1927.05.10
2.801 στίχοι · 22.636 λέξεις · 152 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70
Τρίτη 10 Μαΐου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ἐπιτροπὴ δικαιούχων ἀποζημιώσεως προσφύγων Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξόφλησιν τῶν προσφυγικῶν ἀποζημιώσεων μὲ τιμὴν λίρας 342 δραχμάς. — Ὁ ἐργαζόμενος λαὸς Κοζάνης συνελθὼν εἰς πάνδημον συγκέντρωσιν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Πρωτομαγιᾶς διαδηλώνει τὴν ἀκλόνητον ἀπόφασιν ὅτι θὰ ἀγωνισθῇ διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν βαρεῖαν φορολογίαν. — Ὁ Κ. Σολδᾶτος, λοχαγὸς ἐν τιμητικῇ ἀποστρατείᾳ, ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ αἰτεῖται τὴν μετάταξίν του ἐκ τῆς τιμητικῆς ἀποστρατείας εἰς τὴν τιμητικὴν διαθεσιμότητα. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σοτόμου Καστορίας ζητοῦν τὴν κατάργησιν τοῦ ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1924 Ν. Διατάγματος. — Ἡ ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Πανομηρικοῦ Συνεδρίου Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ ἐπισπευσθῇ κατὰ προτίμησιν ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ζημιωθέντων κατοίκων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, Θράκης κλπ. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Μακρυνίτσης ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τῆς διατάξεως, δι’ ἧς ἀπαλλοτριοῦνται τὰ κοινοτικὰ λειβάδια ὑπὲρ τῶν κτηνοτρόφων ἐκ τοῦ ἄρθρου 119. — Οἱ ποιμένες Βρεσθαίνης τέως δήμου Οἰνοῦντος Λακεδαίμονος διαμαρτύρονται διότι, καίτοι ὑπέβαλον ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἵνα ἀποσταλῇ ὁ νομοκτηνίατρος πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν γενομένων ζημιῶν ἐκ τῆς θνησιμότητος τῶν προβάτων, δὲν ἐγένετο μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐνέργεια. — Οἱ καπνεργάται ἐπαγγελματίαι ἀγρόται πρόσφυγες τῆς Καπνεργατικῆς Ἑνώσεως τῆς Τσατάλτζας ζητοῦν τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ ὀκταώρου εἰς ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα κλπ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Ἀλαμανῆς καταθέτει ὑπόμνημα τῶν Συλλόγων Καρδίτσης, Γεωργικοῦ καὶ Καπνεργατικοῦ, διαμαρτυρομένων καὶ συνιστώντων ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις ἐξαγωγῆς καπνῶν εἰς Δωδεκάνησα καὶ ἐπιτροπῇ ἡ σιγαροποίησις βʹ καὶ γʹ ποιότητος καπνοῦ. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν καταπολέμησιν τῆς ἀνεργίας διὰ δημοσίων καὶ δημοτικῶν ἔργων, τὴν καθολικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀκταώρου, τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων κλπ. — Ὁ Σύλλογος ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν χωροφυλακῆς Ἡρακλείου «Ἄμυνα» παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ κυρώσῃ τὰ Ν. Διατάγματα «περὶ συστάσεως ταμείου θυμάτων», «περὶ λιανικῆς πωλήσεως καπνοῦ παρ’ ἀναπήρων θυμάτων πολέμου» κλπ. — Ὁ Δ. Κανακάκης, καθηγητὴς τῆς Γαλλικῆς τοῦ ἐν Ἀεροπόλει Γυμνασίου, ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἀφομοίωσίν του πρὸς τοὺς λοιποὺς λειτουργοὺς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μάρκου καταθέτει: αʹ) ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου ἀποστράτων ὁπλιτῶν χωροφυλακῆς ἐν Πάτραις αἰτούντων νὰ ἀπονεμηθῇ αὐτοῖς σύνταξις καὶ βʹ ἀναφορὰν τοῦ φαρμακοποιοῦ Κ. Κουτσουδάκη, παραπονουμένου διότι δὲν τῷ ἐχορηγήθη ἄδεια ἱδρύσεως φαρμακείου ἐν Πάτραις κλπ. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Λ. Κανάρης καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης τῷ Ν. Διατάγματι τῆς 18 Ὀκτωβρίου 1925 περὶ συστάσεως συνεργείου Πολεμικοῦ Ναυστάθμου, διατάξεως δημιουργίας τμήματος χυτοχάλυβος». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Πετρίδης, Ν. Μαμούνης, Ν. Μηναῖος καὶ Ι. Καλογερᾶς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προστασίας Σωματείων». — Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐδ. 5 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 3283 τοῦ 1925 περὶ ἱδρύσεως Διοικητικῶν Δικαστηρίων πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐν Μ. Ἀσίᾳ καὶ Ἀνατολικῇ Θράκῃ γεννηθεισῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἰδιωτικῶν ἀπαιτήσεων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Ἀλαμανῆς ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 93 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§3Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διατάξεις περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι διατάξεις θεμελιώδεις, εἶναι διατάξεις σπουδαιότεραι ἀπὸ πολλὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τὴν διάταξιν περὶ τῆς ὑπάρξεως Προέδρου Δημοκρατίας, διότι ἄνευ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἁρμοζούσης εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ προσηκόντως λειτουργούσης, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔννομος τάξις καὶ πρὸ παντὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὔτε ἐλευθερία, οὔτε κυβερνητικὴ πρόοδος. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, κύριοι βουλευταί, περιέχει κυρίως διατάξεις, τὴν διάταξιν περὶ ἰσοβιότητος καὶ τὴν διάταξιν περὶ τοῦ μεταθετοῦ ἢ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν. Ἀμφότερα εἶναι θέματα σοβαρώτατα, χρήζοντα διὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν βαθείας μελέτης καὶ συζητήσεως λεπτομεροῦς μέχρι τῆς διατυπώσεως αὐτῆς καὶ εἰς τὰς φράσεις καὶ εἰς τὴν στίξιν τῆς φράσεως καὶ λέξεως. Τοιαύτη συζήτησις ἀποκλείεται λόγῳ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητῶμεν τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος ἐπιτροχάδην καὶ ἐσπευσμένως καὶ ἐν ὁμάδι. Ἐπ’ αὐτοῦ παρηγοροῦμαι μόνον ὅτι πρόκειται περὶ Συντάγματος ἀναμφιβόλως προσωρινοῦ. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ θεωρήσω καθῆκον νὰ φέρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ὑπέβαλα τροπολογίας, σήμερον μόλις ἀτυχῶς δημοσιευθείσας καὶ οὐ μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 73, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 52. Καὶ ἤθελα νὰ ἐλάμβανα τὸν λόγον εἰς αὐτό, ἂν ἀδιαθεσία δὲν μὲ ἠνάγκαζε νὰ μὴ προσέλθω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Τὰ δύο θέματα συντόμως θὰ τὰ ἀναπτύξω ἐνώπιόν σας. Τὸ ζήτημα τῆς ἰσοβιότητος ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπροτάθη νὰ ἀνασταλῇ προσωρινῶς ἡ ἰσοβιότης διὰ νὰ ἐκκαθαρισθῇ ὁ δικαστικὸς κλάδος ἀπὸ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα σπιλώνουσι τὴν ἄφθαστον θεάν. Δὲν ἀντιλέγω. Τοὐναντίον ἐπολέμησα δι’ αὐτὸ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ. Διότι ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἰσοβιότης ἀσφαλιζομένων καὶ κανονιζομένων τῶν πραγμάτων πρὸς κατάληψιν καὶ προαγωγὴν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνευ προσόντων, αὐτοὶ οἱ «σήλασαν» εἰς τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος χωρὶς νὰ ἔχουν τὰ προσόντα καὶ τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν—ναὶ αὐτοὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι κανονιζομένων τῶν πραγμάτων συνταγματικῶς, ὡς πρὸ καιροῦ εἶπον, θὰ καταστοῦν ἄξιοι τῆς ὑπηρεσίας τῆς Πατρίδος. Εὐτυχῶς ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπέκρουσε τὴν πρόσκαιρον ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος. Ἑπομένως δὲν συζητεῖται τὸ ζήτημα. Ὅπως δὲ ἠκούσατε χθὲς τοὺς ρήτορας ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, οὐδεὶς προσέβαλε τὴν ἰσοβιότητα. Ἠγέρθη μόνον τὸ ζήτημα χθὲς ἂν ἡ ἰσοβιότης πρέπει νὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς δικαστάς. Ἐγώ, ὅπως θὰ ἴδητε εἰς τὰς ὑπ’ ὄψιν σας τροπολογίας, εἶμαι ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῶν εἰσαγγελέων εἰς τὸν κύκλον τῶν ἰσοβίων δικαστῶν. Οἱ εἰσαγγελεῖς, ἀπὸ παλαιόθεν, θεωροῦνται ἀνήκοντες εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠμπόδιζε νὰ ἀσφαλισθοῦν διὰ τῆς ἰσοβιότητος. Ἡ ἰσοβιότης τουναντίον θὰ ὠφελήσῃ τὴν εἰσαγγελικὴν Ἀρχήν. Διότι θὰ λείψῃ ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἀκόμη σήμερον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ ἀπολύωνται μόνον διὰ παράπτωμα πειθαρχικόν. Ἐγὼ δὲ ὁ ἴδιος ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπέλυσα εἰσαγγελέα περιπεσόντα εἰς δύο πειθαρχικὰ παραπτώματα καὶ ἐλυπήθην, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ κάμω ἀλλέως. Διότι ἡ μονιμότης καὶ ἡ ἰσοβιότης καθιστᾷ τὸν δικαστὴν καὶ τὸν εἰσαγγελέα μᾶλλον προσηλωμένους εἰς τὸν καθῆκον των, μᾶλλον ἐπιμελεῖς, χωρὶς νὰ φοβῶνται παρὰ μόνον τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ, μόνον τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ φοβοῦνται καὶ ὄχι τὴν ἀπόλυσίν των ἐκ κομματικῶν λόγων ἢ ἐκ προσωπικῶν διαθέσεων τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ὠφέλεια λοιπὸν εἶναι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως ὠφέλεια τοῦ Κράτους εἶναι νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῇ ἰσοβιότητι καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς. Τουναντίον εἶναι ἐπιζήμιον πολυτρόπως νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν ἰσοβιότητα οἱ στρατιωτικοὶ δικασταί. Διότι οἱ στρατιωτικοὶ δικασταὶ δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Δὲν εἶναι τῆς καθ’ αὑτὸ δικαστικῆς ἐξουσίας. Εἶναι τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας. Δὲν εἶναι δὲ συμφέρουσα εἰς τὴν Δικαιοσύνην ἡ ἐπαφὴ τῶν στρατιωτικῶν, ὅπως καὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ κατὰ μείζονα λόγον τῶν στρατιωτικῶν μὲ τοὺς δικαστικούς. Πᾶς στρατιωτικὸς ἐκ τῆς φύσεως τῶν καθηκόντων αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, ἣν ἀσκεῖ, τῆς, ἂς εἴπω, βιαίας συμπεριφορᾶς ἐν τῷ Στρατεύματι καὶ τῷ Στρατῷ ὑπαρχούσης διαθέσεως τῆς ἐπιβολῆς αὐταρχίας καὶ αὐθαιρεσίας. Αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ στρατιωτικοῦ δικαστοῦ δὲν εἶναι παντάπασιν ὠφέλιμον νὰ ἔρχωνται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς Δικαιοσύνης τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τῶν λειτουργῶν, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Διότι οἱ δικασταὶ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀντιθέτως εἰς τὴν συμπεριφοράν, ἀντιθέτων διαθέσεων, μακρὰν ἀπὸ πᾶσαν αὐθαιρεσίαν, ἀπὸ πᾶσαν ἐπιβολὴν αὐθαίρετον καὶ πρέπει νὰ ἀπομακρύνωμεν ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν πάντα ἄλλον ὑπάλληλον ἄλλης Ἀρχῆς τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ἤρεμον καὶ τὴν διαρκῶς ἐπιμελῆ ἐνέργειαν τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ. Νὰ μὴ συμπεριληφθοῦν ἐν τῇ ἰσοβιότητι οἱ στρατιωτικοὶ δικασταί, διότι ἡ φύσις καὶ ὁ χαρακτὴρ τῶν στρατιωτικῶν δικαστῶν εἶναι ἀντίθετος μὲ τὴν φύσιν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἡ ἐπαφὴ θὰ ἦτο ἐπὶ ζημίᾳ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ὄχι τῆς στρατιωτικῆς. Ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα τοῦ μεταθετοῦ τῶν δικαστῶν. Τὸ μεταθετὸν ἢ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, κύριοι βουλευταί, σχετίζεται μὲ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Τοῦ Συμβουλίου τούτου εἶμαι ἐγὼ δημιουργός. Διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῷ 1908, ἀντελήφθην καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ εἶναι ἀσφαλής, ὅπως ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἂν δὲν ὠχυρώνομεν τὸν Ὑπουργὸν κατὰ τῆς ἐπιβολῆς ἢ κατὰ τῆς πιέσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλή, οἱ βουλευταὶ ἤσκουν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Οἱ βουλευταὶ ἦσαν ἠναγκασμένοι, θεραπεύοντες τὰ συμφέροντα τῶν ἐκλογέων των, νὰ ζητήσουν ὅπως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται κατὰ τοῦ δικαστοῦ ὡς ἀδικήσαντος αὐτὸν ἢ ὡς ἀσκήσαντος κακῶς τὰ καθήκοντά του, ἵνα συστήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν διόρθωσιν τοῦ πράγματος. Αὐτὴ ἡ σύστασις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν εἶχε πάντοτε τὸν χαρακτῆρα ἐπιβολῆς καὶ πιέσεως καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἦτο ἐλεύθερος πάντοτε νὰ μὴ ἀκούῃ τὰς συστάσεις αὐτάς, διότι αἱ πλεῖσται πολλάκις συνιστάμεναι εἰς κακὴν συμπεριφοράν, κατὰ κανόνα, εἰς ἐλαχίστας, σπανιωτάτας περιπτώσεις εἰς ἀμεροληψίαν δικαστοῦ. Ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς οὔτε προαγωγὴν οὔτε μετάθεσιν δικαστοῦ τινος ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἄνευ προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, γνωμοδότησιν μὴ ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸν Ὑπουργόν, ἀλλὰ νὰ μὴ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ ἄνευ προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου. Ἐπῆλθε πρότασις ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπῆλθεν ἡ στρατιωτικὴ στάσις τοῦ Γουδί. Ὁ μακαρίτης Μαυρομιχάλης πιεζόμενος ἀπὸ τὸν Στρατιωτικὸν Σύνδεσμον θέλει ἀφ’ ἑνὸς νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ πιεζόμενος ἀπὸ τὸν Στρατιωτικὸν Σύνδεσμον, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποῦ ὁρμώμενος ἐπέμενεν εἰς τὰ ἄκρα καὶ ἔλεγεν ὅτι νὰ γίνῃ ὑποχρεωτικὴ ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου. Τὸ Συμβούλιον νὰ ἀποφασίζῃ προαγωγὰς ἢ μεταθέσεις. Ὁ μακαρίτης Μαυρομιχάλης μοὶ λέγει τοῦτο καὶ τοῦτο συμβαίνει· τί νὰ κάμωμεν. Λέγω ἐγὼ νὰ μὴ τὸ κάμῃς. Ἡ Βουλὴ διώρισεν Ἐπιτροπήν, κατὰ σύστασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ σήμερον Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἔλαβον μέρος ὡς πρόεδρος καὶ ἡ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νομίζω ἦτο καὶ ὁ κ. Βοζίκης, ἀπεφάσισε παμψηφεὶ ὅτι δὲν πρέπει ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου νὰ εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ μακαρίτης Μαυρομιχάλης ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ τὴν ἑπομένην μοὶ λέγει δὲ: εἶναι δυνατόν, θὰ γίνῃ ὅπως λέγει ὁ Σύνδεσμος. Ἐψήφισα λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, κύριοι βουλευταί, ἀνατραπέν. Ὁ Ὑπουργὸς ἔπαυσε νὰ εἶναι Ὑπουργὸς καὶ ἔγινε διεκπεραιωτὴς τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου, διορίζοντος καὶ προάγοντος τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Ὑπουργός, κατὰ τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον, ἦτο διεκπεραιωτὴς τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου. Τὰ πράγματα δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ ἀποβῶσι κακῶς, ὅπως προεῖπον ἀπὸ τὴν θέσιν ταύτην. Καὶ ἡ πρώτη παταγώδης ἀποτυχία τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, ἦτο ὅτι ἐζήτησαν νὰ καθαρίσουν δύο ἀπὸ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, νὰ καθαρίσουν δύο ἀνικάνους καὶ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ συμφωνήσουν καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀποφασίσουν, ἀπέλυσαν καὶ τοὺς πέντε. Ὑπὸ τοιαύτην πλημμελῆ λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ, ἐλειτούργησεν ὁ θεσμὸς μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Βενιζέλου. Ἐγένοντο ἄτοπα. Ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος περιεστάλη ἡ πίεσις τῶν βουλευτῶν. Τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα, ἂν ἐψηφίζετο ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἐπῆλθον ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἀλλ’ ἐπῆλθον ἄλλα καὶ ἐπεριμένομεν νὰ ἔλθουν περιστάσεις νὰ βελτιώσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ φυσικὴ κατάστασις, δηλαδὴ νὰ εἶναι γνωμοδοτικὸν τὸ Συμβούλιον, ὄχι νὰ εἶναι ἀνεύθυνον, διότι διαρκοῦντος τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἐψηφίσθη, αἱ προαγωγαὶ καὶ αἱ μεταθέσεις ἐγένοντο ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης κανενός. Ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦτο ὅσον ἔπρεπε νὰ εἶναι. Τὸ Συμβούλιον ἦτο ἐλεύθερον, ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἦτο οὐδόλως ὑπεύθυνος, ἀφοῦ δὲν εἶχε νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑπογράφῃ ὅ,τι ἀπεφάσιζε τὸ Συμβούλιον. Φαντασθῆτε ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προαχθῇ ποτὲ ἡ κατάστασις καὶ διηυθύνετο ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀπὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προαχθῇ ποτὲ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία οὔτε νὰ ὠφεληθῇ τὸ Κράτος καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπὸ τὰ προσδοκώμενα ἐκ τῆς ἰσοβιότητος ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ πολὺ καλὰ ἐννοεῖτε ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σταθῇ οὔτε 24 ὥρας ἂν δὲν κατήργει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἐξέδωκε Νομοθετικὸν Διάταγμα καταργοῦν τὴν ἰσοβιότητα ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἐξητάζετο τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τὴν μέλλουσαν Συνέλευσιν. Καταργήσας τὴν ἰσοβιότητα συνεκρότησε τὸν Ἄρειον Πάγον βενιζελιστί, δηλαδὴ εἰσήγαγεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τοὺς ἐπιόρκους δικαστικοὺς λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἀνετράπη ἐντελῶς ὁ θεσμὸς καὶ τὸ ὀλίγον καλόν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρίν, ἐξέλιπεν ἐντελῶς. Ἡ παλινόρθωσις τοῦ 1921 μὲ τὴν κατάστασιν, τὴν ἐξόχως ἀνώμαλον καὶ θλιβερὰν τροπὴν τῶν πραγμάτων, δὲν ἦτο δυνατή. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ βελτίωσιν ἐπὶ τῆς καταστάσεως καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ νομοθετικὸν καθεστὼς τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὸ ὁποῖον αὐτὸ μεταθέτει καὶ προάγει τοὺς δικαστάς. Τὸ πρᾶγμα αὐτὸ πρέπει νὰ λείψῃ, οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ πρέπει νὰ εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν ἐπαγρύπνησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης αὐτὸς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέτῃ, ἀλλὰ νὰ ἐρωτᾷ τὸ Συμβούλιον. Θέλει ὁ Ὑπουργὸς νὰ μετατεθῇ ἐκ τοῦ τάδε δικαστηρίου ὁ τάδε δικαστής, διότι πείθεται εἴτε ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως, εἴτε ἐξ ἰδίας ἐρεύνης, ὅτι πρέπει νὰ μετατεθῇ, νὰ προβαίνῃ αὐτὸς ὁ Ὑπουργός, νὰ ζητῇ δὲ ἀπὸ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, δώσατέ μοι ἕνα δικαστὴν καὶ αὐτὸν τοποθετήσατέ τον ὅπου θέλετε σεῖς. Ἂν δὲ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἐκ λόγων ὄχι βεβαίως κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐκ λόγων κακῆς ἀντιλήψεως, δὲν δώσῃ τὸν προσήκοντα δικαστὴν διὰ τὴν θέσιν, ἡ ὁποία κενοῦται, νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, δὲν εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπὸ αὐτόν, δώσατέ μοι ἕνα ἄλλον. Καὶ ἂν καὶ μὲ τὸν δεύτερον δὲν εἶναι εὐχαριστημένος, νὰ μὴ δύναται νὰ τὸν ἀποκρούσῃ, ἀλλὰ τότε πλέον τὴν εὐθύνην θὰ τὴν ἔχῃ τὸ Συμβούλιον. Αὐτὰ ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἀλλ’ αὕτη δὲν τὰ ἐδέχθη καὶ προτείνει νὰ ἀποφαίνεται περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων, Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ Ἐφετῶν ἢ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀναμίξωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν μὲ ζητήματα διοικήσεως, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν διοίκησιν εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅστις εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν δύναμιν, τὴν ἐπιβολήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ τῷ λέγῃ, τί ἔκαμες; Καὶ ἀπὸ Ὑπουργοὺς μὴ συναισθανομένους τὸ καθῆκον των θὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ γνωρίζουν, ὅτι δὲν κάθηνται εἰς τὰ μαλακὰ καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, παραβλέποντες τὸ καθῆκον των ἢ τὸ πρέπον, νὰ μὴ δώσωσι λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ ζητοῦντες νὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου ὑπ’ αὐτοῦ μεταθέσεως ἢ προαγωγῆς τῶν δικαστῶν σφάλλουσι, διότι δὲν θέλουσι νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ μέγεθος τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐκ τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ μεγαλυτέρα ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ὄχι βεβαίως ἀπὸ τὴν σοφίαν τῶν Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις περιλαμβάνουν. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ λεχθῇ τὴν τροπολογίαν καὶ νὰ μὴ μείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μεταθέσῃ ἢ νὰ μὴ μεταθέσῃ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τὸν ὁποῖον εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταθέσῃ, δὲν δύναται νὰ προαγάγῃ, ἂν δὲν τοῦ εἰπῇ τὸ Συμβούλιον αὐτὸν θὰ προαγάγῃς, αὐτὸν θὰ μεταθέσῃς, διότι ἄνευ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ νὰ δέχεται ἢ νὰ μὴ δέχεται τὰς προτάσεις τοῦ Συμβουλίου, δὲν δύνασθε νὰ ἔχετε ὑπεύθυνον Ὑπουργόν. Καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ ἔχετε τὸν παράγοντα τῆς συνταγματικῆς, τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ, κύριοι βουλευταί, διορθουμένων τῶν θεμελιωδῶν αὐτῆς διατάξεων, πρέπει νὰ ὀργανωθοῦν τὰ δικαστήρια, νὰ τὰ ὁρίσουν διὰ τοῦ Συντάγματος, ὅπως προτείνω διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ 92 ἄρθρου, νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἑπομένως νὰ λειτουργοῦν ὅσα θέλουν Πρωτοδικεῖα καὶ ὅσα θέλουν Εἰρηνοδικεῖα, οὔτε ἔκτακτα δικαστήρια, νὰ ὁρισθοῦν, ὅπως ὁρίζω ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου, τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ τὸ Κράτος ἐσαεί. Αὐτὸ θὰ ἐνδυναμώσῃ ὁπωσδήποτε τὴν ἀφοσίωσιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸ καθῆκον αὐτῶν, θὰ ἐμπνεύσουν τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὴν Κοινωνίαν, τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος παράγων τῆς κοινωνικῆς τάξεως, νὰ γνωρίζῃ ὁ Λαὸς καὶ ὁ πολίτης ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ δικαστήρια, δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλα οὔτε φορολογικά, οὔτε διοικητικά, αὐτά, τὰ ὁποῖα ὁρίζει τὸ Σύνταγμα καὶ ἀπὸ αὐτὰ θὰ δικασθῇ καὶ δι’ ἀστικῆς καὶ ποινικῆς καὶ διοικητικῆς φύσεως ὑποθέσεις, ἕως ὅτου ψηφισθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Δεύτερον νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ δικασταὶ πρέπει νὰ εἶναι δικασταί· οἱ δικασταὶ τῆς σήμερον, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος ἀμαθεῖς, πρέπει νὰ τοὺς καθαρίσωμεν; Ὄχι, ἀλλὰ νὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν, καὶ αὐτὸ λέγω διὰ τῆς τροπολογίας μου νὰ δώσουν ἐξετάσεις, πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς φοιτήσαντες εἰς σχολεῖον ἀρκετὰ ἀναπληροῦν τὴν ἔλλειψιν τῆς ὑπάρξεως διπλώματος. Διότι σήμερον εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὰ δικαστήρια ὑπάρχουν πολλὰ γεγονότα ἀπελπιστικά· νὰ καθορισθῇ λοιπὸν ὄχι δι’ ἀπολύσεως ὄχι δι’ αὐθαιρέτου ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Ὁ δικαστὴς νὰ μορφωθῇ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ νὰ συνειθίζῃ νὰ ἐργάζεται, ὁ δικαστὴς νὰ μορφωθῇ καὶ νὰ φοβῆται τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Τότε μόνον θὰ ἐπιμελῆται. Τί θὰ ὠφεληθῇ ἡ Δικαιοσύνη ἂν εἴπῃ τὸ Σύνταγμα ἢ καὶ ὁ νόμος, ὅτι ἐντὸς δύο ἐτῶν δὲν δύναται ὁ δικαστὴς νὰ μετατεθῇ. Αὐτὸ θὰ σημαίνῃ· ἐπὶ δύο ἔτη κάνε τὸ κέφι σου, μὴ ἀνοίξῃς βιβλίο. Κακά, ψυχρὰ καὶ ἀνάποδα θὰ τὸν βγάλωμεν, δὲν τοῦ δίδεται οὐδεμία ὤθησις εἰς τὴν μόρφωσίν του, εἰς τὴν ἀνάπτυξίν του. Θὰ μείνῃ αἰωνίως ἀμαθὴς καὶ ἐπιζήμιος διὰ τὴν Δικαιοσύνην, διότι ὁ ἀμαθὴς δικαστὴς εἶναι τὸ ἐπιζημιώτερον πρᾶγμα διὰ τὸν Λαόν, διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Μορφώσατε λοιπὸν τὸν δικαστικὸν κλάδον ἄνευ βίας ὁμαλῶς καὶ κανονικῶς ἐκτὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ Βενιζέλου ἐγένοντο αἴτιοι καὶ ἐκ πνεύματος καθαρῶς κομματικοῦ καὶ ἐκ διαθέσεως καθαρῶς φατριαστικῆς ἐγένοντο συνένοχοι τῆς Ἐπαναστάσεως Βενιζέλου καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἔδωκαν τὸν ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας τὸν ὁποῖον διετύπωσεν ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις, ἐναντίον τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον εἶχον ὀμώσει καὶ τὸν ὁποῖον εὐόρκως φερόμενοι, ἔπρεπε νὰ σεβασθῶσι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἀκόμη ἐγκατέλειψαν τὴν Δικαιοσύνην. Πρέπει νὰ λείψωσι, διότι εἶναι ἀδύνατον ἐπίορκος δικαστὴς νὰ εἶναι ἰσόβιος. Πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Βενιζέλου εἴχομεν Δικαιοσύνην, μετὰ οἱ δικασταὶ κατεδιώχθησαν καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ τὰ δικαστήρια ἐστερήθησαν ἀρίστων δικαστικῶν λειτουργῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ συνάδελφος κ. Σωτηριάδης, ὁ ὁποῖος ἐτίμα τὸν δικαστικὸν κλάδον. Δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοὺς ἀληθῶς ἡρωϊκῶς ἀντιταχθέντας κατὰ τῆς Ἐπαναστάσεως Βενιζέλου, ἀρνηθέντας νὰ δώσωσιν ὅρκον εἰς τὴν Ἐπανάστασιν. Πρέπει νὰ ἀναφέρω τὸν πρῶτον δικαστικὸν λειτουργόν, ὁ ὁποῖος ἔρριψε κατὰ πρόσωπον τοῦ ἁρμοστοῦ Κρήτης Ι. Τσιριμώκου τὴν παραγγελίαν νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον τῆς Ἐπαναστάσεως, τὸν Ἰωάννην Βελιμέζην, πρόεδρον τοῦ Ἐφετείου Χανίων. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, οἱ εὐσυνείδητοι, οἱ πεπαιδευμένοι, οἱ ἄριστοι, οἱ τιμῶντες τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, κατεδιώχθησαν καὶ εἰσήλασαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἄξιοι οὔτε διὰ νεωκόροι τοῦ ναοῦ αὐτῆς. Διὰ τοῦτο λέγω διὰ τῆς τροπολογίας μου, ὅτι οἱ ἐπίορκοι δικασταὶ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶσι διὰ νὰ μὴ μολύνωσι τὸν δικαστικὸν κλάδον, νὰ μὴ ἐξακολουθοῦν νὰ τὸν μολύνουν, διότι ἐξακολουθοῦν νὰ τὸν μολύνουν, τότε δὲ θὰ μορφωθῶσιν οἱ δικασταὶ ὅπως ἀξιοῖ τὸ Σύνταγμα καὶ ὅπως ἀξιοῖ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§4Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ πρώτιστον ἐκ τῶν γενομένων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου παρατηρήσεων εἶναι ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἰσοβιότητος καὶ τῆς μονιμότητος, τῆς μὲν πρώτης διδούσης τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπάλληλον νὰ παραμένῃ καὶ καταργουμένης τῆς θέσεως, τῆς δὲ δευτέρας μὴ διδούσης τοιοῦτον δικαίωμα. Ἠγέρθη ζήτημα ἂν οἱ εἰσαγγελεῖς πρέπει νὰ εἶναι μόνιμοι ἢ ἰσόβιοι καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ τις ὅτι ὁ εἰσαγγελικὸς θεσμὸς ἐξελίσσεται εἰς τρόπον ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ εἶναι καὶ ἀπαραίτητος καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν βλέπομεν τὸν λόγον τῆς δεσμεύσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὡς πρὸς αὐτόν. Βεβαίως ἡ ἠθικὴ πολιτικὴ δὲν πρέπει νὰ ἀφίσῃ ἐγκαταλελειμμένα καὶ ἐν περιπτώσει καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τὰ χρηστὰ εἰσαγγελικὰ ὄργανα. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄλλο καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος πρέπει νὰ τηρήσωμεν τὴν διάκρισιν, ἥτις ἐτηρήθη ἀνέκαθεν περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν καὶ μονιμότητος τῶν εἰσαγγελέων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ῥιφθεῖσαν πρότασιν περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν φυσιολογικὴν ἐκκαθάρισιν καὶ νὰ ἀποτρέψωμεν πᾶσαν βιαίαν τοιαύτην δι’ ἀναστολῆς.
§5Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θὰ γίνουν οἱ δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἐξώσθησαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, διότι δὲν ἔγιναν θεράποντες τῶν δικτατοριῶν καὶ λοιπῶν ἀνωμάλων καταστάσεων, οἱ ὁποῖοι μάτην ἀναμένουν τὴν δικαιοσύνην τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως;
§6Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καίτοι ἀφορῶντος ὁλόκληρον τὴν Οἰκουμενικήν, δὲν παρέλειψεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπασχοληθῇ μὲ τὸ τοιοῦτον ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα νὰ ἄρῃ τὰς ἀνωμαλίας, αἰσθάνεται ὅτι πρέπει νὰ ἄρῃ αὐτάς, πότε ὅμως καὶ πῶς δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου, εἶναι τῆς πρωτοβουλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἤδη ἔχει ἐπιληφθῆ τοῦ θέματος καὶ ἔχει καταρτίσει καὶ εἰδικὸν ψήφισμα.
§7Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν πρέπει νὰ παρορῶμεν ὅτι ἡ Βουλὴ προσφάτως ἀσκοῦσα τὰ συντακτικά της δικαιώματα διὰ ψηφίσματος ἀπεφάνθη ὅτι καλῶς ἀπηγορεύθη ἡ ὑποψηφιότης τῶν θεραπόντων τοῦ Παγκάλου καὶ ἐνέκρινε καὶ ἀπεφάνθη σαφῶς ὅτι ἦτο ὀρθὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀποκλεισμοῦ τούτων ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν συνεπῶς, ἂν ἄλλως ἀποφανθῇ, θὰ εἶναι ἀσυνεπὴς πρὸς ἑαυτήν, οἱονδήποτε δὲ τυχὸν Διάταγμα ὑποβαλλόμενον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ ἐκθέσῃ τοῦτο εἰς πρᾶξιν ἄντικρυς ἀντικειμένην εἰς τὸ ψήφισμα τῆς Βουλῆς· ἕνεκα τούτου καὶ δι’ ἄλλους λόγους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ τοιοῦτον προσωπικὸν μέτρον καὶ βραβευθοῦν δικαστικοί, οἵτινες, παρὰ τὸ καθῆκόν των, ἔλειχον καὶ λείχουν διαφόρους πολιτευομένους ἵνα παραμείνουν μακρὰν τῆς θέσεώς των, ἐν Ἀθήναις, ὡς ἐπιτυγχάνουν διὰ διαφόρων ἥκιστα δικαστικῶν μέσων καὶ τρόπων. Μόνον μέτρον θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ τὸ ἀποβλέπον εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§8Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὴν εἰσέρχεσθε ἐπὶ τῆς οὐσίας ζητήματος, μὴ συζητουμένου ἤδη. Ἕτερον ζήτημα, ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ὡς ἔχει ἡ διατύπωσις, δὲν εἶναι ἡ μᾶλλον ὀρθή. Ὀρθότερον θὰ ἦτο ἂν καθιεροῦτο ἓν κατώτερον καὶ ἓν ἀνώτερον ὅριον, ὡς εἶχε τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ἀφιεμένου εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίζῃ τοῦτο ἀναλόγως τῶν προσώπων καὶ τῶν ἀναγκῶν. Ἕτερον ζήτημα, ὅπερ ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον, εἶναι τὸ ἀμετάθετον ἢ μή, γίνεται προσπάθεια νὰ θεσπισθῇ τὸ μερικῶς ἀμετάθετον ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ. Σχετικῶς μὲ τοῦτο δὲν βλέπω τὸν λόγον, καθ’ ὃν τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ὤφειλε νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ ἄλλως τε ἐπαρκῶς προστατεύονται οἱ ὑπάλληλοι ὅταν ἔχουν ὑπὲρ αὐτῶν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Τέλος ὡς πρὸς τὴν διάταξιν περὶ ἀποσπάσεως τονίζω ὅτι εἶναι πάμπολλαι αἱ ὑπηρεσίαι, εἰς ἃς κατ’ ἀνάγκην ἀπασχολοῦνται οἱ δικασταὶ καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἔλθωμεν τώρα νὰ καταργήσωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας διὰ τοῦ Συντάγματος; Ἂν ἔγιναν καταχρήσεις εἰς τὸ παρελθόν, τοῦτο ὀφείλεται, διότι ἀφίνετο εἰς ἄλλας Ἀρχὰς καὶ ὄχι εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἡ ἀπόσπασις, ἀλλ’ ἤδη διὰ τοῦ ἄρθρου 94 λαμβάνεται πρόνοια ὅπως καὶ αἱ ἀποσπάσεις προεγκρίνωνται ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Δι’ ὅλα ταῦτα συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως τὸ ἄρθρον 93 ψηφισθῇ ὅπως εἶχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911.
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε. Θὰ τηρηθῇ τὸ ψήφισμα.
§11Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος 1911.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ ἂν ἡ Βουλὴ δέχεται τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ 1911, δηλαδὴ τὸ 88.
§13Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Συνέστη μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς ψηφοφορίας. Ὡς βάσις θὰ χρησιμεύσῃ ἡ τροποποίησις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§14Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ μὲ ἀκούσουν ἐπὶ τῆς προτάσεως. Εἶπον νὰ τεθῇ ὡς πρότασις ἀπωτέρα ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ὡς εἶχε τὸ 1911. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία δὲν περιέχει τὰς διαφόρους τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ πρότασις, ἡ περιεχομένη εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
§15Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προτείνει τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὡς τροπολογίαν.
§16Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι ὡς τροπολογίαν, ἀλλ’ ὡς βάσιν ψηφίσεως. Θέλετε κατόπιν νὰ χωρισθῇ τὸ ἀμετάθετον ἢ ὄχι; Θέλετε νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀπόσπασις νὰ μὴ γίνεται; Δὲν ἀποκλείεσθε νὰ ψηφίσητε ὅ,τι θέλετε. Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ προσθῆκαι καὶ τροποποιήσεις. Ὡς ἐπίσης θέλετε νὰ κάμητε μίαν διάκρισιν τοῦ ὁρίου μεταξὺ ἀνωτέρου καὶ κατωτάτου. Δύνασθε νὰ ψηφίσητε ἐπ’ αὐτοῦ ὡς τροποποιήσεις.
§17Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τὸ ἄρθρον καταλήγει ὡς ἑξῆς· «ἐφόσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι». Μένουν οὕτως ἢ προσετέθησαν καὶ θέσεις; Διότι χθὲς ἔγινε συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ καθὼς ἀντελήφθην, ἡ Βουλὴ ἦτο ὑπὲρ τῆς προσθήκης «αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι καὶ θέσεις».
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα «αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι καὶ θέσεις», οὕτως ἀπεφασίσθη. Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς ὅπως ἀναγνώσῃ τὴν πρώτην παράγραφον. (Ὁ γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911).
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή. (Ὁ γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς).
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκταί, δεκτοί.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 93. Οἱ Ἀρεοπαγῖται, Ἐφέται καὶ Πρωτοδῖκαι εἰσὶν ἰσόβιοι, οἱ δὲ Εἰσαγγελεῖς, Ἀντεισαγγελεῖς, Εἰρηνοδίκαι, Πταισματοδίκαι, Γραμματεῖς καὶ Ὑπογραμματεῖς τῶν Δικαστηρίων καὶ Εἰσαγγελιῶν, Συμβολαιογράφοι, Φύλακες Ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν εἰσὶ μόνιμοι, ἐφόσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι καὶ θέσεις. Οἱ ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος ἀπολαύοντες δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, εἴτε κατ’ ἀκολουθίαν ποινικῆς καταδίκης, εἴτε ἕνεκα πειθαρχικῶν παραπτωμάτων ἢ νόσου ἢ ἀνεπαρκείας, βεβαιουμένων καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει, τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 96 καὶ 97. Ἀποχωροῦν δὲ ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας τὰ μὲν μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ Πρόεδροι καὶ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 70οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας των, οἱ δὲ λοιποὶ ἔμμισθοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 65ου. Οἱ Φύλακες Ὑποθηκῶν καὶ Συμβολαιογράφοι ἀποχωροῦν ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 75ου ἔτους.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 93ον ἄρθρον).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 94....
§24Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν εἶναι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ ἀπουσιάζοντες Ὑπουργοὶ ἔχουν παρακαλέσει νὰ μὴ συζητηθῇ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι δέκα νὰ ὁμιλήσουν. Ὁ κ. Λ. Μάρκου ἔχει τὸν λόγον.
§27Α. ΜΑΡΚΟΥ. Αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 94, εἶναι συμπλήρωσις καὶ συνέχεια τῶν ἄλλων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐνεκρίθησαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῶν ὁποίων κατοχυροῦται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διὰ τῆς ἰσοβιότητος καὶ μονιμότητος. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 94 εἶναι συμπλήρωσις τῶν διατάξεων τούτων. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε σκόπιμον ἐκτὸς τῶν τοποθετήσεων καὶ τῶν μεταθέσεων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὑπήγοντο ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἔκρινε, λέγω, σκόπιμον πρὸς περιφρούρησιν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ὄχι μόνον τὰς μεταθέσεις, ἀλλὰ καὶ τὰς τοποθετήσεις καὶ τὰς ἀποσπάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ διὰ τῆς πρὸ ὀλίγου δοθείσης ψήφου της ἐπέτρεψεν. Ὁ λόγος δὲ εἶναι οὗτος. Οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ κάθε ὑπάλληλος προστατευόμενος εἴτε ἀπὸ τὴν ἰσοβιότητα, εἴτε ἀπὸ τὴν μονιμότητα, δὲν φοβεῖται τόσον τὴν ἀπόλυσιν, διότι ἡ ἀπόλυσις εἶναι ἐνδεχόμενον πολὺ σπάνιον καὶ ἀπαιτεῖται νὰ ἀνατρέχουν ὡρισμέναι περιστάσεις, ὅσον ἐπιθυμεῖ μίαν προαγωγὴν ἢ μίαν καλὴν τοποθέτησιν. Ὁ ὑπάλληλος ὑφίσταται πειρασμὸν ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιδιώξῃ μίαν καλὴν τοποθέτησιν ἢ μίαν εὐνοϊκὴν μετάθεσιν, ἀναγκάζεται δὲ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτον νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἔστιν ὅτε νὰ κάμπτεται. Τοῦτο ἠθέλησεν ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου νὰ παρεμποδίσῃ, ἠθέλησε νὰ προασπίσῃ ἐντελῶς τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀπὸ τοῦ πειρασμοῦ τῶν εὐνοϊκῶν τοποθετήσεων καὶ ἀπὸ πειρασμοῦ τῶν διορισμῶν. Διὰ τοῦτο ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ἐγκρίνῃ τοὺς μέλλοντας νὰ διορισθοῦν, διότι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἐδίδαξεν ὅτι ἐνίοτε οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀπολυθέντες δι’ ὡρισμένους λόγους διὰ πράξεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐπανήρχοντο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διοριζόμενοι παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ὑπάρχουν εἰρηνοδίκαι καὶ πρωτοδίκαι, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν δι’ ὡρισμένας πράξεις ἢ παραλείψεις καὶ μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρόνου ἐπανῆλθον, διορισθέντες ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Τοῦτο ἠθέλησε νὰ παρεμποδίσῃ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἀναθέσασα εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ ἐξακριβώνῃ καὶ καθορίζῃ ἂν τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ διορισθῇ τις ὑπάλληλος, τὰ ἔχει ὁ ὑποψήφιος. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ σημερινοῦ καὶ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἦσαν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ὑπουργός, κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, δὲν μετεβάλλετο παρὰ εἰς ἁπλοῦν διεκπεραιωτὴν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶχε τις ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ καταστήσῃ ἀνεξάρτητον τὴν δικαστικὴν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ἐπιθυμία του δὲν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ καταστήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μηδεμίαν ἔχοντα δύναμιν καὶ ἁπλοῦν ἐκτελεστὴν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν μεταρρυθμίσεως τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ 1911 καὶ διετύπωσε τοῦτο ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ προαγωγαὶ αὐτοὶ γίνονται μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, δηλαδὴ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν ἂν δὲ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἀποδεχθῇ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία κατὰ τοιοῦτον τρόπον παρέχει μείζονα ἐχέγγυα διὰ λυσιτελεστέραν λύσιν. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἔχει ἰδιάζουσαν σημασίαν εἰς τὸ ἄρθρον 94 ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ἡ ἀξίωσις τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου, ὅπως αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, αἱ ἀφορῶσαι προαγωγὰς καὶ μεταθέσεις ἢ οἱασδήποτε μεταβολάς, εἶναι ὅπως ὅλαι αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ὦσιν ᾐτιολογημέναι. Εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς κατέληξεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ διότι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος κατέδειξεν ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας ἄλλοτε μετέβαλε γνώμην περὶ τῶν προσώπων ὡρισμένων δικαστικῶν λειτουργῶν διὰ τὴν προαγωγὴν αὐτῶν.
§28Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι κατὰ τὴν γνώμην σας.
§29Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὄχι, ὑπέρ, διότι δὲν θὰ τολμᾷ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ ἀλλάξῃ τοιουτοτρόπως γνώμην. Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, κρῖνον σήμερον τρεῖς πρωτοδίκας, νὰ εἴπῃ ὅτι εἷς ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι κατάλληλος πρὸς προαγωγὴν καὶ μετὰ 24 ὥρας νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι κατάλληλος. Τοῦτο ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ μέχρι τοῦδε. Συνέβη δὲ τοῦτο εἰς παρῳχημένην ἐποχήν. Ἂν εἶχε λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ αἰτιολογήσῃ τὴν ἀπόφασίν του, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ τοιαύτην πρᾶξιν, διότι ἐπὶ τέλους θὰ ἠδύνατο νὰ ἐλεγχθῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους, πρὸς τοὺς ὁποίους τὰ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν θέλουσι νὰ δίδωσι λόγον τῶν πράξεών των, νομίζοντες πεπλανημένως ὅτι δὲν ἔχουσι τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ἐπίσης ἑτέραν μεταρρύθμισιν ἐπὶ τοῦ προσωρινοῦ ἐν ἰσχύι Συντάγματος ἐπέφερεν ἡ Ἐπιτροπή, ἀπαλείψασα τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετέχει τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἄνευ ψήφου ὁ γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκρίθη ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι ἡ παρουσία εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου μέλους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μέλους τῆς Διοικήσεως, δὲν θὰ εἶχε καλὰ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι θὰ ἤσκει ὑποσυνειδήτως ἐπηρεασμὸν ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου διὰ τὰς ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιδοθησομένας ἀποφάσεις. Ἐπίσης ἑτέραν μεταρρύθμισιν ἐπέφερεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Ἀκριβῶς διὰ νὰ καταργήσῃ τὴν παρατηρηθεῖσαν ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Δικαστικῷ Συμβουλίῳ ὀλιγαρχίαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν κλικῶν ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ καταστήσῃ μόνιμον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου μέλος καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ ἀπαλείψῃ δὲ πάντα τὰ ἄλλα μέλη, τοὺς εἰσαγγελεῖς, διότι ἡ παρουσία πολλῶν μονίμων μελῶν ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Δικαστικῷ Συμβουλίῳ ἐδημιούργει κλίκας καὶ ἐπιρροὰς εἰς τὴν Δικαιοσύνην.
§30Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὥστε ἐλήφθη μία πρόνοια ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὀρθοτάτη, διότι ἀνεγνωρίσατε ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εἶχε τὴν κλίκαν του κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον καμμία ἐγγύησις διὰ τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ὑποθάλπουν τὰς ἀδυναμίας ὡρισμένων ἀρεοπαγιτῶν.
§31Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὄχι μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ἀναντιρρήτως καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εἶναι ἄνθρωποι, ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὰς ἀτελείας των. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑφίστανται ὑποβολὰς ὑποσυνειδήτως, χωρὶς νὰ τὸ θέλουν. Ἀκριβῶς διότι ἀποτελεῖται τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀπὸ ἀνθρώπους, τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἤχθησαν εἰς τὸ νὰ θέσωσι τοιαύτην διάταξιν, ὥστε νὰ προστατεύσωσι καὶ τὰ μέλη τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ μέλη τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ πάσης ἐπιρροῆς τῆς μονοκρατορίας τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§33Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Συχνὰ τώρα, κύριοι, μὲ βλέπετε ἐπὶ τοῦ βήματος, ἐνῷ προηγουμένως σπανιώτατα.
§34Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εὐχαρίστως. Καὶ σαγηνευόμεθα ὅταν σᾶς βλέπομεν καὶ σᾶς ἀκούομεν.
§35Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κύριε συνάδελφε. Ἄν τὸ ἄρθρον 93 εἶναι τὸ θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ βασισθῇ ἡ καλὴ καὶ κανονικὴ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἄρθρον 94 εἶναι ἡ ὕλη, διὰ τῆς ὁποίας θὰ συνδεθῇ τὸ θεμέλιον, ἵνα γίνῃ στερεόν, δηλαδὴ ὁ τρόπος τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα οἱ προηγούμενοι συνάδελφοι ἐξέθηκαν περὶ τοῦ ὑψίστου σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Δικαιοσύνη ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ συνεπῶς ὅτι ἡ καλὴ διαρρύθμισις αὐτῆς εἶναι τὸ κύριον θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τὸ ἄρθρον 94. Τὸ ἄρθρον 94 ἔχει διαφορὰν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 90 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διότι τὸ ἄρθρον 90 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἔλεγεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀπολαύοντες.... κλπ.» Τὸ ἄρθρον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὁρίζει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ διορισμοί, αἱ τοποθετήσεις, αἱ προαγωγαί.... κλπ.»
§36Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Οἱ διορισμοὶ εἶναι νέον ἐντελῶς.
§37Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀναγινώσκω τὰ ἄρθρα διὰ νὰ ἴδητε καὶ σεῖς τί προστίθεται.
§38Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὰ ἠξεύρω καὶ θὰ ὁμιλήσω.
§39Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡ τοποθέτησις, ἡ προαγωγή, ἡ μετάθεσις καὶ ἡ ἀπόσπασις ἡ ἤδη προστιθεμένη εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι χάριν ἐγγυήσεως διὰ τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν κακὴν λειτουργίαν αὐτῆς ὀφείλει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Διὰ τοὺς διορισμοὺς ὅμως, δηλαδὴ τὴν νέαν δικαιοδοσίαν, ἡ ὁποία ἀποδίδεται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων εἶναι καὶ λόγοι ἀδυναμίας τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ λέξις «διορισμοί». Ἔχομεν, κύριοι, τοὺς διαγωνισμούς. Ἂν μείνῃ ἡ λέξις «διορισμοί», ἀπαγορεύονται οἱ διαγωνισμοί.
§40Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀπαγορεύονται, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ πάλιν γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου.
§41Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ ἑξῆς θετικὸν γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ὅτι, ἂν ἡ Δικαιοσύνη ἤχθη εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ περιωπήν, συνετέλεσε κατὰ μέγα μέρος καὶ τὸ ὅτι ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος ὁ Ὑπουργὸς τοῦ ἀμέσου διορισμοῦ καὶ οἱ διορισμοὶ γίνονται διὰ διαγωνισμοῦ. Ἐπιτυγχάνει τις εἰς τὸν διαγωνισμόν, εἰσέρχεται εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ὄχι μάλιστα ὁριστικῶς, ἀλλ’ ὑπὸ δοκιμασίαν καὶ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ὅταν καλεῖται νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ προακτέου ἀπὸ ἐμμίσθου παρέδρου εἰς πρωτοδίκην, δὲν ὁμιλεῖ μόνον περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ τῆς θεωρητικῆς, ἀλλ’ ἀποβλέπει καὶ εἰς τὴν ἐπαγγελματικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα, κατὰ πόσον προώδευσε καὶ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον του. Ἂν ὅμως σήμερον ἀναθέσωμεν καὶ τοὺς διορισμοὺς εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν κατόπιν τοὺς διαγωνισμοὺς ἢ καὶ οἱονδήποτε ἄλλο μέσον ἐξελισσομένων τῶν περιστάσεων ἤθελε κριθῇ ὡς σκόπιμον καὶ ὡς λυσιτελὲς ἵνα εἰσέρχωνται εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, διότι γίνεται ὁ διαγωνισμός, ἐπιτυγχάνει τις, ἀλλ’ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀρνεῖται νὰ τὸν διορίσῃ, διότι δὲν λέγει κἂν τὸ ἄρθρον «καθ’ ὃν τρόπον ἤθελεν ὁ νόμος ὁρίσει»... Ἂν ἔλεγε τὸ ἄρθρον ὅτι «οἱ διορισμοὶ κλπ. γίνονται καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ἤθελεν ὁρίσει», ἠδύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε· κύριε, ὁ νόμος ἔχει δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ διαγωνισμόν, ὁ νόμος ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ τοῦτο τὸ προσόν, ἐκεῖνο τὸ προσόν. Ἀλλ’ ἁπλῶς λέγετε ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ ὅτι οἱ διορισμοὶ θὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ δύναται νὰ γεννηθῇ κατόπιν ἡ ἀντίρρησις ὅτι νόμος ὁρίζων ἐκ τῶν προτέρων τὰ τάδε καὶ τὰ τάδε προσόντα διὰ τοὺς διοριστέους, εἶναι νόμος ἀντισυνταγματικός. Διὰ τοῦτο ἐγὼ προτείνω τὴν διαγραφὴν τῆς λέξεως «διορισμοὶ» καὶ νὰ μείνῃ «αἱ τοποθετήσεις, προαγωγαὶ καὶ ἀποσπάσεις τῶν ἀπολαυόντων τῆς ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐκτὸς τῶν γραμματέων ἀνατίθενται εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον... κλπ.» Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὀρθοτάτη καὶ σκοπιμωτάτη καὶ κατὰ τοῦτο ὀρθῶς ἐκαινοτόμησεν ἐπὶ τὸ βέλτιον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὡς σᾶς προεῖπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μάρκου, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐπέτυχε μὲν ἐν πολλοῖς, ἀλλ’ ἐν τοῖς ὀλιγωτέροις ἀπέτυχε καὶ σᾶς ἐγνωστοποίησεν ὅτι ὑπῆρξε περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν σήμερον εἶπεν «Ὄχι» καὶ αὔριον εἶπε «Ναί», προκειμένου περὶ ἑνὸς δικαστικοῦ καὶ ἦτο ὑποχρεωτικὴ ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου διὰ τὸν Ὑπουργόν, ἐνῷ τώρα εἶναι ἁπλῶς συμβουλευτική.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τοὺς διορισμούς; Λέγει ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ πρωτοδίκου καὶ ἄνω.
§43Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι. Δὲν τὸ λέγει. Λέγει τῶν ἀπολαυόντων «ἰσοβιότητος καὶ μονιμότητος». Εἶναι μόνιμοι οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι. Οὐδὲ συζήτησις χωρεῖ. Δὲν δύνανται νὰ παυθοῦν παρὰ ἂν ὑπάρχουν ὡρισμέναι προϋποθέσεις καὶ γνωμοδότησις.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 33 ἀναφέρει ποῖοι εἶναι οἱ μόνιμοι.
§45Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι μόνιμοι ἐκ τοῦ νόμου. Ἄλλο ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἄλλο ἐκ τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ἔχει ὡρισμένας τάξεις, τοὺς ἐφέτας καὶ τοὺς πρωτοδίκας. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ περιλάβῃ τοὺς ἐμμίσθους παρέδρους, διότι οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι εἶναι ἡ βαθμὶς ἐκ τῆς ὁποίας λαμβάνονται οἱ πρωτοδίκαι, ἑπομένως ἔμμισθοι πάρεδροι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικήν, ἀλλ’ ὡς ὀρθότατα εἴπατε, τὴν μονιμότητα τὴν ἔχουν ἐκ τοῦ νόμου. Λοιπὸν εἶναι μόνιμοι ἐκ τοῦ νόμου.
§46Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ τοῦ 1911 καὶ ἐντεῦθεν— δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς προηγουμένης ἐποχῆς, διότι καὶ ἐκείνη ἡ ἐποχὴ ἄφησεν ἴχνη τῆς διαβάσεώς της ἄριστα, διότι καὶ προτοῦ νὰ γίνῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, οἱ ἑκάστοτε κοινοβουλευτικοὶ Ὑπουργοὶ πάντοτε ἀπέβλεπον εἰς τοὺς ἱκανοὺς νὰ διορίσωσι καὶ ἂν ἤθελον νὰ περάσουν καὶ κανένα ὀλίγον ἀνεπαρκῆ, ἔβαζαν 4–5 ἱκανούς. Ἀφ’ ἧς ὅμως συνέστη τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, δὲν ἔχομεν παράδειγμα ὅτι ἐγένετο διορισμὸς ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἦτο ἐπωφελὴς διὰ τὴν Δικαιοσύνην, διότι πάντοτε προκειμένου περὶ τῶν δικαστῶν ὁ ἔμμισθος πάρεδρος ἂν δὲν ἐπετύγχανε, τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ τὸν ἐγκρίνῃ διὰ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι, ἐφόσον οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἀλλὰ δυσκολία θὰ γεννᾶται νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «διορισμός». Ἔχομεν τὴν τοποθέτησιν, τὴν ὁποίαν ἀφίνομεν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, δηλαδὴ ἂν ὁ Ὑπουργὸς θέλῃ νὰ διορίσῃ τινά, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν διορίσῃ εἰς ὡρισμένην θέσιν ἄνευ προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§47Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Οὔτε τὸν διορισμὸν νὰ μὴ ἔχῃ ὁ Ὑπουργός;
§48Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡμεῖς, κύριε Ἀλαμανῆ, καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον εἴμεθα ἄντικρυς ἀντίθετοι, ὅπως καὶ ἐδῶ. Διότι σεῖς ἄγεσθε ἐξ ἄλλης βάσεως καὶ ἐγὼ ἐξ ἄλλης. Διότι ἐγὼ ἄγομαι ἐκ τῆς ἑξῆς βάσεως, ὅτι δὲν πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ δυσπιστῇ πρὸς ἑαυτήν. Ὅλαι οἱ ἐγγυήσεις οἵτινες λαμβάνονται διά τε τοὺς δικαστικοὺς καὶ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ μόνον μία ἐξασφάλισις ἐναντίον τῶν πιέσεων τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ δυσπιστῇ πρὸς ἑαυτήν. Νὰ ἀφήσῃ πολλὰ τῶν ζητημάτων τούτων τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν καὶ νὰ ἀφήσῃ καὶ νὰ τὰ ρυθμίσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία.
§49Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Δὲν δυσπιστεῖ πρὸς ἑαυτήν, ἀλλὰ προστατεύει ἑαυτὴν ὅπως καὶ τὸν Ὑπουργόν.
§50Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ σήμερον ἀκόμη ἔχει ἀναθέσει τὸν ὁριστικὸν διορισμὸν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπίσης εἶναι ἀξία συγχαρητηρίων ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, διότι ἀνέγραψεν «ἠτιολογημένῃ ἀποφάσει τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου». Καὶ βεβαίως, ἐφόσον θὰ ὑπάρχῃ ἠτιολογημένη ἀπόφασις, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν τὸ Συμβούλιον νὰ εἴπῃ περὶ ἑνὸς ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος. Ἀλλὰ διὰ τὴν 2αν παράγραφον ἔχω κάποιαν ἀντίρρησιν (ἀναγινώσκει). Τίποτε ἄλλο δὲν θὰ κάμωμεν δι’ αὐτοῦ, παρὰ «Γιάννης κερνάει καὶ Γιάννης πίνει». Ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον ἐν τῇ πρώτῃ περιστάσει ἀποφεύγομεν, ἐν τῇ δευτέρᾳ δὲν τὸ ἀποφεύγομεν. Διότι, ἐφόσον τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀρεοπαγίτας, εἶναι ἀναμφίβολον καὶ δὲν πιστεύω κανεὶς νὰ θέλῃ μετὰ πεποιθήσεως νὰ τὸ ἀρνηθῇ ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἡ ἀλληλεγγύη ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ παίξῃ κάποιον ρόλον. Ἡ καθημερινὴ σχέσις καὶ ἡ ἀλληλεγγύη, ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ αὐτῶν, εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ συντελῇ παρὰ νὰ ἐπικυρώνῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ ἐπικύρωσις αὕτη δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία μορφὴ κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ δὲν θὰ τολμᾷ ὁ Ὑπουργός, ἂν βλέπῃ ὅτι μία ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἔστω καὶ ἠτιολογημένη, εἶναι ὄχι συμφέρουσα, δὲν θὰ τολμᾷ, λέγω, νὰ τὴν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι θὰ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιος ὅτι καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ συμφωνήσουν μὲ τὰ λοιπὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ Συμβούλιον. Δὲν ἔχω πρόχειρον διατύπωσιν τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ πείθῃ καὶ ἐμὲ ὅτι θὰ εἶναι σοβαρὸν νὰ γίνεται ἔκκλησις τῆς ὑπουργικῆς ἀποφάσεως εἰς ἕτερον Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην καὶ νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ ἐχέγγυα ὅτι θὰ ἔχῃ ἀκριβοδικαίαν καὶ ὀρθὴν τὴν γνώμην. Ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτήν, δηλαδὴ νὰ γίνεται ἔκκλησις τῆς ὑπουργικῆς γνώμης εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, θὰ ἔλεγα ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη, ὅτι τότε μόνον εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὅταν τὰ ¾ τῶν ἀρεοπαγιτῶν, ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα, ἐγκρίνουσι τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι μία οὕτως εἰπεῖν ἐγγύησις μεγαλυτέρα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Θὰ ἤθελον νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον αὐτὸ καὶ εἶναι ἀρκετὸν νὰ μείνῃ ἡ σύμφωνος γνωμοδότησις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἠτιολογημένως ταύτης λαμβανομένης. Αὐτὰ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, χωρὶς ὅπως εἰς ἄλλας περιστάσεις νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην, παρακαλῶ μόνον, ἂν παραμείνῃ τὸ ἐδάφιον αὐτό, τοὐλάχιστον νὰ τεθῇ ὅτι διὰ τῶν ⅔ ἢ ¾ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀρεοπαγιτῶν τῶν λαμβανόντων μέρος, νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἂν γίνῃ διὰ μικροτέρας πλειονοψηφίας, νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Πρέπει νὰ ἀποδώσητε μεγάλην σημασίαν καὶ μεγάλην σπουδαιότητα εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀρεοπαγιτῶν καὶ εἰς τὴν ἀλληλεγγύην μεταξὺ αὐτῶν, ἡ ὁποία λόγῳ τῆς δικαιοδοσίας τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἀρεοπαγίτας, θὰ αὐξηθῇ περισσότερον, διότι σήμερον θὰ εἶμαι ἐγὼ μέλος τοῦ Συμβουλίου, αὔριον ὅμως θὰ εἶσαι σύ. Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον. Εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Μάρκου ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν μόνιμα μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, πάρεδρος, εἰσαγγελεὺς κλπ. Καλῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπροχώρησε μέχρι τινός, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ φθάσῃ καὶ εἰς τὸ τέλος, διότι ἀφίνει ὡς μέλος μόνιμον τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου μόνον. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου λόγῳ τοῦ ἀξιώματός του ἀσκεῖ μεγίστην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν ἀρεοπαγιτῶν, ὅταν δὲ τυχὸν ὑπερέχει λόγῳ μορφώσεως ἐπιστημονικῆς ἡ γνώμη του, θὰ γίνεται ἀσπαστή. Ἐφόσον εἴχομεν καὶ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου μόνιμον μέλος καὶ αὐτὸς λόγῳ τῆς ὑπεροχῆς του θὰ ἤσκει ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν μελῶν ἢ καὶ ὁ ἀντιπρόεδρος. Ἤδη αὐτοὺς τοὺς ἐξωθοῦμεν καὶ ἀφίνομεν μόνον τὸν πρόεδρον μὲ ὅλον τὸν ὄγκον τοῦ ἀξιώματός του νὰ ἀσκῇ τὴν ἐπιρροὴν καὶ τὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, δηλαδὴ τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκοῦν ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ πρόεδρος, μέλη ἐπίσης τοῦ Συμβουλίου καὶ θὰ συγκεντροῦται ὅλη ἡ ἐξουσία εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν ὁποῖον οὕτω θὰ τὸν κάμωμεν ἀπόλυτον μονάρχην τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «πρόεδρος», νὰ μὴ εἶναι μόνιμον μέλος ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλ’ ὅπως ἦτο τὸ ἄρθρον τοῦ 1911. Νὰ διαγράψωμεν λοιπὸν τὴν λέξιν ταύτην καὶ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νόμον νὰ ὁρίζῃ τὸ Συμβούλιον ἐκ μελῶν πάντοτε τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θέλετε τοὺς εἰσαγγελεῖς νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν; Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι μέλος, διότι ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του καὶ τῶν σχέσεών του μὲ τοὺς ἀνωτάτους δικαστικοὺς, εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καλύτερα τοὺς διαφόρους δικαστικούς κατὰ πόσον ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των, διότι αὐτὸς ἀσκεῖ τὴν πειθαρχικὴν ἀγωγήν. Ἀπορῶ δὲ διατί διεγράφη. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «πρόεδρος» καὶ νὰ μείνῃ καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει ὅπως καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Αὐτὸ νὰ ψηφίσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἂν ἀφήσωμεν τὸν πρόεδρον, θὰ κάμωμεν τότε ὅπως ἂν ἀφήσωμεν τὴν ἔφεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Σᾶς ἐξορκίζω δὲ νὰ εἴπητε ὅτι ἡ ἀπόφασις θὰ εἶναι δικαιολογημένη καὶ ὑποχρεωτικὴ ἂν λαμβάνεται διὰ πλειονοψηφίας τῶν ¾. Διότι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ὀλιγομελέστατος καὶ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἅμα ἀπαρτισθῇ ἀπὸ 7 τοὐλάχιστον μέλη, πρέπει νὰ εἶναι ἄλλα 8 διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ ληφθῇ ἀπόφασις θὰ εἶναι προϊὸν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Αὐτὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εὐχαριστῶ διότι μὲ ἤκουσε.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§52Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπηρέτησα τὴν Δικαιοσύνην εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς βαθμίδας αὐτῆς, ὡς ἐπίσης ἀπὸ ἐτῶν ὑπηρετῶ καὶ ὡς δικηγόρος, ἑπομένως δύναμαι νὰ ἔχω ἔγκυρον τὴν γνώμην διὰ τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Συμφωνῶ ἀνεπιφυλάκτως μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα εἰς ὅλας τὰς ἀπόψεις, πλὴν τῆς τελευταίας. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 94 εἶναι διάταξις ἀποτελοῦσα πολύτιμον ἐγγύησιν διὰ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Τουρκοβασίλης, ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἀποτελούμενος ἀπὸ πρόσωπα, εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπόκειται εἰς τὰς ἀδυναμίας τῶν προσώπων αὐτῶν καὶ νὰ παρουσιάζῃ πάντοτε ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς μειονεκτήματα. Ἀλλ’ εἶναι ἐξίσου ἀληθὲς ὅτι διὰ νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς ἡ Δικαιοσύνη ἔχομεν ἀπαραίτητον ἀνάγκην τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι διὰ τὸν δικαστὴν δὲν εἶναι ἐπαρκὲς μόνον νὰ ἀσκῇ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐμπνέῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην ὅτι πράγματι τὸ ἀσκεῖ. Ἡ δὲ πεποίθησις αὐτὴ δὲν ἐμπνέεται ἀπὸ τὰ προσωπικὰ προσόντα καὶ τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας παρέχει ὁ νομοθέτης πρὸς προστασίαν τῆς θέσεως αὐτοῦ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς θεωρῶ ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἶναι θεσμὸς ἀποτελῶν, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, τὸ θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ἡ λειτουργία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἀκόμη, ἂν ἐξετάσωμεν τὰς λεπτομερείας, βεβαίως, κύριοι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς φραγμὸς κατὰ τῶν πιέσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ὑποστῇ ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ καθήκοντός του. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τίνα σχέσιν ἔχουν οἱ διορισμοὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἱστορίαν; Πρέπει βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ ἡ αὐτοτέλεια καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ πρέπει ἐξ ἄλλου νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Αὐτὰ τὰ δύο πρέπει νὰ συγκερασθοῦν. Θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο ὅτι οἱ διορισμοὶ ἀνήκουν αὐτόχρημα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Θὰ εἶναι πολὺ νὰ ἐπιβάλωμεν τούτους εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ἑνὸς Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, φέρ’ εἰπεῖν τὸν διορισμὸν τῶν πταισματοδικῶν καὶ εἰρηνοδικῶν. Διατί νὰ μὴ τὸν ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται ὅτι εἶναι πρόσωπον τὸ ὁποῖον πηγάζει ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ καὶ ὁ ὁποῖος λόγῳ τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ λόγῳ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι θὰ διορίσῃ ἀνάξια πρόσωπα; Ἐγὼ μάλιστα θὰ σᾶς ἔλεγα ὅτι καὶ αἱ τοποθετήσεις νὰ γίνωνται ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ θὰ παρουσιάζεται τὸ μειονέκτημα εἷς πρωτοδιορισθεὶς νὰ τοποθετεῖται εἰς καλυτέραν θέσιν ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ ὑπηρετῇ πολλὰ ἔτη, ὅστις δυνατὸν νὰ τοποθετεῖται δυσμενέστερα. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως διὰ τοὺς διορισμούς, εἶμαι ἀνεπιφυλάκτως κεκηρυγμένος κατὰ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δίδομεν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ φρονῶ ὅτι ἡ λέξις «διορισμοὶ» πρέπει νὰ διαγραφῇ. Ἀκόμη ἂν ἐξετάσωμεν τὰς δύο παραγράφους ὅσον ἀφορᾷ τοῦ ἂν ἀπαιτεῖται εἰδικῶς ᾐτιολογημένη ἀπόφασις, ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς. Ἡ πρόνοια ἦτο πλέον ἢ ἐπιβεβλημένη, εἶναι δὲ ἀξία συγχαρητηρίων ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἔγραψε τοῦτο, διότι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος μαρτυρεῖ ὅτι πολλαὶ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ὑπῆρξαν ἐντελῶς αὐθαίρετοι, ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἐμορφώθησαν ἐκ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν συνέλεγον ἴσως τῇδε κἀκεῖσε. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου νὰ θεμελιοῦνται ἐπὶ στοιχείων, τὰ ὁποῖα οἱ ἁρμόδιοι νὰ φέρουν. Καὶ οὐχὶ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἔλεγον καὶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμενοι ἐκδίδουν τὴν ἀπόφασίν των. Ἑπομένως ἡ πρόνοια τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη. Ἀλλ’ ὅσον εἶμαι σύμφωνος μὲ τοῦτο, ἄλλο τόσον εἶμαι σύμφωνος ὅπως εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου νὰ συμφωνῇ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ κηρύξωμεν τὴν κυριαρχίαν τὴν ἀπόλυτον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι πολλάκις μορφώνονται προκαταλήψεις τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου. Ἑπομένως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ περιορίσωμεν τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, νὰ τὸ ὑποβάλλωμεν καὶ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλ’ ἐγὼ φθάνω μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀπαλείψω τὴν δευτέραν παράγραφον, δηλαδὴ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ διαφωνεῖν νὰ εἶναι ἀπεριόριστον, ἐνῷ ἡ δευτέρα παράγραφος τὸν ὑποβάλλει εἰς τὸν περιορισμὸν νὰ ἀναφέρεται εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§53Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πῶς θὰ λυθῇ ἡ διαφωνία;
§54Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὅπως ἐλύοντο καὶ ἐν τῷ παρελθόντι αἱ διαφωνίαι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐκτελεστή, θὰ ἀποστέλλεται πάλιν εἰς τὸ Συμβούλιον. Αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ πράξει καὶ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον βέβαια εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐνεργῇ τὰς μεταβολὰς εἰς ἄλλα πρόσωπα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐπ’ ἄπειρον θὰ τὰς ἐνεργῇ ὁ Ὑπουργός. Μὰ θὰ ἦτο ἡ ἀντίρρησις ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν φυσικὰ νὰ ἀδικηθῶσιν οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἐκ τυχὸν μιᾶς δυσμενοῦς γνώμης ἢ δυσμενῶς προκαταλήψεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἐσχημάτιζεν ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι πρόσωπον μεταβλητόν, ἐνῷ τὰ πρόσωπα τοῦ Συμβουλίου εἶναι μόνιμα, ἄλλο ἂν σχηματισθῇ εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου μία δυσμενὴς ἐντύπωσις. Ἑπομένως θέλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του καὶ θὰ ἔχῃ ἠλαττωμένην τὴν ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων του, θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ζημία ἡ ὁποία θὰ ἐπέρχεται εἰς τὸν δικαστικὸν λειτουργὸν θὰ εἶναι μικροτέρα. Καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Καμπάνη γνώμην, ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἄλλοτε ἦσαν τρία τὰ μόνιμα μέλη τοῦ Συμβουλίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβε τὴν εὔλογον πρόνοιαν νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν τὴν καθιεροῦσαν τρία μόνιμα πρόσωπα ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Συμβουλίῳ καὶ ταῦτα διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι ὅταν εἶναι τρία μέλη μόνιμα, εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς τὰ μέλη ταῦτα νὰ σχηματισθῇ περί τινος δικαστικοῦ προσώπου μία δυσμενὴς προκατάληψις, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποτραπῇ. Ἑπομένως πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κακοῦ, ὅπερ θὰ προήρχετο ἐκ μιᾶς τυχὸν προκαταλήψεως δυσμενοῦς εὔλογον εἶναι νὰ λείψωσι τὰ τρία μόνιμα μέλη, ἀλλὰ πάντως ἔπρεπε νὰ εἶναι ἓν μέλος μόνον. Καὶ ὡς τοιοῦτον μόνιμον μέλος κρίνω ἀπαραιτήτως τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματός του καὶ ὡς ἐκ τῶν ἠθικῶν του προσόντων παρέχει μείζονας ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Ἀδυνατῶ νὰ δεχθῶ ὅτι οὗτος δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπηρεασμὸν ἐπὶ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Συμβουλίου τοιοῦτον, ὥστε ταῦτα νὰ δεσμευθῶσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν γνώμης περὶ ἑνὸς ἑκάστου δικαστοῦ λειτουργοῦ. Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς εὑρισκόμενος εἰς τὴν κορυφὴν τῆς πυραμίδος τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, εἶναι τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχῃ καὶ τὰς πλέον ἐξηκριβωμένας πληροφορίας περὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἑπομένως νὰ ἔχῃ τὴν ἐγκυροτέραν γνώμην. Ἑπομένως διαφωνῶ ῥιζικῶς πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου καὶ ἀντιθέτως τὴν ὕπαρξιν τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς προέδρου τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τὴν εὑρίσκω ὡς ἐχέγγυον διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ κάμω.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§56Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ θεωρῶ ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, ὁμολογῶ δὲ ὅτι εἶμαι ἀνέτοιμος, ἀπουσίαζα ἐπὶ εἰκοσαήμερον ἐξ Ἀθηνῶν καὶ εὑρέθην πρὸ ἀπροόπτου, πρὸ μιᾶς συζητήσεως μὲ τὴν ὁποίαν ἠσθανόμην κάποιαν ἀνάγκην νὰ κάμω κάποιαν μελέτην καὶ προπαρασκευήν. Εἶναι ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ ἐνδιατρίψῃ ἡ Βουλή. Λυποῦμαι δὲ πολύ, διότι ὁμιλῶ πρὸ κενῶν σχεδὸν ἐδωλίων. Πρόκειται περὶ τῆς διοικήσεως, περὶ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας μιᾶς ἐκ τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν. Τὸ ἡμέτερον πολίτευμα καθιέρωσεν, ὡς εἶναι γνωστόν, τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Οἱ παλαιότεροι ἐξ ὑμῶν θὰ ἐνθυμοῦνται πόσον καλῶς εἶχον τὰ δικαστικὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ νόμου 1892 ὑπὸ Ὑπουργοῦ οὐχὶ ἐκ τῶν δικαστικῶν τάξεων προερχομένου, τοῦ μακαρίτου Α. Σιμοπούλου. Εἶναι μία δικαστικὴ ἀνόρθωσις, τὴν ὁποίαν εὐγνωμόνως λησμονεῖ ἡ δικαστικὴ ἱστορία. Καθιερώθη πλὴν ἄλλων νομοθετημάτων σοβαρῶν καὶ σπουδαίων τῶν ἐτῶν 1892–1893 καὶ ὁ θεσμὸς τῶν δικαστικῶν παρέδρων, ὁ ὁποῖος ἀνεμόρφωσε κυριολεκτικῶς τὴν Δικαιοσύνην. Ἀπὸ τοῦ 1892 καθιερωθέντος τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων εἰσῆλθον εἰς τὸ Σῶμα δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν καὶ ἀνύψωσαν τὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἐπῆλθον διάφορα πολιτικὰ γεγονότα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τὰ ὁποῖα ἀνέτρεψαν ῥιζικῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καθιέρωσαν οἱ νόμοι τοῦ 1892–1893. Διὰ τοῦτο ἐσκέφθησαν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 νὰ καταστήσωσιν ἕνα θεσμὸν πρὸς διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, κατ’ ἐμὲ θεσμὸν ἀνατρέποντα τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, διότι ὑπάρχει παρέμβασις εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς. Ἡ ψυχολογικὴ ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία ἐνυπάρχει μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909, ἐπηρέασε τὸν συνταγματικὸν νομοθέτην τοῦ 1911 καὶ καθιέρωσε τὸν θεσμὸν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Πολλάκις ἀπόψε ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θέλοντες νὰ ὑπεραμυνθῶσι τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, δὲν παρέλειψαν νὰ ἀποκαλύψουν σκανδαλώδεις ἐνεργείας τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ νὰ ἀναφέρουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τὸ Συμβούλιον αὐτὸ τὸ περίφημον, τὸ ὁποῖον, δὲν ἠξεύρω ἐπὶ ποίας προϋποθέσεις στηριζόμενοι, φαντάζονται ἀποτελούμενον ἀπὸ ξύλα ὄντα, ὄχι ἀπὸ Ἕλληνας, ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους ζῶντας εἰς τὴν αὐτὴν γῆν καὶ ὑπὸ τὸ αὐτὸ περιθώριον, ὄχι ἀνθρώπους συνδεομένους λόγῳ τῆς στενότητος τοῦ Τόπου μας τῶν διαφόρων δεσμῶν καὶ σχέσεων μὲ ἄλλα πρόσωπα, ἀνθρώπους βλέποντας τὴν γῆν ἐκ τῶν συννέφων. Ὄχι, κύριοι. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον εἶναι ὅπως εἴμεθα ὅλοι οἱ Ἕλληνες, μὲ τὰς ἀρετάς των, μὲ τὰς ἀδυναμίας των, μὲ τὰ πολιτικά των φρονήματα. Ἀνέφερον ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὑπεραμυνόμενοι τοῦ θεσμοῦ, σκανδαλώδεις ἐνεργείας τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ εἶπον ὅτι διὰ μιᾶς ἀποφάσεως εἶπον τοῦτο καὶ δι’ ἄλλης μετὰ εἰκοσιτετράωρον εἶπον τὸ ἀντίθετον. Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῶν Συμβουλίων, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, εἶμαι ὑπὲρ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία κατηργήθη δι’ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ· ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅπως ἔχει καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀντὶ νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, καθιστῶμεν μίαν μονοκρατίαν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς ἐρωτῶ ποία θὰ ἦτο ἡ εὐθύνη τοῦ ἁρμοδίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Κατὰ τί δύναται νὰ εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν γίνεται τοῦτο ἢ ἐκεῖνο εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ τί εἶναι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ἁπλοῦς διεκπεραιωτής, ἁπλοῦν ὄργανον τῶν κυρίων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Κύριοι, θὰ ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, ἀλλὰ μὲ ἐμποδίζει πρῶτον ὁ χρόνος, ὁ ὡρισμένος καὶ δεύτερον βλέπω ἐρημίαν τῶν ἑδωλίων, διότι, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, ὅτι τὸ θέμα ἀξίζει τὸν κόπον. Κύριοι, ἐδῶ ἔχομεν διατυπώσεις διαφόρους. Βεβαίως νὰ προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν ἀποπειρῶμαι, διότι ἡ πρότασις δὲν θὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, ὡς εἶπον, εἶμαι κατὰ τοῦ Συμβουλίου τελικῶς, διότι τὰ Συμβούλια, ὅπως τοὐλάχιστον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ γίνεται, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία στάκτη εἰς τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Ἔχετε πεῖραν. Περιῆλθον εἰς γνῶσιν μου πράγματα, τὰ ὁποῖα μὲ ἔκαμαν νὰ φρίξω. Συνέβησαν διαπραγματεύσεις γάμων ἀνεψιῶν ἢ θυγατέρων διὰ νὰ ὑποστηρίξουν ὡρισμένα πρόσωπα διὰ νὰ πάρουν θέσεις. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι αὐτοί, ἐπειδὴ εἶναι δικασταί, ὅτι εἶναι ἀνεξάρτητοι ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι εἴμεθα διάφοροι ἄνθρωποι· εἴμεθα πολὺ τιμιώτεροι ἀπὸ αὐτούς. Δὲν δύναται κανεὶς ἐξ αὐτῶν νὰ ἀναμετρηθῇ μὲ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι πάντοτε εἴμεθα τοῦ καθήκοντος, διότι ἔμαθα μετὰ λύπης μου ὅτι μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐξεφράσθησαν κατ’ ἐπανάληψιν μετὰ περιφρονήσεως κατὰ τῶν πολιτευομένων. Λοιπὸν εἶναι ἀνάξια, εἶναι αὐθαδέστατα, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω. Μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐξεφράσθησαν ἀνευλαβῶς κατὰ τῶν πολιτευομένων. Μία σύστασις ἑνὸς πολιτευομένου, κύριοι, διατί νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν; Νὰ κριθῇ καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι καλόν. Ὄχι ὅμως, κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ προκατάληψις. Δὲν ἀποπειρῶμαι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ προτείνω τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου, διότι εὑρίσκω ὅτι θὰ συναντήσω ἀντίθετον τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ προαγωγαὶ καὶ μεταθέσεις τῶν ἀπολαυόντων... κλπ.» Καὶ ἔχομεν τὸ ἄλλο Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον περιορίζει εἰς δύο μόνον τὰ ἔργα τοῦ Συμβουλίου. Αἱ προαγωγαί, λέγει, καὶ αἱ μεταθέσεις τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐνεργοῦνται διὰ Διατάγματος ἐπὶ τῇ βάσει συμφώνου γνώμης τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν λοιπὸν ἄρθρον εἶναι μία τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία παραδίδει ὅλην τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, τῶν λαμπρῶν αὐτῶν ὑποκειμένων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, διότι καθορίζει (ἀναγινώσκει): «Οἱ διορισμοί, αἱ τοποθετήσεις, αἱ προαγωγαί, αἱ μεταθέσεις καὶ ἀποσπάσεις τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐνεργοῦνται.... κλπ.» Εἶναι πράγματα αὐτά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐγκριθῶσιν ἀπὸ μίαν λαϊκὴν Συνέλευσιν; Νὰ παραδοθῇ δηλαδὴ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἡ διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ νὰ ἐκτελέσῃ ἔργον διοικήσεως; Νομίζω λοιπόν, κύριοι, ὅτι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ διορθωθῶσι καὶ ἐπειδὴ νομίζω ὅτι μέχρις οὗ ἡ πεῖρα μᾶς διδάξῃ πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρουν τὸ σάρωμα ὅλων αὐτῶν τῶν Συμβουλίων καὶ θὰ ἀνακτήσῃ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία τὴν παντοδυναμίαν της, προτείνω νὰ περιορισθῇ ἡ Βουλὴ ὅπως τὸ κείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτὸ καὶ ὅπως ὑπεβλήθη πρὸ τῆς τροπολογίας του εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Αὐτὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ Ἐπιτροπὴ ὅταν συνεζήτησε τὴν φράσιν (ἀναγινώσκει): «αἱ προαγωγαὶ καὶ αἱ μεταθέσεις ὑπαλλήλων τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος», ἂν περιορισθῶμεν μόνον εἰς αὐτὰ τὰ δύο ἀπαλείφομεν ὅλας τὰς προσθήκας, αἱ ὁποῖαι προσθῆκαι εἶναι, κατὰ μίαν τροπολογίαν δὲν ἠξεύρω τίνος, βλέπω τροπολογία Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων δὲν εἶναι, Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν δὲν εἶναι, βλέπω τροπολογίαν βουλευτοῦ Στρατηγοπούλου. Αὐτὴ εἶναι τοῦ κ. Στρατηγοπούλου, προερχομένου, καθὼς μοῦ εἶπον, διότι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζω, ἐκ τῶν δικαστικῶν τάξεων μὴ πολιτευόμενον, πιθανὸν ἀσυναισθήτως πως νὰ ἐπηρεάζεται ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὰ ἴσως ἔτη διεβίωσε, διότι, καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας, ἔφθασε μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐφέτου ἢ ἀρειοπαγίτου, ὁ ὁποῖος καλῇ τῇ πίστει καὶ ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος ἔκαμε νέαν τροπολογίαν. Ἂν ἦτο περισσότερον ἀναμεμιγμένος μὲ τὸν Λαόν, ἂν ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας περιεβάλλετο τὴν δικαστικὴν τήβεννον....
§57Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ νεαρωτάτης.
§58Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὡραῖα. Καὶ ἠσχολεῖτο μὲ τὴν δικηγορικήν, καὶ ἀνεμιγνύετο μὲ τὸν Λαὸν ἐπὶ πολύ, καὶ ἔβλεπε τὸν Λαὸν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς, βεβαίως δὲν θὰ ἀπετόλμα νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην τροπολογίαν. Λοιπὸν προτείνω, κύριοι, τὴν ἀφαίρεσιν τῶν λέξεων αὐτῶν καὶ τὴν καθιέρωσιν μόνον τῶν προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος καὶ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐπίσης ἐπικουρεῖ σήμερον εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα συντομώτατα ἀνέπτυξα, καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις· ἐδῶ παθαίνομεν κάποιαν σύγχυσιν, φεύγομεν ἀπὸ τὸν κοινοβουλευτισμόν, φεύγομεν ἀπὸ τὴν διάταξιν τῶν ἐξουσιῶν. Μολονότι ἔχομεν τὴν ἑξῆς παράγραφον (ἀναγινώσκει): «Αἱ προαγωγαὶ τοῦ προέδρου, ἀντιπροέδρου καὶ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν διάταξιν ταύτην... κλπ.» Καὶ ἐρωτῶ· ὅταν ἔχετε τὰς κορυφὰς τοῦ Ἀρείου Πάγου προϊὸν τῆς ἐκλογῆς μιᾶς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὅλοι οἱ συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἰδίως ὁ περιβόητος Μαγκέτι, τοῦ ὁποίου τὸ σύγγραμμα ἔχει μεταφρασθῆ πρὸ δεκαετίας καὶ Ἑλληνιστὶ καὶ ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, διδάσκει ὅτι Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ εἶναι Κυβέρνησις κομματική· μὴ παθαίνομεν παραίσθησιν ἐκ τῆς συνθέσεως τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἓν φαινόμενον ἐντελῶς ἐξαιρετικόν. Δὲν λαμβάνω τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων μὲ ἰσχύοντα κοινοβουλευτισμὸν δηλαδὴ ἓν κόμμα κατέρχεται εἰς τὰς ἐκλογὰς πρὸς ἀντιμετώπισιν ἄλλων κομμάτων, καὶ πλειονοψηφοῦν σχηματίζει Κυβέρνησιν ἰδικήν του. Αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁμοιογενής, διορίζει τὸν πρόεδρον, ἀντιπρόεδρον καὶ ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ ἐρωτῶ· ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὸν Ἄρειον Πάγον εἰς τὰς χεῖράς της;
§59Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§60Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ σεῖς ὑποστηρίζετε τὴν γνώμην μου, διότι, ἂν προϋποθέσητε Κυβέρνησιν ἠθικήν, Ὑπουργοὺς ἠθικούς, ὅλα τὰ ἄλλα παρέλκωσι. Εἴμεθα σύμφωνοι λοιπὸν καὶ διὰ τοῦτο ὑπεστηρίζω τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν μου, θεωρῶ ἠθικὸν τὸν Ὑπουργὸν καὶ δὲν θέλω νὰ ἀπεμπολήσῃ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Ὑπουργός, διότι αὐτὸ προϋποθέτει δυσπιστίαν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὅτι τὸν θεωροῦμεν ἀνήθικον. Ὄχι, κύριοι, πλὴν τούτου καὶ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἔθιξε καὶ ὁ κ. συνάδελφος, τὸ νὰ εἶναι μόνιμος ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ θεωρῶ ἐπικίνδυνον· νὰ γίνεται διὰ κληρώσεως τὸ Συμβούλιον νὰ ἰσχύῃ δι’ ἓν ἔτος καὶ ὁ ἀρχαιότερος νὰ προεδρεύῃ τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἐπὶ ἓν ἔτος θὰ εἶναι μόνον. Ἀλλοίμονον ἂν ἔχωμεν μόνιμον μέλος τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θὰ ἐπηρεάζῃ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου. Ἐγὼ δὲ ἔμαθα πράγματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τοποθετήσεις δικαστῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς διορισμοὺς δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, τοὺς ὁποίους διορίζει κατὰ τὰς ἐκλογὰς διὰ κληρώσεως ὁ Ἄρειος Πάγος. Μόλα ταῦτα, ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν λαμβάνει κανένα ὑπ’ ὄψιν καὶ κάμνει εἰς τὸ γραφεῖον του τοὺς διορισμούς, τοὺς ὁποίους θέλει. Πρὸς ἕναν μάλιστα ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡμίλησε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅπως δὲν θὰ ὡμίλει πρὸς τοὺς κλητῆρας του.
§61Χ. ΛΑΔΑΣ. Κατὰ τοῦτο μόνον δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, ὅτι δὲν γίνονται οἱ διορισμοὶ διὰ κλήρου.
§62Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ἀφίνει εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ εἰς πλείονας;
§63Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§64Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἐν τίνι δικαιώματι ὁ εἷς ἀναπληροῖ τὴν ὁλομέλειαν;
§65Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κύριοι, μὴ θέλετε νὰ προχωρήσω περαιτέρω. Τὴν Δικαιοσύνην ὀφείλομεν ὅλοι νὰ τὴν σεβώμεθα, νὰ θέλωμεν νὰ τὴν ἔχωμεν εἰς τὸ ὕψος της, ἀλλὰ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ τῆς τὰ δίδωμεν ὅλα. Ἐσεβάσθην πάντοτε τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἴσως καὶ πέραν τοῦ δέοντος καὶ μὲ ἀτομικὰς θυσίας, ἀλλὰ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ τῆς παραδώσωμεν τὰ πάντα, διότι γνωρίζομεν ποίαν ἐντύπωσιν ἔχουν περὶ τοῦ Λαοῦ, γνωρίζετε πόσον αὐτοί, οἱ ἐκ τοῦ Λαοῦ προερχόμενοι, ἀσεβοῦσι πρὸς τὸν Λαόν. Καταλήγων τὸν λόγον, κύριοι, ζητῶ τὴν διαγραφὴν τῆς τελευταίας παραγράφου, νὰ μὴ εἶναι τουτέστι μόνιμον μέλος τοῦ Συμβουλίου ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Νὰ ἀφαιρεθοῦν ὅλα τὰ ἄλλα καὶ νὰ ἀφίσωμεν μόνον τὰς μεταθέσεις καὶ τὰς προαγωγάς.
§66Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν ἔχῃ τὴν τύχην νὰ κληρώνεται διαρκῶς ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν θὰ ἀσκῇ τὴν ἐπιρροὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν φοβεῖσθε;
§67Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὑπόθεσις καὶ ἐπὶ ὑποθέσεων δὲν στηρίζομαι ἐγώ. Ἄλλωστε τὰ ζητήματα δὲν λύονται διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς. Ἐπίσης πρέπει νὰ προσέξωμεν πολύ, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἢ μὴ τῆς γνωματεύσεως (ἀναγινώσκει). Ἂν ὁ Ὑπουργὸς διαφωνήσῃ, νὰ ἀποφαίνεται ἡ ὁλομέλεια. Αὐτὸ τὸ θεωρῶ ἐντελῶς ἀστεῖον, διότι ὁ Ὑπουργὸς θὰ στραπατσαρισθῇ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι εἶχε στραπατσαρισθῆ προτήτερα, διότι γνωρίζομεν τὸ πνεῦμα τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον διέπει τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Δὲν θέλω τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸν Ὑπουργόν, νὰ εἶναι συμβουλευτική. Θὰ ἔχῃ μεγίστην ὑποχρέωσιν εἷς Ὑπουργὸς νὰ ἐκτελέσῃ μίαν πρᾶξιν τῆς ἁρμοδιότητός του ἐναντίον μιᾶς γνώμης τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Θὰ τὸ λογαριάσῃ πολύ. Πρέπει νὰ κρατήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν Λαόν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν. Μὴ δίδωμεν τὴν ἐξουσίαν τοῦ Λαοῦ, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθημεν εἰς πρόσωπα ἀνεύθυνα, διότι θὰ κτυπήσωμεν τὴν κεφαλήν μας μίαν ἡμέραν. (Χειροκροτήματα).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Στρατηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§69Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ πλεῖστον ἐγένετο δεκτὴ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθεσεν ἡ Βουλὴ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν τροπολογιῶν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, χωρὶς νὰ παραβῶ καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ὁρίου τοῦ χρόνου, καθ’ ὃ δικαιοῦται ὁ βουλευτὴς νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον διὰ νὰ σᾶς εἴπω τινὰ περὶ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Καίτοι ἤλπιζον ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐπίστευον, ὅτι δὲν θὰ ἤρχετο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος ἢ μὴ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, δυστυχῶς ἡ τελευταία ἀγόρευσις καὶ ἄλλων προλαλησάντων αἱ γνῶμαι μὲ ἀναγκάζουν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν αὐτοδιοικεῖται μόνον ἡ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 αὐτοδιοικεῖται κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀλλ’ αὐτοδιοικοῦνται καὶ ἄλλοι κλάδοι τῆς Πολιτείας, χωρὶς νὰ ἐγείρεται τοιαύτη κατακραυγὴ ἐν τῇ Βουλῇ. Φαίνεται ὅτι ἡ Δικαιοσύνη καὶ ὁ δικαστικὸς κλάδος θίγουν τὴν Βουλὴν εἰς ζητήματα διαχειρίσεως τῶν κοινῶν καὶ διὰ τοῦτο ἡ κατακραυγή. Αὐτοδιοικεῖται ὁ Στρατὸς χωρὶς νὰ ἐγείρεται ζήτημα κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας, ὅταν ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ὅταν προβιβάζῃ. Αὐτοδιοικεῖται ἡ Ἐκκλησία καὶ δὲν ἐσκέφθη κανεὶς ὅτι θίγονται τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ὁ διορισμὸς τῶν ἐπισκόπων δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Θρησκευμάτων Αὐτοδιοικεῖται κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ Παιδεία, οὐδεὶς ἐσκέφθη ποτὲ ὅτι θίγονται τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, διότι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν εἶναι ὁ διορίζων. Ἐν τούτοις, διότι ἀπὸ τὸ 1910 ἐθεσπίσθη ἡ μερικὴ αὐτοδιοίκησις τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχὴν πρέπει νὰ αὐτοδιοικῆται. Ἐγείρεται θόρυβος καὶ κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1924 καὶ κατὰ τὴν τοῦ 1920 καὶ κατὰ τὴν τοῦ 1911, ὅταν ἐπροτάθη ἡ αὐτοδιοίκησις τῆς Δικαιοσύνης.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ τὸ ἀποδίδετε;
§71Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ὑπάρχει γενικὴ λανθάνουσα ἐπιθυμία νὰ γίνωνται ἐπεμβάσεις τῆς Πολιτείας εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης.
§72Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Διότι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπάρχουν πολλοὶ Θεμιστοπόλοι.
§73Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως ὀφείλεται εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ δικαστικοὶ εἶναι οἱ ἐχθροὶ τῆς Κοινωνίας πάντοτε, θὰ δυσαρεστήσωσι τὸ ἕνα ἐκ τῶν δύο διαμαχομένων μερῶν. Κύριοι βουευταί, εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα καὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐθεωρήθη ἐγγύησις τῆς καλῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης. Ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης ὅμως, λέγει εἷς παλαιός, ἀλλὰ καλὸς συγγραφεύς, ὁ Πρεβό....
§74Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Θὰ ἤμην τῆς γνώμης νὰ μὴ ἔχωμεν μεγάλην πεποίθησιν ἐπὶ τῶν γνωμῶν τοῦ Πρεβό, διότι εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη τὰς πολιτειακάς του ἀρχὰς τὰς ἠρνήθη.
§75Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καλὸς καὶ τὰ λέγει ὡραῖα. Λέγει τὰ ἑξῆς, ὅτι ἡ διατήρησις ἑνὸς δικαστοῦ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ νὰ προστατεύσῃ τοὺς πολίτας ἀπὸ τὰς ἐπεμβάσεις. Εἶναι ὁ καλύτερον διατυπώσας τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἀνέφερον, λέγει δὲ ρητῶς, ὅτι δὲν ἐξασφαλίζει τὸν δικαστὴν καὶ ἑπομένως δὲν ἐξασφαλίζει τὸν πολίτην, τὸν ἔχοντα ἀνάγκην τοῦ ἀνεπηρεάστου τοῦ δικαστοῦ, δὲν τὸν ἐξασφαλίζει ἡ ἐγγύησις, ὅτι ὁ δικαστὴς δὲν θὰ παυθῇ, τὸν ἐξασφαλίζει τὸ ὅτι ὁ δικαστὴς ἐφόσον φιλοδοξεῖ νὰ ἀνέλθῃ δικαίως, διότι εἶναι μία δεδικαιολογημένη ἀξίωσις παντὸς εὐόρκως ὑπηρετοῦντος τὴν Πολιτείαν, ὅτι θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἀνώτατον ἀξίωμα, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ δικαστὴς ὅτι θὰ εὑρίσκῃ δίκαιον κατὰ τὰς προαγωγάς, τὰς δικαστικάς. Ἐπίσης ὁ δικαστὴς εἶναι οἰκογενειάρχης, εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τέλος πάντων τὴν ἀξίωσιν νὰ παραμείνῃ ἥσυχος ἐκεῖ, ὅπου τὸν ἔθεσεν ἡ Πολιτεία, διὰ νὰ ἀπονέμῃ τὴν Δικαιοσύνην. Σᾶς ὑπενθυμίζω περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπῆρχε καὶ τότε ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἐν τούτοις δικασταί, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς ὡρισμένην δικαστικὴν ἐνέργειαν, ὑπαγορευομένην ἀπὸ τὴν συνείδησίν των, μετετέθησαν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους πεντάκις καὶ ἑξάκις. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ παραδείγματα αὐτά.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς σᾶς φαίνεται ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐνῷ σήμερον εἶναι ἱκανὸς νὰ προαχθῇ, τὴν ἑπομένην εἶναι ἀνίκανος διὰ νὰ προχθῇ.
§77Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω κατόπιν. Σᾶς ὑπενθυμίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἔγκριτον μέλος τῆς παρούσης Βουλῆς κατεδιώχθη ἀπὸ τὴν πολιτικήν, διότι ἔκαμε τὸ καθῆκον του.
§78Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι, διαμαρτύρομαι.
§79Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠναγκάσθη εἰς παραίτησιν.
§80Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι, διαμαρτύρομαι, δὲν κατεδιώχθην, ὑπηρέτησα ἓξ ἔτη καὶ εἶχον τὰς καλυτέρας τοποθετήσεις.
§81Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κάτι ἔγινεν, ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες.
§82Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν εἶσθε παρὼν χθὲς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, ὁπότε εἶπον ὅτι οἱ καλοὶ δικασταὶ εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἐδιώχθησαν. Εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ εἰσέδυσε καὶ κανεὶς σκάρτος.
§83Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ διασφαλίσωμεν τὸν δικαστὴν ἀπὸ πάσης ἔξωθεν ἐπιρροῆς. Καὶ οἱ δικασταί, κύριοι, δὲν εἶναι ἥρωες. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι διαρκῶς νὰ ὑποφέρουν διὰ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Ὅταν γνωρίζῃ ὁ δικαστὴς ὅτι εἶναι δυνατὸν τὴν ἑπομένην οἰκογενειακῶς νὰ μετατεθῇ εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν ὑπέκυψεν εἰς ὡρισμένην ἀξίωσιν, δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον θὰ εὑρεθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ὑπακούσουν. Ἑπομένως, καλῶς μέχρι τοῦδε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἔταξεν ὅτι πρέπει νὰ αὐτοδιοικῆται ἡ Δικαιοσύνη, ὥρισεν ὅτι αἱ προαγωγαὶ καὶ αἱ μεταθέσεις τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων γίνονται ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Ἡ γενομένη τροπολογία οὐδὲν οὐσιαστικῶς προσέθεσεν ἐκτὸς τῶν διορισμῶν, διὰ τοὺς ὁποίους τόση ἠγέρθη κατακραυγή. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπροκάλεσε τὴν ἀνάγκην τῆς τροπολογίας ταύτης, ὅτι καὶ διορισμοὶ θὰ γίνωνται ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, εἶναι ὁ ἑξῆς. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀπεπέμφθησαν τῶν δικαστικῶν τάξεων ἀπὸ τὸ Συμβούλιον διὰ πράξεις μὴ συμβιβαζομένας μὲ τὸ ἀξίωμά των. Παρὰ τοῦτο μετὰ ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ἢ κοινοποιηθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἀπόλυσις, ὑποδείξει τῶν ὑπηρεσιῶν, διὰ νὰ μὴ φθάσῃ μέχρις αὐτῶν ἡ δικαστικὴ δίωξις καὶ μετὰ ἕνα μῆνα, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διωρίζοντο εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Εἰρηνοδίκης, καταδικασθεὶς διὰ πλαστογραφίαν, ἔγινε πρωτοδίκης.
§84Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἂν δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῶν διορισμῶν εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τίποτε ἄλλο δὲν θὰ ἔχωμεν παρὰ νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν συναλλαγὴν εἰς ὕψιστον σημεῖον, διότι τότε δὲν θὰ ἰσχύουν μὲν αἱ συστάσεις τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ τὸ τοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, τοῦ ἐφέτου, τοῦ ἀρειοπαγίτου.
§85Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς παρῆλθεν ἤδη δεκαπενταετία καὶ ἐλησμονήθησαν τὰ γενόμενα πρὸ τοῦ 1910. Καλύτερον διοικεῖται σήμερον παρὰ πρὸ τοῦ 1910. Κύριοι βουλευταί, ἐξεφράσθη ὁ φόβος μήπως καταργηθῇ διὰ τῆς ὑπαγωγῆς εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ὁ θεσμὸς τῶν διαγωνισμῶν τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Οὗτοι δὲν ἀπολαύουν δικαστικῆς ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος, ἑπομένως, ἐφόσον οἱ διορισμοὶ τῶν ἀπολαυόντων κατὰ τὸ ἄρθρον 94 ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων θὰ γίνωνται ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἡ διάταξις περιλαμβάνει μόνον τοὺς διορισμοὺς πρωτοδικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει καὶ ἤδη τὸ Συμβούλιον, διότι ἄνευ γνώμης αὐτοῦ δὲν δύναται ἔμμισθος πάρεδρος νὰ διορισθῇ πρωτοδίκης· περιλαμβάνει δὲ καὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν εἰρηνοδικῶν. Νομίζω ὅτι καλύτερον θὰ εὑρίσκωνται οἱ ὑποψήφιοι εἰρηνοδίκαι ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον συνεπείᾳ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων εἰσαγγελέων καὶ προέδρων Πρωτοδικῶν, παρ’ ὅ,τι σήμερον. Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι βουλευταί, παράδειγμα εἰρηνοδίκου, ὁ ὁποῖος ἀπελύθη διὰ πλαστογραφίαν. Ἐδικάσθη ἀπὸ τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον Τριπόλεως καὶ ἀπηλλάγη. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν τὸν ἀπήλλαξε καὶ τῆς εὐθύνης τῆς διοικήσεως καὶ κατόπιν ἐγένετο πρωτοδίκης.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπηλλάγη;
§87Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἐδίκασαν κάπως ἐλαφρυντικὰ καὶ ἀπηλλάγη, ἡ πλαστογραφία ὅμως ὑπῆρξεν. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εὑρέθη πρωτοδίκης, παρὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ναυπλίου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι, ἐφόσον τοιοῦτοι διορίζονται δικασταί, ναὶ μὲν χαίρομεν, διότι γίνεται ἐκκαθάρισις τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος, ἀλλὰ λυπούμεθα διὰ τὴν Δικαιοσύνην.
§88Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Πότε ἔγινεν ὁ διορισμός;
§89Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1924.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε δικαιολογεῖται.
§91Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχε Βουλὴ καὶ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ἐν τούτοις....
§92Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ 1924 ἤμην καὶ ἐγὼ Ὑπουργός.
§93Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας Κυβερνήσεως· ὁ κ. Σταμούλης ἦτο Ὑπουργός. Λοιπόν, κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καλύτερον θὰ κρίνωνται οἱ μέλλοντες νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον, ἂν κρίνωνται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον. Δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις εἰς τοὺς διατελοῦντας εἰς τὴν κατωτέραν Δικαιοσύνην. Γνωρίζετε τὴν κατάστασιν σήμερον. Ἂν διασφαλίσωμεν καὶ τὸν κλάδον τοῦτον νομίζω ὅτι θὰ ἀπονέμεται καλύτερον ἡ λαϊκὴ Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία περισσότερον ἀφορᾷ τὸν Λαόν, καὶ δὴ τὸν Λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν. Τώρα ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις, ἡ διάταξις περὶ ἀποσπάσεως. Ἐθεωρήθη καλὸν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ἐπεξεργασίας τῶν τροπολογιῶν τοῦ Συντάγματος νὰ ἀνατεθῇ ἡ κρίσις περὶ ἀποσπάσεως τῶν δικαστικῶν εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Φρονῶ ὅτι, ἰδίως μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπιτρέπονται ἀποσπάσεις καὶ δι’ ἄλλα ἔργα μὴ δικαστικὰ ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ὑπηρετοῦντος δικαστοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία.
§94Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§95Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προλαλήσας εἶπε «τοποθετήσεις καὶ προαγωγαὶ» μόνον. Κύριοι βουλευταί, σήμερον ἐρημοῦνται τὰ δικαστήρια τῶν ἐπαρχιῶν διὰ νὰ ἀποσπασθοῦν οἱ ἐπιτηδειότεροι τῶν δικαστῶν καὶ νὰ παραμείνουν εἰς Ἀθήνας. Τὸ ἄτοπον τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ παύσῃ, ἂν ἀνατεθῇ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἡ κρίσις περὶ τῶν ἀποσπάσεων. Νομίζω ὅτι θὰ παύσῃ ἡ ἀπόσπασις δικαστῶν δι’ αἰτήσεων Ὑπουργῶν διαφόρων μάλιστα Ὑπουργείων, διότι σᾶς καθιστῶ γνωστὸν ὅτι ☐ ☐ρικῶν, τῶν Ἐξωτερικῶν κλπ. ἀπέσπασαν δικαστὰς ἄνευ γνώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἑπομένως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἀπόσπασις τῶν δικαστῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διότι κατ’ ἐξοχὴν βαρύνει τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα καὶ μεταβάλει τὴν δικαστικὴν σύνθεσιν ἡ ἀπόσπασις ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν ὡρισμένων δικαστῶν. Εἶναι δυνατὸν σύνθεσις δικαστηρίου νὰ γίνῃ κατὰ τὴν θέλησιν ὡρισμένων Ὑπουργῶν, ἐφόσον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποσπάσῃ τοὺς δικαστάς. Ἑπομένως νομίζω ὅτι πάντως πρέπει αἱ ἀποσπάσεις νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε παρὰ τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα τὴν ὑπαγωγὴν τῶν γραμματέων εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ κατὰ τὸ ἰσχῦον, αἱ μεταθέσεις τῶν γραμματέων ὑπάγονται εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἀπήλειψεν ἀκολουθήσασα τὴν γνώμην συναδέλφων ὅτι πρέπει οἱ γραμματεῖς νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἄτοπον. Δὲν ἀποδίδω σημασίαν διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ἀποδίδω σημασίαν διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων, οἱ ὁποῖοι εἰς πλείστας περιστάσεις λόγῳ τῆς ἐλλείψεως μάλιστα ὡρισμένου ἀριθμοῦ εἰρηνοδικῶν ἀναπληρώνουν τὸν εἰρηνοδίκην καὶ ἀπονέμουν δικαιοσύνην. Νομίζω ὅτι οἱ γραμματεῖς ἐν γένει πρέπει νὰ μετατίθενται κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διότι ἄλλως οἱ ἀπονέμοντες δικαιοσύνην γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων θὰ μετατίθενται κατὰ τὰς θελήσεις τοῦ ἑκάστοτε ἰσχυροῦ κόμματος. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη τὴν διατύπωσιν κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ Συντάγματος τοῦ ἰσχύοντος, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν παρὰ τὰ μέχρι τοῦ 1925 κρατοῦντα. Νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία ἡ γενομένη δεκτὴ καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1925 εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνος. Ἂν θέλωμεν τὸ ἀνεπηρέαστον τῶν δικαστῶν πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν, διότι τότε ὁ κρινόμενος ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον θὰ ἔχῃ τὴν φροντίδα μήπως ὁ Ὑπουργὸς διαφωνήσῃ μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Σᾶς ἀναφέρω καὶ ἄλλον κίνδυνον, τὸν ὁποῖον εὐτυχῶς προέλαβεν ἡ ἰδική μου τροπολογία, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος διαφωνῶν νὰ παραπέμπῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐνῶ ἂν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διαφωνῇ, τότε ὑποχρεωτικῶς θὰ καταλήξῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ προαγάγῃ. Νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ 1911, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ νομίσῃ ὅτι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ ἐπὶ τῶν προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων, ἂς δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παραπέμπῃ τὴν γνώμην του ὁπότε ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὸ μόνιμον τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἓν μόνιμον μέλος. Ἤδη ὑπάρχουν τρία μόνιμα μέλη. Τὸ τοιοῦτον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε πολύ. Ἐθεώρησεν ὅτι δὲν πρέπει τρεῖς ἄνθρωποι πάντοτε νὰ ἔχουν γνώμην ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης. Ἐθεώρησεν ὅτι εἷς, δηλαδὴ ὁ πρόεδρος, ὁ προϊστάμενος ὁ φυσικὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀρκετὸς διὰ νὰ εἶναι μόνιμον μέλος. Ἑπομένως ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ περιορισμοῦ τῶν μονίμων μελῶν εἰς ἓν καὶ μόνον, νομίζω ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου θὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε τὰ περὶ ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος νὰ παρακολουθῇ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἀπήλειψε τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ ἐν ἰσχύϊ προσωρινοῦ Συντάγματος, διότι νομίζω ὅτι ἡ παρακολούθησις δικαστικῆς συνεδριάσεως ἐκ μέρους ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου ἄντικρυς ἀντίκειται εἰς τὰ μέχρι τοῦδε παραδεδειγμένα καὶ παραβιάζει καὶ τὸ ἀπόρρητον τῶν διασκέψεων καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκφράσεως γνωμῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ παρακολούθησις τῶν ἐργασιῶν ἐκ μέρους τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου οὔτε εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν συνάδει, οὔτε ἐξυπηρετεῖ τὰ ἐν γένει συμφέροντα τῆς Δικαιοσύνης. Ἑπομένως, κύριοι βουλευταί, ἂν ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 94 ὅπως προτείνεται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι θὰ πράξωμέν τι διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία χειμάζεται ἤδη διὰ λόγους ὄχι ἐξαρτωμένους ἀπὸ ἡμᾶς. (Χειροκροτήματα).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.40′ μ. μ.)
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§98Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τοῦ Συντάγματος, ἀφορᾷ πράγματι ὑψίστην λειτουργίαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ Δικαιοσύνη. Ἀτυχῶς δὲν εἶναι τόσον πρόθυμος ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ ἀκούσῃ ὅλας τὰς συζητήσεις καὶ εἰς τὸ νὰ εἶναι ἐνήμερος τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι σημεῖον παρήγορον. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἐκπληρώνων καθῆκον ἐπιβεβλημένον πρέπει νὰ εἴπῃ εἰς τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἄρθρον τὴν γνώμην του ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνεται. Τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει πολλὰ τὰ τρωτά. Θὰ εἶχε καλῶς καὶ ὡρισμέναι διατάξεις αὐτοῦ θὰ ἦσαν ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ἀντίληψιν ἡ ὁποία διήκει διὰ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ, ἂν πράγματι αἱ προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του, ἦσαν βάσιμοι καὶ ἀκριβεῖς. Ἡ κεντρικὴ γραμμὴ ἡ διήκουσα δι’ αὐτοῦ εἶναι αἱ παρεχόμεναι ἐγγυήσεις διὰ τῆς κρίσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ὅτι τὸ ἐπίμαχον σημεῖον ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἂν πρέπει τὴν ἄρχουσαν γνώμην νὰ τὴν ἔχῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἢ ὄχι, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, οὔτε οἱ διορισμοὶ οὔτε αἱ τοποθετήσεις, ἀλλ’ οὔτε καὶ αἱ ἀποσπάσεις πρέπει νὰ εἶναι ἔργον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Οἱ διορισμοὶ τῶν δικαστικῶν προσώπων, αἱ τοποθετήσεις καὶ αἱ ἀποσπάσεις πρέπει νὰ εἶναι ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἄλλως θὰ καταντήσῃ σκιὰ. Καὶ ἔχει ἡ Βουλὴ ὑποχρέωσιν, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴ λαϊκὴν θέλησιν καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεμελιώσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι δὲ θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀπὸ οὐδεμιᾶς ἀπόψεως καὶ δὲν θὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς Βουλῆς ἡ ἀντίληψις ὅτι πρέπει νὰ καταντήσῃ ἐντελῶς σκιώδης ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ Καὶ ὄχι σκιώδης, ἀλλ’ ἐκτελεστικὸν ὄργανον τῶν ὀρέξεων καὶ τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον θὰ κρίνῃ προκειμένου περὶ ἑνὸς διορισμοῦ ἑνὸς οἱουδήποτε δικαστικοῦ προσώπου, ποῖος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον θὰ κρίνῃ καλύτερον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης; Προκειμένου περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ δὲν ἔχει στοιχεῖα ἐκ τῆς προτέρας δράσεως ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ, διότι ἁπλούστατα δὲν ὑπάρχουν, εἶναι πρόσωπον συγκεντροῦν τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προσόντα, ὁ ὁποῖος νόμος πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν, ἐρωτᾶται ἕνεκα τίνος λόγου πρέπει νὰ ἀνατεθῇ ἡ κρίσις εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἄξιον ἐντελῶς πρὸς τὴν δρᾶσιν καὶ πρὸς τὸ προηγούμενον ἐν γένει τοῦ μέλλοντος νὰ διορισθῇ δικαστικοῦ ἢ εἰς ἄλλην δικαστικὴν θέσιν; Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, προκειμένου περὶ τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς τοιούτου προσώπου θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ μέρους ἔνθα ἀσκεῖ τὰ δικηγορικά του καθήκοντα τυχὸν ὁ ὑποψήφιος ἐκεῖνος ἢ θὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου ἐν γένει τοῦ μέρους εἰς τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ δικηγόρου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἐφόσον ἐπὶ τούτων τῶν στοιχείων πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ κρίσις, κατὰ τίνα λογικὸν εἱρμὸν δὲν θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ στοιχεῖα ὁ Ὑπουργὸς καὶ θὰ τὰ ἐκτιμήσῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον; Οὐδεὶς ἀπολύτως λόγος συντρέχει εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Καὶ ἐφόσον τοῦτο εἶναι φανερόν, συνάγεται ἀφ’ ἑαυτοῦ ὅτι, προκειμένου καὶ περὶ τοποθετήσεως τοῦ προσώπου αὐτοῦ, δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ καλύτερον τὰ πράγματα τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλά, κύριοι, βασικὴ προϋπόθεσις περὶ τοῦ ὅτι διασφαλίζεται καὶ περιφρουρεῖται καλύτερον τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ εἶναι, ὅπως λέγεται, ὅταν ἀντίθεται εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἡ κρίσις, προκειμένου περὶ τῶν προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας, ὑπὸ ὡρισμένας πάντως προϋποθέσεις. Τοῦτο εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας, ἂν καὶ ἐφόσον τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἵσταται εἰς τὸ ὕψος αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ ἵσταται. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι εἶναι λεπτή, εὔθικτος καὶ ἄκρως ὑψηλὴ ἡ δικαστικὴ λειτουργία καὶ ὅτι ἡ Πολιτεία θέλει ἵνα ὁ δικαστὴς βλέπῃ ἀφ’ ὑψηλοῦ τὰ πράγματα, νὰ μὴ προστρίβεται, νὰ μὴ μεροληπτῇ, νὰ μὴ ἀδικῇ οὐδένα. Καὶ ἂν ἔχωμεν τοιαύτην Δικαιοσύνην, δικαιούμεθα νὰ εὐελπιστοῦμεν καὶ καλυτέραν τύχην, διότι εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἀποτελεῖ τὴν κρηπῖδα, ἀποτελεῖ τὴν βάσιν, ἀποτελεῖ τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς καλῆς διοικήσεως μιᾶς Πολιτείας. Ὅταν λοιπὸν ἀπὸ τοιαύτην σκέψιν ὁρμώμεθα περὶ Δικαιοσύνης, δυνάμεθα νὰ προβλέψωμεν εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ περιφρουρήσῃ πληρέστερον τὴν τοιαύτην λεπτὴν καὶ ὑψηλὴν λειτουργίαν τοῦ δικαστοῦ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι πάντα ταῦτα ἔχουν προϋπόθεσιν ὅτι ἵσταται τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εἰς τὸ ὕψος του καὶ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτοῦ περιωπήν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται· ἡ σημερινὴ συγκρότησις τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ δικαιολογῇ πλήρως τὰς τοιαύτας ἐλπίδας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς συντακτικῆς, ἂν θέλητε, ἡ ὁποία προβλέπει πρὸς αὐτὸ μετὰ πεποιθήσεως; Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν συμβαίνει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ηὔχετο κανεὶς νὰ συμβαίνῃ. Καὶ ὅταν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον δὲν ἵσταται εἰς τὸ ὕψος του, πρέπει μετὰ περισσῆς προσοχῆς νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸ ἐλεύθερον ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δικαστικῶν πραγμάτων. Πρέπει νὰ εἴμεθα ἀπολύτως πεπεισμένοι καὶ νὰ μὴ γεννᾶται οὐδεὶς δισταγμός, ὅτι ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον θὰ παραδώσωμεν τὰ δικαιώματα τὰ δικαστικά, προκειμένου περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, πρέπει νὰ εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι ἐμπιστευόμεθα εἰς τὸν καλύτερον δικαστήν, ὅτι ἀφίνοντες κατὰ μέρος τὸν Ὑπουργὸν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀπαιτουμένην ἐμπιστοσύνην καὶ ἀμεροληψίαν, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἴσως ἤθελεν ἀκούσει ἐνδιαφερομένων εἰσηγήσεις. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀκλόνητον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον θὰ παραδώσωμεν τὴν τοιαύτην ἐποπτείαν τῆς Δικαιοσύνης θὰ εἶναι ἀμερόληπτος, θὰ ἵσταται τόσον ὑψηλά, ὥστε δὲν θὰ δύναται νὰ λεχθῇ τι περὶ αὐτοῦ. Ἀτυχῶς, ἀτυχέστατα, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο συμβαίνει μὲ τὴν σημερινὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἰσχὺν τῶν πλαγίων μέσων καὶ τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον. Θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν νὰ μὴ ἀκούεται ἐν τῇ μεταθέσει τῶν δικαστικῶν εἰμὴ ἡ φωνὴ τοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· οἱ κριταὶ αὐτοὶ διὰ νὰ ἀνέλθουν ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκονται, δὲν μετεχειρίσθησαν πλάγια μέσα, δὲν μετεχειρίσθησαν σκοτίους ἐνεργείας, δὲν μετεχειρίσθησαν εἰσηγήσεις; Καὶ ἄν, λέγω, συμβαίνει τοῦτο, δὲν πρέπει μετὰ δέους καὶ μεγάλης περισκέψεως νὰ ὁδεύσωμεν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο; Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπάρχουν ἀρεοπαγῖται, οἱ ὁποῖοι ἐπάτησαν ἐπὶ πτωμάτων διὰ νὰ ἀνέλθωσιν ἐκεῖ ὅπου ἀνῆλθον. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ὑπάρχουν ἀρεοπαγῖται, οἱ ὁποῖοι παρηγκώνισαν τὴν ἀρχαιότητα ἐντιμωτάτων καὶ ἱκανωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀρχαιοτέρων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ ἀγλάϊσμα τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης.
§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§100Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι γνωστοὶ τοῖς πᾶσι· εἶναι ὁ ἀρεοπαγίτης κ. Γονατᾶς, ὁ ὁποῖος προήχθη διότι ἦτο ἀδελφὸς τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ὁ κ. Ἀντωνακάκης, ὁ ὁποῖος νεώτερος ὤν, ὑπεσκέλισε τοὺς ἀρχαιοτέρους του, ὄχι ἀπὸ ἱκανότητα, ἀλλὰ τοὺς ὑπεσκέλισε διότι ἦτο εἰδικώτερος. Εἶναι, ἂν θέλητε, ὁ κ. Γεωργιάδης, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἐθελοντὴς κατήγορος τιμίων ἀνθρώπων.
§101Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι θλιβερὸν νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά, κ. βουλευτά.
§103Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔχω γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας καὶ τὰ γνωρίζει ἅπασα ἡ Ἑλλάς. Καὶ ὅταν τοιαύτη τις πρόκειται νὰ γίνῃ ἐνώπιον ἡμῶν σύνθεσις, σύνθεσις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, πρέπει εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ χωρὶς νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρέχουν ὅλα τὰ ἐχέγγυα ὅτι ἔχουσι δικαστικὴν καὶ ἀμερόληπτον κρίσιν; Νομίζω ὅτι αἱ ὀλίγαι αὐταὶ λέξεις εἶναι ἱκαναὶ νὰ δώσουν τὴν εἰκόνα τῆς πραγματικῆς καταστάσεως καὶ ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ θέσωμεν διὰ τοῦ ἄρθρου 94, θὰ εἴχομεν ἴσως ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν προηγουμένως νὰ ἀποκαθάρωμεν τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ νὰ ἀφήσωμεν μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἱκανοὶ καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἦτο κανεὶς εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ τι ἐναντίον των. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ταῦτα τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέπτυξα δὲν ὦσιν ἀπολύτως ἀκριβῆ, ἀρκεῖ ὅτι τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πιστεύει ὅτι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα δὲν ἵστανται εἰς τὸ ὕψος των, τὸ πιστεύει δὲ ἐν προκειμένῳ δικαίως, ἀρκεῖ λέγω τοῦτο διὰ νὰ εἴμεθα ἐπιφυλακτικοί. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ἵνα πρὸ πάσης ἐνεργείας λάβωμεν κανὲν μέτρον διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν σημερινὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἄλλως νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἀπολύτως νὰ παραδώσωμεν τὰ πάντα εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Καὶ τοὺς μὲν διορισμούς, τοποθετήσεις καὶ ἀποσπάσεις πρέπει πάντως νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει πρέπει νὰ εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ἀποδέχομαι δὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Καμπάνη εἰς τὸ σημεῖον τῆς διαφωνίας ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον κατὰ τὰ ⅔ νὰ εἶναι ἡ πλειονοψηφία διὰ νὰ κυριαρχήσῃ τῆς ἀντιθέτου γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὴν γνώμην μου πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἀποτελῇ μέρος ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἀπορῶ πῶς παρωράθη μέχρι τῆς στιγμῆς, διότι εἶναι πολὺ ἁρμοδιώτερος καὶ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ πᾶσα παρέκβασις τῶν καθηκόντων καὶ πᾶσα παρέκκλισις τῆς ἀρχῆς τῆς Δικαιοσύνης θὰ καταγγελθῇ πρὸς αὐτὸν καὶ ἔχει ἐκ τοῦ νόμου ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ γνωρίζῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην λεπτομέρειαν. Ἔχω ἐπίσης τὴν ἰδέαν ὅτι εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου πρέπει νὰ παρίσταται καὶ εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς εἰσηγητὴς καὶ νὰ εἰσηγεῖται εἰς τὸ Συμβούλιον τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Ὑπουργείου προκειμένου περὶ τῆς μεταθέσεως ἢ οἱασδήποτε ἄλλης πράξεως, ἵνα ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τοὺς λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων ὡρμήθη ὁ Ὑπουργὸς διὰ νὰ θέσῃ τὸ Α ἢ τὸ Β ἐρώτημα. Περαίνων, κύριοι, φρονῶ ὅτι μὲ τὴν ὑπάρχουσαν σύστασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου πρέπει νὰ εἴμεθα λίαν φειδωλοί, πάντως δὲ νὰ τεθῇ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς μέλος τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς εἰσηγητής.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§105Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐπίστευον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν θὰ ἐδημιουργεῖτο ἡ συνεδρίασις ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη κατὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος ἐδημιουργήθη καὶ συνεκροτήθη ἐπὶ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, κατόπιν τῶν τόσων διαμαρτυριῶν τὰς ὁποίας εἶχε διατυπώσει ὁ δικηγορικὸς κόσμος ὁλόκληρος καὶ ὁ Λαὸς ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς πραγματικότητος διὰ τὴν δικαστικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία μᾶς διέπνεε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἰδίᾳ δὲ διὰ τὰς ἑκάστοτε ἐπεμβάσεις τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν ἱκανοποίησεν ἐξ ὁλοκλήρου τὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον ἀνεμένετο νὰ ἱκανοποιήσῃ, τὸ λαϊκόν, περὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἴσου ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ βεβαιώσῃ κανεὶς ὅτι σήμερον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι μᾶλλον ἀνεξάρτητος, εἶναι μᾶλλον φιλελευθέρα, εἶναι μᾶλλον ἡ παρέχουσα τὴν περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Λαόν. Ἐφόσον λοιπὸν τὸ παρελθὸν μᾶς εἶχε διδάξει ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Λαὸς εἶχε τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην νὰ διαχειρίζεται τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἐφόσον ἡ μέχρι τοῦδε ἐργασία τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι μὲν πλήρης, εἶναι ὅμως κατὰ τὸ πλεῖστον πλέον ἢ ἐπαρκής, νομίζω ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν καὶ πάλιν νὰ περιφρουρήσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ μόνον θὰ δυνηθῇ ἡ Δικαιοσύνη νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἀνατρέξω εἰς ἐποχάς, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔστελλον διάφορα σημειώματα πρὸς τοὺς προέδρους Πλημμελειοδικῶν, πρὸς τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια, πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ ἂν δὲν ἐξετελοῦντο ταῦτα, τοὺς ὑπεδεικνύετο ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν ἤθελον λάβει καὶ τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον.
§106Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐκανόνιζον καὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ Συμβουλίου.
§107Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Μάλιστα. Πολλάκις μάλιστα ἐγένοντο μεταθέσεις καὶ ἐτοποθετοῦντο δικασταὶ μόνον καὶ μόνον διότι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ μία ὑπόθεσις ποινικὴ καὶ ἔπρεπε νὰ φύγῃ ὁ ἕνας διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἴπατέ μοι, κύριοι, ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐκτελοῦν σημειώματα, εἶναι εὔκολον εἰς πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα, νὰ καθορίσουν τὴν ψῆφον τῆς συνειδήσεώς των τρίτοι, ἔστω καὶ Ὑπουργοί; Εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ αὐτοὶ ὡς ἄνθρωποι σπανιώτατα εἰς ὑπόθεσίν τινα νὰ φανῶσι κατά τι ἐλαστικοί, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον εἴμεθα ἄλλοτέ ποτε, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Δὲν νομίζω ὅτι μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπαναφέρωμεν καὶ πάλιν τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ. Οὔτε μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον, νομίζω, νὰ τροποποιήσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ ὑπάρχῃ εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, διότι θὰ γνωρίζουν ὅτι κατόπιν θὰ μετατεθῶσιν ἀσφαλῶς. Ἀσφαλίζεται, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὁ δικαστὴς καὶ κατὰ τὸν διορισμὸν καὶ κατὰ τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν τοποθέτησιν, ὅταν ἔχῃ τὴν γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅταν πρὸς τούτοις ἔχῃ καὶ ἄλλην γνώμην ἐκτὸς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἔχῃ καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι καὶ ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ ἔχει τὴν θέσιν της καὶ τὸ κῦρός της, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς διαφωνεῖ πρὸς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἐπαναφέρει τὴν κρίσιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου εἰς τὴν κρίσιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου. Ὅταν ἔλθωσι 16 ἀρεοπαγῖται καὶ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των περὶ τῆς τύχης ἑνὸς δικαστικοῦ, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκὲς καὶ ὅτι παρέχει περισσοτέραν ἐγγύησιν ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶναι καὶ μόνον ἐλεύθερος, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὴν πίεσιν τῶν φίλων του τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν προσωπικῶν, τῶν φίλων του τῶν ἐκλογέων, τῶν φίλων του τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀσκήσωσιν ἑκάστοτε ἐπιρροὴν διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ τὸν πείσωσιν ἢ νὰ τὸν ἐξαναγκάζωσι νὰ κάμῃ τὰς ἐπιθυμίας των. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν τὴν γνώμην τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, νομίζετε ὅτι ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος εἶναι δυνατόν ποτε νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἠδικήθη καὶ μάλιστα ἠδικήθη ὄχι ἐκ πλάνης, ἀλλ’ ἐπίτηδες διὰ νὰ προστατευθῶσιν ἄλλοι; Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι συντρέχει κανεὶς λόγος νὰ δεχθῶμεν ὅτι μία ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ θελήσῃ νὰ φατριάσῃ, νὰ μεροληπτήσῃ, νὰ ἀδικήσῃ ἕνα συνάδελφόν της καὶ νὰ προαγάγῃ ἕνα ἄλλον. Ὑπεστηρίχθη ἐπίσης ὅτι δὲν πρέπει ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ εἶναι μόνιμον μέλος τοῦ δικαστηρίου, διότι θὰ ἐπηρεάσῃ κατὰ πολὺ τοὺς συναδέλφους του, ὡς ἡ κορυφὴ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὡς ἐκ τῆς μορφώσεως τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ.
§108Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ εἶναι λόγῳ τῆς συνοχῆς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχουν αἱ ἀποφάσεις.
§109Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἂν δεχθῶμεν, κύριοι, ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει τοιαύτην μόρφωσιν καὶ τοιαύτην ἠθικὴν ἐπιβολὴν λόγῳ τῆς μορφώσεώς του καὶ τοῦ ἀξιώματός του, ὥστε νὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν 16 μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἀναγνωρίζεται ἡ ἐπίδρασίς του καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν μελῶν, θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι μία ἐξαιρετικὴ φυσιογνωμία καὶ ὅτι τῆς φυσιογνωμίας αὐτῆς τὴν γνώμην δὲν πρέπει νὰ στερηθῇ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι διὰ τὸ ἑνιαῖον τῆς ἀντιλήψεως ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς δικαστικῆς τοποθετήσεως, πρέπει νὰ παρίσταται ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπίσης, κύριοι, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω καὶ τροπολογίαν. Τῶν τοποθετήσεων, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ κάμῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἐξῃρέθησαν οἱ γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικῶν καὶ οἱ ὑποθηκοφύλακες. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι κατὰ τοῦτο πρέπει νὰ μείνῃ ἡ προηγουμένη διάταξις τοῦ ἄρθρου 93 τοῦ Συντάγματος τοῦ προσωρινῶς ἰσχύοντος, διότι εἶναι ἄδικος, δὲν εἶναι δὲ καὶ ἐξυπηρέτησις τῆς Δικαιοσύνης οἱ γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικῶν νὰ περιφέρωνται ἀπὸ Πρωτοδικείου εἰς Πρωτοδικεῖον, οἰκογενειάρχαι ἄνθρωποι, πρόσωπα δικαστικὰ καὶ αὐτοί, συνεισφέροντα εἰς τὴν Δικαιοσύνην κατὰ πολύ. Διότι οἱ γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, ὅπως γνωρίζετε, ἀναπληροῦσι πολλάκις τοὺς δικαστὰς καὶ καμμίαν φορὰν ἐκδίδουν καὶ ἀποφάσεις. Λοιπὸν δὲν εἶναι δίκαιον τὰ πρόσωπα αὐτὰ τὰ δικαστικά, τὰ συντελοῦντα ἀπαραιτήτως εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀφεθοῦν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον.
§110Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Νὰ καταργήσωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα;
§111Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Μήπως ἡ Δικαιοσύνη εἶναι κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα;
§112Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι ἡ διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης.
§113Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Θέλομεν νὰ ἀπομακρύνωμεν τὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ τὸ πολίτευμα καὶ θέλομεν νὰ εἶναι ἐντελῶς ξένη καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Τώρα, ἂν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θελήσουν νὰ καταστρέψουν τὴν Δικαιοσύνη, πρῶτοι αὐτοὶ θὰ τύχουν λιθοβολισμοῦ ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν. Νομίζω ὅτι συμβάλλει εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικείων νὰ παραμείνουν εἰς χεῖρας τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διότι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος, οὔτε κανὲν παράπονον ἐναντίον των, οὐδεμία αἰτιολογία, ὥστε νὰ φύγουν ἀπὸ τοῦτο. Ἐπίσης καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων ὡς πρόσωπα δικαστικὰ καὶ αὐτοὶ συμβάλλουν ἐν μέρει, διότι καὶ αὐτοὶ δικάζουν τὰ προσωρινὰ μέτρα καὶ αὐτοὶ ἀναπληροῦν τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ πταισματοδίκας καὶ ἐν γένει συντελοῦν εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ὑποθηκοφύλακας πρέπει νὰ κρατήσῃ τὸ αὐτὸ διὰ νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην ὡς διαχειριζομένους περιουσιακὰ συμφέροντα ὑψίστης σημασίας καὶ εἶναι καὶ αὐτοὶ ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς διορισμοὺς ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν θὰ ἔχουν περισσοτέρας πληροφορίας καὶ περισσότερα τὰ μέσα τοῦ ἐλέγχου περὶ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διορισθῶσιν εἴτε ὡς εἰρηνοδίκαι, εἴτε πρωτοδίκαι, εἴτε εἰς οἱανδήποτε ἄλλην δικαστικὴν θέσιν, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ὑπεστηρίχθη πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Καλκάνην ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον θὰ λάβῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα καὶ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ πόθεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας αὐτοῦ. Τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας του ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον καὶ ἀπὸ τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον.
§114Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὰ ἴδια πρόσωπα.
§115Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Βεβαίως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ θὰ συμβουλευθῇ καὶ τοὺς φίλους του. Μὲ περισσοτέραν ἐλευθερίαν καὶ μὲ περισσοτέραν δικαιοσύνην καὶ μᾶλλον ἀνεπηρέαστον θὰ κρίνῃ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παρασχεθοῦν ὅλα τὰ μέσα παρὰ τῶν διαφόρων Συμβουλίων, Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν καὶ ἀπὸ τοὺς Δικηγορικοὺς Συλλόγους, ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος θὰ ἀκούσῃ καὶ τὰς ὑποδείξεις καὶ τὰς συστάσεις τῶν φίλων τοῦ κόμματός του, ἐνῷ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον θὰ ἀκούσῃ μόνον τὰς ὑπηρεσιακὰς συστάσεις. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀφεθῇ ὁ διορισμὸς αὐτῶν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ περιβάλωμεν μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ θέσωμεν εἴτε εἰς τὸ Σύνταγμα, εἴτε εἰς τὸν νόμον, ὥστε τὸ Συμβούλιον νὰ δεσμεύεται ἐκ τῶν ἐγγυήσεων καὶ νὰ κρίνῃ μᾶλλον ἀσφαλέστερον. Ὥστε καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ δύναται νὰ εἰσηγηθῇ πρόσωπα ἰδικῆς του ἐμπιστοσύνης ἀνεξαρτήτως ἂν ταῦτα εἶναι κατάλληλα νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικείων, ἔχω ὑποβάλει τὴν σχετικὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§117Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ παραδέχεται ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εἶναι ἀλάθητον ἢ ἀναμάρτητον. Ἀποτελεῖται καὶ αὐτὸ ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ πρὸ παντὸς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ λάθη των καὶ τὰς ἁμαρτίας των. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἰσχυρισθῇ τις εἶναι ὅτι αἱ ἁμαρτίαι των καὶ τὰ σφάλματά των εἶναι πάντοτε μικρότερα καὶ ἐλαφρότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπεν, ἂν ἀνελάμβανε τὴν ἐποπτείαν τῆς Δικαιοσύνης εἷς κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργός. Βεβαίως καὶ εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ὑπάρχει καὶ ἡ κλῖκα, ὅπως εἶπεν εἷς ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, ἀλλ’ ἡ κλῖκα αὐτὴ καὶ ὅταν ἀκόμη φθάνῃ μέχρι τῆς ἀνεψιᾶς ἢ μᾶλλον τοῦ ὑποψηφίου γαμβροῦ τῆς ἀνεψιᾶς, εἶναι πάντοτε μικροτέρα, ὀλιγώτερον ἐκτεταμένη καὶ ὀλιγώτερον ἐπομένως ἐπιζημία ἀπὸ τὸν εὐρύτατον ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος λέγεται κόμμα καὶ ὁ ὁποῖος ἐκτείνεται μέχρι τῆς τελευταίας ἐσχατιᾶς τῆς Χώρας. Δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως σχέσιν ἡ ὕπαρξις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου μὲ τὸν κοινοβουλευτισμόν, μὲ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, μὲ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν κλπ. Εἶναι ἰδέαι καὶ θεωρίαι ἀρκετὰ πεπαλαιωμέναι. Ἀπὸ τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας οὕτως ἐννοουμένης, δηλαδὴ τῆς παντοδυναμίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὁσάκις ἀνήρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ κατήρχετο αὐτῆς ἔπρεπε νὰ συμπαρασύρῃ ὅλον τὸν κρατικὸν ὀργανισμὸν μέχρι τοῦ τελευταίου κλητῆρος. Ἀπὸ τὸ σύστημα αὐτὸ ἔχουν περάσει ὅλα τὰ Κράτη καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἀμερική. Ἀλλὰ σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον παραδέχονται πάντες ὅτι κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς δὲν σημαίνει ἀλλαγὴν ὁλοκλήρου τοῦ προσωπικοῦ ἑνὸς Κράτους. Πάντες προσπαθοῦμεν νὰ θέσωμεν φραγμὸν καὶ νὰ κατοχυρώσωμεν τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας ὅπως ἐξασφαλίσωμεν αὐτὰς ἀπέναντι τῆς ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς. Εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑπενθυμίζουν τὸν παλαιὸν αὐτὸν καιρόν, τὸν παλαιὸν χρυσοῦν αἰῶνα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ὑπενθυμίσωμεν ὅτι τὴν ἐποχὴν αὐτὴν δικαστικοὶ ἔστω καὶ ἀπολαύοντες τῆς ἰσοβιότητος μετετίθεντο εἰς τὰ τέσσαρα ἄκρα τῆς Ἑλλάδος δίκην μπαούλων. Ἔχω δὲ ἐπὶ πλέον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θέλουν ὅπως ὁ διορισμὸς εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, διορισμοὺς εἰρηνοδικῶν κατὰ τὸ 1912 εἰς τὰς Νέας Χώρας, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰρηνοδικῶν οἱ ὁποῖοι κάθε ἄλλο παρὰ ἐτίμησαν τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην.
§118Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ὁ μακαρίτης Δημητρακόπουλος.
§119Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Τοὺς εἰρηνοδίκας τοῦ 1912 τοὺς διώριζεν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς καὶ ὄχι ὁ Ὑπουργός.
§120Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς γνώμης μου καὶ ἐναντίον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ ἀγορεύοντος.
§121Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἀφ’ ὅτου δὲν γνωρίζω δυνάμει ποίου νόμου ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διορίζῃ συμβολαιογράφους εἰς μερικὰς μεγάλας πόλεις, ὅπως εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν Θεσσαλονίκην, νομίζω ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν νεοδιορισθέντων συμβολαιογράφων αὐξάνει ὡς ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης. Δὲν θέλω νὰ καταλογίσω τοῦτο εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ φαντάζομαι ὅτι εὑρίσκεται ὑπὸ διαφόρους εὐνοήτους πιέσεις. Δι’ ὅλα ταῦτα νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν δικαστηρίων, δεδομένου, ὅπως ἐπιβάλλεται ἄλλως τε, ὅτι ὅλοι οἱ κλάδοι τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ μονιμότητος καὶ τῶν ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων ἀπολαύουν ἀρκετῆς ἂν ὄχι πλείστης προστασίας. Καὶ δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον οἱ γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικείων καὶ πρὸ παντὸς οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων, οἱ ὁποῖοι παίζουν εἰς τὰς ἀποκέντρους περιφερείας ρόλον μέγιστον, δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὰς ἰδίας διατάξεις. Ἑπομένως, ἂν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅπως ἡ προστασία τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἐπεκταθῇ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους καὶ βαθμοὺς τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, τουλάχιστον νὰ διατηρηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκτοξευθείσας αἰτιάσεις ἐναντίον μερικῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, λόγῳ ἰδίως τοῦ πολιτικοῦ παρελθόντος των, θὰ ἠδυνάμην καὶ ἔχω νὰ εἴπω ὅτι ὄχι τὸ ἥμισυ, ἀλλ’ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἔχει καὶ αὐτὴ πολλὰς προκαταλήψεις ἐναντίον μεγάλου μέρους τῶν ἐν ἐνεργείᾳ δικαστῶν. Αἱ προκαταλήψεις αὐταὶ ἐκτρεφόμεναι εἰς τὴν στενὴν καὶ πνιγηρὰν ἀτμόσφαιραν τῶν ἐπαρχιῶν, πολλάκις ἔφθασαν μέχρις ἡμῶν ἐντόνως διατυπούμεναι. Ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν ἠθελήσαμεν νὰ φέρωμεν τὰς προκαταλήψεις ταύτας εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἀπεπέμψαμεν τοὺς παραπονουμένους, διότι νομίζομεν ὅτι πάντες οἱ δικασταί, ἐφόσον ἀπολαύουν τῆς προστασίας τῆς ἰσοβιότητος, θὰ ἔχωσι καθῆκον καὶ πᾶν συμφέρον νὰ ἐξυπηρετῶσι τὴν Δικαιοσύνην καὶ μόνον αὐτήν, διότι θὰ ἀποβῇ εἰς βλάβην αὐτῶν πᾶσα παρέλκυσις ἀπὸ τοῦ κανόνος αὐτοῦ. Τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον πολλάκις καὶ αἱ παρεξηγήσεις αὐταὶ ἐδημιουργήθησαν ἀπὸ λόγους ἐξαιρετικῆς αὐαισθησίας, ἀλλὰ καὶ ὄχι πάντοτε πολιτικῆς ἀπηλλαγμένης ἀπὸ ἰδιοτελεῖς σκοπούς.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Φωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§123Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ διατύπωσις ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911, ὅπως καὶ ἡ ἀντίστοιχος τοιαύτη εἰς τὸ προσωρινῶς ἰσχῦον εἶναι ἀκριβεστέρα καὶ ὀρθοτέρα ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν πολλοὶ τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Εἰς τὸ 90ὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀνεθεωρήθη κατὰ τὸ 1911, ἡ διάταξις, ὡς γνωστόν, ἁπλῆ τὴν διατύπωσιν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ἀπολαύοντες ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος, ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων, τοποθετοῦνται, μετατίθενται καὶ προάγονται δι’ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ὃν τρόπος νόμος ὁρίζει». Ἤτοι προβλέπεται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου περὶ τῶν τριῶν περιπτώσεων, τοποθετήσεων, μεταθέσεων καὶ προαγωγῶν. Κατὰ συνέπειαν τὸ 94ον ἄρθρον τοῦ προσωρινῶς ἰσχύοντος Συντάγματος δὲν περιέχει καινοτομίαν τινὰ δικαιολογοῦσαν τὰς κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις πολλῶν τῶν κ. κ. συναδέλφων, ἀφοῦ οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον μνημονεύει παρὰ ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστῶν διοριζομένων κατὰ νόμον ὁρίζοντα καὶ τὰ προσόντα αὐτῶν, διὰ δὲ τὴν προαγωγὴν καὶ μετάθεσιν τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀπήτησε πολὺ ὀρθῶς σύμφωνον γνώμην Δικαστικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ὃν τρόπον ἤθελεν ὁρίσει εἰδικὸς νόμος. Τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐκαινοτόμησε κατὰ τοῦτο· ὅτι εἰς τὰς ὡς ἄνω περιπτώσεις προσέθεσε καὶ τὰς δύο περιπτώσεις τῶν διορισμῶν καὶ ἀποσπάσεων, ἐνῷ τὸ ὀρθότερον εἶναι τὸ Συμβούλιον νὰ ἀποφαίνεται περὶ τοποθετήσεων, προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τοὺς διορισμοὺς εἶναι ὀρθότερον νὰ γίνωνται παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα ὅπου λειτουργοῦσι τὰ λεγόμενα ὑπηρεσιακὰ Συμβούλια. Καθόσον δὲ γνωρίζω, δὲν ὑπάρχει διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ Συμβούλια νὰ προβαίνωσι καὶ εἰς τοὺς διορισμούς. Κατὰ ταῦτα ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι ὀρθή, ὡς προτείνεται παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὡς ὑποστηρίζεται παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν συναδέλφων....
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔτσι διὰ Διατάγματος γίνεται.
§125Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀναφέρω ἁπλῶς τὴν διαφορὰν τῶν Συνταγμάτων, διότι ἐνῷ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὁμιλεῖ ἐπίσης περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων, προστίθεται καὶ ἡ λέξις «διορισμοί», ἐνῷ οἱ διορισμοὶ ἀποτελοῦσι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀποσπάσεων παρετηρήθησαν ἀρκεταὶ ἀνωμαλίαι, ὡρισμένοι δὲ δικαστικοὶ ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὰ ἀκρότατα σημεῖα τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποσπάσεως διὰ μόνους τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐντὸς τῆς πρωτευούσης, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπεριορίστως εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη ἐμπνέουσι καὶ ὀφείλουσι νὰ ἐμπνέωσι πᾶσαν ἐμπιστοσύνην, παρ’ ὅλας τὰς ἐπικρίσεις ἀπὸ μέρους συναδέλφους. Ἂν δὲν εἶναι οἱ ἄριστοι ἐκ τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι μέλη αὐτοῦ, εἶναι ὅμως ἐκ τῶν ἀρίστων, ἡ δὲ καθόλου δρᾶσίς των ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου, πλὴν ἐξαιρετικῶν ὅλως περιπτώσεων ὀφειλομένων εἰς γνωστὰς περιστάσεις, ἀποτελεῖ τιμὴν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, περὶ τοῦ ἂν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου δέον νὰ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὄχι μόνον ὁ Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ὁ δικαστής, ὅστις νομίζει ὅτι ἠδικήθη, νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς κατὰ τῶν τοιούτων ἀποφάσεων ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τῆς διατυπώσεως ταύτης θὰ ἀρθῶσι πολλαὶ παρεξηγήσεις ἐναντίον τοῦ Συμβουλίου εἴτε ὡρισμένων μελῶν τούτου, ἐπὶ τῇ σκέψει ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπέστησαν ἐπίδρασίν τινα ὑπὸ προσωπικὰς συμπαθείας, εἴτε ἀντιπαθείας, εἴτε καὶ ἀδικαιολογήτους προκαταλήψεις. Κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ ἄρθρον εἶναι ἁπλούστερον καὶ ἑπομένως δύναται νὰ τροποποιηθῇ μόνον κατὰ τοῦτο διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῆς προσθήκης ὅσον ἀφορᾷ τοὺς διορισμούς. Διὰ τῆς τοιαύτης οἰκονομίας χωρὶς καινοτομίας καὶ μεταβολὰς ἐλπίζω καὶ εὔχομαι νὰ φθάσωμεν βαθμιαίως εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τῆς Δικαιοσύνης, παρ’ ὅλην τὴν ἀπαισιοδοξίαν ἡ ὁποία διακρίνει πολλοὺς τῶν κ. κ. συναδέλφων.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§127Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, βασίζεται εἰς τὴν ἰδέαν τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος καὶ πρὸ παντὸς ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι ἄνευ αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Δικαιοσύνη εἰς τὸ ὕψος της. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ θέσῃ σκέψεις τοιαύτας, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ κρίνῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Α ἢ Β Συμβούλιον, ὁ Α ἢ Β τρόπος νὰ ἀποτελέσωσιν ἀσφαλῆ μέσα βελτιώσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι πρέπει συγχρόνως νὰ εὑρεθῶσι καὶ ἄλλα γενικωτέρας μορφῆς, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ νὰ ἔχωμεν Δικαιοσύνην εἰς τὸ ὕψος της. Ἕν τούτων εἶναι καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὄχι τόσον ὅσον φανταζόμεθα καὶ ὅσον θέλομεν νὰ ὑπερτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν του. Εἶναι πάντως ἓν μέσον καὶ εἷς θεσμός, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ καὶ ἐπίκουροι εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἄν δὲ ἤθελε ἀμφιβάλῃ τις περὶ τῶν μέσων τούτων τῶν γενικῶν, λ. χ. τοῦ δόγματος τῆς ἰσοβιότητος, νὰ ἐπείθετο ὅτι τὸ δόγμα τοῦτο ὑπῆρξεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνέτεινον εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, κατόπιν ἀπὸ τόσα πλήγματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ἡ Δικαιοσύνη ἐντὸς τῆς τελευταίας δεκαετίας, θὰ ἐπείθετο δὲ καὶ οἱοσδήποτε κακόπιστος ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περιφρουρηθῇ ἡ Δικαιοσύνη ὅσον ἔνεστι διὰ νὰ ἵσταται εἰς τὸ ὕψος της. Ἐφόσον ἔχομεν Δικαιοσύνην ἀνεπηρέαστον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἔχομεν πράγματι Δικαιοσύνην, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας κατηνέχθη τὸ πρῶτον πλῆγμα διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἰσοβιότητος, ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἤρχισε νὰ καταρρέῃ, ὥστε νὰ φθάσῃ μέχρι τοιούτου σημείου, τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι λυπηρόν. Διὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν ἀναστήλωσιν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ἀναστηλώσεως τοῦ δόγματος τῆς ἰσοβιότητος. Καὶ δύναται μὲν νὰ περιφρουρηθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου 93 ἡ ἰσοβιότης, ἀλλ’ ἄνευ τῆς πραγματικῆς περιφρουρήσεως τοῦ ἄρθρου 94 θὰ ἦτο ἄνευ ἀξίας, διότι οὕτω μόνον θὰ ἠδύνατο νὰ καταστῇ ἀνεπηρέαστος, ὥστε ὁ κάθε αἰσθανόμενος τὴν ἐν ἑαυτῷ πεποίθησιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ ὑπηρετῇ ἀνεπηρεάστως τὴν καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, νὰ δύναται νὰ ὑπεραμύνεται ταύτης καὶ ἑαυτοῦ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν. Διὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ὑποστηρίζουσιν ὅτι τὰ τῆς Δικαιοσύνης ἐντὸς τοῦ κύκλου της πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Δὲν συμφωνῶ ὅμως ὅτι πρέπει καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ στερηθῇ ἀπὸ τοῦ νὰ φροντίζῃ διὰ τῆς ταχυτάτης ἐκείνης ἐνεργείας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὴν διοίκησιν νὰ δίδεται αἷμα εἰς τὴν μηχανὴν αὐτήν, ἀπὸ τῆς ὁποίας βαθμιαίως πηγάζει καὶ αὐτὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Διὰ τοὺς διορισμοὺς συνεπῶς φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνωνται ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, διότι καὶ αὐτὸ δὲν ἔχει ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κρίνῃ τὸν διοριζόμενον. Ἂν πρόκειται νὰ γίνουν δικαστικοὶ ἔμμισθοι πάρεδροι μόνον κατόπιν διαγωνισμῶν, θὰ ἔχωμεν διαγωνισμοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ δίδουν τὰ ἀσφαλέστερα ἀποτελέσματα περὶ τῶν ἱκανῶν, θὰ ἦτο δὲ ὄχι ἀξιοπρεπὲς διὰ τὸν Ὑπουργόν, ἂν ἤθελεν οὗτος ἀναγκασθῆ διὰ νόμου νὰ σεβασθῇ ὅ,τι ἠθικῶς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ σεβασθῇ, ἤτοι τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαγωνισμῶν, τὰ ὁποῖα ἐσεβάσθησαν πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ Ὑπουργοὶ μέχρι σήμερον. Ἂν πρόκειται νὰ μὴ γίνωσι διαγωνισμοὶ καὶ πρόκειται νὰ διορίζωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πρωτοδίκου, πάλιν δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ στερήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἐφόσον θὰ ἔχωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ὁρίζῃ τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα θὰ ἀπητοῦντο πρὸς τοῦτο. Ὥστε ἀποκλείεται πᾶς φόβος κατὰ τὴν γνώμην κακῆς ἐνεργείας ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τόσον ἐπιλήσμων τῆς ἀποστολῆς του, ὥστε νὰ διαπράξῃ ὅσα θέλουν νὰ ἀποδώσουν εἰς αὐτόν. Ἄλλως δὲ προκειμένου περὶ τῆς διαμονῆς καὶ προαγωγῆς εἰς τὸ Σῶμα, θὰ εὑρίσκεται πάντοτε παρὸν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ ἐλέγχῃ καὶ διακρίνῃ τοὺς καλοὺς ἀπὸ τοὺς κακοὺς καὶ διαθέτῃ τὰ μέσα πρὸς ἀποκάθαρσιν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀσφαλῆ μέσα καὶ ἐχέγγυα τὰ ἀνωτέρω, διὰ νὰ μὴ στερήσωμεν ἕνα Ὑπουργὸν τοῦ δικαιώματος τούτου, ὑπεύθυνον ἄλλως τε διὰ τὴν ὅλην διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῆς Δικαιοσύνης τῆς Χώρας ἐνώπιον τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος. Λέγω λοιπὸν ὅτι θὰ εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένον νὰ πεισθῇ τις ὅτι τοὺς διορισμοὺς δυνάμεθα ἀκινδύνως νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἐπὶ πλέον συντρέχει καὶ ἄλλος λόγος· ἂν εἰς πᾶσαν διεξαγωγὴν ἡ κατανομὴ τῶν ἔργων εἶναί τι σημαντικὸν καὶ ἄγει πρὸς πρόοδον, ἀναθέτοντες τὴν διεξαγωγὴν τῶν διορισμῶν εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἀφαιροῦμεν ἓν ἔργον ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον οὐδὲν δύναται νὰ δώσῃ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι θὰ μᾶς δώσῃ ὁ Ὑπουργός, προάγοντες οὕτω καὶ ὑπηρετοῦντες τὴν καλυτέραν συγκρότησιν τοῦ Σώματος διὰ τῆς κατανομῆς τοῦ ἔργου αὐτῆς. Ἂν ὅμως ἐμμένωμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦ διαγωνισμοῦ, κάμνομεν ὅτι πρέπει διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγομεν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ νὰ ὁρίσωμεν ὅτι ὅλα αὐτὰ γίνονται ὅπως θέλει ὁρίσει ὁ νόμος. Ὁ νόμος θὰ καθορίσῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἄρθρου 94 κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἔχωμεν καλύτερον δικαστικὸν ποιόν. Προτείνω ὅπως ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 94 ἡ λέξις «διορισμοί», νὰ παραμείνῃ δὲ ἡ φράσις «μεταθέσεις καὶ προαγωγαὶ» καὶ αἱ ἀποσπάσεις ἐφόσον δὲν ὑπόκεινται καὶ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Διότι, ἐφόσον ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκῇ τὴν ἀρνησικυρίαν διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητον, διότι, ὡς εἶχον καὶ ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ἐκ δύο ἀντιθέτως προερχομένων ἐνεργειῶν, δύναται νὰ προκύψῃ ἓν καλόν, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ τακτοποιήσωμεν τὸ ἄρθρον κατὰ τὰς εἰρημένας ὑποδείξεις μου. Διὰ τοῦτο προτείνω ὅπως μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι μὲ τὴν προσθήκην τοῦ «ὡς θὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος» καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν πρὸ τῆς φράσεως «ᾐτιολογημένην γνώμην» νὰ τεθῇ «ἐμπερισταμένως», διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὡς ἐχέγγυον τῶν δικαστικῶν σκέψεων καὶ τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄνθρωποι καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ συναισθήματα ἀνθρώπινα συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν. Θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρέπει νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἀπόφασίν των ἐμπεριστατωμένως. Τὸν δεύτερον βαθμὸν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ τὸν ἀποκόψωμεν. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ὑπαγάγωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ὑπουργικοῦ veto, τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ὑπουργικῆς ἀρνησικυρίας εἰς δεύτερον βαθμόν. Διότι προδήλως καὶ λόγῳ τοῦ πνεύματος τῆς ἀλληλεγγύης καὶ λόγῳ τῶν ἀντιλήψεων τῶν δικαστικῶν, ἐφόσον δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐσιαστικῶς δικαστήριον δευτέρου βαθμοῦ, ἡ κρίσις τοῦ δευτέρου Συμβουλίου θὰ ἦτο ὁμοία μὲ τὴν πρώτην. Ἑπομένως θὰ ἀναγκάσωμεν τὸν Ὑπουργόν, ὅστις θὰ βλέπῃ πάντοτε ὅτι θὰ εὑρίσκεται πρὸ ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ παραλάσσουν, νὰ παύσῃ ἀσκῶν τὴν δικαιοδοσίαν του, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὀλέθριον διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀγόμενος ἐν τέλει ὑπὸ τῆς σκέψεως ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ὅλην ἁρμονίαν τῆς κινήσεως μιᾶς τοιαύτης λειτουργίας, δέχομαι ἀπολύτως ὅτι ἓν τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου μόνον πρέπει νὰ εἶναι μόνιμον καὶ ὡς τοιοῦτον προτιμῶ τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι αὐτὸς εἶναι ἁρμοδιώτερος παντὸς ἄλλου.
§128Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ διὰ τοῦ νόμου.
§129Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Λέγω γενικῶς. Προκειμένου περὶ τῆς δικονομίας, τὴν ὁποίαν θὰ εἰσαγάγωμεν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τούτων, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ τὴν καθιερώσωμεν συνταγματικῶς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἀφήσωμεν εἰς τὸν νόμον. Ἂν εἴμεθα καλῆς πίστεως, δυνάμεθα αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνομεν σήμερον, νὰ τὸ κάμωμεν διὰ νόμου. Ἂν τὸ ἐπιδιώξωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος, θὰ περιορίσωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὅλης οἰκονομίας τοῦ θεσμοῦ. Ἂς σταματήσωμεν λοιπὸν εἰς τὰ ὅρια τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος κατόπιν θὰ μᾶς καθορίσῃ τὴν δικονομίαν ἐπὶ τῇ βάσει, ἐπαναλαμβάνω, τῆς καλῆς πίστεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τοῦ καλοῦ ὑλικοῦ καὶ ἐν γένει τῆς ἐκτιμήσεως τῆς δράσεως τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγωμεν καθ’ ὡρισμένην δικονομίαν. Διὰ τοῦτο προτείνω, προκειμένου περὶ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ὁ πρόεδρος, ὁ ὁποῖος νὰ χρησιμεύῃ καὶ διὰ τὴν συνοχήν. Θὰ ἦτο, κύριοι, τὸ θέμα ἄξιον πολὺ σοβαρότητος καὶ ἄξιον περισσοτέρας προσοχῆς ἐκείνης τὴν ὁποίαν τῷ ἀποδώσαμεν, περιορίζοντες αὐτὸ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῶν χρονικῶν, τὰ ὁποῖα ἐθέσαμεν διὰ πράξεώς μας ἐπὶ σκοπῷ ταχυτέρου τερματισμοῦ τῶν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζητήσεων. Οὐχ ἧττον, ἐφόσον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ κάμωμεν, ἂς προσπαθήσωμεν νὰ κάμωμεν ἐντὸς τοῦ ὁρίου αὐτοῦ τοῦ ὀλίγου χρόνου ὅ,τι εἶναι δυνατὸν καλύτερον, διότι πράγματι πρόκειται περὶ διατάξεων ἐξόχου σημασίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μου τουλάχιστον ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας, ἂν πολὺ δὲν προσέξαμεν, ἀσφαλῶς θὰ μετανοήσωμεν καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν ὅτι ὅλη ἡμῶν ἡ προσπάθεια συντάξεως Καταστατικοῦ Χάρτου ὑπὸ χρονικοὺς περιορισμοὺς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία προσπάθεια νὰ διαφύγωμεν ἀκριβῶς ἀπὸ τὰ κύρια ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν εὑρισκόμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.
§131Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Θεσμός, κύριοι βουλευταί, ὅστις ἀπετέλεσε τὴν ἀφετηρίαν μιᾶς νέας ἐποχῆς, θεσμὸς ὅστις ἀπετέλεσε τὴν ἀφετηρίαν τῆς κλασσικῆς ἐποχῆς διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, δεικαιολογημένως ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς γνωρίζετε ὑπὸ ποίας συνθήκας εἶδε τὸ φῶς. Ὑπῆρχεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐκινήθη.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συντομεύσατε τὸν πρόλογον, διὰ νὰ μὴ ἐξέλθητε τῶν ὁρίων τοῦ ἑνὸς τετάρτου.
§133Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. .... ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐξηγέρθη κατὰ τῆς λεγομένης τότε φαυλοκρατίας. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐπόθησε Δικαιοσύνην. Καὶ οἱ κ. κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἐμοῦ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διεξετραγώδησαν ὑπὸ ποίας συνθήκας εἰργάζοντο οἱ πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ μετὰ πόσης δυσκολίας ὁ δικαστικὸς κλάδος ἐκινεῖτο εἰς τὸν χορὸν τοῦ διαβόλου. Ἐνεφανίσθη τότε ὁ ἀνήρ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν δὲν ἐμνημονεύθη καὶ τοῦτο τὸ θεωρῶ παράλειψιν....
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ εἴπομεν.
§135Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. .... τοῦ ὁποίου ἡ σιδηρᾶ χεὶρ ἐδημιούργησε τὸν θεσμὸν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ὁ Νικόλαος Δημητρακόπουλος. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὡς διατελέσας συνεργάτης αὐτοῦ καὶ συγγράψας τῇ ὑπαγορεύσει αὐτοῦ καὶ τῇ ὑποβολῇ αὐτοῦ τὸ Συμβούλιον τοῦτο, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι σήμερον δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος ἀπέδωκε τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ὅλοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ ἐκεῖνος, εἴχομεν ἐλπίσει καὶ προϋποθέσει. Δὲν ἀπέδωκε τοὺς καρποὺς ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δι’ ἕνα κυρίως λόγον, κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι ἐλλείπει ἀπὸ τὸν Ἕλληνα ἡ ἀγωγή. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ὅταν ἀνήλθομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἴδομεν μεταβολὰς ὀκτὼ σελίδων τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων ὅλος ὁ δικαστικὸς κόσμος ἐχόρευεν. Αἱ μεταβολαὶ αὐταὶ ἐσταμάτησαν καὶ εἰσήχθη ὁ θεσμὸς οὗτος. Ἐφόσον ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ Δημητρακόπουλος, ὁ θεσμὸς ἐλειτούργει ἄριστα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ ἐκκαθάρισις ἡ φυσιολογική, περὶ τῆς ὁποίας ὀρθῶς ὡμίλησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ἐπήρχετο βαθμιαία καὶ πρὸς ἀπόδοσιν δικαιοσύνης ἀληθῶς Ἀγγλικῆς. Ὅταν ὁ Δημητρακόπουλος ἀπεχώρησε τοῦ Ὑπουργείου, ἤρχισεν ἡ συναλλαγή.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ πολὺ πρωτύτερα.
§137Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν διετίαν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἴμεθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμία συναλλαγὴ ἔλαβε χώραν. Ἀπὸ τότε ἡ συναλλαγὴ ἁπλῶς μετετοπίσθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἐνθυμοῦμαι τὸ ἑξῆς γεγονός. Ἐστάλη ἐρώτημα διὰ τὴν τοποθέτησιν ἐφετῶν καὶ συνῆλθον οἱ ἀρεοπαγῖται καὶ ἐξήγαγεν ἕκαστος ἐκ τῶν θυλακίων τὰ σημειώματα. Ἐπῆλθε τρίωρος συμπλοκὴ ποῖοι ἐφέται νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου Καψάλης μὴ δυνάμενος νὰ δώσῃ κατεύθυνσιν εἰς τὴν ἔριδα ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Καστόρχην νὰ τῷ φέρῃ τὴν δικαστικὴν ἐπετηρίδα καὶ τῇ προτάσει τοῦ Καψάλη μετετέθησαν τότε εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ὅλοι οἱ ἀρχαιότεροι καὶ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν μετεβλήθη εἰς γηροκομεῖον. Ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ μετεκομίσθη ἀπὸ τὴν κλίμακα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν κλίμακα τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τὴν Ἀνωτάτην Δικαιοσύνην ἐσχηματίσθησαν αἱ λεγόμεναι κλίκαι. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ διότι τὰ ἐπακολουθήσαντα γεγονότα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Δικαιοσύνη κατέπεσεν, ἡ Δικαιοσύνη κατέστη ἔρμαιον τῆς πολιτικῆς, ἡ Δικαιοσύνη ἔπαυσε νὰ εἶναι ἡ Δικαιοσύνη, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπέβλεπεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, διὰ τοὺς λόγους τούτους εἶμαι σύμφωνος εἰς τὴν παρέκκλισιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον τοῦτο ποιεῖται καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γνώμη τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει παρὰ τοῖς ἀρεοπαγίταις ἡ ἀγωγὴ τοῦ πολίτου, ἀλλ’ οἱ ἀρεοπαγῖται ἤθελον ἀποβλέψει εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἰσόβιοι καὶ ἀμετάθετοι, δὲν εἶναι βουλευταὶ ἵνα πιέζουν τὸν Ὑπουργόν, διότι οἱ βουλευταὶ ἔχουν ἀνάγκην τῶν φίλων των καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἀνάγκην τῶν βουλευτῶν. Καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸ παρελθὸν ἐποιεῖτο συναλλαγήν τινα, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ κάμῃ. Ἀλλ’ οἱ ἀρειοπαγῖται πρὸς τί ἔχουν ἀνάγκην νὰ μετέρχωνται συναλλαγήν; Εἶναι ἡ ἔλλειψις ἀγωγῆς. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὅτι ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς εὐθὺς ὡς ἔλειψεν ὁ Ὑπουργὸς μὲ τὴν σιδηρὰν χεῖρα καὶ εἶμαι σύμφωνος εἰς τὴν παρέκκλισιν τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἐπιθυμία τοῦ συντάκτου τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν νομίζομεν ὅτι ἠστόχησεν. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅσον ἀφορᾷ τὴν Δικαιοσύνην, ἐπόθησε τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εὗρον ἤδη ἀπὸ τοῦ Κωλέττα τὴν βιαιοτάτην ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Κωλέττα, διότι ἔπαυσε τὸν πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν Κλωνάρην καὶ ἄλλους ἐφέτας. Ἔκτοτε ἤρχισεν ὁ πόλεμος οὗτος καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸν θεσμὸν τοῦτον, ἀποτυχόντα ἐν τινι μέτρῳ. Διὰ τῆς παρεκκλίσεως αὐτῆς ἐλπίζω ὅτι θὰ συντελέσωμεν ὥστε ἡ ἐλευθερία τοῦ δικαστοῦ, ἡ ὁποία ἐξέλιπε, νὰ ἐπανέλθῃ ὥστε εἰς μέλλουσαν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος θὰ δυνηθῶμεν...
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάλιν ἀναθεώρησιν;
§139Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μόνον κατὰ τοῦτο μὲ τὸν κ. Βοκοτόπουλον. Νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς παρεκκλίσεως αὐτῆς δεδικαιολογημένως τοὺς ἀφαιροῦμεν σήμερον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ταλιαδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§141Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δύο γνῶμαι συζητοῦνται κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, δύο γνῶμαι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι. Ἡ μία γνώμη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι τινὲς τῶν προλαλησάντων, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δοθῇ ἀπόλυτος ἐξουσία εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν διεύθυνσιν ἐν γένει τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἑτέρα γνώμη εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετος πρὸς αὐτήν, νὰ δοθῇ ἀπόλυτος ἐξουσία, ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ αἱ δύο γνῶμαι, αἱ ἀποτελοῦσαι τὰς ἀκρότητας, δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν ἀσπασταὶ ἐξ ὁλοκλήρου. Προτιμότερον θὰ εἶναι νὰ τηρήσωμεν τὴν μέσην ὁδόν, ὥστε νὰ κατορθωθῇ νὰ συμπεριληφθῶσιν αἱ δύο γνῶμαι εἰς μίαν ὁδόν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἀπορρεύσῃ καλυτέρα διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης. Μέχρι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἡ Δικαιοσύνη διῳκεῖτο ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τρόπον ἀπόλυτον, μὴ ὑποκείμενον εἰς οὐδένα περιορισμὸν ἐκτὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἡ κραυγὴ ἡ κοινὴ ἦτο ἐναντίον αὐτοῦ, αἱ παρεκτροπαὶ ἦσαν τοιαῦται ὥστε δικαίως ἐξήγειραν τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κόσμου. Καὶ κατὰ τὸ 1910 ἐθεσπίσθη ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ τὸ 1911 ὁ θεσμὸς αὐτὸς διὰ τοῦ Συντάγματος κατωχυρώθη ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐψήφισε σύστημα ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὸ κρατοῦν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἄντικρυ πρὸς τὸ σύστημα τοῦ Ὑπουργοῦ, εὑρίσκετο εἰς ψυχολογικὴν στιγμὴν τοιαύτην, ὥστε ἠδύνατο, ἐκμεταλλευομένη τὴν κοινὴν ροπὴν τῆς Κοινῆς Γνώμης, νὰ μεταπηδήσῃ εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον τῆς ἀπολύτου αὐτοδιοικήσεως, ἐν τούτοις ὁ νομοθέτης τοῦ 1911 δὲν ἠθέλησε νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἐκμηδενίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ διατύπωσις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος ἀπολαύοντες δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων τοποθετοῦνται, μετατίθενται καὶ προάγονται δι’ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει». Ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος τοῦ 1924 δὲν προέβη εἰς καινοτομίαν τινά, παρὰ ἀφῆκεν αὐτὸ οὕτω πως, δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὤθησε τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ διατυπώσῃ τὸ σχέδιον τοῦ ἄρθρου 94, εἰς τὸ ὁποῖον προσέθεσε καὶ τὴν λέξιν «διορισμός». Δὲν βλέπω ποῖα γεγονότα συνετέλεσαν ἀπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τοῦ 1924 μέχρι σήμερον, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοσοῦτον παρεξετράπησαν ὥστε νὰ θεωρήσῃ ἐπάναγκες ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ν’ ἀφαιρέσῃ καὶ τὸ τελευταῖον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ διορισμοῦ. Τουλάχιστον εἰς τὴν ἔκθεσίν της δὲν ἀναφέρει τοὺς λόγους, διὰ τῶν ὁποίων προέβη εἰς τὴν ἐκμηδένισιν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ διὰ τῶν ὁποίων τὸν θεωρεῖ διεκπεραιωτὴν τῶν ξένων ἀποφάσεων, καίτοι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος νὰ λογοδοτῇ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἔχομεν μίαν πρόοδον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχομεν ἓν ἅλμα, ἔχομεν μίαν πρόοδον πρὸς δικτατορίαν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀδικαιολόγητον. Ἔχομεν πρόσφατα παραδείγματα σήμερον ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ. Ὑπάρχουσι ἀνώτατοι λειτουργοὶ σήμερον, πρόεδροι Ἐφετῶν, πρόεδροι Πρωτοδικῶν, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν εἰρηνοδίκαι κατὰ πρῶτον καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων λειτουργῶν τῆς Θέμιδος. Δὲν ἀναφέρω ὀνόματα διὰ νὰ μὴ προσκρούσω εἰς τὴν μετριοφροσύνην αὐτῶν.
§142Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Αὐτοὶ ἔδωκαν ἐξετάσεις.
§143Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Τόσον τὸ καλύτερον. Πολλοὶ προήχθησαν καὶ κατὰ τὸ 1914 ἄνευ ἐξετάσεων. Ὄχι, κατόπιν ἐξετάσεων, ἀλλ’ ἁπλῶς κατ’ ἐπιλογὴν διωρίσθησαν εἰρηνοδίκαι ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ τὸ δικηγορικὸν ὑλικόν, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, καὶ οἱ διορισμοὶ ἐπέτυχον κατὰ τὸ πλεῖστον. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ὠθήσῃ νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Τί γεγονότα ἐμεσολάβησαν ἀπὸ τοῦ 1911 μέχρι σήμερον; Δὲν ἐθεώρησε σκόπιμον οὔτε ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος νὰ θέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ εἰς χεῖρας τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Σήμερον τί παρεκτροπὰς ἔκαμον οἱ Ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ 1911 καὶ ἐντεῦθεν, ὥστε διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ λέγωμεν εἰς αὐτοὺς ὅτι ἀπὸ τοῦ 1911 παρεξετράπητε καὶ εἶσθε ἱκανοὶ πρὸς τιμωρίαν καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς θεσπίζουν τὴν διάταξιν ταύτην; Τί νὰ τοὺς κάμωμεν τότε τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης; Πῶς θὰ ἐπιβάλλεται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν διορίζῃ οὔτε ἕνα εἰρηνοδίκην; Ἄν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἴδῃ ὅτι εἷς εἰρηνοδίκης δὲν εἶναι κατάλληλος, ἔχει τὰ μέσα τῆς ἐκκαθαρίσεως, καὶ ταῦτα εἶναι οἱ ἔφοροι τῶν Εἰρηνοδικῶν, οἱ κύριοι εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, διατί λοιπὸν νὰ δημιουργήσωμεν μίαν δικτατορίαν ἐν τῇ διοικήσει τῆς Δικαιοσύνης; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὸ ἄρθρον 94, εἶναι σύστημα συγκερασμοῦ, διότι ὅταν ἐθεσπίσθη ὅτι ἐνεργοῦνται ὅλα ταῦτα προσετέθη καὶ τὸ σύστημα τῆς ἀποσπάσεως. Φαίνεται ὅτι ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο νὰ συγκεράσωμεν τὰ πράγματα, νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην καὶ ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ ὑπογράφῃ μόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχῃ γνώμην μετὰ κύρους, δὲν πρέπει νὰ τὸν θεωρήσωμεν τόσον ἀσυνείδητον ὥστε μίαν ἀπόφασιν δικαίαν καὶ λογικὴν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου νὰ μὴ τὴν ἐκτελῇ. Δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ἕνα Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἔχει εὐθύνην, ὅτι θὰ λησμονήσῃ τὸ καθῆκόν του. Λοιπὸν ὀρθῶς ἐτέθη ἡ διατύπωσις νὰ ἐνεργοῦνται «μετὰ σύμφωνον γνώμην» καὶ ἐπίσης ὀρθωτάτη εἶναι καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος κ. Οἰκονομίδη. Εἰς τὸ ἠτιολογημένον πρέπει νὰ θέσωμεν καὶ τὸ «ἐμπεριστατωμένον», ἀλλὰ συμφωνῶ καὶ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν διαγραφὴν τοῦ δευτέρου βαθμοῦ, ὅτι ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἀσκῇ τὸ veto, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δικαιοσύνης, κύριοι, πρέπει νὰ ἔχῃ δικαιώματα. Ἂς ἔλθῃ τὸ Συμβούλιον, ἂς ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀποφάσεις του, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ θέσῃ τὸ veto τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ τὸ θέσῃ κατ’ ἔφεσιν εἰς δικαστήριον δευτέρου βαθμοῦ, ἀποτελούμενον ἀπὸ τὰ ἴδια πρόσωπα, δὲν δύναται νὰ ἀπεμπολήσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα καὶ νὰ ἀπογυμνώσῃ τὸν Ὑπουργὸν ἀπ’ αὐτά. Δὲν δύναμαι ἐγώ, σᾶς εἶπον, κοινοβουλευτικὸς ἀνήρ, νὰ κάμω τὸν Ὑπουργὸν ῥάκος, ἢ ἄλλως θὰ καταργήσωμεν τὴν Βουλήν. Εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἀντίρρησις, ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς διὰ τὰς πράξεις αὐτὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν δὲν εἶναι δίκαιαι, ὅταν δὲν εἶναι λογικαί. Ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προτείνω διὰ τὸν συγκερασμὸν τῶν δύο τούτων συστημάτων, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ποῖον ἔχει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 «τοῦ Συμβουλίου μετέχει εἰσηγητὴς ἄνευ ψήφου ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». Σᾶς εἶπον, ὅτι θέλω τὸν Ὑπουργὸν διοικοῦντα τὴν Δικαιοσύνην καὶ ὄχι ἁπλοῦν ῥάκος. Τὸ νὰ ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὑπευθύνου τούτου θεσμοῦ διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον εἶναι ὀρθόν, εἶναι ὀρθότατον. Εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἀντιληφθῶσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Συμβούλιον καὶ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι λεπτομέρειαι, πραγματικὰ γεγονότα. Εἶναι ἀνάγκαι πολιτικαί, ἀνάγκαι κυβερνητικαί, ἀνάγκαι ἀναγόμεναι εἰς αὐτὴν τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑποδεικνύωνται εἰς τὸ Συμβούλιον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔχει γενικὸν ἐπίτροπον καὶ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ἀκόμη, διὰ τίνα λόγον καὶ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἄνευ ψήφου, εἰσηγητὴς τῶν διαφόρων ζητημάτων. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι σύστημα συγκερασμοῦ τῶν δύο ἐν ἀρχῇ συστημάτων. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ὅτι πρόκειται νὰ συγκεράσῃ τὰ δύο ταῦτα συστήματα, ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι τὴν προαγωγὴν εἰς τὰς θέσεις τοῦ προέδρου, ἀντιπροέδρου, εἰσαγγελέως Ἀρείου Πάγου τὴν ὑπήγαγεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δηλαδὴ ὅτι τὰς τρεῖς ἀνωτάτας θέσεις δὲν τὰς ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὸ τὸ Συμβούλιον, ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἥτις διετύπωσε τὸ ἄρθρον αὐτό, εἶπεν ὅτι τὰς κεφαλὰς τοῦ Σώματος τῆς Δικαιοσύνης δὲν τὰς ἐμπιστευόμεθα εἰς αὐτό, ἀλλ’ εἰς τὴν Πολιτείαν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι αὐτὸ ἀπηχεῖ καὶ τὴν γνώμην τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Τώρα διότι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἔχει καὶ αὐτὸ τὰ ἐλαττώματά του, διότι ἀποτυγχάνει εἰς θεσμὸς ἕνεκα τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ προσώπων, δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ὁμιλοῦμεν κατὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ὡς θεσμόν, ὁ ὁποῖος παρουσίασε πολλὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἀπέδειξεν ὅτι ὡς θεσμὸς δέον νὰ σταθεροποιηθῇ.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§145Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Χθὲς ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13, ἐξέφρασα γενικῶς τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς νομιμότητος ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι τῶν διαφόρων Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἱδρύθησαν εἰς τὰς διαφόρους Ἐπικρατείας. Καὶ εἶπον ὅτι γενικῶς αὐτὰ τὰ Συμβούλια, ἐφόσον ἡ γνώμη των εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν, ἀντιτίθενται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἐπιφυλάσσομαι τὰς τοιαύτας ἰδέας μου νὰ ἀναπτύξω περισσότερον ὅταν συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον 112 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀφορῶν τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης δύναταί τις πεποιθότως νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτως. Ὅταν κινήσῃ κανεὶς ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑπάρχουν τρεῖς ἐξουσίαι ἢ μᾶλλον, ὅπως λέγομεν οἱ νεώτεροι πολιτικολόγοι, λειτουργίαι ἀνεξάρτητοι ἀπ’ ἀλλήλων, τοιαύτη δὲ λειτουργία ἀνεξάρτητος, κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τὸ ἰδικόν μας, εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἐκ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ὁρμώμενός τις δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐφόσον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος, δύναται νὰ ἔχῃ ἀνεξαρτήτους ἐν ἑαυτῇ καὶ ἐν τῷ Σώματι αὐτῆς ἀντιλήψεις. Ἑπομένως ἵδρυσις Ἀνωτάτου Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον νὰ διοικῇ τὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐφόσον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος, δὲν ἀντίκειται πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάλιν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι αἱ ἐφορεύουσαι πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν, διότι ὑπάρχει εἷς κρίκος μεταξὺ τῶν τριῶν αὐτῶν ἐξουσιῶν πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τῆς Πολιτείας, δὲν δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἀπομακρύνεται καὶ νὰ ἀποψιλοῦται ἐντελῶς πάσης ἐπιδράσεως, ἀναμίξεως ἢ γνώμης τουλάχιστον εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει κατὰ πάντα τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα προκειμένου περὶ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅταν εἶναι κατὰ τὸ κυριώτερον σημεῖον τῆς δράσεώς του, τὸ ἀφορῶν τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ἐποπτείαν τῶν δικαστικῶν, ὅταν εἶναι ἐντελῶς ἐστερημένος παντὸς δικαιώματός του. Καὶ ἡ μέχρι σήμερον τακτικὴ διετήρησε καὶ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὴ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀρειοπαγίτου, διότι οὐδεὶς εἶναι ἀνέλεγκτος ἐν τῷ Κράτει. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμώμενος εὑρίσκω, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον δὲν ἐνδείκνυται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν πολίτευμα καὶ δὲν δύναται καὶ αὐτὸ νὰ εἶναι ἄνευ οὐδενὸς χαλινοῦ ἀπέναντι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τώρα ἐξετάζοντες τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα, τὰ ὁποῖα καὶ χθὲς ἔθιξα ἀκροθιγῶς ἐν σχέσει πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν δύναμαι οὔτε ἀπολύτως νὰ κατηγορήσω τὴν προϋπάρξασαν πρὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου κατάστασιν, διότι καὶ τότε οἱ καλοὶ καὶ ἔντιμοι δικασταὶ δὲν παρηγκωνίσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐπίσης δὲν δύναμαι νὰ μὴ μνημονεύσω καὶ τὴν ἐπελθοῦσαν κατόπιν τῆς συστάσεως τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο τὸ ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. Πετρακάκος, ὅστις ὑπῆρξεν εἷς ἐκ τῶν συγγραφέων τοῦ σχετικοῦ νομοθετήματος, κατὰ τὴν φράσιν του. Εἶναι ἀληθές, κύριοι ὅτι ὄχι τώρα ποὺ μοῦ δίδεται ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὄχι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὑπῆρξα καὶ ἐπί τινας μῆνας Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα πλήρως ἱκανοποιημένοι ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ἴσως ὅτι μέχρι τοῦ 1915 κάπως ἐτήρησε μίαν καλὴν τακτικήν, κατόπιν ὅμως ἡ ἐπελθοῦσα ἀνωμαλία ἐπέδρασεν ἐπὶ τῶν ἀποτελούντων τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, διότι καὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι εἶναι. Θὰ ἠδύνατό τις ὅμως νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ πρὸ τοῦ 1915, ὅταν ἐδόθη εἰς τὸ Συμβούλιον μία μεγάλη ἐξουσία, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέμενον, ὑπῆρξαν ὑπερβασίαι. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ πρῶτον του ἔργον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκαινίασε τὰς ἐργασίας του, ἦτο ἡ ἀθρόα παῦσις τῶν πέντε εἰσαγγελέων Ἐφετῶν διὰ μιᾶς αἰτιολογίας ἰσχνῆς καὶ ἀορίστου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλέγετο ἁπλῶς ὅτι ἐπειδὴ τὸ Συμβούλιον δὲν κρίνει αὐτοὺς καταλλήλους, ἀπολύονται. Εἶναι πιθανὸν εἷς ἢ δύο νὰ μὴ ἦσαν καλοί, ἀλλὰ οἱ τρεῖς ἦσαν πολλοὶ κατάλληλοι, ἀλλ’ ἐν τῇ διαμάχῃ, εἰς τὴν ὁποίαν προῆλθον διὰ νὰ συμβιβάσουν τὰς συμπαθείας των καὶ ἀντιπαθείας των, τοὺς διέγραψαν ὅλους. Μεταξὺ αὐτῶν ἦτο καὶ ὁ κ. Τσέλος. Ἐπίσης ὅταν ἐδόθη ἡ ἐξουσία αὐτὴ εἰς τὸ Συμβούλιον ἠσθάνθησαν μίαν δύναμιν μεγάλην, κατέφυγον καὶ εἰς ὑπερφίαλον στάσιν καὶ τρόπον τινὰ ἤρχισε νὰ ἐπιβαίνῃ τοῦ Συμβουλίου εἷς τυρρανίσκος τῶν κατωτέρων δικαστικῶν. Ἐνθυμοῦμαι τινὰ ἀποτελοῦντα μέλος τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, φίλον μου δὲ μέχρι τινός, ὅστις ἐξήρτα τὴν ψῆφόν του ἀπὸ τὸν χαιρετισμὸν τὸν ὁποῖον θὰ τοῦ ἔκαμεν ὁ πρωτοδίκης ἢ ὁ ἐφέτης. Ἀλλά, παρ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀτελείας τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, πολλάκις σᾶς εἶπον ἐβασάνισα τὸν νοῦν μου ἂν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ ἢ νὰ μὴ ὑπάρχῃ καὶ ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλῶν κατέχομαι ἀπὸ πολλοὺς δισταγμούς. Ἀλλὰ σκεφθεὶς ἐπὶ πολὺ εὑρίσκω χρήσιμον τὸν θεσμὸν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ὅπως εἶπον οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, γνωρίζομεν ὅλοι τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰ πάθη μας καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἔχουν τοιαύτας ἀδυναμίας. Ἀλλὰ καὶ οἱ πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ μείζονα βαθμὸν εἶναι ἔντιμοι, ὑφίστανται πιέσεις διὰ νὰ ἐξαναγκάσουν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀξιώσεις τοῦ Α ἢ τοῦ Β συμπολίτου τῶν πολιτευομένων. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκει ἕνα φραγμὸν ὅταν ὑπάρχῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἰδίως δὲ αἱ πιέσεις στρέφονται κατὰ τῶν εἰρηνοδικῶν, διότι αὐτοὶ δροῦν ἐν στενῷ τόπῳ, μεταξὺ ἀνθρώπων μὴ ἀναπτυγμένων, μεταξὺ κομματαρχίσκων καὶ αὐτοὶ πιέζουν τὸν βουλευτὴν καὶ αὐτὸς τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλοίμονον δὲ ἂν ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶχε τὸν φραγμὸν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὸ πεντάμηνον διάστημα, καθ’ ὃ διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, παράπονα κατὰ πρωτοδικῶν καὶ ἐφετῶν δὲν ὑπῆρχον, ἀλλὰ κατ’ εἰρηνοδικῶν ἦσαν ἄπειρα. Τί νὰ ἔκαμνα; Ἔλεγον πολὺ καλά, διατί δὲν τὰ ὑποβάλλεται ἐγγράφως καὶ τὰ ἔστελλον νὰ τὰ ἐξετάσῃ ὁ εἰσαγγελεύς; Γὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἦσαν ἀβάσιμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει λοιπὸν διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, τοὺς ὁποίους εἶπον, παρ’ ὅλας τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Συμβούλιον, πρέπει νὰ διατηρηθῇ. Τώρα ἐρρίφθη καὶ μομφὴ κατά τινων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω κάτι· πρὸ 23 ἐτῶν ἔχω ἀποχωρήσει ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, πρὸ πέντε δὲ ἐτῶν δὲν ἐμφανίζομαι εἰς τὰ ἀκροατήρια τῶν δικαστηρίων, ἑπομένως ἡ γνώμη μου θὰ εἶναι ἀμερόληπτος. Λέγω ὅτι ὡς σήμερον τουλάχιστον, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, εἶναι συντεταγμένος ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀπονέμει καλὴν δικαιοσύνην καὶ μάλιστα ὑπὸ τὸν ἀκάματον, δύναμαι νὰ εἴπω, παρ’ ὅλην τὴν στενήν του ἀντίληψιν εἴς τινας περιπτώσεις, πρόεδρόν του κ. Ζηλήμονα. Αὐτὰ ὅλα μὲ ἄγουν εἰς τὸ συμπέρασμα καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀντίρρησις ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, προκειμένου περὶ αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, εἶναι χρήσιμον καὶ δέον νὰ διατηρηθῇ καὶ οἱ μέλλοντες Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης πολλάκις θὰ αἰσθανθοῦν ἀνακούφισιν ἐκ τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας. Εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ περιληφθοῦν οἱ διορισμοί, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ ποῖον τρόπον δύναται κατὰ πρῶτον λόγον νὰ ἐπιλαμβάνεται τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διορισμῶν. Τὰ περὶ διορισμῶν δηλαδὴ τὰ περὶ τῆς πρώτης εἰσαγωγῆς τῶν δικαστικῶν προσώπων εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον κανονίζουσιν οἱ νόμοι. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν εἰσαγγελέων ἔχει καθιερωθῆ, ὡς γνωρίζετε οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοί, ἔχει καθιερωθῆ τὸ σύστημα τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀρχόμενον ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντεισαγγελέως. Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ ἐπιλαμβάνεται διορισμοὺς ἢ νὰ κανονίζῃ τὰ προσόντα ἑκάστοτε, κατὰ τὰ ὁποῖα δέον νὰ εἰσάγεται τὸ πρόσωπον εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ ἔχομεν, ὁμολογουμένως, τὸν καλὸν νόμον τοῦ 1892 τὸν περὶ διορισμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ὁ ὁποῖος ἀπέδωκεν ἀληθῶς λαμπρὰ ἀποτελέσματα. Δυστυχῶς ἤδη, ἕνεκα τῶν περιστάσεων καὶ ἰδίως ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία προεκλήθη ἐκ τῶν πολέμων, κατέλαβον πολλὰς δικαστικὰς θέσεις ἄνευ προσόντων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ λέξις «διορισμοὶ» πρέπει νὰ λείψῃ. Τώρα ὁ κ. Στρατηγόπουλος, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ περισσότερον ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ πράγματα, λέγει ὅτι συνέβησαν καταχρήσεις συνιστώμεναι εἰς τοῦτο, ὅτι δικασταὶ καταδιωκόμενοι καὶ ἀπειλούμενοι διὰ παύσεως ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἐφεύρισκον τὴν μέθοδον νὰ παραιτοῦνται διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν παῦσιν ἢ τὴν τιμωρίαν καὶ ἔπειτα ἔχοντες Ὑπουργοὺς ἰδικούς των—εὐτυχῶς εἶναι σπάνιοι αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ—ἐπανήρχοντο. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ νὰ διατηρήσωμεν τὴν λέξιν «διορισμοί». Ὁπωσδήποτε μία τοιαύτη λεπτομέρεια, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ σημειώσῃ δυσχερείας εἰς τὸ μέλλον, μοὶ φαίνεται ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀποφευχθῇ, ἀπαλειφομένης τῆς λέξεως «διορισμοί». Αἱ «τοποθετήσεις» ὑπῆρχον καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, πρέπει νὰ μείνουν. Αἱ «ἀποσπάσεις» ἐπίσης πρέπει νὰ μείνουν. Ἐφόσον θεωροῦμεν χρήσιμον τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, πρέπει νὰ διατηρήσωμεν ὅλον του τὸ κῦρος, νὰ μὴ τὸ ὑπονομεύωμεν διὰ πλαγίων τρόπων. Τί ὅμως συνέβη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις τὰς ὁποίας διήλθομεν καὶ κατὰ τὴν νομοθετικήν, ἄνευ τῆς Βουλῆς, ἐκτροχίασιν; Οἱ διάφοροι ἐπιτήδειοι θέλοντες νὰ εἰσρεύσουν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, κατῆλθον εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ ἐπέτυχον νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀποσπᾷ δικαστὰς εἰς τὴν τάδε ἢ τάδε ὑπηρεσίαν. Ἔφθασε μάλιστα τὸ πρᾶγμα μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε οὔτε ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐρωτᾶται καὶ ἐβλέπομεν αὐτοὺς κατορθώσαντας νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὰ κύρια ἔργα των νὰ προσκολλῶνται εἰς ἀλλότρια ἔργα καὶ μὴ ἁρμόζοντα εἰς τὴν ἀποστολήν των καὶ εἰς ἔργα μάλιστα, ἅτινα ὑπεβίβαζον καὶ τὸν χαρακτῆρά των καὶ οὕτω νὰ μένουν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἱδρύθησαν δικαστήρια αὐτοτελῆ, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπεσπασμένοι δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἷς ἐφέτης ἐξ ἐπαρχίας καὶ δύο πρόεδροι Πρωτοδικῶν. Ἄλλος πάλιν νὰ ἀσχολεῖται εἰς τὴν Ἀγορανομίαν διὰ νὰ διατιμᾷ τὰ ψάρια. Δὲν γνωρίζω πῶς εἷς ἐφέτης ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ διατιμᾷ τὰ ψάρια εἰς τὴν ἀγοράν. Τί θέλει ὁ ἐφέτης νὰ περιφέρεται μέσα εἰς τὴν ἀγοράν; Προχθὲς ὑπῆρχον ἀντιρρήσεις, ἂν ἠμπορεῖ ὁ δικαστὴς νὰ γίνῃ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ ἐνῷ τοῦ ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸν θεωροῦμεν ἱκανὸν νὰ μεταφέρεται εἰς τοιαῦτα χαμηλὰ ἔργα. Ὅταν λέγωμεν ἀποσπάσεις, ἐννοοῦμεν τὸν ἀποχωρισμὸν τοῦ δικαστοῦ ἐκτὸς τῆς ἕδρας εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι τοποθετημένος, ἵνα ὑπάγῃ εἰς ἄλλην ἕδραν. Ἂν ἐκ τῶν δικαστῶν τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ νομίζῃ ἡ Πολιτεία ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς χρησιμοποιήσῃ χάριν τοῦ δικαστικοῦ χαρακτῆρος, ὁ ὁποῖος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι σταθερός, δύναται νὰ λαμβάνῃ ἐκ τοῦ ἰδίου τρόπου.
§146Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἐκ τοῦ ἰδίου τρόπου;
§147Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τότε θὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον ἡ ἐνίσχυσις τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου (ἀναγινώσκει): «Ἐκτὸς τῶν γραμματέων.... κλπ.» Τάσσομαι μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι πρέπει καὶ οἱ γραμματεῖς νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Τώρα ἔρχομαι εἰς μίαν πράγματι ἐπιτυχῆ τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος. Λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰδικῶς ᾐτιολογημέναι ἀποφάσεις.... κλπ.» Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν διεκρίνοντο ἐπὶ εἰδικῇ αἰτιολογίᾳ. Πρέπει οἱ κύριοι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Συμβούλιον, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐξησφαλισμένοι διὰ τῆς ἰσοβιότητος, νὰ ἔχουν τὸ θάρρος τῆς γνώμης των, ὅπως τὸ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἐδῶ. Πρέπει νὰ γράφουν ὡρισμένως διατί τὸν θεωροῦν ἀπολυτέον ἢ μὴ προακτέον. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ τὸ «εἰδικῶς ἠτιολογημένη». Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐκτὸς αὐτοῦ πρέπει νὰ προσθέσωμεν «ἐμπεριστατωμένως ἠτιολογημένην», ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Οἰκονομίδης (ἀναγινώσκει): «.... ἐκ τῶν ἀνωτάτων μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου.... κλπ.» Πρέπει νὰ προστεθῇ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει (ἀναγινώσκει): «Τὰς ἐκ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου γνωμοδοτήσεις.... κλπ.» Ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εὑρεθῇ μεταξὺ διλήμματος νὰ ἔχωμεν ὑποχρεωτικὴν τὴν γνώμην τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου διὰ τὸν Ὑπουργὸν ἢ νὰ μὴν ἔχωμεν. Ἂν δὲν τὴν ἔχωμεν ὑποχρεωτικήν, θὰ πέσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον, ὅτι ἐκμηδενίζεται ὁ σκοπὸς καὶ ἡ σύστασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς θὰ τὰ στέλλῃ ὀπίσω. Ἂν θὰ εἶναι ὑποχρεωτική, τότε ὑποσκάπτομεν τὸν θεσμὸν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω πολὺ σοφὴν τὴν τροποποίησιν, ἡ ὁποία ἔγινεν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ δευτέρα προσφυγὴ πρὸς ἔκφρασιν τῶν παραπόνων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐρρέθη ὑπό τινων συναδέλφων, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα, δὲν εἶναι ὀρθόν. Διότι αὐτὸ θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ καὶ δι’ ὅλας τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐξάπανα οἱ γνωρίζοντες τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, γνωρίζουν ὅτι τὸ πρῶτον τμῆμα εἶναι τὸ Ἀκυρωτικόν. Ἂν ἀναιρέσῃ τὸ πρῶτον τμῆμα, παραπέμπει τὴν ὑπόθεσιν πρὸς τὸ δεύτερον. Τὸ δεύτερον διαφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ πρώτου καὶ παραπέμπεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν ὁλομέλειαν καὶ πολλάκις ἡ ἀπόφασις τοῦ πρώτου τμήματος ἀνατρέπεται. Μάλιστα τὸ Συμβούλιον αὐτὸ θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ κανονίσῃ ὁ νόμος, ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ πενταμελὲς ἢ ἑπταμελές. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει θέλει ἡ ὁλομέλεια νὰ γίνεται ἐξ ἁπάντων τῶν μελῶν. Τελευταῖον ἔρχεται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Καμπάνης, ἂν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ Συντάγματος πάλιν τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ συντάξας καὶ εἰσαγαγὼν τὸ νομοθέτημα ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος δὲν ἐθεώρησε καλὸν νὰ θέσῃ αὐτὸν τὸν περιορισμόν. Ὑποθέσατε ὅτι εἶναι ἀκατάλληλος ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἰσόβιος, καθὼς καὶ ὁ ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι μόνιμοι. Ταῦτα εἶχον νὰ διατυπώσω εἰς ὑμᾶς.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς ἔχει τὸν λόγον.
§149Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς κάτι μικρὰ ζητήματα, ἀφοῦ τὰ μεγάλα διεπραγματεύθησαν οἱ σοφοὶ συνάδελφοι ὅλα λεπτομερῶς. Προερχόμενος ἀπὸ ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, ἐνδιαφέρομαι διὰ τοὺς εἰρηνοδίκας, τῶν ὁποίων ἡ ἐπίδρασις ἐκεῖ εἶναι καὶ ἀπὸ τὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὴν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἀκόμη μεγαλυτέρα. Εἶναι ἡ συνοχὴ ὅλων τῶν ἐξουσιῶν. Θὰ ἤθελον, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ ἐξαφανίζετο ἐντελῶς ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῶν εἰρηνοδικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι μάστιξ τοῦ Λαοῦ καὶ πληγὴ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀντικαθίστων δὲ τοὺς εἰρηνοδίκας ἀποσπώμενοι ἐκ περιτροπῆς περιοδεύοντες οἱ πρωτοδίκαι. Ἐπειδὴ ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, θὰ ἤθελον, ἀφοῦ τὸ Συμβούλιον ρυθμίζει τὰς ἀποφάσεις του ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔχει ἀπὸ τοὺς εἰσαγγελεῖς, νὰ ἀντικαθίστατο τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, μετὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου εἰσαγγελέως. Μόνον οὕτω θὰ ἐξησφαλίζετο ἡ λαϊκὴ Δικαιοσύνη καὶ θὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν εὔκολον τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ὑπευθύνων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ μάκρος τῶν ἄλλων Συμβουλίων καὶ εἰς τὸ ὕψος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀσφαλῶς χάνονται.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Ἐπειδὴ ὑπεβλήθη αἴτησις πρὸς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀναβάλλεται ἡ ψηφοφορία δι’ αὔριον. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 95. Δικαστικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια, ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθοῦν. Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν κινδύνων ἐπιστρατεύσεως, τὰ τῆς προσωρινῆς ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 11, 12, 13, 14, 15, 16, 18 καὶ 98, τὰ τῆς κηρύξεως τῆς καταστάσεως πολιορκίας καὶ τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐξαιρετικῶν δικαστηρίων. Ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ μεταρρυμισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου συγκαλουμένης Βουλῆς. Τίθεται δὲ κατὰ πάσας ἢ τινὰς μόνον διατάξεις αὐτοῦ εἰς ἐφαρμογήν, καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἢ μέρος αὐτῆς, διὰ Διατάγματος ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἐκδιδομένου. Ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο νομοθετικῶν Σωμάτων, συνέρχονται ταῦτα εἰς κοινὴν συνεδρίαν καὶ ἀποφασίζουν. Ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν ὁ νόμος δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἄνευ ἀδείας, διὰ Διατάγματος, προσυπογεγραμμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτοῦ συγκαλοῦνται αἱ Βουλαὶ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ περίοδος τῆς Βουλῆς ἢ διελύθη αὕτη, ὅπως διὰ πράξεως αὐτῶν ἀποφασίσουν τὴν διατήρησιν ἢ ἄρσιν τῶν ὁρισμῶν τοῦ Διατάγματος. Ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία τοῦ ἄρθρου 54 ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος τούτου. Ἡ ἰσχὺς τῶν ἀνωτέρω Διαταγμάτων, προκειμένου μὲν περὶ πολέμου, δὲν ἐπεκτείνεται πέραν τῆς λήξεως αὐτοῦ, προκειμένου δὲ περὶ ἐπιστρατεύσεως, αἴρεται αὐτοδικαίως μετὰ δίμηνον, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν ἀδείᾳ πάλιν τῶν Βουλῶν. Οὐδέποτε τὰ τελεσθέντα ἀδικήματα πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν ὁ στρατιωτικὸς νόμος, δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν συνιστωμένων ἐξαιρετικῶν δικαστηρίων.
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 95ον ἄρθρον).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. σήμερον. (Ὥρᾳ 1.20′ π. μ.)