1927.05.09
1,870 rows · 14,698 words · 145 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
Δευτέρα 9 Μαΐου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτῶν;
§3Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπεστήριξα κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου 117 ἡ ἑξάμηνος προθεσμία καὶ ὁρισθῇ ἑνὸς ἔτους τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος σχετικῶς πρὸς τὴν συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Σύλλογος μικροϊδιοκτητῶν Σοφάδων παρακαλεῖ θερμῶς ὅπως ἀρθῇ ὁλοσχερῶς τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἐκ τῆς κωμοπόλεως Σοφάδων. — Ὁ Σύνδεσμος Μικρασιατῶν προσφύγων Ἡρακλείου ὑποβάλλει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν διὰ τοὺς ἐν τραγικῇ καταστάσει εὑρισκομένους ἐν ὑπαίθρῳ πρόσφυγας, ἐξωσθέντας ὑπὸ τοῦ νομάρχου Λυδάκη ἐκ τῶν ἐν Ἡρακλείῳ Τουρκικῶν στρατώνων. — Τὰ Ἐργατικὰ Κέντρα Θεσσαλονίκης, Δράμας, Κοζάνης, Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Πατρῶν, Λαρίσσης, Κιλκίς, Ἀλεξανδρουπόλεως κλπ. διαμαρτύρονται ἐντόνως δι’ ὑφισταμένας Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας, αἰτοῦνται δὲ τὴν κατάργησιν αὐτῶν καὶ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως διὰ τὴν ἀπέλασιν τοῦ γραμματέως τῆς Ὁμοσπονδίας Χατζησταύρου. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων ὁπλιτῶν Ἐληᾶς Πεδιάδος Ἡρακλείου ζητεῖ τὴν κύρωσιν τῶν Ν. Διαταγμάτων τῶν ἀφορώντων τὴν προστασίαν τῶν ἐφέδρων κλπ. — Ἐργαζόμενος λαὸς Πύργου ὑποβάλλει ψήφισμα δι’ οὗ ζητεῖ τὴν αὔξησιν τοῦ ἡμερομισθίου συμφώνως μὲ τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς; τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀκταώρου, ὡς καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας. — Ὁ Κ. Κουτσουδάκης, φαρμακοποιὸς ἐν Πάτραις, ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ αἰτεῖται τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἀπὸ τριακονταετίας ἐν Πάτραις λειτουργοῦντος φαρμακεμπορείου του εἰς φαρμακεῖον. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πατρῶν ζητεῖ τὴν καταπολέμησιν τῆς ἀνεργίας, τὴν καθολικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀκταώρου, τὴν κατάργησιν τῆς νυκτερινῆς ἐργασίας ἐν τοῖς ἀρτοποιείοις καὶ τὴν κατάργησιν τῆς ἀτομικῆς ἐργασίας τῶν ἐργοδοτῶν. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν καταστηματαρχῶν κουρέων Βόλου ζητεῖ τὴν κατάταξιν τῶν κουρείων Βόλου εἰς τὴν κατωτάτην βαθμίδα τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ δὴ τῶν ἀπόρων. — Οἱ κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς Ἑπταπυργίου Θεσσαλονίκης ὑποβάλουν ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητοῦν τὴν διὰ νόμου καὶ Ν. Διατάγματος ἀκύρωσιν τῶν ἐκδοθεισῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ παραπομπὴν αὐτῶν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. — Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις Ἑνώσεως ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τελωνείου Πειραιῶς ἐκφράζει τὴν βαθεῖαν θλῖψίν της, διότι καίτοι ὑπεβλήθησαν ὑπομνήματα δικαιότατα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς καλυτέρευσιν τῆς ἀθλίας καταστάσεώς των, δὲν ἔτυχον οὐδεμιᾶς προσοχῆς καὶ σχετικῆς ἀπαντήσεως. — Ἡ Μερόπη χήρα Νικολάου Πυλαρινοῦ, κάτοικος Ἀθηνῶν, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν πρὸς ἀπονομὴν συντάξεως. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Ἀρβανιτοκερασιᾶς διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας περὶ καταργήσεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου θηλέων καὶ μεταθέσεως τῆς δημοδιδασκαλίσσης Παπαηλίου. — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Κοκκινάκης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου κουρέων Ἡρακλείου, δι’ ἧς οὗτοι αἰτοῦνται τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου «περὶ Κυριακῆς ἀργίας», ἵνα δύνανται νὰ παραμένουν τὰ καταστήματά των ἀνοικτὰ ἀπὸ τῆς 9ης πρωϊνῆς μέχρι τῆς 1ης μ. μ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Μοσχούλας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν χαλαζοπλήκτων τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας, αἰτούντων τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας λῆψιν ἐπικουρικῶν μέτρων. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐκδικάσεως ἀπαιτήσεων τέως Διευθύνσεως Μεταφορῶν ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῶν ναυτικῶν ἐπιτάξεων». — Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ πολιτικοῦ μηχανικοῦ, ἀρχιτέκτονος καὶ τοπογράφου». Ἀνακοινῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ εἰδικὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ κατηρτίσθη ἐκ τῶν κ. κ. Ε. Ἐμμανουηλίδου, Α. Μυλωνᾶ, Φ. Παπαγεωργίου, Ν. Βελέντζα, Γ. Πεσμαζόγλου, Ε. Ζούκα, Β. Καραπαναγιώτου, Κ. Σίμου, Π. Καμπάνη καὶ Δ. Χατζίσκου. — Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Γοῦσκος ὑποβάλλει προσθήκην εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀφορώντων τὴν θήραν ἄρθρων δασικοῦ κώδικος». — Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Βελλιανίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐτεπαγγέλτου ὑποβολῆς εἰς ἐκ νέου συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων ἐφ’ ὧν ἐξεδόθησαν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν ἑπταμελῶν Στρατοδικείων κλπ». — Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου καὶ ἐπιβολῆς δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐλαίου Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος».
§5Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Αὐταὶ αἱ ἀναφοραί, κ. Πρόεδρε, τί τύχην λαμβάνουν;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλονται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.
§7Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἤκουσα μίαν ἀναφορὰν τῶν χαλαζοπλήκτων κατοίκων Μεσσηνίας πρὸ 25 ἡμερῶν. Πρὸ 25 ἡμερῶν κατεστράφη μεγάλη περιφέρεια τῆς Μεσσηνίας ὑπὸ τῆς χαλάζης. Ἡ ζημία ἐκ τῆς καταστροφῆς αὐτῆς ἔφθασεν εἰς 80–85%, οἱ δὲ χαλαζόπληκτοι κάτοικοι εὑρίσκονται ἐν ἀπογνώσει. Ὑπάρχει ἓν ταμεῖον χαλαζοπλήκτων, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι διὰ τὸ 1926. Τί θὰ γίνῃ διὰ τὸ 1927; Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι πληρώνουν 45 δραχμὰς διὰ χιλιόλιτρον. Τί θὰ πάρουν; Τί γίνονται αὐταὶ αἱ ἀναφοραί; Δὲν ἀκούεται ἡ φωνὴ τοῦ κόσμου; Ἐγὼ μίαν διαμαρτυρίαν θέλω νὰ κάμω.
§8Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς μεταβιβάσεως τῶν ἀναφορῶν εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα βεβαίως ἐγένετο κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐγένετο τοῦτο, διότι εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχήν, εἰς τὴν σπουδὴν τὴν ὁποίαν ἐδείξαμεν ἐν ἀρχῇ διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Νομίζω δὲ τώρα, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, νομίζω, λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἀναφορῶν εἶναι σπουδαιότατον. Ἡ ἀναφορὰ ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη τῶν χαλαζοπλήκτων τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας δὲν εἶναι ἀναφορὰ τῶν κατοίκων, εἶναι ἀναφορὰ ἰδική μου. Διότι τί ἄλλο θέλετε νὰ κάμω; Ἔκαμα μίαν αἴτησιν καὶ λέγω ὅτι τὴν ὑποβάλλουν οἱ κάτοικοι καὶ τοῦτο διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἀπαντοῦν. Διὰ τοῦ τελευταίου ψηφίσματος ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις ὅτι, ἐφόσον διαρκεῖ ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος, ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ μίαν ἑβδομάδα θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν μας. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἂν δέχεται, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν ἄρθρων ἐφ’ ὧν ὑπάρχει συζήτησις καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τῶν μὴ ἐχόντων συζήτησιν.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 74ον.
§12ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκδίδει καὶ δημοσιεύει τοὺς ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ψηφισθέντας νόμους ἐντὸς διμήνου ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτῶν».
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§14Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ βάσει ἀναλόγου διατάξεως τοῦ Συντάγματος ὑπεστηρίχθη ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων κατόπιν εἰδικῶν ἐξουσιοδοτήσεων τῶν Βουλῶν, θὰ παρεκάλουν νὰ κανονισθῇ ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§15Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐνταῦθα.
§16Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑφίσταται ὅμως ἐπιστημονικὴ διαφωνία ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῇ. Πρόκειται περὶ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας πρὸς ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 74 δὲν ὁμιλεῖ περὶ Ν. Διαταγμάτων. Τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι «ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκδίδει καὶ δημοσιεύει τοὺς ψηφισθέντας ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νόμους».
§18Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λυθῇ τότε τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75 καὶ νὰ ἀποφασισθῇ, ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ Ν. Διατάγματα κατόπιν εἰδικῶν ἐξουσιοδοτήσεων τῆς Βουλῆς διὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν της.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 74 καὶ τὸ ἄρθρον 75 καθορίζουσι ῥητῶς ὅτι πρόκειται περὶ νόμου.
§20Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ κείμενον τῶν ψηφισθέντων σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Τὸ κείμενον τῶν ἄρθρων 74 καὶ 75 ὁμιλεῖ περὶ νόμου. Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἶναι γνωστὸν ὡς ψηφίζεται ποῖον εἶναι τὸ ἐξωτερικόν του. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ Ν. Διαταγμάτων, οὔτε καὶ περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως Δὲν εἶναι ἀνάγκη νεωτέρας διασαφήσεως. Ἂν θέλωμεν κατόπιν νὰ κάμωμεν ἄλλην διασάφησιν εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§21Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο· ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔθεσεν εἰς τὸ ἄρθρον 64 ὅτι «ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων κατόπιν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῶν Βουλῶν». Τοῦτο ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως καὶ ἀπηλείφθη ἡ διάταξις αὕτη. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ διάταξις εἶναι περιττή. Ἐδῶ ὁμιλεῖ περὶ Διαταγμάτων ἐκτελεστικῶν τῶν νόμων. Φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 74 πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
§22Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τούτου. Τῳόντι τὸ ἄρθρον 74 τοῦ ὑπὸ ἐπεξεργασίαν Συντάγματος ἀναγράφει θεσμὸν ἴδιον, κατὰ πρῶτον εἰσαχθέντα εἰς τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον ἐν Ἑλλάδι, δηλαδὴ τὸν θεσμὸν τῆς κατ’ ἰδίαν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως Διαταγμάτων. Ταῦτα, ὡς εἶναι γνωστόν, ἀποτελοῦν Διατάγματα ἐντελῶς ἰδίου τύπου, ἀπὸ τὰ συνήθη Διατάγματα τὰ ἐκτελεστικά, τὰ ὁποῖα ἐκδίδει ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας εἰς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Αὐτὴ ἡ διάταξις, αὐτὸς ὁ θεσμὸς τοῦ ἄρθρου 74 ἀπηλείφθη, ὡς ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἰσηγηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀγορεύων πρὸ ἡμερῶν, διὰ τὴν ἑξῆς μοναδικὴν αἰτίαν. Ἐφόσον ἡ Ἐπιτροπὴ υἱοθέτησε τὸν θεσμὸν τῆς κατ’ ἐξουσιοδότησιν μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ σχεδίου, ἥτις θὰ δύναται νὰ ψηφίζῃ νόμους, δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσηγηθῶμεν παραλλήλως δύο θεσμοὺς ὁμοίους. Οἴκοθεν ἐννοεῖται ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ δὲν στέρξῃ νὰ δεχθῇ τὴν κατ’ ἐξουσιοδότησιν Ἐπιτροπήν, βεβαίως πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν Διαταγμάτων, ὁ ὁποῖος καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι χρησιμώτατος, μέλλων νὰ τερματίσῃ τὸ κακὸν τῶν ἁπλῶν Ν. Διαταγμάτων, ἐξ ὧν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ νομοθεσία ὄχι ὀλίγον ἐδεινοπάθησεν.
§23Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὑπάρχει διαφορὰ κατὰ τὴν ἀρίθμησιν τοῦ Κεφαλαίου. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον ὡς διεσκευάσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, τῆς ἐπεξεργασθείσης αὐτὸ καὶ ὄχι τοῦ ἀρχικοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 74 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος μένουσιν ἐκκρεμεῖς καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ 74ου ἄρθρου τῆς Ἐπιτροπῆς.
§24Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ χρήζει σοβαρᾶς συζητήσεως, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μπαμπᾶκος, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν περιέχει οὐδεμίαν διάταξιν εἰδικὴν περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἂν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ Ν. Διατάγματα ἐκεῖ ὅπου τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ τὴν δημοσίευσιν νόμου. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ κατ’ ἐξουσιοδότησιν νομοθετικὴ Ἐπιτροπή, θὰ ἐπιτραπῇ κενόν τι.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 74. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκδίδει καὶ δημοσιεύει τοὺς ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ψηφισθέντας νόμους ἐντὸς διμήνου ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτῶν.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 74ον ἄρθρον),
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 75. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα Διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· οὐδέποτε δὲ δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 75ον ἄρθρον).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 83. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμῃ εἰς ὑπηκόους ἄλλων Κρατῶν τὰ κεκανονισμένα παράσημα, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ αὐτῶν νόμου. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 83ον ἄρθρον).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει):
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤʹ.
Ἄρθρον 85. Τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, συγκείμενον ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Δύναται διὰ Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ διορισθῇ εἷς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐν ἐλλείψει τοιούτου ὁ Πρωθυπουργὸς ὁρίζει, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, ἕνα ἐκ τῶν Ὑπουργῶν προσωρινὸν ἀναπληρωτήν του.
§31Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία, εἰσηγητὴς δὲ εἶναι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπὼν καὶ δι’ αὐτὸ προτείνω τὴν ἀναβολήν.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅπως ἔχει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 85ον ἄρθρον).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 87. Νὰ ἀναβληθῇ τὸ ἄρθρον αὐτό, διὰ νὰ εἶναι παρόντες καὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοί.
§34Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἀκουσθῶσιν οἱ Ὑπουργοὶ ὡς μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἄρθρον 93ον. Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης.
§36Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ εἶχον νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἰδίως εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 93. ἀπαγορεύουσαν τὴν ἀπόσπασιν δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ὅτι δηλαδὴ ἔπρεπεν ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἀπόσπασιν, ἡ ὁποία συνεπάγεται ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀμοιβήν, διότι μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι τὸ δικαστικὸν ἔργον εἶναι κατ’ ἐξοχὴν λεπτόν· πρέπει ὁ δικαστὴς ὄχι μόνον νὰ εἶναι ἔντιμος καὶ χρηστός, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρέχῃ καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀμερόληπτος. Ὅταν γίνεται ἀπόσπασις ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ, οὗτος ὑφίσταται τὸν ἐπηρεασμὸν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐνεργήσει τὴν ἀπόσπασιν.
§37Α. ΜΑΡΚΟΥ. Σᾶς διαφεύγει ἡ διάταξις τοῦ ἑπομένου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόσπασις ἀνατίθεται εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἀκριβῶς ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ παρεμποδίσῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον πολὺ δικαίως ἠνοήσατε, καὶ ἔκρινεν ὅτι ἐπειδὴ εἰς ὡρισμένας ὑπηρεσίας ἦτο ἀναγκαία ἡ παρουσία προσώπων δικαστικῶν, ἐχόντων ὅλα τὰ ἐχέγγυα, διὰ νὰ μὴ γίνεται αὐτὸ ἐκρίθη σκόπιμον ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ προστεθῇ διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 94, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰς ἀποσπάσεις τῶν δικαστικῶν διὰ καθαρῶς δικαστικὰ ἔργα ἢ μὴ καθαρῶς δικαστικὰ ἐκ τῆς ἕδρας των ἐνεργεῖ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον.
§38Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι δημιουργοῦνται τότε δύο τάξεις δικαστικῶν λειτουργῶν, τὴν τάξιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀρκοῦνται εἰς τὴν μισθοδοσίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ νόμος, καὶ τὴν προνομιοῦχον τάξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν καὶ δι’ ὑποτελείας ἀκόμη εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐπιτυγχάνουν ἀποσπάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπάγονται ἀρκοῦσαν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν των. Δημιουργεῖται δὲ οὕτως ἀντιζηλία. Θὰ ἔλεγον λοιπὸν ὅτι βέβαια ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ παρέχῃ ἄφθονα τὰ μέσα εἰς τοὺς δικαστικούς, νὰ τὰ παρέχῃ ὅμως εἰς ὅλους, οἱ δὲ δικαστικοὶ ὁσάκις ἀποσπῶνται εἰς ἄλλα καθήκοντα νὰ μὴ ἀμείβωνται. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Μάρκου ἀπαλλάσσει βέβαια τὸν ἀποσπώμενον δικαστὴν ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνήργει τὴν ἀπόσπασιν, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ὅτι «ἀπόσπασις δικαστικῶν ὑπαλλήλων... κλπ.». Ὡς ἐπίσης δὲν ἐπιτρέπεται ἀπόσπασις δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ ἕδρᾳ των ἐπ’ ἀμοιβῇ.
§39Χ. ΛΑΔΑΣ. Νὰ τεθῇ «δὲν λαμβάνει πρόσθετον ἀποζημίωσιν».
§40Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Λαδᾶ.
§41Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἔχω μίαν τροπολογίαν, τὴν ἑξῆς: Μεταξὺ μονιμότητος καὶ ἰσοβιότητος δὲν ὑπάρχει μεγάλη διαφορά· ἡ μόνη συνέπεια εἶναι ὅτι ὅταν καταργηθῇ ἡ θέσις παύεται καὶ ὁ ὑπάλληλος. Ἔχομεν τὸ ζήτημα τοῦ εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος εἶναι συνεργάτης ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης. Ὁ εἰσαγγελεὺς ἔχει καὶ δικαίωμα ἐποπτείας ἐπὶ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰ δικαστήρια προσώπων. Ἴσως νὰ μὴ τὴν ἤσκησεν, ἂν καὶ πολλοὶ εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν τὴν ἤσκησαν καὶ ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν τὴν γνώμην των καὶ τὴν κρίσιν των περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτουν εἰς τὰ δικαστήρια, εἰς ἃ ἀνῆκον. Εἷς εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν εὐσυνειδήτως ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ κρίνῃ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ ἐφορᾷ ὅπως ὁ εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, εἶναι εἶδος ἑτέρου ὀφθαλμοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τώρα ὅταν ἔχωμεν ἓν τοιοῦτον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὕψιστα δικαιώματα καὶ καθήκοντα, αὐτὸ τὸ πρόσωπον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν, δὲν πρέπει νὰ τὸ θέσωμεν εἰς τὴν ἰδίαν βαθμίδα μὲ τοὺς ἑτέρους συνεργάτας του; Διατί τὸν πρωτοδίκην νὰ τὸν ἔχωμεν ἰσόβιον καὶ τὸν εἰσαγγελέα ὄχι, ὁ ὁποῖος ἐφορεύει; Ἔχομεν τὸν ἐφορευόμενον ἰσόβιον μὲ μείζονα δικαιώματα καὶ τὸν ἐποπτεύοντα τὸν ἔχομεν μὲ ὀλιγώτερα δικαιώματα. Πρέπει νὰ ἀνυψωθῇ τὸ γόητρον τοῦ εἰσαγγελέως Αὐτὴν τὴν τροποποίησιν ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὅπως δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰσοβιότητος εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§43Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρον εἶναι σπουδαιότατον. Διότι ἀφορᾷ τὴν κανονικήν, κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης Καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου ἐδαφίου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις. Θὰ ἤθελα μόνον, κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖ ὅπου λέγει ὅτι «εἶναι μόνιμοι ἐφόσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι» νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λέξις «θέσεις». Τὴν λέξιν ταύτην «θέσεις» ἀπεδέχθη καὶ ἡ Βουλὴ προκειμένου περὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους κατεστήσαμεν μονίμους διὰ τοῦ ἄρθρου 112. Ὑφίσταται ἐξ ἄλλου καὶ διαφορά. Διότι ὑπάρχουσιν ὑπηρεσίαι τῶν ὑπογραμματέων τοῦ δικαστηρίου, εἴτε τῶν ὑπογραμματέων τῆς Εἰσαγγελίας· ἐφόσον ὑπάρχουσιν αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφόσον λειτουργοῦσι 4–5 θέσεις ὑπογραμματέων, νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ κατάργησις μιᾶς θέσεως. Ἂν ὅμως προστεθῇ καὶ «θέσις» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ αὐτό.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Πρόκειται δηλαδὴ μόνον περὶ τῶν μονίμων ὑπαλλήλων, ὄχι τῶν ἰσοβίων. Διὰ τοὺς ἰσοβίους δὲν γεννᾶται ζήτημα. Διὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον δὲν γεννᾶται ἀμφιβολία. Ἐπίσης βλέπετε εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ διὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ὡς διετυπώθη ἀπὸ τὸν κ. Σωτηριάδην καὶ τὸν κ. Λαδᾶν. Ἐκεῖ ὅπου ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ νεωτερισμός, ὁ ὁποῖος περιέχεται εἰς τὰ ἐδάφια 4 καὶ 5 τοῦ ἄρθρου τούτου. Θὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω διὰ νὰ προβῶ κατόπιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν σκέψεών μου (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀνωτέρω δικαστικοὶ ὑπάλληλοι....κλπ.» Δύο ζητήματα γεννῶνται ἐδῶ. Εἶναι ἀνάγκη ἐπιβεβλημμένη ἐκ τῆς μέχρι σήμερον λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς μέχρι σήμερον χρήσεως τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας ἢ καὶ ἀκόμη τῆς νομοθετικῆς νὰ προστατεύσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς δικαστικούς, τούς τε ἰσοβίους καὶ μονίμους, καὶ νὰ τοὺς καταστήσωμεν ἐπὶ τριετίαν ἀμεταθέτους ἄνευ τῆς συναινέσεώς των ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ τὸ δεύτερον ζήτημα, ἂν δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὸ ἀμετάθετον, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ διατύπωσις τῶν δύο αὐτῶν ἄρθρων καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ἀπόσπασιν διὰ νόμου; Κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῶσιν αὐταὶ αἱ διατάξεις τῶν δύο ἐδαφίων. Διότι πρῶτον ἔχομεν εὐθὺς ἀμέσως τὸ κατωτέρω ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου προστατεύονται τὰ μέγιστα οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Διότι καὶ αἱ μεταθέσεις των καὶ αἱ προαγωγαί των, ἰδίᾳ διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ οἱ διορισμοὶ ἀκόμη θὰ γίνωνται διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον Συμβούλιον θὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀρεοπαγίτας, δηλαδὴ ἀπὸ ἀνωτάτους δικαστικοὺς λειτουργούς.
§46Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἀΰλους, ἀπὸ ἀνώτερα ὄντα.
§47Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀκόμη χειρότερα. Ἐπιτρέπεται, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι σκόπιμον πολιτικῶς καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως νὰ ἀσφαλίσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς δικαστικούς, ἐνῷ ἀσφαλίζονται οὗτοι τὰ μέγιστα διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 94; Κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θέλετε νὰ τεθῇ καθόλου χρονικὸν ὅριον;
§49Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι γενικῶς. Διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ μὴ τεθῇ, νὰ τεθῇ διὰ νόμου.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντως νὰ τεθῇ.
§51Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μάλιστα, νὰ τεθῇ διὰ νόμου. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς. Διὰ νόμου ἂς γίνῃ ὅ,τι θέλει. Ἀλλὰ πάντοτε διὰ νόμου ὥστε νὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων περιστάσεων καὶ ἀναλόγως τῶν κοινωνικῶν καταστάσεων, νὰ μεταβάλλῃ τοὺς νόμους. Ἐκτὸς αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ἔχει κάμει τὴν θυρίδα καὶ τὸ Σύνταγμα ἐδῶ τὸ ἴδιον, διὰ τῆς ὁποίας θὰ καταστρατηγοῦνται αἱ ἴδιαι αἱ διατάξεις του, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ μειώσει τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἀμεταθέτου. Διότι δυσπιστεῖ καὶ τὸ Σύνταγμα πρὸς τὴν διάταξίν του αὐτὴν καὶ ἀφίνει ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα διὰ νὰ προστατεύσῃ δῆθεν τὴν Κοινωνίαν ἐναντίον τῶν παρανομούντων δικαστικῶν ἢ τῶν μὴ ἐκπληρούντων τὸ καθῆκον των δικαστικῶν (ἀναγινώσκει). Πάλιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐπανέρχεται. Φαντασθῆτε, κύριοι, ποῖον θὰ εἶναι τὸ γόητρον τῶν νεωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν, ἂν ἀναγκασθῇ ἡ Κοινωνία νὰ μεταχειρισθῇ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ ὁρίζουσιν οἱ νόμοι καὶ ἐξαναγκάσῃ αὐτοὺς εἰς μετάθεσιν. Ἅμα εἷς δικαστὴς μετατεθῇ, διότι κατέστη δυσχερὴς ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντός του διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι θίγουσιν αὐτὸν προσωπικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ.
§52Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι λόγοι δημιουργοῦντες κατάστασιν μεταθέσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ μετατεθῇ, λόγου χάριν, διότι ἔλαβε σύζυγον, ἐνυμφεύθη εἰς τὸν τόπον, ὅπου ὑπηρετεῖ.
§53Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Σήμερον ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἰσαγγελεῖς καὶ πρόεδροι Ἐφετῶν παραμένουν ἐπὶ δέκα ἔτη εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ φατριάζουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Προτείνω μετὰ τριετίαν νὰ φεύγουν ὑποχρεωτικῶς.
§54Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ τὰ ἑξῆς, ὅτι δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι αὐτὸς ὁ περιορισμός. Ἡ Βουλὴ νὰ φροντίσῃ νὰ ἔχῃ πάντοτε τὴν εὐχέρειαν νὰ κανονίζῃ τὸ ζήτημα ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων. Μὴ θέλετε, κύριοι, νὰ περιορίσητε κατὰ πολὺ τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, διότι θὰ ἔλθῃ περίστασις καθ’ ἣν θὰ εὑρεθῶμεν καὶ πάλιν ἐν ἀνωμάλῳ περιστάσει, διότι ἐφόσον δὲν ἔχομεν ἐγκλιματίσει τὴν ἰδέαν τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς δημιουργίας καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης, νὰ εἶσθε βέβαιοι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ διὰ τῶν τοιούτων ἐξασφαλίσεων νὰ δημιουργήσωμεν καλυτέρους χαρακτῆρας. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ τὸ ἄλλο ἐδάφιον (ἀναγινώσκει): «Τὸ ὡς ἄνω ἀμετάθετον... κλπ.» Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ διαγραφῇ διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν μίαν θυρίδα, διὰ τῆς ὁποίας θὰ καταστρατηγῆται τὸ προηγούμενον ἐδάφιον. Ἂν ἤμην πεπεισμένος ὅτι θὰ ἐφηρμόζετο ἐπακριβῶς ἡ διάταξις αὐτή, δὲν θὰ ἔλεγον αὐτό, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ γίνῃ ἀφορμὴ νὰ παραβιάζεται ἡ προηγουμένη παράγραφος. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κρατήσῃ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίζῃ οἱονδήποτε ἐν γένει νόμον ὁπότε θέλει.
§55Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν νομίζει ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον, εἰς ἣν κατάστασιν περιῆλθε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, νὰ ζητηθῇ ἡ ἀναστολὴ τῶν ἄρθρων τούτων τῆς ἰσοβιότητος ἐπὶ ἑξάμηνον τουλάχιστον νὰ γίνῃ μία εὐρεῖα ἐκκαθάρισις, νὰ ἐξέλθουν οἱ ἐπιβήτορες τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὰ δικαστήρια διὰ τῶν παραθύρων;
§56Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ μετὰ μεγαλυτέρας ἀνέσεως οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ ἕκαστος σχηματισμένην τὴν γνώμην, διότι δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἦλθεν αἰφνιδίως. Ἂν ὅμως νομίζετε, κ. συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ μείνουν αἱ διατάξεις αὐταί, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθοῦν ἀμέσως εἰς ἐφαρμογὴν ἀλλὰ νὰ ἰσχύσουν μετὰ 3–4 ἔτη ἵνα κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου γίνῃ ἡ φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὅταν ἰσχύσουν ἀμέσως, οἱ δικασταὶ θὰ τοποθετηθοῦν ἐπὶ μίαν τριετίαν καὶ δὲν θὰ γίνῃ τίποτε. Εἶναι σοβαρώταται αἱ διατάξεις αὐταὶ καὶ θὰ ἔχουν μέγιστα ἀποτελέσματα ὄχι μόνον διὰ τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Φωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§58Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, φρονῶ ὅτι τὸ ἄρθρον δὲν παρέχει ἔδαφος πρὸς συζήτησιν, διότι δὲν περιέχει καινοφανεῖς διατάξεις, δυναμένας νὰ δικαιολογήσωσι ζωηρὰς ἀντιδράσεις. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν περὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων, βεβαίως θὰ ἤξιζε τὸν κόπον νὰ γίνῃ μακροτάτη συζήτησις περὶ τῆς ἐν γένει ὀργανώσεως τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐδῶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅμοιαι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη καὶ ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ καθιερώσεως ἰσοβιότητος τῶν εἰσαγγελέων, ἐγὼ τουλάχιστον ἀντιτίθεμαι κατὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Διότι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐδῶ ἐπὶ αἰῶνα διετηρεῖτο ἡ διάκρισις περὶ ἰσοβίων καὶ μονίμων ὑπαλλήλων, δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ διάταξις δὲν εἶναι οὐσιώδης, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς προτείνει γνώμην, δὲν ἔχει ὅλως δικαίωμα ψήφου. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι μία παράδοσις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δὲν συντρέχει κανεὶς λόγος, ἄνευ οὐσιώδους ἀφορμῆς, νὰ καταργηθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς μεταθέσεως φρονῶ ὅτι ὀρθότατα ἐτέθησαν διατάξεις, ἀσφαλίζουσαι τὸ ἀμετάθετον. Διότι ἐτονίσθη καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ὅτι ἔχει καταντήσει μία κωμῳδία τὸ ζήτημα τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ὁσάκις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν αὐθαίρετον γνώμην τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ μετατίθενται οἱ δικασταί, ἀναλόγως τῶν κομματικῶν πιέσεων, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ὀρθότατα ἐλήφθη τὸ ἀμετάθετον, διότι εἶναι μία συμπλήρωσις τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας παρέχει τὸ Σύνταγμα καὶ τονίζω ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ νὰ μεταθέτῃ καὶ διὰ τοῦ Συμβουλίου, κλονίζει τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς δικαστὰς καὶ παραλύει τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης.
§59Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκτὸς τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶχεν εὐκολίαν οὔτε γνώμην. Ἦτο τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον αὐτὸ ἀπεφάσιζε καὶ ἡ γνώμη του ἦτο ὑποχρεωτική.
§60Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, λέγω, ὅτι ἡ καθιέρωσις τοῦ ἀμεταθέτου δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα δὲν ἀποτελεῖ κίνδυνον. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ἔθετο τὴν ἑξῆς διάταξιν (ἀναγινώσκει): «Ἀπόσπασις δικαστικοῦ ὑπαλλήλου πρὸς ἐκτέλεσιν μὴ καθαρῶς δικαστικῶν ἔργων ἐκτὸς τῆς ἕδρας του δὲν ἐπιτρέπεται». Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπάρχουν τὰ μικτὰ δικαστήρια, ὑπάρχει, ἐκτὸς τούτου, ἡ Ἀγορανομία, ὑπάρχουν τέλος χίλιαι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ ἀπόσπασις τῶν δικαστικῶν καὶ λόγῳ τῶν εἰδικῶν γνώσεων, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῶν μεγαλυτέρων ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ συμμετοχή των εἰς ὡρισμένα δικαστήρια διοικητικῶν ὑποθέσεων. Ὀρθότατα δὲ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τίθεται ἄλλος περιορισμὸς πλὴν τοῦ τιθεμένου ἐν τῷ ἄρθρῳ 94. Ἀλλὰ ἂν θέσωμεν τὸν περιορισμὸν «ἐκτὸς τῆς ἕδρας» αὐτὸ μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἀποσπῶνται πάντες οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἀναγκαῖοι εἴτε διὰ τὴν Ἀγορανομίαν εἴτε διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ἐγυμνοῦτο τὸ Ἐφετεῖον ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὅλης λειτουργίας αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, ὅπως δὲν ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ προσωρινῶς ἰσχῦον Σύνταγμα ἢ τουλάχιστον πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φρᾶσις «ἐκτὸς τῆς ἕδρας».
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§62Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἱστορίαν τοῦ πράγματος. Ἤρχοντο ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας διάφοροι δικασταί, ἀποσπώμενοι εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα ἢ ὑπὸ διάφορα προσχήματα καὶ δὲν ἐξετέλει κανεὶς τὸ καθῆκον του. Ἠναγκάσθην τότε ἐγώ, ἐπειδὴ εὑρέθησαν 800 προτιμημέναι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, νὰ καλέσω ὅλους τοὺς ἀπεσπασμένους καὶ νὰ τοὺς ὑποχρεώσω νὰ πάρουν ἀπὸ 30 ὑποθέσεις ὁ καθεὶς διὰ νὰ κατορθώσω νὰ μειώσω τὸ δελτίον τῶν προτετιμημένων.
§63Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρ’ ὅλην τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής, βεβαίως συνέβησαν πολλὰ τὰ ἄτοπα ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἴσως ἀκόμη συμβαίνουν. Ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας παρίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἀπόσπασις ἐκτὸς τῆς ἕδρας. Ἔχομεν ἀποσπάσει εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἔχομεν ἀποσπάσει δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων ἀγορανομικῶν. Αὐτός, βέβαια, δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι δικαστής. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 93 πρέπει νὰ λείψῃ, διότι θὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας καὶ καθ’ ἣν παρίσταται ἀνάγκη τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ δικαστοῦ ἐκτὸς τῆς ἕδρας του. Σᾶς λέγω, λόγου χάριν, ὅτι ἔχει ἀποσπασθῆ δικαστής, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὸ Παρίσι εἰς Ἐπιτροπήν. Θέλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς. Διὰ λειτουργίαν ὄχι δικαστικῆς φύσεως, οἷα ἐννοεῖται ἐδῶ, ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποσπάσεως, ἡ ὁποία γεννᾶται λόγῳ τῶν ἀγορανομικῶν διατάξεων. Ἀδιάφορον ἂν ἐγένοντο σχετικαί τινες ὑπερβασίαι ἴσως ἐν τῷ παρελθόντι ἢ καὶ σήμερον ἀκόμη γίνονται. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς καλῆς διαχειρίσεως τοῦ διευθύνοντος τὰ τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον παρέχει ἀρκετὰ ἐχέγγυα ἵνα ἀποφεύγωνται αἱ ἐνδεχόμεναι καταχρήσεις. Ἂν θέλετε νὰ καταστήσετε ἀδύνατον τὴν ἀπόσπασιν δικαστῶν ὅταν ἔχωμεν ὡρισμένας περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἡ ἀπόσπασις, αὐτὸ εἶναι ὡς νὰ θέλωμεν νὰ δέσωμεν τὰς χεῖρας τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 93. Τώρα πῶς θὰ προλάβωμεν τὰς περαιτέρω ὑπερβασίας, τὰς ὁποίας καὶ σεῖς ὑπηνίχθητε, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι συνέβησαν ὑπερβασίαι τινές, αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς περαιτέρω νομοθεσίας, ἄν, λόγου χάριν, ὑπάρχῃ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόσπασις δὲν γίνεται πλέον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀλλὰ διὰ τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου, νομίζω ὅτι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον αἱ ὑπερβασίαι, αἱ παρατηρηθεῖσαι, θὰ ἐκλείψουν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως θὰ κατασταθῇ ἀδύνατος, ἂν ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§64Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δυνατὸν εἷς δικαστὴς νὰ συμβῇ νὰ εἶναι ἀπησχολημένος εἰς ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.
§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λόγου χάριν, ὁ κ. Σπιθάκης εἶναι εἰς τοὺς Παρισίους.
§66Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Κυριακόπουλος εἶναι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὡς καὶ ὁ κ. Στούπης καὶ ὅλος ὁ δικαστικὸς κόσμος ἐξανίσταται.
§67Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀπὸ πόσου καιροῦ;
§68Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ διετίας καὶ πλέον...
§69Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν μνημονεύει ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι φύσεως τοιαύτης ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ ἀλλαγὰς προσώπων, διότι εἶναι διεθνεῖς συμβάσεις. Οἱ ἀντιπρόσωποι δὲ ὅλων τῶν Κρατῶν παραμένουν ἀνάλλακτοι, διότι ἡ φύσις τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦν, εἶναι τοιαύτη. Ἀμφότεροι καὶ ὁ κ. Κυριακόπουλος καὶ ὁ κ. Στούπης, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀναντικατάστατοι. Τοῦτο λέγω διὰ τὴν ἐντύπωσιν τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ εἴπετε ὅτι δύο καὶ πλέον ἔτη παραμένουσιν οἱ ἴδιοι, εἶναι ἀναντικατάστατοι· ἀκριβῶς, διότι ἔχουν ὑπηρετήσει ἐπὶ τόσον χρόνον.
§70Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Ἡ ἀπόσπασις, ἡ ὁποία γίνεται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶχε προσλάβει τοιαύτην ἔκτασιν καὶ τοιαύτην μορφήν, ὥστε, δύναμαι νὰ εἴπω ἐκ τῆς δικηγορικῆς καὶ δικαστικῆς μου πείρας, ὅτι ἔπαυσαν νὰ λειτουργοῦν τὰ δικαστήρια τῶν ἐπαρχιῶν ἕνεκα τῆς μεγάλης, τῆς ἀφθάστου αὐτῆς ἀκολασίας. Νομίζω ὅτι πρέπει δι’ αὐτὸ νὰ ληφθῇ συνταγματικὴ μέριμνα. Ἐξ ἄλλου ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, διότι βεβαίως εἶναι μερικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν τὴν ἀπόσπασιν δικαστικῶν λειτουργῶν πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων συνθηκῶν εἰς τὰ διάφορα σημεῖα τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εὑρίσκετο ἡ Ἑλλὰς εἰς ἀδυναμίαν νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς συμβάσεις αὐτάς. Λοιπὸν θὰ εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ νὰ προστεθῇ «πλὴν τῆς ἀλλοδαπῆς», δηλαδὴ (ἀναγινώσκει): «Ἀπόσπασις δικαστικῶν ὑπαλλήλων πρὸς ἐκτέλεσιν....κλπ.».
§71Α. ΜΑΡΚΟΥ. Πλὴν τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν διεθνῶν συνθηκῶν γενομένων ἀποσπάσεων.
§72Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν ἐτελείωσεν ἡ παρατήρησις αὐτή. Σχετικῶς πρὸς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Καμπάνης ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην του. Κύριοι, ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι προστατεύουν τοὺς δικαστὰς ὡς πρὸς τὸ ἀμετάθετον, καθιεροῦν δηλαδὴ τριετίαν διὰ τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς καὶ διετίαν διὰ τοὺς κατωτέρους. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον νὰ ἀναγραφῇ εἰδικὴ συνταγματικὴ διάταξις, διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔχουν εἰσελάσει εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον ἰδίως, εἰς τὸν κατώτερον, δηλαδὴ τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην, πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσελκύσουν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κόσμου. Εὑρίσκω ὅτι εἶναι πολὺ νὰ θέλωμεν νὰ ὁπλίσωμεν αὐτοὺς τοὺς μὴ ἀξίους τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κόσμου μὲ τὸ ἀμετάθετον ἐπὶ διετίαν. Ἂν δὲν καθιερώσωμεν τὸ ἀμετάθετον, δίδομεν, ὡς εἶναι εὔλογον, τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων νὰ ἐνεργῇ τὰς μεταβολὰς τῶν εἰρηνοδικῶν. Ἀλλὰ τί νὰ σᾶς εἴπω; Εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητον νὰ ἀναγραφῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Καμπάνη νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ δʹ καὶ ἡ εʹ παράγραφος, δοθέντος ὅτι ἔχομεν νόμον καθιεροῦντα τὸ ἀμετάθετον ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου. Δὲν ὑπάρχει λόγος μερίμνης συνταγματικῆς. Τώρα ὡς πρὸς τὴν ἀπόσπασιν, ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔχω ἀντίρρησιν, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εἶναι ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βοζίκης. Ἐδῶ συνέβη εἰς τὰ δικαστήρια πολλάκις νὰ συγκεντροῦται τοιαύτη τεραστία ἐργασία, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατον τὰ δικαστήρια νὰ λειτουργοῦν ὁμαλῶς ἄνευ ἐνισχύσεως. Λοιπὸν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ εὐχέρεια, κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, νὰ ἐνεργῇ ἀποσπάσεις πρὸς ἐνίσχυσιν ὡρισμένων δικαστηρίων δι’ ὡρισμένον χρόνον. Αἱ περιστάσεις αὐταὶ εἶναι ἄπειροι καὶ δίκαιον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βοζίκης. Εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν εἶχε συγκεντρωθῆ ἀπειρία ὑποθέσεων, εἶχε φθάσει εἰς πλῆρες δικαιοστάσιον, δηλαδὴ ἀνεστάλη ἐξ ὁλοκλήρου ἡ λειτουργία τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον στοιχειωδῶς ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει πολλὴ ἐργασία, νὰ γίνεται μία προσωρινὴ ἀπόσπασις ὅπως τελειώσῃ ἡ ἐργασία. Δὲν εὑρίσκω ὅτι ἡ ἀπάλειψις τῆς διατάξεως αὐτῆς δημιουργεῖ κανένα κίνδυνον, οὐδένα ἀπολύτως.
§73Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Τὸ λέγει τὸ 6ον ἐδάφιον ρητῶς.
§74Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐξεφράσθη ἀντίθετος γνώμη ἐκ μέρους τοῦ κ. Καμπάνη. Τώρα εἶναι ἡ τελευταία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω. Ὁ ἀξιότιμος κ. Καμπάνης καὶ ὁ κ. Βελλιανίτης ὑπεστήριξαν ὅτι πρέπει μετὰ τριετίαν ἡ μετάθεσις νὰ εἶναι ὑποχρεωτική. Διαφωνῶ ριζικῶς. Ἐκ τῆς δικαστικῆς μου πείρας ἐμόρφωσα τὴν γνώμην ὅτι ἡ μετάθεσις δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑποχρεωτική.
§75Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ὑπεστήριξα ἐγὼ τοιοῦτόν τι.
§76Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης. Πρέπει λοιπὸν νὰ συμφωνήσητε, τὸ λέγω μετὰ θλίψεως, ὅτι εἶναι ὄχι πολλοί, ἀλλ’ ὀλίγοι οἱ ἄριστοι δικαστικοὶ λειτουργοί. Εἶναι δὲ ἀπόκτημα πολύτιμον δι’ ἕνα Τόπον νὰ ἔχῃ τοιούτους λειτουργούς. Ὑπάρχουσι δὲ τοιοῦτοι, οἵτινες ὑπηρέτησαν ἐπὶ 10 ἔτη εἰς ἕνα τόπον ἀπολαύοντες ἀμερίστου ἐκτιμήσεως τῆς Κοινωνίας τοῦ τόπου ἐκείνου. Εὑρίσκετε ὅτι δὲν θὰ ἦτο πολὺ ἄδικον, ἂν μεταθέσωμεν τοὺς λειτουργοὺς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦντες εἰς ἕνα τόπον καὶ γνωρίζοντες περισσότερον τὰ πρόσωπα ἔχουν καὶ τὸν χαρακτῆρα χρηστὸν καὶ τὸ αἴσθημα τῆς εὐσυνειδησίας ἀνεπτυγμένον; Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἀπονέμουν τὴν δικαιοσύνην κατὰ τρόπον παραδειγματικόν.
§77Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ ὑπηρετήσουν καὶ ἀλλαχοῦ. Σεῖς ὁ ἴδιος εἴπατε ὅτι τοιοῦτοι δικασταὶ εἶναι ὀλίγοι, διὰ νὰ μὴ εἴπητε ἐλάχιστοι. Τώρα θέλετε νὰ δημιουργήσητε τὸν κανόνα ἐκ τῆς ἐξαιρέσεως.
§78Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι μετὰ τὴν τριετίαν ἡ μετάθεσις εἶναι δυνατή, ἑπομένως ὑπάρχει εὐκαιρία εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ νὰ τεθῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὸ Σύνταγμα.
§80Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τότε εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντικείμενον συνταγματικῆς μερίμνης.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μάρκου ἔχει τὸν λόγον.
§82Α. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 93 ἐσυστηματοποιήθησαν καὶ ὑπάρχουν τρεῖς ἀντιρρήσεις ἀπὸ μέρους τῶν κ. κ. συναδέλφων. Καὶ πρώτη ὑπάρχει ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτῆς σεβαστοῦ κ. Μερλοπούλου καὶ ὑποστηριχθεῖσα ἀπὸ τὸν βουλευτὴν κ. Καμπάνην, πρότασις τοῦ νὰ κατοχυρωθοῦν καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς δι’ ἰσοβιότητος. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἀνεπτύχθη ὅτι ἡ εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κατοχυρωθῇ δι’ ἰσοβιότητος, διότι ἡ ἰσοβιότης ἐδόθη εἰς τοὺς τακτικοὺς δικαστὰς διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς ψήφου, ἐνῷ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς δίδουσι μόνον γνώμην καὶ διὰ τὴν γνώμην δὲν ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς κατοχυρώσεως δι’ ἰσοβιότητος. Ἄλλως τε αὐτὴ εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς διοικήσεως. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ εἰσαγγελικὴ ἐξουσία ἐλέγχει καὶ ἐφορεύει ἐπὶ τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων—διότι καὶ τοῦτο ἐλέχθη ὑπὲρ τῆς χορηγήσεως τῆς συνταγματικῆς ἰσοβιότητος—δὲν νομίζω ὅτι εἶναι βάσιμον, διότι καὶ ἄλλα ὄργανα, ἐπόπται, οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ κλπ. ἀσκοῦν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς διοικήσεως καὶ δὲν τοὺς ἀπενεμήθη ἰσοβιότης. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν πρότασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ θὰ ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν τῆς ἰσοβιότητος τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, διότι καὶ φιλολογικὴν μᾶλλον ἀξίαν ἔχει, ἀφοῦ οἱ εἰσαγγελεῖς ἀπολαύουν μονιμότητος, ἥτις εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἀπολαύουν ἰσοβιότητος.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ κῦρός των δὲν εἶναι ὁπωσδήποτε ἐν μειώσει ἀπέναντι τῶν δικαστῶν;
§84Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τὸ κῦρός των δὲν ἐμειώθη οὐδενὸς ποτέ. Ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν μειοῦται ἂν δὲν περιβληθῇ δι’ ἰσοβιότητος.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μειοῦται τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων.
§86Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τῶν ἀποφάσεων μάλιστα. Ἀλλ’ οἱ εἰσαγγελεῖς δὲν ἔχουν ψῆφον, γνώμην μόνον δίδουν. Δεύτερον ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠγέρθησαν ἀντιρρήσεις εἶναι τὸ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον ἀμετάθετον. Ὁ συνάδελφος κ. Καμπάνης ὑπεστήριξεν ὅτι τὸ ἐπὶ τριετίαν ἀμετάθετον τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ θεσπισθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κρίνῃ, ἂν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ εἶναι τριετία ἢ ὀλιγώτερον χρονικὸν διάστημα. Ἡ ἀντίρρησις τοῦ κ. Καμπάνη νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Διότι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς δικαστὰς καὶ ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἀπὸ τὰς ὑπερβασίας τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐνεργῇ μεταθέσεις ἐντὸς τριετίας, τιμωρῶν οὕτως ἢ καταθλίβων τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ἂν τὸ ἐπὶ τριετίαν ἀμετάθετον τοῦ κατωτέρου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἐξασφαλισθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, νομίζει ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι συντείνει εἰς τὴν καλυτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Δὲν νομίζω ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς γνώμης τοῦ κ. Καμπάνη τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον παρεισέφρυσαν στοιχεῖα ὄχι ἄξια τῆς ἀποστολῆς των. Διότι καὶ ἂν δεχθῶμεν τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα, εἰς τί θὰ διευκολύνῃ τὴν ἐκκαθάρισιν ἂν τὸ ἀμετάθετον κανονισθῇ διὰ νόμου; Ἡ φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ γίνῃ χωρὶς τὸ ἀμετάθετον νὰ παρεμποδίζῃ αὐτήν. Ἐν τούτοις θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀποδεχθῶ ἵνα ἐπὶ τριετίαν ἀνασταλῇ ἡ διάταξις καὶ οὕτω γίνουν αἱ τοποθετήσεις κατὰ τρόπον συμφερώτερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν θὰ ὑπάρξουν λόγοι τόσον ἐμφανεῖς οὔτε νὰ δύναται τὸ Συμβούλιον κατόπιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 94, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐκδώσῃ ἠτιολογημένην ἀπόφασιν, νὰ μεταθέσῃ ἕνα δικαστήν, ὅταν τὸ ἀμετάθετον ἰσχύει. Καὶ γεννᾶται τὸ ἄλλο ζήτημα τῆς ὑποχρεωτικῆς μεταθέσεως μετὰ τὴν τριετίαν. Εἰς τοῦτο ἀντιτίθεμαι ἀπολύτως, διότι μία τοιαύτη διάταξις θὰ ἐδημιούργει μίαν διηνεκῆ ἀνὰ τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος περιοδείαν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην ποιᾶς τινὸς ἐνισχύσεως. Διότι ὑπάρχουν πολλοὶ κακοί, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ καλοὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι τιμῶσι τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Ἂν καθιερώσωμεν τὸ ὑποχρεωτικὸν μεταθετὸν μετὰ μίαν τριετίαν, φαντάζεσθε εἰς ποίαν ἀναστάτωσιν θὰ εὑρίσκωνται οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Ἔπειτα εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα· τῶν δικαστῶν τῶν μὴ μετατιθεμένων ὑποχρεωτικῶς μετὰ τὴν τριετίαν, ὅτι γνωρίζουσι τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα.
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὰ αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν.
§88Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἂν ἡ παραμονὴ εἶναι ἀφορμὴ νὰ δημιουργήσωσι σχέσεις διὰ νὰ μὴ ἀπονέμωσι δικαιοσύνην, ὑπάρχουσιν ἄλλα μέσα. Ἀρκεῖ οἱ πολῖται καὶ οἱ δικηγόροι νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ καταγγείλωσι τὰς αὐθαιρεσίας τῶν δικαστῶν. Διότι ὁσάκις οἱ δικηγόροι ἠθέλησαν νὰ καταγγείλωσιν αὐθαιρεσίας δικαστῶν, ἡ φωνὴ εἰσηκούσθη πάντοτε. Ἐνθυμοῦμαι πρᾶξιν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν, ἀναγκάσασαν ἐφέτην νὰ ἀπέλθῃ, διότι σύσσωμον τὸ Σῶμα τῶν δικηγόρων κατήγγειλε τὰς αὐθαιρεσίας τοῦ ἐφέτου ἐκείνου.
§89Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ κατήγγειλα καὶ παρεπέμφθη εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου εἷς πρωτοδίκης, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐζήτησε τὴν προφυλάκισίν του.
§90Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχετε νὰ μοὶ ἀναφέρητε πολλὰ παραδείγματα τῆς τελευταίας τετραετίας, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐφήρμοζε τὸν νόμον περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν; Θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ ἀσκήσῃ τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν.
§91Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τέλος ὑπάρχει τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον κατὰ τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει): «Τὸ ὡς ἄνω.... κλπ.» Ὁ κ. Σωτηριάδης ἀνέπτυξε πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην τῆς παραμονῆς τῆς τοιαύτης διατάξεως. Παρίσταται ἀνάγκη εἴτε λόγῳ πληθώρας εἰς ὡρισμένα δικαστήρια, εἴτε λόγῳ κωλύματος ἐκ λόγων ὑγείας ὡρισμένων δικαστῶν, παρίσταται ἀπαραίτητος ἀνάγκη διὰ τὴν κίνησιν τὴν εὔρρυθμον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ ἀπόσπασις ἐφ’ ὡρισμένου χρόνου δικαστῶν ὑπηρετούντων εἰς ἄλλα δικαστήρια, διὰ νὰ ἐνισχύσουν τὴν δύναμιν τῶν δικαστηρίων ἐκείνων. Λοιπὸν ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ παραμείνῃ, διότι συντελεῖ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν εὔρρυθμον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 93 ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν πικρὰ πεῖρα τοῦ παρελθόντος. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ὅτι πλειστάκις δικασταὶ τοποθετηθέντες δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἰς ἕδρας δικαστηρίων, τὰς ὁποίας δὲν ἐθεώρουν καταλλήλους πρὸς διαμονήν των, ἔσπευδον εἰς Ἀθήνας, ἀνέβαινον τὰς κλίμακας διαφόρων Ὑπουργείων καὶ ἐξελιπάρουν διαφόρους Ὑπουργοὺς καὶ οὕτως ἐπετύγχανον ἀποσπάσεις εἰς ἕδρας ἐκτὸς τῆς περιφερείας των ἢ ἐν Ἀθήναις. Καὶ οὕτως εὑρίσκονται ὡρισμένα Πρωτοδικεῖα ἀπογυμνωμένα δικαστῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ συγκρότησις Συμβουλίων ἵνα ἀποφασίσουν περὶ τῆς προφυλακίσεως ἢ τῆς ἀποφυλακίσεως κρατουμένων πολιτῶν. Παρέστησαν οἱ μετὰ τῆς Δικαιοσύνης εἰς ἐπαφὴν ἐρχόμενοι πλειστάκις εἰς τὴν εἰκόνα, ἡ ὁποία βεβαίως ἦτο ἀποκαρδιωτικὴ διὰ τὴν ἔννοιαν τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὕτη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται ἀπολύτως δι’ ἔργα μὴ δικαστικὰ ἐκτὸς τῆς ἕδρας ἀπόσπασις δικαστῶν, νὰ ἐπιτραπῇ δὲ ἐκτὸς τῆς ἕδρας ἀπόσπασις μόνον διὰ δικαστικὰ ἔργα καὶ κατόπιν μόνον γνώμης τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Διότι, ἂν ἡ διοίκησις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ὡρισμένων νόμων εἴτε τοῦ ἀγροτικοῦ, εἴτε τοῦ περὶ συντάξεως ἢ οἱουδήποτε ἄλλου νόμου ἔχῃ ἀπαραίτητον ἀνάγκην ἑνὸς ἀντιπροσώπου, ἑνὸς μέλους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, θὰ ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐκτιμῶν τὴν ἀνάγκην, ἐκτιμῶν τὴν ἱκανότητα ἑνὸς ἑκάστου δικαστοῦ, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ τὸν κατάλληλον δικαστὴν καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ παίρνῃ δικαστὰς καὶ νὰ ἀποζημιώνῃ τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ νὰ συσσωρεύῃ δικαστὰς ἄνευ λόγου εἰς τὰς Ἀθήνας τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ θέσεις των εἶναι κεναί. Ὑπάρχει τὸ Ἐφετεῖον Κομοτινῆς, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτηθοῦν συμβούλια, διότι τὰ μέλη του εἶναι ἀποσπασμένα εἰς διαφόρους θέσεις ἐκτὸς τῆς δικαστικῆς των περιφερείας.
§92Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Γνωρίζετε τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου νὰ ἀποσπάσωμεν δικαστὰς εἰς τὰ διάφορα δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὴν ἐπάρκειαν ὅπως δώσουν δικαστὰς ἀσχολουμένους εἰς ἄλλα ἔργα; Ἄν ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν αὐτήν, ἔχομεν καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας πάρα πολλάς, ὅπως αἴφνης τὰς ἀποσπάσεις εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, εἰς τοὺς Παρισίους, εἰς τὰ ἐσχάτως ἀναφυέντα ζητήματα τῆς ἀγορανομίας, εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας περιπτώσεις. Γνωρίζετε πόσην δυσχέρειαν θὰ φέρῃ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ ἂν τὸ γεγονὸς ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις εἰς βάρος τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας ἐκ μέρους τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς εἶναι ἀρκετὸν ὥστε διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ παρεμποδίσωμεν πᾶν κώλυμα πολὺ μέγα, πολὺ σοβαρὸν διὰ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου; Αὐτὸς ὁ φόβος δὲν σᾶς κάμνει νὰ φρονεῖτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις ἐκτὸς τῆς ἕδρας του;
§93Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἀκούσατε πῶς ἔχει ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως (ἀναγινώσκει): «Ἀποσπάσεις δικαστικῶν ὑπαλλήλων.... κλπ.» Ὅπως ἠξεύρετε, τὰ ἔργα τὰ δικαστικὰ εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου εἶναι καθαρῶς δικαστικά. Ἄλλως τε σεῖς τὸ ὑπεστηρίξατε συζητουμένου τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ὅτι εἶναι καθαρῶς δικαστικά. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, ἂν ἡ δύναμις τοῦ Πρωτοδικείου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, δὲν ἔχει ἐπαρκῆ ἀριθμὸν δικαστῶν, δύναται τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ ἀποσπάσῃ ἕνα δικαστὴν καὶ ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ Πρωτοδικείου νὰ δοθῇ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§94Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δικηγορεῖτε εἰς μεγάλα Πρωτοδικεῖα καὶ δὲν γνωρίζετε πῶς εἶναι οἱ πρωτοδίκαι.
§95Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἀνεξαρτήτως τούτου, ὑποθέσατε τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου ὅτι ἔχει τρεῖς πρωτοδίκας καὶ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος καὶ ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς πρωτοδίκου. Σύμφωνα μὲ τὴν παράγραφον αὐτήν, τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον θὰ ἀποσπάσῃ ἕνα πρωτοδίκην εἰς τὸ Γύθειον καὶ ἐκ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ θὰ ὁρίσῃ τὸν πρωτοδίκην. Ἀκριβῶς ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ συνεζήτησεν εὐρύτατα ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς, μὴ θέλουσα ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἢ νὰ παράσχῃ δυσχερείας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἄλλων νόμων.
§96Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Σεῖς δέχεσθε ὅτι πρόκειται καθαρῶς περὶ δικαστικῶν ἔργων, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἠμφισβητήθη κατὰ πολύ, ἰδίως κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δικαστήρια, ἀλλ’ Ἐπιτροπαί. Ἄν ἐγένετο μία δήλωσις ὅτι σχετικῶς μὲ τὸν ἀγροτικὸν νόμον ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ δικαστοῦ θεωροῦνται δικαστικά, αὐτὸ θὰ μοὶ ἦτο ἐπαρκές.
§97Α. ΜΑΡΚΟΥ. Βεβαίως ὁ μέλλων Ὑπουργὸς λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς γενομένας συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἴδῃ ὅτι πρόκειται περὶ δικαστικῶν ἔργων καὶ θὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§99Χ. ΛΑΔΑΣ. Νομίζω ὅτι τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος κ. Μάρκου προκειμένου περὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου 93, εἶναι ἀναμφισβητήτως κατὰ μέγα μέρος ὀρθά. Διότι πολλὰ ἔχει πάθει ἡ Δικαιοσύνη ἐκ τῆς ἀποσπάσεως τῶν δικαστῶν ἔξω τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου. Ὑπάρχουν δικασταὶ εὐνοούμενοι, οἱ ὁποῖοι καὶ ὅταν μετετίθεντο εἰς ὡρισμένην ἐπαρχίαν, εἶχον ἕτερον ὅπλον, τὴν ἀπόσπασιν, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίουν τελεσφόρως ὡς Πάρθιον βέλος κατὰ τῆς μεταθέσεώς των καὶ τοιουτοτρόπως εὑρίσκοντο πάντοτε εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἴτε ἦσαν τοποθετημένοι εἰς τὰς Ἀθήνας, εἴτε εἰς τὰς ἐπαρχίας οἱ δικαστικοὶ αὐτοί, διέμενον πάντοτε εἰς τὰς Ἀθήνας εἴτε ὡς τοποθετημένοι, εἴτε ὡς ἀπεσπασμένοι. Ἑπομένως νομίζω ὅτι ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος νὰ περιχαρακώσῃ ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ ὑπὸ περιφρόνησιν ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν, διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς διατάξεως ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐκτὸς τῆς ἕδρας ἀπόσπασις δικαστῶν διὰ τὰ μὴ καθαρῶς δικαστικὰ ἔργα, εἶναι ἀξία ἐπαίνου. Θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ ὑπῆρχε καὶ μία νομοθετικὴ πρόνοια ἵνα ἀπαγορεύσῃ τὴν μετάθεσιν τῶν δικαστῶν καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς ἕδρας των διὰ μὴ δικαστικὰ ἔργα. Ἂν θέλωμεν νὰ παύσουν οἱ δικασταὶ νὰ διαφθείρωνται εἰς τὸν δικαστικόν των χαρακτῆρα, πρέπει νὰ τοὺς συνηθίσωμεν νὰ μένωσιν ἐντὸς τῶν καθαρῶς δικαστικῶν των ἔργων. Διότι, ἂν καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀσχοληθῆτε μὲ τὰ δικαστήριά μας, θὰ ἴδητε ὅτι οἱ δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χαρακτῆρα πρώτης τάξεως, ἀρχίζουν νὰ διαφθείρωνται ἀπὸ ἀπόψεως δικαστικῆς συνειδήσεως, ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὰς διαφόρους Ἐπιτροπάς, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιτελοῦσι μὲν ἀναμφισβητήτως—καὶ τὸ λέγω διὰ τὸν κ. Κουτσοπέταλον—δικαστικὰ καθήκοντα. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι συμπράττοντες μὲ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι δικαστικὴν συνείδησιν, χάνουσι μέρος τοῦ δικαστικοῦ των χαρακτῆρος καὶ καθίστανται ἐπανερχόμενοι εἰς τὰ δικαστικά των ἔργα ὄχι ὅπως ἦσαν ὅταν εἰσῆλθον. Τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐπειδὴ εἶναι ἀκοπωτέρα ἡ ὑπηρεσία εἰς τὰς διαφόρους Ἐπιτροπάς, ὁ δικαστὴς ὅταν φύγῃ ἀπὸ τὰ δικαστικά του καθήκοντα, ἐπειδὴ εἶναι βαρύτερα καὶ περιβάλουσι μὲ μεγαλυτέρας εὐθύνας, εὐχαριστότερον ἀσχολεῖται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ δι’ αὐτὸ ἀνεβοκατεβαίνει τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων καὶ κτυπᾷ τὰς θύρας τῶν πολιτευομένων, ἵνα τὸν διατηρήσουν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐκτὸς τῶν ἄλλων πλεονεκτημάτων, ἔχει τὸ μὲν μέγα προσὸν τοῦ νὰ γίνεται εὐχάριστος εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσιν εἰς χεῖράς των τὴν καλυτέραν ἀπόσπασιν τῶν δικαστῶν, τὸ δὲ νὰ προσπορίζῃ καὶ τὸ ἐπιμίσθιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι αὐταί, αἱ μὴ καθαρῶς δικαστικαί, χορηγοῦν εἰς τὰ μέλη των. Δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀπὸ μέρους τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς υἱοθέτησις τῆς προτάσεως, ὅπως μὴ ἐπιτρέπεται ἀπόσπασις ἐκτὸς τῆς ἕδρας εἰς τὰ μὴ καθαρῶς δικαστικὰ ἔργα, εἶναι ἀξία παντὸς ἐπαίνου. Πρέπει ὅμως ἀναμφισβητήτως, κύριοι συνάδελφοι, νὰ διατυπωθῇ μία ἐξαίρεσις προκειμένου περὶ τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποσπῶνται ἐκτὸς τῆς Χώρας ἢ καὶ ἐντὸς τῆς Χώρας πρὸς ἐκτέλεσιν διεθνῶν συμβάσεων ἢ ἀπαρτίζουν μέλη διεθνῶν Ἐπιτροπῶν. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐκεῖ χρειάζονται καὶ εἰδικαὶ γνώσεις καὶ ἀνεξαρτήτως τούτου ἐπέρχεται εἰδικοποίησις εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ἡ ἀλλαγὴ αὐτῶν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμῆς. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον. Ἐδῶ ὅμως ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σωτηριάδης. Εἶπεν ὅτι οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἀποσπῶνται πρὸς ἐκτέλεσιν μὴ δικαστικῶν ἔργων πρέπει νὰ στεροῦνται κάθε ἀποζημιώσεως προσθέτου. Νομίζω ὅτι ἡ βαθυτέρα ψυχολογία, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ τροπολογία, δὲν διαφεύγει καὶ τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Διότι ὑπάρχουν δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἔχουν νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὰ καθαρῶς δικαστικά των καθήκοντα. Ἀλλ’ ἡ υἱοθέτησις ἐκ μέρους τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἐτέθη εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, καθ’ ἣν ἡ μετάθεσις γίνεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, νομίζω ὅτι ἱκανοποιεῖ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Σωτηριάδη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία αὕτη. Διότι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμμένῃ διαρκῶς εἰς ὡρισμένους δικαστάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητήσουν τὴν ἀπόσπασιν διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὰ ἐπιδόματα αὐτά. Καὶ προχωρῶ κατωτέρω εἰς τὰς τρεῖς παραγράφους, αἱ ὁποῖαι προηγοῦνται τοῦ τελευταίου ἐδαφίου. Καὶ αὗται εἶναι αἱ παράγραφοι αἱ ἀφορῶσαι τὸ ἀμετάθετον τοῦ δικαστοῦ. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρισθῇ ἡ τελευταία παράγραφος, δηλαδὴ ἡ 6η ἀπὸ τὰς δύο προηγουμένας, ὅπως ἠξίωσεν ὁ κ. Σωτηριάδης, διότι ἡ τελευταία παράγραφος, ἡ 6η, ἔχει ὡς ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν τὴν παραδοχὴν τῶν δύο προηγουμένων. Διότι μόνον ἂν δεχθῶμεν ὅτι τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν ὑπόκειται εἰς ὡρισμένον χρονικὸν περιορισμόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμωμεν τὴν ἐξαίρεσιν τῆς 6ης παραγράφου. Τὸ Κόμμα τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν, εἰς τὰς τάξεις τοῦ ὁποίου ἀνήκω, εἶχεν ὑποβάλει ἤδη τροπολογίαν ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὅπως διαγραφοῦν αἱ παράγραφοι 4, 5 καὶ 6 καὶ τοῦτο ὄχι διότι τὸ Κόμμα τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν ἐπίστευσεν ἢ μᾶλλον δὲν πιστεύει ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περιχαρακώσῃ καὶ προστατεύσῃ τοὺς δικαστάς, ἀλλὰ διότι νομίζει ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξ οἱωνδήποτε προσώπων καὶ ἂν ἀπαρτίζεται καὶ εἰς οἱονδήποτε χρόνον καὶ ἂν νομοθετῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐμπνέεται ἀπὸ τὰ αἰσθήματα ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαπνεόμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τρόπον ὥστε μὴ προστατεύουσα τοὺς δικαστὰς νὰ ἀφήσῃ νὰ μετατίθενται ὅπως μετετίθεντο ἄλλοτε ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, διότι δὲν ἐπήγαιναν νὰ ἀφήσουν ἐγκαίρως τὰ ἐπισκεπτήριά των εἰς τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καθὼς ἐξελίσσεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα μὲ τὴν ὕπαρξιν οὐ μόνον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτικῆς εὐθύνης τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῶσιν αἱ παράγραφοι αὗται. Διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἐποχήν, οὔτε εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς δικτατορίας, τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν δὲν παρεβιάσθη εἰς εὐρεῖαν κλίμακα. Καὶ αὐτοὶ οἱ δικτατορικῶς ἀσκήσαντες τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως διὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν διατάξεων περὶ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἔκαμαν χρῆσιν λίαν περιωρισμένην τοῦ μεταθετοῦ τῶν δικαστῶν, ὥστε καὶ ἡμεῖς οἱ ἀποτελέσαντες τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ κόμματος ὅταν ὑπεβάλαμεν τὴν τροπολογίαν νὰ διαγραφοῦν αὐταὶ αἱ παράγραφοι, ἐνομίσαμεν ὅτι οἱ δικασταὶ ἀρκούντως δύνανται νὰ προστατευθοῦν διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ εἰς τὴν πρότασιν περὶ διαγραφῆς μᾶς ἤγαγε καί τι ἄλλο. Διότι, ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον, περιέχει ἐν αὐτῷ τὰ συμπτώματα τῆς φθίσεως. Διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς εἶναι διατυπωμένον, ἀόριστον μόνον προστασίαν παρέχει διὰ τὴν ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν ὅριον ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, ἀφοῦ περιέχει μίαν περίπτωσιν ὥστε διαρκούσης τῆς διετίας ἢ τριετίας νὰ γίνεται μετάθεσις λόγῳ ἀναποφεύκτου ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας ἢ ὅταν ἐδημιουργήθησαν συνθῆκαι μὴ ἐπιτρέπουσαι τὴν εἰς τὴν ἕδραν αὐτοῦ διατήρησιν τοῦ δικαστοῦ. Ὅταν ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ ἐξαιρέσεις εἰς τὸ ἄρθρον, ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον ἀμετάθετον καθίσταται εἰκονικόν, διότι αἱ ἐξαιρέσεις εἶναι τόσον γενικοῦ περιεχομένου, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μετατεθῇ οἱοσδήποτε δικαστὴς πρὸ τοῦ ὡρισμένου χρόνου, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχει καὶ ἡ τελευταία παράγραφος, ἡ 6η, ὅτι «τὸ ἀμετάθετον δὲν περιλαμβάνει τὴν ἀπόσπασιν δι’ ἔργα δικαστικὰ ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος». Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι ὅπως τὴν θέτομεν τὴν προστασίαν τοῦ χρονικοῦ περιορισμοῦ, ἐπιτελοῦμεν ἔργον μάταιον, διότι εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν τριῶν αὐτῶν ἐξαιρέσεων τῶν καθιερουμένων ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ νὰ μεταθέσωμεν ὁπότε θελήσωμεν οἱονδήποτε δικαστήν. Διατί λοιπὸν θέλομεν νὰ θέσωμεν πέδας εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ δὴ πέδας εἰκονικάς; Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις ἀναιροῦσι τὸν κανόνα, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀναμνησθῆτε ὅτι κατὰ τὰς διαφόρους ἀλλαγὰς τῶν καθεστώτων ἀπὸ τοῦ 1916 καὶ ἐφεξῆς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον κάμνον τὰς μεταθέσεις κατώρθωσε νὰ μεταθέσῃ ἐναλλὰξ πλείστους δικαστάς, διότι λόγῳ τῶν φρονημάτων των καὶ τῆς ἐκδηλώσεώς των εἶχον καταστήσει δυσχερῆ τὴν ὑπηρεσίαν των εἰς ὡρισμένον τόπον, κατὰ τρόπον ἀποδεικνύοντα τὴν εὐρύτητα ἥτις δύναται νὰ δοθῇ εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τοῦ ἐπὶ ὡρισμένου χρόνου ἀμεταθέτου. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Καμπάνη σύμφωνος μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κόμματος τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν, ὅπως διαγραφοῦν αἱ τρεῖς παράγραφοι, νομίζω, λέγω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ καὶ πρέπει, διαγραφομένων τῶν ἐδαφίων 4, 5 καὶ 6, νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προστατεύσῃ τὸ ἀμετάθετον, ὡς εἰς τὸ ἄρθρον 94 καθιερώθη ἀρκετὴ ἐγγύησις τοῦ ἀμεταθέτου, διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἤδη ἂς ἴδωμεν τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, διότι ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν ἐν σχέσει πρὸς τροπολογίαν τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἄρθρον 93 ἐν ἀρχῇ ὁρίζει τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, ἅτινα κηρύσσονται ἰσόβια. Προφανῶς ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου λησμονεῖ ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι δικασταί, οἱ ὁποῖοι δὲν φέρουν δικαστικὴν περιβολήν, προέρχονται ὅμως ἐκ δικαστῶν καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι ἰσόβιοι καὶ διότι ἐξ ἰσοβιότητος ὁρμηθέντες δὲν πρέπει νὰ χάσουν τὸ προνόμιον τοῦτο. Λέγει λοιπὸν εἰς τὴν τροπολογίαν του ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ὅτι καὶ τὰ μόνιμα μέλη τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Στρατοδικείου τὰ ἐκ δικαστῶν προερχόμενα πρέπει νὰ εἶναι ἰσόβια. (Φωναί). Δὲν ἤκουσα, κύριοι, ὅτι ἀπηγορεύθη εἰς κανένα νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Λοιπὸν νομίζω ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ νομοθετήσωμεν ὄχι διὰ τὴν σήμερον ἢ τὴν αὔριον, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον πρέπει νὰ νομοθετῶμεν διὰ συνταγματικὰς διατάξεις, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ ἡ ἀφορῶσα τὰ μόνιμα μέλη τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Στρατοδικείου, τὰ ἐκ δικαστῶν προερχόμενα, πρέπει νὰ γίνῃ ἀναμφισβητήτως δεκτή. Διότι ἄλλως καθιεροῦμεν διὰ τὰ μόνιμα μέλη τοῦ Στρατοδικείου, τὰ ὁποῖα ἀσκοῦσι δικαστικὴν λειτουργίαν καθ’ ὃν τρόπον καὶ οἱ ἀρεοπαγῖται καὶ οἱ ἐφέται καὶ οἱ πρωτοδίκαι, καθιεροῦμεν, λέγω, μίαν ἐξαίρεσιν, ἓν προνόμιον δυσχερές, ἐνῷ δὲν ἔδωσαν εἰς κανένα τοὐλάχιστο τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς κατηγορήσῃ, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς δικαστικῆς των ἐξουσίας ἐγένοντο ἐπιλήσμονες τῶν καθηκόντων των περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἔγιναν κάπου–κάπου ἐπιλήσμονες τῶν καθηκόντων των οἱ ἀπολαύοντες τῆς ἰσοβιότητος. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἂν δύναται νὰ γίνῃ αἰτίασίς τις κατὰ κατηγορίας δικαστῶν ὅτι ὑπῆρξαν στιγμαὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἡ συνείδησίς των ἐγένετο ἐλαστικωτέρα, νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ αἰτίασις δὲν δύναται νὰ βαρύνῃ μόνον τὰ μέλη τὰ μετέχοντα τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Στρατοδικείου, ἀλλ’ ἐπίσης βαρύνει καὶ ἄλλους δικαστάς, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐτόλμησε κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἰσόβιοι. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα δίκαιοι, νὰ ἀρθῶμεν ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν αἰσθημάτων καὶ ἐντυπώσεων καὶ νὰ κρίνωμεν ἔξω τῆς ἐπιρροῆς τοῦ προσφάτου ἀνωμάλου καθεστῶτος, πρέπει νὰ κάμωμεν δεκτὴν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ καὶ νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰ μόνιμα μέλη τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου εἰς τοὺς ἀπολαύοντας ἰσοβιότητος.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§101Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ἔγιναν ἀπὸ δικηγόροι, συνταγματάρχαι.
§102Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν λέγεται. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, διότι ἐγώ, ὁ ὁποῖος παρηκολούθησα ὅσον πολὺ ὀλίγοι ὅλα τὰ δικαστήρια, σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἂν μεταξὺ τῶν συμβούλων τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης εἶναι πρωτοδίκαι ποὺ ἔγιναν συνταγματάρχαι κατὰ τοὺς τελευταίους καιροὺς καὶ δικηγόροι ποὺ ἔγιναν συνταγματάρχαι καὶ ὑποστράτηγοι, τὰς θέσεις ὅμως τῶν μελῶν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Στρατοδικείου τὰς ἐτίμησαν καὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι παρακληθέντες διὰ τὴν διοργάνωσιν τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης ἔφυγαν ἀπὸ τὰ ἀνώτερα ἀξιώματα τῆς Πολιτικῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ ὁποῖοι διέπρεψαν ὡς ἐφέται καὶ ἐτίμησαν τὸ ἀξίωμά των. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἂν ὑπῆρξαν τινὲς οἱ ὁποῖοι ἐλησμόνησαν τὰ καθήκοντά των, ὅτι πρέπει νὰ γενικευθῇ τὸ μέτρον καὶ νὰ κατηγορήσωμεν ὁλόκληρον τὸν θεσμόν. Μὴ λησμονεῖτε δὲ ὅτι καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Κουτσοπέταλος καὶ τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπέμνησε, εἶναι ὀρθόν, ὅτι δηλαδὴ τοὺς καλοὺς δικαστικοὺς τοὺς ἐζήτασαν τότε καὶ ἐνθυμεῖσθε κατὰ τίνα τρόπον τοὺς ἐζήτησαν καὶ τοὺς ἐπῆραν ἀπὸ τὸν δικαστικὸν κλάδον. Θὰ ἦσαν δὲ σήμερον ἀρεοπαγῖται καὶ ἴσως ἐξ ἴσου καλοὶ πρὸς τοὺς σημερινοὺς ἀρεοπαγίτας καὶ θὰ ἐτίμων τὸν δικαστικὸν κλάδον. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον, ἐπειδὴ εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην οἱ διάφοροι ἐπιβάται τῆς Ἀρχῆς ἀνέθετον νὰ ἄρῃ τὸν σταυρὸν τῶν κακοηθειῶν των, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ διατυπώσωμεν προνόμιον δυσμενὲς εἰς βάρος τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ μάλιστα τῶν ἀνωτάτων.
§103Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Προτείνετε νὰ μονιμοποιηθῶσι τὰ μέλη τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε τὸ Ἀναθεωρητικὸν Δικαστήριον τί δουλειὰ κάμνει; Αὐτὸ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀκριβῶς ἐν καιρῷ πολέμου ποὺ ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα ἔχουσιν ἀνασταλῆ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν Σῶμα ἀργοσχόλων. Ἐν καιρῷ εἰρήνης δικάζει τυπικὰ μόνον ἀδικήματα, ὅπως λιποταξίας, ἐξυβρίσεις κλπ., τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι κανένα λόγον νὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς διότι ἐθεσπίσθησαν ὑπὸ τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀναθεωρήσεως. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Ἀνώτατον Ἀναθεωρητικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἓν τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ δικάζῃ τὰς ἐλαχίστας ἄλλως τε ὑποθέσεις, διὰ νὰ μὴ παίρνουν μισθὸν καὶ αὐτοὶ ὅπως καὶ οἱ ἀρεοπαγῖται εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§104Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Παπαϊωάννου μοὶ ἔκαμεν ἐρώτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελα νὰ μὲ φέρῃ ἀγορεύοντα ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Εἶναι μία παλαιὰ ἱστορία, τῆς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει μετὰ θέρμης τὴν ὑποστήριξιν ὁ συνάδελφος κ. Μελᾶς. Διὰ τὸ Ἀναθεωρητικὸν Δικαστήριον τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγετε εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, διότι ὅταν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Στρατοδικείου, θὰ συζητήσωμεν τότε κατὰ πόσον ἐπιτελεῖ κάποιον σκοπὸν καὶ τότε μόνον συζητοῦντες θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον φρονοῦντες ὅτι τὸ Ἀναθεωρητικὸν Στρατοδικεῖον εἶναι ἀργόσχολον. Ἐγὼ σᾶς πληροφορῶ, κ. Παπαϊωάννου, ἐκ στατιστικῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβον ὁ ἴδιος, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τὰς ὁποίας ἐξέδωκε τὸ Ἀναθεωρητικὸν Στρατοδικεῖον, τῶν ὁποίων ἀποφάσεις τινὰς θὰ ἀναγινώσκετε εἰς τὴν «Δικαιοσύνην» καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ὑστεροῦν εἰς ἐπιστημονικότητα τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑπερβάλλουν κατ’ ἀριθμὸν τὰς ἀποφάσεις τὰς ὁποίας ἐκδίδει ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς τμήματα καὶ εἰς τὴν ὁλομέλειαν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου τὸ Ἀναθεωρητικὸν Στρατοδικεῖον δὲν εἶναι μόνον Ἄρειος Πάγος, ἀλλ’ εἶναι καὶ Ἐφετεῖον.
§105Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τώρα ἔγινε.
§106Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἕνας λόγος πάρα πάνω. Τὸ Ἀναθεωρητικὸν Στρατοδικεῖον προσέτι εἶναι ἡ διοίκησις τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης. Ἂν τὸ καταργήσωμεν, θὰ ἔχωμεν Σῶμα χωρὶς κεφαλήν. Τὸ Ἀναθεωρητικὸν Στρατοδικεῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωματεύει διὰ τοὺς διορισμούς, διὰ τὴν μετάθεσιν, διὰ τὴν προαγωγήν, τὴν τιμωρίαν τῶν στρατιωτικῶν δικαστῶν, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ τὴν ἐποπτείαν καὶ πειθαρχίαν ἐπὶ τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης καὶ ἂν θέλητε νὰ τὸ καταργήσητε εἶναι ὡσὰν νὰ θέλητε νὰ κόψητε τὸ κεφάλι ἀπὸ ἄνθρωπον καὶ νὰ ζητεῖτε νὰ βαδίζῃ ἀκέφαλος. Τοῦτο ὅμως προκειμένου νὰ συζητήσωμεν καὶ ὅταν θὰ συζητήσωμεν ἂν πρέπει ἢ οὔ νὰ καταργηθῇ τὸ Ἀναθεωρητικὸν Στρατοδικεῖον. Τὸ σημερινὸν ζήτημα ὅμως δὲν εἶναι ἂν πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Ἀναθεωρητικόν, ἀλλ’ ἂν τὰ μέλη τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Στρατοδικείου, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ δικαστάς, πρέπει νὰ εἶναι ἰσόβια ἢ ὄχι. Εἶναι εὔκολον νὰ συζητῶμεν περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Στρατοδικείου. Ἀλλὰ λησμονοῦμεν ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὅτι τότε θὰ χρειασθῇ ἓν τμῆμα νέον τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ νὰ δικάζῃ τὰς ὑποθέσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας δικάζει τοῦτο καὶ αὔξησις τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων. Καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ κάμνωμεν οἰκονομίας, διότι παύοντες τρεῖς ἀνθρώπους θὰ διορίσωμεν δέκα. Καὶ θὰ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκδίκασιν στρατιωτικῶν ὑποθέσεων εἰς δικαστὰς ξένους καὶ πρὸς τὴν Στρατιωτικὴν Νομοθεσίαν καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Στρατοῦ καὶ νὰ ἴδωμεν ἐκτρώματα ἀποφάσεων, οὐχὶ ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἐλλείψεως πείρας εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τῆς στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης. Τελευταία παραμένει ἡ ριφθεῖσα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Καντιάνην ἰδέα περὶ νέας ἀνασυστάσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἰσοβιότητος. Νομίζω ὅτι τόσα πολλὰ κακὰ ἔχομεν ἐπιφέρει μὲ τὴν ἄρσιν τῆς ἰσοβιότητος ὥστε νὰ πρέπῃ μετὰ πολλῆς περισκέψεως καὶ νὰ προφέρωμεν ἀκόμη τὰς τοιαύτας σκέψεις. Μολονότι ἀναγνωρίζομεν πάντες ὅτι ὁ δικαστικὸς κλάδος ἐν τῷ συνόλῳ του δὲν ἵσταται, δυστυχῶς, εἰς οἵαν θέσιν ἔπρεπε νὰ ἵσταται, ὀφείλομεν ἐν τούτοις νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι εἶναι τὸ μόνον Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἵσταται εἰς κάποιαν θέσιν ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἵστανται ὅλοι οἱ ἄλλοι κλάδοι. Ὅτι οἱ δικασταὶ μὲ τὸ γλίσχρον τοῦ μισθοῦ, μὲ τὰς διαρκεῖς ἄρσεις τῆς ἰσοβιότητος, μὲ τὰς διαρκεῖς μεταθέσεις, μὲ τὰς ἀλλεπαλλήλους ἀναστατώσεις τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς συνεχεῖς ἀπογοητεύσεις κατώρθωσαν κατὰ τὸ μέγιστον μέρος των νὰ μείνωσιν ἔξω ὅσον ἦτο δυνατὸν τῶν πολιτικῶν διενέξεων καὶ νὰ κρατήσωσιν ἀπὸ ἀπόψεως ἀκεραιότητος καὶ εὐπρεπείας ἀρκετὰ ὑψηλὰ τὴν δικαστικὴν σημαίαν. Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ οἱ ἀνίκανοι καὶ οἱ ἀνάξιοι. Ἀλλ’ εἶναι μειονότης ἐλαχίστη. Διὰ τοῦτο ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μία νέα ἀναστάτωσις θὰ συνετέλει ἵνα διαλύσῃ τελείως ὄχι μόνον τοὺς δικαστάς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τοῦ κόσμου, διότι θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ φαινόμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤρχοντο εἰς τὰ δικηγορικὰ γραφεῖα διάφοροι πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἠρώτων ποῖος εἶναι ὁ βουλευτής, ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ νὰ διευκολύνῃ ἐπιτυχῆ ἔκβασιν τῆς δίκης των. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, δι’ ὀλίγων μόνον λέξεων διεξερχόμενος αὐτό, ἀλλὰ τονίζω ὅτι ἂν θέλωμεν νὰ στηλώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην καὶ νὰ ἀποβάλωμεν ἐξ αὐτῆς τοὺς ἐπιλήσμονας τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ των δικαστάς, ἂς φροντίσωμεν νὰ μὴ φέρωμεν νέαν ἀναστάτωσιν, ἀλλ’ ἂς ἀξιώσωμεν ἀπὸ τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης ὅπως ἐπιβλέπουν τὴν ἀκριβῆ καὶ αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν διαφόρων νόμων περὶ καταστάσεως τῶν δικαστῶν, διὰ νὰ ἐννοήσωσι καὶ οἱ δικασταὶ ὅτι ὑπάρχει ἔλεγχος καὶ οἱ πολῖται ὅτι δὲν δύναται κανεὶς ἀζημίως νὰ τοὺς ἀδικήσῃ. Οὕτω δὲ ἀναστηλοῦντες τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν δικαστῶν ἐπὶ ἑαυτοὺς καὶ τοῦ κόσμου ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην. Θὰ θέσωμεν τὴν ἀσφαλεστέραν βάσιν διὰ τὴν ἠθικὴν ἀναγέννησιν τῆς Χώρας, τὴν ὁποίαν ἐπὶ μακρὸν ἐμάστισαν τῆς βίας καὶ τῆς ἀναρχίας τὰ πλήγματα. (Χειροκροτήματα).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μερκούρης ἔχει τὸν λόγον.
§108Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ζητῶ συγγνώμην, διότι διακόπτω τὴν συζήτησιν, ἵνα λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πέντε σχέδια νόμου. Ὡς εἶχον ὑποσχεθῆ πρὸ ὀλίγου καιροῦ εἰς τὴν Βουλήν, καταγινόμεθα μετὰ τῆς ὑπηρεσίας μου εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν σχεδίων αὐτῶν νόμου, τὰ ὁποῖα σήμερον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς, ἀφοῦ ἐμελετήσαμεν τὴν κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Οἰκονομίας καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ συγχρονίσωμεν αὐτὰ πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας καὶ πρὸς τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν δικαίως ἔχει ἡ Χώρα. Δὲν θὰ εἰσηγηθῶ ἓν ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων ἰδιαιτέρως, μίαν λέξιν ἔχω νὰ εἴπω δι’ αὐτά, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ εἶναι πόρισμα ζωηρᾶς μελέτης ὄχι μόνον ἰδικῆς μου, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἐκ τῆς πείρας, ἡ ὁποία τὴν διακρίνει κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων της, ἔχει ἀποκρυσταλλώσει ὡρισμένας ἀντιλήψεις. Ἡ κατεύθυνσις εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐργαζομένων παραγωγικῶν τάξεων καὶ ἡ ἀπὸ κοινοῦ προσπάθεια εὐρύνσεως τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς: 1ον) «Περὶ τῆς συλλογικῆς συμβάσεως ἐργασίας». 2ον) «Περὶ κυρώσεως τοῦ περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν ἀσθενειῶν σχεδίου διεθνοῦς συμβάσεως τοῦ γενομένου ἀποδεκτοῦ παρὰ τῆς 7ης Συνόδου τῆς Συνδιασκέψεως τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Κρατῶν μελῶν τῆς Διεθνοῦς Ὀργανώσεως τῆς ἐργασίας συνελθούσης ἐν Γενεύῃ τὴν 19 Μαΐου 1925». 3ον) «Περὶ ἐπικυρώσεως τῆς Διεθνοῦς Συμβάσεως τῶν ἐν τῇ ἐργασίᾳ ἀτυχημάτων καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ τούτου ἰσχυούσης νομοθεσίας». 4ον) «Περὶ τοῦ συμβολαίου τῆς ἐργασίας καὶ περὶ τῆς ὑπαλληλικῆς συμβάσεως» καὶ 5ον) «Περὶ ἀναδιοργανώσεως ὑπηρεσιῶν τῆς ὑποδιευθύνσεως ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας». Ὡς εἶχον ὑποσχεθῆ, πρόγραμμα τῆς σημερινῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω, εἶναι ἡ ὅσον ἔνεστιν ὑποβολὴ νόμων ταυτιζομένων καὶ πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῶν τάξεων, τὰς ὁποίας τὰ εἰρημένα νομοσχέδια θίγουσιν ἢ ὁπωσδήποτε ἐξυπηρετοῦν καὶ εἶχον ὑποσχεθῆ καὶ πρὸς τὰς τάξεις ταύτας ὅτι πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν θὰ ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ τὰς καλέσω εἰς κοινὴν σύσκεψιν, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ ἐγκαίρου τῶν νομοσχεδίων ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ ὑποβάλω πρῶτον αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀφοῦ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῶν καὶ ἀφοῦ ἐκτυπωθῶσι νὰ λάβωσι γνῶσιν αἱ ἐνδιαφερόμεναι τάξεις καὶ μαζὶ μὲ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν θὰ προσέλθωσιν αἱ Ἐπιτροπαὶ αἱ ἐνδιαφερόμεναι διὰ νὰ παρακολουθήσωσι τὰς τροποποιήσεις.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§110Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος θὰ ἤθελον νὰ μεταδώσω τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἐπὶ δεκαπενταετίαν περίπου λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων εἰς τὰς Νέας Χώρας. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνος ὁ θεσμός, ὁ ὁποῖος περισσότερον ἔδρασε καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ δρᾷ εἰς τὰς Νέας Χώρας, εἶναι ὁ θεσμὸς τῶν εἰρηνοδικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν εἰσαγγελέων ἀφ’ ἑτέρου. Δὲν λέγω ὅτι τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰ Ἐφετεῖα δὲν λειτουργοῦν, ἀλλ’ ἡ πληθὺς τῶν ἀνωμάλων ὑποθέσεων, ἡ ὁποία παρουσιάσθη καὶ παρουσιάζεται ἀκόμη εἰς τὰς Νέας Χώρας, δίδει εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας ἐξαιρετικὴν θέσιν, τολμῶ νὰ εἴπω πολὺ ἀνωτέραν ἀπὸ τῶν ἁπλῶν παρέδρων ἢ πρωτοδικῶν καὶ συνήθως ἰσοδύναμον πρὸς τὴν τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, διότι ὁ εἰρηνοδίκης εἰς τὰς Νέας Χώρας ἐφαρμόζει τὰ προσωρινὰ μέτρα.
§111Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὄχι μόνον εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος.
§112Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀλλ’ εἰς τὰς Νέας Χώρας, λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, τὰ προσωρινὰ μέτρα εἶναι πολὺ περισσότερα καὶ ἡ προσωρινότης αὐτῶν ἀρχίζει νὰ γίνεται αἰωνιότης. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐνόμιζον ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν ὅπως ἐξάρωμεν τὴν θέσιν τοῦ εἰρηνοδίκου, διότι συνειθίζομεν νὰ διορίζωμεν εἰρηνοδίκας ἢ ἀναπληρωτάς των μὴ κεκτημένους τὴν δέουσαν πεῖραν, λαμβάνοντες αὐτοὺς ἀπ’ εὐθείας ἐκ τῶν τελειοφοίτων τῆς Νομικῆς, καὶ αὐτοὶ ἔπειτα ἀφοῦ ὑπηρετήσωσιν ἐπί τινα χρόνον ὡς εἰρηνοδίκαι, γίνονται πάρεδροι καὶ πρωτοδίκαι καὶ ἔπειτα νὰ γίνωνται πάλιν εἰρηνοδίκαι, διότι ὁ εἰρηνοδίκης ἐνεργεῖ κατὰ τὸν θεσμὸν τοῦ ἑνὸς δικαστοῦ, ἐνῷ ὁ πάρεδρος καὶ ὁ πρωτοδίκης συνεργάζονται μὲ δύο ἄλλους δικαστὰς καὶ ἔχουσιν ἐπὶ κεφαλῆς τὸν πρόεδρον καὶ ἑπομένως ἡ εὐθύνη τοῦ εἰρηνοδίκου εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα ἀπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ παρέδρου καὶ πρωτοδίκου. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι πρέπει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ σχετικὴ μέριμνα, ἀλλά, προκειμένου νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῶν δικαστῶν, πρέπει οἱ εἰρηνοδίκαι νὰ ἐξομοιωθῶσιν εἴτε πρὸς τὴν ἰσοβιότητα, εἴτε ὡς πρὸς τὴν μονιμότητα μὲ τοὺς ἄλλους δικαστάς, νὰ ἀφομοιωθῶσιν οἱ ἰσόβιοι μὲ τοὺς μονίμους. Ἐφόσον ὅμως θὰ πρέπῃ νὰ ὑπάρχωσιν αἱ δύο λέξεις ἰσοβιότης καὶ μονιμότης εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶμαι περίεργος νὰ μάθω ποία θὰ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων λέξεων.
§113Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα ἐν περιπτώσει καταργήσεως τῆς θέσεως.
§114Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καταργουμένης τῆς θέσεως ὁ μόνιμος μένει ἄνευ θέσεως, ἐνῷ ὁ ἰσόβιος πρέπει νὰ τοποθετηθῇ εἰς ἄλλην θέσιν. Ἀπὸ αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀπόψεως ἀπήντησαν ἄλλοι συνάδελφοι περὶ τῶν εἰσαγγελέων λέγοντες ὅτι ἂν οἱ εἰσαγγελεῖς εἶναι μόνον μόνιμοι καὶ ὄχι ἰσόβιοι, δὲν παρουσιάζει τοῦτο κανὲν οὐσιαστικὸν μειονέκτημα εἰς βάρος των, διότι δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ καταργηθῶσιν αἱ Εἰσαγγελίαι.
§115Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά. Μεταξὺ εἰσαγγελέων, ὅταν πρόκειται περὶ καταργήσεως θέσεως, δὲν παύεται ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ θέσις καταργεῖται, ἀλλὰ γίνεται ἐπιλογή.
§116Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐπιλογῆς. Πρόκειται περὶ καταργήσεως θέσεως καὶ περὶ παύσεως ἑπομένως τοῦ ὑπαλλήλου μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως. Ἐφόσον λοιπὸν διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς μᾶς λέγετε ὅτι δὲν ἔχει κανένα φόβον ὁ εἰσαγγελεὺς ἐπειδὴ εἶναι μόνιμος μόνον καὶ ὄχι ἰσόβιος, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ χάσῃ τὴν θέσιν του, διότι δὲν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὰς Εἰσαγγελίας, λέγω καὶ ἐγώ· μήπως πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὸν Ἄρειον Πάγον, μήπως πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ κατοχυροῦμεν τὰ μέλη αὐτῶν μὲ τὴν ἰσοβιότητα καὶ δὲν ἀρκούμεθα νὰ τὰ κατοχυρώσωμεν μὲ μόνην τὴν μονιμότητα; Λοιπὸν κατατάσσετε τοὺς εἰσαγγελεῖς εἰς τοὺς μονίμους ὑπαλλήλους ἐφόσον ἐν τῇ πραγματικότητι δὲν θὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ καμμία μεταξὺ ἰσοβιότητος καὶ μονιμότητος· προκειμένου δὲ ἀκριβῶς περὶ τῶν εἰσαγγελέων, ὑπάρχουσι σήμερον διωρισμένοι πολλοὶ ἀντεισαγγελεῖς εἰς Πρωτοδικεῖα, ὅπου ἡ θέσις τοῦ ἀντεισαγγελέως, κατὰ τὴν ἐντύπωσιν τῶν παρακολουθούντων τὰς ἐργασίας τῶν δικαστηρίων, καταντᾷ θέσις πολυτελείας. Καὶ δὲν διστάζω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς τὸν νομὸν Κοζάνης ὑπάρχει θέσις ἀντεισαγγελέως Πρωτοδικῶν ἐντελῶς περιττή, διότι συνυπάρχει καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν.
§117Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι ἀπαραίτητοι, κ. συνάδελφε.
§118Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἶναι ἕνδεκα εἰς τὰς Ἀθήνας.
§119Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν λέγω περὶ Ἀθηνῶν, διότι αἱ Ἀθῆναι ἔχουν πληθυσμὸν ἑξακοσίων χιλιάδων καὶ ὁ νομὸς Κοζάνης δὲν ἔχει τόσον πληθυσμόν, οὐδὲ τὰ ζητήματα εἶναι τόσον πολλά. Ἐπίσης καὶ ὁ θεσμὸς τῶν ἀντιπροέδρων τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος ἱδρύθη ἀπό τινων ἐτῶν, δὲν γνωρίζω ἂν πληρῇ ἀπόλυτον ἀνάγκην ἢ δὲν θὰ δεήσῃ νὰ καταργηθῇ καὶ ἡ θέσις αὐτή, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὰς αἱματηρὰς οἰκονομίας. Λοιπὸν ὅταν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν θέσιν εἰσαγγελέως, ἐπειδὴ δὲν θὰ χαίρῃ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς μονιμότητος, θὰ εἶναι εὔκολον νὰ παυθῇ εἷς εἰσαγγελεύς, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ παυθῇ εἷς ἀντιπρόεδρος, ὁ ὁποῖος εἶναι περισσότερον περιττὸς ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα. Προκειμένου τώρα περὶ τοῦ μεταθετοῦ ἢ ἀμεταθέτου τοῦ δικαστοῦ, ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος καὶ ὅλοι περίπου οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐμερίμνησαν διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀμετάθετον ἢ μεταθετὸν τοῦ δικαστοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὴν προσωπικήν του διάθεσιν καὶ δι’ αὐτὸ κατοχυροῦσι τὸ ἀμετάθετον τοῦ δικαστοῦ ἄνευ τῆς συναινέσεώς του, ἐπαναλαμβάνεται δὲ αὐτὸ καὶ εἰς τὸ παρὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ δὲν λαμβάνεται ποτὲ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀμετάθετον ἢ μεταθετὸν τοῦ δικαστοῦ ὡς πρὸς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ δικαστής, ἂν δηλαδὴ ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχει, δικαιολογῇ τὸ μεταθετὸν ἢ ἐπιβάλλει τὸ ἀμετάθετόν του ἐπὶ μίαν ὡρισμένην θητείαν χρόνου, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον διωρίσθη εἰς ἓν Πρωτοδικεῖον. Ἀνέπτυξαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἔχω καὶ ἐγὼ βεβαίως ἀφορμὰς πλείστας ὅσας νὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς συναδέλφους τὰ κενά, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἑκάστοτε εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τῆς Παλαιᾶς, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τῆς Νέας Ἑλλάδος. Μάλιστα εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο τὸ ἑξῆς. Ὅταν κάποτε ἐπὶ τῆς δικτατορίας ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ ἐφαρμογὴ οἰκονομιῶν, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὡς καταργητέα μερικὰ Πρωτοδικεῖα καὶ αὐτὰ τὰ Πρωτοδικεῖα ἐθεωρήθησαν ὡς καταργητέα ὄχι διότι ἦσαν περιττά, λόγῳ τῆς περιφερείας τῆς δικαιοδοσίας των, ἀλλὰ διότι εἰς ὡρισμένον διάστημα χρόνου δὲν παρουσίασαν ἀριθμὸν ἀποφάσεων δικαιολογοῦντα τὴν ὕπαρξίν των. Δὲν ἐλήφθη ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο τοῦ χρόνου τὰ Πρωτοδικεῖα αὐτὰ δὲν παρουσίασαν ἐπαρκῆ ἀριθμὸν ἀποφάσεων, διότι δὲν ἐλειτούργουν ἐλλείψει δικαστῶν. Τὸ μεταθετὸν λοιπὸν ἢ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν πρέπει νὰ συνδυασθῇ μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς διαρκοῦς παρουσίας δικαστῶν διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἑκασταχοῦ δικαστηρίων. Αὐτὸ δὲ πρέπει νὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ τὴν ἀπόσπασιν. Ὅταν γίνεται μία ἀπόσπασις πρέπει νὰ γίνεται ἀπὸ τὸ περισσεῦον ὑλικὸν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, νὰ μὴ γίνεται ἡ ἀπόσπασις ἀπὸ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὸ κατώτατον ὅριον δικαστῶν. Θὰ ἀναφέρω τὸ Πρωτοδικεῖον Γρεβενῶν, ὅπου διωρίσθη πρὸ ἑπταετίας ὁ γραμματεὺς καὶ δὲν μετέβη διόλου εἰς τὴν θέσιν του διὰ νὰ ἐργασθῇ ἐκεῖ, ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ εἶναι ἀπεσπασμένος χρησιμότατα ἴσως ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον ἑπταετίαν. Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ πρωτοδίκης τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μὴ δυνάμενος νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ἕνεκα λόγων ὑγείας σοβαρῶν, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἀπεσπασμένος ἐδῶ καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον ἐκεῖνο δὲν κατορθώνει ποτὲ νὰ ἔχῃ τὴν ὁλομέλειαν τῶν δικαστῶν διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν διαφόρων ὑποθέσεων. Πρέπει λοιπὸν νὰ λείψουν ὅλα αὐτὰ τὰ ἄτοπα, διότι ὅταν μᾶς χρειάζονται πρὸς ἀπόσπασιν δικασταί, πρέπει νὰ ἔχωμεν περίσσευμα, πρέπει δηλαδὴ νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῶν δικαστῶν, ὄχι εἰς βάρος τῆς ἀπονομῆς τῆς τυπικῆς δικαιοσύνης, ὄχι νὰ ἀποσπῶνται δικασταὶ ἀπαραίτητοι διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἑκασταχοῦ δικαστηρίων. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν εἰς τὸ παρὸν ἄρθρον νὰ κανονίσωμεν μίαν ὑποχρεωτικὴν θητείαν διὰ τοὺς νεωστὶ διοριζομένους δικαστάς, νὰ θεσπίσωμεν τὸ ἀμετάθετον ἐπὶ μίαν τουλάχιστον διετίαν ἔστω καὶ ὑπαρχούσης συναινέσεως τῶν προσώπων, δηλαδὴ νὰ μὴ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ συναίνεσις τοῦ δικαστοῦ πρὸς μετάθεσιν πρὶν συμπληρώσῃ μίαν ὡρισμένην θητείαν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν διωρίσθη. Ἂν δὲ παρουσιασθῇ μία ἐξαιρετικὴ ἀνάγκη ἀπομακρύνσεως ἕνεκα κακῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπαλλήλου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὸν διδασκαλικὸν κλάδον κατ’ ἐπέκτασιν, πρέπει ὄχι νὰ μετατίθεται ὁ δικαστικὸς αὐτὸς ἀπὸ τὸ ἓν Πρωτοδικεῖον διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ μὲ τὴν κακήν του διαγωγὴν ἀποδίδων κακὴν δικαιοσύνην εἰς ἄλλο Πρωτοδικεῖον, ἀλλὰ νὰ τίθεται ἐκτὸς ὑπηρεσίας, νὰ δικάζεται καὶ νὰ καταδικάζεται ἢ νὰ ἀθωοῦται.
§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον.
§121Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὰ Συμβούλιον τὴν μετάθεσίν του, ἔστω καὶ μὲ τὴν συναίνεσίν του, ἂν δὲν συμπληρώσῃ ὡρισμένην θητείαν πρὸ πάντων εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τῶν Νέων Χωρῶν, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν θέλουν νὰ μεταβαίνουν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ παρουσιάζονται πάντοτε τὰ κενά, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§123Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐδόθη, κύριοι, προχθὲς ἡ εὐκαιρία κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ εἴπω οἵαν εἶχον γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὡς πρὸς τὴν ἰσοβιότητα τοῦ γενικοῦ ἐπιτρόπου παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὴν ἰσοβιότητα τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην ὑπεστήριξα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 93. Ἡ πρότασίς μου ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ δὲν ἐγένετο παρ’ αὐτῆς δεκτὴ καὶ τὸ ἄρθρον 93 διετυπώθη ὡς εἶχε τὸ τοῦ παλαιοτέρου Συντάγματος, τὸ χαρακτηρίζον ὡς μονίμους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τοὺς εἰσαγγελεῖς. Ὁ συνάδελφος κ. Ταλιαδοῦρος ὑπεστήριξε πρὸ ὀλίγου τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἰσοβιότητος καὶ εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, ἐπεκαλέσθη δὲ ἴδια ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔρχομαι νὰ ἐνισχύσω διὰ τῶν ἐμῶν σκέψεων. Ἐλέχθη ὅτι οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ τῶν εἰσαγγελέων. Καὶ εἶναι τοῦτο, κύριοι, ἀπολύτως ἀληθές. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδεμίαν εὑρίσκω διαφορὰν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων τοῦ δικαστοῦ ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ εἰσαγγελέως. Τὰ ἔργα καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ εἶναι παρόμοια καὶ δέονται ἀμφότερα τῆς αὐτῆς κατοχυρώσεως διὰ τῆς ἰσοβιότητος. Τινὲς τῶν κ. κ. συναδέλφων ἀντέταξαν εἰς τὴν σκέψιν ταύτην τὴν διαφορὰν τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου κλάδου ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ μόνιμος ὑπάλληλος ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεώς του ἀπολύεται, ἐνῷ ὁ ἰσόβιος δὲν δύναται νὰ ἀπολυθῇ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐπέκτασις τῆς ἰσοβιότητος καὶ εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον θὰ ὑπερεβάρυνε τὴν Δικαιοσύνην μὲ ἀριθμὸν δικαστικῶν λειτουργῶν μὴ δυναμένων νὰ παυθῶσιν. Ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως βεβαίως, κύριοι, τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ ἂν ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα καὶ ἐξετάσωμεν πῶς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, θὰ ἀναγνωρίσωμεν πάντες ὅτι τοιαύτη περίπτωσις καταργήσεως θέσεως εἰσαγγελικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφανῇ εἰς τὸ μέλλον, διότι δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ σκέψις παρ’ οἱαδήποτε Κυβερνήσει ἢ Βουλὴν νὰ καταργήσῃ τὴν εἰσαγγελικὴν ὑπηρεσίαν ἢ καὶ θέσεις μεμονωμένας εἰσαγγελέων. Ἡ εἰσαγγελικὴ ὑπηρεσία καὶ ἐν γένει ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος εἶναι ὁ ὀφθαλμός, μὲ τὸν ὁποῖον παρακολουθεῖ ἡ Κοινωνία τὴν ἐργασίαν τῶν δικαστηρίων καὶ κινεῖ τὴν μηχανὴν τῶν δικαστηρίων ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι θὰ ἀναφανῇ ποτὲ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως τῆς εἰσαγγελικῆς θέσεως καὶ τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας.
§124Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο ποτὲ πρότασις περὶ καταργήσεως τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς;
§125Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε. Ἀλλὰ δὲν λέγω τοῦτο. Ἐπεκαλέσθη τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ὅτι εἶναι δυνατόν, καταργουμένης τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας, νὰ μὴ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπολύσῃ τοὺς εἰσαγγελεῖς, τῶν ὁποίων καταργοῦνται αἱ θέσεις. Ἀλλὰ πόσαι θὰ εἶναι αἱ θέσεις τῶν εἰσαγγελικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι, ἕνεκα τοιαύτης περιστάσεως θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἀπομακρυνθῶσι τῆς ὑπηρεσίας; Θὰ εἶναι δύο ἢ τρεῖς. Ὁ δικαστικὸς κλάδος παρ’ ἡμῖν εἶναι πάντοτε ἐλλιπής, ἂν δὲ ἀναφανῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἀνάγκη καταργήσεως δύο ἢ τριῶν μικρῶν δικαστηρίων ἄρα καὶ τόσων εἰσαγγελικῶν θέσεων, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀθεράπευτον, διότι οἱ εἰσαγγελεῖς, τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῶσιν αἱ θέσεις, εἶναι δυνατὸν νὰ μετακινηθῶσιν εἰσερχόμενοι εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον διὰ μεταθέσεως ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ. Δὲν νομίζω δέ, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει οὐσιαστική τις διαφορὰ μεταξὺ τῆς λειτουργίας τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ τῆς τῶν εἰσαγγελέων, διότι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ, κατ’ αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως δύνανται νὰ ἀπολυθῶσι. Καὶ ἐνῷ ἔχει οὕτως τὸ πρᾶγμα, ἡ διάκρισις μεταξὺ δικαστῶν καὶ εἰσαγγελέων δημιουργεῖ μίαν καταφανῆ ἀνισότητα ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῆς ταύτης τῆς Δικαιοσύνης, διότι κολοβώνει τὴν ἠθικὴν ὕπαρξιν καὶ τὸ κῦρος, μὲ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περιβάλληται ὁ εἰσαγγελεύς. Ἐνῷ λοιπὸν οὐδεὶς λόγος συνηγορεῖ διὰ νὰ ὑπάρχει ἡ διάκρισις αὕτη ἰσοβίων μὲν δικαστῶν παυομένων δὲ εἰσαγγελέων, τουναντίον ὑπάρχουν πολλοὶ λόγοι, ἕνεκεν τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ ἰσοβιότης καὶ εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον. Ἀκριβῶς δὲ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν συνάδελφοι τινές, καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐνταῦθα, στρέφεται κατὰ τῆς θεωρίας καὶ κατὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς διακρίσεως. Ὁ δικαστὴς δίδει ψῆφον, ὁ δικαστὴς κάμνει κρίσιν ἐπὶ τῶν διαφόρων ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι φέρονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς ἐκφέρει ἁπλῶς γνώμην, λέγουσιν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ὁ δικαστὴς νὰ ἐξασφαλισθῇ, ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ συνείδησις τοῦ δικαστοῦ νὰ εἶναι περιφρουρημένη διὰ τῆς ἰσοβιότητος, ἐνῷ τοῦ εἰσαγγελέως, τοῦ ἐκφέροντος γνώμην ἁπλῶς, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ συνείδησις καὶ ἡ γνώμη. Ἐν τούτοις, κύριοι, φρονῶ ὅτι τὸ ἐπιχείρημα στρέφεται ἐναντίον τῶν κ. κ. συναδέλφων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ δικαστὴς δίδει ψῆφον καὶ τέμνει τὸ δίκαιον διὰ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐκδίδει. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ διαλάθῃ τοὺς κ. κ. συναδέλφους καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ δικαστὴς ἐκφέρει τὴν ψῆφον αὐτοῦ ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ ἐξησφαλισμένος ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων καὶ τῆς ψηφοφορίας, εἴτε περὶ πολιτικῶν εἴτε περὶ ποινικῶν ὑποθέσεων πρόκειται. Ἐξησφαλισμένος ἀπὸ τὴν ἀπόλυτον μυστικότητα, ἥτις καλύπτει τὴν ψῆφον αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι οὐδεμιᾶς ἄλλης προστασίας ἔχει ἀνάγκην, ἐνῷ ἀπεναντίας ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν δίδει μὲν ψῆφον, ἀλλ’ ἐκφέρει τὴν γνώμην του, εἰς ἐπήκοον πάντων, τὴν λέγει δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ βήματος ἐμφανῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, ὥστε νὰ γίνεται ἀντιληπτὸς καὶ ἀπὸ τὸν δικαστικὸν κόσμον καὶ ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν ἐν γένει, ὥστε καὶ νὰ σχηματίζῃ ἐντεῦθεν πάσας τὰς εὐθύνας δι’ αὐτὸν καὶ μάλιστα ὅταν ἡ γνώμη του γίνεται δεκτὴ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου. Ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ὑποβάλλει τὴν γνώμην του μόνον εἰς τὸ δικαστήριον κατὰ τοιοῦτον φανερὸν τρόπον, ὥστε νὰ ἐπισύρῃ τὴν ἀντιπάθειαν, τὸν ἔλεγχον, τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς κάμνει καὶ προτάσεις πρὸς τὸ Συμβούλιον καὶ ταύτας τὰς προτάσεις ὑποβάλλει ἐγγράφως, ὥστε νὰ περιέρχωνται εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ γνῶσιν καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ παντὸς ἄλλου. Λοιπὸν ἐκ τῆς λειτουργίας ταύτης τοῦ εἰσαγγελέως ἀντιπαραβαλλομένης πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ δικαστοῦ, συντρέχουν πολλοὶ καὶ σπουδαιότεροι ἴσως λόγοι, ἵνα κατοχυρωθῇ καὶ ἀσφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐκφέρει ὁ εἰσαγγελεὺς εἴτε ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ βήματος, εἴτε ἐκ τοῦ γραφείου του διὰ προτάσεώς του πρὸς τὰ Συμβούλια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐκπληροῖ ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ διὰ τὴν ἀρτίαν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὁποίου ἐνδείκνυται ἡ ἰσοβιότης. Ὁ εἰσαγγελεὺς ἐποπτεύει τὸν δικαστήν. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ κῦρος τοῦ ἐποπτεύοντος ἀπέναντι τοῦ ἐποπτευομένου, ὅταν ὁ ἐφορεύων τὴν λειτουργίαν τοῦ δικαστοῦ εἶναι ἠλαττωμένης θέσεως ἐξ ἐλλείψεως τῆς ἰσοβιότητος; Ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως, ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κοινωνικῷ βίῳ, ὅταν ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸν δικαστὴν αἰσθάνηται ἑαυτὸν ἠλαττωμένης καταστάσεως, διότι αὐτὸς μὲν εἶναι μόνιμος, ὁ δὲ δικαστὴς εἶναι ἠσφαλισμένος εἰς τὸ διηνεκὲς καὶ εἰς ἅπαντα τὸν βίον του διὰ τῆς ἰσοβιότητος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς ἰσοβιότητος τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου. Ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα ἀκόμη. Ὁ εἰσαγγελεὺς εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Πολιτεία, ἡ Κυβέρνησις ἐφορεύει τὰ δικαστήρια, εἶναι τὸ ὄργανον τῆς Πολιτείας, διὰ τοῦ ὁποίου συγκοινωνεῖ μετὰ τῶν ἰσοβίων δικαστῶν. Εἶναι λοιπὸν εὐνόητον ἐντεῦθεν ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ χαλαρώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τοὺς δεσμούς, οἵτινες συνέχουν τὸ ὄργανον τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ καταστήσωμεν τοῦτο ἔτι μᾶλλον ἀνεξάρτητον ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός του. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μὲ ὤθησαν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὥστε νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἰσοβιότητος εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον καὶ ἤδη νὰ ὑποστηρίξω αὐτήν. Λέγω δὲ πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἰσοβιότητος τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου δὲν εἶναι νέα καὶ δὲν ἀκούεται πρώτην φοράν. Ἠκούσθη καὶ ἄλλοτε καὶ ἐπροτάθη κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν τότε Κυβέρνησιν. Ἄλλαι σκέψεις μεσολαβήσασαι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν γνώμην ἐκείνην. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἐπείσθημεν ὅτι, ἂν τότε δὲν ἦτο ἐπίκαιρος, σήμερον ὄχι μόνον εἶναι ἐπίκαιρος, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἐξ ἀναποδράστου ἀνάγκης. Ἐπὶ τῶν ἄλλων θεμάτων τοῦ ἄρθρου 93 ἐλάχιστα ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, καὶ βραχείας τινὰς ἀντιπαραστάσεις ἔχω νὰ κάνω ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀμετάθετον. Τοῦτο, κύριοι, ὅπως νομοθετεῖτε διὰ τοῦ ἄρθρου 93, ἀποτελεῖ συμπλήρωσιν τῆς ἐννοίας τῆς ἰσοβιότητος. Ἡ ἔννοια τῆς ἰσοβιότητος δὲν εἶναι ἡ καθ’ ὅλον τὸν βίον παραμονὴ ἐν τῇ αὐτῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ καί τι πλέον, διότι ὅπου ἀλλοῦ ὑπάρχει ἰσοβιότης, αὕτη νοεῖται καὶ ὡς ἐξασφαλίζουσα ἰσοβίως τὸν δικαστικὸν λειτουργὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐξασφαλίζουσα αὐτὸν ἐν τῇ αὐτῇ θέσει εἰς ἣν ἐτάχθη, ἤτοι περιλαμβάνει ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτῆς καὶ τὸ ἀμετάθετον εἰς συμπλήρωσιν τῆς ἰσοβιότητος. Παρ’ ἡμῖν μέχρι τοῦδε δὲν κατωρθώθη νὰ εἰσαχθῇ τοιαύτη ἐκδοχὴ τῆς ἐννοίας τῆς ἰσοβιότητος καὶ οἱ δικασταὶ μετατίθενται πάντοτε, κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπὸ δὲ τοῦ 1911 μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου. Ποία εἶναι ἡ μεγάλη καινοτομία, ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ τοῦ ἄρθρου; Εἶναι ἡ καινοτομία, ἡ ὁποία καὶ μέχρι τοῦδε ἴσχυσε καὶ καλῶς ἴσχυσεν, διότι θὰ εἶναι ἡ ἀναγκαία συμπλήρωσις τῆς ἐννοίας τῆς ἰσοβιότητος. Δὲν λέγω δὲ ὅτι σήμερον ὡς ἔχουν τὰ πράγματα μία μετάθεσις θὰ ἰσοδυνάμει πολλάκις μὲ παῦσιν τοῦ δικαστοῦ. Πολὺ δὲ μᾶλλον ἂν ἠθέλομεν μειώσει τὸν προσδιορισμὸν τοῦ χρόνου τοῦ ἀμεταθέτου, θέλομεν καταστήσει τοὺς δικαστὰς φερεοίκους καὶ σκηνίτας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἠναγκασμένοι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος νὰ μετακινοῦνται ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν. Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ κατάστασις αὐτή; Ὄσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσοβιότητος εἰς τὰ μέλη τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης καὶ μάλιστα τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ, δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ τοιαύτη πρότασις. Τὸ ἐπιχείρημα δὲ τὸ ἐπικαλούμενον ὑπὸ τῶν κ. κ. συναδέλφων ὅτι τάχα καὶ οἱ δικασταὶ οὗτοι ἐκ τῶν ἰσοβίων προῆλθον, μετατεθέντες εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην, δὲν εἶναι, νομίζω σοβαρόν, διότι οὐχὶ παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῶν, ἀλλ’ ἑκουσίως, ἀπέχω δὲ νὰ ἐξετάσω ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι τοὺς ἠνάγκασαν νὰ ἐξέλθουν οἰκειοθελῶς τῆς ἰσοβιότητος. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι εἰσῆλθον ἔξωθεν. Ἀλλ’ ἐπροτάθη, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἰσοβιότης μόνον εἰς τοὺς ἐκ τῆς ἰσοβιότητος προελθόντας. Ἀλλὰ λέγω ὅτι οὐδεὶς ἐξηνάγκασεν αὐτούς, οὐδεὶς ἄκοντας μετέθεσε τοὺς ἰσοβίους εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην, ἀλλ’ αὐτοπροαιρέτως μετετέθησαν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην. Θὰ ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον ἀνδρὸς ἁρμοδίου, ὡς προϊσταμένου ἄλλοτε τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, μέλους αὐτοῦ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου, διὰ τοῦ ὁποίου καταδικάζεται ἀνεπιφυλάκτως ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραπεμφθεῖσα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσοβιότητος καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ κ. Μητσοτάκη καὶ ἑνὸς ἄλλου συναδέλφου, οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἰσοβιότητος καὶ εἰς τοὺς συμβούλους τῆς Ναυτικῆς καὶ Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης. Αὐταὶ ἦσαν αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης δὲ ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ στέρξῃ, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνυψώσεως τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἰσοβιότητα εἰς ὁλόκληρον τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§127Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἀνακινηθέντων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 93. Εἶναι ἀληθὲς ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν περὶ ἀπονομῆς ἰσοβιότητος καὶ εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς ὅτι προβάλλονται ἐπιχειρήματά τινα, τὰ ὁποῖα γεννῶσι τὴν σκέψιν διατί νὰ διαφέρῃ ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος ἀπὸ τοῦ κυρίου δικαστικοῦ κλάδου. Καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δύνανται νὰ φανῶσι πείθοντα, ἀλλὰ λησμονεῖται μία βάσις ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν πρόσωπον. Καθὼς ἐθεσπίσθη εἰς πάντα τὰ Κράτη, θεωρεῖται ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τοῦτο λέγεται Ἐπίτροπος καὶ λοιπὰ καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν πρόσωπον. Διὰ τοῦτο, ἀσχέτως τῆς καταργήσεως ἢ μὴ τῆς θέσεως, δὲν πρέπει νὰ τὸν περιβάλλωμεν διὰ τῆς ἰσοβιότητος καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ εἶναι ἐλευθέρα νὰ κανονίζῃ ἑκάστοτε καὶ τὰ προσόντα τῶν εἰσαγγελέων, ἀναλόγως τῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀναφανῶσι.
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως προϊόντος τοῦ χρόνου, σήμερον ἔλαβεν ἄλλην ὑπόστασιν παρὰ ἐκείνην ἡ ὁποία ἦτο κατ’ ἀρχὰς ὡς ἁπλοῦς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως;
§129Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Εἶπον πρὶν τὰ προβαλλόμενα ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἐκ πρώτης ὄψεως δὲν φαίνονται μὴ βάσιμα. Οὐχ ἧττον ὑπάρχει μία θεμελιώδης διάταξις καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν ἀρνηθῇ κανεὶς ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν εἶναι κύριον ὄργανον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ ἡ πεποίθησις εἶναι ἐρριζωμένη εἰς πάντας. Λοιπὸν πρέπει νὰ σεβασθῶμεν αὐτὴν τὴν ἐρριζωμένην ἀντίληψιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι καὶ ἀδικαιολόγητος ἐκ τῶν πραγμάτων. Κατ’ ἄλλον δὲ τρόπον ἐπὶ πλέον διορίζονται οἱ δικασταὶ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον οἱ εἰσαγγελεῖς. Ἐπὶ πλέον δὲν γνωρίζομεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν νὰ ἐπαύθησαν εἰσαγγελεῖς, οὔτε νὰ παρίσταται ἀνάγκη τῆς κατοχυρώσεως αὐτῶν διὰ διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μόνον ἡ κατάργησις θέσεως μένει;
§131Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως δὲν θὰ χάσωσί τι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν θέσιν, διότι ἡ Πολιτεία φιλόστοργος πάντοτε οὖσα διὰ τοὺς ὑπαλλήλους της τοὺς ἱκανούς, θὰ φροντίσῃ νὰ τοὺς μεταθέσῃ εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ὅπως ἔγινεν εἰς τὸ παρελθὸν εἰς παρομοίας περιστάσεις. Τοὐναντίον δὲ μοὶ φαίνεται ὅτι ἄνευ ἀνάγκης ὑπεβλήθη αὐτὴ ἡ πρότασις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δύναται νὰ δημιουργήσῃ καὶ κάποιαν μείωσιν ἔναντι τοῦ κύρους τῶν δικαστῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν. Ἀλλ’ ἂν ἤθελέ τις προχωρήσει καὶ ἀποδεχθῇ τὴν ἄποψιν νὰ ἀποδώσωμεν ἰσοβιότητα, θὰ προέβαλον ἐγὼ τὸ ἐρώτημα διατί νὰ μὴ ἀποδώσωμεν καὶ εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν δικαστικὰ καθήκοντα, ἀπονέμουν δικαιοσύνην καὶ περιπλανῶνται οἱ δυστυχεῖς ἀνὰ τὰ τέσσαρα πέρατα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἴσως εἶναι οἱ πλέον κατατρεχόμενοι; Διατί νὰ μὴ σκεφθῇ τις καὶ περὶ αὐτῶν; Δὲν δικάζουν σήμερον σοβαρὰς ὑποθέσεις λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῆς ἁρμοδιότητός των;
§132Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ἡμᾶς ἠμπορεῖτε νὰ λάβητε καταφατικὴν ἀπάντησιν.
§133Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θὰ ἠρώτων· συμφέρει τὸ τοιοῦτον πρὸ τοῦ ποιοῦ τοῦ κλάδου τῶν εἰρηνοδικῶν, τοὺς ὁποίους ἐγνώρισα ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Πρέπει νὰ τοὺς κάμωμεν ἰσοβίους καὶ νὰ ἀπασχολεῖται τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον; Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα. Τώρα θὰ εἴπω ὀλίγα τινά, ἐπειδὴ ὁ κ. Λαδᾶς μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ υἱοθετήσῃ μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέλη τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Λαδᾶς τὴν ἐπανέφερε, θὰ περιορισθῶ δύο λέξεις μόνον νὰ εἴπω. Τὴν ἐπέβαλον σκεφθεὶς ἀνθρωπίνως ὡς ἑξῆς. Θὰ γνωρίζητε οἱ ἐξ ὑμῶν δικαστικοὶ ὅτι, ὅταν ἠθέλησαν νὰ ἀναδημιουργήσωσι τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἐλειτούργει μόνον μὲ καθαρῶς στρατιωτικὰ πρόσωπα, ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ προσελκύσῃ στοιχεῖα ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου καὶ τοὺς ἔδωσε διάφορα εὐεργετήματα. Τινὲς ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου προσειλκύσθησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην. Ἐσκέφθην λοιπὸν κατὰ τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἐπιεικὲς ἂν τώρα αὐτοὶ ἦσαν εἰς τὴν κοινὴν Δικαιοσύνην, βεβαίως θὰ εἶχον ἀνωτέραν θέσιν. Δὲν γνωρίζω ἂν συντρέχουν λόγοι περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ. Ἂν μὲ ἐρωτήσητε, καίτοι δὲν δικηγορῶ καὶ δὲν ἔχω ἄμεσον ἀντίληψιν, δὲν θεωρῶ πολὺ χρήσιμον τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ.
§134Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι διὰ Ν. Διατάγματος τοῦ 1926 τὸ Ἀναθεωρητικὸν δικάζει τὰς ἐφέσεις τῶν Στρατοδικείων καὶ ἂν ἡ λειτουργία τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ μετεβιβάζετο εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, θὰ ἐξέλιπε κάθε λόγος τῆς ὑπάρξεώς του.
§135Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ χρησιμοποίησίς του καθίσταται ἀμφίβολος καὶ θὰ ἠδύναντο τὰ ἔργα τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ ὡς τοιούτου, ὡς Ἀκυρωτικοῦ δηλαδή, νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὁπότε πάλιν θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ προσθήκη μόνον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Δεδομένου ὅμως ὅτι: ἀνεφέρθη εἰς τὸ Ἀναθεωρητικὸν ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐφέσεων τῶν Στρατοδικείων, βεβαίως εἶναι χρήσιμον, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει, διότι δὲν ὁμιλοῦμεν σήμερον περὶ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ, ὁμιλοῦμεν μόνον περὶ τοῦ ζητήματος ἂν καὶ κατὰ πόσον οἱ προερχόμενοι ἐκ τοῦ κλάδου τῆς τακτικῆς Δικαιοσύνης ἰσόβιοι δικασταὶ δεχόμενοι νὰ λαμβάνωσι θέσιν εἰς τὸ Ἀναθεωρητικὸν εἶναι δίκαιον νὰ ἔχουν ἐξ αὐτοῦ τὴν ἰσοβιότητα, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον ἂν δὲν ἐπήγαιναν εἰς τὸ Ἀναθεωρητικόν. Νομίζω ὅτι χρήσιμον θὰ εἶναι διὰ τὴν Πολιτείαν νὰ μὴ στερήσῃ αὐτούς, μόνον ὅμως τοὺς προερχομένους ἀπὸ τὸν κλάδον τῶν τακτικῶν. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν τῶν ἐδαφίων 4, 5, 6 καὶ 7 τοῦ ἄρθρου 93. Ὡς γνωρίζομεν, τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἱδρύθη κατὰ πρῶτον τῷ 1911 ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου. Ἐλέγετο ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐπενέβαινον εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἐνήργουν αὐθαιρέτως τὰς μεταθέσεις, τὰς προαγωγὰς καὶ ἔπρεπε νὰ κατοχυρωθῇ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διὰ μιᾶς ἀνεξαρτησίας, τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς. Νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι αἱ κατηγορίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι τότε ἐλέγοντο κατὰ τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν, δὲν ἦσαν ἀπολύτως ἀληθεῖς. Οἱ διάφοροι Ὑπουργοὶ ἠδύναντο τότε —καὶ ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ δικαστὴς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης—ἠδύναντο, λέγω, νὰ ὑφίσταντο πιέσεις τινὰς προαγομένων τῶν μὴ ἱκανῶν. Ἀλλ’ οὐδέποτε δὲν προήχθη ἱκανὸς δικαστής. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὅταν εἷς Ὑπουργὸς ἤθελε νὰ κάμῃ μίαν προαγωγὴν καὶ ἤθελε νὰ προαγάγῃ ἕνα ἀνίκανον, ἔκαμνε πέντε καλοὺς καὶ ἕνα ἀνίκανον. Ἂν θέλητε νὰ ἔχητε τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν δικαστικῶν, ἐφόσον τὰ Συμβούλια αὐτὰ ἔχουσιν ὑποχρεωτικὴν γνώμην διὰ τὸν Ὑπουργὸν μεταβάλουσιν αὐτὸν εἰς ἀνδρείκελλον, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω κατόπιν. Δύνανται τὰ Συμβούλια νὰ ὑπάρχουν καὶ νὰ γνωμοδοτοῦν, ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ γνώμη των νὰ εἶναι ὑποχρεωτική. Θὰ μοὶ εἴπητε· διατί; Τότε ἂς καταργήσωμεν τὸν Ὑπουργόν, ἂς καταργήσωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἂς θέσωμεν νὰ μᾶς διοικοῦν τὰ διάφορα Συμβούλια, ὅπως δηλαδὴ γίνεται τώρα. Ἂν εἰς αὐτὰ τὰ Συμβούλια ἐδίδομεν μίαν σημαντικὴν γνώμην, ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος θὰ τὴν παρέβαινε τὴν σημαντικήν του γνώμην, θὰ ἦτο καὶ ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ εἶναι ἐζευγμένος εἰς τὰ διάφορα Συμβούλια, δὲν γνωρίζω τί χρειάζεται ὁ Ὑπουργός. Καὶ ἐπὶ πλέον, κύριοι, εἶναι ἀναληθές, εἶναι ἀνάξιον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος νὰ λέγωμεν ὅτι ἐκ τῆς Βουλῆς καταλαβόντες τὴν διεύθυνσιν τῶν Ὑπουργείων βουλευταί, εἶναι κατώτεροι ἐν τῇ τιμιότητι καὶ ἐν τῇ εὐθύνῃ ἀπὸ τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ Συμβούλιον Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη ἀπὸ τοῦ 1911, πολλάκις καὶ πρὶν καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἐβασάνιζον τὸν νοῦν περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτῶν, καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ θεσμὸς οὗτος, παρ’ ὅλας τὰς ἑκάστοτε παρ’ αὐτοῦ ἐμφανισθείσας ἀνωμαλίας, δυστροπίας, προσωπικότητας, συμπαθείας, ἀντιπαθείας. Οὐχ ἧττον ἐπειδὴ ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ ἀπολαύῃ καὶ παρὰ τῷ λαῷ εὐρυτέρας τινὸς ἀνεξαρτησίας, θεωρῶ καλὸν νὰ διατηρηθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ πρὸς θεραπείαν τῶν παρουσιαζομένων κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου κακῶς ἐτέθη μία τρόπον τινὰ ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν προσφυγὴ εἰς τὴν ὁλομέλειαν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει. Δὲν γνωρίζω ἂν καὶ αὐτὸ εἶναι ἀποτελεσματικόν, διότι τὸ espris de corps μεταξὺ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ ὁλομελείας θὰ παίξῃ τὸν ρόλον του.
§136Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ τὸ αἰτιολογικὸν τῶν ἀποφάσεων;
§137Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀστεῖον, διότι τὸ ἔχομεν εἰς ὅλας τὰς ἀποφάσεις, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔχομεν καὶ αἰτιολογίαν «ἐπειδὴ ἡ ἀγωγὴ δὲν εἶναι νόμιμος». Ἀλλ’ ἴσως λάβωμεν τὴν τιμήν, ἂν ἔχωμεν καιρόν, νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ ψηφίσεως νόμου περὶ τοῦ τρόπου τῆς αἰτιολογίας τῶν ἀποφάσεων, ὅπως ὑπάρχει τοιοῦτος ἐν Βελγίῳ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν καθιερωμένην ὑποχρεωτικὴν τριετῆ μετάθεσιν. Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει συνταγματικῶς νὰ καθηλώσωμεν τὸν δικαστὴν ἐπὶ τρία ἔτη ἢ ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ. Ὁ δικαστὴς ὅταν ἔχῃ ἐκ τοῦ Συντάγματος αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἐπὶ τρία ἔτη θὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, μεταβάλλεται εἰς τυραννίσκον. Αὐτὸ δύναται νὰ εἶναι ἀντικείμενον νόμου. Ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος ὅταν εἰσήγαγε τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διετύπωσε τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι.... κλπ.» Πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐξεδόθη νόμος, ὁ ὁποῖος καθιέρωσε καὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ τὰς περιπτώσεις μεταθέσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεσμευθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἀρχίζομεν ἡμεῖς νὰ τὴν φοβούμεθα. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ἔχει παρακάτω μίαν ὀπὴν (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει.... κλπ.» Καὶ αὐτὸ εἶναι ζήτημα νόμου. Δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τοιοῦτόν τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκτραχύνῃ καὶ νὰ κάμῃ ὑπερφιάλους τοὺς δικαστάς, ἰδίως τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι τὸ 4ον καὶ τὸ 5ον ἐδάφιον πρέπει νὰ ἀπαλειφθοῦν.
§138Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶσθε τῆς ἰδέας ὅτι ὡς εἶχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τὸ ἄρθρον εἶχε καλῶς;
§139Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἀκριβῶς ἐκεῖ πλησιάζω (ἀναγινώσκει). Αὐτὸ θὰ εἶχον τὴν γνώμην νὰ μείνῃ. Ἐδημιουργήθησαν ἐσχάτως, ἰδίᾳ εἰς τὰς Ἀθήνας, διάφορα δικαστήρια, διάφοροι Ἐπιτροπαί, εἰς τὰς ὁποίας παρὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, σπεύδουν οἱ διάφοροι δικαστικοὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, φθείροντες τοὺς χαρακτῆράς των, πιέζοντες τὸν Ὑπουργόν, διότι ὑπέστην καὶ ἐγὼ τοιαύτην πίεσιν καὶ μάλιστα κατὰ τὴν κρατήσασαν νομοθετικὴν ἀταξίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκετο πρὸ Διαταγμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἐπὶ τέλους τῆς Βουλῆς.
§140Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν «ἐκτὸς τῆς ἕδρας», ἀλλὰ πάντως πρὸς ἐκπλήρωσιν δικαστικῶν ἔργων.
§141Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πῶς θέλετε νὰ γίνῃ αὐτό, ἀφοῦ ἐδῶ ἔχομεν ἀνάγκην ὑπηρεσιῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ δικαστὴς ἀσχολεῖται εἰς ἔργα μὴ δικαστικά; Δὲν δύναται ἐπακριβῶς νὰ καθορισθῇ ἂν εἶναι δικαστικὴ ἢ μὴ ἡ ὑπηρεσία. Κατὰ τίνα τρόπον θέλετε διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ στερήσωμεν τὴν Πολιτείαν ἑνὸς ὀργάνου, τοῦ δικαστοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἀνάγκην εἰς ὡρισμένας περιστάσεις; Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὸ νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ ὁποία θὰ εἶναι τελείως παρακωλυτικὴ τῆς Πολιτείας, εἰς ἐκτέλεσιν ὡρισμένων. Δύνανται νὰ ληφθοῦν ἄλλα μέτρα, ὥστε νὰ μὴ γίνεται κατάχρησις, π. χ. νὰ μὴ δύναται οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς νὰ ἀποσπᾷ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο.
§142Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Παραλλήλως πρὸς τὰ δικαστικά του καθήκοντα ἐννοοῦμεν ὅτι δύναται νὰ ἀπασχοληθῇ εἰς διαφόρους Ἐπιτροπάς, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ἀπόσπασιν, τῆς ὁποίας ἀντικείμενον θὰ εἶναι ἡ ἐνέργεια μὴ δικαστικῶν ἔργων.
§143Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἡ ἔννοιά μου εἶναι ὅτι θέλω νὰ καταργήσω τὴν καθιερωθεῖσαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κακίστην συνήθειαν, ἡ ὁποία φθείρει τὸν χαρακτῆρα τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι τείνουν διὰ διαφόρων νομοθετημάτων, ἐπωφελούμενοι τῶν ἀνωμάλων ἐποχῶν, νὰ ἐγκαταλείπουν τὰς θέσεις των λιποτακτοῦντες. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί θέλει ὁ δικαστὴς εἰς τὴν Ἀγορανομίαν διὰ τὰ ψάρια, οἱ ἀστυνόμοι κάμουν πολὺ καλύτερα τὴν δουλειάν των. Τί θέλουν εἰς τὰ Αἰσχροδικεῖα, ἀφοῦ ἔχομεν τὰ Πλημμελειοδικεῖα;
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη εἰς τὰς 5 μ. μ. αὔριον. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.)