαγγελιῶν της, νὰ εἶναι αὗται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἐπωφελεῖς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§20Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Μετὰ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ ἐκάλυπτε τὸ τεράστιον ἔλειμμα τῶν δύο δισεκατομμυρίων 800 ἑκατομμυρίων δι’ οἰκονομιῶν καὶ ἄλλων μέσων, ἔπαυσα νὰ πιστεύω εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις πάσης Κυβερνήσεως. Ἄλλωστε πρὸς τὴν μεγάλην πλειονότητα τῶν δηλώσεων διαφωνῶ. Προεῖδον πρὸ ὀκταμήνου, καταψηφίζων τὴν Κυβέρνησιν, ἐγὼ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς καὶ ὀστοῦν ἐκ τοῦ ὀστέων τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως, προεῖδον, λέγω, ὅτι θὰ ἐπήρχοντο σήμερον τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μὲ ἐπαληθεύουν καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ἓν κεφάλαιον τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, τὸ ὁποῖον θέλω ἐξετάσει εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι πολὺ τολμηρόν, Κύριε Πρόεδρε, εἰς ἕνα βουλευτήν, μὴ κάτοχον τῶν φακέλλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ μάλιστα, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰ στοιχεῖα τὰ ἀπαιτούμενα, ἵνα κατανείμῃ εὐθύνας διὰ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν μιᾶς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ παρεμπιπτόντως θὰ ἀναφέρω ὅτι πρὸ ἑνὸς μηνὸς περίπου ἐζήτησα τρεῖς φακέλλους τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν τῶν Γαλλικῶν, τῶν Ἀγγλικῶν καὶ τῶν Ἀμερικανικαὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅμως δὲν εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.
§21Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Πρώτην φορὰν λαμβάνω γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Θὰ ἐρωτήσω τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν. Ἔχω δηλώσει ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν οὔτε εἰς οὐδεμίαν ἄλλην, οὐδέποτε κατετέθη ὁλόκληρος φάκελλος διαχειρίσεως ἐξωτερικῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῇ δηλώσει οἱουδήποτε βουλευτοῦ. Βεβαίως ὑπάρχει ἡ μέθοδος τοῦ νὰ ἀποσπάσῃ τις διάφορα ἔγγραφα ἀβλαβῆ κατὰ τὴν κρίσιν του καὶ νὰ τὰ παραδώσῃ εἰς τὸν ζητοῦντα βουλευτὴν μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐπιστροφῆς, ἀλλ’ ἡ μέθοδος αὐτὴ θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι θὰ κατηγορηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι μετῆλθεν εἰρωνείαν καὶ διακωμώδησιν, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ ζητοῦντος Βουλευτοῦ ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ. Φρονῶ ὅτι, ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλὰ καὶ πᾶς ἄλλος ὅστις θὰ μὲ διαδεχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν δύναται νὰ ὑποκύψῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν.
§22Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἐπομένως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταμερίσω εὐθύνας ἐπὶ τῆς Ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἐσχάτως, αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Τουρκίας εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ εὐχάριστοι, καὶ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων ὁμιλιῶν μας ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὸ κόμμα του, πόσην μεγάλην σημασίαν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔδιδα εἰς τὰς φιλικάς, πολὺ φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Τουρκίας, ὄχι μόνον διότι διακινδυνεύουν τοσαῦται περιουσίαι καὶ συμφέροντα, ἀξίας δισεκατομμυρίων ἐν Τουρκίᾳ, ὄχι μόνον διότι διακινδυνεύουν ἐθνολογικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα οὐδένα λόγον εἶχεν ἡ Τουρκία νὰ θίξῃ, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ μετὰ τῆς Τουρκίας συναγωνισμὸς εἰς τὴν ναυτικὴν παρασκευὴν θὰ ἔχῃ δυσάρεστα ἀποτελέσματα ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, εἰς ὄφελος τρίτων. Ἀμφότεραι ἑπομένως αἱ δυνάμεις ἔχουν συμφέρον νὰ μὴ συναγωνίζωνται ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην, ἐπ’ ὠφελείᾳ τρίτων, διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευάς. Προσέτι τοῦτο εἶχον νὰ εἴπω, ἁπλῶς θεωρῶν τὰ γεγονότα καὶ μὴ καταμερίζων οὐδεμίαν εὐθύνην, διότι δὲν ἔχω καὶ δικαίωμα, ὅτι ἡ πολιτεία τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας δὲν εἶναι τόσον ἐγκάρδιος, ὅσον ἦτο εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν. Προβλέπω ἑπομένως ἐντεῦθεν μεγάλας ζημίας καὶ ὑλικῶς καὶ διπλωματικῶς. Προβλέπω ἀκόμη θετικὴν ζημίαν κατακυρώσεως εἰς βάρος μας τοῦ θωρηκτοῦ «Σαλαμίς», τὸ ὁποῖον, ἐπιτρέψατέ μου, νὰ παραβάλλω πρὸς τὸν σιδηρόδρομον Ἀττικῆς. Ἀφ’ ἑτέρου μὲ ἐχαροποίησε τὸ γεγονός, ὅτι αἱ μετὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως σχέσεις ἡμῶν εἶναι ἐγκάρδιοι, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ βάσις τῶν σχέσεων αὐτῶν θὰ εἶναι ἡ διατήρησις, ὁπωσδήποτε, ἀθίκτου τοῦ Βαλκανικοῦ Συμφώνου καὶ τῶν συνθηκῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ὥστε αἱ σχέσεις ἡμῶν αὗται, νὰ μὴ παρεξηγοῦνται ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, διότι τότε ἡ βλάβη θὰ εἶναι μεγαλυτέρα. Μετὰ ταῦτα θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ἀφορώσας ἐν γένει τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην—καὶ αὕτη ὑπῆρξεν ἡ ριζικὴ ἀφορμή, διὰ τὴν ὁποίαν πρὸ ὀκταμήνου περίπου κατεψήφισα τὴν Κυβέρνησιν—ποτὲ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθῇ πολιτικὴν τοιαύτην, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἓν δάνειον συναπτόμενον μὲ τόκον 8% ἐξοφλητέον εἰς 40 ἔτη, ἵνα ἐξοφληθῇ χρειάζεται ἄθροισμα τοκοχρεωλυσίου τὸ τριπλάσιον τοῦ πράγματι χρεουμένου ποσοῦ. Ἑπομένως, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν πολιτικὴν δανείου, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν ἀντοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Ὑπελόγισα ὅτι θὰ δαπανήσωμεν 15 ἑκατομμ. λιρῶν, ἵνα ἔχωμεν ἓν 12% ἕως 15% τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους· ἑπομένως εἰς τὸ μέλλον, ἡμεῖς καὶ τὰ παιδιά μας, θὰ καταστῶμεν ἀνίκανοι νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ὁδικόν μας δίκτυον. Αὐτὴ ὅμως ἦτο καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τοῦ καθεστῶτος τῆς δικτατορίας. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ γίνωνται δάνεια, ἐκτὸς ὅταν ὑπάρχει τὸ λίαν ἐπεῖγον, ὅταν κηρύσσεται αὔριον πόλεμος καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν βραδύτερον τὴν εὐκαιρίαν συνάψεως δανείου ἢ λόγοι δημοσίας οἰκονομίας καὶ ἀσφαλείας ἢ ὅταν λόγοι ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέρας ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων ἤθελον ἀπαιτήσῃ τοῦτο. Προσέτι, δεύτερος ὅρος εἶναι ὅτι πρέπει τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον γίνεται διὰ δανείου, νὰ ἀποδώσῃ ἀμέσως ἅμα τῷ πέρατι αὐτοῦ τὸ ἀναγκαῖον ποσόν, διὰ τὸ τοκοχρεωλύσιον τοῦ δανείου. Τὸ ἔργον δὲ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ὠφέλιμον, ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίου ὠφελείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίων οἰκονομικῶν. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικόν, τὸ ὁποῖον πρέπει ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ θεωρήσῃ ὅτι πράγματι εἶναι ζήτημα ὅπερ ὁλοκληρωτικῶς καὶ ταχέως πρέπει νὰ λυθῇ. Καὶ διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου ὑπενθυμίζω μίαν ὁμιλίαν μου, λαβοῦσαν χώραν εἰς μίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τοῦ ἑνὸς ἑκατοστοῦ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν (ἱλαρότης) ἔλεγον ὅτι, διὰ νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ προσφυγικοῦ προβλήματος, πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν καλύτερον πραγματικὸν τρόπον, τὸν μαθηματικὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. Οἱ πρόσφυγες εἶναι ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ἐὰν ὑποθέσετε ὅτι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν δαπανᾷ καθ’ ἑκάστην μόνον ἕνα καρβέλι ψωμὶ ὅσον χρειάζεται δηλαδὴ διὰ νὰ μὴ πεθάνῃ ἐκ πείνης, ἔχομεν δεκαπέντε ἑκατ. δραχμῶν ἡμερησίως διατιθέμενα εἰς τὴν κυκλοφορίαν τῆς ἀγορᾶς. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχιναύαρχος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου μειδιᾷ· πῶς ἕνας ναύαρχος δύναται νὰ γίνῃ οἰκονομολόγος (ἱλαρότης καὶ χειροκροτήματα). Δέκα πέντε λοιπόν, ἑκατομμύρια δραχμῶν ρίπτονται ὑπὸ τῶν προσφύγων εἰς τὴν ἀγορὰν καθ’ ἑκάστην. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μὲ διορθώσῃ ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη, πράγματι, παραδέχεται ὅτι περὶ τὰ 20% ἐξ αὐτῶν εἰσρέουν εἰς τὸν—ἄς μοι ἐπιτραπῇ ἡ λέξις—κουρβανᾶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν αὔξησιν προσόδων τοῦ Δημοσίου, ὄχι τῆς δημοσίας οἰκονομίας, πλέον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων καθ’ ἑκάστην, ἤτοι 1.100.000.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Φαντασθῆτε ἄν ἀποκαταστήσωμεν τοὺς πρόσφυγας ταχέως καὶ ἀθρόως, καὶ ἄν τοὺς εἴχομεν ἀποκαταστήσει ἀπὸ καιροῦ, ὥστε, ἀντὶ νὰ μᾶς δίδουν 1.100.000.000 τρώγοντες 10 δραχ. τὴν ἡμέραν, ἦτο δυνατὸν νὰ πάρουν καὶ ἕνα πακέττο καπνό, τὸ ὁποῖον δίδει 8 δραχμὰς φόρον εἰς τὸ Δημόσιον! Ἑπομένως ἐκ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν ἐγώ, ὁ μαθηματικῶς καὶ ὄχι νομικῶς σκεπτόμενος πάντοτε, συνήγαγον τὸ συμπέρασμα, τὴν γρανιτώδη πεποίθησιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει διὰ τὴν Ἑλλάδα πλουτοπαραγωγικώτερον ἔργον, ὑπὲρ πᾶσαν Φαουντέσιον, ὑπὲρ πᾶσαν Πάουερ, ὑπὲρ πάντα Στρυμόνα, ὑπὲρ πᾶσαν ὁδοποιΐαν, ὑπὲρ πᾶσαν σταθεροποίησιν δραχμῆς, ὅσον ἡ ταχεῖα προσφυγικὴ ἀποκατάστασις. Τὰ 1.100. ἑκατ. τὰ ὁποῖα εἰσφέρουν οἱ πρόσφυγες εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀντιπροσωπεύουν, κ. Πρόεδρε, ὑπὸ τοὺς βαρεῖς ὅρους τοῦ προσφυγικοῦ δανείου τοκοχρεωλύσιον νέου δανείου περὶ τὰ 40.000.000 λιρῶν. Ἑπομένως, ἐὰν ἦτο δυνατόν, πρὶν ἢ ἀναλάβωμεν τὰς ὑποχρεώσεις νὰ συνάψωμεν ἓν δάνειον, τὸ δάνειον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος πρώην Ἀρχηγός μου, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν, εἰς τὸ θαυμάσιόν του πρόγραμμα καὶ εἰς τὸν θαυμάσιον ἀπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεώς του, τοῦ ὁποίου ἐγὼ μόνος παρέμεινα θιασώτης καὶ αὐτὸς τὸν ἀπηρνήθη ἄν εἰς τὴν θαυμασίαν ἐκείνην, ἀληθῶς, περίοδον τῆς πρωθυπουργίας του εἶχεν αὐτὰς τὰς ἀρχάς, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἦτο γεγονὸς ἡ λύσις, ἡ ταχεῖα, τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος, διότι θὰ εἶχεν ἐκδοθῇ μέγα δάνειον ἐπὶ ἐνεχύρῳ Μουσουλμανικῶν κτημάτων καὶ διὰ διαφόρων ἄλλων συνδυασμῶν δὲν θὰ ὑπῆρχε πρόσφυξ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εἶχε ἕνα μαγαζί, ἕνα γραφεῖον ἕνα χωράφι ἢ ἕνα κεφάλαιον. Ἀλλὰ μοῦ ἐτέθη μία ἀντίρρησις ἀπὸ ἐδῶ πλησίον. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σταματήσω. Μόνον οἱ ἀγρόται οἱ ὁποῖοι, εὐτυχῶς ἀποκατεστάθησαν, δίδουν πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἀνέφερα καὶ ὑπολογίζω ὅτι ηὔξησεν ἡ ἐθνική μας παραγωγὴ κατὰ 40%, καὶ τονίζω ὅτι ἐκ τῶν 9.000.000 λιρῶν, τὰ ὁποῖα εἰσάγομεν εἰς συνάλλαγμα μόνον ἐκ τοῦ καπνοῦ τὰ 4.000.000 τουλάχιστον λιρῶν εἰσάγονται χάρις εἰς τὰς προσφυγικὰς χεῖρας. Ὁ ἀξιότιμος, λοιπόν, κ. Συνάδελφος μὲ διέκοψε καὶ μοῦ εἶπεν: Τί νὰ τὸν κάνω τὸν ἀστὸν καὶ ἂν ἔχῃ 50 χιλιάδες δραχμὰς εἰς τὴν τσέπη του, ἢ ἂν ἔχῃ μαγαζί, ἢ γραφεῖον; Θέλετε νὰ κερδίζῃ τὸ πολύ, κ. Συνάδελφε, 1000 δραχ. τὸν μῆνα, ἔστω 900; Θὰ ἔχῃ δραχ. 30 τὴν ἡμέραν. Ἂν ὅλοι οἱ πρόσφυγες κερδίζουν 30 δραχ. τὴν ἡμέραν, ἔχομεν 45 ἑκατομ. εἰς τὴν Ἀγοράν; Ἡ ἀπόδοσις εἰς τὸ Δημ. Ταμεῖον θὰ εἶνε 13 ἑκατομ. ἡμερησίως. Εἶναι, λοιπόν, ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων τὸ παραγωγικώτερον ἔργον διὰ κάθε Κυβέρνησιν. Καὶ ἀπορῶ πῶς ὅλαι αἱ οἰκονομικαὶ ἐξοχότητες τῆς Εὐρώπης, αἱ ὁποῖαι ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, πῶς οἱ μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Εὐρώπης θεωροῦν ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερον βάρος εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν προσφυγιάν, αὐτήν. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἀπεκόμισα τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἂν τυχὸν ἦτο δυνατὸν ὁ πατριωτισμὸς αὐτοῦ τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου τῶν προσφύγων τοὺς ἐπιτραπῇ νὰ ἀποδημήσουν ἐκ νέου ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ἔπιπτε λιπόθυμος ἡ Ἑλλάς. Θὰ ἦτο τὸ δεινότερον τραῦμα τοῦτο τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Τουρκία νὰ καταφέρῃ καθ’ ἡμῶν, τὸ νὰ εὕρουν δηλ. πλήρη ἐλευθερίαν καὶ πλήρη ἀσφάλειαν οἱ πρόσφυγες καὶ νὰ παλιννοστήσουν εἰς Μ. Ἀσίαν. Ἄλλο τρανὸν παράδειγμα τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων ὑπ’ ἐμοῦ, εἶναι τὸ μέγιστον τραῦμα τὸ ὁποῖον ὑπέστη ἡ δημοσιονομία τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας ἐκ τῆς ἀναχωρήσεως τῶν προσφύγων. Εἶναι ἡ ἀπόδειξις διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς. Μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων ἐθεώρουν ὅτι τὸ κυριώτερον ἔργον ἦτο ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τοῦ Στρυμόνος καὶ τοῦ Ἀξιοῦ, καὶ μετὰ ταῦτα τίποτε ἄλλο. Ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων καὶ στόπ ἐπί τινα καιρόν. Μετὰ ταῦτα τὰ ἔργα τοῦ Στρυμόνος· ἔπειτα πάλιν στόπ ἐπί τινα καιρόν. Ἐπομένως κ. Πρόεδρε ὅταν εἶδον ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ δὴ ὁ πρὸ ὀλίγου καιροῦ πολιτικός μου διδάσκαλος, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Συντηρητικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἐξετροχιάσθη ἐντελῶς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, περὶ τῆς ὁποίας εἶχα στερεώσει βραχώδεις πεποιθήσεις, ἀπεσχίσθην. Δυστυχῶς δὲ πολὺ φοβοῦμαι πλέον μὴ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνετέλεσε νὰ ἐκτροχιάσῃ καὶ τὸν κ. Μιχαλακόπουλον, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ μυστικοσύμβουλος αὐτοῦ, ἀξιότιμος κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐγενόμην, κ. Πρόεδρε, ἀπολωλὸς πρόβατον, (γέλωτες) Καὶ μ’ εὑρῆκεν ἡ Δημοκρατία εἰς τὸν δρόμον καὶ μὲ ἠρώτησεν «quo vadis»! Μήπως θέλεις νὰ ὑπάγῃς πρὸς τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων; Θὰ σκοντάψω ἀπὸ τὴν ταχύτητα τῆς προόδου. Μήπως θέλεις εἰς τὸ Προλεταριᾶτον τῆς Δημοκρατίας; (γέλωτες). (Χειροκροτήματα). Καὶ μὲ ἐπῆρε κ. Πρόεδρε, ἕνας βιοπαλαιστὴς καὶ μὲ ἐπῆγεν ἐπάνω εἰς τὴν Πνύκα. Ἐγὼ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς Δημοκρατίας, τὴν ὁποίαν ἐνεσάρκωσεν ὁ ἀρχαῖος Περικλῆς ἀφ’ ἑνός, ὡς ἐκπρόσωπος μιᾶς μεγάλης καὶ θαυματουργοῦ ἰθυνούσης τάξεως, ὡς ἐκπρόσωπος ἰδίως μιᾶς Δημιουργοῦ ἰδεολογίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, παρὰ κάτω ἀπὸ τὴν Πνύκα, ὁ Κλέων, ὁ βυρσοδέψης. Καὶ ἐκεῖ ἐνεσάρκωσα εἰς τὴν ἐμὴν συνείδησιν καὶ μόνον, διότι δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ διδάσκω, ἐνεσάρκωσα ἐν τῇ ἐμῇ καὶ μόνῃ συνειδήσει τὴν εἰκόνα τῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐδῶ εἰς τὴν πατρίδα μας εἰς ἀπόστασιν ἑνὸς χιλιομέτρου ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης. Καὶ εὔχομαι ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ εὐγενεστέρου αὐτοῦ τῶν πολιτευμάτων, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπον καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσσίας, ὅτι δὲν περιμένομεν νὰ μᾶς διδάξητε σεῖς τὴν Δημοκρατίαν· τὴν ἠξεύρομεν καλὰ πρὸ 3,000 καὶ πλέον ἐτῶν, διότι ἐγεννήθη εἰς τὴν πατρίδα μου. Εἶναι Ἑλληνικὸν προϊὸν ἡ Δημοκρατία. Ηὐχόμην, λοιπόν, ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ Δημοκρατίας ἡ ὁποία ν’ ἀναγράψῃ ἐπὶ τοῦ θυρεοῦ αὐτῆς, οὐδενὸς ἀντιλέγοντος, «ἰσχύς μου ἡ ἀγάπη ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων» καὶ «ἡ Ἑλλὰς θὰ ζήσῃ καὶ θὰ εὐημερήσῃ». Ἀντὶ ὅμως τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, κ. Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐφρόνουν ὅτι ἔδει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλάς, ποίαν πολιτικὴν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ μετὰ ταύτην ποίαν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ; Ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε τὴν καθαρῶς ἀντιδημοκρατικὴν πολιτικὴν τοῦ μεγάλου κεφαλαίου, δηλ. πολιτικὴν διὰ τῆς ὁποίας προκαλεῖ παλίρροιαν κεφαλαίων ἐκ τῶν βιοπαλαιόντων τάξεων, ἐκ τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων τοῦ μικροῦ κεφαλαίου, τῶν ἀπαρτιζουσῶν ὅμως τὰ 90% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρὸς τὰς ἰσχυρὰς τάξεις τοῦ μεγάλου κεφαλαίου. Καὶ θὰ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα καὶ διὰ ζωντανῶν εἰκόνων, διότι μὲ τὸ νὰ λέγῃ κανεὶς θεωρίας δὲν πείθει εὐκόλως. Θὰ ὁμιλήσω πάλιν τὴν μαθηματικὴν γλῶσσαν τῶν ἀριθμῶν. Θέλω, λοιπόν, νὰ παραστήσω πρὸς τὸ Κοινοβούλιον δι’ ἀριθμῶν τὴν παλίρροιαν αὐτὴν τῶν κεφαλαίων ἐκ τῶν βιοπαλαιουσῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων πρὸς τὰς τάξεις τοῦ μεγάλου κεφαλαίου, τὴν ὁποίαν παλίρροιαν ἐβοήθησε τὰ μέγιστα ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, κακῶς κατ’ ἐμέ. Πρῶτον, κύριοι Βουλευταί, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὡς εἶπον δὲν ἠκολούθησε τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐφρόνουν καὶ σήμερον φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ, προέβη καὶ εἰς τὴν λεγομένην σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς. Ἡ σταθεροποίησις τῆς δραχμῆς παρῆλθε τότε ἀπαρατήρητος ὅπως ὀλίγου δεῖν καὶ ἡ σύμβασις τῆς ὁδοποιΐας. Διότι βεβαίως ὅλος ὁ κόσμος δικαίως εὔχεται νὰ ἔχῃ σταθεροποίησιν, διότι τότε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ δραχμὴ νὰ ἀνεβοκατεβαίνῃ καθ’ ἡμέραν ἀλλὰ ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς κρύπτεται ἡ ἔννοια τῆς σταθεροποιήσεως τῆς λίρας εἰς τὰς 375 δραχμάς. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐννοίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἰδικῆς μου. Αἱ, Κύριοι, σταθεροποίησις τῆς λίρας εἰς 375 δραχμάς, ὡς εἶπον πρὸ ὀκταμήνου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καταψηφίζων τὴν Κυβέρνησιν, σημαίνει κατὰ σειρὰν τὰ ἑξῆς: Πρῶτον στενότητα τοῦ χρήματος, στενότητα δὲ τόσην, ὥστε διὰ νὰ τὴν ἐννοήσητε καλῶς, σᾶς ἀναφέρω ὅτι σήμερον τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα, πρὸς μεγάλην μου ἔκπληξιν ἔμαθον ὅτι κατῆλθεν εἰς 4 δισεκατομμύρια ἀντὶ τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῶν 5 δισεκατομμυρίων. Ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ηὐξήθησαν—ἂς λέγωμεν στρογγύλους ἀριθμούς—εἰς 9 δισεκατομμύρια καὶ ἑπομένως πρέπει τὸ σύνολον τοῦ χαρτονομίσματος νὰ περνᾷ δὶς τοῦ ἔτους ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, δηλαδὴ νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ ξαναέλθῃ εἰς ἡμᾶς καὶ νὰ ξαναϋπάγῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτό, τοὐλάχιστον δι’ ἐμέ, ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα συγγράμματα τὰ ὁποῖα ἔχω ἀναγνώσει περὶ πολιτικῆς οἰκονομίας, εἶναι φαινόμενον πρωτοφανές: Ἀμφιβάλλω ἂν ἀλλαχοῦ τῆς Εὐρώπης, τὰ δημόσια ἔσοδα εἶναι εἰς τόσην ἀναλογίαν ὑπέρτερα τοῦ χαρτονομίσματος. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ πρῶτον φαινόμενον τῆς σταθεροποιήσεως τῆς λίρας εἰς τὰ 375 καὶ οὐχὶ σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς, ὅπως λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν θὰ κάμω πλέον χρῆσιν τῆς φράσεως αὐτῆς. Δεύτερος κρίκος τῆς ἁλύσεως ἦλθεν ἡ ὕψωσις τοῦ τόκου. Εἶναι φῶς φανερὸν, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἓν ἀντικείμενον ἐστοίχιζε μίαν δραχμήν, τώρα στοιχίζει μίαν καὶ ἡμίσειαν καὶ χρειάζομαι νὰ εὕρω χαρτονόμισμα. Καὶ ἔφθασεν ὁ τόκος, ἀντὶ τοῦ 6½% ἐπὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀντὶ τοῦ 3% τοῦ τόκου προεξοφλήσεως τῆς Γαλλίας, ἔφθασεν ἐδῶ εἰς τὰ 15% πρὸ ὀλίγου παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ τώρα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὰ 11%, δηλ. περίπου εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ ἐν Γαλλίᾳ. Ἑπομένως ὁ τόκος τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, τοῦ μεγάλου κεφαλαίου εἶναι κατὰ πολὺ ὑπέρτερος καὶ εἰς τὸν δυστυχισμένον νομὸν ἐξ οὗ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι ἀνέρχεται εἰς 30%. Ἐπῆλθεν ἀκόμη ἕτερόν τι: ὕψωσις τῶν τιμαρίθμων τῆς ζωῆς. Ἑπομένως, ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ἕκαστος ἕλλην ἐδαπάνα 20 δρχ. ἡμερησίως, ὅτε ἡ λίρα, εἶχεν ἀξίαν δρχ. 250, τώρα δαπανᾷ 30 δραχ. δηλ. 50% παραπάνω, ὁπότε, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ πρόχειρον ὑπολογισμὸν τοῦ κονδυλίου μου, δαπανῶνται ἐτησίως 22.000.000.000 δρχ. ἐπὶ πλέον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάλυσις τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων. Στενότης χρήματος, ὕψωσις τοῦ κόστους τῆς ζωῆς, ὕψωσις τοῦ τιμαρίθμου, νέκρωσις τῶν συναλλαγῶν καὶ δυσφορία τῶν ἐπαγγελματικῶν ἐκείνων τάξεων, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα, ὅπως λ. χ. τῶν ὑπαλλήλων, δὲν παρακολουθοῦν τὴν ὕψωσιν τῆς λίρας. Ὁ δικηγόρος, ὁ ἰατρός, ὁ ἔμπορος ηὔξησε τὰ ἐμπορεύματά του κατὰ 50%, ἀλλ’ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ ὁ ἀγρότης καὶ ὁ ἐργάτης καὶ ὁ μικροβιομήχανος, δὲν ὕψωσαν τὰς τιμάς των κατὰ 50%, ὅσον ὑψώθη ἡ λίρα. Τί συνέβη λοιπόν; Ἐπῆλθεν ἡ παλίρροια, ἡ ὁποία εἶπον ὅτι ἐπῆλθεν ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τῶν μικρῶν καὶ ἀδυνάτων ἐπαγγελματικῶν τάξεων πρὸς τὸ μέγα κεφάλαιον. Ἂς εἴπω πλέον συγκεκριμμένως, ἀλλὰ καὶ συντομώτερον, διὰ νὰ μὴ μακρυγορήσω, τὰ ἑξῆς φαινόμενα. Οἱ ὑπάλληλοι, ὄχι ὅλη ἡ ἐπαγγελματικὴ τάξις, ἀλλὰ μόνον ἡ κλάσις τῆς ἐπαγγελματικῆς τάξεως, ἡ καλουμένη «ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους» ἀξιωματικοί, πολιτικοὶ συνταξιοῦχοι, ἀνάπηροι καὶ θύματα πολέμου κλπ., αὐτοὶ ὅλοι μισθοδοτοῦνται οἰκτρά. Λαμβάνουσι 2.200.000.000 δραχ. ἐτησίως, μὲ ἀξίαν λίρας ὑπολογιζομένην εἰς δραχ. 250 ὅταν δὲ ὑψώθη ἡ λίρα ἀπὸ τὰ 250 πρὸς τὰ 375, τὸ Κράτος δὲν ὕψωσεν ἀναλόγως καὶ τοὺς μισθοὺς κατὰ 50%, δηλαδὴ εἶναι, ὡσὰν νὰ λέγῃ τὸ Κράτος: κύριοι, σᾶς φορολογῶ τοὺς μισθούς σας μὲ 1.100.000.000 διότι κατὰ τόσα ἑκατομμύρια ἔπρεπε νὰ αὐξηθοῦν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων. Κύριοι, ἑπομένως τὸ Κράτος ἐστέρησε τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξεγείρονται οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἀγρόται οἱ ὁποῖοι πληρώνουν πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως προσφύγων τὰ χρέη των εἰς χρυσὸν καὶ πληρώνουν τώρα 50% παραπάνω λόγῳ τῆς ὑψώσεως τῆς λίρας, χωρὶς νὰ αὐξηθοῦν καὶ τὰ προϊόντα τὰ δημητριακὰ κατὰ 50%. Ἰδοὺ ἄλλοι λόγοι. Ἡ πληρωμὴ τοκομεριδίων εἰς χρυσὸν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αἱ προσφυγικαὶ ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως ἐπωλήθησαν καὶ ἔφυγον ἀπὸ τὰς προσφυγικὰς χεῖρας πρὸς τὸ μέγα κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζω, ὅτι ἀπεκόμισε κέρδη περὶ τὸ 1.000.000.000 δραχ. Ἐπίσης, ἑτέρα παλίρροια εἶναι αἱ συμβάσεις. Διὰ τῆς μεθόδου τῶν συμβάσεων ἔρχεται τὸ ξένον κεφάλαιον καὶ ἀπορροφᾷ ὅσα εἴπομεν ὅτι ἀπορροφᾷ. Αὐτὰ ἔκρινα καλὸν νὰ εἴπω δι’ ὀλίγων καὶ πρὸς διαφωτισμὸν τῆς Βουλῆς ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσω καὶ ἐγὼ ἀπέναντι καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἐκλογέων μου τὴν ψῆφόν μου, καὶ νὰ τοὺς εἴπω, διατί, μέλος τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως, ἐξακολουθῶ τόσον ἐπιμόνως νὰ καταψηφίζω τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν θέλω νὰ πιστεύω, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, ὅτι αὕτη θὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν ἀγροτῶν. Πάντες οἱ παροικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ, γνωρίζουν ὅτι καμμιὰ δεκάρα παραπάνω δὲν θὰ διατεθῇ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν αὐτὴν διὰ τοὺς ἀγρότας. Καὶ παρευθὺς θὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι Συνάδελφοι, τὸ τί νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ, ἵνα ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ ἀδιεξόδου, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσερχόμεθα καθ’ ἡμέραν μὲ τὰ νέα δάνεια. Εἶπον καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὅτι ἔδει νὰ ἱδρυθῇ μία Τράπεζα Προεξοφλητική, ἔχουσα τὸ μονοπώλιον τῆς ἀγοραπωλησίας τοῦ συναλλάγματος, διότι τὸ συνάλλαγμα αὐτὸ εἶναι κτῆμα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ διαχειρίζωνται Τράπεζαι. Καὶ τὰ κεφάλαια αὐτῆς τῆς Τραπέζης ἔδει νὰ εἶναι οὐχὶ μετοχικὰ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ Κρατικὰ καὶ ἡ Τράπεζα αὐτὴ νὰ ἦτο ἐντελῶς Τράπεζα τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτῆς θὰ εἴχομεν ἕνα σιδηροῦν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνίσχυε τὴν πίστιν τῶν, ἔσω καὶ ἔξω Ἑλλήνων, ἵνα τὰ κεφάλαια αὐτὰ πρὸς τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἀποβλέπωμεν μετὰ πλείστης ἀσφαλείας ἀποτελῇ τὴν ἀγελάδα, τὴν τρέφουσαν πάντας. Θὰ εὕρισκον μίαν κιβωτὸν τοῦ Νῶε, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐναπεθήκευον τὸ συνάλλαγμα καὶ θὰ ἐπίστευον πλέον, σήμερον ἀμφιβάλλω πολὺ ἐὰν εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτὴν θὰ καταθέσῃ εἷς Δαναὸς ἔστω καὶ μίαν λίραν. Περιώρισα, κ. Πρόεδρε, ὅσα ὀλίγα εἶχα νὰ εἴπω καὶ δηλῶ, ὅτι καὶ πάλιν θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κίνιας.
§24Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ὑπομνήσω μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν δύο σημεῖα ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεών της σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν μέριμναν αὐτῆς περὶ τοῦ γεωργοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν δηλώσεών της ἐπαγγέλλεται ὅτι θὰ μεριμνήσῃ, ὅπως οἱ γεωργοὶ μας μὴ καταδιώκωνται καὶ φυλακίζωνται, καὶ θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις θὰ σκεφθῇ νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα της. Ὥστε ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως περὶ μερίμνης αὐτῆς διὰ τὰ παλαιὰ χρέη τῶν Βοιωτῶν γεωργῶν, ἐφόσον δὲν ἀναστέλλει τὴν καταδίωξιν ταύτην, εἶναι μία φαινάκη. Τὸ δεύτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει τὰ προσήκοντα μέτρα διὰ τὴν ἀποξήρανσιν κλπ.» Θὰ ἤθελα νὰ μάθω διὰ τίνα λόγον, ἀφοῦ ἐνθυμεῖται διηνεκῶς τὸν ἥσυχον Βοιωτὸν γεωργὸν ὅταν τὸν φορολογεῖ, δὲν τὸν ἐνθυμεῖται καὶ ὅταν ζητῶμεν τὴν λῆψιν μέτρων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς φοβερὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸν; Κατακλείζονται ὅλαι αἱ ἐκτάσεις τῆς Λεβαδείας. Διατὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος, δὲν λαμβάνουν μέτρα ἐπὶ τούτου; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιληφθοῦν εἰς τὰ ἀποξηραντικὰ μέτρα ἡ Λεβαδικὴ πεδιάς, ὡς καὶ τὰ ἔργα τοῦ Στρυμόνος, διότι καὶ ταῦτα εἶναι ἐξίσου σοβαρὰ ὡς καὶ ἐκεῖνα! Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει τοιαῦτα μέτρα, ἐγώ, ὡς Βοιωτός, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10½ μ. μεσονύκτιον. (Μετὰ τὴν διακοπήν).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§27Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἐν ὀνόματι τῶν ὀλίγων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἔδωσαν τὴν ἐντολὴν νὰ λάβω τὸν λόγον, θὰ περιορισθῶ νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι παρακολουθοῦμεν μὲ τὴν αὐτὴν συμπάθειαν τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως, μὲ τὴν ὁποίαν παρηκολουθήσαμεν καὶ τὸν σχηματισμὸν τῆς πρὸ αὐτῆς καὶ τοῦ εὐρέως συνασπισμοῦ, τὸ αἴσθημα τοῦτο ἄλλωστε ἀποδεικνύει καὶ ἡ νέα μορφή, ἡ πολιτική, ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρουσιάζονται οἱ ὀλίγοι συνάδελφοι. Ἐκ τῶν γενικῶν ζητημάτων, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν προγραμματικαὶ δηλώσεις, μας ἐνδιαφέρει ἰδίως ἡ ἐκκρεμότης πολλῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἶναι διηυθετημένα. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι διηυθετημένα μέχρι σήμερον, μας ὑπέδειξαν ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀναλάβωμεν ἕνα κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ ἐκφράσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι εὐχαριστίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλά, εἴτε εὐχαριστίας θὰ ἐκφράσωμεν, εἴτε ἔλεγχον θὰ ἐξασκήσωμεν, δύνασθε νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς καὶ ἐπὶ τῶν γενικωτέρων ζητημάτων τῆς χώρας καὶ ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων θὰ ἀκούετε πάντοτε τὴν ἀσθενῆ φωνήν μας καὶ θὰ ἀναμένετε τὸν ἔλεγχον τὸν ὁποῖον ζητεῖ καὶ ἡ προσφυγικὴ ψυχή. Ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θεωρήσῃ ἄκαιρον πρωΐαν τινὰ νὰ ἐπιληφθῇ καὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος ὄχι βεβαίως καθ’ ὃν τρόπον ἄλλοτε ἐπελήφθη, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε κατὰ ἐντιμότερον, ὡς ἐκ τούτου δὲ καὶ σκοπιμώτερόν τινα τρόπον, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς δὲν ματαιοῦνται. Δὲν ὁμοιάζουν πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ καταργηθῶσιν εἴτε ν’ ἀκυρωθῶσι. Βεβαίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ προσφυγικοῦ, ὑπῆρξαν καὶ πολύτιμοι ὑποσχέσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλομεν τίποτε καλύτερον, εἰμὴ νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ὑποσχέσεις αὐταί. Χωρὶς νὰ ὑποτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν ὑποσχέσεων αὐτῶν, ἡ σκληρὰ πεῖρα μέχρι σήμερον ἀπέδειξεν ὅτι αἱ ὑποσχέσεις δὲν ἀποτελοῦν νόμισμα σταθεροποιημένον. Αὐτὴν ὅμως τὴν φορὰν ἐλπίζομεν ὅτι ἡ πεῖρα αὕτη θὰ διαψευσθῇ. Εἴχομεν ἴσως πολλὰ νὰ εἴπωμεν, ἔχομεν, ἴσως, περισσοτέρα νὰ διατυπώσωμεν. Τὰ παραλείπωμεν ὅμως, διότι θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς χώρας τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν. Δὲν θέλομεν βεβαίως νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ ἀριθμὸς ἡμῶν, τῶν προσφύγων, δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἀνατρέψῃ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ δὲν θέλομεν ἡ ψῆφος ἡμῶν νὰ ἀποδείξῃ διάθεσίν τινα, ἐπιθυμίαν τινα ἀνατροπῆς τῆς κοινωνίας. Ἡ ψῆφος ἡμῶν θὰ εἶναι τοιαύτη, οἵα ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, αἵτινες ἀπαιτοῦν ὅπως αὕτη ἔχει Κυβέρνησιν σταθεράν, ἰκανὴν καὶ τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα νὰ ἐπιλύσῃ καὶ ἄλλα ἐθνωφελῆ νὰ ἐπιτελέσῃ. Ὀνομάσατέ την ψῆφον ἀναμονῆς. Δὲν θέλομεν νὰ εἶναι ψῆφος ἀνοχῆς, διότι ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ ἡμῶν ἡ λέξις αὕτη θὰ ἦτο ἀλλαζωνικὴ (χειροκροτήματα).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§29Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν προχθεσινὴν του ὁμιλίαν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐξέφρασε κατὰ τρόπον ἄκρως ἀπόλυτον τὴν ἀπόφασιν τῆς καταδίκης καὶ τῆς χρεωκοπίας τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Συνασπισμοῦ, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶνε, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἠθῶν, οὔτε ηὐδοκίμησαν οὔτε εἶναι δυνατὸν ἐπὶ πολὺ ἀκόμη νὰ εὐδοκιμήσουν παρ’ ἡμῖν. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν ἀντίληψιν ταύτην, οὔτε νὰ δεχθῶ ὡς ὁριστικὴν τὴν καταδίκην τῶν συμμαχικῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, πολυτίμους προσφάτως ὑπηρεσίας προσέφεραν εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δύναται νὰ ὑπάρχουν ἐπιφυλάξεις, ὅσον ἀφορᾶ τὴν χρησιμότητα τῶν Κυβερνήσεων τούτων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἀνάγκην αὐτῶν, ἀνάγκη ἡ ὁποία, ἀτυχῶς ἢ εὐτυχῶς, θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπάρχῃ ἀκόμη καὶ τροποποιουμένου ἀκόμη τοῦ ἐκλογικοῦ ἡμῶν συστήματος, μέχρις ὅτου καταπαύσωσι τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πάθη. Εἶχον ἐγὼ πάντοτε τὴν γνώμην, ὅτι λόγοι πολλοὶ καὶ σοβαρώτατοι, καὶ μεταξὺ τούτων καὶ ἡ σύνθεσις τοῦ Σώματος, ἐπιβάλλουν ὅπως ἡ ἀντιμετώπισις τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν καὶ ἄλλων ζητημάτων, γίνῃ ἀπὸ κοινοῦ ἐν ἀδιασπάστῳ ἠθικῇ συνοχῇ καὶ διὰ γενικωτέρας τῶν κομμάτων συνεργασίας. Ἡ πρώτη συνεργασία, ἡ ἐπιτευχθεῖσα ἐπὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν, δὲν κατώρθωσε νὰ διατηρηθῇ ἐπ’ ἀρκετόν, μέχρι τουλάχιστον τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἰδίως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἀναδιοργανώσεως. Δὲν ἠμφισβητήθησαν οὐδαμόθεν αἱ ἀγαθαὶ διαθέσεις πάντων τῶν ἡγετῶν, ἀλλὰ ὑφιστάμεθα ὡς φαίνεται, ἀκόμη καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαλλαγῶμεν, τὴν ἐπίδρασιν τῶν ψυχολογικῶν ἐκείνων καταστάσεων, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος. Διὰ τοῦτο ἐπῆλθε, προώρως κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ διάσπασις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦτο ἐπῆλθε προώρως ἡ διάσπασις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐκτὸς τῆς προσφάτου ὑπουργικῆς κρίσεως, ἥτις προεκλήθη, ὡς γνωστὸν ἐκ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας καὶ συγκεκριμένως ἐκ τοῦ ζητήματος τῆς κατακυρώσεως τῶν ἔργων εἰς ὡρισμένην ἑταιρείαν, σημείου δηλ. οὐχὶ κεφαλαιώδους, σημείου ὅμως ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ συνταύτισις ἀντιλήψεων. Αἱ προτάσεις, αἱ διατυπωθεῖσαι τὸ μὲν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑπουργοῦ, τὸ δὲ ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρ. Ἑνώσεως δὲν ἦσαν, κατὰ τὴν γνώμην μου ἀρκεταί, διὰ νὰ ἐξομαλύνουν τὴν κατάστασιν, διότι, πῶς ἦτο δυνατόν, καὶ νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν ὅτι εἷς Ἀρχηγὸς Κόμματος καὶ εἷς Ὑπουργὸς πρέπει νὰ μετατεθῶσιν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Ὑπουργείου εἰς τὸ ἕτερον, διότι ἀπεκρούσθησαν αἱ εἰσηγήσεις αὐτοῦ ἐφ’ ἑνὸς σημαντικωτάτου ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον οὗτος ἠργάσθη ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος; Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπόφασις ἐπὶ μιᾶς προτάσεως ὅπως ἕτερος Ὑπουργὸς καὶ Ἀρχηγὸς κόμματος ἀρνηθῇ νὰ ὑπογράψῃ τὸ πρακτικὸν μιᾶς συμβάσεως, ἀφορώσης τὰ μεγαλύτερα, ἴσως, τῶν δημοσίων ἔργων, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἐξετελέσθησαν καὶ μάλιστα ὅταν τὴν ἄρνησίν του αὐτὴν τὴν δικαιολογεῖ εἰς ἔντονον διαμαρτυρίαν ἐναντίον ἀποφάσεως ζημιούσης, κατὰ τὴν γνώμην του τὰ δημόσια συμφέροντα; Οἱαδήποτε λοιπὸν τῶν λύσεων τούτων, δὲν θὰ ἦτο ἄλλο τι, εἰ μὴ παράτασις ἐπί τινας μόνον ἡμέρας τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔπαυε σοβοῦσα ἐντὸς τῶν κόλπων αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἡ κυβερνητικὴ κρίσις κατέστη ἀναπόφευκτος. Ἡ νέα Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ φέρῃ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, ὅπως κρίνῃ αὕτη ἐν συνειδήσει καὶ ἐλευθερίᾳ ἐπὶ τῶν γεννηθέντων ζητημάτων καὶ ἀποφασίσῃ. Ἡ ἀπόφασις αὕτη κατεκρίθη ὑφ’ ὅλων τῶν ἀποχρώσεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ κατεκρίθη τὸ μὲν ὡς τείνουσα νὰ μεταθέσῃ τὰς εὐθύνας, προκειμένου περὶ καθαρᾶς κυβερνητικῆς ἐνεργείας ἀπὸ τῶν ὤμων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, τὸ δὲ ὡς δημιουργοῦσα παρέλκυσιν διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν ἐκτέλεσιν ἀξιοῖ μετ’ ἐπιμονῆς καὶ ἀναμένει σύμπας ὁ λαός. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἐκτελέσεως ἔργων παραγωγικῶν καὶ πρωτίστως τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Ὀφείλω μάλιστα νὰ προσθέσω ὅτι διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε κάτι περισσότερον. Δὲν ἠρκέσθη εἰς ἐκδηλώσεις πολιτειακὰς μόνον, ἀλλ’ ἔταξεν αὐτὰ ὡς ἕνα τῶν θεμελιωδῶν της σκοπῶν, καὶ ἔτι πλέον κατέστησε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων, διὰ τῶν μέτρων της καὶ τῆς πολιτικῆς της, τὴν κατέστησεν ἐφικτήν. Ἄνευ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς προσπαθείας, εἰς τὴν ὁποίαν, ὄχι ἄνευ ἀντιδράσεως, ὄχι ἄνευ προσκομμάτων δὲν ἔμεναν οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἄνευ τῆς οἰκονομικῆς ταύτης προσπαθείας, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τούτων θὰ ἀπετέλει ἐπὶ χρόνον ἀόριστον, ἐπὶ χρόνον μακρόν, μακρότατον ἀκόμη, θ’ ἀπετέλει ἕνα εὐσεβῆ μόνον τοῦ λαοῦ πόθον. Καὶ οὕτω σήμερον, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τούτων εὑρίσκεται ἐπὶ θύραις καὶ εἶναι τόσον εὔκολος, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ὀλιγοήμερος ἀναβολὴ νὰ καθίσταται ἀντικείμενον μομφῆς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ὀλιγοήμερος δὲ αὐτὴ ἀναβολὴ ἐπεβλήθη, Κύριοι, ἐπιτακτικῶς ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἔχει βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἄδειαν νὰ συνάψῃ κατὰ μόνας καὶ ἄνευ νέας προσφυγῆς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ ἡ ἄδεια δὲν ἀποτελεῖ δέσμευσιν. Ἀποτελεῖ δικαίωμα, τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις δύναται ν’ ἀποστῇ ὁσάκις κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἐγὼ ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ Ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς ὀφείλει νὰ ἐπιλαμβάνεται ὅλων τῶν ζητημάτων, σπουδαίων καὶ ἀσημάντων, καὶ ὅτι τίποτε δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐὰν δὲν ἀπορρέῃ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Διότι ἀκριβῶς ὑπεστήριξα πάντοτε τὸ ἐναντίον, ὅτι ἓν ἐκ τῶν μᾶλλον τρωτῶν σημείων τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ στρέφεται πάντοτε ἄγρυπνος ἡ προσοχὴ τῶν πραγματικῶν φίλων τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἡ συγκέντρωσις ὑπερόγκου ἐργασίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐργασίας τὴν ὁποίαν ἀδυνατεῖ φύσει αὕτη νὰ συμπληρώσῃ, μεθ’ ὅλης τῆς ὀφειλομένης προσοχῆς διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν. Παρὰ ταῦτα ὅμως, Κύριοι, θὰ ἐθεώρουν ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις, εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, Κυβέρνησις, σεβομένη ἑαυτὴν καὶ τὴν Βουλήν, μεθ’ ὅσα συνέβησαν, μετὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπὶ μιᾶς συμβάσεως προεκλήθη, ἐξερράγη μία θορυβώδης ὑπουργικὴ κρίσις, καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ δὲν θὰ ἠδύνατο χωρὶς νὰ παραβιάσῃ ἀκόμη καὶ αὐτοὺς τοὺς ἠθικοὺς κανόνας νὰ κάμῃ χρῆσιν μιᾶς ἐξουσιοδοτήσεως δοθείσης κατ’ ἄλλας περιστάσεις νὰ συνάψῃ κατὰ μόνας τὴν σύμβασιν αὐτήν, χωρὶς νὰ θέσῃ αὐτὴν πρωτίστως ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τῆς δημοσιότητος, χωρὶς νὰ θέσῃ ὅλα τὰ περιστατικὰ ὑπὸ ὄψιν ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. Τί θὰ πράξῃ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμοδία νὰ ἐκφέρῃ τὴν τελικήν της ἀπόφασιν, προκειμένου περὶ συμβάσεως, κατ’ εἰδικὴν μάλιστα τοῦ Συντάγματος πρόνοιαν, τί θὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης; Θὰ θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ αὕτη τὰς εὐθύνας; Οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν ἐμποδίσῃ. Θὰ θελήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ, θὰ θελήσῃ νὰ ἀνανεώσῃ τὴν ἐντολὴν τῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀναλάβῃ καὶ πάλιν αὐτὴ τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ θὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ταύτην, ἀφοῦ πρότερον ἡ Βουλὴ ἀκούσῃ πάσας τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ δικαιολογήσουν τὴν ἀνανέωσιν τῆς ἐντολῆς. Ἰδού, Κύριοι, διατί ἠκολουθήσαμεν τὴν ὁδὸν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν μόνην ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν. Εἶμαι βέβαιος, καὶ οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἀμφιβολία, ὅτι ἡ συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Σώματος θέλει διεξαχθῇ μεθ’ ὅλης τῆς ἐμπρεπούσης ἠρεμίας καὶ σοβαρότητος, ὅτι ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης θέλει πεισθῇ ἡ κοινωνία, ὅτι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν εὑρίσκονται εἰμὴ κριταὶ καὶ μόνον, κριταὶ ἀπαθεῖς τῶν ὑποθέσεων. Ἀνεγράφετο, Κύριοι, ρητῶς εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ἡ μνεία θὰ παρεῖλκεν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὡς ἐλέχθη ὁ ἐκφυλλισμὸς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εἶναι ἡ συνέχισις καὶ ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ προγράμματος αὐτῆς, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν θέλει παρεκκλίνει ἀπὸ τῶν διαγεγραμμένων ἤδη κατευθύνσεων. Ἐγένετο εἰς τὰς δηλώσεις αὑτὰς εἰδικὴ μνεία τῶν προβλημάτων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν ἄμεσον λύσιν θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐπιτακτικήν. Ἡ ἀποσιώπησις συνεπῶς ὅλων τῶν ἄλλων κεφαλαιωδῶν ζητημάτων, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ὡς ἐμφαίνουσα σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς μεταβολὴν στάσεως ἐναντίον τῶν ζητημάτων τούτων. Μεταξὺ τῶν ἐπειγόντων αὐτῶν προβλημάτων κατέλεξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ἄμεσον κατάρτισιν τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ νόμου καὶ τῆς προκηρύξεως μετὰ τοῦτο τῶν ἐκλογῶν. Τὸ σημεῖον τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Κορινθίας πολιτευτὴν νὰ ἐπιτεθῇ, μίαν ἀκόμη φορὰν ἐναντίον τῆς Γερουσίας καὶ νὰ συστήσῃ τὴν ματαίωσιν τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ τὴν διάθεσιν τῆς δι’ αὐτὸν ἀπαιτουμένης δαπάνης εἰς μᾶλλον ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἐνόμισα πρὸς στιγμήν, Κύριοι, ἀκούων ταῦτα, ὅτι ἡ Βουλή, ἀγνοῶ εἰς τίνα θαυματουργὰ νάματα ἐμβαπτισθεῖσα, ἀνέκτησε καὶ πάλιν τὴν συντακτικήν της ἐξουσίαν, ἐνῶ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἔχει ἤδη ὁριστικῶς καθιερωθῆ ὑπὸ τοῦ τοῦ Συντάγματος καὶ ἀποτελεῖ ἕνα ἐκ τῶν κυριωτέρων τοῦ πολιτεύματος μοχλόν. Εἶναι ἀδύνατον δὲ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Βουλή, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ματαιώσῃ τὴν λειτουργίαν θεσμοῦ, ὅστις ἀποτελεῖ ἕνα ἐκ τῶν ὀργανικῶν τοῦ πολιτεύματος στοιχείων. Κατέκρινεν ἐμμέσως ὁ ἔντιμος ἐκ Κορινθίας πολιτευτὴς τὴν βραδύτητα, τὴν παρατηρουμένην εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, καὶ ἐξέφρασε τὸν φόβον ὅτι διὰ τῆς Γερουσίας ἡ βραδύτης αὕτη θέλει ἐπιδεινωθῆ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων. Συμφωνῶ ἀπολύτως πρὸς τὴν ἀνάγκην νὰ προσλάβουν αἱ Νομοθετικαὶ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς γοργότητα, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρὸς τοῦτο ἀσφαλὲς μέσον ἡ ματαίωσις τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος διότι ἡ βραδύτης ἡ παρατηρουμένη ὀφείλεται εἰς ἄλλα αἴτια. Ὀφείλεται εἰς τὴν κρατοῦσαν παρεξήγησιν περὶ τῆς οὐσίας τοῦ κοινωνικοῦ συστήματος, καὶ ὅταν ἡ παρεξήγησις αὕτη ἀρθῇ, καὶ ὅταν αἱ συζητήσεις περιορισθοῦν ἐντὸς λογικῶν ὁρίων, καὶ ὅταν ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀνάγκη περατώσεως τῶν συζητήσεων, καὶ τῆς νομοθετικῆς δράσεως τότε ὁ κοινοβουλευτικὸς μηχανισμὸς θὰ προσλάβῃ τὸν ταχύτερον ἐκεῖνον ῥυθμόν, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ἱκανοποίησις τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Ὁμοφώνως ἐξεδηλώθη ἐν τῇ Βουλῇ ἀντίληψις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιταχύνσεως τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως. Αἰσθάνεται διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἰδιαιτέραν ὅλως χαρὰν καὶ θεωρεῖ τὴν ἐπικρότησιν τῶν μέτρων της ὡς μίαν ἐνθάρρυνσιν πρὸς τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν καταβάλλει περὶ ζητήματος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπίσπευσις ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων της μελετημάτων. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, δὲν νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ἰδέαν, τὴν ῥιφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐν τῷ συνόλῳ καὶ νὰ λυθῶσιν ἅπαξ διὰ παντός, καὶ νὰ τεθῶσι κανόνες γενικοί, τοὺς ὁποίους αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ τηρῶσιν ἄνευ προσφυγῆς καὶ πάλιν ἐνώπιον τῶν Βουλῶν. Οἱ γενικοὶ αὐτοὶ κανόνες, Κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικόν, εἶναι ζήτημα τόσης ἐκτάσεως, ὥστε εἶναι ἀδύνατον ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν ἀναγκαίαν πρόνοιαν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἑκάστοτε ἐμφανιζομένων ἀναγκῶν, νὰ ἔχωμεν δὲ καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι αὗται. Ἔχετε παράδειγμα τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀνταλλαξίμων. Κατεστρώθη εἷς ὑπολογισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει προβλέψεων, αἱ ὁποῖαι ἐθεωροῦντο ἀσφαλεῖς περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαιουμένων εἰς τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην. Καὶ ὅμως ἐν τῇ ἐξελίξει τοῦ ζητήματος ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἀριθμὸς ἐκεῖνος ἦτο ἐλάχιστος, παρέστη ἀνάγκη καταρτήσεως συμπληρωματικοῦ Μητρώου, παρίσταται δὲ σήμερον ἀνάγκη ἐξοικονομήσεως τῶν μέσων διὰ τὴν πληρωμὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ συμπληρωματικῷ τούτῳ Μητρώῳ. Ἀδύνατον εἶναι νὰ διαγράψωμεν ἐκ τῶν προτέρων, μέχρι τῶν τελευταίων λεπτομερειῶν, τὰς ἀνάγκας τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὰ μέσα διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τούτων. Ὁπωσδήποτε, εἶναι εὐτύχημα, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικὸν ἐτέθη παρ’ ὅλων ἔξω τῆς κοματικῆς διαπάλης, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἠκούσθησαν διὰ τελευταίαν φορὰν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τὰ περὶ τούτου. Αἱ συστάσεις, αἱ χθὲς διατυπωθεῖσαι περὶ διαχωρισμοῦ τῶν προσφύγων εἰς ἰδίους ἐκλογικοὺς συλλόγους, εἶναι δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ὑφίσταται διάστασις τις ψυχικὴ μεταξὺ τῶν προσφύγων καὶ τῶν γηγενῶν δι’ ἐκείνους, ἀκριβῶς εἶναι ἐπιβεβλημένον τοιαῦται ὑποδείξεις νὰ λαμβάνουν χώραν ἐντὸς τοὐλάχιστον τῆς Βουλῆς, διότι αἱ ὑποδείξεις αὗται, ἀντὶ νὰ συντείνουν εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς ὑφισταμένης κατ’ αὐτούς, μὴ ὑφισταμένης καθ’ ἡμᾶς, διαστάσεως, ἀκριβῶς συμβάλλει εἰς τὴν ἐκτράχυνσιν τῶν σχέσεων καὶ εἰς τὴν ἐπιδείνωσιν καὶ εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς ὑφισταμένης διαστάσεως. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι οἱ ρήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ προκειμένου περὶ τοῦ σημείου τούτου, δὲν περιλαμβάνω βεβαίως τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι οἱ ρήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐμιμήθησαν τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐν τῇ ἐπικρίσει τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε, παρ’ ὅλον τὸ ἐμφανὲς πνεῦμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτι εὐλόγως διεῖπε τὴν ἀγόρευσίν του, κατώρθωσε λέγω, νὰ διατηρήσῃ ἐν τούτοις τόνον νηφαλιότητος καὶ μετριοπαθείας. Τὰ τελευταῖα γεγονότα τῆς Κρήτης καὶ αἱ διαμαρτυρίαι, αἱ ἐξεγέρσεις, αἱ σημειωθεῖσαι τόσον ἐν Κρήτῃ, ὅσον καὶ ἄλλα τινὰ ἀγροτικὰ διαμερίσματα τῆς Χώρας, τὰ γεγονότα ταῦτα ἐκρίθησαν παρ’ ὀλίγον νὰ εἴπω, ἐπανηγυρίσθησαν, ὡς μία τρανὴ ἀπόδειξις, τῆς σφαλερότητος τῆς ἀκολουθουμένης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, πολιτικῆς βασιζομένης, κατὰ τοὺς ἐπικρίνοντας ἐπὶ τῆς ἀσκουμένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως φορολογικῆς ὑπερεντάσεως. Θὰ εἶχον, Κύριοι, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, ἐπικαλούμενος ἓν καὶ μόνον γεγονός, ὅτι ἡ δυσφορία αὕτη δὲν παρατηρεῖται ἀπὸ τῆς χθές, ἀλλὰ χρονολογεῖται ἀπὸ μακροῦ χρόνου, καθ’ ὃν, ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶχε προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὐδὲ τὸ πρῶτον φορολογικὸν μέτρον. Ἡ δυσφορία τότε ἦτο πολὺ σφοδροτέρα ἢ σήμερον, ἔφθασε μάλιστα μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ σημειωθῇ καὶ τὸ παράδοξον φαινόμενον μιᾶς ἀπεργίας τῶν ἐπαγγελματιῶν, ὀφειλομένης καὶ εἰς ἄλλας τινὰς ἀξιώσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀξιώσεις φορολογικῆς ἀνακουφίσεως. Ἐπιστεύετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅτι αἱ οἰκονομίαι ἦσαν τὸ ἀνώδυνον καὶ ἀλάνθαστον φάρμακον κατὰ τῆς οἰκονομικῆς νόσου καὶ ὅτι ἤρκει νὰ γίνῃ περικοπὴ τῶν περιττῶν δαπανῶν, ὄχι μόνον διὰ νὰ καλυφθοῦν τὰ ἐλλείμματα, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ δοθοῦν εἰς τὸν λαόν, ὅλαι αἱ ἀξιούμεναι φορολογικαὶ ἐλαττώσεις. Ἐνθυμοῦμαι ποίαν ἐξήγειρε βοὴν μία παρατήρησίς μου, γενομένη κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον, ὅταν εἶπον ὅτι αἱ οἰκονομίαι δυστυχῶς εἶναι ὀδυνηρότεραι καὶ συναντοῦν μεγαλυτέρας ἀντιδράσεις ἀπὸ τοὺς φόρους. Ἡ ἔκφρασίς μου ἐκείνη ἐθεωρήθη ὡς μία ἀληθὴς ἱεροσυλία ἐναντίον τῆς ἰδέας τῶν οἰκονομιῶν. Καὶ ὅμως ὁμοίαν ἱεροσυλίαν διέπραξεν ὄχι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπὼν ἐπὶ λέξει, ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς: «Ἐπραγματοποιήσαμεν κατὰ τὴν γνώμην μου πάρα πολὺ ἰσχνὰς οἰκονομίας, ἀλλὰ φεῦ! αἱ οἰκονομίαι συνήντησαν μεγαλυτέραν ἀντίστασιν ἢ ἐπιδοκιμασίαν, καὶ ἂν παραβάλωμεν τὰς προσθέτους αὐτὰς δαπάνας, ὅσαι μᾶς ὑπελείφθησαν πρὸς τὰς ἐλαττώσεις, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐπροτάθησαν, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ διαφορά, δὲν θὰ τὸ ἀμφισβητήσω, εὑρίσκεται πάλιν πρὸς τὸ μέρος τῶν δαπανῶν». Αὐτὰ εἶπεν ὁ Γάλλος Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ, δὲν ἐσημειώθη καμμία ἐξέγερσις ἐκ τῶν πικρῶν αὐτῶν λόγων, διότι ὀλιγώτερον ἴσως εὐφυεῖς εἰς τὴν χώραν ἐκείνην δὲν ἐννοοῦν νὰ ἐξοβελίσουν ἐκ τῆς πολιτικῆς τὴν ἀλήθειαν. Τὸ πείραμα τῶν οἰκονομιῶν ἀπὸ τῆς καθαρᾶς του ταμειακῆς ἀπόψεως, πρέπει νὰ ὑποσημειωθῇ καλῶς ἡ φράσις μου αὕτη, «ἀπὸ τῆς ταμειακῆς ἀπόψεως» ὡς μέσον καλύψεως ἐλλειμμάτων ἠστόχησεν, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἐδοκιμάσθη. Ἠστόχησε καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, παρὰ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀκαταγώνιστον ἐπιμονήν, ἣν ἤσκει ὁ νῦν Πρωθυπουργός, ἠστόχησεν ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν, ἠστόχησε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀπηλλαγμένην κοινοβουλευτικῶν ὑποχρεώσεων Ἰταλίαν. Καὶ ἐνταῦθα ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι μετὰ τὰς ἐκλογάς, ὅταν τὰ κόμματα τῆς Χώρας συνειργάσθησαν εἰς μίαν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐννέα μῆνας μὲ τὴν εἰλικρινῆ διάθεσιν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν τολμηρότερον χειρισθοῦν τὴν χειρουργικὴν μάχαιραν, ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα; Προέκυψεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν οἱαδήποτε οἰκονομία νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀνερχόμενον εἰς τὸ ⅓ τοῦ συνόλου τῶν ἐξόδων. Κατόπιν τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, τί ἔπρεπε νὰ πράξωμεν; Ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν χαῖνον τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς ἀποφάσεις ἀναδεχόμενοι καὶ τὰς εὐθύνας τῶν ἀποφάσεων τούτων, ἀποφάσεων καλυπτουσῶν τὸ κενὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν; Ἄν ἀφήναμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ χαῖνον, τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ἄξιον σοβαροῦ πολιτικοῦ ἀνδρός. Θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀλλοφροσύνη διότι αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ συνεσωρεύοντο ἐπὶ τῶν δεδαρμένων τοῦ λαοῦ ὤμων ἐκ μιᾶς τοιαύτης ἄφρονος καὶ ἐγκληματικῆς πολιτικῆς, αἱ ζημίαι αὗται θὰ εἶχον ἐπιφέρει τὴν τελικὴν τοῦ λαοῦ συντριβήν. Ποία θὰ ἦτο κύριοι Βουλευταί, ἡ πίστις τῆς Χώρας μας ἄνευ τῶν ληφθέντων μέτρων; Τί θὰ ἦτο σήμερον τὸ νόμισμά μας; Τί θὰ ἦτο ἡ οἰκονομία μας; Ποῖον θὰ ἦτο τὸ μέλλον τῆς Χώρας; Πῶς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν κατασκευὴν παραγωγικῶν ἔργων, εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, εἰς τὴν ἐνθάρρυνσιν τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας, εἰς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος, εἰς τὴν ὁμαλότητα, εἰς τὴν εὐημερίαν; Δὲν δυσανασχετῶ κύριοι. Ὀφείλω μᾶλλον νὰ εἴπω, ὅτι, μέχρις ἑνὸς σημείου, καὶ δικαιολογῶ τὴν ἐκμετάλλευσιν, τὴν διεξαγομένην εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς πολιτικῆς τῆς ὁποίας τὴν ἐφαρμογὴν ἑκουσίως ἀνεδέχθημεν ἐν ἐπιγνώσει τῶν συνεπειῶν. Δικαιολογῶ τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐκμετάλλευσιν μέχρις ἑνὸς σημείου, ἀλλὰ ἐξανίσταμαι, βεβαίως, καὶ διαμαρτύρομαι ὅταν βλέπω, πόσον προθύμως ἐνθαρρύνονται ὅλαι αἱ γενόμεναι ῥοπαί, εἴτε πρὸς ἀθρόας καὶ ἀκαίρους καὶ ἐλαχίστας αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, εἴτε πρὸς ἀκαίρους ἐπίσης καὶ ἐλαχίστας ἐλαττώσεις ἐσόδων ὅταν βλέπω, δηλ. νὰ φέρεται ὁ τόπος πρὸς τὸ ἀδιέξοδον διὰ τῆς κατασυκοφαντήσεως τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλέχθη, κύριοι, κατὰ κόρον καὶ ἀναμφισβητήτως ἐπιστεύθη ὑπὸ τοῦ εὐπίστου πλήθους, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σπαταλᾶ τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ εἰς ἀργομισθίας, καὶ ὅτι μόνον κατὰ τὸ 1927 διωρίσθη ἀριθμὸς προσθέτων καὶ ἀχρήστων ὑπαλλήλων ἀνερχομένων ἐν ὅλῳ εἰς 7.000. Πρέπει νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνέγνωσα τὴν εἴδησιν αὐτήν, ἐταράχθην, καὶ ἔσπευσα νὰ ζητήσω πληροφορίας, πληροφορίας, μήπως ἀληθῶς συνέβαινε τοιοῦτόν τι. Διότι, ὅσον καὶ ἂν εἶχον ἐκμάθει τὰς μεθόδους τῆς πολεμικῆς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἡ πολεμικὴ αὕτη θὰ ἔφθανε μέχρι διαστρεβλώσεως τῶν ἀριθμῶν. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐδόθησαν προέκυψεν ὅτι, ἐκ τῶν 7.000 ὑπαλλήλων διωρίσθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1927 μόνον 1040 ὑπάλληλοι πρόσθετοι, ἐνῷ ἐπὶ ἕνα καὶ μόνον μῆνα, ἐπὶ τῆς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπὶ πλέον διορισθέντων ἀνῆλθεν εἰς 670. Καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ, τῶν 1040 ὑπαλλήλων, τῶν διορισθέντων πλέον τοῦ ἡμίσεος, οἱ 530 ἦσαν δημοδιδάσκαλοι, διορισθέντες πρὸς πλήρωσιν κενῶν σχολείων κατ’ ἐπιτακτικὴν ἀξίωσιν τῆς κοινωνίας. Ἰδοὺ διὰ τίνων ὅπλων διεξάγεται ὁ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀγών.
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ κάμητε μίαν διάκρισιν, ὄχι δι’ ἐμὲ ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλήν, ὅτι ταῦτα δὲν ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ ἀλλ’ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας.
§31Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὄχι ἀπὸ ὑμᾶς, ἐλέχθησαν ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους ἐνταῦθα κόμματος ὑφισταμένου ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
§32Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσετε, ἂν οἱ 540 διορισθέντες πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων, διωρίσθησαν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη ἢ ἐπὶ Κυβερνήσεως ἰδικῆς σας; Φρονῶ ὅτι, οὐχὶ ἐκ προθέσεως, συγχίζετε τὰ πράγματα καὶ θέλετε νὰ ἀποδώσητε διορισμοὺς διδασκάλων εἰς τὴν ἰδικήν σας Κυβέρνησιν, ἐνῷ οἱ διδάσκαλοι διορίσθησαν ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη.
§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ὁμιλῶ ἀδεσπότως, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἐξηκριβωμένων στοιχείων, ἐξ ὧν προκύπτει ὅτι ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη διωρίσθησαν, κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον μόνον 671 ὑπάλληλοι, καθ’ ὅλον δὲ τὸ ἔτος 1927 διωρίσθησαν 1040 ὑπάλληλοι ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 540 διδάσκαλοι, διορισθέντες πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων. Αὐτὰ εἶναι τὰ ὅπλα διὰ τῶν ὁποίων διεξάγεται ὁ ἀγὼν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅ,τι ἀκόμη περισσότερον μὲ ἐξέπληξεν εἶναι τὸ λεχθὲν χθὲς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐστήριξε τὸν ἀγῶνά της ἐπὶ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν φόρων τούτων ἀνῆλθεν εἰς 2, ὅλα δισεκατομμύρια δραχμῶν. Ὑπῆρξαν μάλιστα μετριοπαθὴς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, διότι ἄλλοι, καθ’ ὅμοιον τρόπον, ὅπως καὶ προκειμένου καὶ περὶ τῶν διορισμῶν, δὲν ὤκνησαν νὰ ἀναβιβάσουν καὶ νὰ διακηρύσσουν ὅτι οἱ ἐπιβληθέντες νέοι φόροι ἀνέρχονται εἰς 2 καὶ ½–3 ὅλα δισεκατομμύρια δραχμῶν. Ἀνέφερα χθὲς περίπου εἰς ποῖον ποσὸν ὤφειλον νὰ ὑπολογισθοῦν αἱ φορολογικαὶ αὐξήσεις, αἱ παρ’ ἡμῶν ἐπιβληθεῖσαι. Ἀναφέρω καὶ πάλιν τοὺς ἀριθμούς αὐτούς μετὰ μείζονος καὶ ἀπολύτου ἀκριβείας. Αἱ αὐξήσεις αὗται εἶναι: 1) ἐκ παραγωγικῶν δασμῶν δραχ. 551.000 000, τὸ πρόσθετον δεκατημόριον δραχ. 303.000.000 ἐν ὅλῳ 854.000.000. Ἀφαιρουμένων τῶν 127.000.000, κατὰ τὰ ὁποῖα ἠλαττώθη ὁ φόρος τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν παλαιὰν χρῆσιν, διότι ὁ φόρος τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἐν τῷ μεταξὺ κατηργήθη διὰ Ν. Δ. ὁ καταργήσας ὅμως αὐτὸν ἐφρόντισεν ὅπως ἡ κατάργησις ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς ἑπομένης χρήσεως, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπρόκειτο νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι τῇ ἀληθείᾳ ἄπορον πῶς δὲν κατήργησεν ὅλους τοὺς φόρους, διὰ νὰ λέγῃ κατόπιν ὅτι ἐπεβλήθησαν παρ’ ἡμῶν φορολογίαι 8 ὅλων δισεκατομμυρίων δραχμῶν. Λοιπὸν μειουμένης κατὰ τοῦτο τῆς αὐξήσεως ἐκ γεωργικῆς παραγωγῆς κατὰ 127.000.000 δραχ., ἔχομεν νέας φορολογικὰς αὐξήσεις 727.000.000. Ἐκ τοῦ ποσοῦ ὅμως αὐτοῦ δέον νὰ ἐκπεσθῇ ἡ κατάργησις τοῦ φόρου τῶν σύκων, ἀνερχομένη εἰς 30.000.000 περίπου περιλαμβανομένου εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τοῦ χορηγήματος τοῦ διδομένου εἰς τοὺς παραγωγούς, ὡς ἐπίσης ὀφείλει νὰ ἐκπεσθῇ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος ἀπὸ 12% εἰς 2%. Ἐπίσης ἡ ὁλοτελὴς κατάργησις φόρου καταναλώσεως καπνοῦ, προκειμένου περὶ ἀγροτικῶν περιφερειῶν. Τοιουτοτρόπως τὸ ἐπιβληθὲν παρ’ ἡμῶν ποσὸν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 660, 670, 680 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἄξιον ἐξετάσεως, ἐὰν ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας ἐπεβλήθη παρ’ ἡμῶν εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, δηλαδὴ κατὰ τρόπον δημιουργοῦντα πράγματι πίεσιν ἐπὶ τῶν φορολογουμένων καὶ δυσχεραίνοντα τὰς γεωργικὰς τάξεις. Εἶναι ἀδύνατον, βεβαίως νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι, εὑρεθέντες ἐνώπιον ἑνὸς οἰκονομικοῦ χάους, θὰ ἀποβλέψωμεν ἐπὶ χρόνον τινὰ τοὐλάχιστον, ὄχι μόνον εἰς τὴν μὴ ἐπιδείνωσιν τῶν ἰδιωτικῶν συνθηκῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν καλλιτέρευσιν αὐτῶν. Ἔπρεπε, πάντως νὰ μὴ ἀποκλεισθῇ διὰ τῆς ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἡ δημιουργία μιᾶς μεγαλυτέρας στενοχωρίας εἰς τὸν λαὸν ἐπὶ χρόνον ὅμως περιωρισμένον, μέχρις οὗ ἀνακύψουν αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ Κράτους καὶ ὅτι τὸ ἀνώτατον ὅριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐλπίσωμεν, ἦσαν οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσι κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ βαρύνουν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον τὸν λαὸν καὶ ἰδίως τὰς μεγάλας μάζας. Ἂς ἴδωμεν ἤδη, πῶς ἐπεβλήθησαν αἱ φορολογίαι καὶ ποίαν ἀπήχησιν ἔσχον ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐκ τῶν 551 ἑκατομμυρίων, τῶν προερχομένων ἐξ εἰσαγωγικῶν δασμῶν, 400 ἑκατομμύρια δραχμῶν προέρχονται ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν. Ἐπὶ δικτατορίας ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου κατὰ μέσον ὅρον ἦτο δραχμαὶ 10 τοῦ λευκοῦ, πιτυρούχου δὲ 8,50. Ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη, ἡ τιμὴ ἦτο τοῦ λευκοῦ ἄρτου 9.00, βʹ ποιότητος 8.70. Ποία εἶναι ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου σήμερον; Τοῦ λευκοῦ 9.90, δηλαδὴ εὐθηνοτέρα τῆς τιμῆς τῆς δικτατορίας. Δηλαδὴ εἶναι ἡ τιμὴ αὐτὴ ἀπολύτως ἴση καὶ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν καὶ μετὰ τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, πρὸς τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ἄρτος ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη. Ἡ δὲ τιμὴ τοῦ πιτυρούχου ἄρτου σήμερον εἶναι 8 δραχμαὶ κατ’ ὀκᾶν, δηλαδή, ἐπὶ ἔλαττον τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου τούτου καὶ ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη καὶ ἐπὶ δικτατορίας. Ἔχομεν δηλαδὴ ἐκ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι, ὄχι μόνον δὲν προέκυψε βάρος, ἀλλ’ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν τάξεων. Πόθεν προέκυψε τὸ θαῦμα αὐτό, δοθέντος, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δύναμιν θαυματουργόν; Προέκυψεν ἐκ τοῦ ὅτι ὁ φόρος ὁλόκληρος ἀπερροφήθη, τὸ μὲν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ κόστους τῶν προϊόντων, τὸ δὲ ἐκ παγιώσεως τοῦ συναλλάγματος τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς ἐπίπεδον πολὺ κατώτερον ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον εὕρομεν τὸ συνάλλαγμα ἐπὶ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων. Οὕτως οἰκονομήθησαν 400.000.000 δραχμῶν ἐξ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ καμμία, οὐδὲ ἡ παραμικρὰ ἀπήχησις ἐπὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ βίου. Τὸ αὐτὸ περίπου συνέβη καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰδῶν, καὶ βλέπομεν ὅτι, ἐνῷ, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἀρχήν, ὁ τιμάριθμος ἦτο 19,9, καὶ 5 δέκατα, ὁ τιμάριθμος σήμερον ἀνέρχεται εἰς 19 καὶ 0,86. Τοὐτέστι, εἰς διάστημα 14 μηνῶν, δὲν ὑπερέβαινε τὰ 7)10 τῆς μονάδος, φαινόμενον πρωτοφανές, διότι ἐὰν ρίψετε ἓν βλέμμα εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ ὕψωσις τοῦ τιμαρίθμου ὑπερέβαινε κατ’ ἔτος τὰς 1½ καὶ 2 μονάδας καὶ ἀκόμη περισσότερον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν ἀκριβέστερον ποῖα ὑπῆρξαν τὰ αἴτια καὶ τὰ ἐλατήρια τῆς ἐκδηλωθείσης δυσφορίας καὶ ἐὰν, δικαιολογοῦνται ταῦτα ἐκ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἂν ὀφείλονται εἰς ἄλλας αἰτίας, δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς περιφερείας ἐκείνας ἐκ τῶν ὁποίων ἤρχισεν ἡ κίνησις, κίνησις ἡ ὁποία εὐκόλως μεταδίδεται ἀπὸ περιφερείας εἰς περιφέρειαν, διότι, οὐδείς, καὶ εἶναι τοῦτο φυσικόν, πληρώνει εὐχαρίστως τοὺς φόρους καὶ ὅλοι θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀπηλλάσσοντο αὐτῶν. Ἡ κίνησις αὕτη, ὡς τὴν εἴπομεν τῶν διαμαρτυριῶν, ἤρχισεν ἀπὸ τὰ ἀγροτικὰ διαμερίσματα ἀπό τινα ἀγροτικὰ τμήματα τῆς Κρήτης καὶ βαθμηδὸν ἐπεξετάθη καὶ εἰς ἄλλας τινὰς περιφερείας. Εἶναι ἀνάγκη τώρα νὰ ἐξακριβώσωμεν ποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν ἀγροτῶν, τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς Χώρας. Ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν δὲν ὑπέβαλεν εἰς τοὺς ἀγρότας οὐδένα ἀπολύτως ἄλλον φόρον, πλὴν τοῦ προσθέτου δωδεκατημορίου, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει προκειμένου περὶ ἀγροτῶν, ποσὸν ἐλάχιστον καὶ ἀσήμαντον ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου τῆς ἐπιβαρύνσεως. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν; Εἴπομεν πρῶτον ὅτι ἠλάττωσεν κατὰ 127 ἑκατομμύρια δραχ. τὸν φόρον τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν παρελθοῦσαν χρῆσιν, ὅτι ἐπίσης ἠλάττωσε τὸν ἐξαγωγικὸν δασμὸν τοῦ ἐλαίου ἀπὸ 10 εἰς 2%, ὅτι κατήργησε τὸν φόρον τῶν ἀμβύκων, ὅτι κατήργησε τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ καὶ ἐπὶ πλέον, ὅτι παρέσχεν εἰς τοὺς ἀγρότας θετικὴν καὶ ἁπτὴν συνδρομὴν διὰ τῆς γνωστῆς συμβάσεως τῆς Τραπέζης καὶ ἄλλας διὰ τῶν ὁποίων ἐξησφαλίσθη ἡ συγκράτησις τῶν γεωργικῶν προϊόντων εἰς τὰ διεθνῆ ἐπίπεδα. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ὅλα αὐτὰ ὁ ὅρος τῆς φορολογίας τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, ἐὰν εἶναι αἰσθητὸν δυσμενῶς ὑπὸ τῆς καταναλώσεως, προκειμένου περὶ τῶν παραγωγῶν ἀποτελεῖ θετικὴν εἰσφοράν, θετικὴν συνδρομὴν ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποταμιεύεται εἰς χρῆμα ρευστὸν εἰσρέον εἰς τὰ θυλάκια τῶν ἀγροτῶν. Αὐτὰ ὑπῆρξαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, μέτρα φορολογικὰ ἀνακουφίζοντα τοὺς ἀγρότας, μέτρα ἐνισχύσεως αὐτῶν, τὸ μὲν διὰ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τὸ δὲ διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως αὐτῶν τῶν τιμῶν τῆς διεθνοῦς ἀγορᾶς. Ἐναντίον ὅλων τούτων δικαιοῦμαι νὰ ἰσχυρίζωμαι ὅτι οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ βαρεῖαν φορολογικὴν πολιτικὴν ἔναντι τοῦ λαοῦ. Ἐγὼ μάλιστα, προκειμένου περὶ τῶν ἀγροτῶν, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι προσέφερα πρὸς αὐτοὺς ὄχι μόνον ἐλάττωσιν φόρων ἀλλὰ καὶ προστασίαν, καὶ ἀνέμενον ἄλλην παρ’ αὐτῶν ὑποδοχήν. Ἐπεδαψίλευσα εἰς αὐτοὺς ἀνακούφισιν καὶ προστασίαν καὶ ἀνέμενον ἄλλην ὑποδοχὴν παρὰ τὰς διαμαρτυρίας καὶ τὰ συλλαλητήρια αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ ἐξεγέρσεις ἐκεῖναι δὲν ἦσαν ἐξεγέρσεις αὐθόρμητοι, αὐθόρμητοι ἐξεγέρσεις ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν τῆς λέξεως σημασίαν, ἀλλὰ ἐὰν δὲν ἦσαν ἀποτέλεσμα ὑποκινήσεως, πάντως ὑπῆρξαν ἀποτελέσματα τῆς ὑποβολῆς τῆς ἀσκουμένης ἐπ’ αὐτῶν διὰ τῆς καθημερινῶς ἐπαναλαμβανομένης ἐπιβεβαιώσεως, διὰ τῆς καθημερινῶς ἐπαναλαμβανομένης συκοφαντίας, τὸ μὲν ὅτι ἡ Κυβέρνησις διασπαθίζει εἰς σπατάλας τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ, τὸ δὲ ὅτι ἐπεβλήθησαν τρία δισεκατομμύρια φόρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πάντα ταῦτα εἶναι κατηγορίαι ἕωλαι, ὡς ἀπεδείχθη σήμερον ἐκ τῶν ἀριθμῶν, εἶναι κατηγορίαι αἱ ὁποῖαι χαλκεύονται ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες ζητοῦν νὰ ἐμβάλουν τὸν τόπον καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀναρχίαν. Ἐὰν κ. Βουλευταὶ ἠρωτώμην περὶ τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος, θὰ ἀπήντων ἀδιστάκτως, πλειοδοτῶν εἰς ὅσους ἤθελον κατηγορήσῃ αὐτὸ διὰ τὰς ἀνισότητας καὶ ἀδικίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀληθῶς γέμει ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον τῆς φορολογίας. Δὲν θὰ ἐδίσταζον ἀκόμη νὰ μὴ ἐπιδοκιμάσω τὰς τηρουμένας μεθόδους, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠρώτησαν, διατί δὲν ἔσπευσα, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, νὰ ἐπιδοθῶ εἰς τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ὅπως διὰ μιᾶς φορολογικῆς μεταρρυθμίσεως ἐξασφαλίσω ἔσοδα ἀφ’ ἑνός, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἀνακουφίσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τὰ βάρη τῶν ἀδικῶν καὶ ἀτελειῶν, τὰς ὁποίας περιέχει ὁ νόμος εἰς ἐκείνους, ἔχω νὰ ἀπαντήσω τοῦτο: ὅτι, τὰ Κράτη εὑρίσκονται εἰς τὰ χείλη τοῦ κρημνοῦ, δὲν ἔχουν ἐλευθερίαν κινήσεων καὶ ἑλιγμῶν. Διότι οἱ ἑλιγμοὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν φέρουσι τὰ Κράτη ἀπὸ τοῦ χείλους εἰς τὸν κρημνόν. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶνε ἀνάγκη νὰ συγκεντρώσωσιν ὅλας τὰς δυνάμεις των καί, εἰ δυνατόν, δι’ ἑνὸς ἅλματος νὰ ἐκφύγωσιν εἰς ἔδαφος στερεόν. Καὶ ὅταν φθάσωσιν εἰς τὸ ἔδαφος αὐτό, τότε μόνον ἀνακτῶσι τὴν ἐλευθερίαν τῶν κινήσεων ὃ ἃ νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ πάλιν ἐπί τινα χρόνον ὀφείλουν νὰ γίνουν μετὰ πάσης περισκέψεως, μετὰ πάσης προσοχῆς. Ἡ ἰδία κατηγορία, ἐπαναλαμβάνω, διότι ἔχω πρόσφατον τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πουανκαρέ, ἡ ἰδία κατηγορία διετυπώθη καὶ ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας. Βλέπομεν δὲ ὅτι ἐκεῖ, εἰς τὴν Γαλλίαν, δὲν ὑπῆρχε ἔλλειμμα προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὅμως ἐπεβλήθησαν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν δεκάδες ἑκατομμυρίων φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν, ὄχι διὰ νέων συστημάτων, ἀλλ’ ἐπεβλήθησαν διὰ τῶν φορολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἴσχυον. Καὶ ἀπήντησεν καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἐπίκρισιν αὐτήν, ὡς ἤδη ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ἀπήντησε πρὸς αὐτούς, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ σκεφθῇ νὰ σώσῃ τὴν Γαλλίαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ περὶ φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ἀγάγουν εἰς ἀδιέξοδον. Ἀκόμη δὲ καὶ σήμερον εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ἐπεδιώχθησαν φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις, διότι πρὸ πάσης φορολογικῆς μεταρρυθμίσεως, συναινούσης καὶ συμβοηθούσης τῆς κοινῆς γνώμης καὶ συναινουσῶν καὶ συμβοηθουσῶν ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων, ἐννοοῦσι, λέγω, εἰς τὴν Γαλλίαν, πρωτίστως καὶ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο, νὰ ἐξασφαλίσουν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔχει καθῆκον, βεβαίως, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου καὶ δὲν ἔχει λόγον, ὑποθέτω, νὰ ἀμφιβάλλῃ ἡ Βουλή, ὅτι, ὅσον τοὐλάχιστον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ, δὲν θὰ μείνωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐξηγηθῶ. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἀναλαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μελέτης τῶν ζητημάτων τούτων καὶ τῆς τροποποιήσεως τῶν φορολογικῶν νόμων, ἀλλ’ ὑπὸ μίαν ἀπαράβατον προϋπόθεσιν, ὅτι αἱ τροποποιήσεις αὗται, αἱ φορολογικαί, θὰ συμβαδίζουν ἐν ἀδιασπάστῳ ἁρμονίᾳ, θὰ προχωροῦν ἐν ἀδιασπάστῳ ἁρμονίᾳ, θὰ προχωροῦν μετὰ περισκέψεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς σπασμωδικότητος, μὲ τὸ βλέμμα ἡμῶν ἄγρυπνον καὶ καθηλωμένον εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διότι πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ὑπὸ πάντων, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι σήμερον ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, εἶναι σήμερον ὁ ὑπέρτατος νόμος τῆς κοινῆς σωτηρίας. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, γνωρίζων πόσον εἶναι ἀποκρουστικόν, νὰ ἀπαριθμήσω ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀντισταθμίσματα τῆς πολιτικῆς ἡμῶν ἀρκοῦμαι μόνον νὰ διαπιστώσω τὸ γεγονός, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἐδικαιώθη εἰς τὴν διεθνῆ συζήτησιν. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» μας ἔψεξεν, ἔψεξε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔσπευσεν, ἅμα τῇ συγκροτήσει της νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀνέβαλε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς πρὸς σύμπηξιν πλειονοψηφίας. Ἡ κατηγορία εἶναι ἀβάσιμος. Ἡ Κυβέρνησις ἀνέβαλεν ἐπί τινας ἡμέρας τὰς ἐργασίας, ὄχι βεβαίως πρὸς σύμπηξιν πλειονοψηφίας, ἀνέβαλεν αὐτάς, ὅπως διευκολύνῃ τὴν ἐνταῦθα προσέλευσιν τῶν ἀπουσιαζόντων εἰς τὰς ἐπαρχίας βουλευτῶν. Διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεθύμει, καὶ ὤφειλε παντὶ σθένει νὰ ἀποφύγῃ ὅπως ἡ λύσις τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος ἐπέλθῃ ἐξ ἀπροόπτων περιπτώσεων, ἐπὶ τῇ βάσει τυχαίων γεγονότων διὰ τῆς ψήφου τῶν παρισταμένων ἐνταῦθα βουλευτῶν. Ἐπεθύμει ἡ Κυβέρνησις τὸ πολιτικὸν ζήτημα νὰ λυθῇ συμφώνως πρὸς τὴν πραγματικὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἔχω, Κύριοι, τὴν γνώμην, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἔλεγχος παρελκύει πέραν τοῦ προσήκοντος χρόνου τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, προκειμένων ἄλλων χρησιμωτέρων θεμάτων συζητήσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτὴν περίστασιν, θὰ ἐδεχόμην, λίαν εὐχαρίστως, ὄχι μόνον τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως μέχρι τοῦ ἐσχάτου ὁρίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξάπλωσιν αὐτῆς εἰς ἕτερον πεδίον. Θὰ ἐπεθύμουν σήμερον νὰ διερευνήσῃ ἡ Βουλὴ τὰς κατευθύνσεις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἄρῃ καὶ τὴν ἐσχάτην πτυχὴν, ὄχι μόνον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἀλλὰ καὶ τῶν πράξεων τῶν προσώπων καὶ τῶν κομμάτων αὐτῆς, νὰ ἐξετάσῃ τὴν πολιτείαν ἑνὸς ἑκάστου ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, καὶ ὅταν πράξῃ τοῦτο νὰ καταλήξῃ εἰς σαφῆ συμπεράσματα θέτοντα τέρμα εἰς τὰς καθ’ ἑκάστην ἐπαναλαμβανομένας, οὐχὶ ἐπὶ ἐξυψώσει τοῦ κυβερνητικοῦ κύρους, αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ δώσῃ εἰς τὴν χώραν οὐχὶ λύσιν πρόσκαιρον ἀλλὰ κυβέρνησιν, ὅσον οἷόν τε γονιμωτέραν. Ὁ μεγαλείτερος τῶν κινδύνων, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπειλεῖ σήμερον εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ κίνδυνος τῆς κυβερνητικῆς ἀσταθείας, ὁ κίνδυνος ἐκ τῆς δημιουργίας Κυβερνήσεως θνησιγενοῦς, κλονιζομένης ἀπὸ τὴν ριπὴν τῶν ἀνέμων. Ἐξετάζουσα ἡ Βουλὴ καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὰς ἀπόψεις, τὰς διανοιγομένας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον, ἔχει καθῆκον νὰ περιβάλῃ τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε τὴν παροῦσαν εἴτε ἄλλην, κυβέρνησιν πάντως τοῦ ἔθνους, νὰ τὴν περιβάλῃ μὲ δύναμιν, μὲ κῦρος καὶ ἐπιβολὴν ἀναλόγως τῶν ὀρθουμένων προβλημάτων. (Χειροκροτήματα).
§34Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὴν στιγμὴν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀπευθύνω τὸν λόγον, δὲν ἠμπορῶ ἀκόμη νὰ ἐννοήσω, τίνες λόγοι ὤθησαν, τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, νὰ προβῇ εἰς σύγκρισιν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεώς του καὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ στρατηγοῦ Κονδύλη, καθόσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν ἀργομίσθων ὑπαλλήλων. Καὶ ἂν ἀκόμη ἦσαν ἀληθῆ ὅσα ἐβεβαίωσεν οὗτος ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι ὄντως ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη διώρισεν μέγαν ἀριθμὸν ὑπαλλήλων καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων διώρισε μικρότερον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων, νομίζει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης καὶ ὅτι ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν χθὲς ἀπὸ τῆς ἰδίας θέσεως ἐπέρριψα ἐναντίον αὐτοῦ, δὲν δικαιολογεῖται ἀπολύτως; Ἐὰν ὑπῆρξε κακὸν προηγούμενον, νομίζει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δικαιολογεῖται, γινόμενος ὑπαίτιος κακοῦ μικροτέρου; Πολὺ περισσότερον δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ρίψῃ ὑπαινιγμὸν ἐναντίον μου, διότι γνωρίζει καλῶς ὅτι δὲν ἀπετέλουν μέρος τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη καὶ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνα τὴν Χώραν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, οὐδεὶς ἀπολύτως πολιτικὸς δεσμὸς μὲ συνέδεεν μετ’ αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέδειξε τόσην μῆνιν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Ἓν μόνον γνωρίζω· ὅτι ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ στρατηγὸς Κονδύλης προέβη εἰς τὴν ὡραίαν χειρονομίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως φαίνεται δὲν κατενόησε καλῶς, τῆς διαλύσεως τοῦ κόμματός του, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ἐξήρχετο πανίσχυρον ἐκ τῶν ἐκλογῶν, καὶ διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερεν οὗτος εἰς τὴν χώραν, ἀνατρέψας τὴν Δικτατορίαν, καὶ λόγῳ τῆς ἰδιότητος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχεν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος. Γνωρίζω ἐπίσης ὅτι ὁ στρατηγὸς Κονδύλης, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ κόμματός του, παρέσχεν ὁλόκληρον τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ συνδρομὴν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῶν Φιλελευθέρων Προοδευτικῶν κ. Καφαντάρην, συνδρομὴν ἥτις ἐπέτρεψεν εἰς τοῦτον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν μεγάλην αὐτὴν πλειοψηφίαν, ἐκτρεπομένην μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ μὴ σέβηται καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφθασεν, ὑπεραμυνόμενος τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως,—ὅπως εἶναι σύνηθες εἰς αὐτὸν—νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι πνεῦμα ἀπολύτου οἰκονομίας διακρίνει τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἀλλὰ δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ εἶνε κατατεθειμένον Νομοσχέδιον, φέρον τὴν ὑπογραφήν του, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεχειρεῖτο νὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ποσὸν δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διὰ νὰ δοθῇ εἰς ἐφημερίδας, μία ἐκ τῶν ὁποίων διερμηνεύει τὰς γνώμας του, ἐφημερίδας παυθείσας ἐπὶ τῆς Ἐπαναστάσεως Πλαστήρα καὶ ἐπὶ τῆς Δικτατορίας Παγκάλου, αἵτινες ὅμως οὐδεμίαν ὑπέστησαν πραγματικὴν ζημίαν; Ἀποδεικνύει ἡ ὑποβολὴ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ὁποίου ἡ ψήφισις ἐματαιώθη χάρις εἰς τὴν καταπολέμησιν αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἀνεξαρτήτων βουλευτῶν, φειδὼ καὶ σεβασμὸν πρὸς τὸν δημόσιον πλοῦτον, καὶ μάλιστα τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον ἔδειξε τόσον συχνὰ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησεν ἰδιαιτέρως νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐξεγέρσεως τῆς Κρήτης, καὶ ἐβεβαίωσεν ὅτι αἱ παρατηρηθεῖσαι ἐξεγέρσεις ὀφείλονται εἰς πολιτικὰς ὑποκινήσεις ἀποσκοπούσας νὰ δυσχεράνουν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ὁ ἴδιος δὲν πιστεύει εἰς ὅσα εἶπε, διότι γνωρίζει καλῶς, ὅπως γνωρίζει καὶ σύμπασα ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν ὁποία αν ἀπηυθύνετο πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσπευσμένως ἀπέστειλεν εἰς Κρήτην τὸν ἐν Ἀθήναις εὑρισκόμενον Γενικὸν Διοικητὴν κ. Γεωργιάδην, μὲ τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ δηλώσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τὰ αἰτήματα τῶν Κρητῶν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει οἴκοθεν ὅτι ἡ ἐξέγερσις δὲν ὀφείλεται εἰς πολιτικὰς ὑποκινήσεις, ἀλλ’ εἰς τελείαν παραμέλησιν καὶ εἰς τὴν ἐγκληματικὴν ἐγκατάλειψιν τῆς νήσου Κρήτης, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Δὲν ἠθέλησα, Κύριοι Συνάδελφοι, κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον μὲ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας. Ἀλλὰ σήμερον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πράξω, διὰ νὰ πεισθῇ ἐπὶ τέλους καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἐὰν πράγματι δὲν ἔχῃ πεισθῆ, ὅτι ἡ ἐξέγερσις τῆς Κρήτης εἶνε ἀποκλειστικὸν ἔργον τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες ἀπὸ τῆς 4 Δεκεμβρίου 1926 ἐκυβέρνησαν τὴν Χώραν, Κυβερνήσεων εἰς τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς παίζει τὸν πρωτεύοντα ρόλον. Δημοσία ἀσφάλεια δὲν ὑφίσταται παντάπασιν ἐν Κρήτῃ. Φόνοι καὶ λῃστεῖαι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου, τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν βουλευτῶν Κρήτης, ἐψηφίσθη εἰδικὸς νόμος ἀγροφυλακῆς διὰ τὴν Κρήτην, ἀπαιτῶν δαπάνην εἴκοσι πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἥτις ἀντιμετωπίζεται δι’ εἰδικῆς τοπικῆς φορολογίας. Καὶ μολονότι ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἔχουν παρέλθει ἐννέα μῆνες, ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐτέθη εἰσέτι εἰς ἐφαρμογήν, χάρις εἰς τὴν ἔλλειψιν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, ἔλλειψιν, ὀφειλομένην εἰς τὴν Ὁμηρικὴν μάχην, ἥτις διεξήγετο μέχρις ἐσχάτων, μεταξὺ τοῦ κόμματος τῶν Συντηρητικῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων διὰ τὴν κατάκτησιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου. (Χειροκροτήματα). Ὑπῆρχε, Κύριοι, νόμος ψηφισθεὶς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1912, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν χημικῶν λιπασμάτων εἰς τοὺς Γεωργικοὺς Συνεταιρισμούς. Ὁ νόμος οὗτος ἦτο σωτήριος πραγματικῶς καὶ ἐνεθάρρυνε τὴν γεωργικὴν πρόοδον, διότι ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς νὰ προμηθεύωνται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ χημικὰ λιπάσματα καλυτέρας ποιότητος καὶ εἰς εὐθηνοτέραν τιμήν, ἀπὸ τὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν χορηγεῖ τὰ λιπάσματα ἡ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία Χημικῶν Λιπασμάτων. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσεν ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του διακρίνεται διὰ τὴν φιλαγροτικὴν πολιτικήν της. Ἀπόδειξις τῶν φιλαγροτικῶν αἰσθημάτων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι ἡ εὐεργετικὴ διάταξις περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ χημικῶν λιπασμάτων ὑπὸ τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν, κατηργήθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ὑπουργ. ἐπὶ τῶν Οἰκον. καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ τελωνείου Χανίων εὑρίσκονται λιπάσματα εἰσαχθέντα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὑπὸ τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν τοῦ Νομοῦ Χανίων, διότι οἱ συνεταιρισμοὶ οὗτοι ἀδυνατοῦν νὰ παραλάβουν ταῦτα καὶ νὰ πληρώσουν τὸν βαρὺν εἰσαγωγικὸν δασμόν, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέβαλε πρὸς προστασίαν τῆς γεωργικῆς τάξεως!!!
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερ.). Πότε ἐπεβλήθη;
§36Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν κατηργήθη, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ εὐεργετικὴ διάταξις τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς λιπασμάτων ὑπὸ τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν, ἀλλὰ κατὰ σατανικὸν τρόπον, εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προσετέθη ἡ λέξις ὅτι τοῦ εὐεργετήματος τούτου ἀπολαύουν μόνον «οἱ ἐνδεεῖς Γεωργικοὶ Συνεταιρισμοί». Ἡ προσθήκη τῆς λέξεως αὐτῆς ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατάργησιν τῆς εὐεργετικῆς αὐτῆς διατάξεως, διότι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἔνδεια τῶν συνεταιρισμῶν. Ὅπως βλέπετε ἡ κεφαλαιοκρατία γνωρίζει τὴν δουλειά της. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, οὔτε τὸ Ὑπουργ. τῆς Γεωργίας, οὔτε τὸ Ὑπουργ. τῶν Οἰκονομικῶν, μολονότι δὲν παύουν νὰ ἀσχολοῦνται κατώρθωσαν νὰ εὕρουν μίαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Γεγονὸς εἶναι, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συναδέλφων μου τοῦ νομοῦ Χανίων, διότι καὶ αὐτοὶ ἔχουν λάβει διαμαρτυρίας τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν τοῦ Νομοῦ Χανίων, ὅτι ἀπὸ ἑξαμήνου εὑρίσκονται εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ τελωνείου Χανίων χημικὰ λιπάσματα, τὰ ὁποῖα οἱ Συνεταιρισμοὶ ἀδυνατοῦν νὰ παραλάβουν ἢ τὰ παραλαμβάνουν μὲ πληρωμὴν τοῦ δασμοῦ, ὡς παρακαταθήκην, διότι τὸ Δημόσιον ἀξιοῖ παρ’ αὐτῶν τὴν πληρωμὴν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ.
§37Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερ.). Ἐὰν θέλετε νὰ μάθητε τί εἶπον εἶναι εὔκολον. Ἠρώτησα: πότε ἐπεβλήθη ὁ δασμός;
§38Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ δασμὸς οὗτος ἐπεβλήθη ἐπὶ τῆς Δικτατορίας τοῦ Παγκάλου, ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ σχετικὸν Νομοθετικὸν Διάταγμα ἐδημοσιεύθη καὶ ἐφηρμόσθη ἐπὶ τῆς ἰδικῆς σας Κυβερνήσεως.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε καὶ ἐμέ, διότι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ δασμοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν ἀπὸ τοὺς Γεωργικοὺς Συνεταιρισμούς, ἐκάμαμεν ἐνέργειαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐλάβομεν τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ ἀρθῇ ὁ δασμὸς οὗτος ἐπὶ τῶν γεωργικῶν εἰδῶν δι’ ὅλους τοὺς Συνεταιρισμούς. Τὸ πρᾶγμα ἦτο καταθλιπτικὸν διὰ τοὺς Γεωργικοὺς Συνεταιρισμούς.
§40Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Πότε ἐπεβλήθη; Ἐπεβλήθη ἐπὶ τοῦ Τελωνειακοῦ Δασμολογίου;
§41Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν πῶς ἐπεβλήθη. Γεγονὸς εἶναι ὅτι διὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως «ἐνδεεῖς συνεταιρισμοὶ» κατηργήθη ἡ εὐεργετικὴ διάταξις τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς λιπασμάτων ὑπὸ τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἐξυπηρετεῖ τὸ συμφέρον τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ἀποτελούσης ὡς γνωστὸν τὴν μεγάλην δεξαμενὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἀντλεῖ τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν ἐσόδων του. Λυποῦμαι πολύ, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν κρατῶ ἐπάνω μου ἐπιστολὰς τῶν Προέδρων τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν τοῦ Νομοῦ Χανίων καὶ μάλιστα μίαν ἐπιστολὴν τοῦ Γραμματέως τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Πύργου Ψυλονέρου, ἑνὸς ἐκ τῶν μᾶλλον εὐδοκιμούντων Συνεταιρισμῶν, διὰ νὰ τὰς ἀναγνώσω. Θὰ ἀντελαμβάνετο τότε ἡ Βουλὴ τὸ μέγεθος τῆς δυσφορίας τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ διὰ τὴν πλήρη ἐγκατάλειψίν του ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἐννοοῦσε τότε ἀκόμη καλύτερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποῦ ὀφείλεται ἡ παρατηρηθεῖσα ἐξέγερσις ἐν Κρήτῃ καὶ ἐὰν ἡ ἐξέγερσις αὕτη ἦτο ἀποτέλεσμα πολιτικῶν ὑποκινήσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τερματίζων τὸν λόγον του, ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὁ ἔλεγχος ὁ ἀσκηθεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔλεγχος κατὰ τὴν κρίσιν μου ἐπιεικέστατος, φέρει προσκόμματα εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, καὶ ἐὰν θέλῃ νὰ ἴδῃ τὸ ἔργον του εὐοδούμενον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς εὐχόμεθα, ὀφείλει νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὴν κατάστασιν ἐν τῇ πραγματικότητι καὶ ὄχι νὰ πλέῃ εἰς πέλαγος ἀδικαιολογήτου αἰσιοδοξίας καὶ νὰ ἑρμηνεύῃ τὰ πράγματα κατὰ τὸν συνήθη εἰς αὐτὸν τρόπον. Ἡ ἐξέγερσις, ἥτις παρουσιάσθη εἰς τὴν Κρήτην, ὅπως καὶ χθὲς ἐτόνισα, δὲν ὀφείλεται εἰς πολιτικὰς ὑποκινήσεις, ἀλλ’ εἶναι ἔργον τῆς ἀβελτηρίας καὶ τῆς ἀνικανότητος τῆς Κυβερνήσεώς σας. Ἡ δυσφορία αὕτη δὲν ἐξεδηλώθη τώρα τελευταίως, ἔχει ἐκδηλωθῆ καὶ πρὸ ἑξαμήνου, ὅτε ἔλαβον χώραν συλλαλητήρια εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Νομοῦ Χανίων καὶ συνετάχθησαν ψηφίσματα διαμαρτυρίας διὰ διάφορα ζητήματα.
§42Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. Διὰ τὸ λάδι.
§43Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὄχι αὐτό. Σᾶς διαφεύγει, κ. συνάδελφε, θὰ σᾶς βοηθήσω νὰ τὸ ἐνθυμηθῆτε, λησμονεῖτε τὸ συλλαλητήριον εἰς Μπαμπαλῆ Χάνι Ἀποκορώνου, πάνδημον συλλαλητήριον, λαβὸν χώραν πρὸ ἓξ περίπου μηνῶν κατὰ τὸ ὁποῖον συνετάχθη ψήφισμα ὅμοιον μὲ τὸ ψήφισμα τοῦ προχθεσινοῦ συλλαλητηρίου τῆς πόλεως Χανίων εἰς τὸ ὁποῖον οἱ κάτοικοι τῆς Ἐπαρχίας Ἀποκορώνου διεμαρτύροντο διὰ τὴν βαρεῖαν φορολογίαν διὰ τὴν διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀγροτικῆς ἀσφαλείας κλπ. καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεδόθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§44Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. Ἅμα ἔμαθον ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως, δὲν ἔκαμαν συλλαλητήριον.
§45Γ. ΣΗΦΑΚΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφισβητῆτε γεγονότα πασίγνωστα, ὡς εἶναι τὸ συλλαλητήριον Μπαμπαλῆ Χάνι, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν πολιτεύομαι, καὶ νὰ ὁμιλῆτε περὶ πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως.
§46Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δικαίωμά σας, κ. Συνάδελφε, νὰ ἔχητε τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν καὶ νὰ ἀποδίδετε τὴν ἐξέγερσιν τῆς Κρήτης εἰς πολιτικὰς ὑποκινήσεις. Μὴ φαντασθῆτε ὅμως ποτέ, ὅτι διὰ τῶν λόγων αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλητε τὴν πραγματικότητα. Ἡ ὠμὴ πραγματικότης ἐγείρεται διαρκῶς πρὸ τῶν ὀμμάτων τῶν παραγνωριζόντων αὐτὴν ἀμείλικτος τιμωρὸς διὰ τὴν παραγνώρισιν αὐτήν (Χειροκροτήματα).
§47Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἔχω καθῆκον, Κύριοι, ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρεμπιπτούσης αὐτῆς μομφῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ χημικὰ λιπάσματα, νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα ἱστορικῶς. Δὲν ἀνάγεται εἰς ἡμᾶς ὅ,τι θὰ εἴπω. Ὅτε, Κύριοι, ἐπεβλήθη τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἐπεβλήθη δι’ ἑνὸς Διατάγματος τοῦ 1923, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς γενικῆς ὑψώσεως τῶν δασμῶν καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀτελειῶν εἰς τὸ ἔσχατον δυνατὸν ὅριον. Τὸ δασμολόγιον ἐκεῖνο προεκάλεσε συζήτησιν κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Δʹ Συνέλευσιν καὶ ἠκούσθη τότε φωνὴ μεθ’ ἐπιμονῆς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι ἰδιαίτατα διὰ γεωργικὰ εἴδη ἴσχυσαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, καθότι τὸ δασμολόγιον πλὴν τῶν χημικῶν λιπασμάτων ἐφορολόγει καὶ αὐτὰ τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν δὲν ὑπήγοντο εἰς φορολογίαν. Ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ, ἡ ὁποία τότε εἶχεν ἐπιληφθῆ τῆς ὑποθέσεως τοῦ δασμολογίου, ἔκαμα συστάσεις τινάς, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα ἀναγκαίας, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὰς ἐπαναλάβω, διότι εἶναι δίκαιον, εἶναι σκόπιμον νὰ ἔχωμεν ὅλοι γνῶσιν, ἀνεξαρτήτως τῆς κομματικῆς ἀντιλήψεως, περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγονται αἱ συζητήσεις διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν διεθνῶν ἐμπορικῶν συμβάσεων. Ἐθεώρησα, ἐπαναλαμβάνω, ἀναγκαῖον νὰ εἴπω τότε τί ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ παρέδωκα εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, τὸν κ. Μᾶρκον, ἓν ἔντυπον περιέχον κρίσεις ἐπὶ τοῦ Ἑλβετικοῦ δασμολογίου, τὸ ὁποῖον τότε εἶχε προσφάτως θεσπισθῆ καὶ τὸ ὁποῖον ὕψωνεν ἐπίσης τοὺς δασμοὺς καταργοῦν ἀτελείας. Ἠγέρθησαν πολλαὶ διαμαρτυρίαι, ὅτε εἶπον ἐκεῖνο, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἀναλύσω τοὺς λόγους δι’ οὓς ἠκολουθήθη ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, καὶ ἡ αἰτιολογία ἦτο ἁπλουστάτη. Ἐὰν δὲν ἔχητε καταργήσει τὰς ἀτελείας, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐπιτύχητε ὠφελείας, ὅταν συνάπτητε ἐμπορικὰς συμβάσεις. Εἶπον λοιπὸν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι ἡ κατάργησις δασμῶν τινῶν δι’ εἰσαγωγικοὺς λόγους, μᾶς ἀφοπλίζει ἀπὸ τὸ μόνον ὅπλον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀπέναντι τῶν Κρατῶν μεθ’ ὧν συναλλασσόμεθα. Ὅλα τὰ Κράτη, ὅλαι αἱ Χῶραι αὐτὴν τὴν μέθοδον ἀκολουθοῦν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Παπαναστασίου, ἔγινε πράγματι Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἡ συζήτησις προεκλήθη ἐκ τοῦ ὅτι, ὄχι μόνον διετηρήθη ὁ δασμὸς, ὁ ὑπάρχων, ἐπὶ τῶν χημικῶν λιπασμάτων, ἀλλὰ καὶ συνήφθη μιὰ εἰδικὴ σύμβασις, ἥτις παρεχώρει διπλῆν προστασίαν εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην. Παρετήρησα τότε, ὅτι, ἂν θελήσωμεν — καὶ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν — νὰ ἐλατώσωμεν τὸν δασμὸν τῶν χημικῶν λιπασμάτων, θὰ δυνηθῶμεν εὐκόλως νὰ εἰσαγάγωμεν τὰ προϊόντα ἡμῶν μὲ πολὺ ἠλαττωμένον δασμόν, ἐνῶ ἂν τὸ πράξωμεν δι’ ἐξαγωγικοὺς λόγους, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ζητήσωμεν ἀνταλλάγματα. Ἰδοὺ λοιπόν, πῶς ἔχει ἡ ἱστορία τῆς ἀτελείας ταύτης, ἐξ ἧς τὸ Ὑπουργικὸν ἐκεῖνο Συμβούλιον ἦτο σύμφωνον, ἀποβλέπον εἰς τὸν σκοπὸν εἰς ὁποῖον ἤθελε νὰ καταλήξῃ ἡ τελωνειακὴ πολιτικὴ ἡμῶν. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην διάταξιν, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐξαιρέσω τῆς ἀτελείας τότε τοὺς συνεταιρισμοὺς, διότι, ἀναμφισβητήτως, θὰ ἐγίνετο τοῦτο καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ὅπου δὲν ὑπάρχουν Συνεταιρισμοί. Δὲν ἦτο δίκαιον νὰ θυσιάζωμεν συμφέροντα, διότι τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα ἐξάγομεν, ὡς γνωρίζετε, δὲν εἶναι βιομηχανικά, δὲν ἦτο λέγω, δίκαιον νὰ στέρξωμεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις καὶ νὰ θυσιάζωμεν ἡμεῖς δασμούς τινάς, χωρὶς νὰ ἐπιτυγχάνωμεν ἀντάλλαγμα. Δέον νὰ μεταχειριζώμεθα ἴσα ὅπλα. Μὴ προβαίνοντες ἄοπλοι εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, θὰ ἐπιτύχωμεν μείωσιν τῶν δασμῶν, τοὺς ὁποίους τὰ ἄλλα Κράτη ἐπιβάλλουν. Χρειάζεται λοιπὸν ὀλίγη ὑπομονή, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν. Πρέπει νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ ἀνταλλάγματα τινά. Ἤθελα νὰ κάμω τὴν διαφώτισιν αὐτὴν διὰ νὰ εἴπω ὅτι ὀρθὴ τελωνειακὴ πολιτικὴ εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη. Τὸ Κράτος δὲν σπεύδει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δασμῶν, ἀλλὰ τοὺς διαπραγματεύεται διὰ λόγους ὠφελείας πρὸς ἐξάπλωσιν τῶν χημικῶν προϊόντων εἰς ἄλλας Χώρας.
§48Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀφοῦ τὸ Κράτος, ἐκ τῆς διατηρήσεως τῶν δασμῶν ἐπὶ τῶν χημικῶν λιπασμάτων, παρακωλυόντων τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, ὑφίσταται προφανῆ ζημίαν, καθῆκον καὶ συμφέρον ἔχει νομίζω νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δασμῶν αὐτῶν. Μέχρι τοὐλάχιστον τοῦ ἔτους 1925, ἐκράτει ἡ ἀντίληψις εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, ὅτι ἡ ἐξασφάλισις χημικῶν λιπασμάτων εἰς εὐθηνὰς τιμὰς, ἀπετέλει θεμελειώδη ὅρον τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς, διότι ἡ Χώρα ἡμῶν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν γεωργικὴ Χώρα. Ἔχω τὴν γνώμην, καὶ δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν νὰ τὴν διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι καὶ ἡ ἐξεύρεσις τῶν ἐνδεῶν Συνεταιρισμῶν ἐγένετο πρὸς προστασίαν τῆς Ἑταιρείας τῶν χημικῶν λιπασμάτων, εἰς βάρος τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, ὅπως ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως φέρουν τὴν σφραγῖδα τῆς ὑποστηρίξεως τῆς κεφαλαιοκρατίας. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἔθιξε καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων, σᾶς λέγω ὅτι καὶ ἡ διαρρύθμισις τοῦ ζητήματος τούτου ἐγένετο πρὸς προστασίαν τῆς μεγάλης ποτοποιΐας, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ἐμπορικὴ σύμβασις, τὴν ὁποίαν κατήρτισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν Ἑλληνικῶν οἴνων εἰς Γαλλίαν, καὶ αὐτὴ ἀκόμη φέρει τὴν σφραγῖδα τῆς προστασίας τῆς κεφαλαιοκρατίας, διότι τοῦ δικαιώματος τῆς εἰσαγωγῆς οἴνων εἰς Γαλλίαν ἀπολαύουν μόνον αἱ Ἀνώνυμοι Οἰνοποιητικαὶ Ἑταιρεῖαι. (χειροκροτήματα).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς.
§50Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀντιλαμβάνομαι τὸν κάματον τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἀπαντήσει του κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐμέμφθη τοὺς ἐπικρίνοντας αὐτὸν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐπιβληθέντων νέων φόρων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀνεβίβασαν οὗτοι αὐτοὺς εἰς ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆλθον οἱ νέοι φόροι. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι οὐδέποτε ἐτάχθην κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων, οὐδ’ ὑπεστήριξα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐξέλθῃ τοῦ ἀδιεξόδου ἄνευ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων. Μάλιστα, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ πρώτη συσταθεῖσα Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις διὰ τῶν προγραμματικῶν αὐτῆς δηλώσεων ἀπέκλειε τὴν ἐπιβολὴν φόρων, ἐπαγγελθεῖσα, ὅτι ἤθελεν ἀναστηλώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ ἤθελε φέρει τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, μόνον δι’ οἰκονομιῶν. Κατὰ τὴν ἀπάντησίν μου τότε εἶπον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ μόνον δι’ οἰκονομιῶν, καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων.
§51Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ὅτι θὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ὅτι θὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸ φέρῃ.
§52Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀπεκλείσατε, κ. Πρόεδρε, διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων. Εἶναι ἀπολύτως ἀληθές, ὅτι διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἀπεκλείσθη τὸ ἐνδεχόμενον τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων.
§53Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ὅταν λέγομεν ὅτι θὰ προσπαθήσωμεν νὰ φέρωμεν τὸ ἰσοζύγιον δι’ οἰκονομιῶν, θὰ εἴπῃ ὅτι ἐὰν αἱ οἰκονομίαι δὲν ἐπαρκέσουν, θὰ καταφύγωμεν καὶ εἰς ἄλλα μέσα.
§54Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶν εἰς τὰς προγραμματικὰς ἐκείνας δηλώσεις σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προτάξητε τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ὅτι ἔπρεπε ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον. Καὶ χθὲς ἀκόμη, Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔψεξα τὴν Κυβέρνησιν κυρίως διὰ τὸ ποσὸν τῶν ἐπιβληθέντων φόρων, ἔψεξα κυρίως τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ σύστημα τὸ ἀκολουθηθὲν κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν νέων φόρων. Ἔψεξα τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὅλην δημοσιονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν, καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν καὶ τὸν τρόπον ἐπιβολῆς τῶν φόρων. Σήμερον, ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποστηρίζει ὅτι μόνον 670.000.000 νέων φόρων ἐπέβαλε πρὸς ἰσοζύγισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ δριμύτατα ἔψεξε ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἀναβιβάζουσι τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν 670.000.000...
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς ποσὸν 2.000.000.000.
§56Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ παρακολουθήσητε. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ σημείωμα τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, ἐξ οὗ ἐμφαίνετε ὅτι ἀνεβιβάσατε τοὺς ἐπιβληθέντας φόρους εἰς 670.000.000. Ἐγὼ θὰ παρακολουθήσω αὐτὴν τὴν εἰσήγησιν, αὐτὴν τὴν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε τὴν 1ην Ἰουλίου τοῦ π. ἔτους, κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ θὰ παρεκάλουν καὶ σᾶς καὶ ὅν τινα ἄλλον ἐκ τῶν Κυρίων Βουλευτῶν ἐντριβῆ περὶ τὰ οἰκονομικά, νὰ θελήσῃ νὰ ἀναιρέσῃ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους σεῖς ἐδώκατε εἰς τὴν Βουλήν. Ἀναμφισβητήτως εἴπετε ὅτι τὸ χάσμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἦτο 2.700.000.000 καὶ ὅτι θὰ ἐλαμβάνοντο μέτρα, τὰ μὲν πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τὸ δὲ πρὸς περιστολὴν τῶν ἐξόδων. Κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας ἐκείνην, εἴπετε ὅτι 1.000.000.000 ἐξοικονομεῖται ἐξ οἰκονομιῶν καὶ ἐκ μεταθέσεως δαπανῶν. Μᾶς εἴπετε τότε, καὶ θὰ ἀναφέρω ἀκριβῶς τὰς ἰδίας λέξεις τὰς ὁποίας μετεχειρίσθητε, εἴπετε ὅτι «τὸ ὑπόλοιπον ποσόν, ἀφαιρουμένου τοῦ ἐλλείμματος τῶν 49.000.000, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1.606.000.000 καὶ ὅτι τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ πρόκειται νὰ εὑρεθῶσιν ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων». Ἀλλ’ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ δὲν εἶναι νέοι φόροι, ἀλλ’ εἶναι, ἐν πολλοῖς, ἔσοδα προερχόμενα ἐκ βεβαιώσεως καλλιτέρας ἄλλων φόρων καὶ ἐκ προσδοκωμένης περισσοτέρας ἀποδόσεως ἄλλων φόρων. Ἐπιβαρύνετε λοιπὸν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ 1.300.000.000 νέων φόρων, καὶ ἀποδεικνύεται τοῦτο ἐξ αὐτῆς τῆς ἀναλύσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάματε ἐν τῷ λόγῳ τὸν ὁποῖον ἐξεφωνήσατε κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐλέγατε δὲ τότε, ἀφοῦ ἐθέσατε ὡς βάσιν ὅτι 1.606.000.000 πρέπει νὰ προέλθωσιν ἐξ αὐξήσεως ἐσόδων, ὅτι 63.000.000 θὰ ἐλαμβάνατε ἐκ τῆς πληρεστέρας βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Ἐπίσης ἐλέγατε, ὅτι 670.000.000 θὰ ἀνεμένατε ἐκ τῆς πληρεστέρας βεβαιώσεως τοῦ Συνθετικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος μετὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἐσκοπεύατε νὰ ἐπιφέρητε καὶ τὰς ὁποίας, εὐτυχῶς κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν ἐπεφέρατε ἀκόμη, διότι τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἶναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὅλοι αὐτοὶ δὲν εἶναι φόροι, ὅπως νέοι φόροι δὲν εἶναι καὶ τὰ 13.000.000 ἐκ τῆς μείζονος ἀποδόσεως τῶν λαχείων καὶ ἐξ ἄλλων τυχηρῶν παιγνιδίων, ὅπως δὲν εἶναι νέα καὶ τὰ 81.000.000 ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, διότι ἔχετε τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ ἁπλῶς ἐπιτυχῶς προσεπαθήσατε νὰ βεβαιώσητε τὸν φόρον τοῦτον ἀρτιώτερον διὰ νὰ ἀποδώσῃ μείζονα ἔσοδα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἐπίσης νέος φόρος δὲν εἶναι καὶ ὁ φόρος τῶν 84,000,000, ἐκ τῆς φορολογίας τῆς κινητῆς ἢ ἀκινήτου περιουσίας, μὲ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας σκοπεύετε νὰ ἐπιφέρετε. Διότι καὶ ὁ φόρος οὗτος, ὁ ὁποῖος ἔν τινι μέτρῳ θὰ ἦτο νέος φόρος, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐπραγματοποιήθη διότι τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εὑρίσκεται ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως ἐκ τῆς εἰσηγήσεώς σας προκύπτει ὅτι τὰ 300 ἑκατομ. ἐκ τῶν 1,606 ἑκατομ. τὰ ὁποῖα προεβλέπατε ὅτι θὰ εἰσεπράττατε, τὰ 300.000.000 δὲν ἀποτελοῦσιν νέους φόρους. Τὰ ὑπόλοιπα ἀποτελοῦσιν, ἀναμφισβητήτως, κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν εἰδικὴν ἀνάλυσιν τὴν ὁποίαν ἐκάματε, νέους φόρους. Καὶ ἐν πρώτοις, νέος φόρος, μὴ ὑπάρχων ἀλλ’ ἐπιβληθεὶς ὑφ’ ὑμῶν, ἀνεξαρτήτως σκοπιμότητος ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατ’ ἀρχὴν παραδοχὴν τοῦ φόρου τούτου, εἶναι καὶ ὁ φόρος τῶν 180.000.000, ὁ ὁποῖος ἐπεβλήθη, ὁ φόρος τῆς δεκάτης.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέψατέ μοι μίαν διακοπήν. Αἱ φορολογίαι συγκρίνονται ὄχι μὲ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ δημοσιευθέντα, ἀλλὰ μὲ τὰ βάρη τῆς παρελθούσης χρήσεως. Διότι, ὅτε ὁ φόρος αὐτὸς ἐθεσπίσθη καὶ ἐπρόκειτο νὰ εἰσπραχθῇ διὰ τὴν χρῆσιν 1926–1927, ἐδημοσιεύθη ἓν Διάταγμα, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργεῖτο οὗτος. Ἀλλὰ δὲν κατηργεῖτο ἀπὸ τὴν χρῆσιν 1926–1927, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν χρῆσιν 1927–1928. Ἑπομένως δὲν ὑπῆρξε κατάργησις αὐτοῦ, διότι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ ἠδύνατο νὰ δημοσιευθῇ ἓν ἄλλο Νομοθετ. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς χρήσεως 1927–1928 καταργοῦνται οἱ φόροι τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν λογικὴν τὴν ἰδικήν σας θὰ εἴχομεν ἐπιβάλει νέους φόρους ὀκτὼ δισεκατομμύρια δραχμάς. Κατ’ αὐτὸν ὅμως τὸν τρόπον δύνασθε νὰ ἀναβιβάσητε τοὺς νέους φόρους, ὄχι εἰς 2 δισεκατομμύρια δραχμάς, ἀλλ’ εἰς πολὺ περισσότερα.
§58Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν ἔψεξα τὸν φόρον.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸν ὑπολογίσητε. Ὁ φόρος δὲν κατηργήθη.
§60Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶχε καταργηθῇ διὰ τὴν ἑπομένην χρῆσιν.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Ἐάν τὸν Νοέμβριον ἢ τὸν Σεπτέμβριον 1926–1927 ἐδημοσιεύετο ἓν Νομοθ. Διάταγμα τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἑπομένης χρήσεως 1927–1928 τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατήργει τοὺς φόρους ὅλους καὶ εὑρίσκετο μία Κυβέρνησις ἄλλη, ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδική σας, π. χ. τί θά ἔπρατεν; Ὑποθέτω ὅτι τὸ πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμνε, θὰ ἦτο νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς μὴ καταργηθέντας φόρους, διότι ἡ κατάργησις ἐκείνη ἦτο θεωρητική. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ἐδέχεσθε τὴν κατηγορίαν ὅτι εἶσθε ἕνας φορομανής, ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ, μὲ 8.000.000.000 δραχμῶν, θὰ ἐδέχεσθε τὴν κατηγορίαν ταύτην; Ναὶ ἢ ὄχι;
§62Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπα καὶ πάλιν, ἡ συζήτησις, ἡ γενομένη περὶ τοῦ φόρου τούτου, εἶναι κατὰ μέγα μέρος τυπική, διότι καθὼς γνωρίζετε, κατόπιν ἠλαττώσατε τὸν φόρον τοῦτον σημαντικώτατα καὶ τὸν μετεθέσατε εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ἀλλ’ ἐγώ, ἐφόσον εἶχα ὑπ’ ὄψει μου νὰ καταλογίσω τὸ μέγεθος τοῦ φόρου, κατελόγισα καὶ τοῦτον. Ἐὰν νομίζετε ὅτι αὐτὸς εἶναι νέος ἢ παλαιός, αὐτὸ εἶναι ζήτημα κρίσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐν τῷ ὑπολογισμῷ μου εἶχον καταλογίσει καὶ τοῦτον ὡς νέον φόρον, ἐπιβληθέντα διὰ νέας πράξεως καὶ ψυχολογικῶς βαρύνοντα τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Μετὰ δὲ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας τότε ἐκάματε, ὑπελογίζατε εἰς 300.000.000 τὰς δασμολογικὰς ἐπιβαρρύνσεις ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ὡς ἐλέγετε τότε, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται ὡς ἀπολύτως ἀληθές, ὅτι προσεδοκᾶτε πολὺ μείζονας ἀποδόσεις ἐκ τοῦ κονδυλίου τούτου Ἐπίσης νέος φόρος εἶναι, κατὰ τὴν ἔκθεσίν σας ἐκείνην, ὁ ἐξ 80.000.000 ἐπιβληθεὶς φόρος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου.
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τί λέγετε, Κύριε Βουλευτά; Ἀκούσατε, κύριοι, τρόπον ἐξελέγξεως τῶν φόρων! Πρόκειται περὶ τοῦ καπνοπαραγωγικοῦ σιγαροχάρτου. Εἰς τὰς καπνοπαραγωγικὰς ἐπαρχίας ἐπιβάλλεται ἕνας φόρος ἐννέα δραχμῶν, ὑποθέτω, κατ’ ὀκᾶν. Οἱ καπνοπαραγωγοί, ὅσοι ἤθελον νὰ εἶναι ἐν τάξει πρὸς τὸ Κράτος, ἀναγκάζονται νὰ ἀγοράζουν τὰ 25 σιγαρέττα πρὸς 25 δραχμάς. Ἐρχόμεθα ἡμεῖς, καὶ διὰ τὰ 25 αὐτὰ σιγαρέττα ὑποβιβάζομεν τὸν φόρον αὐτῶν ἀπὸ 9 δραχμ. εἰς 3, δηλαδὴ εἰς τὴν πώλησιν τοῦ σιγαροχάρτου. Καταργοῦμεν δηλαδὴ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ ἐντελῶς καὶ ἐπιβάλλομεν μόνον ἕνα φόρον ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἐλάχιστον, ἐλαττώνομεν τουτέστι αὐτόν, πλέον τῶν ¾ διὰ τὰς ἀγροτικὰς περιφερείας. Κατόπιν τούτου, σᾶς ἐρωτῶ: αὐτὸ εἶναι ἐλάττωσις φορολογίας ἢ αὔξησις; Ὅταν λέγωμεν ὅτι ὁ ἀγρότης θὰ πληρώνῃ τρεῖς δραχμὲς διὰ τὰ 25 σιγαρέττα ἀντὶ τῶν 9 δραχμῶν, κάμνομεν ἐλάττωσιν ἢ ὄχι;
§64Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπίσης, κατὰ τὴν εἰσήγησίν σας ἐκείνην, ὑπολογίζετε 54.000.000 ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος, ὅστις κατόπιν ἐμειώθη ἐπαισθητῶς. Ἑπομένως, κατ’ ἐμέ, οἱ νέοι φόροι τοὺς ὁποίους ἐπεβάλατε διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, ἀνέρχονται εἰς 630.000.000, καθαρῶς νέος φόρος. Ἐὰν ὅμως λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὐτὰ τὰ 180 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα ὑπελογίζατε ὡς εἰσπρακτέα ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ὅτι ἐμειώσατε εἰς τὸ ἥμισυ τὸν φόρον ἐκεῖνον καὶ ὅτι ἀντὶ τούτου ἐπεβάλατε νέον δασμόν, διὰ τῆς τροπῆς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ὁ ὁποῖος ἔφερεν εἰς τὸ Κράτος ἔσοδα μεταξὺ 200–250.000.000, ἔχετε ἀμέσως μίαν νέαν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν κατὰ 150.000.000. Ἑπομένως, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου, ἔχομεν νέας φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκτιμήσεων τὰς ὁποίας ἐκάματε ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐμμέσων φόρων διὰ τῆς ἀναγωγῆς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς τὸν ἀριθμὸν 14, ἔχομεν 750.000.000. Ἀλλ’ εἰς τὰ 750 αὐτὰ ἑκατομ. δέον νὰ προσθέσητε καὶ τὸν φόρον τοῦ 10% ἐφ’ ὅλων τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἐξαιρουμένων τινῶν, τὰ ὁποῖα σεῖς εἰς τὴν ἔκθεσίν σας κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναβιβάζετε εἰς τὸ ποσὸν 290 ἑκατομ., ἔχομεν δὲ οὕτω ἐν συνόλῳ νέαν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν, κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δίδετε, ἓν δισεκατομμύρ. 150 ἑκατομ. Ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ αὐτοί, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἀποδίδουσιν πιστῶς τὴν ἀλήθειαν.
§65Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐγώ, ἀσχοληθεὶς μὲ τὸ ζήτημα αὐτό, βλέπω ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον καθαρὰ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις ἀνέρχεται εἰς 882 ἑκατομ. ἡ δὲ ἐντατικωτέρα βεβαίωσις τῶν φόρων πρόκειται ν’ ἀποδώσῃ 464 ἑκατομ.
§66Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπολογίζετε τὴν ἐλάττωσιν τῶν 127 ἑκατομ. ἀπὸ τὴν γεωργικὴν παραγωγήν;
§67Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Προσθέτω τὸν φόρον τῆς δεκάτης καὶ ἀφαιρῶ τὸν φόρον τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς.
§68Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σεῖς ὑπολογίζετε εἰς ἐπιβάρυνσιν ὅ,τι ἐγὼ ὑπολογίζω εἰς ἐλάττωσιν! Ἐὰν εἶναι αὔξησις τῆς φορολογίας...
§69Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τότε θέλετε νὰ προσθέσετε αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων;
§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναντιρρήτως.
§71Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἰς τὸ ποσόν, λοιπόν, τῶν 750 ἑκατομ. προσετέθη καὶ τὸ ποσὸν τῶν 290 ἑκατομ., ἐκ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ 10% ἐφ’ ὅλων, ἀνεξαρτήτως, τῶν φόρων. Ἔχομεν οὕτω ἕνα ποσὸν 1 δισεκατομ. καὶ 150 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦ 1 δισεκατ. 150 ἑκατομ. τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐξ ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἐξ αὐτῶν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει ν’ αὐξήσωμεν συστηματικώτατα ἐξ ἄλλης αἰτίας. Τὸ ποσὸν τῶν δραμῶν τοὐπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει του εἰς μόνον τὸ ποσὸν τῶν 300 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἀλλὰ τὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς βεβαιώσεως καί εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων φόρων ἐν τοῖς τελωνείοις; Ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι πολὺ μεγαλύτερον καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν Χώραν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, διὰ τὰ ὁποῖα ἀνετιμήθη ἡ μεταλλικὴ δραχμή. Ἑπομένως καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου προέρχεται ἐπιβάρυνσις, οὐχὶ διότι εἰσάγονται περισσότερα προϊόντα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, νομίζω ὅτι τὸ βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τῶν νέων φόρων, ἀνέρχεται, τοὐλάχιστον, εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1.300.000.000 δρ. εἰς νέους φόρους. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ἐπιρρίπτεται ἐπὶ τῶν διαφωνούντων πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ μομφή, ὅτι ἐπωφελοῦνται οὗτοι τῆς εὐκαιρίας, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Ἔθνος, ἀληθῶς διέρχεται κρισιμωτάτας στιγμὰς, νὰ ὑποτιμήσωσι τὸ ἔργον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον πάντες εὐχόμεθα ν’ ἀποβῇ ἀγαθὸν διὰ τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀμφιβάλω ἰσχυρῶς.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§73ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων γνωρίζει ὅτι καμμίαν πρόθεσιν δὲν ἔχω, νὰ παρεμβάλω δυσχερείας εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν προχθὲς ἔψεξα τὴν βραδύτητα, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμφανισθῇ πρὸ τῆς Βουλῆς, τοῦτο συνέβη, ὄχι διότι εἶχα τὴν ἀξίωσιν ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἑπομένην ἡμέραν τοῦ σχηματισμοῦ της, ὄχι διότι ἤθελον νὰ γίνῃ ἐξονυχιστικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι διότι ἤθελον νὰ ἐξετασθῶσιν ἐν λεπτομερείᾳ αἱ πράξεις τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι πρακτικῶς ἀδύνατον ὅπως ἀπέδειξεν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, μεταθέσασα εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, ὄχι διότι εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐν ἀπουσίᾳ τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ διότι θὰ ἦτο δυνατὸν μὲ κἄποιαν μεγαλυτέραν σπουδὴν νὰ ἀποφευχθῇ τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν αἱ ἐπίμονοι προσπάθειαι τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἀποβλέπουσαι εἰς τὴν συγκρότησιν ἰσχυρᾶς πλειοψηφίας. Βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο τραγικόν, ἀλλὰ τὸ εἶπον, διὰ νὰ μὴ ἀποτελέσῃ προηγούμενον διὰ τὴν ἐμφάνισιν κάθε νέας Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁμολογῶ, ὡς πρὸς τὴν μετάθεσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν μὲ ἔπεισαν ὅτι ἔχομεν ἄδικον. Ὄντως ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐξετάζῃ οἱονδήποτε ζήτημα καὶ πᾶσαν, οἱανδήποτε ὑπόθεσιν. Τοῦτο ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσῃ τι νέον ἡ Βουλή. Πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ γενομένη δημοπρασία ἢ ὄχι καὶ νὰ ἀφεθῇ εἰς αὐτὴν ἡ ἐκτέλεσις τῆς δημοπρασίας ταύτης καὶ ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὡρισμένην ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, λόγῳ τῆς ὑπαρχούσης διαστάσεως γνωμῶν, διαστάσεως ἡ ὁποία καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησίν μου φαίνεται ὅτι ὑφίσταται. Τὸ ἄπλετον φῶς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιθυμητόν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφευχθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι θὰ ἦτο ἀνοικτὸς ὁ δρόμος εἰς αὐτὴν τοῦ ἐλέγχου, ἀνοικτὸς ὁ δρόμος νὰ ὑποβάλλωνται ὡρισμέναι συμβάσεις πρὸς ἐπιψήφισιν, ἀνοικτὸς ὁ δρόμος τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας καὶ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων νομοσχεδίων καὶ ἐξονυχίσεως τοῦ ὅλου ζητήματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης μὲ ἔψεξεν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι, ἀφοῦ ἐπεδοκίμασα τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶμαι δικαιολογημένος, ἐπικρίνας τὴν ὅλην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς στρεφομένης πρὸς τὰ δεξιά. Τὴν ἀπάντησιν τὴν ἔδωκεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἰσχυρισθεὶς ὀρθότατα, ὅτι εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν κολοσσιαῖα ἐλλείμματα, καὶ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τόσαι κολοσσιαῖαι ἀνάγκαι προβάλλονται δημοσιονομικά, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιχειρηθῇ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ δημοσιονομικοῦ ἡμῶν ζητήματος; Θὰ ἤμην καὶ ἐγὼ πολὺ ἀφελὴς ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἠξίουν νὰ γίνῃ τοιαύτη τις μεταρρύθμισις. Ἐπιβάλλεται πρῶτον νὰ δημιουργηθῇ μία ἠρεμία δημοσιονομικὴ καὶ ἀκόμη περισσότερον νὰ δημιουργηθῇ ἡ βάσις μιᾶς ἀναπτύξεως κοινωνικῆς οἰκονομίας διὰ νὰ γίνῃ σκέψις, κατόπιν νὰ γίνῃ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ δημοσιονομικοῦ συστήματος. Καὶ ἡ βάσις, τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνικῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, θὰ τεθῇ ὡρισμένως μὲ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος, ἡ ὁποία θὰ διευκολύνῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συναλλαγῶν, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς μας. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ᾐσθάνθην ἔκπληξιν, ὅταν ἤκουσα χθὲς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ ἀποκαλῇ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος ὡς ἐπίσημον κήρυξιν τῆς χρεωκοπίας τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος. Τί ἐννοεῖ μὲ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος; Ἐννοεῖ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν πολιτικὴν ἀνατιμήσεως τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος; Ἐὰν δὲν εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, ὄχι μόνον τὰς ἐπιστημονικὰς ἐρεύνας, ἀλλὰ τὴν πεῖραν τῶν ἄλλων Κρατῶν, θὰ ἦτο δικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις αὕτη τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀλλὰ σήμερον, καὶ μετὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, τοιαύτη ἀξίωσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ κατ’ ἐμὲ καμμίαν δικαιολογίαν ὥστε νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ σταθεροποίησις θὰ ἐπιφέρῃ καταστροφάς. Θὰ ἐπέφερε μεγάλας καταστροφὰς καὶ ἀδικίας ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος καὶ μάλιστα ὅταν ἡ ὑποτίμησις αὕτη παραταθῇ ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον. Ἐὰν ἤθελεν ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀνατίμησις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, τότε ἤθελε γίνῃ ἀδικία, ἥτις θὰ ἔπληττεν ἄλλας τάξεις καὶ θὰ ὑπενόμευε τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Χώρας. Παράδειγμα πρόσφορον παρουσιάζει αὐτὴ ἡ Ἰταλία. Ὁ Ἰταλὸς Κυβερνήτης, ὁ Μουσσολίνι, χάριν ἴσως πολιτικῶν λόγων, εἶχεν ἐπιδιώξει τὴν ἀνατίμησιν τῆς λιρέττας, καὶ διὰ λόγου τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησεν εἶπεν ὅτι θὰ θυσιάσῃ καὶ τὴν τελευταίαν του πνοὴν εἰς τὴν μάχην ὑπὲρ τῆς λιρέττας, καὶ ἐνόει μὲ τοῦτο τὴ προσπάθειαν πρὸς ἀνατίμησιν τῆς λιρέττας Καὶ πράγματι ἀνετιμήθη κατὰ 30 μονάδας ἡ λιρέττα. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως ἦτο νὰ ἐπέλθῃ μία κρίσις οἰκονομικὴ εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἰταλίαν καὶ ἀναβίβασις εἰς τὸ τετραπλάσιον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνέργων, ἀπὸ 80 χιλιάδας εἰς 350 χιλιάδας, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τὸν ἴδιον Κυβερνήτην πρὸ ὀλίγων μηνῶν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος. Φαντάζεσθε ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον ἡμεῖς νὰ ἀκολουθήσωμεν πολιτικὴν ἀνατιμήσεως τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος; φαντάζεσθε ὅτι τοιαύτη πολιτικὴ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα; Ποτέ! Θὰ εἶχεν τοὐναντίον δυσάρεστα ἀποτελέσματα κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος δὲν ἀποτελεῖ ἐπίσημον ἀνακήρυξιν τῆς χρεωκοπίας τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος. Ἡ ὑποτίμησις πλέον ἐγένετο καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη χρεωκοπίας καὶ ἡ σταθεροποίησις δὲν ἀποτελεῖ παρὰ τὴν πραγματικὴν βάσιν τῆς προσπαθείας πρὸς ἐξυγίανσιν τῆς δραχμῆς. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξιέπαινος διὰ τὴν σταθεροποίησιν αὐτῆς, καὶ ὅπως ἐξελίσσονται τὰ πράγματα πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ σταθεροποίησις αὕτη θέλει ἐπιτευχθῇ.
§74Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Εἰς τὰς 375 δρχ. Τὸ νομίζετε καὶ σεῖς;
§75ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, νομίζω ὅμως ὅτι ἡ σταθεροποίησις θὰ γίνῃ εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ αὕτη. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ σταθεροποίησις δὲν θὰ εἶναι ἐξησφαλισμένη, διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ ὑπάρξουν Βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιτρέψουν νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀπὸ μίαν μόνον πλευρὰν εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθοῦν ἀνησυχίαι, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀπὸ τὴν πλευρὰν τὴν πολιτικήν, ἐὰν δηλ. ἤθελον γεννηθῇ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι. Ὁπουδήποτε, ἐπὶ στερεῶν βάσεων καὶ ἂν ἤθελε γίνῃ ἡ σταθεροποίησις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατρέξῃ κινδύνους θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ πάλιν νέα ὑποτίμησις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ἄποψις τοῦ πολιτικοῦ μέλλοντος πρέπει νὰ ἐξετάζηται μετὰ μεγαλυτέρας προσοχῆς καὶ εἰς αὐτὴν πρέπει νὰ ἀποδίδουν μεγίστην προσοχὴν ὅλα τὰ κόμματα. Μὲ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν ἐκάμαμεν μέγα βῆμα εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶπε χθὲς ὅτι συνεφωνήσαμεν νὰ μείνωμεν ἐν ἐπιφυλακῇ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβές, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές, διότι, ὡς ἐλέχθη, παρέχει τὴν ἐντύπωσιν...
§76Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν πιστεύω κανεὶς ἐκ τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει καθημένων νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅ,τι εἶπον, καὶ προκαλῶ.
§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ τελειώσω. Βλέπετε, ὅτι ἀπόψε, εὐτυχῶς, ἐδόθη ἕνας τόνος ἠρέμου συζητήσεως, καὶ ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας, αὐτοῦ τοῦ τόνου τῆς ἠρέμου συζητήσεως, διὰ νὰ εἴπω ὀλίγα πράγματα, τὰ ὁποῖα, ἴσως, ὅταν ἄλλη ἀτμόσφαιρα ἐπικρατεῖ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὲν εἶναι καλὸν νὰ συζητηθοῦν. Λέγω, λοιπόν, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβὲς τοῦτο, ὡς ἐλέχθη. Ἡμεῖς, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, διότι ἀναγνωρίζομεν, διότι εἴμεθα βέβαιοι ὅτι αὐτὸ ἔχει τελεσιδίκως κριθῆ, ἐνῷ σεῖς, ἀντιθέτως, φρονεῖτε τὸ ἐναντίον, διότι δὲν ἔχει νομίμως ἐκφρασθῆ ὁ λαὸς ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπὶ πλέον, καὶ γνωρίζετε τοῦτο κάλλιστα, ἀποδίδομεν τὴν πρέπουσαν σημασίαν εἰς τὴν ἔμπρακτον ἀναγνώρισιν τοῦ σημερινοῦ πολιτεύματος, διότι ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη ἡ πάροδος τοῦ χρόνου καὶ ἡ συνεργασία καὶ ἡ ἔμπρακτος ἀναγνώρισις ἔχουσι πολὺ μεγαλυτέραν σημασίαν ἀπὸ τὴν ἐπίσημον καὶ κατηγορηματικὴν καὶ ρητὴν ἀναγνώρισιν. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο· ἐφόσον ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις στηρίζετε εἰς τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἐξεφράσθη ἐλευθέρως καὶ νομίμως ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐφόσον συγχρόνως ἀποδεικνύεται ἐπιθυμία νὰ δημιουργηθῇ ἀπόλυτος πολιτικὴ ὁμαλότης εἰς τὸν τόπον, ἡ συνέπεια θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι προσπάθεια ἐκ μέρους ὑμῶν ὅπως δοθῇ τὸ ταχύτερον εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσῃ ἐλευθέρως καὶ νομίμως ἐπὶ τέλους ὁ λαὸς τὴν θέλησίν του. Ἀντὶ τούτου ὅμως βλέπομεν ὅτι καταβάλλεται μία προσπάθεια πρὸς ἀποφυγὴν οἱασδήποτε εὐκαιρίας πρὸς τοιαύτην ἐκδήλωσιν τοῦ λαοῦ. Ἡ μία ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν προβάλλετε, εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ ἰσχύοντος ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ ἡ ἀντικατάστασις μὲ σύστημα πλειοψηφικὸν καὶ μὲ εὐρεῖαν περιφέρειαν. Ἰσχυρίσθητε χθὲς ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἰσχῦον ἀπέδωκε δυσάρεστα ἀποτελέσματα, διότι ἐδημιουργήθη μία πληθώρα κομμάτων καὶ παρίδετε, ὅτι αὐτὸς ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κομμάτων δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς μερίδας ἐκείνας, τῶν ὁποίων τὰ μέλη προῆλθον ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς συνδυασμούς. Κατὰ συνέπειαν καὶ ἂν ἴσχυε τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, ὁ πολλαπλασιασμὸς αὐτὸς θὰ παρετηρεῖτο ὁμοίως, καὶ ἴσως πλέον ἐπικινδύνως. Ἐὰν τὸ ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα δὲν περιώρισεν ἐπαρκῶς αὐτὰς τὰς τάσεις τοῦ πολλαπλασιασμοῦ καὶ τεμαχισμοῦ τῶν κομμάτων μετὰ τὰς ἐκλογάς, αὐτὸ προέρχεται ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη ἐπαρκῶς τὸ ἰσχῦον σύστημα.
§78Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν τὸ ἐκατάλαβα αὐτό.
§79Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἰδού. Εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐνεφανίσθησαν πέντε κόμματα. Ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον ἔχουν δημιουργηθῆ 10. Σεῖς ἀποτελεῖτε ἰδιαίτερον κόμμα, ὁ κ. Βοζίκης ἄλλο, ἐνῷ καὶ σεῖς καὶ ὁ κ. Βοζίκης ἐξήλθετε ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς συνδυασμούς. Σᾶς ἐρωτῶ: ἐὰν ὑπῆρχε πλειοψηφικὸν σύστημα, αὐτὸ τὸ φαινόμενον τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν κομμάτων, δὲν θὰ παρουσιάζετο καὶ πάλιν; Εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως. Καὶ εἰς τὰ 1920 τὸ αὐτὸ φαινόμενον παρουσιάσθη. Ἡ δημιουργία κὶ Βουλευτὰ ἐξ Ἀθηνῶν, δύο κομμάτων καὶ περισσοτέρων κομμάτων εἶναι λόγῳ τῶν γενικωτέρων κοινωνικῶν καὶ κομματικῶν καὶ πολιτικῶν συνθηκῶν εἰς ἕνα τόπον καὶ τῆς ὑπάρξεως προσωπικοτήτων δυναμένων νὰ συγκεντρώσωσι μεγάλον ἀριθμὸν πολιτευομένων. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας εἴχομεν ὅτι τὸ ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα ἐξασφαλίζει κομματικὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην, μία μεταρρύθμισις τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ὅπως τὴν ἐπιθυμεῖτε, ποῖον θὰ εἶχε τὸ ἀποτέλεσμα; Εἶναι σαφὲς ὅτι σεῖς ἀποτελεῖτε τὴν μείζονα μερίδα εἰς τὴν πρώτην ἀντιπολιτευτικὴν παράταξιν. Μία τοιαύτη μεταρρύθμισις τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἤθελεν ὑποδουλώσει εἰς τὰς ἰδικάς σας ὀρέξεις καὶ ἀντιλήψεις τὰς ἄλλας μερίδας τοῦ πρώην ἀντιβενιζελικοῦ κόσμου. Καὶ φαντάζεσθε ὅτι ἡμεῖς, οἱ δημοκρατικοί, θὰ εἴμεθα τόσον τυφλοί, ὥστε νὰ ἐνεργήσωμεν τοιαύτην μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία θὰ ηὔξανε τὴν ἰδικήν σας δύναμιν; Καὶ φαντάζεσθε ὅτι θὰ εἴμεθα τόσον ἀφελεῖς, νὰ καταργήσωμεν ἐκλογικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον διευκολύνει τὴν πραγματικὴν ἐξακρίβωσιν κάθε κόμματος χωρὶς καμμίαν ἀμφισβήτησιν, καὶ διευκολύνει πῶς εἰς ἑκάστην περίπτωσιν ἐξακριβώνεται ἡ κομματικὴ πλειοψηφία ἑκάστου; Τόσον ἀφελεῖς καὶ τόσον τυφλοὶ δὲν εἴμεθα, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἔπρεπε νὰ παύσῃ, ὅπως ἔπρεπε νὰ παύσῃ καὶ ἡ ἄλλη ὄρεξις, ἡ ἄλλη ἐπιθυμία ὅπως ἀποτελέσουν ἰδιαιτέρους ἐκλογικοὺς συλλόγους οἱ πρόσφυγες, ὄρεξις τῆς ὁποίας ἡ ἱκανοποίησις ὡς μόνον ἀποτέλεσμα θὰ εἶχεν, νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῶν προσφύγων καὶ νὰ αὐξήσῃ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς ψήφου τῶν ἐντοπίων πολιτῶν εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι οἱ πρόσφυγες ἐνταῦθα κατὰ παμψηφίαν εἶναι δημοκρατικοί, ἐνῷ οἱ πολῖται τῶν ἄλλων διαμερισμάτων δὲν εἶναι κατὰ παμψηφίαν οὔτε δημοκρατικοὶ οὔτε ἀντιδημοκρατικοί.
§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ, Ἆ.
§81ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κάμω καμμίαν ἐκλογικὴν προπαίδειαν, ἀλλ’ εἶναι σαφές, ὅτι εἰς μίαν περιφέρειαν ὅπου ἡ παμψηφία εἶναι δημοκρατικοὶ ἀπόλλυνται αἱ ψῆφοι.
§82Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Ὅταν ξαναβγῇς βουλευτής, νὰ μοῦ τὸ πῇς.
§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Βουλευτά, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἐκλέγεσθε, ἐνῷ ἐγὼ ἐξελέγην πολλάκις καὶ μὲ ὅλα τὰ συστήματα καὶ ὄχι εἰς μίαν ἀλλὰ εἰς πλειοτέρας περιφερείας.
§84Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν ἄλλοι καιροὶ τότε.
§85ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονῆτε ὅτι μὲ παρεκαλέσατε νὰ σᾶς προσλάβω εἰς τὸν συνδυασμόν μου ἄλλοτε καὶ σᾶς προσέλαβον.
§86Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμένα; Ἐγὼ σᾶς ἐξέλεξα.
§87ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τόσην ἀποδίδετε σημασίαν εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, σκεφθῆτε πῶς ἐπὶ τέλους θὰ δοθῇ καὶ μία ὁριστικὴ λύσις σύμφωνα μὲ τὴν ἰδικήν σας ἐπιθυμίαν εἰς τὸ θεμελιῶδες αὐτὸ ζήτημα, ὄχι διότι φοβοῦμαι ὅτι ἐκ τῆς παρατάσεως τοῦ ζητήματος τούτου θὰ κινδυνεύσῃ τὸ πολίτευμα. Τοιοῦτον φόβον δὲν ἔχω. Ἀλλ’ εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι ἐφόσον ὑπάρχει ἓν κόμμα ἀρκετὰ ἰσχυρόν, ὅπως τὸ Λαϊκὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι διαρκῶς ἔχει ἐπιφυλάξεις, εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπάρχῃ διαρκῶς μία ἀνησυχία εἰς τὸν τόπον, καὶ εἶναι φυσικὸν ἡ πολιτικὴ ζωὴ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ κινηθῇ ἐλευθέρως καὶ νὰ ἐξελιχθῇ σύμφωνα μὲ τὸ γενικώτερον συμφέρον τοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸ ἔχετε, φρονῶ, ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῆτε ὅπως τὸ ταχύτερον δοθῇ μία λύσις, σύμφωνα μὲ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ παύσουν αἱ ἀντεγκλήσεις καὶ τὰ πάθη καὶ διὰ νὰ ἠμπορέσητε καὶ σεῖς, κάπως θετικώτερον, νὰ προσφέρετε τὰς ὑπηρεσίας σας εἰς τὸν τόπον.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος;
§89Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς σᾶς ἐπροτείναμεν καὶ σᾶς προεκαλέσαμεν νὰ ἐνεργήσωμεν δημοψήφισμα.
§90Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Πιστεύετε πραγματικῶς καὶ κατὰ πεποίθησιν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ πολιτεύματος εἶναι ζήτημα κομματικῆς σχετικῆς πλειονοψηφίας, ἢ πιστεύετε τὸ ἀντίθετον, ὅτι τὸ πολίτευμα εἶναι ἀπόρροια καὶ συνισταμένη πολλῶν ἄλλων παραγόντων;
§91ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέχομαι ὅτι εἶναι συνισταμένη πολλῶν παραγόντων.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύετε ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα, 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον διὰ νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις; (χειροκροτήματα).
§93ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, καὶ ἂν ἐξήρχεσθε νικηταὶ ἀπὸ τὴν ἐκλογικὴν πάλην, δὲν θὰ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μεταβάλετε τὸ πολίτευμα (χειροκροτήματα). Διότι ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ὅλαι σας αἱ ἐπιφυλάξεις προέρχονται ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἐξέφερεν ἐλευθέρως καὶ νομίμως τὴν γνώμην του καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω, σκεφθῆτε πῶς θὰ καλέσωμεν τὸν λαόν.
§94Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Αὐτό εἶναι ἰδική μας δουλειά. Δὲν εἴμεθα Κυβέρνησις ἡμεῖς.
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἀνέμιξα τὴν συζήτησιν αὐτὴν εἰς ἄλλα ζητήματα ἀπόψε, διότι ἐγένετο μακρὺς λόγος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χανίων, ὁ κ. Μητσοτάκης ἐκάκισε τὴν προγενεστέραν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν ἀνεπαρκῆ προστασίαν τῶν γεωργικῶν συμφερόντων τῆς Κρήτης. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ τελευταῖον κυβερνητικὸν παρελθόν, τὰ γεωργικὰ συμφέροντα ἔτυχον ἐξαιρετικῆς προστασίας. Βεβαίως ὁ ἐπιβληθεὶς δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου, ἂν δὲν ἐπέφερεν αὔξησιν τῶν ἰδιωτικῶν δαπανῶν, λόγῳ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ συναλλάγματος καὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀσφαλῶς ἠμπόδισε τὴν ἐλάττωσιν τῶν τιμῶν τοῦ ἄρτου. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἀναγκαῖον, χάριν τῆς ἐντάσεως τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τῆς ἐφετεινῆς. Καὶ δὲν ἦτο μόνον ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔτεινον εἰς τὴν προστασίαν τῶν γεωργικῶν συμφερόντων. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε τὰς δασμολογικὰς εὐκολίας νὰ δημιουργῶμεν χάριν τῶν Συνεταιρισμῶν. Αἱ εὐκολίαι αὗται δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εἶναι ἀπέναντι τῶν ἐμπόρων, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνεται χρησιμοποίησις αὐτῶν κατὰ τὴν σύναψιν τῶν συμβάσεων. Ἀλλὰ ἡ παροχὴ τῶν διευκολύνσεων αὐτῶν εἰς Συνεταιρισμοὺς ἐντείνει τὴν ὀργάνωσιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ γεωργικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ τὴν αὔξησιν καὶ πρόοδον τῆς γεωργίας. Καὶ ἐσχάτως, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας μετὰ θέρμης συνέστησα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἄρῃ τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία μόνον ἕνα μέρος τῶν Συνεταιρισμῶν εὐηργέτει μὲ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν λιπασμάτων τῶν γεωργικῶν εἰδῶν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πολὺ ὀρθῶς ἐτόνισεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ὁ τόπος μιᾶς σταθερᾶς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἡ σταθερότης μιᾶς Κυβερνήσεως πηγάζει καὶ ἐκ τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς λαϊκῆς κατευθύνσεως αὐτῆς. Καὶ προχθὲς ἐξεδήλωσα τοὺς φόβους μου περὶ τῆς λαϊκῆς κατευθύνσεως. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον χθές, ἀλλὰ σημειώνω ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν ἦρε τοὺς φόβους μου αὐτούς, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τονίσω ὅτι ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην μιᾶς Κυβερνήσεως, ἰσχυρᾶς καὶ σταθερᾶς, ἡ παροῦσα δὲ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἣν ἔχει ἀνάγκη ὁ τόπος.
§96Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι, εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν προετιθέμην νὰ ἀπαντήσω, διότι περιωρίσθη νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀντιλήψεις του, χωρὶς κατὰ τὴν κρίσιν μου νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναιρέσῃ ὅσα εἶπον χθὲς ὁμιλήσας. Θέλω μόνον προκληθεὶς ἀπὸ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ κάμω παρατηρήσεις τινάς, καὶ νὰ δηλώσω ὅτι θὰ μὲ ἐνόμιζε πολὺ ἀφελῆ καὶ ἄμοιρον τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς ἐὰν ἐφρόνει, ὅτι, ὅτε ὡμίλουν χθὲς καὶ ἔλεγον ὅτι θὰ ἦτο περιττὸν νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, τὸ ἔλεγον διότι ἤθελον νὰ μεταβαπτίσω τὴν Βουλὴν αὐτὴν εἰς Συνέλευσιν, ὥστε νὰ ἔχῃ αὕτη τὸ δικαίωμα νὰ καταργήσῃ τὴν Γερουσίαν. Εἶπα τοῦτο ὅτι, ἀφοῦ ἐπεβλήθη διὰ τοῦ Συντάγματος ὁ θεσμὸς αὐτός, θὰ ἠδυνάμεθα, ὡριμώτερον σκεπτόμενοι, νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο, διότι ἐφόσον ἔχομεν μὲν δεδομένον παραδεδεγμένον δὲ καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πολὺ βραδέως κινεῖται ἡ νομοθετικὴ μηχανὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐὰν προσθέσωμεν καὶ ἕνα δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα ἡ κίνησις θὰ εἶναι βραδυτέρα. Προσέθεσα δὲ ἀκόμη, ὅτι καὶ ἕτερος οὐσιώδης λόγος ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἀναγκαιοῦσα δαπάνη, μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πολὺ δύσκολον ἐπίσης εἶναι νὰ μὴ αὐξήσωμεν καὶ τὰς δαπάνας. Τὸ ὅτι θὰ προσεκρούομεν εἰς τὸ Σύνταγμα, μὴ ἐφαρμόζοντες τὸν θεσμὸν αὐτόν, δὲν τὸ εὑρίσκω δεδικαιολογημένον, διότι δὲν εἶναι τὸ πρῶτον παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐφαρμόζεται θεσμὸς ἀναγραφεὶς ἐν τῷ Συντάγματι. Καὶ τοιοῦτον παράδειγμα ἔχομεν τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὁ ὁποῖος καίτοι καθιερώθη διὰ τοῦ Συν)τος τοῦ 1911, ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν ἐφηρμόσθη, καίτοι ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τὸ σχετικὸν δὲ Διάταγμα εἶχε προετοιμασθῆ παρ’ ἐμοῦ τῷ 1915, ὄντος ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει συνταγματικὸς λόγος ἐπιβάλλων νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ἀφοῦ, κατ’ ἐμέ, οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ προσθέσῃ παρὰ μόνον δαπάνας. Ἤθελον ἐπὶ πλέον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἰδική μου τοὐλάχιστον ἀγόρευσις ἐσκόπει νὰ ὑπομνήσῃ τοὺς λόγους τῆς διαφωνίας ἥτις ἐπῆλθεν ὅτε ἀπετέλουν μέλος ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀπεχώρησα ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Αἱ διαφωνίαι μου τότε προήρχοντο ἀπὸ τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν, ἣν ἤθελεν νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ κυρίως διὰ τὸ οὐσιωδέστατον ζήτημα τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος. Καὶ ἐπειδὴ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ ἀληθῶς ὑπερόχου λόγου τοῦ Γάλλου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Πουανκαρέ, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπ’ αὐτοῦ καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι, παρ’ ὅλα τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβε, καὶ μολονότι εἶναι βεβαιωμένον ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους, καὶ εὐνοϊκὸν εἶναι καὶ περίσσευμα ἔχει, καὶ μολονότι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ Γαλλικὸς ἔχει ἰσοζύγιον, ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν προέβη ἀκόμη εἰς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ γαλλικοῦ νομίσματος.
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βαδίζει πρὸς αὐτήν.
§98Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν προέβη εἰς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμωμεν νόμον διὰ νὰ σταθεροποιήσωμεν τὸ νόμισμά μας, διότι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι βεβαίωσις εὐχαρίστων πραγμάτων διὰ τὸ νόμισμα τῆς Χώρας. Δὲν νομίζω λοιπόν, ἐκεῖ ὅπου ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῶν πραγμάτων ὑπάρχουν τοιαῦται προϋποθέσεις, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τεθῇ καὶ ἡ σφραγὶς τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ Γάλλος Ὑπουργός, διὰ τὴν ὁποίαν τόσον ἐξανέστη ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, διότι ὄντως ἡ καθιέρωσις τῆς σταθεροποιήσεως οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ παρὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς χρεωκοπίας τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος καθόσον ἡ καθιέρωσις αὕτη οὐδὲν ἄλλο κάμνει παρὰ νὰ μειώνῃ καὶ νὰ καταβιβάζῃ τὸ νόμισμα εἰς ποσὸν ἔλασσον τῆς ἀξίας αὐτοῦ. Πρέπει, κατὰ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησίν μου νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα νὰ προχωρήσουν, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ βελτιωθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ κατάστασις, καὶ ὅταν βεβαιωθῶμεν ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ, τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματός μας. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι προβαίνομεν προώρως εἰς τὴν σταθεροποίησιν καὶ ὑπάρχουν πλείονες τοῦ ἑνὸς φόβοι, ὄχι μόνον ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἀλλὰ καὶ πλείονες ἄλλοι μήπως δημιουργηθῶσι οἰκονομικαὶ καταστροφαὶ ἐν τῇ Χώρᾳ διὰ τῆς σταθεροποιήσεως, ἐνῷ, ἀντιθέτως, ἐὰν ἤθελομεν ἐργασθῇ νὰ βελτιώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ὄχι τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως, διότι ἡ σταθεροποίησις διὰ τοῦ νόμου θὰ ἐδημιούργει πράγματα, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ ἐπιδιωκόμενα ἀγαθὰ διὰ τῆς σταθεροποιήσεως, χωρὶς νὰ ἐπιθέσωμεν τὴν σφραγῖδα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματός μας εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν εἶναι περίστασις νὰ κάμωμεν τοῦτο. Καὶ ἂς ἴδῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τί ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ, τί ἐγένετο ἐν Ἰταλίᾳ. Ὅτε ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Συγκροτήσεως εἰς τὴν Γαλλίαν τὴν ἀρχήν, τὸ Γαλλικὸν φράγκον εἶχεν ἀνωτέραν ἀξίαν. Ἐπίσης ἐν Ἰταλίᾳ, ἡ λιρέττα ἦτο εἰς ἀνωτέραν μονάδα, ἀλλὰ τόσον ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ Μουσσολίνι, ἀφοῦ ἔκαμαν ὅλας τὰς πραγματικὰς προϋποθέσεις περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν ἡ σταθεροποίησις, ἐφρόντισαν νὰ βελτιώσωσι πρῶτον καὶ ἐβελτίωσαν σχετικῶς τὸ νόμισμά των καὶ μετὰ τοῦτο, ἡ μὲν Ἰταλία προέβη εἰς τὴν σταθεροποίησιν, ἡ δὲ Γαλλία δὲν ἔπραξεν ἀκόμη τοῦτο.
§99Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπον ὅτι τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν δυσάρεστα, καὶ ἐχρειάσθησαν πιεστικὰ μέτρα διὰ νὰ ὑποβιβασθοῦν κατά τι αἱ τιμαὶ τοῦ ἐμπορίου.
§100Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὰ ἐξαιρετικὰ μέτρα ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἐκεῖ ὑφισταμένην κατάστασιν. Δὲν ἐλήφθησαν διὰ νὰ γίνῃ ὁ νόμος, ἐδῶ δὲ δὲν ἔχομεν οὔτε τοιαύτην κατάστασιν, οὔτε τὰς ἀναγκαίας προϋποθέσεις, ὥστε νὰ λάβωμεν ἀπὸ τώρα μέτρα καὶ νὰ κάμωμεν τὸν νόμον τῆς σταθεροποιήσεως. Ἔπρεπε διὰ τοῦτο, καὶ πρέπει, νὰ ἀφήσωμεν ὡς ἔχουν τὰ πράγματα, νὰ ἴδωμεν τί θὰ προκύψῃ ἐξ αὐτῶν καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῶμεν περὶ σταθεροποιήσεως τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Ἐὰν κάμωμεν τώρα τὴν σταθεροποίησιν, πολὺ καλὰ γνωρίζουσιν οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ποῖα θὰ ἐπέλθουν ἀποτελέσματα. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω σχετικῶς ὡς πρὸς ὅτι εἶπεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τῆς ἀγορεύσεώς μου ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ ἤδη τὰ ἐκ τῶν ἐκλογῶν προκύψαντα ἀποτελέσματα, λόγῳ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀναλογικοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, εἶπον ὄντως, Κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἡ ἀφορμή, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἀποδώσῃ ἰσχυρὰν ἐν τῷ τόπῳ Κυβέρνησιν. Λόγῳ τῆς ἀφορμῆς τοῦ ἐκλογικοῦ αὐτοῦ συστήματος ἐδημιουργήθη τοιαύτη πληθώρα κομμάτων, ὥστε οὐδέποτε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἐν τῷ τόπῳ σταθερὰ καὶ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις. Τοῦτο τὸ ἀντελήφθησαν πάντες καὶ διὰ τοῦτο ὅλα τὰ συγκροτημένα κόμματα κατέβαλον πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, ἵνα θεραπεύσωσι τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἔδωσαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν, σχηματίσαντα τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ σχηματισθῇ ἡ ἰσχυρὰ ἐκείνη Κυβέρνησις ἣν ὄντως εἶχε καὶ ἔχει ἀνάγκην ὁ τόπος μετὰ τὰς τόσας ταραχὰς καὶ μετὰ τὰς τόσας ἀνωμαλίας. Δυστυχῶς ὅμως, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ὡς ἐκ τῆς ἀντιθέσεως ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν κομμάτων, δὲν ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ ζήσῃ ἐπὶ πολὺν χρόνον, μολονότι ἐπέτυχεν, ὁπωσδήποτε, νὰ ἐπιτελέσῃ ἕνα τῶν σκοπῶν αὐτῆς, ὅστις ἦτο ἡ ἀποκατάστασις μιᾶς ὁμαλότητος ἐν τῷ τόπῳ. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι ὅτι ἐπιτελέσθη ὁ σκοπὸς αὐτῆς, καίτοι μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς ὑπῆρχε διαφωνία ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτειακοῦ. Τὸ συμπέρασμά μου, λοιπόν, εἶναι ὅτι καθίσταται ἀδύνατος πᾶσα συνεργασία μεταξὺ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ δημιουργηθῇ μεταξὺ αὐτῶν διαφωνία, ἡ ὁποία ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐλαχίστη, θὰ ἔχῃ πάντοτε τὰ δυσάρεστα αὐτῆς ἀποτελέσματα. Καὶ ἀπόδειξις ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας διαφωνία, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὴν παροῦσαν κατάστασιν, διότι βεβαίως, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐθεωρήθη σπουδαιότατον τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπῆλθεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, ἂν ἔπρεπε δηλ. ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωσιν αἱ ὁδοὶ ἢ νὰ γίνωσι κατὰ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ σύστημα κλπ. ἀλλ’ ἐπῆλθεν εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐντελῶς φύσεως διοικητικῆς καὶ ὄχι κυβερνητικῆς. Τί ἀποδεικνύει λοιπὸν τοῦτο; Ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ συνεργασία πολλῶν κομμάτων ἐν μιᾷ Κυβερνήσει καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, τελευτῶν τὸν λόγον μου πρὸ ἡμερῶν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη μετὰ τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζει αὕτη ἀναγκαῖα νὰ λάβῃ, νὰ σκεφθῇ καὶ διὰ τὴν ἐνδεχομένην περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Χώρα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νέων ἐκλογῶν, καὶ ὑπέδειξα, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κατὰ τὰς μελλούσας ἐκλογὰς εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ μία ὁμοιογενὴς πλειοψηφία δυναμένη νὰ ἀποδώσῃ καὶ Κυβέρνησιν τοιαύτην, ἀδιάφορον ἂν τὸ σύστημα αὐτὸ ἐφαρμοσθῇ κατὰ εὐρεῖαν ἢ στενὴν περιφέρειαν. Ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδεὶς νὰ ἀμφισβητῇ τοῦτο, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἀναλογικόν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀποδίδῃ δικαιοσύνην, εἶναι ἀναντιρρήτως σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν μὲ ἰσχυρὰν πλειονοψηφίαν, εἰς τὴν περίπτωσιν δὲ εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν ἔχομεν ἀνάγκην ἀπόλυτον μιᾶς ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἐξ οἱασδήποτε ἀφορμῆς κλονίζεται αὕτη, διότι πολὺ καλὰ γνωρίζετε ὅτι τοιοῦτοι κλονισμοὶ ἀναντιρρήτως ἐπιφέρουν βλάβην εἰς τὸν τόπον. Τὸ σύστημα δὲ κατ’ ἐμέ, τὸ ὁποῖον προλαμβάνει εἶναι τὸ σύστημα τὸ πλειοψηφικὸν μὲ εὐρεῖαν περιφέρειαν. Τονίζω μὲ εὐρεῖαν περιφέρειαν, διότι ἐν τῇ εὐρείᾳ περιφερείᾳ θὰ ἐπικρατήσουν τὰ γενικώτερα ρεύματα θὰ ἐπικρατήσουν αἱ γενικώτεραι ἰδέαι, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν μικραὶ ὁμάδες ἐντελῶς ἀνοργάνωτοι, ἀνίκανοι νὰ δώσουν ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν καὶ νὰ παγιώσουν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀλλ’ ἂν ἔχῃ τις νὰ προτείνῃ καλύτερον σύστημα, ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῶ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ζητῶ καὶ ἐπιδιώκω, εἶναι νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν ἥτις νὰ ἔχῃ ἰσχυρὰν ὄπισθεν αὐτῆς δύναμιν, ἵνα ἐκτελέσῃ ἓν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἔχει καὶ τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ ἐν τῷ τόπῳ. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημ. Ἑνώσεως ἐχαρακτήρισεν ὡς καθυστερημένον καὶ ἦλθε νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἐγὼ δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Εἶναι τόσον γνωστὰ τὰ πράγματα ὥστε νὰ εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω καὶ νὰ ἀναφέρω τὰς ἐπιφυλάξεις, τὰς ὁποίας ἔχω δι’ ὡρισμένα γεγονότα, καὶ διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον καθιερώθη τὸ ἰσχῦον σήμερον πολίτευμα, τρόπον κατ’ ἐμὲ μὴ νόμιμον. Μήπως εἶχον τὴν γνώμην κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων συνέπραττον ὅτι ἔθεσα κατὰ μέρος τὰς ἐπ’ αὐτοῦ γνώμας μου ὡς λαβὼν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέρος; Θὰ ἦτο τοῦτο μεγάλη ἀξίωσις ἐκ μέρους των, ἀφοῦ ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ μεταρρυθμίσωσιν ἐκεῖνοι τὰς ἰδέας των. Θὰ ἦτο πρᾶγμα ἐντελῶς παράλογον νὰ ἔχω ἐγὼ τοιαύτην ἀξίωσιν, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ ἐγὼ δὲν εἶχον δι’ αὐτὸν τοιαύτην ἀξίωσιν, δὲν ὤφειλε νὰ ἔρχεται καὶ νὰ συμπεραίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδικῶν του σκέψεων, ὅτι ἐγώ, διότι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, παρῃτήθην πλέον τῶν ἐπιφυλάξεων, τὰς ὁποίας εἶχον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτεύματος, κακῶς δὲ μετεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μίαν δικονομικὴν ἢ δικηγορικὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ ἐπιφύλαξις δὲν ἔχει σημασίαν ἔναντι τῶν γεγονότων. Τόσον δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως καὶ ἐγώ, ἂν καὶ ἀπεμακρύνθη, ἀπὸ τὴν δικηγορίαν γνωρίζει πολὺ καλά, ὅτι ἐν προκειμένῳ δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀλλὰ περὶ δημοσίου δικαίου καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντιστῇ εἰς τὰ πράγματα, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἐγὼ εἶπον καὶ ἀπέδειξα. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγὼ φρονῶ, ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἀπέδειξα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παραμείνω πλήρως εἰς τὰς ἰδικάς μου σκέψεις ὡς καὶ σεῖς εἰς τὰς ἰδικάς σας. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως παρεπονέθη καὶ εἶπεν ὅτι αἱ ἐπιφυλάξεις μὲν αὗται εἶναι ἐπιφυλάξεις ἑνὸς κόμματος καὶ δέον νὰ ἀρθῶσιν ἵνα ἡσυχάσῃ ὁ τόπος. Τοῦ ἀπαντῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἑνὸς μόνον κόμματος αἱ ἐπιφυλάξεις αὐταί, ἀλλ’ ἐπιφυλάξεις μεγίστης μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅτι ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ οὐδέποτε ἐσκέφθην κομματικῶς, καὶ εἰς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν μοῦ κάμει, ὅπως σπεύσω νὰ ἄρω τὰς ἐπιφυλάξεις αὐτὰς χάριν τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου, τοῦ ἀπαντῶ ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς ἤδη νὰ συζητῶμεν πῶς πρέπει νὰ ἀρθῶσιν αἱ ἐπιφυλάξεις αὐταί. Εἰς τὴν συμβουλὴν δὲ τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν, τί πρέπει δηλ. νὰ κάμω διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ τόπος, τοῦ κάμνω καὶ ἐγὼ μίαν ἄλλην σύστασιν: ἀρκετὰ ἐτάραξε τὸν τόπον αὐτόν, αὐτὸς κυρίως, πρωτίστως, ἀπὸ τοῦ 1922, οὐχὶ μὲ ἐπιφυλάξεις ἀλλὰ μὲ πράξεις καὶ ἐνεργείας, ἀποτέλεσμα δὲ τῶν πράξεών του εἶναι ὅλη ἡ σημερινὴ ἀνωμαλία, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν Χώραν ἀκόμη, καὶ καιρὸς εἶναι νὰ φροντίσῃ αὐτὸς νὰ μὴ ἀνησυχῇ τὸν τόπον καὶ νὰ μὴ ἀνησυχῇ ὅταν ἡμεῖς ζητοῦμεν νομίμως νὰ προασπίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ τόπου μας (χειροκροτήματα).
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐφαντάσθην, οὐδὲ ἰσχυρίσθην, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας πολιτευτὴς εἶναι ἄμοιρος κοινοβουλευτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἢ νομικῆς πείρας, καὶ διὰ τοῦτο ἐξεπλάγην ὅταν ἤκουσα αὐτὸν συνιστῶντα, τὸ μὲν διὰ λόγους οἰκονομίας, τὸ δὲ διὰ λόγους ἐπιβραδύνσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὴν ματαίωσιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας θεσμοῦ ἀναγνωρισθέντος διὰ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως. Περισσότερον ἀκόμη ἐξεπλάγην, ὅταν ἤκουσα τὴν ἑσπέραν ταύτην αὐτὸν λέγοντα ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἀθετοῦνται ψηφίσματα Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ ἀναφέροντα τὸ παράδειγμα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ καθιερωθέντος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀλλὰ μὴ τυχόντος μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, περιστάσεις γνωστὰς καὶ ἀναφερομένας εἰς γεγονότα λαβόντα χώραν ἅμα τῇ ψηφίσει τοῦ σχετικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, εἶναι ἀδύνατον νὰ διαφεύγῃ τὸν κύριον ἐκ Κορινθίας συνάδελφον, ὅτι ὁ μὲν θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι θεσμὸς διοικητικός, ἐνῷ ὁ θεσμὸς τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος εἶναι θεσμὸς πολιτικός. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι πλεῖστα πολιτεύματα προσφάτως ἀνεγνώρισαν ὡς ἀπαραίτητον ἀνάγκην τὴν καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἔχει βεβαίως καὶ αὐτὸς τὰς ἀτελείας του, καὶ ἴσως ἡ προσθήκη αὐτοῦ νὰ συντελέσῃ κατά τι, εἰς τὴν ἐπιβράνδυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἡ ἐπιβράδυνσις αὕτη δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Ὀφείλεται, λόγῳ τῆς φύσεως καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, περισσότερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία μίαν ἁπλῆν συζήτησιν τὴν καθιστᾷ μακροτάτην. Εἶναι ἑπόμενον τότε νὰ μὴ ἔχωμεν γόνιμον ἐργασίαν. Ἢ ἂν ἐκλαμβάνωμεν τὸ σύστημα τὸ Κοινοβουλευτικὸν, ὡς συζήτησιν μόνον καὶ οὐχὶ ὡς βάσιν, τότε εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ πραγματικὸς ὁ ἔλεγχος ἀλλ’ οὐδὲ γόνιμος ἐργασία νὰ παραχθῇ, ἱκανὴ νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν σημερινὴν ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς παραγωγῆς καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐλάττωμα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ συστήματος ἡ βραδύτης, διότι παρ’ ἡμῖν συμβαίνει καὶ κάτι τι ἄλλο. Ὅταν ἀπασχολεῖται ἡ Βουλὴ ἐπ’ ὁλοκλήρους ἡμέρας μὲ πλείστας ἀνωφελεῖς συζητήσεις, παραμένει κατὰ μέρος ὅλη ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἡ συσωρευμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα ἀναμένουν τὴν ὥραν καθ’ ἣν θὰ παύσουν αἱ στεῖραι συζητήσεις διὰ νὰ λάβουν καὶ αὐτὰ θέσιν ἐν τῇ προνοίᾳ τῆς Βουλῆς ἀλλ’ αὕτη ἐπέρχεται βραδέως, καὶ ὅταν ὀγκοῦται ἡ κοινωνικὴ δυσφορία διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν, τότε συμβαίνει τὸ ἐντελῶς ἀντίθετον δηλ. εἰς μίαν καὶ μόνην ὥραν, κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας, αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ ψηφίζουν ἀθρόως καὶ ἀνεξελέγκτως ὅλην τὴν σειρὰν τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὴν κατακλύζουσαν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τί συμβαίνει δὲ τότε; Ἐπιβαρύνεται ὁ τόπος μὲ ἄχρηστον, μὲ νόθον καὶ ἐπιζήμιον νομοθετικὴν παραγωγήν, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη πλέον ὡς κανὼν εἰς τὴν ῥύθμισιν τῶν σχέσεων, ἄνευ οὐδενὸς προηγουμένου ἐλέγχου τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εἶναι αὐτὴ πλέον ἡ ἀντίστροφος μορφὴ τῆς βραδύτητος, ἀμφοτέρων σχετιζομένων, Δηλαδὴ ταχύτης ἐξ ἐπισπεύσεως ὅπως ἡ Βουλὴ παρουσιάσῃ καὶ αὐτὴ ἐργασίαν νομοθετικήν. Καὶ εἰς τὰς δύο ταύτας περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ἐπίσης κίνδυνον διὰ τὴν κοινωνίαν, προσφέρει ὑπηρεσίαν πολύτιμον ἡ ὕπαρξις τοῦ Βʹ. Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἔρχεται αὐτὸ καὶ διορθώνει αὐτὰς τὰς ἀτελείας, τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι παρεισέφρησαν εἰς τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ψήφισιν τῶν νόμων. Δι’ αὐτὸ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, χωρὶς νὰ ἐπιδεινώνῃ ὑπὲρ τὸ δέον τὴν βραδύτητα, ἔχει τὸ καλὸν, ὅτι ἐξασφαλίζει τὸ Κράτος ἀπὸ ὅλας ἐκείνας τὰς αὐθαιρεσίας, αἱ ὁποῖαι διαπράττονται διὰ τῆς ἀθρόας καὶ ἀνεξελέγκτου ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Θὰ ἦτο δὲ περίεργον, Κύριοι Βουλευταί, νὰ συσχετίζεται τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα μὲ τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας, καὶ νὰ γίνεται λόγος περὶ οἰκονομίας, δὲν γνωρίζω πόσων ἑκατομμυρίων, ἐλαχίστων πάντως, καὶ νὰ ἀφήσωμεν οὕτω ἠκρωτηριασμένον τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Γνωρίζει κάλλιστα ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Κορινθίας, ὅτι ἂν ἐπέμενα ὡς ἐπέμεινα, γενόμενος πολλάκις δυσάρεστος, διὰ τὴν πραγμάτωσιν οἰκονομιῶν, δὲν τὸ ἔκαμνα διότι ἐφανταζόμην ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἠδυνάμην νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα, τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀναχαιτίσω τὴν συμφορὰν τὴν παρατηρουμένην εἰς τὸν λαόν, ἐκ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος σκοπὸς τῶν προσπαθειῶν, τὰς ὁποίας κατέβαλα διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν οἰκονομιῶν. Δὲν ἤθελον ποτὲ νὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ συνετέλει εἰς τὴν δημιουργίαν, καὶ τῆς ἐλαχίστης προσθέτου, ἀναγκαίας ἢ μή, δαπάνης. Ἀλλ’ εἶναι καθαρῶς παραδοξολογία καὶ περίεργον τὸ ἐκφερόμενον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἡγέτην τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι διὰ λόγους οἰκονομίας πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸ πολίτευμα, τὸ χθὲς κυρωθέν, ἀτελές, ἐστερημένον ἑνὸς ὀργανισμοῦ καὶ σταθεροῦ ἀπαραιτήτου διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Διότι, Κύριοι, ἡ ὕπαρξις τοῦ δευτέρου θεσμοῦ δὲν εἶναι πρωτοβουλία ἡμῶν, ἀλλ’ ἀπαραίτητος προϋπόθεσις καὶ ὡς τοιαύτη ἐκρίθη ὑφ’ ὅλων τῶν Κρατῶν, ἐξαιρέσει δύο Κρατῶν καὶ τούτων Βαλκανικῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς πολίτευμα, καὶ δὴ Δημοκρατικὸν πολίτευμα, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἰσορροπία, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς ὑπάρξεως δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων. Αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν, τὴν ἐξασφάλισιν, τὴν ἐγγύησιν ἐναντίον τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ τῆς ὑπάρξεως μόνον Βουλῆς, τὴν κατακύρωσιν αὐτὴν ζητοῦμεν ἡμεῖς, ἥτις εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ ὁλοκληρώσει τοῦ πολιτεύματος, καὶ δὲν ἀπεβλέψαμεν εἰς πραγματοποίησιν μιᾶς οἰκονομίας, ἥτις θὰ μᾶς ὑπεβίβαζεν ὄχι μόνον εἰς τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἡμῶν συνείδησιν. Δὲν ἀνέγνωσα εἰς τὴν προηγουμένην μου ἀγόρευσιν τὴν περικοπὴν ἐκείνην τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας, τὴν ἀναφερομένην εἰς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος, διότι τὸ ζήτημα εἶχε συζητηθῆ καὶ ἄλλοτε, θὰ συζητηθῇ δὲ καὶ πάλιν, καὶ ἔκαμα ἐγὼ τὴν ἰδίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, διὰ τὴν χρῆσιν μιᾶς φράσεως ὁμιλούσης περὶ χρεωκοπίας τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Ἡ φράσις αὕτη εἶναι ἀλληλένδετος πρὸς μίαν βαθμιαίαν καὶ μακρὰν προσπάθειαν πρὸς ἀνατίμησιν τοῦ νομίσματος. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἀνατίμησιν τοῦ νομίσματος ὑπὸ τὴν χειραγωγίαν τοῦ Κράτους, ἐκεῖνοι δύνανται νὰ ὁμιλῶσι περὶ χρεωκοπίας τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Καὶ ἐπειδὴ τόση γίνεται χρῆσις τῶν συμβαινόντων εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ἐὰν παρατηρήσητε γύρω σας δὲν θὰ εὕρητε οὔτε ἓν ἀπολύτως Κράτος οὔτε μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ ἀνέμεινε μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας ἢ μὲ μέτρα τὰ ὁποῖα μόνον τὴν κερδοσκοπίαν ἠδύναντο νὰ ἐξυπηρετήσωσι, τὴν ἀνατίμησιν τοῦ νομίσματος καὶ τότε νὰ προβῇ εἰς τὴν σταθεροποίησιν. Τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ Βουλευτής, ἔχει αὐτὴν τὴν πραγματικὴν σημασίαν. Ἐν Γαλλίᾳ, ὅταν ἐπῆλθεν ἡ κρίσις, τὸ νόμισμα εἶχεν ὑποστῆ μίαν ἀπότομον πτῶσιν καὶ ἐθεωρεῖτο ὅτι ἡ πτῶσις αὐτὴ δὲν συνεδέετο πρὸς ὀργανικὰ αἴτια, συναφῆ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Καὶ ὅταν, σχηματισθείσης τῆς Κυβερνήσεως Πουανκαρέ, παρῆλθεν ἡ κρίσις, εἴχομεν τὴν ραγδαίαν ἀνατίμησιν τοῦ νομίσματος. Ὅταν τὸ νόμισμα ἔφθασεν εἰς τὸ 124, ἠναγκάσθησαν εἰς τὴν Γαλλίαν, παρὰ τὰς κρατούσας ἴσως ἐνδομύχους πεποιθήσεις, νὰ καθηλώσωσι τὸ νόμισμά των εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐκεῖνο. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μετὰ θετικότητος, ὅτι οὐδεὶς ἐσκέφθη περὶ περαιτέρω ἀνατιμήσεως τοῦ Γαλλικοῦ νομίσματος. Καὶ ὅταν ἀνεγνώσατε εἰς τὸν ὑπέροχον ἀληθῶς λόγον τοῦ Γάλλου Πρωθυπουργοῦ τὰς σκέψεις αὐτοῦ περὶ σταθεροποιήσεως, θὰ ἦτο ὀρθὸν ἀντὶ νὰ σταματήσετε εἰς τοὺς συλλογισμούς, νὰ ἐφθάνατε εἰς τὸ συμπέρασμα, διότι ἐκεῖ ἠθέλατε ἴδει ὅτι ἡ σταθεροποίησις εἰς τὸ ἐπίπεδον τὸ ἤδη ἰσχῦον, εἶναι ἀπόφασις τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους καὶ δὲν ἀναμένεται ἢ ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν ἵνα γίνῃ ἡ σταθεροποίησις διὰ νόμου. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν, οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν ὁ χρονισμός. Καὶ δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχωσιν εἰς τὴν Γαλλίαν καλλίτεραι προϋποθέσεις ἢ παρ’ ἡμῖν, διότι ἔχουσιν ἐκεῖ μίαν ἔμπρακτον σταθεροποίησιν ἑνὸς ἔτους, ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἐὰν δὲ παρ’ ἡμῖν τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν δὲν κατώρθωσε νὰ πραγματοποιηθῇ, ἔχομεν ὅμως τελείως ἐξωφλημένον τὸ κυμαινόμενον χρέος...
§102Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐξωφλημένον τὸ κυμαινόμενον χρέος;
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Τελείως ἐξωφλημένον. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνασκευάσω ὅλας τὰς ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας ἐξεφέρατε ἐντεῦθεν.
§104Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Οὐδεμίαν ἀνακρίβειαν ἐξέφερα.
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν κρίσιν μου ἀνακριβείας ἀνεφέρατε, καὶ ἐννοῶ ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔννοιαν, τὴν λέξιν ἀνακριβείας. Λοιπόν, εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει ἡ ἀπόφασις τῆς σταθεροποιήσεως καὶ ὑπὸ ὅρους, οὐχὶ καλλιτέρους τῶν παρ’ ἡμῖν, καὶ μάλιστα ὄντας περισσότερον καλλιτέρους παρ’ ἡμῖν, διότι ἐνῷ εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν σταθεροποίησιν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι εἶναι ἀνάγκη πρὸ παντὸς ἡ ἐξόφλησις τοῦ κυμαινομένου χρέους ἐκείνου ἀκριβῶς τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις ἐπέφερε τὸ ναυάγιον τῆς πρώτης Βελγικῆς σταθεροποιήσεως, ἐνῷ λέγω εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ ὑπάρχῃ κυμαινόμενον χρέος, οὐδαμοῦ ἐθεωρήθη ἀπαραίτητος προϋπόθεσις ἡ ὕπαρξις τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν, πρῶτον διότι εἶναι δύσκολον νὰ καθορισθῇ, καὶ δεύτερον διότι τοῦτο δὲν εἶναι μόνον προϋπόθεσις τῆς σταθεροποιήσεως, ἀλλ’ εἶναι συνέπεια αὐτῆς. Καὶ δὲν ὁμιλοῦμεν ἀορίστως. Τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν ἔχουσιν σταθεροποίησιν, καὶ προέβησαν εἰς αὐτὴν μὲ ἔλλειμμα εἰς τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν, καὶ τί συνέβη ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Οὐγγαρίᾳ ὅλοι τὸ γνωρίζετε. Ἅμα τῇ ἀποκαταστάσει τῆς σταθεροποιήσεως, τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν ἀπέβη εἰς ἐνεργητικόν. Δὲν ἔχομεν κανένα λόγον νὰ ἀμφιβάλωμεν ὅτι ἡ ἀθρόα εἰσροὴ τοῦ χρήματος ἡ ὁποία πρόκειται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως, τὸ παθητικόν μας ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν θὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς ἐνεργητικόν. Ἐσκέφθησαν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐπίσης, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν χρεωκοπίαν τοῦ νομίσματος καὶ νὰ φθάσουν βαθμιαίως εἰς τὴν ἀνατίμησιν. Καὶ κατώρθωσαν πράγματι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς κατωρθώσαμεν, καὶ θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ φθάσωμεν καὶ ἔτι κατωτέρω. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐξετελέσθη ἡ ρητὴ σκέψις τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ λόγου τοῦ ἐκφωνηθέντος εἰς τὸ Τεζάρον ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ κατόπιν εἰς τὴν Γερουσίαν διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ἀνατίμησιν τῆς λιρέττας, ἐξερράγη ἀμέσως μία ἐκ τῶν τρομερωτέρων οἰκονομικῶν κρίσεων ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ ἡ ὁποία ἐκινδύνευσε νὰ διασαλεύσῃ ὁλόκληρον τὸ Φασιστικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη δύναμις ἕως τότε τὴν εἶχε κλονίσει. Τοσαῦται ζημίαι συνεσωρεύοντο καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν Κοινωνίαν ἐκ τοῦ ἀπονενοημένου ἀληθῶς αὐτοῦ μέτρου, ὥστε ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς ἀκόμη ἠναγκάσθη νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς διάψευσιν, εὐθὺς δὲ ἀμέσως εἰς τὴν ἄμεσον σταθεροποίησιν, ὅπως ἄρῃ τοὺς φόβους τοὺς ταράσσοντας τὴν Ἰταλικὴν κοινωνίαν. Διὰ νὰ καταστείλῃ δὲ τὴν προστεθεῖσαν ἐν Ἰταλίᾳ ἐξέγερσιν, προέβη εἰς μέτρα ἐξαιρετικῆς φύσεως, μέτρα πιεστικά, τὰ ὁποῖα ἐπεξέτειναν ἀντὶ νὰ καταστείλουν τὴν δημοσίαν δυσφορίαν. Καὶ ἔγινεν ἡ σταθεροποίησις εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τῆς λιρέττας, μὲ μίαν μικρὰν ἐπαύξησιν. Καὶ ἐὰν ὑπῆρχε σήμερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ γεννᾷ ὁπωσδήποτε δισταγμόν τινα διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς Ἰταλικῆς σταθεροποιήσεως, δισταγμὸν τινα ἀόριστον καὶ ἀμυδρόν, ἀμυδρότατον, εἶναι ἡ ὑπόνοια ὅτι ἡ σταθεροποίησις ἔγινεν εἰς ἐπίπεδον κατώτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν παγίωσιν τοῦ νομίσματος. Ποῖα εἶναι τὰ Κράτη σήμερον, τὰ ὁποῖα μένουν ἄνευ νομίμου σταθεροποιήσεως; Μόνον τὰ Κράτη τῶν ὁποίων ἡ πίστις ἔχει ἀπόλυτον ἐλάττωσιν, καὶ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα, ἀπευθυνόμενα εἰς τὰς διεθνεῖς ἀγοράς, θὰ εὕρισκον ἀκόμη καὶ τὰς θύρας αὐτῶν κλειστάς. Ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη προέβησαν εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν καὶ ἔσχον ἀμέσως τὸν ἀντίκτυπον ἐπὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος θεωρεῖ καὶ ὑποθέτει εἰλικρινῶς, καὶ αὕτη εἶναι ἡ κλεὶς ὅλων τῶν δισταγμῶν του ἀκόμη καὶ ὅλη ἡ ἀντίφασις τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἐνεκολπώθη, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς βαθμιαίας ἀνατιμήσεως εἶναι ἡ καλυτέρα.
§106Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι νέα φάσις.
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν κρίσιν μου. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἡ παλαιὰ φάσις, ἂν θέλετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ κλεὶς τῶν δισταγμῶν καὶ τῶν ἐπιφυλάξεων τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἐλλείπει τι, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰ ξένα Κράτη, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἐλλείπει ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης, καὶ ὅτι ἐνόσῳ ὑφίσταται ἐκκρεμές, κατὰ τὴν γνώμην του, τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε συμφέρει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν.
§108Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοιοῦτόν τι. Ὅταν ὁμιλήσω ἔχω νὰ παραθέσω πολλὰ ἐπιχειρήματα.
§109Γ. ΜΟΔΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Σπετσιώτης τὴν ἄλλην φοράν.
§110Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐλέχθη ὅτι ἐλλείπει παρ’ ἡμῖν ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης καὶ διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν ἐξήγησιν τῶν λόγων σας, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα εἰς ὃ καὶ ἐγὼ κατέληξα. Ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ αὕτη ὁμαλότης, ἡ ὁποία ἐλλείπει παρ’ ἡμῖν;
§111Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ πολιτικῆς ὁμαλότητος.
§112Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ ἀστάθεια, ἡ ὁποία φοβούμεθα ὅτι θὰ καταδειχθῇ καὶ εἰς τὸ νόμισμα ἡμῶν;
§113Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ Κύριε Ὑπουργὲ, ὅταν εἶπον τοῦτο, ὅταν μὲ ἐπροκάλεσεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποδείξω τί πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Παπαναστασίου, κατ’ ἀμοιβαιότητα, ἕνα σύστημα καὶ τί πρέπει νὰ κάμῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος, διδασκόμενος ἐκ τοῦ παρελθόντος.
§114Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὁμιλῶ κ. Συνάδελφε, περὶ τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος ἀκόμα. Σεῖς θεωρεῖτε ὡς μίαν ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν διὰ τὴν σταθεροποίησιν, τὴν ἑδραίωσιν τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος.
§115Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν τὰ εἶπον αὐτὰ ἐγώ.
§116Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Χιλιάκις τὰ εἴπετε.
§117Γ. ΜΟΔΗΣ. Καὶ σεῖς ὁ ἴδιος καὶ οἱ φίλοι σας.
§118Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται ἂν δὲν τὸ εἴπατε ἀπόψε. Δὲν σημαίνει αὐτὸ τίποτε. Χιλιάκις εἴπατε, ὅτι ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν ἐνταῦθα ἑδραίωσιν τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος, θὰ ἦτο εἰς ἄκρον παρακεκινδυνευμένον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος.
§119Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον, ἐπαναλαμβάνω, τίποτε.
§120Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε ἀνὰ πᾶσαν λέξιν. Εἴπατε ὅτι ἡ μία ἐκ τῶν ἐπιφυλάξεων ἡ ὁποία συνέχει τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὀρθότητα τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως ἂν καὶ ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν κόσμον ἡ ὀρθότης αὐτῆς, εἶναι ἡ ἔλλειψις παρ’ ἡμῖν πολιτικῆς ὁμαλότητος. Καὶ ὅταν λέγει ἔλλειψις πολιτικῆς ὁμαλότητος, δὲν εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, νὰ ἐννοῇ ἄλλο τι ἢ τὴν διατήρησιν τῶν ἐπιφυλάξεών του ὅσον ἀφορᾷ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Διότι οἱ λοιποὶ φόβοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διασάλευσιν τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως, ὑφίστανται σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς νὰ φοβηθῶμεν τίποτε περισσότερον ἀπό ὅ,τι ἔχουν νὰ φοβηθοῦν εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ὅτι δηλαδὴ ἡ οἰκονομικὴ ὁμαλότης δὲν εἶναι συνέπεια τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος, ἀλλὰ εἶναι πολλάκις μία προϋπόθεσις ἥτις γεννᾷ τὴν πολιτικὴν ἑδραιότητα, γεννᾷ τὴν πολιτικὴν γαλήνην, ὅπως γεννᾷ τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν ἡ νομισματικὴ ἀκαταστασία. Ἐὰν λοιπὸν προβῶμεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν, ὄχι μόνον θὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἀφετηρίαν οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἀλλὰ θὰ δημιουργήσωμεν καὶ μίαν βάσιν πολιτικῆς γαλήνης. Ἐὰν τὰ πράγματα συνέβαινον ἄλλως, ἡ Ἑλλὰς μοιραίως θὰ ἐφέρετο ἀργὰ ἢ γρήγορα εἰς τὴν ἀνεπανόρθωτον οἰκονομικὴν καταστροφήν. Διότι αἱ ἐπιφυλάξεις αὐταὶ φαντάζεσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρθοῦν εἰς χρόνον προσεχῆ; Ἐν ὅσῳ διατηροῦνται αἱ ἐπιφυλάξεις αὐταί, θὰ εἶναι ἠναγκασμένη ἡ Ἑλλὰς νὰ ζῇ μὲ τὸ νόμισμά της, ράκος τῶν ἀνέμων; Ἐν ὅσῳ διατηροῦνται αἱ ἐπιφυλάξεις αὐταί, δὲν θὰ ἠμπορέσῃ ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀνανύψῃ οἰκονομικῶς, νὰ ἀνακτήσῃ καὶ αὐτὴ τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ οἰκοδομήσῃ τὴν οἰκονομικήν της ἀνάπτυξιν. Τί θὰ γίνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Αἱ ἐπιφυλάξεις θὰ διατηρῶνται καὶ τὸ νόμισμα θὰ μείνῃ ἀπροφύλακτον; Θὰ ἔρχωνται αἱ κρίσεις αἱ πολιτικαὶ ἢ οἱαδήποτε ἄλλη κρίσις, καὶ θὰ τὸ παρασύρουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ; Ἀλλὰ λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, ὅτι δὲν διαφέρει ἡ νόμιμος σταθεροποίησις ἀπὸ τὴν ἔμπρακτον σταθεροποίησιν. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθές, τότε ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπραγματοποίησαν τὴν νόμιμον σταθεροποίησιν, θὰ ἦσαν λαοὶ ἐπιδιδόμενοι εἰς πράξεις ἀκαταλήπτους. Ἡ νόμιμος σταθεροποίησις καὶ ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις παρέχουν ἀσφάλειάν τινα. Κατὰ τίνα τρόπον ὅμως παρέχουν τὴν ἀσφάλειαν αὐτήν; Ὑπάρχει πρῶτον ἡ ψυχολογικὴ ἐπίδρασις, τοῦ ὅτι τὸ Κράτος, ἡ Τράπεζα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν μετατροπῆς τοῦ νομίσματος; Ὄχι! Ὑπάρχει, λοιπόν, ὁ ψυχικὸς κλονισμὸς διότι ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις δὲν παρέχει ἀσφάλειάν τινά. Ὑπάρχει τὸ μέσον; Ὄχι, ἀσφαλῶς, διότι δὲν ὑπάρχουν τὰ καλύμματα τῆς κυκλοφορίας. Ὅ,τι περιφρουρεῖ τὴν νόμιμον σταθεροποίησιν, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ἡ ὕπαρξις ἀντικρύσματος καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ δημιουργία πίστεως εἰς τὸ κοινόν, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ νόμιμος σταθεροποίησις, ἑδραζομένη ἐπὶ τῶν ἰδίων βάσεων, σπανίως δύναται νὰ κλονισθῇ. Μόνον εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν λαμβάνουν μέριμναν, πρὸ παντός, περὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ κυμαινομένου χρέους, μόνον εἰς αὐτὰ παρατηρεῖται κλονισμὸς τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως. Ὅπου δήποτε ἀλλαχοῦ ἐγένετο ἡ νόμιμος σταθεροποίησις, διετηρήθη σταθερὰ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις καὶ ὑπὸ δυσμενεῖς ἀκόμη συνθήκας. Ὅταν, λοιπόν, ἀποφασίζωμεν τὴν σταθεροποίησιν, πρέπει νὰ δηλωθῇ, ὅτι ἔχομεν ἐξησφαλισμένην τὴν ἀσφάλειαν τοῦ νομίσματος ἡμῶν. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι περιττὸν σήμερον νὰ ἐκταθῶμεν περισσότερον, θὰ ἤθελον μόνον νὰ προσθέσω δύο λέξεις δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὄχι ἡ ἰδική μου, ἐπίεσε τὸν λαόν, διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη κανεὶς ν’ ἀναιρέσῃ τὰς τετραγωνικὰς βάσεις, τὰς ἀκλονίτους βάσεις, τὰς ὁποίας ἔθεσα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων. Εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Κρήτης, ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἐπεβλήθη οὐδεὶς φόρος, ἀλλ’ ἀπεδείχθη καὶ τὸ πλέον, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν καταδιώξεων, ἀπεδείχθη κατὰ τὸ συλλαλητήριον τοῦ Ἡρακλείου ὅτι εἷς καὶ μόνον ἐκρατεῖτο εἰς τὰς φυλακάς! Προχθὲς εἶπαν, ὅτι ἐκρατοῦντο τέσσαρες διὰ χρέη, ἐνῷ ἐκρατεῖτο εἷς καὶ αὐτὸς διὰ χρέος ἐκ δωρεᾶς. Αὐταὶ ἦσαν αἱ ἀπηνεῖς καταδιώξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται ἔναντι τῆς ὅλης προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέσχομεν εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγήν. Ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν ἀνέγνωσε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσίν μου, ὅπως ἐξ αὐτῆς συναγάγῃ, ὅτι ἡ ἐπιβληθεῖσα φορολογία δὲν εἶναι 2 δισεκατομ. δραχμ. δὲν εἶναι 1500 ἑκατομ. ἀλλ’ εἶναι 1.300 ἑκατομ. Καὶ μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύει ἐπὶ ποίας βάσεως ἐστηρίχθησαν αἱ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορίαι, διὰ τὴν ὑπερβολικὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων. Κατῆλθεν σήμερον ἀπὸ 2 δισεκατομ. εἰς 1.300 ἑκατομ., καὶ κατῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὄχι διὰ νὰ μείνῃ ἐκεῖ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἐν τέλει ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνέφερα.
§121Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐδήλωσα, ὅτι ἐπεβαρύνατε τὸν λαὸν μὲ 2.000.000.000 δραχμῶν.
§122Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Ὁπωσδήποτε σήμερον ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν 1.300 ἑκατομ. καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές, ὡς τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι συντρέχουσι δύο καταργήσεις φόρων, συντρέχει ἡ κατάργησις κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, δηλ. κατὰ 127 ἑκατομ. καὶ συντρέχει καὶ ἡ κατάργησις τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καπνοσιγαροχάρτου. Ἀντὶ τί δὲ νὰ γίνῃ ἀφαίρεσις, ἐγένετο προσθήκη, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὑποχρεωτικῶς θὰ φθάσητε εἰς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀνέφερον, διότι αἱ ἐπιβαρύνσεις δὲν ἀνῆλθον πέραν τῶν 600 ἑκατομ. Ἀλλὰ δὲν εἴπετε ἀπολύτως, οὔτε σεῖς οὔτε ἄλλος τις περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου, μηδὲν εἴπετε τίποτε ἀπολύτως, διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν ἡ ἐπιβολὴ τῶν φόρων. Σημασίαν ἔχει ἐὰν ἐκ τῶν φόρων ἐπῆλθεν δυσχέρειά τις εἰς τὴν κοινωνίαν, ἂν ὁ λαός, καὶ ἰδίως αἱ λαϊκαὶ μάζαι, ἐστερήθησαν, ἐὰν ὁ βίος κατέστη χειρότερος ἀπὸ ὅτι ἦτο πρῶτα. Ἀλλὰ σᾶς ἀπέδειξα ἀπολύτως ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐχειροτέρευσεν ὁ βίος ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων, ὄχι μόνον δὲν ἐχειροτέρευσαν αἱ βιωτικαὶ συνθῆκαι ἀλλὰ ἐξ ἄλλων γεγονότων ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ τιμάριθμος πρώτην φορὰν παρουσιάζει τὴν βραδύτητα, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει κατὰ τὸ 1927. Ἔχετε, λοιπόν, τὸ καθῆκον νὰ ὁμολογήσητε, ἐὰν θέλητε νὰ ἀποφύγητε τὴν κατηγορίαν ὅτι συντελεῖτε εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς ἀτμοσφαίρας εἰς ἀντίφασιν ἐναντίον τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν, ὀφείλεται νὰ διακηρύξητε ὅτι αἱ ἐπιβαρύνσεις αἱ ἐπιβληθεῖσαι ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀνέφερον ἐγώ, καὶ δεύτερον ὅτι αἱ ἐπιβαρύνσεις δὲν ἐδυσχέραναν τὰς βιωτικὰς συνθήκας. Ὅταν θὰ εἴπητε αὐτά, θὰ εἶσθε τότε ἐν τάξει ἀπέναντι τοῦ τόπου, διότι θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἐξωθεῖτε τὸν κόσμον καὶ τὸ Κράτος εἰς μίαν ἀληθῆ ἐξέγερσιν.
§123Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἀνέμενα, κ. Βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐλάμβανεν ἀφορμὴν ἐξ ἁπλῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα νὰ κάμῃ ἀγόρευσιν περὶ τῆς Γερουσίας καὶ περὶ τῆς σταθεροποιήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δηλῶ ὅτι ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ἂν ἐξυπηρετῇ κανένα σκοπὸν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Ἐγὼ ἔκαμα ταύτην τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἂν ἡ Γερουσία ὑφίσταται παντοῦ καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς, δὲν ὑφίσταται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν ταύτην ἡμεῖς ἐδῶ. Εἰς τὰ γειτονικὰ Κράτη, τὰ δύο, τὰ ὁποῖα διάγουν παρόμοιον πολιτικὸν βίον μὲ ἡμᾶς, δὲν ὑφίσταται Γερουσία, ἐπὶ πλέον δὲ ἡ Ἑλλὰς ἔζησεν ἄνευ Γερουσίας ἐπὶ 100 ἔτη, καὶ δὲν ἔπαθε τίποτε τὸ κακόν. Δύναται, λοιπόν, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ζήσῃ χωρὶς νὰ διατρέξῃ κανένα κίνδυνον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σταθεροποίησιν ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι σήμερον δὲν δύναμαι νὰ ἀναπτύξω περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶπον. Ἀλλὰ δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαβεβαιοῖ, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀνεγνωρισμένον ὅτι τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν σταθεροποίησιν. Ὁ Πουανκαρὲ πρὸ ὀλίγου, οὐχὶ εἰς τὸν τελευταῖόν του λόγον, εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἂν δὲν ἔχωμεν ἰσοζύγιον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σταθεροποίησιν, διότι, ἂν τὴν κάμωμεν τὸ ἓν ἔτος, τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν χαλάσωμεν καὶ θὰ εὑρεθῇ εἰς χειρότερον σημεῖον ὁ τόπος». Μοὶ ἔκαμε τόσον ζωηρὰν ἐντύπωσιν τὸ ἀπόσπασμα αὐτό, διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐδηλώθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν Γαλλικήν, ὥστε τὸ μετέφρασα καὶ τὸ ἔδωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐδημοσιεύθη.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ὡς περατωθεῖσαν τὴν συζήτησιν;
§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπολείπεται λοιπόν, παρὰ μόνον ἡ ψηφοφορία. Ἔχομεν τώρα δύο δηλώσεις νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκει). Αʹ) «Δήλωσις. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶν ὅτι ἡ καταψήφισις τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν παροῦσαν κρίσιμον ἐθνικὴν περίοδον θὰ συνεπιφέρῃ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς ἐθνικὰς περιπετείας, θὰ ὑπερψηφίσω αὐτῆς, μὲ τὴν βασικὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη θέλει λύσει τὸ ταχύτερον τὰ δίκαια αἰτήματα τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος Κρήτης. Ἀθῆναι, τῇ 18 Φεβρουαρίου 1928. Ὁ δηλῶν Μ. Γαλανάκης βουλευτὴς Ἡρακλείου». Βʹ) Μὴ ἀποδεχόμενος πλήρως τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, θεωρῶν ὅμως μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς παρούσης ἀδύνατον τὸν σχηματισμὸν σταθερωτέρας Κυβερνήσεως, ὅπερ θέλει εἶναι ἐπιζήμιον, θέλω δώσει ταύτῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν ψῆφόν μου, διατηρῶν τὴν ἀνεξαρτησίαν μου ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀθῆναι τῇ 18 Φεβρουαρίου 1928 Α. Δαμιανὸς βουλευτὴς Ὕδρας.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. (Ὥρα 3 π. μ.)