1927.05.03
2.918 στίχοι · 22.410 λέξεις · 282 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
Τρίτη 3 Μαΐου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν ὥραν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Γράφει ὅτι ἐπαναλαμβάνονται αὗται τὴν 5ην ὥραν μ. μ. Ἐρχόμεθα τὴν ὥραν αὐτὴν ἐλάχιστοι καὶ περιμένομεν καὶ μέχρι πέραν τῆς 6ης ὥρας διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις. Θὰ παρεκάλουν τοὺς παρισταμένους κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ἵνα συμβουλεύσωσι καὶ τὰ ἐπίλοιπα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ παρίστανται κατὰ τὴν κεκανονισμένην ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, διότι θεωρῶ περιττὴν τὴν ὑποβολὴν ψηφίσματος περὶ τῆς ταχυτέρας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ συμβάλλωμεν εἰς τὴν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ ὅλοι ἔχουσι κάποιαν ὑποχρέωσιν νὰ προσέρχωνται ἀπὸ τῆς 5ης ὥρας, ἐλπίζω δὲ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπαναλαμβάνονται αἱ ἐργασίαι κατὰ τὴν 5ην ὥραν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Θεσσαλονίκης ζητεῖ ὅπως μὴ ὑπαχθῇ τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἰς τὰς οἰκοδομὰς τῆς καείσης ζώνης Θεσσαλονίκης. — Τὸ Σωματεῖον τῶν γουνεμπόρων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἰσχύοντος δασμολογίου διὰ τὰ ἐν τῷ ἐμπορίῳ πωλούμενα γουναρικά. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ἰωαννίδης ὑποβάλλει ἀναφορὰν καπνεμπόρων ζητούντων τὴν ἀναθεώρησιν τῶν Ν. Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἀπαγορεύεται ἡ τρίτη ποιότης τῶν σιγαρέττων. Συνιστᾷ τὴν ἀναφορὰν προσθέτων ὅτι δέον νὰ ληφθῶσι καὶ τὰ δέοντα μέτρα, ὅπως τὰ φορολογικὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους μὴ μειωθοῦν. — Ὁμοίως ὁ αὐτὸς βουλευτὴς ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀργυᾶς Βόλου καὶ παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τῆς κωμοπόλεως. — Ὁ Δ. Ζούλας, ἰδιοκτήτης τῆς ἐφημερίδος «Τὸ Παράρτημα», ἀναφέρει ὅτι διέκοψε τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐφημερίδος του λόγῳ τοῦ διωγμοῦ ὃν ὑφίσταται ἐκ μέρους τῆς Ἀστυνομίας τῶν Πόλεων, ἐφαρμοζούσης ἀντισυνταγματικὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν «περὶ ἀπαγορεύσεως διαλαλήσεως τοῦ περιεχομένου τῆς ἐφημερίδος του». — Ἡ Ἀδαμαντία χήρα Π. Κωνσταντινίδου ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς συντάξεώς της εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς κρατικῆς συντάξεως καὶ ἀπονομῆς μερίσματος τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου». — Αἱ ὀργανώσεις ἰδιοκτητῶν Ζακύνθου, Κεφαλληνίας, Κερκύρας, Αἰτωλοακαρνανίας διαμαρτύρονται κατὰ πάσης παρατάσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου. — Οἱ κάτοικοι Καζακλὰρ καὶ Σερλὶ Ἁλμυροῦ διαμαρτύρονται ἐπὶ τῇ ἐπικειμένῃ ἐπιψηφίσει τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος, δι’ οὗ προβλέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις λιβαδίων τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων πρὸς ἐγκατάστασιν μικροκτηνοτρόφων. — Οἱ ἐπαγγελματίαι Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται κατὰ τῆς Ἑταιρείας ὑδάτων καὶ ζητοῦσι τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως 1923. — Οἱ ἀδελφοὶ Ἀρώνη, κάτοικοι Κερκύρας, παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς φορολογίας τῶν κινηματογράφων καὶ τὴν ἐπιεικεστέραν ἐφαρμογὴν τῶν ἀστυνομικῶν μέτρων. — Ὁ Σύνδεσμος ἐργατῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς Ἐπιτροπῆς ρυθμίσεως φορτοεκφορτωτικῶν λιμένος. — Ἐπιτροπὴ λειτουργῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Κερκύρας ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν εὐσεβάστως παράκλησιν ὅπως τοῖς χορηγηθῇ τὸ παρεχόμενον εἰς λοιποὺς ὑπαλλήλους ἐπίδομα 3)16 τοῦ μισθοῦ των. — Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Σωματεῖον Βόλου παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ ἡ δέουσα κοινοβουλευτικὴ μέριμνα καὶ ψηφισθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσσης κ. Α. Ἰωαννίδου «περὶ ἱδρύσεως ταμείου ὁδοποιίας ἐν τῇ πόλει τοῦ Βόλου». — Οἱ ἐκκαθαρισθέντες δημοδιδάσκαλοι τοῦ 1922, λόγῳ πολιτικῶν φρονημάτων καὶ δῆθεν ὁρίου ἡλικίας, παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ἐνεργήσῃ διὰ τὴν ἐπαναφοράν των. — Ἡ Ἰσραηλιτικὴ κοινότης Βόλου διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἐνεργήσαντος τὴν παράνομον ἐπαναφορὰν τοῦ κ. Μωϋσῆ Πεσὰχ ὡς ἀρχιρραββίνου καὶ παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως διατάξῃ τὴν ἀνάκλησιν αὐτοῦ. — Οἱ ἀπορριφθέντες φοιτηταὶ κατὰ τὰς τμηματικὰς ἐξετάσεις παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰ δίκαια ὑπερχιλίων φοιτητῶν καὶ ψηφίσῃ τὸ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἰσχῦον Διάταγμα περὶ ἐπαναξετάσεων τῶν ἀπορριφθέντων φοιτητῶν. — Ἡ ἐργατικὴ τάξις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ὑποβάλλει ψήφισμα δι’ οὗ ζητεῖ τὴν καταπολέμησιν τῆς ἀνεργίας διὰ δημοσίων καὶ δημοτικῶν ἔργων διὰ τῆς ἱδρύσεως γραφείων ἐργασίας καὶ ταμείων ἀνεργίας μὲ προικοδότησιν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, τῶν δήμων καὶ τῶν ἐργοδοτῶν. Ἀνακοινῶ ὡσαύτως πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Μαντᾶς, Σ. Στάης, Λ. Εὐφραιμίδης, Σ. Κρεμεζῆς, Γ. Καρπετόπουλος, Ι. Παπαϊωάννου, Χ. Λαδᾶς, Ν. Μπακόπουλος, Α. Ζούζουλας κλπ. ὑποβάλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 28 Ἰουνίου 1923 Ν. Δ, περὶ λιμένων καὶ λιμενικῶν ταμείων».
§5Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἐξόχως προτιμητέα ἡ πρότασις αὕτη καὶ παρακαλῶ ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς καὶ ψηφισθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διενεμήθη ἀκόμη.
§7Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος καὶ παρεκάλεσα νὰ διανεμηθῇ ταχέως. Ἀφορᾷ ἰδίως τὴν καταπολέμησιν τῆς ἀκρίδος, ἡ ὁποία ἐνεφανίσθη εἰς διάφορα μέρη.
§8Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ εἶναι σοβαρὸς ὁ κίνδυνος καὶ ἐπείγουσα ἡ ἐπιβαλλομένη ἔναντι αὐτοῦ ἐνέργεια, διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν ἐλήφθη καμμία πρόνοια ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§9Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα.
§10Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰσάγεται ὑπὸ τὸν τύπον ψηφίσματος. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας συνάδελφος θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον δὲν ἐπιτρέπεται, δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστῇ δυνατὸν δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ κατοχύρωσις. Ἐνδιαφέρει εἰδικῶς ἐνταῦθα τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κιάτου, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει, νομίζω ἀντίρρησις νὰ ψηφισθῇ ὡς ψήφισμα.
§11Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρόκειται εἰδικῶς διὰ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κιάτου, τὸ ὁποῖον εὐπορεῖ.
§12Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ θεσπίσωμεν ἓν τοιοῦτον πρᾶγμα, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ χρήματα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου νὰ διατίθενται διὰ τοιούτους σκοπούς. Θὰ παρῃτούμην τῆς ὁμιλίας μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δεχθῶμεν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν διάθεσιν αὐτὴν μόνον διὰ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κιάτου καὶ μόνον διὰ τὸ τρέχον ἔτος.
§13Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπειδὴ εἶμαι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς τὸ ψήφισμα «κατὰ τὸ τρέχον ἔτος».
§14Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος ψηφίσματος, ἐφόσον μάλιστα λαμβάνονται ὅλαι αἱ προφυλάξεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παρεξήγησις, καλὸν θεωρῶ νὰ διευκρινισθῇ καλῶς τὸ πρᾶγμα· ὅτι διατίθενται τὰ χρήματα τῶν λιμενικῶν ταμείων διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ἀκρίδος δι’ ἐκείνας τὰς περιφερείας, τὰς ὁποίας ἐξυπηρετεῖ ὁ λιμήν.
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουσι περιφέρειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι λιμένας. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ δι’ αὐτάς.
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ Κράτος ἔλαβεν ἐξαιρετικὰ μέτρα διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ἀκρίδος, ἀτυχῶς ὅμως εἶναι ἀνεπαρκῆ τὰ μέτρα αὐτά. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κιάτου ἐπροθυμοποιήθη νὰ διαθέσῃ ἓν ποσὸν διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ἄν καὶ ἄλλα ταμεῖα εὑρεθῶσι πρόθυμα νὰ διαθέσωσί τι, θὰ γίνῃ μέριμνα καὶ δι’ αὐτά.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχητε νὰ κηρυχθῇ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ ψηφίσματος ἐπείγουσα.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 28 Ἰουνίου 1923 Ν. Δ. περὶ λιμένων καὶ λιμενικῶν ταμείων».
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τοῦ τρόπου τῆς ταχυτέρας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Πετρίδης.
§22Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου δὲν προχωροῦν μετὰ τῆς ἁρμοζούσης ταχύτητος εἰς τρόπον ὥστε ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ λυθῶσι τὸ ταχύτερον, ἱκανοποιηθῇ δὲ καὶ ὁ πόθος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἀδημονεῖ καὶ δυσφορεῖ διὰ τὴν μὴ ταχεῖαν ἐπιψήφισιν πρὸ παντὸς τοῦ Συντάγματος. Παρῆλθον ἤδη 5 μῆνες ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως καὶ δὲν ἔχομεν μέχρι τοῦδε παρὰ ἐλάχιστα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἐπιψηφίσει. Εὐτυχῶς ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔγνω πολὺ βραδέως νὰ σκεφθῇ ὅτι ἡ ταχίστη ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐθνικὴ ἀνάγκη. Ἂν τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε σήμερον τὸ εἶχεν ὑποβάλει πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν θὰ εἴχομεν ἀσφαλῶς καταλήξει ἤδη εἰς ἀποτέλεσμα, θὰ εἶχε ψηφισθῆ τὸ Σύνταγμα καὶ θὰ εἰσερχώμεθα ἐν μέρει εἰς ὁμαλότητα. Εἶναι φυσικὸν ἓν Σύνταγμα μὲ 125 ἄρθρα καὶ διαφόρους γνώμας ἐπιστημονικάς, αἵτινες προκαλοῦσι συζητήσεις μακράς, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ περαιοῦνται ἀπροσκόπτως. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος ψηφίσματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διαφωνῶ ἀπολύτως πρὸς τὸν τρόπον τῆς ὑποδεικνυομένης ἐπιψηφίσεως τὸν καθοριζόμενον διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ κυβερνητικοῦ. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐντὸς τοῦ Μαΐου νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ τὸ Σύνταγμα καὶ ὀρθῶς. Ἔστω καὶ ἀργὰ ἐσκέφθη τοῦτο, ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ Μαΐου ὑπολείπονται δέκα ἓξ συνεδριάσεις, διότι τέσσαρες συνεδριάσεις καθ’ ἑβδομάδα, τέσσαρες ἑβδομάδες εἶναι δέκα ἓξ συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Συνέλευσιν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν εἴκοσι καὶ πέντε ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ ψήφισμα τὸ κυβερνητικὸν καὶ τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς ἐπιψηφισμένα. Ἀλλὰ τὰ ἄρθρα αὐτὰ τὰ εἴκοσι πέντε, τὰ ὁποῖα ἐξαιρεῖ τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον, εἶναι ἐντελῶς δευτερευούσης καὶ τριτευούσης σημασίας καὶ ταῦτα ὁπωσδήποτε δὲν θὰ ἀπασχολήσωσι τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως καὶ ἂν συνεζητοῦντο, διότι καὶ εἰς προηγουμένας συζητήσεις ἄλλα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν, οὐδεμίαν δυσχέρειαν ἐπροκάλεσαν, οὔτε ἀπησχόλησαν τὴν Συνέλευσιν. Τὰ εἴκοσι πέντε αὐτὰ ἄρθρα εἴτε ψηφισθῶσιν, εἴτε θεωρηθῶσιν ὡς ἐψηφισμένα, δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Συνέλευσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Συνέλευσιν κατὰ τὸ διάστημα τῶν δέκα καὶ ἓξ συνεδριάσεων—ἤδη παρῆλθεν ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις ἀσκόπως καὶ μᾶς ὑπολείπονται δέκα πέντε συνεδριάσεις—εἶναι ἡ συζήτησις τῶν σπουδαιοτέρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, οἷον εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ὁριστικῆς καὶ προσωρινῆς Γερουσίας, ἡ συγκρότησις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ἄξιον προσοχῆς εἶναι τὸ ἄρθρον 119, τοῦ ὁποίου ἀκόμη δυστυχῶς δὲν ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις, μολονότι ἔχουν καταναλωθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἑπτὰ συνεδριάσεις. Θέλω ὑποστηρίξει ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, εἰς τὴν ταχεῖαν δηλαδὴ ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Χ. Βοζίκης, παλαίμαχος τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ ὁποῖος κατὰ παράδοξον τρόπον ἔμεινεν εὐχαριστημένος καὶ ἐνθουσιασμένος ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε προόδου τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν στερεῖται πείρας κοινοβουλευτικῆς καὶ ἐξεδήλωσε τοιαύτην εὐαρέσκειαν διὰ τὴν μεγάλην ἐργασίαν τῆς Συνελεύσεως, ἂν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς συνεδριάσεις τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησε διὰ τὰς προηγουμένας Συνελεύσεις ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, ἴσως θὰ ὑπεδήλου ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ ἤδη νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τριακοσίας συνεδριάσεις διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Διότι, εἶπεν, ὅτι ἡ παρελθοῦσα καὶ ἐκπεσοῦσα Συνέλευσις κατηνάλωσε 217 συνεδριάσεις—καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές—μὴ λησμονεῖ ὅμως ὅτι διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐξέπεσε καὶ διελύθη.
§23Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζετε ὅτι τὸ συζητεῖν ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ ἀγορεύειν ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι κάτι τι κακόν, τὸ ὁποῖον τὸ θέλει ὁ Ἑλληνικὸς Λαός;
§24Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀξιοῖ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπὸ ἡμᾶς σύντονον ἐργασίαν, διότι αὐτὸ ἐπιβάλλει τὸ γενικὸν συμφέρον τοῦ Τόπου, ἡ Κυβέρνησις δὲ καὶ ἡ Συνέλευσις ἔχουσι πολλὰ ζητήματα νὰ λύσωσι. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν εἶναι ἱκανοποιημένος ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ αὐτὸ ὅτι δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς παραμονῆς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς ἀναγκαῖον κακόν, ὀφείλω ὅμως νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι αἱ μέχρι τοῦδε ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως δὲν ἦσαν ἱκανοποιητικαὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἡ δυσφορία εἶναι γνωστὴ καὶ τὴν ἀντιλαμβανόμεθα πάντες. Ὁπωσδήποτε ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ θέματος, ὑποστηρίζων ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ὑπόλοιποι συνεδριάσεις τοῦ Μαΐου, 14 τὸν ἀριθμόν, νὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὴν συζήτησιν σοβαρωτάτων ἄρθρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτήσωσιν εὐρυτάτην συζήτησιν καὶ ἐπιστημονικὴν ἐξονύχισιν. Εἶναι λυπηρὸν διότι μία ἐργασία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ὑπῆρξεν ἀρίστη καὶ διότι ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας, ἐπεξεργασθεῖσα λεπτομερῶς ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν οὔτε ἐν τῷ ψηφίσματι τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι περὶ τῆς ἐργασίας τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν γίνεται λόγος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν εἶναι τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι, ἂν μέχρι τέλους Μαΐου δὲν κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα, τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος θεωροῦνται ψηφισμένα. Αὐτὸ εἶναι ἀντικοινοβουλευτικόν, ἀνελεύθερον καὶ ἀντιπολιτικόν, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἄρθρα τοιαύτης σοβαρότητος, οἷα εἶναι ὅλα τὰ κεφάλαια περὶ Γερουσίας, περὶ δικαστικῆς ὀργανώσεως, περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅλα αὐτὰ νὰ θεωροῦνται ἐψηφισμένα εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντὸς τοῦ Μαΐου δὲν τὰ ψηφίσῃ ἡ Συνέλευσις; Εἶναι τοῦτο παράτολμος πρότασις νομοθετήσεως Συντάγματος.
§25Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι περίεργος ὁ συλλογισμὸς ὅτι, ὅ,τι δὲν ψηφισθῇ, θεωρεῖται ἐψηφισμένον.
§26Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι περίεργος καὶ μὴ ἐλεύθερος. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζεται ἐπὶ σεβασμῷ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, τοιαύτην διάταξιν ἔθετο καὶ ἀξιοῖ καὶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ τὴν ψηφίσῃ.
§27Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ὑπολαμβάνω ὅτι ὁ χρόνος εἶναι ἐπαρκής.
§28Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λοιπὸν δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκὴς καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐπείσθητε, ἐνῷ συζητοῦμεν τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου ἢ Ἰανουαρίου, σεῖς ὁ παλαίμαχος τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα ἐντὸς 14 ἡμερῶν. Σᾶς τὸ ἀνέλυσα τοῦτο. Διότι τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατὰ τὸ τετράμηνον διάστημα κατηνάλωσαν 30 συνεδριάσεις διὰ νὰ ψηφισθοῦν 3 ἄρθρα σοβαρὰ, διότι τὰ 25 τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν δὲν εἶχον σπουδαίαν ἀξίαν, οὔτε ἐπροκάλεσαν καμμίαν συζήτησιν. Τὸ ἄρθρον περὶ ἰδιοκτησίας καὶ τὸ ἄρθρον περὶ Ἐκκλησίας, μόνον τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα κατηνάλωσαν 25 συνεδριάσεις. Φαντάζεσθε λοιπὸν ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἴσως ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς 14 συνεδριάσεις νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρα αὐτὰ τὰ κεφάλαια τὰ οὐσιώδη τοῦ πολιτεύματος; Εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον. Δι’ αὐτὸ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν θέτετε, ὅτι θεωροῦνται ἐψηφισμένα ipso jure, εἶναι διάταξις ἐντελῶς ἀντικοινοβουλευτικὴ καὶ μὴ φιλελευθέρα.
§29Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι περισσότερον φιλελευθέρα παρὰ τὸ νὰ τὸ ψηφίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Διατί αὐτὸ εἶναι ἀνελεύθερον καὶ φιλελεύθερον τὸ ἄλλο;
§30Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τοῦ Μαΐου τὸ Σύνταγμα, ἂν δὲν θελήσωμεν νὰ καταμερίσωμεν τὴν ἐργασίαν.
§31Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Διατί νὰ χάνωμεν τὸν καιρὸν τότε; Σεῖς εἶσθε ὑπὲρ τοῦ νὰ ψηφισθῇ;
§32Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ πραγματικῶς καὶ θὰ ψηφισθῇ πραγματικῶς, ἂν καταμερίσωμεν τὴν ἐργασίαν, δηλαδὴ τὰ μὲν σοβαρώτερα, τὰ ὁποῖα εἶναι 4 ἢ 5. τὰ ἄρθρα 35, 57, 115, 119, νὰ τὰ κρατήσῃ ἡ Βουλὴ, νὰ τὰ συζητήσῃ καὶ νὰ τὰ ψηφίσῃ, διότι ἐπ’ αὐτῶν κυρίως εἶναι ἡ σοβαρωτέρα ἀντίρρησις καὶ ζήτημα εἶναι ἂν καὶ τὰ τέσσαρα αὐτὰ ἄρθρα θὰ εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 14 αὐτῶν συνεδριάσεων νὰ τελειώσουν. Καὶ δὲν ἐφθάσαμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα, διότι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 ἔχομεν καταναλώσει 5 συνεδριάσεις. Φαντασθῆτε ὅταν ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἡ Γερουσία, ἡ προσωρινὴ ἢ ἡ ὁριστικὴ συγκρότησις αὐτῆς, φαντάζεσθε, λέγω, πόσας συνεδριάσεις θὰ καταναλώσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἂν δύναται μὲ τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἐντὸς τοῦ Μαΐου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ κατανομὴ τῆς ἐργασίας· ἡμεῖς νὰ κρατήσωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἄρθρα τὰ σοβαρώτερα, οἷα εἶναι τὸ ἄρθρον περὶ Γερουσίας, τὸ ἄρθρον περὶ Βουλῆς, τὸ ἄρθρον περὶ ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν συνέχειαν τοῦ ἄρθρου 119, τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἄρθρα νὰ ἀναθέσωμεν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀσχοληθῇ ἐπί τινας συνεδριάσεις, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν σοβαρὰν καὶ ἐπιμελημένην ἐργασίαν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ παροραθῇ, διότι διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐργασία αὐτὴ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιροπῆς δὲν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ποσῶς. Διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα μέχρι τῆς 30ῆς Μαΐου καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἄρθρα θὰ θεωρηθῶσιν ὡς ψηφισθέντα, τότε ἡ ἐργασία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἐντελῶς ἀχρησιμοποίητος. Δι’ αὐτὸ ἐπιθυμῶν νὰ τεθῇ τέρμα εἰς μίαν ἀνιαρὰν συζήτησιν Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἤδη ἐπὶ πέντε ἔτη τὰς διαφόρους Συνελεύσεις, παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, κατὰ τὸ ὁποῖον καταμερίζεται ἡ ἐργασία καὶ τὰ μὲν ἄρθρα τὰ σοβαρώτερα νὰ παραμείνουν ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς συζήτησιν, τὰ δὲ ὑπόλοιπα νὰ τὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ νὰ τὰ συναρμολογήσῃ καὶ δημοσιεύσῃ ὑπ’ εὐθύνην της ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι;
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 17 ἐν ὅλῳ.
§36Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ συζητῶμεν διὰ τὸ ψήφισμα ὅλον τὸν μῆνα;
§37Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὰ ἠδύνατο κανείς, κύριοι, εὐσυνειδήτως νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα τὸ παρὸν ψήφισμα καὶ δεχομένη κατ’ ἀνάγκην τὴν διὰ μακρῶν διεξαχθησομένην ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν, εἰς κάθε ἄλλο ἀποβλέπει παρὰ εἰς τὴν ἐπιτάχυνσιν τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Διότι ἀντὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν κατανάλωσιν χρόνου μακροῦ σχετικῶς, διότι δύναται ἡ σημερινὴ συζήτησις νὰ παραταθῇ καὶ δι’ ἄλλην ἡμέραν ἐπὶ τοῦ παρόντος ψηφίσματος, θὰ ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ τὴν ἐπὶ τῶν ἀψηφίστων εἰσέτι ἄρθρων συζήτησιν κατὰ τρόπον πρακτικώτερον καὶ λυσιτελέστερον καὶ δυνάμενον νὰ φέρῃ εἰς πολὺ ταχύτερον πέρας, παρὰ διὰ τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἤνοιξε διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ παρόντος ψηφίσματος. Καὶ ἐν πρώτοις ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτὴν ὑποβάλλουσα τὸ παρὸν ψήφισμα ἐν σχέσει πρὸς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε χθὲς ἀκριβῶς τὴν ἑσπέραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπὼν ὅτι: ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐσκέφθη ὄχι νὰ καταργήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ παρεμποδίσῃ κἂν τὴν ἄσκησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μᾶς διεβεβαίωσεν ὅτι δὲν ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἄσκησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ ὅμως εἰς τὸ παρὸν ψήφισμα περιέχεται διάταξις, καθ’ ἣν αἱ ἐπὶ ἀναφορῶν, ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἀναστέλλονται.
§38Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἐντελῶς. Μένει ἡ Τετάρτη.
§39Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν τὸ λέγει ἐδῶ.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔχετε δίκαιον, κ. Μπούσιε.
§41Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅταν ἔχω δίκαιον νὰ μοὶ τὸ δώσητε.
§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κακὴ διατύπωσις.
§43Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅταν λέγῃ «ἀναστέλλονται», σημαίνει ὅτι ἐπὶ ἕνα μῆνα, καθ’ ὃν θὰ συζητεῖται Σύνταγμα, δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωμεν οὐδεμίαν ἐπερώτησιν, οὔτε θὰ συζητηθῇ καμμία ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων.
§44Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἃς ἡμέρας συζητεῖται τὸ πολίτευμα, λέγει τὸ ψήφισμα.
§45Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν λέγει «καθ’ ἃς ἡμέρας».
§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ λέγει.
§47Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἂν δὲν σᾶς ἀρκοῦν αἱ ἐξηγήσεις αὐταί, νὰ τὸ προσθέσωμεν.
§48Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ λέγει, κ. Μπούσιε.
§49Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ λέγει τὸ ψήφισμα. (ἀναγινώσκει).
§50Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ρηταὶ καὶ λέγουν ὅτι Δευτέραν καὶ Πέμπτην συζητοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις. Ὅταν ἔρχεται ἡ ἑπομένη παράγραφος τοῦ ψηφίσματος καὶ λέγει ὅτι Δευτέραν καὶ Πέμπτην θὰ συζητεῖται τὸ Σύνταγμα, σημαίνει ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ συζητεῖται τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Κανονισμὸς προβλέπει συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, δὲν θὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ ἐπερωτήσεων. Ἀντὶ νὰ νομίζητε ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνέγνωσα καλῶς, θὰ μοὶ κάμητε τὴν χάριν νὰ παραδεχθῆτε ὅτι σεῖς δὲν ἐγράψατε καλῶς.
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ ἔννοια εἶναι τοιαύτη.
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ τὸ διατυπώσωμεν καλύτερα.
§53Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται περὶ τοιούτου τινὸς συμβιβασμοῦ, δηλαδὴ περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἰς τρόπον ὥστε καὶ τὸ συντακτικὸν ἔργον νὰ προχωρήσῃ καὶ τὸ νομοθετικὸν νὰ μὴ καθυστερήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐλεγκτικὸν νὰ συνυπάρξῃ, βεβαίως ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον πρόθυμος θὰ εἶναι, ἀλλ’ εὐχαριστημένη, νὰ συντονίσῃ τὰς ἐργασίας της πρὸς τοιαύτην τινὰ θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ παράπονον ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει διότι ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε ἀφῆκε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἀπὸ κυβερνητικῆς ἀπόψεως, δηλαδὴ ἀπὸ κοινοβουλευτικῆς ἀπόψεως, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκπροσωπεῖ τὸ ὅλον Κοινοβούλιον καὶ πρὸ παντός, ὅπως εἶναι σήμερον κατηρτισμένη ἡ Κυβέρνησις, ἀφῆκεν ἐντελῶς ἀκανονίστους τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, εἰς τρόπον ὥστε ἀδίκως νὰ παραπονεῖται ἡ Κυβέρνησις εἰς βάρος τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως ἡ δημοσία γνώμη εἰς βάρος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος διὰ τὴν μικρὰν παραγωγικότητα ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦδε. Δὲν πταίει καθόλου ἡ Βουλή, ὅταν ὁρίζωμεν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἰς τὰς 5½ καὶ καθυστερεῖ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐμφάνισιν, ὥστε νὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 6½, διακόπτομεν δὲ κατόπιν εἰς τὰς 8½ καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἐγείρονται διάφορα μικροεπεισόδια καὶ ἐπ’ αὐτῶν συζητοῦμεν καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος. Δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελον νὰ ἔλειπον αὐτὰ τὰ ψηφίσματα καὶ αὐτοὶ οἱ ἔκτακτοι περιορισμοί, διότι εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ καὶ διὰ μιᾶς τρόπον τινὰ διαρρυθμίσεως τοῦ τρόπου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ φτάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ ψήφισμα καὶ νὰ ὁρίσωμεν 3–4 ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος διὰ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἀρχίζωμεν εἰς ὥραν προκεχωρημένην καὶ νὰ περιττολογῶμεν ἐπ’ ἄπειρον. Πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰς ἐργασίας ἐπὶ τὸ σκοπιμότερον. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται εἰς τὸν Κανονισμὸν δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα, θὰ ἦτο καλύτερον ἂν διεξήγετο μίαν ἡμέραν τὴν ἑβδομάδα, ἀλλὰ νὰ διεξάγεται πραγματικῶς. Δηλαδὴ νὰ συζητῶνται ἐπερωτήσεις πραγματικαὶ καὶ ὄχι ἁπλαῖ συστάσεις ἢ αἰτήσεις πληροφοριῶν, ἐξ ὧν βρίθει τὸ τεῦχος τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγραφεισῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλ’ ἐπερωτήσεις, λέγω, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν εἰς διατύπωσιν μομφῆς τῶν πράξεων τῶν κυβερνητικῶν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραβλέπεται καὶ τὸ νομοθετικόν, τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς. Διότι ἄπειρα νομοσχέδια, ἄπειραι προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὑποβληθῆ ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν καὶ τῶν βουλευτῶν καὶ πάντοτε πίπτουν εἰς τὰ ὑπόγεια τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν αὐτῇ καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν. Ἐπίσης εἶναι καὶ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μένουν εἰς τὰ χαρτοφυλάκια τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἢ εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων καὶ ἐπείγει νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης ὑπάρχουν καὶ ἄπειρα Ν. Διατάγματα τῆς ἀνωμάλου περιόδου, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ παραπεμφθοῦν πρὸς κύρωσιν καὶ τροποποίησιν εἰς τὰς οἰκείας Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ αὐτὸ τὸ ἔργον δὲν συμβαδίζει. Δὲν ἐργάζονται αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, διότι δὲν γίνεται ἡ διαρρύθμισις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καλῶς καὶ διότι συμπίπτουν πάντοτε αἱ ἐργασίαι αὐτῶν μὲ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ διότι οἱ πρόεδροι αὐτῶν δὲν συνεννοοῦνται μὲ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κανονίζουν τὰς ἐργασίας τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ὄχι οἱ ἴδιοι βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς δύο Ἐπιτροπὰς νὰ καλοῦνται ταυτοχρόνως. Θὰ ἐπρότεινα νὰ περιορίσωμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον εἰς μίαν ἡμέραν· ἢ τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Πέμπτην.
§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὴν Τετάρτην.
§55Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ὅμως καὶ τοῦτο. Πρέπει καὶ διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον νὰ ὁρίσωμεν μίαν τοὐλάχιστον ἡμέραν ἀποκλειστικὴν καὶ νὰ μὴ συζητῶμεν κατ’ αὐτὴν τίποτε ἄλλο, οὔτε ἄλλα νομοσχέδια πλὴν τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγραφομένων. Ὅταν ἔχωμεν λοιπὸν μίαν ἡμέραν ἐλέγχου, μίαν ἡμέραν νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ τρεῖς ἡμέρας Σύνταγμα, θὰ μᾶς μείνῃ καὶ μία ἡμέρα διὰ τὰς Ἐπιτροπάς. Συγχρόνως δὲ νὰ ὁρίσωμεν καὶ μίαν ἄλλην ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ συνέρχωνται αἱ Ἐπιτροπαὶ διὰ τὰ Διατάγματα τῆς ἀνωμάλου περιόδου, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν σχετικῶς ὁμαλῶς. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἀπαιτεῖται νὰ ἀρχίζωμεν εἰς ὄχι προκεχωρημένην ὥραν καὶ ὕστερον νὰ ὁμιλῶμεν ἐπερχομένου τοῦ καμάτου πρὸ κενῶν ἐδωλίων. Ἐπίσης καὶ τὰ ὑπολειπόμενα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος θὰ γίνουν δεκτὰ χωρὶς νὰ προκαλέσουν συζητήσεις, ὅπως διετυπώθησαν ἀπὸ τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης ἢ τῆς τροποποιησάσης αὐτὰ νέας Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐγένετο καὶ διὰ τὰ προηγούμενα ἄρθρα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ σοβαρότης τοῦ Συντακτικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς αὐτὸ ἀπαιτεῖ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπῃ νὰ προσδώσῃ τόσην μεγάλην σοβαρότητα καὶ σπουδαιότητα εἰς τὸ Συντακτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ ἂν ἔχῃ ἄλλην ἰδέαν περὶ τούτου, δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, διότι δὲν ἔχει ἀποδώσει τὴν δέουσαν σπουδαιότητα καὶ διὰ τὴν ὕπαρξιν καὶ διὰ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἔχω νὰ ἐκφράσω κανὲν παράπονον, διότι δὲν δύναμαι ἀπὸ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπιμένω λοιπὸν ἵνα οὐδεμία τοιαύτη διάταξις γίνῃ δεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς περὶ μὴ ἐπιψηφίσεως ὡρισμένων ἄρρων τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα κατ’ ἄρθρον καὶ ὅσα δὲν προκαλοῦν συζήτησιν νὰ ἐπιψηφισθοῦν, ὅσα δὲ προκαλοῦν, κατ’ ἀνάγκην θὰ συζητηθοῦν, ἡ δὲ συζήτησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν προτέρων, διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς διχογνωμίας καὶ τὰς ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐμφανισθοῦν. Ἐπίσης ὁ περιορισμὸς αὐτὸς «ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαΐου» εἶναι παράδοξος. Ἐγνώριζον ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον δὲν ἐπιτρέπονται οἱ γάμοι. Δὲν ἠξεύρω ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ψηφίσματος. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ αὐτὸν τὸν περιορισμόν, διότι τί σημασίαν θὰ ἔχῃ ἂν ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα μέχρι τῆς 15ης Μαΐου ἢ ἂν ψηφισθῇ μέχρι τῆς 15ης Ἰουνίου. Μήπως δὲν ἦτο δυνατὸν ἂν ἡ Κυβέρνησις ἄλλως ἐσκέπτετο καὶ ἄλλως ἐκανόνιζε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς νὰ εἶχε ψηφισθῆ πρὸ τοῦ Ἀπριλίου; Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ψηφίσματος ἔχει καμμίαν ἀξίαν σοβαρὰν καὶ ἀπορῶ διατί ἡ Κυβέρνησις κατατρίβεται μὲ τὴν ὑποβολὴν τόσων διατάξεων, ἐνῷ τὸ ἁπλούστερον θὰ ἦτο νὰ ὁρίσῃ προφορικῶς, κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τὰ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος θὰ ἐκανονίζομεν κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ψήφισμα τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν ἔχει τὸν τόπον του, κατόπιν δὲ τῆς ἀπαγγελίας τῶν ὀνομάτων τῶν ἐγγεγραμμένων ὅπως ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τούτου, νομίζω ὅτι θὰ ἔκαμνε πολὺ χρήσιμον ἔργον ἡ Κυβέρνησις ἂν τὸ ἀπέσυρε καὶ ἔστεργε νὰ κανονισθοῦν, ὡς εἶπον, αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§57Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι συνάδελφοι, μᾶς παρουσίασεν ἓν ψήφισμα, ἀξιοῦσα ὅπως συντομεύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς σχετικῶς μὲ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἀπὸ τῆς πρώτης παραγράφου εἶναι ἐντελῶς ἀντικοινοβουλευτικόν. Δὲν ζητεῖ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον νὰ παύσουν αἱ ἐρωτήσεις, δηλαδὴ λέγει πρὸς τοὺς κ. κ. βουλευτάς, λέγει πρὸς τοὺς ἀναφερομένους Ἕλληνας πολίτας, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐξέλεξαν διὰ νὰ τοὺς ἐκπροσωπῶμεν, διὰ νὰ ὑποστηρίζωμεν τὰ συμφέροντά των, ὅτι δύνασθε νὰ ἀποτείνεσθε πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν θὰ λαμβάνητε ἀπάντησιν, ἀλλ’ οὔτε καὶ οἱ βουλευταὶ δὲν θὰ λαμβάνουν γνῶσιν. Καὶ ἡ τελευταία φράσις τῆς παραγράφου παρέχει τὴν κορωνίδα ὅλου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τούτου ψηφίσματος. Μᾶς λέγει ὅτι σταματᾷ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις μεταβάλλεται πλέον εἰς πολιτικὴν δικτατορίαν καθαράν. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις μᾶς ἀπαγορεύει νὰ ἐνασκήσωμεν ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἆρά γε ἡ ἀνάγκη τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀνάγκη αὐτὴ τοῦ νὰ σταματήσῃ ὁ κυβερνητικὸς ἔλεγχος, νὰ παύσουν αἱ ἐρωτήσεις καὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν τὰς ἀναφοράς, ἡ ἀνάγκη αὐτὴ εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐντὸς 18 συνεδριάσεων ἐπιψήφισιν ὅλων τῶν ὑπολειπομένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἢ ὑπάρχει ἄλλος λόγος; Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ὅτι κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες, ὅσοι κατέχουν τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐτόλμησαν νὰ φέρουν εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον ἀντικοινοβουλευτικὸν νομοσχέδιον, καταρρακῶνον αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν, δὲν δύναμαι, λέγω, νὰ φαντασθῶ ὅτι ἐτόλμησαν νὰ φέρωσι τοιοῦτον νομοσχέδιον ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ φανῶσιν εὐάρεστοι εἰς περικοπήν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βοζίκης, ἐπιστολῆς, δημοσιευθείσης εἰς ἐφημερίδας, ὡς δῆθεν προερχομένης ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι σπεύδουν νὰ κάμουν αὐτὸ τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν ἔγκλημα διὰ νὰ προσφέρουν θυμίαμα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ ἀναξιοπρεπέστατα ἡ Βουλὴ θιγομένη διὰ τῶν ἐπιστολῶν ἐκείνων νὰ εἴπῃ ὅτι δεχόμεθα πρὸ τῆς παρατηρήσεώς σου νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα. Δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, αὐτὰ τὰ ἐλατήρια νὰ ὤθησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ψηφίσματος. Ὑπάρχουν ἄλλα ἐλατήρια καὶ τὰ ἐλατήρια αὐτὰ τὰ διαβλέπω καθαρὰ εἰς τὴν παράγραφον 8 τοῦ ψηφίσματος, παράγραφον σατανικήν, παράγραφον πονηράν, τῆς ὁποίας δύναμαι νὰ μαντεύσω καὶ τὸν δράστην. Γνωρίζω τὸν ἄνδρα καὶ διαβλέπω τὴν σκέψιν του. Δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ἐκτεθειμένος διττῶς ἀφ’ ἑνὸς μέν....
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§59Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἴσως συσκέπτωρ συμπράττων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ διευθύνων τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, εὑρισκόμενος πρὸ τῆς διπλῆς ὑποσχέσεως ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ὁποίου ὑπεχώρησε, δεχθεὶς τὸ ἄρθρον 119 καὶ ἀφ’ ἑτέρου πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, πρὸς τοὺς ὁποίους ὑπεσχέθη τὴν ρητὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας, εὑρέθη εἰς τὸ δίλημμα τί νὰ πράξῃ; Παραδεχόμενος τὸ ἄρθρον 119 θὰ εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἴσως καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ κόμματός του. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων καὶ ἀπὸ τῶν σκέψεων καὶ μόνον αὐτῶν ὁρμώμενος παρουσίασε τὴν ὀγδόην παράγραφον τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ.
§60Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 119 ἐξαιρεῖται.
§61Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν τὸ λέγει πουθενά. Εἶπον τὸ ἑξῆς· ἡ παράγραφος 8 λέγει ρητῶς ὅτι τὰ μὴ ψηφισθέντα ἄρθρα μέχρι τῆς 31ης Μαΐου θεωροῦνται ὡς ψηφισθέντα. Καὶ ποίαν ἐγγύησιν μᾶς δίδει ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὸ ἄρθρον 119 δὲν θὰ τὸ φέρῃ πρὸς ψήφισιν μέχρι τῆς 3ης Μαΐου, διὰ νὰ τὸ θεωρήσῃ ψηφισμένον; Ἠμπορεῖ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός;
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι σχῆμα λόγου;
§63Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι, εἶναι ἐρώτησις πρὸς ὑμᾶς.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καίτοι δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω, σᾶς λέγω ὅτι τὸ ἄρθρον 119 θὰ ψηφισθῇ ἐντὸς 4 ἡμερῶν.
§65Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ τοιουτοτρόπως παρουσιάσθη πρὸ ἡμῶν τὸ ψήφισμα τοῦτο, ψήφισμα ἐξωφρενικόν. Διότι, ἂν κανεὶς ἐξετάσῃ τὰς 18 συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται μέχρι τῆς 31ης Μαΐου, μὲ ὥρας ἐργασίας ἀπὸ τῆς 6ης ἑσπερινῆς, ποὺ ποτὲ δὲν προσέρχεται ἡ Κυβέρνησις, μέχρι τῆς 10ης καὶ ἡμισείας νυκτερινῆς, θὰ ἔχωμεν 80 ὡρῶν ἐργασίαν. Ἀπὸ τὰς 80 αὐτὰς ὥρας ἂν ἀφαιρέσητε τὸ ¼, τὸ ὁποῖον χρειάζεται ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, μᾶς μένουν 60 ὧραι. Εἰς τὰς 60 αὐτὰς ὥρας, ἂν καταναλωθοῦν 5 ὧραι, ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθοῦν τόσα ἄρθρα; Εἶναι ἀδύνατον. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παρουσιάζει τὴν ὀγδόην παράγραφον, ἵνα δυνηθῇ καὶ ὑποκλέψῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀνάγκη τῆς εἰσόδου τῆς Χώρας εἰς τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα ἐπέβαλε τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ ἀντιβενιζελικὰ κόμματα, πνίξαντα τοὺς λυγμοὺς εἰς τὰ στήθη των διὰ τὸν ἄταφον ἐν τῇ ξένη παραμένοντα νεκρὸν τοῦ Σεπτοῦ Βασιλέως των, ἔδωσαν τὰς αἱμασσούσας χεῖρας ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς καὶ τὰς κακώσεις, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους των, συνέπτυξαν πρὸς στιγμὴν τὰ βασιλόφρονα λάβαρά των καὶ μὲ τοὺς στεγνωμένους ἀπὸ τὰ δάκρυα ὀφθαλμοὺς διὰ τοὺς δολοφονηθέντας ἀρχηγούς....
§66Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά.
§67Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά, διότι εἶσθε καὶ σεῖς ἐκ τῶν ὑπευθύνων.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κ. συνάδελφε.
§69Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶμαι ἐντελῶς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Καὶ μὲ τοὺς στεγνωμένους ἀπὸ τὰ κλάμματα τῶν νεκρῶν ἀρχηγῶν των βλέμματα ἐστράφησαν πρὸς μίαν καλυτέραν, μίαν εὐδαιμονεστέραν ἐθνικὴν ἡμέραν τῆς αὔριον, λησμονοῦντα τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν θυσίαν, τῆς λήθης τοῦ παρελθόντος, ὑπέβαλλον ὅρους, ὅρους τιμίους, ὅρους ἠθικούς, ὅρους δικαίους, τῆς συνεργασίας τῶν κομμάτων. Οἱ ὅροι αὐτοὶ ἦσαν ὁ σεβασμὸς τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἡ κύρωσις τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ἡ ἐπάνοδος τοῦ Στρατοῦ εἰς τὸ ἔργον του καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν διὰ πολιτικοὺς λόγους ἐκ τοῦ Στρατοῦ ἀπομακρυνθέντων. Ἀλλὰ τί ἐξ ὅλων αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσιάζει τὸ ψήφισμα ἐξετέλεσε; Μήπως ἐσεβάσθη τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας; Τουναντίον μᾶς ἔκαμε συνενόχους τῆς καταρρακώσεως τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, πείσασα ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ψήφισμα τῆς παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως τοῦ Παγκάλου. Μᾶς ἔκαμε συνενόχους τῆς καταρρακώσεως τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ἐγκρίνοντες τὴν προχθεσινὴν σύλληψιν τῶν πολιτῶν, διδαξάντων τὴν Κυβέρνησιν ὅτι πρέπει νὰ σέβεται τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐσεβάσθη, διδαξάντων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ραπιζόντων αὐτὸν κατὰ πρόσωπον, ὅτι δὲν δύναται νὰ δίδῃ διαταγὰς αἱ ὁποῖαι εἶναι παράνομοι, διδαξάντων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὸ ὕψος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μήπως ὁ Στρατὸς ἐπανῆλθεν εἰς τὰ ἔργα του; Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ποδηγετεῖται παρὰ τῶν στρατιωτικῶν παραγόντων, ἐκτελεῖ πιστῶς τὰ κελεύσματά των καὶ ἔχει συμπαραστάτην ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκπρόσωπον τῶν στρατιωτικῶν. Μήπως ἡ μόνη ἀπομείνασα ἐλπὶς τῆς ἐπανόδου τῶν ἀποτάκτων εἰς τὸ Στράτευμα διὰ τὴν γαλήνην τοῦ Στρατεύματος ἐξετελέσθη; Ὄχι. Οὐτοπία καὶ αὐτό. Τοὐναντίον, ἀφοῦ ἔγινεν ἓν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον μοιραίως κάτι ἤρχισε νὰ κάμῃ, ἓν πρᾶγμα δηλαδὴ ἐξωφρενικόν, ἔρχεται τώρα ἡ Κυβέρνησις ἀξιοῦσα νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα προτοῦ δημοσιευθοῦν οἱ πίνακες, διότι οἱ παράγοντες δὲν ἀφίνουν νὰ δημοσιευθοῦν οἱ πίνακες.
§70Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τί σχέσιν ἔχει αὐτό;
§71Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχει σχέσιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ ψηφίσει τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ δυνηθῇ κατόπιν νὰ διαλύσῃ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπάρχει μία στυγνὴ ἀλήθεια, ὅτι εἷς τῶν σοβαρωτέρων ὅρων τῆς συμπράξεως τῶν ἀντιβενιζελικῶν παραγόντων ὑπῆρξεν ἡ ἐπαναφορὰ τῶν ἀποτάκτων. Οὕτω μᾶς διεβεβαίουν οἱ τότε ἀρχηγοί. Καὶ ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν ἐξετελέσθη. Καὶ ὅμως ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ παραμένουσα. Καὶ ἐν τέλει διὰ τὴν ὡραίαν κατακλεῖδα τοῦ ὅλου ἔργου τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως μᾶς παρουσιάζεται τὸ παρὸν ψήφισμα διὰ νὰ καταρρακώσῃ πάντα κοινοβουλευτικὸν θεσμὸν καὶ πᾶσαν ἔννοιαν δόγματος λαϊκῆς κυριαρχίας. Καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφόν μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὡραῖον ἀποτέλεσμα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ὁποία ἀπογοήτευσις. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡρκίσθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν παρῆλθε πεντάμηνον καὶ ὄχι μόνον διεψεύσθησαν πᾶσαι αἱ ἐλπίδες μας περὶ μιᾶς καλυτέρας αὔριον, ὄχι μόνον κατερρακώθη καὶ ὅ,τι ἀκόμη ἔμεινεν ὄρθιον ἀπὸ τὰς δικτατορίας ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἀλλ’ αὐτὸς οὗτος ὁ εἷς τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἀντιβενιζελικῶν κομμάτων ἔδωσεν ἁπτὰ διδάγματα ὅτι εἶναι ἕτοιμος τὸ πᾶν νὰ θυσιάσῃ χάριν τῆς Ἀρχῆς καὶ μόνον χάριν τῆς Ἀρχῆς.
§72Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μὴ τὰ λέγετε αὐτά.
§73Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὰ λέγω καὶ τὰ πρεσβεύω, διότι εἶναι ἀληθῆ.
§74Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διεφωνήσατε πρὸς ἕνα κόμμα, εἴχατε δικαίωμα νὰ ἀποσκιρτήσητε.
§75Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους τῆς διαφωνίας μας, ἂν δὲ δὲν συμφέρῃ εἰς ὑμᾶς ἢ οἱονδήποτε ἄλλον νὰ ἀναπτυχθῶσιν, ἀδιαφορῶ.
§76Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν διὰ ποῖον λόγον ἀπεσχίσθητε τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἀνήκετε. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπασχολεῖτε τὴν Βουλήν, καθ’ ἣν στιγμὴν μετρῶνται εἰς τὰ δάκτυλα αἱ ὧραι κατὰ τὰς ὁποίας θὰ συζητήσωμεν τὸ Σύνταγμα.
§77Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν αἱ ὧραι, μὲ ἐνδιαφέρουν αἱ ἰδέαι καὶ αἱ ἀρχαί μου. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἰς ἰδιωτικὰς αὐτοῦ δηλώσεις πρὸς φίλους του ἀφῆκε νὰ ὑπονοηθῇ ὡς σοβοῦν τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα, καθ’ ἣν στιγμὴν αὐτὸς οὗτος ὁ αἰωνίως ἐν τῇ ἀποχῇ του μετέχων τῆς πολιτικῆς Βενιζέλος παραδέχεται ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη καθεστωτικὸν ζήτημα, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἑνὸς τῶν ἀντιβενιζελικῶν κομμάτων διὰ δηλώσεών του δηλοῖ ὅτι ἔπαυσεν ὑπάρχον καθεστωτικὸν ζήτημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Χωλῷ παροικήσεις ὑποσκάζειν μαθήσεις. Καὶ μετ’ αὐτὰ τὰ ὡραῖα ἀποτελέσματα ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφόν μας, ἵνα ἐνισχύσωμεν τὴν καταρράκωσιν ταύτης ἐννοίας πλέον τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἀνοίγοντες καὶ πάλιν τὰ βασιλόφρονα λάβαρα, τὰ ὁποῖα πρὸς στιγμὴν συνεπτύξαμεν, κηρυσσόμεθα ἐχθροὶ καὶ δηλοῦμεν ὅτι οὐδέποτε θὰ ψηφίσωμεν παρόμοιον ψήφισμα καταρρακῶνον τὸν κοινοβουλευτικὸν θεσμόν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§79Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τρία εἶναι, νομίζω, τὰ κακά κύριοι βουλευταί, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος. Πρῶτον ὅτι περιορίζει τὴν συζήτησιν ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Δεύτερον, περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τρίτον, θεωρεῖ ὅτι δι’ οἱονδήποτε λόγον μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος φέρει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ θεωροῦνται αἱ διατάξεις αὗται ἐψηφισμέναι. Τὸ πρᾶγμα θὰ εἶναι μάταιον νὰ ἀναζητήσῃ τις νὰ ἴδῃ, ἂν ἔχῃ τὸ ὅμοιον ἐν τῇ πρὸ αἰώνων ἱστορικῇ ἐξελίξει τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ βεβαιώσῃ θεωρητικῶς εἶναι ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο εἶναι ἐξάμβλωμα πολιτικῆς γέννας· ὅτι εἶναι μοναδικὸν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων· ὅτι δὲν ἐγένετο οὔτε ἀπὸ τὸν Λενίν, οὔτε ἀπὸ τὸν Τρόσκυ, νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτήν. Δύναταί τις συμπερασματικῶς νὰ βεβαιώσῃ ὅτι οὔτε οἱ Νεότουρκοι ὅταν εἰσήγαγον τὸ Τουρκικὸν Σύνταγμα ἐσκέφθησαν νὰ θέσωσι τοιαύτην διάταξιν. Διότι κατ’ οὐσίαν τὸ ψήφισμα εἶναι οὐχὶ περιφρόνησις, οὐχὶ καταφρόνησις, ἀλλὰ καταπάτησις τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ κύριος τῆς πολιτικῆς καταστάσεως σήμερον εἶναι ἡ Βουλή. Οὐδεὶς δὲ εἶναι ἀνώτερος αὐτῆς. Κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ δύναμαι νὰ ὁδηγήσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας εἶναι ὑπεράνω τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὑπάρχει μόνον ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὑπάρχει μόνον ἡ ἐθνικὴ δύναμις, ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Καὶ αὐτὴν τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν καταπατᾷ ἀσυστόλως τὸ προκείμενον ψήφισμα. Διότι ὅταν ἔρχεται τὸ ψήφισμα καὶ μᾶς λέγει ψηφίσατε αὐτὸ ἢ μὴ ψηφίζετε ἐκεῖνο, ἢ αὐτὰ τὰ θεωρῶ ψηφισμένα, μὴν ὁμιλεῖτε, μὴν ἐκφέρετε τὴν γνώμην σας, διότι τὸ θέλω ἐγώ. Αὐτὰ λέγει τὸ ψήφισμα. Αὐτὰ λέγει δυστυχῶς ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Καὶ λέγω δυστυχῶς οὐχὶ διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγούς, ἀλλὰ διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελοῦντα τὴν πλειονοψηφίαν τῆς πενταρχίας ἢ ἐξαρχίας. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ εὐλαβείᾳ, τὴν ὁποίαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἔχω πρὸς τὸ πρόσωπόν του, νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ ἔλλειψις χαρτοφυλακίου δὲν τὸν ἀπαλλάσσει τῶν εὐθυνῶν τῆς ὑπουργίας καὶ δὴ τῆς πρωθυπουργίας. Δὲν ὁμιλῶ, οὔτε ἔχω κατὰ νοῦν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὐθύνας εἰδικοῦ δικαστηρίου, ἀλλ’ ἐννοῶ εὐθύνας ἠθικάς, τὰς ὁποίας ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τῆς προσωπικῆς αὑτοῦ ὑπηρεσίας τῆς Πατρίδος καὶ ἐκ τῶν παραδόσεων τοῦ πατρός του καὶ τοῦ πάππου του. Δὲν σᾶς ἀπαλλάσσει, κ. Πρωθυπουργέ, ἡ ἔλλειψις χαρτοφυλακίου τῆς εὐθύνης. Ἀρθῆτε ὑπεράνω τῆς ἰδέας αὐτῆς τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς εὐθύνης. Νὰ τεθῆτε ἐκεῖ ὅπου τὰ πράγματα καὶ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον κατὰ θεωρίαν καὶ αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις σᾶς θέτουσι. Διότι ἐν αὐτῇ τῇ θέσει ἐρευνῶντες τὰ πράγματα πρῶτοι ὑμεῖς θὰ καταψηφίσητε τὸ ψήφισμα. Διατί δὲ ὅλα αὐτὰ καὶ διατί αὐτὴ ἡ τολμηρὰ καταπάτησις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας; Διατί αὐτή — ἂς εἴπω τὴν λέξιν — ἡ ἀσεβὴς γνώμη περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Τί ἔκαμε τὴν Κυβέρνησιν νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος; Μήπως ἡ Πατρὶς διατρέχει κανένα κίνδυνον ἐξωτερικὸν περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς; Μήπως ἐσωτερικῶς ὑπάρχει κίνδυνος; Οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος. Καὶ λέγω οὐδεὶς ἐν γνώσει τῶν διαθέσεων καὶ ἴσως τῶν ἐνεργειῶν ἀκόμη σήμερον τῶν ἐπαναστατῶν στρατηγῶν, ὑποστρατήγων, δὲν γνωρίζω τοὺς βαθμοὺς τοῦ Πλαστήρα, τοῦ Παγκάλου καὶ τοῦ Κονδύλη. Τοιοῦτον κίνδυνον τὸν θεωρῶ ἄτοπον καὶ θεωρῶ ἀνάξιον τῆς Κυβερνήσεως νὰ νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει ἐντεῦθεν τοιοῦτος κίνδυνος, οὔτε καὶ ἂν ὑπάρχῃ θὰ ἐκμηδενισθῇ διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Συντάγματος. Ἄν οἱ στρατοκράται, ἂν οἱ ἐπαναστάται αὐτοί, οἱ συμμορῖται αὐτοὶ κατὰ τοῦ καθεστῶτος, θελήσουν νὰ κάμουν νέαν ἐπανάστασιν, νομίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι θὰ σεβασθοῦν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν; Θὰ εἶναι ἀστεῖον νὰ εἴπῃ κανεὶς ναί. Εἴτε ψηφίσωμεν, εἴτε δὲν ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα ἐντὸς τοῦ Μαΐου, Ἰουνίου, Ἰουλίου, Αὐγούστου, Σεπτεμβρίου ἢ Ὀκτωβρίου, τὴν ἐπανάστασιν θὰ ἠμπορέσουν, ἂν θελήσουν, νὰ τὴν κάμουν. Μήπως ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔδειξε καμμίαν δυσφορίαν μέχρι τοῦδε διότι δὲν ψηφίζεται τὸ Σύνταγμα; Μήπως αὐτὴ ἡ Διοίκησις ἠμποδίσθη; Ὑπάρχει καμμία περίπτωσις τώρα ἐπὶ πέντε μῆνας κατὰ τοὺς ὁποίους εἴμεθα ἄνευ Συντάγματος, ὑπάρχει, λέγω, περίπτωσις, ἡ ὁποία νὰ ἔδειξε τὴν ἀνάγκην τοῦ Κράτους, εἴτε ἀνάγκην κοινωνικήν, νὰ ψηφίσωμεν τάχιστα τὸ Σύνταγμα; Κανεὶς κίνδυνος δὲν ὑπάρχει. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ σπουδὴ μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ψήφισμα αὐτὸ καὶ καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διατετυπωμένον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω τὴν κυρίαν αἰτίαν, τὴν ἀληθῆ αἰτίαν, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλλῃ τὸ ψήφισμα καὶ ἡ αἰτία αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπειλὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ὅτι θὰ παραιτηθῇ, διότι δὲν ψηφίζεται τὸ Σύνταγμα. Χθές, μολονότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπέτρεψε τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, τὸ προκληθὲν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Βοζίκην, μολονότι τῆς συζητήσεως ταύτης μετέσχεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἔδει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ζητήσαντα τὸν λόγον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός....
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις, κ. Βοκοτόπουλε. Οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλοῦν καθ’ ἣν στιγμὴν θελήσουν.
§81Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε ὅτι θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν καὶ σᾶς εἶπον νὰ τὴν ἐρωτήσητε καὶ κατόπιν μοὶ εἴπατε ὅτι τὸ ἀπαγορεύει ὁ Κανονισμός.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανέλθετε ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἔληξεν ἡ συζήτησις αὐτή.
§83Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο χθές, διότι τὸ ζήτημα ἔλαβεν ἐν τῇ Βουλῇ σοβαρωτάτην σπουδαιότητα, ὄχι δὲ κατ’ ἀντίδρασιν ἡμῶν τῶν βασιλοφρόνων, ἀλλὰ χάριν τοῦ πολιτεύματος, χάριν τῆς λειτουργίας τοῦ Συντάγματος. Ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φανῇ ὑποχωρητικὴ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ὑποβάλουσα τὸ ψήφισμα αὐτό. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας εἶχε μὲν καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ἐπεδοκίμασα ἐνῷ ἠγόρευε, νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν τήρησιν τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπειλῇ νὰ παραιτηθῇ ὅταν δὲν δικαιοῦται καὶ δὲν δικαιοῦται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, παρακαλῶ. Ἔχομεν τὸ ψήφισμα, δὲν ἔχομεν τοιαύτην συζήτησιν.
§85Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος εἶμαι, κ. Πρόεδρε. Ἀλλὰ δὲν θέλει ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ἀναπτυχθὲν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτὸ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς διαθέσεως περὶ παραιτήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Δὲν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ. Ἀλλ’ ὅταν, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας θὰ εἶναι ἄλλο παρὰ αὐτὸ τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς ἴσως. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀνέλαβε τὴν προεδρίαν πρὸς χάριν τοῦ κ. Κονδύλη. Ὁ κ. Κονδύλης τὸν παρεκάλεσε καὶ ἀνέλαβε τὴν προεδρίαν. Καλῶς ἔπραξεν. Ἴσως θὰ ἔπραττε καλύτερα καὶ θὰ ἦτο τὸ Κράτος ἐν καλῇ καταστάσει καὶ θὰ εἴχομεν Σύνταγμα, ἂν ἔλεγεν εἰς τὸν Κονδύλην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας· δέχομαι, ἀλλὰ νὰ γίνουν ἐκλογαί, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐδέχθη τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Κονδύλη, ἀνέλαβε τὴν Ἐξουσίαν καὶ ἐκλογαὶ δὲν εἶχον γίνει. Ἔγιναν αὗται ἐπὶ τῆς δικτατορίας τοῦ Κονδύλη. Ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει τὸ ψήφισμα τῆς 1ης Ἰουλίου 1925; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι κατὰ τὸ ψήφισμα αὐτὸ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους, ἰσχύοντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911; Κατὰ τὸ ψήφισμα λοιπὸν αὐτὸ τῆς Συνελεύσεως τῆς Δʹ Συνελεύσεως, δὲν δικαιοῦται νὰ παραιτηθῇ, διότι ὤφειλε νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του ὁ κ. Κουντουριώτης μέχρι τῆς ψηφίσεως τῆς ὁριστικῆς τοῦ Συντάγματος καὶ κακῶς παρῃτήθη ἀπὸ τὸν Πάγκαλον καὶ καλῶς ἔπραξεν ἀποδεχθεὶς ἐκ νέου, διὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἀνωμαλίαν. Ἀλλὰ κακῶς προτείνει νομίζων ὅτι δύναται νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ ἀναμιχθῇ, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, εἰς τὰ πράγματα τῆς Βουλῆς. Εἶναι λάθος καὶ πιστεύω ὅτι εἶναι λάθος τῆς ῥύμης τοῦ λόγου, οὐχὶ τῶν πεποιθήσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἂν νομίζῃ ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ· δὲν ἐργάζεσθε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ ἐργάζεσθε καὶ νὰ ἔλθῃ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ νὰ λέγῃ αὐτὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ λέγῃ μάλιστα κατόπιν τοιαύτης παρανόμου καὶ ἀντισυνταγματικῆς ἀναμίξεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας· κάμετε αὐτά, κάμετε ἐκεῖνα. Αὐτὰ εἶναι πράγματα πρωτοφανῆ εἰς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μέλλοντι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτῶν ἱστορικῶς — νὰ μὲ συγχωρεῖτε, εἶναι νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν νὰ τραβάῃ τὰ μαλλιά του — πῶς εὑρέθησαν τοιοῦτοι πολιτικοὶ νὰ προτείνουν τοιαῦτα πράγματα καὶ πῶς εὑρέθη ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἀμέσως μὴ ἀπορρίπτουσα τὸ ψήφισμα. Ἀλλὰ τὰ πράγματα οὕτως ἔχουσι καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀναμφίβολος ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ὄχι διότι δὲν κινδυνεύει ἀπολύτως κατὰ τίποτε οὔτε ἐσωτερικῶς, οὔτε ἐξωτερικῶς τὸ Κράτος, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπάρχει εὐνομία ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει Καταστατικὸς Χάρτης ὁριστικός. Εἰς αὐτὸ ἀποβλέπω καὶ ἐγώ. Οὐ μόνον ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ὑπέβαλον τροπολογίας, ὄχι ὅσας ὑπέβαλον χθὲς ἢ μᾶλλον προχθὲς ἐπὶ πολλῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἐξ ἀντιδράσεως, οὔτε ἐκ πνεύματος δημοκρατικοῦ ἢ βασιλόφρονος, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας εἶχον ὑποβάλει ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀκόμη δὲν ἐτυπώθησαν, ῥητῶς λέγω ὅτι ἐγὼ κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, καίτοι θιασώτης τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας, ὑπέβαλον τὰς τροπολογίας αὐτάς, ὄχι διότι ἀποδέχομαι τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα ὡς γνησίαν ἔκφρασιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἀλλὰ διότι ἔχομεν καθῆκον σύμπαντες, ἅπασα ἡ Βουλή, ὅπως τὸ Σύνταγμα αὐτὸ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον νὰ μὴ εἶναι δὲ ἐπιζήμιον ὅπως εἶναι καὶ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὅπως ἔχει. Νὰ εἶναι μᾶλλον ὠφέλιμον παρὰ ὅπως εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ διὰ τοῦτο αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθοῦν καὶ ἀπὸ ἄλλους κ. κ. βουλευτὰς κατὰ τὴν συζήτησιν, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ μελετηθῶσι, νὰ ἐξετασθῶσι. Τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι κανὲν νομοσχέδιον ὑπηρεσιακόν, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ τὰ μηδαμινώτερα πράγματα ἐξετάζονται εἰς δύο ἀναγνώσεις, τὸ Σύνταγμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ διέπῃ τὴν τύχην τοῦ Κράτους καὶ τὴν τύχην τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, δὲν γνωρίζω πόσον, ἐφόσον ὅμως ἰσχύῃ νὰ εἶναι γνησιώτερον, νὰ μὴ ἔχῃ διατάξεις, οἷαι αἱ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον ὑπάρχουσαι, νὰ διατυπωθοῦν δὲ αἱ διατάξεις πρὸς εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ὠφέλειαν τοῦ Κράτους. Τὸ Σύνταγμα, κύριοι βουλευταί, ὅπως ἐτροποποιήθη ἐκ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχει διατάξεις νέας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄγνωστοι εἰς τὴν θεωρητικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν σφαίραν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν συζητεῖ εὐτυχῶς ποτὲ περὶ δημοκρατίας, καὶ ὄχι ἡμεῖς μόνον, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπὸ τῶν ἀρχαίων χρόνων ὁ Ἑλληνισμὸς οὔτε ἐσκέφθη περὶ δημοκρατίας· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ἦτο Δημοκρατία κατὰ τὸ γράμμα, δὲν γνωρίζουν τί λέγουν, διότι Δημοκρατία εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἦτο πρᾶγμα ἀδύνατον καὶ νὰ τὸ συλλάβῃ κἄν ὁ Ἑλληνικὸς νοῦς· οἱ λαοὶ ἁπανταχοῦ ἦσαν δοῦλοι καὶ ἐκυβερνῶντο ἀπὸ ὀλιγαρχίαν· αἱ Ἀθῆναι ἦσαν 300 χιλιάδες κάτοικοι παντὸς εἴδους καὶ πολῖται κυβερνῶντες τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἀμφίβολον ἂν ἦσαν 30 χιλιάδες. Λοιπὸν τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἔχει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄγνωστοι, πῶς θέλετε νὰ συζητήσωμεν χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ περὶ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ἀκόμη καὶ περὶ τῆς παραιτήσεώς του, διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα δὲν λέγει τίποτε περὶ παραιτήσεως, πῶς πρέπει νὰ παραιτηθῇ, ποῖος θὰ τὸν διαδεχθῇ καὶ δι’ αὐτὸ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον ἐγὼ ὁ βασιλόφρων καὶ πολέμιος τῆς Δημοκρατίας, νὰ ὑποβάλλω τροπολογίαν καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας παραιτηθῇ νὰ γίνῃ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνο. Λοιπὸν ἔχομεν τὰς συνταγματικὰς διατάξεις περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, νὰ διαλύῃ ἡ Βουλὴ ἑαυτήν, νὰ διαλυθῇ μόνη της, νὰ μὴ ἐρωτηθῇ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, νὰ μὴ ἐρωτηθῇ κανείς, ὅταν ἡ Βουλὴ εἴπῃ νὰ διαλυθῶμεν νὰ διαλύεται ἡ Βουλή. Αὐτὰ τὰ τερατώδη πράγματα, αὐτὰ τὰ ἀφάνταστα θεωρητικῶς καὶ τὰ τρομερὰ ἀληθῶς πρακτικῶς, νομίζετε ὅτι τὰ γνωρίζει ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία καὶ οἱ Ἕλληνες πολιτικοὶ διὰ νὰ ἔλθουν καὶ νὰ εἴπουν ὅτι περὶ αὐτῶν τῶν θεμάτων ἔχουν συζητήσει, ἔχουν γραφῆ ἔχουν δημοσιευθῆ μελέται; Τίποτε. Ἐκάματε τὴν εἰσήγησιν τοῦ νέου θεσμοῦ τῆς παραβουλῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐπρότεινε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἐδέχθη, δηλαδὴ τρίτη νομοθετικὴ ἐξουσία, νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία θέτει κατὰ μέρος καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν καὶ ψηφίζει νομοθετεῖ, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ εἶναι πλέον τῶν δέκα ψήφων, διότι τὰ μέλη τῆς παραβουλῆς ἢ μᾶλλον τοῦ ὑπερκοινοβουλίου ὁρίζονται εἰς 40, ἀπὸ τοὺς 40 ἡ ἀπαρτία θὰ εἶναι 21, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ συνεδριάζῃ ἀπούσης τῆς Βουλῆς καὶ νὰ νομοθετῇ ἀπούσης τῆς Βουλῆς, θὰ συνέλθουν τὸ πολὺ πολὺ 22 βουλευταὶ καὶ γερουσιασταὶ ἢ μᾶλλον ἀπὸ τοὺς 21, ἂν ὑποθέσετε ὅτι εἶναι παμψηφία, αὐτοὶ οἱ 21 θὰ νομοθετοῦν διὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ τὸ Ἔθνος. Αὐτὸν τὸν θεσμὸν θέλετε νὰ τὸν συζητήσωμεν μὲ τὴν κλεψύδραν τῶν τετάρτων· αὐτὰ δὲν εἶναι σοβαρὰ πράγματα, κύριοι Ὑπουργοί, καὶ ἐννοεῖ πολὺ καλὰ ἡ Βουλὴ σύμπασα ὅτι δὲν εἶναι ἄξια οὔτε συζητήσεως ἐκ μέρους της. Ἔχομεν ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὸ πολίτευμα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ φροντίσωμεν ὅπως οἰκονομήσωμεν τὸν χρόνον ὅσον εἶναι δυνατὸν καλύτερον περὶ τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος. Ἔχομεν καθῆκον, κύριοι βουλευταί, νὰ διαθέσωμεν ἀληθῶς τὸν χρόνον ὅσον εἶναι δυνατὸν λυσιτελέστερον. Δι’ αὐτὸ ἤθελον προτείνει, ἀπορριπτομένης τῆς αἰτιολογίας τοῦ ψηφίσματος, ἡ ὁποία εἶναι ὁμολογία, ἂν γίνῃ δεκτή, τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἀνικανότητος αὐτῆς καὶ περὶ τῆς κακῆς ἀντιλήψεως τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ἂν θέλετε, κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ θέσετε προοίμιον εἰς τὸ ψήφισμα, νὰ εἰπῆτε μόνον ὅτι ἡ Βουλή, ἐπιθυμοῦσα τὸν τυχὸν καταρτισμὸν τοῦ Συντάγματος ψηφίζει. Ὄχι αὐτὰς τὰς αἰτιολογίας, τὰς ὁποίας φέρετε καὶ ὑπὸ τὰς ὁποίας ζητεῖτε νὰ κρύψετε τὴν αἰτίαν, ἐκ τῆς ὁποίας προῆλθε τὸ ψήφισμα. Δὲν εἶναι νομίζω, οὐδὲ ἄξιαι τῆς Κυβερνήσεως, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν εἶναι ἄξιαι τῆς Βουλῆς Καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ συζητῶμεν τὸ Σύνταγμα καθ’ ἑκάστην καὶ τὸ Σάββατον μόνον νὰ γίνεται νομοθετικὴ ἐργασία Νὰ καταργήσωμεν τὴν πληγήν, νὰ θεραπεύσωμεν, ὅπως θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ εἴπω, τὴν πληγὴν τῶν ἀγορεύσεων ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ νὰ ἀναστείλωμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον τῶν ἐπερωτήσεων. Βεβαίως εἶναι μέγα πρᾶγμα ὁ ἔλεγχος καὶ ἔχουν μέγα δίκαιον οἱ καὶ χθὲς ἀγορεύσαντες, οἱ καὶ σήμερον ἀγορεύσαντες ὑπὲρ τοῦ ἐλέγχου, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, ἀλλ’ ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα, ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος σήμερον εἶναι ἄνευ πρακτικῆς ἀξίας, διότι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἔχει βάσιν καὶ σκοπὸν καὶ ἀντικείμενον τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Σήμερον ἡ οἰκουμενικότης τῆς Κυβερνήσεως ἐκάλυψε τὴν εὐθύνην αὐτὴν καὶ ἂν θέλω νὰ μεμφθῶ ἕνα Ὑπουργὸν ἐκ τῆς Βενιζελικῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως, εἴτε ἐκ τῆς Ἀντιβενιζελικῆς, δὲν τολμῶ, διότι τὰ κυβερνητικὰ μέτρα εἶναι κατὰ νόμον, κατὰ φύσιν πράγματα προερχόμενα καὶ ὑποτιθέμενα ὅτι εἶναι τῆς γνώμης καὶ τῆς συναινέσεως ὅλου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι γνωρίζουν οἱ πλειότεροι τῶν πολιτευομένων καὶ ἰδίως οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, καὶ πρωτίστως ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι οὐδὲν κυβερνητικὸν μέτρον ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν συναίνεσιν ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, αὐτὸ εἶναι τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ σήμερον ὑποθέσατε ὅτι θέλω νὰ μεμφθῶ ἕνα Ὑπουργὸν ἐγὼ ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Εἶναι μάταιον, διότι καλύπτεται ἀπὸ τὴν εὐθύνην τῶν ἄλλων. Δὲν σβύνει ἡ εὐθύνη, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐνεργὸς σήμερον λόγῳ τῆς οἰκουμενικότητος. Εὔχομαι τὸ ταχύτερον νὰ λήξῃ αὐτὸς ὁ παράνομος συνοικισμὸς τῶν Βενιζελικῶν καὶ Ἀντιβενιζελικῶν, τῶν δημοκρατικῶν καὶ τῶν βασιλοφρόνων, ἀλλ’ ἐφόσον ὑπάρχει ἡ οἰκουμενικότης, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ ζητῶμεν εὐθύνας καὶ νὰ περιμένωμεν τὴν ζήτησιν τῶν εὐθυνῶν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ δὲν χάνει τὸ δικαίωμά της. Νὰ ἀποφασίσωμεν, λοιπόν, κύριοι Ὑπουργοί, νὰ συνεδριάζωμεν ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ τὸ Σύνταγμα τὰς πέντε ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος συνεχῶς καὶ τὸ Σάββατον μόνον νὰ ἐργαζώμεθα διὰ τὴν νομοθεσίαν. Αἱ δὲ Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἐγὼ γνωρίζω, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πολὺ παλαιότερον, αἱ Ἐπιτροπαὶ ὅλαι τῆς Βουλῆς ἐργάζονται, δι’ ἐμὲ εἶναι εὐαρεστότατον, ἀλλὰ καὶ σπάνιον τὸ φαινόμενον τῆς ἐργασίας τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν μὴ τοιούτων, αὐταὶ αἱ Ἐπιτροπαὶ νὰ ἐργάζωνται καθ’ ἑκάστην τὴν πρωΐαν ἀπὸ τῆς 10ης μέχρι τῆς 1ης, τὸ ἀπόγευμα δὲ καθ’ ἑκάστην Σύνταγμα καὶ τὸ Σάββατον μόνον νομοθετικὴ ἐργασία. Τοιουτοτρόπως, ἂν θελήσῃ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ συντελέσῃ, θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα ἀκόμη εὐαρεστότερα, θὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸν χρόνον ἀκόμη καλύτερον. Ἂν θελήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος, τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁρίζομεν ὅτι θὰ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις, νὰ καθήσῃ εἰς τὴν ἕδραν του καὶ νὰ περιμένῃ τὴν προσέλευσιν τῶν βουλευτῶν, ἀντὶ νὰ περιμένουν οἱ βουλευταὶ τὸν κ. Πρόεδρον, θὰ οἰκονομῶμεν χρόνον πολύν· διότι ὁ κ. Πρόεδρος καθήμενος εἰς τὴν ἕδραν του δύναται νὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως τὴν 5ην ὥραν. Μὰ εἶναι 20, μὰ εἶναι 40, μὰ εἶναι 100 τὸ ἴδιον εἶναι.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὰ ἑδώλια κενά;
§87Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς εἶναι κενά· διότι ὑπάρχει πάντοτε, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, τὸ τεκμήριον ὅτι οἱ βουλευταὶ εἶναι παρόντες ἐδῶ, εἰς τὰ δωμάτια, εἰς τοὺς διαδρόμους, δὲν ὑπάρχει δὲ ἀντίρρησις. Ὅταν ἰδῆτε ὅτι σᾶς γίνεται ἀντίρρησις ἀπὸ τοὺς παρόντας, τότε βεβαίως ἔχετε καθῆκον νὰ ἰδῆτε ἂν ὄντως δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀλλὰ δὲν καταλαμβάνω τί ὠφελεῖ νὰ εἶναι ἀπαρτία, εἴτε 100, εἴτε 60 παρόντες, ὅταν ἀναγινώσκωνται τὰ πρακτικά, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδεὶς προσέχει ἢ ὅταν ἀναγινώσκωνται ἀναφοραί, εἰς τὰς ὁποίας δὲν προσέχουν παρὰ οἱ ἐνδιαφερόμενοι τῶν κ. κ. βουλευτῶν, διότι προέρχονται ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας των. Οὐδεμία ζημία οὐδὲ εἰς τὸν Λαόν, οὐδὲ εἰς τὴν πολιτικήν, οὐδὲ εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς γίνεται ὅταν τὸ μέτρον εἶναι γενικόν. Νὰ κλείσῃ τὸ στάδιον τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀναφορῶν, νὰ κλείσῃ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ νὰ περιμένωμεν νὰ ἀνοίξῃ μετὰ τὸ τέλος τοῦ Συντάγματος, ἢ, ἂν θέλητε, μετὰ τὸ τέλος τοῦ Μαΐου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ μὲ τὰς τέσσαρας ἡμέρας, καὶ ἂν ἀκόμη ἀφήσῃ ἡ Βουλὴ πλήρη ἐλευθερίαν λόγου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν, διότι ἡ κατασκευὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ κατασκευὴ τῆς Βουλῆς, ἐξ ἧς προῆλθεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν καθιστᾷ δυνατὴν τὴν συγχώνευσιν ὅλων τῶν πολιτικῶν γνωμῶν, ὅλων τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν τῶν πέντε κομμάτων καὶ ἀκόμη τῶν γνωμῶν πρωτίστως τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐταὶ νὰ συγχωνεύωνται καὶ ὅταν δὲν συγχωνεύωνται καὶ ἕκαστον κόμμα διατηρῇ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὑτοῦ καὶ τὰς ἀρχὰς αὑτοῦ περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τῆς διοικήσεως, ἢ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παράταξις μία καὶ ἡνωμένη ἐν τῇ συζητήσει. Καὶ εἴδετε εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸ ἄρθρον 19 καὶ θὰ ἰδῆτε εἰς τὸ ἄρθρον 119 ποία συζήτησις θὰ ἐπακολουθήσῃ. Ἡ φύσις τῶν πραγμάτων, ὡς εἶναι σήμερον, ἡ φύσις αὐτὴ ἐπιβάλλει τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν αὐτῶν, ἐπιβάλλει ἀπεριόριστον τὸν λόγον. Δὲν θέλει κανείς, δὲν θέλει κανείς, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ὁμιλήσῃ διὰ νὰ ἐπιδείξῃ σοφίαν, οὔτε διὰ νὰ κάμῃ δημοτικότητα. Πᾶς ἀγορεύων, ἀγορεύει, διότι αἰσθάνεται καθῆκον βουλευτικὸν νὰ ἀγορεύσῃ. Αὐτὴν τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος μὲ ποῖον δικαίωμα σεῖς τὴν ἀποτρέπετε; Καὶ πῶς ἔρχεσθε εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος δύναμαι νὰ ὁμιλήσω πλέον τοῦ τετάρτου, νὰ εἴπητε ὄχι, μόνον ἓν τέταρτον δύνασαι νὰ ὁμιλήσῃς, ἢ νὰ εἴπητε εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ εἰμὴ μετὰ βραδύτητος καὶ δυσκολίας, μελετῶν τὸ πρᾶγμα, νὰ εἴπητε, ὄχι ἐντὸς τοῦ ἑνὸς τετάρτου θὰ ὁμιλήσῃς. Καὶ θέλετε ἀκόμη νὰ θεωρήσῃ ἡ Βουλὴ διάταξιν Συντάγματος ἰσχύουσαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν δὲν συνεζήτησεν, οὔτε ἐμελέτησε, διότι δὲν ἐμελέτησεν οὔτε συνεζήτησεν ἐπὶ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἡ Ἐπιτροπή, ἡ καταρτισθεῖσα ὑπὸ τῆς Δʹ Συνελεύσεως. Εἶχον ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεκρότησεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν 22, οἱ νεώτεροι αὐτοὶ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος οἱ νομοθέται, οὔτε ἐφαντάσθησαν, οὔτε ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσωσι τι τέλειον, διότι καὶ ἡ Δʹ Συνέλευσις εἶπεν ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ κάμουν οἱ 30, θὰ τὸ ἴδω ἐγώ, θὰ τὸ ἐγκρίνω ἐγώ. Καὶ ἔρχεται σήμερον ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἡ σημερινὴ νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς Δʹ Συνελεύσεως καὶ νὰ ἴδῃ τί πρᾶγμα εἶναι τὸ Σύνταγμα τῶν 22, καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἔρχεται ἡ σημερινὴ Συνέλευσις καὶ λέγει· εἶναι λαμπρὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα διετύπωσαν οἱ 22 νεώτεροι Σόλωνες καὶ πρέπει νὰ τὰ δεχθῶ ὡς ἔχουν, ἄλλα μὲν ἀψήφιστα, ἄλλα ἀσυζήτητα καὶ ἄλλα μὲ κουβέντες. Ὄχι μὲ ἀγορεύσεις, διότι κουβέντα μόνον δύναται νὰ γίνῃ, ὅταν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ἓν ζήτημα, δὲν ἔχει πρὸς τοῦτο εἰμὴ μόνον ἓν τέταρτον τῆς ὥρας. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τῶν κ. κ. συναδέλφων δὲν ὑπεβάλλομεν πολλὰς τροπολογίας, διότι εἴδομεν ὅτι ἡ συζήτησις, εἰς λεπτὰ τῆς ὥρας καὶ ἐκεῖ ὑπολογιζομένη, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν παραδείγματος χάριν περὶ ὑπάρξεως τῆς Γερουσίας καὶ δὲν ἔχομεν νὰ ὁμιλήσωμεν εἰμὴ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας. Ἔχομεν λοιπὸν ἓν ἔργον 22 πληρεξουσίων, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Δʹ Συνελεύσεως καὶ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς. Ἡ ἔγκρισις ἐκείνη δὲν ἔγεινε, τὴν ἔγκρισιν αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ τὴν κάμωμεν ἡμεῖς, ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν θέλησιν τῆς Δʹ Συνελεύσεως καὶ ἔρχεται τὸ ψήφισμα καὶ λέγει αὐτὸ τὸ ἔργον τῶν 22 εἶναι ἅγιον καὶ ἱερόν, πρέπει νὰ τὸ περάσωμεν, αὐτὸ θὰ τὸ δεχθῶμεν καὶ αὐτὸ θὰ μᾶς κυβερνᾷ. Καὶ εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ θέλησις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ποῦ εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Λαοῦ; Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν βεβαίως, κύριοι βουλευταί, ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος ἔχει τὴν ἔμπνευσίν της ἀπὸ πολιτικὴν ἀντίδρασιν, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ περιττὸν νὰ βεβαιώσω προσωπικῶς, εἰλικρινῶς, ὅτι τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος συνιστῶ ὡς καθῆκον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὑπέρτατον, διότι, ὡς ἔχει τὸ Σύνταγμα, ἂν δὲν συζητηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, καὶ ἂν αἱ μεγάλαι αὐτοῦ διατάξεις δὲν συζητηθῶσι καὶ δὲν ἐπιτευχθῇ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας νὰ εἶναι ἡ ἐπίγνωσις τῶν πραγμάτων καὶ ἡ ἀληθὴς ἔκφρασις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἡ ἀπόφασις αὐτῆς δὲν δύναται νὰ βελτιώσῃ τὰ ἐθνικὰ πράγματα. Τὸ ψήφισμα αὐτό, γενόμενον δεκτόν, θὰ εἶναι ἓν μπάλωμα μηδαμινόν, μὴ βελτιῶνον τὴν γυμνότητα τῆς Πατρίδος, μὴ ἐχούσης Σύνταγμα προερχόμενον ἀπὸ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Γινόμενον δεκτὸν τὸ ψήφισμα αὐτὸ θὰ συνεπιφέρῃ τὴν ἀντίληψιν καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ ἔξω, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ κυβερνήσωμεν ἑαυτούς.
§88Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν μικρῶν ποινῶν φυλακίσεως διὰ χρηματικῆς ποινῆς». Ἀνακοινῶ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα «περὶ τοῦ τύπου ἐκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων».
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§90Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ ἓν οἱονδήποτε μέτρον διὰ νὰ τερματισθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, λέγων δὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐννοῶ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι ἐγκύρως δύνανται νὰ εἰσηγηθῶσι πρὸς τοὺς φίλους των τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Ἀλλ’ αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον πάσης μομφῆς, ἀποδοθείσης πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι αὕτη κατηνάλωσε πολύτιμον χρόνον παρεμποδίσασα τοιουτοτρόπως ἄλλας τυχὸν ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀπολύτως ψευδές. Δὲν ἀνταποκρίνεται διόλου πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀποτελεῖ ὕβριν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις εἰσηγήθη νομοθετικὰ μέτρα πρὸς τὴν Βουλήν, εὗρε ταύτην προθυμοτάτην, παρ’ οὐδενὸς δὲ βουλευτοῦ εὗρεν ἀντίρρησιν. Διετυπώθη ὅτι πρέπει νὰ προηγηθοῦν αἱ συζητήσεις τοῦ Συντάγματος καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Φοβοῦμαι δὲ ὅτι ἡ μομφή, ἡ ριφθεῖσα κατὰ τῆς Βουλῆς ἐπὶ ὑπερβολικῇ συζητήσει τοῦ Συντάγματος, εἶναι κατ’ οὐσίαν μομφὴ ἀπολύτως δεδικαιολογημένη ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, μὴ παρουσιάσης μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἐκτάκτως δεινὰς περιστάσεις. Δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ εἶχεν εἰσηγηθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν. Ταῦτα εἶναι γνωστότατα καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην. Ἂν παρατηρῆται δυσφορία παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ, καὶ παρατηρεῖται ἀληθῶς μεγίστη δυσφορία, ὅλοι ὑμεῖς οἱ ἐπανελθόντες ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας σαφῶς θὰ ἀντελήφθητε τὴν δυσφορίαν ἐκ τῆς ἀπραξίας τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν προέρχεται ἡ δυσφορία αὐτὴ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ ἡ δυσφορία αὐτὴ τῆς Κοινῆς Γνώμης προέρχεται ἀποκλειστικῶς ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπέδειξεν ἀβαρίαν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν ὑποθέσεων, ἀβαρίαν, ἡ ὁποία ἔφερεν αὐτὴν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ ἀνέχεται ἐπὶ πέντε μῆνας νὰ γίνεται ὁ ἀτελεύτητος αὐτὸς κακὸς Βυζαντινισμὸς περὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἔχουσι ψηφισθῆ ἐντὸς μιᾶς δεκαπενταετίας τετράκις καὶ πεντάκις καὶ τὰ ὁποῖα οὐδὲν νέον ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα πλὴν τῆς ἀλλαγῆς τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος καὶ τῆς προσαρμογῆς τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος πρὸς τὰς ἐπελθούσας νέας ἰδέας. Εἶπον, κύριοι βουλευταί, ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ὅτι ἀπολύτως δικαίως ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ σήμερον ὑπὸ τὴν βίαν τῶν πραγμάτων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε καθῆκον νὰ πράξῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἀφ’ ἧς συνήλθομεν ὅλοι, καὶ προτείνει πρὸς τὴν Βουλὴν διαρρύθμισιν τῶν πραγμάτων τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀπομένῃ ὑπόλοιπος χρόνος πρὸς συζήτησιν τῶν λοιπῶν νομοθετημάτων καὶ ἵνα κατορθωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ὁ τερματισμὸς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐν ᾧ ὅμως συμφωνῶ κατ’ ἀρχὴν ἀπολύτως πρὸς τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπορρίψω καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ προτεινόμενον ψήφισμα. Εὑρίσκω ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο ὄχι μόνον φέρει χροιὰν καθαρῶς ἀντικοινοβουλευτικήν, ὄχι μόνον φέρει χροιὰν μὴ σεβασμοῦ πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν θὰ φέρῃ καὶ τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου αὗται δὲν ἀφοροῦν τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλονται πρὸς στιγμὴν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ προφανῶς ἀναστέλλεται ἡ ἐνάσκησις δὶς τῆς ἑβδομάδος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὄχι διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκε χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ πάντοτε ἀπουσιάζων φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν εἶναι τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς ἡ ἐνάσκησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ ὅτι τρόπον τινὰ εἰς τὰ λοιπὰ κοινοβουλευτικὰ Πολιτεύματα ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος περιῆλθεν εἰς δευτέραν μοῖραν, ὄχι ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς περιέπεσεν εἰς δεινὴν πλάνην ὑποστηρίξας ὅτι δὲν εἶναι ἡ βάσις τῶν κοινοβουλευτικῶν Πολιτευμάτων ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, περιέπεσεν εἰς τὴν πλάνην ταύτην, διότι ἐξέλαβεν ὡς κοινοβουλευτικὸν ἔργον τὰς συνήθεις ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν στρέφονται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ στρέφονται περὶ τὴν ἔρευναν τῆς διεξαγωγῆς ὡρισμένων κρατικῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Τὸν ἔλεγχον τοῦτον, τὸν δευτερεύοντα τρόπον τινά, ὄχι τὸν ἔλεγχον τὸν ἀφορῶντα τὴν ἐν γένει πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τὴν πολιτικὴν ἑκάστου τῶν Ὑπουργῶν ἐν ταῖς γενικαῖς γραμμαῖς τῆς διοικήσεώς του, τὸν ἔλεγχον τοῦτον, νομίζω, χάριν τῆς ταχυτέρας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ὀφείλομεν νὰ τὸν περιστείλωμεν ἐπί τινα χρόνον.
§91Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐφόσον, κ. Πρόεδρε, συζητεῖται ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον ἐθεώρησε σπουδαιότατον διὰ τὴν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, διατί νὰ γίνεται συζήτησις ἐνώπιον δεκάδος βουλευτῶν καὶ νὰ μὴ παρίσταται οὐδεὶς ἀρχηγὸς τῶν κομμάτων; Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι καθ’ ἃς ὥρας συνεδριάζει ἡ Βουλή, ἔχουσιν ἄλλην ἐργασίαν φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συνεδριάζῃ ἐνώπιον κενῶν ἐδωλίων. Δὲν ὑποβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας. Γίνεται συζήτησις; Κατ’ ἐμὲ ὄχι.
§92Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε βουλευτά, ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι δὲν ἀγορεύω μόνον διὰ τοὺς παρόντας βουλευτάς. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν μοὶ δοθῇ ὁ λόγος, νὰ ἀσκήσω τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἴτε ὑπάρχουν παρόντες πολλοὶ βουλευταί, εἴτε ὑπάρχουσιν ὀλίγοι, διότι τὸ κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα στηρίζεται πρὸ παντὸς ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων καὶ Βουλῶν καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν βουλευτῶν καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν παρόντων. Βεβαίως εἶναι λυπηρὸν τὸ θέαμα τοῦτο. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν συζητεῖται ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνυπολόγιστον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν τυχῶν τῆς Χώρας, τὸ ὁποῖον θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ αὐτὰ ταῦτα τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, εἶναι λυπηρὸν ὅτι παρόντες βουλευταὶ εἶναι τόσον ὀλίγοι, ὥστε βεβαίως, ἂν ἐνόμιζον ὅτι δὲν ὡμίλουν πρὸς τὴν Κοινὴν Γνώμην, βεβαίως δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Ἐπανέρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν συνέχειαν τῶν σκέψεών μου. Εἶμαι ἀπολύτως διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τὸν περιορισμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν παρεπομένην. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ὄχι μόνον μίαν ἡμέραν, ἀλλ’ εἰς πᾶσαν οἱανδήποτε ἡμέραν, ἐφόσον δὲν παρουσιάζεται ζήτημα γενικωτάτης μορφῆς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱασδήποτε διατάξεις καὶ ἂν θεσπίσωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμποδισθῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἔλεγχος. Διὰ τοῦτο ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου εἶμαι ἀπολύτως ἱκανοποιημένος, ἂν τὸν παράνομον ἔλεγχον, τὸν ἔλεγχον διὰ παρεπομένας πράξεις τῆς διοικήσεως ἢ καὶ τῶν Ὑπουργῶν, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λήγωσιν εἰς κυβερνητικὴν κρίσιν, παραιτούμεθα μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα, χάριν τῆς πραγματώσεως τοῦ τελικοῦ σκοποῦ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἂν ἀποδεχθῶμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένη, εἶναι καθαρῶς ἀντικοινοβουλευτική, εἶναι ἐξυβριστικὴ πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ὁ περιορισμὸς τῶν ἀγορεύσεων ἐπὶ θεμάτων ἐξαιρετικῆς σημασίας, ὅπως τὰ θέματα, τὰ περιεχόμενα εἰς τὰ 20 ἄρθρα ἐκ τῶν 25 εἰς ἓν τέταρτον τῆς ὥρας καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ συνόλου τῶν ἀγορεύσεων εἰς δύο ὥρας ἐξευτελίζει τελείως τὴν Βουλὴν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι συζητοῦντες ἐδῶ πέρα, δὲν κάμομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ χλευάζωμεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Ὅταν δὲ ἀναλογισθῇ τις ὅτι ἐπιτρέπονται μόνον τέσσαρες ὧραι καθ’ ἡμέραν καὶ ἓν τέταρτον δι’ ἕκαστον ἀγορεύοντα ἐπὶ τῶν πέντε ἄρθρων τῶν ἀφορώντων τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας τὴν προσωρινήν, τῆς ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων καὶ τὸ πολυλάλητον ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι πρέπει νὰ ἀπορήσῃ τις πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, σεβομένη ὄχι πλέον τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ αὐτὴν ταύτην τὴν νοημοσύνην καὶ εὐπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἐνταῦθα πρὸς συζήτησιν τοιαῦτα μέτρα. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, τὸ τοιοῦτον νὰ λάβῃ χώραν, ἂν ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον μὴ παρασκευασάσης τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε πρὸ καιροῦ νὰ ἔχῃ φέρῃ ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὁ πρωτουργὸς τῆς διαλύσεως τῶν συνταγματικῶν συζητήσεων ἐνταῦθα, διότι κατηναλώσαμεν πολλὰς συνεδριάσεις ἐπὶ θεμάτων, μὴ ἐχόντων χαρακτῆρα συνταγματικόν, ἀλλὰ θεμάτων καθαρῶς νομοθετικῶν, οἷον τοῦ ἄρθρου 119, ἂν ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, μὴ δυνηθείσης νὰ συμφωνήσῃ ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων, ἂν ἐξ ὑπαιτιότητός της συνέβησαν ταῦτα, δὲν εἶναι λόγος, κύριοι, ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὸν Καταστατικὸν αὐτὸν Χάρτην νὰ φέρωμεν εἰς τοιοῦτον τρόπον ἐξευτελιστικῶς ψηφιζόμενον. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἀπολύτως ἐναντίον τῶν περιορισμῶν τοὺς ὁποίους ἔθεσε τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν τερατώδη περιορισμόν, τὸν ἀνήκουστον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ ὅλων τῶν Κρατῶν, τὸν τερατώδη περιορισμόν, δυνάμει τοῦ ὁποίου θεωροῦνται ἐψηφισμέναι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι μέχρι τῆς 31ης Μαΐου δὲν ἤθελον ψηφισθῆ. Τοιοῦτον κοινοβουλευτικὸν αἶσχος, κύριοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ διαπράξῃ οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλή. Αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ἐψηφισμέναι καὶ μόνον διότι δὲν ἐπήρκεσεν ὁ χρόνος, πρέπει νὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ μέχρις αὐτῶν. Ἀποτρέπει, κύριοι τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἐξευτελιστικὴν διάταξιν. Εἶναι ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς νὰ μὴ δεχθῇ τὴν διάταξιν αὐτήν, ὅπως καὶ τὰς προηγουμένας. Διότι τὸ τοιοῦτον θὰ ἐσήμαινε τελείαν παράδοσιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἀσκούσης μάλιστα καὶ συντακτικὴν ἐξουσίαν, τελείαν, λέγω, παράδοσιν εἰς Σώματα ἀλλότρια τῶν εἰθισμένων ἐκτὸς τῶν Κοινοβουλίων. Τὴν παρατήρησιν, κύριοι, ταύτην εἶχον νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νομίζω ὅτι ἂν ἐξαιρεθῶσι τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα ὀρθῶς κατὰ κοινὴν ἀντίληψιν θεωροῦνται ὡς τὰ θεμελιωδέστερα καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ πλήρης καὶ ἀπόλυτος ἡ συζήτησις καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ὄχι μόνον τὴν συνταγματικὴν ἀλλὰ καὶ τὴν κοινωνικὴν προστασίαν τῆς Ἑλλάδος, ἂν ἐξαιρεθῶσι, λέγω, τὰ ἄρθρα αὐτά, κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ συνίστων νὰ ἀφιερωθῶσι τρεῖς ἡμέραι καθ’ ἑβδομάδα διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος ἢ νὰ παραπεμφθῇ πρὸς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐπηυξημένην προσηκόντως κατὰ συνταγματικὴν ἐξουσιοδότησιν ὅπως συμπληρώσῃ αὐτό. Τοῦτο, κύριοι, νομίζω, θὰ ἐπιφέρῃ πλήρη καὶ τελείαν ἐναρμόνισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, ἀγόμεθα ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι ὁ λαὸς δυσανασχετεῖ, διότι δὲν ψηφίζεται τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ οὕτως ἐκλαμβάνοντες τὸ ζήτημα, ἐκλαμβάνομεν αὐτὸ στενώτατα μονομερῶς. Ὁ λαὸς τὴν στιγμὴν ταύτην μίαν ρηγνύει φωνὴν πανταχόθεν, τὴν φωνὴν ὅπως ἐπανέλθωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος, μίαν δὲ ἔχει ἀξίωσιν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, νὰ προσαγάγωσι τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν αὐτοῦ εὐημερίαν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ἐπὶ ἑξάμηνον καθεύδοντα, ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τερματισθέντα καὶ λυθέντα, ἂν ἐντὸς 15 ἡμερῶν ψηφισθῶσιν ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Ὄχι, κύριοι. Δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωμεν τὴν φωνὴν καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ταύτην μακρὰν τοῦ νὰ ἐπανέλθῃ, ὅπως ἰσχυρίζονται πολλοί, πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἐπικρατησάσας πρὸ τῆς κατισχύσεως τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ὁ λαὸς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην θὰ ἔχῃ ὑπὸ τὸν ἀμεσώτερον ἔλεγχον ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα καὶ ὅλους ἡμᾶς τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην. Ὁ λαὸς ὁ καταργήσας τὴν δικτατορίαν, διότι ὁ λαὸς κατήργησε τὴν δικτατορίαν καὶ ὄχι ὁ Κονδύλης μὲ τὰ συντάγματά του, ὁ λαὸς ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἴδῃ πραγματοποιουμένην τὴν πολιτικὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἴδῃ ἡμᾶς φέροντας αὐτὸν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς ὅτι τὸ βλέπει ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος καὶ πάλιν κατὰ κακὴν τύχην ἀπουσιάζει, διότι δὲν θεωρῶ ὅτι ἡ μομφὴ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφράσω ἀφορᾷ αὐτὸν μόνον ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἀφορᾷ αὐτὸν κυρίως ὡς ἀρχηγὸν τοῦ κόμματός του. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναμείνωμεν ἐπὶ ἑξάμηνον διὰ νὰ ἴδωμεν διὰ ποίων μέσων φορολογικῶν θὰ ἀντιμετωπισθοῦν αἱ ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Ἡ μομφὴ αὐτὴ ἀπευθύνεται ἐναντίον ὅλων τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ θεωρῶ καθῆκον ἐπιτακτικὸν ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἔπρεπε νὰ καταστρώσουν τὸ οἰκονομικὸν αὐτῶν πρόγραμμα διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα καὶ νὰ μὴ φέρωνται μεταξὺ φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας, μεταξὺ φόρων καὶ οἰκονομιῶν. Αὐτά, κύριοι, ἀξιοῖ παρ’ ἡμῶν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός· ἀξιοῖ ἐπιτακτικῶς τὴν λύσιν τῶν μεγάλων αὑτοῦ ζητημάτων. Μὴ σᾶς παρηγορεῖ ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ἴσως παρουσιάζεται εὐδία τις εἰς τὸν ὁρίζοντα καὶ νομίζομεν ὅλοι ὅτι βαδίζομεν ἄνευ οἱουδήποτε ἄλλου κόπου πρὸς τὴν λύσιν τῶν μεγάλων ζητημάτων. Αἱ εὐδίαι, κύριοι, πάντοτε παρουσιάσθησαν ὁσάκις ἠπειλήθησαν μεγαλύτεραι ἀνωμαλίαι. Καὶ διὰ τὴν ἀποτροπὴν τῶν μεγαλυτέρων τούτων ἀνωμαλιῶν ἔχω ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν ἐγώ, ὁ ὁποῖος παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι οὐδεμίαν διάθεσιν πρὸς ἀντιπολίτευσιν ἔχω καὶ διὰ τὴν ἀποτροπὴν τῶν ἀνωμαλιῶν αὐτῶν προτείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὄχι μόνον νὰ τροποποιήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα, ἀλλὰ ταχύτατα νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποκλεισθῇ ὁ οἰκονομικὸς ὄλεθρος τῆς Ἑλλάδος καὶ δυστυχῶς ἐπερχομένου ἴσως τοῦ οἰκονομικοῦ ὀλέθρου θὰ ἀπωλεσθῇ καὶ ἡ πολιτικὴ ὀντότης καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ πολιτεύματος καὶ ὁλοκλήρου τῆς Χώρας.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§94Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω παρὰ δι’ ὀλίγων λέξεων τὴν Βουλὴν. Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν ὑπόστασιν τοῦ πολιτεύματος καὶ νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτου θέματος ὅλως ἄσκοπον εἶναι νὰ ψηφισθῇ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐκ βάθρων ἀνατρέπει πᾶν μέχρι τοῦδε κρατῆσαν ἔθιμον κοινοβουλευτικόν. Ὅτι ὁ ἔλεγχος τοῦ ψηφίσματος τούτου περιορίζεται εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς—καὶ λυποῦμαι διότι δὲν παρίσταται ἐνταῦθα σήμερον—ἀπαντῶν χθὲς εἰς ὅσα ἔλεγον ὡς πρὸς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐθεώρησε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντα ὡς πεπαλαιωμένα καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι τάχα συνέβησαν ἄλλοτέ ποτε, ὅτι δὲ τὸ νῦν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν βασίζεται πλέον ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου, ἀλλ’ ὅτι σκοπὸς τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ψηφίζειν νόμους. Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κικέρων ἔλεγεν ὅτι διεφθαρμένη Πολιτεία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει ὑπερπληθώραν νόμων μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀείμνηστος Ἕλλην νομοδιδάσκαλος Οἰκονομίδης ἔρριπτε διὰ τὴν πληθώραν τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, οὐδείς ποτε μετέβαλε γνώμην ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Οὐδείς ποτε ἐδίδαξεν ὅτι σκοπὸς τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ παράγῃ ὡς μηχανὴ νόμους, νόμους τοὺς ὁποίους δύναται ἀνεξελέγκτως νὰ ἐφαρμόζῃ πᾶσα Κυβέρνησις καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων αὐτῶν νὰ ἐπιβληθῇ καὶ νὰ ἐλέγχῃ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ταῦτα ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Οἰκονομίδης τὰ πράγματα μετεβλήθησαν ἄρδην εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔχομεν διαφόρων εἰδῶν μηχανὰς παρασκευαζούσας νόμους καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τοιοῦτον κυκεῶνα νομοθετικόν, ὥστε ἀληθῶς δὲν γνωρίζω ἂν δὲν θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ ὑπεβάλλετο ψήφισμα, τὸ ὁποῖον νὰ περιορίσῃ κατὰ τοῦτο τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως τὰ δικαιώματα, τοῦ νὰ παρασκευάζῃ νόμους ἐπιτροχάδην, νόμους τοὺς ὁποίους κατόπιν εὑρίσκεται εἰς ἀδυναμίαν πᾶς τις νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ οἱ ὁποῖοι ἐφαρμοζόμενοι δημιουργοῦν καταστροφάς. Θὰ ἔλεγον, ἂν παρίστατο ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν εἶναι πεπαλαιωμέναι αἱ θεωρίαι, ἃς χθὲς ἐξέφερα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἔπαυσεν οὐδέποτε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ θεωρῆται τὸ πολίτευμα τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἐλέγχου καὶ θὰ σᾶς ἀνέφερον δύο ὁρισμούς, τοὺς ὁποίους δίδουσιν οἱ μεγαλύτεροι σύγχρονοι συγγραφεῖς εἰς συγγράμματα νεώτατα δημοσιευθέντα μετὰ τὸν μεγάλον πόλεμον. Οὕτως ὁ Ejuet, ὁ μέγας συνταγματολόγος τῆς Γαλλίας, ἐν ἐκδόσει τοῦ 1913 τοῦ συνταγματικοῦ του δικαίου λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.... κλπ.» Μέγας ἐπίσης συνταγματολόγος τῆς Ἀγγλίας, Ἔθνους τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μόνον ἡ κοιτὶς τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλ’ εἰς τὸ ὁποῖον ἀρέσκεται νὰ καταφεύγῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ὁ Μέλαρμπερ, λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ πολίτευμα.... κλπ.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀντίληψις ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον ὑπάρχουσα καὶ ἡ ὁποία οὐδέποτε θὰ παύσῃ νὰ ὑφίσταται. Παραδόξως δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ταῦτα, ἠθέλησε χθές, ἀπαντῶν εἰς ἐμέ, νὰ παραστήσῃ ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι πλέον ἐκεῖνο τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον βασίζεται ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἀλλ’ εἶναι τὸ πολίτευμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ παρασκευὴ τροχάδην μυριάδων νόμων. Δὲν πάσχομεν, κύριοι, ἀπὸ ἔλλειψιν νόμων, πάσχομεν ἀπὸ τὴν κακὴν τῆς μεγάλης πληθύος τῶν νόμων ἐφαρμογήν. Καὶ ἂν καταργήσητε τὸν ἔλεγχον, τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἔλεγεν ὁ Κικέρων τότε, ὄντως τὸ πολίτευμα αὐτό, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον νὰ κατασκευάσητε, ἡ Δημοκρατία θὰ εἶναι διεφθαρμένη Δημοκρατία. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ οὐδὲν ἄλλο πράττει, εἰμὴ βασιζόμενον εἰς τὰς καινοφανεῖς ταύτας θεωρίας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ νὰ καταργῇ τὸν ἔλεγχον. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι καταργεῖ τὸν ἔλεγχον δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Καταργεῖ τὸν ἔλεγχον ὁριστικῶς καὶ μὴ πλανώμεθα. Καὶ τὸν καταργεῖ ὁριστικῶς, διότι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος θὰ κλεισθῶσιν ἑρμητικῶς αἱ θύραι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δὲν θὰ ἀκουσθῇ πλέον οὐδεμία φωνὴ διαμαρτυρίας. Κύριοι, διεπράχθη ἓν ἔγκλημα ἀπὸ δύο Ὑπουργούς. Ἐδημοσιεύθη Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ χαρακτηρίσω ὡς κακόν.
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἄλλα;
§96Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, ἐδημοσιεύθησαν Διατάγματα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐγένοντο ἀπαλλοτριώσεις ἄνευ ἀποζημιώσεως, δηλαδὴ δήμευσις περιουσιῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Καὶ ἐνῷ πρόκειται περὶ σκανδάλου πρωτοφανοῦς καὶ ἐνῷ οἱ κύριοι αὐτοὶ Ὑπουργοὶ ὤφειλον νὰ εἶναι ἐδῶ εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἑδώλια κατηγορουμένων, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀσκήσωμεν τὸν ἔλεγχον. Διότι, κύριοι, ὁ ἔλεγχος κατηργήθη καὶ δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἀσκήσωμεν τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ἴσως μέχρι τῆς ἀνυπαρξίας τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ὡς εἶπον, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος δυνάμει τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀποκλείεται ὁ ἔλεγχος, δὲν θὰ ἀκουσθῇ πλέον φωνὴ διαμαρτυρίας. Ἀκούσατε αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ἂν ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ πολίτευμα, ἐνδιαφέρεται καὶ διὰ τὸν σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, πρωτίστως διὰ τὸν σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων του. Ἀδιαφορεῖ ἂν τὸ πολίτευμα αὐτὸ πρόκειται νὰ εἶναι φενάκη, ἂν πρόκειται νὰ εἶναι μέσον καταστρατηγήσεως παντὸς νόμου, μέσον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δύνανται νὰ ἀναρριχῶνται εἰς ὑπουργικοὺς θώκους. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαπράττουν τοιαύτας πράξεις, οἷας κατήγγειλα πρὸ ὀλίγου καὶ ἐνδιαφέρονται νὰ ἔχουν σεβασμὸν πρὸς αὐτούς, σεβασμὸν πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῶν, ἦλθον σήμερον καὶ παρέστησαν καὶ ἀπὸ τῶν ἐφημερίδων οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸ οἰκτρὸν τοῦτο κυβερνητικὸν κατασκεύασμα, ὅτι ζητοῦμεν νὰ παρελκύωμεν τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Ὄχι, δὲν ζητοῦμεν νὰ παρελκύωμεν τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ζητοῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξετροχιάσθησαν, δηλητηριασθέντες ἀπὸ τὰ διδάγματα τῶν δικτατοριῶν. Τῇ συμπράξει, κύριοι, πολλῶν κυβερνητικῶν λογίων κατεσκευάσθη τὸ κατασκεύασμα τοῦτο—διότι δὲν εὑρίσκω ἄλλην λέξιν διὰ νὰ τὸ χαρακτηρίσω—καὶ κατεσκευάσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ ἀρχιεργάτης αὐτοῦ νὰ μὴ γνωρίζῃ τὸ ἔργον του. Καὶ δὲν γνωρίζει τὸ ἔργον αὐτοῦ ὁ ἀρχιεργάτης αὐτοῦ, ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, διότι διακόπτων ἐμὲ χθὲς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι αἱ τέσσαρες ὧραι συζητήσεως αἱ ὁριζόμεναι ἐν τῷ ψηφίσματι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 εἶναι μόνον κατὰ συνεδρίασιν καὶ δὲν εἶναι συνολικαί. Ἐνῷ κατὰ ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν διάταξιν διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ὑπολειπομένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ὁρίζονται (ἀναγινώσκει): «Δύο ἡμέραι.... κλπ.» Εἰς τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων ὡρῶν, κύριοι, θὰ δημευθῇ ἡ περιουσία τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ τολμῶσι νὰ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς ὅτι ζητοῦμεν νὰ παρελκύσωμεν τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ζητοῦντες νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ οἰκτρὸν τοῦτο πάσης πρωτοφανοῦς θεωρίας κατασκεύασμα. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν νομίζω ὅτι περιέχει τὸ ψήφισμα τοῦτο. Ἂν ἔλλειπεν ἡ πολιτικὴ φυσιογνωμία ἀπὸ τὰ ἐδώλια ἐκεῖνα, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ κατευθύνῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ὑβρίζεται τὸ Σῶμα, ὡς ἐπίσης δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἀπευθύνωνται κόλαφοι κατὰ τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὴν πτώχευσιν τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν. Εἶναι πρωτοφανὲς ὅμως τὸ ἐδάφιον 8 τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος... κλπ.» Κύριοι περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται ἆρά γε περὶ χιτῶνος παράφρονος, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσι νὰ μᾶς περιβάλλωσιν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τοιαύτας ὕβρεις ἀποτολμοῦν κατὰ τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου, πρέπει νὰ ἔχουν καὶ τὸ θάρρος τῆς γνώμης αὐτῶν καὶ νὰ εἴπουν καθαρὰ τὴν γνώμην αὐτῶν καὶ νὰ μὴ κρύπτωνται ὄπισθεν καὶ νὰ μὴ λέγωσιν ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ παρελκύωμεν τὰς συζητήσεις. Δὲν ἔχομεν κανὲν συμφέρον νὰ παρελκύωμεν τὰς συζητήσεις. Θέλουν, ὡς ἔλεγον καὶ χθές, νὰ κατασκευάσουν ἓν ῥάκος, τὸ ὁποῖον νὰ ὀνομάσουν πολίτευμα τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας; Ἂς τὸ πράξουν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ συκοφαντοῦν ἡμᾶς τοῦτο πράττοντες, ἀφ’ ἑτέρου νὰ παρίστανται αὐτοὶ ὡς προστάται τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§97Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§98Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δημοκρατικοὶ ἀρχηγοί.
§99Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέχεται τὴν δημοσίευσιν τοιούτων Διαταγμάτων, Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν σκάνδαλον. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ κρύπτωμαι ὄπισθεν τοῦ δακτύλου, κ. συνάδελφε. Ὡμίλησα μετὰ παρρησίας καὶ δὲν φοβοῦμαι νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, διότι νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ ὅπλον δυνάμενον νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ πάσης δυνάμεως. Ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτή· ὅτι τὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 18ης Ἀπριλίου ἀποτελοῦν ἔγκλημα καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τὸ ἔγκλημα τοῦτο εἶναι ἔνοχοι ὡς περιφρονήσαντες τὰ δικαιώματα τοῦ Ἕλληνος πολίτου καὶ τοιοῦτον δικαίωμα δύναμαι νὰ τὸ καταγγείλω ἐνταῦθα χωρὶς νὰ φοβοῦμαι οὐδένα. (Χειροκροτήματα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ.)
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ταχυτέρας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος». Ὁ κ. Β. Καραπαναγιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§102Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ συναισθανθῶσι τὴν ἱκανοποίησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι θὰ συναισθανθῇ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐκ τῆς ἀποφάσεως εἰς τὴν ὁποίαν βραδέως μέν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε κατέληξεν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα σχέδιον ψηφίσματος διὰ τὸν ταχύτερον τερματισμὸν τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τέλει ἀνεγνώρισεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴπομεν ἀγορεύοντες ἐπὶ τοῦ πρώτου ψηφίσματος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1926. Εἴπομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἠκολούθησεν οὐχὶ τὴν ὀρθὴν καὶ ἐπιβαλλομένην ὁδόν, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐνῷ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν ἀπεδόθη χαρακτήρ, ὁ ὀρθὸς ἄλλως τε, τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τὸ ψήφισμα τὸ ψηφισθὲν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 9ης Δεκεμβρίου ἐδημιούργησε διαδικασίαν πραγματικῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐνῷ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ ψηφίσματος τοῦ καθορίζοντος τὰς ἀναθεωρητικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καθωρίζετο ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται μόνον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ συνεζήτησε καὶ ἐψήφισεν αὐτὰς ταύτας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐνῷ συνησθάνθημεν τὴν ἱκανοποίησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ἡ ἱκανοποίησις ἡμῶν δυστυχῶς περιορίζεται εἰς τὸν τίτλον μόνον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος, ἡ δὲ ἱκανοποίησις εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ψηφίσματος, διὰ τὸν λόγον ὅτι διὰ τῆς λεπτομερεστέρας ἐξετάσεως τοῦ κειμένου πείθεταί τις ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο δὲν εἶναι προωρισμένον νὰ προωθήσῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι προώθησε τὸ ψήφισμα τῆς 9ης Δεκεμβρίου. Διότι εἰς τὰ ἄρθρα 66, 67 κλπ. τοῦ ἐδαφίου 6, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς μὴ χρῄζοντα ἀναθεωρήσεως καὶ ἑπομένως παραμένουν ὡς ἔχουν ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι, ἤδη ἡ Βουλὴ ἔχει δεχθῆ νὰ μὴ τὰ συζητήσῃ δυνάμει τοῦ ψηφίσματος τῆς 9ης Δεκεμβρίου, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐπὶ τῶν περισσοτέρων, ἐκτὸς δύο ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ψηφισθέντα καὶ ἐκτὸς συζητήσεως, δὲν ἔχουν ὑποβληθῆ τροπολογίαι.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπὶ ὅλων ἔχουν ὑποβληθῆ τροπολογίαι.
§104Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἔκαμα μίαν ἀναδίφησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τούτων καὶ εἶδον ὅτι ἐπὶ δύο μόνον ἔχουν ὑποβληθῆ τροπολογίαι.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπὶ ὅσων δὲν ἔχουσιν ὑποβληθῆ τροπολογίαι εἶναι ἄρθρα τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καὶ ὄχι τῶν ἐκθέσεων τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§106Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Λέγω ἐπὶ δύο μόνον ἐκ τῶν τοῦ ἐδαφίου 6 καὶ συνεπῶς τὰ ἄρθρα ταῦτα δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσουν συζήτησιν.
§107Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φραστικαὶ διαφοραὶ ὑπάρχουν. Ἐν τῇ οὐσίᾳ εἶναι ταυτόσημον.
§108Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Τροπολογίαι δὲν ἔχουν ὑποβληθῆ, συνεπῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἰσχύοντος ψηφίσματος ἤδη δὲν πρόκειται νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον συζητήσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς φρονῶ ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἐδαφίου 6, δὲν εἶναι προωρισμένοι νὰ διευκολύνουν τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ χρονικὰ ὅρια τὰ ὁποῖα καθορίζονται ἐν τούτῳ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καθορίζεται σχετικὴ πρόοδος, ὅτι ἐν τῇ διαδικασίᾳ τοῦ ἄρθρου 4 περιορίζει τὴν συζήτησιν εἰς τετράωρον μόνον, μὲ δικαίωμα ἡμιώρου, μετὰ τὴν παρέλευσιν τετραώρου, μὲ δικαίωμα τετάρτου, μετὰ παρέλευσιν δὲ ὀκταώρου δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ συζήτησις περαιωμένη. Ἀλλὰ γνωρίζετε ἐκ τῆς πείρας ὅτι σχεδὸν αἱ διατάξεις αὗται ἠτόνησαν, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ παρομοίαν διάταξιν. Παράδειγμα δὲ περίεργον εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 119, τὸ ὁποῖον βλέπομεν παραδόξως ὅτι περιλαμβάνεται καὶ αὐτὸ εἰς τὸ ἐδάφιον 2 καὶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως τετραώρου, ἐνῷ ἐκ τῶν πρακτικῶν προκύπτει ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 ἔχει διεξαχθῆ συζήτησις πλέον τῶν 20 ὡρῶν. Παραδόξως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ παρελάσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεμαρτυρήθησαν, διότι ἐδεσμεύθη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 καὶ φοβοῦνται μήπως περιληφθῇ τοῦτο εἰς τὸ Σύνταγμα αἰφνιδιαστικῶς.
§109Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐνῷ συζητοῦμεν τὸ ἄρθρον, οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐκδίδουν δύο Διατάγματα καὶ ἀπαλλοτριώνουν ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§110Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὑπεραμυνθῶ τῶν ἔργων τῶν ἀξιωτίμων κ. κ. Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους ὑπαινίττεσθε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 119 ἀποτελεῖ διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καὶ κατὰ συνέπειαν ἂν προέβησαν εἰς τὰς πράξεις διὰ τὰς ὁποίας κατηγοροῦνται, προέβησαν ἐφαρμόζοντες μίαν ἐπαναστατικὴν ἀπόφασιν ὑπάρχουσαν ἐν τῷ Συντάγματι. Πάντως νομίζω ὅτι μετὰ τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον ψηφίσματος πρὸς ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, τὰ χρονικὰ ὅρια τὰ ὁποῖα τάσσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ τερματισμοῦ μέχρι τῆς 31ης Μαΐου, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῶσι, διότι ἔχομεν πρὸς συζήτησιν 32 ἄρθρα μόνον διὰ δίωρον συζήτησιν, δηλαδὴ κατ’ ἐλάχιστον ὑπολογισμὸν 64 ὡρῶν. Ἂν τηρηθῶσιν οἱ χρονικοὶ περιορισμοί, ἔχομεν 5 ἄρθρα διὰ τετράωρον συζήτησιν, ἑπομένως ἄλλας 20 ὥρας, τὸ ὅλον 84 ὥρας. Ἀλλ’ 84 ὥρας ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἔχωμεν μέχρι τέλους Μαΐου, ἂν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δυστυχῶς, ἐνῷ καθορίζομεν ὥραν ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς τὴν 5ην ἀπογευματινήν, αἱ ἐργασίαι αὗται δὲν ἄρχονται παρὰ πολὺ πέραν τῆς 6ης ὥρας. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑποβάλλομεν μίαν τροπολογίαν ἔτι ριζικωτέραν, διότι νομίζομεν ὅτι μὲ τὰ ἐδάφια τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῇ ἀπολύτως. Ὡρμήθημεν δὲ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας ταύτης ἐκ τῆς ἑξῆς σκέψεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱ κ. κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων οἱ μετέχοντες εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐμελέτησαν καὶ θὰ προὐχώρησαν ἐν τῇ μελέτῃ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἀρκετά, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 2 ἢ 3 ἡμερῶν νὰ ὑποβάλλουν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὑπὸ μορφὴν ψηφίσματος ἰδιαιτέρου τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει ἐπέλθει ὁμοφωνία σκέψεων καὶ ταυτότης ἀντιλήψεων τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ γίνῃ.
§112Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Συμβαίνουν τέτοια πράγματα;
§113Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Πληροφορούμεθα ἐκ τοῦ Τύπου ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπελήφθη τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐπεκράτησε ταυτότης ἀντιλήψεων.
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ κάμωμεν χωριστὸν ψήφισμα.
§115Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ νομίζομεν ὅτι ἀποτελεῖ ἔτι μεγαλυτέραν δέσμευσιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτου ψηφίσματος, ἂν περιληφθῇ καὶ ἰδιαίτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ καθορίζῃ καὶ εἰδικὴν διαδικασίαν.
§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας σειρὰν ἄρθρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων αὕτη εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος.
§117Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τί χρειάζεται τὸ ψήφισμα αὐτό, ἀφοῦ εἶναι σύμφωνοι οἱ κ. κ. Ὑπουργοί;
§118Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πόσον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς ψηφίσματος;
§119Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Χάνομεν τὴν ὥραν μας.
§120Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ χρονικὸς περιορισμός. Τὴν στιγμὴν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ὁμοφωνία τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γίνῃ σκέψις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, διότι ἐν ᾗ περιπτώσει θὰ ὑπάρχῃ πλήρης ὁμοφωνία τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θὰ ἦτο ματαιοπονία νὰ ἐπέλθῃ μακρὰ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλομεν τὴν ἑξῆς τροπολογίαν μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ. κ. Καλογερᾶ καὶ Λαδᾶ (ἀναγινώσκει). Πλὴν τούτου νομίζομεν ὅτι προσωρινῶς καὶ μέχρι τοῦ τέλους τοῦ μηνὸς Μαΐου ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου ὡς ἡμέρα συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἡ ἡμέρα δὲ αὕτη νὰ καθιερωθῇ καὶ ὡς ἡμέρα κυβερνητικοῦ ἐλέγχου.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἡ Κυριακή.
§122Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Καὶ ἡ Κυριακή. Νομίζομεν δὲ ἀκόμη ὅτι ἀνταποκρινόμεθα ἀπολύτως εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ μίαν ἡμέραν μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Μαΐου, δὲν νομίζω δὲ ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀντίρρησιν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἴδομεν χθές, ἐνῷ ἦσαν ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ συνηγόρησαν ὅπως ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις παραμείνῃ διὰ τὸν ἔλεγχον αὐτόν, ἀπεσύρθησαν τῆς συνεδριάσεως μόλις ἐπετράπη ἡ συνέχισις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§124Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ λάβω τὸν λόγον κατ’ ἄλλην ὥραν. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι ὑπάρχουν μερικὰ ἄρθρα ἐκ τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ ψηφίσματι, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναγνώσωμεν καὶ ψηφίσωμεν, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἀθρόαν ψήφισιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι καὶ ἐποικοδομητικόν.
§125Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ βεβαίως δύναται νὰ γίνῃ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸ λόγον.
§127Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι....
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἀφίνετε, κ. Σωτηριάδη, νὰ ἀναγνώσωμεν αὐτὰ τὰ ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§129Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἄς ἀποσύρῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ψήφισμα.
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως κατεδείχθη ὅτι καὶ ἐκ μέρους τῶν ὑποβαλλόντων τὸ ψήφισμα, οἵτινες εἶναι οἱ βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς διεπιστώθη ἡ ἀνάγκη τῆς ταχυτέρας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἀπεδείχθη δὲ συγχρόνως ὅτι διὰ τοῦ ψηφίσματος δὲν ἐπεδιώκετο ἡ μείωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ ταχυτέρα περάτωσις τῆς συνταγματικῆς συζητήσεως, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τοῦ ἐπίσης σπουδαίου νομοθετικοῦ αὐτοῦ ἔργου. Δι’ αὐτὸ εἶναι προτιμότερον νὰ καθορίσωμεν χρονικὰ ὅρια συζητήσεως, ἵνα μὴ παραμείνῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι θὰ ἰσχύσουν τυχὸν ἄρθρα, ἅτινα δὲν συνεζητήθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Συντάγματι ἄρθρα, ἅτινα θὰ ἀπαντήσουν χρονικὸν διάστημα πολὺ ὀλιγώτερον τοῦ καθοριζομένου διὰ τοῦ ψηφίσματος, δύνανται συνεπῶς νὰ διαγραφοῦν τὸ 8ον καὶ 9ον ἐδάφιον τοῦ ψηφίσματος, ὁπότε ὅμως θὰ ἀναλάβωμεν μίαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ τερματίσωμεν ἐγκαίρως τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις.
§131Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἤθελον ἐγὼ ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβω μίαν διασάφησιν, διότι μετὰ τὰς δηλώσεις αὐτοῦ εὑρίσκω ὅτι παρέλκει πᾶσα περαιτέρω συζήτησις, ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ μάθω τοῦτο, ἂν θὰ παραμείνῃ τὸ 9ον ἐδάφιον.
§132Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, ὄχι.
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ τὰ δύο ἐξ ὁλοκλήρου.
§134Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ μείνῃ ἡ πρώτη παράγραφος, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος δέον νὰ παραταθῇ μέχρι τέλους Μαΐου.
§135Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν καὶ τὴν ἔχω διὰ λόγους καθαρῶς ἠθικούς, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ αὐτόχρημα προσβολὴν κατὰ τοῦ Σώματος. Λοιπὸν λέγω ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀποφύγωμεν δι’ ἄλλον λόγον σπουδαιότερον. Πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι οἱ ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ἔχουν μακρὰν πολιτικὴν ἱστορίαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἦτο ἀδύνατον ἐξ ἰδίας προαιρέσεως νὰ ὑποβάλλουν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει αὐτὰς τὰς τελευταίας ὄντως διατάξεις καὶ διὰ τὴν ἀπάλειψιν τῶν ὁποίων ἤδη συνηγοροῦμεν. Δέχομαι ὅτι τοῦτο ἔπραξαν ὄχι ἐξ ἰδίας προαιρέσεως, ἀλλ’ ἡ γνώμη μου εἶναι ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ ὅτι ὑπέστησαν μίαν ἠθικὴν πίεσιν ἐκ τῆς ἀπειληθείσης παραιτήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῶν συζητήσεων. Εἶναι μία πρᾶξις, ἡ ὁποία θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος καὶ ἀμύνομαι ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος. Ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην του. Ἔχομεν μίαν ρητὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας ἢ ὅσας τῷ ἀπονέμει ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ νόμοι. Οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει, ἡ ὁποία νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας νὰ ἀξιώσῃ νὰ τερματισθῇ τὸ συνταγματικὸν ἔργον ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Ὡς Ἕλλην πολίτης, ὡς ὀρθότατα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, συνεννοούμενος μετ’ αὐτῆς κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ταχεῖα ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος. Πέραν τούτου οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα εἶχε. Λοιπὸν ὑπεβλήθη ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Χώρας κατέχοντες τὰς κορυφὰς τοῦ Σώματος νὰ τὸ ὑποβάλουν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν ἐπρόκειτο κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ προληφθῇ ἡ ἀπειληθεῖσα παραίτησις. Φοβοῦμαι μήπως ὅταν ἀναγραφῇ ἡ πρώτη περίοδος τοῦ 8ου ἄρθρου τῆς διατάξεως θεωρηθῇ οὕτως εἰπεῖν ὡς μία βεβαίωσις, τὴν ὁποίαν κάμνει τὸ Σῶμα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ὑποβαλόντα τοιαύτην κατὰ τὴν γνώμην μου ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον, θὰ ἔλεγον καὶ περιφρονητικὴν διὰ τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς ἀξίωσιν.
§136Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι πολὺ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἠσχολήθησαν πρὸς τὴν διατύπωσιν ψηφίσματος ὄχι ὁμοίου πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ παρεμφεροῦς. Πρὸ δύο μηνῶν.
§137Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀκόμη ἔχω νὰ εἴπω μίαν λέξιν διὰ νὰ τελειώσω τὸν λόγον μου. Κύριοι συνάδελφοι, εἰλικρινῶς πιστεύω ὅτι τὸ Σύνταγμα....
§138Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Σωτηριάδη, θὰ ὑποχωρήσω καὶ εἰς τοῦτο. Διὰ τὰ ἄρθρα τοῦ 7ου ἐδαφίου νὰ γίνουν 6 ὧραι, εἰς τὰ ὁποῖα μάλιστα προσθέτομεν καὶ τὸ ἄρθρον 86, διότι εἶναι ἄρθρον τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν.
§139Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ αὐτὸ θὰ ψηφισθῇ, κ. Ὑπουργέ, ὅπως ἐψηφίσθησαν καὶ τὰ ἄλλα. Θὰ ἔλεγον ὅμως ἓν ἄλλο’ θὰ ἐνόμιζον ὅτι πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῶ ὡς μέλος τοῦ Σώματος κατὰ τῆς μομφῆς, ἡ ὁποία ἐρρίφθη καὶ ρίπτεται ὅτι τάχα τὸ Σῶμα εἶναι ὑπαίτιον τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων. Διαμαρτύρομαι μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου.
§140Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τίς πταίει τότε;
§141Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω.
§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀναβαίνετε ἐπάνω εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀεροκοπανᾶτε ἐπὶ ὥρας.
§143Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ἐπέρασαν ἄρθρα τοῦ Συντάγματος χωρὶς νὰ ὁμιλήσητε.
§144Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ, κ. βουλευτά, ὁμιλῶ διὰ τὸ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Σεῖς ὅμως ὁμιλεῖτε διὰ νὰ ὑβρίζητε σεβαστὸν Ὑπουργόν, ὅπως εἶναι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν κάμνω τὶς γκάφες ποὺ κάμνετε σεῖς. Δὲν εἶσθε σεῖς ὁ ὁποῖος θὰ ἐλέγξητε ἐμέ.
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε βουλευτά, ἡμεῖς ἀνομολογοῦμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις πταίει. Τί θέλετε;
§146Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Φρονεῖτε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, ὅτι τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος δὲν θὰ ἐψηφίζετο τάχιστα εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν εἶχε μορφώσει γνώμην περὶ τοῦ πράγματος καὶ εἶχε μορφώσει τὴν ἀντίληψίν του σαφῆ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου; Καὶ ἀφοῦ ὑπάρχει προηγούμενον ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὡς ἀνώτατον ὅριον συζητήσεως τὸ ὀκτάωρον, ποῖος ὁ ὑπαίτιος τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων;
§147Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σεῖς πταίετε ποὺ δὲν ἀφήσατε τὸ ἄρθρον 19 ὅπως τὸ εἴχομεν διατυπώσει ἡμεῖς.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§149Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἷς συμβιβασμός. Τὰ ἄρθρα ἅτινα ἀναγράφονται εἰς τὸ ψήφισμα εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀποτελοῦσιν ἀντιγραφὴν τῶν παλαιῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, προτείνω δὲ ὅπως ταῦτα ἀναγνωσθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν. Περὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων ὑπάρχει ἀρκετὸς χρόνος διὰ συζήτησιν, θὰ ἔπρεπε δὲ συνεπῶς νὰ αὐξηθῶσιν αἱ ὧραι τῆς συζητήσεως δι’ ἕκαστον ἄρθρον, διότι δὲν δύναται εἷς βουλευτὴς μελετημένος νὰ περατώσῃ τὴν συζήτησίν του εἰς ἓν τέταρτον τῆς ὥρας. Καὶ τώρα ὑπάρχει τὸ ψήφισμα τῆς 9ης Δεκεμβρίου, τὸ κανονίζον τὰ ὅρια τῶν συνταγματικῶν συζητήσεων, ἀλλὰ δὲν ἐτηρήθη, διότι διεκόπη βουλευτὴς μὴ τερματίσας τὴν ἀγόρευσίν του ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος καθοριζομένων χρονικῶν ὁρίων. Δυνάμεθα συνεπῶς νὰ αὐξήσωμεν τὰ ὅρια εἰς 4 καὶ 6 ὥρας. Ἂν δὲ αὐξηθῶσι τὰ ὅρια καὶ διαγραφῶσι καὶ αἱ δύο τελευταῖαι παράγραφοι τοῦ ψηφίσματος, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τοῦτο.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Βοζίκη θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὰ 25 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ψηφίσματι.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Δ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§152Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατή, ἄνευ ἀποσύρσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ψηφίσματος, ἡ διακοπὴ τῆς συζητήσεως καὶ ἡ θέσις πρὸς ψήφισιν τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἀθρόως μέλλουσι νὰ ψηφισθῶσιν. Ὁπωσδήποτε, ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως δὲν ἔχω ἢ νὰ συγχαρῶ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον, ὄχι μόνον διὰ τὴν ὀρθότητα τῆς σκέψεως τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἐπιδέξιόν του ἑλιγμόν, εἰς τὸν ὁποῖον βλέπω τὴν Κυβέρνησιν διατεθειμένην νὰ ἐμπνεύσῃ ἄνευ ἐλέγχου τῆς συστάσεως αὐτῆς.
§153Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγκατελείφθη τὸ ψήφισμα;
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι.
§155Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ παρεκάλουν, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ διατυπωθοῦν οἱ διάλογοι ἐκ τῶν πρόσω πρὸς τὰ ὀπίσω, ὥστε νὰ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ περατώσῃ τὸ ταχύτερον τὴν ὁμιλίαν του. Πρὸς τὴν βάσιν τοῦ ψηφίσματος δὲν συμφωνῶ, κάμνω ἐν τούτοις τὴν παραχώρησιν τῆς ψήφου μου ὡς μίαν εὐρυτέραν δήλωσιν ὅτι πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλην τὴ ἐλευθερίαν καὶ ὅλα τὰ μέσα, ἵνα αὕτη προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν προβλημάτων, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιβαρυμένη. Ἀλλὰ πρώτη αὕτη ἂς ὁμοφρονήσῃ καὶ τὰ μέλη αὐτῆς ἂς συμφωνήσουν πρῶτα, ἵνα ἐκ τῆς συμφωνίας ταύτης πηγάσῃ ὡς ἐπακολούθημα ἡ συντομία εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ θὰ εἴπητε ἴσως ὅτι ἡ φράσις μου τείνει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας. Δὲν εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν ὅτι ὑπὸ τὴν ἰσχυρὰν συγκρότησιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ μᾶλλον παράβολος ἰδέα ἂν διέλθῃ ἐκ τῆς διανοίας τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἐλάχισται ὑπάρχουσιν ἐλπίδες ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορριφθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ἀποτελεῖ πρῶτον διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔπειτα διὰ τὴν Βουλὴν ἓν μέγα μειονέκτημα. Καὶ θὰ ἦτο τὸ μέγιστον τῶν ἀτοπημάτων διὰ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐδέχετο τὴν κατάργησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, μόνον ὅπλον τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ λησμονῇ ὅτι εἶναι θνητή. Ὁπωσδήποτε οὐδεὶς θὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἀσκεῖται κυβερνητική τις τυραννία ἐπὶ τῆς Βουλῆς, μοιραία ὡς ἐκ τῆς συγκροτήσεώς της ἄνευ τῆς προθέσεως τῶν μελῶν, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ ἰδιότης μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀρχηγῶν κομμάτων ἀσκεῖ τὴν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς παμψηφίας σχεδὸν τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην ἀντὶ τοῦ ψηφίσματος τούτου νὰ ἔβλεπον τὴν Κυβέρνησιν προσερχομένην εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα εἴπῃ ὅτι εὗρεν ἐπίπεδον συνεννοήσεως ἐπὶ τῶν μᾶλλον ἐπιμάχων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βουλὴ ὡς ἐκ τῆς συγκροτήσεώς της εἶναι προωρισμένη νὰ ἀκολουθήσῃ εἰς τὰς γενικὰς γραμμάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι εὐκταῖον νὰ ἐπέλθωσι μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ τὰς συμφωνίας ταύτας, ἡμεῖς τοὐλάχιστον οὐδαμοῦ διαβλέπομεν διαφαινομένας. Ἂν πάλιν ἡ διαφωνία ὑπάρξῃ ἐν τοῖς κόλποις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως νὰ εἶναι ἄλλο ἢ νὰ μετρηθῶμεν ἄλλην μίαν φοράν. Θὰ εἶναι ἁπλῆ πρᾶξις ἀριθμήσεως. Ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις μάλιστα τὰς ὁποίας παραδέχεται τὸ ψήφισμα τοῦτο ἢ οἱονδήποτε ἄλλο ψήφισμα, εἶναι φυσικὸν νὰ ἀναμείνωμεν ὅτι θὰ ἀναπτυχθῇ μετὰ μείζονος πείσματος ἡ παρακολούθησις τῶν ἐνδεχομένως ἀντιθέτων γνωμῶν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας θὰ εἶναι καὶ πάλιν μοιραῖον παρακολούθημα τῆς παρουσίας τοῦ ὅλου ἢ μέρους τῶν ὀπαδῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν κομμάτων. Βεβαίως ἡ ὁμιλία μου πηγάζει ἐν τῇ σκέψεως ὅτι διὰ τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἐπὶ μακρὸν ἡ παρουσία τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἶναι ἀναγκαία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὸ συντελεσθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἔργον θὰ ἦτο δυνατὸν, ἂν ὁ ψυχικὸς συντονισμὸς ἐξηπλοῦτο πληρέστερον, τὸ ἔργον θὰ ἦτο ἐθνικώτερον καὶ εὐκολώτερον. Δὲν ἐθέσαμεν ἢ τὰς βάσεις τῶν κυριωτέρων προβλημάτων καὶ ὡς ἔσχατον ὅπλον τῆς ἑκάστοτε Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὡς μὴ ὤφειλε, παρουσιάζεται ἡ ὑποβολὴ ζητημάτων ἐμπιστοσύνης καὶ ἐπὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν αὐτόχρημα πολιτικὸν χαρακτῆρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία τῆς σκέψεως καὶ βουλήσεως. Τὸ ὅ,τι ἐπηκολούθησε μέχρι σήμερον τὰ ζητήματα ἐμπιστοσύνης, τὸ τελευταῖον ἰδίως περὶ Ἐνοικιοστασίου, ἀπέδειξαν ὅτι εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ ἐπιρρίπτεται εἰς τοὺς ὤμους τῆς Βουλῆς ἡ εὐθύνη τῆς παρατάσεως, ὅταν αὕτη βαρύνει τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἐξενεχθεῖσαι ἀόριστοι μομφαὶ ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνευθύνου παράγοντος, μὴ λησμονῶμεν ὅτι, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν κατὰ πόσον ἀληθεύουν τὰ περὶ ἐπιστολῶν καὶ ποίαν μορφὴν ἔχουσιν αὗται, μὴ λησμονῶμεν, λέγω, ὅτι ἀναμφιβόλως μία τοιαύτη ἔκκλησις παριστᾷ τὴν συνισταμένην τῆς Κοινῆς Γνώμης, τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀληθῶς ἐνδιαφέρεται κυρίως πῶς θὰ διοικηθῇ καλῶς, ἀλλὰ ταυτοχρόνως νὰ μὴ ἐκνευρίζεται εὑρισκομένη μετέωρος ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικοῦ γοήτρου τῆς Χώρας, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἡμεῖς αὐτοὶ δεχόμεθα ὅτι ἐντὸς πενταετίας καθ’ ἡμέραν τὰ δύο θεμελιώδη ἄρθρα τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὰ μεταβολῆς καὶ δὲν παραγνωρίζω ἐν τοῖς λόγοις μου τὴν φύσιν τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καὶ δὲν τὴν παραγνωρίζω ἵνα παράσχω κυρίως φόρον τιμῆς πρὸς τὰ στοιχεῖα τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Κυβέρνησιν. Ἵνα εἶμαι σαφὴς ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων μετέχον τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζει τὴν παροῦσαν κατάστασιν ὡς μίαν πραγματικότητα. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα μετέχον τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζει τὴν κατάστασιν ταύτην ὡς ἀνάγκην. Διὰ τοῦτο εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀναγνωρίσω τὴν ὀφειλομένην τιμὴν διὰ τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν, καθότι ἡ θέσις αὐτῶν εἶναι ἀχώριστος, ὄντων ὑποχρεουμένων νὰ ἐμφανίζωνται ταυτοχρόνως σχεδὸν ὡς ὄντα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συνυπεύθυνα, ἀλλὰ καὶ σχεδὸν ἐκτὸς αὐτῆς ὡς οἱ προχειρότεροι ἐλεγκταί. Τοῦτο συμβαίνει πάντοτε εἰς τὰς καταστάσεις ἐκείνας τὰς οὕτως εἰπεῖν νὰ ὁμιλήσωμεν γεωγραφικῶς, παραμεθορίους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρονικὸν ὅριον, τὸ ὁποῖον θέτει τὸ ψήφισμα, νομίζω ὅτι ἂν τηρηθῇ ἐπακριβῶς ὁ κανονισμὸς τοῦ ¼ τῆς ὥρας, εἶναι ἀρκετὸν ἵνα καὶ ἡ μᾶλλον σύνθετος σκέψις ἐκτεθῇ συνθετικῶς. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, κύριοι, τοῦ συνθετικοῦ, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς διατυπώσεως τῶν γνωμῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅπως εὔχομαι τὴν προσπάθειαν συμπτώσεως γνωμῶν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τοιουτοτρόπως κατὰ περισσότερον λόγον εὔχομαι τὴν ἐπίτευξιν συμφωνίας μεταξὺ τῶν μελῶν ἑνὸς ἑκάστου τῶν κομμάτων. Ἰδοὺ κατὰ τί οἱ ἀρχηγοὶ θὰ ἦσαν ἔτι μᾶλλον χρήσιμοι ἂν ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχωσι μίαν ψυχικὴν ὁμοιομορφίαν εἰς τὰς συνταγματικὰς σκέψεις. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ ἦτο δυνατὸν αὐτομάτως νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ρητόρων. Θὰ ἔπρεπε δὲ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ καταβάλῃ πάντα κόπον ἵνα συνδράμῃ τὸ δυσχερὲς ἔργον τοῦ Προεδρείου, καθόσον ὅλοι ἔχομεν τὴν ἐμπειρίαν ὅτι αἱ παρατάσεις αἱ χρονικαὶ ὀφείλονται οὐχὶ εἰς τὴν μακρηγορίαν τοῦ ρήτορος, ὅσον εἰς τὴν παρεμβολὴν ἀκαίρων παρεκβάσεων. Καὶ διὰ τοῦτο, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ ἄκραν αὐστηρότητα ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου, περιορίζοντος τὰς συζητήσεις ἑκάστοτε ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ὄψιν ἄρθρου, φαντάζομαι ὅτι τὰ χρονικὰ περιθώρια δὲν θὰ ἦσαν ὑπερβολικά. Κατὰ τὰ ἄλλα, κύριοι, τὸ ψήφισμα ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τῶν κ. κ. συναδέλφων, τῶν ὁποίων τὰς γνώμας ἐξεπροσώπησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου πολιτευτής, νομίζω ὅτι δύναται νὰ παρασχεθῇ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐνδόσιμον διὰ νὰ ἐπιβάλλῃ πειθαρχίαν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὡς πίστωσις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διδούσης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὄχι μόνον τὰ μέσα τῆς ταχυτέρας περαιώσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐννοίας ὅτι ὀφείλει νὰ καταβάλῃ σύντονον τὴν προσπάθειαν αὐτῆς, ἵνα κατὰ τὸν ἕκτον μῆνα τοῦ βίου της ἐπιτύχῃ περισσότερον συντονισμὸν τῶν σκέψεων αὐτῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας.
§156Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐφόσον εἴμεθα σύμφωνοι προτείνω νὰ ψηφίσωμεν ἐπιτροχάδην τὰ ἄρθρα αὐτὰ καὶ κατόπιν τὸ ψήφισμα.
§157Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐγκαταλείπει τὸ ψήφισμα.
§158Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν δὲν ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν δι’ ἐμὲ νὰ μὴ δώσω τὸν λόγον.
§160Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφόσον ἡ Βουλὴ ἐζήτησε διὰ λόγους σεβασμοῦ πρὸς τὸ ἔργον της νὰ ψηφισθοῦν τὰ ἄρθρα ἐπιτροχάδην, δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν.
§161Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν νὰ ἀποσυρθῇ τὸ ψήφισμα.
§162Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν τὸ ἀποσύρομεν, διότι θέλομεν νὰ ψηφισθοῦν αἱ διατάξεις αἱ καθορίζουσαι τὸν τρόπον τῆς περαιτέρω ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Συμφωνεῖτε ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτὰ δὲν ἔχουν καμμίαν ἀντίρρησιν;
§163Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ νὰ καθορισθοῦν τὰ ὅρια τῆς συζητήσεως δι’ ἄλλου ψηφίσματος.
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἄν θέλετε, ἂς ἀναγνωσθοῦν αὐτὰ ἐπιτροχάδην διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Ἄν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ψήφισμα.
§165Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἔχομεν ἀντίρρησιν. Δὲν γνωρίζομεν τὰ ἄρθρα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθοῦν...
§166Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἄν γίνῃ αὐτό, θὰ ὁμιλήσωμεν εἰς ὅλα τὰ ἄρθρα.
§167Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἄν ὑπάρχῃ διάθεσις διὰ κωλυσιεργίαν, θὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα ὡς ἔχει.
§168Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑπάρχει πανταχόθεν ἡ ἐπιθυμία νὰ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον τὸ Σύνταγμα. Θὰ ἦτο ἄλλως τε λίαν παρακεκινδυνευμένη ἡ ἀντίθετος σκέψις. Ὑπάρχει πρότασις ἵνα τὰ ἄρθρα τὰ μὴ χρήζοντα συζητήσεως, ψηφισθοῦν τάχιστα. Αὐτῶν μάλιστα, λέγουν, εἶναι περιττὴ καὶ ἡ ἀνάγνωσις, ἀφοῦ δὲν θὰ τεθοῦν ὑπὸ συζήτησιν. Ἤκουσα ἐξ ἄλλου ἐκ τῆς πτέρυγος, ἥτις ἀντετάχθη κατὰ τοῦ ψηφίσματος, ὅτι ἂν δεχθῶμεν δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ ὁρίσωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ψήφισιν τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἐπιταχύνομεν τὸ ἔργον ἡμῶν. Ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ψήφισμα. Ἄν ἡ λέξις ἐξερεθίζῃ δυνάμεθα νὰ τὴν ἀλλάξωμεν. Ἄν ὑπάρχουν ὡρισμένα ἄρθρα, ἐφ’ ὧν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις, δυνάμεθα κάλιστα νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν ἑξῆς συμφωνίαν. Νὰ ψηφίσωμεν ἀπόψε τὸ ἄρθρον αὐτό, νὰ συνέλθωμεν αὔριον ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις καὶ ἐκ τῶν ἀντίθετα φρονούντων, δύο ἐξ ὑμῶν καὶ δύο ἐξ ἡμῶν, καὶ νὰ μείνωμεν σύμφωνοι περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου ἐπιταχύνσεως ἀφοῦ κοινὸς εἶναι ὁ πόθος καὶ κοινὴ ἡ πρόθεσις νὰ ψηφίσωμεν τὸ ταχύτερον τὸ Σύνταγμα.
§169Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἀντιρρήσεις κατ’ ἀρχήν, κ. Ὑπουργέ.
§170Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τότε δὲν γίνεται συζήτησις.
§171Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅτι ἡ συστηματικὴ ἀντίδρασις πρὸς ψήφισιν τοῦ Συντάγματος προέρχεται ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ἀπὸ ἐκείνους τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐπιρρίψουν τὴν εὐθύνην ὄχι εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Φρονοῦμεν ἐπίσης ὅτι κόμματα, μὴ πειθαρχοῦντα εἰς τοὺς ἀρχηγούς των, δὲν δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι κόμματα.
§172Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν εἶσθε ἄξιοι σεῖς νὰ λέγετε αὐτά. Κόμματα ἀνάξια εἶναι ἄλλα.
§173Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σεῖς νὰ λέγητε αὐτά, ὅταν περιτριγυρίζατε σεῖς τὸν Πάγκαλον, ἡμεῖς διωκόμεθα.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.
§175Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Τὴν 6ην Ὀκτωβρίου 1864 ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἀπέστειλε πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως διάγγελμα τοῦ Βασιλέως συνιστῶντος νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα ἐπ’ ἀπειλῇ, ὅτι αἱ εὐθῦναι, αἱ ὁποῖαι θὰ συνεσωρεύοντο ἐκ τῆς μὴ ψηφίσεως αὐτοῦ, θὰ ἐπέπιπτον ἐπὶ τῶν πληρεξουσίων. Διεμαρτυρήθησαν οἱ περισσότεροι ρήτορες, ὁ δὲ Δεληγιώργης εἶπε τότε ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἠπατήθη ἀπὸ ἡμιμαθεῖς. Καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις μᾶς παρουσίασε τὸ ψήφισμα αὐτό. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι ἀποτελεῖ τὴν βαναυσοτέραν ὕβριν κατὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἰδέας καὶ θὰ εἶναι ἄκρως ἄντικρυς πρὸς τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἂν ψηφισθῇ. Περιέχει ἄλλως τε τοιαύτας ἀντιφάσεις ὥστε εἶναι λυπηρόν....
§176Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε σεῖς, ὁ ὁποῖος καταγίνεσθε εἰς τὰς μελέτας τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν καὶ λέγετε ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτὸ προσβάλλει τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἠξεύρετε ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία εἶναι τόσον κοινοβουλευτικὴ ὅσον καὶ ἡ Ἑλλάς, ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστον κόμμα ἀγορεύει ἐπὶ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας δι’ ἀντιπροσώπου του, οἱ δὲ λοιποὶ βουλευταί, ὅσοι δὲν ἀνήκουν εἰς κόμμα, μόνον πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας. Ἂν δὲν εἶχεν αὐτὸ ἡ Γαλλία, δὲν θὰ εἶχε σωθῆ καὶ μὴ λέγετε σεῖς κατόπιν ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ ἔχομεν τὸ μονοπώλιον τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ δὲν προσβάλλει τὸν κοινοβουλευτισμόν.
§177Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Γνωρίζω ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ἐπὶ ἕνα μῆνα ἤκουε τὸν Ρόγερ.
§178Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ ἔγινε πρὸ ἑκατὸν ἐτῶν, ὁπότε δὲν ὑπῆρχον οὔτε ἀσφαλιστικά, οὔτε ἐργατικά, οὔτε στρατιωτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ σήμερον ἡ Ἀγγλία.
§179Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος θὰ ὑποστῇ μόλυνσιν ἂν αὐτὸ τὸ ψήφισμα ψηφισθῇ καὶ θλίβομαι ἰδιαιτέρως, διότι τὸ ψήφισμα αὐτὸ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφόν μου καὶ πρὸς τὴν ὑπογραφὴν αὐτήν.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§181Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἀπασχοληθεῖσα ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα. Κατὰ παράδοξον ἐντελῶς τρόπον εἴδομεν κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸν κόμματος νὰ ἀφίνῃ ἔκθετον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα. Τοῦτο, ἀναμφισβητήτως, προξενεῖ ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην, ἡ ὁποία βλέπει ὅτι πέντε ἀρχηγοὶ κομμάτων, συνασπισθέντες πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσουν οὔτε πρὸς ὑποβολὴν ἑνὸς ψηφίσματος, ἢ μᾶλλον συμφωνοῦν τὴν μίαν ἡμέραν διὰ νὰ διαφωνήσωσι τὴν ἄλλην. Οὕτω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνῷ χθὲς ἦσαν σύμφωνοι μετὰ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ παρόντος ψηφίσματος, σήμερον ἀπὸ συμφώνου ἐζήτησαν νὰ διαγραφοῦν αἱ παράγραφοι 8 καὶ 9, αἱ καθορίζουσαι τὸν τρόπον τῶν συνταγματικῶν συζητήσεων. Ἡμεῖς μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑπεβάλλομεν ἕτερον ψήφισμα, διότι φρονοῦμεν ὅτι τὸ παρὸν ψήφισμα δὲν πληροῖ τὸν προορισμόν, δι’ ὃν συνετάγη. Εἶναι βέβαιον, ὅτι μέχρι σήμερον δὲν προὐχώρησεν ἐπαρκῶς τὸ συνταγματικὸν ἡμῶν ἔργον καὶ ἕνεκα τούτου εἶναι δικαία ἡ ἀγανάκτησις τῆς Κοινῆς Γνώμης. Εἰς τοῦτο ὅμως πταίει πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὰ μέλη ἀπουσιάζουσιν ἀπὸ τὰς περισσοτέρας τῶν συνεδριάσεων. Μετὰ τὸ γεῦμα ἰδίως παρίστανται ἐλάχιστοι βουλευταί, ὡς ἐκ τούτου δὲ εὑρέθησαν συνάδελφοι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλλωσιν ἐνστάσεις ἀπαρτίας. Εἴμεθα λοιπὸν ἡμεῖς ὑπεύθυνοι καὶ πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὰ μέλη, ἰδίως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ἀρχηγοὶ κομμάτων, λάμπουν σχεδὸν πάντοτε διὰ τῆς ἀπουσίας των, ἰδίως εἰς τὰς συνεδριάσεις μετὰ τὸ γεῦμα, καθ’ ἃς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ψηφίζονται οἱ νόμοι καὶ τὰ ψηφίσματα. Τοῦτο δὲ συμβαίνει, διότι μετὰ τὸ γεῦμα ὀλίγοι βουλευταὶ εἶναι παρόντες καὶ οὗτοι κουρασμένοι καὶ δὲν ἔχουν πλέον τὴν διάθεσιν οἱ ρήτορες νὰ ἀγορεύωσι διὰ μακρῶν καὶ πρὸ ὀλίγων βουλευτῶν. Πρὸ τοῦ γεύματος αἱ συνεδριάσεις καταναλίσκονται εἰς μακρὰς καὶ ἀτελευτήτους ἀγορεύσεις, ὥστε νὰ μὴ καθίσταται δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι νόμοι. Αὐτὰ διδάσκει ἡ πεῖρα τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια διὰ τὸν αὐτὸν λόγον οἱ νόμοι ψηφίζονται σχεδὸν πάντοτε εἰς τὸ τέλος τῶν συνεδριάσεων, ὁπότε ἡ Βουλὴ εἶναι κουρασμένη. Ὁσαδήποτε ψηφίσματα καὶ ἂν ψηφίσωμεν οὐδέποτε μέχρι τῆς 31ης Μαΐου θὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα, ἐκτὸς ἂν ἀναλάβωμεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴμεθα παρόντες ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς 6ης ἀπογευματινῆς ὥρας μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ὁπότε καὶ μόνον θὰ κατορθώσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα. Πρὸς περιορισμὸν τῶν ἀσκόπων συζητήσεων ὑποβάλλω τὴν πρότασιν ὅπως ἐξ ἑκάστου τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ὠργανωμένων κομμάτων ἀγορεύει μόνον εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν τοῦ κόμματος. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς ἄτοπον· νὰ ἐγγράφωνται πολλοὶ βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν αὐτὴν ἄποψιν εἰς ἓν ἄρθρον, νὰ ἀγορεύωσιν ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον καὶ νὰ καταναλίσκωσι τοιουτοτρόπως ὅλον τὸν ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος προβλεπόμενον χρόνον, ὥστε νὰ μὴ δύνανται πλέον νὰ ἀγορεύσωσιν οἱ τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως.
§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.
§183Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸ ἄτοπον τοῦτο προτείνω ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἐφαρμοσθῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον τῆς διαδοχικῆς ἀγορεύσεως τῶν ἀντιλεγόντων, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐφαρμόζεται εἰς τὰς συζητήσεις σοβαρῶν ζητημάτων. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ φέρῃ ἀντίρρησιν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οὔτε θὰ θεωρήσῃ ὡς περιορισμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος. Διότι, ὡς εἶναι συγκεκροτημένη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ὁ συνήθης κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος εἶναι σχεδὸν περιττός, ἐφόσον μάλιστα, ὡς συμβαίνει πλειστάκις ἀφορᾷ πράξεις συντελεσθείσας ὑπὸ τῶν προκατόχων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἄλλως τε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπερώτησις, ἥτις δὲν καταλήγει εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἢ μομφῆς ἐναντίον τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, δὲν ἔχει θέσιν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἰς μίαν ἡμέραν τὴν ἑβδομάδα δὲν περιορίζει τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ὁ κοινοβουλευτισμός, κύριοι συνάδελφοι, διατρέχει κίνδυνον ὄχι ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ ἐκ τῆς μὴ προσαρμογῆς τῶν ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἀπαιτούσης ὅπως ἡ Βουλὴ παράγῃ ἔργα ὠφέλιμα ἄνευ χρονοτριβῆς. Τοῦτο θὰ γίνῃ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀπεραντολογίας καὶ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δῆθεν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Κατερχόμενος τοῦ βήματος ὀφείλω νὰ κάμω καὶ πάλιν τὴν σύστασιν ὅπως προσερχόμεθα ὅλοι μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καθ’ ἑκάστην, ἂν θέλωμεν πραγματικῶς νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα. Ἄλλως, ὁσαδήποτε ψηφίσματα καὶ οἱουσδήποτε περιορισμοὺς καὶ ἂν ψηφίσωμεν, δὲν θὰ κατορθώσωμεν τίποτε. Ἐφόσον μία ἔνστασις ἀπαρτίας θὰ δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κρανιωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§185Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐναντίον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος ὑπάρχουν κατ’ ἀρχὴν ἀντιρρήσεις. Ὑπάρχουν κατ’ ἀρχὴν ἀντιρρήσεις ἕνεκα τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς. Παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, τόσον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὅσον καὶ ἐντὸς αὐτῆς, ἀπομένει ἀκμαία ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα εἰσήχθη συνεπείᾳ τελεσιγραφικῶν ἐπιταγῶν, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ἐξετασθῇ συναφῶς διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἔτι ἰσχυρότερον πόσον ὑπῆρξε κακὴ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ψηφίσματος, πόθεν ἕλκει τὴν ἐντολὴν ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἐπικαλούμεθα ἐνταῦθα τὴν ἐντολήν, νὰ ἐκτελέσωμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὑπὸ τοῦ ὁποίου τὴν ἐντολὴν διατελοῦμεν, δὲν εἶναι κἂν Πρόεδρος Δημοκρατίας, διότι παρ’ οὐδενὸς ἕλκει τὴν ἐντολήν. Ἕλκει τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Δʹ Συνέλευσιν, ἀλλὰ παρητήθη τῆς ἐντολῆς ἐκείνης.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, κ. βουλευτά, ὅτι ὑπερβαίνετε τὸ θέμα τῆς συζητήσεως;
§187Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ὄχι, διότι οὔτε θὰ ἐπεκταθῶ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νομίζω ὅτι εἶναι συναφές. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ὑποβαλὼν τὴν παραίτησίν του ἐγγράφως ἀνεκλήθη ἁπλῶς αὕτη δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματος ἑνὸς στρατηγοῦ, ὁ ὁποῖος προσέθεσε μίαν ἐπανάστασιν εἰς τὰς τόσας ἄλλας.
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§189Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Τὸν ἐκάλεσεν ὁ Κονδύλης.
§190ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῇ ἀνοχῇ τίνος;
§191Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Τῇ ἀνοχῇ ὅλων, κ. συνάδελφε. Δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ὑποστηρίξω ἀντιδικίαν πρὸς τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας τὴν ἐν προκειμένῳ τακτικήν. Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ὑπάρχει σαφὴς πεποίθησις, τὴν ὁποίαν αἱ κυβερνητικαὶ δηλώσεις δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κλονίσουν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως ψήφισμα, ἀποκρουστέον κατ’ ἀρχὴν καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἡ ἐξαιρετικὴ σπουδὴ περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος οὐδένα σκοπὸν ἐξυπηρετεῖ. Δέον ἐν προκειμένῳ νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζομαι τοῦτο, κατ’ οὐδὲν συνέβαλον εἰς τὴν μέχρι τοῦδε παράτασιν τῶν συζητήσεων τοῦ Συντάγματος, διότι οὐδέποτε ὡμίλησα ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ οὐδέποτε θὰ ὁμιλήσω καὶ εἰς τὸ μέλλον. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι οὐδένα σκοπὸν ἐξυπηρετεῖ ἡ ἐξαιρετικὴ σπουδή, ἡ ὁποία ἐπιδεικνύεται διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸ παντὸς πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Λαοῦ, ὅπως ἰσχυρίσθησαν τόσοι ρήτορες παρελθόντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ Λαὸς ἔχει κουρασθῆ ἀπὸ τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις καὶ αἰσθάνεται, ἂν θέλετε νὰ μεταχειρισθῶ τὴν βαρεῖαν φρᾶσιν, αἰσθάνεται ἀηδίαν πρὸς τὴν συνταγματολογίαν. Μὴ νομίζετε ὅμως ὅτι ἡ ἀηδία, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται πρὸς τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις, δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς ἐνδιαφέρον διὰ τὸ Σύνταγμα.
§192Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ τελειώνωμεν.
§193Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὁ Λαὸς ἐνδιαφέρεται δι’ ἄλλα πολὺ θετικώτερα καὶ πολὺ οὐσιαστικώτερα ἀπὸ τὸ Σύνταγμα ζητήματα. Ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἀποκατάστασιν μιᾶς ὁμαλῆς πολιτικῆς τάξεως, ἀλλ’ ἐνδιαφέρεται πρὸ παντὸς ἀμεσώτερον διὰ τὰ οἰκονομικά. Καὶ ὁ Λαὸς μετὰ δυσφορίας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἀποκρύψῃ, παρατηρεῖ ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ 5 καὶ 6 μῆνας ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεώς της εἰς τὴν Ἀρχὴν δὲν κατώρθωσε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἐκ τῶν οἰκονομικῶν της μέτρων, ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐνταῦθα, δανεισθεῖσα δωδεκατημόρια ἀπὸ τοὺς διαφόρους Προϋπολογισμοὺς διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὴν Χώραν. Διὰ τὸ Σύνταγμα ὁ Λαὸς δὲν ἐνδιαφέρεται ἐξαιρετικῶς. Θὰ ἔλεγον ὅτι ἀδιαφορεῖ ἀπολύτως καὶ ἀδιαφορεῖ μεταξὺ ἄλλων καὶ διὰ δύο λόγους σπουδαίους. Ἀδιαφορεῖ πρῶτον, διότι μία μεγάλη ἀκόμη μερὶς τοῦ Λαοῦ διαφωνεῖ κατὰ βάσιν πρὸς τὸ Πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ περιβάλλῃ τὸ Σύνταγμα καὶ γνωρίζει ὁ Λαὸς ὅτι οὐδὲν Σύνταγμα ὄχι ἐπὶ χάρτου ἀναγεγραμμένον, ἀλλὰ ἐπὶ χάλυβος γεγραμμένον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατοχυρώσῃ ἓν Πολίτευμα ὅταν δὲν τὸ θέλῃ ὁ Λαός. Δεύτερον λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ Λαὸς ἀδιαφορεῖ, εἶναι ὅτι δυστυχῶς ἀπεδείχθη ἐκ πείρας ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα δὲν εἶναι παρὰ τετριμμένα χαρτιὰ τὰ ὁποῖα σχίζονται καὶ καταρρακώνονται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Ἂν θέλητε πράγματι νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν συνταγματικὴν τάξιν εἰς τὸν Τόπον, πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐμπνεύσωμεν καὶ πάλιν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, ὁ ὁποῖος ἐφυγαδεύθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἐρωτᾶται ὅμως· διατί λοιπὸν ὑπεβλήθη τὸ περίφημον ψήφισμα; Μεταξὺ τῶν ὑπογραφῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ὑπὸ τὸ κείμενον, διακρίνω τὰς ὑπογραφὰς μερικῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι εὗρον τὴν εὐκαιρίαν νὰ περιβάλουν μὲ τὸ χάρτινον ἔνδυμα τοῦ Συντάγματος τὸ πολίτευμά των. Ἔσπευσαν, ἐπωφελούμενοι τῆς ἀνοχῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Πολίτευμα τοῦτο ἔχει ἕνεκεν ἄλλων λόγων. Ἐρωτᾶται ὅμως· τίς ὁ σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος; Εἴπομεν ὅτι οὐδένα σκοπὸν πλὴν μερικῶν πολιτικῶν ὑστεροβουλιῶν ἐξυπηρετεῖ τὸ ψήφισμα τοῦτο. Εἴπομεν ἐπίσης ὅτι εἶναι ὑβριστικὸν διὰ τὴν Βουλὴν νὰ οἰστρηλατεῖται καὶ νὰ τελῇ ἐντὸς μιᾶς μάνδρας, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐξέλθῃ, ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα. Εἶναι ἀκόμη ὑβριστικώτερον, διότι ἡ Βουλὴ οἰστρηλατεῖται ἀπὸ τὴν θέλησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸ ἀνάστημα νὰ ἐπιβάλλουν τὰς θελήσεις των εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ἐκλεγεῖσαν ἀπὸ τὴν λαϊκὴν ψῆφον. Ἕνεκα τούτου προτείνω ὄχι μόνον νὰ καταψηφίσωμεν τὸ ψήφισμα ἀλλὰ νὰ τὸ σχίσωμεν, διότι καὶ ἡ ὑποβολή του μόνον ἀποτελεῖ ὕβριν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. (Χειροκροτήματα).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζῖσκος ἔχει τὸν λόγον.
§195Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§197Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τί ἐδηλώσατε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας διὰ τὸ ὄγδοον ἐδάφιον;
§198Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἴπομεν ὅτι διαγράφομεν τὴν διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας εἰς τὸ τέλος Μαΐου θεωρεῖται ψηφισμένον ὡς εἶναι.
§199Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὥστε διαγράφεται τὸ 8ον ἐδάφιον καὶ μένει τὸ 9ον.
§200Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καὶ ἀντὶ τῆς Τετάρτης ὁρίζεται ἡ Πέμπτη ὡς ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§201Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, καλύτερον ἡ Τετάρτη.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ Τετάρτη, κ. Ὑπουργέ.
§203Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπίσης εἰς τὸ 1ον ἐδάφιον αἱ ὧραι θὰ αὐξηθῶσιν ἀπὸ 2 καὶ 4 εἰς 3 καὶ 6. Ὡσαύτως θὰ προστεθοῦν τὰ ἄρθρα 86 καὶ 87 καὶ θὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον 8 καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ἑαυτῆς, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν δι’ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον νὰ τεθῇ ἐν τῷ ψηφίσματι, ὑπόσχεται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει ἐπέλθει ὁμοφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§204Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς χρονικὸς περιορισμός; Πῶς θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν; Μὲ τὴν ἀναλογίαν τῶν τριῶν ὡρῶν κατ’ ἄρθρον;
§205Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σύμφωνα ἐπ’ αὐτοῦ, δεδομένου ὅτι ταῦτα ἐκπροσωποῦσι καὶ τὰ κόμματα, ἕπεται ὅτι καὶ τὰ κόμματα εἶναι σύμφωνα.
§206Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δυστυχῶς, δὲν εἶναι σύμφωνα.
§207Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἄν ὑπάρξῃ καὶ μία μικρὰ ἐξαίρεσις, αὐτὴ δὲν θὰ μᾶς καταναλώσῃ καὶ πολὺν χρόνον.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§209Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα, κύριοι συνάδελφοι, ἀπότοκον βέβαια τῆς δυσφορίας, τῆς ἐκδηλωθείσης περισσότερον τελευταίως ἀπὸ μέρους τοῦ Λαοῦ διὰ τὴν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐπιβράδυνσιν τοῦ συντακτικοῦ αὐτῆς ἔργου, ἐξηνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο διὰ τοῦ ἐντίμου αὐτῆς κ. Προέδρου. Ἡ δυσφορία αὕτη τῆς Κοινῆς Γνώμης κατέστη ἔτι μεγαλυτέρα καὶ ἑπομένως καὶ τὴν Κυβέρνησιν κατέστησε μᾶλλον ὑπόχρεων ὅταν περιεβλήθη μὲ τὸ κῦρος τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὁ ὁποῖος διὰ 3 ἐπιστολῶν, τῶν περιφήμων ἐκείνων ἐπιστολῶν, ἠξίωσεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐργασίας της ἐπὶ τοῦ συντακτικοῦ ἔργου καὶ εἰς τὴν τελευταίαν του ἐπιστολὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐξέφερε καὶ μίαν ἀπειλὴν ὅτι παραιτεῖται εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ ἐπιθυμία του αὕτη. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν προεδρικὴν ταύτην πρᾶξιν ἐλέχθησαν ἀρκετὰ χθὲς ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου κ. Βοζίκη εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσέλθωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως αὐτὴν τὴν ἀπειλήν, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὅτι ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, ὀφείλω νὰ προέλθω εἰς μίαν δήλωσιν ὅτι αὐτὴ ἐμὲ μὲ ἀφίνει ἐντελῶς ἀδιάφορον, διότι δὲν διαβλέπω κανὲν δυστύχημα εἰς τὴν Χώραν, ἂν ὁ ἔντιμος ναύαρχος κ. Κουντουριώτης ἐξακολουθήσῃ παραμένων εἰς τὸ μέγαρον τῆς ὁδοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ ἢ ἀπομακρυνθῇ αὐτοῦ.
§210Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶσθε ἀπὸ τοὺς πολιτευομένους, οἱ ὁποῖοι ἐξαιρετικῶς ἐπικοινωνοῦσι μετὰ τοῦ Λαοῦ· ἀπολαμβάνετε δὲ καὶ ἐξαιρετικῆς ἐκτιμήσεως, ἐξελέγητε δὲ καὶ ἄλλοτε ὡς βουλευτής. Ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω· τὰς τελευταίας ἡμέρας, τὰς ὁποίας διήλθατε εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας ὁ Λαὸς ἐκεῖ σᾶς ἐφάνη ὅτι εἶναι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι ἀνεκτὸν ἀπὸ τὸν Λαὸν νὰ βλέπῃ ἐπὶ πέντε ἔτη καὶ πέντε μῆνας συζητούμενον τὸ Σύνταγμα, ἀσχέτως ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκφράζῃ τὴν γνώμην του λέγων ὅτι θὰ ὑποβάλῃ ἢ ὄχι τὴν παραίτησίν του; Τὸ ζήτημα εἶναι οὐσιαστικόν.
§211Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ διακόψῃ. Ἂν δὲν μὲ προελάμβανε διὰ τῆς διακοπῆς θὰ ἤκουε τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔδωκα εἰς τὴν δυσφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δυσφορεῖ ἀναμφισβητήτως καὶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον δυσφορῶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος οὐδὲ κἂν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην τῆς συνταγματικῆς μεταβολῆς. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1920, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν Ἀρκαδίαν, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, οὐδὲ τὴν Βουλὴν ταύτην ἀπησχόλησα μέχρι σήμερον. Δὲν αἰσθάνομαι κἂν τὴν ἀνάγκην τῆς συνταγματικῆς μεταβολῆς, οὐδὲ κἂν τὴν ἀνάγκην τῆς συνταγματικῆς ἀναθεωρήσεως καὶ ὅταν δὲν αἰσθάνεται κανεὶς κάτι μέσα του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγορεύσῃ. Δὲν νομίζω ὅμως, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἂν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ δικαίωμα νὰ ὑποδεικνύῃ τὸ Α ἢ Β ζήτημα καὶ ἂν ἔχῃ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἢ ὄχι παραίτησιν, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι ἡ παραίτησις αὐτοῦ φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐπιτείνῃ τὴν δυσφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Διατί νὰ δυσφορῇ διὰ τὴν μὴ ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος; Αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Χώραν ἕνα Καταστατικὸν Χάρτην; Ἂν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ταύτην, πρέπει νὰ δώσῃ πίστωσιν χρόνου διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸν Καταστατικὸν αὐτὸν Χάρτην ὅσον τὸ δυνατὸν τέλειον, διότι ὅταν ψηφίζωμεν Σύνταγμα δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ψηφίζωμεν ἐπὶ τοῦ γόνατος. Λοιπὸν τὸ ζήτημα τίθεται καθαρά· ἢ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ τότε χάνεται ὁ χρόνος ἐπὶ ματαίῳ ἢ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ταύτην, ὁπότε πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν ἀπεριόριστον χρόνον ἵνα συζητήσωμεν ὅλας τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας ὑπὸ τῶν κ. κ. συναδέλφων. Πῶς ἐξηγεῖται ἡ δυσφορία αὕτη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Διατί δυσφορεῖ ὁ Λαός; Διότι παρουσιάζεται τὸ ἄκοσμον θέαμα νὰ μὴ συζητεῖται τίποτε ἄλλο ἐπὶ ἑπταετίαν ἐν Ἑλλάδι παρὰ μόνον τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο πταίει ἡ παροῦσα Βουλή; Ἡ Γʹ Συνέλευσις τοῦ 1920 συνεζήτησεν ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἡ διάδοχος Βουλὴ ἔπρεπε νὰ συνεχίσῃ τὴν συζήτησιν τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἂν ἡ νέα Βουλὴ εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ προχωρήσῃ ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ εἶχε σταματήσει ἡ Δʹ Συνέλευσις, τότε θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ δυσφορῇ διὰ τὴν παράτασιν τοῦ χρόνου τῆς περαιώσεως τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Καταλογίζει ὅθεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τοῦ 1920 μέχρι τοῦ 1925; Ἂν ὑπάρχωσί τινες νομίζοντες ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δυσφορεῖ, ἀναμφισβητήτως ὁ χρόνος οὗτος καὶ ἡ ἐκ τούτου προερχομένη δυσφορία δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐξ ὁλοκλήρου ἐξετάζει καὶ κρίνει τὸ Σύνταγμα. Ἄλλως τε ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐν τῷ μεταξὺ δὲν εἶχε γνώμην λόγῳ τῶν διαφόρων κινημάτων. Ὥστε, ἂν ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει τὴν ἀνάγκην δημιουργίας Καταστατικοῦ Χάρτου, δὲν πρέπει πλέον νὰ δυσανασχετῶμεν, οὔτε καὶ νὰ δυσφορῶμεν διὰ τὴν ἐπιβράδυνσιν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Καὶ ἔρχεται τὸ ἄρθρον 119, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τάσεις καινοτομίας καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι παρὰ μία τορπίλλη τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος τοῦ προστατευτικοῦ τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις; Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 37, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ κατὰ περίεργον ἀτυχῶς τρόπον ἐνυπάρχει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζητεῖται ἡ ἐξασφάλισις διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τοῦ περιφήμου συστήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, τοῦ ἀναλογικοῦ. Εἶναι ἡ πεφιλημένη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ἀναλογική. Εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις μακρά, κύριοι συνάδελφοι, σᾶς ἐρωτῶ· ναυμαχία ὁλόκληρος θὰ γίνῃ ὅταν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὰ ὅρια εἰς 3, 4, 5 ὥρας; Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ νὰ καθορίσωμεν τὸν χρόνον μὲ χρονόμετρον διὰ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάσωμεν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν ἀξίωσιν νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ γενεὰς καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἐκπροσωπῇ τὰς ἀρχαίας καὶ τὰς νέας θεωρίας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ δυσφορία δὲν εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένη διὰ τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, παρεσύρθη ἀπὸ τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ παρεπέμφθη ὅταν ἔλαβε τὴν τελευταίαν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Φρονῶ δὲ ὅτι τόσον ἡ Κυβέρνησις ὅσον καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δύνανται νὰ παρασυρθῶσιν ἀπὸ τὴν ἀνεύθυνον καὶ μυστηριώδη δύναμιν, ἡ ὁποία λέγεται Κοινὴ Γνώμη, διότι πολλάκις συμβαίνει ἡ Κοινὴ Γνώμη νὰ μὴ εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ καὶ ἐφόσον ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῶν καθηκόντων μας, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον, ἀδιαφοροῦντες πρὸς τὴν Κοινὴν Γνώμην. Ἡ τοιαύτη σπουδή, μὲ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ ψήφισμα, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι περιέχει καὶ κίνδυνον, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἤκουσα τοῦ κ. Τσαλδάρη, ὁ ὁποῖος ἔκαμε μίαν τροπολογίαν διὰ τὴν ἀπάλειψιν τῶν τελευταίων ἐδαφίων, ὁπότε πλέον τὸ ψήφισμα τοῦτο δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως. Διότι σᾶς εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ καὶ ἂν ψηφισθῇ αὐτὸ κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος.... κλπ.» Δηλαδὴ εἶναι κάτι τι τρομερόν. Ὑποτεθείσθω ὅτι τὸ κατάστημα τῆς Βουλῆς ὑπέστη μίαν πυρκαϊὰν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ συνεδριάσωμεν ἐπὶ 15 ἡμέρας, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐπιψηφισθέντα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα; Φρονῶ λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἓν τοιοῦτον ψήφισμα ὡς ἀρχικῶς εἶχε, νὰ ψηφισθῇ. Ἀλλὰ διατί τάχα ἀκούομεν τὴν Κοινὴν Γνώμην δυσφοροῦσαν διὰ τὴν ἐπιβράδυνσιν τοῦ συντελεστικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως καὶ δὲν ἀκούομεν τὴν Κοινὴν Γνώμην δυσφοροῦσαν δι’ ἄλλα ζητήματα ἐπίσης σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιλύσῃ ἡ Βουλή; Ζητήματα οὐσιαστικὰ πλέον, ζητήματα ἔχοντα οἰκονομικὴν σημασίαν καὶ ρυθμίζοντα σχέσεις περιουσιακὰς τῶν ἀτόμων καὶ ἐξασφαλίζοντα εἰς τὰ ἄτομα αὐτὰ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἠθικήν των ἀποκατάστασιν. Τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα εἶναι ἁπλοῦν ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι; Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω οὕτως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, οὔτε κἂν θὰ ὁμιλήσω. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ στρατιωτικὸν δὲν εἶναι ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον δυσφορεῖ ἡ Κοινὴ Γνώμη, δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν εἰς τὴν σύμπηξιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως; Διατί τάχα ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔσπευσε νὰ λάβῃ μέτρα διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο; Διατί δὲν ἤθελε καὶ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ δώσῃ μίαν ἱκανοποίησιν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην; Διὰ τοῦτο ἔχω μίαν τροπολογίαν. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ ψήφισμα θεωρεῖται ἐπάναγκες ὅπως ψηφισθῇ ἐντὸς τῶν χρονικῶν ὁρίων ὅπου πρέπει νὰ ἔχῃ τελειώσει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ ἔχῃ κριθῇ καὶ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα. Ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ τελειώσει τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ ἔχῃ τελειώσει καὶ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν κατάστασιν ἐπὶ πολὺ περισσότερον χρόνον.
§212Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ρυθμίζεται τὸ ζήτημα.
§213Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πετρίδη, ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἱκανοποίησιν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀκόμη μίαν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ μίαν πραγματικήν, οὐσιαστικὴν ἱκανοποίησιν καὶ ἡ ἱκανοποίησις αὕτη εἶναι ἡ ταχεῖα λύσις τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος. Φρονῶ λοιπόν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη ὑφίσταται συνταγματικῆς μεταβολῆς. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν ἴδιον ἐντελῶς ψήφισμα ἐκτὸς τῆς τροπολογίας αὐτῆς. Ἡ τροπολογία αὐτὴ εἶναι ἐπικουρική, ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελε ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως.
§214Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§215Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. συνάδελφε, νὰ ἔχω ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, διότι εἶμαι δικηγόρος. Ἂν δὲν μὲ βλέπετε νὰ ὁμιλῶ, δὲν νομίζω ὅτι ἐκ τούτου πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἔχω οὐδεμίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἂν δὲ εἴδατε ὅτι ὁ ἀρχηγός μου δὲν μὲ ἔβαλεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δὲν δὲν γνωρίζω τὸ Σύνταγμα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι οὐδεμία παρίσταται ἀνάγκη συνταγματικῆς μεταβολῆς, διότι ἡ κακοδαιμονία τοῦ Τόπου μας δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ Σύνταγμα Τὸ Σύνταγμα ὡς ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν συνταγματικὸν νομοθέτην τοῦ 1911 εἶναι ἀπολύτως ἄρτιον καὶ ἀπολύτως πλῆρες. Ἀφορμὴ τῆς κακοδαιμονίας τοῦ Τόπου εἶναι ἡ παραβίασις τούτου καὶ ἂν θὰ ἠθέλομεν νὰ κατοχυρώσωμεν καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἰσχύν του διὰ τὸ μέλλον, θὰ ἔπρεπε νὰ τιμωρήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ὡς ἔχει, ἀναθεωρηθὲν κατὰ τὸ 1911, εἶναι ἀπολύτως καλόν. Ἂν τώρα λάβῃ χώραν μία μεταβολή, δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ αὐτῆς ἰδιαιτέρως, τῆς μορφῆς δηλονότι τοῦ πολιτεύματος καὶ ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὴν συζήτησιν τοῦ 1911 καὶ κατὰ μέρος τὰς συζητήσεις τῆς Γʹ Συνελεύσεως καὶ τὰς μακρὰς συζητήσεις τῆς παρούσης Βουλῆς, τὰς ἀπεράντους καὶ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πληροῖ ὅλας τὰς ἀνάγκας καὶ δὲν παρουσιάζει οὐδὲν ἀπολύτως μεμπτόν. Τὸ ψήφισμα τοῦτο ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀφορμὴ τῆς κακοδαιμονίας τῆς Χώρας.... κλπ.» Κατὰ τοιοῦτον τρόπον, κύριοι συνάδελφοι, δυνάμεθα νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἡ ὁποία θέλει τερματισμὸν τῶν συνταγματικῶν συζητήσεων. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν νέον Σύνταγμα, διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ τὸ δημιουργήσωμεν ἐσπευσμένως, θὰ παρουσιάσῃ κάτι τι ἐξαμβλωματικόν, κάτι τι τὸ ὁποῖον θὰ μελετῶμεν βραδύτερον καὶ θὰ ἐντρεπόμεθα ὅτι ἡμεῖς ὑπήρξαμεν οἱ ἐμπνευσταὶ καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ τοιούτου Συντάγματος. (Χειροκροτήματα).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἕτερος ἐγγεγραμμένος. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη.
§217Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐζητήθησαν διάφοροι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐγένοντο δεκταὶ κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἐπροτάθη ὅπως ἀντὶ τῆς Τετάρτης νὰ μείνῃ ἡ Πέμπτη ὡς ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ πολλοὶ τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἀντέλεξαν ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ μείνῃ ἡ Τετάρτη. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ μείνῃ ἡ Τετάρτη ὡς ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Δεύτερον ἐπροτάθη ὡς χρονικὸν διάστημα τῶν συζητήσεων ἀντὶ τῶν 2 καὶ 4 ὡρῶν νὰ εἶναι 3 καὶ 5. Ἔγινε καὶ τοῦτο δεκτόν. Τρίτον ἐπροτάθη ὅπως εἰς τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθῶσιν ἐπὶ 6 ὥρας νὰ περιληφθῶσι καὶ τὰ ἄρθρα 86 καὶ 117.
§218ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὸ 63.
§219Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἂς εἶναι καὶ τὸ 63. Ἐγένετο δεκτόν, ὅπως εἰς τὴν παράγραφον ἡ μείνῃ ἡ πρώτη φράσις «ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος μέχρι τέλους Μαΐου ἐ. ἔ.», νὰ διαγραφῇ δὲ τὸ ὑπόλοιπον τῆς παραγράφου «ὥστε ἡ Βουλὴ ἀναλαμβάνει ὑποχρέωσιν πρὸς τὸν ἑαυτόν της».
§220Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Νὰ γίνῃ καὶ μία δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θὰ ὑποβληθῇ τροπολογία τῆς Κυβερνήσεως.
§221Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπροτάθη ὡσαύτως ὅπως διαγραφῇ ἡ παράγραφος θʹ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπίσης δεκτόν, ὥστε ἐκλείπει πλέον ἡ ἐντύπωσις ὅτι θὰ θεωρηθῶσιν ὡς ψηφισθέντα ἄρθρα μὴ ψηφισθέντα. Ἂν δὲ τὸ Σύνταγμα δὲν κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ μέχρι τῆς 31 Μαΐου, ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι ἐλευθέρα νὰ λάβῃ νέαν ἀπόφασιν περὶ ψηφίσεως αὐτοῦ ἐντὸς ὀλίγων περαιτέρω ἡμερῶν.
§222Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Προτείνω ὅπως ἡ προθεσμία τῆς ηʹ παραγράφου νὰ μὴ εἶναι ἀνατρεπτικὴ ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ παράγῃ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν γενομένην πρότασιν ἑρμηνείας τῆς διατάξεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§225Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἤδη δυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν ἀκόμη ὀλίγην ὥραν καὶ νὰ ἀναγνώσωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν στʹ παράγραφον.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑπογραψάντων αὐτὴν κ.κ. βουλευτῶν τινὲς ἀπουσιάζουν, οἱ περισσότεροι δὲ ἀποσύρουν τὴν πρότασιν, ὥστε θεωρεῖται αὕτη ὡς ἀποσυρθεῖσα. Θὰ ἐρωτηθῇ ἤδη ἡ Βουλὴ περὶ ἀποδοχῆς τοῦ ψηφίσματος.
§227Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ φρονῶ ὅτι χάριν τοῦ κύρους τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα ὡς ἐτροπολογήθη.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ψήφισμα «περὶ ταχυτέρας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος» ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὸ ἐδάφιον στʹ τοῦ ψηφισθέντος ψηφίσματος θʹ ἀναγνωσθῶσι πρὸς ψήφισιν τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενα ἄρθρα. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 66. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀποθάνῃ, παραιτηθῇ ἢ δὲν δύναται ἐξ οἱουδήποτε λόγου νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του, ἀναπληροῦται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας. Εἰς περίπτωσιν θανάτου ἢ παραιτήσεως, ὁ Πρόεδρος τῆς Γερουσίας, ὡς ἀναπληρῶν τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ὀφείλει χωρὶς ἀναβολή, νὰ συγκαλέσῃ τὰς Βουλὰς ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ θανάτου ἢ τῆς παραιτήσεως πρὸς ἐκλογὴν νέου Προέδρου κατὰ τὸ ἄρθρον 65. Εἰς περίπτωσιν ἀδυναμίας πρὸς ἄσκησιν τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου, ἐφόσον αὕτη ἤθελε διαρκέσει πλέον τοῦ διμήνου, ὁ Πρόεδρος τῆς Γερουσίας συγκαλεῖ τὰ νομοθετικὰ Σώματα εἰς κοινὴν συνεδρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποφαίνονται κατ’ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τοῦ συνόλου τῶν μελῶν των ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσις ἐκλογῆς νέου Προέδρου. Ἐὰν εἰς τὰς ἀνωτέρω περιπτώσεις ἡ Βουλὴ ἔχῃ διαλυθῆ ἢ ἔχῃ λήξει ἡ περίοδος αὐτῆς, ἡ κοινὴ συνεδρία τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων συγκαλεῖται μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς νέας Βουλῆς. Τὰ τῆς ἀποδημίας τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ ἀναπληρώσεως αὐτοῦ κανονίζονται διὰ νόμου. Τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ τοῦ βουλευτοῦ καὶ τοῦ γερουσιαστοῦ.
§231ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 66ον ἄρθρον).
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 67. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δίδει μετὰ τὴν ἐκλογήν του ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τὸν ἀκόλουθον ὅρκον: «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάττω τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, νὰ ὑπερασπίζω τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ νὰ ἀφιερώσω ὅλας μου τὰς δυνάμεις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων μου, ἀποβλέπων πάντοτε εἰς τὸ καλὸν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ».
§233ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 67ον ἄρθρον).
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 68. Ἡ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ἐτησία χορηγία προσδιορίζεται διὰ νόμου.
§235ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 68ον ἄρθρον).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 69. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διορίζει καὶ παύει τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῇ προτάσει δὲ αὐτοῦ τοὺς λοιποὺς Ὑπουργούς.
§237ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 69ον ἄρθρον).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 70. Καμμία πρᾶξις τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας δὲν ἰσχύει, οὔτε ἐκτελεῖται, ἂν δὲν εἶναι προσυπογεγραμμένη ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος. Εἰς περίπτωσιν ἀλλαγῆς ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ δὲν συγκατατεθῇ νὰ προσυπογράψῃ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ νέου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπογράφονται ταῦτα παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ νέου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ οὗτος, διορισθεὶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, δώσῃ τὸν ὅρκον. Διὰ πᾶσαν παράλειψιν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφομένων ὑποχρεώσεων αὐτοῦ εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, καθὼς καὶ διὰ τὰς πολιτικὰς δηλώσεις αὐτοῦ.
§239ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 70ὸν ἄρθρον).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 71. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν φέρει καμμίαν πολιτικὴν εὐθύνην διὰ πράξεις, ἐκτελεσθείσας κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων του. Εὐθύνεται μόνον, ἂν καταστῇ ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας, παραβιάσεως ἐκ προθέσεως τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν ποινικῶν νόμων, δικάζεται δὲ ὑπὸ τῆς Γερουσίας, συγκροτουμένης εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Ἡ πρότασις περὶ τοιαύτης κατηγορίας καὶ παραπομπῆς εἰς δίκην ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει δὲ νὰ ὑπογραφῇ ἀπὸ τὸ ἓν τρίτον καὶ νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ διὰ πλειοψηφίας τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν.
§241ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 71ον ἄρθρον).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 72. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας συγκαλεῖ παρ’ ἑαυτῷ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὁσάκις κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον, ὅτε προεδρεύει αὐτοῦ.
§243ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 72ον ἄρθρον).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 75. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας συγκαλεῖ τακτικῶς μὲν ἅπαξ τοῦ ἔτους τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν, ἐκτάκτως δὲ ὁσάκις τὸ κρίνει εὔλογον, ὀφείλει ὅμως νὰ συγκαλέσῃ ταύτας, ἐὰν κατὰ τὸ μεταξὺ τῶν δύο Συνόδων χρονικὸν διάστημα ζητήσουν τοῦτο τοὐλάχιστον οἱ ἡμίσεις τῶν βουλευτῶν ἢ τῶν γερουσιαστῶν. Κηρύττει διὰ Διατάγματος τὴν ἔναρξιν καὶ τὴν λῆξιν ἑκάστης Συνόδου, ἐπικοινωνεῖ δὲ μετὰ τῶν Βουλῶν διὰ διαγγελμάτων, ἀνακοινουμένων διὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§245ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 75ον ἄρθρον).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 78. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας εἶναι ὁ ἀνώτατος λειτουργὸς τοῦ Κράτους, ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, τὰς ὁποίας ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ διοικήσῃ, ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς, διορίζει καὶ παύει κατὰ νόμον τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τῶν νόμων ὁριζομένων ἐξαιρέσεων.
§247ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 78ον ἄρθρον).
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 80. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας κηρύττει τὸν πόλεμον μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τῶν Βουλῶν, ἑνουμένων εἰς κοινὴν συνεδρίαν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ διαλυθῆ ἢ ἔχῃ λήξει ἡ περίοδος αὐτῆς, συγκαλεῖται εἰδικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§249ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 80ὸν ἄρθρον).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 83. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουν ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνᾴδοντες πρὸς αὐτὸ νόμοι.
§251ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 83ον ἄρθρον).
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 85. Πάντες οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ὑπεύθυνοι διὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἕκαστος δὲ ἐξ αὐτῶν ἰδιαιτέρως διὰ τὰς πράξεις τῆς ἁρμοδιότητός του.
§253ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 85ον ἄρθρον).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 87. Οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουν εἴσοδον ἐλευθέραν εἰς τὰς συνεδρίας τῆς Βουλῆς, τῆς Γερουσίας καὶ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, πλὴν τῶν ἐξεταστικῶν, καὶ ἀκούονται ὁσάκις ζητήσουν τὸν λόγον, ψηφοφοροῦν δὲ μόνον ἐὰν εἶναι μέλη αὐτῶν. Ἡ Βουλή, ἡ Γερουσία καὶ αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐτῶν δύνανται νὰ ἀπαιτήσουν τὴν παρουσίαν τῶν Ὑπουργῶν.
§255ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 87ον ἄρθρον).
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 88. Εἰδικὸς νόμος δύναται νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποτελοῦν μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 87 ἰσχύουν καὶ διὰ τοὺς Ὑφυπουργούς.
§257ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 88ον ἄρθρον).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 90. Διαταγὴ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἔγγραφος ἢ προφορική, δὲν ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης τοὺς Ὑπουργούς. Ἡ Βουλὴ μόνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς κατὰ τοὺς περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμους δι’ ἀδικήματα διαπραχθέντα κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἐνώπιον τῆς Γερουσίας, συγκροτουμένης εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, σύμφωνα μὲ ὅσα εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει, Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ ἀπονείμῃ χάριν εἰς Ὑπουργὸν καταδικασθέντα κατὰ τὰς ἀνωτέρω διατάξεις μόνον μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς.
§259ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 90ὸν ἄρθρον).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 95. Αἱ συνεδριάσεις τῶν δικαστηρίων εἶναι δημόσιαι, ἐκτὸς ἂν ἡ δημοσιότης ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη ἢ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλὰ τότε τὰ δικαστήρια ὀφείλουν νὰ ἐκδίδουν περὶ τούτου ἀπόφασιν.
§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 95ον ἄρθρον).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 96. Πᾶσα δικαστικὴ ἀπόφασις πρέπει νὰ εἶναι εἰδικῶς ἠτιολογημένη καὶ νὰ ἀπαγγέλλεται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει.
§263ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 96ον ἄρθρον).
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 100. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας ὁρίζεται διὰ νόμου, δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι μεγαλύτερος τῶν εἴκοσι καὶ ἑνός.
§265ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 100ὸν ἄρθρον).
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 106. Ἡ Χερσόνησος τοῦ Ἄθω, ἀπὸ τῆς Μεγάλης Βίγλας καὶ ἑξῆς, ἀποτελοῦσα τὴν περιοχὴν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εἶναι κατὰ τὸ ἀρχαῖον τούτου προνομιακὸν καθεστὼς αὐτοδιοίκητον τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ κυριαρχία παραμένει ἄθικτος ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐξ ἀπόψεως πνευματικῆς διατελεῖ τὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπὸ τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὅλοι οἱ μονάζοντες εἰς αὐτὸ ἀποκτοῦν τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἅμα τῇ προσλήψει αὐτῶν ὡς δοκίμων ἢ μοναχῶν, χωρὶς ἄλλην διατύπωσιν.
§267ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 106ον ἄρθρον).
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 107. Τὸ Ἅγιον Ὄρος διοικεῖται κατὰ τὸ καθεστὼς αὐτοῦ ὑπὸ τῶν εἴκοσιν Ἱερῶν Μονῶν του, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι κατανεμημένη ὁλόκληρος ἡ Χερσόνησος τοῦ Ἄθω καὶ διατελεῖ ἀναπαλλοτρίωτον τὸ ἔδαφος αὐτῆς. Ἡ διοίκησις ἀσκεῖται δι’ ἀντιπροσώπων τῶν Ἱερῶν Μονῶν του, ἀποτελούντων τὴν Ἱερὰν Κοινότητα. Οὐδεμία ἀπολύτως μεταβολὴ ἐπιτρέπεται τοῦ διοικητικοῦ συστήματος ἢ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οὐδὲ τῆς ἱεραρχικῆς τάξεως καὶ τῆς σχέσεως αὐτῶν πρὸς τὰ ὑποτελῆ των ἐξαρτήματα, ἀπαγορεύεται δὲ ἡ ἐγκαταβίωσις ἐν αὐτῷ ἑτεροδόξων ἢ σχισματικῶν.
§269ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 107ον ἄρθρον),
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει); Ἄρθρον 108. Ὁ λεπτομερὴς καθορισμὸς τῶν Ἁγιορειτικῶν καθεστώτων καὶ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας αὐτῶν γίνεται διὰ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὸν ὁποῖον, συμπράττοντος τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Κράτους, συντάσσουν μὲν καὶ ψηφίζουν αἱ εἴκοσιν Ἱεραὶ Μοναί, ἐπικυρώνουν δὲ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ἡ ἀκριβὴς τήρησις τῶν Ἁγιορειτικῶν καθεστώτων τελεῖ ὡς πρὸς μὲν τὸ πνευματικὸν μέρος ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὡς πρὸς δὲ τὸ διοικητικὸν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἀποκλειστικῶς καὶ ἡ διαφύλαξις τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας.
§271Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Διὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπεβλήθη εἰδικὸς νόμος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§272Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὁ ὁποῖος καὶ ἐδημοσιεύθη.
§273ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 108ον ἄρθρον).
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 109. Αἱ εἰς τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα 106 καὶ 108 ἐξουσίαι τοῦ Κράτους ἀσκοῦνται διὰ Διοικητοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα, καθὼς καὶ ἡ ὑπὸ τῶν Μοναστηριακῶν Ἀρχῶν καὶ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος ἀσκουμένη δικαστικὴ ἐξουσία καὶ τέλος τὰ τελωνειακὰ καὶ φορολογικὰ πλεονεκτήματα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καθορίζονται διὰ νόμου.
§275ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 109ον ἄρθρον).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει):
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑʹ.
Γενικαὶ Διατάξεις. Ἄρθρον 110. Οὐδεμία παραχώρησις, ἀπόκτησις ἢ ἀνταλλαγὴ χώρας δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ νόμου. Ἐπίσης ἄνευ νόμου δὲν εἶναι δεκτὸς στρατὸς ξένος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, οὐδὲ δύναται νὰ διαμένῃ εἰς τὸ Κράτος ἢ νὰ διέλθῃ δι’ αὐτοῦ.
§277ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 110ον ἄρθρον).
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 112. Ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ Ἀρεοπαγιτῶν, ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας δικάζονται ὑπὸ πενταμελοῦς εἰδικοῦ δικαστηρίου, συγκροτουμένου, καθὼς ὁρίζει ὁ νόμος, διὰ κληρώσεως ἐκ τῶν τριῶν τούτων Σωμάτων, τῶν ἐκ δικηγόρων μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, λαμβανομένου ἑνὸς μέλους ἐξ ἑκάστου Σώματος. Εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο ὑπάγεται καὶ πᾶσα προπαρασκευαστικὴ διαδικασία, οὐδεμία δὲ ἄλλη ἄδεια ἀπαιτεῖται. Εἰς τὸ αὐτὸ δικαστήριον δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν διὰ νόμου καὶ αἱ ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ Πρωτοδικῶν, Ἐφετῶν καὶ Εἰσαγγελέων.
§279ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 112ον ἄρθρον).
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 124. Ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων.
§281ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 124ον ἄρθρον).
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη σήμερον εἰς τὰς 5 μ. μ. (Ὥρᾳ 1.30′ μ. μ.)