1927.05.20
2,609 rows · 20,725 words · 200 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78
Παρασκευὴ 20 Μαΐου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου «περὶ φοιτητῶν» ἐδάφιον 2ον μοὶ φαίνεται ὅτι ἀνακριβῶς ἔχει γραφῆ «εἰς τὸ ἔτος» ἀντὶ «εἰς τὰ ἔτη» καὶ τὸ λάθος εἶναι προφανές. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἑρμηνεία εἰς τὰ πρακτικά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Τὰ ἐπαγγελματικὰ Σωματεῖα Ἐδέσσης διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας παρελθούσης χρήσεως ἐντὸς τοῦ τρέχοντος οἰκονομικοῦ ἔτους. — Ἡ περιφερειακὴ Ἕνωσις πολεμιστῶν δήμου Ρογδιᾶς διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ὑπὸ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Γεωργίας ἀκύρωσιν τοῦ νόμου 3345 «περὶ ταμείων ἐφέδρων πολεμιστῶν Κρήτης». — Ὁ Σύλλογος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων Κερκύρας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην περικοπὴν τοῦ ἐπιδόματος 3)16 τοῦ διδομένου εἰς τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. — Οἱ σποροπαραγωγοὶ μετάξης Μακεδονίας παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν νὰ ἐνεργήσῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἀρμένιον ἐργοστασιάρχην Χατζιὰν ἡ σποροποιΐα εἰς κέντρα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελε διορίσει ἀντιπρόσωπόν του συγκεντροῦντα τὰ κατὰ νόμον ἀπαιτούμενα προσόντα. — Ὁ Ι. Χῖος ἢ Κωνσταντινίδης ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ διαμαρτύρεται διὰ τὴν γενομένην ἀδικίαν ἐκ μέρους τοῦ Ἐποικισμοῦ Μακεδονίας καὶ παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν νὰ ζητηθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ πραγματογνώμονος ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας κ. Π. Χριστοπούλου, ἵνα διαπιστωθῇ τὸ μέγεθος τῆς γενομένης ἀδικίας. — Αἱ ἐν Σικάγῳ ἀναγνωρίζουσαι τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος Ἑλληνικαὶ κοινότητες καταγγέλλουν σκανδαλώδη ἀνάμιξιν τοῦ Γενικοῦ Προξένου Γεωργίου Δεπάστα, διαιροῦντος μετὰ Ἐπισκόπου Ἑλληνισμὸν Σικάγου. — Οἱ καπνεργάται Ξάνθης, Βόλου, Ἀγρινίου, Κοζάνης, Καλαβρύτων καὶ Ματαράγκας ὑποβάλουν διάφορα αἰτήματα, αἰτοῦντες τὸν καθορισμὸν τῶν ἡμερομισθίων των καὶ τὴν ἐν γένει ρύθμισιν τῆς ἐργασίας συμφώνως πρὸς τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας. — Ἡ Ἕνωσις ἀλευροβιομηχάνων ἀναφέρει τὰς ληφθείσας ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ ἀποφάσεις ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου καί τῶν ἀλεύρων καὶ διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως ὅπως ὁρισθῇ ὁ δασμὸς τοῦ σίτου καὶ τῶν ἀλεύρων εἰς λεπτὰ χρυσᾶ 7.30 κατὰ κοιλὸν καὶ νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ψήφισις τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου πρὸς ὁριστικὴν καὶ δικαίαν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς Βουλῆς. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς, Π. Μερλόπουλος, Π. Πετρίδης, Ε. Βελλιανίτης, Κ. Γκότσης, Γ. Πεσμαζόγλου, Τ. Ἀναστασίου, Δ. Κατσάνος, Ν. Βελέντζας, Α. Ἀποστολίδης, Κ. Καρτάλης, Δ. Καζάκης, Α. Πιέρρης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πετρακάκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ προσθήκης καὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ». — Ὁ Ὑφυπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Α. Μπακάλμπασης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ συμμετοχῆς τοῦ Γεν. Ἐπιθεωρητοῦ Ἀνταλλαγῆς εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς παρὰ τῇ Διευθύνσει Ἀνταλλαγῆς Γνωμοδοτικῆς Ἐπιτροπῆς». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§4Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς σοβαροῦ ζητήματος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐτεπαγγέλτου ὑποβολῆς εἰς ἐκ νέου συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων ἐφ’ ὧν ἐξεδόθησαν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν ἑπταμελῶν Στρατοδικείων κλπ.»
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ 119ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§7Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου ζητεῖται νὰ ἀναγραφοῦν ἐξαιρέσεις τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος. Αἱ ἐξαιρέσεις ἀφορῶσι καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως γηγενῶν καὶ προσφύγων καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως, θεωρῶν κατὰ τοῦτο τὴν συζήτησιν ἐξηντλημένην. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Τὸ ζήτημα τοῦτο τείνει νὰ λάβῃ διαστάσεις μὴ ἐπιθυμητὰς ἕνεκα τοῦ πολλοῦ ζήλου μὲ τὸν ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ μία γνώμη τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει διατυπωθῆ. Εὐτυχῶς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸς ἀγορεύων μετῆλθε μετριοπαθεστέραν στάσιν καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι διηυκόλυνε κατά τι τὴν συζήτησιν. Ἐν τούτοις ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸς δὲν ἀπέφυγεν ἓν ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν ὅλην συζήτησιν ἀπὸ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου ὡς ἀρχικῶς διετυπώθη, δηλαδὴ ἐκεῖνος ἀπέφυγε νὰ καταγίνῃ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διαιρεῖ καὶ εἰς τὸ ὁποῖον εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, δηλαδὴ κατέγινε νὰ παραστήσῃ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ἀστῶν προσφύγων εἶναι οἰκτρά. Τὴν ἀπεικόνισε μὲ ζωηρὰ χρώματα, ἀφῆκε δὲ νὰ ἐννοηθῇ ὅτι οἱ μὴ θέλοντες νὰ ψηφίσουν τὸ ἄρθρον ὡς ἀρχικῶς διετυπώθη ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ἡ παρατήρησις δὲν ἀπηυθύνετο κατ’ ἐμοῦ, καίτοι ἐγὼ κατεψήφισα τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν εἶχεν ὁμιλήσει. Ἀλλὰ διὰ πάντας τοὺς ἄλλους, τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἡ παρατήρησις εἶναι ἄδικος, διότι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις κατηρτίσθη ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων καὶ ἡ παρατήρησις θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς καταγγελία ἐπὶ παραβάσει τῶν συμπεφωνημένων. Καὶ εἶναι ἄδικον νὰ ἀφεθῇ νὰ προξενηθῇ τοιαύτη ἐντύπωσις, διότι τὰς εὐθύνας διὰ τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ ἀστικὸς προσφυγικὸς πληθυσμὸς σήμερον, δὲν φέρει ἡ παράταξις εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνήκω, ἀλλ’ ἡ παράταξις εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργός. Εἶναι ἄλλως γνωστὸν ὅτι ἡ διαφωνία εἶναι περὶ τὰ μέσα καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ὄχι περὶ τὴν ἀρχὴν ἢ τὸν σκοπόν. Καὶ ἐπὶ τῶν μέσων τῆς ἀποκαταστάσεως θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸς νὰ περιορισθῇ καὶ νὰ μὴ ἐκτοπίσῃ χάριν προσωρινῶν ἐντυπώσεων τὴν συζήτησιν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν καὶ ἐδηλώθη τοῦτο πολυτρόπως ἕως τώρα, ὅτι ἡ παράταξις εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, εἶναι καθολοκληρίαν σύμφωνος εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ καλὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων καὶ ὅτι διαφωνεῖ μόνον κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἀποκαταστάσεως, θεωροῦσα ὅτι τὰ προτεινόμενα μέσα εἶναι καταστρεπτικὰ διὰ τὸν γηγενῆ πληθυσμὸν καὶ δὲν ὠφελοῦσιν εἰς τοὺς ἀληθῶς πάσχοντας πρόσφυγας, ἀλλ’ ὑπηρετοῦσι μόνον τοὺς σκοποὺς καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐκμεταλλευομένων τοὺς πάσχοντας πρόσφυγας. Ἡμεῖς τιθέμεθα ταύτην τὴν ἀρχὴν ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν καταλλήλων μέσων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων· τὴν ἀρχὴν ὅτι πρέπει ἡ ἀποκατάστασις νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐπιζημία διὰ τοὺς γηγενεῖς καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπωφελεστέρα διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ ἀκόμη ὅτι τὸ σύνολον τῶν πρὸς ἀποκατάστασιν ἐνεργειῶν πρέπει νὰ ἀποβῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐπιζήμιον εἰς τὰ κοινὰ καὶ δημόσια συμφέροντα. Ἡ ἐπαναστατικὴ ἀπόφασις, τῆς ὁποίας τὴν ἰσχὺν ἐπιζητεῖτε νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἔχει τοῦτον τὸν ὅρον (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀπαλλοτρίωσις γίνεται ἄνευ προκαταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως.... κλπ.» Τοῦτο ἰσοδυναμεῖ κατὰ πολὺ εἰς ἄρνησιν καταβολῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις ὅτι καὶ ἂν δὲν προηγηθῇ ἡ καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως; ἡ ἀπαίτησις δὲν ἀποσβέννυται καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἀκινήτου γίνεται δανειστὴς τοῦ Δημοσίου δι’ ἰσάξιον ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ λάβῃ. Συνεπῶς ἐν τῷ συνόλῳ ἡ περιουσία τοῦ ἰδιοκτήτου δὲν ἐλαττοῦται, ἀλλ’ ἁπλῶς μεταβάλλει σύνθεσιν. Καὶ θεωρητικῶς οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι, ἂν δὲν προηγηθῇ ἡ ἀποζημίωσις, ἂν δὲν προηγηθῇ ἡ ἐκτίμησις καὶ ἡ πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀξίας διαδικασία, αἱ ὁποῖαι μετὰ τὴν κατάληψιν τοῦ κτήματος δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνωσι ταχέως καὶ συνεπῶς ἀπαιτοῦσι μακρὸν χρονικὸν διάστημα, ἡ ἀπαίτησις θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρχουσα. Ἐπὶ πέντε σχεδὸν ἔτη καθυστεροῦσιν αἱ ἐκτιμήσεις τῶν ἀπαλλοτριωθέντων ἤδη κτημάτων. Καὶ οἱ ἰδιοκτῆται δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰς ἀκαθαρίστους ἀπαιτήσεις καὶ ἂν ἔχωσιν ἀνάγκην δι’ αὐτῶν νὰ ζήσωσι, διότι οὐδεὶς τὰς ἀγοράζει καὶ ἂν εὑρεθῇ κανεὶς νὰ τὰς ἀγοράσῃ, θὰ τὰς ἀγοράσῃ εἰς εὐτελεστάτην τιμὴν καὶ διότι οὐδὲν εἰσόδημα οὔτε τόκον προσδίδει τοιαύτη ἀπαίτησις, πάντα δὲ ταῦτα ἐλαττώνουσι τὴν ἀξίαν τῆς ἀπαιτήσεως καὶ τὴν ἀποζημίωσιν καὶ ὑποχρεοῦσι τὸν ἰδιοκτήτην νὰ βλέπῃ τὴν περιουσίαν του καὶ νὰ τὴν καρποῦται ὁ νέος κάτοχος, νὰ ἀπολαμβάνῃ τὰ εἰσοδήματα αὐτῆς ὁ νέος κάτοχος, αὐτὸς δὲ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ μὴ δύναται οὔτε τὸ κεφάλαιον τῆς περιουσίας νὰ μεταχειρισθῇ διὰ νὰ ζήσῃ. Ἀλλὰ καὶ ὅταν κατορθωθῇ νὰ πληρωθῇ ἡ ἀποζημίωσις, θὰ πληρωθῇ κατὰ τρόπον βλάπτοντα τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ συμπληροῦντα τὴν καταστροφήν. Τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 4ης Ἰουνίου 1923 ὥριζε τὴν καταβολὴν κατὰ τὸ ½ εἰς μετρητὰ καὶ κατὰ τὸ ½ εἰς ὁμολογίας. Καὶ βεβαίως πρόκειται περὶ ὁμολογιῶν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν ἀξίαν. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ ὁμολογίαι μὲ ὀφειλέτην τὸ Δημόσιον καὶ μάλιστα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως δὲν δύνανται νὰ ἔχουν πραγματικὴν ἀξίαν οὐδὲ τὴν ἡμίσειαν τῆς ὀνομαστικῆς. Τοιουτοτρόπως θὰ ἐμειοῦτο τότε κατὰ τὸ ¼ τοὐλάχιστον ἀκόμη ἡ ἀποζημίωσις. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ὑπερέβαλε τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπαναστάσεως, διότι προτείνει τὴν πληρωμὴν τῆς ὅλης ἀποζημιώσεως εἰς ὁμολογίας, ἤτοι ἐλαττώνει τὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὸ ἥμισυ καὶ πλέον, οὐδὲ δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι καὶ τῶν ἐκδεδομένων ἤδη ὁμολογιῶν ἡ τιμὴ θὰ μειωθῇ διὰ τῆς προσθήκης τῶν νέων καὶ ὅτι ἡ ζημία τῶν λαμβανόντων ὁμολογίας θὰ εἶναι ἀκόμη μεγαλυτέρα. Ἀδικεῖται λοιπὸν καὶ ἐν τούτῳ ὁ ἰδιοκτήτης. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν προθεσμίαν τῆς πληρωμῆς. Ἄν ἡ προθεσμία ἐξοφλήσεως τῶν ὁμολογιῶν εἶναι μακρὰ καὶ πάλιν πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι μειοῦται τὸ κεφάλαιον τῆς ἀποζημιώσεως, διότι πᾶς ὅστις θελήσῃ νὰ μεταχειρισθῇ τὰς ὁμολογίας ἐκείνας πρὸς κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν του εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ σπεύσῃ νὰ τὰς ἐκποιήσῃ καὶ οὐδεὶς θὰ τὰς ἀγοράσῃ ἄνευ ἐκπτώσεως. Ἀλλ’ ἔχομεν, ἂν γίνῃ δεκτὸν τὸ προτεινόμενον μέτρον, καὶ βλάβην τῶν κοινῶν συμφερόντων. Πρόκειται περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων εἰς τὰς πόλεις. Ἐκράτησαν ἀπὸ τοῦ 1923 παρὰ ταῖς ἁρμοδίαις ὑπηρεσίαις ἀντιλήψεις περὶ ὑγιεινῆς καὶ σχεδίων πόλεων, σύμφωνοι πρὸς τὰς νεωτέρας ἀνάγκας, αἱ διατυπωθεῖσαι εἰς τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 17 Ἰουλίου–16 Αὐγούστου 1923 «περὶ σχεδίων πόλεων». Διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος τούτου ἐκρίθη καταργητέα ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1836, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἐλάχιστον ἐμβαδὸν ἐντὸς τῶν σχεδίων πόλεων οἰκοδομουμένων οἰκοπέδων ἔπρεπε νὰ εἶναι 200 πήχεων, διότι ἐγένετο δεκτὸν ὅτι εἰς τόσον μικρὰ οἰκόπεδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῶσιν οἱ κανόνες ὑγιεινῆς καὶ ἀσφαλείας καὶ γενικῆς τῶν πόλεων οἰκονομίας καὶ αἰσθητικῆς καὶ ἀφέθη νὰ ὁρίζεται τὸ ἐλάχιστον τοῦτο ἐμβαδὸν κατὰ τμήματα πόλεων διὰ Διαταγμάτων μετὰ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου Δημοσίων Ἔργων. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος ὡρίσθη ὅτι ἐπὶ γηπέδων κειμένων πέριξ τῶν τελευταίων ὁρίων τῶν σχεδίων τῶν πόλεων καὶ ἐμβαδὸν μικρότερον τῶν 2000 τετραγωνικῶν μέτρων οὐδεμία ἐπιτρέπεται οἰκοδόμησις καὶ ἀπηγορεύθη ἡ μεταβίβασις κυριότητος τμημάτων γηπέδων κάτω τῶν 1000 τετραγωνικῶν μέτρων ἀποτελούντων μέρος συνεχομένων γηπέδων τοῦ αὐτοῦ ἰδιοκτήτου. Ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτων ἀντιλήψεων καὶ διὰ νὰ συνδυασθῶσιν αὗται πρὸς τὰς ἐκ τῆς συρροῆς τῶν προσφύγων προκυψάσας ἀνάγκας ἐξεδόθη τὸ ἀπὸ 4 Ἰουνίου 1923 Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίσθη ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις πρὸς ἐγκατάστασιν προσφύγων δὲν ἐκτείνεται ἐπὶ οἰκοπέδων κειμένων ἐντὸς ἐγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, ὧν ἡ ἔκτασις δὲν ὑπερβαίνει τὰ 1000 τετραγωνικὰ μέτρα. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους ἐξεδόθη καὶ τὸ ἀπὸ 10–20 Νοεμβρίου 1923 Διάταγμα «περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων διὰ τὴν ἀνέγερσιν εὐθηνῶν οἰκιῶν» καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον γήπεδα ἐκτάσεως μέχρι 1500 πήχεων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἢ μέχρι 1000 πήχεων ἀλλαχοῦ ἐξαιροῦνται πλήρως τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Τὸ αὐτὸ Διάταγμα ὁρίζει ἐν συνεχείᾳ ὅτι ἐξαιρεῖται τῆς ἀπαλλοτριώσεως τὸ ½ τῆς εἰς ἕκαστον ἰδιοκτήτην ἀνηκούσης ἐκτάσεως, ὅπερ δὲν δύναται νὰ εἶναι κατώτερον τῶν 1500 πήχεων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἢ τῶν 1000 πήχεων ἀλλαχοῦ. Θέλει ἡ νομοθεσία μεγάλα τὰ οἰκόπεδα καὶ δὲν θέλει τὴν ἀνέγερσιν εὐθηνῶν οἰκιῶν, διότι τοῦτο παραβλάπτει τὸ σχέδιον τῆς πόλεως. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ θέλει ἡ νομοθεσία ὄχι μόνον διὰ λόγους καλλωπισμοῦ τῆς πόλεως, ἀλλὰ βάσις τῶν τοιούτων διατάξεων εἶναι ἡ ἄποψις ὅτι δὲν πρέπει νὰ συσσωρευθῶσιν εἰς τὰς πόλεις πρόσφυγες ἄποροι. Ἡ νομοθεσία θέλει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἀντοχὴ ἑκάστης τῶν πόλεων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἑκάστη πόλις, ὅσον μεγάλη καὶ ἂν εἶναι, ἔχει ὡρισμένην ἀντοχὴν εἰς τὸ νὰ δεχθῇ ἐργατικὸν πληθυσμόν. Πέραν ἑνὸς ὡρισμένου ὁρίου ὁ πληθυσμὸς ὁ ἐργατικὸς συρρέων εἰς τὰς πόλεις μένει ἄνευ ἐργασίας καὶ ζημιοῖ καὶ τοὺς προϋπάρχοντας ἐργάτας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ καθ’ ἣν συρρέουν εἰς τὰς πόλεις ἐργατικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνευρίσκουν ἐργασίαν διὰ νὰ ζήσουν, ἀρχίζει νὰ γεννᾶται ἡ ἀνεργία. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀρχίζει νὰ γεννᾶται ἡ ἀνεργία δύναται πᾶς τις νὰ ὑπολογίσῃ ποῖα κακὰ δύνανται νὰ προέλθουν ἐκ τούτου. Ἰσχύει λοιπὸν ἀπαρεγκλίτως αὐτὸς ὁ κανών· δὲν δύναται μία πόλις νὰ παρέχῃ ἐργασίαν εἰς ἀριθμὸν ἐργατῶν ἀπροσδιόριστον καὶ ἄπειρον. Καὶ ἂν εὑρεθῶμεν πρὸ πληθώρας ἐργατῶν, θὰ χρειασθῇ νὰ ἐντείνωμεν διὰ δημιουργίας νέων ἐργασιῶν τὰς δυνάμεις τῆς πόλεως διὰ νὰ δεχθῇ περισσοτέρους ἐργάτας ἢ νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν συρροὴν τῶν ἐργατῶν εἰς τὴν πόλιν.
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς θὰ ζήσουν;
§9Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σᾶς εἶπον, ἔχομεν νὰ λάβωμεν δύο εἰδῶν μέτρα· ἢ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς δυνάμεις τῆς πόλεως καθ’ οἱονδήποτε νομοθετικὸν τρόπον διὰ νὰ δεχθῇ περισσοτέρους ἐργάτας, ἢ νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν συρροὴν τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκουν ἐργασίαν, διότι οἱ τοιοῦτοι καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν θὰ διαταράξουν καὶ τὴν κατάστασιν τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ πόλει ἐργατῶν θὰ χειροτερεύσουν. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἐξευρέσεως ἐργασίας δι’ αὐτοὺς καὶ ὄχι νὰ συσσωρεύσῃ αὐτοὺς εἰς τὰς πόλεις διὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν ἀνεργίαν.
§10Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι πολλοὶ πρόσφυγες, ὡς ἀστοί, εἶναι ἐγκατεστημένοι εἰς τὰς πόλεις, ἐνῷ εἶναι γεωργοὶ καὶ ἐντεῦθεν ἡ συμπύκνωσις.
§11Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φαίνεται ὅτι θὰ περνοῦσαν χειρότερα ὡς γεωργοί.
§12Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τοῦτο εἶναι ὁμολογία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας.
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ὑπάρχῃ ἀρκετὸς χῶρος διὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν οἱ γεωργοί.
§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ὅτι ὑπάρχουν ἀγροτικαὶ οἰκογένειαι ἐγκατεστημέναι εἰς τὰς πόλεις δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρομεν πόσαι εἶναι αὐταὶ αἱ οἰκογένειαι.
§15Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Ἤθελον ἁπλῶς νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν διὰ νὰ διευκολύνω τὴν συζήτησιν. Ὄντως εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ ὑπάρχουν ἀρκεταὶ ἀγροτικαὶ οἰκογένειαι, ἀλλὰ δὲν ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὴν προτίμησιν τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν διὰ νὰ παραμείνουν εἰς τὰς πόλεις. Καὶ δὲν ὀφείλεται εἰς αὐτό, διότι αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας μένουν εἰς τὰς πόλεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογεῖται. Εἶναι φρικώδεις ὄντως αἱ συνθῆκαι αὐταί. Αὐταὶ αἱ οἰκογένειαι μένουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς διάφορα ἐπιτεταγμένα ἐργοστάσια, τζάκια, σχολεῖα κλπ. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ ἐξεύρεσις τῶν ἀπαιτουμένων γαιῶν καὶ τῶν ἀναλόγων γεωργικῶν ἐργαλείων καὶ δι’ αὐτὸ παραμένουν εἰς τὰς πόλεις.
§16Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἐπεκαλέσθην ἐγὼ τὸ ζήτημα αὐτό, οὐδὲ διαφωνῶ εἰς ὅσα εἴπατε, ἀλλ’ ἐξετάζω ἤδη τὸ πρᾶγμα καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ἀναγομένης εἰς τὰ κοινὰ καὶ δημόσια πράγματα. Πρόκειται προφανῶς περὶ ἀπόρων προσφύγων. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ληφθῶσι μέτρα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν εὐπόρων, ἀλλοία θὰ ἦτο ἡ στάσις ἡμῶν, θὰ ἦτο δὲ ἀδικαιολόγητος πᾶσα εἰδικὴ μέριμνα. Δὲν ἔχομεν εὐπόρους πρόσφυγας ἀστέγους Ὅσοι ἦσαν εὔποροι, ἐφρόντισαν μόνοι των. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, ὁμιλοῦμεν περὶ ἀπόρων προσφύγων, πρέπει νὰ ἐννοοῦμεν ὅτι πρόκειται περὶ στεγάσεως αὐτῶν δι’ εὐθηνῶν οἰκιῶν. Ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικὰ νομοθετήματα τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀφορῶντα εἰς τὴν κατασκευὴν εὐθηνῶν οἰκιῶν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ εὐθυνῶν οἰκιῶν, δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ πολυτελῶν καὶ ἀκριβῶν οἰκοπέδων. Δὲν εἶναι διόλου σωστὸν ὁ μὴ δυνάμενος νὰ οἰκοδομήσῃ πολυτελῆ οἰκίαν νὰ ζητῇ πολυτελὲς οἰκόπεδον διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ μίαν καλύβην, εἶναι δὲ καὶ κατὰ τοῦτο ἐπικίνδυνον καὶ ἀντιτιθέμενον εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Θὰ εὕρῃ αὔριον αὐτὸς ὅτι τὸ οἰκόπεδον ἀξίζει δραχμὰς 50.000. Μὴ ἔχων δὲ αὐτὸς 10.000 διὰ νὰ κτίσῃ ἓν δωμάτιον, θὰ πωλήσῃ τὸ οἰκόπεδον καὶ θὰ μεταβῇ νὰ εὕρῃ νὰ ἀγοράσῃ γῆν ἔξω τῆς πόλεως εὐθυνοτέραν, ἢ δὲν θὰ οἰκοδομήσῃ διόλου καὶ θὰ ἐνθυλακώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ τέως ἰδιοκτήτου καὶ ἰδίῳ πλουτισμῷ. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν λέγεται συνδρομὴ εἰς ἀπόρους πρόσφυγας. Λέγεται κατασπατάλησις τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ ἐκμετάλλευσις τῶν φιλανθρωπικῶν διαθέσεων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἐξεταστέον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ οἰκοδομὴ εἰς οἰκόπεδα μικρότερα τῶν διακοσίων πήχεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἀνέφερεν ἀριθμὸν τῶν ἀστέγων οἰκογενειῶν εἰς τοὺς διαφόρους καταυλισμοὺς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§17Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Διακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες.
§18Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν διακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων οἰκοπέδων.
§19Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Τὸ οἰκόπεδον θὰ γίνῃ τέσσαρες κατοικίαι.
§20Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὴν οἰκίαν θὰ κατασκευάσῃ ὁ πρόσφυξ, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ χορηγηθῇ τὸ οἰκόπεδον. Ἀλλὰ τὰ οἰκόπεδα θὰ παραχωρηθοῦν εἰς πτωχούς. Ὁ πτωχὸς δὲν δύναται νὰ κατασκευάσῃ τετραόροφον οἰκοδομήν. Εἶναι πτωχὸς καὶ μόλις θὰ δυνηθῇ νὰ κατασκευάσῃ καλύβην. Ἂν πρόκειται λοιπὸν περὶ διακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων οἰκογενειῶν, κατὰ χονδρικὸν λογαριασμὸν διὰ διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας οἰκόπεδα, ὑπολογιζομένης κατὰ μέσον ὅρον τῆς ἀξίας τῶν ἐκτὸς σχεδίου πόλεων οἰκοπέδων πρὸς δραχμὰς διακοσίας κατὰ πῆχυν, ἐπιβαρύνομεν τὸν δημόσιον Προϋπολογισμὸν ἢ τὸ δημόσιον χρέος ἐν γένει κατὰ ἓν δισεκατομμύριον. Αἱ τιμαὶ τῶν οἰκοπέδων εἰς τὰ μέρη ὅπου ἔχουν ἐγκατασταθῆ πρόσφυγες ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, εἶναι 400, 300, 200 δραχμαὶ κατὰ πῆχυν.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα;
§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι τώρα. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τώρα. Τώρα εἰς τοὺς Ποδαράδες ἕνα οἰκόπεδον ἐπωλήθη πρὸς δραχμὰς 560 τὸν πῆχυν πρὸ τριῶν ἡμερῶν. Ἀλλ’ ἂν θέλετε τώρα, ἔχω μίαν πρότασιν τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς Πειραιῶς, δι’ ἧς μέρος ἀπὸ τὰ ἀπαλλοτριούμενα προσφέρει διακοσίας δραχμὰς τὸ μέτρον, οἱ ἰδιοκτῆται ζητοῦν δραχμὰς 560 καὶ ἂν ἡ ἀλήθεια εὑρίσκεται ἐν τῷ μέτρῳ, ἔχομεν 350 κατὰ μέτρον. Αὐτὴ εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις. Ἀλλ’ ἐγὼ τὸ κρίνω κατ’ ἄλλον τρόπον. Αὐτὰ τὰ οἰκόπεδα κατὰ τὸ 1920 εἶχον δραχμὰς 30, ἄλλα 20 καὶ ἄλλα 15 καὶ εὑρίσκω καὶ ἐκεῖ μὲ τὴν πτῶσιν τῆς δραχμῆς μέσον ὅρον 350 καὶ τὰ καταβιβάζω εἰς 300, 250, 200, παρακάτω δὲν πιστεύω νὰ θέλετε. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὸ ἓν δισεκατομμύριον ὅσα ἑκατομμύρια θέλετε, τὸ βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ μείνῃ πάντοτε μέγιστον. Ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις μήπως ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἐξοικονομίσεως τῶν πραγμάτων δι’ ὀλιγωτέρας δαπάνης; Ἡ πολιτική, ἡ ὁποία ἐτέθη ἀπὸ τοῦ 1922–1923 διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, ἡ πολιτικὴ τῆς ἱδρύσεως ἰδίων πόλεων, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἡ ὀρθωτέρα, ἀπέδειξε δὲ ὅτι, μὲ ὅλας τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ ἐφαρμογή, ἡ θέσις τῶν προσφύγων, ὅσοι ἠγόρασαν ἐκεῖ οἰκόπεδα, εἶναι ἀσυγκρίτως καλυτέρα παντὸς ἄλλου. Ἂν δὲ τὸ Δημόσιον εἰς τὰ οἰκόπεδα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἠγόρασε διὰ τοὺς πρόσφυγας, ἤθελε θέσει ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς μίαν οἱανδήποτε προσθήκην διὰ τὰς δαπάνας σχεδίου πόλεων, ρυμοτομίας, ὑδραγωγείων καὶ λοιπά, ἕκαστος τῶν ἀγοραστῶν οἰκοπέδων προσφύγων θὰ ἠδύνατο σήμερον, καρπούμενος τὴν ὑπερτίμησιν αὐτὴν ἕνεκα τοῦ συνοικισμοῦ, νὰ ἔχῃ περιουσίαν ἀρκετήν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ στηρίξῃ τὰς περαιτέρω φροντίδας του. Ἀρχίζω ἀπὸ τὴν Ν. Ἰωνίαν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ χίλια στρέμματα τῆς Ν. Ἰωνίας ἠγοράσθησαν δραχμὰς ἐννεακοσίας χιλιάδας ἢ ἓν ἑκατομμύριον, δηλαδὴ πρὸς χιλίας δραχμὰς τὸ στρέμμα, δηλαδὴ πρὸς ἑξήκοντα λεπτὰ τὸν πῆχυν. Αὐτά, τὰ ὁποῖα πωλοῦνται σήμερον πρὸς πεντακοσίας δραχμάς.
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πωλοῦνται τόσον.
§24Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχω εἰς τὰς χεῖράς μου ἔγγραφα, ἀλλὰ χάριν τῆς συζητήσεως δέχομαι ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω ἀφορᾷ εἰς κεντρικὰ οἰκόπεδα, πωλούμενα ἀπὸ ἰδιώτας εἰς ἰδιώτας. Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων ἔχει καθορίσει διὰ πράξεως τὰς τιμὰς τῶν οἰκοπέδων, ὅσα αὐτὴ πωλεῖ κατὰ ζώνας· καὶ εἰς τὸν συνοικισμὸν Βύρωνος καὶ Κοκκινιᾶς καὶ Ν. Ἰωνίας ἔχει διατιμήσει τὰ οἰκόπεδα εἰς 135 δραχμὰς κατὰ μέτρον εἰς τὴν πρώτην ζώνην, 115 εἰς τὴν δευτέραν, 100 εἰς τὴν τρίτην καὶ οὕτω καθεξῆς. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν πωλήσεις ἰδιωτῶν πρὸς ἰδιώτας. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς τιμὰς τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων ὁ ἀγοραστὴς οἰκοπέδων ἀπὸ τὸ Δημόσιον μὲ τὴν τιμὴν τῆς ἀρχικῆς ἀπαλλοτριώσεως μένει κατὰ πολὺ ὠφελημένος, εὔπορος. Ἂν ἀκολουθήσῃ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τὸ Κράτος καὶ μεριμνήσῃ περὶ ἱδρύσεως καὶ νέων πόλεων, ἀντὶ νὰ δώσῃ τὰ χρήματα εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ἐκτὸς τῶν πόλεων οἰκοπέδων, θὰ πράξῃ ἐπωφελέστερον καὶ διὰ τὰς ὑπαρχούσας πόλεις καὶ διὰ τοὺς πρόσφυγας. Διότι θὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ ἀγοράσῃ, ὁσονδήποτε ἀκριβὰ καὶ ἂν θέλετε, γαίας κειμένας ἔξω τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τὰς ἀγοράσῃ πρὸς 5 χιλιάδας δραχμὰς τὸ στρέμμα πρὸς 10 χιλιάδας, πρὸς 20 χιλιάδας καὶ νὰ ἱδρύσῃ ἐκεῖ πόλεις. Θὰ ἦτο πάντοτε εὐθυνότερα. Θὰ κοστίσουν πάντοτε εὐθυνότερα τὰ οἰκόπεδα καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ οἱ πρόσφυγες θὰ ἔχωσι νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἀπὸ τὴν φυσικὴν ὑπερτίμησιν τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν ἕνεκα τοῦ συνοικισμοῦ, θὰ ἠδύνατο δὲ καὶ τὸ Δημόσιον, ἄν ἤθελε, νὰ κρατήσῃ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν κεντρικὰ καὶ μεγάλα οἰκόπεδα, νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ καταβάλει διὰ νὰ ἀγοράσῃ τοὺς ἀγροὺς καὶ τοὺς μετέβαλεν εἰς πόλεις. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας φοβεῖται ὅτι ἂν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐγκαταστήσωμεν ἔξω τῶν πόλεων, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωσιν ἐργασίαν. Ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τοῦτο. Σκοπεῖτε νὰ τοὺς ἐγκαταστήσετε ὅλους τοὺς ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ εἰς τὰς πόλεις αὐτὰς ἢ θὰ τοὺς ἀραιώσετε; Ἀσφαλῶς θὰ τοὺς ἀραιώσετε καὶ δὲν δύνασθε νὰ κάμετε ἄλλως. Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἀραιώσετε, τὸ ἐκ τῆς ἀραιώσεως προκῦψαν πλεόνασμα τί θὰ τὸ κάμετε; Θὰ τὸ ἐγκαταστήσετε ἔξω τῆς πόλεως. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ εὕρωσιν ἐργασίαν εἰς τὴν πόλιν; Καὶ ἂν ἡ πόλις δὲν δύναται νὰ τοὺς παράσχῃ ἐργασίαν; Τί θὰ κάμετε; Τί ἐκάματε εἰς τὴν Ν. Ἰωνίαν; Ὑπῆρχεν ἓν ἐργοστάσιον ἔξω τῶν Πατησίων τοῦ Κυρκίνη ὅταν ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ ὁ συνοικισμός. Τώρα εἶναι δεκαπέντε ἐργοστάσια εἰς τὴν Ν. Ἰωνίαν. Ἰδοὺ ἡ ἐργασία. Νομίζετε ὅτι τὰ ἐργοστάσια αὐτὰ τὰ δεκαπέντε δὲν ἀρκοῦν νὰ παράσχουν ἐργασίαν εἰς τὸν πληθυσμόν; Ἐνισχύσατε τοὺς βιομηχάνους νὰ ἱδρύσουν καὶ ἄλλα ὥστε νὰ εὑρίσκῃ ὁ πληθυσμὸς ἐργασίαν. Δὲν βλέπω διατί νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ἐργοστάσια Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡρισμένην ἀντοχήν, πέραν τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ παράσχουν ἐργασίαν. Δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, δυνάμενον νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ὅλην σκέψιν, τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐργασία ἔξω, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη περισσεύουσα οὐδὲ μέσα εἰς τὰς πόλεις; Φαντάζομαι ὅτι τὰς ἐσφαλμένας περὶ ἐργασίας σκέψεις τὰς ὑποβάλλουν ξένα πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων συμφέροντα. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς παρεισδύσαντας εἰς τὴν προσφυγικὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τοὺς πρόσφυγας. Καὶ δὲν πρόκειται μόνον περὶ προσφύγων ἐκμεταλλευτῶν. Οἱ πλέον ἐπικίνδυνοι εἶναι οἱ γηγενεῖς ἐκμεταλλευταί, οἱ ὁποῖοι πότε ἐμφανίζονται ὡς πρόσφυγες, πότε ὡς ὑποστηρικταὶ τῶν προσφύγων, πότε ὡς μεσάζοντες πρὸς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας διὰ νὰ κερδίσωσιν αὐτοὶ εἰς βάρος τῶν προσφύγων οἰκόπεδα. Καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τοὺς πρόσφυγας καὶ κατὰ τῶν προστατῶν. Ἕν ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μὲ ὤθησαν εἰς τοιαύτην γνώμην, εἶναι καὶ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν οἰκοπέδων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Διονυσίου Πειραιῶς. Ἀποτελεῖται τὸ οἰκόπεδον τοῦ ναοῦ ἐκ 902 μέτρων καὶ 50%. Ἦτο κάτω τῆς ἐκτάσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπει τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ 1927 ἀπαλλοτρίωσιν. Διότι καὶ ἐκεῖνο τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1923 λέγει ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀπαλλοτριωθῶσιν οἰκόπεδα ἐκτάσεως μικροτέρας τῶν χιλίων μέτρων. Ἡ ὑπηρεσία τῆς ἀπαλλοτριώσεως συνεκέντρωσε τὰ διάφορα μικρὰ τεμάχια οἰκοπέδων, μὴ συνδεδεμένα πρὸς ἄλληλα, ἀλλ’ ἀνήκοντα εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Διονυσίου καὶ ἀπετέλεσε τὸν ἀριθμὸν 902 καὶ 50% μέτρα. Ἔκαμε τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ὑπὲρ τίνος; Ἔχω ἕνα κατάλογον ἐδῶ. Τὸν εἶδα μάλιστα δημοσιευόμενον εἰς μίαν ἐφημερίδα.
§25Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Σήμερον τὸν ἔχει ἡ «Καθημερινή».
§26Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἴκοσιν ἐγκατεστημένοι ἔμποροι διαφόρων ἐπαγγελμάτων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγκατεστημένοι εἰς αὐτὰ τὰ διάφορα μαγαζάκια τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, μὴ κάτοικοι τῆς περιφερείας ἐκείνης, ἀλλ’ ἰδιοκτῆται οἰκιῶν εἰς ἄλλα μέρη, μὲ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα δὲν δεικνύουσιν ὅτι εἶναι ὅλοι πρόσφυγες...
§27Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Ποῖος τὸ λέγει ὅτι δὲν εἶναι πρόσφυγες;
§28Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀμέσως. Ἔλεγα ὅτι δὲν θὰ φθάσω εἰς αὐτό. Ἰδοὺ ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τοῦ ναοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ἀκούσατέ το. Οἱ κατέχοντες τὰ οἰκόπεδα αὐτὰ δὲν τὰ χρησιμοποιοῦν ὡς κατοικίας. Ἰδοὺ πῶς περιγράφει αὐτοὺς τὸ ὑπόμνημα (ἀναγινώσκει): «1) Μ. Γεωργιάδης, ἰατρός, διατηρεῖ ὡς φαρμακεῖον τὸ μίσθιον κατάστημα, ὑπομισθώσας τοῦτο πρὸ πολλοῦ, εἶναι καὶ διευθυντὴς νοσοκομείου ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἀπολαμβάνων μεγάλον μισθὸν καὶ κέρδη ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του ταύτης. 2) Ἐλεζιάδης καὶ Μαλεντίδης, διατηροῦσι τὸ μισθωθὲν κατάστημα ὡς ἔμποροι χονδρικῆς καὶ λιανικῆς πωλήσεως ναυτιλιακῶν εἰδῶν, ἔχουσι δὲ καὶ ἰδιόκτητον κατοικίαν εἰς τὸν συνοικισμὸν Δραπετσῶνος. 3) Β. Παπαδόπουλος, διατηρεῖ τὸ μισθωθὲν κατάστημα ὡς καφφενεῖον, ὑπομισθώσας τοῦτο πρὸ πολλοῦ ἀντὶ δραχμῶν 1700, καταβάλλων εἰς τὸν ναὸν μόνον δραχμὰς 700 ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1926, κέκτηται δὲ οἰκίαν καὶ ἕτερον κατάστημα εἰς συνοικισμὸν Ποδαράδων. 4) Χ. Τατάρογλου, διατηρεῖ δύο μισθωθέντα καταστήματα ὡς καφφενεῖον ἀντὶ δραχμῶν 650, ἐκ τῶν καταστημάτων τούτων ἔχει ὑπεκμισθώσει δύο παράθυρα καὶ ἓν κουρεῖον εἰς τὸ βάθος ἀντὶ δραχμῶν 950, κέκτηται δὲ καὶ ἰδιόκτητον οἰκίαν εἰς τὴν ὁδὸν Θεσμοφορίου. 5) Ἐλισσάβετ Κανταρέλογλου, τὸ μισθωθὲν αὐτῇ κατάστημα ἀντὶ δραχμῶν 200, ὑπεξεμίσθωσεν ἀντὶ δραχμῶν 650, διαμένει δὲ εἰς τὸν προσφυγικὸν συνοικισμὸν Δραπετσῶνος εἰς παραχωρηθεῖσαν αὐτῇ οἰκίαν. 6) Π. Χούρσογλου, τὸ μισθωθὲν κατάστημα μετὰ συνεχομένου χώρου διατηρεῖ ὡς ξυλεμπορικὸν κατάστημα χονδρικῆς καὶ λιανικῆς πωλήσεως, διατηρεῖ δὲ ἐπὶ πλέον καὶ ἕτερον κατάστημα εἰς ναυπηγεῖα Περάματος, εἶναι δὲ καὶ ἰδιοκτήτης οἰκοπέδων. 7) Μ. Μαυρομματόπουλος, διατηρεῖ τὸ κατάστημα ὡς δερματεμπορεῖον χονδρικῆς καὶ λιανικῆς πωλήσεως, εἶναι κάτοχος καὶ ἄλλου καταστήματος ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ κύριος οἰκοπέδου εἰς θέσιν Κουτσικάρι Πειραιῶς. 8) Δ. Κιούλπαλης, τὸ μισθωθὲν αὐτῷ κατάστημα, ὅπερ, σημειωτέον, ἠγόρασε παρ’ ἄλλου ἅμα ὡς ἀφίχθη ἐξ Ἀμερικῆς, διατηρεῖ ὡς ὑποδηματοπωλεῖον καὶ ἀργυραμοιβεῖον κέκτηται δὲ καὶ μεγάλην ἔκτασιν οἰκοπέδου εἰς θέσιν Κουτσικάρι Πειραιῶς. 9) Ρουσάνογλου, τὸ μισθωθὲν αὐτῷ μαγαζεῖον χρησιμοποιεῖ ὡς ὑποδηματοπωλεῖον, διατηρεῖ καὶ ἕτερον τοιοῦτον ὡς καὶ ἐργοστάσιον ὑποδηματοποιΐας ἐν Πειραιεῖ, ἔχει δὲ καὶ ἰδιόκτητον κατοικίαν. 10) Γαβριηλίδης, κέκτηται ἰδιόκτητον κατοικίαν εἰς τὴν ὁδὸν Ψαρρῶν, ἐνορίας Ἁγίου Διονυσίου. 11) Μουράτογλου, τὸ μαγαζεῖον διατηρεῖ ὡς κατάστημα ψιλικῶν, κατοικεῖ δὲ εἰς τὴν συνοικίαν Δραπετσῶνος. 12) Σ. Νικολάου, τὸ μισθωθὲν διατηρεῖ ὡς καφφενεῖον, ἔχει μισθώσει μέρος ὡς κουρεῖον ἀντὶ δραχμῶν 250, κατοικεῖ δὲ ἔξω τοῦ μαγαζείου. 13) Π. Τ. Τζιβανίδης, ἐκτὸς τοῦ μαγαζείου τοῦ ναοῦ, διατηρεῖ καὶ ἕτερον τοιοῦτον ὡς καφφεκοπτεῖον ἔναντι ἐπὶ οἰκοπέδου τοῦ δήμου Πειραιῶς, οὐδόλως δὲ κατοικεῖ εἰς τὰ καταστήματα. 14) Η. Τζενέτογλου, τὸ μισθωθὲν διατηρεῖ ὡς ὑελοπωλεῖον, κατοικεῖ δὲ εἰς συνοικίαν Δραπετσῶνος.
§29Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Κύριε συνάδελφε, μετέβην ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς τὸν Πειραιᾶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις αὐτὴ καὶ μετέβην εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Διονυσίου καὶ εἶδα ἕνα πρὸς ἕνα τὰ καταστήματα ποὺ ὑπάρχουν ἐκεῖ. Ἂν τώρα αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω, εἶναι περισσότερον ἀξιόπιστον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει τὸ ὑπόμνημα, ἀφήνω νὰ τὸ ἐκτιμήσετε σεῖς. Ἀπεύχομαι καὶ εἰς τὸν πλέον θανάσιμον ἐχθρόν μου νὰ ἔχῃ κατοικίαν τοιαύτην, οἷαν ἔχουν, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶδον ἐγώ, διότι πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κατάστημα καὶ ὡς οἰκίαν, εἰς τὴν πρόσοψιν τὸ κατάστημα καὶ εἰς τὸ κάτω μέρος εἶναι ἡ κατοικία των, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικοῦν ἑπταμελεῖς καὶ δεκαμελεῖς οἰκογένειαι. Εἰς τὴν κατοικίαν, ἂν μεταβῆτε ἐκεῖ, θὰ ἴδητε ὑπὸ ποίας συνθήκας βιοῦν, ὅπως τὰ εἶδον καὶ ἐγώ.
§30Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω εἰς χεῖράς μου τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 17099 ἐ. ἔ. ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἰδίου κ. Ὑπουργοῦ Κύρκου, ἡ ὁποία γράφει ὅτι «ἐν τῇ ἀπαλλοτριωθείσῃ ταύτῃ ἐκτάσει ὑπάρχουσιν ᾠκοδομημένα ἐμπορικὰ καταστήματα» καὶ διὰ τοῦτο θεωρεῖ ἄκυρον τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Πῶς τώρα εὑρίσκει ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καταστημάτων.
§31Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Μάλιστα καὶ ἐν τούτῳ λέγω ὅτι ἔπεσα θῦμα ἧς ὑπηρεσίας καὶ δι’ αὐτὸ μετέβην ὁ ἴδιος εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ ἐξήτασα ἂν πρόκειται περὶ καταστημάτων καὶ κατοικιῶν προσφύγων καὶ διεπίστωσα ὅτι ἐπρόκειτο περὶ προσφύγων οἰκούντων ὑφ’ ἃς συνθήκας εἶπον προηγουμένως. Σᾶς εἶπον ποῖα εἶναι τὰ καταστήματα αὐτὰ καὶ πῶς ζοῦν αὐτοὶ οἱ ἑκατομμυριοῦχοι· ἂν μεταβῆτε νὰ τὰ ἴδητε καὶ σεῖς, δὲν θὰ τηρήσητε αὐτὴν τὴν γλῶσσαν.
§32Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ λαμβάνετε αὐτὴν τὴν στάσιν τοῦ ἀντιδικοῦντος. Εἶσθε ὁ Ὑπουργός, ποὺ πρέπει νὰ εἶσθε ἐν τῷ μέσῳ τῶν διαμαχομένων μερίδων. Μὴ μᾶς προσκαλεῖτε εἰς τοῦτο νὰ μεταβάλωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ τραχύτερον τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἀπόψεών μας. Ἡ διάθεσίς μου εἶναι νὰ ρίψω νερὸ εἰς τὴν φωτιά, ἡ ὁποία τείνει νὰ ἀνάψῃ, καὶ νὰ προέλθωμεν εἰς μίαν συνεννόησιν, ὅπως καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων γίνῃ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον μὴ ὑποστῇ μεγάλας ζημίας. Μὲ ὅσα εἴπατε ὁμολογεῖτε ὅτι τὰ ἀπαλλοτριωθέντα εἶναι καταστήματα καὶ ὅμως ἐπιμένετε σεῖς πάλιν ὁ ἴδιος νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἀστέγων προσφύγων διὰ νὰ καλύψητε τοὺς ἐκμεταλλευτάς. Μὴ προκαλεῖτε οὕτω...
§33Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Δὲν ἐπροκάλεσα οὐδένα.
§34Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅ,τι ἐγὼ λέγω τὸ στηρίζω εἰς ἔγγραφα. Μὴ προκαλεῖτε, διότι δὲν σᾶς συμφέρει. Ἰδοὺ καὶ ἄλλο ὑπόμνημα ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀφορῶν εἰς ἄλλα παρακείμενα οἰκόπεδα. Ἰδοὺ τί λέγει καὶ τοῦτο τὸ ὑπόμνημα (ἀναγινώσκει): «Τῆς ἐπιτάξεως ταύτης ἐπωφεληθέντες οὐκ οἴδαμεν πῶς διάφοροι ἅρπαγες, ὑπὸ τὸ ὄνομα ὅτι εἶναι πρόσφυγες, ἐγκατεστάθησαν εἰς αὐτά, ἐνῷ οὗτοι, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἦσαν γηγενεῖς ἀθίγγανοι, εἷς ἀστυνομικός, εἷς ἢ δύο ἱερεῖς, διάφοροι πλοίαρχοι καὶ ἄλλοι, ἐκμεταλλεύονται ταῦτα κατὰ τὸν καπιλικώτερον τρόπον, μεταπωλοῦντες αὐτὰ εἰς ἄλλους. Οὕτως εἷς ὀνόματι Ἀγγελίδης μετὰ τῆς οἰκογενείας του ἀνήγειρε περὶ τοὺς τριάκοντα πλινθοκτίστους οἰκίσκους, ὧν ἕκαστον διῄρεσεν εἰς μικρότερα μέρη καὶ οὕτω διῃρημένα ἐκμεταλλεύεται, τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραξε καὶ μία γυνή, ἀνεγείρασα περὶ τοὺς δεκαπέντε ἢ εἴκοσιν οἰκίσκους, οὓς μεταπωλεῖ ἐπὶ μεγίστῳ κέρδει, ἐκμεταλλευομένη τὰ οἰκόπεδά μας καὶ ἄλλοι μετέφερον εἰς τὰ τοιουτοτρόπως γενόμενα τοὺς ἐνοίκους τοῦ πρώην χαμαιτυπείου τῶν Βούρλων»... Μὴ ἐπιχειρῆτε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ἐπιτήδιοι, οἱ ὁποῖοι παρεμβαίνουν εἰς αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις καὶ παραπλανοῦν τοὺς πρόσφυγας διὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν ἴδια τέλη καὶ προκαλοῦν ὑπηρεσιακὰ μέτρα, περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν.
§35Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Προχθὲς συνελήφθησαν ἐκμεταλλευταὶ ὑπάλληλοι.
§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄν φθάσωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν τῶν προσφύγων δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Ἐγὼ δὲν σκέπτομαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ κάμω ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Θέλω νὰ προέλθω εἰς προτάσεις τινάς, δυναμένας, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἐπιφέρουν συμβιβαστικὴν τῶν ζητημάτων λύσιν. Δὲν ἔχει τὸ Δημόσιον χρήματα διὰ νὰ πληρώσῃ, μοῦ ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Θὰ ἠδυνάμην νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἀφοῦ δὲν ἔχει χρήματα διὰ νὰ ἀγοράσῃ οἰκόπεδα, δὲν πρέπει νὰ ζητῇ νὰ ἁρπάσῃ, ἢ ἔστω καὶ νὰ ἀγοράσῃ, πολυτελῆ οἰκόπεδα. Ἄς ἀγοράσῃ εὐθυνότερα, σύμφωνα μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχῃ, οὐδὲ δι’ εὐθυνότερα, ἂς ἁρπάσῃ τουλάχιστον εὐθυνότερα διὰ νὰ προξενήσῃ ὀλιγωτέραν βλάβην εἰς τὰ θύματα τῶν τοιούτων διαθέσεών του. Ἔχει σχέσιν πρὸς τοῦτο καὶ ἓν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας, ὅτι ἐπλήρωνε τὸ Δημόσιον ὑπέρογκα ποσὰ ἕνεκα τῆς ἐπιτάξεως καὶ ἕνεκα τούτου ἔφθασεν εἰς τὴν σκέψιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Διότι τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσεν ὑπέρογκον ποσὸν εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἐπιταχθέντων κτημάτων, ἂν πράγματι εἶναι ὑπέρογκον τὸ ποσόν, ἀπεφάσισε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας καὶ τῆς Γεωργίας νὰ βαρύνῃ μὲ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, νὰ καταστρέψῃ τὰ σχέδια τῶν πόλεων, νὰ ἐπιδεινώσῃ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ νὰ μεταβάλῃ ἐν ὅλῳ τὴν κρατικὴν πολιτικὴν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Τί δικαιότερον καὶ ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἂν ἐπεδίκαζε τὸ δικαστήριον μεγάλην ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἐπίταξιν—ὅπερ δὲν εἶναι καὶ πιστευτόν—νὰ σπεύσῃ νὰ λύσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐπίταξιν καὶ ὄχι νὰ σπεύσῃ νὰ ἀπαλλοτριώσῃ καὶ τῶν ἄλλων, τῶν μὴ λαμβανόντων ἐνοίκιον ἰδιοκτητῶν τὰ οἰκόπεδα καὶ νὰ τὰ παραδώσῃ εἰς τὴν ἁρπαγὴν τῶν ἐπιτηδείων.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διότι εἶναι ἀναγκαῖα τὰ γήπεδα διὰ τὴν ἐγκατάστασιν.
§38Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διορθώσετε τὴν δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας. Ἀλλ’ ἂς τὸ παραιτήσῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας. Ἀλλ’ ἂν τὸ παραιτήσῃ καὶ στηριχθῇ εἰς τὴν ἰδικήν σας διόρθωσιν μένει ὀλιγώτερον ἀδικαιολόγητος ἡ σπουδή, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας περὶ τὴν ἐπίταξιν ἀθρόων οἰκοπέδων καὶ ὁ θόρυβος, τὸν ὁποῖον ἤγειρον οἱ προστάται τῶν ἐκμεταλλευτῶν.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη μίαν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 119 δέχθησαν ὅπως τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως στηρίζεται εἰς τὴν ἀγοραίαν κατὰ τὸ 1920 ἕως 1922, τὴν ἐποχὴν δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ἐπέλθη ἡ ὑπερτίμησις τῶν οἰκοπέδων λόγῳ τῆς μεγάλης συρροῆς τῶν προσφύγων.
§40Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἀναγομένης εἰς μεταλλικὰς δραχμάς.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀφίνω τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὀρθά. Θὰ τὰ συζητήσωμεν. Ἤθελα νὰ ἠξεύρω τὴν γνώμην σας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· ἐφόσον ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ ὡς ἀναγκαία ἡ ἀπαλλοτρίωσις, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἀποζημίωσις, ἡ πληρωμὴ τῆς πραγματικῆς νομῆς τοῦ κτήματος κατὰ τὸ 1920, ἢ θὰ ὑποστηρίξητε καὶ ἐσεῖς—δὲ ἠξεύρω ἂν τὸ ὑπεστήριξε κανεὶς ἄλλος—ὅτι πρέπει οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ἰδιοποιηθοῦν τὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μόνον ἐκ μιᾶς ἐθνικῆς συμφορᾶς; Ἂν λοιπὸν εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν δὲν ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νόμου τῆς ἀπαλλοτριώσεως, δηλαδὴ τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα νομοθετικόν. Ἂν εἰς τὴν βάσιν συμφωνοῦμεν, ζήτημα περὶ τῆς ἐφαρμογῆς ἀναγκαστικῆς ἀστικῆς ἀπαλλοτριώσεως δὲν ὑπάρχει.
§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἤμην ἀντίθετος τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν συνεφωνήσαμεν νὰ ἀναγράψητε, ἄν εὕρισκον ὅτι ἀληθῶς ὑπάρχει κάποια ὑπερτίμησις ἐκ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς διατάξεως διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι οὐδεμία ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις ἀπὸ τὸ 1922 μέχρι σήμερον ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων, εἰς τὰ ὁποῖα καταυλίζονται οἱ πρόσφυγες, τοὐναντίον ἐξέπεσαν αὐτὰ τὰ οἰκόπεδα, διότι κανεὶς δὲν τὰ ἀγοράζει, κανεὶς δὲν θέλει νὰ περιπλεχθῇ μὲ αὐτά, διότι κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἐξώσῃ τοὺς πρόσφυγας οὔτε μὲ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀφοῦ κανεὶς δὲν τὰ ἀγοράζει, δὲν ἐπῆλθεν ἑπομένως αὔξησις, ἀλλὰ μείωσις τῆς ἀξίας αὐτῶν. Ἂν δὲ συμβῇ ὥστε νὰ φύγουν οἱ πρόσφυγες ἀπὸ τὰ οἰκόπεδα αὐτά, τότε ὁ λόγος τῆς ὑπερτιμήσεως καὶ ἡ ὑπερτίμησις αὐτή, ἂν ὑπῆρξε, θὰ ἀναχωρήσῃ μαζὶ διὰ τὴν νέαν κατοικίαν τῶν προσφύγων. Μὲ τοιαύτας σκέψεις δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς. Ἂν ἐπιτραπῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις οἰκοπέδων ἐντὸς τῶν σχεδίων πόλεων, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ 1921 ἕως 1922. Εἰς τοῦτο ἄγομαι ἀπὸ ἄλλων σκέψεων. Τὸ πρᾶγμα ὅμως καταλήγει εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ποῖον ἐγὼ ζητῶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν τιμὴν εἶναι ἄλλο. Δὲν θέλω νὰ ἀφήσωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας μὲ ἐκκρεμεῖς ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ δεκαετηρίδας. Δὲν ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ πληρώσητε, ἂν ἀπαλλοτριώσητε; Πολὺ καλά. Θὰ κανονίσητε ὅμως ἕνα τρόπον πληρωμῆς. Ἀλλ’ ἤθελον, ἂν ἦτο δυνατόν, πρὶν καταλάβητε τὰ οἰκόπεδα, νὰ προβῆτε εἰς ἐκτίμησιν, διότι δυνατὸν μεταξὺ τῶν οἰκοπεδούχων νὰ εἶναι καὶ ἄνθρωποι πτωχοί. Ἀκριβῶς δὲ διότι πρόκειται περὶ οἰκοπέδων κειμένων εἰς τὰ ἄκρα τῶν πόλεων, ἐξάγεται ὅτι πτωχότεροι τὰ ἔχουσι. Διὰ νὰ μὴ καταστῶσι τὰ κτήματα αὐτὰ τῶν οἰκοπεδούχων νεκρά, θὰ ἤθελον, ἂν δὲν ἔχητε χρήματα νὰ πληρώσητε, νὰ κάμητε ὅμως τὴν ἐκτίμησιν διὰ νὰ δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ πάρῃ τὸν τίτλον αὐτὸν καὶ νὰ τὸν πωλήσῃ εἰς τὴν ἀγοράν. Θὰ τὸν πωλήσῃ ζημιούμενος, ἀλλὰ θὰ δύναται νὰ διαθέσῃ τὴν ἀπαίτησιν διὰ νὰ ἐξοικονομηθῇ, ἐνῷ ἄνευ τοῦ τίτλου αὐτοῦ τῆς ἐκτιμήσεως μὲ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ μόνην καὶ μὲ τὸ δικαίωμα καὶ μόνον κατὰ τοῦ Δημοσίου δὲν δύναται νὰ ἀποτανθῇ εἰς κανένα διὰ νὰ δανεισθῇ χρήματα. Θεωρῶ τὸν ὅρον τῆς προηγουμένης ἐκτιμήσεως ὡς ἀναπόφευκτον. Θὰ ἀφήσωμεν τὸν ὅρον τῆς προηγουμένης πληρωμῆς, διότι δὲν ἔχομεν χρήματα. Ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ κάμητε τὴν ἐκτίμησιν πρωτύτερα;
§43Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μόνον διὰ τὰ οἰκόπεδα;
§44Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι. Ἐδήλωσα ὅτι περὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως δὲν ὁμιλῶ καὶ ὅτι περιορίζομαι μόνον ἐπὶ τῆς ἀστικῆς, οὔτε ἐπίστευον ὅτι θὰ ἐπεξετείνετο ἐπὶ τοιοῦτον ἡ ἀγόρευσίς μου, οὐδ’ ἀντιλέγω νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ γνώμη αὕτη καὶ εἰς τὴν ἀγροτικὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Θέλω λοιπὸν ἀντὶ τῆς προηγουμένης ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ, νὰ κάμῃ τὴν προηγουμένην ἐκτίμησιν.
§45Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ γίνῃ προηγουμένως προσωρινὴ ἐκτίμησις διὰ τοῦ προέδρου Πρωτοδικῶν πάντως ἢ δι’ Ἐπιτροπῆς. Ἡ καταβολὴ τῶν ὁμολογιῶν θέλετε νὰ γίνῃ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας;
§46Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθότερον.
§47Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διότι βλέπω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐναρμονισθῶσιν ὅλαι αἱ ἀντιλήψεις.
§48Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἀρχίζω ζητῶν νὰ προπληρώσητε. Ἂν δὲν ἔχητε χρήματα, ὑποχωρῶ νὰ δοθῶσιν ὁμολογίαι. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν δύνασθε νὰ δώσητε προηγουμένως τὰς ὁμολογίας, ὑποχωρῶ ἀκόμη κατωτέρω. Δώσατε μίαν βεβαίωσιν πόσον ἀξίζει τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἐπήρατε διὰ νὰ δύναται αὐτὴν τὴν βεβαίωσιν νὰ τὴν πωλήσῃ ὁ ἰδιοκτήτης. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰς ὁμολογίας. Πότε θὰ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ δώσητε τὰς ὁμολογίας; Δὲν νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη προθεσμία εἶναι μακρά.
§49Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Θὰ χρειασθῇ διαδικασία.
§50Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἐπιμένω, διότι θὰ χρειασθῇ καὶ ἂν δὲν τεθῇ προθεσμία, δὲν θὰ τελειώσῃ ἡ ἐκτίμησις οὔτε εἰς δέκα ἔτη. Αὐτὰ λέγει ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα. Θέλω νὰ ἔχῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὴν ἐκτίμησιν, ἀφοῦ δὲν θὰ ἔχῃ τὰ χρήματα ἢ τὰς ὁμολογίας διὰ νὰ δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ τὴν ἀπαίτησίν του ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτιμήσεως καὶ νὰ ἐξοικονομηθῇ.
§51Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὥστε δέχεσθε καὶ προσωρινὴν ἐκτίμησιν;
§52Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς ἀκριβῶς, δι’ αὐτὸ θέλω νὰ προηγηθῇ ἡ ἐκτίμησις. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, θὰ παρεκάλουν δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὲ προσέξῃ διότι πρόκειται περὶ τροπολογίας, ὅτι μία πρότασις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ὑπερβάλλει τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922, διότι τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ 1923 ὁρίζει ὅτι ἡ πληρωμὴ γίνεται κατὰ ἥμισυ εἰς μετρητὰ καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς ὁμολογίας. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ θέλει ὅπως ἡ πληρωμὴ γίνῃ ὁλόκληρος εἰς ὁμολογίας.
§53Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅπως ἡ διάταξις τῆς Ἐπαναστάσεως ἔμεινεν ἄνευ ἐφαρμογῆς ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ χαρτονόμισμα. Εἶναι ἓν μέσον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ὅλοι θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν, διότι θὰ ἦτο δῶρον ἄδωρον. Ἡ σκέψις μου ὑπῆρξεν ἡ ἑξῆς: ἂν ὑποθέσητε ὅτι χρειάζεται περίπου κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ἐκάματε ἓν ποσὸν περὶ τὸ ἓν δισεκατομμύριον, ἴσως ὀλιγώτερον, ἄν τινες ἐγκαταστήσεις γίνουν ὡς ἔνεστιν εἰς τὰ ἄκρα τῶν πόλεων, νομίζω ἓν δισεκατομμύριον. Ὁ μέσος ὅρος τοκοχρεωλυσίου τῶν ὁμολογιῶν θὰ εἶναι περίπου 100,000,000 δραχμῶν. Δὲν νομίζω εἰς ἕνα Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι 8 δισεκατομμύρια, ὅτι θὰ εἶναι κάτι τι ὑπερβολικόν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ λάβουν τὰς ὁμολογίας περιβεβλημένας δι’ ἐγγυήσεων καὶ προνομίων τινῶν, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ πραγματοποιήσουν ἀπὸ ὁμολογίας μετά τινος ζημίας, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ ἀποκατάστασιν εἰς τὸ στοιχεῖον τῆς περιουσίας, τὸ ὁποῖον ἀφῃρέθη, ἓν ἄλλο στοιχεῖον περιουσίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ρευστοποιήσιμον, εἶναι πραγματοποιήσιμον. Αὐτὴ ἡ σκέψις μὲ ἔκαμε νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων.
§54Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὅτι, ἐφόσον δὲν πρόκειται νὰ οἰκοδομήσωμεν καὶ νὰ οἰκονομήσωμεν πρόσφυγας, διατί σπεύδομεν νὰ ἀπαλλοτριώσωμεν μεγάλης ἀξίας περιουσίας καὶ ἐπιβαρύνομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ νὰ πληρώνωμεν τόκους τοῦ τιμήματος τῶν ἀπαλλοτριουμένων οἰκοπέδων καὶ δὲν ἀφίνομεν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν αἵτινες θὰ παρουσιάζωνται νὰ κάμωμεν τὰς ἀπαλλοτριώσεις; Διατί νὰ προβῶμεν εἰς αὐτάς; Διότι τὸ τοκοχρεωλύσιον μόνον ἂν ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἑνὸς ἔτους ὑποθέτω ὅτι θὰ ὑπερέβαινε τὰ 50 ἑκατομμύρια, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἐκάμαμεν μέχρι τοῦδε καὶ ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις δὲν νομίζω ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους θὰ ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ αὐτὸ τὸ ποσὸν χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀνάγκη.
§55Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἶναι κτισμένα τὰ σπίτια.
§56Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἄν μοί ἐπιτρέπητε, νὰ σᾶς διακόψω. Ἐγὼ πρέπει νὰ προσθέσω μερικὰ πράγματα. Εἴπατε διὰ τίνα λόγον προβαίνομεν εἰς τὰς ἀπαλλοτριώσεις. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ζήτημα μιᾶς ἐπικρίσεως κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς πολιτικῆς μιᾶς ὡρισμένης πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐπίκρισις, ἂν εἶναι δικαία ἢ ἄδικος, δύναται νὰ συζητηθῇ ἐν ἰδιαιτέρα συζητήσει, δὲν ἀφορᾷ βεβαίως τὰς γενικὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἐθέσατε ἤδη, διότι ἠμπορεῖ νὰ θέσητε τὰς ἀρίστας τῶν ἀρχῶν καὶ νὰ γίνῃ ἡ κακὴ ἐφαρμογή. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα ὅτι, ἂν ἐκδοθῶσιν ὁμολογίαι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός, φαντάζομαι ὅτι συμφωνοῦμεν ὅτι αἱ ὁμολογίαι θὰ ἐκδίδωνται κατὰ σειράν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκδοθοῦν ὅλαι αἱ ὁμολογίαι ὁμοῦ καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός, αἱ ὁμολογίαι δὲ αὗται θὰ χρησιμεύωσιν ὡς μέσος ὅρος πληρωμῆς.
§57Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπεράσαμεν τὴν ὁδὸν τῆς συνεννοήσεως καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, θὰ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀναγεγραμμένον καὶ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1923 ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἀπαλλοτριώσεις ὁλοκλήρου τῆς ἐκτάσεως τῆς ἀνηκούσης εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην. Δὲν εἶναι τὸ γεγονὸς ἐπιβλαβὲς διὰ τὴν ἄποψιν τὴν ὑποστηρίζουσαν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν οἰκοπέδων τῶν πόλεων, ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος. Ἀνακουφίζομεν οὐσιωδῶς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ τοῦ πληρώνομεν ἐμμέσως τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ὑποστῇ ἐκ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, διότι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ οἰκοπέδου, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ ἀναπαλλοτρίωτον, τὰ 500 μέτρα κατ’ ἀνάγκην, θὰ ὑπερτιμηθῇ καὶ θὰ δυνηθῇ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ καλύψῃ μέρος τῆς ζημίας.
§58Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν διαφωνεῖ οὐδεὶς μὲ αὐτό. Αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ ἀρχικὴ πρότασίς μου καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπλειοδότησε καὶ ἔδωσεν ἀντὶ δύο χιλιάδων πήχεων δύο χιλιάδας μέτρα.
§59Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀνταλλάσσωνται μόνον οἱ ὑποστάντες ἀγροτικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑποστάντες ἀστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Καὶ κατέρχομαι ἀπὸ τοῦ βήματος μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἔρριψα ἔλαιον εἰς τὴν πυράν, ἀλλ’ ὅτι ὤθησα τὰ πράγματα εἰς συνεννόησιν, διότι νομίζω ὅτι οὕτω καὶ μόνον πολιτευόμενοι δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν ἀπὸ τοῦ μέσου τὰς εἰσχωρησάσας μέχρι σήμερον μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων ἀντιθέσεις, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸν σκοπὸν τῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
§60Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι διότι δὲν τηρεῖται τὸ ψήφισμα τὸ ἀφορῶν τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος.
§61Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διατί, κ. Πρόεδρε, δὲν τηρεῖται τὸ ψήφισμα αὐτό;
§62Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ παρατήρησις τῶν κυρίων βουλευτῶν εἶναι ἀξία προσοχῆς, πρέπει δὲ τὸ ψήφισμα νὰ τηρηθῇ καὶ ἡ σπουδαιότης τοῦ ἄρθρου νὰ μὴ παροραθῇ. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἡ σπουδαιότης τοῦ ἄρθρου ἔφερε κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν συνάντησιν τῶν ἀντιμαχομένων μερῶν. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἀσθενεῖ, καθὼς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις, ἀκουομένων μόνον τῶν ἀρχηγῶν τῶν πολιτικῶν μερίδων καὶ ἀποφαινομένης τῆς Βουλῆς εἴτε διὰ ψηφοφορίας, εἴτε δι’ ἀναστάσεως.
§63Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ παρὸν ἄρθρον ἐξαιρεῖται πάσης προθεσμίας λόγῳ τῆς σπουδαιότητός του, ἂν δὲ προχωρήσωμεν ἐσπευσμένως εἰς τὴν ψήφισίν του, εἶναι ὡς νὰ ἀσκῶμεν ψυχολογικὴν βίαν πρὸς ψήφισιν τοῦ ἄρθρου.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκπλήττομαι ἀληθῶς δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, ὁ ὁποῖος δὲν εἰσέρχεται πρώτην φορὰν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐσπευσμένη ψήφισις ἀποτελεῖ ψυχολογικὴν βίαν. Ψυχολογικὴν βίαν θὰ ἀπετέλει τὸ ἀντίθετον.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ἐμμανουηλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§66Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Εἰς τὸ βάθος τῆς διαφωνίας διὰ τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει καὶ ἓν σημεῖον ὁμοφωνίας εὐχάριστον περὶ τῆς ἐπιβεβλημένης ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀστικῆς καὶ ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Ἤδη συζητοῦμεν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ γίνῃ αὕτη. Ἐγένετο λόγος περὶ ἀπόρων καὶ εὐπόρων προσφύγων καὶ περὶ τούτου ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι οἱ πρόσφυγες ἄνευ τῆς ἐσχάτης ἀνάγκης δὲν θὰ ἐζήτουν τίποτε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπὲρ οἱουδήποτε εὐποροῦντος δηλοῦμεν ὅτι δὲν ζητοῦμέν τι καὶ δεχόμεθα πᾶσαν ἐξαίρεσιν παντὸς εὐποροῦντος. Ἐλέχθη ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις αἱ δοθεῖσαι πρὸς τοὺς πρόσφυγας τοὺς κατέστησαν ἐπαρκεῖς. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἔχω εἰμὴ νὰ τονίσω ὅτι τὰ ποσοστά, ἅτινα ὡρίσθησαν νὰ λάβουν μὲ ἀνώτατον ὅριον, εἶναι 1500 λίραι. Ἐπηκολούθησαν εἶτα διάφοροι περικοπαί, ἐξικνούμεναι κατὰ κοινότητας, ἀπὸ 10–90%, πᾶσαι δὲ αἱ ἀποζημιώσεις κατὰ τὸ ποσοστὸν ὡρίσθησαν εἰς 12½% εἰς μετρητὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα εἰς ὁμολογίας, αἵτινες ἔφθασαν εἰς δραχμὰς 500–560 ἡ χιλιόδραχμος ὁμολογία. Συνεπῶς οἱ πρόσφυγες ἀπὸ μὲν τὸ Κράτος οὐδὲν ἔλαβον, ἀπέναντι δὲ τῆς Τουρκικῆς περιουσίας ἀσήμαντα ποσοστά. Διὰ τοῦτο εἶναι προφανὲς ὅτι οὐδεὶς πρόσφυξ κατέστη αὐτάρκης διὰ νὰ δύναται νὰ ἀγοράσῃ οἰκόπεδα κλπ.
§67Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Σχετικῶς πληροφορῶ ὅτι ἐξ 97,000 προσφύγων ἀποζημιωθέντων ἐκ τοῦ γενικοῦ Μητρώου αἱ 57,000 ἔλαβον ἀποζημιώσεις ἀπὸ 1–75 λιρῶν, 1000 δὲ μέχρι 1500 ἐδικαιοῦντο τοῦ ἀνωτάτου ποσοστοῦ ἀποζημιώσεως.
§68Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Οἱ ἀγρόται πρόσφυγες ἐγκαταλείψαντες σπουδαίαν περιουσίαν οὐδὲν ἔλαβον ἀπέναντι ταύτης, ἦλθον δὲ ἐδῶ καὶ ἀπήλλαξαν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ μέγαν ἀριθμὸν ἀλλοεθνῶν στοιχείων. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τεθέντας ὅρους περὶ ἀστικῆς ἐγκαταστάσεως ἔξω τῶν πόλεων, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀποκατάστασις, ἐφόσον ὁ ἀποκαθιστάμενος καθηλοῦται νὰ δράσῃ ἔξω τῆς πόλεως, δηλαδὴ ἄνευ οἰκονομικοῦ πεδίου δράσεως. Συμμεριζόμεθα καὶ ἡμεῖς πρῶτον τὸν πόνον τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅστις βλέπει ἀφαιρουμένην τὴν περιουσίαν του διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὑπὲρ ἄλλων σκοπῶν. Ἀλλὰ μήπως οἱ ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνες ὑπήκοοι δὲν εἶδον τὴν περιουσίαν των διδομένην εἰς συμψηφισμὸν δι’ ἐθνικὰ χρέη καὶ πληρονομένην δι’ ὁμολογιῶν;
§69Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐκ μέρους οὐδενὸς περὶ τῆς εἰς ὁμολογίας πληρωμῆς καὶ μάλιστα ἐντὸς βραχείας προθεσμίας.
§70Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἡμεῖς θεωροῦμεν ἄρνησιν ἀποκαταστάσεως νὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις ὑπερόγκους ἢ ὑποχρεώσεις ἀδυνάτους. Οἱ ἰδιοκτῆται βεβαίως τὴν ἀνέγερσιν προσφυγικῶν οἰκιῶν καὶ πᾶσαν ὑπερτίμησιν ἐκ τῆς προελεύσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν καταστήσουν ἀντικείμενον πλουτισμοῦ...
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς αὐτό.
§72Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἐκτὸς τούτου ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ σκέψις περὶ ἀπομακρύνσεως τῶν προσφύγων ἔξω τῶν πόλεων. Διότι ἡ ἀπομάκρυνσις κατ’ ἀνάγκην θὰ συσσωρεύσῃ τούτους καὶ πάλιν εἰς τὰς πόλεις, παλαίοντας διὰ τὸν ἄρτον των καὶ δυστυχοῦντας. Τὸ προσφυγικὸν στοιχεῖον ἐφάνη ἄγαν συντηρητικὸν καὶ ὑποστηριζόμενον ὡς ὤφειλεν ἀπὸ τὸ Κράτος πρὸς αὐτάρκη ἀποκατάστασίν του θὰ ἀποβῇ στήριγμα πραγματικὸν καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας. (Χειροκροτήματα).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὸ ψήφισμα πρέπει νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως ὅτι ἡ ψηφοφορία νὰ ἀναβληθῇ εἰς μίαν τακτὴν ἡμέραν, ἀφοῦ πρότερον ἀκουσθοῦν ἐκ τῶν κ. κ. πολιτικῶν ἀρχηγῶν οἱ ἀπουσιάζοντες σήμερον ἕνεκα ἀσθενείας. Ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς.
§74Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔκαμε μίαν πρότασιν, νὰ θεωρηθῇ τερματισθεῖσα ἡ συζήτησις καὶ κατόπιν νὰ ὁμιλήσουν οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει μετέχοντες ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου. Ἠθέλησε νὰ θεωρήσῃ λήξασαν τὴν συζήτησιν, διότι ἐπαρκῶς ἐφωτίσθη ἡ Βουλὴ καὶ διότι ἔγινε κατάχρησις τοῦ τετάρτου τῆς ὥρας δι’ ἕκαστον ἀγορητὴν καὶ διότι ἐπὶ τέλους εἶναι καλὸν νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις. Διὰ ταῦτα ἔχω ἐντελῶς ἀντίθετον γνώμην. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς συνταγματικὴν διάταξιν τὸ συζητούμενον ἄρθρον. Ἤμην ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος ὑπάγεται εἰς τὰ καθήκοντα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναφέρεται καὶ ἡ λύσις τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἑπομένως δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, δεινὸς νομομαθής, ἐξακολουθεῖ νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν διάταξιν ταύτην ὡς συνταγματικὴν καὶ ὅτι πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν μίαν διάταξιν.....
§75Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν τὰ λέγετε ὡς νομομαθὴς αὐτά.
§76Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὰ λέγω ὡς νομομαθής, ἐκτὸς ἂν ἐλησμόνησα τὴν νομικήν. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ γνωρίζω τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἰδικά σας.
§77Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν δύνασθε νὰ λέγητε σεῖς ὅτι ἡ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας γίνεται περιορισμὸς τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι συνταγματικὴ διάταξις, ἀλλὰ νόμος.
§78Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι νόμος καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς συνταγματικῆς. Εἶναι νόμος ὁμιλῶν περὶ ἰδιωτικῶν σχέσεων. Νόμος δὲ καλεῖται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ρυθμίζει ὡρισμένας ἰδιωτικὰς σχέσεις, τὸ δὲ προσφυγικὸν ζήτημα ἀποτελεῖ μίαν τοιαύτην σχέσιν, ἔχουσαν ἀνάγκην ρυθμίσεως. Ἑπομένως λέγω τοῦτο ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον ὑποστηρίζοντες ὅτι πρέπει νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις. Δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἤμην δὲ ἀποφασισμένος μετὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου νὰ μὴ ὁμιλήσω διόλου. Ἔκαμα μάλιστα μίαν διακοπὴν προχθὲς πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὡρισμένον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσα πρὸς αὐτόν. Τὸ ζήτημα τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν οἰκοπέδων. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ συζήτησις ἔλαβε χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος ἔφερεν εἰς ποιάν τινα ἀντίθεσιν τοὺς πρόσφυγας. Καὶ ἔχομεν κάθε ὑποχρέωσιν ὅλοι νὰ ἀπαλύνωμεν εἰ δυνατὸν τὴν μορφὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ προκειμένη συζήτησις. Οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀμφισβητεῖ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ δύο διαπρεπεῖς ἐκπρόσωποι τῶν προσφύγων βουλευτῶν, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀρνηθῇ τὰς μεγίστας θυσίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ πληθυσμὸς τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τῶν λοιπῶν μερῶν, θυσίας εἰς περιουσίας, εἰς αἷμα καὶ ἐν γένει μεγάλας καταστροφάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς καὶ ἐκ τῶν κ. κ. προσφύγων νὰ ἀρνηθῇ ὅτι πανταχόθεν, ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν ἐξ ὅλων τῶν πολιτικῶν μερίδων, παρὰ τὰς ὑφισταμένας πολιτικὰς διαφορὰς, αἱ ὁποῖαι ἐξακολουθοῦσι δυστυχῶς νὰ χωρίζωσιν ἀκόμη τὰς δύο μεγάλας μερίδας, δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς ἐκ τῶν προσφύγων νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν εὗρον εἰς ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα, εἰς ὅλους τοὺς πολιτευομένους, εἰς ὅλην τὴν Κοινὴν Γνώμην ἀμέριστον τὴν ὑποστήριξιν πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελα νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ περιορίσω τὸ θέμα τῆς συζητήσεως, νὰ μὴ ἔλθω εἰς τὴν ἀγροτικὴν ἐγκατάστασιν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα διὰ μακρῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀστικῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων, διότι νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἔδαφος συναντήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἢ ἐπὶ τῇ βάσει οἱασδήποτε ἄλλης προτάσεως δυναμένης νὰ γίνῃ ἀποδεκτή, νὰ εὑρεθῇ τοιουτρόπως ἔδαφος συναντήσεως ἐπὶ τοῦ φλέγοντος τούτου ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὰ συμφέροντα τῶν προσφύγων. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ εἷς λόγος γενικὸς διὰ νὰ λύωνται ὅλα τὰ γενικώτερα ταῦτα ζητήματα, νὰ λύωνται συμφώνως πρὸς τὸ γενικώτερον καὶ ἐθνικὸν συμφέρον. Διέκοψα τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργόν, τὸν ὁποῖον παρηκολούθησα μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ὅλην μου τὴν ἔγκρισιν εἰς τὰ πλεῖστα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεώς του. Παρηκολούθησα τὸν κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸν, διέκοψα αὐτὸν ὑποβαλὼν τὴν ἑξῆς γνώμην. Συμμερίζομαι ἀπολύτως τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ ἡ ἀστικὴ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων, ἡ ἀρξαμένη διὰ τῆς ἱδρύσεως μεγάλων συνοικισμῶν, εἴτε πρὸς τὴν διεύθυνσιν ἐκτὸς τοῦ συνοικισμοῦ τῆς πόλεως, εἴτε πρὸς τὴν διεύθυνσιν ἐντὸς τῆς πόλεως. Ἑπομένως, κύριοι, ἐφόσον πρόκειται περὶ τοιαύτης ἀπαλλοτριώσεως, εἴτε αὕτη θὰ ἐνταθῇ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, εἴτε ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἐν πλήρει ὅμως συναφείᾳ πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας συνοικισμούς, ὅτε νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας νὰ μοὶ εἴπῃ διατί ἐπιμένει νὰ ἀπαλλοτριώσῃ οἰκόπεδα ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῶν πόλεων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς κλπ., πόλεων αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκονται ἐν συναφείᾳ καὶ ἐν συνοχῇ πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας συνοικισμούς. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας δὲν ὑπῆρξε δι’ ἐμὲ διόλου ἱκανοποιητική. Θὰ παρεκάλουν δὲ καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. πρόσφυγας βουλευτὰς νὰ μὲ βοηθήσωσι διὰ νὰ ἴδω μήπως πλανῶμαι ἐν τούτῳ. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ σημειώσω ταύτην τὴν παράλειψιν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργοῦ. Ἐφόσον πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῶν πόλεων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ λοιπῶν, ἦτο ἀπολύτως ἐνδεδειγμένον νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν μία γενικὴ καταμέτρησις ὅλου τοῦ χώρου. Ὀφείλω νὰ σημειώσω ταύτην τὴν παράλειψιν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργοῦ, ὅτι προκειμένου νὰ συζητήσωμεν σήμερον ἥκιστα ἐξαιρετικὸν νόμον, οἷος ὁ νόμος περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀστικῶν κτημάτων ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῶν πόλεων, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας οὐδεμίαν στατιστικὴν τοῦ χώρου ἔφερεν ἐνταῦθα διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἂν εἶναι κἂν δυνατὸν ἐν τῷ γενικωτέρῳ συμφέροντι, ἂν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τοῦ ὑφισταμένου τῶν πόλεων νὰ δημιουργηθῶσι νέοι συνοικισμοὶ ὑπὲρ τῶν προσφύγων. Μετὰ τὴν συμπαθῆ ταύτην παράλειψιν τοῦ κατ’ ἐμὲ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργοῦ, ἔρχομαι νὰ ἀναιρέσω τὰ μόνα προσαχθέντα ἐπιχειρήματα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἀστικὴ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων, ἐφόσον οἱ πρόσφυγες δὲν εἶναι ἐν τῷ κέντρῳ τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, ἐντὸς τῶν πόλεων ἢ πολὺ πλησίον τῶν πόλεων ἐν ταῖς ὁποίαις πρόκειται νὰ ἐργασθοῦν. Κύριοι, οἱ ὑπάρχοντες συνοικισμοί, ὅλοι ἀνεξαιρέτως, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθοῦν εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, οἱ ὑπάρχοντες δὲ συνοικισμοὶ ἔχουν πλήρη τὴν συγκοινωνίαν αὐτῶν. Ὁ συνοικισμὸς Παγκρατίου καὶ ὁ συνοικισμὸς τῶν Ποδαράδων, ὁ συνοικισμὸς τῆς Κοκκινιᾶς καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι συνοικισμοὶ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ὅλοι ἔχουν πλήρη καὶ τελείαν ἐπάρκειαν συγκοινωνιακῶν μέσων. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· θὰ εἶναι ἐγγύτερον πρὸς τὸ κέντρον τῆς πόλεως οἱ πρόσφυγες ἂν ἐγκατασταθῶσιν ἂν εὑρίσκετο τοιοῦτον μέρος, ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως ἄνευ συγκοινωνίας ἢ εἰς τοὺς ὑπάρχοντας ἤδη συνοικισμοὺς παρ’ ἐπέκτασιν; Τὴν ἐρώτησιν ταύτην εἶμαι ὑποχρεωμένος διὰ νὰ λυθῇ αὐτὴ ἡ παρεξήγησις, νὰ ἀπευθύνω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους πρόσφυγας βουλευτάς. Θέλω δηλαδὴ νὰ φωτισθῶ κατὰ τί οἱ πρόσφυγες ἐγκαθιστάμενοι μεμονωμένως κατὰ 6 ἢ 10 οἰκογενείας εἰς τὰ ἄκρα τοῦ ὑφισταμένου σχεδίου τῆς πόλεως, κατὰ τί, λέγω, οἱ πρόσφυγες αὐτοὶ ἐγκαθίστανται καλύτερον καὶ εἶναι ἐν τῷ κέντρῳ τῆς ἐργασίας των παρὰ οἱ μέλλοντες νὰ ἐγκατασταθοῦν κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως; Ἑπομένως, ἐφόσον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν λαμβάνω οὐδεμίαν ἀπάντησιν οὔτε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργοῦ, οὔτε παρὰ τῶν ἀξιοτίμων προσφύγων βουλευτῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θεωρήσω ὅτι ἡ τάσις ἀπαλλοτριώσεως ἀστικῶν κτημάτων πέραν καὶ ἄνευ συνοχῆς πρὸς τοὺς ὑφισταμένους συνοικισμοὺς προσφύγων, ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀναγνωρίσιμον προσφυγικὴν ἀνάγκην. Δὲν γνωρίζω ἂν οἱ εἰσαγαγόντες τὴν πρότασιν αὐτὴν θὰ τὴν ὑποστηρίξουν καὶ θὰ τὴν φέρουν εἰς πέρας. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτήν. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, εἶμαι, λέγω, ὑποχρεωμένος νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην ὅτι, ἐφόσον δὲν ἀποδειχθῇ, ὡς δὲν ἀπεδείχθη, ὑφισταμένη ἀνάγκη ἀπαλλοτριώσεως, ἀνεξαρτήτως τῶν προσφυγικῶν συνοικισμῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἀρνητικὴν ψῆφον, παρ’ ὅλην τὴν διάθεσιν καὶ παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ φανῶ εὔνους πρὸς τὰ προσφυγικὰ ζητήματα καὶ νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς ὑφισταμένης διαφορᾶς μεταξὺ τῶν γηγενῶν καὶ προσφύγων. Ἀλλὰ θὰ κατέληγον εἰς ἄλλην πρότασιν, ἡ ὁποία καὶ ἀπὸ τὴν δεδομένην κατεύθυνσιν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβοηθήσῃ. Διατί νὰ μὴ ἐδέχετο ἡ Βουλὴ ὅτι, ἐφόσον πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως ἐν μὴ συνοχῇ πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας συνοικισμούς, διατί, λέγω, νὰ μὴ ἐδέχετο ἡ Βουλὴ ὅπως ἡ τοιαύτη ἀπαλλοτρίωσις γίνεται κατόπιν γνώμης τῆς Βουλῆς, λαμβανομένου ἐξ ἴσου ἀριθμοῦ γηγενῶν καὶ προσφύγων βουλευτῶν; Τοῦτο θὰ ἦτο μία ἐγγύησις. Θὰ ἦτο μία ἐγγύησις διὰ τὸν πολὺν κόσμον, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν στιγμὴν συνέχεται ἐκ τοῦ φόβου ἀδικαιολογήτως ἴσως εἰς πολλὰ δεδικαιολογημένως ἴσως, νομίζων ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀναγνωρισίμων προσφυγικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄνευ λόγου ἴσως διαταράξεως τῆς ἀστικῆς τάξεως. Καὶ πρέπει νὰ προθέσω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ὅπως καὶ τῇ συνδρομῇ καὶ τῶν προσφύγων βουλευτῶν, διὰ τοὺς προσφυγικοὺς πληθυσμοὺς—ὀρθῶς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸς διεκήρυξεν ὅτι εὑρίσκονται μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχωσιν, ὡς ἐθνικοὶ πράγματι ἄνδρες μπολσεβικικὰς ῥοπάς—εἶναι λοιπόν, λέγω, ἀνάγκη διὰ τῆς συμπράξεως προσφύγων καὶ γηγενῶν βουλευτῶν νὰ παγιωθῇ ὁλόκληρος ἡ ἀστικὴ τάξις, διότι ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, τοῦτο ὀφείλεται κυρίως καὶ ἐξόχως ἐκ τοῦ ὅτι διεσαλεύθησαν τὰ θεμέλια, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν κατασκεύασμα τοῦ νεωτέρου Κράτους, ὅτι διεσαλεύθησαν αἱ βάσεις τοῦ ἀστικοῦ Κράτους. Πρὸς τὴν τοιαύτην συνεργασίαν γηγενῶν καὶ προσφύγων καὶ πρὸς τὴν ἀπὸ κοινοῦ στερέωσιν τῶν βάσεων τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος καὶ τὴν τελείαν ἀναγνώρισιν τῶν προσφυγικῶν δικαιωμάτων, πρὸς τὴν τοιαύτην, λέγω, συνεργασίαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καλέσω ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν νὰ προχωρήσῃ, διότι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ οὐχὶ δι’ ἀντιδικίας, ἀλλ’ ἐν πλήρει συμπνοίᾳ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ εἶχε κάμει ἡ Κυβέρνησις, ἀναλαβοῦσα νὰ κάμῃ αὐτὸ καὶ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν κατώρθωσε νὰ κάμῃ. (Χειροκροτήματα).
§79Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔληξεν ἡ συζήτησις. Νὰ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ συζήτησις εἶναι περαιωμένη. (Θόρυβος).
§81Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ λήξασα ἡ συζήτησις.
§82Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀληθῶς περίεργον ὅτι μετὰ τὴν μεγίστην προσέγγισιν τῶν ἑκατέρωθεν ἀπόψεων ἡ συζήτησις προσλαμβάνει ὀξύτητα τελείως ἀπροσδόκητον. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: ἡ συζήτησις θὰ θεωρηθῇ περαιωμένη ἢ ὄχι; Ἂν πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσων ἔχομεν παραδεχθῆ, ἡ ἀπάντησις δὲν θὰ ἦτο δύσκολος. Ἀλλ’ ὑπάρχουν συνάδελφοί τινες, οἱ ὁποῖοι, νομίζω, πρόκειται νὰ ἐκθέσουν ἀπόψεις ἐφ’ ὧν διαφωνοῦμεν. Διότι, ἂν πρόκειται νὰ ἐκθέσωσιν ἀπόψεις ἐπὶ τῶν ὁποίων συμφωνοῦμεν ἡμεῖς, ἤδη, θὰ παρῃτοῦντο τοῦ λόγου. Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐπὶ μακρόν; Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα, ὀφείλεται εἰς τὴν ἀσθένειαν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ὁ κ. Καφαντάρης ἐδήλωσεν ὅτι ἐν ἀνάγκῃ παραιτεῖται τοῦ λόγου. Δὲν δύναμαι νὰ προεξοφλήσω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων.
§83Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐν ἀνάγκῃ θὰ ὁμιλήσω ἀπόψε.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω. Θὰ μείνῃ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑλήψεις νέας. Ὁ κ. Παπαναστασίου δὲν θὰ ὁμιλήσῃ, νομίζω.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω. Θὰ μείνῃ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατόπιν θὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§87Σ. ΣΤΑΗΣ. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἕπεται ὅτι πᾶς τις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ.
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ, ὄχι, ὄχι.
§89Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν περνοῦν αὐτὰ ἐδῶ, κ. Πρόεδρε. Ἡ συζήτησις δὲν ἔχει περαιωθῆ.
§90Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ἵνα προσπαθήσω νὰ εὕρω μίαν λύσιν συμβιβαστικήν, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέψῃ εἴς τινας ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀπόψεις των....
§91Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ γίνῃ ἀπόψε ἡ ψηφοφορία.
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπόψε, ἀπόψε.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, καθήσατε κάτω. Μὴ φωνάζετε. (Θόρυβος).
§94Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἀναγκάζομαι νὰ καταλίπω τὸ βῆμα.
§95Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρέπει νὰ δηλωθῇ ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ παραιτηθῇ τοῦ λόγου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ἀλλὰ τοὐναντίον διαμαρτύρεται.
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω, ἂν δύναται νὰ ἐπέλθῃ μία συμβιβαστικὴ λύσις. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος ἀπόψε, παραιτουμένων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ παραιτηθοῦν. Λοιπὸν ἐρωτῶ ἂν παραιτοῦνται (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Λαδᾶς.... κλπ.» Ὑπάρχουν δύο ἀντίθετοι ἀπόψεις· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν καὶ ὑπάρχουν καί οἱ ἄλλοι οἱ μὴ παραιτηθέντες. Οἱ ὑπόλοιποι νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ ἓν τέταρτον, νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι τῶν ἀρχηγῶν.
§97Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ εἰς ποίους κοινοβουλευτικοὺς κανόνας καὶ ποῖα κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα στηρίζει τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς;
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. (Θόρυβος).
§99Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχων τὴν ἐντολὴν τοῦ Λαοῦ νὰ προασπίσῃ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω εἶναι ὅτι βεβαίως δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς συζητήσεως, ὁ ὁποῖος ἁρμόζει μόνον εἰς γυμναστήριον καὶ παλαίστρας. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω, διότι ἔχω ἐντολὴν νὰ ὁμιλήσω καὶ διότι ἡ δύναμίς μου εἶναι δύναμις, τὴν ὁποίαν ἀρύομαι ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ ὑψώσῃ τὸ ἀνάστημά του.
§100Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ὅλοι ἔχομεν τοιαύτην ἐντολήν.
§101Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός....
§102Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπιτρέπετε; Ἐρωτᾶτε ἐπὶ τῇ βάσει τίνος Κανονισμοῦ ἐπρότεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅ,τι πρὸ ὀλίγου ἐπρότεινε καὶ ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλουστάτη· ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφίσματος.
§103Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ψήφισμα δὲν λέγει τοιαῦτα πράγματα, δὲν ὁμιλεῖ περὶ συμβιβασμῶν.
§104Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ὁμιλεῖ περὶ συμβιβασμῶν, ἀλλὰ τοὺς συμβιβασμοὺς τοὺς κάμνει ἡ Βουλή. Αἱ διατάξεις τοῦ ψηφίσματος δὲν εἶναι αὐστηραὶ διατάξεις, ἀλλὰ δύνανται κατόπιν ἀποφάσεων νεωτέρων νὰ ὑφίστανται ποιάν τινα τροπολογίαν. Αὐτὸ ἔγινε καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅπου ἐπετράπη ἡ συζήτησις καὶ πέραν τοῦ τριώρου.
§105Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ μὴ μὲ διακόπτετε καὶ καταναλίσκετε τὴν ὥραν εἰς βάρος μου;
§106Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ καμμία συμπλήρωσις ὥρας εἰς σᾶς. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τί ζητεῖ; Νὰ μὴ τερματισθῇ τώρα ἡ συζήτησις, ἀλλὰ νὰ ἐξαντληθῇ ἀπόψε ὁ κατάλογος τῶν ἀγορητῶν καὶ νὰ ἀφεθῇ ἡ ψηφοφορία τὴν Δευτέραν, ὁπότε ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ δύο λέξεις, ὅπως ἔγινε καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 19. Δὲν βλέπω λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ καμμία παραβίασις Κανονισμοῦ ἢ ψηφίσματος. Δὲν παραλείπω δὲ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι ἴσως εἴμεθα ἀπὸ τὰς ὀλιγωτέρας Βουλάς, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν ἀνάγκην cloture τῶν συζητήσεων. Πανταχοῦ ἀλλοῦ, εἰς τὴν Γαλλίαν π. χ., ὑπάρχει cloture. Νομίζω ὅτι εἴμεθα ἐντὸς τοῦ ψηφίσματος καὶ ἐπαφιέμεθα εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων, ζητοῦντες νὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις. Πρίν συσταθῇ ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία διετύπωσεν ὡς διετύπωσε τὸ ἄρθρον 119, ἡ συζήτησις εἶχε περαιωθῇ καὶ δὲν ὑπῆρχον ἀγορηταί. Δὲν ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ γίνῃ ψηφοφορία, διότι ἦσαν τόσαι αἱ προτάσεις, ὥστε νὰ μὴ εἶναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ καθορίσῃ τὰς προτάσεις ἐφ’ ὧν θὰ ἐψήφιζε. Τότε εἴπομεν νὰ συστηθῇ μία Ἐπιτροπή, ἥτις νὰ διατυπώσῃ 1, 2 ἢ 3 σχέδια ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119. Ἤδη κατὰ τὴν ἐκ νέου συζήτησιν τοῦ ἄρθρου ἤρχισεν αὕτη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν καὶ ἐπανελαμβάνοντο τὰ ἴδια πράγματα, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119. Νομίζω ἤδη ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν πλήρει τάξει καὶ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῆς θέλουσα νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ μετὰ ταῦτα νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία. Εἰς τοῦτο ἔχω νὰ ἀντείπω τὸ ἑξῆς. Ἂν ὁ λόγος εἶναι μόνον τύπος, ἂν ὁ λόγος δὲν ὑφίσταται παρὰ μόνον διὰ τὰ προσχήματα, διὰ νὰ ἀκούεται μία φωνὴ καὶ οὐδένα ἔχει σκοπόν, τότε βεβαίως ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ γίνῃ δεκτή. Ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι οὐδὲν πλέον τούτου ἔπραξεν ἡ δικτατορία, διότι δικτατορία δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν κατάργησιν τοῦ λόγου καὶ τὴν ἐπιβολὴν τῶν ἔργων της διὰ τῆς βίας. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα βασίζεται μόνον ἐπὶ τοῦ λόγου καὶ μόνον ἐπὶ τῆς πειθοῦς τῆς ὑπὸ τοῦ λόγου ἐπιβαλλομένης. Ἂν πρόκειται ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ὁμιλήσῃ διὰ νὰ ὁμιλήσῃ, εἶναι περιττὸν καὶ νὰ ὁμιλήσῃ καὶ εἶναι περιττὸν νὰ εὑρισκώμεθα καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα. Ἂν πρόκειται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὁμιλήσῃ βασιζόμενος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὅτι τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα βασίζονται ἐπὶ τῆς πειθοῦς τῆς βασιζομένης ἐπὶ τοῦ λόγου, τότε θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀντιτάξω εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην ἐγὼ ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί μένει ἀπὸ ὅσα πρὸ ὀλίγου ἠκούσθησαν ἐνταῦθα; Τί μένει ἀπὸ ὅσα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός; Δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς κλονίζεται ἐκ βάθρων τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, διότι «Parlement» Κοινοβούλιον δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ κένντρον εἰς τὸ ὁποῖον ἀκούεται ὁ λόγος. Δὲν θέλετε νὰ μὴ ἀκούετε, εἶσθε ἐλεύθεροι. Μὴ νομίζετε ὅτι, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης συνάδελφος, ὅτι μὲ τέρπει νὰ ὑπερασπίζωμαι διὰ τοῦ λόγου τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦμαι ἐκ τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβον. Δὲν μὲ τέρπει, ἐκτελῶ καθῆκον. Εὑρισκόμενος πρὸ τῆς βίας ὑμῶν ὑποκύπτω εἰς τὴν βίαν αὐτὴν καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος, ἀλλὰ κατέρχομαι διαμαρτυρόμενος.
§109Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἔγινε δεκτή; Ἂν ἔγινε δεκτή, ἔχει καλῶς. Ἂν δὲν ἔγινε δεκτή, τὴν ἀποσύρω καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἂν παρελθόντος τοῦ ἑξαώρου δύναται νὰ κηρυχθῇ περαιωθεῖσα ἡ συζήτησις.
§110Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔγινε δεκτή;
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§112Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐκ τῶν ρητόρων, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν ὅτι θὰ ὁμιλήσουν, θὰ ἀγορεύσῃ ἕκαστος ἐπὶ ¼ τῆς ὥρας, ὡς ὁρίζει τὸ ψήφισμα. Μετὰ τοῦτο οἱ λοιποὶ παραιτηθέντες τοῦ λόγου δὲν δύνανται νὰ ζητήσωσιν ἐκ νέου νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις θέλει περαιωθῆ, θὰ ὁμιλήσουν δὲ μόνον οἱ ἀρχηγοί. Ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς ἀγορεύσεως. Ὁ κ. Παπαναστασίου πιθανῶς παραιτεῖται. Ὁ κ. Μεταξᾶς ὀλίγας λέξεις ἔχει νὰ εἴπῃ. Μετὰ δὲ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀρχηγῶν θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία τὴν Πέμπτην.
§113Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἄνευ εἰσηγήσεως ἰδιαιτέρας, ἐφόσον μακραὶ εἰσηγήσεις συνοδεύουσι τὰ διάφορα νομοσχέδια, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1ον) «Περὶ ρυθμίσεως σχέσεων μεταξὺ συνιδιοκτητῶν μεταλλείων». 2ον) «Περὶ συστάσεως ταπητουργικῆς Ἑλληνικῆς προνομιούχου Ἑταιρείας». 3ον) «Περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν». 4ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς διεθνοῦς συμβάσεως τῆς Γενεύης περὶ νυκτερινῆς ἐργασίας ἐν τοῖς ἀρτοποιείοις». 5ον) «Περὶ προστασίας καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἐγχωρίου λιγνίτου». 6ον) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ γενικῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος νόμων». 7ον) «Περὶ εὑρέσεως ἐργασίας καὶ ὑποχρεωτικῆς ἀσφαλίσεως τῶν κατὰ τῆς ἀνεργίας ὑπαλλήλων, ἐργατῶν καὶ ὑπηρετῶν». 8ον) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἄλλων συναφῶν διατάξεων νόμων πρὸς ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν». 9ον) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1923 Διατάγματος περὶ κωδικοποιήσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων 2868 καὶ τῶν ἀπὸ 19 Νοεμβρίου 1923 τροποποιοῦντος καὶ συμπληροῦντος αὐτὸν Ν. Διαταγμάτων». 10ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς διεθνοῦς συμβάσεως τῆς ἐργασίας τῆς ἀφορώσης τὴν ἰσότητα τῶν ἀλλοδαπῶν καὶ ἰθαγενῶν ἐργατῶν εἰς ζητήματα ἀποζημιώσεως τῶν ἀτυχημάτων τῆς ἐργασίας». 11ον) «Περὶ χρηματιστηρίων ἀξιῶν». Διὰ τοῦ τελευταίου τούτου νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ αὐτοδιοίκησις καὶ αὐτονόμησις τοῦ Χρηματιστηρίου ἄνευ παρεμβάσεως ἑκάστοτε τῶν δαφόρων ἐπιρροῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐλπίζω νὰ τύχῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς τροποποιήσεως σχεδὸν τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, θὰ ἀναγάγῃ τὸ Χρηματιστήριον καὶ τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὸ μέλη εἰς τὸ ὕψος τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἶχε.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Μεταξᾶς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1ον) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 23 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Διατάγματος περὶ θέσεως διατάξεών τινων εἰς τοὺς περὶ λιμένων καὶ πορθμοῦ Εὐρίπου νόμους». καὶ 2ον) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 5ης Αὐγούστου 1923 περὶ ναυτικῆς σημάνσεως τοῦ στενοῦ Πρεβέζης τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου». Προκειμένου νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, παρακαλῶ τοὺς ἐγγεγραμμένους νὰ εἶναι παρόντες διὰ νὰ ὁμιλήσουν, ἄλλως θὰ κηρύξω τὴν συζήτησιν περαιωμένην.
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9.20′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ.)
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 119ου ἄρθρου. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Μπούσιος.
§118Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κατόπιν τῶν προθέσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἄρθρον 119, ὅλαι δὲ αἱ σχετικαὶ διατάξεις ἐπειγούσης μορφῆς περιληφθῶσιν εἰς σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπέχῃ τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 119, ἐνόμιζα ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ ἐγένετο δεκτή, διότι ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ δύο συναδέλφους, τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἀρχηγῶν ἐπίσης κομμάτων καὶ τοιουτοτρόπως θὰ παρεκάμπτετο τὸ τυπικὸν κώλυμα, τὸ ὁποῖον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, φέρει πλῆγμα κατὰ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἐμφανίσεως αὐτοῦ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι πόσας ἡμέρας διήρκεσε καὶ πόσοι ἠγορεύσαμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19. Ἐφθάσαμεν τέλος πάντων εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἐδώσαμεν τὸν τύπον τοῦ ἄρθρου 19 καὶ περιελήφθη εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὅταν λοιπὸν τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος πρόκειται νὰ ἀκυρωθῇ τρόπον τινὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 119, δὲν βλέπω διατί νὰ κάμωμεν τόσον θόρυβον καὶ τόσον κόπον διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 19, ἀφοῦ πρόκειται τὸ 19ον ἄρθρον νὰ μὴ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν παρὰ μετὰ μίαν πενταετίαν, ὁπότε δὲν γνωρίζομεν, ἂν καὶ τὸ ὅλον Σύνταγμα δὲν θὰ χρειασθῇ ὡς ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων νὰ τροποποιηθῇ, ἐπὶ τὸ προοδευτικώτερον βεβαίως, ὄχι ἐπὶ τὸ συντηρητικώτερον. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποῖον σκοπὸν εἶχεν ὅλος αὐτὸς ὁ ἀγὼν διὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος. Ὁπωσδήποτε αὐτὸ ἐξαρτᾶται ὑπὸ τὴν γνώμην τῆς πλειονότητος τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ διακανονισθῶσι διὰ τοῦ ἄρθρου 119 μὲ ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ παρέβλαπτε τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ποῖα εἶναι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 119; Εἶναι ἡ ἀστικὴ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων, εἶναι ἡ συμπληρωματικὴ ἀγροτικὴ ἐγκατάστασις ἀκτημόνων προσφύγων καὶ ἐντοπίων ἀγροτῶν καὶ ἡ ἐγκατάστασις τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων. Νομίζω ὅτι μὲ τὴν πρώτην μέριμναν περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων θὰ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὄχι βεβαίως ὑπὸ τὸν τύπον συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν τύπον γενικωτέρας συζητήσεως, τὸ ὅλον προσφυγικὸν ζήτημα. Διότι, προκειμένου νὰ συζητήσωμεν περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων καὶ νὰ λάβωμεν ὁριστικὰς ἀποφάσεις, θὰ εἴχομεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς, οἱ ἡμίσεις τοὐλάχιστον ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μίαν πενταετίαν ὁλόκληρον δὲν παρηκολουθήσαμεν νομοθετικὸν ἔργον, ὅταν ἦτο ἡ Δʹ Συνέλευσις καὶ τὸ μετ’ αὐτὴν καθεστώς, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν μίαν ἰδέαν τί ἐγένετο μέχρι τοῦδε διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων καὶ τίνων θὰ εἴχομεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν εἰς τὸ μέλλον. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γίνῃ, παρετηρήσαμεν ὅμως εὐχαρίστως ὅτι αἱ ἀκρότητες αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτήρισαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος ἤρχισαν νὰ ὑποχωροῦν. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸς ἔτεινε χεῖρα πρὸς τὰς συντηρητικωτέρας ἀπόψεις καὶ κατεφάνη μία προσπάθεια ὅπως φθάσωμεν εἰς θετικὰς ἀντιλήψεις, χωρὶς νὰ ἀφιστάμεθα ἑκατέρα τῶν πλευρῶν ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις μας περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας καὶ συγχρόνως ἀπὸ τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τῶν ἀκτημόνων. Νομίζω ὅμως ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγορᾶς ἢ ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδων πρὸς ἐγκατάστασιν προσφύγων ἀπεδόθη μεγαλυτέρα τῆς δεούσης σημασία. Διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαταστάσεως δὲ θὰ λυθῇ μόνον μὲ τὴν ἀγορὰν ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον τῶν οἰκοπέδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ γίνωσιν αἱ οἰκοδομαί. Τὸ ζήτημα ἔχει ἀμεσωτάτην σχέσιν μὲ τὰ ὑλικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ χρειασθῶσι διὰ τὴν οἰκοδόμησιν τῶν κτιρίων. Καὶ ὡς γνωρίζετε ὅλοι, παίζει τὸν μέγιστον ρόλον τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης διὰ τὴν οἰκοδομήν. Προκειμένου νὰ οἰκοδομήσῃ τις ἐπὶ οἰκοπέδου κειμένου παρὰ τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος ἢ τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας, ἐπὶ οἰκοπέδου τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία θὰ εἶναι ἑνὸς ἑκατομμυρίου, θὰ χρειασθῇ ἕως ἕξ ἑκατομμύρια διὰ τὴν οἰκοδομήν. Τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν ἕξ ἑκατομμυρίων θὰ χρειασθῇ διὰ τὴν αὐτὴν οἰκοδομὴν εἰς ἀπόκεντρον σημεῖον τῆς πόλεως, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ οἰκόπεδον θὰ στοιχίσῃ μόνον 100–300 χιλιάδας δραχμῶν. Ὅταν λοιπὸν κυμαίνεται ἡ ἀξία τοῦ οἰκοπέδου μεταξὺ πέντε καὶ ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς οἰκοδομῆς καὶ πρόκειται τὸ Κράτος νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ χρειασθῇ νὰ δαπανηθῇ διὰ τὴν οἰκοδομὴν μιᾶς διπλοκατοικίας ἢ τριπλοκατοικίας, ὅπως κατοικήσωσιν ἐν αὐτῇ τρεῖς οἰκογένειαι, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης ὀλίγων χιλιάδων, αἱ ὁποῖαι θὰ χρειασθῶσι διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν οἰκοπέδων. Διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐξεύρεσις τοῦ οἰκοπέδου δι’ ἀπαλλοτριώσεως συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 119, ἐνῷ ἴσως θὰ λείψουν τὰ ἄλλα μέσα διὰ τὴν δαπάνην τῆς οἰκοδομῆς, ὅτε καὶ ἡ ἀγορὰ τοῦ οἰκοπέδου θὰ εἶναι περιττή. Ἔχομεν δὲ παραδείγματα καὶ εἰς ἄλλας πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας πρὸ τεσσάρων καὶ πέντε ἐτῶν ἀπηλλοτριώθησαν οἰκόπεδα καὶ δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν εἰσέτι πρὸς οἰκοδομὴν καὶ φωνάζουν οἱ ἰδιοκτῆται διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν οἰκοπέδων των καὶ τὴν ἐκκρεμότητα εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, μὴ ἐπερχομένης τῆς παραλαβῆς καὶ ἀποζημιώσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲ τῆς Ἀποκαταστάσεως ἀπαντᾷ πρὸς αὐτοὺς ὅτι δὲν παραλαμβάνει τὰ οἰκόπεδα διὰ νὰ ἀρχίσῃ οἰκοδομάς, διότι δὲν ἔχει χρήματα, διότι δὲν ἔγινε τὸ δάνειον. Εἴδομεν πολλοὺς τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς παρελάσαντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ κατατρίβωνται εἰς πολλὰς λεπτομερείας διὰ τὰ οἰκόπεδα τῆς πρωτευούσης. Δὲν τοὺς κατακρίνω, διότι ὡμίλησαν ἔχοντες ἀκριβῆ ἀντίληψιν τοῦ πράγματος, ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν τὸ μεγαλύτερον ζήτημα, τὸ τί θὰ γίνουν αἱ ἐπαρχίαι, τί θὰ γίνουν αἱ πραγματοποιηθεῖσαι μέχρι τοῦδε ἀπαλλοτριώσεις ἀγροτικῶν κτημάτων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ γίνονται, ὅπως συμπληρωθῶσιν αἱ ἐγκαταστάσεις ἀγροτῶν ἐντοπίων ἢ προσφύγων. Ἄν περιορισθῶμεν εἰς τὰ ζητήματα περὶ τῶν προσφύγων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐγὼ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐκ μέρους ὅλης τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἐπλήγη περισσότερον μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἀπαλλοτριώσεων ἀπὸ τὰς πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ ἄρθρον 119, ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῶμεν περισσότερον μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας ἀπαλλοτριώσεις καὶ ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ φαρμοσθῇ ἐπὶ μίαν πενταετίαν καὶ διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς. Ἡ ἐξαιρετικὴ διάταξις, ἡ ὁποία θὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 119, ἔχει ἀφετηρίαν εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ 1922, τὸ ὁποῖον δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀναστείλῃ τὴν προκαταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως. Αὕτη ὅμως ἡ διάταξις ἐφηρμόσθη ὄχι μόνον διὰ τοὺς πρόσφυγας, διότι ἐγένετο πολὺ χρῆσις ἢ μᾶλλον κατάχρησις τῆς προσφυγικῆς ἀνάγκης καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 19 καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 119, ἀπέναντι ἄλλων ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τόσον ἐπειγούσης μορφῆς, ὡς ἡ ἀνάγκη τῆς προσφυγικῆς ἐγκαταστάσεως. Διότι αἱ ἀπαλλοτριώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν καὶ μετὰ τὴν προσφυγὴν τῶν προσφύγων ἀδελφῶν καὶ πρὸ αὐτῆς, ἔπληξαν κυρίως τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἐντοπίων ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Οὕτως ἢ ἄλλως ὅμως ὁ σκοπὸς τῆς συντάξεως τοῦ ἄρθρου 119 εἶναι ἡ μὴ προκαταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως. Βεβαίως ἡ μὴ προκαταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως ἐμφανίζει μίαν ἀπόκλισιν ἀπὸ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 19. Καὶ εἶναι ὅμως αὐτὸ καὶ μόνον τὸ πλῆγμα, τὸ ὁποῖον φέρεται κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸ τὸ κύριον παράπονον τῶν ἰδιοκτητῶν. Τὸ κύριον παράπονον τῶν ἰδιοκτητῶν εἶναι ἡ ἐπ’ ἀόριστον ἀναβολὴ τῆς καταβολῆς τοῦ τιμήματος, διότι καὶ ὅταν θὰ ὑπάγητε νὰ ἀγοράσητε ἓν πρᾶγμα ἀπὸ ἓν οἱονδήποτε κατάστημα, δύνασθε νὰ ζητήσητε πίστωσιν, ἀλλὰ θὰ ζητήσητε πίστωσιν ὡρισμένου χρονικοῦ ὁρίου, εἰς τὸ τέλος τοῦ ὁποίου εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἀντιμετωπίσητε τὴν ἀνάγκην τῆς πληρωμῆς. Ἐδῶ δὲν συμβαίνει τοῦτο. Ἐδῶ ὄχι μόνον δὲν προκαταβάλλετε τὸ τίμημα, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει χρονικόν τι ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ γίνῃ μία προκαταβολή. Οὔτε ὁ ἀγροτικὸς νόμος προβλέπει περὶ τούτου, νὰ τάξῃ τέλος πάντων ὅριον εἰς αὐτὴν τὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία γίνεται ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων, οὔτε οὐδεὶς ἄλλος νόμος, οὐδὲ καὶ αὐτὴ ἡ μεταβατικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος προβλέπει περὶ αὐτοῦ. Ἐλέχθη ὅτι θὰ ἰσχύσῃ τὸ ἄρθρον ἐπὶ μίαν πενταετίαν. Ἀλλ’ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἴσχυσεν ἤδη ἐπὶ μίαν ἄλλην πενταετίαν, ἔχομεν μίαν δεκαετίαν ὁλόκληρον ἄνευ χρονικῶν ὁρίων πρὸς καταβολὴν τῆς πληρωτέας ἀποζημιώσεως. Ὅταν διὰ μίαν ἀποζημίωσιν ὀφειλομένην δὲν καταβάλλεται τίποτε, οὔτε ἐντὸς τῶν πέντε ἐτῶν, τὰ ὁποῖα παρῆλθον μέχρι τοῦδε, οὔτε ἐντὸς τῶν πέντε ἐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπακολουθήσουν καὶ τὰς γενομένας ἀπαλλοτριώσεις, ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδένα δισταγμὸν νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι μόνον ἀναστολὴ τῆς πληρωμῆς, ἀλλ’ εἶναι ἔλλειψις πάσης πληρωμῆς. Κατὰ τὸν ἐφαρμοσθέντα μέχρι τοῦδε ἀγροτικὸν νόμον, αἱ γενόμεναι ἀπαλλοτριώσεις διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς ἀπαλλοτριώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδικάσθησαν καὶ ἐπληρώθησαν ὁμολογίας, εἰς ἀπαλλοτριώσεις αἱ ὁποῖαι ἐξεδικάσθησαν καὶ δὲν ἐπληρώθησαν καὶ εἰς ἀπαλλοτριώσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξεδικάσθησαν ἀκόμη. Ὅλα δὲ σχεδὸν τὰ ἀπαλλοτριωθέντα κτήματα εἶναι ἀδιανέμητα ἐπ’ ὀνόματι τῶν συνεταιρισμῶν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ γνωρίζουν οὔτε οἱ ἰδιοκτῆται ὑπὲρ τίνος ἐγένετο ἡ θυσία αὐτή, οὔτε ὁ ἀποκατασταθεὶς ἂν ὄντως ἐγένετο ἰδιοκτήτης τῆς περιουσίας, ἡ ὁποία τῷ ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Κράτους μὲ αὐτὸ τὸ ἐξαιρετικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐζημίωσε τοὺς ἰδιοκτήτας ὄχι κατὰ ἓν ποσὸν γνωστόν, ἀλλὰ καὶ ὁλοκληρωτικῶς, ἐφόσον δὲν ἔλαβον ἀκόμη τίποτε ἀπέναντι τῆς περιουσίας των. Ἡ ἀναβολὴ πρὸ παντὸς καί ἡ ἀδυναμία τοῦ Κράτους ὅπως προβῇ εἰς τὴν κατανομὴν αὐτῆς τῆς περιουσίας ματαιώνει τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία προσετέθη εἰς τὸ ἄρθρον 19 καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 119 ἐξυπακούεται, ὡς καὶ εἰς ὅλα γενικῶς τὰ μέτρα τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς, δηλαδὴ ἡ δημοσία ὠφέλεια. Διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν θὰ μείνῃ ἀνύπαρκτος, ἐφόσον δὲν ἔγινεν ἡ διανομὴ καὶ παράδοσις εἰς τοὺς εἰς τοὺς δικαιούχους. Τὸ δὲ Κράτος δὲν εὑρέθη εἰς τὴν δυσκολίαν νὰ προβῇ εἰς κατανομὴν μόνον τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπηλλοτρίωσεν ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας. Τὸ μέτρον αὐτὸ ἐφαρμόζεται μετὰ μιᾶς ἀναλγησίας, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τὴν λέξιν, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἄλλας προκατόχους Κυβερνήσεις, διότι ὑπάρχουν καὶ κτήματα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα δὲν ἐφρόντισεν ἀπὸ αὐτὰ νὰ κατανείμῃ. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὅταν πρὸ δεκατετραετίας ἐπεσκέφθη τὴν ἐπαρχίαν Γρεβενῶν, ὅπου ὑπῆρχον τὰ Ἰμλάκια, καλούμενα, κτήματα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τοὺς χωρικοὺς τὸ 1919 καὶ τῶν ὁποίων τὸ ἀντίτιμον ὡρίσθη ἐντὸς ὁρίων βεβαίως λίαν συγκαταβατικῶν, ἔχει δὲ ἤδη πληρωθῆ πρὸ τριετίας. Ἦτο πολὺ εὔκολον τὸ Κράτος νὰ εἴπῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους νὰ κάμουν τὴν κατανομὴν καὶ νὰ παρουσιάσουν ἕνα κατάλογον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμεν, ἔδωσε δὲ παραχωρητήρια εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ τοὺς ἀφῆκε νὰ τρώγωνται μεταξύ των. Πωλοῦν καὶ ἀγοράζουν μεταξὺ των ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἐξουσιάζουσι.
§119Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἄν πληρωθῇ τὸ τίμημα, δὲν ἐξουσιάζουν;
§120Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κατέχουν τὰ κτήματα οἱ συνεταιρισμοί, δὲν ἐγένετο ἡ διανομή, ὅπως καὶ εἰς τὰ τσιφλίκια τῶν ἰδιωτῶν. Τὸ ἴδιον ἔγινε μὲ τὰ τσιφλίκια τοῦ Δημοσίου, ὅπου δὲν ὑπῆρχε κανὲν κώλυμα νὰ γίνῃ ἡ κατανομή. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἑλκύει τὴν προσοχήν μας καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 ἀνεπτύξαμεν, δὲν εἶναι ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζομεν, τῆς ἀποκαταστάσεως εἴτε ἀστῶν εἴτε ἀγροτῶν ἀκτημόνων, ἀλλὰ τὸ μέγα ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀπαλλοτριουμένης περιουσίας καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιβάρυνσιν τῆς πληρωμῆς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πολὺ ἢ ὀλίγον πρόκειται νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς δίκαιον, ὀφειλόμενον εἰς τοὺς ἄνω πως πλησσομένους ἰδιοκτήτας. Ὑπεστηρίχθη ἐπανειλημμένως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῶσι περισσότερον οἱ ἀγρόται καὶ νὰ πληρώσουν περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐπλήρωνον. Ἂν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου θὰ ἴδητε κατὰ περιφερείας τὸ πληρωνόμενον ὡς προσωρινὸν μίσθωμα, τὸ ὁποῖον θὰ συμπληρωθῇ κατὰ τὴν ὁριστικὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀποζημιώσεως πρὸς τὸ τοκοχρεωλύσιον, τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῇ ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν ἢ εἰκοσαετίαν ὅσον θὰ ὁρισθῇ κατὰ τὴν ὁριστικὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἀπαλλοτριουμένου ἐδάφους; Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα· ἕνα κτῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουν δύο εἴδη ἀποκατεστημένων ἀκτημόνων γεωργῶν, ἐντοπίων καὶ προσφύγων, κατὰ τὰς δηλώσεις αὐτῶν τῶν ἰδίων καλλιεργητῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ὑποστῆ κανένα ἔλεγχον παραγωγῆς ποσοτικόν, παρήχθησαν παρὰ μὲν τῶν ἐντοπίων εἰς δημητριακὰ εἰς διάστημα ἑνὸς γεωργικοῦ ἔτους ἀξίας 274,000 δραχμῶν, παρὰ δὲ τῆς προσφυγικῆς ὁμάδος παρήχθησαν δημητριακά, κατὰ τὰς δηλώσεις αὐτῶν τῶν ἰδίων ἀξίας 48,000 περίπου δραχμῶν. Τὸ σύνολον ὅλων αὐτῶν τῶν εἰσοδημάτων, τὸ ὁποῖον ἀπεκόμισαν, ἀνέρχεται εἰς 322,000 δραχμὰς μὲ τὰς τρεχούσας τιμὰς τῶν σιτηρῶν. Τὰ λοιπὰ εἰσοδήματα ἐκ κήπων, ἀμπέλων, περιβολίων κλπ. ἀφίνομεν ἀνυπολόγιστα. Ἀπέναντι τῶν 322,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισαν οἱ καλλιεργηταὶ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν δημητριακῶν ἑνὸς καὶ μόνον ἔτους, κατὰ τὸν ἀγροτικὸν νόμον ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς προσωρινὸν δῆθεν μίσθωμα ἐκ 5155 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὁ ἰδιοκτήτης δύναται νὰ λάβῃ, ἂν θέλῃ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ τοῦ τὸ δώσῃ. Καὶ θὰ λάβῃ μόνον 5155 δραχμὰς ἀπέναντι εἰσοδήματος ἐκ 322,000 δραχμῶν, ἤτοι μόλις 1½%. Ποσὸν μικρότερον ἀκόμη καὶ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπλήρωνον ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου γεωργικῆς προσόδου. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι οἱ γεωργοὶ δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι δίδουν, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δίδουν τώρα, εἶναι μηδέν, οὔτε θὰ εὑρεθῇ ἰδιοκτήτης ἔστω καὶ τῆς ἐσχάτης ἀνάγκης νὰ δεχθῇ νὰ λάβῃ 5% μόνον ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ γεωμόρου, τὸ ὁποῖον ἔχασεν. Ὅταν χάνῃ τὸ γεώμορον καὶ πρόκειται νὰ λάβῃ μόνον 5% ἀπὸ τὸ γεώμορον, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ στέρξῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέχει εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον, εἶναι ἡ ἐπίσπευσις τῆς ἐκδικάσεως ἐντὸς χρονικοῦ ὁρίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γίνῃ ἡ καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ δὲ καταβολὴ ὑφίσταται καὶ μείωσιν, ὡς ἐγένετο καὶ διὰ τοὺς πρόσφυγας, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰς ὁμολογίας των μὲ ἐλάττωσιν τῆς ἀξίας των κατὰ τὸ ἥμισυ, διότι αἱ ὁμολογίαι τῆς ἀπαλλοτριώσεως εἶναι ἀκάλυπτοι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποστῶσι μίαν σοβαρὰν ἔκπτωσιν παρουσιαζόμεναι πρὸς πώλησιν εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Χρηματιστηρίου. Ὅταν λάβωμεν αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν, τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σκέψιν νὰ ἐννοήσωμεν πόσον εἶναι δίκαια τὰ παράπονα τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ πόσον ἄδικα τὰ παράπονα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ὑπερασπισταὶ τῶν ἰδιοκτητῶν ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία τοιαύτη σκέψις εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Πᾶς εὑρεθεὶς ὡς ἰδιοκτήτης ἔπραξε τοῦτο πρὸς ἀποταμίευσιν. Ἔχων περίσσευμα μετρητῶν καὶ ἀγοράσας ἀκίνητον ἀγροτικὸν δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ διατηρήσῃ τὸ ἀγροτικὸν κτῆμα διὰ νὰ λέγεται βαρῶνος ἢ μαρκήσιος, ὡς ἐλέγοντο κατὰ τὸν Μεσαίωνα εἰς τὴν Εὐρώπην. Τὸ ἔχει ὡς ἀντίκρυσμα δι’ εἰσόδημα, ὅταν δὲ κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ τοῦτο δι’ ἄλλης ὁδοῦ, δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ὅταν λάβῃ ἀμέσως τὸ τίμημα τῆς περιουσίας του. Εἰδικῶς ὅμως διὰ τὰς Νέας Χώρας ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, διότι συντρέχουσι καὶ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις καὶ εἰδικαὶ νομοθεσίαι. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἐψηφίσθη νόμος ἀπαγορεύων τὴν μεταβίβασιν ἀκινήτων εἰς τὰς Νέας Χώρας. Δὲν ὑπάρχει σήμερον κτηματικὴ πίστις εἰς τὰς Νέας Χώρας. Δὲν ἐδόθη οὔτε δίδεται ἐνυπόθηκον δάνειον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Μόλις ἐσχάτως ἤρχισαν νὰ δίδωνται ἐνυπόθηκα δάνεια ἐπὶ ἀστικῶν κτημάτων. Πρὸς τούτοις ἀνεκαλύφθη καὶ ἡ διαφορὰ τῆς Μουσουλμανικῆς καὶ Ἑλληνικῆς νομοθεσίας ὡς πρὸς τὴν διαβάθμισιν τῆς κυριότητος, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἀγροτικῶν κτημάτων εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ ἀνεπήδησαν διάφοροι μελετηταὶ δῆθεν τοῦ Κορανίου καὶ τῆς Μουσουλμανικῆς νομοθεσίας, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἑρμηνεύσωσι καὶ βαθμολογήσωσι τὴν διαφοράν, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ πλήρους κυριότητος κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον καὶ ἠλαττωμένης κυριότητος κατὰ τὸ Μουσουλμανικὸν Δίκαιον, ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν οὐδόλως ἦτο μειωμένη, διότι ὁ ἰδιοκτήτης μὲ τοιαύτην μειωμένην δόσιν κυριότητος διέθετεν ἐλευθέρως τὴν ἀγροτικὴν περιουσίαν του, ἠδύνατο νὰ τὴν πωλῇ, νὰ τὴν ἀγοράζῃ, νὰ τὴν ὑποθηκεύῃ. Βλέπω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀσχάλλετε.
§121Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διότι συζητεῖτε ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
§122Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Μάλιστα, εἶναι ἡμίσεια ὥρα.
§123Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐπὶ τίνος θέλετε νὰ συζητήσω; Ὑπάρχει λοιπὸν ἡ ἐπιβάρυνσις αὐτὴ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν Νέων Χωρῶν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία σήμερον δημιουργεῖ μειονεκτικὴν θέσιν εἰς βάρος τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἐπίσης εἰς τὰς Νέας Χώρας, ὡς γνωρίζετε, αἱ πολεμικαὶ περιπέτειαι ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι τοῦ 1918 ἔπληξαν περισσότερον τὴν Ἀνατολικὴν καὶ Δυτικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Δυτικὴν Θράκην. Ἐλέχθη πολλάκις ἐδῶ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ὅτι μετὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, κατὰ τὴν διάρκειάν του, ἀπεκόμισαν, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἰσόδημα πολλαπλάσιον. Αὐτὴ ἡ περίπτωσις δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς Νέας Χώρας, διότι κατὰ τὰ ἔτη αὐτά, καθ’ ἃ ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις, ἐπῆλθον καὶ τὰ γνωστὰ γεγονότα, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ὑπέστησαν διωγμοὺς ἐσωτερικοὺς καὶ ἐχθρικούς. Ἔχομεν τὰ παραδείγματα τῶν ὁμόρων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ γνωρίζομεν πόσα θύματα ἔχουσι νὰ θρηνήσωσιν οἱ ἐκεῖθεν καταγόμενοι συνάδελφοι. Ὅλα αὐτὰ συνετέλεσαν πολὺ εἰς τὸν ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχουν νὰ κάμωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μερῶν ἐκείνων, προκειμένου νὰ κάμωσι συγκατάβασιν, κατὰ γενικὸν καθῆκον, ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Καὶ ὅταν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀντίληψις, βεβαίως πρέπει νὰ δικαιολογεῖτε καὶ τὴν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἠναγκάζοντο, ὑπεραμυνόμενοι τῶν συμφερόντων των, νὰ φέρουν εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐγκρίνουσι, διότι εἰς τὰς Νέας Χώρας ἔχει ἐπιπέσει τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς προσφυγικῆς ἐγκαταστάσεως. Ὅταν ὅλα αὐτὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, εἶμαι βέβαιος, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 119, ὅτι θὰ ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι μόνον λύσις δικαία δύναται νὰ θέση τέρμα εἰς τὰ ζητήματα αὐτά. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἡ ἐπαναστατικὴ διάταξις τοῦ 1922 ἀφῆκεν ἐκκρεμῆ ὅλα τὰ ζητήματα καὶ ἐρχόμεθα τώρα νὰ τὰ συζητήσωμεν πάλιν ὅλα. Ἄν καὶ σήμερον μιμηθῆτε τὴν ἀναβλητικότητα αὐτὴν καὶ εἰς τὸ μέλλον, βεβαίως ὄχι τὸ ἄρθρον 119, ἀλλ’ οἱονδήποτε ἄρθρον τοῦ Συντάγματος δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἰσχὺν καὶ θὰ μένουν ἐκκρεμῆ τὰ ζητήματα καὶ θὰ κινδυνεύωμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ἐπανάληψιν αὐτῶν εἰς κάθε βῆμα. Ἀποζημιώσατε τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ἐπιταχύνατε αὐτὴν τὴν λύσιν. Θὰ δώσητε μετρητά, θὰ δώσητε ὁμολογίας. Νὰ περιορίσητε τὴν ἀπαλλοτρίωσιν εἰς τὴν ἀπολύτως μεγάλην ἀνάγκην καὶ ὄχι νὰ προβαίνητε εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε εἰς ἀπαλλοτριώσεις ἄνευ ἀνάγκης. Πάντως πρέπει νὰ τεθῇ ἓν ὅριον χρονικῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ὅριον ποσοτικὸν αὐτῆς. Ἄλλως, θὰ γεννήσητε ἀντιδράσεις ἀδικαιολογήτους μὲν ἴσως γενικῶς ἐνώπιον τῆς παρουσιαζομένης ἀνάγκης, ἀλλὰ δεδικαιολογημένας πληρέστατα ἀπέναντι τῆς πλήρους δημεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζετε σήμερον. (Χειροκροτήματα).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§125Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, διότι τὸ θέμα εἶναι ἐντελῶς ἐξηντλημένον καὶ δὲν ἔχω νὰ θίξω παρὰ μόνον μερικὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠσχολήθησαν οἱ λοιποὶ συνάδελφοι. Εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὲν ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ κανεὶς ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ αἰσθάνεται αἴσθημα ζωηρᾶς συμπαθείας πρὸς τοὺς πρόσφυγας καὶ νὰ μὴ ποθῇ ὁλοψύχως τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν. Καὶ θὰ ἔλεγον τοῦτο, ὅτι μετὰ τὴν διαστολήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 119 καὶ μετά τινας μακρὰς παρατηρήσεις, δὲν θὰ ὑπῆρχε μεγάλον στάδιον συζητήσεως. Ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς περιφερείας Πειραιῶς θὰ εἶχον νὰ θίξω ἓν καὶ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, τοῦ ὁποίου τὴν ἀπουσίαν παρατηρῶ μετὰ λύπης μου, διότι ἡ ὁμιλία μου ἀπευθύνεται εἰδικῶς πρὸς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ. Δὲν ἐννοῶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται τόση συζήτησις διὰ τὸ ἄρθρον 119 καὶ πρόκειται τέλος πάντων ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τίνα λόγον εἶχον αἱ ἐπιτάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν τὴν 30ὴν Ἀπριλίου, δηλαδὴ ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ληφθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτή. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ ἔκαμε ζωηρὰν ἐντύπωσιν εἶναι ὅτι ἐπετάχθη ἓν οἰκόπεδον εἰς τὸν Πειραιᾶ ἀνῆκον εἰς τὸν Ἅγιον Διονύσιον. Εἰς τὰ 1922 τὸν Δεκέμβριον ὁ ναὸς ἐξεμίσθωσε τὸ οἰκόπεδον τοῦτο εἰς 9 πρόσφυγας ἐμπόρους, οἵτινες καὶ ἀνέλαβον ἐπὶ μίαν τριετίαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνεγείρουν μερικὰ καταστήματα καὶ ἐξεπλήρωσαν τὴν ὑποχρέωσίν των αὐτὴν καταβαλόντες τὸ μίσθωμα. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τριετίας ἐγένετο παράτασις τῆς μισθώσεως, ὁπότε τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν, τὴν 6ην Νοεμβρίου, ἐξύπνησε τὸ Συμβούλιον τοῦ ναοῦ ὑπὸ ἓν Διάταγμα ἀπαλλοτριώσεως τοῦ γηπέδου αὐτοῦ. Διεμαρτυρήθη ὁ ναὸς καὶ οἱ ἐνορῖται καὶ ὁ κ. Κύρκος ἀνακαλεῖ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπαλλοτριώσεως, διότι ἐγένετο ὄχι πρὸς ἀνέγερσιν ἐμπορικῶν καταστημάτων καὶ ἀποφασίζει καὶ αἴρει τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ θεωρεῖ κανεὶς καὶ καμαρώνει τὴν εὐσυνειδησίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ λέγει δόξα σοι ὁ Θεός, ὅτι ὑπάρχει Ὑπουργὸς ἐνδιαφερόμενος διὰ τὸ ἵδρυμα τοῦ ναοῦ. Μετ’ ὀλίγον χρόνον δὲν γνωρίζω τί πνεῦμα ἐπέδρασε καὶ δημοσιεύεται τὴν 17ην Φεβρουαρίου 1927 μία ἀπόφασις, δηλαδὴ πρὸς στιγμὴν εἰς τὰ μάτια τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξαφανίζονται τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ γίνεται ἐπίταξις διὰ νὰ γίνουν παραπήγματα. Τὸ ἐξόχως χαρακτηριστικὸν ὅμως εἶναι ὅτι αὐτὸ τὸ ἴδιον ἔγγραφον τὸ ἀνακοινοῖ πάλιν ὁ φίλος μου κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν ναὸν (ἀναγινώσκει): «Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν...κλπ.» παύει τὸ πρὸς ἀνέγερσιν καταστημάτων. Ἐκεῖ εἶναι μία παραλιακὴ ὁδός· πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι ἐκεῖ θὰ γίνουν λιμενικὰ ἔργα καὶ θὰ φθάσῃ ἡ ἀξία τῶν οἰκοπέδων 10,000 δραχ. τὸν πῆχυν. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ μὴ ἀποκατασταθοῦν οἱ πρόσφυγες, ἀλλὰ πόσος γηγενὴς πληθυσμὸς δὲν ἔχει στέγην; Διατί τὸν γηγενῆ δὲν τὸ κάμνει τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς πρόσφυγας ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ ἔχουν στέγην. Νὰ γίνουν ὅμως πλούσιοι διατί; Διατί νὰ γίνῃ μία ἀρχὴ εἰς βάρος τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Χώρας καὶ νὰ προκαλέσωμεν μίαν ἐχθρότητα τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ. Τώρα δὲν εἶναι μόνον αὐτό, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸς θέλει νὰ ἀπαλλοτριώσῃ διάφορα ἄλλα μικρὰ οἰκόπεδα. Λοιπὸν σὶν καὶ σὶν τὰ βγάζει 1000. Καὶ τὸ πλέον χαριτωμένον· ἀποφασίζομεν, ἀπαλλοτριοῦμεν. Ἐν ὀνόματι μιᾶς ἀρχῆς, αὐτόχρημα ἱερᾶς, τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, νὰ γίνεται μία περιφρόνησις τοιαύτη τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ. Μὰ διατί; Πρόκειται νὰ κινδυνεύσῃ ἡ ἀκεραιότης τοῦ Κράτους, νὰ μὴ περιμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἕως ὅτου ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ νὰ συμμορφωθῇ καὶ οὕτω εἰς τὰς 6 Νοεμβρίου τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν ὁ προκάτοχός του ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Εἰς τὰς 30 Ἀπριλίου, 15–20 ἡμέρας πρὶν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ἐκδίδει τὸ Διάταγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως. Τώρα ἔρχομαι εἰς μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ συμφωνήσετε καὶ σεῖς. Τὸ σχέδιο τῆς Ἐπιτροπῆς περιέχει μερικὰς ἐξαιρέσεις. Νομίζω ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς ἐξαιρέσεις θὰ ἠδύνατο νὰ προστεθῇ «καὶ φυτείας καὶ δάση», διότι εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει μία φυτεία συνηγορεῖ δηλαδὴ ὁ ἴδιος λόγος, ποὺ ἐξαιροῦνται κατὰ τὸν ἀγροτικὸν νόμον. Φρονῶ ὅτι εἶναι μία δικαιοτάτη παρατήρησις καὶ νομίζω ὅτι θὰ θὰ περιττεύῃ πᾶσα συζήτησις. Θὰ ἔλεγον λοιπὸν διὰ νὰ συνοψίσω τὰ συμπεράσματά μου, προκειμένου μάλιστα περὶ ἀπαλλοτριώσεως μικροοικοπέδων γηγενῶν, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Βοζίκης ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς τοῦ σχεδίου... κλπ.» Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τοῦ πάρουν ἓν οἰκόπεδον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀξίαν πολλαπλασίαν καὶ νὰ τοῦ δώσουν τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν τοῦ δίδουν, δοθέντος ὅτι τὰ οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐντὸς τῶν σχεδίου τῶν πόλεων ἔχουν τὴν ἀξίαν των καθ’ ἑαυτὰ καὶ δὲν πρόκειται νὰ αὐξήσουν λόγῳ τῶν συνοικισμῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κουράσω ἐτελείωσα.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σπετσιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§127Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἀπασχολήσω διὰ μακρῶν τὴν Βουλὴν ἐπὶ θέματος τόσον εὐρέως συζητηθέντος, ὡς τὸ ἄρθρον 119, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἐκ Πειραιῶς ἔθιξεν ὡρισμένα θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον ὑπ’ ὄψιν νὰ ἀσχοληθῶ. Προτίθεμαι μόνον νὰ ζητήσω ὡρισμένας τινὰς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ ἄρθρου 119, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ἀποδεχθῇ. Ἐν πρώτοις ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, νομίζω ὅτι ὀρθῶς διετυπώθη αὕτη καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ συμφώνως πρὸς τὴν διατύπωσιν αὐτήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων προκειμένου περὶ ἀπαλλοτριώσεως, καταλήψεως κλπ., νομίζω ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ ἐπιτραπῇ κατάληψις καὶ ἀπαλλοτρίωσις γηπέδων κειμένων ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῶν πόλεων, ἰδιαιτέρως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ἤθελεν ἐπιτραπῆ κατάληψις καὶ ἀπαλλοτρίωσις γηπέδων κειμένων ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῶν πόλεων, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει, προκειμένου περὶ ἀποζημιώσεως, νὰ ἀπομακρυνθῇ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 19, ὡς καθωρίσθη ἐν αὐτῷ ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀποζημίωσις. Προκειμένου περὶ τῆς τρίτης παραγράφου, νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται νὰ διαγραφῇ ἐξ ὁλοκλήρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τετάρτην παράγραφον προκειμένου περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ τὴν ἀποκατάστασιν μικρῶν κτηνοτρόφων, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, νομίζω ὅτι ὀρθῶς διετυπώθη αὕτη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει διατυπωθῆ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πέμπτην παράγραφον συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν αὐτὴν (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιροῦνται τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον... κλπ.» Νομίζω ὅτι ἐδῶ θὰ ἠδύνατο, ἀποτείνομαι ὅλως ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ τεθῇ καὶ ἡ λέξις «καὶ ἀμπελῶν». Σᾶς ἀναφέρω συγκεκριμμένα παραδείγματα. Πλησίον τῶν προσφυγικῶν συνοικισμῶν Ποδαράδων καὶ Κοκκινιᾶς ὑπάρχουν ἀμπελοφόροι ἐκτάσεις. Θὰ εἶναι ἁμαρτία νὰ καταληφθῶσιν αἱ ἐκτάσεις αὐταὶ καὶ νὰ καταστραφῶσι καὶ νὰ ἀνεγερθῶσιν ἀστικοὶ συνοικισμοί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας μὲ εἶπεν ὅτι τοῦτο προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ἡ διατύπωσις παραμένῃ ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς...
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ ἔννοια τῆς ἐξαιρέσεως εἶναι ὅτι οὐχὶ ἀποκλείονται τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλ’ ὅτι ἀπαλλοτρίωσις θὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 19. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀγροτικὴν ἐγκατάστασιν ὁ ἤδη ἀγροτικὸς νόμος ἐξαιρεῖ τὰς ἐμφυτεύσεις μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι μία γενικὴ διάταξις θὰ περιλαμβάνῃ τὰς ἐμφυτεύσεις, πρᾶγμα ὅπερ δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον κοινωνικὴ ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπιβάλῃ. Τί εἶναι προτιμώτερον, νὰ ἔχωμεν φυτείας ἢ σπίτια; Θὰ γίνῃ ἐπέκτασις ἀλλὰ θὰ πληρωθῶσιν αὐταὶ σύμφωνα μὲ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν.
§129Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Νὰ γίνῃ δήλωσις καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§130Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τί ἐννοεῖ «γεωργικῶς καλλιεργούμενα κτήματα». Θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν κτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι γεωργικῶς καλλιεργούμενα. Τὰ κτήματα τῶν σταφιδαμπέλων τί κτήματα εἶναι;
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Γεωργικά.
§132Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Μία φυτεία ἐξ ἐλαιῶν;
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Γεωργικὴ καὶ αὐτή.
§134Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐννοοῦμεν ὅλα ὅσα εἴπομεν. «Κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ σαφῶς τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν. Θέλομεν δηλαδὴ ἂν παραστῇ ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις καὶ τοιούτων ἐκτάσεων, ἀλλὰ τότε ἡ ἀποζημίωσις καὶ ἡ διαδικασία δὲν θὰ εἶναι ἡ ἐξαιρετικὴ διαδικασία, ἡ ὁποία διεξάγεται ἀπὸ τὸ ψηφιζόμενον ἄρθρον, ἀλλὰ ἡ τακτικὴ διαδικασία καὶ οἱ τακτικοὶ ὅροι τοῦ ἄρθρου 19. Ἡ γενομένη συζήτησις, ἡ διαπιστουμένη κατὰ γενικὴν ὁμοφωνίαν, ἀποτελεῖ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν.
§135Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Λέγετε «γεωργικῶς καλλιεργούμενα κτήματα». Τί ἐννοεῖτε;
§136Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐννοοῦμεν ὅλα ὅσα εἴπομεν. «Κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ παρόντος ἄρθρου».
§137Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Φυτεῖαι οἱαιδήποτε.
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως. Ὅλα διαλαμβάνονται...
§139Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σύμφωνα μὲ τὸν ἀγροτικὸν νόμον ἐξαιροῦνται καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σύμφωνα μὲ τὸν ἀγροτικὸν νόμον ἀπαλλοτριώνονται, διαλαμβάνονται. Σᾶς λέγω λοιπὸν καὶ πάλιν ὅτι ὅλα διαλαμβάνονται.
§140Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Καὶ τὰ δάση;
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Βεβαίως, διαλαμβάνονται καὶ αὐτά.
§142Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἡ δοθεῖσα ἑρμηνεία εἶναι ἱκανοποιητικὴ καὶ ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Γεωργίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ διατυπώσω ἓν δίκαιον παράπονον ἐναντίον τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ ψηφισθῇ ἀκόμη τὸ ἄρθρον 119 ἔσπευσε κατὰ ἕνα τρόπον—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ἀχαρακτήριστον—νὰ προβῇ εἰς ἀπαλλοτριώσεις διαφόρων γηπέδων κειμένων περὶ τὸν Πειραιᾶ εἰς κεντρικωτάτας θέσεις καὶ νὰ ἀπαλλοτριώσῃ ταῦτα καθ’ ἣν στιγμὴν ἀκόμη ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε τελικῶς ἀποφανθῆ, προκειμένου περὶ τῶν γενικῶν διατάξεων αἵτινες θὰ κρατοῦν διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις. Ὑπάρχει ὁλόκληρος σειρὰ Διαταγμάτων ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη ὁλόκληρος σειρὰ ἀπαλλοτριώσεως κεντρικωτάτων οἰκοπέδων τοῦ Πειραιῶς, κείμενα ἐντὸς τοῦ οἰκοδομικοῦ σχεδίου τῆς πόλεως καὶ πλησίον τοῦ σταθμοῦ Πελοποννήσου. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸς ἀγορεύων κατὰ τὴν συνεδρίασιν, τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 119. διετύπωσε μίαν θεωρίαν ἀρκετὰ περίεργον. Εἶπε νὰ δικαιολογήσῃ τὰς γενομένας ἀπαλλοτριώσεις, ὅτι ἐγένοντο αὗται ὑπὸ τὴν πίεσιν μιᾶς ἀνάγκης, δηλαδὴ ὅτι εἰς τὰ οἰκόπεδα ἐκεῖνα εἶχον γίνει προσωριναὶ ἐγκαταστάσεις προσφύγων καὶ ὅτι τὰ γήπεδα αὐτὰ διατελοῦν ὑπὸ ἐπίταξιν καὶ καταβάλλονται μαθήματα ἐμφαινόμενα ἀπὸ διάφορα συμβόλαια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν τὴν καταβολὴν μισθωμάτων ἀξίας ὄχι πολὺ ἀπεχούσης τῆς ἀξίας τῶν οἰκοπέδων ἐκείνων, δηλαδὴ τῆς ἀγορᾶς τῶν οἰκοπέδων ἐν σχέσει μὲ τὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον θὰ ἀπέφερον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐφόσον, ὡς ὅλοι εὐχόμεθα καὶ ὅλοι ἀναμένομεν τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων εἰς τοὺς κεντρικοὺς προσφυγικοὺς συνοικισμοὺς—τονίζω τὴν λέξιν—ὅπως εἶναι τῆς Κοκκινιᾶς καὶ ἄλλων προσφυγικῶν ἐγκαταστάσεων τῶν Ποδαράδων, ὅπου κατ’ ἐπέκτασιν τῶν συνοικισμῶν τῶν κειμένων ἐκτὸς τοῦ οἰκοδομικοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἐφόσον μάλιστα αἱ ἐγκαταστάσεις αὐταὶ ἔχουσιν ἀποτελέσει ἰδίους συνοικισμούς, ἰδίας πόλεις, νομίζω ὅτι, ἐφόσον ἀνεγείρονται οἰκίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἔχουν ἐγκατασταθῆ αἱ ἐν λόγῳ προσφυγικαὶ οἰκογένειαι, θὰ ἦτο εὐκολώτερον νὰ πάρῃ τοὺς πρόσφυγας τοὺς προσωρινῶς ἐγκατεστημένους εἰς διάφορα παραπήγματα ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου αὐτῶν καὶ νὰ τοὺς μεταφέρῃ. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι οὐδεμία προσφυγικὴ οἰκογένεια θὰ ἔφερεν ἀντιρρήσεις προκειμένου νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς εὐπρόσωπον οἴκημα τῶν προσφυγικῶν συνοικισμῶν τῶν Ποδαράδων, τῆς Κοκκινιᾶς κλπ., ὥστε ἡ αἰτιολογία τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας εἶναι αἶσχος καὶ ἀπέχει τῆς πραγματικότητος καὶ τῆς ἀληθείας. Νομίζω ὅτι ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἄρῃ τὰς ἀδικίας αὐτάς, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις εἰς τοὺς γηγενεῖς ὅτι ἀδικοῦνται χάριν τῶν προσφύγων, ἐνῷ τοιοῦτόν τι δὲν εἶναι ἀληθές. Γενικῶς θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἐφόσον εἰς τὰς διατυπώσεις τὰς γενομένας τοῦ ἄρθρου 19 ἐμμένομεν εἰς ἓν αὐστηρὸν σύστημα ἀστικῆς ἰδιοκτησίας, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐνεργήσωμεν πράξεις αἱ ὁποῖαι κλονίζουν τὸ σύστημα. Θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ φθάσωμεν καὶ μέχρι ἐθνικοποιήσεως τῆς ἰδιοκτησίας, παρὰ ἐμμένοντες εἰς σύστημα αὐστηρᾶς ἰδιοκτησίας, νὰ ἔγωμεν ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι, ρίπτουν πάρθια βέλη κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι εἰδικῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐνδείκνυται ἡ προστασία τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἐν Ἑλλάδι ἐπεκράτησεν, ἐπικρατεῖ καὶ θὰ ἐπικρατήσῃ διὰ πολὺν ἀκόμη καιρόν, εἶναι ἄλλως τε συνυφασμένον καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἰδιοσυγκρασίας τοῦ Ἕλληνος, τὸ πνεῦμα τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ πῶς ἀποκτᾶται αὐτή; Διὰ τῆς ἀποταμιεύσεως, διὰ τῶν οἰκονομιῶν πρὸ παντὸς τῆς μικροαστικῆς τάξεως, διότι τί τὰς κάμνει συνήθως τὰς οἰκονομίας του εἷς μικροαστός; Τὸ ὄνειρόν του εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ ἓν μικρὸν οἰκόπεδον καὶ σιγὰ– σιγὰ νὰ δυνηθῇ νὰ κτίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἕνα οἰκίσκον. Ἐφόσον λοιπὸν δὲν δημιουργοῦμεν τὴν ἀτμόσφαιραν ἐκείνην τῆς βεβαιότητος καὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς ἰδιοκτησίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἔχωμε ὑπ’ ὄψιν ὅτι κλονίζομεν καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἀποταμιεύσεως, τὸ ὁποῖον πᾶς τις δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ, ὁποίαν οἰκονομικὴν σημασίαν ἔχει διὰ Χώραν οἵα ἡ Ἑλλάς.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§144Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ πεποιθήσει, κύριοι βουλευταί, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τῶν ἀγροτῶν θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ συμπληρωθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον, ἔχω νὰ φέρω ὀλίγας παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη παρατήρησις εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐλέχθη ἀπό τινων προλαλησάντων ὅτι τὸ ἄρθρον 119 διαφέρει τοῦ ἄρθρου 19 ὡς πρὸς τὰς δύο διατάξεις, δηλαδὴ ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως καὶ ὡς πρὸς τὴ ἑτέραν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἀνάγκη προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Δηλαδὴ θέλετε ἡ ἀποζημίωσις νὰ μὴ γίνεται διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν δικαστηρίων. Τοῦτο τὸ εὑρίσκω οὐχὶ ὀρθόν, ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾶ καὶ αὐτὴν τὴν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν. Διότι ὅσα ἄτοπα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα φρονῶ ὅτι ἀπορρέουν ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς, (ἐνῷ ἂν αἱ ἐκτιμήσεις ἐγένοντο ἀπὸ τὰ δικαστήρια, φρονῶ ὅτι θὰ ἦταν ὀλιγώτερα τὰ ἄτοπα. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, πρέπει ἡ ἐκτίμησις νὰ γίνεται ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια.
§145Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως ἦτο τὸ καθεστὼς μέχρι τοῦ 1917, ὁπότε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη ὁ ἀγροτικὸς νόμος, ὑπῆρχον δύο εἰδῶν ἐκτιμήσεις, ἡ προσωρινὴ ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου καὶ ἡ ἐκτίμησις ἡ τακτικὴ ἡ διὰ προσωπικῆς ἀγωγῆς γενομένη. Ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων σήμερον γίνεται ἡ ἐκτίμησις ἡ προσωρινὴ ἀπὸ τὸν πρόεδρον.
§146Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀκούσατε τὴν διατύπωσιν (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἀποκατάστασιν.... κλπ.» Λοιπὸν ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ μία ἐγκατάστασις ἀστῶν προσφύγων, δύναται ὁ νόμος νὰ παραβλέψῃ. Δευτέρα παρατήρησις εἶναι ἡ ἑξῆς. Εἶναι παρατηρημένον ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ κατασκευὴ μεγάλων ἔργων, ἡ παγίωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐπιφέρει ἀνατίμησιν τῆς γῆς. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἀξιέπαινος, διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν αὔξησιν, διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν εἶχον τὰ οἰκόπεδα κατὰ τὸ ἔτος 1920–1923. Ἀλλ’ ὅπως ἔχει διατυπωθῆ, ἄγει εἰς ἄτοπον. Ἐπὶ παραδείγματι, ὑποθέσατε ὅτι ἓν οἰκόπεδον ἐκ 2000 ἀγορασθὲν κατὰ τὸ 1920–1922 σήμερον ἔχει 500 δραχμάς, περὶ τὰς 160,000 δραχμάς. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἔχει 50,000 δραχμάς, θὰ ἀγοράσῃ 260,000 δραχμάς. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ὑποφερτόν. Ἂν ὅμως αὐτὸ τὸ οἰκόπεδον τὸ ἔχῃ ἀγοράσει....
§147Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀκριβῶς πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα εἰς τὸν συνάδελφόν μου, ὁμιλήσας περὶ τῆς παραλείψεως τὴν ὁποίαν λέγετε. Εἶναι ἐνδεχόμενον κάποιος νὰ ἀγοράσῃ ἓν γήπεδον εἰς τὰ 1925. Ἂν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον καταβάλλει εἶναι ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ τοῦ 1920–1922, θὰ εἶναι ἄδικον νὰ τοῦ πληρώνωμεν περισσότερα.
§148Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν προτείνω νὰ σημειωθῇ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ἑτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐδῶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐγκατάστασις... κλπ.» Ἐδῶ ἡ ἐγκατάστασις πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ τῶν χειμερινῶν λειβαδίων. Ἐν Πελοποννήσῳ τὰ θερινὰ λειβάδια ἀνήκουν εἰς τὰς κοινότητας.
§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὰ κοινοτικὰ λειβάδια ἐξαιροῦνται.
§150Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν κοινοτικῶν εἶναι καὶ ἄλλη κατηγορία, ἡ ὁποία ἀνήκει καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα, τῶν ὁποίων οἱ ἰδιοκτῆται εἶχον δωρήσει πρὸς σκοποὺς φιλανθρωπικοὺς καὶ διοικοῦνται ἀπὸ νομικὰ πρόσωπα. Δι’ αὐτὸ καλὸν εἶναι τὰ ἐαρινὰ λειβάδια νὰ ἐξαιρεθοῦν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἔχω καὶ ἄλλην παρατήρησιν (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως.... κλπ.» Δὲν δύναμαι αὐτὸ νὰ τὸ ἐννοήσω. Ἴσως νὰ μὴ εἶναι χρήσιμος διὰ τὰς μονάς, ἀλλ’ εἶναι χρήσιμος διὰ τὰς ἐκκλησίας. Τὸ ἀντίτιμον αὐτῷ θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς ἐκκλησίας. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ ἡ διάταξις αὐτή. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κατσάνος ἔχει τὸν λόγον.
§152Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὰς τροπολογίας καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως. Πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι λέγοντες ἀκτήμονας ἐννοοῦμεν γηγενεῖς καὶ πρόσφυγας, ὅλους τοὺς ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πατρίδι ἄνευ ἑτέρας διακρίσεως, ὡς κατὰ κόρον ἐπαναλαμβάνεται, ἡ μέριμνα περὶ ἀποκαταστάσεως προσφύγων μόνον. Καὶ κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι διὰ τὴν ἀποκατάστασίν των, ἀλλ’ ἐνῷ οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖ τὸ ἄρθρον 119, τὰ ζητεῖ χάριν ταῦτα χάριν τῆς κοινῆς ὠφελείας, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ κατὰ τίνα λογικὸν ἔθιμον καὶ κατὰ ποίαν ἔννοιαν δικαίου ζητεῖται ὅπως ὅλη ἡ θυσία τῆς θεραπείας τῆς δημοσίας ταύτης ὠφελείας βαρύνει μίαν μόνην τάξιν, τὴν τῶν ἰδιοκτητῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Τὸ ἄρθρον 19 ἀπῆλθεν εἰς τὰς αἰωνίους μονὰς καὶ ἀναμένεται ὡς δεύτερος Λάζαρος νὰ ἀναστηθῇ μετὰ πενταετίαν, ἵνα προστατεύσῃ οὐχὶ πλέον τὴν ὑφεστῶσαν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ τὴν δημιουργηθησομένην διὰ τῆς δημεύσεως τῆς ὑπαρχούσης, ὅτε δὲν θὰ ὑπάρχουν περιουσίαι νὰ προστατεύσῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ δύναται νὰ προστατεύσῃ οὕτω τὰς διὰ τῆς δημεύσεως τῆς ἐνεστώσης. Διότι, ἡ μὲν ὑπάρχουσα δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἐξ ἐλλείψεως τῆς στοργῆς τῶν ἰδιοκτηττῶν, μὴ δυναμένων πλέον νὰ σκεφθῶσι περὶ βελτιώσεως ταύτης ὑπὸ αἵρεσιν τιθεμένης ἐπὶ ἀνεπανορθώτῳ βλάβῃ καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, ἡ δὲ εἰς τοὺς νέους ἰδιοκτήτας μεταβιβαζομένη οὐδεμίαν ἄλλην θὰ παράσχῃ ὠφέλειαν εἰς αὐτούς, διότι οὔτε κεφάλαιον θὰ ὑπάρχῃ, οὔτε πίστις. Πρὸς ὑποστήριξιν ἀναμφισβήτητον τυγχάνει ὅτι ἄνευ κεφαλαίου, φυγαδευομένου πλέον ὁριστικῶς, οὔτε συγκρότημα κοινωνικόν, οὔτε κρατικὸν θὰ ὑπάρξῃ, τὸ ἄρθρον δὲ 119 ἐπὶ πλέον διαιρεῖ τοὺς Ἕλληνας περὶ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Συντάγματος εἰς πατρικίους καὶ πληβείους, καλουμένους νὰ πληρώσωσι τὰ βάρη τῆς Πολιτείας ὁλόκληρα καὶ ἑπομένως δημιουργεῖ ἀνισότητα καὶ ἀδίκημα, ἡ δὲ συναίσθησις τοῦ ἀδικήματος γεννᾷ ῥοπὰς πρὸς ἄμυναν καὶ ἐκδίκησιν, εἶναι δὲ τὸ ἰσχυρότερον ἔναυσμα πρὸς ἀνάφλεξιν τῶν κοινωνικῶν συγκρούσεων. Οὐδεὶς λόγος θὰ ὑπάρχῃ νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὰς τοιαύτας ὀξύτητας καὶ ἀνδροπὰς καὶ ἐπιβάλλεται νὰ τάμωμεν μέσην ὁδόν. Ζητεῖται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ ἀφήσωμεν κάτι τι εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος τὸ κτῆμά του τὸ ἀπέκτησε νομίμως διὰ τῆς διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, θυσιῶν καὶ κόπων. Θὰ εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ ἰσχυρισθῇ τις λογικῶς ὅτι οἱ νέοι ἰδιοκτῆται δὲν πρέπει νὰ πληρώσουν, καθόσον ὅλοι ὅσοι ἔχουν κτήματα, πάντες δι’ ἀγορῶν καὶ κόπων ἀπέκτησαν ταῦτα, ἂν μάλιστα πρόκειται νὰ μὴ πληρώσουν τὸ ὅλον τῆς ἀξίας. Ἀλλὰ νὰ πληρώσουν τὸ ⅓ ἀφοῦ ἐκ τούτων οἱ πρόσφυγες διὰ τὰ ἰδικά των κτήματα πληρώνοντες εἰς ἀκέραιον, ἡμεῖς δὲ ζητοῦμεν νὰ πληρώσουν μόνον τὸ ⅓, τοῦ ὑπολοίπου τρίτου καταβαλλομένου ὑπὸ τοῦ συνόλου, δηλαδὴ τοῦ Κράτους, ζημιουμένου καὶ τοῦ ἤδη ἰδιοκτήτου τοῦ ⅓ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Ἑπομένως εἶναι δίκαιον νὰ μετάσχουν τῆς πληρωμῆς καὶ αὐτοὶ οἱ νέοι ἰδιοκτῆται. Ἀλλ’ ἤδη ἔχομεν καὶ εἰς τὰς τροπολογίας τῆς δεκαμελοῦς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἕνα ὅρον, ὁ ὁποῖος πάντοτε προβάλλει καὶ ἐν τῷ ἀγροτικῷ νόμῳ τῆς αὐτοκαλλιεργείας. Ἀλλὰ διατί θέλομεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, ἀφοῦ ὅλοι παροικοῦμεν τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ὅλοι ἐννοοῦμεν μεταξύ μας, ὅταν τίθεται ὁ κωμικὸς ὅρος τῆς αὐτοκαλιεργείας, δὲν ἀπομένει λίθος ἐπὶ λίθου ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας, οὔτε μεγάλης, οὔτε μικρᾶς ἀπολύτως; Διότι εἶναι γνωστὸν καὶ σεῖς κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργέ, ὁ ὁποῖος προέρχεσθε ἐκ Πατρῶν, ὅπου πρυτανεύει τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος, οὐχ ἧττον ὑπάρχουν καὶ γαῖαι καλλιεργημέναι. Πῶς καλλιεργοῦνται; Οἱ ἰδιοκτῆται οἱ ἔχοντες 40–50 στρέμματα, οἱ ἴδιοι τὰ καλλιεργοῦν; Ὄχι βέβαια. Ἀλλ’ ὑπάρχει π. χ. ὁ παρακείμενος ἰδιοκτήτης ὁ ἔχων πλείονας χεῖρας, ἀλλὰ καὶ ἀνεπαρκῆ ἰδιοκτησίαν, ὁ ὁποῖος λαμβάνει πρὸς καλλιέργειαν ἓν τμῆμα τοῦ μὴ ἔχοντος ἰδίως ἐπαρκεῖς χεῖρας ἰδιοκτήτου, εἴτε ἐπὶ ἐνοικιάσει, εἴτε τέλος πάντων ὑπὸ οἱουσδήποτε ὅρους ἤθελον συμφωνήσει μεταξύ των καὶ καλλιεργεῖ τὸ κτῆμα. Ἐπιβάλλεται καὶ ἐκ γενικοῦ συμφέροντος τάξεως νὰ ἀφήσωμεν μέρος ἐξησφαλισμένον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἄνευ ὅρου αὐτοκαλλιεργείας καὶ ὅτε δὲν θὰ ἔχητε οὐδενός, μόνον τὴν συνείδησίν σας ὁπωσδήποτε ἀναπαυμένην, θὰ ἔχητε καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν προϊόντων ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας διὰ τῆς παραγωγῆς. Διότι ὁ ἰδιοκτήτης αὐτὸ τὸ ὀλίγον ὅπερ θὰ τῷ μείνῃ ἄνευ κινδύνου τινος ἀφαιρέσεως θὰ τὸ περιβάλλῃ δι’ ὅλης τῆς τῆς στοργῆς καὶ θὰ τὸ καταστήσῃ προσοδοφόρον καὶ ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Καὶ δὲν θὰ μείνῃ μὲ τὸ βαρὺ παράπονον ὅτι ἠδικήθησαν. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ προβαίνει καὶ εἰς περαιτέρω προσθήκας. Δηλαδὴ ἐπιβάλλει τὴν αὐτοκαλλιέργειαν καὶ εἰς αὐτὸν τῶν 20–40 στρεμμάτων, μικροϊδιοκτησίαν κατὰ τρόπον ἀκατανόητον, φρονοῦμεν ὅμως ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ ἐγκρίνουσα νέας τοιαύτας παραδόξους καὶ ἀληθῶς συγκλονιστικὰς ἐκ βάθρων τῆς κοινωνικῆς καὶ κρατικῆς ὑποστάσεως. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἀγροτικὴν ἰδιοκτησίαν. Ὡς πρὸς τὰ γήπεδα ἔχομεν καὶ ἡμεῖς—δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀλλ’ εἰς πολλὰς πόλεις δευτερευούσας— ἔχομεν, λέγω, ἀστέγους, ἀποτελοῦντας Συλλόγους ἀστέγων, πλὴν τῶν προσφύγων καὶ ἰδίως εἰς τὸ Ἀγρίνιον. Πάντως ὁμιλῶ περὶ ἀστέγων. Ζητῶ διὰ μιᾶς τροπολογίας, ἣν ὑποβάλλω, ἵνα πρὸς ὁμαδικὴν ἀποκατάστασιν ἀστέγων γηγενῶν τοὐλάχιστον 15 οἰκογενειῶν καὶ ἄνω ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις γηπέδων ἀνηκόντων εἰς ναούς, εἰς μονὰς καὶ δήμους, ὡς καὶ κληροδοτήματα ἀνήκοντα εἰς δήμους καὶ γήπεδα συνεχόμενα πρὸς πόλεις ἢ κοινότητας, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ζητῶ νὰ γίνῃ βαρυτέρα ἡ πληρωμή, ἤτοι κατὰ τὰ 2)4 τῆς πραγματικῆς ἀξίας των.
§153Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Τοῦ Δημοσίου;
§154Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Νὰ πληρωθῇ καὶ τὸ Δημόσιον.
§155Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἰς τοὺς Συλλόγους τῶν Ἀθηνῶν τῶν ἀστέγων δὲν θὰ τοὺς δώσωμεν;
§156Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Βέβαια, εἶπον ὅτι θὰ τοὺς δώσωμεν. Θὰ σᾶς ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγων καὶ περὶ τῆς αὐτοτελοῦς ἀποκαταστάσεως τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων. Αὐτὸ δι’ ἐμὲ ἀποβαίνει παράδοξον καὶ ἀκατανόητον. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πάρῃ ἕνα κτηνοτρόφον καὶ νὰ τὸν ἀποκαταστήσῃ αὐτοτελῶς; Ποῦ; Εἰς χειμερινὰ λειβάδια; Καὶ πῶς καὶ μὲ ποίας ἀναλογίας θὰ παραχωρεῖτε τὸ λειβάδι καὶ μὲ ποῖον μέτρον χωρητικότητος; Ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ἡ χρησιμότης τῆς χωρητικότητος τοῦ λειβαδίου καταβαλλομένου καὶ ὡς ἀποτέλεσμα μόνον θὰ ἔχητε τὴν καταστροφὴν τοῦ λειβαδίου διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἑνὸς τεμαχίου τοῦ συγκεντροῦντος τὰ ἀπαραίτητα συστατικὰ τοῦ λειβαδίου, ποτιστικοῦ κλπ. Εἶναι λοιπὸν ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας ὅτι προσπάθεια αὐτοτελοῦς ἀποκαταστάσεως ἀποβαίνει ἄνευ ἀποτελέσματος, πλὴν μόνον ὁμαδικῆς ἀποκαταστάσεως. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθόν, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου. Ἀπὸ αὐτῆς λοιπὸν τῆς ἀπόψεως δέχομαι ὅτι οἱ κτηνοτρόφοι εἶναι ἄξιοι ὑποστηρίξεως ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς· ὅτι πλὴν νὰ μὴ ἐπιτρέπεται παραχώρησις ἰδιωτικῶν καλλιεργησίμων γαιῶν, διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἔχομεν καὶ ἐαρινὰς βοσκάς. Καὶ δι’ αὐτὰς νομίζω ὅτι δύνανται νὰ παραχωροῦνται τοιαῦται νομαὶ ἀνήκουσαι εἰς μονὰς κλπ. ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ φυσικὰ πρέπει ἐπὶ καταβολῇ ἀποζημιώσεως τῶν ¾ τῆς ἀξίας των, καταβαλλομένων παρὰ τῶν κτηνοτρόφων εἰς δεκαετεῖς δόσεις ἐντόκους, προτιμωμένων ἐν πάσῃ περιπτώσει τῶν γεωργοποιμενικῶν συνεταιρισμῶν, εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν ὁποίων κεῖνται αἱ τοιαῦται θεριναὶ βοσκαὶ καὶ ἐφόσον ἀποδεικνύουσι τοῦτο αἱ κτηνοτροφικαὶ ἀνάγκαι ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ ὡς ἀνωτέρω ἀποζημιώσει τῶν ¾ τῆς σημερινῆς πραγματικῆς ἀξίας τῶν ἀπαλλοτριωθησομένων βοσκῶν, πλὴν ἐκείνων, ἃς ὁ ἰδιοκτήτης νέμεται διὰ τῶν ἰδίων του ζώων. Διότι δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ κτηνοτρόφων κἄν, πρόκειται περὶ γεωργοποιμένων καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν αἱ κοινοτικαὶ περιφέρειαι δὲν ἐπαρκοῦσι τότε νὰ ἔρχεται ἐπίκουρον δικαίωμα ἡ ἀπαλλοτρίωσις ὑπὲρ αὐτῶν ἄλλων λειβαδίων κατὰ προτίμησιν, ὅπως συμπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κτηνοτροφίας. Ἄλλην κατηγορίαν κτηνοτρόφων δὲν ἔχομεν, ὑπεστήριξα ὅτι πρέπει νὰ ἀποκατασταθοῦν οἱ νομάδες κτηνοτρόφοι, προτιμωμένων εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν Συνεταιρισμῶν, εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν ὁποίων κεῖνται αἱ βοσκαί. Π. χ. ἔχομεν τὸν Α Συνεταιρισμόν, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖται ἡ βοσκή. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πάρητε ἕνα ἄλλο Συνεταιρισμόν, εὑρισκόμενον εἰς ἄλλην περιφέρειαν, εἰς ὃν νὰ παραχωρήσητε τὴν βοσκήν. Καταλήγων ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑφ’ ἣν ἀνέπτυξα τὰς ἀντιλήψεις μου ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 119, ἥτις γενομένη δεκτὴ θὰ συνετέλει εἰς τὴν μεγίστην μείωσιν τῶν ἀδικημάτων, ἀπειλουμένην διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μείωσιν τῶν κοινωνικῶν καὶ κρατικῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους δημιουργεῖ τὸ ἄρθρον διὰ τῶν ἀδικημάτων καὶ ἀκροτήτων.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας ἔχει τὸν λόγον.
§158Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὅλα τὰ ἐν τῇ Βουλῇ κόμματα εἶναι σύμφωνα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων καὶ ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ συνεπῶς παρέλκει πᾶσα συζήτησις, δὲν διαφωνεῖ κανὲν κόμμα, δὲν διαφωνεῖ καὶ τὸ ἄλλο κόμμα, τὸ ἐλάχιστον ἐκεῖνο κόμμα, τὸ ὁποῖον κάθεται ἐκεῖ. (Δεικνύει τὰς ἕδρας τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος). Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία καὶ οὕτως ὁ θόρυβος ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἦτο περιττός, ἀφοῦ πάντες συνεφωνήσαμεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων καὶ ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ συνεπῶς ἐν τῇ γενικῇ γραμμῇ συναντώμεθα πάντες. Τὸ γεγονὸς εἶναι ἓν μόνον ὅτι διὰ νὰ φανῶμεν ὁπωσδήποτε παρεκκλίνοντες, ὄχι ὅπως λέγει τὸ σχέδιον τοῦ ἄρθρου 19, ἀλλὰ παρακκλίνοντες κατά τι τῆς πορείας τῶν κομμουνιστῶν, καλὸν θὰ ἦτο, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, νὰ συνεφώνουν οἱ κ.κ. ἀρχηγοὶ τῶν ἀστικῶν κομμάτων εἰς μίαν τέλος πάντων γραμμήν, διὰ νὰ φαίνεται μεταξὺ ἡμῶν τῶν ἀστῶν καὶ τῶν ἐκεῖσε ὑπαρχόντων κομμουνιστῶν ἡ κεντρική μας τοὐλάχιστον διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων, ἐθνικὴ ἀνάγκη ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων. Θὰ ἤθελον ὅμως νὰ μάθω διὰ τὴν παρέκκλισιν ἐκείνην, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ἀστικῶν κομμάτων καὶ τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἐπὶ τέλους συνταγματικῶς, ἀφοῦ συνταγματικῶς ἀπεφασίσαμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τῆς περιέργου παρεκκλίσεως τοῦ ἄρθρου 119 ἐκ τοῦ ἄρθρου 19, νὰ καθορισθῇ χρόνος καὶ τρόπος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις οἱαδήποτε μικρά, μεγάλη, μεγίστη, ἐλαχίστη, ὅπως θὰ τὴν κρίνωμεν, ἀλλὰ νὰ ὁρισθῇ συνταγματικῶς εἷς χρόνος καὶ εἷς τρόπος καταβολῆς; Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλλε συνταγματικὴν ὄντως τροπολογίαν καὶ καθώριζεν ἕνα τρόπον ἀποζημιώσεως διὰ τῶν δηλώσεών του, εἰπὼν ὅτι δι’ ὁμολογιῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ. Θὰ ἤθελον ὅμως νὰ μάθω καὶ τοῦτο, ἂν καὶ ἐφόσον θὰ ἔχουν ἀντίκρυσμά τι αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ καὶ ποῖον.
§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἀντίκρυσμα. Ἂν ὁ νόμος θέλῃ νὰ σεβασθῇ τὸ ἀντίκρυσμα, φυσικὰ θὰ δώσῃ ἐγγυήσεις εἰς τὰς ὁμολογίας διὰ νὰ μὴ τὰς κάμῃ παληόχαρτα.
§160Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ εἶναι αὕτη· ὅτι τὸ ἀντίκρυσμα τῶν ἐκδοθησομένων ὁμολογιῶν πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἀπαλλοτριωμένου κτήματος θὰ εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς καὶ ὄχι τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας ἢ μᾶλλον ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπαλλοτριοῦμεν τὰ κτήματα, ἀλλὰ δὲν εὑρέθη εἰσέτι τὸ ἀντίκρυσμα, ὅπερ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὸ ἀνεύρωμεν. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι θὰ ἔπρεπε συνταγματικῶς, διὰ νὰ φανῶμεν ὡς μεριμνῶντες ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὡς κάθε Κράτος πρέπει νὰ καταβάλλεται ἐξαιρετικὴ προσοχή, νὰ ὁρισθῇ εἷς χρόνος ὡρισμένος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ἐκδοθῶσιν αἱ πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου ὁμολογίαι ὡς καὶ τὸ ἀντίκρυσμα αὐτῶν, ἀφοῦ καὶ ἡ κατάληψις θὰ γίνῃ ἀμέσως καὶ ἡ ἀποξένωσις τοῦ ἰδιοκτήτου ἀμέσως.
§161Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατ’ ἐμὲ ἐντὸς δώδεκα μηνῶν.
§162Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Εἶναι πολὺ λογικὸν καὶ πολὺ σωστόν, διότι ἐφόσον, κύριοι, ἀποφασίζομεν νὰ ἀπαλλοτριώσωμεν ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως καὶ νὰ παρεκκλίνωμεν οὐσιωδῶς τοῦ ἄρθρου 19 καὶ προχωροῦμεν μὲ μίαν ἄποψιν, πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ἓν χρονικὸν διάστημα ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη ἀποζημίωσις καὶ εἷς τρόπος σαφὴς καταβολῆς αὐτῆς.
§163Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐντὸς δώδεκα μηνῶν.
§164Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Εἰς τοῦτο τὸ διάστημα μὲ εὑρίσκετε σύμφωνον μὲ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, διότι οὕτω εὑρίσκω μίαν θετικὴν καὶ ὄχι ἀερώδη προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν γενικῶς. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν κτηνοτρόφων ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπαλλοτρίωσις τῶν βοσκημάτων δὲν ὑπαγορεύεται ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν βοσκοτόπων ἐκ τῆς δημοσίας ἀνάγκης καὶ ὠφελείας, ἀλλὰ τοὐναντίον κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ τοιαύτη ἀπαλλοτρίωσις θὰ εἶναι καταστρεπτικὴ διὰ τοὺς κτηνοτρόφους τεμαχιζομένων τῶν βοσκημάτων.
§165Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπιτρέπεται, λέγει ὁ νόμος. Ἀφίνει εἰς τὸν νομοθέτην νὰ κρίνῃ ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον.
§166Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐπιτρέπεται, λέγει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἂν σκεφθῶμεν περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν βοσκημάτων, διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τοῦτο θὰ φέρῃ φθορὰν εἰς τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν, διότι εἶναι ἀδύνατος ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ἡ ἀποκατάστασις τῶν κτηνοτρόφων ὄχι ὁμαδικῶς, ἀλλὰ κατ’ ἄτομον. Ἐπιτρέπεται, λέγει τὸ νομοσχέδιον, εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Ἀλλὰ διατί, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀναγραφῇ κάτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι περιττὸν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σκοπόν; Δηλαδὴ φιλολογοῦμεν χωρὶς σκοπόν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ βοσκήματα, ἂν τὰ τεμαχίσητε, θὰ τὰ καταστρέψητε, διότι βόσκημα ὅταν λέγωμεν, ἐννοοῦμεν ἔκτασιν γῆς ἀποτελουμένην ἀπὸ ἐδάφη γόνιμα καὶ μὴ γόνιμα καὶ ἀπὸ πόσιμα ὕδατα εἰς ὡρισμένα σημεῖα. Ἂν θελήσητε λοιπὸν νὰ ἐγκαταστήσητε τὸν Α κτηνοτρόφον εἰς μίαν ὡρισμένην ἔκτασιν, θὰ τὸν ἐγκαταστήσητε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ποικιλίαν γῆς, τὴν ὁποίαν ἀπαραιτήτως ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ διὰ τὴν ἀπόλυτον διατροφὴν τοῦ ποιμνίου του. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐδῶ πέρα, εἶναι πρακτικῶς ἀνεφάρμοστον καὶ δίδομεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι κατεχόμεθα ἀπὸ μίαν μανίαν νὰ ἀναγράψωμεν διατάξεις ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιστημονικῶς ὀρθόν, διότι ὁ νομοθέτης τεκμαίρεται ὅτι δὲν ἀναγράφει περιττὰς διατάξεις. Νομίζω δὲ ὅτι τὰ βοσκήματα, ἂν προσπαθήσωμεν νὰ τὰ τεμαχίσωμεν, ἀναμφισβητήτως θὰ τὰ καταστρέψωμεν χωρὶς νὰ ἐξυπηρετήσωμεν κανένα σκοπόν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω δεχόμενος τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ ὁμολογίαι πρέπει νὰ ἐκδοθοῦν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἔργον καὶ καθῆκον συνειδήσεως καὶ τιμῆς ὅλων ἡμῶν, διότι ναὶ μὲν εἴμεθα κυρίαρχοι, ἀλλ’ εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ πρέπει νὰ ὁρίσωμεν χρόνον παραδόσεως τῶν ὁμολογιῶν τούτων εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Πᾶσα ἄλλη παρέκκλισις δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κομμουνισμὸς τῶν ἀστικῶν κομμάτων.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κουμάνταρος ἔχει τὸν λόγον.
§168Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐδήλωσα ὅτι θὰ περιορισθῶ εἰς μερικὰς παρατηρήσεις. Τὰς περισσοτέρας τούτων ἔθιξαν οἱ προηγουμένως ὁμιλήσαντες κύριοι συνάδελφοι. Ἤδη περιορίζομαι εἰς δύο ἢ τρεῖς παρατηρήσεις ἰδίως ἐπὶ τῆς 2ας παραγράφου τῆς ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου ταύτης λέγεται «ἥτις ὑπολογίζεται διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην εἰς τὴν μέσην τιμὴν τῶν ἐτῶν 1920–1922, ἀναγομένην εἰς μεταλλικὰς δραχμάς». Θὰ ἤθελον νὰ διασαφηνισθῇ τὸ ἑξῆς· ἂν ἡ φράσις «1920–1922» ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν τριετίαν ἢ μέχρι τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1922, ὁπότε ἀφορᾷ μόνον τὴν διετίαν. Τοῦτο ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1922 μέχρι τέλους εἴχομεν μεγάλας διακυμάνσεις τοῦ συναλλάγματος, διότι εἴχομεν ἀφ’ ἑνὸς μεγίστην ὑποτίμησιν μέχρις 175 δραχμῶν, εἴχομεν καὶ μεγίστην ὑπερτίμησιν μέχρι 410 δραχμῶν. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ διασαφηνισθῇ ἂν εἰς τὴν φράσιν «1920–1922» περιλαμβάνεται ἡ διετία ἢ ὁλόκληρος ἡ τριετία.
§169Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ μέσος ὅρος· καὶ τοῦ 1922.
§170Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Τότε οἱ ἰδιοκτῆται θὰ πάρουν ἕξ φορὰς ὀλιγώτερον.
§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἀληθὴς ἔννοια εἶναι μέχρι τῆς 31ης Σεπτεμβρίου 1922, ἡμέραν τῆς καταστροφῆς. Θὰ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος.
§172Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τῆς λίρας τοῦ 1922 εἶναι δραχμαὶ 166.50. Ἑπομένως ἡ τιμὴ τῆς ἰδιοκτησίας θὰ πέσῃ πολὺ κάτω, ἂν ἀναχθῇ εἰς μεταλλικὰς δραχμάς. Ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω εἰς τὴν παράγραφον 5, εἰς τὰς ἐξαιρέσεις. Ἐξαιροῦνται «αἱ γεωργικαὶ μικροϊδιοκτησίαι αὐτοπροσώπως καλλιεργούμεναι ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῆς οἰκογενείας του». Ἂν μία οἰκογένεια γεωργικὴ ἀπορφανισθῇ ἀπὸ ἀπόψεως ἀνδρικῶν χειρῶν, τότε ὁ κηδεμὼν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐνοικιάσῃ τὰ κτήματα τῶν ἀνηλίκων. Τότε τὰ κτήματα ταῦτα θὰ ὑποστῶσι τὴν ἀπαλλοτρίωσιν; Ἄλλην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον τὰ μοναστηριακὰ κτήματα τὰ αὐτοκαλλιεργούμενα, δηλαδὴ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦσι μόνοι των οἱ μοναχοί, νὰ μείνουν ἀναπαλλοτρίωτα.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Μαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§174Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, κύριοι συνάδελφοι, προβλέπεται ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων κτηνοτρόφων ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν τίθεται μία προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ γίνῃ αὕτη καὶ ὁρίζεται πενταετία. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ πενταετία αὕτη εἶναι πολὺ μακρὰν καὶ τοῦτο ἐξ ἰδίας πείρας τὸ γνωρίζω, διότι ἔχω παρακολουθήσει πῶς γίνεται ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ ἔχω φθάσει εἰς συμπεράσματα ὅτι ἡ μακρὰ προθεσμία τοὺς ἔχει φέρει εἰς δυσχερεστάτην θέσιν. Καὶ τοῦτο διότι αἱ διάφοροι ἐποικιστικαὶ ὑπηρεσίαι ἔχουσι καταντήσει ὥστε μέχρι σήμερον, παρ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ μὴ ἔχωσι κάμει καμμίαν ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι κατορθώσει ἀκόμη εἰς αὐτὰ τὰ κτήματα, ὅπου ἔχουσιν ἀκτήμονας καλλιεργητάς, νὰ μὴ γνωρίζωσι ποῦ ἔχουσιν αὐτοὺς καὶ νὰ εὑρισκώμεθα πρὸ τοῦ θεάματος, ἐνῷ σήμερον ἔχομεν εἰς ἓν κτῆμα ἀκτήμονας καλλιεργητάς, νὰ ἔρχεται αὔριον ἡ ἐποικιστικὴ ὑπηρεσία νὰ βγάζῃ αὐτοὺς καὶ νὰ βάζῃ ἄλλους. Ἔχω παράδειγμα ὡρισμένην ὑπηρεσίαν ἐγκαταστήσασαν 37 ἀκτήμονας ἐφέδρους καὶ μετὰ παρέλευσιν τριετίας ἦλθεν ἡ ἰδία ὑπηρεσία καὶ εἶπε τὸ ἑξῆς· κύριοι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀποκατασταθῆτε, σᾶς τὸ παίρνω τὸ κτῆμα. Καὶ δὲν ἐγκατέστησεν οὔτε κἂν ἄλλους ἀκτήμονας καλλιεργητάς, ἀλλ’ εἶπεν· ἐγκαθιστῶ καὶ τὸ δίδω τὸ κτῆμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Καὶ συγχρόνως ὁ ἰδιοκτήτης ἐγκαθίστα εἰς τὸ κτῆμα ἐκεῖνο καλλιεργητάς, ἕκαστος τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνὰ 1000 στρέμματα.
§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οἱ ἀκτήμονες ἔγιναν εὔποροι;
§176Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὄχι. Οἱ ἀκτήμονες ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τὸ κτῆμα τὸ ὁποῖον τοῖς εἶχε δοθῆ καὶ ἐγκατεστάθησαν ἄλλοι. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει ἡ προθεσμία νὰ εἶναι βραχυτέρα διότι αἱ διάφοροι ἐποικιστικαὶ ὑπηρεσίαι καὶ οἱ διάφοροι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι γυρίζουν εἰς τὰ διάφορα μέρη διὰ νὰ κάμουν τὴν ἀποκατάστασιν, ὄχι μόνον τοῦτο θὰ κάμουν, ἀλλὰ πηγαίνουν διὰ νὰ δικαιολογοῦν τὰ διάφορα ἔξοδα εἰς βάρος τῶν συνοικισμῶν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ὡρισμένα γεγονότα διὰ νὰ ἴδητε τὰς διαφόρους καταχρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδόλως ἐπιβλέπουσι τὰ τῶν συνεταιρισμῶν. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐξοδεύσει οἱ διάφοροι συνεταιρισμοί, μὲ ταῦτα θὰ ἠγοράζοντο τὰ ἀπαλλοτριωθέντα κτήματα πέντε φορὰς καὶ θὰ ἴδητε κονδύλια διὰ ξενίαν ὡρισμένων προσώπων δραχ. 70,000, διὰ δικηγορικὰ ἔξοδα, διὰ μεταβάσεις εἰς Ἀθήνας πρὸς ἀναγραφὴν τῆς τάδε ἀποφάσεως 1000 δραχμὰς κλπ. Οἱ διάφοροι ἐπιτήδειοι, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τοὺς διαφόρους συνεταιρισμούς, παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τῶν μικροκτηματιῶν καλλιεργητῶν καὶ ἐκείνων τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὁμιλῶ γενικῶς διὰ νὰ λάβητε ἰδέαν πῶς οἱ συνεταιρισμοὶ κλέπτουν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ οὗτοι οὐδέποτε θὰ γίνουν πραγματικῶς ἰδιοκτῆται, διότι ὁ νόμος περὶ γεωργικῶν συνεταιρισμῶν λέγει ὅτι καλεῖται ἡ συνέλευσις διὰ νὰ ἐγκρίνῃ τὰ διάφορα ἔξοδα. Κατὰ τὴν πρώτην συνέλευσιν δὲν γίνεται ἀπαρτία. Κατὰ τὴν δευτέραν συνέλευσιν, ὁσαδήποτε καὶ ἂν προσέλθωσι μέλη, θεωρεῖται ἀπαρτία καὶ ὅλα τὰ ἔξοδα καλύπτονται. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κάμνω μίαν παράκλησιν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ συνεταιρισμοὶ εἶναι κακὴ πληγὴ εἰς τὸν Τόπον, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀφήσῃ τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς ἡσύχους. Ἡ ἐπίβλεψις τούτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ αὐτούς, τοὺς φέρει εἰς σημεῖον κρίσιμον καὶ ἐπὶ πλέον νὰ ἀσκεῖται τοιαύτη διὰ τοὺς συνεταιρισμοὺς ἐπίβλεψις, ὥστε νὰ ἀποκατασταθοῦν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι. Σχετικῶς μὲ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ἔχω νὰ κάμω καὶ σχετικὴν παρατήρησιν μὲ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν κτηνοτρόφων. Ἐγὼ δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατί ἡ τόση ὑποστήριξις διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν κτηνοτρόφων. Ἀποκατάστασις καὶ περιορισμὸς αὐτῶν εἰς τριακόσια στρέμματα λέγουν. Ἴσως δὲν ἔχετε ἰδέαν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσουν, ὅταν λέγουν ὅτι θὰ ἀποκατασταθοῦν ἀκτήμονες καὶ θὰ τοὺς περιορίσωμεν ἐπὶ τῶν 300 στρεμμάτων. Εἶναι ἄχρηστος ἡ ἀποκατάστασις αὐτή. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἐνῷ ἄλλοι μεριμνοῦν περὶ αὐτῶν, ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι οἱ κτηνοτρόφοι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονται ὅλην τὴν ὕπαιθρον χώραν. Αἱ κοινότητες μαστίζονται ἀπὸ τοὺς κτηνοτρόφους, διότι ἔχουν εὕρει τὸ ἑξῆς καὶ λέγουν· ἔχομεν δουλείαν βοσκῆς, οὐδεμία δὲ κοινότης θὰ εἰσπράττῃ ἀπὸ τοὺς διαφόρους κτηνοτρόφους οὔτε λεπτὸν, διότι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς δουλείας τῆς βοσκῆς καὶ βλέπετε ἀπεράντους βοσκὰς νὰ τὰς νέμωνται, διότι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς δουλείας ἀπὸ ἑκατὸν ἐτῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο λοιπὸν νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ αὐτούς, ὁπότε αἱ κοινότητες θὰ ἠδύναντο νὰ λαμβάνωσι τὸ μίσθωμα ἐκ μέρους τούτων καὶ νὰ ζήσουν. Σχετικῶς μὲ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων εἶμαι ἀντίθετος κατὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀστῶν προσφύγων ἐντὸς τῆς ζώνης τῶν πόλεων, διότι ἔχω ὡρισμένα παραδείγματα καὶ λυποῦμαι διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸς διὰ νὰ τῷ εἴπω ὡρισμένα γεγονότα καὶ διὰ νὰ μάθω ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Προνοίας διαχειρίζεται. Νὰ μάθῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας Ὑπουργὸς ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις καὶ ποίας ὑπηρεσίας προσφέρουν οἱ διάφοροι ὑπάλληλοι διὰ τὴν ἀποκατάστασιν καὶ πόσον ὑποθάλπουν τὴν διαίρεσιν μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων. Πρὸ δύο ἐτῶν εἶχον ἀσκήσει προσωρινὰ μέτρα ἐναντίον καταλήψεως ὡρισμένων γηπέδων ἐν Πειραιεῖ καὶ δι’ ἀποφάσεως ἐπέτυχον τὴν ἔξωσιν τῶν καταλαβόντων ταῦτα. Μετὰ παρέλευσιν διετίας ὡρισμένη ὁμὰς προσφύγων ἐγκατασταθέντων εἰς διαφόρους συνοικισμούς, ἦλθον καὶ κατέλαβον ταῦτα. Συγχρόνως μετέβησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἔκαμεν ἐπίταξιν τούτων. Τὰ γήπεδα ταῦτα εἶναι δύο χιλιάδων τετραγωνικῶν πήχεων, ἀνῆκον δὲ εἰς τρεῖς. Μόλις ἀπηλλάχθησαν, μετέβησαν μερικοὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτοὺς καὶ ἐζήτησαν νὰ τοῖς τὰ πωλήσουν. Αὐτοὶ ἐδήλωσαν ὅτι δὲν τὰ πωλοῦν. Μετέβην καὶ ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας καὶ δὲν κατώρθωσα τίποτε. Παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας μου ἐκείνας διὰ νὰ ἄρω τὴν ἐπίταξιν, δὲν κατωρθώθη τοῦτο καὶ εἷς τῶν τριῶν συνιδιοκτητῶν ἐπώλησε τὸ γήπεδόν του ἀντὶ 45 δραχμῶν τὸν πῆχυν.
§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξεβιάσθη;
§178Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Μάλιστα ἐξεβιάσθη. Καὶ ἐξακολουθεῖ, κύριοι, ἡ ἐκβίασις καὶ τῶν ὑπολοίπων δύο. Καθ’ ἡμέραν δὲ ὑφίστανται τὰς πιέσεις τῶν κυρίων αὐτῶν, δὲν γνωρίζω τὰ ὀνόματά των, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἀποκατεστημένοι εἰς τοὺς διαφόρους συνοικισμούς. Καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ κατάστασις αὐτή, ὅπως θὰ ἐξακολουθῇ, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάττει τοιαύτην κατεύθυνσιν, χωρὶς νὰ σταθμίζῃ τὰ πρόσωπα ὡς ἔδει, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως νὰ μὴ λαμβάνῃ καὶ καμμίαν πρόνοιαν ὑπὲρ μιᾶς τάξεως, τὴν ὁποίαν πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς εἰσηγητὰς τῶν τοιούτων μέτρων—ἀλλ’ ἀτυχῶς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ τοιούτου μέτρου ἀπουσιάζει—δὲν θὰ ἔδει νὰ ἐξετάσῃ πῶς τόσον ὀψίμως ὁ εἰσηγητὴς τοῦ μέτρου τούτου ἤλλαξε τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ τὰς τόσον συντηρητικάς, τὰς ὁποίας ἄλλοτε διεκήρυξε; Καὶ ἐνῷ μέχρι σήμερον ἐγνωρίζομεν ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὰς νεωτεριστικὰς ταύτας ἰδέας, τώρα βλέπομεν ὅτι τὸν ὑπερβάλει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ δὲν ἠξεύρω τώρα μήπως οἱ δύο διαπληκτισθοῦν ποῖος εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τοὺς εἰσηγητὰς τῶν μέτρων αὐτῶν, ἂν ἔλαβον πρόνοιαν περὶ τῶν ἐφέδρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δεκαετίαν περιήγαγον τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀπὸ τοῦ Ὀλύμπου μέχρι τοῦ Σαγγαρίου καὶ οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν ὅλην τὴν νεανικὴν αὐτῶν ἡλικίαν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Καὶ ἄν τις ἐξ αὐτῶν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἔχῃ γήπεδον ἐν Ἀθήναις 500, εἴτε 1000 πήχεων, τὸ γήπεδον αὐτὸ θὰ τοῦ τὰ ἀφαιρέσητε σεῖς σήμερον καὶ θὰ ἐγκαταστήσητε εἰς αὐτὸ βιαίως τοὺς πρόσφυγας καὶ ἐκεῖνον θὰ τὸν ἀφήσητε ἔξω; Ἤθελον νὰ ἔχω μίαν ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§179Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ λέγει ἡ τροποποίησις, κ. συνάδελφε.
§180Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Τί λέγει;
§181Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀπαλλοτρίωσις γηπέδου ἐκτάσεως μικροτέρας τῶν 2.000 τετραγωνικῶν μέτρων. Ὅταν πρόκειται περὶ γηπέδων ἐκτάσεως μικροτέρας τῶν 2.000 μέτρων, δὲν ἐπιτρέπεται ἀπαλλοτρίωσις κατὰ τὸ ἄρθρον 119, ἀλλὰ θὰ πωληθῇ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 19, δηλαδὴ διὰ πλήρους ἀποζημιώσεως, ὁριζομένης ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων.
§182Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἀπὸ ποῦ τὸ ἐξάγετε;
§183Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Ἄν ρίψητε μίαν ματιάν, θὰ τὸ ἴδητε.
§184Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἐξάγομεν ἡμεῖς τὸ ἀντίθετον· διότι λέγει ὅτι ἐξαιροῦνται τῆς κατὰ τὸ παρὸν ἄρθρον ἀπαλλοτριώσεως διὰ προσφυγικὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν γήπεδα κατώτερα τῶν 500 τετραγωνικῶν μέτρων. Ἄρα γήπεδα ἀνώτερα τῶν 500 τετραγωνικῶν μέτρων καὶ κάτω τῶν 2.000 μέτρων ἀπαλλοτριοῦνται.
§185Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Πρὸς ἐπέκτασιν ἢ συμπλήρωσιν ὑφισταμένου συνοικισμοῦ.
§186Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἀλλ’ ἔρχεσθε εἰς δευτέραν ἀντινομίαν (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν.... κλπ.» Παρακάτω ὅμως καθιεροῖτε τὸ ἀναπαλλοτρίωτον (ἀναγινώσκει): «Γήπεδα ἐξαιρετέα.... κλπ.» Ἐκεῖ ἐπιτρέπετε οἱασδήποτε ἐκτάσεις γηπέδων τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ ἐπέκτασις ἢ συμπλήρωσις ἐποικιστική. Παρακάτω δὲ λέγει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις γηπέδων κατωτέρων τῶν 500 μέτρων.
§187ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ συμπλήρωσις προϋποθέτει ἔκτασιν μικροτέραν τῶν 2.000 μέτρων.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀδύνατος ἡ συνεννόησις. Ὁρίστε, κ. βουλευτά, ἐξακολουθήσατε.
§189Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἀποκομίζει κανεὶς ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἰσηγοῦνται αἱ Κυβερνήσεις καὶ δὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, σχετικῶς μὲ τὰ ζητήματα αὐτά, δὲν εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συντελοῦν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν μιᾶς ὁμαλῆς καταστάσεως εἰς μίαν Πολιτείαν, ἡ ὁποία θέλει νὰ ζήσῃ. Διότι, ἐφόσον δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ἐφέδρων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχητε ἀντιμετώπους τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν λέγετε εἰς αὐτοὺς ὅτι παρ’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσεφέρετε εἰς τὴν Πατρίδα, δὲν ἔχετε δικαίωμα σεῖς νὰ ἀποκατασταθῆτε, δὲν ἠξεύρω ἂν ἀπὸ τὸν κίνδυνον τὸν κομμουνιστικόν, τὸν ὁποῖον ἐπισείετε καθ’ ἡμέραν, δὲν θὰ εἶναι μεγαλύτερος ὁ κίνδυνος ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν νὰ κάμνουν καὶ ἀγῶνας πολεμικούς. Ἐφόσον αὐτοὶ δὲν ἀποκαθίστανται, δὲν ἔχετε δικαίωμα, κύριοι, νὰ λέγητε ὅτι θὰ πάρητε τὰ οἰκόπεδα καὶ αὐτῶν ἀκόμη.
§190Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θέλετε νὰ γίνῃ εὐρυτέρα ἡ διάταξις, ὥστε νὰ γίνωνται ἀπαλλοτριώσεις καὶ διὰ τοὺς ἐφέδρους;
§191Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Λέγω ὅτι, ἂν περιλαμβάνωνται μεταξὺ τῶν ἀπαλλοτριουμένων γηπέδων καὶ γήπεδα ἀνήκοντα εἰς ἐφέδρους, νὰ μὴ ἀπαλλοτριοῦνται. Διότι, ἂν εἰς μίαν ἔκτασιν 10 χιλιάδων πήχεων ὑπάρχουν καὶ 2,000 πήχεις γηπέδων ἀνηκόντων εἰς ἐφέδρους ἀποδεδειγμένους, ὄχι εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς λέγουν ὅτι εἶναι ἔφεδροι, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν πολέμων, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τοὺς στερήσητε τὴν ἰδιοκτησίαν των, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσητε νὰ ἀποκατασταθοῦν μετὰ τῶν προσφύγων. Διότι παρευρέθην, κύριοι, μάρτυς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας εἰς τὴν ἑξῆς ὑπόθεσιν. Εἰς τὴν Νέαν Σμύρνην, κύριοι, πρὶν ἢ ἀποκατασταθοῦν οἱ πρόσφυγες, ὑπῆρχε καὶ εἷς γηγενής. Ἐναντίον τοῦ γηγενοῦς αὐτοῦ γίνεται πόλεμος ἐξοντώσεως διὰ νὰ τὸν διώξουν. Χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὴν ἰδιότητά μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας, ἔρχεται μέσα εἷς, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώριζον, ὑπάλληλος ἐπὶ τῶν ἀπαλλοτριώσεων, καὶ λέγει εἰς τὸν διευθυντήν: «Μὰ αὐτὸν τὸν Παλαιοελλαδίτην θὰ τὸν ἀφήσητε ἐκεῖ;
§192ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἦτο κανεὶς ἀνόητος.
§193Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Λέγω, κύριοι, παραδείγματα. Ἐκ τῶν παραδειγμάτων αὐτῶν σεῖς ἀντλήσατε πορίσματα καὶ ἐκ τῶν πορισμάτων αὐτῶν κανονίσατε τὴν ἀπόφασίν σας. Ἄν, κύριοι, δὲν λάβητε πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἂν δὲν λάθητε πρόνοιαν περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως ἐν δικαίῳ μέτρῳ, τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, ἂν ἐξακολουθήσητε τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ Χώρα πρὸ πολλοῦ ἀφέθη νὰ βαδίζῃ τυχαίως καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ κυβερνᾶται χωρὶς νοῦν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαρίστως ἀναγγέλλω ὅτι ἡ συζήτησις ἔληξε.
§195Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηντλήθη ὅλος ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων;
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§197Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου νὰ διεξαχθῇ ψηφοφορία, ἔχω τὸ δικαίωμα, κ. Πρόεδρε, ὡς καὶ πᾶς βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ διασαφήσεις ἀποριῶν. Ἤθελον νὰ μάθω ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐκφράσεως «τῶν γεωργικῶς καλλιεργησίμων κτημάτων». Ἂν πρόκειται περὶ ἀγροτικῶν κτημάτων, εἴτε φυτειῶν, εἴτε γαιῶν, γεωργικῶς καλλιεργουμένων, ποῖα εἶναι τὰ κτήματα αὐτά;
§198Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὰ λειβάδια.
§199Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λειβάδια καὶ δάση νὰ τὰ προσδιορίσητε. Περιορίζετε τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκφράσεως «γεωργικῶς καλλιεργουμένων, εἰς ἐκεῖνα δηλαδὴ τὰ ὁποῖα δὲν καλλιεργοῦνται πρὸς ἀπόδοσιν καρποῦ. Ἔπειτα ἡ πρότασις ὁμιλεῖ περὶ μικροϊδιοκτησίας. Γεννᾶται εὐλόγως ἡ ἀπορία, ποῖαι εἶναι αἱ μικροϊδιοκτησίαι; «Αὐτοπροσώπως» εἶναι τὸ ἕτερον στοιχεῖον τῆς ἐξαιρέσεως. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ «αὐτοπροσώπως». θὰ ἐξετάσωμεν ἂν εἶναι σκόπιμον νὰ καθιερώσωμεν τοιαύτην ἐξαίρεσιν. Ἐρωτῶ λοιπὸν ποίαν ἔννοιαν ἀποδίδουν οἱ συντάκται τῆς ἐκφράσεως «μικροϊδιοκτησία»; Καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ καλύτερον ἡ διάταξις. Εἰς τὴν ἕκτην παράγραφον βλέπω ὅτι (ἀναγινώσκει): «Εἰδικοὶ νόμοι κατὰ παρέκβασι τοῦ ἄρθρου 19 ὁρίζουσι τὰ τῆς ἐξαγορᾶς ἐμφυτευτικῶν κτημάτων ἢ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ἀγροληπτικῶν ἢ ἐδαφονομικῶν βαρῶν». Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι σχετικῶς μὲ τὴν ἐξαγορὰν ἐμφυτευτικῶν κτημάτων ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς σχετικῆς παραγράφου. Ὅταν ἐγεννήθη τοιοῦτον ζήτημα, ἡ Βουλὴ τοῦ 1915 ἔλαβε μέτρα εὐνοϊκὰ διὰ τοὺς ἐμφυτευτὰς περὶ τῶν ἐμφυτευτικῶν κτημάτων. Κατόπιν ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1920 περὶ ἐξαγορᾶς αὐτῶν, σκοπὸν δὲ εἶχε νὰ ἐννοήσῃ τοὺς καλλιεργητὰς τῶν τοιούτων ἐμφυτευτικῶν κτημάτων. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ ἐπηκολούθησε καὶ ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε δεινότερα βάρη εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω σήμερον ὅτι πάντα σχεδὸν τὰ κτήματα ἔχουσιν ἐξαγορασθῆ ἀπὸ τοὺς καλλιεργητὰς ἐμφυτευτάς. Διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐν πνεύματι ἰδιαιτέρας εὐνοίας ὑπὲρ τῶν ἐμφυτευτῶν ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι αὐτοί, ἀναφέρω τὴν βάσιν τοῦ νόμου, ἥτις ὑπῆρξεν ὅτι ἡ ἀξία τοῦ κτήματος ἀναλύεται εἰς τρία στοιχεῖα. Τὸ πρῶτον στοιχεῖον εἶναι ἡ ἀξία τῆς χέρσου γῆς τῆς δοθείσης εἰς ἐμφύτευσιν, δηλαδὴ ἡ ἀξία ἣν εἶχεν ἡ γῆ κατὰ τὴν παραχώρησίν της, πρὸ τεσσαρακονταετίας ἢ πεντηκονταετίας. Δεύτερον στοιχεῖον εἶναι ἡ δαπάνη ἡ καταβληθεῖσα ὑπὸ τῶν ἐμφυτευτῶν διὰ τὴν ἐκχέρσωσιν καὶ φύτευσιν, διὰ τὴν βελτίωσιν καὶ διὰ τὴν ἐν γένει συγκρότησιν τοῦ κτήματος. Καὶ τρίτον στοιχεῖον εἶναι ἡ μεταξὺ τῶν δύο πρώτων στοιχείων τῆς ἀξίας ἠθροισμένων καὶ τῆς ἐνεστώσης ὁλικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος διαφορὰ ἐπὶ πλέον. Ὁ δὲ νόμος ἐν πνεύματι εὐμενεῖ διὰ τοὺς ἐμφυτευτάς, ἐν τῇ διαιρέσει τῆς ἐνεστώσης ὁλικῆς ἀξίας ἀπένειμε τὸ ποσὸν τοῦ δευτέρου στοιχείου, ἤτοι τοῦ σημαντικωτέρου, εἰς τὸν καλλιεργητήν, καὶ ἀφῆκε τὴν ἀξίαν τῆς χέρσου γῆς εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Τὴν δὲ μέχρι τῆς ὁλικῆς ἀξίας διαφορὰν κατένειμε κατὰ τὰ 3)10 εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ κατὰ τὰ 7)10 εἰς τὸν ἐμφυτευτήν. Ταῦτα δὲ ἀναντιρρήτως ἐθεσπίσθησαν εὐνοϊκῶς ὑπὲρ τῶν ἐμφυτευτῶν. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι τὸ μέτρον τῆς τοιαύτης κατανομῆς δὲν δύναται καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τηρηθῇ προκειμένου περὶ ἐμφυτευτικῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα παρεδόθησαν ἄρτια καὶ πεφυτευμένα εἰς τοὺς δῆθεν ἐμφυτευτάς, οἵτινες οὐδεμίαν βελτίωσιν ἐπέφερον εἰς αὐτά, ἀρκοῦνται δὲ μόνον εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ σχέσις των μὲ τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ὀνομάζεται μὲν ἐμφύτευσις, ἀλλὰ νὰ εἶναι κατ’ οὐσίαν μίσθωσις. Εἰς τὴν ρύθμισιν δὲ τῆς σχέσεως ταύτης ἀποβλέπει ἡ τροπολογία μου.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρα 1.40′ π. μ.)