1928.02.16
3,520 rows · 26,800 words · 72 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38Η
ΤΗΣ 16 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6,30 μ, μ,)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Ἐμπορικὸς Εἰσαγωγικὸς Σύλλογος Πύργου καὶ ἡ Ὁμοσπονδία τῶν ἐπαγγελματιῶν παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ἐπείγοντα νομοθετικὰ μέτρα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ καὶ μεταρρύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Τὰ διοικητικὰ συμβούλια 14 ἐπαγγελματικῶν σωματείων Τριπόλεως διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ λῆψιν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων οὐδενὸς μέτρου ὑπὲρ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κόσμου καὶ ζητοῦν τὴν παῦσιν τῶν πιεστικῶν μέτρων τῶν ἀρχῶν κατὰ τῶν φορολογουμένων. Ἡ Κεντρικὴ Συνομοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν Βιοτεχνῶν Βορείου Ἑλλάδος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διαγραφὴν τῶν ἀναδρομικῶν φόρων, τὴν παράτασιν τῆς τμηματικῆς καταβολῆς φόρου ἐπιτηδεύματος καί τινα ἄλλα ζητήματα. Τὸ Σωματεῖον τῶν Ἀρτεργατῶν Ἀθηνῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄρσιν τῆς διαταγῆς περὶ διαλύσεως τοῦ σωματείου των. Οἱ ἄνεργοι ἐργάται Βόλου ποιοῦνται ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὅπως μὴ ματαιωθῇ ἡ σύμβασις περὶ ὁδοποιΐας. Ἡ Ἕνωσις Λειτουργῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Καστορίας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος προσαυξήσεως τοῦ μισθοῦ των, λόγῳ προϋπηρεσίας εἰς τὰς ὑποδούλους χώρας. Ἡ γενικὴ συνέλευσις τῶν κατοίκων Καστάνου Διμεναρίων διαμαρτύρεται καὶ ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῆς βιαίας καὶ ἐξαναγκαστικῆς ἐργασίας ἐπὶ τῶν ὁδῶν καὶ παῦσιν τῆς φορολογίας ἰδιοκατοικιῶν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν ὑποβάλλει παράκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν ὅπως κατὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς συμβάσεως περὶ ὁδοποιίας προτιμηθῇ ἡ Ἑταιρεία ἡ συγκεντροῦσα μεγαλετέρας ἐγγυήσεις. Ἡ Ὁμοσπονδία τῶν Ἐπαγγελματιῶν Καρδίτσης μετὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Γεωργικοῦ Συλλόγου ζητεῖ τὴν ἐλάττωσιν τῆς φορολογικῆς κλίμακος τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐπαγγελματιῶν Δράμας παρακαλεῖ ὅπως ἡ Βουλὴ συζητήσῃ τὸ φορολογικὸν ζήτημα καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰτήματα τῶν ἐπαγγελματιῶν τῆς Ἑλλάδος. Οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Θεσσαλονίκης παρακαλοῦν νὰ μὴν καταργηθῇ τὸ κεκτημένον δικαίωμά των περὶ προσαυξήσεως τοῦ μισθοῦ των λόγῳ συνταξίμου προϋπηρεσίας. Ὁ Πρόεδρος τῆς Προσφυγικῆς Ἑνώσεως Σερρῶν παρακαλεῖ ὅπως δοθῇ παράτασις ἐγγραφῆς τῶν προσφύγων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Ὁ Σύνδεσμος Βιοτεχνῶν Βόλου, οἱ ἄνεργοι τεχνῖται Βόλου, οἱ καραγωγεῖς Βόλου καὶ ἡ Ἰσραηλιτικὴ Κοινότης Πρεβέζης παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὅπως ψηφίσῃ ἄνευ ἀναβολῆς τὴν σύμβασιν περὶ ὁδοποιίας. Ὁ Σύνδεσμος Δημοδιδασκάλων Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ψηφίσῃ μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχὺν τὸ Σχέδιον Νόμου περὶ προσαυξήσεων τῶν μισθῶν τῶν Δημοδιδασκάλων. Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Χίου παρακαλεῖ ὅπως ἐξαιρεθῇ τῆς ἀπαγορεύσεως εἰσαγωγῆς βαμβακοσπόρου καὶ ἡ νῆσός των. Ἡ Ὁμοσπονδία τῶν Ἐπαγγελματιῶν Πρεβέζης διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ Πρόεδροι τῶν Ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων Καβάλλας ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ τὴν παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ Ἐμποροβιομηχανικὸς Σύλλογος Μεσολογγίου παρακαλεῖ τὸν Κυβέρνησιν ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν τμηματικὴν καταβολὴν τοῦ φόρου τῆς τρεχούσης χρήσεως. Ὁ Ἐπαγγελματικὸς κόσμος Ἄρτης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως συζητήσῃ τὰ ζητήματα τῆς Συνομοσπονδίας τῶν Ἐπαγγελματιῶν. Οἱ λατόμοι Βόλου ἐκλιπαροῦν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν περὶ ὁδοποιίας. Οἱ βουλευταὶ Ἠπείρου κ. κ. Δ. Μπότσαρης καὶ Α. Δούλης καταθέτουν ὑπόμνημα τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ἠπείρου διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κατάργησιν τῆς φορολογίας τοῦ ἀραβοσίτου. Οἱ βουλευταὶ Ἠπείρου κ. κ. Δ. Μπότσαρης καὶ Α. Δούλης καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ πρώην Ἐλεγκτηρίου δαπανῶν πολέμου συνιστῶντες τὴν τροποποίησιν τοῦ ὑποβληθέντος σχετικοῦ Ν. Δ. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καπτιάννης καταθέτει διαμαρτυρίαν κατοίκων Αἰθαίας Θουρίας καὶ Μικρομάνης διὰ τὴν μὴ παροχὴν ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἐκ χαλάζης παθόντας ἰδιοκτήτας σταφιδαμπέλων καὶ ἀμπέλων. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀλεξανδρόπουλος καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐμποριοβιομηχανικοῦ Συλλόγου Μεσολογγίου, παρακαλοῦντος ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ τμηματικὴ καταβολὴ τῶν φόρων τρεχούσης χρήσεως. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Μ. Γούδας ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα τῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ὑπηρετησάντων πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν καὶ παρακαλεῖ ὅπως διαβιβασθῇ εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα. Ὁ κ. Α. Ζαΐμης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου 1927 σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν Ν. Δ. τῆς 18 Ὀκτωβρίου 1927 «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν Ν. Δ. τῆς 16 Φεβρουαρίου 1926 περὶ στολῆς ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς». Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου (Ὑπουργὸς Γεωργίας) ὑποβάλλει ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου 1928 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 30 Νοεμβρίου 1926 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κλπ». Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν) ὑποβάλλει ἀπὸ 8 τρέχοντος σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Μαΐου 1926 Ν. Δ. «περὶ ἱδρύσεως καὶ ἑτέρου τάγματος τιμῆς, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Τάγμα τοῦ Φοίνικος». Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως Ν. Δ. περὶ καταργήσεως κλάσεων ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων ἡρωϊκῆς ἐξόδου φρουρᾶς Μεσολογγίου». 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ συστάσεως ταμείου ἀλληλοβοηθείας βοηθητικοῦ προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ.». 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ εἰσπράξεως ἀξιῶν». 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ ἀκυρώσεως τῶν Ν. Δ. τῆς 21 Ἀπριλίου 1926 περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου κλπ. καὶ τῆς προσηρτημένης τῷ Ν. Δ. συμβάσεως περὶ προμηθείας ἠλεκτρικῶν στοιχείων». 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως Ν. Δ. τῆς 10 Μαρτίου 1926 περὶ συστάσεως ταμείου ἀρωγῆς ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. ἐξερχομένων τῆς ὑπηρεσίας». 6) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ Τ.Τ.Τ. καὶ τῆς ἐν Παρισίοις Διεθνοῦς Ἑταιρίας Κλιναμαξῶν συμφωνίας περὶ μεταφορᾶς ταχυδρομικῶν ἀποστολῶν». 7) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ χορηγήσεως ταχυδρομικοῦ ταμιευτηρίου δανείου εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας Τ.Τ.Τ.». 8) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως θέσεων τῆς ὑπηρεσίας Τ.Τ.Τ.». καὶ 9) Περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀπὸ μέρους τοῦ ταμείου μονίμων ὁδοστρωμάτων Ἀθηνῶν παροχῆς συμπληρωματικῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν Πανελλήνιον Γυμναστικὸν Σύλλογον». Ὁ κ. Μ. Κίρκος (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας κλπ.) ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Σ)βρίου 1925 Ν. Δ. περὶ καθορισμοῦ τρόπου καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς τέως ἰδιοκτήτας τοῦ παρὰ τὴν Λεωφόρον Συγγροῦ ἀπαλλοτριωθέντος χώρου. 2) Περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 13 Σ)βρίου 27 Νοεμβρίου καὶ 13 Ν)βρίου 1926 Ν.Δ. περὶ ἀπαγορεύσεως προσωρινῶν μέτρων ἐπὶ γηπέδων ἀπαλλοτριουμένων ἢ παραχωρουμένων πρὸς ἀστικὴν ἐγκατάστασιν προσφύγων. 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Ν)βρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου Μόνου τῶν ἀπὸ 6 Φ)ρίου 1926 Διατάγματος περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἐκτάσεως πρὸς τὴν Λεωφόρον Συγγροῦ Ἀθηνῶν πρὸς ἐπέκτασιν συνοικισμοῦ Νέας Σμύρνης. 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Σ)βρίου 1927 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Νέας Σμύρνης καὶ Νέας Καλλιπόλεως κειμένων διατάξεων. Ὁ κ. Α. Μαζαράκης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀναδρομικοῦ λογισμοῦ προαγωγῆς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀνακλήσεως μεταθέσεως ἀξιωματικῶν εἰς διαθεσιμότητα. 3) Περὶ ἀκυρώσεως του ἀπὸ 14 Ἰουλίου 1926 Ν. Δ. περὶ αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν διατελούντων ἐκτὸς ὑπηρεσίας κλπ. 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ λογισμοῦ πρώην ὑπηρεσίας ἀνακληθέντων ἀξιωματικῶν. 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν ἀπομακρυνθέντων λόγῳ τοῦ κινήματος τοῦ 1923. 6) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ἰουλίου 1925 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως πινάκων. 7) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Φεβρουαρίου 1925 Ν.Δ. περὶ κυρώσεως πινάκων στασίμων κλπ. 8) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἀπὸ 14)6)26 Ν. Δ. περὶ ἐξόδων παραστάσεως ἀξιωματικῶν κλπ. 9) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Σ)βρίου 1926 Ν. Δ. περὶ προπαρασκευαστικῆς σχολῆς ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτικῆς Σχολῆς τεχνιτῶν. Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συντάξεως διατάξεων τοῦ ψηφίσματος τῆς 21 Φεβρουαρίου 1926 περὶ συστάσεως Ναυτικῶν Συμβουλίων». Ὁ κ. Γ. Ἐξηντάρης (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ν)βρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 21)926 Ν. Δ. περὶ συστάσεως Διοικητικοῦ Δικαστηρίου παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Γεωργίας. 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 2 Ἰουλίου 1925 Ν. Δ. περὶ ἐξημερώσεως ἀγρίων δένδρων. 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2 Ἰουνίου 1925 μέχρι Δ)βρίου 1926 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀκινήτων κλπ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τροποποιήσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν Ν. Δ. τῆς 17 Φεβρουαρίου 1926 περὶ α) ἀμνηστείας ἀδικημάτων τινῶν β) ἀναστολῆς διώξεως ἀδικημάτων τινῶν κλπ. ὡς μεταγενεστέρως ἐτροποποιήθη διὰ Ν. Δ. 1) Τῆς 28 Ἀπριλίου 1929 περὶ προσθήκης εἰς τὸ Νομοθ. Δ. τῆς 17)2)29 περὶ ἀμνηστείας κλπ. καὶ 2) τῆς 16)11)26 περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ποινικῆς δικονομίας. Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θράκης μετὰ τῆς σχετικῆς δικογραφίας ζητοῦντος νὰ χορηγηθῇ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Ἕβρου κ. Κ. Ὀρφανοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντίᾳ κλπ. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν σχεδίων Νόμων. 1) Περὶ καθορισμοῦ σχήματος τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐκδιδομένων ἐφημερίδων καὶ 2) Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ τιμῆς πωλήσεως ἐφημερίδων. Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 12 Αὐγούστου 1927 συμβάσεως περὶ προμηθείας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ λογαριασμὸν καὶ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου τριῶν χιλιάδων τόννων σίτου καμπέρα, 500 τόννων σίτου ναρέτανς κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Γούδας καὶ Χ. Χρηστοβασίλης ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως καὶ Πωγωνιανῆς καὶ παρακαλοῦν ὅπως τοῦτο διαβιβασθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργεῖον. Ὁ Βουλευτὴς κ. Σ. Χασιώτης καταθέτει ψήφισμα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἀγροτικοῦ Συνεδρίου Θηβῶν παρακαλούντων ὅπως ὁ διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ προορισμένος σανὸς προμηθεύεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ τῆς Ἐπαρχίας των. Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. Καντιάνης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου Μεσσηνίας ζητοῦντος ἐπαναφορὰν τῆς Ἀγροφυλακῆς. Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. Καντιάνης καταθέτει τηλ)μα στρατιωτικῶν, ναυτικῶν καὶ πολιτικῶν συνταξιούχων αἰτουμένων τὴν βελτίωσιν τῆς συντάξεώς των. Ὁ Νομάρχης Ἡρακλείου ὑποβάλλει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῆς Κοινότητος Ποταμιῶν ζητοῦντος κατάργησιν τῶν καθυστερουμένων φόρων καὶ ἄλλα τινά. Ἡ Ἕνωσις Ἐφέδρων Χωροφυλακῆς Κρήτης παρακαλεῖ ὅπως ὁ ὑπὲρ τοῦ Ὠδείου Χανίων ἐπιβληθεὶς φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου διατεθῇ ὑπέρ τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων. Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. Καντιάνης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν αἰτουμένου παροχὴν εὐκολιῶν πληρωμῆς παλαιῶν καθυστερουμένων φόρων. Ὁ Βουλευτὴς Κρήτης κ. Ρ. Κούνδουρος ἐκθέτει τηλεγραφικῶς πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας του διὰ τὴν τελευταίαν ἐν Κρήτῃ ἐξέγερσιν. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Τηγανίου ὑποβάλλει τηλ)μα τῶν κατοίκων ζητούντων νὰ παραχωρηθῇ προθεσμία πληρωμῆς φόρων κατὰ δόσεις. Ὁ Βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Π. Εὐριπαῖος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανεπαγγελματικῆς Ἑνώσεως Κυκλάδων, αἰτουμένης τὴν παῦσιν πιεστικῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν καὶ τὴν ἀναστολὴν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ε. Φωτάκης καταθέτει αἴτησιν τοῦ πρώην πλοιάρχου Νικ. Ε. Μαλανδράκη αἰτουμένου αὔξησιν τῆς συντάξεώς του. Ὁ Βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ρ. Κούνδουρος διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὴν Βουλὴν διαμαρτύρεται κατὰ τῶν γραφέντων περὶ ὑποκινήσεως ὑπὸ τοῦ κ. Ἰωσὴφ Κουνδούρου τῶν ἐν Κρήτῃ γεγονότων. Ἡ Ἕνωσις τῶν Συνεταιρισμῶν Γαργαλιάνων διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιδράσεως πρὸς ἐπέκτασιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Γαργαλιάνων Κυπαρισσίας. Ὁ Βουλευτὴς Ἠπείρου κ. Α. Μελᾶς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου Κοινοτήτων Σουλίου Κιάφας καταθέτει τηλ)κὴν ἀναφορὰν διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι διαμαρτύρονται κατὰ τῆς μὴ ἄρσεως ἀκόμη τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου ἕνεκα τοῦ ὁποίου περιῆλθον εἰς ἀπόγνωσιν. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ἰ. Νικολίτσας καταθέτει τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Καγδανίτσης Τριχωνίας παρακαλούντων, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐκτέλεσις ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων πρὸς παρεμπόδισιν τοῦ πλημμυρίσαντος χειμάρρου Ξυδιᾶ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Εὐσ. Φωτάκης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς ἐν Κρήτῃ ἐκκλησίας παρακαλούσης τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁ ἐπιβληθεὶς Νόμος περὶ ἐφεδρικῶν Ταμείων ἐφαρμοσθῇ τοὐλάχιστον καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις πλήρης καὶ οὐχὶ ἔν τισιν μόνον ἄρθροις αὐτοῦ. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Π. Τσαλδάρης, Γ. Μερκούρης, Ι. Ράλλης, Ν. Κρανιωτάκης, Ἀγ. Μισιρλῆς, Ε. Κουμουνδοῦρος, Π. Σάκκης καὶ Φ. Μοσχούλας καταθέτουν αἴτησιν τοῦ κλητῆρος Ε. Μαροπούλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν παραπονουμένου διὰ τὴν παράνομον ἀπόλυσιν ἐκ τῆς θέσεώς του. Ὁ Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Τ. Ἀναστασίου καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Εἰσαγωγικοῦ Συλλόγου Πύργου καὶ τῆς Ὁμοσπονδίας τῶν Ἐπαγγελματιῶν Ἠλείας παραπονουμένων, ὅτι ἐνῷ πρὸ δεκαημέρου ἐπληρώθησαν συνεπείᾳ ἐνταλμάτων οἱ φόροι τοῦ ἐπιτηδεύματος 1926–27 ἐξεδόθησαν ἀμέσως καὶ νέα ἐντάλματα πληρωμῆς δύο ἀκόμη παλαιοτέρων χρήσεων καὶ παρακαλούντων τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν ἐνταλμάτων τούτων λόγῳ τῆς μαστιζούσης αὐτοὺς κρίσεως. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ε. Φωτάκης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Φουρφουρᾶ διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μελετωμένην στρέβλωσιν τῆς δημοσίας ὁδοῦ ἀρτηρίας Ρεθύμνου–Ἀμαρίου Λόχου–Ἡρακλείου. Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. Ἀργυρὸς καταθέτει ἀναφορὰν Προέδρων τῆς Κοινότητος Καλὴ–Βρύση καὶ τοῦ Συνεταιρισμοῦ Μεγάλη Βρύση Δράμας ἀποκρουόντων τὴν ὑπαγωγὴν τῶν Κοινοτήτων δικαστικῶς εἰς Δράμαν, καὶ αἰτούντων νὰ ἐπανέλθωσι καὶ διοικητικῶς εἰς τὸν Νομὸν Σερρῶν. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ε. Μαχαίρας καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Συνδέσμου Φορτοεκφορτωτῶν Κατακώλου διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ Λιμεναρχοῦντος, διότι ἐκδίδει βιβλιάρια παρανόμως. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ἀθανασιάδης Νόβας καὶ Γ. Καλαντζόπουλος καταθέτουν τηλεγράφημα τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου Ἀγρινίου ζητοῦντος τὴν ὁλοσχερῆ ἀπαλλαγὴν καθυστερουμένων συμπληρωματικῶν φόρων τῶν ἐτῶν 1919–1925. Ὁ Βουλευτὴς κ. Σ. Τσακόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Νεστάννης παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν κατοίκων ἀπὸ πάσης φορολογίας διὰ τὸ ἔτος 1928–29 λόγῳ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν ἐκ τῆς πλημμύρας. Ὁμοίως ὁ κ. Σ. Τσακόπουλος καταθέτει αἴτησιν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Ρίζαι (τέως Δήμου Τεγέας) παρακαλούντων τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διαπλάτυνσιν τῆς κοίτης τοῦ χειμάρου Δολιανίτου καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν τῆς καταβολῆς ἀμέσων φόρων ἐπὶ μίαν διετίαν. Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. Μπανιᾶς παρακαλεῖ τηλεγραφικῶς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀποσταλῇ δεδοκιμασμένος ἀξιωματικὸς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν αἰτίων τῆς διασαλεύσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Ἠπείρῳ Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Δ. Πετρακάκος καταθέτει αἴτησιν τῶν προέδρων τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων τοῦ τέως δήμου Ἀβίας–Οἰτύλου Λακωνίας παρακαλούντων, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ὁδοῦ Κάμπου πρὸς Καλάμας ἐλλειπόντων μόνον ἓξ χιλιομέτρων διὰ τὴν ἕνωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης. Ἐπίσης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Βλαχιώτη, διαμαρτυρομένης κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν δεκάτης ἐλαίου ἐκ προθέσεως μὴ δεχομένων τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου ἐκ καθαρῶς κερδοσκοπικῶν λόγων. Ὁμοίως καταθέτει τηλεγράφημα τῶν προέδρων τῶν ἐπαγγελματιῶν Σπάρτης καὶ τοῦ προέδρου τῶν αὐτοκινητιστῶν Λακωνίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μελετωμένην ψήφισιν τῆς μεταξὺ Κράτους καὶ ΣΠΑΠ συμβάσεως. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαιοήλιδος κ. Λ. Μπούκουρας καταθέτει τηλεγράφημα τῆς Πανηλειακῆς ἑνώσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Πύργου πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλούσης αὐτὴν, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἐνθέρμως τὴν ἐφεδρικὴν νομοθεσίαν. Ὁμοίως καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Εἰσαγωγικοῦ Συλλόγου Πύργου καὶ τῆς ὁμοσπονδίας ἐπαγγελματιῶν παρακαλούντων τὴν ἀναστολὴν ἐκτελέσεως ἐνταλμάτων πληρωμῆς φόρου ἐπιτηδεύματος δύο (ἑνιαίων) χρήσεων. Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. Καμπάνης καταθέτει ψήφισμα τῆς Πανεπαγγελματικῆς Ἑνώσεως Κυκλάδων ἀποδοκιμαζούσης τὰ πιεστικὰ μέτρα τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν λόγῳ τῆς δυσχεροῦς οἰκονομικῆς καταστάσεως εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ ἐπαγγελματίαι Κυκλάδων. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καγιάμης καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς λαϊκῆς ἐπιτροπῆς Ἀγουλινίτσης διαβιβαζούσης ψήφισμα τῶν γενομένων συλλαλητηρίων ἐπὶ διαφόρων αἰτημάτων καὶ παρακαλούσης τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀποδεχθῇ ταῦτα ὡς νόμιμα. Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Καπουτζίδων ὑποβάλλει ψήφισμα τῶν κατοίκων παραπονουμένων διὰ τὴν προσγενομένην εἰς αὐτοὺς ἀδικίαν διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων των ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ὁ πρόεδρος τῶν προσφυγικῶν ὁμάδων τῆς κοινότητος Σταυροῦ Χαλκιδικῆς διαμαρτύρεται διὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς ξυλανθράκων προερχομένων ἐξ Ἀλβανίας ὡς παραβλάπτοντος τὰ συμφέροντα τῶν ἀνθρακέων. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ἀλεξανδρόπουλος, Ι. Νικολίτσας καὶ Γ. Καλαντζόπουλος καταθέτουν τηλεγραφήματα τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ ἐπαγγελματικοῦ κόσμου Ἀγρινίου, Μεσολογγίου καὶ Ναυπάκτου ζητοῦντος ἀναστολὴν πληρωμῆς φόρων παρελθουσῶν χρήσεων. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Μεταξᾶς καταθέτει ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπούκουρα ἔχουσαν οὕτω: Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 55)13–2–28 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαϊοήλιδος κ. Δ. Μπούκουρα περὶ τῶν λόγων δι’ οὓς δὲν ἐξεδόθη εἰσέτι Διάταγμα συστάσεως Ἐπαρχιακοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας τῆς Ἐπαρχίας Ἠλείας, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι συμφώνως τῷ 10ῳ ἄρθρῳ τοῦ νόμου 3406, εἰδικὰ ταμεῖα ὡς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος δύναται νὰ συσταθῶσιν ἐφ’ ὅσον τοῦτο ζητηθῆ ἀπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὑπαγομένων Δημοτικῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων. Μέχρι τοῦδε ὅμως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας ἔχουσιν ὑποβληθῆ ἔναντι ὑπερεκατὸν τριάκοντα Κοινοτικῶν Συμβουλίων τῆς Ἐπαρχίας Ἠλείας μόνον 7 τοιούτων σχετικὰ ψηφίσματα καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι εἰσέτι δυνατὴ ἡ κατὰ τὸν νόμον σύστασις Εἰδικοῦ Ταμείου. Πάντως ἡ περὶ συστάσεως Εἰδικοῦ Ταμείου ὁριστικὴ ἀπόφασις ἀπόκειται πάντοτε εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. «περὶ ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς καὶ διαιτητικῆς ἐπιλύσεως διαφορῶν ἀναφυομένων μεταξὺ ἐργοδοτῶν καὶ ὑπαλλήλων ἢ ἐργατῶν. Οἱ βουλευταὶ κ. Η. Παπαδόπουλος, Π. Μποῦτος, Κ. Φέσας, Γ. Χατζηγεωργίου, Ι. Καλλογερᾶς κλπ. συνιστῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ ἔναρξις τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων ὁδοποιΐας, τῆς ὁποίας ἡ βραδύτης γίνεται πρόξενος μεγάλων ζημιῶν εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ προκαλεῖ δυσφορίαν παρὰ τῷ λαῷ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Φλωριᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου 3334 τῆς 11 Ἰουνίου 1925. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Στεφανόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 104 τῆς 27 Δεκεμβρίου 1913» Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Καναβός, Δ. Φλωριᾶς καὶ Ν. Καμπάνης κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ κωδικοποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἕνεκα στρατιωτικῆς ἢ ναυτικῆς ὑπηρεσίας.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Α. Ζαΐμης (Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Καταρτισθεῖσα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὡς καὶ αἱ ἀμέσως προηγούμεναι διὰ τῆς συμπράξεως πλειόνων τοῦ ἑνὸς κομμάτων, θὰ ἀποβλέψῃ πρὸ παντὸς εἰς ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων ἐκείνων τῶν ὁποίων ἡ ἐπίλυσις δὲν δύναται νὰ χρονίσῃ, ἄνευ δυσαρέστων διὰ τὴν χώραν συνεπειῶν. Ὡς τοιαῦτα κεφαλαιώδη ζητήματα κρίνει ἡ Κυβέρνησις τὴ κατάρτισιν τῆς Γερουσίας, πρὸς ἀρτίαν τοῦ πολιτεύματος λειτουργίαν, τὴν συμπλήρωσιν καὶ παγίωσιν τῆς δημοσιονομικῆς ἐξυγιάνσεως, τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλων παραγωγικῶν ἔργων καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς προσφυγικῆς ἐγκαταστάσεως. Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀναγκαῖον πρὶν ἢ προβῇ ἀναλυτικώτερον εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν γνωμῶν αὐτῆς, ἃς ἐν συνόψει πρὸ μικροῦ ἠκούσατε, νὰ ὑπομνήσῃ ὑμῖν, ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος παραμένει οἵα ἐχαράχθη ὑπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Συνεχίζουσα ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπὸ τῆς 4 Δεκεμβρίου 1926 τηρουμένην καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων δικαιωθεῖσαν δημοσιονομικήν της πολιτικὴν θέλει καθορίσει τὰ περαιτέρω μέτρα της συμφώνως πρὸς τὰς πραγματικὰς τοῦ τόπου συνθήκας καὶ πᾶσαν θέλει καταβάλει προσπάθειαν ὅπως, ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀνελλειπὴς τῶν ἐσόδων πραγματοποίησις συντελῆται μεθοδικῶς πρὸς ἀποφυγὴν ὑπερμέτρων πιέσεων, ἀφ’ ἑτέρου δέ, τὰ ἔξοδα περιλαμβάνοντα τὰς ἀναγκαίας δαπάνας μὴ ὑπερβαίνουν τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα χαράσσει ἡ θεμελιώδης ὑποχρέωσις τῆς ἰσορροπήσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Διὰ νομοσχεδίου, ὑποβαλλομένου ἐντὸς τῶν ἡμερῶν τούτων εἰς τὴν Βουλὴν, θέλει ληφθῆ πρόνοια, ὅπως ἡ εἴσπραξις τῶν καθυστερουμένων ἐκ παλαιῶν χρήσεων ὀφειλῶν κατανεμηθῇ εἰς 12 τριμηνιαίας δόσεις, ἐξοφληθοῦν τοὐτέστιν ἐντὸς τριετίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἢ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, ὡσαύτως δὲ διὰ διοικητικῶν μέτρων θὰ διευκολυνθῇ ἡ καταβολὴ τῶν φόρων, ὧν ἐβράδυνεν ἡ βεβαίωσις καὶ ἰδίως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος διὰ τμηματικῶν μεταβολῶν μέχρι τέλους τρεχούσης χρήσεως, ἤτοι μέχρι τέλους Ἰουλίου. Εἰλικρινῶς λυπεῖται ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ λάβῃ ἀμέσους ἀποφάσεις περὶ βελτιώσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν Δημοσίων λειτουργῶν πρὶν ἢ συγκεντρωθοῦν ἐπαρκεῖς ἐνδείξεις ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτρέπουσαι τὴν διάθεσιν εὐρυτέρων πιστώσεων ἄνευ κλονισμοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Κράτους. Προθύμως ἐν τούτοις θὰ ἐπιληφθῶμεν ἀπὸ τοῦδε τῆς μελέτης ἑτέρων μέτρων δυναμένων νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνακούφισιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων λαμβάνοντες συντόνως τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐπὶ ὑγειῶν βάσεων ἱδρύσεως Συνεταιρισμῶν καταναλώσεως καὶ ἐξασφαλίσεως εὐθηνῆς στέγης εἰς τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους, ὡσαύτως ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ τῆς ἀμέσου ρυθμίσεως τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν κατάστασιν τῶν Δημοσίων Λειτουργῶν καὶ τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς τὸ Κράτος θέλομεν καταθέσῃ τὸ καθ’ ὅλα τὰ ἤδη ἕτοιμον Νομοσχέδιον περὶ τοῦ Καταστατικοῦ τῶν ὑπαλλήλων χάρτου, οὗτινος θέλει ἐπιδιωχθῇ ἡ ταχεῖα ἐπιψήφισις ἐπιφερομένων εἰς αὐτὸ τῶν τροποποιήσεων τῶν ὁποίων τὴν χρησιμότητα θέλει καταδείξῃ ἡ διεξαχθησομένη συζήτησις. Ἐπιδεικνύουσα οὕτω ἡ Κυβέρνησις ἀμέριστον τὸ ἐνδιαφέρον της ὑπὲρ τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, ἔχει ἐκ παραλλήλου τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀσκήσῃ αὐστηρὸν κολασμὸν κατὰ πάσης παρεκτροπῆς διασειούσης τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐν συνεπείᾳ πρὸς ἀπόφασιν ταύτην θέλει κατατεθῇ ὅσον οὔπω εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον συμπληροῦν τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, διὰ τὴν ἀποτελεσματικὴν τιμωρίαν τῆς ἀπεργίας ἢ τῆς προτροπῆς πρὸς ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἔχουσα ἐν τέλει ἡ Κυβέρνησις πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι καθίσταται ἀδύνατος ἡ ὕπαρξις ὑγιοῦς οἰκονομίας, ἄνευ ἀποκαταστάσεως σταθερᾶς νομισματικῆς βάσεως θέλει ἐπιδιώξει τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν τῶν μέτρων τῶν συναφῶν πρὸς τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τὴν καθιέρωσιν τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως. Ἐπὶ πλέον ἓν ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κρίνομεν ἀναγκαῖα πρὸς ἀρτίωσιν τοῦ τραπεζιτικοῦ ἡμῶν συστήματος καὶ τὴν ἐπέκτασιν καὶ βελτίωσιν τῆς γεωργικῆς πίστεως, εἶναι ἡ ἵδρυσις ἀνεξαρτήτου Γεωργικῆς Τραπέζης, περὶ τῆς ὁποίας ἐλήφθη ἐπαρκὴς πρόνοια ὅπως, τὸ μὲν διαθέτῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα κεφάλαια διὰ τὰς ἐργασίας της, τὸ δὲ κατοχυρωθῇ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προορισμοῦ της κατὰ τῶν πολιτικῶν ἐπεμβάσεων. Διὰ τῶν μέτρων τούτων θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι συμπληροῦται καὶ ἀσφαλίζεται τὸ μέχρι τοῦδε συντελεσθὲν ἀξιοσημείωτον ἔργον πρὸς ἐξυγίανσιν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ὅτι δύναται ἀκωλύτως ἤδη νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ τῆς ἐκτελέσεως ἰδίως μεγάλων δημοσίων ἔργων προωρισμένων νὰ διανοίξουν νέους ὁρίζοντας εἰς τὰς παραγωγικὰς τοῦ Ἔθνους δυνάμεις καὶ ἐν ταῖς πρώτοις μεταξὺ τῶν ἔργων τούτων καταλέγονται τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, τῶν ὁποίων ἡ ὅσον ἔνεστι ταχυτέρα ἔναρξις ἀποτελεῖ ἐθνικὴν αὐτόχρημα ἀνάγκην καὶ ἐπιταγὴν ἀμεσώτατα συνδεομένην πρὸς τὴν τύχην τοῦ Δημοσίου προϋπολογισμοῦ, οὗτινος αἱ διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν ὁδῶν πιστώσεως ἐμειώθησαν εἰς τὸ ἐλάχιστον ἐπὶ τῇ προβλέψει τῆς ταχείας συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἔλαβε πρὸς τοῦτο τὴν ἀπόφασιν ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν ἄμεσον τῆς Βουλῆς ἐξέτασιν καὶ κρίσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ προσφάτως διενεργηθέντος διαγωνισμοῦ, ὅπως ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων καὶ ἄνευ πολιτικῆς δεσμεύσεως λάβῃ αὕτη τὰς ὑπὸ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος ὑπαγορευμένας ἀποφάσεις. Ὡσαύτως ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν ἐπίσπευσιν τῶν ἀποξηραντικῶν καὶ ἀρδευτικῶν ἔργων τοῦ Στρυμῶνος, τῶν Φιλίππων καὶ τῆς Θεσσαλίας προβαίνουσα διὰ συνοπτικῆς διαδικασίας εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐν καιρῷ θέλει θέσει ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Ἓν τῶν κυριωτέρων τῆς Κυβερνήσεως μελετημάτων θὰ εἶναι ἐπίσης ἡ συντονωτέρα ἐκκαθάρισις τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, πρῶτον μὲν διὰ τῆς καταλλήλου διαθέσεως τοῦ προϊόντος τοῦ συμπληρωματικοῦ δανείου διὰ τὴν σύμμετρον ἀποκατάστασιν τῶν ἀγροτῶν καὶ ἀστῶν προσφύγων, δεύτερον δὲ διὰ συντόνου μερίμνης διὰ τὴν χορήγησιν τῶν ἀποζημιώσεων εἰς τοὺς ἀγρότας πρόσφυγας καθὼς καὶ εἰς ἐπίσπευσιν τῆς καταβολῆς ἐντὸς τῆς ταχυτέρας προθεσμίας καὶ κατὰ τὴν τηρηθεῖσαν μέχρι τοῦδε βάσιν, τῶν ἀποζημιώσεων τῶν ὀφειλομένων εἰς τοὺς ἐγγεγραμμένους εἰς τὸ συμπληρωματικὸν μητρῷον δικαιούχους καὶ τέλος διὰ τῆς κατὰ τὸ δυνατὸν βελτιώσεως τῆς νομοθεσίας, τῆς ἀφορώσης τὰς ἀποζημιώσεις τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Ἡ ἐπίσπευσις τέλος τῆς δίκης τῶν ἀδικημάτων τῆς δικτατορίας ἀποτελεῖ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐνδεδειγμένην μέριμναν, τῆς ὁποίας τὴν σημασίαν δὲν δύναται, φρονοῦμεν, νὰ παρίδῃ οὐδὲ νὰ ὑποτιμήσῃ ἡ Βουλή. Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἐπίσης ἀναγκαίαν τὴν ἔν τισι τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας τῆς διεπούσης τὰ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, σχετικαὶ δὲ προτάσεις ὑποβληθήσονται ὑπὸ τὴν Ὑμετέραν συζήτησιν καὶ ψῆφον. Δὲν εἶναι ἄγνωστοι εἰς τὴν Βουλὴν αἱ κεφαλαιώδεις κατευθύνσεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καθόσον οὐδόλως αὗται ἀφίστανται τῶν ἀρχῶν, αἵτινες καθωδήγησαν τήν τε Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν προκάτοχον τοιαύτην, ἀρχῶν αἵτινες τείνουν εἰς τὴν θεμελίωσιν ἐπὶ ἀκλονήτων βάσεων τῆς ἠθικῆς καὶ οἰκονομικῆς τοῦ Ἔθνους προόδου. Ὅσα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐπετελέσθησαν κατὰ τὸ ἀπὸ τῆς 4ης Δεκεμβρίου 1926 μέχρι τῆς σήμερον χρονικὸν διάστημα δικαιολογοῦσι τὰς μᾶλλον αἰσιοδόξους περὶ τοῦ μέλλοντος προσδοκίας. Κατώρθωσεν ἤδη ἡ Βουλὴ εὐθαρσῶς καὶ ἐπιτυχῶς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ ἀκανθωδέστερα σημεῖα τῶν μεγάλων τῆς χώρας προβλημάτων. Ἐν τῇ ἀκραδάντῳ πεποιθήσει ὅτι πᾶς κατὰ τὴν ὑστάτην ὥραν δισταγμὸς θὰ ἐξεμηδένιζε τὰ ἀγαθὰ ὅσα δικαιοῦται νὰ ἀναμένῃ τὸ Ἔθνος ἐκ τῆς ἐπιμόνου προσπαθείας του καὶ θὰ ἐξέθετε τὸν λαὸν εἰς νέας ἀφορήτους θυσίας, ἡ Κυβέρνησις προσέρχεται ἐνώπιον ὑμῶν, κ. Βουλευταί, ὅπως ἐπιζητήσῃ τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦρος, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην διὰ νὰ ἀγάγῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἐξυγιάνσεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἤκουσα μὲ προσοχὴν τὰς μακρὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρὶν ἐκθέσω τὴν ἐπὶ τῶν δηλώσεων τούτων γνώμην τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποκρύψω ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκφράσω τὴν δυσάρεστον ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησεν εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς μέγα μέρος τῶν πολιτῶν ἡ μακρὰ παρασκηνιακὴ ἐνέργεια ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε διὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ σκοπῷ ἐξασφαλίσεως τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὸν βίον τῆς Κυβερνήσεως πλειοψηφίας καὶ ἡ βραδύτης τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ Σύνταγμα ρητῶς ὁρίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μόλις καταρτισθῇ ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἐν περιπτώσει δὲ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν ὑποχρεοῦται ὁ πρόεδρος νὰ συγκαλέσῃ ἐντὸς 15 ἡμερῶν τὴν Βουλὴν ὅπως τύχῃ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης παρ’ αὐτῆς. Βεβαίως ἡ φράσις «μόλις σχηματισθῇ ἡ Κυβέρνησις» δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἑρμηνευθῇ στενῶς, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι κατὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἔχωσι διαλευκανθῇ τὰ ζητήματα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ὑποστηριζούσης τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ μὴ ἐπιδιώκεται μετὰ τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς ἡ συγκρότησις πλειοψηφίας. Τὰ λέγω ταῦτα, διότι εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἐφαρμόζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ περὶ ἧς πρόκειται διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ θὰ ἐπεθύμουν διὰ τὸ μέλλον νὰ μὴ θεωρηθῇ προηγούμενον ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶναι ἡ τρίτη φάσις τῆς ἐξελίξεως ἤ, διότι ἡ λέξις ἐξέλιξις δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν περίπτωσιν, ἐὰν θέλετε τὴν λέξιν τὴν ὁποίαν θὰ μεταχειρισθῶ, τοῦ ἐκφυλισμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
§5Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ σεληνιακοῦ συστήματος.
§6Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τί εἴπατε κ. Βουλευτά;
§7Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ φάσεων εἶπον τοῦ σεληνιακοῦ συστήματος.
§8Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἦτο καλύτερα νὰ μὴ ἀεροβατῆτε. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1926 ὑπεστηρίξαμεν ἐκθύμως, ἀποκρούοντες κάθε ἄλλην λύσιν, τὸν σχηματισμὸν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο δὲ διότι βάσει τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος μετὰ τὴν καθιέρωσιν τῆς ἀναλογικῆς, εἶναι βάσις ἀνταποκρινομένη πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ὅσον τὸ δυνατὸν συμμετοχῆς κατὰ τὸ Κοινοβουλευτικὸν μέτρον τῶν ἐκπροσώπων τῆς Λαϊκῆς θελήσεως. Βάσις αὐτοῦ τοῦ Κυβερνητικοῦ συστήματος εἶναι πάντοτε ἡ συμμαχικὴ Κυβέρνησις. Διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἡ συμμαχικὴ Κυβέρνησις ἀνταποκρίνεται πληρέστερον εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ Λαοῦ καὶ ἐξασφαλίζει περισσότερον τὴν ἱκανοποίησιν τῆς Λαϊκῆς θελήσεως. Ἡ ὁμοιογενής Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατά τὰ τελευταῖα ἔτη εὗρεν πολλοὺς ὑποστηρικτὰς καὶ θαυμαστάς, ἔχει μεγάλην ὑπεροχὴν μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων φυσικὴ καὶ ὄχι τεχνικὴ, διότι ἡ φυσικῶς δημιουργημένη πλειοψηφία ἔχει πρόγραμμα σαφές, τὸ ὁποῖον βεβαίως μία ἀνομοιογενὴς Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς πέρας. Καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν ἡ συμμαχικὴ Κυβέρνησις ἀνταπεκρίθη περισσότερον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Ἐκτὸς τούτου ἐκηρύχθην τότε ἐπιμόνως ὑπὲρ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, διότι προέβαλλον μεγάλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα μόνον μὲ συνεργασίαν ὅλων τῶν μεγάλων κομμάτων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωσι τὴν καλλιτέραν λύσιν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅταν παρητήθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ὑπεστηρίξαμεν τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως εὐρέως συνασπισμοῦ. Ἐὰν ἀποβλέψῃ κανεὶς εἰς τὸ παρελθὸν εἰς τὸ μέχρι τοῦδε συντελεσθὲν ἔργον, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῶν δύο μεγάλων συμμαχικῶν Κυβερνήσεων τὰ ἀποτελέσματα τῆς δράσεως αὐτῶν τῶν Κυβερνήσεων ἦσαν ἐξαιρετικῶς εὐχάριστα. Ἔκαμε ἤδη μίαν νύξιν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω ἐγὼ ποίαν σημασίαν εἶχε διὰ τὴν χώραν ἡ κατάπαυσις τῶν παθῶν, ὅσον καὶ ἄν τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐμπράκτου συνεργασίας ἐνομίσαμεν, ὅτι θέλομεν ἐντελῶς ἄρει τὰς μεγαλειτέρας ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη ὑφίστανται. Καὶ εἰς τοῦτο ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἀπῄτει πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ πάσης Κυβερνήσεως τὴν ριζικὴν λύσιν θεμελιωδῶν ζητημάτων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδείξω ἐγὼ εἰς ὑμᾶς ποῖα ἄλλα ζητήματα ἐλύθησαν ἱκανοποιητικῶς ἀπὸ τὰς συμμαχικὰς Κυβερνήσεις, ὅπως εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν στρατιωτικῶν καὶ θεμελίωσιν καὶ ἐξυγίανσιν τῶν Δημοσίων Οἰκονομικῶν, τὴν ἐπιτυχῆ ἐφαρμογὴν τῆς ἀποκαταστάσεως ἀστῶν προσφύγων, ἡ ὁποία ἤδη συνεπληρώθη διὰ τῆς προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας, τὴν ἐργασίαν ἡ ὁποία γίνεται εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν ὑπὸ μορφὴν νομοσχεδίων τὴν προστασίαν, ἡ ὁποία παρεσχέθη εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν ἐναντίον τοῦ ξένου ἀνταγωνισμοῦ, τὴν προστασίαν εἰς τὴν Γεωργίαν καὶ εἰς τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις καὶ τὴν κατάλληλον ρύθμισιν τῆς Γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν καθοδήγησιν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ πρὸς καλλιτέραν καὶ μεθοδικωτέραν καλλιέργειαν τῆς γῆς. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συν)τος καὶ ἐπίλυσιν τοῦ Στρατιωτικοῦ ζητήματος, τὸ κέντρον τῆς προσοχῆς καὶ τῶν δύο Κυβερνήσεων ἀπετέλεσε τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις ἐπεβάλλετο διὰ τὴν ἀρτιωτέραν ὁλοκλήρωσιν τῶν μεγάλων πολιτικῶν ζητημάτων τοῦ τόπου. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι μὲ τὴν συνεργασίαν τῶν κομμάτων, καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα Κυβέρνησις, μὲ τὴν συνεργασίαν ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κράτους ἐζητήθη καὶ ἐχαράχθη ἀσφαλῶς ὁ δρόμος πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Καὶ τώρα τὸ κέντρον τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ δημοσιονομικὸν πρόβλημα, καὶ πολὺ δικαίως, διότι εἰσέτι δὲν ἤχθη εἰς πέρας τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος. Χαίρω δὲ ἰδιαιτέρως διότι εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ μέτρου τῶν οἰκονομιῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ ἤδη, προσετέθη ἡ μέριμνα ἡ σοβαρὰ περὶ ἐπιστημονικωτέρας διαρρυθμίσεως τοῦ δημοσιονομικοῦ ὀργανισμοῦ, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν νόμων. Εἰς ταῦτα τὰ μέτρα, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην νομίζω ὅτι οὐδεὶς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ, ἐλπίζω νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν θὰ εἴπω τίποτε περὶ τῆς μερίμνης τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, διότι ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου εἶναι γνωστή, ὅπως εἶπον δὲ τὸ μεγαλύτερον μέρος εἶναι προπαρεσκευασμένον καὶ ἔχει χαραχθῆ σαφῶς ὁ δρόμος πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν προσφυγικῶν δικαίων. Εὐχάριστον ἐντύπωσιν μοῦ προκαλεῖ ἡ μνεία εἰς τὰς σημερινὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς ἐπιλύσεως μεγάλων ὑδραυλικῶν ἔργων. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐξασφαλίσῃ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὸν συναγωνισμόν, πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν μεγάλων ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀρκετὰ σοβαρῶν οἴκων ὅπως ὁ διαγωνισμὸς ἀποβῆ πραγματικὸς καὶ ἀποτελεσματικός, καὶ ἔχει σκεφθῆ δι’ ὅλας τὰς ἀναγκαίας ἐγγυήσεις, ὅπως ἐξασφαλίσῃ πλήρως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, διὰ δύο ἐγγράφων παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως καταρτίσωμεν ἐπιτροπὴν ἐκ γεωπόνων καὶ μηχανικῶν ἵνα μελετήσῃ τὸ σχέδιον τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεγάλων ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ προφορικῶς παρεκάλεσα πρὸς τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅστις μοὶ εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι ἀφοῦ συμπληρώσῃ τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος, ἤθελεν διαβιβάσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας τὸν σχετικὸν φάκελλον καὶ θὰ συγκατετίθετο, ὅπως σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ γεωπόνων ἐχόντων ἄμεσον συμφέρον πρὸς διαρύθμισιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος διάδοχός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας ἔχει γνῶσιν τῶν σχετικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ ὅτι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει κανονίσῃ τὴν σοβαρὰν διεξαγωγὴν τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἐπίσης εὐχάριστον ἐντύπωσιν μοὶ προξένησεν ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐξετάσῃ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποφασισθῆ πρὸ πολλοῦ, ὅπως ἐξετάσῃ συντόμως καὶ ριζικῶς τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῆς προαγωγῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅπως γνωρίζετε, Κύριοι, ἔχει πρὸ πολλοῦ ἀποφασισθῆ ἡ κατάθεσις τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἀναμένεται ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ληφθῇ ἀπόφασις περὶ τῆς καλλιτερεύσεως τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία εἶναι βεβαίως κάθε ἄλλο παρὰ εὐχάριστος. Εἶναι ὀρθὸν ἐπίσης πρὸς τῇ μελέτῃ αὐτῇ τῆς ἀμέσου οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως νὰ ληφθῇ καὶ ἄμεσος μέριμνα περὶ βελτιώσεως τῶν βιωτικῶν συνθηκῶν τῶν ὑπαλλήλων διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως εἰς αὐτούς, διὰ τῆς μεθόδου τῶν συνεταιρισμῶν, εὐθυνοτέρων τιμῶν καὶ διὰ τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, εὐθυνοτέρων τιμῶν διὰ τὴν κατοικίαν καὶ καλυτέρους ὅρους κατοικίας. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ἀνακοινωθὲν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ὑμᾶς γνωστὸν σχέδιον ἀλλοδαπῆς ἑταιρίας σκεφθείσης νὰ συνδυάσῃ τρίτην ἢ τετάρτην ἀσφάλειαν τῶν ὑπαλλήλων, νὰ συνδυάσῃ αὐτὰς μὲ τὴν συγκρότησιν συνεταιρισμῶν προμηθείας καὶ οἰκιῶν. Λέγω ὅτι ἐλπίζω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸ σχέδιον τὸ εἰς ἐμὲ γενόμενον γνωστὸν ἀπὸ ξένην ἑταιρίαν, διότι κατ’ οὐσίαν τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀσφάλειαν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὡς καρυκεύματα ἐμφανίζονται οἱ συνεταιρισμοὶ κατοικίας καὶ συνεταιρισμοὶ προμηθείας. Εἰς ὅλα τὰ σημεῖα αὐτά, ὅπως βλέπετε, καθὼς καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι, τοὐλάχιστον εἰς ἐκείνους τοὺς ἔχοντας ἐξουσίαν ἢ χαρακτῆρα ἐργατικόν, δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν δικαίωμα ἀπεργίας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελε μεταβάλῃ μορφὴν τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ ἤθελον πλέον ἡ Κυβερνητικὴ καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κινδυνεύσῃ νὰ περιέλθουν ὑπὸ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, οὔτε ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ οὔτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προαγάγῃ τὰ Κρατικὰ καὶ λαϊκὰ συμφέροντα. Εἰς ταῦτα τὰ σημεῖα, ὅπως βλέπετε, ὑπάρχει συμφωνία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν. Ἀλλὰ ὑπάρχουν ἄλλα σημεῖα τὰ ὁποῖα μᾶς γεννοῦν τὴν δυσπιστίαν. Δὲν θὰ κατεδεχόμην, κύριοι βουλευταί, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἥκιστα προσηκούσης συμπεριφορᾶς δύο μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέδωκαν τὰ δύο ταῦτα μέλη τῆς Κυβερνήσεως κομμουνιστικὰς ἀρχάς. Δὲν θὰ κατεδεχόμην, λέγω, νὰ ἀπαντήσω, ἂν δὲν ἀπέδιδον εἰς τὴν συμπεριφορὰν ταύτην κἄποιαν οὐσιαστικωτέραν σημασίαν. Τὰ περὶ ὧν πρόκειται ἀξιότιμα μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἔχουν τοιαύτην τὴν μόρφωσιν καὶ ἀρκετὴν ἐπιμέλειαν ὥστε νὰ γνωρίζουν ἀκριβῶς ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαὶ αἱ ἰδικαί μας. Γνωρίζουν τὰ μέλη ταῦτα τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ὄχι μόνον ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἀντιτίθεται πρὸς τὴν κομμουνιστικὴν ἰδεολογίαν, ἀλλὰ καὶ σοσιαλιστικὸν ἀκόμη κόμμα δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρισθῇ, καὶ τοῦτο ὄχι μόνον διότι δὲν ἔχει εἰς τὸ πρόγραμμά της, τὸ ὁποῖον εἶναι πασίγνωστον, τὴν κρατικοποίησιν τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς, ὄχι μόνον διότι δὲν ἀποδίδει τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ἡ μαρξικὴ θεωρία εἰς τὴν πάλην τῶν τάξεων, ἀλλὰ καὶ διότι οὔτε ἀνήκει εἰς καμμίαν σοσιαλιστικὴν ὀργάνωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀνήκει ὡς κόμμα ἀπὸ ἐτῶν εἰς τὴν Ἕνωσιν τῶν Δημοκρατικῶν κομμάτων, τὴν συμπηχθεῖσαν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν πρωτοβουλίᾳ τοῦ Γαλλικοῦ ριζοσπαστικοῦ κόμματος. Ὅλα αὐτὰ εἶναι γνωστά. Καὶ ἀκόμη περισσότερον εἶναι γνωστὰ ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐνταῦθα διετυπώσαμεν περὶ τῶν ὁποίων οἱ ἀρχηγοὶ τῶν δύο κομμάτων περὶ ὧν πρόκειται τοῦ Συντηρητικοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τὰ ὁποῖα διεφώνησαν εἰς ὅλα τὰ ἄλλα, συνεφώνησαν. Ἐνῷ ἀντιστρόφως τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπροτείναμεν καὶ ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν καὶ προκειμένου περὶ αὐτῶν τῶν ἄρθρων εὗραν ἡμᾶς συμφώνους καὶ ἀνήκοντας εἰς τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Ὅλα λοιπόν, λέγω, ταῦτα εἶναι γνωστὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ἀκόμη ὅτι τὰ δύο αὐτὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἐπιτίθενται ἐναντίον ἡμῶν καὶ ἠθέλησαν νὰ μιμηθοῦν τὸν Κίτρινον τύπον ἢ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης παρατάξεως, ὁ ὁποῖος ἐπεδίωκεν ὄχι μόνον διὰ τῆς διαβολῆς, ἡ ὁποία εἶναι συνήθης εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, ἀλλὰ διὰ τῆς διαστροφῆς καὶ τῆς συκοφαντίας νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν δυσαρέσκειαν αὐτῶν διότι ἠναντιώθημεν εἰς ὡρισμένας ἀντιλήψεις των. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἀκολουθηθείσης τακτικῆς ἐπιδιώκεται νὰ συγκαλυφθῇ μία στροφὴ τῆς Κυβερνήσεως, στροφὴ δηλαδὴ ὄχι ἀντικομμουνιστική, ἀλλὰ στροφὴ αὐτόχρημα ἀντιλαϊκή, ἀντικοινωνική, ὀπισθοδρομική, (χειροκροτήματα), εἰς τὴν ὁποίαν ἔχομεν φόβους ὅτι παρέσυραν καὶ τοὺς ἐκπροσωποῦντας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ἐνδείξεις τοιαύτης τινὸς μεταστροφῆς εὑρίσκω εἰς ἓν σημεῖον τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς ἄλλας τινὰς δηλώσεις, σχετιζομένας μὲ τὴν λῆψιν μέτρων Κυβερνητικῶν. Τὸ σημεῖον τῶν Κυβερνητικῶν δηλώσεων, ἢ μᾶλλον τὸ μικρὸν χάσμα τῶν Κυβερνητικῶν δηλώσεων τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετὰ ἐνδεικτικόν, εἶναι ὅτι εἰς τὰς δηλώσεις οὐδὲν ἀναφέρεται, οὔτε λέξις ἀναφέρεται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων ἐργατικῶν νόμων καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ἐκκρεμῶν κοινωνικῶν νομοσχεδίων. Καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντείπῃ τις ὅτι περὶ τούτων δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ λόγος ἀφοῦ ἔγινε λόγος εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἴσια — ἴσια εἰς τὰς δηλώσεις τὰς σημερινὰς τῆς Κυβερνήσεως ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ σαφὴς δήλωσις. Καὶ τοῦτο, ὄχι μόνον διότι οἱ κείμενοι ἐργατικοὶ νόμοι, παρὰ τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς προγενεστέρας Κυβερνήσεως, δὲν ἐφαρμόζονται, καὶ ἀναφέρω τὸν νόμον «περὶ γυναικῶν καὶ ἀνηλίκων», ἀλλὰ διότι σοβαρωτάτη ἐξεδηλώθη ἐσχάτως ἀντίδρασις καθ’ ἑνὸς ἐκ τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς ἀνέργους. Ἐξ αἰτίας δὲ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου,—καὶ μὴ γελάσετε, Κύριοι—ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὁ Ἐμποροβιομηχανικός, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Σύλλογος, διέκοψεν ἐπισήμως τὰς σχέσεις του μὲ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τώρα, ὅταν ἐγὼ ἀπεχώρησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, εἶδον ὅτι ἔκαμε δήλωσιν ὅτι τὰς ἐπαναλαμβάνει! Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἓν ἄλλο σημεῖον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἤθελον νὰ περιορίσω τὰς ἐντυπώσεις μου εἰς τὰς σημερινὰς δηλώσεις, ἔπρεπε νὰ μὲ εὐχαριστήσῃ ἄκρως, ὅσον καὶ ἂν ὡρισμέναι φράσεις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος περικοπῆς τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦσαν αἱ ἁρμόζουσαι. Καὶ λέγων ταῦτα, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν. Μὲ ἱκανοποίησεν ἀπολύτως, φυσικά, ἡ ἵδρυσις τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Δὲν κρίνω ὅμως ἁρμοζούσας τὰς ἐκφράσεις, διὰ τῶν ὁποίων ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι θέλει ὀργανώσει τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν κατὰ τρόπον ἀπαλλάσσοντα αὐτὴν ἀπὸ κάθε πολιτικὴν ἐπέμβασιν, καὶ τοῦτο, διότι γνωρίζει καλὰ ἡ Κυβέρνησις ὅτι περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐγὼ ἐπεδίωξα τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ ἱδρυθῇ, τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ πάσης πολιτικῆς ἐπιρροῆς. Καὶ μολονότι γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι σφοδρὸς ἔγινεν ἀγὼν ἀπὸ ὡρισμένους κύκλους ἐναντίον τοῦ σχεδίου τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῷ ψευδεῖ ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ ἱκανοποίησις κομματικῶν συμφερόντων καὶ πρόκειται ἕνεκα τούτου νὰ ἀποτύχῃ, διότι θὰ εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς τὰς πολιτικὰς ἐπιρροάς, ὅμως δὲν κατέκρινε λεχθείσας φράσεις αἵτινες δὲν ἦτο ἁρμόζον νὰ λεχθῶσι καὶ νὰ δοθῇ ἀπήχησις εἰς ὅ,τι γράφεται ἀπὸ ἀνθρώπους μὴ ἀγαπῶντας τὴν ἀλήθειαν.
§9Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχω σχέσιν πρὸς οὐδεμίαν φήμην. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ ἑνὸς ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ χαρακτῆρα πολιτικόν, ἁπλῶς ἐδόθη ἡ δήλωσις ὅτι, θὰ κατοχυρωθῇ ὄχι κατὰ τῶν κατευθύνσεων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐπεμβάσεων.
§10Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν μὲ ἔθιξαν αὗται αἱ φράσεις, τοῦτο ἔγινε διότι τὴν ἑπομένην τῆς ὑπουργικῆς συσκέψεως, ὁπότε ἀπεφασίσθη ὁ σχηματισμὸς τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἀνεκοινώθη συγχρόνως εἰς ἐφημερίδα μεγάλην, φιλικὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ προηγουμένως καταρτισθὲν σχέδιον καὶ θὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως μὴ εὑρίσκεται τοῦτο ὑφ’ οἱανδήποτε ἐπιρροήν, ὡς ἐὰν τὸ προηγούμενον σχέδιον ἦτο τοιοῦτον, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον οὐδεμία ἀφήνετο οὔτε θύρα οὔτε παράθυρον, εἰς κομματικὴν ἐπιδρομὴν ἢ ἐπηρεασμόν. Ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἐσχεδιάσθη αὐτονόμως ἐντελῶς καὶ ἐστηρίχθη βάσει συμβάσεως, ἡ ὁποία τὸν κατωχύρωνεν ἀπέναντι πάσης κυβερνητικῆς ἀλλαγῆς. Εἶναι καὶ κἄτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον μοῦ προεκάλεσεν ἀνησυχίαν· εἶναι τοῦτο: ὅτι μολονότι περιλαμβάνεται εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἵδρυσις τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, ἀνεκοινώθη ὅτι—ὄχι εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἔξω—ἀνεκοινώθη ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ θέσῃ ὅλον τὸ βάρος τοῦ κύρους αὐτῆς, ἀλλ’ ὅτι διαφωνούντων τῶν μετεχόντων τῆς Κυβερνήσεως κομμάτων, θὰ ἀφεθοῦν οἱ φίλοι αὐτῆς ἐλεύθερον, ὅπως ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως ἢ καὶ ἐναντίον τῆς ἱδρύσεως. Ἐὰν λοιπὸν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ποῖα κόμματα ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ εὑρισκομένων ἐπιδοκιμάζουν καὶ ποῖα ἀποδοκιμάζουν τὴν σύστασιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, ἐγὼ νομίζω ὅτι ἔχω δίκαιον νὰ ἔχω φόβον, νὰ ἔχω ἀνησυχίας ὡς πρὸς τὴν πραγματικὴν ἵδρυσιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἡ ἀνησυχία μου τείνει καὶ πέραν τούτου. Ἐξαπλοῦται καὶ εἰς τὸ σημεῖον τῆς καλῆς λειτουργίας τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ γνωρίζει καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ποίαν μεταβολὴν τοῦ συμφώνου ἐπεδίωκον, ὅταν ἤμην Ὑπ. τῆς Γεωργίας, σύμφωνα πρὸς ὅρον ῥητὸν τοῦ προσυμφώνου, τοῦ ἀφορῶντος τὸν καθορισμὸν τοῦ τρόπου τῶν πιστώσεων τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τοῦ χρόνου, καὶ ποῖον τρόπον ἐγὼ ἐπεδίωκον ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν καλυμμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὅλα αὐτὰ νὰ ἀνακοινωθοῦν σήμερον εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι σύμφωνος, ἀλλὰ δὲν ἀποκρύπτω, ἀπὸ ὅ,τι ἀκούω, ὅτι καὶ εἰς τὰ σημεῖα αὐτὰ δὲν εἶναι τώρα τοὐλάχιστον, τάχα δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν, ὅπως εἶπον, ἐπεδίωξα καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχω βασίσει τὰς διαπραγματεύσεις μου μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ὅλοι ἀναγνωρίζουν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου καὶ ταχυτάτης ἐκτελέσεως ἔργων συγκοινωνίας. Ἔγινε μία μακρὰ διαδικασία, καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς διαδικασίας αὐτῆς ἐπῆλθε διαφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλων μὲν ἐκπροσωπούντων τὰ κόμματα, τὰ ἐκπροσωποῦντα τὴν πλειοψηφίαν ἀντιταχθέντων εἰς τὴν ἄμεσον ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ, ἄλλων ταχθέντων ὑπὲρ τῆς κατακυρώσεως εἰς ἕνα τῶν συναγωνιζομένων οἴκων, καὶ τὸ ἔργον τῆς ὁδοποιΐας. Ἡ νέα Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ δώσῃ μίαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν Κυβερνητικὴν κρίσιν, ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπὶ παντὸς ζητήματος πρέπει ὅλα τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἶναι ἀπολύτως σύμφωνα. Εἶναι ἐπιτετραμμένον, καὶ εἶναι ἀναπόφευκτον τοῦτο, ἐπὶ πολλῶν ζητημάτων νὰ διαφωνοῦν τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ὑποβάλλουν τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι πρέπει νὰ γίνεται προκειμένου περὶ ζητημάτων καθαρῶς νομοθετικῶν καὶ οὐχὶ περὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὰς ἐκτελεστικὰς ὑπηρεσίας. Ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὑπῆρξε μία ἐξουσιοδότησις, τῆς ὁποίας δὲν ἔγινε χρῆσις, ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι μία πρᾶξις καθαρῶς ἐκτελεστικὴ πρόκειται νὰ μὴ λυθῇ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀλλὰ νὰ μεταβιβασθῇ πρὸς λύσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπερ δὲν εἶναι ὀρθόν. Εἶμαι τῆς γνώμης, κύριοι, ὅτι ἡ ἐξέλιξις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὁδηγεῖ πρὸς ἕνα μεγαλείτερον χωρισμὸν τῆς νομοθετικῆς ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ μία τακτικὴ μεταθέσεως τῶν ζητημάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὄχι μόνον προσδίδει ἀδυναμίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπευθύνως μίαν ἀπόφασιν, ἀλλ’ ἐκθέτει τὴν Βουλὴν εἰς συζητήσεις, εἰς ἀπώλειαν χρόνου καὶ εἰς ἐπιθέσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν προφυλάξῃ, ἀναλαμβάνουσα αὐτὴ καὶ μόνη τὴν εὐθύνην τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων. Ἠκούσαμεν ὅτι ὑπάρχει ἐπιθυμία ὅπως ἐπιχυθῇ πλῆρες φῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ ἡ γνώμη αὐτὴ προέρχεται κυρίως, ὡς ἀκούω, ἀπὸ τὸν ἕνα ἐκ τῶν συναγωνιζομένων οἴκων, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ ἐφευρέτης τῆς μεταθέσεως αὐτῆς τῶν τοιούτων ζητημάτων ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν νομοθετικὴν τοιαύτην. Ὑπάρχει βεβαίως ἀνάγκη νὰ χυθῇ φῶς ἐπὶ ζητήματος τόσον σοβαροῦ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε καὶ ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ κυβερνητικὴ κρίσις, ἀλλ’ ἡ συζήτησις δύναται νὰ διεξαχθῇ, καὶ φυσικῶς θὰ διεξαχθῇ, εἴτε ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς ὡρισμένην ἐνέργειαν, εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου ἐπικυροῦντος ὡρισμένην σύμβασιν. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλή, ὡς διαιτητικὸν τρόπον τινὰ δικαστήριον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος. Ἀκριβῶς διότι ὅλοι ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκτελέσεως μεγάλων ἔργων συγκοινωνίας, ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, ἐφόσον εἶχε ἐσχηματισμένην γνώμην ὑπὲρ τῆς α ἢ β λύσεως, νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἀποφάσεως. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ὅλα ὅσα γίνονται διὰ τῆς τακτικῆς τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι προωρισμένα, παρὰ νὰ ὁδηγήσουν εἰς ἀπώλειαν χρόνου. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν μία ἦτο ἡ ἐνδεδειγμένη λύσις: ἡ ἄμεσος διεξαγωγὴ διαγωνισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύναντο νὰ μετάσχουν οἶκοι σοβαροί, οἶκοι εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχεν ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβουν τὸ ἔργον ἐπιτυχῶς. Οἱαδήποτε ἄλλη λύσις ἐκθέτει ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ὅτε, κύριοι, πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἓν σχέδιον συμβάσεως κατασκευῆς ἔργων ὁδοποιΐας ἀξίας 6.000.000 λιρῶν, καὶ ὑπεστηρίζετο ὅτι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἦσαν οἱ κατὰ τὸ δυνατὸν καλύτεροι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι δὲν συνεφώνουν πρὸς τὴν διὰ τῆς τοιαύτης συμβάσεως παραχώρησιν ὅλων τῶν μεγάλων ἔργων ὁδοποιΐας ἐν Ἑλλάδι εἰς μίαν καὶ μόνην Ἑταιρείαν, καίτοι ἐφρόνουν ὅτι ἔργα τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἔχουν χαρακτῆρα ἀποκεντρώσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθοῦν μὲ συγκεντρωτικὴν ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ὀλιγώτερον δαπανηρὰ ἀπὸ τὴν κατὰ μέρος ἀνάθεσιν ἐργασιῶν εἰς δύο, τρεῖς ἢ πλειοτέρας Ἑταιρίας, ἀνεξαρτήτως, λέγω, αὐτῆς τῆς ἀντιθέσεώς μου εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναθέσεως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς μίαν Ἑταιρίαν τῆς ἐκτελέσεως τῶν μεγάλων ἔργων ὁδοποιΐας, ἐπολέμησα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μὲ ὅσην εἶχον δύναμιν καὶ ζωηρότητα τὴν ἄνευ διαγωνισμοῦ ἀνάληψιν τοῦ ἔργου. Τὸ ζήτημα ἐξητάσθη εἰς δύο Ὑπουργικὰ Συμβούλια, καὶ μολονότι ἐξητάσθη σοβαρῶς καὶ ἐπείσθημεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ συμβάσεως παρεχούσης ὅλα τὰ ἐχέγγυα τῆς ὑπὸ καλυτέρους ὅρους ἐκτελέσεως τῶν ἔργων, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀπεφάσισε τὴν διὰ διαγωνισμοῦ ἀνάληψιν τῶν ἔργων ὁδοποιΐας.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρὰ τὴν γνώμην;
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν λέγω παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ἐννοῶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς μέχρι τέλους ἠναντιώθη. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ὑποβαλὼν τὴν σύμβασιν, ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ σύμβασις ἦτο ἀρίστη καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀποδεκτή. Καὶ ὅταν ἐπέμεινα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι κατόπιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄνευ δημοπρασίας νὰ ἀνατεθῇ ἡ μεγαλυτέρα ἐργολαβία δημοσίων ἔργων, καὶ ἐπροτάθη εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους, νὰ ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν, δεχόμενοι τρόπον τινὰ ὡς δικλεῖδα μίαν ἐπιστολὴν ἐκ μέρους τοῦ ἐργολήπτου, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἀναθέσεως τοῦ ἔργου ἐνεφανίζετο ἄλλος οἶκος δυνάμενος νὰ ἐκπληρώσῃ καλύτερον τὰ ἔργα θὰ ἀπεσύρετο ὁ ἐργολήπτης μὲ τὸν ὁποῖον θὰ εἴχομεν συνάψει σύμβασιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεχώρησε δεχθεὶς τὴν γνώμην μας. Δὲν εἶμαι βεβαίως μηχανικός, οὔτε τεχνικὸς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ἀντελήφθην ὅτι τὰ ἐπιδιωκόμενα ἐκ μέρους τῶν ἐργοληπτῶν ὀφέλη θὰ ἦσαν μεγάλα, καὶ ὅτε, κατόπιν, παρεδόθη εἰς ἡμᾶς ὁ φάκελλος ἡ ἀντίληψίς μου αὐτὴ ἐνισχύθη ἀκόμη περισσότερον. Καὶ αἱ γνῶμαι τεχνικῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἠρώτησα, συμπίπτουν εἰς τοῦτο ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἐπραγματοποιοῦντο κολοσσιαῖα κέρδη. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν ὅτι αἱ ἀντιλήψεις μου αὗται, ὅτι δηλ. θὰ ἐπραγματοποιοῦντο κολοσσιαῖα κέρδη, ἦσαν αἱ ὀρθαί. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπεστήριξα περισσότερον παντὸς ἄλλου τὴν ἐνέργειαν τοῦ διαγωνισμοῦ, τὴν ὁποίαν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισε καὶ κατόπιν, ὅπως γνωρίζετε, ἐψηφίσθη ὁ σχετικὸς νόμος. Πρὶν εἴπω δύο ἢ τρία σημεῖα, διότι δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ σήμερον περισσότερον, δύο ἢ τρία σημεῖα τῆς ἐξελίξεως κατόπιν τοῦ ζητήματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἴπω ὅτι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ διαγωνισμοῦ πρέπει νὰ εἴμεθα ἀπολύτως ἱκανοποιημένοι. Λέγω ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ διαγωνισμοῦ, διότι ἐπὶ μακρὸν ἐγένοντο συζητήσεις, ἐὰν ἦτο δυνατὸν τόσον μεγάλα ἔργα νὰ ἀνατεθοῦν διὰ διαγωνισμοῦ καὶ δὲν ἦτο συμφεροτέρα ἡ ἀπ’ εὐθείας συμφωνία ἄνευ διαγωνισμοῦ. Λέγω ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα ἱκανοποιημένοι, διότι ὁ ἐργολήπτης ὁ ὁποῖος ἐπεδίωκε τὴν σύμβασιν τῆς ὁδοποιΐας, ἠναγκάσθη διὰ τοῦ διαγωνισμοῦ νὰ καταβιβάσῃ τὰς τιμάς του καὶ τὰς συμβατικὰς κατὰ 800 καὶ πλέον ἑκατομμύρια (αἴσθησις). Ὁ διαγωνισμὸς προεκηρύχθη. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἐπεβάλλετο ὅπως μετάσχουν εἰς τὸν διαγωνισμὸν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι ἐργολῆπται διὰ νὰ ἀποφευχθῇ οἱαδήποτε συνεννόησις μεταξὺ αὐτῶν ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅμως τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ κρίνῃ ποῖοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρουσιασθέντων προσόντων, ἤθελον μετάσχει εἰς τὸν τελικὸν διαγωνισμόν, ἐδέχθη δύο μόνον συναγωνιστάς. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώκωμεν νὰ λάβουν μέρος καὶ οἱ τέσσαρις συναγωνισταί, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον οὐδένα κίνδυνον διέτρεχε τὸ δημόσιον ἐκ τῆς συμμετοχῆς περισσοτέρων συναγωνιστῶν καὶ οἱαδήποτε ἀσάφεια, ὡς πρὸς τὰ προσόντα τῶν διαγωνιζομένων, ἢ οἱοσδήποτε δισταγμός, ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, θὰ ἠδύνατο νὰ διασαφηνισθῇ κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τὸ στάδιον τοῦ διαγωνισμοῦ, ὁπότε θὰ ὑπέβαλον σαφῶς καὶ ρητῶς τὰς προτάσεις αὐτῶν οἱ διαγωνιζόμενοι. Ἐν τούτοις περιωρίσθη ὁ διαγωνισμὸς εἰς τοὺς δύο συναγωνιζομένους. Τὸ ἀτύχημα ἦτο ὅτι εἷς τῶν διαγωνιζομένων δὲν εἶχεν ἀπολύτως θετικὰς οἰκονομικὰς προτάσεις καὶ τοῦτο διότι ἐστηρίζετο εἰς Ἀμερικανικὴν τραπεζιτικὴν βοήθειαν καὶ ὡς γνωστὸν ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπέτρεπε τὴν σύναψιν δανείου πρὸ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῶν Ἑλληνοαμερικανικῶν διαφορῶν. Ἦτο δὲ σφάλμα, τὸ ὁποῖον διεπράχθη λόγῳ τῆς σπουδῆς, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἦτο σφάλμα, διότι ἐκ τῶν μεγαλυτέρων χρηματαγορῶν ἡ Ἀμερικανικὴ καὶ ἡ Ἀγγλικὴ ἀκόμη ἦσαν κλεισταὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Κατὰ συνέπειαν ἐφόσον ἐπιδιώκομεν νὰ συνάψωμεν δάνειον βαθμιαίως πραγματοποιούμενον θὰ ἦτο δύσκολο, ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸν διαγωνισμὸν περισσοτέρων ἐκτὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἴσως λόγῳ εἰδικῆς ἀδείας εἶχον τυχὸν ἐξασφαλίσει δι’ ἑαυτοὺς τὴν ἔκδοσιν καὶ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου. Τὸ σφάλμα ὅμως αὐτό, τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τῶν συναγωνιζομένων Οἴκων ἦτο μοιραῖον νὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ διαγωνισμοῦ. Καὶ ἦτο μοιραῖον, διότι ὁ Οἶκος οὗτος ἐδικαιώθη νὰ ὑποβάλῃ μεταγενεστέρως τὰς οἰκονομικὰς προτάσεις δηλ. μετὰ τὸ τέρμα τῶν προθεσμιῶν ἐντὸς τῶν ὁποίων ὑπεχρεοῦντο οἱ συναγωνιζόμενοι νὰ ὑποβάλουν τὰς τελικὰς αὑτῶν προτάσεις. Ἦλθε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς πρώτης ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε καὶ τοὺς δύο συναγωνιζομένους, διότι ὁ μὲν εἷς Οἶκος δὲν εἶχεν εἰσέτι τραπεζιτικὴν ἐνίσχυσιν διότι δὲν εἶχεν ἀνοίξει ἀκόμη ἡ Ἀμερικανικὴ χρηματαγορά, ὁ δὲ ἕτερος εἶχεν ἕνα ὅρον ὁ ὁποῖος καθίστα ἀντικειμένην εἰς τὸν νόμον τὴν προσφοράν του, διότι ἐνῷ ἐδήλου ὅτι θὰ προσαρμοσθῇ εἰς τὸν ὅρον τοῦ προσφυγικοῦ δανείου προσέθετεν ἂν ἔχῃ ἐκπέσει ἡ τιμὴ τοῦ προσφυγικοῦ δανείου τὸ νέον δάνειον θὰ ὑπολογίζετο εἰς τὰς κατωτέρας τιμὰς τοῦ προσφυγικοῦ δανείου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ ἦτο καὶ πολὺ ἐπικίνδυνον διότι θὰ ἐδημιούργει συμφέρον πρὸς ὑποβίβασιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ τριμεροῦς δανείου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ οἱ δύο συναγωνισταὶ ἀπερρίφθησαν. Μετὰ τὴν ἀπόρριψιν αὐτῶν τὴν ἰδίαν ἡμέραν ὁ εἷς ἐκ τῶν συναγωνιστῶν δι’ ἀναφορᾶς του μεταγενεστέρας ἠθέλησε ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν πρώτην προσφοράν του ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Ἡ τιμὴ βεβαίως ἦτο ἐκπρόθεσμος γενομένη, ὅπως εἶπον, μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ἀμφοτέρων καὶ τὴν πιστοποίησιν μεγάλων διαφορῶν αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς ἄλλης προσφορᾶς. Λέγονται δὲ πολλὰ διὰ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐξηνάγκασαν τὸν ἕνα ἐκ τῶν συναγωνιστῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν δευτέραν προσφορὰν τὴν γενομένην μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ἀμφοτέρων καὶ τὴν σχηματισθεῖσαν ἴσως ἰδέαν ὅτι δὲν ὑπῆρχε πλέον στάδιον διὰ διαγωνισμοῦ ἐπιτυχίας τῆς ἀναλήψεως τῶν ἔργων. Ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἐκθέσω ὅ,τι λέγεται σχετικῶς πρὸς τὴν ἀσκηθεῖσαν πίεσιν, διότι ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀναλάβω τὰς εὐθύνας. Πάντως ὅμως ἐδικαιώθη ἡ πεποίθησίς μου, ὅτι ὁ εἷς τῶν Οἴκων ὑπέβαλε τὰς προτάσεις ἐμπροθέσμως ἐν γνώσει ὅτι εἶναι ἄκυροι. Ἐξητάσθησαν καὶ αἱ δύο προσφοραὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐκτελέσεως τῶν ἔργων καὶ ἐπιστοποιήθη μία διαφορὰ ἀπὸ ἀπόψεως ἐκτελέσεως τῶν ἔργων 640 ἑκατομ. Ὑπάρχει μία διαφορὰ 27% ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Ἡ διαφορὰ ἦτο μεγίστη καὶ ἐξητάσθη πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τόσον κολοσσιαία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἐργολήπτου, διότι καὶ οἱ δύο θεωροῦνται σοβαρώτατοι ὡς τεχνικοί. Ὁ εἷς περισσότερον σοβαρὸς οἰκονομικῶς, ὁ δὲ ἄλλος ὡς ἔχων ὄπισθέν του ἕνα πλούσιον τεχνικὸν Οἶκον. Ἀνευρέθη ὅτι ὑπῆρχεν ἓν σφάλμα εἰς τὰς προσφορὰς τοῦ ἑνὸς τῶν Οἴκων καὶ συνίστατο τοῦτο εἰς τὸ ὅτι ἐνῶ κατὰ τὸν τύπον τῆς ἀναλύσεως τοῦ Ὑπουργείου ἔδει νὰ συμπληρωθῇ ὑπὸ τοῦ ἐργολήπτου τὸ ὡρομίσθιον τοῦ ἐργάτου, λόγῳ τυπογραφικοῦ λάθους ἐσημειώθη τὸ ἡμερομίσθιον. Καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ὡρομισθίου ἡ τιμὴ ὀκταπλασιάσθη. Ἔτσι ἐξηγήθη ὅτι ἐξωγκοῦται ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν προσφορῶν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτοῦ τοῦ λάθους, ἡ ἀπόστασις εἶναι καταπληκτική Σᾶς εἶπον ὅτι ὑπῆρχε διαφορὰ 27%, ὡς πρὸς τὰς τιμὰς τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων μεταξὺ τοῦ ἑνὸς Οἴκου καὶ τοῦ ἄλλου Οἴκου. Ἡ μείωσις τῆς διαφορᾶς αὐτῆς, μετὰ τὴν διόρθωσιν τοῦ τυπογραφικοῦ λάθους, συνίστατο εἰς 12%. Δηλαδὴ ἀπομένει μία διαφορὰ 15% ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν διαφοράν, ἐὰν προστεθῇ καὶ μία διαφορὰ 2% διὰ τὰ γενικὰ ἔξοδα ἀποσβέσεως καὶ λοιπά, παραμένει πάντοτε μία διαφορὰ 400–450 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ ἐξεταστέον, τὸ λάθος αὐτὸ εἶναι πραγματικὸν λάθος, εἶναι ἀθέλητον λάθος ἢ εἶναι λάθος τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι λάθος, ἐὰν ἐγίνετο διαγωνισμὸς σοβαρός, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ ἀποδεικνύετο ὅτι ἦτο λάθος, ἐὰν δὲν ἐγίνετο διαγωνισμός; (χειροκροτήματα). Τὸ ζήτημα, Κύριοι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ταπεινὴν ἀντίληψιν, δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν. Καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀθελήτου λάθους ἀλλὰ περὶ ἐθελουσίου καὶ σκοπίμου λάθους, ἀπόδειξις δὲ εἶναι ὅτι τὸ λάθος αὐτὸ ὑπῆρχεν εἰς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, τὸ ἐκπονηθὲν διὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως μεταξὺ τοῦ ἐργολήπτου καὶ τοῦ Κράτους. Τὸ σχέδιον αὐτὸ ἐξεπονήθη μετὰ πολύμηνον ἐργασίαν καὶ συνεργασίαν πολλῶν τεχνικῶν ἀνθρώπων. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν πρώτην Κυβέρνησιν τοῦ Παγκάλου, μὲ μερικὰς μεταβολάς. Ὑπεβλήθη, νομίζω, ἔπειτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν Εὐταξία, καὶ τέλος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Οἰκουμενικήν. Ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι μία τόσον ἐπιμεμελημένη ἐργασία κατώρθωσε νὰ ἔχῃ ἕνα τόσον χονδροειδὲς λάθος ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὑπεκφεύγει ἕνα ποσὸν 250 ἑκατομ. Τὸ λάθος αὐτὸ ἐπανελήφθη καὶ εἰς τὸ ἔντυπον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο διαγωνισμός, ὅτε ἀντιλήφθησαν ἀμέσως αὐτὸ οἱ ἄλλοι ἐργολῆπται καὶ τὸ διώρθωσαν. Ὁ μόνος ὁ ὁποῖος δὲν τὸ ἀντελήφθη, ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐξ ἀρχῆς ἐξεπόνησεν ὁλόκληρον ἐκεῖνο τὸ σχέδιον καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ λάθους οὐδέποτε ἐγένετο λόγος παρὰ μόνον ὅταν ἐκοινοποιήθη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης προσφορᾶς καὶ ἤρχισε νὰ γίνεται μέγιστος θόρυβος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, διότι ἐπὶ τέλους ἄνθρωποι εἴμεθα καὶ ὅλα εἶναι δυνατά, καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι πρόκειται περὶ λάθους, ἐπαναλαμβάνω, ὅταν ἐπιστοποιήθη μία ἀπόστασις τιμῶν ἐκτελέσεως περὶ τὰ 400–450 ἑκατομ. δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ ὅπως σᾶς εἶπον ἐφόσον οἱ ἀρχικοὶ ὅροι ἦσαν ἐλλιπεῖς καὶ εἴχομεν ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς συμπληρώσεως τῶν οἰκονομικῶν ὅρων εἰς τὸν πρῶτον Οἶκον, εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν συμπλήρωσιν, τὴν διόρθωσιν μᾶλλον, τῶν οἰκονομικῶν ὅρων καὶ εἰς τὸν ἄλλον Οἶκον, αὐστηρῶς δὲ ἐνεργούμενος διαγωνισμὸς ἐπέβαλε μετὰ ὑποβολὴν τῶν ἐνσφραγίστων προσφορῶν νὰ μὴ ἐπιτραπῇ οἱαδήποτε μεταβολή, ἀλλὰ τὸ ἀρχικὸν ἐλάττωμα τοῦ διαγωνισμοῦ ἔθεσε μοιραίως καὶ τὴν παραχώρησιν τοῦ δικαιώματος βελτιώσεως, μετὰ τὰς προθεσμίας τοῦ διαγωνισμοῦ, τῆς βελτιώσεως τῶν ὅρων. Καὶ πράγματι, ὁ μὲν πρῶτος Οἶκος ἦρε τὰς ἐπιφυλάξεις, ὅσον ἀφορᾶ τὴν προσαρμογὴν εἰς τοὺς ὅρους τοῦ τριμεροῦς δανείου, ὁ δὲ ἄλλος Οἶκος συνεπλήρωσε τὰς προσφοράς του διὰ συμβάσεως μὲ ἄλλους τραπεζικοὺς οἴκους ἐκτὸς ἐκείνων τοὺς ὁποίους τὴν πρώτην φορὰν ἐπαρουσίασεν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν τῶν ὅρων τῶν οἰκονομικῶν μένει ἡ διαφορὰ ἡ τεραστία τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι θὰ ἔπρεπε τὸ Ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν ἕνα τῶν διαγωνιζομένων Οἴκων, ἐὰν ἐγνώριζεν ὅτι αἱ ἰδικαί του προσφοραί, ἀπὸ ἀπόψεως ἐκτελέσεως, ἦσαν καλύτεραι, νά δηλώσῃ ὅτι ἐθεώρει τοῦτο συμφέρουσαν τὴν τιμὴν καὶ νὰ ἀποφασίσῃ τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶχεν ἀρχίσει τὸ στάδιον τῆς διορθώσεως τῶν τιμῶν τῆς κατασκευῆς καὶ μὲ τὰς διορθώσεις αὐτὰς τῶν οἰκονομικῶν ὅρων κατασκευῆς κατῆλθον οἱ διαγωνιζόμενοι εἰς τὸν ἀγῶνα, ἦτο δύσκολον νὰ ἀποφασίσῃ τι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἦτο δὲ δύσκολον διότι τοῦ μὲν πρώτου Οἴκου ἡ διαφορὰ ἦτο 650 ἑκατομ. ἀπὸ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν μὲ τὸ λάθος μαζὺ καὶ 450 ἑκατομ. ἄνευ τοῦ λάθους, τοῦ δὲ ἄλλου Οἴκου κατὰ 100–150 ἑκατομ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν παραμένει μία ἀπόστασις διαφορᾶς 100 ἑκατομ. μεταξὺ τῶν συναγωνιζομένων Οἴκων. Ἐγεννήθη τότε ἡ ἀμφισβήτησις ἐὰν ἡ ἐλάττωσις, αὕτη μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου Οἴκου κατὰ 100 ἑκατομμύρια ἦτο ἐλάττωσις διαφορᾶς δυναμένη νὰ νομισθῇ ὅτι δὲν προέρχεται ἀπὸ ἀπόφασιν κακῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων ἢ ὠφείλετο εἰς πρόθεσιν κακῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Δηλ. εὐρέως ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις ἐὰν ὁ περιορισμὸς 25% τῶν γενικῶν ἐξόδων δι’ ὠφέλειαν τοῦ ἐργολήπτου δι’ ἀπόσβεσιν μηχανημάτων κλπ. εἶναι ἐπαρκής, ἢ ὄχι. Διότι ὁ μὲν εἷς δίδει 25% ὁ δὲ ἄλλος 28%. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων, ἐξέτασαν τὰς προτάσεις, εἶπεν ὅτι οἱοσδήποτε καὶ ἄν εἶναι ὁ συναγωνιζόμενος πρέπει αἱ τιμαί του νὰ μὴ εἶναι ἄνευ ὡρισμένου ὁρίου καὶ μετὰ μακρὰς συζητήσεις κατὰ πλειοψηφίαν ἀπεφάνθη ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐλάττωσις τοῦ 28%, τὸ Ὑπουργ. Συμβούλιον ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ ἐμβρυθέστερον τοῦτο καὶ τότε νὰ ἀποφανθῇ. Ἄλλως τε τὸ συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ διάφορον γνωμοδότησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι καὶ κατὰ τὸ 1926, ὅτε πάλιν ἐξητάσθη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις τῆς συμβάσεως ἡ ὁποία ἀπὸ τότε ἐπιδιώκεται νὰ γίνῃ, εἶχεν ἀποφανθῇ ὁμοφώνως νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νά περιορισθοῦν τὰ γενικὰ ἔξοδα, αἱ ἀποσβέσεις τῶν μηχανημάτων κλπ. καὶ συνίστα μείωσιν εἰς 25%. Ἔχω ἐδῶ τὴν γνωμοδότησιν ἐκείνου τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων. Εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς 41ης συνεδριάσεως τῆς 16 Ἰουνίου τοῦ 1926, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων ἀπεφάνθη ὅτι διὰ γενικὰ ἔξοδα, ἀπόσβεσιν μηχανημάτων κλπ. πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ ποσοστὸν εἰς 25%.
§13Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ γνώμη αὐτὴ τοῦ Συμβουλίου Δημοσίων ἔργων προϋπῆρχεν εἰς εἰσηγήσεις τῆς συμβάσεως εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
§14ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὴ κάμνετε, παρακαλῶ, διακοπάς. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, σοβαρῶς ὑποστηρίζεται ὅτι ὄχι μόνον δύναται νὰ κατέλθῃ τὸ ποσοστὸν αὐτὸ εἰς 25% ἀλλὰ καὶ ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶναι κανὲν ἐλάχιστον ὅριον: διότι μέσα εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν τοῦ Ὑπουργείου ὑπάρχουν ὑπερβολικοὶ ἀριθμοὶ πρὸς ὄφελος τοῦ ἐργολήπτου ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται φυσικὰ ὁ ἐργολήπτης. Ἔχω ἐδῶ σημειώσεις τεχνικοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος μὲ πληροφορεῖ σήμερον, ὅτι ἐνῷ εἰς ὅλας τὰς δημοπρασίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως προσφύγων ἀπὸ τοὺς Δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐνῷ ἡ προμήθεια τῶν σκύρων εἶναι ἀπὸ 57–75 δραχμὰς, μὲ τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν τοῦ Ὑπουργείου ἀνέρχονται εἰς 340 δραχμὰς ὡς δὲ γνωρίζετε εἰς ἔργα ὁδοποιΐας τὰ σκῦρα ἀποτελοῦν ἕνα μέγα μέρος τῆς δαπάνης. Ἐπίσης κατὰ τὰς πληροφορίας αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὅτε πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὁ Δῆμος Πειραιῶς προεκήρυξε διαγωνισμὸν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀσφαλτικῶν ἔργων, αἱ ὑπάρχουσαι ἐνταῦθα ἀσφαλτικαὶ ἑταιρεῖαι ἐπειδὴ ἡ ἀνάλυσις τῶν τιμῶν τοῦ Δήμου Πειραιῶς ἦτο κατωτέρα ἀπὸ τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν τοῦ Ὑπουργείου, αἱ ἀσφαλτικαὶ αὗται ἑταιρεῖαι αἱ γνωσταί, ἐδήλωσαν ὅτι δὲν ἐννοοῦν νὰ συμμετάσχουν τοῦ διαγωνισμοῦ, ἐὰν ὁ Δῆμος δὲν ἀναβιβάσῃ τὸ ὅριον ἐκτελέσεως. Ὁ Δῆμος Πειραιῶς ἠναγκάσθη νὰ προκηρύξῃ δεύτερον διαγωνισμὸν τότε, ἐδέχθησαν νὰ μετάσχουν εἰς τὰ ἔργα καὶ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν καταβολῆς μεγάλης ἐγγυοδοσίας. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι κατεκυρώθησαν τὰ ἔργα μὲ μίαν ἐλάττωσιν τῶν τιμῶν κατὰ 19%. Καὶ ἐν γένει ἡ πληροφορία εἶναι, ὅτι τὰ ἔργα τὰ ἀνατιθέμενα εἰς ἐργολάβους χρησιμοποιοῦν τιμὰς κατὰ 15% κατωτέρας ἀπὸ τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀπόδειξις. Ἀνελήφθη ἡ κατασκευὴ μιᾶς ὁδοῦ, πρὸ καιροῦ, εἰς τὴν Ἤπειρον, καὶ ὡς γενικὰ ἔξοδα ἐδόθησαν 25%. Ὁ ἐργολήπτης μετεβίβασεν ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν ἐργασίαν εἰς ἐργολάβον, ἄνευ ὑπολογισμοῦ ποσοστῶν γενικῶν ἐξόδων. Δηλ. ἐκράτησε δι’ ἑαυτὸν ὅλον τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον σχηματίζεται ἐκ τοῦ ποσοστοῦ 25% τῶν γενικῶν ἐξόδων. Πῶς ἀνέλαβε τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ὁ ἐργολάβος; Ἄνευ τινὸς κέρδους; Δὲν πιστεύω νὰ φαντάζεσθε τοιοῦτόν τι. Καὶ αὐτὴ ἡ διαφορὰ παρουσιάζεται σχετικῶς μὲ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ὁδοποιΐας καὶ τῶν ὑπονόμων Θεσσαλονίκης, ὅπου ὑπάρχει ἀρκετὴ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν τοῦ Ὑπουργείου καί τῆς ἐπιτευχθείσης ἀναλύσεως τῶν τιμῶν διὰ διαγωνισμοῦ. Δέον δὲ ἐπὶ πλέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐργολάβοι, οἱ ἀναλαμβάνοντες ἔργα, ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑφίστανται ἀπωλείας καὶ ἐκ καθυστερήσεως τῶν πληρωμῶν. Εἶναι δηλ. ἐπὶ μακρὸν χρόνον πιστωταὶ τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἀντιστρόφως διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκεται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ὁδοποιΐας βάσει τοῦ προκειμένου νόμου, θὰ ὑπάρχουν τὰ χρήματα καὶ ἡ πληρωμὴ θὰ γίνεται ἀμέσως. Ἐξ ὅλων τούτων εἶναι σαφές, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτυχίας παρ’ ἡμῶν κατωτέρας τιμῆς, ὡς πρὸς τὰ γενικὰ ἔξοδα τοὐλάχιστον, ἀπὸ τὰς τιμὰς εἰς τὰς ὁποίας κατῆλθεν ὁ εἷς τῶν συναγωνιστῶν εἶναι δυνατός, καὶ ἑπομένως ἦτο δικαιολογημένος ὁ εἷς τῶν συναγωνιστῶν ποὺ κατῆλθεν. Ἡ ἰδική μου πεποίθησις, κατόπιν τῆς ἐξετάσεως, εἶναι ὅτι ἕνας εὐρύτερος διαγωνισμός, δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα καὶ καλλιτέρας τιμάς, δηλ. καὶ ἐλάσσωνα τιμὴν τῆς τιμῆς ἀναλύσεως τοῦ Ὑπουργείου. Εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν τεχνικὴν ἱκανότητα τοῦ ἐργολήπτου πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Ἠμφισβητήθη σοβαρῶς ἡ τεχνικὴ ἱκανότης ἑνὸς τῶν ἐργοληπτῶν, τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν Οἴκων, καὶ ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, δὲν ἦτο δικαιολογημένη. Καὶ δὲν ἦτο δικαιολογημένη, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐκτελέσουν τὰ ἔργα αὐτοὶ οὗτοι οἱ συναγωνιζόμενοι Οἶκοι, ἀλλὰ θὰ ἐκτελέσουν τὰ ἔργα ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι θὰ σχηματισθῶσιν ὑπὸ τῶν ἐργοληπτῶν μὲ κεφάλαιον 25 τοὐλάχιστον ἑκατομμυρίων, καὶ αἱ ὁποῖαι ἑταιρεῖαι ἔχουν καμμίαν ξένην τεχνικὴν ἐπικουρίαν. Οὔτε ἄλλωστε ὁ ἕτερος, ὁ πλειοδοτήσας Οἶκος, οὔτε ἐκεῖνος ἔχει ἰδίαν τεχνικὴν ὀργάνωσιν. Ἔχει μεθ’ ἑαυτοῦ συνεργαζομένους ἀρκετοὺς τεχνικοὺς Οἴκους. Πρόκειται δηλ. ἅμα ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν νὰ μεταβιβάσῃ ὑπεργολαβικῶς εἰς τοὺς τεχνικοὺς Οἴκους ἐκείνους τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας. Ὁ ἄλλος Οἶκος, ἐξ ἄλλου, ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν συνδρομὴν μιᾶς, ἴσως ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας ἑταιρείας ἐκτελέσεως ἀσφαλτικῶν ἔργων. Παρ’ ὅλα ταῦτα ἐγεννήθησαν ἀμφισβητήσεις περὶ τῆς ἱκανότητος τῆς ἀναλήψεως τῶν ἔργων ἀπὸ αὐτὸν τὸν Οἶκον τὸν μειοδοτήσαντα. Ὅσον καὶ ἂν θεωροῦνται ἀστήρικτοι αἱ ἐναντίον τῆς ἱκανότητος τοῦ ἑνὸς τῶν Οἴκων τούτων ἀντιλήψεις, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος ἐμπιστοσύνη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πρὸς ἕνα τῶν Οἴκων τούτων, ἐπεβάλλετο ἡ ἄμεσος ἐνέργεια διαγωνισμοῦ ὅπως κατορθωθῇ νὰ συμμετάσχουν εἰς τὸν διαγωνισμὸν οἱ μεγάλοι Οἶκοι τοῦ ἐξωτερικοῦ, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐδήλωσαν εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν θὰ ἦσαν πρόθυμοι νὰ συμμετάσχουν τοῦ διαγωνισμοῦ ἐὰν δὲν εἶχον ἀποκλεισθῇ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ἡ Ἀγγλικὴ καὶ ἡ Ἀμερικανικὴ ἀγορά, νὰ συμμετάσχουν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐπιτύχωμεν τοὺς καλλιτέρους οἰκονομικοὺς καὶ τεχνικοὺς ὅρους.
§15Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κατ’ ἀκρίβειαν, ὅτε ἤμην εἰς Λονδῖνον ἦλθεν ἀνταποκριτὴς Ἕλλην Ἀμερικανικῆς Ἐφημερίδος, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸν διαγωνισμὸν Ἀγγλικὸς Οἶκος. Ἦτο δὲ μετ’ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἀγγλικοῦ Οἴκου, ὅστις μοὶ εἶπεν ὅτι θὰ ἐλάμβανε μέρος ἐὰν εἶχε προθεσμίαν. Πέραν τούτου οὐδεμίαν ἔρευναν εἰδικωτέραν ἔκαμα.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὸν εἶναι τοῦτο.
§17Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἐπανάληψις τοῦ διαγωνισμοῦ ἐπεβάλλετο καὶ διότι ἐξ ὅσων ἐξέθεσα εἶναι σαφὲς ὅτι ἐντελῶς ἀνωμάλως διεξήχθη ὁ διαγωνισμός. Ἐπεβάλλετο ὅμως καὶ ἐξ ἑνὸς ἄλλου λόγου, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι εἰς τοὺς ὅρους τοῦ διαγωνισμοῦ ὑπάρχει καὶ ὅρος δυσμενὴς διὰ τὸ Δημόσιον, ὁ ὅρος κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ μεταγενέστεραι ἐκδόσεις τοῦ δανείου, ἐφόσον προτείνονται νὰ γίνουν ὑπὸ ὅρους ὁμοίους πρὸς τοὺς τοῦ τριμεροῦς δανείου, εἶναι ὑποχρεωτικοὶ διὰ τὸ δημόσιον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀσύμφορον καὶ μᾶλλον ἐπικίνδυνον, διότι ὅπως ἐξελίσσονται τὰ τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως τῶν πιστώσεων εἰς τὰς μεγάλας διεθνεῖς ἀγοράς, ἐλπίζομεν ὅτι θὰ ἐξελιχθῶσιν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἀσφαλῶς οἱ πιστωτικοὶ ὅροι καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ καλλιτερεύσουν. Εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον αὐτὸ, ἀπὸ τώρα νὰ δεσμευθῶμεν εἰς τοὺς ὅρους τοῦ τριμεροῦς δανείου, διὰ δανείων τὰ ὁποῖα θὰ συνάψωμεν μετὰ 2 ἢ μετὰ 3 ἔτη. Μάλιστα καὶ τοῦτο εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σφάλματα ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τοῦ διαγωνισμοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ σύναψις δανείου, συμφωνία ὅρων δανείου συναφθησομένου μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη. Οὔτε ὑπάρχει περὶ τούτου καμμία ἀνάγκη διότι οὐδὲν ἀπολύτως ἐμποδίζει νὰ γίνωσιν ἀνὰ ἓν ἢ ἀνὰ δύο ἑκατομμύρια λιρῶν, νὰ γίνωσι χωριστοὶ διαγωνισμοὶ καὶ χωριστὴ σύναψις δανείων. Ἀντιτάσσεται ὅμως, ὅτι ἡ ἐπανάληψις τοῦ διαγωνισμοῦ ἤθελε φέρει καθυστέρησιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ πολὺ πολύ, ἂν εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, νὰ δώσωμεν τὸ ἐλάχιστον ὅριον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει ὁ νόμος, τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν, ἵνα λάβωμεν τὸν καιρὸν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ μεγαλυτέρου ὑπολοίπου κατὰ τρόπον ἀπολύτως συμφέροντα εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐκεῖνο, ὅμως τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ θεμιτόν, ἦτο νὰ γίνῃ παραχώρησις, καὶ μάλιστα ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου, εἰς τὸν ἐργολήπτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ὄχι μόνον δὲν ἦλθε τελευταῖος μειοδότης, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς πρώτης προσπαθείας αὐτοῦ πρὸς σύναψιν συμβάσεως καὶ διὰ τῶν προσφορῶν του κατὰ τὸ στάδιον τοῦ διαγωνισμοῦ ἀπέδειξεν ὅτι ἐπεδίωξεν ἀθεμίτως κερδοσκοπικὴν ἐπιδρομὴν κατὰ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ἐξετάζω ποῖος εἶναι ὁ σοβαρώτερος Οἶκος. Ἠμπορῆ καὶ νὰ ἀπορριφθοῦν ὅλοι. Ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὀργανισμὸς ἠθικός, ὅταν ἀποπέμπει ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸν συναγωνισμὸν συνετέλεσεν νὰ προφυλαχθῇ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν ζημίαν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων καὶ νὰ ἐπιβραβεύσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπεδίωξαν τὴν ζημίαν αὐτοῦ, καθ’ ἣν μάλιστα στιγμὴν δὲν εἶναι καὶ οἱ τελευταῖοι μειοδόται. Λυποῦμαι συνεπῶς διότι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἰδικήν μου ἀπομάκρυνσιν δὲν ἔλαβε τὴν ἄμεσον ἀπόφασιν τῆς συντόμου ἐπαναλήψεως τοῦ διαγωνισμοῦ. Αἱ προθεσμίαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συντομευθῶσιν. Ὁ νόμος, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ἐπιτρέπει τὴν ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ἐὰν δὲν τὴν ἐπέτρεπε θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ συμπληρωματικοῦ Νόμου, εἴτε ἑρμηνευτικοῦ εἴτε οἱουδήποτε ἄλλου, νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαναλήψεως τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἢ ἐπὶ τέλους, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ἐν πλήρει πεποιθήσει ὅτι προφυλάσσονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου μὲ τὴν προσφορὰν τὴν πλειοδοτικήν, νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς ὅπως παρέχηται εὐκαιρία καὶ ἐπιθέσεων κατὰ τῶν πολιτικῶν καὶ ἑνὸς ἀνταγωνισμοῦ εἰς τὸ Χρηματιστήριον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ εὐτυχεῖς καὶ ἀτυχεῖς συμμετόχους. Αὐτὴ ἦτο, Κύριοι, ὅπως βλέπετε ἡ ἀφορμὴ τῆς κυβερνητικῆς κρίσεως. Εἶμαι ἱκανοποιημένος, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι διὰ τῶν ἀντιλήψεων, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα, ἔλαβεν αὐτὸν τὸν δρόμον τὸ ζήτημα τῆς ἀναθέσεως τῶν ἔργων, δρόμον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη ἐξασφαλίσει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἑκατοντάδα ἑκατομμυρίων. Καὶ ὅμως ἐξετοξεύθησαν καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν ἐναντίον μου ἀραὶ ἐπὶ κομμουνισμῷ καὶ ἡ ἐποχὴ αὐτὴ μοῦ ἐνθυμίζει μίαν ἄλλην ἐποχήν, τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν περὶ τὰ τέλη τοῦ 1925 περιέτρεχον τὴν Μακεδονίαν διὰ νὰ ἐγείρω εἰς ἐπανάστασιν καὶ τὸν λαὸν καὶ τὸν στρατὸν ἐναντίον τοῦ τότε δικτάτορος. Καὶ τότε ὁ δικτάτωρ ἐξέδιδε τηλεγραφήματα καὶ διαταγὰς καὶ μὲ κατηγόρει ὡς μαλλιαρὸν καὶ κομμουνιστὴν καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλα καὶ ἀπηγόρευεν εἰς τὰς ἐφημερίδας νὰ ἀναγράψωσι τὰς δηλώσεις μου καὶ ὤθει τὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι ἐδούλευον εἰς αὐτόν, νὰ μὲ καθυβρίζωσι καὶ μὲ κατεδίωκε κατὰ πάντα τρόπον. Ἦτο ἡ θέλησις τοῦ δικτάτορος, ἡ ὁποία ἐπεκάθητο τότε. Καὶ τώρα, ὅτε ἠναντιώθην εἰς αὐτὴν τὴν κερδοσκοπικὴν ἐπιχείρησιν αἱ ἴδιαι ἀραὶ ἐναντίον μου ἐξετοξεύθησαν καὶ ἡ αὐτή, περίπου ὁμοία καὶ ἀνάλογος, ὁμοβροντία καὶ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ μέγα μέρος τῆς δημοσίας γνώμης ἐπηκολούθησεν. Αὐτὴν τὴν φοράν, ὅμως δὲν ὑπάρχει θέλησις τοῦ δικτάτορος, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ὁμοβροντίαν αὐτήν. Δὲν γνωρίζω τὶ ὑπάρχει, ἀλλ’ ὅτι δήποτε καὶ ἂν ὑπάρχῃ, δὲν ἀποτελεῖ κάτι τὶ τὸ ὑγιὲς εἰς τὸν πολιτικόν μας ὀργανισμόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὗται αἱ ἐπι☐ ἐξ αἰτίας τούτου θέσεις παρέρχονται καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ καμφθῶμεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας ἔναντι τοῦ ἀγῶνος μας καὶ τῶν ἰδεῶν μας. Ἀλλὰ ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς ποὺ ἐξήλθομεν ἀπὸ μίαν ἀνώμαλον ἐντελῶς πολιτικὴν κατάστασιν. Συνέτρεξεν ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὅπως ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν καὶ ἐμπήκαμεν εἰς ἕνα καλὸν δρόμον. Θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀπομακρυνθῶμεν περισσότερον ἀπὸ αὐτὸν τὸν κακὸν δρόμον ὅταν περιορίσωμεν ὅλα τὰ ἐλαττώματα, ὅσον ἠμποροῦμεν περισσότερον, εἰς τὰς κομματικὰς ἡμῶν βλέψεις καὶ ὅταν εἴμεθα ὅσον τὸ δυνατὸν αὐστηρότεροι ἀπέναντι οἱουδήποτε. Ἐγὼ ἐκτιμῶ, ὅσον πρέπει, τὴν ἰσχυρὰν θέλησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ καὶ δικαιολογῶ πλήρως τὴν πρόθεσίν του, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τῶν μεγάλων ἔργων. Ἐκτιμῶ καὶ γνωρίζω τὰς ἁγνὰς αὐτοῦ προθέσεις. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦν αἱ ἁγναὶ προθέσεις καὶ ἡ καλὴ θέλησις. Χρειάζεται καὶ αὐστηρὰ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων, ἰδίως κατὰ τὴν ἀνώμαλον περίοδον, τήν ὁποίαν διερχόμεθα, ὥστε καὶ ἀπολύτως νὰ ἀσφαλίζωνται τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ ἡ πίστις τοῦ κοινοῦ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικήν μας πολιτικὴν καὶ εἰς τὰς Κοινοβουλευτικάς μας Κυβερνήσεις νὰ αὐξάνεται. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν τείνει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν προδίδει ταύτην τὴν προσπάθειαν, τῆς καταπνίξεως ἐγωϊστικῶν μικροκομματικῶν βλέψεων. Δὲν προδίδει ἀντίληψιν ἐπαρκῆ τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων, καὶ δι’ αὐτὸ ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Δημοκρατικὴν ἕνωσιν, νομίζομεν ὅτι καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἀρνηθῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν (χειροκροτήματα).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§19Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ....
§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν 5 λεπτά.
§21ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὄχι νὰ συνεχίσωμεν.
§22Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ποία τάξις ἐννοεῖ νὰ τηρηθῇ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν τῆς δηλώσεων. Νομίζω ὅτι ὅταν ἀναγινώσκωνται αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν κανόνων σειρὰ εἶναι νὰ ἀκουσθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τούτων, μετὰ τὸ τέλος δὲ τῶν ἀγορεύσεων τῶν διαφόρων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Παρετήρησα ὅτι ταύτην τὴν ἑσπέραν τείνει νὰ λάβῃ κύριον καὶ πρωτεύοντα χαρακτῆρα ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐν ταῖς προγραμματικαῖς δηλώσεσι τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ προεξέχον, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ζήτημα, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§23Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀπετέλεσεν.
§24Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφοῦ, καθ’ ἃ ἐκ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως προκύπτει καὶ ἔκ τινος διακοπῆς νομίζω εἰδικώτερον διεσαφηνίσθη ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν ὁδοποιΐαν θὰ ἔλθῃ ὡς αὐτοτελὲς ζήτημα ἵνα ἐπὶ τούτου ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, δὲν φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας καὶ νὰ παρακαμφθῇ ἡ συζήτησις ἡ πολιτικὴ ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νὰ βλέπω δὲ ὅτι ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, προδίδει καθαρῶς τοῦτο ὅτι αὐτὸ πρόκειται νὰ γίνῃ.
§25Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὄχι μόνον αὐτό.
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Γνωρίζω ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἴσως ἰδιαιτέρως ἔθιξεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, καὶ βεβαίως ἔχει πᾶν δικαίωμα ν’ ἀναιρέσῃ ὅσα σχετικῶς ἐλέχθησαν κατὰ τῆς πολιτικῆς του. Γνωρίζω ἐπίσης ὅτι ὡς Ἀρχηγὸς κόμματος ἀποτελῶν μέλος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τῶν λεχθέντων ἐπὶ τῶν γενικῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πάντως τοῦτο ἀποτελεῖ παρεκτροπὴν τῆς τάξεως τῆς κοινοβουλευτικῆς, διότι θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁμιλήσῃ πρὶν ἢ ἀκουσθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ ἡ Κυβέρνησις ἂς πράξῃ ὅ,τι νομίζει συμφερώτερον διὰ τὴν κανονικωτέραν συζήτησιν.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκον.). Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ συζήτησις παρεξέκλινεν ἀπὸ τῆς καθαρᾶς πολιτικῆς της μορφῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, εὑρισκόμενον ἐκτὸς πάσης πολιτικῆς χροιᾶς ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ τὸ θέσῃ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ὑποβάλλουσα ἐνώπιον αὐτῆς ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἵνα ἐν γνώσει ὅλων τῶν λεπτομερειῶν ἀποφασίσῃ αὕτη ἂν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκ νέου ἐξουσιοδότησίς της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα αὕτη τελικῶς ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἁρμόδιοι νὰ γνωρίζωμεν τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν ῥητόρων θέτει εἰς τὴν συζήτησιν. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἠθέλησε νὰ μεταβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν κατευθύνσεων τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως εἰς συζήτησιν ὁδοποιΐας. Τὸ πρᾶγμα εἶναι βεβαίως ἀπὸ κοινοβουλευτικῆς ἀπόψεως ἄηθες. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ὁ ὁπωσδήποτε τέλος πάντων θιγεὶς ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν, δὲν εἶναι δυνατόν, ἢ νὰ παράσχῃ ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ δέον νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ὅπως τερματίσωμεν αὐτὸ τὸ μέρος τῆς συζητήσεως καὶ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως.
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχω νὰ ἀντιπαρατηρήσω τοῦτο: Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔβλεπε, κατὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι παρεξετράπη τοῦ ἀκριβοῦς θέματος, τὸ ὁποῖον ἤρχετο σήμερον εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἠδύνατο νὰ παρακαλέσῃ αὐτὸν νὰ μὴ ἐπεκταθῇ ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσήγετο εἰδικῶς πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν σύστασιν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, μολονότι καὶ αὐτὸν εἰδικῶς ὁπωσδήποτε ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα τοῦτο διότι ἐξ αὐτοῦ ἐπῆλθεν ἡ διάσπασις τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤθελε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ γίνῃ ἡ κανονικὴ συζήτησις. Διότι δὲ ἑκατέρωθεν ἐγένετο μία παρέκκλισις τῆς κανονικῆς σειρᾶς τῆς τάξεως, δὲν φρονῶ ὅτι ἡ παρέκκλισις αὐτὴ εἶναι δίκαιον νὰ ἐξακολουθήσῃ παρατεινομένη, καὶ οὕτω πως νὰ μὴ κάμωμεν τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς Σῶμα οἷον ἡ Βουλή, ἀλλὰ νὰ κάμωμεν ἐκείνην τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἀποτελουμένη ἐκ τριῶν κομμάτων, πρέπει αὐτὴ κυρίως νὰ συστήσῃ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ.
§29Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ἐπὶ τοῦ ὁποίου προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω. Εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως, διότι καὶ τοῦτο ἔθιξεν εἰς τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἐὰν δὲ θίξω τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, θὰ τὸ θίξω ὅλως παρεμπιπτόντως, διὰ νὰ ἀναιρέσω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἀφοῦ παρ’ αὐτοῦ ἀπεδόθη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τοιαύτη σημασία, ἀπ’ ἀρχῆς ὥστε νὰ καταναλώσῃ τὰ τρία τέταρτα τῆς συζητήσεως.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως καὶ νὰ ἐκταθῇ ὅσον αὐτὸς ἤθελεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐπενεγκόντος τὴν κρίσιν. Ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας, εἰς ἃς εἰσῆλθεν, ἀλλὰ δὲν ἦτο δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοῦ εἴπῃ μὴ ὁμίλησε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ περιορίσθητε ἐντὸς τῶν προγραμματικῶν κατευθύνσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκ τούτου ὅμως, δὲν ἐμποδίζεται καθόλου ἡ ὑποχρέωσις, ἣν αἰσθάνεται ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ὅτι ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας νὰ παράσχῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὑπὸ τύπον πληροφοριῶν, ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ κατόπιν ἡ συζήτησις κατὰ τρόπον νοητόν.
§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω καὶ νὰ φρονῶ ὅτι τὴν τάξιν τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ καθιερώσητε, τὴν καθιερώνετε πρὸς ἀνατροπὴν μιᾶς τάξεως ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Γίνεται δὲ τοῦτο, διὰ νὰ ἀναχθῇ ἡ συζήτησις εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπεν καὶ ὁ προλαλήσας, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ἂν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Δὲν νομίζω ὅτι, διότι ἔκ τινος ὁμιλίας ἐθίγη εἷς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος αἰσθάνομαι ὅτι ἔχει ὅλην τὴν εὔλογον ἀξίωσιν νὰ παράσχῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις καὶ νὰ ἀναιρέσῃ πάντα ὑπαινιγμὸν τείνοντα νὰ θίξῃ τοῦτον, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ ἀνώτερον καθῆκον νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τάξιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατῆται ἐπὶ τῶν τοιούτων συζητήσεων.
§32Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀκολουθουμένης τακτικῆς. Συζητοῦμεν προγραμματικὰς δηλώσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις νὰ μετατρέψωμεν εἰς ζήτημα ὁδοποιΐας τὴν στιγμὴν ταύτην. Εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἰπὼν, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ καὶ δὲν θὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ θὰ εἰσέλθῃ εἰς ὅλον τὸ ζήτημα τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως. Ἀλλὰ, κατὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν τακτικὴν, τὴν ἀπάντησιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ δώσῃ τελευταῖος. Ἐφόσον ὅμως ἐπιμένει νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ὁμιλήσῃ τὴν στιγμὴν ταύτην περὶ τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως, εἶναι ἐκτὸς τῆς Κοινοβουλευτικῆς τακτικῆς. Βεβαίως, ἐφόσον ἡ πλειοψηφία θέλει νὰ κάμῃ τοῦτο, θὰ τὸ κάμῃ· ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυριθῶ διὰ τὴν τακτικὴν ταύτην.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔχει τὸν λόγον.
§34Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐτόνισεν δὶς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ὅτι, ἀφορμὴ τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως ὑπῆρξε τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Καὶ ἐφόσον, πραγματικῶς, ἀφορμὴ τῆς κυβερνητικῆς κρίσεως ἤθελεν εἶσθαι ἡ διαφωνία ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν ὁριστικὸν τερματισμὸν τοῦ διαγωνισμοῦ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἀναμφιβόλως θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ καταναλώσῃ τὰ τρία τέταρτα τῆς ὁμιλίας του εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ Κυβερνητικὴ κρίσις δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τῆς διαφωνίας ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως δώσῃ λύσιν εἰς τὸν διαγωνισμὸν τῆς ὁδοποιΐας, ἐδηλώθη ἀπὸ μιᾶς ἐξ ἀρχῆς, ὅτε δὲ ἤρχισε καὶ σειρὰ τῶν Ὑπουργικῶν Συμβουλίων, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τούτου, ἐδηλώθη ἀπὸ ἐμὲ ἐξ ἀρχῆς ὅτι δὲν εἶναι πολιτικὸν ζήτημα. Ὅτι ἐγὼ δὲν τὸ θέτω ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἤθελον ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐπηρεάσω ἐκ τῆς κομματικῆς μου θέσεως ἐν τῇ Κυβερνήσει τὴν ἀπόφασιν τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐδήλωσα καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν Ὑπουργικῶν τούτων συμβουλίων καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἡ κρίσις, ἐδήλωσα, ὅτι οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἤθελε λάβει ἡ Κυβέρνησις, ἤθελον τὴν ἀποδεχθῇ καὶ ἤθελον συνυπογράψει καὶ τὸ πρακτικὸν καὶ ἤθελον κηρυχθῇ ἀλληλέγγυος μὲ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἔστω καὶ ἂν ἦτο διάφορος τῆς ἰδικῆς μου, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι, αἰσθανόμενος ἑαυτὸν ὑποχρεωμένον ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐνόμιζον ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλω Ὑπουργεῖον, θὰ μοὶ ἐπιτρέπετο τοῦτο, διότι δὲν θὰ ἤθελον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ἐναντίον τῶν ἰδεῶν μου, νὰ ἀναλάβω τὰς εὐθύνας τῆς ἐκτελέσεως, τὰς ὁποίας ἐθεώρουν ἀνωτέρας τῶν δυνάμεών μου. Τοῦτο δὲ θὰ ἔπραττον ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, μένων ἐν τῇ Κυβερνήσει, κηρυσσόμενος ἀλληλέγγυος μετ’ αὐτῆς καὶ ὑπογράφων τὸ πρακτικόν. Θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω διὰ τούτου, ὅτι δὲν τὸ κατέστησα διόλου πολιτικὸν ζήτημα, οὔτε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Κατόπιν τούτου ἡ πλειοψηφία τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ καὶ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, συνετάχθη ἢ προσεχώρησε πρὸς τὴν γνώμην μου ὅσον ἀφορᾶ τὸν τρόπον τῆς λύσεως τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ τὸ ἐπὶ τούτου πρακτικόν. Πῶς ἐτίθετο τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ πρακτικοῦ; Τότε ὁ κύριος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ ὑπογράψῃ μὲν τό πρακτικόν, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐκδήλωσις αὕτη τῆς διαφωνίας του δὲν τὸν ἄγει νὰ προκαλέσῃ κυβερνητικὴν κρίσιν, δὲν ἐξέρχεται ἐκ τούτου τοῦ λόγου τῆς Κυβερνήσεως, παραμένει δὲ ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ μόνον δὲν θὰ ὑπογράψῃ τὸ πρακτικὸν παραμένει ὅμως ἀλληλέγγυος, ἐὰν θὰ ἐξετελοῦντο αἱ ἀποφάσεις τῆς κυβερνήσεως. Καὶ μάλιστα προσέθεσε χαριτολογῶν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μᾶς παραπέμψουν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον θὰ ἦτο καὶ αὐτὸς μαζύ μας. Ἑπομένως ἠγείρετο ἕτερον ζήτημα. Ἐὰν ἐδεχόμεθα τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, δὲν θὰ ὑπεγράφετο τὸ πρακτικὸν ὑπ’ αὐτοῦ θὰ ἐλαμβάνετο ἀπόφασις ἀπὸ τὴν λοιπὴν κυβέρνησιν, θὰ ἐξετελοῦντο καὶ ἴσως θὰ ἤρχιζον τὰ ἔργα αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποὺ ὁμιλοῦμεν καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημ. Ἑνώσεως θὰ παρέμενεν ἐν τῇ κυβερνήσει μὴ ὑπογράψας ἀλλὰ καὶ μὴ παραιτούμενος. Ἑπομένως ἡ διαφωνία ἐπῆλθεν ἐπὶ ἑτέρου ζητήματος, ἐὰν εἷς Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ διαφωνήσῃ ριζικῶς ὥστε νὰ παραιτηθῇ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ λέγῃ ὅτι δὲν ὑπογράφει τό πρακτικὸν καὶ παραμένει ἐν τῇ κυβερνήσει. Τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ ἐμφανισθῇ ἐπ’ οἱουδήποτε ζητήματος, οὐχὶ μόνον τῆς ὁδοποιΐας, ἐπ’ οἱουδήποτε ζητήματος ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἠδύνατο νὰ ἐμφανισθῇ. Τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν κρίσιν.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§36Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν κυβερνητικὴν κρίσιν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε ἡ κρίσις, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκθέσω εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου. Διότι καί μετὰ τὴν λύσιν τῆς κρίσεως ἔθεσα ἐκτὸς πάσης συζητήσεως τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ὡς ζήτημα πολιτικόν. Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν ἐμὲ νὰ ἐπιβάλω τὴν τοιαύτην λύσιν τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως θὰ τὸ εἴπω εἰς τὸ τέλος. Πρῶτον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνασκευάσω τὰ σήμερον λεχθέντα ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Δημ. Ἑνώσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, διότι εὑρίσκεται ἐν προφανεῖ πλάνῃ, ὅπως εὑρίσκετο ἐν προφανεῖ πλάνῃ καθ’ ὅλην τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἀκολουθῶν μονομερεῖς ἰδέας, ὅπως τοῦ συμβαίνῃ πολλάκις, δὲν λαμβάνει τὸν καιρὸν νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων, ἐπιμένων ἐπὶ τῶν ἰδικῶν του κλείων τοὺς ὀφθαλμούς του καὶ τείνων τὰ ὦτα πρὸς πᾶσαν ἄλλην κατεύθυνσιν. Πῶς ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ἐπὶ σκηνῆς, δὲν μᾶς ἐξέθεσεν ἀκριβῶς τὸν τρόπον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημ. Ἑνώσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶχε τεθῆ καὶ εἰς προηγουμένας κυβερνήσεις, εἶχε μελετηθῇ καὶ ἐπὶ τῆς δικτατορίας Παγκάλου καὶ πρὶν καὶ κατόπιν περὶ τὸ τέλος αὐτῆς, ἐπὶ κυβερνήσεως Εὐταξία. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἶχον ἀσχοληθῇ τὰ δημόσια ἔργα. Τὰ δὲ δημόσια ἔργα μετὰ πολύμηνον μελέτην τοῦ ζητήματος κατὰ τὴν 19 Ἰουλίου 1926 κατέληξαν εἰς συμφωνίαν ἐπὶ μιᾶς συμβάσεως μεθ’ ἑνὸς ἐκ τῶν συναγωνιζομένων σήμερον οἴκων, τοῦ οἴκου Μακρῆ, εἰς πλήρη συμφωνίαν καὶ εἰς σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν σύμβασιν ταύτην μετὰ πλήρους ἀναλύσεως τιμῶν, τὴν ὁποίαν κατήρτισε τότε τὸ συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων. Ἡ ἀνάλυσις αὕτη τῶν τιμῶν τοῦ Ἰουλίου 1926 ἐφηρμόσθη κατόπιν καὶ εἰς πλῆθος δημοσίων ἔργων. Ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ παρέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας εὗρον τὴν ἀνάλυσιν αὐτὴν ἐφαρμοζομένην εἰσήχθη δὲ αὕτη καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία εἶχε νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν Παγκαλικῶν συμβάσεων, καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ παρεδέχθη τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν ἔργων μὲ αὐτὴν τὴν ἀνάλυσιν τιμῶν. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀλήθεια· ἐγὼ εὗρον τὴν σύμβασιν αὐτὴν ἑτοίμην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔπρεπε καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς ὁδῶν νὰ καλύψωμεν καὶ μεγίστας οἰκονομίας νὰ κατορθώσω, ὅπως καλύψωμεν τὸ κολοσσιαῖον ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ δικαίως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοῦ ἐζήτει οἰκονομίας καὶ οἰκονομίας ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέρας, καὶ δικαίως μοῦ τὸ ἐζήτει. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ μία λύσις, ἡ ὁποία θὰ ἐξησφάλιζε τὰς οἰκονομίας αὐτὰς καὶ ἡ πρώτη παρουσιασθεῖσα λύσις ἦτο ἡ σύμβασις αὕτη διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν οἰκονομίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἄνω τῶν 250 ἑκατομμυρίων ὅπως καὶ ἐγένετο. Ἀλλὰ δὲν παρουσίασα τὴν σύμβασιν ἐκείνην τοῦ Ἰουλίου 1926 ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως κακῶς ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν. Δὲν παρουσίασα τὴν σύμβασιν ἐκείνην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ ἐκάλεσα ἀμέσως τὸν διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἐμελετήσαμεν μαζὺ ὅλα ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μελετηθῶσι, τὰ ὁποῖα δὲν καὶ ἦσαν ὀλίγα, καὶ μετὰ τοῦτο ἐκάλεσα τὸν προτείναντα τὴν σύμβασιν οἶκον καὶ ἐπέτυχα παρ’ αὐτοῦ μεγίστας βελτιώσεις ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Κατόπιν δὲ τούτων εἰσήγαγον ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κατὰ πολὺ βελτιωθεῖσαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἦσαν ὀλίγαι δὲ αἱ βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν διότι ἀπηλείφθησαν καὶ αἱ δασμολογικαὶ ἀτέλειαι, καθὼς καὶ διάφοροι ἀπαλλαγαὶ ἀπὸ τῆς φορολογίας, τοσαῦται δὲ ἦσαν αὗται αἱ προστεθεῖσαι φορολογίαι, ὥστε, ἐὰν ὑπολογισθῶσιν εἰς ἑκατοστά, ἀποτελοῦν τὰ 6% ἐπὶ τῆς ὅλης ἀξίας τῶν ἔργων. Ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα προστεθοῦν καὶ τὰ 25% ποσοστά, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως μᾶς δίδουν ἕνα ἄθροισμα 31% εἰς ποσοστά. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀνάλυσιν αὕτη ἐφηρμόζετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Πῶς ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐπέλθῃ εἰς ἐμὲ ἡ σκέψις νὰ ἐπέμβω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναλύσεως; Συνεννοηθεὶς προηγουμένως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔφερα αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἐγὼ ἐνόμιζον τὸ ἑξῆς, καὶ δὲν τὸ ἀποκρύπτω διότι τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐπανηλειμμένως ἀγορεύσας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ἡ σκέψις μου ἦτο νὰ εἰσαγάγω τὴν σύμβασιν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπ’ εὐθείας πρὸς ἐξέτασιν ἵνα καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἐὰν κατὰ τὸ διάστημα τῆς κρίσεως κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἔκρινεν ἡ Βουλή, καὶ θὰ παρήρχετο ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, διότι θὰ διήρχετο καὶ ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις, θὰ παρεδέχετο ταύτην· ἐὰν πάλιν ἡ Βουλὴ ἐνόμιζεν ὅτι αὕτη ἦτο ἀσύμφορος θὰ ἀπέρριπτεν ταύτην. Τότε ἀκριβῶς μοῦ ὑπεδείχθη νὰ προβῶμεν εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων διὰ συναγωνισμῶν ψηφίζοντες νόμον δίδοντα τὸ δικαίωμα τοῦτο, ποιοῦντες τὸν συναγωνισμὸν χωρὶς κατόπιν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν σύμβασιν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐδίσταζον εἰς τοῦτο· θὰ προετίμων νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἦτο ἐμφανὴς τὸ ἐδέχθην. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ ἐπέλθουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέβλεπα ἐγώ. Καὶ τοῦτο θὰ φανῇ ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας μετ’ ὀλίγας ἡμέρας διὰ νὰ κρίνητε ἐπ’ αὐτῆς, ὅτε κατ’ οὐσίαν θὰ κρίνετε τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἀπεφασίσθη τότε νὰ γίνῃ ὁ συναγωνισμός, ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἀπὸ τὴν Βουλὴν κατ’ Αὔγουστον μετὰ μακρὰν πεντάμηνον ἐξονύχισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καθὼς καὶ ἑτέρου συμφυοῦς πρὸς αὐτό, πεντάμηνον λέγω ἐξονύχισιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἤρχισεν ἡ ἐνέργεια τοῦ συναγωνισμοῦ τὸν Σεπτέμβριον. Μολονότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἠγόρευσα προηγουμένως, ἀπαντήσας ἐπὶ ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ἔγινεν πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς διὰ μακρῶν, βλέπετε, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνιαρὰν θέσιν νὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω πολλὰ πράγματα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον τότε, διότι τότε ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως εὑρίσκετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν ἀντέλεγε τότε, ἐνῶ σήμερον εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀντιλέγει. Ὁ νόμος, κύριοι, δὲν ἐζήτησε τελευταῖον μειοδότην, τοῦτο εἶνε μία πλάνη τινῶν εἰς βαθμὸν περίεργον, ὁ νόμος ἐζήτησε κατάλληλον ἀνάδοχον· ἐπὶ τούτου εἶνε ρητὴ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου διότι ὁ νόμος λέγει (ἀναγινώσκει) «τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται ὁριστικῶς περὶ τοῦ προκριτέου μεταξὺ τῶν συναγωνισθέντων ἑνὸς ἀναδόχου, δυνάμενον νὰ ἀπορρίψῃ καὶ πάσας τὰς προσφοράς». Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ τελευταίου μειοδότου θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἀπασχοληθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, θὰ ἤρκει μία ἐπιτροπὴ ἐξ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου μόνον. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, περὶ τοῦ τελευταίου μειοδότου ἀλλὰ περὶ τοῦ προκριτέου ὡς ἀναδόχου· διῄρεσε δὲ, καὶ δικαίως, ὁ νόμος τὸν συναγωνισμὸν εἰς δύο στάδια· γνωρίζετε ποῖα εἶναι τὰ ἐλαττώματα τῶν συναγωνισμῶν, ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀποφύγωμεν ἐξ ὁλοκλήρου, ἀλλὰ νὰ περιορίσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον. Εἰς τοὺς συναγωνισμοὺς καὶ σοβαροὶ συναγωνισταὶ παρουσιάζονται, ἀλλὰ καὶ τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι προσπαθῶσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν περίπτωσιν εἰς βάρος τῶν ἄλλων ἀλλὰ καὶ πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῶν πραγματικῶν τοῦ Δημοσίου. Διότι τὸ πραγματικὸν συμφέρον τοῦ δημοσίου δὲν εἶνε νὰ καταστρέψῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἀνάδοχον, ὁ ὁποῖος θὰ κατεσκεύαζε τὸ ἔργον. Αὐτὸ εἶναι τὸ μειονέκτημα τὸ μέγα τῶν συναγωνισμῶν. Ἐπομένως διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸ μειονέκτημα αὐτὸ ὁ νομοθέτης διῄρεσεν εἰς δύο στάδια τὸν συναγωνισμόν. Κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον θὰ ἐκρίνετο ἡ ἱκανότης, τὰ οἰκονομικὰ ἐχέγγυα τῶν συναγωνιζομένων καὶ ἡ τεχνικὴ αὐτῶν ὀργάνωσις, κατὰ τὸ δεύτερον δὲ αἱ προσφοραὶ τῶν γενομένων δεκτῶν. Ἀλλ’ ἀπῄτησεν ὁ νόμος καὶ κάτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, καὶ ἴσως–ἴσως καὶ πολλῶν ἄλλων. Ὁ νομοθέτης ἐδήλωσεν, ὅπως ὁ μέλλων ἀνάδοχος τοῦ ἔργου εἶναι Ἑλληνικὴ Ἑταιρία, καὶ ἐκάλεσεν εἰς συναγωνισμὸν τὰς Ἑλληνικὰς Ἑταιρίας. Ὁ νόμος δὲν ἠθέλησε νὰ καλέσῃ καὶ ξένους ἐκτελεστάς· ἐκάλεσε μόνον καὶ μόνον Ἕλληνας προέβλεψε δὲ καὶ κάτι τι περισσότερον, ὅτι ἐκ τῶν δεκάδων χιλιάδων τοῦ προσωπικοῦ μόνον πέντε ἠδύναντο νὰ εἶναι ξένοι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες, διότι πάλιν δικαίως ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων δι’ Ἑλληνικῶν χειρῶν, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν δι’ Ἑλλήνων κατασκευαστῶν νὰ κατορθώσῃ νὰ μείνῃ τὸ χρῆμα εἰς τὸν τόπον καὶ δημιουργήσῃ διὰ τοῦ ἔργου τούτου τοὺς ὀργανισμοὺς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον ἱκανοὶ νὰ κατασκευάσουν ἔργα ὅμοια καὶ καλύτερα διὰ τὸν τόπον. Ἐπομένως, πολὺ σωστὰ ἐζήτησε νὰ εἶναι Ἕλληνες οἱ κατασκευασταί, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λάβουν μέρος ξένοι κατασκευασταί; Οἱ ξένοι εἰσέρχονται κατὰ τοῦτο καὶ μόνον εἰς τὰ ἔργα ταῦτα: εἶναι οἱ χρηματοδόται τῶν ἔργων τῶν Ἑλλήνων κατασκευαστῶν. Κατὰ τοῦτο καὶ μόνον εἰσέρχονται ὡς κατασκευασταὶ ἡ δὲ φερεγγυότης ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων τὴν τεχνικὴν δὲν εἶναι τῶν ξένων εἶναι τῶν Ἑλλήνων. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν οἱ Ἕλληνες ἐμφανιζόμενοι ὡς συναγωνισταί, εἶναι ἱκανοί, αὐτοὶ καθ’ ἑαυτούς, νά ἐκτελέσουν τὸ ἔργον. Κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τοῦ διαγωνισμοῦ παρουσιάσθησαν τέσσαρες συναγωνιζόμενοι. Τὸ ἔργον τοῦτο γνωστὸν πρὸ μηνῶν ὅτι θὰ ἐτίθετο εἰς συναγωνισμόν, εἶχε προκαλέση μεγάλας συζητήσεις εἰς τὸν τύπον, εἶχον γίνει δι’ αὐτὸ συζητήσεις εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, εἶχον γίνει συζητήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπανελήφθη ὁ συναγωνισμὸς ἀκόμη μίαν φοράν, διότι ἡ Βουλὴ ἠθέλησε τοῦτο καὶ παρουσιάσθησαν εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐτίθετο τὸ ζήτημα τοῦ συναγωνισμοῦ, οἱ αὐτοὶ τέσσαρες συναγωνισταί. Δὲν συνέβαινε τοῦτο διότι ἦσαν κλεισταὶ αἱ ξέναι ἀγοραὶ διὰ δύο λόγους, πρῶτον μὲν διότι προετάθη ἡ οἰκονομικὴ χορηγία ὑπὲρ τῶν συναγωνιζομένων ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκείνας τὰς ἀγορὰς διὰ τὰς ὁποίας λέγομεν τώρα ὅτι ἦσαν κλεισταὶ τότε, καὶ δεύτερον, διότι δάνειον διὰ τὴν ὁδοποιΐαν κατὰ τὸν νόμον δὲν ἦτο ἀμέσως πραγματοποιήσιμον. Ἑπομένως ζήτημα ἀποκλεισμοῦ ξένων ἀγορῶν δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲ τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠμπόδισε νὰ παρουσιασθοῦν περισσότεροι. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπόδισε νὰ παρουσιασθοῦν περισσότεροι ἦτο ἡ θέλησις τοῦ νόμου νὰ παρουσιασθοῦν Ἕλληνες κατασκευασταί. Δὲν ὑπῆρχον ἄλλοι κύριοι Ἕλληνες κατασκευασταί. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν. Ὅταν ἔγινε λοιπὸν τὸ πρῶτον στάδιον τοῦ συναγωνισμοῦ παρουσιάσθησαν οἱ τέσσαρες αὐτοὶ ἀνάδοχοι. Ἐκρίθησαν τότε αἱ προσφοραὶ τῶν δανείων, ἐκρίθη τότε ἡ φερεγγυότης τῶν χρηματοδοτῶν. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μετὰ μακρὰς συζητήσεις ἐπὶ ὁλόκληρον νύκτα κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἥτις συνεζητήθη τότε εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν ἐπερωτήσεως. Καὶ ἠγόρευσαν τινὲς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν καὶ ἀπήντησα καὶ ἐγὼ ἐξηγήσας λεπτομερῶς διὰ ποίους λόγους τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπέκλεισεν τοὺς μὲν καὶ παρεδέχθη τοὺς δύο μόνον. Ἀνέγνωσα ἔγγραφα, τηλεγραφήματα καὶ πλῆθος ἄλλων ἐπισήμων κειμένων. Κατόπιν τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐκείνης, δὲν ὑπῆρχε πλέον οὐδεμία ἀντίρρησις. Ἐξηκολούθησαν αἱ συνεδριάσεις, διεκόπησαν κατόπιν ἐπανήρχισαν πάλιν, παρῆλθον δὲ δύο μῆνας καὶ οὐδεμία ἀντίρρησις ἐξεδηλώθη κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ δῆθεν ἐκείνου σφάλματος κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, τὸ ὁποῖον, κ. Ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς τύχης τῶν ὅλων ἔργων καὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἀφεθῇ ἐπὶ δύο μῆνες ἀπὸ τοὺς τότε ἐπερωτήσαντες ἄνευ ἀντιδράσεως.
§37Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἦτο γεγονὸς ὅτι ἀνεβάλλετο ἡ ἐπερώτησις.
§38Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν δύναται νὰ λεχθῇ τοῦτο σοβαρῶς, κ. συνάδελφε. Ἀπέμεινε, λοιπόν, νὰ κριθῶσιν εἰς τὸ δεύτερον στάδιον τοῦ συναγωνισμοῦ δύο μόνον τῶν συναγωνιζομένων. Ἐκ τῶν δύο αὐτῶν ὁ εἷς δὲν ἦτο πράγματι ὡρισμένης οἰκονομικῆς ὑποστάσεως. Ὁ Οἶκος Πρεζάνη παρουσίαζε τὸν Οἶκον Μπλαίρ, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς κάμωμεν ὡρισμένην προσφορὰν δανείου παρὰ μόνον ὅταν κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῶν Ἀμερικανικῶν χρεῶν. Μόλον τοῦτο, ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ ἐξήγησα τότε εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτὸς εἰς τὸν συναγωνισμὸν ὁ Οἶκος οὗτος, διότι μᾶς συνέφερε νὰ γίνῃ δεκτός, διὰ νὰ ὑπάρξῃ συναγωνισμὸς καὶ ἐπιτύχωμεν καλυτέρας τιμάς. Καὶ παρουσιάσθησαν οἱ δύο οὗτοι συναγωνισταὶ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὡρίσθη ὁ συναγωνισμὸς καὶ ὑπέβαλον τὰς προτάσεις των. Τότε συνέβησαν μερικὰ τὰ ὁποῖα ἐθίχθησαν ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τελείως ἀνακριβῶς. Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἔπραξε τοῦτο ἐπίτηδες, πιθανῶς νὰ ἐπλανήθη ὡς πάντοτε τοῦ συμβαίνει. Παραδέχομαι ὅτι ἴσως ἐπηρεάσθη ἐκ τῶν μονομερῶν σκέψεών του, ὅπως συνήθως ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ λάβῃ πρᾶγμά τι τοιαύτην ἢ τοιαύτην λύσιν, τοσοῦτον ὥστε δὲν βλέπει πῶς ἔχουσιν ἀληθῶς τὰ πράγματα. Ἀνεφέρθη καὶ ἐγράφη εἰς τὸν τύπον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ συναγωνισμοῦ ἀπέρριψε καὶ τοὺς δύο συναγωνισθέντας. Ποία εἶναι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορρίψῃ καὶ τοὺς δύο συναγωνισθέντας; Ἐπιτροπὴ συναγωνισμοῦ δὲν ὑφίσταται ἐν τῷ νόμῳ. Ὁ νόμος λέγει ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δέχεται τὰς προσφοράς, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ δέχεται τὰς προσφορὰς αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔκαμε, λοιπόν, μίαν ἐπιτροπὴν τὴν ἐσχημάτισεν δὲ διὰ τῆς διακηρύξεως τοῦ συναγωνισμοῦ. Ἀλλά, κύριοι, ἂν ὁ ὑπουργὸς σχηματίζει ἓν ὄργανον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ κάτι τι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς τὸ ὄργανον αὐτὸ ἄλλας ἐξουσίας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἔχει ἐκ τοῦ νόμου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι δημιουργῶ μίαν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ κάμω ἐγώ, καὶ τῆς δίδω δικαιώματα καὶ ἐξουσίας περισσοτέρας ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας δίδει ὁ νόμος εἰς ἐμέ; Τί εἶχον δικαίωμα νὰ πράξω ἐκ τοῦ νόμου; Νὰ ἐξελέγξω τὸ κανονικὸν τῶν προσφορῶν, ἐὰν δηλ. αἱ προσφοραὶ ἦσαν ἐκεῖναι τὰς ὁποίας θέλει ὁ νόμος, ἐὰν ὑπάρχωσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα εἰς τὴν προσφορὰν τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ νόμος. Ἐὰν ὑπάρχῃ λ. χ. ἀνάλυσις τιμῆς, ἐὰν ὑπάρχῃ δήλωσις περὶ τούτου, ἐὰν ὑπάρχῃ δήλωσις περὶ ἐκείνου καὶ καθ’ ἑξῆς. Εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσέλθω ἐγὼ διότι τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως θὰ τὴν κρίνῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κρίνει καὶ ἀποφαίνεται ὁριστικῶς καὶ τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀπορρίψῃ καὶ πάσας τὰς προσφοράς. Βεβαίως, ἐὰν μία προσφορὰ δὲν ἔχῃ τὴν ἐγγύησιν τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ὀφείλω νὰ τὴν ἀπορρίψω ἐγώ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑπάγω πάρα πέρα, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κρίνῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅταν λείπῃ ἡ ἐγγύησις· ἐὰν πάλιν εἰς μίαν προσφοράν, δὲν ὑπάρχῃ ἀνάλυσις τιμῶν, βεβαίως τὴν ἀπορρίπτω. Τότε ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν περὶ ἑνὸς πράγματος περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχεν δικαίωμα νὰ κρίνῃ. Ἔκρινεν περὶ τοῦ ἐὰν αἱ οἰκονομικαὶ προσφοραὶ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον. Ἐπειδὴ δὲ ἐνόμισαν κατὰ πλειοψηφίαν ὅτι ἑρμηνευόμενος ὁ νόμος ὅπως ἤθελεν νὰ τὸν ἑρμηνεύσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ συναγωνισμοῦ ἤρχετο εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς προσφοράς, ἑρμηνεύουσα τὸν νόμον, εἶπεν, ὅτι τοὺς θεωρεῖ ἀπορριπτέους ἀλλ’ ἂς κρίνῃ περὶ τούτου τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Καὶ ἐρωτᾶται: ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν τοιαύτην τινὰ πεποίθησιν μᾶλλον ὅτι ὑπερέβη τὰ δικαιώματά της καὶ τοὺς κρίνει ἀπορριπτέους, διατὶ τότε δὲν ἐκάλεσε τοὺς συναγωνιζομένους σύμφωνα μὲ τὸ ρητὸν περὶ τούτου ἄρθρον τῆς προκηρύξεως τοῦ συναγωνισμοῦ, διὰ νὰ τοὺς ἐπιστρέψῃ τὰς προσφοράς των καὶ τοὺς στείλῃ οἴκαδε; Διατί; Διότι δὲν εἶχεν πεποίθησιν περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν. Διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἡρμήνευσεν νόμον καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ συναγωνισμοῦ νὰ ἦτο καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἀντὶ νὰ καλέσῃ τοὺς συναγωνιζομένους καὶ νὰ τοὺς δώσῃ τὰς προσφοράς των καὶ τοὺς ἀποπέμψῃ, εἶπεν ἂς κρίνῃ περὶ τούτου τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν ἂς κρίνῃ περὶ τούτου τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀπὸ τότε δὲν ἦσαν πλέον αὐτοὶ ἀπορριπτέοι. Θὰ ἦσαν ἀπορριπτέοι ἐὰν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συνεφώνει μὲ τὴν γνώμην αὐτὴν. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν διαλελυμένην. Διότι φαντασθῆτε ὅτι, τοῦτο ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τὸν τύπον, καὶ ἀπὸ τότε ἤρχισεν ὁ τύπος νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ ζήτημα καὶ τὰ συγκρουόμενα συμφέροντα ἤρχισαν νὰ ἐμφανίζωνται εἰς δημοσιεύματα ἀπὸ τοῦ τύπου, ὅτι ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ συναγωνισμοῦ διελύετο κατόπιν δὲ ἤρχετο τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἔκρινεν ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν λέγον ὅτι κακῶς ἔκρινεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της, τί ἐπιτροπὴν θὰ εὕρισκεν τότε ἀφοῦ αὐτὴ θὰ ἦτο διαλελυμένη; Εἰς ποῖον θὰ ἀπηυθύνετο τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεκοίνωσε τὴν γνώμην της εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔπρεπε καὶ νὰ περιμένῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ ἔπρεπε καὶ νὰ μείνῃ καὶ ἔμεινεν παρὰ τὴν ἀντίρρησιν ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀναγνωρίσαντος ἐπὶ τέλους καὶ τούτου ὅτι ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ, καὶ παρέμεινεν. Τότε ἐγὼ διέταξα τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον της προτιθέμενος νὰ ὑποβάλω τὸ ὅλον ζήτημα εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως καὶ ἔπραξα. Τοῦτο εἶναι τὸ τυπικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, ἐὰν δὲ ἐπέμενον ἐπ’ αὐτοῦ ἐπέμενον διότι ἐπέμενεν καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἄλλως ἐγὼ δὲν θὰ ἐπέμενον ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐταπόδεικτον. Καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπῆλθεν ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ παρερμήνευσις τοῦ νόμου κατ’ ἐμέ; Ὁ νόμος σᾶς λέγει ῥητῶς, ὅτι ἐὰν ὁ ἀνάδοχος σᾶς προσφέρῃ τοὺς ὅρους τοῦ καλυτέρου δανείου τὸ ὁποῖον θὰ συμφωνηθῇ μετὰ τὸ προσφυγικὸν δάνειον, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δεχθῇ τοῦτο. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γίνῃ κανεὶς συναγωνισμός, διότι πρόκειται περὶ ῥητῆς ὑποχρεώσεως κατὰ τὸν νόμον. Ἐὰν ὁ ἀνάδοχος ἔλθῃ καὶ σᾶς εἴπῃ «Σᾶς προσφέρω τοὺς ὅρους τοῦ τριμεροῦς δανείου» ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους καὶ νὰ κάμῃ τὸ δάνειον. Ἐὰν ὁ ἀνάδοχος δὲν σᾶς εἴπῃ τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κάμῃ τὸ δάνειον. Ἀλλὰ τότε τί δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν ἐργοδότην νὰ προσφέρῃ; Ἐπὶ τῶν ὅρων τούτων ἔρχεται ὁ συναγωνισμός. Ἐὰν ἐζητήσαμεν κάτι διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ ἐζητήσαμεν νὰ ἀναλάβῃ καὶ ὁ ἀνάδοχος μίαν ὑποχρέωσιν· δηλαδὴ ὁ νόμος μοῦ λέγει πότε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὸ δάνειον ἀλλὰ δὲν μοῦ λέγει ὁ νόμος πότε εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ αὐτός. Ἔγινεν περὶ τούτου συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶπον ὅτι ὁ συναγωνισμὸς θὰ μᾶς εἴπῃ πότε καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ αὐτός. Δηλαδὴ ὅταν δεχθῶμεν τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινεν εἰς τὰς προσφοράς του εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εὕρῃ καὶ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον συμφώνως μὲ αὐτούς. Δὲν ὑπάρχει ὅθεν καμμία παράβασις τοῦ νόμου ὅσον ἀφορᾷ τὸν οἶκον Μακρῆ. Μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἄλλον συναγωνιζόμενον σᾶς εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχει καθ’ ἑαυτὸ προσφορά. Ἀλλὰ σᾶς ἐξήγησα τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ γίνῃ καὶ αὐτὸς δεκτὸς εἰς τὸν συναγωνισμόν. Ἀνεμένετο τότε ὁ διακανονισμὸς τῶν Ἀμερικανικῶν χρεῶν καὶ ἠθέλαμεν τότε ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ὁ οἶκος Μπλαὶρ θὰ ἔκαμνε προσφοράς, νὰ δεχθῶμεν καὶ τὸν ἕτερον. Τοῦτο εἶναι ζήτημα καθαρῶς Κυβερνητικὸν δὲν εἶναι ζήτημα ἐπιτροπῆς συναγωνισμοῦ. Καὶ διὰ ταῦτο διέταξα γνωρίζων τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξακολουθήσουν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ περαιτέρω ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν ἀναλύσεων τιμῶν καὶ ἡ δοκιμασία τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν ἐπὶ ὡρισμένων ὁδῶν διὰ νὰ ἐξετασθῇ ποῖαι εἶναι μεταξὺ αὐτῶν αἱ εὐθηνότεραι καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀκριβώτεραι. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθω κάπως διεξοδικώτερον, διὰ νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐννοήσῃ πραγματικῶς περὶ τίνος πρόκειται. Σᾶς ἔλεγον ὅτι τὸ συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1926 κατήρτισε τὴν σύμβασιν Μακρῆ, τὴν πρώτην, μετὰ ὡρισμένην ἀνάλυσιν τιμῶν. Ἡ πρώτη ἐκείνη ἀνάλυσις τιμῶν ἐφηρμόσθη καὶ εἰς πλῆθος δημοσίων ἔργων ἔκτοτε, ταύτην δὲ παρεδέχθη κατόπιν καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἡ κυρώσασα τὰς ἐργολαβίας. Ἡ σύμβασις ἐκείνη ὥριζε καὶ ποσοστὸν 25%, τὸ ὁποῖον σᾶς παρέστησα ὡς εὐθηνότερον τῶν κατόπιν γενομένων δεκτῶν, ἀλλὰ κακῶς διότι εἶναι ἐντελῶς διάφορον ἐκείνου, καθόσον τότε ὁ διάδοχος δὲν ἐπεβαρύνετο μὲ τὰς φορολογίας, μὲ τὰς ὁποίας τὸν ἐπεβάρυνα ἐγώ. Τότε τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐδέχθη ποσοστὸν 25% ἐὰν δὲ εἰς τοῦτο προσθέσετε τὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων εἶναι 5–6%, καὶ ἄλλας ἀτελείας, θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ 32% καὶ ἄνω. Τώρα τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων παρεδέχθη 28%, ἀλλὰ μὲ τὰς φορολογίας, τὰς ὁποίας προσέθεσα ἐγώ. Ὥστε ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 28% τὸ ὁποῖον παραδέχεται τώρα τὸ Συμβούλιον μετὰ τῶν φόρων καὶ τοῦ 25%, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη τότε ἄνευ φόρων, εἶναι διαφορὰ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθωμεν ὡς σᾶς εἶπον λεπτομερῶς. Κατήρτισε τὸ συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων εἰς τὸ 1925 μίαν ἀνάλυσιν. Αὐτὴ ἐφηρμόσθη ἔκτοτε εἰς πλῆθος ἔργων. Τί παθὸν εἶπον ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κατὰ Μάϊον τοῦ 27, τί παθὸν τὸ συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων ἔκαμεν δευτέραν ἀνάλυσιν κατὰ πολὺ διάφορον τῆς πρώτης καὶ κατὰ πολὺ περισσότερον συμφέρουσαν εἰς τὸ δημόσιον ἀπὸ τὴν πρώτης; Διατί ἀφοῦ ἐφηρμόζαμεν μίαν ἀνάλυσιν τιμῶν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα κατὰ Μάϊον τοῦ 27 προκειμένου νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις αὐτὴ κατηρτίσαμεν ἄλλην ἀνάλυσιν τιμῶν; Διότι ἐκάμαμεν καὶ τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν στοιχεῖον συναγωνισμοῦ. Εἰσηγάγομεν τὴν ἀνάλυσιν τιμῶν διὰ συναγωνισμοῦ καὶ ἤθελον νὰ ἐλαττώσω τὰς τιμὰς ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον διὰ συναγωνισμοῦ, καὶ ἔφερον τὴν δευτέραν ἀνάλυσιν οὕτως εἰπεῖν ὡς ὑπόδειξιν εἰς τοὺς συναγωνιζομένους εἰς ποῖα σημεῖα ἔπρεπε νὰ κατέλθωσι. Ἔκαμα κακὰ ἢ ἔκαμα καλά; Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου στενῶς, ὡς χρῆμα εἰσερχόμενον καὶ ἐξερχόμενον τοῦ ταμείου θὰ εἴπωσιν ἔκαμες καλά. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἔργα καὶ καλῶς κατεσκευασμένα καὶ ἀποδίδουν μεγαλυτέραν σημασίαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου παρὰ εἰς τὴν κατά τι μεγαλυτέραν δαπάνην, ἡ ὁποία θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου θὰ εἴπωσιν κακὰ ἔκαμες. Ἢ οὕτως, ἢ ἄλλως ἐγὼ τὸ ἔκαμα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὁ πραγματικὸς διὰ τοῦ ὁποίου κατωρθώθη νὰ κατέλθωσιν οἱ συναγωνιζόμενοι εἰς χαμηλὸν ἐπίπεδον τιμῶν εἰς τὸ ὁποῖον καὶ κατῆλθον. Καὶ τί συνέβη τότε; Ὅταν παρουσιάσθησαν οἱ δύο συναγωνιζόμενοι—ἐὰν δὲ σφάλλω κατὰ τὴν ἡμερομηνίαν νομίζω ὅτι ἦτο ἡ 5 Ὀκτωβρίου—ἠνοίχθησαν αἱ προσφοραὶ καὶ διετάχθη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ συναγωνισμοῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της. Ὁπότε τὴν ἑπομένην ἡμέραν παρουσιάζεται ὁ ἕτερος τῶν συναγωνιζομένων ὁ κ. Πρεζάνης καὶ λέγει ἐπισήμως, κατ’ ἀρχὴν προφορικῶς καὶ συγχρόνως δι’ ἐγγράφου: Εἰξεύρετε, ἐγὼ χθὲς ἔκαμα λάθος, ἔβαλα μέσα εἰς τὸν φάκελλον μίαν ἀνάλυσιν τιμῶν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀναγνωρίζω οὐδὲν κῦρος καὶ οὐδεμίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνω. Ἡ ἔκφρασίς του μάλιστα ἦτο ὅτι τοῦ συνέβη ἀτύχημα καὶ παρεκάλει νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ὁ Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων ἅμα ὡς ἤκουσεν αὐτὸ εἶπεν ὅτι εἶναι τώρα ἀργά, διότι ὑπεβλήθη ἡ ἀνάλυσις τῶν τιμῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν ἀλλάξῃ. Τότε παρουσιάσθη εἰς ἐμὲ δι’ ἀναφορᾶς του καὶ μοῦ λέγει εἰς αὐτήν: «Κύριε Ὑπουργὲ, ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω κανὲν κῦρος εἰς τὴν ἀνάλυσιν ποὺ ὑπέβαλα κατὰ λάθος καὶ δὲν ἀναλαμβάνω καμμίαν εὐθύνην. Ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς ἀνάλυσίς μου διὰ τὴν ὁποίαν εὐθύνομαι. Τὴν πρώτην τὴν ἀποσύρω καὶ ὑποβάλλω τὴν ὀρθήν». Καὶ ἐγὼ ἀνεγνώρισα ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ μεταβληθῇ. Ἀλλὰ τί μὲ τοῦτο; Ὅταν ὁ ἀνάδοχος λέγει ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει οὐδεμία εὐθύνην δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη καὶ δὲν ἀναλαμβάνει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν τί θὰ ἔκαμνε ἐὰν τοῦ ἔδιδον τὸ ἔργον; Αὐτὸς δὲν θὰ τὸ ἐξετέλει καὶ τὸ πολὺ πολὺ θὰ τοῦ ἐκράτουν τὴν ἐγγύησιν. Τότε ἔγραψα εἰς τὸν Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ τοῦ ἔστειλα τὸ ἔγγραφον καὶ τοῦ εἶπον ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν ἔχομεν προσφορὰν ἀπὸ τὸν Οἶκον αὐτόν, ἐν τούτοις ἐξετάσατε τὸ ζήτημα σεῖς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ὅ,τι ἀποφασίσετε κάμετε συμφώνως μὲ τὴν γνώμην σας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ συναγωνισμοῦ ἤρχισε τὴν ἐργασίαν της ἡ ὁποία συνίστατο εἰς τὸ νὰ δοκιμάσῃ τὰς ὑποβληθείσας ἀναλυτικὰς τιμάς, νὰ τὰς δοκιμάσῃ ἐπὶ ὁδῶν, κατὰ τὸν νόμον, 100 ἢ 150 χιλιομέτρων. Εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἐννοήσητε τὸ ἑξῆς ὅσοι ἐξ ὑμῶν δὲν γνωρίζετε καλῶς τί ἐστὶ ἀνάλυσις τιμῶν. Ἡ ἀνάλυσις τιμῶν περιλαμβάνει 100 μονάδας καὶ πλέον, π.χ. μεταφορὰ ἑνὸς κυβικοῦ μέτρου χώματος ἢ κτίσιμον ἑνὸς κυβικοῦ μέτρου τοίχου κτλ. κτλ. Εἶναι πλέον τῶν 100 τοιούτων ἄρθρων τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν παρουσιάζονται πάντοτε εἰς τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν εἰς πάσας τὰς ὁδούς. Μία ἀνάλυσις τιμῶν π. χ. ἡ ὁποία ἔχει διὰ τοὺς ἐκβραχισμοὺς εὐθηνοτέραν τιμὴν διὰ δὲ τὰ ἀναχώματα καὶ τὰς ἐκσκαφὰς ἔχει ἀκριβωτέραν τιμήν, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ εἰς ὁδὸν ἡ ὁποία ἔχει κυρίως ἐκβραχισμὸν θὰ δώσῃ ἀποτελέσματα εὐθηνά, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ εἰς ὁδὸν ἡ ὁποία ἔχει ἐκσκαφὰς θὰ δώσῃ ἀποτελέσματα ἀκριβώτερα. Τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων; Νὰ ἐκλέξῃ ἀπὸ τὰς ὁδοὺς τῶν ὁποίων ὑπάρχουν μελέται, τινὰς ἀντιπροσωπευούσας ὁπωσδήποτε τὰ διάφορα εἴδη τῶν ὁδῶν. Ἀλλὰ εἶχεν ἀρχίσει ἤδη ἡ ἐκστρατεία τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ἡ τρομοκράτησις διὰ τοῦ τύπου καὶ δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω τοὺς ὑπαλλήλους μου, ἐὰν ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐσκέφθησαν διαφορετικὰ ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἐσκέπτοντο ἐὰν ἔλειπαν οἱ διὰ τοῦ τύπου ἐκβιασμοί, ἐὰν ἀντὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι ἐκλέγομεν αὐτὰς τὰς ὁδούς, ὁπότε διέτρεχαν τὸν κίνδυνον νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τοὺς ἐκβιαστὰς «ἐξελέξατε αὐτὰς διὰ νὰ εὐνοήσητε τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον ἐκ τῶν συναγωνιζομένων» εἶπον ἂς ρίψωμεν πάσας τὰς ὁδοὺς εἰς τὴν κληρωτίδα καὶ ἂς ἐξαγάγωμεν πέντε ἢ ἓξ ἐξ αὐτῶν διὰ κλήρου, καὶ τὸ ζήτημα ἐκλογῆς τῶν ὁδῶν κατέστη ζήτημα κλήρου. Ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ δώσητε ἀπόλυτον ἀξίαν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν ἐπὶ διαφόρων ὁδῶν, Πάντως ὅμως ἡ μία ἀνάλυσις ἦτο ἀκριβωτέρα τῆς ἄλλης. Αὐτὰ τὰ φοβερὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τῶν 600 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἶναι ὀλίγον τι φαντασιώδη, ὄχι ὀλίγον φαντασιώδη, διότι τὸ ὀλίγον εἶναι σχῆμα λόγου, εἶναι ἐντελῶς φαντασιώδη. Ἀνέφερεν μάλιστα καὶ περί τινος λάθους τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ ἐξέθεσεν καὶ εἶπεν ὅτι τὸ λάθος τοῦτο δὲν ἦτο λάθος, ὅτι εἷς τῶν συναγωνιζομένων τὸ ἔκαμεν ἐξεπίτηδες, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ λάθος ἦτο τόσον χονδροειδές, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἐγένετο ἐξεπίτηδες. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὁπωσδήποτε σοβαρῶς, ὅτι εἰς μίαν σύμβασιν ἡ ὁποία θὰ μελετηθῇ λεπτομερῶς ἡ μεταφορὰ διὰ διτρόχου κάρρου θὰ εἶναι εὐθηνοτέρα τῆς διὰ μονοτρόχου; Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι θὰ ἀφεθῇ νὰ γίνῃ ἐπίτηδες τοιοῦτον λάθος, νὰ τὸ εἴπῃ τις σοβαρῶς σκεπτόμενος, ὅτι ἡ μεταφορὰ διὰ μονοτρόχου θὰ κοστίζῃ τὸ πενταπλάσιον τῆς μεταφορᾶς διὰ κάρρου; Εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ εἴπῃ τις σοβαρῶς σκεπτόμενος. Ἦτο μιὰ τυπογραφικὴ ἀβλεψία εἰς τὸ τυπικὸν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ ἀντὶ νὰ θέσῃ ἡμερομίσθια ἔθεσε ὡρωμίσθια. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων ἀνεκάλυψε τὸ λάθος τὸ τυπογραφικὸν τὸ ὁποῖον ἦτο πρωτοφανές, κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ ἡ ὁποία θὰ γίνῃ εἰδικώτερον, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή, θὰ ἐκθέσωμεν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰ τοῦ ζητήματος. Ἦτο ἓν πρᾶγμα αὐτοπόδεικτον καὶ ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν καταρτισσομένην ὁριστικὴν σύμβασιν νὰ μὴ ἐβλέπομεν τοῦτο τὸ λάθος. Εἶναι αὐτονόητον. Ἡ διαφορὰ τότε μεταξὺ τῶν δύο συναγωνιζομένων κατήρχετο εἰς τὰ 15%. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶπε καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὸ 15% τὸ ὑπολογίζει εἰς 450 ἑκατομμύρια. Εἶναι κ. Ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ζήτημα πολλαπλασιασμοῦ.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. 18%.
§40Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ζήτημα πολλαπλασιασμοῦ. Εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα. Ἀλλὰ τί σημασίαν ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ ποσόν; Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν τιμῶν ἔχει σημασίαν μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ἀναλογίας. Ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ ἔργον νὰ κοστίσῃ 100 ἑκατομ. λίρας, τότε ἡ αὐτὴ διαφορὰ ἀναλογίας θὰ ἐγίνετο εἰς ποσὸν μεγαλύτερον. Ἡ διαφορὰ 5% εἰς χιλίων δραχμῶν ἔργον εἶναι μικροτέρα τῆς αὐτῆς διαφορᾶς εἰς ἔργον 100 χιλ. δραχμῶν. Δι’ αὐτὸν λόγον εἶπα ὅτι τὰ ποσὰ ποὺ ἀναφέρονται ἐνταῦθα εἶναι φανταστικά. Τὸ ζήτημα εἶναι μία διαφορὰ 15%.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. 16%.
§42Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἔστω 16%, ἀλλὰ εἴμεθα πολὺ μακρὰν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διατυμπανίζονται εἰς τὸν τύπον περὶ τῶν κολοσσιαίων διαφορῶν 35% καὶ ἄνω. Λοιπὸν 16% πρὸς χάριν σας, κ. Συνάδελφε. Ἂν ὅμως τὴν αὐτὴν ἐκτέλεσιν ἐφαρμόσητε καὶ ἔγεινε τοῦτο πρὸς δοκιμήν, ἂν ἐφαρμόσητε ταύτην εἰς ἄλλας ὁδοὺς ἐχούσας μεγάλους ἐκβραχισμούς, θὰ εὕρητε μίαν διαφορὰν 7–8%. Πάντως λέγω ὅτι αἱ προσφοραὶ τοῦ ἑνὸς ἦσαν ἀκριβώτεραι κατά τι ἀπὸ τὰς προσφορὰς τοῦ ἄλλου. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ ποσοστά, καὶ εἰς ταῦτα αἱ διαφοραὶ ἦσαν 29 καὶ 31%. Ποῖον ἦτο τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον εἶχον τὰ δημόσια ἔργα; 28%. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῶν ποσοστῶν ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ παρουσίᾳ μου, ὅταν ἐπρόκειτο τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων νὰ ἀποφανθῇ ἐπισήμως καὶ νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του. Πρέπει νὰ σᾶς τὸ ἀναλύσω διὰ νὰ γνωρίζηται περὶ τίνος πρόκειται, διότι ὁ καθεὶς νομίζει ὅτι τὰ ποσοστὰ αὐτὰ εἶναι κέρδη τῶν διαφόρων ἐργολάβων. Πλανώμεθα· τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων τὰ ἀνέλυσεν ὡς ἑξῆς: 5% φθορὰ ἐργαλείων, 4% ἐπισφαλῆ ἔξοδα, 9% γενικὰ ἔξοδα. Τὸ ὅλον 18%. Μένουν ἑπομένως διὰ τὸν ἐργολάβον, ὡς ὄφελος ἀνεγνωρισμένον, 10%. Ἂν ἀπὸ αὐτὰ ἀφαιρέσητε τὴν φορολογίαν ὑπὸ διαφόρους μορφάς, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 5–6%, μένουν ὡς ὠφέλεια τοῦ ἐργολάβου μόνον 4½% περίπου. Καὶ ἔρχεται τώρα τὸ ζήτημα: Δύναται νὰ ὠφεληθῇ ὁ ἐργολάβος ἀπὸ τὸ κόστος τῶν ἔργων; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ δευτέρα αὐτὴ ἀνάλυσις τιμῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας μου κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1927 κατεβίβασε τὰς ἀποδόσεις εἰς τὸ ἐλάχιστον δυνατὸν ὅριον, δὲν ἔχομεν ὅμως ἀκόμη τὰ ἀποτελέσματα ἐπὶ διαφόρων δημοσίων ἔργων διὰ νὰ γνωρίζωμεν τ’ ἀκριβῆ ἀποτελέσματα. Ἀναφέρονται 4 ὁδοὶ μὲ τιμὰς μικροτέρας, ἀλλὰ εἶναι 100 ὁδοὶ ποὺ ἔγιναν μὲ μεγαλυτέρας τιμάς. Δὲν δυνάμεθα ἀκόμη νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐταὶ αἱ τιμαὶ εἶναι λογικαί, θεωρεῖται ὅμως καὶ γενικῶς ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνάλυσις τιμῶν εἶναι ἡ κατωτέρα ἡ ὁποία ἔχει γίνει ποτὲ μεταπολεμικῶς. Ἑπομένως πρόκειται περὶ τοῦ εὐθηνοτέρου κόστους τῶν ἔργων. Ἡ ἀνάλυσις τῶν τιμῶν δὲν περιέχει ὠφέλειαν ἐργολάβου. Ὁ ἐργολάβος θὰ ὠφεληθῇ ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἔργων, δηλαδὴ θὰ ὠφεληθῇ διὰ τῆς κακοτεχνίας. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος τῆς ὠφελείας του. Καὶ θεωρεῖτε τώρα συμφέρον τοῦ Κράτους ἐκ τῶν προτέρων νὰ παραδεχθῇ τὴν κακοτεχνίαν; Διότι ἂν κατέλθωμεν κάτω ἀπὸ τὰ 28% εἶναι ὡσὰν λέγωμεν εἰς τὸν ἐργολάβον: ἂν θέλῃς νὰ ὠφεληθῇς κάμε κακοτεχνίαν. Θὰ μοὶ εἴπητε καὶ ὁ ἔλεγχος; Ἠρώτησα τὸ συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ μοῦ ἔλεγε κατ’ ἀρχὰς ὅτι ἔχομεν μηχανικοὺς διὰ τὸν ἔλεγχον. Ὅταν ὅμως ἐγένετο ἡ ἔκθεσις διὰ τὰ ἔργα τοῦ Στρυμόνος τὸ ἁρμόδιον τμῆμα μοῦ ἀνέφερεν ἐπισήμως: Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι δὲν ἔχομεν μηχανικὸν προσωπικὸν διὰ νὰ παρακολουθήσῃ τὰ διάφορα ἔργα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ καλὴ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἀπόκειται πλέον εἰς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ ἀναδόχου. Ἐδῶ λοιπὸν ἐμφανίζεται ἡ μεγάλη σημασία τῆς φερεγγυότητος τοῦ ἀναδόχου. Ἂν δὲν ἔχωμεν τοιοῦτον ἀπολύτου φερεγγυότητος καὶ ἂν τὸν ἀναγκάσωμεν νὰ ζητήσῃ νὰ ὠφεληθῇ διὰ τῆς κακοτεχνίας, τότε ἐργαζόμεθα ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου. Διότι τὶ θὰ θέλετε, κύριοι βουλευταί; Δωρεὰν ἢ μὲ θυσίαν τῆς περιουσίας δὲν παρουσιάζεται κανεὶς νὰ ἐκτελέσῃ ἐργασίαν. Ὅσοι παρουσιάζονται, παρουσιάζονται διὰ νὰ κερδίσουν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι ὄχι νὰ τοὺς ἐμποδίσωμεν νὰ κερδίσουν, ἀλλὰ νὰ περιορίσωμεν τὰ κέρδη ἐντὸς τῶν λογικῶν ὁρίων, καὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ μὴ κερδίσουν εἰς βάρος τοῦ ἔργου. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει καὶ ἄλλην σημασίαν σπουδαιοτάτην. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὁ ἀνάδοχος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν καλὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου σχεδὸν ἐπὶ εἰκοσαετίαν, διότι τὰς ὁδοὺς αἱ ὁποῖαι ὁπωσδήποτε ἔχουν ἄσφαλτον εἰς τὴν κατασκευὴν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰς συντηρῇ δωρεὰν ἐπὶ πενταετίαν καὶ μὲ ὡρισμένην τιμὴν ἐπὶ δεκαπενταετίαν. Κατὰ τὴν 15ετίαν αὐτὴν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰς συντηρῇ μὲ ἓν ὡρισμένον ποσόν, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ἐν τῷ συναγωνισμῷ καὶ θὰ ὁρισθῇ ἐν τῇ συμβάσει. Δηλαδὴ ὁ ἀνάδοχος, τὶ συμφέρον ἔχει καὶ τὶ συμφέρον ἔχομεν ἡμεῖς; Πρῶτον μὲν ὁ ἀνάδοχος ἔχει συμφέρον νὰ κατασκευάσῃ τὴν ὁδὸν ὅσον ἔνεστι καλυτέραν, διὰ νὰ ἔχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν μικρότερα ἔξοδα συντηρήσεως. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀνάδοχος ὠφεληθῇ διὰ τῆς κακοτεχνίας καὶ μᾶς ἐγκαταλείψῃ ἔξαφνα ἀπερχόμενος εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ὑποχρεωμένοι νὰ συντηρήσωμεν τὰς ὁδούς, πληρώνοντες αὐτὰς εἰς διπλοῦν καὶ τριπλοῦν. Τὸ ζήτημα τῆς φερεγγυότητος τοῦ ἀναδόχου εἶναι λοιπὸν ζήτημα σπουδαιότατον. Θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα τὸ ὁποῖον γνωρίζετε ὅλοι οἱ ζῶντες ἐν Ἀθήναις. Εἰς τὸ Π. Φάληρον ὁ κλάδος τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ Μπὰρ μέχρι τοῦ Ἔντεν ὁ δεξιὸς κλάδος, ὁ καὶ παλαιότερος, κατεσκευάσθη κατὰ τὸ 1917–1918 ἀπό μίαν ξένην ἑταιρείαν ἡ ὁποία εἶπεν: Δὲν κάμνω συναγωνισμοὺς καὶ ἐννοῶ νὰ πληρωθῶ ὅλα τὰ ἔξοδά μου ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἶναι. Ἐκόστισεν ἑπομένως πολὺ εἰς τὸ δημόσιον. Αὐτὴ ἡ ὁδὸς σᾶς καθιστῶ γνωστὸν ὅτι δὲν εἶναι μόνιμον ὁδόστρωμα εἶναι ἀπὸ κοινὸν μακαδὰμ καὶ ἁπλῶς μόνον μὲ ἐπάλειψιν ἀσφάλτου, ἀλλὰ κατεσκευάσθη τόσον καλῶς ὥστε σήμερον μολονότι παρῆλθε 10ετία ἡ ὁδὸς αὐτὴ δὲν ἐχρειάσθη νὰ ἐπισκευασθῇ. Κατὰ τὸ αὐτὸ ὅμως σύστημα ὁδοστρωσίας, ἀλλὰ φθηνότερα καὶ διὰ δημοπρασίας, κατεσκευάσθη τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ Μπὰρ μέχρι τοῦ σταθμοῦ τῶν τροχιοδρόμων. Ποία εἶναι ἡ κατάστασίς του; Τὴν γνωρίζετε πάντες. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἀνὰ κάθε διετίαν νὰ τὸ ἀνακατασκευάζωμεν. Ὥστε βλέπετε ποίαν σημασίαν ἔχει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ νόμος νὰ ἔχῃ ὁ ἀνάδοχος φερεγγυότητα διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐπὶ 20ετίαν τὴν συντήρησιν τῆς ὁδοῦ, ὁ ἀνάδοχος οὗτος νὰ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν ἀσφάλειαν ὅτι κατὰ τὴν εἰκοσαετίαν θὰ εἶναι παρὼν καὶ ἐργαζόμενος καὶ ὑπεύθυνος καὶ ὄχι ξένη ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἅμα κατασκευάσῃ τὰς ὁδοὺς θὰ φύγῃ ἢ μία ἑλληνικὴ ἑταιρία ἀφερέγγυος, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ θὰ μᾶς ἀφήσῃ καὶ θὰ φύγῃ. Αὐτὰ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς σημασίας τοῦ ἀναδόχου. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς σημασίας τοῦ χρηματοδότου εἶναι ἐπίσης σπουδαιότατον. Ὁ χρηματοδότης δὲν εἶναι κἄτι τὸ ξεχωριστὸν μὲ τὸν ἀνάδοχον. Δὲν ἠκολουθήσαμεν ἡμεῖς τὸ σύστημα τοῦ χωριστοῦ δανείου ἀπὸ τὰ ἔργα. Νὰ εἴπωμεν δηλαδὴ παίρνομεν ἕνα δάνειον καὶ κάμνομεν ἡμεῖς τὰ ἔργα διὰ οἱουδήποτε τελεστοῦ. Καὶ δὲν ὑποθέτω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅστις θὰ ἠδύνατο σοβαρῶς νὰ συζητήσῃ τοιοῦτον ζήτημα. Δὲν ὑποθέτω ὅτι δύναται κανεὶς σοβαρῶς νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ. Ἑπομένως ὀρθῶς ἐζήτησεν ὁ νόμος τὸ δάνειον νὰ γίνῃ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ ἔργα. Δὲν μοῦ τὸ προσφέρει ἕτερος ἀλλὰ ὁ ἴδιος ἀνάδοχος. Ὁ ἴδιος ὁ ἀνάδοχος μοῦ λέγει μόνον, ποῖοι εἶναι οἱ οἶκοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμουν τὸ δάνειον καὶ μοῦ τὸ λέγει διότι ἐνδιαφέρομαι νὰ μάθω εἰς ποίας χεῖρας θὰ ἐμπιστευθῶ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως τὰς δύο ξένας ὁμάδας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν διὰ τὸ δάνειον τὰς γνωρίζετε ποῖαι εἶναι. Εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ὁ οἶκος Μπλαὶρ ἀφ’ ἑτέρου ὁ οἶκος Shell, οἱ Samuel καὶ ὁ Hambro. Τὰ ἔγγραφα δύναμαι νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω ὅταν γίνῃ ἴσως λεπτομερεστέρα ἡ συζήτησις. Τώρα δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ ἀναγνώσεις ἐγγράφων, προκειμένου ἄλλως τε περὶ ἐπεισοδιακοῦ ζητήματος, μὴ ἔχοντος πολιτικὴν χροιάν, ἑπομένως δὲν καταγίνομαι εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων, ἐπιφυλασσόμενος νὰ πράξω ἄλλοτε τοῦτο. Σᾶς λέγω ὅμως ὅτι ἦσαν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ὁ Blair καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ τρεῖς Ἀγγλικοὶ οἶκοι. Αἱ προτάσεις τοῦ οἴκου Μπλαὶρ ἦσαν ἔν τινι μέτρῳ ἀσαφεῖς. Διακρίνει κανεὶς εἰς τὰς προτάσεις τοῦ οἴκου Μπλαὶρ ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐμπλακῇ μὲ ὡρισμένον ἀνάδοχον. Σᾶς λέγει δηλαδὴ τοῦτο: Ὅτι ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι νὰ σᾶς δώσω τὸ δάνειον, τώρα τί ἀνάδοχον θὰ κάμετε σεῖς δὲν μ’ ἐνδιαφέρει. Ἐκ τῶν προτάσεών του ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ φανῇ περισσότερον ἐμπλεκόμενος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὴν προκαταβολήν του δὲν τὴν δίδει ὡς προκαταβολήν. Γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι τὸ δάνειον δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀμέσως. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς θὰ ρίψῃ ὁμολογίας 6.000.000 λιρῶν εἰς οἱανδήποτε ἀγοράν. Θὰ ἀφήσωμεν ἓν διάστημα νὰ περάσῃ, ἀλλὰ τί θὰ κάμωμεν εἰς τὸ διάστημα αὐτό; Θ’ ἀρχίσωμεν τὰ ἔργα μὲ μίαν προκαταβολήν, τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς δώσῃ ὁ ἀνάδοχος. Αὐτὴν τὴν προκαταβολὴν δὲν μᾶς προσφέρει ὁ Πρεζάνης διὰ τοῦ Μπλαίρ. Ἀλλὰ ὁ Μπλαὶρ μᾶς προτείνει δάνειον ἀντὶ προκαταβολῆς εἰς τὰ 98 καὶ ὑπὸ ὡρισμένους τόκους, διότι δὲν θέλει νὰ ἐμπλακῇ. Ὁ Μπλαὶρ εἶναι εἷς οἶκος σοβαρὸς ἀναμφισβητήτως, ἀλλ’ ἐμπλακεὶς πρὸ ἐτῶν εἰς τὴν Γιουγκοσλαβίαν εἰς σύμβασιν διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων ὑπέστη ἀτύχημα. Ρίψας εἰς τὴν ἀγορὰν τὰς ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων δὲν ἠδυνήθη παρὰ νὰ καλύψῃ ἓν πολὺ μικρὸν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν καὶ δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν νὰ πάθῃ τὸ ἴδιον καὶ μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἀφ’ ἑτέρου αἱ προτάσεις τῶν Ἀγγλικῶν οἴκων εἶναι σαφεῖς καὶ καθωρισμέναι. Ὥστε ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἔχομεν τοῦτο ἀναμφισβητήτως, ἐκ μέρους τῶν οἴκων Shell, Samuel καὶ Hambro προτάσεις καλλιτέρας, ἐκ μέρους δὲ τοῦ Μπλαὶρ ἀσαφεστέρας. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν συναγωνιζομένων αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, τὸ ὁποῖον εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον. Ὁμολογῶ ὅτι ἐπεθύμουν ν’ ἀποφύγω ν’ ἀναλύσω τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ. Βεβαίως ὅταν παρουσιάζεται εἷς συναγωνιζόμενος εἰς τὸ Κράτος, θὰ τοῦ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν ναὶ ἢ ὄχι, ἀλλὰ δὲν θὰ θελήσῃ τὸ Κράτος νὰ τὸν ἐκθέσῃ, νὰ τοῦ ἐκθέσῃ τὴν πίστιν του καὶ τὸν ζημιώσῃ εἰς τὰς περαιτέρω ἐργασίας του. Ἀλλά, δυστυχῶς, ἐπεζητήθη ὅπως ἀποδειχθῇ τὸ Κράτος, ἢ μᾶλλον ὁ ὑπουργὸς ὁ διαχειριζόμενος τὴν ὑπόθεσιν ὅτι δὲν διεχειρίζετο ὀρθῶς τὸ ζήτημα, εἴτε μὲ ἁγνὰς προθέσεις, εἴτε ἐν βίᾳ, διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον, ἁγνὰς προθέσεις εἶπον, διότι τὰς ἀνέφερεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Καὶ ἤρχισαν αἱ ἐπιθέσεις διὰ τοῦ τύπου καὶ ἐνθυμοῦμαι ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς μίαν ἐφημερίδα μὲ ὑπογραφὴν «Κοινοβουλευτικός», ὁ ὁποῖος μᾶς ἔλεγεν: «Σᾶς εἰδοποιοῦμεν ὅτι, ἐὰν δὲν κάμετε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θεωροῦμεν σωστὸν θὰ σᾶς κυλίσωμεν εἰς τὸν βόρβορον, ὅτι εἶσθε καὶ σεῖς ὡς ὑπουργὸς καὶ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀκολουθεῖ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὁποίαν συμπράττετε ἀνάξιοι ἐμπιστοσύνης». «Κοινοβουλευτικὸς» μᾶς τὰ λέγει αὐτά. Ἐννοεῖται αἱ τοιαῦται ἐπιθέσεις, τοιούτου ἐκβιαστικοῦ χαρακτῆρος, μᾶς ἔδωσαν τὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνωμεν τὰς ἐλλείψεις τῶν ἀναδόχων δημοσίᾳ, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχετο τὸ πρᾶγμα ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν πλέον ἐπιφυλάξεις ἐκ μέρους μας. Ὁμολογῶ ὅτι ἐὰν ἐγνώριζον δι’ ἕνα ἐκ τῶν συναγωνιζομένων, διὰ τὸν οἶκον Πρεζάνη, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔμαθον κατόπιν, δὲν θὰ τὸν ἐδεχόμην. Ὅταν ἤρχισαν αἱ ἀντεγκλήσεις διὰ τοῦ τύπου παρουσιάσθη ὁ οἶκος οὗτος ὅτι εὑρίσκετο ὑπὸ αἴτησιν πτωχεύσεως, ὅτι δὲν ἐξεπλήρου τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἐλέχθη ὅτι εἶναι ὁ ἕτερος τῶν συναγωνιζομένων, ὅστις ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς φῶς. Τί πρὸς ἐμὲ τὸν Ὑπουργὸν τοῦτο; Τί πρὸς ἐμὲ τὸ ζήτημα, ἐὰν εἶναι ὁ ἕτερος τῶν συναγωνιζομένων, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ δικαστήριον τὴν πτώχευσιν; Τὸ ζήτημα δι’ ἐμὲ ἦτο τοῦτο: Ἦτο ὁ Πρεζάνης συνεπὴς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις του ἢ δὲν ἦτο; Εἶχεν καθυστερουμένας πληρωμὰς ἢ ὄχι; Καὶ διὰ νὰ βεβαιωθῶ ἐκάλεσα αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Πρεζάνην εἰς τὸν οἶκον μου. Καὶ τὸν ἠρώτησα: σὲ κατηγοροῦν δι’ αὐτὸ καὶ δι’ αὐτό. Εἶσαι ὑπὸ πτώχευσιν ἢ δὲν εἶσαι; Μοῦ εἶπεν ὅτι δὲν εἶμαι ὑπὸ πτώχευσιν, διότι καθυστεροῦνται μὲν πληρωμαὶ τὰς ὁποίας ὀφείλω, ἀλλὰ τὰς ἐκάλυψε διὰ τῆς ἐγγυήσεώς του ὁ ἀδελφός μου. Μία δὲ ὀφειλὴ ἀναφερομένη ἐν τῇ αἰτήσει πτωχεύσεως δὲν ἦτο ληξιπρόθεσμος ὅταν ἔγινεν ἡ αἴτησις. Ἦτο ὅμως ληξιπρόθεσμος ὅταν ἠρώτων τὸν Πρεζάνην. Τοῦ εἶπα τότε: ἀφοῦ εἶναι τώρα ληξιπρόθεσμος τὴν ἔχετε ἐξοφλήσει; Μοῦ ἀπήντησεν, ὄχι. Κατ’ ἐμὲ ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι ὑπῆρχον ληξιπρόθεσμα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ τὰ πληρώσῃ καὶ μόνον διὰ τοῦ ἀδελφοῦ του κατώρθωνε νὰ μὴ γίνωνται αἰτία πτωχεύσεως δικαστικῆς. Δεύτερον, τὸν ἠρώτησα ἔτι ἐὰν εἶναι ἀληθὲς εἰς τὸ τελωνεῖον μίαν ποσότητα ἀσφάλτου καὶ ὁ Δήμαρχος τῶν Ἀθηναίων μοῦ ἔκανε ἐπιστολὴν διὰ τῆς ὁποίας μοῦ λέγει, ὅτι σοῦ τὴν ἐπώλησαν τὴν ποσότητα αὐτὴν διότι δὲν ἦσο εἰς θέσιν νὰ τὴν ἀποσύρῃς ἀπὸ τὸ Τελωνεῖον καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δὲν προχωροῦν αἱ ἐργασίαι τῆς ὁδοῦ Λένορμαν, τὰς ὁποίας ἔχεις ἀναλάβει Εἶναι τοῦτο ἀκριβές;» Τότε μοῦ εἶπεν ὅτι «ναί πραγματικῶς εἶχον ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τὴν ποσότητα αὐτὴν τῆς ἀσφάλτου, ἔμενεν εἰς τὸ Τελωνεῖον ἐπὶ ἀρκετὸν διάστημα χωρὶς νὰ τὴν ἀποσύρω καὶ αἰφνιδίως χωρὶς νὰ μὲ ἐρωτήσῃ κανεὶς οὐδὲ κἄν νὰ εἰδοποιηθῶ, τὴν ἔβγαλεν εἰς δημοπρασίαν τὸ Τελωνεῖον». Τότε ἐκαλέσαμεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸν κ. Σωλωνάκην — καὶ θὰ ἤθελα ἕτερος ἐκ τῶν συναδέλφων μου νὰ εἴπῃ τί μᾶς εἶπεν ὁ κ. Σολωνάκης καὶ ἂς μὲ διορθώσῃ. Ὁ κ. Σολωνάκης μᾶς εἶπε «μάλλιστα ἔφθασεν ἓν φορτίον ἀσφάλτου, ἐπέρασεν ἕνα διάστημα 50 ἡμερῶν χωρὶς νὰ τὸ ἀποσύρῃ κανείς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κρατηθῇ τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο διότι ἦτο τοιαύτης φύσεως ὥστε καθίστα τὴν προκυμαίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο τοποθετημένον ἀφόρητον. Ἐτηρήσαμεν ὅλας τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, διότι δὲν ἐγνώριζεν τὸ Τελωνεῖον τίνος εἶναι, ἐδημοσιεύσαμεν εἰς δύο ἐφημερίδας, εἰδοποιήθη τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον, ἐτοιχοκολλήθη εἰς τὸ Τελωνεῖον ὅτι τὰ ἐμπόρευμα αὐτὸ θὰ ἐκποιηθῇ ἐὰν δὲν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἐμπορεύματος νὰ τὸ ζητήσῃ καὶ ἐξεποιήθη εἰς μίαν τιμὴν καταπληκτικῶς μικρὰν. Τὸ τελωνεῖον θεωρῆσαν ὅτι αὐτὴ ἡ τιμὴ ἦτο καταπληκτικῶς μικρὰ ἠκύρωσεν τὴν δημοπρασίαν καὶ τὴν ἐπανέλαβε μὲ τὰς αὐτὰς διατυπώσεις διὰ δευτέραν φορὰν καὶ δὲν παρουσιάζετο ὁ κύριος αὐτός. Δύο λοιπὸν πράγματα εἶναι δυνατὸν: ἢ δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ παραλάβῃ τὸ ἐμπόρευμά του ἢ ἦτο τόσον ἀμελὴς εἰς τὴν ἐργασίαν του ὥστε νὰ παραμελῇ τὴν τύχην τοῦ ἐμπορεύματός του». Ἠρώτησα τὸν Δήμαρχον τῶν Ἀθηναίων τότε, ἀφοῦ τὸ ζήτημα εἶχε λάβει αὐτὴν τὴν ἔκτασιν τί παράπονον ἔχετε σεῖς διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Λένορμαν; Καί ὁ Δήμαρχος μοῦ ἀπαντᾶ καὶ μοῦ λέγει, ὅτι ὁ οἶκος Πρεζάνη ἐκτύπησεν τὴν δημοπρασίαν καὶ τὴν ἔφερε τόσον χαμηλὰ ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ βγῇ πέρα. Μοῦ γράφει ὁ κ. Δήμαρχος, ὅτι τὸν ἀπειλεῖ καθ’ ἑκάστην νὰ τὸν κηρύξῃ ἔκπτωτον.
§43Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τετρακόσιαι χιλιάδες ἦτο ἡ ἀξία τῆς ἀσφάλτου καὶ ἐπωλήθη 45 χιλ. μόνον καὶ ὁ παραλήπτης ἠδιαφόρει.
§44Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἶμαι ὑποχρεωμένος, μοῦ λέγει ὁ κ. Δήμαρχος, νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διότι ἡ ἐργασία δὲν προχωρεῖ, διότι ὁ ἐργολάβος μὲ διαφόρους προφάσεις παραμελεῖ τὰς ὑποχρεώσεις του, διότι ἡ κατάστασις αὐτὴ ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη δύναται νὰ ἀποβῇ δυσφημιστικὴ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ τὸ συμβούλιον. Αὐτὰ ὑπάρχουν ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Δημάρχου. Ὁ ἕτερος ἐκ τῆς ὁμάδος Πρεζάνη–Καψαμπέλη ἔχει σερβίρει τὴν ὁδὸν Πειραιῶς...
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ αἶσχος αὐτό!
§46Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.)... διότι εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὸ ἔργον καὶ τὸ μετεβίβασε εἰς τὴν ΑΚΤΕ, τῆς ὁποίας ἔγινε τότε διευθύνων σύμβουλος. Τί θέλετε τώρα νὰ σᾶς εἴπω διὰ τὴν ὁδὸν Πειραιῶς; Ἔχω διαρκῶς ἐπερωτήσεις ἐκ μέρους τοῦ κ. Στρίγκου διὰ τὴν ὁδὸν Πειραιῶς. Διαρκῶς ἐπερωτῶμαι. Καὶ λέγομεν τώρα: ὅτι θὰ ἀναμείνωμεν ἓν πείραμα, διὰ νὰ ἴδωμεν μήπως πταίουν τὰ Δημόσια ἔργα ἢ ὁ ἀνάδοχος. Καὶ ἔγινε τὸ πείραμα καὶ τὰ Δημόσια ἔργα βεβαιώνουν ὅτι ὅταν ἔλθῃ τὸ θέρος θὰ ἴδωμεν ὅτι δίκαιον εἶχον τὰ Δημόσια ἔργα καὶ ὅτι πταίει ὁ ἐργολάβος. Καὶ ποῦ τότε θὰ τρέχω νὰ εὕρω τὸν ἐργολάβον, διὰ νὰ κάμῃ τὴν ὁδὸν χωρὶς ἐκ νέου νὰ τὸν πληρώσω; Ὅλοι σεῖς γνωρίζετε ποῖαι πιέσεις θὰ ἀσκηθοῦν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὄχι δὲν πταίω ἐγώ, ὄχι πταίεις σὺ, καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ θέλετε νὰ ἐμπλακῶ μὲ αὐτὸν τὸν ἐργολάβον διά νέα ἔργα 6.000.000 λιρῶν; Σοβαρῶς θέλετε νὰ κάμωμεν τοῦτο; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Διότι, κύριοι, μὴ νομίσετε ὅτι ἔχω καμμίαν ἰδιαιτέραν προσωπικὴν διάθεσιν νὰ ἀσχολοῦμαι ποῖος εἶναι ὁ καλύτερος ἀνάδοχος καί ποῖος εἶναι ὁ χειρότερος. Ἔχω καθῆκον ὡς δημόσιος λειτουργὸς νὰ πράξω τοῦτο. Εἶμαι Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καί ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἔχω γνώμην καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην νὰ τὴν εἰσηγοῦμαι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίζω σεῖς δὲ εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ ἔχετε γνώμην καὶ τὴν πρωτοβουλίαν σας καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίζετε ἢ ὄχι. Ἐγώ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐκ τοῦ νόμου καὶ τῆς θέσεώς μου νὰ δείξω προτίμησιν. Κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν προτίμησίν του. Ἐγὼ εἶμαι ὁ μόνος ὁ ὁποῖος εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐκ τοῦ νόμου καὶ νὰ δείξω προτίμησιν καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξω καὶ δι’ αὐτὸ ἔρχομαι εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάλυσιν προσώπων καὶ πραγμάτων. Ἀλλὰ ἐν τῷ μεταξὺ ὅταν ἤρχισε τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ συζητῆται ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἤρχισε πλέον νὰ δημιουργῆται μία κατάστασις περίεργος τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ τὴν περιγράψω. Εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὡς εἰσηγητὴς εἰς τὴν ὑπόθεσιν συνεφώνησα μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ νόμον συνέλθει καὶ ἐκφράσει γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, γνώμην ἡ ὁποία ἦτο ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἀναδόχου ἐπιφυλακτικὴ ἐνῷ ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου καὶ Διευθυντοῦ τῶν Δημοσίων ἔργων ἦτο σαφὴς—ἔχετε τὰ ἔγγραφα καὶ δύνασθε νὰ τὰ μελετήσητε—εἶχε καθορίσει ὅτι ὁ ἀνάδοχος, οἱοσδήποτε ἐκ τῶν δύο θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πάρῃ τὸ ἔργον μὲ τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ μὲ τὰ ποσοστὰ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐκεῖ ἐσταματοῦσεν. Ἀπέκλειε ὅμως κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν, σχεδὸν ὁμοψηφίαν τὸν Οἶκον Πρεζάνη διὰ λόγους μὴ ὑπάρξεως πραγματικῶν προσφορῶν δανείου. Ὁ δὲ Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων καί Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου καὶ εἰσηγητὴς ἐν τῷ Συμβουλίῳ ἐξέφρασεν ἐπὶ τοῦ ὅλου ζητήματος κατηγορηματικὴν γνώμην. Ἔχετε τὴν ἔκθεσιν. Αὐτὴν τὴν γνώμην ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁμολογῶ, ὅτι μοῦ ἐγεννήθη κἄποιος δισταγμὸς ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ κατέλθωμεν, ὡς πρὸς τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν καὶ τὰ ποσοστά, μέχρι τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν καὶ τῶν ποσοστῶν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, διότι ἐγνώριζον καλῶς ὅτι ἐκεῖ εἶχον σφίξει τὰ πράγματα στενώτατα. Καὶ εἶπα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Σᾶς δίδω τὴν γνώμην καὶ παραδεχθῆτε αὐτὴν τὴν λύσιν, ἀλλὰ προτοῦ θεωρήσωμεν τὸν ἀνάδοχον ὁριστικὸν νὰ συζητήσωμεν μετ’ αὐτοῦ, διότι δὲν γνωρίζομεν τὰς ἀπόψεις του. Καὶ ἐδόθη τότε ἡ ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐκάλεσα τὸν Μακρῆν, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπα ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δώσῃ τὸ ἔργον παρὰ μόνον μὲ αὐτὴν τὴν ἀνάλυσιν τῶν τιμῶν καὶ μὲ τὰ ποσοστὰ αὐτά, τὰ δέχεσαι ἢ ὄχι; Τὸν ἐκάλεσα ἐνώπιον τοῦ διευθυντοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ αὐτὸς εἶχε φέρει ἕναν τεχνικὸν σύμβουλον. Ἐγένετο παρουσίᾳ μου ἐκτενὴς συζήτησις καὶ εἰς τὸ τέλος ὁ Μακρῆς μοῦ λέγει: ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία σας λέγει ὅτι δύναμαι ἄνευ ζημιῶν νὰ δεχθῶ τὰς προτάσεις, ἐγώ, παρὰ τὴν γνώμην τῶν τεχνικῶν μου συμβούλων, θὰ ἐμπιστευθῶ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν σας. Καὶ μοῦ ἔκαμε μίαν ἐπιστολὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔλεγε ὅτι θὰ δεχθῇ εἰς τὰς τιμὰς τὰς ὁποίας θὰ τοῦ ὁρίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐνόμιζον ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἦτο τελειωμένη, ὁπότε ἤρχισεν ἐκ μέρους τῶν ἄλλων βροχηδὸν ὑποβολὴ καθ’ ἑκάστην νέων καὶ νεωτέρων προσφορῶν. Ἤρχοντο καθ’ ὁδὸν καὶ μοῦ ἐνεχείριζον φακέλλους. Ἐνεχειρίζοντο φάκελλοι τὴν ὥραν τῶν ὑπουργικῶν συμβουλίων, μοῦ ἐπεδίδοντο ἐν τῷ αὐτοκινήτῳ μου καὶ ἐγεννήθη μία κατάστασις χαώδης. Ἐκ τῆς χαώδους αὐτῆς καταστάσεως ἐξέρχεται ὅμως ἕνα πρᾶγμα σαφές: Ὅτι αἰφνηδίως ὁ χρηματοδότης τοῦ Οἴκου Πρεζάνη ἤλλαξε. Ἐνεφανίσθη νέος. Παύει νὰ ἐμφανίζεται ὁ Οἶκος Μπλαίρ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ μόνον βασιζόμενοι εἴχομεν παραδεχθῆ τὸν Οἶκον Πρεζάνη εἰς τὸν συναγωνισμόν, καὶ ἐμφανίζεται ἕτερος Οἶκος ὡς χρηματοδότης, ὁ Οἶκος Φὸξ Μπράδερς, τὸν ὁποῖον δὲν τὸν εἴχομεν θεωρήσει εἰς τὰς πρώτας συσκέψεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς ἀρκετὰ ἱκανὸν διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο. Τοῦτο δὲ ἦτο ἀρκετὸν διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ὁ αὐτὸς χρηματοδότης, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς δὲν τὸν ἐθεωρήσαμεν ἱκανὸν καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον πληροφορίαι καὶ μάλιστα ἐπίσημοι — χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσβάλλω, ὅπως εἶπον εἰς τὴν προηγουμένην μου ἀγόρευσιν, οὔτε τὴν πίστιν του οὔτε τὴν τιμήν του — πληροφορίαι, ὅτι ὁ Οἶκος οὗτος δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον, ὁ αὐτὸς χρηματοδότης, διὰ τὸν ὁποῖον τοιαῦται ὑπῆρχον πληροφορίαι, παρουσιάζετο εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον προσφέρων ὄχι μόνον τὸ δάνειον εἰς τοὺς ὅρους τοῦ τριμεροῦς δανείου, ἀλλ’ εἰς ὅρους ἀκόμη καλλιτέρους τοῦ τριμεροῦς. Τὰς δὲ πληροφορίας περὶ τοῦ Οἴκου ἐκείνου τὰς κατέστησα γνωστὰς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ εἶναι γνωσταὶ εἰς ὑμᾶς ἀπὸ τῆς πρώτης ἀγορεύσεώς μου πρὸ διμήνου καὶ τὰς ἔχω καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων. Καὶ ἤδη μᾶς παρουσιάζεται ὁ Οἶκος, ἐπὶ τῆς δυναμικότητος τοῦ ὁποίου τόσαι βαρεῖαι ἀμφιβολίαι ὑπῆρχον, καὶ μᾶς λέγει «τὸ δάνειον ἐγὼ σᾶς τὸ δίδω κατὰ μίαν μονάδα βελτιωμένον» καὶ χωρὶς ἀκόμη νὰ γνωρίζῃ ποῖοι οἱ ὅροι τοῦ τριμεροῦς. Καὶ προτοῦ ἀκόμη χωνεύσωμεν τὴν τὴν κατάπληξίν μας μᾶς λέγει: Δὲν σᾶς ἀρκεῖ μία μονὰς βελτιώσεως; Σᾶς προσφέρω μίαν καὶ ἡμίσειαν μονάδα ὑπὲρ τὸ τριμερές. Καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν μᾶς λέγει: σᾶς προσφέρω δύο μονάδες. Ἡμεῖς ἐνομίζαμεν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ὅτι τὸ τριμερὲς ἦτο τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως. Ὁ κύριος αὐτὸς μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἦτο ἱκανὸς νὰ τὸ ὑπερβῇ Ἐπειδὴ δὲ σοβαρῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ παραδεχθῇ κανεὶς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἐξάγει κανεὶς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὴν ζημίαν αὐτήν, ἡ ὁποία θὰ προέρχεται ἐκ τῆς παροχῆς τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου κατὰ δύο μονάδας ὑπὲρ τὸ τριμερὲς θὰ τὴν ὠφελεῖτο ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο μὲ ἀναλύσεις τιμῶν καταβιβασμένας εἰς τὸ κατώτερον ὅριον καὶ μὲ ποσοστά, τὰ ὁποῖα τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐθεώρει ἐλάχιστα. Καὶ ἐνῷ εἴμεθα ἐκεῖ, ἔρχονται καὶ ἄλλαι προσφοραὶ Πρεζάνη, ἀκόμη περισσότερον κατώτεραι ὡς πρὸς τὰ ποσοστὰ τῶν Δημοσίων Ἔργων. Οὕτω διὰ τοῦ δανείου τοιαύτης φύσεως ἐπεβαρύνετο ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, διὰ τῶν νέων προσφορῶν ἀκόμη περισσότερον. Ποῦ ἐφθάσαμεν; Εἰς βαρυτάτην κακοτεχνίαν. Τὸ πρᾶγμα ἦτο σαφὲς καὶ καθαρόν, καὶ ὄχι ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ ἔκρινον ὡς ἔκρινα, ἀλλὰ καὶ εἷς οἱοσδήποτε μηχανικός, ὁ ὁποῖος ἐλευθέρως, ἄνευ πιέσεως καὶ τρομοκρατήσεως ἀπὸ τοὺς διὰ τοῦ τύπου ἐκβιαστάς, θὰ ἔκρινεν ὅπως ἐγώ. Ἐγὼ ὅμως εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἐκφέρω σαφῆ καὶ καθαρὰν τὴν γνώμην μου, διότι ἐγὼ ἠδυνάμην καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχω τὸ θάρρος διότι εἶχον καὶ τὸ καθῆκον καὶ ἔκρινον καὶ ἑπομένως εἶπον ὅτι ἐδῶ πρόκειται καθαρῶς περὶ ἀναιδοῦς κακοτεχνίας. Λοιπὸν ἐνῷ εἴχομεν φθάσει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὴν ἑπομένην εἴχομεν νέας προσφορὰς ὄχι μόνον τὸ δάνειον δύο μονάδας βελτιωμένον ἀπὸ τὸ τριμερές, ἀλλὰ καὶ τὰ ποσοστὰ κατὰ τρεῖς μονάδας κατώτερα. Ὁπότε ἔμενεν ὡς ὠφέλεια θετικὴ τοῦ ἐργολάβου μόνον 1½% καὶ ὑπολογιζομένων καὶ τῶν δύο μονάδων τοῦ δανείου καμμία ὠφέλεια. Εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῇ κανεὶς ὅτι ἕνας ἐργολάβος θὰ ἐδέχετο νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὸ ἔργον 1½%, ἀκόμη δὲ περισσότερον τίποτε. Ὥστε αὐτὸ τὸ δυστυχὲς ἔργον θὰ ἀνελάμβανε νὰ κανονίσῃ τὴν ὠφέλειαν τοῦ ἐργολάβου καὶ θὰ ἐπλήρωνε τὰς δύο μονάδας τοῦ δανείου. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: τί θὰ ἐγίνετο; Κάποιος, ὡς ἤκουσα, προφανῶς εἶπεν, θὰ ἐβλέπαμεν τὴν ὁδὸν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἦτο δυνατὸν ἐγὼ ποτὲ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ὑποστηρίξω ἄλλην ἄποψιν, παρὰ ἐκείνην, ὅτι ὁ ἄλλος Οἶκος εἶναι ἀπείρως προτιμότερος; Προτιμότερος ἀπὸ ἀπόψεως δανείου, προτιμότερος ἀπὸ ἀπόψεως προσφορῶν, προτιμότερος ἀπὸ τεχνικῆς ὀργανώσεως. Διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω τί θὰ συμβῇ ἂν δοθῇ τὸ ἔργον εἰς τὸν Α ἢ τὸν Β. Ἐγὼ γνωρίζω μόνον καὶ μόνον πῶς μοῦ ἐμφανίζεται ὁ Α καὶ ὁ Β. Πῶς ἐμφανίζεται ὁ εἷς, σᾶς τὸ εἶπον. Ὁ ἄλλος ἐμφανίζεται μὲ μίαν συγκέντρωσιν ὅλων τῶν γνωστῶν τεχνικῶν ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐννέα τὸν ἀριθμόν, καὶ τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν Ἐργοληπτῶν. Μὲ τί ἠθέλατε νὰ ἀντικρύσω τούτους; Προκειμένου περὶ Ἑλληνικῶν Οἴκων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω καλυτέραν ὀργάνωσιν. Εἶχον τὴν ἐγγύησιν ὅτι ὅλον αὐτὸ τὸ σύμπλεγμα θὰ μείνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα 20 ἔτη ὥστε νὰ μὲ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι θὰ μᾶς ἔφευγαν ὅλοι αὐτοὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι θὰ μεταβάλλοντο εἰς δραπέτας ὅλοι οἱ ἐργοληπτικοὶ Οἶκοι τῆς Ἑλλάδος; Μοῦ εἶπον: ἂς ἐρωτήσωμεν τὰ Δημόσια ἔργα μήπως ἠμποροῦν νὰ κατέλθωσιν τὰ ποσοστὰ κάτω τῶν 28% καὶ ἐγένετο ἐπὶ τούτου ἕνας θόρυβος φοβερός. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ προκαλέσω ἐπίσημον γνωμοδότησιν διότι τὰ Δημόσια ἔργα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἄλλην γνωμοδότησιν ἀπὸ τὴν ἐπίσημον κατὰ τὸν νόμον, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχω κατατεθειμένην εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπρόκειτο ἁπλῶς ἐκ τῆς συζητήσεως μετὰ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων νὰ ἴδω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθουν τὰ ποσοστὰ καὶ ἀντελήφθην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθουν. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μοῦ εἶπαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθουν κάτω τοῦ 28% οἱ ὁποῖοι εἶναι μόνον πέντε τὸν ἀριθμόν, μοῦ εἶπον: Κύριε Ὑπουργέ, βεβαίως ἠμπορεῖτε νὰ κατέβητε καὶ κάτω τοῦ 28% ἂν σᾶς παρουσιασθῇ ἕνας ἐργολάβος τόσον σοβαρός, τοιούτου κύρους καὶ τόσον καλῶς χρηματοδοτημένος, ὥστε νὰ ἔχετε ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τοῦτον ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ καλῶς τὸ ἔργον. Λέγω: πῶς; διὰ θαύματος; Ἔστω καὶ διὰ θαύματος. Ἐνῷ ἐδῶ ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος παρουσιάζετο μὲ τοιαύτας χαμηλὰς τιμάς, ἦτο ἐργολάβος διατελῶν οὐσιαστικῶς ἐν πτωχεύσει ἀποτυχὼν εἰς τὰ ἔργα του καὶ χρηματοδοτούμενος ἀπὸ ἕναν Οἶκον, τοῦ ὁποίου τὰς προσφορὰς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὰς θεωρήσωμεν σοβαράς. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπάντησις τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ἀλλὰ μοῦ εἶπον: πῶς δίδομεν εἰς ἐκτέλεσιν καὶ ὁδούς, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς δημοπρασίας κτυπούμεναι μέχρι τοῦ νὰ μὴ ὑπάρχῃ παρὰ ἐλάχιστον κέρδος. Μὰ ὅταν δίδομεν μίαν ὁδὸν εἰς δημοπρασίαν ἔστω καὶ μεγάλην καὶ γίνεται περὶ αὐτὴν ἕνας συναγωνισμός, πρόκειται περὶ ἔργου τὸ ὁποῖον θὰ κατασκευασθῇ καὶ μετὰ ταῦτα θὰ παραληφθῇ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ ἔκτοτε θὰ μείνῃ εἰς τὴν τύχην του. Ὁ δὲ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος κατασκευάζει τοιοῦτον μονομερὲς ἔργον δὲν ἔχει γενικὰ ἔξοδα, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ μηχανικοὺς εἰς τὴν διάθεσίν του, ἠμπορεῖ καὶ ὁ ἴδιος νὰ κάνῃ τὸν μηχανικόν, εὑρίσκων τοὺς ὀλίγους ἐργάτας ποὺ χρειάζεται μὲ εὐκαιρίαν μικρᾶς πληρωμῆς. Ὑπάρχουν δὲ ἐργολάβοι τῆς Ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε ἀναλαμβάνουν τοιαῦτα ἔργα πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ ἀπασχολήσουν τὸ προσωπικόν των, καὶ τὸ ἀπασχολοῦν ἔστω καὶ μὲ ζημίαν. Θὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα εἰς ὅλους τοὺς Ἀθηναίους. Κάτω εἰς τὸ Ἱπποδρόμιον ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία κατεσκεύασε τὴν ἐξέδραν εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐζημιώθη 200.000 δραχμὰς περίπου καταβιβάσασα τὰς τιμάς. Μίαν φορὰν ἠρώτησα: πῶς ἀπεφασίσατε νὰ τὸ κάμετε αὐτό; Μοῦ ἀπήντησαν: «Δὲν εἴχαμε ποῦ νὰ ἀπασχολήσωμεν τὸ προσωπικόν μας, καλύτερον νὰ ἀνελαμβάνομεν τὸ ἔργον ἔστω καὶ μὲ ζημίαν καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι καὶ μία ρεκλάμα, ἀντὶ νὰ κολλᾶμε εἰς τοὺς τοίχους ταμπέλλες, ἡ ἐξέδρα κάμνει τὴν ρεκλάμαν μας. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν εἰς ὅλας τὰς ἐργασίας μας». Αὐτὰ μοῦ ἀπήντησαν. Ἄλλου εἴδους τοιοῦτον μεμονωμένον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἀνεφέρθη ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα εἶναι καὶ τὸ παράδειγμα τῶν ὑπονόμων τῆς Θεσ)νίκης. Μολονότι διὰ τὸ παράδειγμα αὐτὸ εἴχομεν εἰσήγησιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπὸ τὸν ἴδιον Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ ἐξηγήθη ἡ διαφορὰ τῶν τιμῶν, ὁ προλαλήσας ἐπιμένει νὰ τὸ ἀναφέρῃ. Δὲν εἰμπορεῖτε νὰ συγκρίνητε κατασκευὴν ὑπονόμων μὲ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Αἱ ἐκσκαφαὶ τῶν ὑπονόμων εἶναι πολὺ διαφορετικαὶ ἀπὸ τὰς ἐκσκαφὰς τῶν ὁδῶν. Εἰς τὰς ὑπονόμους σκάπτετε ἐντὸς τῆς πόλεως τὰ δὲ χώματα τὰ ἀποθέτετε παραπλεύρως, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐκσκαφὰς τῶν ὁδῶν ἐργάζεσθε μακρὰν εἰς μεγάλας ἀποστάσεις ἀπὸ τὰ κατῳκημένα μέρη, τὰ δὲ χώματα μεταφέρονται εἰς ἀποστάσεις πρὸς ἀπόθεσιν ἢ κατασκευὴν ἀναχωμάτων. Πῶς θὰ συγκρίνετε τὰς ἐκσκαφὰς ὑπονόμων μὲ τὰς ἐκσκαφὰς τῶν ὁδῶν; Ἀλλὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχουν καὶ μεμονωμένα τοιαῦτα ἔργα. Θὰ κρίνητε ἐκ τούτου γενικῶς; Μὰ τότε ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῆτε μαθηματικῶς. Ἄν ἔχετε π. χ. 4 ἢ 5 ἔργα μὲ τοιαύτας καταβιβασμένας τιμάς, θὰ ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ πάρετε καὶ τὰ ἄλλα 100 καὶ πλέον ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχουν πολὺ μεγαλυτέρας τιμὰς καὶ νὰ πάρετε τὸν μέσον ὅρον διὰ νὰ ἐξαγάγετε τὰ συμπεράσματά σας. Ὥστε μὲ τὸ χαμήλωμα τῶν τιμῶν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ κατώτατον δυνατὸν ὅριον καὶ μεταξὺ τῶν δύο παρουσιαζομένων ὁ ἕνας ἦτο ἀναμφισβητήτου φερεγγυότητος καὶ καλὸς κατασκευαστής, ἐνῶ ὁ ἄλλος τοὐναντίον εἶχε κατ’ οὐσίαν πτωχεύσει καὶ ἦτο κακὸς κατασκευαστής. Εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσω αὐτὰ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἔγινε πολὺς λόγος περὶ γενικῶν ἐξόδων. Ἐσυζητήθησαν οἱ ἀριθμοὶ οἱ παριστῶντες αὐτά. Ἐξετάσατε ποῦ ἀνέρχονται τὰ ποσοστὰ τῶν γενικῶν ἐξόδων εἰς τὴν Οὖλεν, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ εἰς τὴν Φαουντέσιον, ἡ ὁποία ἐπίσης ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐπίσης τοῦ λιμένος Πειραιῶς, τοῦ ὁποίου ἡ κατασκευὴ γίνεται μετὰ πάσης δυνατῆς οἰκονομίας, διὰ νὰ ἴδητε τί εἶναι ἀπέναντι αὐτῶν τὰ 9% τῶν γενικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ἀρκετὰ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ἀλλὰ ἤκουσα προτεινόμενον καὶ τοῦτο: Διατί δὲν κάμνετε ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας διὰ νὰ ἐπιτύχητε εὐρυτέραν προσέλευσιν ἀναδόχων καὶ ἴσως μᾶς παρουσιασθοῦν καὶ ξένοι διὰ νὰ κατασκευάσουν τὰ ἔργα ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους; Μά, κύριοι, τόσον πολὺ θέλομεν νὰ διώξωμεν τοὺς Ἑλληνικοὺς Οἴκους καὶ νὰ προτιμήσωμεν ξένους Οἴκους; Εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ζητήσῃ κανεὶς σοβαρῶς αὐτό; Νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιβραδύνωμεν τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἔλθουν ξένοι κατασκευασταὶ καὶ νὰ διώξωμεν τοὺς ἐντοπίους; Δὲν ἐχορτάσαμεν ἀκόμη ἀπὸ τοὺς ξένους κατασκευαστὰς τόσων ἄλλων ἔργων ὥστε νὰ ζητοῦμεν ξένους καὶ διὰ νὰ κατασκευάσουν τοὺς δρόμους μας; Πρέπει νὰ φθάσωμεν μέχρι αὐτοῦ τοῦ σημείου; Ἀφίνω ὅτι ὁ Νόμος εἶναι ρητῶς ἀντίθετος εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ οὐσιατικῶς δὲν εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχετε Ἕλληνας κατασκευαστάς, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωσιν εἰς τὴν χώραν μας, τῶν ὁποίων τὸ χρῆμα θὰ ἐξοδευθῇ εἰς τὴν χώραν μας καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσουν φόρους καὶ φόρους βαρεῖς εἰς αὐτὸν τὸν τόπον καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναπτυσσόμενοι θὰ γίνουν ἄξιοι νὰ κατασκευάσουν καὶ ἄλλα ἔργα, παρὰ νὰ προτιμήσωμεν ξένους; Καὶ ἂν ἀκόμη θελήσητε, κύριοι, ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ παραβλέψητε καὶ νὰ καλέσητε ξένους, νομίζετε ὅτι οἱ ξένοι θὰ δεχθοῦν ποτὲ νὰ κάμουν τὰ ἔργα αὐτὰ μὲ τόσον χαμηλὴν ἀνάλυσιν τιμῶν καὶ μὲ τόσον χαμηλὰ ποσοστά; Πάρετε ὅλους τοὺς ξένους εἰς ὅσους ἔχομεν δώσει ἔργα καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι εἶναι πολὺ ἀκριβώτεροι. Θὰ ἰδῆτε τοῦτο μετ’ ὀλίγον, ὅταν θὰ ἐξετάσωμεν τὰς προσφορὰς διὰ τὰ ἔργα τοῦ Στρυμόνος, προσφορὰς ποὺ θὰ εἶνε σχεδὸν πλεῖστοι ξένοι, θὰ ἰδῆτε ποῖαι θὰ εἶναι αἱ προσφοραὶ τῶν ξένων καὶ εἰς ἀνάλυσιν τιμῶν καὶ εἰς ποσοστά. Καὶ θὰ σᾶς ἐρωτήσω: Τί θὰ κάμωμεν τότε; θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ διλήματος: ἢ νὰ μὴ κάμωμεν τὰ ἔργα ἢ νὰ τὰ δώσωμεν εἰς ἀνωτέρας τιμὰς ἀπὸ ἐκείνας ποὺ ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας. Καὶ τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ ἔχωμεν διπλῆν ταρίφαν διὰ τὰ ἔργα μας, μίαν διὰ τοὺς ξένους, ἀκριβωτέραν καὶ χωριστὴν εὐθηνοτέραν διὰ τοὺς Ἕλληνας φορολογουμένους. Διὰ τὴν ὁδοποιΐαν ἀγωνιζόμεθα ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ δὲν μᾶς παρουσιάσθησαν ἄλλαι ἑταιρεῖαι, καὶ νομίζετε ὅτι σὲ ἕνα μῆνα θὰ μᾶς παρουσιασθοῦν ἄλλαι πλὴν ἐκείνη ποὺ παρουσιάσθησαν ἤδη; Ἀλλ’ αὐταὶ γνωρίζουν πλέον τὰς προσφορὰς ἡ μία τῆς ἄλλης, γνωρίζουν τὰ ὅρια εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεχώρησεν ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη Ἑταιρεία καὶ γνωρίζουν ἀκόμη ποία εἶναι ἡ μία καὶ ποία εἶναι ἡ ἄλλη. Τὸ συμπέρασμα, ἂν κάμνω νέον τινὰ σύντομον συναγωνισμὸν τὸν ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, θὰ εἶναι τὸ ἑξῆς: Θὰ ἐκβιάσωσιν οἱ κατώτεροι συναγωνισταὶ τὸν καλλίτερον νὰ τοὺς δεχθῇ καὶ τοὺς δώσῃ μερίδιον θὰ μοιράσωσι δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἐργασίαν μεταξύ των. Καὶ εἶναι δυνατὸν ἕνας Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος περὶ πολλοῦ ποιεῖται τὸ ζήτημα τοῦ ὑπολήψεώς του νὰ κάμνῃ τοιοῦτόν τι; Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ κυριώτερα τῶν ζητημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων, σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ παρέστησε ταῦτα κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἀνακριβῶς. Δὲν ἐπεξετάθην ἐπὶ πλείστων ἄλλων λεπτομερειῶν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ πράξω τοῦτο ἐὰν δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἰδιαιτέρως τὸ ζήτημα. Ἐπιφυλάσσομαι διὰ τοῦτο, καὶ ἔχω θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν ὅλον τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων καὶ θὰ σᾶς ἀναπτύξω τότε πολὺ λεπτομερέστερον τὰς ὄψεις τοῦ ζητήματος, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πράγματα. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ἐξ ἀρχῆς ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας. Δὲν ἐτέθη τοῦτο ὡς ζήτημα πολιτικόν. Ἐπῆλθεν ἐπὶ τούτου ἀπόφασις τῆς ὁλότητος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πλὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ὅστις καὶ οὗτος δὲν ἐθεώρησε τὴν διαφωνίαν του ὡς ζήτημα πολιτικόν. Προκειμένου ὅμως νὰ ὑπογραφῇ τὸ πρακτικόν, ἐνομίσθη ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ μένῃ ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὴ ὑπογράφων τὸ πρακτικόν, χωρὶς ἄλλως τε τοῦτο νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἐνομίσθη ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν, νὰ εἶναι ἕνας Ὑπουργὸς καὶ νὰ μὴ ὑπογράψῃ ὅταν θέλῃ τὰ πρακτικὰ χωρὶς νὰ διαφωνῇ εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἐξέρχηται τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τούτου ἐπῆλθεν ἡ κρίσις. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ ἐπῆλθεν ἡ κρίσις, ἡ λύσις τῆς κρίσεως ἐλάμβανεν ἄλλην τροπήν, ἄλλον χαρακτῆρα. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως κατηγόρησεν ἐμέ, καὶ ἕναν ἐκ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου προφανῶς τὸν κ. Μιχαλακόπουλον ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν ὅτι ἐκάμαμεν ἐκστρατείαν κατ’ αὐτοῦ ὡς κομμουνιστοῦ ὅπως τὸν ἀποκλείσωμεν τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πραγματικῶς κατὰ τὰς συνεννοήσεις αἱ ὁποῖαι μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐγένοντο πρὸς σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως ἐδήλωσα ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας θεωρῶ ἐκτὸς συζητήσεως καὶ ὄχι πολιτικόν, οὔτε ἐδέχθη, ἐπ’ αὐτοῦ καμμιὰ συζήτησιν διότι δὲν τὸ ἐθεώρουν ὡς ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐβασίζετο ὁ σχηματισμὸς τῆς Νέας Κυβερνήσεως. Ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ συνεργασθῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἕνεκα τῆς μεγίστης διαφορᾶς τῶν ἀντιλήψεών μας ἐπὶ τῶν μεγάλων κοινωνικῶν ζητημάτων. Διότι αἱ ἰδέαι μας ἐπὶ τῶν γενικῶν ζητημάτων καὶ τῆς ἐν γένει κοινωνικῆς πολιτικῆς ἀντιλήψεώς μας διέφερον εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἡ περαιτέρω συνεργασία δὲν ἦτο δυνατόν. Καὶ θὰ μοῦ εἴπητε πῶς ὑπῆρξε δυνατὸν ἡ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐπίσης συνεργασία; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἡ κυβέρνησις ἡ νέα δὲν φέρει ἐντελῶς τὸν χαρακτῆρα μὲ τὴν κυβέρνησιν εὐρέως συνασπισμοῦ, ὅπως καὶ ἡ κυβέρνησις τοῦ εὐρέως συνασπισμοῦ δὲν ἔφερεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ σκοποῦ τὸν αὐτὸν ἀκριβῶς χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον ἔφερεν καὶ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις συνέστη εἰς μίαν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξελθόντων ἐκ τῆς πιέσεως τῆς δικτατορίας, ἐξητάσαμεν ὅπως ὅπως νὰ δώσωμεν ζωὴν εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Δὲν εἴχομεν κατὰ τὴν ἀρχικὴν συγκρότησίν της ἐν τῷ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἔχῃ μακρὰν διάρκειαν. Ἐπρόκειτο νὰ λύσῃ κεφαλαιώδη τινὰ ζητήματα μόνον καὶ ἔπειτα νὰ διαλυθῇ ὅπως σχηματισθῇ ἄλλη Κυβέρνησις πλέον, ἔχουσα χαρακτῆρα περισσότερον Διοικητικόν, ἀπὸ ὅτι εἶχεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία εἶχεν ἐντελῶς γενικὸν Κυβερνητικὸν χαρακτῆρα. Ἀλλὰ ὅσον παρήρχετο ὁ χρόνος ἐγεννῶντο καὶ ζητήματα ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἐσωτερικῆς διοικητικῆς φύσεως. Ὅτε δὲ συνέστη ἡ Κυβέρνησις Συνασπισμοῦ προσετέθησαν καὶ νέαι ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον παρουσιασθῇ εἰς τὰς ἀρχάς. Ἤδη ἀρχίζομεν πλέον νὰ ἐξερχόμεθα ἀπὸ τὴν περίοδον τῆς ἐπιλύσεως τῶν μεγάλων προβλημάτων ἐκείνων διὰ τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία εὐρυτάτη συγκέντρωσις τῶν κομμάτων. Ἐρχόμεθα πλέον εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν προβλημάτων εἰδικῶν, ἐσωτερικῆς κατευθύνσεως διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται ἂν ὄχι ὁμοιογένεια, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τρία κόμματα νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ὁμοιογένεια νὰ ὑπάρχῃ ὅμως ὁμορρυθμία ὅπως τὴν ὠνόμασαν—τοιαύτης δὲ φύσεως ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ συνεννόησις. Διότι ἄνευ τούτου ἡ Διοίκησις τῆς Χώρας δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ Καὶ θὰ μοῦ εἴπητε τοιαύτη ἦτο ἡ ἀντίθεσις πρὸς τὸν ἀξ. Ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων; Ἐγνώριζα ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἦτο τοιαύτη. Ὁ ἀξ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως θὰ ἐνθυμεῖται τῷ 1924 τόν Ἰούνιον τὴν κρίσιν ἡ ὁποία ἐπῆλθε τότε ἕνεκα τῆς παραιτήσεως ἑνὸς Ὑπουργοῦ του μετὰ τοῦ ὁποίου συνεργάζετο στενώτατα, Ὑπουργοῦ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὁμιλῶν μαζὶ μου μοῦ τὸν παρέστησεν ὡς ἄνδρα κοινοβουλευτικότατον μολονότι ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀλλὰ ἀποκτήσαντα ἔκτακτον κοινοβουλευτικὴν πεῖραν. Τότε παραιτούμενος ὁ κ. Κονδύλης ἐδήλωσεν ὅτι ἔπραττε τοῦτο διότι διεφώνησε πρὸς τὰς κοινωνικὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀντιλήψεις, διεφώνει δὲ τόσον σπουδαίως ὥστε τὸν κατηγόρη τότε ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ δηλώσεων ἀναλόγων πρὸς ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁ ἀξ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως παραπονεῖται ὅτι ἡμεῖς ἐκάμαμεν περὶ αὐτοῦ.
§47Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐκεῖνα ἐστηρίχθητε;
§48Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Μὴ βιάζεσθε. Δὲν στηρίζομαι μόνον εἰς αὐτὰ ποὺ σᾶς ἀναφέρω τώρα. Τὰ ἀναφέρω ἱστορικῶς. Ἀρχίζει κανεὶς ἀπὸ τὰ μικρότερα διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὰ μεγαλύτερα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ τότε ἤρχισε νὰ κλονίζεται ἡ κυβέρνησίς του, διότι ἐν τῷ μεταξὺ δι’ ἄλλους λόγους τοῦ ἔφευγαν καὶ ἄλλοι Ὑπουργοί, καὶ ἡ κρίσις ἐλάμβανεν ἔκτασιν, τί ἀπαντᾷ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Κονδύλη; Ἀπήντησε διάφορα πράγματα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἱστορικὸν μέρος τῆς κρίσεως καὶ λέγει παρακάτω: «Ὡς πρὸς τὸν Μπολσεβικισμὸν θεωρῶ ἀνάξιον τῆς νοημοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ νὰ ἀνασκευάσω τὰς περὶ τὸν Μπολσεβικικὸν Μπαμπούλαν φήμας, τὰς τόσον ἐπιτηδείως καλλιεργηθείσας αὐτὸν τὸν καιρόν. Περιορίζομαι νὰ παραπέμψω τούς ἀδικαιολογήτως τρομοκρατημένους ἀνθρώπους εἰς τὴν ἀρθρογραφίαν τοῦ «Ριζοσπάστου» ὁ ὁποῖος διεξάγει τὸν πλέον ἀπηνῆ πόλεμον κατὰ τῆς Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως καὶ προσωπικῶς κατ’ ἐμοῦ». «Θέλομεν τὴν συστηματικὴν ἀνύψωσιν τῶν ἐργατικῶν τάξεων, ἀλλ’ ἀποκρούωμεν τὴν ἄμεσον καὶ βιαίαν ἀνατροπὴν τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ἀντιτιθέμεθα ριζικῶς εἰς κάθε εἶδος μπολσεβικισμοῦ. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων τὸ πρόγραμμά μας εἶναι σαφὲς καὶ αἱ πράξεις μας ἀκόμη σαφέστεραι κτλ. κτλ.». Ἐπαναλαμβάνω δὲν ἀποκρούει τὴν ἀνατροπήν, τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, ἀλλὰ τὴν ἄμεσον καὶ βιαίαν ἀνατροπὴν αὐτοῦ. Δὲν σᾶς λέγει κανείς, κύριε Ἀρχηγέ, τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι εἶσθε κομμουνιστής. Γνωρίζομεν ὅτι δὲν εἶσθε κομμουνιστὴς δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος οὔτε εἰς τὴν τρίτην διεθνῆ οὔτε εἰς τοὺς ἄλλους συνδέσμους τοὺς κομμουνιστάς. Τὸ γνωρίζομεν. Εἶναι περιττὸν νὰ τὸ τονίσητε. Δὲν θέλετε τὴν ἄμεσον καὶ βίαιον ἀνατροπὴν τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Αὐτὸ τὸ ζητεῖ ὁ κομμουνισμός. Αὐτὸς ζητεῖ τὴν ἄμεσον καὶ βιαίαν ἀνατροπὴν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Σεῖς δὲν θέλετε τὴν ἄμεσον καὶ βιαίαν. Τὴν θέλετε ἐξελικτικῶς, ἵνα φθάσητε εἰς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὁποῖον ζητεῖται καὶ κατ’ αὐτὸ διαφέρετε ἀπὸ τὸν κομμουνισμὸν καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι καὶ ἡ μεγάλη ἔρις μεταξύ σας, ἡ ὁποία εἶναι ἔρις καθ’ αὑτὸ οἰκογενειακὴ καὶ δι’ αὐτὸ ἔχει ὅλην τὴν σφοδρότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουν αἱ οἰκογενειακαὶ ἔριδες. Καὶ εἰς τοῦτο ὅμως δὲν εἶσθε ἀπολύτως ἐν τῇ ἀληθείᾳ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τὴν ἔμμεσον καὶ ἄνευ βίας ἀνατροπὴν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Τὸ γνωρίζετε αὐτὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν. Τὸ γνωρίζετε ὅτι εἰς μίαν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν προχωροῦντες ἐξελικτικῶς θὰ φθάσητε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ὡριμότητα κατ’ ἀνάγκην θὰ κάμετε τότε ἄμεσον καὶ βιαίαν ἀνατροπήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, ὁ ὁποῖος καὶ ὀρθῶς εἴπατε ἄλλοτε ὅτι τὰ πολιτικὰ καθεστῶτα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πίπτωσιν ἄλλως παρὰ βιαίως, καὶ ὀρθῶς εἴπατε τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε διάφορον γνώμην καὶ διὰ τὰ κοινωνικὰ καθεστῶτα. Ἐὰν δὲ τὸ λέγετε αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν τὸ λέγετε διὰ νὰ μὴν τρομάξητε τὸν κόσμον, ἀσφαλῶς ὅμως θὰ φθάσητε εἰς τὴν στιγμὴν ποὺ θὰ τὸ πράξητε. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι παλαιότερα· ἦσαν ἤδη γεγονότα ὅταν ἤλθομεν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν καὶ κατόπιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐρέως συνασπισμοῦ. Ἀλλὰ τότε ἐθέσαμεν ὡς ἀρχὴν καὶ τὸ εἴχομεν συμφωνήσει μεταξὺ μας ὅτι ὁ καθεὶς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός του, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν μεταξὺ κομμάτων, τὰ ὁποῖα τόσον διέφερον κατὰ τὰς ἰδέας συνέβαινε τοῦτο τὸ ἔκτακτον, ὅτι ἕκαστον κόμμα θὰ ἐπεζήτει νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός του ἐπὶ τῶν ἄλλων κομμάτων. Ἡ διάλυσις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπήρχετο ἀμέσως. Ἐν τοσούτῳ ὅμως ὑμεῖς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μετὰ τὴν πάροδον τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ μέλιτος τῆς Κυβερνητικῆς συμπράξεως ἐπεδιώξατε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑμετέρου προγράμματος. Δὲν εἶναι τυχαῖα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας. Πιθανὸν νὰ μὴν εἶναι ἀπὸ σκοποῦ. Πιθανὸν νὰ σᾶς ἐξέφυγεν ἐκ τῶν χειρῶν ἡ ἐνέργειά σας. Ἀλλ’ ὅπως γνωρίζετε τὸ σπουδαιότερον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζει τὴν ἐνέργειαν ἑνὸς πολιτικοῦ δὲν εἶναι τόσον ἡ λογικὴ ὅσον ἡ ἰδιοσυγκρασία. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον δίδει ἐγγύησιν, ὅσον ἀφορᾷ ἕνα πολιτικόν, δὲν εἶναι αἱ λογικαὶ σκέψεις, τὰς ὁποίας θὰ ἠδύνατο ἐν ἠρεμίᾳ νὰ συντάξῃ ἐπὶ τοῦ χάρτου εἰς τὸ γραφεῖόν του, ὅσον ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας τοῦ ἐπιβάλλει ἡ ἰδιοσυγκρασία του.
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν ἐγγύησιν.
§50Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Σεῖς εἰς ὅλα τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤλθομεν εἰς κάποιαν ῥῆξιν ἰδεῶν εὑρέθητε πάντοτε ἐνηγκαλισμένος μὲ τὰ ἀκρότερα στοιχεῖα. Δὲν σᾶς ἀναφέρω τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα. Διότι δὲν θέλω ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐπαναφέρω τὴν τοιαύτην συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ. Κατελήξαμεν εἰς ἕνα συμβιβασμὸν καὶ εἶμαι εὐτυχής, ὅτι συνέτεινα εἰς τὸν συμβιβασμὸν καὶ εἰς τὴν καταπράϋνσιν τῆς ἔριδος ταύτης. Σεῖς ὅμως εὑρέθητε ἐνηγκαλισμένος μὲ τὰ πλέον ἄκρα στοιχεῖα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Τυχαίως ἴσως! Καὶ ὅταν ἤλθομεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ποὺ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐνεφανίζοντο εἰς μίαν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς μὲ ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἤρχιζε νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς ἐγκληματικῆς διαγωγῆς τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Βουλῶν, ὅταν τὸ ὅλον τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἀπέπνεε τὴν ὀσμὴν τῶν ἀνατρεπτικῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπηρεάσει τὴν σύνταξίν του—δὲν λέγω ὅτι εἶναι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι τοιαῦτα στοιχεῖα, ἀλλ’ ὅτι εἶχον εἰσχωρήσει εἰς αὐτοὺς τοιοῦτοι—ὅταν ἐγὼ καὶ ὁ ἕτερος συνάδελφός μου ἀναπληρῶν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐλέγομεν, ὅτι ἀρνούμεθα νὰ ἀρχίσωμεν συζήτησιν μετὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται μὲ τοιοῦτον ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγίνετο λόγος περὶ ἐγκληματικῶν Κυβερνήσεων καὶ Βουλῶν τῆς Ἑλλάδος σεῖς ἠρχίσατε νὰ συζητῆτε μετ’ αὐτῶν καὶ νὰ προσπαθῆτε κάπως νὰ τοὺς ἐνθαρρύνετε εἰς τὰς αἰτήσεις των καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν μᾶς συνεκαλεῖτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρὰ τῷ σεβαστῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αἰφνιδίως μᾶς ἐλέγετε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμωμεν κάτι τι διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, τὸ ὁποῖον εἴχατε προσυμφωνήσει μετ’ αὐτῶν. Δηλαδὴ σεῖς ἀδιαφοροῦντες διὰ τὴν φοβερὰν προσβολήν, ἡ ὁποία ἐγίνετο κατὰ τοῦ Κράτους, ἐνηγκαλίζεσθε τὰς ἀκρότητας αὐτὰς διὰ νὰ τὰς ἐπιβάλητε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Καὶ τοῦτο τυχαίως; Ἦλθε κατόπιν πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τῶν κομμουνιστῶν. Δὲν κατεδιώξαμεν τοὺς κομμουνιστὰς οὔτε τοὺς παρεδώσαμεν εἰς τὴν ἀστυνομίαν διὰ τὰς ἰδέας των. Τοὺς ἐζήτησεν ἡ δικαιοσύνη δι’ ἓν ἔγκλημα τὸ ὁποῖον ἔθιγε τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θὰ σᾶς κατηγορήσω δι’ ἀντιπατριωτικὰς ἰδέας, ὄχι, ἀλλ’ εἶναι τοσαύτη ἡ πρὸς αὐτοὺς συμπάθεια, ὥστε μετέλθετε πᾶν δυνατὸν μέσον διὰ νὰ ἀποφύγωσιν, οὗτοι ἂν ἦτο δυνατὸν τὸ ποτήριον τοῦτο.
§51Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καί τοὺς φίλους σας οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν μὴ δίωξιν τῶν κομμουνιστῶν διατί δὲν τοὺς ἀπεκηρύσσετε ἀφοῦ ἀπεδίδατε τοιαύτην σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα; Οἱ φίλοι σας, οἱ ἐπιτελεῖς τοῦ κόμματός σας τοὺς ὑπεστήριξαν καὶ ἡμεῖς τοὺς κατεψηφίσαμεν.
§52Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοινωνίας). Εἰς κάθε κόμμα, κύριε Μπακόπουλε, ἡ συνισταμένη τῶν ἰδεῶν ἐκφράζεται ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος, δὲν ἐξετάζεται ἡ λεπτομέρεια ἂν εἷς ἢ δύο ὀπαδοὶ δὲν συμφωνοῦσιν ἐντελῶς. Ὅπως εἶναι πιθανὸν σεῖς, κύριε Μπακόπουλε, νὰ μὴ εἶσθε ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας τοῦ Ἀρχηγοῦ σας, ἀλλὰ τὰς ἰδέας αὐτὰς θέλοντες καὶ μή, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ τὰς ἀκολουθήσετε ἐντὸς τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε, καὶ νὰ ὑποστῆτε τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν...
§53Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἐξηντάρης τοὺς ὑπεστήριξεν.
§54Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοινωνίας). Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον οἱ Ὑπουργοὶ ἔμενον μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας μὴ γνωρίζοντες τί πρέπει νὰ πράξουν. Ἦλθεν ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνας ξένος λογοτέχνης. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὴν λογοτεχνικὴν αὐτοῦ ἀξίαν. Διότι δὲν ἦλθεν ἐδῶ διὰ νὰ μᾶς διηγηθῇ τὸν βίον του καὶ νὰ τὸν λυπηθῶμεν διὰ τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα τοῦ συνέβησαν καὶ τὴν ἐπιτυχίαν μὲ τὴν ὁποίαν ἀντεπεξῆλθεν εἰς τὰς ἀντιξόους περιστάσεις. Δὲν ἦλθε νὰ μᾶς κάμῃ διάλεξιν ἂν τὸ εἶδος τῆς λογοτεχνίας αὐτοῦ εἶναι καλύτερον ἀπὸ τὰ ἄλλα, ὥστε νὰ συνομιλήσωμεν μετ’ αὐτοῦ ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς κοινωνικάς του ἰδέας. Αὐτὸς ἀπὸ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐπάτησεν εἰς τὸν Πειραιᾶ ἐκήρυξε τὸν πόλεμον, κατὰ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος συνήθροισε τὸν κόσμον εἰς τὸ θέατρον τῆς Ἀλάμπρας διὰ νὰ τοὺς ἀναπτύξῃ τὸν παράδεισον τῆς Σοβιετικῆς Ρωσσίας. Περιήρχετο παντοῦ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τοῦ κομμουνισμοῦ. Μετέβη εἰς τὸ Φθισιατρεῖον τῆς Σωτηρίας καὶ προσεπάθησε νὰ ἐξεγείρῃ καὶ τοὺς φθισικοὺς ἐναντίον τοῦ κράτους. Δὲν θὰ σᾶς ὁμιλήσω διὰ τὸ περίφημον τέϊον, μὴ ἀνησυχεῖτε δι’ αὐτό. Σεῖς τί ἐπράξατε ἀπέναντι τῆς καταστάσεως ταύτης ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτοβούλως καὶ χωρὶς νὰ τοῦ εἴπῃ τίποτε ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ διὰ τὰς ἀξιοποίνους πράξεις του, σεῖς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπιμείνατε ὅπως δώσῃ ὁδηγίας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ παύσῃ δίωξιν.
§55Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατί δὲν τὸ ἐλέγατε πρίν;
§56Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοινωνίας). Δὲν τὸ ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸ εἴπωμεν. Ὅταν δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσῆγεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔκθεσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς διὰ τῆς ὁποίας οὗτος ἐζήτει τὴν ἀπέλασιν τοῦ ἐν λόγῳ προσώπου διότι ἐδήλωνεν, ὅτι ἦσαν τοιαῦται αἱ ἐνέργειαί του, ὥστε νὰ τὰς θεωρῇ λίαν ἐπικινδύνους διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην καὶ ἔφθανε μέχρι παραιτήσεως, σεῖς ἐπεμείνατε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι αὐτὸ δὲν εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ ποτὲ καὶ ἠμποδίσατε τὴν ἀπέλασιν. Ὅταν ἐπανῆλθε τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἕνεκα τῆς ἐξεγέρσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερε τὸ πρόσωπον αὐτὸ εἰς τὸ φθισιατρεῖον τῆς Σωτηρίας σεῖς εἴπατε, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε, ὅτι εἰμπορεῖ νὰ λέγῃ ὅτι θέλει ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Σωτηρίας, καὶ ὅτι σεῖς ἐξεύρατε καλύτερα τί πράγματι συνέβη. Κατόπιν αὐτῶν δὲν θὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶσθε κομμουνιστής. Ὄχι, κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, δὲν εἶσθε ὁ Χριστὸς τοῦ κομμουνισμοῦ, εἶσθε ὅμως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος τοῦ κομμουνισμοῦ. Εἶσθε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀνοίγει τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς θύρας πρὸς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ καθεστῶτος. Καὶ θὰ μὲ ἐρωτήσετε ἂν ἔφθασε δι’ ἐμὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ νὰ διακόψω μίαν συνεργασίαν, ἡ ὁποία μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο τόσον πολύτιμος. Λέγω ναί, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ πραγματικώτερον τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ζητημάτων τῆς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσι μεταξὺ συναδέλφων τῆς Κυβερνήσεως τάσεις καίτοι καθαρῶς ἀστικαὶ ἐν τούτοις προοδευτικώτεραι ἀπὸ τὰς ἰδικάς μου, καὶ τὰς σέβομαι. Ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι δύναμαι νὰ συμπράξω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ καλῇ πίστει μὲ αὐτούς, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τὸ ἴδιον μὲ σᾶς. Δι’ αὐτὸ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν συνεργαζόμενοι καὶ δι’ αὐτὸ ἐσχηματίσθη ἡ νέα Κυβέρνησις ἄνευ ὑμῶν. Ἀλλ’ ἂν ὁ ἀποκλεισμὸς ὑμῶν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἐστέρησε τῆς εὐχαριστήσεως νὰ ἔχωμεν συνεργάτην διαρκῶς διαφωνοῦντα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συνεργασίας ἔχοντα ἀναρχικὰς τάσεις, ἔχοντα ὅμως τοιαύτην χαριτολόγον εὐθυμολογίαν, ὥστε ἐφαιδρύνετο ἡ διαίρεσις, ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἡ χαρὰ ἡ ἰδική μου εἶναι πολὺ μεγάλη νὰ σᾶς βλέπω ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει δι’ ἕνα σπουδαῖον λόγον. Ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε εἶχε κἄποιαν ἔλλειψιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ συγκρότημα τὸ κοινοβουλευτικόν, τὸ ὁποῖον τὴν ὑπεστήριζεν, εἶχε κἄποιαν ἔλλειψιν φανατισμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κοινοβουλευτικὴ ἐργασία ἄνευ τοῦ φανατισμοῦ τούτου. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εὑρισκόμενον ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἕνεκα τῶν συντηρητικῶν αὐτοῦ ἀρχῶν δὲν μᾶς ἔδιδε τὸν φανατισμὸν τοῦτον, διότι ὅλοι ἐνομίζαμεν ὅτι καὶ ἂν ἐφεύγαμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἤρχετο ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος —ἡ δική μου ἰδέα τουλάχιστον ἦτο αὐτὴ—ἡ γενικὴ πορεία δὲν θὰ ἦτο πολὺ διάφορος τῆς ἰδικῆς μας. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε σεῖς ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει καὶ ἐμφανίζετε ἕνα κἄποιον κίνδυνον νὰ ἔλθετε ὑμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ κίνδυνος αὐτὸς τοῦ νὰ ἔλθητε ὑμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὰς ἄκρας ἰδέας σας θὰ συνασπίσῃ περὶ τὴν Κυβέρνησιν φανατικῶς τοὺς ὀπαδούς της καὶ ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην, διότι θὰ σκεφθῶσι πάντες περισσότερον τί θὰ συμβῇ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἀνετρέπετο παρ’ ὑμῶν καὶ ἤρχεσθε ὑμεῖς εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ αὕτη θὰ εἶναι ἡ καλλιτέρα ὑποστήριξις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ δοθῇ εἰς αὐτήν. (Χειροκροτήματα).
§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀγορεύσω διὰ μακρῶν, βεβαίως δὲν θὰ εἶχον τὴν ἀπαίτησιν νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ παραμείνετε διὰ νὰ μὲ ἀκούσετε. Πρόκειται μόνον περὶ ἐλαχίστων, ὄχι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός, ἀφοῦ δὲν κατώρθωσε νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ κύρια σημεῖα τῆς ἀπαντήσεώς μου εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς δημοπρασίας, ἠθέλησε διὰ κἄπως εὐχαρίστου, διὰ νὰ μὴ εἴπω φαιδρᾶς, περικοπῆς τῆς ἀγορεύσεώς του νὰ προκαλέσῃ τὰς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ εἴπω οὐδὲ λέξιν διὰ τὸ ζήτημα τῆς δημοπρασίας, διότι θὰ διεξαχθῇ ἐπ’ αὐτοῦ μακρὰ συζήτησις καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι οὐδὲ συλλαβὴ ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπον εἶναι ἀνακριβής. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω διὰ τὴν ἀφορμὴν τῆς παραιτήσεώς μου. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοιν. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς δημοπρασίας ἡ αἰτία τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως, ἀλλὰ ἡ ἄρνησίς μου νὰ ὑπογράψω τὸ πρακτικόν. Δηλαδὴ ὄχι ἡ κόττα ἀλλὰ τὸ αὐγό. Ἀπεχώρησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὄχι διότι ἠθέλησα νὰ μὴ ἔχω τὰς εὐθύνας, ἂν καὶ εἶχον ἐντελῶς ἀντιθέτους ἀντιλήψεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ διότι ἐγὼ καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον κατέληξεν εἰς τὴν διάσπασιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς ἄλλην Ὑπουργικὴν σύσκεψιν μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ἐδήλωσα, ὅτι δὲν θέτω πολιτικὸν ζήτημα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς δημοπρασίας καὶ τὸ ἐδήλωσα ὀρθῶς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐὰν ἓν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔθετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως. Δὲν ἠθέλησα νὰ ὑπογράψω καὶ τὸ ἐδήλωσα, ὄχι διὰ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὰς εὐθύνας αἱ ὁποῖαι ἐφόσον παρέμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μοῦ ἦσαν ἀρκετὰ μεγάλαι, ἀλλὰ ὅπως καὶ τότε εἶπον εἰς τοὺς συναδέλφους μου, διὰ τῆς μὴ ὑπογραφῆς ἐπεθύμουν νὰ ἐκδηλώσω ζωηρότερον τὴν βαθεῖαν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ, δὲν ἦτο συμφέρουσα διὰ τὴν χώραν.
§58Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τότε εἴχατε καθῆκον νὰ μὴ μείνετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§59Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁποῖον καθῆκον εἶχον, εἶναι ἰδικός μου λογαριασμός. Δὲν θὰ μὲ διδάξετε σεῖς. Καὶ ὅτι ἡ πρᾶξις μου αὕτη, τοῦ νὰ μὴ ὑπογράψω, ἦτο ἀρκετὰ σημαντική, ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀπομείνασα μόνη μετὰ τὴν παραίτησιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, δὲν ἔλαβεν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἡ τακτικὴ δὲ τῆς μὴ ὑπογραφῆς τῶν πρακτικῶν παρὰ ἑνὸς τῶν ὑπουργῶν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ πρῶτον εἰς αὐτὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὔτε ἀπεκρούετο ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῶν Ὑπουργῶν. Ἔλαβε χώραν καὶ εἰς ἄλλα προηγούμενα Συμβούλια καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐγώ, καὶ σιωπηρῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἀπεδέχθημεν τοῦτο. Ἄλλωστε μοῦ τὸ ἐδήλωσε πολλάκις, ὅτι δύναμαι νὰ μὴ ὑπογράψω καὶ εἶχε τόσην πεποίθησιν ἐπὶ τῶν δηλώσεών του, ὥστε ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην τῆς πράξεώς του ταύτης. Ὥστε καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θεωροῦμεν ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν μειοψηφήσαντα Ὑπουργὸν νὰ μὴ ὑπογράψῃ τὸ πρακτικόν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔστειλε καὶ ἐπιστολὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐδήλωσεν ῥητῶς, ὅτι οἱ διαφωνοῦντες ἠδύναντο νὰ μὴ ὑπογράψωσιν τὸ πρακτικὸν καὶ ἐστήριξε τὴν γνώμην του ταύτην εἰς τὸ ὅτι καὶ ἄλλοτε αὐτὸς ἦτο ὑπὲρ τῆς ἰδέας νὰ μὴ ὑπογράφουν τὰ πρακτικὰ οἱ διαφωνοῦντες Ὑπουργοί. Ὑπῆρχε λοιπὸν καὶ προηγούμενον τῆς μὴ ὑπογραφῆς καὶ ἡ γνώμη αὐτὴ ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Παραδόξως ὅμως, τὴν ἄλλην ἡμέραν εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἄλλα πράγματα διαλάμβανε καὶ ἄλλα ὑπεστήριζεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Πῶς ἐγένετο ἡ μεταβολὴ αὐτή, δὲν γνωρίζω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ διασαφηνίσουν τὸ γεγονός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ μοῦ δώσῃ ἐξηγήσεις τινάς, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συνεργασθῶμεν ἢ νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του διότι δὲν εἶμαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ οὐδεμίαν αἰσθάνομαι λύπην διὰ τὴν μὴ συμμετοχήν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη δικαιολογίας διὰ τὴν μὴ συμφωνίαν ἐπὶ ὡρισμένου ζητήματος. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ τάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ καὶ αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι τώρα εἶναι ἄλλαι. Ἄλλοτε ὅμως εἶχεν ἕν πρόγραμμα ἀρκετὰ πλησιάζον πρὸς τὸ ἰδικόν μου. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθη εἰς τὴν πολιτικήν, αἱ πολιτικαί του ἰδέαι ἤρχισαν νὰ διαφέρουν πρὸς τὰς ἰδικάς μου πολιτικὰς ἰδέας, καὶ τὰς κοινωνικὰς ἀκόμη, καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγώ, ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου, εἶπον ὅτι φοβοῦμαι μήπως ὄπισθεν αὐτῆς τῆς ἀντικομμουνιστικῆς φρασεολογίας γίνεται μία ἐπὶ τὸ ἀντιλαϊκώτερον κατεύθυνσις τῆς Κυβερνήσεως παρ’ ὅλην τὴν συμμετοχὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐπὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, συμφωνεῖ ἄκρως μεθ’ ἡμῶν. Ὥστε οἱ φόβοι καὶ οἱ δισταγμοί μου ἦσαν ἀρκετὰ δικαιολογημένοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, τί σᾶς εἶπε; Θὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι δὲν ἠθέλησε διὰ μιᾶς λεπτομερεστέρας φρασεολογίας νὰ ἐπαναλάβῃ ὅσα ἀσύστατα ἐδημοσιεύθησαν διὰ τοῦ τύπου περὶ δῆθεν κομμουνιστικῶν ἀρχῶν μου. Ἠναγκάσθη νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεώς μου τοῦ 1924 τοῦ κ. Κονδύλη, ὁ ὁποῖος ἀνῄρει τὰς κομμουνιστικὰς τάσεις τῆς Κυβερνήσεως εἰς μίαν δήλωσιν ἑνὸς διδασκάλου τῆς Ἡγουμενίστης ὁ ὁποῖος κατηγγέλλετο ἀπὸ τὴν Ἀστυνομίαν ὅτι ἔκαμνε προπαγάνδαν ὑπὲρ τοῦ κομμουνισμοῦ. Αὐτὸ ἦτο τὸ πλέον ἐπίφοβον φαινόμενον τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ κομμουνισμοῦ τότε καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρίχθη ἡ ἀγόρευσις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ ὁ κ. Κονδύλης καὶ ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν, ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα σφάλματα τοῦ βίου του ὑπῆρξε τὸ ὅτι ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὴν πρώτην Δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν. Πλὴν ὅμως αὐτῶν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἀνεῦρε καὶ ἄλλας ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι τὸν πείθουν ὅτι ἔχω ἀκατάσχετον ροπὴν πρὸς τὸν κομμουνισμόν, τὸ ζήτημα τὸ δημοσιοϋπαλληλικόν. Ἐγὼ ἔδωσα περισσοτέρας ὑποσχέσεις εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του αὐτήν, νὰ εὕρῃ στοιχεῖα, ἐσύγχυσε τὰ γεγονότα. Ὡμίλησε περὶ τῆς παρουσίας μιᾶς ἐπιτροπῆς δημοσίων ὑπαλλήλων παρουσιασθείσης εἰς τὸν προθάλαμον τῆς Βουλῆς καὶ περὶ ἀποφάσεων τὰς ὁποίας ἐλάβομεν νὰ δώσωμεν μίαν αὔξησιν εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι προηγήθη ἡ ἀπόφασις τῆς Ὑπουργικῆς συσκέψεως νὰ γίνῃ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἀπὸ τὴν παρουσίασιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὸν προθάλαμον πράγματι ἐγὼ ἀντιλαμβανόμενος τὴν μεγάλην οἰκονομικὴν στενοχωρίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἰδίως κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν, ἐζήτησα, ὅπως δώσωμεν κάποιαν ἀνακούφισιν εἰς τὴν στενοχωρίαν αὐτὴν ἐζήτησα ὅπως προκαταβληθῇ τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἰς τρόπον ὥστε ὁ πλήρης μισθὸς νὰ πληρώνεται ὄχι τὴν 20ὴν ἑκάστου μηνός, ὅπως γίνεται σήμερον, ἀλλὰ τὴν πρώτην καὶ τὴν 15ην ἑκάστου μηνός. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἐπήρχετο καμμία μεγαλυτέρα ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ θὰ ἀφῄνετο εἰς τὸ μέλλον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον θὰ ἠδυνάμεθα αὐτὴν τὴν προκαταβολὴν νὰ τὴν μονιμοποιήσωμεν ὡς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐκλήθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γεν. Λογιστηρίου καὶ ἐβεβαίωσεν ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ τοιαύτη καταβολὴ, κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ αὐτὴν δὲν διεφώνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Δὲν γνωρίζω μάλιστα ἂν ἐπλειοδότησεν ἀλλὰ ὡρισμένως δὲν διεφώνησε. Συνεφώνησε μαζύ μου καὶ μάλιστα, ὅταν ἐγὼ, διὰ νὰ μὴ ἐξογκωθῇ ἡ δαπάνη εἶπον ὅτι ἔπρεπεν ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, ἄν ἠμπορούσαμεν, νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο μέτρον τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους ἀπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ κάτω καὶ νὰ ἀφήσωμεν τοὺς ἀνωτέρους, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, μὲ μίαν χειρονομίαν γενναιόφρονα εἶπεν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τοιαύτη διάκρισις.
§60Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοινωνίας). Τὸ ὅτι δὲν ἀπαντῶ, δὲν σημαίνει ὅτι συμφωνῶ. Πρῶτον ἡ σύσκεψις, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν προηγήθη τῆς συσκέψεως τῶν ὑπαλλήλων.
§61Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Προηγήθη.
§62Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοινωνίας). Ὄχι. Ἡ σύσκεψις ἐγένετο τὴν ἑπομένην.
§63Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Προηγήθη καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω.
§64Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουρ. Συγκοινωνίας). Δεύτερον εὑρέθημεν ἐκεῖ ὑπὸ τὴν πίεσιν τὴν ἰδικήν σας, καὶ ἐνοήσαμεν, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν πλήρῃ συνεννοήσει μετὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§65Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ, κ. Ὑπουργέ.
§66Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοινωνίας). Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν οὔ ἐσεῖς δὲν εἴπετε δι’ ἀνωτέρους, οὔτε καὶ ἐγὼ τίποτε ἐδέχθημεν τὴν συμφωνίαν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ μὴ ἀνακοινώσωμεν τίποτε. Μόλις ὅμως ἐξήλθομεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, χωρὶς κανεὶς ἐξ ἡμῶν τῶν ἄλλων νὰ ἀνακοινώσῃ τι, σεῖς τὸ εἴπατε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ μετ’ ὀλίγον ἐγένοντο παγκοίνως γνωστὰ τὰ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ διαμειφθέντα.
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ζωηρῶς). Εἶναι γνωστὸν κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι πάντοτε λεπτομερείας διὰ τὴν διάσκεψιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δημοσιεύουν αἱ φιλικαὶ πρὸς ὑμᾶς ἐφημερίδες καὶ οὐδέποτε αἱ φιλικαὶ πρὸς ἡμᾶς ἐφημερίδες. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὴν σύσκεψιν ἐκείνην, ὄχι μόνον δὲν διεφωνήσατε, ἀλλὰ καὶ ἐπλειοδοτήσατε, καὶ ἤλθετε εἰς τὴν σύσκεψιν ἐκείνην ἀποφασισμένος καὶ μὲ τὴν πρότασιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς ὑποστηρικτὴς αὐτῆς. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι προηγήθη ἡ παρουσίασις τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸν προθάλαμον τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ἐγκύκλιος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἦτο ἀντιπειθαρχικὴ, ἐδημοσιεύθη ὅταν ἀνεκοινώσαμεν τὴν ἀπόρριψιν τῶν αἰτημάτων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Βεβαίως συνεζήτησα μὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, διότι νομίζω, ὅτι καθῆκον τοῦ Κυβερνήτου εἶναι νὰ μὴ ἀπειλῇ πάντοτε καὶ νὰ μὴ ἀσκῇ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ νὰ πείθῃ ἐκείνους τοὺς ὁποίους θέλει νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ πειθὼ εἶνε τὸ πρῶτον ὅπλον τοῦ καλοῦ Κυβερνήτου. Γνωρίζετε πολὺ καλά, καὶ ὑπάρχει ἡ ὑπογραφή μου εἰς ἓν νομοσχέδιον συνταχθὲν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀναγνωρίσω δικαιώματα ἀπεργίας εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ ὅμως ἔρχεσθε νὰ παραστήσετε ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐπὶ κεφαλῆς ἀπεργίας τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δὲν σᾶς συνέφερον αὐτὸ καὶ ἐζητήσατε νὰ ἀνεύρητε καὶ ἀνεύρατε ἄλλα ζητήματα, τὸ ἐκπαιδευτικὸν καὶ δὲν γνωρίζω τίνα ἄλλα, διὰ νὰ ἀνακαλύψετε τὰς ἰδικάς μου ἀνατρεπτικὰς ἰδέας καὶ ἐφθάσατε εἰς τὸ περίφημον ἐπεισόδιον τοῦ Ἰστράτι. Μάλιστα κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ποινικὴ δίωξις κατὰ τοῦ ξένου ἐκείνου συγγραφέως, κατὰ τὸ ἥμισυ ἄλλωστε Ἕλληνος (αἴσθησις) καὶ τὰς πεποιθήσεις μου αὐτὰς οὐδέποτε ἀπέκρυψα. Ἐπίσης ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι καμμία πρᾶξις ἀπελάσεως δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ κατὰ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, διότι δὲν εἶναι ἐπικίνδυνος. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ὅταν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνεκοίνωσα τὰς σκέψεις μου αὐτάς, ἐφέρατε σεῖς ἀντίρρησιν; Μήπως δὲν ἦτο ὁ ἐπὶ τῆς Παιδείας κ. Ὑπουργός, ὁ φίλος ὑμῶν, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν γνώμην μου;
§68Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐδήλωσα ὅτι, ἐφόσον τὸ Κράτος δὲν ἠπειλήθη, ἐφόσον ἀστικὸς ὀργανισμὸς τὸν ἐξένισεν, ἐφόσον αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι τοῦ ἐπέτρεψαν τὴν διάλεξιν ἐν γνώσει περίπου τοῦ περιεχομένου, θὰ ἦτο ὑπερβολὴ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ κάμωμεν τὴν δίωξιν κατ’ αὐτοῦ. Ἡ βάσις ὅμως ἐξ ἧς ὡρμήθην ἐγώ, καὶ ἡ βάσις ἀφ’ ἧς ὡρμήθη ὁ κ. Παπαναστασίου δὲν ἦτο ἡ αὐτή.
§69Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνατομίαν ἐγκεφάλου δὲν κάμνομεν. Ἡμεῖς κρίνομεν πολιτικὰς πράξεις.
§70Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἶσθε πολὺ εὔγλωττος, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ σᾶς παρακαλοῦμεν ἀφήσατέ μας νὰ συμπληρώσωμεν. Ὑπάρχει ριζικὴ διαφορὰ τῆς βάσεως ἀφ’ ἧς ὡρμήθημεν διὰ νὰ ὑπεραμυνθῶμεν ἀπὸ τὰ ἐπεισόδια αὐτά.
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ αὐτὰ ἀκριβῶς ἐπιχειρήματα ἐπεκαλέσθην καὶ ἐγώ, διότι καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀφοῦ τὸν ἀφήσαμεν νὰ ὁμιλήσῃ, ἀφοῦ αἱ ἐφημερίδες ἔγραφον περὶ αὐτοῦ, εἶναι ἀκατανόητος ἡ δίωξις αὐτοῦ. Ἄλλως τε ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνεκοινώθη εἰς τὸν Ἰστράτι ὅτι κάθε ἀλλοδαπὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μένῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, περιωρίσθη ὁ ἄνθρωπος εἰς μίαν ἐξοχὴν καὶ συγγράφει ἓν βιβλίον. Κατὰ συνέπειαν οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος καὶ οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ λαμβάνωνται βίαια μέτρα ἐναντίον αὐτοῦ. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεδέχθη τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας λέγει ὅτι ἐπεβαλόμην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐὰν ἐπεβαλόμην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τότε τὸ πταῖσμον δὲν θὰ ἦτο ἰδικόν μου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς) Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ καὶ θεωρητικῶς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ τὸ ἐξήτασε κατὰ τὸν πλέον ἀξιοθρήνητον τρόπον. Εὗρε μίαν περικοπὴν ἀγορεύσεώς μου, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἐπανάληψις ἐκείνων τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ ἄλλου βήματος ἐνώπιον πολιτῶν. Κύριοι, ἀπὸ τὸ 1908, ἀφ’ ἧς ἤρχισα ἀναμιγνυόμενος εἰς τὴν πολιτικήν, ἀπὸ τότε τὰς αὐτὰς ἀρχὰς διεκήρυξα, ὅτι λόγῳ τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν καὶ τῆς ἰδιοσυγκρασίας τοῦ λαοῦ, μία πολιτικὴ ἐπεβάλλετο, πολιτικὴ συστηματικῆς καὶ βαθμιαίας ἐξυψώσεως ὅλων τῶν τάξεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας γνωρίζει βεβαίως ὅτι, ὅταν ἔγινεν ὁ Σοβιετισμὸς ἐπολέμησα τὰς ἰδέας τῆς ἀμέσου καὶ βιαίας ἀνατροπῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔβγαλε τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀναγκαστικῶς, ὅστις θέλει τὴν βαθμιαίαν μεταβολὴν τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν εἶναι ὁ πρόδρομος τοῦ Κομμουνισμοῦ. Μοῦ ἐχάρισεν καὶ τὸ ὄνομά του. Ἂς τὸ κρατήσῃ ὁ ἴδιος ἐπὶ τοῦ παρόντος. (Γέλωτες–θόρυβος). Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριοι, ὑπάρχει κανεὶς ὁ ὁποῖος φαντάζεται ὅτι ἡ ἀνθρωπότης θὰ μείνῃ καὶ πρέπει νὰ μείνῃ δεμένη εἰς τὰς σημερινὰς κοινωνικὰς συνθήκας; Ὑπάρχει δίκαιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ φαντάζεται ὅτι τὸ σημερινὸν κοινωνικὸν καθεστὼς δὲν περιέχει καὶ ἀντιθέσεις καὶ ἀδικίας; Ὑπάρχει εὐσυνείδητος ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συναισθάνεται τὸ καθῆκον αὐτοῦ ὥστε νὰ προσπαθῇ νὰ ἄρῃ τὰς ἀδικίας αὐτάς; Ποῦ θὰ φθάσῃ ἡ ἀνθρωπότης συστηματικῶς ἐργαζομένη διὰ νὰ ἄρῃ τὰς ἀδικίας ταύτας δὲν γνωρίζομεν, ἀλλ’ ἀσφαλῶς κάθε φιλοδίκαιος ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ εἰς καταστάσεις αἱ ὁποῖαι περιορίζουσι κατὰ τὸ μέγιστον δυνατὸν ὅριον τὰς ἀδικίας καὶ τὰς ἀντιθέσεις, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν αἰσθάνονται αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ καθῆκον, εἶναι κύριοι, κακοὶ πολιτικοί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν ὅτι ἡ ἰδιοσυγκρασία καθενὸς ρυθμίζει τὴν πολιτικήν. Ἡ ἰδιοσυγκρασία καὶ ὁ χαρακτὴρ τῶν ἀνθρώπων, λέγω καὶ ἐγὼ ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην ἐγγύησιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἰδικήν μου πολιτικὴν καὶ ὄχι μόνον διὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας (χειροκροτήματα).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5 μ. μ.