1927.04.14
1.993 στίχοι · 15.165 λέξεις · 256 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
Πέμπτη 14 Ἀπριλίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μέρος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Γκερλῆ Λαρίσσης διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς μελετωμένης αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν τσιφλικίων. — Οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι Λακεδαίμονος ὑποβάλλουν ὑπόμνημα «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς διαβαθμίσεώς των». — Ὁ Δημ. Γρηγοράκος, δημοδιδάσκαλος Βελλῶν Μονεμβασίας, διαμαρτύρεται διότι εἰς τὸ ψήφισμα τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν διδασκάλων δὲν συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ἐπὶ δικτατορίας ἐκτοπισθέντες. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Καρῶν Κυδωνίας ὑποβάλλει ὑπόμνημα καὶ ζητεῖ νὰ ληφθοῦν τὰ δέοντα μέτρα διὰ τὰς λῃστρικὰς ἐπιθέσεις, ἃς ὑφίστανται κατὰ καιροὺς ἐκ τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Λάκων λόγῳ κτηματικῶν διαφορῶν. — Ἡ Ἕνωσις τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Ἀθηνῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ κυρώσῃ τὰ Ν. Διατάγματα περὶ βελτιώσεως τῆς ὑφισταμένης ἐφεδρικῆς νομοθεσίας, ἐξυπηρετοῦσα οὕτως ἐκείνους, οἵτινες ἐθυσιάσθησαν διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος. — Ὁ Σύλλογος ὑπαλλήλων Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν διαμαρτύρεται, διότι εἰς τὸ νέον Ἐνοικιοστάσιον δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὰς εὐεργετικὰς αὐτοῦ διατάξεις καὶ τὰ μέλη τοῦ Συνδέσμου των. — Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Συνεταιρισμοῦ πωλήσεως καπνοῦ Παραχελωΐτιδος Νεοχωρίου διαμαρτύρεται κατὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Μεσολογγίου, διότι ἐμείωσε τὴν χορηγουμένην πίστωσιν διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ. — Ὁ Τ. Καλήγερος ἐξ ὀνόματος τῶν ἐπιστρατευθέντων φοιτητῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ψηφίσῃ τὸ ἐπεξεργασθὲν παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπὶ τῆς Παιδείας Ἐπιτροπῆς σχέδιον νόμου, δι’ οὗ χορηγοῦνται εὐεργετήματα εἰς τοὺς στρατευθέντας φοιτητὰς πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, διότι τὸν Μάϊον περατουμένου τοῦ πανεπιστημιακοῦ ἔτους οὐδόλως θέλει τοῖς χρησιμεύσει. — Ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ νοσοκομείου Ρεθύμνης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῇ νόμος, δι’ οὗ ἀπαλλάσσεται ὁ δῆμος Ρεθύμνης τῆς πληρωμῆς χαρτοσήμου διὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδοθέντα καὶ πληρωθέντα χρηματικὰ ἐντάλματα ἐξοφλήσεως ἐξόδων συντηρήσεως τοῦ δημοτικοῦ νοσοκομείου. — Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Α. Ἰωαννίδης ὑποβάλλει ἀναφορὰν διαφόρων κοινοτήτων Ζαγορᾶς Τσαγκαράδων καὶ Ἀργαλαστῆς, αἰτούντων ὅπως ἡ περὶ Κυριακῆς ἀργίας Παγκαλικὴ ἐγκύκλιος καταργηθῇ ἢ μεταβληθῇ ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον. — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἁγίου Σεραφεὶμ ἐκφράζει εὐχὴν πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀναθεώρησις τῆς ἀγοραπωλησίας τοῦ ἀγροκτήματος «Τρίκορφος» ὡς γενομένη παρὰ τὸν περὶ ἀπαλλοτριώσεως νόμον. — Ὁ πανεπαρχιακὸς Σύνδεσμος ὑλοτόμων Γρεβενῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ ὅπως ἀπαλλαγοῦν οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν πινάκων ὑλοτομίας τοῦ ἐπιβαλλομένου ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1927 φόρου 20%. — Ὁ Κωνστ. Λεβεντάκης, ἀπόστρατος ὑπολοχαγός, ζητεῖ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὰ εὐεργετήματα τῶν ἐκκαθαρισθέντων ὑπὸ τοῦ κατὰ τὸ 1909 Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀλαμανῆς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐπαγγελματικοῦ καὶ βιοτεχνικοῦ κόσμου Καρδίτσης διατελοῦντος ἐν ἐξεγέρσει διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ αἰτοῦντος τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀνακοινῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι συμφώνως τῇ ἀπὸ 6 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. ἀποφάσει τῆς Βουλῆς κατήρτισα τὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις θὰ συμμετάσχῃ τοῦ ἐν Ἀραχώβῃ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκατονταετηρίδος τοῦ Καραϊσκάκη ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Λ. Κουτσοπετάλου, Θ. Τσιριμώκου, Σ. Κρεμεζῆ, Σ. Γάτου, Ν. Βελέντζα καὶ Ι. Κίνια. — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Κακουλίδης ὑποβάλλει πρότασιν ψηφίσματος «περὶ δεκαπενθημέρου ἀναστολῆς τοῦ Συντάγματος πρὸς ἑδραίαν ἀναστήλωσιν αὐτοῦ». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Καρπετόπουλος, Ϊ. Μαντζουρίδης, Α. Ζούζουλας, Π. Ἀλεξίδης, Ι. Παπαϊωάννου κλπ, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐγγραφῆς καὶ ἐξετάσεως φοιτητῶν». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Μάρκου, Σ. Κρεμεζῆς, Ν. Κρανιωτάκης, Γ. Βοραζάνης, Α. Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος, Δ. Πετρακάκος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ προσθήκης καὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ».
§3Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§5Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τόσον τῆς σεβαστῆς Κυβερνήσεως ὅσον καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νέου πραξικοπήματος, τὸ ὁποῖον ἑτοιμάζει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, καθ’ ἣν στιγμὴν λειτουργεῖ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος εἶναι ἀνάστατος, διότι ἀνεγράφη ἡ εἴδησις ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἑτοιμάζει νὰ δημοσιεύσῃ Διάταγμα χρεωστασίου. Τὸ Διάταγμα αὐτό, κ. Πρόεδρε, οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν παρὰ νὰ προστατεύσῃ τοὺς παράφρονας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἀφαιρέσουν καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα οἰκονομικῆς εὐρωστίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ἐδανείσθησαν χρήματα εἰς λίρας Ἀγγλίας μὲ 20 καὶ 25% διὰ νὰ κτίσουν μέγαρα εὐκόλως καὶ νὰ ἐπιβάλλωσιν κατόπιν ἐνοίκια μὲ τρεῖς καὶ μὲ πέντε χιλιάδας δραχμὰς κατὰ δωμάτιον. Ἐπειδὴ δὲ οἱ κύριοι αὐτοὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκποιήσουν τὰ ἀκίνητα αὐτὰ καὶ φυσικὰ ἡ ἐκποίησις αὐτῶν θὰ ἐπιφέρῃ τὴν πτῶσιν τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων καὶ κατὰ φυσικὴν συνέπειαν τὴν πτῶσιν τῶν ἐνοικίων, ἡ ὁποία ὅμως θὰ ἐπιφέρῃ κάποιαν ἀνακούφισιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν.
§6Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε αὐτό;
§7Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ δημοσιεύουν αἱ ἐφημερίδες.
§8Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δύναται νὰ γίνεται ἐπερώτησις διὰ πρᾶξιν μὴ γενομένην.
§9Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ ἐδημοσιεύθη αἰφνιδίως. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν ταῦτα εἰς ὡρισμένους Ὑπουργούς. Τὸ Διάταγμα αὐτὸ ὡς ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ τοῦ νὰ παύσουν οἱ κεφαλαιοῦχοι τὰ δάνειά των πρὸς τὸν ἐμπορευόμενον κόσμον, μὲ τὰ ὁποῖα οὗτος θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀνακουφισθῇ. Εἶναι μία πρᾶξις, τὴν ὁποίαν συνιστῶ καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὰς συνεπείας αὐτῆς τῆς πράξεως δὲν δύναται νὰ τὰς ὑπολογίσῃ κανείς.
§10Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχει γνῶσιν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τούτου; Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι μεγάλης κοινωνικῆς σημασίας.
§11Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἔχει γνῶσιν τοιαύτης τινὸς προθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀντικατασταθῶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἄλλου μέλους.
§13Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἐκ τῶν πρακτικῶν τῶν δημοσιευθέντων βεβαιοῦται ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἐψηφίσθη νομοσχέδιον, δι’ οὗ πολλαπλασιάζεται ἡ ἀργομισθία τῶν Ἐπιτροπῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐγένετο παρὰ τὴν τάξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ κἂν πλήρης ἡ ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ καὶ δημοσιευθείσῃ ἐκθέσει δὲν ἀναγράφονται αἱ γνῶμαι τῆς μειονοψηφίας, κατὰ τὴν ὁποίαν μειονοψηφίαν πρόκειται περὶ συστάσεως καθαρᾶς ἀργομισθίας. Καὶ φαίνεται ὅτι τὸ κατόρθωμα τοῦτο ὀφείλεται εἰς μίαν ἰδιαιτέραν στοργήν, μετὰ τῆς ὁποίας τὸ ἐν λόγῳ νομοθετικὸν μέτρον περιεβλήθη πάντοθεν. Διότι, ἐνῷ ἀνεγράφετο εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς 11 Ἀπριλίου ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 37, εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως ἀνεπήδησεν εἰς τὸν ἀριθμὸν 7, χωρὶς νὰ ληφθῇ πρὸς τοῦτο ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς, ὡς ἀπαιτεῖται κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§14Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν καὶ ἑπομένως τὰς ἀντιρρήσεις σας δύνασθε νὰ τὰς διατυπώσητε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τίνος πρόκειται;
§17Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἀκόμη ἄλλην μίαν φορὰν ἐπαναλαμβάνεται τὸ ἄτοπον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀντιστάσεως μὴ οὔσης κατὰ τὴν ἐκπνοὴν τῆς συνεδριάσεως ψηφίζονται διάφορα νομοσχέδια. Εἶναι ἡ τακτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία αὐστηρῶς ἐπεκρίθη πάντοτε ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὑπὸ τῆς Κοινῆς Γνώμης. Καὶ ἐνῷ εἶχον τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ἄλλο νομοσχέδιον πλὴν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ καὶ μόλις ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης μετ’ ὀλίγας στιγμὰς καὶ ἐπανῆλθον εὗρον τὸ νομοσχέδιον ψηφισμένον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ὁριστικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§19Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Θὰ ἤθελον ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γεγονότος τούτου νὰ ἐπικαλεσθῶ πρωτίστως καὶ ἐξόχως τὴν ὑμετέραν προσοχήν, κ. Πρόεδρε.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
§21Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Κυριώτατα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, τεταγμένου νὰ τηρῇ τὴν τάξιν τῶν ἐργασιῶν. Ἡ Βουλὴ ἀποβλέπει κυρίως εἰς τὸν Πρόεδρον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Διότι, ἂν ἤθελε ζητηθῆ παρ’ αὐτῆς ἡ πρόταξις συζητήσεως ἑνὸς νομοσχεδίου, ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Ἀλλ’ οὔτε κἆν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀρνηθῇ.
§23Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Προσωπικῶς ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι εἶχον καὶ ἐναντίαν δήλωσιν τοῦ σεβαστοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δηλαδὴ ἄλλα νομοσχέδια πλὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν δὲν θὰ συνεζητοῦντο, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν θὰ ἐψηφίζοντο.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁριστικὴ ἀπόφασις δὲν ἐλήφθη.
§25Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κ. Προέδρου. Καὶ εἶναι γνωστὸν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐπὶ μακρὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἶναι τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει ποῖα νομοσχέδια ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει πρέπει νὰ προτιμῶνται καὶ συνεπείᾳ ὑποδείξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὸ νομοσχέδιον ἔλαβε τὴν σειρὰν τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν», τὸ ὁποῖον εἶχε σειρὰν 5ην καὶ ἔπειτα ἦτο τοῦτο.
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι περιττὸν νὰ παρατείνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι δὲν ἔχει κανένα σκοπόν. Εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος καθ’ ὃν καταρτίζεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις καὶ ποῖα ἐκ τῶν νομοσχεδίων πρέπει νὰ προτιμῶνται καὶ αὕτη κανονίζεται ἐν ἁρμονίᾳ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐφόσον αὐτοὶ συμφωνοῦν εἰς τὴν πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν, ὑποθέτω δὲ ὅτι αὐτὸ θὰ συνέβη καὶ χθές. Εἶναι ἄλλο ζήτημα ἂν παρετηρήθη ἀταξία τις κατὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ὁπότε δὲν παρέχεται καιρὸς διὰ νὰ ἠμπορῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιλαμβάνεται ποῖα νομοσχέδια συζητοῦνται, ἵνα ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον. Αὐτὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετά, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ κύριον ἔργον της.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν, ὅτι οὐδεμία ἀταξία ἐπεκράτησεν ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου. Εἶναι γνωστὸν ὅτι πάντοτε ἠρνήθην τὴν προτίμησιν ἢ ψήφισιν νομοσχεδίου κατὰ ἀντικανονικὸν τρόπον, δηλαδὴ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ χθὲς προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ συναινέσει τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον.
§28Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου, πρόκειται περὶ τακτικῆς ἡ ὁποία ἐπεκράτησε διὰ παρεξηγήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ Ἡμερησία Διάταξις κανονίζεται κατὰ συμφωνίαν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ μετὰ προηγουμένην τῆς Βουλῆς ἀπόφασιν πολλάκις.
§30Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ἐκπροσωπεῖ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν συνέβησαν αὐτά, ἐφόσον ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι γίνεται κατάχρησις τοῦ μέσου, διὰ τοῦ ὁποίου νομοσχέδια δύνανται νὰ χαρακτηρίζωνται ὡς κατεπείγοντα, διότι ἐνῷ δὲν κανονίζεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις τοὐλάχιστον ἐν τοιαύτῃ ἁρμονίᾳ, ὥστε νὰ ἀντιλαμβάνωνται πάντες τίνα νομοσχέδια πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐκηρύχθη κατεπεῖγον, εἶχε σταλῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της.
§32Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τις, ὑποβάλλεται μία αἴτησις ἑνὸς τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, εἰς στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν πλεῖστα τῶν ἑδωλίων εἶναι κενὰ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἑπομένως οὕτως ἐψηφίσθη ἓν νομοσχέδιον ἐν στιγμῇ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν ἦσαν ἀπόντες καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν κατάπληκτοι ἀναγινώσκουν ὅτι ἐγένετο ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον προκειμένου περὶ νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσωσι συζήτησιν νὰ παύσῃ αὐτὴν τὴν τακτικήν. Ὅπως ἦτο καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐγὼ δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον κατ’ ἀρχήν, ἤδη στεροῦμαι τοῦ δικαιώματος τοῦ λόγου κατ’ ἀρχήν, θὰ διαπράξω δὲ μίαν κατάχρησιν ὁμιλῶν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ταύτην τὴν τακτικὴν ὀφείλω νὰ τὴν καταγγείλω.
§33Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐξετάσω ἂν ἐψηφίσθη καλῶς ἢ ὄχι, θὰ ἐξετάσω ἂν ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπεβλήθη.
§35Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ὄχι πλήρης, διότι ἔχομεν καὶ Ἐπιτροπὴν μειονοψηφίας. Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας, ἔχει δὲ παραμεληθῆ τῆς μειονοψηφίας.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζω ὅ,τι ἔχει ἡ μειονοψηφία, διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἔκθεσιν ὅταν ὑποβληθῇ καὶ τῆς μειονοψηφίας γίνεται συζήτησις. Ἔληξεν ἡ συζήτησις καὶ τῆς μειονοψηφίας. Ἔληξεν ἡ συζήτησις αὐτή.
§37Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Φρονῶ ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεώς μου διὰ τὸν Πάγκαλον. Ὑπεβλήθη πρότασις προτάξεως τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν εἶπεν ὅτι συμβαίνει ἐνίοτε παρεξήγησις τοῦ ἂν εἶναι σκόπιμος ἡ τοιαύτη τακτική, ὥστε νομοσχέδια τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωσι τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔχουσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν κατόπιν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἴτε ἑνὸς ἐκ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν νὰ συζητῶνται ἐν ἀγνοίᾳ ἴσως τῆς πλειονότητος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πάντες παροικοῦμεν ἐν Ἱερουσαλήμ. Εἶναι γνωστὸν ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὁ δὲ α. συνάδελφος εἶναι ἐκ τῶν ἀρχαίων βουλευτῶν τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι πολλάκις καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ἐφόσον ἐπρόκειτο περὶ λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πολλοὶ ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἐζήτουν τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐψηφίσθη, τοσοῦτον μᾶλλον, κ. Πρόεδρε, διότι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι τινὲς τῶν κ. κ. συναδέλφων ὑπῆρξαν ἡ μειονοψηφία καὶ διετύπωσεν αὕτη καὶ ἔκθεσιν. Πράγματι σήμερον, κύριοι, διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας, ταυτοχρόνως δὲ διενεμήθη καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας, ἑπομένως ἂν ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶχε σειρὰν μετὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ψηφισθὲν «περὶ ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν», ἐζητήθη τοῦτο ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συγκατετέθη, ἡ δὲ Βουλὴ τὸ ἐψήφισε διὰ πλειονοψηφίας. Δὲν βλέπω ἑπομένως διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Σακαλῆς ἐδημιούργησεν ἓν τοιοῦτον ζήτημα.
§39Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Οἱ μειονοψηφίσαντες εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν δὲν ἤθελον νὰ ὑποβάλωσιν ἰδίαν ἔκθεσιν, ἀφεθέντες εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς Ἐπιτροπῆς ὅπως διατυπώσῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν μειονοψηφούντων συναδέλφων ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐκθέσει. Τοῦτο παρέλειψεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ δι’ αὐτὸ ἰδόντες τὴν ἐλαττωματικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. συναδέλφου, ἐσπεύσαμεν νὰ ὑποβάλλωμεν ἰδίαν ἔκθεσιν.
§40Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλλον τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος αὐτὸς ὑπάλληλος δὲν ὑπέβαλλε καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας. Τὸ σφάλμα δὲν εἶναι ἰδικόν μου, εἶναι τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου. Οὔτε πρόθεσις ὑπῆρξε.
§41Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Παράλειψις.
§42Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δυστυχῶς ὑπάρχει ἔλλειψις προσωπικοῦ καὶ δι’ αὐτὸ καὶ προχθὲς ἐζητήθη ἐνταῦθα νὰ ἐξευρεθῇ προσωπικὸν ἵνα ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν.
§43Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν παράκλησίν μου ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικόν.
§44Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ αὐτό.
§45Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅτι κατὰ τύπους εὑρισκόμεθα ἐν τάξει εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐπροτάθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὴν πλειονοψηφίαν ἡ μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ μάθω ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως; Διατί αὐτὸ τὸ χαρτὶ νὰ ὑπάρχῃ καὶ νὰ κυκλοφορῇ ἐδῶ; Πρόκειται νὰ κανονισθῇ ἡ τάξις τῆς συζητήσεως. Πετάξατε τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ θὰ ἰδῆτε ἂν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε βῆμα εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι αὐτὰ συνέβαινον καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ εἴπω ὅτι ἐξήγαγεν ἐπιχείρημα ἐξ ἐσφαλμένου ὑλικοῦ. Τὸ παρελθὸν εἶχε τοῦτο τὸ καλύτερον ἀπὸ τὸ παρόν· ὅτι εἶχε τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ ἂν δὲν ἐλάμβανέ τις τὸν λόγον κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ὑπελείποντο δύο ἄλλαι ἀναγνώσεις, ἵνα ζητήσωσι καὶ λάβωσι τὸν λόγον, ἂν ἤθελον. Σήμερον ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀντίθετον καὶ ἐζητήθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια μὲ μίαν ἀνάγνωσιν. Τὸ οὐσιαστικὸν ἄτοπον εἶναι τοῦτο· ὅτι ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἔχει 126 νομοσχέδια, προτάσεις καὶ ψηφίσματα. Ἂν ἀφήσωμεν νὰ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ ὅτι ἔχει κάτι τι τὸ κατεπεῖγον, οὐδέποτε θὰ προχωρήσωμεν. Διότι, ἂν ἀντιλαμβανόμην ἐγὼ χθὲς ὅτι προτείνεται κατὰ προτίμησιν ἡ συζήτησις οἱουδήποτε ψηφισθέντος νομοσχεδίου, διότι δὲν γνωρίζω ποῖον εἶναι, δὲν θὰ τὸ ἐπέτρεπον, διότι δὲν θὰ ἤμην εἰς θέσιν νὰ συζητήσω, καίτοι θὰ ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὁ βουλευτὴς ἕτοιμος ἐπὶ 126 νομοσχεδίων διὰ νὰ λάβῃ τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποκλείονται αἱ συζητήσεις. Θέλετε νὰ μὴ συζητῶνται εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια; Ἀποδείξατέ το, ἔστω καὶ πόρρωθεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖτε τοῦτο. Προχθὲς εἰσηγάγατε τὰ δωδεκατημόρια ἄνευ τῆς εἰσηγήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Τί ἐννοεῖτε μὲ τοῦτο; Καταργήσατε τὸν Κανονισμόν. Τροποποιήσατε αὐτόν. Ἐξασκήσατε μίαν δικτατορίαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀρχίσατε νὰ βγάζετε Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἀλλὰ μὴ διευθύνετε τὰς ἐργασίας κατὰ τρόπον ἐπιβαρύνοντα τὴν Βουλὴν καὶ ἐπισύροντα μομφὰς κατ’ αὐτῆς, διότι οὕτω συντελεῖτε εἰς τὴν μείωσιν τοῦ κύρους τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐπικαλεῖσθε τὸ παρελθὸν καὶ τὰ ἐλαττώματα ἢ τὰ παραπτώματα τοῦ παρελθόντος. Θὰ σᾶς εἴπω ὅμως τὴν φράσιν ἑνὸς ἀρχαίου σοφοῦ, ὅτι ὁ ἐπικαλούμενος τὰ ἐλαττώματα τῶν ἄλλων εἶναι ὡσὰν νὰ πλένετε μὲ λάσπην.
§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀφήσω ἀδιαμαρτύρητον τὴν ἐπιρριφθεῖσαν μομφὴν ὅτι τὸ ψήφισμα «περὶ δωδεκατημορίων» εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη ἐξ ὑφαρπαγῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ ψήφισμα εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ δώδεκα ἡμερῶν. Δὲν ὑπῆρχε δὲ οὐδεμία ἀντίρρησις περὶ τοῦ ἀπολύτως ἐπείγοντος τούτου, διότι ἡ ἐπὶ πλέον ἀναβολή του θὰ περιῆγεν εἰς πλήρη ἀνωμαλίαν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ τρόπος τῆς συντάξεως καὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ τῆς προτιμήσεως τῶν νομοσχεδίων δὲν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ ἀπολύτως ἐνδεδειγμένος. Βουλεύομαι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν καὶ ὁμολογῶ ὅτι αἱ παραδόσεις ἔχουσι πάντοτε τὴν ὑποστήριξιν τῶν κακῶν προηγουμένων. Ἐγὼ ἐπρότεινα ἄλλοτε ὅπως εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ φανῶμεν ὀλίγον τολμηρότεροι καὶ νὰ μὴ ὑποβάλλεται ὁλόκληρος ἡ Ἡμερησία Διάταξις, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατον ὁ βουλευτὴς νὰ προσανατολισθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑπὸ συζήτησιν θέματα νὰ συντάσσεται ἀνὰ πᾶσαν ἑβδομάδα μία μικροτέρα Διάταξις, ἡ ὁποία νὰ περιλαμβάνῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πρὸς συζήτησιν. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων, αὕτη ὑπῆρξεν ἀπολύτως κανονική.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§48Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Νὰ προταχθῇ, κ. Πρόεδρε, ἡ ἐπερώτησις «περὶ διώξεως τοῦ Παγκάλου».
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ ὑπάρχουσα ἐκκρεμὴς συζήτησις «περὶ Ἐνοικιοστασίου».
§50Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἤρχισεν ἀκόμη.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμίλησαν ἐπὶ δύο ὥρας προχθές.
§52Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρεκάλουν ἰδιαιτέρως νὰ περιμείνετε μίαν στιγμὴν νὰ ἔλθῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.
§53Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἐπεκτείναμεν τὸν ἔλεγχον ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως.
§54Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἠθέλαμεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ;
§55Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν.
§56Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ προχθὲς ἡ ἰδία ἐνεφανίσθη περίπτωσις καὶ ἐλέχθη ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ κυβερνητικὴ ἀλληλεγγύη εἶναι ἓν γεγονός. Ἀλλ’ ὑπάρχουν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ οἱ μελετήσαντες τὰ ζητήματα καὶ ἕτοιμοι νὰ ἀναπτύξουν τὰς γενικὰς ἀπόψεις, ἀποκρούοντες τὰς κατ’ αὐτῶν κατηγορίας. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Ἐνοικιοστάσιον.
§57Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εὐχαρίστως θὰ ἀνέβαλα. Ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολήν.
§58Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὑπάρχουν ἄλλαι ἐπερωτήσεις σπουδαιόταται καὶ σοβαρώταται.
§59Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἂν δὲν ἐδίδετο ἡ ἐντύπωσις εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ὅτι πρόκειται περὶ συστηματικῆς ὑπεκφυγῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ συζητήσῃ ἓν θέμα ἐνδιαφέρον μίαν μεγίστην τάξιν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἰδιαιτέρως τῶν Ἀθηνῶν, ἀναμφισβητήτως ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἐπερώτησιν.
§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν σᾶς ζητεῖ οὐδεὶς νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν ἐπερώτησίν σας.
§61Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῶν διακοπῶν.
§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν σᾶς ζητοῦμεν οὐδὲ νὰ ἀναβάλλητε τὴν ἐπερώτησιν. Ζητεῖται νὰ γίνῃ μία διακοπὴ μικρά, ἵνα εἰδοποιηθῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§63Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ γίνῃ οὐδεμία ἐπερώτησις ποτέ.
§64Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι ἀσθενὴς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτά.
(Ὥρα 6.50′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7 μ. μ.)
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§67Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν τὴν ἀρξαμένην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος.
§69Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρόκειται, κ. Πρόεδρε, περὶ ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργός, περὶ ζητήματος μὴ ἐπιδεχομένου ἀναβολήν.
§70Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἔγγραφον τὴν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 232 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Α. Μάρκου ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπαινισσομένην πώλησιν δελτίων, αὕτη ἐγένετο πράγματι ἐπὶ ποσοῦ ἑνετικῶν λιτρῶν 3,000,000 μόνον καὶ τμηματικῶς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπηρεάσῃ ὑποτιμητικῶς τὴν ἀγοράν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν χρόνον τῆς πωλήσεως ταύτης ἀνῆλθεν ἀπὸ δραχμὰς 2,700 κατὰ ἑνετικὸν χιλιόλιτρον εἰς δραχμὰς 3,300. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ κύριον μέρος τῆς ἐρωτήσεως, δηλαδὴ τὴν μελετωμένην πώλησιν σταφιδοκάρπου ὑπὸ τοῦ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ἐν ταῖς ἀποθήκαις του, αὕτη, ἂν γίνῃ, θὰ γίνῃ εἰς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου, ἀπορρεούσης ἐκ τῆς μετὰ τῆς Μ. Βρεττανίας ὑφισταμένης ἐμπορικῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας, ὡς γνωστόν, προβλέπεται ὅπως τὰ μετὰ τὴν ἀγορὰν τῶν προβλεπομένων πλεονασμάτων σταφιδοκάρπου ἀπομένοντα ἐμπορεύματα, ἀποθέματα, καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, μὴ εἶναι ὀλιγώτερα τοῦ μέσου ὅρου τοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου. Ὁ μέσος οὗτος ὅρος διὰ τὸ τρέχον ἔτος ὑπελογίσθη εἰς ἑνετικὰς λίτρας 189,000,000. Δοθέντος δὲ ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐξαγωγὴ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀνέρχεται εἰς ἑνετικὰς λίτρας 143 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἀδιάθετα ἐμπορεύσιμα ἀποθέματα 35 ἑκατομμύρια περίπου, ὑπολείπονται πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ μνημονευθέντος μέσου ὅρου 11 ἑκατομμύρια. Σημειοῦται ὅτι, ἂν πραγματοποιηθῇ ἡ πώλησις αὕτη, θὰ πραγματοποιηθῇ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῶν τρεχουσῶν καὶ δὲν θὰ ἐπηρεάσῃ ὑποτιμητικῶς τὴν ἀγοράν». Συνεχίζεται ἡ συζήτησις διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον. Ὁ κ. Γ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§72Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι πολὺ ὅτι ἐγενόμην ἀφορμὴ νὰ προσέλθῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, μεθ’ ὅλην τὴν ἀδιαθεσίαν του, διὰ νὰ ἀκούσῃ τὸν ἔλεγχον. Ἂν δὲν ἦτο τὸ θέμα τόσον μέγα καὶ ἐκτάκτου ἐνδιαφέροντος δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἰδιαιτέρως δὲ διὰ τὰς Ἀθήνας, ἂν δὲν εἶχε προηγηθῆ καὶ μόνον ἐκ τῆς δηλώσεως τῶν προθέσεών του περὶ δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος «περὶ Ἐνοικιοστασίου» ἡ γνωστὴ διαταραχή, ἂν ἐκ μόνης τῆς ἀναγγελίας τῶν προθέσεών του δὲν εἶχον μεσολαβήσει αἱ θλιβεραὶ σκηναί, διὰ τὰς ὁποίας κατεβλήθη προσπάθεια νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς ἀλλοτρίας ἀφορμάς, δὲν θὰ προέβαινον νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Ἀλλὰ μεθ’ ὅσα συνέβησαν θλιβερὰ γεγονότα εἶχον ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ. Ὑπουργόν.
§73Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἀμφιβάλλετε ὅτι ἡ εὐχαρίστησις νὰ σᾶς ἀκούσω εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐπιθυμία μου.
§74Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ μόνη ἡ ἀναγγελία τῶν προθέσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ προεκάλεσε τόσον τραγικὰς σκηνάς, φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐκτέλεσις δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ὠθήσῃ εἰς ἔτι θλιβερωτέρας σκηνάς. Ὥστε ἡ ἐπερώτησίς μου σκοπεῖ καὶ τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ καὶ τὴν πρόληψιν τῶν ἀναποφεύκτων θλιβερῶν σκηνῶν.
§75Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ κράτος τοῦ νόμου θὰ ἐπιβληθῇ.
§76Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τὸ κράτος τοῦ νόμου εἶναι τὸ κράτος λογικοῦ νόμου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κράτος ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει βάσιν λογικήν.
§77Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Αὐταὶ εἶναι ἀπειλαί. (Διαμαρτυρίαι).
§78Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπειλαί, ὁ κ. συνάδελφος ἑρμηνεύει μίαν γνώμην.
§79Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἄν ἐπρόκειτο νὰ ἀπειλήσω τὴν εὐρυθμίαν ἢ τὴν τάξιν, θὰ ἔπρεπε νὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν ἀναβολήν, διότι ἡ στάσις τῶν ἐνδιαφερομένων τάξεων, τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου μόνον διὰ τῶν ἀπόψεων τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε, ἂν ἤθελον νὰ προκαλέσω διαταραχήν, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶμαι μεταξὺ τῶν ζητούντων τὴν ἀναβολήν. Δὲν θέλω νὰ θέσω τὴν Κυβέρνησιν εἰς δύσκολον θέσιν, εἰς ἐνοχλητικήν, εἰς θλιβεράν, νὰ κανονίσῃ τὴν δύναμιν τοῦ νόμου ὡς ἕνα σκοπὸν ἀνύπαρκτον πρὸς ἐπιβολὴν τῆς τάξεως, ἡ ὁποία δὲν πρόκειται νὰ διαταραχθῇ. Τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως τὸ ὁποῖον κατέθεσα, ἔχει δύο ἀπόψεις. Ἓν πολιτικὸν θέμα τίθεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐλέγχου τοῦ οὐσιαστικοῦ, τοῦ νομοθετικοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀνέφερε τοῦτο καὶ κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς παρελθούσης συνεδρίσεως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος. Εἶναι σοβαρὸν τὸ θέμα, ὥστε πρέπει νὰ φέρω τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πρόκειται νὰ μάθουν διὰ τῆς ψήφου μας, ἂν εἶναι δυνατὸν ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ λαμβάνωσιν ἀποφάσεις οἱ Ὑπουργοὶ διὰ νομοθετικῶν ἢ ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων. Ἀσφαλῶς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εὑρίσκεται τυπικῶς ἐν τάξει. Δὲν ὑπάρχει μία παράβασις τυπικὴ τοῦ νόμου, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἐγκαλῶ ἐνταῦθα. Ὑπάρχει Ν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν τροποποίησιν τῶν σχέσεων, οἱ ὁποῖαι κανονίζουσι τὰς μισθώσεις. Καὶ ἐρωτῶ· ἓν τοιοῦτον Ν. Διάταγμα ἐπίδικον ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ χορηγήσῃ τοιαύτην ἰσχύν, τοιαύτην δύναμιν εἰς ἕνα λειτουργόν, ὥστε νὰ προβῇ μὲ τόσην ἐλευθερίαν, ὑπαρχούσης Βουλῆς, εἰς τὸν κανονισμὸν ἑνὸς σπουδαίου θέματος, οἷον εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα;
§80Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ εἶμαι ἐν τάξει.
§81Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Νομικῶς, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶσθε ἐν τάξει.
§82Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκτὸς τοῦ Ν. Διατάγματος τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε, εἶναι καὶ ὁ νόμος....
§83Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ.
§84Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). .... ὁ νόμος τοῦ 1925, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸν κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου διὰ Διατάγματος. Ἑπομένως δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐπίδικον Διάταγμα.
§85Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εὑρίσκεται ἐν τάξει νομικῶς καὶ τυπικῶς. Ἐνεργεῖ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑφισταμένων νόμων, δὲν ἐνεργεῖ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς οὐσίας, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀντικρούσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς.
§86Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ Διάταγμα ἐξεδόθη ὑπ’ εὐθύνην ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποδέχεται τὰς εὐθύνας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις; Δὲν τὰς ἀποδέχεται.
§87Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μήπως πρόκειται νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὁ κ. συνάδελφος, ἵνα προκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης;
§88Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι.
§89Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Θὰ προσπαθήσω νὰ καταρρίψω ἀμέσως τὴν νομικὴν κατοχύρωσιν τοῦ ἔργου τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ διὰ τοῦ ἑξῆς παραδείγματος, τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς. Ὑπάρχει μία κατάστασις ἀνώμαλος, ἡ ὁποία διῆλθε διὰ διαφόρων ἐξελίξεων καὶ κατέλιπε πολλὰ Ν. Διατάγματα. Ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσιν εἰς χεῖράς των τοιαύτην ἐξουσίαν ἀπὸ παρελθόντα Διατάγματα, εἴτε ἐπὶ τῆς δικτατορίας τοῦ Παγκάλου, εἴτε ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κονδύλη, εἴτε καὶ πρότερον. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ἐξουσίαν δυνάμει ἑνὸς Διατάγματος ἀπὸ τὴν ἀπειρίαν τῶν ἐξουσιῶν, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ἡ δικτατορία τοῦ Παγκάλου καὶ ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη νὰ συνάψῃ συμβάσεις ἐμπορικὰς μετὰ ξένων Κρατῶν καὶ συμμαχίαν ἀκόμη. Σᾶς ἐρωτῶ· θὰ ἦτο δυνατὸν οἱαδήποτε Βουλὴ ἢ καὶ ἡ παροῦσα νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐνεργοῦντα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ τύπου, ἐνῷ ὑπάρχει Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία; Ὥστε νὰ δεσμεύσῃ τὴν Χώραν διὰ συμμαχιῶν; Καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ Διατάγματα τοῦ Ταβουλάρη, τὰ ὁποῖα τῷ δίδουσιν ἀπειρίαν ἐξουσιῶν διὰ νὰ συνάπτῃ συμβάσεις οἱασδήποτε ἐκτάσεως καὶ σημασίας. Ἐν τούτοις ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εὐλαβούμενοι ἑαυτοὺς καὶ τὴν Βουλὴν δὲν ἐτόλμησαν, οὔτε θὰ τολμήσωσι νὰ πράξωσι τοιαύτας αὐθαιρεσίας καὶ προσβολὰς κατὰ τῆς ὑποστάσεως τοῦ Σώματος.
§90Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὡς παράδειγμα ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι διαφορετικὰ πρὸς τὸ προκείμενον θέμα καὶ παραξενεύομαι μάλιστα πῶς ἀνεφέρατε τοιαῦτα παραδείγματα.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἐφαρμοζόμενον τὸ Ἐνοικιοστάσιον πάντοτε διὰ Διαταγμάτων κανονίζονται τὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
§92Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ· ἡ νομικὴ ἐξουσιοδότησις, τὴν ὁποίαν παρέσχεν ἡ Συνέλευσις εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Τσιτσεκλῆν διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε ἐπὶ πεντηκονταετίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐνῷ διαδέχονται ἀλλήλας αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ νὰ μεταβάλλωνται οἱ συνθέσεις καὶ οἱ κοινωνικοὶ ὅροι; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἰσχυρὸν τὸ ἐπιχείρημα ὥστε νὰ διασείσῃ τὸ ἐπιχείρημά μου τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει νὰ καταδείξῃ τὴν ἀστοχίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν νομιμότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι, μετὰ μίαν περίοδον τοιαύτην, ὅταν συγκροτεῖται μία Βουλὴ καὶ μετ’ αὐτὴν μία δικτατορία, θὰ εἶναι τολμηρὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτην ἐνέργειαν εἰς οἱονδήποτε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἀπόφασίς σας, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε Ὑπουργὸν καὶ εἰς ὁλόκληρον Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀσφαλῶς θὰ ἀνοίξῃ τὴν θύραν εἰς τὴν δικτατορίαν. Μὴ φαντάζεσθε ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἶναι ἀριστούργημά τι, τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ἢ εἶναι ἀνώτερον σύστημα. Ἂν φαντάζεσθε τοιοῦτόν τι πλανᾶσθε. Εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον ὑπολαμβάνει ὁ λαὸς ὅτι δύναται καλύτερον νὰ κανονίσῃ τὰς ὑποθέσεις του. Καὶ μοὶ ἔκαμε μεγίστην αἴσθησιν ὅταν παριστάμενος πρὸ ὀλίγου μετ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ σεβαστῶν ὅπως ὁ κ. Καρπετόπουλος καὶ φίλων ὅπως ὁ κ. Λαδᾶς καὶ Κρανιωτάκης, ἠκούσαμεν τὴν κραυγὴν τῶν παραπονουμένων, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἶναι καταστρεπτικὸν καὶ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἠρωτήσαμεν, ἂν τὸ Ἐνοικιοστάσιον τροποποιήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τὸ εὐνοϊκώτερον πρὸς ὑμᾶς, θὰ ἐξακολουθῆτε νὰ θέλητε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκραύγασαν καὶ πάλιν ἐννοοῦμεν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἐχαιρετήσαμεν μετὰ μεγάλης συμπαθείας τὴν ἔκκλησιν τοῦ Λαοῦ νὰ νομοθετῆται καὶ διοικεῖται ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐξαπέστειλεν ἐνταῦθα κατὰ τρόπον ἀπολύτως σύμφωνον μὲ τοὺς ὑφισταμένους νόμους· ὁ Λαὸς δὲν ἀναγνωρίζει ταύτην τὴν στιγμὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων του ἄλλην. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν δικτατορίαν, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καθῆκον νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν κάθε ἐπιβολῆς τῆς δικτατορίας. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀσκῇ τὴν ἐξουσίαν ἐν σεβασμῷ πρὸς τὴν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν καὶ νὰ μὴ ὀχυροῦται διὰ θέματα τόσον σπουδαῖα ὄπισθεν μιᾶς τυπικῆς δικαιολογίας. Διότι, κύριοι, μία Κυβέρνησις ἀνώμαλος, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κονδύλη, εὐθὺς ἐκ τῶν πρώτων ἔργων ἐπετέλεσεν ἔργον συμπαθέστατον, τὴν κατάργησιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου τοῦ Παγκάλου καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς, ἡ σημερινὴ Βουλή, νὰ ἀνατρέψῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Κονδύλη καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ Διάταγμα τῆς δικτατορίας. Εἶναι καταπληκτικόν, διότι οἱ ὅροι δὲν μετεβλήθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὔτε ἡ δραχμὴ ὑπέστη μείωσιν, μίαν νέαν πτῶσιν, ὥστε νὰ δικαιολογεῖται, τοὐναντίον ἡ δραχμὴ ἐβελτιώθη. Ἑπομένως ἀσφαλῶς ἡ ἰσχὺς τοῦ μέτρου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀποτελεῖ καὶ ἀντιλαϊκὸν μέτρον διὰ περισσοτέρας λαϊκὰς τάξεις. Τὸ Ἐνοικιοστάσιον, κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ δύο μορφάς. Ὁμιλῶ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοθετήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπάρχει τὸ Ἐνοικιοστάσιον τῶν κατοικιῶν καὶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον τῶν καταστημάτων. Εἶναι δύο χωριστὰ πράγματα. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν συνδέωνται, τὸ Ἐνοικιοστάσιον τῶν καταστημάτων δὲν ἔχει τὴν ἰδίαν μορφὴν τοῦ Ἐνοικιοστασίου τῆς κατοικίας. Ἡ θέσις ἑνὸς ἐπαγγελματίου μικροῦ εἰς τὸ κατάστημά του ἀποτελεῖ μίαν ἰδιαιτέραν μορφὴν ἰδιοκτησίας. Εὑρισκόμεθα πρὸ συγκρίσεως δύο τάξεων, τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν ἐπαγγελματιῶν, ἀλλ’ ἡ θέσις τῶν ἐπαγγελματιῶν εἰς τὴν μίσθωσιν εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε δημιουργεῖται ἀσφαλῶς ἓν ἰδιαίτερον εἶδος δικαιώματος, δικαιώματος μάλιστα ἰδιοκτησίας, διότι ἡ αὔξησις, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς ἓν κατάστημα, ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος καὶ ἐκ λόγων γενικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνάγονται εἰς μεταγενεστέρους ὅρους. Ἡ πελατεία τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὀφείλεται πρὸ παντὸς εἰς ἓν εἶδος ἰδιοφυΐας ἐξαιρετικῆς καὶ διὰ τοῦτο πρωτεύουσαν θέσιν καὶ βαρύνουσαν ἔχει ὁ προσωπικὸς παράγων. Τὸ πρόβλημα τοῦτο ἐγεννήθη πρὸ παντὸς ἐσχάτως κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ἀλλὰ μελετᾶται ἀπὸ πολλῶν χρόνων εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν ἐπιστήμην. Ἐδημιουργήθη ἓν εἶδος ἰδιοκτησίας καὶ ἀνεγνωρίσθη, ὅτι πλὴν τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐμπορευμάτων ὑπάρχει καὶ ἓν ἰδιαίτερον κεφάλαιον ἐμπορικῆς καὶ βιομηχανικῆς ἐγκαταστάσεως, ὅπερ εἶναι κολοσσιαῖον ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων καὶ τῆς ἐπιπολαζούσης ἐπαγγελματικῆς ἀστικῆς τάξεως. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπολογίζεται ὅτι ἀνέρχεται εἰς τρία δισεκατομμύρια. Ἐν Παρισίοις περὶ τὰ 900,000,000 ὑπολογίζεται αὐτὸ τὸ κεφάλαιον. Ἀπὸ τοῦ 1910 εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ἰδιαιτέρως ἐν Παρισίοις προσεπάθησαν νὰ ἀναπτύξουν τὴν ἀντίληψιν ταύτην τῆς ἐμπορικῆς ἰδιοκτησίας. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1911 ἀσχολοῦνται αἱ Βουλαὶ τῆς Γαλλίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Οἱ νόμοι αὐτοὶ προέρχονται ἀπὸ μακρὰν ἐξέλιξιν, ἡ ὁποία θὰ καταστῇ πνεῦμα ὅλων τῶν Κρατῶν, βλέπομεν ἀναγνώρισιν ἔν τινι μέτρῳ καὶ τελευταίως ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῆς 30ῆς Ἰουνίου 1926 περὶ τῆς ἐμπορικῆς ἰδιοκτησίας καὶ ὁ ὁποῖος ὥρισε καὶ τὰ ἀνταλλάγματά της.
§93Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ συζήτησις στρέφεται περὶ τὸ κῦρος τοῦ Διατάγματος καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη, νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ ἡ Ἐπιτροπή, ἐνῷ ὑμεῖς εἰσήλθετε εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
§94Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ἀνάπτυξις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κάμω χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας πολὺ ἐκτεταμένας, πρόκειται νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πεποίθησιν ἀνθρώπων, τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπαντήσουν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καθιερωθῇ ἡ ἰδιοκτησία, διότι ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προβάλῃ ἓν ἐπιχείρημα ἁπλοῦν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ εὕρῃ ἀπήχησιν εἰς συνειδήσεις πολλῶν συναδέλφων, ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἔχει εὐεργετικὰς διατάξεις, ἀσφαλῶς εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς θὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι θὰ κάμω μίαν μικρὰν ἀνασκόπησιν τῶν κεφαλαιωδῶν ἐλαττωμάτων τοῦ Ἐνοικιοστασίου διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα. Λέγω ὅτι εἰς ἄλλα μέρη, εἰς τὴν Γαλλίαν, δι’ ἰδιαιτέρου νόμου ἐκανόνισαν τὰς σχέσεις μὲ τὰς μισθώσεις τῶν καταστημάτων, διότι παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει ἓν ἐνοχικὸν δικαίωμα τόσον ἰσχυρόν, ὥστε θίγει τὰ ὅρια ἐμπραγμάτου δικαιώματος εἰς τὴν μίσθωσιν.
§95Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν τὸ παραδεχόμεθα αὐτό.
§96Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ βιβλίον τοῦ κ. Πατρώ, ὅστις ὑπῆρξε καὶ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τούτου. Σᾶς ἐξήγησα δὲ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀνάγκης διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ μία λαϊκὴ ἀνάγκη, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ ἐξελίξεως σταθερᾶς τῆς Κοινῆς Γνώμης, τῆς συνειδήσεως τῆς ἐπιστημονικῆς, ἐν Γαλλίᾳ καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ἡ ὁποία τόσης ἀπολαμβάνει συμπαθείας. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν λέγω καινὰ δαιμόνια, ἀλλὰ πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῇ βάσει παραδεδεγμένων, διὰ νόμου τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς τῆς 30 Δεκεμβρίου 1926, ἔχω ἐνταῦθα τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἀκόμη δὲ καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ εἰσηγητοῦ. Δὲν δημιουργῶ λέγω ἐγὼ ὁ ἴδιος τὰς θεωρίας ταύτας, τὰς μεταφέρω καὶ θέλω νὰ τὰς προσαρμόσω ἐν Ἑλλάδι, διότι νομίζω ὅτι τὸ θέμα ἐπιδέχεται καὶ ἐπιβάλλει τὴν προσαρμογήν. Καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐλαμβάνετο ἡ ἑξῆς πρόνοια διὰ τοὺς καταστηματάρχας. Ἐνῷ κατηργεῖτο τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἐπετρέπετο εἰς τὸν μισθωτὴν νὰ ἀποκρούσῃ τὸν ἄλλον μισθωτήν, ὅστις ἤθελε νὰ τῷ ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν, διότι περὶ περιουσίας πρόκειται. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐπροστατεύετο κατὰ τρόπον, ὅστις καθιστᾷ σχεδὸν ὑποχρεωτικὴν εἰς τὸν μισθωτὴν τὴν ἐνάσκησιν τῆς μισθώσεως ἐπὶ ἐννέα ὁλόκληρα ἔτη διὰ τοῦ νόμου τούτου. Ἐνῷ ἀντιθέτως εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται στοιχειώδης. Ἐπιτρέπεται ἀθρόως καὶ συλλήβδην ἡ ἀνοικοδόμησις.
§97Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀφοῦ εἰσήλθομεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ Ἐνοικιοστασίου φαντάζεσθε ὅτι θὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις;
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ, κ. συνάδελφε. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ θέμα.
§99Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος, διότι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως ἐπιτρέπεται διὰ πρώτην φορὰν ἐκ τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἀνοικοδόμησις ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως οὐσιαστικῆς. Ἄλλοτε τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ περιεῖχε διατάξεις προστατευτικὰς πραγματικῶς μεγάλων κατηγοριῶν, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς καταδολιεύσεως τοῦ νόμου, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ χώραν. Πᾶς ἰδιοκτήτης θὰ ἐξώνῃ τοὺς μισθωτάς. Οὐδεμία δὲ πρόνοια λαμβάνεται καὶ μένουν ἐλεύθεροι παραδείγματος χάριν 20–30 ἰδιοκτῆται νὰ ἔχουν εἰς χεῖράς των τὴν τύχην ἑκατὸν ἐπαγγελματιῶν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ’ εἰς 20 καὶ μόνον ἀνθρώπους ἐμπιστεύεσθε τὴν τύχην ἑκατὸν ἐπαγγελματιῶν καὶ χιλιάδων ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀποζοῦν ἐξ αὐτῶν; Μέγα ἐπίσης ἐλάττωμα εὑρίσκω ὅτι αἱ αὐξήσεις αἱ ὁποῖαι δίδονται ἔπρεπε νὰ εἶναι ἄλλαι διὰ τὰς μικρὰς καὶ ἄλλαι διὰ τὰς μεγάλας πόλεις. Εἰς ὅλα τὰ Ἐνοικιοστάσια, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα καὶ ἰδίως ἐν Γαλλίᾳ, γίνονται διακρίσεις εἰς τὰς αὐξήσεις μεταξὺ τῶν πόλεων αἱ ὁποῖαι ἔχουν πληθυσμὸν ἀνώτερον καὶ πόλεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πληθυσμὸν μικρότερον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ διάκρισις αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ καὶ ἐνταῦθα ὑπ’ ὄψιν. Ἂν δὲ εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ἔδωσαν ἀκόμη τὸ δεκαπλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ ἐνοικίου, ἀσφαλῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπερβῶμεν αὐτὸ τὸ ὅριον. Κατ’ ἐπίσημον στατιστικήν, τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ ἔδιδεν ἑπτὰ καὶ κάτι. Εἰς ταύτας δέον νὰ προστεθῶσιν οἱ φόροι τῶν ὁδοστρωμάτων ἐπὶ 10%, οἱ φόροι οἰκοδομῶν οἱ ὁποῖοι μεταβιβάζονται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ τοιουτοτρόπως ἐπῆλθε νέα αὔξησις κατὰ 12%.
§100Δ. ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΣ. Τὸ ζήτημα, κ. συνάδελφε, εἶναι ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσῃ ἢ ὄχι τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ ἂν πρέπει νὰ ἔλθῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν.
§101Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔκαμα τὴν πλατεῖαν αὐτὴν ἀνάπτυξιν, διότι ἔχω αὐτὸν τὸν ἐνδοιασμόν, ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον θὰ ἰσχύσῃ χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ἐπεθύμουν δὲ ἐνταῦθα διὰ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς νὰ ἀκουσθῶσιν αἱ ἀντιλαϊκαὶ ἐκεῖναι διατάξεις τοῦ Ἐνοικιοστασίου ὡς τελευταία διαμαρτυρία τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ὄχι ὡς μία προειδοποίησις.
§102Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζετε ποία αὔξησις ἐδόθη εἰς τὴν Γαλλίαν;
§103Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. 120–125%.
§104Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ἀντὶ νὰ κάμητε τὴν σύγκρισιν τῶν ὑψηλῶν ἐνοικίων, νὰ κάμητε τὴν σύγκρισιν ἐν σχέσει μὲ τὰ ἐνοίκια τὰ ἐλεύθερα καὶ ὄχι τὰ ηὐξημένα ἐπὶ τῶν ἐνοικίων τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
§105Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἰδοὺ ὅτι ὁ κ. Μερλόπουλος μοὶ ὑπέδειξε μίαν σπουδαιοτάτην παράλειψιν, ὅτι κατήργησε τὴν διάταξιν περὶ ἀθεμίτου μισθώματος καὶ τὴν διάταξιν τοῦ παρελθόντος Ἐνοικιοστασίου, ὅτι δύνανται οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφὴν νὰ ἔλθουν εἰς Ἀθήνας κυρίως ἐμίσθωσαν οἰκίας αἰσχροκερδῶς καὶ ὑπέβαλον τὴν μίσθωσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Δικαιοσύνης ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐνοίκια τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ πληρώσουν. Ἰδού, λέγω, μία σπουδαιοτάτη παράλειψις τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Κύριοι, ἐπειδὴ ἔχω τὸν φόβον τοῦτο, δι’ αὐτὸ ἀνέφερα μερικὰ παραδείγματα. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον καὶ θὰ ἀφήσω ἐλευθέραν τὴν ὁδὸν τῆς διαμαρτυρίας. Ἔφερον τὴν διαμαρτυρίαν αὐτὴν εἰς τὰ κεφαλαιώδη, θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσω ἀκόμη εἰς μερικὰ κεφαλαιώδη, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐπικύρωσις τοῦ Ἐνοικιοστασίου θὰ δημιουργήσῃ νέαν διαταραχὴν καὶ θέλω νὰ προειδοποιήσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα πρὸς κατασίγασιν τοῦ κοινωνικοῦ σάλου καὶ τὸ μέτρα αὐτὰ δὲν εἶναι τὸ Ἐνοικιοστάσιον, δὲν εἶναι ὁ Στρατὸς τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦνται μερικοὶ συνάδελφοι, εἶναι ἡ ἀντίληψις τῶν λαϊκῶν συμφερόντων.
§106Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως καὶ λειτουργίας τεχνικῆς ὑπηρεσίας Δήμων καὶ Κοινοτήτων». Τὸ νομοσχέδιον εἶναι λίαν χρήσιμον, διότι οἱ δῆμοι καὶ αἱ κοινότητες ἐργάζονται λίαν δραστηρίως πρὸς ἐκτέλεσιν κοινωφελῶν ἔργων, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κωλύονται ἐξ ἐλλείψεως ὑπηρεσίας τεχνικῆς. Ταύτην σήμερον δανείζονται ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ὑπάρχουν ἐπαρκεῖς ὥστε νὰ τὰς μεταχειρίζωνται διὰ τὰ δημοτικὰ ἔργα. Λαμβάνονται δὲ καὶ εἰδικώτεραί τινες εὐκολίαι διὰ μικρὰ ἔργα νὰ ἐκτελῶνται δι’ ἐμπειροτεχνιτῶν, ἐνῷ σήμερον καὶ ὁ ἁπλούστερος δρόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἔκτασιν δημοσίου κατασκευάσματος. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν θ’ ἀποστείλω τὸ νομοσχέδιον, νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ τὸ ταχύτερον, ὥστε μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ.
§107Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ὅπως ὑποβάλῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀγροφυλακῆς».
§108Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ ὅπως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλῃ πρὸς ψήφισιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ τὸ ὑποβάλω ταχέως.
§110Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κ. Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2826 τῆς 11 Ἰουνίου 1922 νόμου περὶ ἐπιτροπείας τῶν ἐν Σάμῳ ἱερῶν Μονῶν».
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§112Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἶναι ἐκ τῶν ἄκρως ἀκανθωδῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν ὁλόκληρον τὴν Κοινωνίαν. Ὁ χειρισμὸς αὐτοῦ πρέπει νὰ γίνεται μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἄνευ προκλητικότητος. Τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἀνεφάνη ἐν Ἑλλάδι τὸ 1916. Ἐξεδόθησαν τότε μικρά τινα Διατάγματα ἄνευ λεπτομερειῶν, ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ ἐξογκοῦτο τὸ ζήτημα. Τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἐγέννησεν ἓν ζήτημα, διότι ἐπιτίθεται κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας τῆς πανταχόθεν πολεμουμένης καὶ οὕτω ἐδημιουργεῖτο μία προστριβὴ μεταξὺ ἰδιοκτητῶν μεγάλων ἢ μικρῶν καὶ τῶν μισθωτῶν, δεδομένης δὲ καὶ τῆς τοῦ βίου ἀκριβείας, τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ τοὺς μεσαίας τάξεως ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς εἰς ἄκρον εὐποροῦντας ἐλάμβανε σὺν τῷ χρόνῳ μεγάλας διαστάσεις. Εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι ὅλα τὰ μέχρι τοῦ 1923 ἐκδοθέντα Διατάγματα «περὶ Ἐνοικιοστασίου—τὸ τοῦ 1923 ἐξεδόθη ἐπαναστατικῷ δικαίῳ, τὰ δὲ προηγούμενα ἐξεδίδοντο ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ἄρθρου, τὸ ὁποῖον εἶχε παρεμεληθῆ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου, νομίζω, Μομφερράτου εἰς ἕνα νόμον «περὶ δικαιοστασίου» καὶ κατόπιν εἰς ἕνα νόμον τοῦ 1863—ἐξεδίδοντο ὅλα τὰ Διατάγματα αὐτὰ ὕπουλα– ὕπουλα καὶ ἔδιδον μικράς τινας αὐξήσεις μὴ ἀνταποκρινομένας εἰς τὸ δίκαιον, εἰς τὴν πραγματικὴν μισθωτικὴν ἀξίαν τῶν ἀκινήτων τούτων. Καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εὑρίσκοντο μεταξὺ ἀντιθέτων ρευμάτων καὶ πιέσεων, ἀλλ’ ἀπέβλεπον καὶ εἰς τὴν κοινωνικὴν δυσπραγίαν καὶ ἱκανοποίουν κατά τι μέτρον μικρὸν τοὺς ἰδιοκτήτας, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν μισθωτῶν. Οὕτως ὅμως ἡ διαφορὰ συνδυαζομένη καὶ μὲ τὴν τοῦ βίου ἀκρίβειαν τῆς μισθωτικῆς ἀξίας ἔφθασεν ὁμολογουμένως πάρα πολὺ εἰς βάρος τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἐπαναστατικὸν Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου τοῦ Πλαστήρα ἔκαμεν ἓν ἅλμα καὶ ἔδωκε κάποιαν μεγαλυτέραν αὔξησιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ καὶ πάλιν αἱ αὐξήσεις αὐταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν μεγάλην κοινωνικὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπῆρχε. Μετὰ τὸ Διάταγμα τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1923, τὸ ὁποῖον εἶχε περιωρισμένην χρονικὴν διάρκειαν ἰσχύος, ἔδει νὰ ἀνανεωθῇ τὸ Διάταγμα τοῦτο καὶ ἡ Δʹ Συνέλευσις ἐψηφίσατο ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ἔδωκε νομοθετικὴν ἐντολήν, νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ τροποποιήσῃ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ κληθῶ παρὰ τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου νὰ ἀποτελέσω μέλος τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ, ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁμολογουμένως εὑρέθην πρὸ αὐτοῦ τοῦ ἀλύτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὠγκοῦτο τερατωδῶς καὶ αἱ διαμαρτυρίαι ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ ἦσαν μέγισται. Ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι θὰ ἦτο ἓν ἔργον τῆς ὑπουργίας μου ἀρκετὰ σοβαρὸν νὰ λύσω αὐτὸ τὸ ζήτημα κατά τινα τρόπον πρᾶον, συμβιβάζων, ἐφόσον ἦτο δυνατόν, τὰ συμφέροντα τὰ ἀντιμαχόμενα χωρὶς ποτε νὰ θέσω καὶ τὴν μάχαιραν μέχρι τῶν ὀστῶν. Εἰργάσθην, κύριοι, ἐπὶ πεντάμηνον, μόνος ἐγὼ ἄνευ οὐδεμιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἐμελέτησα ὅλα τὰ Ἐνοικιοστάσια τῆς Εὐρώπης, σχεδὸν ἠσθένησα ἐκ τοῦ κόπου αὐτῆς τῆς ἐργασίας, καίτοι δὲ ἐλάμβανον ἐπανειλημμένως ἀπειλάς, ἀκόμη καὶ δι’ ἐπιστολῶν καὶ διὰ τηλεφωνημάτων, καίτοι ἐφρούρει ἡ ἀστυνομία καὶ τὴν οἰκίαν μου ἀκόμη καὶ ἐπήγαινα καὶ εἰς τὴν Κηφισσιὰν καὶ ἐφρουρούμην καὶ ἐκεῖ, ἐν ἀγνοίᾳ μου πάντως, ἐξεδώσαμεν αὐτὸ τὸ Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς τὸ ἀρτιώτερον, συμβιβάζον ἐν πνεύματι φιλικῷ τὰ διεστῶτα, δὲν ἱκανοποίει πλήρως καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐπίεζε τοὺς μισθωτάς, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐκείνου μὲ τὰς λύσεις, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν. Εἰσήχθη πρῶτον ἡ διάταξις ἡ πρώτη εὐεργετικὴ τῶν ὁμολογουμένως πλουσίων. Ἦσαν πλούσιοι, οἱ ὁποῖοι ἐκάθηντο καὶ ἐπλήρωνον τὰ ἴδια μισθώματα μὲ τοὺς ἀπόρους. Οὕτως ἐξετοπίσαμεν μίαν μεγάλην τάξιν μισθωτῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐξομάλυνεν αὐτὸ τὸ κοινωνικὸν πρόβλημα, ἦτο τὸ τῆς δυνητικῆς αὐτοῦ παρατάσεως μέχρι 1ης Αὐγούστου 1927, τὸ ὁποῖον ἔθεσα κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ Ἰταλικοῦ, τοῦ ὁποίου καὶ σχεδὸν εἶναι πλήρης ἀντιγραφή. Εἶχον τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν ἀντιθέσεων ἡ ἐξακολουθοῦσα νὰ ὑπάρχῃ θὰ ἀπετρέπετο καὶ θὰ ἐξωμαλύνετο καὶ ἂν ὑπῆρχέ ποτε περίπτωσίς τις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἕτερος ἦτο ἄτεγκτος, τότε τὸν παρέπεμπα εἰς τὸν πρόεδρον μὲ δύο μέλη, ἕνα ἰδιοκτήτην καὶ ἕνα ἐνοικιαστήν. Τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ὅπως γνωρίζετε οἱ πλεῖστοι, διετηρήθη καλῶς καὶ ὀρθῶς μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1926, Ἔφθασε καὶ εἰς τὰ δικαστήρια, ἔφθασε καὶ μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐχειρίζετο τὰ πράγματα ὁμαλῶς. Δὲν ὑπῆρχε κανὲν παράπονον, κανεὶς λόγος νὰ μεταβληθῇ, ὁπότε τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1926, ἐπὶ δικτατορίας Παγκάλου, ἤρχισαν νέαι ζυμώσεις περὶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον. Οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, πλὴν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνήθως ἠκούοντο, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται κατώρθωσαν διὰ τῶν διαφόρων ἰσχυόντων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παραγόντων νὰ ἐπιτύχωσι μεταβολὴν τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Τὸ Ἐνοικιοστάσιον αὐτὸ θὰ ἴσχυε μέχρι τοῦ 1930. Ἐκίνησαν τὸν λίθον τοῦ Σισύφου, ἀνεστάτωσαν πολλοὺς ἀνθρώπους καὶ ἄλλους ἐξηνάγκασαν νὰ ἐνοικιάσωσιν ἄλλας οἰκίας μὲ ἐνοίκια ὑπερόγκως ἀθέμιτα. Γνωρίζω δικηγόρον, ὁ ὁποῖος ἐπλήρωνε χιλίας δραχμὰς καὶ ὁ ὁποῖος ἐξώσθη ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τώρα πληρώνει 5,000 δραχμάς. Λοιπὸν δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς λόγος, κύριοι, νὰ μεταβληθῇ. Ἀλλὰ καὶ μήπως κατωρθώθη νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νέον Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον συνέταξε τότε ὁ Μέγας Ναπολέων δικτάτωρ; Διότι ἐπανειλημμένως τὸ ἀνέτρεπε, τὸ ἀνέτρεπε τὸ ἴδιον αὐτοῦ ἔργον, ὑφιστάμενος ἑκάστοτε τὰς πιέσεις τῶν ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων. Τώρα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ νόμιμος Χώρα καὶ ἡ ἐπὶ τῆς νομίμου Συνελεύσεως Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ νόμιμον Ἐνοικιοστάσιον ἐκεῖνο τῆς προτέρας Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἐνόμισεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἴσως ὅτι ἠδύνατο νὰ λύσῃ αὐτὸς τὸ πρόβλημα τὸ κοινωνικὸν καὶ νὰ λάβῃ ἐκεῖνος τὸν στέφανον τῆς δόξης, τὸν ὁποῖον δὲν κατώρθωσα νὰ λάβω ἐγώ.
§113Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κανένα στέφανον δὲν ἐπρόκειτο νὰ λάβω, ἁπλῶς νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου.
§114Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς λόγος, διότι εἰς τὰ καταστήματα εἶχε δοθῆ μία αὔξησις τὸ ἑνδεκαπλάσιον καὶ εἰς τὰς οἰκίας τὸ ἑξαπλάσιον, οἱ δὲ πλούσιοι εἶχον ἐκτοπισθῆ. Σᾶς εἶπον προχθὲς ὅτι μέγας καὶ τότε ἠγέρθη θόρυβος ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κοινωνίας διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ τὴν δημοσίευσιν ἐγὼ ἐνήργησα μετ’ ἀπόφασιν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία μνημονεύεται ἐν τῷ προοιμίῳ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου καὶ τὸ ὁποῖον ὤφειλα νὰ πράξω, διότι ἐξέδωκα τὸ Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 3676 τοῦ 1924. Ἀλλὰ καίτοι ἐδημοσιεύθη ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης σαφοῦς ἐντολῆς καὶ μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου....
§115Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος δὲ λέγει ἔγγραφον ἀπόφασιν.
§116Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι αἱ δημόσιαι πράξεις δὲν διεξάγονται διὰ λόγων. Λοιπὸν ἐγένοντο μεταμεσονύκτιοι συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δικαίως ἐζητήθη ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιπροσωπευθῇ καὶ αὐτὴ διὰ μιᾶς Ἐπιτροπῆς. Ἔφθασα μέχρι τοῦ σημείου εἰς ὥρας μεταμεσονυκτίους νὰ δηλῶ παραίτησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους εἶδον ὅτι ἦτο φρόνιμος αὐτὴ ἡ συμβουλή, διότι προσελάμβανε τὸ νομοθέτημα αὐτὸ τὸ ὑψίστης σημασίας κοινωνικῆς θὰ προσελάμβανε καὶ ἓν κῦρος τῆς Συνελεύσεως καὶ ἑπομένως θὰ ἀπεκδυόμην καὶ ἐγὼ τοιαύτης εὐθύνης, ἡ ὁποία θὰ ἐπεσείετο ἐπὶ τῶν ὤμων μου καὶ ἡ ὁποία ἔφθανε μέχρι ἀπειλῶν ἐγγεγραμμένων μὲ κόκκινο μελάνι. Αἷμα, μοὶ ἔλεγον καὶ μοὶ ἔγραφον. Λοιπὸν ἔγινε μία Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου. Εἰργάσθημεν ἕνα μῆνα πρωῒ καὶ βράδυ, τὸ Ἐνοικιοστάσιον δὲν μετεβλήθη κατὰ τὴν βάσιν καθόλου καὶ ἐδημοσιεύθη μὲ τὰ φῶτα τῶν ἄλλων, διότι δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀξιώσῃ ὅτι μόνον αὐτὸς εἶναι ὁ σοφός. Καὶ δὲν ἔφθασε τοῦτο, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν καὶ μίαν ἐπίδειξιν, ἀναλώμασι τοῦ ὑποφαινομένου, τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν διὰ νὰ δειχθῇ καὶ ἡ ὁμοφωνία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν συνιστῶ ἢ πρὶν εἴπω καὶ ἄλλο τι τὸ ὁποῖον ἐν τέλει θὰ εἴπω ἢ μᾶλλον ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, διότι ἡ ἐπιμονή του νὰ μὴ διέλθῃ ἐκ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἀποτελεῖ καὶ ἀνευλάβειαν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Σύνταγμα.
§117Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατί;
§118Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Βεβαίως, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ νομοθετεῖτε ὅταν ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα.
§119Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδέποτε ἠξίωσα τοῦτο. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, ἂς παραπεμφθῇ. (Χειροκροτήματα).
§120Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§121Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§122Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κ. κ. βουλευταὶ λέγουν ὅτι τὸ θέλει ἡ Βουλή. Ἑπομένως ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι μεγαλυτέρα τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§123Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς μετεχειρίσθη μίαν φράσιν ὅτι εἶμαι ἀνευλαβὴς πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Θὰ ἤθελον νὰ ἐξηγήσῃ ποία εἶναι ἡ ἀνευλάβεια.
§124Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὴν ἔκκλησίν μου καὶ παρακαλῶ νὰ συναινέσητε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§125Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Τὸ εἶπε.
§126Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν παραπομπὴν τοῦ Διατάγματος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι δὲν θὰ πράξωμεν ἄλλο τι εἰμὴ νὰ διαιωνίσωμεν ἀνωμαλίας ὑπαρχούσας. Διότι ὡς βλέπετε καθ’ ἑκάστην γίνονται συνεδριάσεις τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ ἀντιθέτως τῶν ἰδιοκτητῶν. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἶναι καλόν, διότι καὶ οἱ μὲν παραπονοῦνται καὶ οἱ δὲ μὲ ὑβρίζουν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα οὔτε τοὺς μέν, οὔτε τοὺς δέ, ἀλλ’ ἐκράτησα μέσην ὁδόν. Τώρα μοὶ λέγετε σεῖς διατί νὰ μὴ μείνῃ τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ 1924. Εἶναι ὡσὰν νὰ μοὶ λέγετε καὶ νὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ παρακολουθήσητε τὸ θέατρον ἢ τὸν κινηματογράφον μὲ χθεσινὸν εἰσιτήριον. Ὅ,τι ἔγινε τὸ 1924 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ 1926. Αἱ ἀνάγκαι μετεβλήθησαν, αἱ ἀξιώσεις μετεβλήθησαν καὶ ἑπομένως ἦτο καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὰς σχέσεις αὐτοῦ νὰ τὰς ἐξομαλύνῃ καὶ διὰ νὰ τὰς ἐξομαλύνῃ τὰς σχέσεις, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τάμῃ μίαν μέσην ὁδὸν χωρὶς νὰ προστατεύσῃ οὔτε τοὺς μέν, οὔτε τοὺς δὲ καὶ νὰ κανονίσῃ ἓν Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ κ. συνάδελφος ἐθεώρησεν εὐνοϊκώτερον. Ἡ μόνη ἀξίωσις τῶν ἐπαγγελματιῶν εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἐψήφισεν. Αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν ἔχουν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περιεφρόνησε τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς οἱ προϊστάμενοι τῶν ἐπαγγελματιῶν μετέβησαν τότε εἰς τὸν Πάγκαλον διὰ τὸ ἰδικόν σας Διάταγμα καὶ παρεπονέθησαν ὅτι τάσσονται μὲ τὸ πλευρόν του καὶ ἐξύβρισαν τὸ Κοινοβούλιον καὶ τοὺς βουλευτὰς καὶ εἶπον ὅτι θὰ ταχθοῦν μὲ τὸ πλευρόν του ἂν τὸ Ἐνοικιοστάσιον αὐτὸ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ τὸ μεταρρυθμίσῃ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων των. Καὶ παραπομπὴ εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲ σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν προσπάθειαν ὅπως τὸ Ἐνοικιοστάσιον μείνῃ ἀνεφάρμοστον.
§127Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ....
§128Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ τὸ ἰδικόν σας Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο ἄρτιον, ὑπέστη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοιοῦτον ἐξευτελισμόν, ὥστε ἐπαρουσιάσθη ἄλλο νομοθέτημα.
§129Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§130Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Πρόκειται περὶ μομφῆς καὶ ὀφείλω ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ προκαλέσω τὴν μαρτυρίαν τοῦ ρήτορος. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη μετὰ πάσης εἰλικρινείας.
§131Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Βεβαίως. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου ποτὲ δὲν θὰ δυνηθῇ οὐδεὶς Ὑπουργὸς νὰ εὐχαριστήσῃ τὰς διαμαχομένας τάξεις, ἐφόσον καθίσταται ἐφικτόν, ἐξ ἄλλων γενικωτέρων λόγων ἡ ἄρσις τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Δυνατὸν τὸ Ἐνοικιοστάσιον τὸ ὁποῖον κατηρτίσατε νὰ εἶναι καλύτερον καὶ ἀπὸ τὸ ἰδικόν μου. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ ἰδικοῦ μου. Τὰ νομοθετήματα ἅμα γίνονται εἶναι κτῆμα κοινὸν, δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὸ ἔκαμε. Ἀλλὰ διατί φοβεῖσθε τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δὲν θέλετε νὰ δείξητε καὶ ἕνα σεβασμὸν πρὸς τὴν Βουλήν; Φοβεῖσθε τὸν διαιωνισμόν; Τάξατε προθεσμίαν. Βλέπετε ὅτι καὶ ἡ δυσάρεστος καὶ θλιβερὰ ἀπεργία τῶν ἐπαγγελματιῶν εἶχε καὶ αὐτὴ ἕνα ἀπὸ τὰ αἴτιά της τὸ Ἐνοικιοστάσιον. Ἐξωθεῖτε τὰ πράγματα ἄνευ λόγου, παραβλέποντες καὶ τὸν πρὸς τὴν Βουλὴν σεβασμὸν καὶ τὸ αἴσθημα τῆς Κοινῆς Γνώμης. Τί θὰ ζημιωθῇ τὸ Κοινὸν ἂν ἀναβληθῇ ἐπὶ ἕνα μῆνα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ οἷον τὸ κατήρτισεν ἡ Ἐπιτροπή σας; Διότι εἶδον ὅτι μετέβαλε περὶ τοῦ θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου διάταξιν, ἡ ὁποία ἦτο ὀρθὴ καὶ ἡ ὁποία ἀνεκούφιζε τὸν κόσμον τὸν ὑποστάντα πιέσεις.
§132Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτοὶ οἱ ἔμποροι καὶ αὐτὸς ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ ἀθέμιτον μίσθωμα ἦτο μία προστασία, παρεπονέθησαν δι’ ἀναφορᾶς των καὶ ἐζήτησαν νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις περὶ ἀθεμίτου μισθώματος.
§133Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνόητον ἂν τὸ ἔκαμαν, ὁ δὲ νομοθέτης δὲν ἀκούει μίαν τάξιν ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἀποβλέπει εἰς τὸ σύνολον.
§134Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοὺς ἀπόρους τοὺς προστατεύει τὸ Ἐνοικιοστάσιον.
§135Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ὑφίστανται πιέσεις.
§136Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν προσφύγων, κ. Ὑπουργέ, οὐδεμία διάταξις προστατεύει αὐτούς.
§137Σ. ΣΥΜΕΟΝΟΓΛΟΥ. Ἐκτὸς τῶν προσφύγων.
§138Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δυνατὸν καμμία διάταξις νὰ προστατεύσῃ ὑμᾶς ὡς ἄπορον, κ. Συμεόνογλου. Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι εἶσθε ἑκατομμυριοῦχος.
§139Σ. ΣΥΜΕΟΝΟΓΛΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα καμμίαν προστασίαν διὰ τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλ’ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἐνδιαφερθῶ διὰ τοὺς πρόσφυγας.
§140Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ κ. Συμεόνογλου δὲν εἶναι μισθωτής, εἶναι βουλευτὴς ἐδῶ.
§141Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁ συλλογισμός σας ὅτι οἱ πρόσφυγες καταβάλλουν ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν των δυνάμεων εἶναι ἐσφαλμένος. Οὔτε ἀποτελεῖ ἔνδειξιν τοῦ πλούτου αὐτῶν ἢ εὐπορίας τὸ ὅτι καταβάλλουσι τὰς 5.000 δραχμάς. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν ὅτι κερδίζουν τὰς 35.000 δραχμάς. Ἡ ὑποχρέωσις τῶν ἐκπροσώπων εὑρισκομένων ἐνταῦθα προσφύγων μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ....
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀργυρόπουλε, αὐτὸ δὲν εἶναι διακοπή, εἶναι ἀγόρευσις. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συνεχίσητε. Ἂν θέλητε, δύνασθε νὰ ἐγγραφῆτε καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά σας νὰ ὁμιλήσητε.
§143Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Παρατηρῶ μετὰ λύπης μου καὶ μοὶ εἶναι ἀνεξήγητος ἡ πεισμονὴ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ.
§144Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ πεισμονῆς. Πρόκειται περὶ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ αὕτη εἶναι ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον παραπεμπόμενον εἰς Ἐπιτροπὴν νὰ διαιωνισθῇ.
§145Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν θὰ διαιωνισθῇ. Εἰς ἕνα μῆνα θὰ γίνῃ. Δύναται νὰ τεθῇ ὅρος καὶ προθεσμία εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διαλυτικὴ μάλιστα, ὥστε κατόπιν νὰ ἔχητε πλῆρες τὸ δικαίωμα.
§146Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἔτσι εἶπεν ὁ κ. Γεωργιάδης.
§147Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι, δὲν θὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Βουλήν. Βλέπω ὅτι ὅλαι αἱ συστάσεις μου καὶ αἱ παρατηρήσεις ἀφίνουσιν ἀνάλγητον τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν.
§148Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζετε πόσην προσωπικὴν συμπάθειαν ἔχω πρὸς ὑμᾶς καὶ πάντοτε πόσον μένω συγκεκινημένος καὶ ἐνθουσιῶν δι’ ὅσα λέγετε. Ἀλλὰ τὴν φορὰν αὐτὴν ἔχομεν ἀντίθετον γνώμην. Τὰ ὅσα λέγετε ἀποδίδω εἰς τὸ ὅτι ὑμεῖς εἶσθε ἀντιπρόσωπος τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἑπομένως ἐπηρεάζεσθε ἀπὸ τὰς συστάσεις τῶν φίλων σας.
§149Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν Ἀθηνῶν, πρόκειται καὶ περὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος.
§150Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἶναι εὐνοϊκόν. Δὲν ἐξωθεῖ εἰς τὰ ἄκρα οὔτε τοὺς ἐπαγγελματίας, οὔτε τοὺς ἰδιοκτήτας. Μὲ τὴν διάταξιν μάλιστα ὅτι ἡ αὔξησις δὲν θὰ δοθῇ διὰ μιᾶς, ἀλλ’ εἰς ὀκτὼ τριμήνους δόσεις, δὲν εἶναι καθόλου πιεστικόν.
§151Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν αὐξήσεων. Αὗται εἶναι ἴσως δικαιολογημέναι. Πρόκειται περὶ ἄλλων πιεστικῶν διατάξεων.
§152Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τί μοὶ ἐζητήθη νομίζετε διὰ τὴν ἄρσιν ὅλων τῶν ἀνωμαλιῶν; Ὅλα τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰς τὸ ἐπαγγελματικὰ Ἐπιμελητήρια, νὰ μὴ ἔχωσιν αὐξήσεις.
§153Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τέλος πάντων, μείνατε ἀνένδοτος. Εὔχομαι σκέψεις ψυχραιμότεραι νὰ σᾶς κάμουν νὰ μεταβάλητε πολιτικήν. Θὰ ἔλθω τώρα εἰς μίαν ἄλλην ὄψιν τοῦ ζητήματος καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὸν πρόσθετον λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένω τόσον πολὺ καὶ ἐπέμεινα εἰς τὸ νὰ δεχθῆτε τὴν παραπομπὴν εἰς Ἐπιτροπὴν ὡς ἐκπροσώπου τοῦ Σώματος. Προχθές, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσιν τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Μπακοπούλου, ἀνεφύη ἓν ζωηρὸν καὶ θλιβερὸν ἐπεισόδιον μεταξὺ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Μπακοπούλου, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς ἐκανονίσθη εἰλικρινῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πρὶν ἢ κανονισθῇ τὸ ἐπεισόδιον καὶ ἔχων πάλιν τὴν αὐτὴν σκέψιν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὡμίλησα ἐκ τοῦ προχείρου, ἐπειδὴ ἡ πρότασις ἡ ἀρχική, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Μπακοπούλου εἶχε μομφὴν ἐν γένει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς παρανόμως καὶ ἄνευ δικαιώματος δημοσιευσάσης τὸ Διάταγμα ἐκ τοῦ προχείρου εἶπον, μὴ ἔχων τὰ κείμενα ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι νομίμως ἐδημοσίευσε τὸ Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει δύο νόμων τὸν ἕνα μάλιστα ἀνέφερα ἐγώ, τὸν νόμον 3186, ἐνῷ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀνέφερε τὸ Κονδυλικὸν Ν. Διάταγμα. Νομίζω ὅτι τὸ ἀναγνωρίζειν διά τινα τὴν ἰδίαν πλάνην δὲν εἶναι πρᾶγμα ἐπίμεμπτον καὶ δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑπεραπολογηθῶ διὰ γνώμην τὴν ὁποίαν εἶπον προχθές, νομίζων ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς παρεδέχθη τὴν παραπομπήν, ἂν σήμερον σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν σοφὸν νομικὸν καὶ διακεκριμένον πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ νῦν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ δώσῃ μόνος τὴν ἀπάντησιν. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου 1924, 3186, λέγει (ἀναγινώσκει): «Διατάγματος ἐκδιδομένου ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.... κλπ.» Φρονεῖτε ὅτι αὐτὸ ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἐπικαλεσθῆτε διὰ τὸ νέον;
§154Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐξακολουθήσατε.
§155Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν προβαίνω εἰς ἀνάπτυξιν, σέβομαι τὰς νομικὰς γνώμας.
§156Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ νομικαὶ γνῶμαι περιορίζονται εἰς τοῦτο· εἰς τὸ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς μὴ καταργηθείς, ἰσχύει. Ἑπομένως δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ Διατάγματος νὰ τροποποιήσῃ ἢ καταργήσῃ ἓν Ἐνοικιοστάσιον, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἔχω καὶ τὸ τελευταῖον Ν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐφόσον δὲν κατηργήθη.
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἐπίδικον;
§158Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι τὸ ἐπίδικον, ὅλα εἶναι ἐπίδικα. Πῶς διοικούμεθα τώρα; Τὸ Σύνταγμα ὑπάρχει; Ἐφόσον τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1926 δὲν κατηργήθη, ἰσχύει καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶς αὐτοῦ ἐμνημόνευσα αὐτὸ ὡς τελευταῖον, δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ μνημονεύσω τὰ ἄλλα, αὐτὸ μοὶ ἤρκει, ἐφόσον δὲν κατηργήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἶναι νόμος ἰσχύων καὶ δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος αὐτοῦ Ν. Διατάγματος ἐδημοσίευσα τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
§159Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατηργήθη καὶ περιωρισμένην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἴχετε. Γνωρίζετε δὲ κάλλιον ἐμοῦ ὅτι ἐκδιδομένου νεωτέρου νόμου καταργεῖται ὁ παλαιότερος. Αὐτὸν τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἀναφέρετε εἶναι τοῦ Παγκάλου.
§160Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι, δὲν εἶναι τοῦ Παγκάλου.
§161Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον εἴπατε ὅτι ἰσχύει.
§162Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἰσχύει.
§163Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἰσχύει.
§164Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1926, τὸ ὁποῖον αἴρει τὸ Ἐνοικιοστάσιον;
§165Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἴρει τὸ Ἐνοικιοστάσιον, δὲν αἴρει τὸν νόμον. Ὁ νόμος ἐκεῖνος παρέχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἄρωμεν καὶ νὰ τροποποιήσωμεν τὸ Διάταγμα.
§166Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Παρὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐντολὴ εἶναι περιωρισμένη καὶ ἀναφέρεται εἰς ὡρισμένον Διάταγμα, ἐξηντλήθη δὲ διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ ἰδικοῦ μου.
§167Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς ἐξηντλήθη;
§168Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἰδοὺ διατί, ἀναφέρεται εἰς ὡρισμένον Διάταγμα καὶ ἐξηντλήθη ἐκδοθέντος νεωτέρου Διατάγματος διὰ τῆς ἐκδόσεως νόμου. Κατ’ αὐτὰ διαφωνῶ. Δεύτερον ἐπικαλεῖσθε εἰς τὸ προοίμιον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
§169Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς ἐξήγησα διατί· διότι εἶναι τὸ τελευταῖον, δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀναδράμω εἰς ἄλλα, ὑπῆρχε τὸ τελευταῖον καὶ αὐτὸ ἀναφέρω.
§170Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Αὐτὸ λέγει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ Προεδρικοῦ Διατάγματος δύνανται νὰ τροποποιηθῶσι.... κλπ.» Ἄρα ἡ νομοθετικὴ αὐτὴ ἐξουσιοδότησις, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε....
§171Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρωτοφανὲς εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε ὑμεῖς, ἄνθρωπος τοιαύτης νομικῆς μορφώσεως, μέχρις ὅτου κυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἰσχύει.
§172Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ αὐτὸς ὁ ἐκδοὺς τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα, τὴν ἐξουσιοδότησιν αὐτὴν τὴν νομοθετικὴν τὴν ἔθεσεν ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κυρώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Θὰ γνωρίζητε δὲ κάλλιον ἐμοῦ ὅτι τὰ τοιαῦτα Διατάγματα τὰ νομοθετικὰ ἢ ἐπαναστατικὰ καὶ ὅταν ἔχωσιν αὐτὴν τὴν ρήτραν δέον νὰ ὑποβάλλωνται ἀμέσως πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν δὲν ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, θεωροῦνται ἀτονίσαντα. Ἀλλ’ ἀφίνω καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι εἶναι θεωρίαι.
§173Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θεωροῦνται ἀτονίσαντα. Θεωροῦνται ἀτονίσαντα, ἐφόσον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Σήμερον δὲν ἔχομεν Σύνταγμα, δὲν ἔχομεν Συνέλευσιν, ἔχομεν Βουλήν. Σήμερον διοικούμεθα ὑπὸ Συντάγματος μὴ κυρωθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§174Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τώρα ἓν ἄλλο θέλω νὰ μοὶ εἴπητε· σεῖς νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε αὐτὴν τὴν δευτέραν ἀνάπηρον καὶ νεκρὰν διάταξιν, ἀλλὰ τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν ἡμεῖς ἐδῶ διὰ τὰ δικτατορικὰ Διατάγματα τί λέγει; Ἂν πρόκειται νὰ ἐπικυρωθῶσιν αὐτὰ καὶ σεῖς βεβαίως διὰ τῆς ἐνεργείας σας, διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Ν. Διατάγματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου....
§175Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λέγει ἐντὸς ἑνὸς ἔτους.
§176Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε τοῦτο· ὅτι μετὰ ἓν ἔτος θὰ τὰ φέρητε εἰς τὴν Βουλήν, ἐσπεύσατε δὲ ὡς ἐὰν ἦτο ὁ Ἀννίβας πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως διὰ νὰ ἐκδώσητε τοιοῦτον Διάταγμα.
§177Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἦτο ὁ Ἀννίβας πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως, ἦσαν ὅμως ἕτοιμοι αἱ διάφοροι τάξεις τῶν ἐνδιαφερομένων νὰ ἀλληλοσπαραχθῶσι καὶ εἶχον καθῆκον νὰ προλάβω αὐτὴν τὴν διένεξιν καὶ νὰ θέσω ἕνα φραγμὸν εἰς τὰ ἀντικρουόμενα συμφέροντα καὶ τὰ ἐκανόνισα ὥστε καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι.
§178Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ δὲν μοὶ λέγετε, σᾶς παρακαλῶ, τώρα δὲν θὰ τὸ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Διάταγμα τοῦ Κονδύλη ἵνα τὸ ἐπικυρώσῃ;
§179Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.
§180Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ ἂν τὸ ἀκυρώσῃ;
§181Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ γενόμενα ἐντὸς τοῦ χρόνου τῆς ἰσχύος αὐτοῦ θὰ εἶναι ἰσχυρά. Ἂν ἀκυρωθῇ τὸ Διάταγμα τοῦ Κονδύλη, τὰ ἐν τῷ μεταξὺ γενόμενα εἶναι ἔγκυρα.
§182Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἂν ἀκυρωθῇ τὸ Διάταγμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔγκυρα αὐτά.
§183Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο φρονήσεως καὶ σωφροσύνης ἔργον καὶ εὐλαβείας πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ὑποβάλῃ πρότερον πρὸ τῆς Ἐπιτροπῆς;
§184ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἐμπόδιον ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ὑποβληθῇ τὸ Διάταγμα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, αἴρεται; Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὑποβάλλει τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, αἴρεται τὸ ἐμπόδιον ἐκεῖνο;
§185Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μὴ σπεύδετε, θὰ φθάσω καὶ εἰς αὐτό. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔκαμα τὴν οὐσιαστικὴν ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν καὶ δὲν ἀκούει, τώρα θὰ τὸν πλήξω νομικῶς καὶ τότε θὰ ἴδωμεν τί θὰ γίνῃ, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν κυρώσῃ τὸ Διάταγμα. Τώρα παρακάμπτομεν τὰ τρία ἐμπόδια καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἶναι ἐκτελεστικὸν ἢ νομοθετικόν;
§186Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς πῶς τὸ χαρακτηρίζετε;
§187Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Νομοθετικὸν εἶναι καὶ τοῦτο δέχεται καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Διότι διὰ νὰ εἶναι ἐκτελεστικόν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος.
§188Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ὑπάρχων νόμος εἶναι τὸ Ἐνοικιοστάσιον, τὸ δὲ Διάταγμα τοῦ Κονδύλη, τὸ ὁποῖον εἶναι νόμος, λέγει ὅτι δύναται διὰ Διατάγματος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸ τροποποιήσῃ.
§189Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ Διάταγμα εἶναι νομοθετικὸν ἢ ἐκτελεστικόν;
§190Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ Κονδύλη ἔγινε διὰ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ ἀπούσης τῆς Βουλῆς καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ μάλιστα τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ θὰ ἐγίνοντο ἀπούσης τῆς Βουλῆς. Εἶπεν ὅτι εὐθὺς ὡς συνέλθῃ ἡ Βουλή, θὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν αὐτῆς. Εἶναι δυνατὸν καὶ παρούσης τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτοῦ, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι νομικόν, εἶναι καθαρῶς πολιτικόν. Τί θὰ γίνῃ; Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ θὰ ἀκυρώσῃ ἐξ ὑπαρχῆς τὰ Διατάγματα τοῦ Κονδύλη καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ ἐξ ὑπαρχῆς τὸ θεωρῶ ἄκυρον, τί θὰ γίνῃ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ἰσχυρὸν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο καὶ τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἀπούσης τῆς Βουλῆς; Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ ἀποτελῇ μομφὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς θὰ εἶναι ἐκτεθειμένος ἀπέναντί της.
§191Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμεν ἓν Διάταγμα συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἅμα κυρωθῇ ὁ νόμος αὐτός, θὰ παραμείνῃ καὶ τὸ Διάταγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὅταν ἴσχυεν ὁ νόμος.
§192Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Κονδύλης ἐξέδωκε νόμον, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα πρὸς τοῦτο καὶ τὸν ἐδημοσίευσεν. Ὑπάρχουν περιπτώσεις Ν. Διαταγμάτων γενομένων παρούσης τῆς Βουλῆς; Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχουν εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου.
§193Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις τοιαύτη.
§194Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει, πῶς ὑπάρχουν περιπτώσεις χρήσεως τῶν Νομοθετικῶν αὐτῶν Διαταγμάτων, ἐκδιδομένων ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἐφόσον ἐξεδόθησαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κυρώσεώς των ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅμα τῇ παρουσίᾳ αὐτῆς;
§195Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅλα τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ἐκδιδόμενα ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν τῆς ἐγκρίσεώς των κατόπιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἰσχύουν.
§196Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, αἱ πράξεις τὰς ὁποίας ἐξέδωκεν ὁ Κονδύλης, ἀφοροῦν τὸ χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀποῦσα ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἀσχέτως ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν δίδει καὶ τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ἀπολύτως ὀρθήν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον 74 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος.
§197Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐμένα μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν τὸ ὅτι ἀκούω σᾶς, ἐκτάκτου νομικῆς μορφώσεως, νὰ λέγητε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὀρθά. Σέβομαι περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγετε, ἀλλὰ λέγετε πράγματα τὰ ὁποῖα ὑμεῖς αὐτός, ἂν ἐσκέπτεσθε ἠρεμώτερον, θὰ τὰ εὑρίσκετε μὴ ὀρθά.
§198Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐσπεύσατε νὰ ἐκδώσητε ἓν Ν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐλαττώματα.
§199Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔσπευσα νὰ κάμω τίποτε.
§200Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἐν ἰσχύϊ, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ ἄρθρον 74 λέγει...
§201ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα αὐτό;
§202Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Βεβαίως εἶναι ἐν ἰσχύϊ, τὸ ἐφέρομεν ἐν ἰσχύϊ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 74 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων, κατόπιν εἰδικῶν ἐξουσιοδοτήσεων τῶν Βουλῶν διὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν των, ἐντὸς τῶν ὑπ’ αὐτῶν τεθειμένων ὁρίων καὶ μετὰ σύμφωνον πάντοτε γνώμην εἰδικῶν μικτῶν Ἐπιτροπῶν ἀπὸ βουλευτὰς καὶ γερουσιαστάς». Λοιπόν, ὅταν ἔχητε αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἐν ἰσχύϊ, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι μόνον ἀπούσης τῆς Βουλῆς δύνασθε νὰ ἐκδώσητε Ν. Διάταγμα κατόπιν ἐξουσιοδοτήσεως καὶ κατόπιν γνώμης τῶν νομικῶν, πῶς δύνασθε σεῖς ἐν τοιαύτῃ σπουδῇ νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιούτου Ν. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλητε ὡς νόμον; (Θόρυβος). Δὲν εἶναι, κύριοι, τὸ ζήτημα κομματικόν. Ἡμεῖς εἴμεθα φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πρόκειται περὶ κομματικῆς ὑποθέσεως, οὐδὲ περὶ προσωπικῆς. Ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίζωμεν τὰ σφάλματα ἡμῶν, προκειμένου νὰ νομοθετῶμεν. Εἶναι τοῦτο ἴδιον σοφοῦ. Τὸ γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀτόπων, τὰ ὁποῖα προκαλεῖ ἡ ἐσπευσμένη καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπειγούσης ἀνάγκης δημοσίευσις τοῦ Ἐνοικιοστασίου...
§203Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τέσσαρας μῆνας τὸ ἐπεξειργάσθη Ἐπιτροπή. Δὲν ὑπῆρξε τίποτε τὸ ἐσπευσμένον.
§204Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐγὼ εἰργάσθην τέσσαρας μῆνας καὶ ἄλλους τρεῖς μῆνας ἡ Ἐπιτροπή. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν λόγος τοιαύτης σπουδῆς, ὥστε νὰ φθάσητε μέχρι τοῦ σημείου νὰ μεταβῆτε αὐτοπροσώπως εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κρεμεζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§206Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ ὅτι ὁ νόμος 3186 δὲν παρέχει καμμίαν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως ἐκδίδῃ Διατάγματα Ἐνοικιοστασίου, ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε διὰ τοῦ ἰδίου Διατάγματος τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε κἂν νὰ στηριχθῇ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, οὔτε τὸν ἐμνημόνευσεν εἰς τὸ Διάταγμά του. Δὲν εἶναι δὲ σοβαρὸν νὰ ἐπικαλεῖται σήμερον ἐξουσιοδότησιν παρασχεθεῖσαν αὐτῷ ἐκ τοῦ νόμου 3186 καὶ διότι δὲν ἀναφέρεταί τι τοιοῦτον ἐν τῷ Διατάγματι τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ διότι δὲν ὑπάρχει, οὔτε μνημονεύεται ἐν τῷ Διατάγματι ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐκεῖνος προαπαιτεῖ. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον οὐσιαστικώτερον λόγον, ὅτι τὰ ἐπακολουθήσαντα τὸν νόμον ἐκεῖνον νομοθετήματα, ὡς νεώτερα, κατήργησαν τὸν παλαιότερον νόμον, καίτοι ρητὴ ἐν αὐτοῖς μνεία δὲν γίγνεται περὶ τούτου, ἐφόσον τὸ σαφὲς γράμμα αὐτῶν περὶ τὸ σημεῖον τοῦτο ἀντιτίθενται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου 3186. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, νεώτερον τοῦ νόμου 3186 νομοθέτημα εἶναι τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1926, τὸ Διάταγμα τῆς δικτατορίας Παγκάλου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ πρώτῳ ὅτι αἴρεται τὸ Ἐνοικιοστάσιον γενικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς ἐξαιρετικὰς δέ τινας περιπτώσεις λαμβάνει πρόνοιαν διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν Θεσσαλονίκην. Καὶ τώρα σᾶς ἐρωτῶ· ἐφόσον ὁ νόμος 3186 παρέχει ἐξουσιοδότησιν μόνον πρὸς τροποποίησιν τοῦ ὑφισταμένου Ἐνοικιοστασίου, τοῦ παλαιοῦ δηλαδή, τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως ἐκδοθέντος, κατὰ τίνα λόγον δύνασθε νὰ ἰσχυρίζεσθε ὑμεῖς σήμερον ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εὑρίσκεται ἐν ἰσχύϊ καὶ ἡ δι’ αὐτοῦ παρεχομένη ἐξουσιοδότησις εἶναι ἰσχυρά; Εἶναι τόσον ἀκριβὲς τοῦτο, ὥστε οὐδὲ αὐταὶ αἱ δικτατορικαὶ Κυβερνήσεις δὲν ἐτόλμησαν νὰ στηρίξουν τὰ διάφορα περὶ Ἐνοικιοστασίου Διατάγματά των εἰς τὸ νόμον ἐκεῖνον καὶ ἐξέδιδον Ν. Διατάγματα. Τοιαῦτα δὲ ἐξεδόθησαν εἴκοσι κατὰ σειρὰν Διατάγματα ὄχι ἁπλῶς ἐκτελεστικά, ἀλλὰ Διατάγματα νομοθετικά. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι οὐδὲ αὐτὴ ἡ δικτατορία δὲν ἐτόλμησε νὰ ἰσχυρισθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς σήμερον ἀποτολμεῖτε. Τὸ ὅτι δηλαδὴ ρυθμίζετε τὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τοῦτο πράττετε βάσει τῆς νομίμου ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, παρασχεθείσης διὰ τοῦ νόμου 3186. Μετὰ τὴν ἐμπεριστατωμένην τῳόντι ἀγόρευσιν τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος συναδέλφου, δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐγὼ τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρόν. Θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγα τινά. Καὶ ἐφόσον, κ. Ὑπουργέ, ἡ ἐξουσιοδότησις τοῦ νόμου 3186 δὲν ἰσχύει, εἶναι προφανὲς ὅτι ἐπὶ μόνον τοῦ Ν. Διατάγματος θέλετε νὰ στηρίξητε τὸ νομοθέτημά σας. Ἀλλὰ τὸ ἐξουσιοδοτοῦν ὑμᾶς, κατὰ τὴν γνώμην σας, Νομοθετικὸν ἐκεῖνο Διάταγμα εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν ἤδη διὰ τῶν Ἐπιτροπῶν διαδικασίαν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκυρωθῇ, ἢ ἀκυρωθῇ μόνον τὸ ἄρθρον τὸ παρέχον τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἂν τοῦτο συμβῇ, τί θὰ γίνῃ τὸ Διάταγμά σας καὶ τί θὰ γίνουν αἱ διάφοροι μισθωτικαὶ σχέσεις, αἵτινες θὰ ἔχωσι βάσει τούτου ρυθμισθῆ;
§207Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι ἔγκυρον κατόπιν τοῦ ψηφίσματος.
§208Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐν περιπτώσει κατεργασίας τοῦ Ν. Διατάγματος, ἀναμφισβητήτως αἱ συνέπειαι αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν θὰ εἶναι ἔγκυροι, συνεπῶς καὶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἔγκυρον, ἀλλ’ ἐν περιπτώσει ἀκυρώσεως, ἐξ ὑπαρχῆς συνακυροῦνται καὶ ὅλα τὰ ἀποτελέσματα, συνεπῶς καὶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον.
§209Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐξ ὑπαρχῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκυρωθοῦν. Δυνάμει τοῦ ψηφίσματος, ἡ ἀκύρωσις γίνεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Βουλήν. Λοιπὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑπέγραψε τοῦτα.
§210ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐξ ὑπαρχῆς ἀκύρωσις.
§211Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ψήφισμα δέχεται ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ νομοθετήματα ταῦτα τῆς δικτατορίας νὰ ἀκυρωθῶσιν ἐξ ὑπαρχῆς. Δὲν ἀπέκλεισεν ὅμως τὸ ψήφισμα τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ ἐπέμβῃ αὕτη καὶ διὰ ψηφίσματός της νὰ τὰ ἀκυρώσῃ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἔλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ διὰ ψηφίσματός της ἀκυρώσῃ τὰ Ν. Διατάγματα, τί θὰ γίνουν αἱ συνέπειαι αὐτῶν;
§212ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλα ἠμπορεῖ νὰ τὰ κάμῃ ἡ Βουλή.
§213Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Καὶ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν δύναται νὰ ἀκυρώσῃ.
§214Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ διακόπτωμαι, διότι δὲν προτίθεμαι νὰ μακρυγορήσω. Ὀλίγα τινὰ θέλω εἴπει ἀκόμη καὶ ἀφίνω ἐλεύθερον τὸ βῆμα εἰς τοὺς διακόπτοντάς με συναδέλφους νὰ ἀναπτύξουν τὰς γνώμας των. Ἐκεῖνον μόνον τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτο ἀνέφερα ὅσα μέχρι τοῦδε εἶπον, εἶναι ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἔκδοσις Διατάγματος Ἐνοικιοστασίου, βάσει δικτατορικοῦ ἐξουσιοδοτικοῦ νομοθετήματος, παρούσης τῆς Βουλῆς εἶναι ἂν μή τι ἄλλο, ἔλλειψις τουλάχιστον ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα σεβασμοῦ. Ἐν πληρεστέρᾳ τάξει θὰ ἦτο ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰσάγων εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1926, νὰ συνεισαγάγῃ, ὡς τροποποίησιν τοῦ Διατάγματος ἐκείνου, τὸ νέον του Ἐνοικιοστάσιον. Ἐξ αὐτῶν τῶν παραλείψεων ἀνακύπτει ἡ εὐθύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἐγὼ περιορίζομαι, χωρὶς νὰ εἰσέλθω σύμφωνα μὲ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου τοῦ δημοσιευθέντος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μυρίας ὅσας θὰ εἶχον νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἄλλως τε δημοσιευθείσας ἤδη ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ ἡμερησίου Τύπου γνωρίζει ὑποθέτω ὁ κ. Ὑπουργός. Καταλήγων ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω ὅτι μόνον Ἐνοικιοστάσιον καταρτιζόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μετὰ γνώμην τῆς Βουλῆς ἐκδεδηλωμένην, ἔστω καὶ δι’ ἐξουσιοδοτουμένης πρὸς τοῦτο Ἐπιτροπῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιευθῇ καὶ νὰ ἰσχύσῃ.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§216Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω, κύριοι βουλευταί, ποσῶς εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τῶν διατάξεων τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ὄχι διότι νομίζω ὅτι τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ τῆς Κυβερνήσεως γενικώτερον, ἀλλὰ διότι, κατ’ ἐμὴν ταπεινὴν γνώμην, προέχει τὸ ζήτημα τὸ νομικόν, τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν. Εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς νομοθετήματος ἰδόντος τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ὑπὸ τύπον Διατάγματος Προεδρικοῦ, ἐκδοθέντος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ προβάλλει τὸ ἐρώτημα· εἶναι νόμῳ ὑποστατὸν τὸ νομοθέτημα τούτο; Εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα τῆς Χώρας; Εἶναι σύμφωνον πρὸς τοὺς νόμους τῆς Χώρας ἢ ὄχι; Διότι, ἂν λυθῇ τὸ ζήτημα μὲ ἐπικράτησιν τῆς ἀπόψεως ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν εἶναι νόμῳ ὑποστατόν, παρέλκει φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ πᾶσα οὐσιαστικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ περιεχομένου του. Δὲν ἀσπάζομαι, κύριοι βουλευταί, τὴν γνώμην ὅτι τὸ προκείμενον Διάταγμα εἶναι Διάταγμα Νομοθετικόν· εἶναι ἀναμφισβητήτως Διάταγμα νομοθετικοῦ περιεχομένου, διότι θέτει νέους κανόνας δικαίου, διότι μεταβάλλει ἀφ’ ἑτέρου καθιερωμένους κανόνας δικαίου.
§217Χ. ΛΑΔΑΣ. Θέτει ποινὰς καὶ ποιναὶ ἄνευ νόμου δὲν ἐπιβάλλονται.
§218Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ θέσις ποινῆς, εἶναι θέσις κανόνος δικαίου.
§219Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἔχει ὅμως τὴν σημασίαν ὅτι ποινὴ μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ ἐπιβληθῇ.
§220Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι οὐδὲ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα, διότι δὲν ἐξεδόθη πρὸς ἐκτέλεσιν κανενὸς νόμου. Εἶναι ἐκ τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν καθωρισμένην εἰς τὴν ἐπιστήμην ἔκφρασιν ἐκδίδονται κατόπιν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἶναι κάτι τι ἀνάλογον πρὸς τὰς réglements d'administration publique ἐν Γαλλίᾳ καὶ τὰς Notverordnungen ἐν Γερμανίᾳ. Προβάλλει τὸ ἐρώτημα ἀμέσως, ἂν ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τὸ σημερινὸν ἰσχῦον συνταγματικὸν καθεστὼς ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἔκδοσις τοιούτων Διαταγμάτων. Καὶ ἂν κατ’ ἀρχὴν ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἔκδοσις, τὸ προκείμενον Διάταγμα ἐξεδόθη σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους; Ἄλλως, οὐχί. Οὕτω πως πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Ἀφοῦ δὲ θὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα περὶ τοῦ κατ’ ἀρχὴν ἐπιτρεπτοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ περὶ τοῦ συμφώνου πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ προκειμένου Διατάγματος, τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἔπρεπεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ἀρυσθῇ τὴν νομοθετικήν του ἐξουσιοδότησιν ἐκ τοῦ Διατάγματος τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1926, ἐξ ἧς τὸ ἠρύσθη. Δὲν θὰ θελήσω νὰ κουράσω ποσῶς τὴν Βουλὴν μὲ γενικὰς καὶ ἀφηρημένας θεωρίας περὶ ἐξουσιοδοτήσεως νομοθετικῆς καὶ ἐπιτρεπτοῦ αὐτῆς. Δύο λέξεις παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ εἰσαγωγικῶς νὰ εἴπω διὰ τὸ θέμα τοῦτο, τὰς ἑξῆς. Ὑπάρχουσι τρεῖς κατευθύνσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν κατ’ ἀρχὴν ἐπιτρέπεται πᾶσα νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, διὰ τὸν λόγον ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ συντακτικὴ εἶναι σχεδὸν συγκεχυμέναι. Εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τῆς Εὐρώπης εἶναι ἐπίμαχον τὸ ζήτημα ἐπιστημονικῶς, ἂν χωρῇ ἐξουσιοδότησις νομοθετική. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄποψιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἴτε τὴν ἀντίθετον ἄποψιν νὰ ἀναφέρῃ σειρὰν ὅλην ὀνομάτων συγγραφέων, πρὸ τῶν ὁποίων μετὰ σεβασμοῦ ἀποκαλύπτεται ἡ παγκόσμιος ἐπιστήμη, συγγραφέων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χωρισθῆ εἰς δύο ἀπόψεις. Ὅλοι ἐκεῖνοι ὅμως προσπαθοῦν τὴν ἄποψιν αὐτῶν νὰ στηρίξωσιν εἰς τὰ θετὰ κείμενα, εἰς τὰ Συντάγματα τῆς Χώρας, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξετάζει καὶ μελετᾷ. Διὰ τοῦτο θὰ ἀπομακρυνθῶ ἐντελῶς ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἄποψιν τῆς γενικῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἄποψιν. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἰς τὴν Ἑλλάδα, σύμφωνα μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα, χωρεῖ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ ἂν τὸ Διάταγμα τὸ σημερινόν, τὸ ἐλεγχόμενον, τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον ἢ δὲν εἶναι σύμφωνον. Πρὸ τοῦ 1911, κύριοι βουλευταί, οἱ συγγραφεῖς τοῦ δημοσίου δικαίου ἐν Ἑλλάδι καὶ ἄλλοι συγγραφεῖς νομικοί, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐδιχάσθησαν εἰς δύο ῥιζικὰς ἀπόψεις. Οἱ μὲν ὑπεστήριζαν, στηριζόμενοι εἰς τὴν βάσιν τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν χωρεῖ σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, διότι ἔκαμον καθαρὰν καὶ αὐστηρῶς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἔλεγον ὅτι ἡ ἐξουσία εἴτε νομοθετική, εἴτε δικαστική, εἴτε ἐκτελεστική, ὅπως καθιερώθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἀποτελεῖ ἰδιοκτησίαν τῶν ὀργάνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπενεμήθη, ἀλλ’ εἶναι βάρος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐνάσκησις ἀνετέθη εἰς αὐτά. Ἑπομένως τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τοῖς ἀπενεμήθησαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, δὲν ἀποτελοῦν ἴδιον δικαίωμα τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ μεταβιβάσωσιν αὐτά, δὲν χωρεῖ ἄρα νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, διότι δὲν χωρεῖ μεταβίβασις νομοθετικῆς δυνάμεως, ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Μὲ τὴν γνώμην ταύτην ἐτάχθησαν ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως οἱ πλεῖστοι τῶν Ἑλλήνων ἐπιστημόνων, ὅσοι ἐπραγματεύθησαν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ τότε παρουσιάσθη τὸ ἄτοπον τοῦτο τῆς ἐκδόσεως Διαταγμάτων κατόπιν τῆς λεγομένης ημοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως—καὶ λέγω λεγομένης, διότι οἱ ἐπιστήμονες δὲν τὴν παραδέχονται ὡς νομικήν, εἶναι ὅμως μία καθιερωμένη ἀρχή—ἔλεγον ναὶ μὲν τὸ Σύνταγμα δὲν λέγει τίποτε περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ναὶ μὲν τὸ Σύνταγμα ὁρίζει αὐστηρῶς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλ’ ἐπεκράτησε καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα κατόπιν, οὕτως εἰπεῖν, συνταγματικοῦ ἐθίμου. Ἦλθεν ὅμως ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ οὐδεμίαν διάταξιν περιλαμβάνει περὶ ἀνατρεπτοῦ ἢ μὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐγεννήθη καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν τοῦ 1911 καὶ ἐπειδὴ πλέον ἦτο πρόσφατον ἓν νέον Σύνταγμα τὸ τοῦ 1911 καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ συνταγματικοῦ ἐθίμου, ὅπως καὶ δὲν γίνεται λόγος περὶ οὐδενὸς ἐθίμου ἔχοντος νομικὰ ἀποτελέσματα ὅταν αἱ σχέσεις τὰς ὁποίας ἐρρύθμιζε τὸ ἔθιμον ἐρρυθμίσθησαν διὰ νεωτέρου νόμου. Οὕτω συνεζητήθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1911 προκειμένης συζητήσεως ἐπὶ δύο σχεδίων νόμου τῆς τότε Κυβερνήσεως «περὶ σπειρομένων γαιῶν» καὶ «περὶ ὀργανισμοῦ τῶν φυλακῶν». Διὰ τῶν σχεδίων αὐτῶν νόμου καθωρίζετο ὅτι διὰ Διαταγμάτων θὰ ἠδύνατο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους ἢ νὰ ἐπιβάλῃ ποινάς. Πλεῖστοι βουλευταὶ τότε, ἐκ τῶν ὁποίων πλειότερον παντὸς ἄλλου ὁ ἀείμνηστος Σ. Δραγούμης, ὁ Π. Ἀραβαντινός, ὁ Πετιμεζᾶς, ὁ κ. Α. Παπαναστασίου, ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἐκ τῶν παρόντων, ἄνθρωποι δηλ. οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐλεγχθῶσιν ὡς ἄμοιροι ἐπιστήμης, ὑπεστήριξαν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν χωρεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα κατόπιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τοῦτο ὄχι ἀπὸ τῆς γενικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν συνάδει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ διότι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν περιέχει τοιαύτην διάταξιν. Καὶ ἔλεγον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσωμεν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον οὐδὲν τοιοῦτον διαλαμβάνει. Τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ὑπεστήριζαν τότε εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Ν. Δημητρακόπουλος ἀπολύτως καὶ ὁ Ε. Βενιζέλος μᾶλλον περιωρισμένως. Τότε ὁ Ν. Δημητρακόπουλος ὑπεστήριξεν ὅτι κατὰ τὴν γενικῶς παραδεδεγμένην ἀρχήν, εἰς τὴν ἐπιστήμην τοῦ δημοσίου δικαίου νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις χωρεῖ. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ὑπεστήριξεν ὅτι ναὶ μὲν χωρεῖ κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ προκειμένου λόγου διὰ Διαταγμάτων ἐκδιδομένων κατόπιν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἂν ρυθμισθῶσι θέματα διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀπῄτησε ρητῶς νόμον περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει καθιερωμένην γνώμην. Ἔκτοτε ἐπεκράτησεν ἡ ἄποψις ὅτι διὰ θέματα διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ρητῶς ἀπῄτει τὴν ἔκδοσιν νόμου, δὲν ὑπάρχει ὁμογνωμία, ὑπάρχει ἐνδοιασμὸς ἂν δύναται νὰ χωρήσῃ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις.
§221Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Γνώμη ἦτο.
§222Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνώμη ἣν ὅσοι τὴν σέβονται τὴν δέχονται, ὅσοι δὲν τὴν σέβονται τὴν παραβλέπουν. Ἔπρεπεν ὅμως καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐν Ἑλλάδι νὰ λάβῃ μίαν θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ ἐπιστημονικῶς θεωρητικῆς πλέον ἀπόψεως καὶ ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς καὶ ὁ μεγαλύτερος θεωρητικὸς ἐκπρόσωπος τοῦ παραδεκτοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι ἐν Ἑλλάδι ὁ σπουδαιότερος διδάσκαλος τοῦ δημοσίου δικαίου ὁ κ. Ν. Σαρίπολος, ὁ ὁποῖος παραδέχεται ὅτι νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις κατ’ ἀρχὴν χωρεῖ. Τοῦτο δὲ ὄχι μόνον ἀπὸ πάψεως θεωρητικῆς, διότι δὲν ἠδύνατο ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Σαριπόλου ἑρμηνεύων Σύνταγμα, δηλαδὴ θετὸν δίκαιον, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄποψιν τοῦ ἐπιτρεπτοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως μόνον ἀπὸ ἀφῃρημένης θεωρητικῆς ἀπόψεως, ἀλλ’ ἀνεζήτησε κείμενον τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ ὅστις θελήσῃ νὰ ἀναδιφήσῃ τὸ κείμενον τοῦ «περὶ ἑρμηνείας τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου» σύγγραμμά του, θὰ ἴδῃ ὅτι ὁ κ. Σαρίπολος, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται καὶ μὲ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ γενομένας συζητήσεις, προσπαθῶν νὰ ἀντικρούσῃ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν ἐν τῇ Βουλῇ τότε, λέγει ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 σιγᾷ προκειμένου περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλ’ ὅτι ἔχει δύο διατάξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ. Τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 44 καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 82 ἐδάφιον 7. Καὶ τὸ μὲν ἄρθρον 44 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμει ρητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι νόμοι». Τὸ ἄρθρον αὐτὸ σχεδὸν αὐτούσιον περιελήφθη καὶ εἰς τὸ ἰσχῦον σήμερον Σύνταγμα, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἀντὶ τῆς λέξεως «Βασιλεὺς» γράφεται «ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας» καὶ ἀπηλείφθη ἡ λέξις «ἰδιαίτεροι». Δηλαδὴ τὸ ἄρθρον ὡς ἰσχύει σήμερον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας εἰμὴ ὅσας ρητῶς τῷ ἀπονέμει τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ νόμοι». Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Σαρίπολος: Δύναται νόμος συνάδων πρὸς τὸ Σύνταγμα νὰ ἀπονείμῃ πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τῆς Πολιτείας καὶ ἄλλας ἐξουσίας, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ρητῶς ὥρισε τὸ Σύνταγμα. Ἄρα νόμος συνάδων πρὸς τὸ Σύνταγμα δύναται νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τῆς Πολιτείας πρὸς ἔκδοσιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος θέτοντος νέους κανόνας δικαίου. Ἡ ἄλλη του ἄποψις εἶναι ὅτι τὸ ἄρθρον 82 ἐδάφιον 1 τοῦ Συντάγματος λέγει (ἀναγινώσκει). Εἰς τὴν φράσιν δὲ «κανονιστικὰ Διατάγματα» λέγει ὁ κ. Σαρίπολος ὅτι περιλαμβάνονται καὶ τὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο ἐπιχειρήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπὸ ἀπόψεως Ἑλληνικοῦ πλέον δικαίου ὁ κ. Σαρίπολος ὑποστηρίζει τὸ ἐπιτρεπτὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, τὸ μὲν δεύτερον ἐπιχείρημα, τὸ ἄρθρον 82 ἐδάφιον 1 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, δὲν ὑφίσταται σήμερον, διότι τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἀπήλειψε τὴν διάταξιν ἐκείνην, καθόσον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἀπένειμε καθόλου τὰ νομοπαρασκευαστικὰ καθήκοντα, οὔτε τὴν γνωμοδότησιν αὐτοῦ θεωρεῖ ἀναγκαίαν διὰ τὴν ἔκδοσιν Διαταγμάτων οἱωνδήποτε. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον αὐτὸ κατηργήθη καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις νομικῆς ὑποστηρίξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Παραμένει τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ἄρθρον 44 δηλαδὴ τοῦ Παλαιοῦ Συντάγματος ἢ τὸ περιωρισμένον ἄρθρον 83 τοῦ σημερινοῦ Συντάγματος. Ἐν τῷ Συντάγματι αὐτῷ δύνανται νόμοι συνάδοντες πρὸς τὸ Σύνταγμα νὰ χορηγήσουν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα ἐκδόσεως Διαταγμάτων νομοθετικοῦ περιεχομένου. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς, διὰ νὰ εἶναι τις δηλαδὴ συνεπής, οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνοι καὶ πρὸς τὴν θεωρητικὴν αὐτῆς ἄποψιν πρὸς τὸν ὅλον ἐν γένει τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν τάσσομαι σήμερον μόνον τὸ πρῶτον κατὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ λέγω· τοῦτο, διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι ὅσα λέγω, τὰ λέγω ἀπὸ ἀπόψεως ἀντιπολιτευτικοῦ ἐλέγχου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ Διάταγμά του. Ἀπὸ τοῦ 1914 ἐδημοσίευσα μίαν εἰδικὴν μελέτην «περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Ἐκεῖ ἐξετάζων τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶχον ταχθῆ κατὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ μὴ νομίσῃ τις ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ πρῶτον ἤδη ζητῶ νὰ συναρμολογήσω σύστημα τοιούτων σκέψεων καὶ λέξεων κατὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ διὰ τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ὅσοι ὅμως δέχονται τὴν ἀρχὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ σημερινοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ ἐξετάσουν, οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι ἐχορήγησαν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ Σύνταγμα; Καὶ ἐρχόμεθα οὕτω μὲ τὴν σειρὰν αὐτὴν τῶν σκέψεων εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐξετάσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου ἀρύεται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς τὴν νομοθετικήν του ἐξουσιοδότησιν τὴν σημερινὴν καὶ ἂν οἱ νόμοι ἐκ τῶν ὁποίων ἀρύεται τὴν δύναμίν του ταύτην συνάδουσι πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς σήμερον τὸ πρῶτον ὅτι ἀρύεται τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου 3186.
§223Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι σήμερον τὸ πρῶτον, διότι, ἂν ἐνθυμεῖσθε, ἐδημοσίευσα Διάταγμα Ἐνοικιοστασίου κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1926 καὶ εἰς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἀνέφερα καὶ τὸν νόμον.
§224Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὄχι, ἐγὼ τὰ ἀνεδίφησα ὅλα καὶ τὰ εἶδον. Ἐξεδώσατε δύο ἢ τρία Διατάγματα. Τὸ πρῶτον «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν» καὶ τὰ ἄλλα «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου» καὶ στηρίζεσθε εἰς τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1926. Σήμερον εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὅτι ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα ὄχι μόνον ἐκ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ νόμου 3186 καὶ διέκοψα τὸν κ. Ὑπουργὸν τότε λέγων ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρυσθῇ τοιαύτην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἀπὸ τὸν νόμον 3186 διὰ δύο λόγους. Πρῶτον καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παραδέχονται τὸ ἐπιτρεπτὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως—καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς—ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς λέγουν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπόλυτος, διότι τότε εἶναι πλήρης κατάργησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένη καὶ τὸ Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐκδίδεται δυνάμει νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρέπει αὐστηρῶς νὰ περιορίζεται ἐντὸς τῆς διδομένης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς βλέπομεν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἡ διδομένη εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἀπολύτως περιωρισμένη. Λέγει ἐπὶ λέξει τὸ ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει). Μόνον τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο δύναται νὰ τροποποιήσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διὰ Διατάγματος, διότι αὐτὸ λέγει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, ἐκ τῆς ὁποίας ἀρύεται τὸ δικαίωμα ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ τροποποιήσῃ τὸ Διάταγμα. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1925 τελειωτικῶς τὸ ἐτροποποίησεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς.
§225ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί καὶ τώρα δὲν δέχεσθε τὸ ἴδιον;
§226Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν δύναται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδίου Διατάγματος. Λοιπὸν τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα παρέχει τελείως περιωρισμένην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν περὶ τροποποιήσεως ἢ παρατάσεως τοῦ Διατάγματος ἐκείνου. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὄχι μόνον ἐτροποποιήθη, ἀλλ’ ἔγινε νέον καὶ ἦλθεν ἓν Διάταγμα τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1925, τὸ ὁποῖον εἶναι τελείως διάφορον ἀπὸ τὸ Διάταγμα τοῦ 1923.
§227Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ δὲν ἀναιρεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ παλαιοῦ Ἐνοικιοστασίου, διότι ἰσχύει τὸ Ἐνοικιοστάσιον.
§228Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ βάσις.
§229Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μεταβολὴ τῶν παλαιῶν διατάξεων τοῦ παλαιοῦ Ἐνοικιοστασίου.
§230Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μερλόπουλε, ἐδῶ ἔχομεν ἓν Διάταγμα τὸ ὁποῖον δίδει μίαν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ λέγει: Σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃς τὸ Διάταγμα τοῦ 1923. Ἔγινε χρῆσις αὐτοῦ; Ἠτόνησε πλέον τὸ Διάταγμα αὐτό.
§231ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ Τσιτσεκλῆ δὲν ἔγινεν αὐτό;
§232Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐλήφθη ἀπόφασις.
§233Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει περιορισμὸς κατὰ χρόνον, διὰ νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις;
§234Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐκπλήσσει τὸ ἐρώτημά σας, διότι σᾶς λέγω ὅτι κατηργήθη τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν τροποποιεῖ τὸ Διάταγμα τοῦ 1923.
§235Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς παρεβίαζε τὸν νόμον, δι’ αὐτὸ τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν.
§236Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν ὅμως τούτου δὲν ἰσχύει καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ παρεβληθέντος δι’ ἄλλον λόγον, ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα τροποποιοῦν τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ 1923 τὸ ἰσχῦον τότε. Ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα Τσιτσεκλῆ. Εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως, ἴσχυσεν ἐπί τινα χρόνον καὶ κατόπιν εἰσῆλθε Ν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον τὸ κατήργησε. Καὶ ὄχι μόνον ἕν, ἀλλ’ ἐπηκολούθησαν καὶ δεύτερον καὶ τρίτον καὶ τέταρτον καὶ πέμπτον Ν. Διατάγματα. Καὶ ἐρωτῶ καὶ πάντα ἁψάμενον καὶ ἄκρῳ δακτύλῳ τὴν νομικὴν ἐπιστήμην· τί διδάσκεται ἀπὸ τὰ πρῶτά του βήματα; Ὅτι νεώτερος νόμος ρυθμίζων τὸ αὐτὸ θέμα, καταργεῖ πᾶσαν ἀντίστοιχον διάταξιν παλαιοτέρου νόμου. Εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς αὐτό. Ἦλθον λοιπὸν πέντε Ν. Διατάγματα ρυθμίζοντα τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ τὸ Διάταγμα Τσιτσεκλῆ καὶ τώρα ἔρχεται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ μᾶς λέγει· παραμερίζω τὰ Διατάγματα αὐτὰ καὶ ἔρχομαι εἰς ἐκεῖνο. Τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται νομικῶς. Ἐρχόμεθα, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, ἂν δηλαδὴ τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 21ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1926 δίδῃ τοιαύτην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν καὶ ἂν τοιαύτη ἐξουσιοδότησις εἶναι ἰσχυρά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν εἰς παρατήρησιν προλαλησάντων συναδέλφων ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἦτο ὑπὸ κρίσιν καὶ δὲν γνωρίζομεν τὴν τύχην του. Ἀλλὰ καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι ὑπὸ κρίσιν καὶ δὲν γνωρίζομεν τὴν τύχην αὐτοῦ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ἔχωμεν τελείως διάφορον γνώμην. Ὑπάρχει μία ριζικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν Διαταγμάτων τῶν ἐκδοθέντων ἐπὶ Παγκάλου καὶ Κονδύλη, ἡ ἑξῆς. Διὰ δύο προσφάτων ψηφισμάτων τῆς παρούσης Βουλῆς ἐκανονίσθη ἡ τύχη καὶ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ. Καὶ διὰ μὲν τοῦ ψηφίσματος τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ ὥρισε ρητῶς ὅτι ἰσχύει, διὰ δὲ τοῦ ψηφίσματος τῶν Ν. Διαταγμάτων Κονδύλη καὶ Παγκάλου τὰ ὑποβάλλει ὑπὸ ἔλεγχον τὸν ὁποῖον καθορίζει. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀκύρωσιν αὐτήν, ἡ ἐπιστήμη λέγει ὅτι δὲν ἰσχύει καὶ ἀναφερόμεθα εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ κ. Σαριπόλου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι Ν. Διατάγματα ἐκδοθέντα εἴτε ἀπούσης, εἴτε παρούσης τῆς Βουλῆς εἶναι συνταγματικῶς ἀνύπαρκτα, ἡ δὲ κύρωσις αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι κύρωσις, παρὰ εἶναι ψήφισις νέου νόμου μὲ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1914 ὅταν ὑπεβλήθησαν πρὸς ἐπικύρωσιν τὰ Ν. Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα κατὰ τοὺς πολέμους 1912–1913 ἐπὶ Κυβερνήσεως Βενιζέλου. Καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου ὑπέβαλεν ἓν σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει τὴν συλλήβδην καὶ ὁμαδικὴν κύρωσιν τῶν Νομοθετικῶν αὑτῶν Διαταγμάτων καὶ τὸ ὑπεστήριξε μετὰ θέρμης περισσῆς. Ἡ Βουλὴ ὅμως ἐξανέστη, προεξαρχόντων τοῦ κ. Τσαλδάρη καὶ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, καὶ εἶπεν ὄχι, πρέπει νὰ ψηφισθοῦν ὅλα αὐτὰ ἓν πρὸς ἓν κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ οὕτως ἐγένετο, παρεδέχθη δηλαδὴ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Σαριπόλου. Ἑπομένως μὲ τὴν ἄποψιν αὐτὴν τὰ Ν. Διατάγματα τοῦ Παγκάλου καὶ τοῦ Κονδύλη εἶναι συνταγματικῶς ἀνύπαρκτα καὶ δὲν δύναται ἐπ’ αὐτῶν νὰ στηρίξῃ τις νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Εἰς τὰ 1924 παρουσιάσθη τὸ αὐτὸ ζήτημα εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν. Ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν σχέδιον ὁμαδικῆς ἐγκρίσεως τῶν ἐπαναστατικῶν πράξεων καὶ τῶν Ν. Διαταγμάτων τῶν ἐκδοθέντων κατὰ τὸ 1922–1923. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἦτο σχέδιον νόμου, δὲν ἦτο πρᾶξις Βουλῆς ἀσκούσης νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἦτο σχέδιον ψηφίσματος, ἦτο πρᾶξις Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία εἶχε πολὺ ὑπέρτερα δικαιώματα ἀπὸ τὰ δικαιώματα τῆς κοινῆς Βουλῆς καὶ ἡ Δʹ Συνέλευσις ὡς Συντακτικὴ Συνέλευσις διὰ συντακτικῆς της πράξεως ἐπεκύρωσε συλλήβδην τὰς πράξεις ἐκείνας. Κάτι ἀνάλογον ἔπραξε καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτῆς τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1927 καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Κάτι ἀνάλογον ἔπραξε καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ σχετικῶς πρὸς τὰς συντακτικὰς καὶ τὰς νομοθετικὰς πράξεις τῶν Κυβερνήσεων Παγκάλου καὶ Κονδύλη. Καὶ δὲν τὰς ἐπεκύρωσε, κύριοι συνάδελφοι, ἀθρόας ὅλας, παρὰ εὗρε τὸ ἑξῆς. Λέγει ὅτι μία πρὸς μία τῶν πράξεων αὐτῶν χρειάζεται ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ὅμως καὶ καθορίζει, ἔλεγχον ὁ ὁποῖος ὁμαλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ διὰ τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ ὅμως τὴν Βουλὴν θὰ ἀπασχολοῦν ἐπὶ πολὺ πολλὰ ἄλλα προβλήματα μᾶλλον ἐπείγοντα, κατανέμω τὴν ἐργασίαν καὶ ἐμπιστεύομαι τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῶν τῶν πράξεων ἐν μέρει μὲν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ μόνον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ σημερινόν, διότι λέγει τὸ ψήφισμα, ἐφόσον ὑπάρχει ἡ σημερινὴ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν σύμπας ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐκπροσωπεῖται ὑπὸ τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν του. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δίδει περιωρισμένα δικαιώματα καὶ τῷ λέγει· μόνον σεῖς οἱ πέντε ἀρχηγοί, κατόπιν συμφωνίας μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, ἂν νομίσητε ὅτι πρέπει νά τὰ ἐλέγξητε, σᾶς ἐμπιστεύομαι, ἀλλὰ νὰ τὰ ἐπικυρώσητε ἢ νὰ τὰ τροποποιήσητε δὲν σᾶς ἀφίνω μόνους, θὰ λάβητε σύμφωνον γνώμην καὶ μιᾶς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως προτοῦ λάβουν τὴν γνώμην τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι μετέωρος ἡ κατάστασις.
§237ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἰσχύουν ὅμως.
§238Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχύουν, λέγει ὁ κ. συνάδελφος, ἰσχύουν ὅμως καὶ πράξεις ἐπαναστατικαὶ ὡς πραγματικὴ κατάστασις. Δὲν θέλω νὰ προκαλέσω τὸ ἐρώτημα ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ εἴπω ὅτι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἂν ἤθελεν ἀκυρωθῆ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, καὶ βεβαίως θὰ ἀκυρωθῇ ὅταν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀρνηθῇ τὴν ἐπικύρωσίν του, κατ’ ἐμὴν γνώμην ἐξ ἀκύρου Διατάγματος οὐδὲν ἔννομον ἀποτέλεσμα παράγεται, ἄρα οὔτε ἰσχυρὰ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Τότε θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα καὶ θὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Βουλὴ ἂν τὸ παραδέχεται ἰσχυρὸν ἢ ὄχι. Ἐρωτᾶται, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ κάμητε μεταγενεστέρως, διατί νὰ μὴ τὸ κάμητε ἀπὸ τώρα; Ἐπικαλοῦμαι δὲ εἰς τοῦτο ἀπὸ πολιτικῆς πλέον ἀπόψεως καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Τὸ ζήτημα, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχει τὴν ἄποψίν του τὴν καθαρῶς νομικήν, ἔχει τὴν ἄποψίν του τὴν πολιτικήν, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ἀρυσθῇ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἐξ ἑνὸς μετεώρου Διατάγματος τοῦ κ. Κονδύλη. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων ὄχι μόνον εἰς διαφόρους βουλευτὰς λόγου γενομένου περὶ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τὴν ἄσκησιν τῆς ὑπουργικῆς του ἐξουσίας ἐκ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων εἴτε τοῦ Παγκάλου, εἴτε τοῦ Κονδύλη, εἶπεν ὀρθότατα ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ χρῆσιν τοιούτων Ν. Διαταγμάτων πρὶν ἢ κυρωθοῦν. Πλὴν αὐτῶν τῶν δηλώσεων ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀκόμη προχθὲς τὴν 11ην Ἀπριλίου 1927 ἓν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τ.Τ.Τ.» καὶ λέγει ὅτι, ἐφόσον δὲν ἐξεδόθησαν εἰσέτι τὰ Διατάγματα τὰ κανονίζοντα τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας, δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ρυθμισθοῦν σχέσεις, οὐδὲ εἶναι σκόπιμον νὰ ἐκδοθῶσι πρὸ τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κυρώσεως ἢ τροποποιήσεως τῶν ἐν λόγῳ Ν. Διαταγμάτων. Λέγει δηλαδὴ ὁ κ. Μεταξᾶς· ἐγὼ ἔχω Ν. Διάταγμα νὰ ρυθμίσω αὐτὰς τὰς σχέσεις καὶ τὰ Νομοθετικὰ αὐτὰ Διατάγματα μοὶ δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσω τὸν λεπτομερῆ κανονισμόν, ἀλλὰ σεβόμενος τὴν Βουλὴν δὲν τὸ πράττω. Καὶ ὀρθῶς πράττει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός.
§239Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶπον ὅτι δὲν εἶναι νόμιμον, εἶπον ὅτι δὲν τὸ θεωρῶ σκόπιμον, τὸ δὲ σκόπιμον εἶναι διάφορον πολὺ ἀπὸ τὸ νόμιμον. Πλὴν τούτου ἐφαρμόζω ἤδη ἀπὸ τὰ Ν. Διατάγματα καὶ τοῦ Παγκάλου καὶ τοῦ Κονδύλη ὅταν εὑρίσκωμαι εἰς τὴν ἀνάγκην. Ἐδῶ δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ κάμω αὐτὸ καὶ εἶπον, διατί νὰ μὴ περιμένωμεν καὶ δι’ αὐτὸ ἔθεσα τὴν λέξιν «σκόπιμον».
§240Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνοῦμεν εἰς αὐτὸ καὶ ἐχώρισα τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν νομικὴν ἄποψιν. Ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς εἶπον ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ μία ἀρχὴ περὶ χρήσεως νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, αἰρομένης ἐξ ἑνὸς Διατάγματος.
§241Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν τὴν τηροῦμεν οὔτε ἐγώ, οὔτε κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν συναδέλφων. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἔχομεν μυρίας ἄλλας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐφαρμόζομεν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ κ. κ. συνάδελφοί μου Ν. Διατάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ περάσουν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν.
§242Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν εὐκολίαν ἔδωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ Βουλή.
§243Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι βουλευταί, ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι οὔτε νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἰσχυρὰν καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα εἶχεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, οὔτε κίνδυνος διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν ἤθελεν ἐπέλθει, ἂν ἔστεργεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ νέον κῦρος καὶ μεγαλυτέραν ἐπιβολὴν εἰς τὸ νέον Ἐνοικιοστάσιον, στέργουσα εἰς τὴν παραπομπήν του εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐχὶ μόνον πᾶσα ἀμφιβολία ἐπὶ τοῦ νομικοῦ του κύρους θὰ ἐκλείψῃ, ἀλλὰ καὶ ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ὀφειλομένη εὐλάβεια ἤθελεν ἀποκατασταθῆ καὶ ἁρμονία μεγαλυτέρα ἤθελεν ἐπέλθει μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς.
§244ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξητάσατε τὸ ζήτημα, νὰ μᾶς εἴπητε.
§245Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔννοια ἡ ἰδική μου εἶναι ἡ ἑξῆς, ἀπὸ νομικῆς καθαρῶς ἀπόψεως. Προέχει τὸ ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ παραδέχεται ὅτι ὀρθῶς ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶχε νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τοῦτο; Δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι χρειάζεται ἀναβάπτισις διὰ τὸ κῦρος αὐτοῦ, ἡ ἀναβάπτισις αὐτὴ θὰ εἶναι ἁπλουστάτη· θὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ψήφισμα.
§246ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλο ψήφισμα;
§247Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Θὰ λαμβάνεται μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ ἐπέκτασιν τοῦ Διατάγματος. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς· δέχεται τοῦτο ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἢ δὲν τὸ δέχεται;
§248ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§249Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον ἔχομεν Σύνταγμα.
§250Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐφόσον ἐτέθη τὸ ζήτημα καλῆς ἢ κακῆς ἐνεργείας ἑνὸς Ὑπουργοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἄλλα θέματα πρὶν ἢ τερματισθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§251Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἂν τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης, βεβαίως ἡ συζήτησις θὰ προχωρήσῃ.
§252Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν δύναται νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἷς βουλευτής.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα δύναται νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ εἷς βουλευτής, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ ὅτι τὸ ἀποδέχεται.
§254Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδεὶς βουλευτής, οὔτε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§255ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε. Νὰ λυθῇ.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. αὔριον μὲ ἀντικείμενον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος. (Ὥρᾳ 10.20′ μ. μ.)