Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Α · Session Α› Sitting 62

1927.04.15

3,440 rows · 25,668 words · 1 table · 356 turns

Date
1927.04.15
Presidency
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Π. ΣΟΦΟΥΛΗ
Period
Α
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1929)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62

Παρασκευὴ 16 Ἀπριλίου 1927

Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη

(Ὥρᾳ 6.25′ μ. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Τὸ Συνδικάτον Ἑλλήνων ποτοποιῶν Μακεδονίας ζητεῖ τὴν ὁλοσχερῆ κατάργησιν τῶν μικρῶν ἀμβύκων, τῶν παραγωγῶν ἀποζημιουμένων ἀναλόγως διὰ τὰ παρ’ αὐτῶν κατεχόμενα στέμφυλα κατὰ τὸ ἐν Βουλγαρίᾳ σύστημα. — Οἱ πρόσφυγες τοῦ συνοικισμοῦ Πλατὺ ὑποβάλλουν ὑπόμνημα περὶ ἀναστολῆς τοῦ βαρβάρου μέτρου τοῦ ἐκτοπισμοῦ των, παρὰ τῶν Συνταγμάτων, ὑπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως Ἐποικισμοῦ Μακεδονίας. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ καὶ περιχώροις σταθμῶν παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος ὑποβάλλει δεύτερον συμπληρωματικὸν ὑπόμνημα διαμαρτυρίας κατὰ τῆς Ἑταιρείας Πάουερ, ἀρνουμένης νὰ ἀποζημιώσῃ αὐτούς. — Ἐπιτροπὴ ἀξιωματικῶν ἀπομακρυνθέντων τοῦ Στρατεύματος διὰ πολιτικοὺς λόγους ἀπὸ τοῦ κινήματος τῆς Θεσσαλονίκης μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920 ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ ὑπαγωγῆς των εἰς τὸ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου ψήφισμα τῆς Βουλῆς». — Ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία φορτοεκφορτωτῶν τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ πρῶτον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀκταώρου διὰ τοὺς φορτοεκφορτωτὰς καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ δεύτερον ἑβδομαδιαίαν Κυριακὴν ἀνάπαυσιν καὶ ἑνιαῖον ἑορτολόγιον μὲ διπλῆν ἀμοιβὴν ἐν περιπτώσει ἀνάγκης ἐργασίας. — Οἱ καπνεργάται καὶ αἱ καπνεργάτριαι Σερρῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν νέαν ἐπιβάρυνσιν τῶν καπνεργατικῶν ἡμερομισθίων κατὰ 5%. — Ἡ Ἐπιτροπὴ προσφύγων Δράμας ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ τῆς προσφυγικῆς ἀκινήτου τέως Μουσουλμανικῆς περιουσίας γενομένης ἀδικίας ἐν τῷ δι’ Ἐπιτροπῆς καθορισμῷ τῆς ἀξίας τῶν οἰκοπέδων». — Ἡ Ἕνωσις ξενοδόχων ὕπνου Ἀθηνῶν ζητεῖ νὰ ὑπαχθῶσι τὰ ξενοδοχεῖα ὕπνου Γʹ πίνακος εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κατοικιῶν, εἰς ἣν ἄλλως τε καὶ φυσιολογικῶς ἀνήκουν, ἐφόσον, ὡς γνωστόν, πλὴν τῶν ξενοδόχων οἵτινες διαμένουσιν ἐν αὐτοῖς οἰκογενειακῶς, διαμένουσιν μονίμως καὶ πολλοὶ ἔνοικοι, οἵτινες τυγχάνουσι παρὰ τῶν ἑκάστοτε Ἐνοικιοστασίων καὶ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν διατιμήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῶν αὐτῶν καὶ πλειόνων εὐεργετημάτων, ὧν τυγχάνουσιν οἱ κάτοικοι τῶν οἰκιῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Κυβετὸς καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν ἀρτοποιῶν Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρομένων διότι τὰ ἄλευρα 95% εἶναι ἀδύνατον νὰ ζυμωθῶσιν ἄνευ κυλίνδρων, εἶναι δὲ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν τοῦ Λαοῦ. — Ὁμοίως ὁ αὐτὸς βουλευτὴς καταθέτει δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδος «Μικρασιατικὴ» διὰ τὴν καταπάτησιν τοῦ ἐν Σελήνῳ Κρήτης ἀγροκτήματος Χουσεῒν Μαλτζάκη ἀξίας τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διαμαρτυρομένου διότι ἐνεργεῖ σχετικῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας. — Ἐπίσης ὁ αὐτὸς βουλευτὴς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ Ναζλιωτῶν, Κριναίων, Κασαμπαίων καὶ Φιλαδελφέων, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς ἀποστολῆς τῶν σχετικῶν παραρτημάτων τοῦ Μητρώου ὑπὸ τοῦ Ὑφυπουργείου Ἀνταλλαγῆς. — Ὁμοίως ὁ αὐτὸς βουλευτὴς καταθέτει τηλεγράφημα τῶν ἐν Πὸρτ–Σαΐτ προσφύγων καὶ δημοσιεύματα τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐφημερίδων «Ταχυδρόμος», «Ὁμόνοια» καὶ «Ἐφημερίς», δι’ ὧν οἱ ἐν Αἰγύπτῳ ἀνταλλάξιμοι διαμαρτύρονται διὰ τὴν αὐθαίρετον ἀναστολὴν τῶν ἀποζημιώσεών των ἐκ μέρους τοῦ Ὑφυπουργείου Ἀνταλλαγῆς. — Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Ἀναστασίου ὑποβάλλει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Ἠλείας, ὅπως ἡ Κυβέρνησις υἱοθετήσῃ τὸ ὑπόμνημα τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Ἀθηνῶν «περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν»... — Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Χαβίνης καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου Ἄρτης, διαμαρτυρομένου ὅτι ἐγένετο δεκτὸς ὡς τόπος γεννήσεως τοῦ Καραϊσκάκη τὸ χωρίον Μαυρομμάτι, ἐνῷ, ὡς γνωστόν, οὗτος ἐγεννήθη εἰς τὸ χωρίον Σκουλικαριὰ Ἄρτης. — Ὁμοίως οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Τσιόκος, Γ. Μπανιᾶς καὶ Κ. Καλκάνης καταθέτουν τὴν αὐτὴν διαμαρτυρίαν. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Τσιόκος καὶ Κ. Καλκάνης καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κοινοτήτων τοῦ νομοῦ Πρεθέζης, δι’ ἧς αἰτοῦσι τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου αἰγοπροβάτων Πρεβέζης–Λευκάδος, λόγῳ καταστροφῆς τῶν ποιμνίων καὶ διὰ τὸ ἄκρως ἐπαχθὲς τούτου. Ἀνακοινῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἥτις θὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν ἑορτασμὸν ἐν Ἀραχώβῃ ἐπὶ τῇ ἑκατονταετηρίδι τοῦ Καραϊσκάκη ὡρίσθη ὁ κ. Ν. Βελέντζας. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Ἰωαννίδης.

§3Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «περὶ κατασκευῆς ὁδῶν» προβλέπονται διάφοροι προθεσμίαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων προβλέπεται μία προθεσμία δίμηνος εἰς τοὺς βουλομένους νὰ μετάσχουν εἰς τὸν προκείμενον διαγωνισμὸν περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Εἰς τοὺς συναγωνισθησομένους δίδεται μία δίμηνος προθεσμία ἵνα παρουσιασθοῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑποβάλλουν τὰς σχετικὰς καταστάσεις διὰ τὴν σχετικὴν ἱκανότητα καὶ τὴν σχετικὴν δυναμικότητα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν προθεσμία εἶναι δίμηνος. Παρακαλῶ, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐξουσιοδοτηθοῦν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας ὅπως ἀπὸ τοῦδε προκηρύξουν τὴν πρόσκλησιν πρὸς τὰς Ἑταιρείας, ἵνα ἡ δίμηνος προθεσμία ἄρχεται τρέχουσα ἀπὸ τῆς προσκλήσεως, ἡ ὁποία νὰ γίνῃ ἐνωρίτατα, ἵνα μὴ ἀπωλεσθῇ χρόνος, διότι ἄλλως θὰ φθάσωμεν κατόπιν εἰς μίαν ἀπώλειαν χρόνου, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς ἑξάμηνον ἀντὶ τῆς προβλεπομένης καὶ ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τριμήνου προθεσμίας.

§4Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου θὰ γίνῃ αὐτό;

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ τοιαύτη ἀπόφασις.

§6Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τότε μετατρέπω τὴν ἐρώτησιν εἰς σχέδιον ψηφίσματος, ἵνα συζητηθῇ ἐνωρίτερον.

§7Γ. ΜΠΑΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφημερίδες τινὲς ἀνέγραψαν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐλέχθη, κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου δυστυχῶς, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκατονταετηρίδος τοῦ Καραϊσκάκη, ὅτι οὗτος ἐγεννήθη εἰς τὸ χωρίον Μαυρομμάτι τῆς Καρδίτσης. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ Καραϊσκάκης ἐγεννήθη εἰς τὸ χωρίον Σκουλικαριὰ τῆς Ἄρτης. Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν ἱστορικὴν ταύτην ἀνακρίβειαν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Καραϊσκάκης ἐγεννήθη εἰς τὸ χωρίον Σκουλικαριὰ τῆς Ἄρτης, ὅπως ἀναγνωρίζουν μεγάλοι ἱστορικοὶ ἰδικοί μας καὶ ἀλλοδαποί, τροποποιήσῃ κατὰ τοῦτο τὸν ἑορτασμὸν τῆς ἑκατονταετηρίδος ὡς πρὸς τὸν τόπον τῆς γεννήσεως καὶ ἀναγνωρίσῃ ὡς τοιοῦτον τὴν Σκουλικαριὰν τῆς Ἄρτης. Ἂν δὲ ἤθελε τυχὸν εὑρεθῇ τις ὁ ἀμφισβητῶν τὴν ἀλήθειαν ταύτην, τότε παρακαλῶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν ἵνα διατάξῃ ὡς τάχιστα τὸν καταρτισμὸν μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδικῶν, ἥτις νὰ διαλευκάνῃ τὸ ζήτημα τοῦτο.

§8Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπανιᾶς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Καραϊσκάκης ἐγεννήθη εἰς ἓν μοναστήριον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἄρταν. Αὐτὸ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ ὅπως εἰς τὸν ἑορτασμὸν προσκληθῇ καὶ τὸ χωρίον Σκουλικαριὰ νὰ ἀντιπροσωπευθῇ εἰς τὴν ἑορτὴν ταύτην.

§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι βουλευταί, κατηρτίσθη μία Ἐπιτροπὴ διὰ τὸν ἑορτασμὸν τῆς ἑκατονταετηρίδος τοῦ Καραϊσκάκη. Λοιπὸν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἠμποροῦν νὰ ὑποβληθοῦν αἱ γνῶμαι αὐταί, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ χωρίον αὐτὸ καὶ οἱαδήποτε ἄλλη γνώμη.

§10Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ζητήσω νὰ κληθοῦν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης νὰ λύσουν τὴν διαφωνίαν μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης.

§11Σ. ΣΤΑΗΣ. Καταθέτω, κ. Πρόεδρε, τὴν ἔκθεσιν τῆς προσωρινῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ πανεπιστημιακοῦ νομοσχεδίου «περὶ μισθῶν τῶν καθηγητῶν τακτικῶν, ἐκτάκτων καὶ ἐπιτίμων».

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ἔχει τὸν λόγον.

§13Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνακοινωθὲν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται περίπου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του καὶ ὡρισμένως....

§14Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀνακοινωθὲν τοῦ Ὑπουργείου.

§15Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἔχει καλῶς. (Ἀναγινώσκει): «.... καὶ ὡρισμένως εἰς τὸ δεύτερον κατὰ σειρὰν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς ταχυτέρας ἐκδικάσεως τῶν ἐναντίον τῆς δικτατορίας κατηγοριῶν». Δὲν ὑπῆρξα ποτέ, κύριοι, ὑποστηρικτὴς τῶν δικτατοριῶν καὶ λέγω τοῦτο διὰ νὰ δικαιολογήσω ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχω νὰ προσθέσω. Νομίζω ὅτι ἡ παράτασις ἐπὶ πεντάμηνον τῆς ἐκκρεμότητος ταύτης παραβλάπτει καὶ τῆς Χώρας τὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς τὸ κῦρος μειώνει. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἄμεσον γεγονὸς ὅτι ἡ διάδοσις ὅτι ὁ Πάγκαλος διέφυγε τῶν φυλακῶν ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τοῦ συναλλάγματος κατὰ 15 μονάδας.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερώτησιν κάμετε; Ἄν κάμετε ἐπερώτησιν, νὰ τὴν ἐγγράψητε.

§17Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὄχι. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς....

§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μὲ τί δικαίωμα ὁμιλεῖ, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. βουλευτής; Παρακαλῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.

§19Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ διακόψητε.

§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ μίαν σύστασιν κάμνω.

§22Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς· νὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις τί σκέπτεται νὰ πράξῃ, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἐκθέτει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Χώρας καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως.

§23Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς εἶναι ὀρθά.

§24Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Προκειμένου νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις χθές, ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ὁρίσῃ τὸ συζητηθὲν θέμα διὰ τὴν σημερινὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐπειδὴ δὲ ἐρρίφθη ἡ πρότασις ὅπως σήμερον ὁρισθῇ συζήτησις νομοθετικῆς ἐργασίας ἢ Συντάγματος, ὑπεστήριξα ὅτι, ἐφόσον χθὲς ἐγένετο ἐπερώτησις εἰς βάρος τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου, κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως ὑπεστηρίχθησαν γνῶμαι ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νομικῶς, κατ’ ἄλλους μὲν δικαίως, κατ’ ἄλλους δὲ ἀδικαιολογήτως προέβη εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἐδημοσίευσεν, ἐπειδὴ δὲ ἡ συζήτησις αὐτὴ δὲν ἔληξε χθές, ὑπεστήριξα, λέγω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβῶμεν εἰς ἄλλο θέμα πρὶν ἢ λήξῃ ἡ συζήτησις αὐτή, ἡ ὁποία ἄφινεν ἐκτεθειμένον, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Ἐφόσον δὲ τὴν τοιαύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐνέργειαν συνεμερίζετο καὶ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἄφινεν ἐκτεθειμένην. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπρόκειτο κἂν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων εἰς βραχὺ διάστημα χρόνου, ἀλλὰ θὰ ἐσυνεχίζετο ἡ συζήτησις αὕτη μετὰ 20–25 ἡμέρας, ὁπότε θὰ ἐπανελαμβάνοντο μετὰ τὰς διακοπὰς αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ὑπεστήριξα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἄλλως δὲν θὰ εἶχε κανένα σκοπὸν ἡ τοιαύτη ἐπερώτησις. Προκειμένου λοιπὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ χθὲς διακοπεῖσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο περισσότερον. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ μετὰ τὴν πρότασίν μου αὐτὴν καὶ προηγουμένως, ἐρωτήσαντος τοῦ κ. Δεμερτζῆ, ἡ Κυβέρνησις, τὸ πρῶτον διὰ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δεύτερον διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν ὅτι «θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης;», ἡμεῖς δὲ ἀπηντήσαμεν ἀμέσως, ὁ κ. Δεμερτζῆς καὶ ἐγώ, ὅτι ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡμεῖς δὲν ἐθέσαμεν, ἀλλ’ ἐζητήσαμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς θέματος. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ καλυφθῇ, θέλῃ νὰ τερματίσῃ προώρως τὴν συζήτησιν θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης, αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς δὲν ἐθέσαμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἂν ἐξαναγκασθῶμεν, θὰ τὸ θέσωμεν, ἀλλ’ ἐφόσον συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, δὲν ἔχομεν νὰ θέσωμεν κανὲν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς συνεχίσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.

§25Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ χθεσινὴ ἡμέρα ἦτο ἡμέρα ἐπερωτήσεων. Τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἐπωφελήθησαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι καὶ ὡμίλησαν, ὅπως ὡμίλησαν, δὲν ἐπερατώθη ὅμως ἡ συζήτησις ἐκείνη, ὅπως συμβαίνει καὶ ἐπὶ ἄλλων ἐπερωτήσεων. Ἄρα θὰ εἴπωμεν ὅτι δημιουργεῖται τὸ δικαίωμα ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐπερατώθη ἡ συζήτησις, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις;

§26Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Βεβαίως.

§27Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ὅπως ἐννοοῦν πάντες, δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ μετέωρον τὸ κῦρος αὐτοῦ ἢ μή. Περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης οὐδεὶς διενοήθη ἐξ ἡμῶν νὰ θέση, οὐδὲ ὑποθέτω καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ θέλῃ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ἐπερώτησις, εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως, ἀπορῶ δὲ διατί ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀρνεῖται καὶ θέλει νὰ ἀποτερματώσῃ τὴν συζήτησιν.

§28Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ χθεσινὴ ἡμέρα ἦτο ἡμέρα ἐπερωτήσεων. Ἂν θέλῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἂς τὸ θέσῃ.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο χθὲς πρότασις πραγματικῶς νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἀλλὰ κατόπιν ἐλήφθη ἀπόφασις ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως δύναται ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις νὰ μεταβληθῇ. Διὰ τοῦτο θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν....

§30Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐλήφθη χθὲς ἀπόφασις ὅπως συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, αὐτὴν δὲ τὴν ἀπόφασιν θὰ τὴν μεταβάλλωμεν. Οἱ κ.κ. βουλευταί, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τὴν χθεσινήν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, διέθεσαν τὸν ἑαυτόν των σήμερον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὡσὰν ἡ συζήτησις νὰ συνεχισθῇ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βουλὴ ὅμως αἰφνιδίως μεταβάλλει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ τότε αὕτη δὲν ἔχει κανένα λόγον ὑπάρξεως, διότι τότε ἴσως δὲν παρίστανται ἐνταῦθα βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἴσως θὰ ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον δὲν παρίστανται, γνωρίζοντες ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλλωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.

§31Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, πρόκειται περὶ μεταβολῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ληφθείσης χθές, ὅπως αὕτη σήμερον προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐν πάσῃ στιγμῇ δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλλῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι οἱ κ. κ. βουλευταὶ παρεσκευάσθησαν δι’ ἄλλην συζήτησιν θὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψηφοφορίας.

§32Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ μὴ γίνουν διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, θὰ ἦτο εὔλογος ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπόψε διακόπτει τὰς ἐργασίας αὐτοῦ τὸ Σῶμα, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο παράλογον νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς μηνὸς νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου διὰ νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα καλύτερον καὶ διὰ νὰ ἴδῃ ὁ ἐνδιαφερόμενος κόσμος ὅτι διὰ μεγάλα ζητήματα δὲν λαμβάνονται ἀποφάσεις εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ μετὰ προσοχῆς καὶ σοβαρότητος.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Χατζηπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.

§34Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Παραιτοῦμαι διὰ νὰ λήξῃ τὸ ζήτημα, ἂν πρόκειται ὅμως νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις.

§35Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός. Δὲν θὰ ἔπρεπεν, ἐφόσον ὑπάρχει σειρὰ Ἡμερησίας Διατάξεως, νὰ ἀλλάξωμεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἀφορᾷ τὰ ἄμεσα συμφέροντα τοῦ λαοῦ, εἶναι ζήτημα κρατικὸν διὰ τὸν λαόν, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι λόγῳ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅταν θὰ συνέλθωμεν πάλιν διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, τὸ Ἐνοικιοστάσιον θὰ εὑρίσκεται ἐν ἐφαρμογῇ πλέον. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τύπον προσωρινότητος νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ μέχρις ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.

§36Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἀρκεῖ ἡ δήλωσις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ὅτι θὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ἐνοικιοστασίου.

§37Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου;

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§39Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μία Βουλὴ πολιτικὴ μὲ Κυβέρνησιν Οἰκουμενικὴν ὅπως ἡ παροῦσα δὲν δύναται ἀπέναντι τοῦ λαοῦ νὰ ἐξευτελίζεται τῇ εἰσηγήσει ἑνὸς ἢ δύο Ὑπουργῶν καὶ νὰ ἀφίνωνται ἐκκρεμῆ μεγάλα ζητήματα ζωτικώτατα δι’ αὐτόν. (Χειροκροτήματα).

§40Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἑνὸς ἢ δύο Ὑπουργῶν, διότι κατ’ ἐπανάληψιν ἐγένετο λόγος ὅτι ἡ ἀπόφασις διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἶναι ἀπόφασις ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἑπομένως ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συμμετέχει τῆς εὐθύνης.

§41Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν ἐδέχετο ἡ Βουλὴ νὰ τροποποιήσῃ εἰλημμένας ἀποφάσεις, δηλαδὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν αὐτῆς, πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἀταξίαν. Ἄν ὄντως ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις ὅπως μὴ συνεχισθῇ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, πάντως θὰ ἀπετέλει ἀταξίαν ἡ μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, προκειμένου μάλιστα περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὡς ζήτημα πολιτικῆς φύσεως, κατὰ συνάδελφόν τινα, εἶναι ζωτικότατον διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ Τόπου. Πολλοὶ ὅμως τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ αὐτῶν, ἐπικειμένων τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἀνεχώρησαν, ὁπότε ὀρθῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν τὴν παροῦσαν στιγμὴν κατάλληλον πρὸς συζήτησιν. Ἐπίσης ὁμιλοῦμεν διαρκῶς περὶ Κυβερνήσεως καὶ περὶ κυβερνητικῆς εὐθύνης. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ ἐγένετο τοιαύτη συζήτησις εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως.

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Καραπαναγιώτης ἔχει τὸν λόγον.

§43Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν δύναμαι εἰλικρινῶς νὰ ἀντιληφθῶ τοὺς λόγους τῶν ἐνδοιασμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἄν μὲν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τότε δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διευκρινισθῇ ἡ κατάστασις, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκεται ἡ Κοινὴ Γνώμη ὑπὸ μίαν ἀμφιταλάντευσιν ἐπὶ ἕνα μῆνα εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὅσον κατ’ ἐλάχιστον θὰ διαρκέσουν αἱ διακοπαὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Σώματος.

§44Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν τοιαύτη ἀπόφασις ληφθῇ.

§45ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐλήφθη, ἐλήφθη.

§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν ἂν εὑρίσκεται ἢ δὲν εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.

§47Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος καὶ ὄχι εἰς τὴν οὐσίαν τῶν τύπων. Βεβαίως εὑρίσκεσθε ἐν ἀπολύτῳ δικαίῳ ὅταν ἐπικαλεῖσθε τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον ζητοῦμεν νὰ ἀνατρέψωμεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀποβλέψουν εἰς τοὺς τύπους καὶ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ὄχι ἁπλῶς εἰς τοὺς τύπους.

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ φρονοῦντες ὅτι πρέπει σήμερον νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως «περὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου» παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου.

§50Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ ὁρισμοῦ ὁρίου ἡλικίας ἐκπαιδευτικῶν συμβούλων κλπ».

§51Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, διότι δὲν παρῆλθον τεσσαράκοντα ὀκτὼ ὧραι.

§52Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ ὁ φοιτητικὸς κόσμος εἶναι ἀνάστατος, νὰ ἐδέχετο νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ φοιτητικὸν νομοσχέδιον.

§53Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια ἐξ ὑφαρπαγῆς. (Θόρυβος).

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἂν μετὰ τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, δυνάμεθα νὰ τὰ ψηφίσωμεν.

§55Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐφόσον θέλει ἡ Βουλή.

§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§58Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι, ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω προκειμένου περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἀπὸ χθὲς τὴν Βουλήν. Ὀλίγας λέξεις μόνον, διότι δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διατάξεων τοῦ Ἐνοικιοστασίου, εἴτε τῶν προϋπαρχουσῶν, εἴτε ἐκείνων αἵτινες περιέχονται εἰς τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐδημοσίευσε πρό τινων ἡμερῶν. Καὶ τοῦτο ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι τὸ προέχον ζήτημα δὲν εἶναι τὸ ἐὰν τὸ Διάταγμα αὐτὸ εἶναι Διάταγμα προστατεῦον τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ τοὺς ἐνοικιαστάς, ἀλλὰ τὸ προέχον ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, δηλαδὴ τοῦτο· ἂν ἀποκατασταθείσης τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, μετὰ ἀγῶνας ὀξεῖς, τοὺς ὁποίους ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας διεξήγαγε κατὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων δικτατοριῶν, ἄν, λέγω, ἐπιτρέπεται ἔτι καὶ σήμερον νὰ συνεχίζωνται αἱ δικτατορικαὶ μέθοδοι καὶ νὰ περιφρονεῖται ὁ κοινοβουλευτικὸς κόσμος τῆς Χώρας, μὲ δικαιολογίαν τῆς περιφρονήσεως τὴν συκοφαντίαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς Ἐνοικιοστάσιον. Αὐτὸ εἶναι τὸ προέχον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ ἀπόψε.

§59Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἂν ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, ἦτο ἐπαναστατικὴ ἢ ὁμαλὴ περίοδος;

§60Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, μολονότι θὰ ἔδιδον προϊόντος τοῦ λόγου τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημά του. Καὶ θὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι ἡνωμένος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, νὰ λαμβάνῃ οὗτος διὰ τὴν λύσιν τῶν διαφόρων ζητημάτων ὑπ’ ὄψιν του τὰ κακὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ ἀπάντησις. Καὶ θὰ προσέθετον ἀκόμη ὅτι, ὅταν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἔσπευσε νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, στηριζόμενος ἐπὶ προγενεστέρου τοιούτου, ῥητῶς, ὡς ἐξεθήκαν οἱ προλαλήσαντες, ἐξουσιοδοτοῦντος αὐτὸν καὶ δὴ Διατάγματος μὴ τελοῦντος ποσῶς ὑπὸ κρίσιν, εὑρέθη ἐν τούτοις πρὸ μιᾶς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία εἶχε συναίσθησιν τοῦ προορισμοῦ καὶ τῶν δικαιωμάτων της, Συνελεύσεως ἡγουμένων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ἔχουσα στερρὰν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀπαλλοτριώσῃ ὅ,τι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐκέκτητο, ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ καὶ αὐτὸς ἀπεδέχθη, ὅπως τὸ Ἐνοικιοστάσιον παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ ἀντλῆτε ἐπιχειρήματα ἐκ τῶν συμβάντων περὶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον Τσιτσεκλῆ, διότι εἶναι καθ’ ὑμῶν. Τὸ ζήτημα, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, τίθεται ἐντὸς στενωτάτων ὁρίων, τόσον περιωρισμένων, ὥστε ἐγώ, ἰδιοκτήτης ὤν, θὰ διεμαρτυρόμην ἐξ ἴσου ἐντόνως καὶ ἂν ὑπῆρχεν Ἐνοικιοστάσιον ἀπολύτως ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν. Δι’ αὐτὸ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐξετάσῃ ποσῶς τὸ περιεχόμενον τοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ θὰ πράξῃ ὅ,τι θὰ ἔπρεπε, ἂν ἤρχετο μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία θὰ εἶχε τὰς ἀριστερωτέρας ἰδέας καὶ ἐξέδιδεν Ἐνοικιοστάσιον ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἐξέλιπεν ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ τότε καὶ τώρα πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς ἕνα Ὑπουργὸν νὰ οἰκειοποιεῖται τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Διότι θὰ ἠρώτων οἱονδήποτε ἰδιοκτήτην· θὰ ἠρέσκετο ἂν εὑρίσκετο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰς ἀριστερωτέρας ἰδέας, νὰ κατήρτιζεν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ μερικοὺς ἐκ τῶν γνωστῶν μεταρρυθμιστῶν, ἥτις νὰ συνέτασσεν Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔλθῃ ποσῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς ζήτημα ἀρχῆς, δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῆς Α ἢ Β μερίδος. Καὶ τονίζω τοῦτο διὰ νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὸν λόγον διὰ νὰ στηλιτεύσωσι μίαν συνέχειαν κακῶν παραδόσεων, δὲν προεξοφλοῦν προκαταβολικῶς τὴν γνώμην των ὑπὲρ τῆς Α ἢ Β τάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ὑπηρέται τῶν ὀρέξεων τῆς Α ἢ Β κοινωνικῆς μερίδος, ἀλλὰ τοῦ συνόλου, διότι αὐτὰ εἶναι τὰ ὑπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος διαγραφόμενα καθήκοντα, στρεφόμενα εἰς ἐξασφάλισιν ἁρμονικῆς συμβιώσεως τῶν πολιτῶν διὰ τῆς ἀμβλύνσεως τῶν ἀντιμαχομένων συμφερόντων. Καὶ μόνον μετὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀρχῆς εἶναι ἐρευνητέον τὸ ζήτημα ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσῃ, ὡς ἐδημοσίευσε, τὸ Ἐνοικιοστάσιον, νὰ τὸ δημοσιεύσῃ δι’ ἑνὸς Διατάγματος. Καὶ εἰδικώτερον τὸ μὲν ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, τὸ δὲ ἂν ἔχων τοιοῦτον δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, ἔπρεπε νὰ τὸ ἀσκήσῃ ἀπὸ πολιτικῆς πλέον σκοπιμότητος παρούσης τῆς Βουλῆς καὶ δὴ στηριζόμενος ἐπὶ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐντὸς ἑνὸς ἔτους θὰ κεῖται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἢ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ χρόνου. Διότι δὲν διαφεύγει τὴν προσοχήν, κύριοι, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμενος ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐξέδωκε τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ ἂν δὲν τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ χρόνου, διότι μετὰ τὴν πάροδον ἑνὸς ἔτους αὐτὸ θεωρεῖται αὐτοδικαίως ὡς ἄκυρον. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ εἰς τὸ τελευταῖον Διάταγμα καὶ εἰς τὰ δύο προηγούμενα στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς ἀπορρεούσης ἐκ τοῦ Διατάγματος τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, τῆς δῆθεν ἐξουσιοδοτήσεως, τῆς πραγματικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἂν θέλητε. Κατ’ ἐμὴν γνώμην βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ λογικῶς ἡ γνώμη ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως περιστάσεων ὑπάρχει ἀναλογία τις μεταξὺ τῆς ἐποχῆς καὶ τῶν προϋποθέσεων, ὑφ’ ἃς ἐνομοθέτει ὁ κ. Κονδύλης καὶ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς καὶ περιστάσεων. Καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν ὅτι τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ κ. Κονδύλη χορηγεῖ πράγματι ἐξουσιοδότησιν, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξαν οἱ προλαλήσαντες ζωηρῶς ἀμφιβάλλω, πάλιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν τὴν διαφορὰν τῶν περιστάσεων καὶ νὰ εἴπωμεν τοῦτο· ὅτι, ἐπειδὴ ὁ κ. Κονδύλης εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐξ ἀνάγκης ἀδηρίτου, διότι ἤρχετο κατόπιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου Παγκάλου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναστατώσει τὸ σύμπαν μὲ τὰς διατάξεις του καὶ τὰς περιωνύμους Ἐπιτροπάς του, εὑρισκόμενος, λέγω, εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ δὴ ἐν ἀνυπαρξίᾳ Βουλῆς, προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ Ἐνοικιοστασίου», εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν νομικῶς καὶ λογικῶς ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Κονδύλης, ὁ ὁποῖος ἔκαμε καὶ τὸ ἀγαθὸν νὰ παραδώσῃ τὴν Χώραν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ὁμαλότητα, νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἀναγκαῖον σήμερον νὰ τὸ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς παρούσης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ μάλιστα νὰ ἐμφανιζώμεθα ἀνευλαβέστεροι τοῦ κ. Κονδύλη, ὅστις ὑπὸ τὸ Διάταγμά του ἔθηκε τὴν ρήτραν, ὅτι τεθήσεται τοῦτο ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἐπιχειροῦντες νὰ δικαιολογήσωμεν τὰ ἀδικαιολόγητα μὲ τὴν ἐπιπολαίαν καὶ ὑβριστικὴν δικαιολογίαν ὅτι εἶναι ἀδύνατον λόγῳ τῶν ἀντικρουομένων συμφερόντων νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ἢ ἐν Ἐπιτροπῇ αὐτῆς. Ἀλλοίμονον ἂν δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν Βουλὴν ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ ρυθμίσουν τοιαύτας σχέσεις καὶ νὰ ἀρθοῦν ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν συμφερόντων. Ἀλλοίμονον διὰ τὸν κοινοβουλευτισμὸν ἂν ἱκανώτεροι πρὸς τοῦτο εἶναι μερικοὶ ἄνθρωποι, οἵτινες ἐργάζονται ἐντὸς ἑνὸς δωματίου, ἡ μυστικότης τοῦ ὁποίου δὲν διασφαλίζει τὰς προσωπικὰς ἐπιρροάς. Τότε θὰ ἠδύνατό τις νὰ καταφρονῇ δικαίως ἡμᾶς, ἂν μετὰ τόσης ἐλαφρότητος ἀπεμπολῶμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὰ δικαιώματά μας τὰ νομοθετικὰ καὶ θὰ ἐδίδοντο νέα ὅπλα εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους μετὰ τόσους ἀγῶνας ἐπανεκτήσαμεν. Ὅταν πρὸ ὀλίγου χρόνου ἀκόμη ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ ρυθμίσῃ διὰ Διατάγματος τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου του, σύσσωμος σχεδὸν ἡ Βουλὴ ἠρνήθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο, μολονότι ἐπρόκειτο περὶ τυπικοῦ νόμου. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἴπητε ὅτι ἐπιτρέπεται, παρούσης τῆς Βουλῆς νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζωτικὸν ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, προκαλοῦν τὰς σφοδροτέρας τῶν συγκρούσεων συμφερόντων, κατὰ τὰς ὀρέξεις μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἀνευθύνου, μέλη τινὰ τῆς ὁποίας ἐφρόντισαν δι’ ἰδίου ἄρθρου καὶ περὶ ἰδιαιτέρων ἀπολαυῶν των ἐκ τοῦ ὑπὲρ τῶν πτωχῶν μισθωτῶν ταμείου; Καὶ νὰ γίνεται τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει Διατάγματος ἐκδοθέντος ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ὅταν ὑπῆρχεν Ἐπανάστασις ἐν τῇ Χώρᾳ καὶ δὲν ὑπῆρχε Βουλή; Ταῦτα καὶ μόνον διὰ νὰ περιορισθῶ εἰς τὸ Διάταγμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀντλεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτων, ἂς μὴ λησμονῶμεν ὅτι ὑπάρχει παγία ἡ γνώμη τῶν συνταγματολόγων ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ ὡρισμένα ὅρια, δηλαδὴ δὲν εἶναι συγκεχωρημένη προκειμένου περὶ ἀντικειμένων τοιούτων, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ρητῶς ἀπαιτεῖ τὴν ἔκδοσιν νόμου. Οὕτω δὲν συγχωρεῖται ἐξουσιοδότησις πρὸς ἐπιβολὴν ποινῶν, παραχώρησιν χώρας, ἐπιβολὴν φόρων κλπ. Καὶ ὅπως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρεχωρεῖτο χώρα διὰ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, οὕτω θὰ ἦτο λυπηρὸν ἂν ἠκούετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς οἱοσδήποτε Ὑπουργός, δυνάμει νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐφόσον πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς ποινῶν διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, δηλαδὴ θέματος δι’ ὃ ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ ἔκδοσιν νόμου, θὰ ἦτο λυπηρόν, λέγω, ἂν ἠκούετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅτι εἷς οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας ἀντισυνταγματικὰς ἐνεργείας. Ταῦτα καὶ προχωρῶ εἰς τὸ δεύτερον, διότι ἔχω πλήρη συναίσθησιν τῆς ὑποχρεώσεως νὰ εἶμαι βραχύς. Διότι πρέπει ἐντὸς τῆς ἑσπέρας ταύτης νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ κόσμος καὶ νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖον γνωρίζει πόσον ἰδιαιτέρως ἐγὼ τὸν ἐκτιμῶ, διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὅταν ἔσπευσε νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα, ὅτι εἶναι ζήτημα τοῦτο ἐξαρτώμενον ἀποκλειστικῶς ἀπὸ αὐτὸν καὶ μόνον. Πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπόψε διὰ νὰ μάθῃ ὁ λαὸς ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ αὐτοκτονήσῃ παραχωροῦσα τὰ δικαιώματά της εἰς Ἐπιτροπὴν συνεδριάζουσαν εἰς ἓν δωμάτιον καλύπτον πολλὰ καὶ μὴ διασφαλίζον τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἀμεροληψίαν. Καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίθετος γνώμη ἀπὸ ὅσους θέλουν νὰ ἀρθοῦν εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, ἡ ὁποία νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δι’ Ἐνοικιοστάσιον τὸ ὁποῖον, ἂν ἐπροστάτευσε τὴν ἰδιοκτησίαν, δὲν ἐπροστάτευσε τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν πτωχῶν, τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν (Χειροκροτήματα), ἀλλὰ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν κεφαλαιούχων, δι’ Ἐνοικιοστάσιον τὸ ὁποῖον τοὺς μὲν ἰδιοκτήτας περισσαίνει δι’ ἀπατηλῶν καὶ εἰκονικῶν παροχῶν, τοὺς δὲ ἐνοικιαστὰς ἀψυχολογήτως ἀνεστάτωσε, δι’ Ἐνοικιοστάσιον ὅπερ ἐπροκάλεσε τόσον σάλον, ὥστε νὰ βαφῶσι μὲ αἷμα οἱ δρόμοι τῶν Ἀθηνῶν, ἦτο ποτὲ ἐπιτετραμμένον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης χάριν αὐτοῦ, χάριν τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, χάρις τοῦ συνόλου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἦτο ἐπιτετραμμένον ποτὲ νὰ ἀναλάβῃ μόνος τὴν εὐθύνην, στηριζόμενος εἰς ἀνευθύνους συμβούλους καὶ δὴ στηριζόμενος εἰς ἓν Διάταγμα ἀμφίβολον, κλονιζόμενον καὶ ἐκδοθὲν ὑπὸ ἀλλοίας περιστάσεις. Δὲν εἶναι ἔτι μᾶλλον δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τις ὅστις νὰ δικαιολογήσῃ κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργόν, ὅστις δὲν ἐμιμήθη κἂν τὸν ἐπαναστάτην, θέσαντα τὸ Διάταγμά του ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μετερρύθμισεν αὐτοβούλως τὸ πολίτευμα καὶ προήγαγεν εἰς Κοινοβούλιον τὴν ἀνεύθυνον ὁμάδα τῆς Ἐπιτροπῆς του. Εἶμαι λοιπὸν πεπεισμένος ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον θὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὑπεστηρίχθη ὅτι τὸ ἀντίθετον ἀποτελεῖ τὸ θάρρος τοῦ κυβερνᾶν. Δὲν ὑποτιμῶ ποτὲ τὸ θάρρος τοῦ κυβερνᾶν, ἀλλὰ τὸ ἀξιῶ σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα, τοὺς νόμους καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ θέσμια. Διότι κάθε ἄλλο θάρρος τοῦ κυβερνᾶν ἐκτὸς τοῦ θάρρους αὐτοῦ εἶναι τὸ θάρρος τοῦ κυβερνᾶν τῶν δικτατόρων. (Χειροκροτήματα).

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.

§62Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ κ. Γεωργιάδου εἶχον τὸ θάρρος νὰ διακόψω αὐτὸν καὶ νὰ ἀποτανθῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἐπερώτησις, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀλληλέγγυος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, διότι νομίζω ὅτι θέμα τόσον μεγάλης καὶ ἐξαιρετικῆς σημασίας οἷον εἶναι τὸ Ἐνοικιοστάσιον, θέμα τὸ ὁποῖον θίγει αὐτὴν ταύτην τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην τῆς Χώρας,☐ ☐ τὰς βάσεις τοῦ ἀστικοῦ Κράτους καὶ ὅτι ἐπὶ τόσον μεγάλου πολιτικοῦ θέματος, οἷον εἶναι τὸ κρινόμενον, ὀρθὸν θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ διασαφηνίσῃ τὴν ἄποψιν αὐτῆς, ἂν τουτέστι θεωρεῖ ἑαυτὴν ἀλληλέγγυον μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶν μὲ ἠρώτησεν ἂν θέτω ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀπήντησα ὄχι, διότι ἐνόμιζον ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ παρακολουθήσω τὰς συζητήσεις, νὰ παρακολουθήσω τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐκφέρω τελικῶς τὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἀντερωτήσω καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν λοιπὴν Κυβέρνησιν, ἂν αὕτη, μὴ τιθεμένου παρ’ ἐμοῦ ἢ παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων ζητήματος ἐμπιστοσύνης δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν θεωρεῖ ἑαυτὴν ἀρκετὰ εὔθικτον, ὥστε νὰ δηλώσῃ δημοσίᾳ καὶ ἀπροκαλύπτως ἐν τῇ Βουλῇ ὅτι θεωρεῖ ἢ δὲν θεωρεῖ ἑαυτὴν πολιτικῶς ἀλληλέγγυον μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον καὶ ἔχω δι’ ἐλπίδος ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του θὰ θελήσῃ νὰ καθορίσῃ τὰς γενικὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀρκεῖ νομίζω καὶ μόνη ἡ ἐρώτησις αὕτη διὰ νὰ θέσῃ ὄχι δι’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ τυπικὴ θέσις τοῦ ζητήματος παρ’ ἑνὸς βουλευτοῦ ἢ ὄχι δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, ἐφόσον πρόκειται περὶ ζητήματος ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἐπὶ τῆς ἐνεργείας ὀφείλω, μὴ ἐπιθυμῶν οὔτε νὰ στραφῶ καθαρῶς ἀντιπολιτευτικῶς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε νὰ διεγείρω τὰ τόσον μεγάλα πάθη, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὀφείλω, λέγω, νὰ εἴπω συντόμως τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ φλέγοντος τούτου ζητήματος. Κατηγορεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὡς δημοσιεύσας παρανόμως τὸ Διάταγμα «περὶ Ἐνοικιοστασίου», ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶχε τὴν νομικὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενος δύναται νὰ δημοσιεύσῃ αὐτό. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομίζω ὅτι ἡ κατηγορία δὲν εἶναι δικαία ἐπὶ τοῦ καθαρῶς νομικοῦ ζητήματος, διότι, ἐφόσον ὑπῆρχε Ν. Διάταγμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη καὶ ἐφόσον τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα μέχρις οὗ τροποποιηθῇ ἢ ἀκυρωθῇ παράγει ἐννόμους συνεπείας, ἕπεται ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς νομικῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ δικαίῳ δημοσιεύσας τὸ Διάταγμα τοῦτο. Δὲν ἔχω ὅμως τὴν γνώμην ὅτι ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος εἶναι ἀπολύτως κατ’ ἐμὲ ἀλληλέγγυος πρὸς τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ, διότι, ἐφόσον ἔχομεν παροῦσαν τὴν Βουλήν, ἐφόσον τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ κριθῇ διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ζήτημα τόσον μέγα, τόσον ἐπεῖγον καὶ ἀσκοῦν τοιαύτην ἐπίδρασιν ἐφ’ ὅλης τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης τῆς Χώρας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ ἐπὶ τῇ βάσει Ν. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἁπλῶς ἀπόρροια μιᾶς αὐθαιρέτου καὶ ἐξωσυνταγματικῆς πράξεως. Δὲν θὰ ἐπιμείνω, κύριοι, διὰ νὰ καταδείξω τὰς μεγίστας συνεπείας τὰς ὁποίας ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς Χώρας ἀσκεῖ τὸ πολυθρύλητον τοῦτο ζήτημα, οὔτε θὰ εἰσέλθω ἐν τῇ οὐσίᾳ τοῦ ζητήματος τούτου. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἂν ἔβλεπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν πλήρει ἀλληλεγγύῃ ἔδιδε μίαν οἱανδήποτε λύσιν εἰς τὸ περιμάχητον τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν ἀναστατώσει τὰς διαφόρους τάξεις τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν καὶ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀντικείμενον μεγίστης κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ζήτημα τὸ ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὴν παράλυσιν καὶ εἰς τὴν ἀναρχίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις φέρεται ὀρθῶς ἀναλαμβάνουσα ἐν ἀλληλεγγύῃ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ νὰ χαράξῃ μίαν οἱανδήποτε πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τὴν πολιτικὴν ταύτην δι’ ὅλης τῆς εὐθύνης της νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἔγκρισιν. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ζητεῖται παρὰ πολλῶν βουλευτῶν ὅπως τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης ὀφείλω νὰ ἀντιταχθῶ.

§63ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.

§64Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διότι ἡ παραπομπὴ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν σημαίνει μὴ συμμετοχὴν κατ’ οὐσίαν τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλουσαν νὰ δεχθῇ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ σημαίνει συγχρόνως καὶ μὴ συμμετοχὴν αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς εἰς τὰς εὐθύνας ἑνὸς τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος. Ἑπομένως εἶμαι ἄντικρυς ἀντίθετος τῆς παραπομπῆς τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἂν κάμωμεν τοῦτο, δὲν θὰ δημιουργήσωμεν τίποτε χάριν τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης τῆς Χώρας. Ἂν κάμωμεν τοῦτο, ἂν τὸ ζήτημα τὸ παραπέμψωμεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποδυόμεθα τῶν εὐθυνῶν τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀπέναντι τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τῆς Ἑλληνικῆς βουλήσεως, θὰ παρατείνωμεν τὴν ἀναρχίαν, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐβασίλευσεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Διότι, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποκρύψωμεν ὅτι, ἐφόσον ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐκπροσωποῦσα τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς Κυβέρνησις δὲν ἀναλαμβάνουσι τὰς εὐθύνας τῆς λύσεως ἑνὸς τόσον μεγάλου ζητήματος, εἶναι φυσικὸν ὅτι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἀναλάβωσι πάλιν οἱ δρόμοι, διότι τὰ ζητήματα τῆς ἰδιοκτησίας ἐλύθησαν μέχρι τοῦδε διὰ τῶν ὁδῶν. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ κανεὶς ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καμμίαν ἀντίρρησιν. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμβουλεύσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου διὰ τῆς ὑπευθύνου καὶ ἀλληλεγγύου πολιτικῆς τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Κυβέρνησιν ὅπως φέρουν μίαν οἱανδήποτε λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι μόνον ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ λύσῃ τὸ περιμάχητον τοῦτο ζήτημα. Γνωρίζω ὅτι θὰ προβληθῇ ὅτι, ἂν τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι ἀνίκανος νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, μὴ τερματίζουσα τὰς συζητήσεις. Νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ χειροτέρα ἀντίρρησις κατὰ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ. Εἰς ταῦτα ἔχω νὰ ἀπαντήσω τοῦτο, κύριοι· ἂν μὴ ὁλόκληρος Κυβέρνησις ὀφείλουσα νὰ εἶναι ἀλληλέγγυος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ἀνίκανος νὰ πειθαρχήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι, ὑπάρχει πλήρης χρεωκοπία καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. (Διαμαρτυρίαι). Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ λέγωμεν καθαρὰ τὴν γνώμην μας· ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ὀφείλουσα νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος γενικωτάτου καὶ πολιτικωτάτου δὲν κατορθώνει θέτουσα τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπέναντι τῶν φίλων της, θέτουσα τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα ζωτικοῦ συμφέροντος γενικοῦ νὰ κατορθώσῃ τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς τοιούτου νόμου, ἡ Κυβέρνησις ἡ στηριζομένη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἡ ἀξιοῦσα ὅτι ἀκολουθεῖ τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὴν γνώμην μου εὑρίσκεται ἐν πλήρει χρεωκοπίᾳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ ταύτην ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο θὰ συνίστων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου φέρῃ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὰς διακοπὰς εἰς τὴν Βουλήν.

§65Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἀναστελλομένου τοῦ Διατάγματος.

§66Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δώσῃ σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν τὴν ἀπάντησιν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου θεωρεῖ ζήτημα πολιτικὸν ἀναγόμενον εἰς τὸν κύκλον τῆς εὐθύνης ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζητήσῃ ὅπως τύχῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τῆς συγκαταθέσεώς της νὰ ἀναστείλῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο ὁλόκληρον εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὰς ἑορτάς, νομίζω ὅτι ἐπὶ τούτου δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀντίρρησις. Κύριοι προσεπάθησα νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἑνὸς φλέγοντος ζητήματος ὅσον τὸ δυνατὸν ἠρεμώτερον καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τὴν σύστασιν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ἀκολουθήσουν, καίτοι εὑρίσκονται ἐν καταφανεῖ παντοδυναμίᾳ, τὰς συστάσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ ἀκολουθηθοῦν, ἂν δὲν θέλουν νὰ λύωνται τὰ ζωτικὰ ζητήματα τῆς Χώρας περιερχόμενα καὶ πάλιν εἰς τὰς ὁδούς. (Χειροκροτήματα).

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.

§68Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὅτι, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἶναι ζήτημα ἐξόχου σοβαρότητος, ὅτι εἶναι ζήτημα θίγον ζωηρῶς τὰ ἀντιμαχόμενα συμφέροντα τῶν διαφόρων τάξεων, ὅτι εἶναι ζήτημα αὐτόχρημα δημοσίας τάξεως, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ παρὰ τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν τραγικὸν τόνον, ὁ ὁποῖος δίδεται εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν νευρικότητα μετὰ τῆς ὁποίας διεξάγεται αὕτη. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ μετὰ πάσης δυνατῆς ψυχραιμίας, μετὰ γαλήνης δύναμαι νὰ εἴπω. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα· εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Ἐνοικιοστάσιον χωρὶς νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀποταθῇ εἰς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, εἰς τὴν Βουλήν; Ἀφ’ ἧς, κύριοι βουλευταί, σιδηρᾶ ἀνάγκη ἐπέβαλλε τὴν ἰσχύν, τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ὅπερ ἀποτελεῖ ἕνα δεινὸν περιορισμὸν τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐν τῷ παρελθόντι οὐδεμίαν ἀπολύτως περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ Ἐνοικιοστάσιον νὰ ὑπεβλήθη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς τῆς μεμονωμένης περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ διακεκριμένος ὄντως συνάδελφος κ. Τσιτσεκλῆς, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀπὸ δεκαετίας καὶ πλέον, ἀφ’ ἧς, ὡς εἶπον, ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη ἐπέβαλε τὴν ἰσχὺν ἑνὸς Ἐνοικιοστασίου, δὲν ἦλθεν οὐδέποτε τοῦτο ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Εἶναι μακρὰ ἡ παράδοσις καὶ ἐκπλήσσομαι πῶς ἀξιότιμοι προλαλήσαντες εὑρίσκουν ὡς προσβολὴν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δημοσίευσιν τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ Ἐνοικιοστασίου». Σᾶς εἶπον ὅτι σειρὰ Ν. Διαταγμάτων ἐν τῷ παρελθόντι, ἀφ’ ἧς ὑπῆρξε τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἐξεδόθησαν. Ἀργικῶς ἔχει ψηφισθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ περιλάβῃ διατάξεις Ἐνοικιοστασίου. Μεταγενεστέρως ἕτερος νόμος, ὁ νόμος 768, ἔδωκε τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς ἄλλην διάδοχον Κυβέρνησιν. Μετὰ ἓν ἔτος ἔχομεν ἕτερον νόμον, τὸν νόμον 1272, ὁ ὁποῖος ἐξουσιοδοτεῖ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημοσιεύσῃ Διάταγμα Ἐνοικιοστασίου. Καὶ ἐρωτᾶται ὁ ἤδη Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει ἐντολὴν νομοθετικὴν νὰ δημοσιεύσῃ τοιοῦτον Διάταγμα; Καὶ ἀπαντῶ ἀσφαλῶς, ναί. Δὲν εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, μόνον τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ Πλαστήρα, τὸ ὁποῖον διατελεῖ ἐν ἰσχύϊ καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδε βέβαια τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἀλλ’ ἔχομεν ῥητὴν διάταξιν νόμου μεταγενεστέρου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Δʹ Συνέλευσις, νόμον ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ. Εἶναι ὁ νόμος 3186 τῆς 16 Αὐγούστου 1924, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἄρθρον 5 λέγει τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ τροποποιηθῇ ἢ παραταθῇ τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 29ης Δεκεμβρίου 1923 περὶ ὑποχρεωτικῆς παρατάσεως τῶν μισθώσεων, ὡς καὶ ὁ παρὼν νόμος». Πρόκειται περὶ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι προγενέστερον τοῦ Διατάγματος τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Τσιτσεκλῆ. Ἀλλ’ ὁ νόμος εἶναι γενικός. Δὲν ἀφίνει ἀπολύτως κανένα περιορισμὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀνεξαρτήτως τοῦ Ν. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς δῆθεν ὑπηρεσιακή, Πλαστήρα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιῇ τὸ προγενέστερον Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου.

§69Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Φαίνεται ὅτι, ὅταν ὡμίλησα, δὲν εἶσθε ἐδῶ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἐπικαλεῖται τὸ ἄρθρον 5 εἰς τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμά του. Δεύτερον, αὐτὸ τὸ ἄρθρον 5 ἀπαιτεῖ ἀπόφασιν, δηλαδὴ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅπερ δὲν ὑπάρχει καὶ τρίτον, ἐξηντλήθη, διότι ἦτο μία καὶ μεμονωμένη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Καὶ τέταρτον, λησμονεῖτε τὸ ἄρθρον 74 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις παρούσης τῆς Βουλῆς δὲν δίδεται.

§70Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν ἀπαντῶ εἰς τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ ἐκδοθέντι Διατάγματι «περὶ Ἐνοικιοστασίου» δὲν ἐπικαλεῖται τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νόμου. Ἐρωτῶ· τί σημασίαν ἔχει ἂν τὴν ἐπικαλεῖται ἢ ὄχι; Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ὑπάρχῃ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία νὰ χορηγῇ εἰς αὐτὸν δικαίωμα. Δεύτερον λέγει ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ὅτι κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Λέγω ἀσφαλῶς, ναί. Δηλαδὴ προϋπόθεσις ἀναγκαία διὰ νὰ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τοιαύτη ἀπόφασις φαίνεται ὅτι ὑπάρχει. Ὑπάρχει καμμία διάταξις ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ τὸν τύπον κατὰ τὸν ὁποῖον δίδεται ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἀπόφασις φυσικὰ τεκμαίρεται, ὑπάρχουσα τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀντιλέγει κανεὶς ἐκ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν.

§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Σωτηριάδη, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συμπεραίνετε οὕτως.

§72Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμπεραίνῃ οὕτως;

§73Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἄρα δὲν εἶναι σύμφωνον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.

§74Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν διαμαρτύρεται διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι πρᾶξις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ τὴν εὐθύνην ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως.

§75Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν προηγουμένης ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.

§76Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἄρα ὑπῆρξεν ἀπόφασις. Ἄν ὅμως ὑπῆρξαν διαφωνίαι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, αὐτὸ δὲν παίζει κανένα ρόλον, διότι ὁ νόμος δὲν ἀπαιτεῖ ὁμόφωνον ἀπόφασιν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ ἀπόφασιν, ἡ ὁποία λαμβάνεται κατὰ πλειονοψηφίαν. Λοιπὸν καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀστήρικτον. Ἤκουσα καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα ἀπὸ τὸν διακεκριμένον συνάδελφον κ. Τσιτσεκλῆν, ὅτι ἡ ἐντολὴ ἡ δοθεῖσα ἀπὸ τὸν νόμον 3186, εἶναι περιωρισμένη, ἀφορᾷ δηλαδὴ ὡρισμένην περίπτωσιν καὶ ὡρισμένον Ἐνοικιοστάσιον. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς διατάξεως τὴν ὁποίαν ἔκαμα προκύπτει ὅτι ἡ ἐντολὴ εἶναι ἀπεριόριστος. Ὁ Ὑπουργὸς δύναται, λέγει, νὰ τροποποιῇ ἢ παρατείνῃ τὸ Ν. Διάταγμα «περὶ Ἐνοικιοστασίου». Δίδεται καὶ εὐρυτέρα ἀκόμη ἐντολὴ νὰ τροποποιῇ καὶ ὁλόκληρον τὸν νόμον 3186. Ἑπομένως ὑποθέτω ὅτι οὐδὲν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιτάσσονται νομικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ. Λοιπὸν ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ἐξετάσω οὐσιαστικῶς τὸ πρᾶγμα, δηλαδὴ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα, ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν κανεὶς οὐσιαστικὸς λόγος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλῃ τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς τὴν Βουλήν; Ἔ, τί νὰ σᾶς εἴπω. Ἕν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θίγει τόσον ζωηρῶς τόσα ἀντιμαχόμενα συμφέροντα, ἓν Διάταγμα διὰ τὸ ὁποῖον ἀγωνίζονται τόσαι τάξεις, εἰλικρινῶς πιστεύω ὅτι ἐρχόμενον εἰς τὴν Βουλὴν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἤ, ἂν ἐψηφίζετο, θὰ ἐψηφίζετο μετὰ μεγάλης δυσχερείας, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας νομοθετήματα τὰ ὁποῖα δὲν παρουσιάζουν τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦτο, νομοθετήματα ἁπλᾶ, τὰ ὁποῖα περιέχουν διατάξεις, δυσχερέστατα συζητοῦνται καὶ ἐλέγχονται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ ἔχω ἀκόμη ἓν παράδειγμα· ὅτι προχθὲς διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὁρίου τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν» ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ τρεῖς ὁλοκλήρους ὥρας, διὰ τὸ ἁπλούστατον αὐτὸ θέμα. Ἑπομένως νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχεν 100 καὶ πλέον ἄρθρα εἶναι φυσικῶς δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ; Καὶ ἐνθυμεῖσθε περίπτωσιν ἀφ’ ἧς ὑπῆρξεν Ἐνοικιοστάσιον πρὸ δεκαετίας καὶ ἐντεῦθεν, νὰ ἐψηφίσθη ποτὲ Ἐνοικιοστάσιον εἰς τὴν Βουλὴν; Ποτέ. Καὶ ἔχω νὰ ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν ἀκόμη· τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ ὑπεβλήθη τότε εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν παρὰ τὴν ἔμμονον ἀντίστασιν τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος νὰ μὴ ὑποβληθῇ. Καὶ εὑρίσκω εὔλογον τὴν ἀντίρρησιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε, τὴν εὑρίσκω πολὺ εὔλογον, διότι ἀντελαμβάνετο βεβαίως ὅτι ἓν νομοσχέδιον προϊὸν μιᾶς τοιαύτης ἐπιστημονικῆς ἐργασίας, ἐργασίας εἰς τὴν ὁποίαν ἠσχολήθη ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας ὁλοκλήρους ὁ διακεκριμένος πράγματι αὐτὸς ἐπιστήμων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ ὑποστῇ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον ἐκ μέρους μιᾶς πολυπληθοῦς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Σᾶς τὸ βεβαιῶ εὐσυνειδήτως, ὡς νομικός, διότι χιλιάκις μοὶ ἔχει δοθῇ ἡ ἀφορμὴ νὰ ἐφαρμόσω τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὑπέστη τὸν ἔλεγχον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὅλαι αἱ πλημμελεῖς διατάξεις καὶ αἱ ἀντιμαχόμεναι καὶ ἀλληλοσυγκρουόμεναι ὀφείλονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι τὸ ἔργον αὐτὸ ἦτο ἀρτιώτατον ἐπιστημονικῶς, ἦτο ἓν ἀπὸ τὰ ἀρτιώτερα ἔργα ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅταν τοῦτο ἐξῆλθεν ἐκ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπαρουσίασεν ἀπείρους ἀτελείας καὶ περιέλαβε διατάξεις ἀντιμαχομένας. Λοιπόν, κύριοι, σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς, ὄχι βέβαια ἀπὸ συμπάθειαν καὶ ἐκτίμησιν προσωπικὴν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, τὸν ὁποῖν ἔχω ἰδιαιτέρως ἀφορμὴν νὰ σέβωμαι, διότι γνωρίζετε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ δευτέρα φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην του, καθόσον εἰς ὅλας τὰς λοιπὰς περιπτώσεις ἀτυχῶς εὑρέθην εἰς ἀντίθεσιν γνώμης, εἰλικρινῶς σᾶς λέγω ὅτι, ὅταν ἀκούω ἀπὸ κυρίους πεπειραμένους διανοουμένους, ἀπὸ κυρίους οἱ ὁποῖοι ἔχουν παρακολουθήσει τὰς ἐργασίας τῶν Κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων, ὅταν ἀκούω ὅτι δύναται ποτὲ νὰ φθάσῃ Ἐνοικιοστάσιον καὶ νὰ ψηφισθῇ πράγματι εἰς τὴν Βουλήν, ἐκπλήσσομαι. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ ὅτι θὰ εἰσέλθῃ ἓν νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἐξέλθῃ ψηφισμένον ἀπὸ ἐδῶ ἢ ἂν ἐξέλθῃ ψηφισμένον, θὰ ἐξέλθῃ ὅπως πρέπει. Διὰ τοῦτο ἔχω νὰ εἴπω ὡς κατακλεῖδα ὅτι πρόκειται, κύριοι, περὶ νομοθετήματος, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἀκούσωμεν βεβαίως....

§77Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διατί δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἰς τὴν Βουλήν; Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἀντιλαμβανομένη τὰς εὐθύνας της καὶ χαράσσουσα μίαν πολιτικὴν Ἐνοικιοστασίου θὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην της. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι θὰ ὁμιλήσουν πολλοὶ κύριοι βουλευταί. Ἂς ὁμιλήσουν. Ὅταν θὰ διαρκέσῃ καὶ δύο ἑβδομάδας ἡ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε ὑπεύθυνον γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τῆς Βουλῆς.

§78Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Σέβομαι ἀπολύτως τὴν γνώμην σας, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ περιέχῃ βέβαια 100 ἄρθρα καὶ τὸ ὁποῖον θίγει, ὅπως θίγει τὸ παρόν, ὅλα τὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουν τόσαι συγκρουόμεναι, τόσαι ἀντίθετοι ἀπόψεις, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ τελεσφορήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπὸ θεωρίας δέχομαι ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Δὲν ἔχω οὐδὲν συμφέρον νὰ εἶμαι οὔτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς τάξεως, οὔτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Δὲν θὰ εἶχα βέβαια οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἔλθῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Λέγω τὴν προσωπικήν μου γνώμην. Βέβαια θὰ ἐλάμβανα καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ θὰ ἐξέφερα καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον ἐπ’ αὐτοῦ. Σᾶς δηλῶ δέ, κύριοι, διότι ἀναγκάζομαι προκαλούμενος νὰ τὸ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω ἀπολύτως οὐδένα ἐνθουσιασμὸν διὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διότι καὶ ἡ μόνη ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα δὲν ἔγινε δεκτή, συμφώνως μὲ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰς τὰς προσωπικάς του σχέσεις πρὸς ἐμέ. Λοιπὸν δὲν εἶναι ζήτημα οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, λέγω, ὅτι εἶναι ζήτημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται κατὰ εὔλογον τρόπον νὰ τελεσθῇ παρὰ μόνον κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον τελεῖται ἀφ’ ἧς ὑπῆρξεν Ἐνοικιοστάσιον μέχρι σήμερον. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§80Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου κατ’ οὐσίαν, ἂν εἶναι ὀρθὸν ἢ ἐσφαλμένον, διότι ὡς ἔργον ἀνθρώπινον ἔχει καὶ τὰς ἀρετάς του, ἔχει καὶ τὰς πλημμελείας του. Τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ ἀλλαχοῦ ἐγένετο, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἔλαβε τὰς διαστάσεις τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐνταῦθα, ἀπαρτίσαν κώδικα ὁλόκληρον. Τοῦτο προδήλως καθιστᾷ μονιμωτέραν τὴν κατάστασίν του καὶ δυσχερεστέραν τὴν ἐπαναφορὰν εἰς τὴν ὁμαλότητα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τυπικὸν ζήτημα, ὅπερ εἶναι ζήτημα κύρους, τονίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ διευκρινισθοῦν τὰ ἀναφυέντα ζητήματα ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐν πλήρει συνειδήσει. Τὰ ζητήματα εἶναι δύο. Τὸ προέχον εἶναι ἂν τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα, ὅπερ ἀποτελεῖ κώδικα νομοθετικοῦ περιεχομένου, εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ κρατοῦν Σύνταγμα παρ’ ἡμῖν καὶ ἂν εἶναι ἔγκυρον. Στηρίζεται βεβαίως τοῦτο εἰς μίαν ἐντολὴν προγενεστέραν, ἥτις πάντως ἔχρῃζε κυρώσεως παρὰ τῆς Βουλῆς. Μὴ κυρωθὲν τοῦτο ἐντὸς διμήνου εἶναι ἀνύπαρκτον κατὰ τὸ Σύνταγμα, θέλει δὲ ἀμφισβητηθῆ τὸ κῦρός του ὑπὸ τῶν δικαστηρίων.

§81Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ συντακτικὸν ψήφισμα ὁρίζει ἄλλην διαδικασίαν παρὰ τὸ Σύνταγμα.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.

§83Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ψήφισμα «περὶ τῶν δικτατορικῶν Ν. Διαταγμάτων καὶ τοῦ τρόπου τοῦ διακανονισμοῦ αὐτῶν, εἶχον λάβει τὸν λόγον καὶ εὑρέθην ἀτυχῶς μόνος εἰς τὴν διατύπωσιν μιᾶς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, ὅτι τὰ Νομοθετικὰ αὐτὰ Διατάγματα ἔπρεπε νὰ θεωρηθοῦν ἰσχυρά, ἐφόσον πρὸ τῆς ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς ἐδημιούργησαν ἐκτελεστικὰ Διατάγματα καὶ διαφόρους καταστάσεις ὑπαρχούσας καὶ ἰσχυούσας μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δώσωμεν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, στηριζομένη ἐπὶ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τοιούτων, ἐκδίδῃ καὶ ἐφεξῆς ἐκτελεστικὰ Διατάγματα, στηριζόμενα ἐπὶ τῶν ὑπὸ κύρωσιν Ν. Διαταγμάτων. Δυστυχῶς ἐπεκράτησε τότε ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θεωρῇ τὰ Διατάγματα ταῦτα ἐπὶ διάστημα ἑνὸς ἔτους ἐν ἰσχύϊ, νὰ στηρίζεται ἐπ’ αὐτῶν, νὰ ἐκδίδῃ ἐκτελεστικὰ Διατάγματα καὶ τότε μόνον νὰ τὰ παραπέμπῃ εἰς τὴν σχηματισθησομένην Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅταν θέλῃ τὴν τροποποίησιν ἢ ἐπικύρωσιν αὐτῶν. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ζητήματος τώρα γεννᾶται ἡ μεγαλυτέρα διχογνωμία, μεταξὺ μας, διότι ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ὁ δέων σεβασμὸς πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς λέγει ὅτι στηρίζεται ἐπὶ Ν. Διατάγματος ἀναγομένου εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀρκεῖται δὲ μόνον εἰς αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης λέγει ὅτι «καὶ ἂν δὲν θεωρήσητε ἐπαρκῆ αὐτὴν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ ἓν ἄρθρον νόμου ὑπὸ ἀριθμὸν τάδε, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιῶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἠρωτήθη ἐπανειλημμένως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος, νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ἂν ὑπάρχῃ πράγματι ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διότι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀπόφασις, προσεπίκλησις τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι ἐντελῶς περιττὴ καὶ πρέπει τότε ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν γεννεσιουργὸν δύναμιν μόνον τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐκδοθέντος ἐπὶ Κονδύλη. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ἐρώτημα· καὶ ἂν ἀκόμη καλῶς ἐνήργησε τυπικῶς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, στηριχθεὶς ἐπὶ μόνου τοῦ Νομοθετικοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημοσιεύσῃ ὑπὸ τύπον ἁπλοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος ἕνα, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ὁλόκληρον κώδικα, κατέχοντα ὀκτὼ σελίδας τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως; Ἐφόσον ὑπάρχουν τόσα συμφέροντα κοινωνικά, τὰ ὁποῖα συγκρούονται ἐν τῷ κώδικι αὐτῷ, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ πάρῃ ὅλην αὐτὴν τὴν εὐθύνην καὶ νὰ ἐνεργήσῃ αἰφνιδιαστικῶς καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τῶν συναδέλφων του.

§84Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τί τὸ λέγετε αὐτὸ τὸ «αἰφνιδιαστικῶς», ἀφοῦ ἐδημοσιεύοντο εἰς τὰς ἐφημερίδας διάφοροι τροποποιήσεις τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἐξητάσθησαν ὅλα τὰ ὑπομνήματα, ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ ἐπὶ τέσσαρας ὁλοκλήρους μῆνας καὶ ἔρχεσθε μετὰ τέσσαρας μῆνας νὰ λέγητε ὅτι τὸ ἐδημοσίευσα αἰφνιδιαστικῶς.

§85Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν σᾶς ἀρέσει ἡ λέξις ἢ τὸ πρᾶγμα; Ἄν ἡ λέξις αὐτὴ δὲν ἐκφράζει τὸ πρᾶγμα, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὴν τροποποιήσω.

§86Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἰφνιδιασμὸς λέγεται ὅταν εἷς Ὑπουργὸς ἐπιχειρεῖ κάτι τι ἐντελῶς αἰφνιδιαστικῶς, χωρὶς νὰ προηγηθῇ τίποτε, ἀλλὰ τὸ κάμνει ἐξαφνικά.

§87Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἄν δὲν ἦτο ἐξαφνικὸν ἢ αἰφνιδιασμός, ὡς τὸ λέγω ἐγώ, δὲν θὰ ἐβλέπατε ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ κατόπιν τώρα ὁπότε ἐδόθη εὐκαιρία νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, τοιοῦτον ἀναβρασμὸν μεταξὺ τῶν κ. κ. συναδέλφων καὶ τόσον ζωηρὰς ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν καὶ μέχρι προσωπικῶν ἀντεγκλήσεων. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πάντως ὑπάρχει κάτι τὸ ἔκτροπον, κάτι τὸ μὴ ἔννομον καὶ μὴ ὁμαλῶς γενόμενον. Διότι γενομένης τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἀπεργίας καὶ περὶ τῶν λυπηρῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται ἐν μέρει καὶ εἰς τὰς διαδόσεις περὶ τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκδόσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ ἐπελθούσης, ἴσως κακῶς, συσχετίσεως τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς πρὸς τὸ ὅλον ζήτημα τοῦ κομμουνισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀπεργίαν, κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παρακάμψῃ τὴν ἐπερώτησιν, χωρὶς κἂν νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς. Ἐνῷ τμῆμα αὐτῆς ἀπετέλει καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Τρία ἦσαν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τότε τὴν Βουλήν, ὅτι ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀπεργίαν· τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν ἐπιτηδευματιῶν καὶ τὸ τῆς καταργήσεως τῶν Αἰσχροδικείων. Ἐφόσον ἦτο ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης ἐν τῇ Βουλῇ, ἔρχεται καὶ ἡ δημοσίευσις τοῦ Ἐνοικιοστασίου, χωρὶς νὰ εἶναι καθωρισμένον καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ. Καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἦσαν διόλου προϊδιασμέναι οὔτε ἡ Βουλή, οὔτε ἡ Κοινωνία, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐδῶ εἶσθε παρόντες ὅλοι οἱ Ὑπουργοί, διαψεύσατέ με.

§88Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν προτεραίαν τῆς δημοσιεύσεως μετὰ τετραήμερον συζήτησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συγκατένευσε.

§89Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαντήσητε σεῖς.

§90Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐτελείωσε τὴν συζήτησιν καὶ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου 48 ὥρας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως.

§91Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ σιωπὴ τῶν συναδέλφων σας εἶναι ἀπόδειξις τοῦ ἐναντίου. Ἀπαιτῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσωσιν ὅλοι οἱ συνάδελφοί σας ἕνας ἕνας. Ὅταν ἰσχυρίζωμαι κάτι τι ἐνώπιον τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, εἶναι ἱκανοὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ νὰ μὲ διαψεύσωσιν. Οἱ ἰδικοί σας σχετλιασμοὶ δὲν δύνανται νὰ μεταβάλλωσι γεγονότα. Συνήθισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀφίνῃ πάντοτε τοιαῦτα σοβαρώτατα ζητήματα ἔκθετα εἰς τὴν Βουλήν, ἐνῷ, καθὼς γνωρίζετε, τοῦτο δὲν συμβαίνει εἰς ἄλλας περιστάσεις, ὁπότε ὑπάρχει μειονοψηφία σοβαρὰ καὶ πλειονοψηφία ἰσχυροτάτη. Βουλὴ σημαίνει κυρίως τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις. Ἑπομένως σήμερον παρ’ ἡμῖν τὰ πέντε κόμματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὰ 9)10 τῆς Βουλῆς, ἐκπροσωποῦνται ὁλόκληρα ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἶναι δὲ ἐντελῶς ἄτοπον, εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ κανονίζῃ, νὰ νομοθετῇ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, συγκεντρουμένη ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ νὰ τὰ ἐμφανίζῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἀφίνωνται ἔκθετα ἐδῶ καὶ νὰ βλέπωμεν ἐπερωτήσεις ὑποστηριζομένας ὄχι ἀπὸ τὴν μικρὰν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν καὶ νὰ βλέπωμεν ὅτι καθημερινῶς ὑπάρχουν ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ ἀντιγνωμίαι καὶ διχογνωμίαι, αἱ ὁποῖαι ἀφίνουν τὰ ζητήματα ἔκθετα εἰς βλάβην καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἄν μέχρι τοῦδε δὲν κατώρθωσεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδώσῃ ἐργασίαν ἀνταξίαν τῶν ἐλπίδων τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐστήριξε τόσας ἐλπίδας εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, δὲν πταίει ἡ Βουλή, διότι τὰς ἐργασίας τὰς κανονίζει ἡ Κυβέρνησις, πολὺ δὲ περισσότερον σήμερον, ὁπότε ἔχετε σχεδὸν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα μένουν ἔκθετα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπιβαρύνουν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπόδειξις εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ τὸ ἀναβάλῃ μετὰ τὰς διακοπάς, διὰ νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον νέας καταστάσεως δημιουργηθησομένης, νέων ἐπεισοδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπισπάσουν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀσχολούμεθα διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ θὰ ξεχασθῇ. Δὲν εἶναι δυστυχῶς ὅμως τὸ Ἐνοικιοστάσιον ζήτημα τοιοῦτον, ὥστε νὰ χωνευθῇ εὔκολα ἀπὸ μίαν Κοινωνίαν, ἡ ὁποία βαθέως εἶναι διχασμένη ὡς πρὸς τὰς σχέσεις αἱ ὁποῖαι κανονίζονται διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διότι ὑπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα, ὑπάρχουν χίλιαι περιπτώσεις λεπτομερειῶν κανονιζόμεναι διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου οὕτως ἢ ἄλλως εἰς βάρος μιᾶς τάξεως καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ ἑτέρας, ἢ εἰς βάρος καὶ ἑνὸς μόνον προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσε νὰ προβλεφθῇ ἡ ἰδική του περίπτωσις, ὅπως κατώρθωσαν ἄλλα πρόσωπα.

§92Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Περὶ τοῦ νέου ὁμιλεῖτε;

§93Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ναί. Ὑπάρχουν προσωπικαὶ διατάξεις ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δικαίως καὶ ὀρθῶς ἐμερίμνησαν νὰ προστατευθῶσιν, εἴτε ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐνοικιαστῶν, εἴτε εἰς τὴν τάξιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὑπάρχουν λοιπὸν συμφέροντα τόσον μεγάλα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφεθῇ ἔκθετον τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ νὰ ἀφεθῇ ἡ Κοινωνία συγκρουομένη διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἐγκρίνει. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ μίαν ἀπόφασιν περὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, δὲν δύναται τὸ Ἐνοικιοστάσιον ὑφ’ οἷον τρόπον ἐδημοσιεύθη νὰ θεωρηθῇ ἔγκυρον, ὅπως ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἐγκυρότερον ἐγκύψαντες εἰς τὸ θέμα, ἀλλὰ καὶ ἂν θέλωμεν νὰ παρακάμψωμεν τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον πρέπει νὰ λάβῃ τὸν τύπον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐγκρίσεως καὶ διὰ νὰ λάβῃ αὐτὸν τὸν τύπον εἷς τρόπος ὑπάρχει· θὰ παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγομελεστέραν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ λάβει ἐκ τῶν προτέρων τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι Κοινοβουλευτικαί Ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῶν δικτατορικῶν Διαταγμάτων ἢ θὰ εἶναι Ἐπιτροπὴ ἐντεταλμένη νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ, ὅπως τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τῶν δύο αὐτῶν τύπων εἰς τὴν Βουλὴν ἐναπόκειται νὰ προτιμήσῃ τὸν συντομότερον καὶ σκοπιμότερον. Ὁ εἷς ἐκ τῶν τρόπων αὐτῶν εἶναι ἀπαραίτητος. Διότι, ὅπως ἐδημοσιεύθη τὸ Ἐνοικιοστάσιον σήμερον, κατόπιν τῶν ἀμφισβητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ καὶ αἱ ὁποῖαι διαμφισβητήσεις συγκεντρώνουν τὴν πλειονότητα τῶν γνωμῶν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ἐνοικιοστάσιον αὐτὸ νὰ ἰσχύσῃ ἀκινδύνως καὶ προώρισται νὰ δημιουργήσῃ καὶ νέας κοινωνικὰς ταραχάς, τὰς ὁποίας καθῆκον καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, πρὸ παντὸς τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι νὰ ἀποτρέψωσι τοιαύτας μελοντικὰς ταραχάς. Διότι μία, δύο, τρεῖς, τοιαῦται ἀκόμη ταραχαὶ ἂν δημιουργηθῶσι καὶ ἐπέλθωσιν εἰς βάρος τοῦ σημερινοῦ κοινοβουλευτικοῦ συγκροτήματος, αἱ συνέπειαι δὲν θὰ εἶναι ἁπλαῖ. Δὲν θὰ πρόκειται πλέον περὶ τῆς θέσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ὅπως δὶς ἀπεπειράθη χθὲς τὸ ἑσπέρας αἰφνιδιαστικῶς τρόπον τινά, καὶ πάλιν λέγω τὴν λέξιν αὐτήν, ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ, ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν. Θὰ πρόκειται περὶ συνεπειῶν πολὺ γενικωτέρων ἀπὸ τὸ ζήτημα θέσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς μίαν Κυβέρνησιν, ἔστω καὶ Οἰκουμενικήν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις σημαίνει ὁλόκληρος ἡ Βουλή σχεδὸν καὶ μαζὺ μὲ τὴν Κυβέρνησιν βεβαίως θὰ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν πτῶσιν τῆς καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Ἀπέναντι ἑνὸς τοιούτου ἐνδεχομένου, ἀπευθύνομαι ὄχι πλέον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς τὴν πλειονότητα τῆς Βουλῆς καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν της, διότι καὶ ἄλλοτε καὶ εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν καὶ εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν καὶ εἰς τὰς προηγουμένας ἁπλᾶς Βουλὰς μὲ γέλωτας ὑπεδέχοντο οἱ βουλευταὶ τοιαύτας ἐγκαίρους προειδοποιήσεις, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ γέλωτες ἐπληρώθησαν κατόπιν πολὺ ἀκριβὰ εἰς βάρος ὄχι μόνον τῶν βουλευτῶν, ἀλλ’ εἰς βάρος ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους καὶ μέρος αὐτῶν τῶν γελώτων πληρώνομεν ἀκόμη καὶ σήμερον μὲ συμφορὰς ἐθνικάς, τὰς ὁποίας δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν, ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου προνοίας ὅπως προλάβωμεν τὰ γεγονότα. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον καθῆκον ἡμῶν, νὰ προλαμβάνωμεν τὰ γεγονότα καὶ ὄχι νὰ ἐρχώμεθα κατόπιν δι’ ἁπλῶν ἐπερωτήσεων νὰ φαινώμεθα ὅτι ἐνδιαφερόμεθα δῆθεν διὰ τὰ γενόμενα καὶ νὰ τὰ καταδικάζωμεν διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου εἰς τὴν παραγραφήν. (Χειροκροτήματα).

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.

§95Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλὴν διὰ θέμα ἐξηντλημένον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄσκοπον νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Τὸ νομικὸν μέρος πλήρως ἐπραγματεύθησαν οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι, ἰδιαίτατα δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συντάκτης τοῦ ἄλλοτε ἰσχύσαντος Ἐνοικιοστασίου καὶ ὁ κ. Εὐταξίας. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως τελείως σαθρὸν τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος. Ἀνεγνώσθησαν ἤδη ὑπὸ τῶν προλαλησάντων κ. κ. συναδέλφων αἱ σχετικαὶ διατάξεις τῶν Διαταγμάτων καὶ νόμων. Ἐν τούτοις θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω καὶ πάλιν αὐτάς, διότι ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἡ παραμικροτέρα ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῶν. Ὁ μὲν νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, ὁμιλεῖ περὶ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου δὲν ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργός, διότι, ὡς γνωστόν, ὅταν ἐκδίδεται ἓν Διάταγμα, διὰ τὸ ὁποῖον προαπαιτεῖται ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αὐτὸ τοῦτο τὸ Διάταγμα βεβαιοῖ τὴν ὕπαρξιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, ἐν τῷ Διατάγματι δὲ τῷ ἐκδοθέντι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης οὐδεμία ὑπάρχει μνεία περὶ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Πλὴν τούτου ὅμως ὑπάρχει ἡ βεβαίωσις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τοιαύτη ἀπόφασις οὐδέποτε ἐλήφθη. Ἐφόσον δὲ τοῦτο εἶναι βέβαιον, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν νόμον τοῦτον. Ἤδη παραμένει τὸ Διάταγμα τὸ ἁμαρτωλόν, τὸ ὑπὸ κρίσιν Διάταγμα τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Ἀλλὰ καὶ ἂν λησμονήσῃ τις τὸ ζήτημα τοῦ ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ εἶναι ὑπὸ κρίσιν, πάλιν οὐδαμῶς δύναται ἐπ’ αὐτοῦ νὰ βασισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅπως δικαιολογήσῃ τὸ ἐκδοθὲν ὑπ’ αὐτοῦ Διάταγμα Ἐνοικιοστασίου, διότι ἡ διάταξις αὐτοῦ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἁμαρτωλοῦ Διατάγματος εἶναι σαφὴς (ἀναγινώσκει): «Διὰ Προεδρικοῦ Διατάγματος δύνανται νὰ τροποποιηθῶσιν ἢ καταργηθῶσιν διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Ἐνοικιοστασίου». Τί σημαίνει «τοῦ ἰσχύοντος Ἐνοικιοστασίου»; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναί τις νομικός, οὐδὲ ἐντριβὴς περὶ τὰ ζητήματα τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, οὐδὲ νομοδιδάσκαλος διὰ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς σημασίας τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ ἀνάγνωσιν καὶ γραφὴν καὶ νὰ ἀκολουθῇ τοὺς στοιχειώδεις κανόνας τῆς λογικῆς. «Τοῦ ἰσχύοντος Ἐνοικιοστασίου». Τοῦ ἰσχύοντος πότε; Τοῦ ἰσχύοντος ἐπ’ ἄπειρον; Εἰς γεννεὰς γεννεῶν; Τοῦ ἰσχύοντος κατὰ τὴν ὥραν τῆς δημοσιεύσεως ἐκείνου τοῦ Ν. Διατάγματος; Ἀλλά, κύριοι, ὅλα αὐτὰ εἶναι ζητήματα νομικά. Ἐγὼ ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ οὐσιαστικοῦ καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν· διατί ἠθέλησε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου; Διατί ἠθέλησε νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ Διατάγματος τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη καὶ δὲν προσέβλεψε πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς ἀνὴρ κοινοβουλευτικός, ὡς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διεκρίθη καὶ ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου ἔλαβε τοὺς τίτλους καὶ τὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα φέρει; Διατί αὐτὴ ἡ ἐπιδειχθεῖσα πρὸς τὸ Κοινοβούλιον περιφρόνησις; Μᾶς ἀπαντᾶ· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς Διάταγμα Ἐνοικιοστασίου ὡς περιέχον διατάξεις θιγούσας τόσα συμφέροντα, ἀφοῦ παιτεῖται ἡ ψήφισις κατ’ ἄρθρον καὶ ἀφοῦ εἶναι τόσα ἄρθρα καὶ θὰ διαιωνίζετο πλέον τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπαντᾶ ὅτι διετέλεσεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, διετέλεσε καὶ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ τὴν νομοθετικὴν ἱστορίαν καὶ τὴν Συνταγματικὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας, τὴν ὁποίαν παρακολουθεῖ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς «Παλιγγενεσίας». Ἐννοῶ τῆς «Παλιγγενεσίας» τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου. Ὅτε ἀνεθεωρεῖτο τὸ Σύνταγμα κατὰ τὸ 1911, προέκυψεν ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ζήτημα τοῦ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι κώδικες περιέχοντες πολλὰ ἄρθρα ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν τὴν ψήφισιν τῶν νόμων κατ’ ἄρθρον, τρὶς μάλιστα τότε, δὶς ἤδη. Καὶ ὑπῆρξεν ὁμόφωνος ἡ γνώμη ἁπάντων ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐπὶ τούτου ἀναθεώρησις τοῦ μέχρι τότε ἰσχύοντος Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐλαμβάνετο ἄλλη πρόνοια, καὶ ἐθεσπίσθη τότε ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰδικῶς προκειμένου περὶ κωδίκων ἐπιτρέπεται ἡ ψήφισις αὐτῶν κατὰ εἰδικὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον θέλετε ἰδῆ, διότι θὰ σᾶς ἀναγνώσω τώρα τὸ ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἔλεγε ὅσα περίπου ἐπανέλαβε καὶ τὸ ἄρθρον 48 τοῦ ἤδη ἐν ἐφαρμογῇ Συντάγματος... Ἄρθρον 48ον τοῦ ἤδη ἐν ἐφαρμογῇ Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιψήφισις κλπ.» Καὶ βλέπετε ἐν τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, προκειμένου περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ παλαιοῦ ἄρθρου 57, ἔχοντος περίπου ὡς τὸ ἤδη 48ον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει).

§96Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπρόκειτο τότε περὶ ἀστικοῦ κώδικος.

§97Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ παντὸς κώδικος, ἀστικοῦ, ἐμπορικοῦ κλπ. τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις θὰ ἦτο ἀδύνατος. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἰσχύουσαν ἀπὸ τοῦ 1911. Ἔχομεν παροῦσαν τὴν Βουλήν, δὲν ἔχομεν οὐδὲν δικαίωμα νὰ κηρυχθῶμεν δι’ οὓς λόγους ἀνέφερον ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ καὶ τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ γνωρίζει, νὰ στηριχθῇ οὔτε ἐπὶ τοῦ νόμου 3156, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὔτε ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ Γ. Κονδύλη, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου Ἐνοικιοστασίου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπεξεργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον προέβλεψε τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τοῦ 1864.

§98Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς κωδικοποιήσεως, ἀλλὰ περὶ ὡρισμένης διατάξεως. Θὰ ἴδητε ὅτι αἱ ἡμίσεις διατάξεις εἶναι ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τῶν διατάξεων τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ κώδικος οἷον προνοεῖ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Συντάγματος.

§99Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται οὐχὶ περὶ ἀστικοῦ κώδικος, ἀλλὰ καὶ περὶ ποινικοῦ κώδικος καὶ περὶ δικονομικοῦ κώδικος. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως ἀστικοῦ καὶ ποινικοῦ νόμου. Ἄν ἡ τροποποίησις αὐτὴ ἐγένετο δι’ ἀντιγραφῆς τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ ἢ τοῦ Γαΐου δὲν γνωρίζω καὶ τίνος ἄλλου νομοδιδασκάλου, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει αὐτό. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι ἡ περιφρόνησις τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο πρὸς αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὲν δύναται νὰ κρύπτεται ὄπισθεν τῶν δακτύλων του δικαιολογούμενος καὶ νὰ προβάλῃ τοιαῦτα σαθρὰ ἐπιχειρήματα.

§100Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶσθε ἐν τῷ ἀδίκῳ ὅταν φαντάζεσθε ὅτι ἐγὼ ἐξεδήλωσα περιφρόνησιν πρὸς τὴν Βουλήν. Οὐδεμίαν περιφρόνησιν ἐξεδήλωσα. Ἐγὼ περισσότερον παντὸς ἄλλου εὐλαβοῦμαι τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἤθελον δημιουργηθῆ ἀνωμαλίαι εἰς τὸν Τόπον ἐκ τοῦ σχεδίου Διατάγματος περὶ Ἐνοικιοστασίου, ἔπραξα ὅ,τι ἔπραξα καὶ ὄχι ἐκ περιφρονήσεως πρὸς τὴν Βουλήν. Εἶσθε υἱὸς τοῦ ἀειμνήστου Δημητρίου Ράλλη, καὶ δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλεῖτε περὶ ἐμοῦ, ὅτι ἐγὼ περιφρονῶ τὴν Βουλήν.

§101Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὰ δυστυχῶς δι’ αὐτὸν ἀκλόνητα ἐπιχειρήματά μου ἠθέλησε νὰ προκαλέσῃ τὴν συμπάθειάν μου, ποιούμενος ἔκκλησιν ἄλλων αἰσθημάτων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκφράσω πρὸς αὐτὸν δημοσίᾳ τὴν λύπην μου, διότι ἀναγκάζομαι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ κακομεταχειρισθῶ τὰ ἄνομα αὐτοῦ ἔργα. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ πράξω τοῦτο τοὐλάχιστον, διότι δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐναντίον μου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ἐναντίον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, διότι δυστυχῶς ἡ ἡλικία μου δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι μὲ ἐνθυμεῖται εἰς οἵαν περιβολὴν ἐνεθυμεῖτο τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφον.

§102Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς ἐνθυμοῦμαι ὅταν ὁ ἀείμνηστος πατήρ σας σᾶς ἐπήγαινεν εἰς τὸ Γυμνάσιον.

§103Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε ἐλησμόνησε μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον ὀφειλομένην εὐλάβειαν, τοὐλάχιστον ἀπέδειξεν ὅμως ὅτι ἡ μνήμη του διατηρεῖται ἀκμαία. Κατὰ τὴν εὐτυχῆ ἐκείνην ἐποχήν, τὴν ὁποίαν ὑπενθυμίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εὑρίσκετο καὶ ἐκεῖνος εἰς τὴν ἰσχνότητα, εἰς οἵαν καὶ σήμερον εὑρίσκεται, ἀλλ’ ἀτυχῶς εἰς τὴν ἰσχνότητά του προσετέθη καὶ ἡ ἰσχνότης τῶν νομικῶν ἐπιχειρημάτων. Καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάζει τὸ θέαμα, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν τὸν ἐνθυμοῦμαι ἐν τοιαύτῃ περιβολῇ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιχειρημάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη μετὰ τόσης ἀγανακτήσεως νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Ἡ ἀγανάκτησις δὲν στρέφεται κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἔργου του καὶ κατὰ τοῦ πείσματός του, διότι διὰ τοῦ πείσματος αὐτοῦ θὰ δημιουργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ζητήματα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατόν, ὡς ἤδη ἐξετέθη ἀπὸ τὸν κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφον, εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ συγκλονίσωσι αὐτὴν τὴν τάξιν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ ἔργα αὐτοῦ εἶναι ἀντισυνταγματικὰ καὶ ὅτι θὰ ἔλθωσι δικαστήρια σεβόμενα τὸ καθῆκον αὐτῶν καὶ τὴν ἀποστολήν των, τὰ ὁποῖα θὰ κατακρημνίσωσι τὰ ἀντισυνταγματικὰ αὐτὰ ἔργα. Καὶ ὅταν πράξωσι τοῦτο ποία θὰ εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας τάξεως ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία θὰ δημιουργηθῇ ἐκ τοῦ πείσματος αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Δικαιοῦμαι νὰ μὴ ἐνθυμοῦμαι τοὺς δεσμοὺς τῆς φιλίας ὅταν περὶ τοιούτων πρόκειται κινδύνων. Ἀναμφισβητήτως πρόκειται περὶ πείσματος, διότι δύνασθε νὰ προσέλθητε ἐπὶ τέλους μετανοῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητήσητε ὅπως διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς λάβῃ κῦρος τὸ ἔργον ὑμῶν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἶναι ἄκυρον καὶ τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ὑπὸ τῶν δικαστηρίων τῶν σεβομένων τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν θὰ κηρυχθῇ ἀνύπαρκτον. (Χειροκροτήματα).

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Στρατηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§105Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἶναι ζήτημα καθαρῶς νομικόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ὡς τοιοῦτον, δηλαδὴ ὡς ζήτημα ὑπάρξεως ἢ μὴ ἐξουσιοδοτήσεως νομικῆς ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκδώσῃ Διάταγμα καταργοῦν προηγουμένας διατάξεις νομοθετικὰς τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δυστυχῶς ἐξετράπη τῆς συζητήσεως ταύτης, τῆς καθαρῶς νομικῆς καὶ ἐζητήθησαν εὐθῦναι ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἴσως καὶ εὐθῦναι ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης νομικῆς γνώμης ἐδημοσιεύθη ἓν Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Νομίζω ὅτι ζήτημα εὐθύνης Ὑπουργοῦ καὶ ζήτημα εὐθύνης γενικῶς δὲν ὑπάρχει ἐκ τῆς δημοσιεύσεως ταύτης. Ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τεθῶσι τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των περὶ τοῦ ἂν τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐξεδόθη συμφώνως πρὸς νομικὴν ἐξουσιοδότησιν ἢ ὄχι καὶ ἑπομένως δέον νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἑπομένως νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐνῷ ἡ συζήτησις χθὲς ἐβάδιζεν ὁμαλῶς, σήμερον ἐξετράπη εἰς ζητήματα εὐθυνῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ νομικὸν ζήτημα τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ νομικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἑπομένως τοῦ κύρους ἢ μὴ τοῦ Διατάγματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν καλῇ πίστει, ἀναμφισβητήτως, εἰς τὸν κυκεῶνα αὐτὸν τῆς νομοθεσίας, τὸν ὑπάρχοντα σήμερον, ἐνόμισεν ὅτι ὑπάρχει νομικὴ ἐξουσιοδότησις εἰς τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ Κονδύλη. Ἂς ἐξετάσωμεν τοὺς διαφόρους νόμους διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις νομικὴ ἢ καὶ τυπική. Τὰ πρῶτα Διατάγματα «περὶ Ἐνοικιοστασίου», κύριοι συνάδελφοι, ἐστηρίζοντο εἰς τὸν νόμον ΔΖΜʹ καὶ τὸν κατόπιν 768 νόμον. Ὁ δεύτερος νόμος, ὁ νόμος 768, προκειμένου περὶ πολεμικῆς τότε καταστάσεως, συνεπλήρωσε τὸν πρῶτον νόμον, εἰσαγαγὼν τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 6 καὶ 7, δυνάμει τῶν ὁποίων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως εἴτε γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπιτρέπεται νὰ ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων περὶ ἐξώσεως. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐξουσιοδότησις, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐξεδόθησαν ἐκτελεστικὰ Διατάγματα μέχρι τοῦ 1923, τὰ ὁποῖα ἐπέτρεπον τὴν ἀναστολὴν ταύτην τῆς ἐκτελέσεως ἀποφάσεων περὶ ἐξώσεων καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐρημοδικίας ἐπὶ ἀγωγῶν περὶ ἐξώσεων ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Τὰ Διατάγματα ταῦτα βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς, ἐφόσον ἴσχυεν ὁ νόμος 768, εἶναι ἔγκυρα. Ἀλλ’ ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις ἔληξε, ἡ γενικὴ ἐπιστράτευσις ἔπαυσε νὰ ὑφίσταται καὶ ἑπομένως ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ νόμος πλέον κανονίζων τὰ τῶν σχέσεων μισθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν καὶ τὰ τῆς παρατάσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Διὰ τοῦτο, μὴ ὑπαρχούσης τότε Βουλῆς, ἐδημοσιεύθη Ν. Διάταγμα τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1923, τὸ ὁποῖον, ἐφόσον ἔγινε δεκτὸν ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἔχει νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἴσχυεν ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Κατόπιν ἐξεδόθη ἓν Διάταγμα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1923. Κατόπιν ἐπῆλθεν ὁ νόμος 3186. Ἦτο ἀνάγκη νὰ παραταθοῦν αἱ διατάξεις τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Νεώτερον δὲν ἐξεδόθη. Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ εἷς νόμος διὰ νὰ κανονισθοῦν αἱ σχέσεις μισθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν, ἄλλως θὰ ἐπήρχετο ἡ ἄρσις τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ἐδημοσιεύθη λοιπὸν ὁ νόμος 3186, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 5 παρέσχεν εἰδικὴν διὰ μίαν καὶ μόνην φορὰν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.

§106Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πόθεν προέρχεται τοῦτο; Ἀπὸ ποῦ;

§107Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ μίαν καὶ μόνην φορὰν νὰ μεταρρυθμίσῃ, τροποποιήσῃ ἢ παρατείνῃ διατάξεις ὡρισμένας Ν. Διατάγματος, τοῦ Διατάγματος τῆς 29)12)1923. Τοῦτο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὑπουργοῦντος τῆς Δικαιοσύνης τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Μετ’ ἀπόφασιν δὲ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδημοσιεύθη Διάταγμα τῆς 12)2)1925, τὸ ὁποῖον μετερρύθμισε τὰς διατάξεις. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δίδῃ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἔκδοσιν Διατάγματος περιέχοντος νομοθετικὰς διατάξεις, τῶν κατ’ ἐξουσιοδότησιν Διαταγμάτων, ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου καὶ δὲν δύναται πλέον ὁ Ὑπουργὸς διὰ Διατάγματος νὰ καταργῇ ταῦτα. Χρειάζεται νέος νόμος.

§108Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι νόμοι, οἱ ὁποῖοι περιέχουσι τὴν διάταξιν ὅτι ἐφάπαξ ἰσχύουσιν, εἰς τοὺς ὁποίους περιλαμβάνεται ἡ διάταξις ἐφ’ ἅπαξ καὶ διὰ μίαν μόνην φοράν. Ὁ νόμος ὅμως 3186 δὲν ἀναγράφει τὴν λέξιν ἐφ’ ἅπαξ. Συνεπῶς ὁ Ὑπουργὸς δύναται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νόμου νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα.

§109Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι δίδοντες τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἐφ’ ἅπαξ, εἶναι ὅμως ἐπίσης παραδεδεγμένον συνταγματικῶς ὅτι οἱαδήποτε νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένη καὶ νὰ εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων. Ὑπάρχουσιν αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν σήμερον. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τοῦ νόμου τοῦ 1923; Τί λέγει ὁ νόμος; Ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ τροποποιήσῃ τὸ Διάταγμα τῆς δεῖνα ἡμερομηνίας τοῦ 1923, τὸ περὶ Ἐνοικιοστασίου; Ὄχι ἐφ’ ἅπαξ καὶ δι’ αὐτὸ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἐπειδὴ καταργεῖται ἐκεῖνο τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἔδωκε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ὄχι δὲ μόνον κατηργήθη τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ καὶ ἡ βάσις του ἀνετράπη. Ἄν, ἐπὶ παραδείγματι, εἷς νόμος περὶ κληρονομίας ὡρίζῃ ὅτι παρέχει τὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ τροποποιήσῃ αὐτόν, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι αἰωνίως θὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργῇ μὲ τὴν ἐξουσιοδότησιν, διότι τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς Βουλῆς θὰ ἔπαυεν ὑφισταμένη.

§110Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄν δὲν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐξουσιοδότησις δύναται νὰ τὴν ἐμποδίσῃ.

§111Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι παγία ἡ νομολογία τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ὅτι ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ συμπληρώνῃ νόμον διὰ Διατάγματος, αἱ διατάξεις τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ θὰ ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσι διὰ νέου Ν. Διατάγματος.

§112Β. ΣΑΓΙΑΣ. Κάμνετε μίαν σύγχισιν. Ἐδῶ πρόκειται περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τροποποίησιν.

§113Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν λοιπὸν ὑπῆρχε νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν ἐφ’ ἅπαξ μεταρρύθμισιν τῶν διατάξεων ἑνὸς ὡρισμένου Διατάγματος, αἱ διατάξεις αὐτοῦ τοῦ Ν. Διατάγματος εἶναι νόμοι, μὴ δυνάμενοι κατόπιν, δυνάμει τῆς αὐτῆς ἐξουσιοδοτήσεως νὰ μεταβληθῶσι. Ἑπομένως ἡ ἐπικαλουμένη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν διάταξις 5 τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ βοηθήσῃ διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὸν νόμον τοῦτον, ὡς παρέχοντα νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἀπομένει τὸ Διάταγμα τοῦ Κονδύλη, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη εἰς τὸ Διάταγμά του. Τὸ Διάταγμα αὐτὸ ὄντως χορηγεῖ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐξουσιοδότησιν ὅπως δι’ ἐκτελεστικοῦ ἁπλῶς Διατάγματος μεταρρυθμίζῃ τὰς κειμένας διατάξεις περὶ Ἐνοικιοστασίου. Ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη εἶναι γενικὴ καὶ παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ τροποποιῇ τὰς κειμένας διατάξεις διὰ Διαταγμάτων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη, παρούσης τῆς Βουλῆς, ὑποθετικὸν μᾶλλον κῦρος ἔχει, ἐφόσον τὸ ψήφισμα τῆς Βουλῆς δίδει κῦρος εἰς τὰ Διατάγματα ταῦτα ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον δίδει προσωρινὴν ἰσχὺν ἐπὶ ἓν ἔτος τὰ Διατάγματα ταῦτα, νομίζω ὅτι κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος δὲν πρέπει νὰ παράγωσι τέκνα ἀμφιβόλου ζωῆς, διότι εἶναι ἀμφίβολος καὶ ἡ ζωὴ τοῦ πατρός, ὁ ὁποῖος τὰ παρήγαγε, δηλαδὴ τὰ Διατάγματα τοῦ Κονδύλη καὶ τοῦ Παγκάλου. Ἄν τὰ Διατάγματα τοῦ Κονδύλη καὶ τοῦ Παγκάλου εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν ἰσχυρὰν καὶ αὐτά, θὰ εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν ἰσχυρὰν καὶ ἂν καταργηθῶσιν αἱ διατάξεις αἱ δίδουσαι τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα θὰ μείνῃ καὶ αὐτὸ μετέωρον. Νομίζω ὅτι ὀρθότερον ἔπραξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, εἰς ὁμοίαν περίπτωσιν σεβόμενος τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς διὰ ζήτημα ὄχι τόσον σοβαρόν. Ὑπῆρχε Διάταγμα τῆς δικτατορίας τοῦ 1926, τὸ ὁποῖον μεριμνᾷ περὶ ἐπουσιώδους ζητήματος, περὶ ἀτελείας τῶν ξενοδοχειακῶν ἐγκαταστάσεων. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἐπὶ ἓν ἔτος τὴν ἀτέλειαν ταύτην, ἔδωσε δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα ἵνα διὰ Διατάγματος παρατείνῃ τὸ ἔτος τοῦτο τῆς ἀτελείας. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἵνα εἶναι ἐν τάξει ἀπέναντι τοῦ ψηφίσματος, καίτοι ἠδύνατο νὰ παρατείνῃ αὐτὸς μόνον τὸν χρόνον τοῦ Διατάγματος, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομιῶν πρὸς ἐπικύρωσιν τὸ Διάταγμα, ἵνα δυνηθῇ αὐτὸς κατόπιν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὀρθότερον ἔπραξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ θὰ ἦτο ἑπομένως ὀρθόν, ὅπως ἐτόνισε καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς χθές, ἄνευ οὐδεμιᾶς ζητήσεως εὐθυνῶν καὶ μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι προτίθεται περὶ καθαρῶς νομικοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπονται διχογνωμίαι, νὰ δεχθῇ τὴν λύσιν, ὅπως τὸ Διάταγμα ὑποβληθῇ εἴτε εἰς τὴν Βουλήν, εἴτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε εἰς ἄλλην Ἐπιτροπήν, συνιστωμένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα αὕτη ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας ἀναθεωρήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Τὴν εὐχὴν ταύτην ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν.

§114Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παραπέμψῃ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἐρωτῶ· τί εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πράξῃ αὕτη; Ἢ θὰ τὸ παραδεχθῇ ὡς ἔχει, ὁπότε ἀποφαίνεται ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἢ θὰ τὸ τροποποιήσῃ, ἀλλὰ πάντως Διάταγμα θὰ δημοσιευθῇ.

§115Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θὰ κάμωμεν ψήφισμα.

§116Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἔλθῃ λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογή του, κ. Ὑπουργέ.

§117Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ γίνῃ ἔγκυρον.

§118Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θὰ κάμωμεν ψήφισμα χορηγοῦν ἐξουσιοδότησιν.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.

(Ὥρα 9.30′ μ. μ.)

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ

(Ὥρα 11 μ. μ.)

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ ὁρισμοῦ ὁρίου ἡλικίας ἐκπαιδευτικῶν συμβούλων κλπ».

§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ὁ κ. Ι. Καλογερᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§123Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀρκούντως κατὰ τὴν γνώμην μου ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ διὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν ζήτημα. Ἐξηντλήθη κυρίως ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικὸς καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω γνώμην, ἂν ὄντως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ «περὶ Ἐνοικιοστασίου» Διάταγμα ἢ ὄχι. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον νὰ ἐκθέσω τὰς ἀντιλήψεις μου, προσπαθῶν νὰ κατατοπισθῶ εἰς τὰ πράγματα. Καὶ ἂν ἀκόμη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νομικῶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ «περὶ «Ἐνοικιοστασίου» Διάταγμα, ὅπως τὸ ἐξέδωκεν, ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι διὰ ζήτημα τοσαύτης κοινωνικῆς σημασίας, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀλληλοσυγκρούονται τὰ συμφέροντα τῶν τάξεων, θὰ κάμω δὲ ἐδῶ μίαν παρέκβασιν, ὅτι δηλαδὴ καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ὄντως εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα «περὶ Ἐνοικιοστασίου», τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπειδὴ καὶ τότε ἠγέρθη θύελλα διαμαρτυριῶν ὁμοία τῆς σήμερον καὶ παρὰ τὴν ἐπιμονὴν τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅπως ἰσχύσῃ τὸ Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν, ἐν τούτοις ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἐγένετο σεβαστή, κατὰ τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία καὶ ἐτροποποίησεν ἐλαφρῶς τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἔμειναν δὲ οὕτω καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εὐχαριστημένοι.

§124Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ λέγετε ὅτι ἔμειναν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εὐχαριστημένοι, σᾶς λέγω ὅτι ὑπάρχει ἔγγραφον τῆς Ὁμοσπονδίας τῶν ἐπαγγελματιῶν, αὐτῶν οἱ ὁποῖοι σήμερον διαμαρτύρονται καὶ οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι αὐτὸ τὸ ἀντιλαϊκὸν Διάταγμα τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀνεχθῶμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐχαρίστησις.

§125Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἰς αὐτὸ ἔχω νὰ δηλώσω τοῦτο· πολιτευόμενος ἐν Ἀθήναις, ὀφείλω νὰ δηλώσω τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία παρήχθη εἰς ἐμέ, ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν κατηρτίσθη ὁ συνδυασμὸς δὲν εἶδον πλέον τὸν κ. Τσιτσεκλῆν. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγὼ ἤμουν ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ ναὶ μὲν τοῦτο ὀφείλεται λόγῳ τῆς πραγματικῆς περιωπῆς τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, ἀλλ’ ἤκουον ὅτι ἐψηφίζετο ἀπὸ πολὺν κόσμον διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον. Ἔχομεν λοιπὸν ταύτην τὴν παράδοσιν καὶ τοῦτο τὸ δεδομένον, τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἐπωφεληθῶμεν. Τὸ Διάταγμα δὲ τὸ δημοσιευθὲν παρουσιάζει καὶ τοῦτο τὸ ἐξαιρετικόν· ὅτι δὲν εἶναι δυσηρεστημένοι μόνον οἱ ἐπαγγελματίαι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται.

§126ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπόδειξις ὅτι εἶναι καλόν.

§127Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καλόν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει προσβάλλεται τὸ κῦρος αὐτοῦ καὶ καλὸν εἶναι νὰ ἀνοίξωμεν αὐτὴν τὴν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα, νὰ παραπέμψωμεν τὸ Διάταγμα εἰς Ἐπιτροπήν, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν πᾶς τις, ἀντιλαμβανόμενος τὴν κατάστασιν, νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ ἐνῷ ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο, αἴφνης τινὲς ἠθέλησαν νὰ προκαλέσουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ, ἂν τὸ θεωρῇ ζήτημα πολιτικόν. Φρονῶ ὅμως ὅτι οἱ συνάδελφοι αὐτοὶ δὲν ἐσκέφθησαν σοβαρῶς, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ θέτοντες τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θέλουν πραγματικῶς τὴν βελτίωσιν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ. Διότι ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἢ δὲν θὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις, ὁπότε δὲν θὰ δύναται κανεὶς νὰ παραπονεῖται ἢ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ὑπάρχουν κραυγαὶ καὶ διαμαρτυρίαι. Διότι, σᾶς εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ἂν παρὰ τὴν ὀρθὴν ταύτην ἀντίληψιν ὑπῆρχε Βουλή, ἡ ὁποία θὰ ἤθελε τὴν ἀπόρριψιν αὐτῆς, δὲν θὰ ἤθελε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν διάταξιν ὅπως ἐδημοσιεύθη. Καὶ θὰ ἔλεγεν ἡ Βουλή· τί εἶναι ἆρά γε, εἶναι τόσον ἐπιζήμιον νὰ προκαλέσῃ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἐγὼ ἀσφαλῶς θὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐπιστημονικὸν Σῶμα, ἀλλ’ εἶναι πρακτικὸν Σῶμα καὶ ἐξετάζει ἐν ἑκάστη στιγμῆ πῶς πρέπει νὰ λύωνται τὰ ζητήματα. Ἔχει ταύτην τὴν εὐχέρειαν ἡ Βουλή.

§128Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§129Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐγὼ παριστῶ τὰ πράγματα ὅπως τὰ ἀντελήφθην καὶ τοιουτοτρόπως τὰ διατυπώνω. Ὀφείλουν λοιπὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπαινίσσονται τοὺς ὑπαινιγμοὺς νὰ ἀφήσουν τούτους καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνουν....

§130Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ζήτημα ἐμπιστοσύνης δὲν ὑπάρχει.

§131Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. ... διότι πάντες ἔχομεν τὴν ἱκανότητα νὰ γνωρίζωμεν πῶς ἔχουν τὰ ζητήματα. Διότι ὅταν λέγετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ἂν δέχεται τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τὸ νὰ θέτητε ζητήματα ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἂν ἐπιμείνῃ καὶ εἷς βουλευτής, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ δηλώσῃ τὴν θέσιν της.

§132Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅταν χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ γνωστοποιήσῃ ποῖον θὰ εἶναι τὸ σημερινὸν θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διότι δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας, νὰ ἀφήσωμεν τὸ θέμα ἐκκρεμές. Δὲν εἶπον τίποτε περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπε τότε: «Θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης;» Καὶ ἀπήντησα· ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ, θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης, νὰ ἀποφύγῃ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως, αὐτὸ θὰ εἶναι εἰς βάρος της. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου.

§133Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐπροκαλούμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπὸ τὸν κ. βουλευτήν. Χθὲς ὁ κ. Μπούσιος, ὅταν εἶχε σχεδὸν λήξει ἡ συνεδρίασις, εἶπε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς ἡ Κυβέρνησις πρὸ μιᾶς μομφῆς, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν; Διὰ τοῦτο, εἶπεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ σήμερον, μέχρις ὅτου λήξῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις. Τότε ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν εἶπον: «Ὥστε θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης;» Καὶ ὁ κ. Μπούσιος μοὶ ἀπήντησε: «Μάλιστα, θέτω». Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἀπὸ ἕνα μόνον βουλευτήν, διεκόπη ἡ συζήτησις.

§134Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅταν εἶπον τὸ «μάλιστα», δὲν εἶχε λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Εἶπον ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἠθέλατε νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, τότε θὰ ἔθετον ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ τὸ εἶπον διὰ νὰ σᾶς ἀναγκάσω νὰ συνεχίσητε τὴν συζήτησιν. Καὶ τώρα ἀκόμη, ἂν θέλητε νὰ διακόψητε τὴν συζήτησιν, θὰ τὸ θέσω.

§135Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε.

§136Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κάμνω ὅ,τι ἠμπορῶ. Ἐφόσον ὅμως συζητεῖται τὸ Ἐνοικιοστάσιον, δὲν ἔχω κανὲν συμφέρον νὰ ἐπισπεύσω τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως.

§137Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἂν ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος τὰ εἶπε διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως καὶ λέγει ὅτι δὲν θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος συζητήσεως περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης.

§138Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Χαίρω εἰλικρινέστατα, κ, συνάδελφε, διότι ἐγενόμην αἰτία νὰ διασαφισθῇ τὸ ζήτημα. Διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει οἱ βουλευταὶ νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι νὰ ψηφίσουν καὶ νὰ ἐκφράσουν τὴν γνώμην των.

§139Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θέλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς. Ἀναμφιβόλως δι’ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κοζάνης, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπήντησεν ὁ κ. Μεταξᾶς, ἀναμφιβόλως, λέγω, ὁ κ. συνάδελφος ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Πάντες οἱ ὁμιλήσαντες χθὲς κατὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἔθεσαν ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεγχον ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν.

§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὄχι.

§141Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐκβιάζητε τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.

§142Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι τὸ Διάταγμα ἐξεδόθη μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου...

§143Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν ἐβεβαιώθη αὐτό.

§144Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ ὕπαρξις τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ ὁμιλήσαντες κατὰ τοῦ Διατάγματος ἐδήλωσαν ὅτι ὑπάρχει ζήτημα ἐμπιστοσύνης λανθάνον.

§145Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν συμφωνῶ.

§146Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ λανθάνον.

§147Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι συζητεῖται μία ἐπερώτησις. Συζητουμένης τῆς ἐπερωτήσεως πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς ψηφοφορίαν. Ἠμπορεῖ νὰ προταθῇ ζήτημα δυσπιστίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ψηφισθῇ. Ἂν θέλῃ νὰ συνταυτίσῃ τὴν τύχην της, τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸ δηλώσῃ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐπερωτήσεως καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἔπρεπε νὰ δηλώσουν ἂν ἔθεσαν ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἢ ὄχι.

§148Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τούτου τεθέντος, τὸ ζήτημα εἶναι σαφέστατον. Ἕκαστος τῶν κ. κ. συναδέλφων εἶναι ἐλεύθερος νὰ κανονίσῃ τὴν στάσιν του ἀναλόγως τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀντιλήψεών του. Ἐγὼ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος τοσαύτης σοβαρότητος, ἐφόσον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀντιπροσωπεύωνται μὲ τὴν εὐχέρειαν τοῦ Κανονισμοῦ ὅλαι αἱ ἀντιλήψεις ὅλων τῶν ἀποχρώσεων, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς, τιθεμένης μιᾶς ὡρισμένης προθεσμίας, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία διαμαρτυρία καὶ νὰ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιφέρῃ.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος ἔχει τὸν λόγον.

§150Α. ΜΕΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν σκηνῶν εἶχε γίνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ προειδοποίησις ὅτι ἡ σπουδὴ περὶ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου θὰ εἶχε συνεπείας τὰς ὁποίας καὶ πράγματι ἔσχεν. Ἡ δημοσίευσις τοῦ Διατάγματος ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς προὐκάλεσεν ἕνα σφοδρὸν τρικυμισμὸν εἰς τὴν μεγάλην τάξιν τῶν ἐνοικιαστῶν, ἡ ὁποία πλήττεται ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ μέτρου. Ἐπίσης ἐδημιούργησεν ἕνα ἀγωνιώδη σάλον εἰς τὰς πόλεις ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, μὴ ἐπεκταθέντος καὶ εἰς αὐτὰς τοῦ νέου Ἐνοικιοστασίου. Δὲν ἐλήφθησαν οὐδαμῶς ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐπαρχιακαὶ πόλεις, οὐδὲ ἐκεῖναι εἰς τὰς ὁποίας ἐσημειώθη αἰσθητὴ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, λόγῳ τῆς εἰσροῆς τῶν προσφύγων. Ἀναφέρω τὸν Βόλον, ὅστις ἐνῷ ἠρίθμει πρὶν 50.000 κατοίκων, ἔχει σήμερον 70.000. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὑφίσταται καὶ ἐκεῖ ζήτημα στέγης καὶ συνεπῶς ἐπεβάλλετο μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ὅπως τὰ Διατάγματα περὶ Ἐνοικιοστασίων ἔχουν ἰσχὺν δι’ ὅλα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα παρουσιάζεται ἀνάγκη. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὅτι κατόπιν ὑποδείξεων βουλευτῶν καὶ κατόπιν ψηφισμάτων τῶν τοπικῶν ὀργανώσεων θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπέκτασις τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ τίς ὑπῆρξε λόγος, ὥστε νὰ ρίψωμεν τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς τὴν ἀγωνίαν καὶ δὴ εἰς ἡμέρας ἑορτῶν καὶ εὐφροσύνης; Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πολὺ ἄσχημον ἐξέλεξε προπασχαλινὸν δῶρον δι’ ἓν μέγα πλῆθος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀποφασίσασα τὴν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἄρσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου.

§151Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Θὰ ἰσχύσῃ μέχρι τῆς 30ῆς Αὐγούστου.

§152Α. ΜΕΡΟΣ. Ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου καὶ πέραν τί θὰ γίνῃ;

§153Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τοῦ ἀκροτελευταίου ἄρθρου ἐπιφυλάσσεται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ Διατάγματος, νὰ τροποποιήσῃ ἢ νὰ καταργήσῃ Διατάξεις τινάς.

§154Α. ΜΕΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι παρέχεται προστασία εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς πόλεις.

§155Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἀρχὰς τὰ Ἐνοικιοστάσια περιεῖχον διατάξεις μόνον διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, κατόπιν δὲ ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς ἄλλας πόλεις. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ὁποῖον ἐγένετο τότε, θὰ γίνῃ καὶ τώρα.

§156Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐφόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ αὐτοὶ ὅροι, ἐν σχέσει μὲ τὴν στέγην, ὑφίστανται σήμερον καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, διατί νὰ μὴ ληφθῇ ἀπὸ τοῦδε ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπεκτάσεως καὶ εἰς αὐτὰς τοῦ Ἐνοικιοστασίου; Ἀλλ’ ἔχω καὶ τοῦτο κυρίως νὰ τονίσω· ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς ὁ ἔχων στέγην ἐπὶ ἐνοικίῳ μὲ οἱανδήποτε αὔξησιν μισθώματος. Αἱ λαϊκαὶ τάξεις πάσχουν καὶ δὲν πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὴν δυστυχίαν των, εἰς ὄφελος μάλιστα τῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι εὐημεροῦν οἰκονομικῶς.

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν παραπομπὴν καὶ νὰ μὴ ἐκταθῆτε ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου.

§158Α. ΜΕΡΟΣ. Διὰ τὰς τάξεις τὰς ἀσθενεῖς οἰκονομικῶς ἔχω νὰ τονίσω ὅτι πρέπει νὰ παραμείνουν ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τῶν Ἐνοικιοστασίων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἴσχυον.

§159Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τὸ τοῦ κ. Διδάχου;

§160Α. ΜΕΡΟΣ. Ὄχι, τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, τὸ ὁποῖον ἴσχυε μέχρις ἐσχάτων.

§161Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Διδάχου καὶ τοῦ Παγκάλου, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμουν. Τὸ Διάταγμα τοῦτο, τὸ μεταβάλλον καὶ ἄλλας διατάξεις προγενεστέρας, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμω....

§162Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐπειδὴ μετεβάλλατε διατάξεις προγενεστέρων Ἐνοικιοστασίων, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρίζεσθε καὶ τώρα ὅτι ὑπάρχει Βουλὴ ἐν λειτουργίᾳ καὶ τόση ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας ἀσκεῖται πίεσις, ὅτι ἠμπορεῖτε, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, νὰ μεταβάλλητε καὶ τὸ ἰσχῦον Ἐνοικιοστάσιον. Ὁπωσδήποτε, ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο ἀναξία ἑαυτῆς, ἂν δὲν κατηνάλισκε τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον καταναλίσκει ἤδη, δι’ ἓν ζήτημα τοσαύτης κοινωνικῆς σημασίας. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἐν τάξει μὲ τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου, ἡ ὁποία τὴν ἀνέδειξεν, ἂν δὲν δημιουργήσῃ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν συνθήκας καλυτέρου βίου. Καὶ καλύτερος βίος δὲν δημιουργεῖται μὲ τὰς αὐξήσεις τῶν ἐνοικίων. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ Διατάγματος Ἀγγελοπούλου, τὸ ὁποῖον ἐξεκολάφθη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας καὶ εὑρίσκεται ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν πλειονότητα τῆς δημοσίας γνώμης. Δέον, ἄνευ συζητήσεως ἄλλως, νὰ ἀπορρίψῃ αὐτό, μὴ ὑπαρχούσης ἀνάγκης νὰ γίνῃ καὶ δευτέρα νυκτερινὴ συνεδρίασις. Ἡ Βουλὴ τερματίζουσα ἤδη τὸ ζήτημα ὀφείλει νὰ ἐξέλθῃ τακτοποιημένη ἀπέναντι τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἐντολῆς συνισταμένης κυρίως εἰς τὸ νὰ συμμορφοῦται μὲ τὰς ὑποδείξεις αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουσιν ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς τοῦ λαοῦ ἀνάγκας.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§164Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑποθέτω ὅτι ὡμίλησαν τοσοῦτον πεπειραμένοι καὶ εἰδικοὶ συνάδελφοι ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς σήμερον, ὥστε ἡ ἐμὴ ἔρευνα νὰ εἶναι περιττή, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ κύρους τοῦ ὑπὸ κρίσιν δημοσιευθέντος Διατάγματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ μοὶ ἔμειναν ἐντυπωμέναι εἰς τὸν νοῦν αἱ σκέψεις τοῦ σοφοῦ νομοδιδασκάλου κ. Εὐταξία, ὅστις εἶπεν ὅτι θὰ ἐγερθῇ μέγα ζήτημα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων περὶ τοῦ κύρους τοῦ ὑπὸ κρίσιν τούτου Διατάγματος, ἀνέφερε δὲ καὶ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἐγερθῶσι τὰ τοιαῦτα ζητήματα. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἑρμηνευτικῶν μέσων τῶν νόμων τοῦ Κράτους εἶναι καὶ ἡ ἔρευνα τῶν συζητήσεων τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅταν ἴδωσι τὰ δικαστήρια ὅτι ὑπῆρξαν ρήτορες καὶ ὑπῆρξαν ἐπιστήμονες τῆς περιωπῆς τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ ἀμφισβητήσει τὸ κῦρος τοῦ ὑπὸ κρίσιν Διατάγματος, ἐρωτῶ ὑμᾶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωσιν ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν ἔχει κῦρος; Ὑπεστήριξαν ὅτι στηρίζεται ἐπὶ δύο κειμένων διατάξεων, ἐπὶ τοῦ τελευταίως ἐκδοθέντος ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη Νομοθετικοῦ λεγομένου Διατάγματος καὶ ἐπὶ ἑνὸς προϋπάρχοντος νόμου, τοῦ νόλου 3186. Τὸ τελευταῖον Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη ἐπὶ τοσοῦτον ἐκλονήσθη ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν προσβαλλόντων αὐτό, ὥστε ἀναμφισβητήτως δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν ἔχει συνταγματικὸν κῦρος, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Περιττὸν εἶναι νὰ λεχθῇ καὶ γνωρίζετε πάντες ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα τὰ ἐκδοθέντα ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Παγκάλου καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη συμφώνως πρὸς ψήφισμα ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι Διατάγματα ἐπίδικα, εἶναι Διατάγματα διὰ τὸ κῦρος τῶν ὁποίων θὰ ἀποφανθῇ κατὰ πρῶτον λόγον ἡ οἰκεία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, τελικῶς δὲ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Καὶ ἐρωτῶ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ οἰκεία ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ θέλει εἴπει ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν εἶναι ἄξιον κύρους, δὲν θὰ μείνῃ πλέον μετέωρον τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Εἰς ποίαν διάταξιν θὰ στηρίζεται; Ταῦτα κατιδὼν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀνατρέξῃ εἰς προγενέστερον χρόνον καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι κυρίως στηρίζεται τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐνεφάνισεν, οὐχὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἰς τὴν Κοινωνίαν, ἐπὶ τοῦ νόμου 3186. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, προκειμένου περὶ τῶν νομικῶν ζητημάτων, τὰ ποῖα θὰ ἐγερθῶσιν ἐνώπιον τῶν διαφόρων δικαστηρίων, θὰ ἐπιτρέψητε νὰ ἐρωτήσω καὶ πάλιν τὴν Βουλήν· ἂν ὑποθέσητε τι εἰς τῶν διαδίκων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας θέλει προβάλει εἰς τὸν ἀντίδικον, ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ Διάταγμα τὸ ὑπὸ κρίσιν λαμβάνει κῦρος καὶ ἐκ τοῦ νόμου 3186, θέλει προβάλει, λέγω, τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι δὲν ἔχει κῦρος τὸ Διάταγμα, οὔτε κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, διότι δὲν ἔχει προηγηθῆ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἀποδειχθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ὅτι ἔχει ληφθῆ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Λέγεται ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὡρισμένον τινὰ τύπον, ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ πεισθῇ ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ὅτι ἐγένετο συμφώνως πρὸς ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μὴ ὑπάρχοντος ἐπισήμου τρόπου τῆς ἀποφάσεως ταύτης καὶ ἑπομένως μὴ δυναμένου τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἔλαβε χώραν τοιαύτη ἀπόφασις; Κύριοι συνάδελφοι, οὐ μόνον οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι μεμακρυσμένοι τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ καὶ τῆς Κοινωνίας, δὲν ἔχουσι γνῶσιν τῶν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων, ὄχι μόνον ἐκεῖνοι θὰ εὑρεθῶσι πρὸ ἑνὸς μεγάλου προβλήματος, ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οἵτινες ἐγγὺς ἱστάμεθα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχομεν πεισθῆ, τοὐλάχιστον ἐγώ, ὅτι ἔχει προηγηθῆ ἀπόφασις τούτου.

§165Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τί σημαίνει δημοσίευσις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ δημοσίευσις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δὲν γίνεται ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως καὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;

§166Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ θέλουν πολὺ περισσότερον ἀμφιβάλλει, ἂν προηγήθη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθόσον ἐν τῷ Διατάγματι αὐτῷ δὲν μνημονεύεται ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον δὲν θὰ δύνανται νὰ πιστεύσωσιν ὅτι ἠγνοήσατε. Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν μνημονεύεται ὁ νόμος οὗτος, θὰ κριθῇ ἄκυρον καὶ ἐστερημένον νομικῆς ὑποστάσεως τὸ ὑπὸ συζήτησιν Διάταγμα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα διὰ νὰ ταχθῶ οὔτε ὑπὲρ τοῦ ἑνός, οὔτε ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ἂν μὲ ἠρωτᾶτε δὲ θὰ ἔλεγον ὅτι ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν ἰδιοκτητῶν.

§167Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Προστατεύονται ἐξαιρετικὰ οἱ ἰδιοκτῆται καὶ δι’ αὐτὸ ἔχετε τὴν ἐλευθεριότητα νὰ λέγητε ὅσα λέγετε.

§168Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον ὅτι τάσσομαι ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν, οὔτε ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν, οὔτε εἶπον ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ τάσσεται ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος, οὔτε ἀμφισβητῶ τὴν καλὴν πρόθεσιν ὑμῶν νὰ λύσητε ἓν μέγα πρόβλημα κοινωνικόν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ἄπειρος ὑπάρχει ὁ σεβασμὸς πρὸς ἐκεῖνον ὅστις διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Δικαιοσύνης τῆς Χώρας. Ἀλλά, κύριοι, ἄν τις τῶν ἐκλογέων ἡμῶν ἤ τις τῶν πολιτῶν, οἵτινες ἔδωσαν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντολὴν νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ, εἴπῃ εἰς ἡμᾶς, ποίαν γνώμην ἔχετε, κ. βουλευτά, εἶσθε ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ ὑπὲρ τῆς ἄλλης μερίδος; Δυνάμεθα νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτὸν καὶ νὰ λέγωμεν ὅτι ἐκπληροῦμεν τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἠρωτήθημεν, οὐδ’ ἔχει καμμίαν ἀξίαν ἡ γνώμη μας; Διότι τὸ μὲν προεκδοθὲν Διάταγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ παρόν, ἐξεδόθη ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη, ὅτε ἦτο καὶ πάλιν μία ἀνώμαλος κατάστασις, διὰ δὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν φέρει τὸ Διάταγμα εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν ἂν δώσωμεν τοιαύτην ἀπάντησιν; Ὑποθέτω ὄχι. Ἂς μὴ δὲ νομισθῇ ὅτι, ἂν τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἀχθῇ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος ἢ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, θέλει ἐπιβραδυνθῆ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, διότι, ἐπαναλέγω, ὅτι βεβαίως τὰ μεγάλα ζητήματα γεννῶσι μεγάλας συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Βεβαίως ἓν μέγα κοινωνικὸν ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐφονεύθησαν ὅσοι δὲν ἐφονεύθησαν κατὰ τὰς γενομένας ἐπαναστάσεις, διότι ἔπεσεν ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, ἔπεσε χωρὶς νὰ χυθῇ οὐδὲ ρανὶς αἵματος, διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐνεφανίζετο ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, ἐχύθη αἷμα καὶ αἷμα Ἑλληνικὸν καὶ τοῦτο λέγω ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ τονίσω τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον πάντως πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ τίς ὁ λόγος τῆς σπουδῆς ταύτης; Μήπως πρόκειται τὸ Κράτος νὰ μείνῃ ἀκυβέρνητον; Μήπως πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ ἓν νομοθετικὸν κενόν; Καὶ μὲ τὴν κειμένην νομοθεσίαν δὲν δύνανται νὰ ρυθμισθῶσιν αἱ σχέσεις μεταξὺ μισθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ τῷ εἴπω ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἶχε τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ Διάταγμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂς δεχθῇ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον Ἐπιτροπῆς ἀπὸ νομομαθεῖς. Ἂν ἐξ ἀρχῆς ἤρχετο τὸ ζήτημα ἐνώπιον Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ εἶχεν ἔκτοτε λυθῆ, διότι τετράμηνον παρῆλθε μέχρις ὅτου οἱ πάνσοφοι δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἐκπονήσουν τὸ Διάταγμα. Ἂς μὴ ἀγνοοῦμεν δὲ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου δὲν εἶναι ζήτημα νομικόν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα κοινωνικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἁρμόδιοι νὰ ἀποφανθῶσιν εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες συναναστρέφονται καθ’ ἑκάστην μετὰ τῶν πολιτῶν.

§169Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἦσαν μόνον δικαστικοὶ οἱ μετασχόντες τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἦτο καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Τριανταφυλλόπουλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδέχθη.

§170Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ καθηγητὴς κ. Τριανταφυλλόπουλος καὶ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἄλλου. Δεύτερον σᾶς παρατηρῶ τοῦτο’ ὅτι τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν συνεστήσατε, δὲν τὸ ἐσεβάσθητε, εἴχατε διάταξιν οὐσιωδεστάτην, τὴν ὁποίαν ἀπηλείψατε.

§171Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Διάταγμα ὑπέστη ἀλλοιώσεις, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἠξίωσε μεταβολάς τινας. Καὶ ἐνῷ τὸ σχέδιον παρέτεινε μέχρι τοῦ 1928 καὶ τοῦ 1929 τὸ Ἐνοικιοστάσιον, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐθεώρησεν ὅτι ἡ παράτασις ἔπρεπε νὰ εἶναι μακροτέρα καὶ ὥρισεν ἄλλην προθεσμίαν. Ἐγὼ ἐπέμεινα νὰ τηρηθῇ τὸ σχέδιον, ὅπερ ἐφιλοπόνησεν ἡ Ἐπιτροπή, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον προέβη εἴς τινας ἀλλοιώσεις. Καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου ἠξίωσε τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς.

§172Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐπείσθητε εἰς ἕνα ἄνθρωπον, εἰς τὸν κ. Ἀναστασιάδην.

§173Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἴπατε πρὸ ὀλίγου, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον συνεζητήθη ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐνεκρίθη, ἐπέφερε τὰς τροποποιήσεις καὶ κατόπιν τούτου ἐδημοσιεύθη.

§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§175Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἴπατε ὅτι ὅλαι αἱ ἀλλοιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον, ἐπῆλθον δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§176Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ δηλώσῃ ἂν τὸ Ἐνοικιοστάσιον συνεζητήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.

§177Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἐπανάληψιν ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶπον δὲ ὅτι ἐπὶ ὡρισμένων ἄρθρων τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐζήτησεν ὡρισμένας τροποποιήσεις καὶ αἱ τροποποιήσεις αὗται ἐγένοντο. (Χειροκροτήματα).

§178Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος, κύριοι, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ ἀμφισβητήσω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἐν σχέσει μὲ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Διατάγματος, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἀμφισβητήσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ σεβαστὸς καὶ παρὰ πάντων τιμώμενος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς· ἂν κατηρτίσθη μία Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν καὶ ἐζητήθη ἡ γνώμη ἔστω νομομαθῶν, δὲν γνωρίζω ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἦτο ἱκανωτέρα καὶ ἁρμοδιωτέρα νὰ κρίνῃ ἀπὸ μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀπαρτιζομένην ἐπίσης ἀπὸ νομομαθεῖς πανελληνίου κύρους, οἱ ὁποῖοι πλὴν τῶν νομικῶν γνώσεων θὰ ἠδύναντο νὰ προσαρμόσωσι τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ πρὸς τὰς ἐνδεικνυομένας ὑψίστας κοινωνικὰς ἀνάγκας, ὅταν ἐπαναλέγω, μετὰ τοῦ λαοῦ ἐπικοινωνῶσι καὶ ἐκ τοῦ λαοῦ προέρχονται; Μία Ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν σεβαστὸν συνάδελφον καὶ καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν προλαλήσαντα, ἀπὸ τὸν ἔγκριτον νομομαθῆ κ. Τσιτσεκλῆν καὶ ἀπὸ ἄλλους νομομαθεῖς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένους, μία Ἐπιτροπὴ ὀλιγομελὴς Κοινοβουλευτικὴ δὲν θὰ εἶχεν ἤδη τερματίσει τὰς ἐργασίας αὐτῆς καὶ δὲν θὰ ἦτο βέβαιον ὅτι, ὅταν ἐγνωρίζομεν πάντες ἡμεῖς ὅτι ἐκ συναδέλφων ἡμῶν προέρχεται τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἐξ ἀνθρώπων κοινωνικῆς καὶ νομικῆς πείρας, δὲν θὰ ἦτο πιθανὸν ἢ μᾶλλον βέβαιον ὅτι ἐγκαίρως θὰ ἐλάμβανε τὴν συγκατάθεσιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς οὕτως ἐνεργῶν;

§179ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βεβαίως.

§180Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ εἰπόντος χθές, προκειμένου περὶ Ἐνοικιοστασίου ἰσχύσαντος κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτι λόγῳ μεταβολῆς τῶν περιστάσεων καὶ τῶν βιωτικῶν συνθηκῶν, ὅταν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν ἓν νομοθέτημα ἀνῆκον εἰς τὸ παρελθόν, εἶναι ὡς νὰ θέλωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς θέατρον ἢ κινηματογράφον μὲ χθεσινὸν εἰσιτήριον. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων ἐλησμόνησεν ὅτι καλεῖ ἤδη ἡμᾶς νὰ ἀποδεχθῶμεν Διάταγμα Ἐνοικιοστασίου οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς νομοθετήματος ἀνήκοντος εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει χθεσινὸν εἰσιτήριον εἰς ἕνα κινηματογράφον ἢ ἓν θέατρον, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς εἰσιτηρίου ἀνυπάρκτου, ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς εἰσιτηρίου πλαστοῦ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, διότι ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη δὲν γνωρίζω ἂν ἐπέφερε καλὰ ἢ κακὰ εἰς τὴν Πολιτείαν, εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ δὲν ἐξεπροσώπει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Διὰ νὰ μὴ ἐπισυμβοῦν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ μὴ γεννηθῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὰ ζητήματα τὰ νομικά, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ ἐντείνωσι τὸν ἀγῶνα μεταξὺ τῶν δύο τάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐσχάτως ἐν Ἑλλάδι μεταξὺ ἐνοικιαστῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ ἐργάτης τοῦ Διατάγματος τούτου καὶ σεβαστὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους εἰς τὸ νὰ μὴ παραπέμψῃ τὸ ζήτημα τοὐλάχιστον εἰς μίαν ὀλιγομελῆ Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ταχθῇ μία προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ τερματίσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, μετὰ ταῦτα δὲ νὰ ἐγκριθῇ διὰ ψηφίσματος ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Ἐπαναλέγω δὲ ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα τόσον ἐπεῖγον, δὲν εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους, ἀπεναντίας κλονίζει τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀντιπροσωπείας αὐτοῦ ἡ ἐσπευσμένη ψήφισις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος. Μὲ τὴν ἐλπίδα ταύτην κατέρχομαι τοῦ βήματος καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδεὶς τῶν κ. κ. συναδέλφων διὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἤθελε νὰ ἐκφράσῃ τὴν παραμικροτέραν δυσπιστίαν πρὸς τὴν καλὴν πίστιν, τὴν ἱκανότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐντιμότητα τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. (Χειροκροτήματα).

§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Κουτσοπέταλος ἔχει τὸν λόγον.

§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παραιτεῖται.

§183Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἂν θέλητε, ὑποχωρῶ, ἂν πρόκειται νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις.

§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, ἂν παραιτηθῶσιν ὅσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσι.

§185Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί πρότασις ὑπάρχει ὑποβεβλημένη;

§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις νὰ παραπεμφθῇ τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἰς Ἐπιτροπὴν.

§187Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐφόσον δὲν παραιτοῦνται ὅλοι, θὰ ὁμιλήσω.

§188Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε;

§189Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὁρίστε.

§190Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι τὸ Διάταγμα ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπενεγκὸν τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιφέρῃ, ἐπέτρεψε τὴν δημοσίευσιν. Συνεπῶς ἔχομεν μεταβολὴν τῆς βάσεως τῆς συζητήσεως, διότι μέχρι τοῦδε ἐγνωρίζομεν πάντες ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δημοσιεύσεως Διατάγματος, στηριζομένου ἐπὶ Διατάγματος τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνατρέπονται τὰ πάντα καὶ προκύπτει ὅτι τὸ Διάταγμα δὲν ἐδημοσιεύθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει τὴν κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος «περὶ Ἐνοικιοστασίου». Παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ ἐπέλθῃ διευκρίνησις, διότι θὰ ἦτο ὀρθὸν πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς σκολιὰν ὁδὸν πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος, ἡ Κυβέρνησις νὰ κατετόπιζε τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ μὴ παραπαίῃ μεταξὺ τῶν διαφόρων Διαταγμάτων νομοθετικῶν καὶ νόμων ἐκ σφάλματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ δήλωσις αὐτή, ἡ βραδέως γενομένη ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὤφειλε νὰ γίνῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ οὕτω γινομένη δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῶν βεβαιώσεων τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γινομένων.

§191Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα.

§192Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Θὰ ἀποτολμήσω καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω γνώμην σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Καὶ ὁμιλῶ περὶ τόλμης, προκειμένου ἡ γνώμη μου νὰ εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰς γνώμας τῶν ἐν τῇ Βουλῇ νομικῶν κορυφῶν, διότι νομίζω ὅτι ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ οἱ ἴδιοι προέβαλον, ἐξάγεται ἐντελῶς ἀντίθετον συμπέρασμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ συναγάγωσι καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὄχι μόνον δὲν ἠσέβησε πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξετέλεσε πρᾶξιν κυρωθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ μᾶλλον ἤσκησε δικαίωμα χορηγηθὲν εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ συντακτικῆς πράξεως, ἤτοι τοῦ ψηφίσματος περὶ τῶν συντακτικῶν πράξεων καὶ τῶν Ν. Διαταγμάτων τῶν γενομένων ἐπὶ Κυβερνήσεων Παγκάλου καὶ Κονδύλη. Κατηγορήθη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὅτι ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τοῦτο, κατά τινας μὲν βασισθεὶς ἐπὶ τοῦ νόμου 3186, νόμου ὁ ὁποῖος κατηργήθη καὶ δὲν ἰσχύει. Κατηγορήθη ἐπίσης ἀπὸ ἄλλους ὅτι ἐξέδωκε Ν. Διάταγμα ἢ μᾶλλον ἀναγκαστικὸν Διάταγμα παρούσης τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως. Κατηγορήθη ἐν τέλει ὅτι βασιζόμενος εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ Κονδύλη, ἐκδοθὲν ὑπὸ Κυβερνήσεως μὴ ἀρυούσης τὴν δύναμιν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ λαοῦ ἐξέδωκε τὸ ὑπὸ κρίσιν Ἐνοικιοστάσιον. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἔν τινι σημείῳ νὰ συμφωνήσω μέ τινας προλαλήσαντας καὶ ἰδίως μὲ τὸν κ. Ν. Μπακόπουλον ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 3186, ὅσον καὶ διὰ τὰ αἴτια τῆς καταργήσεως αὐτοῦ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἰσχυρίσθη ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἰσχύει, διότι Ν. Διάταγμα νεώτερον κατήργησεν αὐτόν, ρυθμίσαν ἄλλως τὸ ζήτημα. Ἀσφαλῶς τὴν γνώμην ταύτην ἔχω καὶ ἐγώ. Καὶ ἤδη ἐρωτᾶται τὰ περὶ πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰς ὁποίας ἠξίωσαν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς καὶ ὁ κ. Ράλλης, ἐφαρμόζονται μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 3186;

§193Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν ἰσχύει ὁ νόμος.

§194Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Μάλιστα. Ὀρθῶς λοιπὸν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ Κονδύλη καὶ ἐξέδωκε τὸ Ἐνοικιοστάσιον. (Ὑπὸ τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς διανέμεται ψήφισμα δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ἡ διὰ τοῦ Τύπου ἀναγραφὴ οἱασδήποτε εἰδήσεως ἀφορώσης τὰς συνεδρίας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου).

§195Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον διανέμεται, ποῖος τὸ προτείνει; Εἶναι ἀνυπόγραφον. Νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις.... (Θόρυβος).

§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Θόρυβος).

§197Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Πρέπει νὰ εἶσθε μελαγχολικός, κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, ὅταν διανέμωνται τοιαῦτα ψηφίσματα, ἀντὶ νὰ μειδιᾶτε. (Κατέρχεται τῶν ἑδωλίων ὁ κ. Θ. Νικολούδης καὶ πλησιάζει ὀργίλως τὸν κ. Παπαναστασίου, πρὸς τὸν ὁποῖον σείει τὸ ἔντυπον τοῦ ψηφίσματος λέγων):

§198Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Δὲν ἐπολεμήσαμεν τὴν δικτατορίαν καὶ τὸν «περὶ Τύπου νόμον» τῶν κ. κ. Παγκάλου καὶ Εὐταξία, ἵνα παρουσιάζητε σεῖς σήμερον τοιαῦτα ψηφίσματα εἰς βάρος τοῦ Τύπου καὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ.

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ψήφισμα.

§200Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται οἱ Ὑπουργοί. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτὰ λόγῳ τοῦ θορύβου. (Ὥρᾳ 12.10′ π. μ.)

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ

(Ὥρᾳ 12.20′ π. μ.)

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Θ. Νικολούδης ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπιθυμῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.

§203Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Ὅταν ἀνέγνωσα μετὰ βαθυτάτης ἐκπλήξεως τὸ διανεμηθὲν πρὸ ὀλίγου ψήφισμα καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὡς δημοσιογράφος ᾐσθάνθην ἐξαιρετικὴν λύπην. Διότι οὐδέποτε ἀνέμενον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μιᾶς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἐκπροσωπούσης ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας καὶ συμβολιζούσης τὰς ἀποκατασταθείσας λαϊκὰς ἐλευθερίας τοσούτῳ προχείρως καὶ περιέργως νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν τοιούτου περιεχομένου ψήφισμα, περιορίζον τὰς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου καὶ ἀποτελοῦν σοβαρὰν προσβολὴν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρισκόμην ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐντυπώσεων τούτων, εἶδον τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἄλλως τε τρέφω ἰδιαιτέραν ἐκτίμησιν καὶ μεθ’ οὗ, ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν ἀντιθέσεων, συνδέομαι κοινωνικῶς, εἶδον, λέγω, τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν μειδιῶντα καὶ ἐκπληττόμενον διὰ τὴν ἀγανάκτησιν ἣν ἐξεδήλωσα ἐγὼ καὶ ὁ παρακαθήμενος συνάδελφός μου. Ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν διετύπωσα πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶχε τὴν ἔννοιαν ἀτομικῆς ἐναντίον του προσβολῆς, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκληφθῇ ὡς τοιαύτη. Ἴσως ὁ τόνος μετὰ τοῦ ὁποίου διετύπωσα τὴν παρατήρησιν καὶ ἡ σχετικὴ νευρικότης ὑπὸ τῆς ὁποίας κατειχόμην καὶ κατέχομαι ἀκόμη νὰ ἦσαν ὑπερβολαὶ καὶ νὰ ἐξήρχοντο τῆς συνήθους ἐθιμοτυπίας τῆς αἰθούσης ταύτης. Διὰ τοῦτο καὶ ἐκφράζω τὴν λύπην μου.

§204Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ψήφισμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἔγινε λόγος, εἶναι ψήφισμα προερχόμενον ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ψήφισμα θὰ ἐκτεθῶσιν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ὑποβάλῃ τὸ ψήφισμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν θίγει καθόλου τὰ δικαιώματα τοῦ Τύπου, οὔτε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν πρόκειται νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἐμποδίσῃ τὴν δημοσίευσιν ἀνακριβῶν εἰδήσεων περὶ τῶν συσκέψεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ νευρικότης τοῦ κ. βουλευτοῦ, βεβαίως κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, δὲν ἦτο καθόλου δικαιολογημένη, διότι δὲν ἐπρόκειτο τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα καὶ ὑπολείπεται ὅλος ὁ καιρὸς ὅπως ἀναπτύξῃ τὴν γνώμην του. Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ δὲν ἔθιγεν ἐμέ, νομίζω ὅτι ἔθιγε τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον ἡ συμπεριφορά του, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἠδύνατο κακῶς νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἰς τὴν νευρικότητα συνετέλεσε περισσότερον ἡ δημοσιογραφικὴ ἰδιότης παρὰ ἡ βουλευτικὴ ἰδιότης. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἔχομεν πληρέστατον δίκαιον νὰ ὑποβάλωμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Κουτσοπέταλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§206Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἔλεγον, κύριοι βουλευταί, ὅτι δέχομαι καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ νόμος 3186 δὲν ὑφίσταται, πλὴν δι’ ἴσους λόγους ὁ κ. Μπακόπουλος εἶπεν. Φρονῶ κατ’ ἀκολουθίαν ὅτι πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ Ἐνοικιοστασίῳ, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἀνέφερεν οὐχὶ τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλὰ τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Κονδύλη. Δὲν γνωρίζω ἂν τὴν γνώμην ταύτην εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐξακολουθῇ νὰ τὴν ἔχῃ. Ἡ γνώμη ἡ ἐμὴ εἶναι ὅτι ἔπρεπε τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου νὰ στηρίζηται ἐπὶ τοῦ Ν. Διατάγματος τοῦ Κονδύλη. Τὸ Διάταγμα τοῦτο παρεῖχεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα ἵνα διὰ Διατάγματος περιέχοντος νομοθετικὰς διατάξεις νὰ ρυθμίζῃ τὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Τὸ Διάταγμα Κονδύλη ἔχει τὴν δύναμιν ταύτην ἐξ ἑαυτοῦ, ὡς προερχόμενον παρὰ Κυβερνήσεως ἀσκούσης ὄχι μόνον νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ συντακτικήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, καθ’ ἣν ὅλα ταῦτα τὰ Διατάγματα τοῦ τε Παγκάλου καὶ Κονδύλη καὶ πάσης Κυβερνήσεως, μὴ ἀπορρεούσης ἀπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἄκυρα, ἂν καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἦτο ἀληθής, πάλιν τὸ ψήφισμα τῆς Βουλῆς, τὸ κανονῖσαν τὴν ἰσχὺν τῶν Διαταγμάτων τούτων, δηλαδὴ ἡ συντακτικὴ πρᾶξις τῆς Συνελεύσεως, δίδει κῦρος εἰς τὸ Διάταγμα τοῦτο. Ἡ συντακτικὴ πρᾶξις τῆς Βουλῆς δίδει κῦρος εἰς τὸ τυχὸν μὴ ἔχον κῦρος Διάταγμα τοῦ κ. Κονδύλη καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος Ἐνοικιοστασίου ὄχι μόνον τύποις, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Στρατηγόπουλος, ἀλλὰ καὶ οὐσίᾳ.

§207ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζετε ὅτι ἔχει κῦρος, ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος προϋπέθετε....

§208Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τοῦ νόμου 3186, ἀσφαλῶς. Ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι δὲν στηρίζεται τὸ Διάταγμα ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, μοῦ φαίνεται ὅτι πρὸς πλήρη διευκρίνισιν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔδει νὰ δώσῃ διασαφήσεις τινὰς ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ κ. Ράλλη.

§209Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει σημασίαν ἂν τὸ νομοθέτημα αὐτὸ κατηρτίσθη κατόπιν συμφωνίας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ μόνον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Σημασίαν ἔχει ἂν αὐτὸ τὸ Ν. Διάταγμα συνδέεται πρὸς τὴν ὑπόστασιν ὅλης τῆς Κυβερνήσεως.

§210Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, μὲ συγχωρεῖτε. Ἐκ τῆς ὑπάρξεως συμφωνίας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξαρτᾶται τὸ ἔγκυρον ἢ μὴ ἔγκυρον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.

§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ νομικοῦ ὅρου, οὔτε περὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος, δηλαδὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ Βουλὴ ἐνδιαφέρεται νὰ μάθῃ ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνδέῃ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν ὑπόστασίν της. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ πολιτικοῦ μέρους, ὄχι περὶ τοῦ νομικοῦ.

§212Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης;

§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι, δὲν θέτομεν τοιοῦτον ζήτημα, ἄλλο ζήτημα ἂν θέτετε σεῖς ζήτημα ἐμπιστοσύνης;

§214Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐνδιαφέρεται μόνον ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, διότι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων ἢ κατὰ παράβασιν αὐτῶν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς ἵνα διευκρινίσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐν ἐπιγνώσει δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς, εἴτε πρόκειται περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, εἴτε πρόκειται περὶ ζητήματος ἑρμηνείας τοῦ νόμου.

§215Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐδήλωσε ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον λαβὸν γνῶσιν τοῦ σχεδίου τοῦ Διατάγματος κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐπέφερε τροποποιήσεις τινὰς ἐπί τινων ἄρθρων, δὲν ὡμίλησεν οὔτε περὶ ἀποφάσεως οὔτε περὶ ἄλλου τινός.

§216Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Μετὰ τὰ ἀνωτέρω, φρονῶ ὅτι ὀρθῶς τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐξεδόθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος Κονδύλη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντικρούων ἀντιθέτους γνώμας μεταξὺ ἄλλων ἔφερε καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὁ νόμος 3186 ἰσχύει καὶ ὅτι ἐτήρησεν ὅλας τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου τούτου, ἤτοι ὅτι εἰσηγήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ Διάταγμα τοῦτο καὶ ἐνεκρίθη ὑπ’ αὐτοῦ μέ τινας τροποποιήσεις. Ἀσφαλῶς τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς συζητήσεως, διότι ἡ βάσις τῆς συζητήσεως, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἂν ἐξεδόθη περὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων καὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τῆς ἐδοθείσης πρὸς τὸν Ὑπουργὸν δυνάμει ψιφίσματος τῆς Συνελεύσεως καὶ ἂν δύναται νὰ τοῦ ἀποδοθῇ μορφὴ ὅτι δὲν ἐσεβάσθη τὴν Βουλήν. Ἤδη γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκεται ἐν τάξει, ἂν πρέπῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μιμηθῇ ἐν τούτῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν κ. Τσιτσεκλῆν, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπέκυψεν εἰς βίαν.

§217Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι, δὲν ἐξεβιάσθην.

§218Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐξεβιάσθητε καὶ ὑπεχωρήσατε.

§219Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐσεβάσθην τὴν Βουλήν.

§220Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν πρόκειται ἂν ἐσεβάσθητε τὴν Βουλὴν καὶ οὔτε καὶ σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐσεβάσθη τὴν Βουλήν, διότι πρώτη δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην νὰ μὴ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ Βουλὴ ὅμως εἶναι ἐλευθέρα νὰ κρίνῃ, ἡ δὲ γνώμη αὐτὴ τῆς Βουλῆς δὲν μὲ προσβάλλει.

§221Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ὅμως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα καὶ νὰ μὴ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§222Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ τὸ κανονίσουν ἄλλοι καὶ ἑπομένως ἐπὶ τούτου ἐγὼ δὲν προτίθεμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς εἰσαγωγῆς ἢ μὴ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ Διατάγματος ἀποτελεῖ ζήτημα σκοπιμότητος, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Ἐγὼ ἀνεπιφυλάκτως τάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι δηλαδὴ τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς Ἐπιτροπήν. Ἡ εἰσαγωγὴ εἰς Ἐπιτροπὴν ἀντιτίθεται εἰς τὴν γνώμην τῶν αὐστηρῶν συνταγματολόγων, οἱ ὁποῖοι δὲν συγχωροῦν ἐξουσιοδότησιν νομοθετικὴν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἂν δὲ πρόκειται τὸ Διάταγμα νὰ συζητηθῇ περαιτέρω, πρέπει ἡ συζήτησις νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος καὶ ὄχι μόνον ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀποφασίσῃ. Ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τόσον σπουδαῖον ὥστε ἐγκαταλείπουσα τὰ ἄλλα ἔργα της νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ ἓξ μῆνας μὲ τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἔχει καλῶς. Ἂν ὅμως ἀντὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἀποτελουμένη καὶ αὕτη ἀπὸ ἕνδεκα βουλευτὰς καὶ ἀρχηγοὺς κομμάτων, πρόκειται νὰ δοθῇ ἐξουσιοδότησις εἰς εἴκοσι βουλευτὰς ἀποτελοῦντας τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν, ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην ταύτην. Θὰ ἤθελα τὸ Ἐνοικιοστάσιον νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἐρεύνης ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος.

§223Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ ὅμως ἡ ἐφαρμογή του.

§224Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τῆς ἀναστολῆς. Δὲν γνωρίζω ἂν πρέπῃ νὰ συζητηθῇ ἡ οὐσία τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἐγὼ τὸ ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτόν. Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς νομίζει ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθη ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τότε, ἀπετέλει τὸν παράδεισον τῶν περὶ Ἐνοικιοστασίου Διαταγμάτων. Καθ’ ἃ μᾶς ἐπληροφόρησαν ὁ κ. Καλογερᾶς καὶ ὁ κ. Λαδᾶς, κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἐψηφίσθη καὶ ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν ἐκμισθωτῶν καὶ τὴν τῶν μισθωτῶν λόγῳ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἔχων τὴν γνώμην ὅτι ἡ συμβολὴ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι μεγίστη, θὰ ἐδεχόμην διὰ τοῦτον καὶ μόνον τὸν λόγον νὰ ἰσχύσῃ τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Ἐγὼ ὅμως ἐκ τοῦ παρελθόντος δὲν ἐνθυμοῦμαι τίποτε ἄλλο παρὰ διαμαρτυρίας ὄχι μόνον ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν ἐναντίον τοῦ Διατάγματος τούτου.

§225Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὰς ἐγκυκλίους;

§226Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε ἐζήτουν νὰ καταργηθῇ τὸ καταθλιπτικόν, τὸ καταστρεπτικόν, τὸ ἀντιλαϊκὸν τοῦτο Διάταγμα. Ἀλλ’ ἐρρίφθη ἡ γνώμη ἐκ μέρους τοῦ καθηγητοῦ καὶ σεβαστοῦ συναδέλφου κ. Εὐταξία ὅτι, ἐφόσον ἐκ μέρους τῶν κ. κ. συναδέλφων ἠμφισβητήθη τὸ κῦρος τοῦ Διατάγματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη νομίμως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, εἶναι ὀρθὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἢ εἰς τὴν παρ’ αὐτῆς ὑποκαθισταμένην εἰς τὰ δικαιώματά της Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ γνώμη τοῦ σεβαστοῦ κ. Εὐταξία ὅτι ἀμφισβητηθέντος ἅπαξ τοῦ κύρους τοῦ Διατάγματος τούτου ἐκ μέρους νομομαθῶν τῆς περιωπῆς αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ διὰ τοῦτο καὶ μόνον δέον νὰ μὴ ἰσχύσῃ τὸ Διάταγμα καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἀποφυγὴν ἀντιφατικῶν ἀποφάσεων ἀπὸ τὰ δικαστήρια περὶ τοῦ κύρους αὐτοῦ, δὲν εἶναι ὀρθὴ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ κράτιστοι συνταγματολόγοι τοῦ κόσμου εἶχον καὶ ἔχουν μέχρι σήμερον τὴν ἑξῆς ἀμφισβήτησιν. Δύναται ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα νομοθετικοῦ περιεχομένου; Εἴτε ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην νὰ ἐκδώσῃ τὰ λεγόμενα ἀναγκαστικὰ Διατάγματα; Εἶναι τοῦτο σύμφωνον πρὸς τοὺς κοινοβουλευτοκοὺς κανόνας καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσουν ταῦτα; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀμφισβήτησις ἐκ μέρους τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ Συντάγματος, ἐγεννήθη ποτὲ τὸ ζήτημα εἰς τὰ δικαστήρια ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐφαρμόζουν τὰ Διατάγματα ταῦτα; Ἂν τὰ δικαστήρια ἐξακολουθοῦν, ἀκολουθοῦντα τὰς γνώμας τῶν ἐνταῦθα νομομαθῶν, νὰ ἐκδίδουν ἀντιφατικὰς ἀποφάσεις περὶ τῆς ἰσχύος τῶν Διαταγμάτων τούτων, ταῦτα δὲν θὰ εἶναι δικαστήρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ θὰ εἶναι δικαστήρια ἄλλου τινὸς Κράτους, μὴ γνωρίζοντα τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους.

§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§228Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκτὸς τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες συνάδελφοι, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιβάλεται ἡ παραπομπὴ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν, συντρέχει καὶ ἕτερος λόγος, πολὺ σοβαρός, καὶ οὗτος εἶναι ὅτι τὰ ἐν τοῖς παρασκηνίοις τελούμενα δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένα τοῦ πειρασμοῦ τῶν προσωπικῶν διατάξεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντιστῇ εἰς τὸν πειρασμὸν τοῦ νὰ θέσῃ ἐν τῷ ἐν λόγῳ Διατάγματι τοιαύτας προσωπικὰς διατάξεις, ἀπέναντι τῶν ὁποίων καὶ αὐταὶ αἱ δικτατορικαὶ Κυβερνήσεις ὠχριοῦν. Ἐν Πειραιεῖ ὑπῆρξεν Ἑταιρεία τις ὀνόματι «Σωτήριος Δογάνης καὶ Σία», ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν Σωτήριον Δογάνην καὶ τὸν ἀνεψιόν του, τὸν ὁποῖον εἶχε προσλάβει ἐκ παιδικῆς ἡλικίας παρ’ ἑαυτῷ, εἶχεν ἀναθρέψει τοῦτον, μορφώσει καὶ τέλος τὸν εἶχε προσλάβει ὡς συνεταῖρον μὲ κεφάλαιον 6 χιλιάδων δραχμῶν πρὸ δωδεκαετίας περίπου. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη διελύθη πρὸ 2–3 μηνῶν θανάτῳ τοῦ Σωτηρίου Δογάνη καὶ ὁ ἀνεψιὸς εὑρέθη μὲ μίαν οἰκίαν ἀξίας 2,000,000 δραχμῶν, μὲ ἔπιπλα ἀξίας πλέον τῶν 300,000 δραχμῶν καὶ μὲ ἓν ἑταιρικὸν κατάστημα εἰς Ἀθήνας ὡς καὶ μὲ καταθέσεις εἰς διαφόρους Τραπέζας καὶ μὲ προκῦψαν μέρισμα καθαρὸν ἐκ τοῦ ἑταιρικοῦ καταστήματος Πειραιῶς 500,000 δραχμῶν, δηλαδὴ πολυεκατομμυριοῦχος, ἡ δὲ χήρα Δογάνη εὑρέθη μὲ δύο θυγατέρας ἀνηλίκους καὶ μὲ ἓν καθαρὸν μέρισμα ἐκ τοῦ καταστήματος Πειραιῶς 600,000 δραχμῶν. Εἶχε λοιπὸν τὴν εὔλογον ἀξίωσιν ἡ χήρα ὅτι θὰ συνετέλει ὁ ἀνεψιὸς διὰ τῆς συνεργασίας του εἰς τὴν ἑταιρικὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ καταστήματος, ἵνα ἐξ αὐτοῦ ἀποκερδαίνῃ καὶ αὐτὴ ἀναλόγως τῶν κεφαλαίων της καὶ δυνηθῇ νὰ διαθρέψῃ τὰ τέκνα της. Ἀλλ’ ὁ ἀνεψιός της ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ συνεργασθῇ ἑταιρικῶς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ χήρα, προστατευομένη ἀπὸ τὸ Ἐνοικιοστάσιον, διότι ὁ σύζυγός της εἶχε κάμει τὴν μίσθωσιν καὶ διότι ἡ ἑταιρικὴ μερὶς τῶν κληρονόμων ἦτο μεγαλυτέρα τῆς τοῦ ἀνεψιοῦ, ἐδήλωσε ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ τὴν ἐργασίαν τοῦ καταστήματος. Ἐν τούτοις δὲν παρέλειψε νὰ εἴπῃ εἰς ἐμὲ τὸν ἀφελῆ, διότι ἡ γυνὴ ἦτο πονηροτέρα ἐμοῦ, ὅτι ὁ ἀνεψιός της ἔχει τὰ μέσα καὶ νὰ προσέξω μήπως κατορθώσῃ νὰ τροποποιήσῃ τὸ Ἐνοικιοστάσιον ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ἐγὼ τὴν διεβεβαίωσα ὅτι σήμερον δὲν γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα. Καὶ πράγματι, ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ σχετικὸν ἄρθρον 28 ἔμεινεν ὡς εἶχεν εἰς τὸ παλαιὸν Διάταγμα. Ἀλλὰ τί γίνεται ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ἐνῷ τὸ πρῶτον Διάταγμα ἔλεγεν ὅτι «ἐν περιπτώσει διαλύσεως Ἑταιρείας θανάτῳ τινὸς τῶν συνεταίρων εἰς τὰ ἄνω δικαιώματα αὐτοῦ ὑπεισέρχονται αἱ σύζυγοι καὶ κατιόντες αὐτοῦ, ἐφόσον συνεχίζουσι τὸ ἐμπόριον ἢ ἐν γένει τὴν ἐπιχείρησιν τῆς Ἑταιρείας», δημοσιεύεται τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τί λέγει; Βγάζει τὴν σύζυγον ἀπὸ μέσα καὶ οὕτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μεταβαλλόμενος εἰς Ὑπουργὸν ἀδικίας, ἔβγαλε τὴν χήραν ἀπὸ τὸ κατάστημα καὶ εἰσήγαγε τὸν ἀνεψιὸν ἐν αὐτῷ. Καὶ ἐρωτᾶται· ἀφοῦ αὐτὴ ἡ τροποποίησις δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπὸ ποῖον ἆρά γε ἐτέθη; Ἔλαβον, κύριοι, τὴν διαβεβαίωσιν δύο Ὑπουργῶν τοῦ μὲν κ. Τσαλδάρη ἀμέσως, τοῦ δὲ κ. Μιχαλακοπούλου ἐμμέσως δι’ ἄλλου προσώπου, καθ’ ἣν τοιαύτη διάταξις δὲν συνεζητήθη ποσῶς ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂς ἀπαντήσῃ πῶς ἐτέθη. Ἐντεῦθεν γεννᾶται καὶ ἓν μέγα ἄτοπον εἰς βάρος ἑνὸς ἐντιμωτάτου ἀρχηγοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ παρεξηγηθῇ οὐχὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καθόσον εἶναι γνωστὴ ἡ ἐντιμότης του, ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτῆς, διότι συνέπεσε νὰ εἶναι κουμπάρος τοῦ ἀνεψιοῦ. Ὁ ἀρχηγὸς οὗτος εἶναι ὁ κ. Καφαντάρης.

§229Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ δώσω ἐξηγήσεις διὰ νὰ μὴ ἀναφέρωνται καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἵστανται πολὺ ὑψηλότερα τῶν ὑπονοιῶν ὑμῶν.

§230Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑποθέτω νὰ ἐγένετο κατ’ εἰσήγησιν Ὑπουργοῦ.

§231Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγένετο μετὰ μελέτην τῆς ὑπηρεσίας καὶ δὲν εἶναι πρέπον εἰς ὑμᾶς νὰ ἀναφέρετε ὀνόματα Ὑπουργῶν, πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι ἵστανται ὑπεράνω τῶν ὑπονοιῶν ὑμῶν.

§232Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ τὸν ἔθεσα πολὺ ὑψηλά, διότι εἶναι ἐντιμότατος καὶ ὑποθέτω ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο κατ’ εἰσήγησιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγένετο ἀπὸ σᾶς.

§233Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ πρῶτον σχέδιον ἡ διάταξις εἶχε ἀκριβῶς ὅπως λέγετε σεῖς. Κατόπιν ὅμως ὑπομνήματος τῆς ὑπηρεσίας παρεστάθη ὅτι ἀδικία γίνεται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καθόσον ἡ χήρα δὲν δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ κατάστημα, ὁ δὲ ἀνεψιὸς δὲν δικαιοῦται. Δι’ αὐτὸ ἐτροποποιήσαμεν τὴν διάταξιν.

§234Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν συνεζητήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐν τίνι δικαιώματι σεῖς ἐθέσατε μίαν διάταξιν, διότι ἀφίνετε νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν ἔκαμε.

§235Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν σᾶς εἶπον ἐγὼ τοιοῦτόν τι.

§236Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ αὐτὸ μόνον ἠξεύρω καὶ εἶχον καθῆκον νὰ τὸ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.

§238Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω εἰμὴ ὀλίγας λέξεις, διότι ὁμολογῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐξηντλημένον. Νομίζω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν, ἐκτελῶν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων τοῦ νομοῦ Τρικάλλων, νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Διαμαρτύρεται ὅλος ὁ ἐπαγγελματικὸς κόσμος καὶ ἀξιοῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐπιμείνουν οἱ ἀντιπρόσωποί του ἵνα τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου παραπεμφθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, νὰ παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ πιστεύσωμεν ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο θὰ ἔχῃ τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν τοιοῦτον νομοθέτημα, ὅταν ἐπανειλημμένα συλλαλητήρια ὅλων τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων ἐκλόνισαν τὸ κῦρος τοῦ Ν. Διατάγματος, ἐπιβάλλει, λέγω, εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν, συμμορφούμενοι πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σεβασθῇ τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοθέτημα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀνατρεπομένου τοῦ Ν. Διατάγματος ἐπιρρίπτεται μομφὴ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐπὶ τοῦ προηγουμένου νομοθετήματος τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Τσιτσεκλῆ ὁμοίαν ἔδωκε λύσιν ἡ Βουλὴ καὶ ἔπεισε τὸν κ. Ὑπουργόν, καίτοι εἶχεν ἐκδώσει Νομοθετικὸν Διάταγμα, καίτοι εἶχε τεθῇ ἀμέσως εἰς ἐφαρμογὴν τοῦτο, καὶ ἐδέχθη τὰς συστάσεις τῆς Βουλῆς νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ ἐγένετο ἐπεξεργασία φρόνιμος, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθησαν ὅλαι αἱ λαϊκαὶ τάξεις καὶ αἱ ἐπαγγελματικαὶ καὶ αἱ τάξεις τῶν ἐργατῶν Τοῦτο θὰ γίνῃ καὶ πάλιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἓν νομοθέτημα, κατὰ τοῦ ὁποίου ἠγέρθη ἡ λαϊκὴ συνείδησις, νὰ σταθῇ εἰς τὴν θέσιν του ἂν δὲν περάσῃ ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν περάσῃ ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διότι τότε μόνον θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ συναινέσῃ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοθέτημα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικὸν ἢ ζήτημα προσωπικῆς φιλοτιμίας ἢ ἐγωϊσμοῦ ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Εἶναι ζήτημα καθαρῶς κοινωνικόν. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι ὁποίου εἴδους πολιτικὸν ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Μήπως πρόκειται νὰ κρίνωμεν κανὲν πρόγραμμα κυβερνητικόν; Μήπως πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ καμμία ἀρχὴ κυβερνητική; Πρόκειται νὰ καταρτίσωμεν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὸ δίκαιον καὶ δίκαιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέχεται ἡ κοινὴ συνείδησις. Ὅταν ἐξεγείρεται ἡ κοινὴ συνείδησις δὲν εἶναι δίκαιον. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον νομοθετεῖται ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν λαϊκὴν μᾶζαν. Συμπίπτει δὲ ἐν προκειμένῳ καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ ἡ γνώμη τῶν λαϊκῶν μαζῶν. Δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ θέσῃ ἡ Κυβέρνησις πολιτικὸν ζήτημα ἐπὶ ζητήματος τοιούτου, διότι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν μίαν τάξιν καὶ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἄλλην. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, σεβόμενος τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, δύναμαι νὰ ἐλπίζω ὅτι θὰ προτείνῃ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοθέτημα εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της τελικῶς.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ταλιαδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§240Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δύο εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τοὺς προλαλήσαντας ἐπὶ τοῦ φλέγοντος ζητήματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Τὸ ζήτημα τοῦ ἂν νομικῶς ἐνήργησεν ἐγκύρως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δημοσιεύσας τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, καὶ τὸ ζήτημα τῆς εὐθιξίας τῆς Βουλῆς. Τὸ πρῶτον ζήτημα τοῦ ἂν ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Τάσσομαι ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καθώρισαν ὅτι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου ἐνήργησεν ὡς ἐνήργησεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.

§241ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ δὲν ἠδύνασθε νὰ πράξητε ἄλλως.

§242Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι νομίζετε ὅτι, ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἔχω τὴν γνώμην ταύτην. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Συνήθισα πάντοτε νὰ ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω εἰς τὸ δημόσιον λειτούργημα τὸ ὁποῖον κατέχω, νῦν τὰ ὑποστηρίζω ἔχων συνείδησιν ὅτι εἶναι καλὰ καὶ δίκαια. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Διατάγματος τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1926 τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἐπαναστατικὸν Διάταγμα, ἐδημιούργησε δικαιώματα de facto, ὅπως ἐνομολογήθη καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς, καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα δημιουργοῦνται de facto ἔχουν κῦρος καὶ συνεπείας. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ ψηφίσματος τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη πρὸ μηνῶν, εἰς τὰ Διατάγματα ταῦτα ἔδωκε τὴν μορφὴν de jure ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ προθεσμίας τῆς ἀκυρώσεως αὐτῶν καὶ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Ἑπομένως οὐδόλως δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἦτο νόμιμος, τὸ ὅτι δὲ ἦτο νόμιμος ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ζητοῦν τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς παρανόμως ἐκδοθείσης, ζητοῦν ἐν ταυτῷ νὰ ἰσχύσῃ ποία πρᾶξις διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον; Ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Ἀλλὰ δὲν ζητοῦν συγχρόνως καὶ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου τοῦ ἰσχύοντος μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἤτοι τοῦ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Διὰ νὰ εἶναι συνεπεῖς πρὸς τὴν γνώμην των, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1926 εἶναι μετέωρον, ἔχει ἐγκυρότητα ὄχι ὡρισμένην, ἔχει ἐγκυρότητα ἐξαρτωμένην ἀπὸ ὅρους, δὲν ζητοῦν συνάμα μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ Διατάγματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ Διατάγματος τοῦ Κονδύλη, ἀλλὰ ζητοῦν, καταργουμένου τοῦ Διατάγματος τούτου, νὰ ἔχωμεν ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, Κυβερνήσεως δικτατορικῆς. Αὐτοὶ διὰ νὰ εἶναι συνεπεῖς πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι....

§243Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κανεὶς δὲν ἐζήτησεν αὐτό.

§244Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ζητεῖτε τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου νὰ ἀκυρωθῇ, διότι στηρίζεται εἰς νομοθετικὸν ἐπαναστατικὸν Διάταγμα μετέωρον καὶ ταυτοχρόνως ζητεῖτε νὰ ἰσχύῃ Διάταγμα Ἐνοικιοστασίου Κυβερνήσεως ἐπαναστατικῆς. Φάσκετε καὶ ἀντιφάσκετε. Ἄν ἠθέλομεν λοιπὸν προχωροῦντες εἰς τὴν νομικὴν ἀντίληψιν τῶν ἀντιφρονούντων καὶ δεχομένην ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἄκυρον τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν ἀκύρωσιν τῶν Διαταγμάτων τοῦ Ἐνοικιοστασίου τῶν Κυβερνήσεως Κονδύλη καὶ Παγκάλου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς νομικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀσχολοῦμαι, διότι ἀρκετὰ συνεζητήθη καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς εὐθιξίας τῆς Βουλῆς. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες μᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ τοιοῦτον Διάταγμα ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐτρώθη εἰς τὰ καίρια καὶ ὅτι ἡ ὑπόληψις τῆς Βουλῆς κατερρακώθη καὶ πῶς ἐτόλμησεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσουν τοιοῦτον Διάταγμα. Μετ’ ἐκπλήξεως εἶδον ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ δὴ πρώην Ὑπουργοὺς διαμαρτυρομένους διὰ τὴν εὐθιξίαν ταύτην τῆς Βουλῆς σήμερον καὶ τοῦτο ὅταν εἶχον ὑπ’ ὄψιν των ὅτι τὴν 30ὴν Φεβρουαρίου 1926 εἷς ἐκ τῶν διαμαρτυρομένων συναδέλφων ὡς πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὴν ἰδίαν φίρμαν «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ἄρθρου μόνου» ἔκαμε καὶ ἄλλο Ἐνοικιοστάσιον μὲ πλεῖστα ἄρθρα ρυθμίζοντα πλείστας ὅσας σχέσεις ἐνοικιαστικάς.

§245Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἦτο περίπτωσις προσωπική.

§246Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει ἄρθρα ἑπτὰ μὲ ἄλλας δέκα πέντε παραγράφους τροποποιούσας τὸ ἰσχῦον ἕως τότε Ἐνοικιοστάσιον διὰ τοὺς ἀπόρους μισθωτάς, διὰ τοὺς ὁμολογουμένως πλουσίους, διὰ τὰς προθεσμίας κλπ. Μεταγενεστέρως μάλιστα καὶ αὐτὸς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐξέδωκε καὶ ἄλλα ὅμοια Διατάγματα ἀφορῶντα τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες καὶ οἱ πρώην Ὑπουργοὶ δὲν ἐθεώρησαν ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ τετράμηνον διάστημα ἐθίχθη ἡ εὐθιξία μας. Καὶ πῶς δὲν ἐθεώρησαν ἀπαραίτητον καθῆκόν των αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη παρακάθηνται εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο μὲ πεῖραν μεγαλυτέραν ἡμῶν τῶν νεωτέρων, νὰ ὑποδείξουν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τότε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρηνόμησε; Καὶ σήμερον διότι ἐλάβομεν διάφορα τηλεγραφήματα ἐκ μέρους ἐνοικιαστῶν καὶ ἐκμισθωτῶν, ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἐθίχθημεν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπετόλμησε νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον Διάταγμα. Ἡ εὐθιξία μας ἐθίχθη μᾶλλον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τῶν ἀντιφρονούντων κατὰ τοῦ Διατάγματος τούτου. Δὲν εἶχε θιχθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ εὐθιξία μας, διότι εἴχομεν ἀνεχθῆ ἀδιαμαρτυρήτως ἐπὶ τρίμηνον τὰ Διατάγματα ταῦτα, καίτοι ἐκδοθέντα καὶ αὐτὰ ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐφαρμόσει καὶ τὰ δικαστήρια καὶ ὅσοι ἐξ ἡμῶν εἴμεθα δικηγόροι τὰ ἐφαρμόσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ μᾶς ἐφάνησαν καὶ ὡραῖα καὶ δὲν διεμαρτυρήθημεν ὅταν ἐξεδίδοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐτῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη καὶ τὸ ἀρτίως ἐκδοθέν ὑπὸ τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου. Τοὐναντίον τὰ ἐδέχθημεν καὶ ἐνῷ ἐδέχθημεν ὅτι τότε δὲν ἐθίγετο ἡ εὐθιξία καὶ ἐνῷ ὑποστηρίζουν νομικῶς τὴν ἄποψιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ἔκδοσιν Διατάγματος ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, στηριζόμενον εἰς ἐπαναστατικὸν Διάταγμα τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, ἐρχόμεθα σήμερον καὶ λέγομεν νὰ μείνῃ τὸ Διάταγμα Κονδύλη ἐν ἰσχύϊ τὸ δικτατορικόν, τὸ ἐπαναστατικόν, τὸ ὑπὸ δικτατορικῆς Κυβερνήσεως ἐκδοθὲν καὶ νὰ καταργηθῇ τὸ Διάταγμα τοῦ Ἀγγελοπούλου. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἴπατε· δὲν ἐζητήσατε νὰ καταργηθῇ καὶ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ἀλλὰ κρυπτόμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, δὲν ἐζητήσατε ἀφοῦ ἐθίγη ἡ εὐθιξία τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφασίσῃ αὕτη ὡς Σῶμα ἁρμόδιον περὶ τοῦ τί θὰ ἰσχύσῃ περὶ ρυθμίσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ μισθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν, ἀλλὰ μόνοι σας ἀνομολογεῖτε τὸ ἀδύνατον τῆς τοιαύτης ρυθμίσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ θέλετε νὰ συστήσωμεν μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ὅταν θέλητε νὰ ὁμιλεῖτε περὶ εὐθιξίας τῆς Βουλῆς, δὲν θίγεται αὕτη, ὅταν ἀπεμπολεῖτε τὰ δικαιώματά της καὶ τὰ ἀναθέτετε εἰς μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία μὲ καφέδες καὶ σιγάρα συνερχομένη εἰς μίαν αἴθουσαν, ὅπως θὰ γνωρίζετε πῶς συνεδριάζουν αἱ Ἐπιτροπαί. (Θόρυβος). Ἀνευθύνως, δύναταί τις εἰπεῖν, ἀποφαίνεται ἐπὶ ὑψίστης σημασίας ζητημάτων καὶ σᾶς ἐρωτῶ· θὰ ἔχῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ψυχικὴν ἀντοχήν, ἡ 25μελὴς ἢ 30μελὴς ἢ οἱουδήποτε ἀριθμοῦ θέλετε, θὰ ἔχῃ, λέγω, τὴν ἀντοχὴν νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν; Θὰ εἶναι δυνατὸν 25 ἄνθρωποι νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὰς πιέσεις τὰς ὁποίας θὰ ἔχουν ἀπὸ τὸν ἀντιμαχόμενον καὶ συγκρουόμενον τοῦτον κόσμον, τοῦ ὁποίου συγκρούονται τὰ συμφέροντα;

§247Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ σᾶς εἶπε ποῖοι ἔχουσι τὴν ἀντοχὴν καὶ ποῖοι ὄχι.

§248Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐξασφαλίζετέ μας μὲ μερικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν;

§249Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω πολλὰ παραδείγματα.

§250Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ τί εἶχε τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, ὁ ὁποῖος τὸ θεωρεῖ ὅτι ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τῆς σοφίας. Θὰ ἴδητε τί θὰ εἴπῃ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή.

§251Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ κρύπτωμαι ὄπισθεν τῶν δακτύλων μου. Τὴν λέγω τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουσι παραπεμφθῆ νομοσχέδια ἀμνηστειῶν, ἐξωγάμων τέκνων κλπ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω πόσας πιέσεις ἔχω ὑποστῆ μέχρι τοῦδε διὰ τὴν τροποποίησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν διατάξεων αὐτῶν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ἀπὸ ποίους ἔχω μέχρι τοῦδε πιέσεις διὰ νὰ παραβῶ τὸ καθῆκόν μου. Ἐνῷ πρέπει λ. χ. νὰ συνεδριάζουν 25 ἄνθρωποι, ἐν τούτοις δὲν συναθροίζονται καὶ οἱ 25, ἀλλὰ μὲ μικρὸν καὶ δι’ ἑνὸς ἀριθμοῦ μόλις κατορθοῦται νὰ γίνεται ἀπαρτία καὶ μὲ τοιοῦτον ἀριθμὸν λαμβάνονται αἱ ἀποφάσεις. Ἐνῷ ἐδῶ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος εἶναι ἄλλη ἡ θέσις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ τῶν βουλευομένων βουλευτῶν. Ἐδῶ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἐκφέρονται αἱ γνῶμαι ὡς πρέπει νὰ ἐκφέρωνται, διὰ νὰ τὰς μανθάνῃ καὶ ὁ Λαός. Ἐδῶ πρέπει αὐτὴ ἡ εὐθιξία τῆς Βουλῆς νὰ ἔλθῃ εἰς πρώτην γραμμὴν καὶ ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς ὅσα εἶπον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀντεπεξῆλθον κατὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν παραπομπὴν τοῦ Ἐνοικιοστασίου ὄχι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ δὲ θὰ προτείνω καὶ θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, κατόπιν τοῦ θορύβου ὁ ὁποῖος ἐγένετο, διότι διὰ τὸ δημοσιευθὲν Ἐνοικιοστάσιον ἔλαβον ἀπείρους διαμαρτυρίας τόσον ἐκ μέρους τῶν ἐπαγγελματιῶν, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν, φωνάζουν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ, διαμαρτύρονται καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι νὰ προστατευθῇ ἡ μία τάξις εἰς βάρος τῆς ἄλλης, μετὰ τὸ ζήτημα τῆς εὐθιξίας τὸ ὁποῖον ἔθιξαν οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι φρονῶ ὅτι θὰ ἤμεθα συνεπεῖς καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταργήσῃ τὸ ἰσχῦον Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, τὰ Ἐνοικιοστάσια τοῦ Κονδύλη καὶ τοῦ Παγκάλου καὶ νὰ φέρῃ ἐν ἰσχύϊ τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἂς ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ ἀγῶνος ἡ Βουλή, ὅσοι δὲ κατεπολέμησαν τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου νὰ θεσπίσωσι νέον Ἐνοικιοστάσιον μέχρι τέλους τοῦ Αὐγούστου 1927, ὁπότε λήγει τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Τσιττεκλῆ, ἀλλὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον νὰ μὴ ψηφίσῃ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ ἐδῶ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος. Λοιπὸν νὰ καταργήσῃ ὅλα τὰ ἄλλα καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως ταύτης, ἡμεῖς δὲ νυχθημερὸν νὰ συνεδριάζωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ Ἐνοικιοστάσιον. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω. Αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις ἡ ὀρθὴ καὶ ὄχι ἡ λύσις τῶν ἀκροτήτων. (Χειροκροτήματα).

§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§253Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα, κύριοι, μετὰ προσοχῆς ὅλων τῶν ἀγορευσάντων, μετὰ τῆς μεγαλυτέρας δὲ τοιαύτης τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅστις παραδόξως διεκόπτετο διαρκῶς. Τὸ Διάταγμα ἐξητάσθη ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συνταγματικῆς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομικῆς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς πολιτικῆς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος. Δὲν ἔχω δισταγμὸν νὰ δηλώσω ὅτι προσχωρῶ πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες εἰς τὸν τρόπον αὐτὸν διακρίνουν καὶ τὸ ἔκνομον καὶ τὸ ἀντιπολιτικὸν καὶ τὸ ὄχι σκόπιμον αὐτοῦ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας. Θὰ παρακολουθήσω μόνον τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν διὰ βραχέων καὶ ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰς ἀντιθέτους γνώμας τῶν λαλησάντων προέτασσε: «Τί θέλετε, κύριοι, νὰ κάμω, αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, ἔτσι κελεύει ὁ νόμος τοῦ 1924». Ὁ νόμος, ἡ ἠχηρὰ αὐτὴ λέξις καὶ μάλιστα εἰς τὸ στόμα ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἅρπαξε τὸν νόμον αὐτόν, τὸν μετέβαλλε μὲ προχειρότατα μέσα εἰς ἓν ὀχύρωμα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς διὰ νὰ ἀμυνθῇ. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι τὸ ὀχύρωμα αὐτὸ ἐσαρώθη μὲ εὐχέρειαν καὶ ἐσαρώθη διότι ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ νὰ ὑπάρχῃ ὁ νόμος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἰσχυρισθῶ ἐγώ, τὸ ἀπέδειξεν ὁ 1924, ὡς περιτράνως ἀπεδείχθη, τὸ Ν. Διάταγμα τὸ μεταγενέστερον τοῦ Παγκάλου, τὸ ὁποῖον καὶ ἀφῆκε νὰ ἰσχύσουν προσωρινῶς τινὲς τῶν διατάξεων. Ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπῆρχε νόμος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἰσχυρισθῶ ἐγώ, τὸ ἀπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξήρτησε τὸ Διάταγμά του ἀπὸ τὸν νόμον, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ὑπὸ αἵρεσιν Ν. Διάταγμα τοῦ Κονδύλη. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὁ σημερινὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐξήρτησε τὸ Διάταγμά του ἐκεῖθεν, ἠγνοήθησαν καὶ ἄλλα Διατάγματα, τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ Παγκάλου καὶ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον δὲν ἐμνημόνευσεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Διάταγμα κατ’ ἐπανάληψιν μετὰ ταῦτα. Μέ ἐκπλήττει πολὺ ὅτι ὁ δικτάτωρ Κονδύλης ἀπεδείχθη εὐλαβέστερος ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, διότι ὁ Κονδύλης λέγει ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ θὰ τὸ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως καὶ τὸ Διάταγμα αὐτό, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν καὶ δὲν παρεπέμφθη εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ φέρῃ αὕτη τὴν κρίσιν της. Ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος εἶπε· διατί θέλετε νὰ ἀκυρώσητε τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ δὲν ζητεῖτε νὰ ἀκυρωθῇ καὶ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο; Καὶ ποῖος μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι δὲν θὰ ἀκυρωθῇ καὶ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο; Ἔχετε λόγον τινά, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ γνώμη σας αὕτη; Ἄν δὲν ἔχετε, ὁ ἰσχυρισμός σας ἐπὶ ματαίῳ ἐτέθη. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἐταύτισε τὴν γνώμην του μὲ τὴν γνώμην ἄλλου προλαλήσαντος καὶ εἶπεν ὅτι τὸ Διάταγμα δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος. Ἀσφαλῶς ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐλησμόνησεν ὅτι πολλὰ ἄλλα Διατάγματα ἔχουν παραπεμφθῆ εἰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦν παρ’ ἡμῖν καὶ ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἔχουν εἰσαχθῆ ὁλόκληρα συστήματα νομοθεσίας ὕψιστα ἀφορῶντα συμφέροντα. Καὶ πῶς ἐνεπιστεύθητε εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐππιτροπὰς αὐτὰ τὰ ὕψιστα συμφέροντα; Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, καὶ μία ἄλλη ἄποψις, ἡ ὁποία δὲν ἐξητάσθη· εἶναι ἡ ἄποψις ὅτι διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου αὐτοῦ ἀδικεῖτε ὅλον τὸν ἐμπορικὸν κόσμον. Αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις ἔχουν μέγιστον δίκαιον καὶ διαμαρτύρονται, διότι ἀφαιρεῖτε ἀπὸ αὐτὰς ἓν δικαίωμα κεκτημένον. Πῶς θὰ δικαιολογηθῆτε ὅτι ἀφαιρεῖτε ἀπὸ αὐτὰς ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον μέχρι τέλους Αὐγούστου; Πῶς θὰ δικαιολογήσητε τὴν τοιαύτην—διὰ νὰ μὴ εἴπω ἁρπαγήν—τὴν τοιαύτην ἀφαίρεσιν κεκτημένου δικαιώματος; Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀνέλαβε νὰ φέρῃ ὁλόκληρον τὸν φόρτον τῶν εὐθυνῶν, ἀδιαφορῶν ἄν, ὡς ἠκούσαμεν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, πανταχόθεν ἐγείρονται διαμαρτυρίαι. Κατώρθωσεν ὅπως τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ὡς ἐτροποποιήθη, νὰ μὴ εἶναι εὐάρεστον εἰς οὐδένα. Εἶναι δυνατὸν Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει πανταχόθεν διαμαρτυρίας, νὰ εἶναι ὀρθόν; Οὐδεὶς τῶν ἐνδιαφερομένων εἶναι ἱκανοποιημένος καὶ αὐτὸ βεβαίως δὲν εἶναι ἐποικοδομητικόν, οὔτε διὰ τὰ ἰδιωτικά, οὔτε διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐγώ, κύριοι, τάσσομαι πρὸς τὸ μέρος τῶν ὑποστηριξάντων ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος. Αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἀρύονται τὸ κῦρος αὐτῶν ἐκ τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, κατὰ συνέπειαν δὲ ἐγὼ ἔχω μεγίστην ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παύσῃ τὴν ἀντίστασιν τὴν ἀδικαιολόγητον καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς παραπομπῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀφοῦ τοὐλάχιστον ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς πλειονότητος τοῦ Σώματος, ὁ δὲ δημιουργὸς τοῦ Διατάγματος τούτου ἔχει συμφέρον νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον οἱουδήποτε. Ἀποφεύγει τις νὰ δώσῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ πρὸς ἐξέτασιν εἰς ἄλλον ὅταν δὲν ἔχῃ πεποίθησιν περὶ αὐτοῦ. Καὶ ἰσχυρίσθησαν δύο τῶν ἀντιλεγόντων κ. κ. συναδέλφων ὅτι ἐξηνέχθη μορφὴ κατὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι τοῦτο. Ἀποκρούω τοιαύτην σκέψιν. Δέχομαι ὅμως ὅτι ἐσφετερίσθη ξένην ἐξουσίαν, ἥτις ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οἱ σφετεριζόμενοι ξένην ἐξουσίαν, τὴν ἐξουσίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, δὲν εἶναι καλοὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ φίλοι. (Χειροκροτήματα).

§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πεσμαζόγλου ἔχει τὸν λόγον.

§255Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Παρηκολούθησα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν παρεχομένων αὐτῷ δικαιωμάτων ὑπὸ τοῦ νόμου. Νομίζω δὲ ὅτι αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ καὶ ἡ Βουλή, μηδὲ τῶν συναδέλφων ἐκείνων ἐξαιρουμένων, οἱ ὁποῖοι ἀντιθέτως ἐξεφράσθησαν, ἀφοῦ τὸ τρίτον ἤδη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐκδίδει «περὶ Ἐνοικιοστασίου» τροποποιητικὰ Διατάγματα, χωρὶς οὐδείς ποτε νὰ διαμαρτυρηθῇ.

§256Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν τὰ ἠξεύραμεν.

§257Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Δὲν ἐγνώριζον, κύριοι, ὅτι θὰ ὑπῆρχον βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναγινώσκουν τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ μανθάνω τώρα. Πᾶς βουλευτὴς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρακολουθῇ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.

§258Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν μᾶς δίδεται καιρός.

§259Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Εἰς ἐμὲ δίδεται. Μὲ αὐτὸ δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εὑρίσκω τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος παρέχει τὸ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὀρθόν. Τουναντίον ὑπεστήριξα πάντοτε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ μεταβιβάζῃ τὰ νομοθετικά της δικαιώματα. Ἐνῷ πολλοὶ δὲ τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καταφέρονται σήμερον κατὰ τοῦ τοιούτου νόμου, συνήνουν ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μεταβιβάσῃ νομοθετικά της δικαιώματα. Κατὰ τὴν λογικὴν ταύτην τῶν πραγμάτων συνέπειαν ἐγὼ δὲν θὰ ἐδεχόμην ποτὲ τὸ Ἐνοικιοστάσιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν. Ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἔδιδε καὶ δίδει μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ δημοσιεύῃ Διατάγματα «περὶ Ἐνοικιοστασίου», τότε εἶναι ὀρθὸν νὰ ζητήσῃ ὅπως τὸ ὑπὸ κρίσιν Διάταγμα συζητηθῇ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀφοῦ ἐννοεῖται ἀκυρωθοῦν προηγουμένως ὅσα παρανόμως ἐδημοσιεύθησαν, τὰ ὁποῖα βρίθουσιν ἀναμφιβόλως προσωπικῶν διατάξεων. Δὲν ἔχω νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου περὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο. Ἡ Κυβέρνησις ἐπηρωτήθη, διατί ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς παρανόμως ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου.

§260Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἐπηρωτήθη ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπηρωτήθη.

§261Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, κ. Μπούσιε, ἂν θέλητε. Οἱ ἀγορεύσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξαν ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος «περὶ Ἐνοικιοστασίου» παρανόμως. Ἔχει οὕτως;

§262Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μάλιστα.

§263Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ ἐπερώτησις αὕτη δὲν θίγει προσωπικῶς μόνον τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν.

§264Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μόνον τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν.

§265Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ ἂν θέλητε νὰ τὴν ἀντικρούσητε. Θὰ σᾶς ἀκούσω εὐχαρίστως καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ πεισθῶ. Δὲν θίγει μόνον τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ἀλλὰ θίγει καὶ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Διότι ἢ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλληλέγγυον μετ’ αὐτοῦ, ὀφείλει νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν πρᾶξίν του, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐνήργησε παρανόμως καὶ τότε ἐρωτῶ· πῶς ἠνέχθη αὐτὸν ἐπὶ τρίμηνον παρανομοῦντα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον;

§266Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἄν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, δὲν θὰ εἶχε μόνον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀλληλέγγυον, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν.

§267Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Διατί;

§268Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διότι ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου.

§269Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Κατὰ τὴν ἐντύπωσίν σας, κ. Μπούσιε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Ναὶ ἢ ὄχι; Λοιπὸν ἐρωτῶ· ἂν ἡ ἰδική σας ἄποψις εἶναι πραγματική, πῶς τὸν ἠνέχθη τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπὶ 3 μῆνας; Ἐξεφράσθη μομφὴ κατὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ὅτι δὲν ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τίθεται πολιτικὸν ζήτημα καθαρά. Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἂν δὲν ξεκαθαρίσῃ τὴν θέσιν της. Εἶναι ἡ γνώμη μου.

§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σινόκας ἔχει τὸν λόγον.

§271Α. ΣΙΝΟΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρᾶξις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Ἐνοικιοστάσιον χωρὶς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ ἀσκῇ δικτατορίαν κοινοβουλευτικῆς μορφῆς.

§272Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῶν ὑποβεβλημένων προτάσεων τὸν λόγον παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.

§273Α. ΣΙΝΟΚΑΣ. Ἡ εὐθύνη βαρύνει ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία παραβιάζει φανερὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ στερεῖ τὰ λαϊκὰ στρώματα καὶ αὐτῆς τῆς ἀπαραιτήτου στέγης. Διαμαρτυρόμενοι ζητοῦμεν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ τὴν παραπομπήν του πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ δέκα λεπτά.

(Ὥρα 1.40′ π. μ.)

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ

(Ὥρα 1.50′ π. μ.)

§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Β. Μεϊμαράκης.

§276Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἂν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἀνῆλθον διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν ἐμοῦ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἠθέλησαν νὰ κρίνωσι καὶ ἐπικρίνωσι τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος «περὶ Ἐνοικιοστασίου», οὐδείς, λέγω, εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Καὶ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι ὅταν ὑπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς τὸ ψήφισμα περὶ τῆς κυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως τῶν Παγκαλικῶν καὶ τῶν Κονδυλικῶν Διαταγμάτων, ὑμεῖς ὅλοι, παρὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ὑπεστηρίξατε ὅτι τὰ Διατάγματα αὐτὰ ἔδει νὰ παραμείνωσι καὶ θεωρηθῶσιν ὡς ἔγκυρα καὶ ἰσχυρὰ ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, δηλαδὴ μέχρις οὗ ἀποφανθῶσιν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἐπ’ αὐτῶν.

§277ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§278Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Σχεδὸν ὅλοι, ἀφοῦ οὕτως ἀπεφάνθητε. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι, τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς αὐτοί, ἡ Βουλή, παρεχωρήσαμεν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν ἐχρησιμοποίησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βασισθεὶς ἐπ’ αὐτῆς καὶ ἐκδώσας τὸ Διάταγμα «περὶ Ἐνοικιοστασίου». Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὸ δικαίωμα ἵνα ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα «περὶ Ἐνοικιοστασίου» καὶ καθ’ ὅλα νόμιμος καὶ ἔγκυρος ἦτο ἡ πρᾶξις αὐτοῦ, βασισθεὶς εἰς τὴν ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς παρέχομεν εἰς τοῦτον διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Ν. Διαταγμάτων τῶν δικτατοριῶν ὡς ἐγκύρων. Ἀλλ’ οἱ κ. κ. συνάδελφοι συγχρόνως ἠθέλησαν, ἀνεξαρτήτως τῆς νομικῆς ταύτης ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀποδώσουν εἰς τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν μομφὴν ὅτι δὲν συμπεριεφέρθη κοινοβουλευτικῶς, διότι δὲν προσεκόμισε τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς τὴν Βουλήν. Ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὸ νόμιμον δικαίωμα κατὰ τὰ ἀνωτέρω τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἔπραξε καὶ πέραν ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦτο νὰ πράξῃ, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας του. Διότι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἐνῷ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ οὐδένα τῶν κ. κ. συναδέλφων αὐτοῦ, ἐν τούτοις ὑπέβαλε τὸ Διάταγμα τοῦτο πρὸς ἔγκρισιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ οὕτως εἰπεῖν ἀνεκοίνωσε τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς ἀνακοινώσεως πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Κατὰ ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπραξε πέραν ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦτο νὰ πράξῃ. Τέλος ἐξητάσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂν ἔπρεπε κἂν νὰ ἀνακινηθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος. Καὶ ἐρωτῶ· ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ρυθμισθοῦν αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν μισθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκπνέει ἡ προθεσμία τῶν μισθώσεων διὰ τὰ καταστήματα μετ’ οὐ πολύ;

§279ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λήγει τὸν Αὔγουστον.

§280Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχετο τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἴτε εἰς τὴν Βουλήν, εἴτε παρεπέμπετο εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἦτο ἀμφίβολον ἂν θὰ ἐξήρχετο τῆς Βουλῆς τὸν Αὔγουστον καὶ τοῦ ἐρχομένου ἀκόμη ἔτους. Νομίζω ἑπομένως ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος τούτου. Καὶ τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ὡς ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ....

§281ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει.

§282Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας ναί, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδικήν μου ὄχι καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὸ διατί. Τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἶναι ἓν Διάταγμα ρυθμιστικὸν μιᾶς ἐκτάκτου καταστάσεως. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ὅτι, ὅταν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, εὗρεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ρυθμίσῃ ἓν ζήτημα ἀκανθωδέστατον διότι ὑπῆρχε μεγίστη σύγκρουσις τῶν διαφόρων συμφερόντων τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν μισθωτῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου αἱ καταστάσεις αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουν τὸ Ἐνοικιοστάσιον καθημερινῶς μεταβάλλονται καὶ ἑπομένως ἡ παραπομπὴ τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ ἡ δημιουργία ἑνὸς νόμου. Ὁ νόμος δὲ αὐτὸς κατόπιν διὰ νὰ μεταβληθῇ ἔχει ἀνάγκην ἑτέρου νόμου. Γνωρίζομεν πόση ἐπακολουθεῖ βραδύτης ὁσάκις εἰσάγονται τὰ διάφορα νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν, μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν. Ἑπομένως ὡς εἶναι δυνατὸν νὰ παρεισφρύσωσι διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι προσήκουσαι διὰ νὰ μεταβληθῶσιν αὗται, δέον νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν διαδικασίαν, ἐνῷ τοὐναντίον, ἂν θεωρήσωμεν ὅτι ὑπάρχει, ὡς καὶ ὑπάρχει πράγματι, δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, ἦτο ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε δημιουργουμένων ἀναγκῶν, θὰ δύναται νὰ ρυθμίζῃ τὴν κατάστασιν δι’ ἑτέρου Διατάγματος τὸ ταχύτερον.

§283Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδήλωσα κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι, ἂν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ ἀνακαλυφθοῦν ἐλλείψεις, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα ὅτι νομίμως προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος, θὰ εἶναι δυνατὸν κατόπιν ὑποδείξεως ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ διάταξις, δι’ ἑτέρου Διατάγματος θὰ τὴν ἐπανορθώσῃ.

§284Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, κύριοι συνάδελφοι, ἂν παραπεμφθῇ τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ παρεντεθῶσι κατὰ πολὺ περισσότεραι προσωπικαὶ διατάξεις ἐκείνων τὰς ὁποίας ἀνέφερεν εἷς τῶν προλαλησάντων κ. κ. συναδέλφων. Ἔχομεν ἐπὶ πλέον πρὸς τοῦτο τὸ παράδειγμα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἀποδεικνύουν τὰς γενομένας συζητήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν μελῶν. Διεμορφώθη δὲ τελειωτικῶς μὲ τόσον ἀντιφατικὰς διατάξεις, ὥστε ἠναγκάζετο ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, Ὑπουργὸς ὤν, νὰ ἐκδίδῃ ἑρμηνευτικὰς ἐγκυκλίους διὰ νὰ ἑρμηνεύῃ τὰς δυσνοήτους διατάξεις αὐτοῦ.

§285Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὰς ἑρμηνευτικὰς;

§286Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἰσχύουν ὡς νόμοι.

§287Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀναφέρω ὡρισμένας ἐγκυκλίους, αἱ ὁποῖαι μεταβάλλουν ἄρδην τὸ κείμενον τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ ἰσχύουν ὡς νόμοι αὐταὶ αἱ ἐγκύκλιοι. Διὰ τοὺς λόγους ἑπομένως τούτους δὲν δύναμαι ἢ νὰ κηρυχθῶ κατὰ τῆς παραπομπῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.

§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§289Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις θεωροῦσα ὡς νόμιμον τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κηρύσσεται ἀλληλέγγυος μετ’ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὴν παραπομπὴν ἢ μὴ τοῦ Διατάγματος εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος ἐπαφίεται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς».

§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.

§291Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐπὶ τῆς παραπομπῆς.

§292Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι δύο προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· ἡ μία ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν τοῦ μέχρι τοῦδε πεπραγμένου. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐν πλήρει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀλληλεγγύῃ θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Τί θὰ κάμῃ ἡ Βουλή; Θὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, θὰ τὸ θεωρήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον ἰσχῦον; Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀφίνουσα ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ.

§293Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ γίνουν δύο κεχωρισμέναι ψηφοφορίαι;

§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μία ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρότασις εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις θεωροῦσα νόμιμον τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κηρύσσεται ἀλληλέγγυος μετ’ αὐτοῦ.... κλπ.»

§295ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.

§296Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐτέθησαν δύο προτάσεις ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Πρῶτον θὰ κριθῇ τὸ κῦρος τῶν μέχρι τοῦδε πεπραγμένων....

§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐνέκρινεν. Ἑπομένως μένει ἡ δευτέρα πρότασις. Ἡ πρότασις εἶναι ἵνα τὸ Ἐνοικιοστάσιον παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀναστελλομένης τῆς ἐφαρμογῆς του ἐν τῷ μεταξύ.

§298Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐψηφίσθη ἐν τῷ συνόλῳ της. Ἐψηφίσθη δηλαδὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις διατελοῦσα ἐν πλήρει ἀλληλεγγύῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀναγνωρίζει τὸ νόμιμον τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Τοῦτο ψηφίζουσα ἡ Βουλή, τί ψηφίζει; Ψηφίζει ὅτι εἶναι ἔγκυρον τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἰσχύῃ μέχρις ὅτου ἡ Βουλή....

§299ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Διαμαρτυρίαι, θόρυβος).

§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἵνα τὸ Ἐνοικιοστάσιον παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀναστελλομένης τῆς ἐφαρμογῆς του ἐν τῷ μεταξύ.

§301Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία εἰσάγεται εἰς ψηφοφορίαν, ἔχει δύο θέματα. Δύναται ἀξιόλογα ὁ εἷς βουλευτὴς νὰ θέλῃ νὰ ψηφίσῃ χωριστά, ὁ ἄλλος νὰ μὴ θέλῃ νὰ ψηφίσῃ χωριστά.

§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ρητόν, ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπὶ συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει οἴκοθεν τὸ διαιρετόν. Λοιπὸν ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ πρῶτον ἐπὶ τοῦ πρώτου σημείου τῆς προτάσεως, δηλαδὴ ἵνα τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Λ. Κουτσοπέταλος, Κ. Καλκάνης καὶ Ε. Μαλαμίδας.

§303Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος κατόπιν τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον.

§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς Ἐπιτροπὴν λέγουσι «Ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν λέγουσιν «Ὄχι». Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Λ. Κουτσοπετάλου, Κ. Καλκάνη καὶ Ε. Μαλαμίδα, τοῦ κ. γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας:)

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κ. Ἀγγελόπουλος ΟΚ. Δεμερτζῆς Π
Ν. Ἀμπρᾶς Α. Δουλγερίδης
Μιχ. Ἀργυρόπουλος Γ. Ἐμπειρῖκος Ο
Χαρ. Βοζίκης Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης Π
Γ. Γεωργιάδης ΝἸωάν. Καλογερᾶς Ν
Ν. Κρανιωτάκης Λ. Θεοδωρίδης Ν
Χρ. Λαδᾶς ΝΚ. Κωνσταντινίδης Ν
Θ. Νικολούδης ΟΛ. Λαμπριανίδης
Γ. Μερκούρης ΠΚ. Ὀρφανός Ν
Δ. Μπαμπᾶκος Χ. Πανταζίδης
Ἰωάν. Ράλλης ΝΧ. Παπάζογλου Ν
Ἀναστ. ΣτρατηγόπουλοςΝΛ. Παπαπαναγιώτου Ν
Π. Τσιτσεκλῆς ΝΑ. Χαΐνογλου
Γ. Ἀθανασιάδης ΟΒ. Χατζηλίας Ν
Γ. Ἀλεξανδρόπουλος Κ. Βλαχοθανάσης
Γ. Καλαντζόπουλος ΟΙ. Βογιατζῆς Ν
Ι. Καναβός Θ. Κακαρᾶς
Δ. Κατσάνος Σ. Οἰκονομίδης
Γ. Καφαντάρης Θ. Παπαστρατῆς Ο
Ἰωάν. Νικολίτσας ΟΠ. Χατζηπᾶνος Ο
Ἰωάν. Παπαϊωάννου Δ. Βοῦλτζος Ν
Σπυρ. Τρικούπης Θ. Γοῦσκος Ν
Γ. Τσακανίκας ΟΝ. Κολυβᾶς Ο
Ἰωάν. Τσιγκόλης Ἐμ. Λούντζης Ο
Α. Γρηγοριάδης Ἀντ. Γαλανάκης
Φ. Δημάδης Γ. Κοκινάκης Ν
Γ. Παπαπαράσχος Γ. Μαρῆς
Α. Χατζηγώτας ΝΒ. Μεϊμαράκης Ο
Ἀπ. Ζούζουλας ΟΙ. Περδικογιάννης
Σπυρ. Ἠλιόπουλος Κ. Πολυχρονάκης Ν
Γ. Καρπετόπουλος ΝΓ. Φραγκιαδάκης
Γ. Μηναῖος ΟΔημ. Ἀμπατζόπουλος
Ι. Μουντζουρίδης ΝΙ. Ι. Ἄμποτ
Π. Πετρίδης ΟΘ. Ἀνδρεάδης Ν
Σπ. Στάης ΟἈλ. Βουτυρᾶς
Π. Τσαλδάρης Ζ. Βεντούρας
Κ. Τσαλδάρης ΟΝ. Δαρβέρης Ο
Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΔ. Εὐθυμιάδης Ν
Ἠλίας Ἀποσκίτης Μ. Θεοδωρίδης
Θ. Γρηγορίου Λ. Ἰασονίδης Π
Γ. Μπακόπουλος Δ. Κάκαβος Ο
Ν. Μπακόπουλος Ι. Καυταντζόγλου Ο
Δ. Πλαπούτας ΟΜ. Κύρκος
Θεόδ. Τουρκοβασίλης Λ. Κυβετός
Α. Τροχάνης Μεντὲς Λιάο Μεσατζῆς
Ν. Τριανταφυλλᾶκος Κ. Μουζενίδης
Σπυρ. Τσακόπουλος ΟΚ. Μιττᾶκος Ν
Ν. Ἀνδρεαδάκης Ἀλ. Παπαναστασίου Π
Ἰωάν. Κίνιας Γρ. Παπανικολάου Ν
Λ. Κουτσοπέταλος ΟΣταμ. Παπάζης
Μ. Μαντᾶς ΝΦ. Παπαγεωργίου Ο
Γεώργ. Μικρός ΟἸσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ
Π. Νικολαΐδης Δαυΐδ Μπουχὰρ Σολάν
Γεώργ. Πεσμαζόγλου ΟΓ. Χατζηγεωργίου Ο
Α. Ἀγγελόπουλος ΝΜ. Γούδας
Γάσης Ἀναστασίου ΝΙ. Μελᾶς
Κ. Γκότσης ΟΔ. Μπότσαρης Ν
Κ. Γόντικας ΟἈλ. Μυλωνᾶς
Ἰωάν. Γιαννόπουλος ΟΣπυρ. Χασιώτης
Α. Μάρκου Χ. Χρηστοβασίλης Ν
Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος Ἀλκ. Δούλης Ν
Δ. Μπούκουρας ΝΓ. Ἐξηντάρης Ν
Σ. Πολυζωγόπουλος ΟΑὔγ. Θεολογίτης Ο
Β. Κανακάρης Ροῦφος ΟΣ. Καραγεώργης
Βασίλειος Σαγιᾶς Στ. Νικολαΐδης Π
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Α. Παπαδᾶτος
Ι. Σισίνης Ε. Σταυρίδης Ν
Δ. Στεφανόπουλος ΝΙ. Τσονταρίδης Π
Γ. Βοραζάνης Εὐθύμ. Βελλιανίτης Ο
Κ. Γεωργαντόπουλος Δ. Ζερβός Ο
Γ. Ζερβός ΝἸωάν. Θεοτόκης
Σπυρ. Παϊπέτης Γ. Σακαλῆς
Α. Πιέρρης ΝΣ. Συμεόνογλου Π
Β. Ἀλεξᾶτος ΟΔ. Σκυλίτσης
Ι. Μεταξᾶς ΟἸωάν. Σπετσιώτης Ν
Κοσμ. Μπουρμπούλης ΟΓ. Στρίγκος Ο
Α. Φωκᾶς ΟΣωτ. Σωτηριάδης Ο
Λ. Ἀνδρεάδης ΝΘ. Μαγκριώτης Ν
Γ. Βαρβούτης Κ. Μαζαράκης
Α. Ζάχος Γρ. Τηληκίδης Ν
Γ. Κακουλίδης ΝΠ. Χρυσοβέργης
Ν. Κουπαροῦσος ΝΑ. Βαλαωρίτης Ο
Γ. Μπούσιος ΝΓ. Μπανιᾶς Ν
Η. Παπαδόπουλος Λ. Τσιῶκος
Κωνστ. Ἀλαβάνος ΟΘ. Χαβίνης Ν
Δ. Βοκοτόπουλος Κ. Καλκάνης Ο
Μ. Δερλερές ΝΜ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Κ. Ἐμπειρῖκος ΟΒ. Σκουλᾶς
Π. Εὐριπαῖος ΝΕ. Φωτάκης Ο
Ν. Καμπάνης Χασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ Μου-
Π. Καμπάνης Οσταφᾶ
Περ. Μαζαράκης ΟἈν. Μπακάλμπασης
Κ. Ναυπλιώτης ΟΧαβοὺζ Ὀσμάν Ο
Θ. Βαρβιτσιώτης ΟΣουκρῆ Μαμοὺτ Ὀγλοῦ
Ν. Δ. Κουμάνταρος Φεχμῆ Χασὰν βέη Ζαδέ
Π. Παπαδᾶκος Κ. Τελωνίδης
Δ. Πετρακάκος ΝἈθ. Σινόκας Ν
Γ. Φικιώρης Νικόλ. Βλιάμος Ο
Α. Ἀποστολίδης Σ. Μανταφούνης Ο
Ε. Γκλαβάνης Θεμ. Σοφούλης Π
Α. Εὐφραιμίδης ΟἘμ. Χατζηδάκης Ν
Β. Ζησιάδης Π. Ἀλεξίδης
Κωνστ. Θέος Α. Ἀργυρός Π
Ἀλ. Ἰωαννίδης ΟΔ. Δούκας
Δ. Καζάκης Α. Λαζαρίδης
Κ. Καρτάλης ΟΝ. Μανούσης Ν
Ἀνδρ. Κόρακας Ν. Τερζόγλου Ν
Σ. Μάξιμος Δημ. Φλωριᾶς Ν
Α. Μέρος ΝΠ. Μπούμπουλης
Κ. Σπυρίδης Κ. Πετσάλης Ο
Μ. Κοθρῆς Χρ. Ἀλαμανῆς Ν
Ροῦσσος Κούνδουρος Σ. Ἀλεξιάδης
Ε. Μοδάτσος ΟΠερ. Ἀλεξανδρῆς Ν
Α. Γαληνός ΟἈδὰμ Ἔξαρχος Ο
Γ. Θεοδοσιάδης Ε. Ζούκας
Γ. Καλδῆς ΝΓ. Σίδερης
Β. Καραπαναγιώτης ΝΣ. Ταλιαδοῦρος Ο
Σ. Κρητικᾶς ΝΣωτ. Χατζηγάκης
Γ. Λαζανᾶς ΟΦ. Χρηστοδῆμος Ο
Γ. Παπανδρέου Α. Ψάρρας Ν
Μ. Λαίλιος ΝΙ. Μάνος
Δ. Σάλτας Ἀθ. Μιαούλης
Κ. Σῖμος ΝΑ. Σαχτούρης
Π. Ἀντωναρόπουλος Ν. Βελέντζας Ο
Γ. Καντιάνης ΟΣ. Γάτος
Α. Ἐμπ. ΚουμουνδοῦροςΟἸωάν. Εὐταξίας
Π. Μερλόπουλος ΟΣπυρ. Κρεμεζῆς
Α. Μισυρλῆς ΝΕὐστ. Μαλαμίδας Ν
Φ. Μοσχούλας ΝΧ. Στεργιόπουλος
Δ. Μπενάκης ΝΙ. Τζίβας
Π. Μποῦτος ΟΘαλῆς Τσιριμῶκος Ν
Π. Σάκκης Δ. Χατζῖσκος Ν
Ε. Φεσᾶς Ι. Βαλαλᾶς
Ἰωάν. Βατίστας Φ. Δραγούμης Ν
Π. Διαμαντόπουλος Ν. Κυριακόπουλος Ν
Ἔμ. Μαχαίρας Σ. Λιούμπης Ο
Γ. Προυκάκης
Γ. Μόδης ΝΑ. Ἀνδρεάδης Ν
Δ. Τζίμας Β. Κουκουρίδης Ν
Ἀλ. Ξανθόπουλος Θ. Πανταζίδης
Μ. Βολουδάκης ΟΑ. Παχνός Π
Α. Μητσοτάκης ΝΑ. Πολεμίδης
Π. Πολυχρονίδης Ἀλ. Κανάρης
Γ. Σήφακας ΝΝ. Μαμούνης Ν

§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).

§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 158. Εἶπον «Ναὶ» 77», εἶπον «Ὄχι» 70, ἠρνήθησαν ψῆφον 11. Ἀκριβῶς τὰ ⅘ τῆς ἀπαρτίας. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή.

§307Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Οἱ παρόντες καὶ ἀρνηθέντες ψῆφον πῶς θεωροῦνται;

§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀκριβῶς τὰ ⅘ τῆς ἀπαρτίας.

§309Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις Γούναρη ἔπεσε μὲ μίαν ψῆφον «παρὼν» τὴν 20ὴν Φεβρουαρίου 1922.

§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§311Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ζήτημα Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.

§312Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἑρμηνεύει τὸν Κανονισμὸν καὶ παρακαλῶ νὰ κάμῃ ὑπεύθυνον δήλωσιν.

§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεκέντρωσε τὰ ⅘ τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας. Ἑπομένως κατηρτίσθη ἀπόφασις συμφώνως πρὸς τὸ 19ον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ δευτέρου σημείου περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐφαρμογῆς.

§314ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνεστάλη ἀφ’ ἑαυτοῦ.

§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν ἐσχηματίσθη ἀπόφασις.

§316Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ὅπως ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, οὕτως ἔχει. Εἴπατε ὅτι ἡ πρότασις εἶναι σύνθετος. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς εἶναι χωριστή. Καὶ περὶ μὲν τῆς πρώτης προτάσεως δὲν ὑπῆρχεν ἀπόφασις. Περὶ τῆς δευτέρας ὅμως ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις καὶ πρέπει νὰ συνεχισθῇ.

§317Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Ἡ πρότασις εἶναι μία. Ἡ ἀναστολὴ εἶναι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς παραπομπῆς.

§318Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ δευτέρα πρότασις εἶναι ἐξηρτημένη ἐκ τῆς πρώτης. Ἐφόσον δὲν γίνεται δεκτὴ ἡ παραπομπὴ τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς Ἐπιτροπήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ.

§319Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐφόσον ἡ ἑρμηνεία ἡ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπέδειξεν ὅτι δὲν συνεγκέντρωσε τὴν νόμιμον πλειονοψηφίαν ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις, νομίζω ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἐκκρεμῆ τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ ὅτι πρέπει νὰ συνεδριάσωμεν σήμερον μετὰ μεσημβρίαν.

§320Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἄν θέλητε τὴν Μεγάλην Δευτέραν, ναί.

§321Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, ἐφόσον δὲν ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς προτάσεως.

§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν ἐπαναληφθῇ σήμερον ἡ ψηφοφορία, θὰ ἔχωμεν τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα.

§323Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον, κ. Πρόεδρε, ἐγένετο ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως, δὲν δύναται κατ’ οὐδένα λόγον καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν νὰ διακοπῇ ἡ ἀρξαμένη ψηφοφορία. Ἑπομένως ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἐξηρτημένη ἐκ τῆς ἄλλης προτάσεων, δὲν ἔχει καμμίαν ἐξάρτησιν, διότι ἡ πρότασις νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ Διατάγματος ἔχει νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν περὶ τῆς παραπομπῆς.

§324Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Καὶ ἂν αὔριον μεγαλύτερος ἀριθμὸς βουλευτῶν ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν τῆς παραπομπῆς;

§325Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλλω μίαν ἐρώτησιν. Νομίζω ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία, φυσικὰ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωμεν τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα. Φρονῶ ὅτι ἐξυπηρετεῖται ἡ κατάστασις, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι γίνεται τὸ ἑξῆς· νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ μεταξὺ μέχρις ὅτου ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, νὰ ἀνασταλῇ τὸ Ἐνοικιοστάσιον.

§326ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§327Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα γνώμη τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἀπολύτως βάσιμος, διότι δύναται ἄριστα νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις ἡ δευτέρα περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Διατάγματος, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη προηγουμένης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ παραπομπῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.

§328Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς;

§329Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναστολὴν τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος μέχρις ὅτου λάβῃ ἀπόφασιν περὶ τῆς παραπομπῆς ἢ μὴ παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ συνεπῶς ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀρξαμένη ψηφοφορία. Κύριοι, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον λύεται ἁπλούστατα ἐν ἠρεμίᾳ καὶ διὰ τῆς λογικῆς. Ἂν ὁ κ. Σωτηριάδης ἐπιθυμεῖ νὰ τὸ λύσῃ διὰ τῆς βίας, ἂς ὁρίσῃ. (Χειροκροτήματα).

§330Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐδῶ ἔχομεν μίαν πρότασιν ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δηλαδὴ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν...

§331ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§332ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ πρώτη πρότασις ἐχωρίσθη.

§333Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις ἐκείνη, θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν.

§334Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τότε καὶ μόνον ἔχει θέσιν ἡ ἀναστολή. Ἂν δὲν παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀπορρίπτεται, ἐρωτῶ· θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν;

§335ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§336Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶναι τὸ ἀπολύτως ὀρθόν. Δηλαδὴ ἡ δευτέρα πρότασις εἶναι ἀπολύτως ἐξηρτημένη ἀπὸ τὴν πρώτην.

§337ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§338Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τώρα θέλετε νὰ κάμητε τροποποίησιν τῆς προτάσεως καὶ νὰ εἴπητε τοῦτο· ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ἀναστολῆς διὰ τὸν ἐν τῷ μεταξὺ χρόνον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ πρότασις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει.

§339Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι κανονικῶς δὲν βαδίζομεν καλά. Διὰ νὰ ἀνασταλῇ εἷς νόμος χρειάζεται ἕτερος νόμος διατάσσων τὴν ἀναστολήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ψηφοφορίας νὰ ἀνασταλῇ, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ διατάσσῃ τὴν ἀναστολήν.

§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξ ἀρχῆς θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία.

§341Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι κανονικῶς ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἤδη ἐτέθη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς παραπομπῆς ἢ μὴ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Πρῶτον ἡ πρότασις ὑπεβλήθη ἑνιαίως, ὅτι παραπέμπεται εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ μέχρι τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἀναστέλλεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Διατάγματος. Τὸ ζήτημα εἶναι σύνθετον. Πάντως εἶναι φανερὸν ὅτι ὑπάρχει μία ἀλληλεξάρτησις τῶν δύο προτάσεων αὐτῶν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου ἡ πρότασις περὶ ἀναστολῆς ἀποτελεῖ κατάργησιν νόμου ὑφισταμένου, ἀναγνωρισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἐγκύρου. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰμὴ διὰ νέου νόμου. Διὰ νὰ μὴ πολυπραγμονῶμεν δέ, νομίζω ὅτι οὐδὲν κώλυμα ὑπάρχει καὶ δυνάμεθα νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν πρώτην ψηφοφορίαν.

§342ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§343Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὁ ἐνδιαφερόμενος Ὑπουργὸς ἐψήφισε καὶ ἔφυγε.

§344Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ διακοπῇ ἡ ἀρξαμένη ψηφοφορία; Ἐγὼ νομίζω μάλιστα ὅτι ἡ περὶ ἀναστολῆς πρότασις εἶναι ἡ ἀπωτέρα. Διότι, ἂν ἀποφασισθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως, τερματίζεται τὸ ζήτημα. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ προταχθῇ.

§345ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, μηδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι μικροτέρα τῶν τεσσάρων πέμπτων τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας». Ἡ πρώτη ψηφοφορία δὲν συνεκέντρωσε τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων μελῶν. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἐπὶ μιᾶς προτάσεως ναὶ ἢ ὄχι, δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἄνευ τῆς πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν. Ἂν εἶχεν ὁ νομοθέτης ὑπ’ ὄψιν του αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζεται, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία, ἔπρεπε νὰ τὸ λέγῃ ὁ Κανονισμός. Ὑποθέσατε ὅτι καὶ εἰς τὴν δευτέραν ψηφοφορίαν δὲν ἔχομεν τὴν πλειονοψηφίαν, τί θὰ γίνῃ;

§346ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐπαναληφθῇ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπαναληφθῇ.

§347ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἐπαναλαμβάνεται ἐπ’ ἄπειρον;

§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. βουλευτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἡ μειονοψηφία ἔχει τὴν ἐπικρατοῦσαν γνώμην καὶ ὅτι θὰ ἰσχύσῃ ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας, ἂν ἡ πλειονοψηφία δὲν συγκεντρώσῃ τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμόν. Ἑπομένως ἡ ψηφοφορία θέλει ἐπαναληφθῆ. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία καὶ γενομένης διαλογῆς προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα:)

§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 81. Εἶπον «Ναὶ» 74, εἶπον «Ὄχι» 7, ἠρνήθησαν ψῆφον 10. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§350Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ πότε, κ. Πρόεδρε;

§351Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν. Θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.

§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ῥητῶς ὅτι ἐν ἐλλείψει ἀπαρτίας ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις τὴν ἐπιοῦσαν.

§353Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δηλαδὴ τὴν Δευτέραν, ἐπειδὴ εἶναι Σάββατον σήμερον, κ. Πρόεδρε.

§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ μεταβάλλωμεν τοὺς ὅρους τῆς λογικῆς;

§355Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Σάββατον εἶναι σήμερον.

§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι συνεδρίασις τῆς Παρασκευῆς, δὲν εἶναι συνεδρίασις τοῦ Σαββάτου. Ἑπομένως ὅταν λέγῃ ὁ Κανονισμὸς τὴν ἐπιοῦσαν, ἐννοεῖ ὅτι θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ Σάββατον. Λοιπὸν λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5)30′ μ. μ. σήμερον. (Ὥρα 4.45′ π. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
2Παρασκευὴ 16 Ἀπριλίου 1927
3Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
4(Ὥρᾳ 6.25′ μ. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
7(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
8χθεσινῆς συνεδριάσεως).
9§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
10— Τὸ Συνδικάτον Ἑλλήνων ποτοποιῶν Μακεδονίας ζητεῖ
11τὴν ὁλοσχερῆ κατάργησιν τῶν μικρῶν ἀμβύκων, τῶν παρα-
12γωγῶν ἀποζημιουμένων ἀναλόγως διὰ τὰ παρ’ αὐτῶν κατε-
13χόμενα στέμφυλα κατὰ τὸ ἐν Βουλγαρίᾳ σύστημα.
14— Οἱ πρόσφυγες τοῦ συνοικισμοῦ Πλατὺ ὑποβάλλουν ὑπό-
15μνημα περὶ ἀναστολῆς τοῦ βαρβάρου μέτρου τοῦ ἐκτοπισμοῦ
16των, παρὰ τῶν Συνταγμάτων, ὑπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως Ἐποι-
17κισμοῦ Μακεδονίας.
18— Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ καὶ περιχώ-
19ροις σταθμῶν παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος ὑποβάλλει δεύ-
20τερον συμπληρωματικὸν ὑπόμνημα διαμαρτυρίας κατὰ τῆς Ἑ-
21ταιρείας Πάουερ, ἀρνουμένης νὰ ἀποζημιώσῃ αὐτούς.
22— Ἐπιτροπὴ ἀξιωματικῶν ἀπομακρυνθέντων τοῦ Στρατεύ-
23ματος διὰ πολιτικοὺς λόγους ἀπὸ τοῦ κινήματος τῆς Θεσσα-
24λονίκης μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920 ὑποβάλλει ὑπόμνημα
25«περὶ ὑπαγωγῆς των εἰς τὸ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου ψήφισμα τῆς
26Βουλῆς».
27— Ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία φορτοεκφορτωτῶν τῆς
28Ἑλλάδος ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ πρῶτον τὴν ἐφαρ-
29μογὴν τοῦ ὀκταώρου διὰ τοὺς φορτοεκφορτωτὰς καθ’ ὅλην τὴν
30Ἑλλάδα καὶ δεύτερον ἑβδομαδιαίαν Κυριακὴν ἀνάπαυσιν καὶ
31ἑνιαῖον ἑορτολόγιον μὲ διπλῆν ἀμοιβὴν ἐν περιπτώσει ἀνάγκης
32ἐργασίας.
33— Οἱ καπνεργάται καὶ αἱ καπνεργάτριαι Σερρῶν διαμαρ-
34τύρονται διὰ τὴν νέαν ἐπιβάρυνσιν τῶν καπνεργατικῶν ἡμερο-
35μισθίων κατὰ 5%.
36— Ἡ Ἐπιτροπὴ προσφύγων Δράμας ὑποβάλλει ὑπόμνημα
37«περὶ τῆς προσφυγικῆς ἀκινήτου τέως Μουσουλμανικῆς πε-
38ριουσίας γενομένης ἀδικίας ἐν τῷ δι’ Ἐπιτροπῆς καθορισμῷ
39τῆς ἀξίας τῶν οἰκοπέδων».
40— Ἡ Ἕνωσις ξενοδόχων ὕπνου Ἀθηνῶν ζητεῖ νὰ ὑπα-
41χθῶσι τὰ ξενοδοχεῖα ὕπνου Γʹ πίνακος εἰς τὴν κατηγορίαν
42τῶν κατοικιῶν, εἰς ἣν ἄλλως τε καὶ φυσιολογικῶς ἀνήκουν,
43ἐφόσον, ὡς γνωστόν, πλὴν τῶν ξενοδόχων οἵτινες διαμένουσιν
44ἐν αὐτοῖς οἰκογενειακῶς, διαμένουσιν μονίμως καὶ πολλοὶ ἔ-
45νοικοι, οἵτινες τυγχάνουσι παρὰ τῶν ἑκάστοτε Ἐνοικιοστα-
46σίων καὶ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν διατιμήσεων τοῦ Ὑ-
47πουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῶν αὐτῶν καὶ πλειόνων
48εὐεργετημάτων, ὧν τυγχάνουσιν οἱ κάτοικοι τῶν οἰκιῶν.
49— Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Κυβετὸς καταθέτει τηλεγραφικὴν
50ἀναφορὰν τῶν ἀρτοποιῶν Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρομένων διό-
51τι τὰ ἄλευρα 95% εἶναι ἀδύνατον νὰ ζυμωθῶσιν ἄνευ κυλίν-
52δρων, εἶναι δὲ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν τοῦ Λαοῦ.
53— Ὁμοίως ὁ αὐτὸς βουλευτὴς καταθέτει δημοσίευμα τῆς
54ἐφημερίδος «Μικρασιατικὴ» διὰ τὴν καταπάτησιν τοῦ ἐν Σε-
55λήνῳ Κρήτης ἀγροκτήματος Χουσεῒν Μαλτζάκη ἀξίας τριῶν
56ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διαμαρτυρομένου διότι ἐνεργεῖ σχετι-
57κῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας.
58— Ἐπίσης ὁ αὐτὸς βουλευτὴς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐν
59Θεσσαλονίκῃ Ναζλιωτῶν, Κριναίων, Κασαμπαίων καὶ Φιλα-
60δελφέων, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς ἀποστο-
61λῆς τῶν σχετικῶν παραρτημάτων τοῦ Μητρώου ὑπὸ τοῦ Ὑ-
62φυπουργείου Ἀνταλλαγῆς.
63— Ὁμοίως ὁ αὐτὸς βουλευτὴς καταθέτει τηλεγράφημα
64τῶν ἐν Πὸρτ–Σαΐτ προσφύγων καὶ δημοσιεύματα τῶν ἐν Ἀλε-
65ξανδρείᾳ ἐφημερίδων «Ταχυδρόμος», «Ὁμόνοια» καὶ «Ἐφη-
66μερίς», δι’ ὧν οἱ ἐν Αἰγύπτῳ ἀνταλλάξιμοι διαμαρτύρονται
67διὰ τὴν αὐθαίρετον ἀναστολὴν τῶν ἀποζημιώσεών των ἐκ μέ-
68ρους τοῦ Ὑφυπουργείου Ἀνταλλαγῆς.
69— Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Ἀναστασίου ὑποβάλλει τηλεγραφι-
70κὴν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Ἠλείας,
71ὅπως ἡ Κυβέρνησις υἱοθετήσῃ τὸ ὑπόμνημα τῶν ἐφέδρων ἀ-
72ξιωματικῶν Ἀθηνῶν «περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν
73ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν»...
74— Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Χαβίνης καταθέτει τηλεγραφικὴν
75ἀναφορὰν τοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου Ἄρτης, διαμαρτυρομέ-
76νου ὅτι ἐγένετο δεκτὸς ὡς τόπος γεννήσεως τοῦ Καραϊσκά-
77κη τὸ χωρίον Μαυρομμάτι, ἐνῷ, ὡς γνωστόν, οὗτος ἐγεννήθη
78εἰς τὸ χωρίον Σκουλικαριὰ Ἄρτης.
79— Ὁμοίως οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Τσιόκος, Γ. Μπανιᾶς
80καὶ Κ. Καλκάνης καταθέτουν τὴν αὐτὴν διαμαρτυρίαν.
81— Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Τσιόκος καὶ Κ. Καλκάνης κα-
82ταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κοινοτήτων τοῦ νομοῦ Πρεθέζης, δι’
83ἧς αἰτοῦσι τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου αἰγο-
84προβάτων Πρεβέζης–Λευκάδος, λόγῳ καταστροφῆς τῶν ποι-
85μνίων καὶ διὰ τὸ ἄκρως ἐπαχθὲς τούτου.
86Ἀνακοινῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι μέλος τῆς Ἐπιτρο-
87πῆς ἥτις θὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν ἑορτασμὸν
88ἐν Ἀραχώβῃ ἐπὶ τῇ ἑκατονταετηρίδι τοῦ Καραϊσκάκη ὡρίσθη
89ὁ κ. Ν. Βελέντζας.
90Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α.
91Ἰωαννίδης.
92§3Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «περὶ κατασκευῆς
93ὁδῶν» προβλέπονται διάφοροι προθεσμίαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων
94προβλέπεται μία προθεσμία δίμηνος εἰς τοὺς βουλομένους νὰ
95μετάσχουν εἰς τὸν προκείμενον διαγωνισμὸν περὶ κατασκευῆς
96καὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Εἰς τοὺς συναγωνισθησομένους
97δίδεται μία δίμηνος προθεσμία ἵνα παρουσιασθοῦν εἰς τὴν Κυ-
98βέρνησιν καὶ ὑποβάλλουν τὰς σχετικὰς καταστάσεις διὰ τὴν
99σχετικὴν ἱκανότητα καὶ τὴν σχετικὴν δυναμικότητα πρὸς ἐ-
100κτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν προθεσμία
101εἶναι δίμηνος. Παρακαλῶ, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐξουσιοδοτη-
102θοῦν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Συγ-
103κοινωνίας ὅπως ἀπὸ τοῦδε προκηρύξουν τὴν πρόσκλησιν πρὸς
104τὰς Ἑταιρείας, ἵνα ἡ δίμηνος προθεσμία ἄρχεται τρέχουσα
105ἀπὸ τῆς προσκλήσεως, ἡ ὁποία νὰ γίνῃ ἐνωρίτατα, ἵνα μὴ ἀ-
106πωλεσθῇ χρόνος, διότι ἄλλως θὰ φθάσωμεν κατόπιν εἰς μίαν
107ἀπώλειαν χρόνου, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς ἑξάμηνον ἀντὶ
108τῆς προβλεπομένης καὶ ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου
109τριμήνου προθεσμίας.
110§4Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου θὰ γίνῃ αὐτό;
111§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ τοιαύτη ἀπό-
112φασις.
113§6Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τότε μετατρέπω τὴν ἐρώτησιν εἰς σχέ-
114διον ψηφίσματος, ἵνα συζητηθῇ ἐνωρίτερον.
115§7Γ. ΜΠΑΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφημερίδες τινὲς ἀνέγρα-
116ψαν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐλέχθη, κατὰ τὴν ἀπου-
117σίαν μου δυστυχῶς, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκα-
118τονταετηρίδος τοῦ Καραϊσκάκη, ὅτι οὗτος ἐγεννήθη εἰς τὸ
119χωρίον Μαυρομμάτι τῆς Καρδίτσης. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους,
120κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ Καραϊσκάκης ἐγεννήθη εἰς τὸ χωρίον
121Σκουλικαριὰ τῆς Ἄρτης. Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν ἱστορικὴν
122ταύτην ἀνακρίβειαν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λαμ-
123βάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Καραϊσκάκης ἐγεννήθη εἰς τὸ χωρίον
124Σκουλικαριὰ τῆς Ἄρτης, ὅπως ἀναγνωρίζουν μεγάλοι ἱστο-
125ρικοὶ ἰδικοί μας καὶ ἀλλοδαποί, τροποποιήσῃ κατὰ τοῦτο τὸν
126ἑορτασμὸν τῆς ἑκατονταετηρίδος ὡς πρὸς τὸν τόπον τῆς γεν-
127νήσεως καὶ ἀναγνωρίσῃ ὡς τοιοῦτον τὴν Σκουλικαριὰν τῆς
128Ἄρτης. Ἂν δὲ ἤθελε τυχὸν εὑρεθῇ τις ὁ ἀμφισβητῶν τὴν ἀ-
129λήθειαν ταύτην, τότε παρακαλῶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν
130ἵνα διατάξῃ ὡς τάχιστα τὸν καταρτισμὸν μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἐξ
131εἰδικῶν, ἥτις νὰ διαλευκάνῃ τὸ ζήτημα τοῦτο.
132§8Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, δι’ ὅσα
133εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπανιᾶς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι
134ὁ Καραϊσκάκης ἐγεννήθη εἰς ἓν μοναστήριον, τὸ ὁποῖον εὑρί-
135σκεται εἰς τὴν Ἄρταν. Αὐτὸ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κό-
136σμον. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ ὅπως εἰς τὸν ἑορτασμὸν
137προσκληθῇ καὶ τὸ χωρίον Σκουλικαριὰ νὰ ἀντιπροσωπευθῇ εἰς
138τὴν ἑορτὴν ταύτην.
139§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
140Κύριοι βουλευταί, κατηρτίσθη μία Ἐπιτροπὴ διὰ τὸν ἑορτα-
141σμὸν τῆς ἑκατονταετηρίδος τοῦ Καραϊσκάκη. Λοιπὸν εἰς τὴν
142Ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἠμποροῦν νὰ ὑποβληθοῦν αἱ γνῶμαι αὐταί,
143ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ χωρίον αὐτὸ καὶ οἱαδήποτε ἄλλη
144γνώμη.
145§10Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ζητήσω νὰ κληθοῦν οἱ ἀν-
146τιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης νὰ λύσουν τὴν διαφωνίαν
147μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης.
148§11Σ. ΣΤΑΗΣ. Καταθέτω, κ. Πρόεδρε, τὴν ἔκθεσιν τῆς προ-
149σωρινῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ πανεπι-
150στημιακοῦ νομοσχεδίου «περὶ μισθῶν τῶν καθηγητῶν
151τακτικῶν, ἐκτάκτων καὶ ἐπιτίμων».
152§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ἔχει τὸν λόγον.
153§13Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς
154ἐφημερίδας ἀνακοινωθὲν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,
155ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται περίπου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
156«Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τοῦ διο-
157ρισμοῦ του καὶ ὡρισμένως....
158§14Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
159Δὲν εἶναι ἀνακοινωθὲν τοῦ Ὑπουργείου.
160§15Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἔχει καλῶς. (Ἀναγινώσκει): «.... καὶ
161ὡρισμένως εἰς τὸ δεύτερον κατὰ σειρὰν Ὑπουργικὸν Συμβού-
162λιον ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς ταχυτέρας ἐκδικάσεως τῶν ἐ-
163ναντίον τῆς δικτατορίας κατηγοριῶν».
164Δὲν ὑπῆρξα ποτέ, κύριοι, ὑποστηρικτὴς τῶν δικτατοριῶν
165καὶ λέγω τοῦτο διὰ νὰ δικαιολογήσω ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁ-
166ποῖα ἔχω νὰ προσθέσω. Νομίζω ὅτι ἡ παράτασις ἐπὶ πεντά-
167μηνον τῆς ἐκκρεμότητος ταύτης παραβλάπτει καὶ τῆς Χώ-
168ρας τὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Οἰκου-
169μενικῆς τὸ κῦρος μειώνει. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ
170ἄμεσον γεγονὸς ὅτι ἡ διάδοσις ὅτι ὁ Πάγκαλος διέφυγε τῶν
171φυλακῶν ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τοῦ συναλλάγμα-
172τος κατὰ 15 μονάδας.
173§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερώτησιν κάμετε; Ἄν κάμετε ἐπερώτη-
174σιν, νὰ τὴν ἐγγράψητε.
175§17Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὄχι. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς....
176§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
177Μὲ τί δικαίωμα ὁμιλεῖ, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. βουλευτής; Παρα-
178καλῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.
179§19Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ διακόψητε.
180§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
181Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν.
182§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ μίαν σύστασιν κάμνω.
183§22Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς· νὰ δη-
184λώσῃ ἡ Κυβέρνησις τί σκέπτεται νὰ πράξῃ, διότι πρόκειται
185περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἐκθέτει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Χώ-
186ρας καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
187§23Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς εἶναι
188ὀρθά.
189§24Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Προκειμένου νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις
190χθές, ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ὁρίσῃ τὸ συζη-
191τηθὲν θέμα διὰ τὴν σημερινὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐπειδὴ
192δὲ ἐρρίφθη ἡ πρότασις ὅπως σήμερον ὁρισθῇ συζήτησις νομο-
193θετικῆς ἐργασίας ἢ Συντάγματος, ὑπεστήριξα ὅτι, ἐφόσον
194χθὲς ἐγένετο ἐπερώτησις εἰς βάρος τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιο-
195σύνης Ὑπουργοῦ διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου,
196κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως ὑπε-
197στηρίχθησαν γνῶμαι ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουρ-
198γὸς νομικῶς, κατ’ ἄλλους μὲν δικαίως, κατ’ ἄλλους δὲ ἀδι-
199καιολογήτως προέβη εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου
200καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἐδημοσίευσεν, ἐπειδὴ δὲ ἡ συζήτησις αὐτὴ
201δὲν ἔληξε χθές, ὑπεστήριξα, λέγω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ με-
202ταβῶμεν εἰς ἄλλο θέμα πρὶν ἢ λήξῃ ἡ συζήτησις αὐτή, ἡ
203ὁποία ἄφινεν ἐκτεθειμένον, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸν κ. ἐπὶ
204τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Ἐφόσον δὲ τὴν τοιαύτην τοῦ κ.
205Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐνέργειαν συνεμερίζετο καὶ ὁλό-
206κληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἄφι-
207νεν ἐκτεθειμένην. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπρόκειτο κἂν νὰ συνεχι-
208σθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων εἰς βραχὺ διάστημα
209χρόνου, ἀλλὰ θὰ ἐσυνεχίζετο ἡ συζήτησις αὕτη μετὰ 20–25
210ἡμέρας, ὁπότε θὰ ἐπανελαμβάνοντο μετὰ τὰς διακοπὰς αἱ
211ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ὑπεστήριξα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
212μὴ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἄλλως δὲν θὰ εἶχε κα-
213νένα σκοπὸν ἡ τοιαύτη ἐπερώτησις. Προκειμένου λοιπὸν νὰ
214συνεχισθῇ ἡ χθὲς διακοπεῖσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστα-
215σίου, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο περισσότερον. Ἐπειδὴ
216ὅμως καὶ μετὰ τὴν πρότασίν μου αὐτὴν καὶ προηγουμένως,
217ἐρωτήσαντος τοῦ κ. Δεμερτζῆ, ἡ Κυβέρνησις, τὸ πρῶτον διὰ
218στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δεύτερον διὰ
219τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν ὅτι «θέτετε ζήτημα
220ἐμπιστοσύνης;», ἡμεῖς δὲ ἀπηντήσαμεν ἀμέσως, ὁ κ. Δεμερ-
221τζῆς καὶ ἐγώ, ὅτι ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡμεῖς δὲν ἐθέσαμεν,
222ἀλλ’ ἐζητήσαμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ
223ἐκκρεμοῦς θέματος. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ καλυ-
224φθῇ, θέλῃ νὰ τερματίσῃ προώρως τὴν συζήτησιν θέτουσα ζή-
225τημα ἐμπιστοσύνης, αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν
226πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς δὲν ἐθέσαμεν ζήτημα ἐμ-
227πιστοσύνης. Ἂν ἐξαναγκασθῶμεν, θὰ τὸ θέσωμεν, ἀλλ’ ἐφό-
228σον συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, δὲν ἔχομεν νὰ θέσωμεν κανὲν
229ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς συ-
230νεχίσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.
231§25Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
232Ἡ χθεσινὴ ἡμέρα ἦτο ἡμέρα ἐπερωτήσεων. Τῆς ἡμέρας αὐ-
233τῆς ἐπωφελήθησαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι καὶ ὡμίλησαν, ὅπως
234ὡμίλησαν, δὲν ἐπερατώθη ὅμως ἡ συζήτησις ἐκείνη, ὅπως συμ-
235βαίνει καὶ ἐπὶ ἄλλων ἐπερωτήσεων. Ἄρα θὰ εἴπωμεν ὅτι δη-
236μιουργεῖται τὸ δικαίωμα ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐπερατώθη ἡ συζή-
237τησις, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις;
238§26Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Βεβαίως.
239§27Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ὅπως
240ἐννοοῦν πάντες, δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ μετέωρον τὸ κῦρος
241αὐτοῦ ἢ μή. Περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης οὐδεὶς διενοήθη
242ἐξ ἡμῶν νὰ θέση, οὐδὲ ὑποθέτω καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ θέλῃ νὰ
243θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, ἀ-
244φοῦ μάλιστα εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ἐπερώτησις, εἶναι ἡ ἐξακολού-
245θησις τῆς συζητήσεως, ἀπορῶ δὲ διατί ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιο-
246σύνης Ὑπουργὸς ἀρνεῖται καὶ θέλει νὰ ἀποτερματώσῃ τὴν
247συζήτησιν.
248§28Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
249Ἡ χθεσινὴ ἡμέρα ἦτο ἡμέρα ἐπερωτήσεων. Ἂν θέλῃ ὁ κ.
250συνάδελφος νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἂς τὸ θέσῃ.
251§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο χθὲς πρότασις πραγματικῶς νὰ
252συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἀλλὰ κατόπιν
253ἐλήφθη ἀπόφασις ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, ἀλλ’
254ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγ-
255ματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως δύναται ἡ χθεσινὴ ἀπόφα-
256σις νὰ μεταβληθῇ. Διὰ τοῦτο θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν....
257§30Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐλήφθη
258χθὲς ἀπόφασις ὅπως συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγ-
259ματος, αὐτὴν δὲ τὴν ἀπόφασιν θὰ τὴν μεταβάλλωμεν. Οἱ κ.κ.
260βουλευταί, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τὴν χθε-
261σινήν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, διέ-
262θεσαν τὸν ἑαυτόν των σήμερον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὡσὰν ἡ
263συζήτησις νὰ συνεχισθῇ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βουλὴ ὅ-
264μως αἰφνιδίως μεταβάλλει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ τότε
265αὕτη δὲν ἔχει κανένα λόγον ὑπάρξεως, διότι τότε ἴσως δὲν
266παρίστανται ἐνταῦθα βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἴσως θὰ ἐπρόκειτο
267νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον
268δὲν παρίστανται, γνωρίζοντες ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολου-
269θήσῃ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλλωμεν
270τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
271§31Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ μεταβο-
272λῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, πρόκειται περὶ μεταβολῆς
273ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ληφθείσης χθές, ὅπως αὕτη σήμερον
274προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ εἶναι ἀ-
275ναμφισβήτητον ὅτι ἐν πάσῃ στιγμῇ δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ
276μεταβάλλῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι οἱ κ. κ.
277βουλευταὶ παρεσκευάσθησαν δι’ ἄλλην συζήτησιν θὰ τὸ λύσῃ
278ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψηφοφορίας.
279§32Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ μὴ γίνουν διακοπαὶ τῶν
280ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, θὰ ἦτο εὔλογος ἡ παρατήρησις τοῦ
281ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Λαμβανομένου
282ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπόψε διακόπτει τὰς ἐργασίας αὐτοῦ τὸ Σῶμα,
283νομίζω ὅτι θὰ ἦτο παράλογον νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ
284Ἐνοικιοστάσιον καὶ μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς μηνὸς νὰ ζητήσω-
285μεν εὐθύνας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχω
286τὴν γνώμην ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν
287συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου διὰ νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζή-
288τημα καλύτερον καὶ διὰ νὰ ἴδῃ ὁ ἐνδιαφερόμενος κόσμος ὅτι
289διὰ μεγάλα ζητήματα δὲν λαμβάνονται ἀποφάσεις εἰκῇ καὶ
290ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ μετὰ προσοχῆς καὶ σοβαρότητος.
291§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Χατζηπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
292§34Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Παραιτοῦμαι διὰ νὰ λήξῃ τὸ ζή-
293τημα, ἂν πρόκειται ὅμως νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις.
294§35Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἔθεσε τὸ ζή-
295τημα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός. Δὲν θὰ ἔπρεπεν,
296ἐφόσον ὑπάρχει σειρὰ Ἡμερησίας Διατάξεως, νὰ ἀλλάξωμεν
297αὐτήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἀφορᾷ
298τὰ ἄμεσα συμφέροντα τοῦ λαοῦ, εἶναι ζήτημα κρατικὸν διὰ
299τὸν λαόν, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι λόγῳ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργα-
300σιῶν τῆς Βουλῆς, ὅταν θὰ συνέλθωμεν πάλιν διὰ νὰ συζητή-
301σωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, τὸ Ἐνοικιοστάσιον θὰ εὑρίσκεται ἐν ἐφαρ-
302μογῇ πλέον. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ
303τύπον προσωρινότητος νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ
304μέχρις ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
305§36Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἀρκεῖ ἡ δήλωσις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δι-
306καιοσύνης Ὑπουργοῦ ὅτι θὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ἐ-
307νοικιοστασίου.
308§37Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε
309Πρόεδρε, εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου;
310§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
311§39Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μία Βουλὴ πολιτικὴ μὲ Κυβέρνησιν
312Οἰκουμενικὴν ὅπως ἡ παροῦσα δὲν δύναται ἀπέναντι τοῦ λαοῦ
313νὰ ἐξευτελίζεται τῇ εἰσηγήσει ἑνὸς ἢ δύο Ὑπουργῶν καὶ νὰ
314ἀφίνωνται ἐκκρεμῆ μεγάλα ζητήματα ζωτικώτατα δι’ αὐτόν.
315(Χειροκροτήματα).
316§40Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρό-
317κειται περὶ τοῦ ἑνὸς ἢ δύο Ὑπουργῶν, διότι κατ’ ἐπανάλη-
318ψιν ἐγένετο λόγος ὅτι ἡ ἀπόφασις διὰ τὸ Ἐνοικιοστά-
319σιον εἶναι ἀπόφασις ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
320καὶ ἑπομένως ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συμμε-
321τέχει τῆς εὐθύνης.
322§41Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
323Ἄν ἐδέχετο ἡ Βουλὴ νὰ τροποποιήσῃ εἰλημμένας ἀποφάσεις,
324δηλαδὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν αὐτῆς, πρέπει
325νὰ ὁμολογήσω ὅτι τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἀταξίαν. Ἄν ὄντως ἐ-
326λήφθη ἡ ἀπόφασις ὅπως μὴ συνεχισθῇ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ
327τοῦ Ἐνοικιοστασίου, πάντως θὰ ἀπετέλει ἀταξίαν ἡ μετα-
328βολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, προκειμένου μάλιστα περὶ
329ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὡς ζήτημα πολιτικῆς φύσεως, κατὰ
330συνάδελφόν τινα, εἶναι ζωτικότατον διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ
331Τόπου. Πολλοὶ ὅμως τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἔχουσιν ἀντίθετον
332γνώμην, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ αὐτῶν, ἐπικειμένων τῶν διακοπῶν
333τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἀνεχώρησαν, ὁπότε ὀρθῶς δὲν
334εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν τὴν παροῦσαν στιγμὴν κατάλ-
335ληλον πρὸς συζήτησιν. Ἐπίσης ὁμιλοῦμεν διαρκῶς περὶ Κυ-
336βερνήσεως καὶ περὶ κυβερνητικῆς εὐθύνης. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ
337μὴ ἐγένετο τοιαύτη συζήτησις εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως.
338§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Καραπαναγιώτης ἔχει τὸν λόγον.
339§43Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν δύναμαι εἰλικρινῶς νὰ
340ἀντιληφθῶ τοὺς λόγους τῶν ἐνδοιασμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
341Οἰκονομικῶν. Ἄν μὲν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι εὑρίσκεται ἐν
342ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν δημοσίευσιν
343τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τότε δὲν ἔχει κανένα
344λόγον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Τὴν στιγ-
345μὴν καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διευκρινισθῇ ἡ κατάστασις,
346ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐδημοσιεύθη
347τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις
348πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, τοιουτοτρόπως,
349ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκεται ἡ Κοινὴ Γνώμη ὑπὸ μίαν ἀμφιταλάν-
350τευσιν ἐπὶ ἕνα μῆνα εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βου-
351λῆς, ὅσον κατ’ ἐλάχιστον θὰ διαρκέσουν αἱ διακοπαὶ τοῦ κοι-
352νοβουλευτικοῦ Σώματος.
353§44Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
354Ἄν τοιαύτη ἀπόφασις ληφθῇ.
355§45ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐλήφθη, ἐλήφθη.
356§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
357Πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν ἂν εὑρίσκεται ἢ δὲν εὑρίσκεται ἐν
358ἁρμονίᾳ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
359§47Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς
360τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος καὶ ὄχι εἰς τὴν οὐσίαν τῶν τύπων.
361Βεβαίως εὑρίσκεσθε ἐν ἀπολύτῳ δικαίῳ ὅταν ἐπικαλεῖσθε τὴν
362χθεσινὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον ζητοῦμεν νὰ ἀνατρέ-
363ψωμεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνη-
364σις πρέπει νὰ ἀποβλέψουν εἰς τοὺς τύπους καὶ εἰς τὴν οὐσίαν
365καὶ ὄχι ἁπλῶς εἰς τοὺς τύπους.
366§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ φρονοῦντες ὅτι πρέπει σήμερον νὰ συνε-
367χισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως «περὶ τοῦ Ἐνοικιο-
368στασίου» παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν.
369(Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
370§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν συνέχισιν τῆς συ-
371ζητήσεως ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
372§50Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως).
373Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνο-
374λον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Δια-
375τάγματος περὶ ὁρισμοῦ ὁρίου ἡλικίας ἐκπαιδευτικῶν
376συμβούλων κλπ».
377§51Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, διότι δὲν παρῆλθον τεσ-
378σαράκοντα ὀκτὼ ὧραι.
379§52Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως).
380Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ ὁ φοιτητικὸς κόσμος εἶ-
381ναι ἀνάστατος, νὰ ἐδέχετο νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν
382τὸ φοιτητικὸν νομοσχέδιον.
383§53Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται
384τὰ νομοσχέδια ἐξ ὑφαρπαγῆς. (Θόρυβος).
385§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν μὲ αὐτὴν
386τὴν κατάστασιν. Ἂν μετὰ τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν ἡ Βουλὴ εἰ-
387σέλθῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργα-
388σίας, δυνάμεθα νὰ τὰ ψηφίσωμεν.
389§55Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως).
390Ἐφόσον θέλει ἡ Βουλή.
391§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
392§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
393§58Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι, ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω προ-
394κειμένου περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἀπὸ χθὲς τὴν
395Βουλήν. Ὀλίγας λέξεις μόνον, διότι δὲν προτίθεμαι νὰ εἰ-
396σέλθω οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διατάξεων
397τοῦ Ἐνοικιοστασίου, εἴτε τῶν προϋπαρχουσῶν, εἴτε ἐκείνων
398αἵτινες περιέχονται εἰς τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐπὶ τῆς
399Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐδημοσίευσε πρό τινων ἡμερῶν. Καὶ
400τοῦτο ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι τὸ προέχον ζήτημα δὲν εἶναι τὸ ἐὰν
401τὸ Διάταγμα αὐτὸ εἶναι Διάταγμα προστατεῦον τοὺς ἰδιοκτή-
402τας ἢ τοὺς ἐνοικιαστάς, ἀλλὰ τὸ προέχον ζήτημα εἶναι τὸ
403ζήτημα τῆς ἀρχῆς, δηλαδὴ τοῦτο· ἂν ἀποκατασταθείσης τῆς
404λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, μετὰ ἀγῶ-
405νας ὀξεῖς, τοὺς ὁποίους ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς
406Χώρας διεξήγαγε κατὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων δικτατοριῶν, ἄν,
407λέγω, ἐπιτρέπεται ἔτι καὶ σήμερον νὰ συνεχίζωνται αἱ δικτα-
408τορικαὶ μέθοδοι καὶ νὰ περιφρονεῖται ὁ κοινοβουλευτικὸς κό-
409σμος τῆς Χώρας, μὲ δικαιολογίαν τῆς περιφρονήσεως τὴν συ-
410κοφαντίαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ὑπὸ τῆς Βου-
411λῆς Ἐνοικιοστάσιον. Αὐτὸ εἶναι τὸ προέχον ζήτημα, τὸ ὁ-
412ποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ ἀπόψε.
413§59Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
414Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἂν ὅ-
415ταν ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, ἦτο ἐπα-
416ναστατικὴ ἢ ὁμαλὴ περίοδος;
417§60Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸν κ. ἐπὶ
418τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, μολονότι θὰ ἔδιδον προϊόντος τοῦ
419λόγου τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημά του. Καὶ θὰ εἴπω ὅτι δὲν
420εἶναι ἐπιτετραμμένον καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι ἡνωμένος εἰς τὴν
421Κυβέρνησιν ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, νὰ λαμβάνῃ οὗ-
422τος διὰ τὴν λύσιν τῶν διαφόρων ζητημάτων ὑπ’ ὄψιν του τὰ
423κακὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ ἀπάν-
424τησις. Καὶ θὰ προσέθετον ἀκόμη ὅτι, ὅταν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς
425ἔσπευσε νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, στη-
426ριζόμενος ἐπὶ προγενεστέρου τοιούτου, ῥητῶς, ὡς ἐξεθήκαν
427οἱ προλαλήσαντες, ἐξουσιοδοτοῦντος αὐτὸν καὶ δὴ Διατάγμα-
428τος μὴ τελοῦντος ποσῶς ὑπὸ κρίσιν, εὑρέθη ἐν τούτοις πρὸ
429μιᾶς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία εἶχε συναίσθησιν τοῦ προορισμοῦ
430καὶ τῶν δικαιωμάτων της, Συνελεύσεως ἡγουμένων τῶν ἀρ-
431χηγῶν τῶν κομμάτων, ἔχουσα στερρὰν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀ-
432παλλοτριώσῃ ὅ,τι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐκέκτητο, ἐζήτησε
433παρὰ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ καὶ αὐτὸς ἀπεδέχθη, ὅπως τὸ Ἐ-
434νοικιοστάσιον παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
435Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ ἀντλῆτε ἐπιχειρήματα ἐκ τῶν συμβάν-
436των περὶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον Τσιτσεκλῆ, διότι εἶναι καθ’ ὑ-
437μῶν. Τὸ ζήτημα, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, τίθεται ἐντὸς στενω-
438τάτων ὁρίων, τόσον περιωρισμένων, ὥστε ἐγώ, ἰδιοκτήτης ὤν,
439θὰ διεμαρτυρόμην ἐξ ἴσου ἐντόνως καὶ ἂν ὑπῆρχεν Ἐνοικιο-
440στάσιον ἀπολύτως ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν. Δι’ αὐτὸ ἡ Βουλὴ
441δὲν θὰ ἐξετάσῃ ποσῶς τὸ περιεχόμενον τοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ
442θὰ πράξῃ ὅ,τι θὰ ἔπρεπε, ἂν ἤρχετο μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία
443θὰ εἶχε τὰς ἀριστερωτέρας ἰδέας καὶ ἐξέδιδεν Ἐνοικιοστά-
444σιον ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἐ-
445ξέλιπεν ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ τότε καὶ τώρα πρέ-
446πει νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς ἕνα Ὑπουργὸν νὰ οἰκειοποιεῖται τὰ
447δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Διότι θὰ ἠρώτων οἱον-
448δήποτε ἰδιοκτήτην· θὰ ἠρέσκετο ἂν εὑρίσκετο Ὑπουργὸς τῆς
449Δικαιοσύνης ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰς ἀριστερωτέρας
450ἰδέας, νὰ κατήρτιζεν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ μερικοὺς ἐκ τῶν γνω-
451στῶν μεταρρυθμιστῶν, ἥτις νὰ συνέτασσεν Ἐνοικιοστάσιον, τὸ
452ὁποῖον νὰ μὴ ἔλθῃ ποσῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Λοιπὸν ἐπα-
453ναλαμβάνω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς ζήτημα ἀρχῆς, δὲν
454εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῆς Α ἢ Β με-
455ρίδος. Καὶ τονίζω τοῦτο διὰ νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἔξω τῆς αἰθού-
456σης ταύτης ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὸν λόγον διὰ νὰ
457στηλιτεύσωσι μίαν συνέχειαν κακῶν παραδόσεων, δὲν προε-
458ξοφλοῦν προκαταβολικῶς τὴν γνώμην των ὑπὲρ τῆς Α ἢ Β
459τάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ὑπηρέται τῶν ὀρέξεων
460τῆς Α ἢ Β κοινωνικῆς μερίδος, ἀλλὰ τοῦ συνόλου, διότι αὐτὰ
461εἶναι τὰ ὑπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος διαγραφόμε-
462να καθήκοντα, στρεφόμενα εἰς ἐξασφάλισιν ἁρμονικῆς συμ-
463βιώσεως τῶν πολιτῶν διὰ τῆς ἀμβλύνσεως τῶν ἀντιμαχομέ-
464νων συμφερόντων. Καὶ μόνον μετὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος
465τῆς ἀρχῆς εἶναι ἐρευνητέον τὸ ζήτημα ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δι-
466καιοσύνης Ὑπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσῃ, ὡς
467ἐδημοσίευσε, τὸ Ἐνοικιοστάσιον, νὰ τὸ δημοσιεύσῃ δι’ ἑνὸς
468Διατάγματος. Καὶ εἰδικώτερον τὸ μὲν ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα
469ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, τὸ δὲ ἂν ἔχων τοιοῦ-
470τον δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, ἔπρεπε
471νὰ τὸ ἀσκήσῃ ἀπὸ πολιτικῆς πλέον σκοπιμότητος παρούσης
472τῆς Βουλῆς καὶ δὴ στηριζόμενος ἐπὶ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον
473ἐντὸς ἑνὸς ἔτους θὰ κεῖται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κοινοβουλευτι-
474κῆς Ἐπιτροπῆς ἢ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ χρόνου. Διότι δὲν δια-
475φεύγει τὴν προσοχήν, κύριοι, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου
476στηριζόμενος ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐξέδωκε
477τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ ἂν δὲν τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κοι-
478νοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ χρό-
479νου, διότι μετὰ τὴν πάροδον ἑνὸς ἔτους αὐτὸ θεωρεῖται αὐ-
480τοδικαίως ὡς ἄκυρον.
481Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ εἰς τὸ τελευ-
482ταῖον Διάταγμα καὶ εἰς τὰ δύο προηγούμενα στηρίζεται ἐπὶ
483τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς ἀπορρεούσης ἐκ τοῦ Διατάγματος
484τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, τῆς δῆθεν ἐξουσιοδοτήσεως, τῆς
485πραγματικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἂν θέλητε. Κατ’ ἐμὴν γνώμην
486βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ λογικῶς ἡ γνώμη
487ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως περιστάσεων ὑπάρχει ἀναλογία τις μεταξὺ
488τῆς ἐποχῆς καὶ τῶν προϋποθέσεων, ὑφ’ ἃς ἐνομοθέτει ὁ κ.
489Κονδύλης καὶ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς καὶ περιστάσεων. Καὶ
490ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν ὅτι τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ κ. Κονδύλη χο-
491ρηγεῖ πράγματι ἐξουσιοδότησιν, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον δι’ οὓς
492λόγους ἀνέπτυξαν οἱ προλαλήσαντες ζωηρῶς ἀμφιβάλλω,
493πάλιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν τὴν διαφορὰν τῶν
494περιστάσεων καὶ νὰ εἴπωμεν τοῦτο· ὅτι, ἐπειδὴ ὁ κ. Κονδύλης
495εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐ-
496νοικιοστασίου ἐξ ἀνάγκης ἀδηρίτου, διότι ἤρχετο κατόπιν τοῦ
497Ἐνοικιοστασίου Παγκάλου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναστατώσει τὸ
498σύμπαν μὲ τὰς διατάξεις του καὶ τὰς περιωνύμους Ἐπιτρο-
499πάς του, εὑρισκόμενος, λέγω, εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ δὴ
500ἐν ἀνυπαρξίᾳ Βουλῆς, προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Ν. Δια-
501τάγματος «περὶ Ἐνοικιοστασίου», εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρί-
502ξωμεν νομικῶς καὶ λογικῶς ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ.
503Κονδύλης, ὁ ὁποῖος ἔκαμε καὶ τὸ ἀγαθὸν νὰ παραδώσῃ τὴν
504Χώραν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ὁμαλότητα, νὰ ὑποστηρίξω-
505μεν ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἀναγκαῖον σήμερον νὰ τὸ κάμωμεν
506καὶ ἡμεῖς παρούσης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ μάλιστα
507νὰ ἐμφανιζώμεθα ἀνευλαβέστεροι τοῦ κ. Κονδύλη, ὅστις ὑπὸ
508τὸ Διάταγμά του ἔθηκε τὴν ρήτραν, ὅτι τεθήσεται τοῦτο ὑπὸ
509τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἐπιχειροῦντες νὰ δικαιολογήσωμεν
510τὰ ἀδικαιολόγητα μὲ τὴν ἐπιπολαίαν καὶ ὑβριστικὴν δικαιο-
511λογίαν ὅτι εἶναι ἀδύνατον λόγῳ τῶν ἀντικρουομένων συμφε-
512ρόντων νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ἢ ἐν Ἐπιτροπῇ αὐτῆς. Ἀλ-
513λοίμονον ἂν δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν Βουλὴν ἄνθρωποι δυνάμενοι
514νὰ ρυθμίσουν τοιαύτας σχέσεις καὶ νὰ ἀρθοῦν ὑπεράνω τῶν
515προσωπικῶν συμφερόντων. Ἀλλοίμονον διὰ τὸν κοινοβουλευτι-
516σμὸν ἂν ἱκανώτεροι πρὸς τοῦτο εἶναι μερικοὶ ἄνθρωποι, οἵτι-
517νες ἐργάζονται ἐντὸς ἑνὸς δωματίου, ἡ μυστικότης τοῦ ὁποίου
518δὲν διασφαλίζει τὰς προσωπικὰς ἐπιρροάς. Τότε θὰ ἠδύνατό
519τις νὰ καταφρονῇ δικαίως ἡμᾶς, ἂν μετὰ τόσης ἐλαφρότητος
520ἀπεμπολῶμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὰ δικαιώματά μας τὰ νο-
521μοθετικὰ καὶ θὰ ἐδίδοντο νέα ὅπλα εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῶν κοι-
522νοβουλευτικῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους μετὰ τόσους ἀγῶνας ἐ-
523πανεκτήσαμεν.
524Ὅταν πρὸ ὀλίγου χρόνου ἀκόμη ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
525Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ ρυθμίσῃ διὰ Δια-
526τάγματος τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου του, σύσσωμος σχε-
527δὸν ἡ Βουλὴ ἠρνήθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο,
528μολονότι ἐπρόκειτο περὶ τυπικοῦ νόμου. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν
529νὰ εἴπητε ὅτι ἐπιτρέπεται, παρούσης τῆς Βουλῆς νὰ χορη-
530γηθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζωτικὸν ζήτημα τοῦ Ἐνοι-
531κιοστασίου, προκαλοῦν τὰς σφοδροτέρας τῶν συγκρούσεων συμ-
532φερόντων, κατὰ τὰς ὀρέξεις μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἀνευθύνου, μέλη
533τινὰ τῆς ὁποίας ἐφρόντισαν δι’ ἰδίου ἄρθρου καὶ περὶ ἰδιαι-
534τέρων ἀπολαυῶν των ἐκ τοῦ ὑπὲρ τῶν πτωχῶν μισθωτῶν τα-
535μείου; Καὶ νὰ γίνεται τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει Διατάγματος ἐκ-
536δοθέντος ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ὅταν ὑ-
537πῆρχεν Ἐπανάστασις ἐν τῇ Χώρᾳ καὶ δὲν ὑπῆρχε Βουλή;
538Ταῦτα καὶ μόνον διὰ νὰ περιορισθῶ εἰς τὸ Διάταγμα, ἐκ τοῦ
539ὁποίου ἀντλεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ὁ κ. ἐπὶ τῆς
540Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτων, ἂς μὴ
541λησμονῶμεν ὅτι ὑπάρχει παγία ἡ γνώμη τῶν συνταγματολόγων
542ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ ὡ-
543ρισμένα ὅρια, δηλαδὴ δὲν εἶναι συγκεχωρημένη προκειμένου
544περὶ ἀντικειμένων τοιούτων, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ρη-
545τῶς ἀπαιτεῖ τὴν ἔκδοσιν νόμου. Οὕτω δὲν συγχωρεῖται ἐξουσιο-
546δότησις πρὸς ἐπιβολὴν ποινῶν, παραχώρησιν χώρας, ἐπιβολὴν
547φόρων κλπ. Καὶ ὅπως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρεχωρεῖτο χώρα
548διὰ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, οὕτω θὰ ἦτο λυπηρὸν ἂν
549ἠκούετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς οἱοσδήποτε Ὑ-
550πουργός, δυνάμει νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐφόσον πρό-
551κειται περὶ ἐπιβολῆς ποινῶν διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, δηλαδὴ
552θέματος δι’ ὃ ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ ἔκδοσιν νόμου, θὰ
553ἦτο λυπηρόν, λέγω, ἂν ἠκούετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅτι εἷς οἱοσ-
554δήποτε Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας
555ἀντισυνταγματικὰς ἐνεργείας.
556Ταῦτα καὶ προχωρῶ εἰς τὸ δεύτερον, διότι ἔχω πλήρη συ-
557ναίσθησιν τῆς ὑποχρεώσεως νὰ εἶμαι βραχύς. Διότι πρέπει
558ἐντὸς τῆς ἑσπέρας ταύτης νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἡσυχάσῃ
559ὁ κόσμος καὶ νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δι-
560καιοσύνης Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖον γνωρίζει πόσον ἰδιαιτέρως ἐγὼ
561τὸν ἐκτιμῶ, διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν δήλωσιν τὴν
562ὁποίαν ἔκαμεν ὅταν ἔσπευσε νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα, ὅτι
563εἶναι ζήτημα τοῦτο ἐξαρτώμενον ἀποκλειστικῶς ἀπὸ αὐτὸν
564καὶ μόνον. Πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπόψε διὰ νὰ
565μάθῃ ὁ λαὸς ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ αὐτοκτο-
566νήσῃ παραχωροῦσα τὰ δικαιώματά της εἰς Ἐπιτροπὴν συνε-
567δριάζουσαν εἰς ἓν δωμάτιον καλύπτον πολλὰ καὶ μὴ διασφα-
568λίζον τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἀμεροληψίαν.
569Καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς
570πολιτικῆς σκοπιμότητος, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία
571ἀντίθετος γνώμη ἀπὸ ὅσους θέλουν νὰ ἀρθοῦν εἰς τὸ ὕψος
572τῶν περιστάσεων, ἡ ὁποία νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δι’ Ἐνοικιοστά-
573σιον τὸ ὁποῖον, ἂν ἐπροστάτευσε τὴν ἰδιοκτησίαν, δὲν ἐπροστά-
574τευσε τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν πτωχῶν, τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρ-
575φανῶν (Χειροκροτήματα), ἀλλὰ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν κεφα-
576λαιούχων, δι’ Ἐνοικιοστάσιον τὸ ὁποῖον τοὺς μὲν ἰδιοκτήτας
577περισσαίνει δι’ ἀπατηλῶν καὶ εἰκονικῶν παροχῶν, τοὺς δὲ
578ἐνοικιαστὰς ἀψυχολογήτως ἀνεστάτωσε, δι’ Ἐνοικιοστάσιον ὅ-
579περ ἐπροκάλεσε τόσον σάλον, ὥστε νὰ βαφῶσι μὲ αἷμα οἱ δρό-
580μοι τῶν Ἀθηνῶν, ἦτο ποτὲ ἐπιτετραμμένον ὁ κ. Ὑπουργὸς
581ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης χάριν αὐτοῦ, χάριν τοῦ κόμματος εἰς τὸ
582ὁποῖον ἀνήκει, χάρις τοῦ συνόλου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
583τεύματος, ἦτο ἐπιτετραμμένον ποτὲ νὰ ἀναλάβῃ μόνος τὴν
584εὐθύνην, στηριζόμενος εἰς ἀνευθύνους συμβούλους καὶ δὴ στη-
585ριζόμενος εἰς ἓν Διάταγμα ἀμφίβολον, κλονιζόμενον καὶ ἐκ-
586δοθὲν ὑπὸ ἀλλοίας περιστάσεις. Δὲν εἶναι ἔτι μᾶλλον δυνατὸν
587νὰ εὑρεθῇ τις ὅστις νὰ δικαιολογήσῃ κοινοβουλευτικὸν Ὑ-
588πουργόν, ὅστις δὲν ἐμιμήθη κἂν τὸν ἐπαναστάτην, θέσαντα
589τὸ Διάταγμά του ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μετερ-
590ρύθμισεν αὐτοβούλως τὸ πολίτευμα καὶ προήγαγεν εἰς Κοινο-
591βούλιον τὴν ἀνεύθυνον ὁμάδα τῆς Ἐπιτροπῆς του. Εἶμαι λοι-
592πὸν πεπεισμένος ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον θὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰ-
593δικὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὑπεστηρίχθη ὅτι τὸ ἀν-
594τίθετον ἀποτελεῖ τὸ θάρρος τοῦ κυβερνᾶν. Δὲν ὑποτιμῶ ποτὲ
595τὸ θάρρος τοῦ κυβερνᾶν, ἀλλὰ τὸ ἀξιῶ σύμφωνον πρὸς τὸ Σύν-
596ταγμα, τοὺς νόμους καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ θέσμια. Διότι
597κάθε ἄλλο θάρρος τοῦ κυβερνᾶν ἐκτὸς τοῦ θάρρους αὐτοῦ εἶ-
598ναι τὸ θάρρος τοῦ κυβερνᾶν τῶν δικτατόρων. (Χειροκροτή-
599ματα).
600§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
601§62Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσιν τοῦ
602ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ κ. Γεωργιάδου εἶχον τὸ θάρ-
603ρος νὰ διακόψω αὐτὸν καὶ νὰ ἀποτανθῶ πρὸς τὴν Κυβέρνη-
604σιν, πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
605λίου καὶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἐν τῷ προκειμένῳ
606ζητήματι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἐπερώτησις, ἡ Κυβέρνησις
607εἶναι ἀλληλέγγυος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
608νης Ὑπουργοῦ, διότι νομίζω ὅτι θέμα τόσον μεγάλης καὶ ἐ-
609ξαιρετικῆς σημασίας οἷον εἶναι τὸ Ἐνοικιοστάσιον, θέμα τὸ
610ὁποῖον θίγει αὐτὴν ταύτην τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην τῆς Χώ-
611ρας,☐
612☐
613τὰς βάσεις τοῦ ἀστικοῦ Κράτους καὶ ὅτι ἐπὶ τόσον
614μεγάλου πολιτικοῦ θέματος, οἷον εἶναι τὸ κρινόμενον, ὀρθὸν
615θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ διασαφηνίσῃ τὴν ἄποψιν αὐτῆς, ἂν
616τουτέστι θεωρεῖ ἑαυτὴν ἀλληλέγγυον μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ.
617Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς
618Κυβερνήσεως ἀπαντῶν μὲ ἠρώτησεν ἂν θέτω ζήτημα ἐμπι-
619στοσύνης. Ἀπήντησα ὄχι, διότι ἐνόμιζον ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβε-
620βλημένον νὰ παρακολουθήσω τὰς συζητήσεις, νὰ παρακολου-
621θήσω τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐκφέρω τελικῶς
622τὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἀντερωτήσω καὶ τὸν κ.
623Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν λοιπὴν Κυ-
624βέρνησιν, ἂν αὕτη, μὴ τιθεμένου παρ’ ἐμοῦ ἢ παρ’ οἱουδήποτε
625ἄλλου ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων ζητήματος ἐμπιστοσύνης
626δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν θεωρεῖ ἑαυτὴν
627ἀρκετὰ εὔθικτον, ὥστε νὰ δηλώσῃ δημοσίᾳ καὶ ἀπροκαλύπτως
628ἐν τῇ Βουλῇ ὅτι θεωρεῖ ἢ δὲν θεωρεῖ ἑαυτὴν πολιτικῶς ἀλ-
629ληλέγγυον μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Νο-
630μίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον καὶ ἔχω δι’ ἐλ-
631πίδος ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ
632τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του θὰ θελήσῃ νὰ καθορίσῃ τὰς γενι-
633κὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀρκεῖ νομίζω καὶ μόνη ἡ ἐ-
634ρώτησις αὕτη διὰ νὰ θέσῃ ὄχι δι’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγ-
635μάτων τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ
636τυπικὴ θέσις τοῦ ζητήματος παρ’ ἑνὸς βουλευτοῦ ἢ ὄχι δὲν
637ἔχει καμμίαν σημασίαν, ἐφόσον πρόκειται περὶ ζητήματος ἐ-
638ξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἐπὶ τῆς ἐνεργείας ὀφείλω, μὴ
639ἐπιθυμῶν οὔτε νὰ στραφῶ καθαρῶς ἀντιπολιτευτικῶς κατὰ
640τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε νὰ διεγείρω τὰ τόσον μεγάλα πάθη, τὰ
641ὁποῖα ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὀφείλω, λέγω,
642νὰ εἴπω συντόμως τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ φλέγοντος τού-
643του ζητήματος. Κατηγορεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δι-
644καιοσύνης Ὑπουργὸς ὡς δημοσιεύσας παρανόμως τὸ Διάταγ-
645μα «περὶ Ἐνοικιοστασίου», ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶχε τὴν νομικὴν
646βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενος δύναται νὰ δημοσιεύσῃ
647αὐτό. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομίζω ὅτι ἡ κατηγορία δὲν
648εἶναι δικαία ἐπὶ τοῦ καθαρῶς νομικοῦ ζητήματος, διότι, ἐφό-
649σον ὑπῆρχε Ν. Διάταγμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη καὶ ἐφό-
650σον τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα μέχρις οὗ τροποποιηθῇ
651ἢ ἀκυρωθῇ παράγει ἐννόμους συνεπείας, ἕπεται ὅτι ἀπὸ ἀπό-
652ψεως καθαρῶς νομικῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
653καιοσύνης εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ δικαίῳ δημοσιεύσας τὸ Διά-
654ταγμα τοῦτο. Δὲν ἔχω ὅμως τὴν γνώμην ὅτι ἀπὸ πολιτικῆς ἀ-
655πόψεως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
656καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ
657ζητήματος εἶναι ἀπολύτως κατ’ ἐμὲ ἀλληλέγγυος πρὸς τὴν
658ἐνέργειαν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, δὲν ἔχω τὴν
659γνώμην ὅτι ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ
660ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ εὑρίσκεται ἐν
661δικαίῳ, διότι, ἐφόσον ἔχομεν παροῦσαν τὴν Βουλήν, ἐφόσον τὸ
662ζήτημα τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ κριθῇ διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐ-
663ξουσίας, ζήτημα τόσον μέγα, τόσον ἐπεῖγον καὶ ἀσκοῦν τοιαύ-
664την ἐπίδρασιν ἐφ’ ὅλης τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐσω-
665τερικῆς γαλήνης τῆς Χώρας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ ἐπὶ
666τῇ βάσει Ν. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἄνευ τῆς ἐγκρί-
667σεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἁ-
668πλῶς ἀπόρροια μιᾶς αὐθαιρέτου καὶ ἐξωσυνταγματικῆς πρά-
669ξεως. Δὲν θὰ ἐπιμείνω, κύριοι, διὰ νὰ καταδείξω τὰς μεγί-
670στας συνεπείας τὰς ὁποίας ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς
671Χώρας ἀσκεῖ τὸ πολυθρύλητον τοῦτο ζήτημα, οὔτε θὰ εἰσέλθω
672ἐν τῇ οὐσίᾳ τοῦ ζητήματος τούτου. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἂν ἔ-
673βλεπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν πλήρει ἀλληλεγγύῃ ἔδιδε μίαν
674οἱανδήποτε λύσιν εἰς τὸ περιμάχητον τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁ-
675ποῖον κρατεῖ ἐν ἀναστατώσει τὰς διαφόρους τάξεις τῆς Ἑλ-
676λάδος ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν καὶ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀντι-
677κείμενον μεγίστης κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ζήτημα τὸ
678ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὴν παράλυσιν καὶ εἰς τὴν ἀναρχίαν ἐν-
679τὸς τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρ-
680νησις φέρεται ὀρθῶς ἀναλαμβάνουσα ἐν ἀλληλεγγύῃ μετὰ τοῦ
681ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ νὰ χαράξῃ μίαν
682οἱανδήποτε πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τὴν πο-
683λιτικὴν ταύτην δι’ ὅλης τῆς εὐθύνης της νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βου-
684λὴν πρὸς ἔγκρισιν. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ζητεῖται παρὰ πολ-
685λῶν βουλευτῶν ὅπως τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου παραπεμ-
686φθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Κατὰ τῆς προτά-
687σεως ταύτης ὀφείλω νὰ ἀντιταχθῶ.
688§63ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
689§64Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διότι ἡ παραπομπὴ τοῦ ζητήματος
690τούτου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν σημαίνει μὴ
691συμμετοχὴν κατ’ οὐσίαν τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλουσαν νὰ δε-
692χθῇ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ
693σημαίνει συγχρόνως καὶ μὴ συμμετοχὴν αὐτῆς ταύτης τῆς
694Βουλῆς εἰς τὰς εὐθύνας ἑνὸς τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος.
695Ἑπομένως εἶμαι ἄντικρυς ἀντίθετος τῆς παραπομπῆς τοῦ ζη-
696τήματος τούτου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἂν
697κάμωμεν τοῦτο, δὲν θὰ δημιουργήσωμεν τίποτε χάριν τῆς ἐ-
698σωτερικῆς γαλήνης τῆς Χώρας. Ἂν κάμωμεν τοῦτο, ἂν τὸ
699ζήτημα τὸ παραπέμψωμεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπι-
700τροπήν, ἡμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποδυόμεθα τῶν εὐθυνῶν τὰς
701ὁποίας ἔχομεν ἀπέναντι τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τῆς Ἑλλη-
702νικῆς βουλήσεως, θὰ παρατείνωμεν τὴν ἀναρχίαν, ἡ ὁποία
703μέχρι τοῦδε ἐβασίλευσεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Διότι, κύριοι,
704δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποκρύψωμεν ὅτι, ἐφόσον ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐκ-
705προσωποῦσα τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς Κυβέρνη-
706σις δὲν ἀναλαμβάνουσι τὰς εὐθύνας τῆς λύσεως ἑνὸς τόσον
707μεγάλου ζητήματος, εἶναι φυσικὸν ὅτι τὴν λύσιν τοῦ ζητήμα-
708τος τούτου θὰ ἀναλάβωσι πάλιν οἱ δρόμοι, διότι τὰ ζητήματα
709τῆς ἰδιοκτησίας ἐλύθησαν μέχρι τοῦδε διὰ τῶν ὁδῶν. Δὲν πι-
710στεύω νὰ ἔχῃ κανεὶς ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ ζητή-
711ματος τούτου καμμίαν ἀντίρρησιν. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεω-
712μένος νὰ συμβουλεύσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως φέρῃ τὸ ζήτημα
713τοῦ Ἐνοικιοστασίου διὰ τῆς ὑπευθύνου καὶ ἀλληλεγγύου πο-
714λιτικῆς τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Κυβέρνησιν ὅπως φέρουν μίαν
715οἱανδήποτε λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς,
716διότι μόνον ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ λύσῃ τὸ περιμάχητον
717τοῦτο ζήτημα. Γνωρίζω ὅτι θὰ προβληθῇ ὅτι, ἂν τὸ ζήτημα
718τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ
719εἶναι ἀνίκανος νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, μὴ τερματίζουσα
720τὰς συζητήσεις. Νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ χειροτέρα ἀντίρ-
721ρησις κατὰ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ. Εἰς
722ταῦτα ἔχω νὰ ἀπαντήσω τοῦτο, κύριοι· ἂν μὴ ὁλόκληρος Κυ-
723βέρνησις ὀφείλουσα νὰ εἶναι ἀλληλέγγυος ἐπὶ τοῦ ζητήματος
724τούτου εἶναι ἀνίκανος νὰ πειθαρχήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς
725Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἐν τοιαύτῃ
726περιπτώσει, κύριοι, ὑπάρχει πλήρης χρεωκοπία καὶ τῆς Κυ-
727βερνήσεως καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. (Δια-
728μαρτυρίαι).
729Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ λέγωμεν καθαρὰ τὴν γνώμην μας·
730ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ὀφείλουσα νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ ἑνὸς ζη-
731τήματος γενικωτάτου καὶ πολιτικωτάτου δὲν κατορθώνει θέ-
732τουσα τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπέναντι τῶν φίλων της, θέτουσα τὸ
733ζήτημα ὡς ζήτημα ζωτικοῦ συμφέροντος γενικοῦ νὰ κατορθώ-
734σῃ τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς τοιούτου νόμου, ἡ Κυβέρνησις ἡ στη-
735ριζομένη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἡ ἀξιοῦσα ὅτι ἀκολου-
736θεῖ τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὴν γνώμην μου εὑρίσκεται ἐν πλή-
737ρει χρεωκοπίᾳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ ταύτην ἔχω ὑ-
738ποχρέωσιν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο θὰ συνί-
739στων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, ὅ-
740πως τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου φέρῃ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ
741τὰς διακοπὰς εἰς τὴν Βουλήν.
742§65Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἀναστελλομένου τοῦ Διατάγματος.
743§66Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἐφό-
744σον ἡ Κυβέρνησις δώσῃ σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν τὴν ἀ-
745πάντησιν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου θεωρεῖ ζήτημα
746πολιτικὸν ἀναγόμενον εἰς τὸν κύκλον τῆς εὐθύνης ὁλοκλή-
747ρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζητήσῃ ὅπως τύχῃ παρὰ τῆς Βου-
748λῆς τῆς συγκαταθέσεώς της νὰ ἀναστείλῃ τὸ Διάταγμα τοῦ-
749το ὁλόκληρον εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὰς ἑορτάς, νομίζω ὅτι
750ἐπὶ τούτου δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀντίρρησις.
751Κύριοι προσεπάθησα νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἑνὸς φλέγοντος ζητή-
752ματος ὅσον τὸ δυνατὸν ἠρεμώτερον καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ πά-
753λιν τὴν σύστασιν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βου-
754λὴν νὰ ἀκολουθήσουν, καίτοι εὑρίσκονται ἐν καταφανεῖ παν-
755τοδυναμίᾳ, τὰς συστάσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ ἀ-
756κολουθηθοῦν, ἂν δὲν θέλουν νὰ λύωνται τὰ ζωτικὰ ζητήματα
757τῆς Χώρας περιερχόμενα καὶ πάλιν εἰς τὰς ὁδούς. (Χειρο-
758κροτήματα).
759§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
760§68Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὅτι, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοι-
761κιοστασίου εἶναι ζήτημα ἐξόχου σοβαρότητος, ὅτι εἶναι ζήτη-
762μα θίγον ζωηρῶς τὰ ἀντιμαχόμενα συμφέροντα τῶν διαφό-
763ρων τάξεων, ὅτι εἶναι ζήτημα αὐτόχρημα δημοσίας τάξεως,
764τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ παρὰ τὴν σοβαρότητα τοῦ
765ζητήματος δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν τραγικὸν τόνον, ὁ ὁ-
766ποῖος δίδεται εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν νευρικότητα μετὰ
767τῆς ὁποίας διεξάγεται αὕτη. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ
768μετὰ πάσης δυνατῆς ψυχραιμίας, μετὰ γαλήνης δύναμαι νὰ
769εἴπω. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα· εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὸ δικαίω-
770μα ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημοσιεύσῃ τὸ
771Ἐνοικιοστάσιον χωρὶς νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀποταθῇ εἰς τὸ ἀν-
772τιπροσωπευτικὸν Σῶμα, εἰς τὴν Βουλήν; Ἀφ’ ἧς, κύριοι
773βουλευταί, σιδηρᾶ ἀνάγκη ἐπέβαλλε τὴν ἰσχύν, τὴν ἐπιβολὴν
774τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ὅπερ ἀποτελεῖ ἕνα δεινὸν περιορισμὸν
775τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐν τῷ παρελθόντι οὐδεμίαν
776ἀπολύτως περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ Ἐνοικιοστάσιον νὰ ὑπε-
777βλήθη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς τῆς μεμονωμένης πε-
778ριπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον
779συνέταξεν ὁ διακεκριμένος ὄντως συνάδελφος κ. Τσιτσεκλῆς,
780ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀπὸ δεκαε-
781τίας καὶ πλέον, ἀφ’ ἧς, ὡς εἶπον, ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη ἐπέβαλε
782τὴν ἰσχὺν ἑνὸς Ἐνοικιοστασίου, δὲν ἦλθεν οὐδέποτε τοῦτο ὑπὸ
783τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Εἶναι μακρὰ ἡ παράδοσις καὶ ἐκπλήσ-
784σομαι πῶς ἀξιότιμοι προλαλήσαντες εὑρίσκουν ὡς προσβολὴν
785τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὴν ὑπὸ τῆς
786Κυβερνήσεως δημοσίευσιν τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ Ἐνοι-
787κιοστασίου». Σᾶς εἶπον ὅτι σειρὰ Ν. Διαταγμάτων ἐν τῷ πα-
788ρελθόντι, ἀφ’ ἧς ὑπῆρξε τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἐξεδόθησαν. Ἀρ-
789γικῶς ἔχει ψηφισθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν
790ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ περιλάβῃ διατάξεις Ἐνοικιοστασίου.
791Μεταγενεστέρως ἕτερος νόμος, ὁ νόμος 768, ἔδωκε τὸ δικαίω-
792μα αὐτὸ εἰς ἄλλην διάδοχον Κυβέρνησιν. Μετὰ ἓν ἔτος ἔχομεν
793ἕτερον νόμον, τὸν νόμον 1272, ὁ ὁποῖος ἐξουσιοδοτεῖ τὸ ἁρ-
794μόδιον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημοσιεύσῃ Διάταγμα
795Ἐνοικιοστασίου. Καὶ ἐρωτᾶται ὁ ἤδη Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
796σύνης, ἔχει ἐντολὴν νομοθετικὴν νὰ δημοσιεύσῃ τοιοῦτον Διά-
797ταγμα; Καὶ ἀπαντῶ ἀσφαλῶς, ναί. Δὲν εἶναι, κύριοι συνάδελ-
798φοι, μόνον τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ Πλαστήρα, τὸ ὁποῖον διατε-
799λεῖ ἐν ἰσχύϊ καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδε βέβαια τὸ δικαίωμα εἰς
800τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημοσιεύσῃ τὸ
801Ἐνοικιοστάσιον, ἀλλ’ ἔχομεν ῥητὴν διάταξιν νόμου μεταγε-
802νεστέρου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Δʹ Συνέλευσις, νόμον ὁ ὁ-
803ποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ. Εἶναι ὁ νόμος 3186 τῆς 16 Αὐ-
804γούστου 1924, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἄρθρον 5 λέγει τὰ ἀκόλουθα
805(ἀναγινώσκει): «Διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου μετ’ ἀπόφα-
806σιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ τροποποιηθῇ ἢ
807παραταθῇ τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 29ης Δεκεμβρίου 1923 περὶ
808ὑποχρεωτικῆς παρατάσεως τῶν μισθώσεων, ὡς καὶ ὁ παρὼν
809νόμος». Πρόκειται περὶ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι προ-
810γενέστερον τοῦ Διατάγματος τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Τσι-
811τσεκλῆ. Ἀλλ’ ὁ νόμος εἶναι γενικός. Δὲν ἀφίνει ἀπολύτως
812κανένα περιορισμὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁ-
813ποῖος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀνεξαρτήτως τοῦ Ν. Δια-
814τάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς δῆθεν ὑ-
815πηρεσιακή, Πλαστήρα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιῇ τὸ
816προγενέστερον Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
817§69Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Φαίνεται ὅτι, ὅταν ὡμίλησα, δὲν εἶ-
818σθε ἐδῶ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἐπικα-
819λεῖται τὸ ἄρθρον 5 εἰς τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμά του. Δεύτερον,
820αὐτὸ τὸ ἄρθρον 5 ἀπαιτεῖ ἀπόφασιν, δηλαδὴ πρακτικὸν τοῦ
821Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅπερ δὲν ὑπάρχει καὶ τρίτον, ἐξην-
822τλήθη, διότι ἦτο μία καὶ μεμονωμένη νομοθετικὴ ἐξουσιοδό-
823τησις. Καὶ τέταρτον, λησμονεῖτε τὸ ἄρθρον 74 τοῦ Συντάγ-
824ματος, κατὰ τὸ ὁποῖον νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις παρούσης
825τῆς Βουλῆς δὲν δίδεται.
826§70Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν ἀπαντῶ εἰς τὸ πρῶτον ἐπι-
827χείρημα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ ἐκδοθέν-
828τι Διατάγματι «περὶ Ἐνοικιοστασίου» δὲν ἐπικαλεῖται τὴν
829διάταξιν αὐτὴν τοῦ νόμου. Ἐρωτῶ· τί σημασίαν ἔχει ἂν τὴν
830ἐπικαλεῖται ἢ ὄχι; Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ ζήτημα
831εἶναι ἂν ὑπάρχῃ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία νὰ χορηγῇ εἰς
832αὐτὸν δικαίωμα. Δεύτερον λέγει ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος
833ὅτι κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Λέγω ἀσφα-
834λῶς, ναί. Δηλαδὴ προϋπόθεσις ἀναγκαία διὰ νὰ ἐκδοθῇ τὸ
835Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ
836Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τοιαύτη ἀπόφασις φαίνεται ὅτι ὑ-
837πάρχει. Ὑπάρχει καμμία διάταξις ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ τὸν τύ-
838πον κατὰ τὸν ὁποῖον δίδεται ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ
839Συμβουλίου; Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ
840Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἀπόφασις φυσικὰ τεκμαίρεται, ὑπάρχουσα
841τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀντιλέγει κανεὶς ἐκ τῶν
842κ. κ. Ὑπουργῶν.
843§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
844Κύριε Σωτηριάδη, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συμπεραίνετε οὕτως.
845§72Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
846Πῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμπεραίνῃ οὕτως;
847§73Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἄρα δὲν εἶναι σύμφωνον τὸ Ὑπουργικὸν
848Συμβούλιον.
849§74Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία
850δὲν διαμαρτύρεται διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι πρᾶξις
851τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία γίνεται
852ὑπὸ τὴν εὐθύνην ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως.
853§75Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
854Ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν
855προηγουμένης ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
856§76Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἄρα ὑπῆρξεν ἀπόφασις. Ἄν ὅμως
857ὑπῆρξαν διαφωνίαι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, αὐτὸ δὲν
858παίζει κανένα ρόλον, διότι ὁ νόμος δὲν ἀπαιτεῖ ὁμόφωνον ἀ-
859πόφασιν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ ἀπόφασιν, ἡ ὁποία λαμβάνεται κατὰ
860πλειονοψηφίαν. Λοιπὸν καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ὑποθέτω ὅτι
861εἶναι ἀστήρικτον.
862Ἤκουσα καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα ἀπὸ τὸν διακεκριμένον συ-
863νάδελφον κ. Τσιτσεκλῆν, ὅτι ἡ ἐντολὴ ἡ δοθεῖσα ἀπὸ τὸν νό-
864μον 3186, εἶναι περιωρισμένη, ἀφορᾷ δηλαδὴ ὡρισμένην
865περίπτωσιν καὶ ὡρισμένον Ἐνοικιοστάσιον. Ἐκ τῆς ἀναγνώ-
866σεως τῆς διατάξεως τὴν ὁποίαν ἔκαμα προκύπτει ὅτι ἡ ἐντο-
867λὴ εἶναι ἀπεριόριστος. Ὁ Ὑπουργὸς δύναται, λέγει, νὰ τρο-
868ποποιῇ ἢ παρατείνῃ τὸ Ν. Διάταγμα «περὶ Ἐνοικιοστασίου».
869Δίδεται καὶ εὐρυτέρα ἀκόμη ἐντολὴ νὰ τροποποιῇ καὶ ὁλόκλη-
870ρον τὸν νόμον 3186. Ἑπομένως ὑποθέτω ὅτι οὐδὲν τῶν ἐπι-
871χειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιτάσσονται νομικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
872στηριχθῇ.
873Λοιπὸν ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ἐξετάσω οὐσιαστικῶς τὸ πρᾶγ-
874μα, δηλαδὴ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
875σύνης δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα, ἐ-
876πιβάλλει εἰς αὐτὸν κανεὶς οὐσιαστικὸς λόγος τὴν ὑποχρέω-
877σιν νὰ ὑποβάλλῃ τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς τὴν
878Βουλήν; Ἔ, τί νὰ σᾶς εἴπω. Ἕν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θίγει
879τόσον ζωηρῶς τόσα ἀντιμαχόμενα συμφέροντα, ἓν Διάταγμα
880διὰ τὸ ὁποῖον ἀγωνίζονται τόσαι τάξεις, εἰλικρινῶς πιστεύω
881ὅτι ἐρχόμενον εἰς τὴν Βουλὴν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ
882ἤ, ἂν ἐψηφίζετο, θὰ ἐψηφίζετο μετὰ μεγάλης δυσχερείας, ἂν
883λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας νομοθετήματα τὰ ὁποῖα δὲν παρουσιά-
884ζουν τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ Ἐνοικιοστάσιον
885τοῦτο, νομοθετήματα ἁπλᾶ, τὰ ὁποῖα περιέχουν διατάξεις, δυ-
886σχερέστατα συζητοῦνται καὶ ἐλέγχονται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ
887ἔχω ἀκόμη ἓν παράδειγμα· ὅτι προχθὲς διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νο-
888μοσχέδιον «περὶ ὁρίου τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν» ἀπη-
889σχολήθη ἡ Βουλὴ τρεῖς ὁλοκλήρους ὥρας, διὰ τὸ ἁπλούστα-
890τον αὐτὸ θέμα. Ἑπομένως νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχεν
891100 καὶ πλέον ἄρθρα εἶναι φυσικῶς δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἐν
892τῇ Βουλῇ; Καὶ ἐνθυμεῖσθε περίπτωσιν ἀφ’ ἧς ὑπῆρξεν Ἐ-
893νοικιοστάσιον πρὸ δεκαετίας καὶ ἐντεῦθεν, νὰ ἐψηφίσθη ποτὲ
894Ἐνοικιοστάσιον εἰς τὴν Βουλὴν; Ποτέ. Καὶ ἔχω νὰ ἀναφέρω
895μίαν περίπτωσιν ἀκόμη· τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ
896ὑπεβλήθη τότε εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν παρὰ τὴν
897ἔμμονον ἀντίστασιν τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. συ-
898νάδελφος νὰ μὴ ὑποβληθῇ. Καὶ εὑρίσκω εὔλογον τὴν ἀντίρ-
899ρησιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε, τὴν εὑρίσκω πολὺ εὔλογον,
900διότι ἀντελαμβάνετο βεβαίως ὅτι ἓν νομοσχέδιον προϊὸν μιᾶς
901τοιαύτης ἐπιστημονικῆς ἐργασίας, ἐργασίας εἰς τὴν ὁποίαν ἠ-
902σχολήθη ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας ὁλοκλήρους ὁ διακεκριμένος
903πράγματι αὐτὸς ἐπιστήμων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ
904ὑποστῇ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον ἐκ μέρους μιᾶς πολυπληθοῦς
905Ἐπιτροπῆς. Καὶ ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Σᾶς τὸ βεβαιῶ
906εὐσυνειδήτως, ὡς νομικός, διότι χιλιάκις μοὶ ἔχει δοθῇ ἡ
907ἀφορμὴ νὰ ἐφαρμόσω τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὑπέστη τὸν ἔ-
908λεγχον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὅλαι αἱ πλημμελεῖς διατάξεις καὶ
909αἱ ἀντιμαχόμεναι καὶ ἀλληλοσυγκρουόμεναι ὀφείλονται εἰς τὸν
910ἔλεγχον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι τὸ ἔργον
911αὐτὸ ἦτο ἀρτιώτατον ἐπιστημονικῶς, ἦτο ἓν ἀπὸ τὰ ἀρτιώ-
912τερα ἔργα ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅταν τοῦτο ἐ-
913ξῆλθεν ἐκ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπαρουσίασεν
914ἀπείρους ἀτελείας καὶ περιέλαβε διατάξεις ἀντιμαχομένας.
915Λοιπόν, κύριοι, σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς, ὄχι βέβαια ἀπὸ συμ-
916πάθειαν καὶ ἐκτίμησιν προσωπικὴν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ
917τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, τὸν ὁποῖν ἔχω ἰδιαιτέρως ἀφορ-
918μὴν νὰ σέβωμαι, διότι γνωρίζετε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ δευτέρα
919φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην
920του, καθόσον εἰς ὅλας τὰς λοιπὰς περιπτώσεις ἀτυχῶς εὑρέ-
921θην εἰς ἀντίθεσιν γνώμης, εἰλικρινῶς σᾶς λέγω ὅτι, ὅταν
922ἀκούω ἀπὸ κυρίους πεπειραμένους διανοουμένους, ἀπὸ κυρίους
923οἱ ὁποῖοι ἔχουν παρακολουθήσει τὰς ἐργασίας τῶν Κοινοβου-
924λευτικῶν Σωμάτων, ὅταν ἀκούω ὅτι δύναται ποτὲ νὰ φθάσῃ
925Ἐνοικιοστάσιον καὶ νὰ ψηφισθῇ πράγματι εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ-
926πλήσσομαι. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ ὅτι θὰ εἰσέλθῃ ἓν νο-
927μοθέτημα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἐξέλθῃ ψηφισμένον ἀπὸ
928ἐδῶ ἢ ἂν ἐξέλθῃ ψηφισμένον, θὰ ἐξέλθῃ ὅπως πρέπει. Διὰ
929τοῦτο ἔχω νὰ εἴπω ὡς κατακλεῖδα ὅτι πρόκειται, κύριοι, περὶ
930νομοθετήματος, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἀκούσωμεν βεβαίως....
931§77Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διατί δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ
932τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἰς τὴν Βουλήν; Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις
933ἀντιλαμβανομένη τὰς εὐθύνας της καὶ χαράσσουσα μίαν πολι-
934τικὴν Ἐνοικιοστασίου θὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην
935της. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι θὰ ὁμιλήσουν πολλοὶ κύριοι βουλευ-
936ταί. Ἂς ὁμιλήσουν. Ὅταν θὰ διαρκέσῃ καὶ δύο ἑβδομάδας ἡ
937συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε ὑπεύ-
938θυνον γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τῆς Βουλῆς.
939§78Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Σέβομαι ἀπολύτως τὴν γνώμην σας,
940ἀξιότιμε κ. συνάδελφε. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι νομοσχέδιον
941τὸ ὁποῖον θὰ περιέχῃ βέβαια 100 ἄρθρα καὶ τὸ ὁποῖον θί-
942γει, ὅπως θίγει τὸ παρόν, ὅλα τὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὸ ὁ-
943ποῖον ὑπάρχουν τόσαι συγκρουόμεναι, τόσαι ἀντίθετοι ἀπόψεις,
944δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ τελεσφορήσῃ εἰς
945τὴν Βουλήν. Ἀπὸ θεωρίας δέχομαι ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύ-
946νατον. Δὲν ἔχω οὐδὲν συμφέρον νὰ εἶμαι οὔτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς
947τάξεως, οὔτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Δὲν θὰ εἶχα βέβαια οὐδεμίαν
948ἀντίρρησιν νὰ ἔλθῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν.
949Λέγω τὴν προσωπικήν μου γνώμην. Βέβαια θὰ ἐλάμβανα καὶ
950ἐγὼ τὸν λόγον καὶ θὰ ἐξέφερα καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, τὴν
951ὁποίαν θὰ εἶχον ἐπ’ αὐτοῦ.
952Σᾶς δηλῶ δέ, κύριοι, διότι ἀναγκάζομαι προκαλούμενος νὰ
953τὸ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω ἀπολύτως οὐδένα ἐνθουσιασμὸν διὰ τὸ
954περιεχόμενον τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διότι καὶ ἡ μόνη ἄποψις τὴν
955ὁποίαν ὑπεστήριξα δὲν ἔγινε δεκτή, συμφώνως μὲ τὸ σύστημα
956τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰς
957τὰς προσωπικάς του σχέσεις πρὸς ἐμέ.
958Λοιπὸν δὲν εἶναι ζήτημα οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, λέγω,
959ὅτι εἶναι ζήτημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται κατὰ εὔλογον
960τρόπον νὰ τελεσθῇ παρὰ μόνον κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁ-
961ποῖον τελεῖται ἀφ’ ἧς ὑπῆρξεν Ἐνοικιοστάσιον μέχρι σήμερον.
962Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
963§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
964§80Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου
965κατ’ οὐσίαν, ἂν εἶναι ὀρθὸν ἢ ἐσφαλμένον, διότι ὡς ἔργον
966ἀνθρώπινον ἔχει καὶ τὰς ἀρετάς του, ἔχει καὶ τὰς πλημμε-
967λείας του. Τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ ἀλλαχοῦ ἐγένετο, ἀλλ’ οὐ-
968δαμοῦ ἔλαβε τὰς διαστάσεις τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐνταῦθα, ἀ-
969παρτίσαν κώδικα ὁλόκληρον. Τοῦτο προδήλως καθιστᾷ μονι-
970μωτέραν τὴν κατάστασίν του καὶ δυσχερεστέραν τὴν ἐπανα-
971φορὰν εἰς τὴν ὁμαλότητα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τυπικὸν ζήτημα,
972ὅπερ εἶναι ζήτημα κύρους, τονίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ διευκρι-
973νισθοῦν τὰ ἀναφυέντα ζητήματα ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐν
974πλήρει συνειδήσει. Τὰ ζητήματα εἶναι δύο. Τὸ προέχον εἶναι
975ἂν τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα, ὅπερ ἀποτελεῖ κώδικα νομοθετικοῦ
976περιεχομένου, εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ κρατοῦν Σύνταγμα παρ’
977ἡμῖν καὶ ἂν εἶναι ἔγκυρον. Στηρίζεται βεβαίως τοῦτο εἰς μίαν
978ἐντολὴν προγενεστέραν, ἥτις πάντως ἔχρῃζε κυρώσεως παρὰ
979τῆς Βουλῆς. Μὴ κυρωθὲν τοῦτο ἐντὸς διμήνου εἶναι ἀνύπαρ-
980κτον κατὰ τὸ Σύνταγμα, θέλει δὲ ἀμφισβητηθῆ τὸ κῦρός του
981ὑπὸ τῶν δικαστηρίων.
982§81Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
983Τὸ συντακτικὸν ψήφισμα ὁρίζει ἄλλην διαδικασίαν παρὰ τὸ
984Σύνταγμα.
985§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
986§83Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ψήφισμα «περὶ τῶν
987δικτατορικῶν Ν. Διαταγμάτων καὶ τοῦ τρόπου τοῦ διακανο-
988νισμοῦ αὐτῶν, εἶχον λάβει τὸν λόγον καὶ εὑρέθην ἀτυχῶς μό-
989νος εἰς τὴν διατύπωσιν μιᾶς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα,
990ὅτι τὰ Νομοθετικὰ αὐτὰ Διατάγματα ἔπρεπε νὰ θεωρηθοῦν
991ἰσχυρά, ἐφόσον πρὸ τῆς ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς ἐδημιούργησαν
992ἐκτελεστικὰ Διατάγματα καὶ διαφόρους καταστάσεις ὑπαρχού-
993σας καὶ ἰσχυούσας μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς, ἀλλ’ ὅτι δὲν
994ἔπρεπε νὰ δώσωμεν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα,
995στηριζομένη ἐπὶ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τοιούτων, ἐκδίδῃ
996καὶ ἐφεξῆς ἐκτελεστικὰ Διατάγματα, στηριζόμενα ἐπὶ τῶν
997ὑπὸ κύρωσιν Ν. Διαταγμάτων. Δυστυχῶς ἐπεκράτησε τότε ἡ
998γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔδωσε τὸ δι-
999καίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θεωρῇ τὰ Διατάγματα ταῦτα
1000ἐπὶ διάστημα ἑνὸς ἔτους ἐν ἰσχύϊ, νὰ στηρίζεται ἐπ’ αὐτῶν,
1001νὰ ἐκδίδῃ ἐκτελεστικὰ Διατάγματα καὶ τότε μόνον νὰ τὰ πα-
1002ραπέμπῃ εἰς τὴν σχηματισθησομένην Κοινοβουλευτικὴν Ἐπι-
1003τροπήν, ὅταν θέλῃ τὴν τροποποίησιν ἢ ἐπικύρωσιν αὐτῶν. Καὶ
1004ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ζητήματος τώρα γεννᾶται ἡ μεγαλυ-
1005τέρα διχογνωμία, μεταξὺ μας, διότι ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ
1006ὁποῖοι λέγουν ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δι-
1007καιοσύνης Ὑπουργοῦ ὁ δέων σεβασμὸς πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ
1008κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς λέγει ὅτι στηρίζεται ἐπὶ
1009Ν. Διατάγματος ἀναγομένου εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν τῆς
1010συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀρκεῖται δὲ μόνον εἰς αὐτό.
1011Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης λέγει ὅτι «καὶ ἂν δὲν
1012θεωρήσητε ἐπαρκῆ αὐτὴν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἔχω
1013ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ ἓν ἄρθρον νόμου ὑπὸ ἀριθμὸν τάδε, τὸ ὁποῖον
1014μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιῶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον κατό-
1015πιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἠρωτήθη ἐπα-
1016νειλημμένως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ
1017ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος, νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ἂν ὑπάρχῃ πράγ-
1018ματι ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διότι, ἂν δὲν ὑ-
1019πάρχῃ τοιαύτη ἀπόφασις, προσεπίκλησις τοῦ νόμου ἐκείνου
1020εἶναι ἐντελῶς περιττὴ καὶ πρέπει τότε ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιο-
1021σύνης Ὑπουργὸς νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν γεννεσιουργὸν δύναμιν
1022μόνον τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐκδοθέντος ἐπὶ Κονδύλη.
1023Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ἐρώτημα· καὶ ἂν ἀκόμη καλῶς ἐ-
1024νήργησε τυπικῶς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, στη-
1025ριχθεὶς ἐπὶ μόνου τοῦ Νομοθετικοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, ἐφό-
1026σον δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐδικαι-
1027οῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημοσιεύσῃ ὑπὸ τύ-
1028πον ἁπλοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος ἕνα, ὡς εἶπεν ὁ προλα-
1029λήσας συνάδελφος, ὁλόκληρον κώδικα, κατέχοντα ὀκτὼ σελί-
1030δας τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως; Ἐφόσον ὑπάρχουν
1031τόσα συμφέροντα κοινωνικά, τὰ ὁποῖα συγκρούονται ἐν τῷ κώ-
1032δικι αὐτῷ, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε
1033νὰ πάρῃ ὅλην αὐτὴν τὴν εὐθύνην καὶ νὰ ἐνεργήσῃ αἰφνιδια-
1034στικῶς καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τῶν συναδέλ-
1035φων του.
1036§84Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1037Τί τὸ λέγετε αὐτὸ τὸ «αἰφνιδιαστικῶς», ἀφοῦ ἐδημοσιεύοντο
1038εἰς τὰς ἐφημερίδας διάφοροι τροποποιήσεις τοῦ Ἐνοικιοστα-
1039σίου, ἐξητάσθησαν ὅλα τὰ ὑπομνήματα, ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ ἐπὶ
1040τέσσαρας ὁλοκλήρους μῆνας καὶ ἔρχεσθε μετὰ τέσσαρας μῆ-
1041νας νὰ λέγητε ὅτι τὸ ἐδημοσίευσα αἰφνιδιαστικῶς.
1042§85Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν σᾶς ἀρέσει ἡ λέξις ἢ τὸ πρᾶγμα;
1043Ἄν ἡ λέξις αὐτὴ δὲν ἐκφράζει τὸ πρᾶγμα, εἶμαι πρόθυμος
1044νὰ τὴν τροποποιήσω.
1045§86Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1046Αἰφνιδιασμὸς λέγεται ὅταν εἷς Ὑπουργὸς ἐπιχειρεῖ κάτι τι
1047ἐντελῶς αἰφνιδιαστικῶς, χωρὶς νὰ προηγηθῇ τίποτε, ἀλλὰ τὸ
1048κάμνει ἐξαφνικά.
1049§87Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἄν δὲν ἦτο ἐξαφνικὸν ἢ αἰφνιδιασμός,
1050ὡς τὸ λέγω ἐγώ, δὲν θὰ ἐβλέπατε ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
1051τὴν ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ κατό-
1052πιν τώρα ὁπότε ἐδόθη εὐκαιρία νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις,
1053τοιοῦτον ἀναβρασμὸν μεταξὺ τῶν κ. κ. συναδέλφων καὶ τόσον
1054ζωηρὰς ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν καὶ μέχρι προσωπι-
1055κῶν ἀντεγκλήσεων. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πάντως ὑπάρχει κάτι
1056τὸ ἔκτροπον, κάτι τὸ μὴ ἔννομον καὶ μὴ ὁμαλῶς γενόμενον.
1057Διότι γενομένης τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἀπεργίας καὶ περὶ
1058τῶν λυπηρῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται ἐν
1059μέρει καὶ εἰς τὰς διαδόσεις περὶ τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκδό-
1060σεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ ἐπελθούσης, ἴσως κακῶς, συσχε-
1061τίσεως τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς πρὸς τὸ ὅλον ζήτημα τοῦ κομ-
1062μουνισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν
1063μὲ τὴν ἀπεργίαν, κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παρακάμψῃ
1064τὴν ἐπερώτησιν, χωρὶς κἂν νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐ-
1065τῆς. Ἐνῷ τμῆμα αὐτῆς ἀπετέλει καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοι-
1066κιοστασίου. Τρία ἦσαν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν
1067τότε τὴν Βουλήν, ὅτι ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀπεργίαν· τὸ
1068ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν
1069ἐπιτηδευματιῶν καὶ τὸ τῆς καταργήσεως τῶν Αἰσχροδικείων.
1070Ἐφόσον ἦτο ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης
1071ἐν τῇ Βουλῇ, ἔρχεται καὶ ἡ δημοσίευσις τοῦ Ἐνοικιοστασίου,
1072χωρὶς νὰ εἶναι καθωρισμένον καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Κοι-
1073νωνίᾳ. Καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἦσαν διόλου προϊδιασμέναι
1074οὔτε ἡ Βουλή, οὔτε ἡ Κοινωνία, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ Ὑπουργι-
1075κὸν Συμβούλιον. Ἐδῶ εἶσθε παρόντες ὅλοι οἱ Ὑπουργοί, δια-
1076ψεύσατέ με.
1077§88Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1078Τὴν προτεραίαν τῆς δημοσιεύσεως μετὰ τετραήμερον συζήτη-
1079σιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον
1080συγκατένευσε.
1081§89Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαντήσητε σεῖς.
1082§90Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1083Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐτελείωσε τὴν συζήτησιν καὶ ἔ-
1084λαβε τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου 48 ὥρας πρὸ τῆς
1085δημοσιεύσεως.
1086§91Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ σιωπὴ τῶν συναδέλφων σας εἶναι
1087ἀπόδειξις τοῦ ἐναντίου. Ἀπαιτῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσωσιν ὅλοι οἱ
1088συνάδελφοί σας ἕνας ἕνας. Ὅταν ἰσχυρίζωμαι κάτι τι ἐνώ-
1089πιον τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, εἶναι ἱκανοὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ νὰ
1090μὲ διαψεύσωσιν. Οἱ ἰδικοί σας σχετλιασμοὶ δὲν δύνανται νὰ
1091μεταβάλλωσι γεγονότα. Συνήθισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀφίνῃ
1092πάντοτε τοιαῦτα σοβαρώτατα ζητήματα ἔκθετα εἰς τὴν Βου-
1093λήν, ἐνῷ, καθὼς γνωρίζετε, τοῦτο δὲν συμβαίνει εἰς ἄλλας
1094περιστάσεις, ὁπότε ὑπάρχει μειονοψηφία σοβαρὰ καὶ πλειονο-
1095ψηφία ἰσχυροτάτη. Βουλὴ σημαίνει κυρίως τὴν πλειονοψηφίαν
1096τῆς Βουλῆς καὶ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι αὐτὴ αὕτη
1097ἡ Κυβέρνησις. Ἑπομένως σήμερον παρ’ ἡμῖν τὰ πέντε κόμ-
1098ματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὰ 9)10 τῆς Βουλῆς, ἐκπροσω-
1099ποῦνται ὁλόκληρα ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἶναι δὲ ἐντελῶς ἄτο-
1100πον, εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Ἑλ-
1101ληνικοῦ Λαοῦ ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ κανονίζῃ,
1102νὰ νομοθετῇ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, συγκεντρουμένη ἐν
1103τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ νὰ τὰ ἐμφανίζῃ ἐνώπιον τῆς
1104Βουλῆς ὡς ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἀφί-
1105νωνται ἔκθετα ἐδῶ καὶ νὰ βλέπωμεν ἐπερωτήσεις ὑποστηρι-
1106ζομένας ὄχι ἀπὸ τὴν μικρὰν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν
1107Συμπολίτευσιν καὶ νὰ βλέπωμεν ὅτι καθημερινῶς ὑπάρχουν
1108ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ ἀντιγνωμίαι καὶ διχογνωμίαι, αἱ ὁποῖαι
1109ἀφίνουν τὰ ζητήματα ἔκθετα εἰς βλάβην καὶ τῆς Κυβερνή-
1110σεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
1111Ἄν μέχρι τοῦδε δὲν κατώρθωσεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδώσῃ ἐργα-
1112σίαν ἀνταξίαν τῶν ἐλπίδων τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐστήριξε τό-
1113σας ἐλπίδας εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερ-
1114νήσεως, δὲν πταίει ἡ Βουλή, διότι τὰς ἐργασίας τὰς κανονί-
1115ζει ἡ Κυβέρνησις, πολὺ δὲ περισσότερον σήμερον, ὁπότε ἔχετε
1116σχεδὸν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα
1117μένουν ἔκθετα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπιβαρύνουν τὴν Κυβέρ-
1118νησιν. Ἀπόδειξις εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διὰ τὸ
1119ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ τὸ ἀναβάλῃ μετὰ τὰς
1120διακοπάς, διὰ νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον νέας
1121καταστάσεως δημιουργηθησομένης, νέων ἐπεισοδίων, τὰ ὁ-
1122ποῖα θὰ ἐπισπάσουν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν θὰ εἴ-
1123μεθα εἰς θέσιν νὰ ἀσχολούμεθα διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ θὰ
1124ξεχασθῇ. Δὲν εἶναι δυστυχῶς ὅμως τὸ Ἐνοικιοστάσιον ζήτη-
1125μα τοιοῦτον, ὥστε νὰ χωνευθῇ εὔκολα ἀπὸ μίαν Κοινωνίαν, ἡ
1126ὁποία βαθέως εἶναι διχασμένη ὡς πρὸς τὰς σχέσεις αἱ ὁ-
1127ποῖαι κανονίζονται διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διότι ὑπάρχουν
1128συγκρουόμενα συμφέροντα, ὑπάρχουν χίλιαι περιπτώσεις λε-
1129πτομερειῶν κανονιζόμεναι διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου οὕτως ἢ ἄλ-
1130λως εἰς βάρος μιᾶς τάξεως καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ ἑτέρας, ἢ εἰς
1131βάρος καὶ ἑνὸς μόνον προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσε
1132νὰ προβλεφθῇ ἡ ἰδική του περίπτωσις, ὅπως κατώρθωσαν
1133ἄλλα πρόσωπα.
1134§92Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Περὶ τοῦ νέου ὁμιλεῖτε;
1135§93Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ναί. Ὑπάρχουν προσωπικαὶ διατά-
1136ξεις ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δικαίως καὶ ὀρθῶς ἐμερίμνησαν
1137νὰ προστατευθῶσιν, εἴτε ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐνοι-
1138κιαστῶν, εἴτε εἰς τὴν τάξιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὑπάρχουν λοι-
1139πὸν συμφέροντα τόσον μεγάλα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀ-
1140φεθῇ ἔκθετον τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ νὰ ἀφεθῇ ἡ Κοινωνία συγ-
1141κρουομένη διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν
1142ἔχει ἐγκρίνει. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ μίαν
1143ἀπόφασιν περὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, δὲν δύναται τὸ Ἐνοικιο-
1144στάσιον ὑφ’ οἷον τρόπον ἐδημοσιεύθη νὰ θεωρηθῇ ἔγκυρον,
1145ὅπως ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἐγ-
1146κυρότερον ἐγκύψαντες εἰς τὸ θέμα, ἀλλὰ καὶ ἂν θέλωμεν νὰ
1147παρακάμψωμεν τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐπαναλαμβάνω ὅτι
1148τὸ Ἐνοικιοστάσιον πρέπει νὰ λάβῃ τὸν τύπον τῆς κοινοβουλευ-
1149τικῆς ἐγκρίσεως καὶ διὰ νὰ λάβῃ αὐτὸν τὸν τύπον εἷς τρόπος
1150ὑπάρχει· θὰ παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὅ-
1151σον τὸ δυνατὸν ὀλιγομελεστέραν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ λάβει ἐκ
1152τῶν προτέρων τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ὅπως καὶ αἱ
1153ἄλλαι Κοινοβουλευτικαί Ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῶν δικτατορικῶν
1154Διαταγμάτων ἢ θὰ εἶναι Ἐπιτροπὴ ἐντεταλμένη νὰ τὸ ἐπεξερ-
1155γασθῇ, ὅπως τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τῶν δύο αὐ-
1156τῶν τύπων εἰς τὴν Βουλὴν ἐναπόκειται νὰ προτιμήσῃ τὸν συν-
1157τομότερον καὶ σκοπιμότερον. Ὁ εἷς ἐκ τῶν τρόπων αὐτῶν εἶ-
1158ναι ἀπαραίτητος. Διότι, ὅπως ἐδημοσιεύθη τὸ Ἐνοικιοστά-
1159σιον σήμερον, κατόπιν τῶν ἀμφισβητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο
1160ἐν τῇ Βουλῇ καὶ αἱ ὁποῖαι διαμφισβητήσεις συγκεντρώνουν
1161τὴν πλειονότητα τῶν γνωμῶν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποδεικνύε-
1162ται ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ἐ-
1163νοικιοστάσιον αὐτὸ νὰ ἰσχύσῃ ἀκινδύνως καὶ προώρισται νὰ δη-
1164μιουργήσῃ καὶ νέας κοινωνικὰς ταραχάς, τὰς ὁποίας καθῆκον
1165καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, πρὸ παντὸς τῆς με-
1166γάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν
1167Κυβέρνησιν, εἶναι νὰ ἀποτρέψωσι τοιαύτας μελοντικὰς τα-
1168ραχάς. Διότι μία, δύο, τρεῖς, τοιαῦται ἀκόμη ταραχαὶ ἂν
1169δημιουργηθῶσι καὶ ἐπέλθωσιν εἰς βάρος τοῦ σημερινοῦ κοι-
1170νοβουλευτικοῦ συγκροτήματος, αἱ συνέπειαι δὲν θὰ εἶναι ἁ-
1171πλαῖ. Δὲν θὰ πρόκειται πλέον περὶ τῆς θέσεως ζητήματος ἐμ-
1172πιστοσύνης, ὅπως δὶς ἀπεπειράθη χθὲς τὸ ἑσπέρας αἰφνιδια-
1173στικῶς τρόπον τινά, καὶ πάλιν λέγω τὴν λέξιν αὐτήν, ἡ Κυ-
1174βέρνησις νὰ θέσῃ, ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν. Θὰ
1175πρόκειται περὶ συνεπειῶν πολὺ γενικωτέρων ἀπὸ τὸ ζήτημα
1176θέσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς μίαν Κυβέρνησιν, ἔστω καὶ Οἰ-
1177κουμενικήν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἡ Οἰκουμενικὴ Κυ-
1178βέρνησις σημαίνει ὁλόκληρος ἡ Βουλή σχεδὸν καὶ μαζὺ μὲ
1179τὴν Κυβέρνησιν βεβαίως θὰ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν πτῶσιν τῆς
1180καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Ἀπέναντι ἑνὸς τοιούτου ἐνδεχομέ-
1181νου, ἀπευθύνομαι ὄχι πλέον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς
1182τὴν πλειονότητα τῆς Βουλῆς καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν της,
1183διότι καὶ ἄλλοτε καὶ εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν καὶ εἰς τὴν Γʹ
1184Συνέλευσιν καὶ εἰς τὰς προηγουμένας ἁπλᾶς Βουλὰς μὲ γέ-
1185λωτας ὑπεδέχοντο οἱ βουλευταὶ τοιαύτας ἐγκαίρους προειδο-
1186ποιήσεις, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ γέλωτες ἐπληρώθησαν κατόπιν πολὺ
1187ἀκριβὰ εἰς βάρος ὄχι μόνον τῶν βουλευτῶν, ἀλλ’ εἰς βάρος
1188ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους καὶ μέρος αὐτῶν τῶν γελώτων πλη-
1189ρώνομεν ἀκόμη καὶ σήμερον μὲ συμφορὰς ἐθνικάς, τὰς ὁποίας
1190δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν, ἕνεκα τῆς μὴ ἐγ-
1191καίρου προνοίας ὅπως προλάβωμεν τὰ γεγονότα. Διότι αὐτὸ
1192εἶναι τὸ κύριον καθῆκον ἡμῶν, νὰ προλαμβάνωμεν τὰ γεγο-
1193νότα καὶ ὄχι νὰ ἐρχώμεθα κατόπιν δι’ ἁπλῶν ἐπερωτήσεων
1194νὰ φαινώμεθα ὅτι ἐνδιαφερόμεθα δῆθεν διὰ τὰ γενόμενα καὶ
1195νὰ τὰ καταδικάζωμεν διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου εἰς
1196τὴν παραγραφήν. (Χειροκροτήματα).
1197§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
1198§95Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βου-
1199λὴν διὰ θέμα ἐξηντλημένον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄ-
1200σκοπον νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Τὸ νομικὸν
1201μέρος πλήρως ἐπραγματεύθησαν οἱ προλαλήσαντες συνάδελ-
1202φοι, ἰδιαίτατα δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συντάκτης τοῦ
1203ἄλλοτε ἰσχύσαντος Ἐνοικιοστασίου καὶ ὁ κ. Εὐταξίας. Νο-
1204μίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ ἀπὸ νομικῆς
1205ἀπόψεως τελείως σαθρὸν τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος. Ἀ-
1206νεγνώσθησαν ἤδη ὑπὸ τῶν προλαλησάντων κ. κ. συναδέλφων
1207αἱ σχετικαὶ διατάξεις τῶν Διαταγμάτων καὶ νόμων. Ἐν τού-
1208τοις θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω καὶ πάλιν αὐτάς, διότι
1209ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἡ παρα-
1210μικροτέρα ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῶν. Ὁ μὲν νόμος,
1211τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, ὁμιλεῖ περὶ
1212ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι
1213ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου δὲν ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργός, διότι, ὡς
1214γνωστόν, ὅταν ἐκδίδεται ἓν Διάταγμα, διὰ τὸ ὁποῖον προα-
1215παιτεῖται ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αὐτὸ τοῦτο
1216τὸ Διάταγμα βεβαιοῖ τὴν ὕπαρξιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως,
1217ἐν τῷ Διατάγματι δὲ τῷ ἐκδοθέντι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑ-
1218πουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης οὐδεμία ὑπάρχει μνεία περὶ ἀπο-
1219φάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Πλὴν τούτου ὅμως ὑ-
1220πάρχει ἡ βεβαίωσις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν τῇ Βου-
1221λῇ, ὅτι τοιαύτη ἀπόφασις οὐδέποτε ἐλήφθη. Ἐφόσον δὲ τοῦτο
1222εἶναι βέβαιον, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑ-
1223πουργὸς νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν νόμον τοῦτον. Ἤδη παραμένει
1224τὸ Διάταγμα τὸ ἁμαρτωλόν, τὸ ὑπὸ κρίσιν Διάταγμα τῆς
1225Κυβερνήσεως Κονδύλη. Ἀλλὰ καὶ ἂν λησμονήσῃ τις τὸ ζή-
1226τημα τοῦ ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ εἶναι ὑπὸ κρίσιν, πάλιν οὐ-
1227δαμῶς δύναται ἐπ’ αὐτοῦ νὰ βασισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅπως
1228δικαιολογήσῃ τὸ ἐκδοθὲν ὑπ’ αὐτοῦ Διάταγμα Ἐνοικιοστα-
1229σίου, διότι ἡ διάταξις αὐτοῦ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἁμαρτωλοῦ Δια-
1230τάγματος εἶναι σαφὴς (ἀναγινώσκει): «Διὰ Προεδρικοῦ
1231Διατάγματος δύνανται νὰ τροποποιηθῶσιν ἢ καταργηθῶσιν
1232διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Ἐνοικιοστασίου». Τί σημαίνει «τοῦ
1233ἰσχύοντος Ἐνοικιοστασίου»; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναί τις
1234νομικός, οὐδὲ ἐντριβὴς περὶ τὰ ζητήματα τῆς ἑρμηνείας τῶν
1235νόμων, οὐδὲ νομοδιδάσκαλος διὰ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ση-
1236μασίας τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ ἀνάγνωσιν
1237καὶ γραφὴν καὶ νὰ ἀκολουθῇ τοὺς στοιχειώδεις κανόνας τῆς
1238λογικῆς. «Τοῦ ἰσχύοντος Ἐνοικιοστασίου». Τοῦ ἰσχύοντος
1239πότε; Τοῦ ἰσχύοντος ἐπ’ ἄπειρον; Εἰς γεννεὰς γεννεῶν; Τοῦ
1240ἰσχύοντος κατὰ τὴν ὥραν τῆς δημοσιεύσεως ἐκείνου τοῦ Ν.
1241Διατάγματος; Ἀλλά, κύριοι, ὅλα αὐτὰ εἶναι ζητήματα νο-
1242μικά. Ἐγὼ ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ οὐσιαστικοῦ καὶ
1243ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν· διατί ἠθέλησε νὰ στηρι-
1244χθῇ ἐπὶ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου; Διατί ἠθέλησε νὰ κάμῃ
1245χρῆσιν τοῦ Διατάγματος τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη καὶ δὲν
1246προσέβλεψε πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς ἀνὴρ κοινοβουλευτικός, ὡς ἀ-
1247νήρ, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διεκρίθη καὶ ἐκ τοῦ Κοι-
1248νοβουλίου ἔλαβε τοὺς τίτλους καὶ τὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα
1249φέρει; Διατί αὐτὴ ἡ ἐπιδειχθεῖσα πρὸς τὸ Κοινοβούλιον πε-
1250ριφρόνησις; Μᾶς ἀπαντᾶ· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ
1251ὑπὸ τῆς Βουλῆς Διάταγμα Ἐνοικιοστασίου ὡς περιέχον δια-
1252τάξεις θιγούσας τόσα συμφέροντα, ἀφοῦ παιτεῖται ἡ ψήφι-
1253σις κατ’ ἄρθρον καὶ ἀφοῦ εἶναι τόσα ἄρθρα καὶ θὰ διαιωνί-
1254ζετο πλέον τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς.
1255Ἀλλά, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑ-
1256πουργὸς ἀπαντᾶ ὅτι διετέλεσεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη μέλος τοῦ Κοι-
1257νοβουλίου, διετέλεσε καὶ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
1258δρίου δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ τὴν νομοθετικὴν ἱστο-
1259ρίαν καὶ τὴν Συνταγματικὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας, τὴν ὁ-
1260ποίαν παρακολουθεῖ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς «Παλιγγενεσίας».
1261Ἐννοῶ τῆς «Παλιγγενεσίας» τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου.
1262Ὅτε ἀνεθεωρεῖτο τὸ Σύνταγμα κατὰ τὸ 1911, προέκυψεν
1263ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ζήτημα τοῦ ἂν εἶναι δυνατὸν
1264νὰ ψηφισθῶσι κώδικες περιέχοντες πολλὰ ἄρθρα ὑπὸ τῆς
1265Βουλῆς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι
1266ἀπαιτοῦν τὴν ψήφισιν τῶν νόμων κατ’ ἄρθρον, τρὶς μάλιστα
1267τότε, δὶς ἤδη. Καὶ ὑπῆρξεν ὁμόφωνος ἡ γνώμη ἁπάντων ὅτι
1268ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐπὶ τούτου ἀναθεώρησις τοῦ μέχρι τότε ἰσχύ-
1269οντος Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐλαμβάνετο ἄλλη
1270πρόνοια, καὶ ἐθεσπίσθη τότε ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ
1271Συντάγματος τοῦ 1911, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰδικῶς προκειμέ-
1272νου περὶ κωδίκων ἐπιτρέπεται ἡ ψήφισις αὐτῶν κατὰ εἰδικὸν
1273τρόπον, τὸν ὁποῖον θέλετε ἰδῆ, διότι θὰ σᾶς ἀναγνώσω τώρα
1274τὸ ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἔλεγε ὅσα περίπου ἐπανέλαβε
1275καὶ τὸ ἄρθρον 48 τοῦ ἤδη ἐν ἐφαρμογῇ Συντάγματος... Ἄρ-
1276θρον 48ον τοῦ ἤδη ἐν ἐφαρμογῇ Συντάγματος (ἀναγινώ-
1277σκει): «Ἡ ἐπιψήφισις κλπ.» Καὶ βλέπετε ἐν τῇ εἰσηγήσει
1278τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, προκειμένου
1279περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ παλαιοῦ ἄρθρου 57, ἔχοντος περί-
1280που ὡς τὸ ἤδη 48ον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει).
1281§96Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπρόκειτο τότε περὶ ἀστικοῦ κώδικος.
1282§97Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ παντὸς κώδικος, ἀστικοῦ, ἐμπορικοῦ
1283κλπ. τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις θὰ ἦτο ἀδύνατος. Ἐπὶ τῇ βά-
1284σει τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἔχομεν τὴν διά-
1285ταξιν τοῦ Συντάγματος ἰσχύουσαν ἀπὸ τοῦ 1911. Ἔχομεν
1286παροῦσαν τὴν Βουλήν, δὲν ἔχομεν οὐδὲν δικαίωμα νὰ κηρυ-
1287χθῶμεν δι’ οὓς λόγους ἀνέφερον ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ
1288καὶ τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ γνωρίζει, νὰ στηριχθῇ οὔτε ἐπὶ τοῦ
1289νόμου 3156, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ
1290Συμβουλίου, οὔτε ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ Γ. Κονδύλη, διότι
1291ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐζήτησε τὴν ἄδειαν
1292τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου Ἐνοικιοστα-
1293σίου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπεξεργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, πρᾶγμα,
1294τὸ ὁποῖον προέβλεψε τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τοῦ 1864.
1295§98Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1296Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς κωδικοποιήσεως, ἀλλὰ περὶ ὡ-
1297ρισμένης διατάξεως. Θὰ ἴδητε ὅτι αἱ ἡμίσεις διατάξεις εἶναι
1298ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τῶν διατάξεων τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Δὲν ἐ-
1299πρόκειτο περὶ κώδικος οἷον προνοεῖ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Συν-
1300τάγματος.
1301§99Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται οὐχὶ περὶ ἀστικοῦ κώδικος, ἀλλὰ
1302καὶ περὶ ποινικοῦ κώδικος καὶ περὶ δικονομικοῦ κώδικος.
1303Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως ἀστικοῦ καὶ ποινικοῦ νόμου.
1304Ἄν ἡ τροποποίησις αὐτὴ ἐγένετο δι’ ἀντιγραφῆς τοῦ κ. Τσι-
1305τσεκλῆ ἢ τοῦ Γαΐου δὲν γνωρίζω καὶ τίνος ἄλλου νομοδιδα-
1306σκάλου, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει αὐτό. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδια-
1307φέρει, εἶναι ἡ περιφρόνησις τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο πρὸς αὐ-
1308τὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὲν δύναται νὰ κρύ-
1309πτεται ὄπισθεν τῶν δακτύλων του δικαιολογούμενος καὶ νὰ
1310προβάλῃ τοιαῦτα σαθρὰ ἐπιχειρήματα.
1311§100Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1312Εἶσθε ἐν τῷ ἀδίκῳ ὅταν φαντάζεσθε ὅτι ἐγὼ ἐξεδήλωσα πε-
1313ριφρόνησιν πρὸς τὴν Βουλήν. Οὐδεμίαν περιφρόνησιν ἐξεδή-
1314λωσα. Ἐγὼ περισσότερον παντὸς ἄλλου εὐλαβοῦμαι τὴν Βου-
1315λήν. Ἐγὼ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἤθελον δημιουργηθῆ ἀνωμα-
1316λίαι εἰς τὸν Τόπον ἐκ τοῦ σχεδίου Διατάγματος περὶ Ἐνοι-
1317κιοστασίου, ἔπραξα ὅ,τι ἔπραξα καὶ ὄχι ἐκ περιφρονήσεως πρὸς
1318τὴν Βουλήν. Εἶσθε υἱὸς τοῦ ἀειμνήστου Δημητρίου Ράλλη,
1319καὶ δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλεῖτε περὶ ἐμοῦ, ὅτι ἐγὼ περιφρονῶ
1320τὴν Βουλήν.
1321§101Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
1322νης διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὰ δυστυχῶς δι’ αὐτὸν ἀκλόνητα ἐπι-
1323χειρήματά μου ἠθέλησε νὰ προκαλέσῃ τὴν συμπάθειάν μου,
1324ποιούμενος ἔκκλησιν ἄλλων αἰσθημάτων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ
1325ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκφράσω πρὸς αὐτὸν δη-
1326μοσίᾳ τὴν λύπην μου, διότι ἀναγκάζομαι κατ’ αὐτὸν τὸν τρό-
1327πον νὰ κακομεταχειρισθῶ τὰ ἄνομα αὐτοῦ ἔργα. Ἀλλὰ δύνα-
1328μαι νὰ πράξω τοῦτο τοὐλάχιστον, διότι δὲν δύναται νὰ ἐπικα-
1329λεσθῇ ἐναντίον μου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ἐναντίον τοῦ
1330ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, διότι δυστυχῶς ἡ ἡλικία
1331μου δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι μὲ ἐνθυμεῖται εἰς οἵαν
1332περιβολὴν ἐνεθυμεῖτο τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελ-
1333φον.
1334§102Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1335Σᾶς ἐνθυμοῦμαι ὅταν ὁ ἀείμνηστος πατήρ σας σᾶς ἐπήγαινεν
1336εἰς τὸ Γυμνάσιον.
1337§103Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε ἐλησμόνησε μὲν ὁ κ. Ὑπουρ-
1338γὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον ὀφειλομένην
1339εὐλάβειαν, τοὐλάχιστον ἀπέδειξεν ὅμως ὅτι ἡ μνήμη του διατη-
1340ρεῖται ἀκμαία. Κατὰ τὴν εὐτυχῆ ἐκείνην ἐποχήν, τὴν ὁποίαν
1341ὑπενθυμίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εὑρίσκετο καὶ
1342ἐκεῖνος εἰς τὴν ἰσχνότητα, εἰς οἵαν καὶ σήμερον εὑρίσκεται,
1343ἀλλ’ ἀτυχῶς εἰς τὴν ἰσχνότητά του προσετέθη καὶ ἡ ἰσχνό-
1344της τῶν νομικῶν ἐπιχειρημάτων. Καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάζει
1345τὸ θέαμα, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν τὸν ἐνθυμοῦμαι ἐν
1346τοιαύτῃ περιβολῇ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιχειρημάτων. Ὁ κ. Ὑπουρ-
1347γὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη μετὰ τόσης
1348ἀγανακτήσεως νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Ἡ ἀγα-
1349νάκτησις δὲν στρέφεται κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἔργου του
1350καὶ κατὰ τοῦ πείσματός του, διότι διὰ τοῦ πείσματος αὐτοῦ
1351θὰ δημιουργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ζητήματα
1352τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατόν, ὡς ἤδη ἐξετέθη ἀπὸ τὸν κ. ἐκ Λοκρί-
1353δος συνάδελφον, εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ συγκλονίσωσι αὐ-
1354τὴν τὴν τάξιν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ ἔργα αὐτοῦ
1355εἶναι ἀντισυνταγματικὰ καὶ ὅτι θὰ ἔλθωσι δικαστήρια σεβόμενα
1356τὸ καθῆκον αὐτῶν καὶ τὴν ἀποστολήν των, τὰ ὁποῖα θὰ κα-
1357τακρημνίσωσι τὰ ἀντισυνταγματικὰ αὐτὰ ἔργα. Καὶ ὅταν
1358πράξωσι τοῦτο ποία θὰ εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας τάξεως
1359ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία θὰ δημιουργηθῇ ἐκ τοῦ πείσματος αὐ-
1360τοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Δικαιοῦμαι νὰ μὴ ἐνθυμοῦμαι τοὺς δε-
1361σμοὺς τῆς φιλίας ὅταν περὶ τοιούτων πρόκειται κινδύνων.
1362Ἀναμφισβητήτως πρόκειται περὶ πείσματος, διότι δύνασθε νὰ
1363προσέλθητε ἐπὶ τέλους μετανοῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ
1364ζητήσητε ὅπως διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς λάβῃ κῦρος τὸ
1365ἔργον ὑμῶν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἶναι ἄκυρον καὶ τὸ ὁ-
1366ποῖον ἀναμφισβητήτως ὑπὸ τῶν δικαστηρίων τῶν σεβομένων
1367τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν θὰ κηρυχθῇ ἀνύπαρκτον. (Χειροκρο-
1368τήματα).
1369§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Στρατηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1370§105Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ζή-
1371τημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἶναι ζήτημα καθαρῶς νομικόν, τὸ
1372ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ὡς τοιοῦτον, δηλαδὴ ὡς ζήτημα
1373ὑπάρξεως ἢ μὴ ἐξουσιοδοτήσεως νομικῆς ὅπως ὁ Ὑπουργὸς
1374τῆς Δικαιοσύνης ἐκδώσῃ Διάταγμα καταργοῦν προηγουμένας
1375διατάξεις νομοθετικὰς τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Τὸ ζήτημα αὐτὸ
1376δυστυχῶς ἐξετράπη τῆς συζητήσεως ταύτης, τῆς καθαρῶς
1377νομικῆς καὶ ἐζητήθησαν εὐθῦναι ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἴσως
1378καὶ εὐθῦναι ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐκ τῆς
1379τοιαύτης ἢ τοιαύτης νομικῆς γνώμης ἐδημοσιεύθη ἓν Διά-
1380ταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Νομίζω ὅτι ζήτημα εὐθύνης Ὑ-
1381πουργοῦ καὶ ζήτημα εὐθύνης γενικῶς δὲν ὑπάρχει ἐκ τῆς
1382δημοσιεύσεως ταύτης. Ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν μόνον καὶ
1383μόνον διὰ νὰ τεθῶσι τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των περὶ
1384τοῦ ἂν τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐξεδόθη συμφώνως πρὸς νομικὴν
1385ἐξουσιοδότησιν ἢ ὄχι καὶ ἑπομένως δέον νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῶν
1386συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἑπομένως νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐνῷ
1387ἡ συζήτησις χθὲς ἐβάδιζεν ὁμαλῶς, σήμερον ἐξετράπη εἰς
1388ζητήματα εὐθυνῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ νομικὸν
1389ζήτημα τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ νομικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἑ-
1390πομένως τοῦ κύρους ἢ μὴ τοῦ Διατάγματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
1391τῆς Δικαιοσύνης ἐν καλῇ πίστει, ἀναμφισβητήτως, εἰς τὸν
1392κυκεῶνα αὐτὸν τῆς νομοθεσίας, τὸν ὑπάρχοντα σήμερον, ἐνό-
1393μισεν ὅτι ὑπάρχει νομικὴ ἐξουσιοδότησις εἰς τὸ Νομοθετικὸν
1394Διάταγμα τοῦ Κονδύλη. Ἂς ἐξετάσωμεν τοὺς διαφόρους νό-
1395μους διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις νομικὴ
1396ἢ καὶ τυπική. Τὰ πρῶτα Διατάγματα «περὶ Ἐνοικιοστασίου»,
1397κύριοι συνάδελφοι, ἐστηρίζοντο εἰς τὸν νόμον ΔΖΜʹ καὶ τὸν
1398κατόπιν 768 νόμον. Ὁ δεύτερος νόμος, ὁ νόμος 768,
1399προκειμένου περὶ πολεμικῆς τότε καταστάσεως, συνεπλήρωσε
1400τὸν πρῶτον νόμον, εἰσαγαγὼν τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων
14016 καὶ 7, δυνάμει τῶν ὁποίων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐμπολέ-
1402μου καταστάσεως εἴτε γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπιτρέπεται
1403νὰ ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων περὶ ἐξώσεως.
1404Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐξουσιοδότησις, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐξεδόθη-
1405σαν ἐκτελεστικὰ Διατάγματα μέχρι τοῦ 1923, τὰ ὁποῖα ἐ-
1406πέτρεπον τὴν ἀναστολὴν ταύτην τῆς ἐκτελέσεως ἀποφάσεων
1407περὶ ἐξώσεων καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐρημοδικίας ἐπὶ ἀ-
1408γωγῶν περὶ ἐξώσεων ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Τὰ Δια-
1409τάγματα ταῦτα βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς, ἐφόσον ἴσχυεν ὁ νόμος
1410768, εἶναι ἔγκυρα. Ἀλλ’ ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις ἔληξε, ἡ
1411γενικὴ ἐπιστράτευσις ἔπαυσε νὰ ὑφίσταται καὶ ἑπομένως ὑ-
1412πῆρχεν ἡ ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ νόμος πλέον κανονίζων τὰ τῶν
1413σχέσεων μισθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν καὶ τὰ τῆς παρατάσεως
1414τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Διὰ τοῦτο, μὴ ὑπαρχούσης τότε Βουλῆς,
1415ἐδημοσιεύθη Ν. Διάταγμα τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1923, τὸ ὁποῖον,
1416ἐφόσον ἔγινε δεκτὸν ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἔχει νομοθετικὴν ἐ-
1417ξουσίαν, ἴσχυεν ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Κατόπιν ἐξεδόθη ἓν
1418Διάταγμα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1923. Κατόπιν ἐπῆλθεν ὁ νό-
1419μος 3186. Ἦτο ἀνάγκη νὰ παραταθοῦν αἱ διατάξεις τοῦ Ἐ-
1420νοικιοστασίου. Νεώτερον δὲν ἐξεδόθη. Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ εἷς
1421νόμος διὰ νὰ κανονισθοῦν αἱ σχέσεις μισθωτῶν καὶ ἐκμισθω-
1422τῶν, ἄλλως θὰ ἐπήρχετο ἡ ἄρσις τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ἐδη-
1423μοσιεύθη λοιπὸν ὁ νόμος 3186, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 5 παρέσχεν
1424εἰδικὴν διὰ μίαν καὶ μόνην φορὰν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν Ὑ-
1425πουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
1426§106Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1427Πόθεν προέρχεται τοῦτο; Ἀπὸ ποῦ;
1428§107Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ μίαν καὶ μόνην φορὰν
1429νὰ μεταρρυθμίσῃ, τροποποιήσῃ ἢ παρατείνῃ διατάξεις ὡρι-
1430σμένας Ν. Διατάγματος, τοῦ Διατάγματος τῆς 29)12)1923.
1431Τοῦτο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὑπουργοῦντος τῆς Δικαιοσύνης
1432τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Μετ’ ἀπόφασιν δὲ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
1433λίου ἐδημοσιεύθη Διάταγμα τῆς 12)2)1925, τὸ ὁποῖον με-
1434τερρύθμισε τὰς διατάξεις. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι ὅταν ἡ
1435νομοθετικὴ ἐξουσία δίδῃ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἔκ-
1436δοσιν Διατάγματος περιέχοντος νομοθετικὰς διατάξεις, τῶν
1437κατ’ ἐξουσιοδότησιν Διαταγμάτων, ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα
1438ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου καὶ δὲν δύναται πλέον ὁ Ὑπουργὸς διὰ
1439Διατάγματος νὰ καταργῇ ταῦτα. Χρειάζεται νέος νόμος.
1440§108Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1441Εἶναι νόμοι, οἱ ὁποῖοι περιέχουσι τὴν διάταξιν ὅτι ἐφάπαξ
1442ἰσχύουσιν, εἰς τοὺς ὁποίους περιλαμβάνεται ἡ διάταξις ἐφ’
1443ἅπαξ καὶ διὰ μίαν μόνην φοράν. Ὁ νόμος ὅμως 3186 δὲν ἀ-
1444ναγράφει τὴν λέξιν ἐφ’ ἅπαξ. Συνεπῶς ὁ Ὑπουργὸς δύναται
1445ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νόμου νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα.
1446§109Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
1447εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι
1448δίδοντες τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἐφ’ ἅπαξ, εἶναι ὅμως
1449ἐπίσης παραδεδεγμένον συνταγματικῶς ὅτι οἱαδήποτε νομο-
1450θετικὴ ἐξουσιοδότησις πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένη καὶ νὰ
1451εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων. Ὑπάρχουσιν αἱ συν-
1452ταγματικαὶ διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδω-
1453μεν σήμερον. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τοῦ νόμου
1454τοῦ 1923; Τί λέγει ὁ νόμος; Ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν
1455ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ τροποποιήσῃ τὸ Διάταγμα τῆς
1456δεῖνα ἡμερομηνίας τοῦ 1923, τὸ περὶ Ἐνοικιοστασίου;
1457Ὄχι ἐφ’ ἅπαξ καὶ δι’ αὐτὸ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἐπειδὴ κα-
1458ταργεῖται ἐκεῖνο τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἔδωκε τὴν
1459νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ὄχι δὲ μόνον κατηργήθη τὸ
1460Διάταγμα, ἀλλὰ καὶ ἡ βάσις του ἀνετράπη. Ἄν, ἐπὶ παρα-
1461δείγματι, εἷς νόμος περὶ κληρονομίας ὡρίζῃ ὅτι παρέχει τὴν
1462ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ τροποποιήσῃ αὐτόν, δὲν
1463δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι αἰωνίως θὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ
1464ἐνεργῇ μὲ τὴν ἐξουσιοδότησιν, διότι τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξου-
1465σία τῆς Βουλῆς θὰ ἔπαυεν ὑφισταμένη.
1466§110Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1467Ἄν δὲν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐξουσιοδότησις
1468δύναται νὰ τὴν ἐμποδίσῃ.
1469§111Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι παγία
1470ἡ νομολογία τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ὅτι ὅταν ἡ νομοθετικὴ
1471ἐξουσιοδότησις ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ συμ-
1472πληρώνῃ νόμον διὰ Διατάγματος, αἱ διατάξεις τοῦ Διατάγ-
1473ματος αὐτοῦ θὰ ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσι διὰ νέου Ν. Δια-
1474τάγματος.
1475§112Β. ΣΑΓΙΑΣ. Κάμνετε μίαν σύγχισιν. Ἐδῶ πρόκειται περὶ
1476νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τροποποίησιν.
1477§113Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν λοιπὸν ὑπῆρχε νομοθε-
1478τικὴ ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν ἐφ’ ἅπαξ μεταρρύθμισιν τῶν δια-
1479τάξεων ἑνὸς ὡρισμένου Διατάγματος, αἱ διατάξεις αὐτοῦ τοῦ
1480Ν. Διατάγματος εἶναι νόμοι, μὴ δυνάμενοι κατόπιν, δυνάμει
1481τῆς αὐτῆς ἐξουσιοδοτήσεως νὰ μεταβληθῶσι. Ἑπομένως ἡ
1482ἐπικαλουμένη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν διάταξις 5 τοῦ νόμου
1483δὲν δύναται νὰ βοηθήσῃ διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ διὰ
1484τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὸν νόμον τοῦτον, ὡς πα-
1485ρέχοντα νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἀπομένει τὸ Διάταγμα
1486τοῦ Κονδύλη, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη εἰς τὸ Διά-
1487ταγμά του. Τὸ Διάταγμα αὐτὸ ὄντως χορηγεῖ εἰς τὸν κ. Ὑ-
1488πουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐξουσιοδότησιν ὅπως δι’ ἐκτελε-
1489στικοῦ ἁπλῶς Διατάγματος μεταρρυθμίζῃ τὰς κειμένας δια-
1490τάξεις περὶ Ἐνοικιοστασίου. Ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη εἶναι γε-
1491νικὴ καὶ παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ τροπο-
1492ποιῇ τὰς κειμένας διατάξεις διὰ Διαταγμάτων. Ἀλλὰ νο-
1493μίζω ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη, παρούσης τῆς Βουλῆς, ὑπο-
1494θετικὸν μᾶλλον κῦρος ἔχει, ἐφόσον τὸ ψήφισμα τῆς Βουλῆς
1495δίδει κῦρος εἰς τὰ Διατάγματα ταῦτα ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος.
1496Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁ-
1497ποῖον δίδει προσωρινὴν ἰσχὺν ἐπὶ ἓν ἔτος τὰ Διατάγματα ταῦ-
1498τα, νομίζω ὅτι κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος δὲν πρέπει
1499νὰ παράγωσι τέκνα ἀμφιβόλου ζωῆς, διότι εἶναι ἀμφίβολος
1500καὶ ἡ ζωὴ τοῦ πατρός, ὁ ὁποῖος τὰ παρήγαγε, δηλαδὴ τὰ
1501Διατάγματα τοῦ Κονδύλη καὶ τοῦ Παγκάλου. Ἄν τὰ
1502Διατάγματα τοῦ Κονδύλη καὶ τοῦ Παγκάλου εἶναι ὑπὸ αἵρε-
1503σιν ἰσχυρὰν καὶ αὐτά, θὰ εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν ἰσχυρὰν καὶ ἂν κα-
1504ταργηθῶσιν αἱ διατάξεις αἱ δίδουσαι τὸ δικαίωμα εἰς τὸν
1505Ὑπουργὸν νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα θὰ μείνῃ καὶ αὐτὸ
1506μετέωρον. Νομίζω ὅτι ὀρθότερον ἔπραξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰ-
1507κονομικῶν Ὑπουργός, εἰς ὁμοίαν περίπτωσιν σεβόμενος τὰ
1508δικαιώματα τῆς Βουλῆς διὰ ζήτημα ὄχι τόσον σοβαρόν. Ὑ-
1509πῆρχε Διάταγμα τῆς δικτατορίας τοῦ 1926, τὸ ὁποῖον μερι-
1510μνᾷ περὶ ἐπουσιώδους ζητήματος, περὶ ἀτελείας τῶν ξενο-
1511δοχειακῶν ἐγκαταστάσεων. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἐνήργησεν
1512ἐπὶ ἓν ἔτος τὴν ἀτέλειαν ταύτην, ἔδωσε δὲ εἰς τὸν Ὑπουρ-
1513γὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα ἵνα διὰ Διατάγματος πα-
1514ρατείνῃ τὸ ἔτος τοῦτο τῆς ἀτελείας. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑ-
1515πουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἵνα εἶναι ἐν τάξει ἀπέναντι τοῦ
1516ψηφίσματος, καίτοι ἠδύνατο νὰ παρατείνῃ αὐτὸς μόνον τὸν
1517χρόνον τοῦ Διατάγματος, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ
1518τῶν Οἰκονομιῶν πρὸς ἐπικύρωσιν τὸ Διάταγμα, ἵνα δυνηθῇ
1519αὐτὸς κατόπιν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὀρ-
1520θότερον ἔπραξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ θὰ
1521ἦτο ἑπομένως ὀρθόν, ὅπως ἐτόνισε καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιο-
1522σύνης Ὑπουργὸς χθές, ἄνευ οὐδεμιᾶς ζητήσεως εὐθυνῶν καὶ
1523μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι προτίθεται περὶ καθαρῶς νομικοῦ ζη-
1524τήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπονται διχογνωμίαι, νὰ δε-
1525χθῇ τὴν λύσιν, ὅπως τὸ Διάταγμα ὑποβληθῇ εἴτε εἰς τὴν
1526Βουλήν, εἴτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε εἰς
1527ἄλλην Ἐπιτροπήν, συνιστωμένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα αὕτη
1528ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας ἀναθεωρήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ
1529Ἐνοικιοστασίου. Τὴν εὐχὴν ταύτην ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ.
1530ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν.
1531§114Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1532Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παραπέμψῃ εἰς Κοινοβου-
1533λευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἐρωτῶ· τί εἶναι ἐν-
1534δεχόμενον νὰ πράξῃ αὕτη; Ἢ θὰ τὸ παραδεχθῇ ὡς ἔχει, ὁ-
1535πότε ἀποφαίνεται ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δι-
1536καιοσύνης ἢ θὰ τὸ τροποποιήσῃ, ἀλλὰ πάντως Διάταγμα θὰ
1537δημοσιευθῇ.
1538§115Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θὰ κάμωμεν ψήφισμα.
1539§116Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἔλθῃ λοιπὸν εἰς τὴν Βου-
1540λὴν καὶ νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογή του, κ. Ὑπουργέ.
1541§117Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1542Θὰ γίνῃ ἔγκυρον.
1543§118Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θὰ κάμωμεν ψήφισμα χορηγοῦν ἐ-
1544ξουσιοδότησιν.
1545§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ
1546αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
1547(Ὥρα 9.30′ μ. μ.)
1548ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
1549(Ὥρα 11 μ. μ.)
1550§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
1551δρίασις.
1552Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως
1553τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ ὁρισμοῦ ὁρίου ἡλικίας ἐκ-
1554παιδευτικῶν συμβούλων κλπ».
1555§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1556(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
1557§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιο-
1558στασίου. Ὁ κ. Ι. Καλογερᾶς ἔχει τὸν λόγον.
1559§123Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀρκούντως κατὰ τὴν
1560γνώμην μου ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ διὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν ζήτημα.
1561Ἐξηντλήθη κυρίως ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Ἐγὼ δὲν εἶμαι
1562νομικὸς καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω γνώμην, ἂν ὄντως ὁ κ.
1563ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ
1564τὸ «περὶ Ἐνοικιοστασίου» Διάταγμα ἢ ὄχι. Ἐγὼ θὰ περιορι-
1565σθῶ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον νὰ ἐκθέσω τὰς ἀντιλή-
1566ψεις μου, προσπαθῶν νὰ κατατοπισθῶ εἰς τὰ πράγματα. Καὶ
1567ἂν ἀκόμη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νομικῶς εἶχε
1568τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ «περὶ «Ἐνοικιοστασίου» Διάταγμα,
1569ὅπως τὸ ἐξέδωκεν, ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι διὰ ζήτημα τοσαύτης
1570κοινωνικῆς σημασίας, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀλληλοσυγκρούονται τὰ
1571συμφέροντα τῶν τάξεων, θὰ κάμω δὲ ἐδῶ μίαν παρέκβασιν,
1572ὅτι δηλαδὴ καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ὄντως εἶχε πλῆρες τὸ δι-
1573καίωμα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ἐκδώσῃ τὸ
1574Διάταγμα «περὶ Ἐνοικιοστασίου», τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε κατό-
1575πιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπειδὴ καὶ τότε
1576ἠγέρθη θύελλα διαμαρτυριῶν ὁμοία τῆς σήμερον καὶ παρὰ τὴν
1577ἐπιμονὴν τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
1578σύνης ὅπως ἰσχύσῃ τὸ Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν, ἐν τού-
1579τοις ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἐγένετο σεβαστή,
1580κατὰ τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία καὶ ἐ-
1581τροποποίησεν ἐλαφρῶς τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἔμειναν δὲ οὕτω καὶ
1582οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εὐχαριστημένοι.
1583§124Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1584Ἐπειδὴ λέγετε ὅτι ἔμειναν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εὐχαριστημέ-
1585νοι, σᾶς λέγω ὅτι ὑπάρχει ἔγγραφον τῆς Ὁμοσπονδίας τῶν
1586ἐπαγγελματιῶν, αὐτῶν οἱ ὁποῖοι σήμερον διαμαρτύρονται καὶ
1587οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι αὐτὸ τὸ ἀντιλαϊκὸν Διάταγμα τοῦ κ.
1588Τσιτσεκλῆ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀνεχθῶμεν. Αὐτὴ εἶναι
1589ἡ εὐχαρίστησις.
1590§125Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἰς αὐτὸ ἔχω νὰ δηλώσω τοῦτο· πολι-
1591τευόμενος ἐν Ἀθήναις, ὀφείλω νὰ δηλώσω τὴν ἐντύπωσιν, ἡ
1592ὁποία παρήχθη εἰς ἐμέ, ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν κα-
1593τηρτίσθη ὁ συνδυασμὸς δὲν εἶδον πλέον τὸν κ. Τσιτσεκλῆν.
1594Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγὼ ἤμουν ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ ἀποτέ-
1595λεσμα. Καὶ ναὶ μὲν τοῦτο ὀφείλεται λόγῳ τῆς πραγματικῆς
1596περιωπῆς τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, ἀλλ’ ἤκουον ὅτι ἐψηφίζετο ἀπὸ
1597πολὺν κόσμον διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον. Ἔχομεν λοιπὸν ταύτην
1598τὴν παράδοσιν καὶ τοῦτο τὸ δεδομένον, τοῦ ὁποίου δυνάμεθα
1599νὰ ἐπωφεληθῶμεν. Τὸ Διάταγμα δὲ τὸ δημοσιευθὲν παρουσιά-
1600ζει καὶ τοῦτο τὸ ἐξαιρετικόν· ὅτι δὲν εἶναι δυσηρεστημένοι μό-
1601νον οἱ ἐπαγγελματίαι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται.
1602§126ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπόδειξις ὅτι εἶναι καλόν.
1603§127Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καλόν, ἀλλ’ ἐν πά-
1604σῃ περιπτώσει προσβάλλεται τὸ κῦρος αὐτοῦ καὶ καλὸν εἶναι
1605νὰ ἀνοίξωμεν αὐτὴν τὴν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα, νὰ παραπέμ-
1606ψωμεν τὸ Διάταγμα εἰς Ἐπιτροπήν, διότι βεβαίως δὲν εἶναι
1607δυνατὸν πᾶς τις, ἀντιλαμβανόμενος τὴν κατάστασιν, νὰ ὑπο-
1608στηρίξῃ ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς
1609τὴν Βουλήν. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης ὅτι τὸ νομοσχέδιον
1610πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ ἐνῷ ὅλοι εἴ-
1611μεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο, αἴφνης τινὲς ἠθέλησαν νὰ προκαλέ-
1612σουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ, ἂν τὸ θεωρῇ ζήτημα πολι-
1613τικόν. Φρονῶ ὅμως ὅτι οἱ συνάδελφοι αὐτοὶ δὲν ἐσκέφθησαν
1614σοβαρῶς, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ θέτοντες τὸ ζήτημα
1615αὐτὸ δὲν θέλουν πραγματικῶς τὴν βελτίωσιν, ἂν εἶναι δυνα-
1616τὸν νὰ ἐπέλθῃ. Διότι ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἢ δὲν
1617θὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις, ὁπότε δὲν θὰ δύναται κανεὶς νὰ παρα-
1618πονεῖται ἢ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ὑπάρχουν κραυγαὶ καὶ δια-
1619μαρτυρίαι. Διότι, σᾶς εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ἂν παρὰ τὴν ὀρ-
1620θὴν ταύτην ἀντίληψιν ὑπῆρχε Βουλή, ἡ ὁποία θὰ ἤθελε τὴν
1621ἀπόρριψιν αὐτῆς, δὲν θὰ ἤθελε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπι-
1622τύχῃ τὴν διάταξιν ὅπως ἐδημοσιεύθη. Καὶ θὰ ἔλεγεν ἡ Βου-
1623λή· τί εἶναι ἆρά γε, εἶναι τόσον ἐπιζήμιον νὰ προκαλέσῃ τὴν
1624πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἐγὼ ἀσφαλῶς θὰ ἐψήφιζον
1625ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐπιστημονι-
1626κὸν Σῶμα, ἀλλ’ εἶναι πρακτικὸν Σῶμα καὶ ἐξετάζει ἐν ἑκά-
1627στη στιγμῆ πῶς πρέπει νὰ λύωνται τὰ ζητήματα. Ἔχει ταύ-
1628την τὴν εὐχέρειαν ἡ Βουλή.
1629§128Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
1630§129Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐγὼ παριστῶ τὰ πράγματα ὅπως τὰ
1631ἀντελήφθην καὶ τοιουτοτρόπως τὰ διατυπώνω. Ὀφείλουν λοι-
1632πὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπαινίσσονται τοὺς ὑπαινιγμοὺς νὰ ἀφή-
1633σουν τούτους καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνουν....
1634§130Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ζήτημα ἐμπιστοσύνης δὲν ὑ-
1635πάρχει.
1636§131Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ.... διότι πάντες ἔχομεν τὴν ἱκανό-
1637τητα νὰ γνωρίζωμεν πῶς ἔχουν τὰ ζητήματα. Διότι ὅταν λέ-
1638γετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ἂν δέχεται τὴν
1639πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τὸ νὰ θέτητε
1640ζητήματα ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἂν ἐ-
1641πιμείνῃ καὶ εἷς βουλευτής, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ δηλώσῃ τὴν
1642θέσιν της.
1643§132Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅταν χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλαβον τὸν λό-
1644γον καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ γνω-
1645στοποιήσῃ ποῖον θὰ εἶναι τὸ σημερινὸν θέμα τῆς Ἡμερησίας
1646Διατάξεως, ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζή-
1647τησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διότι δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν, ἀφοῦ
1648πρόκειται νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας, νὰ ἀφήσωμεν τὸ θέμα
1649ἐκκρεμές. Δὲν εἶπον τίποτε περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ὁ
1650κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπε τότε: «Θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύ-
1651νης;» Καὶ ἀπήντησα· ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ, θέτουσα ζή-
1652τημα ἐμπιστοσύνης, νὰ ἀποφύγῃ τὴν συνέχισιν τῆς συζητή-
1653σεως, αὐτὸ θὰ εἶναι εἰς βάρος της. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου
1654ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’
1655εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ συζή-
1656τησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
1657§133Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ ἐπε-
1658θύμουν νὰ μὴ ἐπροκαλούμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπὸ
1659τὸν κ. βουλευτήν. Χθὲς ὁ κ. Μπούσιος, ὅταν εἶχε σχεδὸν λή-
1660ξει ἡ συνεδρίασις, εἶπε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ ἡ συ-
1661ζήτησις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς ἡ
1662Κυβέρνησις πρὸ μιᾶς μομφῆς, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη ἀπὸ τὴν
1663Βουλήν; Διὰ τοῦτο, εἶπεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ συνεχι-
1664σθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ σήμερον, μέχρις ὅτου
1665λήξῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται ἡ Κυβέρ-
1666νησις. Τότε ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν εἶπον: «Ὥστε θέ-
1667τετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης;» Καὶ ὁ κ. Μπούσιος μοὶ ἀπήν-
1668τησε: «Μάλιστα, θέτω». Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
1669τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἀπὸ ἕνα μόνον βουλευτήν, διεκόπη
1670ἡ συζήτησις.
1671§134Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅταν εἶπον τὸ «μάλιστα», δὲν εἶχε λυ-
1672θῇ ἡ συνεδρίασις. Εἶπον ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν
1673δὲν θὰ ἠθέλατε νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, τότε θὰ ἔθετον ζή-
1674τημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ τὸ εἶπον διὰ νὰ σᾶς ἀναγκάσω νὰ
1675συνεχίσητε τὴν συζήτησιν. Καὶ τώρα ἀκόμη, ἂν θέλητε νὰ
1676διακόψητε τὴν συζήτησιν, θὰ τὸ θέσω.
1677§135Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε.
1678§136Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κάμνω ὅ,τι ἠμπορῶ. Ἐφόσον ὅμως συ-
1679ζητεῖται τὸ Ἐνοικιοστάσιον, δὲν ἔχω κανὲν συμφέρον νὰ ἐπι-
1680σπεύσω τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως.
1681§137Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας).
1682Ἂν ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος τὰ εἶπε διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν
1683συνέχισιν τῆς συζητήσεως καὶ λέγει ὅτι δὲν θέτει ζήτημα ἐμ-
1684πιστοσύνης, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος συζητήσεως περὶ
1685ζητήματος ἐμπιστοσύνης.
1686§138Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Χαίρω εἰλικρινέστατα, κ, συνάδελφε,
1687διότι ἐγενόμην αἰτία νὰ διασαφισθῇ τὸ ζήτημα. Διότι ἐν πάσῃ
1688περιπτώσει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει οἱ βουλευταὶ
1689νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι νὰ ψηφίσουν καὶ νὰ ἐκφράσουν τὴν γνώ-
1690μην των.
1691§139Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θέλω νὰ εἴπω
1692τὸ ἑξῆς. Ἀναμφιβόλως δι’ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος
1693ἐκ Κοζάνης, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπήντησεν ὁ κ. Μεταξᾶς, ἀναμφι-
1694βόλως, λέγω, ὁ κ. συνάδελφος ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
1695Πάντες οἱ ὁμιλήσαντες χθὲς κατὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἐ-
1696νοικιοστασίου ἔθεσαν ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεγχον ὁλόκλη-
1697ρον τὴν Κυβέρνησιν.
1698§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὄχι.
1699§141Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐκβιάζητε τὴν Βουλὴν κατ’
1700αὐτὸν τὸν τρόπον.
1701§142Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑ-
1702πουργὸς εἶπεν ὅτι τὸ Διάταγμα ἐξεδόθη μετ’ ἀπόφασιν τοῦ
1703Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου...
1704§143Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν ἐβεβαιώθη αὐτό.
1705§144Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ ὕπαρξις
1706τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ ὁμιλήσαντες κατὰ τοῦ Διατάγματος ἐ-
1707δήλωσαν ὅτι ὑπάρχει ζήτημα ἐμπιστοσύνης λανθάνον.
1708§145Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν συμφωνῶ.
1709§146Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ λαν-
1710θάνον.
1711§147Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1712Κύριοι συνάδελφοι συζητεῖται μία ἐπερώτησις. Συζητουμένης
1713τῆς ἐπερωτήσεως πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς ψηφοφορίαν.
1714Ἠμπορεῖ νὰ προταθῇ ζήτημα δυσπιστίας κατὰ τῆς Κυβερνή-
1715σεως, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ψηφισθῇ. Ἂν θέλῃ νὰ συν-
1716ταυτίσῃ τὴν τύχην της, τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸ δηλώσῃ.
1717Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐπερωτήσεως καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἔ-
1718πρεπε νὰ δηλώσουν ἂν ἔθεσαν ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἢ ὄχι.
1719§148Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τούτου τεθέντος, τὸ ζήτημα εἶναι σα-
1720φέστατον. Ἕκαστος τῶν κ. κ. συναδέλφων εἶναι ἐλεύθερος
1721νὰ κανονίσῃ τὴν στάσιν του ἀναλόγως τῶν σκέψεων καὶ τῶν
1722ἀντιλήψεών του. Ἐγὼ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, προ-
1723κειμένου περὶ ζητήματος τοσαύτης σοβαρότητος, ἐφόσον ἔχω
1724τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, εἰς
1725τὴν ὁποίαν θὰ ἀντιπροσωπεύωνται μὲ τὴν εὐχέρειαν τοῦ Κα-
1726νονισμοῦ ὅλαι αἱ ἀντιλήψεις ὅλων τῶν ἀποχρώσεων, θὰ ψη-
1727φίσω ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς, τιθεμένης μιᾶς ὡρισμένης προ-
1728θεσμίας, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία διαμαρτυρία καὶ νὰ δύ-
1729ναται νὰ ἐπιφέρῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιφέρῃ.
1730§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος ἔχει τὸν λόγον.
1731§150Α. ΜΕΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐπαγγελματι-
1732κῶν σκηνῶν εἶχε γίνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ προειδοποίησις
1733ὅτι ἡ σπουδὴ περὶ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἐ-
1734νοικιοστασίου θὰ εἶχε συνεπείας τὰς ὁποίας καὶ πράγματι ἔ-
1735σχεν. Ἡ δημοσίευσις τοῦ Διατάγματος ἄνευ τῆς γνώμης τῆς
1736Βουλῆς προὐκάλεσεν ἕνα σφοδρὸν τρικυμισμὸν εἰς τὴν μεγά-
1737λην τάξιν τῶν ἐνοικιαστῶν, ἡ ὁποία πλήττεται ἐκ τῶν διατά-
1738ξεων τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ μέτρου. Ἐπίσης ἐδημιούργησεν
1739ἕνα ἀγωνιώδη σάλον εἰς τὰς πόλεις ἐκείνας, διὰ τὰς ὁ-
1740ποίας οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, μὴ ἐπεκταθέντος καὶ εἰς αὐ-
1741τὰς τοῦ νέου Ἐνοικιοστασίου. Δὲν ἐλήφθησαν οὐδαμῶς ὑπ’ ὄ-
1742ψιν αἱ ἐπαρχιακαὶ πόλεις, οὐδὲ ἐκεῖναι εἰς τὰς ὁποίας ἐση-
1743μειώθη αἰσθητὴ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, λόγῳ τῆς εἰσροῆς
1744τῶν προσφύγων.
1745Ἀναφέρω τὸν Βόλον, ὅστις ἐνῷ ἠρίθμει πρὶν 50.000 κα-
1746τοίκων, ἔχει σήμερον 70.000. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὑφίσταται
1747καὶ ἐκεῖ ζήτημα στέγης καὶ συνεπῶς ἐπεβάλλετο μέριμνα τῆς
1748Κυβερνήσεως ὅπως τὰ Διατάγματα περὶ Ἐνοικιοστασίων ἔ-
1749χουν ἰσχὺν δι’ ὅλα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα παρουσιάζεται ἀ-
1750νάγκη. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς
1751ὅτι κατόπιν ὑποδείξεων βουλευτῶν καὶ κατόπιν ψηφισμάτων
1752τῶν τοπικῶν ὀργανώσεων θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπέκτασις τοῦ
1753Ἐνοικιοστασίου καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ τίς ὑπῆρξε λό-
1754γος, ὥστε νὰ ρίψωμεν τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς τὴν
1755ἀγωνίαν καὶ δὴ εἰς ἡμέρας ἑορτῶν καὶ εὐφροσύνης; Νομίζω
1756ὅτι ἡ Κυβέρνησις πολὺ ἄσχημον ἐξέλεξε προπασχαλινὸν δῶ-
1757ρον δι’ ἓν μέγα πλῆθος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀποφασίσασα
1758τὴν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἄρσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
1759§151Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Θὰ ἰσχύσῃ μέχρι τῆς 30ῆς Αὐ-
1760γούστου.
1761§152Α. ΜΕΡΟΣ. Ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου καὶ πέραν τί θὰ γίνῃ;
1762§153Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1763Διὰ τοῦ ἀκροτελευταίου ἄρθρου ἐπιφυλάσσεται ὁ Ὑπουργὸς
1764τῆς Δικαιοσύνης, διὰ Διατάγματος, νὰ τροποποιήσῃ ἢ νὰ κα-
1765ταργήσῃ Διατάξεις τινάς.
1766§154Α. ΜΕΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι παρέχεται προστασία
1767εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς πόλεις.
1768§155Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἀρχὰς τὰ Ἐνοικιοστάσια
1769περιεῖχον διατάξεις μόνον διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ,
1770κατόπιν δὲ ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς ἄλλας πόλεις. Αὐτὸ λοιπὸν
1771τὸ ὁποῖον ἐγένετο τότε, θὰ γίνῃ καὶ τώρα.
1772§156Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐφόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ αὐτοὶ ὅροι, ἐν
1773σχέσει μὲ τὴν στέγην, ὑφίστανται σήμερον καὶ εἰς τὰς ἐπαρ-
1774χίας, διατί νὰ μὴ ληφθῇ ἀπὸ τοῦδε ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀνάγκη τῆς
1775ἐπεκτάσεως καὶ εἰς αὐτὰς τοῦ Ἐνοικιοστασίου;
1776Ἀλλ’ ἔχω καὶ τοῦτο κυρίως νὰ τονίσω· ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ
1777ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς ὁ ἔχων στέγην ἐπὶ ἐνοικίῳ
1778μὲ οἱανδήποτε αὔξησιν μισθώματος. Αἱ λαϊκαὶ τάξεις πάσχουν
1779καὶ δὲν πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὴν δυστυχίαν των, εἰς ὄφελος
1780μάλιστα τῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι εὐημεροῦν οἰκονομικῶς.
1781§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας. Σᾶς παρακαλῶ
1782νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν παραπομπὴν καὶ νὰ μὴ ἐκταθῆτε ἐπὶ
1783τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
1784§158Α. ΜΕΡΟΣ. Διὰ τὰς τάξεις τὰς ἀσθενεῖς οἰκονομικῶς
1785ἔχω νὰ τονίσω ὅτι πρέπει νὰ παραμείνουν ἐν ἰσχύϊ αἱ διατά-
1786ξεις τῶν Ἐνοικιοστασίων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἴσχυον.
1787§159Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τὸ τοῦ κ. Διδάχου;
1788§160Α. ΜΕΡΟΣ. Ὄχι, τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, τὸ ὁποῖον ἴσχυε
1789μέχρις ἐσχάτων.
1790§161Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1791Τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ
1792Διδάχου καὶ τοῦ Παγκάλου, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμουν.
1793Τὸ Διάταγμα τοῦτο, τὸ μεταβάλλον καὶ ἄλλας διατάξεις προ-
1794γενεστέρας, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμω....
1795§162Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐπειδὴ μετεβάλλατε διατάξεις προγενεστέ-
1796ρων Ἐνοικιοστασίων, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρίζεσθε καὶ τώρα
1797ὅτι ὑπάρχει Βουλὴ ἐν λειτουργίᾳ καὶ τόση ἐκ μέρους τῆς
1798Κοινωνίας ἀσκεῖται πίεσις, ὅτι ἠμπορεῖτε, κατὰ τὸν ἴδιον
1799τρόπον, νὰ μεταβάλλητε καὶ τὸ ἰσχῦον Ἐνοικιοστάσιον.
1800Ὁπωσδήποτε, ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο ἀναξία ἑαυτῆς, ἂν δὲν κα-
1801τηνάλισκε τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον καταναλίσκει ἤδη, δι’ ἓν
1802ζήτημα τοσαύτης κοινωνικῆς σημασίας. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν
1803θὰ εἶναι ἐν τάξει μὲ τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ μὲ τὴν ἔν-
1804νοιαν τῆς ψήφου, ἡ ὁποία τὴν ἀνέδειξεν, ἂν δὲν δημιουργήσῃ
1805διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν συνθήκας καλυτέρου βίου. Καὶ κα-
1806λύτερος βίος δὲν δημιουργεῖται μὲ τὰς αὐξήσεις τῶν ἐνοι-
1807κίων.
1808Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν
1809ἰσχὺν τοῦ Διατάγματος Ἀγγελοπούλου, τὸ ὁποῖον ἐξεκολάφ-
1810θη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας καὶ εὑρίσκεται ἐν ἀντιθέσει
1811πρὸς τὴν πλειονότητα τῆς δημοσίας γνώμης. Δέον, ἄνευ συ-
1812ζητήσεως ἄλλως, νὰ ἀπορρίψῃ αὐτό, μὴ ὑπαρχούσης ἀνάγ-
1813κης νὰ γίνῃ καὶ δευτέρα νυκτερινὴ συνεδρίασις. Ἡ Βουλὴ
1814τερματίζουσα ἤδη τὸ ζήτημα ὀφείλει νὰ ἐξέλθῃ τακτοποιη-
1815μένη ἀπέναντι τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἐντολῆς συ-
1816νισταμένης κυρίως εἰς τὸ νὰ συμμορφοῦται μὲ τὰς ὑποδείξεις
1817αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουσιν ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς τοῦ λαοῦ ἀνάγκας.
1818§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1819§164Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑποθέτω ὅτι
1820ὡμίλησαν τοσοῦτον πεπειραμένοι καὶ εἰδικοὶ συνάδελφοι ἐπὶ
1821τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς σήμερον, ὥστε ἡ ἐμὴ
1822ἔρευνα νὰ εἶναι περιττή, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήμα-
1823τος, περὶ τοῦ κύρους τοῦ ὑπὸ κρίσιν δημοσιευθέντος Διατάγ-
1824ματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
1825σύνης. Ἀλλὰ μοὶ ἔμειναν ἐντυπωμέναι εἰς τὸν νοῦν αἱ σκέ-
1826ψεις τοῦ σοφοῦ νομοδιδασκάλου κ. Εὐταξία, ὅστις εἶπεν ὅτι
1827θὰ ἐγερθῇ μέγα ζήτημα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων περὶ τοῦ
1828κύρους τοῦ ὑπὸ κρίσιν τούτου Διατάγματος, ἀνέφερε δὲ καὶ
1829τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἐγερθῶσι τὰ τοιαῦτα ζητή-
1830ματα. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἑρμη-
1831νευτικῶν μέσων τῶν νόμων τοῦ Κράτους εἶναι καὶ ἡ ἔρευνα
1832τῶν συζητήσεων τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅταν ἴδωσι
1833τὰ δικαστήρια ὅτι ὑπῆρξαν ρήτορες καὶ ὑπῆρξαν ἐπιστήμονες
1834τῆς περιωπῆς τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔ-
1835θεσαν ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ ἀμφισβητήσει τὸ κῦρος τοῦ ὑπὸ κρί-
1836σιν Διατάγματος, ἐρωτῶ ὑμᾶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωσιν
1837ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν ἔχει κῦρος; Ὑπεστήριξαν ὅτι
1838στηρίζεται ἐπὶ δύο κειμένων διατάξεων, ἐπὶ τοῦ τελευταίως
1839ἐκδοθέντος ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη Νομοθετικοῦ λεγο-
1840μένου Διατάγματος καὶ ἐπὶ ἑνὸς προϋπάρχοντος νόμου, τοῦ νό-
1841λου 3186. Τὸ τελευταῖον Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν ἐπὶ τῆς Κυ-
1842βερνήσεως Κονδύλη ἐπὶ τοσοῦτον ἐκλονήσθη ἐκ τῶν ἐπιχει-
1843ρημάτων τῶν προσβαλλόντων αὐτό, ὥστε ἀναμφισβητήτως δύ-
1844ναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν ἔχει συνταγματικὸν κῦρος, ὅτι εἶ-
1845ναι ἀντισυνταγματικόν. Περιττὸν εἶναι νὰ λεχθῇ καὶ γνωρί-
1846ζετε πάντες ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα τὰ ἐκδοθέντα ἐπὶ τῆς
1847Κυβερνήσεως Παγκάλου καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη
1848συμφώνως πρὸς ψήφισμα ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι Δια-
1849τάγματα ἐπίδικα, εἶναι Διατάγματα διὰ τὸ κῦρος τῶν ὁποίων
1850θὰ ἀποφανθῇ κατὰ πρῶτον λόγον ἡ οἰκεία Κοινοβουλευτικὴ
1851Ἐπιτροπή, τελικῶς δὲ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Καὶ ἐ-
1852ρωτῶ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ οἰκεία ἐπὶ τῆς Δι-
1853καιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ θέλει εἴπει ὅτι τὸ Διά-
1854ταγμα τοῦτο δὲν εἶναι ἄξιον κύρους, δὲν θὰ μείνῃ πλέον με-
1855τέωρον τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης;
1856Εἰς ποίαν διάταξιν θὰ στηρίζεται; Ταῦτα κατιδὼν ὁ κ. ἐπὶ
1857τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀνατρέξῃ εἰς προγε-
1858νέστερον χρόνον καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι κυρίως στηρίζεται τὸ
1859Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐνεφάνισεν, οὐχὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’
1860εἰς τὴν Κοινωνίαν, ἐπὶ τοῦ νόμου 3186. Ἀλλ’ εἰς τὴν περί-
1861πτωσιν ταύτην, προκειμένου περὶ τῶν νομικῶν ζητημάτων, τὰ
1862ποῖα θὰ ἐγερθῶσιν ἐνώπιον τῶν διαφόρων δικαστηρίων, θὰ
1863ἐπιτρέψητε νὰ ἐρωτήσω καὶ πάλιν τὴν Βουλήν· ἂν ὑποθέσητε
1864τι εἰς τῶν διαδίκων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας
1865θέλει προβάλει εἰς τὸν ἀντίδικον, ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ
1866Διάταγμα τὸ ὑπὸ κρίσιν λαμβάνει κῦρος καὶ ἐκ τοῦ νόμου
18673186, θέλει προβάλει, λέγω, τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι δὲν ἔχει
1868κῦρος τὸ Διάταγμα, οὔτε κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, διότι δὲν
1869ἔχει προηγηθῆ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατὰ
1870ποῖον τρόπον θὰ ἀποδειχθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ὅτι ἔχει
1871ληφθῆ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Λέγεται ὅτι ἡ
1872ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ
1873λάβῃ ὡρισμένον τινὰ τύπον, ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ πει-
1874σθῇ ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ὅτι ἐγένετο συμφώνως πρὸς
1875ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μὴ ὑπάρχοντος ἐπισή-
1876μου τρόπου τῆς ἀποφάσεως ταύτης καὶ ἑπομένως μὴ δυναμέ-
1877νου τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἔλαβε χώ-
1878ραν τοιαύτη ἀπόφασις; Κύριοι συνάδελφοι, οὐ μόνον οἱ δικα-
1879στικοὶ λειτουργοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι μεμακρυσμένοι τῆς αἰθούσης
1880ταύτης, ἀλλὰ καὶ τῆς Κοινωνίας, δὲν ἔχουσι γνῶσιν τῶν ἐν
1881τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων, ὄχι
1882μόνον ἐκεῖνοι θὰ εὑρεθῶσι πρὸ ἑνὸς μεγάλου προβλήματος,
1883ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
1884ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οἵτινες ἐγγὺς ἱστάμεθα τοῦ Ὑπουργικοῦ
1885Συμβουλίου, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχομεν πεισθῆ, τοὐλάχιστον
1886ἐγώ, ὅτι ἔχει προηγηθῆ ἀπόφασις τούτου.
1887§165Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1888Τί σημαίνει δημοσίευσις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως,
1889ἀφοῦ δημοσίευσις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δὲν γί-
1890νεται ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως καὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Προέδρου
1891τῆς Κυβερνήσεως;
1892§166Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ θέλουν
1893πολὺ περισσότερον ἀμφιβάλλει, ἂν προηγήθη ἀπόφασις τοῦ
1894Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθόσον ἐν τῷ Διατάγματι αὐτῷ δὲν
1895μνημονεύεται ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον δὲν θὰ δύνανται νὰ
1896πιστεύσωσιν ὅτι ἠγνοήσατε. Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν μνημονεύεται ὁ
1897νόμος οὗτος, θὰ κριθῇ ἄκυρον καὶ ἐστερημένον νομικῆς ὑπο-
1898στάσεως τὸ ὑπὸ συζήτησιν Διάταγμα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω
1899ὅτι δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα διὰ νὰ ταχθῶ οὔτε ὑπὲρ τοῦ ἑνός,
1900οὔτε ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ἂν μὲ ἠρωτᾶτε δὲ θὰ ἔλεγον ὅτι ἀνήκω
1901εἰς τὴν τάξιν τῶν ἰδιοκτητῶν.
1902§167Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1903Προστατεύονται ἐξαιρετικὰ οἱ ἰδιοκτῆται καὶ δι’ αὐτὸ ἔχετε
1904τὴν ἐλευθεριότητα νὰ λέγητε ὅσα λέγετε.
1905§168Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον ὅτι τάσσομαι
1906ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν, οὔτε ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν, οὔτε εἶπον
1907ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ τάσσεται ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης
1908μερίδος, οὔτε ἀμφισβητῶ τὴν καλὴν πρόθεσιν ὑμῶν νὰ λύσητε
1909ἓν μέγα πρόβλημα κοινωνικόν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω
1910ὅτι ἄπειρος ὑπάρχει ὁ σεβασμὸς πρὸς ἐκεῖνον ὅστις διευθύνει
1911τὰς ἐργασίας τῆς Δικαιοσύνης τῆς Χώρας. Ἀλλά, κύριοι,
1912ἄν τις τῶν ἐκλογέων ἡμῶν ἤ τις τῶν πολιτῶν, οἵτινες ἔδωσαν
1913εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντολὴν νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ, εἴπῃ εἰς ἡμᾶς, ποίαν
1914γνώμην ἔχετε, κ. βουλευτά, εἶσθε ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ ὑπὲρ τῆς
1915ἄλλης μερίδος; Δυνάμεθα νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτὸν καὶ νὰ
1916λέγωμεν ὅτι ἐκπληροῦμεν τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἠρωτή-
1917θημεν, οὐδ’ ἔχει καμμίαν ἀξίαν ἡ γνώμη μας; Διότι τὸ μὲν
1918προεκδοθὲν Διάταγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ παρόν,
1919ἐξεδόθη ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη, ὅτε ἦτο καὶ πάλιν μία
1920ἀνώμαλος κατάστασις, διὰ δὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὁ κ. ἐπὶ τῆς
1921Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν φέρει τὸ Διάταγμα εἰς τὴν Βου-
1922λήν. Θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν ἂν δώσωμεν τοιαύ-
1923την ἀπάντησιν; Ὑποθέτω ὄχι. Ἂς μὴ δὲ νομισθῇ ὅτι, ἂν τὸ
1924Ἐνοικιοστάσιον ἀχθῇ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος
1925ἢ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, θέλει ἐπιβραδυνθῆ ἡ ἐ-
1926πιψήφισις αὐτοῦ, διότι, ἐπαναλέγω, ὅτι βεβαίως τὰ μεγάλα
1927ζητήματα γεννῶσι μεγάλας συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
1928Βεβαίως ἓν μέγα κοινωνικὸν ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐφονεύθη-
1929σαν ὅσοι δὲν ἐφονεύθησαν κατὰ τὰς γενομένας ἐπαναστάσεις,
1930διότι ἔπεσεν ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο ὁ κ.
1931Τσιτσεκλῆς, ἔπεσε χωρὶς νὰ χυθῇ οὐδὲ ρανὶς αἵματος, διὰ τὸ
1932ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐνεφανίζετο ἐνώπιον
1933τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, ἐχύθη αἷμα καὶ αἷμα Ἑλληνι-
1934κὸν καὶ τοῦτο λέγω ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ τονίσω
1935τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον πάντως πρέπει
1936νὰ ἐξαντληθῇ ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διὰ τῶν ἀντι-
1937προσώπων αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
1938Ἀλλὰ τίς ὁ λόγος τῆς σπουδῆς ταύτης; Μήπως πρόκει-
1939ται τὸ Κράτος νὰ μείνῃ ἀκυβέρνητον; Μήπως πρόκειται νὰ
1940δημιουργηθῇ ἓν νομοθετικὸν κενόν; Καὶ μὲ τὴν κειμένην νο-
1941μοθεσίαν δὲν δύνανται νὰ ρυθμισθῶσιν αἱ σχέσεις μεταξὺ μι-
1942σθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δι-
1943καιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ τῷ εἴπω ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ
1944τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἶχε τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ
1945Διάταγμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂς δεχθῇ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον
1946Ἐπιτροπῆς ἀπὸ νομομαθεῖς. Ἂν ἐξ ἀρχῆς ἤρχετο τὸ ζήτημα
1947ἐνώπιον Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι
1948θὰ εἶχεν ἔκτοτε λυθῆ, διότι τετράμηνον παρῆλθε μέχρις ὅτου
1949οἱ πάνσοφοι δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἐκπονήσουν τὸ Διάταγμα.
1950Ἂς μὴ ἀγνοοῦμεν δὲ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου δὲν
1951εἶναι ζήτημα νομικόν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα κοινωνικόν, ἐπὶ τοῦ
1952ὁποίου ἁρμόδιοι νὰ ἀποφανθῶσιν εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες συνανα-
1953στρέφονται καθ’ ἑκάστην μετὰ τῶν πολιτῶν.
1954§169Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1955Δὲν ἦσαν μόνον δικαστικοὶ οἱ μετασχόντες τῆς Ἐπιτροπῆς.
1956Ἦτο καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Τριανταφυλλό-
1957πουλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδέχθη.
1958§170Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ καθηγη-
1959τὴς κ. Τριανταφυλλόπουλος καὶ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δι-
1960καιοσύνης δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἄλλου.
1961Δεύτερον σᾶς παρατηρῶ τοῦτο’ ὅτι τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτρο-
1962πῆς, τὴν ὁποίαν συνεστήσατε, δὲν τὸ ἐσεβάσθητε, εἴχατε διά-
1963ταξιν οὐσιωδεστάτην, τὴν ὁποίαν ἀπηλείψατε.
1964§171Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1965Τὸ Διάταγμα ὑπέστη ἀλλοιώσεις, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
1966βούλιον ἠξίωσε μεταβολάς τινας. Καὶ ἐνῷ τὸ σχέδιον παρέ-
1967τεινε μέχρι τοῦ 1928 καὶ τοῦ 1929 τὸ Ἐνοικιοστάσιον, τὸ
1968Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐθεώρησεν ὅτι ἡ παράτασις ἔπρεπε
1969νὰ εἶναι μακροτέρα καὶ ὥρισεν ἄλλην προθεσμίαν. Ἐγὼ ἐπέ-
1970μεινα νὰ τηρηθῇ τὸ σχέδιον, ὅπερ ἐφιλοπόνησεν ἡ Ἐπιτρο-
1971πή, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον προέβη εἴς τινας ἀλλοιώ-
1972σεις. Καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου ἠξίωσε τὴν
1973ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς.
1974§172Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐπείσθητε εἰς ἕνα ἄνθρωπον, εἰς
1975τὸν κ. Ἀναστασιάδην.
1976§173Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἴπατε πρὸ ὀλίγου, κ. Ὑπουργέ, ὅτι
1977τὸ Ἐνοικιοστάσιον συνεζητήθη ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1978βουλίου, ὅτι ἐνεκρίθη, ἐπέφερε τὰς τροποποιήσεις καὶ κατόπιν
1979τούτου ἐδημοσιεύθη.
1980§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
1981§175Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἴπατε ὅτι ὅλαι αἱ ἀλλοιώ-
1982σεις, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον, ἐπῆλθον δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουρ-
1983γικοῦ Συμβουλίου. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
1984§176Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑ-
1985πουργικοῦ Συμβουλίου νὰ δηλώσῃ ἂν τὸ Ἐνοικιοστάσιον συνε-
1986ζητήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
1987§177Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἐπανάληψιν ἤ-
1988κουσεν ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ Ὑ-
1989πουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶπον δὲ ὅτι ἐπὶ ὡρισμένων ἄρθρων τὸ
1990Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐζήτησεν ὡρισμένας τροποποιήσεις
1991καὶ αἱ τροποποιήσεις αὗται ἐγένοντο. (Χειροκροτήματα).
1992§178Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος, κύ-
1993ριοι, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ ἀμφισβητήσω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ
1994ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἐν σχέσει μὲ τὸν
1995καταρτισμὸν τοῦ Διατάγματος, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἀμφι-
1996σβητήσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ σεβαστὸς καὶ παρὰ πάντων τιμώ-
1997μενος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν. Ἀλλὰ θὰ ἤθε-
1998λον νὰ ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς· ἂν κατηρτίσθη μία Ἐπιτροπὴ ἐπὶ
1999τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν καὶ ἐζητήθη
2000ἡ γνώμη ἔστω νομομαθῶν, δὲν γνωρίζω ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι,
2001ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἦτο ἱκανωτέρα καὶ ἁρμοδιωτέρα νὰ κρίνῃ
2002ἀπὸ μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀπαρτιζομένην ἐπί-
2003σης ἀπὸ νομομαθεῖς πανελληνίου κύρους, οἱ ὁποῖοι πλὴν τῶν
2004νομικῶν γνώσεων θὰ ἠδύναντο νὰ προσαρμόσωσι τὸ Ἐνοικιο-
2005στάσιον καὶ πρὸς τὰς ἐνδεικνυομένας ὑψίστας κοινωνικὰς ἀ-
2006νάγκας, ὅταν ἐπαναλέγω, μετὰ τοῦ λαοῦ ἐπικοινωνῶσι καὶ ἐκ
2007τοῦ λαοῦ προέρχονται; Μία Ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν
2008σεβαστὸν συνάδελφον καὶ καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν
2009προλαλήσαντα, ἀπὸ τὸν ἔγκριτον νομομαθῆ κ. Τσιτσεκλῆν καὶ
2010ἀπὸ ἄλλους νομομαθεῖς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένους,
2011μία Ἐπιτροπὴ ὀλιγομελὴς Κοινοβουλευτικὴ δὲν θὰ εἶχεν ἤδη
2012τερματίσει τὰς ἐργασίας αὐτῆς καὶ δὲν θὰ ἦτο βέβαιον ὅτι,
2013ὅταν ἐγνωρίζομεν πάντες ἡμεῖς ὅτι ἐκ συναδέλφων ἡμῶν προ-
2014έρχεται τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἐξ ἀνθρώπων κοινωνικῆς καὶ νο-
2015μικῆς πείρας, δὲν θὰ ἦτο πιθανὸν ἢ μᾶλλον βέβαιον ὅτι ἐγ-
2016καίρως θὰ ἐλάμβανε τὴν συγκατάθεσιν τῆς ὁλομελείας τοῦ
2017Σώματος ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς οὕτως ἐ-
2018νεργῶν;
2019§179ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βεβαίως.
2020§180Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ
2021τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ εἰπόντος χθές, προκειμένου περὶ
2022Ἐνοικιοστασίου ἰσχύσαντος κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτι λόγῳ με-
2023ταβολῆς τῶν περιστάσεων καὶ τῶν βιωτικῶν συνθηκῶν, ὅταν
2024θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν ἓν νομοθέτημα ἀνῆκον εἰς τὸ παρελ-
2025θόν, εἶναι ὡς νὰ θέλωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς θέατρον ἢ κι-
2026νηματογράφον μὲ χθεσινὸν εἰσιτήριον. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων ἐ-
2027λησμόνησεν ὅτι καλεῖ ἤδη ἡμᾶς νὰ ἀποδεχθῶμεν Διάταγμα
2028Ἐνοικιοστασίου οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς νομοθετήματος ἀνή-
2029κοντος εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει χθεσινὸν εἰσι-
2030τήριον εἰς ἕνα κινηματογράφον ἢ ἓν θέατρον, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βά-
2031σει ἑνὸς εἰσιτηρίου ἀνυπάρκτου, ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς εἰσιτηρίου
2032πλαστοῦ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, διότι ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη
2033δὲν γνωρίζω ἂν ἐπέφερε καλὰ ἢ κακὰ εἰς τὴν Πολιτείαν,
2034εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ δὲν ἐξεπροσώπει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ
2035καὶ δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ.
2036Διὰ νὰ μὴ ἐπισυμβοῦν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ
2037ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ μὴ γεννηθῶσιν ἐνώπιον τῶν
2038δικαστηρίων τὰ ζητήματα τὰ νομικά, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ ἐν-
2039τείνωσι τὸν ἀγῶνα μεταξὺ τῶν δύο τάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐδημι-
2040ουργήθησαν ἐσχάτως ἐν Ἑλλάδι μεταξὺ ἐνοικιαστῶν καὶ ἰ-
2041διοκτητῶν, ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ ἐργάτης τοῦ Διατάγματος
2042τούτου καὶ σεβαστὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν θὰ
2043θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους εἰς τὸ νὰ μὴ παραπέμψῃ τὸ
2044ζήτημα τοὐλάχιστον εἰς μίαν ὀλιγομελῆ Κοινοβουλευτικὴν
2045Ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ταχθῇ μία προθεσμία, ἐντὸς
2046τῆς ὁποίας θὰ τερματίσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, μετὰ ταῦτα δὲ
2047νὰ ἐγκριθῇ διὰ ψηφίσματος ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώμα-
2048τος. Ἐπαναλέγω δὲ ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα τόσον ἐπεῖγον, δὲν
2049εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους, ἀπεναντίας
2050κλονίζει τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀντιπροσωπείας αὐτοῦ ἡ ἐσπευσμένη
2051ψήφισις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος.
2052Μὲ τὴν ἐλπίδα ταύτην κατέρχομαι τοῦ βήματος καὶ μὲ τὴν
2053πεποίθησιν ὅτι οὐδεὶς τῶν κ. κ. συναδέλφων διὰ τῆς γνώμης,
2054τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἤθελε νὰ ἐκ-
2055φράσῃ τὴν παραμικροτέραν δυσπιστίαν πρὸς τὴν καλὴν πί-
2056στιν, τὴν ἱκανότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐντιμότητα τοῦ ἀξιοτίμου
2057κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. (Χειροκροτήματα).
2058§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Κουτσοπέταλος ἔχει τὸν λόγον.
2059§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παραιτεῖται.
2060§183Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἂν θέλητε, ὑποχωρῶ, ἂν πρό-
2061κειται νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις.
2062§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, ἂν παραιτηθῶσιν ὅσοι εἶναι ἐγ-
2063γεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσι.
2064§185Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί πρότασις ὑπάρχει
2065ὑποβεβλημένη;
2066§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις νὰ παραπεμφθῇ τὸ Ἐνοικιοστά-
2067σιον εἰς Ἐπιτροπὴν.
2068§187Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐφόσον δὲν παραιτοῦνται ὅλοι,
2069θὰ ὁμιλήσω.
2070§188Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε;
2071§189Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὁρίστε.
2072§190Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2073ἐδήλωσεν ὅτι τὸ Διάταγμα ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
2074βούλιον πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν
2075Συμβούλιον ἐπενεγκὸν τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐνόμισεν
2076ἀναγκαῖον νὰ ἐπιφέρῃ, ἐπέτρεψε τὴν δημοσίευσιν. Συνεπῶς
2077ἔχομεν μεταβολὴν τῆς βάσεως τῆς συζητήσεως, διότι μέχρι
2078τοῦδε ἐγνωρίζομεν πάντες ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δημοσιεύσεως
2079Διατάγματος, στηριζομένου ἐπὶ Διατάγματος τῆς Κυβερνή-
2080σεως Κονδύλη. Ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
2081βερνήσεως ἀνατρέπονται τὰ πάντα καὶ προκύπτει ὅτι τὸ Διά-
2082ταγμα δὲν ἐδημοσιεύθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τῆς
2083Κυβερνήσεως Κονδύλη, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ὁ ὁ-
2084ποῖος ἐπιτρέπει τὴν κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
2085λίου δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος «περὶ Ἐνοικιοστασίου».
2086Παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ ἐπέλθῃ διευκρίνησις,
2087διότι θὰ ἦτο ὀρθὸν πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς σκολιὰν ὁδὸν
2088πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος, ἡ Κυβέρνησις νὰ κατετόπιζε
2089τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ μὴ παραπαίῃ μεταξὺ τῶν διαφόρων Δια-
2090ταγμάτων νομοθετικῶν καὶ νόμων ἐκ σφάλματος τῆς Κυβερνή-
2091σεως. Ἡ δήλωσις αὐτή, ἡ βραδέως γενομένη ἐκ μέρους τοῦ
2092κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὤφειλε νὰ γίνῃ ἀπὸ τῆς πρώ-
2093της στιγμῆς καὶ οὕτω γινομένη δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα
2094νὰ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῶν βεβαιώσεων τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ
2095ταύτῃ γινομένων.
2096§191Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2097σεως ὅτι κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδημο-
2098σιεύθη τὸ Διάταγμα.
2099§192Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Θὰ ἀποτολμήσω καὶ ἐγὼ νὰ
2100ἐκφράσω γνώμην σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Καὶ ὁ-
2101μιλῶ περὶ τόλμης, προκειμένου ἡ γνώμη μου νὰ εἶναι ἀντίθε-
2102τος πρὸς τὰς γνώμας τῶν ἐν τῇ Βουλῇ νομικῶν κορυφῶν, διό-
2103τι νομίζω ὅτι ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ οἱ ἴδιοι
2104προέβαλον, ἐξάγεται ἐντελῶς ἀντίθετον συμπέρασμα ἐκείνου,
2105τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ συναγάγωσι καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ κ.
2106ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὄχι μόνον δὲν ἠσέβησε πρὸς
2107τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξετέλεσε πρᾶξιν κυρωθεῖσαν
2108ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ μᾶλλον ἤσκησε δικαίωμα χορηγηθὲν εἰς
2109αὐτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ συντακτικῆς πράξεως, ἤτοι τοῦ
2110ψηφίσματος περὶ τῶν συντακτικῶν πράξεων καὶ τῶν Ν. Δια-
2111ταγμάτων τῶν γενομένων ἐπὶ Κυβερνήσεων Παγκάλου καὶ
2112Κονδύλη.
2113Κατηγορήθη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὅτι ἐ-
2114ξέδωκε τὸ Διάταγμα τοῦτο, κατά τινας μὲν βασισθεὶς ἐπὶ τοῦ
2115νόμου 3186, νόμου ὁ ὁποῖος κατηργήθη καὶ δὲν ἰσχύει. Κα-
2116τηγορήθη ἐπίσης ἀπὸ ἄλλους ὅτι ἐξέδωκε Ν. Διάταγμα ἢ
2117μᾶλλον ἀναγκαστικὸν Διάταγμα παρούσης τῆς Βουλῆς καὶ
2118ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως. Κατηγορήθη ἐν τέλει ὅτι βασιζόμενος
2119εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ Κονδύλη, ἐκδοθὲν ὑπὸ Κυβερνήσεως μὴ
2120ἀρυούσης τὴν δύναμιν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ λαοῦ ἐξέδωκε τὸ ὑπὸ
2121κρίσιν Ἐνοικιοστάσιον. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἔν τινι σημείῳ
2122νὰ συμφωνήσω μέ τινας προλαλήσαντας καὶ ἰδίως μὲ τὸν κ.
2123Ν. Μπακόπουλον ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 3186,
2124ὅσον καὶ διὰ τὰ αἴτια τῆς καταργήσεως αὐτοῦ. Ὁ κ. Ν.
2125Μπακόπουλος ἰσχυρίσθη ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἰσχύει, διότι
2126Ν. Διάταγμα νεώτερον κατήργησεν αὐτόν, ρυθμίσαν ἄλλως τὸ
2127ζήτημα. Ἀσφαλῶς τὴν γνώμην ταύτην ἔχω καὶ ἐγώ. Καὶ ἤδη
2128ἐρωτᾶται τὰ περὶ πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰς
2129ὁποίας ἠξίωσαν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς καὶ ὁ κ. Ράλλης, ἐφαρμό-
2130ζονται μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 3186;
2131§193Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν ἰσχύει ὁ νόμος.
2132§194Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Μάλιστα. Ὀρθῶς λοιπὸν ὁ κ.
2133ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὸ Ν. Διάταγμα
2134τοῦ Κονδύλη καὶ ἐξέδωκε τὸ Ἐνοικιοστάσιον.
2135(Ὑπὸ τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς διανέμεται ψήφισμα
2136δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ἡ διὰ τοῦ Τύπου ἀναγραφὴ οἱασδή-
2137ποτε εἰδήσεως ἀφορώσης τὰς συνεδρίας τοῦ Ὑπουργικοῦ
2138Συμβουλίου).
2139§195Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον διανέμε-
2140ται, ποῖος τὸ προτείνει; Εἶναι ἀνυπόγραφον. Νὰ διακοπῇ ἡ
2141συζήτησις.... (Θόρυβος).
2142§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Θόρυβος).
2143§197Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Πρέπει νὰ εἶσθε μελαγχολικός, κ.
2144Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, ὅταν διανέμωνται τοιαῦτα ψηφίσματα,
2145ἀντὶ νὰ μειδιᾶτε.
2146(Κατέρχεται τῶν ἑδωλίων ὁ κ. Θ. Νικολούδης καὶ
2147πλησιάζει ὀργίλως τὸν κ. Παπαναστασίου, πρὸς τὸν ὁποῖον
2148σείει τὸ ἔντυπον τοῦ ψηφίσματος λέγων):
2149§198Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Δὲν ἐπολεμήσαμεν τὴν δικτατορίαν
2150καὶ τὸν «περὶ Τύπου νόμον» τῶν κ. κ. Παγκάλου καὶ Εὐτα-
2151ξία, ἵνα παρουσιάζητε σεῖς σήμερον τοιαῦτα ψηφίσματα εἰς
2152βάρος τοῦ Τύπου καὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ.
2153§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ψήφισμα.
2154§200Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται οἱ Ὑπουργοί.
2155(Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
2156§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτὰ
2157λόγῳ τοῦ θορύβου. (Ὥρᾳ 12.10′ π. μ.)
2158ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
2159(Ὥρᾳ 12.20′ π. μ.)
2160§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρία-
2161σις. Ὁ κ. Θ. Νικολούδης ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπιθυμῶν νὰ
2162δώσῃ ἐξηγήσεις.
2163§203Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Ὅταν ἀνέγνωσα μετὰ βαθυτάτης ἐκ-
2164πλήξεως τὸ διανεμηθὲν πρὸ ὀλίγου ψήφισμα καὶ ὡς ἀντιπρό-
2165σωπος τοῦ λαοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὡς δημοσιογράφος
2166ᾐσθάνθην ἐξαιρετικὴν λύπην. Διότι οὐδέποτε ἀνέμενον ἐπὶ
2167τῶν ἡμερῶν μιᾶς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἐκπροσωπούσης
2168ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας καὶ συμβολιζού-
2169σης τὰς ἀποκατασταθείσας λαϊκὰς ἐλευθερίας τοσούτῳ προ-
2170χείρως καὶ περιέργως νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν τοιού-
2171του περιεχομένου ψήφισμα, περιορίζον τὰς ἐλευθερίας τοῦ Τύ-
2172που καὶ ἀποτελοῦν σοβαρὰν προσβολὴν τῶν δικαιωμάτων αὐ-
2173τοῦ. Καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρισκόμην ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐντυπώ-
2174σεων τούτων, εἶδον τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑ-
2175πουργόν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἄλλως τε τρέφω ἰδιαιτέραν ἐκτίμη-
2176σιν καὶ μεθ’ οὗ, ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν ἀντιθέσεων, συν-
2177δέομαι κοινωνικῶς, εἶδον, λέγω, τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑ-
2178πουργὸν μειδιῶντα καὶ ἐκπληττόμενον διὰ τὴν ἀγανάκτησιν
2179ἣν ἐξεδήλωσα ἐγὼ καὶ ὁ παρακαθήμενος συνάδελφός μου. Ἡ
2180παρατήρησις τὴν ὁποίαν διετύπωσα πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωρ-
2181γίας Ὑπουργὸν δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶχε τὴν ἔννοιαν ἀτομικῆς
2182ἐναντίον του προσβολῆς, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκληφθῇ ὡς
2183τοιαύτη. Ἴσως ὁ τόνος μετὰ τοῦ ὁποίου διετύπωσα τὴν παρα-
2184τήρησιν καὶ ἡ σχετικὴ νευρικότης ὑπὸ τῆς ὁποίας κατειχό-
2185μην καὶ κατέχομαι ἀκόμη νὰ ἦσαν ὑπερβολαὶ καὶ νὰ ἐξήρχον-
2186το τῆς συνήθους ἐθιμοτυπίας τῆς αἰθούσης ταύτης. Διὰ τοῦτο
2187καὶ ἐκφράζω τὴν λύπην μου.
2188§204Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2189Τὸ ψήφισμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἔγινε λόγος, εἶναι ψήφισμα προ-
2190ερχόμενον ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὅταν θὰ ἔλθῃ
2191τὸ ψήφισμα θὰ ἐκτεθῶσιν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸ
2192Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ὑποβάλῃ τὸ ψήφισμα τοῦτο, τὸ
2193ὁποῖον δὲν θίγει καθόλου τὰ δικαιώματα τοῦ Τύπου, οὔτε τὸ
2194δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν πρόκειται
2195νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως,
2196ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἐμποδίσῃ τὴν δημοσίευσιν ἀνα-
2197κριβῶν εἰδήσεων περὶ τῶν συσκέψεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
2198λίου.
2199Ἡ νευρικότης τοῦ κ. βουλευτοῦ, βεβαίως κατὰ τὴν ἰδικήν
2200μου ἀντίληψιν, δὲν ἦτο καθόλου δικαιολογημένη, διότι δὲν ἐ-
2201πρόκειτο τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα καὶ ὑ-
2202πολείπεται ὅλος ὁ καιρὸς ὅπως ἀναπτύξῃ τὴν γνώμην του.
2203Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ δὲν ἔθιγεν ἐμέ, νομίζω
2204ὅτι ἔθιγε τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον ἡ συμπεριφορά του, τοσούτῳ
2205μᾶλλον, καθόσον ἠδύνατο κακῶς νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἰς τὴν νευ-
2206ρικότητα συνετέλεσε περισσότερον ἡ δημοσιογραφικὴ ἰδιότης
2207παρὰ ἡ βουλευτικὴ ἰδιότης. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ
2208ψηφίσματος θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἔχομεν πληρέστατον δί-
2209καιον νὰ ὑποβάλωμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα.
2210§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Κουτσοπέταλος παρακαλεῖται νὰ
2211συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
2212§206Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἔλεγον, κύριοι βουλευταί, ὅτι
2213δέχομαι καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ νόμος 3186 δὲν ὑφίσταται, πλὴν δι’
2214ἴσους λόγους ὁ κ. Μπακόπουλος εἶπεν. Φρονῶ κατ’ ἀκολου-
2215θίαν ὅτι πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ Ἐνοικιοστασίῳ,
2216περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἀνέφερεν οὐχὶ τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλὰ τὸ
2217Διάταγμα τοῦ κ. Κονδύλη. Δὲν γνωρίζω ἂν τὴν γνώμην ταύ-
2218την εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐξακολουθῇ νὰ τὴν ἔχῃ. Ἡ
2219γνώμη ἡ ἐμὴ εἶναι ὅτι ἔπρεπε τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστα-
2220σίου νὰ στηρίζηται ἐπὶ τοῦ Ν. Διατάγματος τοῦ Κονδύλη. Τὸ
2221Διάταγμα τοῦτο παρεῖχεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
2222νης τὸ δικαίωμα ἵνα διὰ Διατάγματος περιέχοντος νομοθετι-
2223κὰς διατάξεις νὰ ρυθμίζῃ τὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Τὸ Διά-
2224ταγμα Κονδύλη ἔχει τὴν δύναμιν ταύτην ἐξ ἑαυτοῦ, ὡς προ-
2225ερχόμενον παρὰ Κυβερνήσεως ἀσκούσης ὄχι μόνον νομοθετι-
2226κὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ συντακτικήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ ἀμφι-
2227σβήτησις τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, καθ’ ἣν ὅλα ταῦτα τὰ Διατάγ-
2228ματα τοῦ τε Παγκάλου καὶ Κονδύλη καὶ πάσης Κυβερνή-
2229σεως, μὴ ἀπορρεούσης ἀπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἄκυρα, ἂν
2230καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἦτο ἀληθής, πάλιν τὸ ψήφισμα
2231τῆς Βουλῆς, τὸ κανονῖσαν τὴν ἰσχὺν τῶν Διαταγμάτων τού-
2232των, δηλαδὴ ἡ συντακτικὴ πρᾶξις τῆς Συνελεύσεως, δίδει
2233κῦρος εἰς τὸ Διάταγμα τοῦτο. Ἡ συντακτικὴ πρᾶξις τῆς
2234Βουλῆς δίδει κῦρος εἰς τὸ τυχὸν μὴ ἔχον κῦρος Διάταγμα
2235τοῦ κ. Κονδύλη καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δι-
2236καίωμα τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος Ἐνοικιοστασίου ὄχι
2237μόνον τύποις, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Στρατηγόπουλος, ἀλλὰ
2238καὶ οὐσίᾳ.
2239§207ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζετε ὅτι ἔχει κῦρος, ἀνεξαρτή-
2240τως τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος προϋπέθετε....
2241§208Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τοῦ νόμου 3186, ἀσφαλῶς.
2242Ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι δὲν στηρίζεται τὸ Διά-
2243ταγμα ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, μοῦ φαίνεται ὅτι πρὸς πλήρη διευ-
2244κρίνισιν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔδει
2245νὰ δώσῃ διασαφήσεις τινὰς ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀ-
2246ξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ κ. Ράλλη.
2247§209Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
2248Δὲν ἔχει σημασίαν ἂν τὸ νομοθέτημα αὐτὸ κατηρτίσθη κατό-
2249πιν συμφωνίας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ μόνον ὑπὸ τοῦ
2250Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Σημασίαν ἔχει ἂν αὐτὸ τὸ Ν.
2251Διάταγμα συνδέεται πρὸς τὴν ὑπόστασιν ὅλης τῆς Κυβερνή-
2252σεως.
2253§210Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, μὲ συγχωρεῖτε. Ἐκ τῆς ὑπάρξεως
2254συμφωνίας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξαρτᾶται τὸ ἔγκυ-
2255ρον ἢ μὴ ἔγκυρον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
2256σύνης.
2257§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
2258Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ νομικοῦ ὅρου, οὔτε περὶ τοῦ νομικοῦ
2259ζητήματος, ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος, δηλαδὴ ὅ-
2260σον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Δὲν ἐνδια-
2261φέρει τὴν Βουλὴν ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργι-
2262κοῦ Συμβουλίου. Ἡ Βουλὴ ἐνδιαφέρεται νὰ μάθῃ ἂν τὸ νο-
2263μοσχέδιον αὐτὸ συνδέῃ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν ὑπόστασίν της.
2264Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ πολιτικοῦ μέρους, ὄχι περὶ τοῦ νο-
2265μικοῦ.
2266§212Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέτετε ζήτημα ἐμ-
2267πιστοσύνης;
2268§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
2269Ὄχι, δὲν θέτομεν τοιοῦτον ζήτημα, ἄλλο ζήτημα ἂν θέτετε
2270σεῖς ζήτημα ἐμπιστοσύνης;
2271§214Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐνδιαφέρεται μόνον ἐπὶ τοῦ
2272πολιτικοῦ ζητήματος, διότι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἂν
2273ὁ Ὑπουργὸς ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων ἢ
2274κατὰ παράβασιν αὐτῶν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς
2275Βουλῆς ἵνα διευκρινίσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐν ἐπιγνώσει δώσῃ
2276τὴν ψῆφον αὐτῆς, εἴτε πρόκειται περὶ ζητήματος ἐμπιστο-
2277σύνης, εἴτε πρόκειται περὶ ζητήματος ἑρμηνείας τοῦ νόμου.
2278§215Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας).
2279Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐδή-
2280λωσε ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
2281βούλιον λαβὸν γνῶσιν τοῦ σχεδίου τοῦ Διατάγματος κατὰ
2282τὴν συζήτησιν, ἐπέφερε τροποποιήσεις τινὰς ἐπί τινων ἄρθρων,
2283δὲν ὡμίλησεν οὔτε περὶ ἀποφάσεως οὔτε περὶ ἄλλου τινός.
2284§216Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Μετὰ τὰ ἀνωτέρω, φρονῶ ὅτι
2285ὀρθῶς τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐξεδόθη ἐπὶ τῇ βά-
2286σει τοῦ Διατάγματος Κονδύλη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντικρούων
2287ἀντιθέτους γνώμας μεταξὺ ἄλλων ἔφερε καὶ τὸ ἐπιχείρημα
2288ὅτι ὁ νόμος 3186 ἰσχύει καὶ ὅτι ἐτήρησεν ὅλας τὰς διατυ-
2289πώσεις τοῦ νόμου τούτου, ἤτοι ὅτι εἰσηγήθη εἰς τὸ Ὑπουργι-
2290κὸν Συμβούλιον τὸ Διάταγμα τοῦτο καὶ ἐνεκρίθη ὑπ’ αὐτοῦ
2291μέ τινας τροποποιήσεις. Ἀσφαλῶς τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ τὴν
2292βάσιν τῆς συζητήσεως, διότι ἡ βάσις τῆς συζητήσεως, κατ’
2293ἐμέ, εἶναι ἂν ἐξεδόθη περὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων καὶ
2294τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τῆς ἐδοθείσης πρὸς τὸν Ὑπουργὸν δυ-
2295νάμει ψιφίσματος τῆς Συνελεύσεως καὶ ἂν δύναται νὰ τοῦ
2296ἀποδοθῇ μορφὴ ὅτι δὲν ἐσεβάσθη τὴν Βουλήν. Ἤδη γεννᾶ-
2297ται τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ὁ
2298κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκεται ἐν τάξει, ἂν πρέπῃ τὸ Διάταγμα
2299τοῦτο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μιμηθῇ ἐν τούτῳ ὁ
2300κ. Ὑπουργὸς τὸν κ. Τσιτσεκλῆν, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς τὴν ἐ-
2301ποχὴν ἐκείνην ὑπέκυψεν εἰς βίαν.
2302§217Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι, δὲν ἐξεβιάσθην.
2303§218Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐξεβιάσθητε καὶ ὑπεχωρή-
2304σατε.
2305§219Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐσεβάσθην τὴν Βουλήν.
2306§220Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν πρόκειται ἂν ἐσεβάσθητε
2307τὴν Βουλὴν καὶ οὔτε καὶ σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῆτε
2308ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐσεβάσθη τὴν Βουλήν, διότι πρώτη δή-
2309λωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώ-
2310μην νὰ μὴ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ Βουλὴ ὅμως εἶναι ἐ-
2311λευθέρα νὰ κρίνῃ, ἡ δὲ γνώμη αὐτὴ τῆς Βουλῆς δὲν μὲ
2312προσβάλλει.
2313§221Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ὅμως ἡ Βουλὴ πρέπει
2314νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα καὶ νὰ μὴ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
2315§222Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ
2316ὁποῖον θὰ τὸ κανονίσουν ἄλλοι καὶ ἑπομένως ἐπὶ τούτου ἐγὼ
2317δὲν προτίθεμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς
2318εἰσαγωγῆς ἢ μὴ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ Διατάγματος ἀποτελεῖ
2319ζήτημα σκοπιμότητος, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή.
2320Ἐγὼ ἀνεπιφυλάκτως τάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑ-
2321πουργοῦ ὅτι δηλαδὴ τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ εἰσα-
2322χθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς Ἐπιτροπήν.
2323Ἡ εἰσαγωγὴ εἰς Ἐπιτροπὴν ἀντιτίθεται εἰς τὴν γνώμην
2324τῶν αὐστηρῶν συνταγματολόγων, οἱ ὁποῖοι δὲν συγχωροῦν ἐ-
2325ξουσιοδότησιν νομοθετικὴν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε εἰς
2326τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἂν δὲ πρόκειται τὸ Διά-
2327ταγμα νὰ συζητηθῇ περαιτέρω, πρέπει ἡ συζήτησις νὰ ἔλθῃ
2328εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος καὶ ὄχι μόνον ἡ Ἐ-
2329πιτροπὴ νὰ ἀποφασίσῃ. Ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ ζήτημα
2330εἶναι τόσον σπουδαῖον ὥστε ἐγκαταλείπουσα τὰ ἄλλα ἔργα
2331της νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ ἓξ μῆνας μὲ τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἔχει
2332καλῶς. Ἂν ὅμως ἀντὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔ-
2333χει ἡ Κυβέρνησις, ἀποτελουμένη καὶ αὕτη ἀπὸ ἕνδεκα βου-
2334λευτὰς καὶ ἀρχηγοὺς κομμάτων, πρόκειται νὰ δοθῇ ἐξουσιο-
2335δότησις εἰς εἴκοσι βουλευτὰς ἀποτελοῦντας τὴν Κοινοβουλευ-
2336τικὴν Ἐπιτροπὴν, ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μὲ
2337τὴν γνώμην ταύτην.
2338Θὰ ἤθελα τὸ Ἐνοικιοστάσιον νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἐρεύ-
2339νης ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος.
2340§223Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ ὅμως ἡ ἐφαρμογή του.
2341§224Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνή-
2342σω μὲ τὴν γνώμην τῆς ἀναστολῆς. Δὲν γνωρίζω ἂν πρέπῃ νὰ
2343συζητηθῇ ἡ οὐσία τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἐγὼ τὸ ἐζήτησα, ἀλλὰ
2344δὲν ἐγένετο δεκτόν.
2345Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς νομίζει ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁ-
2346ποῖον ἐπεξειργάσθη ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τότε, ἀπε-
2347τέλει τὸν παράδεισον τῶν περὶ Ἐνοικιοστασίου Διαταγμάτων.
2348Καθ’ ἃ μᾶς ἐπληροφόρησαν ὁ κ. Καλογερᾶς καὶ ὁ κ. Λαδᾶς,
2349κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἐψηφίσθη
2350καὶ ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν ἐκμισθωτῶν καὶ τὴν τῶν μισθωτῶν
2351λόγῳ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἔχων τὴν γνώμην ὅτι ἡ συμβολὴ
2352τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι μεγίστη, θὰ
2353ἐδεχόμην διὰ τοῦτον καὶ μόνον τὸν λόγον νὰ ἰσχύσῃ τὸ Διά-
2354ταγμα τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Ἐγὼ ὅμως ἐκ τοῦ παρελθόντος δὲν
2355ἐνθυμοῦμαι τίποτε ἄλλο παρὰ διαμαρτυρίας ὄχι μόνον ἐκ μέ-
2356ρους τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν
2357ἐναντίον τοῦ Διατάγματος τούτου.
2358§225Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὰς ἐγκυκλίους;
2359§226Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε ἐζήτουν
2360νὰ καταργηθῇ τὸ καταθλιπτικόν, τὸ καταστρεπτικόν, τὸ ἀν-
2361τιλαϊκὸν τοῦτο Διάταγμα. Ἀλλ’ ἐρρίφθη ἡ γνώμη ἐκ μέρους
2362τοῦ καθηγητοῦ καὶ σεβαστοῦ συναδέλφου κ. Εὐταξία ὅτι, ἐφό-
2363σον ἐκ μέρους τῶν κ. κ. συναδέλφων ἠμφισβητήθη τὸ κῦρος
2364τοῦ Διατάγματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη νομίμως καὶ ἐπὶ
2365τῇ βάσει τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, εἶναι ὀρθὸν νὰ παρα-
2366πεμφθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἢ εἰς τὴν παρ’ αὐτῆς ὑποκαθιστα-
2367μένην εἰς τὰ δικαιώματά της Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
2368Ἡ γνώμη τοῦ σεβαστοῦ κ. Εὐταξία ὅτι ἀμφισβητηθέντος ἅπαξ
2369τοῦ κύρους τοῦ Διατάγματος τούτου ἐκ μέρους νομομαθῶν τῆς
2370περιωπῆς αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ διὰ τοῦτο καὶ μόνον
2371δέον νὰ μὴ ἰσχύσῃ τὸ Διάταγμα καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν
2372Ἐπιτροπὴν πρὸς ἀποφυγὴν ἀντιφατικῶν ἀποφάσεων ἀπὸ τὰ
2373δικαστήρια περὶ τοῦ κύρους αὐτοῦ, δὲν εἶναι ὀρθὴ διὰ τὸν ἑξῆς
2374λόγον. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ κράτιστοι συνταγματολόγοι τοῦ
2375κόσμου εἶχον καὶ ἔχουν μέχρι σήμερον τὴν ἑξῆς ἀμφισβήτη-
2376σιν. Δύναται ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδώσῃ
2377Διατάγματα νομοθετικοῦ περιεχομένου; Εἴτε ὑπὸ ἰδίαν εὐθύ-
2378νην νὰ ἐκδώσῃ τὰ λεγόμενα ἀναγκαστικὰ Διατάγματα; Εἶ-
2379ναι τοῦτο σύμφωνον πρὸς τοὺς κοινοβουλευτοκοὺς κανόνας καὶ
2380εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσουν ταῦτα; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀμ-
2381φισβήτησις ἐκ μέρους τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ Συντάγματος, ἐ-
2382γεννήθη ποτὲ τὸ ζήτημα εἰς τὰ δικαστήρια ἂν εἶναι δυνατὸν
2383νὰ μὴ ἐφαρμόζουν τὰ Διατάγματα ταῦτα;
2384Ἂν τὰ δικαστήρια ἐξακολουθοῦν, ἀκολουθοῦντα τὰς γνώ-
2385μας τῶν ἐνταῦθα νομομαθῶν, νὰ ἐκδίδουν ἀντιφατικὰς ἀπο-
2386φάσεις περὶ τῆς ἰσχύος τῶν Διαταγμάτων τούτων, ταῦτα δὲν
2387θὰ εἶναι δικαστήρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ θὰ εἶ-
2388ναι δικαστήρια ἄλλου τινὸς Κράτους, μὴ γνωρίζοντα τοὺς
2389Ἑλληνικοὺς νόμους.
2390§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2391§228Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκτὸς τῶν
2392λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλή-
2393σαντες συνάδελφοι, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιβάλεται ἡ πα-
2394ραπομπὴ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος εἰς
2395τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν, συντρέχει καὶ ἕτερος λό-
2396γος, πολὺ σοβαρός, καὶ οὗτος εἶναι ὅτι τὰ ἐν τοῖς παρασκη-
2397νίοις τελούμενα δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένα τοῦ πειρασμοῦ τῶν
2398προσωπικῶν διατάξεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
2399δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντιστῇ εἰς τὸν πειρασμὸν τοῦ νὰ θέσῃ ἐν τῷ
2400ἐν λόγῳ Διατάγματι τοιαύτας προσωπικὰς διατάξεις, ἀπέ-
2401ναντι τῶν ὁποίων καὶ αὐταὶ αἱ δικτατορικαὶ Κυβερνήσεις ὠ-
2402χριοῦν. Ἐν Πειραιεῖ ὑπῆρξεν Ἑταιρεία τις ὀνόματι «Σωτή-
2403ριος Δογάνης καὶ Σία», ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν Σωτήριον Δο-
2404γάνην καὶ τὸν ἀνεψιόν του, τὸν ὁποῖον εἶχε προσλάβει ἐκ παι-
2405δικῆς ἡλικίας παρ’ ἑαυτῷ, εἶχεν ἀναθρέψει τοῦτον, μορφώσει
2406καὶ τέλος τὸν εἶχε προσλάβει ὡς συνεταῖρον μὲ κεφάλαιον 6
2407χιλιάδων δραχμῶν πρὸ δωδεκαετίας περίπου. Ἡ Ἑταιρεία
2408αὕτη διελύθη πρὸ 2–3 μηνῶν θανάτῳ τοῦ Σωτηρίου Δογάνη
2409καὶ ὁ ἀνεψιὸς εὑρέθη μὲ μίαν οἰκίαν ἀξίας 2,000,000
2410δραχμῶν, μὲ ἔπιπλα ἀξίας πλέον τῶν 300,000 δραχμῶν καὶ
2411μὲ ἓν ἑταιρικὸν κατάστημα εἰς Ἀθήνας ὡς καὶ μὲ καταθέσεις
2412εἰς διαφόρους Τραπέζας καὶ μὲ προκῦψαν μέρισμα καθαρὸν
2413ἐκ τοῦ ἑταιρικοῦ καταστήματος Πειραιῶς 500,000 δραχμῶν,
2414δηλαδὴ πολυεκατομμυριοῦχος, ἡ δὲ χήρα Δογάνη εὑρέθη μὲ
2415δύο θυγατέρας ἀνηλίκους καὶ μὲ ἓν καθαρὸν μέρισμα ἐκ τοῦ
2416καταστήματος Πειραιῶς 600,000 δραχμῶν. Εἶχε λοιπὸν τὴν
2417εὔλογον ἀξίωσιν ἡ χήρα ὅτι θὰ συνετέλει ὁ ἀνεψιὸς διὰ τῆς
2418συνεργασίας του εἰς τὴν ἑταιρικὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ κατα-
2419στήματος, ἵνα ἐξ αὐτοῦ ἀποκερδαίνῃ καὶ αὐτὴ ἀναλόγως τῶν
2420κεφαλαίων της καὶ δυνηθῇ νὰ διαθρέψῃ τὰ τέκνα της. Ἀλλ’
2421ὁ ἀνεψιός της ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ
2422συνεργασθῇ ἑταιρικῶς.
2423Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ χήρα, προστατευομένη ἀπὸ τὸ Ἐ-
2424νοικιοστάσιον, διότι ὁ σύζυγός της εἶχε κάμει τὴν μίσθωσιν
2425καὶ διότι ἡ ἑταιρικὴ μερὶς τῶν κληρονόμων ἦτο μεγαλυτέρα
2426τῆς τοῦ ἀνεψιοῦ, ἐδήλωσε ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ τὴν ἐρ-
2427γασίαν τοῦ καταστήματος. Ἐν τούτοις δὲν παρέλειψε νὰ εἴπῃ
2428εἰς ἐμὲ τὸν ἀφελῆ, διότι ἡ γυνὴ ἦτο πονηροτέρα ἐμοῦ, ὅτι ὁ
2429ἀνεψιός της ἔχει τὰ μέσα καὶ νὰ προσέξω μήπως κατορθώσῃ
2430νὰ τροποποιήσῃ τὸ Ἐνοικιοστάσιον ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ἐγὼ τὴν
2431διεβεβαίωσα ὅτι σήμερον δὲν γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα.
2432Καὶ πράγματι, ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς,
2433τὸ σχετικὸν ἄρθρον 28 ἔμεινεν ὡς εἶχεν εἰς τὸ παλαιὸν Διά-
2434ταγμα. Ἀλλὰ τί γίνεται ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα τοῦ
2435κ. Ὑπουργοῦ; Ἐνῷ τὸ πρῶτον Διάταγμα ἔλεγεν ὅτι «ἐν περι-
2436πτώσει διαλύσεως Ἑταιρείας θανάτῳ τινὸς τῶν συνεταίρων
2437εἰς τὰ ἄνω δικαιώματα αὐτοῦ ὑπεισέρχονται αἱ σύζυγοι καὶ κα-
2438τιόντες αὐτοῦ, ἐφόσον συνεχίζουσι τὸ ἐμπόριον ἢ ἐν γένει τὴν
2439ἐπιχείρησιν τῆς Ἑταιρείας», δημοσιεύεται τὸ Διάταγμα τοῦ
2440κ. Ὑπουργοῦ καὶ τί λέγει; Βγάζει τὴν σύζυγον ἀπὸ μέσα
2441καὶ οὕτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μεταβαλλόμενος
2442εἰς Ὑπουργὸν ἀδικίας, ἔβγαλε τὴν χήραν ἀπὸ τὸ κατάστημα
2443καὶ εἰσήγαγε τὸν ἀνεψιὸν ἐν αὐτῷ.
2444Καὶ ἐρωτᾶται· ἀφοῦ αὐτὴ ἡ τροποποίησις δὲν ὑπῆρχεν εἰς
2445τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπὸ ποῖον ἆρά γε ἐτέθη; Ἔλαβον,
2446κύριοι, τὴν διαβεβαίωσιν δύο Ὑπουργῶν τοῦ μὲν κ. Τσαλδά-
2447ρη ἀμέσως, τοῦ δὲ κ. Μιχαλακοπούλου ἐμμέσως δι’ ἄλλου
2448προσώπου, καθ’ ἣν τοιαύτη διάταξις δὲν συνεζητήθη ποσῶς ἐν
2449τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂς ἀπαν-
2450τήσῃ πῶς ἐτέθη. Ἐντεῦθεν γεννᾶται καὶ ἓν μέγα ἄτοπον εἰς
2451βάρος ἑνὸς ἐντιμωτάτου ἀρχηγοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος διατρέ-
2452χει τὸν κίνδυνον νὰ παρεξηγηθῇ οὐχὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, κα-
2453θόσον εἶναι γνωστὴ ἡ ἐντιμότης του, ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτῆς, διότι
2454συνέπεσε νὰ εἶναι κουμπάρος τοῦ ἀνεψιοῦ. Ὁ ἀρχηγὸς οὗτος
2455εἶναι ὁ κ. Καφαντάρης.
2456§229Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
2457Παρακαλῶ νὰ δώσω ἐξηγήσεις διὰ νὰ μὴ ἀναφέρωνται καὶ
2458πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἵστανται πολὺ ὑψηλότερα τῶν ὑπονοιῶν
2459ὑμῶν.
2460§230Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑποθέτω νὰ ἐγένετο κατ’
2461εἰσήγησιν Ὑπουργοῦ.
2462§231Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
2463Ἐγένετο μετὰ μελέτην τῆς ὑπηρεσίας καὶ δὲν εἶναι πρέπον
2464εἰς ὑμᾶς νὰ ἀναφέρετε ὀνόματα Ὑπουργῶν, πολιτευομένων,
2465οἱ ὁποῖοι ἵστανται ὑπεράνω τῶν ὑπονοιῶν ὑμῶν.
2466§232Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος, ἀφοῦ καὶ
2467ἐγὼ τὸν ἔθεσα πολὺ ὑψηλά, διότι εἶναι ἐντιμότατος καὶ ὑπο-
2468θέτω ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο κατ’ εἰσήγησιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγέ-
2469νετο ἀπὸ σᾶς.
2470§233Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
2471Εἰς τὸ πρῶτον σχέδιον ἡ διάταξις εἶχε ἀκριβῶς ὅπως λέγετε
2472σεῖς. Κατόπιν ὅμως ὑπομνήματος τῆς ὑπηρεσίας παρεστάθη
2473ὅτι ἀδικία γίνεται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καθόσον ἡ χήρα δὲν
2474δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ κατάστημα, ὁ δὲ ἀνεψιὸς δὲν δικαιοῦ-
2475ται. Δι’ αὐτὸ ἐτροποποιήσαμεν τὴν διάταξιν.
2476§234Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑ-
2477πουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἐτροπο-
2478ποιήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν συνεζητήθη εἰς τὸ Ὑπουργι-
2479κὸν Συμβούλιον, ἐν τίνι δικαιώματι σεῖς ἐθέσατε μίαν διάτα-
2480ξιν, διότι ἀφίνετε νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον
2481τὴν ἔκαμε.
2482§235Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
2483Δὲν σᾶς εἶπον ἐγὼ τοιοῦτόν τι.
2484§236Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ αὐτὸ μόνον ἠξεύρω
2485καὶ εἶχον καθῆκον νὰ τὸ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
2486§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
2487§238Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω
2488εἰμὴ ὀλίγας λέξεις, διότι ὁμολογῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐξην-
2489τλημένον. Νομίζω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν, ἐκτελῶν ἐντολὴν τοῦ
2490λαοῦ τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων τοῦ νομοῦ Τρικάλλων, νὰ
2491διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδημοσιεύθη
2492τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Διαμαρτύρεται ὅλος ὁ ἐ-
2493παγγελματικὸς κόσμος καὶ ἀξιοῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ
2494εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐπιμείνουν οἱ ἀντιπρόσωποί του ἵνα
2495τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου παραπεμφθῇ εἰς τὴν κρίσιν
2496τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, νὰ πα-
2497ραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐξετασθῶ-
2498σιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ πιστεύ-
2499σωμεν ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο θὰ ἔχῃ τὸ ἀπαιτούμενον κῦ-
2500ρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν τοιοῦτον νομοθέτημα, ὅταν ἐ-
2501πανειλημμένα συλλαλητήρια ὅλων τῶν ἐπαγγελματικῶν τά-
2502ξεων ἐκλόνισαν τὸ κῦρος τοῦ Ν. Διατάγματος, ἐπιβάλλει, λέ-
2503γω, εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν, συμμορφούμενοι πρὸς τὴν λαϊ-
2504κὴν ἐντολήν, νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σεβασθῇ
2505τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοθέτημα εἰς τὴν
2506Ἐπιτροπήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀνατρεπομένου
2507τοῦ Ν. Διατάγματος ἐπιρρίπτεται μομφὴ πρὸς τὸν Ὑπουρ-
2508γὸν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐπὶ τοῦ προηγουμένου νομοθετήμα-
2509τος τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Τσιτσεκλῆ ὁμοίαν ἔδωκε λύσιν
2510ἡ Βουλὴ καὶ ἔπεισε τὸν κ. Ὑπουργόν, καίτοι εἶχεν ἐκδώσει
2511Νομοθετικὸν Διάταγμα, καίτοι εἶχε τεθῇ ἀμέσως εἰς ἐφαρμο-
2512γὴν τοῦτο, καὶ ἐδέχθη τὰς συστάσεις τῆς Βουλῆς νὰ παρα-
2513πεμφθῇ τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ ἐγένετο ἐπε-
2514ξεργασία φρόνιμος, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθησαν ὅλαι αἱ λαϊκαὶ
2515τάξεις καὶ αἱ ἐπαγγελματικαὶ καὶ αἱ τάξεις τῶν ἐργατῶν
2516Τοῦτο θὰ γίνῃ καὶ πάλιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶναι δυνα-
2517τὸν ἓν νομοθέτημα, κατὰ τοῦ ὁποίου ἠγέρθη ἡ λαϊκὴ συνείδη-
2518σις, νὰ σταθῇ εἰς τὴν θέσιν του ἂν δὲν περάσῃ ἀπὸ τὴν ψῆ-
2519φον τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν περάσῃ ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐ-
2520πιτροπήν, διότι τότε μόνον θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς. Νο-
2521μίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ συναι-
2522νέσῃ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοθέτημα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν
2523εἶναι ζήτημα πολιτικὸν ἢ ζήτημα προσωπικῆς φιλοτιμίας ἢ
2524ἐγωϊσμοῦ ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Κοινο-
2525βουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Εἶναι ζήτημα καθαρῶς κοινωνικόν.
2526Δὲν ἀντιλαμβάνομαι ὁποίου εἴδους πολιτικὸν ζήτημα εἶναι τὸ
2527ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Μήπως πρόκειται νὰ κρίνωμεν
2528κανὲν πρόγραμμα κυβερνητικόν; Μήπως πρόκειται νὰ ἐφαρ-
2529μοσθῇ καμμία ἀρχὴ κυβερνητική; Πρόκειται νὰ καταρτίσω-
2530μεν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ εἰς τὴν συνεί-
2531δησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὸ δίκαιον καὶ δί-
2532καιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέχεται ἡ κοινὴ συνείδησις. Ὅ-
2533ταν ἐξεγείρεται ἡ κοινὴ συνείδησις δὲν εἶναι δίκαιον. Ἐκεῖνο
2534δὲ τὸ ὁποῖον νομοθετεῖται ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς,
2535δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν λαϊκὴν μᾶζαν. Συμπίπτει δὲ ἐν προκει-
2536μένῳ καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ ἡ γνώμη τῶν λαϊκῶν μα-
2537ζῶν. Δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ θέσῃ ἡ Κυβέρνησις πολιτικὸν ζή-
2538τημα ἐπὶ ζητήματος τοιούτου, διότι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀντι-
2539μετωπίσῃ τὴν μίαν τάξιν καὶ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἄλλην. Ἔ-
2540χω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, σε-
2541βόμενος τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, δύναμαι νὰ ἐλπίζω ὅτι θὰ
2542προτείνῃ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοθέτημα εἰς Κοινοβουλευτικὴν
2543Ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της τελικῶς.
2544§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ταλιαδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
2545§240Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δύο εἶναι τὰ
2546ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τοὺς προλαλήσαντας ἐπὶ
2547τοῦ φλέγοντος ζητήματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Τὸ ζήτημα τοῦ
2548ἂν νομικῶς ἐνήργησεν ἐγκύρως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑ-
2549πουργὸς δημοσιεύσας τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, καὶ τὸ
2550ζήτημα τῆς εὐθιξίας τῆς Βουλῆς. Τὸ πρῶτον ζήτημα τοῦ ἂν
2551ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δι-
2552καιοσύνης Ὑπουργός, ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες.
2553Τάσσομαι ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων συναδέλ-
2554φων, οἱ ὁποῖοι καθώρισαν ὅτι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου ἐ-
2555νήργησεν ὡς ἐνήργησεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.
2556§241ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ δὲν ἠδύνασθε νὰ πράξητε
2557ἄλλως.
2558§242Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι νομίζετε ὅτι,
2559ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κ. ἐπὶ τῆς
2560Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἔχω τὴν γνώμην ταύτην. Πολλοῦ γε
2561καὶ δεῖ. Συνήθισα πάντοτε νὰ ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου
2562καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω εἰς τὸ δημόσιον λειτούργημα
2563τὸ ὁποῖον κατέχω, νῦν τὰ ὑποστηρίζω ἔχων συνείδησιν ὅτι εἶ-
2564ναι καλὰ καὶ δίκαια. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς
2565ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Διατάγματος τῆς 21ης Σε-
2566πτεμβρίου 1926 τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Τὸ Διάταγμα
2567τοῦτο, ἐπαναστατικὸν Διάταγμα, ἐδημιούργησε δικαιώματα
2568de facto, ὅπως ἐνομολογήθη καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς,
2569καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα δημιουργοῦνται de facto ἔχουν
2570κῦρος καὶ συνεπείας. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ ψη-
2571φίσματος τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη πρὸ μηνῶν, εἰς τὰ Διατάγματα
2572ταῦτα ἔδωκε τὴν μορφὴν de jure ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ
2573προθεσμίας τῆς ἀκυρώσεως αὐτῶν καὶ ὑπὸ ὡρισμένας
2574προϋποθέσεις. Ἑπομένως οὐδόλως δύναται νὰ γεννηθῇ
2575ἀμφιβολία ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουρ-
2576γοῦ ἦτο νόμιμος, τὸ ὅτι δὲ ἦτο νόμιμος ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ
2577κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τοὺς
2578ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ζητοῦν τὴν ἀκύ-
2579ρωσιν τῆς πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς
2580παρανόμως ἐκδοθείσης, ζητοῦν ἐν ταυτῷ νὰ ἰσχύσῃ ποία
2581πρᾶξις διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον; Ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως
2582Κονδύλη. Ἀλλὰ δὲν ζητοῦν συγχρόνως καὶ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ
2583Ἐνοικιοστασίου τοῦ ἰσχύοντος μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ
2584Ἐνοικιοστασίου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἤτοι
2585τοῦ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Διὰ νὰ εἶναι συνεπεῖς πρὸς
2586τὴν γνώμην των, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς 21ης Σεπτεμβρίου
25871926 εἶναι μετέωρον, ἔχει ἐγκυρότητα ὄχι ὡρισμένην, ἔχει
2588ἐγκυρότητα ἐξαρτωμένην ἀπὸ ὅρους, δὲν ζητοῦν συνάμα μὲ τὴν
2589κατάργησιν τοῦ Διατάγματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς
2590Δικαιοσύνης καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ Διατάγματος τοῦ Κον-
2591δύλη, ἀλλὰ ζητοῦν, καταργουμένου τοῦ Διατάγματος τούτου,
2592νὰ ἔχωμεν ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος τῆς Κυβερνήσεως
2593Κονδύλη, Κυβερνήσεως δικτατορικῆς. Αὐτοὶ διὰ νὰ εἶναι συ-
2594νεπεῖς πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι....
2595§243Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κανεὶς δὲν ἐζήτησεν αὐτό.
2596§244Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ζητεῖτε τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Ἀγγε-
2597λοπούλου νὰ ἀκυρωθῇ, διότι στηρίζεται εἰς νομοθετικὸν ἐπα-
2598ναστατικὸν Διάταγμα μετέωρον καὶ ταυτοχρόνως ζητεῖτε νὰ
2599ἰσχύῃ Διάταγμα Ἐνοικιοστασίου Κυβερνήσεως ἐπαναστατικῆς.
2600Φάσκετε καὶ ἀντιφάσκετε. Ἄν ἠθέλομεν λοιπὸν προχωροῦν-
2601τες εἰς τὴν νομικὴν ἀντίληψιν τῶν ἀντιφρονούντων καὶ δεχο-
2602μένην ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἄκυρον τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Ἀγ-
2603γελοπούλου, πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν ἀκύρωσιν τῶν Δια-
2604ταγμάτων τοῦ Ἐνοικιοστασίου τῶν Κυβερνήσεως Κονδύλη
2605καὶ Παγκάλου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς νομικὴ ἄποψις
2606τοῦ ζητήματος, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀσχολοῦμαι, διότι ἀρ-
2607κετὰ συνεζητήθη καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς εὐθιξίας
2608τῆς Βουλῆς. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες μᾶς εἶπον ὅτι δὲν
2609ἔπρεπε νὰ γίνῃ τοιοῦτον Διάταγμα ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς,
2610ἥτις ἐτρώθη εἰς τὰ καίρια καὶ ὅτι ἡ ὑπόληψις τῆς Βουλῆς
2611κατερρακώθη καὶ πῶς ἐτόλμησεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
2612Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσουν τοιοῦτον Διάταγμα.
2613Μετ’ ἐκπλήξεως εἶδον ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ δὴ πρώην
2614Ὑπουργοὺς διαμαρτυρομένους διὰ τὴν εὐθιξίαν ταύτην τῆς
2615Βουλῆς σήμερον καὶ τοῦτο ὅταν εἶχον ὑπ’ ὄψιν των ὅτι τὴν
261630ὴν Φεβρουαρίου 1926 εἷς ἐκ τῶν διαμαρτυρομένων συνα-
2617δέλφων ὡς πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὴν ἰ-
2618δίαν φίρμαν «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ἄρθρου μό-
2619νου» ἔκαμε καὶ ἄλλο Ἐνοικιοστάσιον μὲ πλεῖστα ἄρθρα ρυθ-
2620μίζοντα πλείστας ὅσας σχέσεις ἐνοικιαστικάς.
2621§245Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἦτο περίπτωσις προσωπική.
2622§246Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει ἄρθρα ἑπτὰ μὲ ἄλλας δέκα
2623πέντε παραγράφους τροποποιούσας τὸ ἰσχῦον ἕως τότε Ἐ-
2624νοικιοστάσιον διὰ τοὺς ἀπόρους μισθωτάς, διὰ τοὺς ὁμολογου-
2625μένως πλουσίους, διὰ τὰς προθεσμίας κλπ. Μεταγενεστέρως
2626μάλιστα καὶ αὐτὸς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐξέ-
2627δωκε καὶ ἄλλα ὅμοια Διατάγματα ἀφορῶντα τὸ Ἐνοικιοστά-
2628σιον καὶ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες καὶ οἱ πρώην Ὑπουργοὶ
2629δὲν ἐθεώρησαν ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ τετράμηνον διάστημα
2630ἐθίχθη ἡ εὐθιξία μας. Καὶ πῶς δὲν ἐθεώρησαν ἀπαραίτητον
2631καθῆκόν των αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη παρακάθηνται εἰς
2632τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο μὲ πεῖραν μεγαλυτέραν ἡμῶν τῶν νεω-
2633τέρων, νὰ ὑποδείξουν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τότε ὅτι ὁ κ. Ὑ-
2634πουργὸς παρηνόμησε; Καὶ σήμερον διότι ἐλάβομεν διάφορα τη-
2635λεγραφήματα ἐκ μέρους ἐνοικιαστῶν καὶ ἐκμισθωτῶν, ἐθεωρή-
2636σαμεν ὅτι ἐθίχθημεν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
2637ἀπετόλμησε νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον Διάταγμα. Ἡ εὐθιξία μας
2638ἐθίχθη μᾶλλον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τῶν ἀντιφρονούντων κατὰ
2639τοῦ Διατάγματος τούτου. Δὲν εἶχε θιχθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς
2640ἐκείνης ἡ εὐθιξία μας, διότι εἴχομεν ἀνεχθῆ ἀδιαμαρτυρήτως
2641ἐπὶ τρίμηνον τὰ Διατάγματα ταῦτα, καίτοι ἐκδοθέντα καὶ
2642αὐτὰ ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐφαρμόσει καὶ
2643τὰ δικαστήρια καὶ ὅσοι ἐξ ἡμῶν εἴμεθα δικηγόροι τὰ ἐφαρ-
2644μόσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ μᾶς ἐφάνησαν καὶ ὡραῖα καὶ δὲν διε-
2645μαρτυρήθημεν ὅταν ἐξεδίδοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐτῆς ἐξου-
2646σιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη
2647καὶ τὸ ἀρτίως ἐκδοθέν ὑπὸ τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου. Τοὐναντίον
2648τὰ ἐδέχθημεν καὶ ἐνῷ ἐδέχθημεν ὅτι τότε δὲν ἐθίγετο ἡ εὐθι-
2649ξία καὶ ἐνῷ ὑποστηρίζουν νομικῶς τὴν ἄποψιν ὅτι δὲν εἶναι
2650δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ἔκδοσιν Διατάγματος ἀπὸ τὴν παροῦσαν
2651Κυβέρνησιν, στηριζόμενον εἰς ἐπαναστατικὸν Διάταγμα τῆς
2652Κυβερνήσεως Κονδύλη, ἐρχόμεθα σήμερον καὶ λέγομεν νὰ
2653μείνῃ τὸ Διάταγμα Κονδύλη ἐν ἰσχύϊ τὸ δικτατορικόν, τὸ ἐπα-
2654ναστατικόν, τὸ ὑπὸ δικτατορικῆς Κυβερνήσεως ἐκδοθὲν καὶ
2655νὰ καταργηθῇ τὸ Διάταγμα τοῦ Ἀγγελοπούλου. Αὐτὸ ἀκρι-
2656βῶς εἴπατε· δὲν ἐζητήσατε νὰ καταργηθῇ καὶ τὸ Διάταγμα
2657ἐκεῖνο, ἀλλὰ κρυπτόμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, δὲν ἐ-
2658ζητήσατε ἀφοῦ ἐθίγη ἡ εὐθιξία τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφασίσῃ
2659αὕτη ὡς Σῶμα ἁρμόδιον περὶ τοῦ τί θὰ ἰσχύσῃ περὶ ρυθμί-
2660σεως τῶν σχέσεων μεταξὺ μισθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν, ἀλλὰ
2661μόνοι σας ἀνομολογεῖτε τὸ ἀδύνατον τῆς τοιαύτης ρυθμίσεως
2662τοῦ Ἐνοικιοστασίου ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ θέλετε νὰ συστήσω-
2663μεν μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κύ-
2664ριοι, ὅταν θέλητε νὰ ὁμιλεῖτε περὶ εὐθιξίας τῆς Βουλῆς, δὲν
2665θίγεται αὕτη, ὅταν ἀπεμπολεῖτε τὰ δικαιώματά της καὶ τὰ
2666ἀναθέτετε εἰς μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία μὲ
2667καφέδες καὶ σιγάρα συνερχομένη εἰς μίαν αἴθουσαν, ὅπως θὰ
2668γνωρίζετε πῶς συνεδριάζουν αἱ Ἐπιτροπαί. (Θόρυβος).
2669Ἀνευθύνως, δύναταί τις εἰπεῖν, ἀποφαίνεται ἐπὶ ὑψίστης
2670σημασίας ζητημάτων καὶ σᾶς ἐρωτῶ· θὰ ἔχῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν
2671ψυχικὴν ἀντοχήν, ἡ 25μελὴς ἢ 30μελὴς ἢ οἱουδήποτε ἀριθ-
2672μοῦ θέλετε, θὰ ἔχῃ, λέγω, τὴν ἀντοχὴν νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς
2673τὰς ἐπιθέσεις τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν; Θὰ εἶναι
2674δυνατὸν 25 ἄνθρωποι νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὰς πιέσεις τὰς ὁποίας
2675θὰ ἔχουν ἀπὸ τὸν ἀντιμαχόμενον καὶ συγκρουόμενον τοῦτον κό-
2676σμον, τοῦ ὁποίου συγκρούονται τὰ συμφέροντα;
2677§247Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑ-
2678πουργοῦ σᾶς εἶπε ποῖοι ἔχουσι τὴν ἀντοχὴν καὶ ποῖοι ὄχι.
2679§248Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐξασφαλίζετέ μας μὲ μερικὰ πα-
2680ραδείγματα ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν;
2681§249Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω πολλὰ παραδείγματα.
2682§250Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ τί εἶχε τὸ
2683Διάταγμα τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, ὁ ὁποῖος τὸ θεωρεῖ ὅτι ἐξῆλθεν
2684ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τῆς σοφίας. Θὰ ἴδητε τί θὰ εἴπῃ Κοινοβου-
2685λευτικὴ Ἐπιτροπή.
2686§251Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ κρύπτωμαι ὄπι-
2687σθεν τῶν δακτύλων μου. Τὴν λέγω τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Εἶ-
2688μαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁ-
2689ποίαν ἔχουσι παραπεμφθῆ νομοσχέδια ἀμνηστειῶν, ἐξωγάμων
2690τέκνων κλπ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω πόσας πιέσεις ἔχω ὑποστῆ
2691μέχρι τοῦδε διὰ τὴν τροποποίησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν διατά-
2692ξεων αὐτῶν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ἀπὸ ποίους ἔχω μέχρι τοῦδε
2693πιέσεις διὰ νὰ παραβῶ τὸ καθῆκόν μου. Ἐνῷ πρέπει λ. χ.
2694νὰ συνεδριάζουν 25 ἄνθρωποι, ἐν τούτοις δὲν συναθροίζονται
2695καὶ οἱ 25, ἀλλὰ μὲ μικρὸν καὶ δι’ ἑνὸς ἀριθμοῦ μόλις κατορ-
2696θοῦται νὰ γίνεται ἀπαρτία καὶ μὲ τοιοῦτον ἀριθμὸν λαμβάνον-
2697ται αἱ ἀποφάσεις. Ἐνῷ ἐδῶ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος
2698εἶναι ἄλλη ἡ θέσις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ
2699καὶ τῶν βουλευομένων βουλευτῶν. Ἐδῶ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς δη-
2700μοσιότητος ἐκφέρονται αἱ γνῶμαι ὡς πρέπει νὰ ἐκφέρωνται,
2701διὰ νὰ τὰς μανθάνῃ καὶ ὁ Λαός. Ἐδῶ πρέπει αὐτὴ ἡ εὐθιξία
2702τῆς Βουλῆς νὰ ἔλθῃ εἰς πρώτην γραμμὴν καὶ ἂν θέλωμεν νὰ
2703εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς ὅσα εἶπον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀντεπεξῆλ-
2704θον κατὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑ-
2705πουργοῦ, πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν παραπομπὴν τοῦ Ἐνοικιο-
2706στασίου ὄχι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ τὴν
2707παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ δὲ θὰ προτείνω καὶ
2708θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, κατόπιν τοῦ θορύβου ὁ ὁποῖος
2709ἐγένετο, διότι διὰ τὸ δημοσιευθὲν Ἐνοικιοστάσιον ἔλαβον ἀ-
2710πείρους διαμαρτυρίας τόσον ἐκ μέρους τῶν ἐπαγγελματιῶν, ὅ-
2711σον καὶ ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν, φωνάζουν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ
2712δέ, διαμαρτύρονται καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι
2713νὰ προστατευθῇ ἡ μία τάξις εἰς βάρος τῆς ἄλλης, μετὰ τὸ
2714ζήτημα τῆς εὐθιξίας τὸ ὁποῖον ἔθιξαν οἱ προλαλήσαντες συ-
2715νάδελφοι φρονῶ ὅτι θὰ ἤμεθα συνεπεῖς καὶ παρακαλῶ τὴν
2716Κυβέρνησιν νὰ καταργήσῃ τὸ ἰσχῦον Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ.
2717Ἀγγελοπούλου, τὰ Ἐνοικιοστάσια τοῦ Κονδύλη καὶ τοῦ
2718Παγκάλου καὶ νὰ φέρῃ ἐν ἰσχύϊ τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ.
2719Τσιτσεκλῆ, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ
2720ἂς ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ ἀγῶνος ἡ Βουλή,
2721ὅσοι δὲ κατεπολέμησαν τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Ἀγγελο-
2722πούλου νὰ θεσπίσωσι νέον Ἐνοικιοστάσιον μέχρι τέλους τοῦ
2723Αὐγούστου 1927, ὁπότε λήγει τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Τσι-
2724ττεκλῆ, ἀλλὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον νὰ μὴ ψηφίσῃ ἐπ’ οὐδενὶ λό-
2725γῳ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ ἐδῶ ὑπὸ
2726τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος. Λοιπὸν νὰ καταργήσῃ ὅλα τὰ ἄλλα
2727καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως ταύτης, ἡμεῖς δὲ
2728νυχθημερὸν νὰ συνεδριάζωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ
2729Ἐνοικιοστάσιον. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω. Αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις ἡ
2730ὀρθὴ καὶ ὄχι ἡ λύσις τῶν ἀκροτήτων. (Χειροκροτήματα).
2731§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2732§253Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα, κύριοι, μετὰ προ-
2733σοχῆς ὅλων τῶν ἀγορευσάντων, μετὰ τῆς μεγαλυτέρας δὲ τοι-
2734αύτης τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅστις παραδό-
2735ξως διεκόπτετο διαρκῶς. Τὸ Διάταγμα ἐξητάσθη ἀπὸ τῆς
2736ἀπόψεως τῆς συνταγματικῆς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομικῆς,
2737ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς πολιτικῆς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκο-
2738πιμότητος. Δὲν ἔχω δισταγμὸν νὰ δηλώσω ὅτι προσχωρῶ πρὸς
2739τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες εἰς τὸν τρόπον αὐτὸν διακρίνουν
2740καὶ τὸ ἔκνομον καὶ τὸ ἀντιπολιτικὸν καὶ τὸ ὄχι σκόπιμον αὐ-
2741τοῦ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας. Θὰ παρακολουθή-
2742σω μόνον τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν διὰ βραχέων
2743καὶ ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουρ-
2744γὸς εἰς τὰς ἀντιθέτους γνώμας τῶν λαλησάντων προέ-
2745τασσε: «Τί θέλετε, κύριοι, νὰ κάμω, αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, ἔ-
2746τσι κελεύει ὁ νόμος τοῦ 1924». Ὁ νόμος, ἡ ἠχηρὰ αὐτὴ λέ-
2747ξις καὶ μάλιστα εἰς τὸ στόμα ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἅρπαξε τὸν
2748νόμον αὐτόν, τὸν μετέβαλλε μὲ προχειρότατα μέσα εἰς ἓν ὀ-
2749χύρωμα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς διὰ νὰ ἀμυνθῇ.
2750Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι τὸ ὀχύρωμα αὐτὸ ἐσαρώθη μὲ εὐ-
2751χέρειαν καὶ ἐσαρώθη διότι ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ νὰ ὑπάρχῃ ὁ νό-
2752μος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἰσχυρισθῶ ἐγώ, τὸ ἀπέδειξεν ὁ
27531924, ὡς περιτράνως ἀπεδείχθη, τὸ Ν. Διάταγμα τὸ μετα-
2754γενέστερον τοῦ Παγκάλου, τὸ ὁποῖον καὶ ἀφῆκε νὰ ἰσχύσουν
2755προσωρινῶς τινὲς τῶν διατάξεων. Ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπῆρχε νό-
2756μος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἰσχυρισθῶ ἐγώ, τὸ ἀπέδειξεν ὁ
2757κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξήρτησε τὸ
2758Διάταγμά του ἀπὸ τὸν νόμον, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ὑπὸ αἵρεσιν Ν.
2759Διάταγμα τοῦ Κονδύλη. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὁ σημερινὸς ἐπὶ
2760τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐξήρτησε τὸ Διάταγμά
2761του ἐκεῖθεν, ἠγνοήθησαν καὶ ἄλλα Διατάγματα, τὸ Ν. Διά-
2762ταγμα τοῦ Παγκάλου καὶ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον δὲν ἐμνημόνευ-
2763σεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Διάταγμα κατ’ ἐπανάληψιν μετὰ
2764ταῦτα. Μέ ἐκπλήττει πολὺ ὅτι ὁ δικτάτωρ Κονδύλης ἀπεδεί-
2765χθη εὐλαβέστερος ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν,
2766διότι ὁ Κονδύλης λέγει ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ θὰ τὸ φέρῃ
2767εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως καὶ τὸ Διάταγμα αὐτό, ἐπὶ τοῦ ὁ-
2768ποίου ἐστηρίχθη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, εἶναι
2769ὑπὸ αἵρεσιν καὶ δὲν παρεπέμφθη εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπι-
2770τροπὴν διὰ νὰ φέρῃ αὕτη τὴν κρίσιν της. Ὁ προλαλήσας κ.
2771συνάδελφος εἶπε· διατί θέλετε νὰ ἀκυρώσητε τὸ Διάταγμα τοῦ
2772κ. Ὑπουργοῦ καὶ δὲν ζητεῖτε νὰ ἀκυρωθῇ καὶ τὸ Διάταγμα
2773ἐκεῖνο; Καὶ ποῖος μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι δὲν θὰ ἀκυρωθῇ καὶ τὸ
2774Διάταγμα ἐκεῖνο; Ἔχετε λόγον τινά, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζε-
2775ται ἡ γνώμη σας αὕτη; Ἄν δὲν ἔχετε, ὁ ἰσχυρισμός σας ἐπὶ
2776ματαίῳ ἐτέθη. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἐταύτισε τὴν γνώμην
2777του μὲ τὴν γνώμην ἄλλου προλαλήσαντος καὶ εἶπεν ὅτι τὸ
2778Διάταγμα δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, ἀλλ’
2779εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος. Ἀσφαλῶς ὁ ἀξιότιμος κ.
2780συνάδελφος ἐλησμόνησεν ὅτι πολλὰ ἄλλα Διατάγματα ἔχουν
2781παραπεμφθῆ εἰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι λει-
2782τουργοῦν παρ’ ἡμῖν καὶ ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἔχουν εἰσαχθῆ
2783ὁλόκληρα συστήματα νομοθεσίας ὕψιστα ἀφορῶντα συμφέρον-
2784τα. Καὶ πῶς ἐνεπιστεύθητε εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπ-
2785πιτροπὰς αὐτὰ τὰ ὕψιστα συμφέροντα;
2786Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, καὶ μία ἄλλη ἄποψις, ἡ ὁποία δὲν
2787ἐξητάσθη· εἶναι ἡ ἄποψις ὅτι διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου αὐτοῦ
2788ἀδικεῖτε ὅλον τὸν ἐμπορικὸν κόσμον. Αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις
2789ἔχουν μέγιστον δίκαιον καὶ διαμαρτύρονται, διότι ἀφαιρεῖτε
2790ἀπὸ αὐτὰς ἓν δικαίωμα κεκτημένον. Πῶς θὰ δικαιολογηθῆτε
2791ὅτι ἀφαιρεῖτε ἀπὸ αὐτὰς ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου τὸ δικαίωμα ἐ-
2792κεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον μέχρι τέλους Αὐγούστου; Πῶς θὰ δι-
2793καιολογήσητε τὴν τοιαύτην—διὰ νὰ μὴ εἴπω ἁρπαγήν—τὴν
2794τοιαύτην ἀφαίρεσιν κεκτημένου δικαιώματος; Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ
2795τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀνέλαβε νὰ φέρῃ ὁλόκληρον τὸν
2796φόρτον τῶν εὐθυνῶν, ἀδιαφορῶν ἄν, ὡς ἠκούσαμεν κατὰ τὴν
2797ἑσπέραν ταύτην, πανταχόθεν ἐγείρονται διαμαρτυρίαι. Κα-
2798τώρθωσεν ὅπως τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ὡς ἐτροποποιήθη, νὰ μὴ
2799εἶναι εὐάρεστον εἰς οὐδένα. Εἶναι δυνατὸν Ἐνοικιοστάσιον, τὸ
2800ὁποῖον ἔχει πανταχόθεν διαμαρτυρίας, νὰ εἶναι ὀρθόν; Οὐδεὶς
2801τῶν ἐνδιαφερομένων εἶναι ἱκανοποιημένος καὶ αὐτὸ βεβαίως
2802δὲν εἶναι ἐποικοδομητικόν, οὔτε διὰ τὰ ἰδιωτικά, οὔτε διὰ τὰ
2803δημόσια συμφέροντα.
2804Ἐγώ, κύριοι, τάσσομαι πρὸς τὸ μέρος τῶν ὑποστηριξάντων
2805ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτι-
2806κὴν Ἐπιτροπὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος.
2807Αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἀρύονται τὸ κῦρος αὐτῶν ἐκ
2808τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, κατὰ συνέπειαν δὲ ἐγὼ ἔχω με-
2809γίστην ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ
2810διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παύσῃ τὴν
2811ἀντίστασιν τὴν ἀδικαιολόγητον καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ τὴν
2812ἀπόφασιν τῆς παραπομπῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς Κοινοβου-
2813λευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀφοῦ τοὐλάχιστον ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίλη-
2814ψιν ὅτι αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς πλειονότητος τοῦ Σώ-
2815ματος, ὁ δὲ δημιουργὸς τοῦ Διατάγματος τούτου ἔχει συμφέ-
2816ρον νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον
2817οἱουδήποτε. Ἀποφεύγει τις νὰ δώσῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ πρὸς ἐ-
2818ξέτασιν εἰς ἄλλον ὅταν δὲν ἔχῃ πεποίθησιν περὶ αὐτοῦ.
2819Καὶ ἰσχυρίσθησαν δύο τῶν ἀντιλεγόντων κ. κ. συναδέλ-
2820φων ὅτι ἐξηνέχθη μορφὴ κατὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
2821Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι τοῦτο. Ἀποκρούω τοιαύτην σκέ-
2822ψιν. Δέχομαι ὅμως ὅτι ἐσφετερίσθη ξένην ἐξουσίαν, ἥτις ἀνή-
2823κει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οἱ σφετεριζόμενοι ξένην ἐξουσίαν, τὴν
2824ἐξουσίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, δὲν εἶναι καλοὶ τοῦ
2825κοινοβουλευτισμοῦ φίλοι. (Χειροκροτήματα).
2826§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πεσμαζόγλου ἔχει τὸν λόγον.
2827§255Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι συνά-
2828δελφοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Παρηκολούθησα μετὰ πολ-
2829λῆς προσοχῆς τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους. Κατὰ τὴν
2830ἐμὴν γνώμην, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐνήργησεν
2831ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν παρεχομένων αὐτῷ δικαιωμάτων ὑπὸ
2832τοῦ νόμου. Νομίζω δὲ ὅτι αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν δὲν δύναται
2833παρὰ νὰ ἔχῃ καὶ ἡ Βουλή, μηδὲ τῶν συναδέλφων ἐκείνων ἐ-
2834ξαιρουμένων, οἱ ὁποῖοι ἀντιθέτως ἐξεφράσθησαν, ἀφοῦ τὸ τρί-
2835τον ἤδη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐκδίδει «περὶ
2836Ἐνοικιοστασίου» τροποποιητικὰ Διατάγματα, χωρὶς οὐδείς
2837ποτε νὰ διαμαρτυρηθῇ.
2838§256Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν τὰ ἠξεύραμεν.
2839§257Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Δὲν ἐγνώριζον, κύριοι, ὅτι θὰ ὑπῆρ-
2840χον βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναγινώσκουν τὴν Ἐφημερίδα
2841τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ μανθάνω τώρα. Πᾶς βουλευτὴς ἔχει
2842τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρακολουθῇ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν
2843εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
2844§258Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν μᾶς δίδεται καιρός.
2845§259Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Εἰς ἐμὲ δίδεται. Μὲ αὐτὸ δὲν θέλω
2846νὰ εἴπω ὅτι εὑρίσκω τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος παρέχει τὸ τοιοῦτον
2847δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὀρθόν. Τουναντίον ὑπεστήριξα
2848πάντοτε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ μεταβιβάζῃ τὰ νομοθετικά
2849της δικαιώματα. Ἐνῷ πολλοὶ δὲ τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἱ
2850ὁποῖοι καταφέρονται σήμερον κατὰ τοῦ τοιούτου νόμου, συνή-
2851νουν ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μεταβιβάσῃ νομοθετικά της δικαιώμα-
2852τα. Κατὰ τὴν λογικὴν ταύτην τῶν πραγμάτων συνέπειαν ἐγὼ
2853δὲν θὰ ἐδεχόμην ποτὲ τὸ Ἐνοικιοστάσιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς
2854Ἐπιτροπήν. Ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὸν
2855νόμον, ὁ ὁποῖος ἔδιδε καὶ δίδει μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς τὸ
2856δικαίωμα εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ δη-
2857μοσιεύῃ Διατάγματα «περὶ Ἐνοικιοστασίου», τότε εἶναι ὀρθὸν
2858νὰ ζητήσῃ ὅπως τὸ ὑπὸ κρίσιν Διάταγμα συζητηθῇ ἐντὸς τῆς
2859αἰθούσης ταύτης, ἀφοῦ ἐννοεῖται ἀκυρωθοῦν προηγουμένως ὅσα
2860παρανόμως ἐδημοσιεύθησαν, τὰ ὁποῖα βρίθουσιν ἀναμφιβόλως
2861προσωπικῶν διατάξεων.
2862Δὲν ἔχω νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου περὶ τοῦ Ἐνοικιοστα-
2863σίου, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο.
2864Ἡ Κυβέρνησις ἐπηρωτήθη, διατί ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
2865Ὑπουργὸς παρανόμως ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστα-
2866σίου.
2867§260Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἐπηρωτήθη ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ.
2868Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπηρωτήθη.
2869§261Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
2870σύνης, κ. Μπούσιε, ἂν θέλητε. Οἱ ἀγορεύσαντες ἀπὸ τοῦ βή-
2871ματος τούτου ὑπεστήριξαν ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑ-
2872πουργὸς προέβη εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος «περὶ
2873Ἐνοικιοστασίου» παρανόμως. Ἔχει οὕτως;
2874§262Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μάλιστα.
2875§263Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ ἐπερώτησις αὕτη
2876δὲν θίγει προσωπικῶς μόνον τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑ-
2877πουργόν.
2878§264Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μόνον τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑ-
2879πουργόν.
2880§265Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ
2881ἂν θέλητε νὰ τὴν ἀντικρούσητε. Θὰ σᾶς ἀκούσω εὐχαρίστως
2882καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ πεισθῶ. Δὲν θίγει μόνον τὸν κ. ἐπὶ
2883τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ἀλλὰ θίγει καὶ ὁλόκληρον τὸ
2884Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Διότι ἢ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
2885Ὑπουργὸς ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου καὶ κατὰ
2886συνέπειαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλληλέγγυον μετ’ αὐ-
2887τοῦ, ὀφείλει νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν πρᾶξίν του, ἢ ὁ κ. Ὑ-
2888πουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐνήργησε παρανόμως καὶ τότε
2889ἐρωτῶ· πῶς ἠνέχθη αὐτὸν ἐπὶ τρίμηνον παρανομοῦντα τὸ Ὑ-
2890πουργικὸν Συμβούλιον;
2891§266Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἄν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς
2892ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, δὲν θὰ εἶχε μόνον τὸ
2893Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀλληλέγγυον, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὴν
2894Βουλήν.
2895§267Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Διατί;
2896§268Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διότι ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ
2897νόμου.
2898§269Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Κατὰ τὴν ἐντύπωσίν σας, κ. Μπού-
2899σιε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐνήργησεν ἐντὸς
2900τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Ναὶ ἢ ὄχι; Λοιπὸν ἐρωτῶ· ἂν ἡ ἰδική
2901σας ἄποψις εἶναι πραγματική, πῶς τὸν ἠνέχθη τὸ Ὑπουργι-
2902κὸν Συμβούλιον ἐπὶ 3 μῆνας; Ἐξεφράσθη μομφὴ κατὰ τοῦ
2903κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ὅτι δὲν ἐνήργησεν ἐντὸς
2904τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὰς σκέψεις
2905τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τίθεται πολι-
2906τικὸν ζήτημα καθαρά. Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξέλθῃ
2907τῆς αἰθούσης ταύτης, ἂν δὲν ξεκαθαρίσῃ τὴν θέσιν της. Εἶ-
2908ναι ἡ γνώμη μου.
2909§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σινόκας ἔχει τὸν λόγον.
2910§271Α. ΣΙΝΟΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρᾶξις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς
2911Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Ἐνοικιοστάσιον
2912χωρὶς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνη-
2913σις ἐξακολουθεῖ νὰ ἀσκῇ δικτατορίαν κοινοβουλευτικῆς
2914μορφῆς.
2915§272Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῶν ὑποβεβλημένων προτάσεων τὸν λό-
2916γον παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
2917§273Α. ΣΙΝΟΚΑΣ. Ἡ εὐθύνη βαρύνει ὁλόκληρον τὴν Κυβέρ-
2918νησιν, ἡ ὁποία παραβιάζει φανερὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαγ-
2919γελματιῶν καὶ στερεῖ τὰ λαϊκὰ στρώματα καὶ αὐτῆς τῆς ἀ-
2920παραιτήτου στέγης. Διαμαρτυρόμενοι ζητοῦμεν τὴν ἀναστο-
2921λὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ τὴν παραπομπήν
2922του πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
2923§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ δέκα λεπτά.
2924(Ὥρα 1.40′ π. μ.)
2925ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
2926(Ὥρα 1.50′ π. μ.)
2927§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρία-
2928σις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Β. Μεϊμαράκης.
2929§276Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἂν ἀνῆλθον εἰς
2930τὸ βῆμα, ἀνῆλθον διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οὐδεὶς ἀπολύ-
2931τως ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι προηγήθη-
2932σαν ἐμοῦ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἠθέλησαν νὰ κρίνωσι καὶ ἐπι-
2933κρίνωσι τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἔκ-
2934δοσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος «περὶ Ἐνοικιοστα-
2935σίου», οὐδείς, λέγω, εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Καὶ δὲν εἶχε
2936τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι ὅταν ὑπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς τὸ ψή-
2937φισμα περὶ τῆς κυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως τῶν Παγκαλικῶν
2938καὶ τῶν Κονδυλικῶν Διαταγμάτων, ὑμεῖς ὅλοι, παρὰ τὴν ἰδι-
2939κήν μου γνώμην, ὑπεστηρίξατε ὅτι τὰ Διατάγματα αὐτὰ ἔδει
2940νὰ παραμείνωσι καὶ θεωρηθῶσιν ὡς ἔγκυρα καὶ ἰσχυρὰ ἐπὶ
2941ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, δηλαδὴ μέχρις οὗ ἀποφανθῶσιν
2942αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἐπ’ αὐτῶν.
2943§277ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
2944§278Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Σχεδὸν ὅλοι, ἀφοῦ οὕτως ἀπεφάν-
2945θητε. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι, τὴν ἐξουσίαν τὴν
2946ὁποίαν ἡμεῖς αὐτοί, ἡ Βουλή, παρεχωρήσαμεν εἰς τὸν κ. ἐπὶ
2947τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν ἐχρησιμο-
2948ποίησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βασισθεὶς ἐπ’ αὐ-
2949τῆς καὶ ἐκδώσας τὸ Διάταγμα «περὶ Ἐνοικιοστασίου». Ἑπο-
2950μένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὸ δικαίωμα ἵνα
2951ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα «περὶ Ἐνοικιοστασίου» καὶ καθ’ ὅλα
2952νόμιμος καὶ ἔγκυρος ἦτο ἡ πρᾶξις αὐτοῦ, βασισθεὶς εἰς τὴν
2953ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς παρέχομεν εἰς τοῦτον διὰ τῆς ἀ-
2954ναγνωρίσεως τῶν Ν. Διαταγμάτων τῶν δικτατοριῶν ὡς ἐγ-
2955κύρων. Ἀλλ’ οἱ κ. κ. συνάδελφοι συγχρόνως ἠθέλησαν, ἀνε-
2956ξαρτήτως τῆς νομικῆς ταύτης ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
2957τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀποδώσουν εἰς τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν
2958τὴν μομφὴν ὅτι δὲν συμπεριεφέρθη κοινοβουλευτικῶς, διότι
2959δὲν προσεκόμισε τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς τὴν Βου-
2960λήν. Ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὸ νόμιμον δικαίωμα κατὰ
2961τὰ ἀνωτέρω τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἐνοικιοστα-
2962σίου, ἔπραξε καὶ πέραν ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦτο νὰ πρά-
2963ξῃ, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας του. Διότι
2964ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἐνῷ εἶχε τὸ δικαίωμα
2965νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ οὐδένα τῶν
2966κ. κ. συναδέλφων αὐτοῦ, ἐν τούτοις ὑπέβαλε τὸ Διάταγμα
2967τοῦτο πρὸς ἔγκρισιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ
2968οὕτως εἰπεῖν ἀνεκοίνωσε τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς ἀ-
2969νακοινώσεως πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Κατὰ ταῦ-
2970τα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπραξε πέραν ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦ-
2971το νὰ πράξῃ. Τέλος ἐξητάσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂν
2972ἔπρεπε κἂν νὰ ἀνακινηθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου διὰ
2973τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος. Καὶ ἐρωτῶ· ἦτο δυνατὸν νὰ
2974μὴ ρυθμισθοῦν αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν μισθωτῶν καὶ ἐκμισθω-
2975τῶν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκπνέει ἡ προθεσμία τῶν
2976μισθώσεων διὰ τὰ καταστήματα μετ’ οὐ πολύ;
2977§279ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λήγει τὸν Αὔγουστον.
2978§280Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι εἰς περίπτω-
2979σιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχετο τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἴτε εἰς τὴν
2980Βουλήν, εἴτε παρεπέμπετο εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπι-
2981τροπήν, ἦτο ἀμφίβολον ἂν θὰ ἐξήρχετο τῆς Βουλῆς τὸν Αὔ-
2982γουστον καὶ τοῦ ἐρχομένου ἀκόμη ἔτους. Νομίζω ἑπομένως ὅτι
2983ἦτο ἀναγκαία ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος τούτου. Καὶ τὸ ζή-
2984τημα ἂν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν
2985Ἐπιτροπὴν ἢ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ὡς ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τοῦ κ.
2986ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ....
2987§281ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει.
2988§282Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας ναί, ἀλλὰ
2989κατὰ τὴν ἰδικήν μου ὄχι καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὸ διατί. Τὸ Διά-
2990ταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἶναι ἓν Διάταγμα ρυθμιστικὸν μιᾶς
2991ἐκτάκτου καταστάσεως. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ὅτι, ὅ-
2992ταν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστα-
2993σίου, εὗρεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ρυθμίσῃ ἓν ζήτημα ἀκανθωδέστατον
2994διότι ὑπῆρχε μεγίστη σύγκρουσις τῶν διαφόρων συμφερόντων
2995τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν μισθωτῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου αἱ
2996καταστάσεις αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουν τὸ Ἐνοικιοστάσιον καθημε-
2997ρινῶς μεταβάλλονται καὶ ἑπομένως ἡ παραπομπὴ τοῦ Ἐνοι-
2998κιοστασίου εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν δὲν εἶναι ἄλλο τι
2999ἢ ἡ δημιουργία ἑνὸς νόμου. Ὁ νόμος δὲ αὐτὸς κατόπιν διὰ
3000νὰ μεταβληθῇ ἔχει ἀνάγκην ἑτέρου νόμου. Γνωρίζομεν πόση ἐ-
3001πακολουθεῖ βραδύτης ὁσάκις εἰσάγονται τὰ διάφορα νομοσχέ-
3002δια εἰς τὴν Βουλήν, μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν. Ἑπομέ-
3003νως ὡς εἶναι δυνατὸν νὰ παρεισφρύσωσι διατάξεις αἱ ὁποῖαι
3004δὲν εἶναι προσήκουσαι διὰ νὰ μεταβληθῶσιν αὗται, δέον νὰ
3005ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν διαδικασίαν, ἐνῷ τοὐναντίον, ἂν
3006θεωρήσωμεν ὅτι ὑπάρχει, ὡς καὶ ὑπάρχει πράγματι, δικαίωμα
3007τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, ἦτο ἀναλό-
3008γως τῶν ἑκάστοτε δημιουργουμένων ἀναγκῶν, θὰ δύναται νὰ
3009ρυθμίζῃ τὴν κατάστασιν δι’ ἑτέρου Διατάγματος τὸ ταχύ-
3010τερον.
3011§283Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
3012Ἐδήλωσα κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι, ἂν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Δια-
3013τάγματος αὐτοῦ ἀνακαλυφθοῦν ἐλλείψεις, ὁ Ὑπουργὸς τῆς
3014Δικαιοσύνης, ἂν ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα ὅτι νο-
3015μίμως προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος, θὰ εἶναι δυνατὸν
3016κατόπιν ὑποδείξεως ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ διάταξις, δι’ ἑ-
3017τέρου Διατάγματος θὰ τὴν ἐπανορθώσῃ.
3018§284Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, κύριοι συνά-
3019δελφοι, ἂν παραπεμφθῇ τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἰς τὴν Κοινοβου-
3020λευτικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ παρεντεθῶσι
3021κατὰ πολὺ περισσότεραι προσωπικαὶ διατάξεις ἐκείνων τὰς
3022ὁποίας ἀνέφερεν εἷς τῶν προλαλησάντων κ. κ. συναδέλφων.
3023Ἔχομεν ἐπὶ πλέον πρὸς τοῦτο τὸ παράδειγμα τῆς Κοινοβου-
3024λευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ Διάταγμα τοῦ
3025κ. Τσιτσεκλῆ. Τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἀποδει-
3026κνύουν τὰς γενομένας συζητήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ
3027τῶν μελῶν. Διεμορφώθη δὲ τελειωτικῶς μὲ τόσον ἀντιφατι-
3028κὰς διατάξεις, ὥστε ἠναγκάζετο ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, Ὑπουργὸς
3029ὤν, νὰ ἐκδίδῃ ἑρμηνευτικὰς ἐγκυκλίους διὰ νὰ ἑρμηνεύῃ τὰς
3030δυσνοήτους διατάξεις αὐτοῦ.
3031§285Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὰς ἑρμηνευτικὰς;
3032§286Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
3033Ἰσχύουν ὡς νόμοι.
3034§287Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀναφέρω ὡρισμένας ἐγκυ-
3035κλίους, αἱ ὁποῖαι μεταβάλλουν ἄρδην τὸ κείμενον τοῦ Ἐνοι-
3036κιοστασίου καὶ ἰσχύουν ὡς νόμοι αὐταὶ αἱ ἐγκύκλιοι. Διὰ τοὺς
3037λόγους ἑπομένως τούτους δὲν δύναμαι ἢ νὰ κηρυχθῶ κατὰ
3038τῆς παραπομπῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐνώπιον τῆς Κοινοβου-
3039λευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
3040§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ὁ κ.
3041Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
3042§289Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ἀναγινώσκει): «Ἡ
3043Κυβέρνησις θεωροῦσα ὡς νόμιμον τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑ-
3044πουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κηρύσσεται ἀλληλέγγυος μετ’ αὐ-
3045τοῦ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὴν παραπομπὴν ἢ μὴ τοῦ Δια-
3046τάγματος εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ εἰς τὴν ὁλομέ-
3047λειαν τοῦ Σώματος ἐπαφίεται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς».
3048§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ
3049κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
3050§291Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
3051σεως εἶναι ἐπὶ τῆς παραπομπῆς.
3052§292Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
3053Εἶναι δύο προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐκ μέρους τῆς Κυβερ-
3054νήσεως· ἡ μία ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν τοῦ μέχρι τοῦδε πεπραγμέ-
3055νου. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐν πλήρει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουρ-
3056γοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀλληλεγγύῃ θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
3057Τί θὰ κάμῃ ἡ Βουλή; Θὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν Ἐπιτρο-
3058πήν, θὰ τὸ θεωρήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον ἰσχῦον; Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν
3059δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀφίνουσα ἐλευθέραν τὴν Βου-
3060λὴν νὰ ἀποφασίσῃ.
3061§293Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ γίνουν δύο κεχωρισμέναι ψηφοφορίαι;
3062§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μία ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ.
3063Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρότασις εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγι-
3064νώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις θεωροῦσα νόμιμον τὴν ἐνέργειαν
3065τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κηρύσσεται ἀλληλέγγυος
3066μετ’ αὐτοῦ.... κλπ.»
3067§295ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
3068§296Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
3069Ἐτέθησαν δύο προτάσεις ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τῆς
3070Κυβερνήσεως. Πρῶτον θὰ κριθῇ τὸ κῦρος τῶν μέχρι τοῦδε
3071πεπραγμένων....
3072§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐνέκρι-
3073νεν. Ἑπομένως μένει ἡ δευτέρα πρότασις. Ἡ πρότασις εἶναι
3074ἵνα τὸ Ἐνοικιοστάσιον παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐ-
3075πιτροπήν, ἀναστελλομένης τῆς ἐφαρμογῆς του ἐν τῷ μεταξύ.
3076§298Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
3077Ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐψηφίσθη
3078ἐν τῷ συνόλῳ της. Ἐψηφίσθη δηλαδὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις διατε-
3079λοῦσα ἐν πλήρει ἀλληλεγγύῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
3080καιοσύνης ἀναγνωρίζει τὸ νόμιμον τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Τοῦ-
3081το ψηφίζουσα ἡ Βουλή, τί ψηφίζει; Ψηφίζει ὅτι εἶναι ἔγκυρον
3082τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἰσχύῃ μέχρις ὅτου
3083ἡ Βουλή....
3084§299ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3085(Διαμαρτυρίαι, θόρυβος).
3086§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἵνα τὸ Ἐνοικιοστάσιον παρα-
3087πεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀναστελλομένης
3088τῆς ἐφαρμογῆς του ἐν τῷ μεταξύ.
3089§301Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
3090Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία εἰσάγεται εἰς ψηφοφορίαν, ἔχει δύο θέ-
3091ματα. Δύναται ἀξιόλογα ὁ εἷς βουλευτὴς νὰ θέλῃ νὰ ψηφίσῃ
3092χωριστά, ὁ ἄλλος νὰ μὴ θέλῃ νὰ ψηφίσῃ χωριστά.
3093§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ρητόν, ἔ-
3094χει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπὶ συνθέτων
3095ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει οἴκοθεν τὸ διαιρετόν. Λοι-
3096πὸν ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ πρῶτον ἐπὶ τοῦ πρώτου σημείου τῆς
3097προτάσεως, δηλαδὴ ἵνα τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου πα-
3098ραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὑπεβλήθη πρό-
3099τασις περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Παρακαλοῦνται νὰ προ-
3100σέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Λ. Κουτσοπέταλος, Κ.
3101Καλκάνης καὶ Ε. Μαλαμίδας.
3102§303Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος
3103κατόπιν τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου
3104εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον.
3105§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν τοῦ Ἐ-
3106νοικιοστασίου εἰς Ἐπιτροπὴν λέγουσι «Ναί», οἱ μὴ παραδε-
3107χόμενοι τὴν παραπομπὴν λέγουσιν «Ὄχι». Ἄρχεται ἡ ψη-
3108φοφορία.
3109(Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία
3110ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Λ. Κουτσοπετά-
3111λου, Κ. Καλκάνη καὶ Ε. Μαλαμίδα, τοῦ κ. γραμματέως
3112ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περι-
3113φερείας καὶ κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας:)
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3114Κ. Ἀγγελόπουλος ΟΚ. Δεμερτζῆς Π
3115Ν. Ἀμπρᾶς Α. Δουλγερίδης
3116Μιχ. Ἀργυρόπουλος Γ. Ἐμπειρῖκος Ο
3117Χαρ. Βοζίκης Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης Π
3118Γ. Γεωργιάδης ΝἸωάν. Καλογερᾶς Ν
3119Ν. Κρανιωτάκης Λ. Θεοδωρίδης Ν
3120Χρ. Λαδᾶς ΝΚ. Κωνσταντινίδης Ν
3121Θ. Νικολούδης ΟΛ. Λαμπριανίδης
3122Γ. Μερκούρης ΠΚ. Ὀρφανός Ν
3123Δ. Μπαμπᾶκος Χ. Πανταζίδης
3124Ἰωάν. Ράλλης ΝΧ. Παπάζογλου Ν
3125Ἀναστ. ΣτρατηγόπουλοςΝΛ. Παπαπαναγιώτου Ν
3126Π. Τσιτσεκλῆς ΝΑ. Χαΐνογλου
3127Γ. Ἀθανασιάδης ΟΒ. Χατζηλίας Ν
3128Γ. Ἀλεξανδρόπουλος Κ. Βλαχοθανάσης
3129Γ. Καλαντζόπουλος ΟΙ. Βογιατζῆς Ν
3130Ι. Καναβός Θ. Κακαρᾶς
3131Δ. Κατσάνος Σ. Οἰκονομίδης
3132Γ. Καφαντάρης Θ. Παπαστρατῆς Ο
3133Ἰωάν. Νικολίτσας ΟΠ. Χατζηπᾶνος Ο
3134Ἰωάν. Παπαϊωάννου Δ. Βοῦλτζος Ν
3135Σπυρ. Τρικούπης Θ. Γοῦσκος Ν
3136Γ. Τσακανίκας ΟΝ. Κολυβᾶς Ο
3137Ἰωάν. Τσιγκόλης Ἐμ. Λούντζης Ο
3138Α. Γρηγοριάδης Ἀντ. Γαλανάκης
3139Φ. Δημάδης Γ. Κοκινάκης Ν
3140Γ. Παπαπαράσχος Γ. Μαρῆς
3141Α. Χατζηγώτας ΝΒ. Μεϊμαράκης Ο
3142Ἀπ. Ζούζουλας ΟΙ. Περδικογιάννης
3143Σπυρ. Ἠλιόπουλος Κ. Πολυχρονάκης Ν
3144Γ. Καρπετόπουλος ΝΓ. Φραγκιαδάκης
3145Γ. Μηναῖος ΟΔημ. Ἀμπατζόπουλος
3146Ι. Μουντζουρίδης ΝΙ. Ι. Ἄμποτ
3147Π. Πετρίδης ΟΘ. Ἀνδρεάδης Ν
3148Σπ. Στάης ΟἈλ. Βουτυρᾶς
3149Π. Τσαλδάρης Ζ. Βεντούρας
3150Κ. Τσαλδάρης ΟΝ. Δαρβέρης Ο
3151Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΔ. Εὐθυμιάδης Ν
3152Ἠλίας Ἀποσκίτης Μ. Θεοδωρίδης
3153Θ. Γρηγορίου Λ. Ἰασονίδης Π
3154Γ. Μπακόπουλος Δ. Κάκαβος Ο
3155Ν. Μπακόπουλος Ι. Καυταντζόγλου Ο
3156Δ. Πλαπούτας ΟΜ. Κύρκος
3157Θεόδ. Τουρκοβασίλης Λ. Κυβετός
3158Α. Τροχάνης Μεντὲς Λιάο Μεσατζῆς
3159Ν. Τριανταφυλλᾶκος Κ. Μουζενίδης
3160Σπυρ. Τσακόπουλος ΟΚ. Μιττᾶκος Ν
3161Ν. Ἀνδρεαδάκης Ἀλ. Παπαναστασίου Π
3162Ἰωάν. Κίνιας Γρ. Παπανικολάου Ν
3163Λ. Κουτσοπέταλος ΟΣταμ. Παπάζης
3164Μ. Μαντᾶς ΝΦ. Παπαγεωργίου Ο
3165Γεώργ. Μικρός ΟἸσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ
3166Π. Νικολαΐδης Δαυΐδ Μπουχὰρ Σολάν
3167Γεώργ. Πεσμαζόγλου ΟΓ. Χατζηγεωργίου Ο
3168Α. Ἀγγελόπουλος ΝΜ. Γούδας
3169Γάσης Ἀναστασίου ΝΙ. Μελᾶς
3170Κ. Γκότσης ΟΔ. Μπότσαρης Ν
3171Κ. Γόντικας ΟἈλ. Μυλωνᾶς
3172Ἰωάν. Γιαννόπουλος ΟΣπυρ. Χασιώτης
3173Α. Μάρκου Χ. Χρηστοβασίλης Ν
3174Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος Ἀλκ. Δούλης Ν
3175Δ. Μπούκουρας ΝΓ. Ἐξηντάρης Ν
3176Σ. Πολυζωγόπουλος ΟΑὔγ. Θεολογίτης Ο
3177Β. Κανακάρης Ροῦφος ΟΣ. Καραγεώργης
3178Βασίλειος Σαγιᾶς Στ. Νικολαΐδης Π
3179Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Α. Παπαδᾶτος
3180Ι. Σισίνης Ε. Σταυρίδης Ν
3181Δ. Στεφανόπουλος ΝΙ. Τσονταρίδης Π
3182Γ. Βοραζάνης Εὐθύμ. Βελλιανίτης Ο
3183Κ. Γεωργαντόπουλος Δ. Ζερβός Ο
3184Γ. Ζερβός ΝἸωάν. Θεοτόκης
3185Σπυρ. Παϊπέτης Γ. Σακαλῆς
3186Α. Πιέρρης ΝΣ. Συμεόνογλου Π
3187Β. Ἀλεξᾶτος ΟΔ. Σκυλίτσης
3188Ι. Μεταξᾶς ΟἸωάν. Σπετσιώτης Ν
3189Κοσμ. Μπουρμπούλης ΟΓ. Στρίγκος Ο
3190Α. Φωκᾶς ΟΣωτ. Σωτηριάδης Ο
3191Λ. Ἀνδρεάδης ΝΘ. Μαγκριώτης Ν
3192Γ. Βαρβούτης Κ. Μαζαράκης
3193Α. Ζάχος Γρ. Τηληκίδης Ν
3194Γ. Κακουλίδης ΝΠ. Χρυσοβέργης
3195Ν. Κουπαροῦσος ΝΑ. Βαλαωρίτης Ο
3196Γ. Μπούσιος ΝΓ. Μπανιᾶς Ν
3197Η. Παπαδόπουλος Λ. Τσιῶκος
3198Κωνστ. Ἀλαβάνος ΟΘ. Χαβίνης Ν
3199Δ. Βοκοτόπουλος Κ. Καλκάνης Ο
3200Μ. Δερλερές ΝΜ. Τσαρλαμπᾶς Ν
3201Κ. Ἐμπειρῖκος ΟΒ. Σκουλᾶς
3202Π. Εὐριπαῖος ΝΕ. Φωτάκης Ο
3203Ν. Καμπάνης Χασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ Μου-
3204Π. Καμπάνης Οσταφᾶ
3205Περ. Μαζαράκης ΟἈν. Μπακάλμπασης
3206Κ. Ναυπλιώτης ΟΧαβοὺζ Ὀσμάν Ο
3207Θ. Βαρβιτσιώτης ΟΣουκρῆ Μαμοὺτ Ὀγλοῦ
3208Ν. Δ. Κουμάνταρος Φεχμῆ Χασὰν βέη Ζαδέ
3209Π. Παπαδᾶκος Κ. Τελωνίδης
3210Δ. Πετρακάκος ΝἈθ. Σινόκας Ν
3211Γ. Φικιώρης Νικόλ. Βλιάμος Ο
3212Α. Ἀποστολίδης Σ. Μανταφούνης Ο
3213Ε. Γκλαβάνης Θεμ. Σοφούλης Π
3214Α. Εὐφραιμίδης ΟἘμ. Χατζηδάκης Ν
3215Β. Ζησιάδης Π. Ἀλεξίδης
3216Κωνστ. Θέος Α. Ἀργυρός Π
3217Ἀλ. Ἰωαννίδης ΟΔ. Δούκας
3218Δ. Καζάκης Α. Λαζαρίδης
3219Κ. Καρτάλης ΟΝ. Μανούσης Ν
3220Ἀνδρ. Κόρακας Ν. Τερζόγλου Ν
3221Σ. Μάξιμος Δημ. Φλωριᾶς Ν
3222Α. Μέρος ΝΠ. Μπούμπουλης
3223Κ. Σπυρίδης Κ. Πετσάλης Ο
3224Μ. Κοθρῆς Χρ. Ἀλαμανῆς Ν
3225Ροῦσσος Κούνδουρος Σ. Ἀλεξιάδης
3226Ε. Μοδάτσος ΟΠερ. Ἀλεξανδρῆς Ν
3227Α. Γαληνός ΟἈδὰμ Ἔξαρχος Ο
3228Γ. Θεοδοσιάδης Ε. Ζούκας
3229Γ. Καλδῆς ΝΓ. Σίδερης
3230Β. Καραπαναγιώτης ΝΣ. Ταλιαδοῦρος Ο
3231Σ. Κρητικᾶς ΝΣωτ. Χατζηγάκης
3232Γ. Λαζανᾶς ΟΦ. Χρηστοδῆμος Ο
3233Γ. Παπανδρέου Α. Ψάρρας Ν
3234Μ. Λαίλιος ΝΙ. Μάνος
3235Δ. Σάλτας Ἀθ. Μιαούλης
3236Κ. Σῖμος ΝΑ. Σαχτούρης
3237Π. Ἀντωναρόπουλος Ν. Βελέντζας Ο
3238Γ. Καντιάνης ΟΣ. Γάτος
3239Α. Ἐμπ. ΚουμουνδοῦροςΟἸωάν. Εὐταξίας
3240Π. Μερλόπουλος ΟΣπυρ. Κρεμεζῆς
3241Α. Μισυρλῆς ΝΕὐστ. Μαλαμίδας Ν
3242Φ. Μοσχούλας ΝΧ. Στεργιόπουλος
3243Δ. Μπενάκης ΝΙ. Τζίβας
3244Π. Μποῦτος ΟΘαλῆς Τσιριμῶκος Ν
3245Π. Σάκκης Δ. Χατζῖσκος Ν
3246Ε. Φεσᾶς Ι. Βαλαλᾶς
3247Ἰωάν. Βατίστας Φ. Δραγούμης Ν
3248Π. Διαμαντόπουλος Ν. Κυριακόπουλος Ν
3249Ἔμ. Μαχαίρας Σ. Λιούμπης Ο
3250Γ. Προυκάκης
3251Γ. Μόδης ΝΑ. Ἀνδρεάδης Ν
3252Δ. Τζίμας Β. Κουκουρίδης Ν
3253Ἀλ. Ξανθόπουλος Θ. Πανταζίδης
3254Μ. Βολουδάκης ΟΑ. Παχνός Π
3255Α. Μητσοτάκης ΝΑ. Πολεμίδης
3256Π. Πολυχρονίδης Ἀλ. Κανάρης
3257Γ. Σήφακας ΝΝ. Μαμούνης Ν
3258§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς
3259ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή.
3260(Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
3261§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει):
3262Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 158. Εἶπον «Ναὶ» 77», εἶπον «Ὄχι»
326370, ἠρνήθησαν ψῆφον 11. Ἀκριβῶς τὰ ⅘ τῆς ἀπαρτίας.
3264Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή.
3265§307Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Οἱ παρόντες καὶ ἀρνηθέντες ψῆφον πῶς
3266θεωροῦνται;
3267§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀκριβῶς τὰ ⅘ τῆς ἀπαρτίας.
3268§309Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις Γούναρη ἔπεσε μὲ μίαν
3269ψῆφον «παρὼν» τὴν 20ὴν Φεβρουαρίου 1922.
3270§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
3271§311Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ζήτημα Κανονισμοῦ, κύριε
3272Πρόεδρε.
3273§312Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἑρμηνεύει τὸν Κανονι-
3274σμὸν καὶ παρακαλῶ νὰ κάμῃ ὑπεύθυνον δήλωσιν.
3275§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεκέντρωσε τὰ ⅘ τοῦ κατωτάτου ὁρίου
3276τῆς ἀπαρτίας. Ἑπομένως κατηρτίσθη ἀπόφασις συμφώνως
3277πρὸς τὸ 19ον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν
3278ἐπὶ τοῦ δευτέρου σημείου περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐφαρμογῆς.
3279§314ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνεστάλη ἀφ’ ἑαυτοῦ.
3280§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Τὸ
3281ζήτημα εἶναι ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν ἐσχηματίσθη ἀ-
3282πόφασις.
3283§316Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ὅπως ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος
3284ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, οὕτως ἔχει. Εἴ-
3285πατε ὅτι ἡ πρότασις εἶναι σύνθετος. Ἑπομένως ἡ πρότασις
3286περὶ παραπομπῆς εἶναι χωριστή. Καὶ περὶ μὲν τῆς πρώτης
3287προτάσεως δὲν ὑπῆρχεν ἀπόφασις. Περὶ τῆς δευτέρας ὅμως
3288ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις καὶ πρέπει νὰ συνεχισθῇ.
3289§317Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Ἡ πρότασις εἶναι μία. Ἡ ἀναστολὴ
3290εἶναι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς παραπομπῆς.
3291§318Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
3292Ἡ δευτέρα πρότασις εἶναι ἐξηρτημένη ἐκ τῆς πρώτης. Ἐ-
3293φόσον δὲν γίνεται δεκτὴ ἡ παραπομπὴ τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς
3294Ἐπιτροπήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ
3295αὐτοῦ.
3296§319Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐφόσον ἡ ἑρμηνεία ἡ ἐκ τοῦ Κανονι-
3297σμοῦ ἀπέδειξεν ὅτι δὲν συνεγκέντρωσε τὴν νόμιμον πλειονο-
3298ψηφίαν ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις, νομίζω ὅτι ἔχομεν τὴν ὑπο-
3299χρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἐκκρεμῆ τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ
3300ὅτι πρέπει νὰ συνεδριάσωμεν σήμερον μετὰ μεσημβρίαν.
3301§320Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἄν θέλητε τὴν Μεγάλην Δευτέραν,
3302ναί.
3303§321Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαλύ-
3304σωμεν τὴν συνεδρίασιν, ἐφόσον δὲν ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς
3305προτάσεως.
3306§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν ἐπαναληφθῇ σήμερον ἡ ψηφοφορία, θὰ
3307ἔχωμεν τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα.
3308§323Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον, κ. Πρόεδρε, ἐγένετο ψηφο-
3309φορία ἐπὶ τῆς προτάσεως, δὲν δύναται κατ’ οὐδένα λόγον καὶ
3310κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν νὰ διακοπῇ ἡ ἀρξαμένη ψηφοφο-
3311ρία. Ἑπομένως ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἐξηρτημένη ἐκ τῆς
3312ἄλλης προτάσεων, δὲν ἔχει καμμίαν ἐξάρτησιν, διότι ἡ πρό-
3313τασις νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ Δια-
3314τάγματος ἔχει νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν περὶ τῆς παραπομπῆς.
3315§324Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Καὶ ἂν αὔριον μεγαλύτερος ἀριθ-
3316μὸς βουλευτῶν ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν τῆς παραπομπῆς;
3317§325Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑπο-
3318βάλλω μίαν ἐρώτησιν. Νομίζω ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ ψη-
3319φοφορία, φυσικὰ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωμεν τὸ ἴδιον ἀποτέ-
3320λεσμα. Φρονῶ ὅτι ἐξυπηρετεῖται ἡ κατάστασις, ἂν ὑποτεθῇ
3321ὅτι γίνεται τὸ ἑξῆς· νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προ-
3322τάσεως διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ
3323μεταξὺ μέχρις ὅτου ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, νὰ ἀνασταλῇ τὸ Ἐ-
3324νοικιοστάσιον.
3325§326ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3326§327Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα γνώμη τοῦ κ. ἐπὶ
3327τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἀπολύτως βάσιμος,
3328διότι δύναται ἄριστα νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις ἡ δευτέρα περὶ
3329ἀναστολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Διατάγματος, χωρὶς νὰ ὑ-
3330πάρχῃ ἀνάγκη προηγουμένης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ πα-
3331ραπομπῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
3332§328Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς
3333Βουλῆς;
3334§329Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναστο-
3335λὴν τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος μέχρις ὅτου λάβῃ ἀπόφασιν
3336περὶ τῆς παραπομπῆς ἢ μὴ παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς τὴν Κοινο-
3337βουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ συνεπῶς ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐξακο-
3338λουθήσῃ ἡ ἀρξαμένη ψηφοφορία. Κύριοι, εἶναι ζήτημα τὸ ὁ-
3339ποῖον λύεται ἁπλούστατα ἐν ἠρεμίᾳ καὶ διὰ τῆς λογικῆς. Ἂν
3340ὁ κ. Σωτηριάδης ἐπιθυμεῖ νὰ τὸ λύσῃ διὰ τῆς βίας, ἂς ὁ-
3341ρίσῃ. (Χειροκροτήματα).
3342§330Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐδῶ ἔχομεν μίαν πρότασιν ἡ ὁποία
3343λέγει ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δηλαδὴ εἰς περίπτωσιν κατὰ
3344τὴν ὁποίαν παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπι-
3345τροπήν...
3346§331ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3347§332ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ πρώτη πρότασις ἐχωρίσθη.
3348§333Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις ἐκείνη, θὰ προ-
3349χωρήσωμεν εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν.
3350§334Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν πα-
3351ραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τότε καὶ μόνον ἔχει θέσιν ἡ
3352ἀναστολή. Ἂν δὲν παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀπορ-
3353ρίπτεται, ἐρωτῶ· θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν;
3354§335ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3355§336Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ.
3356ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶναι τὸ ἀπολύτως ὀρθόν.
3357Δηλαδὴ ἡ δευτέρα πρότασις εἶναι ἀπολύτως ἐξηρτημένη ἀπὸ
3358τὴν πρώτην.
3359§337ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3360§338Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τώρα θέλετε νὰ κάμητε τροποποίη-
3361σιν τῆς προτάσεως καὶ νὰ εἴπητε τοῦτο· ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ
3362δικαίωμα νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ἀναστολῆς διὰ τὸν ἐν τῷ μεταξὺ
3363χρόνον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ πρότασις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἡ
3364ὁποία δὲν ὑπάρχει.
3365§339Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι κανονικῶς δὲν βαδί-
3366ζομεν καλά. Διὰ νὰ ἀνασταλῇ εἷς νόμος χρειάζεται ἕτερος
3367νόμος διατάσσων τὴν ἀναστολήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς
3368ψηφοφορίας νὰ ἀνασταλῇ, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δια-
3369τάσσῃ τὴν ἀναστολήν.
3370§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξ ἀρχῆς θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία.
3371§341Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
3372Νομίζω ὅτι κανονικῶς ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ψηφοφο-
3373ρία ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἤδη ἐτέθη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς
3374Βουλῆς, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς παραπομπῆς ἢ μὴ
3375ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Πρῶτον ἡ πρότασις ὑπεβλήθη ἑ-
3376νιαίως, ὅτι παραπέμπεται εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ μέχρι τῆς ἀ-
3377ποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἀναστέλλεται ἡ ἐφαρμο-
3378γὴ τοῦ Διατάγματος. Τὸ ζήτημα εἶναι σύνθετον. Πάντως εἶ-
3379ναι φανερὸν ὅτι ὑπάρχει μία ἀλληλεξάρτησις τῶν δύο προτά-
3380σεων αὐτῶν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου ἡ πρότασις περὶ ἀ-
3381ναστολῆς ἀποτελεῖ κατάργησιν νόμου ὑφισταμένου, ἀναγνω-
3382ρισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἐγκύρου. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνα-
3383τὸν νὰ γίνῃ εἰμὴ διὰ νέου νόμου. Διὰ νὰ μὴ πολυπραγμονῶμεν
3384δέ, νομίζω ὅτι οὐδὲν κώλυμα ὑπάρχει καὶ δυνάμεθα νὰ ἐπανα-
3385λάβωμεν τὴν πρώτην ψηφοφορίαν.
3386§342ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3387§343Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὁ ἐνδιαφερόμενος Ὑπουργὸς
3388ἐψήφισε καὶ ἔφυγε.
3389§344Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ διακοπῇ ἡ ἀρξα-
3390μένη ψηφοφορία; Ἐγὼ νομίζω μάλιστα ὅτι ἡ περὶ ἀναστολῆς
3391πρότασις εἶναι ἡ ἀπωτέρα. Διότι, ἂν ἀποφασισθῇ ἡ ἀναστολὴ
3392τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως, τερματίζεται τὸ ζήτημα.
3393Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ προταχθῇ.
3394§345ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, δυνάμει τοῦ
3395ἄρθρου 19 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ ἐπα-
3396ναληφθῇ ἡ ψηφοφορία. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει (ἀναγινώ-
3397σκει): «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἄνευ τῆς παρου-
3398σίας τοὐλάχιστον τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ
3399τῶν μελῶν αὐτῆς, μηδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ ἀπολύτου
3400πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις ὅμως οὐδέποτε δύ-
3401ναται νὰ εἶναι μικροτέρα τῶν τεσσάρων πέμπτων τοῦ κατω-
3402τάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας». Ἡ πρώτη ψηφοφορία δὲν συνε-
3403κέντρωσε τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων μελῶν.
3404Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἐπὶ μιᾶς προτάσεως ναὶ ἢ ὄχι, δὲν δύ-
3405ναται νὰ ἀποφασίσῃ ἄνευ τῆς πλειονοψηφίας τῶν παρόντων
3406μελῶν. Ἂν εἶχεν ὁ νομοθέτης ὑπ’ ὄψιν του αὐτό, τὸ ὁποῖον
3407ὑποστηρίζεται, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία, ἔπρε-
3408πε νὰ τὸ λέγῃ ὁ Κανονισμός. Ὑποθέσατε ὅτι καὶ εἰς τὴν δευ-
3409τέραν ψηφοφορίαν δὲν ἔχομεν τὴν πλειονοψηφίαν, τί θὰ γίνῃ;
3410§346ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐπαναληφθῇ, κ. Πρόεδρε,
3411νὰ ἐπαναληφθῇ.
3412§347ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἐπαναλαμβάνεται ἐπ’ ἄπειρον;
3413§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. βουλευτοῦ δὲν δυνά-
3414μεθα νὰ δεχθῶμεν. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἡ μειονο-
3415ψηφία ἔχει τὴν ἐπικρατοῦσαν γνώμην καὶ ὅτι θὰ ἰσχύσῃ ἡ
3416γνώμη τῆς μειονοψηφίας, ἂν ἡ πλειονοψηφία δὲν συγκεντρώσῃ
3417τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμόν. Ἑπομένως ἡ ψηφοφορία θέλει ἐπα-
3418ναληφθῆ.
3419(Ἐπαναλαμβάνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφο-
3420φορία καὶ γενομένης διαλογῆς προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέ-
3421λεσμα:)
3422§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ
342381. Εἶπον «Ναὶ» 74, εἶπον «Ὄχι» 7, ἠρνήθησαν ψῆφον 10.
3424Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
3425§350Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ πότε, κ. Πρόεδρε;
3426§351Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, δὲν ἠμπο-
3427ροῦμεν νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν. Θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
3428§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ῥητῶς ὅτι ἐν ἐλλεί-
3429ψει ἀπαρτίας ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις τὴν ἐπιοῦσαν.
3430§353Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δηλαδὴ τὴν Δευτέραν, ἐπειδὴ εἶναι
3431Σάββατον σήμερον, κ. Πρόεδρε.
3432§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ μεταβάλλωμεν τοὺς ὅρους τῆς
3433λογικῆς;
3434§355Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Σάββατον εἶναι σήμερον.
3435§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι συνεδρίασις τῆς Παρασκευῆς, δὲν
3436εἶναι συνεδρίασις τοῦ Σαββάτου. Ἑπομένως ὅταν λέγῃ ὁ Κα-
3437νονισμὸς τὴν ἐπιοῦσαν, ἐννοεῖ ὅτι θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ Σάββα-
3438τον. Λοιπὸν λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν
34395)30′ μ. μ. σήμερον.
3440(Ὥρα 4.45′ π. μ.)