1927.04.04
1,736 rows · 13,483 words · 141 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
Δευτέρα 4 Ἀπριλίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.20′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα μᾶς διενεμήθησαν, φέρεται ὅτι τὸ 62ον ἄρθρον ἐψηφίσθη μὲ μίαν τροποποίησιν ὅτι θὰ μετέχῃ καὶ ἡ Βουλὴ τῆς ἀποφάσεως πρὸς παραπομπὴν εἰς τὴν Γερουσίαν. Ὅσοι ἦσαν παρόντες, κ. Πρόεδρε, ἐνθυμοῦνται καλῶς ὅτι ἡ συνεδρίασις ἐλύθη ἐν μέσῳ θορύβου, πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν ἐξῆλθον, διότι ἐπηκολούθησε μία λογομαχία ζωηρά, σεῖς δὲ ὁ ἴδιος μᾶς παρεκινήσατε νὰ φύγωμεν. Παραδόξως εἰς τὰ πρακτικὰ φαίνεται ὅτι ἐπανελήφθη ἡ συνεδρίασις καὶ ὅτι ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος προφανῶς παρόντων ἐλαχίστων βουλευτῶν, ἀφοῦ ἐκ τῶν 20–30 παρευρισκομένων ἐν ὅλῳ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην οἱ πλεῖστοι εἶχον ἀποχωρήσει μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ συνεδρίασις ἐλύθη. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὅπως ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον εἶναι τελείως ἀντίθετον πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς καὶ διαμαρτύρομαι διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον φέρεται εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ψηφισθέν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, ὅπως γνωρίζετε, δὲν ἤμην ἐπὶ τῆς ἕδρας, παρηκολούθουν καὶ ἐγὼ παρακαθήμενος εἰς μίαν ἐκ τῶν θέσεων τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐξέφρασα τὴν ἐπιθυμίαν ὅτι καλύτερον θὰ ἦτο νὰ ἐλύετο ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ καταπαύσῃ ὁ θόρυβος. Ἐν τούτοις ἐπανελήφθη καὶ πάλιν ἡ συνεδρίασις, διότι εἶχε διακοπῆ καὶ παρέμειναν ὅσοι παρέμειναν καὶ παρηκολούθησα καὶ ἐγώ. Μεταξὺ δὲ τῶν παρευρισκομένων ἦτο καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς καὶ ἄλλοι βουλευταὶ καὶ ἔχομεν ἀποφασίσει χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ καμμία ἔνστασις. Ἄν πράγματι ἐλήφθη ἀπόφασις χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ οὐδεμία ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, αὐτὸ δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω, καίτοι δὲν ἤμην ἐπὶ τῆς ἕδρας. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία δήλωσις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία θὰ θεωρηθῇ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.
§4Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Αὐτὴ ἔρχεται εἰς πλήρη ἀντίκρουσιν πρὸς τὸ ἄρθρον 62. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ δὲν δεσμεύει τὸν μέλλοντα νομοθέτην.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν αὐτό. Θὰ συζητήσωμεν ἂν τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐν τάξει. Τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐν πλήρει τάξει. Ἡ συνεδρίασις ἐπανελήφθη μετὰ τὴν γενομένην δεκάλεπτον διακοπήν. Ἔνστασις ἀπαρτίας δὲν ὑπεβλήθη. Ἐπανελήφθη καὶ ἡ συζήτησις καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔγινεν οὐδεμία ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐψηφίσθη κατόπιν ὁμοφώνως ὑπὸ τῶν παρόντων βουλευτῶν ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον αὐτό.
§6Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐφύγαμεν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ συνεδρίασις ἐλύθη. Ἀλλὰ παραδόξως ἡ συνεδρίασις ἐπανελήφθη καὶ τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη ἀπὸ 15 ἕως 20 βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν. Ἂν νομίζητε ὅτι οὕτω πρέπει νὰ ψηφίζεται τὸ Σύνταγμα, διαμαρτύρομαι δι’ αὐτό.
§7Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγίγνωσκεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς πῶς ἔδει κατὰ τὴν γνώμην του νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ἐγὼ καὶ ὁ κ. Καλκάνης διεμαρτυρήθημεν διότι ἐζήτει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον οὕτω καὶ διεμαρτυρήθημεν καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὴν φράσιν ὅτι συγκροτεῖται εἰς δικαστήριον ἡ Γερουσία διὰ νὰ δικάσῃ ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ συνωμοσίαν πρὸς βιαίαν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος. Δι’ αὐτὴν τὴν φράσιν διεμαρτυρήθημεν καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐδέχθη νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ἐπικίνδυνον. Πῶς, κ. Πρόεδρε, ἐμφανίζεται ψηφισθὲν τὸ ἄρθρον αὐτὸ μὲ τὴν γνώμην αὐτήν;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι ἐψηφίσθη παρὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν σας. Δὲν ἤμην οὔτε ἐγὼ σύμφωνος μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ, δὲν δύναμαι ὅμως παρὰ νὰ ὁμολογήσω ὅτι κανονικώτατα ἐψηφίσθη. Ἐπανελήφθη ἡ συνεδρίασις, ἐπανελήφθη καὶ ἡ συζήτησις καὶ ἔλαβεν ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Τὰ πρακτικὰ ἑπομένως εἶναι ἐν πλήρει τάξει.
§9Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἐρωτήσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν παρόντες· ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον;
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐψηφίσθη, ἐψηφίσθη.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 62 ἐψηφίσθη. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Γεώργιος Μαυροθεοδώρου, δημοδιδάσκαλος, ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ ἐπανορθώσεως γενομένης αὐτῷ ἀδικίας ὑπὸ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου». — Ὁ νομάρχης Ρεθύμνης ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Ἁγίου Βασιλείου Ρεθύμνης παραπονουμένων δι’ ἔλλειψιν συγκοινωνίας. — Ὁ Σύλλογος τῶν ἀλευρεμπόρων Θεσσαλονίκης ὑποβάλλει ψήφισμα τῶν ἐμπορικῶν, ἐπαγγελματικῶν καὶ ἐργατικῶν ὀργανώσεων Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρομένων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δύο ποιοτήτων ἄρτου καὶ δασμοῦ σίτου καὶ ἀλεύρου», τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ καταστρέφει τελείως τὴν πολυπληθῆ τάξιν τῶν μεγαλεμπόρων. — Οἱ καταστηματάρχαι ἠλεκτρικῶν εἰδῶν καὶ τεχνῖται κατασκευῆς εἰδῶν ἠλεκτρικῶν ἐγκαταστάσεων Βόλου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητοῦν τὴν κατάργησιν τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ ἠλεκτρικῶν ἐγκαταστάσεων». — Ὁ Παμπροσφυγικὸς Σύλλογος Ἐδέσης «Ἕνωσις» παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι δεῖ περὶ ἀναγνωρίσεως ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῶν γενομένων ὑπ’ αὐτοῦ δαπανῶν εἰς τὰ παραχωρηθέντα καταστήματα καὶ οἰκήματα ἀνταλλαξίμων. — Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Συλλόγου τῶν Μοναστηριωτῶν καὶ τῶν πέριξ τῆς Φλωρίνης «Ἐλπὶς» ζητεῖ νὰ συσταθῇ εἰς Φλώριναν τοπικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ζημιῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς πραγματικῆς ἀξίας τῆς καταστραφείσης κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας. — Ὁ Σύνδεσμος «Ἀλληλεγγύη» ἀποστράτων ἀξιωματικῶν ξηρᾶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ παρακαλεῖ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἵνα καταργήσῃ τὸ ἀπὸ 5 Φεβρουρίου 1926 Ν. Διάταγμα «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου». — Ὁ πρόεδρος τῶν κτιστῶν, μαραγκῶν, ἀσβεστοχριστῶν κλπ. Πατρῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ ὅπως καθιερωθῇ τὸ ὀκτάωρον καὶ τὸ περὶ συντάξεων τεχνιτῶν οἰκοδομῶν ζήτημα. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Μεθώνης ὑποβάλλει ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 119 πράξεως τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου «περὶ τοποθετήσεως εἰρηνοδίκου εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Μεθώνης». Ὁμοίως ζητεῖ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προσθέτου φόρου τῶν οἰκοδομῶν. — Ὁ Λ. Ἠλιόπουλος, πολιτικὸς συνταξιοῦχος, ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 4 ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ ἀπὸ 25 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Διατάγματος «περὶ ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων». — Ἡ Συνεργατικὴ Ἕνωσις τῶν ἐργατῶν λιμένος Πειραιῶς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ σκέψις τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσαγωγῆς ἀλεύρων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διότι θὰ στερηθοῦν τῆς ἐργασίας ὑπερδισχίλιοι ἄνθρωποι. — Ἡ ὑποεπιτροπὴ Βοσύβης (Σφηκιᾶς) τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου ἐργατῶν, ἀγροτῶν καὶ προσφύγων διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀντιαγροτικὴν πολιτικὴν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὴν ὑποδούλωσιν τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου μὲ τὴν ψήφισιν τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως τῶν τσιφλικιούχων. — Οἱ γονεῖς καὶ κηδεμόνες τῶν ὑπηρετούντων φοιτητῶν τῆς κλάσεως 1925 γʹ παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως κατὰ τὴν 10ην Ἰουνίου, ἡμέραν ἀπολύσεως τῆς ὡς ἄνω ἡλικίας, ἀπολυθῶσι καὶ οἱ ἐξ ἀναστολῆς ὑπηρετοῦντες τῆς αὐτῆς κλάσεως. — Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου ἐπανέρχεται ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς της διὰ τὴν ταχυτέραν ἐν Πάρνηθι ἀνέγερσιν κεντρικοῦ στρατιωτικοῦ σανατορίου καὶ ὑποδεικνύει ὅπως διατεθῶσι διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον χρήματα συλλεγέντα δι’ ἐράνων καὶ ἐκ προσθέτου φορολογίας καπνοῦ, ἧς αἱ εἰσπράξεις κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1926 ἀπέδωσαν 11.000,000, διαμαρτυρομένη διὰ τὴν ἄστοχον χρησιμοποίησιν συλλεγέντων ἐράνων διὰ κατασκευὴν σανατορίου εἰς τοποθεσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε κρίνει ἀκατάλληλον. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς ὑποβάλλει ψήφισμα τῶν κατοίκων Εὐγήρου καὶ Μαραγκοχωρίου, ὅπως χορηγηθῇ συμπληρωματικὴ πίστωσις πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν τεχνητῶν ἔργων τῆς ὁδοῦ Εὐγήρου–Μαραγκοχωρίου–Φτερνοῦ καὶ παρακαλεῖ νὰ εἰσακουσθῇ ἡ δικαία αὐτὴ ἐπιθυμία τῶν κατοίκων. — Αἱ ἁρμόδιαι Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων καὶ προτάσεων: 1) «Περὶ ὁρισμοῦ ἐκλογικῶν τμημάτων καὶ συγκροτήσεως τῶν ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν». 2) «Περὶ ἰαματικῶν πηγῶν ποσίμου ὕδατος Μακεδονίας κλπ». 3) «Περὶ ἐγγραφῆς καὶ ἐξετάσεων φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστιμίου Ἀθηνῶν». — Ἐπίσης ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν ἁρμοδίων πρὸς ποινικὴν δίωξιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Θ. Μαγκριώτη, Γ. Μπουσίου, Χ. Πανταζίδου, Ν. Μαμούνη, Ν. Κυριακοπούλου, Α. Χαϊνόγλου, Κ. Ὀρφανοῦ, Γ. Παπανικολάου καὶ Ε. Σταυρίδη. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς ὑπαβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼϠΔΕʹ τῆς 7ης Μαρτίου 1891». Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Π. Εὐριπαῖος.
§12Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἕτερον τῶν ἔργων τοῦ Σώματος εἶναι βεβαίως ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Παρῆλθον ἤδη τέσσαρες μῆνες ἀφ’ ὅτου τὸ Σῶμα ἤρχισε τὰς ἐργασίας του καὶ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἀναλογοῦν εἴκοσιν ἡμέραι κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, αἱ ὁποῖαι κατηναλώθησαν διὰ τὰς τρεῖς ἐπερωτήσεις, διὰ τὴν ληστείαν τῆς Πέτρας διὰ τὴν Πάουερ καὶ διὰ τὰς σκηνὰς τῆς ἀπεργίας. Δὲν θέλω νὰ εἴπω διὰ τοῦτο ὅτι τὸ ἄλλο ἔργον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος προωθήθη. Κάθε ἄλλο. Διακρίνει τὸ Σῶμα μία ἀπεραντολογία καὶ μία πολυλογία ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐξαντληθῆ καὶ ἔχουν ἐξονυχισθῆ ἀπὸ δέκα ἐτῶν καὶ πλέον. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν Ἐπερωτήσεων εἶναι βεβαρυμένη μὲ 308 ἐπερωτήσεις. Καθ’ ὃν τρόπον συζητοῦμεν δὲν ἀρκεῖ οὔτε ἡ παροῦσα Βουλή, οὔτε ἡ μέλλουσα οὔτε ἡ ἄλλη διὰ νὰ ἐξαντληθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις αὐταί. Μεταξὺ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων βεβαίως εἶναι καί τινες δευτερευούσης σημασίας. Ἐν τούτοις ὅμως ὑπάρχουν καί τινες αἱ ὁποῖαι εἶναι πρωτευούσης σημασίας καὶ ἐνδιαφέρουν ἀμεσώτατα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀμεσώτατα συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν. Μεταξὺ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων εἶναι καὶ αἱ ἐπερωτήσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Κυκλάδων «περὶ Ναξίας σμύριδος», ἐπερώτησις δι’ ἣν πρέπει νὰ ἐνδιαφέρεται καὶ τὸ Κράτος αὐτό. Ἠξεύρετε, κύριοι, τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ ἀνέκαθεν, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑπάρχει πρότασις περὶ προτάξεως τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀνάπτυξις ἀπὸ τοῦ βήματος.
§14Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐγὼ ἔχω ζητήσει τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεως.
§15Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ προτάξεως ἐν μέρους ἐμοῦ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ὑπάρχουν δύο προτάσεις προτάξεως ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος.
§17Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ ἐπερώτησις περὶ τῆς ἀπεργίας τῶν ἐπαγγελματιῶν.
§18Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔλεγον ὅτι τὸ ζήτημα τῆς σμύριδος εἶναι ζήτημα ζωτικώτατον καὶ ἐνδιαφέρει καὶ τοὺς συμπολίτας μου σμυριδωρύκτας, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται ἄνω τῶν 900.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀφήσω συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§20Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Εἶναι ἡ συζήτησις αὐτή, κ. Πρόεδρε, σχετικὴ μὲ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§21Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος θέλει νὰ ἀναπτύξῃ τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τούτου.
§22Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Διὰ νὰ μὴ εἰσέρχωμαι εἰς λεπτομερείας θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸν διὰ ποῖον λόγον ἡ δημοπρασία τοῦ ἐναερίου σιδηροδρόμου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδαπανήθησαν περὶ τὰ 15 ἑκατομμύρια μὲ τὸ αἷμα τῶν σμυριδωρυκτῶν ἀνεβλήθη καὶ πάλιν;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε ἀπάντησιν, ὑπάρχει Κανονισμὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ σεβώμεθα.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐξακολουθήσητε.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἄλλο νὰ κάμω παρὰ νὰ κάμω μίαν σύστασιν σεβασμοῦ τοῦ Κανονισμοῦ. Παρακαλῶ ἕνα ἐκ τῶν κ. κ. Ἀντιπροέδρων νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ.
§26Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἐφόσον ὑπάρχει πρότασις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ ἄλλος.
§27Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι σοβαρώτατον, ἐπεῖγον.
§28Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἐφόσον δὲν ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρόταξις τῆς ἐπερωτήσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἀσχολεῖσθε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν οὐσίαν. Δύνασθε μόνον νὰ ὑποβάλλητε αἴτησιν περὶ προτάξεως, ἐξηγοῦντες συντομώτατα τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους θεωρεῖτε ἀναγκαίαν τὴν συζήτησιν.
§29Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Ἐφόσον ὑπάρχει ἐκκρεμὴς συζήτησις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ ἄλλη.
§30Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θέλω μόνον ἐν τοιαύτη περιπτώσει νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου εὐθὺς μετὰ ταῦτα.
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Συνεχίζεται ἡ ἐπερώτησις διὰ τὴν ἀπεργίαν τῶν ἐπαγγελματιῶν. Ὁ κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας ἔχει τὸν λόγον.
§33Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Αἱ σκηναὶ τῆς 9ης Μαρτίου, ἀσχέτως πρὸς τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα τὰς ἐπροκάλεσαν καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐξέτασις ἀποτελεῖ ἄλλο θέμα γενικωτέρας συζητήσεως, αἱ θλιβεραὶ αὐταὶ σκηναί, αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς θέτουν ἐνώπιόν μας δύο κυρίως ζητήματα. Τὸ ἓν ἀφορᾷ ἰδιαιτέρως τὴν ἀστικὴν Κοινωνίαν καὶ τὸ ἄλλο ἀφορᾷ ἐξ ὁλοκλήρου τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ πρῶτον ζήτημα συνίσταται εἰς τὸ ἂν ἐπιτρέπεται εἰς τὰς συντηρητικὰς ἀστικὰς τάξεις νὰ ὠθοῦν ἑκάστοτε τὰ πράγματα εἰς τὰ ἄκρα πρὸς ἐπιδίωξιν τῆς ἐπιτυχίας τῶν διαφόρων αὐτῶν συμφερόντων. Τὸ δεύτερον συνίσταται εἰς τὸ ἂν συγχωρεῖται εἰς τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους νὰ καταφεύγουν εἰς τὰ ἔσχατα μέσα πρὸς ἐπιβολὴν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας καταβάλλει ἀγωνιώδεις προσπαθείας ἵνα ἐξαγάγῃ αὐτὴν ἀπὸ τὸ τραγικὸν ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει περιέλθει πολιτικῶς, κρατικῶς, κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς, οἱ ἐπαγγελματίαι, τάξις κατ’ ἐξοχὴν συγκρατοῦσα τὴν κοινωνικὴν ἰσορροπίαν, ἐνόμισαν ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀναστατώσωσι τὸν Τόπον διὰ τῆς ἀπεργίας των, χωρὶς νὰ ἀναλογισθῶσι ποσῶς τοὺς σοβαροὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐξέθετον τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντά των καὶ αὐτὰς τὰς ἰδίας των ἐπιχειρήσεις. Δὲν θέλω νὰ ἀπαλλάξω ποσῶς τὴν Κυβέρνησιν τῆς εὐθύνης διὰ τὰς δημιουργηθείσας σκηνάς, νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ τονισθῇ ἀπὸ τῆς αἰθούσης αὐτῆς ὅτι ἡ στάσις τῶν ἐπαγγελματιῶν ὑπῆρξεν ἔκτροπος καὶ ὡς τοιαύτη πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ μετὰ σταθερότητος καὶ ἐπιβολῆς, ἔτι περισσότερον δὲ διότι προέρχεται ἀπὸ τὴν ἰδικήν των τάξιν. Ἀλλοίμονον ἂν ὁσάκις θίγονται τὰ συμφέροντά μας ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ἂν διὰ πᾶν φορολογικὸν μέτρον τῆς Κυβερνήσεως ἐξεγείρωμεν ἡμεῖς οἱ νομοταγεῖς πολῖται, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κρηπῖδα τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, ἐξεγείρωμεν τὸ πλῆθος κατὰ τῆς καθεστωτηκυίας τάξεως καὶ ἀπαιτοῦμεν ἀνταρσίας. Ἂν αἱ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν μᾶς ἱκανοποιοῦν, ὑπάρχει σήμερον Βουλή, εἰς τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ καθήκοντά της, θὰ γίνουν ἐκλογαὶ καὶ δυνάμεθα νὰ τὴν ἀποδοκιμάσωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, ἂν συγχωρεῖται εἰς τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους νὰ καταφεύγουν τόσον εὐκόλως εἰς τὰ ἔσχατα μέσα πρὸς ἐπιβολὴν τῆς τάξεως, πρώτη ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποκορυφοῦται ἡ εὐθύνη διὰ τὰς λυπηρὰς σκηνάς, διέταξεν αὐστηρὰς ἀνακρίσεις πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ τιμωρίαν τῶν ὑπευθύνων. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν καὶ τὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἑκάστοτε οἱ ἀμέσως διαχειριζόμενοι τὴν ἔνοπλον βίαν τοῦ Κράτους, ὅπως καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ὅτι ἡ χύσις τοῦ αἵματος αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ἀποκρουστέα. Ἀσκεῖ μίαν μυστικιστικὴν ἐπίδρασιν καὶ μειοῖ ὅσον οὐδὲν ἄλλο τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι μεταξὺ τῶν δημοσίων ὀργάνων πρέπει νὰ ἐκλέγωνται οἱ ἄριστοι προκειμένου νὰ τοῖς ἀνατεθῶσι τόσον ἐπικίνδυνοι ὑπηρεσίαι. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς τῶν σκηνῶν καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν ὑπὸ τῆς κομμουνιστικῆς δράσεως, θρασείας ἐκμεταλλεύσεως τῶν ζώντων καὶ εἰδεχθοῦς ἐκμεταλλεύσεως τῶν νεκρῶν, προέκυψαν καὶ ἄλλα γενικώτερα ζητήματα· τὸ ζήτημα τοῦ κομμουνιστικοῦ κινδύνου. Εἶναι ἡ τετάρτη ἂν δὲν ἀπατῶμαι συνεδρίασις κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἥτις καταναλίσκεται πρὸς ἐξάντλησιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ τῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς δράσεως τοῦ κομμουνισμοῦ ἐν Ἑλλάδι, ἀρκούντως δὲ νομίζω ὅτι ἐφωτίσθη ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν λεχθέντων περὶ τοῦ τοιούτου κινδύνου. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην ὅτι ἀσχέτως, ὅτι ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως τῆς διεθνοῦς ἐπικρατήσεως τοῦ κομμουνισμοῦ, πολὺ ὑπερβολικὸς παρίσταται ὁ κίνδυνος αὐτὸς ἰδιαζόντως διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ φοβερὰ καὶ τρομερὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν, εἶναι ἁπλῶς γραμμένα μόνον εἰς τὸ χαρτί. Δὲν ἀμφισβητῶ οὔτε τὰ ὑλικὰ μέσα, οὔτε τὴν ὀργάνωσιν, οὔτε τὸν φανατισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος. Ἀμφισβητῶ ὅμως τὴν ἔκτασιν τῆς πραγματικῆς, τῆς συνειδητῆς καλλιεργείας τῶν ἰδεῶν τούτων καὶ ἰδίᾳ ἀμφισβητῶ τὴν ῥιζοβόλησιν τῶν εἰδικῶν Βαλκανικῶν πολιτικῶν σκοπῶν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν. Ἐξ ὅσων ἠκούσαμεν τὸ πλέον ἀντιπατριωτικὸν καὶ ἄδικον καὶ παράλογον, συνάμα καὶ εἰδεχθέστερον, λόγῳ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἧς δύναται νὰ τύχῃ παρὰ τῶν ξένων, εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος τὸ ἀφορῶν τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας. Περιοδεύων τὴν Μακεδονίαν ὡς δημοσιογράφος ἠθέλησα νὰ ἐξακριβώσω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἂν πράγματι ἐκαρποφόρησεν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν ἡ ἰδέα αὕτη τῆς αὐτονομήσεως. Ἐπεσκέφθην πολλὰ ἐργοστάσια ἐπεξεργασίας καπνῶν εἰς πολλὰς πόλεις τῆς Μακεδονίας καὶ συνωμίλησα μὲ πολλοὺς καπνεργάτας κομμουνιστάς. Ὅταν ἡ ἐρώτησίς μου ἐστρέφετο περὶ τὸ σημεῖον τοῦτο, οἱ συνομιληταί μου ἵδρωναν καὶ ξίδρωναν, ἐκόμπιαζαν καὶ ἐμάσαγαν τὰ λόγια των. Ἐν τέλει δὲ οἱ περισσότεροι ὡμολόγουν ὅτι, ἂν ἡ Μακεδονία ἐκινδύνευεν ἀπὸ τοὺς γείτονας, πρῶτοι αὐτοὶ θὰ τὴν ὑπερασπίζοντο. Οἱ λοιποὶ εἶδον ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ δώσουν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν, ἔλεγον, νὰ συζητήσω μὲ τὸν πολιτικὸν γραμματέα τοῦ κέντρου των. Ἴσως τοῦτο ἀποτελεῖ τυφλὴν πειθαρχίαν καὶ πίστιν. Ἴσως ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμέ, καὶ ἔλλειψιν συνειδητῆς πεποιθήσεως. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι, ἐξετέθη ὡς ὀλιγώτερον σημαντικὸς ὁ ἐκ τοῦ κομμουνισμοῦ σήμερον κίνδυνος τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐννοῶ ποσῶς ὅτι πρέπει νὰ τὸν παραβλέψωμεν καὶ νὰ μὴ λάβωμεν τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα ἀμύνης ἐναντίον αὐτοῦ, ἐφόσον διατηροῦμεν τὰ πατροπαράδοτα ἰδανικὰ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ πεισθῶμεν περὶ τῶν ἀγλαῶν παραδόσεων, τὰς ὁποίας ὑπόσχονται τὰ ἰδανικὰ τῶν κομμουνιστῶν. Συμφωνῶ μὲ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας ὅτι πρέπει ἀποφασιστικῶς καὶ μεθοδικῶς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ὑπάρχουσαν ἐπιθετικὴν δρᾶσιν τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, μεταξὺ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Χώρας δὲν θὰ δύναται ὁ κομμουνισμὸς νὰ στρατολογήσῃ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων. Ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τοῦ ἀστικοεργατικοῦ κόσμου νομίζω ὅτι ἐξήντλησε τὸ περιθώριον τῆς στρατολογήσεως. Ἐλπίζω δὲ ὅτι οὐδὲ ἀπὸ τὴν μάζαν τῶν τυχὸν δυστυχούντων εἰσέτι ἀδελφῶν προσφύγων θὰ δυνηθῇ νὰ πυκνώσῃ τὰς τάξεις του. Ὁ Στρατός, τὸ σχολεῖον καὶ ἡ ὑπαλληλικὴ τάξις παρέχουν περισσότερον περιθώριον προσηλυτισμοῦ εἰς τὸν κομμουνισμόν. Ἂν δὲ ἐπίσης δὲν εἶναι ἀξία λόγου ἡ ἐκεῖθεν ἐνίσχυσίς του, ἔχει ὅμως μεγαλυτέραν σημασίαν διότι εἶναι ποιοτικῶς ἀνωτέρα. Εἰς τοὺς τρεῖς τούτους κλάδους νομίζω ὅτι πρέπει νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλων μας. Ἡ πολυχρόνιος διχοτόμησις καὶ αἱ ἐσωτερικαὶ διαμάχαι τοῦ Στρατεύματος, τὸ γεγονὸς ὅτι μέχρι πρό τινος προΐστατο τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ἀνὴρ ἀποκαλυφθεὶς ὡς κομμουνιστής, ἡ σύλληψις τοῦ γενικοῦ γραμματέως τῆς Πανυπαλληλικῆς Συνομοσπονδίας, ἀποτελοῦν συμπτώματα ἀποδεικνύοντα λίαν εὐγλώττως τὸν βαθμὸν τῆς αὐτοεγκαταλείψεως τοῦ ἀστικοῦ μας Κράτους. Διὰ τοῦτο καταλήγων θέλω νὰ τονίσω τοῦτο, ὅτι ἂν ἡμεῖς ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ ἀγωνισθῶμεν ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ μὲ ὅσον φανατισμὸν καὶ ὅσον πεῖσμα ἠγωνίσθημεν τὰ τελευταῖα ἔτη ἐναντίον ἀλλήλων πρὸς ἁπλῆν κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ κομμουνισμὸς θέλει ἀπομείνει μία ἐλαχίστη μειονοψηφία, ἡ ὁποία καὶ ἂν ἀντιπροσωπεύεται καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τὴν ὑψηλήν της ἐκείνην ἀριστερὰν ἀκρώρειαν. Ἂν ὅμως ἡμεῖς ἐξακολουθήσωμεν νὰ καταδυναστευώμεθα ἀμοιβαίως, τότε ὅλα εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ περιμένωμεν. Διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἀπειλεῖται σήμερον ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὴν ὀργάνωσιν τῶν συντρόφων κομμουνιστῶν, ἀλλ’ ἀπειλεῖται ἀπὸ τὴν ἐξάρθρωσιν τῶν μὴ συντρόφων ἀστῶν. Δὲν εἶναι ἡ ἰδική των ἄνθησις ἡ ὁποία πρέπει νὰ μᾶς φοβίζῃ τόσον, ὅσον εἶναι ὁ ἰδικός μας μαρασμός. Οὔτε ἔγκειται ὁ κίνδυνος εἰς τὰς ὑλικὰς δυνάμεις τῶν ἀριστερῶν, ἀλλ’ ἔγκειται εἰς τὴν ἰδικήν μας ἠθικὴν ἐξάντλησιν καὶ ἀδυναμίαν. Νομίζω διὰ τοῦτο ὅτι ὀρθὸν εἶναι προτοῦ ἀποφασίσωμεν νὰ συνεκστρατεύσωμεν ἐναντίον τῶν εὐαρίθμων ἀντιπάλων μας, νὰ ἐπιθεωρηθῶμεν μήπως τυχὸν εἴμεθα ἄοπλοι, μήπως τυχὸν βαδίζομεν χωρὶς πίστιν. Εἰς τοὺς ἀγῶνας δὲ τῆς ζωῆς δὲν ἐπικρατοῦσιν οἱ περισσότεροι, ἀλλ’ ἐπικρατοῦσιν οἱ ἔχοντες ἰδανικὰ καὶ πιστεύοντες μὲ πίστιν ἐνεργὸν εἰς αὐτά. Διὰ τοῦτο, συνεπείᾳ τῶν ὅσων εἶπον, ὑποστηρίζω ὅτι, προτοῦ ἐλέγξωμεν ἀμειλίκτως τὰ ἰδανικὰ τῶν ἄλλων, καιρὸς εἶναι νὰ ἐλέγξωμεν τὴν κατάστασιν τῶν ἰδικῶν μας ἰδανικῶν καὶ προτοῦ καταδικάσωμεν ἀμειλίκτως τὰς ἀξιοποίνους πράξεις τῶν ἀντιπάλων μας, καιρὸς εἶναι καὶ πρέπει νὰ καταδικάσωμεν τὰς ἰδικάς μας ἐγκληματικὰς παραλείψεις.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ διεξαγομένη συζήτησις στρέφεται κυρίως περὶ δύο σημεῖα· πρῶτον περὶ τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ τοῦ κομμουνιστικοῦ κινδύνου καὶ δεύτερον περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἕνεκα τῆς γενομένης ἀπεργίας τῶν ἐπαγγελματιῶν. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, τοῦ κομμουνιστικοῦ κινδύνου, ἐλέχθησαν τόσα πολλὰ καὶ κατεδείχθη τόσον πολὺ ἡ ἀλήθεια, ὥστε δὲν ἔχω νὰ προσθέσω περισσότερα, ἁπλῶς μόνον θέλω νὰ τονίσω ὅτι ὁ κομμουνιστικὸς κίνδυνος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀρχὴν ἐνεφανίζετο ὡς ἐλάχιστος κίνδυνος, ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἀποβαίνει μεγαλύτερος. Οὐδέποτε ἐπίστευον—δυστυχῶς δὲν ἐπείσθην ἄνευ ἀμφιβολίας—ὅτι τὸ κομμουνιστικὸν πνεῦμα εἶχε κάμει τόσας κατακτήσεις εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως. Πλεῖστοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους πρεσβεύουσι κομμουνιστικὰς ἀρχάς, δυστυχῶς δὲ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σχολεῖον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὑπάρχει μεγάλη ἑστία κομμουνισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κ. Βοζίκης κατὰ τὴν τελευταίαν ὡραίαν αὐτοῦ ἀγόρευσιν ὑπέδειξε τὸ τί δέον γενέσθαι. Δὲν ἔχω δὲ καὶ ἐγὼ παρὰ νὰ κάμω μίαν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀντὶ πάσης θυσίας ἐκκαθαρίσῃ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως καὶ διὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς νομοθεσίας κατορθώσῃ ὥστε νὰ ἀποτρέψῃ τὸν ἀρκετὰ μεγάλον κίνδυνον. Δὲν συμφωνῶ πρὸς ἄλλην διατυπωθεῖσαν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποβάλῃ ἐκ τοῦ κέντρου τούτου κομμουνιστὰς βουλευτάς. Θὰ ἦτο ἀνάξιον ἑαυτῆς νὰ ἀποβάλῃ αὐτούς, ἀλλὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μετέλθῃ τοιαύτην πολιτικήν, ὥστε ὁ κομμουνιστικὸς κίνδυνος νὰ καταστῇ ἐντελῶς ἀβλαβής. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ κομμουνιστικοῦ ζητήματος Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα τῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀπεργίαν τῶν ἐπαγγελματιῶν. Λυποῦμαι πιστοποιῶν ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς ἀπεργίας βαρύνει ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν θέλω διὰ τούτου νὰ ὑπερασπίσω τοὺς κατὰ τοῦ Κράτους ἐπαναστατήσαντας ἐπαγγελματίας. Εἶναι ἀξιόμεμπτοι. Ὡς τάξις ἐξαιρετικῶς συντηρητική, ἐστράφη αὐτή, ἀστικὴ τάξις, ἐναντίον τοῦ Κράτους πρὸς ἐκβίασιν αὐτοῦ. Ἀλλά, κύριοι, εἶναι ἀπολύτως ἀναμφισβήτητον ὅτι τὴν ἀφορμὴν πρὸς τὴν ἀπεργίαν ἔδωκεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πλήρους αὐτῆς ἀβουλίας καὶ διὰ τῆς μὴ λήψεως κανενὸς μέτρου πρὸς λύσιν τῶν ἐπιδίκων ζητημάτων. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου κατήντησε ζήτημα ἐξόχως κοινωνικὸν καὶ πρῶτον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο, ἐφόσον συνέστη ἵνα φέρῃ τὴν ὁμαλότητα εἰς τὰς κοινωνικὰς σχέσεις, πρώτη αὐτῆς ὑποχρέωσις θὰ ἦτο νὰ λύσῃ τὸ περιμάχητον τοῦτο ζήτημα. Ἀλλ’ εἴδομεν τὸν ἀξιότιμον φίλον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παραπέμποντα τὸ Ἐνοικιοστάσιον εἰς Ἐπιτροπήν, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία συνολικῶς συνηυθύνετο, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως οὔτε περὶ τῆς διαρκείας τοῦ Ἐνοικιοστασίου, οὔτε περὶ τῶν μελλουσῶν νὰ δοθῶσιν αὐξήσεων. Ἀλλ’ εἴδομεν τοῦτο μόνον; Εἴδομεν τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτοὺς ἀναλόγως τῶν ἰδιαιτέρων ἀπόψεών των διὰ τοῦ Τύπου νὰ δηλῶσιν ἐντελῶς ἀντιθέτους ἀπόψεις. Ἄλλοι παρέπεμπον τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς τὴν Βουλήν, ἄλλοι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπῄτει ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§36Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καμμίαν τοιαύτην ἀπαίτησιν δὲν ὑπέβαλον.
§37Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχουν δηλώσεις σας, διὰ τῶν ὁποίων λέγετε ὅτι τὸ ζήτημα δὲν θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§38Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅτι δὲν κρίνει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φρόνιμον πρᾶγμα τὴν παραπομπὴν τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§39Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν εἶπον, κ. Ὑπουργέ, τίποτε ἄλλο. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον.
§40Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἴπατε ὅτι ἀπῄτησα. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀπαιτεῖ ἀπολύτως τίποτε. Συνιστᾷ.
§41Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐδηλώσατε ὅτι δὲν ἐγκρίνετε σεῖς τὴν παραπομπήν.
§42Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὴν γνώμην μου.
§43Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν σᾶς ἀπέδωκα τίποτε ἄλλο.
§44Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἴπατε ὅτι ἀπῄτησα.
§45Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐννοήσητε ὅτι διὰ τῆς λέξεως «ἀπῄτησε» δὲν ἐννοοῦσα νὰ βάλητε τὸ πιστόλι εἰς τὸν κρόταφον τῶν συναδέλφων σας καὶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον νὰ τὸ κάμουν ὅπως τὸ θέλετε σεῖς. Ἐφόσον ἐδηλώσατε ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κατὰ τὴν γνώμην σας τὸ Ἐνοικιοστάσιον δὲν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, αὐτὸ εἶναι πολιτικὴ ἀπαίτησις. Ἀλλ’ ἂν κατόπιν θέλητε νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶσθε ἐλεύθερος. Ἀλλ’ ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν πιστοποιῶ τὴν γνώμην σας ὅτι ὑπῆρξεν ἀπαίτησις νὰ μὴ παραπεμφθῇ.
§46Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τοῦτο νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ ὄχι.
§47Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ὑπήρξατε σύμφωνος πρὸς τὰς δηλώσεις τῶν συναδέλφων σας, ὅτι σεῖς εἴπατε νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, ἐνῷ ἄλλοι συνάδελφοί σας ἐδήλωσαν ἄλλα πράγματα.
§48Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδήλουν συγχρόνως ἀρχῆθεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ Ἐπιτροπὴ ἤρξατο ἐπιμελουμένη τοῦ σχεδίου τοῦ Διατάγματος «περὶ Ἐνοικιοστασίου», ἐδήλωσα, λέγω, ὅτι τὸ Διάταγμα εὐθὺς ὡς καταρτισθῇ ὑπὸ τῆς Ἐποτροπῆς θὰ εἰσαχθῇ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦτο ἐν τῷ δικαιώματι αὐτοῦ θὰ ἀποφασίσῃ τί πρέπει νὰ γίνῃ.
§49Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὴν γνώμην σας ταύτην ἐδηλώσατε. Εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα δὲν θέλω νὰ σᾶς μεμφθῶ ὡς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, θέλω νὰ σᾶς μεμφθῶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, διότι σεῖς εἴχετε μίαν γνώμην καὶ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶχον ἄλλην γνώμην. Περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς πρόκειται. Εὑρέθημεν λοιπόν, κύριοι, εἰς τὰς παραμονὰς ἀπεργίας καὶ ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις διαφωνοῦσα ἐπὶ τοῦ ῥιζικοῦ τούτου ζητήματος, διαφωνοῦσα δὲ δημοσίᾳ. Ἂν κατακρίνω, ὡς εἶπον, καὶ κατέκρινα τὴν στάσιν τῶν ἐπαγγελματιῶν διὰ τὴν γενομένην ἀπεργίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ μὴ ζητήσω καὶ νὰ ἀνεύρω τὰς εὐθύνας τῆς γενομένης ἀπεργίας εἰς τὸ ἀναποφάσιστον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι λόγος ὅτι συνέστη διὰ νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα. Ἂν παρέμειναν στοιχειωδέστατα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν ἄμεσον λύσιν, ἂν εἶναι μία αἰτία τῆς γενομένης ἀναστατώσεως ἐν Ἑλλάδι, εἶναι τόσον σημαντικὴ ἡ αἰτία καὶ ὀφείλεται εἰς ὅλας τὰς ἐκμεταλλεύσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς οὐσιαστικὴν συζήτησιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου, δὲν εἶμαι δὲ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναγνωρίζουν ὅτι ἔχουν δίκαιον ὡρισμέναι τάξεις νὰ τύχουν ἀναλόγου προστασίας, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἀναμφισβητήτως ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀκολουθοῦσα τὴν ψευδοκομμουνιστικὴν καὶ ἀμφίβολον πολιτικήν, ἀναλαβοῦσα νὰ λύσῃ τὰ περιμάχητα ζητήματα, οὐδὲν τούτων ἔλυσε καὶ πρὸ παντὸς δὲν ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Οἱ δὲ ἐπαγγελματίαι νομίζοντες ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκβιασθῇ καὶ ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν γνώμην, ἀπεφάσισαν νὰ ἐπιβάλλωσι διὰ τῆς βίας καὶ διὰ συλλαλητηρίων τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς εὐθύνης τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι ἐσημειώθησαν θύματα ἐκ τῶν ταραχῶν τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ διὰ τὰ θύματα ταῦτα πρέπει νὰ ἐκφράσωμεν ὁλοψύχως τὴν λύπην ἡμῶν. Ἀλλὰ θὰ παρέλιπον καθῆκον ἂν δὲν ἤθελον ῥίψει τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐλθοῦσα νὰ τακτοποιήσῃ τὰ διάφορα ζητήματα καὶ πρωτίστως τὰ κοινωνικά, μεταξὺ δὲ τούτων καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ἐπὶ τέσσαρας μῆνας οὐ μόνον παραμελεῖ, ἀλλ’ ἔχει διάφορον ἐν τῇ συνθέσει αὐτῆς γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Κύριοι βουλευταί, μοὶ εἶναι πολὺ ὀδυνηρὸν ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ἀντιπολιτευθῶ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία οὐ μόνον ἀντιπροσωπεύει τὴν παμψηφίαν σχεδὸν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ ὁποία συνέστη, κατ’ ἀρχὴν τοὐλάχιστον, κατ’ ἐπίμονον ἀπαίτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς λύσιν τῶν μεγάλων ζητημάτων τῆς Χώρας. Ἀλλὰ θὰ παρέβαινον στοιχειῶδες καθῆκον, ἂν μέχρι τέλους παρευρισκόμην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σιωπῶν καὶ μὴ λέγων τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῆς ὅλης δημιουργηθείσης καταστάσεως. Διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συσχετίσω τὴν ἀγόρευσίν μου πρὸς τὸν κομμουνισμόν, τὴν ἀναρχίαν καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους παράγοντας τοὺς ξένους πρὸς τὸ ἐλεύθερον κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολίτευμα. Δὲν θὰ πολεμήσω στρεφόμενος μόνον κατὰ τῶν ἐχθρῶν, θὰ καταπολεμήσω μόνον ἂν ἱδρύσωμεν πραγματικὸν Κράτος ἐλεύθερον, θὰ καταπολεμήσω στηριζόμενος ἐπὶ τῶν βάσεων ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει πᾶν Κράτος προηγουμένως νὰ στηρίζεται διὰ νὰ στρέφεται κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι διεφώνησα καὶ πρὸς τὴν σύνθεσιν καὶ πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξέθεσα κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς γνώμας μου. Ἐξέθεσα τότε ὅτι αἱ πραγματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἁπλῶς τὴν ἐκδήλωσιν μιᾶς νόσου θὰ θεραπεύσωσι καὶ οὐχὶ τὴν νόσον ταύτην. Καὶ δυστυχῶς ὄχι μόνον βλέπω τὴν γνώμην μου ταύτην νὰ ἐκπληροῦται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ, ἀλλὰ βλέπω καὶ αὐτὸ τὸ ἔντιμον μέλος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, ἀπουσιάζοντα, ὡς συνήθως. Βλέπω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν δηλοῦντα ἐν δημοσίᾳ συνελεύσει τοῦ κόμματος αὑτοῦ ὅτι καὶ αὐτὸς θεωρεῖ ὡς τὴν βασικὴν αἰτίαν τῶν ἀνωμαλιῶν ἐν Ἑλλάδι τὴν ὕπαρξιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Ἂν ἀνέφερον τὴν γνώμην μου ἐκείνην καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, δὲν ἀνέφερον διὰ νὰ ἐπιμείνω σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἀνέφερον ταύτην μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ διαπιστώσω ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκομαι εἰς πλήρη διάστασιν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι τὰ πολιτειακὰ ζητήματα λύονται διὰ δημοψηφίσματος.
§50Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἔχει σχέσιν τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὴν ἐπερώτησιν;
§51Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἔχει τὴν ἀναρχίαν ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ τοὺς κινδύνους τῆς παρατάσεως τῆς ἀνωμαλίας ταύτης. Δὲν ἀνέμενον νὰ ἐρωτηθῶ περὶ τῆς σχέσεως τῆς ἐπερωτήσεως μὲ τὸ θέμα τοῦτο, παρ’ ἀνδρὸς ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς γνωρίζει ὅτι ἔχει σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα. Διαφωνῶ ριζικῶς μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Παλαίσας, κύριοι, ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑπὲρ τῆς δημιουργίας ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου, ἀντετάχθην πάντοτε κατὰ τῆς ἰδέας ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ πολιτειακὰ ζητήματα νὰ λυθῶσι διὰ δημοψηφίσματος. Ἀκόμη καὶ κατὰ τὸ πρῶτον δημοψήφισμα ἀντετάχθην πάσῃ δυνάμει κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης καὶ κατὰ πάσης τοιαύτης προτάσεως ἤμην πάντοτε ἐχθρός. Οὐδέποτε τὰ πολιτειακὰ ζητήματα λύονται διὰ δημοψηφισμάτων, διότι τὸ πολίτευμα ἑνὸς Κράτους εἶναι ἡ συνισταμένη τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, διότι τὸ πολίτευμα ἑνὸς Κράτους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ τὸ Κράτος, εἶναι ἡ ἰσοπολιτεία τῶν κομμάτων καὶ νὰ ἑδραιωθῇ ἡ πολιτικὴ πίστις αὐτοῦ. Εἶναι ἐντελῶς περιττόν, κύριοι, νὰ εἴπω τὰς γνώμας περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου. Αἱ γνῶμαί μου νομίζω ὅτι εἶναι ἀπὸ πολλοῦ γνωσταί. Ἔρχομαι μόνον νὰ εἴπω, νὰ συζητήσω μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τῆς Βουλῆς, ἂν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις παρουσίασεν ὡς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις ἐξεπληρώθη τῳόντι παρ’ ἡμῖν ἢ εὑρίσκεται κἂν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκπληρώσεως αὐτοῦ. Διότι, κύριοι, διαπιστοῦται τὸ ἐναντίον, διαπιστοῦται ὅτι οὐδὲν διεπράχθη μέχρι τοῦδε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποτελεσθεῖσα ἀπὸ τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐστάθη ἐπὶ τέσσαρας μῆνας καὶ ἤδη εἰσήλθομεν εἰς τὸν πέμπτον καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐστάθη ἀδύνατον νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς λύσιν. Θὰ ἦτο λυπηρὸν διὰ τὸν Τόπον, ἂν μὴ ἐγκαίρως ἐλαμβάνομεν φροντίδα περὶ τοῦ ἐναντίου. Θὰ ἦτο μία δευτέρα χρεωκοπία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, θὰ ἦτο χρεωκοπία ὅλων μας, ἔχω δὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου· δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐκάματε, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐδικαιούμην ἴσως νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου περὶ τῆς λύσεως τῶν θεμάτων, νὰ ἀκούσητε ἁπλῶς μόνον ὡς βουλευταὶ φειδόμενοι τοῦ ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διεξέλθω τὴν πορείαν τὴν τεθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἀγώμεθα εἰς εὐτυχὲς τέρμα τῶν χθεσινῶν ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἀγώνων ἢ βαδίζομεν πρὸς ἄδοξον τέρμα καὶ ἐνταφιασμὸν αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταί, ἐδήλωσε διὰ τῶν προγραμματικῶν αὐτῆς δηλώσεων, ὅτι θὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ὁμαλότητος ἂν ἐλύοντο πρωτίστως δύο κεφαλαιώδη ζητήματα, ἂν ἐλύετο πρωτίστως τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἂν ἐλύετο τὸ στρατιωτικὸν πρόβλημα. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ τρίτου ζητήματος, τοῦ προσφυγικοῦ, διότι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα εἶναι στενῶς συνυφασμένον μετὰ τοῦ πρώτου ζητήματος καὶ ἡ λύσις αὐτοῦ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ ἂν μὴ ἐλύετο προηγουμένως τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐπράχθη. Εἴδομεν τὰς προγραμματικὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδὲν πέραν τούτου. Ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ἀφίνομεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ καταστάσεως. Ἐπηγγέλθημεν ὅτι θὰ ἐλύομεν τὰ σπουδαῖα οἰκονομικὰ ζητήματα δι’ οἰκονομιῶν καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐπραγματοποιήσαμεν οὐδεμίαν οἰκονομίαν μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ εἴδομεν δυστυχῶς, εἶναι παγκοίνως γνωστόν, ὅτι προέβημεν καὶ εἰς δαπάνας. Εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, κύριοι, ὅτι διέφυγε τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν ἡ μοναδικὴ εὐκαιρία νὰ ἀναστηλωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἀναπτερώσεως τῆς οἰκονομικῆς πίστεως. Ἀλλ’ ἡ μέχρι τοῦδε πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε οὐδόλως ἀνεπτερώθη ἡ οἰκονομικὴ πίστις. Βλέπομεν τὴν Χώραν ἐν ἀνεργίᾳ, βλέπομεν τὸν λαὸν σήμερον πεινῶντα καὶ ὁ λαὸς ὁ πεινῶν καὶ ὁ ἀσχάλλων, νομίζω δὲ ὅτι ἐκφράζω πανελλήνιον αἴσθημα διαδηλῶν ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς τὴν δυσφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, καὶ ὁ πεινῶν καὶ ὁ ἀσχάλλων λαὸς σήμερον ἐπὶ τέσσαρας μῆνας παρίσταται πρὸ τῆς ἀδρανείας τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῶν μεγάλων οἰκονομικῶν προβλημάτων, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν ἔμαθεν ἐπὶ τέσσαρας μῆνας καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὸν πέμπτον, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔμαθε, λέγω, ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ἂν ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἰσοσκελίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτῆς δι’ οἰκονομιῶν ἢ ἂν ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑποβληθῇ εἰς νέας βαρυτάτας θυσίας. Καὶ ἀπωλέσθη, κύριοι, παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ψυχολογία τῆς στιγμῆς, ἡ ψυχολογία ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ἂν τῷ ἐλέγετο ἡ ἀλήθεια, προθύμως θὰ ἔσπευδε νὰ καταβάλῃ ὅ,τι δυνατὸν διὰ νὰ στερεώσῃ τὰ οἰκονομικά του. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὄχι μόνον οὐδὲν ἐγένετο ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ τουναντίον κατεβαραθρώσαμεν αὐτὸ διὰ τῆς ἀδρανείας, κατεβαραθρώσαμεν αὐτὸ διὰ τῆς ἀβουλίας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλά, κύριοι, μόνον τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐλύθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Ὀφείλω, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα μετὰ ἕνα ἀγῶνα τραχὺν κατὰ τῆς δικτατορίας, δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς στοιχειώδεις αὐτῆς ἐπαγγελίας ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τοῦ ζηλωτοῦ τοῦ ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐνῷ δὲ τὰ καθ’ ἕκαστα μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐπηγγέλλοντο προγραμματικῶς πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὅτι θὰ ἀνεστήλουν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα πατάσσοντα καὶ τιμωροῦντα τὴν δικτατορίαν, εὑρισκόμεθα, κύριοι, ἐντὸς τοῦ πέμπτου μηνός, ἡ δὲ ὑπόθεσις τῆς δικτατορίας ἐξακολουθεῖ νὰ κοιμᾶται. Μάλιστα, κύριοι. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐξόχως ἐπεῖγον καὶ ἂν δὲν ἀντιλαμβανώμεθα σήμερον τὴν σημασίαν τῆς ἐκκρεμότητος μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως, δυστυχῶς θὰ τὴν ἀντιληφθῶμεν αὔριον. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις, ἂν νομίζῃ ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦν νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία συνέπεια ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, εὐθέως καὶ τιμίως ὤφειλε νὰ δηλώσῃ τοῦτο πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συναγάγῃ τὰς συνεπείας. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι ἡ δικτατορία καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτὴν ἔδει παραδειγματικῶς νὰ τιμωρηθῶσιν πρὸς ἀναστήλωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ θίξει τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα, κύριοι, μεταξὺ φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας. Οὐδεμίαν λαμβάνομεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπόφασιν, μόλις δὲ ἀναφερθῶσι τηλεγραφήματά τινα ἀναγγέλλοντα στάσιν, ἀμέσως γαλβανιζόμεθα καὶ πρὸς στιγμὴν νομίζομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν τελικῶς δὲν λαμβάνομεν. Καὶ πάλιν συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τῶν ἐκ τῆς δικτατορίας εὐθυνῶν. Ὄχι μόνον διὰ τὰς γενικὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Σώματος εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ λυθῇ. Κατατριβόμεθα, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τέσσαρας μῆνας οὐδὲν πράξαντες καὶ μὴ ψηφίσαντες οὐδὲ τὸ Σύνταγμα. Κύριοι βουλευταί, ἡ Ἑλλὰς ψηφίζει ἀπὸ μιᾶς ἑπταετίας Σύνταγμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἐποχὴν περισυλλογῆς, εἰς ἐποχὴν πάσης ἀνορθώσεως ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ καταγίνεται καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς συνεδριάσεις εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διαθέτει τὴν πλειονοψηφίαν σχεδὸν τῆς Βουλῆς, νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς περὶ τούτου.
§52Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὴ οἱαδήποτε περισυλλογὴ ἄνευ ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος;
§53Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν. Δὲν εἶπον ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν ἄνευ Συντάγματος. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ μὴ θεμελιώδεις τρόπον τινὰ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅπως εἶναι πᾶσαι σχεδὸν αἱ ἐφεξῆς διατάξεις, πλὴν τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας, ὅπως μία Ἐπιτροπὴ ἐξουσιοδοτηθῇ ἵνα τελικῶς ἐπεξεργασθῇ καὶ δημοσιεύσῃ τὸ Σύνταγμα.
§54Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἔγεινεν αὐτό. Τὸ ἐπεξειργάσθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή.
§55Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον τοῦτο· νὰ ἰσχυροποιεῖτο ἴσως ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη καὶ νὰ παρεπέμπετο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην τὸ Σύνταγμα πρὸς τελικὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ, τοιουτοτρόπως δὲ ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν παρὰ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ θεμελιωδῶν τινων διατάξεων. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἐπηγγέλθη καὶ τὴν λύσιν τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ὡρισμένον Σύνταγμα πρὸ τριῶν μηνῶν.
§56Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὑπάρχει εἰδικὴ ἐπερώτησις.
§57Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω εἰδικῶς. Ἐγὼ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου γενικῶς ἐπὶ τῆς καταστάσεως, ἀφοῦ δὲν ἔχω καμμίαν ἄλλην εὐκαιρίαν νὰ πράξω τοῦτο.
§58Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις παρεκάλεσε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος.
§59Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Παρεκάλεσε σᾶς. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Σᾶς παρακαλῶ, κ. βουλευτά. Γνωρίζετε ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα εἶναι τόσον ἀναποσπάστως συνδεδεμένα πρὸς τὴν ὅλην κατάστασιν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀγορεύσω μόνον ἐπὶ τοῦ Α ζητήματος καὶ νὰ μὴ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων. Ἔχω νὰ συστήσω, κύριοι, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ταχίστην λύσιν τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἓν ψήφισμα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφίσματος τούτου ἐγένοντο αἱ ἐργασίαι τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Βλέπω πολλὰ δημοσιευόμενα σχετικῶς. Ἐγὼ ποιήσομαι τὴν σύστασιν ταύτην. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἢ νὰ δεχθῇ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου ὅπως ἔχουσιν, ἢ ὀφείλει νὰ σκεφθῇ ἂν ὀρθῶς ἔθεσε τὴν βάσιν τῆς λύσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος διὰ τοῦ Συμβουλίου, ὅπερ συνέστη καὶ καθ’ ὃν τρόπον συνέστη ἀκολούθως. Βλέπω δημοσιευόμενον ὅτι πρόκειται νὰ διαρραγῶσιν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως ἐπανέλθωσιν ἀκόμη δεκαπέντε ἢ εἴκοσι ἀπότακτοι ἀξιωματικοί. Θὰ ἦτο, κύριοι, ὀφείλω νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν ταύτην, αἶσχος καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν Βουλήν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν φαντάζομαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Θὰ ἦτο πραγματικῶς αἶσχος καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν Βουλήν, ἂν ἐγίνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θρυλεῖται ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπανορθωθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀποφάσεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἐθέσπισε πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐπὶ τῷ σκοπῷ καὶ μόνῳ ὅπως εἰσέλθωσιν ὡρισμένοι κατ’ ἀριθμὸν ἀξιωματικοί.
§60Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἐπισήμως αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου.
§61Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἂν δὲν ἔχωσιν οὕτως τὰ πράγματα, ἂν δὲν ἐγένετο καμμία τοιαύτη σκέψις ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἁρμοδία ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ.
§62Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶναι ἄκαιρος ἡ συζήτησις σήμερον, διότι τὸ ἔργον τοῦ Συμβουλίου δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει γνῶσιν ἐπίσημον τῶν πινάκων.
§63Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶπον περὶ ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εἶπον ὅτι ἡ Δημοσία Γνώμη ἀπασχολεῖται ἐπὶ εἴκοσι ἤδη ἡμέρας διὰ τὰ ζητήματα ταῦτα, φέρονται δὲ καθ’ ἡμέραν ὡς δηλώσεις τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Ὑπουργῶν διάφοροι ἐκδόσεις καὶ ἔχω τὸ καθῆκον προλαμβάνων οὐχὶ ἔλεγχον ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ εἴπω ὅτι τοιαύτη λύσις τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος θὰ ἀπετέλει αἶσχος καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν Βουλήν. Ἢ θὰ δεχθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις πρὸς διατήρησιν τοῦ γοήτρου καὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἢ θὰ δεχθῇ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἔχουσιν, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ ἰδία ἔδωκε πλῆρες κῦρος εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ, ἢ ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ τοῦτο, ὀφείλει νὰ θέσῃ τὴν λύσιν τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος ἐπὶ ἄλλων βάσεων ἔστω καὶ ἀργά. Ἐνταῦθα, κύριοι, εἶναι πολὺ δύσκολος ἡ στιγμὴ καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λέγωμεν ἀπεριφράστως ὅλην τὴν ἀλήθειαν. Ἂν τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Κυβέρνησιν μέλη καὶ ἰδίως τῆς παρατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν, νομίζουν ὅτι ἔσφαλλον εἰς τὴν δοθεῖσαν λύσιν διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, ἔχουν πᾶν δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἀναθεωρήσουν τὰς ἀποφάσεις των. Ἂν νομίζουν ὅτι ὀρθῶς ἔθεσαν τὰς βάσεις, ἃς ἔθεσαν, ὀφείλουν νὰ ἀναπληρώσουν τὸ κῦρος τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ ἀποδεχθῶσι τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ, Τὰ ἡμίμετρα, κύριοι, καὶ ὁ διορισμὸς διαφόρων συνταγματαρχῶν καὶ ταγματαρχῶν διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰ ἡμίμετρα, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, δὲν θὰ τιμήσωσιν οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ ἀποδεχθῇ ταῦτα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν. Γνωρίζετε ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι συμπαθητικὸς οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἐνώπιον τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διεξερχόμεθα, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἀκουσθῇ παρὰ πάντων τῶν βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ φωνὴ τῆς ἀληθείας. Κύριοι, τὰ πράγματα εἶναι πολὺ δεινά. Τὰ πράγματα εἶναι δεινότερα παρ’ ὅσον ἡμεῖς στηριζόμενοι τρόπον τινὰ εἰς τὴν αὐτοπεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὡς αὐτοτελὲς καὶ αὐθύπαρκτον Σῶμα, νομίζομεν ὅτι εἶναι. Τὰ πράγματα εἶναι δεινὰ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως χρειάζεται ριζικωτάτη λύσις. Εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἔλαχεν ἡ τιμὴ νὰ ἡγοῦνται κομμάτων συγκεκροτημένων ἐν τῇ Βουλῇ, εἰς αὐτοὺς ἐναπόκειται καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμὴν νὰ θέσωσιν ἀσφαλεῖς τὰς βάσεις τῆς περαιτέρω πορείας, διότι ὁ Λαὸς αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὑρίσκεται κυριολεκτικῶς εἰς ἀπόγνωσιν. Νομίζω ὅτι ἐκφράζω πανελλήνιον αἴσθημα ἂν εἴπω πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ Κυβέρνησις δὲν παρακολουθεῖται πλέον μετὰ τῆς στοργῆς καὶ ἀγάπης ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, μετὰ τῆς ὁποίας παρηκολουθεῖτο πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἑβδομάδων. Τὰ πράγματα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δεινὰ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Θὰ ἔκαμνον ἔκκλησιν πρὸς τὴν φιλοπατρίαν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν νὰ λύσωσι πλέον παντελῶς τὰ περιμάχητα αὐτὰ ζητήματα, ἀλλὰ θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτούς, κύριοι, ἂν ἐν τῇ ἀληθεῖ λύσει τῶν ζητημάτων αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τὴν αὐτὴν κατεύθυνσιν καὶ γνώμην, εἶναι χιλιάκις προτιμότερον νὰ διαλυθῇ ἡ Κυβέρνησις παρὰ νὰ καταποντισθῇ ἐντὸς ὀλίγου αὔτανδρος ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην βίαν τῶν πραγμάτων. Ἡ Ἑλλάς, βεβαιωθεῖτε, κ. συνάδελφε, ὁ ὁποῖος ἠρωτήσατε τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ Ἑλλὰς θὰ εὕρῃ τὸν δρόμον της, ἀλλ’ ἀσφαλῶς ἐφόσον διεπιστώθη ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λύσῃ, διότι δὲν δύναται νὰ δείξῃ θέλησιν, θεληματικότητα, νὰ κατορθώσῃ ὥστε νὰ συμπέσωσιν αἱ γνῶμαι τῶν ἀποτελούντων αὐτήν, ἡ Κυβέρνησις θὰ καταποντισθῇ ἀσφαλῶς ἐν τῇ τοιαύτῃ ἀφωνείᾳ καὶ τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο πρὸς ἀνυπολόγιστον ζημίαν τοῦ ὅλου κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἔχω κάθε δικαίωμα νὰ ἀμυνθῶ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολιτεύματος, διότι οὐδέποτε ἐπρόδωσα αὐτό. Μάχομαι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω πρὸς τοὺς κυβερνήτας «συνετισθεῖτε, λύσατε τὰ ζητήματα, διότι ἂν δὲν λύσητε τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀξιοῖ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, θὰ κατασυντριβῆτε καὶ σεῖς καὶ ἡ Ἑλλὰς τῶν ὅλων».
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σπετσιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§65Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν αἱματηρῶν σκηνῶν τῆς 10ης Μαρτίου, τῶν ὁποίων δυστυχῶς ὑπῆρξα αὐτόπτης μάρτυς, ἐφόσον μάλιστα ἡ συνεχιζομένη δικαστικὴ ἀνάκρισις δὲν ἐξέφρασε τὴν τελευταίαν λέξιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἂν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν διετυποῦντο πεπλανημέναι ἀντιλήψεις τείνουσαι, οὐχὶ ἐκ προθέσεως βεβαίως, νὰ μεταθέσωσι τὰ βάρη καὶ τὰς εὐθύνας καὶ νὰ συσκοτίσωσι τὴν ἀλήθειαν. Ὅταν, κύριοι, ἔχῃ τις πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἐξέλιξιν τῶν γεγονότων, τὴν αἴσθησιν τῆς πραγματικότητος, ὡς τὴν εἶχον ἐγὼ κατὰ τὴν ἀποφράδα ἐκείνην ἡμέραν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀλλοίαν ἀντίληψιν ὅτι ὁ πραγματικὸς αὐτουργὸς τῆς δολοφονίας τῶν πολιτῶν δὲν ὑπῆρξεν ἄλλος ἀπὸ τὴν ἐνεδρεύουσαν στρατοκρατίαν. Τονίζω τοῦτο, δηλαδὴ ὅτι ὁ πραγματικὸς αὐτουργὸς τῆς δολοφονίας τῶν πολιτῶν εἶναι ἡ στρατοκρατία, διότι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς αὐτῶν ἢ μᾶλλον ὁ ἐξ ἀμελείας ὑπαίτιος τῶν σκηνῶν εἶναι ἄλλος, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἀσχοληθῶμεν βραδύτερον. Δυστυχῶς ἡ ἐπὶ τῶν σκηνῶν συζήτησις ἡ διεξαχθεῖσα ἐνταῦθα ἀντὶ νὰ τείνῃ εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν πραγματικῶν ὑπευθύνων, μετετράπη εἰς σταυροφορίαν κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, ὡς ἐὰν οἱ ἀπεργήσαντες ἐπαγγελματίαι νὰ ἦσαν κομμουνισταὶ καὶ οἱ φονεύσαντες νὰ ἦταν αὐτοὶ οἱ κομμουνισταὶ καὶ ὄχι ὁ Στρατός. Βεβαίως μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ κομμουνισταὶ εἶναι ἀθῶαι περιστεραὶ καὶ ὅτι δὲν ἐπεχείρησαν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν ἀπεργίαν. Μήπως ὅμως τὸ αὐτὸ δὲν πράττουσιν ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα καὶ δὲν ἐπιχειροῦσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὰς διαφόρους πολιτικὰς ἀνωμαλίας καὶ ἐξεγέρσεις πρὸς ὄφελός των; Ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον παρατηρεῖται τάσις, οὐχὶ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅταν μία πολιτικὴ μερὶς διαπράττει πολιτικὰ ἐγκλήματα κατὰ τῶν ἀντιπάλων της νὰ προσπαθῇ νὰ ἐπιρρίπτῃ τὰς συντελεσθείσας ἐγκληματικὰς πράξεις της, διότι συγκινεῖ εὐκόλως ὁ κομμουνιστικὸς κίνδυνος τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ εἶναι διατεθειμένη αὕτη ἐπίσης εὐκόλως νὰ παράσχῃ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς τοὺς ὑπευθύνους.
§66Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δύναται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι τὴν 3ην ὥραν μ. μ. τὴν ἡμέραν αὐτὴν εἶχεν ἐπέλθει συμφωνία μεταξὺ τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ αὐτῆς περὶ λύσεως τῆς ἀπεργίας. Ἂν ἐπῆλθε τοιαύτη τότε, πῶς ἐπέτρεψε τὴν συγκρότησιν τοῦ συλλαλητηρίου;
§67Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Περὶ αὐτοῦ θὰ σᾶς ἀπαντήσω βραδύτερον. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ Θ. Πάγκαλος ὅταν συνέλαβε τὸν κ. Παπαναστασίου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι δὲ καὶ αὐτὸν τὸν κ. Καφαντάρην, δὲν ἀπέδωκε τὴν σύλληψίν των εἰς κομμουνιστικὰς ἐνεργείας;
§68Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ ὑπήρξατε μάρτυς τῶν σκηνῶν καὶ ἐπειδὴ ἐδώσατε κατάθεσιν, δὲν νομίζετε ὅτι θὰ πρέπει νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ νὰ ἐκθέσητε τὰς ἐντυπώσεις ὑμῶν περὶ τῶν σκηνῶν καὶ νὰ δικαιολογήσητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε, ὅτι ὁ Στρατὸς ἐνέδρευε, νὰ ἐκθέσητε δηλαδὴ ποῦ στηρίζετε αὐτὴν τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν εἴπατε, περὶ ἐνέδρας τοῦ Στρατοῦ ἐναντίον τῶν πολιτῶν.
§69Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τί ἤθελεν ὁ Στρατὸς ἐκεῖ, ἀφοῦ ἡ περιφρούρησις τῆς τάξεως ἀνήκει εἰς τὴν Χωροφυλακήν;
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς εἴπω ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον.
§71Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τις καὶ εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθὸν καὶ διὰ νὰ καταδειχθῇ ἐναργέστερον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἐτόνισα, σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι ὅταν συνέβησαν τὰ οἰκτρὰ ἐκεῖνα γεγονότα τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1920, τὰ περίφημα Ἰουλιανὰ καὶ συνέβη ἡ δολοφονία τοῦ ἀειμνήστου Ἴωνος Δραγούμη, μήπως δὲν ἐτηλεγραφήθη εἰς ἐπίσημα ἀνακοινωθέντα ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὁ Στρατὸς εὑρίσκετο ἐν ἀμύνῃ καὶ ὅτι ὁ Ἴων Δραγούμης ἐπυροβόλησε κατὰ τῆς περιπόλου καὶ κατόπιν ἡ περίπολος, ἐν ἀμύνῃ δῆθεν εὑρισκομένη, ἀντεπυροβόλησε; Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος εὑρισκόμενος τότε ἐν Βέρνῃ ἐπίστευσα τὸ ἐν λόγῳ ἀνακοινωθὲν καὶ ὅτι ὁ Δραγούμης ἐπυροβόλησε κατὰ τῆς περιπόλου, διότι ὁ ἐθνομάρτυς ἐκεῖνος κατὰ τὴν ἐπάνοδόν του ἐκ τῆς ἐξορίας τῆς Κορσικῆς μοὶ εἶχεν εἴπει ὅτι δὲν θὰ ἠνείχετο νέαν σύλληψίν του καὶ δὲν θὰ παρεδίδετο εἰς κανένα, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐπώλει τὸ αἷμά του ἀκριβά. Καὶ μόνον μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἡμερῶν ἐπληροφορήθην περὶ τῆς τραγικῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ μήπως ἀκόμη καὶ ὅταν ἡ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις τοῦ Πλαστήρα ἠθέλησε νὰ καταπνίξῃ τὴν ἀπεργίαν τῶν ναυτεργατῶν καὶ ἀπέστειλε τὰ μυδραλλιοβόλα της διὰ νὰ βάψῃ διὰ τοῦ αἵματος τριάκοντα ἐργατῶν τὰ πεζοδρόμια τοῦ Πειραιῶς, δὲν ἐτηλεγραφήθη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ κομμουνιστικῆς ἐξεγέρσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχε καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς; Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ Κυβέρνησις Τσαγκὼφ—διὰ νὰ ἀντλήσωμεν καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ παραδείγματα—δὲν ἐδολοφόνησε τὸν Σταμπολίσκυ καὶ δεκάδας χιλιάδων ἐκ τῶν ἀγροτῶν ὀπαδῶν του, μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ κομμουνιστικῶν ἐνεργειῶν καὶ ἀποπείρας;
§72Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δύνασθε νὰ συγκρίνητε τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν Τσαγκώφ;
§73Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Μὴ ἐξανίστασθε, κ. Ὑπουργέ, δὲν σᾶς ἔθιξε κανείς. Ἀναφέρω διάφορα ἱστορικὰ γεγονότα, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπεχειρήθη νὰ ἀλλοιωθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ ἐπιρριφθῶσιν αἱ εὐθῦναι τῆς στρατοκρατίας εἰς τὸν κομμουνισμόν. Θέλω νὰ τονίσω τοῦτο διὰ νὰ πληροφορηθῇ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅτι ὁ κομμουνιστικὸς κίνδυνος δὲν εἶναι καὶ τόσον φοβερός, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον. Τονίζω, ἐπαναλαμβάνω τὰ γεγονότα ταῦτα, οὐχὶ διὰ νὰ ὑπεραμυνθῶ τοῦ κομμουνισμοῦ, ἀλλὰ διότι θεωρῶ ἐπάναγκες ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία νὰ μὴ ἐξαπατᾶται ἀπὸ χιμαιρικοὺς φόβους. Διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία ὀφείλει νὰ στρέψῃ πρὸ παντὸς τὴν προσοχήν της πρὸς τοὺς πραγματικοὺς κινδύνους καὶ νὰ εἶναι ἑτοίμη νὰ ἀμυνθῇ κατ’ αὐτῶν. Πραγματικὸς δὲ κίνδυνος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν εἶναι ἡ στρατοκρατία. Ὀφείλει, λέγω, νὰ στρέφῃ τὴν προσοχήν της ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία πρὸς τοὺς πραγματικοὺς κινδύνους διὰ νὰ εἶναι ἑτοίμη εἰς κάθε στιγμὴν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν στρατοκρατικὸν κίνδυνον. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῶν σκηνῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ κύριον θέμα τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐπερωτήσεως. Ἀνακοινωθὲν τῆς Ἐπαγγελματικῆς Ὁμοσπονδίας δημοσιευθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνεκοίνου ὅτι τὴν 4ην ἀπογευματινὴν τῆς 10ης Μαρτίου θὰ ἐλάμβανε χώραν εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας τὸ συλλαλητήριόν της. Ἐπειδὴ μετεῖχε τοῦ συλλαλητηρίου καὶ ἡ ἐπαγγελματικὴ ὀργάνωσις Πειραιῶς, θεώρησα καθῆκόν μου, ὡς βουλευτὴς Πειραιῶς, νὰ παρακολουθήσω τὴν συγκέντρωσιν ταύτην. Παρεκάλεσα φίλον μου δικηγόρον νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ καὶ μετέβημεν εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας καὶ εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ἐπαγγελματιῶν, ὅπου καὶ συνεκεντρώθη ὁ κόσμος. Περὶ τὴν 4ην καὶ ἡμίσειαν ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν συνάντησίν της μετὰ τῶν κ. κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργῶν. Ἠρώτησα τὰ μέλη αὐτῆς καὶ μὲ διεβεβαίωσαν ὅτι αἱ συζητήσεις τὰς ὁποίας διεξήγαγον μετὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἦταν ἱκανοποιητικαί, καίτοι συγκεκριμένως οὐδεμία κατηγορηματικὴ ὑπόσχεσις τοῖς εἶχε δοθῆ καὶ ὅτι ἐπειδὴ εἴδομεν ὅτι ἡ ἀπεργία ἐπέτυχε καὶ ὅτι θὰ ἐξήγειρε τὴν Κοινὴν Γνώμην ἡ παράτασίς της, μετέβαινον νὰ ἀνακοινώσωσι καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὴν λύσιν τῆς ἀπεργίας. Ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ὀρθὸν καὶ ἀκριβὲς εἶναι ὅτι οἱ ἐκπροσωποῦντες τὴν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν τοῦ Πειραιῶς μετὰ πάροδον ὥρας τινὸς ἤρχισαν νὰ κατέρχωνται εἰς Πειραιᾶ διὰ νὰ δώσουν τὸ σύνθημα τῆς λύσεως τῆς ἀπεργίας. Ὡς ἐπληροφορήθην κατόπιν—διότι ἐν τῷ μεταξὺ συνωμίλουν μετὰ διαφόρων μελῶν—παρὰ τὰ Βουστάσια ὑπῆρχον καί τινες ἔχοντες ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὰς ὑποσχέσεις τοῦ κ. Τσαλδάρη καὶ ἐπερίμενον νὰ δώσῃ ἐγγράφους ὑποσχέσεις περὶ τῆς εὐνοϊκῆς ἐξετάσεως τῶν διαφόρων ζητημάτων.
§74Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἐβεβαιώθητε ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὑποσχέσεων, ἀλλὰ περὶ καθησυχάσεως τῶν ἐπαγγελματιῶν;
§75Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Μάλιστα, κατόπιν ἐξηκρίβωσα ὅτι ἐπρόκειτο περὶ καθησυχάσεως καὶ ὄχι περὶ ὑποσχέσεων. Ἠθελήσατε νὰ καθησυχάσετε ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς μίαν ψυχολογικὴν κατάστασιν ἐξεγηγερμένην. Φαίνεται ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπαγγελματιῶν εἶχον παρεισφρύσει καὶ διάφορα ἄτακτα στοιχεῖα. Δὲν γνωρίζω ἂν τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἦσαν κομμουνισταί, διότι οἱ κομμουνισταὶ φυσικὰ δὲν ἔχουν καμμίαν σφραγῖδα ἢ κανὲν ἄλλο ἰδιαίτερον γνώρισμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἦσαν ἄνθρωποι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ὕποπτοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, ἐξωτερικοῦ. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἐπεχείρησαν νὰ παρασύρουν τὴν συγκέντρωσιν τῶν διαδηλωτῶν πρὸς τὸ ἄνω μέρος τῆς ὁδοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀντελήφθη τοῦτο καὶ ἀκριβῶς διὰ νὰ προλάβῃ σκηνὰς συνεκράτησε τοὺς ἐπαγγελματίας, ὥστε ἡ ἀπόπειρα τῶν ὑπόπτων στοιχείων νὰ ματαιωθῇ. Μετὰ πάροδον ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας τὰ αὐτὰ στοιχεῖα προσεπάθησαν, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτύχουν, πρὸς τὸ κάτω μέρος τῆς Ὁμονοίας νὰ παρασύρουν τοὺς ἐπαγγελματίας. Εἰσῆλθον εἰς τὴν Ὁμόνοιαν καὶ εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου. Ἐκεῖ ἦτο ἡ μία τῶν ἀντλιῶν, ἡ ὁποία ἤρχισε νὰ καταβρέχῃ μὲ τὸν μεγάλον κρουνόν. Ὅλοι ἐκεῖνοι ἐκρύπτοντο καὶ προσεπάθουν τινὲς νὰ καταλάβουν τὴν ἀντλίαν καὶ νὰ κατεβάσουν τοὺς στρατιώτας. Προὐχώρησα πρὸς τὸ ἐπάνω μέρος τῆς ὁδοῦ Σταδίου καὶ ἐμπῆκα εἰς τὴν στοὰν Ἀρσακείου. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἀπεσπάσθη ἓν ἀπόσπασμα ἐκ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ἡ ὁποία ἦτο παρατεταγμένη μεταξὺ τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τοῦ ὡρολογοποιείου Ἰγγλέση. Τοῦτο προφανῶς ἦτο τὸ ἀπόσπασμα Χριστοδούλου, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ὁδοῦ Ἀρσακείου ἔφθασεν εἰς τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου. Ὅταν ἔφθασα ἐκεῖ μετά τινος φίλου μου, τὸ ἀπόσπασμα εἶχε καταλάβει ὅλην τὴν ἔκτασιν ἀπὸ τὴν στοὰν Ἀρσακείου μέχρι τοῦ ἀπέναντι κουρείου Μποτσαράκου.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐγὼ κατηρχόμην τὴν διαδρομὴν τῆς ὁδοῦ Σταδίου καὶ μᾶς κατέβρεξεν ἡ Ἀντλία.
§77Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ μεταβῆτε καὶ νὰ τὰ καταθέσητε εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ἀπέναντι τῆς στοᾶς ἦτο καὶ ἡ δευτέρα ἀντλία, ἡ ὁποία προληπτικῶς φαίνεται εἶχε σταλῆ πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐφάνη ἀνερχομένη ἐκ τοῦ βάθους τῆς ὁδοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ πρὸ τῶν «Βουστασίων» χώρου μία διαδήλωσις, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο εἷς σημαιοφόρος. Ἡ διαδήλωσις αὐτὴ ἐπροχώρησε καὶ ὅταν ἔφθασεν εἰς σημεῖον ἀπέχον 40–50 μέτρα ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς παρατάξεως, ἡ ἀντλία, ἡ ὁποία ἦτο ὀλίγα βήματα πρὸ τοῦ ἀποσπάσματος, ἤρχισεν ἀμέσως νὰ καταβρέχῃ τοὺς διαδηλωτάς, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀμέσως διεσκορπίσθησαν. Τὸ πρᾶγμα ἦτο φυσικόν, διότι καὶ ψῦχος ἔκαμνε καὶ διότι ἤθελον νὰ προφυλάξουν τὸν ἱματισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐκ τῶν εὐκαταφρονήτων εἰδῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν διερχόμεθα.
§78Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀντελήφθητε ἐκείνην τὴν ἡμέραν πολίτας ἀνερχομένους εἰς τὴν ἀντλίαν μὲ πρόθεσιν καταλήψεως αὐτῆς;
§79Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ὄχι.
§80Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἀντελήφθην, διότι ἤμην αὐτόπτης μάρτυς.
§81Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἡ μία ἀντλία ἦτο εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου καὶ ἡ ἄλλη ἀπέναντι τῆς στοᾶς Ἀρσακείου.
§82Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζετε ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου διεξάγεται ἀνάκρισις, ἥτις θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐξετάσῃ καὶ ὑμᾶς. Ἐξήτασε περὶ τοὺς ἑκατὸν μάρτυρας καὶ ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐτελείωσε. Πρὸ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀνακρίσεως δὲν πρέπει νὰ προσπαθῶμεν νὰ δημιουργήσωμεν ἄλλην ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§83Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σεῖς πρὸ ὀλίγου μὲ παρεκαλέσατε νὰ ἀφήσω κατὰ μέρος οἱονδήποτε ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν σκηνῶν. Τώρα μοὶ λέγετε ἄλλα.
§84Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς ἐκάματε μίαν κατάθεσιν. Δὲν πρόκειται περὶ καταθέσεως ἐνταῦθα, ἐφόσον δύνασθε νὰ μεταβῆτε εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ νὰ καταθέσητε ὅ,τι γνωρίζετε.
§85Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μὲ συγχωρεῖτε, ἀλλὰ λυποῦμαι διότι ἐλησμονήσατε, καίτοι ἡ μνήμη σας φημίζεται ὡς ἀνθηρά, ὅτι σεῖς ὁ ἴδιος πρὸ πέντε λεπτῶν τῆς ὥρας μὲ παρεκαλέσατε νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου. Καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἐγὼ νομίζω ὅτι ὑπεύθυνος διὰ τὰς σκηνὰς εἶναι ἡ στρατοκρατία. Αὐτὸ σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου καὶ μοὶ εἴπατε νὰ σᾶς διαφωτίσω ἐπ’ αὐτοῦ. Διατί τώρα μοὶ διακόπτετε καὶ λέγετε τὰ ἀντίθετα.
§86Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἂν ἀντελήφθην καλῶς, εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ λόγου σας ἐφέρατε διάφορα παραδείγματα διὰ νὰ πείσητε τὴν Βουλὴν ὅτι εἴθισται μὲ προσχηματικοὺς λόγους νὰ ἀποκρύπτεται ἡ ἀλήθεια, οἱ πραγματικῶς ὑπεύθυνοι. Ἡ δευτέρα στροφὴ τοῦ λόγου σας ἀφορᾷ τὰς εὐθύνας τῆς στρατοκρατίας. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποία συρραφὴ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν εὐθυνῶν τῆς στρατοκρατίας καὶ τῆς ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνυομένης εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὴ ὡς ὑπευθύνου τοῦ κ. Ζαΐμη.
§87Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν φαντάζομαι ὅτι παροικεῖται ἐν Ἰερουσαλήμ. Ἂν παρακολουθεῖτε τὸν Τύπον, ὅστις ἀπηχεῖ τὰς ἐκδηλώσεις τῆς Κοινῆς Γνώμης, θ’ ἀντιληφθῆτε ὅτι αὕτη καταβοᾷ, ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχείριος τῆς στρατοκρατίας. Θέλω μάλιστα νὰ προχωρήσω ἀκόμη περισσότερον. Ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ ἀπατᾶται, νομίζει ἐν τούτοις ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἶναι καὶ ὁ κυβερνητικὸς ἐπίτροπος τῆς στρατοκρατίας παρὰ τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει.
§88Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διασύρητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ὄνομα τοῦ στρατηγοῦ κ. Μαζαράκη, ὁ ὁποῖος ἀείποτε ὑπῆρξε τὸ σύμβολον τοῦ στρατιώτου καὶ οὐχὶ τοῦ στρατοκράτου.
§89Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι συμμερίζομαι τὰς ἀντιλήψεις ταύτας. Τονίζω ποία ἀντίληψις ἐπικρατεῖ εἰς τὸν πολὺν κόσμον.
§90Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπετε εἰς βουλευτὴν σεβόμενον ἑαυτόν, ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐκφέρῃ γνώμας ἃς ἁλιεύεται ἀπὸ τὰς ὁδούς.
§91Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἡ γνώμη τοῦ Τύπου καὶ τῶν λαϊκῶν μαζῶν δὲν εἶναι ἡ γνώμη τοῦ δρόμου.
§92Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι βουλευταί, βεβαίως τερματιζομένης τῆς ὑποθέσεως θὰ ἐκθέσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἀπόψεις της ἐπὶ τῆς ἀπεργίας καὶ ἐπὶ τῶν ἐπακολουθησασῶν σκηνῶν. Θὰ ἐκθέσω δὲ συγχρόνως καὶ ἐγὼ τὰ αἰτήματα τῶν ἀπεργῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τῶν ἐπαγγελματιῶν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω ἀναπάντητον, εἶναι αἱ διαβεβαιώσεις τὰς ὁποίας παρέσχεν ὁ κ. συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις τοιαύτης φύσεως καὶ συνθέσεως, ὥστε νὰ ἔχῃ ἐγκαταλειφθῆ ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς στρατοκρατίας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐκεῖνος ὁ στρατοκράτης, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως ὡς κυβερνητικὸς ἐπίτροπος τῆς στρατοκρατίας. Καὶ αἱ δύο αὐταὶ διαβεβαιώσεις εἶναι τόσον αἴολοι καὶ τόσον ἀσύστατοι ἀπὸ πρώτης ἀπόψεως, ὥστε νὰ μὴ ἔχουν ἀνάγκην ἀνασκευῆς καὶ θὰ ἦτο ἀνάξιον καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιμένῃ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Τοῦτο μόνον ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι οἱ μετασχόντες τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ἔχουν νὰ ὑπομνήσουν ἀγῶνας σφοδροὺς καὶ μετά τινος ὁπωσδήποτε θυσίας ἐναντίον τῆς στρατοκρατίας, ἀγῶνας στρεφομένους διά τινας ἐξ αὐτῶν καὶ ἐναντίον τῶν ὁμοφρόνων καὶ φίλων των, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπῆρξεν ἀείποτε ὁ σεμνὸς στρατιώτης, ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀφοσιωμένος ἐντελῶς εἰς τὸ στρατιωτικόν του καθῆκον, ὁ οὐδέποτε ἀναμιχθεὶς εἰς οὐδεμίαν ἔκθεσμον κίνησιν, ὁ πάντοτε φροντίσας ὅπως ὁ Στρατὸς τηρηθῇ ἔξω τῶν ὁρίων τῆς πολιτικῆς. Καὶ ταῦτα νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ὅπως θέσουν τέρμα εἰς μίαν φιλολογίαν, ἥτις ἐπὶ ἡμέρας ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν ἀπασχολήσῃ, ἐπὶ τῆς φιλολογίας τουτέστιν ὅτι ἦτο δυνατόν ποτε ἡ Κυβέρνησις νὰ σκηνοθετήσῃ τὰς αἱματηρὰς σκηνάς, ἐπιχαιρομένη διὰ τὴν χύσιν αἵματος ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους οὔτε ἐγνώρισεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τρέφῃ κατ’ αὐτῶν οἱονδήποτε αἴσθημα, διότι ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας ἦτο γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ ἀπεργία δὲν εἶχε σημασίαν παρὰ ἁπλῆς διαμαρτυρίας καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ καὶ ὅτι εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐτερματίζετο ἡ ἀπεργία. Δέν εἶχε λοιπὸν οὐδένα λόγον νὰ προστρέξῃ εἰς βίαια μέτρα καὶ δὲν εἶχεν ἀκόμη περισσότερον λόγον νὰ θέσῃ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς δυνάμεως ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἦτο δυνατὸν νὰ παρεκτραποῦν. Ἄν ὁ ἀξιωματικὸς παρεξετράπη, τοῦτο δὲν εἶμαι εἰς θέσιν οὔτε νὰ ἐπιβεβαιώσω, οὔτε νὰ ἀνασκοπήσω τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτήν. Ἂν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς παρεξετράπη, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπισύρῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ὅλας τοῦ νόμου τὰς συνεπείας. Νομίζω ὅτι ὅλαι αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως τείνουν εἰς τὸ νὰ ἀπονεμηθῇ ἀπόλυτος δικαιοσύνη, τιμωρουμένων αὐστηρότατα τῶν ἐνόχων, ἂν ὑπάρχουν τοιοῦτοι.
§93Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ἐτιμωρήθη ὁ ἀξιωματικός, ἀλλ’ αἱ ἐφημερίδες ἀνέγραψαν ὅτι ἦτο χθὲς εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος.
§94Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρχηγὸς Σώματος διὰ νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν, οὔτε καὶ κανεὶς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν δύναται νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ. Ἄν τὸ γεγονὸς αὐτὸ βεβαιωθῇ, ὑπάρχει ἄλλη περίπτωσις τιμωρίας ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄφησαν ἀξιωματικὸν τιμωρηθέντα ἐλεύθερον.
§95Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐσκηνοθέτησε, κατ’ ἐντολὴν τῆς στρατοκρατίας, τὰς αἱματηρὰς σκηνάς, εἶπον ἁπλῶς καὶ ἐτόνισα τί πιστεύει ἡ Κοινὴ Γνώμη. Ἡ Κοινὴ Γνώμη πιστεύει ὅτι οἱ δολοφονηθέντες ἀπεργοὶ ἔπεσαν θύματα τῆς ἐνεδρευούσης στρατοκρατίας. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα τὸ στρατοκρατικὸν προσεγγίζει εἰς τὴν λύσιν του καὶ διαρκῶς παρεμβάλλονται τοιαῦτα προσκόμματα εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ, ὥστε νὰ ἀγανακτῇ ἡ Κοινὴ Γνώμη. Τοῦτο παρεμπιπτόντως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τώρα νὰ συνεχίσω ἐπὶ τῶν σκηνῶν. Εὑρισκόμην εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ἀφηγήσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ διαδηλωταὶ ἐπλησίασαν εἰς ἀπόστασιν 30 βημάτων τὸ ἀπόσπασμα, ὅτε ἡ ἀντλία ἤρχισε ῥίπτουσα κατακλυσμοὺς ὑδάτων κατὰ τῶν διαδηλωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔτρεξαν δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ εἰς τὰ πεζοδρόμια διὰ νὰ προφυλαχθοῦν καὶ μόνον εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ σημαιοφόρος, τοῦ ὁποίου ἡ γενναιότης ὑπῆρξε θαυμαστή, ἐστέκετο καὶ ἐβρέχετο ἀπὸ τοὺς κατακλυσμοὺς τοῦ ὕδατος καὶ ἐντὸς ὀλίγου ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀντλίας ἤρχισε νὰ καταβρέχῃ καὶ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἐκράτει. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν — καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ προσέξῃ ἡ Βουλὴ — τὸ ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἦτο παρατεταγμένον καὶ εἶχε τὰ ὅπλα παρὰ πόδας, αἰφνιδίως ὕψωσε τὰ ὅπλα ἀπὸ τὴν θέσιν «παρὰ πόδα» εἰς τὴν θέσιν «γεμίσατε». Ἤνοιξαν τὰ κινητὰ οὐραῖα καὶ ἐγέμισαν τὴν αὐτὴν στιγμήν, ὅλα δὲ συγχρόνως. Δὲν ἤκουσα νὰ δοθῇ παράγγελμα ἐκείνην τὴν στιγμήν, ἀλλὰ τὸ σύγχρονον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ γεμίσματος προϋποθέτει ὅτι ἔδωκεν ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τὴν σχετικὴν διαταγὴν τῆς ἐκτελέσεως.
§96Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι βέβαιον. Ἤμην καὶ ἐγὼ παρών.
§97Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Μετ’ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι εἶχον γεμίσει, ὕψωσαν τὰ ὅπλα των καὶ τὰ ἔφερον εἰς τὴν θέσιν «ἐπὶ σκοπόν», ὁπότε ἀμέσως ὁμοβροντίαι πυροβολισμῶν ἤρχισαν πίπτουσαι καὶ ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος σημαιοφόρος ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος στόχος, ἱστάμενος, ὡς προεῖπον, ἀκλόνητος πρὸ τῶν ὁμοβροντιῶν τῶν πυροβολισμῶν τοῦ ἀποσπάσματος.
§98Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἂν ἦτο ὁμοβροντία, ἠξεύρατε πόσα θὰ ἦσαν τὰ θύματα ἐκείνην τὴν στιγμήν; Πάρα πολλά.
§99Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ὁ κόσμος εἶχε τραπῆ εἰς φυγὴν καὶ ὅτι μόνον ὁ σημαιοφόρος καὶ ὀλίγοι ἐκ τῶν διαδηλωτῶν ἔμειναν πρὸ τοῦ ἀποσπάσματος. Ἐναντίον αὐτῶν ἔβαλε τὸ ἀπόσπασμα, χωρὶς κἂν οἱ πολῖται νὰ ἔλθωσιν εἰς οὐδεμίαν ἐπαφὴν μετ’ αὐτοῦ, χωρὶς νὰ προκαλέσωσι ποσῶς αὐτό. Τὸ ἀπόσπασμα ἐκεῖνο, κύριοι βουλευταί, μοὶ ἔδωκε τὴν ἐντύπωσιν ἀποσπάσματος ἐντεταλμένου νὰ ἐκτελέσῃ θανατικὰς καταδίκας. Τοιαύτη ἦτο ἡ στάσις του καὶ τοιαύτη ἡ ἐξέλιξις τῶν γεγονότων. Ἀμέσως μόλις ἐτελείωσαν οἱ πυροβολισμοί, 3–4 πτώματα ἀντελήφθην πεσμένα κάτω καὶ ἤκουσα τὰς κραυγὰς τοῦ κόσμου διαμαρτυρομένου διὰ τὸ συντελεσθὲν ἔγκλημα. Ἀμέσως ἀνεχώρησα ἀπὸ τὸν τόπον τῶν σκηνῶν καὶ μετέβην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον εὗρον μόνον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Ἦτο τοιαύτη ἡ ἀγανάκτησίς μου, ὥστε δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀρθρώσω τὴν στιγμὴν ἐκείνην λέξιν καὶ ἀφοῦ παρῆλθον ὀλίγα λεπτὰ μέχρις ὅτου συνέλθω, ἀφηγήθην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰ γεγονότα ὅπως διεδραματίσθησαν. Τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα, ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἦτο ὅτι ἐπρόκειτο περὶ προμελετημένης πράξεως, περὶ προμελετημένης ἐνέδρας. (Θόρυβος).
§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀνάξια νὰ λέγωνται εἰς τὴν Βουλήν. (Θόρυβος).
§101Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐνέδρας τῆς στρατοκρατίας, ἡ ὁποία ἐπεδίωκεν ἕνα ἀντικειμενικὸν σκοπόν, τὴν ἀνατροπὴν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως διὰ γενικεύσεως τῆς αἱματοχυσίας καὶ τὴν κατασυκοφάντησιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Αὐτὰ εἶπον εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, δηλαδὴ ὅτι κάποιος ἐκ τῶν στρατιωτικῶν παραγόντων εἶχε δώσει ἐντολὴν εἰς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως νά πυροβολήσῃ κατὰ τοῦ πλήθους, ὥστε νὰ δημιουργηθοῦν ταραχαί, τὰς ὁποίας θὰ ἐξεμεταλλεύοντο οἱ στρατοκράται, Παγκαλικοὶ ἢ Κονδυλικοί. Τὸ τονίζω τοῦτο πρὸς ἀποφυγὴν νέων παρεξηγήσεων. Διὰ τούτου ἐπεδιώκοντο νὰ δημιουργηθῇ εἰς τοὺς πολίτας ἡ ἀντίληψις ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ στρατοκρατία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀδιακρίτως φονεύει τοὺς πολίτας καὶ ἀνεξελέγκτως, ἀλλ’ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐδολοφόνει τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι μετέβαινον νὰ διαδηλώσωσι τὰ φρονήματά των, ἔπραξαν δὲ τοῦτο ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐκθέσωσι τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν πολιτῶν. Αὐτὰ ἦταν τὰ συμπεράσματα ἐκείνης τῆς στιγμῆς, ὅσα ἀκόμη εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, τοῦ ὁποίου τὴν μαρτυρίαν ἐπικαλοῦμαι.
§102Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§103Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Καὶ ἠρώτησα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ἂν ἔδωσε διαταγὴν εἰς τὰ ἀποσπάσματα νὰ πυροβολήσουν. Τότε μοὶ εἶπεν: «Ἐγὼ νὰ δώσω τοιαύτην διαταγήν;» Τὸν ἠρώτησα μήπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀμέσως τότε ὁ κ. Τσαλδάρης ἔσπευσε νὰ καλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἐγνώριζε τίποτε καὶ ὅτι τὸ τάγμα τὸ εἶχεν ἀποστείλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Διευθύνσεως Ἀσφαλείας. Κατόπιν ἀπέστειλε τὸν συνταγματάρχην κ. Χατζηπέτρου διὰ νὰ δώσῃ περισσοτέρας ἐξηγήσεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ κομμουνιστικὰ στοιχεῖα ἥρπασαν ἕνα ἐκ τῶν πτωμάτων καὶ ἠπειλεῖτο γενίκευσις τῶν ταραχῶν, τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκάλεσεν ὅλους τοὺς συναδέλφους του τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπὶ τῶν σκηνῶν πραγματικότης, αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς τὴν ἐνεδρεύουσαν στρατοκρατίαν. Ὁ Στρατὸς βέβαια δὲν εἶναι ὑπεύθυνος δι’ ὅλα αὐτά.
§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ καθορίσητε τὰ ὅρια τῆς διαδηλώσεως καὶ τῆς δράσεώς της.
§105Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπόμνησίν σας Κατὰ τὴν ὥραν τῶν σκηνῶν εἰς τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου δὲν εὑρίσκοντο παρὰ μόνον οἱ ἐπαγγελματίαι.
§106Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ εἶχον νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὴ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ὁ Χριστοδούλου αὐτός, ὁ στενῶς συνδεόμενος μὲ πρόσωπα παρακαθήμενα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἶναι ὁ ἴδιος ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ὁδὸν Ἀχαρνῶν ἔσπασε τὸν κόσμον στὸ ξύλο καὶ ἂν αὐτὸς ὁ ἀξιωματικὸς ἦτο ἁρμόδιος νὰ καταστείλῃ ταραχὰς καὶ διαδηλώσεις εἰς τοιαύτας κρισίμους στιγμάς.
§107Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ εὑρισκόμην εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Τσαλδάρη, ὅταν συνεδρίαζε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τὸ παραπλεύρως γραφεῖον καὶ μᾶς ἔφερον διαφόρους πληροφορίας καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν ἦτο καὶ ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Χριστοδούλου ἦτο ὑπασπιστὴς τοῦ Κονδύλη.
§108Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ὅμως δὲν ἦτο.
§109Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τὴν ἀνάκρισιν νὰ ἐξακριβώσῃ καὶ ἀποκαλύψῃ τοὺς ὑπαιτίους τῶν σκηνῶν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου ὡμίλησα οὐχὶ μόνον περὶ τῶν πραγματικῶν αὐτουργῶν τῆς αἱματοχυσίας, ἀλλὰ καὶ περὶ ἑτέρων ἐξ ἀμελείας ὑπευθύνων τῶν σκηνῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ὡς σύνολον λαμβανομένην. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχει μεμονωμένη εὐθύνη ἀπὸ κάποιον Ὑπουργόν. Ἡ εὐθύνη ἀνήκει εἰς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν. Αὕτη εἶναι ἡ ἐξ ἀμελείας ὑπαίτιος. Διότι, ἂν τὸ κυβερνᾶν εἶναι πρὸ παντὸς προβλέπειν, ὡς ἀναφέρεται εἰς ὅλα τὰ ἐγχειρίδια τοῦ δημοσίου δικαίου, ἡ εὐθύνη τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἶναι κολοσσιαία. Διότι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ὤφειλεν εἰς στιγμὰς καθ’ ἃς ἐνεδρεύει ἡ στρατοκρατία, ἐνεδρεύει ὁ κομμουνισμὸς ἕτοιμος νὰ ἐκμεταλλευθῇ οἱανδήποτε ἐξέγερσιν τῶν πολιτικῶν ἢ οἱανδήποτε δυσφορίαν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, τονίζω, ὤφειλε νὰ ἐξωθήσῃ τοὺς ἐπαγγελματίας εἰς τὸ ἔσχατον μέτρον τῆς ἀπεργίας. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ μίαν λύσιν ταχίστην καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλῃ. Ἀλλά, δυστυχῶς, ἡ Κυβέρνησις παλινδρομοῦσα, ὡς πάντοτε, κατεχομένη ὑπὸ τῆς ἀχαρακτηρίστου ἀβουλίας, ἀναβλητικότητος καὶ παρελκυστικότητος, ἄφησε τὰ ζητήματα νὰ ἐξωθηθοῦν εἰς τὰ ἔσχατα. Ἴσως ἦτο μοιραῖον νὰ ἐπέλθουν αἱ αἱματηραὶ σκηναὶ αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον. Πταίει δυστυχῶς εἰς τοῦτο ἡ ἰδέα τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀναλόγως τῆς ἀνομοιογενείας της καὶ τῆς ἐλλείψεως οἱουδήποτε πολιτικοῦ προγράμματος, σαφοῦς καὶ καθωρισμένου, ἀδυνατεῖ νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν. Ἂν εἰς τὴν χημείαν ἡ ἕνωσις τῶν ἀντιθέσεων ἀποτελεῖ τὴν ἁρμονίαν, ἀπ’ ἐναντίας εἰς τὴν πολιτικὴν ἡ ἕνωσις, ἡ μῖξις τῶν ἀντιθέσεων προκαλεῖ τὴν ἀποσύνθεσιν. Καὶ δυστυχῶς ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις προάγει τὴν ἀποσύνθεσιν ὄχι μόνον δι’ ἑαυτήν, ἀλλὰ δι’ ὁλόκληρον τὸν κοινοβουλευτισμὸν ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ἐθνικῇ ζημίᾳ. Οἱ κ. κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ ἰδίᾳ τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦν μίαν ἐντατικὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἔδωσε πρὸς αὐτοὺς κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Καὶ ἡ ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι ἡ πάταξις τῆς στρατοκρατίας, διότι αὐτὸ κατ’ ἐξοχὴν ἦτο τὸ πνεῦμα τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Νομίζω ὅτι εἶχα ὑποχρέωσιν νὰ ὑπομνήσω τὴν ἐντολὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔδωσε πρὸς τοὺς πολιτικούς του ἐκπροσώπους.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανικολάου ἔχει τὸν λόγον.
§111Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Ὁ συνάδελφος κ. Μάξιμος κατὰ τὴν προχθεσινήν του ἀγόρευσιν καθώρισεν ἐπακριβῶς τὰ αἴτια τὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ τῆς ἐναντίον τοῦ κόμματος τῆς ἐργατικῆς τάξεως ἐπιθέσεως. Ἐγὼ θὰ ἐξετάσω τὴν ἐπίθεσιν αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἄποψιν τῆς σχέσεως ποὺ ἔχει ἐπάνω εἰς τὰς γενικὰς συνθήκας τῆς ἐργατικῆς τάξεως καὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς της ὀργανώσεως. Ἔζησα 25 χρόνια τὴν ζωὴν τοῦ ἐργοστασίου καὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ ποῖαι εἶναι αἱ διαθέσεις τῶν ἐργοδοτῶν ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν. Ἐπόνεσα καὶ ἐπάλαισα διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῶν ἐργατῶν καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ταξικῆς των συνειδήσεως καὶ νομίζω ὅτι ἔχω περισσότερον τὸ δικαίωμα νὰ κρίνω ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ἐπιθέσεως αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῆς ἐπιδράσεως τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ ἐπίθεσις αὐτὴ ἐναντίον τοῦ κόμματος τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Κάθε ἐπίθεσις ἐναντίον τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος σημαίνει ἐπίθεσιν ἐναντίον τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω. Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα ὑπουργοῦντος τοῦ σοσιαλίζοντος κ. Παπανδρέου ἐδημοσιεύθη τὸ τερατῶδες ἐκεῖνο Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῶν ἐργατικῶν Σωματείων, τὸ ὁποῖον Διάταγμα οὔτε αὐτὴ ἡ φασιστικὴ Ἰταλία δὲν ἐτόλμησε νὰ κάμῃ. Τί συνέβη τότε; Εἶχε πέσει τὸ συνάλλαγμα κατὰ 100 βαθμούς, οἱ πλουτοκράται ἤθελον νὰ ὑποβιβάσουν τὰ ἐργατικὰ ἡμερομίσθια, ὁ τιμάριθμος δὲν καταβαίνει παραλλήλως, οἱ ἐργάται ἠμύνθησαν καὶ ἐν τῇ ἀμύνῃ των ἐκείνῃ ἐδέχθησαν τὴν ἐπίθεσιν, ἀφοῦ προηγουμένως προηγήθη ἐπίθεσις κατὰ τῶν κομμουνιστῶν, ὅπως καὶ τώρα. Ἐπὶ Κυβερνήσεως Μιχαλακοπούλου–Κονδύλη καὶ τότε προηγήθη ἐκστρατεία συκοφαντικὴ κατὰ τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ὅλη ἡ ὑπόθεσις ἦτο εἰς τὸ πῶς θὰ ἐφαρμοσθοῦν τὰ νομοσχέδια τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, πῶς θὰ παυθοῦν οἱ 1500 σιδηροδρομικοὶ κλπ. Ἐπὶ Κυβερνήσεως Παγκάλου ἡ ἐργατικὴ τάξις ὑπέστη ἀληθῆ ἐπιδρομήν. Ἐνῷ ὑπεγράφοντο αἱ διάφοροι παράνομοι συμβάσεις, τὰ ὄργανα τοῦ Παγκάλου ἔστελναν εἰς τὰ ξερονήσια ἐν ὀνόματι τοῦ κομμουνιστικοῦ κινδύνου ὅλους τοὺς ἡγέτας τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος. Ἡ ἐργατικὴ τάξις ἐσφάδαζεν ὑπὸ τὸ πέλμα τῆς τρομοκρατίας καὶ ἐκμεταλλεύσεως. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν πῶς εὑρῆκεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις τὴν ἐργατικὴν τάξιν καὶ τί ἔγινε κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν. Τί λέγουν οἱ ἐπιχειρηματίαι καὶ βιομήχανοι; Ἡ ἐργατικὴ τάξις εἶναι καλά, παίρνουν ἡμερομίσθιον 150 δραχμάς, οἱ φορτοεκφορτωταὶ παίρνουν τόσα. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἐξετάζει πόσον διάστημα τὸ ἔτος ἐργάζεται τὸ ἐργοστάσιον ἢ πόσα ἡμερομίσθια τὴν ἑβδομάδα παίρνει ὁ φορτοεκφορτωτής. Ἂν ρίξωμεν μιὰ ματιὰ καὶ καθορίσωμεν τὸν μέσον ὅσον τοῦ ἡμερομισθίου, θὰ ἴδωμεν ὅτι 18–25 δραχμὰς πληρώνονται οἱ ἐργάται εἰς τὰ ἐργοστάσια τοῦ Κανελλοπούλου καὶ Ἠσαΐα καὶ ὑπὸ τὰς χειροτέρας συνθήκας ἐργαζόμενοι. Ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἐργατικοῦ ἡμερομισθίου κυμαίνεται ἀπὸ 31–37 δραχμὰς καὶ τὸ ἡμερομίσθιον αὐτὸ παρουσιάζει 1 πρὸς 12 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σημερινοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς. Τὸ ἐργατικὸν λοιπὸν ἡμερομίσθιον εὑρίσκεται εἰς χειροτέραν μοῖραν. Προχθὲς ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὁ κ. Μεϊμαράκης ἔφερεν ἕνα νόμον ὀγκωδέστατον καὶ ὡμίλησε περὶ ἐργατικῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεφάρμοστος, διότι τίποτε δὲν ἔχει ἐφαρμοσθῆ. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἐφαρμόζεται ἡ ἐργατικὴ νομοθεσία. Καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Τὰ τυπογραφεῖα τῆς Θεσσαλονίκης εὑρίσκονται 15 μέτρα ὑπὸ τὴν γῆν καὶ παθαίνουν οἱ ἐργάται τυπογράφοι. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις Θεσσαλονίκης λέγει ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, αἱ ἐφημερίδες θὰ κλείσουν. Καὶ ὁ νόμος δὲν ἐφαρμόζεται. Οἱ καπνεργάται κατὰ 40–50% εἶναι φυματικοί. Ὁ νόμος «περὶ ἀνηλίκων» λέγεται ἐργατικὴ νομοθεσία; Ἂν γίνῃ εἷς αἰφνιδιασμὸς ἐντὸς ὅλων τῶν καταστημάτων, ὑφαντουργείων, ταπητουργείων κλπ., θὰ ἴδητε ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἐτῶν παιδιὰ νὰ ἐργάζωνται. Ὅταν διεμαρτυρήθημεν εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου κ. Ζάκαν, μᾶς ἀπήντησεν: Εἶναι πτωχὰ παιδιά, τί νὰ κάμωμεν, πρέπει νὰ δουλέψουν. Τὸ ὅτι δολοφονοῦνται αἱ νεαραὶ αὐταὶ ὑπάρξεις δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ κατόπιν τούτου ὁμιλοῦμεν περὶ νόμου προστασίας ἀνηλίκων. Εἰς τὰ ὑφαντουργεῖα τῆς Νιαούσης ἔθαψαν 26 παιδιὰ μικρὰ καὶ τὰ ἐκάλυψαν μὲ σάκκους ὅταν ἐπῆγαν καὶ ἔκαμαν αἰφνιδιασμὸν οἱ ἀστυνομικοί. Καὶ ὅμως συνεχίζεται ἡ κατάστασις αὐτὴ καὶ μικρὰ παιδιὰ ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἐτῶν ἐργάζονται. Παραλλήλως πρὸς αὐτὰ 25–30 χιλιάδες ἄνεργοι τῶν Ἀθηνῶν, ἄλλοι τόσοι τοῦ Πειραιῶς καὶ 14 χιλιάδες ἄνεργοι ὑπάρχουν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις κανὲν μέτρον δὲν ἔλαβε διὰ τὴν ἀνεργίαν, οὔτε ἐχορήγησεν ἐπιδόματα. Σωρεία ὑπομνημάτων ὑπεβλήθη καὶ ἐν τούτοις κανὲν δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὅλα ἐπῆραν τὸν δρόμον πρὸς τὰ χρονοντούλαπα καὶ ἡ Βουλὴ ἔντεχνα μετετώπιζε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος διὰ νὰ πέσουν 300 βουλευταὶ ἐπάνω σὲ μιὰ χούφτα τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου καὶ τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, ἵνα γίνῃ δημοκοπία. Κανεὶς βουλευτὴς δὲν ἐτόλμησε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν αἰτίων τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν τὴν ἀπεργίαν τῶν ἐπαγγελματιῶν, κανεὶς διὰ τὴν ἄρσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διὰ τὴν φορολογίαν, διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ζωῆς καὶ δι’ ὅλα τὰ αἴτια τὰ πραγματικά, τὰ ὁποῖα ἐξηνάγκασαν τοὺς ἐπαγγελματίας νὰ ἀπεργήσουν, ἀλλ’ ὅλοι ἐστράφησαν ἐναντίον τῶν κομμουνιστῶν καὶ τῶν ἐργατῶν. Τὰ πράγματα ἦσαν ἁπλᾶ καὶ ζωντανά. Οἱ ἐπαγγελματίαι ἐκήρυξαν ἀπεργίαν, δὲν ἐστράφησαν ἐναντίον ἐργοδότου ἵνα ἐπέμβῃ τὸ Κράτος ὡς διαιτητής. Ἐστράφησαν ἐναντίον τοῦ Κράτους καὶ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ συνέπειαν ἦτο ζήτημα τιμῆς καὶ ὑπάρξεως διὰ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ χάσῃ ἡ ἀπεργία ἵνα σταθῇ ἡ Κυβέρνησις ἤ, ἂν κερδίσῃ ἡ ἀπεργία, νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὰ μέτρα τὰ αὐστηρά, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον τὰ γεγονότα καὶ ἔχυσαν τὸ αἷμα, τὴν εὐθύνην τοῦ ὁποίου ἀπὸ καιροῦ ἀπέδιδον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Μήπως δὲν εἶναι 15 ἡμέραι μόνον ἀφ’ ὅτου ἔγιναν τὰ καπνεργατικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἦσαν τῆς αὐτῆς σημασίας; Καὶ τί εἴδομεν τότε; Ἐσκεμμένη ἐπίθεσις τῶν κομμουνιστῶν ἐναντίον τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἡ πραγματικότης ἦτο ἄλλη. Ἓν ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὴν ἀνάκρισιν, πρὸς τὸν κ. ἀστυνομικὸν διευθυντὴν Θεσσαλονίκης λέγει: «Προστατεύσατε πάσῃ θυσίᾳ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας τῶν καπνεμπόρων» χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ καπνεργάται ἔχουσι κανονισμοὺς ἐργασίας, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν ἀπὸ δεκαετίας καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι υἱοθετημένοι ἀπὸ διαφόρους Κυβερνήσεις. Τὸ νὰ δοθῇ μία διαταγὴ λέγουσα «καταργήσατε τὰ προνόμια αὐτὰ διὰ τῆς προστασίας τῶν καπνεμπόρων» δὲν εἶναι ἐπίθεσις ἐναντίον τῶν ὑπαρχόντων δικαιωμάτων τῶν καπνεργατῶν, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῶσι; Δὲν εἶναι, λέγω, ἐσκεμμένη ἐπίθεσις τοῦ Κράτους;
§112Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν ἔχετε, φίλτατε κ. βουλευτά, δικαίωμα νὰ λέγητε ὅσα θέλετε ἐδῶ καὶ νὰ ἀναφέρητε ψευδεῖς στατιστικάς, τοῦτο δὲ τὸ λέγω ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως ὅτι εἶναι ψευδεῖς αἱ στατιστικαί, διότι ἀναφέρετε ὅτι ὑπάρχουν 14,000 ἄνεργοι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν, κατὰ τὰς διαμαρτυρίας καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, οἵτινες ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιόν μου ἀκόμη προχθές, παρὰ μόνον 130 στιβαδόροι ἄνεργοι.
§113Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Ὄχι καπνεργάται, γενικῶς ἄνεργοι.
§114Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὄχι, ἄλλοι ἄνεργοι δὲν ὑπάρχουν. Δύνασθε νὰ λέγητε ὅσας ἀνακριβείας θέλετε, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀναφέρεσθε εἰς ἔγγραφον σταλὲν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἀντιστρέφετε τὸ πνεῦμα. Τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεσθε διατάσσει τὸν ἀστυνομικὸν διευθυντὴν νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας εἰς τὰ καπνεμπορικὰ καταστήματα. Δὲν λέγει ποσῶς τὸ ἔγγραφον ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας θὰ βοηθήσῃ τοὺς καπνεμπόρους ἵνα καταπατήσουν τὰ κεκτημένα δίκαια τῶν ἐργατῶν. Δὲν λέγει ποσῶς τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὅτι πρέπει νὰ διαλύσῃ τὰ συμβόλαια ἐργασίας τὰ ὑπάρχοντα μεταξὺ ἐργατῶν καὶ καπνεμπόρων.
§115Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Δὲν εἶπον ὅτι τὸ λέγει.
§116Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἴπατε ἀκριβῶς ὅτι διετάσσομεν τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐργασίαν καταστρέφων τὰς ὑπαρχούσας συμβάσεις μεταξὺ καπνεμπόρων καὶ ἐργατῶν καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὴν αἱματοχυσίαν. Τοιαύτας ἀνακριβείας δὲν δύνασθε νὰ λέγητε παρὰ μόνον εἰς τὰς πλαγιὰς καὶ τὰς ὁδοὺς ποὺ περιφέρετε τὴν προπαγάνδαν ὑμῶν. Δύναμαι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ εἴπω ὅτι ἐργάζεσθε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀμειλίκτως πρέπει νὰ πέσῃ ὁ πέλεκυς ἐναντίον ὑμῶν, διότι δὲν στρέφεσθε πλέον ὑπὲρ τῆς προστασίας τῆς ἐργασίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἐμερίμνησε καὶ μεριμνᾷ ἡ Κυβέρνησις ἢ Οἰκουμενικὴ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἔχει μεριμνήσει οἱαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις. Κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἤδη ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας καὶ νύκτας περιειργαζόμην τὰ ἐργοστάσια τοῦ καπνοῦ, περιειργαζόμην κάθε τι τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐργασίαν, διὰ νὰ ἐπανέλθω ἐνταῦθα καὶ εἰσηγηθῶ πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκρίναμεν ἀναγκαῖον διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ ἐργάτου. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα θὰ πράξωμεν, παραλήλως δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ διαταραχθῇ ἡ ἐλευθέρα ἐργασία καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖον γνωρίζομεν ἡμεῖς νὰ μεταχειριζώμεθα ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ ἐπαναστατῶν. (Χειροκροτήματα).
§117Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς ἀνέφερεν ὅτι δὲν εἶχε τὸ ἔγγραφον τὴν σημασίαν αὐτήν. Οὔτε ἐγὼ τὸ εἶπον αὐτό. Ἐγὼ ἐξάγω τὸ συμπέρασμα ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἓν ἔγγραφον ὁμιλεῖ περὶ προστασίας τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχουν δικαιώματα ὡρισμένα, τὰ ὁποῖα καταστρατηγοῦνται διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, ἐξάγω, λέγω, τὸ συμπέρασμα ὅτι ἅμα τῇ λήψει τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς Θεσσαλονίκης ἐζήτησεν ἐνίσχυσιν 200 χωροφυλάκων διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Καὶ αὐτὸ εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὴν ἀνάκρισιν.
§118Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εὑρίσκετε μεμπτὴν τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ διότι ἐζήτησεν ἐνίσχυσιν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς νόμου;
§119Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Ὄχι, ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐργασίας δὲν κατεπατεῖτο πουθενά. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἄνεργοι καπνεργάται ἐπῆγαν βίᾳ νὰ ἐργασθοῦν. Τὰ γεγονότα ἐγένοντο ἀπὸ τοὺς ἰδίους ἐργάτας τοὺς ἐργαζομένους ἐντὸς τοῦ καπνεμπορικοῦ καταστήματος καὶ τῆς ἀστυνομίας ἡ ὁποία ἐπῆγε κληθεῖσα ἀπὸ τοὺς καπνεμπόρους ἵνα συλλάβῃ τὴν Ἐπιτροπήν. Κατόπιν εἴδομεν ἔκθεσιν τῆς ἀστυνομίας ὅτι ἐργάται ἐφόνευσαν ἐργάτην, ἐνῷ ἀπεδείχθη ὅτι ὁ ἐργάτης ἦτο φονευμένος μὲ ὅπλον μάουζερ. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν ὀργάνων αὐτῶν, διότι τοιαύτας ἐκθέσεις εἴδομεν πολλὰς φορὰς καὶ διὰ τὸν Καδαφάκην καὶ διὰ τὸν Φατσέαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἦσαν ψευδεῖς. Εἴδομεν ἔκθεσιν καὶ διὰ τὸν Ἴωνα Δραγούμην, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἦτο ψευδής. Καθημερινῶς αἱ ἐκθέσεις ἦσαν ψευδεῖς, ἵνα καλύψωσιν εὐθύνας ὡρισμένων προσώπων ἢ τῶν ἰδίων οἵτινες διαπράττουσι τὰ ἐγκλήματα αὐτά.
§120Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ αἱ ἰδικαί σας ἐκθέσεις εἶναι ψευδεῖς.
§121Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Ἠμπορεῖ.
§122Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι 130 ἄνεργοι ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς ὡμίλησε περὶ 130 ἀνέργων μόνον στιβαδόρων. Οἱ ἄνεργοι ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀνέρχονται εἰς πολλὰς χιλιάδας, δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ὀχυρωθεῖτε ὄπισθεν τοῦ ἀριθμοῦ 130 διὰ νὰ εἴπητε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶπεν ὅτι μόνον 130 εἶναι οἱ ἄνεργοι ἐν Θεσσαλονίκῃ.
§123Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι εἶναι 14.000 καὶ ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη διέρχεται κρίσιν οἰκονομικήν. Ἐγένετο μάλιστα καὶ σκέψις τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλ’ ἐπάνω εἰς τὴν ἐπίθεσιν αὐτὴν ἡ ὁποία ἔγινε καὶ εἰς τὸν θόρυβον ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη ἔδωκαν καὶ μερικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν καὶ παρουσίασαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατεχειροκροτήθησαν. Ὁ κ. Κρανιωτάκης ἔφερεν ἓν ἔγγραφον, ἀλλὰ πρὶν τὸ διαβάσῃ, μᾶς εἶπεν: Ἐγὼ συνωμίλησα ἄλλοτε μὲ τὸν Γούναρην μὲ τὸν ὁποῖον καὶ διεφώνησα. Ἐγὼ ἂν ἤμην Πρωθυπουργός. Ἐγὼ τέλος πάντων δὲν θὰ γίνω Πρωθυπουργός, οὔτε ἔχω ἀξίαν τοιαύτην κλπ. Τέλος πάντων, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸς ἔφερεν ἓν ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἐδιάβασεν. Ἐγὼ θὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ μίαν Ἐπιτροπὴν ἐξελεγκτικὴν διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ὑπάρχει καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποκαλῶ πλαστογράφον. (Θόρυβος).
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπανικολάου, δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ συνεχίσητε, ἂν δὲν ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας.
§126Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Τὴν ἀνακαλῶ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν σύστασιν ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ μαζεύουν ἀπὸ τὰς τριόδους καὶ ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς «Καθημερινῆς» διάφορα χαρτιὰ καὶ νὰ τὰ φέρουν ἐδῶ νὰ τὰ διαβάζουν ὡς ἐπίσημα. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§127Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἐπειδὴ πλησιάζει ἀκριβῶς ἡ ὥρα νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις, προτρέχω νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ προκαλέσαντος τὴν ἐπερώτησιν, ἥτις διαρκεῖ μέχρι σήμερον. Προτρέχω, λέγω, τοῦ ἁρμοδιωτέρου ἴσως ἀπὸ ἐμὲ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐπερώτησιν τὴν γενομένην καὶ στρεφομένην ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐνόχου τῶν διαδραματισθεισῶν σκηνῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνηγγέλθη εἰς αὐτὴν ἡ πρόθεσις τῶν ἐπαγγελματιῶν πρὸς ἀπεργίαν, ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα της ἵνα παρεμποδίσῃ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον οἱ ἐπαγγελματίαι ὑπὸ τύπον διαμαρτυρίας ἠθέλησαν νὰ λάβωσιν ἐναντίον οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπίεζον αὐτοὺς ἵνα προβῶσιν εἰς τὸ μέτρον τῆς διαμαρτυρίας ταύτης. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὴν ἡμέραν τῆς ἀπεργίας εἶχεν ἤδη ἀπὸ τῆς 2ας μεταμεσημβρινῆς ὥρας τὴν κατηγορηματικὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἡ ἀπεργία θὰ ἐτερματίζετο. Εἶναι ἐπίσης γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὴν 3ην καὶ ἡμίσειαν ὥραν τοῦ ἀπογεύματος τῆς ἰδίας ἡμέρας ἐλάμβανε τηλεφώνημα ἐκ μέρους τοῦ προέδρου τῆς Συνομοσπονδίας τῶν ἐπαγγελματιῶν ὅτι ἡ ἀπεργία ἔληξε καὶ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Συνομοσπονδίας τῶν ἐπαγγελματιῶν θὰ μετέβαινον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἵνα ἐκεῖθεν συνταχθῇ τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς λήξεως τῆς ἀπεργίας των καὶ τὰ τηλεφωνήματα τὰ ἀνάλογα, ἅτινα ἐστέλλοντο εἰς τὰς ἐπαρχίας. Εἶναι λοιπὸν ἀκατανόητον πῶς ἐνῷ πάντα ταῦτα εἶναι γνωστὰ καὶ εἰς γνωστοὺς βουλευτὰς ἐπερωτήσαντας τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀποδώσαντας εἰς αὐτὴν εὐθύνην, πῶς, λέγω, ἐνῷ ὅλα ταῦτα εἶναι γνωστά, δύναται νὰ ὑποθέσῃ κανεὶς ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ πρόθεσιν νὰ κτυπήσῃ ἀόπλους ἀνθρώπους, λαὸν ἐκφράζοντα ἔστω καὶ μίαν διαμαρτυρίαν; Βεβαίως ἡ συκοφαντία αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ Κυβερνήσεως οἵα εἶναι ἡ Οἰκουμενική, ἡ ὁποία ὄχι μόνον, ὅπως ἐλέχθη, ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονότητα τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐναντίον τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀπίστευτον νὰ ἔστρεφε τὰ ὅπλα. Λοιπὸν τὴν 3ην τοῦ ἀπογεύματος τῆς αὐτῆς ἡμέρας περιῆλθον αὐτοπροσώπως μετὰ δύο ἄλλων εἰδικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου μου τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας καὶ ὅλα τὰ διάφορα κέντρα τὰ περὶ τὸν Σύλλογον τῶν ἐπαγγελματιῶν. Ἔσπευσα νὰ τηλεφωνήσω καὶ μόνος μου εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Συνομοσπονδίας ὅτι εἶναι περικυκλωμένος ἀπὸ ἄτακτα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐκαραδόκουν τὴν στιγμὴν ἵνα εἰς πᾶσαν λαϊκὴν ἐκδήλωσιν, εἰς πᾶσαν διάχυσιν τῶν ἐπαγγελματιῶν εἰς τὰς ὁδοὺς ἀνεμιγνύοντο μετ’ αὐτῶν καὶ ἐπιφέρουν ἀνωμαλίαν καὶ ἀταξίαν. Καὶ ἔλαβον τὴν διαβεβαίωσιν ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς Ἐπαγγελματικῆς Συνομοσπονδίας ὅτι δὲν θὰ ἐξήρχετο τοῦ καταστήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν στιγμὴν συνέτασσον τὸ πρωτόκολλον τῆς λύσεως τῆς ἀπεργίας. Ἂν συνέβη τὸ λυπηρὸν γεγονὸς τῆς συγκρούσεως τοῦ Στρατοῦ μετὰ τῆς ὁμάδος ἐκείνης τῶν διαδηλωτῶν, ἥτις ἐξεχύθη εἰς τὰς ὁδούς, τοῦτο, ὡς θὰ πιστοποιηθῇ ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν, δὲν ὀφείλεται παρὰ εἰς ζωηρούς τινας ἐπαγγελματίας, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν οὕτως εἰπεῖν νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ νὰ ἀκούσωσι καὶ ἐκ τοῦ στόματος τούτου ὅτι θὰ ἱκανοποιοῦντο τὰ αἰτήματά των, ἄν ποτε ἐλύετο ἡ ἀπεργία. Εἰς τούτους ἀνεμίχθησαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχον προειδοποιήσει ἤδη τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ αὐτὰ ἦταν ἡ ἀφορμὴ τῆς συγκρούσεως μετὰ τοῦ Στρατοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὴν ἀπεργίαν— καὶ λυποῦμαι λέγων τοῦτο προκειμένου ἴσως διὰ τῆς δηλώσεώς μου ταύτης νὰ θίξω τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἤγαγον τοὺς ἐπαγγελματίας εἰς τὴν ἀπεργίαν ταύτην— εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἐπαγγελματίαι εἶχον ὑποβάλει πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τέσσαρας ἀξιώσεις· ἡ μία ἀφεώρα τὴν Πάουερ, ἡ ἄλλη τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἡ τρίτη τὰ φορολογικὰ καὶ ἡ τετάρτη τὴν ἄρσιν τοῦ νόμου «περὶ αἰσχροκερδείας» καὶ τὴν παραπομπὴν τῶν ἐπαγγελματιῶν εἰς τὸ Αἰσχροδικεῖον. Τὴν παραμονὴν ἀκριβῶς τῆς ἀπεργίας μὲ ἐπεσκέφθη ὁλόκληρον τὸ ἐκτελεστικὸν Συμβούλιον τῆς Συνομοσπονδίας τῶν Ἐπαγγελματιῶν καὶ ἔδωσα εἰς αὐτοὺς τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι τὰ τρία ἐκ τῶν αἰτημάτων αὐτῶν ἦσαν ἤδη ἱκανοποιημένα. Καὶ ἦταν ἱκανοποιημένα οὐχὶ ἐκ τῆς ἀπειλῆς, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον ἀκόμη ἐκτοξεύσει, τῆς ἀπεργίας, ἀλλ’ ἐν τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως ἵνα ἱκανοποιήσῃ τὰ αἰτήματα αὐτῶν. Καὶ εἶχον δηλώσει εἰς αὐτοὺς ὅτι τὸ μὲν ζήτημα τῆς Πάουερ εἶχε κανονισθῆ, τῆς Ἑταιρείας ἀναλαβούσης τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀντικαταστήσῃ ὅλας τὰς ἰδιωτικὰς ἐγκαταστάσεις τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ καὶ τὴν κινητήριον δύναμιν ἰδιωτικῶν τινων ἐγκαταστάσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἔδωσα πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας ἀνακοινωθὲν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπασχοληθείσης διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἐδήλου ὅτι ἐπιλαμβανομένη τῆς μελέτης τοῦ Ἐνοικιοστασίου θέλει κρίνει, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἤθελεν ὑποβληθῆ τοῦτο εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἢ Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἑτέρα ἀξίωσις ἱκανοποιοῦσα τοὺς ἐπαγγελματίας εἶναι τὸ τρίτον αἴτημα τὸ ἀφορῶν τὸ μέρος τῶν φορολογικῶν αἰτημάτων τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη ἱκανοποιηθῆ, εἶχεν ἤδη ἐκπληρωθῆ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις εἶχε βεβαιώσει τοὺς ἐπαγγελματίας ὅτι πᾶν μέτρον ἤθελεν ἐξαντλήσει καὶ εἰς ἀναθεώρησιν τῆς βαρείας φορολογίας θέλει προβῆ διὰ συστάσεως εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τοῦτο συσταθησομένης, ἡ ὁποία θὰ μελετήσῃ ἐν καιρῷ τὴν ἀνανέωσιν ἴσως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος εὐθὺς ὡς θὰ ὑπεβάλλετο ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦτο. Δὲν ὑπελείπετο παρὰ τὸ ζήτημα τῆς αἰσχροκερδείας, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχον βεβαιώσει τοὺς ἐπαγγελματίας ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν ἤδη ἕτοιμον νομοσχέδιον....
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶχον εἴπει ὅτι ἐμελέτων.
§129Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἀναφέρομαι, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὰ πρὸ τῆς ἀπεργίας καὶ ὄχι εἰς τὰ τῆς ἀπεργίας.
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐμελέτων τὸ ζήτημα.
§131Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). εἶχεν ἕτοιμον ἐργασίαν, νὰ μὴ παραπέμπωνται τοῦ λοιποῦ εἰς τὰ Αἰσχροκερδεῖα. Ταῦτα πάντα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον, εἶχον εἴπει εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας τὴν ἡμέραν τῆς ἀπεργίας καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὸ φύλλον τοῦ «Ἔθνους» τῆς 10ης τοῦ μηνός, εἰς τὸ ὁποῖον ἐδήλωσα ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ μεγάλη μάζα τῶν ἐπαγγελματιῶν, ἡ ὁποία εἶχε παρασυρθῆ ἐκ μέρους τινῶν εἰς τὴν ἀπεργίαν ταύτην ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τοὺς πανεπαγγελματίας.... κλπ.» Ταῦτα πάντα, κύριοι, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ σᾶς ἀναφέρω προτοῦ λήξῃ ἡ συνεδρίασις τῆς σήμερον, διότι ἐλέχθησαν τοιαῦται καὶ τοσαῦται ἀνακρίβειαι ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος σχετικῶς μὲ τὴν ἀπεργίαν καὶ ἀπεπειράθησάν τινες νὰ δημοκοπήσωσιν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, χωρὶς πρὸς τοῦτο νὰ ὑπάρχῃ λόγος τις, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀπεργήσαντες οὐδεμίαν διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ διὰ τὰ αἱματηρὰ γεγονότα, ἐποιήσαντο, ἐξέφρασαν καὶ αὐτοὶ τὴν λύπην των, ὅπως καὶ ἡμεῖς, ἐξεφράσαμεν αὐτὴν δι’ ὅσα συνέβησαν, εἴχομεν καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ προκαλέσαντα αὐτὰ αἴτια καὶ διετάξαμεν τὴν διεξαγωγὴν ἀνακρίσεων, ἐκεῖνοι δὲ καὶ μόνοι των σήμερον ὡμολόγησαν τὸ λάθος των, διότι ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀπεργίαν, ἥτις προεκάλεσε τὰς σκηνὰς ταύτας. Εἶχον καθῆκον νὰ δηλώσω πάντα ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἀναιρέσω πᾶσαν ὑπερβολὴν καὶ πᾶσαν ἀναλήθειαν λεχθεῖσαν. (Χειροκροτήματα).
§132Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπεργίας.
§133Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις αὐτή, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις κωλυσιεργεῖ.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖται λήξασα ἡ συζήτησις.
§135Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐτηρήθη ἡ σειρὰ τῶν ἐγγεγραμμένων. Ἔλαβον ἄλλοι τὸν λόγον ἀφοῦ δὲν εἶχον σειράν. Ἐγὼ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν παραιτοῦμαι τοῦ λόγου καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δίδω τὸν κατάλογον τῶν ἐγγεγραμμένων.
§137Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἄν ὑπάρχωσιν ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν, ἂς ὁμιλήσωσι. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. Ράλλης νὰ διακηρύττῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις κωλυσιεργεῖ. Ἄν οἱ ἐγγεγραμμένοι θέλωσι νὰ παραιτηθῶσιν, ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
§138Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διετύπωσα κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κωλυσιεργεῖ, ἐπιμένω δὲ εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Ἀπόψε ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις τὴν 7ην ὥραν, διήρκεσε 2½ ὥρας καὶ κατόπιν αὐτοῦ λύεται ἡ συνεδρίασις τῇ αἰτήσει μέλους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δι’ αὔριον. Ἐφόσον ὅμως πρόκειται περὶ σοβαρωτάτης συζητήσεως, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις καὶ μετὰ τὸ γεῦμα, δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον προκειμένου περὶ τῶν ἐπερωτήσεων, περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ἔργου τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ συνεδριάζωμεν μόνον πρὸ τοῦ γεύματος. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον, δεδομένου ὅτι εἶναι 300 ἐπερωτήσεις εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, αὗται δὲ οὐδέποτε θὰ συζητηθῶσιν, ἐφόσον κρατεῖ ἡ περίεργος ἀντίληψις περὶ τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις;
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 9.25′ μ. μ.)