1927.02.28
2,173 rows · 16,283 words · 191 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§4Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν μιᾶς προτάσεως νόμου περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας ἐλήφθη ἀπόφασις παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομιῶν, τοιαύτη ὅμως ἀπόφασις δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικά.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἀπόφασις δὲν ἐλήφθη παρὰ τῆς Βουλῆς, συζητουμένου ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐκηρύχθη κατεπεῖγον, ἐνῷ εὑρίσκετο εἰς δευτέραν συζήτησιν ζήτημα μόνον παραπομπῆς ἠγέρθη, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου.
§6Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ μὴ ἐπικυρωθῶσι μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δίδω τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἡ ἀντίληψις καὶ ἡ πεποίθησις τοῦ Προεδρείου εἶναι ὅτι ἐζητήθη μὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη τοιαύτη ἀπόφασις παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἄν ἐλαμβάνετο, δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς λόγος νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ἐκτὸς ἂν ἀμφισβητεῖτε τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Προεδρείου.
§8Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, δὲν ἀμφισβητῶ.
§9Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς συζητουμένου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 21 Αὐγούττου 1925 περὶ καταργήσεως διατάξεων τελωνειακῶν τινῶν νόμων κλπ.» προεβλήθησαν ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους τῶν κ. κ. συναδέλφων ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει διατάξεις αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον ἀνάγκην ἐπεξεργασίας, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιφέρουν βλάβας εἰς τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ παραπεμφθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἂν τοιαύτη ἦτο ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Ἐννοεῖται ὅτι πρὸς τὴν γνώμην ταύτην τῶν κ. κ. συναδέλφων προεβλήθησαν ἀντιρρήσεις ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν περιεῖχε καμμίαν διάταξιν, ἥτις ἔβλαπτε τοὺς παραγωγούς, ἀλλ’ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας καὶ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίου κατεπείγοντος συζητουμένου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ ἑπομένως ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν προσέκρουεν εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐγεννήθη θόρυβος καὶ ἡ Βουλὴ προὐχώρησεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων. Βεβαίως τὸ ζήτημα ἂν ἀπεφασίσθη ἢ ὄχι εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως τοῦ κ. Προέδρου καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ἀντιρρήσεων τὰς ὁποίας ἐπέφερεν οἱ κ. κ. συνάδελφοι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§11Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅ,τι δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἶναι τοῦτο· ὅτι ἐγὼ ἐδέχθην τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐφόσον βεβαίως ἐξεφράζοντο ὑπόνοιαι ὅτι περιέχει τοῦτο χαριστικὰς διατάξεις, δὲν θὰ εἶχον κανένα λόγον ὅπως τὸ νομοσχέδιον ὑποβληθῇ εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἔλεγχον. Ἀλλὰ θὰ ἐπιφέρω δύο τροποποιήσεις ἐπὶ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης παραγράφου, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσι τὸ νομοσχέδιον ἀνύποπτον καὶ θὰ ἤμην διατεθειμένος κατόπιν τούτου νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Τὸ Ἑλληνικὸν Ἐργατικὸν Κέντρον Σικάγου τῆς Ἀμερικῆς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς συμβάσεως Πάουερ–Ἀντ– Τράξιον. — Ἡ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου Γιαννιτσῶν διαμαρτύρεται ἐντόνως καὶ δηλοῖ ὅτι τάσσεται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ὁμοσπονδίας ἀναπήρων πρὸς ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων των. — Ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ ὑποβάλλει ὑπόμνημα ζητῶν νὰ χορηγηθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μικροπρόθεσμα δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ καπνῶν ἢ ὑποθήκης κτημάτων κλπ. — Τὸ Σωματεῖον Φυστικοπωλῶν Ἀθηνῶν ἡ «Ἕνωσις» ὑποβάλλει διάφορα αἰτήματα διὰ τὴν οἰκονομικὴν καὶ διοικητικὴν ἀνύψωσιν τῶν μελῶν του. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Λαρίσσης διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ἀπομάκρυνσιν τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τῆς πρωτευούσης. — Ἡ Φαρμακευτικὴ Ἑταιρεία Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ ἱδρύσεως ἑνὸς φαρμακείου καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ τῶν φαρμακείων ἐν πάσῃ πόλει, κώμῃ καὶ χωρίῳ». — Ὁ Δημ. Π. Καλλονᾶς, καθηγητὴς παρὰ τῷ ἐν Κότρωνι Ἑλληνικῷ σχολείῳ, ζητεῖ νὰ μετατεθῇ εἰς θέσιν τινὰ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ του πατρίδι, καθόσον ἡ οἰκογένειά του στερεῖται ἄλλου προστάτου. — Οἱ ἐκ Δοϊράνης τῆς Σερβίας πρόσφυγες δημόται Δράμας ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα «περὶ πληρωμῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν καταστραφεῖσαν περιουσίαν των». — Οἱ κάτοικοι Κλήματος Εὐπαλίου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ ἀνακλήσεως τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημοδιδασκάλου Α. Ἀντωνοπούλου. — Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις τῶν πλοιάρχων τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ ὑποβάλλει συμπληρωματικὸν ὑπόμνημα πρὸς ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων του. — Τὸ Γʹ Πανελλαδικὸν Συνέδριον τῆς ἀστικῆς καὶ ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας ζητεῖ τὴν κατοχύρωσιν τῆς ἰδιοκτησίας ἐν τῷ Συντάγματι κλπ. — Ἡ Εὐδοκία χήρα Μπαδεμιλλῆ ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ ἀδικίας προσγενομένης παρὰ τοῦ προϊσταμένου τοῦ ἐποικισμοῦ Σερρῶν». — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀταλάντης ὁ «Ἑρμῆς» ζητεῖ ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ Ἐνοικιοστάσιον διὰ τὰς μικρὰς πόλεις. — Ἡ Ὁμοσπονδία Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Μακεδονίας ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ καθιερώσεως μονίμου πολιτικῆς, προστατευτικῆς τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς». — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ἀγρίλου τοῦ τέως δήμου Ἀμφείας ζητοῦν ὅπως μὴ ἐπαναφερθῇ ὁ καταργηθεὶς νόμος «περὶ ἀγροφυλακῆς». — Ὁ Γεώργιος Κουνουλέρης, δημοδιδάσκαλος Καστανίτσης, ζητεῖ νὰ διαταχθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν καθυστερουμένων ἀποδοχῶν του. — Οἱ ἀκτήμονες γεωργοὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου Τσαοῦσι τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης ζητοῦσι τὴν γεωργικὴν ἀποκατάστασίν των. — Οἱ Β. Δημητράκης, Π. Μπεκιάρης κλπ. κάτοικοι Λουτρακίου ζητοῦν νὰ ἀποζημιωθοῦν διὰ τὴν ἐπίταξιν πέντε κτηνῶν κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν Λεοναρδοπούλου–Γαργαλίδου. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ροδωποῦ Κισάμου Κρήτης ζητοῦσι τὴν ἐπανίδρυσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ τοῦ χωρίου των. — Ὁ τελειόφοιτος τῆς Νομικῆς Λ. Μποτσιβίλης, κάτοικος Ἀλεξανδρουπόλεως, ζητεῖ νὰ προστεθῇ διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον πρὸς τακτοποίησιν τῶν στρατευθέντων φοιτητῶν. — Ὁ Δημήτριος Ἠλιόπουλος, ἀνάπηρος ἐνωμοτάρχης, κάτοικος Πλάτσης Λακωνίας, ζητεῖ τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεώς του. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ἀμφιλοχίας ζητοῦν τὴν ἄμεσον ἐπανάληψιν τῆς διακοπείσης συγκοινωνίας Ἀμφιλοχίας–Ἄρτης. — Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις τῶν ἐν Χίῳ προσφύγων ζητεῖ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ νέου συνοικισμοῦ ἐπὶ τῶν ἀπαλλοτριωθέντων γηπέδων. — Τὰ Ἐπαγγελματικὰ Σωματεῖα Ἡρακλείου ζητοῦσιν ὅπως χορηγηθῇ προθεσμία πρὸς ἄσκησιν τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Ἡρακλείου, ἥτις ἐκανόνισε τὰ καταβλητέα μισθώματα διὰ τὰ Μουσουλμανικὰ ἀστοκτήματα. — Ὁ Σύνδεσμος παντοπωλῶν Ἡρακλείου ζητεῖ ὅπως πληρώνουν τὰ μέλη του τὰ αὐτὰ τηλεφωνικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα πληρώνει καὶ ὁ λοιπὸς ἐμπορευόμενος κόσμος. — Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ἵνα συστήσῃ Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις θέλει ἐξετάσει καθόλου τὸ ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα καὶ ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῆς Ἐκκλησίας ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν ἀκολουθητέαν παρὰ τοῦ Κράτους πολιτικὴν ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Κανάρης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 29 Νοεμβρίου 1920 Διατάγματος «περὶ ἀπολλοτριώσεως χώρου πρὸς ἀνέγερσιν Πολεμικοῦ Ναυστάθμου». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μυλωνᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως κοινοτικῶν τινων δασῶν ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἀλλαχοῦ ὡς καὶ τροποποιήσεως δασικῶν τινων διατάξεων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Παπαστρατῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ὑποπεσόντων εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς ἀνυποταξίας, λιποταξίας κλπ.» — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Κοκκινάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Βιάννου εἰς τὸν Νομὸν Ἡρακλείου καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁμωνύμου Πρωτοδικείου». — Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Σαγιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐκπαιδευτικῶν Συμβούλων κλπ.» — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Κυβετός, Δ. Κάκαβος, Μ. Δερλερές, Δ. Μπενάκης, Φ. Μοσχούλας κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ καταβολῆς καθυστερημένων ἀποδοχῶν εἰς τοὺς τραυματίας αἰχμαλώτους ἀξιωματικούς». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Στεργιόπουλος, Γ. Καλαντζόπουλος, Ι. Κανναβὸς κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 137 περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν Ὑποθηκοφυλακείων. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος, Π. Ἀντωναρόπουλος, Ι. Παπαϊωάννου κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐκπαιδευτικῶν Συμβούλων κλπ.» — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Εὐθυμιάδης, Κ. Μουζενίδης, Ε. Ἐμμανουηλίδης, Θ. Χρυσοβέργης, Ν. Μανούσης, Γ. Τηλικίδης κλπ. ὑποβάλλουσι σχέδιον ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος.
§13Γ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς προκειμένου νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς εἰσόδου τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἐλαμβάνετο ἀπόφασις ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ τὸ ζήτημα θὰ ἐκανονίζετο τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Μερικὰ δὲ Ὑπουργεῖα οὔτε καὶ τὰς ὁρισθείσας ἡμέρας δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τοὺς βουλευτὰς τὴν εἴσοδον. Εἶναι μία κατάστασις ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος ὁλοκλήρου.
§14Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἔχουν γίνει τρία Ὑπουργικὰ Συμβούλια ἔκτοτε.
§15Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὑπάρχει ἐπερώτησις, κ. Πρόεδρε, ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων ὅσον ἀφορᾶ τὸ παρασκευαζόμενον Ἐνοικιοστάσιον.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§17Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς εἰσόδου τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου. Κατελύσαμεν μίαν δικτατορίαν καὶ ἐγκατεστήσαμεν μίαν ἄλλην δικτατορίαν, τὴν Οἰκουμενικὴν Δικτατορίαν.
§18Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κ. Πρόεδρε, νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ὑπεσχέθην, τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῆς φορολογίας τῶν ἀμβύκων». Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἠκολούθησα τὰς γραμμὰς τὰς ὁποίας ὑπέδειξαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς ἐπερωτήσεως οἱ κ. κ. βουλευταί, δηλαδὴ καταργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πᾶσα φορολογία ἐπὶ τῆς μικρᾶς παραγωγῆς, ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν μικρῶν οἰνοπνευματοποιῶν τῆς πρώτης κατηγορίας, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη ἐπίσης διατύπωσις παρακωλύουσα τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τοὺς παραγωγοὺς νὰ ἐργάζωνται ἀπεριορίστως καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους. Παρὰ τῇ ἐλευθερίᾳ ὅμως ταύτῃ τῆς παραγωγῆς διατηρεῖται τὸ σύστημα τὸ ὑφιστάμενον ὡς πρὸς τὴν πώλησιν, δηλαδὴ οἱ μικροὶ παραγωγοὶ θὰ ὑποχρεοῦνται νὰ πωλήσωσι τὸ προϊόν των εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς δευτέρας κατηγορίας, μὲ τὴν οὐσιωδεστάτην ὅμως τροποποίησιν τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθην, ὅτι δηλαδὴ θὰ συσταθοῦν πανταχοῦ ὅπου ὑποδείξῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κέντρα ἀγορᾶς τοῦ οἰνοπνεύματος τῆς σούμας, εἰς τρόπον ὥστε ὁ μικρὸς παραγωγὸς ὁ χωρικὸς νὰ ἔχῃ τὸ πρατήριον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ πωλήσῃ τὸ προϊόν του καὶ θὰ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ἑκάστοτε καὶ θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ νομίζω ὅτι ἐξυπηρετοῦνται παραλλήλως καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῶν μικρῶν παραγωγῶν, ἀπαλλασσομένων ἀπὸ ὅλας τὰς ἐνοχλήσεις τὰς ὁποίας ὑφίστανται, διὰ τῆς παρεμβολῆς τρίτων προσώπων εἰς τὴν ἐμπορίαν τοῦ προϊόντος των. Θὰ παρακαλέσω νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ εἶναι ἕτοιμον πρὸς συζήτησιν ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§19Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί θὰ γίνῃ διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως ἡ ὁποία ἀνεβλήθη διὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην καὶ σήμερον εἶναι Δευτέρα; Θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις;
§20Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε βουλευτά, τὸ ζήτημα ἀνεβλήθη διὰ νὰ κανονισθῇ ὁριστικῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δὲν κατωρθώθη ἀκόμη ἵνα ἐπιληφθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοῦ ζητήματος τούτου, ὄχι διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιληφθῇ, ἀλλὰ διότι καίτοι ἔγινεν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διαρκέσαν ἐπὶ ἑξάωρον, ἠσχολήθη ἐπὶ καιριωτάτων ζητημάτων. Εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναμείνητε τὴν σύσκεψιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§21Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογή.
§22Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Νὰ ἀκολουθηθῇ μέση ὁδός· τρεῖς ἡμέρας εἰς τὰ μὲν καὶ τρεῖς ἡμέρας εἰς τὰ δέ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ληφθῇ ἀπόφασις.
§24Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρεῖται ὅτι τὸ μέτρον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Δὲν δύναμαι ἐπίσης νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ βουλευτήν, Ὑπουργόν, πολιτευόμενον νὰ σκεφθῇ ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν ὅτι θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι δύναται νὰ γίνῃ εἶναι νὰ μένουν τὰ τρία ἀνοικτὰ ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε τὰ ἕτερα τρία.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ τὴν ἄλλην φορὰν ἔγινεν ὁμοία συζήτησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ καταργήσῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον; Ὄχι. Μόνον διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται τώρα νὰ μεταβληθῇ ὁ Κανονισμός. Ἂν λοιπὸν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐργασίαν. Ἂν ὑπάρχουν οἱ ἐπερωτήσαντες βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἀναπτύξουν τὰς παρατηρήσεις των, λέγω ὅτι δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἐμποδισθῇ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθοῦν οἱ ἐπερωτήσαντες καὶ ἂν ἐπιμέεγουν, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συνδυασμὸς τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ εἰσέλθωμεν σήμερον κατὰ τὸν Κανονισμὸν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐπίσης δὲ καὶ τῆς ὑποχρεώσεως ὅπως συντάξωμεν τὴν συντακτικήν μας ἐργασίαν;
§28Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Νὰ μὴ κάμωμεν διακοπάς, κύριε Πρόεδρε.
§29Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε βουλευτά, αὐτὸ εἶναι εὔκολον διὰ τοὺς παραμένοντας εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶναι δύσκολον ὅμως νὰ ζητηθῇ ἡ θυσία αὐτὴ ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι ἔχουν οἰκογενείας εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§30Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Νὰ συντομεύσωμεν τὴν περίοδον τῶν Ἀπόκρεω.
§31Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ παραμείνουν.
§32Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Ἂν τὸ ἐλέγετε, ἡ Βουλὴ θὰ ἔστεργε.
§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ τὸ εἴπωμεν, ἀλλὰ συνήθως δὲν στέργουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συνδυασμός, ὁ ὁποῖος νὰ συμβιβάσῃ ἀμφότερα τὰ μέρη. Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ συζητούμενον τῆς ἰδιοκτησίας νομίζω ὅτι ἀπησχόλησεν ἐπ’ ἀρκετὸν τὴν Βουλήν, ἐξαντληθὲν καθ’ ὁλοκληρίαν. Οὔτε νομίζω ὅτι πρόκειται σήμερον νὰ ἀναπτυχθοῦν ἀπόψεις νέαι, αἱ ὁποῖαι νὰ πείσουν τοὺς μὲν ἢ τοὺς δὲ ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τοὺς ἔχοντας ἀντιθέτους ἰδέας. Ἂν δέχεται ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως οἱ ὑπόλοιποι ἐγγεγραμμένοι ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου....
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§35Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). .... ἂν δέχεται τὴν πρότασίν μου—τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦδε ἀπέρριψεν—ἡ Βουλὴ ὅπως ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι, 27 τὸν ἀριθμὸν ἀκόμη, παραιτηθοῦν τοῦ λόγου, εἰς τρόπον ὥστε κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ λάβουν τὸν λόγον οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, οἵτινες καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀπόψεις των ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἂν γίνῃ τοῦτο δεκτόν, τότε θὰ ἠδυνάμεθα ἐντελῶς ἀνεμπόδιστοι νὰ προβῶμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἂν πάλιν ὑπολείπονταί τινες οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὸν ἔλεγχον, νὰ λάβουν αὐτοὶ τὸν λόγον καὶ νὰ περατωθῇ τοὐλάχιστον τὴν ἑσπέραν αὐτὴν ἡ συζήτησις. Ἂν θέλητε νὰ συνέλθωμεν καὶ αὔριον πολὺ εὐχαρίστως, οὐδεμία ἀντίρρησις.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἔχει ζητηθῆ, κ. Πρόεδρε, ἡ πρόταξις τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις προτάξεως τῆς ὑπ’ ἀρ. 249 ἐπερωτήσεως τῶν κ. κ. Βελέντζα καὶ Μπαμπάκου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν δύο ἀστυνομιῶν.
§39Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Ἡ ἐπερώτησίς μου, κ. Πρόεδρε, εἶναι προτεταγμένη καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπεδέχθη δίς.
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρεκάλεσα νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἔλθῃ.
§41Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Νὰ διακοπῇ, κ. Πρόεδρε, ἡ συζήτησις μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ 10 λεπτά.
(Ὥρα 6.40′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 6.50′ μ. μ.)
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν ἄμεσον συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, ὀφείλω μόνον νὰ εἴπω ὅτι ἔχω ζητήσει ἤδη στοιχεῖά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν περιῆλθον ἀκόμη εἰς χεῖράς μου καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἐγγυῶμαι ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου θὰ εἶναι πλήρης.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Νικολούδης ἐπερωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν διὰ τὴν μὴ πρόσκλησιν τοῦ Ἕλληνος ἐν Παρισίοις Πρεσβευτοῦ εἰς τὸ δοθὲν πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Μπριὰν γεῦμα ἐκ μέρους τῆς Ἑνώσεως τῶν παλαιῶν πολεμιστῶν τοῦ Στρατοῦ τῆς Ἀνατολῆς.
§46Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Ἡ μεταπολεμικὴ Ἑλλάς, κύριοι βουλευταί, δὲν διήνυσεν ἀκόμη ὁλόκληρον τὸ στάδιον τῶν δυσχερειῶν, τῶν πικριῶν της καὶ τῶν ποικίλων προβλημάτων αὐτῆς. Διατί ὑπέστημεν, ὅσα ὑπέστημεν, διότι θὰ ὑποστῶμεν ἴσως ἀκόμη πολλά, εἶναι κοινὸν μυστικὸν καὶ εἶναι παλαιὰ ἱστορία. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ὅλον μεταπολεμικὸν πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος, καθὼς καὶ τὰς εὐθύνας ἐκείνων οἵτινες μᾶς ὡδήγησαν εἰς τὸ σημερινὸν σημεῖον. Πρόκειται νὰ ἀνασύρωμεν μόνον μίαν πτυχὴν τοῦ ὅλου προβλήματος, πτυχὴν τὴν ὁποίαν ἀνέσυρον τὰ γεγονότα ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς γεύματος τῆς Ἑνώσεως τῶν Γάλλων πολεμιστῶν τῆς Ἀνατολῆς, τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἐσχάτως ἐν Παρισίοις καὶ εἰς τὸ ὁποῖον προσεκλήθησαν νὰ μετάσχουν ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Βαλκανικῶν συμμάχων τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἐκτὸς τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, λησμονηθείσης, ἢ ἀγνοηθείσης ἁπλούστατα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔφθασαν εἰς Ἀθήνας τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπληροφορούμεθα ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Ἑνώσεως τῶν πολεμιστῶν τῆς Ἀνατολῆς κ. Haag, κατόπιν ὡρισμένων παραπόνων, ἐπισκεφθεὶς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος κ. Καραπάνον, ἔδωκεν αὐτῷ ὡρισμένας ἐξηγήσεις, δικαιολογηθεὶς ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσκληθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς γεῦμα καθαρῶς Βαλκανικοῦ χαρακτῆρος καὶ ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκληφθῇ ὡς προσβάλλουσα μίαν Χώραν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Γαλλία θὰ διατηρήσῃ πάντοτε δεσμοὺς συμπαθείας καὶ ἀγάπης. Ὁ κ. Haag ὑπεσχέθη ταυτοχρόνως εἰς τὸν κ. Καραπάνον ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς μετὰ τρίμηνον γεῦμα τῆς Ἑνώσεως τῶν πολεμιστῶν τῆς Ἀνατολῆς θὰ παρεκάλει τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ὅπως προεδρεύσῃ αὐτοῦ. Ταυτοχρόνως ἔφθαναν εἰς Ἀθήνας τηλεγραφικαὶ περιλήψεις σχετικοῦ ἀνακοινωθέντος τοῦ Καὶ ντ’ Ὀρσαί, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπληροφορούμεθα ὅτι ἡ παράλειψις ὠφείλετο εἰς ἰδιωτικὸν Σωματεῖον, ὅτι δὲν εἶχε συνεπῶς ἐπίσημον προέλευσιν καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶχε παραλείψει ὅπως κατὰ τὴν ἐπιδόρπιον ἀγόρευσίν του ἀναμνησθῇ ὅλων τῶν ἀπόντων συμμάχων. Δὲν ἐνόμισα ἐν τούτοις, κύριοι βουλευταί, ὅτι αἱ τυπικαὶ αὐταὶ ἐξηγήσεις ἔπρεπε νὰ ἀποτρέψωσιν, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑψωθῇ μία φωνὴ παραπόνου καὶ διαμαρτυρίας, ὠχρὰ ἀπήχησις τῆς Πανελληνίου πικρίας, διὰ τὴν λήθην, διὰ τὴν παραμέλησιν καὶ διὰ τὴν ἐν γένει μεταχείρισιν ἣν ἀνὰ τὸ πᾶν βῆμα μεταπολεμικῶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος συναντᾷ ἐκ μέρους Μεγάλων Δυνάμεων, πρὸς τὰς ὁποίας τρέφει πάντατε καὶ ἀγάπην καὶ θαυμασμὸν καὶ διὰ τὰς ὁποίας καὶ ἐπολέμησε καὶ ἠγωνίσθη, ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ὁποίων δὲν ἔπαυσεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, καίτοι νοσοῦν καὶ κατάκοπον, νὰ δεικνύῃ καλὴν θέλησιν καὶ ἀξιοπρέπειαν. Ἂς μὴ ἀνησυχῇ οἱοσδήποτε. Δὲν πρόκειται νὰ θίξω ξένας Δυνάμεις οὐδὲ νὰ δημιουργήσω εὐκόλους ἐντυπώσεις. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω πόσον εὐαίσθητα εἶναι τὰ ἐξωτερικὰ θέματα, πόσας δυσχερείας περικλείουσι, πόσους κινδύνους συνεπάγονται. Ἡ πρό τινος ὅμως ἐν Παρισίοις σημειωθεῖσα εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος παράλειψις ἀποτελεῖ σύμπτωμα μιᾶς βαθυτέρας πραγματικότητος, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἡ μεταπολεμικὴ ὡς Κράτος καὶ ὡς λαὸς ὀφείλει νὰ ἀντιμετωπίσῃ μετὰ πάσης ψυχραιμίας βεβαίως, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ μετὰ τῆς δεούσης ὑπερηφανείας. Ἡ Ἑλλὰς πολεμήσασα ὡς ἐπολέμησε παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν συμμάχων εἶναι ἡ μόνη Δύναμις ἥτις τελικῶς ἐξῆλθε τοῦ πολέμου ἡττημένη, ἠκρωτηριασμένη ἐδαφικῶς, ἐσωτερικῶς διῃρημένη, ψυχικῶς κατεστραμένη, μὲ δράματα ἐκεῖθεν, μὲ δράματα ἐντεῦθεν τῶν συνόρων αὐτῆς. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν σκοπῶ νὰ ἀναξέσω τὰς δεκαετεῖς ἐμφυλίους πληγάς μας, οὐδὲ ἔλαβον τὸν λόγον ἵνα ὁμιλήσω ὡς ἀντιβενιζελικὸς ἢ ἄλλος οἱοσδήποτε κομματικὸς ἀντιπρόσωπος, ἀλλ’ ὡς Ἕλλην, θεωρῶν σήμερον ὅτι ἡ προσπάθεια τῆς ἀναστηλώσεως τοῦ ἐθνικοῦ γοήτρου καὶ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν ἐθνικῶν ἐρειπίων, δὲν εἶναι ὑποχρέωσις μόνον τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλληνικῆς δυστυχίας, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Καὶ σύσσωμον τὸ Ἔθνος, κύριοι βουλευταί, ἠσθάνθη ἐσχάτως τὴν σημειωθεῖσαν ἐν Παρισίοις εἰς βάρος μας λησμοσύνην ἢ ἀδιαφορίαν. Διότι, καίτοι μᾶς παρεσχέθησαν αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν φυσικὰ νὰ πιστεύσωμεν ὅτι Βαλκανικὰ Κράτη εἶναι μόνον ἡ Ρουμανία καὶ ἡ Σερβία, ὅτι Βαλκανικὸν Κράτος δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς ὅτι Βαλκανικὴ δὲν εἶναι ἡ Θεσσαλονίκη, ὅτι Βαλκανικὴ δὲν εἶναι ἡ Νίκη τῆς Σαμοθράκης, ἡ χαραχθεῖσα ἐπὶ τῶν ἀναμνηστικῶν μεταλλείων τοῦ γεύματος, ὅτι Βαλκανικαὶ δὲν εἶναι αἱ πόλεις ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀφώρμων καὶ πέριξ τῶν ὁποίων ἐνίκων τὰ συμμαχικὰ καὶ Ἑλληνικὰ στρατεύματα ἐν Μακεδονίᾳ. Δὲν προσεκλήθημεν ἁπλούστατα εἰς τὸ γεῦμα τῶν Γάλλων πολεμιστῶν τῆς Ἀνατολῆς, διότι ἡ μεταπολεμικὴ Ἑλλὰς εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθεν ἀτυχῶς δὲν ὑπολογίζεται σοβαρῶς σήμερον, οὐχὶ μόνον ἐπὶ τοῦ διπλωματικοῦ ἐπιπέδου, ἀλλὰ καὶ τοῦ αἰσθηματικοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ. Καὶ θλιβόμεθα διὰ τοῦτο, διότι εἰς ὃ σημεῖον περιέστημεν καὶ αἱ κοινωνικαὶ ἁβρότητες καὶ μία οἱαδήποτε αἰσθηματικὴ ἀναγνώρισις ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν μᾶς ἐνθαρρύνουν εἰς στιγμὰς ποικίλων δυσχερειῶν καὶ τραχέων ἀγώνων ἀνοικοδομήσεως. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι βουλευταί, ἀφοῦ οἱ σύμμαχοι τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου τὸ ἐλησμόνησαν, νὰ τὸ ὑπομνήσωμεν ἡμεῖς ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἠγωνίσθη ἡρωϊκῶς ὅπου τὸν ἐκάλεσεν ἡ συμμαχικὴ ἀλληλεγγύη καὶ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Οὐκρανίᾳ, ὅπου μετέβη ἰδίως χάριν τῶν Γαλλικῶν συμφερόντων, καθὼς καὶ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Ἄν τελικῶς ἐκάμφθη ἡ Ἑλλάς, οἱ λόγοι τῆς κάμψεως αὐτῆς καὶ τῆς καταστροφῆς της εἶναι γνωστοὶ καὶ ποικίλοι. Οὐδὲ δύναται ἡ Μικρασιατικὴ ἧττα νὰ ἀμαυρώσῃ τὴν Ἑλληνικὴν στρατιωτικὴν ἱστορίαν. Ὑπάρχουν στιγμαὶ εἰς τὴν ζωὴν τῶν Ἐθνῶν, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ οἱ ἡρωϊκώτεροι στρατοὶ τοῦ κόσμου καταρρέουν ὑπὸ τὸ κράτος ἀντιξόων ἐξωτερικῶν συνθηκῶν ἢ ὑπὸ τὸν θανάσιμον ἐναγκαλισμὸν τοῦ δαίμονος τῆς ἀμφιβολίας, τοῦ ἐμφυλίου μίσους, τῆς ἀνταρσίας. Μὴ ἐπιθυμῶν νὰ κουράσω τὴν Βουλήν, δὲν θὰ ἀναγνώσω παρὰ ὀλίγας ἐπισήμους μαρτυρίας τῆς Ἑλληνικῆς γενναιότητος καὶ αὐτοθυσίας, καίτοι ἐδῶ ὑπάρχει ἓν ὁλόκληρον τεῦχος τηλεγραφημάτων, ἐπιστολῶν καὶ ἀνακοινωθέντων Πρωθυπουργῶν. Ὑπουργῶν καὶ ἀρχιστρατήγων τῶν Μεγάλων Συμμάχων Δυνάμεων, ἐκ τῶν ὁποίων διαπιστοῦται ὁ Ἑλληνικὸς ἡρωϊσμός. Θὰ ὑπομνήσω μόνον ὅτι ὑπὸ ἡμερομίαν 3 Σεπτεμβρίου 1918 ὁ Γάλλος ἀρχιστράτηγος τῆς Ἀνατολῆς κ. Ντεσπερὲ ἔγραφε πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος κ. Βενιζέλον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριε Πρόεδρε, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν αἱ ἐχθροπραξίαι ἔληξαν, αἰσθάνομαι τὴν ζωηρὰν ἐπιθυμίαν νὰ σᾶς εἴπω πόσον ἡ συνεργασία τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε πολύτιμος διὰ τοὺς συμμάχους τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ ἐπιστράτευσις, ἣν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως μέχρι τῆς πλήρους πραγματοποιήσεώς της παρηκολουθήσατε, μὲ τὴν ἀκλόνητον ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν ὁ ὀξυδερκὴς πατριωτισμὸς ἐνέπνευσεν ὑμῖν, ἔθηκεν ἐπὶ ποδὸς πολέμου ἑπτὰ νέας μεραρχίας (δὲν συνυπολογίζει τὰς τρεῖς παλαιὰς μεραρχίας τοῦ Στρατοῦ τῆς Ἀμύνης), εὑρισκομένας εἰς τὸ Μέτωπον ἀπὸ τοῦ 1917), αἵτινες ὅταν ἡ στιγμὴ ἐπέστη προσήνεγκον δραστικὴν ἐνίσχυσιν εἰς τοὺς συμμάχους στρατοὺς καὶ μοὶ ἐπέτρεψαν νὰ διαθέσω τὰς ἀπαιτουμένας δυνάμεις ὅπως ἀγάγω εἰς αἴσιον πέρας τὰς ἐπιχειρήσεις ἃς γνωρίζετε. Ἡ διαδοχικὴ ἐπιστράτευσις καὶ συγκέντρωσις τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων, αἵτινες δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἀποστολὴν εἰς τὸ Μέτωπον τῶν τελευταίων μεραρχιῶν, εἰμὴ ὀλίγους μῆνας πρὸ τῆς ἐπιθέσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν στρατευμάτων τούτων, δὲν μοὶ ἐπέτρεψαν ὅπως συνενώσω τὸν Ἑλληνικὸν Στρατὸν εἰς μίαν ἀνεξάρτητον μονάδα ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ ἀρχηγοῦ του, ἀλλὰ μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ ἐντάξω μέρος τῶν μονάδων τούτων μεταξὺ τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων. Ἡ λύσις αὕτη ἔσχεν οὐχ’ ἧττον τὸ πλεονέκτημα ὅτι παρέσχεν εἰς τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα τὴν εὐκαιρίαν νὰ γνωρίσωσι κάλλιον τὰς ἀρετὰς καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ νεαροῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, οὗτινος ἄφθονοι ὑπῆρξαν αἱ θυσίαι. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν μαχῶν αἱ Ἑλληνικαὶ μεραρχίαι ἐπεφορτίσθησαν τὴν διεξαγωγὴν διαφόρων ἐπιχειρήσεων. Ἐνῷ τὸ Αʹ Σῶμα Στρατοῦ ἐκάλυπτε τὴν δεξιὰν τοῦ συμμαχικοῦ Μετώπου, ἕτοιμον ὅπως διαρρήξῃ ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ τὸ ἐχθρικὸν Μέτωπον, αἱ μεραρχίαι Κρήτης καὶ Σερρῶν κατὰ τὴν ἐπίθεσιν τῆς Δοϊράνης καὶ ἡ XIV μεραρχία κατὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐχθροῦ δικαίως ἐπέσυραν τοὺς ἐπαίνους τοῦ στρατηγοῦ Μίλν, κατ’ ἐξοχὴν ἁρμοδίου κριτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ Ἀξιοῦ ὁ στρατηγὸς Ντανσὲλμ μοὶ ἔκαμε λόγον περὶ τῆς ἀνδρείας τῆς μεραρχίας Ἀρχιπελάγους καὶ τῆς ἐξαιρετικῆς ἱκανότητος εἰς τὸν ὀρεινὸν πόλεμον τῆς IV μεραρχίας, καταλαβούσης κατόπιν ἐφόδου τὰ ὑψώματα τῆς Τζένας, ἅπερ μετὰ λύσσης ὑπερήσπιζον ἰσχυραὶ ἐχθρικαὶ δυνάμεις. Τέλος εἰς τὸ ἀριστερὸν ἡ III μεραρχία ἠκολούθησε τὴν θριαμβευτικὴν πορείαν τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως μετέσχε τῶν σκληρῶν ἀγώνων, οἵτινες ἀπήλλαξαν τὸ Μοναστήριον καὶ τὸν Περλεπὲν τῆς ἐχθρικῆς πιέσεως καὶ διεκρίθη εἰς τὰς ἐπακολουθησάσας ἐπιχειρήσεις, χάρις εἰς τὰς ὁποίας τὰ στρατεύματά μας ἠδυνήθησαν νὰ φθάσουν μέχρι τοῦ Δουνάβεως. Ἡ ἀνδρεία τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ἐφείλκυε πανταχοῦ καὶ ἐπαξίως τοὺς ἐπαίνους τῶν Συμμάχων. Τὰ τέκνα εἰσὶν ἀντάξια τῶν προγόνων των. Εὐαρεστηθῆτε νὰ δεχθῆτε κλπ.
ΦΡΑΝΣΑΙ ΝΤΕΣΠΕΡΑΙ».
Ἐπίσης ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν Βρεττανικῶν στρατευμάτων στρατηγὸς Μὶλν τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν Ἕλληνα ἀρχιστράτηγον (ἀναγινώσκει): «Ἐν ὀνόματι τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Βρεττανικῶν δυνάμεων, ἔχω τὴν τιμὴν ὅπως γνωρίσω εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὸν ἡρωϊκὸν Ἑλληνικὸν Στρατὸν τὴν βαθεῖάν μου ἐκτίμησιν ἐπὶ τοῦ τελείου συναδελφικοῦ πνεύματος, δυνάμει τοῦ ὁποίου μὲ ηὐχαριστήσατε. Ἄνευ τῆς βοηθείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ἡ νίκη θὰ ἦτο ἀπρόσιτος». Καὶ δι’ ἐπιστολῆς, ἀπευθυνθείσης πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας τραυματίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ὁ στρατηγὸς Μὶλν ἔλεγε (ἀναγινώσκει): «Ἡ προέλασις τῶν Συμμάχων πρὸς τὸν Βαρδὰν ἐπετεύχθη μόνον χάριν τῆς λαμπρᾶς ἐφόδου κατὰ τῆς Δοϊράνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, ὅστις ἠνάγκασεν ὑπερτέρων δυνάμεων ἐχθρὸν νὰ παραμείνῃ εἰς τὰς κυρίας αὑτοῦ θέσεις, ἐνῷ ἐν τῷ μεταξὺ ὑπερεφαλαγγίζοντο αἱ ἀπώταται πτέρυγές του». Ἐπίσης ὁ στρατηγὸς Μομπέλι, ἀρχηγὸς τῶν Ἰταλικῶν στρατευμάτων ἐν τοῖς Βαλκανίοις εἰς ἡμερησίαν διαταγὴν ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Λογίζομαι εὐτυχὴς καὶ ὑπερήφανος, καθότι ἡ III Ἑλληνικὴ μεραρχία ἐπολέμησεν ἐν συνδέσμῳ πρὸς τὸν Ἰταλικὸν Στρατόν, δεικνύουσα δείγματα ὁρμητικότητος, θάρρους, συνεκτικότητος καὶ λιτότητος ἀνώτερα οἱουδήποτε ἐπαίνου». Ἀκολουθεῖ ἐπιστολὴ τοῦ στρατηγοῦ Μπόγεβιτς, ἀρχηγοῦ τῶν Σερβικῶν στρατευμάτων καὶ φθάνομεν εἰς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως κ. Πουανκαρὲ πρὸς τὸν ἀείμνηστον Βασιλέα Ἀλέξανδρον ὑπὸ ἡμερομηνίαν 1 Ὀκτωβρίου 1918 (ἀναγινώσκει): «Αἱ διεξαχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Συμμαχικοῦ στρατοῦ νίκαι ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατηγοῦ Φρανσαὶ Ντεσπεραί, ὡς καὶ ἡ συνθηκολόγησις τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ προυξένησαν ἀπεριόριστον χαρὰν εἰς τὴν καρδίαν τῆς Γαλλίας. Θὰ ἐπιτρέψωσιν οὕτω εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπανακτήσῃ τὰς ἁρπαγείσας ἐπαρχίας της. Παρακαλῶ τὴν Ὑ. Μ. ὅπως ἀποδεχθῇ δι’ Αὐτὴν καὶ τὴν εὐγενῆ Αὐτῆς Χώραν τὰ ζωηρότερα συγχαρητήριά μου». Καὶ τοῦ κ. Γ. Κλεμανσὼ πρὸς τὸν Ἕλληνα Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ ἡμερομηνίαν 23 Ὀκτωβρίου 1918 (ἀναγινώσκει): «Εὐχαριστῶ ὑμᾶς ἐνθέρμως διὰ τὰ ἐκφρασθέντα ὑφ’ ὑμῶν ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνισμοῦ συγχαρητήρια πρὸς τὴν Γαλλίαν. Ἡ ὡραία ἡμῶν νίκη τῆς Ἀνατολῆς σημειοῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ ρυθμοῦ τῆς δικαιοσύνης». Ἐπίσης ἐπιστολὴ τοῦ κ. Λόϋδ Τζὼρτζ πρὸς τὸν Ἕλληνα Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ ἡμερομηνίαν 4 Ὀκτωβρίου 1918 (ἀναγινώσκει): «Μετὰ μεγάλης χαρᾶς ἔμαθον τὴν σημαντικὴν ἐπιτευχθεῖσαν νίκην ὑπὸ τῶν συμμαχικῶν ἐν Μακεδονίᾳ στρατευμάτων, νίκην, ἐν τῇ ὁποίᾳ οἱ ἡρωϊκοὶ στρατοὶ Ἑλλήνων καὶ Σέρβων ἔπαιξαν τὸν σημαντικώτερον ρόλον. Ἡ νίκη αὕτη, ἡ ὁποία ἤνοιξε τὸν δρόμον διὰ τὴν ἐπὶ τῶν πλευρῶν τῶν Κεντρικῶν Δυνάμεων ἔφοδον, καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ στρατεύματά των κλονίζονται ὑπὸ ἀλλεπαλλήλων πληγμάτων τῶν Συμμάχων, ἀποτελεῖ βέβαιον προμήνυμα τῆς προσεχοῦς ἀπελευθερώσεως ὅλων τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης». Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνησθοῦν αἱ ἐπίσημοι μαρτυρίαι, αἱ εἰλικρινεῖς αὐταὶ ἀναγνωρίσεις τοῦ ἡρωϊσμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων. Διότι ἀτυχῶς ὁ κοινοβουλευτικὸς γόης, ὁ βαθὺς ἀνθρωπιστὴς τοῦ Λοκάρνο, ὁ εὐστροφώτατος καὶ νεανικώτατος, ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις, φιλόσοφος κ. Μπριάν, Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας, προεδρεύσας τοῦ τελευταίου γεύματος ἐν Παρισίοις κατὰ τὴν ὡραίαν του προσλαλιὰν διὰ τὴν νίκην καὶ τὴν φιλειρηνικότητα τῆς Γαλλίας, μᾶς ἐλησμόνησεν ὡς παλαιοὺς συμμάχους τῶν Βαλκανικῶν Μετώπων καὶ ὄχι μόνον μᾶς ἐλησμόνησεν, ἀλλὰ καὶ ἀνεμνήσθη μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀτυχῶς, ἐκ τῆς παράφρονος ἐκείνης χειρονομίας τοῦ Θεοδώρου Παγκάλου, κατόπιν τῆς ὁποίας εὑρέθημεν μίαν πρωΐαν ἐντὸς τοῦ Βουλγαρικοῦ ἐδάφους ἀπειλοῦντες τὴν Εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην, ἴσως διὰ νὰ καλυφθῇ ὑπὸ δόξης ὑπόπτου μία ὕποπτος δικτατορία. Ὁ ὑπαινιγμὸς τοῦ κ. Μπριὰν περὶ τῆς Ἑλλάδος ὡς ταραξίου ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶναι σαφὴς καὶ ἡ σχετικὴ περικοπὴ τοῦ λόγου του ἐπὶ λέξει εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐπιρροῆς καὶ τῆς χρησιμότητος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν (ἀναγινώσκει): «Βεβαίως εἶναι εὔκολον νὰ γελοιοποιῇ κανεὶς μερικὰς ἐλπίδας. Ὑπάρχει μολαταῦτα τὸ μάθημα τῶν γεγονότων. Σᾶς ζητῶ συγγνώμην ποὺ σᾶς ἀναφέρω ἀκόμη μίαν πρόσφατον ἀνάμνησιν τῆς προεδρίας μου εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Μοὶ ἐπέδωσαν μίαν ἡμέραν εἰς Παρισίους τηλεγράφημα, ἀναγγέλλον ὅτι ἓν Βαλκανικὸν Κράτος προσεβλήθη, ὅτι τὰ σύνορα παρεβιάσθησαν, ὅτι πυροβολισμοὶ ἤδη ἀντηλλάγησαν καὶ ὅτι τὰ τηλεβόλα θὰ λάβουν τὸν λόγον. Λέγω τότε εἰς τὸν ἑαυτόν μου: «Εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχῃ ὁ δικαστής». Πάραυτα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν συγκαλοῦνται. Τὰ δύο Κράτη καλοῦνται νὰ προσέλθουν. Ἀπευθυνόμεθα πρὸς αὐτὰ καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Συμβουλίου τοῖς λέγομεν: «Πρὶν ἀπὸ κάθε τι, νὰ ἀπομακρυνθοῦν τὰ στρατεύματά σας, νὰ παύσῃ κάθε ἐπαφή». Καὶ ἡ ἐπαφὴ διακόπτεται ἀμέσως. Τοὺς ζητοῦμεν: «Δέχεσθε ἐκ τῶν προτέρων τὴν διαιτησίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι;» Τηλεγραφήματα ἀποστέλλονται. Ἀπάντησις: «Μάλιστα». Ὁ πόλεμος ἐτελείωσε. (Χειροκροτήματα). Δὲν ὑπάρχει βεβαίως μεγάλη αἴγλη δόξης εἰς ὅλα αὐτά. Διεξήχθησαν εἰς μίαν αἴθουσαν τοῦ Ὑπουργείου. Γεγονότα σκοτεινὰ κατ’ ἐπιφάνειαν. Ἀλλὰ τί θὰ ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ἂν ὁ ἀπειλητικὸς πόλεμος δὲν καθίστατο δυνατὸν νὰ σταματήσῃ; Ποίας διαστάσεις ἠδύνατο νὰ λάβῃ; Εἰς ποίας καταστροφὰς ἠδύνατο νὰ παρασυρθῇ ἡ Εὐρώπη; Τὸ πᾶν μολαταῦτα ἐσταμάτησε». Ἰδοὺ ποίαν θέσιν κατέλαβε, κύριοι βουλευταί, ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ συμπόσιον τῶν Γάλλων πολεμιστῶν τῆς Ἀνατολῆς. Τόσαι θυσίαι, τόση φιλία, τόση ἀφοσίωσις, τόση τελικῶς δυστυχία ἑνὸς μικροῦ, ἀλλὰ γενναίου λαοῦ παίζοντος συνήθως, ἀτυχῶς, τὴν τύχην αὑτοῦ ἐπὶ τῆς τραπέζης τῶν ἰσχυρῶν μὲ ἀμεριμνησίαν ἑκατομμυριούχου, δὲν ἐξησφάλισεν ἡμῖν οὐδεμίαν κἂν ὑπόκλισιν τοῦ πατροπαραδότου Γαλλικοῦ ἱπποτισμοῦ εἰς γεῦμα στενῶς συνδεδεμένου μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, ἀλλὰ μᾶς ἐστοίχισε καὶ ἕνα ὑπαινιγμὸν ὡς ταραξιῶν ἐν τῇ Βαλκανικῇ οἰκογενείᾳ. Τὸ μάθημα εἶναι σκληρόν, κύριοι βουλευταί, καὶ εἶναι σκληρὸν τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον προέρχεται ἐκ Χώρας, πρὸς τὴν ὁποίαν ὁ θαυμασμὸς καὶ ἡ ἀγάπη ἀποτελοῦσι κανόνα τῆς Ἑλληνικῆς ζωῆς μας, ἐκ Χώρας, ἡ ὁποία δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ ἐξασκῇ μίαν μεγάλην πνευματικὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν Ἑλλήνων, ἐκ Χώρας, ἡ ὁποία καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ πάντοτε ὡς πελάτιδα τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ Γαλλικοὶ οἶκοι, ὅπως ὁ οἶκος Ἐρσὰντ–Μπατινιόλ, ἐκτελοῦσιν ἔργα ἐν Ἑλλάδι, τὰ λιμενικὰ ἔργα Πειραιῶς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ δικτατορία τοῦ Παγκάλου ἐνήργησε τὸν ἀνεφοδιασμὸν τοῦ πολεμικοῦ μας ὑλικοῦ κατὰ μεγίστην κλίμακα ἀπὸ τὰ ἐργοστάσια Κρεζώ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Γαλλία ὀφείλει πάντοτε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος 267 ἑκατομμύρια φράγκα Γαλλικὰ πλέον τόκων 5% δι’ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατεβάλλοντο εἰς τὸν ἐν τῷ Βαλκανικῷ Μετώπῳ μαχόμενον Γαλλικὸν στρατὸν καὶ θὰ ἦτο ἴσως ὑποχρέωσις ἐπιβεβλημένη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐπιτύχῃ ἐπὶ τέλους τὴν παρέμβασιν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ὅσα ὀφείλομεν πρὸς τὰ Γαλλικὰ ἐργοστάσια τοῦ Κρεζὼ καὶ ὅσα ὀφείλει τὸ Γαλλικὸν Δημόσιον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος κατορθωθῇ νὰ συμψηφισθῶσι δι’ ἑνὸς οἱουδήποτε μηχανισμοῦ γραμματίων κλιμακωτῶν λέξεων, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς γνωρίζει καλῶς ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1927–1928 στενάζει ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ἐκτάκτων τούτων δαπανῶν καὶ ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ὀφείλει ἡ Γαλλία τῶν 267 ἑκατομμυρίων φράγκων εἶναι ποσὸν σημαντικώτατον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν οἰκονομίαν.
§47Β. ΣΑΓΙΑΣ. Χρυσᾶ φράγκα, ὄχι Γαλλικά.
§48Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Ὄχι χάρτινα. Τὰ εἶχε ζητήσει τότε ἐπειδὴ ἡ δραχμὴ ἦτο ἀρτιωτέρα τοῦ φράγκου καὶ ὠφελήθη διπλασίως τοῦ ποσοῦ ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς ταύτης διαφορᾶς. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι βουλευταί, δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἡ Γαλλία δὲν διεκανόνισε ἀκόμη τὰς μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος πολεμικὰς οἰκονομικὰς ἐκκρεμότητας, ἤγουν τὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλει διὰ τὰς καταστροφάς, τὰς ἐπενεχθείσας ἐν Μακεδονίᾳ ὑπὸ τοῦ στρατοῦ καὶ ἀλλαχοῦ εἰς τὸ ναυτικὸν καὶ ἄλλας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὀφείλομεν εἰς τὴν Γαλλίαν πάντοτε τὸ μέρος τῶν ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα παρέσχον τότε οἱ Σύμμαχοι. Ἀλλὰ τὸ ὑλικὸν τοῦτο, κατόπιν τῆς συμμαχικῆς συμφωνίας «περὶ στρατιωτικῶν προμηθειῶν» τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1918, συνεφωνήθη ὅτι θὰ κανονισθῇ ἀναλόγως τῆς δημοσιονομικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀντοχῆς τῆς Ἑλλάδος. Συνεπῶς ἐπὶ τῶν ποσῶν τούτων ἡ Γαλλία θὰ ἐκπέσῃ σημαντικῶς, οὕτως ὥστε καὶ κατόπιν τοῦ σχετικοῦ συμψηφισμοῦ θὰ ἔχωμεν λαμβάνειν ὑπόλοιπον. Καὶ μᾶς ὀφείλει εἰσέτι τὰς ἐν ἔτει 1917–1918 ὑποσχεθείσας ἡμῖν πιστώσεις τῶν 250 ἑκατομμυρίων φράγκων Γαλλικῶν, δι’ ἃς πιστώσεις ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἐκδώσει ἀντίστοιχα τραπεζογραμμάτια, παραμένοντα ἀκάλυπτα εἰσέτι. Ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν διὰ λόγους τεχνικούς. Ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τις προσωπικὰς καὶ εἰδικὰς εὐθύνας, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν εὐθύνεται βεβαίως ἐξ ὁλοκλήρου καὶ προσωπικῶς διὰ τὸν σημερινὸν κλονισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ γοήτρου καὶ διὰ τὴν σημερινὴν διπλωματικὴν ἀφάνειαν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἀπονομὴ τοῦ παρασήμου εἰς τὸν Γάλλον στρατηγὸν Ντεμπενύ, ὀφειλομένη ἴσως εἰς μίαν ἁπλῆν ἀτυχῆ χρονικὴν σύμπτωσιν, ἡ ὁποία καὶ μόνον ἐξένισε πράγματι τὴν Ἑλληνικὴν Κοινὴν Γνώμην, καλῶς ἐγένετο πρὸς τὸν διακεκριμένον ἀξιωματικὸν τῆς Γαλλίας, καὶ δὲν εἴμεθα, βεβαίως, τόσῳ στενόψυχος λαὸς ἡμεῖς ὥστε νὰ κανονίζωμεν τὰς χειρονομίας τῶν ἠθικῶν βραβεύσεων ἀναλόγως τῆς πρὸς ἡμᾶς συμπεριφορᾶς τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ὅπως καὶ οἱ συνάδελφοι τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἐξερχόμενοι διὰ μίαν στιγμὴν τοῦ κύκλου τῶν καθημερινῶν των μεριμνῶν καὶ ἀνησυχιῶν, εἶναι καιρὸς ὅπως ἀντιμετωπίσωσι συστηματικῶς καὶ ἀποφασιστικῶς καὶ τὸ γενικώτερον ἠθικὸν πρόβλημα καὶ τὸ διπλωματικὸν τοιοῦτον τῆς μεταπολεμικῆς Ἑλλάδος, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ πολιτικὴ ἀγνωμοσύνη, ἡ ὁποία περιήγαγε τὴν Ἑλλάδα εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀλλεπάλληλα κινήματα καὶ αἱ δικτατορίαι ἐκλόνισαν πολλαχῶς καὶ τὴν Ἑλληνικὴν πίστιν καὶ τὸ γόητρον ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Αἱ δικτατορίαι ὅμως καὶ τὰ κινήματα ἀπετέλεσαν τὰ κύματα μιᾶς προσκαίρου ἀνωμαλίας, τὰ καρκινώματα μιᾶς στιγμιαίως νοσούσης Πολιτείας. Φρονοῦμεν ὅτι τὰ ποικίλα θεμέλια τοῦ Ἔθνους δὲν ἔχουν θιγῆ. Δι’ ὃ καὶ ἡ πτωχή, ἡ μικρὰ καὶ ἡττημένη Ἑλλάς, ὑποστᾶσα ὅσα ὑπέστη χάριν τῶν συμμάχων αὐτῆς, δικαιοῦται νὰ παραμείνῃ νικήτρια καὶ παραμένει βεβαίως, ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ ἐπιπέδου τῆς μεταπολεμικῆς Εὐρώπης. Διότι ποία Χώρα, μεγάλη ἢ μικρά, εὑρεθεῖσα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἰς τὸ πλευρὸν τῶν νικησάντων κατόπιν συμμάχων, δώσασα τὴν πρώτην ὤθησιν τῆς νίκης εἰς τὸ Βαλκανικὸν Μέτωπον, εὑρέθη κατόπιν ἡττημένη καὶ πολυειδῶς κατεστραμμένη; Ποία Χώρα μεγάλη ἢ μικρά, εὑρεθεῖσα ἐπὶ τοῦ πίνακος τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν νικητριῶν Δυνάμεων μὲ ἓν ἑκατομμύριον προσφύγων, μὲ 32 δισεκατομμύρια δημοσίου χρέους, μὲ δεκαπεντάκις μειωμένον τὸ ἐθνικὸν αὐτῆς νόμισμα καὶ μὲ βαθέα τὰ τραύματα τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν της δραμάτων, ἀντιμετώπιζε σήμερον τὴν θλιβερὰν ἐκκαθάρισιν τόσων ἀγώνων, τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δοῦναι πρὸς ἰσχυροὺς φίλους καὶ τοῦ λαβεῖν ἐκ μεγάλων συμμάχων μὲ τόσην ἀξιοπρέπειαν, μὲ τόσην συνέπειαν, μὲ τόσην ἐγκαρτέρησιν; Οὐδεμία, ἀναμφισβητήτως, ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην, νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ ὑπομιμνήσκῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν πρὸς ἐχθροὺς καὶ φίλους διὰ τῶν καταλλήλων προσώπων, εἰς τὴν κατάλληλον στιγμήν. Καὶ διὰ μίαν τοιαύτην ἐθνικὴν ἐνέργειαν κατάλληλοι εἶναι ὅλαι αἱ στιγμαὶ τῆς ζωῆς μας. Θὰ εἴχωμεν τὸ δικαίωμα ὡς σύμμαχοι ἀδικηθέντες, πολλὰς ὑποχρεώσεις νὰ ἀθετήσωμεν, πολλὰ δίκαια νὰ ἀξιώσωμεν. Τρέχομεν, ἐν τούτοις, αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρόθυμοι πρὸς ἐξεύρεσιν λογικῆς βάσεως, τὸν διακανονισμὸν τῶν πολεμικῶν μας χρεῶν. Δὲν ἐξεγειρόμεθα, διότι οἱ ἰσχυροί μας σύμμαχοι καθυστεροῦσι πάντοτε ὑπεσχημένας πιστώσεις ἢ δὲν ἐπιστρέφουσι ληφθείσας τοιαύτας. Ζητοῦμεν μόνον ἓν δάνειον προσφυγικόν, ὅπως ὁλοκληρώσωμεν τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν, ἀποκορύφωμα καὶ αὐτὸ τῆς ὑπὲρ τῶν συμμάχων πολεμικῆς αὐτοθυσίας μας, καὶ τὸ δάνειον τοῦτο δὲν μᾶς παρέχεται.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸ ἐζητήσαμεν, ἀλλ’ οὔτε μᾶς τὸ ἠρνήθησαν.
§50Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Ἐλπίζω νὰ μὴ τὸ ἀρνηθῶσι. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος διὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας. Ἴσως, ἂν ἠθέλομεν νὰ τὸ ζητήσωμεν ἐπισήμως, εἰς ἀντάλλαγμα, νὰ ἠγείρετο ἡ ἀξίωσις ὅπως καὶ νέος ἔλεγχος, τὴν φορὰν αὐτὴν ἔλεγχος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μας.
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδὲ νύξις περὶ τούτου ἐγένετο.
§52Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Τοιαῦτα πράξαντες, τοιαῦτα ὑποστάντες, τοιαῦτα ἀγογγύστως ὑφιστάμενοι σήμερον, δικαιούμεθα ἐπὶ τὸν σεβασμὸν τοὐλάχιστον τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ διατυπώσω ἓν παράπονον καὶ μίαν διαμαρτυρίαν, θὰ κατέλθω αὐτοῦ διατυπώνων μίαν ἀξίωσιν, ἡ ὁποία πέποιθα ὅτι εἶναι καὶ ἀξίωσις τῆς Δημοσίας Ἑλληνικῆς Γνώμης: σεβασμὸν παρὰ πάντων διὰ τὴν Ἑλλάδα, αὐτὴν τὴν ἠττημένην πολεμικῶς, τὴν ἠθικῶς ὅμως ἀπρόσβλητον. Ἀλλὰ τὴν ἐπιβολὴν ὅμως ταύτην τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἂς μὴ τὴν ἀναμένωμεν αὐθόρμητον ἐκ μέρους τῶν ἄλλων. Διότι οἱ νόμοι τῆς ζωῆς εἶναι σκληροὶ καὶ ἰδιαιτέρως ἀμείλικτοι τῆς πολιτικῆς οἱ κανόνες. Τὰ ἔθνη ὑπομιμνήσκουσι τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν καὶ ἐπιβάλλουσι τὰ δικαιώματά των μόνον ὅταν ἐκ τῆς καρδίας των ἀναδίδεται ἡ θέλησις τῆς ἐπιβολῆς καὶ τῆς κρατικῆς ἱκανότητος. Μετὰ τὸν τερματισμὸν τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ, μετὰ τὴν κατάλυσιν μιᾶς τυχοδιωκτικῆς δικτατορίας, σπιλωσάσης τὰ πάντα μέσα εἰς τὸν Τόπον αὐτόν, εἶναι ἀναγκαῖον ὅπως ἡ σημερινὴ Ἑλλὰς τῶν ἀναστηλωθέντων κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, τοῦ δικαίου, τῆς ἐθνικῆς περισυλλογῆς, ἐργασθῇ πρὸς ἀναστήλωσιν τοῦ κρατικοῦ ἡμῶν γοήτρου ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Τὸ ἐσωτερικὸν πρόβλημα εἶναι ἀπείρως μεγαλύτερον καὶ χρήζει μακρᾶς προσπαθείας. Τὸ ἐξωτερικὸν ὅμως ἐπείγει καὶ ἡ κατάλληλος ἐκπροσώπησις τοῦ Κράτους εἰς τὰ μεγάλα κέντρα τοῦ κόσμου πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων μελημάτων τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ μακρὰ δεκαετὴς κρίσις ἐνόθευσεν, ἀναμφισβητήτως, τοὺς χαρακτῆρας καὶ ἔφθειρε παντοειδῶς τὰς ἀξίας, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ὁ Ἑλληνικὸς ὅμως Λαὸς κατώρθωσεν εἰς τὸ βάθος αὐτοῦ νὰ παραμείνῃ καὶ ἄφθορος καὶ ἀδιόρθωτος ὑπὸ τὴν τρομακτικὴν βροχὴν τρομακτικῶν γεγονότων. Ὅταν ἡ κρατικὴ ἡμῶν καὶ διπλωματικὴ μηχανὴ κατορθώσῃ νὰ λειτουργήσῃ ἀναλόγως τῆς ἠθικῆς στάθμης καὶ τῶν ἱκανοτήτων τοῦ λαοῦ μας, ὅταν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι εἰς θέσιν καὶ ἐπιθυμεῖ καὶ διὰ τῆς καταλλήλου ἐκλογῆς τῶν διπλωματικῶν ἡμῶν ἀντιπροσώπων καὶ διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ τρόπου τῆς δεούσης ἐξωτερικῆς ἐνεργείας τοῦ Κράτους νὰ ἐπιβάλῃ τὰ δίκαια τὰ Ἑλληνικὰ ἐπὶ τῆς διεθνοῦς συνειδήσεως τῶν λαῶν, τότε θὰ ὑπάρξῃ ἐλπὶς ἡ Ἑλλὰς καὶ πάλιν νὰ ἀποκτήσῃ μίαν θέσιν σεβαστὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἴτε ὡς σύμμαχος, εἴτε ὡς παράγων διεθνής. Δὲν θὰ ἀποκαλύψωμεν κανὲν μυστικὸν ὁμολογοῦντες ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν στερεῖται μιᾶς οἱασδήποτε συγκεκριμένης ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, πλὴν τῆς φιλειρηνικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἄλλως τε ἀπορρέει ἀπὸ τὴν καθολικὴν συνείδησιν τῆς μεταπολεμικῆς Εὐρώπης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διήλθομεν καὶ λεπτὰς καὶ δυσχερεστάτας στιγμάς. Ἐφόσον δὲ ἡ προσπάθειά μας κατέτεινε καὶ κατατείνει εἰς τὴν ἐπούλωσιν τῶν μεγάλων πληγῶν τοῦ ἀτυχοῦς δι’ ἡμᾶς πολέμου, ἐφόσον δὲν ἀνεκτήσαμεν ἀκόμη πλήρως τὰς ἀπολεσθείσας πρὸς στιγμὴν κρατικάς μας δυνάμεις, μία ἐσπευσμένη πρὸς μονομερεῖς διπλωματικὰς συμφωνίας ἀπόφασις τῆς Ἑλλάδος, ὡς αὐταί, ἃς ἀπεπειράθη ἡ ἐγκληματικὴ ὅσον καὶ μικρὰ πολιτικὴ τῆς δικτατορίας Παγκάλου, τις οἶδεν εἰς ποῖα νέα ἀδιέξοδα θὰ μᾶς ὡδήγει. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλλεται πλέον ὅπως χαραχθῶσιν οἱ δεσμοὶ μιᾶς ὡρισμένης ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἡ συνισταμένη ὅλων τῶν γνωμῶν καὶ τῶν τάσεων τῶν συνεργαζομένων προσκαίρως κομμάτων τῆς Χώρας θὰ ἀποτελέσῃ ἀσφαλῶς τὴν σοβαρωτέραν καὶ ἀσφαλεστέραν βάσιν μιᾶς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀφήσαμεν καὶ ἐσχάτως ἀκόμη ὡρισμένας εὐκαιρίας νὰ μᾶς διαφύγουν, διότι δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι πρὸ ὀλίγων μηνῶν διάφοροι ζυμώσεις μεσογειακαὶ καὶ ἀνατολικαὶ ἔλαβον χώραν πέριξ τοῦ ἄξονος τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι, ἐνῷ αὗται κατέληξαν μὲ ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα δι’ ἄλλα Κράτη, διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔσχον κανὲν ἀγαθὸν τελικὸν ἀποτέλεσμα. Διότι τότε ἡ Ἑλλὰς ἐστερεῖτο καὶ νοῦ καὶ ἱκανότητος. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ μακρυνὸν ἀσιατικὸν ἡφαίστειον τὸ συνταράσσον ἀπειλητικῶς τὰ συμφέροντα τῶν Μ. Δυνάμεων, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ταχέως θὰ προκαλέσῃ πάλιν ἐν τῷ κόσμῳ νέας διπλωματικὰς ζυμώσεις. Δὲν προώρισται νὰ παίξωμεν ἕνα ἐκ τῶν πρωτευόντων ρόλων τοῦ νέου ἀγῶνος, ὅστις ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ πεδίου ἤρξατο ἐκδηλούμενος ἀπὸ τοῦδε ζωηρὸς, ἀλλ’ εἴμεθα Κράτος, κατέχον μίαν σοβαρωτάτην σκοπιὰν ἐν τῷ μεταιχμίῳ τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἴσως εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ μίαν διεθνῆ ἐξαιρετικῶς θέσιν ἐν τῇ οἰκογενείᾳ τῶν Κρατῶν. Ὑπέστημεν πολλά, κύριοι βουλευταί, ἐδοκιμάσθημεν ποικιλοτρόπως, ἐδυστυχήσαμεν. Εἶναι καιρὸς ὅπως κατορθώσωμεν μὲ σύστημα καὶ μὲ θέλησιν νὰ θεμελιώσωμεν καὶ ἐξωτερικῶς τὴν νέαν ἐθνικὴν περίοδον. Ὅταν δὲ καὶ πάλιν κατορθώσωμεν νὰ γνωρίσωμεν νέας ἡμέρας ἐπιρροῆς, ἐπιβολῆς καὶ ἱκανοποιήσεως, τότε ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ ἐκ νέου εὕρει τὸν πρὸς στιγμὴν ἀπολεσθέντα προορισμόν της καὶ δὲν θὰ δημιουργῶνται ἀφορμαὶ ὅπως αἰσθήματα πικρίας πλημμυρίζωσι τὴν ψυχὴν ἡμῶν ἀπέναντι μεγάλων Κρατῶν, ὡς ἡ Γαλλία, πρὸς ἣν θαυμασμὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ παραμένῃ πάντοτε καὶ θερμὸς καὶ ἀμείωτος. (Χειροκροτήματα).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως.
§54Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ἂν ἐγνώριζον ὅτι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας θὰ ἔθιγεν ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς τόσα θέματα, ὁμολογῶ ὅτι θὰ συνησθανόμην δυσχέρειάν τινα νὰ προχρονίσω οὕτως εἰπεῖν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπερώτησις ἀφεώρα ἓν ὡρισμένον θέμα, ἔχον ἥκιστα, ἀπὸ τῆς στενῆς τοὐλάχιστον ἀπόψεως, διπλωματικὴν ἔννοιαν καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀνέμενον ὅτι θὰ ἐπεξετείνετο εἰς μίαν σχεδὸν γενικὴν συζήτησιν, ἥτις πρέπει νὰ λαμβάνῃ χώραν συνήθως εἴτε δι’ εἰδικῆς ἐπερωτήσεως ἀπευθυνομένης κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς ἐξωτερικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, εἴτε ἐν τῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ γενικῇ τουτέστι συζητήσει, ὁπότε συζητεῖται εἰδικώτερον ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῶν Κυβερνήσεων. Ἀποβαίνει δὲ κατ’ ἐξοχὴν δυσχερὴς ἡ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀνοικτὴ συζήτησις ἐπὶ θεμάτων, τῶν ὁποίων τὴν λεπτότητα καὶ τὸ πολύπλοκον ἀνεγνώρισεν αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Καὶ εἶναι εἰς πάντας δηλονότι ὠφέλειαι μὲν ἐκ τοιούτων συζητήσεων δὲν δύνανται νὰ προκύψουν ἀσφαλῶς, βλάβαι δὲ οὐχὶ ἅπαξ προέκυψαν. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐπεκτείνας γενικώτερον τὸν λόγον ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ζητήματος, δι’ ὃ ἀπηύθυνε τὴν ἐπερώτησίν του, εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει μέχρι τοῦδε ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἀνέμιξε τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν, τῶν πιστώσεων, εἶπεν ὅτι ἡ δικτατορία προέβη εἰς παραγγελίας ἐν Γαλλίᾳ, ὡσὰν μετὰ τὰς παραγγελίας αὐτὰς θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ σημειωθῇ, κατ’ αὐτόν, τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον, ὅπερ τῷ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ. Ὡμίλησε σχεδὸν περὶ ὅλων τῶν θεμάτων, ὅσα εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπασχολοῦν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην ἀπό τινων ἐτῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ παρενθετικῶς νὰ δώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τὴν πληροφορίαν ὅτι δὲν ἐγένετο καμμία πολεμικὴ παραγγελία ἐπὶ τῆς δικτατορίας Παγκάλου. Ἔπεσε καὶ αὐτὸς θῦμα τῆς κοινῆς πλάνης, εἰς ἣν περιῆγε τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, σιγῶντος ἀναγκαστικῶς τοῦ Τύπου, ὁ ἐκπεσὼν δικτάτωρ.
§55Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Μέχρις ἑνὸς σημείου, ἔκαμε καὶ ἐξαίρεσιν.
§56Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ γνωρίζω, διότι ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἔτυχε νὰ παρακολουθήσω τὴν καταδίωξιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστητε ὡς κατηγορούμενος.
§57Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Καὶ εὐχαριστῶ διὰ τὰς ἐκδηλώσεις σας.
§58Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ φιλονεικήσητε ὅτι ὁ Τύπος δὲν ἦτο ἐλεύθερος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ δὲν ἠδύνατο οὐδὲ κὰν νὰ πληροφορεῖται ἀσφαλῶς. Περιήγετο λοιπὸν εἰς πλάνην ὁ λαὸς ὅτι παραγγελίαι ὀγκώδεις ἐγίνοντο καὶ ἐπιστεύσατε καὶ ὑμεῖς ὅτι ἐγένοντο πράγματι πολεμικαὶ παραγγελίαι εἰς τὰ ἐργοστάσια. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπληροφόρησε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅτι οὐδεμία παραγγελία τοῦ Ὑπουργείου του ἐγένετο κατὰ τὴν περίοδον τῆς δικτατορίας, πλὴν ἐκείνων τῶν ὅπλων, ἡ ὁποία, ὅπως εἶναι γνωστόν, δὲν ἔγινεν εἰς τὴν Γαλλίαν. Καὶ ἂν παραλαμβάνεται ἀκόμη πολεμικόν τι ὑλικόν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς μέριμναν τῶν πρὸ τῆς δικτατορίας Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι κατηγοροῦντο ὅτι ἄφιναν ἀνεφοδίαστον τὸν Στρατὸν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐμερίμνησαν ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, ὥστε νὰ συμπληροῦται συστηματικῶς ὁ ἐφοδιασμὸς τοῦ Στρατοῦ χωρὶς νὰ προξενοῦν κλονισμὸν ἀνεπανόρθωτον τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τῆς δικτατορίας κατωρθώθη τοῦτο μόνον. Χωρὶς νὰ γίνῃ καμμία συστηματικὴ ἐργασία ἐφοδιαστικὴ τοῦ Στρατοῦ νὰ ἐπέλθῃ εἷς κλονισμὸς ἐκ βάθρων τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς καθ’ ὅλου πίστεως τῆς Ἑλλάδος, τοιοῦτος, ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν ἡσυχία, τάξις, ἀπόλυτος σύμπραξις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐπὶ σειρὰν μακροῦ χρόνου θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκριζώσῃ τὴν δυσπιστίαν, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ κλονισμοῦ ἐκείνου ἐξηγέρθη. Ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν ὅτι αἱ δυσκολίαι τὰς ὁποίας διατρέχει ἡ μεταπολεμικὴ Ἑλλὰς εἶναι ὑπέρμετροι. Ὅλα τὰ Κράτη, ἄλλα ὀλιγώτερον, ἄλλα περισσότερον, διανύουσι περίοδον δυσκολιῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅμως ὅτι τὸ ἡμέτερον Κράτος εὑρεθὲν ἡττημένον ἐν τῇ θέσει τῶν νικητῶν καὶ νικητὴς μεταξὺ τῶν ἡττημένων, ἔχει δυσκολίας πολὺ μεγαλυτέρας ἀπὸ τὰ ἄλλα Κράτη. Καὶ μνημονεύων τὰς δυσκολίας ταύτας ἀνέφερε καὶ ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰς τὴν παρατηρηθεῖσαν ἔλλειψιν προσκλήσεως ἐκ μέρους ἑνὸς Σωματείου ἰδιωτικοῦ πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος ὅπως παρακαθήσῃ εἰς γεῦμα, εἰς τὸ ὁποῖον παρευρέθησαν Πρεσβευταὶ ξένων Κρατῶν ἐξ ἴσου μετασχόντων τῶν πολέμων, οἵτινες ἔλαβον χώραν ἐν τῷ Βαλκανικῷ Μετώπῳ.
§59Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι σύμπτωμα ἁπλοῦν μιᾶς πραγματικότητος γενικωτέρας. Δὲν ἀπέδωκα τοιαύτην σημασίαν εἰς τὸ ἐντοπισμένον αὐτὸ ἐπεισόδιον. Εἶπον ὅτι εἶναι ἁπλοῦν σύμπτωμα.
§60Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, κύριοι, ὅτι ὑπῆρξε μία παράλειψις, ἡ παράλειψις αὕτη—δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ἐπίσης—δὲν ἦτο παράλειψις διπλωματική. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπισήμου γεύματος, δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ γεύματος φιλικοῦ παρατιθεμένου παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπρόκειτο περὶ γεύματος, τὸ ὁποῖον παρέθεσεν ἓν ἰδιωτικὸν Σωματεῖον. Ἡ παράλειψις ἐγένετο βεβαίως αἰσθητὴ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐγένετο αἰσθητὴ καὶ εἰς τοὺς διαπράξαντας τὴν παράλειψιν, διότι εὐθὺς ἔσπευσαν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, νὰ δώσωσιν ἐξηγήσεις καὶ νὰ δηλώσωσιν ὅτι εἶναι ἕτοιμοι κατά τινα τρόπον νὰ ἐπανορθώσωσι τὴν παράλειψιν ἐκείνην. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ διπλωματικῆς παραλείψεως καὶ τὸ τονίζω διότι ἔχει κάποιαν ἰδιαιτέραν σημασίαν, ὅπως ὅλοι ἐννοοῦμεν. Ὅταν τις δὲ εἰς σχέσεις κοινωνικάς—διότι ἐπρόκειτο περὶ καθαρῶς κοινωνικῶν σχέσεων—ὑποπέσῃ εἰς τινα παράλειψιν—καὶ τίς ἐξ ἡμῶν δὲν ὑποπίπτει ἢ δὲν ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτας κατὰ τὸν βίον του;— καὶ αἰσθανόμενος ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὴν παράλειψιν αὐτὴν δίδει ἐξηγήσεις καὶ ζητεῖ κατὰ τίνα τρόπον νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν πλημμέλειαν, νομίζω ὅτι, καθ’ ὅλους τοὺς κώδικας τῶν κοινωνικῶν σχέσεων ἡ παράλειψις πρέπει νὰ θεωρεῖται ὡς ἐπανορθωθεῖσα. Νομίζω μάλιστα ἔτι περαιτέρω ὅτι εἶναι ζήτημα ἀξιοπρεπείας διὰ τὸν ὑποστάντα τὴν παράλειψιν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ κάμῃ περαιτέρω συζήτησιν. (Χειροκροτήματα).
§61Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Ἄν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἰδία χριστιανικὴ ὑποταγὴ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἔλθωμεν εἰς θέσιν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω διὰ νὰ μὴ ὑποστῶμεν κάποιαν μείωσιν. Ἐδήλωσα ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐν γένει μεταχειρισμοῦ τῶν συμμάχων ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐδήλωσα ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μου ἐγένετο ἵνα ἅπαξ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς δημοσίας Ἑλληνικῆς γνώμης καὶ εἶπα ὅτι θέλω νὰ περιορίσω ἐντὸς ὡρισμένου ὁρίου τὴν ἐπερώτησίν μου.
§62Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Συζητοῦμεν ἐπὶ ὡρισμένου ἐπεισοδίου, κύριοι, καὶ θερμῶς παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζητήσεις γενικὰς περὶ ἄλλων παραλείψεων ἢ ἄλλων ἐπεισοδίων, περὶ τῶν ὁποίων ποιεῖται νέον ὑπαινιγμὸν ὁ ἀξιότιμος κ. προαγορεύσας, θὰ ἦτο ἥκιστα συνετὸν τοῦτο. Ἄν θέλητε νὰ προέλθητε εἰς τοιαύτην συζήτησιν καὶ νὰ ἐξαναγκάσητε τὴν Κυβέρνησιν εἰς αὐτήν, δὲν θὰ ἦτο κατάλληλος οὔτε ὁ χρόνος σήμερον, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ ἀφορμὴ ἐξ ἧς θὰ εἰσειρχόμεθα εἰς τοιαύτην συζήτησιν.
§63Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Ἀπέφυγον ἐπιμελῶς.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν νομίζω ὅτι οἱ λόγοι μου πρέπει νὰ σᾶς ἐρεθίζουν. Ὡμιλήσατε ἄλλως τε—ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω—μετὰ τόσης εὐπρεπείας καὶ ψυχραιμίας....
§65Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν λόγων σας, οἱ ὁποῖοι σχολιάζονται.
§66Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶσθε νέος εἰς τὴν πολιτικήν, ἐπιτρέψατε δὲ νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν ἰσχύει ὅ,τι καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν. Μετὰ βραχὺν χρόνον τὰ σχόλια παρέρχονται καὶ ἕκαστος ἀκολουθεῖ τὴν ἰδίαν του ὁδόν, χωρὶς νὰ ἐπηρεάζεται ἐκ τῶν δριμέων ἔστω σχολίων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες καὶ ἐν σμικρῷ ἀκόμη διεξαγόμενοι....
§67Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσωμεν Γνωρίζω τὴν λεπτότητα τῆς θέσεώς σας.
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνεται περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου. Εἰς ἓν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν προαγορεύσαντα. Ἀληθῶς ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος—καὶ δὲν πρέπει κανεὶς νὰ τὸ ἀποκρύπτῃ— ἡ θέσις, λέγω, τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπῆρξε κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τῆς δικτατορίας θέσις ἀξία τῶν θυσιῶν τὰς ὁποίας αὕτη ὑπέστη. Ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος. Τὸν εἶπεν ἀρκετὰ σαφῶς καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Ἡ Ἑλλὰς εἶχε παύσει νὰ παρέχῃ ἐμπιστοσύνην ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἄδηλον καὶ ἀδαῆμον καὶ εὐμετάτρεπτον καὶ ἐπιπόλαιον τῶν διαφόρων ἐκδηλώσεων ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὰς ὁποίας εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ προχείρως πολλάκις, μεταξὺ ἀχλαδίου καὶ τυροῦ, δύναται νὰ εἴπῃ τις οἱ κρατοῦντες κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ἔκαμνον ἀδιαφοροῦντες διὰ τὸν ἀντίκτυπον τὸν ὁποῖον θὰ εἶχον τυχὸν αἱ ἐκδηλώσεις αὗται. Ὁποίαν κληρονομίαν βαρεῖαν εὑρῆκεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, κύριοι, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα νὰ γνωρίσητε πάντες καὶ νὰ γνωρίσῃ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Δύναμαι μόνον εἰς τὴν μομφὴν τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει καμμίαν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, νὰ δώσω τὴν βεβαίωσιν, οὐχὶ μόνον ἐκ μέρους μου, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων μου καὶ εἰδικώτερον τῶν κυριωτέρων ὑπευθύνων, ὅτι δὲν στερεῖται ποσῶς ἐξωτερικῶν κατευθύνσεων ἡ Ἑλλάς. Ἂν δὲν τὰς ἐκδηλώνῃ, τὸ πράττει διότι φρονεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει χειρότερον διὰ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν μιᾶς Χώρας, ἐν ἐποχῇ μάλιστα, τὴν ὁποίαν ὀρθῶς ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὡς ἐποχὴν διαπραγματεύσεων καὶ ζυμώσεων διπλωματικῶν, δὲν ὑπάρχει πρᾶγμα μᾶλλον καταστρεπτικὸν τοῦ νὰ ἐπιδιώκῃ τις νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτοῦ εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ νὰ παρουσιάζῃ εὐκόλους ἐπιτυχίας ἢ δῆθεν ἐπιτυχίας, διὰ νὰ καταπλήξῃ τὸ Κοινόν, δι’ ἐντυπώσεων ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις σκέπτεται, ἐργάζεται καὶ ἀγρυπνεῖ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. (Χειροκροτήματα). Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἔχει τοῦτο τὸ μέγα ἀγαθὸν καὶ παρέχει ταύτην τὴν ἰσχὺν εἰς τὸν ὑπ’ εὐθύνως διαχειριζόμενον τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τῆς Χώρας, ὅτι παρουσιάζει μίαν Ἑλλάδα ἡνωμένην, κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτῆς μέρος, ἐμφανίζει δέ, πρώτην ἴσως φορὰν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐπικρατείας ταύτης, Ἑλληνικὴν πολιτικὴν μίαν, ἑνιαίαν, ὁμοιόμορφον καὶ δυναμένην νὰ παράσχῃ ἀπεριόριστον τὴν ἐμπιστοσύνην ὅτι, ὅ,τι θὰ ἀποφασισθῇ καὶ ὅ,τι θὰ λεχθῇ δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν γνώμην μόνον ἑνὸς κόμματος, ἀλλὰ σχεδὸν τοῦ συνόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν δύναμιν δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις. Κύριοι, ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις μόνον διπλωματικὰς σχέσεις ἀγαθάς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καλλιεργήσῃ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Ἑλλάδος καὶ παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ τῶν λαῶν. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ διπλωματίαι ἐγένοντο μόνον μεταξὺ τῶν Ἀνακτοβουλίων καὶ μυστικὰ ἀπὸ καγγελαρίας εἰς καγγελαρίαν. Τὰς διπλωματίας σήμερον διέπει τὸ πνεῦμα τὸ λαϊκόν. Καὶ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ κατορθώσωμεν νὰ κρατύνωμεν τὴν ἐκτίμησιν ταύτην εἰς τὸ πνεῦμα τὸ λαϊκόν, εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην τῶν λοιπῶν Χωρῶν, διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ διπλωματικὴν θέσιν καλήν. Πρὸς τοῦτο ὅμως ὑπάρχει μία μέθοδος, τὴν ὁποίαν μέθοδον εἶναι περιττὸν ἐγὼ νὰ εἴπω, διότι ἔσπευσε νὰ τὴν εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο ἡ Ἑλλάς, πρέπει νὰ ἐξυψωθῇ εἰς τὰ ἴδια αὑτῆς ὄμματα καὶ εἰς τὴν ἰδίαν αὑτῆς ἐκτίμησιν. Πρέπει νὰ ὁμονοήσῃ ἐσωτερικῶς, πρέπει νὰ δείξῃ ὅτι εἶναι πράγματι ἀποφασισμένη νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερείας τὰς ἐξωτερικὰς καὶ τὰς ἐσωτερικὰς ὡς εἷς ἄνθρωπος ἐν πλήρει συμπνοίᾳ καὶ συνεργασίᾳ, ἵνα ἐνισχυθῇ ἡ γενικὴ ὑπόληψις πρὸς αὐτὴν καὶ θεωρεῖται ὑπολογίσιμος παράγων καὶ διὰ τὴν περίοδον τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς στιγμάς, εἰς τὴν ἔλευσιν τῶν ὁποίων δὲν πιστεύει πλέον κανεὶς καὶ πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ὁποίων εὐτυχῶς μάχεται τὸ πνεῦμα τὸ εἰρηνοποιὸν ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος—τὰς στιγμὰς ἐνδεχομένων περιπλοκῶν. Ἂν κατορθώσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ ὁμονοήσῃ ἐπί τινα χρόνον, ἂν κατορθώσῃ κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ διευθετήσῃ τὰ τοῦ ἰδίου αὑτῆς οἴκου, νὰ δράσῃ ὡς ἐλευθέρα Χώρα ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι, ἂς εἶναι βέβαιος καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ οἱ λοιποὶ ἐξ ὑμῶν ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπάρχῃ φόβος πλέον ὑποτιμήσεως τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλάς. Ἂς εἴπωμεν μάλιστα ὅτι διὰ τῆς διευθετήσεως τῶν τοῦ ἰδίου ἡμῶν οἴκου θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνασυνδέσωμεν τοὺς παλαιοὺς καλοὺς δεσμούς, οἵτινες μᾶς συνέδεσαν μὲ φίλον λαόν, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀείποτε ἰδιαίτερά τινα χαρακτηριστικὰ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, κοινὸν ἀρχαῖον πολιτισμόν, κοινὴν ἐπίδοσιν εἰς τὰ ἔργα τοῦ πνεύματος καὶ τῶν τεχνῶν καὶ παρὰ τῷ ὁποίῳ ἐπὶ σειρὰν 100 ἐτῶν εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀσφαλῆ ὑποστηρικτὴν καὶ ἔνθερμον ὑπερασπιστὴν τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συγκατανεύσῃ εἰς τὸ νὰ μὴ συνεχισθῇ περαιτέρω ἡ ἄσκοπος αὕτη συζήτησις καὶ νὰ θεωρηθῇ αὕτη λήξασα, ἀρκουμένη εἰς ὅσα ἐλέχθησαν μέχρι τοῦδε. (Χειροκροτήματα).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας ἔχει τὸν λόγον.
§70Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Θεωρῶ ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ παλαιοῦ στρατιώτου τοῦ Βαλκανικοῦ Συμμαχικοῦ Μετώπου καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑλληνικῆς γενεᾶς, ἥτις κατέβαλε τοὺς μόχθους της καὶ ἔχυσε τὸ αἷμά της πρὸς ἐπίτευξιν τῶν κοινῶν σκοπῶν τοῦ συμμαχικοῦ ἀγῶνος. Ἐκφράζω βαθὺ παράπονον καὶ δριμεῖαν διαμαρτυρίαν, διότι εἰς ἑορτὴν τῆς κοινῆς νίκης ἐλησμονήθη καὶ ἠγνοήθη μόνον ἡ Ἑλλὰς ἐξ ὅλων τῶν συμμάχων. Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ἡ παράλειψις ἐκείνη ὀφείλεται εἰς ἁπλῆν γεωγραφικὴν παρεξήγησιν. Ἀλλ’ ἂν καὶ εἰς ἄλλο τι ὀφείλεται ἴσως, ἂν οἱ κατὰ παράδοσιν εὐγενεῖς Γάλλοι ἔχουν ἄλλους λόγους νὰ μᾶς λησμονοῦν καὶ νὰ μᾶς ἀγνοοῦν, ἡμεῖς οὐδέποτε λησμονοῦμεν ὅτι ἐχύσαμεν τὸ αἷμά μας μαζὶ μὲ τὸ ἰδικόν των, μολονότι δὲν ἀγνοοῦμεν ὅτι πρὸς μεγάλους σκοποὺς ἐκλήθημεν νὰ συμπολεμήσωμεν καὶ πρὸς σκοποὺς μικροτέρους εἴδομεν νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ νίκη μας. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν κατὰ μέγα ἢ κατὰ μικρὸν μέρος συνετέλεσεν ἡ Ἑλληνικὴ ἀλκὴ εἰς τὴν διάσπασιν τοῦ Βαλκανικοῦ Μετώπου. Μοὶ ἀρκεῖ ὅτι τὸ χυθὲν Ἑλληνικὸν αἷμα ἦτο ἐξ ἴσου κόκκινον καὶ θερμὸν ὅσον καὶ τῶν ἄλλων συμμάχων. Μοὶ ἀρκεῖ ὅτι ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μας γῆς ἔθαψαν οἱ σύμμαχοι Γάλλοι τοὺς νεκρούς των εἰς τὰ Βαλκάνια, ὅπως ἡμεῖς ἐθάψαμεν τοὺς ἰδικούς μας νεκροὺς εἰς τὸ Σερβικὸν Περὸτ καὶ εἰς τὴν Οὐκρανίαν, ξένα προασπίζοντες ἐκεῖ συμφέροντα. Ὅταν δὲ κατέληξε νὰ προασπιζώμεθα τὰ ἰδικά μας συμφέροντα μόνοι εἰς τὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τότε, ὅλοι γνωρίζομεν τί ἔγινε τότε. Παρ’ ὅλα ταῦτα, οὐδέποτε μειοῦται εἰς τὴν ἐθνικήν μας συνείδησιν ἡ ἱστορικὴ εὐγνωμοσύνη διὰ τὴν μοιραίαν εὐεργεσίαν τοῦ Ναυαρίνου, τὴν ἑκατονταετηρίδα τῆς ὁποίας θὰ πανηγυρίσωμεν μετά τινας μῆνας, χωρὶς νὰ λησμονήσῃ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν τὴν Γαλλίαν τοῦ Δεριγνὺ καὶ τοῦ Μαιζῶνος. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω εἰς μνημόσυνον τῶν ἀγνοηθέντων Ἑλλήνων νεκρῶν τοῦ Βαλκανικοῦ Μετώπου καὶ εἰς ἱκανοποίησιν τῶν ἐπιζώντων συναδέλφων των, ἐξ ἴσου συναδέλφων καὶ τῶν παλαιῶν πολεμιστῶν τῆς Γαλλίας.
§71Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν, κ. Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσω νὰ στέρξῃ ἡ Βουλὴ νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἐπερωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν περὶ τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§74Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη, κ. Πρόεδρε, ἀπουσιάζοντος προχθὲς τοῦ κ. Βοκοτοπούλου, διεγράφη.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διεγράφη. Προχθὲς ὁ κ. Βοκοτόπουλος παρεκάλεσε νὰ μὴ διαγραφῇ, ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ.
§76Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, διεγράφη. (Θόρυβος). Ἐγὼ διαμαρτύρομαι, διότι τὸ Προεδρεῖον δὲν τηρεῖ τὸν Κανονισμόν. (Θόρυβος).
§77ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν διεγράφη, κύριε Πρόεδρε (Θόρυβος).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§79Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ βραχέων θὰ προτάξω ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης, τὴν ὁποίαν ἀπὸ πλέον τοῦ μηνὸς ὑπέβαλον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ὑπουργόν, ὅστις παρεκάλεσε νὰ ἀναβληθῇ αὕτη. Ἔχει δὲ ἀριθμὸν μεταξὺ τῶν πρώτων. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ παραβάσεως τοῦ κανονισμοῦ, οὔτε τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ ἐπερώτησις, ὅπως γινώσκει ἡ Βουλή, ἀφορᾷ....
§80Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. (Θόρυβος). Ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ διακόψητε τὸν ρήτορα.
§82Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ΙΓʹ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς τοιοῦτος ὀφείλει νὰ δικασθῇ ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας διὰ τὴν παραβίασιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς ἱερᾶς παραδόσεως τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου. Αἱ ἑορταὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ, κύριοι βουλευταί, αἱ πρῶται ἀπὸ τοῦ πρώτου αἰῶνος, ἦσαν ἑορταὶ τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεως, συμπίπτουσα τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἐδυσχέραινον ἑορτάζοντες τὸ Πάσχα μετὰ τῶν Ἰουδαίων, ὅπως συνέπιπτεν ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τὸν ὁρισμὸν ἄλλου χρονικοῦ ὁρίου, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ τελῶνται αἱ ἑορταὶ τῶν Παθῶν καὶ τοῦ Πάσχα. Συνῆλθεν ἡ ἐν Ἀντιοχείᾳ Αʹ Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε, θέτουσα τέρμα εἰς τὴν διαφωνίαν αὐτὴν μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, νὰ τελῆται τὸ Πάσχα καὶ αἱ ἑορταὶ τῶν Παθῶν κατὰ τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον καὶ σήμερον ἑορτάζομεν. Προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου, ὑπὸ τῶν Ἁγίων μαρτύρων διὰ τοῦ αἵματος αὐτῶν στηριζόντων τὴν Πίστιν, ἡ ὑπὸ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας διδασκαλία καὶ ἐξάπλωσις τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ βίος ὁ παραδειγματικός, ὁ χριστιανικώτατος τῶν ὁσίων Πατέρων ἐπέβαλον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν καθιέρωσιν τῶν ἑορτῶν, τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν ὅλοι. Ἡ καθιέρωσις αὕτη τῶν ἑορτῶν τῶν μαρτύρων καὶ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας διήρκεσε καθ’ ὅλους τοὺς αἰῶνας ἀπὸ τῆς πρώτης ἑκατονταετηρίδος μέχρι τῆς 16ης καὶ ἴσως τῆς 17ης. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ καθιέρωσις τῶν ἱερῶν ἑορτῶν ἐγένετο κατὰ τὸ Ἡμερολόγιον τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐν ἁπάσῃ δὲ τῇ Αὐτοκρατορίᾳ ἴσχυε τὸ λεγόμενον Ἰουλιανὸν Ἡμερολόγιον, καλούμενον οὕτω, διότι καθιερώθη ὀλίγας δεκαετηρίδας, περὶ τὸ 80ὸν ἔτος, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, π. Χ., ἀνακαλυφθὲν ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος ἀστρονόμου Μέτωνος, γενόμενον δὲ δεκτὸν ὑπὸ τοῦ Ἰουλίου Καίσαρος, τοῦ τελευταίου δικτάτορος τῆς Ρώμης.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ἠξεύρομεν.
§84Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τούτου ἕνεκα αἱ ἑορταὶ τῶν Παθῶν καὶ τοῦ Πάσχα καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι, αἱ καθιερούμεναι κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου τῶν ὁσίων, τῶν μαρτύρων καὶ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τελοῦνται κατὰ τὸ παλαιὸν Ἡμερολόγιον. Τὴν 16ην ἑκατονταετηρίδα ἄλλος Ἕλλην ἀστρονόμος ἐν Ρώμῃ ἀνεκάλυψεν ὅτι ἦτο ἐσφαλμένος ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου καὶ ὥρισε τὸ νέον καθ’ ἡμᾶς σήμερον Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον, τὸ ὁποῖον ἴσχυσεν ἐν Ἰταλίᾳ, διότι ὁ Πάπας Γρηγόριος ἐκυριάρχει τῆς Ἰταλίας. Ἀπὸ τῆς Ἰταλίας εἰς ὅλην τὴν ἄλλην Εὐρώπην μεταδοθὲν μετὰ ἕνα καὶ δύο αἰῶνας, κατίσχυσεν ὥστε εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, πλὴν τῆς Ἀνατολῆς, νὰ εἶναι ἓν καὶ μόνον Ἡμερολόγιον, τὸ Γρηγοριανόν. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, δηλαδὴ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ Ἐθνάρχης, διότι τὸν 16ον αἰῶνα, ὡς γνωρίζετε, εἶχε πρὸ πολλοῦ καταλυθῆ ἡ Ἑλληνικὴ Βασιλεία καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἔθνους ἦτο καὶ ἀρχηγὸς καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἐκ συμφώνου μετὰ τῶν Πατριαρχῶν τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀπεφάσισαν νὰ μὴ ἐφαρμόσωσι τὸ Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον καὶ κατεδίκασαν αὐτὸ ἐπισήμως, ἀλλὰ νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὸ Ἰουλιανόν. Τοῦτο δὲν ἦτο ἀπόφασις αὐθαίρετος, οὔτε ἐπιπόλαιος. Ὁ Πατριάρχης καὶ αἱ αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι ἐδέχοντο ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον ὁρίσει αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι. Ἡ πρώτη δὲ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐν Νικαίᾳ τὸν IV αἰῶνα καὶ ἡ ἑβδόμη ἐν Κωνσταντινουπόλει ἔθεσαν τέρμα εἰς τὰς διαφωνίας τὰς Ἐκκλησιαστικὰς καὶ ρητῶς καθιέρωσεν ἡ τελευταία τὴν ἰσχὺν τῶν μέχρι τῆς Συνόδου ἐκείνης κεκανονισμένων δογματικῶς καὶ διοικητικῶς καὶ ἀπηγόρευσε καὶ ἀναθεμάτισεν ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον εἰσαγάγει νεωτερισμοὺς εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν καθεστὼς καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις. Ταῦτα δὲ ἴσχυον ἀπὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος. Εὐτυχῶς, καθ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς αἰῶνας οὐδεμία ἀντίδρασις ἐγένετο οὔτε κατὰ τῶν δογματικῶς παραδεδεγμένων, οὔτε κατὰ τῶν ἱερῶν παραδόσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ἡ κατὰ τὰ κεκανονισμένα ἐκτέλεσις τῶν ἱεροτελεστιῶν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου. Εἶχον τὰ πράγματα οὕτως, ὅτε, μετὰ τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐν ἔτει 1833 καὶ 1852 ἀπεφάσισαν τὰ αὐτά, δηλαδὴ νὰ μὴ γίνῃ καμμία ἀπολύτως μεταβολὴ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου καὶ διὰ τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τῆς Ἐκκλησίας καθιερώθη νὰ ἰσχύῃ τὸ Ἰουλιανὸν Ἡμερολόγιον διὰ τὰς Ἐκκλησιαστικὰς ἱεροτελεστίας. Ἐν ἔτει δὲ 1843 τὸ Αʹ Σύνταγμα καθιέρωσεν ἀσάλευτα νὰ παραμείνωσι τὰ κεκανονισμένα. Ἦλθεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863, ἦλθεν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1911, ἀμφότεραι ἀπεφάσισαν τὰ αὐτά. Τὰ αὐτὰ δὲ καὶ ἡ Ιʹ Ἐθνοσυνέλευσις ἐψήφισεν. Ἀλλ’ ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Πλαστήρα διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους γνωρίζετε πάντες, ἀνέτρεψε τὸ Ἐκκλησιαστικὸν καθεστὼς τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐδίωξε τὸν Μητροπολίτην Θεόκλητον, διέλυσε τὴν κανονικὴν Σύνοδον καὶ διώρισε Μητροπολίτην Ἀθηνῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ἡ Ἐπανάστασις καὶ ἡ Κυβέρνησις Πλαστήρα, τὸν Χρυσόστομον Παπαδόπουλον. Ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ἐγένετο Μητροπολίτης ἐναντίον τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ ἐναντίον τῶν παραδεδεγμένων καὶ κεκανονισμένων δυνάμει τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ 1852. Γενόμενος ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν μοιχοεπιβάτης, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος τῆς παραβάσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων διὰ τὸν Μητροπολίτην, εἶχεν ἀνάγκην στηρίγματος, εἶχεν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως ἐν τῷ Θρόνῳ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐνόμισεν ὅτι ἦτο κατάλληλος ἡ περίστασις ὅταν ἡ Κυβέρνησις Πλαστήρα ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλῃ τὸ πολιτικὸν Ἡμερολόγιον, τὸ ὁποῖον, ἐν παρενθέσει λέγω, ἀστρονομικῶς εἶναι ὀρθώτερον ἀπὸ τὸ Ἰουλιανόν, ἐνόμισεν ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος ὅτι ἦτο κατάλληλος ἡ περίστασις νὰ ἐπωφεληθῇ αὐτῆς διὰ νὰ προσελκύσῃ εἰς ἑαυτὸν τὴν εὔνοιαν τοῦ Πλαστήρα. Τοῦτο δὲ καὶ ἐπέτυχε, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶδε μετ’ εὐχαριστήσεως ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀντέδρα εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτικοῦ Ἡμερολογίου, συνεκάλεσε λοιπὸν ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Σύνοδον Ἀρχιερέων, δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσων, καὶ εἰσηγήσατο εἰς αὐτὴν τὴν μεταβολὴν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου, νὰ ἀποδεχθῇ δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὸ νέον Ἡμερολόγιον διὰ τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἑορτάς. Ἡ Σύνοδος τῶν Ἀρχιερέων δὲν συνεφώνησε μετὰ τοῦ Μητροπολίτου, ἀλλ’ ὡρισμένως ἐπεφυλάχθη νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ θέματος, ἐν ᾗ περιπτώσει συνεφώνουν αἱ ἄλλαι αὐτοκέφαλοι Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι τῆς Ἀνατολῆς. Ἕως ἐδῶ εἶναι τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μητροπολίτης ἀτομικῶς φαίνεται ὅτι ἦλθεν εἰς συνεννοήσεις, ἀλλ’ οὐδεμία ἐκ τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, οὔτε τὸ Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας, οὔτε τὸ τῆς Ἀντιοχείας, οὔτε τὸ τῶν Ἱεροσολύμων, οὔτε τὸ Οἰκουμενικόν, ἀφίνω τὰς ἄλλας αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας τῶν Σλαύων, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζω ἂν ἠρωτήθησαν καὶ αὐταί, ἀλλ’ ἀκολουθοῦν τὸ Ἰουλιανὸν Ἡμερολόγιον. Ἀποτέλεσμα τῶν συνεννοήσεων αὐτῶν φαίνεται ὅτι ὑπῆρξεν ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῆς προκειμένης μεταβολῆς, ἀλλὰ πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς μεταβολῆς ἐθεώρησεν ὁ Μητροπολίτης ὀρθὸν νὰ ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς Μητροπολίτας τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ὁποίας λέγει πρὸς αὐτοὺς ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ εὐαρεστηθοῦν νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας, τὴν μὴ ὑπάρχουσαν. Διότι εἶναι ψεῦδος ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀποδεχομένη τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου Ἡμερολογίου εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἑορτάς. Οἱ Ἐπίσκοποι καὶ Μητροπολῖται τοῦ Κράτους, τρομοκρατούμενοι ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, ἦτο τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Πλαστήρα, ὑπέκυψαν καὶ εἰς ὅλον τὸ Κράτος ἐπέβαλον νὰ ἑορτάζωνται αἱ θρησκευτικαὶ ἑορταὶ κατὰ τὸ νέον Ἡμερολόγιον.
§85Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἔγινεν ἐπὶ Πλαστήρα, ἀλλὰ εἰς τὰ 1924.
§86Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ Πλαστήρα ἔληξε τὸ 1923; Ἐξέδωκε λοιπὸν τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν καὶ οἱ Ἐπίσκοποι, τρομοκρατούμενοι, τὴν ἐφήρμοσαν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ τὴν ἐφαρμόζουν. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅμως ἐξηγέρθη, καὶ ἂν δὲν ἔκαμεν οὐδαμοῦ στάσιν, ἂν δὲν ἔδειξε βιαίως τὴν ἀποδοκιμασίαν αὐτοῦ διὰ τὴν μεταβολὴν τὴν ἀφοσίωσίν του εἰς τὰ πάτρια, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν μεγάλην δύναμιν τῆς στρατοκρατίας. Ἀνέμενε δὲ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ ἀνατείλῃ ἡ ἡμέρα τῆς ἐλευθερίας διὰ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ ἐπανέλθῃ τὸ καταλυθὲν Ἐκκλησιαστικὸν καθεστώς. Τούτου ἕνεκα ἐνόμισα ἐμαυτὸν ὑπόχρεων, ἀνταποκρινόμενος εἰς τὸ πανελλήνιον ἀληθῶς αἴσθημα καὶ τὸ φρόνημα τῆς Χριστιανωσύνης νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι κατὰ τὸν νόμον καὶ οἱ Συνοδικοὶ ὀφείλουν εὐθύνας διὰ τὴν παράβασιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ Ἱερῶν Παραδόσεων καὶ τὰς εὐθύνας αὐτὰς ὁρίζει ὁ νόμος πῶς πρέπει νὰ τὰς δώσουν οἱ ὑπεύθυνοι Ἱεράρχαι. Εἶναι δὲ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συγκαλεῖ τοὺς Ἐπισκόπους τοῦ Βασιλείου, οἱ ὁποῖοι, συνερχόμενοι εἰς Σύνοδον, ἀνακρίνουσι, δικάζουσι καὶ τιμωροῦσι, κατὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, τὸν παραβάτην Μητροπολίτην καὶ τοὺς παραβάτας Συνοδικούς. Ὑπάρχει ὅμως παράβασις; Ἡ προσαρμογή, εἶναι ὅρος, τὸν ὁποῖον ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν εἰς ἔγγραφόν μου πρὸς αὐτὸν διὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἐρωτήσαντος ποῦ στηρίζεται ἡ Μητρόπολις ἐφαρμόζουσα τὸ Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον, ἀπήντησεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ἀλλὰ περὶ προσαρμογῆς τῶν ἑορτῶν τοῦ Παλαιοῦ πρὸς τὸ Νέον. Τὸ πρᾶγμα ὅμως εἶναι τὸ αὐτό. Ὁ Μητροπολίτης παίζει μὲ τὰς λέξεις. Ἡ παράβασις εἶναι ἀναμφισβήτητος καὶ ὡμολογημένη. Ἀπέκοψε δέκα τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ τὸ Παλαιὸν Ἡμερολόγιον καὶ προσήρμοσε τὰς ἑορτὰς εἰς τὸ Νέον. Ἐπῆλθεν ἐκ τούτου σύγχισις ἐκκλησιαστική, μὲ τὴν ὁποίαν εἶναι ἄσκοπον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐγκύκλιον περὶ Ἡμερολογίου πρὸς τοὺς Μητροπολίτας. Ἀντίκειται ἡ ἐγκύκλιος αὕτη καὶ εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Βʹ τῆς 13ης Ἰανουαρίου 1923, διὰ τοῦ ὁποίου, κατ’ ἀπόφασιν εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, διορισθείσης πρὸς τοῦτο καὶ ἡ ὁποία ἐνέκρινε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Πολιτικοῦ Ἡμερολογίου, διὰ τοῦ ὁποίου, λέγω, Διατάγματος, ρητῶς καὶ σαφῶς ἐπεβάλλετο ἡ διατήρησις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου διὰ τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἑορτάς. Τὸ Διάταγμα αὐτό, ἐντελῶς σύμφωνον μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, σύμφωνον μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἐπιβάλλει νὰ σέβωνται τὰς Ἱερὰς Παραδόσεις... Ἡ ἐγκύκλιος ἐναντίον τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ ἐναντίον τοῦ Διατάγματος τῆς 18ης Ἰανουαρίου 1925 καὶ χωρὶς ἀπόφασιν τῆς Συνόδου παραγγέλλει νὰ γίνωνται αἱ ἑορταὶ κατὰ τὸ Παλαιὸν Ἡμερολόγιον. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων καὶ ὡμολογημένης οὔσης τῆς παραβιάσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν νόμων τῶν πολιτικῶν, ἐρωτᾶται, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, νὰ καλέσῃ τὴν Ἱεραρχίαν καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ 13ον ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου; Τοὐναντίον ἡ Κυβέρνησις καὶ δὴ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργός, ὀφείλουσι νὰ προστατεύσωσι τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Κανονικήν, ἡ ὁποία ἑδράζεται ἐπὶ τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Ἱερῶν Παραδόσεων καὶ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μὴ παρασαλεύῃ οὔτε κατὰ ἓν ἰῶτα ἀπὸ τὰ παραδεδεγμένα ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ προστασία τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶχεν ἄλλην δύναμιν, παρὰ τὴν ἠθικὴν ὑποστήριξιν τοῦ Κράτους, εἶναι δὲ ἐπιβεβλημένον εἰς τὸ Κράτος νὰ παρέχῃ Αὐτῇ τὴν προστασίαν του. Πρέπει νὰ ἐπαναλάβω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσῃ τὸν ἐθνικὸν αὐτῆς προορισμὸν ἂν ἡ Πολιτεία δὲν βαίνῃ πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτόν, ἔχουσα συμπαραστάτην τὴν Ἐκκλησίαν. Εἶναι, κατὰ τὴν Ἱστορίαν, ὑπόστασις ἐθνική, ἡ ὁποία παρουσιάζει τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν διφυῶς. Ἡ ἐθνικὴ κυριαρχικὴ ὑπόστασις δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἡ κυριαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι τὸ Κράτος καὶ ἡ Ἐκκλησία μαζύ. Εἶναι ταῦτα ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἀπολύτως δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ, οὐδὲ νὰ παραβλέψῃ, ἂν θέλῃ νὰ σκέπτεται ἐθνικῶς καὶ νὰ ἐνεργῇ διὰ τὸν προορισμὸν τῆς Ἑλλάδος, προορισμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἡγεμονία τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τῆς Θράκης καὶ τῆς Καισαρείας μέχρι τῆς Ἀντιοχείας καὶ τῆς Αἰγύπτου. Αὐτὴν τὴν ἡγεμονίαν δὲν δύναται νὰ τὴν ἔχῃ τὸ Κράτος, ἡ Ἑλλάς, ἂν δὲν ἔχῃ συμπαραστάτην τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐκκλησίαν, στηριζομένην εἰς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, διότι ἡ παραβίασις αὐτῶν βλάπτει πανωλεθρίως τὴν ἐθνικὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν πρόοδον ἐπίσης αὐτῆς, διότι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνάγκην ἀφ’ ἑαυτῆς πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ της νὰ παραφυλάττῃ τὴν πίστιν καὶ ἡ πίστις εἶναι ἀναπόσπαστος ἀπὸ τὴν λατρείαν. Ὅταν δὲν προστατεύωμεν τὴν λατρείαν, δὲν προστατεύομεν τὴν πίστιν. Ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Ὄθων, ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Γεώργιος, ὁ λατρευτῆς μνήμης Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, ὁ μέγας τοῦ Ἔθνους ἄταφος ἀκόμη νεκρὸς καὶ πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις τῆς Βασιλείας αὐτῶν ὑπεστήριξαν τὴν Ἐκκλησίαν ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τῆς λατρείας. Διὰ τοῦτο οἱ ἐγκύψαντες εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα γινώσκουσιν ὅτι ἀπὸ τῶν πρώτων δεκαετηρίδων τῆς ἀναγεννηθείσης Ἑλλάδος ἡ Ἐκκλησία, ἐνισχυομένη ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καθήρεσε Μητροπολίτας, ὅπως τελευταῖον τὸν διαβόητον Μεταξάκην. Ἐπροστάτευσε τὴν Ἐκκλησίαν ἀπέναντι τῶν λαϊκῶν ἀντιθρήσκων, ὅπως ὁ Καΐρης, ὁ Κίγκ, ὁ Παπουλᾶκος καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνες ἄλλοι. Τὴν προστασίαν αὐτὴν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις σήμερον καὶ δὴ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργός, νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος θαυμασμοῦ, διότι, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἕτερον εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἱεροτελεστιῶν κατὰ τὸ Παλαιὸν Ἡμερολόγιον, δὲν προέβη πουθενὰ εἰς βιαίας πράξεις κατὰ τῆς Ἀρχῆς καὶ δὴ κατὰ τῶν Μητροπολιτῶν. Ἐξακολουθεῖ δὲ σήμερον εἰς πολλὰ μέρη εὐπειθέστατα νὰ ἱερουργεῖται κατὰ τὸ Νέον Ἡμερολόγιον. Εἴδετε δὲ πρὸ μηνὸς εἰς τὸ χωρίον Μάνδρα ἐγένετο ἱεροτελεστία κατὰ τὸ Παλαιὸν Ἡμερολόγιον καὶ περὶ τὰς 3,000 Χριστιανῶν ἐκ χωρίων τῆς Ἀττικῆς μετέβησαν ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων νὰ κοινωνήσουν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἦσαν μακρὰν ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Συνέπεια δὲ τοῦ γενικοῦ φρονήματος εἶναι ὅτι εἰς κανὲν μέρος τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρέθη μία, ἔστω, ὁμὰς Χρητιανῶν, ἡ ὁποία νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, εἰς πολλὰ δὲ μέρη τελοῦνται καὶ σήμερον κρύφα αἱ κατὰ τὸ Παλαιὸν Ἡμερολόγιον ἱεροτελεστίαι. Εἶναι λοιπὸν ἐθνικὴ ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου εἶναι ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν Χριστιανικὸν λαόν, ἡ προστασία δὲ αὕτη εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καλέσῃ τὴν Ἱεραρχίαν διὰ νὰ κρίνῃ τὸν Μητροπολίτην Χρυσόστομον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀποστείλῃ παραγγελίαν εἰς τοὺς Ἐπισκόπους τοῦ Κράτους νὰ σεβασθῶσι τὸν νόμον καὶ οὐχὶ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Χρυσοστόμου. Ἡ ἐγκύκλιος δὲν εἶναι νόμος, εἶναι αὐθαίρετος καὶ ἀσεβὴς πρᾶξις τοῦ Μητροπολίτου. Ὁ νόμος εἶναι ὑπὲρ τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, νὰ ὑπομνησθῇ δὲ εἰς τοὺς Ἐπισκόπους ὅτι παραβιάζουν τὸ καθῆκόν των οὐχὶ μὴ ἐκτελοῦντες τὴν ἐγκύκλιον, ἀλλὰ μὴ ἐκτελοῦντες τὰς ἱεροτελεστίας κατὰ τὸ Παλαιὸν Ἡμερολόγιον, συμφώνως μὲ τὸ τελευταῖον Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 28ης Ἰανουαρίου τοῦ 1923. Ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ Ἑλληνικὸ Λαὸς δὲν ζητοῦσι, κ. Ὑπουργέ, οὔτε αὐθαιρεσίαν, οὔτε ἀνοήτους τιμωρίας, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ζητεῖ νὰ τῷ δώσητε τὴν ἐλευθερίαν νὰ λατρεύῃ τὸν Θεὸν καὶ νὰ δοξάζῃ τοὺς Ἁγίους αὐτοῦ, ὅπως ἐλάτρευε τὸν Θεὸν καὶ ἐδόξαζε τοὺς Ἁγίους αὐτοῦ μέχρι χθὲς καὶ ὅπως τοὺς ἐλάτρευον οἱ πατέρες, οἱ πάπποι, οἱ πρόπαπποι καὶ οἱ πρόγονοι αὐτοῦ ἀπ’ αἰώνων. (Χειροκροτήματα).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§88Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἤκουσα μετὰ μεγάλης προσοχῆς τοὺς λόγους τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος. Τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξε διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του, ἀναμφισβητήτως εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὑψίστης σημασίας, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγει αὐτὴν τὴν θρησκείαν τῶν πολιτῶν, ἀδιαφόρως ἂν κατὰ τὴν μίαν ἢ ἄλλην ἀντίληψιν. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ βεβαιώσω ἁπλῶς τὴν μεγάλην σημασίαν τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος προλαλήσας θὰ γνωρίζῃ περισσότερον ἐμοῦ ὅτι, ἂν τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν ἐξειλίχθησαν καὶ ἴσως δὲν κεῖνται καλῶς, τοῦτο ἀποτελεῖ τὸν ἀντίκτυπον ἄλλης ἀνωμαλίας καὶ νομίζω ὅτι, ἐφόσον τὰ τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς ἀπασχολοῦν ἀκόμη σοβαρῶς τὸ Ἔθνος καὶ δὲν ἐκανονίσθησαν ἀκόμη ὁριστικῶς, δὲν θὰ ἦτο ἐπίκαιρον εἰς τὰς στιγμὰς τὰς ὁποίας διατρέχομεν, νὰ θίξωμεν ζήτημα τόσον σοβαρόν, ζήτημα ἐνδιαφέρον αὐτὴν τὴν πίστιν τὴν θρησκευτικὴν τῶν πολιτῶν.
§89Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι κἂν ζήτημα, κ. Ὑπουργέ;
§90Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐρωτᾶτε ἂν εἶναι ζήτημα; Ὁ προλαλήσας ἀνέπτυξε νομικῶς τὸ ζήτημα καὶ κατὰ τὸν προλαλήσαντα ὑπάρχει καὶ νομικὸν ζήτημα. Περὶ τούτου δὲ δὲν θέλω νὰ ἀποφανθῶ, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησίν σας ὅτι θὰ παρέβλεπε κανεὶς τὴν πραγματικότητα, ἂν ἠρνεῖτο ὅτι μεγίστη μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ μετὰ δυσφορίας φέρει τὴν μεταβολὴν τοῦ ἡμερολογίου.
§91Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐλαχίστη, κ. συνάδελφε.
§92Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλαχίστη.
§93Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Θέλω ὡς μίαν ἔνδειξιν τῆς σημασίας τοῦ ζητήματος νὰ μνημονεύσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἔλαβον ἐκ τοῦ Σώματος τῶν μοναχῶν τῆς ἱερᾶς μονῆς τοῦ Μ. Σπηλαίου τὴν δήλωσιν ὅτι ἀκολουθοῦντες τὴν διόρθωσιν τοῦ ἡμερολογίου, διατελοῦμεν ἐν πλάνῃ καὶ ἐν ἀπάτῃ καὶ ὅτι κατηγορηματικῶς δηλοῦσιν ὅτι θὰ ἀρχίσουν τελοῦντες τὰ τῶν ἱεροτελεστιῶν καὶ τὸ ἑορτολόγιον συμφώνως μὲ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον.
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί μέτρα ἐλάβατε σεῖς;
§95Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐκάματε σεῖς ὡς προϊστάμενος τῆς Ἐκκλησίας;
§96Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὅταν λογοδοτήσω δι’ αὐτό, θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὸ εἰδικὸν ἐρώτημα τὸ ὁποῖον ἀπευθύνετε, θὰ τὴν λάβητε ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα. Δὲν θεωρῶ ἐπίκαιρον νὰ ἀνακινήσω παρόμοιον ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰς δηλώσεις τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου ἐγέννησε δυσφορίαν καὶ εὑρέθη ἀντίθετος πρὸς τὰς πεποιθήσεις τὰς θρησκευτικὰς τοῦ λαοῦ. (Διαμαρτυρίαι).
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι τοῦ λαοῦ. (Διαμαρτυρίαι).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι. (Κρούει τὸν κώδωνα).
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι τοῦ λαοῦ. (Θόρυβος).
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι ἐπροκάλεσε δυσφορίαν εἰς μίαν ἐλαχίστην, ἀσήμαντον μειονότητα τοῦ λαοῦ. (Θόρυβος).
§101Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι δά.
§102Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκφρασίς σας, κ. Ὑπουργέ, ἦτο ἀπρόσεκτος.
§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μία ἀτυχὴς ἔκφρασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔκαμεν ὅλην αὐτὴν τὴν ἐξέγερσιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ἐξέγερσις αὐτὴ δὲν δικαιολογεῖται, ὅταν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν σοβαρῶς ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε «τοῦ λαοῦ». Θέλει νὰ εἴπῃ μιᾶς μερίδος τοῦ λαοῦ, ἢ ἐλαχίστης, ἢ οἱασδήποτε. Εἶναι ὅμως γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει κάποια μερὶς τοῦ λαοῦ. Εἶναι μία μερὶς τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπανειλημμένως μὲ ἀπησχόλησε. Μὴ ἐρχώμεθα ἐδῶ νὰ γεννήσωμεν πάλιν ζητήματα διάφορα. Ἂς ὁμιλήσωμεν ἠρέμως καὶ ἡσύχως διὰ μίαν κατάστασιν τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὑφίσταται.
§104Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἄν οἱ κ. κ. συνάδελφοι ἤθελον νὰ μὲ ἀφήσουν νὰ δώσω τέλος εἰς τὴν ἀπάντησίν μου πρὸς τὸν ἐπερωτήσαντα, θὰ ἔβλεπον ὅτι δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα διὰ νὰ κάμω δηλώσεις πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὸν ἐπερωτήσαντα. Ἀλλ’ ἐκδηλώσεις μερίδος τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀπόπειράν μου τοῦ νὰ βεβαιώσω μίαν πραγματικὴν κατάστασιν, αὐτὸ ἀκριβῶς ἀποδεικνύει ὅτι ὑπάρχει διάστασις γνωμῶν καὶ αὐτὸ θὰ ἐδικαιολόγει τὴν τελικὴν ἀπάντησίν μου, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ ὅτι παρὰ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶμαι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ σφυγμομετρήσω, παρὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀνεξαιρέτως οἱασδήποτε συνεννοήσεως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁμιλεῖ τώρα ἄνευ ἀλληλεγγύης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν....
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνεται αὐτό.
§106Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). .... καὶ τοῦτο διότι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν ἐνόμισεν ἐπίκαιρον νὰ φέρῃ παρόμοιον ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Προσωπικῶς, λέγω, ἐγὼ δὲν ἐθεώρησα, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν ψυχολογίαν ἐν γένει τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς συνθέσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσηγηθῶ παρόμοιον ζήτημα. Καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐπαφεθῶ εἰς τὸ μέλλον, νὰ ἐπαφεθῶ εἰς τὰς περιστάσεις, νὰ διατηρήσω οἱανδήποτε ἐπιφύλαξιν, καθόσον δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ ὅτι, ὅταν θεωρήσω ἐπίκαιρον τὸ ζήτημα, θὰ τὸ θέσω ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι μέχρι τῆς ὥρας δὲν ἔφερα τὸ ζήτημα. Ὅταν τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θεωρήσω τὸ πρᾶγμα ἐπίκαιρον, θὰ τὸ εἰσηγηθῶ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας τάξεως ἐθίγη τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἀπετέλει καὶ ἔρευναν τοῦ ζητήματος.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ὑπάρχει πρότασις περὶ προτάξεως τῆς ἐπερωτήσεως τῶν κ. κ. Βελέντζα καὶ Μπαμπάκου.
§108Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει μία πρότασις ὑπογεγραμμένη περὶ προτάξεως τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθητε νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ὑποφαινόμενος δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν παρὰ ὀλίγα λεπτὰ καὶ παρακαλῶ ἵνα, συμφώνως τῷ Κανονισμῷ, εὐαρεστηθῆτε νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§109Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ προβῇ εἰς καμμίαν δήλωσιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μας ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν δύο ἀστυνομιῶν;
§110Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζήτημα αὐτὸ διατελεῖ ἀκόμη ὑπὸ μελέτην, θὰ ληφθῇ δὲ ἀπόφασις ἐκ συμφώνου ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Δὲν εἶναι δὲ ἡ προσήκουσα περίπτωσις ἵνα ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ θὰ παρεκάλουν καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμέναι ὅπως συναινέσουν καὶ αὐτοί, μέχρις ὅτου λάβῃ ἡ Κυβέρνησις μίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ ἀναγγελθῇ.
§111Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νὰ ἐγγραφῇ πρώτη διὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν.
§112Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν δύο Σωμάτων νὰ παραπεμφθῇ τοῦτο εἰς Ἐπιτροπήν.
§113Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐφόσον ἀκόμη δὲν ἔχομεν εἴπει ποία ἀπόφασις θὰ ληφθῇ, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ἂν θὰ εἶναι νομοσχέδιον ἢ ὄχι. Βεβαίως ὅ,τι γίνει ἐπὶ τοιούτου σπουδαιοτάτου θέματος θὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, εἴτε ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Ι. Ράλλη καὶ Μ. Γούδα ὑπεβλήθη πρότασις ψηφίσματος «περὶ ἀπαγορεύσεως κινηματογραφικῶν καὶ θεατρικῶν παραστάσεων».
§115Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ τάξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ μεταβάλλεται ἐξ ἑνὸς τυχαίου γεγονότος, τῆς ὑποβολῆς οἱουδήποτε ψηφίσματος εἴτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐκ μέρους βουλευτῶν. Θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ συζήτησις τὴν σειράν της.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 16 ἐπερώτησις.
§117Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἴχομεν ὑποβάλει μίαν ἐρώτησιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἡ Κυβέρνησις τί σκέπτεται νὰ κάμῃ διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον;
§118Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε βουλευτά, ὑπάρχουν δύο λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ ζήτημα· πρῶτον διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀπὼν καὶ δεύτερον διότι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐρώτησις.
§119Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔχει λάβει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπόφασιν νὰ ἀπαντᾷ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα εὑρίσκεται εἰς τὴν περίοδον τῆς μελέτης.
§120Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν τὰς ἐπερωτήσεις καὶ νὰ ἀρχίσωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§124Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τρεῖς μῆνες τώρα ἀναβάλλεται ἡ ἐπερώτησίς μας. Ἐφαρμόζεται ἡ δικτατορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως ἀπεφασίσθη νὰ διακόψωμεν τὰς ἐπερωτήσεις. Διὰ νὰ λείψῃ ὅμως, κ. βουλευτά, ἡ δικτατορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, κάμετε τὴν ἐπερώτησίν σας.
§126Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 10 ἡμέρας τώρα δὲν παρουσιάζεται.
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὰ εἶναι δικτατορία διότι λείπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπόψε; Δὲν ἠμποροῦμεν ἐπὶ τέλους νὰ κανονίσωμεν μίαν ἐργασίαν; Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐπερωτήσεις....
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ ψηφίσωμεν μερικὰ νομοσχέδια.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξοφλήσεως τοῖς μετρητοῖς μέρους τοῦ κεφαλαίου τῶν προσωρινῶν ἀποδείξεων τοῦ δανείου 8% τοῦ 1926 δραχ. 650 ἑκ.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακὸν καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου ἐνεργείας καθυστερουμένων κληρώσεων τοῦ δανείου 8% τοῦ 1919 (ἀπαλλοτριώσεως)».
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. Δ. τῆς 21 Αὐγούσιου 1925 περὶ καταργήσεως διατάξεων τελωνειακῶν τινων νόμων».
§136Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).— Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τροπολογίας τινας.
§137Α. ΤΣΙΟΚΟΣ. Τὸ Σάββατον εἴπατε νὰ μὴ ψηφισθῇ, πῶς τώρα τὸ φέρετε πρὸς ψήφισιν;
§138Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τῶν τροπολογικῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιβάλω, νομίζω ὅτι δὲν θίγεται κανείς. Δὲν νομίζω ὅτι θίγει τοὺς παραγωγούς, διότι πρόκειται νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἐπεξεργασία ξένων προϊόντων τῆς ἐλαίας ἀπὸ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν. Ἀντὶ νὰ πηγαίνουν ἀλλοῦ διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν, νὰ ἔρχωνται εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ἐργοστάσια καὶ νὰ εἰσάγωνται ἀτελῶς. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐπιζήμιον. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς φόβος καταχρήσεων, διότι εἰς τὴν βʹ παράγραφον προστίθεται ὅτι δὲν ἐπιστρέφονται οἱ καταβληθέντες φόροι καὶ εἰς τὴν γʹ παράγραφον προσθέτομεν ὅτι ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς προκειμένου περὶ μεταφορᾶς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τότε μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ χαρίζεται, ὅταν γίνῃ ἡ ἐπαλήθευσις, κατὰ τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν διὰ τὰ προϊόντα τὰ εἰσαγόμενα ἐπὶ ἀτελειῶν προσωρινῶν.
§139Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ προστα☐
§140Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν βλάπτεται.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε βουλευτά, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν θίγεται καθολοκληρίαν.
§142Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Θίγεται ὡς ἑξῆς. Ὁ βιομήχανος, ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ τὸν ἐλαιόκαρπον ἀπὸ τὴν Ἀλβανίαν ἢ Τουρκίαν, ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, θὰ τὸν φέρῃ ἀτελῶς καὶ ἐπιβαρύνεται μόνον μὲ τὸν ναῦλον. Εἰσάγεται δὲ τὸ ἔλαιον ἀτελῶς. Τὸ ἐγχώριον ἔχει συναγωνισμὸν ἢ δὲν ἔχει.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέσατε ὅτι τὸ ἔλαιον αὐτὸ δὲν εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ πηγαίνει εἰς τὰ ἄλλα ἐργοστάσια ξένων Χωρῶν. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα;
§144Α. ΤΣΙΟΚΟΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ἐλαίου, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἐλαιοπυρήνων. Διότι τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 21ης Αὐγούστου 1925 λέγει ὅτι ἐκ τῶν προϊόντων τὰ ὁποῖα δὲν εἰσάγονται ἀτελῶς εἶναι καὶ οἱ ἐλαιοπυρῆνες. Λοιπὸν οἱ ἐλαιοπυρῆνες, οἱ ὁποῖοι εἰσάγονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, εἰσάγονται ἀτελῶς, οἱ δὲ ἰδικοί μας πληρώνουν 42 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν φόρον. Εἰς τὸν Πειραιᾶ ἡ μὲν τιμὴ τῶν ἐλαιοπυρήνων τῶν ἐγχωρίων εἶναι 80–85 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, οἱ δὲ ἐλαιοπυρῆνες τῆς Σμύρνης ἔχουν 1.20. Δηλαδὴ χάνουν οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ 50% ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῶν προϊόντων των.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διατί χάνουν;
§146Α. ΤΣΙΟΚΟΣ. Διότι ἔρχεται ἡ ἀπαγόρευσις. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ἕλληνα παραγωγὸν νὰ ἐξαγάγῃ τοὺς ἐλαιοπυρῆνάς του. Ἐσχηματίσθη τρὰστ ἀπὸ τοὺς βιομηχάνους καὶ πληρώνουν 80 λεπτά. Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ δασμὸς αὐτὸς καὶ ἦτο ἐλευθέρα ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἐλαιοπυρήνων τῶν ἰδικῶν μας, δὲν θὰ προσέφερον αὐτὴν τὴν τιμήν, διότι οἱ ἐλαιοπυρῆνες θὰ ἐξήγοντο καὶ θὰ ἐπωλοῦντο 1.20.
§147Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπεται, κ. συνάδελφε, διὰ τὸ ἔλαιον ἡ ἐλευθέρα ἐξαγωγή, ἀλλ’ ἡ ἄδεια ἐξαγωγῆς δὲν προϋποθέτει καὶ ἀτέλειαν φόρων. Ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐλαιοπυρῆνος, ἀλλ’ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐλαιοπυρῆνος ἡ ἐλευθέρα δὲν προϋποθέτει καὶ κατάργησιν τῆς ἀτελείας δι’ ἐλαιοπυρῆνας καὶ τὸ ἔλαιον τὸ ἐγχώριον δὲν διατρέχει κανένα ἀπολύτως κίνδυνον, διότι ὁ ἐλαιόκαρπος καὶ οἱ ἐλαιοπυρῆνες οἱ ὁποῖοι εἰσάγονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὑποτίθεται ὅτι πληρώνουν τὸν ἔγγειον φόρον εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς, ὥστε δὲν εἰσάγονται ἀτελῶς διὰ νὰ φέρουν βλάβην εἰς τὴν ἐγχώριον παραγωγήν.
§148Α. ΤΣΙΟΚΟΣ. Οἱ ἐλαιοπυρῆνες τοῦ Πειραιῶς ἔχουν 1.20, ἐνῷ εἰς τὴν Πρέβεζαν ἔχουν 80 λεπτά. Εἶναι δὲ τῆς αὐτῆς περιεκτικότητος. Λοιπὸν θέλω νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος τῶν ἐλαιοπυρήνων.
§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸ ἔλαιον καὶ τὰ ἄλλα καὶ βλέπομεν διὰ τοὺς ἐλαιοπυρῆνας.
§150Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Καθ’ ἣν στιγμήν, κ. Πρόεδρε, ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγωγὴ ἐγχωρίου ραφιναρισμένου ἐλαίου, πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιτρέπεται ὅπως ἐξάγεται ὁ ἐλαιοπυρὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διὰ ποῖον λόγον θὰ δώσωμεν τοιαύτην προτίμησιν εἰς τὰ προϊόντα τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ συναγωνίζωνται τὰ προϊόντα τοῦ ἐσωτερικοῦ;
§151Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ψηφίσατέ το ὅπως εἶναι.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκει).
§153ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1ον ἄρθρον).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον.
§155Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ 2ον ἄρθρον κάμνω τροποποίησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιστρέφονται οἱ καταβληθέντες φόροι δυνάμει τοῦ ἀρχικοῦ νόμου.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται εἰς βʹ καὶ ἄρθρον συζήτησιν, ἀναβληθείσης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου λόγῳ τῶν τροπολογιῶν).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου τέλους ἐπὶ τῶν ἐν Καλάμαις λειτουργούντων δημοσίων θεαμάτων ὑπὲρ τοῦ Φιλοπτώχου Συλλόγου Κυριῶν τῆς πόλεως ταύτης».
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐντελῶς τυπικῆς σημασίας νόμος εἶναι. Νὰ ψηφισθῇ κύριε Πρόεδρε.
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἠλεκτρικῆς ἐγκαταστάσεως Κερκύρας».
§161Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, τὸ σχέδιον ψηφίσματος περὶ ἠλεκτρισμοῦ Κερκύρας νὰ γίνῃ σχέδιον νόμου, κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς σχετικῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Βουλή. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μεταβληθῇ εἰς σχέδιον νόμου.
§162Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τὴν συνταγματικήν, διὰ νὰ ἐξαντληθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν βουλευτῶν καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μετὰ τὰς ἑορτάς, νὰ ἐκθέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἀντιλήψεις της διὰ νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§163Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἤθελον νὰ γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναμφισβητήτως γνώμην ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας της ὅπως καθορισθῶσιν καὶ ἕτεραι γνῶμαι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§164Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ ἐξαντληθοῦν ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι ῥήτορες, ὁπότε ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁμιλήσῃ.
§165Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ κηρυχθῇ λήξασα ἡ συζήτησις καὶ νὰ ὁμιλήσουν μόνον οἱ κ. κ. Ὑπουργοί.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9.15′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.15′ μ. μ.) (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Γοῦσκος).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος συζήτησις. Ὁ κ. Σ. Ἀλεξιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§168Σ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πῶς νὰ ὁμιλήσω, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ;
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βαρβούτης.
§170ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ, νὰ διαγραφῇ.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Χατζηδάκης, ὁ κ. Π. Σάκκης, ὁ κ. Φιλιππίδης, ὁ κ. Μπουρμπούλης, ὁ κ. Γ. Καλδῆς, ὁ κ. Δ. Στεφανόπουλος.
§172ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κανεὶς δὲν θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Νὰ διαγραφῶσι.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς.
§174Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχω νὰ φωτίσω οὐδένα, οὔτε περιμένω νὰ φωτισθῶ ἀπὸ κανένα, Ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη. Ἐπὶ τόσας ἡμέρας διαρκῶς ἀγωνιζόμεθα διὰ λόγων. Δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἠδύνατο νὰ εἶναι τόσον συντηρητικὴ ἡ σημερινὴ Βουλή. Φροντίζομεν πῶς νὰ κάμωμεν περιορισμοὺς καὶ προστασίαν διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν. Περιορισμοὺς καὶ προστασίαν διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν εἴχομεν ἀρκετούς. Ἐν τούτοις ἡ ψαλὶς ἐδούλεψε δύο φορὰς τὰ χαρτονομίσματα, τὰς εἰς χρυσὸν καταθέσεις τὰς ἡρπάσαμεν, Δικαιοστάσιον καὶ Ἐνοικιοστάσιον εἴχομεν καὶ τὰ προϊόντα τῆς ἐργασίας ἀκόμη, ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλλε νὰ μὴ εἶναι κτῆμα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὰ εἶχον.
§175Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δι’ ἐπαναστάσεων.
§176Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ὄχι δι’ ἐπαναστάσεων. Πρὸ τῶν ἐπαναστάσεων καὶ τῶν νόμων τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει ἓν ἄλλο Σύνταγμα, τὸ Σύνταγμα τῆς ἀνάγκης. Ὅλα τὰ Συντάγματα, ὄχι μόνον τὰ χάρτινα τὰ ὁποῖα συντάσσομεν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐφ’ ὅπλου λόγχην, ἂν τὰ παρατάξητε, δὲν κάμνουν τίποτε ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος τῆς ἀνάγκης. Εἰς τὴν ἀνάγκην ὅλοι ὑποτασσόμεθα. Ἡ ἀνάγκη εἶναι μία κατάστασις, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν. Ὁμιλοῦμεν ὅλοι διὰ τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ὅλοι ἀγωνιζόμεθα πῶς νὰ τὴν προστατεύσωμεν. Ἐγὼ ἓν μόνον θεωρῶ ἱερὸν δικαίωμα, τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ζωῆς καὶ μόνον χάριν τῆς καλῆς ζωῆς, ἀπὸ ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς ἀπόψεως, φρονῶ ὅτι πρέπει ὅλα νὰ ὑποτάσσωνται.
§177Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἡ ἐλευθερία;
§178Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας περιλαμβάνεται εἰς τὴν ζωήν. Ἐγὼ εἶπον διὰ τὴν καλὴν ζωὴν καὶ ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως εἰς αὐτὴν περιλαμβάνεται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας.
§179Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§180Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Μοὶ εἶναι σεβασταί, κ. συνάδελφε, αἱ γνῶμαί σας, ὄχι μόνον λόγῳ τῆς ἡλικίας, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς μορφώσεώς σας, λόγῳ τῶν νομικῶν σας γνώσεων, ἀλλ’ ἐγὼ οὕτω θεωρῶ τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς. Τὸ δικαίωμα τῆς φυσικῆς ζωῆς εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον συνυπάρχει μετὰ τῆς ἐλευθερίας. Τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν συμπαθῆ, ἀλλὰ τὴν ἰδιοκτησίαν ἡ ὁποία εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ ἄτομον, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀτόμου, ἡ ὁποία εἶναι προϊόν τῶν κόπων του, τοῦ ἱδρῶτός του. Ἀλλὰ τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν μεγάλην, ἡ ὁποία εἶναι προϊόν πάντοτε τῆς βίας καὶ τῆς ἁρπαγῆς καὶ ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ δούλους καὶ εἵλωτας, τὴν θεωρῶ ἔγκλημα. Καὶ εἶναι, κατ’ ἐμέ, τὸ μεγαλύτερον ἔγκλημα ἡ ὕπαρξις μεγάλης ἰδιοκτησίας, ἐνόσῳ ὑπάρχουν ἀκτήμονες καὶ ἄστεγοι, εἴτε πρόσφυγες εἴτε γηγενεῖς. Λοιπὸν ἡ ἰδιοκτησία ἐκείνη εἶναι δι’ ἐμὲ μισητή· εἰς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων μᾶς ἔδωκε πρὸ δύο–τριῶν ἡμερῶν ἐν θαυμαστῇ του εἰλικρινείᾳ τὸν τρόπον τῆς ἀποκτήσεως τῆς μεγάλης περιουσίας· ἡ ἀναγεννωμένη Πατρίς μας διατελοῦσα εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον, τότε ἠγωνίζετο τὸ Μεσολόγγι, διὰ νὰ προμηθεύσῃ ὀλίγα φυσίγγια καὶ ὀλίγο μαῦρο ψωμὶ εἰς τοὺς ὑπερασπιστάς της, ἠναγκάσθη νὰ πωλήσῃ τὰ ὑπάρχοντά της εἰς ἕνα ταληρᾶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐπώλησε κτήματά της, ἀλλ’ ἴσως διότι ἡ διαπραγμάτευσις περὶ ἀγοραπωλησίας διήρκεσε περισσότερον τότε, ἴσως διότι ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε ἡ Πατρίς, ἦτο ἀνεπαρκής, τὸ προϊόν ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ὑπαρχόντων της δὲν εἶχε τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ. Ὁ ταληρᾶς ἐκεῖνος τὴν περιουσίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠγόρασεν οὕτως, ἐξηκολούθει νὰ τὴν ἔχῃ καὶ τὴν εἶχε καὶ τὴν διέθεσε μέχρις ἐσχάτων λίαν ἐπικερδῶς. Μοῦ φαίνεται ὅτι παραπλησίως καὶ κατὰ χειρότερον τρόπον ἔχουσι σχηματισθῆ ὅλαι αἱ ἄλλαι μεγάλαι περιουσίαι· ὁ σημερινὸς διάδοχος τοῦ ταληρᾶ ἐκείνου, βεβαίως ἦτο κληρονόμος καὶ καλῆς πίστεως κάτοχος, δὲν δύναται κανεὶς νὰ τὸν κατηγορήσῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐπαινέσῃ καὶ τὴν περουσίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν τὴν ἐκληρονόμησε. Ἔχων λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν αὐτά, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ πάσης ἐλευθεριότητος εἰς τὸ ζήτημα αὐτό.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Χατζηπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§182Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ μακρὸν καὶ δικαίως ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν τὸ 19ον ἄρθρον τῆς ἰδιοκτησίας δικαίως, διότι ἐπ’ αὐτοῦ ἑδράζεται ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος ἢ μᾶλλον αἱ κατευθύνσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ δοθοῦν εἰς τὸ πολίτευμα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ καινοτομία, ἡ ὁποία ἐτέθη εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 19. Εἶπον τινὲς τῶν προλαλησάντων συναδέλφων ὅτι τὸ ἐδάφιον αὐτὸ εἶναι μία ἀθώα καινοτομία· θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν κρίνω ὡς ἀθώαν τὴν καινοτομίαν αὐτήν, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔχομεν, δυστυχῶς, ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὸ ἐγγύτερον παρελθόν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία κινδυνεύει καὶ σοβαρώτατα κινδυνεύει ἐκ τοιούτων αὐθαιρεσιῶν καὶ ὑπερβασιῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, πρὸ πάντων εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ δικαιολογήσουν τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐδαφίου δευτέρου, ὅτι τοῦτο εἶναι ἁπλῆ πραγματικότης καὶ ὅτι δὲν κάμομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα μίαν πραγματικότητα, δηλαδὴ νὰ θέσωμεν αὐτὴν τὴν πραγματικότητα εἰς μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ τουλάχιστον δὲν εὑρίσκω ὅτι ἐκ τῆς πραγματικότητος προέκυψεν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν, διότι μία ἔκφρασις αὐτῆς, ἡ ὁποία καὶ ἐπὶ μακρὸν συνεζητήθη ἐνταῦθα, ἡ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, εἶναι ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἐστέρησε τὴν περιουσίαν. Καὶ πράγματι τὴν ἐστέρησε διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν ὁ ἀγροτικὸς νόμος τύχῃ καὶ τυγχάνει ἀναμφισβητήτως, τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας ὅλης τῆς Βουλῆς, καὶ ἐμοῦ ἀναμφιβόλως, ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι εἶναι οὗτος ἡ μόνη ἔκφανσις στερήσεως τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ὅτι ἐκ τῆς πραγματικότητος καὶ μόνης ἐπήγασεν ἡ ἰδέα τῆς ὑπάρξεως τοῦ δευτέρου ἐδαφίου. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἄλλοι νόμοι, ὅπως ὁ τῶν καταθέσεων εἰς χρυσόν, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι νόμος δημευτικός, ἄλλοι νόμοι, ὅπως τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ὅπως τὰ ἀναγκαστικὰ δάνεια, ἴσως καὶ ἡ φορολογία ἀκόμη τοῦ ὑπερτιμήματος, εἶναι στερήσεις τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ αὐτὴ δὲν εἶναι πραγματικότης, ἀλλὰ κατάστασις ἀνάγκης, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τῆς μεταπολεμικῆς καταστάσεως, ἥτις ἀναμφισβητήτως εἶναι ὅλως προσωρινὴ καὶ μιᾶς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἤχθησαν Κυβερνήσεις κάπως αὐθαίρετοι καὶ κάπως ἐπαναστατικαί. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη θεωρηθῇ ὅτι ὑπάρχει πραγματικότης τις, πάντως αἱ συνέπειαι τῆς διατάξεως αὐτῆς θὰ εἶναι καταστρεπτικαί. Εἶναι, κύριοι, ἀναμφισβήτητον, ὅτι καταστρεπτικὴ συνέπεια εἶναι ἡ φυγάδευσις τοῦ κεφαλαίου, τὴν ὁποίαν τόσον καλῶς ἀνέπτυξαν διάφοροι προλαλήσαντες. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι διὰ τῆς φυγαδεύσεως τοῦ ἐθνικοῦ κεφαλαίου κατεστράφησαν ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐμειώθη κατὰ τρόπον τρομακτικὸν ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος καὶ ἴσως εἶναι ζήτημα ἂν θὰ κατορθωθῇ δι’ ἐξαιρετικῶν νομοθετικῶν διατάξεων καὶ διὰ συνταγματικῶν κατοχυρώσεων, εἶναι ζήτημα, λέγω, ἂν θὰ κατορθωθῇ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν πίστιν, ἡ ὁποία εἶναι σοβαρῶς μειωμένη ἐκ τῆς φυγαδεύσεως αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ἑπομένως ὅτι ἡ ἀπάλειψις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀναμφισβητήτως ἐπιβάλλεται. Ἀλλὰ διατί νὰ θεωρήσωμεν ὅτι τὸ δεύτερον ἐδάφιον λύει τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πραγματικότητος τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 19 μᾶς δίδει μίαν διάταξιν ἀρκετὰ περιοριστικὴν τῆς ἰδιοκτησίας. Μᾶς λέγει τὸ αʹ ἐδάφιον ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ εἰμὴ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν προσηκόντως ἀποδεδειγμένην. Ἑπομένως ἤδη διὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 19 τίθεται περιορισμὸς εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ σκέπτομαι ἐγὼ τοὐλάχιστον ὅτι οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀρκετοὶ ὥστε νὰ μὴ μᾶς χρειάζεται ἡ θεωρία καὶ ἡ πολυτέλεια τοῦ δευτέρου ἐδαφίου. Κηρύσσομαι συνεπῶς κατὰ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου καὶ θεωρῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀπάλειψις αὐτοῦ. Ἀπομένει ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης σοβαρῶς ἐθίχθη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ἡ λέξις «ἀποζημίωσις» διὰ τῆς λέξεως «πλήρους». Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἂν δὲν ἠγείρετο ποσῶς ἡ συζήτησις αὐτή, τότε ἴσως νὰ μὴ ὑπῆρχε καὶ λόγος νὰ τεθῇ ἡ λέξις «πλήρης», καθόσον ἐν τῇ νομικῇ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως ἀποζημίωσις ἀναμφισβητήτως κατὰ τὴν γνώμην μου ἐνυπάρχει ἡ ἔννοια «πλήρης ἀποζημίωσις», ἀλλὰ δεδομένου ὅτι τόσα ἐλέχθησαν διὰ τὴν λέξιν «πλήρης», ὑπάρχει κίνδυνος κατ’ ἀντιδιαστολὴν νὰ νομισθῇ ὅτι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν τεθῇ ἡ λέξις «πλήρης», ἡ ἀποζημίωσις θὰ εἶναι μερικὴ καὶ μόνον διότι ἐλέχθησαν ὅλα αὐτὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ κατοχυρώσωμεν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν. Διότι ἀναμφισβητήτως κατὰ τὸ ἐγγὺς παρελθὸν ἐκακοποιήθησαν κυριολεκτικῶς αἱ ἰδιοκτησίαι. Τώρα βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουσιν εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, τὰς μεταπαναστατικὰς καὶ πολεμικάς, συνθῆκαι τοιαῦται, ὥστε πιθανὸν νὰ ἐδημιουργήθησαν στερήσεις ἰδιοκτησιῶν συνεπάγουσαι σοβαρὰς ὑποχρεώσεις διὰ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τοὐλάχιστον ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ μία ἰδιαιτέρα συμβιβαστικὴ λύσις, δηλ. διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας στερήσεις ἰδιοκτησίας νὰ ληφθῇ μέριμνα ὅπως ἐξακριβωθῇ τρόπος συμβιβαστικῆς λύσεως τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῶν βεβαίως δι’ ὑποχωρήσεων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, βεβαίως διὰ καταβολῆς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ποσοῦ τινος καὶ ἀκόμη καὶ ἐκ μέρους τῶν γεωργῶν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ μέλλον νομίζω ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι πρέπει νὰ θεσπισθῇ ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ εἶναι πλήρης. Ἄλλο ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει εἶναι ἂν θὰ ἀφήσωμεν εἰς Ἐπιτροπὰς ἢ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν τῆς ἀποζημιώσεως. Νομίζω ὅτι τὰ τακτικὰ δικαστήρια δι’ ὅσα ἄλλως τε ἐλέχθησαν καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, εἶναι τὰ μόνα κατάλληλα ἀπὸ πάσης ἀπόψεως διὰ τὴν διακανόνισιν τῶν ζητημάτων τῶν ἀποζημιώσεων. Πάντως ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ λύωνται προκαταρκτικῶς ἢ κατὰ πρῶτον βαθμὸν τὰ ζητήματα τῶν ἀποζημιώσεων ὑπὸ Ἐπιτροπῶν, ἂς θεσπισθῇ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, οὕτως ὥστε ταῦτα πάντως νὰ ἔχουν τὴν τελευταίαν λέξιν, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ λύσις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ὁμιλοῦμεν ὅλοι περὶ πραγματικότητος καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν γνωρίζομεν τὴν πραγματικότητα αὐτὴν καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ περατώσω τὸν λόγον μου μὲ ὀλίγας λέξεις σοφοῦ λογίου, ὁ ὁποῖος λέγει «ἡ πυρκαϊὰ δύναται ἴσως νὰ κάμῃ μίαν αὐγήν, ἀλλὰ διατί νὰ μὴ ἀναμείνωμεν τὴν ἀνατολὴν τῆς ἡμέρας;»
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Μαλαμίδας ἔχει τὸν λόγον.
§184Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Κύριοι, ὑπὸ πλείστων τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐξητάσθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον καὶ ἐξηνέχθησαν πολλαὶ σοφαὶ γνῶμαι, παρέλειψαν ὅμως ὅλοι νὰ ἀναδράμουν ὀλίγον καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἰδιοκτησίας τῶν τσιφλικίων, διὰ τὴν ὁποίαν κυρίως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῇ κάπως περισσότερον ἡ Βουλή, δεδομένου ὄντως ὅτι τὸ μᾶλλον ἐνδιαφέρον σημεῖον εἶναι τὸ τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὰς γενομένας ἀπαλλοτριώσεις μεγάλων ἀγροκτημάτων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν γηγενῶν καὶ προσφύγων. Ἐκ τῶν ἀπαλλοτριωθέντων τσιφλικίων ἐν Μακεδονίᾳ, Θράκῃ, Ἠπείρῳ, Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι τὰ πλεῖστα εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐδημιουργήθησαν πρό, κατὰ καὶ μετὰ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Ἀλῆ πασᾶ, βίᾳ ἁρπαγέντα ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν καὶ Ἀλβανικῶν ὀρδῶν, εἴτε δημευόμενα ὑπὸ τὸν τύπον τῆς μὴ καταβολῆς τῶν παντοδαπῶν φόρων ὑπὸ τῶν ἑκασταχοῦ στρατιωτικῶν διοικητῶν, τοπαρχῶν καὶ σπαήδων, εἴτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Πρὸς τοῦτο δὲ ἐπεκαλοῦντο καὶ τὴν σαφῆ ῥῆσιν τοῦ Κορανίου λέγουσαν (ἀναγινώσκει): «Ὁ Καλίφης ὡς σκιὰ καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἀλλὰχ καὶ τοῦ Προφήτου ἐπὶ τῆς γῆς εἶναι ἀπόλυτος κύριος τῶν κτηθεισῶν γαιῶν καὶ χωρῶν, ἃς διαθέτει κατὰ βούλησιν καὶ διὰ φιρμανίων μεταξὺ τῶν πιστῶν καὶ ἀπίστων». Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη τῆς διὰ τῆς ἁρπαγῆς καὶ τῆς βίας συστάσεως τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας τῶν τσιφλικίων ἐντείνεται μαζὶ μὲ τὴν ἔντασιν τῆς πολεμικῆς δράσεως τῶν ὀρδῶν τοῦ Ἀλῆ Τεπελενλῆ εἰς τὰς εἰρημένας ἀγροτικὰς περιφερείας. Κατὰ τὸ 1792–1793 σημειοῦται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἡ ἁρπαγὴ ὑπερδιακοσίων μεγάλων κεφαλοχωρίων εὐφορωτάτων καὶ μεταξὺ τούτων τὰ ἀπαλλοτριωθέντα ἀγροκτήματα Βελισκόντες τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ Πύργος Ματαράγκας τῆς Καρδίτσης καὶ ἄλλα. Τοιαύτας ἐξηκολούθει νὰ ὑφίσταται ἁρπαγὰς ἡ μικρὰ τῶν ταλαιπώρων χωρικῶν ἰδιοκτησία, μετασχηματιζομένη εἰς τσιφλίκια καὶ τούτων εἰς δουλοπαροίκους καλλιεργητάς, ὅτε μὲ τὴν πτῶσιν τοῦ Ἀλῆ πασᾶ προσαρτηθέντων πάντων τῶν ἀγροκτημάτων τούτων εἰς τὸ Σουλτανικὸν Στέμμα, ἐσχηματίσθη ἡ κατηγορία τῶν Ἰμλιακίων. Ἀλλὰ μὲ τὴν πτῶσιν τοῦ Ἀλῆ πασᾶ ἔρχεται ἀνακοπτομένη ἡ κατάστασις αὕτη τῆς ἁρπαγῆς τῆς μικρᾶς ἐγγείου ἰδιοκτησίας διὰ νὰ σταματήσῃ ὁριστικῶς μὲ τὴν ἔναρξιν τῶν Τουρκικῶν μεταρρυθμίσεων Τανζιμὰτ τοῦ 1832. Μετ’ ὀλίγον καὶ συγκεκριμένως τὴν 7ην Ραμαζὰν 1274, καθ’ ἡμᾶς 1856, βλέπομεν δημοσιευόμενον τὸν περὶ γαιῶν Τουρκικὸν νόμον, τείνοντα νὰ ρυθμίσῃ τὰ τῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας συμφώνως πρὸς τὸ ἐν Εὐρώπῃ κρατοῦν πνεῦμα καὶ ἀπαγορεύοντα τοῦ λοιποῦ τὴν μετατροπὴν τῶν κεφαλοχωρίων εἰς τσιφλίκια, ὡς ἐν ἄρθρῳ 130 ρητῶς ἀναφέρει (ἀναγινώσκει): «Γαῖαι χωρίου τινός, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ὑφίστανται, δὲν δύνανται τοῦ λοιποῦ νὰ μετασχηματισθῶσιν εἰς ἀγρόκτημα τσιφλίκιον καὶ νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν ἀτόμου τινός». Τὸν ἀνωτέρω νόμον ἐπηκολούθησε τὸ κατὰ 17 Ζιλκαδὲ 1278, καθ’ ἡμᾶς 1860, φιρμάνιον, ὅπερ σαφῶς ὁμιλεῖ περὶ τῆς λαμβανομένης μερίμνης πρὸς προστασίαν τῶν ἀτυχῶν κολλήγων, περιοριζομένου τοῦ δικαιώματος τοῦ αὐθέντου διὰ τὴν ἀναίτιον ἐκ τοῦ κτήματος ἀποπομπὴν αὐτῶν, τὴν παῦσιν, τῆς ποινῆς τοῦ ραβδίσματος καὶ τὴν ρύθμισιν τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ αὐθέντου. (Ὅρα ἄρθρον 26 τοῦ αὐτοῦ φιρμανίου). Αὐτὴ λοιπὸν περίπου ὑπῆρξεν ἡ ἀπαρχὴ τῆς δημιουργίας τῆς μεγάλης ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, ἰδιαίτατα δὲ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ. Ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω τοῦτο, ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ, ὑπῆρχεν ἀγρόκτημα, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, διηρπάγη ὑπὸ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ τὸ ἔτος 1793 καὶ ἐδωρήθη εἰς τὰ 1860 εἰς τὸν πατέρα τοῦ ἄλλοτε συναδέλφου κ. Φωτιάδου, τότε Γενικοῦ Διοικητοῦ Κρήτης, διὰ τὰς ὑπηρεσίας ἃς πρὸς τὸ Σουλτανικὸν Στέμμα προσέφερεν.
§185Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ Φωτιάδης πασᾶς ἐν Κρήτῃ ὑπῆρξεν ὁ ἄριστος τῶν Ἑλλήνων.
§186Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐδωρήθη τὸ ἀγρόκτημα αὐτό, κ. συνάδελφε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἄριστος ὡς Ἕλλην ὁ Φωτιάδης πασᾶς, ἐγὼ δὲν τὸ ἐξετάζω. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναφέρω ἁπλῶς καὶ μόνον ἓν γεγονὸς τὸ ὁποῖον εἶναι τοῦτο· ὅτι τόσον τὸ προαναφερθὲν ἀγρόκτημα, ὅσον καὶ τὸ ἀγρόκτημα Πύργος Ματαράγκας προσεφέρθησαν ὡς δῶρον εἰς τὸν Φωτιάδην. Ὁ Φωτιάδης τὰ ἐκληροδότησε μετέπειτα ἀποθνήσκων εἰς τοὺς κληρονόμους του, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐπώλησαν ἢ καὶ εἰς χεῖρας εὑρίσκονται καὶ μέρος τούτων ἀπηλλοτριώθη πρὸς ἐγκατάστασιν ἀκτημόνων γηγενῶν καλλιεργητῶν, δηλαδὴ αὐτῶν τούτων τῶν ἀπογόνων ἐκείνων, παρ’ ὧν διηρπάγησαν. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι, ὑπῆρχε δικαίωμα ἰδιοκτησίας σοβαρὸν κατόπιν τῶν ὅσων προηγουμένως σᾶς ἀνέφερα καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως πλήττεται καιρίως ὡς οἱ ἀντιθέτως ἐνδιαφερόμενοι διατείνονται; Εἶναι λοιπὸν γεγονὸς ἱστορικῶς ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀπὸ τοῦ 1793 μέχρι τοῦ 1813 πλὴν τῶν 250 τσιφλικίων ἢ μᾶλλον κεφαλοχωρίων περιῆλθον εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Σουλτανικοῦ Στέμματος δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, τοῦ τρόπου δηλαδὴ τῆς ἁρπαγῆς καὶ πλεῖστα ἄλλα ἀγροκτήματα ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ καὶ εἰς ὡρισμένα μέρη τῆς Μακεδονίας, ὥστε βραδύτερον καταλυθείσης τῆς τυραννίας τοῦ Ἀλῆ πασᾶ, τὸ Σουλτανικὸν Στέμμα ἠναγκάσθη εἰς τὰ 1822 νὰ ἐκδώσῃ εἰδικὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστέλλετο πᾶσα παρομοία σύστασις μεγάλης ἰδιοκτησίας, διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ 1856 ὁ νόμος περὶ γαιῶν ἐν Τουρκίᾳ, ὁ ὁποῖος κατήργει ὁριστικῶς τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως μεγάλων ἀγροτικῶν ἰδιοκτησιῶν, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 130 ἀναφέρει ἐπὶ λέξει τάδε. Ἀναφέρει δὲ ῥητῶς ὅτι ἀπαγορεύεται τοῦ λοιποῦ ἡ σύστασις μεγάλων ἀγροκτημάτων τσιφλικίων ἐκ τῶν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν διὰ τὰς παραχωρήσεις τῶν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν εἰς ἓν καὶ μόνον ἄτομον. Οὕτω λέγει ῥητῶς.
§187Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὁ ὁποῖος δὲν ἀναγνωρίζει δικαίωμα ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ δικαίωμα κατοχῆς μόνον.
§188Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Τὸ καλούμενον «Τεσαρούφ». Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἀγροκτήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀγορὰ ἀπὸ τῶν μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας καὶ μετέπειτα ἀποχωρησάντων Τούρκων ὑπῆρξε τόσον γλίσχρος καὶ τόσον μηδαμινή, ὥστε ἡ διδομένη σήμερον ἀποζημίωσις θὰ ἦτο ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τιμὴν τῶν ἀγοραστῶν ἂν ὄχι ἐξαιρετική, ἀλλὰ πάντως ὄχι τοιαύτη, ὥστε νὰ δημιουργῇ παράπονα καὶ νὰ προκαλῇ Ἰερεμιάδας τῆς οὑτωσὶ συσταθείσης καὶ οὕτω κατεχομένης μεγάλης ἀγροϊδιοκτησίας καὶ συγκεκριμένως ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶναι ἀπολύτως ἱκανοποιητικὴ ἡ διδομένη ἀποζημίωσις, διότι θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος νὰ διαφωνήσω εἰς τὸ σημεῖον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πληρώσουν ἐπὶ πλέον οἱ ἀποκαθιστάμενοι ἀγρόται, τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν ὅλοι μας. Θὰ ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐξευρίσκετο ἄλλος τρόπος, πάντως ὄχι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος κατ’ ἰδίαν ἀντίληψιν ἔχει μορφώσει ὅτι θὰ ἦτο ὁ τῆς καταβολῆς τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως ἀπὸ μέρους τῶν ἰδίων ἀποζημιουμένων.
§189Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὄχι, ἐγὼ εἶπον τοῦτο· ὅτι ὁ κολλῆγος πληρώνων μέχρι τοῦδε προτοῦ ἀποκατασταθῇ 30 ἢ 50% ἐκ τοῦ εἰσοδήματος μένει πάντοτε κολλῆγος. Διὰ τῆς ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Φθιώτιδι μὲ τὸ σύστημα τῆς ἁπλῆς χρεωλυσίας, ἐν διαστήματι μιᾶς δεκαετίας καταβάλλων τὰς δόσεις συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως καὶ εἰς χρόνον ὀλιγώτερον τῆς δεκαετίας θὰ εἶναι κύριος τοῦ κυήματος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι πρέπει ὁ κολλῆγος νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ εἰς ἀκέραιον, πρέπει καὶ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ὑποστῇ μίαν ζημίαν, ὁ δὲ κολλῆγος νὰ μὴ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ πλέον τοῦ ⅓ τῆς ἀξίας κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀποζημιώσεως. Διότι εἶναι ἔργον δικαιοσύνης ὁ κολλῆγος νὰ ἐλαφρυνθῇ, διότι ἔχομεν παράδειγμα ὅτι ὁ κολλῆγος μὲ δεκαετεῖς δόσεις πληρωμῆς τοῦ κτήματος ἐξεπλήρωσε, συνολικῶς τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἔπειτα, σᾶς ἐρωτῶ· τὸ μικρὸν κτῆμα τὸ ὁποῖον ἔχετε εἰς τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ καὶ τὸ ὁποῖον ἐπωλήσατε, τὸ ἐπλήρωσαν οἱ κολλῆγοί σας;
§190Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ μετ’ ἐμοῦ σύμπασα ἡ Βουλὴ ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην ἤδη τὸ πρῶτον διατυποῦτε, καθόσον διατελῶ ὑπὸ τὴν σαφῆ ἐντύπωσιν ὅτι κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας καὶ εἰς σαφῆ καὶ συγκεκριμένην ἐρώτησίν μου περὶ τοῦ ποῖος θὰ καταβάλῃ τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν, ἣν διεκηρύξατε ὅτι ἔδει νὰ καταβληθῇ διὰ τὰς ἀπαλλοτριουμένας ἐκτάσεις, μοὶ ἀπηντήσατε ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀποκαθιστάμενοι ἀγρόται δύνανται, καταβάλλοντες ἐπὶ τριακονταετίαν καὶ τοκοχρεωλυτικῶς τὸ ἀντίτιμον τοῦ γεωμόρου, ὅπερ ἄλλοτε ἔδιδον. Τότε δὲ ἐκπλησσόμενος σᾶς ἠρώτησα ἂν συμφωνεῖτε διὰ τὴν ἐπὶ τριακονταετίαν παράτασιν τῆς δουλοπαροικίας. Ἤδη χαίρω ἀκούων ὑμᾶς τροποποιοῦντα τὰς σκέψεις σας καὶ ἀποβάλλοντα ἀπραγματοποιήτους γνώμας. Μοὶ ἠρωτήσατε ἀντὶ ποίου ποσοῦ ἐπωλήσαμεν τὸ κτῆμά μας. Τὸ ἐπωλήσαμεν εἰς τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀγορασθῆ ἐν ἔτει 1892, τὸ ἐπωλήσαμεν δὲ εἰς τὰ 1918. Καὶ ἤδη καταλήγων θέλω νὰ εἴπω τοῦτο· ὅτο ἡ δοθεῖσα μέχρι σήμερον ἀποζημίωσις χωρὶς καὶ ἐγὼ νὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἐξαιρετικῶς μεγάλη, ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ προκαλῇ διὰ τοὺς πλείστους τῶν τέως κατόχων τῶν μεγάλων ἀγροκτημάτων τὴν δυσφορίαν καὶ τὸ παράπονον ὅτι θίγεται ἡ ἰδέα τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία, καθὼς ὅλοι γνωρίζομεν, δὲν κακουχεῖται καὶ δὲν ταλαιπωρεῖται τόσον, ὅσον ἀφίνουν νὰ ἐννοηθῇ. Διότι ἡμεῖς πιστεύομεν καὶ ἀπεδείξαμεν ὅτι σχεδὸν οὐδὲν κοινὸν μεταξὺ ἰδιοκτησίας τῆς οὑτωσὶ συσταθείσης καὶ πάσης ἄλλης φύσεως ἰδιοκτησίας, ἣν ἀπεριορίστως καὶ τιμῶμεν καὶ σεβόμεθα. Καὶ πρὶν ἢ καταλίπω τὸ βῆμα νομίζω ὅτι ἔχω ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπευθύνω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἔντονον διαμαρτυρίαν πρὸς ὅσα ἠκούσθησαν καὶ παρ’ ἄλλων κ. κ. συναδέλφων καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ κατὰ τὸ 1922 τῆς Γεωργίας, ὅστις ἐπροθυμοποιήθη νὰ δώσῃ ἀπρόσκλητος πληροφορίας μὴ ἀνταποκρφομένας πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἐκδηλούσας μόνον τὰς φιλαγροτικάς του διαθέσεις, ὅτι αἱ παραχωρηθεῖσαι ἐκτάσεις εἰς τοὺς ἀκτήμονας γεωργοὺς δὲν ἐκαλλιεργήθησαν, ὅτι ἀφέθησαν χέρσαι ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ εἰς βάρος τῆς ἀσκηθείσης ἀγροτικῆς πολιτικῆς. Καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν ἐπὶ πλέον νὰ διατυπώσω τὴν ἔντονον ταύτην διαμαρτυρίαν καὶ δι’ ἕνα προσέτι λόγον, ὅτι ἐπεχειρήθη ἀπὸ σκοποῦ νὰ προσαφθῇ ἡ μομφὴ καὶ ὁ κόλαφος εἰς βάρος τῶν ἀποκαθισταμένων, ὅτι δῆθεν οἱ ἀποκατασταθέντες δὲν ἠθέλησαν νὰ καλλιεργῶσι τὰς ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι τοὺς παρεχωρήθησαν. Ἐκαλλιέργησαν τὰς ἐκτάσεις, μολονότι τὸ Κράτος δὲν ἐφρόντισεν ἐγκαίρως νὰ τοὺς ὑποβοηθήσῃ. Ὁ κ. Μέρος εἶπεν ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ τῶν κλήρων θὰ εἶχον μεγαλύτερον ζῆλον ἐν ᾗ περιπτώσει εἶχε γίνει ἡ ὁριστικὴ παραχώρησις, διότι ὅταν ἐγνώριζεν ὁ καθεὶς τὴν ἔκτασιν ἡ ὁποία τῷ παρεχωρεῖτο, θὰ τὴν καλλιεργοῦσε καλύτερα. Ἐγὼ θὰ εἴπω ὅτι βέβαια θὰ ἐκαλλιεργεῖτο καλύτερα, ἀλλ’ ἀσφαλῶς σήμερον καλλιεργεῖται καλύτερα ἀπὸ πρῶτα.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔτη τὴν 4.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 11.55′ μ. μ.)