1927.05.06
1,966 rows · 14,408 words · 242 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68
Παρασκευὴ 6 Μαΐου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὑποβάλλει ψήφισμα τῆς πανεργατικῆς συγκεντρώσεως τῆς 11ης Μαΐου ἐ. ἔ., δι’ οὗ οἱ ἐργάται αἰτοῦνται τὴν καταπολέμησιν τῆς ἀνεργίας διὰ δημοσίων καὶ δημοτικῶν ἔργων, διὰ τῆς ἱδρύσεως γραφείων ἐργασίας καὶ ταμείων ἀνεργίας μὲ προικοδότησιν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. — Ὁ λαὸς τοῦ Πειραιῶς ὑποβάλλει ψήφισμα, δι’ οὗ ζητεῖ ὅπως ληφθῶσι τὰ προσήκοντα μέτρα κατὰ τῶν πολεμίων καὶ ὑπονομευτῶν τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος καὶ Θρησκείας καὶ παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ἵνα ψηφισθῇ ὁ νόμος δι’ οὗ νὰ τιμωρεῖται ποινικῶς καὶ πάραυτα πᾶς ὅστις φωρᾶται καταφερόμενος κατὰ τῆς θρησκείας κλπ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπενάκης ὑποβάλλει ἀναφορὰν ἁπάντων τῶν κατοίκων Καλαμῶν Μεσσηνίας κλπ., δι’ ἧς οὗτοι αἰτοῦνται τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ νόμου «περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας». — Ὁ Σύλλογος νεοκτηματιῶν Καβάλλας ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ τὴν παραχώρησιν τῶν γηπέδων εἰς τοὺς ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομήσαντας οἰκίας ἀκτήμονας κατοίκους τῆς πόλεως, ἵνα λαμβάνοντες τοὺς τίτλους ἰδιοκτησίας τούτων κατορθώσουν νὰ ἐξεύρουν ἐνυπόθηκα δάνεια. — Ὁ ἐργατικὸς κόσμος Ξάνθης συνελθὼν εἰς γενικὴν συγκέντρωσιν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Πρωτομαγιᾶς ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἀποδοχὴν τοῦ ὑπομνήματος τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος κλπ. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου Μικρασιατῶν προσφύγων Ἡρακλείου διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἀφηνιάσαντος νομάρχου Λυδάκη, διατάξαντος τὴν ἔξωσιν 60 οἰκογενειῶν προσφύγων ἐν ὥρᾳ 3ῃ τῆς νυκτὸς ἐκ τῶν ἐκεῖ Τουρκικῶν στρατώνων. — Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Α. Ἰωαννίδης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Λαύκου, διὰ τῆς ὁποίας αὕτη ἐξαιτεῖται ὅπως ληφθῶσι τὰ δέοντα νομοθετικὰ μέτρα, ὡς παρόμοια ἐλήφθησαν καὶ διὰ τὰς χαλαζοπλήκτους περιφερείας Πελοποννήσου, ἵνα ἀπαλλαγῶσι προσωρινῶς τῆς ἐπιβληθείσης χρηματικῆς φορολογίας, καθότι αἱ ὑπὸ τῶν ἐπισήμων ἐκθέσεων πιστοποιούμεναι ζημίαι των ἐκ χιονοθυέλλης εἰς τὰ ἐλαιόδενδρα ἀνέρχονται εἰς 60 καὶ πλέον ἑκατομμύρια δραχμῶν, παρακαλεῖ δὲ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ὅπως εὐμενῶς ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐπιληφθῇ τῶν δεόντων. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Α. Μαζαράκης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως καὶ δικαιολογήσεως προκαταβολῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ἰωαννίδης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως δημοσίων ὁδῶν καὶ συνομολογήσεως τοῦ ἀπαιτουμένου δανείου» καὶ «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους». — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Κυβετὸς ὑποβάλλει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν προσφυγικῶν ὀργανώσεων ἐπὶ ἀρξαμένης ὑπὸ Ὑφυπουργείου Ἀνταλλαγῆς καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης περικοπῆς τῶν προσφυγικῶν ἀποζημιώσεων δι’ ὑποβιβάσεως τῆς τιμῆς τῆς λίρας ἀπὸ 358 εἰς 342 δραχμάς, συνιστᾷ δὲ τὴν ἄμεσον ἐπέμβασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§3Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἰς τὴν τελευταίαν ἀναφορὰν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κυβετοῦ ἀπαντῶ λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος τοῦ θέματος αὐτὴν τὴν στιγμήν, κ. Πρόεδρε. Ἡ περικοπὴ ἔγεινεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ τιμὴ τῆς λίρας κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μέσης τιμῆς τοῦ τελευταίου ἑξαμήνου. Ἐπειδὴ ἡ τιμὴ τῆς λίρας ἔπεσεν, ὁ μέσος ὅρος εἶναι κατώτερος καὶ δι’ αὐτὸ ἐγένετο ἡ περικοπή.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§5Χ. ΛΑΔΑΣ. Νὰ ψηφίσωμεν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προκαλέσουν συζήτησιν.
§6Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ παρακαλέσω πρῶτα νὰ κάμῃ τὴν εἰσήγησιν ὁ κ. εἰσηγητής.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπαμπᾶκος ὡς εἰσηγητὴς τοῦ Συντάγματος ἔχει τὸν λόγον.
§8Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἡ πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν τροπολογιῶν τῶν ὑποβληθεισῶν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, κύριοι, ἀπὸ ἑβδομάδων ἤδη περατώσασα τὸ ἔργον αὐτῆς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα τῆς συντελεσθείσης ἐργασίας. Ἤδη δὲ εἰσηγεῖται πρὸς αὐτὴν τὸ τρίτον καὶ τελευταῖον μέρος, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὰ ἄρθρα 66 καὶ ἐπέκεινα μέχρι τέλους τοῦ Συντάγματος. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ πολύτιμον τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπισπεύσεως τῆς ἐργασίας ταύτης, ἐν βραχυλογίᾳ προτίθεμαι νὰ ἐκθέσω μόνον ὅσας τροπολογίας ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς δεκταὶ ἢ καὶ ἀκόμη ἄλλας τινὰς διατάξεις, ἀποτελεσάσας ἀντικείμενον σοβαρᾶς καὶ ἐμπεριστατωμένης συζητήσεως ἕνεκα ὑπαρξάσης διχογνωμίας ἢ ἐξ αἰτίας συγκρουομένων τροπολογιῶν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ καθορίζοντος τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας προετάθησαν συστήματα δύο διὰ τὴν ἐκλογήν. Τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου ὑπὸ τοῦ Λαοῦ διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας ἢ καὶ μὴ τοιαύτης καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ὁμοῦ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπέκλινεν ὑπὲρ τοῦ δευτέρου τούτου συστήματος ἵνα μὴ προστρίβεται τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τοῦ προεδρικοῦ ἀξιώματος, διὰ τῆς καθόδου τοῦ Προέδρου εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Προετίμησε δὲ τὴν πενταετίαν, τὴν ὁποίαν καθώριζε τὸ Σύνταγμα ὡς διάρκειαν τῆς προεδρικῆς θητείας νὰ μεταβάλῃ εἰς ἑπταετίαν ἐπὶ τῷ λόγῳ ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν ἀργότερον διεξάγονται αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἐπέρχεται ἡ ἐκ τούτων ἀνωμαλία. Τὰ ὑπόλοιπα τοῦ Κεφαλαίου τούτου ἄρθρα μέχρι τοῦ 74, ἀφορῶντα τὰς καθ’ ἕκαστον ἁρμοδιότητας τοῦ Προέδρου, ἡ Ἐπιτροπὴ κατέλιπεν ἀνέπαφα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 74 ἐγένετο συζήτησις ἀξία μνείας. Ὑπεστηρίχθη ὑπό τινων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ νόμος δὲν δημοσιευθῇ ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἐντὸς τοῦ διμήνου ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς του, καθίσταται ἄκυρος· ἐζητήθη δὲ ἐπιπροσθέτως ἵνα τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἀναγραφῇ καὶ διὰ ρητῆς διατάξεως. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀπεδέχθη τὴν γνώμην αὐτήν, βασιζομένη ἐπὶ μιᾶς κρατούσης ἐν τῇ Ἐπιστήμῃ θεωρίας, ἡ ὁποία ἐν τῷ προγενεστέρῳ μὲν Συντάγματι τοῦ 1911 εἶχεν ἀξίαν, νῦν ὅμως οὐδεμίαν εὑρίσκει θέσιν. Εἶναι δὲ αὕτη ἡ γνωστὴ θεωρία τῆς «κυρώσεως—δημοσιεύσεως» κατὰ τὴν ὁποίαν «κύρωσις» ὡς πρᾶξις ὀργάνου πολιτειακοῦ δὲν ὑπάρχει, δὲν ἐκδηλοῦται εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον, ἄνευ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐπειδὴ τὸ βασιλικὸν ὄργανον εἶχεν ἄλλου εἴδους συμβολὴν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νόμου καὶ ἀπετέλει παράγοντα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ κύρωσις τοῦ νόμου ὑπ’ αὐτοῦ ἦτο μία πρᾶξις ἀποτελοῦσα, κατὰ τὸν τεχνικὸν ὅρον τῆς Ἐπιστήμης, «τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Κυβερνήσεως», μὴ ἐκδηλουμένη εἰμὴ μόνον διὰ τῆς δημοσιεύσεως. Πρὸ τῆς δημοσιεύσεως δὲν ὑπῆρχε κύρωσις καὶ ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε νόμος καί, κατ’ ἀκολουθίαν, νόμος μὴ δημοσιευθεὶς ἐντὸς τοῦ διμήνου ἦτο ἄκυρος. Καὶ ὀρθῶς κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 διὰ κατηγορηματικῆς διατάξεως καθωρίσθη τοῦτο. Ἤδη ὅμως ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν συμπράττει εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος εἶναι ἐντελὴς μετὰ τὴν ὑπὸ τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων ψήφισίν του, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἁπλῶς ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐκδίδει καὶ δημοσιεύει τὸν ὑπάρχοντα ἤδη νόμον. Τούτου τεθέντος, ἂν παρέλθῃ τὸ δίμηνον, ἡ μόνη κύρωσις τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐπιταγῆς εἶναι ἡ ποινικὴ καὶ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν, ὁ νόμος ὅμως αὐτὸς καὶ μετὰ τὸ δίμηνον εἶναι ἔγκυρος καὶ χρήζει δημοσιεύσεως καὶ ὀφείλει νὰ δημοσιευθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις θὰ διαδεχθῇ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀθετήσασαν τὴν δίμηνον προθεσμίαν καὶ παραβιάσασαν οὕτως τὸ Σύνταγμα. Κατὰ συνέπειαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσων ἀνέπτυξα τὸ ἄρθρον παρέμεινεν ἀνέπαφον, ἀπορριφθεισῶν τῶν ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογιῶν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75. Ὑπῆρχεν ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματι σπουδαία καὶ ἀξιόλογος καινοτομία. Καθιεροῦται θεσμὸς κατὰ πρῶτον ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς Συντάγμασι ἐμφανιζόμενος, ὡς θεσμὸς δηλαδὴ δημοσίου δικαίου. Οὗτος εἶναι τὰ Νομοθετικὰ κατ’ ἐξουσιοδότησιν Διατάγματα, ἅτινα δικαιοῦται νὰ ἐκδίδῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐδέχθη ἐν τῷ ἄρθρῳ 65, τὸ ὁποῖον διετύπωσε καὶ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἤδη ὑπὸ κρίσιν ὑμῶν, ἕνα καινοφανῆ θεσμὸν ἕτερον, τὸν τῆς μικτῆς κατ’ ἐξουσιοδότησιν νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις συνερχομένη καὶ κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν Σωμάτων θὰ δύναται νὰ ψηφίζῃ τοὺς νόμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσάγωνται εἰς αὐτήν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 65. Πρόδηλον εἶναι ὅτι δὲν δύναται νὰ συνυπάρξῃ μετὰ τοῦ ἄρθρου 65 ὁ κατὰ τὰ ἄλλα ἄξιος προσοχῆς θεσμὸς τῶν κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν Διαταγμάτων, διότι καὶ σύγχισις θὰ ἐπήρχετο καὶ ἀταξία ἐν εὐρεῖ κύκλῳ καὶ πλείονες πηγαὶ δικαίου διὰ τῆς παραλλήλου ἐφαρμογῆς τῶν θεσμῶν τούτων ἤθελον δημιουργηθῆ. Ἡ Βουλή, ἂν δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν σύστασιν τῆς μικτῆς κατ’ ἐξουσιοδότησιν Ἐπιτροπῆς, δέον νὰ ἀποδεχθῇ, νομίζομεν, τὴν ἀπαλειφθεῖσαν διάταξιν τῶν κατ’ ἐξουσιοδότησιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, διότι ἔχουσι ταῦτα σκοπὸν καὶ νὰ θεραπεύσωσιν ἀνάγκην προφανῆ, ἀλλὰ καὶ νὰ τερματίσωσιν ὁριστικῶς διὰ τὸ μέλλον τὴν χρῆσιν τῆς μεθόδου τῶν ἁπλῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐν πληθύϊ καὶ ἄνευ προσοχῆς ἢ ἀνάγκης τινὸς ἐξεδίδοντο καὶ ἀπέβησαν πραγματικῶς πληγὴ τοῦ παρ’ ἡμῖν Δικαίου καὶ ἐδεινοπάθησεν ὄντως ἐξ αὐτῶν καὶ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ Χώρα. Ἐπὶ τῇ προόψει ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν μικτὴν κατ’ ἐξουσιοδότησιν Ἐπιτροπήν, διεγράφη ἀπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁ θεσμὸς τῶν κατ’ ἐξουσιοδότησιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Ἀπομένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ μεταξὺ τῆς μικτῆς κατ’ ἐξουσιοδότησιν Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν τελευταίων τούτων. Ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων πέραν τοῦ 75 μέχρι τοῦ 81, καθιερούντων καὶ τούτων καθ’ ἕκαστον ἁρμοδιότητας τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, οὐδεμία ἐπῆλθε μεταβολή. Ἐν τῷ 82ῳ ἄρθρῳ τοῦ κειμένου ἀφορῶντος τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας τοῦ ἀπονέμειν ἀμνηστείας καὶ χάριτας, ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ αὕτη· ἐθεωρήθη ὅτι ἔδει νὰ ἀποσοβηθῇ ἐφεξῆς τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τῆς ἀπονομῆς διὰ νόμου ἀμνηστείας ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων, καθόσον διὰ τῶν μεθόδων τούτων καὶ ὁ θεσμὸς τῆς ἀμνηστείας, ἄλλην αἰτιολογίαν ἐχούσης καὶ εἰς ἄλλον ἀποβλεπούσης σκοπόν, παρεγνωρίσθη καὶ ἐμειώθη αἰσθητῶς ἡ ἐκφοβιστικὴ ἰδίᾳ δύναμις τῶν ποινῶν κατὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ προωθεῖται ἡ ἐγκληματικότης. Ἐπειδὴ δέ, ὡς εἶναι γνωστόν, ὑπὸ τὰ δεδομένα τῆς Ἐπιστήμης, κατὰ τὴν ἄρχουσαν γνώμην, εἶναι δυνατόν, ὡς εἶχε τὸ Σύνταγμα, διὰ νόμου νὰ χορηγηθῇ ἀμνηστεία ἐπὶ κοινοῦ ἐγκλήματος, διότι ἡ ἀμνηστεία δὲν ἀποτελεῖ ἄλλο τι παρὰ ὁριστικὴν ἀναστολὴν ποινικῆς τινος διατάξεως μετ’ ἀναδρομικῆς δυνάμεως, νεώτερος δὲ κανὼν Δικαίου ἀναιρεῖ προγενέστερον, ἐθεωρήθη ὅτι δέον νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ χορήγησις διὰ νόμου ἀμνηστειῶν ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων διὰ ρητῆς διατάξεως, διατυπωθείσης ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου. Πλὴν τούτου καὶ περὶ ἑτέρου ἀντικειμένου ἀπῃτεῖτο μέριμνα, περὶ τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ τῆς χορηγήσεως χάριτος μετ’ ἄρσεως τῶν συνεπειῶν, ὡς καθιερώθη ἐν τῇ πράξει. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ χάρις, ὡς ἐννοεῖται ἐν τῷ Δημοσίῳ Δικαίῳ, ἀποτελεῖ μίαν λειτουργίαν εἴτε τοῦ βασιλικοῦ ὀργάνου ἄλλοτε, εἴτε ἤδη τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία ἀφορᾷ μόνον τὴν ἀποσόβησιν τῆς ὑλικῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς. Εἶναι παραδεδεγμένον ὅτι αἱ λοιπαὶ τῆς ποινῆς συνέπειαι διατηροῦνται, αἰρόμεναι μόνον διὰ τῆς «ἀποκαταστάσεως», ὡς διαγράφεται ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ. Προφανῶς κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων διατάξεων καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν παραδοχῶν, παρετηρήθη τὸ φαινόμενον τῆς ἀθρόας χορηγήσεως χαρίτων μετ’ ἄρσεως τῶν συνεπειῶν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ πλήττῃ καὶ τὸ αἴσθημα τῆς Δημοσίας Γνώμης, παρατηρούσης ἐγκληματίας, καταδικασθέντας λόγῳ ἀτιμωτικῶν ἀδικημάτων, νὰ ἀπαλλάσσωνται καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρίστανται καθαροὶ πάσης κηλῖδος, ἴσοι πρὸς ἴσους, ἀπέναντι τῶν ἄλλων πολιτῶν. Καὶ τὸ κακὸν τοῦτο ἐπεζητήθη νὰ ἀποφευχθῇ διὰ τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 3, ἐχούσης ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ χάρις δὲν αἴρει τὰς παρεπομένας ποινάς». Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ΣΤʹ, τοῦ ἀφορῶντος τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Ὑπουργούς, τὸ πρῶτον τούτου ἄρθρον περιέχει τὸν θεσμὸν τῆς ἐνιαυσίου πρωθυπουργικῆς θητείας. Ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ πλειονοψηφίαν κρίνασα, ἐνόμισεν ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος ἀντιτίθεται πρὸς τὰς κρατούσας παραδόσεις καὶ τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν ἱστορίαν τῶν ἐν Ἑλλάδι πολιτικῶν κομμάτων, ἐν τοῖς ὁποίοις πρωτεύουσαν θέσιν κατέχει καὶ κέντρον τῆς βαρύτητος ἀποτελεῖ ἡ προσωπικότης τοῦ ἀρχηγοῦ, ἀσκοῦντος τὸ ἀνάλογον γόητρον καὶ ἐπὶ τοῦ τμήματος ἐκείνου τοῦ Λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ὡρισμένον τι πολιτικὸν κόμμα. Εἶναι ἄλλως τε ἐξώφθαλμον ὅτι τὰ ἀστικὰ κόμματα ἐλαχίστας μεταξὺ αὐτῶν ἐμφανίζουν προγραμματικὰς διαφορὰς ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιδίωξιν οἰκονομικῶν, διοικητικῶν, κοινωνικῶν ἢ καὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς προγραμμάτων, δὲν προσδίδουν εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν τύπον ἴδιον, ὡς ἐκ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον τὸ κόμμα ἐμφανίζει, εἰς τρόπον ὥστε τὸ πρόγραμμα νὰ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νὰ προεξάρχῃ καὶ ὄχι ἡ φυσιογνωμία τοῦ ἀρχηγοῦ. Πρὸς τὸ παρὸν δὲν ἀπεμακρύνθημεν τῶν προσωπικῶν κομμάτων. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τό γε νῦν τουλάχιστον εἰς τρόπον ὥστε νὰ θεωρῆται ὅτι δὲν δύναται νὰ τελεσφορήσῃ παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῆς ἐνιαυσίου πρωθυπουργικῆς θητείας ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ ἠδύνατο τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα νὰ ἐναλλάσσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν ἐπιλέκτων τῶν τάξεων αὐτοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε τὴν διάταξιν. Τὸ 87ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος συνιστᾷ θεσμὸν νέον ἐν τῷ παρ’ ἡμῖν Δημοσίῳ Δικαίῳ. Διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἐπεζητήθη νὰ μεταβληθῶσιν εἰς κανόνας συνταγματικοὺς γραπτοὺς οἱ ἕως τοῦδε ἄγραφοι κανόνες τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, οἱ λεγόμενοι κανόνες τῆς «κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως». Ὑπῆρξε γνώμη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἀνεπτύχθη μάλιστα ὑπὸ τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὸ ἄρθρον θὰ ἦτο περιττόν, καὶ θὰ ἦτο περιττόν, ὑπεστηρίχθη, διότι οἱ θεσμοὶ οἱ κοινοβουλευτικοὶ καλῶς ἐμορφώθησαν παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ πράξει, διότι διὰ τῆς δεσμεύσεως τῶν κανόνων, διὰ τῆς μεταβολῆς αὐτῶν ἀπὸ ἀγράφων εἰς κανόνας γραπτούς, θὰ ἠδύνατο ἡ οὐσία νὰ καταστραφῇ ὑπὸ τὸν τύπον καὶ θὰ ἔτεινε νὰ παρεμποδισθῇ ἡ φυσιολογικὴ καὶ ἐλευθέρα αὐτῶν ἀνάπτυξις, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἰδιάζον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Οὐχ ἧττον ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, καίτοι ἀνεγνώρισε τὴν θεωρητικὴν ἀξίαν τοιαύτης τινὸς παραδοχῆς, ἐνόμισεν ἐν τούτοις ὅτι διὰ λόγους ἐπιτεύξεως κυβερνητικῆς εὐσταθείας καὶ ἀποφυγῆς τῆς κωλυσιεργείας, ἐξ ἧς ἀληθῶς πολλὰ τὰ δεινὰ ἔπαθε τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα κατὰ τὸ παρελθόν, ἔπρεπε νὰ διατηρήσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ νὰ ἐπιφέρῃ καὶ βελτιώσεις τινάς, αἵτινες θὰ ἐσκόπουν, χωρὶς νὰ παραβλάψουν τοὺς κανόνας τούτους, οὐδὲ νὰ προσβάλωσι τὸ εὔθικτον ἄλλως τε κοινοβουλευτικὸν σύστημα, βελτιώσεις λέγω τινάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐσκόπουν ἀκριβῶς νὰ ἐκπληρώσωσι τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ καθιέρωσις τῶν διατάξεων, δηλαδὴ τὸν σκοπὸν τῆς κυβερνητικῆς εὐσταθίας καὶ τῆς ἀποφυγῆς τῆς κωλυσειργείας. Αἱ τροποποιήσεις αὗταί εἰσιν αἱ ἑπόμεναι. Ἐκρίθη ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς μιᾶς προτάσεως δυσπιστίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῆς ἑτέρας τοιαύτης νὰ παρεμβληθῇ τουλάχιστον ἓν δίμηνον, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ διμήνου τούτου ἡ Κυβέρνησις, ἀνενόχλητος ἀπὸ κωλυσιεργικοὺς περισπασμούς, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός της καὶ νὰ ἀποτραπῶσιν, κατὰ τὸ δίμηνον τουλάχιστον, αἰφνιδιασμοί, τοὺς ὁποίους θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιχειρήσῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μία ὀξέως ἀσκουμένη ἀντιπολίτευσις. Ἐπίσης ἐγένετο δεκτὸν ἵνα ἐν τῇ προτάσει τῆς δυσπιστίας καθορίζωνται σαφῶς τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στραφῇ ἡ συζήτησις πρὸς ἀποφυγὴν ἀπεραντολογίας καὶ χάριν σαφοῦς θέσεως τῶν ζητημάτων. Καθὼς ὡσαύτως ἐγένετο δεκτὸν ὅπως ὑποχρεωτικῶς ψηφίζουν ἐπὶ προτάσεων ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας οἱ Ὑπουργοὶ–βουλευταί, καίτοι κατὰ τῆς παραδοχῆς ταύτης προὐβλήθη σοβαρὰ ἀντιλογία ὑποστηριξάντων τινῶν ὅτι τὸ ἔθιμον ὅπερ ἐμορφώθη ἐν Ἑλλάδι τοῦ νὰ ἀρνῶνται οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ ζητημάτων ἐμπιστοσύνης ψῆφον, εἶναι ἀπότοκον μιᾶς ἠθικῆς ἀντιλήψεως καὶ ὑγιοῦς, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἐλεγχόμενος νὰ εἶναι καὶ ὁ κριτὴς τῆς πράξεώς του. Ἐν τούτοις ἡ ἀντίρρησις αὕτη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πρότασις ἐπεδοκιμάσθη καὶ προτείνεται μετὰ τῶν ἄλλων. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 90 ἐπῆλθεν ἡ ἑξῆς μεταβολή. Ἀνεγράφη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ Γενικὸς Διοικητὴς οὔτε ἐπὶ βαθμῷ Ὑπουργοῦ ἢ Ὑφυπουργοῦ καὶ τοῦτο πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, τοῦ παρατηρουμένου ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τοῦ νὰ παραμελῶσιν οἱ τοιοῦτοι Γενικοὶ Διοικηταὶ τὰ καθήκοντα αὐτῶν, εἴτε ὡς Γενικοὶ Διοικηταί, λόγῳ τῶν ἀλλεπαλλήλων εἰς Ἀθήνας ταξειδίων, παρατεινομένων ἑκάστοτε ἀσκόπως, εἴτε ὡς βουλευτής, λόγῳ τῆς παραμονῆς των ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Σημειωτέον, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη τῆς Ἐπιτροπῆς διετυπώθη κατὰ ὁμοψηφίαν. Ἐπὶ τῶν Κεφαλαίων, τῶν ἀφορώντων, κύριοι συνάδελφοι, τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἀφορῶσα τὴν ἄρσιν τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, συνεπείᾳ δύο συγκεκριμένων προτάσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτήν. Ἐκ τῶν προτάσεων τούτων ἡ πρώτη ἀφεώρα τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ, ἡ δὲ ἑτέρα τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Μεταξὺ τῶν πολλῶν λόγων, οἵτινες προεβλήθησαν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀνάγκης ταύτης, ὑπῆρξαν οἱ ἀναγόμενοι κυρίως εἰς τὸ ὅτι ἡ Δικαιοσύνη χωλαίνει, ὀλιγώτερον μὲν τῶν ἄλλων κρατικῶν ὑπηρεσιῶν, πάντως ὅμως ὑστερεῖ, λόγῳ τῆς κακῆς ποιότητος πολλῶν δικαστῶν, ὀφειλομένης εἰς τὴν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀμελέτητον καὶ πρόχειρον εἰσαγωγὴν οἱωνδήποτε ἐπιστημόνων εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ εἰς τὰς τελευταίας πολιτικὰς ἀνωμαλίας. Ἰδιαιτέρως δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν πρότασιν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν Ἄρειον Πάγον, ὑπεστηρίχθη καὶ ἕτερος λόγος ἐνδεικνύων τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτοῦ, ἐγκείμενος εἰς τὸ ὅτι τὸ Ἀνώτατον τοῦτο Δικαστήριον τοῦ Κράτους δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιδείξῃ τὴν δέουσαν ἀντοχὴν ὅταν ἐκλήθη νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἐπιβαλόντος ἀναδρομικῶς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων ὑπῆρξε μακρά, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ κακά, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τῶν βιαίων ἐκκαθαρίσεων τοῦ παρελθόντος καὶ ὅτι ἐπὶ πλέον ἡ συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐνεῖχε τι τὸ ἀπαράδεκτον, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐκαλεῖτο νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἕδρας του, καίπερ ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῆς διατάξεως χομένη δὲ τὴν ἐπίτευξιν τῶν εὐκταίων ἀποτελεσμάτων, τῶν ἐκ μιᾶς φυσικῆς ἐκκαθαρίσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἀπέρριψε τὰς περὶ ἀναστολῆς προτάσεις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τοῦ καθορίζοντος τὴν ἰσοβιότητα καὶ τὸ ἀμετάθετον, ἐτοποθετήθη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγιγνώσκει): «Ἀπαγορεύεται ἡ ἀπόσπασις δικαστικοῦ ὑπαλλήλου πρὸς ἐκτέλεσιν μὴ καθαρῶς δικαστικῶν ἔργων ἐκτὸς τῆς ἕδρας του», καίπερ ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῆς διατάξεως ταύτης προεβλήθησαν σοβαραὶ ἀντιρρήσεις. Προετάθη περαιτέρω νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἰσοβιότης εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ ἔφερον ἐπιχείρημα οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ἐκτὸς τοῦ ὅτι μεῖζον γόητρον θὰ προσδοθῇ εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον ἐξ ἄλλου ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκφέρει τὴν γνώμην δημοσίᾳ, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν δικαστικόν, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει ταύτην ἐν μυστικῇ συσκέψει. Ἡ Ἐπιτροπὴ οὐχ ἧττον ἠθέλησε νὰ παραμείνῃ ἡ διάταξις ὡς εἶχεν ἐν τοῖς μέχρι τοῦδε Συντάγμασι, μὴ ἐπεκτείνασα τὴν ἰσοβιότητα καὶ ἐπὶ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τῶν μεταβολῶν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος ἀπεφασίσθη καὶ εἰσηγούμεθα ἵνα: Πρῶτον, πλὴν τῶν προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων, ὑπάγωνται ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ διορισμοί, αἱ τοποθετήσεις καὶ αἱ ἀποσπάσεις. Δεύτερον, ὅπως τὰς ἐπὶ τῶν τοιαύτης φύσεως μεταβολῶν γνωμοδοτήσεις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραπέμπῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῆς ὁποίας αἱ ἀποφάσεις νὰ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ καὶ τρίτον προτείνεται ἵνα ἡ προαγωγὴ εἰς τὴν θέσιν τοῦ προέδρου, ἀντιπροέδρου καὶ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐνεργεῖται κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὰ τῆς ἀναστολῆς ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐν περιπτώσει πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως καὶ τὰ τῆς κηρύξεως τῆς Χώρας εἰς κατάστασιν πολιορκίας παρέμεινεν ἀνέπαφον, ἐπίσης τὰ ἀφορῶντα τὴν δημοσίευσιν καὶ τὸ ἠτιολογημένον τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Ἐπὶ τοῦ 98ου ἄρθρου τοῦ καθορίζοντος τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων καὶ τῶν Ἐφετείων ὡς ποινικῶν δικαστηρίων ἐπὶ κακουργημάτων ὡς καὶ τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων, ἐπῆλθον μεταβολαί τινες, αἵτινες προτείνονται ὡς ἑξῆς: Τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἐκδίκασιν ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων τῶν ἀδικημάτων τῶν διαπραττομένων ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων κατὰ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν, ἀπήλειψεν ἡ Ἐπιτροπή, νομίσασα ὅτι τὰ τακτικὰ δικαστήρια παρέχουν πᾶσαν ἐγγύησιν κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτου εἴδους παραβάσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἐφετείων ὡς ποινικῶν δικαστηρίων ἐκδικαζόντων κακουργήματα, τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν ἡ Ἐπιτροπὴ οὐ μόνον διετήρησεν, ἀλλὰ καὶ κατέστησεν εὐχερῆ τὴν εὔρυνσιν αὐτῆς, προσθέσασα ὅτι τὰ ὑπαχθέντα εἰς τὰ Ἐφετεῖα ἀδικήματα ἐξακολουθοῦν ὑπαγόμενα εἰς αὐτά, ὡς καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὑπαχθησόμενα, προῆλθε δηλαδὴ εἰς νέαν διατύπωσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ, ἵνα διὰ νόμου γίνῃ δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ἡ ἁρμοδιότης τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων δι’ ἀναθέσεως εἰς τὰ Ἐφετεῖα τῆς ἐκδικάσεως καὶ ἑτέρων κακουργημάτων. Τοῦτο καὶ ἐγένετο δεκτὸν τοῦ λόγου ὅτι, ὡς κατεδείχθη, τὰ Ἐφετεῖα καλῶς ἐκδικάζουν τὰ εἰς αὐτὰ ἀνατεθέντα κακουργήματα, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα—ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν—δυσπιστίας τινός, μετὰ τῆς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προβλέπει τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ταλαντίζει ἡ ὁσημέραι αὐξάνουσα κοινωνικὴ λεγομένη συναλλαγή, νόσος ἐξ ἧς πάσχομεν ὄχι ὀλίγον. Τὰ Κακουργιοδικεῖα τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων ἐμφανίζουν ἁπτότερα τὰ δείγματα τῆς ἐπιδράσεως τῆς συναλλαγῆς ταύτης ἐπὶ τῶν ὁρκωτῶν δικαστῶν, εἰς τρόπον ὥστε, ὅσοι ἠσχολήθησαν ὡς ἐπαγγελματίαι μὲ τὴν ἐκδίκασιν ποινικῶν ὑποθέσεων, νὰ ἀποκομίζουν τὸ αἴσθημα τῆς ἀπογοητεύσεως, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη συνήθως ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων, Τοιούτων λόγων ἕνεκα, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐξ τινων ἄλλων ἐγκειμένων εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς προσφορωτέρας ἀντιμετωπίσεως τῆς προϊούσης ἐγκληματικότητος ἐν τῷ Τόπῳ, προτείνομεν τὴν διατύπωσιν ἥτις καὶ τὴν σημερινὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἐφετείων διατηρεῖ καὶ καθιστᾷ δυνατὴν τὴν ἐπέκτασιν ταύτης ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὁψέποτε αὕτη ἤθελε νομίσῃ τοῦτο σκόπιμον. Ὡς πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων, ὡς τὸ ἄρθρον εἶχε διατυπωθῆ ἐν τῷ ὑπὸ ἐπεξεργασίαν Συντάγματι, ἐξαιροῦνται τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων τούτων τὰ «μὴ καθαρῶς στρατιωτικὰ» ἀδικήματα. Ὁ ὅρος οὗτος ἦτο ἀσύμφορος. Δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς συγκεκριμένην ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἢ ἐν τῷ νόμῳ διαίρεσιν ἀδικημάτων καὶ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ λαβὴν εἰς διαφόρους ἑρμηνείας, εἰς ἀμφισβητήσεις δικαιοδοσιῶν καὶ νὰ παράσχῃ δυσχερείας. Ἐξ ἄλλου ἀνεγνωρίσθη ὅτι οὐχὶ πάντα τὰ μὴ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα ἔδει νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Στρατοδικείων, καθόσον ὑπάρχουσιν ἀδικήματα μὴ καθαρῶς στρατιωτικά, τὰ ὁποῖα ὅμως χάριν τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Στρατεύματος ἁρμόζει νὰ ἐκδικάζωνται ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐθεωρήθη ὅτι ἡ διατύπωσις ἔδει νὰ διαρρυθμισθῇ. Παραλλήλως οὐχ ἧττον ἐκρίθη σκόπιμον ἵνα ὡρισμέναι τινὲς κατηγορίαι ἀδικημάτων, ἰδίᾳ τῶν διαπραττομένων ὑπὸ στρατιωτικῶν καὶ στρεφομένων κατὰ ὡρισμένων συμφερόντων τῶν ἰδιωτῶν, ὅτι ἔδει, λέγω, αἱ κατηγορίαι αὗται νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τῶν Στρατοδικείων καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Τὰ ἀδικήματα ταῦτα ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι τὰ στρεφόμενα κατὰ τῆς ζωῆς, προσωπικῆς ἐλευθερίας, σωματικῆς ἀκεραιότητος καὶ τιμῆς τῶν πολιτῶν. Τὰ ἀδικήματα ταῦτα ὑπαγόμενα εἰς τὰ Στρατοδικεῖα μέχρι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1925, δὲν ἐδικάζοντο πάντοτε καλῶς. Τὰ Στρατοδικεῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐμφορούμενα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης καὶ ἐξ ἀντιλήψεων συνυφασμένων μετὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ἐπαγγέλματος, δὲν ἔκρινον, λέγω, πάντοτε καλῶς καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι τοῦτο σημαίνει κακὴν ἀπόδοσιν δικαιοσύνης, ἐξ ἑτέρου ἀντανακλᾷ ὀλεθρίως καὶ ἐπὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἡ ὁποία βεβαίως ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅπως ὅλοι οἱ πολῖται δικάζωνται ἐν φιλελευθέρᾳ Χώρᾳ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπο, καὶ ἐν ἰσότητι ἀπολύτῳ. Αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ Στρατεύματος εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ εἶναι ὁ Στρατὸς ἀγαπητὸς παρὰ τοῦ λαοῦ, ἀποκρούων τὴν ἀπονομὴν εἰδικοῦ δικαίου μεταξὺ αὐτῶν. Κατὰ τὰς σκέψεις ταύτας ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν ἐνόμισεν ὅτι τὸν ὅρον «καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα» ἔδει νὰ ἀπαλείψῃ, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ἐξαιρέσῃ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα ὑπὸ στρατιωτικῶν καὶ στρεφόμενα κατὰ τῆς ζωῆς, τῆς ὑγείας, τιμῆς, ἁγνείας καὶ σωματικῆς ἀκεραιότητος τῶν ἰδιωτῶν ἢ ἀφορῶντα εἰς βλάβην τῆς περιουσίας των. Ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας οὐδεμία ἐπῆλθεν ἀλλοίωσις, πλὴν τοῦ ὅτι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συμβουλίου προσετέθη καὶ ἡ ὑπάρχουσα κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐπεξεργασία τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων. Τοῦτ’ αὐτὸ ῥητέον καὶ περὶ τοῦ Κεφαλαίου τοῦ ἀφορῶντος τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, πλὴν ἐπουσιωδῶν μεταβολῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ ἀποκέντρωσιν, ἠγέρθη ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα τῆς θέσεως τῶν θεσμῶν ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ἐξεφράσθη γνώμη ὅτι τῶν διοικητικῶν συστημάτων ἡ ἀναγραφὴ καὶ διατύπωσις εἶναι ἔργον τοῦ νομοθέτου καὶ ὄχι τοῦ Συντάγματος. Ὑπεστηρίχθη ἐκ παραλλήλου ὅτι ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἀκόμη ὥριμος διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς Νέας Χώρας, ὅτι ἀκόμη θὰ ἀπῃτεῖτο μία γενικωτέρα διαρρύθμισις τοῦ διοικητικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας, τέλος δὲ ὑπὸ τῶν ὑποστηριζόντων τὴν μὴ ἐγγραφὴν τῶν θεσμῶν ἐν τῷ Συντάγματι ἐξεφράσθη ὁ φόβος ὅτι ἡ ἀναγραφὴ αὕτη θὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν νομοθέτην εἰς τὸ νὰ ἐνεργήσῃ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν συστημάτων ἐσπευσμένως, βεβιασμένως καὶ ἀμελετήτως. Ἐν τούτοις ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν ὅτι ἀπηχεῖ τὸ λαϊκὸν αἴσθημα ἡ ἀναγραφὴ τῶν θεσμῶν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ὑποδήλωσιν τοῦ συντακτικοῦ νομοθέτου πρὸς τὸν τακτικὸν νομοθέτην τῆς λαϊκῆς ἐπιθυμίας, ἵνα τὸ ταχύτερον προβῇ εἰς τὴν θεσμοθέτησιν τῶν συστημάτων τούτων, ἐκ τῶν ὁποίων προσδοκᾶται βελτίωσις τῆς παρ’ ἡμῖν διοικήσεως. Ἐπὶ ἄρθρου τινὸς τῶν γενικῶν διατάξεων, τοῦ 112, προσετέθη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακληθῶσι διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ Διατάγματα, εἴτε τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, εἴτε Ὑπουργῶν, ἀφορῶντα τὴν προσωπικὴν θέσιν ὑπαλλήλων καὶ τοῦτο πρὸς ἀποτροπὴν διὰ τὸ μέλλον τῶν κακῶς κρατησάντων ὡς πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα, ὥστε νὰ ἀνακαλοῦνται προσωπικὰ Διατάγματα, ἀφορῶντα ἰδίᾳ διορισμοὺς ἢ ἀφορῶντα τὴν θέσιν ἀξιωματικῶν εἰς διαθεσιμότητα ἢ ἀργίαν ἢ ἀποδοχὰς παραιτήσεων κτλ. Ἐν τούτοις θεωρητικῶς διετυπώθη μία ἀντίρρησις ἀξία λόγου κατὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, ἀντίρρησις στηριζομένη ἐπὶ τοῦ κανόνος ὅτι τυπική τις πρᾶξις τῆς Πολιτείας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακληθῇ δι’ ἑτέρας τοῦ αὐτοῦ τύπου πράξεως, διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ δηλαδή. Τὸ Διάταγμα κατὰ τὸ κρατοῦν πολίτευμα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀνακαλεῖται διὰ Διατάγματος καὶ ὅτι, ὑπεστηρίχθη, ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καλῶς ἐνασκούμενος ἀποτελεῖ φραγμὸν οὐ τὸν τυχόντα κατὰ τῶν ὑπουργικῶν ὑπερβασιῶν καὶ ἀτάκτων πράξεων. Ἐν τούτοις ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, παρὰ τὴν θεωρητικὴν ταύτην ἀντίρρησιν καὶ τὴν πρακτικὴν ἀξίαν τῆς ἀντιρρήσεως ὡς πρὸς τὴν ἄσκησιν τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, ἐδέχθη τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν προσωπικόν τι Διάταγμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἢ ὑπουργικὴ ἀπόφασις, ἀφορῶσα μισθόν, προαγωγήν, διορισμόν, ἀπόλυσιν, σύνταξιν κλπ. ἀνακαλεῖται μόνον κατόπιν συμφώνου γνώμης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ ἄρθρον 114 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προέβλεπε τὴν ἵδρυσιν εἰδικοῦ Συμβουλίου ἐκ γερουσιαστῶν πρὸς ἔλεγχον, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἑκάστοτε, τῆς ἐνεργείας τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Κεντρικῶν Συμβουλίων, ἀπηλείφθη, παρὰ τὰς ὑπαρξάσας ἀντιρρήσεις ὅτι ἐθεωρήθη ἀντιβαῖνον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ ὡς ἐπηρεάζον τὴν Δικαιοσύνην καὶ καθιστῶν ταύτην ἄτολμον καὶ ὑποχείριον. Προσετέθη περαιτέρω ὡς αὐτοτελὲς ἄρθρον διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεκτείνονται ὡς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὰ ἀσυμβίβαστα τὰ ἀφορῶντα τοὺς βουλευτὰς καὶ περιορίζονται αἱ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποδοχαὶ αἱ ὑπὸ μορφὴν ποσοστῶν τὸ πολὺ εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ ὀργανικοῦ μισθοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, πρὸς παῦσιν τοῦ παρατηρουμένου κακοῦ τῆς ἀνικανότητος ὡς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν διαφόρων ὑπαλλήλων, κατορθωνόντων πλείστων ἐξ αὐτῶν ὑπὸ μορφὴν ποσοστῶν διὰ συμμετοχῆς εἰς διαφόρους Ἐπιτροπὰς καὶ διὰ διαφόρων ἄλλων μεθόδων νὰ λαμβάνωσι μισθοὺς ὑπερβολικούς, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας καὶ πειθαρχίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ζήλου, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἰσότητος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσωρινὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας, τὴν μεταβατικὴν διάταξιν τὴν καθορίζουσαν ταύτην, ἡ Ἐπιτροπὴ συνεφώνησεν ὅτι σκόπιμον εἶναι ἡ πρώτη συγκρότησις τῆς Γερουσίας νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ μελῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ προσώπων ἔξω ταύτης, κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων. Ὑπεστηρίχθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀπαιτηθῶσιν ἀπὸ τοὺς μέλλοντας γερουσιαστὰς προσόντα διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτιώτερον τὸν καταρτισμὸν τῆς πρώτης Γερουσίας. Πλὴν ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κάμῃ καλὴν χρῆσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χορηγηθησομένου εἰς αὐτὴν δικαιώματος τούτου καὶ θὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν πρώτην Γερουσίαν τοὺς πραγματικῶς ἀξίους, ἵνα καθέξωσι τὰς ἕδρας. Τὸ ἄρθρον 117, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ ἀδικημάτων τινῶν κατὰ τοῦ πολιτεύματος καὶ ἄλλων τινῶν πράξεων, διεγράφη ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐχούσης τὴν γνώμην ὅτι τὰ μὲν πολιτεύματα στηρίζονται ἐπὶ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, κατὰ δὲ τῶν προσβολῶν αὐτῶν ἀρκοῦσιν οἱ νόμοι οἱ κείμενοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ προνόμιον τῶν ἡρωϊκῶν νήσων ὑπεβλήθησαν ταυτόσημοι τροπολογίαι προτείνουσαι τὴν κατάργησιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ἵδρυσιν τοῦ προνομίου, ἐξέλιπον πρὸ πολλοῦ καὶ ὅτι μετὰ τοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνας τῆς τελευταίας δεκαετίας, καθ’ οὓς ἐθυσιάσθησαν τὰ τέκνα πάσης γωνίας Ἑλληνικῆς γῆς, δὲν πρέπει νὰ ὑφίστανται προνόμια ἕνεκα πατραγαθιῶν, δοθέντων, ἄλλως, καὶ ἑτέρων κακῶν συμπαρομαρτούντων εἰς τὸ προνόμιον τοῦτο ἐν σχέσει πρὸς τὰ πολιτικὰ ἤθη τῶν προνομιούχων περιφερειῶν. Ἐν τούτοις ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν ὅτι ἡ παράδοσις ἡ δημιουργηθεῖσα ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ μίαν ἑκατονταετίαν ἀπὸ τῆς χορηγίας τοῦ προνομίου, παραχωρηθέντος ὑπὸ τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ ἔτους 1844, τουτέστι μέχρι τοῦ 1944. Τὸ τελευταῖον Κεφάλαιον, κύριοι βουλευταί, τὸ ἀφορῶν τὴν ἰσχὺν καὶ μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος παρέμεινεν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀμετάβλητον, τοποθετηθέντος ὡς τελευταίου ἄρθρου ἐκείνου ὅπερ ὑπῆρχεν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε Ἑλληνικὰ Συντάγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα «ἡ τήρησις αὐτοῦ ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων». Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς εἰσηγουμένη πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκτεθειμένας γνώμας—ἀναγινώσκω τὸ τελευταῖον τμῆμα τοῦ κειμένου τῆς δημοσιευθείσης ἐκθέσεως (ἀναγινώσκει)—εὔχεται ὅπως ἡ ἔκκλησις τοῦ τελευταίου ἄρθρου εὕρῃ ἠχὼ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων. Ἡ εὐλάβεια πρὸς τοὺς κανόνας τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀναστήλωσις τοῦ γοήτρου τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν ὑφ’ οὓς ἠνδρώθη τὸ νεώτερον Κράτος καὶ ἔζησεν ἡμέρας εὐτυχεῖς, ἡ ἀποκατάστασις τοῦ πνεύματος τῆς νομιμότητος, ἂς ἀποτελέσῃ κοινὴν προσπάθειαν, ἐφόσον ἀποτελεῖ καὶ ἀνάγκην διὰ νὰ γίνῃ δυνατὸν ἡ μὲν Χώρα νὰ εὐημερήσῃ, ἡ δὲ Φυλὴ νὰ συνεχίσῃ τὸν ἀνακοπέντα δρόμον πρὸς τὴν ἱστορικήν της ἀποστολήν. (Χειροκροτήματα).
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ψηφίσωμεν τὰ ἄρθρα τὰ προταθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κ. Πρόεδρε.
§10Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο· ἐπειδὴ τὰ ψηφισθέντα ἄρθρα ἐψηφίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἄρθρων τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, θὰ ἔπρεπε νὰ προσαρμοσθῶσι πρὸς ἀποφυγὴν συγχίσεως,
§11Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔχομεν εἴπει ἐπανειλημμένως ὅτι εἰς τὸ τέλος θὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ συναρμολογήσῃ τὸ Σύνταγμα κατὰ Κεφάλαια καὶ ἄρθρα.
§12Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Πρὸς ἀποφυγὴν συγχίσεως κατὰ τὴν συζήτησιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Ἄρθρον 66.... (Ἀναγινώσκεται τὸ 66ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου).
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§15Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ψηφίζωμεν ἀσυζητητεὶ ἐπειδὴ συνεφώνησεν ἡ Κυβέρνησις;
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι, κ. Πρόεδρε, διότι συνεφώνησεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτε ἐψηφίσθησαν τὰ ἄρθρα, ἐξεφράσθη εὐχὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅπως ἡ Κυβέρνησις παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀπόλυτος συμφωνία ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Ἐτάχθη προθεσμία τριήμερος διὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν τῶν ἄρθρων. Ἡ Κυβέρνησις σεβομένη τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς εἰργάσθη καὶ παρουσίασε τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Θὰ παρακαλέσωμεν λοιπὸν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει πιθανότης νὰ προκαλέσουν μακρὰν συζήτησιν.
§17Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει της περιλαμβάνεται καὶ ἡ παράτασις τῶν συζητήσεων. Ἡμεῖς λαμβάνομεν γνῶσιν τῆς ὁμοφωνίας τῶν ἀρχηγῶν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Δι’ ἐμὲ δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἀξίαν. Συζητοῦμεν διὰ τὴν τάξιν.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἔχομεν νὰ παρουσιάσωμεν νέον τι. Πρόκειται περὶ ἄρθρων, τὰ ὁποῖα διετυπώθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος.
§19Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι κάτι τι διὰ τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ὁμοφωνία τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§20Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν τάξιν. Ἡμεῖς συνεμορφώθημεν πρὸς ὅσα ἐζήτησεν ἡ Βουλή. Εἴμεθα συνεπεῖς. Δὲν ὑπάρχει κατηγορία ὅτι θέλομεν νὰ παραβιάσωμεν τὴν τάξιν. Τώρα ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν λέγει ὅτι δὲν δύναται νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ἂν ἔχῃ ἀντίρρησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τούτων ἢ ὄχι. Ἄν δὲν ἦτο γνωστὴ ἡ εὐφυΐα του εἰς ὅλην τὴν Βουλήν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις του. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὴ ἡ εὐφυΐα του καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τῶν ἄρθρων.
§21Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει):
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Εʹ.
Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Ἄρθρον 66. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκλέγεται διὰ μίαν πενταετίαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, συνερχομένων εἰς κοινὴν συνεδρίαν, παρόντων τοὐλάχιστον τῶν τριῶν πέμπτων καὶ μὲ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τοῦ συνόλου τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας συγκαλεῖ πρὸς τοῦτο τὰς Βουλὰς κατὰ τὸ τελευταῖον τρίμηνον τῆς προεδρίας του, ἄλλως αὗται συνέρχονται αὐτοδικαίως τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν πρὸ τῆς λήξεως τῆς πενταετίας. Μὴ ἐπιτευχθείσης ἀπολύτου πλειοψηφίας, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία. Ἐὰν καὶ μετὰ τὴν δευτέραν ψηφοφορίαν δὲν ἐπιτευχθῇ ἡ ἐκλογὴ ὡς ἀνωτέρω, ἐνεργεῖται νέα ψηφοφορία μεταξὺ τῶν δύο ὑποψηφίων τῶν λαβόντων τὰς περισσοτέρας ψήφους κατὰ τὴν δευτέραν ψηφοφορίαν, ὁπότε ὁ πλειοψηφίσας ἐκλέγεται Πρόεδρος. Ἀπαγορεύεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἰδίου προσώπου εἰς τρεῖς συνεχεῖς προεδρικὰς περιόδους. Ἡ προεδρικὴ περίοδος ἄρχεται ἀπὸ τῆς ὁρκωμοσίας τοῦ Προέδρου.
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 66ον ἄρθρον).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 77. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν πρὶν λήξῃ ἡ περίοδος αὐτῆς μετὰ σύμφωνον ἀπόφασιν τῆς Γερουσίας, λαμβανομένην κατόπιν προτάσεώς του καὶ κατ’ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἡ ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω προτάσεως συζήτησις πρέπει νὰ περατωθῇ καὶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπ’ αὐτῆς ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς της. Παρελθούσης ἀπράκτου τῆς προθεσμίας ταύτης ἡ πρότασις θεωρεῖται ἀπορριφθεῖσα. Δὲν ἐπιτρέπεται διάλυσις δύο συνεχῶν Βουλῶν διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν. Ἡ Βουλὴ διαλύεται ἐπίσης, ἐὰν ἀποφασίσῃ τὴν διάλυσιν ἡ ἰδία μὲ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν μελῶν της. Τὸ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς Διάταγμα προσυπογράφεται πάντοτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρέπει δὲ νὰ διαλαμβάνῃ συγχρόνως καὶ τὴν σύγκλησιν τῶν μὲν ἐκλογέων ἐντὸς τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν, τῆς δὲ Βουλῆς ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 77ον ἄρθρον).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 87. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ ἅπαξ μόνον τὰς ἐργασίας τῆς συνόδου μέχρι τριάκοντα τὸ πολὺ ἡμερῶν, εἴτε ἀναβάλλων τὴν ἔναρξιν, εἴτε διακόπτων τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῆς. Ἄλλη ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ κατὰ τὴν αὐτὴν σύνοδον ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν περίπτωσιν κυβερνητικῆς μεταβολῆς δὲν δύναται δι’ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου νὰ ἀναβληθῇ πέραν τῶν δέκα πέντε ἡμερῶν ἡ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 87 ἐμφάνισις τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲ ἔχῃ προηγηθῆ μακροτέρα ἀναστολή, αὕτη συντομεύεται ἀναλόγως.
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 78ον ἄρθρον).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 80. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀντιπροσωπεύει διεθνῶς τὸ Κράτος, συνομολογεῖ καὶ ἐπικυρώνει συνθήκας εἰρήνης καὶ συμμαχίας, ἐμπορικὰς καὶ ἄλλας συμβάσεις μὲ ἄλλα Κράτη, ἀνακοινώνει δὲ αὐτὰς εἰς τὰς Βουλὰς ἅμα τὸ συμφέρον καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέψουν. Αἱ συνθῆκαι εἰρήνης, ἐμπορίας καὶ ὅσαι ἐπιβαρύνουν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἢ ἀτομικῶς τοὺς Ἕλληνας ἢ περιέχουν παραχωρήσεις, περὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ τι ἄνευ νόμου, δὲν ἔχουν ἰσχὺν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Οὐδέποτε τὰ μυστικὰ ἄρθρα συνθήκης τινὸς δύνανται νὰ ἀνατρέψουν τὰ φανερά.
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 80ὸν ἄρθρον).
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ γραφῇ ὅτι δύναται νὰ χωρέσῃ χάρις εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας ποινάς.
§31Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νὰ προστεθῇ ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν ἀμφιβολιῶν τὸ ἄρθρον ἔχει ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ ἁπλῶν καὶ ἐπὶ συνθέτων ἐγκλημάτων.
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ τεθοῦν ὡς ἑρμηνεία αὐτὰ ὡς πρὸς τὰ κοινὰ ἀδικήματα.
§33Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ κοινῶν ἀδικημάτων, δὲν ἐννοοῦμεν τὰ περιλαμβανόμενα εἰς τὰ σύνθετα.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ εἶπον ἀκριβῶς.
§35Χ. ΛΑΔΑΣ. Νὰ γίνῃ μία δήλωσις.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ γραφῇ διὰ λόγους ἑρμηνευτικοὺς εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον ὅτι εἰς τὰ κοινὰ ἀδικήματα δὲν περιλαμβάνονται τὰ σύνθετα ἐγκλήματα.
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 82. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει τὸ δικαίωμα ἵνα, κατὰ νόμον, χαρίζῃ, μεταβάλλῃ καὶ ἐλαττώνῃ τὰς παρὰ τῶν δικαστηρίων καταγινωσκομένας ποινάς, ἐξαιρουμένων τῶν περὶ Ὑπουργῶν διατεταγμένων. Ἐπίσης δύναται νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν μόνον ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀμνηστεία ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων οὐδὲ διὰ νόμου ἀπονέμεται.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 82ον ἄρθρον).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 90. Τὸ ἀσυμβίβαστον, τὸ θεσπιζόμενον εἰς τὸ ἄρθρον 39 ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ, ἰσχύει καὶ διὰ τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑφυπουργοῦ.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 90ὸν ἄρθρον).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 92....
§43Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ὑπάρχουσι παραβάσεις εἰς μίαν τάξιν εἰδικὴν, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ Ἐμπορικῇ Ναυτιλίᾳ, ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν πλοίων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν κωλύεται ὅπως τιμωρεῖται πειθαρχικῶς ὄχι μόνον διὰ προστίμου, ἀλλὰ διὰ κρατήσεως καὶ φυλακίσεως, ὡς ἐκ τούτου δὲν κωλύεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ψήφισῃ ποινὰς κρατήσεως ἐπὶ παραβάσεων πειθαρχικῶν, διαπραττομένων ἐν τοῖς πλοίοις αὐτῶν.
§44Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐκ τοῦ ἄρθρου κωλύεται.
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν κωλύεται. Ἡ διάταξις λέγει ὅτι δύναται διὰ νόμου. Ἀλλ’ αἱ περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἀναφέρεται ὁ κ. βουλευτής, εἶναι περιπτώσεις ἄλλης κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν θεωροῦνται παραβάσεις.
§46Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐδῶ ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι οὐσιαστικοῦ περιεχομένου. Ὅπου θὰ προνοήσῃ ὁ νόμος τιμωρίαν διὰ ποινῆς προστίμου εἰς πταισματικὰς παραβάσεις, ἐκεῖ ἁπλῶς ἡ διάταξις αὕτη δίδει τὴν νομοθετικὴν εὐχέρειαν νὰ καθορίσῃ ἄλλο δικαστήριον. Ὥστε δὲν θίγει τὰς οὐσιαστικὰς διατάξεις, ἀλλ’ ἁπλῶς εἶναι δικονομικὴ διάταξις.
§47Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἀνοίγωμεν τὴν θύραν καὶ νὰ εἴπωμεν καὶ δι’ ἄλλας παραβάσεις. Παραβάσεις ἀστυνομικῶν διατάξεων καθαρῶς προβλέπονται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τιμωροῦνται ὑπ’ αὐτοῦ. Ἡ παράβασις ἀστυνομικῶν διατάξεων....
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Παραβάσεις ἀστυνομικῶν διατάξεων, διότι διὰ τὰ ἄλλα ὑπάρχει ἤδη ἡ δικαιοδοσία.
§49Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν. Ὑπάρχουσιν ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐκτὸς τῶν καθαρῶς ἀστυνομικῶν διατάξεων. Ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ ἔχει τὴν εὐχέρειαν εἰδικῶς ἀστυνομικῶν διατάξεων καὶ μόνον ἀστυνομικῶν διατάξεων. Καθὼς γνωρίζετε, ἀστυνομικὰ ἔργα ἀσκεῖ καὶ ὁ σιδηροδρομικὸς ὑπάλληλος καὶ ὁ ἀγροφύλαξ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀκόμη.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπὶ παραβάσει τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων. Οὕτω πως νὰ τροπολογηθῇ.
§51Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ ὑπόκεινται εἰς ἔφεσιν. Διὰ ποῖον λόγον νὰ θεσπίσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι ὑπόκεινται εἰς ἔφεσιν; Αὐτὰ εἶναι ζητήματα νόμου.
§52Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διότι εἰς μίαν μὴ δικαστικὴν Ἀρχὴν δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ ποινάς. Διὰ νὰ κολασθῇ αὐτὸ λέγομεν ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει δύναται ὁ τιμωρούμενος νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια.
§53Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι καὶ οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουν δεχθῆ, ὅταν παραβαίνωνται ἀστυνομικαὶ διατάξεις, νὰ ἐπιβάλλωνται προστίματα. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ· ἂν εἷς σιδηροδρομικὸς ὑπάλληλος πετάξῃ μίαν μπουκάλαν καὶ σπάσῃ τὴν κεφαλὴν ἑνὸς καὶ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὸν πρόστιμον 20–50 δραχμῶν, πρέπει ἡ ἀπόφασις αὐτὴ νὰ ὑπόκειται εἰς ἔφεσιν;
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ναί. Νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτό.
§55Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ τὰ ζητήματα πρέπει νὰ τὰ κανονίσῃ ὁ νόμος. Δὲν θεωρῶ τὸ πρᾶγμα σοβαρὸν καὶ νομίζω ὅτι ἡ παράγραφος αὐτὴ πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἰσάγεται εἷς νέος θεσμός. Ἂν ἴδωμεν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ μετὰ πέντε ἔτη, διότι εὐκόλως μεταβάλλονται τὰ πράγματα, διότι εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ συνεννοηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία διὰ τὴν μεταβολὴν αὐτῶν τῶν ἄρθρων....
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτὸν ὅπως ἔχει.
§58Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἀποδίδω μεγάλην σημασίαν εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ κολασμοῦ τῶν μικροπαραπτωμάτων, οὐχὶ μόνον εἰς τὰς πόλεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἀγροφυλακῆς. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ἀστυνομικῶν παραβάσεων, ἀλλὰ νὰ εἶναι γενικώτερον. Νὰ εἶναι δυνατὸν ὁ ἀγρονόμος νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τόπου μικροποινὰς καὶ ἐπὶ ἄλλων παραβάσεων ποινικῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν νόμον. Ἰσχυρίζομαι, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἀσφάλεια εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν ἄνευ ἐπιτοπίου ἀμέσου ἀντιλήψεως καὶ ἀμέσου κολασμοῦ, μὲ τὰ ὑπάρχοντα Πταισματοδικεῖα, ἅτινα συνήθως ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τὸν τόπον τοῦ ἀδικήματος. Νὰ δοθῇ δικαίωμα εἰς ἕνα ἀγρονόμον νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὰς τὰς ποινάς. Ὄχι μόνον ποινὰς διὰ παράβασιν ἀστυνομικῶν διατάξεων, ἀλλὰ καὶ ποινὰς τοῦ ποινικοῦ νόμου, εἴτε τοῦ κώδικος, εἴτε τῶν διατάξεων τῶν περιεχομένων εἰς τὸν νόμον «περὶ ἀγροφυλακῆς». Ἄν δὲν γίνῃ τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ποτὲ ὁ θεσμὸς «περὶ ἀγροφυλακῆς». Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία ἐπὶ τὸ γενικώτερον, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ποινῶν οὐχὶ τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ περὶ προστίμων. Ἄν ὁ καταδικαζόμενος νομίζῃ ὅτι ἀδικεῖται, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως. Ἐγὼ ἐπεκαλέσθην τὸν θεσμὸν τῆς ἀγροφυλακῆς, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις, εἰς σιδηροδρομικὰς ἢ δασικὰς λ. χ. μικροπαραβάσεις.
§59Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐν πρώτοις, κ. Πρόεδρε, διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος. Ἐλάβομεν σήμερον μίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν διανεμηθεῖσαν, ἡ ὁποία ὁρίζει συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 37, 45 κλπ. Ἤδη εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς μανιφέστου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς μέχρι τοῦδε διακηρυξάσης ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἕν μανιφέστον, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς λέγει ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθοῦν ἄνευ ἀντιρρήσεως, ὅπως τὰ ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις, τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ μανιφέστου αὐτοῦ ἐψηφίσθη. Εἶναι δὲ τόσον σοβαρὰ ἡ ἐργασία ἡ ὁποία γίνεται, ὥστε ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ὑπάρχουν διατάξεις ἀλληλογρονθοκοπούμεναι. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν μία πρότασις ἓν τέταρτον πρὸ τῆς ψηφοφορίας, προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὀδυνηροτάτας συνεπείας. Ἄν σοβαρῶς θέλωμεν νὰ κατοχυρώσωμεν τὸ πολίτευμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι διατάξεις ἀφορῶσαι αὐτὴν ταύτην τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ἕλληνος πολίτου εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται ὡς ἂν ἐψηφίζοντο διατάξεις καταστατικαὶ δὲν γνωρίζω τίνος Συλλόγου. Εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν σοβαρότητα καὶ δὲν εἶναι σοβαρὰ ἡ ἐπιτροχάδην ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν, διότι, τοὐλάχιστον ἐγώ, δὲν γνωρίζω τί ψηφίζω. Δύνασθε νὰ διαμαρτύρεσθε ὅσον θέλετε, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπαγορεύει ἡ συνείδησίς μου. Κύριοι, ἂν νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ τὸ κάμητε, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ ὅση μοι δύναμις.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Λυποῦμαι διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τῆς παλαιᾶς ρητορικῆς σχολῆς.
§61Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ νέα σχολὴ ποία εἶναι;
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ νέα σχολὴ εἶναι νὰ προσαρμόζωνται οἱ λόγοι πρὸς τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ καταπνίγεται ἡ οὐσία χάριν τῶν τύπων. Ὁ κ. βουλευτὴς διαμαρτύρεται διότι ἡ Βουλὴ ψηφίζει χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν τί ψηφίζει. Ἀλλὰ τὰ ἄρθρα αὐτὰ ἔχουν ἐπεξεργασθῆ ἀπὸ δύο Ἐπιτροπὰς, τελευταίως δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατόπιν ἀξιώσεως αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Λυποῦμαι πολὺ διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ συμμερισθῶ αὐτὰς τὰς ἀνησυχίας τοῦ κ. βουλευτοῦ καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ὅπως προχωρήσωμεν εἰς τὸ ψήφισμα.
§63Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὴν ἐπιμέλειάν του, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ ἐπιχειρήματά μου, διατυπώνων τὴν γνώμην ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω βασίζονται ἐπὶ τῆς ἀρχαίας ρητορικῆς σχολῆς, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀγνοεῖ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι καυχῶμαι διότι δὲν εἶμαι ἀπόφοιτος τῆς αὐτῆς σχολῆς μὲ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν. Θὰ ἤμην ἀληθῶς ἀτυχὴς ἂν εἶχον ὑποστῆ καὶ ἐγὼ τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, τῶν σχολῶν εἰς ἃς ἐσπούδασε, διότι ὀδυνηρὰ τὰ ἀποτελέσματα βλέπει ἐπὶ τῆς ράχεώς του ὁ Ἑλληνικὸς Λαός.
§64Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἔχει ἡ διατύπωσις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι καὶ δι’ ἕνα ἄλλον ἀκόμη λόγον ἀναγκαῖος ὁ καθορισμὸς ὑποχρεωτικῶν ἐνδίκων μέσων. Εἶναι ἐνδεχόμενον νόμος νὰ μεταβάλῃ τὴν διαβάθμισιν τῆς ποινῆς τοῦ προστίμου καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῇ τοῦτο μέχρι σημείου, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἀστυνομίαν δικαιοδοσίαν τοιαύτης μορφῆς, ὥστε νὰ δικάζῃ καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ ἐπὶ τόπου τὰς ἀστυνομικὰς ποινάς; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὸν λόγον τοῦτον. Θὰ προέτεινα μάλιστα νὰ διαρρυθμισθῇ οὕτως ὥστε καὶ νόμος νὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἔκτακτα ἔνδικα μέσα.
§65Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δὲν εἶναι μόνον ἡ πόλις, ἡ ὁποία θέλει προστασίαν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ ἀγρὸς καὶ ἡ ἀγροτικὴ περιφέρεια. Δι’ αὐτὸ προτείνω, κ. Πρόεδρε, μαζὶ μὲ τὰς ἀστικὰς παραβάσεις νὰ περιληφθῶσι καὶ αἱ ἀγροτικαί, διότι ἀναθέτοντες τὰς ἀγροτικὰς παραβάσεις εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, φθάνομεν εἰς ἀδιέξοδον, διότι ὁ εἰρηνοδίκης δύναται νὰ ἀπέχῃ ὥρας ὁλοκλήρους ἀπὸ τὸν τόπον τῶν ἀγροτικῶν παραβάσεων καὶ ὅμως τὸ ἀγροτικὸν ἀδίκημα πρέπει νὰ παταχθῇ ἀμέσως καὶ πρέπει νὰ περιληφθοῦν καὶ αἱ ἀγροτικαὶ παραβάσεις, διότι εἰς τὸ μέλλον ὁ νομοθέτης δυνατὸν νὰ θελήσῃ νὰ ἐμπιστευθῇ τὸ ἀγροτικὸν ἀδίκημα ὄχι εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ἀλλ’ εἰς ἄλλην Ἀρχήν, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ φέρῃ καλύτερα ἀποτελέσματα.
§66Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν μόνον τὰς παραβάσεις τὰς γενομένας εἰς τὴν πόλιν, ἀλλὰ πάσας τὰς παραβάσεις τῆς ἀστυνομικῆς φύσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
§67Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ὅταν ἦτο Γενικὸς Διοικητὴς Λέσβου ὁ κ. Βοζίκης, εἶχε θεσπισθῆ ὁ θεσμὸς τῶν ἀγρονόμων, οἱ ὁποῖοι ἐξήσκουν ἐποπτικὰ καθήκοντα ἐπὶ τῶν ἀγροφυλάκων καὶ ἐξεδίκαζον....
§68Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἂν εἰς τὴν Λέσβον ἐλήφθη τοιοῦτόν τι μέτρον ὅταν ἐγὼ ἤμην Γενικὸς Διοικητής, ἐλήφθη διότι δὲν ὑπῆρχεν οὔτε δικαστική, οὔτε διοικητικὴ Ἀρχή. Εὑρισκόμεθα εἰς ἓν Κράτος ἀνώμαλον καὶ ἐλαμβάνομεν πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον νομίζομεν κατάλληλον διὰ τὴν τάξιν.
§69Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Λέγω ὅτι ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ πατάσσωνται ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον καὶ ἀμέσως τὰ ἀγροτικὰ ἀδικήματα, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλε νὰ ἐξευρεθῇ ὁ θεσμὸς τῶν ἀγρονόμων, δηλαδὴ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐποπτεία καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν ἀδικημάτων εἰς αὐτούς· ἐνῷ σήμερον τὰ ἀγροτικὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ἀμέσως νὰ πατάσσωνται, δικάζονται ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην καὶ διὰ νὰ γίνῃ ἡ δίκη γνωρίζετε πόσαι διατυπώσεις χρειάζονται, χρειάζεται νὰ παρίσταται δημόσιος κατήγορος καὶ τόσαι ἄλλαι. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν γνώμην καὶ ἐγὼ νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἐπρότειναν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὥστε νὰ περιληφθοῦν εἰς τὰς ἀστυνομικὰς παραβάσεις καὶ τὰ ἀγροτικὰ ἀδικήματα, τὰ τιμωρούμενα διὰ προστίμου.
§70Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ σύστημα τῆς τιμωρίας τῶν ἀγροτικῶν ἐγκλημάτων διὰ τῶν Εἰρηνοδικείων ἐδοκιμάσθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ δὲν ἔδωκε καρπούς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, καθὼς ὁ νόμος ὁρίζει, νὰ ἀνατίθεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς μικρῶν προστίμων καὶ ὑπὸ ἄλλων Ἀρχῶν, ἴσως καὶ τῶν κοινοτικῶν καὶ δημαρχιακῶν. Αὐτῆς τῆς γνώμης εἶμαι, ἂν θέλωμεν νὰ συντελέσωμεν διὰ τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν.
§71Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τῶν προλαλησάντων συναδέλφων.
§72Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Προκειμένου ἡ ἐκδίκασις τῶν ἀγροτικῶν ἀδικημάτων νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Ἀγορανομίαν, θὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν διασάλευσιν τῆς τάξεως, διότι θὰ ἔχωμεν σωρείαν τοιούτων ἀδικημάτων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει):
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζʹ.
Δικαστικὴ ἐξουσία Ἄρθρον 92. Ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστῶν, διοριζομένων κατὰ νόμον, ὁρίζοντα καὶ τὰ προσόντα αὐτῶν. Δύναται διὰ νόμου νὰ ἀνατεθῇ καὶ εἰς ἀρχὰς ἀσκούσας ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἡ ἐκδίκασις ἀστυνομικῶν παραβάσεων, τιμωρουμένων διὰ προστίμων. Αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν ὑπόκεινται εἰς ἔφεσιν ἐνώπιον δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἡ ἔφεσις ἔχει πάντοτε ἀνασταλτικὴν δύναμιν.
§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 92ον ἄρθρον).
§75Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἐννοῶ διατί γίνεται ἐξαίρεσις τῆς θέσεως τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου διὰ δικαστοῦ ἐν ἐνεργείᾳ. Ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ εἶναι δικαστής. Δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ συμβιβασθῇ τὸ ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ Πανεπιστημίου μὲ τὸν δικαστήν. Αὐτὸ εἶναι μία μονομερὴς πρᾶξις χωριστική, ἡ ὁποία θὰ ἀποβλέπῃ εἰς ὡρισμένον πρόσωπον. Διότι ὁ δικαστὴς θὰ εἶναι δικαστὴς καὶ καθηγητὴς καὶ κατ’ ἀνάγκην τὸ ἓν ἐκ τῶν καθηκόντων του δὲν θὰ τὸ ἐκτελῇ ὅπως πρέπει. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χαλάσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθέσαμεν ὡς ἀρχὴν εἰς προηγούμενον ἄρθρον. Ὑπάρχουν μερικὰ ἀσυμβίβαστα μεταξὺ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ δικαστοῦ, ὅπως ὑπάρχουν ἀσυμβίβαστα μὲ τὸν βουλευτὴν καὶ οἱονδήποτε ἄλλο ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ἐν τῷ Συντάγματι.
§76Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Φρονῶ ὅτι πλέον λογικωτέρα διάταξις ἐκείνης, ἡ ὁποία τίθεται, δὲν ὑπάρχει. Πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι οἱ ἐπίλεκτοι ἰδίως τοῦ νομικοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ διαχειρίζωνται μίαν δικαστικὴν λειτουργίαν, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν ἱκανότητα αὐτῶν καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Θὰ ἔλεγον μάλιστα καὶ ἀντιθέτως τὰ ἀνώτατα δικαστήρια νὰ περιλαμβάνωσιν ὡς μέλη αὐτῶν καὶ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Εὑρίσκω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ὄχι μόνον προσωπικὴ δὲν εἶναι, ἀλλ’ εἶναι τεθειμένη δι’ αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους.
§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι ἀκριβὲς ἀντίγραφον ἄλλου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 99. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δικαστὴν νὰ δεχθῇ καὶ ἄλλην ἔμμισθον ὑπηρεσίαν, ἐκτὸς τοῦ καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 99ον ἄρθρον).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 100όν. Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Καμπάνης.
§81Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν ὑπερμάχων τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Εἶναι θεσμὸς κατ’ ἐξοχήν, ὁ ὁποῖος, ἂν ἐφαρμοσθῇ ὅπως πρέπει, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὔρυθμον καὶ κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν, εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἀδικημάτων, τῶν ἐπιφερομένων κατὰ τῶν πολιτῶν ἀπὸ τὴν χωλαίνουσαν διοίκησιν. Βεβαίως εἰς τὸ Συμβούλιον ἡ δικαιοδοσία, ἡ ὁποία ἐδίδετο καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἡ Γʹ Συνέλευσις ἔδωκε, εἶναι ὀρθή. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ νόμους ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὸ διαφορῶν.... κλπ.» Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα λειτουργία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις τῶν πράξεων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῶ, ἀλλὰ εἰς τὸ 4ον καὶ τελευταῖον ἐδάφιον ἔχω μικράς τινας ἀντιρρήσεις. Ἐδῶ χρειάζεται προσοχή, διότι ἂν ὁ Ὑπουργὸς στερηθῇ συνταγματικῶς τοῦ τοιούτου δικαιώματος, δηλαδὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἔχῃ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων, εἶναι βέβαιον ὅτι κάθε ἄλλο ἢ ἐπιβολὴν θὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων. Θὰ εἶναι ἁπλοῦς διεκπεραιωτὴς τῶν διαφόρων διοικητικῶν Συμβουλίων. Αὐτὰ τὰ ὑπεστήριξα καὶ κατὰ τὸ 1911 καὶ κατὰ τὴν Γʹ Συνέλευσιν. Ἡ πειθαρχικὴ ποινὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος εἰς ἀμελοῦντα ὑπάλληλον. Διότι ἄλλως ὁ Ὑπουργός, ὁ ὑπεύθυνος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἔρχεται νὰ μᾶς λέγῃ· κύριοι, δὲν ἔχω καμμίαν δικαιοδοσίαν, δὲν ἔχω καμμίαν δύναμιν νὰ τιμωρήσω καὶ ἐλέγξω τὸν ἀμελοῦντα ὑπάλληλον. Τόσον δὲ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ μένῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὥστε ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος, ὅτε ἀνεθεωρήθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἐκράτησε τὴν ἀνωτάτην πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Φαντασθῆτε, κύριοι, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις εἶναι ἡ τρίτη ἐξουσία τοῦ Κράτους καὶ ἥτις δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς κανένα, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ παραμένῃ ἡ ἀνωτάτη πειθαρχικὴ ἐξουσία εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ὅταν δὲ τὸν ὑπάλληλον τῆς διοικήσεως τὸν προστατεύετε, ὅσον δὲν ἔχει προστατευθῆ μέχρι τοῦδε ἀπὸ κανὲν ἄλλο Σύνταγμα, θὰ δύναται ἄριστα νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του, χωρὶς νὰ φοβεῖται κανένα καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἀπογυμνώσωμεν τελείως τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ τὸν κάμωμεν ἁπλοῦν ἀνδρείκελον. Ὅταν τὸν ἀρεοπαγίτην αὐτὸν τὸν ἔχετε ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, διατί τὸν γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου θὰ τὸν κάμετε ἀνώτερον καὶ τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας;
§82Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως αὐτῆς.
§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς λειτουργίας Γνωμοδοτικῶν Συμβουλίων ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, ἐφαρμοζομένη, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χαλαρώσῃ τὴν πειθαρχίαν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ὑπαλληλικῆς ἀλληλεγγύης. Ἡ παρατήρησις αὐτὴ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος. Ἐξ ἄλλου ὑπάρχει τὸ ἑξῆς προφυλακτικὸν μέτρον ἔναντι παρανομιῶν Ὑπουργῶν. Ὑπάρχει ἡ δυνατότης νὰ προσφύγῃ ὁ ὑπάλληλος εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὅπως τοῦτο ἀκυρώσῃ τὸ Διάταγμα καθ’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας. Ἔτσι διατηρεῖται μία δικαιοδοσία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία εἶναι κάπως διάφορος ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν καθιερουμένην διὰ τῆς παραγράφου 4, διότι ἡ δικαιοδοσία αὐτὴ ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κρίνει οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα καὶ ἀποφαίνεται ἔναντι τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὑπάρχει διαφορὰ καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὸν ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώσῃ τὸ Διάταγμα. Ὥστε τὸ ἐδάφιον 4 διαγράφεται.
§84Χ. ΛΑΔΑΣ. Πρέπει νὰ διορθωθῇ καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος.
§85Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς τῆς 1ης παραγράφου τοῦ ἄρθρου, πρέπει νὰ τροποποιηθῇ καταλλήλως καὶ ἡ παράγραφος 2 διὰ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ στοιχείου Α.
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τεθῇ οὕτω: «Κατὰ τὰς ὑπὸ στοιχεῖα Β καὶ Γ περιπτώσεις ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 96 καὶ 97 τοῦ Συντάγματος».
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 100 ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει):
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ηʹ.
Ἄρθρον 100. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνήκουσιν ἰδίως: αʹ) Ἡ ἐπεξεργασία τῶν κανονιστικῶν διαταγμάτων. βʹ) Ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ τοὺς νόμους ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὸ διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. γʹ) Ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις πράξεων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας ἢ κατὰ παράβασιν νόμου, κατὰ τὰ εἰδικώτερον διὰ νόμου ὁριζόμενα Κατὰ τὰς ὑπὸ στοιχεῖα βʹ καὶ γʹ περιπτώσεις ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 96 καὶ 97 τοῦ Συντάγματος.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 100ὸν ἄρθρον).
§91Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς δήλωσις, ὅτι ὅπου τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει ὅτι ὁ νόμος θέλει ὁρίσῃ, σημαίνει ὅτι θὰ γίνῃ νόμος, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτος.
§92Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ νὰ γίνωσι νόμοι νέοι ἐν τῷ μέλλοντι. Δὲν δυνάμεθα μὲ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ νέου νομοθέτου νὰ δεχθῶμεν ἀντιλήψεις νομοθέτου πρὸ δεκαπενταετίας. Ὅταν λέγῃ τὸ Σύνταγμα ὅτι νόμος θὰ ὁρίσῃ, σημαίνει ὅτι νόμος θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον, ὄχι νὰ ὑπάρχῃ. Ἂν θέλητε νὰ θεωρηθῶσιν ἰσχύοντες οἱ ὑπάρχοντες νόμοι πρέπει νὰ τὸ ὁρίσητε ἐν τῷ Συντάγματι.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι, κύριοι συνάδελφοι.
§94Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Νὰ τεθῇ, ἐφόσον ὁ παλαιὸς δὲν ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα.
§95Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§96Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν εἶναι νομοθέτης.
§97Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀνεθεωρήθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν ἐπανελήφθησαν ὅλοι οἱ νόμοι οἱ ἀναφερόμενοι.
§98Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οὔτε ζήτημα δύναται νὰ γεννηθῇ. Καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 103 ὑπάρχει ἀνάλογος περίπτωσις. Ἐφόσον λοιπὸν ὁ ἰσχύων νόμος δὲν ἀντίκειται πρὸς τὸ νέον Σύνταγμα, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ νέος νόμος. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἄρθρον 117 κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐτέθη ἀκριβῶς ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δʹ Συνελεύσεως ἀκριβῶς ὅπως παραταθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ Κατοχυρωτικοῦ.
§99Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον ἐτέθη, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω εἶναι ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ εἶναι μέλλων.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§101Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα περὶ προσωρινῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος Κονδύλη, ἐγένετο μία διαλογικὴ συζήτησις μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ ἐμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι καταχωρημένη καὶ εἰς τὰ Πρακτικά. Ἐγὼ ἰσχυρίσθην ὅτι ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὰ τοῦ κύρους καὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἦτο πιθανὸν νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις ἐνώπιον τοῦ Ἐκλογοδικείου καὶ νὰ ζητηθῇ, κατὰ τὸ νέον Σύνταγμα, νὰ γίνῃ ὁ νόμος αὐτός, ἐνῷ ὁ νόμος προηγεῖτο τούτου, συνταχθεὶς ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου. Τότε ἡ Βουλὴ ἀπεφήνατο ὅτι ὅπου τὸ Σύνταγμα λέγει, τὸ Σύνταγμα τὸ τεθειμένον ὑπὸ προσωρινὴν ἰσχύν, «νόμος θέλει ὁρίσει» ἐκεῖ ἐννοῶ καὶ νόμον προϋπάρχοντα, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ νεώτερος νόμος, ἐφόσον ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ τροποποιήσῃ αὐτόν. Τώρα εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 117 καὶ τὸ Κατοχυρωτικὸν δὲν εἶμαι βέβαια εἴπερ τις καὶ ἄλλος ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς διαφόρων κατοχυρωτικῶν, διότι νομίζω ὅτι πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην κατοχυρωτικῶν Διαταγμάτων ἵνα στηρίζωνται, εἶναι καλύτερον νὰ μὴ ὑπάρχουν. Ἀλλ’ ὅταν ἑρμηνεύωμεν μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις ἐκείνας περὶ ἑρμηνείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸ κοινὸν Δίκαιον, καὶ τὸ κοινὸν Δίκαιον θέτει ὡς ἓν τῶν στοιχείων ἑρμηνείας καὶ τὰς συζητήσεις, τὰς γενομένας κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ κανόνος Δικαίου. Ἂν λοιπὸν ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Παπαναστασίου. Θὰ ἴδητε ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη τοῦ ἄρθρου 117 ἐγένετο ἀκριβῶς διὰ νὰ ἰσχύσῃ κατὰ τὴν περίοδον τῆς πενταετίας τὸ Κατοχυρωτικὸν Διάταγμα, διὰ τὴν συνταγματικὴν προστασίαν τοῦ ὁποίου ἐμάχετο. Αὕτη εἶναι ἡ ὀρθὴ ἄποψις ἀπὸ ἀπόψεως θετικοῦ δικαίου. Τώρα τί ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως θετέου δικαίου αὐτὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Σήμερον ἑρμηνεύομεν ὑπάρχουσαν διάταξιν καὶ αὕτη δὲν δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ παρὰ κατὰ τοὺς κανόνας περὶ ἑρμηνείας τῶν κανόνων Δικαίου καὶ κατὰ τοὺς κανόνας τούτους πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ σχετικαὶ συζητήσεις, αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν θέσπισιν τοῦ νόμου. Ρητῶς δὲ ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς μακρὰ συζήτησις καὶ αἰτιολογία τῆς διατάξεως, ὅτι σκοπὸς αὐτῆς εἶναι νὰ ἰσχύσῃ τὸ Κατοχυρωτικὸν καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 117 τοῦ Συντάγματος. Αὐτή, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ ἀπὸ ἀπόψεως θετικοῦ δικαίου ὀρθὴ γνώμη.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§103Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔκαμε μίαν δήλωσιν. Ἡ δήλωσις αὕτη ἦτο χρήσιμος, διότι ὑπάρχουν ἑπόμεναι διατάξεις τοῦ Συντάγματος μετὰ τοῦ 100οῦ ἄρθρου, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουν ὅτι ἐκεῖ ὅπου λέγει τὸ Σύνταγμα «νόμος θέλει ὁρίσει» τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἐννοεῖται ὅτι εἰς ἃς περιπτώσεις ἔχουν ἐκδοθῆ ἐν τῷ παρελθόντι νόμοι ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ θὰ ἰσχύουν. Ριζικῶς διαφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ τοὺς προλαλήσαντας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ «ὡς νόμος θέλει ὁρίσει» σημαίνει ὅτι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ, ἐννοεῖ νὰ τὸ ρυθμίσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ μέλλοντος.
§104Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει «ὡς νόμος ὁρίζει».
§105Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας συναδέλφου εἶναι ὀρθή. Βεβαίως ἂν λέγῃ τὸ Σύνταγμα ἢ συνταγματικὴ διάταξις «ὡς νόμος ὁρίζει» ἐκ τοῦ παρελθόντος δηλαδή, σημαίνει ὅτι υἱοθετεῖ τὸν νόμον. Ἂν ὅμως ἡ συνταγματικὴ διάταξις λέγῃ «ὡς νόμος ὁρίσει», βεβαίως τοῦτο τὸ ἐξαρτᾷ ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ μέλλοντος.
§106Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν διατύπωσιν λέγει «ὡς νόμος ὁρίσει» «ὡς νόμος ὁρίζῃ», «ὡς νόμος κανονίσει». Εἶναι διάφοροι φράσεις, ἀλλ’ ἡ ἔννοια εἶναι ὅτι ὅταν ὁ νομοθέτης ἀναγνωρίζῃ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα τὸν ἐπιβάλλει, ἄλλως ὄχι.
§107Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ πρᾶγμα, κύριοι, ἔχει παμμεγίστην ἀξίαν καὶ εἰδικῶς διὰ τὸ ἄρθρον 117, ὅπερ ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Παπαναστασίου ἐπὶ μίαν ἑπταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν τὰ ἀδικήματα περὶ ὧν ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 117 εἰς τὰ δικαστήρια αὐτά, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ γίνῃ εἰδικὸς νόμος, ἀλλ’ ἀρκεῖ ὁ νόμος περὶ Κατοχυρωτικοῦ δυνάμει τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἐνῷ εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου. Διότι τὸ ἄρθρον 117 λέγει τὰ ἀκόλουθα: «Ἐπὶ μίαν ἑπταετίαν δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν....κλπ.» Δηλαδή, κύριοι, ὅτι αὐτὰ τὰ ἔκτακτα δικαστήρια νὰ ὑπάρχουν ἐπὶ μίαν ἑπταετίαν χωρὶς ἡ συνταγματικὴ διάταξις νὰ λέγῃ ὅτι υἱοθετεῖ τὸν νόμον. Δηλαδὴ ἡ πρότασις εὑρίσκεται ἀντίθετος πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 117. Διότι ἔχομεν μίαν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἔγινεν ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ὁποία θὰ γίνῃ παράρτημα τῆς συνταγματικῆς διατάξεως καὶ δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ υἱοθετήσωμεν ὡς ἁπλῶς ὑπάρχοντα καὶ νομίμως λειτουργοῦντα τὸν νόμον περὶ Κατοχυρωτικοῦ. Ἑπομένως ἡ συζήτησις γίνεται εὐλόγως, προκειμένου ἡ δήλωσις αὐτὴ νὰ καταχωρηθῇ ἐν τῷ Συντάγματι.
§108Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ ὁ εἰσηγητὴς ἀπουσιάζει, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως νὰ γίνῃ ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ἰδίου.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§110Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν ἓν Σύνταγμα, ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ καὶ τὸ ὁποῖον πάντες ἐφαρμόζομεν καὶ σεβόμεθα καὶ πρέπει νὰ τὸ σεβώμεθα. Ἐν πρώτοις μοὶ φαίνεται παράδοξον πῶς ἐνέκυψεν ἀπόψε αἰφνιδιαστικῶς ἡ συζήτησις νόμου, τοῦ ὁποίου....
§111Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀκαδημαϊκὴ ἡ συζήτησις.
§112Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐννόησα. Νομίζω ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἤμην ἔξω, ἀντελήφθην ὅμως ἀμέσως ὅτι συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 100, τὸ ὁποῖον ἐψήφισε μετὰ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἐδαφίου τετάρτου ἐν σχέσει πρὸς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐπρότεινε νὰ γίνῃ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις καθ’ ἣν ὅπου λέγει τὸ Σύνταγμα ὅτι «νόμος θέλει ὁρίσει κλπ.» ἐννοεῖ καὶ τοὺς προϋπάρχοντας νόμους. Καὶ ἐνταῦθα ὁ ἀντίκτυπος θὰ ἔλθῃ ἀμέσως εἰς τὸ ἄρθρον 117. Προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 117 δὲν δυνάμεθα νὰ προσαρμόσωμεν τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι αὕτη ῥητότατα ἀντιμάχεται τούτου. Τὸ ἄρθρον 117 εἶναι τόσον σαφῶς διατυπωμένον, ὥστε σκόπιμος παρερμηνεία θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν προσαρμογὴν τῆς τοιαύτης ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ῥητῶς λέγει ἐπὶ μίαν ἑπταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος.
§113Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ ἄρθρον 117 δὲν γεννᾶται ζήτημα.
§114Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θέλετε νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὰ ἄλλα ἄρθρα, πλὴν τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 117; Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 117, τοιαύτη ἑρμηνευτικὴ δήλωσις δὲν δύναται νὰ προσαρμοσθῇ· καθαρῶς τὸ ἄρθρον 117 θέλει μελλοντικὸν νόμον καὶ λέγει ὅτι ἐπὶ μίαν ἑπταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος.
§115Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη δηλώσεων ἐκεῖ, ὅπου ἡ Ἐπιστήμη ἔχει διαγράψει σαφῶς τὸ κράτος τῶν νόμων; Διατί νὰ κάμωμεν δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντιστρατεύονται εἰς τὰς ἐπιστημονικὰς πεποιθήσεις;
§116Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ οὐδεμιᾶς δηλώσεως, διότι μία τοιαύτη δήλωσις θὰ ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ καὶ παρερμηνείας.
§117Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Νὰ μὴ γίνῃ καμμία δήλωσις.
§118Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Διότι θὰ ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ παρερμηνείας. Ἴσως δὲ θὰ ἠδύνατο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δηλώσεως ταύτης νὰ θεωρηθῶσιν συνταγματοποιηθέντες ὅλοι οἱ νόμοι, οἱ ἀφιστάμενοι· νὰ μὴ γίνῃ καμμία δήλωσις.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μὴ γίνῃ.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ἄνευ δηλώσεως.
§121Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός. Τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως παραμένει ἐκκρεμές; Ἂν παραμένῃ ἐκκρεμὲς παραιτοῦμαι τοῦ λόγου· τὸ ζήτημα δὲν τίθεται πρὸς ὁριστικὴν ἀπόφασιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου· δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις ἀπορρίπτουσα τὴν δήλωσιν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δεκτὸν τὸ ἄρθρον ἄνευ τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10,30′ μ. μ. (Ὥρᾳ 8.40′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.50′ μ. μ.)
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 102. Οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται διὰ Διατάγματος, προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι δὲ ἰσόβιοι, προστατευομένης τῆς ἰσοβιότητος αὐτῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 93, εἰδικώτερον δὲ κατὰ τὰς περὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὰ καθήκοντα τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα οἱουδήποτε δημοσίου, δημοτικοῦ ἢ ἐκκλησιαστικοῦ ὑπαλλήλου, ἐκτὸς τῶν καθηκόντων τοῦ καθηγητοῦ τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου ἢ τοῦ καθηγητοῦ νομικῶν ἢ οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν ἀνωτάτων ἰσοτίμων Σχολῶν. Ἰδιαίτερος νόμος κανονίζει τὰ προσόντα τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, τὰ περὶ ἀποχωρήσεως αὐτῶν διαρκούσης τῆς ὑπηρεσίας των, τὰ περὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ καὶ πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§124ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 102ον ἄρθρον).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 103. Αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ἐξακολουθοῦν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ὑπὸ τῶν ὁποίων δικάζονται ὡς νόμῳ προτετιμημένα, πλὴν ἐκείνων, δι’ ἃς εἰδικοὶ νόμοι συνιστοῦν διοικητικὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα τηροῦνται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 96 καὶ 97 τοῦ Συντάγματος. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν νόμων ἰσχύουν οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας. Διὰ νόμου δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ κατὰ πρῶτον βαθμόν. Αἱ αἰτήσεις ἀναιρέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων, ὑπάγονται ἀπὸ τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ. Ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων αʹ) μεταξὺ δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν, βʹ) μεταξὺ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν καὶ γʹ) μεταξὺ διοικητικῶν καὶ κοινῶν δικαστηρίων δικάζεται ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, μέχρις οὗ ἰδιαίτερος νόμος συστήσῃ πρὸς ἐκδίκασιν ταύτης μικτὸν δικαστήριον, ἀποτελούμενον ἐξ ἴσου ἀριθμοῦ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου ἀναπληρωτοῦ αὐτοῦ.
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 103ον ἄρθρον).
§127Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 104, κ. Πρόεδρε, (ἀναγινώσκει): «Οἱ σύμβουλοι καὶ οἱ πάρεδροι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι ἰσόβιοι καὶ δὲν παύονται...κλπ.» Ὄχι ὁ γενικὸς ἐπίτροπος, κύριοι, διότι ὁ γενικὸς ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ὅ,τι καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐφόσον δὲ αὐτὸς εἶναι μόνιμος, διατί θὰ κάμετε ἰσόβιον τὸν ἐπίτροπον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως καὶ εἰς τὸ Ἀναθεωρητικόν; Δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον.
§128Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§129Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἂν λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Μερλόπουλος, ἐπιφυλλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω. Ψηφίζομεν ἓν Σύνταγμα, διότι τὸ συνεζητήσαμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ εἴπομεν ὅτι ἐφόσον ὁ γενικὸς ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας ἐξομοιοῦται καὶ εἶναι οἷος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ Εἰσαγγελεῖς εἶναι μόνιμοι, ὁ δὲ μόνιμος εἶναι περισσότερον ἐξησφαλισμένος ἀπὸ τὸν ἰσόβιον, σᾶς φαίνεται παράξενον αὐτό, δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναπτύξω, διότι εἶναι ἀρκετὰ ἠσφαλισμένος διὰ τῆς μονιμότητος, διατί θὰ τὸν κάμωμεν ἰσόβιον, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοὺς λοιποὺς Εἰσαγγελεῖς; Προτείνω λοιπὸν τὴν διαγραφὴν καὶ νὰ μείνῃ ὅπως εἶχε τὸ πρῶτον Σύνταγμα καὶ ὅπως κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ εἴχομεν ἀποφασίσει. Λοιπὸν μόνον οἱ σύμβουλοι καὶ οἱ πάρεδροι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι ἰσόβιοι, ὁ δὲ ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας νὰ εἶναι μόνιμος, ὅπως καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ οἱ λοιποὶ Εἰσαγγελεῖς.
§130Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλλάσσομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς πρὸς τὴν μονιμότητα καὶ ἰσοβιότητα, νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅταν θὰ συζητηθῶσι τὰ ἀφορῶντα τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι χρησιμώτατον εἶναι νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ μονιμότης, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ γεν. ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας, ὁ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, πρέπει νὰ ἀπολαύῃ ἰσοβιότητος. Ἰσοβιότης καὶ μονιμότης σήμερον, προκειμένου περὶ δικαστικῶν λειτουργῶν, δὲν ἔχουν διάφορον ἔννοιαν ἐν τῇ οὐσίᾳ τῶν πραγμάτων, διότι καὶ οἱ ἰσόβιοι καὶ οἱ μόνιμοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀπολύονται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, πάντοτε δηλαδὴ δυνάμει ἀποφάσεως. Οὐσιαστικῶς λοιπὸν δὲν διαφέρει ἡ μονιμότης τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου ἀπὸ τὴν ἰσοβιότητα τῶν μονίμων δικαστῶν, εἶναι ἡ αὐτή. Καὶ ἀφοῦ τὰ πράγματα οὕτως ἔχουσιν ἐν τῇ οὐσίᾳ καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῇ Βουλῇ θὰ εἴπω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι καὶ θὰ ζητήσω τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἰσοβιότητος καὶ εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον θὰ ἐπεθύμουν ὅπως καὶ ὁ γενικὸς ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ περιβληθῇ διὰ τῆς ἰσοβιότητος. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον ὅπως περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 104 καὶ ὁ Γενικὸς Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν ἰσοβιότητα.
§131Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Εἶναι μία γνώμη, τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξατε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ ἀπολαύουν τῆς ἰσοβιότητος καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς. Τὴν γνώμην αὐτὴν δὲν τὴν ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπή. Ἂν σήμερον δεχθῶμεν, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην σας, τὴν ἰσοβιότητα τοῦ γενικοῦ ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας χωρὶς νὰ ἔχωμεν ψηφίσει τὴν ἰσοβιότητα τῶν εἰσαγγελέων, καθὼς καὶ τὴν ἰσοβιότητα τοῦ ἐπιτρόπου τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ, θὰ εἴμεθα συνεπεῖς; Βεβαίως δὲν θὰ εἴμεθα συνεπεῖς.
§132Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ εἴμεθα συνεπεῖς.
§133Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τότε νὰ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον αὐτό.
§134Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν γενικὸν ἐπίτροπον. Αὕτη δύναται νὰ μείνῃ ἐκκρεμής.
§135Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν γνώμην σας ὅτι πρέπει ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ἀπολαύῃ ἰσοβιότητος, τότε δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν γνώμην σας καὶ ὡς πρὸς τὸν γενικὸν ἐπίτροπον.
§136Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ συνεζητήθη διὰ μακρῶν ἂν πρέπει νὰ δοθῇ ἰσοβιότης εἰς τὸν ἐπίτροπον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη ὅτι, ἐφόσον εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς δὲν δίδεται ἰσοβιότης, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε εἰς τὸν γενικὸν ἐπίτροπον τῆς Ἐπικρατείας νὰ δώσωμεν ἰσοβιότητα. Πλὴν τούτου ὁ κ. Μερλόπουλος ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα κατ’ οὐσίαν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα, διότι διὰ τὴν κατάργησιν μιᾶς εἰσαγγελικῆς θέσεως ὁ εἰσαγγελεὺς χάνει τὴν θέσιν του, ἂν ὅμως καταργήσωμεν τὴν θέσιν ἑνὸς δικαστοῦ, θὰ προσκοληθῇ εἰς ἄλλην θέσιν. Συνεπῶς ἡ ἰσοβιότης καὶ ἡ μονιμότης δὲν εἶναι τὸ αὐτό. Ὑπάρχει μεγίστη διαφορά. Ἀλλ’ ἐφόσον δεχόμεθα ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς πρέπει νὰ μείνωσι μόνιμοι καὶ οὐχὶ ἰσόβιοι, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπει νὰ εἶναι μόνιμος καὶ οὐχὶ ἰσόβιος καὶ ὁ γενικὸς ἐπίτροπος.
§137Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ;
§138Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, τὸ ἑξῆς, ἄνευ παρεξηγήσεως. Ἐκ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ Σύνταγμα εὐσυνειδήτως καὶ μετὰ μεγάλης ἐπιμελείας, ἔχομεν τὸ ἄρθρον τοῦτο διατυπωθὲν ὡς ἑξῆς, ἐν τοῖς πρακτικοῖς δὲ φαίνεται καὶ ὁ λόγος διατί διετυπώθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον (ἀναγινώσκει). Παντάπασι δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ γενικοῦ ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον τώρα ἐδῶ, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπεφοίτησε, φαίνεται, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐπῆλθε εἰς τὸν νοῦν του νὰ θέσῃ καὶ τὸν ἐπίτροπον τῆς Ἐπικρατείας.
§139Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἦτο καὶ διεγράφη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§140Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἔχομεν λοιπὸν ὑπὸ κρίσιν καὶ ψήφισιν τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ψηφισθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἔχομεν παραπλεύρως καὶ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ σχέδιον αὐτὸ τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸ ἄρθρον 104 ὁμιλεῖ μόνον περὶ συμβούλων καὶ παρέδρων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§141Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας;
§142Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Τὸ εἶχε καὶ διεγράφη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§143Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐδῶ λοιπόν, ἐφόσον ἔχομεν τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερε τὸ σχέδιον αὐτό, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ διατυπώσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς διαφωνεῖ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον καὶ ὀρθὸν εἶναι ὅτι, ἐφόσον θεσμοθετοῦμεν περὶ εἰσαγγελέων τὴν μονιμότητα καὶ ὄχι τὴν ἰσοβιότητα, διότι μετέχουν καὶ τοῦ διοικητικοῦ, δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφόσον ὁ ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐν γένει οἰκονομικὴν διαχείρισιν, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸς ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ἔχῃ μεγαλυτέραν ἀσφάλειαν παρ’ ὅτι ἔχει ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Πρέπει κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ διαγραφῇ.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διαγραφῇ, νὰ διαγραφῇ.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει);
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θʹ.
Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον Ἄρθρον 104. Οἱ Σύμβουλοι καὶ οἱ πάρεδροι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι ἰσόβιοι καὶ δὲν παύονται εἰμὴ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 93, ἀποχωροῦν δὲ ὑποχρεωτικῶς ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 70οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας των.
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 104ον ἄρθρον).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τὴν διαγραφὴν τῆς φράσεως «καὶ ὁ γενικὸς ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας».
§148Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἰσόβιος, ἀλλὰ μόνιμος.
§149Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ πρωτίστως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιφυλάσσεται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου, ὅταν θὰ συζητηθῶσι τὰ ἄρθρα τὰ σχετικά.
§150Χ. ΛΑΔΑΣ. Πρέπει τὸ ἄρθρον νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς, σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ σύμβουλοι καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἰσόβιοι, ὁ δὲ γενικὸς ἐπίτροπος μόνιμος». Διότι δὲν θὰ ἐπιτύχῃ νὰ εἶναι οὔτε ἰσόβιος, οὔτε μόνιμος.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 112ον....
§152Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ σχέδιον αὐτὸ προσῆλθεν ἀπόψε πρὸς συζήτησιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καλῶς, ἀλλὰ χρήζει μεγάλης προσοχῆς. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶναι προπαρεσκευασμένος. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§153Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἡ διατύπωσις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§154Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναβληθῇ.
§155Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶναι σοβαρόν.
§156Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Νὰ ἀφήσητε τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ σκεφθῶσι καλὰ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 112.
§157Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἂς ἀναπτύξωσιν οἱ κ. κ. συνάδελφοι τὰς γνώμας των.
§158Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι.
§159Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων εἶναι σύμφωνοι.
§160Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι φίλος τῶν λόγων. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι περὶ παρονυχίδος ὁ λόγος. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον καὶ τὸ προτελευταῖον πρέπει νὰ γίνουν κατόπιν προηγουμένης συζητήσεως δεκτὰ ἢ νὰ ἀπορριφθοῦν, διότι μεταβάλλουσι τὴν φάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν μέρει, διότι λέγουσι τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Λάβετε αὐτὰς τὰς λέξεις ἐν τῇ πραγματικότητί των καὶ γενικῶς τὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ἔχομεν τὰ διάφορα Συμβούλια, τὰ ὁποῖα κάμνουν οἱ νόμοι. Πρέπει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἀποφανθῇ. Εἰς αὐτὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τί θὰ πρωτοδώσωμεν, εἰς 21 ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ ἀποτελέσουν; Τὴν μελέτην καὶ διατύπωσιν τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων; Θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του νὰ ἐνασκῇ τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν προκειμένου περὶ ἐφέσεων τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων; Τί θέλετε νὰ ἔχωσιν ἐπὶ τέλους; Καὶ 200 ἂν ἦσαν, πάλιν δὲν θὰ ἦσαν ἐπαρκεῖς διὰ νὰ ἀποφανθοῦν ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Καὶ θέλετε κατὰ παράβασιν τῆς φύσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος νὰ τοὺς δώσωμεν ἀκόμη καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Εἶναι τὸ ζήτημα σπουδαιότατον λοιπὸν καὶ ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ εὕρωμεν κατόπιν συζητήσεως μίαν διατύπωσιν τοιαύτην, ἡ ὁποία οὔτε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ θίγῃ, οὔτε τὴν ὑπουργικὴν δικαιοδοσίαν, νὰ προστατεύῃ δὲ πράγματι καὶ τοὺς ὑπαλλήλους, καίτοι ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀρκετὰ προστατεύει ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐπειδὴ ἐξ ἀπίνης δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοιαύτας συζητήσεις νὰ εὑρεθῇ ἡ καλυτέρα διατύπωσις, δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου.
§161ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος.
§162Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Διότι δὲν ἀποδίδετε σημασίαν εἰς τὸ ἑξῆς. Αὐτὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἔχῃ ἄπειρα καθήκοντα καὶ διὰ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν Λαὸν ὀφείλει μετὰ κύρους νὰ ἀποφαίνεται. Δὲν θὰ ἐπαρκῇ ὅμως ὁ χρόνος νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ὅλα τὰ καθήκοντα. Παρακαλῶ ὅθεν νὰ στέρξῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀναβολὴν αὐτὴν ἐπὶ 48ωρον.
§163Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε τὴν διάταξιν αὐτήν, ἀπέρρευσεν ἀπὸ τὸν κ. Γόντικαν. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεστήριξε τὴν γνώμην ταύτην ὁ κ. Γόντικας, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲ ἐμφανῶς νομίζω τὴν ἀπεδέχθη.
§164Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὁ κ. Γόντικας διεφώνησεν, ὁ δὲ κ. Μπακόπουλος εἶπεν ὅτι εἶναι ζήτημα νόμου.
§165Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐφόσον ὑπάρχουσι μερικοὶ ἐπιμένοντες νὰ ὁμιλήσουν, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἀναβληθῇ.
§166Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ὅτι καλῶς ἔχει. Νὰ ἀφήσωμεν μόνον τὴν τελευταίαν παράγραφον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 112ου ἄρθρου. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 114ον....
§168Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ παραλείψωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ 114ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε.
§169Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε βουλευτά, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν; Ἐπειδὴ ἔχει ληφθῆ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ ψηφισθοῦν τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῶν ὁποίων εὑρέθη σύμφωνον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ δὲ ἄρθρον 114, κατὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ εἶμαι κηρυγμένος, παρελείφθη, σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀφήσωμεν διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὰ ἄλλα ἄρθρα καὶ κατόπιν συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§170Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;
§171Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὕστερα ἀπὸ πέντε λεπτά.
§172ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 113 ἐψηφίσθη;
§173Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Μάλιστα, ἐψηφίσθη.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 115ον ἄρθρον....
§175Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§176Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μὰ εἴπαμε νὰ ἀναβληθῇ τὸ ἄρθρον 114.
§177Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ 114ου ἄρθρου, ἀλλὰ περὶ τοῦ 115ου.
§178Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε βουλευτά, σεῖς ἐκάματε μίαν ἄλλην ἀρίθμησιν τῶν ἄρθρων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὰ ἄρθρα ἔχουν ἕνα ἀριθμὸν περιπλέον. Τὸ ἄρθρον 114 τοῦ Συντάγματος φέρει τὸν ἀριθμὸν 115. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ψηφισθοῦν τὰ ἄρθρα ἐπὶ τῶν ὁποίων εὑρέθη σύμφωνον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἔπειτα συζητοῦμεν διὰ τὰ ἄλλα.
§179Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἂς προσδιορίσωμεν τὸ ἄρθρον διὰ τοῦ περιεχομένου του, ἀφοῦ ἐπέρχεται σύγχυσις εἰς τὴν ἀρίθμησιν. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ πρῶτον βαθμὸν πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀσκεῖται καὶ ὑπὸ Συμβουλίου συγκειμένου ἀπὸ δύο μέλη ἐξ ἑκάστου τῶν Σωμάτων τούτων καὶ τρεῖς καθηγητὰς τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁριζομένους διὰ κλήρου, προεδρευομένου ὑφ’ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν ἐκλεγομένου παρὰ τῶν ἰδίων. Ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἐξαιροῦνται ἑκάστοτε τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, δι’ ἐνέργειαν τοῦ ὁποίου εἴτε ὁλοκλήρου, εἴτε μελῶν αὐτοῦ, καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον. Νόμος ὁρίζει τὰ κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἀνωτέρας πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ὡς ἄνω διωκομένων». Κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον ὑπάρχει καὶ μία λέξις, ἓν λεξίδιον, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ φαίνεται ἀσήμαντον καὶ ἀθωότατον, περιλαμβάνει οὐσιώδη ἔννοιαν καὶ ἀντιτίθεται εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων.
§180ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὑπῆρχεν.
§181Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κακῶς ὑπῆρχε καὶ ἐκεῖ. Ὅταν λέγωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ πρῶτον βαθμὸν πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀσκεῖται καὶ ὑπὸ Συμβουλίου», ἐννοοῦμεν ὅτι ἀσκεῖται ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία καὶ ἀπὸ ἄλλην Ἀρχήν. Ποία εἶναι ἡ Ἀρχή, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τὸν πειθαρχικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου; Εἶναι ὁ Ὑπουργός, εἶναι ἡ διοικητικὴ ἐξουσία, εἶναι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας; Λοιπὸν τοῦτο, λέγω, εἶναι λάθος, τὸ ὁποῖον παρεισέφρυσε. Παρεισέφρυσε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ εἰς τὸ ἰσχῦον, τὸ πρότερον Σύνταγμα. Λέγει λοιπὸν τὸ ἄρθρον ὅτι εἶναι δύο αἱ Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἀσκοῦν παράλληλον πειθαρχικὴν ἐξουσίαν παρὰ τοῖς δικαστικοῖς λειτουργοῖς. Ἀλλ’ ὅταν τὸ πρῶτον ἐνομοθετήθη διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν εἴχομεν τὸν νόμον περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη τὸ 1877. Ὅταν ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, νόμος περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν δὲν ὑπῆρχεν. Εἶναι λοιπὸν φυσικὸν ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων, ὁ ἀπονέμων πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὁ χρονολογούμενος ἀπὸ τῆς Βαυαρικῆς Μοναρχίας, νὰ ἰσχύῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐξακολουθεῖ ἰσχῦον καὶ μέρι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1862 καὶ περαιτέρω ἀκόμη μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἰσοβιότητος. Διατί ὅμως θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ Σύνταγμα ἀπονέμον τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν παρὰ τὸν θεσμὸν καὶ μετὰ τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος, ὁ ὁποῖος ἐγκαθιστᾷ μίαν Ἀρχὴν ἀνεξάρτητον; Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἄσκησις πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ ἑνὸς κλάδου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας αὐτοτελοῦς καὶ ἀνεξαρτήτου, ὅταν ξένη ὑπηρεσία —καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ— ἐπεμβαίνει εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ρυθμίζει τὰ τῆς πειθαρχικῆς διώξεως τῶν μελῶν αὐτῆς;
§182Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐν δευτέρῳ βαθμῷ.
§183Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ δεύτερος βαθμὸς ἀνήκει καὶ πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἀρκετὸν εἶναι διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἔχειν τὸ δικαίωμα τοῦ κινεῖν τὴν πειθαρχικὴν ἀγωγήν, ἅτε ἔχοντα τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν ἐφ’ ὅλου τοῦ δικαστικοῦ Σώματος. Ἄλλο τι πέραν τούτου εἶναι ὑπερβολὴ μὴ συγχωρουμένη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, μὴ συγχωρουμένη ἀπὸ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Δημοσίου Δικαίου, μὴ ἐπιτρεπομένη ἀπὸ τὴν αὐτοτέλειαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ νὰ τελῇ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία.
§184Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Αὐτοτέλεια δὲν θὰ εἴπῃ ἀσυδοσία. Οὐδεὶς ἀξιοῖ νὰ δημιουργήσῃ ἐξουσίαν ἀσύδοτον, ἀλλ’ αὐτοτελῆ καὶ ἀνεξάρτητον.
§185Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τότε διατί νὰ ὑπάρχῃ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης;
§186Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νομίζετε ὅτι ὑπάρχει μόνον διὰ νὰ ἀσκῇ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν;
§187Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἶναι κανὼν τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ὅτι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τὴν ἀσκεῖ πάντοτε ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης τοῦ κλάδου.
§188Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἄν ὁ Δημητρακόπουλος ἐθαυματούργησεν, τοῦτο ὀφείλεται διότι ἐνήσκει τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν.
§189Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα ἀπὸ ἓν μεμονωμένον παράδειγμα νὰ δημιουργήσωμεν κανόνα δικαίου καὶ νὰ τὸν καθιερώσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος. Τὸ παράδειγμα τοῦ Δημητρακοπούλου ἦτο μοναδικὸν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§190Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὰ Συμβούλια αὐτὰ μετατρέπονται εἰς σατραπείας ὅπου δὲν ὑπάρχει ἡ χεὶρ καὶ ὁ νοῦς ὁ διευθύνων καὶ ἔχομεν ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια ἑνὸς ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι μεταθέτουν τὴν εὐθύνην ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν εἰς ἀνευθύνους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦν κατὰ τρόπον κυρίαρχον καὶ καταδυναστευτικόν.
§191Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ θὰ παρετήρουν πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἐφόσον πρὸ ὀλίγου δι’ ἀποφάσεώς της ἡ Βουλὴ ἐξῄρεσε τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπὸ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐφόσον, λέγω, ἐξαιροῦνται τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὄχι διὰ νὰ ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξετάζουν ἂν αἱ ἀποφάσεις εἶναι σύμφωνοι πρὸς τοὺς νόμους, ἐφόσον, λέγω, αὐτὸ ἰσχύει διὰ τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ νὰ κινῇ καὶ μόνον τὴν πειθαρχικὴν ἀγωγήν, ἡ δὲ κρίσις περὶ αὐτῆς νὰ ἀνήκῃ εἰς αὐτὴν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§193Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Χαίρω πολύ, κύριοι βουλευταί, διότι ὁ σεβαστός μοι κ. Μερλόπουλος μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ εὐρυτέρας ἀπόψεως. Ὁ κ. Μερλόπουλος, μέλος τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1911, ὅτε κατὰ πρώτην φορὰν ἐτέθη τὸ ἄρθρον αὐτό, θὰ ἐνθυμεῖται, ὡς θὰ ἐνθυμοῦνται καὶ ὅσοι ἦταν μέλη τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐτέθη κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου. Ἄν δὲ ἀνατρέξητε εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, θὰ ἴδητε ὅτι καὶ ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Βενιζέλος καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐδέχθη ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι δυνατὸν χάριν τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀποξενωθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε τάξει εἰς αὐτὸν ὄχι ὁ νόμος καὶ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ φύσις τῆς λειτουργίας τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος. Ἄν δὲν ἔχῃ εἰς τὸ χέρι τὴν δύναμιν τοῦ ἐποπτεύειν τὴν Δικαιοσύνην, τοῦ ἐπιβάλλειν εἰς τοὺς λειτουργοὺς αὐτῆς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, ὁ Ὑπουργὸς αὐτός, ὅπως σᾶς ἔλεγον προηγουμένως, θὰ εἶναι ἀνδρείκελλον, θὰ εἶναι ὑπὸ τὴν κακὴν περιφρόνησιν ὅλων τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑπὸ τὴν περιφρόνησιν τῆς Βουλῆς, συμπεριφρονουμένης καὶ αὐτῆς. Διότι, ὅταν εἷς βουλευτής, οἱοσδήποτε ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, θὰ ἔλθῃ νὰ ἐλέγξῃ τὸν Ὑπουργὸν διὰ πλημμελῆ ἐνέργειαν δικαστικοῦ τινὸς ὑπαλλήλου, ὁ Ὑπουργὸς θὰ σᾶς εἴπῃ· τί θέλετε νὰ κάμω ἐγώ, ὅταν δὲν ἔχω οὐδεμίαν δύναμιν ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων νόμων, νὰ ἐπιβάλω τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος εἰς αὐτόν; Διὰ τοῦτο, ἂν ὑπῆρξε περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν μία λέξις ὑπῆρξε τὸ ὅλον μιᾶς ἐννοίας καὶ ἑνὸς ἄρθρου, αὐτὴ εἶναι τὸ «καὶ» αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει μέσα εἰς τὸ ἄρθρον. Διατί ἐνῷ δίδομεν τὸ ὕψος τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν τῶν κυρίων, κάμνομεν Συμβούλιον πειθαρχικὸν καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἰδίων, ἐν τούτοις ἡμεῖς δὲν ἀφαιροῦμεν καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγκειται ἐν τῇ φύσει τῆς λειτουργίας του ὡς ἀνωτάτου ἐπόπτου; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι· ἔχετε ὡρισμένα περιστατικὰ καθ’ ὅλον τὸ ὀγδοηκονταετὲς διάστημα, καθ’ ὃ ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἔχετε τοιαύτας ἀποδείξεις ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἤσκησε τὴν πειθαρχικήν του ἐξουσίαν ἐναντίον δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἢ δικαστηρίων ἢ ἐξηνάγκασεν αὐτοὺς ἐπὶ βλάβῃ τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραβοῦν τὸ καθῆκόν των;
§194Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχομεν τὸ ἐναντίον μάλιστα.
§195Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἔχωμεν τὸ ἐναντίον, τότε αὐτὸ εἶναι λόγος νὰ διαγραφῇ.
§196Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἴσα–ἴσα εἶναι λόγος νὰ ἐπαινέσωμεν τοὺς Ἕλληνας Ὑπουργούς.
§197Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἂν τὸ ἤσκησεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργός, σημαίνει ὅτι δὲν τὸ ἤσκησε καλῶς.
§198Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὥστε δέχεσθε ὅτι πολλοὶ Ὑπουργοὶ παρενόησαν καὶ δὲν ἐτιμωρήθησαν πειθαρχικῶς;
§199Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν ὡρισμένα παραδείγματα ὑπ’ ὄψιν μας. Θὰ ὑπεστήριζον ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὅστις ἀφήρεσε τὸ δικαίωμα τῆς πειθαρχικῆς διώξεως ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν—καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος περὶ δικηγόρων—καὶ τὸ ἀνέθεσεν εἰς τὸ Ἀνώτατον Πειθαρχικὸν Συμβούλιον.
§200Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἄλλο νόμος καὶ ἄλλο Σύνταγμα. Διὰ νόμου εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀποξενωθῇ τοῦ δικαιώματός του, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἐπαναφέρῃ. Ἐνῷ διὰ τοῦ Συντάγματος, ἅμα τὸν ἀποξενώσωμεν τοῦτον, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. (Χειροκροτήματα).
§201ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
§202Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ γίνῃ μία διασάφησις. Θὰ ἤθελον δηλαδὴ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκῇ καὶ τὸ Συμβούλιον, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, νὰ μὴ εἶναι πειθαρχικὴ ἐξουσία ἀσκουμένη κατὰ δεύτερον βαθμόν. Θὰ ἤθελον τὸν δεύτερον βαθμόν, δηλαδὴ τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, νὰ τὴν ἔχῃ ὁ Ὑπουργός. Θὰ ἤθελον λοιπὸν αὐτὴν τὴν διασάφησιν. Ἂν δὲν γίνῃ δεκτὸν τοῦτο, ζητῶ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§203Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἀσκοῦσιν ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τοῦ διωκομένου· προκειμένου περὶ εἰρηνοδίκου τὸ Πρωτοδικεῖον, προκειμένου περὶ πρωτοδίκου τὸ Ἐφετεῖον, προκειμένου περὶ ἐφέτου ὁ Ἄρειος Πάγος. Τὸν τελευταῖον δὲ βαθμὸν ἀσκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ὅπως εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ἀπὸ Συμβούλιον συγκείμενον ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει....
§204Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα βασικόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὁρίσῃ ἡ Συνέλευσις καὶ νὰ μὴ τὸ ὁρίσῃ εἰς τὸν νόμον.
§205Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Πάντως θὰ ἀσκεῖται ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν τῆς Δικαιοσύνης.
§206Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προεδρεύει τοῦ Συμβουλίου.
§207Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν εἶναι διατεθειμένη ἡ Βουλὴ νὰ ἀφήσῃ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, θὰ ἐπρότεινον νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἀσκεῖται κατὰ πρῶτον βαθμόν».
§208Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ κατὰ πρῶτον βαθμόν. Ἀκριβῶς ἡ νέα ὀργάνωσις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας θέτει ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τούτου δεδομένου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκφέρει γνώμην καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι περιττὴ ἡ διασάφησις αὐτὴ τοῦ χωρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν.
§209Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ τὸ τροποποιήσῃ ὁ νόμος, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι «ἀσκεῖται καὶ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου». Δὲν ἀποκλείεται ὁ νόμος νὰ εἴπῃ ὅτι τὴν ἀσκεῖ τὸ Συμβούλιον.
§210Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ.
§211Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἠμπορεῖ, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει «καὶ τὸ Συμβούλιον». Ἄρα ἠμπορεῖ καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν ἐμποδίζει τὸ Σύνταγμα. Τὸ «καὶ» ἐτέθη διὰ νὰ μὴ εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα. Ἄν δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα, ποίου ἄλλου Σώματος ἢ προσώπου θὰ εἶναι ἡ ἁρμοδιότης;
§212Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πετρίδη προκαλεῖ βεβαίως νέαν προσοχὴν καὶ ἐξέτασιν τοῦ ἄρθρου. Θὰ ἔπρεπε διὰ νὰ εἶναι σαφὲς τὸ πρᾶγμα, νὰ κάμωμεν κατ’ ἄλλον τρόπον τὴν σύνθεσιν.
§213Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δεύτερος βαθμὸς νὰ καθορισθῇ διὰ νόμου.
§214Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὄχι.
§215Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν πρῶτον καὶ δεύτερον βαθμόν.
§216Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ ἀσκῇ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν.
§217Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ποτὲ δὲν συνεζητήθη τὸ ἀξίωμα ὅτι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα τὴν ἀσκεῖ ὁ ἀνώτερος. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤσκησε καὶ ἀσκεῖ πάντοτε τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐφ’ ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐγεννήθη ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὤθησε τὴν Βουλὴν εἰς σκέψιν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Τὸ ζήτημα ἐγεννήθη ἐκ παρερμηνείας τοῦ ἄρθρου 113. Ἐπειδὴ ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου δὲν προσιδιάζει εἰς εἰδικόν τινα κλάδον διοικήσεως, ἐσκέφθησαν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ μία ἄσκησις πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἀπὸ ἓν οἱονδήποτε δικαστήριον. Ἐσκέφθησαν νὰ δημιουργήσουν ἓν Συμβούλιον. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλλῃ τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἄσκησις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἀνήκει εἰς τὸν ἐπόπτην ρυθμιστὴν τοῦ κλάδου τῆς διοικήσεως. Ἔχει τοῦτο κολοσσιαίαν σημασίαν, ἀνταποκρινομένην εἰς τὸ δόγμα τὸ κοινοβουλευτικὸν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεξάρτητον μὲν ἀπ’ ἀλλήλων κατ’ οὐσίαν ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων, ἀλλὰ πράγματι ὑπόκειται εἰς ἁρμοδίαν ἐξάρτησιν. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῇ ἡ φράσις ὅτι «τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ἀσκεῖ τὴν δικαιοδοσίαν τὴν πειθαρχικὴν κατὰ παραπομπὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης», ὁ ὁποῖος θὰ ἀποκτήσῃ δικαιώματα περισσότερα, ἐκτείνων τὴν τοιαύτην δικαιοδοσίαν του καὶ ἐπὶ τοῖς μὴ διοικητικῶς ὑπαγομένοις αὐτῷ.
§218Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τὴν ἔχει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§219Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πολὺ καλά, ἀλλὰ νὰ τὴν ἔχῃ καὶ ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ τὴν ἀσκήσῃ αὐτός, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ τὴν παραπέμψῃ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον συνιστᾶται. Προτείνω μετὰ τὰς λέξεις «ἀσκεῖται ὑπὸ Συμβουλίου συγκειμένου ἀπὸ δύο μέλη ἐξ ἑκάστου Σώματος» νὰ τεθῇ ἡ φράσις «κατὰ παραπομπὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης».
§220Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀφήσατε ὁ νόμος νὰ τὰ κανονίσῃ. Διατί θέλετε νὰ τὰ περιλάβωμεν ὅλα εἰς τὸ Σύνταγμα; Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμποδίζῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἢ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραπέμπῃ εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ὑπαλλήλους πρὸς ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας.
§221Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλ’ ἐφόσον ὑπάρχει μία διάταξις ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἀμφιβολίας, πρέπει νὰ τὴν ἀποσαφηνίσωμεν.
§222Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν δημιουργεῖ ἀμφιβολίας. Ἀκούσατε τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν ἐκάμαμε (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ πρῶτον βαθμὸν πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀσκεῖται ὑπὸ Συμβουλίου, συγκειμένου ἀπὸ δύο μέλη ἐξ ἑκάστου τῶν Σωμάτων τούτων καὶ τρεῖς καθηγητὰς τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁριζομένους διὰ κλήρου, προεδρευομένου δὲ ὑφ’ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, ἐκλεγομένου παρὰ τῶν ἰδίων. Ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἐξαιροῦνται ἑκάστοτε τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, δι’ ἐνέργειαν τοῦ ὁποίου, εἴτε ὁλοκλήρου, εἴτε μελῶν αὐτοῦ, καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον. Νόμος ὁρίζει τὰ κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἀνωτέρας πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ὡς ἄνω διωκομένων».
§223Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἔτσι συμφωνοῦμεν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 114. Ἡ κατὰ πρῶτον βαθμὸν πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀσκεῖται καὶ ὑπὸ Συμβουλίου, συγκειμένου ἀπὸ δύο μέλη ἐξ ἑκάστου τῶν Σωμάτων τούτων καὶ τρεῖς καθηγητὰς τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁριζομένους διὰ κλήρου, προεδρευομένου δὲ ὑφ’ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, ἐκλεγομένου παρὰ τῶν ἰδίων. Ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἐξαιροῦνται ἑκάστοτε τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, δι’ ἐνέργειαν τοῦ ὁποίου, εἴτε ὁλοκλήρου, εἴτε μελῶν αὐτοῦ καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον. Νόμος ὁρίζει τὰ κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἀνωτέρας πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ὡς ἄνω διωκομένων.
§225ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 114ον ἄρθρον).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχει ὑποβληθῆ ἡ κάτωθι ἑρμηνευτικὴ δήλωσις (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀνωτέρω πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀσκεῖται καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτῶν ὡς μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου».
§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις).
§228Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ «καὶ» ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν· ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει πάντοτε ἐκτὸς τῆς ἀνωτάτης δικαιοδοσίας καὶ τὸν πρῶτον βαθμόν.
§229ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§230Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἂς δηλωθῇ ὅτι ψηφίζεται ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν καὶ ὅτι οὐδέποτε ἀφηρέθη τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 115. Τὰ ἀσυμβίβαστα τοῦ ἄρθρου 39 ἐφαρμόζονται καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους. Οὐδέποτε αἱ ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου ἢ ταμείων νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου ἀμοιβαὶ ἢ οἱαιδήποτε ἄλλαι ἀπολαυαὶ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, ἕνεκα παροχῆς ὑπηρεσιῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, δύνανται νὰ ὑπερβοῦν ἐν τῷ συνόλῳ των μηνιαίως τὸν ὀργανικὸν μισθὸν αὐτοῦ.
§232ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 115ον ἄρθρον).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 117ον....
§234Χ. ΛΑΔΑΣ. Νὰ θέσωμεν ἓν χρονικὸν ὅριον.
§235Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καλὸν θὰ ἦτο δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, νὰ διαγραφῇ τὸ ὅτι «ἐντὸς ἑξαμήνου θὰ συγκροτηθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας», διότι, ἂν δὲν γίνῃ, τότε θὰ τεκμαίρεται ἡ κατάργησις αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μὴ τεθῇ ἡ προθεσμία τῆς συγκροτήσεως.
§236Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπειδὴ εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα ὑπῆρχε τὸ χρονικὸν ὅριον καὶ λόγῳ τῶν ἀνωμάλων καταστάσεων δὲν ἐπετεύχθη ἡ συγκρότησίς του, δὲν πειράζει ἂν τεθῇ καὶ τώρα.
§237ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔθεσε τὸ χρονικὸν αὐτὸ ὅριον, διότι ἠθέλησε νὰ ἀσκήσῃ ἐπιβολὴν διὰ τὴν ταχεῖαν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, διότι πρέπει ἐντὸς ἓξ μηνῶν νὰ συγκροτηθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§238Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἂς τεθῇ «ἐντὸς ἔτους».
§239ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 117. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θέλει συγκροτηθῆ ἐντὸς ἓξ μηνῶν τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὴν πρώτην συγκρότησιν ὁ διορισμὸς τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας θὰ γίνῃ διὰ Διατάγματος προκαλουμένου κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§241ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 117ον ἄρθρον).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν προσεχῆ Δευτέραν ὥραν 5ην μ. μ. (Ὥρα 12.40 π. μ.)