1927.04.12
2,271 rows · 17,402 words · 170 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 59
Τρίτη 12 Ἀπριλίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μάρκου καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συνδέσμου ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Πατρῶν. Ὁμοίως τηλεγράφημα τῶν ἐν Πάτραις Συλλόγων οἰνοπαραγωγῶν καὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας διαμαρτυρομένων κατ’ ἀποφάσεως τοῦ Συνδέσμου ἀμπελοκτημόνων. — Ὁμοίως καταθέτει τηλεγράφημα προσφύγων Γαστούνης ζητούντων νὰ ληφθοῦν μέτρα κατὰ τῶν πλημμυρῶν τοῦ ποταμοῦ Πηνειοῦ. — Ὁμοίως ὁ αὐτὸς βουλευτὴς καταθέτει τηλεγράφημα τῶν Συνδέσμων κρεοπωλῶν, ξενοδόχων, κουρέων, καφεπωλῶν τῆς Ἐπαγγελματικῆς Ὁμοσπονδίας Πατρῶν, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος «περὶ Ἐνοικιοστασίου». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ἰωαννίδης ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν ὑλοτόμων Δρακείας καὶ Πορταριᾶς ἀφορῶσαν τὴν φορολογίαν τῆς ὑλοτομίας ἐν σχέσει μὲ τὴν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, παρακαλεῖ δὲ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ὅπως ἐξετάσῃ αὐτὴν εὐμενῶς, λαμβάνων τὰ δέοντα μέτρα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πράγματι βαρύτατα ἐργαζομένων ὑλοτόμων. — Ὡσαύτως ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Τσαγκαράδων, διὰ τῆς ὁποίας αἰτοῦνται οὗτοι τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Τσαγκαράδων–Χορεύτρας καὶ Μηλεῶν–Χορεύτρας, ὅπως ἐπικοινωνήσωσιν ἀπ’ εὐθείας μὲ τὸν Βόλον. — Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Ἀναστασίου ὑποβάλλει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Ἠλείας, ἐντόνως διαμαρτυρομένου κατὰ τῶν αὐθαιρέτων πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς παραγωγῆς ἐπεμβάσεων τοῦ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ, ὅστις διὰ τῆς πωλήσεως δελτίων παρακρατήσεως καὶ τῆς μελετωμένης πωλήσεως σταφιδοκάρπου ἐπροκάλεσε ραγδαίαν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. — Ὁμοίως καταθέτει ἀναφορὰν τῶν πλημμυροπαθῶν προσφύγων Γαστούνης αἰτούντων τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων. — Ἡ Ὁμοσπονδία τῶν ἐκ Βουλγαρίας προσφύγων τοῦ νομοῦ Δράμας διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὅλως ἀδικαιολόγητον κατάληψιν τοῦ συνοικισμοῦ ὀργανώσεων τῶν ἀλυτρώτων Βορειομακεδόνων καὶ Θρακῶν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. — Ὁ Βασίλειος Τσεσμελῆς, κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Σάμου, ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως τοῦ πενταμελοῦς Ἐφετείου Αἰγαίου. — Ἡ Ἕνωσις τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Πατρῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καταργηθέντος νόμου διὰ τὴν ἔκπτωσιν τῶν εἰσιτηρίων κλπ. εὐεργετημάτων. — Ὁ Σύνδεσμος ζυθεργατῶν ἐργοστασίου «Ὄλυμπος– Νάουσα» ἐν Θεσσαλονίκῃ ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἵδρυσιν ταμείου ἀνεργίας, τὸ ὁποῖον νὰ προικοδοτηθῇ παρὰ τοῦ Κράτους, δήμων καὶ ἐργοδοτῶν καὶ χορήγησιν δωρεὰν κατοικίας εἰς τοὺς ἀνέργους ἐργάτας. — Ὁ Κ. Τεγουτζίκ, κτηματίας κάτοικος Σερρῶν, διαμαρτύρεται διότι οἱ πρόσφυγες παρὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 49902 τηλεγραφικὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας κατέλαβον παρανόμως τὰς γαίας του. — Ἐπιτροπὴ ἀκτημόνων καλλιεργητῶν τῆς κωμοπόλεως Σαμορτσαφλῆ τοῦ νομοῦ Σερρῶν ζητεῖ τὴν παραχώρησιν γαιῶν πρὸς γεωργικὴν ἐγκατάστασιν. — Ὁ νομάρχης Χίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Χίου δι’ οὗ οὗτοι ζητοῦν τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἰδιωτικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων συμφώνως μὲ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τῆς ζωῆς καὶ τὸν καθορισμὸν ἑνὸς κατωτάτου ὁρίου μισθοῦ πρὸς κατάπαυσιν τῆς ἐν εὐρείᾳ κλίμακι γενομένης ἐκμεταλλεύσεως. — Ἡ Πανεργατικὴ Ἕνωσις τοῦ νομοῦ Καβάλλας καὶ οἱ καπνοπῶλαι κάτοικοι Πραβίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν προνομιακὴν πώλησιν σιγαρέττων ἐν Πραβίῳ ὑπὸ τοῦ μόνου ἀναπήρου Κυριάκου Ἀποστολίδου. — Τὸ Σωματεῖον ἐργοδηγῶν, ἐπιστατῶν καὶ ἐργατῶν ὁδοποιΐας παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐπικυρώσεως τῆς νέας συμβάσεως ὁδοποιΐας ἐξακολουθήσῃ τὸ Κράτος τὰ ἤδη ὑπὸ ἐκτέλεσιν καὶ ἡμιτελῆ εὑρισκόμενα ἔργα ὁδοποιΐας. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Μερκούρης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἐπεκτάσεως ἐπὶ τῶν δημοσίων ἰαματικῶν πηγῶν τοῦ ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν τοιούτων ἐπιβεβλημένου τέλους». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Γεωργιάδης, Ε. Βελλιανίτης, Σ. Στρατηγόπουλος, Α. Ὀρφανὸς κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν τῷ βαθμῷ των τῶν καθηγητῶν τῆς Γερμανικῆς γλώσσης». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Ἐμμανουηλίδης, Δ. Εὐθυμιάδης. Ι. Ράλλης, Ν. Καμπάνης, Π. Τσιτσεκλῆς, Ι. Θεοτόκης, Σ. Σωτηριάδης, Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας, Μ. Τσαρλαμπᾶς κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐγγραφῆς καὶ ἐξετάσεως τῶν φοιτητῶν τοῦ ἐν Ἀθήνησι Πανεπιστημίου». — Ἡ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: «περὶ διαθέσεως τῶν χρηματικῶν ὑπολείπων τοῦ τιμείου ἀγροφυλακῆς Ἰωανίννων πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων συγκοινωνίας ἐν Ἠπείρῳ» καὶ 2) «περὶ ταμείου ἀγροφυλακῆς Καρδίτσης». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Α. Ἀργυρὸς ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ 1 ἐδαφ. τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1923 Ν. Δ. «περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐφημερίων». 2) «Περὶ διαχωρήσεως τῆς συμφώνως τῷ νόμῳ 2508 καὶ τῷ Διατάγματι τῆς 25 Φεβρουαρίου 1926 ἐκκαθαρισθείσης περιουσίας «εὐαγῶν ἱδρυμάτων» τῆς τέως χριστ. κοινότητος τῆς πόλεως Μυτιλήνης» καὶ 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3275 καὶ τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1923 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν νόμον 403 κλπ. «περὶ διοικήσεως τῶν ὑπὸ τὴν διαχείρησιν καὶ ἐποπτείαν τοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργείου ὑπαγομένων κληροδοτημάτων». Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Μπότσαρης.
§3Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀσφαλῶς, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἔχῃ φθάσει μέχρι τῆς ἀκοῆς ὑμῶν τὸ θλιβερὸν ἄγγελμα τοῦ θανάτου τοῦ ἡρωϊκοῦ στρατηγοῦ Ἰωάννου. Δὲν πρόκειται πρὸ σώματος πολιτικοῦ νὰ προβῶμεν εἰς λόγους ἐγκωμιαστικούς, εἰς οὐδὲν ὠφελοῦντας. Γνωρίζομεν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὅτι ὑπῆρξεν ὁ ἀντιπροσωπευτικώτερος τύπος καὶ τὸ εὐγενέστερον σύμβολον ἐποχῆς καλῶν ἡμερῶν ὡς καὶ ψυχή, ἥτις ἀντέσχεν εἰς ὅλας τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης. Ἀπὸ τῆς χθὲς ὁ ἀνδρεῖος μεταξὺ τῶν ἀνδρείων Ἑλλήνων δὲν εἶναι πλέον ἐν μέσῳ ἡμῶν, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ὑπῆρξε στρατοκράτης ἀκριβῶς διότι ὑπῆρξε στρατιώτης καὶ μόνον στρατιώτης. Εἶναι μεταξὺ τῶν πρωταγωνιστῶν ἐκείνων, ὅσοι ἐκλέησαν τὰς Ἑλληνικὰς λόγχας, ἀρκεῖ ὡς ἱερὸν τρίπτυχον νὰ ἀναπτυχθῇ πρὸ τῆς μνήμης ἡμῶν ὡς εὐγενέστερος συμβολισμὸς ἡ ἀνάμνησις τῆς δράσεως τοῦ ἐκλιπόντος στρατηγοῦ εἰς τὴν Κρήτην, εἰς τὸ Μπιζάνι, εἰς τὸ Σκρᾶ καὶ τὴν Ἰωνίαν. Πραγματικῶς παλλαϊκαὶ ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι συνώδευσαν τὸν στρατηγὸν μέχρι τῆς τελευταίας του κατοικίας, ἀπαλλάσσουσιν ὡς πιστὴ κινηματογραφικὴ εἰκὼν πάντα τὸν ἐπιθυμοῦντα τοῦ ἀσκόπου κόπου τῆς ἐξάρσεως τοῦ ἔργου τοῦ ἐκλιπόντος στρατηγοῦ. Καὶ πλέον τούτου, διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ὀφείλω νὰ εἶμαι σκληρὸς κατά τι, ἵνα τονίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι μετὰ θλίψεως δὲν εἶδον παρὰ τὸ φέρετρον τοῦ ἀποθανόντος γενναίου ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον Κυβερνήσεως Οἰκουμενικῆς, ὡς ἡ σημερινή. Εἶδον ἀναμφιβόλως τὴν παρουσίαν δύο ἐκ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, δὲν γνωρίζω δὲ ἂν αὕτη ὑπῆρξεν ἀντιπροσωπευτικὴ ἢ συμπτωματική. Ἀλλ’ ὡς τὸν εὐγενέστερον φόρον ἀποδόσεως τιμῆς θὰ ἤθελον νὰ εἶχον εἴδῃ σύσσωμον τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τὸ φέρετρον τοῦ ἥρωος, ἀποδίδουσαν φόρον τιμῆς καὶ ἐκπληροῦσαν διὰ τῆς παρουσίας της τὸν σεβασμὸν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀλλ’ οἱ πλατωνικοὶ ὕμνοι εἰς οὐδὲν συντελοῦσι. Θὰ ἤμην εὐτυχέστερος ἂν ἐλησμόνουν ταχέως τὴν μικρὰν ταύτην παράλειψιν, θὰ ὑπῆρχε περισσὴ ἡ διόρθωσις αὐτῆς ἂν ἀπεδεικνύομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἀποφασισμέναι νὰ ἀποδώσωσι τὸν προσήκοντα φόρον εὐγνωμοσύνης. Ὁ στρατηγὸς ἀφῆκεν ἀδελφὴν γραῖαν καὶ πάσχουσαν, ἀνάπηρον ἀπολύτως, πολὺ μεγαλυτέραν του καὶ δυστυχῶς πενομένην σήμερον κατὰ τρόπον ἀσυγκρίτως σκληρότερον τῆς πτωχείας, ἥτις συνετέλεσε κατὰ πολὺ εἰς τὸν πρόωρον θάνατον τοῦ στρατηγοῦ. Γνωρίζω τὰς δυσχερεῖς στιγμάς, ἃς διερχόμεθα, ἀλλ’ ἂν δὲν μᾶς ἀπέλιπε τὸ αἰσθητήριον τῆς εὐγνωμοσύνης, ἂν σκεφθῶμεν ὅτι ὁ ἀποθανὼν νέος στρατηγὸς κατὰ πάντα φυσικὸν νόμον ἠδύνατο ἐπὶ μακρὰ ἔτη νὰ ζήσῃ. Θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἀνεξόδως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν τὴν σύνταξιν τοῦ ἐκλιπόντος ἥρωος εἰς χεῖρας ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκρατήσῃ διὰ τῶν χειρῶν της τὴν ἐκφεύγουσαν ζωήν του. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ἰδιαιτέρως θέλουσιν ἀναμφιβόλως ἐνωτισθῆ τοῦ ἐπιεικοῦς πνεύματος, τὸ ὁποῖον διαβλέπω ὅτι διαλάμπει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θέλουσι μελετήσει κατὰ πόσον θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ὀφειλομένης ὀφειλῆς. Θὰ ἦτο τοῦτο φόρος δίκαιος καὶ ἐπανόρθωσις ἀδικίας, ἡ ὁποία ἀνεπιγνώστως ἐγένετο, διότι δὲν ἐλήφθη ἐγκαίρως κάποια μέριμνα ἵνα τύχῃ πραγματικῆς περιθάλψεως ὁ ἀποθανὼν στρατηγός.
§4Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὅπως τὸ Κράτος ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ στρατηγοῦ Ἰωάννου, ὅστις καθ’ ὅλον αὐτοῦ τὸ στάδιον τὸ στρατιωτικὸν ὑπῆρξε τὸ δεῖγμα τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς γενναιότητος. Πρὸς τὴν ἀδελφὴν τοῦ στρατηγοῦ Ἰωάννου, ὅστις, παρ’ ὅλας τὰς μεγίστας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὸ Κράτος, εὑρέθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν στερούμενος καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, εἰσαχθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν συναδέλφων του εἰς κρατικὸν νοσοκομεῖον, ἀπέθανε μὲ τὴν πικρίαν εἰς τὰ χείλη, ὅτι καὶ ἡ ἀδελφή του, ἡ μόνη ἐπιζῶσα ἐκ τῆς οἰκογενείας του, στερουμένη τῶν πάντων, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποθάνῃ καὶ αὐτὴ ἐκ πείνης. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ προσθέτω τὴν παράκλησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσουν ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Κράτος καὶ ἀπονείμῃ σύνταξιν πρὸς τὴν ἐπιζῶσαν γραῖαν ἀδελφήν του, ἑβδομηκοντούτιδα ἤδη.
§5Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως λάβῃ τὴν ἐλαχίστην πρόνοιαν διὰ τὴν γραῖαν ἀδελφὴν τοῦ ἀποθανόντος στρατηγοῦ, ἡ ὁποία ἐλάχιστον χρόνον θὰ ζήσῃ καὶ εἶναι δίκαιον νὰ τῆς ἀπονεμηθῇ ἡ σύνταξις τὴν ὁποίαν ἐλάμβανεν ὁ ἀδελφός της, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε καθ’ ὃν τρόπον ἀπέθανε, μὴ ἐπηρεασθεὶς ποτὲ ἀπὸ πολιτικὰ φρονήματα, οὔτε ἀπὸ ἄλλο τι, παρὰ ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐπάρκειαν τοῦ βίου, ὅπως πολλοὶ ἄλλοι τὴν ἀπέκτησαν, χωρὶς νὰ ἀπασχοληθοῦν εἰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις, ὅπως ἐκεῖνος.
§6Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε καὶ ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης ἀκούεται φωνή, ἥτις συμφωνεῖ μὲ τὴν παράκλησιν τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων σχετικῶς μὲ τὸν γενναῖον στρατηγόν, ὁ ὁποῖος ἐξέλιπε. Ὡς εἶναι γνωστόν, ὁ στρατηγὸς Ἰωάννου ὑπῆρξε δεῖγμα στρατιωτικῆς αὐταπαρνήσεως καὶ πατριωτικῆς αὐτοθυσίας καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποθάνῃ διὰ νὰ γίνῃ γνωστὸν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἐπώλει τὰ ὑπάρχοντά του διὰ νὰ συντηρηθῇ, καλυπτόμενος ἐπὶ τῆς ἐπιθανατίου κλίνης του μὲ μόνον τὸν στρατιωτικόν του μανδύαν. Καὶ ἐγένετο γνωστόν, μετὰ τὸν θάνατόν του δυστυχῶς, ὅτι εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἄλλοι ἐφατρίασαν, αὐτὸς ἀντετάχθη καὶ ἀντετάχθη εἰς θλιβερὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἄλλοι Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ κατὰ τρόπον ἀκατονόμαστον ἐπρόδωκαν τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀμείψῃ τὸν γενναῖον ἀξιωματικὸν διὰ νὰ γίνῃ γνωστὸν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ἡ ἐκπροσωποῦσα τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, δὲν εἶναι Βουλή, ἡ ὁποία, ὡς ἐλέχθη, αἰσθάνεται ἀντιπάθειαν πρὸς τὸν Στρατόν, ἀλλ’ αἰσθάνεται ἀντιπάθειαν μόνον πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκτρέπονται τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς των καὶ ἀπεναντίας στρέφει μετὰ συμπαθείας τὰ βλέμματα πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πιστοὶ τοῦ καθήκοντος ἐκτελεσταί.
§7Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἦτο περιττὸν μετὰ τὰς στομύλους ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, νὰ προσέθετον καὶ ἐγὼ δύο λέξεις, ἐν τούτοις αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνηγορήσω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἥτις ἐπροτάθη διὰ τὴν ἀδελφὴν τοῦ στρατηγοῦ Ἰωάννου. Τὸν στρατηγὸν Ἰωάννου ἐγνώρισα ἅπαξ καὶ ἔκτοτε δὲν τὸν εἶδον πλέον. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίσω κατὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους εἰς τὰ 1912 εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις τῆς Ἠπείρου. Μοὶ ἐδόθη τότε εὐκαιρία νὰ γνωρίσω τὴν ἡρωϊκὴν ψυχήν του καὶ τὸν ἀδάμαστον καὶ ἁγνὸν πατριωτισμόν του καὶ ὅλας τὰς ἀρετάς, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν αὐτὸν ἥρωα. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, μετὰ τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων, ὅπως εὐαρεστηθῶσι καὶ ἀπονείμωσι σύνταξιν εἰς τὴν γραῖαν ἀδελφήν του, εἰς ἀντάλλαγμα τῶν μεγάλων ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὴν Πατρίδα.
§8Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Θὰ ἦτο παράλειψις ἐκ μέρους τῆς Κρήτης ἂν δὲν ἐξεφράζετο δημοσίᾳ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἡ μεγαλόνησος διὰ τὸν στρατηγὸν Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰ νεαρὰ ἔτη τῆς ἡλικίας του κατῆλθε καὶ ἀνεζωογόνησε τὸ φρόνημα τῶν γενναίων Κρητῶν. Τοιούτου ἀνθρώπου, ἀφωσιωμένου εἰς τὰς ἰδεολογικὰς του ἀπόψεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑστεροβούλου ὑλικῆς σκέψεως, νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνισχύσῃ τὴν οἰκογένειαν διὰ τῆς παροχῆς ἀναλόγου συντάξεως.
§9Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Γενικὴ εἶναι ἡ θλῖψις διὰ τὸν θάνατον τοῦ στρατηγοῦ Ἰωάννου, ἀτρομήτου πολεμιστοῦ καὶ διακεκριμένου στρατηγοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ μακρὰ δρᾶσις ἐτίμησε τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα. Ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὰς συστάσεις τῶν συναδέλφων, ὑπόσχεται ὅτι θὰ μελετήσῃ ταύτας μετὰ δικαίου πνεύματος.
§10Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ πάροδον ὀλίγου χρόνου ἀφότου ἡ Βουλὴ συνεκροτήθη εἰς Σῶμα ἤρχισαν διάφοροι ἐκτὸς αὐτῆς νὰ ἀπειλοῦν καὶ νὰ λέγουν ὅτι κατέπεσε τὸ κῦρος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ γράφουν ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀνατρέψουν τὴν Κυβέρνησιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι θέμα αὐτῆς τῆς ὥρας. Δὲν δύναταί τις νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ὁπόταν θέλῃ. Νὰ κάμητε ἐπερώτησιν.
§12Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ζητήσω πληροφορίαν ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων εἶμαι ἀντιπρόσωπος. Ὡς εἷς ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ καὶ ἐγώ, φρονῶ ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐνδιαφερθῶ καὶ διὰ τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως, Εἴμεθα Κράτος, κύριοι, ἢ δὲν εἴμεθα; Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὰς διαδόσεις καὶ τὰς ἀπειλάς. Ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λέγω πρὸς αὐτὴν ὅτι ἔχει καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ τονώσῃ καὶ τὸ κῦρος αὐτῆς καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ θέση τέρμα εἰς τὰς διαδόσεις. Διαμαρτύρομαι διὰ τὰς διαδόσεις αὐτὰς καὶ τὰς ἀπειλάς.
§13Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὰς διαδόσεις περὶ κινήσεων τῶν διαφόρων ἐπιτηδείων διὰ τὴν καθησύχασιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἐπειδὴ αἱ διαδόσεις ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερον, θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ διαφωτίσῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην περὶ τοῦ ἀνυποστάτου αὐτῶν.
§14Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ Κοινὴ Γνώμη τὰς θεωρεῖ κωμικάς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν πρόταξιν τοῦ ψηφίσματος «περὶ δωδεκατημορίων». Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἄμεσον συζήτησιν αὐτοῦ.
§17Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Συνήθως ἡ αἴτησις τῶν δωδεκατημορίων στηρίζεται ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ ὑποβαλλομένου καὶ ἀφορῶντος τὴν χρῆσιν διὰ τὴν ὁποίαν ζητοῦνται τὰ δωδεκατημόρια, διότι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς μέχρι τῆς ἐπεξεργασίας ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρέρχεται χρονικὸν διάστημα. Δι’ αὐτὸ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεκράτησε συνήθεια μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία γίνεται κατὰ τὰς παραμονὰς τοὐλάχιστον τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, νὰ ζητοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ ψήφισιν διὰ δωδεκατημόρια. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν συμβαίνει τὸ αὐτό, διότι κατόπιν τετραμήνου παραμονῆς ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, δὲν κατορθώσωμεν ἀκόμη νὰ ἴδωμεν οὔτε τὸ Α τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς της, οὔτε ἐπίσης στοιχειώδη παρουσίασιν Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ προβλέψῃ διὰ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ θὰ εἶναι ὁ μόνος πραγματικῶς Προϋπολογισμὸς μετὰ τὰς τελευταίας ἀνωμαλίας, καθ’ ἃς κατηργήθη καὶ ἡ ἔννοια τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς παραβλέπων ὅλα αὐτὰ τὰ ἔθιμα καὶ μὴ συναισθανόμενος ὅτι τετράμηνον χρονικὸν διάστημα ἦτο πλέον ἢ ἐπαρκὲς διὰ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν στέλεχος Προϋπολογισμοῦ, ζητεῖ δωδεκατημόρια, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς παρελθούσης χρήσεως, Προϋπολογισμοῦ ἀγνώστου εἰς οἱονδήποτε ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα εἴτε τῆς παρελθούσης, εἴτε τῆς παρούσης περιόδου, Προϋπολογισμοῦ ὁ ὁποῖος εἶχε συνταχθῆ, ὡς ἐνθυμοῦνται ὅλοι οἱ ἔξωθεν τότε παρακολουθοῦντες τὰ πολιτικὰ πράγματα, ἀπὸ ἕνα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ὁ ὁποῖος διὰ νὰ παρουσιάσῃ ψευδὲς ἰσοζύγιον Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐδίσταζε νὰ ἐξογκώνῃ τὰ ἔσοδα καὶ νὰ ἐλαττώνῃ τὰ ἔξοδα ψευδῶς καὶ κατὰ βούλησιν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ψευδέστατος Προϋπολογισμὸς δὲν ἐτηρήθη ποσῶς ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς χρήσεως. Ἀφ’ ὅτου δι’ ἁπλοῦ Διατάγματος τῆς δικτατορίας ἐπεψηφίσθη καὶ ἤρξατο ἐφαρμοζόμενος, κατὰ τὸ διάστημα τῆς χρήσεως ἔλαβε πλείστας μεταμορφώσεις καὶ εἰς τὰ ἔσοδα καὶ εἰς τὰ ἔξοδα. Ἐζήτησα ἤδη εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ μᾶς δώσῃ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τοὐλάχιστον τὴν τελευταίαν μορφήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς παρελθούσης χρήσεως.
§18Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἰς τὴν Βουλήν.
§19Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἔλαβε γνῶσιν ἡ Ἐπιτροπή;
§20Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐσκόπουν νὰ καλέσω τὰ μέλη διὰ νὰ τοὺς ἀνακοινώσω.
§21Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τότε ἐβιάσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔλαβε γνῶσιν αὐτῶν. Νομίζω ἑπομένως ὅτι δὲν δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς παροχὴν δωδεκατημορίων, διότι, ὅσον ἀφορᾷ μόνον τὰ ἔξοδα, βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον νὰ διαιρέσῃ διὰ τοῦ 12, διὰ τοῦ 6, διὰ τοῦ 4, διὰ τοῦ 3, διὰ νὰ παραχωρήσῃ ἀνάλογον δικαιοδοσίαν δαπάνης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, μέχρις ὅτου ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα, θὰ ἔπρεπεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν τίνων ἐσόδων τὴν εἴσπραξιν ζητεῖ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ὑπάρχουν φόροι αὐθαίρετοι, ὑπάρχουν φόροι λῃστρικοὶ ὑπάρχουσι φόροι διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἰδία ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὡμολόγησεν ὅτι πρόκειται νὰ τοὺς ἀναθεωρήσῃ, νὰ τοὺς μετατρέψῃ, ἄλλους μὲν νὰ αὐξήσῃ, ἄλλους δὲ νὰ ἐλαττώσῃ. Πῶς λοιπὸν θὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ ἀρχίσῃ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων αὐτῶν, τοὺς ὁποίους πιθανὸν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ψηφίσωμεν; Ἂν δώσωμεν ἀπὸ τώρα τὴν ἄδειαν νὰ βεβαιωθοῦν αὐτοὶ οἱ φόροι, εἶναι ὡσὰν νὰ προδικάζωμεν τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν βραδύτερον διὰ τὸ φορολογικὸν σύστημα τοῦ Κράτους. Ἔπειτα θέλομεν νὰ ἔχωμεν μίαν εἰκόνα διὰ τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ βασίσωμεν τὴν οἰκονομικήν μας πολιτικήν. Διότι πάντως ἡ ὑποβολὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ βραδύνῃ 3–5 μῆνας καὶ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ εἰσπράττωνται φόροι ἐπιβληθέντες δικτατορικῶς καὶ ἀπὸ Ὑπουργοὺς οἱ ὁποῖοι ἐνομοθέτουν εἰς τὸ γόνυ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς τοὐλάχιστον νὰ ἐπιτρέψωμεν τοῦτο. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ τοὐλάχιστος εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ παραχωρήσω τὴν ζητουμένην ἄδειαν τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, διότι αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ συνέχισιν τῆς δικτατορικῆς ὀλιγαρχικῆς περιόδου, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν κρίνω ἐμαυτὸν ἱκανὸν νὰ συμμετάσχω τῆς ἐπὶ τούτου εὐθύνης.
§22Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κοζάνης πολιτευτήν. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ταχυτάτη ὑποβολὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἥκιστα κοινοβουλευτικός. Μανθάνομεν πλεῖστα ὅσα ἐκ τῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν τὰς κυβερνητικὰς ἐνεργείας πολὺ καλύτερον ἢ ἡ Βουλή, πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ μεθοδικῶς αὐτὰς τὰς ἐνεργείας. Ἤδη γνωρίζομεν ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας τὰ συμβαίνοντα ὅσον ἀφορᾷ τὸν διακανονισμὸν τῶν Ἀγγλικῶν χρεῶν. Ἀνέγνωμεν μετ’ ἀληθοῦς ἐκπλήξεως εἰς δύο ἄρθρα ἐφημερίδος, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν γνώμην μέλους τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν, ἀνέγνωμεν, λέγω, ἄρθρα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀναγκάζουν νὰ ἀνησυχήσωμεν σφόδρα διὰ τὰ καταγγελλόμενα, διότι καταγγέλλεται αὐτὴ αὕτη ἡ ἀντιπροσωπεία ὡς διαπράξασα πράξεις αὐτόχρημα προδοτικάς. Καὶ ἐνῷ ταῦτα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀναγράφονται, ἐνῷ τόσον σπουδαῖα πράγματα ἀνακοινοῦνται εἰς τὸ Κοινόν, ἡ Βουλὴ εἶναι ξένη πρὸς ὅλα αὐτά. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ τακτικὴ αὐτὴ καὶ πάντες, ἐπαναλαμβάνω, ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν τακτικὴν νὰ καταστήσωμεν ἐνήμερον τὴν Βουλὴν τῶν κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν τῶν ἀφορωσῶν ὕψιστα καὶ σπουδαιότατα τοῦ Κράτους συμφέροντα.
§23Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶμαι πλήρης σύμφωνος πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν συναδέλφων. Εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ περὶ συζητήσεως τοῦ ψηφίσματος τῶν δωδεκατημορίων δὲν τηροῦνται αἱ κοινοβουλευτικαὶ διατυπώσεις, δηλαδὴ δὲν ἐστάλη τὸ ψήφισμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δὲν ἦλθεν ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν. Αἰσθάνομαι ἐξ ἄλλου τὴν ἀνάγκην ἢ τὸ δίλημμα, εἰς τὸ ὁποῖον περιάγει τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις καὶ ἡ ἐν γένει ἐνέργεια τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, αἰτοῦντος τὰ δωδεκατημόρια, διότι δὲν δύνανται οἱ δικαιοῦχοι, οἱ ὑπάλληλοι καὶ πᾶς ἄλλος ἔχων νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ πληρωθοῦν. Πῶς νὰ ἐξέλθωμεν, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ διλήμματος, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς εἰσῆγεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀκόμη διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ἐμποδίζει καὶ νὰ συζητήσωμεν; Θὰ πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀναβληθῇ δι’ ὡρισμένην ἡμέραν, νὰ ἐπισπεύσῃ δὲ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τὴν ἐργασίαν της διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν καταστάσεων αἱ ὁποῖαι ἀπεστάλησαν πρὸς αὐτήν. Ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλλωμεν τὴν γνωμοδότησίν μας, διότι ἄλλως δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω πῶς προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγξαι τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Διότι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀληθῶς πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν τῆς ἐχορηγήθη. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, νὰ ὁρισθῇ δὲ μία ἡμέρα πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀφήσωμεν χωρὶς Προϋπολογισμὸν τὸ Κράτος.
§24Σ. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δυστυχῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἤκουσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πρότασιν ταύτην. Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι μανθάνων ὅτι ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τῶν δωδεκατημορίων. Ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη ὅτι θὰ φέρῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας ἀπαραιτήτως. Διότι εἶναι κατὰ τοιοῦτον τρόπον συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον τῶν δωδεκατημορίων, ὥστε ἀπορεῖ τις ἀληθῶς ἂν εὑρισκώμεθα ἐν πολέμῳ ἢ ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι. Διότι τὸ νομοσχέδιον ἐπικαλεῖται νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου, κατὰ τὸ 1920 καὶ κατὰ τὸ 1917, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον ζητῶν πιστώσεις, διὰ τὰς ὁποίας θὰ εἶναι δυνατὸν ὄχι μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διαθέτῃ τακτικῶς καὶ ἐκτάκτως. Ζητῶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς προσκομίσῃ τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ἵνα συζητήσωμεν καὶ ὑποβάλλωμεν τὴν ἔκθεσιν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης προβῇ ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Μὴ ἀπορεῖτε ἂν ἀκούσητε ὅτι τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ δωδεκατημόρια δύο, ἤτοι τὸ ἕκτον τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Παγκάλου, ὁ ὁποῖος Προϋπολογισμὸς ἀνήρχετο εἰς 9 καὶ ἥμισυ δισεκατομμύρια. Σημειώσατε ὅτι κατὰ γενικὸν κανόνα, ἂν δώσητε πιστώσεις εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ὅλας τὰς πιστώσεις ταύτας τὰς ἐξαντλοῦν. Οὐδέποτε δὲ σχεδὸν ἐπαρκοῦν αἱ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις, ἀλλὰ ζητοῦν καὶ συμπληρωματικάς. Σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1925. Πόσας νομίζετε ὅτι ἐζήτησαν ἐπὶ πλέον τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις; Δύο δισεκατομμύρια καὶ 10 ἑκατομμύρια ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 6 δισεκατομμυρίων.
§25Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἔμειναν ἀδιάθετα;
§26Σ. ΣΤΑΗΣ. Πεντακόσια ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα μετεφέρθησαν εἰς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις. Καὶ οὕτως εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς διλήμματος νὰ ἀφήσωμεν τὸ Κράτος ἀδιοίκητον ἢ νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλὴ ὅπως γίνουν δι’ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὲρ τὰ 9 δισεκατομμύρια.
§27Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν δαπάναι, ἀφοῦ ζητεῖται ἡ ἄδεια διὰ δύο μόνον μῆνας;
§28Σ. ΣΤΑΗΣ. Θὰ γίνουν δαπάναι, διότι ὅταν κατὰ τοὺς δύο πρώτους μῆνας δαπανήσητε ὡρισμένα ποσά, τὰ αὐτὰ θὰ δαπανήσητε καὶ τοὺς ἄλλους μῆνας. Εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη, τέλος πάντων, νὰ ἐννοήσωμεν πάντες ὅτι πρέπει νὰ γίνουν θυσίαι καὶ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἱματηραὶ οἰκονομίαι. Τώρα ἦλθεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι εὐκολώτερον πρᾶγμα νὰ θέσητε φόρους ἢ νὰ κάμητε οἰκονομίας. Ἀλλὰ δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἐντολὴν καὶ δηλῶ ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ κακίσω τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἱεροκρυφίως ἔθεσε φόρους φοβεροὺς καὶ τρομεροὺς 150 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τοῦ σίτου, χωρὶς ὁ πολὺς κόσμος νὰ ἐννοήσῃ πῶς ἐτέθη αὐτὴ ἡ φορολογία. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀλεύρων» δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἄνευ ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀρχίσαμεν λοιπὸν τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως δι’ ἐπιβολῆς φορολογιῶν. Ἀπεφασίσθη ἵνα πράγματι ἐλαττώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου κατὰ τόσον, ὥστε νὰ αἰσθανθῇ πραγματικὴν ἀνακούφισιν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἐλαττωθῇ ἡ τιμὴ τῆς πρώτης καὶ δευτέρας ποιότητος τοῦ ἄρτου κατὰ 60–70 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλ’ ἀντὶ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην νὰ τὴν αἰσθανθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, τὴν ἐρρίψαμεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἂν ἐγνωρίζαμεν ὅτι θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν δωδεκατημορίων, ἠθέλαμεν φέρει τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐζητοῦμεν νὰ πείσωμεν τὴν Βουλήν.
§29Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ πρᾶξις τῆς ψηφίσεως τῶν δύο δωδεκατημορίων εἶναι ὅλως τυπικὴ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ψήφισιν αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ὑπάρχῃ μία βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ. Ποία εἶναι ἡ βάσις αὕτη; Ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς παρελθούσης χρήσεως. Κατ’ αὐτὸν καὶ κατὰ τὸν νόμον «περὶ δημοσίων λογιστικῶν». Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δωδεκατημορίων δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις διὰ 2 δισεκατομμύρια. Ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ μόνον διὰ τὰ δύο δωδεκατημόρια διὰ μόνον τοὺς δύο μῆνας. Ἀλλὰ διὰ νὰ δύναται νὰ δαπανήσῃ δι’ αὐτά, πρέπει νὰ λάβῃ δικαίωμα δι’ ὑποχρεώσεις συνολικάς. Καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ὑποθέσατε ὅτι ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν ἓν δημόσιον ἔργον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτίθενται εἰς δημοπρασίαν τὰ δημόσια ἔργα, ἂν δὲν ὑπάρχῃ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀναληφθῇ ὑποχρέωσις διὰ τὸ σύνολον εἰς δαπάνας. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι, ἐπειδὴ θὰ ἀναληφθῇ διὰ τὸ σύνολον τῆς δαπάνης μία ὑποχρέωσις, ὅτι θὰ ἐξαντληθῇ ὁλόκληρος ἡ πίστωσις. Βλέπετε ὅτι περιπίπτετε εἰς μίαν σύγχισιν· συγχέετε τὴν δαπάνην ἀπὸ τὴν ἀνάληψιν τῆς χρήσεως. Ἡ ἀνάληψις τῆς ὑποχρεώσεως εἶναι κάτι τι διάφορον ἀπὸ τὴν πραγματοποίησιν τῆς δαπάνης. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ δαπανήσῃ διὰ τοὺς δύο μῆνας, ἐφόσον δὲν ἔχει Προϋπολογισμούς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς παρελθούσης χρήσεως, νὰ ἀναλάβῃ δὲ ὑποχρεώσεις συνολικάς. Ἐπὶ ἓξ δὲ μῆνας τῆς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσῃ τὴν πίστωσιν διὰ τοὺς μισθοὺς καὶ ὀρθῶς πρέπει νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι οἱ μισθοὶ ὀφείλονται, διότι, ἂν ἔλεγε νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα διὰ τοὺς μισθούς, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη κατόπιν νὰ κάμῃ νέαν ἀπόφασιν, νὰ μεταβιβάσῃ δι’ ἄλλης ἀποφάσεως τὸ δικαίωμα διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς δικαιούχους. Δὲν πρόκειται ἑπομένως περὶ οὐδεμιᾶς ὑπερβασίας δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ ἔκδοσις τῆς ἀποφάσεως. Τοὐναντίον μάλιστα ἐν τῷ ψηφίσματι παρατηρῶ μίαν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἄλλοτε καὶ διὰ πᾶσαν ὑπερβασίαν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ ἄλλοτε εἶχε δικαίωμα καὶ ὁ κάθε Ὑπουργὸς νὰ ἀναλαμβάνῃ πιστώσεις, ἐνῷ ἐδῶ κατ’ ἐξαίρεσιν δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν, ἂν δὲν τὴν ἀναλάβῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν τώρα νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ψέξητε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διότι δὲν ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν ἐγκαίρως, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Οὗτος δύναται νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν παράλειψίν του ταύτην.
§30Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἓν μόνον πρᾶγμα δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον ἐκ Πατρῶν καὶ πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐλησμόνησε τὴν θέσιν τοῦ προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὅτι ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ἐμπνέεται καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ ἀπολυταρχικὰς οἰκονομικὰς ἀντιλήψεις. Ἐγὼ ἀνέμενον ὅτι ὡς πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἠγείρετο νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον, διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνέμενε νὰ λάβῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ἐρωτήσῃ μήπως ἀποτελεῖ μομφὴν κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ τῆς ὑποβολῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκθέσεως. Ἰσχύει ὁ Κανονισμός; Ἰσχύει τὸ Σύνταγμα; Ταῦτα ἀνέμενον νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς. Παρεῖδε καὶ ἄλλην διάταξιν ὁ κ. συνάδελφος. Ὡς γνωστόν, ἡ περὶ δωδεκατημορίων συζήτησις ὑπάγεται εἰς τοὺς ἰδίους κανόνας, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὴν συζήτησιν τῆς λοιπῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ καὶ συζητηθῇ Προϋπολογισμὸς χωρὶς νὰ μελετηθῇ ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν. Εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφίνωμεν ἄνευ παρατηρήσεως τὰς καταδολιεύσεις τῆς διατάξεως ἐκείνης. Οὐσιαστικῶς δὲ δὲν ὑπάρχει εἰμὴ κατὰ ποσὸν μόνον διαφορὰ μεταξὺ Προϋπολογισμοῦ καὶ δωδεκατημορίων καὶ διὰ ταύτην τὴν παράβασιν ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ διαμαρτυρηθῇ, ἀλλ’ εὑρίσκομαι πρὸ τῶν δύο ἰδιοτήτων τοῦ κ. συναδέλφου καὶ ἀναγκάζομαι νὰ σταματήσω ἐδῶ τὰ παράπονά μου.
§31Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁμιλῶν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπαναλέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα «περὶ δωδεκατημορίων». Εἶπον δὲ ὅτι, ἄν τις νομίζῃ ὅτι ἡ ἀνωμαλία ἐπῆλθε διότι δὲν ὑπεβλήθη ἐγκαίρως ὁ Προϋπολογισμός, δι’ αὐτὸ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ. Ἐξ ἀρχῆς εἶπον ὅτι δὲν βλέπω νὰ ἔχῃ καμμίαν ἀξίαν ἡ συζήτησις περὶ τῆς παροχῆς τῶν δύο δωδεκατημορίων, ἐπὶ τῆς παροχῆς δύο δωδεκατημορίων ὄχι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἀρξαμένην χρῆσιν, ἀλλ’ ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ ἄλλης προηγουμένης χρήσεως. Ἐπρόκειτο ἑπομένως περὶ μιᾶς πράξεως ἐντελῶς τυπικῆς τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα νὰ μὴ γίνῃ καμμία συζήτησις, νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ συζητήσωμεν κατόπιν, ὅταν ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὡμίλησα καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησα καὶ σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶπον τίποτε ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ἐξ ἀρχῆς. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἔχει μεγαλυτέραν ἴσως πεῖραν ἐμοῦ, διότι εἰσῆλθε πρὸ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλήν, γνωρίζει ὅτι δὲν ὑπῆρξε περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐζήτησε τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων. Ἄν πάρῃ τὴν ἱστορίαν ὁλοκλήρων ἐτῶν, θὰ ἴδῃ ὅτι πάντοτε ἐζητήθησαν δωδεκατημόρια. Τοῦτο τὸ ἐξαιρετικὸν παρουσιάσθη σήμερον, ὅτι ζητοῦνται δωδεκατημόρια ἐπὶ τῇ βάσει Προϋπολογισμοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δικαιολογεῖται τοῦτο. Ἐφόσον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν κατώρθωσε μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ ἡ σύνταξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ὅπως ὅπως τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§32Σ. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρισκόμεθα πρὸ πρωτοφανοῦς περιπτώσεως ἐξαπίνης νὰ ψηφισθῇ τὸ δωδεκατημόριον οὐχὶ διὰ νομοσχεδίου, ἀλλὰ διὰ ψηφίσματος. Ἔχει ἀποφασισθῆ ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς νὰ ψηφίσωμεν σήμερον ὡρισμένα θέματα. Ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν εἴμεθα παρεσκευασμένοι. Δὲν ἐγνωρίζομεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ψήφισμα περὶ δωδεκατημορίων. Ἂν ἐγνωρίζομεν τοῦτο θὰ εἴμεθα παρεσκευασμένοι νὰ φέρωμεν τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας νομίζομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ἐπίσης πρωτοφανὲς νὰ ζητῆται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφισθῇ μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ τοῦ ἀπαιτουμένου καὶ παρὰ τοῦ κανονισμοῦ καὶ παρὰ τοῦ Συντάγματος ἐλέγχου ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν. Καταργεῖτε σεῖς οἱ ἴδιοι τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλλατε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ὁποίαν ἐδέχθημεν. Ἐγώ, ἐπὶ πολλὰ ἔτη εὑρισκόμενος ἐδῶ, δὲν ἐνθυμοῦμαι περίπτωσιν ὁμοίαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶναι ἔκτακτοι περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίζωμεν τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἔχουν μορφὴν σκανδάλου. Λέγω δέ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔχει τύπον σκανδάλου, διότι πρόκειται περὶ ψηφίσματος, δὲν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ δωδεκατημόριον εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ ἐπήρατε τὸ ψήφισμα, ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις. Ἐγὼ χωρὶς νὰ μακρυγορήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ δι’ αὔριον τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως, νὰ παρακαλέσῃ δὲ τὸν πρόεδρον τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς νὰ μᾶς καλέσῃ καὶ νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἔκθεσίν μας ἐντὸς τῆς ἡμέρας.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ὀρθαὶ αἱ παρατηρήσεις τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐπέκριναν, κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρουσιάζει οὐσιώδη καθυστέρησιν καὶ ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰδικώτερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταστήσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν κοινωνὸν τὴν ἑλληνικὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς θέσεως τῶν οἰκονομικῶν μας ζητημάτων. Ὄντως, κύριοι βουλευταί, ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει κατὰ νόμον νὰ ὑποβάλλεται ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς συνόδου, ἡ ὁποία προηγεῖται τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, θὰ ἔπρεπε δηλαδή, κανονικῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ εἶχεν ἤδη ὑποβληθῆ ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου. Ἔχομεν ἑπομένως καθυστέρησιν τετράμηνον, καθυστέρησιν, ἡ ὁποία κατέστη ἔτι μᾶλλον αἰσθητὴ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς νέας καταστάσεως καὶ συνεπείᾳ τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ὅπως ἐπιζητήσωμεν τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται παραπλησία παρέκβασις ἀπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Κατὰ τὸν πόλεμον τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν ἐκυβερνῶντο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, παρ’ ἡμῖν δὲ ὄχι μόνον κατὰ τοὺς πολέμους, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῶν πολέμων, ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους, αἱ χρήσεις ἤρχιζον, ἐπροχώρουν καὶ πλειστάκις ἔληγον ἄνευ ἐγκεκριμμένων Προϋπολογισμῶν, ὑποβαλλομένων οὐχὶ σπανίως πολλοὺς μῆνας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς χρήσεως. Ἀλλὰ καὶ σήμερον εἰς Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀπεκατεστάθη τελείως ἡ ὁμαλότης, εἶναι ἀδύνατος ἡ κατὰ γράμμα τήρησις τῶν κεκανονισμένων. Εἰς τὴν Γαλλίαν, λόγου χάριν, παρὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν παντοδυναμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ χρῆσις τοῦ 1927 ἤρχισε καὶ ἐκεῖ διὰ δωδεκατημορίων, μὴ κατορθωθείσης ἐγκαίρως τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅλα αὐτὰ τὰ προηγούμενα εἶναι ἀναμφισβήτητα, ὅπως εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ δωδεκατημόρια μέχρι τοῦδε δὲν ἐζητήθησαν μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ὑποβεβλημένων Προϋπολογισμῶν, ἀλλ’ ἐξηγήθησαν ὡσαύτως καὶ δὴ συνηθέστερον ὅτι δὲν κατωρθοῦτο ἡ ἔγκαιρος κατάθεσις τῶν Προϋπολογισμῶν. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι τὰ προηγούμενα αὐτὰ εἶναι ἀναμφισβήτητα, ἀλλὰ δὲν εἶναι βεβαίως καὶ ἱκανὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν συνέχισιν ἀταξίας, ἡ ὁποία μειώνει τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ ἐμβάλλει τὴν ἀβεβαιότητα εἰς τὸν Τόπον, πρέπει ἐν τούτοις καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ κριθῇ ὅπως καὶ τὰ ἄλλα προβλήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν ὑπὸ τὸ φῶς τῶν σημερινῶν περιστάσεων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τύπους ἀπὸ ἀρκετοῦ ἤδη χρόνου εὑρισκόμεθα εἰς ὁμαλότητα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνομολογήσωμεν ὅτι κατ’ οὐσίαν ἡ ἐπίφασις αὐτὴ δὲν εἶναι καθόλου ἀκριβὴς καὶ ὅτι δὲν κατωρθώσαμεν εἰσέτι νὰ ἀπαλλαγῶμεν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν καὶ τὴν πίεσιν τῶν προηγηθέντων σάλων, διατρέχομεν ἤδη περίοδον ἐργώδους ἐκκαθαρίσεως πολιτικῆς, ἐκκαθαρίσεως ἠθικῆς, ἐκκαθαρίσεως στρατιωτικῆς καὶ οἰκονομικῆς, ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀξιώσῃ τις νὰ τηρηθῶσιν κατὰ γράμμα οἱ συνήθεις κυβερνητικοὶ καὶ κοινοβουλευτικοὶ κανόνες. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν φαινόμενον καθ’ ὅλα ὁμαλόν, ὅπως δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς συνηθείας καὶ τὰς παραδόσεις μας, αἱ κατ’ ἰδίαν συσκέψεις τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν κατέστησαν δυσδιάκριτα τὰ ὅρια μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲ ἐπίσης ἐπιδιώκεται διὰ τῆς πεπατημένης ὁδοῦ ἡ λύσις τοῦ στρατιωτικοῦ προβλήματος, τῆς ὁριστικῆς ἀνασυνθέσεως τοῦ Στρατεύματος, ἢ τῶν ἄλλων ζητημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα συνεκροτήθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Τῆς ἰδιορρύθμου ταύτης καταστάσεως ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα εἶναι ἡ κυβερνητικὴ καὶ κοινοβουλευτικὴ δρᾶσις νὰ μὴ προχωρῇ μετὰ τῆς δεούσης ταχύτητος. Ὅταν συνεκροτεῖτο ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν μᾶς διέλαθε τὸ γεγονὸς ὅτι βραδέως καὶ ἐπιμόχθως θὰ ἐχώρει πρὸς τὸν σκοπόν της, ἀφοῦ οἱασδήποτε ἐνεργείας καὶ ἀποφάσεως ἔδει νὰ προηγῆται ἡ συνεννόησις καὶ ἡ κοινὴ ἀπόφασις πέντε κομμάτων, ἀντιθέτων κατὰ βάσιν πρὸς ἄλληλα, ἐφόσον τὰ κόμματα δὲν ἀπηρνήθησαν τὰς ἀρχάς των, οὐδὲ ἀπέβλεψαν εἰς συγχώνευσιν, ἡ ὁποία θὰ κατεδίκαζε τὸν Τόπον εἰς πολιτικὴν ἀπονέκρωσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο δὲν διέλαθεν ἡμᾶς, εἴχομεν ἀφ’ ἑτέρου ὑπ’ ὄψει ὅτι ἄνευ τῆς ἐθνικῆς ὁμονοίας, εἰς τὴν ὁποίαν κυρίως ἀπεβλέψαμεν, οἱαδήποτε δραστηριότης ἄλλης τινὸς Κυβερνήσεως δὲν θὰ κατώρθωνε νὰ προλάβῃ τοὺς ἐπαπειλουμένους ἐκ τῆς διχοστασίας κινδύνους. Καὶ διὰ τοῦτο, παραβλέποντες τὰ ἐλαττώματα τὰ συμπαρομαρτοῦντα εἰς τὴν φύσιν καὶ τὴν σύστασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, εἴπομεν ὅτι βραδέως ἔστω καὶ μὲ βῆμα σημειωτόν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θᾶττον ἢ βράδιον ἡ Οἰκουμενική, διατηρουμένη ἐπ’ ἀρκετόν, θὰ ἔφθανεν εἰς τὸν σκοπόν της καὶ θὰ προελείανε τὸ ἔδαφος ὁμαλῆς ἐν τῷ μέλλοντι πολιτικῆς ἐξελίξεως, ἐξελίξεως συντελουμένης ὄχι ἐπὶ σαθροῦ καὶ σαλευομένου ἐδάφους, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀκλονήτων βάσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἔθετεν ἡ κοινὴ τοῦ Ἔθνους θέλησις. Αὐτοὶ ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους παρεβλέψαμεν τὰ ἐλαττώματα τῆς συνεργασίας. Ἀλλὰ ἡ διεξαγωγὴ τῶν ζητημάτων δέον νὰ κρίνεται ὑπὸ τὰς ὑφισταμένας συνθήκας καὶ νὰ μὴν ἀσχάλλωμεν διὰ τὴν παρατηρουμένην βραδύτητα. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὀφείλει ἐπίσης νὰ κριθῇ τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἐκκαθαρίσεως, ἔργον χαλεπώτατον πάσης ἄλλης κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Καὶ λέγω, κύριοι, ὅτι εἶναι χαλεπώτατον τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἐκκαθαρίσεως, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅ,τι εὕρομεν ὅταν ἀνελάβομεν τὴν ἀρχήν. Εὕρομεν ἐξηντλημένας ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς πηγάς, ἑρμητικῶς κεκλεισμένας ὅλας τὰς θύρας. Εὕρομεν ἀποκεκλεισμένον πᾶν μέσον ἐκτάκτου προσφυγῆς διὰ τὰς προχείρους μας ἐξοικονομήσεις, ἀποκεκλεισμένην τὴν ὁδὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πέραν ἐλαχίστου τινὸς ὁρίου, κλειστὴν τὴν ὁδὸν τῶν ἐσωτερικῶν δανείων προαιρετικῶν τε καὶ ἀναγκαστικῶν, εὕρομεν ἀδύνατον τὴν ἔκδοσιν καὶ τοποθέτησιν ἐντόκων γραμματίων, ἀδύνατον ἐπίσης τὴν ἔξωθεν ἀρωγήν. Εὕρομεν παρὰ ταῦτα ἐκκρεμοῦντα, σχεδὸν ἐν ἀποτελματώσει, ὅλα τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, τὰ συνδεόμενα πρὸς τὴν κατάρτισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν οἰκονομικήν μας κατάστασιν. Εὕρομεν ἐκκρεμούσας τὰς διαφοράς μας μετὰ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῶν πολεμικῶν μας χρεῶν, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα τοῦ συμπληρωματικοῦ δανείου τῶν προσφύγων. Δὲν ἦσαν δὲ ἀτυχῶς αὐτὰ καὶ μόνον τὰ μελανὰ σημεῖα τῆς καταστάσεως. Ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1926–1927 ἦτο ὀφθαλμοφανὲς ὅτι θὰ ἔκλειε μὲ ἔλλειμμα τεράστιον, ἔλλειμμα δυνάμενον νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 1500–1600 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ προϊόντος τοῦ Σουηδικοῦ δανείου ἐκ 400 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἄφηνε καθαρὸν παθητικὸν ὑπόλοιπον 1100–1200 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Προστιθεμένων εἰς ταῦτα τῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεών μας εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1927–1928 ἐκ χιλίων ἑκατομμυρίων καὶ πλέον, ὑποχρεώσεων ἀναποφεύκτων, ἔτι δὲ καὶ τῆς μειώσεως τῶν ἐσόδων κατὰ 270 τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια ἐκ τῆς καταργήσεως κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, αἱ προβλέψεις μας ἔφεραν, ἀμεταβλήτων παραμενόντων τῶν ὅρων, τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1927–1928 εἰς 2700 ἑκατομμύρια δραχμῶν μέχρι 2900 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τοιαύτη ἦτο ἡ κληρονομία, τὴν ὁποίαν παρελάβομεν. Δὲν ὑπάρχει τις, ὑποθέτω, ὁ ἰσχυριζόμενος ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις τῆς κληρονομίας ταύτης ἐντὸς ἡμερῶν μόνον ἢ ἑβδομάδων. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, κύριοι, τί μέχρι τοῦδε ἐπράξαμεν καὶ τί ὑπολείπεται νὰ πράξωμεν. Πρώτη φροντίς μας ἅμα τῇ ἀναλήψει τῆς Ἀρχῆς ἦτο νὰ ἀποσοβήσωμεν διὰ μέτρων δραστικῶν τὴν χαλάρωσιν, τὴν ὁποίαν καθίστα πιθανὴν ἡ κρατοῦσα οἰκονομικὴ δυσπραγία καὶ ἡ λαϊκὴ κόπωσις. Τὸ ἔργον ἦτο ἀχάριστον, ἀλλὰ δικαιούμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι κωφεύοντες εἰς τὰς ὑποβαλλομένας παντοδαπὰς συστάσεις καὶ προϊδόντες τελείως τὴν ἀντιδημοτικότητα, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ συγκομίσωμεν, κατωρθώσαμεν νὰ συγκρατήσωμεν τὴν κατάπτωσιν τῶν δημοσίων εἰσπράξεων καὶ νὰ προλάβωμεν τὴν κρίσιν. Παραλλήλως ἐθεωρήσαμεν καθῆκον μας νὰ προσπαθήσωμεν, ὅσῃ ἡμῖν δύναμις, νὰ ἀναστείλωμεν, ἂν μὴ νὰ ἐξουδετερώσωμεν ὁλοσχερῶς, τὸ ρεῦμα τῆς σπατάλης, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε κατὰ τὰ ἀνώμαλα ἔτη. Καὶ δὲν ἀπετύχαμεν εἰς τὰς προσπαθείας μας, παρὰ τὰς ἐκτοξευομένας δὲ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορίας, γεγονὸς εἶναι ὅτι κατωρθώσαμεν νὰ ἀναχαιτίσωμεν τὴν κεκτημένην ὁρμὴν καὶ νὰ ἐμφυσήσωμεν εἰς πάντας τοὺς κλάδους τὸ πνεῦμα τῆς φειδοῦς καὶ τῆς οἰκονομίας. Οἱ κατηγορήσαντες ἡμᾶς ὅτι δὲν ἐπαύσαμεν συνεχίζοντες τὴν πολιτικὴν τῆς διασπαθίσεως τοῦ δημοσίου χρήματος ἐστηρίχθησαν ἐπὶ δύο γεγονότων, ἐπὶ τοῦ γεγονότος ἀφ’ ἑνὸς ὅτι διὰ τῆς ἐπιλύσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπιβαρύνεται διὰ προσθέτων δαπανῶν ὡς ἐκ τῆς ἐπαναφορᾶς ἀθρόως ἀξιωματικῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπὶ τοῦ παρατηρουμένου κατὰ τοὺς διαρρεύσαντας 4 μῆνας πλεονασμοῦ τῶν διορισμῶν ἔναντι τῶν παραιτήσεων καὶ ἀπολύσεων. Εἶναι εὔκολος ἡ ἀνασκευὴ καὶ τῶν δύο τούτων κατηγοριῶν. Ἡ ἐπαναφορὰ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετρηθῇ μὲ τὸν διαβήτην στενῆς οἰκονομικῆς ἀντιλήψεως, καθόσον συνδυάζεται πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν προκαταρκτικὸν ὅρον καὶ τὸ ἀσφαλέστερον ἔρεισμα τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ ἡ κατηγορία ἐπίσης διὰ τὸν πλεονασμὸν τῶν διορισμῶν εἶναι ἐξ ἴσου ἀσύστατος καὶ ἀβάσιμος. Ἐστηρίχθη ἡ κατηγορία αὐτὴ ἐπὶ πίνακος ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ ταμείου προνοίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ Συμβούλιον τοῦ ὁποίου πρῶτος ἐγὼ συνεχάρην διὰ τὴν ἐργασίαν του, ἡ κρίσις ὅμως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσοζυγίου τῶν διορισμῶν καὶ τῶν ἀπολύσεων μικρᾶς χρονικῆς περιόδου, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ποσῶς ἀσφαλής, ἐνδέχεται κατὰ τὸ βραχὺ τοῦτο διάστημα νὰ ὑπάρχουν κενὰ εἰς τοὺς δημοσίους κλάδους χρήζοντα ἐπειγόντως συμπληρώσεως, αἱ δὲ παραιτήσεις ἢ ἀπολύσεις νὰ παρουσιάζουν σχετικὴν χαλάρωσιν. Τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει σπατάλην. Ἐξετάζοντες, παρὰ ταῦτα, τοὺς ἀριθμούς, τοὺς προσαχθέντας ὑπὸ τοῦ Ταμείου Προνοίας, παρατηροῦμεν γενικῶς ὅτι οἱ διορισμοὶ αὐτοὶ βασίζονται ἔν τισι ἐπὶ καθαρῶς τυπικῶν ἀντιλήψεων, ἐξογκουμένων τῶν ἀριθμῶν διὰ τῆς ἀναγραφῆς μεταβολῶν ὅλως φαινομενικῶν. Τὸ Ταμεῖον τῆς Προνοίας ὑπέβαλε πίνακας ἐν ἀρχῇ μέχρι τοῦ τέλους τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, συνεπλήρωσε δὲ κατόπιν τοὺς πίνακας αὐτοὺς διὰ νέων τοιούτων τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου. Θὰ σᾶς ὁμιλήσω γενικῶς μὲν μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρῶτον πίνακα μέχρι τέλους Ἰανουαρίου, εἰδικώτερον δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνω καὶ διὰ τοὺς τέσσαρας μῆνας. Κατὰ τὸν πρῶτον λοιπὸν πίνακα, μέχρι τέλους Ἰανουαρίου ἐγένοντο διορισμοὶ 1338 ἔναντι τῶν ὁποίων ἐνηργήθησαν ἀπολύσεις ἢ ἀποχωρήσεις ἀνερχόμεναι εἰς 671, οὕτως ὥστε παρατηρεῖται πλεονασμὸς διορισμῶν κατὰ 667 ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ ὅτι οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δὲν βαρύνουν ἐξ ὁλοκλήρου τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, καθόσον εἰς αὐτοὺς περιλαμβάνονται αἱ μεταβολαί, αἱ ἐνεργηθεῖσαι κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον καὶ κατὰ τὰς τέσσαρας πρώτας ἡμέρας τοῦ Δεκεμβρίου, μεταβολαὶ γενόμεναι οὐχὶ παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τὴν ὁποίαν καὶ μόνον βαρύνουν. Καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ἀριθμοὶ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου; Δὲν ἔχω ἐκκαθαρίσει τὸ ζήτημα ὅσον ἀφορᾷ τὰς τέσσαρας ἡμέρας τοῦ Δεκεμβρίου, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐταὶ δὲν εἶναι ἀθῷαι τῆς ἐξογκώσεως τῶν ἀριθμῶν. Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ ἀριθμοὶ τοῦ Νοεμβρίου; Ὁ μὴν Νοέμβριος ἀπέναντι τῶν 1338 διορισμῶν, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει ὁ πίναξ, εἶναι χρεωμένος διὰ 671 διορισμῶν ἤτοι πλέον τοῦ ἡμίσεως τῶν τριῶν μηνῶν. Ἄν ἐν τούτοις προσθέσωμεν καὶ τοὺς διορισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὰς τελευταίας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἡμέρας, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ ὑπόλοιπον, τὸ βαρύνον τὴν Οἰκουμενικήν, εἶναι ἐλάχιστον. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἀπολογηθῶ εἰδικώτερον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον μου.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσοι εἶναι οἱ διορισμοὶ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα;
§36Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει συνάδελφοί μου θέλουν ἐν καιρῷ παράσχει τὰς περὶ τούτου ἐξηγήσεις.
§37Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας...
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). 571 εἶναι οἱ διορισθέντες. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ Ταμείου Προνοίας, διωρίσθησαν κατὰ τὸ τετράμηνον ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου δηλαδὴ καὶ ἐντεῦθεν 137 δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ 33 ὑπηρέται, ἤτοι ἐν ὅλῳ 170, ἀπέναντι ἀπολύσεων 72 δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ 23 ὑπηρετῶν, ἤτοι 95, ἔχομεν ἑπομένως διαφορὰν 75 ἐπὶ πλέον διορισμῶν. Κατὰ τοὺς πίνακας, οὓς κατέστρωσεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω μεγαλυτέραν πίστιν, ἀπὸ τῆς 4ης Δεκεμβρίου, ἡμέρας ἀναλήψεως τῆς ἀρχῆς, μέχρι τέλους Μαρτίου ἔγειναν ἐν ὅλῳ διορισμοὶ 118 μόνον, ἐκ τῶν ὁποίων ὑπηρέται 41, δηλαδὴ κλητῆρες, τῶν ὁποίων ὁ διορισμὸς ἔγεινεν ἐπὶ τῇ βάσει αἰτήσεων ὑπηρεσιακῶν τῶν ἀρχῶν καὶ εἰς τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν τοὺς διορισμοὺς κλητήρων διὰ τὴν στοιχειώδη τῶν γραφείων καθαριότητα, ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπῆρχον κλητῆρες, ἔχομεν λοιπὸν 118 ἐν ὅλῳ διορισμοὺς κατὰ τὸ τετράμηνον, ἐξ ὧν 41 κλητῆρες καὶ ἄλλοι δημόσιοι ὑπηρέται, ἤτοι διορισμοὺς ὑπαλλήλων 77, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἔχομεν παραιτήσεις καὶ ἀπολύσεις 92. Οἱ διορισμοὶ ὅμως αὐτοὶ δὲν μὲ βαρύνουν, διότι ἂν ἐνεργοῦντο ἔστω καὶ εἰς τόσον μικρὰν κλίμακα παρ’ ἐμοῦ, δὲν θὰ ἀπέκρυπτον ὅτι εἶναι ὑπερβολικοί. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἷς ἐκ τῶν ὀγκωδεστάτων δημοσίων ὀργανισμῶν, τὰ δὲ κενά, τὰ δημιουργούμενα εἰς τὰς ὑπηρεσίας του, εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἀφήνωνται ἄνευ πληρώσεως, διότι ἡ διατήρησις κενῶν ἐν ταῖς οἰκονομικαῖς ὑπηρεσίαις ἔχει ἄμεσον ἀντανάκλασιν ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ ἀντὶ ὠφελείας καθίσταται πρόξενος ζημιῶν. Μὲ ὅλα ταῦτα, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἔσπευσα, παρὰ τὰς διαφόρους κραυγὰς καὶ διαμαρτυρίας τῶν ὑπηρεσιῶν, νὰ συστήσω εἰς αὐτὰς νὰ παύσῃ πᾶσα μετακίνησις καὶ διορισμός, διότι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι θὰ ἠδύνατο μὲν οὕτω ἐνεργῶν νὰ ἐπισύρω τὴν μομφὴν ὅτι ἐχαλάρωσα τὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰς εἰσπράξεις, ἀλλ’ ἐθεώρησα ὅτι εἶχον καθῆκον ἐπικρατέστερον πρῶτος ἐγὼ νὰ δώσω τὸ σύνθημα σκληρῶν καὶ πέραν ἴσως τοῦ πρέποντος ὁρίου οἰκονομιῶν. Καὶ αἱ μεταβολαὶ καὶ οἱ διορισμοὶ ἔπαυσαν σχεδόν. Ἀπὸ τοὺς 77 διορισμοὺς ἐλάχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπραγματοποιήθησαν ἐλευθέρᾳ θελήσει παρ’ ἐμοῦ. Πάντες οἱ λοιποὶ ἐνεργήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει διαγωνισμῶν, προκηρυχθέντων καὶ κυρωθέντων ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τῶν διαγωνισμῶν, τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν ὑποχρεωτικὰ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποχρεωτικὰ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ὑποχρεωτικὰ ἐν τισι καὶ ἠθικῶς. Καὶ λέγω καὶ ἠθικῶς, διότι παρουσιάσθη τὸ ἑξῆς γεγονός· ὅτι εἶχον ἤδη διορισθῆ ἐκ τῶν πινάκων οἱ ἑπόμενοι κατὰ σειρὰν ἐπιτυχίας παραλειφθέντων τῶν προηγουμένων ὄχι ἐκ κακῆς προαιρέσεως, ἀλλὰ μέχρι τῆς προσαγωγῆς τυπικῶν τινων στρατολογικῶν στοιχείων. Ἅμα τῇ προσαγωγῇ τῶν στοιχείων τούτων ὁ διορισμὸς τῶν πρωτευσάντων εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς ἀπέβαινεν ἀναπόδραστος. Ἐλάχιστοι ἀπομένουσιν οἱ διορισμοί, οἱ παρ’ ἐμοῦ ἐλευθέρως ἐνεργηθέντες. Διωρίσθηταν παρ’ ἐμοῦ 17 γραφεῖς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐπὶ τῇ βάσει διαγωνισμοῦ προκηρυχθέντος κατὰ Δεκέμβριον, κατόπιν ἐπιμόνων συστάσεων ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος, διαμαρτυρηθέντος διὰ τὴν ἀραίωσιν τοῦ προσωπικοῦ, ἀραίωσιν, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας παρέμειναν ἀνεκκαθάριστοι σπουδαιόταται ὑποθέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον ἐστερεῖτο οὐχὶ εὐκαταφρονήτων ἐσόδων. Πλὴν ὅμως τῆς ἀξιώσεως τοῦ Σώματος, ὁ διαγωνισμὸς οὗτος ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ διότι ἡ πλήρωσις τῶν θέσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου συντελεῖται κατὰ νόμον ἐκ πίνακος καταρτιζομένου διὰ διαγωνισμοῦ, ἐνεργουμένου μόνον ἅπαξ τοῦ ἔτους κατὰ Δεκέμβριον. Ἑπομένως οὔτε ὁ διορισμὸς τῶν 17 αὐτῶν ὑπαλλήλων εἶναι δίκαιον νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος μας. Καὶ μένει, διότι ἐννοῶ νὰ ἐξαντλήσω τὸ θέμα, μένει ὁ διορισμός, ὁ μόνος, τὸν ὁποῖον ἔκαμα 14 σφραγιστῶν τῶν δημοσίων θεαμάτων, διορισμῶν ἐπιβληθέντων ὑπὸ τῆς ἀνάγκης.
§39Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀπαντᾶτε βέβαια εἰς τὴν Βουλήν.
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπαντῶ εἰς ἐπικρίσεις ἔξωθεν γενομένας, καθόσον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀφήσω τὴν Κοινὴν Γνώμην ὑπὸ τὸ κράτος κακοβούλων φημῶν. Ἐννοῶ νὰ διαλευκάνω τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν ὡς βάσις συκοφαντικῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκστρατείας.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ σχετικὴ ἐπερώτησις.
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μένει, ἔλεγον, ὁ διορισμὸς 14 σφραγιστῶν. Ὁ παροξυσμὸς τῶν θεαμάτων καὶ τῶν χορῶν, ὁ σημειωθεὶς κατὰ τὸ ἀπὸ Ἰανουαρίου καὶ ἐντεῦθεν διάστημα, ἐπέβαλε τὴν μέριμναν τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ δημοσίου φόρου, ὅστις εἰσπράττεται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Κράτους μέχρις οὗ προκηρυχθῇ δημοπρασία, ἐπισπευδομένης ἤδη μισθώσεως ἐπὶ τῇ βάσει νέου νόμου, καθορίζοντος ὅρους ἐξασφαλιστικοὺς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου προῆλθεν ἡ βαθμιαία προσθήκη τῶν 14 σφραγιστῶν μετὰ τὴν ἔκτασιν τῆς φορολογίας τῶν κέντρων διασκεδάσεως καὶ ἐπὶ τῶν ξενοδοχείων, Ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, κατευνασθέντος ἤδη ὁπωσδήποτε τοῦ ὀργασμοῦ τῶν διασκεδάσεων, ἂν κατηυνάσθη, ἤρχισαν ἀπολυόμενοι καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν συνήθη ἀριθμόν. Δὲν ὑπάρχει λοιπόν, κύριοι βουλευταί, οὐδὲ καὶ εἷς διορισμὸς γενόμενος κατὰ χάριν καὶ ἄνευ ἀναποτρέπτου ἀνάγκης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, Δέχομαι ὅπως θέσω τὴν κατακλεῖδα τοῦ σημείου αὐτοῦ τοῦ λόγου μου, δέχομαι νὰ ὑποστῶ πᾶσαν σύγκρισιν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους οὐδέποτε ἐντὸς τετραμήνου διαστήματος ἐνηργήθησαν ὀλιγώτεραι καὶ μᾶλλον δικαιολογημέναι μεταβολαὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§43Λ. ΤΣΙΟΚΟΣ. Ἡ Κοινὴ Γνώμη ἐνδιαφέρεται ὄχι μόνον διὰ τοὺς διορισμούς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἀπολύσεις καὶ σᾶς ἐρωτῶ διὰ τοὺς 670, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου, τοὺς θεωρεῖτε ἀπαραιτήτους;
§44Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔδωσα λεπτομερεστάτας ἐξηγήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω ἐξ ἴσου ἐμπεριστατωμένας πληροφορίας καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους δημοσίους κλάδους. Περὶ αὐτῶν θὰ ὁμιλήσουν ἐν καιρῷ οἱ συνάδελφοί μου. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβληθεῖσαν ἐν τῇ διοικήσει φειδὼ καὶ περισυλλογήν. Δὲν περιορίζεται οὐχ’ ἧττον εἰς ταῦτα καὶ μόνον τὸ συντελεσθὲν ὑφ’ ἡμῶν ἔργον. Ἠσθάνθημεν ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας τὴν ἀνάγκην τῆς διευθετήσεως τῶν ἐκκρεμῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων καὶ ἐπελήφθημεν ἐν τάχει τῆς τακτοποιήσεως τῶν ἐκκρεμῶν μετὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς διαφορῶν, αἵτινες, χρονίζουσαι ἀπὸ μακροῦ, ἠπείλουν νὰ δημιουργήσουν ἑστίαν δυσάρεστων προστριβῶν. Μεταξὺ τῶν διαφορῶν τούτων προεῖχεν ἡ ἀναφερομένη εἰς τόπον τῆς μετατροπῆς τῶν πλεονασμάτων, ὁ ὁποῖος εἶχε στοιχίσει εἰς τὸ Κράτος ἀδίκους, καθ’ ἡμᾶς, ζημίας, συμποσουμένας εἰς ἓν ἑκατομμύριον διακοσίων ἑβδομήκοντα χιλιάδων λιρῶν μέχρι σήμερον.
§45Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκτὸς τοῦ 1926.
§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναμφισβητήτως. Ἄν κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, τὸν πλημμελῆ καθ’ ἡμᾶς, διετίθετο καὶ τὸ τοκομερίδιον τοῦ τρέχοντος ἔτους, τὸ Κράτος θὰ κατέβαλεν ἀχρεωστήτως νέον ἐπὶ πλέον ποσὸν 100,000,000 δραχμῶν. Ἐπεδιώξαμεν κατὰ καθῆκον νὰ προέλθωμεν εἰς ἄμεσον μετὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς συνεννόησιν, ἀλλὰ ἀποτυχούσης, ὡς ἦτο ἑπόμενον, τῆς προσπαθείας ταύτης, ἐθεωρήσαμεν μὴ ἐπιτρεπομένην τὴν περαιτέρω παρέλκυσιν καὶ ἐπεζητήσαμεν τὴν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου «περὶ ἐλέγχου» ἐπίλυσιν. Καὶ οὕτω, κοινῇ συναινέσει, ἀπεφασίσθη ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ ὡς εἴρηται νόμου διαιτησία, διοριζομένων, ὡς γνωρίζετε, δύο διαιτητῶν ἑνὸς παρ’ ἑκατέρου τῶν μερῶν καὶ ἐν περιπτώσει διαφωνίας τῶν διαιτητῶν τούτων καὶ τρίτου διαιτητοῦ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλβετικῆς Ὁμοσπονδίας. Τὴν διαδικασίαν ταύτην θέλει ἀκολουθήσει ἡ ὑπόθεσις καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς πεποίθαμεν ὅτι θέλει ἀποβῆ ἀπολύτως ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Τοιουτοτρόπως κατωρθώθη ὄχι μόνον νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἐκκρεμότητα, ἀλλὰ νὰ παρακρατηθῇ καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς προσαυξήσεως τῶν τόκων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς τρόπον ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀπηλλάγη τὸ Κράτος δαπάνης ἑκατὸν ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐλπίζομεν νὰ ἀποκερδίσωμεν τελικῶς διὰ τῆς διαιτησίας. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πολιτική μας καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀτυχὴς οὔτε ἄκαρπος. Ὂχι ὀλιγώτερον, νομίζω, καρποφόρος ἀπεδείχθη ἡ ἀκολουθηθεῖσα παρ’ ἡμῶν πολιτικὴ ἐν τῷ ζητήματι τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ πολεμικοῦ μας πρὸς τὴν Ἀγγλίαν χρέους. Μᾶς ἔψεξαν πρὸ μικροῦ ὅτι δὲν ἐφέραμεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰς λεπτομερείας τῶν διεξαγομένων διαπραγματεύσεων καὶ ὅτι τὰ μέλη αὐτῆς ἦσαν ἠναγκασμένα νὰ πληροφοροῦνται τὰ γενόμενα ἐκ τῶν ἐφημερίδων. Διαβεβαιῶ ὅτι ἂν ὁ Τύπος κατέστη ἐνήμερος σημείων τινῶν, δὲν εἶναι διὰ τοῦτο ποσῶς ὑπαίτιος ἡ Κυβέρνησις, ἡ τηρήσασα τὴν ὀφειλομένην εἰς παρομοίας περιστάσεις ἐχεμύθειαν. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο σύνηθες εἰς τὴν ἐποχήν μας, ὁ Τύπος νὰ ἔχῃ πλείστας ὅσας εἰδήσεις ἀκριβεῖς, ἢ ἀνακριβεῖς ἐκ ποικίλων πηγῶν, δὲν σημαίνει τοῦτο ὅτι πρέπει νὰ ἀνακοινοῦνται ἐπισήμως ἐκκρεμεῖς διαπραγματεύσεις πρὸ τοῦ πέρατος αὐτῶν, διότι ἡ ἀνακοίνωσις δύναται νὰ γίνῃ πρόξενος ζημιῶν. Τοῦτο καθιερώθη ἀπὸ μακροῦ καὶ τηρεῖται ἀπαρεγκλίτως, μόνον δὲ μετὰ τὸ πέρας τῶν διαπραγματεύσεων ἔρχεται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀνακοινοῖ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰ γενόμενα, καθιστῶν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν κοινωνὸν τῆς φύσεως τῶν ζητημάτων.
§47Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἔχομεν παράδειγμα ὅτι ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐναυάγησεν ὁ διακανονισμὸς τῶν Ἀμερικανικῶν χρεῶν μὲ τὴν Γαλλίαν.
§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦ 1924 ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δι’ ἀλλεπαλλήλων διαβημάτων ἠξίωσε τὴν τακτοποίησιν τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους μας, συνεπείᾳ δὲ τῶν παραστάτεων τούτων συνωμολογήθη ὁ προσωρινὸς κανονισμὸς τῆς 30ῆς Αὐγούστου 1925, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ποσὸν τῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν ὀφειλῶν μας προσεδιωρίσθη εἰς 20.710.312 λίρας, μὴ περιλαμβανομένου τοῦ δανείου τῶν 500.000 λιρῶν τοῦ 1915, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίζετο προπολεμικὸν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον κατεβάλλομεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῖς μετρητοῖς. Τὸ χρέος τοῦτο, μετὰ τὴν προσθήκην τῶν τόκων καὶ μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας ἐπανορθώσεων ἐκ τῶν ζημιῶν τῶν στρατευμάτων της, ὑπελογίζετο κατὰ τὴν 31ην Μαρτίου 1926 εἰς 21,496,000 λίρας, περιλαμβανομένου ἤδη εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τοῦ δανείου τῶν 500,000 λιρῶν τοῦ 1915.
§49Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Μετὰ τὴν ἔκπτωσιν;
§50Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῶν ζημιῶν, ἔκπτωσιν, ἡ ὁποία ἐνεργήθη ἐπὶ τῆς δικτατορίας.
§51Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀξία τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἀντεπροσώπευον πολεμικὸν ὑλικόν;
§52Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Περιελαμβάνοντο ὅλαι αἱ ὀφειλαί μας πρὸς τὴν Ἀγγλίαν. Τὸ συμψηφισθὲν ποσὸν ἐκ ζημιῶν τῶν Βρεττανικῶν στρατευμάτων ἀνέρχεται εἰς 1.250,000 λίρας. Τὸν Δεκέμβριον, ὅταν ἡμεῖς ἀνήλθομεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, τὸ ζήτημα τῶν Ἀγγλικῶν χρεῶν, ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ἠδράνει καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἀπεβλέψαμεν εἰς διακανονισμὸν ἄνευ βεβαίως σπουδῆς, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ διακυβεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἄνευ χρησμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ θέσουν τὰ συμφέροντα ταῦτα εἰς μείζονας κινδύνους. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Λονδίνῳ καὶ κατέληξαν εἰς τὴν συμφωνίαν, τὴν ὑπογραφεῖσαν τὸ παρελθὸν Σάββατον, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν ἐξοφλήσει τὸ χρέος μας ἐντὸς διαστήματος 62 ἐτῶν, καταβάλλοντες κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ ὡς τοιοῦτον ὡρίσθη τὸ 1926, 50,000 λίρας, κατὰ τὸ 1927 150,000 λίρας. Δέον νὰ λεχθῇ ἐνταῦθα ὅτι κατὰ τὸν ἀρχικὸν πίνακα, ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν κατὰ τὸ 1926 λίρας 125,000, κατὰ τὸ 1927 λίρας 400,000, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται ὅτι διὰ τῆς ἐπιτευχθείσης τροποποιήσεως ἐχαρίσθη εἰς ἡμᾶς ἐξ ὁλοκλήρου ἡ πρώτη δόσις τῶν 125.000 λιρῶν, μετεφέρθη δὲ εἰς τὸ ἔτος 1926 ποσὸν 50,000 λιρῶν πρὸς ὑπολογισμὸν τῶν 62 ἐτῶν. Κατὰ τὸ 1928 θέλουν πληρωθῆ 200,000 λίραι. Τὸ 1929 250,000, τὸ 1930 300,000 δι’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1931–1935 350,000 λίραι καὶ δι’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν ἀπὸ 1936–1987 ἀνὰ 400,000 λίραι, τοῦ συνόλου τῶν πληρωμῶν ἀνερχομένου εἰς 23,527,000 λίρας. Αὐτὸ τὸ ποσὸν πρόκειται ἐν συνόλῳ νὰ πληρώσωμεν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 62 ἐτῶν ἀπέναντι ὀφειλῆς μας ἀνερχομένης εἰς 21.490.000 λίρας, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τοὺς ἀπαιτητοὺς ἤδη τόκους τοῦ 1926–1927 ἐξ 1,000,000,000 καὶ πλέον λιρῶν, ἀναβιβάζοντας τὸ χρέος μας εἰς 22,500,000 λιρῶν.
§53Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ὅλον χρέος μας;
§54Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§55Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ πολεμικὸν τῆς Ἑλλάδος χρέος πρὸς τὴν Ἀγγλίαν;
§56Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅλο αὐτὸ πολεμικὸν χρέος εἶναι.
§57Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διότι ἀνεδράματε καὶ εἰς τὸ 1915.
§58Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ χρέος αὐτὸ περιελήφθη καὶ τὸ δάνειον τῶν 500,000 λιρῶν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1915 εἰς τὴν Κυβέρνησιν Ζαΐμη καὶ τὸ ὁποῖον ἕως τώρα ἐθεωρεῖτο ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὡς χρέος προπολεμικόν, διότι κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν συνήφθη, δὲν εἶχεν εἰσέλθει ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν πόλεμον.
§59Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὥστε ὅλον τὸ χρέος εἶναι χρέος πολεμικόν. Θέλω νὰ εἴπω πῶς ἡ Ἀγγλία κατεδέχθη νὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν ἵνα ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ πλευρὸν τῶν συμμάχων. Εἶναι γνωστὸν διατί ἐπολέμησεν ἡ Ἑλλάς. Ἡ Ἑλλὰς ἐπολέμησεν ἵνα ἐξασφαλισθοῦν τὰ συμφέροντα τῶν Ἄγγλων καὶ δὲν ἔπρεπεν ἡ Ἀγγλία νὰ δεχθῇ νὰ πληρώσωμεν τὸ ποσὸν αὐτό.
§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε βουλευτά, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξακολουθήσω. Σᾶς ἐπέτρεψα μίαν διακοπήν, ἥτις, ὀφείλω νὰ μὴ τὸ ἀποκρύψω, ὑπῆρξε καθ’ ὅλα ἀτυχὴς καὶ ὑπῆρξεν ἀτυχής, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις ὅτι μόνη ἡ Ἑλλὰς ἐξ ὅλων τῶν Κρατῶν θὰ ἄφινεν ἔκθετα τὰ πολεμικά της χρέη, ἐκτιθεμένη εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς καθυστερήσεως καὶ τῆς κακοπιστίας ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐβοήθησαν εἰς τοὺς ἀγῶνας της.
§61Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἴδομεν τί βοήθειαν μᾶς ἔδωκεν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ θέμα ἐλέγχου.
§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι, τὸ ποσὸν τῶν 23,527,000 λιρῶν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πληρώσωμεν εἰς τὰ 62 ἔτη, ἀντιστοιχεῖ πρὸς ἀξίαν σημερινοῦ κεφαλαίου πολὺ κατωτέρου τῶν 7,000,000 λιρῶν, ἤτοι πραγματικῶς θέλομεν καταβάλει κεφάλαιον μικρότερον τῶν γενομένων εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως καταβολῶν τοῖς μετρητοῖς, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται περίπου εἰς 9.000,000 λιρῶν. Ἐν ταῖς ὑπογραφείσαις συμφωνίαις, κύριοι βουλευταί, ἡ Βρεττανικὴ Κυβέρνησις ὑπόσχεται ὅτι θέλει συνδυάσει τὸν διακανονισμὸν τοῦ πρὸς αὐτὴν πολεμικοῦ μας χρέους πρὸς τὴν ἐνεργὸν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν θέλει μᾶς παράσχει πρὸς ἐπίτευξιν πιστώσεως διὰ τὴν νομισματικήν μας σταθεροποίησιν ἐκ 5,500,000 λιρῶν, ὑποστήριξιν δοθησομένην εἰς ἀντάλλαγμα τῆς γενομένης διὰ τῶν συμφωνιῶν παραιτήσεώς μας ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας μᾶς ὑπεσχέθη διὰ τῆς συμφωνίας τῆς 10 Φεβρουαρίου 1918. Ἐκτὸς τούτων ὁ Ἄγγλος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σὺν τῇ ὑπογραφῇ τῆς συμφωνίας ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ Πρεσβευτὴν ἐπιστολὴν ἔχουσαν ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει). Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, εἰς κεφαλαιώδεις γραμμὰς ἡ ὑπογραφεῖσα ἐν Λονδίνῳ συμφωνία. Τὰ ἐπιτευχθέντα δι’ αὐτῆς ἀποτελέσματα δὲν εἶναι οὔτε μικρά, οὔτε ἀσήμαντα.
§63Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Μόνον 5,000,000 θὰ μᾶς δώσουν ἢ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα;
§64Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει τὸ κείμενον τῆς συμφωνίας, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὑπόσχεται νὰ δώσῃ ὑποστήριξιν πρὸς χορήγησιν πιστώσεων 5,500,000 ἑκατομμυρίων λιρῶν διὰ τὴν νομισματικὴν σταθεροποίησιν, προστίθεται δὲ εἰς τοῦτο ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἄγγλου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς οὗτος ὑπόσχεται γενικωτέραν ὑποστήριξιν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα). Τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα δὲν εἶναι οὔτε μικρά, οὔτε ἀσήμαντα. Ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμφωνίας ἀποτελεῖ σπουδαῖον σταθμὸν εἰς τὴν οἰκονομικὴν τῆς Ἑλλάδος ἐξυγίανσιν. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι ἡ ἐπὶ μακρὸν παραταθεῖσα ἐκκρεμότης παρενέβαλεν ἐμπόδια ἰσχυρότατα, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀνυπέρβλητα, εἰς τὴν ἄμεσον μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπικοινωνίαν μας, ἐπικοινωνίαν ἀπαραίτητον εἰς τὴν ῥιζικὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν μας. Ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμφωνίας αἴρει τὸ ἐμπόδιον τοῦτο καὶ δημιουργεῖ διὰ τῆς ἀνεπιφυλάκτου ἀναγνωρίσεως τῶν ἐκ τῆς συμφωνίας τοῦ 1918 Βρεττανικῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῆς ὑποσχομένης εἰς ἀντάλλαγμα συνδρομῆς τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου, θετικὴν βάσιν καταστρώσεως οἰκονομικοῦ προγράμματος, ἄγοντος ταχέως καὶ ἀσφαλῶς εἰς τὴν οἰκονομικήν μας ἀναδιοργάνωσιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἄγγλου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μαρτύριον τῆς εὐθύτητος καὶ τῶν αἰσθημάτων τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκει τὴν βαθυτέραν ἀπήχησιν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ σφυρηλατεῖ στερεωτέρους τοὺς δεσμούς, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἥνωσαν τοὺς δύο λαούς. (Χειροκροτήματα). Δὲν δύναμαι νὰ τερματίσω τὴν ὁμιλίαν μου ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου χωρὶς νὰ ἐκφράσω τὰς θερμάς μου εὐχαριστίας πρὸς τοὺς διεξαγαγόντας τὰς διαπραγματεύσεις, τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὸν ἐν Λονδίνῳ Πρεσβευτήν μας, διὰ τὰς καταβληθείσας παρ’ αὐτῶν εὐστόχους προσπαθείας.
§65Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ὑπάρχει καὶ χρέος τῆς Γαλλίας πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Δι’ αὐτὸ δὲν μᾶς εἴπατε τίποτε.
§66Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπολείπεται εἰς ἡμᾶς τὸ ἀκανθωδέστερον μέρος τοῦ ἔργου μας, ἡ κατάρτισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ πλήρωσις τῶν ταμιακῶν ἐλλειμμάτων, καθὼς καὶ τῶν προβλεπομένων ἐλλειμμάτων τῆς ἀρξαμένης χρήσεως. Σᾶς ἀνέφερα ποῖα εἶναι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1926–1927 καὶ τὸ προβλεπόμενον ἔλλειμμα τῆς ἀρξαμένης τοιαύτης τοῦ 1927–1928. Ἡ ἔγκαιρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατάρτισις προσέκοψεν ἐπὶ δύο κωλυμάτων. Πρῶτον διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἔλλειμμα περίπου 3 δισεκατομμυρίων δραχμῶν νὰ τὸ ἀναπληρώσωμεν διὰ προχειροτάτων φαρμάκων, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνιστῶνται εἰς ἡμᾶς ἀνευθύνως καθ’ ἑκάστην καὶ δεύτερον διότι ἡ λαϊκὴ κόπωσις, ἡ ἐξάντλησις τῆς φορολογικῆς τοῦ λαοῦ ἀντοχῆς καὶ ἡ ἐπιτακτικὴ ἀξίωσις τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐπέβαλλεν ὅπως καταβληθῇ ἡ μείζων δυνατὴ προσπάθεια πρὸς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος ἄνευ νέας φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως δι’ οἰκονομιῶν καὶ τῆς περικοπῆς τῶν ἀχρήστων δαπανῶν. Εἶναι φανερὸν ὅτι κατόπιν τούτου τὸ πρόβλημα καθίσταται ἀπείρως δυσχερέστερον, καθόσον ἐπρόκειτο νὰ ἐξεύρωμεν οὔτε πολύ, οὔτε ὀλίγον ποσὸν 3 περίπου δισεκατομμυρίων δραχμῶν, πρωτίστως δι’ οἰκονομιῶν. Ἡ δι’ οἰκονομιῶν ὅμως κατάρτισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχεν ὡς συνέπειαν ὅτι ἀφῄρει τὴν πρωτοβουλίαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μετέφερεν αὐτὴν εἰς τὰ καθέκαστα Ὑπουργεῖα. Γινώσκετε κάλλιστα ὅτι αἱ συμπτύξεις τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἡ ἀναδιοργάνωσις αὐτῶν μόνον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ δύναται νὰ συντελεσθῇ ἄνευ τοῦ κινδύνου τῆς ἐξαρθρώσεως τῶν δημοσίων κλάδων.
§67Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἀπέστελλον τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα;
§68Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο νὰ καταστήσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐνήμερον τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Τόπου καταστάσεως, νὰ χαράξῃ δηλαδὴ τὴν ἔκτασιν τῶν ἀναγκαίων οἰκονομιῶν καὶ συγχρόνως νὰ μὴ παύσῃ ἐνθαρρύνων ἢ ὑποκινῶν τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα εἰς τὴν ἐπίσπευσιν καὶ τὴν πληρεστέραν συντέλεσιν τοῦ ἀναληφθέντος ἔργου. Ἔχω τὴν συναίσθησιν ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν καθηκόντων μου τούτων παρέλειψα. Κατήρτισα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἐμπειρογνωμόνων ἀκριβῶς πρὸς διευκόλυνσιν τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, ὀφείλω δὲ νὰ ἐκφράσω δημοσίᾳ χάριτας ἀπείρους εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης διὰ τὴν πολύτιμον ἀληθῶς ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐπετέλεσαν, ἐργασίαν τῆς ὁποίας ἤρχισεν ἤδη καὶ προχωρεῖ ἡ ἐκτύπωσις. Ἀναφέρω τὸ γεγονὸς τοῦτο, διότι καὶ δι’ αὐτὸ ἐψέχθη ὅτι δὲν ἐφρόντισα νὰ διατάξω τὴν ἐκτύπωσιν τῆς ἐκθέσεως. Κατήρτισα κατόπιν τὰς διμελεῖς Ἐπιτροπὰς καὶ δὲν ἔπαυσα ἐρχόμενος εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μετὰ τῶν συναδέλφων μου καὶ διεξάγων μετ’ αὐτῶν συνεννοήσεις πρὸς ὁριστικὴν τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ διαμόρφωσιν. Παρὰ τὰς προσπαθείας ταύτας δὲν κατορθώθη ἀτυχῶς νὰ συλλεγοῦν καὶ ταξινομηθοῦν τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα καὶ δὲν ὑπάρχει, πιστεύσατέ με, οὐδεὶς διὰ τοῦτο πταίων, ὅταν πρό τινος ἔλεγον ὅτι εἶναι δύσκολος, δυσκολωτέρα ἡ ἐπίτευξις τῶν οἰκονομιῶν ἀπὸ τὴν ἐπαύξησιν κατ’ ἄλλον τρόπον τῶν ἐσόδων. Ἀκριβῶς τοῦτο ἐνόουν, δὲν ἐνόουν ὅτι θὰ ἀποφύγωμεν τὰς οἰκονομίας, ἀλλ’ ἐνόουν ὅτι αἱ κατὰ τῶν οἰκονομιῶν ἀντιδράσεις ἐκδηλοῦνται πανταχόθεν, ἐκδηλοῦνται ἐκ μέρους τῶν θιγομένων ὀργανισμῶν, τῶν προσώπων τῶν ζημιουμένων, ἐκ μέρους τῶν τοπικῶν περιφερειῶν, ἀπὸ αὐτὰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας τῶν ὁποίων ἡ ἀντίδρασις εὑρίσκει ἔρεισμα δυσπόρθητον εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἑτερογένειαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἔργον ὀλίγου χρόνου ἡ ἐναρμόνησις τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἡ σύμπτυξις αὐτῶν, ὥστε τὰ ἀποτελέσματα νὰ εἶναι ἱκανοποιητικὰ διὰ τὸν Προϋπολογισμόν. Ὑπεστηρίχθη ὑπό τινων ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ πολυπραγμονήσωμεν διὰ νὰ ἐξεύρωμεν τὰς οἰκονομίας, ἀλλὰ θὰ ἤρκει νὰ στραφῶμεν εἰς ὡρισμένους τινὰς κλάδους ὅπως ἐξοικονήσωμεν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγκαιοῦντα πρὸς πλήρωσιν, ἂν ὄχι ὁλοκλήρου τοῦ ἐλλείμματος, ἀλλὰ τοῦ μεγίστου μέρους αὐτοῦ. Ἐκ μόνου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐλέχθη ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιτευχθοῦν οἰκονομίαι ἑνὸς δισεκατομμυρίου, περιοριζομένων τῶν δαπανῶν εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἀναγραφομένων τακτικῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1925–1926. Δοθέντος ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς 1926–1927 ἀναγράφει σύνολον πιστώσεων τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων δύο δισεκατομμυρίων ἑβδομήκοντα ἑκατομμυρίων, ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν εἰς ἓν δισεκατομμύριον εἴκοσι πέντε ἑκατομμύρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχεται ἄνευ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1925–1926, μᾶς δίδει προδήλως μείωσιν ἐξόδων ἑνὸς δισεκατομμυρίου, καλύπτοντος ἓν οὐσιῶδες μέρος τοῦ ἐλλείμματος. Διὰ νὰ κρίνητε ὅμως ποίαν ἀξίαν ἔχουν αἱ ὑποδείξεις αὗται, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1927–1928 εἶναι ἤδη βεβαρυμένος ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων καὶ ἐξ ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων διὰ συμβάσεων, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ διαρρήξωμεν μονομερῶς δι’ ἑνὸς ποσοῦ 637,000,000 περίπου, εἰς τρόπον ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πιστώσεων τούτων δὲν θὰ ὑπελείπετο διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ Στρατεύματος εἰμὴ ποσὸν 400 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἀπορροφᾶται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τοὺς μισθοὺς καὶ τὴν τροφὴν ὄχι τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τῶν ἀνδρῶν, δηλαδὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν. Ἡ αὐτὴ ἀναλογία παρατηρεῖται καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἑπομένως ἡ σύστασις αὕτη πραγματοποιουμένη θὰ κατέληγεν εἰς τὴν πραγματικὴν κατάργησιν τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων καὶ εἰς τὴν παντελῆ παράλυσιν τῶν στρατιωτικῶν μας δυνάμεων. Οὐδεὶς ὅμως ἐσκέφθη, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἡ Κυβέρνησις, νὰ φθάσωμεν μονομερῶς μέχρι πλήρους ἀποκλεισμοῦ, καταργοῦντες τὴν στοιχειώδη τῆς Πατρίδος μας ἄμυναν. Ἄλλοι φρονοῦν ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἐπιζητουμένην ἰσορρόπησιν δι’ οἰκονομικῶν ἀκροβασιῶν, νομικῶν δηλαδὴ συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους πολλάκις ἐδοκιμάσαμεν καὶ τῶν ὁποίων γευόμεθα εἰσέτι τοὺς καρπούς. Πάμπολλοι κατ’ ἰδίαν ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ μᾶς ὑποδείξουν ὅτι διὰ τῆς νομισματοποιήσεως τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων ἡ θεραπεία θὰ ἦτο ἄμεσος, διότι θὰ ἀπηλλάσσετο τὸ Κράτος ἐτησίου βάρους 350,000,000 δραχμῶν, ὅσα ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων τούτων καὶ θὰ ἐξέλιπεν ὡς διὰ μαγείας ἡ παρατηρουμένη στενότης χρήματος, ἡ δὲ Κοινωνία θὰ ἔπνεεν εἰς ὠκεανὸν χρημάτων. Καὶ πράγματι ἡ ὑπόδειξις αὕτη οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ τὴν ἀθρόαν ἔκδοσιν 3 δισεκατομμυρίων χαρτονομίσματος. Ἄλλοι μετριοπαθέστεροι συνιστοῦν μᾶλλον περιωρισμένας ἐκδόσεις συγκεκαλυμμένας ἢ ἀπροκαλύπτους ὑπὸ διαφόρους τύπους καὶ δικαιολογίας. Δὲν ἤλθομεν, κύριοι, εἰς τὴν Ἀρχὴν ὅπως διαβουκολήσωμεν τὸν λαὸν παρέχοντες εἰς αὐτὸν πρόσκαιρον ἀνακούφισιν διὰ θανατηφόρων μορφινισμῶν. Ἤλθομεν εἰς τὴν Ἀρχὴν ὅπως, τηροῦντες ἀπέναντι τοῦ λαοῦ ἀπόλυτον εἰλικρίνειαν, ἐπιχειρήσωμεν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ διὰ μέτρων εὐθέων καὶ ριζικῶν, δι’ ἐγχειρίσεων βαθυτάτων καὶ ὅταν ἀκόμη αἱ ἐγχειρίσεις πρόκειται νὰ προκαλέσουν στιγμιαίας κραυγὰς ἄλγους. Δὲν ἤλθομεν νὰ ἐξαπατήσωμεν κανένα. Ἤλθομεν νὰ εἴπωμεν εἰς πάντας τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ζητήσωμεν διὰ κοινῆς συνεργασίας τὴν διόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως. Ὑπεστηρίχθη πρό τινων ἡμερῶν —δὲν συνέπεσε νὰ εἶμαι εἰς τὸ σχετικὸν σημεῖον τῆς ὁμιλίας— παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Δεμερτζῆ ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἀπώλεσε τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἐπιβολῆς θυσιῶν, εἴτε δι’ οἰκονομιῶν, εἴτε καὶ διὰ νέων οἰκονομιῶν. Τρέφω ἰδιαιτέραν ἐκτίμησιν πρὸς τὰς γνώμας καὶ τὴν εὐθύτητα τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, δύναμαι ὅμως νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἐν τούτῳ ἡ ἀντιπολιτευτική του διάθεσις τὸν παρεπλάνησεν. Οὐδεμία ἀπωλέσθη εὐκαιρία, διότι καὶ οὐδεμία ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε εὐκαιρία. Ἔχει δυστυχῶς καλλιεργηθῆ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολλοῦ ἡ ἰδέα ὅτι διὰ μιᾶς σώφρονος διακυβερνήσεως καὶ διοικήσεως ὀλίγων ἑβδομάδων ἢ ὀλίγων μηνῶν δύνανται νὰ ἐξαλειφθοῦν αἱ συνέπειαι μακροχρονίων ἀτασθαλιῶν, καταστροφῶν καὶ ὀργίων. Ἴσως ἡ γνώμη αὕτη ἡ βαθέως ἐρριζωμένη καὶ σύμφωνος ἔν τισι πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν μας νὰ εἶναι ἡ κυριωτέρα πηγὴ τῶν ἀτυχημάτων μας. Μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως παρετηρήσαμεν ὅτι ὁ κόσμος ἀνέμενε παρ’ ἡμῶν νὰ θαυματουργήσωμεν, ἐπιλύοντες ἄνευ ἀναβολῆς τὰ ἀκανθωδέστερα τῶν προβλημάτων καὶ νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτὸν ἄνεσιν καὶ εὐημερίαν ἄνευ φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων, ἄνευ κἂν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων φορολογικῶν νόμων, διότι καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν κειμένων φόρων ὤθησε τοὺς ἐπαγγελματίας, τάξιν ἐξόχως συντηρητικήν, μέχρι τῆς ἀπεργίας. Εἶχε τὴν ἀξίωσιν, λέγω, ὁ κόσμος παρ’ ἡμῶν νὰ διορθώσωμεν τὴν κατάστασιν ἄνευ φορολογιῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς περικοπῆς τῶν ἀχρήστων δαπανῶν καὶ δι’ οἰκονομιῶν. Ἀλλὰ τίνων οἰκονομιῶν; Οἰκονομιῶν ἀνωδύνων καὶ ἀνεπαισθήτων εἰς πάντας. Φρονῶ ὅτι σήμερον ἡ δημοσία γνώμη ἔχει διαφωτισθῆ πληρέστερον καὶ ἀντιμετωπίζει τὴν κατάστασιν μετὰ μεγαλυτέρας ψυχραιμίας. Δὲν ἐζητήσαμεν λοιπόν, κύριοι βουλευταί, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων. Εὑρέθημεν εἰς ἀναπόδραστον τῶν πραγμάτων ἀνάγκην νὰ καταρτίσωμεν ἐγκαίρως τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὸν ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῶν δωδεκατημορίων καὶ ἐνεργηθῇ πρότερον μετὰ πάσης εὐρύτητος ὁ ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τούτου ἔλεγχος τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ γνωρίζουσι πάντες ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἐπεῖγον, ὅτι παρῆλθον ἤδη 12 ἡμέραι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς χρήσεως καὶ ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς διενεργείας πράξεων, αἱ ὁποῖαι χρήζουν νόμου ἐπιτρέποντος ταύτας. Ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται κἄν νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ψηφίσματος. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ψέξῃ ἡμᾶς διὰ τὴν καθυστέρησιν, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον αὐτῆς εἰς νομοθέτημα, ἄνευ τοῦ ὁποίου καθίσταται ἀδύνατος ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ὁ ἔλεγχος δύναται νὰ ἀσκηθῇ εἰς πᾶσαν ὥραν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ καὶ ἄνευ ταύτης. Θὰ δεχθῶμεν λίαν εὐχαρίστως τὴν συζήτησιν καὶ θὰ ὑποστῶμεν ἀταράχως τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ παρελκυσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῶν δωδεκατημορίων χάριν τῆς κανονικῆς διοικήσεως τῆς Χώρας.
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω ἀκόμη δύο λέξεις. Ἐδοκίμασα ἔκπληξιν ἐκ τῆς ἐκφράσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπηξίωσε νὰ μεταχειρισθῇ συνάδελφος παλαίμαχος καὶ διακεκριμένος, ὁ ἐξ Ἀργολίδος βουλευτής, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ ἐσπευσμένη ἐπιψήφισις τῶν δωδεκατημορίων φέρει τὴν μορφὴν σκανδάλου. Τίνος σκανδάλου; Τί ἔχομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν δωδεκατημορίων; Ἡ πολιτεία μας μέχρι τοῦδε δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δίδῃ τὴν ὑπόνοιαν σκανδάλων, ἡ δὲ διαχείρισις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἔτι ὀλιγώτερον ἐκτεθειμένη εἰς τοιαύτην ὑπόνοιαν. Ζητοῦμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων, διὰ τὰ ὁποῖα πρὸ δέκα ὅλων ἡμερῶν κατεθέσαμεν τὸ σχετικὸν σχέδιον ψηφίσματος, διατελοῦντες ὑπὸ ἀδήριτον ἀνάγκην, διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς πρῶτοι θλιβόμεθα. Ἀλλὰ τὸ ψήφισμα τοῦτο οὐδεμίαν ἐνέχει ἔννοιαν, πλὴν τῆς καθαρᾶς ὑπηρεσιακῆς. Δὲν θὰ κατασταθῇ δυνατόν, κύριοι βουλευταί, νὰ συλλεγοῦν μέχρι τῶν διακοπῶν τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ καταρτισθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Δύναμαι ἐν τούτοις νὰ παράσχω τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν μας, ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ εἶναι ἕτοιμος πρὸς ὑποβολήν. Θέλουσι δὲ ἐκτεθῆ τότε εὐρύτερον αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ προβλήματος. Ὀλίγαι ἡμέραι βραδύτητος εἰς περιστάσεις ὡς αἱ παροῦσαι δὲν ὑποθέτω νὰ ἔχωσι μεγάλην σημασίαν. Σημασίαν μεγίστην ἔχει ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διαρρυθμισθῇ ὁριστικῶς τὸ οἰκονομικόν μας πρόβλημα. Ἐπ’ αὐτοῦ συγκεντροῦται ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπ’ αὐτοῦ νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ συγκεντρωθῇ καὶ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§72Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δέκα λεπτῶν διακοπήν, κ. Πρόεδρε.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5 λεπτά.
(Ὥρα 8.40′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.50′ μ. μ.)
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ι. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§75Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ περιωρίζετο ἐπὶ τῶν δωδεκατημορίων καὶ ἰδίως ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν δέχεται ἀναβολὴν καὶ ζητεῖ ὅπως, εἰ δυνατόν, ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα ταύτην τὴν ἑσπέραν. Καὶ οὕτως ἐνῷ μᾶς καταλαμβάνει ἐξ ἀπροόπτου διὰ τὰ δωδεκατημόρια, μᾶς καταλαμβάνει ἔτι περισσότερον ἐξ ἀπροόπτου διὰ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεκίνησε. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολήν. Δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολήν, διότι πρόκειται περὶ τῆς διοικήσεως τῆς Χώρας ἄνευ πιστώσεων, καθόσον εἶναι ἀδύνατον νὰ σταματήσῃ ἡ διοίκησις ἕως ὅτου ἡ Βουλὴ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ. Καὶ εἶναι μὲν ταῦτα ἀληθῆ, ὅπως καὶ ὅσα ἐρρέθησαν ἀπὸ ἄλλων συναδέλφων περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ὡς καὶ ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ γίνεται προσφυγὴ εἰς τὴν ψήφισιν δωδεκατημορίων, τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅμως βαρύνει ἡ παράλειψις καὶ ἡ ἀναβολὴ τῆς καταθέσεως τοῦ ψηφίσματος περὶ δωδεκατημορίων πρὸ τοῦ πέρατος τῆς παρελθούσης χρήσεως, ἠδύνατο ἄρα οὗτος νὰ ὑποβάλῃ τὸ περὶ τούτων ψήφισμα πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, ὥστε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπεξεργασθῇ τοῦτο καὶ ἡ Βουλὴ ἐν ἐπιγνώσει νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ αὐτό. Ἐν τούτοις ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του δὲν περιωρίσθη κἂν εἰς τὸ ζήτημα τῶν δωδεκατημορίων καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ψηφίσεως αὐτῶν, ἀλλ’ ἔθιξε καὶ γενικώτερα καὶ σπουδαιότερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν. Τὴν ὁμιλίαν του θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ τις ὡς μίαν ὁμιλίαν ἀπολογητικὴν ὑπὲρ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
§76Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἠξιώθη, δὲν τὸ ἔκαμα αὐτοβούλως.
§77Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, κύριοι, εἶπεν ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἀποτελεῖ μίαν ἀνωμαλίαν κοινοβουλευτικήν. Καὶ εἶπεν ὀρθόν. Δὲν δύναται νὰ νοηθῇ λειτουργοῦν κανονικῶς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὅταν δὲν ὑπάρχει μία Συμπολίτευσις καὶ μία Ἀντιπολίτευσις ἀξιόμαχος, ὅπως ἐν ἁμίλλῃ ἐπιδιώξωσι διὰ τῆς συζητήσεως τὰ ὀρθότερα καὶ ἐπωφελέστερα διὰ τὴν Χώραν μέτρα. Πάντες ἡμεῖς καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν πρώτων ἐκηρύχθημεν ὑπὲρ τῆς Οἰκουμενικῆς καὶ ἐψήφισα ὑπὲρ αὐτῆς, διότι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐτίθεντο ἐν γένει ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα διὰ τῆς συγκεντρώσεως τῶν ἀριστέων τῶν πολιτικῶν καὶ ἡγετῶν ἠδύναντο νὰ συζητηθῶσι καὶ λυθῶσι κατὰ τὸν μᾶλλον ἱκανοποιητικὸν τρόπον. Αὐτὰ ἦσαν ζητήματα γενικά, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ θεμελιώδη. Λοιπὸν μόνον μία Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἀντικρύσῃ αὐτὰ σταθερῶς καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὰ τὴν προσήκουσαν λύσιν. Αὐτὸ ἔγινε καὶ ἀλλαχοῦ. Τὸ ἴδιον ἔγινε καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐζητήσαμεν καὶ τὴν ἐδέχθημεν ὄχι διὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ ἀνωμαλία παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ὁμαλότητα καὶ τὴν κανονικότητα τὴν κοινοβουλευτικήν. Λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἶναι: Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν τεσσάρων μηνῶν ἐξετέλεσε τὸν προορισμόν της διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι ἡμεῖς συνετρέξαμεν αὐτήν; Πολὺ φοβοῦμαι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔκαμε βήματα μεγάλα πρὸς τὴν λύσιν, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἐπί τινων ζητημάτων ἔμεινεν εἰς τὸ μέσον καὶ τὰ ἔφθασεν εἰς δυσχερὲς σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ προβῇ περαιτέρω εἰς ὁριστικωτέραν λύσιν. Τοῦτο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀναγκαῖον νὰ ἀπολογηθῇ καὶ ὑπεραπολογηθῇ τῆς Οἰκουμενικῆς. Ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ἡ μορφὴ ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ εἶναι οἰκονομικῆς φύσεως. Τῳόντι, κύριοι, διὰ τῆς προσελεύσεως ἀποτάκτων εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ ὁ στρατιωτικὸς προϋπολογισμὸς ἐπιβαρύνεται ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ἐν τούτῳ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα ἀπὸ τῆς οἰκονομικῆς ἀπόψεως ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ μᾶλλον διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν, διότι δὲν πρόκειται μόνον νὰ προσέλθωσιν οἱ ἀδίκως τεθέντες ἐκτὸς τοῦ Στρατοῦ, οἱ ἀποτυχόντες, ἀλλὰ τὴν ἐπαναφορὰν αὐτῶν θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ Στρατοῦ. Αὐτὴ λοιπὸν θὰ ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία γινομένη προσηκόντως, θὰ ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας, ἀπεναντίας θὰ ἐμείωνεν αὐτὰς ἀξιολόγως. Ἀλλ’ ἐπιληφθεῖσα ἡ Κυβέρνησις τῆς λύσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, ἔστη ἀποτόμως εἰς τὸ μέσον καὶ δὲν δύναται οὔτε τὸ ζήτημα τῆς ἀνακλήσεως τῶν ἀποτάκτων νὰ ἐπιλύσῃ, πολλῷ δὲ ὀλιγώτερον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Λοιπὸν ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμές. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ἐναντίον τῆς ἐμῆς τοὐλάχιστον πεποιθήσεως, ὅτι ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ ἓν νέον Σύνταγμα, ἐνῷ κατ’ ἐμὴν γνώμην θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν τὸ Σύνταγμα ὡς εἶχε, νὰ τροποποιήσωμεν μόνον ἐκείνας τὰς διατάξεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων Συνταγμάτων ἄλλων Κρατῶν καὶ τῆς πείρας, ἐκείνας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται μὲ τὸ νέον πολιτειακὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ ἐχάνετο τόσος πολύτιμος χρόνος ἐπὶ ματαίῳ καὶ δὲν θὰ ἠρχόμεθα εἰς τὸ σημεῖον νὰ συζητῶμεν, ἂν θὰ καθιερωθῇ ὁ μπολσεβικισμὸς ἢ ὁ κομμουνισμὸς ἐν Ἑλλάδι διὰ τοῦ Συντάγματος ἢ ὄχι καὶ οὕτω νὰ φυγαδεύωμεν ἐκ τῆς Χώρας καὶ τὰ ἐλάχιστα ἀπομένοντα κεφάλαια καὶ ἀποκλείσωμεν τὴν προσέλευσιν νέων οἰκείων ἢ καὶ ξένων. Ὄχι, κύριοι, τὸ κυριώτερον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον κυρίως, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ ἐθεωρήθη ἀπαραίτητος ὁ συνασπισμὸς ὅλων τῶν ἐκλεκτῶν δυνάμεων εἶναι ἡ λύσις τοῦ δημοσιονομικοῦ προβλήματος. Καὶ ἐπὶ τῶν δύο τούτων ζητημάτων εὑρισκόμεθα εἰς ὃ σημεῖον εὑρισκόμεθα καὶ πρίν, εὑρισκόμεθα τουτέστιν εἰς τὸ σημεῖον ἐξ οὗ ὡρμήθημεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διεξετραγώδησεν ἐνταῦθα ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ εὐθύτητι τὴν χειρίστην κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν μας. Τὰ ἐλλείμματα ἀνέρχονται εἰς δισεκατομμύρια, θὰ εἶναι δὲ πολὺ μεγαλύτερα εἰς τὸν νέον Προϋπολογισμόν.
§78Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ εἶναι τελικῶς.
§79Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ἐκ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι τὸ ἔλλειμμά σας θὰ εἶναι μεγαλύτερον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ κυριώτατον λόγον νὰ μὴ ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν πολεμικῶν χρεῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, κατόπιν τῆς ὑπογραφῆς τῆς μετὰ τῆς Ἀγγλίας συμβάσεως.
§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἐπιβάρυνσις μὲ ἀντιστάθμισμα τὴν ἐξυγίανσιν τῶν οἰκονομικῶν μας. Ἀνεξαρτήτως ὅμως αὐτοῦ δύναμαι νὰ σᾶς παράσχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ καταρτισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ παρέχῃ ἀσφαλῆ ἐγγύησιν ὅτι ἡ δημοσιονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος εἰσέρχεται εἰς τὴν ὁριστικήν της λύσιν.
§81Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ εἶναι ὀλιγώτερον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀλλὰ θὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτερον. Ὑμεῖς ὡμολογήσατε ὅτι τοῦ παρελθόντος ἔτος τὸ ἔλλειμμα εἶναι ἄνω τῶν 2½ δισεκατομμυρίων. Αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα θὰ βαρύνῃ τὸ νέον Προϋπολογισμόν.
§82Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν βαρύνῃ. Αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα ἀποτελεῖ μίαν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν θὰ ἀντιμετωπίσωμεν διὰ γενικωτέρων συνδυασμῶν.
§83Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ λέγετε σεῖς αὐτά, κ. Ὑπουργέ;
§84Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ναί, ἐγὼ τὰ λέγω.
§85Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ναί, ἀλλὰ σᾶς διαψεύδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας, ὁ κ. Τσῶρτσιλ. Ἐκεῖ προέκυψεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἔλλειμμα 35,000,000 λιρῶν. Τοῦτο τὸ μεταφέρει εἰς βάρος τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ καὶ τὸ καλύπτει ἐν μέρει δι’ οἰκονομιῶν καὶ ἐν μέρει διὰ φορολογιῶν νέων.
§86Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, τὸ ὅτι ἡ Ἀγγλία εἶναι εἰς θέσιν νὰ μεταφέρῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ παρελθόντος εἰς τὴν τρέχουσαν χρῆσιν αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπαράβατος κανὼν τὸν ὁποῖον θὰ τηρήσουν ὅλα τὰ Κράτη. Ἂν θὰ εὑρεθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν τῆς Ἀγγλίας, θὰ μεταφέρω, ἀλλ’ ἂν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν, θὰ ἐξεύρω τὰ μέσα τῆς καλύψεως τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος, ἐπίσης δὲ καὶ τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος τῆς τρεχούσης χρήσεως.
§87Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχουσι δύο τρόποι· ἢ θὰ μεταφέρητε εἰς τὰ νέα ἔξοδα τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ, ἢ θὰ κάμητε δάνειον πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ ἐλλείμματος. Ὑπάρχει ἄλλος τρόπος; Δὲν ὑπάρχει. Ἢ θὰ ἀκολουθήσητε τὴν μέθοδον τοῦ Τανταλίδου τῆς ἐξοφλήσεως μέρους τοῦ ἐλλείμματος διὰ ψαλλιδίσματος τῶν γραμματίων, βαρύνοντες πάντοτε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ νέου ἔτους διὰ τοῦ ὑπολοίπου, ὅπως συνέβη καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, ἢ θὰ συνομολογήσητε δάνειον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τὸ ὁποῖον θὰ βαρύνῃ ἐπὶ ἔτη διὰ τῆς ὑπηρεσίας τοι τὸν Προϋπολογισμὸν. Καὶ ἡ μὲν μέθοδος τῆς μερικῆς θεραπείας τοῦ ἐλλείμματος διὰ ψαλλιδίσματος συμφωνοῦμεν πάντες τὴν σήμερον ὅτι θὰ ἦτο ἁπλῆς παραφροσύνη, θὰ εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ τεράστιον ἔλλειμμα τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὡς καὶ τὰ κληροδοτήματα ἐκ προηγουμένων χρήσεων; Ἐρρέθη τῳόντι, ἐπειδὴ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὡμίλησε καὶ περὶ δημοσιογραφημάτων καὶ γραφομένων, ἐρρέθη ὅτι αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα ἐκ τῶν δύο χρήσεων, τὸ ὁποῖον ἐκληρονομήσαμεν ἐκ τοῦ παρελθόντος, αὐτὰ τὰ ἐλλείμματα θὰ τὰ ἐξοφλήσωμεν διὰ δανείων καὶ ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ μᾶς δώσῃ δάνειον μέγα, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐξοφλήσωμεν ὅλα τὰ ἐλλείμματα, Λοιπόν, ἂν καταστῇ γνωστὸν εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Ἀγγλίας ὅτι θὰ κάμωμεν δάνειον διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, αὐτὸ θὰ εἶναι τῆς ἐσχάτης ἀπονοίας. Θὰ ἀποκλεισθῇ διὰ παντὸς ἡ ἀγορὰ τῆς Ἀγγλίας δι’ ἡμᾶς. Αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι τὸ τοῦ χρεωκόπου, ὁ ὁποῖος λέγει: Δανείσατέ με καὶ αὐτὰ καὶ τοῦ χρόνου θὰ σᾶς πληρώσω. Τὰ πράγματα, κ. Ὑπουργέ, εἶναι σαφῆ καὶ μετρημένα. Ὑπάρχει ἓν ἔλλειμμο τεράστιον, τὸ ὁποῖον βαρύνει τὸ Κράτος ἐπὶ τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ. Ποῦ θὰ τὸ κατατάξητε; Εἰς τίνα χρῆσιν; Αὐτὸ τὸ χρέος πρέπει νὰ ἐξοφληθῇ, διότι θὰ εἶναι χρέος ἀπαιτητὸν ἐνόσῳ δὲν μᾶς δανείζουν τὸ ἀναγκαῖον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξοφληθῇ ἐπὶ μακρᾷ χρονικῇ περιόδῳ. Τοιοῦτον δάνειον, ὡς εἶπον, εἶναι ἀδύνατον. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὁμιλεῖτε ὅτι διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς παρελθούσης χρήσεως, τὸν ὁποῖον λαμβάνετε ὡς βάσιν διὰ τὸ ἑκτημόριον τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ, πῶς εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ γίνεται λόγος περὶ ἄρσεως τῶν ἐλλειμμάτων τούτων καὶ περὶ ἰσοσκελίσεως, ἐνῷ τὰ πάντα δεικνύουσιν ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ εἶναι πολὺ ἀνώτερον ἐν τῷ μέλλοντι; Ἀπορῶ πῶς δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἀμφισβητήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τότε τί θὰ γίνῃ; Πῶς θὰ καλυφθῇ αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα τὸ τεράστιον; Εἶπον ὅτι χρειάζονται οἰκονομίαι καὶ αἱματηραὶ μάλιστα. Ἄλλοι λέγουν νὰ προσθέσωμεν καὶ νέους φόρους. Οὔτε αἱματηρὰς οἰκονομίας, οὔτε νέους φόρους δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν, διότι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν δι’ ἄλλου τρόπου θὰ δαπανήσωμεν ἔτι περισσότερα τῶν οἰκονομουμένων ὡς ἐκ τῆς ἀναποφεύκτου ἀνάγκης τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν καταργουμένων δι’ οἰκονομιῶν. Ἐπίσης ἡ ἐπιβολὴ νέων φόρων ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον δύναται καὶ νὰ ἐλαττώσῃ — καὶ θὰ ἐλαττώσῃ — τὰς προσόδους ἡμῶν, ὡς ἐκ τοῦ ἀδυνάτου τῆς εἰσπράξεως καὶ τῆς καταβολῆς αὐτῶν παρὰ τῶν φορολογουμένων. Οἱ ἐπαγγελματίαι, οἱ ἔμποροι καὶ ἄνθρωποι πάσης τάξεως φωνάζουν: «Δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τοὺς φόρους καὶ πρέπει νὰ τοὺς μετριάσητε». Τὸ ἀποτέλεσμα λοιπὸν θὰ εἶναι ὅτι αἱ εἰσπράξεις — καὶ ἔχομεν καὶ τὰς καθυστερήσεις, αἱ ὁποῖαι αὐξάνουν — τὸ ἀποτέλεσμα, λέγω, θὰ εἶναι ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν πολὺ ὀλιγώτερα καὶ συγχρόνως ὄχι μόνον δημοσιονομικῶς, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικῶς θὰ καταπέσωμεν οἰκτρῶς, διότι ὅταν φορολογοῦμεν ὄχι τὸ εἰσόδημα, ἀλλ’ ἐπιβάλλομεν νέους φόρους ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι αἱ ἐργασίαι ἐλλείψει κεφαλαίων καὶ τῆς γενομένης ὡς ἐκ τούτου κρίσεως τὰ εἰσοδήματα τοῦ λαοῦ θὰ εἶναι ὀλιγώτερα καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ καταβάλλωσιν ὀλιγώτερα. Τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων βαρύνει πολύ. Ἀλλ’ ἂν ἀντὶ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ βάρη αὐτά, αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Δημοσίου αὐξάνουν καὶ αὐξάνουν καθ’ ἡμέραν. Ὄχι μόνον οἰκονομίαι δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν ἐπ’ αὐτῶν, ὅπως ἀνεγνωρίσατε καὶ ὁ ἴδιος, κ. Ὑπουργέ, αἱ διὰ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν δαπάναι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐλαττωθοῦν, ἀλλὰ πρέπει νὰ μένωμεν εὐχαριστημένοι ἂν δὲν αὐξηθοῦν ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ παρελθόντος.
§88Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ὀφείλεται οὐσιωδῶς εἰς τὸ παρελθόν.
§89Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα προσωπικῆς εὐθύνης ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν, οὔτε περὶ αὐτῆς ὁμιλοῦμεν ἐνταῦθα. Σήμερον συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐξ ἀντικειμένου. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Προϋπολογισμός μας εἶναι ἄγαν βεβαρυμένος. Λοιπὸν ἢ πρέπει νὰ ἄρωμεν τὰ ὑπερβολικὰ βάρη ἢ ἄλλως θὰ ἐξακολουθήσωμεν μὲ τὰ ἴδια βάρη καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὸ αὐτὸ ἔλλειμμα καὶ ἔτι μεγαλύτερον ἐν τῷ μέλλοντι. Τώρα πρέπει νὰ χωρισθοῦν τὰ ζητήματα. Οὐδεὶς δύναται νὰ μεμφθῇ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἂν αὐτὸ τὸ πρόβλημα δὲν ἠδυνήθη ἐντὸς 4–5 μηνῶν νὰ τὸ λύσῃ. Εἶναι μέγα κακόν, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ διὰ μεγάλων ἀτασθαλιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ὅρια εἰς βάρος τοῦ ταλαιπώρου Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἀνεξάντλητον ὄχι μόνον εἰς μισθοὺς καὶ ἀμοιβὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς διαρπαγάς. Πῶς ἀντέχει μέχρι σήμερον αὐτό, εἶναι θαῦμα. Ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιφέρωμεν θεραπείαν τινὰ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὸ πρώτιστον εἶναι νὰ εὕρωμεν ἔδαφος νὰ σταματήσωμεν. Νὰ μᾶς δοθῇ τὸ «πᾷ στῶ καὶ τὴν γῆν κινήσω». Λοιπὸν πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν ἀναδιοργάνωσιν τῆς δημοσίας ἐθνικῆς οἰκονομίας ὄχι τῆς δημοσιονομίας, ἡ δημοσιονομία ἔρχεται δευτέρα. Ἂν δὲν ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν νὰ ἐπιφέρωμεν εἰς αὐτὴν τὰς δεούσας θεραπείας, δὲν θὰ κατορθώσωμεν τίποτε, οὐδὲ διὰ τὴν δημοσιονομίαν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ παρόντος ἂς περιορισθῶμεν εἰς τὰ δωδεκατημόρια. Ταῦτα ὅπως ὑποβάλλονται ἐπιφέρουν μᾶλλον σύγχυσιν εἰς τὴν κατάστασιν. Τὰ δωδεκατημόρια αὐτὰ ὑπεβλήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς Προϋπολογισμοῦ τοῦ Τανταλίδου ἐπηυξημένου καὶ διωρθωμένου. Ὡς γνωστόν, κύριοι, τὰ διάφορα Κράτη, ἰδίως ὅμως ἡ Ἀγγλία, διαχωρίζουσι τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον μένει μονίμως καὶ ἀμετάβλητον καὶ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀλλάσσει ἐτησίως. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν δυνηθῇ νὰ κυρώσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτόν, δύνανται τὰ στοιχεῖα τοῦ μονίμου Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐφαρμόζωνται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς. Διατί λοιπὸν νὰ μὴ γίνῃ μία τοιαύτη ἐκκαθάρισις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἀπαραίτητα, ἐκεῖνα τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἀναβάλλεται ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος; Νὰ προσθέσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν νέων χρεῶν, ἡ ὁποία θὰ βαρύνῃ ὅλον τὸ ἔτος ἀναλόγως καὶ νὰ μείνουν τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα νὰ κανονισθοῦν κατὰ ἕνα τρόπον ὁ ὁποῖος νὰ μὴ προδικάζῃ τὸ μέλλον; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ἀπὸ τοῦδε εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐκφράζει τὴν ἀμηχανίαν του διὰ τὴν κατάρτισιν τῶν προϋπολογισμῶν ὅλων τῶν Ὑπουργείων, διότι αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσῃ τοιούτους προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ ἑπομένως οἱ τοιοῦτοι προϋπολογισμοὶ ἐπιβάλλονται σχεδὸν εἰς αὐτὸν καὶ οὕτω δὲν δύναται νὰ φέρῃ μίαν ἀναδιοργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν ἑκάστου Ὑπουργείου καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δίκαιον, διότι ἀκολουθεῖ μίαν τακτικὴν Ἑλληνικήν, ἡ ὁποία δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν ἐπιστήμην καὶ πρὸς τὰ γιγνόμενα ἀλλαγοῦ. Τὴν σήμερον ὁ προϋπολογισμὸς ἑκάστου Ὑπουργείου εἶναι ἀντικείμενον ὅλου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διατί; Διότι ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ζητοῦν διὰ τῶν πιστώσεων οἱ Ὑπουργοί, ὅλα αὐτὰ ἔχουν ἕνα λόγον, μίαν ἀνάγκην, μίαν χρησιμότητα, διότι οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἀξιοῖ πιστώσεις ἁπλῶς διὰ νὰ δαπανήσῃ. Αἱ ἀνάγκαι εἶναι πολλαί. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία ἐπιλογὴ μεταξὺ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ θεραπευθοῦν ἀμέσως, ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπείγουσαι, ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐπείγουσαι καὶ δύνανται νὰ ἀναβληθοῦν. Λοιπὸν αὐτὸ δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ μόνον διὰ τῆς συνεργασίας ὅλων τῶν Ὑπουργῶν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ δι’ αὐτό, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀλλαχοῦ εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῆς ὅλης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Συνεργάζονται ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, ἐφ’ ὅλων τῶν Ὑπουργείων γίνεται συζήτησις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸ λοιπὸν ἔπρεπε νὰ γίνῃ διὰ νὰ συντελεσθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἴσως τότε θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ πρὸ τοῦ ἑπταμήνου, καθὼς εἴπομεν, ἂν ὑπῆρχε συνεργασία. Ἐπειδὴ θεωρῶ ἀναγκαῖον τὰ δωδεκατημόρια νὰ μεταρρυθμισθῶσιν οὕτως ὥστε νὰ παραλειφθῶσι τὰ κεφάλαια ἐκείνων τῶν πιστώσεων, τὰ ὁποῖα πάντως εἶναι ἀδύνατον ἐν τῷ νέῳ Προϋπολογισμῷ νὰ ἐπαναλάβωμεν καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πάντως θὰ ἀποτελέσουν ἀναγκαῖα στοιχεῖα τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δωδεκατημορίων μέχρι τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῶν κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, οὕτως ἐπεξεργασθῶσι ταῦτα, θὰ ἔλθωμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὅλοι οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν τῇ συναισθήσει τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους διατρέχομεν καὶ τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν Πατρίδα. Θὰ τὴν συνδράμωμεν ἀνεπιφυλάκτως. (Χειροκροτήματα).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§91Σ. ΣΤΑΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω, δὲν τὰς λέγω ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Δὲν ἀντιπολιτεύομαι τὴν Κυβέρνησιν, τοὐναντίον μάλιστα εἶμαι σύμμαχος καὶ θιασώτης τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, φρονῶν ὅτι μεγάλα καὶ σπουδαῖα θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις τῆς Χώρας, ἂν εἶχεν ἀντιληφθῆ—δυστυχῶς δὲ δὲν ἀντελήφθη—τὴν δύναμιν τὴν κολοσσιαίαν, τὴν ὁποίαν ἐν ἑαυτῇ περικλείει, ἂν εἶχεν ἀντιληφθῆ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἀντιπροσωπεύει ὅλην τὴν δύναμιν τῆς Ἑλλάδος, δύναμιν ἀκατάβλητον, δυναμένην νὰ θέσῃ εἰς τὴν θέσιν του πάντα ταραξίαν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἠκούσαμεν πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ—ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἀντιπολιτεύομαι, ἀλλ’ ἁπλῶς παρατηρῶ—ὅτι αἱ οἰκονομίαι εἶναι ὀδυνηρότεραι ἀπὸ τοὺς φόρους. Ἵνα δὲ μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἐλέγξωμεν καὶ τὸ δόγμα τοῦτο καὶ τὰς σχετικὰς πράξεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρέθημεν πρὸ αἰφνιδιασμοῦ, ὅμοιον τοῦ ὁποίου μόνον κατὰ τὸν τελευταῖον παγκόσμιον πόλεμον δύναταί τις νὰ συναντήσῃ. Ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ψήφισμα περὶ τῶν δύο δωδεκατημορίων, ὁ δὲ πρόεδρος αὐτῆς εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ φέρῃ τάχιστα τὰς ζητηθείσας σχετικὰς πληροφορίας, αἰφνιδίως τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀντὶ νὰ συζητηθῶσιν αἱ συμβάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ καὶ τὰ τρία ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ἐπειγούσης πράγματι φύσεως, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς αἰφνιδιαστικῆς εἰσβολῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πανόπλου, μὲ ὅπλα βολῆς τῆς τελευταίας πολεμικῆς τέχνης, διότι ἡ βολὴ αὐτῶν ἔφθασε μέχρις ἄρθρων ἐφημερίδος γραφέντων πρὸ ἑξαμήνου. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τῶν Οἰκονομικῶν, ἰδιαιτέρως δὲ καὶ πρός τινας τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐδήλωσα ὅτι ἐκθύμως ὑποστηρίζομεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προγραμματικῶν αὐτῆς δηλώσεων, τῶν ἀναγνωσθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1926. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς ἐδήλωσεν ἐνώπιον ἡμῶν σὺν τοῖς ἄλλοι καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν κυριωδεστάτων ἀλλὰ καὶ δυσχερεστάτων ἔργων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ περὶ τῶν οἰκονομικῶν μέριμνα. Πρῶτον δὲ μέλημα αὐτῆς ἔσται ἡ προσπάθεια καταρτισμοῦ ἰσοσκελοῦς Προϋπολογισμοῦ. Ὡς βάσις πρὸς ἐπίτευξιν τούτου τεθήσονται αὐστηραὶ οἰκονομίαι, περιορισμὸς τουτέστι τῶν δαπανῶν εἰς τὸ κατώτατον δυνατὸν ὅριον ἄνευ ζημίας τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν». Δυστυχῶς ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν τούτων οὐδεμίαν εἴδομεν μέχρι σήμερον πραγματοποιουμένην. Ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι καὶ μάλιστα αἱ «αὐστηραὶ οἰκονομίαι», ὡς καὶ ἄλλοτε παρετήρησα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν, ἂν δὲν καταργηθῶσι τὰ Ν. Διατάγματα, τὰ ἐπὶ τῶν διαφόρων δικτατορικῶν Κυβερνήσεων δημοσιευθέντα. Ἂν δὲν καταργηθῇ τὸ Ν. Διάταγμα τὸ ἱδρῦσαν Στρατιωτικὴν Ἰατρικὴν Σχολήν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἐπὶ πλέον ἀναγραφέντα τρία ἑκατομμύρια ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας; Σημειώσατε ὅτι οἱ φοιτηταὶ οἱ ὑποψήφιοι στρατιωτικοὶ ἰατροὶ φοιτῶσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἀκροῶνται τῶν παραδόσεων τῶν τακτικῶν καθηγητῶν αὐτοῦ.
§92Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσουν τὸ Στράτευμα.
§93Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ μήπως ὑπῆρξε ποτὲ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος νὰ ἐκάλεσεν ἰατροὺς πρὸς κατάταξιν εἰς τὸν Στρατὸν καὶ νὰ μὴ προσῆλθον εἰς διαγωνισμὸν τόσοι πολλοί, ὥστε ἡ ἐπιλογὴ νὰ εἶναι δυσχερής; Ἄλλη σειρὰ Ν. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, εἶναι ἡ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὲρ τὰ ἑκατόν, τὰ πλεῖστα δὲ ἐξ αὐτῶν ἐπιφέρουσιν αὔξησιν δαπανῶν. Πολλάκις ἐζήτησα τὴν κατάργησιν αὐτῶν ἢ τοὐλάχιστον τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὰς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς ἵνα τροποποιηθῶσιν, ἀλλ’ ἡ παράκλησίς μου δὲν εἰσηκούσθη.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι εἰς τὴν Ἀεροπορικὴν Ἄμυναν;
§95Σ. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον ἐξήτασεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν. Ἡ αὔξησις ἢ ἐλάττωσις ἀριθμοῦ τινος ὑπαλλήλων ἐλάχιστα θὰ ἐπιβαρύνῃ Προϋπολογισμὸν 9½ δισεκατομμυρίων. Ἡ προσθήκη ὅμως 451 ὑπαλλήλων, ὅσους διώρισαν ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Οἰκουμενικῆς, γεννᾷ εἰς τὸν λαὸν ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν. Οὐδὲ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν ἐκ τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἀποτάκτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὴν εὐρεῖαν οἰκονομικὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ.
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον αὐτό. Παρατηρῶ ὅτι δὲν μὲ παρηκολουθήσατε.
§97Σ. ΣΤΑΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Αὐτὸ ἀντελήφθην. Αἱ ἀποδοχαὶ τῶν 720 ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1926–1927 ἀνέρχονται εἰς 350,000,000. Ἂν δεχθῶμεν ὅτι ἐκ τῶν ἀποτάκτων ἀξιωματικῶν ἐπανέρχονται τὸ δέκατον, ἤτοι 720, ἡ ἐκ τούτου ἐτησία δαπάνη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰ 35,000,000, ἂν μάλιστα, ἀφαιρέσωμεν τὰς συντάξεις τὰς ὁποίας λαμβάνουσι σήμερον, ἡ δαπάνη θὰ μειωθῇ σημαντικῶς, ἑπομένως δὲν εἶναι σημαντική, Ὁ κ, ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὡμίλησε γενικῶς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§98Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν μίαν πιστὴν εἰκόνα τῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς καταστάσεως.
§99Σ. ΣΤΑΗΣ. Εὐχαριστῶ, διότι μοὶ δίδετε τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπῆρξεν ὁ σφοδρότερος κατήγορος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀδρανείᾳ, παραστήσας ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ οἰκονομικοῦ βαράθρου, τὸ ὁποῖον χαίνει ἐνώπιόν μας μὲ ἔλλειμμα δύο μέχρι τριῶν δισεκατομμυρίων κατὰ τὸ τρέχον οἰκονομικὸν ἔτος.
§100Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπα ὅτι κινδυνεύει. Ἐπιθυμῶ νὰ διακηρύξω στεντορείως ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἐντύπωσις τῶν ἔξω τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶπα ποτὲ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα 3 δισεκατομμυρίων.
§101Σ. ΣΤΑΗΣ. Εἴπατε 2½ μέχρι 3.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπα ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1926 ἐπρόκειτο νὰ καταλήξῃ μοιραίως εἰς ἓν ἔλλειμμα 1500 ἑκατομμυρίων, ἂν δὲ εἰς ταῦτα ἠθέλομεν προσθέσει τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις, τὰς ὑποχρεώσεις ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων καὶ τὴν μείωσιν τῶν ἐσόδων τῆς δεκάτης, κατὰ τὰς προβλέψεις τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1927–1928 θὰ κατέληγε μοιραίως εἰς ἓν ποσὸν 2700 ἑκατομμυρίων. Προσπαθοῦμεν νὰ φέρωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς ἰσοσκέλισιν, δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν 2700 ἑκατομμυρίων εἶναι ὁριστικόν.
§103Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἐδηλώσατε ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1925–1926 κατέληξεν εἰς ἰσοζύγιον, κατόπιν τοῦ δανείου 1200 ἑκατομμυρίων, συνεπείᾳ τῆς κοπῆς τῶν χαρτονομισμάτων καὶ τοῦ δανείου 750 ἑκατομμυρίων τῶν γραμματίων.
§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι. Αἱ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς χρήσεως 1926–1927 οἰκονομικαὶ χρήσεις ἀπέληγον εἰς ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐλλείμματα ταμιακῆς φύσεως ἐκαλύφθησαν διὰ διαφόρων ἐκτάκτων μέσων, τῶν δανείων, τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ τοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου, εἰς τρόπον ὥστε τὸ ταμεῖον μέχρι τῆς χρήσεως 1926–1927 δὲν παρουσίασε κενόν. Ἔχομεν μάλιστα καὶ περίσσευμα 80 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ μεταξὺ ταμιακῶν ἐλλειμμάτων καὶ ἐλλειμμάτων Προϋπολογισμοῦ ὑπάρχει διαφορά.
§105Σ. ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀνακριβῶν ἀριθμῶν. Εἰς τὴν χρῆσιν 1925–1926 ἐκτὸς τῶν εἰσπραχθέντων ἔχετε καὶ ἓν ἔσοδον 2 δισεκατομμυρίων καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἔχετε ἔλλειμμα 750 ἑκατομμύρια.
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ἀριθμοί σας. Ἐπεξηγῶν λέγω ὑμᾶς ὅτι διετάχθη τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ κάμῃ λογαριασμόν, ὑπολογίζον τί εἰσεπράχθη ἐκ πάντων τῶν ἐσόδων τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων καὶ τί ἐδαπανήθη, ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ δὲ τούτου ἀποδεικνύεται ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως 1925–1926 δὲν ἔχομεν ταμιακῶς ἀκάλυπτα ἐλλείμματα.
§107Σ. ΣΤΑΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω ὅταν κατατεθῇ καὶ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἓν εἶναι τὸ γεγονός· ὅτι τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῶσι τὰ ἓξ δισεκατομμύρια. Ἑπομένως αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ καταρτισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Φόρους ἄλλους δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ θέσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἀπὸ τοῦ 1923 αὐξάνομεν διαρκῶς τοὺς φόρους. Ἔκτοτε ηὐξήθη ὁ φόρος καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀνεβιβάσθη μέχρι τοῦ δεκαπενταπλασίου ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς διὰ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἔτυχον σημαντικῶν αὐξήσεως οἱ φόροι καταναλώσεως, ὡς καὶ τὰ τέλη χαρτοσήμου καὶ τὰ εἴδη τοῦ Μονοπωλίου. Ἐπίσης φόρος ὑπερβολικὸς ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν πάσης φύσεως Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἐθεσπίσθη φόρος αὐτομάτου ὑπερτιμήματος εἰς ἕκαστον ἀπαλλοτριούμενον ἀκίνητον, ηὐξήθησαν οἱ φορολογικοὶ συντελεσταὶ τῶν κληρονομικῶν τελῶν. Ἐτέθη φόρος ἐπὶ τῶν δωρεῶν καὶ προικῶν, ὡς ἐπίσης ἐπὶ τῶν αἰγοπροβάτων καὶ τῶν χοίρων—ὀκτὼ καὶ δεκαπέντε δραχμὰς κατὰ κεφαλὴν—ηὐξήθη κατὰ 15% ὁ φόρος τῶν κουκουλίων. Ἐτέθη φόρος ὑπερβολικὸς ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης λευκῆς σταφίδος, ἀπὸ 19 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα εἰς 50 δραχμάς, ἐπὶ δὲ τῶν σταφίδων τῆς Κρήτης ηὐξήθη ὁ φόρος κατὰ 50%. Ἐθεσπίσθη ἡ φορολογία τῶν ἐκτάκτων κερδῶν καὶ τέλος ἐτέθη ἡ ἐξωφρενικὴ φορολογία ἐπὶ πάσης κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας ὑπερβαινούσης τὰς 50 χιλιάδας δραχμῶν. Κατὰ δὲ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1925 ηὐξήθη ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος, τοῦ καπνοῦ τρίς, τῶν πυρείων καὶ τοῦ ἐνσήμου χάρτου κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1926. Ἀλλ’ ἐκτὸς πάντων τούτων, ἐπλήγη ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων διὰ νέας κλίμακος, ὡς καὶ ἡ καθαρὰ πρόσοδος, ὡσαύτως αἱ αἶγες, τὰ πρόβατα, αἱ ἐπιγραφαὶ εἰς ξένην γλῶσσαν, ἡ κατανάλωσις τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, τοῦ οἴνου, τοῦ γλεύκους, τοῦ οἰνοπνεύματος, τῆς βύνης, τοῦ ζύθου, τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν σιγαρέττων, τῶν μηχανῶν πρὸς κατασκευὴν αὐτῶν, ὡς καὶ τῶν γραμματοσήμων ἀκόμη, ηὐξήθησαν δὲ πάντες οἱ ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι κατὰ 20% χάριν τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων. Κατόπιν ὅλης αὐτῆς τῆς σωρείας τῶν φόρων, τῶν ἐπιβληθέντων ἐντὸς τριετίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ νέος φόρος, ἀφοῦ μάλιστα ἐπιτακτικὴν ἔχομεν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων μας νὰ μὴ τεθῇ οὐδὲ ὁ ἐλάχιστος φόρος πρὶν ἢ ἐπιτευχθῶσιν ὅλαι αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι.
§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ ἐπιφυλαχθῆτε νὰ τὰ εἴπητε ὅταν ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸς συζήτησιν.
§109Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τέλους δὲν βλέπω ποῖος εἶναι ὁ συντακτικὸς δεσμὸς μεταξὺ δωδεκατημορίων καὶ ψηφίσματος. Ὁ Προϋπολογισμὸς κυροῦται διὰ νόμου ἐνιαυσίου ἔχοντος τὴν ἰσχύν. Ἔπρεπεν ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ σχέδιον νόμου πρὸς ἔγκρισιν δωδεκατημορίων καὶ οὐχὶ ψηφίσματος, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰς δύο συζητήσεις. Ἀλλ’ οὕτω αἰφνιδιαστικῶς ἐρχομένου εἰς συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ προχείρους τινὰς παρατηρήσεις νὰ φέρωμεν. Ἂν ἡ συζήτησις ἤρχετο κανονικῶς, θὰ ἠδυνάμην νὰ ὑποδείξω σπουδαίας οἰκονομίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1926–1927, τὰς ὁποίας ἄλλως τε ὑπέδειξαν καὶ αἱ δύο συσταθεῖσαι Ἐπιτροπαί, τῶν Ἐμπειρογνωμόνων καὶ τῶν Οἰκονομιῶν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐνέκρινε πρὸ μικροῦ ἐκφρασθεῖσαν γνώμην δι’ ἐνυπογράφου ἄρθρου μου, πρὸ ἑξαμήνου γραφέντος, δι’ οὗ ἰσχυριζόμην ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν περικοπαὶ δαπανῶν περὶ τὸ δισεκατομμύριον....
§110Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐγράψατε πρὸ ἑξαμήνου. Δὲν γνωρίζω οὔτε κἂν ἂν ἐδημοσιεύσατε ἄρθρον περὶ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ἀνέγνωσα προχθὲς μίαν περίληψιν τῶν συζητήσεων τῶν γενομένων εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐξετέθησαν αἱ ἀπόψεις σας ὅσον ἀφορᾷ τὰς στρατιωτικὰς οἰκονομίας καὶ δι’ αὐτὸ ἔκαμα ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις περὶ τῆς ἀκριβείας ἢ μὴ τῶν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀναγραφέντων. Ἐκεῖ φέρεσθε ὑποστηρίζοντες ὅτι θὰ ἔχωμεν οἰκονομίας ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 100,000,000 διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν εἰς τακτικὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀναγραφῆ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1926– 1927, ὥστε δὲν πρόκειται περὶ ἄρθρου ἐφημερίδος γραφέντος πρὸ ἑξαμήνου, ἀλλὰ περὶ προτάσεως γενομένης πρὸ ἡμερῶν.
§111Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν γνώμην μου ὅτι ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν πιστώσεων, τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ γίνουν ἐλαττώσεις ἑνὸς περίπου δισεκατομμυρίου. Αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐπῆλθον κατὰ τὸ 1924 –1925 εἰς 1500 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1925–1926 εἰς 1660 ἑκατομμύρια καὶ κατὰ τὸ πρὸ μικροῦ λῆξαν 1926– 1927 ἀνῆλθον εἰς 2272 ἑκατομμύρια.
§112Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Περιλαμβανομένων καὶ τῶν συντάξεων θυμάτων πολέμου.
§113Σ. ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, 350 ἑκατομμυρίων.
§114Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ πρέπει νὰ ἀφαιρεθοῦν, κ. βουλευτά.
§115Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὄχι ἐκ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§116Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἡ δαπάνη τῆς ὑπηρεσίας τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι εἶχε καταργηθῆ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς περιστάσεις αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς 1300 τὸ πολὺ ἑκατομμύρια, ἄνευ ἐννοεῖται τῶν συντάξεων τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου.
§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δηλαδὴ πραγματικῶν πιστώσεων 600 ἑκατομμυρίων.
§118Σ. ΣΤΑΗΣ. Αἱ ὑπολειπόμεναι δὲν εἶναι πραγματικαί;
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πραγματικαὶ πιστώσεις 600,000,000, διότι ὑπάρχουσιν 760 ἑκατομμύρια βάρος ἐξ ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων.
§120Σ. ΣΤΑΗΣ. Τὰς ἀνειλημμένας ταύτας ὑποχρεώσεις ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει, οὐδὲ οἱ παρακολουθοῦντες τὰ ἐπίσημα δημοσιεύματα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§121Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τώρα ἀνελάβατε μίαν ὑποχρέωσιν ἐξ 75 ἑκατομμυρίων.
§122Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ὑποχρεωτικὰ αὐτά.
§123Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δύνασθε νὰ τὴν ἀκυρώσητε...
§124Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δυνάμεθα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠθέλομεν ἀκυρώσει ὅλας τὰς συμβάσεις. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον. Ἐφόσον δύναται θὰ τὸ πράξῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἀνέλαβε καμμίαν ὑποχρέωσιν.
§125Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τὴν 21ην Νοεμβρίου ἀνελάβατε ὑποχρεώσεις.
§126Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦ προκατόχου μου.
§127Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἀλλὰ σεῖς θὰ πληρώσητε.
§128Σ. ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπέδειξε πρὸ μικροῦ τὴν δυσχερῆ θέσιν εἰς τὴν ποίαν εὑρίσκεται ἀπέναντι τῶν συναδέλφων του τῆς Οἰκουμενικῆς, προσπαθῶν νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τοιαύτας δυσχερείας, πολὺ δὲ περισσοτέρας ἐννοεῖται προκειμένου περὶ Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
§130Σ. ΣΤΑΗΣ. Αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, μετὰ τὰς μακροχρονίους μάλιστα ἐπαναστατικὰς Κυβερνήσεις, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλουσιν ὅλως ἔκτακτα δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ θέσῃ ἐνώπιον τῶν συναδέλφων του ὡς βάσιν ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἓξ δισεκατομμυρίων, εἰς ὅσα ἀνέρχονται τὰ ἐτήσια πραγματικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω ἓν ἱστορικὸν γεγονός. Ἐπὶ πρωθυπουργίας τοῦ ἀοιδίμου Θεοτόκη, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀείμνηστος Σιμόπουλος, ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, τοῦ ὁποίου καὶ ἐγώ, κατὰ τὸ 1904, ἀπετέλουν μέλος, ἐξέθηκε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Ἐδήλωσεν ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀνήρχοντο εἰς 90 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσι 35 περίπου ἑκατομμύρια διὰ τὸ δημόσιον χρέος, τὰ δὲ λοιπὰ θὰ διανεμηθῶσι διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν Ὑπουργείων. Οὕτως ἐδηλώθη πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου ἔπρεπε νὰ περιορισθῶσιν εἰς 14½ ἑκατομμύρια καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας εἰς 5½ ἑκατομμύρια. Αὐτὸ τοῦτο ἔπρεπε νὰ κάμῃ καὶ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ μὴ ἐπιθυμοῦντες νὰ δεχθῶσι τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συνάδελφοί του θὰ ἦσαν ἐλεύθεροι νὰ ἀποχωρήσωσιν. Ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ μετατρέψῃ εἰς νομοσχέδιον, φέρω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις....
§131Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν πειράζει, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφίζεται εἰς μίαν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πειράζει εἶναι ὅτι, ἐνῷ προηγουμένως εἴπατε ὅτι πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰσήλθατε εἰς λεπτομερείας αὐτοῦ.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀναπότρεπτος, διότι οὔτε ἔσοδα νὰ εἰσπραχθῶσιν, οὔτε ἔξοδα νὰ ἐνταλθοῦν δύνανται. Πᾶς ἔλεγχος ἐξ ἄλλου δύναται νὰ ἀσκηθῇ τὴν προσεχῆ Πέμπτην διὰ τὰ μέτρα ταῦτα τῆς Κυβερνήσεως.
§133Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν σᾶς ὠφελεῖ, κ. Ὑπουργέ, καλύτερον θὰ ἦτο νὰ δώσωμεν μίαν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ διοικήσητε ὅπως διοικεῖτε μέχρι σήμερον.
§134Σ. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ψήφισμα τοῦτο περιέχει νέας διατάξεις Οὕτω τὸ αʹ ἐδάφιον ἀναγράφει (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τῶν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἐσόδων, δι’ ὅσα δὲ ἐκ τούτων δὲν ὑπάρχει πρόβλεψις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως 1926–1927, ἀνοίγεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ». Τὸ τελευταῖον τοῦτο σημαίνει ὅτι νέοι φόροι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπαναστατικῶν νόμων θὰ εἰσπραχθῶσι.
§135Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1926–1927 δὲν ἐπεβλήθησαν φόροι διὰ νόμου.
§136Σ. ΣΤΑΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Οἱ ἐπιβληθέντες φόροι ἐπεβλήθησαν διὰ Ν. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσαμεν ὡς νόμους.
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πάντως δὲν πρόκειται περὶ νέων φόρων.
§138Σ. ΣΤΑΗΣ. Δέχομαι τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ βʹ ἐδάφιον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων ἐπιτρέπεται ἡ διάθεσις πιστώσεων ἴσων πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1926–1927, ὡς αὗται ἀνεγνωρίσθησαν ἢ ἠλαττώθησαν διὰ πράξεων δημοσιευθεισῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως μέχρι καὶ τῆς 10ης Ἰανουαρίου 1927». Ἑπομένως ζητεῖται ἡ ἄδεια νὰ γίνῃ χρῆσις οὐ μόνον τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 1926– 1927, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν τοιούτων μέχρι τῆς 10ης Ἰανουαρίου 1927.
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν;
§140Σ. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἀποτελεῖ περιορισμὸν ὅλων τῶν σχετικῶν νομοθετημάτων περὶ δωδεκατημορίων, τὰ ὁποῖα ἀνέγραφον τὴν παροχὴν πιστώσεων καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς εἶχε διατυπωθῇ οὗτος διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἐδῶ κάμνομεν ἕνα περιορισμόν, ἀναφέρομεν μόνον τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις μέχρι τῆς 10ης Ἰανουαρίου 1927, δηλαδὴ ἐλαττώνομεν τὰς πιστώσεις.
§142Σ. ΣΤΑΗΣ. Κάμνετε ἐν τούτοις χρῆσιν τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῶν χορηγηθεισῶν μέχρι τῆς 10 Ἰανουαρίου 1927.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, ἐνῷ ἂν παρελείπομεν αὐτάς, θὰ περιελαμβάνοντο καὶ ὅλαι αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις αἱ χορηγηθεῖσαι μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου.
§144Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι κατὰ τὸ 1925–1926 ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις 2,179,800,457, κατὰ τὸ πρό τινος διανεμηθὲν τεῦχος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐπὶ συνόλου πιστώσεων 7 δισεκατομμυρίων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις εἶναι μάστιξ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ καταργηθῶσιν. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ τὰς καταργήσητε, παρατηρῶ ὅτι ἐπιτρέπονται καὶ ὑπερβάσεις αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον 879, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου 1913. Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος μᾶς διδάσκει ὅτι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι φαγέδαινα τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἀφορμὴ ἀποκρύψεως, κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ, ὑπὸ ἀπαραιτήτων πιστώσεων. Οὕτως ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπὶ ἀρχικῶς ζητηθεισῶν πιστώσεων 350 ἑκατομμυρίων διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, ἐλήφθησαν πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ 60 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1925–1926 καὶ ἐπὶ ἀρχικῶν πιστώσεων τριῶν ἑκατομμυρίων δι’ ἀποδοχὰς ἰδιωτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐλήφθησαν πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐπὶ πάντων τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων ἐζητήθησαν καὶ ἐλήφθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἐζήτησε καὶ ἔλαβε 42 ἑκατομμυρίων ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἐξ ὧν 30 ἑκατομμυρίων δι’ ἀποδοχὰς προσωπικοῦ, μεταθέσεις καὶ ἔξοδα γραφείων καὶ λοιπά. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔλαβε 96 ἑκατομμύρια δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ 82 ἑκατομμύρια δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων. Πρέπει ἑπομένως νὰ καταργηθῶσιν αἱ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων δαπάναι καθ’ ὑπέρβασιν καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ ψηφίσματος τὸ τέταρτον ἐδάφιον.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐδάφιον αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖσθε καὶ αὐτὸ εἶναι εἷς περιορισμός, δηλαδὴ μία αὐστηροτάτη διατύπωσις τοῦ νόμου περὶ δωδεκατημορίων· δηλαδὴ ἡ ἔννοια τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἀπαιτεῖται πάντοτε διὰ τὴν διάθεσιν τῶν πιστώσεων αὐτῶν ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§146Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἀκριβὲς εἶναι τοῦτο, κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ πρὸς τοὺς συναδέλφους σας, ὑπὸ τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀρνηθῆτε ζητουμένας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ἵνα δὲ ἐπιτύχωμεν οἰκονομίαν, οὐ μόνον τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις πρέπει νὰ ἀπαγορεύσωμεν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ νὰ περιορίσωμεν, διότι νέοι φόροι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῶσιν ἔστω καὶ διὰ τεχνασμάτων κρυφίως, ὡς ἐτέθη κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν διπλασιασθεὶς ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ σίτου, ἐξ οὗ θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον τουλάχιστον ἑκατὸν πεντήκοντα ἑκατομμύρια δραχμὰς εἰς βάρος κυρίως τοῦ Λαοῦ, διότι ὁ μέγας καταναλωτὴς τοῦ ἄρτου εἶναι ὁ Λαός.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§148Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὸ ψήφισμα εἰσάγεται αἰφνηδιαστικῶς καὶ ἐπειγόντως ἐν τούτοις θὰ ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισίν του διὰ νὰ ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ κάμω μίαν ἀντιπαρατήρησιν καὶ μίαν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἀντιπαρατήρησίς μου στρέφεται περὶ τὸ ἑξῆς. Εὑρίσκω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει εὐθύνην ὡς πρὸς τὴν καθυστέρησιν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπώλεσε τὴν εὐκαιρίαν διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀντιπαρατήρησιν ταύτην θὰ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθω εἰς ὅλην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην οὔτε ἐπίκαιρον οὔτε συμβάλλον εἶναι διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ἐπιφυλάσσομαι ἄλλοτε νὰ κάμω τὴν σύστασίν μου εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον εὐθὺς μετὰ τὰς ἑορτὰς νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ οἰκονομικὰ μέτρα καὶ τὰ Νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ λαβυρίνθου, διότι ἡ στιγμὴ εἶναι ἐπείγουσα καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ χαθῇ μία ὁλόκληρος χρῆσις καὶ ὁλόκληρος χρόνος ἕως ὅτου ὑποβληθῶσι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα καὶ ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§150Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου πιεζόμενος ὑπὸ τῆς βίας. Ἔχω πᾶν συμφέρον νὰ ἐπιμένω ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κανονισμοῦ καὶ νὰ ὁμιλήσω πρὸ τοῦ κ. Σωτηριάδου. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ὅμως, διότι ἡ ὥρα εἶναι ἀκατάλληλος πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει, κύριοι, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἀπεριόριστος, ἀλλ’ αὕτη περιορίζεται ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ ὅταν μάλιστα ἡ Βουλή, μετὰ τετράμηνον συζήτησιν, εἶναι εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἐκνευρισμοῦ, θὰ ἦτο ἀστεῖον ἐγὼ νὰ ἐπιμένω, παρὰ τὰς διαθέσεις μου, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ θὰ δοθῇ τοιαύτη εὐκαιρία. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ συζητούμενον ψήφισμα. Ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ τὸ ψήφισμα τοῦτο πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἢ νὰ τὸ ψηφίσωμεν αὔριον, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιμονῇ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παραιτοῦμαι καὶ δηλῶ ὅτι κεκμηκὼς καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἀκούσω τὸν κ. Σωτηριάδην ἀγορεύοντα.
§151Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ψήφισμα ἔχει ὑποβληθῆ πρὸ δέκα ἡμερῶν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§153Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλων τὸ ψήφισμα περὶ τῶν δύο δωδεκατημορίων μᾶς ἔδωκε μίαν εἰκόνα γενικὴν περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔθιξε καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἔθιξεν ἐν ἄλλαις λέξεσι τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν χρεῶν καὶ ἐχαρακτήρισεν ὡς χαρμόσυνον γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐγγυᾶται τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Κράτους καὶ εἶπε μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ὀφειλέτης τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ἀνερχομένου εἰς 3,000,000,000 καὶ πᾶς ὀφειλέτης εἶναι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοὺς στοιχειώδεις κανόνας τῆς καλῆς πίστεως νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τῆς Ἑλλάδος διατελεῖ ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν, διατελεῖ ὑπὸ ἕνα ἀπαραίτητον ὅρον, νὰ ὑπάρχῃ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκπληροῖ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν καὶ ἡ προϋπόθεσις ἦτο ἀναγκαῖα, ἀναγραφομένη εἰς τὴν συμφωνίαν τοῦ 1918.
§154Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι, κ. συνάδελφε. Ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ ἀνεφέρετο μόνον εἰς τὴν χορήγησιν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ μόνον, δυνάμει τῆς συμφωνίας τοῦ 1918. Εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐκ τῶν κονδυλίων, τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ χρέος ἡμῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, δὲν ἐπεκτείνεται ὁ ὅρος αὐτός. Σημειωτέον, ὅτι κατὰ τὸν ὅρον τὸν ἀρχικὸν αἱ τρεῖς Δυνάμεις ἐπρόκειτο μετὰ τὸν πόλεμον νὰ ἀποφασίσωσι περὶ τῆς οἰκονομικῆς τῆς Ἑλλάδος ἀντοχῆς, ἑπομένως νὰ κανονίσωσι καὶ τὸ ποσὸν τοῦ χρέους, τοῦ προερχομένου ἐκ τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνελαμβάνετο ὁριστικῶς μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ γενικοῦ πολέμου, τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ. Κατὰ τὰ 1920 συνῆλθον αἱ τρεῖς Δυνάμεις καὶ ἀπεφάσισαν ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ τὸ πολεμικόν της ὑλικὸν ὁλόκληρον. Ἐθεώρησαν λοιπὸν ἔκτοτε ὅτι ὅρος αὐτὸς ἐτηρήθη. Ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς προέβαλεν ἀντιρρήσεις. Μέχρι τῆς ὑστάτης στιγμῆς δὲν ἔπαυσεν ἰσχυριζομένη ὅτι τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν ἔπρεπε νὰ ἐκπεσθῇ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἡ οἰκονομική της θέσις σήμερον δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ τῆς ἐπιτρέψῃ νὰ πληρώσῃ αὐτό. Μόνον εἰς τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν ἀνεφέρετο ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ κατὰ τὴν συμφωνίαν τοῦ 1918.
§155Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἀξία τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ, κ. Ὑπουργέ, δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε τώρα διὰ τῆς ὑπογραφῆς της ἡ Ἑλλὰς νὰ πληρώσῃ;
§156Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἰδοὺ πάλιν ποῖος εἶναι ὁ οὐσιαστικῶς ἀντίθετος ἰσχυρισμός. Εἶναι ὅτι θὰ πληρώσετε εἰς 62 ἔτη 23 ἑκατομμύρια λιρῶν. Αὐτὰ ἀντιπροσωπεύουν σήμερον ἓν κεφάλαιον 6½ ἑκατομμύρια λιρῶν· τὰ 6½ ἑκατομμύρια αὐτὰ λιρῶν, τὰ ὁποῖα ☐ ☐ταβληθέντα τοῖς μετρητοῖς, διότι τά καταβληθέντα τοῖς μετρητοῖς ὑπερβαίνουν τὰ 8 ἑκατομμύρια λιρῶν, ἑπομένως ὅλον σας τὸ πολεμικὸν χρέος μένει ἀπλήρωτον· ἄλλο ζήτημα ἂν θέλετε ἀκόμη καλυτέρους ὅρους, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει κατ’ οὐσίαν δὲν πληρώνετε τὸ πολεμικὸν ὑλικόν.
§157Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς εἰσέφερεν ὅλας τὰς δυνάμεις αὐτῆς....
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄλλο ζήτημα.
§159Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Λαοῦ θὰ θίξω καὶ δι’ αὐτὸ ἀνῆλθον τὸ βῆμα διὰ νὰ ῥίψω κραυγὴν διαμαρτυρίας καὶ νὰ μὴ ἐξετάσω τὸ γεγονὸς ὡς χαρμόσυνον, διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰσέφερεν ὅ,τι εἶχε πολύτιμον εἰς αἷμα καὶ χρῆμα διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ συμμαχικοῦ ἀγῶνος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξῆλθε νικηφόρος ἡ Ἀγγλία καὶ διὰ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ ὁποίου ἔφθασεν εἰς ἣν περιωπὴν ἔφθασεν, εὑρισκομένη εἰς περίλαμπρον οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς καθ’ ἡμῶν ἀξιώσεις της, ὡς ἐπίσης δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐ μόνον οὐδὲν ἐκαρπώθη ἐκ τοῦ συμμαχικοῦ ἀγῶνος, εἰς ὃν συνέπραξε δι’ ὅλων αὐτῆς τῶν δυνάμεων, ἀλλ’ ἀντιθέτως ὑπέστη πλήρη καταστροφήν. Καὶ καλεῖται ἤδη ἡ μικρὰ ἡμῶν Χώρα, συντετριμμένη πολλαπλῶς καὶ κατεστραμμένη οἰκονομικῶς ἕνεκεν τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸν κοινὸν ἀγῶνα, νὰ ἀποτίσῃ πρὸς τὴν μεγάλην καὶ ἰσχυρὰν σύμμαχον, τὴν Ἀγγλίαν, χρέος πηγάσαν ἐκ τοῦ κοινοῦ ἀγῶνος καὶ ὅπερ θέλει βαρύνει ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν τὴν παροῦσαν καὶ τὴν μέλλουσαν γενεάν. Αὐτὴν τὴν διαμαρτυρίαν ἔχω νὰ κάμω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶναι μία κραυγὴ πόνου, ἥτις προέρχεται ἀπὸ μίαν πληγωμένην ψυχὴν ἑνὸς Ἕλληνος πολίτου ἀντιπροσωπεύοντος τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ διακηρύξω ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς συμφωνίας πρὸς πληρωμὴν τῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν χρεῶν δὲν εἶναι γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἑορτασθῇ, ἀλλ’ ἀντιθέτως εἶναι γεγονός, δι’ ὃ πρέπει νὰ θρηνήσῃ πᾶσα Ἑλληνικὴ ψυχή. Βεβαίως δυνάμεθα ἀπὸ ἀπόψεως ψυχρᾶς λογικῆς νὰ εἴπωμεν τί νὰ κάμῃ ἡ Ἑλλάς; Ἀντιμετωπίζουσα τὸ οἰκονομικόν της πρόβλημα, τὸ ὁποῖον τὴν ὁδηγεῖ εἰς ἀδιέξοδον, ἀντιμετωπίζουσα τὴν ἀκαμψίαν τὴν Ἀγγλικήν, ἦτο ὑποχρεωμένη βεβαίως νὰ ὑποκύψῃ, ἀλλὰ ὑποκύπτει βαρυαλγοῦσα καὶ νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζῃ ἐνθουσιασμὸν διότι ἡ Ἑλλὰς ὑποκύψασα εἰς μίαν τοιαύτην ἀνήκουστον βίαν τῶν ἰσχυρῶν κατὰ μιᾶς ἀδυνάτου Ἐπικρατείας, ὑπέγραψε μίαν τοιαύτην συμφωνίαν καὶ μὲ τὴν διαμαρτυρίαν αὐτὴν ἐννοῶ νὰ κατέλθω τοῦ βήματος.
§160ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, κ. Πρόεδρε, δεκτόν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς ὅπως ἀναγνώσῃ τὸ ψήφισμα.
§162ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει): Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν Ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν κατὰ τοὺς δύο μῆνας τῆς χρήσεως 1927–1928 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1926–1927». Ἄρθρον μόνον.
§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§164Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὰ περὶ ὁρίου ἡλικίας νὰ ψηφίσωμεν, κ. Πρόεδρε.
§165Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Καὶ τὸ περὶ ἀγροφυλακῆς, κ. Πρόεδρε, κατ’ ἀρχήν.
§166Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, κ. Πρόεδρε, διὰ τὸ περὶ ἀγροφυλακῆς Κρήτης.
§167Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§168Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ περὶ ἀγροφυλακῆς, κατ’ ἀρχήν.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Μένον τὰ δωδεκατημόρια.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ οὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. αὔριον. (Ὥρα 10.40′ μ. μ.)