Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Α · Session Α› Sitting 80

1927.05.24

2,250 rows · 16,554 words · 1 table · 205 turns

Date
1927.05.24
Presidency
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Π. ΣΟΦΟΥΛΗ
Period
Α
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1929)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80

Τρίτη 24 Μαΐου 1927

Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη

(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Α. Πετρόπουλος, κάτοικος Φλωρίνης, διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ ἀποσπασματάρχου Καπετὰν Στέφου, διότι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς τὸν ἔδειρεν ἀνηλεῶς, ἀναγκασθεὶς λόγῳ τῶν τραυμάτων του νὰ παραμείνῃ ἓξ ἡμέρας κλινήρης. — Ὁ πρόεδρος τῆς Παμπροσφυγικῆς Ἑνώσεως τοῦ νομοῦ Σερρῶν παρακαλεῖ θερμῶς ὅπως γίνωσιν ἀποδεκτὰ τὰ αἰτήματα τοῦ Πανομηρικοῦ Συνεδρίου Καβάλλας. — Ὁ λαὸς τῆς κοινότητος Οἰχαλίας ζητεῖ τὴν κατάργησιν ἢ τροποποίησιν τοῦ Ν. Διατάγματος τοῦ Παγκάλου «περὶ Κυριακῆς ἀναπαύσεως». — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀντεργατικὴν καὶ παρελκυστικὴν τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ζητεῖ δὲ τὴν ἄμεσον εἰσήγησιν παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων πρὸς ψήφισιν καὶ τὴν ἄμεσον λῆψιν μέτρων καὶ ἀποφάσεων ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ γενικοῦ ὑπομνήματος τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἀθηνῶν καὶ τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος. — Οἱ καπνεργάται καὶ καπνεργάτριαι Σερρῶν διαμαρτύρονται ἐναντίον τῶν καπνεμπόρων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν διάλυσιν τῶν Σωματείων των. — Ὁ ἱερὸς κλῆρος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς συνελθὼν ἐκτάκτως ἐπὶ τῷ ὀδυνηρῷ ἀγγέλματι τῆς ἀποτολμηθείσης κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀνιέρου ὕβρεως ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Πρωθιεράρχου, διαμαρτύρεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἐπιδειχθεῖσαν ἀδιαφορίαν ἐπὶ ζητημάτων ἀπειλούντων ἤδη αὐτὴν τὴν ἔννομον τάξιν καὶ ἀπαιτεῖ τὴν ἄμεσον ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῶν πόλεων τῶν διαφόρων μοναχῶν τῶν ὑποθαλπόντων καὶ παρασυρόντων εὐσεβεῖς καὶ ἁπλοϊκοὺς Χριστιανοὺς εἰς ἀπείθειαν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. — Ὁ Π. Κατσιλιέρης, ἐφοριακὸς ἐλεγκτὴς Πατρῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν γενομένην ἀδικίαν εἰς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, προαχθέντας καὶ κυρωθέντας μεταγενεστέρως τοῦ Διατάγματος, ὡς μὴ φέροντος τὴν ἰδιόχειρον ὑπογραφὴν τοῦ τότε Βασιλέως Ἀλεξάνδρου. — Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βαρκελώνῃ συναφθείσης Διεθνοῦς Συμβάσεως κλπ.»

§3Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, κ. Πρόεδρε, ἔχει ἀναλάβει μίαν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐκδικάσεως τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Νομίζω ὅτι αὔριον λήγει ἡ προθεσμία. Ἤθελον ἐπίσης νὰ παρακαλέσω τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ συναρμολογήσῃ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος κατὰ σειράν, ὥστε νὰ μὴ περιμένωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα.

§4Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἦτο καλύτερον νὰ ὁρισθῇ μία πενταμελὴς ἢ ἑξαμελὴς Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ταχυτέραν συναρμολόγησιν;

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἂς ἀποφασίσῃ.

§6Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;

§8Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Πρόκειται νὰ καταγγείλω ἕν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην σημασίαν καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§10Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Βλέπω μίαν ἐπιστολήν, ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ συγκεκριμένως εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα». Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἀπευθύνεται ἐκ μέρους ἑνὸς καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ κ. Λορεντζάτου, ἀπευθύνεται δὲ πρὸς τὸν διευθυντὴν τῆς ἐφημερίδος ταύτης. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως λεκτικοῦ ὁ κ. καθηγητὴς ἐξυβρίζει καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ λεκτικοῦ τῆς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν οἱ ἐκπαιδευτικοὶ καὶ πρὸ παντὸς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὸ ἀνώτατον ἐκπαιδευτικὸν ἵδρυμα, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνουν τὰς πράξεις τῆς Βουλῆς. Φρονῶ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν.

§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ Μυστριώτης ἔκαμεν ἐπαναστάσεις καὶ δὲν ἀπελύετο.

§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔκαμεν ἐπαναστάσεις ὁ Μυστριώτης ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος καὶ ὄχι κατὰ τοῦ Κράτους.

§13Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργός.

§14Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κ. συνάδελφε, δὲν ἐνδιαφέρομαι καθόλου διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Σᾶς βεβαιῶ, δὲν θὰ δοκιμάσω κανὲν αἴσθημα ἂν ὁ κ. Λορεντζάτος μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ κακοποιήσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀξιοπρεπείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ ἐπιστολὴ αὐτή καθάπτεται τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτῆς. Δὲν θὰ εἴπω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι καλόν, οὔτε κἂν ὡμίλησα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ θὰ κακίσω τὴν πρᾶξιν ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ τοῦ Τύπου ὑβρίζει τὴν Βουλὴν καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς τοῦτο.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐγγράψητε τὴν διαμαρτυρίαν σας ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως, ὥστε νὰ ἔλθῃ συζήτησις καὶ διὰ νὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.

§16Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀφίνω ὅτι εἶναι γραμμένη εἰς μίαν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἅμα διαβάσῃ κανεὶς δοκιμάζει ἓν αἴσθημα ἀηδίας. Ἂν δὲ πρόκειται οἱ φοιτηταὶ νὰ μάθουν τὰ γράμματα μὲ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, εἶναι προτιμώτερον νὰ μὴ ὑπάγουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 120όν. Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βοζίκης.

§18Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω ἐκ ποίων ἰδεῶν ὡρμήθησαν οἱ θελήσαντες νὰ καταργήσωσι τὰ παράσημα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρὰ τῷ πολλῷ λαῷ τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῶν παρασήμων κρίνεται δυσμενῶς, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους, ἴσως διότι ἐγένετο κατάχρησις τῆς ἀπονομῆς τῶν παρασήμων, ἴσως διότι ἐκίνει τὸν φθόνον ἡ ἀπονομὴ τῶν παρασήμων καὶ ὁ θέλων νὰ φανῇ εὐχάριστος εἰς τὸν κόσμον δὲν εἶχε νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναγράψῃ μίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καταργῇ τὰ παράσημα. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς καὶ ὁ ἐξακολουθῶν σκοπὸς τῆς διατηρήσεως τῶν παρασήμων; Εἶναι ἠθικὴ ἀμοιβὴ πράξεων ὑπὲρ τοῦ καλοῦ τῆς Πατρίδος.

§19Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Τί θὰ γίνῃ τὸ παράσημον τοῦ κ. Στυλ. Γονατᾶ;

§20Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. συνάδελφον λέγω ὅτι εἶναι τὸ μόνον παράσημον τὸ ὁποῖον ἀπενεμήθη ἐπαξίως. (Θόρυβος).

§21Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ κατὰ τῶν παρασήμων, ὅταν φέρουν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν ὡς παράδειγμα.

§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δεκτόν, κ. Πρόεδρε. Ἄρθρον 120. Τὰ μέχρι τοῦδε παραχωρημένα Ἑλληνικὰ παράσημα εἰς Ἕλληνας πολίτας, ὡς καὶ αἱ ἄδειαι ἀποδοχῆς ξένων παρασήμων ὑπὸ Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀνακαλοῦνται.

§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 120ὸν ἄρθρον).

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 87ον. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.

§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ἄρθρον τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 87 εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 86 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, τροποποιηθὲν κατά τι. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἰσάγεται σπουδαία καινοτομία εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον. Μέχρις ἐσχάτων ἐθεωρεῖτο ὅτι ἡ οὐσία τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι ἡ ἀπεριόριστος ἐλευθερία τῆς δράσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἀπεριόριστος χρῆσις τοῦ λόγου, ἡ ἀπόλυτος ἐξάρτησις τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀντιστρόφως ἡ ἀπεριόριστος ἐξάρτησις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὡς κύριον χαρακτηριστικὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐθεωρεῖτο, ὡς εἶπον, ἡ ἀπόλυτος ἐξάρτησις εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀντιστρόφως τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐχούσης τὸ δικαίωμα, σύμφωνα μὲ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, νὰ διαλύῃ ὁποτεδήποτε κρίνει καλόν, τὴν Βουλήν. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀρχὴ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διωργανουμένη δὲν ἀπέφερε τοὺς καρπούς, οἱ ὁποῖοι προσεδοκῶντο ἀπὸ τὸ φιλελεύθερον καὶ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Καὶ δι’ αὐτὸ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἰδίως ἀφότου μεγαλύτερα ζητήματα ἐτέθησαν πρὸ τῶν Βουλῶν καὶ πρὸ τῶν Κυβερνήσεων, ἐξεδηλώθη μία ὀξυτέρα κρίσις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Καὶ λέγω ὀξυτέρα, διότι καὶ πρὸ τῆς τελευταίας μεταπολεμικῆς περιόδου ὑπῆρχε μία λανθάνουσα κρίσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ προελθοῦσα ἐκ τῶν γεγονότων, ὅτι αἱ Βουλαὶ δὲν κατορθοῦτο νὰ συνδεθῶσιν ἀπολύτως μὲ τὴν ἁρμοδιότητα ἀνθρώπων δυναμένων νὰ διαρρυθμίσουν τὰ μεγάλα οἰκονομικὰ καὶ ἐθνικὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπεξετάθη ἡ δικαιοδοσία καὶ ἡ λειτουργία τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι πολλάκις περιεστρέφετο ὁ ἀγὼν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τὴν ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς καὶ ὄχι περὶ τὴν οὐσιαστικὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων, ὄχι περὶ τὴν οὐσιαστικὴν ἔρευναν τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὰς Βουλὰς καὶ ὁ ἀγὼν τῆς Βουλῆς δὲν συνετέλει εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ ἱκανοποιητικὴν λύσιν τῶν μεγάλων αὐτῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ὀγκωδέστερα ἐνεφανίσθησαν μετὰ τὸν πόλεμον. Καὶ ὡς ἐκ τούτου ἤρχισε νὰ γίνεται ἡ σκέψις πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς βίος εἰς τρόπον ὥστε τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἀποβῇ περισσότερον καρποφόρον διὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν ζωήν, ἵνα μὴ ἀπειλεῖται ἑκάστοτε ἀπὸ τὴν βίαν καὶ τὰ κινήματα. Τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἔχει διαφόρους διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἰς αὐτὸ ἀποβλέπουν, νὰ καταστήσουν πλέον καρποφόρον τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον. Μία ἐκ τῶν διατάξεων αὐτῶν, ἓν ἐκ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἀποβλέπουν, εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Συντάγματος. Τί δι’ αὐτοῦ ἀποσκοπεῖται; Ἀποσκοπεῖται ὁ περιορισμὸς τῆς δημιουργίας πολιτικῶν ζητημάτων καὶ δὴ τῆς δημιουργίας αἰφνιδιαστικῶς πολιτικῶν ζητημάτων εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσοι παρηκολουθήσατε πολλὰ ἔτη εἰς τὴν Βουλήν, γνωρίζετε ὅτι κυρίως τὰ πολιτικὰ ζητήματα εἶναι τὰ συγκεντροῦντα πάντοτε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ ἐξέτασις τῶν ἄλλων ζητημάτων, τῶν οὐσιαστικῶν, καθυστερεῖ. Διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, τῆς δημιουργίας τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, προὐτάθη νὰ τεθοῦν μερικὰ ὅρια εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ζητημάτων καὶ ἀφ’ ἑτέρου θεσπίζεται καὶ ἀναγράφεται πλέον εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ ἀρχὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ ὁρίζεται ὑποχρεωτικῶς ὅτι ἄν ποτε συγκροτηθῇ Κυβέρνησις ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ὀφείλει ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἀναστελλομένων ὁπωσδήποτε τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ προσέρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποκλείεται εἰς τὸ μέλλον ὁ σχηματισμὸς Κυβερνήσεως δυναμένης νὰ διαχειρίζεται τὰ δημόσια ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀπόδειξις ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Σώματος. Ἀφ’ ἑτέρου ὁρίζεται ὅτι αἱ προτάσεις δυσπιστίας διὰ νὰ γίνουν δεκταὶ ἔχουσιν ἀνάγκην μιᾶς διατυπώσεως, νὰ ὑποβάλλωνται δηλαδὴ ἀπὸ ἕνα ἀριθμὸν βουλευτῶν ἐγγράφως καὶ νὰ τύχουν τῆς ψήφου ὡρισμένου ποσοστοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἡ διάταξις αὕτη παρελήφθη ἀπὸ ἓν Σύνταγμα ἑνὸς τῶν δημοκρατικωτέρων πολιτευμάτων τῆς Εὐρώπης, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡρισμένην διάταξιν, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πρότασις ἐμπιστοσύνης, ἂν δὲν συγκεντρώσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ὡς ἐκ τούτου δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲν ἔχῃ ὑπὲρ αὐτῆς τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἡ πρότασις δυσπιστίας νὰ συγκεντρώσῃ ὑπὲρ αὑτῆς ὡρισμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν, ἡμεῖς δὲν ἐδέχθημεν τόσον αὐστηρὰν διάταξιν, ἀλλὰ περιωρίσθημεν εἰς ὡρισμένον κατώτερον ἀριθμόν. Ἔχει δὲ τὴν ἑξῆς πρακτικὴν σημασίαν ἡ διάταξις αὕτη, ὅτι δὲν ἀφίνεται νὰ δημιουργῶνται αἰφνιδιαστικῶς καὶ ἄνευ σοβαροῦ λόγου πολιτικὰ ζητήματα καὶ ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀποδείξει ὅτι ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως ὅτι δὲν τὴν ἔχει, μετατίθεται ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει παρουσιάσει ὑπὲρ αὑτῆς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἔχῃ παρόντας τοὺς βουλευτὰς καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἀποφεύγεται ὄχι ὁ ἐκβιασμός, ἀλλ’ ἡ πίεσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀσκεῖται ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ βουλευτὰς ἢ νὰ ἀποφεύγεται ὁ κλονισμὸς μιᾶς Κυβερνήσεως ἐκ τυχαίων γεγονότων καθιστώντων ἀδύνατον τὴν παρουσίαν ὡρισμένων βουλευτῶν διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐννοεῖται αὐταὶ αἱ διατάξεις δὲν ἐμποδίζουν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὁποτεδήποτε καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα μέχρι τοῦδε ἀπαιτοῦν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὁσάκις θέτῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ζήτημα τοιοῦτον, ἀποδίδει μεγάλην σημασίαν ὅταν θέτῃ τοιοῦτον ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ ἐπὶ μιᾶς ἐπερωτήσεως, ἂν νομίζῃ ὅτι θίγεται ἡ Κυβέρνησις, θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἂν γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις αὐτή, δὲν ἕπεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ζητήσῃ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποφεύγεται εἶναι νὰ μὴ δημιουργεῖται πολιτικὸν ζήτημα ἀπὸ ἀνεύθυνα μέλη τῆς Βουλῆς. Ὅταν, λέγω, ἡ πρότασις δυσπιστίας δὲν προβάλλεται ἀπὸ ἕνα σοβαρὸν ἀριθμὸν βουλευτῶν, ὁπότε δὲν ἔχει σημασίαν ἡ πρότασις δυσπιστίας, τότε πρέπει νὰ ἀπασχολῇ τὴν Κυβέρνησιν ἡ πρότασις δυσπιστίας, ὅταν ἡ πρότασις αὕτη ὑποστηρίζεται ἀπὸ σοβαρὸν ἀριθμὸν βουλευτῶν, διότι μεμονωμένη πρότασις δὲν δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐπερώτησις καὶ ὄχι ὡς πρότασις δυσπιστίας. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ Συντάγματος ὑπέβαλε πολλὰς τροπολογίας. Μία τροπολογία εἶναι ὅτι ἀποκλείει τὴν πρότασιν δυσπιστίας ἐπὶ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Βουλή. Διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς γίνεται τρόπον τινὰ εἷς χωρισμὸς ἐπὶ δίμηνον, δηλαδὴ παύει ἡ δυνατότης τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἐλαχίστου αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος. Ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» εἶχεν ὑποβάλει πρότασιν ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο δεκτή, ὄχι ἐπὶ δύο μῆνας, ἀλλ’ ἐπὶ μακρότερον χρονικὸν διάστημα, ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Διὰ νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις δυσπιστίας πρέπει νὰ προταθῇ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸν ἥμισυ τῶν βουλευτῶν. Δὲν ἀποκρύπτω ὅτι ὁμιλῶν δημοσίᾳ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἶχον ὑποστηρίξει ὅτι θὰ ἦτο συμφερωτέρα διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα ὁ χωρισμὸς αὐτῶν τῶν ἐξουσιῶν, ἂν ἦτο μακρότερον τὸ διάστημα, δηλαδὴ ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἐφόσον δὲν ἐζητήθη ἡ πρότασις δυσπιστίας ἀπὸ ἕνα μέγαν ἀριθμὸν βουλευτῶν, νὰ μὴ δύναται νὰ τεθῇ ζήτημα δυσπιστίας καὶ τοῦτο διὰ νὰ δημιουργηθῇ μία σταθερότης κυβερνητικὴ ἐπιτρέπουσα τὴν καλὴν λειτουργίαν τῶν κυβερνητικῶν ἐργασιῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο δεκτόν, οὔτε κἂν ἐπροτάθη ἀπὸ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν» καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἐπὶ δίμηνον παρακώλυσις δημιουργίας ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ἐφόσον ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν βουλευτῶν δὲν ἔφθασε τὰ δύο πέμπτα τῆς Βουλῆς, ἂν συμβῇ ἓν γεγονὸς κατὰ πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπωλέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις φθάσῃ εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦ ⅕, νομίζω ὅτι τότε δύναται νὰ τεθῇ ζήτημα δυσπιστίας.

§26Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὑποστηρίζετε ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τὸ κόμμα σας;

§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγκατελείφθη.

§28Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δέχεσθε τὸ δίμηνον;

§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ναί. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ καρποφορήσῃ ὁ κοινοβουλευτικὸς βίος, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωμεν ἕνα χωρισμὸν ἐξουσιῶν, ὄχι ὅπως γίνεται εἰς τὴν Ἑλβετίαν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἀλλὰ σχετικὸν χωρισμὸν ἐξουσιῶν. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ καὶ δι’ αὐτὸ προήλθομεν εἰς τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν.

§30Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπέλθωσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ κλονίσωσι τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία συνεκροτήθη ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα ὅλων.

§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πολὺ καλά. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀνατραπῇ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν της. Τοῦτο σᾶς τὸ λέγω, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι συγκεκροτημένη ἀπὸ κόμματα καὶ τὰ κόμματα θέλουσι νὰ ὑπάρχῃ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν δὲν θὰ θελήσῃ ἓν κόμμα νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς αὕτη θὰ διαλυθῇ. Τοιοῦτος κίνδυνος δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει.

§32Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ μείνωσιν οἱ ἀρχηγοὶ χωρὶς ὀπαδούς.

§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν μετέχουν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Κυβερνήσεως, μετέχουν ὄργανα τοῦ κόμματος καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἓν κόμμα θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν συμφέρει ἡ παραμονή του εἰς τὴν Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις θὰ πέσῃ. Θέλετε νὰ θέσωμεν διάταξιν γενικὴν διὰ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν;

§34Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διατί λέγετε δυστυχῶς;

§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διὰ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ἰδικήν σας.

§36Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνατραπῇ, διότι ὅτε συνεκροτήθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, δι’ ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸν κ. Μεταξᾶν....

§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἅπαξ ὑπέστημεν ἕνα στραπατσάρισμα, πρέπει νὰ ἀναμένωμεν....

§38Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ λέγει δι’ ἐμέ.

§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν τὸ λέγει διὰ τὸν κ. Βοζίκην, διότι ἂν πέσῃ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις θὰ χάσῃ τὴν ἀρχηγίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.

§40Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Προτείνετε νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ πόσους;

§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀπὸ εἴκοσι βουλευτάς.

§42Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δέχεσθε τὴν ἀπολογίαν;

§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μάλιστα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἑκάστην ἑβδομάδα ἐτίθετο ἓν ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἡ Βουλὴ ἠσχολεῖτο εἰς αὐτὰ καὶ ἔμενον σοβαρὰ ζητήματα ἀμελέτητα, ἐγὼ δὲ ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἔθετον τοιαῦτα ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ἡ πεῖρα ἐδίδαξεν ὅλους ὅτι συμφερώτερον εἶναι διὰ τὸν πολιτικὸν βίον Βουλὴ νὰ ἐργάζεται οὐσιαστικώτερον καὶ νὰ μὴ γίνεται ὁμηρικὸς ἀγὼν περὶ τὴν κατάληψιν τῆς Ἀρχῆς. Πρέπει νὰ γίνεται οὐσιαστικωτέρα προσπάθεια πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Ὅλαι αἱ προτάσεις αὗται δὲν ἐγένοντο δεκταὶ καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἔφερον συμβιβαστικὴν λύσιν καὶ συμφωνήσαμεν ἡ διατύπωσις νὰ γίνῃ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Εἰς τὸ κείμενον τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναφέρεται ὅτι θὰ δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις καὶ πέραν τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐφόσον λέγετε ὅτι πρέπει νὰ καθορίζωνται τὰ θέματα, αὐτὸ εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκές. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὰ ἄλλα Συντάγματα ἀπαιτεῖται παρέλευσις 15 ἡμερῶν. Ἐδῶ εἶναι δεκτὸν ὅτι χρειάζεται τὸ δίμηνον, ἐφόσον τὸ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις.

§44Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δηλαδὴ συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δημιουργεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἡ δὲ Κυβέρνησις μὴ ἔχουσα συγκεντρώσει τοὺς φίλους της, νὰ δικαιοῦται διὰ τῆς προτάσεως 20 βουλευτῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν.

§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος ἔχει καὶ δύο ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δεχόμεθα νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν. Ἡ πρώτη διάταξις εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν πλὴν τῶν εἰδικῶν διατάξεων δέχεται τὸ ἑξῆς· ὅτι, ἂν γίνῃ χρῆσις προεδρικοῦ δικαιώματος διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ παραιτηθῇ, ἔστω καὶ μετὰ πρότασιν δυσπιστίας. Δηλαδὴ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀποκρουσθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ἰδία Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὰ παλαιὰ ἔθιμα, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἀποδοκιμαζομένη ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ διαλύσῃ ταύτην. Δεχόμεθα νὰ μὴ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐπίσης καὶ ἄλλη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν κάμνῃ πρότασιν διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Γερουσίαν ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐμπιστοσύνης, διότι ὑπῆρχε φόβος μήπως ὑποβαλλομένης προτάσεως ἡ Βουλὴ προέλθῃ καὶ δώσῃ ψῆφον δυσπιστίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὕτως ἐπέλθῃ ὀξύτης σχέσεων μεταξὺ Βουλῆς, Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ Γερουσίας. Πρῶτος λόγος αὐτὸς τῆς διατάξεως εἶναι ὁ ἑξῆς. Ὑποθέσατε ὅτι σχηματίζεται Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν ἢ ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη γνωρίζει ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχὺν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θέλει νὰ γίνουν ἐκλογαὶ καὶ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Γερουσίαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ διότι ἀκολουθεῖ τὴν διαδικασίαν τῆς ἀμέσου ἐκκλήσεως εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι περιττόν.

§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄν ἀρνηθῇ ἡ Γερουσία;

§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ καὶ θὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις ἀποτελουμένη ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι περιττόν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἰσήχθη ἡ προθεσμία τῶν 48ώρων καὶ ἐπειδὴ ἡ Γερουσία ὑποχρεοῦται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ περατώσῃ τὴν συζήτησιν καὶ λάβῃ ἀπόφασιν διαλύσεως τῆς Βουλῆς, δι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει πλέον κανεὶς λόγος ἀναγραφῆς, διότι καὶ ἂν ὑποβληθῇ πρότασις δυσπιστίας εἰς τὴν Βουλήν, ἡ συζήτησις θὰ ἀρχίσῃ μετὰ 48 ὥρας καὶ ἂν περατωθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ μετὰ 48 ὥρας. Ἡ Γερουσία θὰ ἔχῃ λάβει ἀπόφασιν καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις συγκρούσεως Βουλῆς καὶ Γερουσίας.

§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ βάσιν εἶναι ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς.

§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον προσετέθη εἶναι τὰ ⅖, κατὰ τὰ ἄλλα οὐσιαστικῶς παραμένει ἡ πρότασις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.

§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ διμήνου δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ καμμία πρότασις;

§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ διαγράφεται, διότι εἶναι τόσον μικρὸν τὸ χρονικὸν διάστημα, ὥστε μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπεδοκιμάσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν, δὲν φαντάζομαι ὅτι ἐντὸς τοῦ διμήνου δύναται νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις τοιαύτη. Ἂν ἐπιμένετε, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ μείνῃ ἡ διάταξις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ περιττόν, διότι τὸ δίμηνον χρονικὸν διάστημα εἶναι τόσον ἐλάχιστον καὶ ὑπάρχει τόση ἀνάγκη ἠρεμίας καὶ οὐσιαστικῆς ἐργασίας.

§52Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὅταν προτείνεται ἀπὸ τὰ ⅖, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.

§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.

§54Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Συνεζητήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν σύσκεψιν καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ μὴ προστεθῇ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται ἀπὸ 300 βουλευτάς. Ἐκ τῶν 300 αὐτῶν βουλευτῶν ἡ Ἀντιπολίτευσις συγκεντρώνει 125 καὶ ἡ Συμπολίτευσις 175. Εἶναι μία πλειονοψηφία ἐπαρκὴς διὰ νὰ ἐργασθῇ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ δύναται ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ πᾶσαν δευτέραν ἡμέραν νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Σημειώσατε δὲ ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ δεχθῆτε τὴν διάταξιν αὐτὴν (ἀναγινώσκει). Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἠδύναντο νὰ τίθενται ζητήματα ἐμπιστοσύνης.

§55Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ⅗.

§56Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πόσος ἀριθμὸς ὁρίζεται διὰ τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης;

§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τουλάχιστον τὰ ⅖.

§58Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι διάφορος.

§59Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀπαιτεῖ πλειονοψηφίαν, πάντοτε βεβαίως τοὐλάχιστον τῶν ⅖. Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐταὶ αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῷ ἄρθρῳ ὅπως τὸ διετυπώσαμεν, εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῶν μεταρρυθμίσεων αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλοντα διὰ νὰ διαθέσωμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον καὶ καταστήσωμεν αὐτὸν ὠφέλιμον εἰς τὸν Τόπον καὶ διὰ νὰ προλάβωμεν τὰς προσπαθείας τῆς δημιουργίας αὐταρχικῶν Κυβερνήσεων ἐν τῷ Τόπῳ. Δι’ αὐτὸ συνιστῶ ἐκθύμως εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν τῶν μεταρρυθμίσεων.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.

§61Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐτέθη ἡ βάσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ πηγάζῃ ἐκ τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποδεικνύεται ὑπ’ αὐτῆς καὶ νὰ τυγχάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης της, δηλαδὴ διορίζεται ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, τουτέστι διὰ τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους. Εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν δὲν ὑπάρχει διαφωνία. Ἐφόσον θὰ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ δικονομικοῦ μέρους τῆς προτάσεως τῆς δυσπιστίας, θὰ ἦτο ὀρθὸν τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὴν διάταξιν «πρότασις δυσπιστίας πρέπει νὰ ὑποβάλεται ὑπὸ εἴκοσι βουλευτῶν», θὰ ἦτο, λέγω, ὀρθὸν νὰ γίνῃ τοῦτο δεκτόν, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος τοῦτο καθιέρωσε, διότι συνήθως ζητήματα ἐμπιστοσύνης δὲν δέχονται αἱ Κυβερνήσεις, ἂν τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν υἱοθετοῦνται ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ἂν δὲν ἔχωσιν ἀπέναντί των μίαν ὑπεύθυνον παράταξιν, ἀδιάφορον μικρὰν ἢ μεγάλην, ἡ ὁποία νὰ υἱοθέτησε τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐφόσον αἱ περαιτέρω λεπτομέρειαι τείνουσιν εἰς τὸ νὰ περιορίσωσι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, νὰ καταστήσωσι δὲ μίαν Κυβέρνησιν τελείως ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὴν Βουλήν, δυναμένην ἔστω καὶ ἐπὶ μικρὸν χρονικὸν διάστημα νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, πρέπει τοιαῦται λεπτομέρειαι νὰ ἀπορριφθῶσιν. Εἰς τὰς προτάσεις τῶν συνηνωμένων κομμάτων εὑρίσκω πρῶτον μίαν ἀνακολουθίαν καὶ ἓν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποκαλύπτεται, ἀλλὰ καλύπτεται μέσα εἰς τὴν διάταξιν περίεργον ἀξίωμα, κατὰ τὸ ὁποῖον πάντες οἱ ἀπόντες βουλευταὶ θεωροῦνται φίλοι τῆς Κυβερνήσεως.

§62Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Σήμερον δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία παρὰ μόνον τὸ τέταρτον, 72.

§63Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἔχομεν μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία λέγει τὸ ⅓ τῶν βουλευτῶν.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑβδομήκοντα ἓξ βουλευταί.

§65Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔστω. Ἔχομεν μίαν Βουλὴν συνεδριάζουσαν μὲ 76 βουλευτάς. Δὲν δύναται αὕτη νὰ ἀποφανθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ νὰ ἀποφανθῇ κατ’ αὐτῆς πρέπει νὰ συγκεντρώσῃ τὰ ⅖ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, τὰ δὲ ⅖ εἶναι 120, ὑπὲρ τὴν ἀπαρτίαν. Τοῦτο δὲν τὸ εὑρίσκω ὀρθόν, μάλιστα τείνει νὰ ἰσχυροποιήσῃ μίαν Κυβέρνησιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Τί δὲ ἀποδεικνύει; Ὅτι ἔχω δίκαιον τοῦτο ὑποπτευόμενος. Ἡ υἱοθέτησις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προτάσεως ἡ Βουλὴ ἐπὶ δίμηνον νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀφίνει τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ δίμηνον ἀνεξέλεγκτον.

§66Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι ἀνεξέλεγκτον.

§67Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἴδωμεν καὶ ἄλλα ξένα Συντάγματα. Θὰ ὑπάρχῃ καὶ κανὲν ἄλλο Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ θέτῃ τὸ ἑξάμηνον. Καὶ ἐρωτῶ· εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τοῦ διμήνου θὰ ἔχωμεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον;

§68Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Βεβαίως.

§69Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ βιάζεσθε. Ποία ἡ κύρωσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ὅταν δὲν πρόκειται περὶ πράξεως τῆς Κυβερνήσεως ἐγκληματικῆς διὰ νὰ προτείνῃ τὴν παραπομπήν της εἰς εἰδικὸν δικαστήριον; Τί ἄλλο μένει εἰς κύρωσιν τοῦ ἐλέγχου.

§70Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ ἐμπιστοσύνη.

§71Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ δίμηνον δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§72Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ ἔχῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς θέσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖτε τὸ ἑξῆς. Ἐνθυμεῖσθε εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1920, ἀνὰ πᾶσαν δευτέραν ἢ τρίτην ἡμέραν εἴχομεν καὶ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ δὲν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της καθολοκληρίαν. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Παπαναστασίου, ὁ ὁποῖος εἶχε ὁρίσει διάρκειαν ἑνὸς ἔτους.

§73Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διατί ἔχετε τὴν μανίαν νὰ σταματᾶτε τὸν ἀγορεύοντα καὶ νὰ τὸν κρατεῖτε εἰς τὸ βῆμα;

§74Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αἰσθάνομαι εὐχαρίστησιν δι’ ὑμᾶς.

§75Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τὴν αἰσθάνομαι ὅμως ἐγώ.

§76Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.

§77Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κάμνετε τοῦτο πρὸ τῆς ὁλοκληρώσεως τῆς σκέψεως τοῦ ἀγορεύοντος καὶ δὴ ὑμεῖς οἱ νεώτεροι. Πᾶσα πρότασις συζητήσεως εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀνάγκη κατὰ τοὺς κανόνας τῆς συζητήσεως νὰ καταλήγῃ εἰς ἓν συμπέρασμα. Κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι διέπραξε μίαν παρανομίαν. Κατηγορῶ διὰ νὰ πείσω ὅτι διὰ τὴν παράβασιν ἑνὸς νόμου ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς δικαστήριον.

§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπιτρέπετε; Ποία κύρωσις ὑπάρχει τῶν ἐπερωτήσεων εἰς τὰ Κράτη εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει πολίτευμα φιλελεύθερον, δηλαδὴ ἀντιπροσωπευτικόν, ἀλλὰ χωρισμὸς πλήρης ἐξουσιῶν; Ποία κύρωσις ὑπάρχει; Ἡ Κυβέρνησις μένει τρία ἔτη.

§79Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἠξεύρω. Τὰ ξένα Συντάγματα δὲν ἔχουν καμμίαν κύρωσιν. Ἐδῶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κύρωσις. Ἐπερωτῶ καὶ ἂν εὑρίσκω ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεβίασε τὸν νόμον, πρέπει νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ παραπομπὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἡ Κυβέρνησις παραμείνῃ ἀνεξέλεγκτος, ἔχω δὲ πράξεις αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι πείθουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδειξε τὴν προσήκουσαν ἱκανότητα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν διαχείρισιν ὡρισμένων ζητημάτων, ἅτινα ὅταν θὰ τὰ ἀναπτύξω ἐγώ, θὰ μειδιᾷ ὁ φίλος μου κ. Παπαναστασίου, ὅταν θὰ μὲ ἀκούῃ, ἴσως καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι μηδέν. Ἡ κύρωσις ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἂν παρεμποδίζετε ἐπὶ δίμηνον νὰ τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καταργεῖτε ἐπὶ δίμηνον τὸν ἔλεγχον. Τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπέμνησεν ὁ ἀγαπητός μου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής....

§80Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὄχι δά, εἴμεθα συμπολῖται.

§81Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶσθε βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Ἐγὼ ἐξεδιώχθην.

§82Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν. Ἂν προωδεύσατε τώρα καὶ ἐπήγατε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τὸ μέλλον θὰ εἶσθε καὶ πάλιν.

§83Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. βουλευτὴν νὰ μὴ βασίζεται μόνον εἰς τὴν μνήμην του, καίτοι νεωτάτην, ἀλλ’ εἰς τοιαῦτα ζητήματα νὰ ἀνατρέχῃ εἰς τὴν μελέτην τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖ θὰ ἔβλεπεν ὅτι δὲν ἐτίθεντο ζητήματα ἐμπιστοσύνης οὐδὲ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1920, ἀλλ’ ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν τότε θὰ ἦσαν δύο ἢ τρία εἰς διάστημα μηνῶν. Ἀγορεύω καὶ κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν μετὰ πάσης δυνάμεως, μετὰ λογικῶν ἐπιχειρημάτων. Εἶναι τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἐμοῦ, δὲν ἔθεσα ζητήματα ἐμπιστοσύνης καὶ διότι βλέπω περὶ ἐμὲ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτύχω τὴν δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀσχέτως πρὸς τὰ ⅖. Δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης αὐτό. Ἀλλ’ ὅταν εἶμαι πεπεισμένος ὅτι μία Κυβέρνησις εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ διεξαγάγῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐγκλημάτησε, θὰ μὲ στερήσητε τοῦ δικαιώματος νὰ καταλήξω εἰς ἓν συμπέρασμα; Εἰς ἐμέ— κρίνω καὶ ἐκ τῆς ἰδικῆς μου ἰδιοσυγκρασίας—ἂν μοὶ δώσητε τὸν λόγον καὶ μοὶ εἴπητε «θὰ ὁμιλήσητε, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης», θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον. Ἔπειτα τὸ νὰ μὴ ἠμπορῶ νὰ κάμω πρότασιν ἐμπιστοσύνης, δὲν τὸ εὑρίσκω καὶ σοβαρόν.

§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅταν γνωρίζετε ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει 20 βουλευτὰς καὶ ἡ Συμπολίτευσις 200 καὶ γνωρίζετε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διατί τὸ κάμνετε; Διὰ νά....

§85Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀφήσατε νὰ σᾶς ἀπαντήσω.

§86Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ τὸ ἔκαμνα ἀπὸ ἐκεῖ.

§87Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ κάμνω ὅμως.

§88Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ κάμνετε διὰ νὰ καταρρίψητε τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως.

§89Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ δύο λόγους ὁμιλῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐνεργῶ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ὁ εἷς λόγος ὄχι διὰ νὰ ἀκούσῃ καὶ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἔχει κατανεμηθῆ κατὰ κόμματα μὲ τὸν ἀνάλογον φανατισμόν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀκούσῃ ὁ Λαός. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι μία Κυβέρνησις μὲ φιλοτιμίας καὶ μὲ τὴν προσήκουσαν πολιτικὴν ἀξίαν θὰ θέσῃ ἐκείνη τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ θὰ μὲ ἀπαλλάξῃ ἐμέ.

§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ δὲν ἐμποδίζετε καὶ τώρα.

§91Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ὅμως δὲν ἔχει τὴν εὐθιξίαν;

§92Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Θὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτή. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει, νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως.

§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τοιοῦτον ζήτημα δύναται νὰ θέσῃ ἡ Βουλὴ καὶ σήμερον.

§94Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκ τῶν βουλευτῶν 115 εἶναι ὑπὲρ καὶ 114 κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μέχρι τῶν 285 πόσοι ὑπολείπονται; 56. Ἐνυπάρχει τὸ τεκμήριον ὅτι αὐτοὶ τρέφουν ὅλοι ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Τὰ πράγματα συνήθως μᾶς ἐδίδαξαν ὅτι οἱ βουλευταὶ οἱ μὴ ὑπακούοντες εἰς τὰς προσκλήσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εὑρίσκωνται εἰς τὴν Βουλήν, συνήθως δὲν τρέφουν ἐμπιστοσύνην.

§95Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποθέτω καὶ τὸ γνωρίζετε σεῖς αὐτό, ὅτι ἡ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι εἶναι ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὔτε ἐμπιστοσύνην, οὔτε δυσπιστίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ ἀποστῶσιν ἀπὸ τὰ κόμματα ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐξελέγησαν ὡς βουλευταὶ καὶ παραμένουν εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὐτὴ θὰ ἔχῃ καὶ τοῦτο τὸ ἀγαθόν’ θὰ ἐκκαθαρισθῇ αὐτὴ ἡ χειροτέρα κλάσις τῶν βουλευτῶν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὔτε τὸ θάρρος νὰ ἔχουν γνώμην, οὔτε νὰ ὑποστοῦν τὰς συνεπείας καὶ θὰ ἐξέλθῃ μία Κυβέρνησις ἰσχυρὰ εἰς τὸν Τόπον.

§96Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οἱ ἀπόντες εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως; Ἂν εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ δὲν τὸ ἠξεύρω. Ἡ πεῖρα δὲν μᾶς ἐδίδαξεν ὅτι πάντες εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Δεύτερον μοῦ ζητοῦν ὑπὲρ τὴν ἀπαρτίαν τῶν βουλευτῶν καὶ ἂν ἔχω τὴ πλειονοψηφίαν τῆς συνεδριαζούσης Βουλῆς, δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω δυσπιστίαν, ἐμποδίζετε νὰ καταλήξω εἰς συμπέρασμα, μοῦ ζητᾶτε 20 βουλευτάς. Σᾶς παρακαλῶ νὰ λήξουν ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα τείνουν εἰς τί; Ὅσον περισσότερον δυσχεραίνομεν κατὰ τοῦτο τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, τὸ νὰ δύναται δηλαδὴ νὰ θέτῃ ὁσάκις θέλῃ ὁ βουλευτὴς ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τοσοῦτον χορηγοῦμεν δικαιώματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τώρα εἶναι πολὺ τετριμμένη ἡ λέξις «δικτατορία». Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος εἰς Κυβέρνησιν ἐπιζητοῦσαν νὰ μὴ φθάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ πρότασιν δυσφορίας νὰ εἴπω ὅτι αὐτὸ εἶναι δικτατορία. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀντιτίθεται εἰς τὴν βάσιν ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἂν θέλητε κοινοβουλευτισμόν, θὰ διατηρήσητε τὴν βάσιν αὐτήν. Ψηφίσατε δικαστικὰς διατάξεις διευκολυνούσας τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ἀλλ’ ὄχι διατάξεις ἀνατρεπούσας αὐτήν. Δι’ αὐτὸ κηρύσσομαι ἐγὼ ἐναντίον ὅλων αὐτῶν.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλης ἔχει τὸν λόγον.

§98Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὑπῆρξε τόσον σαφής, ὥστε δὲν ἔχω εἰμὴ ὀλίγας λέξεις νὰ εἴπω. Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος τοῦ Λαοῦ πρέπει ἀναντιρρήτως νὰ ὑπάρχῃ πρὸς ὕπαρξιν Κυβερνήσεως. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ὑπόνοια, γεννᾶται ὑπόνοια ὅτι μόνον ἕνεκα ἀπαγορεύσεως συνταγματικῆς ὑπάρχει ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ὅτι αἰρομένης τῆς ἀπαγορεύσεως, ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη αὕτη δὲν ὑφίσταται. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ὅλη διατύπωσις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου εἶναι διατύπωσις καινόσπονδος.

§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς εἴπατε;

§100Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καινόσπονδος, διότι διατυπώνει συνήθως ἓν πολίτευμα διατάξεις, ὅταν αἱ διατάξεις αὐταὶ καθίστανται ἀναγκαῖαι ἐκ τῆς πείρας τῶν πραγμάτων, εἴτε τῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, εἴτε τῶν πραγμάτων ἄλλων κοινοβουλευτικῶν Χωρῶν. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω πόθεν προέκυψεν ἡ ἀνάγκη τῶν διατάξεων τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ. Ὑπάρχει πραγματικῶς κοινοβουλευτικὴ πεῖρα παρ’ ἡμῖν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτίθεντο προτάσεις ἐμπιστοσύνης κατὰ κόρον; Ἂν τοιαύτη πεῖρα ὑπάρχῃ νεωτέρα, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ νεωτέρα κοινοβουλευτικὴ πεῖρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σκοπὸς τοῦ μέλλοντος, οὔτε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πραγματικὴ πεῖρα. Ἡ κοινοβουλευτικὴ πεῖρα δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη ἐκ τῆς μακρᾶς καὶ κανονικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τῆς μακρᾶς καὶ κανονικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἐρωτῶ, ἐγεννήθησαν αἱ ἀνάγκαι αὐταί, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον; Ὑπῆρξε ποτὲ τοιαύτη ὑποβολὴ προτάσεως ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους κομμάτων πράγματι σοβαρῶς ὠργανωμένων; Νομίζω ὄχι. Τουναντίον ἔχει ἀποδείξει ἡ πεῖρα ἐκείνη ὅτι αἱ Κυβερνήσεις θέλουσαι νὰ φανατίσωσι τοὺς φίλους αὐτῶν, ὑπέβαλον συχνὰ προτάσεις ἐμπιστοσύνης καὶ ἀγὼν ἐγεννᾶτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅπως πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν ἐμπιστοσύνης. Δύνανται οἱ κ. κ. ἀρχηγοὶ καὶ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι διατυπώνουν τὴν τοιαύτην διάταξιν νὰ ἀπευθυνθοῦν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν πεῖραν αὐτήν καὶ θὰ βεβαιώσῃ αὐτοὺς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω εἶναι ἀληθῆ. Ἀλλά, κύριοι, ἡ διάταξις ἡ πρωτοφανής, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται νὰ παραμένουν Κυβερνήσεις μὴ ἔχουσαι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ποῖον λόγον ἔχει; Ὑπάρχει παράδειγμα, τὸ ὁποῖον — ἐκτὸς ἂν ὁμιλεῖτε περὶ τῶν δικτατορικῶν παραδειγμάτων — ὑπάρχει, λέγω, παράδειγμα κοινοβουλευτικόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις μὴ ἀπολαμβάνουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς νὰ παρέμεινεν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ; Ποῖον εἶναι τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἔχομεν; Ἂς ἀναφέρωσιν ἓν παράδειγμα καὶ τότε θὰ πεισθῶμεν ὅτι δὲν εἶναι κεναὶ σημασίας αἱ διατάξεις αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀπὸ μακροῦ χρόνου γνωσταί, ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ εἰς ἅπαντα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ὅτι χωρὶς νὰ διατυπώνωνται αἱ διατάξεις αὗται ῥητῶς εἰς τὰ πολιτεύματα, ἐφαρμόζονται κανονικῶς ἀπὸ τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, τὰ Κράτη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλουν σοβαρῶς νὰ διοικοῦνται καὶ νὰ ἔχουν τὸν τίτλον τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀνεγίνωσκον σύγγραμμά τι τοῦ Γάλλου γνωστοῦ πολιτικοῦ Γκυζὼ καὶ ἔβλεπον τὸ ἑξῆς· ἐρωτᾷ αὐτὸς τί συμβαίνει ἂν Ὑπουργός τις στερηθεὶς τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ἐξακολουθῆ νὰ παραμένῃ εἰς τὸ ἀξίωμα τὸ ὑπουργικόν; Εἶναι δυνατόν, λέγει ὁ Γκυζώ, νὰ ἁρπάξῃ κανεὶς ἀπὸ τὸν γιακᾶ τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ τὸν κρημνίσῃ; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Συμβαίνει τοῦτο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς χάνει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ περιλαμβάνωμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι οὕτως εἰπεῖν στῖγμα κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου, στῖγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιούμεθα νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν τὸν Ἑλληνικόν. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου εἶναι περιττὴ καὶ ὅτι ἂν δὲν θέλωμεν νὰ φανῶμεν ὅτι ἀσχολούμεθα περὶ πράγματα ἐπουσιώδη, ὀρθὸν εἶναι νὰ τερματισθῇ ταχύτατα ἡ συζήτησις, διαγραφομένου τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.

§102Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι καὶ διὰ τῶν τροπολογιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς οὐδὲν ἄλλο γίνεται παρὰ νὰ ἀναγνωρίζεται συνταγματικῶς ὅ,τι μέχρι σήμερον ἐγίνετο, κατὰ συνέπειαν καὶ δυνάμει τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων. Τοῦτο ἐγένετο καὶ εἰς ὅλα τὰ νεώτερα Κράτη καὶ εἰς ὅλας τὰς νεωτέρας Δημοκρατίας, εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν, εἰς τὴν Πολωνίαν κλπ., ὅπου ἐθεσμοθετήθη ὅτι ἵνα ἡ Κυβέρνησις παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων. Οὐδένα λοιπὸν νεωτερισμὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο δημιουργεῖ, διότι ὅ,τι ἐδῶ ἐφηρμόζετο καθ’ ὅλον μας τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον κατὰ συνθήκην, σήμερον γίνεται μία ῥητὴ συνταγματικὴ διάταξις καὶ οὕτως ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἀσπάζομαι ὡς πολίτευμα λυσιτελὲς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἀλλὰ θεωρῶ κατάλληλον τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν καὶ οὕτως ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία λαμβάνει τὴν γνησίαν κοινοβουλευτικὴν μορφήν, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς ὅλα τὰ φιλελεύθερα Κράτη. Ἐλέχθη ὅτι πρέπει κατὰ τὸ διάστημα τὸ δίμηνον νὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπερίσπαστος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· μέχρι σήμερον ἀπεδείχθη ὅτι κατὰ τὸ δίμηνον διάστημα δύναται μία Κυβέρνησις νὰ θαυματουργήσῃ, δηλαδὴ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δύναται μία Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς εὑρισκομένη ἔστω καὶ εἰς τὸ τέλος; Λογικώτερον εἶναι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἐνιαύσιον διάστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἐνέγραψαν ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι. Ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει πάντοτε νὰ εἶναι ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίδρασιν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ποῖον κῦρος θὰ εἶχε τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τὸ ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον, ἀφοῦ χθὲς ἐγένετο ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ μόλις διὰ τῶν ⅖ ἐσώθη; Ποῖον κῦρος θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτή, διότι θὰ μείνῃ ἐπὶ δίμηνον ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν Ἀρχήν, ἂν ὑποβάλῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς καὶ ἂν ἐπιβάλῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν; Αἱ Κυβερνήσεις ἔχουν κῦρος ὅταν πρῶτον ἔχουν ἀξίαν καὶ δεύτερον ὅταν ἀπολαύουν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Τότε μόνον ἔχουν δύναμιν καὶ κῦρος ἂν τεθῇ ὡς διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι ἡ Κυβέρνησις τότε μόνον παραμένει ἐν τῇ Ἀρχῇ, ὅταν ἔχῃ λάβει τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ. Τότε θὰ ἐδεχόμην τὴν δίμηνον προθεσμίαν.

§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δέχομαι τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ὅτι τὸ δίμηνον νὰ ἰσχύῃ ὅταν ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν.

§104Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τότε μάλιστα. Ὁ θεσμὸς λοιπὸν αὐτὸς εἶναι λυσιτελής, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς νεωτέρας ἀρχὰς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου καὶ φρονῶ ὅτι ἐφαρμοζόμενος καλῶς θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κανονικωτέραν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἂν μάλιστα γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν προτείνω.

§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὴν δεχόμεθα.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Σαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§107Β. ΣΑΓΙΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Συντάγματος καθιεροῦται διὰ πρώτην φορὰν ρητῶς ἡ στοιχειώδης, ἡ βασικὴ κοινοβουλευτικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ ἀρχὴ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πηγάζει ἀπὸ τὸν Λαόν, διοριζομένη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ διατήρησίς της ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Λαόν. Εἰς τὰ μέχρι τοῦδε Συντάγματα ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ἀνεγράφετο, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν παρελθόντων Συνταγμάτων ἀνεγνώρισε τὴν ἀρχὴν ταύτην καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ τὴν ἀναγνωρίσῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐθεωρήθη ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ πρέπει ρητῶς νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ ἄρθρον 86 τοῦ Συντάγματος, παραδόξως εἰς ἑτέραν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἀνατρέπεται ἡ ἀρχὴ αὐτή. Καὶ ἀνατρέπεται ἐπὶ δίμηνον χρονικὸν διάστημα, διὰ τοῦ ἐπ’ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα χωρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν, ὅπως ἐχαρακτήρισε τὴν παράγραφον αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας. Διότι πράγματι ἀποτελεῖ ὄχι χωρισμὸν τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ πλήρη ἀπαλλαγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐξαρτήσεως αὐτῆς ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἥτις κατὰ τεκμήριον ἀντιπροσωπεύει τὸν Λαόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχεται καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἡ διατήρησις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἡ συντάσσουσα τὸ Σύνταγμα, ἡ συντάσσουσα τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τῆς Χώρας, τοῦ ὁποίου τὴν βάσιν ἀποτελεῖ ἡ ἐξάρτησις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὴν ἐν ὡρισμένῳ χρονικῷ διαστήματι ἀπαλλαγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐξαρτήσεως ταύτης; Εἶναι δυνατόν, δηλαδή, ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν ἐκ τῆς Βουλῆς προελθοῦσαν, κάθε δύο μῆνας νὰ εἶναι τελείως ἀπηλλαγμένη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, νὰ εἶναι τελείως ἀπηλλαγμένη τῆς ἐξαρτήσεώς της ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ; Διότι ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως αὐτῆς καταργεῖ καὶ αὐτὸν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν εἶναι ἁπλαῖ λέξεις, δὲν εἶναι δικαίωμα παρεχόμενον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως κατηγορῇ ἁπλῶς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τρόπον δημόσιον, ἀλλ’ ἔχει τὴν κύρωσίν του καὶ ἡ κύρωσις αὐτοῦ εἶναι ἡ κατόπιν τοῦ ἐλέγχου τούτου ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ἐὰν πρέπει ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῆς κατηγορουμένης πράξεως νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ Ἀρχῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ψηφίσῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ καταργήσῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἂν καταργήσῃ ἔστω καὶ πρὸς καιρὸν ὄχι στοιχειώδεις ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν μόνην ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τῆς ἑκάστοτε ἐναλλαγῆς τῶν Κυβερνήσεων, ἀναλόγως τῆς ἐμφανιζομένης θελήσεως τοῦ Λαοῦ, διότι καὶ τοῦτο ἀκόμη ἐξασφαλίζει τὴν ὁμαλότητα ἐν τῇ διαδοχῇ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τὴν δυνατότητα τῆς ἐναλλαγῆς τῶν Κυβερνήσεων διὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ βιαίων κινήσεων τοῦ Λαοῦ. Καὶ ἐρωτῶ· τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν γεγονὸς θίγον τὸ λαϊκὸν αἴσθημα, ὀφειλόμενον εἰς πρᾶξιν κυβερνητικήν, ἐξάψῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην εἰς σημεῖον ἐπικίνδυνον καὶ ἐκλείψῃ ἡ ἐγγύησις ἡ παρεχομένη, τῆς ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἐρωτῶ, δίδομεν ἢ δὲν δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Λαὸν νὰ ἐπιζητήσῃ νὰ ἀνατρέψῃ διὰ βιαίων μέσων τὴν Κυβέρνησιν ταύτην; Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀπήντησεν ἤδη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατόπιν ἑνὸς ἐλέγχου θὰ ἔχῃ τὴν εὐαισθησίαν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὁσάκις ἴδῃ ἔκδηλον τὴν Κοινὴν Γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας νὰ τῷ ἀπαντήσω ὅτι ἡ ἐγγύησις αὐτή, ἡ παρεχομένη, δὲν ἀπευθύνεται εἰς τὴν εὔθικτον Κυβέρνησιν, διότι αἱ εὔθικτοι Κυβερνήσεις, εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι μετὰ τοιοῦτον γεγονὸς ἴσως δὲν θὰ τολμήσουν νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπευθύνονται κατὰ τῶν ἀναισθήτων Κυβερνήσεων, κατὰ τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἵτινες ὁπωσδήποτε θὰ θελήσωσι νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ Ἀρχῇ. Διότι πολλάκις ἐνεφανίσθη τοῦτο κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν· μετεχειρίσθησαν καὶ τὰς μᾶλλον ἀθῴας διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὅπως παρελκύσουν τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἴδομεν Κυβερνήσεις, παρὰ τὴν ῥητὴν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, παραμενούσας ἐν τῇ Ἀρχῇ πέραν τοῦ κεκανονισμένου χρόνου, χρωμένας ὡρισμένων διατάξεων ἐπιτρεπουσῶν εἰς αὐτὰς νὰ ἀναβάλουν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τῶν ἀναισθήτων λοιπὸν Κυβερνήσεων ἀπευθύνεται ἡ ἀρχὴ αὐτή. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις εἶναι εὐαίσθητος καὶ ἂν ἀκόμη ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ κατηγορηθῇ διὰ μίαν πρᾶξίν της, ἡ ὁποία δύναται πρὸς στιγμὴν νὰ ἐξεγείρῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἐξασφαλίζεται καὶ κατὰ τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ κατὰ τῆς βιαίας ἐξεγέρσεως τοῦ Λαοῦ, ὅταν δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἢ τὴν δυσπιστίαν της.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπαμπᾶκος ἔχει τὸν λόγον.

§109Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὅταν, κύριοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρον συνεζητήθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἔσχον τὴν ἔμπνευσιν νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ ὁλοκληρωτικῆς ἀπαλείψεως αὐτοῦ καὶ ὑπεστήριξα τοῦτο διὰ μακρῶν, δὲν φαντάζομαι δὲ ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχολήσω τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπιχειρηματολογίαν ἐκείνην, δοθέντος ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον. Ὁπωσδήποτε, κύριοι συνάδελφοι, ἂν θέλῃ τις διὰ δύο λέξεων νὰ εὕρῃ μίαν δικαιολογίαν τῆς γνώμης ταύτης, τὴν δικαιολογίαν ταύτην θὰ τὴν εὕρῃ ἐν τῇ ἀρχῇ ὅτι τὰ ἔθιμα τὰ κοινοβουλευτικὰ ἐν Ἑλλάδι, ὡς διεπλάσθησαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1885, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐξήνεγκε τὴν ἀρχὴν τῆς δεδηλωμένης καὶ τὰ ἔθιμα τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν εἰς τὸν ἐν Ἑλλάδι κοινοβουλευτικὸν βίον, διεπλάσθη ὑγιὴς κοινοβουλευτισμὸς καὶ οἱ ἄνδρες οἱ πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι διῴκησαν τὸν Τόπον κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθοῦν ἐπὶ ἐλλείψει τῆς δεούσης κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ ἄγραφοι θεσμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναπτυσσόμενοι διαπλάσσουν μίαν παράδοσιν σεβαστοτέραν καὶ ἀπὸ τὰ γραπτὰ κείμενα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι συνάδελφοι, εἶχον προτείνει τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεδέχθη. Ἔλαβον δὲ τὸν λόγον διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ μιᾶς τοῦ ἄρθρου παραγράφου, ὡς διεσκευάσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας τὴν ἀπάλειψιν ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ἐπιβεβλημένην διὰ λόγους καλῶς ἐννοουμένης κοινοβουλευτικῆς ἠθικῆς. Πρόκειται περὶ τῆς διατάξεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἔγνω νὰ τοποθετήσῃ ἐν τῷ τέλει τοῦ ἄρθρου, τῆς ἀφορώσης τὴν ὑποχρέωσιν τῶν Ὑπουργῶν τοῦ μὴ ἀρνεῖσθε ψῆφον ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς ἐμπιστοσύνης. Τῆς διατάξεως ταύτης τὴν αἰτιολογίαν οὐδαμοῦ εὑρίσκω. Προεβλήθη ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν αὐτῆς τὸ ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐπιτυγχάνεται μία κυβερνητικὴ εὐστάθεια, μὴ πιπτούσης τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἔλλειψιν ὀλίγων ψήφων καὶ συγχρόνως ὑπεστηρίχθη ὅτι Ὑπουργοὶ οἵτινες ψηφίζουν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως δὲν ψηφίζουν ὑπὲρ τῶν ἀτόμων αὐτῶν, ἀλλὰ ψηφίζουν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωποῦν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καθ’ ἃς περιπτώσεις προβάλλεται ψῆφος δυσπιστίας περὶ Κυβερνήσεώς τινος, κατὰ τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ἐπεφυλάχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς πρᾶξις ἢ παράλειψις, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἔθιξε τοὺς κειμένους νόμους ἢ τὸ Σύνταγμα κατὰ τρόπον πολλάκις κολάσιμον, πάντως ὅμως εἶναι πρᾶξις ἢ παράλειψις ἐπὶ τῆς οὐσίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸν λόγον ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται. Τούτων τεθέντων φαντάζεταί τις ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικῶς ἠθικὸν τὸ νὰ γίνεται ὁ ἐλεγχόμενος καὶ κριτὴς τῆς ἰδίας αὐτοῦ πράξεως; Νοεῖται ποτὲ κατὰ τὰς ἀρχὰς οἱουδήποτε δικαίου, καὶ τοῦ φυσικοῦ ἀκόμη, ὁ κατηγορούμενος νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῆς πράξεως ἐκείνης, ἥτις ἀποδίδεται εἰς αὐτόν;

§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἰς ὅλα τὰ Κράτη ψηφίζουν.

§111Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον προσοχῆς τινός, προεβλήθη καὶ ὑπὸ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς αὐτὸς διεπλάσθη ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν καὶ πλέον βίου κοινοβουλευτικοῦ. Ἠσθάνθησαν τήν, ἂς εἴπωμεν, ψυχικὴν ἀνάγκην, τὴν ἠθικὴν ἀνάγκην οἱ κυβερνῆται τῆς Χώρας ταύτης, ὁσάκις προεκλήθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τοῦ νὰ ἀρνηθῶσι ψῆφον καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον νὰ κατασυντρίψωμεν τὴν ἱερὰν αὐτὴν παράδοσιν.

§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁμιλεῖτε περὶ ἠθικῆς καὶ λέγετε ὅτι εἶναι πρακτικόν. Δὲν θὰ σᾶς φέρω ξένα παραδείγματα, διότι δὲν ἐξετάζω κατὰ πόσον εἶναι πρακτικόν. Ἀλλ’ ἐφόσον ὁμιλεῖτε περὶ ἠθικῆς, τὸ ἐπιχείρημά μου εἶναι ἀνατρεπτικὸν ἐντελῶς τῶν ἰσχυρισμῶν σας. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀνήθικον ὅτι γίνεται ἔλεγχος εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενα Κράτη. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ἀνήθικον. Διότι ὁ ἔλεγχος, κύριοι βουλευταί, στρέφεται περὶ τοῦ ποία κυρίως Κυβέρνησις θὰ διαδεχθῇ τὸν Τόπον ἢ μᾶλλον ποῖα πρόσωπα θὰ διευθύνουν τὸν Τόπον. Καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτηθῇ καὶ ἀντιστρόφως. Εἶναι ὀρθόν, εἶναι δίκαιον ἡ μειονοψηφία νὰ ἀνατρέπῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ μειονοψηφία νὰ ἐμποδίζῃ τὴν παραμονὴν Κυβερνήσεως ἐχούσης ὑπὲρ αὐτῆς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τεκμήριον τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Λαοῦ; Ἐφόσον εἴχομεν εἰς τὸ παρελθὸν Κυβερνήσεις λόγῳ τοῦ πλειονοψηφικοῦ συστήματος ἐχούσας ὀγκώδεις πλειονοψηφίας, οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη βεβαίως νὰ ψηφίζουν καὶ οἱ Ὑπουργοί. Ὅταν ὅμως εἴτε λόγῳ τῶν τυχαίων ἀποτελεσμάτων, κατὰ μείζονα λόγον κατόπιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀναλογικῆς, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ εἰς τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως ἐχούσης καὶ ἐλαχίστην πλειονοψηφίαν, τότε τὸ δικαίωμα τῶν Ὑπουργῶν νὰ ψηφίζωσι κατὰ τὰ ζητήματα ἐμπιστοσύνης εἶναι ἀπαραίτητον. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἐξαλείψωμεν. Ἀλλὰ σεῖς λέγετε ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς ἓν ἐξαιρετικὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἔστω τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, δὲν θὰ ἦτο εὐπρεπὲς ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τοῦ ὁποίου γίνεται ὁ ἔλεγχος νὰ ψηφίζῃ κατὰ τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἀφορῶν αὐτὸν τὸν ἴδιον. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι εἰς τοιαύτας ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, ὅπου δὲν παίζεται ἡ τύχη ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ τύχη ἑνὸς Ὑπουργοῦ φωραθέντος ὅτι ἠπίστησεν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Ὑπουργοῦ αὐτοῦ ἐπιβάλλει νὰ μὴ λάβῃ μέρος καὶ δι’ αὐτό, καίτοι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, δὲν συμφέρει εἰς τὴν λέξιν «ὑποχρεωτικῶς». Ὅτι δηλαδὴ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ψηφίζῃ ὑποχρεωτικῶς. Πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφίζουν, ἀλλ’ ὄχι τὴν ὑποχρέωσιν. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον μία Κυβέρνησις εἰς ἓν ζήτημα νὰ νομίζῃ ὅτι ἡ εὐαισθησία δὲν τῆς ἐπιτρέπει νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, ἐφόσον δὲν ἔχει μίαν μεγάλην πλειονοψηφίαν. Συνέβη δὲ νὰ παραιτηθῶσι Κυβερνήσεις ὄχι διότι δὲν εἶχον πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχον ἐπαρκῆ πλειονοψηφίαν.

§113Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναιρεῖ ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ἔννοιαν.

§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶναι ζητήματα πολιτικά, τὰ ὁποῖα στρέφονται περὶ ζητήματα πολιτικὰ ἐντελῶς, χωρὶς νὰ ἔχωσι σχέσιν καμμίαν μὲ τὴν ἀτομικὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας ἀπὸ ἕνα Ὑπουργόν, εἴτε ἀπὸ ὅλα τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ νομοθετικοῦ ζητήματος. Θέλετε ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ὄχι προσωπικοῦ, ἀλλὰ νομοθετικοῦ, θέλετε ἡ μειονοψηφία νὰ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, οὔτε ἠμπορεῖ κἂν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι εἶναι ἀνήθικον νὰ ψηφίζῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὄχι μόνον εἶναι ἠθικόν, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ψηφίζῃ ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ψηφίζῃ. Ἠμπορεῖ ἴσως νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὑπερευαισθησία ἡ κυβερνητικὴ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ λάβῃ μέρος ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἀφεθῇ πλῆρες τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ψηφίζῃ.

§115Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, πάντοτε μετὰ πολλῆς προσοχῆς παρακολουθῶ τὴν γνώμην σας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς καὶ οἱ πρὸς ἡμᾶς τὰ αὐτὰ φρονοῦντες ἀποδίδουν ἐξαιρετικὴν ἀξίαν, δηλαδὴ τὴν ἐπίτευξιν τῆς κυβερνητικῆς εὐσταθείας, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εὑρίσκω πολλοῦ λόγου ἄξιον. Διότι, κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργέ, μία κυβερνητικὴ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ 2–7 ψήφων, αἰσέτω τοιαύτη πλειονοψηφία.

§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διατί αἱρέτω; Ὁ Τρικούπης ἔμεινε μὲ ἐλαχίστην πλειονοψηφίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα ξένων Κρατῶν, ἔτυχεν εἰς κάποιαν Βουλήν, ὅπου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ πλειονοψηφῇ ἡ Κυβέρνησις μὲ μίαν μόνον ψῆφον.

§117Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Τὸ ἀναγκαστικὸν δάνειον ἐψηφίσθη μὲ μίαν μόνον ψῆφον.

§118Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Αὐταὶ εἶναι μεμονωμέναι περιπτώσεις. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἓν κυβερνητικὸν πρόγραμμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ τύχῃ μιᾶς ἐγκρίσεως διὰ 2, 5 ἢ 10 ψήφων. Διότι ἡ πλειονοψηφία αὐτὴ εἶναι ρευστή, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ παρατάσσῃ ὅλους τοὺς φίλους της κάθε ἑσπέραν διὰ νὰ μὴ ἀνατραπῇ.

§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Συμβαίνει νὰ ἀποτελεῖται ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ 10–15 μέλη. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀσθενήσουν 4–5 μέλη, ἔχετε μίαν δύναμιν ἐξ 20 βουλευτῶν, εἴτε λόγῳ ἀσθενείας, εἴτε λόγῳ ἀναλήψεως ὑπουργικῶν ἀξιωμάτων. Θέλετε ἀπὸ τοὺς 10–20 βουλευτὰς νὰ ἀνατρέπεται ἡ Κυβέρνησις;

§120Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς γνωστόν, ὅλα τὰ ζητήματα ἔχουν δύο ὄψεις, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου κανεὶς δέον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του. Ποία εἶναι ἡ ὄψις ἐκείνη ἡ ὁποία ἔχει τὰ ὀλιγώτερα ἐλαττώματα καὶ τὰ περισσότερα πλεονεκτήματα; Ἂν θέλητε νὰ ὀχυρωθῶμεν εἰς τὸ δεύτερον χαράκωμα τῆς ἐπιχειρηματολογίας σας, θὰ ἐπαναλάβω τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐπὶ τῶν πλείστων περιπτώσεων, αἱ προτάσεις ζητημάτων ἐμπιστοσύνης ἢ μόνον αἱ προτάσεις δυσπιστίας εἶναι προτάσεις αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν ἔλεγχον δι’ ἀξίαν λόγου κυβερνητικὴν παράλειψιν, ἡ ὁποία κατὰ πᾶσαν βεβαιότητα θὰ εἶναι παράλειψις κολαζομένη ὡς γνωστὸν ὑπὸ τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν», ὁ ὁποῖος ἐν Ἑλλάδι οὐδέποτε σχεδὸν ἐφηρμόσθη, διότι εἴθισται, ἂν καὶ εἶμαι πολὺ νεώτερος τῶν περισσοτέρων ἐξ ὑμῶν, γνωρίζω ὅτι εἴθισται αἱ δύο τοὐλάχιστον περιπτώσεις τῆς γνωστῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν δύο νόμων περὶ «ποινικῆς εὐθύνης Ὑπουργῶν», αἱ περιπτώσεις τῆς παραβάσεως τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων ἀπερροφήθησαν ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ εὐθύνῃ καὶ πολλάκις ἀντὶ νὰ ἀσκήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα τοῦτο κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ παραπέμψῃ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον Ὑπουργὸν παραβιάσαντα τὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα, περιωρίσθη εἰς ἔλεγχον κοινοβουλευτικὸν ἁπλῶς. Τὰ θέματα αὐτὰ καὶ εἴ τινα ἄλλα τῆς ἀσκήσεως σοβαροῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶναι θέματα διὰ τὰ ὁποῖα ἂν ἡ φράσις «κοινοβουλευτικὴ ἠθικὴ» δὲν ἀρέσκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ἐκλέγω ἑτέραν, ἡ εὐπρέπεια τοὐλάχιστον ἡ κοινοβουλευτικὴ δὲν ἐπιτρέπει νὰ ψηφίζουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐγκαλοῦνται διὰ τὴν παράβασιν ταύτην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κριτὴς καὶ νὰ ἀποφαίνεται ἐπὶ τοῦ κύρους τῶν πράξεών του αὐτὸς οὗτος ὁ ἐγκαλούμενος Ὑπουργός. Καὶ τελευτῶν ἐπαναλαμβάνω τὸ ἐπιχείρημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός. Ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν κοινοβουλευτικοῦ βίου διεπλάσθη ἓν ἔθιμον κοινοβουλευτικόν, ἔθιμον ὑγιές, δεικνῦον μίαν ἀντίληψιν εὐθιξίας κοινοβουλευτικῆς τῶν προσώπων τῶν κυβερνησάντων τὴν Χώραν ταύτην, δὲν συντρέχει σπουδαῖος λόγος οὔτε σπουδαῖα ἐπιχειρήματα ἵνα καταργηθῇ τὸ ἔθιμον τοῦτο. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.

§122Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ θίξω κυρίως τὸ τελευταῖον σημεῖον τῆς διατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος. Καὶ θὰ ἔλεγον ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ μία διάταξις ἡ ὁποία ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ἀναγραφῇ κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, εἶναι ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία καθιεροῖ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ψηφοφορίας τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὰ τιθέμενα ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ὅταν λέγω ὑποχρεωτικῶς, δὲν ἐννοῶ ὅτι ὑποχρεωτικῶς πρέπει νὰ ψηφίζουν, ἀλλ’ ὅτι δικαιοῦνται νὰ ψηφίζουν. Λέγω δὲ τοῦτο διότι εἶναι στοιχειῶδες ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶναι ἐκλεκτὸς τοῦ Λαοῦ, ἀντιπροσωπεύει τὸν Λαόν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἷς ὡρισμένος ἀριθμὸς βουλευτῶν, ὅπως δὲ συμπίπτει τώρα νὰ εἶναι πολυπρόσωποι αἱ Κυβερνήσεις, ἀποτελούμεναι ἀπὸ 10, 13 ἢ 15 ἐνίοτε Ὑπουργοὺς ἢ καὶ περισσοτέρους ἀναλόγως, διότι εἰσὶν ἄπειροι αἱ ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται καὶ ἑπομένως δύναται εἰς τὸ μέλλον νὰ καταστῇ ἐπιβεβλημένον νὰ δημιουργηθοῦν καὶ ἄλλα Ὑπουργεῖα, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ἀριθμὸς φθάσῃ τοὺς 20, θὰ ἔχωμεν τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι θὰ ἀνατρέπεται ἐξ ὁλοκλήρου ἡ πλειονοψηφία καὶ θὰ κανονίζῃ ἡ μειονοψηφία.

§123Β. ΣΑΓΙΑΣ. Καὶ μὲ τὸν περιορισμὸν τῶν βουλευτῶν καὶ μὲ τὴν Γερουσίαν, ὁπότε ὁ ἀριθμὸς θὰ φθάσῃ εἰς τοὺς 180, τότε ἡ πλειονοψηφία 20 ἢ 30 βουλευτῶν θὰ θεωρεῖται μεγάλη;

§124Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ὀρθοτάτη, διότι λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς τάσεως ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, θὰ καταλήξωμεν ὥστε ἓν μέγα μέρος τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας νὰ στερεῖται τῆς ψήφου. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μπαμπᾶκος, ὅτι δύναται τάχα νὰ θεωρηθῇ ὡς θίγον τὴν εὐπρέπειαν τὸ νὰ ἀποφαίνεται κανεὶς περὶ τῶν ἰδίων αὑτοῦ πράξεων. Φρονῶ ὅτι δυσχερῶς εἷς Ὑπουργὸς θὰ ἐθεώρει εὐπρεπὲς νὰ λάβῃ μέρος εἰς ψηφοφορίαν, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἀφορῶντος ὡρισμένην ἐνέργειαν αὐτοῦ, ἐφ’ ἧς ἀσκεῖται ἔλεγχος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ ἓν κόμμα ἔχον τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς μειονοψηφοῦν, ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν του ἀποτελεῖ τὴν πλειονοψηφίαν; Ἔχω τὸ παράδειγμα τοῦ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ μας εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τότε τοῦ Γούναρη, καίτοι διατελοῦσα ἐν πλειονοψηφίᾳ, συνυπολογιζομένων τῶν Ὑπουργῶν, ἔπεσεν ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ διὰ μιᾶς ψήφου καὶ ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῆς πτώσεως ταύτης ὅλαι αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν ἀποφύγει ἂν δὲν ἦτο πλημμελὴς ἡ ἰσχύουσα τότε συνταγματικὴ διάταξις καὶ ἐλάμβανον μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν καὶ οἱ Ὑπουργοί. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ παράδειγμα τοῦτο, ἀλλὰ σειρὰ παραδειγμάτων ἐν τῷ παρελθόντι, καθ’ ἃ ἐκρίθησαν μειονοψηφοῦσαι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Λαοῦ. Εἶναι τὸ μόνον σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκω ἀναγκαῖον νὰ ἀναγραφῇ ῥητὴ διάταξις, ἐπιτρέπουσα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ μετέχουν τῆς ψηφοφορίας. Διαφωνῶ ὅμως ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς προσθήκας. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον νὰ εἰσάγωμεν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα καινὰ δαιμόνια. Καὶ ἐν τῷ παρελθόντι εἶπον ὅτι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δὲν πταίει εἶναι τὸ δυστυχισμένον αὐτὸ Σύνταγμα. Ἀπὸ τοῦ 1864 ὅλα τὰ Συντάγματα μέχρι τοῦ 1911 ἦσαν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἄριστα καὶ εἰς κάλλος γλώσσης καὶ εἰς πλοῦτον ἐννοιῶν. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον τῆς ἀναγραφῆς τόσων πολυλογιῶν. Καὶ προκαλῶ τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς». Ἐρωτῶ· ὑπάρχει κανεὶς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὁ ὁποῖος νὰ εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῇ ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι εἰς τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν δεκάδων ἐτῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου, ὑπεστηρίχθη ποτὲ τὸ ἀντίθετον; Ὑπῆρξε κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ ἠμφισβήτησε ποτὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Καὶ εὐθὺς ἀμέσως κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δύναται δι’ ἀποφάσεώς της καὶ νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν». Καὶ ἐρωτῶ· ποῖος ἐφιλονείκησε ποτὲ τοῦτο; Ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς βίος τῆς Χώρας καθιέρωσε παγίως τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου μία ἀναλλοίωτος ἱστορικὴ παράδοσις κρατεῖ, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει πάντοτε τὸ ἀνεφαίρετον δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.

§125Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ διαπιστοῦται τώρα.

§126Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Διὰ νὰ μεταβάλῃ τις τὸ κείμενον μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἀφορμή.

§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔχομεν τὴν ἀφορμὴν ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἐσχηματίζοντο Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι παρέμενον εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐπὶ 4, 5 ἢ 6 μῆνας χωρὶς νὰ ἀπολαμβάνουν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ διὰ τῆς μεθόδου τῆς μὴ ἐμφανίσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν διὰ νὰ λείψῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι, ἐτέθη ἡ ἀρχὴ ἡ κοινοβουλευτικὴ τῆς ἀνάγκης ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι διώκουν τὸν Τόπον ἐν γνώσει ὅτι δὲν ἀπολαμβάνουν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ ποτὲ διὰ τῆς παρατάσεως τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ποτὲ δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου ἐξηκολούθει νὰ παραμένῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, μὴ ἐμφανιζομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ ἔμενον οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν.

§128Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω, κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργέ, ἀντιθέτως φρονῶν νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ἐκείνης εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὸν κίνδυνον, διότι ἕως τώρα εἶναι θεμελιώδης κανὼν ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ βίῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις φυσικὰ εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία παρέχει τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ὑπάρξῃ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ ἠρνεῖτο τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τότε αὕτη δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ. Μνημονεύονται λοιπὸν περιπτώσεις Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι παρέμειναν κυβερνῶσαι χωρὶς νὰ ἐμφανισθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωσι τὰ μέσα ἀπὸ τὴν Βουλήν, αὐτὸ δὲ τὸ ἄτοπον τὸ προκῦψαν ἔκτοτε εἶναι ἀσήμαντον.

§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀσήμαντον;

§130Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Σχετικῶς. Καὶ εἶναι ἀσήμαντον, διότι εὑρίσκω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἶναι δεκαπλάσιον, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν ἐμπιστοσύνης πρὸ τῆς παρελεύσεως διμήνου. Ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ἀφορᾷ τὸν χρόνον ὁλοκλήρου καὶ νὰ λέγῃ «πρέπει νὰ εἶναι ἔγγραφος». Τότε ὑπάρχει μία ἐγγύησις μεγαλυτέρα, ἀλλὰ δὲν ἀναγράφεται τοῦτο, ἂς εἴπω τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία Κυβέρνησις θὰ δύναται εἰς τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα νὰ διαχειρισθῇ τὰ κοινὰ ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Λαοῦ.

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§132Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαντα τὰ ζητήματα τόσον τὰ θεωρητικὰ ὅσον καὶ τὰ πρακτικὰ ἀναντιρρήτως παρουσιάζουσι δύο ὄψεις πάντοτε. Ὅπως ὑπεστήριξε πρὸ ὀλίγου ὁ κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής, ὅστις συμβαίνει νὰ εἶναι καὶ ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολεῖται ἤδη ἡ Βουλὴ, τὸ ζήτημα τῆς ὑποχρεωτικῆς ψηφοφορίας τῶν Ὑπουργῶν ἐν ζητήματι ἐμπιστοσύνης, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, μᾶλλον θεωρητικὸν ἢ πραγματικόν, παρουσιάζει ἀληθῶς καὶ τὰς δύο ἀπόψεις· τὴν ἄποψιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέβλεψε καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἀποδεχθεῖσα τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 87 ὡς ἔχει καὶ τὴν ἑτέραν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἀντιθέτων ἀντιλήψεων ὀρθὸν εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ ἀναζητήσῃ ποία εἶναι ἢ μᾶλλον ποία ὀφείλει νὰ εἶναι ἡ ἐπικρατεστέρα ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ καθιερώσει ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς διατάξεως. Ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπιχειρήματα ἄξια προσοχῆς καὶ κυρίως τὸ ἐπιχείρημα ὅτι διὰ μέσου δεκαετηρίδων ὁλοκλήρων, ἰδίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐνεφανίσθη ἐν τῇ πολιτικῇ σκηνῇ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τὰ τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς ἔλαβον μίαν παγίαν μορφὴν διὰ νομολογίας καθιερωθείσης διὰ μέσου τοῦ χρόνου καὶ ὅτι ἐν τῇ νομολογίᾳ ταύτῃ τὰ καθ’ ἡμᾶς κοινοβουλευτικὰ πράγματα ἔλαβον μίαν ἐξέλιξιν φυσιολογικήν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ὀρθὸν οὐδὲ λυσιτελὲς νὰ ἔλθωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ τὴν ἀνατρέψωμεν, εἰσάγοντες ἄλλας διατάξεις ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν... Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς μετ’ ἀγαστῆς ἀληθῶς ἐπιχειρηματολογίας ὑπεστήριξε καὶ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ τὴν ἄποψιν ταύτην, ἐπικαλούμενος τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι ἴσως ἠθικόν, προσθέτω, αὐτὸς οὗτος ὁ κατηγορούμενος Ὑπουργὸς ἢ αὐτὴ αὕτη ἡ κατηγορουμένη Κυβέρνησις νὰ γίνεται καὶ κριτής.

§133Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνεται μία διάκρισις....

§134Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μαντεύω τί θέλετε νὰ εἴπητε, κ. Ὑπουργέ, καὶ αὐτὸ θέλω νὰ κάμω ἀκριβῶς. Δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ κατηγορίαν τελοῦσα νὰ γίνεται καὶ κριτὴς τῆς κατηγορίας αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἐλεγχόμενος Ὑπουργὸς ἢ ἡ ἐλεγχομένη Κυβέρνησις νὰ γίνεται καὶ δικαστὴς περὶ τῶν ὅσων πραγμάτων ἐλέγχονται. Ἀλλ’ ἐρχόμενος εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν προὐτίθετο νὰ κάμῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν ὅτι ἕτερον ἑκάτερον· ἄλλο ἐστὶν ὁ ἔλεγχος ὁ ἀσκούμενος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὀφειλούσης νὰ παρακολουθῇ ἀγρύπνως τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξετάζῃ αὐτὰ μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ ἐν πνεύματι καχυποψίας, δύναμαι νὰ προσθέσω, διότι βάσις τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος ἐξέτασις τὴν ὁποίαν αἱ ἐκ τοῦ Λαοῦ ἀπορρέουσαι δυνάμεις ὀφείλουσι νὰ ἀσκῶσιν ὡς πρὸς τὰ ἐκτελεστικὰ ὄργανα καὶ εἶναι εὐνόητον ἕνεκα τούτου ὅτι πρέπει νὰ παρακολουθῶσι καὶ νὰ ἐλέγχωσι τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἕτερον ἑκάτερον, ἐπαναλαμβάνω· ἄλλο τί ἐστὶν τὸ ἐλέγχειν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ ἔργα, διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς....

§135Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ κατηγορεῖν.

§136Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. .... διὰ τὰ ἔργα αὐτῆς τὰ διοικητικὰ ἢ οἱασδήποτε ἄλλας πράξεις ἀναγομένας εἰς τὴν ἐξουσίαν της, ἄλλο δὲ ἐστὶν τὸ κατηγορεῖν τὴν Κυβέρνησιν διὰ παράνομον ἢ ἀνήθικον πρᾶξιν, διὰ πρᾶξιν τυχὸν ὑποπτεύουσαν εἰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τῶν νόμων. Διότι εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν, τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐλέγχου, δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει—διότι δὲν πρόκειται περὶ δικαιώματος—ἀλλὰ τὴν ὑποχρέωσιν, ὀφείλω νὰ εἴπω, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἐκφέρῃ τὴν κρίσιν καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς, νὰ δίδῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς, ἐφόσον τὰ μέλη αὐτῆς εἶναι καὶ μέλη τῆς Βουλῆς. Καὶ μὲ τὴν διάκρισιν ταύτην δύναται νὰ εὕρῃ μεταξὺ τῶν δύο ἀντιθέτων ἀπόψεων, τὰς ὁποίας λέγει ὁ κ. συνάδελφος ὡς ὑπαρχούσας καὶ ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, δύναται, λέγω, νὰ εὕρῃ τὴν ἀσφαλῆ ὁδόν, ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ ἀναζητήσῃ καὶ θὰ εὕρῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Θὰ τὴν εὕρῃ δὲ ἐν τούτῳ· ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου τῶν Ὑπουργῶν, ἐνόσῳ εἶναι βουλευταί, δὲν ἐμφανίζεται ὡς δικαίωμα, ἀλλ’ ἐμφανίζεται ὡς ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη εἰς αὐτοὺς παρὰ τοῦ Λαοῦ. Τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, νὰ ἐνεργῶμεν τουτέστι κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ, τὴν ἐντολὴν δὲ ταύτην ἀθετοῦμεν ἡμεῖς, ἀθετοῦν δὲ καὶ αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ τὴν ἐντολὴν ταύτην καὶ καταπροδίδομεν αὐτὸ τὸ καθῆκόν μας, ὅταν εἴτε ὁ ἁπλοῦς βουλευτής, εἴτε ὁ Ὑπουργὸς ἀρνεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῷ ἀνέθεσεν ὁ Λαὸς νὰ ἐκπληρώσῃ. Ὑπάρχει λοιπὸν ὄχι δικαίωμα, ὑπάρχει ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐξ αὐτῶν τῶν θεμελιωδῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἡ ὑποχρέωσις ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς πάντα βουλευτήν, ἄρα καὶ εἰς βουλευτὴν ὄντα Ὑπουργόν, νὰ ψηφοφορῇ ἐπὶ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς ἀνάγεται ὁ ἔλεγχος. Δὲν ἔχει λοιπὸν σημασίαν ἂν αὐτὸς οὗτος ὁ ἐλεγχόμενος ἢ αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις καλεῖται νὰ ψηφοφορήσῃ. Σημασίαν ὅμως εἶχεν ἀντιθέτως, ἂν ἐκαλοῦντο νὰ ψηφοφορήσωσι ὁ Ὑπουργὸς ἢ οἱ Ὑπουργοί, ὅταν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ κατηγορίας ἐπὶ παραβάσει διατάξεων τῶν νόμων ἢ ἐπὶ παραβάσει ὡρισμένων ποινικῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ὅτε πλέον τὸ πρᾶγμα λαμβάνει ἄλλην μορφήν, διότι τότε δὲν πρόκειται ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ ἐλέγχου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ κατηγορίας ἐπὶ ἀξιοποίνῳ πράξει τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔχῃ πλέον ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν καὶ θὰ χωρήσῃ ἡ ἐφαρμογὴ ἄλλων διατάξεων αὐτοῦ. Αὐτοί, κύριοι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκα ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισεν ὅτι, ὄχι μόνον δὲν προσκόπτει εἰς καμμίαν τῶν θεμελιωδῶν βάσεων καὶ τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν τὸ ψηφοφορεῖν τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐπιβάλλεται ὅτι ὄχι μόνον ἀντιπολιτικὸν καὶ ἀνήθικον πολιτικῶς δὲν εἶναι τοῦτο, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀνήθικον πολιτικῶς ἤθελεν εἶσθαι ἂν ἐξηκολούθει νὰ γίνεται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι. Ὁ Τόπος ἡμῶν, κύριοι, ἡ Χώρα ἡμῶν δὲν εἶναι ἐκ τῶν Χωρῶν ἐκείνων τῶν κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένων, αἵτινες ἀφῆκαν τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικὸν καὶ ἀναπτυχθῇ καὶ διαμορφωθῇ σὺν τῷ χρόνῳ διὰ τῶν συνηθειῶν. Εἶναι Χώρα ἡ Ἑλλάς, ἥτις τὸ δίκαιον αὐτῆς τὸ πολιτικὸν τὸ ἔχει ἀποκρυσταλλώσει εἰς γραπτὰς πολιτικὰς καὶ σαφεῖς διατάξεις, οἷαι εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον, κύριοι, ἔκρινεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ δι’ ἐθίμου καὶ νομολογίας νὰ διαμορφωθῇ τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον τῶν διατάξεων, ἀλλὰ καθιερώνει καὶ διακηρύσσει διὰ τοῦ πολιτεύματος μίαν ἀρχήν, ἡ παράλειψις τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ὁποίας θὰ ἀπετέλει ὄχι μόνον κακὴν πολιτικήν, ἀλλὰ θὰ ἀπετέλει παραβίασιν ῥητῶν καὶ θεμελιωδῶν ὁρισμῶν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων φρονῶ ὅτι καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀλλαχοῦ παρομοία τάξις πραγμάτων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ βουλευτοῦ Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὸ ψηφοφορεῖν, θὰ ἔπρεπεν ἡμεῖς πρῶτοι νὰ τὴν φέρωμεν καὶ νὰ τὴν ἐγκαινιάσωμεν ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν. Διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐξεταστέον μόνον ἀπὸ τῆς θεωρητικῆς αὐτοῦ ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς πρακτικῆς, διότι, ἂν ἐδεχόμεθα τὴν συνέχισιν τοῦ ἐθίμου τοῦ καθιερωθέντος διὰ μέσου τοῦ χρόνου εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ὅταν γεννῶνται ζητήματα πολιτικά, νὰ μετέχωσι τῆς ψηφοφορίας. Ἂν ἐδεχόμεθα τοιοῦτό τι, ἠθέλομεν φθάσει εἰς ἓν διέξοδον πολιτικὸν εἰς μυρίας περιστάσεις ἐν τῷ μέλλοντι, διότι, ἰσορροπουσῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν δυνάμεων ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἀνετρέπετο μία Κυβέρνησις μὴ ἀριθμουμένων τῶν ψήφων τῶν Ὑπουργῶν καὶ θὰ ἐκαλεῖτο ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὅμως καὶ αὕτη κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον θὰ ἀνετρέπετο μετὰ εἰκοσιτετράωρον. Εἰς τὸ τοιοῦτον ἄτοπον καὶ ἐπιζήμιον θὰ ἀγάγῃ εἰς τὸ μέλλον ἡ συνέχισις μιᾶς τοιαύτης νομολογίας, ἡ ὁποία ἔχει καθιερωθῆ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, κύριοι, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον νὰ ἀναγράψῃ τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ ἄρθρῳ 87, περιλαβοῦσα τὸ ὑποχρεωτικὸν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῶν Ὑπουργῶν. Νομίζω δὲ ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, προτείνων ὅπως ἀπαλειφθῇ τὸ ὑποχρεωτικὸν ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, θὰ ἔβλεπε μίαν ἡμέραν ἀνατρεπομένην τὴν τάξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε καὶ ἀνέγραψεν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ. Δηλαδή, ἂν ἀφαιρεθῇ ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ψηφίζωσι, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν παλαιὰν συνήθειαν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ὑπουργοὶ δὲν θὰ μετέχουν τῶν ψηφοφοριῶν καὶ θὰ ἐγίνετο εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐμμένω λοιπὸν εἰς τὴν γνώμην ὅτι ἡ σχετικὴ παράγραφος τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει. Ἂν δὲ συμβαίνῃ νὰ ἀποδίδεται κατηγορία καθ’ ὡρισμένου Ὑπουργοῦ, ἡ καθιέρωσις τῆς διατάξεως, ὡς διεσκευάσθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν δημιουργεῖ κανὲν ἐμπόδιον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν ἐλεγχόμενον νὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ παραμείνῃ ἀσκοῦσα τὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει ἐκ τοῦ πολιτεύματος νὰ θέτῃ ψῆφον ἐπὶ ζητήματος πολιτικοῦ. Ἂν δὲ εὑρίσκετε ὅτι εἶναι ἄτοπον, ὥστε αὐτὸς ὁ ἐλεγχόμενος νὰ γίνεται καὶ κριτὴς ἐπὶ τῶν πράξεών του, ἂν θεωρεῖτε τοῦτο ἄτοπον, διότι ὑπάρχει ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν, θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀλληλεγγύη δὲν ὑφίσταται μόνον μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν, μεταξὺ τοῦ ἐλεγχομένου καὶ τῶν ἄλλων συνυπουργῶν, ἡ ἀλληλεγγύη, ἀξιότιμε κ. βουλευτὰ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ εἰσηγητά, ἡ ἀλληλεγγύη ὑπάρχει ὄχι μόνον μεταξὺ Ὑπουργῶν καὶ συνυπουργῶν, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κόμματος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπέρρευσεν ἡ Κυβέρνησις. Ἂν λοιπὸν διὰ τὸν λόγον τῆς ἀλληλεγγύης ταύτης θέλετε νὰ ἐξαιρέσητε τοὺς Ὑπουργοὺς ἀπὸ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μετέχωσι τῆς ψηφοφορίας διὰ νὰ εἶσθε συνεπεῖς θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαιρέσητε ὁλόκληρον τὸ κόμμα τὸ πολιτικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπορρέει ἡ Κυβέρνησις καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ ὁποίου διαχειρίζεται τὰ κοινά.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.

§138Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα ὄχι διὰ νὰ φωτίσω, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ φωτισθῶ καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τοὺς εἰσηγητὰς τῆς διατάξεως ταύτης, διατί εἰσήχθη αὕτη καὶ τίνα ἀνάγκην ἐκπληροῖ. Ἑπομένως θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ζητήσω τὴν γνώμην καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ παντὸς βουλευτοῦ, ἵνα φωτισθῶ ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν θεμάτων, Ζητεῖται νὰ ψηφίζουν οἱ Ὑπουργοὶ ὡς βουλευταὶ εἰς ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἠκούσαμεν, ἀλλὰ ζητῶ νὰ ἔχω τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Ὁ Ὑπουργὸς ὡς βουλευτής, ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσηγεῖται καὶ νὰ ψηφίζῃ καὶ αὐτὸς τοὺς νόμους, ἀλλ’ ὡς διαχειριστὴς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀποτελεῖ ἐξουσίαν ἐντελῶς διάφορον, ἀνεξάρτητον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀσκεῖ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Σᾶς παρακαλῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ὁ ἴδιος, ἀσκῶν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐξουσίαν ἀντίθετον πρὸς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ψήφου νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐξουσίαν; Τὸ πρᾶγμα δι’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διαχειρίζεται μίαν ὑπεύθυνον ἐξουσίαν ξένην πρὸς τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, πῶς αὐτὸς εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἑαυτοῦ του;

§139Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, ἂν ἐπιτρέπετε, διατί χαρακτηρίζετε ἀντίθετον τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ βουλευτής; Μήπως θέλετε νὰ εἴπητε διάφορον;

§140Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω.

§141Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἀντλεῖτε ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ διαφορᾷ τῶν δύο ἐξουσιῶν δὲν ἔχει βάσιν.

§142Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω ἐξουσίαν διάφορον, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ ἐξουσία τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἑπομένως δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον πῶς διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι ἔχουν ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀτόμων, εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσουν πλειονοψηφίαν καὶ νὰ τύχουν τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.

§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ πηγάζει ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι οἱ βουλευταὶ ἠμποροῦν νὰ γίνουν Ὑπουργοί. Ἀφ’ ἧς εἷς βουλευτὴς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ Ὑπουργὸς χωρὶς νὰ ἀπολέσῃ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ἀναγκαία λογικὴ συνέπεια εἶναι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀσκεῖ καὶ τὸ δικαίωμά του ὡς βουλευτής, δηλαδὴ συντελεῖ εἰς τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ εἰσηγεῖται νόμους τὸ ἔχει ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος. Ἂν τὸ ἀντίθετον ἐγένετο ἀποδεκτόν, τότε θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἄτοπον νὰ στερεῖται μέγας ἀριθμὸς βουλευτῶν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ συντελοῦν εἰς τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, διότι οἱ βουλευταὶ δὲν ἀποστέλλονται μόνον διὰ νὰ ψηφίζουν νόμους ἀλλὰ καὶ νὰ σχηματίζουν Κυβέρνησιν. Αὐτὸς εἶναι ἴσως ὁ κυριώτερος καὶ σπουδαιότερος προορισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἂν στερήσητε ἀπὸ δέκα ἢ δέκα πέντε βουλευτὰς τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν γνώμην ἐπὶ τοῦ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως ἐννοεῖται ὅτι στερεῖτε ἀπὸ μέγαν ἀριθμὸν βουλευτῶν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι συμφυὲς πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ.

§144Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν μὲ ἔπεισε τὸ ἐπιχείρημα.

§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ λύπη μου εἶναι ἄφατος.

§146Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκόμη ἀκατανόητον. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν εἶναι νὰ πεισθεῖτε σεῖς ἢ ἐγώ· τὸ ζήτημα κυρίως εἶναι ἂν θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ διὰ ποῖον λόγον αἱ Κυβερνήσεις λαμβάνονται ἐκ βουλευτῶν. Τὸ πρᾶγμα ἐντελῶς παρέλκει, εἶναι ἱστορικόν, εἶναι δὲ καὶ ἐν τῇ φύσει τῆς διαχειρίσεως ἐξουσίας ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω τοῦτο· δὲν εἶναι δυνατόν, ἐνῷ δὲν ἀρνοῦμαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν βουλευτὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐφόσον πρόκειται νὰ ψηφίσουν νόμους, δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ψήφου.

§147Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι σᾶς εἶναι κάτι τι ἀκατανόητον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη.

§148Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω.

§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν καί, καθὼς γνωρίζω, καὶ εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη. Ὁ κ. Μπαμπάκος τοὐλάχιστον ἐστηρίχθη ἐπὶ ἄλλης σκέψεως, ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι γηγενής.

§150Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος τόσον σαφῶς ἀνέπτυξε τὰς ἀπόψεις του, προσθέτω ὅμως εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ καὶ παντὸς ἄλλου, τὸ ἐπιχείρημα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρεῖται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν εἰς ἑαυτοὺς τὴν ψῆφόν των. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄστοχος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ὅτι Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἐν πλήρει ὑπολήψει τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης διὰ τῆς ψήφου τῶν μελῶν αὐτῆς. Διότι τοιαύτη Κυβέρνησις θὰ στερεῖται παντὸς ἠθικοῦ κύρους, ἵνα διατηρήσῃ τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ καὶ ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζητούμενον διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἰς τὸ ζητούμενον ὅπως δύο μῆνας μετὰ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις παραμείνῃ κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον ἀδιατάρακτος, μὴ δυναμένη νὰ κλονισθῇ διὰ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Νομίζω ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ οἱ εἰσηγησάμενοι τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἀσπαζόμενοι αὐτὴν εὑρίσκονται εἰς πλήρη παρεννόησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα στηρίζεται ὄχι ἐπὶ ἐνδεχομένης τυπικῆς πλειονοψηφίας μιᾶς οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα στηρίζεται εἰς τὴν διαρκῆ παρακολούθησιν καὶ εἰς τὸν διαρκῆ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον. Εἶναι ἀδύνατον νὰ νοηθῇ Κυβέρνησις, ἂν εἷς οἱοσδήποτε βουλευτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαλέσῃ αὐτὴν ἐπὶ δυσπιστίᾳ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς οἱανδήποτε στιγμήν. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διαχειρίζεται ὕπατα δικαιώματα τοῦ Κράτους καὶ τὰς ἀνωτάτας ἐξουσίας. Εἶναι δυνατὸν ἐντὸς οὐχὶ τοῦ διμήνου, ἀλλ’ ἐντὸς μιᾶς καὶ μόνης ἑβδομάδος ἢ καὶ μιᾶς μόνης ἡμέρας νὰ ἀλλάξῃ τελείως ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ ἀπέναντι τῶν μεγαλυτέρων ζητημάτων τοῦ Τόπου καὶ ἑπομένως καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατόν, ἐνῷ ὅλα ταῦτα εἶναι δυνατά, δὲν εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ ἐννοήσω πῶς στεροῦμεν τὸν βουλευτὴν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν εἶχε καὶ τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἔφερεν εἰς τοιαύτην κατάχρησιν, ὥστε ἐκ τοῦ λόγου τούτου νὰ μειωθῇ τὸ γόητρον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Κύριοι, ἡ διάταξις, ὅπως τίθεται, δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὸ λεχθὲν περὶ δικτατορίας, ὅτι ἐγκαθιδρύθη δικτατορία, θὰ εἴπω ὅμως ὅτι ὄζει κάποιου Παγκαλισμοῦ.

§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Χειρότερα δηλαδή.

§152Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὅπως ὁ παράφρων, κατ’ ἐμέ, ἐκεῖνος δικτάτωρ, διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι καὶ μεγάλη τιμὴ νὰ ἀποκαλεῖται δικτάτωρ, διότι ἡ δικτατορία προϋποτίθεται ὅτι ἐνασκεῖ κάποιαν ἐξουσίαν ἐν μιᾷ ἠθικῇ βάσει, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποβαίνῃ καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ Λαοῦ, ὅπως ἐκεῖνος ἤθελε νὰ κατοχυρώσῃ διὰ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων τὰς ἐλευθερίας τοῦ Λαοῦ, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἐπιδιώκει τὴν κατοχύρωσιν καὶ ἡ παροῦσα διάταξις τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ θίξω πᾶν ζήτημα, σᾶς παρατηρῶ δέ, κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργέ, ὅτι κατὰ σύμπτωσιν, ὁσάκις ἠγόρευσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν εἶσθε παρών. Ἀκριβῶς δὲ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119, προχθές, σᾶς εἶδα νὰ ἐξέρχεσθε τῆς αἰθούσης ὅταν ἀνηρχόμην τὸ βῆμα.

§153ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπανῆλθε.

§154Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι, δὲν ἐπανῆλθε. Εἶδον δὲ νὰ ἀπέρχεται καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας. Τὸ πρᾶγμα ἐμὲ δὲν θίγει προσωπικῶς. Ἔχετε κάθε δικαίωμα νὰ ἀπέρχεσθε καὶ νὰ ἔρχεσθε. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, στηριζόμενος ὄχι εἰς δικτατορίαν, ἀλλ’ εἰς κάποιαν, ἂν θέλητε, παμψηφίαν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴν προσέρχεσθε εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ νὰ παρακολουθῆτε τὰς συζητήσεις μετὰ τῆς προσοχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς σοβαρότητος τοῦ Σώματος.

§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἀκριβῶς χθὲς ἐκλήθην νὰ ἀπέλθω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἀναβολὴ ὡρισμένων πράξεων. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι μετὰ λύπης μου ἔφυγον, διότι θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἀκούσω.

§156Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἰς αὐτὸ ἔχω νὰ σᾶς παρατηρήσω, κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργέ, τὸ ἑξῆς. Ὄχι δι’ ἐμέ, διότι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἔρχεσθε ὁσάκις θέλετε. Ἀπὸ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἔχετε ἀπόλυτον τὴν ἄδειαν νὰ ἀπέρχεσθε ὅταν ὑπάρχῃ ἐπείγουσα ἀνάγκη.

§157Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πρὸς τὴν Βουλὴν ὁμιλεῖτε;

§158Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μάλιστα. Αὐτὴν τὴν μεγάλην διαφορὰν ἔχω μετὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ καταρτίσωμεν περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, ὅταν λέγω ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος τῶν βουλευτῶν....

§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ μέγιστος.

§160Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὅταν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, εἶδον μετὰ πολλῆς ἐκπλήξεως ἀπερχομένους τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Προνοίας ἄνευ οὐδεμιᾶς σοβαρᾶς δικαιολογίας. Λοιπὸν συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέστησεν ὁ ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Μπαμπᾶκος, νὰ ἀπαλείψῃ ἐντελῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, νὰ ἀφήσῃ δὲ τὴν παράδοσιν ἡ ὁποία ἐν τούτῳ δὲν ἔκαμε ζημίας εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ εἰς τὴν Χώραν. Ἂν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐσημειώθησαν μακροὶ κοινοβουλευτικοὶ ἔλεγχοι, τὸ τοιοῦτον διορθοῦται ἐπαρκῶς διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ψήφιζε ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Ἂν εἰς τὸ παρελθὸν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἡ Βουλὴ δυσκόλως ἔφερον εἰς πέρας τὸ νομοθετικὸν ἔργον λόγῳ ἀπειρίας νόμων καὶ λόγῳ ἀπειρίας θεμάτων, θὰ ἦτο ὀρθόν, χωρὶς νὰ προδικάζουν τὴν γνώμην ἐπὶ ἄλλου ἄρθρου, νὰ σκεφθῶμεν καλῶς πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νόμοι μὴ ἀφορῶντες Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ μὴ δημιουργοῦντες δαπάνας, διότι, ἐφόσον δημιουργοῦνται δαπάναι, εἶναι ἀναφαίρετον τὸ δικαίωμα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἐν τῷ συνόλῳ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίζωνται τὸ ταχύτερον καὶ νὰ μὴ παρελκύωνται αἱ συζητήσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ δυσχέρεια τῆς Βουλῆς. Οὐδέποτε ὑπῆρξε δυσχέρεια εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Θὰ ἐθεώρουν πᾶσαν Κυβέρνησιν ἀναξιοπρεπῆ, ἡ ὁποία εἰς πᾶσαν στιγμὴν δὲν ἤθελε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐπίσης ἤθελον θεωρήσει ἀνήθικον τὴν Κυβέρνησιν τὴν διαχειριζομένην τὴν ἐξουσίαν, ἐφόσον ἤθελε διατηρήσει τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν διὰ τῆς ψήφου τῶν Ὑπουργῶν, δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἰδίας της ψήφου νὰ διατηρήσῃ τὴν Ἐξουσίαν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον καὶ νὰ βαδίσωμεν καλῶς, ὅπως μέχρι τοῦδε ὀρθῶς ἐβαδίσαμεν.

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.

§162Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ὅταν συντίθενται οἱ χάρται τοῦ πολιτεύματος, γίνεται θεωρητικὴ συζήτησις, δογματικὴ συζήτησις περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ αὐτῶν, ἐν τῷ συνόλῳ καὶ καθ’ ἑκάστην διάταξιν. Ὅταν γίνεται ἀναθεώρησις, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξετάζεται ἡ παρελθοῦσα πεῖρα καὶ νὰ γίνεται προσπάθεια νὰ διορθῶνται τὰ μειονεκτήματα ἅτινα ἐπαρουσίασεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων. Τοῦτο ἠκολούθησαν καὶ προηγούμεναι ἀναθεωρήσεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ποία εἶναι ἡ πεῖρα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ παρ’ ἡμῖν Ἕκαστος ἔχει τὴν ἰδίαν αὑτοῦ πεῖραν κατὰ τὸ μακρότερον ἢ βραχύτερον διάστημα τῆς ἐνταῦθα παραμονῆς του, ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ ξένα φῶτα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω μερικὰ ἀπὸ ἓν βιβλίον περὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τὸ βιβλίον τοῦ κ. Ἀγγελή, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ πολιτικῶν κρίσεων, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο κυρίως θέλει νὰ ματαιώσῃ, νὰ περιορίσῃ τὰς ἀσκόπους καὶ ἐπανειλημμένας ὑπουργικὰς κρίσεις. Ἐν ἀρχῇ ὁμιλεῖ περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Λέγει ὅτι αἱ πολιτικαὶ κρίσεις δημιουργοῦνται ἐκ τῶν δυσηρεστημένων. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, οἷαι παρέμειναν κατὰ τὸ 1911, παρετηρήθησαν τὰ ἑξῆς. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἤσκουν τὸν ἔλεγχον κατὰ τῶν Κυβερνήσεων οὐχὶ ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι αἱ Κυβερνήσεις σφάλλουσιν, ἀλλ’ ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ τρίβωσι, νὰ καταπονῶσι τὴν Κυβέρνησιν. Ἀντιπολιτεύσεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον ἀριθμητικὴν δύναμιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀνατρέψουν τὴν Κυβέρνησιν, ἔκαμον ἐπερωτήσεις, καυχώμεναι ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις ὑπερβαίνουσι τὰς δεκάδας.

§163Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὰς 117.

§164Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοὺς 102.

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς 101.

§166Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ τίνα λόγον; Διὰ νὰ παρεμποδίσωσι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ Κυβερνήσεις δὲν εἶχον τόσα προβλήματα νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ὅσα σήμερον. Σήμερον δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τοῦτο τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δέον νὰ καταγίνεται εἰς τὸ νὰ ἐμποδίζῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπεναντίας ἡ Ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ συνεργάζεται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ὀρθῶν, ἀναχαιτίζουσα αὐτὴν εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὠλίσθησεν εἰς ὁδὸν δυναμένην νὰ φέρῃ βλάβην ἐθνικήν. Γίνεται λοιπὸν ἐπανειλημμέναι ἐπερωτήσεις, κατατρίβεται ἡ Κυβέρνησις, ἐπέρχονται ἐν τῷ μεταξὺ δυσαρέσκειαι, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὸν κ, Ζέγγελην, ἐπωαζόμεναι φθάνουν εἰς ἀποσκιρτήσεις καὶ μίαν ἑσπέραν ἢ μίαν πρωΐαν ἐπακολουθεῖ ὁ αἰφνιδιασμός, διότι ἐπιμελῶς ἀληθῶς ἀποφεύγεται, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής, νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπηκολούθει λοιπὸν ὁ αἰφνιδιασμός, ὅστις ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καραδοκούσης τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, καταπονημένοι ἢ δυσηρεστημένοι, ἀπέρχονται εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ τότε τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Τούτων ἔχομεν καὶ πεῖραν καὶ γνῶσιν οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν. Ποῖος λοιπὸν ὑπῆρξεν ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου; Νὰ ματαιώσῃ τὸν ἔλεγχον; Ὄχι. Καθ’ ἃς ἡμέρας ἀναγράφει ὁ Κανονισμός, θὰ γίνεται τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου. Ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἔπαυσε νὰ θεωρεῖται κυρίως ὡς ἔλεγχος, ὅτι ἔπαυσε νὰ θεωρεῖται δόγμα ἄθικτον, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου εἶναι τὸ κύριον τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ 1909 ἤδη περιωρίσαμεν κατὰ πολὺ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀφιερωθεισῶν πρὸς τοῦτο ὡρισμένων ἡμερῶν καθ’ ἑβδομάδα. Ὅταν ἐζητεῖτο ὁ περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τούτου, ἐθεωρεῖτο ἔγκλημα καθοσιώσεως κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἂς εἴπωμεν δὲ τὴν ἱστορικὴν ἀκρίβειαν, ὅτι οὐχὶ μὲ τὴν προθυμίαν πάντων, ἡ Βουλὴ ἔστεργε τῷ 1909 εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦτον. Σᾶς ἐρωτῶ· τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἀπέδωκαν αἱ Βουλαὶ αἱ διαδεχθεῖσαι ἀλλήλας δὲν ἦτο ὠφελιμώτερον καὶ σκοπιμώτερον ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς ἀδιακόπου ἐπερωτήσεως, ἀπὸ τὸ ἔργον τοῦ ἀσκόπου ἐλέγχου; Συμφωνοῦμεν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ, λέγοντος ὅτι ἀληθὴς ἔλεγχος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καταλήγει εἰς δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ ἔλεγχος ἔπαυσεν ὅμως νὰ εἶναι πλέον ὁ πολιτικὸς ἔλεγχος, ὁ τῆς δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔλεγχος κατήντησε νὰ εἶναι κριτικὴ ἐπὶ πασῶν ἐν γένει τῶν πράξεων, ἐπὶ πάσης κατευθύνσεως τῶν Κυβερνήσεων, κριτικὴ σκοπὸν ἔχουσα νὰ καταδείξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθώσῃ ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος ὅλας τὰς ἀνάγκας ὅσαι ὑπάρχουσι. Ταῦτα τὰ ἄτοπα ἠθέλησε νὰ ἀποφύγῃ ἡ Ἐπιτροπή, ἀποφανθεῖσα ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὸ ἐδάφιον διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα ἐξ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἐνοχλοῦν.

§167Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φαντάζεσθε τὸ πολίτευμα λειτουργοῦν ἄνευ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ ἄνευ τοῦ δημοσιογραφικοῦ ἐλέγχου;

§168Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι. Τουλάχιστον εἶπον ὅτι ὁ ἔλεγχος δὲν ἀπαγορεύεται. Θὰ φθείρουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ μετὰ δύο μῆνας θὰ τὴν ἀνατρέψουν. Οὔτε μέχρι τοῦδε κατωρθώθη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπέκτησε μίαν ἐμπιστοσύνην, νὰ ἀνατραπῇ εἰς διάστημα μικρότερον τῶν δύο μηνῶν. Ἁπλούστατα ἀποφεύγομεν τὰς συνεχεῖς ψηφοφορίας καὶ ἀποφεύγομεν καὶ κάτι ἄλλο, τὴν ἐξάρτησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν ἀδιακόπων τυχαίων ψηφοφοριῶν, ἀποφεύγομεν τὴν πίεσιν ἐκείνης τῆς κατηγορίας τῶν βουλευτῶν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου, τῶν δυσηρεστημένων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίζουν μίαν νέαν Κυβέρνησιν, διότι ἐπιφυλάσσονται νὰ εἶναι δυσηρεστημένοι καὶ κατὰ τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἀποφεύγομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἀνατραπῇ μία Κυβέρνησις ἀπὸ Ἀντιπολίτευσιν μειονοψηφοῦσαν, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνουσα τὴν Ἀρχὴν δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἐν μειονοψηφίᾳ, ὁπότε θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡ ἀνατραπεῖσα Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἀρχήν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ ἔχῃ ἠλαττωμένον πλέον τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη προτοῦ ἀνατραπῇ.

§169Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔχομεν καὶ τὴν ἀνησυχίαν τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἡ ὁποία διαρκῶς ἐρεθίζεται μὲ τὰς ἀναγγελίας ἐπικειμένων ψηφοφοριῶν ἐπὶ πολιτικῶν ζητημάτων.

§170Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Χρησιμώτατα ἐλαττώματα διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον.

§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Λοιπὸν ἂς ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς». Τοῦτο θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι περιττόν, διότι εἶναι παραδεδεγμένον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι περιττόν, διότι κατ’ ἀντιδιαστολὴν δεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Γερουσίας καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραπῇ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, ἐφόσον ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι περιττόν, ἐφόσον ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἡ Γερουσία δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν πρὸς τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δύναται δι’ ἀποφάσεώς της νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἀπὸ μέλους αὐτῆς». Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβητήτως αὐτονόητον καὶ ἐτέθη διὰ νὰ συμπληρώσῃ οὕτως εἰπεῖν τὸν ρυθμὸν πρὸς μετάβασιν εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι κανονίζουσι κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ πρότασις ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας. Εἶναι αὐτονόητον, ἀλλ’ ἂν τὸ ἀφαιρέσητε, θὰ ἴδητε ὅτι λεκτικῶς, συντακτικῶς, οὕτως εἰπεῖν, θὰ ὑπάρχῃ ἓν χάσμα, ἓν κενὸν ἀπὸ τῆς μιᾶς προτάσεως πρὸς τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκφράζεται ἡ ἐμπιστοσύνη. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἅμα καταρτισθῇ, καὶ δύναται ὁποτεδήποτε ἄλλοτε, νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐὰν καὶ κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔχουν διακοπῆ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καλεῖται ἐντὸς 15 ἡμερῶν αὕτη, ἵνα ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της περὶ τῆς Κυβερνήσεως». Χάριν τοῦ δευτέρου εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τεθῇ τὸ πρῶτον. Λέγοντες ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ζητῇ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, λέγομεν κάτι αὐτονόητον, ἀλλὰ τὸ λέγομεν διὰ νὰ προστεθῇ ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἀπουσιάζῃ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ παραμένῃ χωρὶς νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχει παρέλθει τὸ ἑξάμηνον καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα καὶ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν της. Σχηματίζεται μία νέα Κυβέρνησις. Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις αὕτη νὰ παραμείνῃ ἐπὶ ἕξ μῆνας ὁλοκλήρους μέχρις ὅτου συνέλθῃ ἡ Βουλή. Πρέπει νὰ καλέσῃ τὰς Βουλὰς διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ. Αὐτονόητον εἶναι ἐπίσης ὅτι δύναται ὁποτεδήποτε νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Διαί ἐτέθη; Διὰ νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἐξεζητημένη ἑρμηνεία, ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ἑκάστοτε νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Πολλάκις αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἐν τῇ Βουλῇ προκαλοῦν συζήτησιν, ἵνα σχηματισθῇ ἐντύπωσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ σταθῇ, βλέπουσαι δὲ ὅτι, γινομένης ψηφοφορίας, ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ἐμπιστοσύνην, ἐπιδιώκουν νὰ ἀποσεθήσουν τὴν διὰ τῆς ψηφοφορίας ἐνίσχυσιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ δύνανται τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ διακηρύξουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὠρρώδησε νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι ἀντελαμβάνετο ὅτι θὰ τὸ ἔχανεν. Εἶναι ὀρθὸν λοιπὸν νὰ λεχθῇ ρητῶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης; (Ἀναγινώσκει): «Ἡ περὶ δυσπιστίας πρότασις.... κλπ.» Μέχρι τοῦδε αἱ προτάσεις δυσπιστίας ἐτίθεντο ἀπὸ τὰς Ἀντιπολιτεύσεις ὁσάκις ἐνόμιζον ὅτι εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμὴ δι’ ἕνα αἰφνιδιασμόν. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἀποσοβεῖ τὸν αἰφνιδιασμόν. Δὲν εἶναι ἄσκοπον ἄλλως τε νὰ ἀναφέρω ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται προκειμένου περὶ ζητήματος ἐξωτερικῆς πολιτικῆς νὰ μὴ δεχθῇ ποσῶς συζήτησιν, προκειμένου δὲ ἐπὶ ἐπερωτήσεως ἐσωτερικῆς πολιτικῆς νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἕνα μῆνα. Διατί; Διότι ἁπλούστατα ἡ πεῖρα ἔχει ἀποδείξει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις περιβληθεῖσα ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς νὰ φθαρῇ εἰς ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξ ἄλλου πολλάκις διεξαγάγει ὀξὺν ἀγῶνα καὶ ἐπιδιώκει νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἐπερωτήσεως ἐπὶ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐπερώτησις θὰ ἦτο καλόν, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀναβληθῇ ἐπί τινα χρόνον. Ὧν λοιπὸν ἐκεῖ χωρὶς κἄν νὰ ἔχῃ προηγηθῆ μία ψηφοφορία περὶ ἐμπιστοσύνης, ὑπάρχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς ἀναβολῆς ἐπί τινα χρόνον. Νομίζετε ὅτι καταστρέφεται ὁ κοινοβουλευτισμός, ἂν ἡ Κυβέρνησις λαβοῦσα ἤδη ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἐπὶ δίμηνον δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὄχι ἁπλῶς τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ τὴν ψηφοφορίαν καὶ τὴν ἀνιαρὰν κάπως ἄγραν τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν ψηφοφορίαν;

§172Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παράγραφος αὕτη περὶ τοῦ διμήνου δὲν εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν μὲ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, δεδομένου ὅτι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν παρατηρεῖται λόγῳ τῆς μὴ βασικῆς διαφορᾶς ἀντιλήψεων ὅλων τῶν κομμάτων, ἔνθα ὅλα τὰ κόμματα εἶναι ἀστικὰ καὶ αἱ διαφοραὶ εἶναι ἐλάχισται, ἡ μετάστασις ἑνὸς βουλευτοῦ ἀπὸ ἓν κόμμα εἰς τὸ ἄλλο εἶναι εὐκολώτατον πρᾶγμα; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρατηρηθῇ ἡ μετάστασις αὐτὴ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ διμήνου καὶ τότε ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου νὰ εἶναι ἀπραγματοποίητος πλέον περὶ ἐμπιστοσύνης; Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργέ, ὅτι, ἂν τεθῇ ἡ πρώτη παράγραφος, δὲν εἶναι κατὰ τὴν ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ ἔχει ληφθῆ ἀπὸ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει διατυπωθῆ ἐπὶ τὸ κοινοβουλευτικώτερον. Εἰς τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς δὲν ἀναφέρονται οἱ περιορισμοὶ οὗτοι.

§173Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ τὸ ἔχῃ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, ἡ Συνταγματικὴ ὅμως Ἐπιτροπὴ ἤχθη ἀπὸ τὴν σκέψιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός.

§174Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ διάταξις ἐν τῷ Γερμανικῷ Συντάγματι ἀνεγράφη, διότι, ὅπως γνωρίζετε, δὲν ἴσχυε πρότερον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐκεῖ. Θὰ ἴδητε δὲ πολλὰς διατάξεις καὶ εἰς τὸ Τσεχοσλαυϊκὸν καὶ εἰς τὸ Πολωνικὸν Σύνταγμα, τὰς ὁποίας ἡμεῖς τὰς θεωροῦμεν ὡς περιττὰς καὶ αὐτονοήτους, ἀλλ’ ἐκεῖ εἶχον ἀνάγκην, μετὰ μακρὰν ἀπολυταρχικὴν περίοδον, νὰ κυρώσουν ἀρχάς τινας διὰ νὰ δείξουν ὅτι ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ παρελθὸν εἰσῆλθον εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἡ διάταξις ἐπανελήφθη καὶ εἰς ἡμᾶς. Εἶπον δὲ ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ὅτι θὰ τὴν ἐθεώρουν περιττὴν καὶ ἡ διαγραφή της θὰ ἦτο ἀβλαβὴς καὶ ὅτι ὁ μόνος σκοπὸς τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιώκῃ, εἶναι νὰ ἀποτελέσῃ τὴν κατὰ τὸ ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐπιχείρημα παρερμηνείαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Γερουσίας. Μὲ ἐρωτᾶτε, καλῶς θεσπίζετε τὴν ἀρχὴν καὶ ἂν δὲν τὴν θεσπίζατε εἶναι ἄγραφος ἀρχή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ὅταν λέγητε ὅμως ὅτι ἐπὶ δύο μῆνας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ἀντιφάσκετε πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἐθέσατε. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχετε δίκαιον, κύριοι συνάδελφοι. Θὰ ἠδυνάμην δὲ νὰ σᾶς φέρω, καίτοι τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλεῖταί τις συχνὰ εἰς κοινοβουλευτικὰ θέματα....

§175Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγῳ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία σήμερον ὑφίσταται καὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως βασικῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν κομμάτων.

§176Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καθὼς ἀντελήφθην, εἶναι δύο τὰ ἐπιχειρήματά σας. Τὸ ἓν εἶναι δογματικόν, ὅτι ἀντιτίθεται ἡ διάταξις εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄλλο ἐπιχείρημά σας εἶναι πρακτικόν. Ἂς ἴδωμεν τὸ πρῶτον. Εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τις εἰς ἑαυτὸν τὴν κατοχὴν ἑνὸς πράγματος, διαρκῶς νὰ ἐνεργῇ πράξεις κατοχῆς; Ὄχι βέβαια. Διὰ τίνα λόγον θέλετε ἐδῶ διαρκῶς νὰ ὑπάρχῃ κάτι τι τὸ ἐμφανές, τὸ ἀποδεικνῦον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀρτίας. Τὸ τεκμήριον εἶναι ὅτι ἡ ψῆφος αὐτὴ ἐμπιστοσύνης διαρκεῖ διά τινα χρόνον.

§177Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε ὑμεῖς ὅτι ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ δύναται νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τεκμηρίου ἐμπιστοσύνην ἐπὶ δύο μῆνας εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν διὰ τὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἰς τὸν βίον τῶν Ἐθνῶν ὑπάρχουν ὁμαλαὶ περιστάσεις, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἀνώμαλοι καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ γεγονότων σημαντικωτάτων καὶ γεγονότων τὰ ὁποῖα νὰ ἔχουν πολὺ βαρεῖαν σημασίαν διὰ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις. Καὶ σᾶς ἐρωτῶμεν· εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς μερίδα τινὰ τῆς Βουλῆς ἢ ἔστω καὶ εἰς ἁπλοῦν βουλευτὴν ὡς ἐκπρόσωπον τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὅπως προσέλθῃ ἐνταῦθα καὶ θέσῃ τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποτρέψωμεν εἶναι δυνατὸν ποτε ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ ὑπερβῇ τὸ πολίτευμα, νὰ μένῃ εἰς Ἐξουσίαν, σήμερον ποὺ νομοθετοῦμεν, νομοθετοῦμεν ὄχι μὲ τὴν σημερινὴν εὐθιξίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν θὰ θελήσῃ νὰ διοικήσῃ, ἀλλὰ θέτομεν διατάξεις κατὰ τὴν ὑπερβασίαν ἐκείνων τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐνθυλακώνουσαι τὸ τεκμήριον τῆς ἐμπιστοσύνης, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἐν ἀντιθέσει καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην. Διὰ τοῦτο, ἐφόσον μάλιστα τὸ ζήτημα δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν γενικωτέραν, πρόκειται περὶ καθαρῶς συνταγματικῆς διατάξεως καὶ νομίζω κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία, ἂν πρόκειται νὰ ἀποτρέψῃ ἐλάχιστα κακά, εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν ἐξαιρετικὴν στιγμὴν νὰ φέρῃ μεγάλα καλά.

§178Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἀντιλήψεων τῆς ἀκράτου ἐλευθερίας περὶ τὸν ἔλεγχον καὶ τῶν θέσεων γενικῶν ζητημάτων ἐμπιστοσύνης κατέδειξαν ἄτοπα, τῶν ὁποίων πάντες εἴμεθα μάρτυρες, ἂν μὴ παθόντες. Τὰ ἄτοπα ταῦτα εἶναι συχνά, καθημερινά. Ἐρχόμεθα σήμερον νὰ τὰ θεραπεύσωμεν, ἀλλ’ ἂν ὑπάρχουν ἔκτακτοι περιστάσεις, τί θὰ γίνῃ; Ἂς προτιμήσωμεν νὰ ζῶμεν ὑπὸ τὴν τυραννίαν τῶν ἀτόπων ἐκείνων. Ἔχω νὰ ἀπαιτήσω εἰς τοῦτο ὅτι παραγνωρίζεται τὸ ἀστάθμητον βάρος τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, τῆς ὁποίας ἔχει πάντοτε ἀνάγκην μία Κυβέρνησις, κυριώτατα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Εἶναι ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις νὰ σταθῇ, ἂν δὲν θελήσῃ νὰ βαπτισθῇ ἐκ νέου εἰς τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀπόδειξις ἐκείνου τὸ ὁποῖον λέγετε. Τοὐναντίον ὑπάρχει ἀπόδειξις ὅτι εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ὅλοι συσσωματοῦνται πέριξ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποφεύγουν ἴσα–ἴσα νὰ φέρουν δυσκολίας. Τοὐναντίον εἰς τὸν ὁμαλὸν βίον εὐαρεστούμεθα πάντες νὰ θέτωμεν ράβδους εἰς τοὺς τροχοὺς τῆς ἁμάξης τῆς κυβερνητικῆς. Δὲν εἶναι ὁ φόβος λοιπὸν τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ μᾶς ἐπισπεύσῃ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι θὰ πράξωμεν κάτι ἄτοπον. Τοὐναντίον τὰ παθήματα τὰ καθημερινά, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ὁ κοινοβουλευτικὸς βίος, πρέπει νὰ μᾶς πείσουν ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν ἓν τέρμα εἰς τὰ τοιαῦτα ἄτοπα. Βλέπετε δὲ ὅτι νεώτατα δημοκρατικὰ πολιτεύματα, λίαν φιλελεύθερα πολιτεύματα, ἐθεώρησαν καλὸν νὰ ἀποτρέψουν τὰ τρωτὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἀκριβῶς διὰ νὰ σώσουν τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἐκεῖ δὲ ὅπου ἐπεκράτησε τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπεύσεως εἶναι, νομίζω, ἀπαραίτητον μέτρον θεραπείας καὶ προλήψεως κινδύνων ἡ παροῦσα διάταξις. Ἔχω μίαν πεῖραν ὄχι ἐθνικήν, ἀλλὰ ξένην, ὅτι ὅπου καθιερώθη τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας δυσκόλως ἀνετράπη διὰ τῆς ὁμαλῆς ὁδοῦ, διότι περιέργως ἀποκτᾷ μεταγνώσαντας ἐραστάς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ζωηρότεροι, ἔστω καὶ ἐν τῷ κρυπτῷ ἀπὸ τοὺς ἀρχικοὺς συζύγους. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης εἶπε τί θὰ συμβῇ ἂν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τοῦ διμήνου γίνῃ μετάστασις βουλευτῶν; Εἰς τοῦτο ἔχω ν’ ἀπαντήσω ὅτι εἶναι πολὺ δυσχερὲς νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἐντὸς διμήνου διαστήματος βουλευταὶ δώσαντες ψῆφον ἐμπιστοσύνης θὰ μετατραπῶσιν ἀμέσως εἰς Ἀντιπολίτευσιν, δίδοντες ψῆφον δυσπιστίας. Εἶναι νεαρὸς ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ πείρᾳ, ἀλλὰ δύναται νὰ μάθῃ ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ μεταξὺ διάστημα οὐδετερότητος εὐμενοῦς κατ’ ἀρχάς, δυσμενοῦς κατόπιν, ἡ ὁποία καταλήγει εἰς τὸν πόλεμον. Κατὰ τὸ διάστημα λοιπὸν αὐτὸ τὸ δίμηνον δίδεται, ἂν θέλητε, ἄδειαν εὐπρεπείας εἰς τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀποστοῦν, νὰ μὴ παρέχουν τὸ θέαμα τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, τῆς ἀθρόας μεταστάσεως ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτί. Δὲν εἶναι τοῦτο μὴ ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸ Κοινοβούλιον καὶ διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τῆς Χώρας. Ἀντιθέτως. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι γνωρίζομεν, ὅτι ὁ χαρακτὴρ ἡμῶν εἶναι ὀξύς, ὅτι εὐκόλως εἰς στιγμὰς δυσαρεσκείας ἐξεγειρόμεθα καὶ προβαίνομεν εἰς πράξεις διὰ τὰς ὁποίας οἱ ἴδιοι ἴσως μεταμελώμεθα μετ’ ὀλίγας ὥρας ἢ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Δὲν νομίζετε ὅτι τὸ δίμηνον αὐτὸ διάστημα θὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τοῦτο; Νὰ ἐπέλθουν σκέψεις δεύτεραι, ψυχραιμότεραι καὶ σωφρονέστεραι; Εἶναι δυνατὸν ἐξ ἄλλου νὰ φαντασθῆτε ὅτι μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔλαβε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, θὰ εἶναι Κυβέρνησις ὀλεθρία, ὥστε κατὰ τὸ διάστημα τὸ δίμηνον νὰ ἀπεργασθῇ κακὰ διὰ τὴν Χώραν. Θέλετε μείζονα ἐξασφάλισιν; Ὑποθέτω ὅτι ἐκπροσωπῶ καὶ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων μου, ἂν δεχθῶ ὅτι τὸ δίμηνον διάστημα ἰσχύει ἂν κατὰ τὴν προηγουμένην ψῆφον ἐμπιστοσύνης συνεκέντρωσεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ζήτημα εἶναι τελείως ἐξησφαλισμένον.

§179Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Προβλέπεται καὶ ἀπὸ τὴν προτελευταίαν παράγραφον.

§180Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὴ ἀπαλείφεται.

§181Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἄν, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἀπαλειφθῇ, τότε τὰ πράγματα διορθώνονται.

§182Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ διάταξις αὐτὴ ἂν μείνῃ θὰ φέρῃ τοῦτο, ὅτι, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις συγκεντρώνει τὰ ⅖, θὰ δύναται κάθε ἡμέραν νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§183Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ρίψῃ τὴν Κυβέρνησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν ψήφισιν νόμου;

§184Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἕνας λόγος, κ. συνάδελφε, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀνάγκην καὶ ὡρισμένων νομοθετημάτων, ἂν συναντᾷ τὴν ἀντίδρασιν τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ. Ἐπέρχεται ἡ φυσικὴ φθορά.

§185Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά· ὅτι διὰ τῶν ⅔ πίπτει ἐλεγχομένη ἡ Κυβέρνησις.

§186Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ διαφορά. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν περίπτωσιν ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως δυσπιστίας λέγει (ἀναγινώσκει): «.... ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ... κλπ.» Νομίζω ὅτι εἶναι αὐτονόητον. Ἔρχομαι τέλος εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ προτάσεως ἐμπιστοσύνης ψηφοφοροῦν καὶ οἱ Ὑπουργοί. Ὅπως γνωρίζετε, δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμά μας, ἡ ὁποία νὰ ὁμιλῇ περὶ ἐμπιστοσύνης. Ἦτο θεσμὸς ὁ ὁποῖος οἴκοθεν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Διὸ δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ἀπαγορεύῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ψηφοφορῇ. Καθιερώθη ὅμως τοῦτο κατ’ ἀρχὰς κατ’ ἔθιμον, κατόπιν δὲ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· εἶναι μία διάταξις ἐξαιρετικὴ καὶ πρωτοφανής, γηγενοῦς, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πειραιῶς συνάδελφος, ἐφευρέσεως καὶ διασκευῆς. Θὰ ἠννόουν ἴσως τὴν διάταξιν ταύτην, ἂν ἐπρόκειτο περὶ Ὑπουργοῦ κατηγορουμένου δι’ ἀτασθαλίαν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, ἂν ἐπρόκειτο περὶ μεμονωμένης πράξεως. Ἀλλὰ μοὶ ἀποβαίνει ἀληθῶς ἀκατανόητος, διὰ τὰς ἄλλας προτάσεις. Ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει λ. χ. τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς πρόγραμμα καὶ τὸν Προϋπολογισμόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἴθισται, καὶ δικαίως, νὰ θεωρεῖται ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ὀρθὸν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ψηφίζουν ὑπὲρ τοῦ οἰκονομικοῦ των προγράμματος; Τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχε σημασίαν, ἂν δὲν ἦτο λίαν χρήσιμον πρὸς ἀποτροπὴν κακῶν αἰφνιδιασμῶν. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἀποβλέπουσι πάντοτε ἐξ αἰφνιδιασμοῦ νὰ θέτουν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ὑπολογίζουν· τόσοι ἀπουσιάζουν ἀπὸ τοὺς κυβερνητικούς, τόσοι ἰδικοί μας εἶναι ἐδῶ, τόσοι ἐτηλεγραφήσαμεν νὰ ἔλθουν. Ἂν οἱ Ὑπουργοὶ ψηφίζουν, δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ προβαίνουν εἰς τοιαύτας μηχανεύσεις. Θὰ ἔπρεπε, φρονῶ, νὰ διαγραφῇ τὸ «ὑποχρεωτικῶς», ὥστε νὰ ἀφεθῇ ἑκάστοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει νὰ ψηφοφορῇ ἢ ὄχι, καθὼς καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνεται ὁ ἔλεγχος. Προσθέτω τοῦτο· ὅτι ἂν θέσητε τὸ «ὑποχρεωτικῶς», ὁ Ὑπουργὸς ὅστις αἰσθάνεται ὅτι καθῆκον εὐπρεπείας εἶναι δι’ αὐτὸν νὰ μὴ ψηφοφορήσῃ, ἁπλούστατα θὰ ἀπέλθῃ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν. Εἴτε τεθῇ τὸ «ὑποχρεωτικῶς», εἴτε δὲν τεθῇ, τὸ πρᾶγμα κατ’ οὐσίαν μένει ζήτημα εὐπρεπείας. Δὲν ἐννοῶ δὲ πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ μία Κυβέρνησις, ἂν πρόκειται περὶ ἑνὸς ζητήματος γενικωτάτης, ἐθνικῆς λ. χ. σημασίας καὶ κατορθώσῃ νὰ συγκεντρώσῃ ἐλαχίστας ψήφους καὶ τοῦτο οὐχὶ ἐκ τύχης, ἐξ ἀπουσίας φίλων της, ἀλλὰ διότι τόσους μόνον ἔχει πράγματι φίλους. Προκειμένου περὶ τοῦ συνήθους νομοθετικοῦ ἔργου, προκειμένου περὶ περιστάσεων ὁμαλῶν, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ Κυβερνήσεις χρησιμεύουν μᾶλλον πρὸς ὑποβοήθησιν καὶ ἐπικουρίαν τοῦ ἔργου τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ, βεβαίως καὶ μικρὰ πλειονοψηφία εἶναι ἀνεκτή. Ἀλλὰ Κυβερνήσεις ἀντιμετωπίζουσαι ἐκτάκτως δυσχερεῖς περιστάσεις ἢ ἐκτάκτως δυσχερῆ προβλήματα, εἶναι δύσκολον νὰ σταθοῦν, ἂν δὲν ἔχουν σημαντικὴν πλειονοψηφίαν. Συμπεραίνω· ἡ προσθήκη τῆς διατάξεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ βλάβην, τοὐναντίον δύναται νὰ φέρῃ τὸ ἀγαθὸν ὅτι θὰ ἀποτρέπῃ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους μία κακὴ Ἀντιπολίτευσις θὰ δύναται νὰ κάμῃ. Ἂν λοιπὸν συμφωνεῖτε τὸ ἄρθρον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.

§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ὑπάρχει πρότασις ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία τώρα.

§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν ὅπως τὴν ἀποσύρουν, ἐφόσον πράγματι ἐπῆλθεν ὁμοφωνία διὰ τῶν τροπολογιῶν αἱ ὁποῖαι ἐπηνέχθησαν. Εἰς ἐναντίαν περίπτωσιν θὰ ἀναγκασθῶμεν ὅλας τὰς ψηφοφορίας νὰ τὰς ἀναβάλωμεν. Διότι εἴχομεν ὁρίσει διὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119, ἵνα παράσχωμεν χρόνον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅπως ἐκθέσῃ τὰς ἀντιλήψεις του. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἀσθενεῖ, εἶναι δὲ δύσκολον νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι θὰ ἀναρρώσῃ εἰς βαθμὸν ἐπιτρέποντα εἰς αὐτὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν κόπον μιᾶς ἀγορεύσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀναβάλλωμεν διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἢ μέχρι πλήρους ἀναρρώσεως τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὅπως ἔχει τροποποιηθῆ τὸ ἄρθρον, ἐδείχθη κατάδηλος ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ μὴ γίνῃ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἂν ὅμως ἐπιμένουν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν, τότε καὶ αὐτὴ ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.

§191Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου δύνανται νὰ γίνουν δεκταὶ δι’ ἀναστάσεως, πλὴν τοῦ διμήνου, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.

§192Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ προχωρήσωμεν, κ. Πρόεδρε.

§193Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ ὀνόματα, κ. Πρόεδρε.

§194Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ματαία χρονοτριβὴ καὶ νομίζω καλύτερον νὰ παραιτηθῆτε.

§195Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν εἶναι ματαία χρονοτριβή, ἀλλ’ εἶναι ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην ὅτι ἐψηφίσθη τὸ δίμηνον.

§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἀπάλειψις τῆς διμήνου προθεσμίας.

§197Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ σπουδαιοτέρα ἀντίρρησις κατὰ τοῦ διμήνου εἶναι ὁ φόβος μήπως παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπεδείχθη ὅτι παραβλάπτει τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ ἑπομένως ἐστερήθη τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἐδέχθημεν ἤδη διὰ τὰς τοιαύτας ἐκτάκτους περιστάσεις τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καμπάνη ὅπως γίνεται δεκτὴ εἰς συζήτησιν πρότασις ἐμπιστοσύνης, ἐφόσον εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἡμίσεως τῶν βουλευτῶν.

§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου ἡ διάταξις, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται ἡ ὑποβολὴ προτάσεως δυσπιστίας πρὸ τῆς παρελεύσεως διμήνου λέγουσι «Ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσι «Ὄχι». Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Β. Σαγιᾶς καὶ Ε. Μαλαμίδας. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Σαγιᾶ καὶ Ε. Μαλαμίδα, τοῦ κυρίου γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κ. Ἀγγελόπουλος ΟΑ. Τροχάνης Ν
Ν. Ἀμηρᾶς Ν. Τριανταφυλλάκος
Μιχ. Ἀργυρόπουλος Σπυρ. Τσακόπουλος
Χαρ. Βοζίκης ΝΝ. Ἀνδρεαδάκης Ο
Γ. Γεωργιάδης Ἰωάν. Κίνιας Ο
Κ. Δεμερτζῆς ΝΛ. Κουτσοπέταλος Ν
Α. Δουλγερίδης Μ. Μαντᾶς
Γ. Ἐμπειρῖκος Γεώργ. Μικρός
Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης Π. Νικολαΐδης Ο
Ἰωάν. Καλογερᾶς ΟΓεώργ. Πεσμαζόγλου Ο
Ν. Κρανιωτάκης Α. Ἀγγελόπουλος Ο
Χρ. Λαδᾶς ΟΤάσης Ἀναστασίου
Θ. Νικολούδης ΟΚ. Γκότσης
Γ. Μερκούρης Κ. Γόντικας Ν
Δ. Μπαμπᾶκος ΝἸωάν. Γιαννόπουλος Ο
Ἰωάν. Ράλλης ΝΑ. Μάρκου Ο
Ἀναστ. Στρατηγόπουλος Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος Ν
Π. Τσιτσεκλῆς ΟΔ. Μπούκουρας Ν
Γ. Ἀθανασιάδης ΟΣ. Πολυζωγόπουλος
Γ. Ἀλεξανδρόπουλος Β. Κανακάρης Ροῦφος Ν
Γ. Καλαντζόπουλος Βασίλειος Σαγιᾶς
Ι. Καναβός Ἀνδρ. Στεφανόπουλος
Δ. Κατσάνος Ι. Σισίνης Ν
Γ. Καφαντάρης Δ. Στεφανόπουλος Ο
Ἰωάν. Νικολίτσας Γ. Βοραζάνης
Ἰωάν. Παπαϊωάννου Κ. Γεωργαντόπουλος Ο
Σπυρ. Τρικούπης Γ. Ζερβός Ο
Γ. Τσακανίκας ΟΛ. Θεοδωρίδης
Ἰωάν. Τσιγκόλης Κ. Κωνσταντινίδης
Α. Γρηγοριάδης Λ. Λαμπριανίδης
Φ. Δημάδης Κ. Ὀρφανός
Γ. Παπαπαράσχος Χ. Πανταζίδης
Α. Χατζηνώτας Χ. Παπάζογλου
Ἀπ. Ζούζουλας Λ. Παπαπαναγιώτου
Σπυρ. Ἠλιόπουλος ΟΑ. Χαΐνογλου Ο
Γ. Καρπετόπουλος ΝΒ. Χατζηλίας
Γ. Μηναῖος Κ. Βλαχοθανάσης
Ι. Μουντζουρίδης ΝΓ. Βογιατζῆς
Π. Πετρίδης Θ. Κακαρᾶς Ο
Σπ. Στάης Σ. Οἰκονομίδης Ο
Π. Τσαλδάρης Θ. Παπαστρατῆς
Κ. Τσαλδάρης Π. Χατζηπᾶνος
Ἀθ. Χριστόπουλος ΟΔ. Βοῦλτζος Ο
Ἠλίας Ἀποσκίτης Θ. Γοῦσκος Ο
Θ. Γρηγορίου Ν. Κολυβᾶς
Γ. Μπακόπουλος ΝἘμ. Λούντζης
Ν. Μπακόπουλος ΟἈντ. Γαλανάκης Ο
Δ. Πλαπούτας Γ. Κοκινάκης
Θεόδ. Τουρκοβασίλης Γ. Μαρῆς
Β. Μεϊμαράκης ΟΘ. Βαρβιτσιώτης
Ι. Περδικογιάννης Ν. Δ. Κουμάνταρος Ο
Κ. Πολυχρονάκης ΟΠ. Παπαδᾶκος
Γ. Φραγκιαδάκης Δ. Πετρακάκος
Δημ. Ἀμπατζόπουλος Γ. Φικιώρης
Ι. Ι. Ἄμποτ Α. Ἀποστολίδης
Θ. Ἀνδρεάδης Ε. Γκλαβάνης
Ἀλ. Βουτυρᾶς Α. Εὐφραιμίδης
Ζ. Βεντούρας Β. Ζησιάδης Ν
Ν. Δαρβέρης ΝΚωνστ. Θέος
Δ. Εὐθυμιάδης ΟἈλ. Ἰωαννίδης
Μ. Θεοδωρίδης Δ. Καζάκης
Λ. Ἰασονίδης ΟΚ. Καρτάλης
Δ. Κάκαβος ΟἈνδρ. Κόρακας Ο
Ι. Καυταντζόγλου Σ. Μάξιμος
Μ. Κύρκος ΟΑ. Μέρος
Λ. Κυβετός ΟΚ. Σπυρίδης Ο
Μεντὲς Λιάο Μεσατζῆς ΟΜ. Κοθρῆς
Κ. Μουζενίδης Ροῦσσος Κούνδουρος Ο
Κ. Μιττάκος Ε. Μοδάτσος Ο
Ἀλ. Παπαναστασίου ΟΑ. Γαληνός Ο
Γρ. Παπανικολάου Γ. Θεοδοσιάδης Ο
Σταμ. Παπάζης ΝΓ. Καλδῆς Ο
Φ. Παπαγεωργίου Β. Καραπαναγιώτης Ο
Ἰσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ Σ. Κρητικᾶς
Δαυῒδ Μπουχὰρ Σολάν Γ. Λαζανᾶς
Γ. Χατζηγεωργίου Γ. Παπανδρέου
Μ. Γούδας Μ. Λαίλιος Ο
Α. Μελᾶς Δ. Σάλτας
Δ. Μπότσαρης ΟΚ. Σῖμος Ο
Ἀλ. Μυλωνᾶς Π. Ἀντωναρόπουλος Ν
Σπυρ. Χασιώτης Γ. Καντιάνης Ο
Χ. Χρηστοβασίλης Α. Ἐμπ. ΚουμουνδοῦροςΝ
Ἀλκ. Λούλης ΟΠ. Μερλόπουλος Ο
Γ. Ἐξηντάρης Α. Μισυρλῆς Ν
Αὔγ. Θεολογίτης Φ. Μοσχούλας Ν
Σ. Καραγεώργης ΟΔ. Μπενάκης Ο
Στ. Νικολαΐδης ΟΠ. Μποῦτος Ο
Α. Παπαδᾶτος Π. Σάκκης Ν
Ε. Σταυρίδης Ε. Φεσᾶς Ο
Ι. Τσονταρίδης Ἰωάν. Βατίστας
Εὐθύμ. Βελλιανίτης Π. Διαμαντόπουλος Ο
Δ. Ζερβός Ἐμ. Μαχαίρας
Ἰωάν. Θεοτόκης Γ. Προυκάκης
Σπυρ. Παϊπέτης Γ. Σακαλῆς
Α. Πιέρρης Σ. Συμεόνογλου
Β. Ἀλεξᾶτος ΟΔ. Σκυλίτσης
Ι. Μεταξᾶς ΟἸωάν. Σπετσιώτης Ν
Κοσμ. Μπουρμπούλης ΝΓ. Στρίγκος
Α. Φωκᾶς ΟΣωτ. Σωτηριάδης Ν
Λ. Ἀνδρεάδης Θ. Μαγκριώτης
Γ. Βαρβούτης ΟΚ. Μαζαράκης
Α. Ζάχος Γρ. Τηληκίδης Ο
Γ. Κακουλίδης Π. Χρυσοβέργης
Ν. Κουπαροῦσος ΟΑ. Βαλαωρίτης Ν
Γ. Μπούσιος ΝΓ. Μπανιᾶς
Η. Παπαδόπουλος Λ. Τσιῶκος
Κωνστ. Ἀλαβάνος Θ. Χαβίνης Ο
Δ. Βοκοτόπουλος Κ. Καλκάνης Ν
Μ. Δερλερές ΝΜ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Κ. Ἐμπειρῖκος Β. Σκουλᾶς Ο
Π. Εὐριπαῖος ΟΕ. Φωτάκης Ο
Ν. Καμπάνης ΟΧασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ Μου-
Π. Καμπάνης σταφᾶ
Περ. Μαζαράκης ΟἈν. Μπακάλμπασης
Κ. Ναυπλιώτης Χαβοὺζ Ὀσμάν
Σουκρῆ Μαμοὺτ Ὀγλοῦ Α. Σαχτούρης
Φεχμῆ Χασὰν βέη Ζαδέ Ν. Βελέντζας Ο
Κ. Τελωνίδης Σ. Γάτος
Ἀθ. Σινόκας Ἰωάν. Εὐταξίας
Νικόλ. Βλιάμος ΟΣπυρ. Κρεμεζῆς
Σ. Μανταφούνης Εὐστ. Μαλαμίδας Ο
Θεμ. Σοφούλης ΟΧ. Στεργιόπουλος
Ἐμ. Χατζηδάκης ΝΙ. Τζίβας
Π. Ἀλεξίδης Θαλῆς Τσιριμῶκος Ο
Α. Ἀργυρός ΝΔ. Χατζῖσκος Ο
Δ. Δούκας Ι. Βαλαλᾶς
Α. Λαζαρίδης ΟΦ. Δραγούμης Ν
Ν. Μανούσης Ν. Κυριακόπουλος
Ν. Τερζόγλου Σ. Λιούμπης
Δημ. Φλωριᾶς ΟΓ. Μόδης Ο
Π. Μπούμπουλης ΝΔ. Τζίμας
Κ. Πετσάλης ΟἈλ. Ξανθόπουλος
Χρ. Ἀλαμανῆς Μ. Βολουδάκης Ο
Σ. Ἀλεξιάδης ΝΑ. Μητσοτάκης Ο
Περ. Ἀλεξανδρῆς Π. Πολυχρονίδης
Ἀδὰμ Ἔξαρχος Γ. Σήφακας Ο
Ε. Ζούκας Α. Ἀνδρεάδης
Γ. Σίδερης Β. Κουκουρίδης
Σ. Ταλιαδοῦρος Θ. Πανταζίδης
Σωτ. Χατζηγάκης Α. Παχνός
Φ. Χρηστοδῆμος Α. Πολεμίδης
Α. Ψάρρας Ἀλ. Κανάρης
Ι. Μάνος Ν. Μαμούνης Ο
Ἀθ. Μιαούλης

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 114. Εἶπον «Ναὶ» 33, εἶπον «Ὄχι» 81. Ἑπομένως ἡ περὶ ἀπαλείψεως τοῦ διμήνου πρότασις ἀπερρίφθη καὶ τὸ ἄρθρον 87 ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 87. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ὀφείλει μόλις καταρτισθῇ καὶ δύναται ὁποτεδήποτε ἄλλοτε νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐὰν κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔχουν διακοπῆ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καλεῖται αὕτη ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της περὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ δύναται δι’ ἀποφάσεώς της νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἀπὸ μέλος αὐτῆς. Πρότασις περὶ δυσπιστίας δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰμὴ μετὰ πάροδον δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἀπορρίψεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοιαύτης προτάσεως, πρέπει δὲ νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ εἴκοσι τοὐλάχιστον βουλευτῶν καὶ νὰ καθορίζωνται ἐν αὐτῇ σαφῶς τὰ θέματα, περὶ τὰ ὁποῖα θέλει στραφῆ ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως συζήτησις. Ἐξαιρετικῶς δύναται νὰ ὑποβληθῇ πρότασις περὶ δυσπιστίας καὶ πρὸ τῆς παρόδου τοῦ ἀνωτέρω διμήνου, ἐὰν εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἡμίσεως τῶν βουλευτῶν. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως δυσπιστίας δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ πρὸ τῆς παρόδου διημέρου ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς της, οὐδὲ νὰ παραταθῇ πέραν τῶν πέντε ἡμερῶν. Ἡ περὶ προτάσεως ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας ψηφοφορία δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ 48ωρον, ἐὰν τὸ ζητήσουν εἴκοσι βουλευταί. Πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτή, ἐὰν δὲν ψηφίσουν ὑπὲρ αὐτῆς τουλάχιστον τὰ δύο πέμπτα τῶν βουλευτῶν. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω προτάσεων δικαιοῦνται νὰ ψηφίζουν καὶ οἱ Ὑπουργοὶ βουλευταί.

§201ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 87ον ἄρθρον).

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσωρινοῦ φόρου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς». Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9 νομοσχέδιον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, τὸ ὁποῖον εἶναι τυπικὸν καὶ ἐπεῖγον. Αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως συμφωνίας περὶ διακανονισμοῦ τοῦ πολεμικοῦ χρέους τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Πολυχρονάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3182 περὶ διδασκαλείων τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». — Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαχειρίσεως τῆς συμφώνως τῷ νόμῳ 2506 καὶ τῷ Ν. Δ. τῆς 29 Φεβρουαρίου 1926 ἐκκαθαρισθείσης περιουσίας εὐαγῶν ἱδρυμάτων τῆς τέως Χριστιανικῆς Κοινότητος τῆς πόλεως Μιτυλήνης». — Ὁ Ὑφυπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Α. Μπακάλμπασης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τινων ἀφορωσῶν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν δικαιούχων ἀνταλλαξίμων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Κυβετὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μειώσεως τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 318 τοῦ κώδικος περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων φόρου ἐπὶ τῶν ἰχθύων καὶ περὶ συστάσεως Ταμείων προστασίας τῶν κατ’ ἐπάγγελμα ἁλιέων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσωρινοῦ φόρου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Ράλλης, Ι. Θεοτόκης, Α. Πιέρρης, Δ. Χατζίσκος, Α. Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος, Φ. Δραγούμης, Γ. Μπακόπουλος, Β. Σαγιᾶς, Ν. Καμπάνης καὶ Ι. Μουντζουρίδης ὑπαβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς».

§204ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. αὔριον. (Ὥρα 10.15′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80
2Τρίτη 24 Μαΐου 1927
3Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
4(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
7(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
8χθεσινῆς συνεδριάσεως).
9§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
10— Ὁ Α. Πετρόπουλος, κάτοικος Φλωρίνης, διαμαρτύρε-
11ται ἐναντίον τοῦ ἀποσπασματάρχου Καπετὰν Στέφου, διότι ἄ-
12νευ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς τὸν ἔδειρεν ἀνηλεῶς, ἀναγκασθεὶς λό-
13γῳ τῶν τραυμάτων του νὰ παραμείνῃ ἓξ ἡμέρας κλινήρης.
14— Ὁ πρόεδρος τῆς Παμπροσφυγικῆς Ἑνώσεως τοῦ νομοῦ
15Σερρῶν παρακαλεῖ θερμῶς ὅπως γίνωσιν ἀποδεκτὰ τὰ αἰτή-
16ματα τοῦ Πανομηρικοῦ Συνεδρίου Καβάλλας.
17— Ὁ λαὸς τῆς κοινότητος Οἰχαλίας ζητεῖ τὴν κατάργησιν
18ἢ τροποποίησιν τοῦ Ν. Διατάγματος τοῦ Παγκάλου «περὶ Κυ-
19ριακῆς ἀναπαύσεως».
20— Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν
21ἀντεργατικὴν καὶ παρελκυστικὴν τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως,
22ζητεῖ δὲ τὴν ἄμεσον εἰσήγησιν παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν
23εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν σχετικῶν νομοσχε-
24δίων πρὸς ψήφισιν καὶ τὴν ἄμεσον λῆψιν μέτρων καὶ ἀποφά-
25σεων ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ γενικοῦ ὑπομνήματος τοῦ Ἐργατικοῦ
26Κέντρου Ἀθηνῶν καὶ τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας τῶν ἐργα-
27τῶν τῆς Ἑλλάδος.
28— Οἱ καπνεργάται καὶ καπνεργάτριαι Σερρῶν διαμαρτύ-
29ρονται ἐναντίον τῶν καπνεμπόρων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν διά-
30λυσιν τῶν Σωματείων των.
31— Ὁ ἱερὸς κλῆρος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς συνελθὼν ἐκτά-
32κτως ἐπὶ τῷ ὀδυνηρῷ ἀγγέλματι τῆς ἀποτολμηθείσης κατὰ
33τῆς Ἐκκλησίας ἀνιέρου ὕβρεως ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Πρωθιε-
34ράρχου, διαμαρτύρεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν μέχρι
35τοῦδε ἐπιδειχθεῖσαν ἀδιαφορίαν ἐπὶ ζητημάτων ἀπειλούντων
36ἤδη αὐτὴν τὴν ἔννομον τάξιν καὶ ἀπαιτεῖ τὴν ἄμεσον ἀπομά-
37κρυνσιν ἐκ τῶν πόλεων τῶν διαφόρων μοναχῶν τῶν ὑποθαλ-
38πόντων καὶ παρασυρόντων εὐσεβεῖς καὶ ἁπλοϊκοὺς Χριστια-
39νοὺς εἰς ἀπείθειαν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας.
40— Ὁ Π. Κατσιλιέρης, ἐφοριακὸς ἐλεγκτὴς Πατρῶν, δια-
41μαρτύρεται διὰ τὴν γενομένην ἀδικίαν εἰς οἰκονομικοὺς ὑπαλ-
42λήλους, προαχθέντας καὶ κυρωθέντας μεταγενεστέρως τοῦ
43Διατάγματος, ὡς μὴ φέροντος τὴν ἰδιόχειρον ὑπογραφὴν τοῦ
44τότε Βασιλέως Ἀλεξάνδρου.
45— Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπο-
46βάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώ-
47σεως τῆς ἐν Βαρκελώνῃ συναφθείσης Διεθνοῦς Συμ-
48βάσεως κλπ.»
49§3Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
50Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, κ. Πρόεδρε, ἔχει ἀναλά-
51βει μίαν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ ψη-
52φίσματος περὶ ἐκδικάσεως τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Νομίζω
53ὅτι αὔριον λήγει ἡ προθεσμία. Ἤθελον ἐπίσης νὰ παρακαλέ-
54σω τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ συναρμολογήσῃ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγ-
55ματος κατὰ σειράν, ὥστε νὰ μὴ περιμένωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ
56Σύνταγμα.
57§4Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἦτο καλύτερον νὰ ὁρισθῇ
58μία πενταμελὴς ἢ ἑξαμελὴς Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ταχυτέραν συ-
59ναρμολόγησιν;
60§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἂς ἀποφασίσῃ.
61§6Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, πρὸ τῆς
62Ἡμερησίας Διατάξεως.
63§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;
64§8Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Πρόκειται νὰ καταγγείλω ἕν
65γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην σημασίαν καὶ τὸ ὁποῖον πρέ-
66πει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
67§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
68§10Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Βλέπω μίαν ἐπιστολήν, ἡ ὁποία
69ἀναγράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ συγκεκριμένως εἰς τὸ
70«Ἐλεύθερον Βῆμα». Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἀπευθύνεται ἐκ μέρους
71ἑνὸς καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ κ. Λορεντζάτου, ἀ-
72πευθύνεται δὲ πρὸς τὸν διευθυντὴν τῆς ἐφημερίδος ταύτης. Τὸ
73περίεργον εἶναι ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου καὶ ἀπὸ
74ἀπόψεως λεκτικοῦ ὁ κ. καθηγητὴς ἐξυβρίζει καὶ τὴν Κυβέρ-
75νησιν καὶ τὴν Βουλήν. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ λε-
76κτικοῦ τῆς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν οἱ ἐκπαιδευτικοὶ
77καὶ πρὸ παντὸς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὸ ἀνώτατον
78ἐκπαιδευτικὸν ἵδρυμα, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνουν τὰς
79πράξεις τῆς Βουλῆς. Φρονῶ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ ἓν τέρμα
80εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν.
81§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
82κῶν). Ὁ Μυστριώτης ἔκαμεν ἐπαναστάσεις καὶ δὲν ἀπε-
83λύετο.
84§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔκαμεν ἐπαναστάσεις ὁ Μυστριώτης ὑπὲρ
85τοῦ καθεστῶτος καὶ ὄχι κατὰ τοῦ Κράτους.
86§13Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑ-
87πουργός.
88§14Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κ. συνάδελφε, δὲν
89ἐνδιαφέρομαι καθόλου διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὸν κ. Ὑ-
90πουργὸν τῆς Παιδείας. Σᾶς βεβαιῶ, δὲν θὰ δοκιμάσω κανὲν
91αἴσθημα ἂν ὁ κ. Λορεντζάτος μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
92Παιδείας καὶ κακοποιήσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν. Αὐτὸ εἶναι ζήτη-
93μα ἀξιοπρεπείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ ἐπιστολὴ
94αὐτή καθάπτεται τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἔχω τὸ δι-
95καίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτῆς. Δὲν θὰ εἴπω ὅτι τὸ νο-
96μοσχέδιον εἶναι καλόν, οὔτε κἂν ὡμίλησα ὑπὲρ τοῦ νομοσχε-
97δίου. Ἐγὼ θὰ κακίσω τὴν πρᾶξιν ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος
98ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ τοῦ Τύπου ὑβρίζει τὴν Βουλὴν καὶ δι’
99αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βου-
100λῆς τοῦτο.
101§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐγγράψητε τὴν διαμαρ-
102τυρίαν σας ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως, ὥστε νὰ ἔλθῃ συζήτησις
103καὶ διὰ νὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
104§16Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀφίνω ὅτι εἶναι γραμμένη εἰς
105μίαν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἅμα διαβάσῃ κανεὶς δοκιμάζει ἓν
106αἴσθημα ἀηδίας. Ἂν δὲ πρόκειται οἱ φοιτηταὶ νὰ μάθουν τὰ
107γράμματα μὲ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, εἶναι προτιμώτερον νὰ μὴ
108ὑπάγουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον.
109§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
110Ἡμερησίαν Διάταξιν
111τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
112Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 120όν. Ἐπ’ αὐτοῦ
113τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βοζίκης.
114§18Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω ἐκ ποίων ἰ-
115δεῶν ὡρμήθησαν οἱ θελήσαντες νὰ καταργήσωσι τὰ παράσημα.
116Εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρὰ τῷ πολλῷ λαῷ τὸ ζήτημα τῆς ἀ-
117πονομῆς τῶν παρασήμων κρίνεται δυσμενῶς, δὲν ἠξεύρω διὰ
118ποίους λόγους, ἴσως διότι ἐγένετο κατάχρησις τῆς ἀπονομῆς
119τῶν παρασήμων, ἴσως διότι ἐκίνει τὸν φθόνον ἡ ἀπονομὴ τῶν
120παρασήμων καὶ ὁ θέλων νὰ φανῇ εὐχάριστος εἰς τὸν κόσμον
121δὲν εἶχε νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναγράψῃ μίαν διά-
122ταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καταργῇ τὰ παράσημα. Ἀλλὰ ποῖος
123εἶναι ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς καὶ ὁ ἐξακολουθῶν σκοπὸς τῆς διατη-
124ρήσεως τῶν παρασήμων; Εἶναι ἠθικὴ ἀμοιβὴ πράξεων ὑπὲρ
125τοῦ καλοῦ τῆς Πατρίδος.
126§19Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Τί θὰ γίνῃ τὸ παράσημον τοῦ κ. Στυλ.
127Γονατᾶ;
128§20Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε ἀπαντῶν εἰς τὸν κ.
129συνάδελφον λέγω ὅτι εἶναι τὸ μόνον παράσημον τὸ ὁποῖον ἀ-
130πενεμήθη ἐπαξίως. (Θόρυβος).
131§21Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ κατὰ τῶν παρασήμων,
132ὅταν φέρουν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν ὡς παράδειγμα.
133§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
134Δεκτόν, κ. Πρόεδρε.
135Ἄρθρον 120.
136Τὰ μέχρι τοῦδε παραχωρημένα Ἑλληνικὰ παράση-
137μα εἰς Ἕλληνας πολίτας, ὡς καὶ αἱ ἄδειαι ἀποδοχῆς
138ξένων παρασήμων ὑπὸ Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀνακα-
139λοῦνται.
140§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
141(Γίνεται δεκτὸν τὸ 120ὸν ἄρθρον).
142§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 87ον. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑ-
143πουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
144§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
145Τὸ ἄρθρον τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 87 εἶναι τὸ ὑπ’ ἀ-
146ριθμὸν 86 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, τροποποιηθὲν κατά τι.
147Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἰσάγεται σπουδαία καινοτομία εἰς τὸν
148κοινοβουλευτικὸν βίον. Μέχρις ἐσχάτων ἐθεωρεῖτο ὅτι ἡ οὐσία
149τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι ἡ ἀπεριόριστος ἐλευθερία τῆς
150δράσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἀπεριόριστος χρῆσις τοῦ
151λόγου, ἡ ἀπόλυτος ἐξάρτησις τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν Κυβέρνη-
152σιν καὶ ἀντιστρόφως ἡ ἀπεριόριστος ἐξάρτησις τῆς Κυβερνή-
153σεως ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὡς κύριον χαρακτηριστικὸν τοῦ κοι-
154νοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐθεωρεῖτο, ὡς εἶπον, ἡ ἀπόλυτος
155ἐξάρτησις εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν
156Βουλὴν καὶ ἀντιστρόφως τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐ-
157χούσης τὸ δικαίωμα, σύμφωνα μὲ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα,
158νὰ διαλύῃ ὁποτεδήποτε κρίνει καλόν, τὴν Βουλήν. Ἡ πεῖρα
159ἀπέδειξεν ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀρχὴ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον
160διωργανουμένη δὲν ἀπέφερε τοὺς καρπούς, οἱ ὁποῖοι προσεδο-
161κῶντο ἀπὸ τὸ φιλελεύθερον καὶ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Καὶ
162δι’ αὐτὸ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἰδίως ἀφότου μεγαλύτερα ζη-
163τήματα ἐτέθησαν πρὸ τῶν Βουλῶν καὶ πρὸ τῶν Κυβερνήσεων,
164ἐξεδηλώθη μία ὀξυτέρα κρίσις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Καὶ λέ-
165γω ὀξυτέρα, διότι καὶ πρὸ τῆς τελευταίας μεταπολεμικῆς πε-
166ριόδου ὑπῆρχε μία λανθάνουσα κρίσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
167προελθοῦσα ἐκ τῶν γεγονότων, ὅτι αἱ Βουλαὶ δὲν κατορθοῦ-
168το νὰ συνδεθῶσιν ἀπολύτως μὲ τὴν ἁρμοδιότητα ἀνθρώπων
169δυναμένων νὰ διαρρυθμίσουν τὰ μεγάλα οἰκονομικὰ καὶ ἐθνικὰ
170ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπεξετάθη ἡ δικαιοδοσία καὶ ἡ
171λειτουργία τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι πολλάκις περιε-
172στρέφετο ὁ ἀγὼν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τὴν ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς
173καὶ ὄχι περὶ τὴν οὐσιαστικὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων, ὄχι
174περὶ τὴν οὐσιαστικὴν ἔρευναν τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀ-
175πασχολοῦν τὰς Βουλὰς καὶ ὁ ἀγὼν τῆς Βουλῆς δὲν συνετέλει
176εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ ἱκανοποιητικὴν λύσιν τῶν μεγάλων αὐ-
177τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ὀγκωδέστερα ἐνεφανίσθησαν μετὰ
178τὸν πόλεμον. Καὶ ὡς ἐκ τούτου ἤρχισε νὰ γίνεται ἡ σκέψις
179πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς βίος εἰς
180τρόπον ὥστε τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἀποβῇ περισσότερον
181καρποφόρον διὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν ζωήν, ἵνα μὴ ἀπειλεῖται
182ἑκάστοτε ἀπὸ τὴν βίαν καὶ τὰ κινήματα. Τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα
183ἔχει διαφόρους διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἰς αὐτὸ ἀποβλέπουν, νὰ
184καταστήσουν πλέον καρποφόρον τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον.
185Μία ἐκ τῶν διατάξεων αὐτῶν, ἓν ἐκ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, τὰ
186ὁποῖα εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἀποβλέπουν, εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον
18787 τοῦ Συντάγματος. Τί δι’ αὐτοῦ ἀποσκοπεῖται; Ἀποσκο-
188πεῖται ὁ περιορισμὸς τῆς δημιουργίας πολιτικῶν ζητημάτων
189καὶ δὴ τῆς δημιουργίας αἰφνιδιαστικῶς πολιτικῶν ζητημάτων
190εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσοι παρηκολουθήσατε πολλὰ ἔτη εἰς τὴν
191Βουλήν, γνωρίζετε ὅτι κυρίως τὰ πολιτικὰ ζητήματα εἶναι
192τὰ συγκεντροῦντα πάντοτε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ὡς
193ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ ἐξέτασις τῶν ἄλλων ζητημάτων, τῶν οὐ-
194σιαστικῶν, καθυστερεῖ. Διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, τῆς
195δημιουργίας τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, προὐτάθη νὰ τεθοῦν
196μερικὰ ὅρια εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ζητημά-
197των καὶ ἀφ’ ἑτέρου θεσπίζεται καὶ ἀναγράφεται πλέον εἰς τὸ
198Σύνταγμα ἡ ἀρχὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς
199ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ ὁρίζεται ὑποχρεωτικῶς ὅτι ἄν
200ποτε συγκροτηθῇ Κυβέρνησις ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ὀφείλει
201ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἀναστελλομένων ὁπωσδήποτε τῶν ἐργασιῶν
202τῆς Βουλῆς, νὰ προσέρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητῇ
203ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποκλείεται εἰς
204τὸ μέλλον ὁ σχηματισμὸς Κυβερνήσεως δυναμένης νὰ διαχει-
205ρίζεται τὰ δημόσια ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ
206ἡ ἀπόδειξις ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ
207κοινοβουλευτικοῦ Σώματος. Ἀφ’ ἑτέρου ὁρίζεται ὅτι αἱ προ-
208τάσεις δυσπιστίας διὰ νὰ γίνουν δεκταὶ ἔχουσιν ἀνάγκην μιᾶς
209διατυπώσεως, νὰ ὑποβάλλωνται δηλαδὴ ἀπὸ ἕνα ἀριθμὸν βου-
210λευτῶν ἐγγράφως καὶ νὰ τύχουν τῆς ψήφου ὡρισμένου ποσο-
211στοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἡ διάταξις αὕτη παρελήφθη ἀπὸ ἓν
212Σύνταγμα ἑνὸς τῶν δημοκρατικωτέρων πολιτευμάτων τῆς Εὐ-
213ρώπης, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡρισμένην διάταξιν, ὅτι οὐδέποτε δύ-
214ναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πρότασις ἐμπιστοσύνης, ἂν δὲν συγ-
215κεντρώσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ὡς ἐκ τούτου
216δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲν ἔχῃ ὑπὲρ
217αὐτῆς τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν.
218Ὅσον ἀφορᾶ τὴν διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀπαιτεῖται
219ἡ πρότασις δυσπιστίας νὰ συγκεντρώσῃ ὑπὲρ αὑτῆς ὡρισμένον
220ἀριθμὸν βουλευτῶν, ἡμεῖς δὲν ἐδέχθημεν τόσον αὐστηρὰν διά-
221ταξιν, ἀλλὰ περιωρίσθημεν εἰς ὡρισμένον κατώτερον ἀριθμόν.
222Ἔχει δὲ τὴν ἑξῆς πρακτικὴν σημασίαν ἡ διάταξις αὕτη, ὅτι
223δὲν ἀφίνεται νὰ δημιουργῶνται αἰφνιδιαστικῶς καὶ ἄνευ σο-
224βαροῦ λόγου πολιτικὰ ζητήματα καὶ ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἔ-
225χει ἀποδείξει ὅτι ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς
226Βουλῆς, τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως ὅτι δὲν τὴν ἔχει, μετατίθε-
227ται ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐφόσον
228ἡ Κυβέρνησις ἔχει παρουσιάσει ὑπὲρ αὑτῆς τὴν πλειονοψηφίαν
229τῆς Βουλῆς ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἔχῃ παρόν-
230τας τοὺς βουλευτὰς καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἀποφεύγεται ὄχι ὁ
231ἐκβιασμός, ἀλλ’ ἡ πίεσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀσκεῖται ἐπὶ
232τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ βουλευτὰς ἢ νὰ ἀποφεύγεται ὁ κλονι-
233σμὸς μιᾶς Κυβερνήσεως ἐκ τυχαίων γεγονότων καθιστώντων
234ἀδύνατον τὴν παρουσίαν ὡρισμένων βουλευτῶν διὰ τὴν ἐργασίαν
235τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐννοεῖται αὐταὶ αἱ διατάξεις δὲν ἐμποδίζουν
236τὴν Κυβέρνησιν τοῦ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὁποτεδήπο-
237τε καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα μέχρι τοῦδε ἀπαιτοῦν, ὅτι ἡ
238Κυβέρνησις ὁσάκις θέτῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ζήτημα
239τοιοῦτον, ἀποδίδει μεγάλην σημασίαν ὅταν θέτῃ τοιοῦτον ζή-
240τημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ ἐπὶ μιᾶς ἐπερωτή-
241σεως, ἂν νομίζῃ ὅτι θίγεται ἡ Κυβέρνησις, θέτει ζήτημα ἐμ-
242πιστοσύνης. Ἂν γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις αὐτή, δὲν ἕπεται
243ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ζητήσῃ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύ-
244νης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποφεύγεται εἶναι νὰ μὴ δη-
245μιουργεῖται πολιτικὸν ζήτημα ἀπὸ ἀνεύθυνα μέλη τῆς Βουλῆς.
246Ὅταν, λέγω, ἡ πρότασις δυσπιστίας δὲν προβάλλεται ἀπὸ
247ἕνα σοβαρὸν ἀριθμὸν βουλευτῶν, ὁπότε δὲν ἔχει σημασίαν
248ἡ πρότασις δυσπιστίας, τότε πρέπει νὰ ἀπασχολῇ τὴν Κυ-
249βέρνησιν ἡ πρότασις δυσπιστίας, ὅταν ἡ πρότασις αὕτη ὑπο-
250στηρίζεται ἀπὸ σοβαρὸν ἀριθμὸν βουλευτῶν, διότι μεμονωμέ-
251νη πρότασις δὲν δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὴν
252Κυβέρνησιν ὡς ἐπερώτησις καὶ ὄχι ὡς πρότασις δυσπιστίας.
253Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ
254Συντάγματος ὑπέβαλε πολλὰς τροπολογίας. Μία τροπολογία
255εἶναι ὅτι ἀποκλείει τὴν πρότασιν δυσπιστίας ἐπὶ δύο μῆνας ἀπὸ
256τῆς ἡμέρας τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Βουλή. Διὰ
257τῆς προτάσεως αὐτῆς γίνεται τρόπον τινὰ εἷς χωρισμὸς ἐπὶ
258δίμηνον, δηλαδὴ παύει ἡ δυνατότης τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ
259τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἐλαχίστου αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος.
260Ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» εἶχεν ὑποβάλει πρότασιν ἡ ὁποία
261δὲν ἐγένετο δεκτή, ὄχι ἐπὶ δύο μῆνας, ἀλλ’ ἐπὶ μακρότερον
262χρονικὸν διάστημα, ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν
263ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Διὰ νὰ γίνῃ ἀποδε-
264κτὴ ἡ πρότασις δυσπιστίας πρέπει νὰ προταθῇ τοὐλάχιστον
265ἀπὸ τὸν ἥμισυ τῶν βουλευτῶν. Δὲν ἀποκρύπτω ὅτι ὁμιλῶν δη-
266μοσίᾳ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἶχον ὑποστηρίξει ὅτι θὰ ἦτο
267συμφερωτέρα διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα ὁ χωρισμὸς αὐτῶν
268τῶν ἐξουσιῶν, ἂν ἦτο μακρότερον τὸ διάστημα, δηλαδὴ ἐφόσον
269ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν ἀπόλυτον
270πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἐφόσον δὲν ἐζητήθη ἡ πρότασις
271δυσπιστίας ἀπὸ ἕνα μέγαν ἀριθμὸν βουλευτῶν, νὰ μὴ δύνα-
272ται νὰ τεθῇ ζήτημα δυσπιστίας καὶ τοῦτο διὰ νὰ δημιουργη-
273θῇ μία σταθερότης κυβερνητικὴ ἐπιτρέπουσα τὴν καλὴν λει-
274τουργίαν τῶν κυβερνητικῶν ἐργασιῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγέ-
275νετο δεκτόν, οὔτε κἂν ἐπροτάθη ἀπὸ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕ-
276νωσιν» καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἐπὶ δίμηνον παρακώλυσις δημιουργίας
277ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ἐφόσον ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν βουλευ-
278τῶν δὲν ἔφθασε τὰ δύο πέμπτα τῆς Βουλῆς, ἂν συμβῇ ἓν γε-
279γονὸς κατὰ πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ ἀ-
280πωλέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευ-
281σις φθάσῃ εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦ ⅕, νομίζω ὅτι τότε δύναται
282νὰ τεθῇ ζήτημα δυσπιστίας.
283§26Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὑποστηρίζετε ὅτι πρέπει νὰ
284γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τὸ κόμμα σας;
285§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
286Ἐγκατελείφθη.
287§28Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δέχεσθε τὸ δίμηνον;
288§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
289Ναί. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ καρποφορήσῃ ὁ
290κοινοβουλευτικὸς βίος, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωμεν ἕνα χωρισμὸν
291ἐξουσιῶν, ὄχι ὅπως γίνεται εἰς τὴν Ἑλβετίαν καὶ εἰς τὴν Ἀ-
292μερικήν, ἀλλὰ σχετικὸν χωρισμὸν ἐξουσιῶν. Ἀλλ’ ἡ πρότασις
293αὐτὴ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ καὶ δι’ αὐτὸ προήλθομεν εἰς τὴν
294συμβιβαστικὴν λύσιν.
295§30Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ
296ἐπέλθωσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ κλονίσωσι τὴν Κυβέρνη-
297σιν. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία
298συνεκροτήθη ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα ὅλων.
299§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
300Πολὺ καλά. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀνατραπῇ δι’
301ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν της. Τοῦτο σᾶς
302τὸ λέγω, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι συγκεκροτημένη ἀπὸ κόμματα
303καὶ τὰ κόμματα θέλουσι νὰ ὑπάρχῃ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις.
304Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν δὲν θὰ θελήσῃ ἓν κόμμα νὰ μὴ ὑπάρχῃ
305ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς αὕτη θὰ
306διαλυθῇ. Τοιοῦτος κίνδυνος δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει.
307§32Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ μείνωσιν οἱ ἀρχηγοὶ χωρὶς
308ὀπαδούς.
309§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
310Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν μετέχουν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Κυβερνήσεως, με-
311τέχουν ὄργανα τοῦ κόμματος καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν
312ἓν κόμμα θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν συμφέρει ἡ παραμονή του εἰς τὴν
313Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις θὰ πέσῃ. Θέλετε νὰ θέσωμεν διά-
314ταξιν γενικὴν διὰ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν;
315§34Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διατί λέγετε δυστυχῶς;
316§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
317Διὰ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ἰδικήν σας.
318§36Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνατραπῇ, διότι
319ὅτε συνεκροτήθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, δι’ ἐπιστολῆς μου
320πρὸς τὸν κ. Μεταξᾶν....
321§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἅπαξ ὑπέστημεν ἕνα στραπατσάρι-
322σμα, πρέπει νὰ ἀναμένωμεν....
323§38Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ λέγει δι’ ἐμέ.
324§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
325Δὲν τὸ λέγει διὰ τὸν κ. Βοζίκην, διότι ἂν πέσῃ ἡ Οἰκουμενικὴ
326Κυβέρνησις θὰ χάσῃ τὴν ἀρχηγίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
327§40Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Προτείνετε νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ
328πόσους;
329§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
330Ἀπὸ εἴκοσι βουλευτάς.
331§42Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δέχεσθε τὴν ἀπολογίαν;
332§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
333Μάλιστα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἑκάστην ἑβδομάδα ἐτίθετο ἓν ζή-
334τημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἡ Βουλὴ ἠσχολεῖτο εἰς αὐτὰ καὶ ἔμε-
335νον σοβαρὰ ζητήματα ἀμελέτητα, ἐγὼ δὲ ὡς ἀντιπολιτευόμε-
336νος ἔθετον τοιαῦτα ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ἡ πεῖρα ἐδίδα-
337ξεν ὅλους ὅτι συμφερώτερον εἶναι διὰ τὸν πολιτικὸν βίον
338Βουλὴ νὰ ἐργάζεται οὐσιαστικώτερον καὶ νὰ μὴ γίνεται ὁμηρ-
339ικὸς ἀγὼν περὶ τὴν κατάληψιν τῆς Ἀρχῆς. Πρέπει νὰ γίνεται
340οὐσιαστικωτέρα προσπάθεια πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων αὐ-
341τῶν. Ὅλαι αἱ προτάσεις αὗται δὲν ἐγένοντο δεκταὶ καὶ τὰ
342μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἔφερον συμβιβαστικὴν λύσιν καὶ συμ-
343φωνήσαμεν ἡ διατύπωσις νὰ γίνῃ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει).
344Εἰς τὸ κείμενον τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναφέρεται ὅτι θὰ δύναται
345νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις καὶ πέραν τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἀλλ’
346ἐφόσον λέγετε ὅτι πρέπει νὰ καθορίζωνται τὰ θέματα, αὐτὸ
347εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκές. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὰ ἄλλα Συντάγ-
348ματα ἀπαιτεῖται παρέλευσις 15 ἡμερῶν. Ἐδῶ εἶναι δεκτὸν
349ὅτι χρειάζεται τὸ δίμηνον, ἐφόσον τὸ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
350§44Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δηλαδὴ συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Ἡ Ἀντι-
351πολίτευσις δημιουργεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἡ δὲ Κυβέρνησις
352μὴ ἔχουσα συγκεντρώσει τοὺς φίλους της, νὰ δικαιοῦται διὰ
353τῆς προτάσεως 20 βουλευτῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν.
354§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
355Τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος ἔχει καὶ δύο ἄλλας διατάξεις,
356αἱ ὁποῖαι δεχόμεθα νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν. Ἡ πρώτη διάταξις
357εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν πλὴν τῶν εἰδικῶν διατάξεων
358δέχεται τὸ ἑξῆς· ὅτι, ἂν γίνῃ χρῆσις προεδρικοῦ δικαιώμα-
359τος διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑποχρεω-
360μένη νὰ παραιτηθῇ, ἔστω καὶ μετὰ πρότασιν δυσπιστίας. Δη-
361λαδὴ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀποκρουσθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο
362δυνατὸν ἡ ἰδία Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρα-
363τίας νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς.
364Κατὰ τὰ παλαιὰ ἔθιμα, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἀποδοκιμαζο-
365μένη ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ διαλύσῃ ταύτην. Δεχόμεθα νὰ μὴ
366τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐπίσης καὶ ἄλλη διάταξις, κατὰ τὴν
367ὁποίαν, ὅταν κάμνῃ πρότασιν διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὴν
368Γερουσίαν ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς
369προτάσεως ἐμπιστοσύνης, διότι ὑπῆρχε φόβος μήπως ὑποβαλ-
370λομένης προτάσεως ἡ Βουλὴ προέλθῃ καὶ δώσῃ ψῆφον
371δυσπιστίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὕτως ἐπέλθῃ ὀξύτης σχέ-
372σεων μεταξὺ Βουλῆς, Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ Γε-
373ρουσίας.
374Πρῶτος λόγος αὐτὸς τῆς διατάξεως εἶναι ὁ ἑξῆς. Ὑποθέ-
375σατε ὅτι σχηματίζεται Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν ἢ ὑ-
376πηρεσιακὴ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη γνωρίζει ὅτι δὲν
377ἔχει καμμίαν ἰσχὺν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θέλει νὰ γίνουν ἐκλογαὶ
378καὶ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Γερουσίαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
379δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ διότι ἀκολου-
380θεῖ τὴν διαδικασίαν τῆς ἀμέσου ἐκκλήσεως εἰς τὴν λαϊκὴν ἐ-
381τυμηγορίαν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι περιττόν.
382§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄν ἀρνηθῇ ἡ Γερουσία;
383§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
384Θὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ καὶ θὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις
385ἀποτελουμένη ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ
386αὐτὸ εἶναι περιττόν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἰσήχθη ἡ προθεσμία
387τῶν 48ώρων καὶ ἐπειδὴ ἡ Γερουσία ὑποχρεοῦται ἐντὸς τριῶν
388ἡμερῶν νὰ περατώσῃ τὴν συζήτησιν καὶ λάβῃ ἀπόφασιν δια-
389λύσεως τῆς Βουλῆς, δι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει πλέον κανεὶς λόγος
390ἀναγραφῆς, διότι καὶ ἂν ὑποβληθῇ πρότασις δυσπιστίας εἰς
391τὴν Βουλήν, ἡ συζήτησις θὰ ἀρχίσῃ μετὰ 48 ὥρας καὶ ἂν πε-
392ρατωθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ μετὰ 48 ὥρας. Ἡ
393Γερουσία θὰ ἔχῃ λάβει ἀπόφασιν καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτω-
394σις συγκρούσεως Βουλῆς καὶ Γερουσίας.
395§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ βάσιν εἶναι ἡ πρότασις τῆς
396Ἐπιτροπῆς.
397§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
398Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον προσετέθη εἶναι τὰ ⅖, κατὰ τὰ ἄλλα
399οὐσιαστικῶς παραμένει ἡ πρότασις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐ-
400πιτροπῆς.
401§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ διμήνου δὲν
402δύναται νὰ ὑποβληθῇ καμμία πρότασις;
403§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
404Αὐτὸ διαγράφεται, διότι εἶναι τόσον μικρὸν τὸ χρονικὸν διά-
405στημα, ὥστε μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπεδοκιμάσθη ἀπὸ τὴν
406Βουλήν, δὲν φαντάζομαι ὅτι ἐντὸς τοῦ διμήνου δύναται νὰ ὑ-
407πάρξῃ περίπτωσις τοιαύτη. Ἂν ἐπιμένετε, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν
408νὰ μείνῃ ἡ διάταξις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ
409τὸ θεωρῶ περιττόν, διότι τὸ δίμηνον χρονικὸν διάστημα εἶναι
410τόσον ἐλάχιστον καὶ ὑπάρχει τόση ἀνάγκη ἠρεμίας καὶ οὐσια-
411στικῆς ἐργασίας.
412§52Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὅταν προτείνεται ἀπὸ τὰ ⅖, νὰ
413γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
414§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
415Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
416§54Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
417κῶν). Συνεζητήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν σύσκεψιν καὶ κα-
418τελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ μὴ προστεθῇ διὰ τὸν ἑξῆς
419λόγον. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται ἀπὸ 300
420βουλευτάς. Ἐκ τῶν 300 αὐτῶν βουλευτῶν ἡ Ἀντιπολίτευσις
421συγκεντρώνει 125 καὶ ἡ Συμπολίτευσις 175. Εἶναι μία πλειο-
422νοψηφία ἐπαρκὴς διὰ νὰ ἐργασθῇ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
423σει θὰ δύναται ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ πᾶσαν δευτέραν ἡμέ-
424ραν νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Σημειώσατε δὲ ὅτι εἶναι
425δύσκολον νὰ δεχθῆτε τὴν διάταξιν αὐτὴν (ἀναγινώσκει). Ἐ-
426πανερχόμεθα εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον καθ’ ἑ-
427κάστην ἡμέραν ἠδύναντο νὰ τίθενται ζητήματα ἐμπιστοσύνης.
428§55Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ⅗.
429§56Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πόσος ἀριθμὸς ὁρίζεται διὰ τὴν ἀπό-
430φασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης;
431§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
432Τουλάχιστον τὰ ⅖.
433§58Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι διάφορος.
434§59Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
435Ἀπαιτεῖ πλειονοψηφίαν, πάντοτε βεβαίως τοὐλάχιστον τῶν
436⅖. Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐταὶ αἱ μεταρρυθμί-
437σεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῷ ἄρθρῳ ὅπως τὸ διετυπώσαμεν,
438εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῶν μεταρρυθμίσεων αἱ ὁποῖαι ἐπι-
439βάλλοντα διὰ νὰ διαθέσωμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον καὶ κα-
440ταστήσωμεν αὐτὸν ὠφέλιμον εἰς τὸν Τόπον καὶ διὰ νὰ προ-
441λάβωμεν τὰς προσπαθείας τῆς δημιουργίας αὐταρχικῶν Κυ-
442βερνήσεων ἐν τῷ Τόπῳ. Δι’ αὐτὸ συνιστῶ ἐκθύμως εἰς τὴν
443Βουλὴν τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν τῶν μεταρρυθμίσεων.
444§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
445§61Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐτέθη ἡ βάσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέ-
446πει νὰ πηγάζῃ ἐκ τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποδεικνύεται ὑπ’ αὐτῆς
447καὶ νὰ τυγχάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης της, δηλαδὴ διορίζεται ὑπὸ
448τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, τουτέστι διὰ τῆς θελήσεως
449τοῦ Ἔθνους. Εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν δὲν ὑπάρχει διαφωνία. Ἐ-
450φόσον θὰ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ δικονομικοῦ μέρους τῆς προτάσεως
451τῆς δυσπιστίας, θὰ ἦτο ὀρθὸν τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὴν διά-
452ταξιν «πρότασις δυσπιστίας πρέπει νὰ ὑποβάλεται ὑπὸ εἴκοσι
453βουλευτῶν», θὰ ἦτο, λέγω, ὀρθὸν νὰ γίνῃ τοῦτο δεκτόν, ἀ-
454φοῦ ἄλλως τε καὶ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος τοῦτο καθιέρωσε,
455διότι συνήθως ζητήματα ἐμπιστοσύνης δὲν δέχονται αἱ Κυβερ-
456νήσεις, ἂν τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν υἱοθετοῦνται ὑπὸ τῶν ἀρχη-
457γῶν τῶν κομμάτων, ἂν δὲν ἔχωσιν ἀπέναντί των μίαν ὑπεύθυ-
458νον παράταξιν, ἀδιάφορον μικρὰν ἢ μεγάλην, ἡ ὁποία νὰ υἱο-
459θέτησε τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐφόσον αἱ περαιτέρω λε-
460πτομέρειαι τείνουσιν εἰς τὸ νὰ περιορίσωσι τὰ δικαιώματα τῆς
461Βουλῆς, νὰ καταστήσωσι δὲ μίαν Κυβέρνησιν τελείως ἀνεξάρ-
462τητον ἀπὸ τὴν Βουλήν, δυναμένην ἔστω καὶ ἐπὶ μικρὸν χρονι-
463κὸν διάστημα νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τῆς Βου-
464λῆς, πρέπει τοιαῦται λεπτομέρειαι νὰ ἀπορριφθῶσιν. Εἰς τὰς
465προτάσεις τῶν συνηνωμένων κομμάτων εὑρίσκω πρῶτον μίαν
466ἀνακολουθίαν καὶ ἓν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποκαλύπτεται,
467ἀλλὰ καλύπτεται μέσα εἰς τὴν διάταξιν περίεργον ἀξίωμα,
468κατὰ τὸ ὁποῖον πάντες οἱ ἀπόντες βουλευταὶ θεωροῦνται φίλοι
469τῆς Κυβερνήσεως.
470§62Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Σήμερον δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία παρὰ μό-
471νον τὸ τέταρτον, 72.
472§63Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἔχομεν μίαν διά-
473ταξιν, ἡ ὁποία λέγει τὸ ⅓ τῶν βουλευτῶν.
474§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑβδομήκοντα ἓξ βουλευταί.
475§65Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔστω. Ἔχομεν μίαν Βουλὴν συνεδριάζου-
476σαν μὲ 76 βουλευτάς. Δὲν δύναται αὕτη νὰ ἀποφανθῇ κατὰ
477τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ νὰ ἀποφανθῇ κατ’ αὐτῆς πρέπει
478νὰ συγκεντρώσῃ τὰ ⅖ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, τὰ
479δὲ ⅖ εἶναι 120, ὑπὲρ τὴν ἀπαρτίαν. Τοῦτο δὲν τὸ εὑρίσκω
480ὀρθόν, μάλιστα τείνει νὰ ἰσχυροποιήσῃ μίαν Κυβέρνησιν ἀπέναν-
481τι τῆς Βουλῆς. Τί δὲ ἀποδεικνύει; Ὅτι ἔχω δίκαιον τοῦτο ὑ-
482ποπτευόμενος.
483Ἡ υἱοθέτησις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προτάσεως
484ἡ Βουλὴ ἐπὶ δίμηνον νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀφίνει
485τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ δίμηνον ἀνεξέλεγκτον.
486§66Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
487Ὄχι ἀνεξέλεγκτον.
488§67Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἴδωμεν καὶ ἄλλα ξένα Συντάγματα.
489Θὰ ὑπάρχῃ καὶ κανὲν ἄλλο Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ θέτῃ τὸ
490ἑξάμηνον. Καὶ ἐρωτῶ· εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τοῦ διμήνου θὰ
491ἔχωμεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον;
492§68Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Βεβαίως.
493§69Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ βιάζεσθε. Ποία ἡ κύρωσις τοῦ κοι-
494νοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ὅταν δὲν πρόκειται περὶ πράξεως τῆς
495Κυβερνήσεως ἐγκληματικῆς διὰ νὰ προτείνῃ τὴν παραπομπήν
496της εἰς εἰδικὸν δικαστήριον; Τί ἄλλο μένει εἰς κύρωσιν τοῦ
497ἐλέγχου.
498§70Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ ἐμπιστοσύνη.
499§71Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ δίμηνον δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν
500ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
501§72Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ ἔχῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔ-
502λεγχον καὶ δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης,
503διότι δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν
504ἀνάγκην τῆς θέσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ δὲν
505πρέπει νὰ λησμονεῖτε τὸ ἑξῆς. Ἐνθυμεῖσθε εἰς τὴν Βουλὴν
506τοῦ 1920, ἀνὰ πᾶσαν δευτέραν ἢ τρίτην ἡμέραν εἴχομεν καὶ
507ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ δὲν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ προχω-
508ρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της καθολοκληρίαν. Βεβαίως δὲν δύναμαι
509νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Παπαναστασίου, ὁ ὁ-
510ποῖος εἶχε ὁρίσει διάρκειαν ἑνὸς ἔτους.
511§73Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διατί ἔχετε τὴν μανίαν νὰ σταματᾶτε τὸν
512ἀγορεύοντα καὶ νὰ τὸν κρατεῖτε εἰς τὸ βῆμα;
513§74Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αἰσθάνομαι εὐχαρίστησιν δι’
514ὑμᾶς.
515§75Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τὴν αἰσθάνομαι ὅμως ἐγώ.
516§76Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
517§77Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κάμνετε τοῦτο πρὸ τῆς ὁλοκληρώσεως τῆς
518σκέψεως τοῦ ἀγορεύοντος καὶ δὴ ὑμεῖς οἱ νεώτεροι. Πᾶσα πρό-
519τασις συζητήσεως εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀνάγκη κατὰ τοὺς κα-
520νόνας τῆς συζητήσεως νὰ καταλήγῃ εἰς ἓν συμπέρασμα. Κα-
521τηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι διέπραξε μίαν παρανομίαν.
522Κατηγορῶ διὰ νὰ πείσω ὅτι διὰ τὴν παράβασιν ἑνὸς νόμου ἡ
523Κυβέρνησις πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς δικαστήριον.
524§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
525Ἐπιτρέπετε; Ποία κύρωσις ὑπάρχει τῶν ἐπερωτήσεων εἰς τὰ
526Κράτη εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει πολίτευμα φιλελεύθερον, δηλαδὴ
527ἀντιπροσωπευτικόν, ἀλλὰ χωρισμὸς πλήρης ἐξουσιῶν; Ποία
528κύρωσις ὑπάρχει; Ἡ Κυβέρνησις μένει τρία ἔτη.
529§79Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἠξεύρω. Τὰ ξένα Συντάγματα δὲν
530ἔχουν καμμίαν κύρωσιν. Ἐδῶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κύρωσις. Ἐ-
531περωτῶ καὶ ἂν εὑρίσκω ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεβίασε τὸν νό-
532μον, πρέπει νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμ-
533πέρασμα νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ παραπομπὴν
534τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἡ Κυβέρνησις παραμείνῃ ἀνεξέλεγ-
535κτος, ἔχω δὲ πράξεις αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι πείθουν ὅτι ἡ Κυβέρ-
536νησις δὲν ἔδειξε τὴν προσήκουσαν ἱκανότητα καὶ δὲν πρέπει
537νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν διαχείρισιν
538ὡρισμένων ζητημάτων, ἅτινα ὅταν θὰ τὰ ἀναπτύξω ἐγώ, θὰ
539μειδιᾷ ὁ φίλος μου κ. Παπαναστασίου, ὅταν θὰ μὲ ἀκούῃ, ἴσως
540καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, τὸ ἀποτέλεσμα
541θὰ εἶναι μηδέν.
542Ἡ κύρωσις ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης.
543Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἂν παρεμποδί-
544ζετε ἐπὶ δίμηνον νὰ τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καταργεῖ-
545τε ἐπὶ δίμηνον τὸν ἔλεγχον. Τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπέ-
546μνησεν ὁ ἀγαπητός μου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής....
547§80Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὄχι δά, εἴμεθα συμπολῖται.
548§81Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶσθε βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Ἐγὼ ἐξε-
549διώχθην.
550§82Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν. Ἂν προω-
551δεύσατε τώρα καὶ ἐπήγατε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τὸ μέλλον
552θὰ εἶσθε καὶ πάλιν.
553§83Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. βουλευτὴν νὰ μὴ
554βασίζεται μόνον εἰς τὴν μνήμην του, καίτοι νεωτάτην, ἀλλ’
555εἰς τοιαῦτα ζητήματα νὰ ἀνατρέχῃ εἰς τὴν μελέτην τῶν πρα-
556κτικῶν τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖ θὰ ἔβλεπεν ὅτι δὲν ἐτίθεντο ζητή-
557ματα ἐμπιστοσύνης οὐδὲ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1920, ἀλλ’ ὅλα
558τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν τότε θὰ ἦσαν δύο ἢ τρία εἰς
559διάστημα μηνῶν. Ἀγορεύω καὶ κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν
560μετὰ πάσης δυνάμεως, μετὰ λογικῶν ἐπιχειρημάτων. Εἶναι
561τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἐμοῦ, δὲν ἔθεσα ζητήματα ἐμπιστοσύνης καὶ
562διότι βλέπω περὶ ἐμὲ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτύχω τὴν δυσπι-
563στίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀσχέτως πρὸς τὰ ⅖. Δὲν εἶ-
564ναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης αὐτό. Ἀλλ’ ὅταν εἶμαι πεπεισμένος
565ὅτι μία Κυβέρνησις εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα,
566ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ διεξαγάγῃ τὰ ἐθνικὰ
567συμφέροντα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐγκλημάτησε, θὰ μὲ στερήσητε
568τοῦ δικαιώματος νὰ καταλήξω εἰς ἓν συμπέρασμα; Εἰς ἐμέ—
569κρίνω καὶ ἐκ τῆς ἰδικῆς μου ἰδιοσυγκρασίας—ἂν μοὶ δώσητε
570τὸν λόγον καὶ μοὶ εἴπητε «θὰ ὁμιλήσητε, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε
571νὰ θέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης», θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι δὲν
572θὰ λάβω τὸν λόγον. Ἔπειτα τὸ νὰ μὴ ἠμπορῶ νὰ κάμω πρό-
573τασιν ἐμπιστοσύνης, δὲν τὸ εὑρίσκω καὶ σοβαρόν.
574§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
575Ὅταν γνωρίζετε ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει 20 βουλευτὰς
576καὶ ἡ Συμπολίτευσις 200 καὶ γνωρίζετε ἐκ τῶν προτέρων
577τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διατί τὸ κάμνετε; Διὰ νά....
578§85Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀφήσατε νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
579§86Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
580Νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ τὸ ἔκαμνα ἀπὸ ἐκεῖ.
581§87Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ κάμνω ὅμως.
582§88Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
583Τὸ κάμνετε διὰ νὰ καταρρίψητε τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως.
584§89Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ δύο λόγους ὁμιλῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
585ἐνεργῶ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ὁ εἷς λόγος ὄχι διὰ νὰ
586ἀκούσῃ καὶ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἔχει κατανεμηθῆ κατὰ
587κόμματα μὲ τὸν ἀνάλογον φανατισμόν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀκούσῃ ὁ
588Λαός. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι μία Κυβέρνησις μὲ φιλο-
589τιμίας καὶ μὲ τὴν προσήκουσαν πολιτικὴν ἀξίαν θὰ θέσῃ ἐκεί-
590νη τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ θὰ μὲ ἀπαλλάξῃ ἐμέ.
591§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
592Αὐτὸ δὲν ἐμποδίζετε καὶ τώρα.
593§91Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ὅμως δὲν ἔχει τὴν εὐθιξίαν;
594§92Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Θὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτή. Αὐτὸν τὸν
595σκοπὸν ἔχει, νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως.
596§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
597Τοιοῦτον ζήτημα δύναται νὰ θέσῃ ἡ Βουλὴ καὶ σήμερον.
598§94Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκ τῶν βουλευτῶν 115 εἶναι ὑπὲρ καὶ
599114 κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μέχρι τῶν 285 πόσοι ὑπολεί-
600πονται; 56. Ἐνυπάρχει τὸ τεκμήριον ὅτι αὐτοὶ τρέφουν ὅλοι
601ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Τὰ πράγματα συνήθως μᾶς
602ἐδίδαξαν ὅτι οἱ βουλευταὶ οἱ μὴ ὑπακούοντες εἰς τὰς προσκλή-
603σεις τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εὑρίσκωνται εἰς τὴν Βουλήν, συ-
604νήθως δὲν τρέφουν ἐμπιστοσύνην.
605§95Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
606κῶν). Ὑποθέτω καὶ τὸ γνωρίζετε σεῖς αὐτό, ὅτι ἡ πεῖρα μᾶς
607ἐδίδαξεν ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι εἶναι ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν
608ἔχουν οὔτε ἐμπιστοσύνην, οὔτε δυσπιστίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
609Δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ ἀποστῶσιν ἀπὸ τὰ κόμματα ὑπὸ τὰ
610ὁποῖα ἐξελέγησαν ὡς βουλευταὶ καὶ παραμένουν εἰς τὰς ἐπαρ-
611χίας. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὐτὴ θὰ ἔχῃ καὶ τοῦτο τὸ ἀγαθόν’
612θὰ ἐκκαθαρισθῇ αὐτὴ ἡ χειροτέρα κλάσις τῶν βουλευτῶν, ἐ-
613κεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὔτε τὸ θάρρος νὰ ἔχουν γνώμην,
614οὔτε νὰ ὑποστοῦν τὰς συνεπείας καὶ θὰ ἐξέλθῃ μία Κυβέρνη-
615σις ἰσχυρὰ εἰς τὸν Τόπον.
616§96Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οἱ ἀπόντες εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως;
617Ἂν εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ δὲν τὸ ἠξεύρω. Ἡ πεῖρα
618δὲν μᾶς ἐδίδαξεν ὅτι πάντες εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως.
619Δεύτερον μοῦ ζητοῦν ὑπὲρ τὴν ἀπαρτίαν τῶν βουλευτῶν καὶ
620ἂν ἔχω τὴ πλειονοψηφίαν τῆς συνεδριαζούσης Βουλῆς, δὲν
621δύναμαι νὰ ἐκφράσω δυσπιστίαν, ἐμποδίζετε νὰ καταλήξω εἰς
622συμπέρασμα, μοῦ ζητᾶτε 20 βουλευτάς. Σᾶς παρακαλῶ νὰ
623λήξουν ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα τείνουν εἰς τί; Ὅσον περισσότε-
624ρον δυσχεραίνομεν κατὰ τοῦτο τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, τὸ
625νὰ δύναται δηλαδὴ νὰ θέτῃ ὁσάκις θέλῃ ὁ βουλευτὴς ζήτημα
626ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τοσοῦτον χορηγοῦμεν
627δικαιώματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τώρα εἶναι πολὺ τετριμμένη
628ἡ λέξις «δικτατορία». Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος εἰς Κυβέρ-
629νησιν ἐπιζητοῦσαν νὰ μὴ φθάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ πρότασιν
630δυσφορίας νὰ εἴπω ὅτι αὐτὸ εἶναι δικτατορία. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀν-
631τιτίθεται εἰς τὴν βάσιν ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπολαμ-
632βάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἂν θέλητε κοινοβουλευτι-
633σμόν, θὰ διατηρήσητε τὴν βάσιν αὐτήν. Ψηφίσατε δικαστι-
634κὰς διατάξεις διευκολυνούσας τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ἀλλ’ ὄχι δια-
635τάξεις ἀνατρεπούσας αὐτήν. Δι’ αὐτὸ κηρύσσομαι ἐγὼ ἐναν-
636τίον ὅλων αὐτῶν.
637§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλης ἔχει τὸν λόγον.
638§98Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου
639ὑπῆρξε τόσον σαφής, ὥστε δὲν ἔχω εἰμὴ ὀλίγας λέξεις νὰ εἴ-
640πω. Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ
641Σώματος τοῦ Λαοῦ πρέπει ἀναντιρρήτως νὰ ὑπάρχῃ πρὸς ὕ-
642παρξιν Κυβερνήσεως. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἀντιπροσω-
643πευτικὸν πολίτευμα, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ὑπόνοια, γεννᾶ-
644ται ὑπόνοια ὅτι μόνον ἕνεκα ἀπαγορεύσεως συνταγματικῆς ὑ-
645πάρχει ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ὅτι αἰρομένης τῆς ἀπαγορεύσεως,
646ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη αὕτη δὲν ὑφίσταται. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ
647ὅλη διατύπωσις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου εἶναι διατύπωσις καινό-
648σπονδος.
649§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς εἴπατε;
650§100Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καινόσπονδος, διότι διατυπώνει συνήθως ἓν
651πολίτευμα διατάξεις, ὅταν αἱ διατάξεις αὐταὶ καθίστανται ἀ-
652ναγκαῖαι ἐκ τῆς πείρας τῶν πραγμάτων, εἴτε τῶν πραγμάτων
653τῆς Χώρας, εἴτε τῶν πραγμάτων ἄλλων κοινοβουλευτικῶν
654Χωρῶν. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω πόθεν προέκυψεν ἡ ἀνάγ-
655κη τῶν διατάξεων τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν
656ἄρθρῳ. Ὑπάρχει πραγματικῶς κοινοβουλευτικὴ πεῖρα παρ’ ἡ-
657μῖν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτίθεντο προτάσεις ἐμπιστοσύνης κατὰ
658κόρον; Ἂν τοιαύτη πεῖρα ὑπάρχῃ νεωτέρα, νομίζω ὅτι δικαι-
659οῦμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ νεωτέρα κοινοβουλευτικὴ πεῖρα δὲν εἶναι
660δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σκοπὸς τοῦ μέλλοντος, οὔτε νὰ χα-
661ρακτηρισθῇ ὡς πραγματικὴ πεῖρα.
662Ἡ κοινοβουλευτικὴ πεῖρα δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐσχημα-
663τίσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐσχημα-
664τίσθη ἐκ τῆς μακρᾶς καὶ κανονικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κοινοβου-
665λευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τῆς
666μακρᾶς καὶ κανονικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
667τεύματος, ἐρωτῶ, ἐγεννήθησαν αἱ ἀνάγκαι αὐταί, περὶ τῶν
668ὁποίων προνοεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον; Ὑπῆρξε ποτὲ τοιαύ-
669τη ὑποβολὴ προτάσεως ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους κομμάτων
670πράγματι σοβαρῶς ὠργανωμένων; Νομίζω ὄχι. Τουναντίον ἔ-
671χει ἀποδείξει ἡ πεῖρα ἐκείνη ὅτι αἱ Κυβερνήσεις θέλουσαι νὰ
672φανατίσωσι τοὺς φίλους αὐτῶν, ὑπέβαλον συχνὰ προτάσεις ἐμ-
673πιστοσύνης καὶ ἀγὼν ἐγεννᾶτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν
674ἐποχὴν ἐκείνην ὅπως πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀποσύρῃ τὴν
675πρότασιν ἐμπιστοσύνης. Δύνανται οἱ κ. κ. ἀρχηγοὶ καὶ Ὑ-
676πουργοί, οἱ ὁποῖοι διατυπώνουν τὴν τοιαύτην διάταξιν νὰ ἀ-
677πευθυνθοῦν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος
678ἔχει τὴν πεῖραν αὐτήν καὶ θὰ βεβαιώσῃ αὐτοὺς ὁ κ. Πρόεδρος
679τῆς Κυβερνήσεως ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω εἶναι ἀληθῆ. Ἀλλά,
680κύριοι, ἡ διάταξις ἡ πρωτοφανής, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναν-
681ται νὰ παραμένουν Κυβερνήσεις μὴ ἔχουσαι τὴν ἐμπιστοσύνην
682τῆς Βουλῆς, ποῖον λόγον ἔχει; Ὑπάρχει παράδειγμα, τὸ ὁ-
683ποῖον — ἐκτὸς ἂν ὁμιλεῖτε περὶ τῶν δικτατορικῶν παραδειγμά-
684των — ὑπάρχει, λέγω, παράδειγμα κοινοβουλευτικόν, κατὰ τὸ
685ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις μὴ ἀπολαμβάνουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς
686Βουλῆς νὰ παρέμεινεν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ; Ποῖον εἶναι τὸ παρά-
687δειγμα τὸ ὁποῖον ἔχομεν; Ἂς ἀναφέρωσιν ἓν παράδειγμα καὶ
688τότε θὰ πεισθῶμεν ὅτι δὲν εἶναι κεναὶ σημασίας αἱ διατάξεις
689αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Συντάγματος, εἶ-
690ναι ἀπὸ μακροῦ χρόνου γνωσταί, ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’
691εἰς ἅπαντα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ὅτι χωρὶς νὰ διατυπώ-
692νωνται αἱ διατάξεις αὗται ῥητῶς εἰς τὰ πολιτεύματα, ἐφαρ-
693μόζονται κανονικῶς ἀπὸ τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, τὰ Κρά-
694τη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλουν σοβαρῶς νὰ διοικοῦνται καὶ νὰ
695ἔχουν τὸν τίτλον τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν καὶ ἐνθυμοῦ-
696μαι ὅτι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀνεγίνωσκον σύγγραμμά τι τοῦ
697Γάλλου γνωστοῦ πολιτικοῦ Γκυζὼ καὶ ἔβλεπον τὸ ἑξῆς· ἐρωτᾷ
698αὐτὸς τί συμβαίνει ἂν Ὑπουργός τις στερηθεὶς τῆς ἐμπιστο-
699σύνης τῆς Βουλῆς ἐξακολουθῆ νὰ παραμένῃ εἰς τὸ ἀξίωμα
700τὸ ὑπουργικόν; Εἶναι δυνατόν, λέγει ὁ Γκυζώ, νὰ ἁρπάξῃ κα-
701νεὶς ἀπὸ τὸν γιακᾶ τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ τὸν κρημνίσῃ; Βε-
702βαίως ὄχι. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Συμβαίνει τοῦτο, ὅτι ὁ Ὑ-
703πουργὸς χάνει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν εἶναι
704ὀρθὸν νὰ περιλαμβάνωμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι οὕτως εἰ-
705πεῖν στῖγμα κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου, στῖγμα, τὸ
706ὁποῖον δὲν δικαιούμεθα νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτι-
707σμὸν τὸν Ἑλληνικόν. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου
708εἶναι περιττὴ καὶ ὅτι ἂν δὲν θέλωμεν νὰ φανῶμεν ὅτι ἀσχο-
709λούμεθα περὶ πράγματα ἐπουσιώδη, ὀρθὸν εἶναι νὰ τερματισθῇ
710ταχύτατα ἡ συζήτησις, διαγραφομένου τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
711§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
712§102Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῆς ἀναγρα-
713φῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι καὶ
714διὰ τῶν τροπολογιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς οὐδὲν ἄλλο γίνεται παρὰ
715νὰ ἀναγνωρίζεται συνταγματικῶς ὅ,τι μέχρι σήμερον ἐγίνετο,
716κατὰ συνέπειαν καὶ δυνάμει τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων. Τοῦ-
717το ἐγένετο καὶ εἰς ὅλα τὰ νεώτερα Κράτη καὶ εἰς ὅλας τὰς
718νεωτέρας Δημοκρατίας, εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν, εἰς τὴν
719Πολωνίαν κλπ., ὅπου ἐθεσμοθετήθη ὅτι ἵνα ἡ Κυβέρνησις πα-
720ραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς
721ἐμπιστοσύνης τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων. Οὐδένα λοιπὸν νεω-
722τερισμὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο δημιουργεῖ, διότι ὅ,τι ἐδῶ ἐφηρμόζετο
723καθ’ ὅλον μας τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον κατὰ συνθήκην, σή-
724μερον γίνεται μία ῥητὴ συνταγματικὴ διάταξις καὶ οὕτως ἡ
725Ἑλληνικὴ Δημοκρατία, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἀσπάζομαι ὡς πο-
726λίτευμα λυσιτελὲς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἀλλὰ θεωρῶ κα-
727τάλληλον τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν καὶ οὕτως ἡ Ἑλ-
728ληνικὴ Δημοκρατία λαμβάνει τὴν γνησίαν κοινοβουλευτικὴν
729μορφήν, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς ὅλα τὰ φιλελεύθερα Κράτη.
730Ἐλέχθη ὅτι πρέπει κατὰ τὸ διάστημα τὸ δίμηνον νὰ μείνῃ
731ἡ Κυβέρνησις ἀπερίσπαστος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· μέχρι σήμερον ἀπε-
732δείχθη ὅτι κατὰ τὸ δίμηνον διάστημα δύναται μία Κυβέρνησις
733νὰ θαυματουργήσῃ, δηλαδὴ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δύναται
734μία Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς εὑρισκομένη
735ἔστω καὶ εἰς τὸ τέλος; Λογικώτερον εἶναι ἐν τοιαύτῃ περι-
736πτώσει τὸ ἐνιαύσιον διάστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωρ-
737γίας, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἐνέγραψαν ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι.
738Ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει πάντοτε νὰ εἶναι ὑπὸ
739τὴν ἄμεσον ἐπίδρασιν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἂς λάβωμεν ὑπ’
740ὄψιν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ποῖον κῦρος θὰ εἶχε τὸ οἰ-
741κονομικὸν πρόβλημα τὸ ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλὴν σήμε-
742ρον, ἀφοῦ χθὲς ἐγένετο ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ μόλις διὰ
743τῶν ⅖ ἐσώθη; Ποῖον κῦρος θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτή, διό-
744τι θὰ μείνῃ ἐπὶ δίμηνον ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν Ἀρχήν, ἂν ὑ-
745ποβάλῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς καὶ ἂν ἐπιβάλῃ τὴν ἐφαρμογὴν
746αὐτοῦ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν; Αἱ Κυβερνήσεις ἔχουν κῦρος
747ὅταν πρῶτον ἔχουν ἀξίαν καὶ δεύτερον ὅταν ἀπολαύουν τῆς
748ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Τότε μόνον ἔχουν δύναμιν καὶ κῦ-
749ρος ἂν τεθῇ ὡς διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι ἡ Κυβέρνη-
750σις τότε μόνον παραμένει ἐν τῇ Ἀρχῇ, ὅταν ἔχῃ λάβει τὴν ἀ-
751πόλυτον πλειονοψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ. Τότε θὰ ἐδεχόμην
752τὴν δίμηνον προθεσμίαν.
753§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
754Δέχομαι τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ὅτι τὸ δίμηνον νὰ ἰσχύῃ ὅταν
755ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν.
756§104Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τότε μάλιστα. Ὁ θεσμὸς λοιπὸν αὐτὸς
757εἶναι λυσιτελής, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς νεωτέρας ἀρχὰς
758τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου καὶ φρονῶ ὅτι ἐφαρμοζόμενος κα-
759λῶς θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κανονικωτέραν λειτουργίαν τοῦ
760πολιτεύματος, ἂν μάλιστα γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τὴν ὁ-
761ποίαν προτείνω.
762§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
763Τὴν δεχόμεθα.
764§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Σαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
765§107Β. ΣΑΓΙΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Συντάγματος καθιεροῦ-
766ται διὰ πρώτην φορὰν ρητῶς ἡ στοιχειώδης, ἡ βασικὴ κοινο-
767βουλευτικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ κοινοβου-
768λευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ ἀρχὴ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πηγάζει
769ἀπὸ τὸν Λαόν, διοριζομένη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ διατήρησίς
770της ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Λαόν. Εἰς τὰ μέχρι τοῦδε Συντάγματα
771ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ἀνεγράφετο, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἐφαρμο-
772γὴ τῶν παρελθόντων Συνταγμάτων ἀνεγνώρισε τὴν ἀρχὴν ταύ-
773την καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ τὴν ἀναγνωρίσῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ
774ἐθεωρήθη ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ πρέπει ρητῶς νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ
775ἄρθρον 86 τοῦ Συντάγματος, παραδόξως εἰς ἑτέραν παράγρα-
776φον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἀνατρέπεται ἡ ἀρχὴ αὐτή. Καὶ ἀνατρέ-
777πεται ἐπὶ δίμηνον χρονικὸν διάστημα, διὰ τοῦ ἐπ’ ἐλάχιστον
778χρονικὸν διάστημα χωρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν, ὅπως ἐχαρακτήρι-
779σε τὴν παράγραφον αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
780Γεωργίας. Διότι πράγματι ἀποτελεῖ ὄχι χωρισμὸν τῶν ἐξου-
781σιῶν, ἀλλὰ πλήρη ἀπαλλαγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐ-
782ξαρτήσεως αὐτῆς ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἥτις κατὰ τεκμήριον ἀν-
783τιπροσωπεύει τὸν Λαόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχεται καὶ ἀπὸ
784τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἡ διατήρησις τῆς Κυβερνήσεως
785εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή,
786ἡ συντάσσουσα τὸ Σύνταγμα, ἡ συντάσσουσα τὸ κοινοβουλευτι-
787κὸν πολίτευμα τῆς Χώρας, τοῦ ὁποίου τὴν βάσιν ἀποτελεῖ ἡ
788ἐξάρτησις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι δυνατὸν
789νὰ δεχθῇ τὴν ἐν ὡρισμένῳ χρονικῷ διαστήματι ἀπαλλαγὴν τῆς
790Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐξαρτήσεως ταύτης; Εἶναι δυνατόν, δη-
791λαδή, ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς οἱανδήποτε Κυβέρ-
792νησιν ἐκ τῆς Βουλῆς προελθοῦσαν, κάθε δύο μῆνας νὰ εἶναι
793τελείως ἀπηλλαγμένη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, νὰ εἶ-
794ναι τελείως ἀπηλλαγμένη τῆς ἐξαρτήσεώς της ἀπὸ τῆς Βου-
795λῆς, ἀπὸ τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ; Διότι ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ.
796βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως αὐτῆς
797καταργεῖ καὶ αὐτὸν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ὁ κοινο-
798βουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν εἶναι ἁπλαῖ λέξεις, δὲν εἶναι δι-
799καίωμα παρεχόμενον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως κατηγορῇ ἁπλῶς
800τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τρόπον δημόσιον, ἀλλ’ ἔχει τὴν κύρωσίν
801του καὶ ἡ κύρωσις αὐτοῦ εἶναι ἡ κατόπιν τοῦ ἐλέγχου τούτου
802ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ἐὰν πρέπει ἡ Κυβέρνησις κατό-
803πιν τῆς κατηγορουμένης πράξεως νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ Ἀρχῇ.
804Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ψηφίσῃ κοι-
805νοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ καταργήσῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν
806ἔλεγχον. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ κοινοβουλευτικὸν
807πολίτευμα ἂν καταργήσῃ ἔστω καὶ πρὸς καιρὸν ὄχι στοιχειώ-
808δεις ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν
809μόνην ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ κοινοβουλευτικὸν πο-
810λίτευμα τῆς ἑκάστοτε ἐναλλαγῆς τῶν Κυβερνήσεων, ἀναλόγως
811τῆς ἐμφανιζομένης θελήσεως τοῦ Λαοῦ, διότι καὶ τοῦτο ἀ-
812κόμη ἐξασφαλίζει τὴν ὁμαλότητα ἐν τῇ διαδοχῇ τῶν Κυβερνή-
813σεων καὶ τὴν δυνατότητα τῆς ἐναλλαγῆς τῶν Κυβερνήσεων
814διὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ βιαίων κινήσεων τοῦ Λαοῦ. Καὶ ἐ-
815ρωτῶ· τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν γεγονὸς θίγον τὸ λαϊκὸν αἴσθημα,
816ὀφειλόμενον εἰς πρᾶξιν κυβερνητικήν, ἐξάψῃ τὴν Κοινὴν Γνώ-
817μην εἰς σημεῖον ἐπικίνδυνον καὶ ἐκλείψῃ ἡ ἐγγύησις ἡ παρε-
818χομένη, τῆς ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἐρω-
819τῶ, δίδομεν ἢ δὲν δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Λαὸν νὰ ἐπι-
820ζητήσῃ νὰ ἀνατρέψῃ διὰ βιαίων μέσων τὴν Κυβέρνησιν ταύ-
821την; Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀπήντησεν ἤδη ὁ κ. ἐπὶ
822τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατόπιν ἑνὸς ἐ-
823λέγχου θὰ ἔχῃ τὴν εὐαισθησίαν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης
824ὁσάκις ἴδῃ ἔκδηλον τὴν Κοινὴν Γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ
825θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας νὰ τῷ ἀ-
826παντήσω ὅτι ἡ ἐγγύησις αὐτή, ἡ παρεχομένη, δὲν ἀπευθύνε-
827ται εἰς τὴν εὔθικτον Κυβέρνησιν, διότι αἱ εὔθικτοι Κυβερνή-
828σεις, εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι μετὰ τοιοῦτον γεγονὸς ἴσως
829δὲν θὰ τολμήσουν νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’
830ἀπευθύνονται κατὰ τῶν ἀναισθήτων Κυβερνήσεων, κατὰ τῶν
831Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἵτινες ὁπωσδήποτε θὰ θελήσωσι νὰ
832διατηρηθῶσιν ἐν τῇ Ἀρχῇ. Διότι πολλάκις ἐνεφανίσθη τοῦτο
833κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν· μετεχειρίσθησαν
834καὶ τὰς μᾶλλον ἀθῴας διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὅπως πα-
835ρελκύσουν τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ
836τῆς ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἴδομεν Κυβερνήσεις,
837παρὰ τὴν ῥητὴν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, παραμενού-
838σας ἐν τῇ Ἀρχῇ πέραν τοῦ κεκανονισμένου χρόνου, χρωμένας
839ὡρισμένων διατάξεων ἐπιτρεπουσῶν εἰς αὐτὰς νὰ ἀναβάλουν
840τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τῶν ἀναισθήτων λοιπὸν Κυ-
841βερνήσεων ἀπευθύνεται ἡ ἀρχὴ αὐτή. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἡ
842Κυβέρνησις εἶναι εὐαίσθητος καὶ ἂν ἀκόμη ἐμφανισθῇ ἐνώπιον
843τῆς Βουλῆς καὶ κατηγορηθῇ διὰ μίαν πρᾶξίν της, ἡ ὁποία δύ-
844ναται πρὸς στιγμὴν νὰ ἐξεγείρῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην, ἡ Κυ-
845βέρνησις αὐτὴ ἐξασφαλίζεται καὶ κατὰ τῆς Κοινῆς Γνώμης
846καὶ κατὰ τῆς βιαίας ἐξεγέρσεως τοῦ Λαοῦ, ὅταν δώσωμεν τὸ
847δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην
848της ἢ τὴν δυσπιστίαν της.
849§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπαμπᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
850§109Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὅταν, κύριοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν ἄρ-
851θρον συνεζητήθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἔσχον τὴν ἔμπνευσιν νὰ ὑ-
852ποβάλω πρότασιν περὶ ὁλοκληρωτικῆς ἀπαλείψεως αὐτοῦ καὶ
853ὑπεστήριξα τοῦτο διὰ μακρῶν, δὲν φαντάζομαι δὲ ὅτι πρέπει
854νὰ ἀπασχολήσω τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀναπτύξω τὴν
855ἐπιχειρηματολογίαν ἐκείνην, δοθέντος ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ
856τὸ ἄρθρον. Ὁπωσδήποτε, κύριοι συνάδελφοι, ἂν θέλῃ τις διὰ
857δύο λέξεων νὰ εὕρῃ μίαν δικαιολογίαν τῆς γνώμης ταύτης,
858τὴν δικαιολογίαν ταύτην θὰ τὴν εὕρῃ ἐν τῇ ἀρχῇ ὅτι τὰ ἔ-
859θιμα τὰ κοινοβουλευτικὰ ἐν Ἑλλάδι, ὡς διεπλάσθησαν ἀπὸ
860τοῦ ἔτους 1885, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐξή-
861νεγκε τὴν ἀρχὴν τῆς δεδηλωμένης καὶ τὰ ἔθιμα τὰ ὁποῖα
862ἐπηκολούθησαν εἰς τὸν ἐν Ἑλλάδι κοινοβουλευτικὸν βίον, διε-
863πλάσθη ὑγιὴς κοινοβουλευτισμὸς καὶ οἱ ἄνδρες οἱ πολιτικοί,
864οἱ ὁποῖοι διῴκησαν τὸν Τόπον κατὰ τὴν τελευταίαν τριακον-
865ταετίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθοῦν ἐπὶ ἐλλείψει τῆς
866δεούσης κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι
867οἱ ἄγραφοι θεσμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν καὶ οἱ ὁποῖοι
868ἀναπτυσσόμενοι διαπλάσσουν μίαν παράδοσιν σεβαστοτέραν
869καὶ ἀπὸ τὰ γραπτὰ κείμενα. Διὰ τοὺς λόγους τού-
870τους, κύριοι συνάδελφοι, εἶχον προτείνει τὴν διαγραφὴν τοῦ
871ἄρθρου, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεδέχθη. Ἔλαβον δὲ
872τὸν λόγον διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ μιᾶς
873τοῦ ἄρθρου παραγράφου, ὡς διεσκευάσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς,
874τῆς ὁποίας τὴν ἀπάλειψιν ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ἐπιβεβλη-
875μένην διὰ λόγους καλῶς ἐννοουμένης κοινοβουλευτικῆς ἠθι-
876κῆς. Πρόκειται περὶ τῆς διατάξεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ
877πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἔγνω νὰ τοποθετήσῃ ἐν τῷ τέ-
878λει τοῦ ἄρθρου, τῆς ἀφορώσης τὴν ὑποχρέωσιν τῶν Ὑπουρ-
879γῶν τοῦ μὴ ἀρνεῖσθε ψῆφον ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς ἐμπιστοσύ-
880νης. Τῆς διατάξεως ταύτης τὴν αἰτιολογίαν οὐδαμοῦ εὑρίσκω.
881Προεβλήθη ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν αὐτῆς τὸ ὅτι διὰ τῆς δια-
882τάξεως αὐτῆς ἐπιτυγχάνεται μία κυβερνητικὴ εὐστάθεια, μὴ
883πιπτούσης τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἔλλειψιν ὀλίγων ψήφων καὶ
884συγχρόνως ὑπεστηρίχθη ὅτι Ὑπουργοὶ οἵτινες ψηφίζουν ὑπὲρ
885τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως δὲν ψηφίζουν ὑπὲρ
886τῶν ἀτόμων αὐτῶν, ἀλλὰ ψηφίζουν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τοῦ κόμμα-
887τος, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωποῦν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καθ’
888ἃς περιπτώσεις προβάλλεται ψῆφος δυσπιστίας περὶ Κυβερνή-
889σεώς τινος, κατὰ τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ἐπεφυλάχθη ὑπὸ τῆς
890Κυβερνήσεως αὐτῆς πρᾶξις ἢ παράλειψις, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἔ-
891θιξε τοὺς κειμένους νόμους ἢ τὸ Σύνταγμα κατὰ τρόπον πολ-
892λάκις κολάσιμον, πάντως ὅμως εἶναι πρᾶξις ἢ παράλειψις
893ἐπὶ τῆς οὐσίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸν λόγον ἐκεῖνος,
894εἰς τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται. Τούτων τεθέντων φαντάζεταί τις
895ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικῶς ἠθικὸν τὸ νὰ γίνεται ὁ ἐλεγχόμε-
896νος καὶ κριτὴς τῆς ἰδίας αὐτοῦ πράξεως; Νοεῖται ποτὲ κατὰ
897τὰς ἀρχὰς οἱουδήποτε δικαίου, καὶ τοῦ φυσικοῦ ἀκόμη, ὁ κα-
898τηγορούμενος νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῆς πράξεως ἐκείνης,
899ἥτις ἀποδίδεται εἰς αὐτόν;
900§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
901Εἰς ὅλα τὰ Κράτη ψηφίζουν.
902§111Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, τὸ
903ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον προσοχῆς τινός, προε-
904βλήθη καὶ ὑπὸ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ
905τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς αὐτὸς διεπλά-
906σθη ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν καὶ πλέον βίου κοινο-
907βουλευτικοῦ. Ἠσθάνθησαν τήν, ἂς εἴπωμεν, ψυχικὴν ἀνάγκην,
908τὴν ἠθικὴν ἀνάγκην οἱ κυβερνῆται τῆς Χώρας ταύτης, ὁσά-
909κις προεκλήθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τοῦ νὰ ἀρνηθῶσι ψῆφον
910καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον νὰ κατασυντρί-
911ψωμεν τὴν ἱερὰν αὐτὴν παράδοσιν.
912§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
913Ὁμιλεῖτε περὶ ἠθικῆς καὶ λέγετε ὅτι εἶναι πρακτικόν. Δὲν
914θὰ σᾶς φέρω ξένα παραδείγματα, διότι δὲν ἐξετάζω κατὰ πό-
915σον εἶναι πρακτικόν. Ἀλλ’ ἐφόσον ὁμιλεῖτε περὶ ἠθικῆς, τὸ
916ἐπιχείρημά μου εἶναι ἀνατρεπτικὸν ἐντελῶς τῶν ἰσχυρισμῶν
917σας. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀνήθικον ὅτι γίνεται ἔλεγχος εἰς
918ὅλα τὰ κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενα Κράτη. Δὲν ἠμπορεῖ
919νὰ θεωρηθῇ ἀνήθικον. Διότι ὁ ἔλεγχος, κύριοι βουλευταί,
920στρέφεται περὶ τοῦ ποία κυρίως Κυβέρνησις θὰ διαδεχθῇ τὸν
921Τόπον ἢ μᾶλλον ποῖα πρόσωπα θὰ διευθύνουν τὸν Τόπον. Καὶ
922ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτηθῇ καὶ ἀντιστρόφως. Εἶναι ὀρθόν, εἶναι δί-
923καιον ἡ μειονοψηφία νὰ ἀνατρέπῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ μειονοψη-
924φία νὰ ἐμποδίζῃ τὴν παραμονὴν Κυβερνήσεως ἐχούσης ὑπὲρ
925αὐτῆς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τεκμήριον
926τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Λαοῦ; Ἐφόσον εἴχομεν εἰς τὸ παρελ-
927θὸν Κυβερνήσεις λόγῳ τοῦ πλειονοψηφικοῦ συστήματος ἐχούσας
928ὀγκώδεις πλειονοψηφίας, οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη βεβαίως νὰ
929ψηφίζουν καὶ οἱ Ὑπουργοί. Ὅταν ὅμως εἴτε λόγῳ τῶν τυ-
930χαίων ἀποτελεσμάτων, κατὰ μείζονα λόγον κατόπιν τῆς ἐφαρ-
931μογῆς τῆς ἀναλογικῆς, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ εἰς τὸν σχηματισμὸν
932Κυβερνήσεως ἐχούσης καὶ ἐλαχίστην πλειονοψηφίαν, τότε τὸ
933δικαίωμα τῶν Ὑπουργῶν νὰ ψηφίζωσι κατὰ τὰ ζητήματα ἐμ-
934πιστοσύνης εἶναι ἀπαραίτητον. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἐξαλείψω-
935μεν. Ἀλλὰ σεῖς λέγετε ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς ἓν ἐξαιρετι-
936κὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἔστω τὴν οἰκονομι-
937κὴν διαχείρισιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, δὲν θὰ ἦτο εὐπρεπὲς ὁ Ὑ-
938πουργὸς κατὰ τοῦ ὁποίου γίνεται ὁ ἔλεγχος νὰ ψηφίζῃ κατὰ
939τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἀφορῶν αὐτὸν τὸν ἴδιον. Δὲν δυσκο-
940λεύομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι εἰς τοιαύτας ἐξαιρετικὰς πε-
941ριπτώσεις, ὅπου δὲν παίζεται ἡ τύχη ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνή-
942σεως, ἀλλ’ ἡ τύχη ἑνὸς Ὑπουργοῦ φωραθέντος ὅτι ἠπίστη-
943σεν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Ὑπουργοῦ αὐ-
944τοῦ ἐπιβάλλει νὰ μὴ λάβῃ μέρος καὶ δι’ αὐτό, καίτοι εἶμαι ὑ-
945πὲρ τῆς ἀρχῆς ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὴν πρότασιν τῆς Ἐ-
946πιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, δὲν συμφέρει εἰς τὴν λέξιν «ὑπο-
947χρεωτικῶς». Ὅτι δηλαδὴ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ψηφίζῃ ὑποχρεωτι-
948κῶς. Πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ μέλη
949τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφίζουν, ἀλλ’ ὄχι τὴν ὑποχρέωσιν. Διό-
950τι εἶναι ἐνδεχόμενον μία Κυβέρνησις εἰς ἓν ζήτημα νὰ νομίζῃ
951ὅτι ἡ εὐαισθησία δὲν τῆς ἐπιτρέπει νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρ-
952χήν, ἐφόσον δὲν ἔχει μίαν μεγάλην πλειονοψηφίαν. Συνέβη δὲ
953νὰ παραιτηθῶσι Κυβερνήσεις ὄχι διότι δὲν εἶχον πλειονοψη-
954φίαν, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχον ἐπαρκῆ πλειονοψηφίαν.
955§113Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναιρεῖ ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ἔν-
956νοιαν.
957§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
958Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶναι ζητήματα πολιτικά, τὰ ὁποῖα στρέφον-
959ται περὶ ζητήματα πολιτικὰ ἐντελῶς, χωρὶς νὰ ἔχωσι σχέσιν
960καμμίαν μὲ τὴν ἀτομικὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας ἀπὸ ἕνα
961Ὑπουργόν, εἴτε ἀπὸ ὅλα τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Τίθε-
962ται ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ νομοθετικοῦ ζητήματος. Θέλετε
963ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ὄχι προσωπικοῦ, ἀλλὰ νομοθετικοῦ,
964θέλετε ἡ μειονοψηφία νὰ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως;
965Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, οὔτε ἠμπορεῖ κἂν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι
966εἶναι ἀνήθικον νὰ ψηφίζῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὄχι μόνον εἶναι ἠθι-
967κόν, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ψηφίζῃ ἡ
968Κυβέρνησις. Εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ψηφίζῃ. Ἠμπορεῖ ἴσως νὰ
969ὑπάρξῃ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὑπερευαισθησία ἡ κυ-
970βερνητικὴ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ λάβῃ μέρος ὁ Ὑπουργὸς εἰς
971τὴν ψηφοφορίαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἀφεθῇ
972πλῆρες τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ψηφίζῃ.
973§115Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, πάν-
974τοτε μετὰ πολλῆς προσοχῆς παρακολουθῶ τὴν γνώμην σας.
975Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι ἐκεῖνο εἰς
976τὸ ὁποῖον ἡμεῖς καὶ οἱ πρὸς ἡμᾶς τὰ αὐτὰ φρονοῦντες ἀποδί-
977δουν ἐξαιρετικὴν ἀξίαν, δηλαδὴ τὴν ἐπίτευξιν τῆς κυβερνη-
978τικῆς εὐσταθείας, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εὑρίσκω πολλοῦ
979λόγου ἄξιον. Διότι, κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργέ, μία κυ-
980βερνητικὴ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ 2–7 ψή-
981φων, αἰσέτω τοιαύτη πλειονοψηφία.
982§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
983Διατί αἱρέτω; Ὁ Τρικούπης ἔμεινε μὲ ἐλαχίστην πλειονοψη-
984φίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα ξένων Κρατῶν,
985ἔτυχεν εἰς κάποιαν Βουλήν, ὅπου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
986νήσεως δὲν ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας,
987ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ πλειονοψηφῇ ἡ Κυβέρνησις μὲ
988μίαν μόνον ψῆφον.
989§117Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Τὸ ἀναγκαστικὸν δάνειον ἐψηφίσθη μὲ μίαν
990μόνον ψῆφον.
991§118Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Αὐταὶ εἶναι μεμονωμέναι περιπτώσεις.
992Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἓν κυβερνητικὸν πρόγραμμα δὲν εἶ-
993ναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ τύχῃ μιᾶς ἐγκρίσεως διὰ
9942, 5 ἢ 10 ψήφων. Διότι ἡ πλειονοψηφία αὐτὴ εἶναι ρευστή,
995ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ παρατάσσῃ ὅλους
996τοὺς φίλους της κάθε ἑσπέραν διὰ νὰ μὴ ἀνατραπῇ.
997§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
998Συμβαίνει νὰ ἀποτελεῖται ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ 10–15 μέλη.
999Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀσθενήσουν 4–5 μέ-
1000λη, ἔχετε μίαν δύναμιν ἐξ 20 βουλευτῶν, εἴτε λόγῳ ἀσθε-
1001νείας, εἴτε λόγῳ ἀναλήψεως ὑπουργικῶν ἀξιωμάτων. Θέλετε
1002ἀπὸ τοὺς 10–20 βουλευτὰς νὰ ἀνατρέπεται ἡ Κυβέρνησις;
1003§120Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς γνωστόν, ὅλα
1004τὰ ζητήματα ἔχουν δύο ὄψεις, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ
1005ὁποίου κανεὶς δέον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του. Ποία εἶναι
1006ἡ ὄψις ἐκείνη ἡ ὁποία ἔχει τὰ ὀλιγώτερα ἐλαττώματα καὶ τὰ
1007περισσότερα πλεονεκτήματα; Ἂν θέλητε νὰ ὀχυρωθῶμεν εἰς
1008τὸ δεύτερον χαράκωμα τῆς ἐπιχειρηματολογίας σας, θὰ ἐπα-
1009ναλάβω τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐπὶ τῶν πλείστων περιπτώσεων, αἱ προ-
1010τάσεις ζητημάτων ἐμπιστοσύνης ἢ μόνον αἱ προτάσεις δυσπι-
1011στίας εἶναι προτάσεις αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν ἔλεγχον δι’ ἀξίαν
1012λόγου κυβερνητικὴν παράλειψιν, ἡ ὁποία κατὰ πᾶσαν βεβαιό-
1013τητα θὰ εἶναι παράλειψις κολαζομένη ὡς γνωστὸν ὑπὸ τοῦ νό-
1014μου «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν», ὁ ὁποῖος ἐν Ἑλλάδι οὐ-
1015δέποτε σχεδὸν ἐφηρμόσθη, διότι εἴθισται, ἂν καὶ εἶμαι πολὺ
1016νεώτερος τῶν περισσοτέρων ἐξ ὑμῶν, γνωρίζω ὅτι εἴθισται αἱ
1017δύο τοὐλάχιστον περιπτώσεις τῆς γνωστῆς ποινικῆς εὐθύνης
1018τῶν δύο νόμων περὶ «ποινικῆς εὐθύνης Ὑπουργῶν», αἱ περι-
1019πτώσεις τῆς παραβάσεως τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων ἀ-
1020περροφήθησαν ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ εὐθύνῃ καὶ πολλάκις
1021ἀντὶ νὰ ἀσκήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα τοῦτο κατὰ τὸ Σύνταγ-
1022μα καὶ παραπέμψῃ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον Ὑπουργὸν παρα-
1023βιάσαντα τὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα, περιωρίσθη εἰς ἔλεγχον
1024κοινοβουλευτικὸν ἁπλῶς.
1025Τὰ θέματα αὐτὰ καὶ εἴ τινα ἄλλα τῆς ἀσκήσεως σοβαροῦ
1026κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶναι θέματα διὰ τὰ ὁποῖα ἂν ἡ φρά-
1027σις «κοινοβουλευτικὴ ἠθικὴ» δὲν ἀρέσκει εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
1028γὸν τῆς Γεωργίας, ἐκλέγω ἑτέραν, ἡ εὐπρέπεια τοὐλάχιστον
1029ἡ κοινοβουλευτικὴ δὲν ἐπιτρέπει νὰ ψηφίζουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι
1030ἐγκαλοῦνται διὰ τὴν παράβασιν ταύτην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1031εἶναι κριτὴς καὶ νὰ ἀποφαίνεται ἐπὶ τοῦ κύρους τῶν πράξεών
1032του αὐτὸς οὗτος ὁ ἐγκαλούμενος Ὑπουργός. Καὶ τελευτῶν ἐ-
1033παναλαμβάνω τὸ ἐπιχείρημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εὐηρεστήθη
1034νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός. Ἐπὶ δε-
1035κάδας ἐτῶν κοινοβουλευτικοῦ βίου διεπλάσθη ἓν ἔθιμον κοινο-
1036βουλευτικόν, ἔθιμον ὑγιές, δεικνῦον μίαν ἀντίληψιν εὐθιξίας
1037κοινοβουλευτικῆς τῶν προσώπων τῶν κυβερνησάντων τὴν Χώ-
1038ραν ταύτην, δὲν συντρέχει σπουδαῖος λόγος οὔτε σπουδαῖα ἐπι-
1039χειρήματα ἵνα καταργηθῇ τὸ ἔθιμον τοῦτο. Ταῦτα εἶχον νὰ
1040εἴπω.
1041§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
1042§122Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ θίξω κυρίως τὸ τελευταῖον ση-
1043μεῖον τῆς διατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος
1044προλαλήσας συνάδελφος. Καὶ θὰ ἔλεγον ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ μία
1045διάταξις ἡ ὁποία ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ἀναγραφῇ κατ’ ἐξαί-
1046ρεσιν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, εἶναι ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία
1047καθιεροῖ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ψηφοφορίας τῶν Ὑπουργῶν εἰς
1048τὰ τιθέμενα ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ὅταν λέγω ὑποχρεωτι-
1049κῶς, δὲν ἐννοῶ ὅτι ὑποχρεωτικῶς πρέπει νὰ ψηφίζουν, ἀλλ’
1050ὅτι δικαιοῦνται νὰ ψηφίζουν. Λέγω δὲ τοῦτο διότι εἶναι στοι-
1051χειῶδες ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶναι ἐκλεκτὸς τοῦ Λαοῦ, ἀντιπρο-
1052σωπεύει τὸν Λαόν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἷς ὡρισμέ-
1053νος ἀριθμὸς βουλευτῶν, ὅπως δὲ συμπίπτει τώρα νὰ εἶναι πο-
1054λυπρόσωποι αἱ Κυβερνήσεις, ἀποτελούμεναι ἀπὸ 10, 13 ἢ 15
1055ἐνίοτε Ὑπουργοὺς ἢ καὶ περισσοτέρους ἀναλόγως, διότι εἰ-
1056σὶν ἄπειροι αἱ ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται καὶ ἑπομένως
1057δύναται εἰς τὸ μέλλον νὰ καταστῇ ἐπιβεβλημένον νὰ δημιουρ-
1058γηθοῦν καὶ ἄλλα Ὑπουργεῖα, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ἀριθμὸς φθά-
1059σῃ τοὺς 20, θὰ ἔχωμεν τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι θὰ ἀνατρέ-
1060πεται ἐξ ὁλοκλήρου ἡ πλειονοψηφία καὶ θὰ κανονίζῃ ἡ μειο-
1061νοψηφία.
1062§123Β. ΣΑΓΙΑΣ. Καὶ μὲ τὸν περιορισμὸν τῶν βουλευτῶν καὶ
1063μὲ τὴν Γερουσίαν, ὁπότε ὁ ἀριθμὸς θὰ φθάσῃ εἰς τοὺς 180,
1064τότε ἡ πλειονοψηφία 20 ἢ 30 βουλευτῶν θὰ θεωρεῖται με-
1065γάλη;
1066§124Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ὀρθοτάτη,
1067διότι λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς τάσεως ἡ ὁποία παρα-
1068τηρεῖται εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου τοῦ περιορισμοῦ τοῦ
1069ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, θὰ καταλήξωμεν ὥστε ἓν μέγα μέ-
1070ρος τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας νὰ στερεῖται τῆς ψήφου.
1071Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μπαμπᾶκος,
1072ὅτι δύναται τάχα νὰ θεωρηθῇ ὡς θίγον τὴν εὐπρέπειαν τὸ νὰ
1073ἀποφαίνεται κανεὶς περὶ τῶν ἰδίων αὑτοῦ πράξεων. Φρονῶ
1074ὅτι δυσχερῶς εἷς Ὑπουργὸς θὰ ἐθεώρει εὐπρεπὲς νὰ λάβῃ
1075μέρος εἰς ψηφοφορίαν, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἀφορῶν-
1076τος ὡρισμένην ἐνέργειαν αὐτοῦ, ἐφ’ ἧς ἀσκεῖται ἔλεγχος ὑπὸ
1077τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ ἓν κόμμα
1078ἔχον τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς
1079μειονοψηφοῦν, ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν του ἀποτελεῖ τὴν
1080πλειονοψηφίαν; Ἔχω τὸ παράδειγμα τοῦ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ
1081μας εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τό-
1082τε τοῦ Γούναρη, καίτοι διατελοῦσα ἐν πλειονοψηφίᾳ, συνυπο-
1083λογιζομένων τῶν Ὑπουργῶν, ἔπεσεν ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ
1084διὰ μιᾶς ψήφου καὶ ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῆς πτώσεως ταύτης
1085ὅλαι αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν ἀ-
1086ποφύγει ἂν δὲν ἦτο πλημμελὴς ἡ ἰσχύουσα τότε συνταγματικὴ
1087διάταξις καὶ ἐλάμβανον μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν καὶ οἱ Ὑ-
1088πουργοί. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ παράδειγμα τοῦτο, ἀλλὰ σειρὰ
1089παραδειγμάτων ἐν τῷ παρελθόντι, καθ’ ἃ ἐκρίθησαν μειονοψη-
1090φοῦσαι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ
1091Λαοῦ. Εἶναι τὸ μόνον σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκω ἀναγκαῖον νὰ ἀ-
1092ναγραφῇ ῥητὴ διάταξις, ἐπιτρέπουσα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ
1093μετέχουν τῆς ψηφοφορίας. Διαφωνῶ ὅμως ὡς πρὸς τὰς λοι-
1094πὰς προσθήκας. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον νὰ εἰσάγωμεν εἰς τὸ
1095νέον Σύνταγμα καινὰ δαιμόνια. Καὶ ἐν τῷ παρελθόντι εἶπον
1096ὅτι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δὲν πταίει εἶναι τὸ δυστυχισμένον αὐτὸ
1097Σύνταγμα. Ἀπὸ τοῦ 1864 ὅλα τὰ Συντάγματα μέχρι τοῦ 1911
1098ἦσαν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἄριστα καὶ εἰς κάλλος γλώσσης καὶ
1099εἰς πλοῦτον ἐννοιῶν. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον τῆς ἀναγραφῆς
1100τόσων πολυλογιῶν. Καὶ προκαλῶ τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο
1101(ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς
1102ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς». Ἐρωτῶ· ὑπάρχει κανεὶς ἐντὸς τῆς
1103αἰθούσης ταύτης καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὁ ὁποῖος νὰ εἶπεν ὅτι δὲν
1104πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῇ ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Εἶναι
1105δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι εἰς τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν δεκάδων ἐ-
1106τῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου, ὑπεστηρίχθη ποτὲ τὸ ἀντίθε-
1107τον; Ὑπῆρξε κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ ἠμφισβήτησε ποτὲ ὅτι ἡ Κυ-
1108βέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βου-
1109λῆς; Καὶ εὐθὺς ἀμέσως κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἡ
1110Βουλὴ δύναται δι’ ἀποφάσεώς της καὶ νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἐμπι-
1111στοσύνην αὐτῆς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν». Καὶ ἐρωτῶ· ποῖος ἐφι-
1112λονείκησε ποτὲ τοῦτο; Ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς βίος τῆς Χώ-
1113ρας καθιέρωσε παγίως τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἀπὸ μακροῦ χρό-
1114νου μία ἀναλλοίωτος ἱστορικὴ παράδοσις κρατεῖ, καθ’ ἣν ἡ
1115Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βου-
1116λῆς καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει πάντοτε τὸ ἀνεφαίρετον δικαίωμα νὰ
1117ἀφαιρῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
1118§125Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ διαπιστοῦται τώρα.
1119§126Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Διὰ νὰ μεταβάλῃ τις τὸ κείμενον
1120μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἀφορμή.
1121§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1122Ἔχομεν τὴν ἀφορμὴν ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἐσχηματίζοντο Κυ-
1123βερνήσεις, αἱ ὁποῖαι παρέμενον εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐπὶ 4, 5 ἢ 6
1124μῆνας χωρὶς νὰ ἀπολαμβάνουν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς,
1125δηλαδὴ διὰ τῆς μεθόδου τῆς μὴ ἐμφανίσεως ἐνώπιον τῆς Βου-
1126λῆς. Λοιπὸν διὰ νὰ λείψῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῷ πα-
1127ρελθόντι, ἐτέθη ἡ ἀρχὴ ἡ κοινοβουλευτικὴ τῆς ἀνάγκης ὅπως
1128ἡ Κυβέρνησις ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἔ-
1129χομεν πολλὰ παραδείγματα Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι διώκουν
1130τὸν Τόπον ἐν γνώσει ὅτι δὲν ἀπολαμβάνουν τῆς ἐμπιστοσύνης
1131τῆς Βουλῆς καὶ ποτὲ διὰ τῆς παρατάσεως τῆς ἀναβολῆς τῶν
1132ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ποτὲ δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου ἐξηκολού-
1133θει νὰ παραμένῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, μὴ ἐμφανιζομένη ἐνώπιον
1134τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ ἔμενον
1135οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν.
1136§128Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω, κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας
1137Ὑπουργέ, ἀντιθέτως φρονῶν νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς
1138διατάξεως ἐκείνης εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὸν κίν-
1139δυνον, διότι ἕως τώρα εἶναι θεμελιώδης κανὼν ἐν τῷ κοινο-
1140βουλευτικῷ βίῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις φυσικὰ εἶχεν
1141ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι
1142ἐκείνη, ἡ ὁποία παρέχει τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ
1143ὑπάρξῃ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ ἠρνεῖτο τὰ
1144μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τότε αὕτη δὲν δύναται νὰ παραμεί-
1145νῃ. Μνημονεύονται λοιπὸν περιπτώσεις Κυβερνήσεων, αἱ ὁ-
1146ποῖαι παρέμειναν κυβερνῶσαι χωρὶς νὰ ἐμφανισθῶσιν εἰς τὴν
1147Βουλήν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ
1148ζητήσωσι τὰ μέσα ἀπὸ τὴν Βουλήν, αὐτὸ δὲ τὸ ἄτοπον τὸ προ-
1149κῦψαν ἔκτοτε εἶναι ἀσήμαντον.
1150§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀσήμαντον;
1151§130Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Σχετικῶς. Καὶ εἶναι ἀσήμαντον, διότι
1152εὑρίσκω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἶναι δεκαπλάσιον,
1153κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλῃ
1154πρότασιν ἐμπιστοσύνης πρὸ τῆς παρελεύσεως διμήνου. Ἡ πρό-
1155τασις τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ἀφορᾷ τὸν χρόνον ὁλοκλήρου καὶ
1156νὰ λέγῃ «πρέπει νὰ εἶναι ἔγγραφος». Τότε ὑπάρχει μία ἐγ-
1157γύησις μεγαλυτέρα, ἀλλὰ δὲν ἀναγράφεται τοῦτο, ἂς εἴπω
1158τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία Κυβέρνησις θὰ δύνα-
1159ται εἰς τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα νὰ διαχειρισθῇ τὰ κοινὰ
1160ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Λαοῦ.
1161§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1162§132Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαντα τὰ ζητήματα τόσον τὰ
1163θεωρητικὰ ὅσον καὶ τὰ πρακτικὰ ἀναντιρρήτως παρουσιάζουσι
1164δύο ὄψεις πάντοτε. Ὅπως ὑπεστήριξε πρὸ ὀλίγου ὁ κατελθὼν
1165τοῦ βήματος ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής, ὅστις συμβαί-
1166νει νὰ εἶναι καὶ ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τῆς Συνταγματικῆς
1167Ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολεῖται
1168ἤδη ἡ Βουλὴ, τὸ ζήτημα τῆς ὑποχρεωτικῆς ψηφοφορίας τῶν
1169Ὑπουργῶν ἐν ζητήματι ἐμπιστοσύνης, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο,
1170μᾶλλον θεωρητικὸν ἢ πραγματικόν, παρουσιάζει ἀληθῶς καὶ
1171τὰς δύο ἀπόψεις· τὴν ἄποψιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέβλεψε καὶ ἡ
1172Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἀποδεχθεῖσα τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρ-
1173θρου 87 ὡς ἔχει καὶ τὴν ἑτέραν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήρι-
1174ξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής. Ἀλλὰ
1175μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἀντιθέτων ἀντιλήψεων ὀρθὸν εἶναι ἡ
1176Βουλὴ νὰ ἀναζητήσῃ ποία εἶναι ἢ μᾶλλον ποία ὀφείλει νὰ εἶ-
1177ναι ἡ ἐπικρατεστέρα ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολου-
1178θήσῃ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ καθιερώσει ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς δια-
1179τάξεως. Ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπιχειρήματα
1180ἄξια προσοχῆς καὶ κυρίως τὸ ἐπιχείρημα ὅτι διὰ μέσου δε-
1181καετηρίδων ὁλοκλήρων, ἰδίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας
1182ἐνεφανίσθη ἐν τῇ πολιτικῇ σκηνῇ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τὰ
1183τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς ἔλαβον μίαν παγίαν
1184μορφὴν διὰ νομολογίας καθιερωθείσης διὰ μέσου τοῦ χρόνου
1185καὶ ὅτι ἐν τῇ νομολογίᾳ ταύτῃ τὰ καθ’ ἡμᾶς κοινοβουλευ-
1186τικὰ πράγματα ἔλαβον μίαν ἐξέλιξιν φυσιολογικήν, τὴν ὁ-
1187ποίαν δὲν εἶναι ὀρθὸν οὐδὲ λυσιτελὲς νὰ ἔλθωμεν ἐκ τῶν ὑστέ-
1188ρων νὰ τὴν ἀνατρέψωμεν, εἰσάγοντες ἄλλας διατάξεις ἐν τῷ
1189πολιτεύματι ἡμῶν...
1190Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς μετ’ ἀγαστῆς ἀληθῶς
1191ἐπιχειρηματολογίας ὑπεστήριξε καὶ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐ-
1192πιτροπῇ τὴν ἄποψιν ταύτην, ἐπικαλούμενος τὸ ἐπιχείρημα ὅτι
1193δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι ἴσως ἠθικόν,
1194προσθέτω, αὐτὸς οὗτος ὁ κατηγορούμενος Ὑπουργὸς ἢ αὐτὴ
1195αὕτη ἡ κατηγορουμένη Κυβέρνησις νὰ γίνεται καὶ κριτής.
1196§133Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1197Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνεται μία διάκρισις....
1198§134Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μαντεύω τί θέλετε νὰ εἴπητε, κ.
1199Ὑπουργέ, καὶ αὐτὸ θέλω νὰ κάμω ἀκριβῶς. Δὲν εἶναι δυνα-
1200τόν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ κατηγορίαν τελοῦσα νὰ γίνε-
1201ται καὶ κριτὴς τῆς κατηγορίας αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἐ-
1202λεγχόμενος Ὑπουργὸς ἢ ἡ ἐλεγχομένη Κυβέρνησις νὰ γίνε-
1203ται καὶ δικαστὴς περὶ τῶν ὅσων πραγμάτων ἐλέγχονται. Ἀλλ’
1204ἐρχόμενος εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν προὐτίθετο νὰ κά-
1205μῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν
1206ὅτι ἕτερον ἑκάτερον· ἄλλο ἐστὶν ὁ ἔλεγχος ὁ ἀσκούμενος κατὰ
1207τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὀφειλούσης νὰ παρακολου-
1208θῇ ἀγρύπνως τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξετάζῃ αὐτὰ
1209μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ ἐν πνεύματι καχυποψίας, δύναμαι
1210νὰ προσθέσω, διότι βάσις τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀδιάλει-
1211πτος ἐξέτασις τὴν ὁποίαν αἱ ἐκ τοῦ Λαοῦ ἀπορρέουσαι δυνά-
1212μεις ὀφείλουσι νὰ ἀσκῶσιν ὡς πρὸς τὰ ἐκτελεστικὰ ὄργανα
1213καὶ εἶναι εὐνόητον ἕνεκα τούτου ὅτι πρέπει νὰ παρακολουθῶσι
1214καὶ νὰ ἐλέγχωσι τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἕτερον
1215ἑκάτερον, ἐπαναλαμβάνω· ἄλλο τί ἐστὶν τὸ ἐλέγχειν τὴν Κυ-
1216βέρνησιν διὰ τὰ ἔργα, διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς....
1217§135Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1218Καὶ κατηγορεῖν.
1219§136Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ..... διὰ τὰ ἔργα αὐτῆς τὰ διοι-
1220κητικὰ ἢ οἱασδήποτε ἄλλας πράξεις ἀναγομένας εἰς τὴν ἐ-
1221ξουσίαν της, ἄλλο δὲ ἐστὶν τὸ κατηγορεῖν τὴν Κυβέρνησιν διὰ
1222παράνομον ἢ ἀνήθικον πρᾶξιν, διὰ πρᾶξιν τυχὸν ὑποπτεύουσαν
1223εἰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τῶν νόμων. Διότι εἰς μὲν τὴν
1224πρώτην περίπτωσιν, τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐλέγχου, δὲν δύναμαι
1225νὰ ἀρνηθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔ-
1226χει—διότι δὲν πρόκειται περὶ δικαιώματος—ἀλλὰ τὴν ὑπο-
1227χρέωσιν, ὀφείλω νὰ εἴπω, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἐκφέρῃ τὴν κρί-
1228σιν καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς, νὰ δίδῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς, ἐφόσον
1229τὰ μέλη αὐτῆς εἶναι καὶ μέλη τῆς Βουλῆς. Καὶ μὲ τὴν
1230διάκρισιν ταύτην δύναται νὰ εὕρῃ μεταξὺ τῶν δύο ἀντιθέτων
1231ἀπόψεων, τὰς ὁποίας λέγει ὁ κ. συνάδελφος ὡς ὑπαρχούσας
1232καὶ ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, δύναται, λέγω, νὰ εὕρῃ τὴν ἀσφα-
1233λῆ ὁδόν, ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ ἀναζητήσῃ καὶ θὰ εὕρῃ τὴν λύσιν
1234τοῦ ζητήματος. Θὰ τὴν εὕρῃ δὲ ἐν τούτῳ· ὅτι τὸ δικαίωμα
1235τῆς ψήφου τῶν Ὑπουργῶν, ἐνόσῳ εἶναι βουλευταί, δὲν ἐμφα-
1236νίζεται ὡς δικαίωμα, ἀλλ’ ἐμφανίζεται ὡς ὑποχρέωσις ἐπι-
1237βαλλομένη εἰς αὐτοὺς παρὰ τοῦ Λαοῦ. Τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ τὴν
1238βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, νὰ ἐνεργῶμεν
1239τουτέστι κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ, τὴν ἐντολὴν δὲ ταύτην ἀθετοῦμεν
1240ἡμεῖς, ἀθετοῦν δὲ καὶ αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ τὴν ἐντολὴν ταύ-
1241την καὶ καταπροδίδομεν αὐτὸ τὸ καθῆκόν μας, ὅταν εἴτε ὁ ἁ-
1242πλοῦς βουλευτής, εἴτε ὁ Ὑπουργὸς ἀρνεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ
1243τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῷ ἀνέθεσεν ὁ Λαὸς νὰ ἐκπληρώσῃ.
1244Ὑπάρχει λοιπὸν ὄχι δικαίωμα, ὑπάρχει ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία
1245ἐπιβάλλεται ἐξ αὐτῶν τῶν θεμελιωδῶν βάσεων τοῦ πολιτεύμα-
1246τος ἡμῶν, ἡ ὑποχρέωσις ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς πάντα βου-
1247λευτήν, ἄρα καὶ εἰς βουλευτὴν ὄντα Ὑπουργόν, νὰ ψηφοφορῇ
1248ἐπὶ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς
1249τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς ἀνάγεται ὁ ἔλεγχος. Δὲν ἔχει λοιπὸν
1250σημασίαν ἂν αὐτὸς οὗτος ὁ ἐλεγχόμενος ἢ αὐτὴ αὕτη ἡ Κυ-
1251βέρνησις καλεῖται νὰ ψηφοφορήσῃ.
1252Σημασίαν ὅμως εἶχεν ἀντιθέτως, ἂν ἐκαλοῦντο νὰ ψηφοφο-
1253ρήσωσι ὁ Ὑπουργὸς ἢ οἱ Ὑπουργοί, ὅταν πρόκειται ἡ Βουλὴ
1254νὰ κρίνῃ περὶ κατηγορίας ἐπὶ παραβάσει διατάξεων τῶν νό-
1255μων ἢ ἐπὶ παραβάσει ὡρισμένων ποινικῶν διατάξεων τοῦ νό-
1256μου, ὅτε πλέον τὸ πρᾶγμα λαμβάνει ἄλλην μορφήν, διότι τότε
1257δὲν πρόκειται ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ ἐλέγχου κατὰ τῆς Κυ-
1258βερνήσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ κατηγορίας ἐπὶ ἀξιοποίνῳ
1259πράξει τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ
1260ἔχῃ πλέον ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν καὶ
1261θὰ χωρήσῃ ἡ ἐφαρμογὴ ἄλλων διατάξεων αὐτοῦ.
1262Αὐτοί, κύριοι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκα ἡ Ἐπιτροπὴ ἀ-
1263νεγνώρισεν ὅτι, ὄχι μόνον δὲν προσκόπτει εἰς καμμίαν τῶν θε-
1264μελιωδῶν βάσεων καὶ τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύμα-
1265τος ἡμῶν τὸ ψηφοφορεῖν τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ τοὐναντίον
1266καὶ ἐπιβάλλεται ὅτι ὄχι μόνον ἀντιπολιτικὸν καὶ ἀνήθικον πο-
1267λιτικῶς δὲν εἶναι τοῦτο, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀνήθικον πολιτικῶς
1268ἤθελεν εἶσθαι ἂν ἐξηκολούθει νὰ γίνεται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι
1269ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι. Ὁ Τόπος ἡμῶν,
1270κύριοι, ἡ Χώρα ἡμῶν δὲν εἶναι ἐκ τῶν Χωρῶν ἐκείνων τῶν
1271κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένων, αἵτινες ἀφῆκαν τὸ πολίτευμα
1272τὸ κοινοβουλευτικὸν καὶ ἀναπτυχθῇ καὶ διαμορφωθῇ σὺν τῷ
1273χρόνῳ διὰ τῶν συνηθειῶν. Εἶναι Χώρα ἡ Ἑλλάς, ἥτις τὸ δί-
1274καιον αὐτῆς τὸ πολιτικὸν τὸ ἔχει ἀποκρυσταλλώσει εἰς γρα-
1275πτὰς πολιτικὰς καὶ σαφεῖς διατάξεις, οἷαι εἶναι αἱ διατάξεις
1276τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον, κύριοι, ἔκρινεν ἡ
1277Ἐπιτροπὴ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ δι’ ἐθίμου καὶ νομολο-
1278γίας νὰ διαμορφωθῇ τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον τῶν διατά-
1279ξεων, ἀλλὰ καθιερώνει καὶ διακηρύσσει διὰ τοῦ πολιτεύματος
1280μίαν ἀρχήν, ἡ παράλειψις τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ὁποίας θὰ ἀ-
1281πετέλει ὄχι μόνον κακὴν πολιτικήν, ἀλλὰ θὰ ἀπετέλει παρα-
1282βίασιν ῥητῶν καὶ θεμελιωδῶν ὁρισμῶν τοῦ πολιτεύματος ἡ-
1283μῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ κοινοβουλευτι-
1284κὸν πολίτευμα.
1285Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων φρονῶ ὅτι καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν
1286ἀλλαχοῦ παρομοία τάξις πραγμάτων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα
1287καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ βουλευτοῦ Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὸ ψη-
1288φοφορεῖν, θὰ ἔπρεπεν ἡμεῖς πρῶτοι νὰ τὴν φέρωμεν καὶ νὰ τὴν
1289ἐγκαινιάσωμεν ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν. Διότι τὸ ζήτημα δὲν
1290εἶναι ἐξεταστέον μόνον ἀπὸ τῆς θεωρητικῆς αὐτοῦ ἀπόψεως,
1291ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς πρακτικῆς, διότι, ἂν ἐδεχόμεθα τὴν συνέχι-
1292σιν τοῦ ἐθίμου τοῦ καθιερωθέντος διὰ μέσου τοῦ χρόνου εἰς τρό-
1293πον ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ὅταν γεν-
1294νῶνται ζητήματα πολιτικά, νὰ μετέχωσι τῆς ψηφοφορίας. Ἂν
1295ἐδεχόμεθα τοιοῦτό τι, ἠθέλομεν φθάσει εἰς ἓν διέξοδον πολιτι-
1296κὸν εἰς μυρίας περιστάσεις ἐν τῷ μέλλοντι, διότι, ἰσορροπου-
1297σῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν δυνάμεων ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἀνετρέ-
1298πετο μία Κυβέρνησις μὴ ἀριθμουμένων τῶν ψήφων τῶν Ὑπουρ-
1299γῶν καὶ θὰ ἐκαλεῖτο ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ
1300ὁποία ὅμως καὶ αὕτη κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον θὰ ἀνετρέπετο
1301μετὰ εἰκοσιτετράωρον. Εἰς τὸ τοιοῦτον ἄτοπον καὶ ἐπιζήμιον
1302θὰ ἀγάγῃ εἰς τὸ μέλλον ἡ συνέχισις μιᾶς τοιαύτης νομολο-
1303γίας, ἡ ὁποία ἔχει καθιερωθῆ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, κύριοι,
1304ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον νὰ ἀναγράψῃ
1305τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ ἄρθρῳ 87, περιλαβοῦσα τὸ ὑπο-
1306χρεωτικὸν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῶν Ὑπουργῶν. Νομίζω δὲ ὅτι
1307ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, προτείνων ὅπως ἀπαλει-
1308φθῇ τὸ ὑποχρεωτικὸν ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, θὰ
1309ἔβλεπε μίαν ἡμέραν ἀνατρεπομένην τὴν τάξιν ἐκείνην, τὴν ὁ-
1310ποίαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε καὶ ἀνέ-
1311γραψεν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ. Δηλαδή, ἂν ἀφαιρεθῇ ἡ
1312ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ψηφίζωσι, θὰ
1313ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν παλαιὰν συνήθειαν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ
1314Ὑπουργοὶ δὲν θὰ μετέχουν τῶν ψηφοφοριῶν καὶ θὰ ἐγίνετο
1315εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθόν.
1316Ἐμμένω λοιπὸν εἰς τὴν γνώμην ὅτι ἡ σχετικὴ παράγραφος τοῦ
1317ἄρθρου πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει. Ἂν δὲ συμβαίνῃ νὰ ἀπο-
1318δίδεται κατηγορία καθ’ ὡρισμένου Ὑπουργοῦ, ἡ καθιέρωσις
1319τῆς διατάξεως, ὡς διεσκευάσθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν δη-
1320μιουργεῖ κανὲν ἐμπόδιον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν ἐλεγχόμενον νὰ
1321ἀποσυρθῇ ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ παρα-
1322μείνῃ ἀσκοῦσα τὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις,
1323ἃς ἔχει ἐκ τοῦ πολιτεύματος νὰ θέτῃ ψῆφον ἐπὶ ζητήματος
1324πολιτικοῦ. Ἂν δὲ εὑρίσκετε ὅτι εἶναι ἄτοπον, ὥστε αὐτὸς ὁ ἐ-
1325λεγχόμενος νὰ γίνεται καὶ κριτὴς ἐπὶ τῶν πράξεών του, ἂν
1326θεωρεῖτε τοῦτο ἄτοπον, διότι ὑπάρχει ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῶν
1327Ὑπουργῶν διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν, θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς κ. κ.
1328συναδέλφους ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀλληλεγγύη δὲν ὑφίσταται μόνον
1329μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν, μεταξὺ τοῦ ἐλεγχομένου καὶ τῶν
1330ἄλλων συνυπουργῶν, ἡ ἀλληλεγγύη, ἀξιότιμε κ. βουλευτὰ ἐξ
1331Ἀθηνῶν καὶ εἰσηγητά, ἡ ἀλληλεγγύη ὑπάρχει ὄχι μόνον με-
1332ταξὺ Ὑπουργῶν καὶ συνυπουργῶν, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ Ὑπουρ-
1333γοῦ καὶ τοῦ κόμματος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπέρρευσεν ἡ Κυβέρνη-
1334σις. Ἂν λοιπὸν διὰ τὸν λόγον τῆς ἀλληλεγγύης ταύτης θέ-
1335λετε νὰ ἐξαιρέσητε τοὺς Ὑπουργοὺς ἀπὸ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν
1336ὑποχρέωσιν νὰ μετέχωσι τῆς ψηφοφορίας διὰ νὰ εἶσθε συνεπεῖς
1337θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαιρέσητε ὁλόκληρον τὸ κόμμα τὸ πολιτικόν,
1338ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπορρέει ἡ Κυβέρνησις καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ
1339ὁποίου διαχειρίζεται τὰ κοινά.
1340§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
1341§138Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνέρχομαι εἰς τὸ
1342βῆμα ὄχι διὰ νὰ φωτίσω, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀ-
1343νῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ φωτισθῶ καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ
1344ἀπὸ τοὺς εἰσηγητὰς τῆς διατάξεως ταύτης, διατί εἰσήχθη
1345αὕτη καὶ τίνα ἀνάγκην ἐκπληροῖ. Ἑπομένως θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
1346ψητε νὰ ζητήσω τὴν γνώμην καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν
1347Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ παντὸς βουλευτοῦ, ἵνα φωτισθῶ
1348ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν θεμάτων, Ζητεῖται νὰ ψηφίζουν οἱ Ὑπουρ-
1349γοὶ ὡς βουλευταὶ εἰς ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Τὰ ἐπιχειρή-
1350ματα τὰ ἠκούσαμεν, ἀλλὰ ζητῶ νὰ ἔχω τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ
1351ἑξῆς ζητήματος. Ὁ Ὑπουργὸς ὡς βουλευτής, ὡς μέλος τοῦ
1352Κοινοβουλίου, ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσηγεῖται καὶ νὰ ψηφίζῃ καὶ
1353αὐτὸς τοὺς νόμους, ἀλλ’ ὡς διαχειριστὴς τῆς ἐκτελεστικῆς
1354ἐξουσίας ἀποτελεῖ ἐξουσίαν ἐντελῶς διάφορον, ἀνεξάρτητον
1355τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀσκεῖ τὴν ἐκτε-
1356λεστικὴν ἐξουσίαν. Σᾶς παρακαλῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ
1357ὅτι ὁ ἴδιος, ἀσκῶν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐξουσίαν ἀντί-
1358θετον πρὸς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι δυνατὸν ἐπὶ
1359τῆς ἰδίας αὐτοῦ ψήφου νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐξουσίαν; Τὸ πρᾶγ-
1360μα δι’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
1361διαχειρίζεται μίαν ὑπεύθυνον ἐξουσίαν ξένην πρὸς τὴν ἐξου-
1362σίαν τῆς Βουλῆς, πῶς αὐτὸς εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ διὰ
1363τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἑαυτοῦ του;
1364§139Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, ἂν ἐπιτρέ-
1365πετε, διατί χαρακτηρίζετε ἀντίθετον τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν
1366διαχειρίζεται ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ἔχει
1367ὁ βουλευτής; Μήπως θέλετε νὰ εἴπητε διάφορον;
1368§140Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω.
1369§141Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἀντλεῖτε
1370ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ διαφορᾷ τῶν δύο ἐξουσιῶν δὲν
1371ἔχει βάσιν.
1372§142Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω ἐξουσίαν διάφορον, ἡ
1373ὁποία δὲν εἶναι ἡ ἐξουσία τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι ἡ ἐκτελε-
1374στικὴ ἐξουσία. Ἑπομένως δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον πῶς διὰ
1375τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι ἔχουν ἐπὶ τῶν ἰδίων
1376αὐτῶν ἀτόμων, εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσουν πλειονοψηφίαν καὶ
1377νὰ τύχουν τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραί-
1378τητος πρὸς διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
1379§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1380Αὐτὸ πηγάζει ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι οἱ βουλευταὶ ἠμποροῦν νὰ
1381γίνουν Ὑπουργοί. Ἀφ’ ἧς εἷς βουλευτὴς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ Ὑ-
1382πουργὸς χωρὶς νὰ ἀπολέσῃ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ,
1383ἡ ἀναγκαία λογικὴ συνέπεια εἶναι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀ-
1384σκεῖ καὶ τὸ δικαίωμά του ὡς βουλευτής, δηλαδὴ συντε-
1385λεῖ εἰς τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, διότι τὸ δικαίω-
1386μα τοῦ νὰ εἰσηγεῖται νόμους τὸ ἔχει ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ
1387ἀξιώματος. Ἂν τὸ ἀντίθετον ἐγένετο ἀποδεκτόν, τότε θὰ κα-
1388ταλήξωμεν εἰς τὸ ἄτοπον νὰ στερεῖται μέγας ἀριθμὸς βουλευ-
1389τῶν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ συντελοῦν εἰς τὸν σχηματισμὸν
1390Κυβερνήσεως, διότι οἱ βουλευταὶ δὲν ἀποστέλλονται μόνον διὰ
1391νὰ ψηφίζουν νόμους ἀλλὰ καὶ νὰ σχηματίζουν Κυβέρνησιν.
1392Αὐτὸς εἶναι ἴσως ὁ κυριώτερος καὶ σπουδαιότερος προορι-
1393σμὸς τῆς Βουλῆς. Ἂν στερήσητε ἀπὸ δέκα ἢ δέκα πέν-
1394τε βουλευτὰς τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν γνώμην ἐπὶ τοῦ σχηματι-
1395σμοῦ Κυβερνήσεως ἐννοεῖται ὅτι στερεῖτε ἀπὸ μέγαν ἀριθμὸν
1396βουλευτῶν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι συμφυὲς πρὸς τὸ ἀ-
1397ξίωμα τοῦ βουλευτοῦ.
1398§144Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν μὲ ἔπεισε
1399τὸ ἐπιχείρημα.
1400§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1401Ἡ λύπη μου εἶναι ἄφατος.
1402§146Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκόμη ἀκατανόητον. Τὸ
1403ζήτημα ὅμως δὲν εἶναι νὰ πεισθεῖτε σεῖς ἢ ἐγώ· τὸ ζήτημα
1404κυρίως εἶναι ἂν θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ διὰ ποῖον λόγον αἱ Κυβερ-
1405νήσεις λαμβάνονται ἐκ βουλευτῶν. Τὸ πρᾶγμα ἐντελῶς παρέλ-
1406κει, εἶναι ἱστορικόν, εἶναι δὲ καὶ ἐν τῇ φύσει τῆς διαχειρίσεως
1407ἐξουσίας ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω τοῦ-
1408το· δὲν εἶναι δυνατόν, ἐνῷ δὲν ἀρνοῦμαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν
1409βουλευτὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐ-
1410ξουσίας, ἐφόσον πρόκειται νὰ ψηφίσουν νόμους, δὲν εἶναι δυνα-
1411τόν, ἐπαναλαμβάνω, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον πῶς εἶ-
1412ναι δυνατὸν νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς διὰ
1413τῆς ἰδίας αὑτοῦ ψήφου.
1414§147Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1415Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι σᾶς εἶναι κάτι τι ἀκατανόητον, τὸ ὁ-
1416ποῖον συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη.
1417§148Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω.
1418§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1419Αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν
1420καί, καθὼς γνωρίζω, καὶ εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη.
1421Ὁ κ. Μπαμπάκος τοὐλάχιστον ἐστηρίχθη ἐπὶ ἄλλης σκέ-
1422ψεως, ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι γηγενής.
1423§150Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον. Δὲν θὰ ἐ-
1424παναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βου-
1425λευτοῦ, ὁ ὁποῖος τόσον σαφῶς ἀνέπτυξε τὰς ἀπόψεις του, προ-
1426σθέτω ὅμως εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν
1427βουλευτοῦ καὶ παντὸς ἄλλου, τὸ ἐπιχείρημα, πῶς εἶναι δυνα-
1428τὸν νὰ διατηρεῖται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁ-
1429ποῖοι ἔδωκαν εἰς ἑαυτοὺς τὴν ψῆφόν των. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ γε-
1430νικωτέρας ἀπόψεως ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄστοχος, διότι δὲν
1431εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ὅτι Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ
1432παραμείνῃ ἐν πλήρει ὑπολήψει τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κοι-
1433νῆς Γνώμης διὰ τῆς ψήφου τῶν μελῶν αὐτῆς. Διότι τοιαύτη
1434Κυβέρνησις θὰ στερεῖται παντὸς ἠθικοῦ κύρους, ἵνα διατη-
1435ρήσῃ τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ καὶ ἐκ τοῦ
1436ἐπιχειρήματος τούτου ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζητούμενον διὰ
1437τοῦ ἄρθρου τούτου, εἰς τὸ ζητούμενον ὅπως δύο μῆνας μετὰ
1438τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις παραμεί-
1439νῃ κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον ἀδιατάρακτος, μὴ δυναμένη
1440νὰ κλονισθῇ διὰ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Νο-
1441μίζω ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ οἱ εἰσηγησάμενοι τὴν διάταξιν
1442ταύτην καὶ ἀσπαζόμενοι αὐτὴν εὑρίσκονται εἰς πλήρη παρεν-
1443νόησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὸ κοινοβουλευτι-
1444κὸν πολίτευμα στηρίζεται ὄχι ἐπὶ ἐνδεχομένης τυπικῆς πλειο-
1445νοψηφίας μιᾶς οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Τὸ κοινοβουλευτικὸν
1446πολίτευμα στηρίζεται εἰς τὴν διαρκῆ παρακολούθησιν καὶ εἰς
1447τὸν διαρκῆ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν κοινοβουλευ-
1448τικὸν βίον. Εἶναι ἀδύνατον νὰ νοηθῇ Κυβέρνησις, ἂν εἷς οἱοσ-
1449δήποτε βουλευτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαλέσῃ αὐτὴν ἐπὶ
1450δυσπιστίᾳ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς οἱανδήποτε στιγμήν. Ἡ
1451ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διαχειρίζεται ὕπατα δικαιώματα τοῦ
1452Κράτους καὶ τὰς ἀνωτάτας ἐξουσίας. Εἶναι δυνατὸν ἐντὸς οὐχὶ
1453τοῦ διμήνου, ἀλλ’ ἐντὸς μιᾶς καὶ μόνης ἑβδομάδος ἢ καὶ μιᾶς
1454μόνης ἡμέρας νὰ ἀλλάξῃ τελείως ἡ θέσις τῆς Κυβερνή-
1455σεως ἀπέναντι τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ ἀπέναντι τῶν μεγαλυ-
1456τέρων ζητημάτων τοῦ Τόπου καὶ ἑπομένως καὶ ἀπέναντι τῆς
1457Βουλῆς.
1458Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατόν, ἐνῷ ὅλα ταῦτα εἶναι δυνατά, δὲν
1459εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ ἐννοήσω πῶς στεροῦμεν τὸν βουλευτὴν
1460τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν εἶχε καὶ τὸ ὁποῖον οὐδέ-
1461ποτε ἔφερεν εἰς τοιαύτην κατάχρησιν, ὥστε ἐκ τοῦ λόγου τού-
1462του νὰ μειωθῇ τὸ γόητρον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
1463Κύριοι, ἡ διάταξις, ὅπως τίθεται, δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὸ
1464λεχθὲν περὶ δικτατορίας, ὅτι ἐγκαθιδρύθη δικτατορία, θὰ εἴπω
1465ὅμως ὅτι ὄζει κάποιου Παγκαλισμοῦ.
1466§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1467κῶν). Χειρότερα δηλαδή.
1468§152Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὅπως ὁ παράφρων, κατ’ ἐμέ, ἐκεῖ-
1469νος δικτάτωρ, διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι καὶ μεγάλη τιμὴ νὰ ἀπο-
1470καλεῖται δικτάτωρ, διότι ἡ δικτατορία προϋποτίθεται ὅτι ἐνα-
1471σκεῖ κάποιαν ἐξουσίαν ἐν μιᾷ ἠθικῇ βάσει, ἡ ὁποία δύναται
1472νὰ ἀποβαίνῃ καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ Λαοῦ, ὅπως ἐκεῖνος ἤθελε
1473νὰ κατοχυρώσῃ διὰ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων τὰς ἐλευ-
1474θερίας τοῦ Λαοῦ, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἐπιδιώκει τὴν κατο-
1475χύρωσιν καὶ ἡ παροῦσα διάταξις τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Βε-
1476βαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ
1477θίξω πᾶν ζήτημα, σᾶς παρατηρῶ δέ, κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
1478Ὑπουργέ, ὅτι κατὰ σύμπτωσιν, ὁσάκις ἠγόρευσα ἀπὸ τοῦ βή-
1479ματος τούτου, δὲν εἶσθε παρών. Ἀκριβῶς δὲ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
1480119, προχθές, σᾶς εἶδα νὰ ἐξέρχεσθε τῆς αἰθούσης ὅταν ἀ-
1481νηρχόμην τὸ βῆμα.
1482§153ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπανῆλθε.
1483§154Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι, δὲν ἐπανῆλθε. Εἶδον δὲ νὰ ἀ-
1484πέρχεται καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας. Τὸ πρᾶγ-
1485μα ἐμὲ δὲν θίγει προσωπικῶς. Ἔχετε κάθε δικαίωμα νὰ ἀπέρ-
1486χεσθε καὶ νὰ ἔρχεσθε. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, στη-
1487ριζόμενος ὄχι εἰς δικτατορίαν, ἀλλ’ εἰς κάποιαν, ἂν θέλητε,
1488παμψηφίαν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴν προσέρχεσθε εἰς τὰς συνε-
1489δριάσεις καὶ νὰ παρακολουθῆτε τὰς συζητήσεις μετὰ τῆς προ-
1490σοχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς σοβαρότητος τοῦ
1491Σώματος.
1492§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1493κῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἀ-
1494κριβῶς χθὲς ἐκλήθην νὰ ἀπέλθω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐ-
1495ξωτερικῶν. Ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶ-
1496ναι δυνατὸν ἡ ἀναβολὴ ὡρισμένων πράξεων. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι
1497μετὰ λύπης μου ἔφυγον, διότι θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἀκούσω.
1498§156Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἰς αὐτὸ ἔχω νὰ σᾶς παρατηρήσω, κ.
1499ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργέ, τὸ ἑξῆς. Ὄχι δι’ ἐμέ, διότι
1500ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἔρχεσθε ὁσάκις θέλετε. Ἀπὸ ἐμὲ τοὐ-
1501λάχιστον ἔχετε ἀπόλυτον τὴν ἄδειαν νὰ ἀπέρχεσθε ὅταν ὑπάρ-
1502χῃ ἐπείγουσα ἀνάγκη.
1503§157Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πρὸς τὴν Βουλὴν ὁμιλεῖτε;
1504§158Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μάλιστα. Αὐτὴν τὴν μεγάλην διαφορὰν
1505ἔχω μετὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρ-
1506θρου 119 τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον πρό-
1507κειται νὰ καταρτίσωμεν περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, ὅταν
1508λέγω ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος τῶν βουλευτῶν....
1509§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1510κῶν). Ὁ μέγιστος.
1511§160Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὅταν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ
1512ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, εἶδον μετὰ πολλῆς ἐκπλήξεως ἀ-
1513περχομένους τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς
1514Προνοίας ἄνευ οὐδεμιᾶς σοβαρᾶς δικαιολογίας. Λοιπὸν συνι-
1515στῶ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέ-
1516στησεν ὁ ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Μπαμπᾶκος, νὰ ἀπαλείψῃ
1517ἐντελῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, νὰ ἀφήσῃ δὲ τὴν παράδοσιν
1518ἡ ὁποία ἐν τούτῳ δὲν ἔκαμε ζημίας εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν
1519καὶ εἰς τὴν Χώραν. Ἂν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐσημειώθησαν μα-
1520κροὶ κοινοβουλευτικοὶ ἔλεγχοι, τὸ τοιοῦτον διορθοῦται ἐπαρκῶς
1521διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ψήφιζε
1522ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Ἂν εἰς τὸ παρελθὸν τὸ κοινοβουλευτικὸν
1523πολίτευμα καὶ ἡ Βουλὴ δυσκόλως ἔφερον εἰς πέρας τὸ νομο-
1524θετικὸν ἔργον λόγῳ ἀπειρίας νόμων καὶ λόγῳ ἀπειρίας θε-
1525μάτων, θὰ ἦτο ὀρθόν, χωρὶς νὰ προδικάζουν τὴν γνώμην ἐπὶ
1526ἄλλου ἄρθρου, νὰ σκεφθῶμεν καλῶς πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νόμοι
1527μὴ ἀφορῶντες Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ μὴ δημιουρ-
1528γοῦντες δαπάνας, διότι, ἐφόσον δημιουργοῦνται δαπάναι, εἶναι
1529ἀναφαίρετον τὸ δικαίωμα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἐν τῷ συνόλῳ,
1530πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίζωνται τὸ ταχύτερον καὶ νὰ μὴ
1531παρελκύωνται αἱ συζητήσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ δυσχέρεια τῆς
1532Βουλῆς. Οὐδέποτε ὑπῆρξε δυσχέρεια εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
1533Θὰ ἐθεώρουν πᾶσαν Κυβέρνησιν ἀναξιοπρεπῆ, ἡ ὁποία εἰς πᾶ-
1534σαν στιγμὴν δὲν ἤθελε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύ-
1535νης. Ἐπίσης ἤθελον θεωρήσει ἀνήθικον τὴν Κυβέρνησιν τὴν
1536διαχειριζομένην τὴν ἐξουσίαν, ἐφόσον ἤθελε διατηρήσει τὴν ἐ-
1537ξουσίαν αὐτὴν διὰ τῆς ψήφου τῶν Ὑπουργῶν, δηλαδὴ ἡ Κυ-
1538βέρνησις διὰ τῆς ἰδίας της ψήφου νὰ διατηρήσῃ τὴν Ἐξου-
1539σίαν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ἄρ-
1540θρον καὶ νὰ βαδίσωμεν καλῶς, ὅπως μέχρι τοῦδε ὀρθῶς ἐ-
1541βαδίσαμεν.
1542§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει
1543τὸν λόγον.
1544§162Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1545κῶν). Κύριοι βουλευταί, ὅταν συντίθενται οἱ χάρται τοῦ πο-
1546λιτεύματος, γίνεται θεωρητικὴ συζήτησις, δογματικὴ συζήτη-
1547σις περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ αὐτῶν, ἐν τῷ συνόλῳ καὶ καθ’ ἑκάστην
1548διάταξιν. Ὅταν γίνεται ἀναθεώρησις, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξετάζε-
1549ται ἡ παρελθοῦσα πεῖρα καὶ νὰ γίνεται προσπάθεια νὰ διορθῶν-
1550ται τὰ μειονεκτήματα ἅτινα ἐπαρουσίασεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν δια-
1551τάξεων. Τοῦτο ἠκολούθησαν καὶ προηγούμεναι ἀναθεωρήσεις
1552τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ποία εἶναι ἡ πεῖρα ἐκ τῆς ἐφαρμο-
1553γῆς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ παρ’ ἡμῖν Ἕκαστος ἔχει τὴν ἰδίαν
1554αὑτοῦ πεῖραν κατὰ τὸ μακρότερον ἢ βραχύτερον διάστημα τῆς
1555ἐνταῦθα παραμονῆς του, ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ
1556ξένα φῶτα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω μερικὰ ἀπὸ ἓν βιβλίον
1557περὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τὸ βιβλίον τοῦ κ.
1558Ἀγγελή, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ πολιτικῶν κρίσεων, διότι τὸ
1559ἄρθρον τοῦτο κυρίως θέλει νὰ ματαιώσῃ, νὰ περιορίσῃ τὰς
1560ἀσκόπους καὶ ἐπανειλημμένας ὑπουργικὰς κρίσεις. Ἐν ἀρχῇ
1561ὁμιλεῖ περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον.
1562Λέγει ὅτι αἱ πολιτικαὶ κρίσεις δημιουργοῦνται ἐκ τῶν δυση-
1563ρεστημένων.
1564Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων
1565τοῦ Συντάγματος, οἷαι παρέμειναν κατὰ τὸ 1911, παρετηρή-
1566θησαν τὰ ἑξῆς. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἤσκουν τὸν ἔλεγχον κατὰ
1567τῶν Κυβερνήσεων οὐχὶ ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι αἱ Κυβερνήσεις
1568σφάλλουσιν, ἀλλ’ ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ τρίβωσι, νὰ κα-
1569ταπονῶσι τὴν Κυβέρνησιν. Ἀντιπολιτεύσεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶ-
1570χον ἀριθμητικὴν δύναμιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀνατρέψουν τὴν
1571Κυβέρνησιν, ἔκαμον ἐπερωτήσεις, καυχώμεναι ὅτι αἱ ἐπερω-
1572τήσεις ὑπερβαίνουσι τὰς δεκάδας.
1573§163Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὰς 117.
1574§164Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοὺς 102.
1575§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς 101.
1576§166Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1577κῶν). Διὰ τίνα λόγον; Διὰ νὰ παρεμποδίσωσι τὸ ἔργον τῆς
1578Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ Κυβερνήσεις δὲν εἶ-
1579χον τόσα προβλήματα νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ὅσα σήμερον. Σή-
1580μερον δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τοῦτο τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1581σεως. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δέον
1582νὰ καταγίνεται εἰς τὸ νὰ ἐμποδίζῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως.
1583Ἀπεναντίας ἡ Ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ συνεργάζεται μετὰ
1584τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ὀρθῶν, ἀναχαιτίζου-
1585σα αὐτὴν εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὠλίσθησεν εἰς ὁδὸν
1586δυναμένην νὰ φέρῃ βλάβην ἐθνικήν. Γίνεται λοιπὸν ἐπανει-
1587λημμέναι ἐπερωτήσεις, κατατρίβεται ἡ Κυβέρνησις, ἐπέρχον-
1588ται ἐν τῷ μεταξὺ δυσαρέσκειαι, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὸν κ, Ζέγγε-
1589λην, ἐπωαζόμεναι φθάνουν εἰς ἀποσκιρτήσεις καὶ μίαν ἑσπέραν
1590ἢ μίαν πρωΐαν ἐπακολουθεῖ ὁ αἰφνιδιασμός, διότι ἐπιμελῶς ἀ-
1591ληθῶς ἀποφεύγεται, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βου-
1592λευτής, νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς
1593Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπηκολούθει λοιπὸν ὁ αἰφνιδιασμός, ὅστις
1594ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καραδοκούσης τὴν στιγ-
1595μὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, καταπονη-
1596μένοι ἢ δυσηρεστημένοι, ἀπέρχονται εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ
1597τότε τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Τούτων ἔχομεν καὶ πεῖραν
1598καὶ γνῶσιν οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν. Ποῖος λοιπὸν ὑπῆρξεν ὁ σκο-
1599πὸς τοῦ ἄρθρου; Νὰ ματαιώσῃ τὸν ἔλεγχον; Ὄχι. Καθ’ ἃς
1600ἡμέρας ἀναγράφει ὁ Κανονισμός, θὰ γίνεται τὸ ἔργον τοῦ ἐ-
1601λέγχου. Ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἔπαυσε νὰ θεωρεῖται κυ-
1602ρίως ὡς ἔλεγχος, ὅτι ἔπαυσε νὰ θεωρεῖται δόγμα ἄθικτον, ὅτι
1603τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου εἶναι τὸ κύριον τῆς Βουλῆς ἀποδει-
1604κνύεται ἐκ τοῦ ὅτι καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ 1909 ἤδη περιωρίσαμεν
1605κατὰ πολὺ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀφιερωθεισῶν πρὸς
1606τοῦτο ὡρισμένων ἡμερῶν καθ’ ἑβδομάδα. Ὅταν ἐζητεῖτο ὁ πε-
1607ριορισμὸς τοῦ δικαιώματος τούτου, ἐθεωρεῖτο ἔγκλημα καθο-
1608σιώσεως κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἂς εἴπωμεν δὲ τὴν ἱστορι-
1609κὴν ἀκρίβειαν, ὅτι οὐχὶ μὲ τὴν προθυμίαν πάντων, ἡ Βουλὴ
1610ἔστεργε τῷ 1909 εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦτον. Σᾶς ἐρωτῶ· τὸ
1611ἔργον τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἀπέδωκαν αἱ Βουλαὶ αἱ διαδεχθεῖσαι
1612ἀλλήλας δὲν ἦτο ὠφελιμώτερον καὶ σκοπιμώτερον ἀπὸ τὸ ἔρ-
1613γον τῆς ἀδιακόπου ἐπερωτήσεως, ἀπὸ τὸ ἔργον τοῦ ἀσκόπου ἐ-
1614λέγχου; Συμφωνοῦμεν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βου-
1615λευτοῦ, λέγοντος ὅτι ἀληθὴς ἔλεγχος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
1616καταλήγει εἰς δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ ἔλεγχος
1617ἔπαυσεν ὅμως νὰ εἶναι πλέον ὁ πολιτικὸς ἔλεγχος, ὁ
1618τῆς δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔλεγχος κατήντησε νὰ
1619εἶναι κριτικὴ ἐπὶ πασῶν ἐν γένει τῶν πράξεων, ἐπὶ πάσης κα-
1620τευθύνσεως τῶν Κυβερνήσεων, κριτικὴ σκοπὸν ἔχουσα νὰ κα-
1621ταδείξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθώσῃ ἐν-
1622τὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος ὅλας τὰς ἀνάγκας ὅσαι ὑ-
1623πάρχουσι. Ταῦτα τὰ ἄτοπα ἠθέλησε νὰ ἀποφύγῃ ἡ Ἐπιτρο-
1624πή, ἀποφανθεῖσα ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἀλλ’ ἂς ἐξε-
1625τάσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὸ ἐδάφιον διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα ἐξ αὐτῶν
1626εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἐνοχλοῦν.
1627§167Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φαντάζεσθε τὸ πολίτευμα λειτουργοῦν ἄ-
1628νευ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ ἄνευ τοῦ δημοσιογραφικοῦ ἐ-
1629λέγχου;
1630§168Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1631κῶν). Ὄχι. Τουλάχιστον εἶπον ὅτι ὁ ἔλεγχος δὲν ἀπαγορεύε-
1632ται. Θὰ φθείρουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ μετὰ δύο μῆνας θὰ τὴν
1633ἀνατρέψουν. Οὔτε μέχρι τοῦδε κατωρθώθη ἡ Κυβέρνησις, ἡ
1634ὁποία ἀπέκτησε μίαν ἐμπιστοσύνην, νὰ ἀνατραπῇ εἰς διάστημα
1635μικρότερον τῶν δύο μηνῶν. Ἁπλούστατα ἀποφεύγομεν τὰς
1636συνεχεῖς ψηφοφορίας καὶ ἀποφεύγομεν καὶ κάτι ἄλλο, τὴν ἐ-
1637ξάρτησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν ἀδιακόπων τυχαίων ψηφο-
1638φοριῶν, ἀποφεύγομεν τὴν πίεσιν ἐκείνης τῆς κατηγορίας τῶν
1639βουλευτῶν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου, τῶν δυση-
1640ρεστημένων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίζουν
1641μίαν νέαν Κυβέρνησιν, διότι ἐπιφυλάσσονται νὰ εἶναι δυσηρε-
1642στημένοι καὶ κατὰ τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἀποφεύγομεν τὸν
1643κίνδυνον νὰ ἀνατραπῇ μία Κυβέρνησις ἀπὸ Ἀντιπολίτευσιν
1644μειονοψηφοῦσαν, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνουσα τὴν Ἀρχὴν δυνατὸν
1645νὰ εὑρεθῇ ἐν μειονοψηφίᾳ, ὁπότε θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡ ἀνατραπεῖ-
1646σα Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἀρχήν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ ἔχῃ ἠ-
1647λαττωμένον πλέον τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη προτοῦ ἀ-
1648νατραπῇ.
1649§169Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1650Ἔχομεν καὶ τὴν ἀνησυχίαν τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἡ ὁποία
1651διαρκῶς ἐρεθίζεται μὲ τὰς ἀναγγελίας ἐπικειμένων ψηφοφο-
1652ριῶν ἐπὶ πολιτικῶν ζητημάτων.
1653§170Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Χρησιμώτατα ἐλαττώματα διὰ τὸν κοινο-
1654βουλευτικὸν βίον.
1655§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1656κῶν). Λοιπὸν ἂς ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς διατάξεις
1657τοῦ ἄρθρου τούτου. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις πρέ-
1658πει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς». Τοῦτο θὰ ἠ-
1659δύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι περιττόν, διότι εἶναι παραδεδεγ-
1660μένον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι περιττόν, διότι κατ’ ἀντιδιαστολὴν
1661δεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμ-
1662πιστοσύνης τῆς Γερουσίας καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1663ἀνατραπῇ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, ἐφόσον ἀπολαύει τῆς ἐμπιστο-
1664σύνης τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι περιττόν, ἐφόσον ἐθεωρήσαμεν
1665ὅτι ἡ Γερουσία δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν πρὸς
1666τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δύναται δι’ ἀπο-
1667φάσεώς της νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὴν Κυ-
1668βέρνησιν ἢ ἀπὸ μέλους αὐτῆς». Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβητήτως
1669αὐτονόητον καὶ ἐτέθη διὰ νὰ συμπληρώσῃ οὕτως εἰπεῖν τὸν
1670ρυθμὸν πρὸς μετάβασιν εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἄλλας, αἱ ὁ-
1671ποῖαι κανονίζουσι κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ πρότασις ἐμπι-
1672στοσύνης ἢ δυσπιστίας. Εἶναι αὐτονόητον, ἀλλ’ ἂν τὸ ἀφαι-
1673ρέσητε, θὰ ἴδητε ὅτι λεκτικῶς, συντακτικῶς, οὕτως εἰπεῖν,
1674θὰ ὑπάρχῃ ἓν χάσμα, ἓν κενὸν ἀπὸ τῆς μιᾶς προτάσεως πρὸς
1675τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον
1676ἐκφράζεται ἡ ἐμπιστοσύνη. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις
1677ὀφείλει ἅμα καταρτισθῇ, καὶ δύναται ὁποτεδήποτε ἄλλοτε,
1678νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐὰν καὶ κατὰ
1679τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔχουν διακοπῆ αἱ ἐργασίαι
1680τῆς Βουλῆς, καλεῖται ἐντὸς 15 ἡμερῶν αὕτη, ἵνα ἐκφράσῃ
1681τὴν γνώμην της περὶ τῆς Κυβερνήσεως». Χάριν τοῦ δευτέ-
1682ρου εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τεθῇ τὸ πρῶτον. Λέγοντες ὅτι ἡ Κυ-
1683βέρνησις πρέπει νὰ ζητῇ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, λέ-
1684γομεν κάτι αὐτονόητον, ἀλλὰ τὸ λέγομεν διὰ νὰ προστεθῇ ὅτι,
1685ἂν ἡ Βουλὴ ἀπουσιάζῃ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ πα-
1686ραμένῃ χωρὶς νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχει
1687παρέλθει τὸ ἑξάμηνον καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς
1688διαφωνίαν μὲ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα καὶ ὑπέβαλε τὴν πα-
1689ραίτησίν της. Σχηματίζεται μία νέα Κυβέρνησις. Δὲν δύ-
1690ναται ἡ Κυβέρνησις αὕτη νὰ παραμείνῃ ἐπὶ ἕξ μῆνας ὁλο-
1691κλήρους μέχρις ὅτου συνέλθῃ ἡ Βουλή. Πρέπει νὰ καλέσῃ τὰς
1692Βουλὰς διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἀντιπροσώπων
1693τοῦ Λαοῦ. Αὐτονόητον εἶναι ἐπίσης ὅτι δύναται ὁποτεδήποτε
1694νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Διαί ἐτέθη; Διὰ νὰ μὴ δοθῇ ἡ
1695ἐξεζητημένη ἑρμηνεία, ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ἑκάστο-
1696τε νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Πολλάκις αἱ Ἀντιπολιτεύ-
1697σεις ἐν τῇ Βουλῇ προκαλοῦν συζήτησιν, ἵνα σχηματισθῇ ἐντύ-
1698πωσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ σταθῇ, βλέπουσαι δὲ
1699ὅτι, γινομένης ψηφοφορίας, ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ἐμπιστοσύ-
1700νην, ἐπιδιώκουν νὰ ἀποσεθήσουν τὴν διὰ τῆς ψηφοφορίας ἐ-
1701νίσχυσιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ δύνανται τὴν ἑπομένην ἡ-
1702μέραν νὰ διακηρύξουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὠρρώδησε νὰ θέσῃ
1703ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι ἀντελαμβάνετο ὅτι θὰ τὸ ἔχανεν.
1704Εἶναι ὀρθὸν λοιπὸν νὰ λεχθῇ ρητῶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει
1705πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης; (Ἀνα-
1706γινώσκει): «Ἡ περὶ δυσπιστίας πρότασις.... κλπ.» Μέ-
1707χρι τοῦδε αἱ προτάσεις δυσπιστίας ἐτίθεντο ἀπὸ τὰς Ἀντιπολι-
1708τεύσεις ὁσάκις ἐνόμιζον ὅτι εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμὴ δι’ ἕνα
1709αἰφνιδιασμόν. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἀποσοβεῖ τὸν αἰφνιδιασμόν. Δὲν
1710εἶναι ἄσκοπον ἄλλως τε νὰ ἀναφέρω ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ
1711Κυβέρνησις δικαιοῦται προκειμένου περὶ ζητήματος ἐξωτερι-
1712κῆς πολιτικῆς νὰ μὴ δεχθῇ ποσῶς συζήτησιν, προκειμένου δὲ
1713ἐπὶ ἐπερωτήσεως ἐσωτερικῆς πολιτικῆς νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνα-
1714βολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἕνα μῆνα. Διατί; Διότι ἁπλούστα-
1715τα ἡ πεῖρα ἔχει ἀποδείξει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις
1716περιβληθεῖσα ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς νὰ φθαρῇ εἰς
1717ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξ ἄλλου
1718πολλάκις διεξαγάγει ὀξὺν ἀγῶνα καὶ ἐπιδιώκει νὰ ἀνατρέψῃ
1719τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἐπερωτήσεως ἐπὶ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου
1720ἡ ἐπερώτησις θὰ ἦτο καλόν, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀναβληθῇ ἐπί
1721τινα χρόνον. Ὧν λοιπὸν ἐκεῖ χωρὶς κἄν νὰ ἔχῃ προηγηθῆ μία
1722ψηφοφορία περὶ ἐμπιστοσύνης, ὑπάρχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα
1723τῆς ἀναβολῆς ἐπί τινα χρόνον. Νομίζετε ὅτι καταστρέφεται
1724ὁ κοινοβουλευτισμός, ἂν ἡ Κυβέρνησις λαβοῦσα ἤδη ἐμπιστοσύ-
1725νην τῆς Βουλῆς, ἐπὶ δίμηνον δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀντιμετω-
1726πίσῃ ὄχι ἁπλῶς τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ τὴν ψηφοφορίαν καὶ τὴν ἀ-
1727νιαρὰν κάπως ἄγραν τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν ψηφοφορίαν;
1728§172Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παράγραφος
1729αὕτη περὶ τοῦ διμήνου δὲν εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν μὲ
1730τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυ-
1731βέρνησις πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης
1732τῆς Βουλῆς, δεδομένου ὅτι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν παρα-
1733τηρεῖται λόγῳ τῆς μὴ βασικῆς διαφορᾶς ἀντιλήψεων ὅλων
1734τῶν κομμάτων, ἔνθα ὅλα τὰ κόμματα εἶναι ἀστικὰ καὶ αἱ
1735διαφοραὶ εἶναι ἐλάχισται, ἡ μετάστασις ἑνὸς βουλευτοῦ ἀπὸ ἓν
1736κόμμα εἰς τὸ ἄλλο εἶναι εὐκολώτατον πρᾶγμα; Ἐν τοιαύτῃ
1737περιπτώσει δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρατηρηθῇ ἡ μετάστασις
1738αὐτὴ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ διμήνου καὶ τότε ἡ πρώτη παρά-
1739γραφος τοῦ ἄρθρου νὰ εἶναι ἀπραγματοποίητος πλέον περὶ
1740ἐμπιστοσύνης; Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
1741Ὑπουργέ, ὅτι, ἂν τεθῇ ἡ πρώτη παράγραφος, δὲν εἶναι κατὰ
1742τὴν ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ ἔχει ληφθῆ ἀπὸ
1743τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει διατυπωθῆ ἐπὶ τὸ
1744κοινοβουλευτικώτερον. Εἰς τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, ὅπου ἀ-
1745ναφέρεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστο-
1746σύνης τῆς Βουλῆς δὲν ἀναφέρονται οἱ περιορισμοὶ οὗτοι.
1747§173Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ τὸ ἔχῃ τὸ Γερμανι-
1748κὸν Σύνταγμα, ἡ Συνταγματικὴ ὅμως Ἐπιτροπὴ ἤχθη ἀπὸ
1749τὴν σκέψιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑ-
1750πουργός.
1751§174Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1752κῶν). Ἡ διάταξις ἐν τῷ Γερμανικῷ Συντάγματι ἀνεγράφη,
1753διότι, ὅπως γνωρίζετε, δὲν ἴσχυε πρότερον κοινοβουλευτικὸν
1754πολίτευμα ἐκεῖ. Θὰ ἴδητε δὲ πολλὰς διατάξεις καὶ εἰς τὸ
1755Τσεχοσλαυϊκὸν καὶ εἰς τὸ Πολωνικὸν Σύνταγμα, τὰς ὁποίας
1756ἡμεῖς τὰς θεωροῦμεν ὡς περιττὰς καὶ αὐτονοήτους, ἀλλ’ ἐ-
1757κεῖ εἶχον ἀνάγκην, μετὰ μακρὰν ἀπολυταρχικὴν περίοδον, νὰ
1758κυρώσουν ἀρχάς τινας διὰ νὰ δείξουν ὅτι ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ
1759παρελθὸν εἰσῆλθον εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν.
1760Ἡ διάταξις ἐπανελήφθη καὶ εἰς ἡμᾶς. Εἶπον δὲ ἀρχόμε-
1761νος τοῦ λόγου μου ὅτι θὰ τὴν ἐθεώρουν περιττὴν καὶ ἡ διαγρα-
1762φή της θὰ ἦτο ἀβλαβὴς καὶ ὅτι ὁ μόνος σκοπὸς τὸν ὁποῖον
1763εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιώκῃ, εἶναι νὰ ἀποτελέσῃ τὴν κατὰ τὸ
1764ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐπιχείρημα παρερμηνείαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1765εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Γερουσίας.
1766Μὲ ἐρωτᾶτε, καλῶς θεσπίζετε τὴν ἀρχὴν καὶ ἂν δὲν τὴν θε-
1767σπίζατε εἶναι ἄγραφος ἀρχή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ
1768τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ὅταν λέγητε ὅμως ὅτι ἐπὶ δύο
1769μῆνας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ἀντι-
1770φάσκετε πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἐθέσατε. Δὲν νομίζω ὅτι
1771ἔχετε δίκαιον, κύριοι συνάδελφοι. Θὰ ἠδυνάμην δὲ νὰ σᾶς φέ-
1772ρω, καίτοι τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλεῖταί τις
1773συχνὰ εἰς κοινοβουλευτικὰ θέματα....
1774§175Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγῳ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία
1775σήμερον ὑφίσταται καὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως βασικῆς διαφορᾶς
1776μεταξὺ τῶν κομμάτων.
1777§176Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1778κῶν). Καθὼς ἀντελήφθην, εἶναι δύο τὰ ἐπιχειρήματά σας. Τὸ
1779ἓν εἶναι δογματικόν, ὅτι ἀντιτίθεται ἡ διάταξις εἰς τὴν ἀρ-
1780χήν, τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς
1781ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄλλο ἐπιχείρημά σας εἶναι
1782πρακτικόν. Ἂς ἴδωμεν τὸ πρῶτον. Εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη διὰ
1783νὰ ἐξασφαλίσῃ τις εἰς ἑαυτὸν τὴν κατοχὴν ἑνὸς πράγματος,
1784διαρκῶς νὰ ἐνεργῇ πράξεις κατοχῆς; Ὄχι βέβαια. Διὰ τίνα
1785λόγον θέλετε ἐδῶ διαρκῶς νὰ ὑπάρχῃ κάτι τι τὸ ἐμφανές, τὸ
1786ἀποδεικνῦον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τὴν Κυ-
1787βέρνησιν; Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀρτίας.
1788Τὸ τεκμήριον εἶναι ὅτι ἡ ψῆφος αὐτὴ ἐμπιστοσύνης διαρκεῖ διά
1789τινα χρόνον.
1790§177Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε ὑμεῖς ὅτι ἡ
1791Κυβέρνησις νὰ μὴ δύναται νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τεκμη-
1792ρίου ἐμπιστοσύνην ἐπὶ δύο μῆνας εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις, δὲν
1793ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν διὰ τὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε
1794ὅτι εἰς τὸν βίον τῶν Ἐθνῶν ὑπάρχουν ὁμαλαὶ περιστάσεις,
1795ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἀνώμαλοι καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς
1796μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ γεγονότων ση-
1797μαντικωτάτων καὶ γεγονότων τὰ ὁποῖα νὰ ἔχουν πολὺ βαρεῖαν
1798σημασίαν διὰ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις. Καὶ σᾶς ἐρωτῶμεν·
1799εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς μερίδα τινὰ τῆς Βουλῆς ἢ
1800ἔστω καὶ εἰς ἁπλοῦν βουλευτὴν ὡς ἐκπρόσωπον τῆς Κοινῆς
1801Γνώμης, ὅπως προσέλθῃ ἐνταῦθα καὶ θέσῃ τὸ ζήτημα ἐμ-
1802πιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποτρέψωμεν
1803εἶναι δυνατὸν ποτε ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ ὑ-
1804περβῇ τὸ πολίτευμα, νὰ μένῃ εἰς Ἐξουσίαν, σήμερον ποὺ νομο-
1805θετοῦμεν, νομοθετοῦμεν ὄχι μὲ τὴν σημερινὴν εὐθιξίαν τῆς Κυ-
1806βερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν θὰ θελήσῃ νὰ διοικήσῃ, ἀλλὰ θέτομεν
1807διατάξεις κατὰ τὴν ὑπερβασίαν ἐκείνων τῶν Κυβερνήσεων, αἱ
1808ὁποῖαι ἐνθυλακώνουσαι τὸ τεκμήριον τῆς ἐμπιστοσύνης, θὰ εἶ-
1809ναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἐν ἀντιθέσει καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν
1810καὶ πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην. Διὰ τοῦτο, ἐφόσον μάλιστα τὸ
1811ζήτημα δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν γενικωτέραν, πρόκειται
1812περὶ καθαρῶς συνταγματικῆς διατάξεως καὶ νομίζω κ. Ὑπουρ-
1813γὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς
1814μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία, ἂν πρόκειται νὰ ἀποτρέψῃ ἐλάχιστα
1815κακά, εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν ἐξαιρετικὴν στιγμὴν νὰ φέρῃ με-
1816γάλα καλά.
1817§178Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1818κῶν). Ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος εἶ-
1819ναι ἡ ἑξῆς. Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἀντιλήψεων τῆς ἀκράτου ἐλευ-
1820θερίας περὶ τὸν ἔλεγχον καὶ τῶν θέσεων γενικῶν ζητημάτων
1821ἐμπιστοσύνης κατέδειξαν ἄτοπα, τῶν ὁποίων πάντες εἴμεθα
1822μάρτυρες, ἂν μὴ παθόντες. Τὰ ἄτοπα ταῦτα εἶναι συχνά, κα-
1823θημερινά. Ἐρχόμεθα σήμερον νὰ τὰ θεραπεύσωμεν, ἀλλ’ ἂν ὑ-
1824πάρχουν ἔκτακτοι περιστάσεις, τί θὰ γίνῃ; Ἂς προτιμήσω-
1825μεν νὰ ζῶμεν ὑπὸ τὴν τυραννίαν τῶν ἀτόπων ἐκείνων. Ἔχω νὰ
1826ἀπαιτήσω εἰς τοῦτο ὅτι παραγνωρίζεται τὸ ἀστάθμητον βάρος
1827τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, τῆς ὁποίας ἔχει πάντοτε ἀνάγκην μία
1828Κυβέρνησις, κυριώτατα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Εἶναι ἀ-
1829δύνατον ἡ Κυβέρνησις νὰ σταθῇ, ἂν δὲν θελήσῃ νὰ βαπτισθῇ
1830ἐκ νέου εἰς τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑ-
1831πάρχει ἀπόδειξις ἐκείνου τὸ ὁποῖον λέγετε. Τοὐναντίον ὑπάρ-
1832χει ἀπόδειξις ὅτι εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ὅλοι συσσω-
1833ματοῦνται πέριξ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποφεύγουν ἴσα–ἴσα νὰ
1834φέρουν δυσκολίας. Τοὐναντίον εἰς τὸν ὁμαλὸν βίον εὐαρεστού-
1835μεθα πάντες νὰ θέτωμεν ράβδους εἰς τοὺς τροχοὺς τῆς ἁ-
1836μάξης τῆς κυβερνητικῆς. Δὲν εἶναι ὁ φόβος λοιπὸν τῶν ἀνω-
1837μάλων περιστάσεων, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ μᾶς ἐπισπεύσῃ τὴν
1838ὑπόνοιαν ὅτι θὰ πράξωμεν κάτι ἄτοπον. Τοὐναντίον τὰ παθή-
1839ματα τὰ καθημερινά, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ὁ κοινοβουλευτικὸς βίος,
1840πρέπει νὰ μᾶς πείσουν ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν ἓν τέρμα εἰς τὰ
1841τοιαῦτα ἄτοπα. Βλέπετε δὲ ὅτι νεώτατα δημοκρατικὰ πολιτεύ-
1842ματα, λίαν φιλελεύθερα πολιτεύματα, ἐθεώρησαν καλὸν νὰ ἀ-
1843ποτρέψουν τὰ τρωτὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἀκριβῶς διὰ νὰ
1844σώσουν τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἐκεῖ δὲ ὅπου ἐπεκράτησε τὸ
1845σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπεύσεως εἶναι, νομίζω,
1846ἀπαραίτητον μέτρον θεραπείας καὶ προλήψεως κινδύνων ἡ
1847παροῦσα διάταξις. Ἔχω μίαν πεῖραν ὄχι ἐθνικήν, ἀλλὰ ξένην,
1848ὅτι ὅπου καθιερώθη τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας
1849δυσκόλως ἀνετράπη διὰ τῆς ὁμαλῆς ὁδοῦ, διότι περιέργως ἀ-
1850ποκτᾷ μεταγνώσαντας ἐραστάς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ζωηρότεροι, ἔ-
1851στω καὶ ἐν τῷ κρυπτῷ ἀπὸ τοὺς ἀρχικοὺς συζύγους. Ἀλλ’
1852ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης εἶπε τί θὰ συμβῇ ἂν
1853κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τοῦ διμήνου γίνῃ μετάστασις βου-
1854λευτῶν; Εἰς τοῦτο ἔχω ν’ ἀπαντήσω ὅτι εἶναι πολὺ δυσχερὲς
1855νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἐντὸς διμήνου διαστήματος βουλευταὶ δώ-
1856σαντες ψῆφον ἐμπιστοσύνης θὰ μετατραπῶσιν ἀμέσως εἰς Ἀν-
1857τιπολίτευσιν, δίδοντες ψῆφον δυσπιστίας. Εἶναι νεαρὸς ἐν τῇ
1858κοινοβουλευτικῇ πείρᾳ, ἀλλὰ δύναται νὰ μάθῃ ὅτι ὑπάρχει ἐν
1859τῷ μεταξὺ διάστημα οὐδετερότητος εὐμενοῦς κατ’ ἀρχάς, δυ-
1860σμενοῦς κατόπιν, ἡ ὁποία καταλήγει εἰς τὸν πόλεμον. Κατὰ
1861τὸ διάστημα λοιπὸν αὐτὸ τὸ δίμηνον δίδεται, ἂν θέλητε, ἄ-
1862δειαν εὐπρεπείας εἰς τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀπο-
1863στοῦν, νὰ μὴ παρέχουν τὸ θέαμα τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσε πρὸ
1864ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, τῆς ἀ-
1865θρόας μεταστάσεως ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτί. Δὲν εἶναι τοῦτο μὴ
1866ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸ Κοινοβούλιον καὶ διὰ τὸν κοινοβουλευ-
1867τικὸν βίον τῆς Χώρας. Ἀντιθέτως. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι γνω-
1868ρίζομεν, ὅτι ὁ χαρακτὴρ ἡμῶν εἶναι ὀξύς, ὅτι εὐκόλως εἰς στιγ-
1869μὰς δυσαρεσκείας ἐξεγειρόμεθα καὶ προβαίνομεν εἰς πράξεις
1870διὰ τὰς ὁποίας οἱ ἴδιοι ἴσως μεταμελώμεθα μετ’ ὀλίγας ὥ-
1871ρας ἢ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Δὲν νομίζετε ὅτι τὸ δίμηνον αὐτὸ
1872διάστημα θὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τοῦτο; Νὰ ἐπέλθουν σκέψεις
1873δεύτεραι, ψυχραιμότεραι καὶ σωφρονέστεραι; Εἶναι δυνατὸν ἐξ
1874ἄλλου νὰ φαντασθῆτε ὅτι μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔλαβε ψῆ-
1875φον ἐμπιστοσύνης, θὰ εἶναι Κυβέρνησις ὀλεθρία, ὥστε κατὰ τὸ
1876διάστημα τὸ δίμηνον νὰ ἀπεργασθῇ κακὰ διὰ τὴν Χώραν. Θέ-
1877λετε μείζονα ἐξασφάλισιν; Ὑποθέτω ὅτι ἐκπροσωπῶ καὶ τὴν
1878γνώμην τῶν συναδέλφων μου, ἂν δεχθῶ ὅτι τὸ δίμηνον διά-
1879στημα ἰσχύει ἂν κατὰ τὴν προηγουμένην ψῆφον ἐμπιστοσύνης
1880συνεκέντρωσεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου
1881ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ζήτημα
1882εἶναι τελείως ἐξησφαλισμένον.
1883§179Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Προβλέπεται καὶ ἀπὸ τὴν προτελευ-
1884ταίαν παράγραφον.
1885§180Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1886κῶν). Αὐτὴ ἀπαλείφεται.
1887§181Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἄν, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἀπαλειφθῇ, τότε
1888τὰ πράγματα διορθώνονται.
1889§182Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1890κῶν). Ἡ διάταξις αὐτὴ ἂν μείνῃ θὰ φέρῃ τοῦτο, ὅτι, ὡς εἶ-
1891πον καὶ προηγουμένως ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, εἰς περίπτωσιν
1892κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις συγκεντρώνει τὰ ⅖, θὰ
1893δύναται κάθε ἡμέραν νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
1894§183Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ρίψῃ τὴν Κυβέρ-
1895νησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν ψήφισιν νόμου;
1896§184Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1897κῶν). Ἕνας λόγος, κ. συνάδελφε, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς μὴ
1898ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ
1899ὁποῖον λέγετε. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀνάγκην καὶ ὡρισμέ-
1900νων νομοθετημάτων, ἂν συναντᾷ τὴν ἀντίδρασιν τῆς Βουλῆς,
1901δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ. Ἐπέρχεται ἡ φυσικὴ φθορά.
1902§185Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά· ὅτι διὰ τῶν
1903⅔ πίπτει ἐλεγχομένη ἡ Κυβέρνησις.
1904§186Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1905κῶν). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ διαφορά. Ἡ διά-
1906ταξις τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν περίπτωσιν
1907ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως δυσπιστίας λέγει (ἀναγινώσκει):
1908«.... ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ... κλπ.» Νομίζω ὅτι εἶναι αὐ-
1909τονόητον. Ἔρχομαι τέλος εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν, κατὰ
1910τὴν ὁποίαν ἐπὶ προτάσεως ἐμπιστοσύνης ψηφοφοροῦν καὶ οἱ
1911Ὑπουργοί. Ὅπως γνωρίζετε, δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις
1912εἰς τὸ Σύνταγμά μας, ἡ ὁποία νὰ ὁμιλῇ περὶ ἐμπιστοσύνης.
1913Ἦτο θεσμὸς ὁ ὁποῖος οἴκοθεν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸ κοινοβου-
1914λευτικὸν πολίτευμα. Διὸ δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις, ἡ ὁποία
1915νὰ ἀπαγορεύῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ψηφοφορῇ. Καθιερώθη ὅ-
1916μως τοῦτο κατ’ ἀρχὰς κατ’ ἔθιμον, κατόπιν δὲ διὰ τοῦ Κανονι-
1917σμοῦ τῆς Βουλῆς· εἶναι μία διάταξις ἐξαιρετικὴ καὶ πρωτοφα-
1918νής, γηγενοῦς, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πειραιῶς συνάδελ-
1919φος, ἐφευρέσεως καὶ διασκευῆς. Θὰ ἠννόουν ἴσως τὴν διάταξιν
1920ταύτην, ἂν ἐπρόκειτο περὶ Ὑπουργοῦ κατηγορουμένου δι’ ἀ-
1921τασθαλίαν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, ἂν ἐπρόκειτο περὶ
1922μεμονωμένης πράξεως. Ἀλλὰ μοὶ ἀποβαίνει ἀληθῶς ἀκατα-
1923νόητος, διὰ τὰς ἄλλας προτάσεις. Ἡ Κυβέρνησις παρουσιά-
1924ζει λ. χ. τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς πρόγραμμα καὶ τὸν Προϋπολο-
1925γισμόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἴθισται, καὶ δικαίως, νὰ θεωρεῖ-
1926ται ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ὀρθὸν οἱ
1927Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ψηφίζουν ὑπὲρ τοῦ οἰκονομικοῦ των προγράμ-
1928ματος; Τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχε σημασίαν, ἂν δὲν ἦτο λίαν χρή-
1929σιμον πρὸς ἀποτροπὴν κακῶν αἰφνιδιασμῶν. Αἱ Ἀντιπολιτεύ-
1930σεις ἀποβλέπουσι πάντοτε ἐξ αἰφνιδιασμοῦ νὰ θέτουν ζήτημα
1931ἐμπιστοσύνης. Ὑπολογίζουν· τόσοι ἀπουσιάζουν ἀπὸ τοὺς κυ-
1932βερνητικούς, τόσοι ἰδικοί μας εἶναι ἐδῶ, τόσοι ἐτηλεγραφή-
1933σαμεν νὰ ἔλθουν. Ἂν οἱ Ὑπουργοὶ ψηφίζουν, δὲν φαντάζομαι
1934ὅτι θὰ προβαίνουν εἰς τοιαύτας μηχανεύσεις. Θὰ ἔπρεπε, φρο-
1935νῶ, νὰ διαγραφῇ τὸ «ὑποχρεωτικῶς», ὥστε νὰ ἀφεθῇ ἑκάστο-
1936τε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει νὰ ψηφοφορῇ ἢ ὄχι,
1937καθὼς καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνεται
1938ὁ ἔλεγχος. Προσθέτω τοῦτο· ὅτι ἂν θέσητε τὸ «ὑποχρεωτι-
1939κῶς», ὁ Ὑπουργὸς ὅστις αἰσθάνεται ὅτι καθῆκον εὐπρεπείας
1940εἶναι δι’ αὐτὸν νὰ μὴ ψηφοφορήσῃ, ἁπλούστατα θὰ ἀπέλθῃ ἀπὸ
1941τὴν αἴθουσαν διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν. Εἴτε
1942τεθῇ τὸ «ὑποχρεωτικῶς», εἴτε δὲν τεθῇ, τὸ πρᾶγμα κατ’ οὐ-
1943σίαν μένει ζήτημα εὐπρεπείας. Δὲν ἐννοῶ δὲ πῶς θὰ εἶναι δυ-
1944νατὸν νὰ σταθῇ μία Κυβέρνησις, ἂν πρόκειται περὶ ἑνὸς ζη-
1945τήματος γενικωτάτης, ἐθνικῆς λ. χ. σημασίας καὶ κατορθώ-
1946σῃ νὰ συγκεντρώσῃ ἐλαχίστας ψήφους καὶ τοῦτο οὐχὶ ἐκ
1947τύχης, ἐξ ἀπουσίας φίλων της, ἀλλὰ διότι τόσους μόνον ἔχει
1948πράγματι φίλους.
1949Προκειμένου περὶ τοῦ συνήθους νομοθετικοῦ ἔργου, προκει-
1950μένου περὶ περιστάσεων ὁμαλῶν, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ Κυ-
1951βερνήσεις χρησιμεύουν μᾶλλον πρὸς ὑποβοήθησιν καὶ ἐπικου-
1952ρίαν τοῦ ἔργου τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ, βεβαίως καὶ μι-
1953κρὰ πλειονοψηφία εἶναι ἀνεκτή. Ἀλλὰ Κυβερνήσεις ἀντιμε-
1954τωπίζουσαι ἐκτάκτως δυσχερεῖς περιστάσεις ἢ ἐκτάκτως δυ-
1955σχερῆ προβλήματα, εἶναι δύσκολον νὰ σταθοῦν, ἂν δὲν ἔχουν
1956σημαντικὴν πλειονοψηφίαν.
1957Συμπεραίνω· ἡ προσθήκη τῆς διατάξεως δὲν εἶναι δυνατὸν
1958νὰ φέρῃ βλάβην, τοὐναντίον δύναται νὰ φέρῃ τὸ ἀγαθὸν ὅτι
1959θὰ ἀποτρέπῃ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους μία κακὴ Ἀν-
1960τιπολίτευσις θὰ δύναται νὰ κάμῃ. Ἂν λοιπὸν συμφωνεῖτε τὸ
1961ἄρθρον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
1962§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1963§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ὑ-
1964πάρχει πρότασις ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1965§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία τώρα.
1966§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1967κῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τοὺς ὑποβαλόντας τὴν
1968πρότασιν ὅπως τὴν ἀποσύρουν, ἐφόσον πράγματι ἐπῆλθεν ὁμο-
1969φωνία διὰ τῶν τροπολογιῶν αἱ ὁποῖαι ἐπηνέχθησαν. Εἰς ἐναν-
1970τίαν περίπτωσιν θὰ ἀναγκασθῶμεν ὅλας τὰς ψηφοφορίας νὰ
1971τὰς ἀναβάλωμεν. Διότι εἴχομεν ὁρίσει διὰ τὴν προσεχῆ Πέμ-
1972πτην τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119, ἵνα παράσχωμεν
1973χρόνον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅπως
1974ἐκθέσῃ τὰς ἀντιλήψεις του. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἀσθενεῖ, εἶναι δὲ
1975δύσκολον νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι θὰ ἀναρρώσῃ εἰς βαθμὸν ἐπιτρέ-
1976ποντα εἰς αὐτὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν κόπον μιᾶς ἀγορεύσεως.
1977Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀναβάλλωμεν διὰ τὴν
1978προσεχῆ Δευτέραν ἢ μέχρι πλήρους ἀναρρώσεως τοῦ κ. ἀρχη-
1979γοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, κ. Πρόεδρε,
1980ὅτι ὅπως ἔχει τροποποιηθῆ τὸ ἄρθρον, ἐδείχθη κατάδηλος ἡ
1981γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ καὶ πά-
1982λιν νὰ μὴ γίνῃ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς ψηφοφορίας δι’
1983ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἂν ὅμως ἐπιμένουν οἱ ὑποβαλόντες
1984τὴν πρότασιν, τότε καὶ αὐτὴ ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ τὴν προσεχῆ
1985Δευτέραν.
1986§191Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλαι αἱ διατά-
1987ξεις τοῦ ἄρθρου δύνανται νὰ γίνουν δεκταὶ δι’ ἀναστάσεως,
1988πλὴν τοῦ διμήνου, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς ψηφο-
1989φορίας.
1990§192Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1991Νὰ προχωρήσωμεν, κ. Πρόεδρε.
1992§193Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ ὀνόματα,
1993κ. Πρόεδρε.
1994§194Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1995Εἶναι ματαία χρονοτριβὴ καὶ νομίζω καλύτερον νὰ παραιτη-
1996θῆτε.
1997§195Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν εἶναι ματαία χρονοτριβή, ἀλλ’ εἶναι
1998ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην ὅτι ἐψηφίσθη τὸ δί-
1999μηνον.
2000§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας
2001διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἀπάλειψις τῆς διμήνου προθεσμίας.
2002§197Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2003Ἡ σπουδαιοτέρα ἀντίρρησις κατὰ τοῦ διμήνου εἶναι ὁ φόβος
2004μήπως παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπε-
2005δείχθη ὅτι παραβλάπτει τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ ἑπομένως
2006ἐστερήθη τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἐδέχθημεν ἤδη
2007διὰ τὰς τοιαύτας ἐκτάκτους περιστάσεις τὴν πρότασιν τοῦ κ.
2008Καμπάνη ὅπως γίνεται δεκτὴ εἰς συζήτησιν πρότασις ἐμπιστο-
2009σύνης, ἐφόσον εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἡμίσεως τῶν βου-
2010λευτῶν.
2011§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπαλειφθῇ
2012ἐκ τοῦ ἄρθρου ἡ διάταξις, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται ἡ ὑποβολὴ
2013προτάσεως δυσπιστίας πρὸ τῆς παρελεύσεως διμήνου λέγουσι
2014«Ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσι «Ὄχι».
2015Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ.
2016Β. Σαγιᾶς καὶ Ε. Μαλαμίδας. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
2017(Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία
2018ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Σαγιᾶ καὶ
2019Ε. Μαλαμίδα, τοῦ κυρίου γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ
2020ὀνόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ
2021τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2022Κ. Ἀγγελόπουλος ΟΑ. Τροχάνης Ν
2023Ν. Ἀμηρᾶς Ν. Τριανταφυλλάκος
2024Μιχ. Ἀργυρόπουλος Σπυρ. Τσακόπουλος
2025Χαρ. Βοζίκης ΝΝ. Ἀνδρεαδάκης Ο
2026Γ. Γεωργιάδης Ἰωάν. Κίνιας Ο
2027Κ. Δεμερτζῆς ΝΛ. Κουτσοπέταλος Ν
2028Α. Δουλγερίδης Μ. Μαντᾶς
2029Γ. Ἐμπειρῖκος Γεώργ. Μικρός
2030Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης Π. Νικολαΐδης Ο
2031Ἰωάν. Καλογερᾶς ΟΓεώργ. Πεσμαζόγλου Ο
2032Ν. Κρανιωτάκης Α. Ἀγγελόπουλος Ο
2033Χρ. Λαδᾶς ΟΤάσης Ἀναστασίου
2034Θ. Νικολούδης ΟΚ. Γκότσης
2035Γ. Μερκούρης Κ. Γόντικας Ν
2036Δ. Μπαμπᾶκος ΝἸωάν. Γιαννόπουλος Ο
2037Ἰωάν. Ράλλης ΝΑ. Μάρκου Ο
2038Ἀναστ. Στρατηγόπουλος Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος Ν
2039Π. Τσιτσεκλῆς ΟΔ. Μπούκουρας Ν
2040Γ. Ἀθανασιάδης ΟΣ. Πολυζωγόπουλος
2041Γ. Ἀλεξανδρόπουλος Β. Κανακάρης Ροῦφος Ν
2042Γ. Καλαντζόπουλος Βασίλειος Σαγιᾶς
2043Ι. Καναβός Ἀνδρ. Στεφανόπουλος
2044Δ. Κατσάνος Ι. Σισίνης Ν
2045Γ. Καφαντάρης Δ. Στεφανόπουλος Ο
2046Ἰωάν. Νικολίτσας Γ. Βοραζάνης
2047Ἰωάν. Παπαϊωάννου Κ. Γεωργαντόπουλος Ο
2048Σπυρ. Τρικούπης Γ. Ζερβός Ο
2049Γ. Τσακανίκας ΟΛ. Θεοδωρίδης
2050Ἰωάν. Τσιγκόλης Κ. Κωνσταντινίδης
2051Α. Γρηγοριάδης Λ. Λαμπριανίδης
2052Φ. Δημάδης Κ. Ὀρφανός
2053Γ. Παπαπαράσχος Χ. Πανταζίδης
2054Α. Χατζηνώτας Χ. Παπάζογλου
2055Ἀπ. Ζούζουλας Λ. Παπαπαναγιώτου
2056Σπυρ. Ἠλιόπουλος ΟΑ. Χαΐνογλου Ο
2057Γ. Καρπετόπουλος ΝΒ. Χατζηλίας
2058Γ. Μηναῖος Κ. Βλαχοθανάσης
2059Ι. Μουντζουρίδης ΝΓ. Βογιατζῆς
2060Π. Πετρίδης Θ. Κακαρᾶς Ο
2061Σπ. Στάης Σ. Οἰκονομίδης Ο
2062Π. Τσαλδάρης Θ. Παπαστρατῆς
2063Κ. Τσαλδάρης Π. Χατζηπᾶνος
2064Ἀθ. Χριστόπουλος ΟΔ. Βοῦλτζος Ο
2065Ἠλίας Ἀποσκίτης Θ. Γοῦσκος Ο
2066Θ. Γρηγορίου Ν. Κολυβᾶς
2067Γ. Μπακόπουλος ΝἘμ. Λούντζης
2068Ν. Μπακόπουλος ΟἈντ. Γαλανάκης Ο
2069Δ. Πλαπούτας Γ. Κοκινάκης
2070Θεόδ. Τουρκοβασίλης Γ. Μαρῆς
2071Β. Μεϊμαράκης ΟΘ. Βαρβιτσιώτης
2072Ι. Περδικογιάννης Ν. Δ. Κουμάνταρος Ο
2073Κ. Πολυχρονάκης ΟΠ. Παπαδᾶκος
2074Γ. Φραγκιαδάκης Δ. Πετρακάκος
2075Δημ. Ἀμπατζόπουλος Γ. Φικιώρης
2076Ι. Ι. Ἄμποτ Α. Ἀποστολίδης
2077Θ. Ἀνδρεάδης Ε. Γκλαβάνης
2078Ἀλ. Βουτυρᾶς Α. Εὐφραιμίδης
2079Ζ. Βεντούρας Β. Ζησιάδης Ν
2080Ν. Δαρβέρης ΝΚωνστ. Θέος
2081Δ. Εὐθυμιάδης ΟἈλ. Ἰωαννίδης
2082Μ. Θεοδωρίδης Δ. Καζάκης
2083Λ. Ἰασονίδης ΟΚ. Καρτάλης
2084Δ. Κάκαβος ΟἈνδρ. Κόρακας Ο
2085Ι. Καυταντζόγλου Σ. Μάξιμος
2086Μ. Κύρκος ΟΑ. Μέρος
2087Λ. Κυβετός ΟΚ. Σπυρίδης Ο
2088Μεντὲς Λιάο Μεσατζῆς ΟΜ. Κοθρῆς
2089Κ. Μουζενίδης Ροῦσσος Κούνδουρος Ο
2090Κ. Μιττάκος Ε. Μοδάτσος Ο
2091Ἀλ. Παπαναστασίου ΟΑ. Γαληνός Ο
2092Γρ. Παπανικολάου Γ. Θεοδοσιάδης Ο
2093Σταμ. Παπάζης ΝΓ. Καλδῆς Ο
2094Φ. Παπαγεωργίου Β. Καραπαναγιώτης Ο
2095Ἰσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ Σ. Κρητικᾶς
2096Δαυῒδ Μπουχὰρ Σολάν Γ. Λαζανᾶς
2097Γ. Χατζηγεωργίου Γ. Παπανδρέου
2098Μ. Γούδας Μ. Λαίλιος Ο
2099Α. Μελᾶς Δ. Σάλτας
2100Δ. Μπότσαρης ΟΚ. Σῖμος Ο
2101Ἀλ. Μυλωνᾶς Π. Ἀντωναρόπουλος Ν
2102Σπυρ. Χασιώτης Γ. Καντιάνης Ο
2103Χ. Χρηστοβασίλης Α. Ἐμπ. ΚουμουνδοῦροςΝ
2104Ἀλκ. Λούλης ΟΠ. Μερλόπουλος Ο
2105Γ. Ἐξηντάρης Α. Μισυρλῆς Ν
2106Αὔγ. Θεολογίτης Φ. Μοσχούλας Ν
2107Σ. Καραγεώργης ΟΔ. Μπενάκης Ο
2108Στ. Νικολαΐδης ΟΠ. Μποῦτος Ο
2109Α. Παπαδᾶτος Π. Σάκκης Ν
2110Ε. Σταυρίδης Ε. Φεσᾶς Ο
2111Ι. Τσονταρίδης Ἰωάν. Βατίστας
2112Εὐθύμ. Βελλιανίτης Π. Διαμαντόπουλος Ο
2113Δ. Ζερβός Ἐμ. Μαχαίρας
2114Ἰωάν. Θεοτόκης Γ. Προυκάκης
2115Σπυρ. Παϊπέτης Γ. Σακαλῆς
2116Α. Πιέρρης Σ. Συμεόνογλου
2117Β. Ἀλεξᾶτος ΟΔ. Σκυλίτσης
2118Ι. Μεταξᾶς ΟἸωάν. Σπετσιώτης Ν
2119Κοσμ. Μπουρμπούλης ΝΓ. Στρίγκος
2120Α. Φωκᾶς ΟΣωτ. Σωτηριάδης Ν
2121Λ. Ἀνδρεάδης Θ. Μαγκριώτης
2122Γ. Βαρβούτης ΟΚ. Μαζαράκης
2123Α. Ζάχος Γρ. Τηληκίδης Ο
2124Γ. Κακουλίδης Π. Χρυσοβέργης
2125Ν. Κουπαροῦσος ΟΑ. Βαλαωρίτης Ν
2126Γ. Μπούσιος ΝΓ. Μπανιᾶς
2127Η. Παπαδόπουλος Λ. Τσιῶκος
2128Κωνστ. Ἀλαβάνος Θ. Χαβίνης Ο
2129Δ. Βοκοτόπουλος Κ. Καλκάνης Ν
2130Μ. Δερλερές ΝΜ. Τσαρλαμπᾶς Ο
2131Κ. Ἐμπειρῖκος Β. Σκουλᾶς Ο
2132Π. Εὐριπαῖος ΟΕ. Φωτάκης Ο
2133Ν. Καμπάνης ΟΧασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ Μου-
2134Π. Καμπάνης σταφᾶ
2135Περ. Μαζαράκης ΟἈν. Μπακάλμπασης
2136Κ. Ναυπλιώτης Χαβοὺζ Ὀσμάν
2137Σουκρῆ Μαμοὺτ Ὀγλοῦ Α. Σαχτούρης
2138Φεχμῆ Χασὰν βέη Ζαδέ Ν. Βελέντζας Ο
2139Κ. Τελωνίδης Σ. Γάτος
2140Ἀθ. Σινόκας Ἰωάν. Εὐταξίας
2141Νικόλ. Βλιάμος ΟΣπυρ. Κρεμεζῆς
2142Σ. Μανταφούνης Εὐστ. Μαλαμίδας Ο
2143Θεμ. Σοφούλης ΟΧ. Στεργιόπουλος
2144Ἐμ. Χατζηδάκης ΝΙ. Τζίβας
2145Π. Ἀλεξίδης Θαλῆς Τσιριμῶκος Ο
2146Α. Ἀργυρός ΝΔ. Χατζῖσκος Ο
2147Δ. Δούκας Ι. Βαλαλᾶς
2148Α. Λαζαρίδης ΟΦ. Δραγούμης Ν
2149Ν. Μανούσης Ν. Κυριακόπουλος
2150Ν. Τερζόγλου Σ. Λιούμπης
2151Δημ. Φλωριᾶς ΟΓ. Μόδης Ο
2152Π. Μπούμπουλης ΝΔ. Τζίμας
2153Κ. Πετσάλης ΟἈλ. Ξανθόπουλος
2154Χρ. Ἀλαμανῆς Μ. Βολουδάκης Ο
2155Σ. Ἀλεξιάδης ΝΑ. Μητσοτάκης Ο
2156Περ. Ἀλεξανδρῆς Π. Πολυχρονίδης
2157Ἀδὰμ Ἔξαρχος Γ. Σήφακας Ο
2158Ε. Ζούκας Α. Ἀνδρεάδης
2159Γ. Σίδερης Β. Κουκουρίδης
2160Σ. Ταλιαδοῦρος Θ. Πανταζίδης
2161Σωτ. Χατζηγάκης Α. Παχνός
2162Φ. Χρηστοδῆμος Α. Πολεμίδης
2163Α. Ψάρρας Ἀλ. Κανάρης
2164Ι. Μάνος Ν. Μαμούνης Ο
2165Ἀθ. Μιαούλης
2166§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς
2167ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή.
2168(Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
2169§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει):
2170Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 114. Εἶπον «Ναὶ» 33, εἶπον «Ὄχι»
217181. Ἑπομένως ἡ περὶ ἀπαλείψεως τοῦ διμήνου πρότασις ἀ-
2172περρίφθη καὶ τὸ ἄρθρον 87 ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει):
2173Ἄρθρον 87.
2174Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύ-
2175νης τῆς Βουλῆς. Ὀφείλει μόλις καταρτισθῇ καὶ δύνα-
2176ται ὁποτεδήποτε ἄλλοτε νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύ-
2177νης ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐὰν κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς
2178Κυβερνήσεως ἔχουν διακοπῆ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς,
2179καλεῖται αὕτη ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν, ὅπως ἐκφρά-
2180σῃ τὴν γνώμην της περὶ τῆς Κυβερνήσεως.
2181Ἡ Βουλὴ δύναται δι’ ἀποφάσεώς της νὰ ἀποσύρῃ
2182τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἀπὸ μέ-
2183λος αὐτῆς. Πρότασις περὶ δυσπιστίας δὲν δύναται νὰ
2184ὑποβληθῇ εἰμὴ μετὰ πάροδον δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἀ-
2185πορρίψεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοιαύτης προτάσεως, πρέ-
2186πει δὲ νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ εἴκοσι τοὐλάχι-
2187στον βουλευτῶν καὶ νὰ καθορίζωνται ἐν αὐτῇ σαφῶς
2188τὰ θέματα, περὶ τὰ ὁποῖα θέλει στραφῆ ἡ ἐπὶ τῆς
2189προτάσεως συζήτησις.
2190Ἐξαιρετικῶς δύναται νὰ ὑποβληθῇ πρότασις περὶ
2191δυσπιστίας καὶ πρὸ τῆς παρόδου τοῦ ἀνωτέρω διμή-
2192νου, ἐὰν εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἡμίσεως τῶν
2193βουλευτῶν.
2194Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως δυσπιστίας δὲν
2195δύναται νὰ διεξαχθῇ πρὸ τῆς παρόδου διημέρου ἀπὸ
2196τῆς ὑποβολῆς της, οὐδὲ νὰ παραταθῇ πέραν τῶν πέν-
2197τε ἡμερῶν.
2198Ἡ περὶ προτάσεως ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας ψη-
2199φοφορία δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ 48ωρον, ἐὰν τὸ ζη-
2200τήσουν εἴκοσι βουλευταί.
2201Πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας δὲν δύ-
2202ναται νὰ γίνῃ δεκτή, ἐὰν δὲν ψηφίσουν ὑπὲρ αὐτῆς
2203τουλάχιστον τὰ δύο πέμπτα τῶν βουλευτῶν.
2204Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω προτάσεων
2205δικαιοῦνται νὰ ψηφίζουν καὶ οἱ Ὑπουργοὶ βουλευταί.
2206§201ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
2207(Γίνεται δεκτὸν τὸ 87ον ἄρθρον).
2208§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑ-
2209ποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσωρινοῦ
2210φόρου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς».
2211Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9
2212νομοσχέδιον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, τὸ ὁποῖον εἶναι τυπικὸν
2213καὶ ἐπεῖγον. Αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ
2214νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς
2215Κυβερνήσεως συμφωνίας περὶ διακανονισμοῦ τοῦ
2216πολεμικοῦ χρέους τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Μεγάλην
2217Βρεττανίαν».
2218(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
2219§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Πολυχρονάκης ὑπο-
2220βάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμ-
2221πληρώσεως τοῦ νόμου 3182 περὶ διδασκαλείων τῆς
2222Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως».
2223— Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπο-
2224βάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δια-
2225χειρίσεως τῆς συμφώνως τῷ νόμῳ 2506 καὶ τῷ Ν.
2226Δ. τῆς 29 Φεβρουαρίου 1926 ἐκκαθαρισθείσης πε-
2227ριουσίας εὐαγῶν ἱδρυμάτων τῆς τέως Χριστιανικῆς
2228Κοινότητος τῆς πόλεως Μιτυλήνης».
2229— Ὁ Ὑφυπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Α. Μπακάλμπασης
2230ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν
2231τινων ἀφορωσῶν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν δικαιούχων
2232ἀνταλλαξίμων».
2233— Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Κυβετὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν
2234ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μειώσεως τῶν κατὰ τὸ ἄρ-
2235θρον 318 τοῦ κώδικος περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων
2236φόρου ἐπὶ τῶν ἰχθύων καὶ περὶ συστάσεως Ταμείων
2237προστασίας τῶν κατ’ ἐπάγγελμα ἁλιέων».
2238— Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης ὑπο-
2239βάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσωρινοῦ φό-
2240ρου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς».
2241— Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Ράλλης, Ι. Θεοτόκης, Α. Πιέρ-
2242ρης, Δ. Χατζίσκος, Α. Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος, Φ. Δρα-
2243γούμης, Γ. Μπακόπουλος, Β. Σαγιᾶς, Ν. Καμπάνης καὶ Ι.
2244Μουντζουρίδης ὑπαβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως
2245νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς
2246Βουλῆς».
2247§204ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
2248§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη
2249τὴν 5.30′ μ. μ. αὔριον.
2250(Ὥρα 10.15′ μ. μ.)